1874.02.19
1,569 rows · 12,754 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 19 Φεβρουαρίου 1874.
(Τρίτη).
Ὥρα 1½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ 1874. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Γίνεται παραδεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, κατὰ τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ τὸ σύνολον ὡς ἕπεται·
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ φορολογίας τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ 1874. Ἄρθρον 1. Ὁ ἐπὶ τῶν ζώων φόρος καὶ τῶν μελισσίων διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος 1874 προσδιορίζεται· 1) Ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων πρὸς λεπτὰ 30 κατὰ κεφαλήν. 2) Ἐπὶ τῶν ὄνων πρὸς λεπτὰ 70 κατὰ κεφαλήν. 3) Ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων καὶ χοίρων πρὸς δραχ. 1 καὶ λεπτὰ 20 κατὰ κεφαλήν. 4) Ἐπὶ τῶν μελισσίων πρὸς λεπτὰ 25 κατὰ κυψέλην. Ἄρθρον 2. Δὲν ὑπάγονται εἰς φόρον· 1) Τὰ θηλάζοντα τῶν αἰγῶν, προβάτων καὶ χοίρων. 2) Οἱ πῶλοι τῶν ὄνων, ἵππων, καμήλων, οἱ μόσχοι τῶν βοῶν καὶ τῶν βουβάλων μέχρις ἡλικίας δύω ἐτῶν, συμπεπληρωμένων, εἴτε θηλαζόντων εἴτε ὄχι. 3) Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐν γένει. 4) Εἷς οἰκόσιτος χοῖρος δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν ὅπου καὶ ἂν διαιτᾶται. 5) Τὰ ζῶα ἐν γένει καὶ τὰ μελίσσια τῶν Ἰονίων νήσων. Ἄρθρον 3. Ὁ ἀριθμὸς τῶν συνοδευόντων τὸν ἐπὶ τῆς ἀπαριθμήσεως οἰκονομικὸν ὑπάλληλον ὁπλοφόρων κανονίζεται ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ δήμαρχος παραπέμπων τὰ στελέχη δηλώσεων, ὀφείλει νὰ διορίζῃ καὶ κοινοποιθῇ ταὐτοχρόνως εἰς τὸν ἔφορον, τὸν δημαρχικὸν πάρεδρον ἢ τὸν δημοτικὸν σύμβουλον, ὅστις μέλλει νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ΥΜʹ. Νόμου. Ἐὰν ὁ δήμαρχος ἀμελήσῃ νὰ κάμῃ τὴν γνωστοποίησιν, ἢ ὁ διορισθεὶς δημοτικὸς ὑπάλληλος ἀρνηθῇ ἢ ἀναβάλῃ τὴν σύμπραξίν του, ὁ ἔφορος ἢ ὁ ἀντιπρόσωπός του προβαίνει εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν. Τὰ πρωτόκολλα τῆς ἀπαριθμήσεως ὑπογεγραμμένα παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου του, δύω ἐκ τῶν παρακολουθούντων ὁπλοφόρων, τοῦ συμπράττοντος δημοτικοῦ ὑπαλλήλου καὶ τοῦ κτηνοτρόφου ἢ μελισσοκόμου, ἔχουσιν ἰσχὺν δημοσίου ἐγγράφου καὶ ἐκτελοῦνται διοικητικῶς καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἁπλοῦν φόρον καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως. Ἐὰν ὁ κτηνοτρόφος ἢ ὁ μελισσοκόμος ᾖναι ἀγράμματοι, τόσον δὲ οὗτοι καθὼς καὶ ὁ συμπράττων δημοτικὸς ὑπάλληλος ἀρνηθῶσι νὰ ὑπογράψωσι, γίνεται περὶ τούτου μνεία εἰς τὸ πρωτόκολλον. Ἄρθρον 4. Ὁ δήμαρχος τιμωρεῖται μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν δραχμῶν 100–300, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν διορίσῃ τὸν συμπράκτορα δημοτικὸν ὑπάλληλον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου· εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν ὑπάγεται καὶ ὁ δημοτικὸς ὑπάλληλος, ἐὰν ἀρνηθῇ νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν. Ἄρθρον 5. Αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸν παρόντα νόμον διατάξεις ἀκυροῦνται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα τὰ μέλη τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν νὰ συνέλθωσιν αὔριον διὰ νὰ κάμουν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν των. Παρακαλῶ πρὸ παντὸς ἄλλου τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθωσιν αὔριον. Ἐὰν ἐπιζητοῦμεν νὰ ζήσωμεν ἄνευ πιστώσεων, πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874. Ὅθεν ἐκ νέου παρακαλῶ τὰ μέλη αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς αὔριον, κατὰ τὴν 10 ὥραν νὰ συνέλθουν εἰς τὸ βουλευτήριον καὶ νὰ κάμουν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν των.
§4Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἡ ἐπιτροπὴ τί γίνεται;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἀναγγείλω τὸν σχηματισμόν της· ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ παρασκευασθῇ ἓν δωμάτιον, διότι δὲν ὑπάρχουσι τράπεζαι, οὔτε ἕδραι, καὶ ἡ πολυμελὴς αὕτη ἐπιτροπὴ δὲν ἔπρεπε νὰ καθήσῃ ἐπὶ τοῦ πατώματος διὰ νὰ ἐργασθῇ.
§6ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας διὰ τὸ ἔτος 1874 ἔχον ὡς ἑξῆς·
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
«Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας διὰ τὸ ἔτος 1874. Ἄρθρον 1. Ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος 1874 εἰς δώδεκα χιλιάδας τετρακοσίους εἴκοσιν ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας. Ἄρθρον 2. Ἡ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως στρατολογία διὰ τὸ ἔτος 1874 προσδιορίζεται εἰς δύο χιλιάδας πεντακοσίους ἄνδρας. Οἱ κληροῦχοι διανεμηθήσονται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν ὑπὸ μὲν τῶν νομαρχῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὑπὸ δὲ τῶν ἐπάρχων εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 3. Αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις 3 μέχρις 11, συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου, διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ΡΛΓʹ. τοῦ 1851 ἔτους ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν στρατολογίαν τοῦ 1874 καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ΦϞΓʹ. νόμον τῆς 19 Μαΐου 1860. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 18 Φεβρουαρίου 1874.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ αὔριον, καὶ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, θὰ τεθῇ εὐθὺς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τῶν κυρίων βουλευτῶν περὶ ἐξελέγξεως τῆς πολιτικῆς πορείας τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη καὶ τῶν λοιπῶν ὑπουργείων. Εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι ἀκόμη οἱ κύριοι Δρόσος, Κεχαγιᾶς, Ῥάλλης, Χαλικιόπουλος καὶ Ἡλιόπουλος. Πρῶτος εἶναι ὁ κύριος Δρόσος. Ἡ φωνὴ τοῦ κυρίου Δρόσου, κύριοι, εἶναι ἀσθενής· ἐὰν λοιπὸν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀκούσητε αὐτοῦ, σᾶς παρακαλῶ νὰ τηρήσητε ἡσυχίαν.
§10ΔΡΟΣΟΣ. Ἀναβαίνω εἰς τὸ βῆμα διὰ ὑπερασπίσω ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, ἐναντίον προσβολῶν καὶ αἰτιάσεων ἀδίκων. Ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐκηρύττετο ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν ὅτι θὰ φέρουν εἰς τὴν Βουλὴν κατηγορητήριον τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη. Τὸ κήρυγμα δὲν ἦτο ψευδὲς, ἀλλ’ ἔλαβε ἄλλην φάσιν· ἀντὶ κατηγορητηρίου ὁ κ. Δηλιγιάνης βουλευτὴς Γόρτυνος, καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, βουλευτὴς Ζακύνθου, ἔφερον πρότασιν περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς ἀνακριτικῆς, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ἀναδιφήσῃ τὰ ἀρχεῖα καὶ νὰ εὕρῃ ἁμαρτήματα τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, νὰ εὕρῃ ὕλην κατηγορίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθησαν αὐτοὶ νὰ εὕρουν μὲ ὅλην τὴν ἐγνωσμένην ἱκανότητά των, τὴν ἐμπειρίαν των, τὴν ὀξυδέρκειάν των. Ἡ πρότασις εἶναι πρωτοφανής, ἕως τώρα ἐγνωρίζομεν ὅτι διετάσσοντο ἀνακρίσεις ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων, ὅπως βεβαιωθῇ ἐὰν αἱ πράξεις αὐταὶ ᾖναι ἀληθεῖς· ἀπὸ τώρα μανθάνωμεν ὅτι διατάσσονται καὶ ἀνακρίσεις περὶ πράξεων ἀορίστων, διὰ νὰ ἀνευρεθῇ ἔγκλημα, διὰ νὰ εὑρεθῇ ὕλη κατηγορίας. Νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται παράδειγμα ὅμοιον εἰς τὰ χρονικὰ ὅλων τῶν κοινοβουλίων. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον χθὲς ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος ἀνέφερε τῆς Βουλῆς τοῦ 1847, δὲν ἔχει καμμίαν ὁμοιότητα. Τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατηγορήθη διὰ ῥητὰς πράξεις, κατηγορήθη ἐπὶ παρανόμῳ φορολογίᾳ, κατηγορήθη ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ διωρίσθη ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰ ἐξήτασε· ἐνήργησεν ἀνακρίσεις καὶ αἱ πράξεις ἀπεδείχθησαν, καὶ ὁ ὑπουργὸς ὁ ἴδιος τὰς ὡμολόγησεν· εἶπε δὲ τότε πρὸς δικαιολόγησιν ὅτι δὲν εἶχε κἀνένα σκοπὸν ἰδιοτελείας, καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ πλειοψηφίαν τὸν ἀπέλυσε τῆς κατηγορίας. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο παράδειγμα τῆς Βουλῆς τοῦ 1868. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσε τότε νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ 1867 διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν· ἀλλὰ καὶ τότε περὶ ῥητῶν καὶ περὶ ὡρισμένων πράξεων. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐλησμόνησε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν διέψευσε τὸν κ. Δημητριάδην.
§11ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διόλου.
§12ΔΡΟΣΟΣ. Ἔγεινεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν διωρίσθη.
§13ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ εἶπον.
§14ΔΡΟΣΟΣ. Εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀλλοκότου αὐτῆς προτάσεως οἱ κατήγοροι ἐπανέλαβον τὰς γενικὰς καὶ κενὰς ἐκείνας αἰτιάσεις, μὲ τὰς ὁποίας ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐξεκούφανον τὸν κόσμον «διελύσατε τὴν Βουλὴν, διεκόψατε τὰς ἐργασίας τῆς ἄλλης, ἀνήλθετε καὶ ἐμείνετε εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀντικοινοβουλευτικῶς, ἐβραδύνατε νὰ φέρετε τὴν Βουλὴν, ἐνηργήσατε εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς ἄνευ προϋπολογισμοῦ». Τὰς αὐτὰς αἰτιάσεις, πλὴν τῶν δύω τελευταίων, ἔφερον καὶ εἰς τὴν προλαβοῦσαν σύνοδον καὶ τὰς ἀνέπτυξαν εὐρύτατα, καὶ ἑτέραν πρότασιν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀπέῤῥιψεν. Εἶναι λοιπὸν τὰ κεφάλαια αὐτὰ τῶν αἰτιάσεων δεδικασμένα, καὶ κατὰ τὴν ὀρθὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέρχεται εἰς τὰ δεκικασμένα· καὶ ὅμως οἱ κατήγοροι ἡμῶν ζητοῦσιν ἀναψηλάφησιν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τοὺς παρακολουθήσωμεν ὑπερασπιζόμενοι, καὶ τόσῳ μᾶλλον καθόσον καὶ ἀπὸ τὴν ἀναψηλάφησιν δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ φοβηθῶμεν. Διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, οἱ κατήγοροι ἡμῶν δὲν εἶναι πρὸς ἀλλήλους σύμφωνοι. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀναγνωρίζει καὶ ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ἐγκρίνει τὴν διάλυσιν, τὴν ὁποίαν ἐνηργήσαμεν· μᾶς μέμφεται μόνον διότι δὲν τὴν ἐνηργήσαμεν ἀμέσως ἅμα ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι κεκηρυγμένος ἐχθρὸς τῶν διαλύσεων. Τὰ δόγματα τοῦ κ. Λομβάρδου εἶναι γνωστά. Δὲν ἠξεύρω πῶς τὸ κατορθόνει, τὸ πράττει ὅμως, ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος ζητεῖ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Συντάγματος· ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς τάξεως.
§15Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς ἐμὲ τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§16ΔΡΟΣΟΣ. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς τάξεως πᾶν ἄλλο ὑπηρετεῖ ἢ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν τάξιν. Ὁ κ. Λομβάρδος ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ κάμνωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι εὐφυέστατον, ἀλλὰ εὐφυΐαι τοιαῦται ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀλλοῦ πέρασιν, ὄχι ὅμως εἰς τὸ κοινοβούλιον. Αὐτὸ μοῦ ἐνθυμίζει τὸν γνωστὸν στίχον τοῦ ποιητοῦ Σούτσου «εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ.»
§17ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μπράβο.
§18ΔΡΟΣΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος λέγει ἂς ἔχῃ ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, φθάνει μόνον νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τὴν διαλύσῃ.
§19Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν δὲν πρέπει νὰ τὴν διαλύσῃ.
§20ΔΡΟΣΟΣ. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι, δίδει δικαιώματα καὶ προνόμια εἰς τὸν Βασιλέα· ἐπίσης δίδει δικαιώματα καὶ προνόμια εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς τούτων ἐγγυᾶται τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος. Ἡ παραγνώρισις, ἡ παραβίασις τῶν δικαιωμάτων τῶν προνομίων τῆς μιᾶς ἐξουσίας κατασταίνει αὐτὴν ὑποχείριον τῆς ἄλλης, καταστρέφει τὴν ἁρμονίαν τὴν ἀναγκαίαν μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, ἀνατρέπει ὅλην τὴν οἰκονομίαν τοῦ συνταγματικοῦ οἰκοδομήματος καὶ φέρει εἰς χάος. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς κ. Βούλγαρης ἀνελθὼν ἐκ μειοψηφίας εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὶς διέλυσε τὴν Βουλὴν. Ὁ κ. Ζαΐμης διέλυσεν ἅπαξ τὴν Βουλὴν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος συνεμέθεξεν εἰς τὴν διάλυσιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Ζαΐμη, προσενεγκὼν εἰς αὑτὸν τὴν ὑποστήριξίν του ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως, συνεμέθεξεν εἰς τὴν δευτέραν διάλυσιν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βούλγαρη, διότι μετ’ αὐτοῦ συνεκρότησε μικτὸν ὑπουργεῖον· ἅπαξ διέλυσε καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης. Δὲν ἠξεύρω διατί ἡ διάλυσις ἡ γενομένη παρ’ αὐτοῦ ἐφάνη τόσον βαρεῖα, τόσον ἐνοχλητικὴ εἴς τινας. Ἡ δευτέρα αἰτίασις, ὅτι διεκόψαμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι σπουδαία. Ναὶ, τὰς διεκόψαμεν ἐν τῷ δικαιώματί μας, τὰς διεκόψαμεν διὰ νὰ παρασκευασθῶμεν εἰς ἔργα καὶ διότι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν, ἤμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ Πάσχα, ὅτε εἰς ὅλα τὰ χριστιανικὰ κοινοβούλια, καθὼς καὶ εἰς ἡμᾶς, ἐπέρχεται διακοπή. Ἡ τρίτη αἰτίασις εἶναι ὅτι ἀνήλθομεν καὶ ἐμείναμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀντικοινοβουλευτικῶς. Ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν, γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον. Αὐτὸ εἶναι φρικτὸν πρᾶγμα· ἔρχεσθε ἐδῶ διὰ νὰ μὴ ἀφίνετε τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ!
§22ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ εἶναι στενοχωρημένοι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ τοὺς κάμω; νὰ τοὺς φέρωμεν ἐδῶ;
§24ΔΡΟΣΟΣ. Ἀφ’ ἧς ὥρας ἡ μεταξὺ τῶν δύω μερίδων, αἱ ὁποῖαι συνέστησαν τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ἡ σύμπνοια ἐξέλιπε....
§25ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§26ΔΡΟΣΟΣ. — Διετρανώθη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἀσυμφωνία των (θόρυβος)....
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· ἐζητήσατε τὸν λόγον, θέλετε ὁμιλήσει.
§28ΔΡΟΣΟΣ. Καὶ ἡ διάστασις τῶν δύω μερίδων ἔφθασεν εἰς τὸν ὕψιστον βαθμὸν, ἡ περιπλέον διατήρησις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἦτον ἀδύνατος. Παρῃτήθη ὁ κ. Βούλγαρης. Προσεκλήθη ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἦτον ἡ μειοψηφία, καὶ ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Δεληγεώργη· τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὸ ἐδέχθη εὐμενῶς· τῷ ἔδωκε τὸν προϋπολογισμὸν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ καὶ ἀπῆλθεν.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Διατί τὴν διελύσατε;
§30ΔΡΟΣΟΣ. Ποῦ ὑπάρχει τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν ἐνταῦθα; Τὴν Βουλὴν ἐκείνην διελύσαμεν· εἶναι γνωστοὶ δὲ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους τὴν διελύσαμεν, καὶ δὲν θέλω νὰ τοὺς ἐπαναλάβω.
§31ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν τοὺς γνωρίζομεν.
§32ΔΡΟΣΟΣ. Εἰς τὴν νέαν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἦτο γνήσιον προϊὸν τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ ἔθνους, εἴχομεν ἀσθενῆ μὲν, ἀλλ’ εἴχομεν πλειοψηφίαν· ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἀνοχῆς της ἡ μερὶς τοῦ κυρίου Βούλγαρη μᾶς ἔδωκε βοήθειαν. Ἀφοῦ ὅμως ἡ μερὶς αὕτη, ἐνδώσασα εἰς τὰς προτροπὰς τῶν ἄλλων, ἡνώθη μετ’ αὐτῶν καὶ τετράστηλος ἐπετέθη ἐναντίον μας ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡττήθημεν, καὶ ἡττηθέντες κατεθέσαμεν τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐκ τῆς πλειοψηφίας ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ποῦ λοιπὸν καὶ πῶς ἤλθομεν καὶ πῶς διετηρήθημεν καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῶμεν ἐπὶ 19 μῆνας ἀντικοινοβουλευτικῶς; Εἶναι εὔκολον νὰ λέγῃ τις, εἶναι εὔκολον νὰ κατηγορῇ, ἀλλ’ εἶναι δύσκολον νὰ ἀποδείξῃ κατηγορίαν ἐναντίον τῶν πραγμάτων, ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Μένουσιν αἱ δύω τελευταῖαι αἰτιάσεις. Ἂς τὰς ἐξετάσωμεν καὶ αὐτάς. Ἐβραδύναμεν νὰ φέρωμεν τὴν Βουλήν. Ἡ λήξασα Βουλὴ εἶχε διάρκειαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, οἱ βουλευταὶ ὅμως ἠναγκασμένοι ἀπὸ τὰς ὑποθέσεις των, ἀπῆλθον εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου, καὶ ἡ Βουλὴ ἔμεινεν ἀργὴ, καὶ ὅμως ἡμεῖς δὲν ἐκηρύξαμεν τὴν λῆξιν, ἐλπίζοντες ὅτι θὰ ἐπανέλθωσιν οἱ βουλευταὶ περὶ τὰ τέλη τοῦ Αὐγούστου ἢ εἰς τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου. Ἠναγκάσθημεν βραδύτερον νὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν, διότι πολλοὶ βουλευταὶ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως μᾶς προέτρεψαν καὶ μᾶς εἶπον ὅτι ἐπίτηδες δὲν κηρύττομεν τὴν λῆξιν πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν σύνοδον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ ἐντὸς τοῦ 1873. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀπηγορεύει καὶ τοῦτο, λέγον, ἡ Βουλὴ συνέρχεται ἅπαξ τοῦ ἔτους εἰς τακτικὴν σύνοδον. Ὁ σοφὸς καθηγητὴς, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, εἶχεν ἐναντίαν γνώμην· ἐφρονοῦσεν ὅτι ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν σύνοδον, ὅτι ὅμως δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ συνέλθῃ εἰς ἔκτακτον. Οὔτε τὴν πρώτην, οὔτε τὴν δευτέραν γνώμην τοῦ καθηγητοῦ παραδέχομαι· καὶ βλέπετε, ὅτι καὶ ἡ σοφία προσκόπτει. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ συνέλθῃ εἰς τακτικὴν σύνοδον, ἠδύνατο ὅμως νὰ συνέλθῃ εἰς ἔκτακτον. Δὲν τὴν ἐκαλέσαμεν δὲ εἰς ἔκτακτον σύνοδον, διότι ἐθεωρήσαμεν ἄσκοπον νὰ δαπανήσωμεν 300 χιλιάδας δραχμῶν διὰ νὰ φέρωμεν τὴν Βουλὴν ἕνα ἢ δύω μῆνας πρότερον. Ὁ σκοπός μας, ἡ ἐπιθυμία μας ἦτο νὰ φέρωμεν τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλὰ συνέπεσε τὰς ἡμέρας ἐκείνας νὰ ἐνεργῶνται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ τὴν φέρωμεν ὀλίγον βραδύτερον. Ἀλλὰ διατί, λέγουν, δὲν ἀνεβάλετε τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς; δὲν τὰς ἀνεβάλομεν, διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μας δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος περὶ δημαιρεσιῶν τὴν ἀναβολήν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀντιφρονούντων, ἐὰν κατὰ τὴν 7 Δεκεμβρίου, τελευταίαν ἡμέραν τῆς προθεσμίας, διετάσσομεν τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἤθελον ἐνεργηθῆ περὶ τὰ τέλη Ἰανουαρίου, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνεκροτεῖτο οὔτε τὸν Ἰανουάριον, οὔτε κατὰ τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον τοῦ φεβρουαρίου. Ἡ τελευταία αἰτίασις εἶναι ὅτι ἐνηργήσαμεν εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Εἴπομεν, κύριοι, καὶ ἀπορῶ διατί ἐπέμενον εἰς τὴν αἰτίασιν αὐτὴν, εἴπομεν, ὅτι οὐδεμίαν δαπάνην ἐνηργήσαμεν πλὴν τῆς πενθημερίας τοῦ στρατοῦ· εἰσπράξεις ἐγένοντο, ἐγένοντο ὅμως ἐξ ἐκείνων τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐψηφισμένοι διαρκῶς, ἐξ ἐκείνων τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι μάλιστα εἶναι προσδιωρισμένοι νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἔτος ἐπιψηφίζονται. Ὑπάρχει ἀληθῶς ἀνωμαλία εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν τὸ ἀρνεῖται κἀνείς· καὶ ἐὰν δὲν σπεύσωμεν νὰ τὴν θεραπεύσωμεν, καὶ εἰς τὰ 1875 θὰ παρουσιασθῶσι τὰ αὐτὰ πράγματα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1866 ἐψηφίσθη τὴν 5 Ἰανουαρίου· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 τὸν Μάϊον τοῦ 1867, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868 τὸν Νοέμβριον τοῦ 68, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869 τὸν Νοέμβριον τοῦ 68—ἐδόθησαν δύω προϋπολογισμοὶ τότε, καὶ ἡ ἀνωμαλία ἐξέλιπεν—ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 τὸν Νοέμβριον τοῦ 99, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871 τὸν Μάϊον τοῦ 71, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1872 τὸν Ἰούλιον τοῦ 72. Διὰ τοῦτο, πολλάκις εἶπον ὅτι δὲν εἶναι προϋπολογισμοὶ, ἀλλὰ ἀπολογισμοί. Ἐὰν θέλετε νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν, ἂς σπεύσωμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 καὶ μετ’ αὐτὸν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ αὐτά.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Βέβαια, βέβαια· μία διάλυσις, καὶ ὕστερα; (ἱλαρότης).
§34ΔΡΟΣΟΣ. Ἀλλὰ τότε, καὶ μόνον τότε, ἡ Βουλὴ τοῦ 75 θὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 76, καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 76 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 77.
§35ΤΙΝΕΣ. Τότε, δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐπιψηφίσωμεν διὰ μίαν δεκαετίαν ὅλους τοὺς προϋπολογισμούς;
§36ΔΡΟΣΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τὸ ἔφερον ἐν οὐ δέοντι· περὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ μετ’ ὀλίγον θέλει ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν συνέβησαν ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς τότε ἐξουσίας παρεκτροπαὶ, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἂς ἐξετάσῃ, καὶ ἂν εὕρῃ παρεκτροπὰς ἂς τὰς τιμωρήσῃ. Αὐταὶ εἶναι ὅλαι αἱ αἰτιάσεις, αἱ κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη. Οἱ κατήγοροι ἡμῶν μὴ δυνάμενοι νὰ στηρίξωσιν ἐπ’ αὐτῶν κατηγοριῶν, κατέφυγον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀποφεύγομεν τὸν ἔλεγχον τῆς διοικήσεώς μας, ἐπιθυμοῦμεν μάλιστα νὰ ἐνεργηθῇ εὐρύτατος, καὶ παρακαλοῦμεν ὅλους τοὺς βουλευτὰς νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ὑπουργείων, νὰ ἐξετάσουν καὶ ἂν εὕρουν πράξεις παρανόμους, ἂς τὰς φέρουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἂς μᾶς κατηγορήσωσι.
§37ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἴσα ἴσα τοῦτο ζητοῦμεν.
§38ΔΡΟΣΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι τοῦτο, ἔχετε ὑπομονήν. Ἀλλὰ, κύριοι, καθὼς θέλομεν νὰ ἐνεργηθῇ ἔλεγχος τῆς διοικήσεως ἡμῶν, ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ἐνεργηθῇ ἔλεγχος καὶ τῆς διοικήσεως τῶν προκατόχων ἡμῶν, διότι ἐκ τῆς συγκρίσεως αὐτῶν θὰ ἀποδειχθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐδιοικήσαμεν, ἐὰν κακῶς, καθὼς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ κ. Μαυρομιχάλης εἶπον, ἢ καλῶς ὡς ἡμεῖς νομίζομεν. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἀρνοῦνται τὸν ἔλεγχον τῆς διοικήσεώς των. Ἀλλὰ διατί δὲν δέχεσθε, λέγουν, τὴν ἐπιτροπήν; δὲν τὴν δεχόμεθα διότι εἰς τὴν πρότασιν ἐνυπάρχει προσβολὴ, πλαγία μομφὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ συναινέσωμεν. Ἂς ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διοίκησιν καὶ τῶν προκατόχων μέχρι καὶ τοῦ 1865 καὶ τότε τὴν δεχόμεθα. Καὶ τόσον σᾶς ταράττει ἡ μομφή; θὰ εἴπωσιν ἴσως. Εἰς τὰς πολιτικὰς μομφὰς δὲν δίδω παρὰ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν. Ὁμοία περίστασις ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1845. Μία πλειονοψηφία ἐμπαθὴς ἀπέβαλε τῆς Βουλῆς τὸν Μαυροκορδάτον, ἀπὸ πολλὰς ἐπαρχίας ἐκλελεγμένον βουλευτὴν, τὸν στρατηγὸν Λόντον, τὸν στρατηγὸν Ῥόδιον, τὸν Ζαΐμην, τὸν θεῖον τοῦ Προέδρου, τὸν Ζωγράφον καὶ πολλοὺς ἄλλους βουλευτὰς, νομίμως ἐκλεχθέντας. Ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη διὰ νὰ ἐπιστεγάσῃ τὸ ἀδίκημα, ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ καὶ μομφὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Μαυροκορδάτου. Ὁ κ. Μαυροκορδάτος καὶ οἱ συνάδελφοί του Τρικούπης, Λόντος καὶ Ῥόδιος δι’ ἐγγράφου των, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἐγὼ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησαν νὰ εἰσαχθοῦν εἰς δίκην. Ἡ πλειοψηφία δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασίν των· καὶ δὲν τὴν ἐδέχθη, διότι ἐγνώριζε καὶ ὡμολόγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ εἰς κατηγορίαν καὶ ὅτι ἡ Γερουσία ἤθελε τοὺς κηρύξει ἀθώους, καὶ ἐπέμενεν εἰς τὴν μομφήν. Ἦλθεν ὁ Μαυροκορδᾶτος εἰς τὴν Βουλὴν διότι ἦτον ἀκόμη ὑπὸ ἀνάκρισιν μία ἐκλογή του, καὶ μετ’ ἐμβριθείας, ἥτις διέκρινε τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἀληθῶς ἄνδρα, δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων ἀνεσκεύασεν ὅλας τὰς κατηγορίας μίαν πρὸς μίαν καὶ δὲν ἄφησεν ἴχνος κατηγορίας, καὶ μολαταῦτα ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐν τῇ παραφορᾷ της ἐπέμενε· καὶ ἡ μομφὴ «ἡ Βουλὴ ἀποστρέφει τὸ πρόσωπόν της ἀπὸ τῶν δυσαρέστων ἐκείνων σκηνῶν,» ἐνοοῦντο δὲ αἱ δῆθεν ἐπεμβάσεις εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐγένετο παραδεκτὴ διὰ ψήφων 79 κατὰ 12. 12 ἀντετάχθημεν εἰς τὴν ὁρμὴν ἐκείνην τῶν παθῶν καὶ διεμαρτυρήθημεν κατὰ τῆς ἀδικίας ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ μομφὴ ἐκείνη ἔβλαψε τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν συναδέλφων του; οὐδόλως· αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κατήγοροι ἀπέδωκαν πλήρη δικαιοσύνην εἰς αὐτούς. Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ὁ συντάκτης αὐτῆς τῆς μομφῆς συνετάχθη τῷ Μαυροκορδάτῳ, ἀρχηγῷ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καί τοι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένῳ, ὁ στρατηγὸς Κανέλλος Δεληγιάννης, ὁ θεῖος τοῦ κυρίου Θεοδώρου, τὸ κλέος τῆς οἰκογενείας τῶν Δεληγιανναίων, συνετάχθη τῷ Μαυροκορδάτῳ, κατόπιν οἱ ἐν τῇ Βουλῇ στρατηγοὶ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι βουλευταὶ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐγένετο τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε τὸ ὑπουργεῖον μὴ ἔχον πλειοψηφίαν, διέλυσε τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Καὶ ποίας ἐνήργησαν ἐκλογὰς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοσαῦτα διέπραξαν ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν; Ἀπ’ αὐτὰς ἂς ἀποστρέψωμεν τὸ πρόσωπόν μας· μίαν μόνον σᾶς ἀναφέρω, διότι εἶναι διδακτικωτάτη· ὁ στρατηγὸς Κριεζώτης ἀπέτυχεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς Χαλκίδος ἀπέναντι ἑνὸς ἀγνώστου Βιτάλη. Ἐῤῥίφθη εἰς τὰς φυλακάς· ἀπὸ τὰς φυλακὰς τὸν ἀπέσπασαν πολῖταί τινες, καὶ εἰς τὴν φωνήν του ἠγέρθη ὅλη ἡ Εὔβοια καὶ συνεταράχθησαν αἱ παρακείμεναι ἐπαρχίαι· καὶ ἂν ἡ σφαῖρα τοῦ κανονίου δὲν ἔπερνε τὴν χεῖρά του, μετὰ 8 ἢ 10 ἡμέρας, μετὰ 8 ἢ 10 χιλιάδων μαχητῶν θὰ εἰσήρχετο εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ταῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐμπαθείας, τῆς βίας καὶ τῆς αὐθαιρεσίας. Ἂς εὐχηθῶμεν νὰ μὴ ἴδωμεν τοιαῦτα, ἀλλὰ συγχρόνως ἂς μὴ ἐξάπτωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ πάθη. Πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ἀντιῤῥήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς Παρνασσίδος ἔκαμε, νὰ προσαχθῶσι καὶ τὰ ἐντάλματα τῶν ἐξόδων τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ τῶν βοηθημάτων παρελθόντων ἐτῶν, διὰ νὰ ἐξελεγχθῶσι μαζῇ μὲ ἐκεῖνα τῆς ἡμετέρας διαχειρίσεως. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐπρότεινε τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἶναι δεδικασμένον· ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ ἀποφασίζῃ ἐπ’ αὐτῶν, ἐλησμόνησεν ὅτι ἀπολογισμοὶ ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦ 1866 καὶ αὐτοὶ οἱ παρουσιασθέντες δὲν ἐξελέγχθησαν εἰσέτι, ἑπομένως τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς μένει ἀκέραιον· προκειμένου μάλιστα διὰ νὰ ἐξελεγχθῶσι δύω κεφαλαίων ἔξοδα, τοσούτῳ μᾶλλον εἶναι ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον νὰ ἐξελεγχθῶσιν αὐτῶν τῶν ἰδίων κεφαλαίων καὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν· καθόσον κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας τοῦ 1865 ἦσαν 623,626 καὶ 28, ὀκταπλάσιον τῆς ἡμετέρας δαπάνης.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Πόσοι λῃσταὶ ἦσαν τότε;
§40ΤΙΝΕΣ. Θὰ τὰ ἴδωμεν αὐτά.
§41ΔΡΟΣΟΣ. Καὶ ἐξ αὐτῶν, κύριοι, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 623,626.28, καθ’ ὑπέρβασιν 266,247.28. Ἂν εἰς ἡμᾶς ἦτο τοιαύτη ὑπέρβασις, ἤθελε τιναχθῆ εἰς τὸν ἀέρα ἡ στέγη τοῦ Βουλευτηρίου ἀπὸ τὰς φωνάς. Διὰ τὰ βοηθήματα ἐδαπάνησαν 196,292, ἐξ ὧν καθ’ ὑπέρβασιν 20,642.68. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἐξελεγχθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ τῶν βοηθημάτων τῆς ἡμετέρας διαχειρίσεως, εἶναι καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον νὰ ἐξελεγχθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τῶν προλαβόντων ἐτῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ 1865. Δὲν πιστεύω οἱ προκάτοχοι ἡμῶν νὰ ἐπιμένουν εἰς τὴν ἄρνησίν των, διότι ἐπιμένοντες εἰς αὐτὴν θὰ ἀδικήσουν ἑαυτοὺς περισσότερον καὶ θὰ ζημιωθῶσι περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους ζητοῦν νὰ ἐπιῤῥίψουν μομφὴν ἄδικον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὐδόλως, κύριοι, παραξενεύομαι μὲ τὴν τακτικὴν τῆς δικαιολογήσεως τῶν πράξεων τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως· δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρωσι καταφύγιον, παρὰ εἰς τὴν διαστροφὴν τῆς ἀληθείας καὶ εἰς τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἐκ πάσης λογικῆς.
§44ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἓν ἐκ τῶν δύω, κύριοι, συμβαίνει· ἢ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ κοινὸν ἐν γένει, τὸ ἐκλαμβάνουν ὡς ἐκ Φελλάχων, ἢ κἄτι τι συμβαίνει εἰς αὐτοὺς, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ χαρακτηρίσω. Εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ, νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ ἡμᾶς, μᾶς λέγουν, φθάνει μόνον νὰ μὴ ἐξελέγξῃ· μᾶς λέγουν αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅπερ εἶπεν ὁ ποιητής· «εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ.» Αὐτὸ μᾶς λέγουν, κύριοι, «εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ μᾶς κατηγορήσῃ ζητοῦσα εὐθύνας, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ προηγηθῇ ἡ συλλογὴ τῶν στοιχείων, ἅτινα ἀναγκαιοῦσι πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἀποδιδομένων εἰς ἡμᾶς πράξεων·» ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἵνα μὴ φαίνωνται παραγνωρίζοντες ἐντελῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην.....ποῦ, κύριοι, μᾶς παραπέμπουν; εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ὑπουργείων· μᾶς ἐξέλαβον ὡς μορμολύκεια! Ὄχι, κύριοι, τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· δὲν θέλομεν ὡς ἄτομα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν διαφόρων ὑπουργείων, διὰ νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν διαχείρισίν σας, ὄχι· θέλομεν ὡς Σῶμα νὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν σπουδαιότατον καθῆκον. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθνη τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ τιμᾶται, παρ’ ἡμῖν ὅμως δυστυχῶς περιφρονεῖται. Τίς πταίει διὰ τοῦτο; ἡμεῖς, ἡμεῖς οἱ βουλευταί· καὶ διὰ τί, κύριοι; διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐξασκήσωμεν ἓν δικαίωμα, τί λέγω δικαίωμα, ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα. Συνηργήσαμεν πολλάκις εἰς τὴν πτῶσιν τῶν κυβερνήσεων διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας αὐτῶν· μετὰ ταῦτα δὲ τί ἐπράξαμεν; ἐξησκήσαμεν τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς πεσούσης κυβερνήσεως; ἐζητήσαμεν τὰς ὀφειλομένας εὐθύνας, ὁσάκις ἡ πεσοῦσα κυβέρνησις δὲν ἐσεβάσθη τὸ καθεστὼς πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους τῆς ἐπικρατείας; Ὄχι· καὶ διὰ τοῦτο κατεκρίθημεν μέχρι τοῦδε, ὅτι «ἐζητήσαμεν τὴν πτῶσιν τῆς κυβερνήσεως διὰ νὰ λάβωμεν λάφυρα.» Ἐὰν, κύριοι, καὶ σήμερον τοῦτο πράξωμεν, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἡ αὐτὴ κατάκρισις μᾶς περιμένει. Ναὶ, ἐκάμαμεν σπουδαῖον διάβημα ἀναγκάσαντες μίαν κυβέρνησιν προσωπικὴν νὰ καταθέσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ὀνομάζω δὲ προσωπικὴν τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναδέχονται τὸν σχηματισμὸν κυβερνήσεως καὶ διοικοῦν τὸν τόπον χωρὶς νὰ ὑποδεικνύωνται καὶ νὰ ὑποστηρίζωνται ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸν κάμνω μεταξὺ κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως καὶ προσωπικῆς.
§46ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Σήμερον ποίαν συνδρομὴν ἔχει τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον; καὶ ποίας ὑποδοχῆς ἔτυχε;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§48ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Κυριακίδης δὲν ἠννόησε ποῖος ὑπέδειξε τοὺς σημερινοὺς ὑπουργούς.
§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠναγκάσαμεν, λέγω, μίαν προσωπικὴν κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὅστις ἐν τῇ συνέσει Του ἀπεδέξατο αὐτὴν καὶ ἐκάλεσε τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν. Ἐὰν, λέγω, μείνωμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, τότε δὲν ἐπράξαμεν καὶ πάλιν τίποτε· ἡ Βουλὴ οὐ μόνον θὰ περιφρονῆται, ἀλλὰ καὶ θὰ συκοφαντῆται, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἀνώτερος σκοπὸς ὑπῆρχε, παρὰ ἡ κατάληψις τῆς ἐξουσίας καὶ ἡ διανομὴ τῶν λαφύρων. Θέλετε νὰ ἐξενεχθῇ καὶ πάλιν αὐτὴ ἡ ὕβρις, αὐτὴ ἡ μομφὴ ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους; ἀλλὰ εἰς ποῖον σημεῖον θὰ φθάσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; ἕκαστος τὸ ἐννοεῖ· πρέπει δὲ νὰ ᾖναι τυφλός τις διὰ νὰ μὴ βλέπῃ τὴν καταιγίδα, ἥτις ἀπειλεῖ νὰ καταλύσῃ τὸ πολίτευμά μας! Ἐὰν θέλητε λοιπὸν ν’ ἀνορθωθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ κοινοβουλίου διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν προσήκουσαν εἰς αὐτὸ θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἡμῶν, συνάμα δὲ νὰ τεθῇ φραγμὸς κατὰ τῶν παρανομιῶν καὶ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῶν κυβερνήσεων, ἐὰν θέλητε νὰ σώσωμεν τὸ ἐπαπειλούμενον πολίτευμα, ἐὰν θέλητε νὰ ἀποσοβῆται ἐντελῶς πᾶς κοινωνικὸς σάλος, ὃν ἐπιφέρει ἡ ἀπόδοσις τῆς εὐθύνης τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ὅπου δὲν πρέπει, ὀφείλετε νὰ πολιτευθῆτε ἀνδρικῶς· ἄλλως, καὶ τὸ πολίτευμα κινδυνεύει καὶ τὸ κακὸν ὁσημέραι θὰ ἐξογκώνηται· διότι ἡ ἀτιμωρησία τί ἄλλο κακὸν ἔχει παρὰ νὰ μεταβάλλῃ τὰς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων εἰς κοινωνίαν θηρίων ἀλληλοσφαγούντων; Ἐὰν δὲν ἐπιθυμῆτε νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, πρέπει νὰ προβλέψωμεν, διότι ἴδιον πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι νὰ προβλέπῃ· «Gouverner c’ est prevoir», «διοίκησις εἶναι πρόνοια», λέγουσιν οἱ Γάλλοι. Λοιπὸν μὴ στέρξωμεν, ὅπως μᾶς λέγουν τινὲς, μὴ δεχθῶμεν τὴν συμβουλὴν τοῦ πρὸ ὀλίγου καταβάντος ἐκ τοῦ βήματος βουλευτοῦ Τήνου, ὅστις εἶπεν, «ἐὰν θέλητε πληροφορίας, τρέξατε εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ὑπουργείων, παρακαλέσατε τοὺς γραφεῖς ὡς ἄτομα νὰ σᾶς δώσουν τὰς πληροφορίας αὐτάς». Ὄχι· ὡς Σῶμα πρέπει νὰ ζητήσωμεν ὅσα στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς μόρφωσιν τῶν πεποιθήσεών μας, καὶ πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τοῦτο· οἱ παραπέμποντες ἡμᾶς ὡς ἄτομα εἰς τοὺς γραφεῖς τῶν ὑπουργείων, θέλουν νὰ καταβιβάσουν τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ καὶ νὰ ἐξευτελίσουν τοιουτοτρόπως τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα. Ὁποῖα, κύριοι, ἦσαν τὰ ἐπιχειρήματα τόσον τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ, χθὲς λαλήσαντος, καθὼς καὶ τὰ τοῦ κ. Δρόσου; ἄθλια, κύριοι, κατ’ ἐμὲ, ταπεινὰ, ἀνάξια σοβαρῶν ἀνδρῶν ὁμιλούντων ἐνώπιον κοινοβουλευτικοῦ σώματος. Ὤ, κύριοι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν τοιαῦτα ἐλέγοντο εἰς ἄλλα κοινοβούλια, ὄχι βεβαίως τοῦ Κεδίβη (διότι καὶ αὐτὸς ἔχει τὴν Βουλήν του), ἀμέσως ἤθελον ζητήσει τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς οὐχὶ πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν προβαλόντων τοιαῦτα ἐπιχειρήματα!! Ὁποῖα, κύριοι, τῳόντι ταπεινὰ ἐπιχειρήματα ἔφερον πρὸς δικαιολόγησιν τῆς μὴ ἐγκαίρου ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματός μας, πρὸς δικαιολόγησιν μιᾶς συνταγματικῆς ἀνωμαλίας παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ὁμολογουμένης; «δὲν ἐφέραμεν ἔκτακτον σύνοδον, μᾶς εἶπε χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, διὰ νὰ ψηφίσῃ ἐγκαίρως τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, διότι αὐτὸ εἶναι ἔργον μιᾶς τακτικῆς συνόδου καὶ οὐχὶ ἐκτάκτου.» Τί θὰ εἰπῇ, κύριοι, τακτικὴ καὶ ἔκτακτος σύνοδος; ἔχει χωριστά τινα δικαιώματα ἢ καθήκοντα ἡ ἔκτακτος ἀπὸ τὴν τακτικήν; Τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει, ὅτι ἡ μὲν τακτικὴ σύνοδος ἐπιλαμβάνεται τῶν δεῖνα, ἡ δὲ ἔκτακτος τῶν δεῖνα ἀντικειμένων. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ τὴν Βουλὴν ἅπαξ μὲν τοῦ ἔτους ὑποχρεωτικῶς, ἐκτάκτως δὲ ὅταν θέλῃ. Τί θὰ εἰπῇ, κύριοι, τοῦτο; Ἂς ἀφήσωμεν τὰς λέξεις «τακτικὴ καὶ ἔκτακτος,» διότι δὲν ἔχουσιν οὐσιαστικὴν σημασίαν, ἀλλὰ μόνον τυπικήν. Τὴν λέξιν «τακτικὴ» μετεχειρίσθη τὸ Σύνταγμα ἵνα ἐξηγήσῃ τὸν ὅρον τοῦ ὑποχρεωτικοῦ, ἤτοι ὅτι δὲν δύναται ἡ μία σύνοδος τῆς Βουλῆς νὰ λείψῃ ἐν τῷ διαστήματι ἑνὸς ἔτους· τὴν δὲ λέξιν «ἔκτακτος» μετεχειρίσθη ἵνα δηλώσῃ τὸ προαιρετικὸν τὴν διακριτικὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν σύνοδον ταύτην τακτικὴν καὶ ἀναπόφευκτον ἐθεώρησεν, ὁσάκις συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτῶσι τὴν σύμπραξιν καὶ τὴν παρουσίαν τοῦ κοινοβουλίου. Ποῖα δὲ εἶναι αὐτὰ τὰ συμφέροντα; ἡ θεμελιώδης βάσις τοῦ πολιτεύματός μας εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ οὔτε μίαν στιγμὴν κυβέρνησις. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλίου τὸ θεωρεῖτε, κύριοι, μηδαμινόν; Αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τὸ ἐθεωρήσατε ὡς μὴ δικαιολογοῦν ἀποχρώντως τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς; Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. πρώην πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἔργον τακτικῆς καὶ οὐχὶ ἐκτάκτου συνόδου, εἶναι ἀνάξιον ἀνδρῶν ἐχόντων ἀξίωσιν νὰ διοικῶσι κοινοβουλευτικῶς τὸν τόπον, ἁρμόζει δὲ μόνον εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ συστήματος τῶν προσωπικῶν κυβερνήσεων. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα ἔτι ταπεινότερον τοῦ προηγουμένου. Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, ὅσον μελετῶ τὰς δικαιολογήσεις τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῶν κατὰ τῆς κυβερνήσεώς του αἰτιάσεών μας, τοσοῦτον εὑρίσκω τὰς δικαιολογήσεις του χειροτέρας τῶν πράξεών του· ἂν θέλετε δὲ, αἱ προβληθεῖσαι ὑπ’ αὐτοῦ δικαιολογήσεις δίδουν χώραν εἰς νέας κατ’ αὐτοῦ κατακρίσεις. Ἐβραδύναμεν, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, νὰ συγκαλέσωμεν εἰς τακτικὴν σύνοδον τὴν Βουλήν. Διατί; διότι συνέπιπτεν ἡ ἐνέργεια τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, διὰ τὰς ὁποίας οἱ βουλευταὶ ἐνδιεφέροντο καὶ ἐνησχολοῦντο μὴ δυνάμενοι ὡς ἐκ τούτου νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας. Δὲν βλέπετε εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸν ἐμπαιγμόν, τὴν εἰρωνείαν, τὴν χλεύην τοῦ κοινοβουλίου! Δὲν βλέπετε εἰς αὐτὸ καθαρὰν τὴν γλῶσσαν τῶν προσωπικῶν κυβερνήσεων! Τί ἄλλο μᾶς λέγει μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, εἰμὴ ὅτι «δὲν συνεμορφώθην μὲ τὸ Σύνταγμα, διότι ἀμφέβαλλον ἂν θὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας.» Ζητεῖ μὲ ἄλλας λέξεις νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην του εἰς ἡμᾶς, ἤτοι εἰς τὴν Βουλήν. Ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμήν, ὅτι ἡ κυβέρνησις μᾶς συνεκάλει, ἡμεῖς δὲ ἐνασχολούμενοι, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ κ. πρώην πρωθυπουργοῦ, εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, δὲν συνηρχόμεθα πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας. Τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνώμαλον ἀπέναντι τοῦ πολιτεύματός μας θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἀλλ’ ὄχι! δὲν μᾶς συνεκάλεσε, διότι ἐγνώριζεν ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ἑπομένως ἤθελεν ἀναγκασθῆ ν’ ἀποθέσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖρας ἄλλων, εὐθὺς ὡς συνήρχετο τὸ κοινοβούλιον. Δὲν μᾶς συνεκάλεσε λοιπὸν, διότι ἤθελε νὰ παρατείνῃ τὴν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονήν του μέχρις ὅτου ἀποπερατωθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί! Δὲν εἶπε λοιπὸν ἀλήθειαν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἐνδιεφέρετο ἡ Βουλὴ διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς· ἐνδιεφέρετο αὐτὸς ὁ ἴδιος ὡς πρωθυπουργὸς διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸ τὸ διάταγμα περὶ συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἐδημοσίευσεν ἐγκαίρως, διότι ἐθεώρει αὐτὸ ὡς προμήνυμα τῆς ἐκ τῆς ἐξουσίας πτώσεώς του, ὅπερ ἤθελεν ἐξασθενήσει τοὺς φίλους του κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Ἂν δώσητε σημασίαν εἰς τὸ ἐλεεινὸν τοῦτο ἐπιχείρημα, περιμένετε εἰς τὸ μέλλον ἄλλας παραπλησίας προφάσεις πρὸς περισσοτέραν χλεύην τοῦ κοινοβουλίου· θὰ μᾶς εἴπωσιν αὔριον, ὅτι ἕνεκα ἑορτῶν (ὅπως μᾶς τὸ εἶπεν ἡ πεπτωκυῖα κυβέρνησις εἰς τὴν προλαβοῦσαν σύνοδον διὰ τὴν διακοπὴν), καὶ κύριος οἶδε τίνος ἄλλου αἰτίου, ἔμεινε τὸ κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἀναίρεσιν ἄλλου σοφίσματος, ὅπερ ἐπρόβαλον νομίζοντες, ὅτι ἐπρονόησαν ἐκ τῶν ὑστέρων διὰ νὰ καλύψωσι τὴν εὐθύνην των! Τί μᾶς εἶπον; «δὲν εἴχομεν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δὲν ἐσεβάσθημεν καὶ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος; Δὲν ἐδαπανήσαμεν εἰμὴ μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦτο ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ παρὰ τῷ κεντρικῷ ταμίᾳ, καὶ δὲν εἰσεπράξαμεν φόρους εἰμὴ μόνον ἐμμέσους, ἤτοι τελωνείων κλπ. ὡς ὄντας παγίους.» Πόσον καλλιτέρα ἤθελεν εἶσθαι ἡ θέσις τῶν ἀποτελεσάντων τὴν πεπτωκυῖαν κυβέρνησιν, ἂν ἦσαν εἰλικρινέστεροι καὶ πλέον φιλαλήθεις! Ἂν ἀληθῶς, ὡς μᾶς εἶπον, ἔλαβον τὸ μέτρον ν’ ἀναστείλωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου, τότε βεβαίως περιέπεσαν εἰς πρᾶξιν ἀσυγκρίτως χειροτέραν τῆς προηγουμένης, ἤτοι τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀναστολὴ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου εἶναι πρᾶξις ἀναιροῦσα τοὺς κοινοτέρους κανόνας, καθ’ οὓς διοικοῦνται τὰ ἔθνη. Εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐπικράτειαν εἴτε κοινοβουλευτικῶς εἴτε μοναρχικῶς διοικουμένην, ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν ἔχει τὴν τόλμην ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου οὐχὶ ἐπὶ δύω μῆνας, ὡς συνέβη παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐπὶ δύω μόνον ἡμέρας, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἐκτρωματικὴ καὶ ἀμέσως ἤθελε λιθοβοληθῆ. Τοῦτο δὲ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἤθελε καταστραφῆ οὕτως ἡ δημοσία πίστις, ἄνευ τῆς ὁποίας τὴν σήμερον οὐδεμία ἐπικράτεια δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Αἱ κυβερνήσεις δὲν ἔχουσι μόνον τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ἔχουσι καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις. Καὶ δύναται μία κυβέρνησις ἠθικὴ, καλῆς πίστεως, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πληρόνει, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ ἐγκαίρως πίστωσιν. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σᾶς διαφωτίσῃ. Ἐνθυμήθητε τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων καὶ ἰδίως τὴν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Λαμίας. Κατ’ αὐτὴν ἀναδέχεται τὸ δημόσιον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ 15 ἑκατομμύρια εἰς τρεῖς διαφόρους ἐποχὰς, δηλαδὴ ἅμα κατασκευασθῇ ἡ γραμμὴ ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Θηβῶν 5,000,000, ἅμ’ ἀποπερατωθῇ ἡ ἀπὸ Θηβῶν μέχρι Λεβαδείας ἄλλα 5,000,000, καὶ ἀπὸ Λεβαδείας μέχρι Λαμίας ἕτερα 5,000,000. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ πρώτη δόσις ἦτο πληρωτέα ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου. Τί ἤθελε κάμει ἡ πεπτωκυῖα κυβέρνησις; Ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἐργολάβον ὅτι ναὶ μὲν ἐσυμφώνησα νὰ σᾶς πληρώσω κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισα νὰ λάβω ἐγκαίρως πίστωσιν καὶ διὰ τοῦτο ἀναβάλλω τὴν πληρωμήν; Φαντάσθητε τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ καὶ τὴν οἰκτρὰν ἰδέαν, ἣν ἤθελε μορφώσει περὶ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως τόσον αὐτὸς ὅσον καὶ πάντες οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ μέλλοντες νὰ συναλλαχθῶσι μετὰ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν πτωχῶν ὑπαλλήλων, ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἐργολάβων δημοσίων ἔργων, δὲν πρέπει οὐδεμία νὰ λαμβάνηται φροντὶς, διότι εἶναι μικροὶ, διότι εἶναι ἀσθενεῖς; Ἡ κυβέρνησις, ὅπως λέγει, ἐπεχείρησε πολλὰ δημόσια ἔργα, ἰδίως δὲ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, ἡ δαπάνη τῶν ὁποίων, ὡς γνωστὸν, καταχωρεῖται εἰς τὸν ἐνιαύσιον προϋπολογισμόν. Ἂν λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ψηφισθῇ ἐγκαίρως, ὅλοι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν δι’ ἐκτελεσθείσας ἐργασίας θέλουσι μένει ἐκτεθειμένοι συνεπεία τοῦ μέτρου τῆς ἀπαγορεύσεως, ὅπερ ἔλαβεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις. Ἄλλως τε εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς, ὅτι οὐδεμία πληρωμὴ ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο; Ἐκ πηγῆς ἀξιοπίστου ἐβεβαιώθην, ὅτι ἐγένετο πληρωμὴ ἄνευ ἐντάλματος, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφου διαταγῆς ἑνὸς ὑπουργοῦ.
§50Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ὄνομά του.
§51Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπ’ εὐθύνην μου ἀναδέχομαι νὰ τὸ ἀποδείξω, ἅμα συστηθῇ ἡ προτεινομένη ἐπιτροπή· διὰ τοῦτο δὲ δὲν ὀνομάζω καὶ τὸν διατάξαντα ὑπουργόν, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς ἐνεργοῦσα θέλει τὸ πληροφορηθῆ. Ἐπετρέψαμεν, μᾶς εἶπον, μόνον τὴν πληρωμὴν τοῦ στρατοῦ καὶ ταύτην ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ· ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιτρέπεται προκαταβολὴ διὰ μὲν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μόνον μέχρι 500,000, διὰ δὲ τῶν Ναυτικῶν μέχρι 200,000 δραχ. Ἂν λοιπὸν ἐπληρώσατε τὸν στρατὸν διὰ προκαταβολῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, κύριος οἶδε ποία ἐγένετο ὑπέρβασις εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιτρεπομένας προκαταβολάς! Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἄλλη παραβίασις ἑνὸς νόμου, τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἀλλά, κύριοι, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, τοὐτέστιν ὅταν ἀπαγορεύηται πᾶσα ἄλλη πληρωμὴ καὶ ἐπιτρέπηται μόνον ἡ πληρωμὴ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅταν ἀκόμη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ὑπάρχωσι χρήματα, εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκετο ἡ πεσοῦσα κυβέρνησις κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τότε, κύριοι, εἶναι περιττὴ ἡ ψήφισις τῶν δαπανῶν οὐχὶ διὰ δύω μῆνας μόνον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον ἑξαμηνίαν. Διὰ τοὺς πτωχοὺς τοὺς ὑπαλλήλους; Μήπως δὲν ἔμειναν 5 ἢ 6 μῆνας ἀπλήρωτοι καὶ ἄλλοτε ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Χρηστίδου; Ὡς φαίνεται λοιπὸν, ἡ προκάτοχος κυβέρνησις τὴν ἀναβολὴν τῶν πληρωμῶν ἀνήγαγεν εἰς οἰκονομολογικὸν σύστημα. Ὁ κ. Δεληγεώργης μᾶς εἶπε προσέτι, ὅτι, ἀρξαμένου τοῦ 1874, εἰσέπραξε μὲν φόρους ἀλλὰ μόνον ἐμμέσους, οἵτινες κατ’ αὐτὸν ὡς πάγιοι δὲν χρῄζουσι τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς Βουλῆς. Παράδοξος ἰσχυρισμός! Ποῦ εὗρε γραμμένον, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι δὲν ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Τὸ Σύνταγμα οὐδεμίαν κάμνει διάκρισιν μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Τὸ ἄρθρ. 59 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἂν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Δεληγεώργης χαρακτηρίζει τοὺς ἐμμέσους φόρους καὶ ἰδίως τοὺς τελωνειακούς, οἵτινες εἰσὶν οἱ σπουδαιότεροι, παγίους, ἐν ᾧ οὗτοι δύνανται νὰ μεταβληθῶσι καὶ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διατάγματος, ὅπερ ὑποβάλλεται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἀμέσῳ αὐτῆς προσεχεῖ συνόδῳ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἀγνοεῖ τοῦτο. Ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς γνωρίζετε, ψηφίζονται, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, οὐ μόνον τὰ ἔξοδα ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσοδα. Τίνα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἡ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ψήφισις τῶν ἐσόδων, εἰ μὴ τὴν κύρωσιν τοῦ ἀναμφισβητήτου δικαιώματος αὐτῆς τοῦ νὰ τροποποιῇ καὶ νὰ διαγράφῃ ἀκόμη τινὰ τῶν ἐσόδων, ἤτοι τινὰς ἐκ τῶν φόρων ἀμέσων ἢ ἐμμέσων κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας; Ὡς ἐν παραδείγματι, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως προϋπολογισμὸς παρουσιάζει πλεόνασμα δύω περίπου ἑκατομμυρίων· ἂν λοιπὸν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλας ἀνάγκας, δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ διαγράψῃ ἢ καὶ νὰ ἐλαττώσῃ φόρον τινα ἔμμεσον, οἷον τοῦ ἅλατος, ὅστις θεωρεῖται ἐπαχθὴς εἰς τὸν λαὸν, ἢ ἄλλον τινά; Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ εἰσπράττωνται πρὶν ἢ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὐδὲ οἱ ἔμμεσοι φόροι, οὓς παγίους ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Μεταβαίνω, κύριοι, καὶ εἰς ἕτερον σπουδαῖον ἀντικείμενον, τὸ τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου. Εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλὰ, ὀλίγιστα μόνον, διότι πρὸ ἐμοῦ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐξέθηκε λίαν πιστῶς καὶ λεπτομερῶς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὰ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ λαβόντα χώραν λυπηρὰ γεγονότα· ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης ἠμφισβήτησε τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν. Πῶς λοιπὸν θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων ἢ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἢ τοῦ κ. Δεληγεώργη; Ἀλλὰ πλὴν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν φοιτητῶν καταγγελλόντων τὴν πεσοῦσαν κυβέρνησιν, διότι ἀπηγόρευσεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ δικαίωμα, ὅπερ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀνέγραψε, διότι ἠρνήθη τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου νόμου καὶ διότι τοὺς ἐῤῥάπισε καὶ τοὺς ἐφυλάκισεν. Ἡ Βουλὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν καθῆκον ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 58 τοῦ Συντάγματος.—Ἰδοὺ τὶ ὁρίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο. «Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ ν’ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως· ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος βουλευτοῦ ἢ παραδίδονται εἰς τὸ γραφεῖον. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφοράς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθῶσι, καὶ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς.» Εἶναι, κύριοι, τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ πρόκειται, τόσῳ ἐπουσιῶδες, ὥστε ν’ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ ἢ εἰς τὴν ἁπλῆν παραπομπὴν τῆς ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον; Νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ σπουδαῖον τοῦ ζητήματος οὐδὲ μεταξὺ τῶν φίλων τῆς προκατόχου κυβερνήσεως εὑρίσκεταί τις διαφωνῶν. Ἄρα ἡ Βουλὴ, ἵνα κρίνῃ περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὴν πεπτωκυῖαν κυβέρνησιν πράξεων, ὀφείλει, κατὰ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῆς μελῶν πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων καὶ διαφώτισιν τοῦ κοινοβουλίου. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραλείψει ἓν σπουδαῖον καθῆκόν της, ἂν δὲν προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ὁ κ. Δεληγεώργης ἐνδιαφέρεται νὰ ἐξετασθῇ καλῶς ἡ ὑπόθεσις διὰ τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκλεχθησομένης ἐπιτροπῆς, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐκαυχᾶτο ἄλλοτε ἐπὶ τῇ πρὸς αὑτὸν ἀγάπῃ τῶν φοιτητῶν. Ἐνθυμεῖσθε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, τὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε θωπεύων τὴν νεολαίαν (χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τις κατηγορῶν αὐτὴν) καὶ ὑβρίζων τὸν μακαρίτην Χρηστόπουλον διά τινα ἀντίῤῥησίν του ἐπὶ ἄλλου ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἐν ὅλῃ τῇ ἀλαζονείᾳ, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει. «Πῶς, τῷ εἶπε, τολμᾷς ν’ ἀτενίσῃς τὰ βλέμματά σου πρὸς ἐμὲ καὶ νὰ ἀντιμετρήσῃς τὸ ἀνάστημά σου πρὸς τὸ ἰδικόν μου! Ἐγὼ, ἂν ὄχι ἄλλο, ἐπρόσθεσεν, ἐχορήγησα ἱκανὴν νοερὰν τροφὴν εἰς τὴν νεολαίαν·» ὡς δὲ ἦτον ἑπόμενον, ἀπέσπασε διὰ τοῦ λόγου τούτου τὰς χειροκροτήσεις τῆς νεολαίας. Ἐν τούτοις, εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἠρνήθη εἰς τοὺς φοιτητὰς ὄχι τὴν χορήγησιν ἰδιοκτησίας του, ὄχι δηλ. τὴν χορήγησιν νοερᾶς τροφῆς, ὄχι δῶρα τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἠρνήθη τὴν πληρωμὴν μιᾶς ὀφειλῆς καὶ μάλιστα ὀφειλῆς καθυστερουμένης, ἤτοι τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος θεσπισμένην διὰ νόμου. Ἀντὶ δὲ τῆς ἀποτίσεως τοῦ τοιούτου χρέους τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δεληγεώργης διεχειρίζετο, ἀντήμειψε τοὺς φοιτητὰς διὰ ῥαπισμάτων καὶ λογχισμάτων! Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀντέστη εἰς τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου· ἴσως ὡρμήθη εἰς τοῦτο ἀπὸ τὸν φόβον τοῦ νὰ μὴ ταράξῃ τὴν ἡσυχίαν μιᾶς ὁμόρου ἐπικρατείας, μετὰ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα εἰς στενὰς φιλικὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἀρκούντως ἐκαλλιέργησε. Καὶ δὲν εἶμαι μὲν ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διατελῶμεν εἰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας· τοὐναντίον, θεωρῶ ταύτας ἀναγκαίας, διότι τοιαύτη εἶναι σήμερον ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος. Οὐχ ἧττον ὅμως φρονῶ, ὅτι πολιτευόμενοι φιλικῶς μετὰ τῆς Τουρκίας δὲν πρέπει νὰ ψυχραίνωμεν τὰς χριστιανικὰς φυλάς. Ἐξηγοῦμαι. Ἐπληροφορήθην μετὰ λύπης, ὅτι, ἐκκρεμοῦς οὔσης τῆς γνωστῆς διενέξεώς μας μετὰ τῆς Ῥωμουνικῆς κυβερνήσεως, ὁ κύριος Δεληγεώργης κατέφυγεν εἰς τὴν παρέμβασιν τῆς Τουρκικῆς κυβερνήσεως διὰ νὰ πειθαναγκάσῃ αὕτη τὴν Ῥωμουνικὴν κυβέρνησιν, ὅπως δώσῃ τὴν αἰτουμένην ὑπὸ τῆς κυβερνήσεώς μας ἱκανοποίησιν.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ἀριστερόφεν). Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἄλλοτε πολλὰ ἀνηρέσατε ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἡ δημοσίευσις τῶν βιβλίων τῶν ἄλλων δυνάμεων δυστυχῶς σᾶς ἀνήρεσε. (Χειροκροτήματα ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον, δὲν ὑποφέρεσθε πλέον· σᾶς βεβαιῶ καθίστασθε ἀφόρητοι.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπαναλέγω καὶ πάλιν ἐπισήμως, κύριε Κεχαγιᾶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Δὲν θέλω ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐπιχείρημα ἀόριστον.
§57ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ πρέσβεως τῆς Αὐστρίας διατρέξαντα διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου, ὅτε τὸν ἰσχυρισμόν σας ἀνήρεσεν ἡ μετὰ ταῦτα δημοσιευθεῖσα Βίβλος τῆς αὐστριακῆς κυβερνήσεως (θόρυβος). Μολαταῦτα, ἀφ’ οὗ τὸ λέγετε, κύριε Δεληγεώργη, εὔχομαι νὰ ἔχῃ οὕτω τὸ πρᾶγμα.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουν ἐκθέσεις....
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι, ἐννοεῖτε, ὁποίαν θλιβερὰν ἐντύπωσιν ἦτον ἑπόμενον νὰ προξενήσῃ εἰς τοὺς ὁμοθρήσκους Ῥωμούνους καὶ εἰς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς φυλάς, ἐὰν τῳόντι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις κατέφυγεν εἰς τὴν μεσολάβησιν τῆς Τουρκίας. Κατ’ ἐμέ, καὶ αὐτὴ ἡ ἄρνησις τῆς ἱκανοποιήσεως εἶναι προτιμοτέρα τῆς τῇ μεσολαβήσει τῆς Τουρκίας δοθείσης τυχὸν ἱκανοποιήσεως. Ὁ κύριος Δρόσος, ἔντιμος βουλευτὴς Τήνου, μᾶς εἶπε· «Ζητεῖτε σύστασιν ἐπιτροπῆς χωρὶς νὰ φέρητε ὡρισμένας πράξεις.» Ἔχετε δίκαιον, κύριε Δρόσε. Ἐὰν τῳόντι ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις δὲν ἔφερε καὶ δὲν φέρῃ ὡρισμένας πράξεις, τῳόντι ἤθελεν εἶσθαι παιδαριώδης ἡ ἀξίωσίς μας νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῆς πεσούσης κυβερνήσεως. Ὄχι, κύριοι· ὡρισμένας πράξεις καταγγέλλομεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφανθῇ, διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν της, ἔχει ἀνάγκην νὰ προηγηθῇ ἐξέτασις ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων πράξεων. Μᾶς λέγετε· «Κατηγορήσατέ μας, ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε σύστασιν ἐπιτροπῆς·» εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ μᾶς λέγητε, «ἀρκεῖ ἕνας εἰσαγγελεὺς νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς του μίαν μήνυσιν, καὶ χωρὶς νὰ κάμῃ προηγουμένως ἀνακρίσεις, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ τὴν καταγγελλομένην πρᾶξιν εἰς τὸ στάδιον τῆς προεξετάσεως, πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ ποιν. δικαστηρίου τὸν κατηγορούμενον καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν καταδίκην του.» Τί θὰ εἴπῃ τότε τὸ δικαστήριον; ὅ,τι ζητοῦμεν νὰ εἴπῃ ἡ Βουλή, ἤτοι νὰ προηγηθῶσιν αἱ δέουσαι ἐξετάσεις. Μόνον διὰ τῶν ἐξετάσεων θὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ τὰς πεποιθήσεις της ἐπὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἀποδίδει ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν πεπτωκυίαν κυβέρνησιν. Ἰσχυριζόμεθα πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, διότι ἐγκαίρως δὲν ἐπεψηφίσθη ὁ προϋπολογισμός· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο μόνον, ἐὰν θέλητε, θεωρῶ πάντῃ περιττὴν τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι μία πρᾶξις ὁμολογουμένη ὑπὸ αὐτῶν τῶν πρώην ὑπουργῶν καὶ μὴ χρήζουσα περισσοτέρων ἀποδείξεων. Ἀλλὰ διὰ τὰς ἄλλας πράξεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀποδίδει ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις, δὲν θεωρεῖτε ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς; διὰ τὰ εὔλογα παράπονα τῶν φοιτητῶν θεωρεῖτε περιττὴν τὴν ἐξέτασιν; Ἀλλὰ μόνον ταῦτα εἶναι κύριοι; Ἀκούσατε καὶ ἄλλας ῥητὰς παρανομίας, τὰς ὁποίας διέπραξεν ἡ πεπτωκυία κυβέρνησις. Σᾶς εἶπον προχθές, ὅτι μόνον τὰ παθήματα τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσουν τὴν Βουλὴν περὶ τῆς κακῆς πίστεως, περὶ τῆς διαστροφῆς τῶν νόμων, τῆς ἐνεργηθείσης ἐκ μέρους τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως. Καὶ ἔρχομαι διὰ πραγμάτων νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Εἶναι τῳόντι μερικὰ καὶ οὐχὶ γενικά. Ἀλλά, κύριοι, πρέπει νὰ δίδωμεν προσοχὴν εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ παθήματα τῶν πολιτῶν, νὰ μὴ κάμνωμεν διακρίσεις μεταξὺ ἰσχυρῶν καὶ ἀδυνάτων, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κόσμος, ὅτι καὶ διοικούμενοι καὶ διοικοῦντες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἰσχυροὶ δὲ καὶ ἀδύνατοι εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸς ὁ λόγος, αὐτὸ τὸ πνεῦμα, κύριοι, περισσότερον μὲ ὠθεῖ εἰς τὸ νὰ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τινὰ τῶν παθημάτων τῶν συνεπαρχιωτῶν μου ἐπὶ τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως. Θέλει δὲ παρηγορηθῆ ἐκ τῆς διηγήσεως τῶν παθημάτων τούτων καὶ εἷς ἔντιμος συνάδελφός μας, ὁ φίλος μου κ. Ζωχιός, βουλευτὴς Μέσσης, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Γεωργίου δὲν ἐκτείνονται καὶ μέχρι τῆς Κερκύρας. Θέλει ἤδη μάθει, ὅτι δὲν ἐκτείνονται καὶ μέχρι τῆς Παρνασσίδος (ἂν καὶ αὕτη εἶναι πλησιεστέρα πρὸς τὴν πρωτεύουσαν). Ἐὰν καὶ ἄλλοι βουλευταὶ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἀναβῶσιν, ἴσως εὑρεθοῦν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι. Κύριοι, ὅλη ἡ Ἑλλὰς φρουρεῖται ἀπὸ τακτικὸν στρατὸν, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος δαπανᾷ, καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ὑπηρεσίαι ἀνταμείβονται· οὐδεὶς δὲ γογγύζει διὰ τὰ βάρη τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διότι οἱ ἐν αὐτῷ ὑπηρετοῦντες ἔχουν πειθαρχίαν, τάξιν, καὶ πρὸ πάντων τὸ εὐγενὲς αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ. Ἡ Παρνασσὶς δὲν φρουρεῖται ἀπὸ τακτικὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄτακτον· τί λέγω ἄτακτον; χειρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀτάκτου. Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ τὸ ἀκούσητε. Οἱ νόμοι μας δὲν ἀναγνωρίζουν παρὰ τακτικὸν στρατὸν, ὄχι δὲ ἄτακτον. Ἐν τούτοις ἡ Παρνασσὶς ἔσχε τὸ ἐξαιρετικὸν πλεονέκτημα τοῦ νὰ φρουρῆται καὶ ἀπὸ ἄτακτον· καὶ διατί; διότι, ὡς εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πρώην πρωθυπουργὸς, «μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων, ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἠλαττώθη καὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ αὐξήσω τὴν δύναμιν.» Εἶναι πρᾶξις σοβαρᾶς κυβερνήσεως τὸ νὰ ἀπολύῃ τὸν τακτικὸν στρατὸν καὶ μετὰ ταῦτα νὰ λέγῃ «ἔσφαλον, εἶναι μικρὰ ἡ δύναμις, πρέπει νὰ τὴν ἀναπληρώσω ἀπὸ ἄλλον στρατόν;» Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι περιέπεσαν εἰς αὐτὸ τὸ σφάλμα καὶ ἠθέλησαν βραδύτερον ν’ αὐξήσουν τὸν στρατὸν ἰδίως διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δὲν ἠδύναντο ν’ αὐξήσουν τὸ σῶμα τῶν εὐζώνων; Διὰ τὴν κατάταξιν αὐτῶν ὀλίγα τινὰ προσόντα ἀπαιτοῦνται καὶ ἑπομένως εὑρίσκονται. Εἶχε λοιπὸν τὸ μέσον ἡ κυβέρνησις ν’ αὐξήσῃ τὸ σῶμα τῶν εὐζώνων. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης καὶ τῶν ἄλλων δὲν ἐλησμόνησαν ἀκόμη ὅσα ἔπαθον ἀπὸ τὸν ἄτακτον στρατόν· διὰ τοῦτο, ὅταν κατηργήθη, ὅλοι ἀπηυχήθημεν νὰ ἐπανίδωμεν τὴν σύστασιν τοιούτων σωμάτων. Ἀλλὰ ὁ ἄτακτος ἐκεῖνος στρατὸς, συγκρινόμενος πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις Δεληγεώργη συνεκρότησεν ἐν Παρνασσίδι σῶμα, εἶναι πολὺ προτιμότερος· διότι, ἀπὸ ποίους νομίζετε συνεκροτήθη τὸ σῶμα αὐτὸ τῶν ἐμμίσθων ἐθνοφυλάκων; ἀπὸ οἰκείους, ἀπὸ φίλους, ἀπὸ κομματάρχας μιᾶς μερίδος τοῦ φίλου τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἤτοι τοῦ κ. Παπακώστα Τζαμάλα (θόρυβος, καὶ διακοπαὶ ἀριστερόθεν).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἐδῶ εἶναι τὸ βῆμα καὶ κατόπιν ἔρχεσθε καὶ ἀπαντᾶτε.
§61ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἶναι βέβαια συγγενεῖς καὶ φίλοι σας, εἶναι ὅλοι οἰκοκυραῖοι· δὲν τοὺς κατηγοροῦμεν.
§62ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΤΖΑΜΑΛΑΣ. ..... (θόρυβος).
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγοι κενοί. (θόρυβος).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, μὴ διακόπτετε. Δὲν κατηγορήθησαν οἱ ἐθνοφύλακες· κατηγορήθη ἡ σύστασις.
§65ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα θὰ τοὺς κατηγορήσω ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, καὶ ἂς ἀπαντήσουν.
§66ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀπὸ 24 μόνον ἄνδρας ἐκτὸς τῶν ὁδηγῶν συνεκροτήθη τὸ ἐν Παρνασσίδι σῶμα τῶν ἐθνοφυλάκων. Φαντασθῆτε ἐὰν ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ὡς πρὸς τὴν ἀραίωσιν τοῦ στρατοῦ ἔφερεν, εἶναι πιστευτή. Ὁλόκληρος ὁ στρατὸς δὲν ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ 24 ἄνδρας; Ἐν τούτοις ἔλεγεν «ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐκινδύνευε καὶ διὰ τοῦτο εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσω σῶμα ἐξ 24 ἀνδρῶν.» Χίλιαι ἑξακόσιαι δραχμαὶ ἐπληρόνοντο κατὰ μῆνα ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον μέχρι τῆς 2 Φεβρουαρίου, ὅτε ἀπελύθησαν. Ἐνταῦθα ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας· οἱ ἐθνοφύλακες ὑπηρέτησαν τὸν Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον, καὶ μόνον τὴν 2 Φεβρουαρίου ἀπελύθησαν· ἔφυγεν ὁ ἐχθρὸς καὶ διὰ τοῦτο ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀραιωθῇ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ. Ἐξεπλήρωσαν τῳόντι τὴν ἀποστολήν των, καὶ ἔπρεπε πλέον ν’ ἀπολυθῶσιν! Ὁ διορισμός των δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ πιέσῃ τοὺς μὲν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ἄλλους εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς δήμων τινῶν. Ἠξεύρετε τὶ ἔκαμε τὸ σῶμα τοῦτο τῶν ἐθνοφυλάκων; ἔτρεχε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εἰς τὰ χωρία πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, διότι ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀπῄτει νὰ μὴν ἀναδειχθῶσι δήμαρχοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς ἤθελεν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἤθελον οἱ φίλοι τῆς κυβερνήσεως. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκετε εἰς ἐπαρχίας καὶ γνωρίζετε τὴν ἐνέργειαν τοιούτων προσώπων, εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ κρίνητε ἐὰν ἡ σύστασις τοῦ σώματος τούτου ἀπέβλεπε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἢ τὸ συμφέρον τὸ πολιτικὸν τοῦ ἰδίου κ. Δεληγεώργη καὶ τῶν φίλων του (θόρυβος). Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἐπληρώθησαν τὸν Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω σημείωσιν, ἐπληρώθησαν οὗτοι μέχρι τῆς 2 Φεβρουαρίου, καθ’ ἣν ἀπελύθησαν. Τίποτε δὲ φυσικώτερον ἢ ὅτι ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς ἀπολύσεώς των, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶχον ἄλλην ἐργασίαν καὶ ἔζων ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐθνοφύλακος.
§67ΡΟΥΚΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι συγκεντρωμένοι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ διοικητοῦ.
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω.
§69ΡΟΥΚΗΣ. Εἴπατε ὅτι 24 ἄνθρωποι ἦσαν εἰς τὴν Παρνασσίδα καὶ πολὺ ἀδικεῖτε τὴν πατρίδα σας.
§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§71ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μὴ ἀπαντᾶτε, κ. Κεχαγιᾶ.
§72ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔμαθον δὲ, ὅτι ὁ κ. Σπυρίδων Καραϊσκάκης εὑρισκόμενος ἐν Παρνασσίδι εἶπεν, ὅτι ἀμφιβάλλω ἐὰν τοῦτο γίνεται ἐν γνώσει καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν ᾖναι παρὼν ὁ κ. Γρίβας, νὰ τοῦ ζητήσωμεν αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.
§73ΓΡΙΒΑΣ. Περὶ τίνος;
§74ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν οἱ 24 ἐθνοφύλακες διωρίσθησαν ἐν γνώσει ὑμῶν.
§75ΓΡΙΒΑΣ. Ἦσαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Καραϊσκάκη, ὅστις εἶχε διαταγὴν νὰ ἐκλέξῃ ἄνδρας καταλλήλους.
§76ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· νὰ ἐκλέξῃ μετὰ τοῦ ἐπάρχου.
§77ΓΡΙΒΑΣ. Οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ὀλίγας ἡμέρας μόνον.
§78ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδοὺ, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι· μάθετε, ὅτι ἐκλήθησαν τὸν Σεπτέμβριον καὶ ἔμειναν μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου, ὅτε ἀπελύθησαν.
§79ΓΡΙΒΑΣ. Τέλος πάντων ἔγεινεν ὅ,τι ἀπῄτει ἡ ὑπηρεσία (θόρυβος). Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Καραϊσκάκης μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι δὲν περιποιεῖ τιμὴν, καὶ καλλίτερον εἶναι νὰ ἀντικατασταθοῦν. Τώρα πόσον ἔμειναν, ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπητε, κύριε Κεχαγιᾶ, καὶ εἰς ἐμὲ νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν, ἐπειδὴ ἠρωτήσατε τὸν ἕνα ὑπουργόν.
§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα.
§82ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν, κύριε πρόεδρε.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης θὰ ὁμιλήσῃ.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τηλεγραφημάτων τοῦ Νομάρχου Φθιώτιδος τῆς 11ης, 13ης καὶ 14ης Αὐγούστου ἀνηγγέλθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι εἴκοσι λῃσταὶ διέβησαν ἐκ τοῦ μέρους τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Πέρα–Χομόργιανη διευθυνόμενοι εἰς τὰ ἐνδότερα. Διὰ τοῦ τελευταίου δὲ τηλεγραφήματος ὁ Νομάρχης ἐζήτησεν ἐνίσχυσιν, διότι ἡ ὑπάρχουσα δύναμις ἦτον ἀνεπαρκής.
§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πότε;
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰς 11, 13 καὶ 14 Αὐγούστου. Τὸ ὑπουργεῖον ἅμα λαβὸν τὰς ἐπανειλημμένας αὐτὰς πληροφορίας παρὰ τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ στερούμενον δυνάμεως (καθ’ ὅσον γνωστὸν εἶναι εἰς πάντας ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀπέλυσεν ἐκ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ περὶ τοὺς 1500 ἄνδρας) διέταξε πρῶτον νὰ ἐνισχύσωσι πάντες οἱ δήμαρχοι τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα ἐπὶ τῆς καταδιώξεως διὰ πέντε ἕως δέκα ἐθνοφυλάκων ἐξ ἑκάστου δήμου πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπόν· δεύτερον συνέστησε νέον ἀρχηγεῖον μεταβατικῶν σωμάτων ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ταγματάρχου κ. Καραϊσκάκη, λαβόντος ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του τὰς Θήβας, τὴν Λεβαδίαν καὶ τὴν Παρνασσίδα. Τρίτον ἐχορήγησεν εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν μίαν ἔφιππον ἐνωμοτίαν χωροφυλάκων καὶ περὶ 30 στρατιώτας, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἔπαρχον συνεννοούμενον μετὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ ἐκλέξῃ τέσσαρας ὁδηγοὺς μὲ μηνιαῖον μισθὸν ἑξήκοντα δραχμῶν, τέσσαρας μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. πεντήκοντα καὶ 25 ἐθνοφύλακας μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 40 ἐκ τῶν εἰς τὰ ὅπλα ἠσκημένων πολιτῶν, ὅπως καταλάβῃ τὰς ἐπικαίρους θέσεις πρὸ πάντων τοῦ δήμου Δωριέων, ὅστις ἔμεινεν ἀφύλακτος καὶ ὅστις ἔπρεπε νὰ ᾖναι καθ’ ὅλα καὶ καλῶς ἠσφαλισμένος, προκειμένου περὶ τῆς εἰρημένης πορείας τῶν λῃστῶν, ὅπως ὁ νομάρχης μᾶς ἐπληροφόρησεν. Ἡ ἔλλειψις δὲ στρατιωτικῆς δυνάμεως εἶναι πασίγνωστος, καὶ ἄν τις τὸ ἀγνοῇ, ἂς μάθῃ πρῶτον, ὅτι μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1873 καθυστεροῦντο ἐκ τῆς στρατολογίας τοῦ 1872 χίλιοι ἄνδρες· δεύτερον μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου οὐδεὶς ἐκ τῆς στρατολογίας τοῦ 1873 εἶχε ληφθῆ· ἑπομένως τὸν Σεπτέμβριον ἐστερούμεθα α) 1300 ἢ 1500 ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἀπελύσαμεν, β) 1000 ἀνδρῶν τῆς στρατολογίας τοῦ 1872, γ) ὁλόκληρον τὴν στρατολογίαν τοῦ 1873. Λοιπὸν συνεπεία εἰδήσεως ἐπισήμου, ἐπανειλημμένης καὶ ῥητῆς ἐπράξαμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν· καὶ δὲν τὸ ἐπράξαμεν διὰ τὴν Παρνασσίδα καὶ ἵνα καταπιέσωμεν τὸν κύριον Κεχαγιᾶν, ἀλλ’ ἐλάβομεν μέτρα γενικὰ ἐπὶ δύω νομῶν, ἐσυλλέξαμεν ἐξ ἑκάστου δήμου ἐθνοφύλακας, τοὺς προσεκολλήσαμεν εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, διωρίσαμεν ἀρχηγὸν καὶ ἐνισχύσαμεν διὰ γενικῶν μέτρων τὴν φρουρὰν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· δὲν εἶναι δὲ διόλου ἀληθές, ἂν τὸ εἶπέ τις, ὅτι ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν τοὺς ἐθνοφύλακας ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1874.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν δὲν ἐπληρώθησαν, θὰ πληρωθῶσι.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριε, ὁστισδήποτε καὶ ἂν ἦσθε, ἀντιπολιτευόμενος ἢ ὑπουργικός, νὰ εἴπητε ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς μίαν κυβέρνησιν τὶ ἔπρεπεν εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους νὰ πράξῃ· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ σπρώξητε τὴν ἐξέλεγξιν μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κυβέρνησις ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους· οὕτω δὲ ἀναμοχλεύετε, ἀναιρεῖτε καὶ ἀνασκάπτετε τὰς βάσεις τῆς διοικήσεως.
§89ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνετε, «ἀπελύσαμεν τοὺς ἐφέδρους καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πάρωμεν τοὺς ἐθνοφύλακας, ἀντὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ.» Εἶναι τοῦτο, κύριοι, δικαιολόγημα; Δὲν εἶναι καθαρὸς ἐμπαιγμὸς νὰ λέγητε εἰς ἓν κοινοβούλιον, ὅτι 25 ἄνδρες ἀρκοῦν νὰ ἀναπληρώσουν τὴν ἑδραίωσιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Παρνασσίδα! Δὲν μᾶς εἴπετε ὅμως διατί δὲν προσελάβετε εὔζωνας.
§90ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ διατί δὲν ἐσύναξε τοὺς νεοσυλλέκτους; Ἐρωτήσατε, πόσους χρεωστεῖ ἡ Τῆνος.
§91ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ σῶμα τῶν ἀτάκτων ἐθνοφυλάκων ἐμισθοδοτήθη ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον, καθὼς ἠξεύρετε, εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τί ὅμως μᾶς λέγουν; τοσούτῳ μικρὰ δαπάνη ἀξίζει τὸ κόπον νὰ συζητῆται ἀπέναντι ἄλλων ἐξόδων γενομένων εἰς προγενεστέρας ἐποχὰς διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐδαπάνησαν ὀλιγώτερα τῶν προηγουμένων κυβερνήσεων διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Δὲν σᾶς φαίνεται παράδοξον νὰ δικαιολογῶσι τὰς πράξεις των συγκρίνοντες τὸ παρ’ αὐτῶν δαπανηθὲν ποσὸν πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἄλλης ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς ἀνωμαλίας καὶ ὑπῆρχε ληστεία; Ἓν ἐκ τῶν δύω συμβαίνει, ἢ ὑπάρχει ληστεία, καὶ τότε εἶναι δικαιολογημένη πᾶσα δαπάνη καταβαλλομένη διὰ τὴν ἐξόντωσιν αὐτῆς, ἢ δὲν ὑπάρχει, καὶ τότε οὐδεμία δαπάνη δικαιολογεῖται. Σήμερον, μὴ ὑπαρχούσης λῃστείας, δὲν ἦτον ἀνάγκη οὐδ’ αὐτῶν τῶν 80 χιλιάδων, ἃς ἐδαπάνησεν ἡ πεσοῦσα κυβέρνησις. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης λῃστείας, ἡ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν χορηγουμένη πίστωσις χρησιμεύει εἰς ἄλλους σκοποὺς, καὶ πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἓν νέον ἄθλον τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως, εἰς τὸ σκληρὸν πάθημα τὸ ἐπισυμβὰν εἰς ἕνα τῶν ἐντιμοτέρων καὶ εὐπορωτέρων συμπολιτῶν μου, τὸν δήμαρχον Ἀντικύῤῥας κ. Παπαστάθην. Οὗτος ὡς δήμαρχος ἐπανειλημμένως παρεπονεῖτο δι’ ἐγγράφων του πρὸς τὸν ἔπαρχον, τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς κυβερνήσεως, ὅτι φυγόδικοι περιεφέροντο ἀπειλοῦντες τὴν ζωήν του καὶ τὴν περιουσίαν του καὶ ῥητῶς κατωνόμαζε τὸν Μαλάκην· ἐζήτει δὲ νὰ σταλῇ δημοσία δύναμις ἵνα συλλάβῃ αὐτούς. Ἠξεύρετε δὲ τίνι τρόπῳ οἱ κακοῦργοι αὐτοὶ ἐκδικοῦνται τοὺς ἀντιπάλους των, κόπτουν τὰ δένδρα, ἐκριζώνουν τὰ φυτὰ, φονεύουν τὰ ποίμνιά των· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν εἰς ἕνα κάτοικον χωρίου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν περιουσίαν του, ὅπως πράττει ὁ κάτοικος μιᾶς πόλεως, διότι ὅλη ἡ τοῦ χωρικοῦ περιουσία εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κακούργων. Ὁ κ. ἔπαρχος ἐκώρευεν εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ δημάρχου, διότι οὗτος δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα, τῆς ὁποίας ἦτον ὑπηρέτης ὁ ἔπαρχος. Ἐπὶ τέλους ἐφάνη πεισθεὶς ὅτι ὑπάρχουν φυγόδικοι ἐν Ἀντικύῤῥᾳ καὶ ὅπως βραδύτερον εἶπεν, οὗτοι ἐκρύπτοντο ἐντὸς τῆς οἰκίας τοῦ δημάρχου. Μεταβαίνει ὁ γεννάδας ἔπαρχος νύκτωρ εἰς τὸν δῆμον Ἀντικύῤῥας ἀπέχοντα ἓξ ὥρας τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας ἤτοι τῆς Ἀμφίσσης, φθάνει τὰ μεσάνυκτα εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ δημάρχου, ἵνα συλλάβῃ τὸν ἐκεῖ κρυπτόμενον φυγόδικον. Ποίαν δὲ πλεκτάνην, ὅπως κατόπιν ἀπεδείχθη, ἐξύφανον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸν δήμαρχον τοῦτον συνεννοηθέντες μετὰ τοῦ ἐπάρχου; ἅμα ἠνοίχθη ἡ θύρα καὶ εἰσῆλθον μετὰ τοῦ ἐπάρχου οἱ ἀντίπαλοι τοῦ δημάρχου, ἐφώναξαν «ἐδῶ εἶναι ὁ φυγόδικος», καὶ τὸν συλλαμβάνουσι. Τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν στυγερωτέρων συκοφαντιῶν, ἃς ἠδύνατο νὰ πλάσῃ ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ μίαν φατρίαν! Τοιοῦτον πάθημα οὐχὶ ἑνὸς δημάρχου, ἀλλ’ ἑνὸς ἁπλοῦ πολίτου πρέπει νὰ συγκινῇ τὸ κοινοβούλιον! Εἰσέρχονται λοιπὸν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου καὶ λέγουν, ὅτι συνέλαβον οἱ δορυφόροι τοῦ ἐπάρχου τὸν φυγόδικον, ὕβρισαν δὲ τὸν δήμαρχον καὶ συνάμα τὸν ἐξυλοκόπησαν. Ἰδοὺ δὲ τίνι τρόπῳ παραπονούμενος ἀνεφέρθη εἰς τὴν Α. Μ. τὸν βασιλέα, διότι ἀπουσίαζεν ἡ Βουλή· «Μεγαλειότατε! ὁ ἔπαρχος Παρνασσίδος μετ’ ἀντιθέτων συνεννοηθεὶς καὶ φατριαστικῶς φερόμενος, εἰσῆλθεν μετ’ αὐτῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ μου νύκτωρ, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ φυγόδικον, ὅστις προηγουμένως καὶ ἐξεπίτηδες εἶχε προσέλθει αὐτῷ· προσποιηθεὶς δὲ, ὅτι συνέλαβε τοῦτον ἐντὸς τῆς οἰκίας, διεπράξατο βιαιοπραγίας κατά τε ἄλλων προσώπων καὶ ἐμοῦ· ἐκ τούτου κατάστασις δήμου ἔκρυθμος.» Ὁ δήμαρχος ἀμέσως κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν, κατεμήνυσε τὸν ἔπαρχον Πρωτοπαπᾶν, συμπολίτην τοῦ κ. Καναβοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ μέρος του εἰς τοὺς ἐθνοφύλακας, διότι ὑπῆρχον καὶ 8 Κραβαρῖται, διότι ἐκεῖνοι γνωρίζουν καλλίτερα τὰς τοποθεσίας τῆς ἐπαρχίας (γέλως). Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὁ μὲν δήμαρχος διατείνεται, ὅτι ὁ φυγόδικος δὲν ἦτον εἰς τὴν οἰκίαν του, ὁ δὲ ἔπαρχος καὶ οἱ λοιποὶ δορυφόροι του τοὐναντίον. Τί θὰ ἀποφασίσῃ ἡ δικαιοσύνη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν γνωρίζω.
§92ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τί ἀπεκάλυψεν ἡ ἀνάκρισις;
§93ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀκόμη τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς δὲν ἐγνώσθησαν, διότι φαίνεται ἀναβαλλομένη ἀδικαιολογήτως· αὐτὸ δὲ τὸ παράπονον εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατί ἡ ἐπὶ τοσούτῳ σκανδαλώδους πράξεως ἀνάκρισις δὲν ἔλαβε πέρας, ἐνῷ ἡ πρᾶξις ἔλαβε χώραν τὴν δευτέραν 7βρίου, ἔκτοτε δὲ παρῆλθον 5 μῆνες· ἡ βραδύτης δὲ, κύριοι, τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης εἶναι χειροτέρα καὶ αὐτῆς τῆς ἀδικίας.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν μὲ συγχωρῆτε, κ. Κεχαγιᾶ, ἐπειδὴ τόσον εἰδικεύσατε τὰς κατηγορίας, νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν.
§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ· ἔπειτα ὁ κ. Πρόεδρος προτήτερα μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀγαπῶ τὰς διακοπάς. Ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρωθυπουργὸς, ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τῆς παρανόμου καὶ αὐθαιρέτου ἐνεργείας τοῦ ἐπάρχου, τί ἔπραξεν; Ὁ ἔπαρχος καυχώμενος εἶπεν, «εἰσῆλθον ἐν καιρῷ νυκτὸς ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ δημάρχου Ἀντικύῤῥας καὶ συνέλαβον τὸν φυγόδικον, τὸν ὁποῖον ἔκρυπτε.» Τοῦτο, φίλε κ. Κατσίνα, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξυπνήσῃ τὸν κ. πρωθυπουργόν; πῶς ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἔπαρχόν του ἐν καιρῷ νυκτὸς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου, νὰ τὸν ξυλοκοπήσῃ καὶ νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ καὶ πράγματα;
§96ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν;
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνεχθῇ οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὴν ἐν δημοσίᾳ θέσει τόσῳ σπουδαίᾳ διατήρησιν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος παραβιάζει ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ὁ ὁποῖος ὡμολόγησεν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν, ὅτι νύκτωρ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν καὶ συνέλαβε φυγοδίκους (θόρυβος). Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ὅτι «ἡ κατοικία τοῦ πολίτου εἶναι ἄσυλον, καὶ οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει.» Ποῦ ὑφίσταται ἤδη αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐξασφαλίζει τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου; Δὲν ἐπανερχόμεθα εἰς τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας, ὅτε οἱ καββάσιδες εἰσήρχοντο εἰς τὰς οἰκίας τῶν χριστιανῶν καὶ ἥρπαζον καὶ πράγματα καὶ πρόσωπα; Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν διὰ τόσων ἀγώνων ἀπεκτήσαμεν; Ἂν εἶχεν ὑποψίας ὁ ἔπαρχος κατὰ τοῦ δημάρχου, ἔπρεπε νὰ τὸν καταγγείλῃ· ἄλλως τε τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ὁ εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ τακτικὸς ἀνακριτὴς, τότε δὲ μόνον ἡ βεβαίωσις ἐκ μέρους ἑνὸς ὀργάνου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἤθελεν ἔχει κῦρος· ἐνῷ σήμερον οἱ μὲν λέγουν, ὅτι ὁ φυγόδικος δὲν ἦτον ἐντὸς οἰκίας, οἱ δὲ τοὐναντίον. Ἐὰν ὅμως ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνηργεῖτο σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία. Δέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἐντὸς τῆς οἰκίας τοῦ δημάρχου συνέλαβεν ὁ ἔπαρχος τὸν φυγόδικον· ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πῶς δὲν ἐτιμώρησε τὸν ἔπαρχον ἐξασκήσαντα καθήκοντα ἄλλου ὑπαλλήλου καὶ παραβιάσαντα τὸν νόμον; Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς ἄλλο ἄθλον τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως. Ἐνηργήθη, ὅπως εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ κράτους, καὶ ἐν Παρνασσίδι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων. Ἐξελέξαντο οἱ κάτοικοι ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελον· κατὰ τὸν νόμον, ὅπως γνωρίζετε, ἡ ἐκλογὴ δικάζεται ἀπὸ τὸν νομάρχην, τὸν εἰρηνοδίκην καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ πρωτοδικείου. Ἐξεδικάσθησαν λοιπὸν ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, ἐπεκυρώθησαν ὅλαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἡ τοῦ δήμου Μυωνίας· ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶναι τελεσίδικος, ὡρκίσθησαν οἱ ἐκλεχθέντες, καὶ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ συμβουλίου ἡμέραν συνῆλθον ὅλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ οἱ δύω σύμβουλοι τοῦ δήμου Μυωνίας. Ἐπρόκειτο νὰ ἐκλεχθῇ ὁ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, ὁ ὁποῖος συνέπεσεν αὐτὴν τὴν φορὰν νὰ ἔχῃ σπουδαῖα καθήκοντα, ἐπρόκειτο δηλ. νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τῶν ἐπικειμένων τότε δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐνστάσεων· δι’ αὐτὸ ἐδόθη σπουδαιότης μεγάλη εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου. Κατὰ σύμπτωσιν εὑρίσκοντο εἰς ἰσοψηφίαν οἱ φίλοι τοῦ κ. Παπακώστα καὶ οἱ φίλοι οἱ ἰδικοί μου· προσεπάθησεν ὁ ἔπαρχος νὰ προσηλυτίσῃ τινὰ ἐκ τῶν φίλων μου, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν. Εἰς τοιαύτην περίστασιν τί μηχανεύεται ὁ ἔπαρχος; νὰ ἀποβάλῃ ἕνα ἐκ τῶν ἐδικῶν μου φίλων, οὕτω δὲ κατορθώσῃ νὰ δώσῃ τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τοὺς φίλους τοῦ Παπακώστα. Ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ, ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ μία πρόφασις. Ἀνεκάλυψε λοιπὸν ὁ ἔπαρχος συνεργαζόμενος μετὰ τῶν φίλων τοῦ κυρίου Παπακώστα, ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ ἐπαρχείου, τὸ ἐκδοθὲν διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων τοῦ δήμου Μυωνίας, ἐσημειώθη ἐκ παραδρομῆς ἢ ἐξ ἄλλης αἰτίας ὡς ἐκλεκτέος εἷς σύμβουλος ἀντὶ δύω. Σημειώσατε, ὅτι τοιαύτη παραδρομὴ, καὶ ἐὰν ἀληθῶς ἔλαβε χώραν, εἶναι ἀσυγχώρητος καὶ οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ νόμιμον ἀποτέλεσμα, διότι ὁ δῆμος Μυωνίας εἶναι βʹ. τάξεως καὶ κατὰ τὸν νόμον δίδει δύω ἐπαρχιακοὺς συμβούλους, δύω δὲ ἔδωκεν ὁ αὐτὸς δῆμος καὶ εἰς προηγουμένην ἐκλογήν. Ἡ τοιαύτη δὲ τοῦ προγράμματος ἔλλειψις, καὶ ἂν ὑπῆρξεν, οὐδόλως παρετηρήθη, διότι οἱ ἐκλογεῖς γνωρίζοντες ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δύω συμβούλους δίδει ὁ δῆμός των, δύω ἐξέλεγον. Ἄλλως τε καὶ ἂν ἔλαβε χώραν τοιοῦτον παρόραμα εἰς τὸ πρόγραμμα, ἔπρεπε τοῦτο νὰ παρατηρηθῇ καὶ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, οὐχὶ δὲ κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. Εὑρὼν λοιπὸν τοιαύτην πρόφασιν ὁ ἔπαρχος, ἐζήτησεν ὁδηγίας ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ ἐπάρχου καὶ διέταξεν ἐν τῇ εὐθυδικίᾳ του ν’ ἀποβληθῇ ἐκ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου ὁ σύμβουλος Λαΐνης (οὕτως ὠνομάζετο ὁ ἐκ τοῦ δήμου Μυωνίας ἐκλεχθείς). Ὁ ἔπαρχος τὸν ἀπέβαλε, καὶ οὕτω κατωρθώθη ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ τῆς ὑπουργικῆς μερίδος. Ἀλλά, κύριοι, δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἀναψηλαφήσῃ μίαν ἀπόφασιν ἑνὸς νομίμου σώματος, ἤτοι τῆς ἐκδικαζούσης τὰς κατὰ τῶν ἐκλογῶν ἐνστάσεις ἐπιτροπῆς; Βεβαίως ὄχι· διότι τότε ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ ὑπόκεινται εἰς ἀναψηλάφησιν. Ἐὰν δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ ἀκυρόνῃ ὅσας θέλει ἐκλογάς, τότε ποῦ εὑρισκόμεθα; Ἐν τούτοις ὁ κ. Δεληγεώργης τὸ ἔπραξεν. Ἀλλὰ τοιοῦτον σύστημα τίνας δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας; Ἀκόμη καὶ αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ δύνανται διὰ τοιούτου συστήματος νὰ ἀκυρωθοῦν. Ἡ Ζάκυνθος δίδει πέντε βουλευτάς· ἐὰν εὑρεθῇ ἕνας νομάρχης νὰ ἐκδώσῃ πρόγραμμα δι’ ἕνα βουλευτὴν καὶ οἱ Ζακύνθιοι στηριζόμενοι εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐκ τοῦ Νόμου, ἐκλέξουν πέντε, τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ; Κατὰ τὴν σοφὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποβάλῃ τοὺς 4, ὡς παρὰ τὸ πρόγραμμα ἐκλεχθέντας. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτό!
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ σύγκρισις θὰ ἦτο πλήρης, ἐὰν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπέπεμπε τὸν ἕνα βουλευτήν.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προεκηρύχθη ἡ ἐκλογὴ διὰ ἕνα.
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡρκίσθη ὁ ἀποβληθεὶς, καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ συμβουλίου. Ἄλλως τε διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ καλλίτερον τὰ πράγματα.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ; ὡρκίσθη ὁ Λαΐνης;
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπεκυρώθη, ὡρκίσθη, ἔλαβε μέρος εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ μετὰ ταῦτα τὸν ἀπέβαλον. Ἡ τοιαύτη δὲ ἐνέργεια τῆς κυβερνήσεως τίνα σκοπὸν εἶχε; Ποῖον τὸ προϊὸν τῆς παρανομίας ταύτης; Νὰ ἀναδειχθῇ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου εἷς κακοῦργος, κύριοι.
§104Θ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑβρίζῃς πολίτας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπορῶ, πῶς τὸ ἐπιτρέπει ὁ κ. πρόεδρος.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τὸν λόγον καὶ ἀναιρεῖτε.
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διατί δυσανασχετεῖτε; ἔχετε ὑπομονήν. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ κατεδικάσθη δὶς εἰς θάνατον (συγκίνησις). Ναὶ, δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς. Κύριε Δρόσε, μᾶς εἴπετε «θέλομεν πράγματα καὶ ὄχι ἀοριστίας.» Ἰδοὺ λοιπὸν σᾶς φέρομεν πράγματα, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπομονὴν νὰ τ’ ἀκούητε.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δρόσος δὲν διακόπτει ποτέ.
§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· εἶπεν ὅτι θέλει πράγματα καὶ διὰ τοῦτο ἀπετάθην πρὸς αὐτόν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ὁ μετὰ τὴν διαπραχθεῖσαν παρανομίαν ἐκλεχθεὶς πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου κατεδικάσθη εἰς θάνατον, καὶ τῇ μεσολαβήσει τοῦ μακαρίτου Παπακώστα ἐν καιρῷ τοῦ Ὄθωνος, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Καλαμπακικῶν.... (θόρυβος ἀριστερά).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. — Ἐδόθη, λέγω, τῇ μεσολαβήσει τοῦ μακαρίτου Παπακώστα χάρις βασιλικὴ, καὶ ἐν καιρῷ τῶν Καλαμπακικῶν ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν. Ποῖος δὲ λόγος, ἐπαναλαμβάνω, ἔκαμε νὰ καταβληθῇ τόση προσπάθεια, ἵν’ ἀναδειχθῇ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου ὁ Πλατύς; (οὕτως ὀνομάζεται). Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου Παρνασσίδος ἔμελλε νὰ δικάσῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Παπακώστα, ἤτοι τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος· καὶ τῳόντι αὐτὸς τὰς ἐδίκασε.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὤφειλε τὴν ζωήν του.
§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βεβαίως ὀφείλει τὴν ζωήν του εἰς τὸν μακαρίτην Παπακώσταν· διὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ ὑπηρετῇ καὶ νὰ συντρέχῃ τοὺς υἱούς του.
§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ Λαΐνης ἐπανῆλθε;
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι μέχρι τοῦδε. — Τοιαῦτα πράξασα ἡ πεπτωκυία κυβέρνησις, ἔχει τὴν τόλμην νὰ γράφῃ διὰ τῶν ὀργάνων της καὶ ἰδίως διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὁ ἐκδότης τοῦ ὁποίου, εἶμαι βέβαιος, ἐὰν γείνῃ ἐξέτασις, θέλει εὑρεθῆ ἐζωγραφισμένος εἰς πολλὰ ἐντάλματα τῶν ὑπουργείων διὰ δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν, νὰ γράφῃ, λέγω, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη παραιτεῖ τὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς φίλους τῶν λῃστῶν, εἰς τοὺς φίλους τῶν κακούργων, εἰς τοὺς φαύλους, εἰς τοὺς καταχραστάς. Τοιαῦτα λέγει τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ἐξ ἑνὸς μόνου περιστατικοῦ, ὅπερ σᾶς διηγήθην, βλέπετε, τίνες οἱ φίλοι τῶν κακούργων.
§115Θ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, μὲ συγχωρεῖτε;
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· ἐγγραφεῖτε διὰ νὰ ὁμιλήσητε.
§117ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Παπακώστα συνάδελφε, σᾶς προκαλῶ εἰς τὴν στρατιωτικήν σας τιμὴν νὰ εἴπητε ἐὰν ὁ Πλατὺς δὲν εἶχε καταδικασθῆ εἰς θάνατον.
§118Π. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΤΖΑΜΑΛΑΣ. Εἶχε καταδικασθῆ (συγκίνησις). Ὅταν ὅμως ἐφρόντισες νὰ τὸν κάμῃς φίλον, ἦτο καλός.
§119ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποτὲ δὲν ἔχω ἀνάγκην κακούργων.
§120Θ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Εἰς τὰ 1867 ἦσο ὑπουργὸς, αὐτὸς ἦτο δήμαρχος· πῶς τὸν ἠνέχθης;
§121ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠθέλατε νὰ τὸν παύσω;
§122ΛΟΡΑΝΔΟΣ. Νὰ τὸν μεταθέσητε.
§123ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἴσως αὐτὸ ἐννοεῖ. Τὸν ἔπαυσαν ὅμως ὀλίγῳ βραδύτερον ἄλλοι. Ἄλλην ἀσχημίαν, κύριοι, τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως ἔχω νὰ σᾶς καταγγείλω. Ἀκούσατέ την. Κατάδικοι περιεφέροντο εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἀμφίσσης, εἰς ἕδραν πρωτοδικείου, ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ.
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§125ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα θὰ τὸ μάθετε. Ἐν πλήρει, λέγω, μεσημβρίᾳ περιεφέροντο. Οἱ κατάδικοι οὗτοι ἀπελύθησαν τῶν φυλακῶν τῇ διαταγῇ τοῦ ἐπάρχου, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς κυβερνήσεως.
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὐτὸ ἐγίνετο παντοῦ.
§127ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο σᾶς φαίνεται ἀποτρόπαιον; Ὄχι, κύριοι· εἷς ἐκ τῶν καταδίκων αὐτῶν ἔμενεν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἰδίου ἐπάρχου. Τὸ σκάνδαλον, ὡς ἐννοεῖτε, ἦτον ὄχι μικρὸν, καὶ ἐξήγειρε μέχρι τοσούτου τὴν ἀγανάκτησιν ὅλων τῶν ἐν Ἀμφίσσῃ οἰκούντων, ὥστε, ὅτε, ἀπουσιάσαντος ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας τοῦ εἰσαγγελέως Γκολφινοπούλου, ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὁ νεώτερος δικαστὴς, ἤτοι ὁ υἱὸς τοῦ κ. Δρόσου, πρώην ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, οὗτος ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του ὡς εἰσαγγελεύων προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ καταδίκου αὐτοῦ ἐντὸς τῆς οἰκίας τοῦ ἐπάρχου· διὰ τὴν σύλληψιν αὐτὴν συνέταξε τακτικὴν ἔκθεσιν ὑπογραφεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ συμπράξαντος εἰς τὴν σύλληψιν ἀστυνόμου. Ὅπως δὲ ἦτον ἑπόμενον, ἀπήγγειλε κατηγορίαν κατὰ τοῦ ἐπάρχου καὶ ἔφερε τὸ κατὰ τοῦ ἐπάρχου κατηγορητήριον ἐνώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου· ἐπρόκειτο δὲ νὰ γείνῃ ἡ περὶ τούτου δίκη· ἀλλ’ ὁ ἔνοχος ἔπαρχος ἔστειλε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ διὰ ν’ ἀνευρεθῇ ὁ περιοδεύων εἰσαγγελεὺς Γκολφινόπουλος.
§128ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ περιώνυμος.
§129ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τῳόντι ἐπανέφερον τὸν εἰσαγγελέα εἰς τὴν Ἄμφισσαν. Τί ἔκαμεν ὁ εἰσαγγελεύς; ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ εἰσαγγελεύοντος δικαστοῦ κ. Δρόσου, πρᾶξιν, ἡ ὁποία τῷ περιποιεῖ ἀληθῶς τιμὴν ὡς ἀποδεικνύουσα τὴν πρὸς τὸ καθῆκόν του εὐλάβειαν. Τὸ σκάνδαλον ἦτο τοιοῦτο, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἀνεχθῇ. Ἐνόσῳ ἦτο παρὼν ὁ εἰσαγγελεὺς, αὐτὸς εἶχε τὴν εὐθύνην· ἅμα ὅμως ἀνεχώρησεν ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ τὰ καθήκοντά του ἀνέλαβεν ὁ νεώτερος δικαστὴς κ. Δρόσος, ᾐσθάνθη βεβαίως τόσην ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ αἴσχους τούτου, ὥστε, καί τοι ὢν υἱὸς ὑπουργοῦ, δὲν ἐδίστασε νὰ συλλάβῃ τὸν κατάδικον καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου ὡς κατηγορούμενον τὸν ἔπαρχον. Ἀλλὰ τὰ πάντα ἐματαίωσεν ὁ εἰσαγγελεὺς ἐπανελθὼν, διότι ἐπέπληξε τὸν ἀναπληρώσαντα αὐτὸν δικαστὴν καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἀνεύθυνος (ἱλαρότης). Αὐτὸ εἶπε πρὸς δικαιολόγησίν του· εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ πρώην ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐν γνώσει τοῦ τοιούτου σκανδάλου· δὲν τὸν προκαλῶ.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πότε συνέβη;
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ τὸ ἔμαθον ἐξ ἀνταποκρίσεως τὴν 22 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ἔγεινε πολὺ προτήτερα. Σᾶς φαίνονται μικρὰ τὰ παθήματα ταῦτα τῶν συμπολιτῶν μου, προερχόμενα ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως; Εἶναι μεγάλαι, εἶναι ῥηταὶ παραβιάσεις καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων· εἶναι καταπιέσεις, εἶναι ἀδικίαι, τῶν ὁποίων οἱ πρωτουργοὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν, ἵνα μὴ τὰ ἐγκλήματα καθεκάστην ἐξογκοῦνται καὶ ἵνα μὴ ἡ διαφθορὰ ἐξαπλουμένη κατακλύσῃ τὴν κοινωνίαν μας. Λοιπὸν σᾶς ἀνέφερον ὑπ’ εὐθύνην μου γεγονότα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶμαι βέβαιος, θὰ ἔλθουν οἱ κκ. πρώην ὑπουργοὶ νὰ ἀμφισβητήσωσι. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ εἰς λόγους κενοὺς, ἀλλὰ νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκον πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων. Ἀλλ’ εἶναι τάχα, κύριοι, πρωτοφανὴς ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς; Ὄχι· ἠκούσατε, πόσα οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀνέφερον παραδείγματα. Θὰ σᾶς φέρω ὅμως καὶ ἐγὼ μίαν αὐθεντικὴν μαρτυρίαν ἑνὸς παρ’ ἡμῖν σχετικοῦ προηγουμένου. Θὰ σᾶς φέρω (ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) τὴν γνώμην ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπολήπτεσθε καὶ ἀκολουθεῖτε. Κατὰ τὸ 1868 ὁ κ. Βούλγαρης προΐστατο τῆς κυβερνήσεως· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Βούλγαρης ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν (Βουλὴν, ἧς τὰς ἐκλογὰς εἶχεν ὁ ἴδιος ἐνεργήσει) πρὸς ψήφισιν μίαν πίστωσιν ἐξ 22 περίπου ἑκατομμυρίων ἢ 20, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐθορυβήθη, ἐζήτησεν ἐξηγήσεις, ἐζήτησεν ἔγγραφα, ὅπως συνήθως συμβαίνει. Εἷς φίλος τοῦ κ. Βούλγαρη, ὁ κ. Σ. Πετμεζᾶς, διὰ νὰ φέρῃ, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀντιπερισπασμόν, ἔφερε πρότασιν περὶ ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως τῶν κατὰ τὸ 1867 δύω ὑπουργῶν, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦτον ὁ μακαρίτης Βότσαρης καὶ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτον ὁ κ. Γρίβας. Τί ἐπρότεινεν ὁ κ. Πετμεζᾶς; Νὰ συστηθῇ πενταμελὴς ἢ ἑξαμελὴς, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπουργείων αὐτῶν τοῦ 1867. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἔφερεν ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ἑξῆς· ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως τῶν δύω αὐτῶν ὑπουργείων εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ὁ μὲν ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα πλήρη, ὁ δὲ τῶν Στρατιωτικῶν μακαρίτης Βότσαρης εἶπεν, ὅτι «εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ καταθέσω.» Ἐπειδὴ ὅμως ἐπρόκειτο περὶ προμηθείας ὑλικοῦ πολέμου χρησίμου εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης καὶ εἰς ἄλλας τοῦ κράτους ἀνάγκας, ἐπρότεινε νὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Ἔκαμε δηλ. τὴν ἑξῆς λογικὴν παρατήρησιν, «ὅτι δὲν συμφέρει «νὰ γνωρίζῃ ὁ ἐχθρός μας, τὶ ὑλικὸν πολέμου ἔχομεν· ἀλλὰ «τοῦτο λέγων δὲν ἐμποδίζω πάντα βουλευτὴν νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ λάβῃ ὅσας θέλει τελειοτέρας πληροφορίας, νὰ ἴδῃ τὰς ἀποδείξεις τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου καὶ νὰ ἴδῃ αὐτὸ τὸ ὑλικὸν ἐν ταῖς ἀποθήκαις.» Αὐτὸ εἶπε καὶ αὐτὸ ἡ Βουλὴ ἐκείνη παρεδέχθη, κρίνασα περιττὴν τὴν κατάθεσιν τῶν ἀποδείξεων τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. Διὰ δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οὐδεμία τοιαύτη ἀντίῤῥησις ἐγένετο. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθεσε τὰ συμβόλαια, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἠγοράσθησαν ἓν θωρηκτὸν καὶ ἡ Ἀμφιτρίτη, τὴν ὁποίαν τότε ὠνόμαζον βαμβακοκάραβον. Τοιαύτη ἦτον ἡ πρότασις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἐδικάσθη ἅπαξ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἦτον ὁ νόμιμος ἐλεγκτὴς καὶ ἐπόπτης τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἂν ὅμως ὑπάρχῃ ὑποψία, ὅτι ἔλαβε χώραν κατάχρησις, ἂς κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα καὶ ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Δὲν ἠρνήθην τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, εἶπον μόνον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐβασανίσθη ἐπὶ 20 ἡμέρας, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχε θέσει τὴν ἐπιψήφισιν τῶν πιστώσεων ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἐξέθεσε τὴν πολιτικήν του κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων αὐτῶν. Ἐσυζητήθη λοιπὸν ἡ πίστωσις αὐτὴ ἐπὶ 20 ἡμέρας· ἑπομένως εἶπον, ὅτι, ἂν πρόκηται περὶ πολιτικῆς εὐθύνης, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπανέλθητε· ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἦτον οὐχὶ προσωπικὴ, ἀλλὰ κοινοβουλευτικὴ, διότι τὸν κ. Κουμουνδοῦρον τὸν ὑπέδειξεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τότε, ἔδωκε λόγον τῶν πράξεών της, ἀλλ’ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καθὼς, καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης...
§132Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ λέγετε τὰ ὀνόματα, ὄχι μόνον τὰ ἐπίθετα.
§133ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Σωτ. Πετιμεζᾶς (αὐτὸ ἐννοεῖτε, διότι ὑμεῖς δὲν ἠμπορούσατε νὰ εἴπητε τοιαῦτα), ὁ κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης, ὑπουργὸς τῆς Παιδείας (ὄχι τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867) τοῦ 1868, εἰς πλάνην εὑρισκόμενος διϊσχυρίσθη, ὅτι οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθεσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα πρὸς δικαιολόγησιν τῶν δαπανῶν τούτων. Ὅταν ὅμως ἦλθον τὴν ἐπιοῦσαν καὶ τῷ ἀνέγνωσα μίαν ὁμιλίαν βουλευτοῦ, νομίζω τοῦ κ. Καραϊσκάκη, διότι ἦτο βουλευτὴς τότε, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπεδεικνύετο, ὅτι μόνος ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν κατέθεσε τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, ἐπήνεσε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν μακαρίτην Βότσαρην τῷ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Γρίβα, καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα πρὸς δικαιολόγησιν τῆς δαπάνης. Περιωρίσθησαν λοιπὸν τότε εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι ὁ μακαρίτης Βότσαρης δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς προμηθείας ἐκείνης τοῦ πολέμου. Ὁ κ. Δεληγεώργης βουλευτὴς ὢν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, καὶ μὴ διακείμενος φιλικῶς οὔτε μετὰ τοῦ κ. Βούλγαρη, οὔτε μεθ’ ἡμῶν, ποίαν γνώμην ἐξέφρασεν; Ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σωτ. Πετιμεζᾶ πρὸς σύστασιν ἐπιτροπῆς; Ὄχι· ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἀπέκρουσε ταύτην· ἂν θέλετε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸν λόγον του. Ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν μόνον καθόσον περιωρίζετο εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ 1867, ὑπέβαλε δὲ ἰδίαν πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἔμελε νὰ συστηθῇ, ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ὄχι μόνον τὴν διαχείρισιν τοῦ 1867, δηλ. τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ παρόντος, τουτέστι τὴν διαχείρισιν τοῦ 1868 τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη. Δὲν ἀνέδραμεν ὀπίσω, ὅπως σήμερον προτείνουν τινὲς λόγῳ ἀντιπερισπασμοῦ, θέλοντες ὥστε ἡ ἐξέτασις ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ 1865· διατί δὲ προτείνουν τοῦτο; διὰ νὰ μὴ γείνῃ τίποτε.
§134ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι· διὰ νὰ γείνῃ τι καὶ νὰ καθαρισθῶσιν ὅλα.
§135ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἀνέδραμε, λέγω, ὀπίσω ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀλλ’ εἶπε, τὸ παρὸν πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ οὐχὶ τὸ παρελθόν. Ἀκούετε εἰς ποίαν σήμερον εὑρίσκεται ἀντίφασιν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀποκρούων σήμερον τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἐνῷ ἡμεῖς προτείνομεν ὅ,τι ἄλλοτε ὁ ἴδιος ἐπρότεινεν, ἤτοι νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ τὸ παρὸν, τὰς πράξεις τουτέστι τῆς χθὲς πεσούσης κυβερνήσεως;
§136ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὐτὸ δὲν εἶναι παρόν.
§137ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδοὺ ἡ γνώμη τοῦ κ. Δεληγεώργη κατὰ τὸ 1868 διατυπωθεῖσα εἰς ἰδίαν αὐτοῦ πρότασιν, ἔχουσαν κατὰ τὰ πρακτικὰ οὕτως· «Συνιστᾶται ἑξαμελὴς ἐπιτροπὴ ὅπως ἐξετάσῃ τὰς δαπάνας τῶν ἐτῶν 1867 καὶ 1868 εἰς ἐκτάκτους προπαρασκευὰς καὶ προμηθείας.» Οὔτε ὁ κ. Δεληγεώργης, οὔτε ἐγὼ εἶπον τότε ὅ,τι σήμερον μᾶς λέγετε, «νὰ ἀναδράμωμεν δηλαδὴ εἰς τὸ παρελθόν», διότι, ὅπως ὁ ἴδιος τὸ ἰσχυρίζεται εἰς τὴν ὁμιλίαν του, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐξήλεγξε τὴν διαχείρισιν ἢ μᾶλλον τὴν πολιτικὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Μὲ τοῦτο, δὲν ἐννοῶ, διότι μὲ παρεξήγησάν τινες, δὲν ἐννοῶ, ὅτι, ἂν ἀνακαλυφθῇ καὶ μετὰ ταῦτα κατάχρησις τῶν δημοσίων χρημάτων, παραγράφεται ἡ περὶ αὐτῆς ἐξέτασις. Φέρετε καὶ ὑμεῖς ῥητὰς πράξεις, ῥητὰς παρανομίας, αὐθαιρεσίας ἢ καταπιέσεις καί, ἂν οἱ συνοδεύοντες, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασίν σας λόγοι ᾖναι σπουδαῖοι καὶ ἄξιοι ἐξετάσεως, πρῶτος ἐγὼ θέλω σᾶς ὑποστηρίξει. Ὁ κ. Δρόσος, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τήνου, εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ἐὰν ἡ διαχείρισις μιᾶς χρήσεως ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὁ ἀπολογισμὸς αὐτῆς κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ διαχείρισις ἐκείνη εἶναι ἀπηλλαγμένη παντὸς περαιτέρω ἐλέγχου.
§138ΔΡΟΣΟΣ. Ὄχι, κύριε Κεχαγιᾶ, δὲν εἶπα ἐγὼ αὐτό.
§139ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπε.
§140ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε ἔχετε δίκαιον, διότι διατηρεῖται ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς. Καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ ἀπολογισμοῦ, ὅταν ἀνακαλύψῃ ὄχι κακὴν χρῆσιν, διότι τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ κατάχρησιν, δὲν ἐμποδίζεται ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν πολλὰ παρῆλθον ἔτη, νὰ ἐξετάσῃ τὰς καταχρήσεις. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐξετάζει τὴν καλὴν ἢ κακὴν χρῆσιν, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τοὺς λογιστικοὺς τύπους, δηλ. ἂν ὅσα ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἔξοδα τόσα μόνον ἐξωδεύθησαν. Τοῦτο περίπου πράττει καὶ ἡ Βουλὴ κυροῦσα τὸν ἀπολογισμὸν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐξετάζει συνάμα ἂν ἐγένετο ἢ μὴ καλὴ χρῆσις τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων. Εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τοῦτο. Λοιπὸν ἡ κύρωσις τοῦ ἀπολογισμοῦ δὲν ἀπαλλάττει τοὺς ὑπουργοὺς τῆς εὐθύνης, ἥτις προέρχεται ὄχι ἀπὸ κακὴν χρῆσιν τῶν πιστώσεων, ἀλλὰ ἀπὸ κατάχρησιν ἤτοι ἀπὸ σφετερισμὸν δημοσίων χρημάτων. Ἐὰν λοιπὸν ἔχετε ῥητὰς πράξεις ἀποδεικνυούσας τὴν ἐνοχὴν ὑπουργῶν εἰς σφετερισμὸν χρημάτων τοῦ δημοσίου, φέρετέ τας καὶ πρῶτος ἐγὼ θέλω ψηφίσει. Μὴ περιορίζεσθε δὲ εἰς ἀοριστίας, λέγοντες μόνον διὰ νὰ γίνεται θόρυβος, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ διαχειρίσεις ἀπὸ τοῦ 1865. Λοιπὸν τί ἔγεινεν ἐπὶ τῶν δύω προτάσεων τῶν τότε ὑποβληθεισῶν; Ἡ μὲν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐξέτασιν τῆς κατὰ τὸ 1867 προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, τῶν ὁποίων προΐσταντο ὁ μακαρίτης Βότσαρης καὶ ὁ κ. Γρίβας, ἐγένετο δεκτή. Ἀλλὰ τί ἔκαμε μετὰ ταῦτα ἡ Βουλή; τίποτε· οὔτε εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων τῆς ἐπιτροπῆς προέβη. Ἡ δὲ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος ἐζήτει τὴν ἐξέτασιν οὐ μόνον τοῦ παρελθόντος, ἤτοι τοῦ 1867, ἀλλὰ καὶ τοῦ παρόντος, ἤτοι τοῦ 1868, ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος.
§141Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί ἔκαμεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς δευτέρας;
§142ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ τὴν ἐθεώρησεν ὡς ἀποῤῥιφθεῖσαν διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§143Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔγειναν δύω ψηφοφορίαι, ἢ μία;
§144ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔγειναν δύω ψηφοφορίαι· ἡ μὲν πρώτη, ἂν ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἢ ἐκείνη τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 80 κατὰ 69 ἐδέχθη τὴν προτίμησιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Ἔπειτα δι’ ἀναστάσεως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Διὰ τῆς παραδοχῆς δὲ ταύτης ἐθεωρήθη ὡς ἀποῤῥιφθεῖσα ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἓν προηγούμενον, μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει δὲ ῥητῶς ἐκπεφρασμένη αὐτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅστις οὐ μόνον δὲν ἀπέκρουσεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Δεληγεώργης, τοιαύτην ἔχων γνώμην κατὰ τὸ 1868, ἔρχεται σήμερον, προκειμένου περὶ κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν του ὑπουργείου, καὶ μετὰ θάῤῥους, λέγει «κατηγορήσατέ μας, ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς»! Εἶναι, κύριοι, λογικὴ αὐτή; Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον σπουδαῖον κατ’ ἐμὲ διάβημα, ἤτοι τῆς δίκης κατὰ μιᾶς κυβερνήσεως, πρὶν ἢ μορφώσῃ διὰ προηγουμένης ἐξετάσεως πλήρη πεποίθησιν περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὴν κυβέρνησιν πράξεων; Θέλετε εἰς τὰ τυφλὰ νὰ πηγαίνωμεν διὰ νὰ ἐμπαίζωμεν καὶ αὐτὸν τὸν θεσμόν; Ὄχι κύριοι· τὸ κοινοβούλιον πρέπει νὰ ᾖναι σοβαρόν. Τελειόνων, παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν, νὰ μὴ φέρητε ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Αἱ ἀποδιδόμεναι εἰς τὴν πεπτωκυῖαν κυβέρνησιν πράξεις δὲν εἶναι ἀόριστοι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δρόσος· ἄπαγε! Τοὐναντίον, εἶναι ὡρισμέναι. Καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, καὶ ἐγὼ ἀνεφέρομεν ἀρκετὰς ὡρισμένας πράξεις αὐτῆς. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν, τότε θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη κατηγορίας, μομφῆς ἢ ἀποδοκιμασίας κατὰ τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως· σήμερον εἶναι πρόωρον τὸ ζήτημα τοῦτο (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἄλλοι ἐννέα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ 20|60 Μ. Μ.