Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ε · Session Β› Sitting 17

1874.02.28

1,223 rows · 9,284 words · 1 table · 103 turns

Date
1874.02.28
Presidency
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Period
Ε
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1874)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17

Τῆς 28 Φεβρουαρίου 1874.

(Πέμπτη).

(Ὥρα 3½ μ. μ.)

Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Ν. Τσώκρης.

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται.

§1ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης.). Ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος καὶ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος τὸ ὑπουργεῖον ἐσκέφθη καὶ εὗρε ὡς καταλληλοτέραν πρότασιν τὴν ἑξῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ. «Ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα αὐτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης Συνταγματικῆς Μοναρχίας, δηλοῖ, ὅτι ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 λήγοντος περὶ δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου, κυρίου Λομβάρδου, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§2ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ.

§3ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανάρης ἐζήτησε τὸν λόγον.

§5ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἂν καὶ πολλάκις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τοῦ κοινοβουλίου, ἀπὸ σεβασμὸν ὅμως πρὸς τὸ βῆμα, δὲν ἐτόλμησά ποτε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἠξεύρω ὅτι ἀπαιτοῦνται προσόντα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἔχω. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ἠμπόρεσα, προσεπάθησα ν’ ἀποτρέψω τὸν ἑαυτόν μου, ἐστάθη ὅμως ἀδύνατον. Τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐσυζήτησαν αἱ Βουλαὶ, τοὐλάχιστον ἀφ’ ὅτου ἐγὼ πολιτεύομαι· καὶ διὰ τοῦτο ἀνέβην ὄχι μετὰ θάῤῥους, διότι τὸ θάῤῥος μοῦ λείπει, ἀλλὰ διότι ἔκρινα ἀπαραίτητον καθῆκόν μου, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὅλοι σας γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔθνος δὲν ἔγεινε παρὰ διὰ μεγάλων θυσιῶν. Ὅλοι σας γνωρίζετε τοῦτο, καὶ οἱ νεώτεροι δὲ, οἵτινες δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἴδωμεν τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἀγῶνα, γνωρίζομεν τοὺς κατόπιν ἀγῶνας τοῦ ἔθνους. Ἡ τρίτη Σεπτεμβρίου δὲν ἔγεινε χωρὶς κόπον. Τὸ ἔθνος ἐστενοχωρήθη, καὶ ἐστενοχωρήθη δικαίως, διότι ὁ μακαρίτης Ὄθων εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ δώσῃ Σύνταγμα, ἀλλὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἠμπορεῖ ν’ ἀναβάλῃ τοῦτο μέχρις ὅτου, δὲν ἠξεύρω τί ἰδέας εἶχε, μέχρις ὅτου ἀναπτυχθῇ τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος τὸν ἐξεβίασε καὶ ἔδωκε τὸ Σύνταγμα. Συνταγματικῶς λοιπὸν ἠθέλησε τὸ ἔθνος νὰ κυβερνηθῇ, καὶ Σύνταγμα ἔχομεν. Ὅταν, κύριοι, ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα, πρῶτον ὡρκίσθη ὁ Βασιλεὺς, ὡρκίσθημεν δὲ καὶ ἡμεῖς ὅλοι. Κᾀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ θεωρηθῇ ἱερόσυλος, χειρότερος ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πηγαίνει καὶ ἁπλόνει χεῖρα εἰς τὸν Ναὸν, ἐὰν δὲν σέβεται τὴν θέλησιν, τοὺς ἀγῶνας τοῦ ἔθνους, καὶ τὰς προσδοκίας τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἔχει ἀπὸ αὐτόν. Λοιπὸν, κύριοι, ἀφοῦ τὸ ἔθνος ἠθέλησε νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς, πρέπει νὰ σεβώμεθα τὸ Σύνταγμα, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καλῶς πῶς νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀλήθειαν, πρᾶγμα. Κύριοι, τάχα εἶναι δίκαιον νὰ ἐπαναφέρωμεν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἀπεδοκίμασε, κατεδίκασε; πρέπει νὰ ᾖναι ἀμφίβολον ἐὰν ᾖναι χρήσιμος ἡ Βουλὴ, ἐὰν ᾖναι ἀναγκαία ἡ Βουλὴ, ἐὰν πρέπῃ τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν; Αἱ Βουλαὶ ἐπὶ Ὄθωνος κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν· δὲν ἀρκεῖ τοῦτο νὰ μᾶς διδάξῃ τί θέλει, τί ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ ἔθνος; εἶναι δίκαιον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ αὐτά; Ἐνθυμηθῆτε ποῦ ἡ κατάστασις ἐκείνη μᾶς ἔφερε, ποῦ μᾶς ὤθησεν.... Ἐλπίζετε τάχα ὅτι μὲ τὰ ἴδια πράγματα θὰ φθάσῃ εἰς καλλίτερον μέλλον ὁ τόπος μας; Σκεφθῆτε. Τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἱερόν· διατί; διὰ τὸ ἄτομον τὸ ὁποῖον ἀναβαίνει εἰς αὐτό; Ὄχι· διότι τὸ ἄτομον ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ὅπου θέλει, τοῦτο δὲν σημαίνει. Τὸ βῆμα εἶναι ἱερὸν, διότι εἶναι ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὅ,τι ἐκτὸς αὐτοῦ ἠμπορεῖ νὰ παρεξηγηθῇ, ὅ,τι ἠμπορεῖ νὰ καταδιωχθῇ, ἀπ’ ἐδὼ δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι σεβαστόν. Δέν πιστεύω ὅτι λείπει ἀπὸ κἀνένα Ἕλληνα ἡ πεποίθησις καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ βῆμα τοῦτο. Θέλετε λοιπὸν νὰ βάλωμεν χαλινὸν εἰς τὸ στόμα ἑνὸς ἀνθρώπου πεποιθήσεων, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, ὅταν εἰλικρινῶς λέγῃ ὅ,τι νομίζει συμφέρον εἰς τὸν τόπον; Ὄχι· ἐὰν τὸ ἔθνος δὲν ἤθελε συνταγματικὸν πολίτευμα, τότε μάλιστα· ἀλλ’ ὅταν τὸ ἔθνος θέλῃ νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς, τίς ἀπὸ ἡμᾶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μηδενίσῃ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους καὶ νὰ καταστρέψῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας, ὡς εἶπον, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡμεῖς ὡρκίσθημεν νὰ τηρήσωμεν; Αἱ πατροπαραδόσεις, εἶπεν ὁ κ. Ζαήμης· Ναὶ, κύριε, Ζαήμη, αἱ πατροπαραδόσεις εἶναι σεβασταὶ, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας δὲν ἀπέθανεν εὐχαριστημένος· ἡ συνθήκη τοῦ Ζωγράφου ἔθλιψε τὰς τελευταίας ἡμέρας του. Ὁ ἀείμνηστος Τζαβέλας, ὁ ὁποῖος ἐχρεώστει τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν δόξαν του εἰς τοὺς ἀγῶνας του, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τὸ ἔθνος τὸ εἶχε καμάρι, ἀπέθανεν ὡς ἀπέθανεν εἰς τὰ 1854· ἐκεῖνος ἤξευρεν ἀπὸ πόσας πικρίας εἶχε ποτισθῆ! Δημοκρατία, φόβος, τρόμος, μεγάλο κακό! Δὲν εἶμαι, κύριοι, δημοκράτης· μὰ διατί δὲν εἶμαι δημοκράτης, διότι δὲν ἀγαπῶ τὰς ἐλευθερίας; Ὄχι, διότι αὐτὸ τὸ βυζὶ ἐβυζάξαμεν ὅλοι. Δὲν εἶμαι δημοκράτης· ἀλλὰ δὲν ἀγαπῶ καὶ τὴν δημοκρατίαν; Ὄχι, τὴν ἀγαπῶ, καὶ τὴν ἀγαπῶ, διότι εἶναι τὸ φυτὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ τόπος ἐγέννησε, καὶ εἶναι αἶσχος νὰ εἴπῃ τις τὸ ἐναντίον, διότι τότε ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Φαλμεράϊερ εἶχε δίκαιον εἰπὼν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα Σλάβοι. Ὄχι, διότι ἐδῶ πρῶτον ἐφύτρωσεν ἡ δημοκρατία· ὄχι, διότι αὐτὸ τὸ γάλα ἤπιαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἡ δημοκρατία ἐγέννησε τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἔθνους, ὅταν μοναρχίαι ἠθέλησαν νὰ τὴν σβύσουν. Δὲν ἀποκηρύττω λοιπὸν τὴν δημοκρατίαν, δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀποτρόπαιον πρᾶγμα, δὲν θέλω νὰ γελᾷ ἡ Ἀμερικὴ, ἀκούουσα ὅτι τοιαῦτα γίνονται εἰς τοῦτον τὸν τόπον, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ αἴ, αἴ! εἶσθε σεῖς;

§6ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά;

§7ΚΑΝΑΡΗΣ. Μὰ τί ἀνακατόνεις τοὺς ἀρχαίους, ἴσως θὰ μοῦ εἴπουν τινὲς, καὶ ἀναβαίνεις εἰς δύω χιλιάδες χρόνια; Δὲν εἶμαι δημοκράτης· δὲν περιφρονῶ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ Πλάτων, οὔτε ὁ Ἀριστοτέλης, οὔτε ἄλλος τις ἀπὸ τοὺς προπάτοράς μας ἐπεριφρόνησε. Τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος εἶναι ἀνώτερον, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγω εἶμαι συνταγματικὸς, δὲν εἶμαι δημοκράτης, ἀλλὰ σέβομαι τὴν δημοκρατίαν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς Βασιλείας τῆς συνταγματικῆς, διότι τὸ πολίτευμα αὐτὸ οἱ πατέρες μας ἔκριναν ὀρθῶς ὡς συμφερώτερον εἰς τὸ ἔθνος· διότι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι αἱ ἐλευθερίαι ἐξασφαλίζονται διὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἄνευ ἐλευθεριῶν, κύριοι, εἰς τί χρησιμεύει τὸ σύνταγμα; ἔχει λόγον ὑπάρξεως τὸ πολίτευμα αὐτό; συμβιβάζεται ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἕλληνος μὲ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν; Εἶμαι συνταγματικός, καὶ δι’ ἄλλον προσέτι λόγον. Οἱ πατέρες μας καλῶς ἐγνώριζαν νὰ φροντίζουν διὰ τὴν τύχην τοῦ ἔθνους. Ἤξευραν ὅτι ὕστερον ἀπὸ τόσων αἰώνων ζυγὸν, ἤξευραν ὅταν ἀνέστησαν ἀπὸ δύο χιλιάδων χρόνων θάνατον, ὅτι ἦσαν ξένοι τῆς Εὐρώπης. Λοιπὸν ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ ἡ Εὐρώπη ἔχει βασιλεῖς, νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς Βασιλείαν, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συγκοινωνήσωμεν μὲ τὰς ἄλλας βασιλικὰς οἰκογενείας τῆς Εὐρώπης. Ὅποιος θέλει, ἂς ἔλθῃ, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιά του, νὰ διαψεύσῃ ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτον ἰσχυρότατος λόγος ὑπὲρ τῆς βασιλείας. Ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀνάγκην, καὶ τὸ συμφέρον της αὐτὸ ἀπῄτει. Ἀλλὰ, κύριοι, μὴ μὲ παρεξηγῆτε, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐξέλιπε, δὲν βλέπω ὅτι παραβλάπτεται εἰς τίποτε τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Δὲν ἔρχομαι εἰς μίαν παρεξήγησιν τοῦ λόγου διὰ τὸν ὁποῖον ἔχομεν συνταγματικὸν πολίτευμα, εἰς μίαν παρεξήγησιν, ἡ ὁποία, μοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ταπεινὴ διὰ σπουδαίους ἀνθρώπους, ταπεινὴ ἀκόμη κατὰ δυστυχίαν, διότι περὶ ἀτόμων ἐδῶ δὲν πρόκειται, ταπεινὴ διὰ τὴν Βουλὴν, διὰ τὸ ἔθνος. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμε χθὲς, καὶ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὡς εἰλικρινὴς ἄνθρωπος, νομίζω ἄτοπον, καὶ λυποῦμαι διότι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν καρδιά μου θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, διότι εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ φανῇ πρότασις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κύριε Βούλγαρη, εἶσθε ὁ γεροντώτερος ἡμῶν· Κύριε Βούλγαρη, ἔχετε εἰς τὸν τόπον περισσοτέρας ὑπηρεσίας ἀπὸ κάθε ἄλλον ἐδῶ μέσα εἰς τὴν Βουλήν· Κύριε Βούλγαρη, εὐχαριστημένος δὲν εἶσθε.... Κύριε Βούλγαρη, συγχωρημένον εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον ν’ ἀπατηθῇ, διότι αὐτὸ θὰ εἰπῇ, ὅτι εἶναι καλὴ φύσις, ἐμπιστεύεται· δὲν εἶναι ὅμως συγχωρημένον εἰς ἄνθρωπον, καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς ὅποιον διευθύνει τὰς τύχας αὐτοῦ τοῦ τόπου, νὰ παίζῃ τέτοια. Ἐὰν ἡ παῤῥησία ᾖναι κακὸν πρᾶγμα, τότε, κύριοι, ἡ ἐπιτηδειότης εἶναι καλή; μὲ ἐπιτηδειότητα διοικοῦν τὰ ἔθνη; δὲν πιστεύω εἰς τὴν συνείδησιν κἀνενὸς νὰ ᾖναι τὸ τοιοῦτον. Αἱ πεποιθήσεις πρέπει νὰ ᾖναι σεβασταί. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ὅλοι τὰ προτερήματά των, καὶ ἡ τύχη ἔδωκεν εἰς τοὺς μὲν περισσότερα, εἰς τοὺς ἄλλους ὀλιγώτερα. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ μὴ διαφωνῶμεν. Ἀλλὰ νὰ διαφωνήσω ὅταν ἡ συνείδησίς μου ὑπαγορεύῃ τοῦτο, αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, ἐκτὸς ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως πεισθῶ, ὅτι ἔχω ἄδικον· διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἔχῃ πρόοδον, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ χαρακτῆρα· ἄνευ χαρακτῆρος, φέρετέ μου παράδειγμα, ὅτι ἔθνος ἠμπόρεσε νὰ ὑπάγῃ ἐμπρός. Εἶσθε ὑπόχρεοι, κύριοι, σεῖς περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους. Σᾶς ἔχομεν ἀρχηγούς. Διατί σᾶς ἔχομεν ἀρχηγούς; διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι εἶσθε καλλίτεροι ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι ἔχετε περισσοτέραν πεῖραν ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι εἶσθε ἱκανώτεροι ν’ ἀναλάβητε φορτίον, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι βαρὺ, τὴν διοίκησιν ἑνὸς Κράτους. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν μόνον αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, καὶ δὲν ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην, ὅτι εἶσθε χαρακτῆρος ἑδραίου, ὅτι ἔχετε ὅλοι σταθερὰς πεποιθήσεις, τότε εἴμεθα ἀγέλη συμφερόντων, καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὅλον τοῦτο τὸ πολιτικὸν σῶμα δὲν ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, καὶ τὰ κόμματα δὲν ἐμπνέονται ἀπὸ ἀρχὰς, δὲν ἔχουν πεποιθήσεις, ἀλλ’ ἀποβλέπουν εἰς προσωπικὰ συμφέροντα! Ἀλλοίμονον! ἠμπορεῖ τις νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θὰ προοδεύσῃ τὸ ἔθνος, καὶ ἄξιζε νὰ χαθοῦν οἱ μισοὶ καὶ νὰ γλυτώσουν οἱ ἄλλοι μισοὶ, διὰ νὰ χαραχθῇ τοιοῦτος δρόμος; Δὲν μοῦ φαίνεται ὀρθὸν, οὔτε τὸ πιστεύω. Κύριοι, δὲν ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα μὲ εὐχαρίστησιν. Ἀνέβην νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὄχι χάριν τοῦ κ. Λομβάρδου μὲ τὸν ὁποῖον δὲν μὲ συνδέει ἰδιαιτέρα τις σχέσις, οὔτε δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι τὸ ἔκρινα καθῆκόν μου πρὸς τὴν Βουλήν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον πρᾶγμα, ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς τὸν τόπον νὰ πετῶνται τὰ πρόσωπα ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία μὲ θυσίαν ἔγεινε; Καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως ἔχει καὶ καλὰ κάμει, δὲν εἶναι ἄξιο προσοχῆς; Βεβαίως αὐτὸς ὁ τόπος μικρὰ σχετικῶς πράγματα ἔκαμε διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἐκεῖνος ὅμως ὁ τόπος ὑπέφερεν· ἐκεῖ ἐξορίαι, ἐκεῖ θάνατοι, ἐκεῖ ἀγχόνη· ἐκεῖ ἐπρομαχοῦσεν ὁ κ. Λομβάρδος. Αἴ, κύριοι, μία ἐγγύησις δὲν εἶναι τοῦτο, τὰ ὀλίγα καλὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμε; Καὶ τὰ καλὰ μὲν καλά, τὰ δὲ ἄλλα νὰ τὰ πετῶμεν ἔτσι; Καὶ ποῖος εὐχαριστεῖται ἀπὸ ὑμᾶς νὰ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη του ἐκ τοῦ ἀέρος, ἀπὸ μίαν στιγμήν; ὄχι, κύριοι. Καὶ ἔπειτα ὀλιγώτερον φιλόστοργοι εἴμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τὰς οἰκογενείας, καὶ δὲν θέλω νὰ μὲ παρεξηγήσῃ μήτε ὁ κ. Λομβάρδος. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι ἐδῶ· ἤθελα νὰ ἦτο. Ἔστω καὶ ἂν ἦτο καὶ παρεκτροπή· ἔτσι τιμωροῦνται; Μοῦ κακοφαίνεται, ὅτι ἔρχομαι εἰς μίαν ἀντίκρουσιν μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Εἶπε, τὴν συνταγματικὴν Βασιλείαν τὴν θέλομεν, διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ τάξις, εἶναι, εἶναι... Ἡ τάξις, κύριοι, δὲν εἶναι εἰς τὸ χαρτί· εἰς τὴν διοίκησιν εἶναι ἡ τάξις, καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω ἄλλο σήμερον, δὲν ἀναφέρω ἄλλο παράδειγμα, ἀλλ’ ἀναφέρω τοῦτο, διότι τοῦτο τὸ ἠξεύρω. Τάξις ἦτο πρὸ ὀλίγου; Ἐγὼ ἤθελον νὰ φέρω μαύρην σκέπην εἰς τὸ κεφάλι μου, δὲν λέγω διὰ τὸν μακαρίτην τὸν ἀδελφόν μου, τὸν Ἀριστείδην· αὐτὸς ἐσκοτώθη ὑπὲρ τῆς τάξεως, ὅπως τὴν ἐννόει. Ἀλλὰ τὶ ἔπταιε τὸ παιδί μου; τὶ ἔπταιεν ὁ ἀνεψιός μου; Ἔγειναν αὐτὰ τὰ λυπηρὰ πράγματα τοῦ πανεπιστημίου· τὶ ἔπταιαν αὐτοί; Καὶ ἐντοσούτῳ ἐπῆγεν ἕνας διὰ τὴν τάξιν, διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ τάξις, καὶ τοῦ ἔδωκε μίαν σουβλιάν, τοῦ ἐξέσχισε τὸ σουρτοῦκον, καὶ ὁ υἱός μου, ὅταν εἶδε τὸν ἐξάδελφόν του, κατέβασε τὸ ὅπλον, καὶ ἡ τύχη μὲ ἔσωσεν. Ἀλλ’ ὁ εὔζωνος δὲν εἶχε τίποτε νὰ κάμῃ, καὶ νὰ φέρω καὶ ἐγὼ μαύρην σκέπην. Τοιαύτη εἶναι ἡ τάξις; Ἐγὼ ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας δὲν γνωρίζω τίποτε, ἀλλ’ ἀκούω μόνον ὁσάκις γίνεται λόγος ἐδῶ. Ἐὰν εὕρω κανένα ἔξω καὶ μοῦ εἴπῃ τίποτε, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὑπερβολή. Ἐδῶ ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι, ὁ θεὸς νὰ σᾶς φυλάξῃ, τὶ γίνεται! Ὑπάρχει τιμὴ ἐκεῖ, κ. Κουμουνδοῦρε; ὑπάρχει ἀσφάλεια ἐκεῖ, κ. Ζαΐμη; Ἐὰν ᾖναι ψεῦμα τα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν, ἄλλος ὁ λόγος· νομίζω ὅμως κἀνεὶς ὅτι δὲν πιστεύει, ὄχι μόνον ὅσοι εὑρίσκονται εἰς Ἀθήνας, ὅτι εἶναι τάξις. Λοιπόν, διατὶ ἡ τάξις δὲν ἑδραιώθη ποτέ; Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα πταίει; ὁ θεὸς νὰ μᾶς φυλάξῃ, δὲν πταίει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Δὲν ἔρχομαι λοιπὸν νὰ καταμηνύσω τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τοῦ ὁποίου ὀπαδὸς εἰλικρινὴς εἶμαι. Τὶ πταίει λοιπόν, κύριοι; τὸ ἠξεύρετε ὅλοι.... Ἡ εἰλικρινὴς καὶ μόνη ἐφαρμογὴ τοῦ συντάγματος φέρει τὴν τάξιν (εὖγε, εὖγε)· αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω. Ἔρχεται ὁ κ. Ζαΐμης καὶ λέγει δάκτυλος· κύριε Ζαΐμη, τὶ σημαίνει δάκτυλος; δάκτυλο, αἴ! δάκτυλος. Λοιπὸν ὁ θεὸς φυλάξοι, καὶ ἀπεύχομαι... Δὲν συζητῶ, δὲν εἶναι ἰδικόν μου ἔργον αἱ συζητήσεις, δὲν εἶμαι πολιτικὸς ἄνθρωπος, εἶμαι ναυτικός, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε ὑποχρεωμένοι, διότι αὐτὸς ὁ τόπος μὲ θυσίας ἀπέκτησεν ὅ,τι ἀπέκτησε, κἀνενὸς δὲν χρεωστεῖ εὐγνωμοσύνην παρὰ εἰς τὰς θυσίας του καὶ τὰς ἀρετάς του. Λοιπόν, κύριοι, τὸ συμφέρον ἀπολύτως τοῦ τόπου, τῆς Βασιλείας, ἀπαιτεῖ τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ συντάγματος. Τότε εἶναι τάξις, καὶ ὅταν ὁ Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ πιστεύσω, τὸ θέλῃ· διότι εἶναι ἀδύνατον ἄλλως, δὲν βλέπω τὶ ἄλλο συμφέρον ἔχει. Ἄλλως ἂς ’βγάλῃ ἀπὸ τὸ ἔμβλημά του, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὸ «ἰσχύς μου ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ μου». Διατὶ τὸ διατηρεῖ; (θόρυβος ἀριστερά.) Κύριε Βαλασόπουλε, μὲ συγχωρεῖτε· γέρος ἄνθρωπος ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Κοπενάγην, καὶ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ψήφισμα εἶναι τέσαρες ψῆφοι Καναρικαί. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω· ἐγὼ εὔχομαι ὅλα τὰ καλά, ἀλλὰ τὰ εὔχομαι ἴσα ἴσα πρὸς στερέωσιν τοῦ θρόνου, διότι ἤμην μικρὸς ἀντιπολιτευόμενος τότε κατὰ τοῦ Ὄθωνος. Λοιπὸν ἐνδιαφέρομαι τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἦνε καλόν, διότι μέσα ἐκεῖ καὶ ὁ πατήρ μου ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Λοιπὸν δὲν εἶναι τίποτε κακόν, δὲν ἐννοῶ κἀνεὶς ἀπὸ σᾶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι φιλοβασιλικώτερος μὲ εἰλικρίνειαν· τὸ συμφέρον τοῦ τόπου δὲν εἰμπορεῖ παρὰ καὶ ἡ Α. Μ. νὰ ἐπιποθῇ εἰλικρινῶς· ἀλλά, ὅπως εἶπε καὶ χθὲς ὁ κύριος Λομβάρδος, δὲν εἰμπορεῖ ὁ Βασιλεὺς νὰ καταβῇ νὰ ἰδῇ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος. Λοιπὸν διὰ τοῦτο ἐγὼ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου· αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν μοὶ φαίνεται δικαία, τὴν νομίζω ἄδικον· νομίζω καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἀφίνῃ σπουδαῖα ζητήματα χάριν ἐπεισοδίου, ὅπως εἶπον. Ἐγὼ σέβομαι τοὺς κυρίους οἵτινες ἠγόρευσαν κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἐγὼ δὲν λέγω διὰ τὸν κύριον Δεληγεώργην τίποτε· ἀλλὰ σπουδαῖον ζήτημα εἶναι ἡ ἐξέλεγξις. Τί σχέσιν ἔχει τὸ προκείμενον ζήτημα μὲ τὴν ἐξέτασιν ἐκείνην; Λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ὅλη ἡ πολιτεία ἔχει συμφέρον εἰς ἐκεῖνο τὸ ζήτημα καὶ περιμένει, καὶ πιστεύει νὰ φωτισθῇ· πρέπει τέλος νὰ ἔμβωμεν εἰς μίαν σειράν, νὰ ἔχωμεν ἐγγυήσεις διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου.

§8ΖΩΧΙΟΣ. (ἱστάμενος πρὸ τοῦ βήματος).

§9ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.

§10ΖΩΧΙΟΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω ἀπὸ ἐδῶ.

§11ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος· δὲν ἀκούομεν.

§12ΖΩΧΙΟΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Ἐσκόπευον νὰ λαλήσω ἀπὸ ἐκείνης τῆς θέσεως (δεικνύει τὸν πρὸ τοῦ βήματος τόπον).

§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;

§14ΖΩΧΙΟΣ. Διατί; Ἡ Πυθία, ἀναβαίνουσα εἰς τὸν τρίποδα, ἐτρελαίνετο· οἱ δὲ τριάκοντα τύραννοι, διὰ νὰ ταπεινώσουν τῶν Ἀθηναίων τὸ φρόνημα, ἔστρεψαν πρὸς τὴν πόλιν τὸ πρὸς τὴν Σκλαμῖνα ἀποβλέπον βῆμα. Διατί; Διὰ νὰ μὴ ἐνθυμοῦνται τὰ τρόπαια τῆς Σαλαμῖνος, καὶ ὑπερηφανεύωνται. Δὲν ἤθελον λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ μὴ πάθω ὅ,τι ἐπάθαινεν ἡ Πυθία, ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Λομβάρδος, καὶ διὰ νὰ μὴ δώτω ἀφορμὰς κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὁ Λομβάρδος δὲν γνωρίζει καλῶς τὸν τόπον, ἀλλὰ δὲν ἐβλασφήμησεν, εἰπὼν ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι....

§15ΡΑΛΛΗΣ. Δημοκράται.

§16ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ λέξις δημοκράτης δὲν εἶναι ἑλληνική· θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅμως, ὅτι ὅλοι δημοκρατίζετε, περὶ δὲ αὐτοῦ ὅλοι ἔχετε δώσει τὴν ὑπογραφήν σας. Σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι ὁ Λομβάρδος δὲν γνωρίζει τὸν τόπον, καὶ πρὸς βεβαίωσιν τούτου θὰ σᾶς φέρω μάρτυρα ἕνα ἄλλον Λομβάρδον, τὸν μακαρίτην Κλονάρην. Ὁ Κλονάρης ἀντεπολιτεύετο ἐπιμόνως, ἀμειλίκτως τὸν ἀοίδημον βασιλέα Ὄθωνα. Τὴν 2 ὅμως Σεπτεμβρίου τοῦ 1843, ἐν ᾧ συνετάσσετο ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας τὸ περὶ συγκαλέσεως τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἔγγραφον, ὁ μακαρίτης Μεταξᾶς ἠρώτησε, λέγων· «Καὶ τί θὰ κάμωμεν, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν ὑπογράψῃ; Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῶν ἐνδεχομένων;» «Δὲν ἔχει ἐάν, ἀπεκρίθη ἔξω ἑαυτοῦ ὁ Κλονάρης, οὔτε περὶ ἐνδεχομένων πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. Ὁ Βασιλεὺς θὰ ὑπογράψῃ. Ἐὰν δὲ δὲν θελήσῃ νὰ ὑπογράψῃ, τὸν πολιορκοῦμεν, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς πείνης τὸν ἀναγκάζομεν νὰ ὑπογράψῃ, διότι χωρὶς βασιλέα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ.» Καὶ ἐξεβιάσθη ὁ βασιλεὺς, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐσώθη τότε διὰ τῆς τοιαύτης βίας. Ποίαν δὲ ἄλλην καλλιτέραν ταύτης θέλετε ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι βασιλικόν; Ἐῤῥέθη δὲ τὸ πάλαι εἰς τὸ τόπον τοῦτον, οὐκ ἄνευ Θησέως, ὅλη δὲ ἡ Ἑλλὰς ἔλεγεν ἄλλοτε, οὐκ ἄνευ Ὄθωνος. Εὑρέθησαν ὅμως τινὲς.... Ἤδη δὲ λέγομεν, οὐκ ἄνευ Γεωργίου. Βλέπετε δὲ, καθ’ ἃ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Λομβάρδος ἔχει ἐσφαλμένας περὶ τοῦ τόπου πληροφορίας. Ἐγὼ δὲ ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ σᾶς ἐμποδίσω νὰ ἀποθεώσετε τὸν Λομβάρδον, διότι ἂν ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως ἐπιψηφισθῆ, τετέλεσται, ὁ Λομβάρδος ἀνακηρύσσεται ἡμίθεος. Ἐγὼ ὅμως ἡμιθέους δὲν δέχομαι.

§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;

§18ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα, τώρα, μὴ μὲ βιάζετε. Τὸν Λούθηρον ποῖος τὸν ἔκαμε Λούθηρον; Ὁ Πάπας. Ναὶ, ὁ Πάπας τὸν ἐσταύρωσεν, αὐτὸς δὲ ἀμυνόμενος ἀνεδείχθη Λούθηρος ὀνομαστὸς, περιβόητος. Καὶ σεῖς θέλετε νὰ στιγματίσητε τὸν Λομβάρδον, διὰ λόγια τὰ ὁποῖα δὲν εἶπεν. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Οἱ Ζακύνθιοι, εἴτε φρονοῦντες, εἴτε παραφρονοῦντες, παραδέχονται τὸν Λομβάρδον ὡς μισοάγιον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὡς ἅγιον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον καταναγκάζετε....

§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον. Σήμερον δὲ κατέλαβον οἱ ναυτικοὶ τὸ βῆμα.

§20ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ ναυτικῶν, καὶ ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Μπούμπουλης νὰ ὁμιλήσῃ....

§21ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.

§22ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ μέγα στρατήγημα τοῦ Θεμιστοκλέους ἐν Σαλαμῖνι ἦτο τὸ ἑξῆς· Τὸν Ἕλληνα ὅταν δὲν τὸν ξενοχωρῇ τις πανταχόθεν, ὑποχωρεῖ, ἐνδίδει· ὅταν δὲ δὲν τοῦ ἀφήσῃς διέξοδόν τινα ἐλευθέραν, γίνεται θηρίον. Τοῦτο δὲ συνέβη εἰς τὴν Σαλαμῖνα διὰ τῶν τεχνασμάτων τοῦ Θεμιστοκλέους, καὶ οἱ Ἕλληνες ἐνίκησαν. Ἀφήσατε λοιπὸν εἰς τὸν Λομβάρδον θύραν ἀνοικτὴν, διὰ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἄλλως, θὰ τὸν κάμετε δημοκρατικὸν, χωρὶς νὰ θέλῃ. Σᾶς ἐρωτῶ δὲ, εἶναι φρονήσεως ἔργον νὰ βιάσετε τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, τὸν ἔχοντα ἐν τῷ κόλπῳ αὐτοῦ τὴν ἐκλογὴν αὑτοῦ, νὰ τρελαθῇ; Ἐὰν ὁ Λομβάρδος ὑπάγῃ εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ εἴπῃ πρὸς τοὺς Ζακυνθίους, «φίλοι μου, μέχρις ἐσχάτων ἤμην ὁ φιλοβασιλικώτερος κάτοικος τοῦ βασιλείου, μάρτυρα δὲ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου φέρω τὸν κύριον Ζαΐμην, τὸν ἐξ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ὁμολογουμένως φιλοβασιλώτατον. Φέρω δὲ τὸν κύριον Ζαΐμην μάρτυρα, διότι δημοσίᾳ μὲ ἀνεκήρυξε καὶ αὐτοῦ φιλοβασιλικώτερον. Ἐντούτοις δὲν θέλουν νὰ πιστεύσουν, ὅτι εἶμαι χριστιανός. Διὰ νὰ τοὺς πείσω δὲ, εἶπον παῤῥησίᾳ τὸ Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν· δὲν θέλουν ὅμως νὰ μὲ δεχθοῦν ὡς χριστιανὸν, ἀλλὰ μοῦ λέγουν, εἶσαι Τοῦρκος, εἶσαι Τοῦρκος (γέλως). Μετὰ ταῦτα λοιπὸν ἰδοὺ τί σᾶς λέγω· ἐὰν θέλετε τοῦ λοιποῦ νὰ σᾶς ἀντιπροσωπεύσω εἰς τὰς Ἀθήνας, θέλω νὰ μὲ ψηφίσετε ὡς δημοκρατικόν.»

§23ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀληθές. Εἶναι χίμαιρα, στηριζομένη ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἥτις δὲν ἔχεται ἀληθείας.

§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς παύσῃ ἡ συζήτησις, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἤδη ὥριμος.

§25ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ σᾶς εἶναι ὥριμος, δι’ ἐμὲ ὅμως εἶναι ὅλως διόλου ἄγουρος. Σᾶς ἀποκρίνομαι δὲ εὐθύς. Δεύτερον ἔτος εἶναι, ἀφ’ ἧς εἶμαι ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου· ἐὰν δὲ μὲ ἐρωτήσουν οἱ ἐκλογεῖς μου, λέγοντες· «Τί ἔκαμες ὑπὲρ ἡμῶν εἰς τὰς Ἀθήνας; ἀναγκάζομαι ν’ ἀποκριθῶ· Τίποτε. Εἰς τί λοιπὸν εἰργάσθης; Εἰς τίποτε.» Πέρυσι δὲ σεῖς ἐψηφίζατε τοὺς σιδηροδρόμους, ἐγὼ δὲ σᾶς ἔλεγον· ὄχι· ὄχι, σεῖς ὅμως τοὺς ἐψηφίζατε. Ταξειδεύσατε λοιπὸν τώρα δι’ αὐτῶν (γέλως). Ἐγὼ δὲ ἂν εἴπω εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου· «ὡρίμασαν τὰ πράγματά σας, ὅπως ὡρίμασαν τὰ τῶν σιδηροδρόμων, ποία μοῦ πρέπει ἀπόκρισις;» Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οὐδὲν καλὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡριμάζει. Τοῦ δὲ κυρίου Λούντζη τὰ λόγια καὶ ἀποδέχομαι καὶ ἔρχομαι νὰ βεβαιώσω αὐτὰ δι’ αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποθνήσκων ἐξομολογεῖται· ἂν δὲ οὐδέποτε ἄλλοτε εἶπε τὴν ἀλήθειαν, κατὰ τὰς τελευταίας στιγμάς του οὐδὲν ἄλλο λέγει, εἰμὴ μόνην τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Λομβάρδος λοιπὸν, τὸν ὁποῖον σεῖς θέλετε νὰ καταδικάσετε ὡς ἀντιβασιλικὸν....

§26ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§27ΖΩΧΙΟΣ. Ὡς δημοκρατικόν.

§28ΟΙ ΑΥΤΟΙ. Ὄχι αὐτὸν, τὰς ἰδέας του.

§29ΖΩΧΙΟΣ. Ἰδοὺ τί ὁ Λομβάρδος τελευτῶν σᾶς εἶπεν· «Ἐνασκήσατε τὸ δικαίωμά σας, ἐκπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, μείνατε δὲ βέβαιοι, ὅτι ἐκπληροῦτε τὸ ἀνώτατον τῶν καθηκόντων σας πρός τε τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὸν βασιλέα.» Μετὰ ταύτην λοιπὸν τὴν ἐξομολόγησιν ἔρχεσθε νὰ τὸν καταδικάσητε;

§30ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸν καταδικάζομεν.

§31ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν τὸν ἐπαινεῖτε. Εἴπατε ὅμως ὅτι ἡ ὑπουργικὴ πρότασις εἶναι ἔπαινος τοῦ Λομβάρδου, καὶ ἐγὼ τὴν ὑπογράφω. Ἤδη δὲ ἐπιχειρῶ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὅλοι δημοκρατίζομεν, ἐγὼ ὅμως πάντων τελευταῖος· ἐπὶ τούτῳ δὲ σᾶς ἐρωτῶ· Κατὰ τὸ πρῶτον Σύνταγμα, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἐν ὑπαίθρῳ ὑπῆρχεν; Ὄχι. Τίς λοιπὸν περιέλαβεν εἰς τὸ δεύτερον Σύνταγμα τὸ δικαίωμα αὐτό; Κατὰ τὸ παρελθὸν Σύνταγμα τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως ἐλογίζετο ἱερόν· ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ὅμως τοῦ νέου ἡ λέξις ἱερὸν ἀφῃρέθη. Ποῖος τὴν ἀφῄρεσε;

§32ΛΑΠΑΣ. Ἡ Συνέλευσις.

§33ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἡ πάνδημος ψηφοφορία δὲν ἐπεκράτει· σήμερον ὅμως ἐπικρατεῖ. Τίς παρενέβαλεν αὐτὴν ἐν τῇ πολιτείᾳ; Δημοκρατίζομεν λοιπὸν, ἢ οὔ; Δημοκρατίζοντες δὲ ὅλοι, τί κατηγοροῦμεν τὸν Λομβάρδον ὡς δημοκρατίζοντα; Ἀλλὰ ἂς μὴ προχωρήσω, καὶ ἂς δεχθῶ ὡς ὥριμον τὴν ὑπόθεσιν· ὑποβάλλω δὲ περὶ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκόλουθον πρότασιν. «Ἡ Βουλὴ, νομίζουσα πεπλανημένης διανοίας χίμαιραν πᾶσαν περὶ ἑλληνικῆς δημοκρατίας ἰδέαν, καὶ εἰς τὰ λεχθέντα ἀρκουμένη, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Γνωρίζετε δὲ, ὅτι πολλοὶ Ἄγγλοι εὕρισκον παιγνίδι νὰ πιστολίζουν τὴν βασίλισσαν, κενὴν ἐπιζητοῦντες φήμην, δὲν εὑρίσκετο δὲ τρόπος ἀπαλλαγῆς. Ἐπὶ τέλους δὲ ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν ὁ κατὰ τῆς βασιλίσσης πυροβολῶν λογίζεται τρελὸς, καὶ κλείεται ἐν φρενοκομείῳ. Ἔκτοτε δὲ ἡ βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας εὗρε τὴν ἡσυχίαν της. Παρ’ ὑμῖν δὲ βεβαίως τρελὸς ἄνθρωπος δύναται νὰ προτείνῃ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν καθ’ ὕπνους φαντασθῇ τις, τρομάζει. Πρὸς τί δὲ ὁ τόσος θόρυβος; Μήπως ἐπίκειται πραγματικός τις κίνδυνος; Ψηφίζοντες δὲ τὴν πρότασιν τῆς κυβερνήσεως, καταδικάζετε τὸν Λομβάρδον.

§34ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§35ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν ἐπαινεῖτε λοιπόν;

§36ΟΙ ΑΥΤΟΙ. Μήτε τὸν ἐπαινοῦμεν, μήτε τὸν καταδικάζομεν.

§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ ἰδοὺ παραδέχομαι ὡς βλασφημίαν ὅ,τι ἂν ὁ Λομβάρδος εἶπε. Τί πρὸς τοῦτο; Ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ τρίτου, εἰς τὸ γαλλικὸν βουλευτήριον δὲν περιελαμβάνετο καὶ ὁ Ῥοσσεφὸρ, ὁ ὑβριστὴς, ὁ βλάσφημος; Ἀλλ’ οὐδεὶς συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ τὸν τιμωρήσῃ διὰ τοὺς λόγους του. Ἀλλ’ ἀρκοῦντα εἶπον. Τελευτῶν δὲ, φέρω πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν λόγων μου δύω ἱστορικὰ γεγονότα, τὸ μὲν ἀρχαῖον, τὸ δὲ ἄλλο νεώτερον.

§38ΤΙΝΕΣ. Ὡρίμασε.

§39ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ σᾶς ὡρίμασε, διότι ἀλείφετε τὰ σῦκα μὲ λάδι καὶ ὡριμάζουν πρόωρα, δι’ ἐμὲ ὅμως τὰ σῦκα εἶναι ἀκόμη ἄγουρα· διὰ νὰ τὰ ὡριμάσω δὲ, καταφεύγω καὶ εἰς ἱστορικὰ παραδείγματα. Κατὰ τὸ 1828 ἔφθασεν ὁ Κυβερνήτης εἰς Ναύπλιον, καὶ ἀπὸ τοῦ Ναυπλίου μετέβη εἰς Αἴγιναν. Τελετῆς δὲ γενομένης καὶ ψαλλομένης ἐπὶ τούτῳ δοξολογίας εἰς τὸν ἐκεῖσε πρωτεύοντα ναὸν, παρόντος καὶ τοῦ Κυβερνήτου, κατ’ εἰσήγησιν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ὁ Καΐρης ἀνέβη εἰς τὸν ἄμβωνα, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐπεχείρησε νὰ προσβάλῃ τὸν Κυβερνήτην, ἤρχισε δὲ λέγων· «Οὐκ ἄρξω ἐγὼ, οὐκ ἄρξει ὁ υἱός μου, Κύριος ὑμῶν ἄρξει.» Ἐπὶ τέλους ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὸν Τιμολέοντα, τὸν χάριν τῆς ἐλευθερίας φονεύσαντα τὸν ἴδιον αὐτοῦ ἀδελφὸν, τὸν ἄρχοντα τῆς Κορίνθου. Ὑπὸ τῆς αὐθαδείας δὲ τοῦ ῥήτορος σκανδαλισθέντες τινὲς, ἐπεχείρησαν νὰ τὸν κατεβάσουν ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, καὶ ἤθελον τὸν κατεβάσει, ἐὰν δὲν ἀντέτεινεν ὁ Κυβερνήτης λέγων· «Ἂν τὸν κατεβάσετε, θὰ δώσετε εἰς τοὺς λόγους του σημασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν.» Ὑπήκουσαν δὲ εἰς τὰ λόγια τοῦ Κυβερνήτου καὶ ἀφῆκαν τὸν ἱεροκήρυκα νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἤθελεν· οὐδεὶς ὅμως ἐκ τῶν ἀτασθάλων λόγων αὐτοῦ προέκυψε κίνδυνος. Ἰδοὺ δὲ καὶ τὸ ἄλλο παράδειγμα, τὸ ἀρχαῖον, τὸ ὁποῖον κἄπως δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὁδηγίαν. Τοῦ Περικλέους τὴν γυναῖκα χωρὶς νὰ τὴν γνωρίζῃ ὕβρισε καθ’ ὁδὸν βδελυρός τις ἄνθρωπος· μαθὼν δὲ μετὰ ταῦτα ποία ἦτον ἡ γυνὴ ἐκείνη, ἔδραμεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Περικλέους, διὰ νὰ ζητήσῃ συγχώρησιν. Ἀλλ’ ὁ Περικλῆς, φρόνιμος ἄνθρωπος ὢν καὶ μὴ θέλων οὐδὲ λόγος περὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ νὰ γίνεται, οὐδὲ νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι τὴν ὕβρισεν, εἶπε πρὸς τὸν ὑβριστήν· «Δὲν ὕβρισες τὴν γυναῖκά μου, διότι αὐτὴ, ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀσθενοῦσα, οἰκουρεῖ.» Ποῖον δὲ εἶχε σκοπὸν ἡ τοιαύτη τοῦ Περικλέους ἀπόκρισις, καὶ διατί τὴν ἀνεκάλεσα εἰς τὴν μνήμην σας, ὁ δυνάμενος νοεῖν, νοείτω. Ἐγὼ δὲ καταβαίνων τοῦ βήματος, παραδίδω εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν πρότασιν, περὶ ἧς ἀνωτέρω σᾶς ἐλάλησα. (Καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν πρότασιν).

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης.

§41ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, προτείνει ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάσῃ τὸν βουλευτὴν Ζακύνθου διὰ τὰ περὶ δημοκρατίας παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Δὲν δύναμαι, κύριοι, ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ἐγὼ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου κατὰ προτάσεως, ὅσον ἀδίκου, τόσον καὶ ἀντισυνταγματικῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἄδικος, διότι περιέχει ἰδέας μὴ ἀληθεῖς, διότι θέλει νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἀποδοκιμαζόμενον βουλευτὴν μορφὴν φοβερὰν, τὴν μομφὴν τῆς ἐπιορκίας, τὴν μομφὴν τῆς παραβιάσεως τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου ὤμοσε πίστιν εἰς τὸν συνταγματικὸν βασιλέα. Καὶ ἠκούσατε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ πόσης παῤῥησίας ὁ εὐφραδὴς τῆς Ζακύνθου ῥήτωρ σᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι οὐδὲ κἂν ἐσκέφθη ποτὲ, οὐδ’ ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς ἔντιμον ἄνδρα, εἰς ἄνδρα ἀγαπῶντα τὴν πατρίδα, ν’ ἀθετήσῃ αὑτὸς πρῶτος τὸν ὅρκον, ὃν ὤμοσεν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἔθνους. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, τῆς παρελθούσης Δευτέρας. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως, πιστὸν τέκνον τῆς συνταγματικῆς βασιλείας ἐν Ἑλλάδι, ἐνόμισα καθῆκόν μου ἱερὸν καὶ ἀπαραίτητον νὰ ὑψώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀδύνατον φωνήν μου κατὰ τῆς ἀδικίας, ἥτις προσγίνεται εἰς ἄνδρα, ὅστις μετὰ παῤῥησίας χθὲς σᾶς ἐξήγησε τὰς πεποιθήσεις του, ὅτι τὸν παρενόησαν, ὅτι δὲν διενοήθη νὰ λαλήσῃ κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, τοὺς ὁποίους κλονιζομένους μετὰ θάῤῥους καὶ πατριωτισμοῦ ἀπαραμίλλου ἀείποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπερασπίσθη· ἠθέλησα, λέγω, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τῆς ἀδικίας, ἥτις προσγίνεται εἰς ἄνδρα, οὗτινος ἡ φωνὴ ἀντήχησεν πάντοτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κατὰ πάσης ἀδικίας, καὶ ὅστις, τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, κατέστη, διὰ τῆς ἱκανότητος, νοημοσύνης καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ του, ἀπαραίτητον καλὸν στοιχεῖον τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου (εὖγε, εὖγε). Καὶ ἐνόμιζον ὅτι, μετὰ τὰ λεχθέντα αὐτοῦ χθὲς, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τῶν ἐντίμων ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀρκεσθῆ εἰς ταῦτα, ὅτε παρὰ προσδοκίαν εἴδομεν τὴν κυβέρνησιν καταθέτουσαν πρότασιν ἀποδοκιμασίας. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι οὐ μόνον ἄδικος, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ καὶ ἀντισυνταγματικὴ, διότι δι’ αὐτῆς ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων, καὶ ἐνῷ, κατὰ τὸ ἄρθρ. 23 τοῦ κανονισμοῦ, ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, κατὰ τὸ ἄρθρ. 62 τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς βουλευτὴς ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης, κατὰ δὲ τὸ 14, ἡ λογοκρισία, ἀπαγορεύεται. Ὑποπίπτομεν λοιπὸν εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ θέλωμεν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς νόμους τῆς πατρίδος διὰ τῆς παραβάσεως αὐτῶν. Ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν εἶπεν ὅ,τι περιέχει ἡ πρότασις· τοὐλάχιστον οὕτως ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις του. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὰ εἶπεν, δὲν τὰ διετύπωσεν εἰς πρότασιν, ἀλλ’ ἱστορικῶς ἀφηγήθη τὴν συνταγματικὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του, καὶ ἐξέφερε γνώμην, δι’ ἣν δὲν ὀφείλει εὐθύνας. Ἡ δὲ γνώμη αὕτη εἶναι καθαρῶς γνώμη ἀτομικὴ, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι τὴν ἐξέφερεν, ἀφοῦ ἅπασα ἡ Βουλὴ, διὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, διεμαρτυρήθη κατὰ τῶν ἰδεῶν ἐκείνων. Καὶ ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικρούσεως μόνον ἦτον ἡ περίπτωσις. Μὴ θελήσωμεν λοιπὸν νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὰς ἀπαδούσας εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν σημερινῶν χρόνων. Ἡ ἱερὰ ἐξέτασις, καὶ ἡ λογοκρισία ἔφεραν τὰ ἔθνη εἰς καταστροφάς. Μὴ θελήσητε νὰ δεσμεύσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου. Καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Συνελεύσει ἐγένετο πρότασις ὁμοία κατὰ τοῦ πληρεξουσίου Πλαστήρα· ἀλλὰ τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ γνώμης, ἐκφρασθείσης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπρόκειτο περὶ προσβολῆς ἀνηθίκου δι’ ἐπιστολῆς κατὰ τοῦ ἱεροῦ προσώπου τοῦ βασιλέως, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἀρχηγὸν φατρίας, καὶ ὅμως ὁ τότε πληρεξούσιος κ. Βάσσος, νῦν διαγγελεὺς τῆς Α. Μ. ἀπέκρουσεν εὐγλώττως τὴν πρότασιν ἐκείνην, ὡς ἀπαράδεκτον καὶ εἶπε μάλιστα τί λέγει ἡ ἐπιστολὴ αὐτή Λέγει πρὸς τὸν Βασιλέα καθαρῶς, εἰλικρινέστατα, «Βασιλεῦ, ἀπεφασίσαμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νὰ ἐκδιώξωμεν τὸν Ὄθωνα, διότι ἐγένετο ἀρχηγὸς φατρίας.» Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ψεῦδος; Ἂς ὑψωθῇ μία φωνὴ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι εἶναι ψεῦδος... (σιγὴ βαθεία). Οὐδεὶς ἀποκρίνεται, διότι εἶναι μία ἀλήθεια». Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγκλημα, ἐὰν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐργάζεται κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καταδιώξατε τὸν ἐγκληματίαν βουλευτὴν, ζητήσατε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, καὶ καταγγείλατέ τον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ὡς ἐπίορκον, ὡς ἔνοχον ἐσχάτης προδοσίας· ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχῃ, σεβασθῆτε τὸ Κοινοβούλιον, οὗτινος ἀποτελεῖ μέρος. Καταβαίνων, κύριοι, δὲν δύναμαι ἢ καὶ πάλιν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος, οὗτινος τὴν τήρησιν ἡ πατρὶς ἀνέθετο εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς βασιλείας, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, κατὰ προτάσεως, ἥτις θέλει ἐπιφέρει θλιβερὰς συνεπείας, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν δόντων τὸν ὅρκον εἰς τὸν συνταγματικὸν θρόνον τοῦ Γεωργίου καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ προτάσεως ἀντιβαινούσης ἄντυκρυς εἰς τὴν ὑπερτάτην συνταγματικὴν διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα βουλευτῶν καὶ ἀκροατηρίων).

§42ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε πρόεδρε; Θέατρον τὸ ἐκάμαμεν ἐδῶ!

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον· νὰ παύσουν αἱ ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι.

§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀκούων τις, κύριοι, τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν δύω τῶν πρὸ αὐτοῦ ἀγορευσάντων, ἠδύνατο νὰ ὑπολάβῃ ὅτι πρόκειται περὶ κατηγορίας ἢ περὶ μομφῆς κατὰ τοῦ προσώπου ἢ τῶν ἀρχῶν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, καὶ τὸ περιεργότερον ἔτι, ὅτι πρόκειται περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κεκλημένη ν’ ἀποφασίσῃ ἐὰν ἡ συνταγματικὴ βασιλεία ἢ ἡ δημοκρατία ᾖναι καταλληλοτέρα, εἴτε καθ’ ἑαυτὰς εἴτε διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ ὄχι μόνον τὸν βίον τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Περικλέους καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μαντεῖον τῆς Πυθίας (ἱλαρότης). Κύριοι, λυποῦμαι παρατηρῶν ὅτι ἀπό τινων ἡμερῶν κατέλαβέ τινας ἀξιοθρήνητος μανία τοῦ ὁμιλεῖν περὶ παντὸς πράγματος, τοῦ ἐκφράζειν πᾶν ὅ,τι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν κατέχει τις τὸ βῆμα, διέλθει τῆς κεφαλῆς του. Ἐλησμονήθη ὅτι ἡ κυρία ἀρετὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ῥήτορος εἶναι νὰ μὴ ἐξέρχηταί ποτε τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐὰν τὸν κανόνα τοῦτον ἐτηροῦμεν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε συζήτησιν, τὸ δυστυχὲς ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, δὲν ἤθελε λάβει βεβαίως χώραν. — Θὰ προσπαθήσω, κύριοι, νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὅτε χθὲς, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν γνωστὴν πρότασιν περὶ ἀποδοκιμασίας τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου λεχθέντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὁμολογῶ ὅτι εὑρέθην εἰς ἀμηχανίαν· διότι βεβαίως, ἀμήχανος εἶναι ἡ θέσις ἐκείνου ὅστις ἵσταται μεταξὺ δύω καθηκόντων. Καὶ τῷ ὄντι, εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν, πρῶτον, διότι ὑπεσχέθην τὴν τοιαύτην συνδρομὴν, καὶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ἐντίμως πολιτευόμενος, δὲν ἠδυνάμην νὰ παραβῶ τὴν ὑπόσχεσιν, καὶ ν’ ἀρνηθῶ τὴν συνδρομὴν ἄνευ σπουδαιοτάτου λόγου· δεύτερον, διότι τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν θεωρῶ ὡς κεκλημένην νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τῆς μέχρι χθὲς ἀντιπολιτεύσεως, ἑπομένως δικαιουμένην ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἐμοῦ καὶ παρὰ πάντων τῶν ὁμοφρόνων μου εἰλικρινῆ καὶ ἀποτελεσματικὴν ὑποστήριξιν. Ἰδοὺ τὸ ἓν καθῆκον. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος τούτου, ἵστατο, κύριοι, ἓν ἄλλο σοβαρὸν, ἱερὸν, ἴσως δὲ μάλιστα ἱερώτερον καὶ σοβαρώτερον τοῦ πρώτου. Τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ᾖναι ἀπολύτως ἐλεύθερον, ἀπηλλαγμένον οὐ μόνον πάσης καταδιώξεως ἢ ἐξετάσεως τοῦ προσώπου τοῦ ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλοῦντος, ἀλλὰ καὶ πάσης κατακρίσεως ἢ ἀποδοκιμασίας τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐκπέμπονται ἀπ’ αὐτοῦ. Ἕνα ἐχθρὸν ἔχουσιν αἱ ἰδέαι, αἱ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐκφερόμεναι, τὴν συζήτησιν, τὴν ἀνασκευὴν, τὴν ἀναίρεσιν, οὐχὶ δέ ποτε τὴν μομφὴν, ἢ ἀποδοκιμασίαν. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ πεισθῇ τις περὶ τούτου, εἰμὴ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια τῆς Εὐρώπης. Πανταχοῦ θὰ ἀπαντήσῃ ἐν αὐτοῖς ἀντιπροσώπους, φανερὰ κεκηρυγμένους ἐναντίον τοῦ ἐπικρατοῦντος πολιτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ κλπ. εὑρίσκετε πολιτικοὺς οὐ μόνον δημοκράτας καὶ σοσιαλιστὰς, ἀλλὰ καὶ προσβάλλοντες καθαρὰ αὐτὴν ἔτι τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας· οὐδεὶς δέ ποτε διενοήθη νὰ στηλιτεύσῃ τὰς ἰδέας ταύτας, τὰς ἀνατρεπτικὰς τοῦ καθεστῶτος, τοῦ τε πολιτικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ, διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας, ἀλλὰ πάντες τὰς ἀναιροῦσι διὰ τῆς συζητήσεως. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν ὁ κύριος Λομβάρδος ἐνδομύχως καὶ λελογισμένως ἐκήρυξεν ὅ,τι ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς δημοκρατίας· πιστεύω μᾶλλον ὅτι παρεφέρθη ὑπὸ τῆς ῥύμης τοῦ λόγου εἰς σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε σκοπὸν ἴσως νὰ φθάσῃ. Ζωηρὸς, οἷος εἶναι ὁ κύριος Λομβάρδος, παράθερμος καὶ ὁρμητικὸς, ἀφίνει ἐνίοτε τὴν καρδίαν νὰ προτρέχῃ τῆς κρίσεως· καὶ ὅταν ἡ καρδία προτρέχῃ, ἐὰν μάλιστα τυγχάνῃ κοχλάζουσα ὑπὸ πάθους οἱουδήποτε, ἐμβάλλει εἰς τὸ στόμα τοῦ ῥήτορος λέξεις, φράσεις καὶ ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀπαθῶς ἂν ἐβουλεύετο καὶ ὡμίλει, δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ, οὔτε ἐκφέρει. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, κύριοι, καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξετύλιξεν ἓν δημοκρατικὸν πρόγραμμα, ἡ εὐθύνη καὶ ἡ δόξα τοῦ προγράμματος τούτου εἰς αὐτὸν καὶ μόνον ἀνήκει· εἰς οὐδένα δ’ ἀπολύτως, μὴ ἀσπαζόμενον τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἢ οἱανδήποτε γνώμην ἔχοντα περὶ αὐτοῦ, δέδοται τὸ δικαίωμα νὰ στιγματίσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην ἢ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπαγγέλλει, διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας ἢ τῆς μομφῆς. Τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μεταχειρισθῇ κατὰ τῆς ἰδέας, εἶναι ἡ λογικὴ ἀναίρεσις, ἀπέναντι τῆς ὁποίας εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πρόγραμμα δὲν δύναται νὰ σταθῇ. — Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ δεύτερον καθῆκον. Ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξω, μοὶ ἐζήτει νὰ παραβιάσω τὸ καθῆκον τοῦτο, ν’ ἀποδοκιμάσω, νὰ μεμφθῶ ἀρχὴν, ἰδέαν, τὴν ὁποίαν δὲν συμμεριζόμεθα, οὔτε αὐτὴ, οὔτε ἐγώ. Δέν μοι ἐζήτει νὰ τὴν ἀναιρέσω διὰ τῆς συζητήσεως, νὰ τὴν ἀποδείξω ψευδῆ, ἀλλὰ νὰ τὴν στιγματίσω καὶ διὰ τῆς στιγματίσεως τῆς ἰδέας νὰ στιγματίσω καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τὴν ἐξέφρασεν. Ἡ θυσία ἦτο μεγάλη, μεγίστη· μὴ γνωρίζων δὲ τί νὰ πράξω, ἤμην ἕτοιμος νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας. Χαίρω σήμερον, διότι ἡ Κυβέρνησις παρῄτησε τὴν πρότασιν ἐκείνην καὶ ὑπέβαλε νέαν, πολὺ ἀπέχουσαν τῆς πρώτης. Διὰ τῆς νέας ταύτης προτάσεως δὲν καταμέμφεται τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Λομβάρδου, οὔτε στιγματίζεται ἡ ἰδέα καὶ τὸ φρόνημα αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαιοῦται καὶ ἀνακηρύσσεται τὸ ἀντίθετον φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε καὶ παρὰ τῇ Βουλῇ καὶ παρὰ τῷ Ἔθνει. Ἡ σημερινὴ πρότασις εἶναι ἡ ἀναίρεσις τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν λόγων τοῦ Λομβάρδου, ἀλλ’ ἀναίρεσις λογικὴ, κοινοβουλευτικὴ, οὐδὲν πλέον. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπε, «δὲν διερμηνεύω μόνον τὸ ἴδιον ἐμοῦ φρόνημα, ἀλλὰ διερμηνεύω τὰ φρονήματα ὅλων τῶν ἀποχρώσεων τῆς τέως ἀντιπολιτεύσεως.» Ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως ὅλων τῶν ἀποχρώσεων τῷ ἀπαντᾷ· «Τὸ φρόνημα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ὑπὲρ τῆς καθεστώσης συνταγματικῆς μοναρχίας...»

§45ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Μὴ λέγετε τοιαῦτα πράγματα· εἶναι ὑποθέσεις αὐτά· ὁ Λομβάρδος δὲν ὡμίλησε περὶ δημοκρατίας.

§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Καταλαμβάνετε, κ. Λούντζη, ὅτι οὔτε μὲ τὰ αὐτιά σας ἀκούω, οὔτε μὲ τὴν κεφαλήν σας σκέπτομαι, ἀλλὰ μὲ τὰ αὐτιά μου ἀκούω καὶ μὲ τὴν κεφαλήν μου σκέπτομαι.

§47ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σᾶς συγχαίρω καὶ διὰ τὰ αὐτιά σας καὶ διὰ τὴν κεφαλήν σας.

§48ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ διὰ τὰ ἰδικά σας. Ὁ κ. Λομβάρδος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπε προσέτι, ὅτι ἡ σημαία, τὴν ὁποίαν κρατεῖ εἰς τὰς χεῖρας, εἶναι σημαία τοῦ ἔθνους. Καὶ ἡ κυβέρνησις διὰ τῆς προτάσεώς της ζητεῖ νὰ κηρύξητε σεῖς ὅτι ὄχι μόνον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὸ φρόνημα, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ἡ σημαία εἶναι ὑπὲρ τῆς καθεστώσης μοναρχικῆς βασιλείας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν παντάπασι περὶ μομφῆς, δὲν πρόκειται παντάπασι περὶ ἀποδοκιμασίας· πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἀναιρέσεως λογικῆς ἑνὸς προγράμματος, μιᾶς ἰδέας, μιᾶς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀνεκηρύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεκηρύχθη ἡ δημοκρατικὴ ἀρχὴ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γίνεται ἡ ἀναίρεσις, καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς γίνεται ἡ ἐπίσημος κύρωσις τῆς ἀναιρέσεως αὐτῆς.

§49ΝΕΓΚΑΣ. Κύριε Μίληση, ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Λομβάρδος τῆς θρησκευτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος...

§50ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεσθε κατόπιν ἀπὸ τοῦ βήματος.

§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως· τοῦτο σᾶς ζητεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ κηρύξητε, τίποτε περισσότερον. Εἶναι τοῦτο ἀντισυνταγματικόν; Καὶ ποῦ, κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἐμποδίζει τὴν ἐν εἰδικῇ περιπτώσει καθιέρωσιν καὶ ἀνακήρυξιν τῶν ἀρχῶν του ἐκ μέρους τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας; Εἶναι παραβίασις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου; Καὶ λοιπὸν ὁ κ. Λομβάρδος εἶχε τὴν ἐλευθερίαν νὰ κηρύξῃ μίαν ἀρχὴν, ἀντίθετον τοῦ καθεστῶτος, καὶ ἡμεῖς οἱ περισσότεροι, τὸ σύνολον σχεδὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν τὴν παραδεχόμεθα; Διὰ τὴν ἀνακήρυξιν δημοκρατικῶν ἀρχῶν ἀπόλυτος ἐλευθερία, καὶ διὰ τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν περιορισμός; Ἀλλόκοτος ἐλευθερία τοῦ βήματος. Ἐπαναλαμβάνω, τίποτε περισσότερον δὲν εἶναι ἡ πρότασις, εἰμὴ τοῦτο καὶ μόνον, ἀναιροῦμεν μίαν ἀρχὴν, κηρυχθεῖσαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀρχὴν ἔθεσεν ὁ κ. Λομβάρδος, ἀρχὴν θέτει ἀντίθετον ἡ Βουλή. Τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους ἠθέλησε νὰ διερμηνεύσῃ ὁ κ. Λομβάρδος, τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους θὰ διερμηνεύσουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Δὲν θίγομεν τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Λομβάρδου, οὐ μόνον διότι δὲν ἔχομεν τοιοῦτον δικαίωμα, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ συγκαταβῇ μέχρις ἑνὸς προσώπου, ὅσον δήποτε εὐϋπόληπτον καὶ ἂν ᾖναι τοῦτο. Μίαν ἀντίῤῥησιν μοὶ ἔκαμόν τινες προηγουμένως. Δὲν ἀνεκήρυξεν, εἶπον, ἀρχὰς δημοκρατικὰς ὁ κ. Λομβάρδος. Ἐὰν ἀνεκήρυξεν ἢ ὄχι, σεῖς εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ κρίνητε, διότι σεῖς τὸν ἠκούσατε. Ὁ κ. Λομβάρδος ὡμίλησε δημοσίᾳ εἰς ἐπήκοον ἡμῶν ἁπάντων, εἰς ἐπήκοον τοῦ ἀκροατηρίου· εἶναι λοιπὸν ἁπλῆ ἐκτίμησις γεγονότος, τὴν ὁποίαν θὰ κάμετε εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς σας. Ἀλλὰ καὶ ἂν τις ἐν ἡμῖν ὑπάρχῃ ὁ φρονῶν ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἀνεκήρυξε δημοκρατικὰς ἀρχὰς, διατὶ ταράττεσθε; Ἀγαθῇ τύχῃ, ἡ Βουλὴ πρὸς διασκέδασιν πάσης ἀμφιβολίας εὑρίσκει ἀφορμὴν, διὰ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ ὑπὲρ τῆς καθεστώσης πολιτικῆς τάξεως φρόνημά της. Τί εὑρίσκετε ἐν τούτῳ προσβλητικὸν, εἴτε τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς, εἴτε τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Λομβάρδου; Διὰ τοῦτο θέλω ψηφίσει μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέβαλε σήμερον ἡ κυβέρνησις, διότι δι’ αὐτῆς ἀνοίγεται μία διέξοδος, ἵνα ἐξέλθωμεν τέλος πάντων ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀφόρητον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ παρατείνουν τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ τὴν ψηφίσωμεν ὅλοι δι’ ἀναστάσεως.

§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§54ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀρκετὸν, κύριοι, καιρὸν ἀπωλέσαμεν εἰς τοιαύτας ἀκάρπους συζητήσεις, αἵτινες, πιστεύσατε, οὔτε ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων συντελοῦσιν, οὔτε τὸ ἀξίωμα τῆς Βουλῆς ἀναβιβάζουσι. Παρακαλῶ λοιπὸν κατ’ ἐπανάληψιν, νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὁμοφώνως καὶ δι’ ἀναστάσεως.

§56ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.

§57ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε. Κατὰ τὴν τελευταίαν Ἐθνοσυνέλευσιν, κύριοι, ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη εἶναι εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας σεβαστὴ, εἰς μίαν τῶν θορυβωδῶν ἐκείνων συνεδριάσεων εἶπεν, εἶμαι τυφλὸς καὶ δὲν βλέπω, ἐπεθύμουν νὰ ἤμην καὶ κωφὸς ἵνα μὴ ἀκούω. Ὡς Ἕλλην, κύριοι, ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ, χωρὶς οὐδόλως νὰ παρομοιάσω τὸν ἑαυτόν μου πρὸς τὸν ἔνδοξον ἐκεῖνον ἄνδρα, νὰ ἤμην κωφὸς, ὅπως μὴ ἀκούσω ὅσα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας καὶ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου καὶ ἐκτὸς ἐῤῥέθησαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον, κύριοι, νὰ φέρω πρότασιν, ἐὰν ἤμην βέβαιος ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη ἤθελε γείνει δεκτὴ, μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, ἤθελα φέρει πρότασιν ἀποδοκιμασίας ἐναντίον τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως.

§58ΠΑΠΑΔΑΙΟΣ. Μπά!

§59ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶναι γνώμη μου, κύριε Παπαδαῖε. Ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κύριος Λομβάρδος ἔδωκεν, ἡ προταθεῖσα πρότασις παρὰ τῆς κυβερνήσεως δὲν ἤθελεν ἔχει πλέον ὑπόστασιν. Ἀλλὰ τί εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτος πάταγος ἔγεινεν; ἱστορικῶς κατὰ τὴν κρίσιν του ἠθέλησε νὰ διερμηνεύσῃ τὸν γενικὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος· εἶπε δὲ ὅτι ὁ γενικὸς οὗτος χαρακτὴρ εἶναι τοιοῦτος, ὁποῖον αὐτὸς ἠθέλησε νὰ περιγράψῃ. Παραδέχομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, κυρίου Δηλιγιάννη, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι βῆμα ἀκαδημαϊκὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται νὰ ἔρχεται πᾶς τις νὰ συζητῇ ἐπὶ παντοίων θεωριῶν· ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο τῆς Βουλῆς δὲν χρησιμεύει εἰς ἄλλο εἰμὴ εἰς συζήτησιν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας καὶ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἄμεσον σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν πολιτείαν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου παραγνωρίσας ἴσως, ἢ μᾶλλον, ἂν ὄχι παραγνωρίσας, κατὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου παρασυρθεὶς καὶ μεταβὰς εἰς ἄλλο πεδίον, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν εἰς ἄλλην ἀνήκει ἕδραν, ἠθέλησε νὰ παρενείρῃ θεωρίας περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος, τὰς ὁποίας ἡ μία μερὶς ἐν τῷ δικαίῳ της ἴσως ἐξεμεταλλεύθη, ἡ δὲ ἄλλη μερὶς, τὸ λέγω μετὰ λύπης μου καὶ μετὰ λύπης μου μεγάλης, ἐκ δειλίας δεόντως δὲν ὑπερασπίσθη.

§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχομεν δικαίωμα, κ. Λούντζη, νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἔκφρασίς σας.

§61ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ἐὰν ἡ ἐκτίμησις αὕτη ᾖναι πεπλανημένη, θεωροῦμαι εὐτυχὴς, ὅτι ἐκ τοῦ λάθους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔκαμα, δίδεται ἀφορμὴ, ὥστε νὰ μὴν ἀποδίδεται, κατὰ τοὺς λόγους σας, ἄδικος μομφὴ, ὅτι τὰς ῥήσεις αὐτὰς τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἡ μερίς σας ἐξεμεταλλεύθη.

§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διετηρήσαμεν σιωπὴν μέχρι τοῦδε καὶ ἀταραξίαν ἐπὶ τὰς δύω ταύτας ἡμέρας τῆς συζητήσεως, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν θέσιν σας, οὐδὲ νὰ σᾶς παρεμβάλλωμεν προσκόμματα, νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡμεῖς ἐξεμεταλλεύθημεν τοὺς λόγους τοῦ κ. Λομβάρδου.

§63ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εὐχαρίστως ἀποδέχομαι, ὅτι ὑπέπεσα εἰς ἓν λάθος, καὶ αὐτὸ εἶναι νὰ ἐπηρεασθῶ ἐκ τῶν ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου, κατὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὑπ’ ἀνθρώπων ἀνηκόντων εἰς τὴν μερίδα σας ἐν μέσῃ ἀγορᾷ λεχθέντων.

§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διόλου δὲν εἶναι ἀληθές.

§65ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τί ἄλλο θέλετε νὰ σᾶς εἴπω. Ἐὰν αὐτὴ ἡ γνώμη ᾖναι πεπλανημένη, τί καλλίτερον ἀπὸ τοῦ νὰ δοθῇ μία ἀφορμὴ, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐνόμιζον λοιπὸν, ὅτι, μετὰ τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν, τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Λομβάρδου προστεθέντα, ἡ πρότασις αὕτη οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ὑπόστασιν, ὅτε ὁ κύριος Λομβάρδος, βουλευτὴς Ζακύνθου, ῥητῶς ἐξήγησε τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων ἐκείνων χωρὶς ποσῶς τὸ γράμμα τῶν λόγων ἐκείνων νὰ μεταβάλῃ, ὅταν σαφῶς ἐξέθεσεν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἐνόει, πᾶν ἄλλο εἶχεν εἰς τὸν νοῦν του εἰμὴ νὰ προσβάλῃ τὰ καθεστῶτα, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ μόνον δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι πολίτευμα εἶναι ἡ δημοκρατία. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἡ κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν πρότασιν ταύτην· ἡ δὲ πρότασις αὕτη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, βασίζεται ἐπὶ μιᾶς καθαρᾶς συκοφαντίας....

§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποῤῥίψῃ αὐτήν.

§67ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Συκοφαντία δὲν εἶναι, εἶναι κρίσις.

§68ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς, ἐν ᾧ δὲν εἶμαι πολὺ δυνατὸς εἰς τὸ βῆμα, νὰ ἔχω τοσαύτας ἀντιῤῥήσεις.

§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλε μίαν πρότασιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, διότι οὕτως νομίζει, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτῆς πρός τε τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Βασιλείαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι πρότασις στηριζομένη, οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, οὔτε εἰς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, εἶναι ἁρμοδία νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, καὶ ἡ κυβέρνησις ἐπίσης νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως ταύτης.

§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, ἥτις, ἀφ’ οὗ ὁ κύριος Λομβάρδος τὴν ἀνήρεσε, δὲν ὑφίσταται.

§71ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, ἥτις, ἀφ’ οὗ ὁ κύριος Λομβάρδος τὴν ἀνήρεσε, δὲν ὑφίσταται. Λοιπὸν ἐπὶ τίνος θὰ ψηφίσωμεν; Εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις ἢ ἁπλῶς Κοινοβούλιον ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ; Πρόκειται τάχα νὰ ψηφίσωμεν ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότερον πολίτευμα διὰ τὴν Ἑλλάδα; πρόκειται τάχα νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ βασιλείας ἢ δημοκρατίας; Δὲν διαφεύγομεν τὰ ὅρια, αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς; Περὶ τίνος νὰ ψηφίσωμεν; Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ἀποκρούει τὰ παρὰ τοῦ Λομβάρδου λεχθέντα, ὑπὲρ τίνος θὰ ψηφίσωμεν; ὑπὲρ τῆς βασιλείας· ἂν ψηφίσῃ τις κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, θὰ εἴπῃ τότε ὅτι θέλει τὴν δημοκρατίαν. Τί θὰ ψηφίσωμεν λοιπόν; Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως αὐτῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ ψηφίσω κατὰ, διότι εἶναι μία μομφὴ, ἡ ὁποία δίδεται κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὴν ἀποκρούω, ὄχι διότι ὁ κύριος Λομβάρδος εἶναι συνάδελφός μου, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ συνειδήσει μου, ἐν τῇ πεποιθήσει μου τὴν θεωρῶ ἄδικον. Ποίαν λοιπὸν ἔννοιαν θὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος; ἡ κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου ψῆφος θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ μερὶς αὐτὴ, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἔδωκε ψῆφον κατὰ τῆς προτάσεως τῆς κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι δημοκρατική. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὴν ἔννοιαν αὐτῆς τῆς προτάσεως, καὶ αὐτὸ ἴσα, ἴσα, ἰσχυρίζομαι, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Λομβάρδος χθὲς ἐδῶ, ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως δὲν ἔχει κᾀμμίαν ἔννοιαν. Τί περισσότερα περιμένετε νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ κύριος Λομβάρδος; Εἶναι ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσω ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Λομβάρδον; νὰ ἔλθω νὰ κάμω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν πανηγυρικόν του, καὶ νὰ ἀποδείξω διὰ τῆς ἱστορίας ὁλοκλήρου τοῦ παρελθόντος, ὁποῖα τὰ φρονήματά του; Ἀλλὰ σεῖς, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὅστις συνεπράξατε μετ’ αὐτοῦ, ὅστις πολὺ καλὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅταν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου συνηθροίσθησαν εἰς Ζάκυνθον καὶ μετὰ ταῦτα ὡς μέγας ὄγκος κατέπεσον ἐντὸς τῆς τότε Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅπως θέσωσι τέρμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης καὶ παγιώσωσι τὸν συνταγματικὸν θρόνον τοῦ βασιλέως Γεωργίου, εἴπατε, λέγω, σεῖς ποίας ἀρχὰς οἱ πληρεξούσιοι ἐκεῖνοι ἐκήρυξαν; Ὁ κ. Λομβάρδος ποῖον ψήφισμα τῆς ἑνώσεως ἐψήφισε; Καὶ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἥνωσε τὴν Ἑπτάνησον μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ ποίους ὅρους ἐψηφίσθη; Δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ συνταγματικοῦ βασιλέως Γεωργίου; Ποῦ εὑρίσκεται λοιπὸν αὐτὸ τὸ φάσμα τῆς δημοκρατίας; Εἶπον ὅτι ἤθελον νὰ θέσω ζήτημα ἀποδοκιμασίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως, διότι διϊσχυρίζομαι, ὅτι ἡ κυβέρνησις κακῶς ἐπολιτεύθη, θέσασα ἀντιμέτωπον ἑνὸς ἀτόμου αὐτὴν τὴν βασιλείαν.

§72ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀπατᾶσθε, ἡ κυβέρνησις φέρει τὴν εὐθύνην· δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ φέρετε εἰς τὸ μέσον τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως.

§73ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀφήσατε τὰς περὶ φιλοβασιλικῶν αἰσθημάτων διαμαρτυρήσεις σας, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶναι φιλοβασιλικός· τὸ τίς δὲ περισσότερον τοῦ ἄλλου, ἡ ἱστορία ἑνὸς ἑκάστου δύναται νὰ τὸ ἀποδείξῃ· ἧττον δὲ παντὸς ἄλλου ἔχω ἀνάγκην ἐγὼ νὰ κάμω ἐπίδειξιν τῶν τοιούτων αἰσθημάτων μου. Ἀποδοκιμάζω λοιπὸν τὴν κυβέρνησιν.

§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κάμετε πρότασιν.

§75ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τί ὠφελεῖ, εἶμαι μόνος μου· ὀφείλω ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἔχω δὲ καθῆκον νὰ δηλώσω διατί θέλω ψηφίσει κατὰ τῆς προτάσεως, καθόσον ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως αὐτῆς δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ φρονήματά μου τὰ πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ αὐτὰ πρὸς τὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος κάθε ἄλλο εἶναι παρὰ δημοκράτης. Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω, διότι βλέπω ὅτι οἱ λόγοι μου φέρουσι κάπως ταραχήν.

§76ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, πολλὰ ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ζήτημα σχεδὸν τὸ θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἐξηντλημένον, μεθ’ ὅσα χθὲς ὡμίλησα καὶ σήμερον λίαν εὐγλώττως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κοντογούρης. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι, ὅ,τι ὑπεστήριξεν, ἐν μέρει εἶναι ὀρθὸν, διότι ἡ ἀπόκρουσις τῶν ἰδεῶν δὲν εἶναι τιμωρία, ἀλλ’ ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ἡ ἀποδοκιμασία εἶναι τιμωρία, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δικαίωμα, δι’ οὓς ἀνέφερα λόγους, νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ πρὸς οὐδὲν μέλος αὐτῆς· μολαταῦτα μᾶς θέτετε εἰς μίαν διλημματικὴν θέσιν διὰ τῆς προτάσεώς σας. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίζω καὶ πάλιν ὅσα ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπεν, ὅτι τοῦ ἀποδίδετε· τοῦτο εἶναι γεγονὸς παραδεδεγμένον παρ’ ὅλων τῶν ἐξευγενισμένων λαῶν καὶ ἀνθρώπων· διότι εἰς ὅσα εἶπέ τις καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον θεωρηθῆ προσβλητικὰ, ἅμα δώσῃ τις κατόπιν τὴν ἑρμηνείαν εἰς ἄτομον, εἴτε εἰς σῶμα, ἡ ἱκανοποίησις εἶναι πλήρης. Ὅταν τις εἰπῇ, κακῶς ἐξελάβατε τοὺς λόγους μου καὶ παραπονεῖσθε ἐναντίον μου, ἐγὼ δὲν εἶπόν τι μὲ αὐτὸν τὸν σκοπόν· ἂν νομίζετε ὅτι εἶπόν τι, τὸ πέρνω ὀπίσω, καὶ ἑπομένως σᾶς δίδω τὴν ἱκανοποίησιν, καὶ τὸ ἄτομον εἶναι ἱκανοποιημένον. Τί ζητεῖτε λοιπὸν ἤδη μετὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἐπίσημον, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμεν ὁ κ. Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος, μετὰ τὴν ῥητὴν δήλωσιν καὶ τῶν πολιτικῶν του φρονημάτων καὶ τῶν πολιτικῶν του ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας περιεῖχε ἡ πρώτη αὐτοῦ ὁμιλία; Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν· καὶ ᾐσθάνθητε καὶ ὑμεῖς, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς τὸ ἄδικον, διότι 80 βήματα πρὸς τὰ ὀπίσω ἐφέρατε τὴν πρότασιν τὴν χθεσινὴν, ζητοῦντες σήμερον μόνον τὴν ἀπόκρουσιν τῶν λόγων τοῦ Λομβάρδου. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς σας, ὡς ὑποβάλλεται, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορηθῇ; οὐχί· πρέπει τοὐλάχιστον νὰ διαιρεθῇ. «Ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης συνταγματικῆς μοναρχίας, δηλοῖ, ὅτι ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 λήγοντος περὶ δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Σᾶς ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ πρότασις, αὐτοτελὴς ὡς ἔχει, νὰ ψηφοφορηθῇ; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι δημοκράτης, τὸ γνωρίζετε ὅλοι ὑμεῖς, σᾶς τὸ εἶπον· φέρετέ μοι πρότασιν ν’ ἀποκρούσω ἰδέας περὶ δημοκρατίας, καὶ θὰ τὰς ἀποκρούσω· ἀλλ’ ἂν μοὶ εἴπητε, ὅτι ὁ Λομβάρδος εἶπε περὶ δημοκρατίας τι, θέλω σᾶς εἴπει, ὄχι δὲν εἶπε. Πῶς θὰ ψηφοφορήσω λοιπόν; Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ εἶναι ὀρθοτέρα καὶ γενικωτέρα. Ἂν ἐπιμείνῃ τὸ ὑπουργεῖον, νὰ διαιρεθῇ ἡ πρότασις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποκρούει πᾶσαν περὶ δημοκρατίας ἰδέαν ἐκφραζομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τότε εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ θὰ εἴπωμεν ναί· ὅτε δὲ ἔλθῃ τὸ ἕτερον, ὁ Λομβάρδος ὑπεστήριξεν ἰδέαν περὶ δημοκρατίας, ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν ὄχι. Εἶμαι κατὰ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν· λέγω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ὡμίλησεν ὑπὲρ δημοκρατίας. Διὰ τί λοιπὸν θέτετε ἡμᾶς εἰς δύσκολον θέσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δεχόμεθα τὴν δημοκρατίαν, ψηφίζοντες κατὰ τῆς προτάσεως; Ἀλλὰ, μᾶς λέγουν, ὁ κ. Λομβάρδος ὡμίλησε περὶ δημοκρατίας. Τοῦτο ὁμοιάζει πρὸς ἐκείνην τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλοῦντο ἄλλοτε οἱ Τοῦρκοι· «Μοῦ ἔβρυσες τὴν πίστι.» Ὀφείλετε λοιπὸν, κύριοι, νὰ χωρίσετε τὸ ζήτημα, ἄλλως παραβιάζετε τὸν κανονισμόν· διότι περιπεπλεγμένην πρότασιν ὅταν φέρετε εἰς ψηφοφορίαν, πᾶς βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸν χωρισμὸν αὐτῆς, καθόσον δὲν δύνασθε σεῖς νὰ πιέσητε καὶ νὰ παραβιάσητε τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν. Χωρίσατε τὴν πρότασίν σας· εἴπατε, «ἀποκρούει ἡ Βουλὴ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας; εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· ὕστερον τὸ ζήτημα, ὡμίλησεν ὁ κ. Λομβάρδος περὶ δημοκρατίας; ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν ὄχι· καὶ τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος. Προτείνω λοιπὸν τὸν χωρισμὸν τῆς προτάσεως, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν. Ἀδιάφορον, ἂν δὲν ἔχωμεν τὴν πλειοψηφίαν, τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ. Ὅλοι εἴμεθα κατὰ τῆς δημοκρατίας, καὶ εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλ’ ἡμεῖς πιστεύομεν ἔτι ὅτι δὲν εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος τι κατὰ τοῦ ὑπάρχοντος πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶπεν, ἂν δὲν τὸν σπρώξετε, ὅτι εἶναι καὶ θὰ ᾖναι ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ βασιλέως Γεωργίου καὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ.

§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα οἱ κατὰ τῆς προτάσεως ἀγορεύσαντες ἐξέθεσαν ἐντεῦθεν, διότι ἡ κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοιαύτην συζήτησιν καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν διαστάσεις, τὰς ὁποίας ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν· θὰ κάμω μόνον τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν πρὸ ὀλίγου καταβάντα τοῦ βήματος ὡς πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ διαιρέσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν στηρίζεται εἰς τὸν κανονισμόν, διότι δὲν συζητοῦμεν περὶ μιᾶς ἀφῃρημένης ἰδέας, ὅτι δηλονότι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται ἢ ἀποκρούει τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας· σήμερον ἡ συζήτησις περιστρέφεται εἰς ζήτημα συγκεκριμένον, ὅπερ ἔλαβεν ὕπαρξιν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου. Εἶναι ἤδη τινὲς ἐκ τῶν ἡμετέρων συναδέλφων φρονοῦντες, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἐξέθηκεν ἐντεῦθεν ἰδέας δημοκρατικάς, οὔτε ὑπεστήριξε τοιαύτην τινὰ θεωρίαν· ἀλλὰ τοῦτο θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς. Εἰ μὲν τῳόντι ὁ κ. Λομβάρδος παρεσύρθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν μακρὰν ἀγόρευσίν του εἰς τὸ νὰ ἐκφράσῃ ἰδέας ἀντικειμένας εἰς τὸ καθεστώς, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὰς ἰδέας του ἐκείνας· ἂν δὲ ἀπ’ ἐναντίας ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔπραξε τὸ τοιοῦτον, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην, ἀποῤῥίπτουσα τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων περὶ διαιρέσεως τῆς προτάσεως εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι συζητοῦμεν ἀντικείμενα ὡρισμένα, ἀντικείμενα συγκεκριμένα καὶ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἀποκρούῃ ἢ μὴ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐξεφέρθησαν περὶ δημοκρατίας· διότι ἂν ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἐξέφερε τοιαύτας ἰδέας, ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία πρὸ δύω ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ἤθελεν εἶσθαι ματαία ἐντελῶς καὶ ὅλως ἀφῃρημένη, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ καταναλίσκῃ τὸν καιρόν της εἰς συζητήσεις ἀφῃρημένας καὶ θεωρητικὰς περὶ δημοκρατικῶν ἰδεῶν. Ἡ κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν ἀπὸ χθὲς, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἰδεῶν, ἃς ὁ κ. Λομβάρδος ἐξήνεγκε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐτροποποίησε τὴν χθεσινὴν πρότασίν της, διότι οὔτε ἡ χθεσινὴ πρότασις, οὔτε ἡ σήμερον ὑποβληθεῖσα ἔχει τὸν σκοπὸν προσωπικῆς μομφῆς κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου· καθόσον ἡ κυβέρνησις οὔτε συμφέρον ἔχει, οὔτε διάθεσιν, οὔτε λόγον ἄλλον νὰ μεμφθῇ τὸν κ. Λομβάρδον. Ἡ κυβέρνησις ἀποκρούει ἢ ἀποδοκιμάζει, ἀδιάφορον ὅπως θέλετε, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Λομβάρδος ὑπεστήριξε περὶ δημοκρατίας, καὶ ἔφερε τὴν σημερινὴν ἀντὶ τῆς χθεσινῆς προτάσεως, ὅπως καταλληλότερον ἐκφράσῃ τὸ φρόνημά της ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποκρούσεως τοιούτων ἰδεῶν περὶ δημοκρατίας, ἂν πράγματι δὲν συμμερίζεται αὐτάς, ὅπως δὲν τὰς συμμερίζεται καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος.

§78Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί....

§79ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πρῶτον νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως.

§80ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.

§81ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμιλήσατε τρεῖς φορὰς ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε ἐκ νέου.

§82ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις, κύριοι, κηρύσσεται περαιωμένη.

§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ἡ λογικὴ πάντοτε εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ σᾶς λέγει, πῶς θὰ διαιρέσητε τὴν πρότασιν; Δὲν ἠμπορεῖτε, εἶναι ἀχώριστος. Πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ ἡ Βουλὴ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, ἃς ἐξέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, μᾶς λέγουν. Μὰ ἡμεῖς συζητῶμεν δύω ἡμέρας, ὅτι δὲν ἐξεφράσαμεν τοῦτο.

§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποῤῥίψατε τὴν πρότασιν.

§86ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ τότε μᾶς θέτετε εἰς τὸ ἀκόλουθον δίλημμα· οἱ παραδεχόμενοι τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, λέγουν ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἡμεῖς ὅμως λέγομεν, ὅτι δὲν ἐξέφερε τοιαύτας ἰδέας· τί θὰ ψηφοφορήσωμεν;

§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§88ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀπωτέρα· ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὰς ἰδέας τὰς δημοκρατικάς, διότι εἴμεθα ἅπαντες ὀπαδοὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἔρχεται κατόπιν τὸ ζήτημα, ὁ κ. Λομβάρδος κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐξέφρασε δημοκρατικὰς ἰδέας, ναὶ ἢ ὄχι; Ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν ὄχι. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς στενοχωρήσητε νὰ ψηφοφορήσωμεν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐξέφρασε δημοκρατικὰς ἰδέας, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασίς σας.

§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι εἶναι καὶ συκοφαντία κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου.

§90ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις λέγει· «Ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης συνταγματικῆς Βασιλείας, δηλοῖ τὰ αἰσθήματά της.» Ἕως ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι· εἶτα λέγει, «ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λομβάρδου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς τοῦτο λέγομεν ὄχι, δὲν εἶπε περὶ δημοκρατίας. Πῶς λοιπὸν θὰ ψηφίσωμεν; Μᾶς θέτετε εἰς προβληματικὴν θέσιν, ψηφίζοντες ὄχι, νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας.

§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐννοοῦμεν αὐτό.

§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ λέγει ἡ πρότασίς σας· ὁ δὲ κανονισμὸς τί λέγει; «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ προέδρου, ὅταν ζητῆται παρ’ ἑνὸς τῶν βουλευτῶν, δύναται δὲ νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν....

§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σύνθετος.

§94ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. «Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή.» Εἴπατέ μοι λογικῶς· μᾶς λέγετε, ὁ Λομβάρδος εἶπε δημοκρατικὰς ἰδέας καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀποκρούσωμεν, ἐγὼ ὅμως λέγω ὄχι. Ἀλλὰ συνάμα τί μᾶς λέγετε; ὅτι, ἂν κηρυχθῶ ὑπὲρ τοῦ Λομβάρδου, εἶμαι ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν.

§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν αὐτό.

§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ εἶναι ὀρθοτέρα. «Ἡ Βουλὴ, νομίζουσα πεπλανημένην διανοίας χίμαιραν πᾶσαν περὶ δημοκρατίας ἰδέαν, καὶ εἰς τὰ λεχθέντα ἀρκουμένη, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, ψηφίζομεν, κύριοι, σύμφωνα πρὸς τὰ αἰσθήματά μας· ἐὰν δὲ τὴν ἑτέραν, ὡς ἔχει, μᾶς θέτετε εἰς προβληματικὴν θέσιν, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, ἀλλ’ οὔτε πιστεύομεν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ὡμίλησε περὶ δημοκρατίας.

§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων πλανᾶται· ἡ κυβέρνησις ἔφερε πρότασιν ὡρισμένην, διὰ τῆς ὁποίας ἐπικαλεῖται τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποκρούσῃ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης δευτέρας περὶ δημοκρατίας ὑπό τινος τῶν συναδέλφων ἡμῶν. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι τοιαῦτα τινὰ ἐῤῥέθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν τὰ συμμερίζεται, ὀφείλει νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν. Ἀλλ’ ἂν ἦναι τινὲς, ὡς ὁ κ. Πετμεζᾶς καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἐξέφερεν ἰδέας δημοκρατικάς, ἔχουσιν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ καταψηφίσωσι τὴν πρότασιν, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑποστηρίζουσιν ἰδέας δημοκρατικάς. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν νομίζω, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ καὶ ἀνωφελής.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν· ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης συνταγματικῆς Μοναρχίας, δηλοῖ, ὅτι ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 λήγοντος περὶ δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§99ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. (ὑπὲρ τοὺς δέκα καὶ πέντε). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.

§101ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία, λέγω ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς χθὲς νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐντολῇ μου δὲν ὑπάρχει ἐξουσία νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ τῆς προτάσεως, θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἑξῆς θέμα· «ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης συνταγματικῆς Μοναρχίας, δηλοῖ, ὅτι ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 λήγοντος περὶ δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου Κ. Λομβάρδου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,» ναὶ ἢ ὄχι;

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κωνστ. Θεοδώρου Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Α. Μιχαλόπουλος Ἰω. Καπιτσίνης Ν
Σπυρ. Λογιωτατίδης Ν Γ. Μίλησης Ν
Ἰω. Κυριακὸς Ν Ἰω. Ζέρβας
Μ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Δ. Βουλπιώτης Ν
Νικόλ. Α. Μαυροκορδάτος Ν Κ. Γιολδάσης
Νικόλ. Δ. Τσώκρης Ν Δ. Δημητριάδης ἀρνεῖται
Ἀνδρ. Δανόπουλος Ν Τ. Κουτρουβέλης Ν
Λεων. Βούλγαρης Κωνστ. Λομβάρδος
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Νικόλ. Ε. Λούντζης Ο
Σκαρλ. Σοῦτσος Ν Διον. Κολλυβᾶς Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἰω. Νέγκας Ο
Στυλ. Κολιάτσος Ν Ἀνδρ. Γαΐτας ΦωσκάρδηςΟ
Περικλῆς Πετράκης Ν Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
Δημ. Ῥάλλης Ο Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν
Ἀθ. Ἴσκος Ν Χρ. Στεριόπουλος
Κ. Στράτος Ν Αὐγερ. Πετραλιᾶς Ν
Δημήτριος Γρίβας Ν Θ. Δαραλέξης Ν
Γ. Γεροθανάσης Ν Λ. Κατσίνας
Χρ. Κατσικογιάννης Ν Ἀναγν. Δημητρίου Ν
Γ. Πλαπούτας Ν Δημ. Κλίμακας Ν
Θ. Δηλιγιάννης ἀρνεῖταιἈντ. Λαγκαδᾶς
Β. Κ. Νικολόπουλος Ν Γερ. Βαλλιάνος Ν
Ἰω. Α. Δεληγιάννης Ἀριστομένης Βαλέττας Ν
Γ. Λαδόπουλος ἀρνεῖταιΒαρβάριγος Πήλλικας
Ἀντ. Α. Ἀντωνόπουλος ἀρνεῖταιΕὐστ. Πεταλλᾶς Ν
Κ. Κοσσονάκος Ο Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Λεων. Πετροπουλάκης Ν Θρ. Α. Ζαΐμης Ν
Ἰω. Γ. Ἀνδρίτσου Ν Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος Ο
Ἰω. Σαφάκας Ν Ἀθαν. Π. Πετιμεζᾶς Ο
Ἀριστομ. Λιδωρίκης Ν Γεώργ. Κ. Παπαδαῖος Ν
Περ. Μαυρομιχάλης Ν Κ. Κρίσπης Ν
Κωνστ. Φλέσσας Ν Ν. Φαρμάκης Ν
Σταῦρος Οἰκονομόπουλος Ν Ν. Καναβός Ν
Ἰω. Τζιώτης ἀρνεῖταιΜ. Βότσαρης Ν
Γ. Καραβᾶς Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Π. Ἰατροῦ
Κωνστ. Π. Οἰκονόμου Ν Ἀλ. Πετσάλης ἀρνεῖται
Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ν Ἐπαμ. Βιρβίλης Ν
Ἰω. Ἀντωνιάδης Ν Δημ. Σαράβας
Ν. Βασιλάκης τοῦ Ἡλιοῦ Ο Π. Λεωτσάκος Ν
Ἀθαν. Παραμυθιώτης Ν Ἰω. Μαυρομιχάλης
Δημ. Λοράνδος Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Χ. Κανελλόπουλος Ν
Ἰω. Ν. Δεληγιάννης Ν Ἀντ. Οἰκονομόπουλος Ν
Ἰω. Ἰωάννου Ν Ἀγαμ. Χριστόπουλος Ν
Γεώργ. Κούστας Ν Πολ. Κωσταντᾶς Ν
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν Ἀναστ. Τρύφωνος Ν
Νικόλ. Μηλλιαρέσης Θεόδ. Ῥωμαῖος Ο
Μ. Ἰγγλέσης Μιχ. Χαριτάτος Ν
Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΝ Ὄθ. Πυλλαρινός
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Διον. Δελλαπόρτας Ν
Κοσμ. Πανάρετος Ο Γ. Κάγκας Ν
Ἀναστ. Βαρβαρίγος Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
Δημ. Ῥαπτάκης Π. Τζαμάλας Ν
Θ. Θερμογιάννης Ν Λ. Καραλίβανος ἀρνεῖται
Δ. Σαῤῥηγιάννης Θ. Κανακάρης Ν
Κ. Κατσικόπουλος Ν Ἀρ. Μπουκαούρης
Γ. Βακαλόπουλος Ν Ἀρ. Κοντογούρης Ο
Ν. Λεώπουλος Ν Π. Χαλικιόπουλος Ν
Ἰω. Βαλασόπουλος Ν Εὐστ. Ἡλιόπουλος Ν
Λεων. Μαυρομιχάλης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
Νικήτ. Βαρβιτσιώτης ἀρνεῖταιἈθ. Μισυρλῆς
Ἀναστ. Κορφιωτάκης Δημ. Τριγγέτας Ν
Ἀντ. Γεωργαντᾶς Ν Γ. Κόκκινος Ν
Γ. Λάπας Ν Γ. Δελλαπόρτας Ν
Σπ. Βαλαωρίτης Ν Ἰω. Δεστούνης Ν
Ἄγγ. Φ. Καλκάνης Ν Ἰω. Δουλίδης Ν
Ἰωάν. Σ. Χαλκιᾶς Ο Κ. Ἐπιφανίου
Ἀρ. Ῥούκης Ν Δ. Ι. Κουνουπιώτης
Ἀλ. Παπαλουκᾶς Ν Ἀνδρ. Μανοῦσος Ν
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ν Δημ. Χρηστίδης
Χρ. Χρηστόπουλος Ν Ν. Σοῦτσος Ν
Φίλιππος Βάρβογλης Ν Κ. Πλατύς
Ἀριστείδης Σακελλαρόπουλος Ν Γ. Μπούμπουλης ἀρνεῖται
Δημ. Ζέγγελης Ἰω. Ζαλλιώνης Ν
Ἡλ. Φλέσσας Ν Δ. Δρόσος Ν
Βασίλ. Μπούντουνας Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Ἀλέξ. Βάσσος Ν Γ. Γεωργακόπουλος
Γ. Μαλέας Ν Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
Σπυρ. Ζερβός Ν Σ. Σωτηρόπουλος Ν
Γερ. Ζωχιός Ο
Νικ. Παγκράτης Γ. Στάϊκος Ν
Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Ἰω. Δροσινός Ν
Σταμ. Μακρῆς Ν Σταμ. Κορυζῆς ἀρνεῖται
Ἀλ. Κουμουνδοῦρος ἀρνεῖταιΔ. Γ. Βούλγαρης Ν
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν Θ. Γκίκας Ν
Π. Μποῦτος Ο Θ. Θεοδωράκης Ν
Δ. Κυριακίδης Ν Θεμ. Παπακώστας Ν
Γ. Προβελέγιος Ν Ἰω. Χατζῖσκος Ν
Μιχ. Δαμηράλης Ν Δημ. Τσιριμῶκος Ν
Ν. Χαντζόπουλος Ν Κ. Δυοβουνιώτης Ν
Γεώρ. Τ. Θωμᾶς Ν
Βασ. Ν. Βουδούρης Ν Ν. Ἀγγελικάρας
Δημ. Ν. Κριεζώτης Ν Μιλτ. Κ. Κανάρης Ο

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 156· ὑπὲρ τοῦ ναὶ 127, ὑπὲρ τοῦ ὄχι 18, καὶ 11 ἠρνήθησαν ψῆφον, ὥστε ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Αὔριον μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
2Τῆς 28 Φεβρουαρίου 1874.
3(Πέμπτη).
4(Ὥρα 3½ μ. μ.)
5Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος
6Ν. Τσώκρης.
7Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθεί-
8σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγι-
9νώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ
10ἐπικυροῦνται.
11§1ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης.). Ἐπὶ τοῦ παρεμ-
12πεσόντος καὶ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος τὸ ὑπουργεῖον ἐσκέφθη
13καὶ εὗρε ὡς καταλληλοτέραν πρότασιν τὴν ἑξῆς, τὴν ὁποίαν
14ὑπέγραψε, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ.
15«Ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα αὐτῆς καὶ
16σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης Συνταγματικῆς Μο-
17ναρχίας, δηλοῖ, ὅτι ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25
18λήγοντος περὶ δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζα-
19κύνθου, κυρίου Λομβάρδου, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
20διάταξιν.»
21§2ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ.
22§3ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
23§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανάρης ἐζήτησε τὸν λόγον.
24§5ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἂν καὶ πολλάκις εἶχον τὴν τιμὴν
25νὰ ἦμαι μέλος τοῦ κοινοβουλίου, ἀπὸ σεβασμὸν ὅμως πρὸς τὸ
26βῆμα, δὲν ἐτόλμησά ποτε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἠξεύρω
27ὅτι ἀπαιτοῦνται προσόντα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἔχω. Ἀλλὰ
28σήμερον δὲν ἠμπόρεσα, προσεπάθησα ν’ ἀποτρέψω τὸν ἑαυτόν
29μου, ἐστάθη ὅμως ἀδύνατον. Τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ἓν
30ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐσυ-
31ζήτησαν αἱ Βουλαὶ, τοὐλάχιστον ἀφ’ ὅτου ἐγὼ πολιτεύομαι·
32καὶ διὰ τοῦτο ἀνέβην ὄχι μετὰ θάῤῥους, διότι τὸ θάῤῥος μοῦ
33λείπει, ἀλλὰ διότι ἔκρινα ἀπαραίτητον καθῆκόν μου, νὰ εἴπω
34ὀλίγας λέξεις.
35Ὅλοι σας γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔθνος δὲν ἔγεινε
36παρὰ διὰ μεγάλων θυσιῶν. Ὅλοι σας γνωρίζετε τοῦτο, καὶ οἱ
37νεώτεροι δὲ, οἵτινες δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἴδωμεν τὸν μέγαν
38ἐκεῖνον ἀγῶνα, γνωρίζομεν τοὺς κατόπιν ἀγῶνας τοῦ ἔθνους.
39Ἡ τρίτη Σεπτεμβρίου δὲν ἔγεινε χωρὶς κόπον. Τὸ ἔθνος ἐστενο-
40χωρήθη, καὶ ἐστενοχωρήθη δικαίως, διότι ὁ μακαρίτης Ὄθων
41εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ δώσῃ Σύνταγμα,
42ἀλλὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἠμπορεῖ ν’ ἀναβάλῃ τοῦτο μέχρις ὅτου,
43δὲν ἠξεύρω τί ἰδέας εἶχε, μέχρις ὅτου ἀναπτυχθῇ τὸ ἔθνος.
44Ἀλλὰ τὸ ἔθνος τὸν ἐξεβίασε καὶ ἔδωκε τὸ Σύνταγμα. Συνταγ-
45ματικῶς λοιπὸν ἠθέλησε τὸ ἔθνος νὰ κυβερνηθῇ, καὶ Σύνταγμα
46ἔχομεν.
47Ὅταν, κύριοι, ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα,
48πρῶτον ὡρκίσθη ὁ Βασιλεὺς, ὡρκίσθημεν δὲ καὶ ἡμεῖς ὅλοι.
49Κᾀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ θεωρηθῇ ἱερόσυλος, χειρότερος ἀπὸ
50ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πηγαίνει καὶ ἁπλόνει χεῖρα εἰς τὸν Ναὸν, ἐὰν
51δὲν σέβεται τὴν θέλησιν, τοὺς ἀγῶνας τοῦ ἔθνους, καὶ τὰς
52προσδοκίας τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἔχει ἀπὸ αὐτόν. Λοιπὸν, κύριοι,
53ἀφοῦ τὸ ἔθνος ἠθέλησε νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς, πρέπει
54νὰ σεβώμεθα τὸ Σύνταγμα, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καλῶς πῶς
55νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀλήθειαν, πρᾶγμα.
56Κύριοι, τάχα εἶναι δίκαιον νὰ ἐπαναφέρωμεν κατάστασιν,
57τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἀπεδοκίμασε, κατεδίκασε; πρέπει νὰ ᾖναι
58ἀμφίβολον ἐὰν ᾖναι χρήσιμος ἡ Βουλὴ, ἐὰν ᾖναι ἀναγκαία ἡ
59Βουλὴ, ἐὰν πρέπῃ τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν; Αἱ
60Βουλαὶ ἐπὶ Ὄθωνος κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν·
61δὲν ἀρκεῖ τοῦτο νὰ μᾶς διδάξῃ τί θέλει, τί ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ
62ἔθνος; εἶναι δίκαιον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ αὐτά; Ἐνθυμηθῆτε ποῦ
63ἡ κατάστασις ἐκείνη μᾶς ἔφερε, ποῦ μᾶς ὤθησεν.... Ἐλπίζετε
64τάχα ὅτι μὲ τὰ ἴδια πράγματα θὰ φθάσῃ εἰς καλλίτερον μέλ-
65λον ὁ τόπος μας; Σκεφθῆτε.
66Τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἱερόν· διατί; διὰ τὸ ἄτομον τὸ ὁποῖον
67ἀναβαίνει εἰς αὐτό; Ὄχι· διότι τὸ ἄτομον ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ
68ὅπου θέλει, τοῦτο δὲν σημαίνει. Τὸ βῆμα εἶναι ἱερὸν, διότι
69εἶναι ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὅ,τι ἐκτὸς αὐτοῦ ἠμ-
70πορεῖ νὰ παρεξηγηθῇ, ὅ,τι ἠμπορεῖ νὰ καταδιωχθῇ, ἀπ’ ἐδὼ δὲν
71δύναται παρὰ νὰ ᾖναι σεβαστόν. Δέν πιστεύω ὅτι λείπει ἀπὸ
72κἀνένα Ἕλληνα ἡ πεποίθησις καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ βῆμα
73τοῦτο. Θέλετε λοιπὸν νὰ βάλωμεν χαλινὸν εἰς τὸ στόμα ἑνὸς
74ἀνθρώπου πεποιθήσεων, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, ὅταν εἰλι-
75κρινῶς λέγῃ ὅ,τι νομίζει συμφέρον εἰς τὸν τόπον; Ὄχι· ἐὰν τὸ
76ἔθνος δὲν ἤθελε συνταγματικὸν πολίτευμα, τότε μάλιστα· ἀλλ’
77ὅταν τὸ ἔθνος θέλῃ νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς, τίς ἀπὸ ἡμᾶς
78ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μηδενίσῃ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους καὶ νὰ
79καταστρέψῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας, ὡς εἶπον, καὶ ὁ Βασι-
80λεὺς καὶ ἡμεῖς ὡρκίσθημεν νὰ τηρήσωμεν;
81Αἱ πατροπαραδόσεις, εἶπεν ὁ κ. Ζαήμης· Ναὶ, κύριε, Ζαήμη,
82αἱ πατροπαραδόσεις εἶναι σεβασταὶ, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε εἰς καλ-
83λιτέραν θέσιν νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας δὲν ἀ-
84πέθανεν εὐχαριστημένος· ἡ συνθήκη τοῦ Ζωγράφου ἔθλιψε τὰς
85τελευταίας ἡμέρας του. Ὁ ἀείμνηστος Τζαβέλας, ὁ ὁποῖος ἐ-
86χρεώστει τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν δόξαν του εἰς τοὺς ἀγῶνας του,
87καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τὸ ἔθνος τὸ εἶχε καμάρι, ἀπέθανεν
88ὡς ἀπέθανεν εἰς τὰ 1854· ἐκεῖνος ἤξευρεν ἀπὸ πόσας πικρίας
89εἶχε ποτισθῆ!
90Δημοκρατία, φόβος, τρόμος, μεγάλο κακό! Δὲν εἶμαι, κύριοι,
91δημοκράτης· μὰ διατί δὲν εἶμαι δημοκράτης, διότι δὲν ἀγαπῶ
92τὰς ἐλευθερίας; Ὄχι, διότι αὐτὸ τὸ βυζὶ ἐβυζάξαμεν ὅλοι.
93Δὲν εἶμαι δημοκράτης· ἀλλὰ δὲν ἀγαπῶ καὶ τὴν δημοκρα-
94τίαν; Ὄχι, τὴν ἀγαπῶ, καὶ τὴν ἀγαπῶ, διότι εἶναι τὸ φυτὸν
95ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ τόπος ἐγέννησε, καὶ εἶναι αἶσχος
96νὰ εἴπῃ τις τὸ ἐναντίον, διότι τότε ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Φαλμεράϊερ
97εἶχε δίκαιον εἰπὼν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα Σλάβοι. Ὄχι, διότι ἐδῶ
98πρῶτον ἐφύτρωσεν ἡ δημοκρατία· ὄχι, διότι αὐτὸ τὸ γάλα
99ἤπιαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἡ δημοκρατία ἐγέννησε τὴν ἀνεξαρτησίαν
100τοῦ ἔθνους, ὅταν μοναρχίαι ἠθέλησαν νὰ τὴν σβύσουν. Δὲν ἀ-
101ποκηρύττω λοιπὸν τὴν δημοκρατίαν, δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀπο-
102τρόπαιον πρᾶγμα, δὲν θέλω νὰ γελᾷ ἡ Ἀμερικὴ, ἀκούουσα ὅτι
103τοιαῦτα γίνονται εἰς τοῦτον τὸν τόπον, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ αἴ, αἴ!
104εἶσθε σεῖς;
105§6ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά;
106§7ΚΑΝΑΡΗΣ. Μὰ τί ἀνακατόνεις τοὺς ἀρχαίους, ἴσως θὰ μοῦ
107εἴπουν τινὲς, καὶ ἀναβαίνεις εἰς δύω χιλιάδες χρόνια; Δὲν εἶ-
108μαι δημοκράτης· δὲν περιφρονῶ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ
109Πλάτων, οὔτε ὁ Ἀριστοτέλης, οὔτε ἄλλος τις ἀπὸ τοὺς προπά-
110τοράς μας ἐπεριφρόνησε. Τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος εἶναι ἀνώ-
111τερον, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγω εἶμαι συνταγματικὸς, δὲν εἶμαι
112δημοκράτης, ἀλλὰ σέβομαι τὴν δημοκρατίαν.
113Εἶμαι ὑπὲρ τῆς Βασιλείας τῆς συνταγματικῆς, διότι τὸ πο-
114λίτευμα αὐτὸ οἱ πατέρες μας ἔκριναν ὀρθῶς ὡς συμφερώτερον
115εἰς τὸ ἔθνος· διότι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι αἱ ἐλευθερίαι ἐξα-
116σφαλίζονται διὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἄνευ
117ἐλευθεριῶν, κύριοι, εἰς τί χρησιμεύει τὸ σύνταγμα; ἔχει λόγον
118ὑπάρξεως τὸ πολίτευμα αὐτό; συμβιβάζεται ὁ χαρακτὴρ τοῦ
119Ἕλληνος μὲ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευ-
120θερίαν;
121Εἶμαι συνταγματικός, καὶ δι’ ἄλλον προσέτι λόγον. Οἱ πα-
122τέρες μας καλῶς ἐγνώριζαν νὰ φροντίζουν διὰ τὴν τύχην τοῦ
123ἔθνους. Ἤξευραν ὅτι ὕστερον ἀπὸ τόσων αἰώνων ζυγὸν, ἤξευραν
124ὅταν ἀνέστησαν ἀπὸ δύο χιλιάδων χρόνων θάνατον, ὅτι ἦσαν
125ξένοι τῆς Εὐρώπης. Λοιπὸν ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ ἡ Εὐρώπη
126ἔχει βασιλεῖς, νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς Βασιλείαν, διὰ νὰ ἠμπορέ-
127σωμεν νὰ συγκοινωνήσωμεν μὲ τὰς ἄλλας βασιλικὰς οἰκο-
128γενείας τῆς Εὐρώπης. Ὅποιος θέλει, ἂς ἔλθῃ, ἀλλὰ μὲ
129τὴν καρδιά του, νὰ διαψεύσῃ ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτον ἰσχυ-
130ρότατος λόγος ὑπὲρ τῆς βασιλείας. Ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀνάγ-
131κην, καὶ τὸ συμφέρον της αὐτὸ ἀπῄτει. Ἀλλὰ, κύριοι, μὴ
132μὲ παρεξηγῆτε, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐξέλιπε, δὲν βλέπω
133ὅτι παραβλάπτεται εἰς τίποτε τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Δὲν ἔρ-
134χομαι εἰς μίαν παρεξήγησιν τοῦ λόγου διὰ τὸν ὁποῖον ἔχομεν
135συνταγματικὸν πολίτευμα, εἰς μίαν παρεξήγησιν, ἡ ὁποία,
136μοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ταπεινὴ διὰ σπουδαίους ἀνθρώπους, τα-
137πεινὴ ἀκόμη κατὰ δυστυχίαν, διότι περὶ ἀτόμων ἐδῶ δὲν πρό-
138κειται, ταπεινὴ διὰ τὴν Βουλὴν, διὰ τὸ ἔθνος.
139Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμε χθὲς,
140καὶ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὡς εἰλικρινὴς ἄνθρωπος, νομίζω ἄτοπον,
141καὶ λυποῦμαι διότι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν καρδιά μου θέλω νὰ ὑπο-
142στηρίξω τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, διότι εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς
143τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε
144πλέον νὰ φανῇ πρότασις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κύριε Βούλ-
145γαρη, εἶσθε ὁ γεροντώτερος ἡμῶν· Κύριε Βούλγαρη, ἔχετε
146εἰς τὸν τόπον περισσοτέρας ὑπηρεσίας ἀπὸ κάθε ἄλλον ἐδῶ μέσα
147εἰς τὴν Βουλήν· Κύριε Βούλγαρη, εὐχαριστημένος δὲν εἶσθε....
148Κύριε Βούλγαρη, συγχωρημένον εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον ν’ ἀπα-
149τηθῇ, διότι αὐτὸ θὰ εἰπῇ, ὅτι εἶναι καλὴ φύσις, ἐμπιστεύεται·
150δὲν εἶναι ὅμως συγχωρημένον εἰς ἄνθρωπον, καὶ κατ’ ἐξοχὴν
151εἰς ὅποιον διευθύνει τὰς τύχας αὐτοῦ τοῦ τόπου, νὰ παίζῃ τέ-
152τοια. Ἐὰν ἡ παῤῥησία ᾖναι κακὸν πρᾶγμα, τότε, κύριοι, ἡ ἐπι-
153τηδειότης εἶναι καλή; μὲ ἐπιτηδειότητα διοικοῦν τὰ ἔθνη; δὲν
154πιστεύω εἰς τὴν συνείδησιν κἀνενὸς νὰ ᾖναι τὸ τοιοῦτον.
155Αἱ πεποιθήσεις πρέπει νὰ ᾖναι σεβασταί. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν
156ὅλοι τὰ προτερήματά των, καὶ ἡ τύχη ἔδωκεν εἰς τοὺς μὲν πε-
157ρισσότερα, εἰς τοὺς ἄλλους ὀλιγώτερα. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν
158νὰ μὴ διαφωνῶμεν. Ἀλλὰ νὰ διαφωνήσω ὅταν ἡ συνείδησίς
159μου ὑπαγορεύῃ τοῦτο, αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, ἐκτὸς ἐὰν ἐκ τῆς συ-
160ζητήσεως πεισθῶ, ὅτι ἔχω ἄδικον· διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἔδωκεν
161εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν λόγον.
162Νομίζω, ὅτι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἔχῃ πρόοδον, πρέ-
163πει νὰ ἔχῃ καὶ χαρακτῆρα· ἄνευ χαρακτῆρος, φέρετέ μου πα-
164ράδειγμα, ὅτι ἔθνος ἠμπόρεσε νὰ ὑπάγῃ ἐμπρός. Εἶσθε ὑπόχρεοι,
165κύριοι, σεῖς περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους. Σᾶς ἔχομεν
166ἀρχηγούς. Διατί σᾶς ἔχομεν ἀρχηγούς; διότι ἔχομεν πεποίθησιν,
167ὅτι εἶσθε καλλίτεροι ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι ἔχετε περισσοτέραν
168πεῖραν ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι εἶσθε ἱκανώτεροι ν’ ἀναλάβητε φορ-
169τίον, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι βαρὺ, τὴν διοίκησιν ἑνὸς
170Κράτους. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν μόνον αὐτὴν τὴν πεποίθησιν,
171καὶ δὲν ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην, ὅτι εἶσθε χαρακτῆρος ἑδραίου,
172ὅτι ἔχετε ὅλοι σταθερὰς πεποιθήσεις, τότε εἴμεθα ἀγέλη συμφε-
173ρόντων, καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὅλον τοῦτο τὸ πολι-
174τικὸν σῶμα δὲν ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, καὶ τὰ
175κόμματα δὲν ἐμπνέονται ἀπὸ ἀρχὰς, δὲν ἔχουν πεποιθήσεις, ἀλ-
176λ’ ἀποβλέπουν εἰς προσωπικὰ συμφέροντα! Ἀλλοίμονον! ἠμ-
177πορεῖ τις νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θὰ προοδεύσῃ τὸ ἔθνος, καὶ ἄξιζε νὰ
178χαθοῦν οἱ μισοὶ καὶ νὰ γλυτώσουν οἱ ἄλλοι μισοὶ, διὰ νὰ χα-
179ραχθῇ τοιοῦτος δρόμος; Δὲν μοῦ φαίνεται ὀρθὸν, οὔτε τὸ πι-
180στεύω.
181Κύριοι, δὲν ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα μὲ εὐχαρίστησιν. Ἀνέβην
182νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὄχι χάριν τοῦ κ.
183Λομβάρδου μὲ τὸν ὁποῖον δὲν μὲ συνδέει ἰδιαιτέρα τις σχέ-
184σις, οὔτε δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι τὸ ἔκρινα καθῆ-
185κόν μου πρὸς τὴν Βουλήν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον πρᾶγ-
186μα, ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς τὸν τόπον νὰ πετῶνται τὰ πρόσωπα
187ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία μὲ θυσίαν ἔγεινε; Καὶ ὁ κ. Λομβάρ-
188δος, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως ἔχει καὶ καλὰ κάμει, δὲν εἶναι ἄξιο
189προσοχῆς; Βεβαίως αὐτὸς ὁ τόπος μικρὰ σχετικῶς πράγματα
190ἔκαμε διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἐκεῖνος ὅμως ὁ τόπος
191ὑπέφερεν· ἐκεῖ ἐξορίαι, ἐκεῖ θάνατοι, ἐκεῖ ἀγχόνη· ἐκεῖ ἐπρομα-
192χοῦσεν ὁ κ. Λομβάρδος. Αἴ, κύριοι, μία ἐγγύησις δὲν εἶναι
193τοῦτο, τὰ ὀλίγα καλὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμε; Καὶ τὰ καλὰ μὲν καλά,
194τὰ δὲ ἄλλα νὰ τὰ πετῶμεν ἔτσι; Καὶ ποῖος εὐχαριστεῖται
195ἀπὸ ὑμᾶς νὰ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη του ἐκ τοῦ ἀέρος, ἀπὸ μίαν
196στιγμήν; ὄχι, κύριοι. Καὶ ἔπειτα ὀλιγώτερον φιλόστοργοι εἴ-
197μεθα ἡμεῖς ἀπὸ τὰς οἰκογενείας, καὶ δὲν θέλω νὰ μὲ παρεξη-
198γήσῃ μήτε ὁ κ. Λομβάρδος. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι ἐδῶ· ἤθελα
199νὰ ἦτο. Ἔστω καὶ ἂν ἦτο καὶ παρεκτροπή· ἔτσι τιμωροῦν-
200ται; Μοῦ κακοφαίνεται, ὅτι ἔρχομαι εἰς μίαν ἀντίκρουσιν μὲ τὸν
201κ. Κουμουνδοῦρον. Εἶπε, τὴν συνταγματικὴν Βασιλείαν τὴν θέλο-
202μεν, διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ τάξις, εἶναι, εἶναι... Ἡ τάξις, κύριοι, δὲν εἶναι
203εἰς τὸ χαρτί· εἰς τὴν διοίκησιν εἶναι ἡ τάξις, καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς
204λέγω ἄλλο σήμερον, δὲν ἀναφέρω ἄλλο παράδειγμα, ἀλλ’ ἀνα-
205φέρω τοῦτο, διότι τοῦτο τὸ ἠξεύρω. Τάξις ἦτο πρὸ ὀλίγου;
206Ἐγὼ ἤθελον νὰ φέρω μαύρην σκέπην εἰς τὸ κεφάλι μου, δὲν
207λέγω διὰ τὸν μακαρίτην τὸν ἀδελφόν μου, τὸν Ἀριστείδην· αὐ-
208τὸς ἐσκοτώθη ὑπὲρ τῆς τάξεως, ὅπως τὴν ἐννόει. Ἀλλὰ τὶ ἔ-
209πταιε τὸ παιδί μου; τὶ ἔπταιεν ὁ ἀνεψιός μου; Ἔγειναν αὐτὰ τὰ
210λυπηρὰ πράγματα τοῦ πανεπιστημίου· τὶ ἔπταιαν αὐτοί; Καὶ
211ἐντοσούτῳ ἐπῆγεν ἕνας διὰ τὴν τάξιν, διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ
212τάξις, καὶ τοῦ ἔδωκε μίαν σουβλιάν, τοῦ ἐξέσχισε τὸ σουρ-
213τοῦκον, καὶ ὁ υἱός μου, ὅταν εἶδε τὸν ἐξάδελφόν του, κατέβασε
214τὸ ὅπλον, καὶ ἡ τύχη μὲ ἔσωσεν. Ἀλλ’ ὁ εὔζωνος δὲν εἶχε τί-
215ποτε νὰ κάμῃ, καὶ νὰ φέρω καὶ ἐγὼ μαύρην σκέπην. Τοιαύτη
216εἶναι ἡ τάξις; Ἐγὼ ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας δὲν γνωρίζω τίποτε,
217ἀλλ’ ἀκούω μόνον ὁσάκις γίνεται λόγος ἐδῶ. Ἐὰν εὕρω κανένα
218ἔξω καὶ μοῦ εἴπῃ τίποτε, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὑπερβολή. Ἐδῶ ἔρ-
219χονται καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι, ὁ θεὸς νὰ σᾶς φυλάξῃ,
220τὶ γίνεται! Ὑπάρχει τιμὴ ἐκεῖ, κ. Κουμουνδοῦρε; ὑπάρχει ἀσφά-
221λεια ἐκεῖ, κ. Ζαΐμη;
222Ἐὰν ᾖναι ψεῦμα τα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν, ἄλλος ὁ λόγος· νο-
223μίζω ὅμως κἀνεὶς ὅτι δὲν πιστεύει, ὄχι μόνον ὅσοι εὑρίσκονται
224εἰς Ἀθήνας, ὅτι εἶναι τάξις. Λοιπόν, διατὶ ἡ τάξις δὲν ἑδραιώ-
225θη ποτέ; Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα πταίει; ὁ θεὸς νὰ μᾶς
226φυλάξῃ, δὲν πταίει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Δὲν ἔρχομαι
227λοιπὸν νὰ καταμηνύσω τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τοῦ ὁ-
228ποίου ὀπαδὸς εἰλικρινὴς εἶμαι. Τὶ πταίει λοιπόν, κύριοι; τὸ ἠ-
229ξεύρετε ὅλοι.... Ἡ εἰλικρινὴς καὶ μόνη ἐφαρμογὴ τοῦ συντάγ-
230ματος φέρει τὴν τάξιν (εὖγε, εὖγε)· αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω. Ἔρχε-
231ται ὁ κ. Ζαΐμης καὶ λέγει δάκτυλος· κύριε Ζαΐμη, τὶ σημαίνει
232δάκτυλος; δάκτυλο, αἴ! δάκτυλος. Λοιπὸν ὁ θεὸς φυλάξοι, καὶ
233ἀπεύχομαι... Δὲν συζητῶ, δὲν εἶναι ἰδικόν μου ἔργον αἱ συ-
234ζητήσεις, δὲν εἶμαι πολιτικὸς ἄνθρωπος, εἶμαι ναυτικός, ἀλλὰ
235σεῖς εἶσθε ὑποχρεωμένοι, διότι αὐτὸς ὁ τόπος μὲ θυσίας ἀπέ-
236κτησεν ὅ,τι ἀπέκτησε, κἀνενὸς δὲν χρεωστεῖ εὐγνωμοσύνην παρὰ
237εἰς τὰς θυσίας του καὶ τὰς ἀρετάς του. Λοιπόν, κύριοι, τὸ συμ-
238φέρον ἀπολύτως τοῦ τόπου, τῆς Βασιλείας, ἀπαιτεῖ τὴν εἰλι-
239κρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ συντάγματος. Τότε εἶναι τάξις, καὶ ὅταν
240ὁ Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ πιστεύσω, τὸ θέλῃ· διότι εἶναι ἀδύ-
241νατον ἄλλως, δὲν βλέπω τὶ ἄλλο συμφέρον ἔχει. Ἄλλως ἂς
242’βγάλῃ ἀπὸ τὸ ἔμβλημά του, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὸ «ἰσχύς μου
243ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ μου». Διατὶ τὸ διατηρεῖ; (θόρυβος ἀριστερά.)
244Κύριε Βαλασόπουλε, μὲ συγχωρεῖτε· γέρος ἄνθρωπος ἐσηκώ-
245θη καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Κοπενάγην, καὶ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ψήφι-
246σμα εἶναι τέσαρες ψῆφοι Καναρικαί. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συ-
247ζητήσω· ἐγὼ εὔχομαι ὅλα τὰ καλά, ἀλλὰ τὰ εὔχομαι ἴσα ἴσα
248πρὸς στερέωσιν τοῦ θρόνου, διότι ἤμην μικρὸς ἀντιπολιτευόμε-
249νος τότε κατὰ τοῦ Ὄθωνος. Λοιπὸν ἐνδιαφέρομαι τὸ ἀποτέλεσμα
250νὰ ἦνε καλόν, διότι μέσα ἐκεῖ καὶ ὁ πατήρ μου ἔλαβε μέρος εἰς
251τὴν ἀντιπολίτευσιν. Λοιπὸν δὲν εἶναι τίποτε κακόν, δὲν ἐννοῶ
252κἀνεὶς ἀπὸ σᾶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι φιλοβασιλικώτερος μὲ εἰλικρί-
253νειαν· τὸ συμφέρον τοῦ τόπου δὲν εἰμπορεῖ παρὰ καὶ ἡ Α. Μ.
254νὰ ἐπιποθῇ εἰλικρινῶς· ἀλλά, ὅπως εἶπε καὶ χθὲς ὁ κύριος Λομ-
255βάρδος, δὲν εἰμπορεῖ ὁ Βασιλεὺς νὰ καταβῇ νὰ ἰδῇ τὸν ἕνα καὶ
256τὸν ἄλλον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος. Λοι-
257πὸν διὰ τοῦτο ἐγὼ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου· αὐ-
258τὴ ἡ πρότασις δὲν μοὶ φαίνεται δικαία, τὴν νομίζω ἄδικον·
259νομίζω καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἀφίνῃ σπουδαῖα ζητήματα
260χάριν ἐπεισοδίου, ὅπως εἶπον. Ἐγὼ σέβομαι τοὺς κυρίους
261οἵτινες ἠγόρευσαν κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἐγὼ δὲν
262λέγω διὰ τὸν κύριον Δεληγεώργην τίποτε· ἀλλὰ σπου-
263δαῖον ζήτημα εἶναι ἡ ἐξέλεγξις. Τί σχέσιν ἔχει τὸ προκεί-
264μενον ζήτημα μὲ τὴν ἐξέτασιν ἐκείνην; Λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέ-
265πει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ὅλη ἡ πολιτεία
266ἔχει συμφέρον εἰς ἐκεῖνο τὸ ζήτημα καὶ περιμένει, καὶ πιστεύει
267νὰ φωτισθῇ· πρέπει τέλος νὰ ἔμβωμεν εἰς μίαν σειράν, νὰ ἔχω-
268μεν ἐγγυήσεις διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου.
269§8ΖΩΧΙΟΣ. (ἱστάμενος πρὸ τοῦ βήματος).
270§9ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.
271§10ΖΩΧΙΟΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω ἀπὸ ἐδῶ.
272§11ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος· δὲν ἀκούομεν.
273§12ΖΩΧΙΟΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Ἐσκόπευον νὰ λαλήσω
274ἀπὸ ἐκείνης τῆς θέσεως (δεικνύει τὸν πρὸ τοῦ βήματος τό-
275πον).
276§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;
277§14ΖΩΧΙΟΣ. Διατί; Ἡ Πυθία, ἀναβαίνουσα εἰς τὸν τρίποδα,
278ἐτρελαίνετο· οἱ δὲ τριάκοντα τύραννοι, διὰ νὰ ταπεινώσουν τῶν
279Ἀθηναίων τὸ φρόνημα, ἔστρεψαν πρὸς τὴν πόλιν τὸ πρὸς τὴν
280Σκλαμῖνα ἀποβλέπον βῆμα. Διατί; Διὰ νὰ μὴ ἐνθυμοῦνται τὰ
281τρόπαια τῆς Σαλαμῖνος, καὶ ὑπερηφανεύωνται. Δὲν ἤθελον
282λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ μὴ πάθω ὅ,τι ἐπά-
283θαινεν ἡ Πυθία, ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Λομβάρδος, καὶ διὰ νὰ μὴ δώτω
284ἀφορμὰς κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
285Ὁ Λομβάρδος δὲν γνωρίζει καλῶς τὸν τόπον, ἀλλὰ δὲν ἐ-
286βλασφήμησεν, εἰπὼν ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι....
287§15ΡΑΛΛΗΣ. Δημοκράται.
288§16ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ λέξις δημοκράτης δὲν εἶναι ἑλληνική· θὰ σᾶς
289ἀποδείξω ὅμως, ὅτι ὅλοι δημοκρατίζετε, περὶ δὲ αὐτοῦ ὅλοι ἔ-
290χετε δώσει τὴν ὑπογραφήν σας.
291Σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι ὁ Λομβάρδος δὲν γνωρίζει τὸν τόπον,
292καὶ πρὸς βεβαίωσιν τούτου θὰ σᾶς φέρω μάρτυρα ἕνα ἄλλον
293Λομβάρδον, τὸν μακαρίτην Κλονάρην.
294Ὁ Κλονάρης ἀντεπολιτεύετο ἐπιμόνως, ἀμειλίκτως τὸν ἀοί-
295δημον βασιλέα Ὄθωνα. Τὴν 2 ὅμως Σεπτεμβρίου τοῦ 1843,
296ἐν ᾧ συνετάσσετο ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας τὸ περὶ
297συγκαλέσεως τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἔγγραφον, ὁ μακαρίτης
298Μεταξᾶς ἠρώτησε, λέγων· «Καὶ τί θὰ κάμωμεν, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς
299δὲν ὑπογράψῃ; Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῶν ἐν-
300δεχομένων;»
301«Δὲν ἔχει ἐάν, ἀπεκρίθη ἔξω ἑαυτοῦ ὁ Κλονάρης, οὔτε περὶ
302ἐνδεχομένων πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. Ὁ Βασιλεὺς θὰ ὑπο-
303γράψῃ. Ἐὰν δὲ δὲν θελήσῃ νὰ ὑπογράψῃ, τὸν πολιορκοῦμεν, καὶ
304δι’ αὐτῆς τῆς πείνης τὸν ἀναγκάζομεν νὰ ὑπογράψῃ, διότι χω-
305ρὶς βασιλέα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ.»
306Καὶ ἐξεβιάσθη ὁ βασιλεὺς, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐσώθη τότε διὰ τῆς
307τοιαύτης βίας. Ποίαν δὲ ἄλλην καλλιτέραν ταύτης θέλετε ἀ-
308πόδειξιν, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι βασιλικόν;
309Ἐῤῥέθη δὲ τὸ πάλαι εἰς τὸ τόπον τοῦτον, οὐκ ἄνευ Θησέως,
310ὅλη δὲ ἡ Ἑλλὰς ἔλεγεν ἄλλοτε, οὐκ ἄνευ Ὄθωνος. Εὑρέθησαν
311ὅμως τινὲς.... Ἤδη δὲ λέγομεν, οὐκ ἄνευ Γεωργίου. Βλέπε-
312τε δὲ, καθ’ ἃ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Λομβάρδος ἔχει ἐσφαλμένας
313περὶ τοῦ τόπου πληροφορίας. Ἐγὼ δὲ ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος,
314διὰ νὰ σᾶς ἐμποδίσω νὰ ἀποθεώσετε τὸν Λομβάρδον, διότι ἂν ἡ
315πρότασις τῆς κυβερνήσεως ἐπιψηφισθῆ, τετέλεσται, ὁ Λομβάρ-
316δος ἀνακηρύσσεται ἡμίθεος. Ἐγὼ ὅμως ἡμιθέους δὲν δέχομαι.
317§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;
318§18ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα, τώρα, μὴ μὲ βιάζετε.
319Τὸν Λούθηρον ποῖος τὸν ἔκαμε Λούθηρον; Ὁ Πάπας. Ναὶ,
320ὁ Πάπας τὸν ἐσταύρωσεν, αὐτὸς δὲ ἀμυνόμενος ἀνεδείχθη Λού-
321θηρος ὀνομαστὸς, περιβόητος.
322Καὶ σεῖς θέλετε νὰ στιγματίσητε τὸν Λομβάρδον, διὰ λόγια
323τὰ ὁποῖα δὲν εἶπεν. Ἀλλὰ τί συμβαίνει;
324Οἱ Ζακύνθιοι, εἴτε φρονοῦντες, εἴτε παραφρονοῦντες, παρα-
325δέχονται τὸν Λομβάρδον ὡς μισοάγιον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὡς
326ἅγιον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον καταναγκά-
327ζετε....
328§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον. Σήμερον δὲ κατέλαβον
329οἱ ναυτικοὶ τὸ βῆμα.
330§20ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ ναυτικῶν, καὶ ἐπιθυμεῖ ὁ κ.
331Μπούμπουλης νὰ ὁμιλήσῃ....
332§21ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
333§22ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ μέγα στρατήγημα τοῦ Θεμιστοκλέους ἐν Σα-
334λαμῖνι ἦτο τὸ ἑξῆς·
335Τὸν Ἕλληνα ὅταν δὲν τὸν ξενοχωρῇ τις πανταχόθεν, ὑποχωρεῖ,
336ἐνδίδει· ὅταν δὲ δὲν τοῦ ἀφήσῃς διέξοδόν τινα ἐλευθέραν, γί-
337νεται θηρίον. Τοῦτο δὲ συνέβη εἰς τὴν Σαλαμῖνα διὰ τῶν
338τεχνασμάτων τοῦ Θεμιστοκλέους, καὶ οἱ Ἕλληνες ἐνίκησαν.
339Ἀφήσατε λοιπὸν εἰς τὸν Λομβάρδον θύραν ἀνοικτὴν, διὰ νὰ
340ὑποχωρήσῃ, ἄλλως, θὰ τὸν κάμετε δημοκρατικὸν, χωρὶς νὰ θέλῃ.
341Σᾶς ἐρωτῶ δὲ, εἶναι φρονήσεως ἔργον νὰ βιάσετε τὸν ἄνθρωπον
342αὐτὸν, τὸν ἔχοντα ἐν τῷ κόλπῳ αὐτοῦ τὴν ἐκλογὴν αὑτοῦ, νὰ
343τρελαθῇ;
344Ἐὰν ὁ Λομβάρδος ὑπάγῃ εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ εἴπῃ πρὸς
345τοὺς Ζακυνθίους, «φίλοι μου, μέχρις ἐσχάτων ἤμην ὁ φιλοβα-
346σιλικώτερος κάτοικος τοῦ βασιλείου, μάρτυρα δὲ τῆς ἀληθείας
347τῶν λόγων μου φέρω τὸν κύριον Ζαΐμην, τὸν ἐξ ὅλων τῶν Ἑλ-
348λήνων ὁμολογουμένως φιλοβασιλώτατον. Φέρω δὲ τὸν κύριον
349Ζαΐμην μάρτυρα, διότι δημοσίᾳ μὲ ἀνεκήρυξε καὶ αὐτοῦ φιλο-
350βασιλικώτερον. Ἐντούτοις δὲν θέλουν νὰ πιστεύσουν, ὅτι εἶμαι
351χριστιανός. Διὰ νὰ τοὺς πείσω δὲ, εἶπον παῤῥησίᾳ τὸ Πιστεύω εἰς
352ἕνα Θεόν· δὲν θέλουν ὅμως νὰ μὲ δεχθοῦν ὡς χριστιανὸν, ἀλλὰ
353μοῦ λέγουν, εἶσαι Τοῦρκος, εἶσαι Τοῦρκος (γέλως). Μετὰ ταῦ-
354τα λοιπὸν ἰδοὺ τί σᾶς λέγω· ἐὰν θέλετε τοῦ λοιποῦ νὰ σᾶς
355ἀντιπροσωπεύσω εἰς τὰς Ἀθήνας, θέλω νὰ μὲ ψηφίσετε ὡς δη-
356μοκρατικόν.»
357§23ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀληθές. Εἶναι χίμαιρα, στηρι-
358ζομένη ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἥτις δὲν ἔχεται ἀληθείας.
359§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς παύσῃ ἡ συζήτησις, διότι ἡ ὑπόθε-
360σις εἶναι ἤδη ὥριμος.
361§25ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ σᾶς εἶναι ὥριμος, δι’ ἐμὲ ὅμως εἶναι ὅλως
362διόλου ἄγουρος. Σᾶς ἀποκρίνομαι δὲ εὐθύς.
363Δεύτερον ἔτος εἶναι, ἀφ’ ἧς εἶμαι ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου· ἐὰν
364δὲ μὲ ἐρωτήσουν οἱ ἐκλογεῖς μου, λέγοντες· «Τί ἔκαμες ὑπὲρ
365ἡμῶν εἰς τὰς Ἀθήνας; ἀναγκάζομαι ν’ ἀποκριθῶ·
366»Τίποτε.
367»Εἰς τί λοιπὸν εἰργάσθης;
368»Εἰς τίποτε.»
369Πέρυσι δὲ σεῖς ἐψηφίζατε τοὺς σιδηροδρόμους, ἐγὼ δὲ σᾶς
370ἔλεγον· ὄχι· ὄχι, σεῖς ὅμως τοὺς ἐψηφίζατε. Ταξειδεύσατε
371λοιπὸν τώρα δι’ αὐτῶν (γέλως). Ἐγὼ δὲ ἂν εἴπω εἰς τοὺς ἐκ-
372λογεῖς μου· «ὡρίμασαν τὰ πράγματά σας, ὅπως ὡρίμασαν τὰ
373τῶν σιδηροδρόμων, ποία μοῦ πρέπει ἀπόκρισις;» Τὸ ἀληθὲς εἶ-
374ναι, ὅτι οὐδὲν καλὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡριμάζει.
375Τοῦ δὲ κυρίου Λούντζη τὰ λόγια καὶ ἀποδέχομαι καὶ ἔρ-
376χομαι νὰ βεβαιώσω αὐτὰ δι’ αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ κυρίου Λομ-
377βάρδου.
378Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποθνήσκων ἐξομολογεῖται· ἂν δὲ
379οὐδέποτε ἄλλοτε εἶπε τὴν ἀλήθειαν, κατὰ τὰς τελευταίας
380στιγμάς του οὐδὲν ἄλλο λέγει, εἰμὴ μόνην τὴν ἀλήθειαν.
381Ὁ Λομβάρδος λοιπὸν, τὸν ὁποῖον σεῖς θέλετε νὰ καταδικάσε-
382τε ὡς ἀντιβασιλικὸν....
383§26ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
384§27ΖΩΧΙΟΣ. Ὡς δημοκρατικόν.
385§28ΟΙ ΑΥΤΟΙ. Ὄχι αὐτὸν, τὰς ἰδέας του.
386§29ΖΩΧΙΟΣ. Ἰδοὺ τί ὁ Λομβάρδος τελευτῶν σᾶς εἶπεν· «Ἐνα-
387σκήσατε τὸ δικαίωμά σας, ἐκπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, μεί-
388νατε δὲ βέβαιοι, ὅτι ἐκπληροῦτε τὸ ἀνώτατον τῶν καθηκόντων
389σας πρός τε τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὸν βασιλέα.»
390Μετὰ ταύτην λοιπὸν τὴν ἐξομολόγησιν ἔρχεσθε νὰ τὸν κα-
391ταδικάσητε;
392§30ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸν καταδικάζομεν.
393§31ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν τὸν ἐπαινεῖτε. Εἴπατε ὅμως ὅτι ἡ ὑπουρ-
394γικὴ πρότασις εἶναι ἔπαινος τοῦ Λομβάρδου, καὶ ἐγὼ τὴν ὑπο-
395γράφω.
396Ἤδη δὲ ἐπιχειρῶ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὅλοι δημοκρατίζο-
397μεν, ἐγὼ ὅμως πάντων τελευταῖος· ἐπὶ τούτῳ δὲ σᾶς ἐρωτῶ·
398Κατὰ τὸ πρῶτον Σύνταγμα, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι
399ἐν ὑπαίθρῳ ὑπῆρχεν;
400Ὄχι.
401Τίς λοιπὸν περιέλαβεν εἰς τὸ δεύτερον Σύνταγμα τὸ δικαίω-
402μα αὐτό;
403Κατὰ τὸ παρελθὸν Σύνταγμα τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως
404ἐλογίζετο ἱερόν· ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ὅμως τοῦ νέου ἡ λέξις
405ἱερὸν ἀφῃρέθη. Ποῖος τὴν ἀφῄρεσε;
406§32ΛΑΠΑΣ. Ἡ Συνέλευσις.
407§33ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ἡ πάνδημος ψηφο-
408φορία δὲν ἐπεκράτει· σήμερον ὅμως ἐπικρατεῖ. Τίς παρενέβα-
409λεν αὐτὴν ἐν τῇ πολιτείᾳ;
410Δημοκρατίζομεν λοιπὸν, ἢ οὔ; Δημοκρατίζοντες δὲ ὅλοι, τί
411κατηγοροῦμεν τὸν Λομβάρδον ὡς δημοκρατίζοντα;
412Ἀλλὰ ἂς μὴ προχωρήσω, καὶ ἂς δεχθῶ ὡς ὥριμον τὴν ὑπό-
413θεσιν· ὑποβάλλω δὲ περὶ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκόλου-
414θον πρότασιν. «Ἡ Βουλὴ, νομίζουσα πεπλανημένης διανοίας
415χίμαιραν πᾶσαν περὶ ἑλληνικῆς δημοκρατίας ἰδέαν, καὶ εἰς τὰ
416λεχθέντα ἀρκουμένη, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
417Γνωρίζετε δὲ, ὅτι πολλοὶ Ἄγγλοι εὕρισκον παιγνίδι νὰ πι-
418στολίζουν τὴν βασίλισσαν, κενὴν ἐπιζητοῦντες φήμην, δὲν εὑ-
419ρίσκετο δὲ τρόπος ἀπαλλαγῆς. Ἐπὶ τέλους δὲ ἐψηφίσθη νόμος,
420καθ’ ὃν ὁ κατὰ τῆς βασιλίσσης πυροβολῶν λογίζεται τρελὸς,
421καὶ κλείεται ἐν φρενοκομείῳ. Ἔκτοτε δὲ ἡ βασίλισσα τῆς Ἀγ-
422γλίας εὗρε τὴν ἡσυχίαν της. Παρ’ ὑμῖν δὲ βεβαίως τρελὸς ἄν-
423θρωπος δύναται νὰ προτείνῃ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, τὸ
424ὁποῖον, καὶ ἂν καθ’ ὕπνους φαντασθῇ τις, τρομάζει. Πρὸς τί δὲ
425ὁ τόσος θόρυβος; Μήπως ἐπίκειται πραγματικός τις κίνδυνος;
426Ψηφίζοντες δὲ τὴν πρότασιν τῆς κυβερνήσεως, καταδικάζετε
427τὸν Λομβάρδον.
428§34ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
429§35ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν ἐπαινεῖτε λοιπόν;
430§36ΟΙ ΑΥΤΟΙ. Μήτε τὸν ἐπαινοῦμεν, μήτε τὸν καταδικά-
431ζομεν.
432§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ ἰδοὺ παραδέχομαι ὡς βλασφημίαν ὅ,τι ἂν
433ὁ Λομβάρδος εἶπε. Τί πρὸς τοῦτο; Ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ τρί-
434του, εἰς τὸ γαλλικὸν βουλευτήριον δὲν περιελαμβάνετο καὶ ὁ
435Ῥοσσεφὸρ, ὁ ὑβριστὴς, ὁ βλάσφημος; Ἀλλ’ οὐδεὶς συνέλαβε
436τὴν ἰδέαν νὰ τὸν τιμωρήσῃ διὰ τοὺς λόγους του.
437Ἀλλ’ ἀρκοῦντα εἶπον. Τελευτῶν δὲ, φέρω πρὸς παραδειγμα-
438τισμὸν τῶν λόγων μου δύω ἱστορικὰ γεγονότα, τὸ μὲν ἀρ-
439χαῖον, τὸ δὲ ἄλλο νεώτερον.
440§38ΤΙΝΕΣ. Ὡρίμασε.
441§39ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ σᾶς ὡρίμασε, διότι ἀλείφετε τὰ σῦκα μὲ λάδι
442καὶ ὡριμάζουν πρόωρα, δι’ ἐμὲ ὅμως τὰ σῦκα εἶναι ἀκόμη ἄ-
443γουρα· διὰ νὰ τὰ ὡριμάσω δὲ, καταφεύγω καὶ εἰς ἱστορικὰ
444παραδείγματα.
445Κατὰ τὸ 1828 ἔφθασεν ὁ Κυβερνήτης εἰς Ναύπλιον, καὶ
446ἀπὸ τοῦ Ναυπλίου μετέβη εἰς Αἴγιναν. Τελετῆς δὲ γενομένης
447καὶ ψαλλομένης ἐπὶ τούτῳ δοξολογίας εἰς τὸν ἐκεῖσε πρωτεύοντα
448ναὸν, παρόντος καὶ τοῦ Κυβερνήτου, κατ’ εἰσήγησιν τῆς τότε
449ἀντιπολιτεύσεως, ὁ Καΐρης ἀνέβη εἰς τὸν ἄμβωνα, καὶ ἐξ αὐ-
450τοῦ ἐπεχείρησε νὰ προσβάλῃ τὸν Κυβερνήτην, ἤρχισε δὲ λέγων·
451«Οὐκ ἄρξω ἐγὼ, οὐκ ἄρξει ὁ υἱός μου, Κύριος ὑμῶν ἄρξει.» Ἐπὶ
452τέλους ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὸν Τιμολέοντα, τὸν χάριν τῆς
453ἐλευθερίας φονεύσαντα τὸν ἴδιον αὐτοῦ ἀδελφὸν, τὸν ἄρχοντα
454τῆς Κορίνθου. Ὑπὸ τῆς αὐθαδείας δὲ τοῦ ῥήτορος σκανδαλι-
455σθέντες τινὲς, ἐπεχείρησαν νὰ τὸν κατεβάσουν ἀπὸ τοῦ ἄμβω-
456νος, καὶ ἤθελον τὸν κατεβάσει, ἐὰν δὲν ἀντέτεινεν ὁ Κυβερνή-
457της λέγων· «Ἂν τὸν κατεβάσετε, θὰ δώσετε εἰς τοὺς λόγους
458του σημασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν.»
459Ὑπήκουσαν δὲ εἰς τὰ λόγια τοῦ Κυβερνήτου καὶ ἀφῆκαν
460τὸν ἱεροκήρυκα νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἤθελεν· οὐδεὶς ὅμως ἐκ τῶν ἀτα-
461σθάλων λόγων αὐτοῦ προέκυψε κίνδυνος.
462Ἰδοὺ δὲ καὶ τὸ ἄλλο παράδειγμα, τὸ ἀρχαῖον, τὸ ὁποῖον
463κἄπως δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὁδηγίαν.
464Τοῦ Περικλέους τὴν γυναῖκα χωρὶς νὰ τὴν γνωρίζῃ ὕβρισε
465καθ’ ὁδὸν βδελυρός τις ἄνθρωπος· μαθὼν δὲ μετὰ ταῦτα ποία
466ἦτον ἡ γυνὴ ἐκείνη, ἔδραμεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Περικλέους, διὰ
467νὰ ζητήσῃ συγχώρησιν. Ἀλλ’ ὁ Περικλῆς, φρόνιμος ἄνθρωπος
468ὢν καὶ μὴ θέλων οὐδὲ λόγος περὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ νὰ γί-
469νεται, οὐδὲ νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι τὴν ὕβρισεν, εἶπε πρὸς τὸν
470ὑβριστήν· «Δὲν ὕβρισες τὴν γυναῖκά μου, διότι αὐτὴ, ἀπὸ
471πολλῶν ἡμερῶν ἀσθενοῦσα, οἰκουρεῖ.» Ποῖον δὲ εἶχε σκοπὸν ἡ
472τοιαύτη τοῦ Περικλέους ἀπόκρισις, καὶ διατί τὴν ἀνεκάλεσα εἰς
473τὴν μνήμην σας, ὁ δυνάμενος νοεῖν, νοείτω. Ἐγὼ δὲ καταβαί-
474νων τοῦ βήματος, παραδίδω εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν πρότασιν,
475περὶ ἧς ἀνωτέρω σᾶς ἐλάλησα.
476(Καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν πρότασιν).
477§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης.
478§41ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, προτείνει ἵνα ἡ Βουλὴ
479ἀποδοκιμάσῃ τὸν βουλευτὴν Ζακύνθου διὰ τὰ περὶ δημοκρατίας
480παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα.
481Δὲν δύναμαι, κύριοι, ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ἐγὼ δι’ ὅλης
482τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου κατὰ προτάσεως, ὅσον ἀδίκου,
483τόσον καὶ ἀντισυνταγματικῆς.
484Καὶ εἶναι μὲν ἄδικος, διότι περιέχει ἰδέας μὴ ἀληθεῖς, διότι
485θέλει νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἀποδοκιμαζόμενον βουλευτὴν μορφὴν
486φοβερὰν, τὴν μομφὴν τῆς ἐπιορκίας, τὴν μομφὴν τῆς παραβιά-
487σεως τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ
488βουλευτὴς Ζακύνθου ὤμοσε πίστιν εἰς τὸν συνταγματικὸν βασι-
489λέα. Καὶ ἠκούσατε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ πόσης
490παῤῥησίας ὁ εὐφραδὴς τῆς Ζακύνθου ῥήτωρ σᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι
491οὐδὲ κἂν ἐσκέφθη ποτὲ, οὐδ’ ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς ἔντι-
492μον ἄνδρα, εἰς ἄνδρα ἀγαπῶντα τὴν πατρίδα, ν’ ἀθετήσῃ αὑ-
493τὸς πρῶτος τὸν ὅρκον, ὃν ὤμοσεν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου
494καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἔθνους. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος νὰ εἰσ-
495έλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζα-
496κύνθου, τῆς παρελθούσης Δευτέρας. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἄνευ
497οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως, πιστὸν τέκνον τῆς συνταγματικῆς
498βασιλείας ἐν Ἑλλάδι, ἐνόμισα καθῆκόν μου ἱερὸν καὶ ἀπαραί-
499τητον νὰ ὑψώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀδύνατον φωνήν μου κατὰ τῆς
500ἀδικίας, ἥτις προσγίνεται εἰς ἄνδρα, ὅστις μετὰ παῤῥησίας
501χθὲς σᾶς ἐξήγησε τὰς πεποιθήσεις του, ὅτι τὸν παρενόησαν, ὅτι
502δὲν διενοήθη νὰ λαλήσῃ κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, τοὺς
503ὁποίους κλονιζομένους μετὰ θάῤῥους καὶ πατριωτισμοῦ ἀπαρα-
504μίλλου ἀείποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπερασπίσθη· ἠθέλησα,
505λέγω, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τῆς ἀδικίας, ἥτις προσγίνεται εἰς
506ἄνδρα, οὗτινος ἡ φωνὴ ἀντήχησεν πάντοτε ἐν τῷ περιβόλῳ τού-
507τῳ κατὰ πάσης ἀδικίας, καὶ ὅστις, τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, κα-
508τέστη, διὰ τῆς ἱκανότητος, νοημοσύνης καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ
509του, ἀπαραίτητον καλὸν στοιχεῖον τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου
510(εὖγε, εὖγε). Καὶ ἐνόμιζον ὅτι, μετὰ τὰ λεχθέντα αὐτοῦ χθὲς,
511μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τῶν ἐντίμων ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομ-
512μάτων, ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀρκεσθῆ εἰς ταῦτα, ὅτε παρὰ προσδο-
513κίαν εἴδομεν τὴν κυβέρνησιν καταθέτουσαν πρότασιν ἀποδοκι-
514μασίας.
515Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι οὐ μόνον ἄδικος, ὡς προεῖπον,
516ἀλλὰ καὶ ἀντισυνταγματικὴ, διότι δι’ αὐτῆς ὁ βουλευτὴς Ζακύν-
517θου ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐ-
518νέργειαν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων, καὶ ἐνῷ, κατὰ
519τὸ ἄρθρ. 23 τοῦ κανονισμοῦ, ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, κατὰ
520τὸ ἄρθρ. 62 τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς βουλευτὴς ἐξετάζεται ἕ-
521νεκα γνώμης, κατὰ δὲ τὸ 14, ἡ λογοκρισία, ἀπαγορεύεται. Ὑ-
522ποπίπτομεν λοιπὸν εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ θέλωμεν νὰ προστατεύ-
523σωμεν τοὺς νόμους τῆς πατρίδος διὰ τῆς παραβάσεως αὐτῶν.
524Ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν εἶπεν ὅ,τι περιέχει ἡ πρότασις·
525τοὐλάχιστον οὕτως ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν μετὰ τὰς ἐξη-
526γήσεις του. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὰ εἶπεν, δὲν τὰ δι-
527ετύπωσεν εἰς πρότασιν, ἀλλ’ ἱστορικῶς ἀφηγήθη τὴν συνταγμα-
528τικὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του, καὶ ἐξέφερε γνώμην, δι’ ἣν
529δὲν ὀφείλει εὐθύνας. Ἡ δὲ γνώμη αὕτη εἶναι καθαρῶς γνώμη
530ἀτομικὴ, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι τὴν ἐξέφερεν, ἀφοῦ ἅπασα ἡ
531Βουλὴ, διὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, διεμαρτυ-
532ρήθη κατὰ τῶν ἰδεῶν ἐκείνων. Καὶ ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ
533σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικρούσεως μόνον ἦτον
534ἡ περίπτωσις.
535Μὴ θελήσωμεν λοιπὸν νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὰς ἀπαδούσας
536εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν σημερινῶν χρόνων. Ἡ ἱερὰ ἐξέτασις, καὶ
537ἡ λογοκρισία ἔφεραν τὰ ἔθνη εἰς καταστροφάς. Μὴ θελήσητε νὰ
538δεσμεύσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου,
539καὶ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζα-
540κύνθου.
541Καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Συνελεύσει ἐγένετο πρότασις ὁμοία κατὰ
542τοῦ πληρεξουσίου Πλαστήρα· ἀλλὰ τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ γνώ-
543μης, ἐκφρασθείσης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπρόκειτο περὶ
544προσβολῆς ἀνηθίκου δι’ ἐπιστολῆς κατὰ τοῦ ἱεροῦ προσώπου
545τοῦ βασιλέως, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἀρχηγὸν
546φατρίας, καὶ ὅμως ὁ τότε πληρεξούσιος κ. Βάσσος, νῦν διαγγε-
547λεὺς τῆς Α. Μ. ἀπέκρουσεν εὐγλώττως τὴν πρότασιν ἐκείνην,
548ὡς ἀπαράδεκτον καὶ εἶπε μάλιστα τί λέγει ἡ ἐπιστολὴ αὐτή
549Λέγει πρὸς τὸν Βασιλέα καθαρῶς, εἰλικρινέστατα, «Βασιλεῦ, ἀ-
550πεφασίσαμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νὰ ἐκδιώξωμεν τὸν Ὄθωνα, διό-
551τι ἐγένετο ἀρχηγὸς φατρίας.» Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ψεῦδος; Ἂς
552ὑψωθῇ μία φωνὴ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι εἶναι ψεῦδος... (σιγὴ βα-
553θεία). Οὐδεὶς ἀποκρίνεται, διότι εἶναι μία ἀλήθεια».
554Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγκλημα, ἐὰν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐργάζεται κατὰ
555τοῦ πολιτεύματος, καταδιώξατε τὸν ἐγκληματίαν βουλευτὴν,
556ζητήσατε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, καὶ καταγγείλατέ τον ἐνώ-
557πιον τῆς δικαιοσύνης ὡς ἐπίορκον, ὡς ἔνοχον ἐσχάτης προδο-
558σίας· ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχῃ, σεβασθῆτε τὸ Κοινοβούλιον, οὗτινος
559ἀποτελεῖ μέρος.
560Καταβαίνων, κύριοι, δὲν δύναμαι ἢ καὶ πάλιν νὰ διαμαρτυ-
561ρηθῶ ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος, οὗτινος τὴν τήρησιν ἡ πα-
562τρὶς ἀνέθετο εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ἐν ὀνόματι
563τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς βασιλείας,
564ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, κατὰ προτάσεως, ἥτις θέλει ἐπιφέρει
565θλιβερὰς συνεπείας, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν δόντων τὸν
566ὅρκον εἰς τὸν συνταγματικὸν θρόνον τοῦ Γεωργίου καὶ εἰς τὸ
567Σύνταγμα, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ προτάσεως ἀντι-
568βαινούσης ἄντυκρυς εἰς τὴν ὑπερτάτην συνταγματικὴν διάταξιν,
569τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
570(Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα βουλευτῶν καὶ ἀκροατη-
571ρίων).
572§42ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε πρόεδρε; Θέατρον τὸ
573ἐκάμαμεν ἐδῶ!
574§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον· νὰ παύ-
575σουν αἱ ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι.
576§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀκούων τις, κύριοι, τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου
577προαγορεύσαντος, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν δύω τῶν πρὸ αὐτοῦ ἀγο-
578ρευσάντων, ἠδύνατο νὰ ὑπολάβῃ ὅτι πρόκειται περὶ κατηγο-
579ρίας ἢ περὶ μομφῆς κατὰ τοῦ προσώπου ἢ τῶν ἀρχῶν τοῦ κυ-
580ρίου Λομβάρδου, καὶ τὸ περιεργότερον ἔτι, ὅτι πρόκειται περὶ
581συντάξεως τῆς πολιτείας, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κεκλημένη ν’ ἀπο-
582φασίσῃ ἐὰν ἡ συνταγματικὴ βασιλεία ἢ ἡ δημοκρατία ᾖναι
583καταλληλοτέρα, εἴτε καθ’ ἑαυτὰς εἴτε διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν,
584καὶ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ ὄχι μό-
585νον τὸν βίον τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Περικλέους καὶ ὅλων ἐν
586γένει τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ
587τὸ μαντεῖον τῆς Πυθίας (ἱλαρότης).
588Κύριοι, λυποῦμαι παρατηρῶν ὅτι ἀπό τινων ἡμερῶν κατέ-
589λαβέ τινας ἀξιοθρήνητος μανία τοῦ ὁμιλεῖν περὶ παντὸς πράγ-
590ματος, τοῦ ἐκφράζειν πᾶν ὅ,τι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν κα-
591τέχει τις τὸ βῆμα, διέλθει τῆς κεφαλῆς του. Ἐλησμονήθη ὅτι ἡ
592κυρία ἀρετὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ῥήτορος εἶναι νὰ μὴ ἐξέρχη-
593ταί ποτε τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐὰν τὸν κανόνα
594τοῦτον ἐτηροῦμεν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε συζήτησιν, τὸ δυστυχὲς
595ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον τὴν ἐθνικὴν ἀντιπρο-
596σωπείαν, δὲν ἤθελε λάβει βεβαίως χώραν. — Θὰ προσπαθήσω,
597κύριοι, νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συ-
598ζητοῦμεν.
599Ὅτε χθὲς, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν γνωστὴν πρό-
600τασιν περὶ ἀποδοκιμασίας τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου λεχθέν-
601των κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὁμολογῶ
602ὅτι εὑρέθην εἰς ἀμηχανίαν· διότι βεβαίως, ἀμήχανος εἶναι ἡ θέ-
603σις ἐκείνου ὅστις ἵσταται μεταξὺ δύω καθηκόντων. Καὶ τῷ ὄντι,
604εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν, πρῶτον, διότι
605ὑπεσχέθην τὴν τοιαύτην συνδρομὴν, καὶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος,
606ἐντίμως πολιτευόμενος, δὲν ἠδυνάμην νὰ παραβῶ τὴν ὑπόσχεσιν,
607καὶ ν’ ἀρνηθῶ τὴν συνδρομὴν ἄνευ σπουδαιοτάτου λόγου· δεύ-
608τερον, διότι τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν θεωρῶ ὡς κεκλημένην νὰ
609ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τῆς μέχρι χθὲς ἀντιπολιτεύσεως, ἑπομένως
610δικαιουμένην ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἐμοῦ καὶ παρὰ πάντων τῶν ὁμο-
611φρόνων μου εἰλικρινῆ καὶ ἀποτελεσματικὴν ὑποστήριξιν. Ἰδοὺ
612τὸ ἓν καθῆκον. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος τούτου, ἵστατο,
613κύριοι, ἓν ἄλλο σοβαρὸν, ἱερὸν, ἴσως δὲ μάλιστα ἱερώτερον καὶ
614σοβαρώτερον τοῦ πρώτου. Τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ᾖναι
615ἀπολύτως ἐλεύθερον, ἀπηλλαγμένον οὐ μόνον πάσης καταδιώ-
616ξεως ἢ ἐξετάσεως τοῦ προσώπου τοῦ ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλοῦντος, ἀλλὰ
617καὶ πάσης κατακρίσεως ἢ ἀποδοκιμασίας τῶν ἰδεῶν, αἵτινες
618ἐκπέμπονται ἀπ’ αὐτοῦ. Ἕνα ἐχθρὸν ἔχουσιν αἱ ἰδέαι, αἱ ἀπὸ
619τῆς θέσεως ταύτης ἐκφερόμεναι, τὴν συζήτησιν, τὴν ἀνασκευὴν,
620τὴν ἀναίρεσιν, οὐχὶ δέ ποτε τὴν μομφὴν, ἢ ἀποδοκιμασίαν.
621Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ πεισθῇ τις περὶ τούτου, εἰμὴ νὰ
622ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια τῆς Εὐρώπης. Παντα-
623χοῦ θὰ ἀπαντήσῃ ἐν αὐτοῖς ἀντιπροσώπους, φανερὰ κεκηρυγμέ-
624νους ἐναντίον τοῦ ἐπικρατοῦντος πολιτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐν Ἀγ-
625γλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ κλπ. εὑ-
626ρίσκετε πολιτικοὺς οὐ μόνον δημοκράτας καὶ σοσιαλιστὰς, ἀλλὰ
627καὶ προσβάλλοντες καθαρὰ αὐτὴν ἔτι τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας·
628οὐδεὶς δέ ποτε διενοήθη νὰ στηλιτεύσῃ τὰς ἰδέας ταύτας, τὰς ἀ-
629νατρεπτικὰς τοῦ καθεστῶτος, τοῦ τε πολιτικοῦ καὶ τοῦ κοινωνι-
630κοῦ, διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας, ἀλλὰ πάντες τὰς ἀναιροῦσι διὰ τῆς
631συζητήσεως. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν ὁ κύριος Λομβάρδος ἐνδομύχως καὶ
632λελογισμένως ἐκήρυξεν ὅ,τι ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
633περὶ τῆς δημοκρατίας· πιστεύω μᾶλλον ὅτι παρεφέρθη ὑπὸ τῆς
634ῥύμης τοῦ λόγου εἰς σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε σκοπὸν
635ἴσως νὰ φθάσῃ. Ζωηρὸς, οἷος εἶναι ὁ κύριος Λομβάρδος, παρά-
636θερμος καὶ ὁρμητικὸς, ἀφίνει ἐνίοτε τὴν καρδίαν νὰ προτρέχῃ
637τῆς κρίσεως· καὶ ὅταν ἡ καρδία προτρέχῃ, ἐὰν μάλιστα τυγ-
638χάνῃ κοχλάζουσα ὑπὸ πάθους οἱουδήποτε, ἐμβάλλει εἰς τὸ
639στόμα τοῦ ῥήτορος λέξεις, φράσεις καὶ ἰδέας, τὰς ὁποίας
640ἀπαθῶς ἂν ἐβουλεύετο καὶ ὡμίλει, δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ, οὔτε
641ἐκφέρει. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, κύριοι, καὶ ἐὰν παραδεχθῶ-
642μεν ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξετύλιξεν ἓν δη-
643μοκρατικὸν πρόγραμμα, ἡ εὐθύνη καὶ ἡ δόξα τοῦ προγράμμα-
644τος τούτου εἰς αὐτὸν καὶ μόνον ἀνήκει· εἰς οὐδένα δ’ ἀπολύτως,
645μὴ ἀσπαζόμενον τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἢ οἱανδήποτε γνώμην
646ἔχοντα περὶ αὐτοῦ, δέδοται τὸ δικαίωμα νὰ στιγματίσῃ τὴν
647ἰδέαν ταύτην ἢ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπαγγέλλει, διὰ
648τῆς ἀποδοκιμασίας ἢ τῆς μομφῆς. Τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον δύνα-
649ται νὰ μεταχειρισθῇ κατὰ τῆς ἰδέας, εἶναι ἡ λογικὴ ἀναίρεσις,
650ἀπέναντι τῆς ὁποίας εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πρό-
651γραμμα δὲν δύναται νὰ σταθῇ. — Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ δεύτερον
652καθῆκον. Ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξω, μοὶ
653ἐζήτει νὰ παραβιάσω τὸ καθῆκον τοῦτο, ν’ ἀποδοκιμάσω, νὰ
654μεμφθῶ ἀρχὴν, ἰδέαν, τὴν ὁποίαν δὲν συμμεριζόμεθα, οὔτε αὐτὴ,
655οὔτε ἐγώ. Δέν μοι ἐζήτει νὰ τὴν ἀναιρέσω διὰ τῆς συζητήσεως,
656νὰ τὴν ἀποδείξω ψευδῆ, ἀλλὰ νὰ τὴν στιγματίσω καὶ διὰ τῆς
657στιγματίσεως τῆς ἰδέας νὰ στιγματίσω καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ
658ὁποῖον τὴν ἐξέφρασεν. Ἡ θυσία ἦτο μεγάλη, μεγίστη· μὴ γνω-
659ρίζων δὲ τί νὰ πράξω, ἤμην ἕτοιμος νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφο-
660ρίας.
661Χαίρω σήμερον, διότι ἡ Κυβέρνησις παρῄτησε τὴν πρότασιν
662ἐκείνην καὶ ὑπέβαλε νέαν, πολὺ ἀπέχουσαν τῆς πρώτης. Διὰ
663τῆς νέας ταύτης προτάσεως δὲν καταμέμφεται τὸ πρόσωπον
664τοῦ κ. Λομβάρδου, οὔτε στιγματίζεται ἡ ἰδέα καὶ τὸ φρόνημα
665αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαιοῦται καὶ ἀνακηρύσσεται τὸ ἀντίθετον φρό-
666νημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε καὶ παρὰ τῇ Βουλῇ καὶ παρὰ τῷ
667Ἔθνει. Ἡ σημερινὴ πρότασις εἶναι ἡ ἀναίρεσις τῶν ἰδεῶν καὶ
668τῶν λόγων τοῦ Λομβάρδου, ἀλλ’ ἀναίρεσις λογικὴ, κοινοβου-
669λευτικὴ, οὐδὲν πλέον. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπε, «δὲν διερμηνεύω
670μόνον τὸ ἴδιον ἐμοῦ φρόνημα, ἀλλὰ διερμηνεύω τὰ φρονήματα ὅ-
671λων τῶν ἀποχρώσεων τῆς τέως ἀντιπολιτεύσεως.» Ἡ Βουλὴ διὰ
672τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως ὅλων τῶν ἀποχρώσεων τῷ ἀπαντᾷ·
673«Τὸ φρόνημα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ὑπὲρ τῆς καθε-
674στώσης συνταγματικῆς μοναρχίας...»
675§45ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Μὴ λέγετε τοιαῦτα πράγματα· εἶναι ὑποθέσεις
676αὐτά· ὁ Λομβάρδος δὲν ὡμίλησε περὶ δημοκρατίας.
677§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Καταλαμβάνετε, κ. Λούντζη, ὅτι οὔτε μὲ τὰ
678αὐτιά σας ἀκούω, οὔτε μὲ τὴν κεφαλήν σας σκέπτομαι, ἀλλὰ
679μὲ τὰ αὐτιά μου ἀκούω καὶ μὲ τὴν κεφαλήν μου σκέπτομαι.
680§47ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σᾶς συγχαίρω καὶ διὰ τὰ αὐτιά σας καὶ διὰ
681τὴν κεφαλήν σας.
682§48ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ διὰ τὰ ἰδικά σας. Ὁ κ. Λομβάρδος
683ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπε προσέτι, ὅτι ἡ σημαία, τὴν ὁποίαν
684κρατεῖ εἰς τὰς χεῖρας, εἶναι σημαία τοῦ ἔθνους. Καὶ ἡ κυβέρ-
685νησις διὰ τῆς προτάσεώς της ζητεῖ νὰ κηρύξητε σεῖς ὅτι ὄχι
686μόνον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὸ φρόνημα, ἀλλὰ καὶ σύμ-
687παντος τοῦ ἔθνους ἡ σημαία εἶναι ὑπὲρ τῆς καθεστώσης μοναρ-
688χικῆς βασιλείας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν παντάπασι περὶ μομ-
689φῆς, δὲν πρόκειται παντάπασι περὶ ἀποδοκιμασίας· πρόκειται
690ἁπλῶς περὶ ἀναιρέσεως λογικῆς ἑνὸς προγράμματος, μιᾶς ἰ-
691δέας, μιᾶς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀνεκηρύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
692του. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεκηρύχθη ἡ δημοκρατικὴ
693ἀρχὴ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γίνεται ἡ ἀναίρεσις, καὶ διὰ
694τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς γίνεται ἡ ἐπίσημος κύρωσις τῆς ἀναι-
695ρέσεως αὐτῆς.
696§49ΝΕΓΚΑΣ. Κύριε Μίληση, ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Λομ-
697βάρδος τῆς θρησκευτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος...
698§50ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
699§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεσθε κατόπιν ἀπὸ τοῦ βήματος.
700§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ὑπὸ συζή-
701τησιν προτάσεως· τοῦτο σᾶς ζητεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ κηρύξητε,
702τίποτε περισσότερον. Εἶναι τοῦτο ἀντισυνταγματικόν; Καὶ
703ποῦ, κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἐμποδίζει τὴν ἐν εἰδικῇ περιπτώσει
704καθιέρωσιν καὶ ἀνακήρυξιν τῶν ἀρχῶν του ἐκ μέρους τῆς ἐθνι-
705κῆς ἀντιπροσωπείας; Εἶναι παραβίασις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λό-
706γου; Καὶ λοιπὸν ὁ κ. Λομβάρδος εἶχε τὴν ἐλευθερίαν νὰ κη-
707ρύξῃ μίαν ἀρχὴν, ἀντίθετον τοῦ καθεστῶτος, καὶ ἡμεῖς οἱ πε-
708ρισσότεροι, τὸ σύνολον σχεδὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχομεν τὴν ἐ-
709λευθερίαν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν τὴν παραδε-
710χόμεθα; Διὰ τὴν ἀνακήρυξιν δημοκρατικῶν ἀρχῶν ἀπόλυτος
711ἐλευθερία, καὶ διὰ τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν περιορισμός; Ἀλλό-
712κοτος ἐλευθερία τοῦ βήματος. Ἐπαναλαμβάνω, τίποτε περισ-
713σότερον δὲν εἶναι ἡ πρότασις, εἰμὴ τοῦτο καὶ μόνον, ἀναι-
714ροῦμεν μίαν ἀρχὴν, κηρυχθεῖσαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀπὸ
715τοῦ βήματος τούτου. Ἀρχὴν ἔθεσεν ὁ κ. Λομβάρδος, ἀρχὴν
716θέτει ἀντίθετον ἡ Βουλή. Τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔ-
717θνους ἠθέλησε νὰ διερμηνεύσῃ ὁ κ. Λομβάρδος, τὸ φρόνημα
718τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους θὰ διερμηνεύσουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ
719ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Δὲν θίγομεν τὸ πρό-
720σωπον τοῦ κ. Λομβάρδου, οὐ μόνον διότι δὲν ἔχομεν τοιοῦ-
721τον δικαίωμα, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ
722συγκαταβῇ μέχρις ἑνὸς προσώπου, ὅσον δήποτε εὐϋπόληπτον
723καὶ ἂν ᾖναι τοῦτο.
724Μίαν ἀντίῤῥησιν μοὶ ἔκαμόν τινες προηγουμένως. Δὲν ἀνε-
725κήρυξεν, εἶπον, ἀρχὰς δημοκρατικὰς ὁ κ. Λομβάρδος. Ἐὰν ἀνε-
726κήρυξεν ἢ ὄχι, σεῖς εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ κρίνητε, διότι σεῖς τὸν ἠκού-
727σατε. Ὁ κ. Λομβάρδος ὡμίλησε δημοσίᾳ εἰς ἐπήκοον ἡμῶν
728ἁπάντων, εἰς ἐπήκοον τοῦ ἀκροατηρίου· εἶναι λοιπὸν ἁπλῆ
729ἐκτίμησις γεγονότος, τὴν ὁποίαν θὰ κάμετε εἰς τὸ βάθος τῆς
730συνειδήσεώς σας. Ἀλλὰ καὶ ἂν τις ἐν ἡμῖν ὑπάρχῃ ὁ φρονῶν
731ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἀνεκήρυξε δημοκρατικὰς ἀρχὰς, διατὶ
732ταράττεσθε; Ἀγαθῇ τύχῃ, ἡ Βουλὴ πρὸς διασκέδασιν πάσης
733ἀμφιβολίας εὑρίσκει ἀφορμὴν, διὰ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ ὑπὲρ τῆς
734καθεστώσης πολιτικῆς τάξεως φρόνημά της. Τί εὑρίσκετε ἐν
735τούτῳ προσβλητικὸν, εἴτε τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς, εἴτε τοῦ
736χαρακτῆρος τοῦ κ. Λομβάρδου;
737Διὰ τοῦτο θέλω ψηφίσει μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως ὑπὲρ
738τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέβαλε σήμερον ἡ κυβέρνησις,
739διότι δι’ αὐτῆς ἀνοίγεται μία διέξοδος, ἵνα ἐξέλθωμεν τέλος
740πάντων ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀφόρητον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλ-
741θομεν. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ πα-
742ρατείνουν τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ
743τὴν ψηφίσωμεν ὅλοι δι’ ἀναστάσεως.
744§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
745§54ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
746§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀρκετὸν, κύριοι, καιρὸν ἀπωλέσαμεν εἰς τοιαύ-
747τας ἀκάρπους συζητήσεις, αἵτινες, πιστεύσατε, οὔτε ὑπὲρ τῶν
748δημοσίων συμφερόντων συντελοῦσιν, οὔτε τὸ ἀξίωμα τῆς Βου-
749λῆς ἀναβιβάζουσι. Παρακαλῶ λοιπὸν κατ’ ἐπανάληψιν, νὰ ψη-
750φισθῇ ἡ πρότασις ὁμοφώνως καὶ δι’ ἀναστάσεως.
751§56ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.
752§57ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε. Κατὰ τὴν τελευ-
753ταίαν Ἐθνοσυνέλευσιν, κύριοι, ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη εἶναι
754εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας σεβαστὴ, εἰς μίαν τῶν θορυβωδῶν ἐκεί-
755νων συνεδριάσεων εἶπεν, εἶμαι τυφλὸς καὶ δὲν βλέπω, ἐπεθύ-
756μουν νὰ ἤμην καὶ κωφὸς ἵνα μὴ ἀκούω. Ὡς Ἕλλην, κύριοι, ἐπε-
757θύμουν καὶ ἐγὼ, χωρὶς οὐδόλως νὰ παρομοιάσω τὸν ἑαυτόν μου
758πρὸς τὸν ἔνδοξον ἐκεῖνον ἄνδρα, νὰ ἤμην κωφὸς, ὅπως μὴ ἀ-
759κούσω ὅσα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας καὶ ἐντὸς τοῦ βουλευτη-
760ρίου τούτου καὶ ἐκτὸς ἐῤῥέθησαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον, κύριοι,
761νὰ φέρω πρότασιν, ἐὰν ἤμην βέβαιος ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη
762ἤθελε γείνει δεκτὴ, μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν
763πρόεδρον τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, ἤθελα φέρει πρότασιν
764ἀποδοκιμασίας ἐναντίον τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως.
765§58ΠΑΠΑΔΑΙΟΣ. Μπά!
766§59ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶναι γνώμη μου, κύριε Παπαδαῖε. Ἐνόμιζον,
767κύριοι, ὅτι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας χθὲς ἀπὸ τοῦ βή-
768ματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κύριος Λομβάρ-
769δος ἔδωκεν, ἡ προταθεῖσα πρότασις παρὰ τῆς κυβερνήσεως δὲν
770ἤθελεν ἔχει πλέον ὑπόστασιν. Ἀλλὰ τί εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ζα-
771κύνθου κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦ-
772τος πάταγος ἔγεινεν; ἱστορικῶς κατὰ τὴν κρίσιν του ἠθέλησε
773νὰ διερμηνεύσῃ τὸν γενικὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος· εἶπε δὲ
774ὅτι ὁ γενικὸς οὗτος χαρακτὴρ εἶναι τοιοῦτος, ὁποῖον αὐτὸς
775ἠθέλησε νὰ περιγράψῃ. Παραδέχομαι πληρέστατα τὴν γνώμην
776τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, κυρίου Δηλιγιάννη, ὅτι τὸ
777βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι βῆμα ἀκαδημαϊκὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπι-
778τρέπεται νὰ ἔρχεται πᾶς τις νὰ συζητῇ ἐπὶ παντοίων θεωριῶν·
779ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο τῆς Βουλῆς δὲν χρησιμεύει εἰς ἄλλο εἰμὴ
780εἰς συζήτησιν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας καὶ
781τῶν πολιτικῶν ἐκείνων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἄμεσον σχέσιν
782ἔχουσι πρὸς τὴν πολιτείαν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ βουλευτὴς Ζα-
783κύνθου παραγνωρίσας ἴσως, ἢ μᾶλλον, ἂν ὄχι παραγνωρίσας, κα-
784τὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου παρασυρθεὶς καὶ μεταβὰς εἰς ἄλλο πε-
785δίον, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν εἰς ἄλλην ἀνήκει
786ἕδραν, ἠθέλησε νὰ παρενείρῃ θεωρίας περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ χα-
787ρακτῆρος, τὰς ὁποίας ἡ μία μερὶς ἐν τῷ δικαίῳ της ἴσως ἐξε-
788μεταλλεύθη, ἡ δὲ ἄλλη μερὶς, τὸ λέγω μετὰ λύπης μου καὶ
789μετὰ λύπης μου μεγάλης, ἐκ δειλίας δεόντως δὲν ὑπερασπίσθη.
790§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχομεν δικαίωμα, κ. Λούντζη, νὰ ζητή-
791σωμεν νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἔκφρασίς σας.
792§61ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ἐὰν ἡ ἐκτίμησις αὕτη ᾖναι
793πεπλανημένη, θεωροῦμαι εὐτυχὴς, ὅτι ἐκ τοῦ λάθους αὐτοῦ,
794τὸ ὁποῖον ἔκαμα, δίδεται ἀφορμὴ, ὥστε νὰ μὴν ἀποδίδεται,
795κατὰ τοὺς λόγους σας, ἄδικος μομφὴ, ὅτι τὰς ῥήσεις αὐτὰς
796τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἡ μερίς σας ἐξεμεταλλεύθη.
797§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διετηρήσαμεν σιωπὴν μέχρι τοῦδε καὶ
798ἀταραξίαν ἐπὶ τὰς δύω ταύτας ἡμέρας τῆς συζητήσεως, χωρὶς
799νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν θέσιν σας, οὐδὲ νὰ σᾶς παρεμβάλλωμεν
800προσκόμματα, νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡμεῖς ἐξεμεταλλεύθημεν τοὺς
801λόγους τοῦ κ. Λομβάρδου.
802§63ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εὐχαρίστως ἀποδέχομαι, ὅτι ὑπέπεσα εἰς ἓν
803λάθος, καὶ αὐτὸ εἶναι νὰ ἐπηρεασθῶ ἐκ τῶν ἐκτὸς τοῦ βουλευ-
804τηρίου, κατὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Λομ-
805βάρδου, ὑπ’ ἀνθρώπων ἀνηκόντων εἰς τὴν μερίδα σας ἐν μέσῃ
806ἀγορᾷ λεχθέντων.
807§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διόλου δὲν εἶναι ἀληθές.
808§65ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τί ἄλλο θέλετε νὰ σᾶς εἴπω. Ἐὰν αὐτὴ ἡ
809γνώμη ᾖναι πεπλανημένη, τί καλλίτερον ἀπὸ τοῦ νὰ δοθῇ μία
810ἀφορμὴ, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐνόμιζον λοιπὸν, ὅτι,
811μετὰ τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν, τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὑπὸ τοῦ
812ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Λομβάρδου προστεθέντα, ἡ πρότασις
813αὕτη οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ὑπόστασιν, ὅτε ὁ κύριος Λομβάρδος,
814βουλευτὴς Ζακύνθου, ῥητῶς ἐξήγησε τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων ἐ-
815κείνων χωρὶς ποσῶς τὸ γράμμα τῶν λόγων ἐκείνων νὰ μετα-
816βάλῃ, ὅταν σαφῶς ἐξέθεσεν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἐνόει, πᾶν ἄλλο
817εἶχεν εἰς τὸν νοῦν του εἰμὴ νὰ προσβάλῃ τὰ καθεστῶτα, καὶ
818νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ μόνον δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι πολίτευμα εἶ-
819ναι ἡ δημοκρατία. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἡ κυβέρνησις ἐμμένει
820εἰς τὴν πρότασιν ταύτην· ἡ δὲ πρότασις αὕτη, κατ’ ἐμὴν γνώ-
821μην, βασίζεται ἐπὶ μιᾶς καθαρᾶς συκοφαντίας....
822§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Βουλὴ
823εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποῤῥίψῃ αὐτήν.
824§67ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Συκοφαντία δὲν
825εἶναι, εἶναι κρίσις.
826§68ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς, ἐν ᾧ δὲν εἶμαι πολὺ
827δυνατὸς εἰς τὸ βῆμα, νὰ ἔχω τοσαύτας ἀντιῤῥήσεις.
828§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ κυβέρ-
829νησις ὑπέβαλε μίαν πρότασιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς,
830διότι οὕτως νομίζει, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτῆς πρός
831τε τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Βασιλείαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ,
832ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι πρότασις στηριζομένη, οὔτε εἰς
833τὸ Σύνταγμα, οὔτε εἰς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, εἶναι ἁρ-
834μοδία νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, καὶ ἡ κυβέρνησις ἐπίσης νὰ σκεφθῇ
835περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως
836ταύτης.
837§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, ἥτις,
838ἀφ’ οὗ ὁ κύριος Λομβάρδος τὴν ἀνήρεσε, δὲν ὑφίσταται.
839§71ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, ἥτις, ἀφ’ οὗ
840ὁ κύριος Λομβάρδος τὴν ἀνήρεσε, δὲν ὑφίσταται. Λοιπὸν ἐπὶ
841τίνος θὰ ψηφίσωμεν; Εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις ἢ ἁπλῶς
842Κοινοβούλιον ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ; Πρόκειται τάχα νὰ
843ψηφίσωμεν ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότερον πολίτευμα διὰ τὴν
844Ἑλλάδα; πρόκειται τάχα νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ βασιλείας ἢ δη-
845μοκρατίας; Δὲν διαφεύγομεν τὰ ὅρια, αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν
846τῆς Βουλῆς; Περὶ τίνος νὰ ψηφίσωμεν; Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ,
847ἀποκρούει τὰ παρὰ τοῦ Λομβάρδου λεχθέντα, ὑπὲρ τίνος θὰ
848ψηφίσωμεν; ὑπὲρ τῆς βασιλείας· ἂν ψηφίσῃ τις κατὰ τῆς προ-
849τάσεως τοῦ ὑπουργείου, θὰ εἴπῃ τότε ὅτι θέλει τὴν δημοκρα-
850τίαν. Τί θὰ ψηφίσωμεν λοιπόν; Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ
851ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως αὐτῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ ψη-
852φίσω κατὰ, διότι εἶναι μία μομφὴ, ἡ ὁποία δίδεται κατὰ τοῦ
853βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὴν
854ἀποκρούω, ὄχι διότι ὁ κύριος Λομβάρδος εἶναι συνάδελφός μου,
855ἀλλὰ διότι ἐν τῇ συνειδήσει μου, ἐν τῇ πεποιθήσει μου τὴν
856θεωρῶ ἄδικον. Ποίαν λοιπὸν ἔννοιαν θὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος; ἡ κατὰ
857τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου ψῆφος θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ μερὶς
858αὐτὴ, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἔδωκε ψῆφον
859κατὰ τῆς προτάσεως τῆς κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι δημοκρατική.
860Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὴν ἔννοιαν αὐτῆς τῆς προτάσεως, καὶ αὐτὸ
861ἴσα, ἴσα, ἰσχυρίζομαι, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκα-
862μεν ὁ κύριος Λομβάρδος χθὲς ἐδῶ, ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως
863δὲν ἔχει κᾀμμίαν ἔννοιαν. Τί περισσότερα περιμένετε νὰ σᾶς
864εἴπῃ ὁ κύριος Λομβάρδος; Εἶναι ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσω ἐγὼ
865τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Λομβάρδον; νὰ ἔλθω νὰ κάμω ἀπὸ
866τοῦ βήματος τούτου τὸν πανηγυρικόν του, καὶ νὰ ἀποδείξω
867διὰ τῆς ἱστορίας ὁλοκλήρου τοῦ παρελθόντος, ὁποῖα τὰ φρονή-
868ματά του; Ἀλλὰ σεῖς, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὅστις συνεπρά-
869ξατε μετ’ αὐτοῦ, ὅστις πολὺ καλὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅταν οἱ πλη-
870ρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου συνηθροίσθησαν εἰς Ζάκυνθον καὶ μετὰ
871ταῦτα ὡς μέγας ὄγκος κατέπεσον ἐντὸς τῆς τότε Ἐθνοσυνελεύ-
872σεως, ὅπως θέσωσι τέρμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως
873ἐκείνης καὶ παγιώσωσι τὸν συνταγματικὸν θρόνον τοῦ βασιλέως
874Γεωργίου, εἴπατε, λέγω, σεῖς ποίας ἀρχὰς οἱ πληρεξούσιοι ἐκεῖνοι
875ἐκήρυξαν; Ὁ κ. Λομβάρδος ποῖον ψήφισμα τῆς ἑνώσεως ἐψήφισε;
876Καὶ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἥνωσε τὴν Ἑπτάνησον μετὰ
877τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ ποίους ὅρους ἐψηφίσθη; Δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τὸ
878σκῆπτρον τοῦ συνταγματικοῦ βασιλέως Γεωργίου; Ποῦ εὑρί-
879σκεται λοιπὸν αὐτὸ τὸ φάσμα τῆς δημοκρατίας; Εἶπον ὅτι ἤ-
880θελον νὰ θέσω ζήτημα ἀποδοκιμασίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως,
881διότι διϊσχυρίζομαι, ὅτι ἡ κυβέρνησις κακῶς ἐπολιτεύθη, θέσασα
882ἀντιμέτωπον ἑνὸς ἀτόμου αὐτὴν τὴν βασιλείαν.
883§72ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀπατᾶσθε, ἡ
884κυβέρνησις φέρει τὴν εὐθύνην· δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ φέρετε
885εἰς τὸ μέσον τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως.
886§73ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀφήσατε τὰς περὶ φιλοβασιλι-
887κῶν αἰσθημάτων διαμαρτυρήσεις σας, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν
888εἶναι φιλοβασιλικός· τὸ τίς δὲ περισσότερον τοῦ ἄλλου, ἡ ἱστο-
889ρία ἑνὸς ἑκάστου δύναται νὰ τὸ ἀποδείξῃ· ἧττον δὲ παντὸς ἄλ-
890λου ἔχω ἀνάγκην ἐγὼ νὰ κάμω ἐπίδειξιν τῶν τοιούτων αἰσθη-
891μάτων μου. Ἀποδοκιμάζω λοιπὸν τὴν κυβέρνησιν.
892§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κάμετε
893πρότασιν.
894§75ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τί ὠφελεῖ, εἶμαι μόνος μου· ὀφείλω ὅμως νὰ
895ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
896Ἔχω δὲ καθῆκον νὰ δηλώσω διατί θέλω ψηφίσει κατὰ τῆς
897προτάσεως, καθόσον ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως αὐτῆς δύναται
898νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ φρονήματά μου τὰ πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι
899τὰ αὐτὰ πρὸς τὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος
900κάθε ἄλλο εἶναι παρὰ δημοκράτης. Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσ-
901θέσω, διότι βλέπω ὅτι οἱ λόγοι μου φέρουσι κάπως ταραχήν.
902§76ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, πολλὰ ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βή-
903ματος τούτου, τὸ ζήτημα σχεδὸν τὸ θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἐξηντλη-
904μένον, μεθ’ ὅσα χθὲς ὡμίλησα καὶ σήμερον λίαν εὐγλώττως ὑ-
905πεστήριξεν ὁ κ. Κοντογούρης. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι, ὅ,τι ὑπε-
906στήριξεν, ἐν μέρει εἶναι ὀρθὸν, διότι ἡ ἀπόκρουσις τῶν ἰδεῶν δὲν
907εἶναι τιμωρία, ἀλλ’ ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἐπι-
908κρατεῖ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ἡ ἀποδοκιμασία εἶναι τιμωρία, τὴν
909ὁποίαν δὲν ἔχει δικαίωμα, δι’ οὓς ἀνέφερα λόγους, νὰ κάμῃ ἡ
910Βουλὴ πρὸς οὐδὲν μέλος αὐτῆς· μολαταῦτα μᾶς θέτετε εἰς μίαν
911διλημματικὴν θέσιν διὰ τῆς προτάσεώς σας. Δὲν θέλω νὰ ὑπο-
912στηρίζω καὶ πάλιν ὅσα ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπεν, ὅτι τοῦ
913ἀποδίδετε· τοῦτο εἶναι γεγονὸς παραδεδεγμένον παρ’ ὅλων τῶν
914ἐξευγενισμένων λαῶν καὶ ἀνθρώπων· διότι εἰς ὅσα εἶπέ τις καὶ
915τὰ ὁποῖα ἤθελον θεωρηθῆ προσβλητικὰ, ἅμα δώσῃ τις κατόπιν
916τὴν ἑρμηνείαν εἰς ἄτομον, εἴτε εἰς σῶμα, ἡ ἱκανοποίησις εἶναι
917πλήρης. Ὅταν τις εἰπῇ, κακῶς ἐξελάβατε τοὺς λόγους μου καὶ
918παραπονεῖσθε ἐναντίον μου, ἐγὼ δὲν εἶπόν τι μὲ αὐτὸν τὸν
919σκοπόν· ἂν νομίζετε ὅτι εἶπόν τι, τὸ πέρνω ὀπίσω, καὶ ἑπομέ-
920νως σᾶς δίδω τὴν ἱκανοποίησιν, καὶ τὸ ἄτομον εἶναι ἱκανοποιη-
921μένον. Τί ζητεῖτε λοιπὸν ἤδη μετὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἐπίση-
922μον, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμεν ὁ κ. Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος,
923μετὰ τὴν ῥητὴν δήλωσιν καὶ τῶν πολιτικῶν του φρονημάτων
924καὶ τῶν πολιτικῶν του ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας περιεῖχε ἡ πρώτη
925αὐτοῦ ὁμιλία; Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν· καὶ ᾐσθάνθητε καὶ
926ὑμεῖς, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς τὸ ἄδικον, διότι 80 βήματα πρὸς τὰ
927ὀπίσω ἐφέρατε τὴν πρότασιν τὴν χθεσινὴν, ζητοῦντες σήμερον
928μόνον τὴν ἀπόκρουσιν τῶν λόγων τοῦ Λομβάρδου.
929Ἀλλ’ ἡ πρότασίς σας, ὡς ὑποβάλλεται, εἶναι δυνατὸν νὰ ψη-
930φοφορηθῇ; οὐχί· πρέπει τοὐλάχιστον νὰ διαιρεθῇ. «Ἡ Βουλὴ,
931πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ
932ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης συνταγματικῆς μοναρχίας, δηλοῖ,
933ὅτι ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 λήγοντος περὶ
934δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρ-
935δου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Σᾶς ἐρωτῶ
936εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ πρότασις, αὐτοτελὴς ὡς ἔχει, νὰ ψηφοφο-
937ρηθῇ; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι δημοκράτης, τὸ γνωρίζετε ὅλοι
938ὑμεῖς, σᾶς τὸ εἶπον· φέρετέ μοι πρότασιν ν’ ἀποκρούσω ἰδέας
939περὶ δημοκρατίας, καὶ θὰ τὰς ἀποκρούσω· ἀλλ’ ἂν μοὶ εἴπητε,
940ὅτι ὁ Λομβάρδος εἶπε περὶ δημοκρατίας τι, θέλω σᾶς εἴπει, ὄχι
941δὲν εἶπε. Πῶς θὰ ψηφοφορήσω λοιπόν; Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζω-
942χιοῦ εἶναι ὀρθοτέρα καὶ γενικωτέρα. Ἂν ἐπιμείνῃ τὸ ὑπουργεῖον,
943νὰ διαιρεθῇ ἡ πρότασις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποκρούει πᾶσαν περὶ δημο-
944κρατίας ἰδέαν ἐκφραζομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τότε
945εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ θὰ εἴπωμεν ναί· ὅτε δὲ ἔλθῃ τὸ ἕτερον,
946ὁ Λομβάρδος ὑπεστήριξεν ἰδέαν περὶ δημοκρατίας, ἡμεῖς θὰ εἴπω-
947μεν ὄχι. Εἶμαι κατὰ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν· λέγω ὅμως,
948ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ὡμίλησεν ὑπὲρ δημοκρατίας. Διὰ τί
949λοιπὸν θέτετε ἡμᾶς εἰς δύσκολον θέσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δεχό-
950μεθα τὴν δημοκρατίαν, ψηφίζοντες κατὰ τῆς προτάσεως; Ἀλλὰ,
951μᾶς λέγουν, ὁ κ. Λομβάρδος ὡμίλησε περὶ δημοκρατίας. Τοῦτο
952ὁμοιάζει πρὸς ἐκείνην τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλοῦντο
953ἄλλοτε οἱ Τοῦρκοι· «Μοῦ ἔβρυσες τὴν πίστι.»
954Ὀφείλετε λοιπὸν, κύριοι, νὰ χωρίσετε τὸ ζήτημα, ἄλλως
955παραβιάζετε τὸν κανονισμόν· διότι περιπεπλεγμένην πρότασιν
956ὅταν φέρετε εἰς ψηφοφορίαν, πᾶς βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα
957νὰ ζητήσῃ τὸν χωρισμὸν αὐτῆς, καθόσον δὲν δύνασθε σεῖς νὰ
958πιέσητε καὶ νὰ παραβιάσητε τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν.
959Χωρίσατε τὴν πρότασίν σας· εἴπατε, «ἀποκρούει ἡ Βουλὴ τὰς
960δημοκρατικὰς ἰδέας; εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· ὕστερον τὸ ζήτημα,
961ὡμίλησεν ὁ κ. Λομβάρδος περὶ δημοκρατίας; ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν
962ὄχι· καὶ τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος. Προτείνω λοιπὸν τὸν χωρισμὸν τῆς
963προτάσεως, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν. Ἀδιάφορον,
964ἂν δὲν ἔχωμεν τὴν πλειοψηφίαν, τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τοῦ
965κανονισμοῦ. Ὅλοι εἴμεθα κατὰ τῆς δημοκρατίας, καὶ εἰς τοῦτο
966εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλ’ ἡμεῖς πιστεύομεν ἔτι ὅτι δὲν εἶπεν ὁ κ.
967Λομβάρδος τι κατὰ τοῦ ὑπάρχοντος πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶπεν,
968ἂν δὲν τὸν σπρώξετε, ὅτι εἶναι καὶ θὰ ᾖναι ὑπὲρ τοῦ Συντάγ-
969ματος καὶ τοῦ βασιλέως Γεωργίου καὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ.
970§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Δὲν θ’ ἀπαν-
971τήσω εἰς ὅσα οἱ κατὰ τῆς προτάσεως ἀγορεύσαντες ἐξέθεσαν ἐν-
972τεῦθεν, διότι ἡ κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ
973εἰς τοιαύτην συζήτησιν καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν διαστάσεις, τὰς
974ὁποίας ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν· θὰ κάμω μόνον τὴν
975παρατήρησιν εἰς τὸν πρὸ ὀλίγου καταβάντα τοῦ βήματος ὡς
976πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ διαιρέσεως τῆς ὑπὸ
977συζήτησιν προτάσεως. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν
978στηρίζεται εἰς τὸν κανονισμόν, διότι δὲν συζητοῦμεν περὶ μιᾶς
979ἀφῃρημένης ἰδέας, ὅτι δηλονότι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται ἢ ἀπο-
980κρούει τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας· σήμερον ἡ συζήτησις περιστρέ-
981φεται εἰς ζήτημα συγκεκριμένον, ὅπερ ἔλαβεν ὕπαρξιν ἐκ τῆς
982ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου. Εἶναι ἤδη
983τινὲς ἐκ τῶν ἡμετέρων συναδέλφων φρονοῦντες, ὅτι ὁ κ. Λομ-
984βάρδος δὲν ἐξέθηκεν ἐντεῦθεν ἰδέας δημοκρατικάς, οὔτε ὑπε-
985στήριξε τοιαύτην τινὰ θεωρίαν· ἀλλὰ τοῦτο θὰ τὸ ἀποφασίσῃ
986ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς. Εἰ μὲν τῳόντι ὁ κ. Λομβάρδος
987παρεσύρθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν μακρὰν ἀγόρευσίν του εἰς τὸ
988νὰ ἐκφράσῃ ἰδέας ἀντικειμένας εἰς τὸ καθεστώς, ἡ Βουλὴ ὀ-
989φείλει νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὰς ἰδέας του ἐκείνας· ἂν δὲ ἀπ’ ἐναν-
990τίας ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔπραξε τὸ τοιοῦτον, ὀφείλει ἡ Βουλὴ
991νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην, ἀποῤῥίπτουσα τὴν ὑπὸ συ-
992ζήτησιν πρότασιν. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Καλα-
993βρύτων περὶ διαιρέσεως τῆς προτάσεως εἶναι ἀπαράδεκτος, διό-
994τι συζητοῦμεν ἀντικείμενα ὡρισμένα, ἀντικείμενα συγκεκριμένα
995καὶ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἀποκρούῃ ἢ μὴ τὰς
996ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐξεφέρθησαν περὶ δημοκρατίας· διότι ἂν ὁ
997κύριος Λομβάρδος δὲν ἐξέφερε τοιαύτας ἰδέας, ὅλη αὐτὴ ἡ
998συζήτησις, ἡ ὁποία πρὸ δύω ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον,
999ἤθελεν εἶσθαι ματαία ἐντελῶς καὶ ὅλως ἀφῃρημένη, ἡ δὲ Βου-
1000λὴ δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ καταναλίσκῃ τὸν καιρόν της εἰς
1001συζητήσεις ἀφῃρημένας καὶ θεωρητικὰς περὶ δημοκρατικῶν ἰδεῶν.
1002Ἡ κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν
1003ἀπὸ χθὲς, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἰδεῶν, ἃς ὁ κ. Λομβάρδος
1004ἐξήνεγκε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν εἶναι δὲ ἀλη-
1005θὲς ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐτροποποίησε τὴν χθεσινὴν πρότασίν της,
1006διότι οὔτε ἡ χθεσινὴ πρότασις, οὔτε ἡ σήμερον ὑποβληθεῖσα
1007ἔχει τὸν σκοπὸν προσωπικῆς μομφῆς κατὰ τοῦ κυρίου Λομ-
1008βάρδου· καθόσον ἡ κυβέρνησις οὔτε συμφέρον ἔχει, οὔτε διά-
1009θεσιν, οὔτε λόγον ἄλλον νὰ μεμφθῇ τὸν κ. Λομβάρδον. Ἡ
1010κυβέρνησις ἀποκρούει ἢ ἀποδοκιμάζει, ἀδιάφορον ὅπως θέλετε,
1011τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Λομβάρδος ὑπεστήριξε περὶ δημο-
1012κρατίας, καὶ ἔφερε τὴν σημερινὴν ἀντὶ τῆς χθεσινῆς προτάσεως,
1013ὅπως καταλληλότερον ἐκφράσῃ τὸ φρόνημά της ἡ Βουλὴ διὰ
1014τῆς ἀποκρούσεως τοιούτων ἰδεῶν περὶ δημοκρατίας, ἂν πράγ-
1015ματι δὲν συμμερίζεται αὐτάς, ὅπως δὲν τὰς συμμερίζεται καὶ
1016ἡ κυβέρνησις καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος.
1017§78Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί....
1018§79ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πρῶτον νὰ κη-
1019ρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως.
1020§80ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τῆς θέσεως
1021τοῦ ζητήματος.
1022§81ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμιλήσατε τρεῖς φορὰς ἐπ’ αὐτῆς τῆς
1023προτάσεως, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε ἐκ νέου.
1024§82ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
1025§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις, κύριοι, κηρύσσεται περαιωμένη.
1026§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ἡ λογικὴ πάντοτε εἶ-
1027ναι μία καὶ ἡ αὐτή. Ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ σᾶς λέγει,
1028πῶς θὰ διαιρέσητε τὴν πρότασιν; Δὲν ἠμπορεῖτε, εἶναι ἀχώ-
1029ριστος. Πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ ἡ Βουλὴ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας,
1030ἃς ἐξέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, μᾶς λέγουν. Μὰ ἡμεῖς συζητῶμεν
1031δύω ἡμέρας, ὅτι δὲν ἐξεφράσαμεν τοῦτο.
1032§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποῤῥίψατε τὴν πρότασιν.
1033§86ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ τότε μᾶς θέτετε εἰς τὸ ἀκόλουθον δί-
1034λημμα· οἱ παραδεχόμενοι τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας
1035ἐξέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, λέγουν ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
1036γουσιν ὄχι. Ἡμεῖς ὅμως λέγομεν, ὅτι δὲν ἐξέφερε τοιαύτας ἰδέας·
1037τί θὰ ψηφοφορήσωμεν;
1038§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
1039§88ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ψηφοφορή-
1040σωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀπω-
1041τέρα· ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὰς ἰδέας τὰς δημοκρατικάς, διότι
1042εἴμεθα ἅπαντες ὀπαδοὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἔρ-
1043χεται κατόπιν τὸ ζήτημα, ὁ κ. Λομβάρδος κατὰ τὴν προχθε-
1044σινὴν συνεδρίασιν ἐξέφρασε δημοκρατικὰς ἰδέας, ναὶ ἢ ὄχι;
1045Ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν ὄχι. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς στενοχωρή-
1046σητε νὰ ψηφοφορήσωμεν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐξέφρασε δημο-
1047κρατικὰς ἰδέας, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασίς σας.
1048§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι εἶναι καὶ συκοφαν-
1049τία κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου.
1050§90ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις λέγει· «Ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύ-
1051ουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς κα-
1052θεστώσης συνταγματικῆς Βασιλείας, δηλοῖ τὰ αἰσθήματά της.»
1053Ἕως ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι· εἶτα λέγει, «ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν
1054συνεδρίασιν τῆς 25 λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λομβάρδου
1055καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς
1056τοῦτο λέγομεν ὄχι, δὲν εἶπε περὶ δημοκρατίας. Πῶς λοιπὸν θὰ
1057ψηφίσωμεν; Μᾶς θέτετε εἰς προβληματικὴν θέσιν, ψηφίζοντες
1058ὄχι, νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας.
1059§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐννοοῦμεν αὐτό.
1060§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ λέγει ἡ πρότασίς σας· ὁ δὲ κανονισμὸς
1061τί λέγει; «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγ-
1062γέλλεται παρὰ τοῦ προέδρου, ὅταν ζητῆται παρ’ ἑνὸς τῶν βου-
1063λευτῶν, δύναται δὲ νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν....
1064§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σύνθετος.
1065§94ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. «Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν
1066ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή.» Εἴπατέ μοι λογικῶς· μᾶς λέ-
1067γετε, ὁ Λομβάρδος εἶπε δημοκρατικὰς ἰδέας καὶ πρέπει νὰ τὸν
1068ἀποκρούσωμεν, ἐγὼ ὅμως λέγω ὄχι. Ἀλλὰ συνάμα τί μᾶς λέγε-
1069τε; ὅτι, ἂν κηρυχθῶ ὑπὲρ τοῦ Λομβάρδου, εἶμαι ὑπὲρ τῶν δη-
1070μοκρατικῶν ἰδεῶν.
1071§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν αὐτό.
1072§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ εἶναι ὀρθοτέρα.
1073«Ἡ Βουλὴ, νομίζουσα πεπλανημένην διανοίας χίμαιραν πᾶσαν
1074περὶ δημοκρατίας ἰδέαν, καὶ εἰς τὰ λεχθέντα ἀρκουμένη, μετα-
1075βαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν πρό-
1076τασιν ταύτην, ψηφίζομεν, κύριοι, σύμφωνα πρὸς τὰ αἰσθήματά
1077μας· ἐὰν δὲ τὴν ἑτέραν, ὡς ἔχει, μᾶς θέτετε εἰς προβληματικὴν
1078θέσιν, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, ἀλλ’ οὔτε
1079πιστεύομεν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ὡμίλησε περὶ δημοκρατίας.
1080§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Κα-
1081λαβρύτων πλανᾶται· ἡ κυβέρνησις ἔφερε πρότασιν ὡρισμένην,
1082διὰ τῆς ὁποίας ἐπικαλεῖται τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀπο-
1083κρούσῃ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης δευ-
1084τέρας περὶ δημοκρατίας ὑπό τινος τῶν συναδέλφων ἡμῶν. Ἂν ἡ
1085Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι τοιαῦτα τινὰ ἐῤῥέθησαν κατὰ τὴν συνεδρία-
1086σιν ἐκείνην ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου, καὶ ἑπομένως ὅτι
1087δὲν τὰ συμμερίζεται, ὀφείλει νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν. Ἀλλ’
1088ἂν ἦναι τινὲς, ὡς ὁ κ. Πετμεζᾶς καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἐντίμων
1089συναδέλφων μας, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν
1090ἐξέφερεν ἰδέας δημοκρατικάς, ἔχουσιν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ
1091καταψηφίσωσι τὴν πρότασιν, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι
1092ὑποστηρίζουσιν ἰδέας δημοκρατικάς. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν
1093νομίζω, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ καὶ ἀνω-
1094φελής.
1095§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν· ἡ πρότασις ἔχει
1096ὡς ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς
1097καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς καθεστώσης συνταγματι-
1098κῆς Μοναρχίας, δηλοῖ, ὅτι ἀποκρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν
1099τῆς 25 λήγοντος περὶ δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευ-
1100τοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
1101διάταξιν.»
1102§99ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. (ὑπὲρ τοὺς δέκα καὶ πέντε). Δι’ ὀνο-
1103μαστικῆς κλήσεως.
1104§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ
1105μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
1106§101ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία, λέγω
1107ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα ἐν τῇ
1108συνεδριάσει τῆς χθὲς νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐντολῇ μου δὲν ὑπάρ-
1109χει ἐξουσία νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ τῆς προτάσεως, θέλω ἀρνηθῆ
1110ψῆφον.
1111§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν
1112πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
1113Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατὰ τὸ
1114ἑπόμενον πρωτόκολλον.
1115Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν
1116Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
1117Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἑξῆς θέμα· «ἡ Βουλὴ, πιστῶς διερμη-
1118νεύουσα τὸ φρόνημα ἑαυτῆς καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ὑπὲρ
1119τῆς καθεστώσης συνταγματικῆς Μοναρχίας, δηλοῖ, ὅτι ἀπο-
1120κρούει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 λήγοντος περὶ δη-
1121μοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου Κ. Λομ-
1122βάρδου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,» ναὶ ἢ ὄχι;
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1123Κωνστ. Θεοδώρου Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν
1124Α. Μιχαλόπουλος Ἰω. Καπιτσίνης Ν
1125Σπυρ. Λογιωτατίδης Ν Γ. Μίλησης Ν
1126Ἰω. Κυριακὸς Ν Ἰω. Ζέρβας
1127Μ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Δ. Βουλπιώτης Ν
1128Νικόλ. Α. Μαυροκορδάτος Ν Κ. Γιολδάσης
1129Νικόλ. Δ. Τσώκρης Ν Δ. Δημητριάδης ἀρνεῖται
1130Ἀνδρ. Δανόπουλος Ν Τ. Κουτρουβέλης Ν
1131Λεων. Βούλγαρης Κωνστ. Λομβάρδος
1132Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Νικόλ. Ε. Λούντζης Ο
1133Σκαρλ. Σοῦτσος Ν Διον. Κολλυβᾶς Ο
1134Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἰω. Νέγκας Ο
1135Στυλ. Κολιάτσος Ν Ἀνδρ. Γαΐτας ΦωσκάρδηςΟ
1136Περικλῆς Πετράκης Ν Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
1137Δημ. Ῥάλλης Ο Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν
1138Ἀθ. Ἴσκος Ν Χρ. Στεριόπουλος
1139Κ. Στράτος Ν Αὐγερ. Πετραλιᾶς Ν
1140Δημήτριος Γρίβας Ν Θ. Δαραλέξης Ν
1141Γ. Γεροθανάσης Ν Λ. Κατσίνας
1142Χρ. Κατσικογιάννης Ν Ἀναγν. Δημητρίου Ν
1143Γ. Πλαπούτας Ν Δημ. Κλίμακας Ν
1144Θ. Δηλιγιάννης ἀρνεῖταιἈντ. Λαγκαδᾶς
1145Β. Κ. Νικολόπουλος Ν Γερ. Βαλλιάνος Ν
1146Ἰω. Α. Δεληγιάννης Ἀριστομένης Βαλέττας Ν
1147Γ. Λαδόπουλος ἀρνεῖταιΒαρβάριγος Πήλλικας
1148Ἀντ. Α. Ἀντωνόπουλος ἀρνεῖταιΕὐστ. Πεταλλᾶς Ν
1149Κ. Κοσσονάκος Ο Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
1150Λεων. Πετροπουλάκης Ν Θρ. Α. Ζαΐμης Ν
1151Ἰω. Γ. Ἀνδρίτσου Ν Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος Ο
1152Ἰω. Σαφάκας Ν Ἀθαν. Π. Πετιμεζᾶς Ο
1153Ἀριστομ. Λιδωρίκης Ν Γεώργ. Κ. Παπαδαῖος Ν
1154Περ. Μαυρομιχάλης Ν Κ. Κρίσπης Ν
1155Κωνστ. Φλέσσας Ν Ν. Φαρμάκης Ν
1156Σταῦρος Οἰκονομόπουλος Ν Ν. Καναβός Ν
1157Ἰω. Τζιώτης ἀρνεῖταιΜ. Βότσαρης Ν
1158Γ. Καραβᾶς Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν
1159Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Π. Ἰατροῦ
1160Κωνστ. Π. Οἰκονόμου Ν Ἀλ. Πετσάλης ἀρνεῖται
1161Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ν Ἐπαμ. Βιρβίλης Ν
1162Ἰω. Ἀντωνιάδης Ν Δημ. Σαράβας
1163Ν. Βασιλάκης τοῦ Ἡλιοῦ Ο Π. Λεωτσάκος Ν
1164Ἀθαν. Παραμυθιώτης Ν Ἰω. Μαυρομιχάλης
1165Δημ. Λοράνδος Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης Ν
1166Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Χ. Κανελλόπουλος Ν
1167Ἰω. Ν. Δεληγιάννης Ν Ἀντ. Οἰκονομόπουλος Ν
1168Ἰω. Ἰωάννου Ν Ἀγαμ. Χριστόπουλος Ν
1169Γεώργ. Κούστας Ν Πολ. Κωσταντᾶς Ν
1170Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν Ἀναστ. Τρύφωνος Ν
1171Νικόλ. Μηλλιαρέσης Θεόδ. Ῥωμαῖος Ο
1172Μ. Ἰγγλέσης Μιχ. Χαριτάτος Ν
1173Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΝ Ὄθ. Πυλλαρινός
1174Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Διον. Δελλαπόρτας Ν
1175Κοσμ. Πανάρετος Ο Γ. Κάγκας Ν
1176Ἀναστ. Βαρβαρίγος Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
1177Δημ. Ῥαπτάκης Π. Τζαμάλας Ν
1178Θ. Θερμογιάννης Ν Λ. Καραλίβανος ἀρνεῖται
1179Δ. Σαῤῥηγιάννης Θ. Κανακάρης Ν
1180Κ. Κατσικόπουλος Ν Ἀρ. Μπουκαούρης
1181Γ. Βακαλόπουλος Ν Ἀρ. Κοντογούρης Ο
1182Ν. Λεώπουλος Ν Π. Χαλικιόπουλος Ν
1183Ἰω. Βαλασόπουλος Ν Εὐστ. Ἡλιόπουλος Ν
1184Λεων. Μαυρομιχάλης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
1185Νικήτ. Βαρβιτσιώτης ἀρνεῖταιἈθ. Μισυρλῆς
1186Ἀναστ. Κορφιωτάκης Δημ. Τριγγέτας Ν
1187Ἀντ. Γεωργαντᾶς Ν Γ. Κόκκινος Ν
1188Γ. Λάπας Ν Γ. Δελλαπόρτας Ν
1189Σπ. Βαλαωρίτης Ν Ἰω. Δεστούνης Ν
1190Ἄγγ. Φ. Καλκάνης Ν Ἰω. Δουλίδης Ν
1191Ἰωάν. Σ. Χαλκιᾶς Ο Κ. Ἐπιφανίου
1192Ἀρ. Ῥούκης Ν Δ. Ι. Κουνουπιώτης
1193Ἀλ. Παπαλουκᾶς Ν Ἀνδρ. Μανοῦσος Ν
1194Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ν Δημ. Χρηστίδης
1195Χρ. Χρηστόπουλος Ν Ν. Σοῦτσος Ν
1196Φίλιππος Βάρβογλης Ν Κ. Πλατύς
1197Ἀριστείδης Σακελλαρόπουλος Ν Γ. Μπούμπουλης ἀρνεῖται
1198Δημ. Ζέγγελης Ἰω. Ζαλλιώνης Ν
1199Ἡλ. Φλέσσας Ν Δ. Δρόσος Ν
1200Βασίλ. Μπούντουνας Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
1201Ἀλέξ. Βάσσος Ν Γ. Γεωργακόπουλος
1202Γ. Μαλέας Ν Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
1203Σπυρ. Ζερβός Ν Σ. Σωτηρόπουλος Ν
1204Γερ. Ζωχιός Ο
1205Νικ. Παγκράτης Γ. Στάϊκος Ν
1206Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Ἰω. Δροσινός Ν
1207Σταμ. Μακρῆς Ν Σταμ. Κορυζῆς ἀρνεῖται
1208Ἀλ. Κουμουνδοῦρος ἀρνεῖταιΔ. Γ. Βούλγαρης Ν
1209Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν Θ. Γκίκας Ν
1210Π. Μποῦτος Ο Θ. Θεοδωράκης Ν
1211Δ. Κυριακίδης Ν Θεμ. Παπακώστας Ν
1212Γ. Προβελέγιος Ν Ἰω. Χατζῖσκος Ν
1213Μιχ. Δαμηράλης Ν Δημ. Τσιριμῶκος Ν
1214Ν. Χαντζόπουλος Ν Κ. Δυοβουνιώτης Ν
1215 Γεώρ. Τ. Θωμᾶς Ν
1216Βασ. Ν. Βουδούρης Ν Ν. Ἀγγελικάρας
1217Δημ. Ν. Κριεζώτης Ν Μιλτ. Κ. Κανάρης Ο
1218§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 156· ὑπὲρ τοῦ ναὶ 127,
1219ὑπὲρ τοῦ ὄχι 18, καὶ 11 ἠρνήθησαν ψῆφον, ὥστε ἡ πρότασις
1220ἐγένετο δεκτή.
1221Αὔριον μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διαλύεται
1222ἡ συνεδρίασις.
1223Ὥρα 6 μ. μ.