1874.02.18
2,239 rows · 18,824 words · 100 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 18 Φεβρουαρίου 1874.
(Δευτέρα).
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν κυρίων βουλευτῶν καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενομένης τῆς ψηφοφορίας τῶν ἐπιτροπῶν, μέλη τινὰ ἔτυχον νὰ λάβωσιν ἰσοψηφίαν· ἐπομένως πρέπει νὰ γείνῃ κλήρωσις μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων, διὰ νὰ καταρτισθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί. Νὰ προσέλθῃ ὁ κ. Τσώκρης, διὰ νὰ κάμῃ τὴν κλήρωσιν. (Προσέρχεται ὁ ἀντιπρόεδρος Ν. Τσώκρης). Κύριοι, πρῶτον θὰ γείνῃ κλήρωσις διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐξελέχθησαν 17, ἐπομένως ὑπολείπονται 4 μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξαχθῶσι μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων· θὰ γείνῃ κλήρωσις, καὶ ἡ ψῆφος θὰ ἀναδείξῃ τὰ 4 μέλη. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν κλήρων. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κ. κ. Χατζόπουλος, Δ. Ζέγγελης, Λεώπουλος καὶ Οἰκονομόπουλος). Δεύτερον, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν θὰ γείνῃ κλήρωσις μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων· εἶναι ὀνόματα 6, ἐξ αὐτῶν θὰ κληρωθῶσι 3, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κ. κ. Κουτρουβέλης, Σπ. Ζερβὸς καὶ Βάσσος). Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ γείνῃ ἐπίσης κλήρωσις μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων· εἶναι ὀνόματα 6, ἐξ αὐτῶν θὰ ἐξαχθῶσι 3. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κ. κ. Μαυρομαρᾶς, Εὐστ. Ἡλιόπουλος καὶ Κανελλόπουλος). Ἐπὶ τῆς Γεωργίας θὰ γείνῃ ἐπίσης κλήρωσις μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Γεωργίας, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κύριοι Γεροθανάσης, Τρύφωνος καὶ Παπαλουκᾶς). Ἐπίσης θὰ γείνῃ κλήρωσις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ναυτικῶν μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ναυτικῶν, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κ. κ. Καναβὸς, Ζέρβας καὶ Ἰω. Δροσινός). Ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπίσης θὰ γείνῃ κλήρωσις μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κ.κ. Σπ. Λογιωτατίδης, Ἀρ. Σακελλαρόπουλος καὶ Τρύφωνος). Ἐπίσης ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς Ἐκκλησιαστικῶν θὰ γείνῃ κλήρωσις μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κύριοι Χαριτάτος, Πήλλικας Βαρβαρῆγος καὶ Ἐπιφανίου). Ἐπίσης θὰ γείνῃ κλήρωσις ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ, γενομένης κληρώσεως, ἔλαχον οἱ κύριοι Βουλπιώτης καὶ Α. Δημητριάδης). Ἐπίσης θὰ γείνῃ κλήρωσις ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Στρατιωτικῶν. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα τῶν ἰσοψηφησάντων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ, κληρώσεως γενομένης, ἔλαχον οἱ κύριοι Θωμᾶς, Πετροπουλάκης καὶ Βότσαρης). Ἐπίσης θὰ γείνῃ κλήρωσις ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐξωτερικῶν μεταξὺ τῶν ἰσοψηφησάντων. (Ἐγένετο κλήρωσις, καὶ ἔλαχον οἱ κύριοι Βαλέττας καὶ Πυλαρινός). Ἐπίσης θὰ γείνῃ κλήρωσις ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν (Ἐγένετο κλήρωσις καὶ ἔλαχον οἱ κύριοι Κούστας, Δ. Δελλαπόρτας καὶ Σαφάκας). Ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς. (Ἐγένετο κλήρωσις καὶ ἔλαχον οἱ κύριοι Πετραλιᾶς καὶ Ἠλίας Φλέσσας). Τώρα θὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τῶν βουλευτῶν, τῶν νεωστὶ ἀνακηρυχθέντων, εἰς τὰ τμήματα· θὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ ά. βʹ. γʹ. καὶ καθεξῆς. (Τίθενται εἰς τὴν κάλπην τὰ ὀνόματα, καὶ, γενομένης κληρώσεως ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου Ν. Τσώκρη, ἔλαχον εἰς τὸ ά. ὁ κ. Σπήλιος Ἀντωνόπουλος, εἰς τὸ βʹ. ὁ κ. Περ. Μποῦτος, εἰς τὸ γʹ. ὁ κ. Α. Κουμουνδοῦρος καὶ εἰς τὸ δʹ. ὁ κ. Λεωτσάκος). Καθήσατε, κύριοι βουλευταί. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Τὸ ά. ἀντικείμενον εἶναι ἡ βʹ. ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1874. Συζητεῖται ἡ ἀρχή· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου ἔχει τις τὸν λόγον;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον πρῶτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ἄρθρον δεύτερον· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον τρίτον· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ τρίτον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον τέταρτον· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τέταρτον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον πέμπτον· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον πέμπτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται ἤδη τὸ σύνολον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αὔριον θὰ ᾖναι ἡ τελευταία ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἡμερησίαν διάταξιν ἄρχεται ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τῶν βουλευτῶν Λομβάρδου καὶ Δηλιγιάννη περὶ τῆς πολιτείας τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου 1872 καὶ τῆς προτάσεως τῶν βουλευτῶν Μακρυγιάννη, Μαυρομαρᾶ, Μακρῆ καὶ λοιπῶν περὶ ἐξελέγξεως τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς τῶν ὑπουργείων ἀπὸ τοῦ 1865. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; Ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ τις ἐκ τῶν ὑποβαλόντων τὰς προτάσεις νὰ λάβῃ τὸν λόγον, εἶναι ἄλλοι, καθὼς ὁ κ. Χαλικιόπουλος, οἵτινες θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσουν.
§16Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος, κ. πρόεδρε, λαμβάνω ἐγὼ τὸν λόγον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τάξις τῶν ἐγγραφέντων· Δηλιγιάννης, Χαλικιόπουλος, Κεχαγιᾶς, Δρόσος. Κύριοι, ἡσυχία. Παρακαλῶ τὰ ἀκροατήρια νὰ διατηρήσωσιν ἄκραν ἡσυχίαν καὶ τάξιν, διὰ νὰ μὴ μὲ ἀναγκάσωσι νὰ καταφύγω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ. Οἱ δὲ κύριοι βουλευταὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος παρακαλοῦνται νὰ μὴ διακόπτωσι.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, προχθὲς ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ἦτον ἔκφρασις ἀριθμητικῆς δυνάμεως, ὅτι δὲν ἦτον ἀπόφασις πολιτική. Ψηφοφοροῦντες, διὰ νὰ ἐκλέξητε τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δὲν εἴχετε κατὰ νοῦν οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ πῶς νὰ συγκεντρωθῆτε περισσότεροι περὶ τὴν κάλπην τοῦ κ. Ζαΐμη, διὰ νὰ δειχθῆτε πλειονοψηφοῦντες· δὲν εἴχετε ἐν τῷ νῷ οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν, εἰμὴ πῶς νὰ παραστήσητε ἐν τῷ κόσμῳ τὴν πλειονοψηφίαν ἡμῶν· δὲν εἴχετε ἄλλον σκοπόν, εἰμὴ πῶς νὰ καρπωθῆτε τὰ καλὰ τῆς πλειονοψηφίας. Λοιπὸν διὰ τοῦτο ἡνώθητε δύω, τρία, τέσσαρα κόμματα, διὰ νὰ ἀναδειχθῆτε πλειονοψηφοῦντα; Ἡνώθητε, διὰ νὰ λάβητε τὴν ἀρχὴν εἰς τὰς χεῖρας, τὴν ἀρχὴν τῆς πολιτείας; Λοιπὸν ἡ φιλαρχία μόνη ὑπηγόρευσε τὴν ἕνωσιν; Λοιπὸν εἶσθε σύστασις βουλευτικὴ ἄνευ προγράμματος, ἄνευ ἐννοίας; Δὲν εἴχετε οὐδὲν ἄλλο παρὰ τὴν ἀρχὴν ὑπ’ ὄψιν σας; Ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτε ἐξελέχθη πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀνέβη τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, σᾶς ἀπήγγειλε προσφώνημα· τὸ προσφώνημα ἐκεῖνο μοὶ ἐφάνη, κύριοι, λίαν περιεκτικόν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπεφόρτισεν αὐτὸν, ἵνα δεχθῇ τὴν προεδρείαν, διὰ νὰ ἐκφράσῃ μίαν πολιτικὴν ἔννοιαν. Τὴν ἔννοιαν ταύτην σᾶς τὴν ἐξήγησε διὰ τῆς προσφωνήσεώς του. Ἡ ἀντιπολίτευσις ὅλη ἐσίγησε, καὶ διὰ τῆς σιγῆς της εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ζαΐμης ἐξέφρασεν καὶ ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ προσφώνημα τοῦ κ. Ζαΐμη, ὡς προσφώνημα τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα τοῦτο τῆς ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὰς τὰς ἀρχὰς περιέχον, τὰς ὁποίας σᾶς εἶπον, δὲν παριστᾷ παρὰ μόνον ἀριθμητικὴν δύναμιν; Πῶς λοιπὸν, ἐνῷ ἐγνωρίζετε τὸ πρόγραμμα τοῦτο τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ᾧ ἐγνωρίζετε ὅτι περιεῖχεν ἔννοιαν καὶ πολιτικὸν σκοπὸν, πῶς ἐξηνέγκατε καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν, ἡ ὁποία μᾶς καταβιβάζει ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν εἰς τὴν ταπεινὴν θέσιν τῶν ἀρχολιπάρων καὶ φατριαστῶν; Ἡ ἐρώτησις, κύριοι, αὕτη εἶναι τοιαύτη ὥστε συγχωρήσατέ μοι νὰ μὴ ἀπαντήσω, διότι, ἂν ἤθελον νὰ ἀπαντήσω, ἤθελον ἐξέλθει ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Ὀφείλων νὰ τηρήσω ἐμαυτὸν ἐντὸς τῶν ὁρίων αὑτῆς, ὀφείλω νὰ ἀπέχω ἀπὸ ψυχολογικὰς μελέτας, εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ τραπῶ διὰ νὰ ἀπαντήσω. Ἀλλά, καὶ ἐάν τις ἀκούων τὴν αἰτίασιν ταύτην, ἤθελε κρίνει αὐτὴν ὡς συκοφαντίαν, δὲν εἶναι οὐδ’ ἡ πρώτη οὐδ’ ἡ μόνη συκοφαντία, ἥτις ἐξετοξεύθη μέχρι τοῦδε καθ’ ἡμῶν. Κατὰ τὸ πρόγραμμα τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἡ ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι σῶμα νομοθετικὸν μόνον, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἓν σῶμα πολιτειακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπικρίνει τὴν πορείαν τῶν κυβερνώντων, τὸ ὁποῖον ἐλέγχει τὰς πράξεις αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τὴν ἐνέργειαν, τὴν πολιτείαν αὐτῶν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀνακρίνῃ καὶ σταθμίζῃ ἐπὶ τῶν ἀμφιβολιῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κατηγορῇ· ὅτι εἶναι ἓν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἡ εὐθύνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ ᾖναι ἄμεσο, καὶ καταφανὴς, καὶ θεωρεῖται τοσοῦτον ἀναπόσπαστος ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, τοσοῦτον ἀναπόφευκτος διὰ τὸ κράτος τῶν νόμων, ὥστε τὸ πρόγραμμα τοῦ κυρίου Ζαΐμη περιέχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ πληρωθῶσι καὶ τὰ ὑπάρχοντα κενὰ εἰς τὴν νομοθεσίαν. Ἠθέλησε νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ διὰ τοῦ νόμου τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην σᾶς κατέδειξε. Τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, ἂν εἶναι πρόγραμμα ἰδικόν σας, τὴν θεωρεῖ ἀναπόφευκτον διὰ τὴν γαλήνην τοῦ τόπου, διὰ τὴν πρόοδον τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἡ ἐπιζήτησις λοιπὸν τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἡ ἀληθεστάτη κύρωσις τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ἄνευ αὐτῆς τὸ πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ, δύναται μάλιστα νὰ διακωμῳδῆται· ἄνευ αὐτῆς, οἱ νόμοι δὲν ἔχουσι καμμίαν κύρωσιν, εἶναι ἕρμαιον τῆς ἰδιοτελείας ἐκείνων, οἵτινες ἑκάστοτε περιέρχονται εἰς τὰ πράγματα. Ἀφοῦ λοιπὸν τοσαύτην ἡ ἀντιπολίτευσις ἔδωκεν ἀξίαν εἰς τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, εἵπετο ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου καὶ ἐγὼ, μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἵπετο, ὅτι ἠθέλομεν σᾶς παρακαλέσει νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὸ παρελθὸν, εἵπετο ὅτι ἠθέλομεν ζητήσει νὰ παραδεχθῆτε πρότασιν, τῆς ὁποίας σκοπὸς εἶναι ἡ ἀναζήτησις τῆς εὐθύνης ἐκείνων, οἵτινες πρὸ μικροῦ κατῆλθον τῆς ἀρχῆς. Κατὰ τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διορίζῃ ἐπιτροπὰς πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν ἐφεῦρον πρῶτοι οἱ συντάκται τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος· τὰ πλεῖστα τῶν γραπτῶν Συνταγμάτων, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ, ἔχουσιν ἀναγράψει αὐτὴν καὶ αὐτὰ τὰ ἄγραφα Συντάγματα τῶν πολιτειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι τοιαῦτα, καὶ αὐτὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἔχουσι παραδεχθῆ. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Συντάγματος τοῦ Βελγίου, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἀκωλύτως πρὸς εὐτυχίαν τοῦ τόπου ἐκείνου πρὸ 40 ἐνιαυτῶν, κατ’ οὐδὲν διαφέρει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ τόπου μας (θόρυβος ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία κύριοι.
§20Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν παρέρχεται δεκαετία, κύριοι, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐπασχοληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτείας ἑνὸς ἢ δύω ὑπουργῶν, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ φωτισθῇ ἂν ἐξετέλεσαν τὴν ἐντολὴν, ἥτις ἀνετέθη εἰς αὐτούς. Ἂν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἡ ἁπλουστάτη καὶ πρωτόγονος ἐμφάνισις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπιτηρεῖν καὶ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξετάζειν καὶ ἀνερευνᾷν τὰς πράξεις εἶναι ἡ δευτερόγονος ἐμφάνισις τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλὰ διατὶ κατεθέσατε τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8ης Ἰουλίου 1872; διατὶ δὲν κατεθέσατε ὁμοίαν κατά τινος ἐκ τῶν 100 ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν τελευταίαν συνταγματικὴν περίοδον ἀνέβησαν καὶ κατέβησαν τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλλια; Μήπως πάθος τι ἰδιαίτερον, ἀτομικὸν, σᾶς ὠθεῖ διὰ νὰ προκαλέσητε τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην; Καὶ ἂν κἀνεὶς ἄλλος δὲν ἤθελε μοὶ ἀπευθύνει τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἦτο πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἤθελε μοὶ τὴν ἀπευθύνει, καὶ, ἂν δὲν τὴν ἀπηύθυνεν, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει του ἤθελεν ἐγερθῆ ὑπόνοια τοιαύτη. Ἡ ἐκδίκησις, κύριοι, ἐπικρατεῖ εἰς τὰς ψυχὰς ἐκείνων, οἵτινες μισοῦσι καὶ ἀποστρέφονται τὴν δικαιοσύνην· ἡ ἐκδίκησις, κύριοι, εἶναι πάθος ἐγωϊστικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνυψόνει τὸ ἄτομον εἰς σφαῖραν καθολικήν· τὸ ἄτομον θεωρεῖ τὰ παθήματα, ἅτινα γίγνονται κατ’ αὐτοῦ ὡς καθολικὰ, τὸ ἄτομον δὲν μεριμνᾷ εἰμὴ πῶς νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ ἀδικήματα ἢ παθήματα αὑτοῦ, καὶ πρὸς τοῦτο προσκαλεῖ τὴν σύμπραξιν ὅλης τῆς πολιτείας. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἡ ἀτομικὴ ὑπερηφάνειά μου δὲν τὸ ἐπέτρεψε, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ζητήσω τὴν σύμπραξιν τῆς πολιτείας διὰ τὰ ἀτομικὰ ἀδικήματα καὶ παθήματα, ἅτινα μοὶ ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8ης Ἰουλίου. Καθ’ ὃν χρόνον ἐξετέλει τὰ ἀδικήματα κατ’ ἐμοῦ, ἠδυνήθην νὰ ἀντιπαλαίσω· καὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐνίκησα, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐξηλείφθη τὸ πάθος τῆς ἐκδικήσεως, ἄν ποτε ᾐσθάνθην τοιοῦτον. Ἔχω ἰσχυρὰν θέλησιν διὰ νὰ δαμάζω τὰς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, οὐδὲ ἠθέλησα νὰ ἐπασχολήσω τὴν πολιτείαν, δι’ ὅσα τινὲς διενοήθησαν νὰ διαπράξωσι κατ’ ἐμοῦ. Ἂν ἡ ἄρνησις, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσεν ἡ πεποίθησις καὶ οὐχὶ ἡ ἰδιοτέλεια, ἤγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τινῶν, ἂν ἡ ἀγανάκτησις των μετεβλήθη εἰς πάθος, ἂν τὸ πάθος ὤθησεν αὐτοὺς πρὸς ἀδικήματα, τοῦτο προσιδιάζει μόνον πρὸς δεσποτικὰ ἤθη, προσιδιάζει πρὸς τοὺς δεσπότας, οἵτινες ἐπιθυμοῦσιν ἡ θέλησίς των νὰ μὴ ἀπαντᾷ προσκόμματα, καὶ οἵτινες ἐγείρονται διὰ νὰ καταβάλωσι καὶ ἐκπορθήσωσι τὰ προσκόμματα ταῦτα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, εἰς τὴν καρδίαν μου δὲν ὑπάρχει παρὰ ἐντελὴς ἀδιαφορία πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου, καὶ ταύτην δὲν δύναται νὰ ἄρῃ οὐδεὶς ἄλλος λόγος, παρὰ ἡ συνείδησις τῶν δημοσίων ἀδικημάτων, ἅτινα κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου ἔπραξεν. Ἀφοῦ οἱ ἐκλογεῖς μιᾶς περιφερείας μοὶ ἀνέθηκαν τὴν ἀντιπροσωπείαν, ἀφοῦ ὡς ἀντιπρόσωπος ἔχω τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ συντάγματος, ὤφειλον νὰ μὴ ἀφήσω τὸ καθῆκον τοῦτο· ἀφοῦ εἴμην μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὤφειλον νὰ ἐκτελέσω τὸ πρόγραμμά της. Ἂν παρέλειπον τὸ καθῆκον τοῦτο, ἤθελον ἀπιστήσει πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου, ἤθελον φανῆ προδότης τῶν ἀνατεθέντων μοι καθηκόντων, ὅπως τὰ προδίδει, ὅστις, ὢν φρουρὸς ἀπέναντι ἐστρατοπεδευμένου στρατοῦ, καταλαμβάνεται ὑπὸ ὕπνου καὶ δὲν ἀναγγέλλει τὴν προσπέλασιν τοῦ πολεμίου. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν, κύριοι, ἐκδίκησιν, ἀλλ’ ἀρχὴν δικαιοσύνης κατ’ ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὸ φρόνημα ἡμῶν παρεβίασαν τὸ σύνταγμα καὶ ἠθέτησαν τοὺς νόμους. Δὲν ζητοῦμεν νὰ ὑφαρπάσωμεν τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ σᾶς προτείνομεν νὰ ἐξετάσητε καὶ νὰ πεισθῆτε. Ζητοῦντες νὰ δώσωσιν εὐθύνας οἱ ὑπουργοὶ τῆς 8ης Ἰουλίου, ἀναιροῦμεν ἄντικρυ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης τὸ πρόγραμμα. Ἐκεῖνο εἶναι ἀναίρεσις τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς σᾶς ἀνεκοίνωσεν. Ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, κατὰ τὸ πρόγραμμα τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι μέγα πολιτειακὸν Σῶμα, ἀσκοῦν μεγίστην πολιτειακὴν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, τὸ πρόγραμμα τοῦ ὑπουργείου τῆς 8ης Ἰουλίου διέγραψε καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα τῆς Βουλῆς. Σᾶς εἶπε Βασιλεὺς, Κυβέρνησις καὶ Λαὸς· ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ πρόγραμμά του τὴν Βουλήν. Ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἀναγράψῃ ὡς πρόγραμμα Βασιλεὺς, Κυβέρνησις καὶ Βουλή. Καὶ αἱ τρεῖς ἐξουσίαι αὗται, κατασταθεῖσαι ὑπὸ τοῦ συντάγματος, καὶ αἱ τρεῖς διαχειρίζονται ἐντολὴν τοῦ ἔθνους· ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων, εἶναι τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τοῦ συντάγματος ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ οἰκοδομήματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐμερίσθη μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπουργοὶ κεῖνται ἐν τῷ μέσῳ· διορίζονται καὶ παύονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα, εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι διαρκὴς καὶ μόνιμος ἐξουσία, ἥτις δὲν φέρει κἀμμίαν εὐθύνην (θόρυβος ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἡ διαρκὴς καὶ μόνιμος ἐξουσία, ἥτις δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην, τὴν εὐθύνην αὐτοῦ καλύπτει τὸ ὑπεύθυνον τῶν ὑπουργῶν. Ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν φέρουσιν οἱ ὑπουργοὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοὺς συνδέει μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, φέρει εὐθύνην, καὶ τὴν φέρει κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐκλογῶν. Οἱ ἐκλογεῖς ἀποφαίνονται, ἂν οἱ ἀντιπρόσωποί των διεχειρίσθησαν καλῶς τὴν ἐξουσίαν των. Ὑπάρχει λοιπὸν μία συῤῥαφή, ἓν νῆμα, τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ λήγει εἰς τὸν λαόν. Οἱ ἐκλογεῖς αὐτοὶ, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν ἐνεργὸν λαὸν, ἐπηρεάζουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἀλλὰ Βασιλεὺς, Κυβέρνησις καὶ Λαὸς εἶναί τι ἀκατάληπτον ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ ποία σχέσις μεταξὺ ὑπουργῶν καὶ λαοῦ; Κἀμμία. Ἂν τοὺς κηρύξητε ὑπευθύνους καὶ πρὸς τὸν λαὸν, πῶς θέλει δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ εὐθύνη; Διὰ τοῦ Ζήτω καὶ Γιοῦχα; διὰ τῶν λίθων καὶ τῶν ῥάβδων; Θέλετε τότε ἔχει ἀναρχίαν. Ἂν κηρύξητε τὸν Βασιλέα ὑπεύθυνον, δὲν ἔχετε συνταγματικὸν πολίτευμα, ἔχετε δημοκρατικόν. Ἀλλ’ ἂν ὁ πρωθυπουργὸς τῆς 8ης Ἰουλίου ὑπῆρχε ποτὲ θαυμαστὴς τῶν δημοκρατικῶν πολιτευμάτων, ἂν ἄλλοτε παρίστα τὴν πίεσιν τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἀσκεῖ ὁ μέγας ὄγκος τῆς βασιλείας, ἂν διὰ τραχείας γραφίδος παρίστα πόσον εὐκόλως περιδοῦνται τὰ ξύλα ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται οἱ θρόνοι καὶ πόσον βραχυχρόνια εἶναι τὰ ὑφάσματα ἅτινα τοὺς περικαλύπτουσιν καὶ κατασκευάζονται αἱ πορφύραι, χρεωστῶ νὰ εἶμαι δίκαιος πρὸς αὐτόν· ἀπὸ τὰ 1870 ἐλευκάνθη ἡ διάνοιά του, διότι τότε ἐκυβέρνησε πέντε μῆνας· ἀφοῦ δ’ ἦλθε καὶ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1872 εἰς τὴν ἀρχὴν, ὁριστικῶς πλέον δὲν ἔχει αὐτὰς τὰς ἰδέας. Ὅθεν δὲν πρέπει νὰ ἐξηγήσω τὸ πρόγραμμά του ὡς δημοκρατικόν. Δὲν εἶχεν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα. Βεβαίως, ἴσως ἤθελε νὰ εἴπῃ κἄτι τι ἄλλο, ἴσως ἤθελε νὰ εἴπῃ, Αὐτοκράτωρ, Κυβέρνησις καὶ λαός. Εἶχε κατὰ τὸ πολίτευμά του αὐτὸ τρεῖς ἐξουσίας πρωτευούσας, τὸν Βασιλέα, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν λαόν. Ὁ Βασιλεὺς, ὁ Αὐτοκράτωρ, προήρχετο ἐκ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, οἱ ὑπουργοὶ ἦσαν ὑπεύθυνοι εἰς τὸν Βασιλέα καὶ διωρίζοντο καὶ ἐπαύοντο ὑπ’ αὐτοῦ. Ὁ λαὸς εἶχε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάζηται εἰς τὸ πρόγραμμα μόνον διὰ νὰ ἐνθυμῶνται αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς κυβερνᾶται· ἡ Βουλὴ ἀπεστέλλετο ἐδῶ διὰ νὰ ψηφίζῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἤθελον προτείνει· δὲν εἶχε κᾀμμίαν πολιτικὴν ἐνέργειαν, εἶχε μάλιστα καθῆκον νὰ μὴ ἀντιστῇ εἰς τὴν πολιτικὴν πορείαν, εἰς ἣν ὁ πρωθυπουργὸς τῆς 8 Ἰουλίου ἔβαινε σταθερῷ τῷ ποδί. Πιστεύω ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως τῆς 8 Ἰουλίου· δὲν θέλω ν’ ἀνατρέξω εἰς προγενέστερα συμβεβηκότα, εἰς ἀφηγήσεις πράξεων, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν περίοδον καθ’ ἣν ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ παροῦσα καὶ καθ’ ἣν ἐσυζήτει· ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐκάλυψε τὸ διάστημα ἐκεῖνο. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ψῆφός της δὲν ἦτο ψῆφος ἐμπιστοσύνης· ἓξ ψήφους ὑπερέβη τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀφοῦ 14 μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, οὐχὶ διότι εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διότι διεφώνουν πρὸς τὴν ἄλλην ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, τὸ ὑπουργεῖον εἶχε φαινομενικὴν πλειονοψηφίαν 6 ψήφων, εἶχεν ὅμως πραγματικὴν μειονοψηφίαν 8 ψήφων. Μ’ ὅλα ταῦτα συναινῶ νὰ σταματήσω εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀφίνω λοιπὸν τὰ συμβεβηκότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐκάλυψεν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Διατὶ ὅμως ἤρχισε τὸ 1874 ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ φορολογικῶν νόμων; Ἡ πρωτίστη τῶν ὑποχρεώσεων τῆς συνταγματικῆς πολιτείας εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους νὰ ψηφίζωνται καὶ ἀνομολογῶνται ὑπὸ τοῦ ἔθνους— Ὁ πρακτικώτερος σκοπὸς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι οἱ συνεισφέροντες νὰ γνωρίζωσι τί γίνονται τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα συνεισφέρουσι· εἶναι, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἄρχουσιν ἐπὶ ἑνὸς τόπου, νὰ μὴ δύνανται νὰ δαπανῶσιν ἄνευ τῆς συναινέσεως τῶν συνεισφερόντων. Λοιπὸν κατὰ τὸ 1874 ἀφήκαμεν νὰ μᾶς φύγῃ ὁ πρακτικώτερος σκοπὸς τοῦ συνταγματικοῦ βίου; Πῶς εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνώμαλον ταύτην θέσιν; Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀντιῤῥήσεις. Θέλουν μοὶ εἰπεῖ καὶ ἄλλοτε κυβερνήσεις ἐδαπάνησαν ἄνευ προϋπολογισμῶν καὶ φορολογικῶν νόμων, διατὶ αὐτὴ ἡ καταφορὰ κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου;» Ὀφείλω λοιπὸν, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας ἔκαμα, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν προκαταρκτικὴν ταύτην ἀντίῤῥησιν. Καθ’ ὅλον τὸ δεύτερον στάδιον τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς πατρίδος ἡμῶν, οὐδέποτε, Βουλῆς ὑπαρχούσης καὶ Κυβερνήσεως ὑπαρχούσης, δαπάναι ἐγένοντο ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ φόροι εἰσεπράχθησαν ἄνευ φορολογικῶν νόμων. Ἐγένοντο δαπάναι ἄνευ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ 1865, καὶ εἰσεπράχθησαν φόροι διὰ Β. διαταγμάτων, δηλονότι δὲν ὑπῆρχε προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, διότι δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ νὰ τὸν ψηφίσῃ· δὲν ὑπῆρχε, διότι ἔλειπεν· ἔλειπε, διότι ἡ συνέλευσις ἔκλεισε; ἡ δὲ συνέλευσις ἀπερχομένη δὲν εἶχε ψηφίσει προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους. Διατί; διότι δὲν ἔμεινεν ἐν ἀπαρτίᾳ; αὐτὸ εἶναι συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς δὲν βαρύνει ἐμέ. Κατὰ τὸ 1866 ἐψηφίσθησαν καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι πρὸ τοῦ ἔτους, τὴν δὲ 5 Ἰανουαρίου ἐδημοσιεύθησαν. Κατὰ τὸ 1866 δὲν ὑπάρχει ἀνωμαλία. Κατὰ τὸ 1867 πάλιν ἀνωμαλία. Ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν ὑπῆρχον. Ἂς ζητήσωμεν εὐθύνην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου· ἀλλ’ αὕτη θέλει μᾶς ἀπαντήσει ὅτι ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὰ τέλη Δεκεμβρίου, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους πρὸ τοῦ ἔτους. Κατὰ τὸ 1868 δὲν ὑπῆρχον ὡσαύτως ἐψηφισμένοι. Ἂς ζητήσω εὐθύνην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην· ἀλλὰ θέλει μᾶς εἰπεῖ ὅτι δὲν εἶχε προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους, διότι διελύθη ἡ Βουλή. Ὁ λόγος ἰσχυρότατος. Κατὰ τὸ 1869 εἴχομεν καὶ προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους· διότι εἶχον ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1868. Κατὰ τὸ 1870 εἴχομεν, διότι εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ αὐτοὺς κατὰ τὸ 1869· εἴμεθα ἐν πλήρει συνταγματικῇ τάξει. Κατὰ τὸ 1871 δὲν εἴχομεν προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους· ὑπῆρξεν ἀνωμαλία. Διατί; Ἂς ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τοὺς κυβερνήτας τοῦ 1871. Διατὶ κυβερνῆται τοῦ 1871 δὲν ἐφροντίσατε νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τοῦ ἔτους ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι; Ἤλθομεν κατὰ τὰ τέλη τοῦ Δεκεμβρίου, θέλουσι μοὶ ἀπαντήσει. Διατὶ οἱ προκάτοχοί σας δὲν ἐπροσπάθησαν; Ὁ τῆς 8 Ἰουλίου πρωθυπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ὀφείλει νὰ δώσῃ τὸν λόγον καὶ περὶ τούτου. Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς 8 Ἰουλίου ὀφείλει νὰ εἴπῃ, διατί, ἀφοῦ τὸν Ἰούλιον ἦλθεν, ἐνῷ ὤφειλεν ἢ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ὡς μειοψηφῶν ἢ νὰ συγκαλέσῃ αὐτὴν ἵνα ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ἔπραξεν οὐδέτερον τούτων· δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν καὶ ἐκυβέρνησεν ἄνευ βουλῆς· κατέλιπε δὲ τὴν ἐξουσίαν τὸν Δεκέμβριον, μὴ ἀφεὶς καιρὸν νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τοῦ ἔτους ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι. Τὸ 1871 λοιπὸν ἐψηφίσθησαν ἐντὸς τοῦ 1871. Ἦλθε τὸ 1872. Τὸν Ἰούλιον προσεκλήθη ὁ τῆς 8 Ἰουλίου πρωθυπουργὸς εἰς τὰ πράγματα· ἂν συνεμορφοῦτο μὲ τὰς συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις, ἂν διέλυεν ἀμέσως τὴν Βουλήν, ἤθελε συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ τὸν Σεπτέμβριον, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελε ψηφισθῆ πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1873. Ἐκ τούτου ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ 1873 μᾶς κατέλαβεν ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἦλθεν ὁ Ἰούνιος καὶ μόλις ἐψηφίσθησαν. Ἡ ἀνωμαλία κατὰ τὸ 1871 ἠδύνατο ν’ ἀρθῇ, ἂν ὁ κ. Δεληγεώργης ὡς πρωθυπουργὸς τοῦ 1870 ἤθελεν· ἡ ἀνωμαλία κατὰ τὸ 1873 ἠδύνατο ν’ ἀρθῇ, ἂν ὁ κ. Δεληγεώργης ὡς πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1872 ἤθελε. Σκοπῶ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν περὶ τοῦ θορύβου καὶ τοῦ ψυθιρισμοῦ, ἂν αὐτοὶ γίνονται διὰ τὸν ἀγορεύοντα.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι. Στενοχωροῦνται καὶ γίνεται αὐτό.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν διὰ τὸ 1874 ἠδυνάμεθα νὰ ἄρωμεν, καὶ ἠθέλομεν τὴν ἄρει, ἄν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ οὐχὶ τὴν 23 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ τὸν Αὔγουστον, τὸν Σεπτέμβριον, τὸν Ὀκτώβριον, τὸν Νοέμβριον. Ἀλλὰ πῶς νὰ συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ τὸν Ὀκτώβριον, τὸν Νοέμβριον; Κύριοι, δὲν θέλω σταματήσει εἰς ἓν ζήτημα, εἰς μίαν διχογνωμίαν, ἡ ὁποία ἔχει περισσότερον ἀξίαν ἐπιστημονικὴν, ἢ νὰ εἴπω ἀξίαν φιλολογικὴν κατ’ ἐμὲ παρὰ πρακτικήν. Δὲν ἀνησυχῶ, ἐὰν εἷς ἐπιφανὴς καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου καὶ γνωστὸς συγγραφεὺς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ἐὰν ἐφρόνει, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως τὴν ά. Νοεμβρίου, εἶναι ἄνευ σκοποῦ, περιττεύουσα καὶ ματαία· δὲν ἀνησυχῶ, ἐὰν ἐγώ, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ καθηγητοῦ ἐκείνου, φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν παρελάβομεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, καὶ τὴν ὁποίαν οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814 παρέλαβον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου, ἀποτελεῖ τὴν κύρωσιν τῆς ἐντολῆς, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν ἡγεμόνα νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ. Καὶ ἂν ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν τὸν Φεβρουάριον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκαλέσῃ τὸν Νοέμβριον εἰς τακτικὴν Σύνοδον, τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος παρεῖχεν εἰς αὐτοὺς πλήρη εὐκολίαν. Ἔχετε πρώτιστον σκοπὸν, κυριωτάτην ἀποστολὴν νὰ ψηφίζητε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους πρὸ τοῦ ἔτους· ἠδύνασθε νὰ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον; ὠφείλετε νὰ τὸ κάμητε. Δὲν ἐδύνασθε, διότι ἐνομίζετε ὅτι εἶχον δίκαιον οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἦτον ἀπηγορευμένον νὰ συγκαλέσητε αὐτὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον, ἀφοῦ ἔχετε συγκαλέσει αὐτὴν ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου; Ὠφείλετε νὰ συγκαλέσητε αὐτὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον. Ὁ σκοπὸς τοῦ πολιτεύματος ἔπρεπε νὰ ἐκπληρωθῇ, τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας τοῦτο, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ ἀνωμαλία, ν’ ἀρχίσῃ τὸ ἔτος 1874 χωρὶς νὰ ἔχωμεν φορολογικοὺς νόμους καὶ προϋπολογισμὸν, ἐνῷ καὶ Βουλὴ ὑπῆρχε καὶ Κυβέρνησις ὑπῆρχε. Τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἐπὶ τῆς τελευταίας αὐτοκρατορίας τῶν Γάλλων, κατὰ τὸ σύνταγμα τὸ αὐτοκρατορικὸν, τὸ ὁποῖον συνέταξε καὶ ἔθηκεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ τοῦ Γαλλικοῦ ὁ μέγας ἐκεῖνος, κατ’ ἐμὲ, ἡγεμὼν, εἶχεν ἀπογυμνωθῆ ἀπὸ πᾶσαν ἀνάμιξιν εἰς τὴν πολιτικήν. Τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο τὸ εἶχεν ἀποχωρήσει ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· οὐδὲ προσήρχοντο ἐνώπιον αὐτοῦ νὰ ὑποστηρίξωσι νομοσχέδια οἱ ὑπουργοὶ, ἀλλὰ προσήρχοντο οἱ σύμβουλοι τῆς ἐπικρατείας εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν νομοσχεδίων. Αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἐνῷ εἰς τοιαύτην μοῖραν εἶχε τεθῆ, ἐψήφισε πάντοτε πρὸ τοῦ ἐνιαυτοῦ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους· ἡ δὲ Βουλὴ τοῦ ἑλληνικοῦ συντάγματος ἐτέθη εἰς χείρονα μοῖραν τοῦ νομοθετικοῦ τούτου σώματος, καὶ τὸ 1874 ἐπῆλθεν ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ φορολογικῶν νόμων. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ παράλειψις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα λάθους, ἀμελείας, ἀγνοίας τοῦ νόμου; Μὴ ἀδικήσητε τὸν προϊστάμενον τοῦ ὑπουργείου τῆς 8ης Ἰουλίου· οὐδὲ ἄγνοιαν τοῦ νόμου, οὐδὲ ἀμέλειαν, οὐδὲ ἀπροσεξίαν πρέπει νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτόν. Δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ 1873, διότι ἐγνώριζεν ὅτι εἶναι ἐν μειοψηφίᾳ, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι, ἐὰν πράγματι συνήρχετο ἡ Βουλὴ, ἤθελε καταδειχθῆ ἡ μειοψηφία αὐτοῦ, καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἤθελε καλεσθῆ ἡ πλειοψηφία εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Κατὰ δυστυχίαν εἶχε πάντοτε κακὴν τύχην. Ἐκ μειοψηφίας ἐγεννήθη καὶ ἐκυβέρνησεν ἐπὶ μῆνας πέντε ἄνευ Βουλῆς· ἐν μειοψηφίᾳ διατελῶν διέλυσε τὴν Βουλήν· ἐν τῇ συνελθούσῃ Βουλῇ εἶχε πραγματικὴν μειοψηφίαν, καὶ ἐφοβεῖτο τὸ κοινοβούλιον μήπως ἀποδειχθῇ ἡ μειοψηφία του, καὶ τοιουτοτρόπως ἀναγκασθῇ νὰ ἀποχωρήσῃ τῶν πραγμάτων. Εἶχε λοιπὸν συμφέρον νὰ ἀπωθήσῃ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ὅσον ἦτο δυνατὸν βραδύτερον· ἀλλ’ εἶχε προσέτι καὶ ἄλλο συμφέρον ἀκόμη πρακτικώτερον. Ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅσον νεώτερος ἡμῶν εἶναι εἰς τὴν ἡλικίαν, τοσοῦτον δεικνύει, ὅτι δὲν ἀμοιρεῖ γνώσεων πρακτικῶν· εἶχε συμφέρον νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸ διάλειμμα τοῦτο τοῦ χρόνου· ἡ πτῶσίς του ἦτον ὁρατὴ, ὅθεν ἐπέσπευσε τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, διότι παρέστη εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τούτου ἦτο δυνατὸν κἄπως νὰ διαστραφῇ, ἔσπευσε λοιπὸν τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν εἰς Κυβέρνησιν, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ φράσις, μὴ σεβομένην τοὺς νόμους, καί, ὅταν κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του ἔμελλον νὰ τελειώσωσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, τότε καὶ τότε μόνον ἐδημοσίευσε τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή. Ἀδίκημα ἔπραξεν ὁ κύριος Δεληγεώργης εἰς τοὺς νόμους τοῦ τόπου, ἀδίκημα προσέτι καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐξουσίαν, διότι τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς τὴν ἄλλην ἐξουσίαν, τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου κατεβίβασεν ὑπηρέτιδα τῶν πολιτικῶν συμφερόντων του. Ἐκ τούτου συνέβη τὸ περίεργον φαινόμενον, ὑμεῖς οἱ βουλευταὶ νὰ κληθῆτε εἰς σύνοδον μόλις 18 ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου. Εἰς τὰς 7 Ἰανουαρίου ἐδημοσιεύθη τὸ διάταγμα, καὶ εἰς τὰς 23 συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή. Τέλος πάντων συνῆλθε τὸ κοινοβούλιον. Ὑπῆρξαν περιστροφαὶ, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἦτο πραγματικὴ, αἱ δὲ περιστροφαὶ δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβάλωσιν αὐτήν. Συνῆλθε λοιπὸν πρὸ 20 ἡμερῶν, ἐδηλώθη ἡ πλειοψηφία, καὶ ἀφοῦ ἐδηλώθη ἡ πλειοψηφία, τότε τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου σᾶς κατέθηκε τὸν προϋπολογισμόν του. Λυποῦμαι διότι εἶμαι ἠναγκασμένος, καὶ τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἀποτείνω παρατήρησιν πρὸς ἄνθρωπον γέροντα, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἔχω σέβας καὶ διὰ τὰς πολιὰς τρίχας του καὶ διὰ τὴν μακρὰν διάπραξιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ὁ πολιότριχος ἐκεῖνος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος ἡμῶν γνωρίζει καλλίτερον ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παριστᾷ τὸ σχέδιον τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θέλει κυβερνήσει· γνωρίζει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξεικονίζονται αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι, τὸ διοικητικὸν σύστημα τῆς κυβερνήσεως· καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀπήρχετο τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἦλθε νὰ σᾶς εἴπῃ «σταθῆτε, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ κυβερνήσω, ἐὰν ἔμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν.» Δὲν σᾶς φαίνεται ὀλίγον ἄξιον περιεργείας τὸ φαινόμενον τοῦτο; Εἰς ἐμὲ, μὲ ὅλην τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐπιβάλλει τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἔχω ὅταν πρόκειται νὰ μελετήσω δημόσια καὶ πολιτειακὰ πράγματα, ἐμὲ μὲ κατέλαβεν ἱλαρότης, ὅταν εἶδον τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε πέντε μῆνας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κυβερνητικῶν σχεδίων καὶ διοικητικῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος κυβέρνησις εἶχε, ἡ συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1872, ἐκυβέρνησε τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας τοῦ 1873 ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικοῦ νόμου, ἄνευ σχεδίου καὶ συστήματος διοικητικοῦ, ἐκυβέρνησε τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1873 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν ὁποῖον σᾶς εἰσήγαγε, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ψεῦδος ἀπεκάλυψεν ἤδη ἡ ἐφαρμογή του· ὅταν εἶδον τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀπήρχετο τῆς ἐξουσίας, τότε νὰ ζητῇ νὰ περιγράψῃ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἐὰν ἔμελλε νὰ κυβερνήσῃ. Σᾶς βεβαιόνω, ὅτι ἄλλως καταλαμβάνεται ἕκαστος ἀπὸ ἱλαρότητα· ἐὰν δὲ θελήσῃ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἱλαρότητα, εἶναι ἀναγκασμένος νὰ εἴπῃ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται τοιουτρόπως, ἐλησμονήσατε τὸν προϋπολογισμὸν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1873, προσεπαθήσατε ν’ ἀναστείλητε τὰς ἐνεργείας τοῦ κοινοβουλίου, καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ κοινοβούλιον σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς ὑμᾶς, τότε ὑποβάλλετε τὸν προϋπολογισμόν! Διακωμῳδεῖτε τὸ πολίτευμα. Ἡ πολιτεία αὕτη τῶν ὑπουργῶν τῆς 8 Ἰουλίου; δὲν σᾶς φαίνεται ἀξία τῆς προσοχῆς ὑμῶν; Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀνάξιον νὰ ἐξετάσωμεν, διατί δὲν ὑπεβλήθη εἰς ταῖς ἀρχὰς τοῦ ἔτους ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμο; Νομίζετε ματαιοπονίαν νὰ ἐρευνήσητε, ἐὰν ἐγένοντο δαπάναι ἄνευ νόμου καὶ παράνομοι εἰσπράξεις; Καὶ ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὅστις συνυπέγραψε τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν εἰσαγάγομεν, ἐνομίσαμεν ὅτι ὄχι μόνον εἶναι ἄξιον τῆς μελέτης σας νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχετε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεβάλομεν τὴν πρότασιν πρὸς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἐνομίσαμεν ὅτι πρότιστον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐγένοντο παράνομοι δαπάναι καὶ παράνομοι εἰσπράξεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτίστη ἐξειδίκευσις, ὁ πρώτιστος προσδιορισμὸς τῶν ἀντικειμένων, περὶ τὰ ὁποῖα ἡ συστηθησομένη ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ἂν θελήσητε νὰ τὴν συστήσητε, θέλει ἐνασχοληθῆ. Ἀλλ’ ἐὰν προσδιορίζων τὰ ἀντικείμενα, περὶ τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιστραφῇ ἡ ἀνακριτικὴ ἐνέργεια τῆς συστηθησομένης ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἐγκρίνητε τὴν σύστασίν της, ὑπέδειξα ὡς πρῶτον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς προσδιώρισα, λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ μόνον αὐτό· πιστεύω δὲ ὅτι ἡ λύπη μου θέλει ἐκτιμηθῆ ὡς εἰλικρινής. Εἰς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχει σπάνις προσώπων, καὶ δυστυχῶς ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον μας, διότι ὀλίγα ἀριθμεῖ ἔτη ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεώς του, εἶναι ζημία νὰ καταναλίσκωνται καὶ συντρίβωνται οἱ πολιτευόμενοι. Ἡ λύπη μου εἶναι εἰλικρινὴς, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου μὲ φέρει εἰς τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ ἐπιτελέσω τὸ ἔργον τοῦτο σήμερον. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Εἰς δύω περιόδους διαιρεῖται ὁ συνταγματικὸς βίος τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρώτη περίοδος ἦτο ἡ ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας· τὴν περίοδον ἐκείνην διεῖπε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Ἡ δευτέρα περίοδος εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν διανύομεν, καὶ τὴν ὁποίαν διέπει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844 δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ σύνταγμα τοῦ 1864 ἀναγράφει ὡς συνταγματικὸν δικαίωμα τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον οἱ πολῖται δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχωνται εἰς δημοσίους τόπους, ἐν ταῖς πλατείαις καὶ ταῖς ὁδοῖς, νὰ συζητῶσι περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, νὰ σχηματίζωσι φρόνημα καὶ νὰ ἐκφράζωσι τὸ φρόνημά των. Ἡ ἀρχὴ ἠδύνατο, ἐὰν ἤθελε, νὰ τοὺς ἀφήσῃ· ἀλλ’ ἦτο ἁπλῆ ἀνοχὴ αὐτῆς· ἠδύνατο ὅμως νὰ ἀπαγορεύσῃ νὰ συνέρχωνται. Καὶ ἐὰν αἱ συζητήσεις καὶ αἱ συσκέψεις των δὲν ἦσαν εἰμὴ ἁπλαῖ μόνον συζητήσεις καὶ συσκέψεις, ἡ πρᾶξίς των ἦτον ἐλαφρά· ἐὰν ὅμως εἶχον χαρακτῆρα ἄλλον, ἡ ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρίσῃ τὰς συναθροίσεις ὡς ἀξιοποίνους καὶ νὰ τὰς διαλύσῃ· ἐὰν δ’ αἱ συναθροίσεις αὗται ἐσκόπουν νὰ παρεμποδίσωσι τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τῶν τροφίμων, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς βιομηχανίας, νὰ ἀπειλήσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν, νὰ ἐκθέσωσιν εἰς κίνδυνον τὰ ἄτομα, νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ διακωλύσωσι τὴν ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων, νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας καταδίκους καὶ ὑποδίκους, αἱ συσσωματώσεις αὗται ἦσαν στάσεις, καὶ ἡ ἀρχὴ ὤφειλε νὰ διαλύσῃ αὐτὰς διὰ τῆς βίας. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐκυβέρνων, τότε κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς συστάσεως τῆς Βασιλείας, δὲν ἦσαν ἰθαγενεῖς, καὶ τοὺς πλείστους τῶν νόμων, οἵτινες διέπουσιν ἡμᾶς καὶ σήμερον ἔτι, ὀφείλομεν εἰς τὴν σοφίαν καὶ παιδείαν αὐτῶν. Οἱ μὴ ἰθαγενεῖς αὐτοὶ συνέταξαν νόμους, καθ’ οὓς αἱ στασιαστικαὶ αὗται συναθροίσεις ὤφειλον νὰ διαλύωνται, καὶ οἱ οὕτω συνερχόμενοι νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὰ ὄργανα τῆς πολιτείας. Ἐὰν ἐπαρουσιάζοντο τότε στασιαστικαὶ συναθροίσεις, ὤφειλον νὰ προσκαλέσωσι τοὺς συνελθόντας νὰ διαλυθῶσι, νὰ ἀπευθύνωσιν εἰς αὐτοὺς τρεῖς φορὰς πρόσκλησιν διὰ σάλπιγκος καὶ τυμπάνου, καί, ἐὰν μὲν διελύοντο αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι συνῆλθον, εἶχε καλῶς· ἐὰν δὲ δὲν διελύοντο καὶ μετὰ τὰς τρεῖς ταύτας προσκλήσεις, τότε καὶ μόνον τότε ἠδύναντο νὰ μεταχειρισθῶσι τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἀλλ’ οὕτως ὥστε ν’ ἀποφύγωσι πᾶσαν βίαν, καὶ νὰ μὴ κάμωσι χρῆσιν τοῦ ὑλικοῦ καταναγκασμοῦ, εἰμὴ μόνον καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτον ἀνάγκη διὰ νὰ διαλύσωσι τὴν στάσιν. Κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τοῦ συνταγματικοῦ βίου μας ἀνεγράφη τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τώρα τὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, οὐδὲ νὰ σᾶς εἴπω τὸ φρόνημά μου περὶ αὐτοῦ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ συντάγματι. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν κἂν καλῶς ἢ κακῶς ἀνεγράφη. Ἐξ ἐκείνων ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἐσυνηγόρησαν τότε ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, ἐπροτάθησαν τότε πολλοὶ ὑπὲρ αὐτοῦ λόγοι· ἐκ δὲ τῶν λόγων τούτων ἰσχυρὸς μοὶ ἐφάνη ἐκεῖνος, ὅστις παρίστα εἰς τοὺς πληρεξουσίους τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ ἀδιαφορία ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἡ ἀφροντισία, ἡ ἀκηδεία, εἶναι ὁ μέγιστος ἐχθρὸς τῶν φιλελευθέρων πολιτευμάτων· διότι ὁ ἐχθρὸς οὗτος συνειθίζει τὸ ἄτομον εἰς τὸν ἀτομικισμόν, τὸ συνειθίζει νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται περὶ τοῦ πλησίον αὐτοῦ, περὶ τῶν πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ πρὸς τὴν πολιτείαν ἀδικημάτων. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐσυνηγόρουν τότε ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι παρίστων, ὅτι ἡ συνήθεια αὕτη τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἰς τοὺς πολίτας διὰ νὰ μεριμνῶσι περὶ τῶν κοινῶν, εἶναι ἀναγκαία ἰδίως διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπου τὸ κλῖμα τοῦ τόπου συντελεῖ εἰς τὴν χαύνωσιν τοῦ πολίτου, καὶ τὸν καθιστᾷ ἀμέριμνον περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀνεγράφη τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, ἕπεται ὅτι οἱ πολῖται δύνανται νὰ συνέρχωνται ἐν κοινῷ κατὰ τὸ σύνταγμα, δύνανται νὰ συνέρχωνται εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰ δημόσια μέρη, νὰ συζητῶσι περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, νὰ προτείνωσι διαφόρους περὶ αὐτῶν γνώμας, νὰ διατυπόνωσιν ἐπὶ τέλους μίαν γνώμην ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὸ φρόνημα αὐτῶν. Τὸ σύνταγμα ἕνα ἔθηκε περιορισμὸν εἰς τοῦτο· τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς νὰ ἀπαγορεύῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἐκ τῶν προτέρων, ὁσάκις κρίνει ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον· καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν νομίζει ὅτι τὸ συνέρχεσθαι εἶναι ἐπικίνδυνον ἢ ἀπειλεῖ τὴν δημοσίαν τάξιν, τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται μόνον καὶ αὐτὴ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Λοιπὸν ἔχομεν τὰς ἑξῆς περιπτώσεις· ὅταν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νομίζῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἰς ὡρισμένον χρόνον, εἰς ὡρισμένην περίστασιν, ἀπειλεῖ τὴν δημοσίαν τάξιν, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ προκηρύξεως ἀστυνομικῆς νὰ ἀναστείλῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸ δικαίωμα εἴτε δι’ ὡρισμένην ἡμέραν, εἴτε δι’ ὡρισμένον καιρόν, εἴτε ἐν ὡρισμένοις τόποις· ὅταν δὲ δὲν τὸ θεωρῇ ἐπικίνδυνον, τότε δὲν ἀναστέλλει αὐτό, δύναται ὅμως ἡ ἀρχὴ αὕτη νὰ παρίσταται κατὰ τὰς συναθροίσεις ταύτας. Ἐν τῇ συνελεύσει ὅμως ἦτον τοσαύτη δυσπιστία πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, ὅταν ἐπροτάθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ συντάγματος τροπολογία, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ προτεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅτι οἱ πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχωνται «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους,» οἱ ἔνθερμοι ὑποστηρικταὶ τοῦ δικαιώματος τούτου ἀνησύχησαν σφόδρα· μεταξὺ αὐτῶν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος τότε τοῦ Μεσολογγίου, πρὸ ὀλίγου δὲ πρωθυπουργὸς τῆς 8 Ἰουλίου, κατεῖχεν ἐπιφανὲς μέρος, καὶ ἐκοπίασε καὶ ἐμόχθησε καὶ ἠγωνίσθη διὰ νὰ πείσῃ τὴν συνέλευσιν νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην· ἔλεγε μὴν ἐγγράψητε τὸν ὅρον τοῦτον, εἶναι ὅρος ἀκροσφαλὴς, ἠμπορεῖ νὰ παράσχῃ ποτὲ λαβὴν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ περιστείλῃ τὴν χρῆσιν τοῦ συνταγματικοῦ τούτου δικαιώματος. Καὶ ἡ Συνέλευσις ἐπείσθη καὶ δὲν περιέλαβε τὸν ὅρον αὐτόν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα λοιπὸν, οἱ πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχωνται εἰς δημόσια μέρη, νὰ συζητῶσιν ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, νὰ καταρτίζωσι μίαν γνώμην. Καὶ δὲν ἔχουσι μὲν τὸ δικαίωμα τὴν γνώμην αὐτὴν νὰ ἀποπειρῶνται νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ ἄτομα, ἡ δὲ πολιτεία διὰ τοῦ ὀργάνου τοῦ ἀστυνομικοῦ παροῦσα σταματᾷ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, ἐὰν οἱ συνελθόντες παρεκτραπῶσιν εἰς αὐτήν· ἐὰν οἱ συνελθόντες πολῖται θελήσωσι νὰ ἐπιβάλωσι τὸ φρόνημά των εἰς τὴν ἀρχὴν δι’ ἐξωτερικῆς τινὸς πράξεως, πράτουσιν ἔγκλημα, καὶ δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι ποινικῶς καὶ παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι τῆς Πατρίδος. Κατὰ τὴν 11 Δεκεμβρίου λ. ε. φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου συνῆλθον πρὸ τῆς πλατείας τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐνθυμήθησαν τὴν φάλαγκα τοῦ Πανεπιστημίου. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπαναστάσεως, ὁ πρὸ μικροῦ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς 8 Ἰουλίου, ὑπέβαλε θέσπισμα εἰς τὸν πρόεδρον τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τούτου διετάχθη νὰ συσταθῇ φάλαγξ ἐκ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, «ἵνα θεραπεύσῃ τὴν μεγίστην βλάβην τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, ἣν εἶχε καταδικάσει τὸ παρελθὸν νὰ διάγῃ βίον ἀντίθετον πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, καὶ ἐπεβλαβῆ εἰς τὰς σπουδὰς τοῦ μαθητοῦ.»................... Αὗται εἶναι αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Δεληγεώργης ἔγραψεν ὡς δικαιολόγησιν τοῦ θεσπίσματος τούτου. Οἱ μαθηταὶ λοιπὸν τοῦ Πανεπιστημίου ἐνθυμήθησαν τὴν φάλαγγα τοῦ Πανεπιστημίου. Συνῆλθον, συνεζήτουν καὶ συνεσκέπτοντο κατὰ τίνα τρόπον ἠδύναντο νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν φάλαγγα τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅταν πολλοὶ συνέρχωνται ἐπὶ τὸ αὐτὸ, προτείνονται διάφοροι γνῶμαι. Ἡ συζήτησις τῶν γνωμῶν ἤρχισε. Πολλοὶ ἠγόρευσαν, ἕκαστος τὸ ἴδιον φρόνημα ὑποστηρίζων, καὶ εἶχον ἀπολήξει εἰς ἓν συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ κάμωσιν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν νὰ ὑπογράψωσι καὶ ζητήσωσι δι’ αὐτῆς τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου. Καθ’ ἣν ὥραν ἠγόρευον καὶ συνεζήτουν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπεφάσιζον νὰ κάμωσιν ἀναφορὰν καὶ ζητήσωσι τὴν φάλαγγα τοῦ Πανεπιστημίου, τί συνέβη; Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ὡς πολῖται Ἕλληνες ἤσκουν ἓν δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι· εἶχον μίαν αἴτησιν, στηριζομένην ἐπὶ νόμου τοῦ Κράτους, τοῦ θεσπίσματος τοῦ 1862· ἐσκέπτοντο νὰ διατυπώσωσι τὴν αἴτησίν των κατὰ τοὺς νομίμους τύπους δι’ ἀναφορᾶς, κατὰ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος τοῖς ἔδωκε, τοῦ ἀναφέρεσθαι. Οἱ μαθηταὶ λοιπὸν τοῦ Πανεπιστημίου ἤσκουν δικαίωμα συνταγματικὸν, ἐζήτουν ἐκτέλεσιν νόμου, καὶ τὴν ἐζήτουν διὰ νομίμων μέσων. Ἀλλ’ αἴφνης ἐπέδραμον ἐπὶ τῶν μαθητῶν ἔφιπποι χωροφύλακες καὶ κλητῆρες, καὶ κατεδίωξαν εἰς τὰ τέσσαρα μέρη τοῦ κόσμου. Ἐξύβρισαν, ἐπάταξαν καὶ ᾔκισαν οὐ μόνον τοὺς φοιτητὰς ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς παρατυχόντας τῶν πολιτῶν. Τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς ἀνῄρεσαν δικαίωμα συνταγματικὸν, ἐκακοποίησαν πολίτας, καθ’ ὃν χρόνον ἐξήσκουν νόμιμον δικαίωμα. Ἂν τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς δὲν εἶχον ὁδηγίας ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ πολιτευθῶσιν οὕτως, ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τιμωρήσῃ τὰ ὄργανά της. Δὲν τὰ ἐτιμώρησε. Μετὰ δύω ἡμέρας οἱ φοιτηταὶ συνῆλθον αὖθις πρὸ τῆς πλατείας τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχοντες συντεταγμένην τὴν ἀναφορὰν καὶ προκαλοῦντες καὶ τοὺς συναδέλφους των νὰ ὑπογράψωσιν αὐτήν· ἀλλὰ τότε πάλιν ἐπιπίπτουσιν οἱ χωροφύλακες καὶ λόχος εὐζώνων μετὰ τῶν κλητήρων τῆς ἀστυνομίας μετὰ λογχῶν καὶ ξιφῶν, καὶ κατεδίωξαν αὐτούς, καὶ ἐτραυμάτισαν καὶ ᾔκισαν, καὶ παρεστάθη ὀδυνηρὸν δρᾶμα τάξεως κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Μοὶ εἶπον μάλιστα, διότι ἐγὼ δὲν εἴμην αὐτόπτης, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς κόμης ἐσύρθη φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημείου. Καὶ ταῦτα ἐγένοντο πρωθυπουργοῦντος ἐκείνου, ὅστις ἦτον ὁ ἔνθερμος συνήγορος τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, πρωθυπουργοῦντος ἐκείνου ὅστις προεκάλεσε τὸν θεσμὸν τῆς συστάσεως τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημείου. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ εἴπω γνώμην περὶ τοῦ ἂν ὁ νόμος περὶ τῆς συστάσεως τῆς φάλαγγος ἰσχύει· τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸ μέλλον. Χωρίζω τὴν ὑπόθεσιν. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παρελθόν, τὸ μέλλον μένει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφίνω πλήρη τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ φρόνημά της. Ἐπιφυλάσσομαι ἂν ποτὲ νομίσω ὅτι δὲν ἐνήργησε κατὰ τοὺς νόμους νὰ τὴν ἐλέγξω. Τώρα περιορίζομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος, διότι ἐπράχθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον πραχθῆ ἐὰν ἐζῶμεν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1836· ἂν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημείου, οἵτινες εἰσὶ πολῖται, ἰδιῶται ἁπλοῖ δὲν συνήρχοντο δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Συντάγματος, διότι κατὰ τὸ 1836 δὲν ὑπῆρχε Σύνταγμα· ἂν οἱ φοιτηταὶ δὲν ἐζήτουν νόμιμα πράγματα, τὴν ἐκτέλεσιν νόμου περὶ συστάσεως φάλαγγος, διότι τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1836· ἂν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημείου συνήρχοντο κατὰ τὸ 1836 ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Πανεπιστημείου, καὶ ἐζήτουν νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησιν αὐτῶν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐζήτουν νὰ διακωλύσωσι τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τῶν τροφίμων, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἐὰν ἐζήτουν νὰ βλάψωσι τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν συμπολιτῶν των, ἐὰν ἐζήτουν νὰ ἀπειλήσωσι τὰ ἄτομα καὶ ἐκβιάσωσι τὰς ἀρχὰς, ἐὰν ἐζήτουν νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, νὰ ἁρπάσωσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τῆς πολιτείας τοὺς καταδίκους ἢ τοὺς ὑποδίκους· νομίζετε ὅτι ὁ Ῥούτχαρ, ὅστις ἐκυβέρνα τότε, ἤθελε στείλει χωροφύλακας, ἤθελε διατάξει νὰ αἰκίσωσι καὶ κτυπήσωσι τοὺς πολίτας τούτους; Τὸ διάταγμα τοῦ 1836 τῆς 31 Δεκεμβρίου, τὸ ἄρθρον 37 αὐτοῦ διατάσσει τί ἤθελε κάμει ὁ Ῥούτχαρδ, ὁ πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος; Ἤθελε στείλει εἰς τοὺς στασιάζοντας τούτους, καὶ προσκαλέσει αὐτοὺς τρὶς διὰ σάλπιγγος ἢ διὰ τυμπάνου νὰ διαλυθῶσι, καὶ, ἂν δὲν διελύοντο, ἤθελε στείλει στρατιωτικὴν δύναμιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε παραγγείλει νὰ μὴ μετέλθῃ τὴν βίαν, ἐκτὸς ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀναπόφευκτον, καὶ νὰ ἀποφύγῃ πάντα ὑλικὸν καταναγκασμόν. Καὶ κατὰ τὸ 1874, πολιτεύματος ὑπάρχοντος συνταγματικοῦ, καθιεροῦντος ὡς συταγματικὸν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, ὁ Ῥούτχαρδ τῶν χρόνων τούτων ἔρχεται καὶ διαλύει διὰ τῆς βίας, καὶ ἐκβιάζει καὶ αἰκίζει πολίτας, συνελθόντας οὐχὶ διὰ νὰ σασιάσωσιν ἀλλὰ διὰ νὰ ἀσκήσωσι συνταγματικὸν δικαίωμα, οὐχὶ νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῶν νόμων, ἀλλὰ νὰ διατυπώσωσι νόμιμον αἴτησι, οὐχὶ νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτὴν εἰς τὰς ἀρχάς, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτὴν διὰ νομίμου μέσου, δι’ ἀναφορᾶς; Καὶ ὁ σημερινὸς Ῥούτχαρδ, εἶναι ὁ ὑποστηρικτὴς τοῦ δικαιώματος τούτου ἐν τῇ Συνελεύσει, ὁ συγγραφεὺς τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τῆς φάλαγγος; Δὲν νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἀθέτησις τῶν ἄρθρων 9 καὶ 10 τοῦ συντάγματος; Δὲν νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἀναίρεσις δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα τῆς πατρίδος ἡμῶν παρέσχε; Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος τούτου ἐγένετο κατὰ τρόπον βίαιον καὶ βάνδαλον, ὁ ὁποῖος συνεπήγαγε κακώσεις καὶ ἐπίθεσιν κατὰ προσώπων; Τὸ ὀδυνηρὸν ἐκεῖνο δρᾶμα συνεκίνησε τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε παροῦσα, ἀλλ’ ἡ συγκίνησις τῶν κατοίκων διερμηνεύθη διὰ τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς δημοσιότητος. Τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς κυβερνήσεως ἐτήρησεν ἄκραν σιγὴν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ μόλις μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Πανεπιστημείου ὑπῆρχε στάσις, τὴν ὁποίαν προέλαβε καὶ διέλυσεν ἡ δημοσία δύναμις, συλλαβοῦσα τοὺς αὐτουργοὺς καὶ καθείρξασα αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν γνωρίζω ἂν τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου ἐξέφρασε τὴν εὐαρέσκειάν του εἰς τὰ ὄργανα τῆς πολιτείας, τὰ ὁποῖα ἐπρόλαβον τοὺς κινδύνους τῆς στάσεως, διαλύσαντα εὐτόλμως αὐτὴν, καὶ ὑπηρετήσαντα οὕτω τὴν τὴν πατρίδα. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι οἱ συλληφθέντες μαθηταὶ καὶ ἀπαχθέντες εἰς τὰς φυλακὰς ἔμειναν καθειργμένοι τριάκοντα καὶ πλέον ἡμέρας, μετὰ τὰς ὁποίας ἐπῆλθε δικαστικὴ πρᾶξις, ὅτε ἐκήρυξεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Τάχα ἡ φυλάκισις αὐτῶν δὲν ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐπίσις κατὰ τῶν προσώπων των, καὶ φανῇ ὅτι δὲν ἐγένετο ἀθέτησις τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος; Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἂν τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κατάχρησιν τῆς ἀρχῆς, ἣν ἡ ποινικὴ νομοθεσία προβλέπει καὶ τιμωρεῖ; Ἂν δὲ, κύριοι, νομίζω ὅτι ἐν τῇ πολιτείᾳ ταύτῃ τοῦ ὑπουργείου δύναται νὰ ἀποκαλυφθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀθέτησις τῶν διατάξεων τῶν 9 καὶ 10 ἄρθρ. τοῦ συντάγματος, ὅτι ἐγένετο ἐπίθεσις κακὰ προσώπων παράνομος, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τῆς ἀρχῆς, νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον προκαλῶν τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων τούτων διὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας τὴν σύστασιν προτείνω. Αὕτη θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ τῶν ἐσωτερικῶν, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς συγκλήτου, θέλει μελετήσει τὴν δικογραφίαν, θέλει ἐξετάσει τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀντελήφθησαν τῶν γεγονότων, οὕτω δὲ θέλει δυνηθῆ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν ὑπάρχῃ παραβίασις τοῦ συντάγματος καὶ ἂν ὑπῆρξαν σεβαστὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων, ἢ ἂν παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι. Ἰδοὺ τὸ δεύτερον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶχον κατὰ νοῦν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν γίνῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραδεκτή. Μέχρι τοῦδε προσδιώρισα δύω ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Βλέπετε ὅτι εἰς τὸν προσδιορισμὸν ἐτήρησα ὅλας τὰς ἀξιώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι στηρίζουσιν αὐτὰς ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Βλέπετε, ὅτι ἐφείσθην καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐκάλυψε τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργείου. Τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα προσδιώρισα ἀνάγονται εἰς τὸ στάδιον τοῦ χρόνου, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀκάλυπτον ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς ὅμως τῶν δύω τούτων ἀντικειμένων, ἔχω καὶ ἕτερα ἀκόμη, περὶ τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν προσοχήν σας καὶ τὴν μελέτην τοῦ κοινοβουλίου, καὶ τὰ ὁποῖα δεικνύουσιν εἰς τὰ ὄμματά μου ἀθέτησιν νόμων τῆς πολιτείας κατὰ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν συναδέλφων μου, μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πολὺ δὲ μᾶλλον ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὅστις ἔδωκε τὴν ὑπογραφήν του, ἐκ τῆς προτάσεως ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἐπέθηκα καὶ ἐγὼ τὴν ἐμήν, τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὲ διαδεχθῇ ἵνα ὑποδείξῃ τὰ ὑπόλοιπα ἀντικείμενα εἰς τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ συσταθησομένη ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. Ἂν δέ τις ἄλλος ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἤθελε συμπληρώσει κατὰ τοῦτο τὴν ἀγόρευσίν μου σήμερον, ὑπόσχομαι ὅτι θέλω ἐπανέλθειν ἐγὼ, καὶ θέλω ἀπὸ τοῦ βήματος ὑποδείξει καὶ τὰ ὑπόλοιπα ταῦτα ἀντικείμενα. Πρὶν δ’ ἢ καταβῶ τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν καὶ ἑτέρας τινὰς παρατηρήσεις. Ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξέτασιν πράξεων ὑπουργῶν δὲν συνιστᾶται πρώτην φορὰν ἐν Ἑλλάδι. Συνέστη καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1847, κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις καί παρήγαγε πορίσματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτον ὁ μακαρίτης Νικόλαος Πονηρόπουλος, μέλος τῆς τότε Γερουσίας, ἄνθρωπος ἀνήκων εἰς τὴν γεννεὰν τοῦ ἀγῶνος, ὀλίγας καὶ ἀτελεστάτας ἔχων γνώσεις καὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως. Τότε ὑπῆρχε νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεβάλλετο φόρος εἰσαγωγικὸς ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν σιτηρῶν, κανονιζόμενος ἀναλόγως τῶν ἐγχωρίων τιμῶν τοῦ πωλουμένου σίτου, αἵτινες ἀνευρίσκοντο διὰ πρωτοκόλλου συντασσομένου ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ τελώνου καὶ τοῦ δημάρχου. Ὁ μακαρίτης Πονηρόπουλος ἔβλεπεν, ὅτι αἱ τιμαὶ αἱ ἐγχώριαι τοῦ σίτου προσδιωρίζοντο μεγάλαι διὰ τοῦ πρωτοκόλλου, καὶ ὅτι τὰ τέλη τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν προσδιωρίζοντο μικρά. Ἐνόμισεν ὅτι ζημιοῦται τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἀπὸ ζῆλον μέγαν, ἢ ὡς εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ τότε ἀπό ζῆλο; τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με», ἐξέδωκε πρωτόκολλον προσδιορίσας μέσον ὅρον τιμῶν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρωτοκόλλων τὰ ὁποῖα συνέτασσον οἱ δήμαρχοι, οἱ τελῶναι καὶ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ, ἀλλ’ ἐπὶ ἑτέρου τὸ ὁποῖον δυνάμει ἄλλου νόμου συνέτασσον ἄλλαι ἀρχαὶ πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἐγκτητικῶν φόρων. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθε κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὄφελος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, εἰσπραχθεισῶν ὅμως παρανόμως. Τότε εἷς τῶν βουλευτῶν, ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Τήνου, ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καὶ τώρα κάμνει τιμὴν εἰς τὴν Τῆνον νὰ ἀντιπροσωπεύῃ αὐτὴν, ὁποῖος ὅμως ἦτο καὶ μέλος τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου 1872, ὁ κ. Δ. Δρόσος ἐπρότεινε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου τῶν Οἰκονομικῶν. Τί νομίζετε ὅτι ἔκαμεν ὁ μακαρίτης ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Νικόλαος Πονηρόπουλος; Δὲν ἐθορυβήθη, δὲν ἐταράχθη, δὲν ἠγανάκτησε, δὲν ἀπηύθυνεν ἀντεγκλήσεις, δὲν ἐζήτησε τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων ἄλλων προκατόχων ὑπουργῶν. «Θέλετε ἀνακριτὰς, εἶπε; μάλιστα εἰμὶ ἕτοιμος νὰ μὲ ἀνακρίνητε», καὶ τοῦ ὑπουργοῦ μὴ ἀντιλέγοντος, ἐσυστήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐξήτασε μάρτυρας, κατέσχεν ἔγγραφα ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔφερε τὸ πόρισμα τῶν σκέψεών της· εἶτα δὲ ἐσυστήθη ἑτέρα ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἔφερεν ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπρότεινε νὰ κατηγορηθῇ ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ διαφόροις ἐγκλήμασιν, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ ἐπὶ διαφόροις ἀξιοποίνοις πράξεσιν, ἓν δὲ μέλος ἐπρότεινε νὰ μὴ κατηγορηθῇ ὁ ὑπουργός. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταβῶ ἀπὸ τὸ βῆμα, πρὶν ἢ σᾶς δώσω τὴν εὐκαιρίαν, νὰ αἰσθανθῆτε τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθην ὅταν ἀνέγνωσα τὴν ἀπολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ἀναγνώσω περιόδους τινὰς αὐτοῦ. «Ὁλόκληρος ὁ παρελθὼν ἰδιωτικὸς καὶ δημόσιος βίος μου εἶναι ἀποχρῶσα ἐγγύησις τῆς παρούσης καὶ μελλούσης διαγωγῆς μου, καὶ ἱκανὴ ἀπαίτησις πρὸς τοὺς κατηγόρους μου, ὁποιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι. Οὐχ’ ἧττον, κύριοι, δὲν ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ δικαιολογήσω ἢ νὰ ὑπεκκλίνω τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ὡς ὑπουργὸς ἐνήργησα, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ τὴν συνείδησίν μου, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς εὐηρεστήθη νὰ ζητήσῃ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγήν μου. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ὑπουργὸς συνταγματικῆς κυβερνήσεως, ἀναδέχομαι ἀσμένως ἅπασαν τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ὡς ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως ἐνήργησα εἴτε μόνος εἴτε μετὰ τῶν συναδέλφων μου.» Ἡ ἁπλότης καὶ ἡ εἰλικρίνεια μὲ τὴν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἀγῶνος ὁμιλεῖ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποίαν ὑπετάχθη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος του, εἶναι ἀνάμνησις ἡ ὁποία μὲ συγκινεῖ, διότι μοὶ ἐνθυμίζει ὅτι οἱ πατέρες μας, ὅταν συνήρχοντο ἐν Ἐπιδαύρῳ, εἰς κρισίμους καιρούς, καὶ ἐψήφιζον τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς, εἶχον καὶ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν γεναιότητα καὶ τὴν αὐταπάρνησιν νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὸ ψήφισμά των ἐκεῖνο. Δὲν ἐδυσφόρουν ὅταν ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος ἀπέβαινε πρὸς βλάβην αὐτῶν, ἢ τῶν συμφερόντων των, ἤξευρον νὰ θυσιάζωσιν ὑπὲρ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος καὶ τὴν ὑπόληψίν των καὶ τὰ συμφέροντά των, διότι πρὸ τούτου εἶχον μάθει νὰ λησμονήσωσιν ἑαυτοὺς ὅταν ἐκίνησαν τὸν ἀγῶνα, διότι πρὸ τούτου ἔμαθον κατὰ τὸν ἀγῶνα νὰ θυσιάζωσι καὶ τὰς περιουσίας των καὶ τὰς ὑπάρξεις των. Μὲ συνεκίνησε, κύριοι, ἡ ἀνάμνησις τῶν χρόνων ἐκείνων· διότι προχθές, ὅτε πρώτην φορὰν ἐπροτάθη ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ δυσφορία καὶ ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, αἱ αἰτιάσεις αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν καθ’ ἡμῶν, αἱ ἰδιότητες τοῦ ἀνάνδρου δὲν ἔπρεπε νὰ προέλθωσιν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι χθὲς διεῖπον τὰ δημόσια πράγματα· ἔπρεπε νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τοὺς νόμους ἀφ’ οὗ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσωσι νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτούς. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα, κύριοι, μετὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών της ἡ Κυβέρνησις τῆς 8ης Ἰουλίου, εἶναι κατὰ τοὺς συνταγματιολόγους εἷς τῶν ἐλαφροτέρων καὶ ἠπιωτέρων τρόπων. Οἱ συνταγματιολόγοι, ἄνθρωποι σοφώτεροι ἡμῶν καὶ πρακτικώτεροι, οἵτινες διὰ τῶν συγγραμμάτων των ἔκαμον γνωστὸν τὸ ὄνομά των καὶ ἐσχημάτισαν τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην τῶν ἄλλων, λέγουσιν ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ ζητημάτων ἐμπιστοσύνης εἶναι μέτρον αὐστηρότερον καὶ τραχύτερον ἀπὸ τὸ μέτρον τῆς ἐξετάσεως τῶν πράξεων τῶν ὑπουργῶν καὶ τῆς συστάσεως ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν πρὸς διαφώτισιν τοῦ κοινοβουλίου. Ὑπάρχει μάλιστα μία σχολὴ πολιτικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἡγεμόνος, τοῦ νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπουργούς, εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον· ἀρκεῖ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ ἐκεῖνος ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐτέθη, ἐγένετο ὑπουργός· εἰς τὴν σχολὴν ταύτην ἤκουσα ὅτι ἀνήκει καὶ ὁ πρωθυπουργὸς τῆς 8ης Ἰουλίου, διότι τοῦτο τὸ δόγμα ἀνεκήρυξε προχθές. Ἡ σχολὴ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅταν προτείνωνται ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκφράζει διὰ τῆς δυσπιστίας της πρὸς τὸ ὑπουργεῖον οὐ μόνον φρόνημα σκοτεινὸν καὶ οὐχὶ διαπεφωτισμένον, φρόνημα αὐθαίρετον καὶ διαμορφωθὲν ἀπὸ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸ ἐκφράζουσιν, οὐχὶ μόνον φρόνημα τὸ ὁποῖον δὲν φέρει τὴν αἰτιολογίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ φρόνημα ἐφαπτόμενον τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τοῦ ἡγεμόνος νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπουργούς· ἐνδέχεται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ψηφοφοροῦσι καὶ ἀρνοῦνται τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔχωσιν ἐν τῇ συνειδήσει των ὅλην τὴν αἰτιολογίαν τῆς ψήφου των, ἀλλ’ ἡ ψῆφός των δὲν παριστᾷ αὐτὴν εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον. Διὰ τοῦτο πολλοὶ τῶν συνταγματιολόγων θεωροῦσι τὴν ἔκφρασιν τῆς δυσπιστίας πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς αὐθαίρετον καὶ σκοτεινήν· ἐκεῖνοι δ’ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν σχολὴν τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς 8ης Ἰουλίου, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργοὺς, δύνανται μάλιστα νὰ εἴπωσι κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουσι πρὸς τὴν κυβέρνησιν τὴν δυσπιστίαν των, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ κοινοβούλιον κἄπως περιορίζει τὴν ἄσκησιν τοῦ ἀπολύτου ἐκείνου δικαιώματος, κἄπως, ἐκφράζον δυσπιστίαν πρὸς τοὺς ὑπουργούς, ἐκβιάζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἡγεμόνος πρὸς παῦσιν τῶν ὑπαρχόντων, ἢ ἐκβιάζει τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν διαδόχων των. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ συνιστᾶν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἔχει κανὲν ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν. Δὲν ἀποτελεῖ κατηγορίαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ προκαλεῖ τὸ κοινοβούλιον εἰς ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς των. Τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ ἢ μὴ, ἀνήκει εἰς ἕτερον στάδιον, εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ, παραδεχομένη τὴν σύστασιν τῶν ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν, ἀκούσῃ τὰ πορίσματα τῶν ἐξετάσεων αὐτῶν, καὶ, διαφωτισθεῖσα ἐκ τῆς συστάσεως τῶν ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν καὶ γενομένης παρ’ αὐτῶν ἐξετάσεως τῶν πράξεων τῶν ὑπουργῶν προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἂν πρέπῃ ἢ οὐ νὰ κατηγορήσῃ αὐτούς. Δὲν δύναται δὲ νὰ κατηγορήσῃ ὑπουργὸν ἂν αἱ ἀνακρίσεις ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν παρέβη τὸν νόμον καὶ δὲν περιέπεσεν εἰς πράξεις τὰς ὁποίας τιμωροῦσιν οἱ ποινικοὶ νόμοι. Τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦ συνιστᾶν ἀνακριτικὰς ἐπιτροπὰς, εἶναι καταλληλότερον, εἶναι ὁμαλώτερον καὶ ἀληθέστερον τοῦ συστήματος τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ ἐκφράζειν ἐμπιστοσύνην ἢ δυσπιστίαν. Ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν ἐπιφανοῦς δημοσιολόγου τοῦ Benjamin Constant, ὅστις περὶ τοῦ συστήματος τούτου λέγει «il vaut mieux qn'ils soient quelquefois accusés légérement peut-être, que s'ils étaient exposés à chaque instant à une déclaration vague, contre laquelle il serait plus difficile de les garantir. C'est un grand argument dans la bouche des defenseurs d'un ministre que ce simple mot, accusez le». Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, κύριοι, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἔῤῥυθμον καὶ κανονικὴν λειτουργίαν, τῆς ὁποίας τὰ πορίσματα εἶναι ἀληθῆ καὶ σαφῆ, ἐφ’ ὅσον ἡ λειτουργία εἶναι ἔῤῥυθμος καὶ κανονική. Θέλετε ἰδεῖ ὑπουργοὺς συχνότατα καταγγελλομένους, θέλετε ἰδεῖ ὑπουργοὺς ὀλιγώτερον συχνὰ κατηγορουμένους, θέλετε ἰδεῖ ὑπουργοὺς σπανιώτερον καταδικαζομένους, θέλετε ἰδεῖ ὑπουργοὺς μηδέποτε τιμωρουμένους. Δὲν ὑπάρχουσι συνήθη τὰ παραδείγματα τῆς τιμωρίας τῶν ὑπουργῶν, ὑπάρχουσι συνηθέστερα τὰ παραδείγματα τῆς κατηγορίας τῶν ὑπουργῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τὸ ὁποῖον τὸ σύνταγμα προσδιώρισεν, ὑπάρχουσι μᾶλλον συνήθη τὰ παραδείγματα τῆς ἀνακρίσεως τῶν ὑπουργῶν, συνηθέστατα δὲ τὰ τῆς καταγγελίας αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Μὴ πλάττῃ λοιπὸν ἡ φαντασία σας, ὅτι, προβαίνοντες εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς προτάσεως, ὅτι, προβαίνοντες εἰς τὴν ἀνάκρισιν πράξεων ὑπουργικῶν, πράττετε πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὴν τάξιν τῆς πολιτείας. Πεισθῆτε ὅτι πράττετε πρᾶξιν ὁμαλὴν καὶ ἔῤῥυθμον, ὁμαλωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλατε πράξει, ἂν ἐλέγετε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης σας. (Χειροκροτήματ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπομάθητε τὴν τακτικὴν αὐτήν; Ὁ κ. Χαλικιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§26ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου καὶ οὐχὶ ὑμῶν. Θέλετε ἀπὸ τὴν θέσιν σας, κ. Χαλικιόπουλε;
§28ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούεται.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χαλικιόπουλε οἱ στενογράφοι δὲν σᾶς ἀκούουν ἀπὸ τὴν θέσιν σας.
§30ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μ’ ἀφήσετε ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ ὁμιλήσω· δύω λέξεις θὰ εἴπω.
§31Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις εἶναι σπουδαία καὶ πρέπει ν’ ἀκούωμεν ὅλοι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπῃ.
§33ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων εἶναι ἰδικόν μου δικαίωμα. Ὁμιλήσατε ἀπὸ τῆς θέσεώς σας, κ. Χαλικιόπουλε.
§35ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ὑπὸ τοῦ ἐκ Γορτυνίας κ. Θ. Δηλιγιάννη. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἠγόρευσεν. Δὲν θὰ ἀναφέρω ἐπὶ τοῦ παρόντος μίαν παρατήρησιν οὐσιώδη, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάττομαι νὰ κάμω κατόπιν· ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰδίκευσε τὰ ἀντικείμενα τῶν αἰτιάσεων, ὁ δὲ κ. Λομβάρδος εἶπεν ὅτι ἔχει νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλας. Δὲν εἶναι λοιπὸν τακτικώτερον νὰ περιμένω νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ κατόπιν ν’ ἀγορεύσω;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω τώρα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπιφυλάττομαι.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θέλει μοὶ σταθῆ δύσκολον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη καί τοι ὡς εἰκὸς διὰ πολλοῦ χρόνου ἐπεξεργασμένην καὶ μεμελετημένην.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§43ΤΙΝΕΣ. Εἶναι παρὰ πολλοί.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶσθε πολλοὶ, εἶναι συμφέρον ὑμῶν νὰ ἐξέλθετε, διότι εἶναι κίνδυνος, ἢ ἀσφυξία νὰ ἐπέλθῃ ἢ νὰ καταῤῥεύσῃ τὸ ἀκροατήριον.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ καὶ δύσκολον, κύριοι, ἐὰν ἦτον, ὤφειλον, παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν, νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ παρῃτήθη, ἀπηύθυνε, καὶ νὰ μὴ ἀφήσω κἀνένα νὰ ὑποθέσῃ ὅτι διὰ τῆς ὁμιλίας του ἐδυσκόλευτε τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἀποτελοῦντος ἤδη τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Δηλιγιάννη δὲν ἦτον ἄμοιρος ἰδεῶν, ἦτον ὅμως παντελῶς ἔρημος ἀληθείας. Ἀγνοῶ τὴν αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἐξελέξατο τὴν πορείαν καὶ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ βεβαίως αἰτία δὲν εἶναι, ἣν ἀνέφερε, τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ἔπαθεν ὁ τόπος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, οὔτε αἱ ἐπιβολαὶ αἱ παρ’ ἡμῶν κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων προελθοῦσαι. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτον εἶχε τὸν σκοπὸν, ἐὰν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν εἶναι πεπλανημένος, ἂς μάθῃ ὅτι οὔτε ὁ τόπος, οὔτε οἱ νόμοι, οὔτε τὰ συντάγματα ὠφελοῦνται ἐκ τῆς διαστροφῆς τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἰδεῶν. Ἡ ἀνακρίβεια τῶν λόγων του παρετηρήθη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Εἶπεν, ἐνῷ εἶσθε παρόντες ἀψευδεῖς μάρτυρες, ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐξελέξατο τὸν κ. Ζαΐμην ὡς πρόεδρον, ἐγὼ ἐξύβρισα καὶ προσέβαλον τὴν πλειοψηφίαν ταύτην ὡς σύστασιν βουλευτῶν πρὸς ἁρπαγὴν τῆς ἐξουσίας. Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, κύριοι, ὅτε παρ’ αὐτοῦ ἢ παρ’ ἄλλου τινὸς ἐδόθη ἐξήγησις καὶ ἑρμηνεία περὶ τῆς σημασίας τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, ἐγὼ ἀναστὰς εἶπον· «πολιτευόμεθα πρὸ χρόνων ἐν τῷ συνταγματικῷ βίῳ καὶ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἑρμηνεύσωσιν οἱ ἄλλοι πρὸς ἡμᾶς ὁποίαν σημασίαν ἔχει ἡ πρὸ μικροῦ τελεσθεῖσα ψηφοφορία.» Καὶ οὐδεὶς ἐπλανήθη περὶ τὴν σημασίαν τῶν λόγων μου· πάντες ἐνόησαν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, μετὰ τὴν ἧτταν ἣν ὑπέστη, ἐσκόπει ν’ ἀποσυρθῇ τῆς ἐξουσίας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Μὰ, κύριοι, θὰ μᾶς ἀφήσετε νὰ ἡσυχάσωμεν; Πρέπει νὰ ἐξέλθωσι μερικοί.
§47Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ καθήσουν τοὐλάχιστον κάτω.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέῤῥευσαν τόσοι πολλοὶ, ὥστε οὔτε καθήμενοι, οὔτε ὄρθιοι χωροῦν. Ὑπάρχει καὶ κίνδυνος...
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅτε δὲ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς πλειοψηφίας προσέτριβε συγχρόνως μῶμον εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τοὺς φίλους οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπεστήριξαν, τότε μόνον ἠναγκάσθην νὰ ἀπαντήσω ὅτι ἡ πλειοψηφία περιέχει δύναμιν κοινοβουλευτικὴν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα μᾶς εἶναι γνωστὰ, τῆς ὁποίας ἡ ἐπιῤῥοὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων εἶναι γνωστή. Ἀλλ’ ἡ ἀξία, εἶπον ἐν γένει ὁμιλῶν, δὲν παρακολουθεῖ ἀποκλειστικῶς τὰς πλειοψηφίας, διότι καὶ αἱ πλειοψηφίαι καὶ αἱ μειοψηφίαι κρίνονται ἐκ τῶν πράξεών των, ἐκ τῶν ἰδεῶν των, ἐκ τοῦ βίου των, καὶ ἄλλοτε ἡ ἀξία παρακολουθεῖ τὰς πλειοψηφίας, ἄλλοτε ἡ ἀξία παρακολουθεῖ τὰς μειοψηφίας· οἱ δὲ λόγοι μου οὗτοι ἔπρεπε νὰ εὐχαριστήσωσι τοὺς πάντας, διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ εὑρίσκεσθε, ἔχετε σταθερὰν τὴν ἀπόφασιν νὰ ἦσθε πάντοτε πλειοψηφία. Πότε εἶσθε πλειοψηφία, πότε εἶσθε μειονοψηφία. Ὁ δὲ λόγος μου ἦτον ἀμερόληπτος, ὅσον ἦτο καὶ ἀληθής. (Ἀνησυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§50ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Πταίετε σεῖς, κύριε πρόεδρε, διότι δὲν λαμβάνετε ὅλα τὰ μέτρα. (Θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἴπατε; Τί μέτρον θέλετε νὰ λάβω;
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἀγνοῶ τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία ὠθεῖ τὸν κ. Δηλιγιάννην εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, οὔτε πιστεύω....
§53ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις, κύριε πρόεδρε, αὐτή.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μένει παρὰ ἓν μέσον, νὰ κενώσωμεν τὸ ἀκροατήριον.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί νὰ γείνῃ; Ὄχι τοῦτο, ὄχι ἐκεῖνο. Ἐν τοσούτῳ θέλετε νὰ ἐπαναφέρω τὴν τάξιν, καὶ διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη τινὲς νὰ ἐξέλθουν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὅπου δὲν χωροῦσι παρὰ 100 νὰ χωρέσουν 300; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκκενωθῇ καὶ νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡσυχία; Πρέπει νὰ ἐξέλθουν μερικοί.
§57ΤΙΝΕΣ. Μὰ ποῖοι νὰ ἐξέλθουν;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθω ἐγώ; (ἱλαρότης). Παρακαλῶ τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ὑπάγῃ νὰ παρακαλέσῃ τινὰς νὰ ἐξέλθουν.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐξ ἐμπαθείας προσωπικῆς παραφερόμενος, φέρεται ὅπως φέρεται πρὸς τὸ πρὸ μικροῦ παραιτηθὲν ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀφορμὴν προσωπικῆς ἐμπαθείας. Ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ εἰσῆλθε τὸ δεύτερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἅπαξ μόνον, ὑπουργὸς ὢν, εἶχεν εἰσέλθει κατὰ τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου καὶ ἐντεῦθεν. Ὅτε ἡ ἐκλογή του ἐφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐξέλεγξιν, τὴν γνώμην μου ἐσχημάτισα ἐκ τῆς ἀμερολήπτου ἐκθέσεως τοῦ νομάρχου Τριπόλεως, ἐν ᾗ εὗρον τί ὑπῆρχεν ὑπὲρ καὶ τί ὑπῆρχε κατὰ, καὶ πρὸς τοὺς φίλους μου συνηγόρησα ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ μας συμφέροντος, καὶ ἠδυνάμεθα, μιμούμενοι ἄλλους καὶ ἄλλας περιστάσεις καὶ ἐπικυροῦντες τὴν ἐκλογὴν, νὰ ἔχωμεν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ ἐπαρκοῦσαν δύναμιν ἵνα στερεωθῶμεν ἑδραιότερον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ εἶπον πρὸς αὐτοὺς, «τὸ σέβας ἡμῶν πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρξωμεν συνήγοροι τῆς ἀκυρώσεως.» Ὅτε ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ δισταγμούς τινας ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς του. Ἡ Κυβέρνησις τὸν προεκάλεσε παρευθὺς νὰ ἐξηγηθῇ, καὶ, αὐτοῦ σιωπῶντος, ἤρχισεν αὕτη τὴν ἀπολογίαν της περὶ τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του προκληθέντες πάλιν παρὰ τῆς κυβερνήσεως νὰ ἐκθέσωσιν ὅσα μετὰ τοσούτου στόμφου ἔρχεται σήμερον λέγων, «ἐπολεμήσαμεν στῆθος πρὸς στῆθος πρὸς τὴν κυβέρνησιν», προκληθέντες, λέγω, νὰ τὰ ἐξηγήσωσιν, ἐσιώπησαν· καὶ οὐ μόνον ἐσιώπησαν, ἀλλὰ ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς εἶπον, «οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἴσως ὄργανά τινα τῆς κυβερνήσεως ἀφ’ ἑαυτῶν παρεξετράπησαν.» Καὶ εἰς τοῦτο ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν μᾶς ἐδόθησαν. Κἀνὲν συμφέρον ὅμως, κύριοι, δὲν ἔχω ν’ ἀνιχνεύσω τὰς αἰτίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας κινεῖται ἡ ψυχὴ τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ τῶν ἀντιπάλων μου· δὲν ὁμιλῶ εἰς αὐτοὺς, ὁμιλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλο συμφέρον εἰμὴ νὰ μάθῃ τὴν ἀπολογίαν καὶ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ῥητὰς αἰτιάσεις, ἃς τυχὸν βουλευτής τις ἤθελεν ἐκθέσει ἐνώπιόν της. Τὰ πάθη καὶ τὰ αἰσθήματα εἶναι ἰδιοκτησία ἑκάστου, καὶ κατ’ αὐτὰ ἕκαστος δύναται νὰ κρίνῃ αὐτόν. Ἐγὼ οὔτε ὠφέλειαν ἐκ τοῦ συστήματος τῆς ἐρεύνης τῶν ἀλλοτρίων παθῶν, ὅπερ δὲν θέλω ν’ ἀκολουθήσω, προσδοκῶ, οὔτε βλάβην, οὔτε ζημίαν αἰσθάνομαι τὴν ἐλαχίστην. Κατέκρινε καὶ ἔπλασε διὰ τῆς φαντασίας του ἓν πρόγραμμα, ὠθῶν τὴν τόλμην καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον τοῦ ἀντιπάλου πέραν παντὸς ὁρίου, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔνθεν τῆς 8ης Ἰουλίου διέγραψεν ἀπὸ τὸ πρόγραμμά του τὴν Βουλήν. Εἶναι εἰς ἕκαστον ἐπιτετραμμένον ἔξω τῆς Βουλῆς καὶ κρυπτόμενον ἴσως ὑπὸ τὸ ὄνομα ἑτέρου νὰ διαδίδῃ ἰδέας καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνυποστάτους, νὰ φαρμακόνῃ τὸν κάλαμόν του καὶ νὰ διαστρέφῃ καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων· ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὀφείλει ἕκαστος νὰ σέβεται τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀλήθειαν, διότι τότε μόνον σέβεται τὸ Σῶμα. Διὰ τίνος ἐγγράφου μας, προκαλῶ τὸν κ. βουλευτὴν, καὶ διὰ τίνος πράξεώς μας ἀπεδείξαμεν αὐτὴν τὴν ἀσέβειαν;
§60ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐπερίμενα βεβαίως τὴν στιγμὴν αὐτὴν ν’ ἀκούσω παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη τὴν ὁμολογίαν, ἣν ἠκούσαμεν παρ’ ὅλου τοῦ ἔθνους, ὅτι ἐὰν καὶ ἄλλοι πρὸ ἡμῶν καὶ ἡμεῖς κατεβάλομεν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ὕπαρξιν εἰλικρινοῦς ἀντιπροσωπείας τοῦ τόπου. Ἡ ἀντιπροσωπεία αὕτη εἶναι ἡ Βουλή· μετὰ τῆς Βουλῆς συνεπράξαμεν, τὴν Βουλὴν ἐτιμήσαμεν, καὶ πρὸς τὰς ἀποφάνσεις αὐτῆς συνεμορφώθημεν πάντοτε. Ἐννοῶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, διότι μένουσιν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, φρονοῦσιν ὅτι αὕτη τοῖς ἡρπάγη καὶ διὰ τοῦτο παραφερομένους καὶ παραμορφοῦντας καὶ διαστρέφοντας. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον ν’ ἀποστρέφῃ τὸ πρόσωπόν της ἀπὸ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς καὶ τακτικῆς.
§62Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κάμνω μίαν δήλωσιν εἰς τὸν κ. πρόεδρον, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως καὶ θέλω τὸν ἀκολουθήσει.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ παρετήρησα, ἄλλως, ἤθελα τῷ κάμει τὴν παρατήρησιν. Καλὸν εἶναι νὰ ἀποφεύγωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν προσωπικοὺς ὑπαινιγμούς.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ πῶς, κύριοι, νὰ μὴ ἀπορήσω διὰ τὸ παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ῥηθὲν, ὅτι ἐξωστρακίσαμεν ἐκ τοῦ προγράμματός μας τὴν Βουλήν, ὅτε καὶ αὐτὴν τὴν διαγωγήν μας κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀπεθέσαμεν τὴν ἐξουσίαν, οὕτω παρεμόρφωσεν; Τί ἐπράξαμεν, κύριοι; Μόλις εἴδομεν ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι μεθ’ ἡμῶν, εἰ καὶ ἐπρόκειτο περὶ πράξεως, ἡ ὁποία καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ ἐχρησίμευεν ὡς ἀφορμὴ ἀποχωρήσεως τῶν κυβερνήσεων, μόλα ταῦτα ἡμεῖς ἀπεχωρήσαμεν παρευθύς. Ἡ ψηφοφορία ἦτο μυστική· τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔθεσεν ὡς ὑποψήφιον, εἶχε μεγίστην τὴν ἀξίαν. Ἡ πλειοψηφία ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ κατά τι ἀβεβαία. Ὑπῆρχεν ἓν ἄλλο πλεονέκτημα. Κλείοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τῆς ψηφοφορίας, ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὰς πράξεις μας μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἤθελον δυνηθῆ οἱ ἐναντίοι νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν ὅτι ἐπολιτεύθημεν κακῶς· ἤθελον καὶ ἄκοντες ἀναγκασθῆ νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι ἡ διάβασίς μας ἀφῆκεν ἴχνη καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ εἰς τὸν τόπον (θόρυβος δεξιά).
§65ΜΑΚΡΗΣ. Εὖγε! μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριε Μακρῆ, σᾶς παρακαλῶ.
§67ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε.... (θόρυβος).
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, ὠφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς βάσεις τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος. Ὅταν σχηματίζεται ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ συντρέξῃ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὑπουργεῖον χρεωστεῖ νὰ ἀποχωρήσῃ, καὶ οὕτω γίνεται πάντοτε· τὸ αὐτὸ ἐπράξαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην κατεθέσατε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἀσέβειαν, εἶπεν ὁ προλαλήσας. Παρεμόρφωσεν ἐπὶ τοσοῦτον μίαν πρᾶξιν προνοίας, μίαν πρᾶξιν ἣν δυνάμεθα σήμερον νὰ φέρωμεν πρὸς ἀπολογίαν μας κατὰ τῶν αἰτιάσεων, ἃς ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἐκτοξεύει! Μᾶς εἶπον, συνεκαλέσατε βραδέως τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ἔχετε τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1874 ἕτοιμον καὶ ἐψηφισμένον. Ἡ ἀπάντησίς μας εἶναι πρόχειρος καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ θριαμβευτική. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους πρέπει νὰ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς βουλευτικῆς συνόδου, ἥτις προηγεῖται τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους τούτου· ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος μᾶς ἀπεμάκρυναν πρὸ καιροῦ ἀπὸ τοῦ κανόνος τούτου. Τῷ 1871, τῷ 1872, τῷ 1873, καὶ ἐπίσης πρὸ τοῦ 1868 μέχρι τοῦ 1865 δὲν ἐψηφίσθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Μόνον ὅτε παρενέπεσε τὸ 1868, τότε ὅτε ἡ κυβέρνησις μᾶς εἶπεν ὅτι ἀναλαμβάνομεν τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, τότε μόνον ἡ Βουλὴ συγκατετέθη καὶ ἐψήφισε δύω προϋπολογισμοὺς τὸ αὐτὸ ἔτος· καὶ εἰς ἐκείνην τὴν ψήφισιν δύω προϋπολογισμῶν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὀφείλεται ἡ ὁμαλότης κατὰ τὸ ἑπόμενον καὶ τὸ παρεπόμενον ἔτος. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 1871–1873 ἐπανήλθομεν πάλιν εἰς τὰ αὐτά. Καὶ ὅτε ἔληξεν ἡ σύνοδος κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1873, ἡ κυβέρνησις εἶχεν ἕνα μόνον προϋπολογισμὸν, τὸν τῆς χρήσεως ἐκείνης. Ὁ κατήγορος μᾶς εἶπεν, ἐὰν δὲν ἔπρεπεν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους νὰ καλέσητε δύω τακτικάς, ὠφείλατε τοὐλάχιστον νὰ καλέσητε ἔκτακτον σύνοδον διὰ νὰ ψηφίσετε τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι, κύριοι, ἀντισυνταγματικὸν, ἀντιβαῖνον ἂν ὄχι εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι εἰσὶν αἱ κατ’ ἐξοχὴν τακτικαὶ ἐργασίαι τοῦ κοινοβουλίου· εἰς ἔκτακτον δὲ σύνοδον καλεῖται ἡ Βουλὴ δι’ ἀντικείμενα ἔκτακτα. Ἀλλ’ οὔτε τοῦτο, κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν· οὔτε ἔκτακτον σύνοδον, οὔτε τακτικὴν ἠδυνάμεθα νὰ καλέσωμεν πρὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνεκαλέσαμεν τὴν τακτικήν. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν παρενέπιπτον αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐνηργήσαμεν ἐξ ἐπίτηδες εἰς τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐνεργήσαμεν αὐτὰς, ἢ ἂν ὠφείλομεν νὰ τὰς ἐνεργήσωμεν καὶ δὲν ἠδυνάμεθα οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἄλλος ἀνθ’ ἡμῶν νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὰς εἰς ἄλλην ἐποχὴν, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τοὺς νόμους τοῦ κράτους. Ὑπάρχει νόμος παρ’ ἡμῖν λέγων, «ὅτι ἐλθούσης τῆς ἡμέρας μετὰ τετραετίαν καθ’ ἣν δημοτική τις ἀρχὴ ἐγκατεστάθη ἔν τινι δήμῳ, ἡ ἐξουσία τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ταύτης παύει αὐτοδικαίως καὶ πᾶσα πρᾶξις αὐτῆς εἶναι ἄκυρος καὶ ἀνίσχυρος.» Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ὧν τὴν ἐκλογὴν ἐνήργησεν ὁ νῦν ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1870, ἤρχισαν νὰ ἐγκαθίστανται ἀπὸ τῆς 7ης Ἀπριλίου. Ἐντὸς δὲ τοῦ Ἀπριλίου 93 δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐγκατεστάθησαν. Τὸ χρέος τῆς κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς οὕτως ἐγκαίρως, ὥστε οὐδεὶς δῆμος νὰ μείνῃ ἔρημος δημοτικῆς ἀρχῆς, διότι οὔτε ὑπάρχει νόμος, ὅστις νὰ διατάττῃ τί γίνεται παυσάσης τῆς περιόδου τῆς ἐξουσίας τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων καὶ ἐλθούσης τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ ἐξουσία αὐτῶν αὐτοδικαίως παύει. Ἐὰν ἀριθμήσητε, κύριοι, τὰς προθεσμίας τοῦ νόμου καὶ τὰς ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἀνάγκης καὶ ἀπολύτως πρέπει νὰ φυλαχθῶσιν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, θέλετε εὕρει ὅτι αἱ ἡμέραι αὗται εἶναι 96· αἱ ἐκλογαὶ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γείνωσι τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς πρώτης δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ κράτους· αἱ δὲ πρῶται δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐγκατεστάθησαν, ὡς προεῖπον, τὴν 7ην Ἀπριλίου· ἄρα αἱ ἐκλογαὶ ἔπρεπε τὸ βραδύτερον ν’ ἀρχίσωσι τὴν 7ην Ἰανουαρίου. Καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν, κύριοι· ἀντὶ 95 ἡμερῶν προσδιορίσαμεν 93 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς πρώτης δημοτικῆς ἀρχῆς εἰς Σύρον, εἰς Μύκωνον κτλ. καὶ μὲ ταύτην τὴν πρόνοιαν προσδιωρίσαμεν τὴν ἡμέραν τῆς τῶν ἐκλογῶν ἐνάρξεως. Ἀρξαμένων τῶν ἐκλογῶν τὴν 4 Ἰανουαρίου, σᾶς ἐρωτῶ, πότε, κύριοι, ἦτο εὔλογον νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν; Ἠδυνάμεθα νὰ τὴν συγκαλέσωμεν καὶ πρὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν συνεκαλέσαμεν, ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι πρᾶξις εἰκονικὴ ἡ συγκάλεσις· πάντες εἶχον τὸ ἐνδιαφέρον εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἑπομένως οὐδεὶς ἤθελε προσέλθει εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρχεν ἀπόλυτος καὶ ἔκτακτος ἀνάγκη· ἀλλὰ τοιαύτη δὲν ὑπῆρχεν, ἥτις ἠδύνατο νὰ σᾶς ἀποσπάσῃ ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῶν βουλευτικῶν. Ἠδυνάμεθα ν’ ἀρχίσωμεν τὰς ἐκλογὰς τὴν 4ην Ἰανουαρίου καὶ νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν τὴν 10ην ἢ τὴν 1ην, ἢ καὶ πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἡ συγκάλεσις αὕτη ἤθελε παρὰ πάντων κατακριθῆ ὡς ψευδὴς καὶ ματαία, διότι πασίδηλον ἦτον ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας οὔτε τὴν ἐπιοῦσαν, οὔτε τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ καὶ ἕνα μῆνα ἐὰν ἐνηργοῦμεν πρὶν τὰς ἐκλογὰς, ἤθελε συμβῆ τὸ αὐτό· καὶ ἂν ἐνηργοῦμεν τὰς ἐκλογὰς τὴν 7ην Δεκεμβρίου, ἤθελον παρεμπέσει αἱ ἑορταί, καὶ τοῦτο πάλιν ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ εἰθισμένα νὰ συνέλθῃ. Ἀλλ’ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀντεπροσώπευε καὶ ὑπεστήριζε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν τὰς ἐκλογὰς τὸν Μάρτιον. Ἐὰν ἠθέλαμεν ἐνεργήσει τὰς ἐκλογὰς τὸν Μάρτιον, ἡ ἐγκατάστασις δημοτικῶν ἀρχῶν ἤθελεν ἀρχίσει τὸν Ἰούνιον, ἀπὸ δὲ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι τοῦ Ἰουνίου τὶ ἤθελε γείνει ἡ δημοτικὴ διοίκησις ἄνευ δημοτικῶν ἀρχόντων; Ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐλθούσης τῆς ἡμέρας τῆς πρὸ τετραετίας ἐγκαταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἡ ἐξουσία αὐτῆς παύει αὐτοδικαίως χωρὶς νὰ ᾖναι ἀνάγκη ἡ παῦσις αὕτη νὰ διαταχθῇ παρ’ οὐδενός, καὶ πᾶσα ἔκτοτε πρᾶξις αὐτῆς εἶναι ἄκυρος καὶ ἀνίσχυρος. Ἐπράξαμεν λοιπὸν νομίμως ὅπως ἐπράξαμεν· συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν τὴν 23ην Ἰανουαρίου πρῶτον, διότι ἡ τακτικὴ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς, ἂς εἴπω οὕτω, καθυστερεῖ κατὰ ἕνα προϋπολογισμόν, ταύτης δὲ τῆς καθυστερήσεως δὲν ἐξετάζω τὰς αἰτίας, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶμαι ὁ αἴτιος· δεύτερον συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν τὴν 23ην Ἰανουαρίου, διότι ὁ νόμος, ὁ διατάττων καὶ τὸ ἄκυρον τῶν πράξεων καὶ τὴν αὐτοδικαίως παῦσιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, μᾶς ὑποχρέου εἰς τοῦτο. Ἐλάβομεν ὅμως πᾶσαν πρόνοιαν, ὥστε τὴν περίστασιν ταύτην νὰ καταστήσωμεν ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀνεπιβλαβῆ. Συνετάξαμεν καὶ ἐσυζητήσαμεν ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τὸν προϋπολογισμὸν λίαν ἐνωρίς· ἐπροβλέψαμεν ἐν αὐτῷ περί τε τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν ὅπως καὶ ἰσοζύγιον ἐν αὐτῷ ὑπάρξῃ καὶ περίσσευμα· καὶ ὄχι μόνον κατηρτίσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐγκαίρως, ἀλλὰ τὸν ἐτυπώσαμεν ἐν καιρῷ, καὶ αὐτὴν τὴν πρώτην ἡμέραν, τὴν πρώτην στιγμὴν, καθ’ ἣν μᾶς ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ παρουσιάσωμεν αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸν ἐπαρουσιάσαμεν ἕτοιμον, τυπωμένον εἰς διακόσια ἀντίτυπα, ἅπερ κατεθέσαμεν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προεδρείου. Τὸν ἐπαρουσιάσαμεν τόσον ἐγκαίρως, ὥστε μᾶς ἐφιλονείκησαν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ πρῶτος ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος· καὶ τοῦτο διότι ἡμεῖς ἠθελήσαμεν ν’ ἀφοπλίσωμεν ἀπὸ πάσης συκοφαντίας τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ μᾶς κατακρίνωσιν ἐπὶ βραδύτητι, καὶ ἐκ τούτου ἐστενοχωρήθησαν. Ἀλλὰ μᾶς προσέβαλον ἀκόμη εἰπόντες, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν 23 ἡμερῶν τοῦ Ἰανουαρίου εἰσεπράξαμεν φόρους καὶ τοὺς εἰσεπράξαμεν παρανόμως· ἐποιήσατε δαπάνας, εἶπον, καὶ τὰς ἐποιήσατε ἐκνόμως. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι δὲν κατακρίνω τὸν προλαλήσαντα ὡς ὑπὸ ἐμπαθείας παραφερόμενον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν οὔτε τώρα ἐμπάθειαν καὶ παραφοράν· συγχωρήσατέ μοι ὅμως νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι ὡς καλὸς ἀντιπρόσωπος ὤφειλε καὶ νὰ μᾶς ἐπιτιμήσῃ, ἐὰν ἠθέλομεν διατάξει τὰ τελωνεῖα κατὰ τὸ διάστημα τῶν 23 ἡμερῶν νὰ παύσωσιν ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ κράτους τὸν τελωνισμὸν τῶν ἐμπορευμάτων. Ἀλλ’ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν; καὶ διατί νὰ τὸ διατάξωμεν; δὲν ὑπάρχει νόμος, ὅστις διέπει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἥτις κανονίζεται ἀπὸ πάγιον νόμον μὴ ὑποκείμενον εἰς τὴν κατ’ ἔτος ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς ὡς ἔμεσος φόρος; Ἀλλ’ ἐνηργήσατε πληρωμὰς κατὰ τὰς 23 ταύτας ἡμέρας, μᾶς εἶπεν· ἀπ’ ἐναντίας, κύριοι, τὰς ἀνεστείλαμεν. Οὐδὲν διάταγμα περὶ πιστώσεως ἐξεδώκαμεν. Τὸ μόνον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν εἶναι, ὅτι ἐπετρέψαμεν εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ τὴν πενθημερίαν τοῦ στρατιώτου, καὶ τοῦτο ἄνευ διατάγματος, δι’ ἁπλοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ μεταξὺ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ τοῦ φρουραρχείου. Οὔτε ἦτο, κύριοι, δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως· καὶ θαυμάζω πῶς ὑπῆρξε βουλευτὴς, τοσοῦτον ἐντριβὴς περὶ τὰ πολιτικὰ, καυχώμενος καὶ χαίρων διὰ τοιαύτην ἀξίωσιν, λησμονῶν τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπιῤῥίψῃ μίαν μομφήν. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι κυβέρνησις τακτικὴ, κυβέρνησις ὑπάρχουσα κατὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς νόμους, κυβέρνησις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἡ Βουλὴ, ἦτο δυνατόν ποτε νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν ἀναστάτωσιν καὶ ἀταξίαν τὸν τόπον, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην, ὅτι ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ τὴν πενθημερίαν τοῦ στρατιώτου; Πᾶσαι ὅμως αἱ ἄλλαι πληρωμαὶ, πᾶσαι ἀνεστάλησαν καὶ οὐδεμία ἐγένετο πληρωμὴ ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Δὲν ἔχω ὄρεξιν, κύριοι, νὰ κατακρίνω οὐδὲν τῶν πρῴην ὑπουργείων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω ἀναφέρει κἀνὲν παράδειγμα, δὲν θέλω νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ παραδείγματα, διότι ἔχω τὸ δίκαιον, τὸ συμφέρον τοῦ κράτους, τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους τοὺς συνταγματικοὺς καὶ κοινοὺς, ὁ ὁποῖος προασπίζει τὰς πράξεις μας. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀκροατήριον πρέπει νὰ κενωθῇ.
§70ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι! θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ κενώσω τὸ ἀκροατήριον, διότι κάμνει ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας. Λοιπὸν θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἐὰν συναινῇ, νὰ κενώσω τὸ ἀκροατήριον. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονταί τινες ἑκατέρωθεν).
§72ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς; δὲν ἐσηκώθη κἀνείς, οὔτε ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα, οὔτε ἀπὸ τὴν ἄλλην· λοιπὸν ἂς ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἀταξίαι.
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι, ἀληθὲς, ὅτι εἰσεπράξαμεν φόρους ἐναντίον τῶν νόμων ἢ ἄνευ νόμων· διότι οὐδένα φόρον εἰσεπράξαμεν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἔτος ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, (ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Τσώκρης) οὔτε τῶν ἄλλων φόρων διετάξαμεν τὴν εἴσπραξιν, ἀλλ’ αὐτοὶ εἰσπράττονται ἄνευ διαταγῆς μας, ὅπως ἀδιακόπως καὶ πάντοτε, δυνάμει ἑνὸς σταθεροῦ καὶ παγίου νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι πρὸ ἐτῶν ἐψηφισμένος. Δὲν ἐνηργήσαμεν παρανόμως, δὲν ἐξεδώκαμεν διάταγμα πιστώσεως, δὲν ἐπετρέψαμεν εἰμὴ μόνον τὴν πληρωμὴν τῆς πενθημερίας τοῦ στρατιώτου, καὶ ἂν τοῦτο ἐπράξαμεν, τὸ ἐπράξαμεν, διότι, χωρὶς νὰ πταίωμεν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων ψηφίζεται ἐντὸς τοῦ ἔτους, καὶ οὐχὶ πρὸ αὐτοῦ, καὶ δεύτερον, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν πρότερον ἐξ αἰτίας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐνεργηθῶσιν, εἰμὴ μεταξὺ Ἰανουαρίου καὶ Δεκεμβρίου. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν ἑτέραν αἰτίασιν, ὅτι παρεβιάσαμεν τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς μέσον· ἔφερε ζήτημα ἁπλῆς διοικήσεως καὶ τάξεως, ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἐὰν περιέχῃ τι ὑψηλότερον, ἔπρεπε νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ συζητήσῃ ὅτε, δοθείσης ἤδη πρὸ ἡμερῶν τῆς ἀφορμῆς, εἰσῆλθε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ θὰ κατασταθῇ ἀφεύκτως ἀντικείμενον τῶν σκέψεων αὐτοῦ· ἀλλ’ ἔστω. Ἡμεῖς ἐλυπήθημεν, κύριοι, καὶ ἴσως ἄλλοι ἐχάρησαν, διότι εὑρέθημεν εἰς αὐτὴν τὴν δύσκολον καὶ λυπηρὰν θέσιν ἀπέναντι τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου οὐδέποτε ὑπῆρξαν πρὸς ἡμᾶς ἐχθροί· ἡμεῖς οὐδέποτε ἐφαντάσθημεν ὅτι καθ’ ἡμῶν ἠδύνατο ἐκ μέρους αὐτῶν νὰ προέλθῃ τι κακὸν, ὥστε κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀποκρούσωμεν τοῖς φοιτηταῖς τοῦ Πανεπιστημίου τὰ τυχὸν ὑπάρχοντα εἰς αὐτοὺς δικαιώματα. Οὔτε αὐτοὺς ὅμως θέλω ν’ ἀδικήσω, οὔτε ἄλλους θέλω ν’ ἀδικήσω, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἄλλοι τοὺς ὑπεκίνησαν καὶ αὐτοὶ ἐγένοντο ἐκείνων ὄργανα· (εὖγε ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Πάντα ταῦτα παραιτῶ καὶ ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ θέμα. Ὑπῆρξε φωνὴ καὶ γνώμη, ἡ ὁποία μᾶς ὑπεβλήθη ὅτε τὸ ζήτημα τῆς φάλαγγος ἐπαρουσιάσθη, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἀπεκρούσαμεν. Μᾶς εἶπον, καθιερώσατε ἀμέσως τὴν φάλαγγα, θὰ ἔχητε τοιουτοτρόπως τὴν ἰσχυρὰν αὐτὴν δύναμιν φίλην. Ὑπῆρξεν ἑτέρα γνώμη, διότι ἄλλοι μᾶς ἔλεγον καὶ μᾶς ἐσυμβούλευον, παραδεχθῆτε τὴν φάλαγγα καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ἡ φάλαγξ θὰ πέσῃ ἀφ’ ἑαυτῆς, οὔτε χρήματα ὑπάρχουν διὰ τὴν ἐνδυμασίαν, οὔτε χρήματα διὰ τὸν ὁπλισμὸν, οὔτε διάθεσις τῶν φοιτητῶν θέλει ὑπάρξει πρὸς ἐξακολούθησιν μακρῶν καὶ ἐπιπόνων ἀσκήσεων· μᾶς εἶπον καὶ τὴν μίαν γνώμην καὶ τὴν ἄλλην. (Ἀποδοκιμασίαι καὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Μᾶς εἶπον, κύριοι, καὶ τὴν μίαν γνώμην καὶ τὴν ἄλλην, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ δεχθῶμεν οὔτε τὴν μίαν συμβουλὴν, οὔτε τὴν ἄλλην. Τὸ καθῆκον τοῦ κυβερνῶντος δὲν εἶναι νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ ἑαυτοῦ κόμματος ἐναντίον οὔτε τῶν νόμων, οὔτε τῆς περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν πεποιθήσεώς του· οὔτε πρέπει νὰ ἐνεργῇ τὴν ἐμπιστευθεῖσαν εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν ἀγυρτικῶς καὶ μόνον πρὸς τὸ φαινόμενον. Τί ἐσήμαινεν ἡ παραδοχὴ τῆς ἀξιώσεως τῶν φοιτητῶν, ἀφοῦ κατὰ τὴν πεποίθησίν μας ὁ νόμος, ὅστις εἶχε καθιερώσει τὴν φάλαγγα, εἶχε καταργηθῆ ἐκ μεταγενεστέρου νόμου ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ μεσολαβήσεως τοῦ νομοθετικοῦ σώματος; Τί ἐσήμαινεν ἐὰν ἐχορηγοῦμεν τὴν φάλαγγα εἴτε πρὸς τὸν ἕνα σκοπὸν, εἴτε πρὸς τὸν ἄλλον, εἴτε διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν φάλαγγα φίλην, εἴτε μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι χορηγοῦντες αὐτὴν ἐκτίζαμεν ἐπὶ τῆς ἄμμου; Τὸ καθῆκόν μας, κύριοι, ἦτον ἁπλούστατον· ὑπῆρξε λυπηρὸν, ἦτον ὅμως ἁπλοῦν. Ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου ὑπῆρχεν ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία εἶχε νόμους καὶ κατὰ τοὺς νόμους ὤφειλε νὰ πολιτεύεται. Ἡ ἀρχὴ τοῦ Πανεπιστημίου ἐφήρμοσε τοὺς νόμους τούτους. Ἡ ἀρχὴ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἐνέκρινεν οὔτε τὰς ἀγορεύσεις, οὔτε τὰς συνεδριάσεις, οὔτε τὰς ἐπιδείξεις, οὔτε τίποτε ἄλλο ἐξ ὅσων συνέβησαν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου ἢ εἰς τὰ προπύλαια αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἐξηπλώθη καὶ πέραν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, παραγνωρίζει βεβαίως τοὺς θεμελιώδεις νόμους, ὅταν ὑποστηρίζῃ ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ Πανεπιστημίου ὠφείλαμεν νὰ ἤμεθα θεαταί. Ναὶ, τὸ δικαίωμα τῆς συναθροίσεως καὶ τῆς ἐν ὑπαίθρῳ συζητήσεως εἶναι ἔννομον καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερωμένον, ἀλλ’ αἱ ἔνοπλοι συναθροίσεις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι, καὶ οὔτε ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαγορεύσεως αὐτῶν. Οἱ φοιτηταὶ ἔπραξαν ἓν σφάλμα, ὅτι ἀφῆκαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν εἶχον τὸ αἴσθημα αὐτῶν· αἱ συναθροίσεις ἀπετελοῦντο καὶ ἐκ τῶν μὲν καὶ ἐκ τῶν δέ· φωνὴ ἠκούσθη κάτω ἡ κυβέρνησις· ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀνεχθῇ τὴν φωνὴν ταύτην, ἤτοι ὁ φρουρὸς τῆς τάξεως καὶ τοῦ καθεστῶτος, τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος; Ἀλλὰ, κύριοι, ὄχι μόνον ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς καθῆκον, ἀλλ’ οἱ φοιτηταὶ ὑπῆρξαν καὶ ἄδικοι συγχρόνως. Ἐπεθύμησαν τὴν φάλαγγα, ἀλλὰ τὴν ἐπιθυμίαν των ταύτην, κύριοι, εἰς οὐδένα ἐξεδήλωσαν· δὲν ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις προΐστατο τοῦ Πανεπιστημίου· δὲν ἀνεφέρθησαν εἰς ἀρχὴν ἄλλην, ἥτις προΐσταται τῆς πολιτείας (ψιθυρισμοί).
§75ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριε πρόεδρε;
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι. Ἐν μιᾷ νυκτὶ, ἐν ἀγνοίᾳ πάντων ἐγένετο διαδήλωσις ἐκ 500 ἢ 600, δὲν ἠξεύρω πόσων φοιτητῶν, διὰ τῶν ὁδῶν τῆς πόλεως. Τὴν ἐπαύριον τινὲς τῶν φοιτητῶν εἴτε ὡς ἐπιτροπὴ ἄλλων, εἴτε ἀφ’ ἑαυτῶν ἦλθον πρὸς ἐμὲ καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἐγένετο παρεξήγησις τῆς χθεσινῆς διαδηλώσεως καὶ τοῦ κινήματός των· ὡμιλήσαμεν ἐν φιλίᾳ καὶ ἀγάπῃ, τοὺς προέτρεψα ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν θέλουν ἂς τὸ ἐπιζητήσωσι διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ καὶ διὰ τῆς τάξεως. Ἐνόμιζον δ’ ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν ἤθελον ἀναφερθῆ εἰς τὴν πρυτανείαν, ἀλλὰ δὲν ἔπραξαν τοῦτο· τὸ ἔπραξαν μετὰ 4 ἡμέρας, ἐντὸς δὲ τῶν 4 ἡμερῶν εἶχον ἐξέλθει τῶν προπυλαίων καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ πολλοὶ ὡπλισμένοι· εἷς ἐξ αὐτῶν συνελήφθη τείνας τὸ πιστόλιον κατὰ κλητῆρος· ὁ ἀνακριτὴς ἐξέδωκε κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα καὶ συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, καὶ ἀφοῦ συνελήφθη καὶ ἐνῷ ἀπήγετο εἰς τὰς φυλακὰς, ἀπέδρασεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν χωροφυλάκων. Ὅτε, κύριοι, οἱ φοιτηταὶ τέλος πάντων ἀπεφάσισαν ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν τακτικὴν ὁδὸν, ἡ κυβέρνησις ἀπήντησε διὰ τῆς πρυτανείας τὰ εἰκότα. Καὶ ἂς μοί συγχωρήσωσιν οἱ φοιτηταὶ νὰ τοῖς ἀπαντήσω ἐνταῦθα, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης πᾶσα πρᾶξις αὐτῶν ἐμαρτύρει δυσμένειαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως. Ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις ἀνεκοινώθη εἰς τὴν πρυτανείαν, λέγει περίπου τάδε· Μετὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1862 ἐμεσολάβησε σειρὰ νόμων, οἵτινες ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸ 1867 καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀνετράπησαν αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνεπαύετο ὁ θεσμὸς τῆς φάλαγγος. Ἡ δὲ κυβέρνησις τοῦ 1867 ὄχι μόνον ἐπροκάλεσε νόμους τοιούτους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἡρμήνευσε, καὶ ἐξέδωκε πολλὰς περὶ αὐτῶν ἀποφάσεις· μία δὲ ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Παιδείας ἔλεγεν ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν πρύτανιν αὐτὸν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοὺς καθηγητάς· «μάθετε ὅτι κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἐψηφισμένους εἶσθε ἐθνοφύλακες τῆς γενικῆς ἐθνοφυλακῆς, ὅτι πρέπει νὰ ὁπλισθῆτε καὶ ἐνδυθῆτε κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἐθνοφυλακῆς, νὰ καταγραφῆτε εἰς τὸ οἰκεῖον τάγμα, καὶ νὰ ὑποκύψητε εἰς τοὺς ἀξιωματικούς καὶ τοὺς νόμους τῆς κοινῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ νὰ παρευρίσκεσθε εἰς τὰ γυμνάσια, νὰ ἐκτελῆτε ὑπηρεσίαν ἐν αὐτῇ· καὶ εἰδοποιεῖσθε ὅτι, ἐὰν δὲν συμμορφωθῆτε πρὸς ταῦτα, θὰ παυθῆτε, τὸ ὁποῖον σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συμβῇ.» Ἀπέναντι τοιούτου νόμου καὶ τοιαύτης τοῦ νόμου ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν πρέπει συγχρόνως νὰ ὀνομάσω αὐθεντικὴν, διότι αἱ κυβερνήσεις ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύουν τοὺς νόμους, ἐφαρμοζομένους ὑπὸ τῆς διοικήσεως, καὶ πρὸ πάντων ὅταν αἱ κυβερνήσεις, αἱ ἑρμηνεύουσαι, εἶναι αὑταὶ αἱ συντάξασαι τοὺς νόμους· ἀπέναντι τοιούτων νόμων καὶ τοιαύτης αὐθεντικῆς ἑρμηνείας αὐτῶν σᾶς λέγω ὅτι ἀπολύτως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καινοτομήσωμεν. Ἐὰν ἡ πατρὶς ἐκινδύνευεν, ἴσως ἠθέλομεν ἀναστείλει τὸν νόμον, διότι ἠθέλομεν σώσει τὴν πατρίδα καὶ τὸν τόπον· ἀλλ’ οὐδεὶς, κύριοι, κίνδυνος ὑπῆρχεν. Ἡ δὲ ἀπάντησίς μας τί ἔλεγε πρὸς τοὺς φοιτητάς; δύω μηνῶν προθεσμίαν ἀναμείνατε ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ δύναμις, ἥτις μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ. Τοῖς εἴπομεν, αὐτοὶ εἶναι οἱ νόμοι καὶ τὸ φρόνημα τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867, ἰδοὺ καὶ αἱ ἑρμηνεῖαι τῶν ἰδίων συντακτῶν τῶν νόμων· ἀλλὰ τοῖς ἐπροσθέσαμεν, ὅτι μετ’ ὀλίγον συνέρχεται ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ζήτημά σας θέλει ὑποβληθῆ εἰς αὐτήν. Εἴπομεν κἄτι τι περιπλέον, κύριοι, εἴπομεν ὅτι τὸ αἴσθημά σας εἶναι εὐγενὲς, θέλετε νὰ ποιήσητε σεῖς πρῶτοι ἀρχὴν τῆς γενικῆς ἀσκήσεως τῶν πολιτῶν εἰς τὸ τακτικῶς πολεμᾷν· σᾶς προειδοποιοῦμεν ὅτι ἐσχεδιάσαμεν τοιοῦτον νόμον, ὁ ὁποῖος θέλει γενικεύσει αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκεῖ θέλει ἱκανοποιηθῆ οὐ μόνον ὁ μερικὸς πόθος σας, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅλον τοῦ πόθου σας. Ἀλλὰ ἐστάθημεν, κύριοι, ἀτυχεῖς· οἱ φοιτηταὶ δὲν ἔδωκαν προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μας, τὴν ἀπάντησιν δὲν ἐθεώρησαν ἀρκοῦσαν, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναλάβω, ἀφοῦ τὴν ἀνέλυσα, ὅτι οἱ φοιτηταὶ ὑπῆρξαν πρὸς ἡμᾶς ἄδικοι καὶ δυσμενεῖς. Ἠναγκάσθην, κύριοι, καὶ περὶ τοῦ δυσκόλου τούτου ζητήματος νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, εἰ καὶ δὲν περιέμενον ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελε ῥίψει αὐτὸ ἐν τῷ μέσῳ. Εὔχομαι δὲ νὰ ἔλθῃ ταχέως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν διὰ νὰ δοθῇ μία λύσις ἀπὸ τὴν μόνην δυναμένην νὰ δώσῃ αὐτὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας, ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, εὐτυχῶς ὑπάρχει καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅστις εἶμαι βέβαιος ὅτι διὰ μακρῶν θέλει ἔλθει νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν ὡμίλησε, δηλονότι περὶ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἁπλῶς σήμερον ἔστρεψεν ἓν ὅπλον κρατούμενον εἰς χεῖρας ἄλλων ἐναντίον ἡμῶν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αἱ αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας περιωρίσθησαν εἰς αὐτὰ μόνον. Μᾶς ἀνήγγειλε δ’ ὅτι ἄλλος μετ’ αὐτοῦ ἀπόστολος θέλει ἔλθει νὰ κάμῃ τὰς λοιπὰς ἀποκαλύψεις. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐπιφυλαττόμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὅμως ἤδη νὰ ἐξετάσω κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ νόμον τὸ ἔργον ὅπερ ἐπεχείρησε, νὰ ἐξετάσω καὶ ἀνεύρω τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, ἣν πράττει, διότι ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω μὲ ποῖον συνταγματικὸν δικαίωμα τεθωρακισμένος ἐπαρουσιάσθη σήμερον διὰ νὰ μᾶς ἐλέγξῃ. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν δὲν ἔχει ὅρια· τὸ ὑπεστήριξα κατὰ τὴν σύνοδον τοῦ 1872, ὅτε εἷς ὑπουργὸς κατεκρίνετο καὶ ὅτε τὸ ζήτημα περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ 5 συζητήσεις· τὸ ἐπαναλέγω καὶ ἤδη, ὅτε τὰ πράγματα ἐφαρμόζονται εἰς ἐμέ. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν, λέγω, δὲν ἔχει ὅρια· ἀλλ’ εἰς τὸ ἀχανὲς αὐτὸ δὲν εὑρίσκω τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἀντιποιεῖται σήμερον ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι πρῶτον ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ ὑπουργείου, εἶναι δεύτερον ἡ ἄρνησις πρὸς αὐτὸ τῶν φόρων, εἶναι τρίτον ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ὑπουργῶν εἰς δίκην. Ἐρωτῶ, συνταγματικῶς δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῶν δύω πρώτων; Προέταξα δὲ, κύριοι, τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὰς αἰτιάσεις διὰ νὰ μὴ ὑπολάβῃ τις ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Δηλιγιάννη φιλονεικῶν θέλω ν’ ἀποφύγω τὴν ἐξέλεγξιν· καὶ ὄχι μόνον ταύτην τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην λεπτομερῆ, λεπτομερεστάτην τὴν ἀποδέχομαι καὶ θὰ τὴν ἀποδεχθῶ εὐχαρίστως. Λέγω ὅτι περὶ τῶν δύω πρώτων δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι λόγος, διότι ἡ ἀποδοκιμασία τῶν ὑπουργῶν γίνεται πρὸς τὰς κυβερνήσεις τὰς ὑφισταμένας. Τί σημαίνει ἡ πλειοψηφία ἀποδοκιμάζουσα τὸ ὑπουργεῖον; ἡ πλειονοψηφία ἀναγγέλλει τὴν ὕπαρξίν της καὶ τὸ ὑπουργεῖον χρεωστεῖ ν’ ἀποχωρήσῃ παρευθύς. Ὁ τύπος, ὃν λαμβάνει τῆς πλειοψηφίας ἡ ἐμφάνισις, δύναται νὰ ὑπάρξῃ παντοειδής· δύναται ἡ ἀποδοκιμασία νὰ γείνῃ ἔν τινι ἀποῤῥίψει νομοσχεδίου, μιᾶς προτάσεως, ἢ ἐν μιᾷ μυστικῇ ψηφοφορίᾳ κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν εἰθισμένα· τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, ἡ ἀποχώρησις τοῦ ὑπουργείου, ἡ ἀντικατάστασίς του, ἡ ἔλευσις τῆς πλειοψηφίας εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο ἤδη. Τὸ δὲ δεύτερον δικαίωμα, ἡ ἄρνησις τῶν φόρων, φυσικῶς δὲν δύναται νὰ ἐξασκηθῇ εἰμὴ ἀπέναντι τῆς ὑφισταμένης ἐξουσίας, ἡμεῖς δὲ δὲν εἴμεθα πλέον ἐξουσία. Δὲν μένει λοιπὸν παρὰ ἡ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην. Ὅπου ὑπάρχουν νόμοι περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ἠθέλησαν νὰ θέσωσι μίαν παραγραφὴν· παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει νόμος, ἑπομένως τὸ δικαίωμα ὑπάρχει ἀπαράγραπτον. Οὕτω δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ, ὡς δικαίωμα βουλευτοῦ θέλοντος νὰ εἰσάξῃ εἰς δίκην ἓν τῶν παρελθόντων ὑπουργείων· διότι πέραν τῶν δικαιωμάτων τούτων οὐδὲν ἄλλο ἡ Βουλὴ ἔχει. Εἶναι δὲ ἀρκετὰ ταῦτα, διότι διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας ὑποχρεοῖ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ παραιτήσῃ τοὺς συμβούλους του καὶ παραδεχθῇ τοὺς ὑποψηφίους τῆς πλειοψηφίας. Διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν φόρων σταματᾷ ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ κατὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ τῆς κατηγορίας τῶν ὑπουργῶν οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος παραπέμπονται εἰς τὸ δεσμωτήριον. Εἶναι ἀρκετὰ λοιπὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς Βουλῆς, ἄλλα δὲν ἔχει παρὰ ταῦτα. Τὸ πρῶτον δικαίωμα τὸ ἐξήσκησεν· ὅτε ἐξελέξατο τὸν κ. Ζαΐμην, ἔδειξε τὴν ἀποδοκιμασίαν της· ἡ πλειονοψηφία ἐνεφανίσθη, ἔλαβεν ἕνα τύπον καὶ ἡμεῖς παρῃτήθημεν. Περὶ φόρων δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγο., διότι δὲν εἴμεθα παρόντες εἰς τὴν κυβέρνησιν. Δὲν μένει παρὰ ἡ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀπαράγραπτον καὶ ἂν δὲν τὸ ἐξασκήσῃ σήμερον, δύναται νὰ τὸ ἐξασκήσῃ αὔριον, καθὼς καὶ οὐδεμία κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ ἀποφύγῃ. Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθὲς ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι τόσον... (καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, πολὺ παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρηθῇ) τόσον ἀπρεπὲς ὅσον ἠθέλησαν νὰ τὸ καταστήσωσι. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπῆρξε πολιτεία εὐνομουμένη καὶ πολιτισμένη, ἥτις νὰ εἰσῆξε τὸ ἀπρεπὲς μέσον νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἀνιχνεύσῃ μήπως ἡ πολιτεία ἑνὸς ὑπουργείου περιέχῃ τι ἄξιον καταδίκης. Τὰ τοιαῦτα, κύριοι, δὲν συγχωροῦνται οὔτε εἰς τὸν κοινὸν βίον, κατὰ μείζονα λόγον ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ εἰς τὸν ἐπίσημον· τὶ ἠθέλατε εἴπει ἂν ἐξεδίδετο τοιοῦτος νόμος, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ πολίτης νὰ λέγῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα· «ἐξέτασον τὴν διαγωγὴν τοῦ δεῖνα, οὕτως εὕρῃς τι ἐγκληματικὸν νὰ τὸν καταδιώξῃς;» ἠθέλατε ἀνατριχιάσει, ἤθελεν ἐξεγερθῆ ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους καὶ καταφρονήσει τοιοῦτον νόμον. Εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἄλλος ἤθελεν ἐπισωρεύσει· τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλο παρὰ τὸ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ἐπεχείρησε. (Ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§77ΠΟΛΛΟΙ. Τὶ εἶναι αὐτά, κύριε πρόεδρε! (θόρυβος).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§79ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριε πρόεδρε, καὶ ὅποιος θέλει ἂς φύγῃ.
§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἂς κάμωμεν μίαν μικρὰν διακοπήν.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια. Γίνεται διακοπὴ ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ν. Τσώκρης, ἀντιπρόεδρος). Ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοῦ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Μὴ δυνάμενος νὰ ἐκπληρώσω τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὡς προσήκει καὶ ὡς ἐγὼ ἐννοῶ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησίν μου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 18 Φεβρουαρίου 1874.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.»
§84ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὴν παραδεχόμεθα.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος παρεξήγησεν ἓν συμβεβηκὸς λαβὸν χώραν. Ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐκκενώσῃ τὰ θεωρεῖα. Δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν, οὔτε διότι δὲν ἐξετίμησαν τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Προέδρου οἱ κύριοι βουλευταὶ δὲν ἐσηκώθησαν, καὶ τοῦτο, διότι ἡ δέουσα προσοχὴ δὲν κατεβλήθη. Ἐπομένως ὁ κ. Πρόεδρος παρεξήγησε τὴν ἔννοιαν τῆς Βουλῆς, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει δεχθῆ τὴν παραίτησίν του, καὶ θέλει παρακληθῆ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὡς μέχρι τοῦδε ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του.
§86ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ζαΐμη· (θόρυβος).
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, κάμνω τὴν πρότασιν τοῦ νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ζαΐμης νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν θέσητε εἰς ψηφοφορίαν.
§89ΟΛΟΙ (ἐγειρόμενοι). Εἴμεθα σύμφωνοι· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις!
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζαΐμη, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασίν της παρακαλεῖσθε νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὴν θέσιν σας.
§91Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρόεδρος, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἕδραν του). Κύριοι, ἀναλαμβάνω τὴν ἕδραν, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου, ὑπακούων εἰς τῆς Βουλῆς τὴν ἀπόφασιν. Ἠναγκάσθην νὰ προβῶ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς τάξεως ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ δημοκοπήσω, οὔτε νὰ αὐλοκοπήσω. Ἀναλαβὼν πρὸς χάριν μιᾶς πτέρυγος τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου, δὲν ἐνόησα, ὅτι ὀφείλω νὰ παραβιάσω τὸ καθῆκόν μου· ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω τὴν ἀμεροληψίαν ἐκείνην, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ θέσις τοῦ Προέδρου. Ἀλλ’ εἶχον καὶ ἕτερον λόγον· ἐπεθύμουν ν’ ἀποδείξω, ὅτι, καί τοι ἀντιπολιτευόμενος τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον καὶ ἀρχηγὸς μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, δύναμαι νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου, ὡς προσήκει, ὡς ἐγὼ τὸ ἐννοῶ. Νοῶ δὲ πάντοτε καὶ ἐνόησα καθ’ ὅλον τὸν βίον μου, ὅτι μόνον ἐκ τῆς τάξεως δύναται νὰ γεννηθῇ καλόν τι εἰς τὸν τόπον τοῦτον· ἐνόησα πάντοτε, καὶ τὸ ἀπέδειξα πολλάκις, ὅτι δὲν ἀπεδέχθην οὐδέποτε πίεσιν ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου· ἐνόησα πάντοτε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον δὲν δύναται νὰ ᾖναι καφενεῖον ἢ θέατρον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ συρίζωσι, νὰ χειροκροτῶσι, νὰ ποδοκροτῶσι, νὰ ὑβρίζωσι μάλιστα ἄνδρας, οἵτινες πρὸ ὀλίγου κατεῖχον τὴν θέσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ὀφείλομεν καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους μας, ὅταν ἐκπίπτωσι τῆς ἐξουσίας, νὰ φέρωμεν τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ καὶ ἡ ἀτομικότης καὶ ἡ θέσις των. Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ ἐκκενώσω τὸ ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον πρὸ 5 ἡμερῶν προσπαθεῖ νὰ καταστήσῃ θέατρον τὸ Κοινοβούλιον, καὶ οὐδεμία μερὶς μὲ ὑπεστήριξε, διότι οὐδεὶς ἠγέρθη πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Προέδρου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου. Ὀφείλω νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν πρὸ ὀλίγου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἐὰν ὅμως ἐκ νέου καὶ εἰς ὁμοίαν περίστασιν ἡ Βουλὴ δὲν μοὶ δώσῃ τὴν συναίνεσίν της, δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθῶ ἐκπληρῶν τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου.
§92ΟΘ. ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Βεβαίως, κύριοι, δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ κενώσῃ τὰ θεωρεῖα ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἀναγκαῖον νὰ μὴ ζητῆται καθ’ ἑκάστην ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος νὰ δύναται ἀπολύτως νὰ ἐπαναφέρῃ δι’ οἱουδήποτε μέσου τὴν τάξιν. Δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ βεβαίως ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα ἢ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κένωσιν ἢ νὰ τὴν ἀρνηθῇ. Ἀλλὰ σήμερον ὅτε ἔχομεν ἅπαντες ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἐπίσημον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, ἡ Βουλὴ ἐπειδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, δύναται καὶ νὰ παραιτηθῇ αὐτοῦ, τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης, καὶ τοῦτο ἐκ τῆς ἀπείρου ἐμπιστοσύνης, ἣν ἔχει πρὸς τὸ πρόσωπον, ὅπερ διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ καὶ ν’ ἀναθέσωμεν τὴν ἐξάσκησιν αὐτοῦ εἰς τὸν Πρόεδρον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Πυλαρινὸν διὰ τὰς εὐμενεῖς ὑπὲρ ἐμοῦ ἐκφράσεις του· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠθέλησά ποτε δικτατωρίαν καὶ δὲν ἐνόησά ποτε ἡ Βουλὴ νὰ παραιτῆται τῶν δικαιωμάτων της. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως, κύριοι, ὅταν λάβω ἀφορμὴν, καὶ αἱ δύω μερίδες νὰ μοὶ δώσητε τὴν ὑποστήριξίν σας.
§94ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Λέγω, ὅταν ὑπάρχῃ συναίνεσις τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἐρωτᾶτε (θόρυβος).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ὥρα παρῆλθεν· δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον;
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ;
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μαυρομιχάλης.
§100ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί! Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη ἔπεσε, καὶ διεδέχθη αὐτὸ τὸ τοῦ κ. Βούλγαρη, δηλ. αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ δοξασίαι τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως. Συγχαίρω ἀπὸ καρδίας τῇ κυβερνήσει τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ πέποιθα ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε λαβοῦσα χώραν ἀνωμαλία περὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἔπαυσεν ἤδη. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐπιφανοῦς καὶ περισπουδάστου τούτου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ κ. Βούλγαρη, ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς Ἕλληνος, ὅτι τὰ παραγγέλματα τῆς ἠθικῆς πολιτικῆς θέλουσιν ἐκπληρωθῆ, ὅτι ἡ ἐμπέδωσις τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως εἰς τὸν τόπον θέλει παγιωθῆ, καὶ ὅτι ἡ θρησκευτικὴ εὐλάβεια περὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος θέλει ἑδραιωθῆ. Λέγω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη ἔπεσεν, ἀπολέσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως τοῦ Βασιλέως. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ νομίμως ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου τούτου, ἐξαρκεῖται μόνον εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη; Ἐγὼ φρονῶ, ὄχι· διότι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη παρεβίασε ῥητὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἔθνους, ῥητὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, καὶ διὰ τοῦτο τὸ κοινοβούλιον σήμερον πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ὡρίμως καὶ σπουδαίως ἐὰν πρέπῃ ἡ παραιτηθεῖσα κυβέρνησις νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς δίκην. «Δὲν εἴχομεν τὴν Βουλὴν ἡτοιμασμένην, μετὰ τῆς Βουλῆς συνεπράξαμεν, τὴν Βουλὴν ἐτιμήσαμεν, ἴχνη καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ ἡ διοίκησίς μου ἀφῆκεν,» ἔλεγεν ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργός. Ἐπανελθόντες λοιπὸν σήμερον ἐκ τῶν ἡμετέρων πατρίδων καὶ συνερχόμενοι ἐκ νέου ἐνταῦθα, ὀφείλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐὰν τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ ἔχωνται ἀληθείας· ὀφείλομεν, ἄλλαις λέξεσι, νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας ἡμῶν. Ἠλπίζομεν ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ά. Συνόδου, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ὑπεχρεώθημεν νὰ ἀποχωρήσωμεν πρὶν ἢ ἔτι τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καταρτισθῇ νομίμως διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προεδρείου αὐτοῦ, ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς ὁμαλωτέραν ὁδὸν, ἤθελον παύσει τὰ κατὰ παράβασιν τῶν συνταγματικῶν παραδόσεων ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ληφθέντα ἔκτακτα μέτρα· ἠλπίζομεν ὅτι ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, ὃν ἐπεδίωκεν ἡ ἀντιπολίτευσις, δὲν ἦτον εὐχὴ ἀτόμων τινῶν, ἀλλ’ ἔκειτο ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει· ἠλπίζομεν ὅτι τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου αἰτιάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατ’ αὐτῆς καὶ δὲν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς μεγαλείτερα λάθη. Ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες ἡμῶν ἐψεύσθησαν· ἡ Βουλὴ κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη εἰς πολυχρόνιον ἀργίαν, τὴν δὲ παράνομον διακοπὴν τῆς Βουλῆς διεδέχθη ἡ βραδύτης τῆς συγκαλέσεώς της. Ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ σταθμήσῃ δεόντως τὰς περιστάσεις, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἀναλογισθῇ ὅτι ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς παραλυσίαν καὶ νὰ μὴ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην, ἣν ἐχρεώστει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, παρεσύρθη ὑπὸ τῶν ἀπαιτήσεων καὶ τῶν ἀξιώσεων τῆς φιλαρχίας, αἵτινες ὠθοῦσι τὰ ἔθνη εἰς τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν καταστροφήν. Προσεπάθησε, κύριοι, διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς κυριαρχικῆς αὐτῆς δυνάμεως, τῆς χορηγούσης τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, τῆς κατακρίσεως τῶν ὑπουργικῶν πράξεων. Εἰς τὴν Βουλὴν, κύριοι, ἐναπόκειται πάντοτε τὸ νὰ ἀποδοκιμάζῃ καὶ ἐγκρίνῃ τὴν διαγωγὴν οἱουδήποτε ὑπουργείου, ἡ δὲ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δίδῃ εὐθύνας εἰς αὐτὴν καὶ δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς δίκην λόγῳ ἐγκλήματος κατὰ τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἔθνους, λόγῳ παραβιάσεως τῶν νόμων αὐτοῦ. Τοιαῦταί εἰσιν αἱ θεμελιώδεις ἀρχαὶ τοῦ χάρτου ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τοῦ ὀχληροῦ τούτου ἐπιτηρητοῦ τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ἥτις ἐδύνατο νὰ μετριάζῃ τὴν ὁρμὴν αὐτῶν καὶ νὰ περιστέλλῃ τὴν τυχὸν αὐθαίρετον ἐνέργειαν ἑκάστου ὑπουργοῦ, ἡ παρουσία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τῶν ὁποίων ἡ ἀνωτάτη ἐπιδοκιμασία εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὴν διατήρησιν καὶ ὕπαρξιν πάσης κυβερνήσεως, ἡ παρουσία, λέγω, τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργείου, ἠδύνατο διὰ διαφωνίας ἢ ἀποδοκιμασίας νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸν ὑπουργικὸν βίον. Διὰ τοῦτο ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀνέβαλε ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο ἐθεώρησε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ὡς σκύβαλα ἀποῤῥιπτέα, ὡς ὀνόματα νεκρῶν, διὰ τοῦτο παρεξετράπη ἐπὶ τοσοῦτον τῶν τύπων καὶ βάσεων τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, ὥστε σήμερον μόνον ὁ πατριωτισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ἄδολος καὶ εἰλικρινὴς πατριωτισμὸς δύναται νὰ προλάβῃ τὰς τρομερὰς συνεπείας τῆς καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος. Ναί, κύριοι, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ μετανοήσωμεν καὶ νὰ μετανοήσωμεν πικρῶς, προκειμένου σήμερον περὶ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως, ὀφείλομεν νὰ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ παραπέμψωμεν αὐτὴν εἰς δίκην, ἂν ὄντως παρέβη τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κειμένους νόμους. «Ἄρθρ. 59 τοῦ Συντάγματος. «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» «Ἄρθρ. 60. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ.» Δὲν ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν διατάξεων τούτων· ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ προεπιψήφισις τῶν ἐνιαυσίων φόρων ἀποδεικνύει τὴν ἐξάρτησιν τῆς κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ τὴν πολιτικὴν σημασίαν αὐτοῦ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ νόμος τῶν ἐσόδων, ὁ περιλαμβάνων τὸ σύνολον τῶν εἰσπραττομένων φόρων, οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ εἰσπραχθῇ· ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ νόμος τῶν δαπανῶν, δι’ οὗ τὰ εἰσπραττόμενα λαμβάνουσι προσδιορισμόν τινα, οὐδεμία δαπάνη δύναται νὰ γείνῃ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν πολιτῶν τοῦ νὰ προσδιορίζωνται καὶ βεβαιοῦνται οἱ φόροι των, καθὼς καὶ ἡ χρῆσις αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων των, εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς ὅλα τὰ συντάγματα. Καὶ ἂς μὴ λησμονήσωμεν, κύριοι, ὅτι ὁσάκις αἱ κυβερνήσεις ἠθέλησαν νὰ ἐλαττώσουν τὴν νόμιμον ἰσχὺν τῶν Κοινοβουλίων, καὶ ἐπήρχετο ῥῆξις μεταξὺ Κοινοβουλίων καὶ κυβερνήσεων, καὶ αἱ κυβερνήσεις ἐπὶ μακρὸν χρόνον δὲν συνεκάλουν τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ, κύριοι, συνεκαλεῖτο ἐξ ἀνάγκης, καὶ οὕτω ἐπήρχετο ὁ κοινοβουλευτικὸς θρίαμβος. Ἡ ἀρχὴ, ὅτι φόρος ἀνεπιψήφιστος δὲν εἰσπράττεται, ἠνάγκαζε τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἐνιαυσίων φόρων. Τοιοῦτόν τι μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς, καθαρῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι «κατ’ ἔτος αὐτοδικαίως συνέρχεται ἡ Βουλὴ τὴν ά. Νοεμβρίου, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν συγκαλέσῃ αὐτὴν πρίν.» Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπῆρχε περίπτωσις τακτικῆς ἢ ἐκτάκτου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, λέγω μόνον ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς προεπιψηφίσεως τῶν ἐνιαυσίων φόρων, τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας νόμων. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπροτίμησε νὰ διοικήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἠθέτησε ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς αὐθαιρεσίας, ἔθραυσε τοὺς μικροὺς φραγμοὺς, οὓς ἡ αἰδὼς τῶν πρὸ αὐτοῦ πολιτευθέντων ἠδυνήθη νὰ ἀνεγείρῃ, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ πρωθυπουργία ἀνήκει εἰς αὐτὸν καὶ μόνον, ἐτελειοποίησε τὸ σύστημα τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων καὶ τῆς περιφρονήσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ Κυβέρνησις μὴ σεβασθεῖσα τὸ Σύνταγμα, τὰ παραγγέλματα τῆς ἠθικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς φρονήσεως, ἦτον ἀνίσχυρος, ἀνίκανος νὰ καταστείλῃ τῶν παθῶν τὴν ὁρμὴν καὶ νὰ παγιώσῃ τὴν τάξιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ πτώσει τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως εἴδομεν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, διότι ἄλλως ἐν τῇ συντηρήσει αὐτῆς ἠθέλαμεν ἔχει νέα βάσανα, νέας περιπλοκὰς, νέας δυσχερείας διὰ τὸν τόπον. Τὸ μέγα πολιτικὸν σφάλμα τοῦ κ. Δεληγεώργη ἄρχεται ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τῆς ά. Συνόδου, ἡ δὲ ἐπελθοῦσα βραδύτης περὶ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς ἀπέδειξεν ὅτι θέλει τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν ὑπὸ τοὺς συνταγματικοὺς τύπους. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταὶ, ν’ ἀναγνώσωμεν τὴν ἱστορίαν, ὅπως ὑπ’ αὐτῆς διδαχθῶμεν ὁποῖαί εἰσιν αἱ συνέπειαι τῆς δολιεύσεως τῶν νόμων, ὁποῖα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπουργικοῦ δεσποτισμοῦ. Πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν εὑρίσκονται τὰ σημεῖα τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἡ Κυβερνητικὴ μηχανὴ διατελεῖ παραλελυμένη ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ὁ δὲ κύριος Δεληγεώργης διὰ τῆς ἀποστολῆς ἐποπτῶν ἠθέλησε νὰ μάθῃ τοὺς λόγους τῆς ἀποτυχίας τῆς διοικήσεώς του. Ὅτε, κύριοι, ἐμάθομεν τὸν διορισμὸν ἐποπτῶν, ὑπεθέσαμεν ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐγνώρισε κατ’ ἐλάχιστον τὸν τόπον, καὶ τότε κατὰ πρῶτον ἀπεφάσισε νὰ σπουδάσῃ αὐτόν· ὑπὸ μεγάλης θλίψεως κατελήφθημεν εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ μέτρου τούτου, διότι διὰ μεγάλης δαπάνης τοῦ δημοσίου ταμείου, μετὰ μακρὰν διαμονήν του ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐπρόκειτο νὰ μάθῃ τὸ πρῶτον μάθημα, τὰ στοιχεῖα δηλονότι τῆς κυβερνητικῆς ἐπιστήμης διὰ τῆς ἀποκτήσεως πείρας τινὸς τοῦ τόπου. Ἴσως ἐπίστευσεν ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω τῶν πόθων του, καὶ ὅτι ἡ εὐημερία του ἐξησφαλίσθη διὰ παντός. Εἰς τὸν καὶ ὀλίγον ὅμως γνωρίζοντα τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἡμῶν τοιοῦτον μέτρον δὲν ἠδύνατο νὰ προξενήσῃ ἢ ἐγκάρδιον θλίψιν ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῇ ματαίᾳ δαπάνῃ. Ἀληθῶς τί ἄλλο ἐδύνατο νὰ μάθῃ διὰ τῶν ἀποσταλέντων ἐποπτῶν ἡ κυβέρνησις, εἰμὴ ὅτι ἡ σημερινὴ καχεξία ὀφείλεται εἰς τὴν μεροληψίαν της, ἀφοῦ τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον, πρὸς ἑδραίωσιν τῆς φαινομενικῆς πλειοψηφίας ἣν εἶχε, διένειμεν εἰς τοὺς φίλους του τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐξουσίας, ὑπὲρ αὐτῶν παρεβίαζε τοὺς νόμους καὶ διὰ παντοίων μέσων κατεπίεζε τοὺς ἐναντίους των; Πῶς ἐδύνατο νὰ μὴ ἀποτύχῃ ἡ ἐντολὴ τῆς κυβερνήσεως; Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, εἴδομεν κατωτέρους ὑπαλλήλους νὰ ἐπιθεωροῦν ἀνωτέρους, διὰ τοῦτο εἴδομεν νεωτέρους ἐφέτας, μόλις πρὸ ἓξ μηνῶν διορισθέντας εἰς τὴν θέσιν ταύτην, νὰ ἐποπτεύωσιν εἰσαγγελεῖς ἐφετῶν ἐπὶ τριακονταετίαν ἐργαζομένους εἰς τὴν ἐπιστήμην τῶν νόμων καὶ γεγηρακότας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν τηλεγραφήματα ἐπὶ τηλεγραφημάτων νὰ στέλλωνται ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ ἐφετῶν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἀφ’ ἑτέρου, κύριοι, ἐβλέπομεν εἰς τὴν Τρίπολιν νὰ διαδραματίζωνται ἄλλα τοιαῦτα, κατωτέρους ἀξιωματικοὺς νὰ ἐπιθεωροῦν ἀνωτέρους. Οὕτω λοιπὸν, κύριοι, κυβερνωμένου τοῦ Κράτους, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τάξις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ συμπήξῃ μόνιμος κατάστασις πραγμάτων, νὰ ἀπονέμηται δικαιοσύνη, νὰ ᾖναι ὁ λαὸς εὐχαριστημένος καὶ νὰ λάβῃ ὁ τόπος τὴν ἀνάπτυξιν ἐκείνην, ἣν δίδουσι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ἡσυχία δὲν ἑδραιοῦται καὶ τὸ μέλλον δὲν ἐξασφαλίζεται; Καὶ μόλα ταῦτα, κύριοι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη διὰ τῆς μεροληπτικῆς διοικήσεώς της ἐγέννησε πάθη καὶ ἔφερε τὴν παραλυσίαν τοῦ Κράτους, ἀπαιτεῖ νὰ θεωρῆται ὡς ἡ ἀρίστη, καὶ κηρύττει ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀφοσιώσει αὐτῆς εἰς τὴν τωρινὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Καυχᾶται ὅτι ὁ λαὸς ἔχει πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ ἐμπειρίαν της, καὶ εἰς πᾶσαν ἀντίδρασιν τῆς Βουλῆς, εἰς πᾶσαν διαφωνίαν αὐτῆς ἀντιτάττει τὴν πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ ἔκκλησιν. Αἱ πομπώδεις ὅμως λέξεις τῆς εὐημερίας καὶ τῆς προόδου, ἃς καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, προσθέτουσα ὅτι δὲν ἔχει τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς ἵνα κατορθώσῃ πλειότερα καλὰ, ἦσαν ἱκαναὶ μὲν νὰ γαργαλίζωσι τὰ ὦτα τῶν ἁπλουστέρων καὶ νὰ θαμβόωσι πρὸς στιγμὴν ὀλίγους εὐκολοπίστους, δὲν δύνανται ὅμως νὰ μεταβάλωσι τὴν σκληρὰν πραγματικότητα. Αἱ πομπώδεις αὗται ἐκφράσεις δὲν ἠδύναντο νὰ φέρωσι τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ἀπαιτεῖ οὐχὶ μόνας τὰ λέξεις τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας, ἀλλὰ πρακτικὰ γεγονότα, δι’ ὧν νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην της. Ἂν, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις αὕτη τὴν ἀπόλυτον αὑτῆς ἐξουσίαν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς μετεχειρίζετο, ἵνα προάξῃ τὴν γεωργίαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν καὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν συγκοινωνίαν, ἂν τὸ ἔγκλημα κατεδιώκετο ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἡ ἀρετὴ ἐβραβεύετο, ἂν δι’ αὐστηρᾶς ἐπαγρυπνήσεως ἐξησφαλίζοντο τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, βεβαίως, κύριοι, δὲν ἠθέλαμεν κατακρίνει τοσοῦτον αὐστηρῶς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι συνεκέντρωσεν εἰς χεῖράς της τὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπέφυγε διὰ παντὸς τρόπου τὸν βουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἡ ἀνθηρὰ κατάστασις τοῦ τόπου ἤθελεν ἀναγκάσει ἡμᾶς νὰ θυσιάσωμεν τὸν πρὸς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἔρωτα ἡμῶν καὶ νὰ ἐγκρίνωμεν κυβερνητικὰς ἰδέας, τῶν ὁποίων τὴν ὀρθότητα ἤθελον ἀποδεικνύει αἱ πραγματικαὶ ὠφέλειαι τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ὑλικῶς τὸ ἔθνος ἡμῶν κατέπεσεν οἰκτρῶς ἐκ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως· ἡ στενοχωρία τῆς ἐνταῦθα ἀγορᾶς καὶ αἱ ἀπελπιστικαὶ κραυγαὶ τῶν ἀπολεσάντων διὰ τῆς κυβείας τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των εἶναι καρποὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Πολλαὶ συμβάσεις ἔγειναν καὶ ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον περὶ Τραπεζῶν, σιδηροδρόμων κλπ· ἀλλ’ ὁ τόπος ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν, τὴν γεωργίαν καὶ τὸ ἐμπόριον εὑρίσκεται εἰς χειρότερον σημεῖον ἢ εἰς ὃ εὑρίσκετο κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη. Παρακαλοῦμεν τώρα τὸν κ. Δεληγεώργην νὰ μᾶς εἴπῃ εἰλικρινῶς κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς του. Ἐνθυμοῦμαι παρῳχημένην, ἐποχὴν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρῴην πρωθυπουργὸς ἦτον ὑπουργὸς τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862, ὅτε δι’ ἐγκυκλίου του πρὸς τὸν Πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου ἐξετόξευε τοὺς μύδρους ἐκείνους κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, ὅτε ἔγραφε τοὺς ἀνθηροὺς ἐκείνους λόγους, τὰς ὡραίας ἐκείνας ἰδέας περὶ τῶν ἐλευθεριῶν, περὶ τῆς νεολαίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ περὶ συστάσεως τῆς φάλαγγός των. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω δύω περικοπὰς τῆς ἐγκυκλίου ταύτης. «Πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ἔγραφεν ὁ κ. Δεληγεώργης εἰς τὸν Πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, εἶχε καταδικασθῆ παρὰ πάντων ὡς σωρὸς κοκκάλων· τόσον φθοροποιὰ ὑπῆρξεν ἡ καταλυθεῖσα βασιλεία! Μόνος δὲ ὁ καθαιρεθεὶς μονάρχης, ἐμπαίζων τὴν δυστυχίαν τῆς πολυπαθοῦς ἡμῶν πατρίδος, ἐπηγγέλλετο αὑτῇ τὴν κληρονομίαν τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ὅπως ἀποτελειώσῃ τὸ θῦμά του ὑφαρπάζων τὴν ἀσθενῆ τεθωρακισμένην εὐσυνειδησίαν τινῶν, ἐπρόδιδε πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ τοὺς συμμάχους αὐτῆς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ὡς ἀντιπαραγγέλλον τὸν θρόνον τοῦ Προφήτου.» Καὶ παρακατιὼν ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Δεληγεώργης· «Ἡ Πατρὶς εὐγνωμονεῖ πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦτο τέμενος τῶν γραμμάτων. Τὸ Πανεπιστήμιον δὲν διέδωκε μόνον τὰ γράμματα εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἀλλὰ καὶ ἀνέθρεψε πολιτικῶς τὴν ἑλληνικὴν νεολαίαν καὶ ἐνέσταξεν εἰς τὰς καρδίας αὐτῆς τὸ αἴσθημα τῆς ἀντιστάσεως πρὸς τοὺς ἐχθροὺς τῆς εὐνομίας. Μετὰ εἰκοσιπενταετηρίδα δὲ τὸ Πανεπιστήμιον, τὴν ἀνατροφὴν τοῦ ἔθνους ἐπιμελούμενον, παρήγαγε τὴν ἐπανάστασιν.» Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, τὸ κυβερνητικὸν σύστημα τοῦ κ. Δεληγεώργη πανομοιότυπον τοῦ ἐπὶ τῆς βασιλείας Ὄθωνος, τὴν ὁποίαν τόσον δραστηρίως κατεπολέμησε, δὲν παραβιάζει τὴν ἀλήθειαν ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ λαὸς εἶναι εὐχαριστημένος εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῶν κοινῶν πραγμάτων; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἡσυχάσωσι τὰ πνεύματα καὶ νὰ αἰσθανθῇ ὁ λαὸς ὅτι ὁ ὑπουργικὸς δεσποτισμὸς ἐγκαθιδρύθη πρὸς ὄφελος καὶ ὄχι πρὸς περισσοτέραν βλάβην του, ὅταν πᾶσαι αἱ ἀσχημίαι καὶ ἡ σαθρότης τοῦ παρελθόντος, ἀντὶ νὰ ἐκλείψωσιν, ηὐξήθησαν, ὅταν ἡ θρασύτης τῆς ἐξουσίας, ἀντὶ νὰ ὠχριάσῃ ἀπέναντι τοῦ νόμου, ἐμπαίζῃ αὐτὸν ἀσυστόλως, ὅταν ἀντὶ νὰ σκέπτηται ἡ κεντρικὴ ἐξουσία πῶς νὰ ἐνισχύῃ τὴν τάξιν, ἀφίνῃ τοὺς φίλους της διὰ τῶν κατὰ σύστασιν αὐτῶν διοριζομένων ὑπαλλήλων νὰ πιέζωσι τοὺς ἀντιθέτους καὶ νὰ διαπράττωσιν ἀδικήματα; ὁ ὑπουργικὸς δεσποτισμὸς, κύριοι βουλευταὶ, τὸν μὲν κ. Δεληγεώργην εἶχε καταστήσει ἀπόλυτον κύριον κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, τοὺς δὲ φίλους αὐτοῦ τυραννίσκους ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, διανέμοντας μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν οἰκείων των τὰ ὠφελήματα τῆς ἐξουσίας. Ἰδοὺ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγέννησε διαζύγιον μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ τὸ ὁποῖον ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ ἐκβάλωμεν τὸν τόπον ἐκ τῆς ἐνεστώσης ἀνωμάλου καταστάσεως. Ὁ λαὸς θέλει πράγματα καὶ οὐχὶ θεωρίας· θέλει νὰ αἰσθανθῇ ψηλαφητῶς ὅτι ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἀποστρέφεται δὲ πᾶν ὅ,τι τείνει νὰ διαιωνίσῃ τὰς ἀσχημίας τοῦ παρελθόντος, πᾶν ὅ,τι τείνει νὰ ἐξασθενήσῃ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων καὶ νὰ χειροτερεύσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ὁ ἔνθερμος πόθος τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ πεισθῇ ὅτι τὰ ἐν τῷ συνταγματικῷ χάρτῃ γεγραμμένα δικαιώματά του δὲν εἶναι χάρτης ἄγραφος, γράμμα νεκρόν· οἰκτρῶς δὲ πλανῶνται οἱ ζητοῦντες νὰ εὕρωσι διαφωνίαν μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων του ἐν τοῖς ψηφίσμασί τινων δημοτικῶν συμβουλίων καὶ τοῖς συγχαρητηρίοις ὁμογενῶν τινων (Εὖγε! Εὖγε!). Ἐξέτεινα τὸν λόγον, κύριοι βουλευταὶ, περὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ πέραν τοῦ δέοντος, διότι τὰ αἰσθήματα ταῦτα κατὰ κόρον ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ εἰς τὸν λόγον τῆς διαφορᾶς αὐτῶν πρὸς τὰ ἰδικά μας ἐστήριξε τὴν ἄχρι τοῦδε ἐν Ἑλλάδι πολιτικὴν αὐτοῦ, ἀφ’ οὗ οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐλάβομεν ἀφορμὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν διαγωγήν του, ὡς οὐδὲν ἄλλο παρουσιάζουσαν ἢ σειρὰν ἀντισυνταγματικῶν ἐνεργειῶν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης σᾶς ἀνέφερε περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ σᾶς εἶπε πλεῖστα ὅσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ πείσωσι πάντα, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένοντο, δὲν ἐμφαίνει θρησκευτικὴν εὐλάβειαν ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται περὶ πολιτικοῦ λάθους, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι δὲν ἐγνώριζε τὸν νόμον καὶ τὸ ἄτοπον, ὅπερ συνεπάγει ἡ ἐπὶ μικρὸν χρόνον ὕπαρξις δύω δημοτικῶν ἀρχῶν ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ τῆς ἐπιτυχούσης καὶ τῆς ἀποτυχούσης. Ἡ σπουδὴ αὕτη τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἔμενεν ἕως ἐδῶ, οὐδεὶς ἤθελε τῇ εἴπει τι, ἀλλ’ ἐπροσπάθησε διὰ τῶν ὀργάνων της νὰ ἐκλεχθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσι δήμαρχοι 23 ἐτῶν καὶ νὰ ἀποκλεισθῶσι δι’ ὅλων τῶν ἐκνόμων μέσων δήμαρχοι πρὸ 12ετίας ἐν Καλάμαις διατελοῦντες. Δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω ὅσα περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης. Μεταβαίνω δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλης παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ πρώην ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς ἐνόμισε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἤθελε θέσει τὴν ἄγκυραν τῆς σωτηρίας του. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι κατεπατήθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως διὰ τοῦ σκληροτέρου τρόπου. Διὰ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, αἱ κοινωνίαι ἀποβάλλουσι τὰ σπάργανα τῆς νεότητός των καὶ ὁρμῶσι πρὸς τὴν πρόοδον καὶ πρὸς τελειοτέραν κατάστασιν τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ. Τὸ τοιοῦτον συνειδότες οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, συνῆλθον ἡσύχως καὶ ἀταράχως ἐν τῷ ἐνδιαιτήματι τῶν Μουσῶν των, ἵνα σκεφθῶσι περὶ τῆς φάλαγγός των· ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη διὰ τῶν εὐζώνων, ὁροφυλάκων, διὰ τῶν ἐφίππων χωροφυλάκων καὶ διὰ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐξεδίωξαν ἀπηνῶς τοὺς συνελθόντας, ἐβασάνισεν, ἐκακοποίησε καὶ εἰς τὰς φυλακὰς ἀπήγαγε. Πάντες ἀπεδοκίμασαν τὴν διαγωγὴν ταύτην τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, πάντες ἐλυπήθησαν ἰδόντες τὰ ὄργανα αὐτῆς παρεκτραπέντα τῆς εὐθείας ὁδοῦ καὶ ἐξοκείλαντα εἰς ἀδικήματα. Ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη προέβη εἰς ἔνοπλον ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὴν ἰσχὺν τῶν περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμων· πάντες δ’ ἐσιώπων, καί τοι ἐνδομύχως κατακρίνοντες τὴν διαγωγὴν τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως· διότι τὴν σιωπὴν ταύτην ἐπέβαλεν ἡ ἔκνομος θέσις, ἣν ἔλαβε τὸ ὑπουργεῖον ἀπέναντι δικαιωμάτων καθιερωθέντων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Διέβαλε τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ὅτι ἐπεθύμουν νὰ διαταράξουν τὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν, ἐνῷ ἡ κυβέρνησις αὐτὴ ἐκινδύνευσε διὰ τῶν ἐκνόμων μέσων νὰ βυθίσῃ τὸν τόπον εἰς νέας δοκιμασίας. Τυπτομένη δὲ ὑπὸ τοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδήσεως διὰ τὴν παραβίασιν τῶν περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμων, καὶ ὑποπτεύουσα ὅτι τὸ κίνημα τοῦτο τῶν φοιτητῶν θὰ ἦτον ἴσως προανάκρουσμα σπουδαιοτέρου προσκόμματος εἰς τὴν πορείαν της, ἔσπευσε διὰ τῆς ἄκρας αὐστηρότητος καὶ διὰ τοῦ ἐγκλήματος νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τὸν σκοπόν της. Ἓν μόνον μέσον θεραπείας ὑπῆρχεν· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν ὑπὸ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως· τὸ μέσον τοῦτο τῆς θεραπείας ἦτον ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν νόμον τῆς ἐθνοφυλακῆς, μέσον θεραπείας, τοῦ ὁποίου τὸ ἀλάνθαστον καθηγιάσθη διὰ τοῦ αἵματος καὶ τῶν καταστροφῶν ἀτόμων καὶ ἐθνῶν, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ εὐσυνείδητος χρῆσις ἔχει τὴν μαγικὴν δύναμιν νὰ παραλύῃ τὰς ἀντιδράσεις καὶ νὰ ἐξομαλύνῃ τὰ προσκόμματα. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἡ παρελθοῦσα ἐσέβετο τὸν περὶ πανεπιστημιακῆς φάλαγγος καὶ ἐθνοφυλακῆς νόμον, οὔτε λόγχης εἶχεν ἀνάγκην, ἵνα διατηρήσῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν, οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ ἐμπνεύσῃ φόβους καὶ ὑπονοίας, οὔτε τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ μεταχειρισθῇ ὡς κακούργους καὶ λῃστὰς, τοὺς ὁποίους ἀποστρέφεται ἡ κοινωνία. Ὅστις δὲν αἰσθάνεται πόσον θλιβερὰ ἦτον ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἐπροξένησεν εἰς τὴν καρδίαν πάντων τῶν Ἑλλήνων ἡ ἔνοπλος ἐπίθεσις κατὰ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἡ παραβίασις τοῦ ἀσύλου αὐτῶν, τοῦ φάρου τούτου τῆς ἀνατολῆς, ἢ ἀναίσθητος εἶναι ἢ προδότης κατὰ τῆς Πατρίδος. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐνόμισεν, ὅτι ἀφαιροῦσα τὰ ὅπλα ἀπὸ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐξασφαλίζει τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἡσυχίαν, ἐνῷ ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡσυχία τότε μόνον ἐξασφαλίζεται, ὅταν ὁ λαὸς, ὁ ἐν τῇ τάξει καὶ τῇ ἡσυχίᾳ εὑρίσκων τὸ συμφέρον του, ᾖναι ὁ φέρων τὰ ὅπλα. Ἐκλεκτὴ δὲ τάξις τοῦ λαοῦ εἶναι ἡ ἀποτελουμένη ἐκ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῆς ἐλπίδος ταύτης τῆς Πατρίδος, ἥτις ἀνατρέφεται μὲ τὸν πρὸς τὴν Πατρίδα ἔρωτα. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, πνίξασα ἐν τῇ καρδίᾳ της πᾶν αἴσθημα πατριωτισμοῦ, ἐθυσίασεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς λατρείας τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθεστῶτος πᾶσαν σκέψιν καὶ πᾶσαν ἰδέαν περὶ τοῦ μεγαλείου τῆς φυλῆς, εἰς ἣν δικαίως καυχᾶται ὅτι ἀνήκει, καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς φέρῃ ἓν κἂν βῆμα πλησιέστερον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν πόθων τῆς Πατρίδος, οὓς πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία τρέφει, ἀντὶ νὰ δείξῃ εἰς τὴν Εὐρώπην ὅτι ἔχομεν ἀκμαίαν ζωὴν, ἵνα μὴ ὑποφέρωμεν τὴν καταισχύνην τῆς ἀφανείας, εἰς ἣν δυστυχῶς περιήλθομεν, προσπαθεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸν ἀνδρικὸν χαρακτῆρά μας, προσπαθεῖ παντοίοις μέσοις νὰ ἐξουδετερώσῃ τὸν πόθον τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ τὴν νεολαίαν τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τῆς λόγχης καὶ τῆς καθείρξεως καταδιώκει, διότι ἡ θέα τοῦ ὅπλου δὲν προξενεῖ εἰς αὐτὴν φρικίασιν καὶ ἡ ὀσμὴ τῆς πυρίτιδος νευρικοὺς σπασμούς. Λησμονήσασα ἐντελῶς καὶ ὅρκους καὶ καθήκοντα καὶ πατρίδα καὶ ἐθνικὴν δόξαν, λησμονήσασα ὁποίαν ἱερὰν παρακαταθήκην ἐγκατέλειψαν ἡμῖν οἱ πρόγονοί μας, ὁποίαν θέσιν ἡ Θεία Πρόνοια μᾶς διεχάραξεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, κατεπολέμησε τοὺς περὶ πολεμικῆς ἀνατροφῆς τοῦ ἔθνους πόθους, ἵνα ἀναγκάσῃ τοὺς πάντας νὰ διστάζωσιν ἂν ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς ᾖναι ἡ κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς ἐθνικῆς πάλης ἐκπλήξασα τὴν ὑφήλιον. Καταβαίνοντες εἰς τοὺς τάφους τῶν αἰώνων, οἵτινες ἀφῆκαν εἰς ἡμᾶς τόσον ἐνδόξους ἀναμνήσεις, ἀνευρίσκομεν ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἀντέσχεν εἰς ὅλας τῆς τύχης τὰς περιπετείας. Ἂν δὲ τὰ ἔθνη διαδέχωνται τὰ ἔθνη, καθὼς τὰ κύματα διαδέχονται τὰ κύματα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Ὠκεανοῦ, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τοῦ ὁποίου πᾶς βράχος, πᾶσα πεδιὰς, πᾶσα στενωπὸς εἶναι καὶ μία ἱστορικὴ ἀνάμνησις, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἀσημοτέρα σήμερον θέσις, ἄλλοτε ἀνθοῦσα πόλις, ἀναμιμνήσκει τὴν ἀρχαίαν εὔκλειαν· τὸ ἑλληνικὸν, λέγω, ἔθνος ἐν τῷ μέσῳ ἀπείρων μεταβολῶν τοῦ κόσμου, ἐν τῷ μέσῳ τῶν τραγικωτέρων ἀνατροπῶν τῆς τύχης ἐπὶ δύω αἰῶνας ἐσταμάτησε τὸν χείμαῤῥον τῶν βαρβαρικῶν στιφῶν, τὰ ὁποῖα ἠπείλουν νὰ κατακλύσωσι τὴν Εὐρώπην σύμπασαν, διετηρήθη ὡς αἰωνία στήλη τῆς προόδου καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ! Ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος ἄχρι σήμερον ἀπειράκις ἤλλαξαν τὰ ὑπουργεῖα· μία δὲ μόνη εὐχὴ ἠκούετο στερεότυπος, ἡ εὐνομία τοῦ μικροῦ βασιλείου ἡμῶν καὶ ἡ συμπάθεια εἰς τὰς συμφορὰς τοῦ μὴ ἐλευθέρου μέρους. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ πολέμου, οὔτε περὶ παραβιάσεως τῶν συνθηκῶν, ὁμιλοῦμεν μόνον περὶ εἰλικρινοῦς ἐνεργείας ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος· ὁμιλοῦμεν περὶ πολεμικῆς προπαρασκευῆς τοῦ ἔθνους, ὥστε ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης τῆς πατρίδος νὰ χρησιμεύσῃ αὕτη πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ. Διὰ τῆς ἰσχύος τῶν περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμων, τὸ πλεῖστον μέρος τῶν πολιτῶν θέλει γυμνασθῆ, ἡ δύναμις ἡμῶν θέλει διπλασιασθῆ καὶ τριπλασιασθῆ, ὁ δὲ τακτικὸς στρατὸς θέλει ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης ἔχει ἐπικουρίαν γεγυμνασμένην καὶ ἀξιόμαχον. Ἀλλ’ οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν εὔνοιαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου τῶν ξένων διαμαρτύρονται ὅτι ἀποτάσσονται τῷ Σατανᾷ, ὅτι οὐδένα σκοπὸν ἔχουσι περὶ πολεμικῆς ἀνατροφῆς τοῦ ἔθνους, καὶ ἀσχολούμενοι εἰς τοὺς ἐλεεινοὺς ἐσωτερικοὺς διαπληκτισμοὺς, εἰς τὰς ἐλεεινὰς ἐσωτερικὰς φατρίας, ὡς ξένοι, τῶν ὁποίων τὴν καρδίαν δὲν θερμαίνει ἡ ἀγάπη τῆς Πατρίδος, διὰ τῶν σαβάνων ἐπιμελῶς περικαλύπτουσι τὸν ὅρκον τοῦ 1821 καὶ τὰς ἐθνικὰς ἐλπίδας. Ἀνακεφαλαιοῦντες, λέγομεν· ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη παρεβίασε ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ῥητὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, διῴκησε τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ φορολογικῶν νόμων. Τί ἐστὶ δὲ κυβέρνησις ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Ὁ περιφανέστατος συγγραφεὺς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου Rossi ἀπαντᾷ. «C'est un gouvernement qui n'a pas le son.» Τὸ τοιοῦτον εἴδομεν προχθὲς, ὅτε ὁ νῦν ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εὗρε τὰ ταμεῖα κενὰ καὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Ἐνταῦθα κεῖται τὸ κακὸν, ὁ ἀληθὴς κίνδυνος, ἡ ἀληθὴς διαφθορὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ πάντες οἱ φίλοι τῆς εὐνομίας καὶ τοῦ θρόνου ὀφείλουσι νὰ ὑψώσωσι τὴν φωνήν των καὶ νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν αὐστηρότητά των. Ἂν δείξωμεν ἀδιαφορίαν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἂν οὕτως ἐννοῶμεν τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν καὶ λογιζώμεθα τόσον εὐτελῆ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ὥστε νὰ σιωπῶμεν ἐπὶ τοιούτων ἀπροκαλύπτων παραβιάσεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, πῶς νὰ ἐλπίσωμεν, πῶς νὰ περιμείνωμεν ἀπὸ ἄλλους νὰ τὰ ἐκτιμήσωσι περισσότερον; Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι, εἶναι λυπηρότατον εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ μὲν Αὐστρία ἔχει Σύνταγμα, ἡ δὲ Ῥωσσία συνταγματίζεται, νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ δοξασίαι τῶν ἀπολύτων ἐξουσιῶν ὑπὸ τὸ συνταγματικὸν ἔμβλημα. Πρόκειται ἤδη νὰ ἴδωμεν ἂν τὸ νομοθετικὸν σῶμα θὰ παραιτηθῇ πάσης πρωτοβουλίας, πάσης πολιτικῆς ἰδέας, καὶ ἂν θὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν καὶ τὰς ἐνδεχομένας αὐτῆς συνεπείας, κατὰ τῶν ὁποίων ὁλόκληρος ὁ παρελθὼν βίος διαμαρτύρεται. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ Βασιλέως, τοῦ ὁποίου τὰ συνταγματικὰ φρονήματα εἶναι πασίγνωστα, ὡς τὸ ἀπέδειξε καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίστασιν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τι εἰς τὴν πρώην ἀντιπολίτευσιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ φρόνησις ἀπαιτεῖ νὰ σιωπήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ ἔθνος ζητεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ εὐσυνειδήτως τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· ἀποστρεφόμεθα, κύριοι, τὴν παρερμηνείαν τῆς εὐχῆς ταύτης τοῦ τόπου. Ἀγανακτοῦμεν, διότι τὴν ἀξίωσιν ταύτην τοῦ ἔθνους χαρακτηρίζουσιν ὡς δημοκρατικὴν οἱ σφόδρα συντηρητικοί. Δὲν ταραττόμεθα διὰ τὰς λέξεις· ἂς μὴ ἐπισείωσι τὸ φάσμα τῆς δημοκρατίας. Ὁ πόθος τοῦ λαοῦ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς τὸ Σύνταγμα, εἶναι νόμιμος, εἶναι θερμὸς, εἶναι ἱερὸς, ἁπανταχοῦ ὑπάρχει, ἁπανταχοῦ ἀποκαλύπτεται, καὶ ἡ καταστολὴ αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατος. (Εὖγε, εὖγε· παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 6 μ. μ.)