1874.02.21
1.993 στίχοι · 16.471 λέξεις · 140 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 21 Φεβρουαρίου 1874.
(Πέμπτη)
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος, βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ζητεῖ 25 ἡμερῶν ἄδειαν ἀπουσίας, λόγῳ ὑγείας.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖ νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δύω νομοσχέδια τοῦ προκατόχου του κ. Χαλικιοπούλου. Τὸ ἓν ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων, τὸ δὲ ἕτερον, δευτέρου ἀντεισαγγελέως παρά τισι πρωτοδικείοις. Κατὰ τὸν κανονισμόν, τὰ κανονικὰ ἔργα τῆς παρελθούσης συνόδου ἐξακολουθοῦν εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον ἐν τῇ αὐτῇ θέσει, ἐν ᾗ ἔμειναν. Ἐγκρίνει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δυνάμει τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν πρόεδρον κατά τινα συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς πρὸς σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν νόμων, παρακαλῶ τοὺς ἑξῆς κυρίους νὰ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην· Α. Κουμουνδοῦρον, Θ. Δηλιγιάννην, Κ. Λομβάρδον, Σ. Σωτηρόπουλον, Α. Αὐγερινὸν, Α. Γ. Πετιμεζᾶν, Ε. Κεχαγιᾶν, Γ. Μίλησην, Ι. Μαυρομιχάλην, Γ. Βαλλιάνον, Σ. Κολιάτσον, Ν. Λούντζην, Α. Δανόπουλον, Σ. Βαλαωρίτην, Ν. Λεώπουλον, Α. Δημητριάδην, Ε. Ἠλιόπουλον, Θ. Παπακώσταν, Γ. Ζωχιὸν, Σ. Μακρῆν καὶ Λ. Κατσίναν. Τὴν ἐπιτροπὴν ἐσχημάτισα πολυμελῆ, διότι φρονῶ ὅτι, πρὸς ἐπιτάχυνσιν τοῦ ἔργου, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς τμήματα καὶ ὑπεπιτροπὰς, ὥστε ἑκάστη νὰ λάβῃ ἓν μέρος τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔργον της ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας.
§6ΤΙΝΕΣ. Ἐτυπώθη;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἦτο τυπωμένον μετὰ τῆς ἐκθέσεως. Τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς ἠγοράσθησαν 190 ἀντίτυπα, τὰ ὁποῖα θέλουν διανεμηθῆ εἰς τοὺς βουλευτάς. Διέταξα νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ ἓν δωμάτιον διότι δὲν ἔχομεν οὔτε τραπέζας οὔτε ἕδρας· καὶ ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς πιθανὸν νὰ βραδύνῃ, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ ἐγὼ νὰ διατάξω δαπάνας ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν 500 δραχμῶν, προσωρινὴν, μέχρις ὅτου ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἐν ᾧ θέλουν καταχωρισθῆ αἱ 500 δραχμαί.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας διὰ τὸ ἔτος 1874. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (Ἐνταῦθα γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ῥηθὲν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, κατὰ τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ τὸ σύνολον).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θέλει εἶσθαι ἡ τρίτη καὶ τελευταία ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι οἱ ἀκόλουθοι· Α. Γ. Πετιμεζᾶς, Γ. Μπούμπουλης, Σταμ. Μακρῆς, Ἰω. Κυριακίδης, Ι. Μαυρομιχάλης, Α. Δημητριάδης, Α. Διαμαντόπουλος, Κ. Λομβάρδος, Α. Πετσάλης, Π. Χαλικιόπουλος, Ν. Μαυροκορδάτος. Χθὲς ἡ συνεδρίασις ἐτελείωσε μὲ τὸν λόγον τοῦ κ. Ῥάλλη. Ἑπομένως κατὰ τὸν κανονισμὸν, τὸν λόγον ἔχει πρῶτος ὁ κ. Μακρῆς, διότι προηγοῦνται μὲν οἱ κ. κ. Πετιμεζᾶς καὶ Μπούμπουλης, ἀλλ’ οὗτοι εἰσὶ σύμφωνοι.
§12ΜΑΚΡΗΣ. Ἐγὼ καθυπέβαλον μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν περιμένω ν’ ἀναπτύξω, ἀφοῦ ἀκούσω τὸ κατηγορητήριον τῶν λοιπῶν κατὰ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι καὶ παραιτοῦμαι ὑπὲρ τοῦ κ. Δημητριάδου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. Κυριακίδης.
§14ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὑποχωρῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Δημητριάδην καὶ ἐπιφυλάσσομαι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Ἀναστάσιος Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§16Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί· ἀνήκων εἰς πολιτικὴν, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1862 ἀνέγραψεν ὡς κανόνα αὑτῆς ἀπαράβατον τὸν συνταγματισμὸν, συνταγματισμὸν περικλείοντα καθαρῶς καὶ ἀδόλως τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ τὴν ἁρμονικὴν αὐτῶν λειτουργίαν ἐν τῇ πατρίδι μας, οὐδέποτε διενοήθην οὔτε ὑπὲρ ἐμαυτοῦ, οὔτε ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς πολιτικῆς ταύτης νὰ καταφύγω εἰς τὸ ἔλεος καὶ τὴν μακροθυμίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν ὅτι ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσιν ἐλλείψεις καὶ παρεκτροπὰς τῆς μερίδος ταύτης καὶ τὰς ἔκρινον ἐπιεικῶς ἄλλοτε· διότι οὐδέποτε διενοήθην νὰ συγχωρήσω κᾀμμίαν τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἀντιθέτων ἡμῶν καὶ διότι πάντοτε ἠθικῶς καὶ νομίμως πολιτευόμενοι, εἴχομεν καθῆκον, μέτωπον καθαρὸν καὶ ἀκηλίδωτον προτάσσοντες, νὰ μὴ τοῖς συγχωρήσωμεν οὔτε τὴν παραμικροτέραν ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ συνταγματισμοῦ, οὔτε τὸ ἐλαφρότερον ὀλίσθημα ἐκ τῶν νόμων· διότι ὁ ἐκτρεπόμενος τῶν νόμων καὶ τῶν κανόνων αὐτῶν δυσκόλως δύναται νὰ ᾖναι φρουρὸς τῶν νόμων. Οὕτω φρονῶν, κύριοι, εἶχον δικαίωμα νὰ παραξενευθῶ, ὅτε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἤκουσα δύω ἀξιοτίμους συναδέλφους ἡμῶν, τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Γόρτυνος καὶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου, ἄνδρας ἀμφοτέρους ἀλληλοδιαδόχως κυβερνήσαντας τὸν τόπον, νὰ καταθέσωσιν εἰς τὸ προεδρεῖον πρότασιν κατὰ τῆς παραιτηθείσης κυβερνήσεως· πρότασιν ὁποίαν νομίζετε; περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ὅπως ἐρευνήσῃ τὴν πολιτείαν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ μάθῃ πῶς ἐκυβέρνησεν ἢ ἐπολιτεύθη ἀπὸ τοῦ 1872, μήπως ἠθέτησε κατά τι τοὺς νόμους καὶ κατὰ τί! Περισσότερον παρεξενεύθην, ὅτε ἤκουσα τοὺς θιασώτας καὶ ὑποστηρικτὰς τῆς γνώμης ταύτης νὰ ἐπικαλεσθῶσι νομολογίαν τῆς Βουλῆς τοῦ 1847· διότι κἀνεὶς, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1865, ὅτε τὸ δεύτερον συνταγματικὸν στάδιον ἠνεῴχθη εἰς τὴν πατρίδα μας, δὲν ἐφαντάσθη νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως δύναται νὰ φιλονεικηθῇ, καθόσον, χωρὶς νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς νομολογίας παρελθούσας, εἴχομεν δώσει πρῶτοι ἡμεῖς τὸ παράδειγμα τῆς αὐστηρᾶς, τῆς αὐστηροτάτης ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅσοι κατὰ τὸ 1865 ἦσθε βουλευταὶ καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ὀφείλουν νὰ ἐνθυμῶνται, διότι μακραὶ ὑπῆρξαν συζητήσεις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ὅτι πρώτη κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἦτον ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἐπαρουσιάσθημεν ἡμεῖς, αὐστηροὶ ἐξελεγκταὶ καὶ κατακριταὶ τῶν πράξεων ἐκείνων, νὰ ζητήσωμεν τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ τὸν βίον αὐτῆς, νὰ ἐρευνήσῃ τὰ ἀρχεῖα διὰ νὰ εὕρῃ ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἠθέτησε κατά τι τοὺς νόμους; ὄχι, κύριοι· σεβόμενοι τὰ δικαιώματα τῶν συμβούλων ἐκείνων τοῦ Στέμματος, σεβόμενοι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ὡς κυβέρνησις εἶχεν, ἐμμένοντες πιστοὶ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν κοινοβουλευτικῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἐλάβομεν ἀνὰ χεῖρας τὸ Σύνταγμα καὶ εἴπομεν· ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν λόγον, λόγον ὡρισμένων πράξεων, αἰτιάσεων καὶ μομφῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐνομίζομεν ὅτι ἐτελέσθησαν ὄχι κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἐναντίον τῶν νόμων. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, πρώτη κατηγορία ἦλθε κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ὅτι παρεβίασε τοὺς νόμους τοῦ βασιλείου, ἠθέτησε τὸ Σύνταγμα, διότι διῄρεσε κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ τὸ τέταρτον τμῆμα τῆς ἐπικρατείας, τὴν Ἑπτάνησον, εἰς περιφερείας ἐκλογικὰς κτλ. Δευτέρα κατηγορία ἦτον ὅτι διῴκησε τὸ κράτος διὰ διαταγμάτων, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ῥητῶς εἴπομεν εἰς αὐτήν· οὕτω πράξασα ἠνέῳξας εἰς τὸ Σύνταγμα, πρώτην φορὰν ἐφαρμοζόμενον ἐν τῇ πατρίδι μας, παράθυρα· ἐὰν τὰ παράθυρα ταῦτα δὲν τὰ κλείσωμεν, μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ γείνωσι πυλῶνες, καὶ πυλῶνας εἰς τὸ σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπομεν ν’ ἀνοίξῃ κανεὶς χωρὶς νὰ καταργήσῃ τὸ Σύνταγμα. Ὅ,τι εἴπομεν, ἐξετάζοντες τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἦτον ἀόριστον; ἐξελέγχθη καὶ ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς πλάνη, ὡς μέτρον ἐσφαλμένον, διαφεῦγον τὴν ἐπίσημον ταύτην ἔρευναν, ἢ ἦτον ἔγκλημα ὡρισμένον καὶ τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο ἐξηλείφθη; Ἐπιφυλάσσομαι ἀκολούθως νὰ ἔλθω εἰς τὸ μέρος τοῦτο. Εἰς τὰ 1866, ὑπαρχούσης ἀχρόου κυβερνήσεως ἀναλαβούσης νὰ κυβερνήσῃ μὲ τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην καὶ ἀπὸ τὴν πρῴην κυβέρνησιν, ἐπαρουσιάσθη μία ὑπέρβασις ἐκ 460000 δραχμῶν. Κατηγγέλθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία μετ’ ἀγανακτήσεως εἶχεν ἀποῤῥίψει τὴν πίστωσιν αὐτὴν ὡς ἀδικαιολόγητον· ἐζητήσαμεν νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν διαγωγὴν τὴν κυβερνήσεως ἐκείνης ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς τὰ πράγματα μέχρι τέλους, ἐξετάζουσα ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη παρέβη τοὺς νόμους κατά τι καὶ κατὰ τί; Ὄχι. Ὑπεβάλομεν ὡρισμένην πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητήσαμεν νὰ βεβαιωθῇ ἔγκλημα ὡρισμένον, παράβασις ῥητὴ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι, νὰ γίνωνται εἰσπράξεις πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπαρχούσης καὶ τῆς Βουλῆς. Παρεβιάσατε τοὺς νόμους, εἴπομεν, δαπανήσαντες ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε· ζητοῦμεν, εἴπομεν, τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἐπροτείναμεν ὡρισμένην ἔρευναν, ἀπεδώκαμεν ὡρισμένας πράξεις εἰς τοὺς ὑπευθύνους. Ἦλθε, κύριοι, ἡ ἐποχὴ τοῦ 1867, ὅτε ἡ κυβέρνησις τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ βουλευτηρίου καὶ ἔῤῥιψεν εἰς τὸ προεδρεῖον νομοθετήματα 10,000,000 δρ. φόρους καὶ δαπάνας διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἔθνος, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν! Τί ἐζητήσαμεν ἡμεῖς; τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως ἴδωμεν ἐὰν παρεβίασε τὸ Σύνταγμα κατά τι καὶ κατὰ τί. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώσεις, τὰς ἐμελετήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰς ἐσυζητήσαμεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος μετ’ αὐστηρότητος καὶ μετὰ δικαιοσύνης καὶ οὐδέποτε, κύριοι, ἠθελήσαμεν νὰ ἀδικήσωμεν. Ἐξετάσαντες καὶ βασανίσαντες τὰς πιστώσεις αὐστηρῶς, αὐστηρότατα, τὸ καθῆκον ἡμῶν ἐξετελέσαμεν· ἀλλ’ ὅτε ἠγγίσαμεν εἰς τὴν ἀδικίαν, ἐκεῖ ἐσταματήσαμεν· διότι αὐτὸ θὰ εἴπῃ, κύριοι, βουλεύομαι ἠθικῶς καὶ νομίμως, ἀνεξαρτήτως, συνταγματικῶς· αὐτὸ θὰ εἴπῃ, κύριοι, ἀντιπροσωπεύω συνταγματισμόν, αὐτὸ θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Σύνταγμα ῥιζοβολεῖ καὶ λειτουργεῖ ἀπροσκόπτως, νὰ ἐξελέγχωμεν δηλ. καὶ νὰ κρίνωμεν αὐστηρῶς τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ σταματῶμεν ἀπέναντι τῆς ἀδικίας, νὰ μὴ ἀδικῶμεν, διότι ἡ ἀδικία καὶ μόνη αὐτὴ εἶναι ἡ τυραννία. Ναί, τυραννία ἀφόρητος εἶναι ἡ ἀδικία καὶ μόνη ἡ ἀδικία, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχεται αὕτη. Καὶ εἶναι ἀδικία, κύριοι, ὅταν συκοφαντῶμεν ἢ ὅταν δὲν ἀποδεικνύωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν ἀορίστως, δεσμεύοντες τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀορίστως καὶ γενικῶς ἐλεγχομένων. Εἶναι ἀδικία, κύριοι, ὁπόταν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν μετὰ μίαν νίκην θέλωμεν νὰ τοὺς ἐξοντώσωμεν διὰ κρίσεων ἐσφαλμένων, μορφομένων ἐκ μιᾶς ἀγανακτήσεως, ἡ ὁποία μᾶς κατέλαβε δι’ ὡρισμένον τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μας ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι σφάλμα ἢ πλάνη, ἀλλ’ ἐξεταζόμενον καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων καὶ κατὰ τοὺς νόμους νὰ μὴ ᾖναι ἡ ἐκπλήρωσις καθήκοντος. Ἦλθεν ἡ Βουλὴ, κύριοι, εἰς τὰ 1868 καὶ πρότασις ὑπεβλήθη ἐνώπιον αὐτῆς οὐχὶ ἀόριστος, οὐχὶ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὰ ἀρχεῖα καὶ ἐξετάσῃ μάρτυρας ὅπως εἴπῃ ἐὰν ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία διῴκησε τὸ κράτος, παρεβίασε κατά τι τοὺς νόμους καὶ κατὰ τί. Εἴπομεν· 1½ ἢ 2 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν καὶ παρεδώκαμεν εἰς τὴν διαχείρισίν σας, προσέλθετε ἐδῶ, κύριοι ὑπουργοὶ ὑπόλογοι, νὰ εἴπητε τί τὰ ἐκάμετε, νὰ δώσητε λογαριασμὸν, νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα· ἐζητήσαμεν τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο καὶ μόνον, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐψηφίσθη. Ἄλλη πρότασις ὑπεβλήθη, κύριοι, ὅπως δώσῃ λόγον καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868 καὶ αὐτὴ ὡς διάδοχος· ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις αὕτη περιέχει κατηγορίαν ὡρισμένην, ἡ δὲ πρότασις ὑπάρχει ἐκρεμὴς μέχρι σήμερον· δὲν ἀπεῤῥίφθη, διότι ἀποῤῥίπτεται μία κατηγορία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐξετασθῇ κατὰ μῆκος, κατὰ πλάτος, καὶ συζητηθῇ καὶ ἐπέλθῃ μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ· ἀποῤῥίπτω αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Πλανᾶται δ’ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἀντίθετα φρονῶν.
§17ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ ῥίψωσιν ὑποστηρίζοντες τὸ κατηγορητήριον, ὅτι πρώτην φορὰν γίνεται αὐστηρὰ ἐξέτασις καὶ πρέπει νὰ γείνῃ καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται καὶ μὲ τὴν νομολογίαν τῆς Βουλῆς τοῦ 1847 διὰ νὰ σώσωμεν τὸν συνταγματισμόν. Ὁ συνταγματισμὸς, κύριοι, δὲν ἔτρεξέ ποτε κίνδυνον ἐν Ἑλλάδι μετὰ τὸ 1865, οὔτε δύναται νὰ διατρέξῃ καὶ κινδυνεύσῃ ποτὲ ἀπὸ τῆς μερίδος ἡμῶν, οὔτε ἀπὸ τῆς ἰδικῆς σας, οὔτε παρ’ ἄλλης δυνάμεως. Οἱ φόβοι περὶ κινδύνου τοῦ συνταγματισμοῦ ἀπὸ τοῦ 1870 ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύωνται, νὰ ῥίπτωνται κατὰ Δεληγιώργη, κατὰ τῆς μερίδος ἡμῶν. Ὅτε ἡ Ἑπτάνησος ἐδιχοτομεῖτο, διενέμετο μὲ τὸ σχοινὶ, κύριοι, ὅπως εἷς τῶν συναδέλφων ἡμῶν τότε ἔλεγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ μαστροκώστας μὲ τὸν μαστροαλέκο κρατῶντες τὸ σχοινὶ ἐμοίρασαν τὴν Ἑπτάνησον κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς, ὅτε διῳκεῖτο ὁ τόπος κατὰ τὸ δοκοῦν τῇ ἐξουσίᾳ τῇ κυβερνητικῇ διὰ διαταγμάτων, τὸ Σύνταγμα δὲν ἐκινδύνευεν. Ὅτε, κύριοι, διατάγματα προσδιώριζαν εἰσπράξεις φόρων, ὅτε διατάγματα ἐκανόνιζον πληρωμὰς μὴ νομοθετημένας, τὸ Σύνταγμα δὲν ἐκινδύνευεν. Ὅτε κατὰ τὸ 1867 ἑκατομμύρια, δεκάδες ἑκατομμυρίων ἐσκορπίζοντο, τὰ δάνεια τῶν 28 ἑκατομμυρίων διετίθεντο, ὁ συνταγματισμὸς δὲν ἐκινδύνευεν. Ὅτε, κύριοι, λῃσταὶ καὶ κακοῦργοι ἀντικατέστησαν τὴν ἐξουσίαν καὶ διῴκουν τὰς ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς, ἐδῄουν, ᾐχμαλώτιζον, ἠτίμαζον καὶ πᾶν ἀνόσιον ἐξετέλουν, τὸ Σύνταγμα δὲν ἐκινδύνευεν. Ὅτε, κατὰ τὸ 1868, τὸ ὑπουργεῖον ἐνήργει ὄχι ἐκλογάς, ἀλλ’ ἐπεμβάσεις καὶ διαλογάς, ὅτε οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ ἀπεκλείοντο εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἄλλοι ἀπεπέμποντο τοῦ Βουλευτηρίου, ἄλλοι κατεκλείοντο εἰς τὴν Ζαρνάταν, ὁ Χρηστίδης ἐστέλλετο εἰς Σύρον, ὁ Λομβάρδος ἀπεπέμπετο εἰς Ζάκυνθον, οἱ βουλευταὶ ἐῤῥαπίζοντο ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τὸ Σύνταγμα δὲν ἐκινδύνευεν. Ὅτε ἡ Βουλὴ τοῦ 1867 διελύετο, ἐπιβουλὴ τοῦ Θρόνου καὶ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπῆρξε, διότι οὐδεὶς ἦλθε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τί λέγω νὰ τὸ ἐξετάσῃ; δὲν ἐπέτρεψαν νὰ γείνῃ κἂν λόγος ἐνώπιον τοῦ Βουλευτηρίου. Οἱ μεγαλεῖτεροι ἄνδρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶπον· ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι ἡγεμονικὸν δικαίωμα ἀπόλυτον καὶ ἀποροῦμεν πῶς τίθεται εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμετε συζήτησιν· ἔφερον ὅμως τὸ ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἐκεῖ ἐπετράπη συζήτησίς τις. Εἰς τὰ 1869 ἡ Βουλὴ διελύθη· κἀνεὶς δὲν ἔφερε ζήτημα παραβιάσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, κἀνεὶς δὲν ἦλθε νὰ συζητήσῃ ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν δὲν ᾖναι δικαίωμα ἡγεμονικόν· ἐὰν ὑπόκηται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, οὐδόλως ἐξητάσθη αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω εἰς αὐτὸ τὸ μέρος, διότι ὁ τελευταῖον χθὲς τὸ βῆμα καταλιπὼν διὰ πολλῆς του εἰρωνείας, διὰ νὰ μὴ εἴπω χλεύης, ἀπροσδοκήτως ἀναφερομένης πρὸς ἐμὲ ὁμιλήσαντα κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον, ἐπέκρινε τὴν γνώμην μου εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἥτις εἶναι καὶ γνώμη τῶν σπουδαιοτέρων τῆς Βουλῆς, λέγω μετὰ πολλῆς εἰρωνείας μὲ κατέκρινεν ὡς ἄνθρωπον ἀπολυτόφρονα, διότι δὲν ἤνοιξα τοὺς ὀφθαλμούς μου νὰ διαβάσω κἀνένα συγγραφέα πολιτειογράφον.
§19Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Δημητριάδη, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν· ὅ,τι εἴπατε μὲ ἀφορᾷ προσωπικῶς. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ μομφῆς ἀπευθυνομένης κατὰ τοῦ προσώπου σας· ἐλάλουν περὶ ὁλοκλήρου τῆς μερίδος σας, διότι ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη πέρυσιν ἐρωτήσατε μάλιστα σεῖς αὐτός· «καὶ ποῦ εἶναι γραμμένον ὅτι ἠμπορεῖ κἀνεὶς νὰ ἐλέγξῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως;» δὲν ἔκαμα λοιπὸν ἄλλο χθὲς παρὰ νὰ ἑρμηνεύσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πέρισυ σεῖς αὐτὸς ἐπροφέρατε· «ποῦ εἶναι γραμμένον ὅτι τὸ κοινοβούλιον δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς καλῆς ἢ κακῆς χρήσεως τῆς βασιλικῆς προνομίας» ἐλέγατε, ἑπομένως ἐὰν ὑπῆρξεν εἰρωνεία καὶ πικρία ἐκ μέρους μου, ἦτο τὰ μάλιστα δικαιολογημένη. Ἀντὶ ὅμως νὰ ἐρευνᾶτε τὰς συζητήσεις τοῦ 1867 καὶ 1868, νομίζω ὅτι περισσότερον ἠθέλατε ὠφεληθῆ ἐὰν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐβλέπατε εἰς τρίτην καὶ τετάρτην παράγραφον τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἐκύρωσε μετὰ ταῦτα ἡ ψῆφος τοῦ κυριάρχου σώματος τῆς Συνελεύσεως. Ἐκεῖ ἠθέλατε ἰδεῖ ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 37 (θόρυβος ἀριστερά).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥάλλη, ὑπερέβητε τὴν ἄδειαν, ἥτις σᾶς ἐδόθη.
§21Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω, κύριε πρόεδρε, τοὺς κυρίους ἐκείνους οἵτινες χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρωνται παρεμβαίνουν· ὁ κ. Δημητριάδης δὲν εἶναι ἄνθρωπος τοῦ σκότους, εἶναι ἄνθρωπος τοῦ φωτὸς καὶ τῆς συζητήσεως· μὲ ἐπροκάλεσεν. Ἐὰν, κ. Δημητριάδη, λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ τις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ νῦν ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Συντάγματος τοῦ ψηφισθέντος τῷ 1843, αὕτη εἶναι ὅτι τὸ ἄρθρον 37 περιλαμβάνει τὰς ἑπτὰ ὑπογραφὰς τῶν ὑπουργῶν.
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀπαντήσω περὶ αὐτοῦ.
§23Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠγέρθη τότε εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην (θόρυβος) τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀπολύτου τῆς διαλύσεως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὡς καὶ πᾶν ἕτερον δικαίωμα ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπόλυτον, δι’ ὃ καὶ προσέθηκε τὰς ἑπτὰ ὑπογραφὰς τῶν ὑπουργῶν ἐν τῷ τῆς διαλύσεως διατάγματι·
§24Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι μία γνώμη. Ὁ κ. Σῖμος, ὅστις ἀντεπροσώπευε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1868, εἰς ἐπήκοον τῆς Βουλῆς ὅλης εἶπε τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκει). «Ὁ Βασιλικὸς λόγος εἶναι κατὰ κανόνα πρᾶξις ὑπουργική· ἀλλ’ εἶναι καὶ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον διαφεύγει καὶ αὐτῶν τῶν ὑπουργῶν τὴν ἁρμοδιότητα, εἶναι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσουν, οὐχὶ νὰ δικαιολογήσουν διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη δικαιολογήσεως, ἀναφέρονται εἰς πρᾶξιν ἡγεμονικὴν, ἡ ὁποία ὑπεκφεύγει καὶ τὴν ἰδικήν μας καὶ καὶ τὴν ἰδικήν σας ἁρμοδιότητα, αὕτη εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ ἀφορῶσα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐδῶ, κύριοι, τὸ ἡγεμονικὸν δικαίωμα εἶναι ἀπόλυτον, δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν ἐξήγησιν, δὲν ἀπαιτεῖται οὐδεὶς λόγος· καὶ ὅταν ὁ μονάρχης ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιστάσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι ἤθελε νὰ λάβῃ γνῶσιν περὶ τοῦ κοινοῦ φρονήματος, περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς πρᾶξιν ἀνεπίδεκτον συζητήσεως ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ ὑμῶν». (Ἐφημερὶς Συζητήσεων Βουλῆς, τόμ. 2, σελ, 29, συνεδρίασις 2 Ἰουλίου 1868).
§25ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ σοφὸς Ἀβικένας.
§26Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον Κυβέρνησιν καὶ γνώμην τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἐξεδηλώθη καὶ μία ἄλλη γνώμη ἀνδρὸς, τὸν ὁποῖον καὶ σεῖς σέβεσθε καὶ ἐγώ· εἶναι ἡ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμη. (Ἀναγινώσκει). «Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀνήκων εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ἐπεθύμησα αὐτὴν καὶ ηὐχήθην ὑπὲρ αὐτῆς, ὁ δὲ ἀνώτατος ἄρχων, χρῆσιν ποιησάμενος ἀπολύτου δικαιώματος αὐτοῦ, ἱκανοποίησεν ἐπιθυμίαν γενικευθεῖσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην». (Ἐφημερὶς Συζητήσεων Βουλῆς, τόμ. 2, σελ. 33, συνεδρίασις 2 Ἰουλίου 1868).
§27ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς ἐπρόσθεσεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶχεν αὐτὴν τὴν γνώμην;
§28Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκτὸς τούτου ἔχω καὶ ἄλλην γνώμην· ἔχω, κύριοι, τὴν γνώμην ἑνὸς ἀειμνήστου ἀνδρὸς, ὅστις καὶ τὸ Κράτος ὑπηρέτησε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 εἶχε μέρος, καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἐπιμελῶς εἰργάσθη, τοῦ μακαρίτου Πετσάλη· ἐδῶ πιστεύω μὲ τὸν ἀξιότιμον διάδοχον αὐτοῦ θὰ ἤμεθα σύμφωνοι. (Ἀναγινώσκει). «Μεταβαίνω εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ὅπου δυστυχῶς εὑρίσκω σοβαρώτερον νὰ ἐλέγξω, εὑρίσκω νὰ κατακρίνω ἰδέας, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς φιλοβασιλικὰς ἀρχὰς, τῶν ὁποίων οἱ ὑπουργοὶ κάμνουν ἐπίδειξιν, εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν κυριωτέραν βάσιν τοῦ πολιτεύματός μας, εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μ’ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οἱ ὑπουργοὶ ἐκήρυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπόλυτον καὶ τὸ ὁποῖον ἀσπάζομαι ὡς τοιοῦτον. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τὸ παρεγνώρισαν καὶ τὸ ἠθέτησαν. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. «Ἡ ὑμετέρα Μεγαλειότης (λέγουσιν) ἐποίησε συνετὴν χρῆσιν τοῦ βασιλικοῦ αὑτῆς προνομίου». Ἐρωτῶ, κύριοι, τὸν τυχόντα ἄνθρωπον ν’ ἀπαντήσῃ ἐὰν ὅταν τίς νομίζῃ ὅτι κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδοκιμάζῃ, δὲν ὑποτίθεται ὅτι κέκτηται ἐπίσης καὶ ἐκεῖνο τοῦ ν’ ἀποδοκιμάζῃ καὶ κατακρίνῃ; Ἂν λοιπὸν πηγάζῃ ὁ ἔλεγχος ἐκ τούτου, πῶς ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐσφετερίσθη δικαίωμα, ὅπερ δὲν εἶχε ...... Τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀπόλυτον, δὲν εἶναι χρήσιμον, ἀλλὰ καταντᾷ περιττόν· εἰς τὴν Συνταγματικὴν οἰκονομίαν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐναπετέθη εἰς πρόσωπον οὐδέτερον διὰ νὰ κάμνῃ χρῆσιν κατὰ τὰς περιστάσεις, περιστέλλον τὰς ὑπερβολὰς καὶ τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν, καὶ αὐτὸ τὸ πρόσωπον εἶναι ὁ Βασιλεύς. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἄλλαι ἐξουσίαι ἔχωσι δικαίωμα νὰ ζητῶσι λόγον περὶ τῆς χρήσεως αὐτοῦ, παύει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ᾖναι ἀπόλυτον, παύει ὁ σκοπὸς ὁ ὑπαγορεύσας αὐτὸ καὶ ὅστις εἶναι ἡ οὐδετερότης τῆς ἀρχῆς, ἐφ’ οὗ καὶ στηρίζεται πᾶσα ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐξουσιῶν ἐν Συνταγματικῷ μοναρχικῷ πολιτεύματι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουσι πολιτικοὶ συγγραφεῖς κατὰ τὴν Εὐρώπην, οἵτινες ἀμφισβητοῦσι τὸ ἀπόλυτον τοῦ δικαιώματος, ὑποτάσσοντες αὐτὸ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, καθόσον καὶ τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως μιᾶς Βουλῆς ἔχει ἀνάγκην τῆς προσυπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν, καθισταμένων ὑπευθύνων διὰ τῆς ὑπογραφῆς των. Δὲν θέλω νὰ χρονοτριβήσω, κύριοι, εἰς ἐξέτασιν θεωριῶν, θέλω μόνον νὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τί ἐγὼ προτιμῶ νὰ παραδεχθῶ τὸ ἀπόλυτον τοῦ δικαιώματος. Κατὰ δυστυχίαν εἰς ὅλα τὰ κράτη ἐκεῖνα, ὅπου παρουσιάζονται αὐταὶ αἱ ἐναντίαι θεωρίαι, αἱ ζητοῦσαι νὰ ὑποτάξωσι τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, τὰ Συντάγματα ἀπέτυχον. Ἐμποροῦν νὰ ἔχωσι δίκαιον οἱ συγγραφεῖς θεωρητικῶς, εἰς τὰ πράγματα ὅμως ἀπεδείχθη ὅτι ἔχουσιν ἄδικον. Ἐγὼ προτιμῶ ν’ ἀκολουθήσω ἀνεξετάστως ὡς πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς ἀρχῆς τ’ ἀποτελέσματα· προτιμῶ ν’ ἀκολουθήσω τὸ σοφὸν ἔθνος τῶν Ἄγγλων ὅπου τὸ Σύνταγμα εἶναι γηγενὲς, τὸ ἐγέννησεν ἡ φύσις των, ὁ τόπος των.... Λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος τὸ δικαίωμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, ὑπῆρξε πάντοτε ἀπόλυτον, τοιοῦτον ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου, τὸ δὲ ἀγγλικὸν ἔθνος εἶδεν ἐκ τῆς ἰδικῆς του θεωρίας καρποὺς, εἶδεν ὅτι τὸ δένδρον αὐτὸ τὸ ὑψίκομον ἔῤῥιψε βαθείας ῥίζας, εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, ὅπου ὑπάρχει ἀληθὴς διοίκησις, εὐνομία καὶ τάξις ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν τῶν λόγων ὁρμώμενος προτιμῶ τὸ σύστημα τὸ ἀγγλικὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τὸ θεωρῶ ἀπόλυτον καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς κἀνένα νὰ τὸ ἐξετάσῃ· ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπὶ Γουλιέλμου Ιʹ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους διελύθη τρὶς τὸ κοινοβούλιον, μ’ ὅλον τοῦτο οὐδεὶς ἐκ τῶν συγγραφέων, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, εἶπεν ὅτι ὑπεβλήθη εἰς ἔλεγχον ὑπὸ τῶν κομμάτων ἡ χρῆσις· ἡ ἐξουσία αὕτη, ἥτις παρεχωρήθη εἰς τὸν Βασιλέα, εἶναι ἡ αὐτὴ ἐξουσία τὴν ὁποίαν ὁ Sieyès, αὐτὸς ὁ τεράστιος κατασκευαστὴς τῶν Συνταγμάτων, εἶχεν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῆς ὑπατείας, ἤτοι ἕνα ἀνώτερον ἄρχοντα οὐδόλως μετέχοντα ἐνεργητικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐπιτηροῦντα τὴν τήρησιν τοῦ νόμου. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τοῦτο, ὅπερ παρεχωρήθη εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἄλλη εἶναι ἡ φύσις τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διενεργοῦνται ὑπὸ ὑπευθύνων ὑπουργῶν, καὶ ἄλλη εἶναι ἡ φύσις τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα ἐνεπιστεύθησαν εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς ἕνα σκοπὸν γενικὸν, τῆς παρεμποδίσεως τῶν παρεκτροπῶν τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν.» (Ἐφημερὶς Συζητήσεων Βουλῆς, τόμ. 2, σελ. 41, συνεδρίασις 2 Ἰουλίου 1868). Λοιπόν, κύριοι, ἔχομεν μίαν γνώμην.
§29Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§30Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ δύω.
§31Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε ἐὰν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἀγγλικὸν κοινοβούλιον γίνεται διὰ διατάγματος ἢ δι’ ἐπιστολῆς βασιλικῆς;
§32Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, τὴν γνώμην αὐτὴν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἥτις δὲν φαίνεται διατετυπωμένη ὑπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μερίδος ἡμῶν, σᾶς εἶπον πόθεν τὴν ἐμόρφωσα· ὑπάρχει μάλιστα καὶ εἰς ἕνα συγγραφέα Γάλλον τὸν Prevost Paradol λαλοῦντα περὶ τοῦ ἀγγλικοῦ πολιτεύματος.
§33Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μὲ ἀπαντᾶτε εἰς ὅ,τι σᾶς ἠρώτησα;
§34Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ αὐτοῦ θὰ εἴπω. Ὁ κ. Μίλησης μοὶ ἐσύστησε τὸ σύγγραμμα τοῦ Prevost Paradol la France nouvelle τοῦ ἔτους 1867, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἀναφέρονται δύω τρόποι διαλύσεως, εἷς καθαρῶς βασιλικὸς καὶ εἷς καθαρῶς ὑπουργικὸς, καὶ ὁρίζονται αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας γίνεται ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἑνὸς τρόπου, καὶ αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας γίνεται ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἄλλου τρόπου, καὶ ὑποστηρίζεται τὸ ἀπόλυτον ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει· ἀλλὰ προσέτι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα νὰ ἀποδοκιμασθῇ ποτε ἀπολύτως κυβέρνησις εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι συνεβούλευσε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἢ διότι ἐδέχθη τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἔστω ἢ δι’ ἐπιστολῆς ἢ διὰ διατάγματος. Ἐγὼ τὴν γνώμην μου σᾶς εἶπον, ἀδιαφορῶ δὲ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἢ οὐ παρ’ ἄλλων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ μέρος τοῦτο· ἀπήντησα μόνον εἰς τὴν μομφὴν, ἥτις ἐῤῥίφθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κυρίου Ῥάλλη, ὅστις δύναται ἀκινδύνως νὰ φρονῇ τὸ ἐναντίον. Τοὺς κινδύνους, κύριοι, τοῦ Συντάγματος, εἶπον, τοὺς ἀνεῦρον κατὰ τὸ 1870· μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐσκέπτετο κἀνεὶς περὶ κινδύνου τοῦ Συντάγματος. Καὶ ποῦ τὸν εὗρον αὐτὸν τὸν κίνδυνον; εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐλθοῦσαν τότε καὶ ζήσασαν 140 ἡμέρας. Μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης οἱ κύριοι Λομβάρδος καὶ Κεχαγιᾶς ἐφώναζον στηθοκοπούμενοι καὶ παριστῶντες μέλλον μαῦρον, ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἔθνους ἐναντίον τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν εἶχε μελετήσει ὁ κ. Δεληγεώργης· ἐγένετο συζήτησις μακρὰ καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι «ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», μὴ δοῦσα προσοχὴν εἰς τὴν τότε γενομένην γυμναστικὴν ῥητορείαν καὶ συζήτησιν. Κατὰ τὸ 1872, διαλυθείσης τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῶν κ.κ. Βούλγαρη καὶ Κουμουνδούρου συμπραξάντων, οἵτινες ἦλθον ἐκ τῆς μειονοψηφίας, δὲν ἐγένετο κἀμμία συζήτησις ὅτι ἐκινδύνευσεν ὁ θεσμὸς, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἔρχεται μετὰ ταῦτα ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη κατὰ τὸ 1872, ὅτε διέλυσε τὴν Βουλὴν, καὶ μεταξὺ τῶν μομφῶν, τὰς ὁποίας ἀπέδωκαν εἰς αὐτὴν, εἶναι ὅτι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος διέλυσε τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπέβαλον κατηγορητήριον. Ἐσυζητήθη, κύριοι, τὸ κατηγορητήριον ἐκεῖνο, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τότε τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον· ἔρχονται τώρα καὶ ἐπαναλαμβάνουν τὰ ἴδια. Καὶ τί λέγουν; ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, καὶ νὰ τὴν ἐξετάσωμεν πῶς; διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ζητοῦντες λόγον περὶ ὡρισμένων πραγμάτων ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν; Ὄχι· ἀλλὰ νὰ στείλωμεν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις, ἐὰν ᾖναι καλαὶ ἢ κακαὶ, καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ πληροφορήσῃ περὶ τούτων καὶ μᾶς εἴπῃ ἐὰν παρεβιάσθησαν κατά τι τὸ Σύνταγμα οἱ νόμοι καὶ κατὰ τί. Πρὸς ὑποστήριξιν λοιπὸν αὐτῆς τῆς προτάσεως τί ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν, κύριοι; Ὁ μὲν κ. Δηλιγιάννης συμπεριέλαβεν εἰς τὴν γενικὴν πρότασίν του δύω κεφάλαια· ὅτι ἐβράδυνε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, λαβὼν ἀφετηρίαν τὴν λῆξιν τῆς πρώτης συνόδου, καὶ ἐγένετο παραίτιος μιᾶς ἀνωμαλίας οἰκονομικῆς τοῦ νὰ εἰσπράξῃ φόρους μὴ ψηφισθέντας, νὰ κάμῃ πληρωμὰς ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, αἱ δὲ πράξεις αὗται εἶναι πράξεις ἀπαγορευόμεναι ὑπὸ τῶν νόμων· δεύτερον κεφάλαιον, ὅτι παρεβίασε τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἑπομένως ἐγένετο παραίτιος, πλὴν τῆς παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀδίκου ἐπιθέσεως κατὰ τῶν φοιτητῶν· ἐξέθεσε δὲ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀνάλογα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, κατόπιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἦλθεν ἕτερος, ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὁ ὁποῖος μὲ γενικὰς φράσεις, μὲ παταγώδη φωνὴν ἐπανέλαβε τὰ ἴδια πράγματα, καὶ τὸ σπουδαιότερον ἐκήρυξε προδότην τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου!
§35ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν τὸ εἶπα ἐγὼ αὐτό· ἐὰν θέλετε νὰ τὸ παραδεχθῆτε σεῖς...
§36Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶπεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατέστρεψε πᾶν ἀγαθὸν, κατέστρεψε τὸ μέλλον καὶ ἐδηλητηρίασε τὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τέλος ὅτι ἡ πολιτεία τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης διὰ τὰ ἔργα της εἶναι ἀξία καταδίκης. Εἶπε τόσον πολλὰ, κύριοι, ὥστε τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ εἶναι, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἔκαυσε τὴν λαιμητόμον.
§37ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἔκαυσα, διότι μᾶς ἐπολεμούσατε μέσα εἰς τὸ Ναύπλιον.
§38Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐσώθης, διότι ἔκαυσες τὴν λαιμητόμον.
§39ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ σὲ ἔσωσα (θόρυβος).
§40Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἦλθε κατόπιν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν πρώτων προσέθεσε καὶ ἄλλα ἄρθρα κατηγορίας, τὰ ὁποῖα ἆθλα αὐτὸς ἀπεκάλεσε τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Εἶπε, δὲν ἐταπείνωσαν μόνον τὴν Βουλὴν, τὴν ἀληθῆ ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς διαλύσεως, διὰ τῆς διακοπῆς πρὸς ἐπίτευξιν πλειονοψηφίας, ἀλλὰ κατέστρεψαν τὴν διοίκησιν καὶ ὅλους τοὺς νόμους. Πρώτη παράβασις, κύριοι, εἶπεν, εἶναι ὅτι ἐβράδυναν νὰ συγκαλέσωσι τὴν Βουλὴν. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ Σύνταγμα, λέγει, συνέρχεται τακτικῶς κατ’ ἔτος, συνέρχεται δὲ καὶ ἐκτάκτως κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους· τακτικῶς συνῆλθε· τὸ Σύνταγμα λέγον τακτικῶς, ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν συγκαλέσεως, τὸ Σύνταγμα λέγον ἐκτάκτως, παρέχει δικαίωμα συγκαλέσεως· οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἐξήσκησαν τὸ δικαίωμά των, ἄρα παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἄξιοι καταδίκης;!
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ βάζετε λόγους εἰς τὸ στόμα μου, τοὺς ὁποίους δὲν εἶπον.
§42Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὶ μὲ νοιάζει, ἐὰν δὲν τοὺς ἐνθυμῆσαι.
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐκατηγόρησα τὴν κυβέρνησιν διατί δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν ἐν τοιούτῳ χρόνῳ, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ.
§44Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ὁμολογεῖ ὅτι δικαίωμα εἶχεν ἡ κυβέρνησις νὰ τὴν συγκαλέσῃ ἐκτάκτως· παρεβίασε τὸ Σύνταγμα διότι δὲν τὴν συνεκάλεσε.
§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι δὲν ἐψήφισεν ἐγκαίρως τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμόν.
§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης παίζει μὲ τὰς λέξεις δικαίωμα καὶ καθῆκον.
§47Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς εἶναι σαφὴς, σαφέστατος, δυσαρεστεῖται δὲ ὅταν ἀποκαλύπτεται λανθασμένος. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, λέγει· ἐβράδυνεν ἡ κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἐγένετο παραίτιος ἀνωμαλίας· καὶ τί ζητεῖ; νὰ ἔλθῃ ἐπιτροπὴ νὰ τὴν λύσῃ· (ἱλαρότης μεταξύ τινων βουλευτῶν). Ἀλλὰ ποίας ἀνωμαλίας ἐγένετο παραίτιος ἡ κυβέρνησις ἐκείνη; τῆς ἀνωμαλίας τοῦ ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν τὸν Νοέμβριον ἢ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον διὰ νὰ κάμῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, καὶ νὰ διαλυθῇ καὶ νὰ ἀφήσητε τὴν κυβέρνησιν ἀνεπιτήρητον, ἀνεξέλεγκτον μέχρι Νοεμβρίου τοῦ 1874! Καὶ ἐν τούτοις ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ὅστις εἶπεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐφοβεῖτο τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς, ἠθέλησε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ ἀφήσῃ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην ἀνεπιτήρητον μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1874! Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἐμμένων πιστῶς εἰς τὰς κατηγορίας κατὰ τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως μόνον πάθος ἔρχεται νὰ διεκδικήσῃ. Εἰσέπραξε φόρους ἡ κυβέρνησις μὴ ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Βουλῆς· εἰς μάτην φωνάζομεν ὅτι δὲν εἰσέπραξε φόρους· εἰσέπραξε φόρους τελωνειακοὺς καὶ ὡς ἐκ τούτου παρεβίασε τοὺς νόμους, καὶ ποίους νόμους, κύριοι; νόμους παγίους, διαρκεῖς, ἀμετατρέπτους, οἱ δὲ φόροι εἶναι κύριοι ὑπέγγυοι, πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν τοῦ ἔθνους. Μάτην λέγομεν, ὅτι ὤφειλε νὰ τοὺς εἰσπράξῃ, ἄλλως, ἤθελε παραβιάσει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἔθνους ἀπέναντι τῶν δανειστῶν. Ἀλλὰ λέγων ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τοὺς παγίους νόμους, ἐξέφρασεν ἰδέαν χωρὶς νὰ τὴν πιστεύσῃ· διότι τὸ δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ ἐλαττώσῃ φόρους, τοὺς ὁποίους ἔχει θέσει πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανειστῶν, εἶναι προφητεία προνοίας ἐκτάκτου. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι τότε θὰ ἦτο κακῆς πίστεως, καὶ τοῦτο πιστεύω ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ποτὲ δὲν ἤθελε τὸ συγχωρήσει ἄλλοτε. Δὲν ἔφερε λοιπὸν κἀμμίαν ἀπόδειξιν ὅτι εἰσεπράξαμεν φόρους. Ἀλλὰ, κύριοι, ἦτον ἀνάγκη διὰ τοῦτο, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, ἦτον ἀνάγκη νὰ κάμωμεν ἐπιτροπὴν νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ νόμιμον, ἢ τὸ παράνομον; Τί χρειάζεται ἡ ἐπιτροπὴ δι’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον;
§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὄχι.
§49Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ καλέσωμεν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ πρότερον, ἢ τέλος πάντων νὰ ἀποφανθῇ δι’ αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα; Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἔκαμε παρανόμους εἰσπράξεις ἡ κυβέρνησις τοῦ 1872; Ὅσοι ἐνασμενίζονται νὰ τὸ λέγουν, ἔχουσι τὸ μέσον νὰ τὸ μάθωσιν· ὑπάρχουσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον· κάμετε ἐπερώτησιν καὶ ζητήσατε ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τόσας ἐπιτροπὰς συστημένας ἐκ τῶν μελῶν της, ἔχει ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐπιτροπὴν τῶν ἐσωτερικῶν, τῶν ἐξωτερικῶν, τῶν στρατιωτικῶν, τῶν ναυτικῶν, τῆς παιδείας, τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν ἀναφορῶν, καὶ ἀκόμη καὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ ἐπιτροπαὶ, εἰμὴ διὰ νὰ ἐξετάζουν ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ ἐξελέγχουν ἑκάστοτε αὐστηρότατα τὰς πράξεις τῆς κυβερνώσης ἐξουσίας καὶ νὰ καταλογίζεται εἰς αὐτὰς ὅ,τι πρέπει. Τί εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν ζητεῖτε σήμερον; νὰ ἐπιχειρήσῃ γενικὰς ἀνακρίσεις, περιοδείας, ἐρεύνας καὶ γνωμοδοτήσεις;
§50ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή.
§51Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι, ὅταν πολῖται ἀναφέρωνται, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ ἐπιτροπὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων καὶ οὐχὶ ἐρεύνας γενικὰς τῆς πολιτείας τῶν ὑπουργῶν· τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει ἐξέτασιν πραγμάτων καὶ πράξεων ὑποβληθεισῶν καὶ ὡρισμένων παραπόνων· περὶ ἄλλων αἰτιάσεων δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἐμφαινόντων παρανόμους ἐνεργείας· ποῖος ἠρνήθη αὐτὸ τὸ δικαίωμα, κύριοι; Ἠδυνάμεθα ἀληθῶς ν’ ἀρνηθῶμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα κατὰ τῶν παραιτηθέντων ὑπουργῶν· διότι ποίαν εὐθύνην ζητεῖτε ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην; Ἡ εὐθύνη εἶναι κοινοβουλευτικὴ ἢ ποινική. Τί θὰ εἴπῃ εὐθύνη κοινοβουλευτική; θὰ εἴπῃ μομφὴ πολιτικὴ, ἄρνησις ἐμπιστοσύνης, εὐθύνη κυρωθεῖσα διὰ τῆς παραιτήσεως τῶν ὑπουργῶν. Ἡ εὐθύνη ἡ ποινικὴ, τὴν ἐννοῶ, εἶναι τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν παραγραφὴν, ἢ ἐὰν ὑπόκειται, δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν παραγραφὴν τὴν πενταετῆ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀλλὰ τὴν τῶν ἐγκλημάτων. Ἔρχεσθε νὰ προτείνετε ὅτι ἐγκλημάτησεν ἡ κυβέρνησις; Ὁρίσατε τὰ ἐγκλήματά της διὰ νὰ συστήσωμεν μίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀνάκρισιν καὶ σχηματίσῃ τὴν βάσιν κατηγορητηρίου καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Τὸ νὰ στείλωμεν μίαν ἐπιτροπὴν ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν καθ’ ὅλα τὰ τέσσαρα μέρη τοῦ κόσμου, καὶ νὰ ἐξετάσῃ μήπως ἡ κυβέρνησις ἠθέτησε κατά τι τοὺς νόμους αὐτοὺς, αὐτὰ, κύριοι, εἶναι παράλογον, δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις καθηκόντων ὀρθῶς καὶ νομίμως βουλευομένου σώματος· εἶναι ἀδικία, καὶ τῆς ἀδικίας πρέπει πάντοτε νὰ ἀπομακρύνηται τὸ νομοθετικὸν σῶμα, τὸ ἐξελέγχον τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν, δίδον παράδειγμα δικαιοσύνης. Ὡμίλησαν, κύριοι, περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐγὼ τὰ συμβάντα ἐκεῖνα δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑπερασπισθῶ, οὔτε νὰ οἰκτείρω, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ συνέβησαν τῳόντι ἀδικήματα; Ἔχομεν τὰ δικαστήρια. Φωνάζομεν καὶ διαμαρτυρόμεθα καὶ στηθοκοπούμεθα ἑκάστοτε, διότι παραβιάζονται οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα, διότι θέλομεν νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁρμόδια νὰ ἐξετάσωσι τ’ ἀδικήματα. Ἔδωκε διαταγὴν ἡ κυβέρνησις νὰ κακοποιήσωσι τοὺς πολίτας; Βεβαίως, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη διαταγὴ, εὐθύνεται ἡ κυβέρνησις· ἀλλ’ ἀπαλλάττονται τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκακοποίησαν τοὺς πολίτας; Ὄχι· ἔχομεν διάταξιν ῥητὴν λέγουσαν ὅτι παράνομος διαταγὴ οἱαδήποτε δὲν ἀπαλλάττει τὸν ἔνοχον ἀξιοποίνου πράξεως.
§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ διατάξαντες τί γίνονται;
§53Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τιμωροῦνται· ἀλλὰ διὰ νὰ τιμωρηθῶσι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη διαταγή. Οὐχὶ νὰ λέγητε νὰ διορίσωμεν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ· τί νὰ ἐξετάσῃ; τὸ πολιτικὸν μέρος αὐτῆς; (διακοπαί). Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ἐνῷ παραπονεῖσθε ἀφ’ ἑνὸς ὅτι καταπατοῦνται οἱ νόμοι, ἔρχεσθε νὰ δώσητε ἀφ’ ἑτέρου μόνοι σας τὸ παράδειγμα τῆς παραβιάσεως αὐτῶν. Φωνάζετε ὅτι δὲν λειτουργοῦσιν ἁρμονικῶς αἱ ἐξουσίαι, ἡ μία καταπατεῖ τὰ δικαιώματα τῆς ἄλλης· ἔρχεσθε ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπέμβητε σεῖς εἰς τὰ καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐρωτήσατε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· τὸν ἔχετε παρόντα καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ σᾶς εἴπῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν φοιτητῶν. Τί τὴν θέλετε τὴν ἐπιτροπήν; τί νὰ σᾶς εἴπῃ ἡ ἐπιτροπή; ἂν ἐξεδόθη τοιαύτη διαταγὴ τῆς κυβερνήσεως; θὰ ᾖναι αὕτη εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου. Ἔχετε κυβέρνησιν πρόθυμον, ἡ ὁποία δύναται νὰ σᾶς παρέξῃ πᾶσαν πληροφορίαν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ὁποίαν τὴν ἐννοεῖτε σεῖς, πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἀδικηθέντας; (διακοπαί). Τί λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς; ἓν ἆθλον τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς ἦτο νὰ διαστρέψῃ τοὺς νόμους ἐν Παρνασσίδι. Τῳόντι, κύριοι, ἐπρόσεξα νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Κεχαγιᾶν ὁποῖον φοβερὸν κακούργημα ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις ἐν Παρνασσίδι· ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξίν του εἶδα ὅτι δὲν ἔπραξε τίποτε, κύριοι. Διώρισε, μᾶς εἶπεν, ἐθνοφύλακας τότε μὲ μισθὸν ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῇ στρατιώτας. Ἐπὶ τῆς ἐπεξηγήσεως τοῦ ὑπουργοῦ ὅτι δὲν ἦτον ἐπαρκὴς ἡ στρατιωτικὴ δύναμις εἰς ἐνίσχυσιν τῆς φρουρᾶς Παρνασσίδος καὶ Λοκρίδος, μερῶν ἀπειλουμένων ὑπὸ ἐπιδρομῆς λῃστῶν, ἀπήντησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ εὕρῃ ἐθελοντὰς τοῦ ἐλαφροῦ τάγματος, καὶ ὑπὸ θητείαν, ἢ ἔπρεπε νὰ πάρῃ νεοσυλλέκτους, ὄχι νεοσυλλέκτους, ἀλλὰ νὰ σχηματίσῃ ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ ἐλαφροῦ σώματος! Εἶναι μομφὴ κατὰ τῆς κυβερνήσεως, διότι ἔδειξε πρόνοιαν νὰ προλάβῃ τὴν εἰσβολὴν λῃστῶν; Κύριοι, τὸ ἀκαταμάχητον κατηγορητήριον κατὰ μιᾶς κυβερνήσεως θὰ ἦτον ὅτι ἐπὶ τῇ εἰδήσει ὅτι εἰσβάλλουσι λῃσταὶ δὲν ἐλάμβανε τὰ μέτρα της. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη θὰ ἦτον ἀξία καταδίκης ἀλλ’ οὐδόλως ἡ προκάτοχος, ἥτις καὶ πρόνοιαν ἀξιέπαινον ἔδειξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ τί νὰ ἀπολύσῃ τοὺς ἐφέδρους; (θόρυβος).
§55ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, εἶσθε ἀρκετὰ κοινοβουλευτικὸς ἄνθρωπος, ἐδώκατε τρανὰ δείγματα κοινοβουλευτικῆς ψυχρότητος· μὴ μὲ διακόπτετε, ἔλθετε κατόπιν ν’ ἀπαντήσητε. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ἐκατηγορήσατε διὰ τοῦτο τὴν κυβέρνησιν; ὅτε ἦσθε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ἐπεξεργασθείσης αὐτὸν, διατί δὲν κατεκρίνατε τὴν κυβέρνησιν διὰ τοῦτο; Ἦσθε σύμφωνος μετὰ τῆς κυβερνήσεως περὶ τῆς καταργήσεως τῶν ἐφέδρων, διότι ἀντίθετον γνώμην εἴτε ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εἴτε ὡς βουλευτὴς δὲν ἐξεφράσατε· διότι ἐφρονεῖτε ὅτι εἶναι μέτρον οἰκονομικὸν, μέτρον σοφῆς διοικήσεως ἡ ἀπόλυσις τῶν ἐφέδρων.
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοῦτο εἶπεν ἡ κυβέρνησις.
§57ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τὸ παρεδέχθητε καὶ σεῖς· (διακοπή)· ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συστήσῃ τις ἐπιτροπὴν διὰ τοῦτο; ἐπιμένοντες νὰ ἐλέγχητε τὴν κυβέρνησιν διὰ τοὺς 24 ἐθνοφύλακας, δὲν ἀποδεικνύετε ὅτι θέλετε νὰ συμπαθήσητε πρὸς τοὺς λῃστὰς καὶ τοὺς κακούργους; Λοιπὸν ἀντὶ νὰ εὐχαριστηθῆτε ἀπὸ τὴν πρόνοιαν μιᾶς κυβερνήσεως, ἔρχεσθε καὶ κάμνετε κατηγορητήριον κατ’ αὐτῆς, ὅτι παρεβίασε τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, διορίσασα μερικοὺς πολίτας ὡς ὁδηγοὺς πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν; Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν οἱ διορισθέντες ἦσαν οἱ περισσότεροι φίλοι σας, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοῦτο, τὸ ἀφίνω εἰς τὴν συνείδησίν σας. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ δεύτερον ἆθλον, ὅπερ εὑρίσκει φοβερόν; ἡ κυβέρνησις, εἶπεν, εἶναι ἀξία νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἐξέτασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, διότι μεταξὺ ἐπάρχου καὶ δημάρχου ἀνεφύη ἔρις, ὅτι διεταράχθη ἡ οἰκία τοῦ δημάρχου ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου, συκοφαντήσαντος αὐτὸν ὅτι εἶχε φυγόδικον κεκρυμμένον, τοῦ δημάρχου διατεινομένου ὅτι παρεσκεύασεν ὁ ἔπαρχος τοιαύτην συκοφαντίαν. Εἶναι αὐτὰ ν’ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλήν; Αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὰ λύει τὸ δικαστήριον· ἢ ὁ ἔπαρχος λέγει ψεύματα, ἢ ὁ δήμαρχος ἦτο προστάτης τοῦ φυγοδίκου. Διὰ αὐτὸ θέλει νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ; καὶ θέλετε νὰ μὴ λέγω ὅτι δὲν ὁδηγεῖσθε ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους, ἀλλὰ διεκδικεῖτε πάθη; Τρίτην ἄλλην πρᾶξιν, κύριοι, φοβερὰν τῆς κυβερνήσεως σᾶς καταγγέλλει ὁ κ. Κεχαγιᾶς· ἐξέβαλε, λέγει, ὁ ἔπαρχος τῆς φυλακῆς ἕνα καὶ τὸν εἶχεν ὑπηρέτην· ὁ ἀντισαγγελεὺς τὸν συνέλαβεν· ἔρις μεταξὺ ἐπάρχου καὶ ἀντεισαγγελέως, τοῦ ἀντεισαγγελέως ἐκδόντος κατηγορητήριον καὶ τοῦ εἰσαγγελέως Γκολφινοπούλου ἀνακαλέσαντος αὐτό. Ἀνάγκη νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπήν; Κύριε Κεχαγιᾶ, εἶναι πρᾶξις αὐτὴ νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν; εἶναι ἔλλειψις τῆς κυβερνήσεως; καὶ διὰ ποῖον λόγον; Ἔπρεπε νὰ παύσῃ τὸν παραίτιον, λέγει. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ κυβέρνησις; ἡ κυβέρνησις διώρισεν ὄργανα· ἂν παρηνόμησαν, εἶναι ἡ δικαιοσύνη ἀνοικτὴ καὶ ἐλευθέρα νὰ τοὺς τιμωρήσῃ· ἄδεια τῆς κυβερνήσεως πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν ὑπαλλήλων δὲν χρειάζεται. Λοιπὸν διατί, κύριοι, ἀφίνοντες αὐτὰ τὰ μέσα, ἅτινα ἔχετε ὅπως ἱκανοποιήσητε τὰ παράπονά σας, τὰ ὁποῖα φρονεῖτε ὅτι εἶναι δίκαια, ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε νὰ κατηγορήσητε τὴν κυβέρνησιν δι’ αὐτά; Ἀλλὰ τί ἄλλο, κύριοι; Ἐπαύθη, λέγει, ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ εἷς ἐπαρχιακὸς σύμβουλος, Λαΐνης, νομίμως ἐκλεχθείς. Τῳόντι, κύριοι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπῆρξεν ἐκλογή, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶχεν ἐπικυρωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι εἶχεν ὁρκισθῆ ὁ Λαΐνης καὶ ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του καὶ κατόπιν ἐπαύθη ὁ ἐπαρχιακὸς ἐκεῖνος σύμβουλος, εὑρίσκω τῳόντι ἀφορμὴν πρὸς κατηγορίαν, καὶ ἔχετε τὴν ψῆφόν μου, κ. Κεχαγιᾶ. Ἐδῶ κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἂν μία κυβέρνησις, ὑπαρχούσης νομίμου ἐκλογῆς, ἐκλεχθέντος τινὸς καὶ ἐπικυρωθείσης τῆς ἐκλογῆς του, νὰ σοὶ εἴπῃ· δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ ἦσαι οἷος ἐξελέχθης διὰ νὰ ἦσαι. Τῳόντι εὑρίσκω ὅτι δύναται νὰ κατηγορηθῇ πρὸς τοῦτο ἡ κυβέρνησις. Ἀλλά, κύριοι, ποίαν ἀπόδειξιν ἔχομεν ὅτι ἀληθεύει ἡ αἰτίασις αὕτη; Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ δικαιολογηθῇ, τότε θὰ ἔχετε καὶ τὴν ψῆφόν μου· τοῦτο σᾶς τὸ λέγω καθαρά. Προσέτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐτόνισε τὴν φωνήν του, ἐφούσκωσε τοὺς πνεύμονας αὑτοῦ, διεμαρτυρήθη, ἔθιξε τῶν ἀντιπάλων του τὴν φιλοτιμίαν, παραστήσας ἐνώπιόν σας, ὅτι εἷς κακοῦργος καταδικασθεὶς εἰς θάνατον εἶναι πρόεδρος ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου!
§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ τῆς ἀποβολῆς ἔγεινε πρόεδρος.
§59Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τῳόντι, κύριοι, ὀφείλω νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ὅτι μισεῖ τοὺς κακούργους καὶ τοὺς βδελύσσεται, διότι καὶ ἐγὼ τοὺς μισῶ καὶ τοὺς βδελύσσομαι, καὶ προσθέτω μάλιστα, ὅτι ὅταν τις καταδικάζεται, κἀνεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς ἀθωότητός του· ἡ καταδίκη του εἶναι μνημεῖον ὑψούμενον εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας καὶ δεσμεῦον τὰς ἀντιθέτους κρίσεις· ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ κάμῃ τὴν χάριν νὰ πιστεύσῃ συγχρόνως ὅτι ἔχει ἄδικον. Ὁ κακοῦργος ἐκεῖνος δι’ ἄλλης ἀποφάσεως τοῦ ἐφετείου ἐκηρύχθη τέλειος πολίτης, διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως. Ἐξεδόθη Βασιλικὸν διάταγμα κατὰ τὸ 1861, κατακεχωρισμένον εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», διὰ τοῦ ὁποίου λέγεται, μετὰ τὴν καλὴν διαγωγὴν ἐπὶ πενταετίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ ἐκτίσας τὴν ποινήν του ἐκεῖνος, κατὰ τὰς ὑποβληθείσας μαρτυρίας τῶν ἀρχῶν, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν, ἐξεδόθη Βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον, λέγει, ἐπάνελθε εἰς τὴν κοινωνίαν, ἡ κοινωνία ἔχει καθῆκον νὰ σὲ δεχθῇ· ἡ κοινωνία τὸν δέχεται καὶ κατὰ τὸ 1866 τὸν ἐκλέγει δήμαρχον, καὶ κατὰ τὸ 1867 ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὢν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατηρεῖ ἀλληγραφίν μετ’ αὐτοῦ.
§60ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ψεῦδος· δηλαδὴ ὄχι ψεύδεσθε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες σᾶς ἔδωκαν τὰς πληροφορίας ταύτας.
§61ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργείου πρὸς τὸν ἔπαρχον τὰς λαμβάνει ὁ δήμαρχος, τὰς ἀπαντήσεις τοῦ δημάρχου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τὰς λαμβάνει ὁ κ. Κεχαγιᾶς διὰ τοῦ ἐπάρχου (διακοπαί). Τί εἶναι ὁ δήμαρχος, κύριοι; ἀντιπρόσωπος τοῦ δήμου καὶ ἐκτελεστὴς τῶν νόμων· αἱ προκηρύξεις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, αἱ δημοσιεύσεις τῶν νόμων κλπ, ὅλα ταῦτα ἐνεργοῦνται διὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς (θόρυβος). Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποκατέστη εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ἀφοῦ ὁ λαὸς τὸν ἐξέλεξε καὶ ἐπαρχιακὸν σύμβουλον καὶ γίνεται καὶ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, τί πλέον τοῦ λείπει; εἶναι αἰτίασις σπουδαία αὕτη κατὰ κυβερνήσεως καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λόγος συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην; Δύνασθε νὰ παραπονῆσθε κατὰ τῶν προκαλεσάντων τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τούτου, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτῶν δὲν δύνασθε, ἂν δὲν θέλετε νὰ παραβιάσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐξέδωκε τὸ διάταγμα αὐτό· (διακοπαὶ καὶ θόρυβος). Κατηγορίαι, κύριοι, ἐκτὸς αὐτῶν ἀνεπτύχθησαν, ἐκτὸς τῶν κατηγοριῶν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, καὶ ἕτεραι διαστάσεως μεγαλειτέρας ἐκ μέρους τοῦ κ. Ῥάλλη. Ὁ κ. Ῥάλλης δὲν ἐσυμφώνησε μετὰ τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, διότι εἶπεν ἡ πτῶσις μιᾶς κυβερνήσεως παραδίδει εἰς λήθην, κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν συγγραφέων, τὰς πλάνας, τὰ σφάλματα· τὰ ἐγκλήματα ὅμως διασώζονται, καὶ ταῦτα, ἂν δὲν παραγραφῶσιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τούτων καὶ τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν πάντων. Εὑρίσκει δ’ ἐγκλήματα, τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1872 καὶ τὴν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης προκήρυξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξύβρισε, λέγει, ἡ κυβέρνησις τὴν ἀντιπροσωπείαν, διαλύσασα τὴν Βουλὴν καὶ καταλύσασα ὅλας τὰς πράξεις αὐτῆς. Δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω, κύριοι, τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τῆς ἐξυβρίσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1872. Τῳόντι ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1872 Βουλὴ σχηματισθεῖσα ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Βούλγαρη, συμπράττοντος καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἡ Βουλὴ αὕτη διῃρέθη, κατέστη μειονοψηφία· καταπληκτικὴν εἶχεν ἐπί τινα χρόνον πλειονοψηφίαν ἡ κυβέρνησις· ἴσως ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῆς μερίδος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ βραδύτερον καὶ πρὶν ἔλθῃ ἡ κυβέρνησις τοῦ Ἰουλίου εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη εἶχε διαιρεθῆ, διότι εἷς τῶν ὑπουργῶν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἀπεδοκιμάσθη.
§62Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεδοκιμάσθη.
§63Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μία δὲ μερὶς ἐκ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Βούλγαρη διεφώνησεν ὡς πρός τινα ζητήματα.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, σημειώσατέ με.
§65Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διεφώνησεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων.
§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν συνέβησαν τοιαῦτα πράγματα· σεῖς τὰ λέγετε (θόρυβος).
§67Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ᾖναι ἀκριβῆ ὅσα λέγω καὶ δύνασθε νὰ τὰ ἀναιρέσητε· δὲν σᾶς εἶναι ὅμως διόλου ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποκαλῆτε τὸν ἄλλον οὕτω ἀποτόμως ψευδόμενον! Δὲν ηὐτύχησα τότε νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ βουλευτήριον καὶ δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζω ἀκριβῶς τὰ πράγματα· ἄλλως τε κυανῆ βίβλος τῶν ὑπουργικῶν πράξεων δὲν δημοσιεύεται· τὰ ἤκουσα ὅπως τὰ διηγοῦνται καὶ οὕτω καλῇ τῇ πίστει ἐξήνεγκον ταῦτα. Ἔπεσεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη κατ’ ἄλλους δι’ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης τοῦ βασιλέως, κατ’ ἄλλους καὶ δι’ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· ἓν πρᾶγμα μόνον παρατηρῶ· μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Βούλγαρη γίνεται συζήτησις παταγώδης ἐκ μέρους τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς ὑποστήριξιν, ἐξαιρουμένου τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (διακοπαί).
§68ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀπεκάλεσα λυπηρὰν τὴν κατάστασιν αὐτὴν, συμβεβηκὸς λυπηρὸν διὰ τὸν τόπον μας καὶ εὑρέθησαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι σύμφωνοι μαζῆ μου. Λοιπὸν δὲν εἶσθε καλῶς πληροφορημένος, κ. Δημητριάδη.
§69Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπῆρχε τέλος πάντων γνώμη κοινὴ ἐσχηματισμένη ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἀντεπροσώπευε τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ λαοῦ. Τί ἄλλο; τὰ γοερὰ παράπονα τῶν ἀδικηθέντων ἐξέπνευσαν καὶ ἐτάφησαν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ νέα κυβέρνησις ἤρχετο, φυγόδικοι ὑπῆρχον ἀπειράριθμοι, βουλεύματα εἶχον ἐκδοθῆ κατ’ αὐτῶν ἐπὶ καλπονοθεύσει (θόρυβος).
§70Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ὁρίζετε;
§71Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σολυγείας, Στυμφαλίας, Φενεοῦ, Σπετσῶν κτλ.
§72Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κυβέρνησις.....
§73Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ κυβερνήσεως, ἀλλὰ περί τῆς Βουλῆς, ἥτις εἶχεν ἀπολέσει τὸν ὀφειλόμενον, τὸν ἀπαιτούμενον ἐκ μέρους τῆς κοινῆς γνώμης σεβασμόν.
§74Θ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶναι ἀληθές!
§75Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ λέγουν τὰ βουλεύματα (διακοπαί). Σέβεσθε, λέγετε, τὸν συνταγματισμὸν καὶ ἀρνεῖσθε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου· σᾶς συγχαίρω (θόρυβος). Νὰ ἔλθητε νὰ μὲ διαψεύσητε διὰ τῶν πραγμάτων· ἐνδέχεται τινα ἀπὸ ὅσα ἀνέφερα νὰ μὴ ἦναι ἐντελῶς ἀκριβῆ, πάντοτε ὅμως ἐπιθυμῶ νὰ μὴ εἴπω τι μὴ ἀκριβές, διότι δὲν θέλω ν’ ἀπατήσω κἀνένα. Τί θέλετε, κύριοι; νὰ ἐπαινέσω τὴν Βουλὴν τοῦ 1872 ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου, Βουλὴν τὴν ὁποίαν ἐν τῇ καρδίᾳ μου καὶ τῇ συνειδήσει μου δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι ἦτο προϊὸν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ; (διακοπαί). Ἀλλ’ ὑπῆρξαν, κύριοι, παρανομίαι εἰς τὰς ἐκλογὰς πάμπολλαι· εἶχεν ἀποκλεισθῆ, κύριοι, διὰ τῆς βίας μέγας ἀριθμὸς ὑποψηφίων· εἶχον, κύριοι, γείνει εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ὄχι ἐκλογαὶ ἀλλὰ διαλογαὶ, ὡς σᾶς προεῖπον (διακοπαὶ θορυβώδεις).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, μὴ διακόπτετε· ζητήσατε τὸν λόγον νὰ τ’ ἀναιρέσητε.
§77Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἐκείνη διελύθη, διότι κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς κυβερνήσεως, ἥτις τὴν διέλυσε, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου δὲν ἀντεπροσώπευε τὴν ἀληθῆ θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ποῦ εἶναι, κύριοι, ὁ ἀντισυνταγματισμός; καὶ ἂν ἀναγράψωμεν, κύριοι, τὸ δικαίωμα νὰ δικάζωμεν τοὺς ὑπουργοὺς, διότι μᾶς διαλύουν, δὲν δικάζομεν περὶ τῆς ἰδίας μας ὑποθέσεως, νὰ μὴ ἠμπορῇ δηλ. νὰ μᾶς διαλύσῃ κἀνείς; Θέλετε νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἔπραξε καλῶς ἡ κυβέρνησις ἐκείνη διαλύσασα τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ μᾶς διαλύσουν ποτέ; ἤτοι ν’ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς καὶ εἴπωμεν, ὅτι κἀνεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μᾶς διαλύσῃ, ὅτι δὲν θέλομεν τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον, τὸ θέλομεν ὑποκείμενον εἰς τὸν ἔλεγχον; Τὸν ἔλεγχον νὰ τὸν ζητήσητε εἰς τὰς ἐλευθέρας ἐκλογάς. Ἡ κύρωσις τοῦ δικαιώματος εἶναι αἱ ἐλεύθεραι ἐκλογαὶ, αὐτὸ τὸ βῆμα, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ μὴ φοβεῖσθε τίποτε. Φάσματα εἶναι αἱ τυραννίαι, ἡ ἐπιβουλὴ τῶν θεσμῶν· ὅλα καταπίπτουν· φάσμα αἱ προσωπικαὶ κυβερνήσεις, οὔτε μίαν ἡμέραν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν. Ἀλλὰ ποίαν ἐξύβρισιν εὑρίσκετε τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους περιεχομένην ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ τῆς διαλυσάσης τὴν Βουλὴν κυβερνήσεως διὰ νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ καὶ ἐξετάσῃ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ τῆς κυβερνήσεως; Ἐγὼ δὲν ἀνέγνωσα τίποτε παράνομον, ἐξυβριστικὸν εἰς τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην.
§78Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατέ την.
§79Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Γνώμην εὑρίσκω περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν μὴ ἐλευθέρων ἐκλογῶν. Τὴν ἄρνησιν λοιπὸν τῆς ἰδιότητος αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην θεωρεῖτε ἐξύβρισιν; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ῥάλλην νὰ μὴ λησμονήσῃ μίαν ὁμιλίαν τοῦ σημερινοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς μετὰ συγκινήσεως ἐκφωνηθεῖσαν. Ὅλοι οἱ φίλοι μου, εἶπεν, ἐγένοντο θύματα τῆς παραβιάσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, μὲ τέσσαρας κατήντησα νὰ μείνω. Εἶναι λοιπὸν κατηγορία οὐσιώδης αὐτὴ διὰ ν’ ἀποτελέσῃ μέρος, κύριοι, εἰς τὰ κεφάλαια τῶν κατηγοριῶν, ἅτινα ἀποδίδουν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ χρησιμεύσουν μάλιστα ὡς βάσις κατηγορητηρίου τὰ περιεχόμενα ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ ἐκείνῃ περὶ ἐλευθέρων ἐκλογῶν; Ἄλλως τε αὐτὸ τὸ ἐσυζητήσαμεν πέρυσι· διατί δὲν ἤλθετε τότε νὰ εἴπητε ὅτι ἐξυβρίσθη ἡ Βουλή; Ἐσυζητήθη ἡ ἀπάντησις τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ἐσυζητήθη ἡ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως κατὰ τὸν προϋπολογισμόν· ποῦ ἦσθε διὰ νὰ τὰ εἴπητε;
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ εἴπομεν.
§81Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί ἔγειναν, ἂν τὰ εἴπατε;
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀνοίξατε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ νὰ ἰδῆτε.
§83Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνουν τὰ περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ εὑρίσκουν ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη παρεβίασε τὸ σύνταγμα. Περὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ τὸ ἀφίνω, διότι αἱ ψῆφοι τῆς Βουλῆς ἦταν ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς κυβερνήσεως καὶ διότι καὶ τῆς διακοπῆς οὔσης προνομίου ἡγεμονικοῦ, ἀναφέρομαι εἰς ὅσα εἶπον περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ἀντιφάσκεται πρὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρεδέχθητε.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε σᾶς παρακαλῶ.
§86Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐκατάλαβα, ἂν ἐννοῆτε, ὅτι πρεσβεύω τὸ ἀνεξέλεγκτον τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων ἐν τῇ ἀσκήσει ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὐδόλως ἀντιφάσκω.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πειράζει εἶναι διακοπή.
§88Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἂς λέγῃ ὅ,τι θέλει. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀπέδωκαν κατηγορίαν διὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀντικείμενον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐρεύνης, διότι ἐξήσκησεν ἡ κυβέρνησις δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐξηγήθη πολλάκις ὡς ἀπόλυτον καὶ εἶναι ἀρκετὰ δικαιολογημένον. Ἀλλὰ γίνεται ἡ παρατήρησις, διατί νὰ βραδύνῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1872; Κύριοι, τὸν ἀντισυνταγματισμὸν αὐτὸν, ὅτι ἐβράδυνεν ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, τὸν εὑρίσκουν κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1872· ὅτε ὅμως ἐγένετο ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τοῦ 1868 καὶ τοῦ 1869 δὲν τὸν εὑρίσκουν. Τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξήσκησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1868, ἐσχηματίσθη, μοὶ φαίνεται, κατὰ τὰς 18 ἢ 20 Ἰανουαρίου τοῦ 1869.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 25.
§90Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. Πότε διελύθη ἡ Βουλή; εἰς τὰς 7 Μαρτίου· ἤτοι μετὰ μακρὸν χρόνον.
§91Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλο ἐκεῖνο, εἶναι τοῦ Μωραϊτίνη τὸ ὑπουργεῖον.
§92ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ δι’ ἐκεῖνο. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1869 τὸ διαλύσαν τὴν Βουλὴν τοῦ 1868, ἐσχηματίσθη τὴν 25 Ἰανουαρίου· ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐγένετο τὴν 7 Μαρτίου 1869. Τώρα οὐδεμία παρατήρησις περὶ τούτου ἐγένετο· οὐδεὶς ἀντισυνταγματισμὸς παρετηρήθη. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Εἰς ποίαν θέσιν εὑρέθη ἡ κυβέρνησις τοῦ 1872, κληθεῖσα ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; εὑρῆκε τὴν Βουλὴν συζητοῦσαν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους· τοὺς ψηφίζει ἡ Βουλὴ ἀμέσως. Ψηφίζουσα αὐτοὺς, τί λέγει εἰς τὴν κυβέρνησιν; γνωρίζω, λέγει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἔρχεσαι ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ὅτι κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα ἐκ τῆς μειονοψηφίας ἐρχομένη προτίθεσαι νὰ διαλύσῃς τὴν Βουλήν· λάβε τοὺς φόρους, λάβε τὸν προϋπολογισμὸν μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1872. Ἡ κυβέρνησις νομίζετε, ὅτι ἦτον ὑπόχρεως ἀμέσως νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν μὲ τοιοῦτον σχέδιον ἐλθοῦσα; Ὄχι, κύριοι· ἡ κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν, νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· ἡ δημοσία γνώμη τότε εἶχεν ἐξεγερθῆ κατὰ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, ὁ τόπος ἐπλημμύρει ἀπὸ φυγοδίκους ἀκαταδιώκτους, οἱ κατάδικοι κατὰ ἑκατοστύας περιεφέροντο ἐλεύθεροι, ἡ διοίκησις εἶχε χαλαρωθῆ· εἶχε καθῆκον νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐργασθῇ νὰ ἐπουλώσῃ πληγὰς—εἶχεν ἐξωτερικὰς περιπλοκὰς σοβαρωτάτας. Ἄλλως τε νομίζετε, ὅτι κυβέρνησις τοιαύτη ἐρχομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἡμέρας τινὰς, ἐπὶ ἑβδομάδας τινὰς νὰ ἀντλήσῃ πληροφορίας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ ἀκούσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐπαρχιῶν μήπως ἀντίκειται εἰς τὸ φρόνημα τὸ ἰδικόν της περὶ διαλύσεως; Ἐπικαλεῖσθε τὸ ἀξίωμα τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου διὰ τοῦ τόπου· δὲν καταπατεῖτε αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, ὅταν ἐπιβάλλετε ἀμέσως εἰς μίαν κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ συμβουλευθῇ τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου; Ἔπρεπε νὰ παρέλθωσιν αἱ 47 ἡμέραι ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς κυβερνήσεως καὶ περισσότεραι τῷ 1868 διὰ νὰ συμβουλευθῇ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ ἡ κυβέρνησις τοῦ 1869· διὰ τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1872 ὅμως, ἥτις εἶχε μείζονα ταύτης νὰ πράξῃ καὶ ἥτις ὤφειλε νὰ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν ἐν γνώσει καὶ ὄχι κατὰ τύπον, ἥτις ὤφειλε νὰ καθαρίσῃ τὸν τόπον· νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς δυσχερείας διὰ νὰ κάμῃ νομίμους ἐκλογὰς, νὰ φέρῃ τοὺς γνησίους καὶ ἀληθεῖς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, πρέπει ν’ ἀρνηθῆτε τοῦτο; πρέπει νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὴν καὶ κατηγορητήριον περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς αὐτῆς; Ἀναντιῤῥήτως ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι ὅλως διόλου ἀνυποστήρικτος καὶ ἑπομένως δὲν πιστεύω βουλευόμενοι ὀρθῶς καὶ σκεπτόμενοι μετὰ ψυχρότητος καὶ ἀπαθείας, ὅτι δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε αὐτὴν κηρύσσοντες ὅτι ἀποτελεῖ λόγον δυνάμενον νὰ καταστήσῃ ὑπευθύνους τοὺς ὑπουργούς. Προσθέτουσιν· ἐκάματε χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, διατί; διὰ νὰ κρατήσετε τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐκρατήσατε· εἴχατε φαινομενικὴν τὴν ὑπάρχουσαν τότε πλειονοψηφίαν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν ὑπάρχῃ ἄλλο μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ κυβερνήσεις αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἀποδεικνύουν τὴν πλειοψηφίαν των παρὰ τὴν λύσιν πολιτικῶν ζητημάτων· ἕως τώρα δὲν γνωρίζω ἄλλο μέσον παρὰ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον πάντες παραδέχονται ὡς ἀπόδειξιν τῆς πλειονοψηφίας μιᾶς κυβερνήσεως. Ἢ δὲν πολεμᾶται μία κυβέρνησις καὶ τότε ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ πολεμουμένη νικᾷ κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν συζήτησιν καὶ τότε πάλιν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν καὶ νικᾷ εἴτε διὰ τῆς ὑποχωρήσεως τῶν ἀντιπάλων της, ἢ διὰ τῆς ἀρνήσεως ψήφων, εἴτε διὰ τῆς θετικῆς ψήφου· ἔχει πλειοψηφίαν πάντοτε. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι μόνον οὗτος ὁ λόγος ὑποχρεοῖ τὰς κυβερνήσεις νὰ μὴ παραιτῶνται· ἀλλὰ πιστεύσατε ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἔχουν δικαίωμα πάντοτε νὰ θέτουν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐὰν δὲν ᾖναι ἕτοιμοι νὰ σχηματίζουν ἄλλην κυβέρνησιν. Ναὶ, κύριοι, ἔχει εὐθύνην ἡ συμπολίτευσις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις· διότι καὶ αὐτὴ πολιτεύεται καὶ αὐτὴ διοικεῖ, καὶ δὲν εἶναι κυρία νὰ διαστρέψῃ τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὁποίου φαίνεται φρουρὸς καὶ προστάτις ῥίπτουσα κυβερνήσεις χωρὶς νὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰς ἀντικαταστήσῃ. Ἀλλὰ ὀφείλει νὰ συμμορφώνηται μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς δημοσίας γνώμης, μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Κἀνεὶς δὲν ἐπίστευσεν ὅτι ἡ κυβέρνησις Δεληγεώργη εἶχε χάσει τὴν πλειονοψηφίαν, διότι ἐπολιτεύθη δημοσίᾳ καὶ ὅτε ἐτέθη ζήτημα πολιτικὸν ἐκέρδησε τὸν πρόεδρον ὡς καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὅπερ ἐπαρουσιάσθη νὰ τὸ καταψηφίσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἑπομένως δὲν ἔχει πλέον δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους τούτους, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοὺς ἐξετάσῃ εἶναι ἀφιλονείκητοι· δὲν ἦτον ἕτοιμος ἡ τότε ἀντιπολίτευσις νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν, καὶ ἔχουσα καθῆκον νὰ πολιτεύηται ἐθνικῶς διὰ νὰ μὴ φέρῃ τὸ χάος, νὰ μὴ καταλύσῃ ἓν καθεστὼς χωρὶς νὰ ᾖναι ἕτοιμος νὰ τὸ συμπληρώσῃ, ἐνέκρινε τὴν διατήρησιν τῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως δὲν βλέπω, κύριοι, ὁποῖον χαρακτῆρα φέρουσιν αἱ μομφαὶ αὗται, ποῦ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐγείρωσι κατηγορίαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς καὶ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν σύστασιν τῆς προτεινομένης ἐπιτροπῆς. Προστίθεται, κύριοι, ἄλλη ἰδέα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐξέφρασεν αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι θίγουσι τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας· ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ἐὰν ἀληθεύουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει, ἤτοι ὅτι εἷς ἀρχιμανδρίτης ἔπεμψε παραδείγματος χάριν ἀσπασμοὺς εἰς αὐτὸν, διότι ἠθέλησε νὰ ἐνεργήσῃ διαδηλώσεις ὑπὲρ τρίτου τινὸς, δὲν καταλαμβάνω ποίαν εὐθύνην ἔχει ἡ κυβέρνησις· μήπως ὁ ἀρχιμανδρίτης ἐκεῖνος ἐνήργει ὡς ἐντολοδόχος τοῦ ὑπουργοῦ; ὁ ὑπουργὸς τὸ ἀποδοκιμάζει, ἀπόδειξις κἀμμία ἀντίθετος δὲν προτείνεται. Ἀνέμιξεν ἐπίσης καὶ τὸ ζήτημα τὸ μητροπολιτικόν· ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας βεβαίως θὰ ἀπαντήσῃ· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι καὶ ἂν ἀληθεύουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν τόσον ἀορίστως, πάλιν δὲν ἀποτελοῦν λόγον νὰ σχηματίσωμεν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὰ αἴτια τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Κατέκριναν πολὺ τὴν κυβέρνησιν ὅτι σκοπῷ πονηρῷ, σκοπῷ πολιτικῆς κερδοσκοπίας ἔθεσεν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἕνα ἀρχαῖον ἀγωνιστὴν, σεβαστὸν πρόσωπον τοῦ ἀγῶνος, εἰς ἀπόταξιν παρανόμως. Βεβαίως δὲν ἔχομεν τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ κρίνωμεν, ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ εἴχομεν, ὑπάρχει μέσον διορθώσεως· ὁ ἀδικηθεὶς δύναται, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἠδικήθη, νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν τῶν νόμων· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα δικαστικόν. Ἐὰν ἠδικήθη αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς, εἶναι τὰ δικαστήρια ἀνοικτὰ εἰς ἀνόρθωσιν τῆς ἀδικίας.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ὑφίσταται ἡ ἀγωγὴ εἰς τὰ δικαστήρια.
§94Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ἐνισχύσωμεν λοιπὸν τὴν ἀγωγὴν ἐκείνην ἡμεῖς;
§95ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκείνη εἶναι ἡ ἀστυκὴ εὐθύνη καὶ πρόκειται περὶ τῆς ποινικῆς.
§96Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀστυκὴ δὲν ὑπάρχει κατὰ τῶν ὑπουργῶν πρὸ τῆς ποινικῆς· διότι δὲν ὑπάρχει νόμος ἐπιτρέπων νὰ ἐνάγωνται ὑπουργοὶ διὰ πράξεις τῆς ὑπηρεσίας των εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει νόμος.
§98ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1872, δὲν φαίνονται οὔτε βάσιμοι, οὔτε πιθαναὶ, οὔτε δύνανται, ὅπως ἐκφέρονται, ν’ ἀποτελέσωσί τι δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις κατηγορίας ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Τί ἄλλο δικαίωμα ἔχομεν νὰ πράξωμεν; νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπήν; τί νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή; Ἀπαντᾷ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ὅτι δὲν θέλει κατηγορητήριον, ἀλλ’ ἐπιτροπήν· τί νὰ κάμῃ αὕτη; νὰ μεμφθῇ τί; τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουσι. Καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη ἀπεφάνθησαν τὰ κοινοβούλια ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, αὕτη κυροῦται διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν κυβέρνησιν· μετὰ τὴν παραίτησίν της ἐκ τῆς ἐξουσίας, παραδίδονται εἰς λήθην αἱ πλάναι καὶ τὰ σφάλματα τῆς ἀποδοκιμασίας ἐκ μέρους τῶν νικησάντων ἀντιπάλων της, διότι τοιουτοτρόπως ὑπάρχει κίνδυνος, μὴ ὁ καπνὸς τῆς νίκης καταστρέψῃ τὴν μειονοψηφίαν. Ἐπαναλαμβάνω ἑπομένως, ὅτι ἡ πρότασις τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὰ ἀφορῶσι τὰς αἰτιάσεις ἢ τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1872. Τί νομίζετε; ἂν ᾖναι ἀπαράδεκτος ἡ εἰρημένη πρότασις, ἀποκλείομαι νὰ κατηγορήσω θετικῶς καὶ ὡρισμένως ἕν ἀπὸ τὰ προγενέστερα ὑπουργεῖα ὅπως ἀντιτάττουν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν; Ἐθεώρησαν μὴ σοβαρὰν τὴν κατηγορίαν ταύτην, καὶ εἶπον ὅτι τοῦτο προτίθεται τὴν ματαίωσιν τῆς κατηγορίας κατὰ τῶν ἄρτι παραιτηθέντων ὑπουργῶν. Τὴν κατηγορίαν δὲν ὑποβάλλομεν ἡμεῖς σήμερον· αἱ κατηγορίαι αὗται ὑπάρχουσι καταφανεῖς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε ἡ πολιτικὴ αὐτῶν συνεζητήθη καὶ δεδικασμένου κανὼν δὲν ὑπάρχει. Τίς δύναται, κύριοι, πολιτευόμενος ἠθικῶς καὶ νομίμως νὰ εἴπῃ ὅτι 7,000,000 ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν πιστώσεων τοῦ 1867, δαπανηθέντα ἄνευ διαχειρίσεως, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς; Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 οὐχὶ κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἐναντίον ὅλων τῶν νόμων, συνεμάχησε μὲ λῃστὰς καὶ κακούργους, τοῖς ἔδωσε μισθοὺς, μέσα καὶ τοὺς ἑτοίμαζε διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν Κρήτην, ὅτι τοῦτο πράττουσα ἐδαπάνησε τὰ εἰσοδήματα τοῦ ἔθνους ἐκτὸς τῶν προορισμῶν των, παρεβίασε τοὺς νόμους, ἐγένετο παραίτιος ἀτιμώσεως οἰκογενειῶν, δῃώσεως χωρῶν, λαφυραγωγίας, σφαγῶν, αἰχμαλωσιῶν καὶ διαφόρων ἐγκλημάτων, νομίζετε ὅτι ταῦτα δὲν ὑπόκεινται εἰς καταδίωξιν; Θὰ μᾶς ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς κατηγορίας αὐτὰς, ὅταν οὐχὶ ἀορίστως, ἀλλὰ σαφῶς καὶ ὡρισμένως ἐκφέρωνται; Ὑπάρχουσιν ἐπιστολαὶ, κύριοι, ἀνωτέρου δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ κ. Ζηνοπούλου, χρονολογούμεναι ἀπὸ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1867, ἐκ Στυλίδος, καὶ περιέχουσαι, κύριοι, διαταγὴν περὶ συγκεντρώσεως τῶν λῃστῶν, καὶ μεταξὺ ἄλλων, τοῦ λῃστοῦ Τάκου, τοῦ Μασούρα καὶ πολλῶν ἄλλων. Παραδίδω τὰς ἐπιστολὰς ταύτας εἰς τὸν κύριον πρόεδρον· δὲν θέλω νὰ τὰς ἀναγνώσω, φειδόμενος τοῦ ἠθικοῦ μέρους τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ κυβερνήσεως τῆς πατρίδος μας.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ βιάζεσαι· πόθεν τὰ ἐκληρονομήσαμεν;
§100ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐπιστολαί.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης εἶπεν ὅτι τὰς καταθέτει.
§102Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καταθέτω λοιπὸν τρεῖς ἐπιστολὰς τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κ. Ζηνοπούλου περὶ συγκεντρώσεως τῶν λῃστῶν, ἐκθειαζούσας αὐτοὺς ὡς ξεφτέρια πρὸς ἐλευθέρωσιν τῆς Κρήτης.
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν νὰ τὰς ἀναγνώσητε· διατί μόνον ἡ περίληψις;
§104ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι ἓν ἀπόσπασμα τῶν ἐν Ἀθήναις συνέδρων ἐπὶ σχετικῆς δίκης καὶ παρακαταθέτω καὶ τοῦτο ὡς καὶ μίαν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας. Εἶχον ὑποτάξει οἱ λῃσταὶ καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ παράσχῃ τὴν στρατιωτικὴν μουσικὴν εἰς τὴν εὐθυμίαν τῶν λῃστῶν· καταθέτων τὴν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας, γνωστοποιῶ ὅτι διέλυσεν ἡ κυβέρνησις αὐτὸ τότε, διότι ἀνέφερε λυπηρὰ γεγονότα τοῦ τόπου καὶ ἐζήτει τὴν σωτηρίαν καὶ συνδρομὴν τῆς πολιτείας.
§105Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠξεύρετε ποῖος ἦτον ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τότε.
§106ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§107ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ πᾶσαν δαπάνην ἀνήκουσαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν.
§108ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλληλεγγύως εἶσθε ὑπεύθυνοι. Πρὸς ἀπόδειξιν ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1869 ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Φθιώτιδος κ. Τσιριμώκου, ὅστις τί παρίστα κύριοι; πρὸ δύω ἐτῶν ὁ τόπος μου, λέγει, κατέστη δυστυχὴς, κατέστη δυστυχὴς ὁλόκληρος ἡ Ῥούμελη· 250 αἰχμαλωσίαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν λῃστῶν, οἰκίαι κατερημώθησαν, χωρία ἐδῃώθησαν, ἄνθρωποι ἤχθησαν ὡς ἀγέλαι ἀνδραπόδων καὶ πολλοὶ ἐσφάγησαν· 900,000 δραχμῶν λύτρα ἐπληρώθησαν· δὲν ἠδύνατο νὰ διέλθῃ τις πέντε βήματα χωρὶς ν’ ἀπαντήσῃ μελανείμονα χήραν· μὴ τὴν ἐρωτήσητε, διότι θέλει σᾶς εἴπει· μοῦ ἐφόνευσαν τὸν ἄνδρα μου, τὰ τέκνα, μοῦ ἀφῄρεσαν τὴν περιουσίαν· τεσσαράκοντα μαθητὰς εἶχον αἰχμαλωτήσει καὶ ἐξ αὐτῶν πολλοὺς ἐφόνευσαν καὶ ἑνὸς ἀπέκοψαν τὸ οὖς. Ὁ τόπος εἰς τοιαύτην κατάστασιν εἶχε περιέλθει τότε, ὥστε δράματα δύναταί τις νὰ συῤῥάψῃ καὶ νὰ παραστήσῃ καὶ νὰ συγκινηθῇ ἀληθῶς καὶ ἡ σκληροτέρα καρδία! Δὲν εἶναι ἐγκλήματα αὐτὰ τῆς τότε κυβερνήσεως, δὲν εἶναι παραβίασις τοῦ νόμου; Τίς δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι ἐξηλείφθησαν αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα; ἂν ἦσθε, κύριοι, δίκαιοι, εἴπατε ὅτι δὲν παραδεχόμεθα ἀνάκρισιν, κατηγορίαν ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔγειναν παραίτιοι αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Ἀλλά, λέγει, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἔκαμα ἐγώ; ἐγὼ δὲν ἐκδίδω ἐντάλματα.
§109ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς ἠρώτησεν ἕνας τῶν βουλευτῶν, τίς δὲν γνωρίζω, ποῖος ἦτο τότε ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· ἐπειδὴ εἶναι ὁ κ. Γρίβας, διὰ τοῦτο θέλετε νὰ διαστρέφετε. Ὁ κ. Γρίβας κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.
§110Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ ἠθικὴν εὐθύνην. Τότε εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων διὰ τὴν προπαρασκευὴν στόλου καὶ στρατοῦ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Γρίβα καὶ ὁ κ. Γρίβας κατέθεσε τὰ ἔγγραφα· καὶ τότε ὑπῆρχεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ συνάδελφός του κ. Κεχαγιᾶς βουλευτής, ἑπομένως δὲν πρόκειται πλέον περὶ αὐτοῦ· ἠρκέσθη ἡ Βουλὴ καὶ ἂς ἔλθῃ ἄλλος νὰ κάμῃ κατηγορητήριον ἐὰν θέλῃ περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ ἀποδίδω ἄλλα ἐγκλήματα καὶ τὰ ἠκούσατε· ἐπικαλοῦμαι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσα, καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τὸν κ. Δυωβουνιώτην καὶ ὅλους τοὺς βουλευτὰς τῶν μερῶν ἐκείνων, τὸν κ. Σαφάκαν καὶ πάντας τοὺς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ εἴπωσιν ἂν ᾖναι συκοφαντία αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω· ἄλλως, ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν ὠφελεῖται λέγων ὅτι ἦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀδιάφορον, ἦτο μέλος τῆς κυβερνήσεως, ἤτοι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἐπρότεινε καὶ διέθεσε τοὺς φόρους, μεταμορφώσας τὴν Βουλὴν εἰς ἐργοστάσιον.
§111ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ αὐτὰ ἐζήσατε καὶ ζῆτε.
§112Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζῶμεν κατάχρεοι μὲ 150 ἑκατομμύρια δραχμῶν δάνεια καὶ ἐλλείμματα.
§113ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ τὰ παρεδέχθη καὶ πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς.
§114Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς κυβερνήσεως καὶ πρωθυπουργός, διότι ἐνήργησε τὰς δαπάνας, διότι συνετέλεσεν εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν λῃστῶν καὶ κατεπάτησε τοὺς νόμους· ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐπίσης ὑπεύθυνος καὶ διότι εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς ἐπέτρεψε ν’ ἀνεχθῶσι λῃστὰς νὰ περιφέρωνται ἐλεύθεροι. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπίσης ὑπεύθυνος, ἀλλὰ δὲν ζῇ πλέον.
§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ Βότσαρης εἶπεν;
§116Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπέθανε, δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὰ συμβάντα κατὰ τὸ 1868 δὲν ἀποτελοῦν ἀδίκημα; Τί συνέβησαν; ἐγὼ τοῦτο μόνον ἠξεύρω, ὅτι ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης, ὅστις ὑπέβαλε τὸ κατηγορητήριον τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1872, δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ εἰς Γόρτυνα κατὰ τὰς ἐκλογάς· πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἀπεκλείσθησαν καὶ μεταξὺ ἄλλων καὶ ἐγώ.
§117Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ Νοταρᾶς ἔξω τώρα.
§118Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπέτυχε νομίμως, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεκλείσθημεν παρανόμως τοῦ βουλευτηρίου· τὰ γοερὰ καὶ δίκαια παράπονά μας δὲν ἀπεῤῥίφθησαν, ἀλλ’ ἐξέπνευσαν καὶ ἐτάφησαν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, μηδεμιᾶς προσοχῆς δοθείσης, οὐχὶ μόνον προσοχῆς, ἀλλὰ ἡ μάχαιρα τοῦ κ. Ἰακωβάτου ὑπῆρξε φοβερά. Ὁ κ. Χρηστίδης, ὁ γηραιὸς Χρηστίδης, ἀπεστάλη εἰς τὴν Σύρον διὰ νέας ἐκλογάς.
§119Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; ....
§120Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι· τίποτε δὲν ἐπιτρέπω. Ὁ φίλος μου κ. Κορυζῆς ἐτέθη ἐπὶ ψάθης, ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος ἐκλείσθη εἰς τὴν Ζαρνάταν, ὁ Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ἀπεπέμφθη τοῦ βουλευτηρίου, ἀποσταλεὶς νὰ κάμῃ καλλιτέρας ἐκλογάς· ὁ κ. Βαλαωρίτης συνεπλάκη μετὰ τοῦ Γεωργαντάρα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ τὸν ἀπεδοκίμασεν ἀδίκως...
§121ΤΙΝΕΣ. Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης.
§122Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα· —καὶ ἐδάρη ἕτερος βουλευτὴς καὶ τόσην ἐντύπωσιν ἔκαμεν, ὥστε ἔλεγον ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης τὸν ἔδειρε. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς κατηγορίας ταύτης ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τὸν κ. Α. Κουμουνδοῦρον καὶ τὴν ὁμιλίαν του κατακεχωρισμένην εἰς τὴν σελίδα 12–13 τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1869.
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τόμος;
§124Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τόμος πρῶτος. — Ἰδοὺ τί λέγει, ἀφοῦ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ παραδέχεται ὅτι ἀπέτυχεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη καὶ ἕνεκα τῆς πτώσεως αὐτῆς κατεστράφη ἡ γέφυρα, δι’ ἧς ἠθέλομεν ὑπάγει εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔρχεται λοιπὸν κατόπι καὶ λέγει· «Ὁ κ. Βούλγαρης, ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα γενναίως καὶ τολμηρῶς, ὅπως ἐπηγγέλλετο, ἀλλ’ ἐσκόπει νὰ τὸ μαράνῃ, ἐφρόντισε πρῶτον νὰ μαράνῃ τὸ αἴσθημα ἐσωτερικῶς, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀθλίαν ἐκείνην διοίκησιν, ἡ ὁποία κατέστρεψε τὰ πάντα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὰ δικαστήρια κατήντησαν τότε ἐργαστήρια ἐγκλημάτων, ὅτι οἱ δικασταὶ ἔθετον τὸν τύπον μόνον ἐπὶ τῶν ποταπῶν καὶ φαύλων καταδιώξεων τῶν φατριῶν καὶ τῶν εὐτελῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παυθῇ δημοτικός τις ἄρχων, ἐγένετο καταμήνυσις, ἔνταλμα ἐξεδίδετο ἀμέσως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζομένη πρότασις παύσεως ὑπεβάλλετο εἰς Ἀθήνας... Καὶ συνέβη νὰ φθάσῃ παῦσις εἰς Ἀθήνας δημάρχου μετὰ τὴν ἄφιξιν βουλευμάτων ἐφετῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐκηρύττοντο ἀθῶοι οἱ κατηγορούμενοι, καὶ ἐν τούτοις οἱ κατηγορούμενοι οὗτοι ἐπαύοντο ὡς ἔνοχοι ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἐνθυμεῖσθε ἔτι, ὅτι ἐτελέσθη εἷς τύπος ἐγκλήματος, τὸ ἔγκλημα τῆς στάσεως, καὶ οὗτος ἐφηρμόζετο ἐν γένει εἰς πᾶσαν πρᾶξιν. Ἤθελες νὰ ἐξασκήσῃς τὰ δικαιώματά σου ἀντιθέτως πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῆς κυβερνήσεως, κατεδιώκεσο ὡς στασιαστής. Ὅτε πολὺς κόσμος ἐν Ἀθήναις ἐκραύγαζεν ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τῶν βουλευτῶν αὐτῆς, δέκα ἄνθρωποι ἠθέλησαν νὰ κραυγάσωσιν ὑπὲρ ἐμοῦ, καὶ αὐτοὶ ἐστάλησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐτιμωρήθησαν ὡς στασιασταί. Ἐξετέλεσες τὸ χρέος σου, ἀπέκρουσες βίαν τινὰ, ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ νοθεύσῃ τὰ δικαιώματά σου, ὡς τοῦτο συνέβη ἐν Μεσσηνίᾳ; ἐστέλλεσο εἰς τὰς φυλακὰς ὡς στασιαστὴς καὶ τὸ ὄνομα τοῦ στασιαστοῦ ἀπεδίδετο κατὰ παντὸς, τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ καταδιώξουν. Μοὶ συνέβη νὰ μάθω, ὅτε ἤμην ἐν Μεσσηνίᾳ, ὅτι διὰ πολλοὺς ἀνθρώπους ἔνταλμα δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ τύχη αὐτῶν ἐκρέματο ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν κομματαρχῶν τοῦ τόπου· τὸν συνελάμβανεν ὁ κομματάρχης μεταβαίνοντα εἰς Καλάμας, τὸν ἐπαρουσίαζεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν καὶ οὗτος ἐφήρμοζε κατ’ αὐτοῦ τὸν γενικὸν τύπον τοῦ στασιαστοῦ. Καὶ ἀληθῶς ἐχρειάσθη πολὺς κόπος χάριν τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα, ὥστε νὰ μὴ μεταβληθῇ τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος εἰς στασιαστάς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ διοίκησις εἶχε καταντήσει ὄργανον τῶν φατριῶν, ὅτι ὑπηγόρευε τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰς παραβιάσεις, ὅτι ἦτον ἡ πηγὴ παντὸς κακοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὰ δημόσια χρήματα ἐχρησίμευον πρὸς πληρωμὴν τῶν κατασκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐπλημμύρουν καὶ τὰς οἰκίας καὶ τὰ δημόσια μέρη διὰ νὰ συκοφαντοῦν καὶ διαβάλλουν τοὺς ἀντιπάλους. «ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχεται ἀποδείξεις τοιαύτας; «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ἀπόδειξιν. Σᾶς ἀναμιμνήσκω τὸ δημοσιευθὲν δελτίον τοῦ Χλαμύδα. «ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχομεν ἀπόδειξιν καὶ τὴν φέρομεν ἐν πρωτοτύπῳ. «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, καὶ δὲν θέλετέ ποτε τὸ λησμονήσει, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτον ἡ νόθευσις τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἐπισήμως σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει ἐνεργήσει τὰς ἐκλογὰς ἐπεμβαίνουσα· θέλω παραχωρήσει, εἶπε, τὰ ἔννομα μέσα εἰς τοὺς φίλους μας, καὶ τὰ ἔννομα μέσα ἐννοεῖτε ποῖα ἦσαν. Ὅπου δὲ ἡ διαφθορὰ δὲν ἤρκεσεν, ἡ λόγχη τὴν ἀνεπλήρου, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἀπεμάκρυνε διὰ τῆς βίας ἀπὸ τοὺς ἐκλογικοὺς τόπους τοὺς πολίτας, ὅσους δὲν ἠδύνατο νὰ διαφθείρῃ· καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔστειλεν εἰς τὰς φυλακάς, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι οὕτω κατώρθωσε ν’ ἀποκλείσῃ ἐπαρχίας ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Καὶ ὅσα δὲν ἠδυνήθησαν διὰ τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν, τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς βίας, νὰ κατορθώσουν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὰ ἐπεχείρησαν καὶ τὰ κατώρθωσαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπου μετὰ παράνομον ἀποπομπὴν νομίμων βουλευτῶν καὶ παραδοχὴν νόθων εἰσήγαγον ἐπιμόνως τὴν βίαν καὶ τὸν τρόμον, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον κρατεῖ ὑπὸ τοὺς ὄνυχάς των δέσμιον τὴν Βουλὴν, τῆς ὁποίας ἀφήρεσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν. Ἐνθυμεῖσθε τὰ σκανδαλώδη ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ διεπράχθησαν κατὰ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ἐκφράσουν τὰς προθέσεις των. Οὔτε εἰς τὰ παντοπωλεῖα λαμβάνουν χώραν συνήθως τοιαῦται σκηναὶ, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐξήρχοντο αἱματόφυρτοι τοῦ περιβόλου τούτου πολλοὶ τῶν κκ. βουλευτῶν. «Τοιοῦτο, κύριοι, ἦτο τὸ κυβερνητικὸν σύστημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σύστημα βίας καὶ παρανομίας, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐπιστεγάσῃ διὰ τῆς ἐκμηδενίσεως τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ ἑδραιώσῃ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δι’ αὐτῆς πλήρη ὑπουργικὸν ἀπολυτισμόν. Καὶ ἀπολυτισμὸς ἔπρεπε νὰ ᾖναι εἰς ἕνα τόπον διὰ νὰ τελῶνται ὅσα ἐτελοῦντο, καὶ ὁ ἀπολυτισμὸς ἠδύνατο νὰ τολμήσῃ καθ’ ἑνὸς καταστήματος, τὸ ὁποῖον εὐεργετεῖ καὶ τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα, τὴν βανδαλικὴν ἐκείνην ἐκστρατείαν πρὸς καταστροφήν του. Ἐζήτουν χρήματα ὄχι διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασαν, διότι σκοπὸς τοιοῦτος δὲν ὑπῆρχεν, ὡς θέλω κατόπιν σᾶς ἐξηγήσει. Ἠξεύρετε διατί ἐγώ, κύριοι, εὐχαριστῶ τὸν κ. Ζαΐμην, ἠξεύρετε διατί τὸν ὑπεστήριξα; διότι ἡ πρώτη πρᾶξίς του ἦτο πρᾶξις, ἡ ὁποία πρέπει τὰς συμπαθείας ὅλων μας νὰ ἐγείρῃ, ἦτο νὰ καταστρέψῃ τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ, ἐφ’ οὗ προσεπάθει ὁ ὑπουργικὸς ἀπολυτισμὸς νὰ ἑδραιωθῇ καὶ ν’ ἀνακηρύξῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰς λεπτομερείας, προσέχω εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ζαΐμης ἐπανέλαβε ν’ ἀνακηρύξῃ, καὶ τὸν εὐχαριστῶ· κατέστρεψε μίαν Βουλὴν, ἥτις ἠτίμασε τὸν τόπον αὐτὸν, διότι κακῶς ἐγεννήθη καὶ κακῶς ἐβίωσε, καὶ διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀπεφάσισε δημοσίᾳ νὰ κηρύξῃ ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πρέπει νὰ ἐνεργῶνται ἐν Ἑλλάδι ἐκτὸς κυβερνητικῆς διαφθορᾶς καὶ βίας, καθὼς πρέπει νὰ ἐνεργῶνται καὶ ἐκτὸς ἰδιωτικῆς διαφθορᾶς καὶ βίας. Κύριοι, κυβερνητικὸν σύστημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον διῄρει τὴν Ἑλλάδα εἰς καταδιωκομένους καὶ καταδιώκοντας, εἰς στασιαστὰς καὶ αὐλοβασιλικοὺς, ἐννοεῖται ὅτι πᾶν αἴσθημα ἤθελε ψυχράνει καὶ πᾶσαν προσπάθειαν ὑπὲρ τοῦ εὐγενοῦς καὶ μεγάλου αὐτοῦ ἀγῶνος ἤθελε νεκρώσει. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Βούλγαρη.»
§125Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοσαύτας ἐξετέλεσεν ἀσχημίας, ὥστε δὲν πρέπει νὰ τὰς παραβλέψωμεν· πρέπει νὰ τὰς ἀνακρίνωμεν· ἐγὼ δὲν ἔρχομαι μὲ κενοὺς λόγους, ἔρχομαι μὲ τήν ὁμιλίαν ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις καὶ τότε εἶχε μερίδα καὶ τώρα ἔχει τὸ μέρος του εἰς τὴν Βουλήν· δὲν εἶπεν ἀλήθειαν τότε; δὲν τὸ πιστεύω. Ὅσα σᾶς ἀνέφερον εἶναι ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ τὰ παραλείψωμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι μόνον τὸ 1868; αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1872 δὲν ἐνηργήθησαν κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Εἰς ποίαν ἐποχὴν, κύριοι, τὸ ἔγκλημα κατέστη κανὼν καὶ δικαίωμα; Ἐνθυμεῖσθε τὰ ἀπαίσια κηρύγματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τότε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι στρατὸς, οὐχὶ στρατὸς ἀλλ’ ἄνθρωποι φέροντες στρατιωτικὰ παράσημα ἐνδόξως μάχονται ὑπὲρ καλπονοθεύσεως.
§126ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Στρατιῶται γενναίως μάχονται ὑπὲρ καλπονοθεύσεως, ἔλεγε τὸ τηλεγράφημά σας.
§127Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγένοντο ῥηταὶ καταγγελίαι τῶν ἀτοπημάτων, διότι αἱ κορυφαὶ τῶν ὀρέων, τὰ παρεκκλήσια, καὶ τὰ κατώγεια ἦσαν οἱ τόποι τῆς ψηφοφορίας ἀντὶ τῶν παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένων. Τὸ πέλαγος τῶν ἐκλογικῶν ἐγκλημάτων κατέστησε τὴν καρδίαν τῶν ἀνθρώπων στεῖραν ὀδύνης καὶ ἀγανακτήσεως· ὅλοι ζητοῦμεν τὸν συνταγματισμὸν, ὅλοι φωνάζομεν διὰ τὴν παραβίασιν τῶν νόμων, καὶ τοιαύτας παραβιάσεις φοβερὰς πρέπει νὰ παραβλέψωμεν; παραβλέψατέ τας. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις τῆς κυβερνήσεως τοῦ 72 ὁριζόμεναι, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐπιτραπῇ κατηγορία καθόσον ἀφορᾷ καὶ τοὺς ἄλλους, διότι τότε ἡ δικαιοσύνη εἶναι πλήρης· τότε ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀκριβὴς, τότε δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὀρθῶς φωνάζομεν περὶ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων, περὶ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ἔχω, κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅσα ἀποδίδουν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ 72 εἶναι ἀνυπόστατοι αἰτιάσεις, διότι τίς ἰσχυρίσθη ὅτι εἴχατε δικαιοσύνην πλήρη, καὶ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Δεληγεώργη ἐξέλιπεν; ἀπεδείξατε ὅτι εἴχατε ἀσφάλειαν, καὶ ἡ ἀσφάλεια ἐμειώθη; ἀπεδείξατε ὅτι δὲν εἴχατε λῃστὰς, καὶ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἡ λῃστεία ὑπερεπλεόνασε καὶ μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως συναγελάζετο; Ἀπεδείξατε ὅτι οἱ περιηγηταὶ ἠδύναντο νὰ διέλθωσι τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι σήμερον δὲν δύνανται ἀκινδύνως τοῦτο νὰ πράξωσιν; ἀπεδείξατε ὅτι δὲν ἐγνωρίζετε ἐπεμβάσεις εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ τὰς ὑπέστητε ἤδη; Λοιπὸν ποῦ εὑρίσκετε τὰ ἐγκλήματα τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1872, κατὰ τῆς ὁποίας φέρετε τὸ γενικὸν αὐτὸ κατηγορητήριον διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰς πράξεις της, ὅπως δὲν ἐτόλμουν νὰ ἐξετάσωσιν οὔτε οἱ τύραννοι εἰς τὰ ἀπόλυτα κράτη, πέμποντες ῥεβιζόρους καὶ κήνσορας, ἵνα ζητήσωσι πληροφορίας, ἂν οἱ διοικηταὶ ἠσέβησαν εἰς τοὺς νόμους καὶ κατὰ τί; Αὐτὰ ἐνόμισα, ὅτι εἶχα καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς· ἀπόκειται δ’ εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§129ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς δυνάμεως τοῦ ἔτους 1874. Ἄρθρον 1. Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς χιλίους ἐννενήκοντα ἐννέα ἄνδρας, ἤτοι 122 ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι, 20 ἐν ἀργίᾳ, 23 δοκίμους ἐν ἐνεργείᾳ, 136 ὑπαξιωματικοὺς, 30 μηχανικοὺς, 79 θερμαστὰς, 524 ναύτας, 88 τεχνήτας, 60 πολιτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ 17 μαθητευομένους. Ἄρθρον 2. Ἡ ναυτολογία διὰ τὸ ἔτος 1874 προσδιορίζεται εἰς 50 ἄνδρας. Ἄρθρον 3. Αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ναυτῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ θέλουσι πληρωθῆ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐξ ἐθελοντῶν καὶ ἐκ κληρούχων ναυτῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1 καὶ 8 τοῦ περὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§131ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς κἀμμίαν ἐποχὴν, κύριοι, εἰς κἀμμίαν ἐποχὴν, λέγω, δὲν ἔλλειψαν οἱ συνήγοροι τῆς παρανομίας καὶ τοῦ ἐγκλήματος· δὲν παραξενεύομαι λοιπὸν, ἂν σήμερον διεσχίσθη τὸ παραπέτασμα, καὶ ἔρχωνται μετὰ τοῦ μεγαλειτέρου θάῤῥους νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι εἶναι ὀπαδοὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ν’ ἀποδείξουν, ὅτι ἐσεβάσθησαν τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἦλθον, ἦλθον πάντοτε διὰ τῆς θυρίδος ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐκράτησαν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖράς των ἐναντίον τῶν νόμων τῆς Πατρίδος των, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος τῆς Πατρίδος των, ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας πρὸς διαβουκόλησιν τοῦ κοινοῦ ἐκήρυττον ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Μὴ νομίσῃ τις, κύριοι, ὅτι δικηγορικὰ ἐπιχειρήματα δύνανται ν’ ἀναιρέσωσι καὶ ἀπαλείψωσιν ἀπὸ τῆς ἱστορίας τὰς ἀναντιῤῥήτους ἀληθείας. Αἱ ἀναντίῤῥητοι ἀλήθειαι, καὶ ἂν ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς παραμορφωθῶσι σήμερον, θ’ ἀναγραφῶσι μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος δι’ ἀνεξιτήλων γραμμάτων, πλανῶνται δ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουν, ὅτι διὰ σοφισμάτων δύνανται νὰ καλύψωσι τὴν ἀλήθειαν. Τὰ σοφίσματα δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τοὺς παραβάτας τῶν νόμων τὰ μέσα τῆς ὑπεκφυγῆς τῆς εὐθύνης των προσωρινῶς· ἐνώπιον ὅμως τῆς ἱστορίας ποτὲ δὲν δύναται νὰ διαφύγῃ ὁ κακῶς πολιτευθεὶς καὶ παραβιάσας τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκούετε καθημέραν τὰς πλέον παραλόγους ἰδέας ὡς πρὸς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ διὰ τοῦτο ἀκούετε, ὅτι τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καθιέρωσαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ὁσάκις καλοῦνται αἱ μειονοψηφίαι, καὶ διὰ τοῦτο ἀκούετε, ὅτι συνταγματικῶς κυβερνώμεθα, ὅταν κυβερνώμεθα ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας, καὶ διὰ τοῦτο ἀκούετε ἀπὸ ὅλους, ὅτι ἡ ἔκφρασις τοῦ ἔθνους δὲν ἀντιπροσωπεύεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ εἴτε ἐν τῷ ἐπαρχιακῷ συμβουλίῳ τῆς Παρνασσίδος, εἴτε ἐν τοῖς δημοτικοῖς συμβουλίοις Παμίσου καὶ Ἐλευσῖνος, καὶ διὰ τοῦτο ἀκούετε καθ’ ἡμέραν αὐτὰ τὰ τερατολογήματα, καὶ μετ’ ἐμφάσεως ἔρχονται ἄνθρωποι, ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι συνταγματικοὶ, νὰ σᾶς λέγωσιν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ συνταγματικοὶ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κυβερνῶνται καὶ διευθύνονται ἐντίμως αἱ συνταγματικαὶ πολιτεῖαι. Ὁποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι, ἃς ἔχω περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὰς γνωρίζετε, διότι πολλάκις τὰς ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ στόματός μου, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Συνελεύσεως μέχρι σήμερον. Οὐδέποτε, κύριοι, οὔτε κατὰ κεραίαν ἠλλοίωσα τὰς πεποιθήσεις μου, οὐδέποτε ἐδέχθην μέρος εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰμὴ ὁσάκις τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἡ πλειονότης, μοὶ τὴν ἐνεπιστεύθη. Καὶ ἐννοῶ πάντοτε, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ ὀνομασθῇ συνταγματικὴ κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς θυρίδος, ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους. Συνταγματικὴ κυβέρνησις δὲν εἶναι ἄλλη ἢ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἔρχεται διὰ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἥτις ἐνδελεχῶς καὶ ἀδιακόπως ἔχει τὴν συγκατάθεσιν τῆς πλειονότητος τοῦ ἔθνους, ἐκείνη, ἥτις καὶ ἂν ἐπὶ μίαν στιγμὴν κλονισθῇ ἡ πεποίθησίς της, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους, δὲν μένει εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ παραιτεῖται, οὐδὲ καταφεύγει εἰς σοφίσματα, ὅπως διατηρηθῇ κυβερνῶσα, εἰς στρατηγήματα ἐλεεινά, ἄξια μόνον εἰς τοὺς δυναμένους νὰ γνωρίζωσι καλῶς τὰ τερτήπια, τὰ ὁποῖα μετωνόμασάν τινες παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ συνταγματικὰς ἀρχάς. Δὲν μᾶς ἐδόθη χθὲς παράδειγμα συνταγματικῆς τιμιότητος εἰς ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἠξεύρει νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἔχει καὶ κυβερνήτας, σεβομένους τὴν πλειονότητα τοῦ ἔθνους, τὴν πλειονότητα, ἥτις ἐγγυᾶται ἀκεραίαν τὴν τήρησιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν τῆς πατρίδος των; Ὁ ἄγγλος πρωθυπουργὸς εἶχε πλειονοψηφίαν 80 ψήφων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἀλλὰ διότι μερικαί τινες ἐκλογαὶ ἐτεκμηρίουν, ὅτι ἡ διάθεσις τῆς πλειονότητος τοῦ ἔθνους δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, καίτοι ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, τί εἶπεν; Ὁ ἔντιμος αὐτὸς συνταγματικὸς πολίτης, ὁ ἔντιμος πρωθυπουργός, «διαλύω, εἶπε, τὴν Βουλήν, καὶ θέλω ν’ ἀκούσω ἐκ νέου τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ ἴδω ἂν πράγματι χαίρω τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ. Δὲν θέλω οὔτε μίαν ἡμέραν, οὔτε μίαν ὥραν νὰ μείνω ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ πρωθυπουργοῦ, δὲν θέλω νὰ φανῶ, ὅτι ἐπὶ μίαν κἂν στιγμὴν κρατῶ τὴν ἐξουσίαν, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος τῆς πατρίδος μου.» Ἔχετε ἐν τῇ ἰδίᾳ χώρᾳ ἄλλο παράδειγμα προχθεσινόν. Χάνει τὴν πλειονοψηφίαν, ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος, παραιτεῖται, καλεῖται ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως· τί δ’ εἶπεν; ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ψηφοφορίαν, ἥτις δὲν ἐδείκνυεν ὅτι μετετοπίσθη ἡ πλειονοψηφία, καὶ ἥτις ἕνεκα ἄλλων ἴσως λόγων ἐσχηματίσθη, καὶ ἔδωκεν εἰς ὡρισμένον ζήτημα τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Λάβε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τῷ λέγει ἡ Βασίλισσα· ὄχι, ἀπαντᾷ ὁ συνταγματικὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ διάλυσις εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀντιπολιτευομένων εἶναι τὸ χείριστον τῶν ὀργάνων· ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς μόνον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὑπάρχοντος πρωθυπουργοῦ εἶναι ὄργανον εὔχρηστον· καὶ διατί; διότι ἐκεῖ οἱ ὁδηγοὶ δὲν κάμνουν τοὺς βουλευτάς. Δὲν ἔγεινε δὲ πρόσκλησις δευτέρα καὶ τρίτη πρόσκλησις ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Μὴ πλανᾶσθε δέ, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχουν δύω μόνον κόμματα, ὑπάρχουν περισσότερα· τὰ κυριώτερα εἶναι οἱ Τόρεις καὶ οἱ Οὐίγγοι, ὑπάρχουν ὅμως καὶ μεταξὺ τούτων ὑποδιαιρέσεις. Δὲν κατέφυγε δὲ εἰς ἀποχρώσεις καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, οὐδὲ εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκλήθημεν ἐκ τῆς μειονοψηφίας, συνταγματικὸν ἔθιμον ὑπάρχει νὰ διαλύηται ἡ Βουλή· διότι αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζετε σεῖς συνταγματικόν, εἶναι τὸ πλέον ἀντισυνταγματικόν, εἶναι τὸ πλέον καταστρεπτικόν, τὸ ὁποῖον πέπρωται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ὅπου μᾶς ὡδήγησε καὶ τὸ πρώην σύστημα. Σήμερον ἡ πάλη εἶναι ἡ ἑξῆς· τίθεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ἑξῆς πρόβλημα πρὸς λύσιν· «ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου θὰ προέρχωνται τὰ Ὑπουργεῖα, ἢ ἐκ τῶν Ὑπουργείων τὰ Κοινοβούλια;» ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα καθαρόν (Εὖγε! Εὖγε!). Καὶ ἂν μὲν τὸ Κοινοβούλιον φανῇ ζηλότυπον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τῷ ἐχορήγησε τὸ ἔθνος, οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει· ἂν μὴ φανῇ ζηλότυπον, ἢ ἂν ἀμελήσῃ, δυνατὸν μὲν σήμερον νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς θελήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται εἰς τὸν Βασιλέα ὡς ἀγαπῶντες δῆθεν αὐτόν, διὰ νὰ λαμβάνουν θέσεις καὶ ἀμοιβάς, αὐτοὶ δὲ εἶναι οἱ φοβερώτεροι ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας, (εὖγε! εὖγε!) διότι, ἂν τοῖς ἀρνηθῇ τὰς ἀμοιβάς, θέλετε ἰδεῖ τοὺς λεβέντας αὐτούς, τοὺς μᾶλλον συνταγματικοὺς (ἱλαρότης), ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἀδύνατον νὰ μὴ κατισχύσουν οἱ ἀναλλοίωτοι Νόμοι τῆς φύσεως, τοὺς ὁποίους μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν διὰ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἔρχωνται αἱ Κυβερνήσεις, εἶναι οἱ φιλοβασιλικώτεροι, εἶναι οἱ εἰλικρινέστεροι στηρικταὶ τοῦ συνταγματικοῦ θρόνου· ὅσον δὲ καὶ ἂν προσεπάθησεν ὁ περὶ τὴν ὑπουργικὴν μέθοδον ἐντριβὴς κ. Δρόσος ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὴν σημαίαν αὐτὴ δὲν τὴν ἐννοεῖ, τόσῳ φαεινότερον ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτὴ ἡ πορεία μᾶς ὁδηγεῖ εἰς δρόμον συνταγματικὸν καὶ φιλελεύθερον. Ἐννοῶ λοιπὸν συνταγματικὸν Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐννοῶ καλῶς ἐξησκημένον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, χάσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἔλθῃ εἰς ἔριν πρὸς αὐτὴν, καὶ καλεῖται ὡς ἀνώτατος κριτὴς τὸ Ἔθνος· τότε ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ δώσῃ ἀπολύτως τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ἂν σήμερον καταψηφίσωμεν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον χθὲς προέκυψεν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ κληθῇ ἡ μειονοψηφία καὶ νὰ εἴπῃ, κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, σᾶς διαλύω, πορεύεσθε εἰς εἰρήνην, καὶ μάλιστα ἀφοῦ δώσητε καὶ δύω προϋπολογισμούς, κατὰ τὸ συνταγματικὸν ἀξίωμα τοῦ ἐντίμου καὶ ἐμπείρου περὶ τὴν ὑπουργικὴν μέθοδον κ. Δρόσου, ὁ ὁποῖος μετὰ χριστιανικῆς τῷ ὄντι ἀπαθείας καὶ ἀγαθότητος ὑπεστήριξε τοὺς δύω προϋπολογισμούς. Αἴ! μᾶς λέγετε, τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα ἐπιβάλλουν, ὅταν καλῆται ἡ μειονοψηφία εἰς τὰ πράγματα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Διατί δὲν τὴν διελύσατε τὸ 1870; Διατί παρεβιάσατε τὰ συνταγματικά σας ἔθιμα; Δὲν δύνασθε ν’ ἀποκριθῆτε τίποτε, διότι σεῖς δὲν διώκετε συνταγματικὸν δρόμον, διώκετε τὴν Ἐξουσίαν· ὅπου τὴν εὕρετε, τὴν ἁρπάζετε, προσκολλᾶσθε εἰς αὐτήν. Ἐδοκίμασε τὸ Κοινοβούλιον, ὡς δοκιμάζει ὁ ψαρᾶς μὲ τὸ καμάκι εἰς τὸ χέρι ν’ ἀποσπάσῃ τὸν ὀκτάπουν, νὰ σᾶς ἀποσπάσῃ τῆς ἐξουσίας, ὅπου εἶσθε παρανόμως προσκεκολλημένοι, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ σᾶς ξεκολλήσῃ ἀμέσως. Ἤλθατε ἀντισυνταγματικῶς, ἐζήσατε ἀντισυνταγματικῶς, καὶ πίπτοντες ἐκρατήσατε ὑψηλὰ τὴν σημαίαν τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Ἤλθετε, διότι ἤλθετε ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἐμείνατε εἰς τὴν ἐξουσίαν, χωρὶς νὰ ἔχητε πλειονοψηφίαν, καὶ διεκόψατε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὥραν ἤρχετο νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Καὶ ποία ἔντιμος Κυβέρνησις, κατὰ τὴν ὥραν τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, χρᾶται τοῦ δικαιώματος τῆς προνομίας τοῦ Βασιλέως πρὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν; Καὶ ὅμως ἔρχεσθε μετὰ κυνικῆς αὐθαδείας νὰ λέγητε, ὅτι ἐκυβερνήσατε συνταγματικῶς! Ἀλλὰ τί μᾶς εἶπον! Αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα ἐπέκειντο, καὶ διὰ τοῦτο διεκόψαμεν τὰς ἐργασίας, ἵνα ἐκπληρώσητε τὰ καθήκοντά σας τὰ θρησκευτικά. Δὲν σᾶς ἐκαλέσαμεν πρὸ τοῦ ἔτους, λέγει ὁ χριστιανικώτατος κ. Δρόσος, διότι ἦσαν αἱ ἑορταὶ τῶν Χριστουγέννων. Καὶ διατί μᾶς ἐκαλέσατε τώρα; δὲν ἦσαν καρναβάλια; Ἡ Βουλὴ ὅμως ἦλθε, καί τοι ἦταν ἑορταὶ, ἦλθε, διότι ἔθετο σκοπὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, τὸ ὁποῖον σεῖς παρεβλέψατε. Ἠθέλαμεν νὰ καλέσωμεν ἔκτακτον σύνοδον, ἀλλ’ ἡ δαπάνη; Βλέπετε, κύριοι, ποῦ ἐτέθη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους; Ἐκτιμᾶται σήμερον ἡ ἀξία της ἐκ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ νὰ συνέλθῃ. Τοῦτο λέγει ὁ συνταγματικὸς κ. Δρόσος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Δημητριάδης τόσον εὐφραδῶς σήμερον ὡμίλησεν. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Δημητριάδης, ὅτι τοῦ Ἰακωβάτου ὁ ἀχώριστος δορυφόρος ἦτον ὁ χριστιανικώτατος κ. Δρόσος (Γέλωτες) Δὲν τὴν συνεκαλέσαμεν, λέγει, τὴν Βουλὴν, οὔτε εἰς ἔκτακτον, οὔτε εἰς τακτικὴν σύνοδον ἀπὸ ἄκρον σεβασμὸν πρὸς τὸ συνταγματικὸν Πολίτευμα· διότι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἅπαξ τοῦ ἔτους συγκαλεῖται εἰς τακτικὴν σύνοδον ἡ Βουλή. Δὲν τὴν ἐκαλέσαμεν εἰς ἔκτακτον, λέγει ὁ πρωθυπουργὸς, τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, αἱ ἔκτακτοι σύνοδοι νὰ ψηφίζωσι προϋπολογισμόν. Ὁ δὲ κ. Δρόσος, ὁ πανθυπουργὸς τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, λέγει, ὅτι ἐχρειάζοντο 300,000 δραχμῶν. Καὶ ἀξίζετε σεῖς διὰ νὰ ἐξοδεύσωμεν 300,000 δρ., ὅπως σᾶς συγκαλέσωμεν; Κύριοι, ὁ ὑπέρτατος ὅρος, ὁ ὑπέρτατος σεβασμὸς πρὸς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι ἡ ἔγκαιρος ψήφισις τῶν φορολογικῶν νόμων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους, τῶν νόμων περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας. Τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν ὑπουργεῖον ὑπ’ ὄψιν του καὶ νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν, καὶ ἂς μὴ κρύπτηται ὄπισθεν τῶν σοφισμάτων· διότι τώρα τὰ σοφίσματα θὰ τὰ ξεσχίσω, καὶ θὰ τὰ παρουσιάσω γυμνὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι ὅταν διαλύηται ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι συγκάλεσις αὐτῆς ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως, εἶναι συγκάλεσις ἐκ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· ἑπομένως εἶναι ἔκτακτος, μὴ ὁμαλὴ, ἀλλ’ ἀκανόνιστος, οὕτως εἰπεῖν, ἡ πρόσκλησις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν περίστασιν αὐτήν. Σᾶς φέρω τὸ ἀκόλουθον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀφήσῃ πλέον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐννοήσωσι —διότι ἐκείνους, οἵτινες δὲν θέλουν, ἐγὼ δὲν ἀγωνίζομαι νὰ τοὺς μεταπείσω—δὲν θὰ ἀφήσῃ τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα, ἡ κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου κληθεῖσα εἰς τακτικὴν σύνοδον, διαλύεται. Ἡ μία τακτικὴ συγκάλεσις τῆς Βουλῆς εἶναι εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους· ἡ δευτέρα πότε θὰ ᾖναι; μετὰ δύω μῆνας. Εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο; Λοιπὸν, ἂν ἀρνῆσθε τοῦτο, ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἰς τὸν Βασιλέα· διότι πῶς θὰ διαλύσῃ τὴν πρώτην Βουλὴν ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ συγκαλέσῃ νέαν; Βλέπετε εἰς ὁποῖα ἄτοπα ὑποπίπτουν οἱ κατασοφιστευόμενοι τοὺς νόμους; Ὁ νομοθέτης ἠθέλησε πᾶσαν πρώτην Νοεμβρίου παντὸς ἔτους ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι παροῦσα. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ ἰδικοῦ μας εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἐλήφθη ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἀντιστοιχοῦντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ Βελγίου. Τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου λέγει, ὅτι κατὰ πᾶσαν πρώτην Νοεμβρίου συνέρχεται ἡ Βουλὴ, καὶ ὄχι συγκαλεῖται παρὰ τοῦ Βασιλέως. Αὐτὴ ἡ διάταξις μετεφέρθη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, ὡς ἦτον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς, ὁ μακαρίτης Ὄθων, διὰ τοῦ ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε εἰς τὴν Συνέλευσιν παρεκάλεσε τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ ἔχῃ τόσην δυσπιστίαν πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν, καὶ ἐὰν δὲν τὴν συγκαλέσῃ, τότε νὰ συνέρχηται αὐτοδικαίως. Αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 μετεφέρθη ἐνταῦθα. Τί ἐννοεῖ λοιπὸν τὸ Σύνταγμα ἐκ τῆς ὅλης αὐτῆς οἰκονομίας; ἐννοεῖ, ὅτι πάντοτε τὴν 1 Νοεμβρίου πρέπει νὰ ᾖναι παροῦσα, δι’ οὓς ἀνωτέρω ἀνέφερα λόγους, ἡ Βουλή. Καὶ λυποῦμαι διότι ὁ κ. Ἡλιόπουλος παρεσύρθη χθὲς καὶ μᾶς ἔλεγε καὶ μᾶς ἀνέπτυσσε θεωρίας, οὐδαμοῦ στηριζομένας. Ποίαν ἀντίῤῥησιν δύνασθε νὰ φέρητε εἰς τὸ ἐπιχείρημά μου;
§132ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τῆς αὐτῆς περιόδου; (ἱλαρότης).
§133ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, κύριοι, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουν μετὰ φοβεροῦ στόμφου ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲν εἰσεπράξαμεν φόρους· ἐὰν εἰσεπράξαμεν φόρους, τὸν τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὸν τελωνειακὸν, οἱ φόροι οὗτοι κανονίζονται διὰ παγίων νόμων. Λυπηρὸν τῳόντι νὰ ἀκούωνται εἰς κοινοβούλιον συνταγματικοῦ κράτους τοιαῦται ἰδέαι. Οὐδεὶς φόρος, λέγει τὸ Σύνταγμα, ἐπιβάλλεται, οὐδὲ εἰσπράττεται, ἐὰν μὴ πρότερον ἐπιψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅλοι οἱ φόροι καταχωρίζονται καὶ ψηφίζονται καὶ, ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθοῦν, δὲν δύνανται νὰ εἰσπραχθοῦν. Σοφίσματα λοιπὸν εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔφεραν, ὅτι οἱ πάγιοι νόμοι χορηγοῦν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ εἰσπράττουν φόρους. Οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, οὔτε τὸ γράμμα του ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς τοῦτο. Ἀλλ’ ὅταν ζῶμεν εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πάντα σοφιστευόμεθα, διατί νὰ μὴ σοφιστευώμεθα καὶ τοῦτο; Ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι, κύριοι; Κατ’ ἔτος, σᾶς λέγει τὸ Σύνταγμα, ψηφίζεται καὶ κανονίζεται ἥ τε στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ δύναμις τοῦ κράτους. Ἐὰν τὴν πρώτην Ἰανουαρίου ἀνεχώρουν ἄνευ ἀδείας ὅλοι οἱ στρατιῶται καὶ ἐπέστρεφον εἰς τὰς οἰκίας των, νομίζετε, ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς καταδιώξητε ἐπὶ λειποταξίᾳ; Ὄχι, κύριοι, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε στρατιώτας χωρὶς νὰ ὑποβάλητε νόμον ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ βεβαίως ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης σοφῶς ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, διότι δι’ αὐτῶν τῶν μέσων ἠθέλησε νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις τῶν κακῶν καὶ τυραννικῶν καὶ προσωπικῶν κυβερνήσεων. Ἀλλὰ, σᾶς εἶπον ἀνωτέρω, ἦλθεν ἀντισυνταγματικῶς καὶ ἔπεσε κρατῶν εἰς τὰς χεῖράς του τὴν ἀντισυνταγματικὴν σημαίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου. Διατί κύριοι; διότι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξελέξαμεν τὸν πρόεδρον καὶ ἐξεφράσαμεν τὴν δυσπιστίαν μας πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, μετὰ τὴν δυσπιστίαν ἔρχεται ὁ γέρων Χρηστίδης, ὁ ἄλλοτε διαπρύσιος κῆρυξ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν ἐν τῇ Γερουσίᾳ, καὶ καταθέτει τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ σᾶς λέγει, «δὲν θέλω πλέον νὰ ἦμαι εἰς ἐπισήμους σχέσεις μαζῆ σας, δὲν ὑπάρχει τίποτε κοινὸν ἐπισήμως μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν», ἔρχεσθε καὶ καταθέτετε τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ δὲν ἦτο τοῦτο δεῖγμα φανερὸν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀντισυνταγματικῶς, ἔπρεπε καὶ κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς νὰ πέσωσι δεικνύοντες τὰς τάσεις των τὰς ἀντισυνταγματικάς. Σᾶς λέγουν ὁ κύριος Δρόσος καὶ ὁ κ. Δημητριάδης, δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε, δὲν εἶναι πρᾶξις, φέρετε ὡρισμένας πράξεις. Ἐμποδίσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς συναθροίσεως, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὸ πολίτευμα· δὲν εἶναι τίποτε αὐτὸ, φέρετε κἀνὲν πρᾶγμα. Τώρα θὰ σοῦ ἀποδείξω, κύριε Δρόσε, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ σπουδαιότερα, αὐταὶ εἶναι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ ἐλευθερίαι παντὸς ἔθνους. Σεῖς, σεῖς τότε, διὰ νὰ ἀποπλανήσητε τὰ πλήθη, ὑπεστηρίξατε ἐκθύμως ὅλας αὐτὰς τὰς φιλελευθέρας διατάξεις, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλεῖτε σήμερον τὸν Λομβάρδον, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλον, δημοκράτην. Ὁ Λομβάρδος ἐψήφιζε σεμνῶς καὶ ὅπως πρέπει εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῶν δικαίων ἐλευθεριῶν, ὑπὲρ τῶν ἀπαιτουμένων ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, καὶ τότε σεῖς, σεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀποκαλεῖτε σήμερον δημοκράτην, τὸν ἐλέγετε αὐλόδουλον. Σήμερον τὰ πράγματα ἤλλαξαν, καιρὸς εἶναι νὰ συκοφαντήσωμεν, καιρὸς εἶναι, ὡς ἀπεπλανήσαμεν τότε τὸν λαὸν, ν’ ἀποπλανήσωμεν τὸν Βασιλέα, νὰ τῷ εἴπωμεν, ὅτι κάτω ἐκεῖ σχηματίζονται κόμματα δημοκρατικὰ, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ θρόνου σου. Ἐδῶ εἴμεθα ἡμεῖς, ἐδῶ εἶναι ὁ στιβαρὸς βραχίων τοῦ κ. Δρόσου (ἱλαρότης), διὰ νὰ συγκρατήσωμεν τὰ πράγματα. Οὔτε τότε, ὅπως καὶ προχθὲς εἶπεν ὁ εὐγενὴς φίλος μου, ὁ Πρόεδρος κ. Ζαΐμης, καθιερώσαμεν λοιπὸν τὴν λέξιν εἰς τὸ λεξικόν μας, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ εὐφυΐα τοῦ κ. Προέδρου· δηλαδὴ, οὔτε τότε ἐδημοκόπουν, οὔτε σήμερον αὐλοκοπῶ, καὶ τότε ὑπεστήριξα τὰς σεμνὰς, τὰς ἀπαιτουμένας ἐλευθερίας ὑπὲρ τῆς Πατρίδος μου, καὶ τότε ὑπεστήριζον τὰ δικαιώματα καὶ τὰς προνομίας τὰς ἀπαιτουμένας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Βασιλεία, καὶ ὑβριζόμην ἀπὸ σᾶς, οἱ ὁποῖοι σήμερον μᾶς ἀποκαλοῦν δημοκράτας· ὑβριζόμην ὡς ἀπολυτόφρων, ὡς θέλων νὰ δεσμεύσω τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους· καὶ σήμερον ἡ πυραμὶς ἀνεστράφη, τὸ ὀξὺ τῆς πυραμίδος ἔστρεψε πρὸς τὰ κάτω, καὶ ἡ βάσις ἀνεστράφη εἰς τὰ ἐπάνω. Σπεύδουν λοιπὸν πρὸς τὰ ἀνάκτορα, ὁ εἷς διὰ νυκτός, ὡς καπουτσῖνος μὲ κατσούλαν εἰς τὸ κεφάλι διὰ νὰ μὴ γνωρίζηται (εὖγε)· ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸν κῆπον, διὰ νὰ μὴ φανῇ ἡ σκιὰ καὶ τὸ φάσμα αὐτοῦ, καὶ εἰσέρχονται καὶ λέγουν· «ἠξεύρετε τί γίνεται; Συνωμοσία· κάτω αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι προσπαθοῦν νὰ καταστρέψουν τὸν τόπον.» Τὸν τόπον αὐτὸν δὲν τὸν καταστρέφομεν ἡμεῖς· διὰ τὸν τόπον αὐτὸν ἡμεῖς ἐχύσαμεν ποταμοὺς αἱμάτων, διὰ τὸν τόπον αὐτὸν ἡμεῖς ἐχάσαμεν συγγενεῖς, διὰ τὸν τόπον αὐτὸν ἀπεθάνομεν καὶ ἀποθνήσκομεν πένητες καὶ ἐνδεεῖς· τὸν τόπον αὐτὸν τὸν ἀγαπῶμεν περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμπορεύονται τὴν πολιτικήν. (Εὖγε). Τὸ δικαίωμα τῆς συναθροίσεως, τὸ τέκνον τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως, μετὰ φοβερὰν συζήτησιν ἐνεγράφη τέλος πάντων ὡς εἷς θεσμὸς κυριωδέστατος, μάλιστα, ὡς εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ πολῖται ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διαμείψωσιν ἐλευθέρως τὰς ἰδέας των καὶ νὰ κατακρίνουν πικρῶς πᾶν ὑπουργεῖον, διότι ὅταν αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν ἔχουν, τότε τί εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι κ. Δρόσε; Εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ, μᾶς εἴπατε χθές (ἱλαρότης). Ἐὰν λοιπὸν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι δὲν ἔχῃ αὐτὸν τὸν σκοπόν, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἶναι χάρτης λευκὸς, εἶναι χάρτης ἄγραφος, δὲν ἔχει κἀνένα σκοπόν. Συνέρχονται οἱ μαθηταί· δὲν εἶμαι νομομαθὴς, διὰ νὰ εἴπω, ἐὰν ὁ νόμος περὶ φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἰσχὺν, ἀλλ’ ἐπίστευσα εἰς τὸν πρωθυπουργόν. Ὁ πρωθυπουργός, κύριοι, δὲν εἶχε καὶ ἐκεῖνος, καίτοι νομομαθὴς, πεποίθησιν ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ὁ νόμος αὐτός· καὶ ὁ πρωθυπουργὸς καὶ τὸ ὑπουργεῖον ὁλόκληρον ἀπετάθησαν εἰς τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς γνωρίζετε, ἀπαρτίζεται ἀπὸ τοὺς σπουδαιοτέρους νομομαθεῖς, τοὺς ὁποίους ἔχει ὁ τόπος. Ἠρώτησεν αὐτοὺς, ὁ νόμος περὶ φάλαγγος ὑφίσταται, ναὶ ἢ ὄχι; Οἱ νομομαθεῖς ἀπαντοῦν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 οὐδόλως ἀνῄρεσεν, οὐδόλως ἠκύρωσε τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1862· ἑπομένως ὑφίσταται ὄρθιος, πλήρης, ἀκέραιος. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις ἀπήρεσεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον ἠρώτησε μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ λάβῃ ἀπάντησιν, οἵα ἤρεσκεν εἰς αὐτὸ, καὶ ἐὰν ἐλάμβανεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, ἤθελεν εἴπει, τί πταίω ἐγώ; ἠρώτησα τὴν Σύγκλητον, ἰδοὺ αὐτὴ εἶναι ἡ παραίτιος. Ἀλλ’ ἡ Σύγκλητος τῷ ἀπήντησεν, ὅτι ὁ νόμος ὑφίσταται. Τότε εἶπεν, ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου δὲν ἔχει οὕτως. Ἀλλ’ ὅταν ἡ γνώμη σου ἦτο σταθερὰ, ὅτι ὁ νόμον δὲν ἵσταται πλήρης, δὲν ἵσταται ἀκέραιος, διὰ ποῖον λόγον ἀπηύθυνες τοιαύτην ἐρώτησιν; Ὁ ἐρωτῶν καὶ ζητῶν ἀπάντησιν θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἰδίας πεποιθήσεις καὶ θέλει νὰ τὰς συμπληρώσῃ ἐκ τῶν φώτων τῶν ἄλλων.
§134ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§135ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. — Διέλυσαν, μᾶς εἶπον, τοὺς ἐν ὑπαίθρῳ συνελθόντας, διότι οἱ φοιτηταὶ ἤνοιξαν τὰς τάξεις των εἰς πάσης τάξεως πολίτας. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ φιλεύθερος καὶ δημοκρατικὸς πρωθυπουργὸς, κατὰ τὸν κ. Ῥαγκαβῆν, ἔθεσεν εἰς τάξεις τοὺς πολίτας. Οἱ πολῖται δὲν εἶναι ἴσοι. Ὅταν γίνεται ἡ ἐν ὑπαίθρῳ συνάθροισις, πρέπει νὰ ᾖναι φοιτηταὶ χωριστὰ, οἱ μπακάλιδες χωριστὰ, οἱ ῥάπται χωριστὰ, οἱ δικηγόροι χωριστά (εὖγε!). Ἀλλὰ, λένε, τὴν διέλυσε, διότι εὗρεν ὅπλον, εὗρε πιστόλιον, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο κατ’ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅταν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας στασιάζουν, διότι ἐκεῖνοι στασιάζουν, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουν τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, δὲν εὑρίσκονται ὅλαι αἱ χεῖρες τῶν Ἑλλήνων ὡπλισμέναι διὰ νὰ τὰ ἐξαπλώσουν ἅπαξ διὰ παντὸς, (εὖγε!) καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς ἓν μάθημα εἰς τὰ στασιάζοντα ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ποῖος εὑρίσκετε εἰς ἐπανάστασιν; ποῖος εὑρίσκετο εἰς στάσιν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Εἰς στάσιν καὶ εἰς ἐπανάστασιν εὑρίσκετο ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία παρεβίαζε ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἀμφιβάλλετε περὶ τοῦ ὅτι ἐγὼ λέγω ἀλήθειαν; 30 ἢ 28 εἰσῆλθον εἰς τοῦ Καρμπολᾶ τὰς φυλακάς· 4 ἐκρατήθησαν, καὶ τὸ δικαστήριον εἶπε· «δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν.» Καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν διὰ τοὺς συνελθόντας, δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν διὰ τοὺς προσβαλόντας; Δύω συνταγματικαὶ παραβάσεις εἶναι αὗται. Τρίτη συνταγματικὴ παράβασις, ὄχι μόνον παράβασις, ἀλλὰ παράβασις, παρουσιάζουσα καὶ πολιτικὸν σκοπόν, διὰ νὰ ὑποτάξουν τὸ κοινοβούλιον εἰς τὰς θελήσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διορίζουν Ἐπόπτας, διὰ ν’ ἀπέλθουν εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ ἐξετάσουν ποία εἶναι ἡ διαγωγή σας. Ἐξοδεύουν, δαπανοῦν παρὰ τὸ Σύνταγμα, τὴν δαπάνην δὲν τὴν λυποῦνται, δὲν τὴν φείδονται. Ἡ δαπάνη εἶναι φοβερὰ διὰ τοὺς κυρίους ὑπουργούς, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ, διὰ νὰ προσέλθουν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, τοὺς ὁποίους ἀποστρέφονται. Στέλλονται λοιπὸν οἱ διδάσκαλοι, ὡς τοὺς ὠνόμασαν εὐφυῶς, οἱ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης εἰς τὰ πέρατα τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ γράφεται, ὅτι ἐστάλησαν, διότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἴδῃ κατὰ τί χωλαίνει ἡ διοίκησις, καὶ ἑπομένως, ὅταν μεταβῇ ὁ Α καὶ ὁ Β διδάσκαλος κάτω εἰς τὰς ἐπαρχίας, θὰ τοῦ φέρῃ ἔκθεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ φωτισθῇ ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ θὰ ἀνυψώσῃ, ὡς ἀνύψωσε καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἔρχεσθε, λέγει ὁ κ. Δημητριάδης, ἔρχεσθε, λέγει ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ἔρχεσθε, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὁ πανθυπουργὸς κ. Δρόσος, ἔρχεσθε νὰ κατακρίνητε τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ. Ἡμεῖς κατακρίνομεν τὴν διοίκησιν, ἢ ὑμεῖς τὴν κατεδικάσατε καὶ εἴπατε μετὰ 18 μῆνας, ὅτι ἡ διοίκησις χωλαίνει ὑπὸ τὴν διοίκησίν σας; Δὲν εἶναι μία ἐπίσημος ἀπόδειξις καὶ μία ἐπίσημος μαρτυρία αὗται αἱ πράξεις σας; Καὶ ποίαν χρείαν ἔχομεν ἄλλων μαρτυριῶν διὰ νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι ἡ διοίκησις χωλαίνει; Ἀλλὰ συνελάβομεν φυγοδίκους. Ποτέ, κύριοι, σπουδαία κυβέρνησις δὲν ἔκαμε λόγον περὶ φυγοδίκων. Γνωρίζω Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἰς διάστημα τεσσάρων μηνῶν 800 συνέλαβε φυγοδίκους, δὲν κατεδέχθη ὅμως οὔτε εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὔτε εἰς τὸν τόπον, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ λόγον. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον χρέος, ὡς σᾶς προεῖπον, τοῦ τελευταίου ὑπενωμοτάρχου, ἀνάξιον νὰ ῥηθῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ ἄνδρας μάλιστα ἐγκαυχωμένους διὰ τὸ ἀνάστημά των. Μετέβησαν οἱ ἐπόπται εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ νὰ εἴπουν, ὅτι ἡ κακὴ διοίκησις ὀφείλεται εἰς σᾶς, εἰς σᾶς, οἱ ὁποῖοι φορτόνεσθε, καταφορτόνεσθε τὴν ἐξουσίαν, εἰς σᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφίνετε ἐλευθέρους τοὺς ἁγίους αὐτοὺς ὑπουργούς, ὅπως μᾶς ἀναβιβάσουν εἰς τὸν ἐπουράνιον παράδεισον. Ἀλλά, κύριοι, διατί χωλαίνει ἡ διοίκησις εἰς τὰ Καλάβρυτα; βουλευτὴς Καλαβρύτων δὲν κατεδέχθη νὰ σᾶς πλησιάσῃ. Διατί χωλαίνει ἡ διοίκησις εἰς τὴν Τριφυλλίαν; βουλευτὴς Τριφυλλίας δὲν κατεδέχθη νὰ σᾶς ἴδῃ. Ποῦ εἶναι οἱ ὑπάλληλοί σας εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ εἰς τὴν Τριφυλλίαν; Φυγοδικοῦν. Ἀντικατεστήσατε λοιπὸν τὴν φυγοδικίαν διὰ τῶν ὑπαλλήλων σας, καὶ ἔρχεσθε μετὰ στόμφου καὶ λέγετε, ὅτι ἐσώσατε τὸ Κράτος. (Εὖγε!) Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ὑποβάλουν εἰς τὴν φοβερωτέραν πίεσιν, ὅπως δυνηθοῦν νὰ καθέξουν περισσότερον τὴν ἐξουσίαν; Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀπόδειξις, τὴν ὁποίαν ἔχω διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου σᾶς εἶπον, ὅτι σήμερον ἡ πάλη γίνεται, νὰ ἴδωμεν ἐὰν τὸ κοινοβούλιον θὰ δίδῃ τοὺς ὑπουργοὺς, ἢ ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ θὰ δημιουργοῦν τὰ κοινοβούλια; Ἔχετε ἄλλην ἀπόδειξιν, ἄλλην σοφιστείαν χονδροειδεστάτην, τὴν ὁποίαν, οὔτε γραμματεὺς τῆς τελευταίας δημαρχίας δὲν ἤθελε καταδεχθῆ ποτὲ νὰ σᾶς παρουσιάσῃ σπουδαίως. Νομίμως ἐνηργήσαμεν, σᾶς λέγουν, τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ὅμως ὑπάρχει καὶ μία ἔκθεσις πρὸς τὸν Βασιλέα, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται συγγνώμη, διατί δὲν ἐπρόφθασε νὰ προκηρύξῃ αὐτὰς ἀπὸ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἀλλὰ καὶ τί σᾶς εἶπεν; Ἀπηρίθμησεν ἡμέρας, ἀπηρίθμησε νύκτας, ἀπηρίθμησε μεσημέρια, καὶ ἔβγαλεν, ὅτι 96 σταθμοὶ ἀπαιτοῦνται τέλος πάντων διὰ νὰ κατασταθῇ ὥριμος μία ἐκλογὴ καὶ διὰ τοῦτο προεκήρυξε τὰς ἐκλογὰς νὰ γείνουν κατὰ τὰς 4 Ἰανουαρίου. Ῥητὴ παράβασις τοῦ νόμου· καὶ ἡ παράβασις αὕτη εἶχε πολιτικὸν σκοπόν. Διὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν θὰ ἐπίεζε τὸ φρόνημα τῶν βουλευτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· διὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν θὰ ἐπίεζε τὸ φρόνημα τῶν βουλευτῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ. Παρεβίασε λοιπὸν τὸν νόμον τὸν δημοτικὸν διὰ λόγους καταπιέσεως καὶ ὑποδουλώσεως τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὰς ὀρέξεις τῶν κυρίων αὐτῶν ὑπουργῶν. Ἦτον εἰς θέσιν τὸ παρὸν ὑπουργεῖον νὰ κανονίσῃ τὰ ὅρια τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν; Ὄχι· αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν τὸ πρῶτον κατὰ τὰ 1866, ἐνηργήθησαν κατὰ τὰ τέλη τοῦ Μαρτίου τοῦ 1866. Αἱ ἀρχαὶ ἐγκαθιδρύθησαν, ὅπως ἐγκαθιδρύθησαν, καὶ παραδέχομαι, ὅτι ἐγκαθιδρύθη ἡ ἀρχὴ ἡ δημοτικὴ τοῦ δήμου Μυκόνου καὶ τοῦ δήμου Σύρου τὴν 7 Ἀπριλίου. Ἐτέθη λοιπὸν τὸ ὅριον τῆς δημαρχικῆς ζωῆς ἑκάστου δημάρχου δι’ ἕκαστον δῆμον, ἐτέθη ἀπὸ τοῦ 1866. Ὁ κ. Ζαΐμης ἐνήργησε κατὰ τὸ 1870 τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ἐσοφιστεύθη τὸν νόμον; εἶπεν ὅτι δὲν προφθάνει; Κατὰ τὸν Μάρτιον ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐπρόφθασεν ὁ κ. Ζαΐμης, διότι δὲν εἶχε πλάγιον σκοπόν. Μόνον ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐπρόφθανε, καὶ δικαιολογούμενος σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ σᾶς συγκαλέσῃ κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου, διότι ἐπέκειντο αἱ ἐκλογαί. Διὰ τῆς μιᾶς παραβιάσεως τοῦ νόμου ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄλλην. Ὅθεν δήποτε καὶ ἂν τους συλλάβητε καὶ τοὺς ἐξετάσητε θέλετε τοὺς εὑρεῖ παρανομοῦντας παντοῦ καὶ πάντοτε. Καὶ ὅταν αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν κατὰ τὸ 1866 τὸν Μάρτιον καὶ κατὰ τὸ 1870 τὸν Μάρτιον, ἐξήρκεσεν ὁ καιρὸς διὰ νὰ ἐνεργηθοῦν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν αἱ ἀρχαί· εἰς τὰ 1874 δὲν ἐξήρκει ὁ καιρὸς διὰ τὸν κ. πρωθυπουργόν. Ἠξεύρετε, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὡσὰν νὰ ὁμιλῇ πρὸς Ὀτεντώτους μὴ ἠξεύροντας τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος των, ὅτι ἐὰν ἤρχετο ἡ 7 Ἀπριλίου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, καὶ ὁ δήμαρχος δὲν ἦτον εἰς τὴν θέσιν του, ὁ δῆμος αὐτὸς ἤθελε μείνει ἄνευ ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν προβλέπει περὶ τούτου; Προβλέπει, διότι τί εἶναι ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς; εἶναι ἡ ἔκτακτος περίστασις· ἡ τακτικὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἐπικύρωσις. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἔκτακτον περίστασιν τῶν δημοτικῶν δὲν προέβλεψεν ὁ νομοθέτης; Ὁ δημοτικὸς νόμος λέγει, ἅμα παρέλθῃ ἡ τετραετία, τότε ὁ πρόεδρος τοῦ παλαιοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἀναλαμβάνει τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν. Εἶναι ἀληθῶς θαῦμα τὸ θάῤῥος ἀνθρώπων τινῶν ὑποθετόντων, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι τίποτε, ἐρχομένων δὲ καὶ λεγόντων ὅ,τι φθάσουν διὰ νὰ δικαιολογηθοῦν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχομεν καιρὸν, σᾶς λέγουν, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό· ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τί ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 βεβαίως εἶναι κάρφος εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ὀπαδοὶ τῆς προσωπικῆς κυβερνήσεως· τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 ἦτον ὑπουργεῖον συνταγματικὸν, ἦλθε συνταγματικῶς καὶ ἔπεσε συνταγματικῶς· ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζητε, ἐρωτήσατε τὸν φίλον σας κ. Γρίβαν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι σπουδαῖα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν; Παύσατε καὶ σεῖς τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ πεπτωκότος ὑπουργείου, καὶ παύουν καὶ αὐτοί· συμβιβασμὸν ζητοῦν. Τοῦ κακοῦ θυμόνει ὁ κ. Κεχαγιᾶς· ἅμα σεῖς παραιτηθῆτε, σᾶς ὑποσχόμεθα, ὅτι εἶναι παρῃτημένοι καὶ αὐτοὶ, εἴμεθα ἀδελφοὶ ἀχώριστοι. Ἀλλὰ τὸ νομοθετικὸν σῶμα πρέπει νὰ ᾖναι σπουδαῖον, πρέπει νὰ κρατήσῃ εἰς ἑαυτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· διότι ἐὰν ἄλλως πράξῃ, τότε δὲν εἶναι νομοθετικὸν σῶμα, εἶναι σῶμα συμβουλευτικὸν, ὅπως προχθὲς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Πολλὰ σᾶς ὡμίλησε καὶ περὶ κομμάτων ὁ κύριος Ἡλιόπουλος. «Πέμπτον κόμμα, ἕκτον κόμμα, εἶναι καὶ ἓν τοῦ Δηλιγιάννη καὶ ἠξεύρω τίνος.» Δὲν ὑπάρχει πέμπτον κόμμα, σοῦ τὸ λέγω ἐγὼ, κύριε Ἡλιόπουλε. Καὶ ἐὰν ὑπῆρξε μία ἀπόχρωσις διαφωνοῦσα πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδροῦρον ὡς πρὸς ῥιζικὰς αἰτίας, ἡ ἀπόχρωσις αὕτη δὲν ἐζήτει ὑπουργεῖα, οὔτε ὑπουργικὰς θέσεις· ἐνομίζομεν, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εὑρίσκεται εἰς πεπλανημένην ὁδόν· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετὰ τὴν ὁμιλίαν του τὴν προχθεσινὴν δὲν ἔχει τίποτε χωριστὸν, τὸ πρόγραμμά του εἶναι τὸ πρόγραμμά μας. Δὲν ἐζητήσαμεν ἡμεῖς θέσεις πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργικὰς, ἂν καὶ μᾶς προσεφέρθησαν· ἐζητήσαμεν μόνον συνταγματικὴν διοίκησιν (Εὖγε! Εὖγε!) Μὴ νομίζετε, ὅτι σᾶς λέγω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι εἶμαι συνεννοημένος καὶ προεξηγημένος μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠξεύρει, ὅτι δὲν ὡμίλησα ποτὲ περὶ τούτου μετ’ αὐτοῦ, οὔτε ἦτον ἀνάγκη νὰ συμβουλευθῶ τοὺς φίλους μου, Τρικούπην, Κεχαγιᾶν, Λομβάρδον, Λούντζην καὶ τοὺς ἄλλους, διότι γνωρίζω, ὅτι τὰ αἰσθήματά των εἶναι τὰ αὐτά. Καὶ εἰς τὸ πέμπτον κόμμα, περὶ τοῦ ὁποίου μετὰ εἰρωνείας ὡμίλησεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ὑπῆρξαν ἄνδρες εἰς τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπανάληψιν προσεφέρθησαν ὑπουργεῖα καὶ τὰ ἀπέῤῥιψαν, διότι νομίζουν, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα δὲν ἠδύναντο νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὰς πεποιθήσεις των.
§136ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ περιφρονήσεως, ὄχι· ἐὰν δὲ βεβαίως τώρα δὲν ὑπάρχῃ πέμπτον κόμμα, τότε συνεχωνεύθησαν τὰ πάντα εἰς τὰς ἰδέας τοῦ κ. Λομβάρδου.
§137Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Δεληγεώργη κόμμα, διότι συνεχωνεύθητε καὶ σεῖς εἰς τὸ τοῦ Βαλαωρίτου. Θὰ σᾶς ἴδω ὅμως, κύριε Ἡλιόπουλε, ἐὰν, ὅταν κληθῇ ὁ κ. Βαλαωρίτης νὰ κάμῃ ὑπουργεῖον, θὰ τὸν ὑποστηρίξητε, διότι πολλὰ μᾶς εἶπες χθὲς περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε, ἡμεῖς δὲ δὲν διεφωνήσαμεν μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου. Δὲν θὰ ἀφήσω ἀπλήρωτα πολλὰ, κύριοι, ὅσα τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι. Ὁ κ. Ἡλιόπουλος εἶπεν, ὅτι πολλάκις τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν κοινὴν γνώμην τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν ζήσῃ χρόνους πολλοὺς, καὶ ὅταν, κατὰ τὸ διάστημα τῶν χρόνων αὐτῶν, διὰ τῆς πολιτικῆς του καὶ διὰ τῆς μακρᾶς του πορείας, ἀπήρεσεν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ὅταν τὸ Κοινοβούλιον ᾖναι νέον, ἀντιπροσωπεύει τὸν τόπον. Ἐὰν ἠννόησεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος ὅτι βεβαίως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ ὑπουργεῖα σχηματίζουν τὰς Βουλὰς, καὶ ὅπου τινὲς φαίνονται ὡς κομῆται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅταν ᾖναι μόνον ὑπουργικοί, αὐτοὶ βεβαίως, πιστεύω, δὲν δύνανται νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν κοινὴν γνώμην (εὖγε!) Συνώμοσεν, εἶπον, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 μὲ τοὺς λῃστάς. Τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν θ’ ἀφήσω νὰ εἴπωσιν αὐτὰ τὰ πράγματα. Αἱ ἐπαρχίαι τῆς Φθιώτιδος κατελῃστεύοντο· ἡ Ἑλλὰς ὅλη ἔπασχε κατὰ τὸ 1867. Ἀλλὰ τὸ 1867 παρέλαβε τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀπὸ τὸ 1866. Ἐπανάστασις, ἐγερθεῖσα εἰς τὴν ἀδελφὴν Κρήτην, συνεκίνησε καὶ ἀνέφλεξε τὰς καρδίας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Νομίζω, ὅτι εἰς τοιούτους κοινωνικοὺς ἀναβρασμούς, αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶναι κύριαι νὰ πράξουν ὅ,τι θέλουν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ᾖναι κύριαι νὰ πράξουν ὅ,τι θέλουν, διατί δὲν ἐπράξατε καὶ σεῖς κατὰ τὸ 1862 ὅ,τι ἠθέλατε; Παρεκτροπαὶ βεβαίως ἔλαβον χώραν, ἀλλὰ παρεκτροπαί, προερχόμεναι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν, ἀπὸ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συνοδεύουν τὰ πράγματα. Ὀλίγα ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1854; Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο καὶ τότε ὁ τόπος, σᾶς λέγω ἓν μόνον πρᾶγμα. Ἐπέστρεφα ἀπὸ τοῦ Πέτα (διότι ἤμην καὶ ἐγὼ καπετάνιος), ἐπέστρεφα μὲ τοὺς συναδέλφους μου τοὺς δύω Μαυρομιχάλας, τὸν Δημητράκην καὶ τὸν Ἰωάννην, μὲ τὸν συνάδελφόν μας κύριον Πλαπούταν καὶ μὲ τὸν υἱὸν τοῦ Κολοκοτρώνη, τὸν παρηγκωνισμένον εἰς μίαν γωνίαν τοῦ Κράτους, διότι ὡς Κολοκοτρώνης δὲν ἠμποροῦσε ἐν τῇ πρωτευούσῃ νὰ ζήσῃ. Τριακόσιοι ἄνδρες ἠρχόμεθα, καὶ εἰς τὰ μέρη τοῦ Βάλτου, ὅπου τὰ δάση εἶναι πυκνὰ, ὁρμᾷ εἷς κρυμμένος εἰς τὰ δάση καὶ ἁρπάζει τὸ πιστόλι ἑνὸς Μανιάτη· θόρυβος ἠγέρθη· τριακόσιοι ἄνθρωποι εἴμεθα, καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἐγνώριζε τὸν τόπον, εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἔλθῃ, ἥρπασε τὸ πιστόλι καὶ τὸν ἐχάσαμε. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1854, ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος εἶχε συνωμοσίαν μὲ τοὺς λῃστάς; Ἐλησμονήσατε τὰς πέριξ τῶν Ἀθηνῶν λῃστείας τότε; Ὄχι, δὲν δύναται εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων, νὰ ἀντιστρατευθῇ κἀνείς. Τί μᾶς λέγετε; ὅτι οἱ κακοῦργοι καὶ οἱ φυγόδικοι καὶ οἱ ἄλλοι ἐπλημμύρησαν τὸν τόπον. Οἱ κακοῦργοι, οἱ φυγόδικοι καὶ οἱ λῃσταὶ τοῦ 1867, ἦσαν οἱ ἀπολυμένοι ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ 1862 (εὖγε! εὖγε!) Ὁ Βότσαρης, ὅστις μετέβη εἰς τὴν Φθιώτιδα, καὶ ὅστις εἶναι γνωστὸς διὰ τὰς γνώσεις του καὶ τὸν πατριωτισμόν του, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε νὰ κάμῃ τι, τὸ ἔπραξε διὰ τὸ κακὸν τοῦ τόπου; Ὁ Βότσαρης ἦτο τὸ ἄνθος, ἦτο τῳόντι τὸ καύχημα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διὰ τὰς γνώσεις του καὶ τὴν ἐπιστήμην του. Ἤξευρε νὰ κατατάξῃ καὶ τὸν κακοῦργον εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἕκαστον εἰς τὴν ἐδικήν του. Ἐὰν ἔκαμεν ὅ,τι τινὲς λέγουν, τὸ ἔκαμε μόνον ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀπέθανον καὶ ὁ πατήρ του καὶ αὐτὸς ἐνδεεῖς.
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ στρατὸς τὸν εὐγνωμονεῖ πάντοτε.
§139ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν μὲ ἀγγλικὰς διόπτρας τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰς παρεκτροπὰς, τὰ ὁποίας ἄλλη ἐποχὴ ἄφησεν εἰς τὸ 1867· ἀλλὰ τὴν λῃστείαν, τὴν διενεργηθεῖσαν ἐν μέσῳ τῶν Ἀθηνῶν, δὲν τὴν βλέπετε; (εὖγε! εὖγε!) Δὲν εὐγένετε ἔξω νὰ ἴδητε, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ἴχνη, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἶναι λαγκάδια, μέσα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι πεσμένοι οἱ ἄνθρωποι τῆς πρωτευούσης, καὶ ἐξέρχονται μαῦροι ἀναστεναγμοί; Τὰ ἴχνη σας βεβαίως ἔμειναν ἀνεξάλειπτα, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἐκτίσατε παλάτια ἐν Ἀθήναις, παλάτια μαρμάρινα, ἀλλὰ κτίσαντες τὰ μαρμάρινα παλάτια κατεστήσατε ἓν κοινὸν πτωχοκομεῖον ὁλόκληρον τὴν πρωτεύουσαν· (εὖγε, εὖγε, καί τινα χειροκροτήματα). Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μακρηγορήσω περισότερον, θεωρῶ ἐντελῶς περιττὰς τὰς περιττολογίας· πλὴν ἐὰν προκληθῶ θὰ ἔλθω εἰδικῶς, καὶ δὲν θὰ φεισθῶ πλέον οὐδενός. Ἐὰν τηρῶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας, τοὺς τηρῶ σεβόμενος ἐμαυτόν· ἐὰν τοὺς παραβιάσουν ἄλλοι, ἂς ὄψωνται. Ἓν μόνον σᾶς συνιστῶ, κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου, σᾶς συνιστῶ, ὅτι πρέπει νὰ λύσητε τὸ πρόβλημα, «ἂν τὰ κοινοβούλια θ’ ἀναδεικνύουν τὰ ὑπουργεῖα, ἢ τὰ ὑπουργεῖα τὰ κοινοβούλια» (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, ἑπομένως θὰ μείνῃ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 παρὰ 25|60 Μ. Μ.)