1874.02.12
2.173 στίχοι · 17.695 λέξεις · 195 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 12 Φεβρουαρίου 1874.
(Τρίτη).
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεψηφίσθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, κατὰ τὸν κανονισμόν, παρέστη τὸ Προεδρεῖον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ βασιλέως. Εἷς τῶν γραμματέων θέλει ἀναγνώσει τὴν προσφώνησιν καὶ ἀντιφώνησιν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ
Τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς Πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. «Τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπαύγασμα ἁγνὸν τῆς θελήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, παρίσταται σήμερον ἐνώπιον τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος, ἵνα καταθέσῃ τὸν σεβασμὸν αὑτοῦ καὶ τὰς πρὸς τὸν Ὕψιστον θερμὰς δεήσεις του ὑπὲρ τοῦ Συνταγματικοῦ Θρόνου καὶ τῆς εὐδαιμονίας τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος, τῆς Σεπτῆς Βασιλίσ-
σης καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας.»
ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΙΣ
Τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. «Σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν αἰσθημάτων τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ὑπὲρ Ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς Μου οἰκογενείας. Πέποιθα δὲ, ὅτι ὑπὸ τὴν πεφωτισμένην προεδρίαν Σας αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θέλουσι βαδίσει ἀπροσκόπτως καὶ ἀποβῇ ὠφέλιμοι εἰς τὴν φίλην Ἡμῶν πατρίδα.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ ἀναγγέλλεται ὁ σχηματισμὸς τοῦ νέου ὑπουργείου.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τῆς νέας κυβερνήσεως, εἰς ἣν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐνεπιστεύθη τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους, ἔχει ὡς ἑξῆς· Δημήτριος Γ. Βούλγαρης, βουλευτὴς Ὕδρας, πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Ἰωάννης Α. Δεληγιάννης, βουλευτὴς Γορτυνίας, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Δημήτριος Τριγγέτας, βουλευτὴς Πυλίας, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Βασίλειος Κ. Νικολόπουλος, βουλευτὴς Γορτυνίας, ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Ἰωάννης Βαλασόπουλος, βουλευτὴς Λακεδαίμονος, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ διεύθυνσις τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργείου ἀνετέθη προσωρινῶς εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν κ. Β. Κ. Νικολόπουλον· ὡσαύτως ἀνετέθη προσωρινῶς εἰς τὸν αὐτὸν ὑπουργὸν ἡ διεύθυνσις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείου μέχρι τῆς ἀναῤῥώσεως τοῦ κ. Ἰω. Δεληγιάννη. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 11 Φεβρουαρίου 1874.
Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τριχωνίας. Πρὸ τούτου ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§6Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἵνα ἀναλάβω τὸν σχηματισμὸν νέου ὑπουργείου, προέβην εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ ἐκ τῶν πολιτικῶν προσώπων, ἅτινα ἐγνωστοποιήθησαν παρ’ ἐμοῦ πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἀναδέχθημεν, κύριοι βουλευταὶ, βάρος οὐ σμικρὸν, ὀφείλοντες νὰ μεριμνήσωμεν ὅπως αἱ ἐργασίαι ἡμῶν ἀποβῶσι κοινωφελεῖς καὶ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων. Θέλομεν προσέτι ἐνασχοληθῆ εἰς τὸ ἀντικείμενον τῶν δημοσίων ἔργων, τῶν εὐεργετικῶν τούτων μέσων τῆς συγκοινωνίας, δι’ ἧς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἐξασφαλίζονται καὶ συντελοῦσι λίαν εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ, στηριζόμενοι εἰς τὴν ὑμετέραν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλούμεθα. Ἡ κυβερνητικὴ πορεία ἡμῶν θέλει στηρίζεσθαι εἰς τὴν ἀπαρέγκλιτον τήρησιν τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ὑπαρχόντων θεσμῶν.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πίστωσιν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου καὶ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ἵνα προβῇ ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, τῇ ἀδείᾳ τῆς νοθετικῆς ἐξουσίας, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ μὴν Ἰανουάριος ἔληξε πρὸ πολλοῦ καὶ καθυστερεῖται μέχρι τοῦδε ἡ πληρωμὴ τῶν δαπανῶν αὐτοῦ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ὡς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ συζητήσῃ διὰ πρώτην φορὰν σήμερον. Σχετικῶς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν, καίτοι μὴ εὐχάριστον, ὡς πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Βεβαίως δὲν ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ μὲ ἀκρίβειαν, δύω ἡμερῶν ὄντα ὑπουργὸν, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ κράτους, ἀλλὰ μόνον τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου, ἔργον τὸ ὁποῖον ἦτον εὔκολον νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν ἐνόντων, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας. Κατ’ αὐτὰς λοιπὸν, εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὑπάρχουν χρήματα τοῖς μετρητοῖς δραχ. 160,000, προσέτι ὑπάρχουν πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὸ ταμεῖον Ὀλυμπίας ἕτεραι 59,000, τὸ ὅλον 219,000. Ἀλλ’ ὀφείλομεν, κύριοι, κατὰ δυστυχίαν ποσὰ ὑπέρογκα. Καὶ πρῶτον πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Ἰανουαρίου, καὶ λέγω ἀποπληρωμὴν, διότι ἐγένοντο προκαταβολαί τινες, καθὰ μὲ ἐπληροφόρησαν, ἀπαιτοῦνται 400,000 δραχμῶν· πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου ἀπαιτοῦνται 600,000· πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 6,000,000, δραχ. 400,000, διότι ἐπληρώθησαν ἀπέναντι 80,000. Πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, πλὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δραχ. 400,000. Πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μέχρι τέλους τοῦ αὐτοῦ μηνὸς δραχ. 300,000. Πρὸς ἀποπληρωμὴν τῆς εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως ἐκ δραχ. 280,000, τὴν ὁποίαν πέρυσιν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, δραχ. 200,000, διότι ἐπληρώθησαν δραχ. 80,000. Περιπλέον δὲ ὀφείλεται ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ὑπολογιζομένων εἰς δραχ. 400,000, ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ᾖναι ἐπαρκές. Τὸ ὅλον τῶν ὀφειλομένων μέχρι τέλους Φεβρουαρίου εἶναι 2,700,000.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε τὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων;
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν ὀφειλομένων εἶναι ἀδύνατον νὰ προμηθευθῶμεν ἤδη ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων, καὶ ἀπαραίτητος ἀνάγκη ὑφίσταται νὰ συνομολογήσωμεν ἓν προσωρινὸν δάνειον, εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ ὁποίου προέβημεν ἤδη, ἀγνοῶ δὲ κατὰ πόσον θὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτό· διότι ἡ κυβέρνησις θεωρεῖ ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὸ δημόσιον καὶ ἐπιζήμιον εἰς τοὺς δικαιούχους νὰ περιφέρωνται τὰ ἐντάλματα αὐτῆς καὶ νὰ πωλῶνται μ’ ἔκπτωσιν πρὸς ζημίαν τῶν δικαιούχων. Ἂν κατορθώσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον εἴτε ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις πολλάκις ἦλθεν ἐπίκουρος εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κυβερνήσεως, εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς, ἂν ἡ Τράπεζα δὲν συγκατατεθῇ νὰ χορηγήσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, οὗτινος ἔχομεν ἀνάγκην, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ Τράπεζα ὁπωσδήποτε θὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς κυβερνήσεως ἐν τῇ στενοχωρίᾳ, ἐν ᾗ διατελεῖ σήμερον, ἐὰν κατορθώσωμεν, λέγω, τὸ δάνειον μὲ ὑλικὰς ἐγγυήσεις, ὅπως πρὸ πολλοῦ εἴθισται, ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῶν δύω μηνῶν. Ὀφείλει δὲ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ διὰ τὸ μέλλον, διότι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν καὶ κατὰ τὸν προσεχῆ μῆνα Μάρτιον καὶ κατὰ τὸν παρεπόμενον μῆνα Ἀπρίλιον, καθόσον οἱ μῆνες τῆς ά. ἑξαμηνίας εἶναι οἱ μᾶλλον ἄγονοι. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ταμείων τῶν ἐπαρχιῶν. Κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὸ Γεν. Λογιστήριον ἔλαβον, ἡ κατάστασις τῶν ταμείων τοῦ κράτους μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἦτο δραχ. 550,995, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν 160,000 τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ τῶν 59,000 τοῦ ταμείου Ὀλυμπίας· ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δύω τούτων τελευταίων ποσῶν, τὸ ὑπόλοιπον διετέθη διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν καὶ οὐδεμίαν ἐλπίδα ἔχομεν νὰ λάβωμεν ἐκεῖθεν χρήματα.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν τὰ ὀφειλόμενα ὀφείλωνται ἀπὸ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον Ἀθηνῶν.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀπὸ τὸ ταμεῖον Ἀθηνῶν ὀφείλονται· εἰς τὰ τῶν ἐπαρχιῶν ἀγνοοῦμεν ἂν ὀφείλωμεν καὶ πόσα ὀφείλομεν.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ἐνηργήθησαν δάνεια, πόσα καὶ πόθεν.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις ἔλαβε δάνειον ἀπὸ μὲν τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν 1,100,000 κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀπὸ δὲ τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὅλον 1,600,000, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται, καὶ ἤδη ἤρξατο ἡ Βιομιχανικὴ Τράπεζα νὰ λαμβάνῃ τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων Πατρῶν, Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν ἀπέναντι τῶν εἰς αὐτὴν ὀφειλομένων δραχ. 500,000. Ἐκτὸς τούτων ἡ κυβέρνησις ἤνοιξε πίστωσιν εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν ἐκ δραχ. 600,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Λαυρίου· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θεωρεῖται ὡς δάνειον, διότι προκατεβλήθη ἀπέναντι τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ Λαυρίου θὰ λάβῃ ὅσα προκατέλαβε καὶ θὰ προκαταβάλῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ἑταιρίας.
§14ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε πόσα ἐδανείσθη ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις καὶ πόσα ὀφείλει;
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δρ. 2,700,000 ὀφείλει, 1,600,000 ἐδανείσθη. Τὸ ὅλον 4,300,000.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ μᾶς εἴπετε τὰ ὀφειλόμενα, εὐαρεστηθῆτε νὰ μᾶς εἴπητε καὶ τί ὀφείλεται εἰς τὸ κράτος ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1873.
§17ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐγκύψω εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ κράτους ἐκ τοῦ προχείρου ἐν τῷ διημέρῳ διαστήματι τῆς ὑπουργίας μου. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ μεμφθῶ κᾀνένα, οὔτε τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐκθέσω τὴν δυσάρεστον οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ τὸ κράτος, καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς κυβερνήσεως πρὸς συνομολόγησιν προσωρινοῦ τινος δανείου, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας. Ἐὰν θέλητε νὰ φέρω καὶ κατάστασιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ κράτος, εἶναι καὶ εὔκολον καὶ καθῆκόν μου νὰ τὸ πράξω, καὶ προθύμως θέλω τὸ πράξει.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνονται εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ κ. Χρηστίδου καὶ ὑπολογίζονται ὅτι θέλει εἰσπράξει 5,000,000.
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, νομίζω ὅτι σᾶς ἐβοήθησα διὰ νὰ ἦσθε δίκαιος, παρακαλέσας ὑμᾶς νὰ μᾶς εἴπητε καὶ ὁπόσα καθυστεροῦνται μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1873, ἀφοῦ εἴπατε πόσα τὸ δημόσιον ἔχει νὰ πληρώσῃ.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς δώσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀκριβεῖς πληροφορίας ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰς προσεχῶς.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω εἰς τοῦτο.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκθέσας, κύριοι, τὴν δυσάρεστον κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐπαναλαμβάνω τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ κᾀνένα, πολὺ δὲ μᾶλλον τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡ παροῦσα εἶναι διάδοχος καὶ ὡς ἠθικὸν πρόσωπον συνέχεια αὐτῆς.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε ὅτι καὶ τὸ δημόσιον ὀφείλει.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, ἐμπεριέχονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καθὰ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Σωτηρόπουλος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐζήτησε τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως νὰ θεωρηθῇ ὡς κατεπεῖγον· ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατά τε τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ τὸ σύνολον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἔχει δ’ ὡς ἑξῆς·
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον 1874. Ἄρθρον μόνον. Πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ε. ε. χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίστωσις ἴση μὲ τὰ δύω δωδεκατημόρια τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1874. Ἐν Ἀθήναις, 11 Φεβρουαρίου 1874.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ,»
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ γείνῃ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἀπὸ ἀντιπολιτευομένου μὲ ἔκαμεν ὑπουργικὸν (γέλως). Εἶναι γέλως, εἶναι καὶ κλαυσίγελως. Ἐρωτῶ ὅμως ἐὰν πρέπει νὰ μένω (θόρυβος). Μὰ διατί στενοχωρεῖσθε; Εἶσθε πρότερον στενοχωρημένοι, ἀκόμη εἶσθε; Ἀμφιβάλλω δὲ ἂν πρέπει νὰ μένω, διότι ἡ κυβέρνησις περιωρίσθη νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι θὰ ἀσχοληθῇ μόνον εἰς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα πέρυσι δὰ μᾶς τὰ ἐφούσκωσαν τόσον πολὺ, ὥστε ἐτσακίσαμεν τὰ ποδάρια μας, μὲ τοὺς σιδηροδρόμους τρέχοντες. Μὲ τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν ἐγὼ καὶ πολλοὶ Ἑπτανήσιοι εἴμεθα εἰς διαφωνίαν περὶ ἑνὸς συνδέσμου ΚΑΙ. Θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον, ὅτι ἐπολεμούσαμεν δι’ ἕνα σύνδεσμον. Ὁ σύνδεσμος οὗτος ἐξεταζόμενος κατὰ βάθος ἔχει σημασίαν μεγάλην· ἐπρόκειτο νὰ ὁρίσωμεν τὰ ὅρια τοῦ βασιλείου. Οἱ μὲν ἔλεγον ὅτι ἐκτείνονται μέχρι Κερκύρας, οἱ δὲ διετείνοντο, ἐν οἷς ἤμην καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐξετείνοντο μέχρι ΚΑΙ τῆς Κερκύρας (εὖγε εὖγε). Πιστεύω ὅτι ἡ νέα κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θὰ παρατείνῃ τὸ κράτος τοῦ βασιλείου μέχρι ΚΑΙ τῆς Κερκύρας (εὖγε, εὖγε)· καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, διότι ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν κυβέρνησιν. Ἀλλ’ εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων μου, Ἑπτανήσιος καὶ αὐτὸς, ὁ κύριος Λομβάρδος, μοὶ εἶπεν ὅτι περὶ τοῦ ΚΑΙ ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι τινὲς καὶ τὰ αὐτιά μου βοΐζουν. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον ἐκ προοιμίων ὅτι δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπει νὰ μένω, βλέπων πρὸς αὐτὴν ἢ πρὸς αὐτὴν τὴν πλευράν. Ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, πέρυσιν εἶπον τὸ αὐτό· σᾶς ἀνέφερα καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Λουκιανοῦ, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον ἐφέτος, ἐὰν δὲν λυθῇ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ συνδέσμου ΚΑΙ, νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνταχθῶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γελοῦν καὶ κλαίουν συγχρόνως (ἱλαρότης). Πρῶτον ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡμῶν, διότι στηρίζεται εἰς δύο μεγάλα στοιχεῖα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς κἄτι λείψανα μικρὰ, τὰ ὁποῖα ἢ θὰ προστεθῶμεν ἢ θὰ ἀφαιρεθῶμεν, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσουν εἰς τὸν σύνδεσμον ΚΑΙ. Περιλαμβάνεται καὶ ἡ Κέρκυρα ἐντὸς τοῦ βασιλείου; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ κυβέρνησις μόνη δύναται νὰ τὸ λύσῃ καὶ ὄχι ἡ μία μερὶς ἢ ἡ ἄλλη· διότι οἱ μὲν εὔχεσθε νὰ μὴ λυθῇ, διὰ αὐξήσῃ τὸ στρατόπεδόν σας, οἱ δὲ νὰ λυθῇ, διὰ νὰ μὴ ἐλαττωθῇ τὸ σύστημά σας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν κυβέρνησιν νὰ μᾶς ὑποσχεθῇ ἂν τὸ κράτος τοῦ Βασιλέως θὰ ἐκταθῇ μέχρι ΚΑΙ τῆς Κερκύρας.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα καταθέσω ἓν ἔγγραφον· ἀλλ’ ἀφοῦ προεκλήθην ὀνομαστὶ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφόν μου καὶ φίλον μου, καὶ ἀπὸ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ὁ κ. Ζωχιὸς, ὅτι ἕνεκα ἐμοῦ συνέλαβεν ὑπονοίας, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος οὗτος καὶ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω ὅσα τῷ εἶπον περὶ τῆς συνδιαλέξεώς μου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ὑπουργείου. Ὅσα δ’ εἶπον εἶναι τοιαῦτα, ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐμπνέωσιν οὔτε ὑπονοίας, οὔτε θάῤῥος. Τὴν κυβέρνησιν θὰ τὴν κρίνητε ἀπὸ τὰ ἔργα της καὶ ἀπὸ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν θὰ τηρήσῃ. Ὅ,τι εἶπον ἰδιαιτέρως εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ ἐπαναλάβω ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ βήματος, ἀφοῦ προκαλοῦμαι. Ἀξιότιμε, κύριε Βούλγαρη, τῷ εἶπον τότε, ἀξιότιμε κύριε πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως τῷ λέγω τώρα, ἐπολεμήσαμεν τὴν πεσοῦσαν κυβέρνησιν, ὄχι διότι ἦτο κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὴν ἐπολεμήσαμεν ὄχι διότι ὁ πρόεδρος αὐτῆς ὠνομάζετο Δεληγεώργης, καὶ διότι ἐζητήσαμεν νὰ ἔλθῃ πρόεδρος αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Βούλγαρης· ἐπολεμήσαμεν τὴν πεσοῦσαν κυβέρνησιν, ἵνα πολεμήσωμεν εἰς τὸ πρόσωπον τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ὑπηρετοῦσεν. Ὁ ἀγὼν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης ὑπῆρξεν ὁπωσοῦν μακρὸς, διήρκεσε δεκαεννέα μῆνας. Ἤρχισεν ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος ἀπὸ τὴν στιγμὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ἀξιότιμε νῦν πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως, ἠναγκάσθητε νὰ καταθέσητε τὸ χαρτοφυλάκιον, καίτοι ἔχοντες τὴν ὑποστήριξιν μιᾶς μεγάλης πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤρχισεν ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος τῆς πρὸ ὀλίγου ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τότε καὶ ἐξηκολούθησεν ἐπὶ δεκαεννέα μῆνας. Ἀπαιτοῦσε νὰ πέσῃ ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι ἦτο κυβέρνησις ἐλθοῦσα ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ, ἡ μεγάλη κοινοβουλευτικὴ ἀρχὴ, ὅτι αἱ πλειονοψηφίαι ὑποδεικνύουσι τὰς κυβερνήσεις, ὅτι αἱ πλειονοψηφίαι διὰ τῶν κυβερνήσεών των κυβερνῶσι τὸν Τόπον. Ὅ,τι ἐπετεύχθη κατὰ τὴν 4 Φεβρουαρίου διὰ τῆς πτώσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, εἶναι βῆμα οὐχὶ μικρόν· ὅ,τι ἐπιτυγχάνεται τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀξιότιμε κ. Βούλγαρη, διὰ τῆς προσκλήσεώς σας ἵνα σχηματίσητε ὑπουργεῖον, εἶναι βῆμα ἔτι μεγαλείτερον. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχασε τὸν κόπον της, δὲν ἔχασε τοὺς ἀγῶνάς της. Σεῖς ὁ ὁποῖος παρῃτήθητε, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν, καθ’ ὃν τρόπον ἠναγκάσθητε νὰ παραιτηθῆτε, σεῖς εἶσθε σήμερον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀναβιβάζεσθε ἐπὶ τὰ ἀνάκτορα, ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος. Σεῖς ὀφείλετε λοιπὸν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ βαστάξητε ὑψηλὰ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰς χεῖράς σας ἔθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ πολεμήσασα τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη. Ὀφείλετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραστήσητε εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι ἀπό τινος χρόνου καὶ ἐδῶ κακὴ χρῆσις, κατάχρησις τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως ἐγένετο, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν πλειονοψηφιῶν. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸ ἀκροατήριον νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς ἀποδοκιμασίας καὶ ἐπιδοκιμασίας.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀφείλετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ καθυποβάλητε καὶ νὰ ὑποστηρίξητε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος, ὅτι ἡ τάσις αὕτη τῆς τοιαύτης χρήσεως τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως, ἵνα ἐπιβάλλωνται αἱ μειονοψηφίαι ἐπὶ τῶν πλειονοψηφιῶν, ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ἵνα ὁ Τόπος διοικῆται οὐχὶ καθὼς αὐτὸς θέλει, ἵνα ὁ Τόπος αὐτὸς διοικῆται οὐχὶ καθὼς διατάσσει τὸ Σύνταγμα, ἵνα ὁ Τόπος αὐτὸς διοικῆται οὐχὶ κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν τῆς πλειονότητος τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν πλειονότητα τοῦ Τόπου, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν μιᾶς μειονοψηφίας.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἑνὸς ἀνθρώπου!
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις μιᾶς μειονοψηφίας, ἥτις τὰς ὀρέξεις της, τὰς ἰδέας της, ἔστω δὲ καὶ τὴν θέλησίν της, θέλει νὰ παραστήσῃ ὡς θέλησιν καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ ἡγεμόνος. Ὀφείλετε νὰ τῷ παραστήσητε, ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς τάσεως ταύτης, καὶ ἀποκλειστικὸν ἀποτέλεσμα τῆς τάσεως ταύτης εἶναι ἡ κακὴ διοίκησις τοῦ Τόπου· διότι ὁ Τόπος διοικεῖται, ἐπαναλέγω, οὐχὶ καθὼς αὐτὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀντιπροσώπων του θέλει, ἀλλὰ καθὼς θέλει μία μειονοψηφία, ἣν δὲν χαρακτηρίζω, ἀκολουθοῦσα τὰς ἰδιαιτέρας ἰδέας, τὰς ἰδιαιτέρας τάσεις της, τὴν ἰδιαιτέραν θέλησίν της. Ὀφείλετε, ἐπρόσθεσα, (πρέπει δὲ νὰ εἴπω, ὅσα εἶπον ἰδιαιτέρως, πρὸς τὸν κ. Βούλγαρην, διότι, ὅσον ἀποβλέπει ἐμὲ, ὅσα εἶπον ἰδιαιτέρως δὲν τὰ εἶπον μὲ σκοπὸν νὰ μένουν κρυφά· εὐχαριστοῦμαι μάλιστα, ὅτι τὰ ἐπαναλαμβάνω ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα καὶ ὁ ἡγεμὼν ἀκούσῃ ποία ἦτον ἡ ἰδιαιτέρα γνώμη καὶ συμβουλὴ, τὴν ὁποίαν ἔδωκα καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Βούλγαρην ὡς βουλευτὴς, τὸν ὁποῖον ἐτίμησεν ὁ κύριος Βούλγαρης μὲ τὴν αἴτησιν νὰ τῷ εἴπῃ τὴν γνώμην του)· ὀφείλετε νὰ παραστήσητε εἰς τὸν ἡγεμόνα, ἀξιότιμε κύριε Βούλγαρη, ὅτι ὑπάρχει ἓν μέρος τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον πασιφανέστατα γίνονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς κακῆς ταύτης διοικήσεως, τὰ ἀποτελέσματα τῆς κακῆς ταύτης ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς θελήσεως τοῦ Τόπου· καὶ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Κράτους εἶναι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου προσετέθη, εἶναι ἡ Ἑπτάνησος. Ἐκεῖ ἡ μεγίστη πλειονοψηφία τοῦ τόπου ἐκείνου πιέζεται, καταδιώκεται· μοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ μάλιστα ἐπιβεβλημμένον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν, τυραννεῖται· κηρύσσεται προγεγραμμένη, ὅτι δὲν ἔχει πολιτικὰ δικαιώματα, κηρύσσεται προγεγραμμένη καὶ θεωρεῖται ξένη ἐν τῇ πατρίδι της, ἵνα τιμωρηθῇ ἴσως, διότι τὸν ξένον ἐν τῇ πατρίδι της δὲν τὸν ἠνέχθη, τὸν ἐπολέμησε. Ὀφείλετε νὰ ζητήσητε, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, τὴν κατάπαυσιν τῶν κακῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Δεληγεώργη τὰ ᾐσθάνθημεν περισσότερον, ἢ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην προηγηθεῖσαν αὐτῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, τῷ εἶπον, ὅτι αὐτὰ, ἐὰν τὰ συμμερίζεσθε, καὶ τὰ συμμερίζεσθε βεβαίως διότι μαζῆ ἀντεπολιτεύθημεν τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ σύμφωνοι εἴμεθα καὶ εἰς τὰς βάσεις καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ εἰς τὴν τακτικὴν, ἐὰν συμμερίζησθε τὰς ἀρχὰς ταύτας, ὀφείλετε νὰ τὰς καθυποβάλητε εὐσεβάστως δι’ ἑνὸς ὑπομνήματος εἰς τὴν Α. Μ. ὅπως ἡ Α. Μ. ἐὰν τὰς συμμερίζηται, τὰς ἐγκρίνῃ, τὸ δὲ ὑπόμνημα τοῦτο νὰ δημοσιεύσητε, ἢ νὰ τὸ ἀπαγγείλητε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅπερ εἶναι τὸ ἴδιον. Ἐὰν ἡ πρόσκλησίς σας, ἀξιότιμε κ. Βούλγαρη καὶ ἀξιότιμε νῦν Πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως, τοιαύτην ἔχῃ τὴν σημασίαν, ἐὰν ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε, ἵνα σχηματίσητε κυβέρνησιν, θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς πρὸ μικροῦ ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη ἀντεπολιτεύθη, μὴ μοῦ λέγετε ὅτι ἔχετε νὰ διαμοιράσητε τὰ ὑπουργεῖα (διότι ἴσως καὶ περὶ τούτου ἐπρόκειτο), μὴ μοῦ λέγετε πόσα θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἰς τὰ διάφορα δηλαδὴ τμήματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ποῖα εἰς ἕκαστον τμῆμα· κάμετε τὴν κυβέρνησίν σας, ὅπως θέλετε· ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμμερίζονται τὰς ἰδέας μου ταύτας ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοὺς ὁποίους καὶ ἐγὼ ἀκολουθῶ, οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἔχομεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν κυβέρνησίν σου. Δι’ ἀρχὰς ἐπολεμήσαμεν· ἐὰν τὰς ἀρχὰς ταύτας ἐφαρμόσητε κυβερνῶν, θέλομεν σὲ ὑποστηρίξει δι’ ὅλων τῶν ἀσθενῶν δυνάμεών μας. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται, ἵνα αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπεδίωξεν, ἐκτελεσθῶσι καὶ ἐφαρμοσθῶσιν, ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ τούτου, καὶ ἂν, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, σαφῶς δὲν ἐξηγηθῆτε καὶ δὲν λάβητε ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ τὴν ζητήσητε, νὰ σᾶς εἴπω καὶ σᾶς λέγω, μὴ περιπλεχθῆτε, μὴ δεχθῆτε τὸ χαρτοφυλάκιον εἰς τὰς χεῖράς σας, ἀφήσατε τὰ πράγματα νὰ ἀναπτυχθῶσι, νὰ ὡριμάσωσι περισσότερον. Περὶ ἀρχῶν καὶ περὶ ἰδεῶν ἐπαλαίσαμεν, οὐχὶ περὶ ἐξουσίας. Αὐτὰ ἦσαν περίπου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθυπέβαλα εἰς τὸν κύριον Βούλγαρην, ὅταν μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἔλθῃ πρός με, καὶ νὰ μοὶ κοινοποιήσῃ τὴν εὐχάριστον ἀγγελίαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῷ ἀνέθεσε τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου. Βλέπω ἤδη εὐτυχῶς ἐσχηματισμένην κυβέρνησιν παρὰ τοῦ κυρίου Βούλγαρη. Οὐδεμία ἀμφιβολία μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένη, ἕως ὅτου τὸ ἐναντίον δὲν προκύψῃ, ὅτι αἱ ἀρχαὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας ἐκηρύξαμεν εἰς τὸ διάστημα 19 μηνῶν, πολεμοῦντες τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, δὲν θέλουν λάβει τὴν πλήρη ἰσχύν των, τὴν πλήρη ἐφαρμογήν. Δὲν ἀμφιβάλλω, λέγω, οὐδαμῶς περὶ τούτου· καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν καὶ τὴν ῥήτραν ταύτην προσφέρω καὶ ἐγὼ τὴν ἀσθενῆ μου ὑποστήριξιν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἐὰν ὅμως συμβῇ τὸ ἐναντίον, ἂς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος κ. Ζωχιὸς νὰ εἴπω, δὲν θέλω πέσει εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς ἄλλης πτέρυγος ἕως οὗ δὲν βεβαιωθῶ, ὅτι τυχὸν αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐπρεσβεύσαμεν, ὑποστηρίζονται ἀπὸ αὐτὴν τὴν πτέρυγα. Θὰ μείνω ἐν τῇ θέσει, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμεινα δεκαεννέα μῆνας πολεμῶν τὴν ἐξουσίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ἔστω δὲ καὶ ὁλομόναχος ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου ἐὰν μείνω, δὲν θέλω παύσει νὰ ἐξακολουθῶ νὰ λέγω: ἀπατοῦν τὸν ἡγεμόνα, ἀπατοῦν τὸν Τόπον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ κυβερνηθῇ ἄλλως, εἰμὴ διὰ τῆς πλήρους, τῆς ἀληθοῦς, τῆς τιμίας ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, δι’ ἀληθοῦς, εἰλικρινοῦς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν.
§36ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω, μὲ συγχωρεῖτε. Βεβαίως εἰς ἄλλους ἁρμόζει κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὄντας συμβούλους τοῦ Στέμματος, ν’ ἀπαντήσουν εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κυρίου Λομβάρδου. Εἶναι ὅμως τόσῳ σοβαρὰ ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία γίνεται μετὰ τοσαύτης δημοσιότητος, ὥστε παντὸς ἄλλου σιωπῶντος νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κύριον Λομβάρδον δύω λέξεις ἐφ’ ὅσων εἶπε. Τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας του ἦτον ὅτι ἐγὼ παρεβίασα τὸν συνταγματικὸν θεσμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ πλειονοψηφίαι πρέπει νὰ κυβερνῶσιν εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς πολιτείας, καὶ ὅτι ἐκ τῆς μειονοψηφίας ἐξελθὼν ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐλησμόνησεν ὁ κύριος Λομβάρδος ὅ,τι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφιλονεικεῖτο ἂν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἦναι δικαίωμα ἀπόλυτον ἢ δὲν ἦναι δικαίωμα ἀπόλυτον. Ἐξέφερα τότε καὶ ὑπεστήριξα ἀρχὴν πολὺ πλέον φιλελευθέραν τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Λομβάρδος σήμερον ὑποστηρίζει, εἰπὼν ὅτι ἐξ ὅλων τῶν πολιτευμάτων, τὸ μόνον πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχουσιν ἀπόλυτα δικαιώματα, εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ συνταγματικόν. Συνέπεια τῆς ἀρχῆς αὐτῆς εἶναι ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἐδόθη παρὰ τῆς συνταγματικῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ ἡγεμόνα, ὅπως περιορίζῃ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα πάσης ἄλλης συνταγματικῆς ἐξουσίας, καθὼς ἐπίσης εἰς ἄλλην συνταγματικὴν ἐξουσίαν, τὴν Βουλὴν, ἔδωκεν ἡ συνταγματικὴ Συνέλευσις ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα περιορίζουσι τὰ δικαιώματα, τὰ παρὰ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμηθέντα εἰς τὸν ἡγεμόνα· καὶ καθὼς οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν χρῆσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος εἰς αὐτὴν ἀπέδωκε, τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι οὐδεμία Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τοσοῦτον ἀπολύτως, ὡς ἤδη ἐγένετο, τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη εἰς ἄλλην ἐξουσίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ βουλευτὴς ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν· ἠμπορεῖ νὰ ἐκθέτῃ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ὀρθὰς γνώμας καὶ ἐσφαλμένας γνώμας, καὶ ἀπολύτως ὀρθὰς καὶ ἀπολύτως ἐσφαλμένας, καὶ κἀνεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πολεμήσῃ ἐν γένει τὸ δικαίωμά του τοῦτο. Ἐπομένως καὶ ὁ κ. Λομβάρδος εἶχε τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα σήμερον, κύριοι, νὰ ὁμιλήσῃ, καθὼς ὡμίλησε, κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῶν Βουλῶν· ἀλλ’ ὤφειλε ν’ ἀπευθύνῃ τὸν λόγον πρὸς ὅλους ἡμᾶς, οὐχὶ πρὸς ἐμὲ μόνον. Τὸ πολίτευμα ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν οἱ βουλευταὶ νὰ τὸ ὑπερασπίζωμεν. Ἐάν τις λοιπὸν τῶν βουλευτῶν παρατηρήσῃ τινὰς κατὰ τὸ παρελθὸν καταχρήσεις, ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ συμβουλεύσῃ· ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνῃ τὴν κατάκρισιν οὐχὶ μόνον κατ’ ἐμοῦ, ἔπρεπε νὰ γενικεύσῃ τὴν κατάκρισιν, ἂν ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς τὸν λόγον του χαρακτῆρα σοβαρότητος. Ἡ πρώτη διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου νῦν πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Βούλγαρης τῷ 1868 διέλυσε κατὰ πρῶτον τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν διέλυσεν ἐξελθὼν ἐκ τῆς μειοψηφίας. Δὲν ἀπετέλει δὲ μόνος τὴν μειοψηφίαν, ἀλλὰ, ὡς ἐκατηγόρησεν ἐμοῦ ὁ κ. Λομβάρδος, ἐκλήθη ὁ κ. Βούλγαρης ὡς μειοψηφία τῆς μειοψηφίας. Ἡ δευτέρα διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου νῦν προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ζαΐμης κατὰ τὸ 1869 διέλυσε τὴν Βουλὴν ἐξελθὼν ἐκ τῆς μειοψηφίας· καὶ δὲν ἦτο μόνος αὑτὸς ἡ μειοψηφία, ἀλλ’ ἦτον, ὡς μοῦ ἐκατηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδο, μειοψηφίας καὶ αὐτὸς τῆς μειοψηφίας. Ἡ τρίτη διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐγένετο κατὰ τὸ 1872. Τὴν διάλυσιν ἐκείνην ἐποιήσαντο οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Κουμουνδοῦρος καὶ Βούλγαρης, συμπράττοντος καὶ τοῦ κ. Λομβάρδου. Καὶ οἱ τρεῖς δὲ ὁμοῦ ἀπετέλουν τὴν μειονοψηφίαν. Ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ἐγὼ συνεπράττομεν καὶ ἀπετελοῦμεν τὴν πλειοψηφίαν. Ἐγὼ προσεκλήθην κατὰ τὸ 1872, προσεκλήθην ἐκ τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως νὰ σχηματίσω ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξετέλεσα τὴν ἐντολὴν ταύτην συμμορφούμενος πρὸς τὸ πολίτευμα, συμμορφούμενος πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει δικαιώματα οὐ μόνον εἰς τὸ κοινοβούλιον, διότι τότε ἤθελεν εἶσθαι τὸ κοινοβούλιον αὐτοκράτωρ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος συμμερίζεται τὴν ἐξάσκησιν τῆς κυριάρχου ἐξουσίας. Πᾶσαι λοιπὸν αἱ διαλύσεις ὑπὸ πάντων τῶν κομμάτων ἐνηργήθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὡς ἡ τελευταία ἐνηργήθη ὑπ’ ἐμοῦ. Πρὶν τελειώσω, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω δύω λέξεις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Λομβάρδον, αἰτιαθέντα μου ὅτι ἐτυράννησα ἐν Ζακύνθῳ. Δὲν γνωρίζω ἄλλας πράξεις νὰ ἐνήργησα ἐκεῖ παρὰ ταύτας, τὰς ὁποίας ῥίπτω ἐνώπιόν σας. Ὅτε ἦλθον εἰς τὰ πράγματα, εὗρον τὴν νῆσον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας καταπιεζομένην ἀληθῶς καὶ τυραννουμένην οὐχὶ ὑπὸ τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὑπὸ αἰσχίστης τινὸς ἐξουσίας, τῆς τοῦ ἐγκλήματος. Ὑπῆρχε δὲ τοσαύτη ἡ κατακραυγὴ τῆς νήσου ἐκείνης ἐναντίον τῆς ἑαυτῆς καταστάσεως, οὐ μόνον διὰ τὰ παθήματα τὰ ὁποῖα ἔπασχεν, οὐ μόνον διὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔγκλημα ἐπροξένει εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν προσβολὴν, ἡ ὁποία εἰς τὴν νῆσον προσεγίνετο κατὰ τῆς ὑπολήψεώς της, ὥστε ἠναγκάσθην μετὰ τῶν συναδέλφων μου νὰ συστήσω μεταβατικὸν σῶμα ἐν μιᾷ νήσῳ— μοναδικὸν παράδειγμα εἰς τὴν ἱστορίαν μας. Ὅπως δὲ μὴ συμβῶσι παρεκτροπαὶ, ἐζητήσαμεν νὰ λάβωμεν τὰς μείζονας ἐγγυήσεις καὶ ἐσυστήσαμεν τὸ μεταβατικὸν τοῦτο οὐχὶ ἐκ στρατιωτῶν, ἀλλ’ ἐξ ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. 50 ἢ 60 ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ἀπεστείλαμεν ὑπὸ ἱκανὸν ἀξιωματικὸν μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ συλλάβῃ τοὺς ἐγκληματίας, οἱ ὁποῖοι κατεδιώκοντο ἀνωφελῶς καὶ ἀπράκτως ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§38ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐγώ.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοὺς συνέλαβαν πάντας, καὶ κατήντησε, κύριοι, ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον εἷς πολίτης φέρων δολοφόνον ὅπλον, οὔτε ἐγχειρίδιον, οὔτε κἀνὲν μέσον διαπράξεως ἐγκλήματος· καὶ μακρόθεν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος μὲ ἐχαιρέτα μετὰ πολλῆς εὐγνωμοσύνης καὶ χαρᾶς διὰ τὴν ἐκδούλευσιν, τὴν ὁποίαν προσέφερον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα. Εὕρομεν συγχρόνως ἐντὸς τῶν φυλακῶν τῆς Ζακύνθου πάντας σχεδὸν τοὺς ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης καταδεδικασμένους Ζακυνθίους, καὶ ἄπειρα συμβαίνοντα παρατράγωδα καὶ ἀπείρους καταχρήσεις, τὴν δὲ φυλάκισιν, ἥτις εἶναι κάκωσις ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῆς πολιτείας, ἁπλοποιηθεῖσαν καὶ μεταβληθεῖσαν εἰς διασκέδασιν. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν τοὺς ἐγκληματίας τούτους νὰ μεταφέρωμεν εἰς ἄλλας ἔξω τῆς νήσου φυλακὰς πρὸς θρίαμβον τοῦ νόμου καὶ παραδειγματισμὸν τῶν ἐχόντων φυγοδίκους διαθέσεις Ζακυνθίων. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄλλο τι κακὸν νὰ ἐπροξένησα εἰς τὴν νῆσον ἢ ἄλλως πως νὰ ἐξήσκησα τὴν τυραννίαν. Γνωρίζω δὲ μίαν ἀπόδειξιν τρανωτάτην, ἐμφαίνουσαν ὅλως τὸ ἐναντίον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ὅτι πρὸ 20 ἡμερῶν, μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἀναχωρῶν ἐκεῖθεν διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, προσέφερε γεῦμα ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος εἰς πάσας τὰς ἀρχὰς τῆς νήσου Ζακύνθου, καὶ αἱ ἀρχαὶ ἐδέχθησαν τὸ γεῦμα τοῦτο καὶ συνέφαγον καὶ συνευθύμησαν μετὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Εἶμαι δὲ βέβαιος, καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν θὰ ᾖναι, ὅτι οὔτε ὁ κύριος Λομβάρδος ἤθελε προσκαλέσει εἰς γεῦμα τοὺς τυράννους του, οὔτε οἱ τύραννοι ἤθελον δεχθῆ νὰ συμφάγωσι μετὰ τοῦ θύματός των.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§42ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν ἀπεκρίθη ὁ κ. πρωθυπουργός.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ σᾶς κάμω; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ τὸν λόγον.
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν.). Κύριοι, ἡ κυβέρνησις δὲν κρίνει εὔλογον νὰ ἀναμιχθῇ εἰς συζητήσεις ἀκαίρους καὶ περιττὰς ἴσως, αἱ ὁποῖαι μάλιστα δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν πορείαν καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ᾔτησαν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτῆς καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐμπεριέχεται εἰς τὸ σύντομον μὲν, ἀλλὰ λίαν ἐκφραστικὸν πρόγραμμα τοῦ ἀξιοσεβάστου προέδρου τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἑπομένως ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ φίλοι μου, κύριοι Λομβάρδος καὶ Ζωχιὸς, ὅτι δὲν τοῖς ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ θέσουν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν διαβεβαίωσιν καὶ τὴν τιμιότητα τοῦ προέδρου τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως. Ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως σᾶς εἶπε, κύριοι, καθαρῶς, ὅτι ἡ πορεία καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτῆς θέλει στηρίζεσθαι εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων θεσμῶν. Ἑπομένως, τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν θεσμῶν μηδεμίαν διάκρισιν ποιουμένων περὶ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐπαρχίας τοῦ κράτους, περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου τμήματος τῆς ἐπικρατείας, ἕπεται κατὰ φυσικὸν λόγον ὅτι καὶ ἡ Κέρκυρα καὶ ἡ Ἑπτάνησος δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσωσιν διάκρισίν τινα. Δύναμαι δὲ ἐξ ὀνόματος τῆς κυβερνήσεως νὰ διαβεβαιώσω τοὺς Ἑπτανησίους συναδέλφους ἡμῶν, ὅτι τὸ κράτος τῶν νόμων, τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος θέλει ἐφαρμοσθῆ καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἐξαιρέσεως. Δὲν νομίζω, κύριοι, πρέπον ἐπίσης ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις πολλάκις ἀπησχόλησε τὸ κοινοβούλιον περὶ τοῦ ἀπολύτου ἢ μὴ ἀπολύτου τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἐντεῦθεν θεωρίαι δὲν ἀναπτύσσονται, ἐντεῦθεν διδασκαλίαι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι. Ἄλλως τε, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις ἐξητάσθη, καὶ ἕκαστος ἔχει ἤδη ἐσχηματισμένην τὴν γνώμην του καὶ τὴν πεποίθησίν του. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι ὅτι ἡ κυβέρνησις, καὶ τὸ βεβαιῶ κατ’ ἐπανάληψιν, θὰ κυβερνήσῃ ἀπαρεγκλίτως ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, χωρὶς ποτὲ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροτηρίου.)
§45Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν σημερινὴν ἠθέλομεν ἀσχοληθῆ περὶ συζητήσεις, ἀναγομένας εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐπειδὴ ὅμως νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς πολιτικῆς πορείας μου, κρίνω ἐμαυτὸν ὑπόχρεων ν’ ἀναμιχθῶ, ἂν καὶ εἶμαι ὅλως ἀνέτοιμος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν μὲ θέτει εἰς μεγάλην ἀνησυχίαν ἡ ἔρευνα τοῦ μέλλοντος, ὄχι μόνον διότι ἡ καταγωγὴ τῆς κυβερνήσεως, ἡ καταγωγὴ τῶν κυρίων ἐκείνων, οἵτινες ἐκλήθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἶναι μία ἐγγύησις, ἀποτελοῦσα πρόληψιν περὶ τῆς καλῆς πολιτείας αὐτῶν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διότι, τοῦ κοινοβουλίου παρόντος, ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος κατὰ τὴν κρίσιν του ἐπὶ τῆς πολιτικῆς πορείας αὐτοῦ ν’ ἀρνηθῇ ἢ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν συνδρομήν του. Μὲ ἀνησυχεῖ ὅμως πολὺ τὸ παρελθόν. Ὁ κύριος Λομβάρδος σᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγκατέλιπε τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ 1872 ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καὶ νῦν προΐσταται τῆς κυβερνήσεως, ὁ κύριος Λομβάρδος ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις.
§47Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις. Σᾶς ἐδήλωσεν δὲ ὅτι ἐμάχησε 19 μῆνας κατὰ τῆς συσταθείσης κατὰ τὸ 1872 κυβερνήσεως, διότι ἔβλεπεν ἐν τῇ πολιτείᾳ τῆς κυβερνήσεως ταύτης, ὅτι ἠθετοῦντο αἱ βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ διῳκεῖτο τὸ ἔθνος ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας. Ὁ κύριος Λομβάρδος σᾶς ἔφερεν ἀπόδειξιν τρανωτάτην τῆς ἀθετήσεως ταύτης, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀριθμῶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει 19 μῆνας· ἀριθμῶ ὀλιγωτέρους ὅσων ἠρίθμησεν ὁ κύριος Λομβάρδος. Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1872, ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον, ἐπρόβαλε δισταγμοὺς καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Λομβάρδος ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως. Ἑπομένως τὸ κοινοβούλιον καὶ οἱ ἀκούοντες τὰς συζητήσεις ἡμῶν ταύτας δύνανται νὰ νομίζωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀμφιβόλου ζητήματος, καὶ ὅτι δὲν ἦτο γνωστὸν ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου, ἢ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἦτον ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἀριθμῶ 19 μῆνας, ὅτι ἀριθμῶ ὀλιγωτέρους ἀπὸ τοὺς μῆνας, τοὺς ὁποίους ἠρίθμησεν ὁ κύριος Λομβάρδος. Κατετάχθην εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ὅμως δι’ ἄλλον λόγον καὶ οὐχὶ δι’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Λομβάρδος ἐξέθηκεν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτον σῶμα ἐκπροσωποῦν τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἔθνους, ἡ συζήτησις ἤθελεν εἶσθαι ἀλλοία. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκτελεστὴς καὶ φρουρὸς τοῦ πολιτεύματος, δὲν δύναται δὲ παρὰ ν’ ἀσχολῆται περὶ τὴν φυλακὴν καὶ τήρησιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ νόμου. Ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχετε πάντες, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ἀτομικὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τοῦ εἴδους τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ περιορίζωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος καθιέρωσε. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀπολύτως καὶ ἀναποφεύκτως ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν προτίθεται οὐδὲ σκοπεῖ νὰ καταστήσῃ τυραννίαν, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ πλειοψηφία τοῦ κοινοβουλίου κατὰ πρόληψιν ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἔθνους, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀπίθανον, οὐδ’ ἀφύσικον νὰ μὴν ἀντιπροσωπεύῃ αὐτὴν, ἀλλ’ ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου ἐνδέχεται καὶ νὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ ἔθνους, διὰ τοῦτο δύναται νὰ προταθῇ ἡ ἀμφιβολία, ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς διερμηνεύῃ πράγματι τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἔθνους, ἢ δὲν τὴν ἀντιπροσωπεύῃ. Ἡ ἀμφιβολία αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ κατὰ μέρος, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν ἐγγυήσεις, νὰ διαγραφῇ τρόπον, καθ’ ὃν ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην. Ἡ λυχνία μὲ τὴν ὁποίαν ἡ πολιτεία εὑρίσκει τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς διερμηνεύῃ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἔθνους, ἢ δὲν διερμηνεύῃ αὐτὴν, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ πλειοψηφία τοῦ ἔθνους νὰ μὴ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν βασιλέα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς σκοπεῖ νὰ ἐρωτηθῇ τὸ ἔθνος, ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ᾖναι ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ, ἢ ἂν ᾖναι νόθος τις ἔκφρασις. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ πορεία τῆς κυβερνήσεως ἐκτρέπεται ἀπὸ τοὺς νόμους, ἀθετεῖ τὸ πολίτευμα· νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ ἡ τυφλὴ ὑποστήριξις αὐτῆς ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου; Ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ καλύψῃ τὴν τυραννίαν ταύτην; Νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξουσία ἐπιτηροῦσα, εἰς ἣν ἀνετέθη τὸ καθῆκον ν’ ἀνευρίσκῃ τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἡ ἔκφρασις τοῦ κοινοβουλίου ᾖναι τὸ ἀληθὲς φρόνημα τῆς πλειοψηφίας τοῦ ἔθνους; Ἠθέλατε, κύριοι, καθιερώσει τὴν τυραννίαν, ἥτις ὑπὸ ψευδῆ πλειονοψηφίαν ἤθελε διακωμῳδεῖ τὸ πολίτευμα. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡ γενομένη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 9βρίου ἢ 10βρίου τοῦ 1872, φρονῶ ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ, πρὶν ἢ φθάσωμεν τὸν 9βριον ἢ 10βριον τοῦ 1872, νὰ ἐξετάσωμεν ἄλλο συμβεβηκὸς, ἐκεῖνο τῆς ἀποχωρήσεως τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου τοῦ 1872. Ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου διὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου τοῦ 1872 ἔγεινε κατ’ εἰσήγησιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου; Δὲν ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἤμην ἰδιώτης. Οἱ πλεῖστοι ὑμῶν ἦσαν μέλη τοῦ κοινοβουλίου ἐκείνου καὶ γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκλήθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἀποχωρησάσης τότε κυβερνήσεως, ἀπετέλουν τὴν μειοψηφίαν· ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις μέχρι τῆς 8 Ἰουλίου ἐκυβέρνα, δὲν ἀπετέλει τὴν μειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, ἀλλὰ τὴν πλειονοψηφίαν αὐτοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ παραγνωρίσω, κύριοι, ὅτι ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος καθιέρωσε τὸ δικαίωμα τοῦ ἡγεμόνος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργούς. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζουσιν ὅτι ἐκπροσωποῦσι τὴν μειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, λαμβάνουσιν ἀμέσως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσωσι τὸ ἔθνος ἐὰν ἡ μειονοψηφία, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦσιν, ᾖναι ἀληθὴς μειονοψηφία τοῦ ἔθνους, ἢ ᾖναι ἀληθὴς πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους. Ἐὰν ἀνελάμβανον νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν γνωρίζοντα καὶ πεποιθότα, ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν μειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, τότε ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει δίκαιον εἰπὼν, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐπεβλήθη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς μειονοψηφίας καλοῦνται εἰς τὰ πράγματα, ἔχουσιν ἓν δικαίωμα νὰ διϊσχυρισθῶσιν ὅτι, καί τοι παριστῶντες τὴν μειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, διερμηνεύουσιν ὅμως τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ μειονοψηφία τοῦ κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν ἐκφράζουν, δὲν εἶναι μειονοψηφία τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ μειονοψηφία τοῦ κοινοβουλίου, ἥτις ὑποστηρίζει τὰς γνώμας αὐτῶν, ἐκφράζει τὴν ἀληθῆ θέλησιν τοῦ ἔθνους, τὸ ἀληθὲς φρόνημα αὐτοῦ. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ ἐκ τῆς μειονοψηφίας καλούμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διϊσχυρίζωνται τοῦτο, διότι, ἐὰν δὲν διϊσχυρισθῶσι τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ δεχθῶσι τὴν ἐξουσίαν. Ἀφοῦ ἔχουσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἔχουσιν ἐπίσης καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδείξωσιν ἀμέσως τῶν ἰσχυρισμόν των τοῦτον, ἑπομένως νὰ καλέσωσιν ἀμέσως τὸ ἔθνος εἰς ἀπόφασιν. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου δὲν συνεμορφώθη μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν, ὅταν ἀνεδέχθη πέντε μῆνας νὰ διοικῇ χωρὶς ν’ ἀποδείξῃ ἐὰν ἐκπροσωπῇ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους.
§48ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Τοῦ ἔδωκε προϋπολογισμὸν ἡ Βουλή.
§49Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος δὲν ἔχει κατ’ οὐδὲν ὀλιγώτερα δικαιώματα ἀπὸ ἐμέ· ἑπομένως, ὡς ἐγὼ λέγω τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔχει καὶ οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ τὴν ἰδικήν του. Ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν, ἐὰν θέλῃ νὰ εἴπῃ τι, νὰ τὸ εἴπῃ εἴτε ἐκ τῆς θέσεώς του, εἴτε ἐκ τοῦ βήματος, διότι διακόπτων οὔτε δύναται ν’ ἀκουσθῇ ἕνεκα τοῦ θορύβου, τὸν ὁποῖον διὰ τῶν διακοπῶν προάγει, οὔτε ἐμὲ δύναται νὰ θορυβήσῃ.
§50ΡΟΥΚΗΣ. Εἶπον μόνον ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη τοῦ ἔδωκε προϋπολογισμόν.
§51Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἀνεδέχθη τὴν ἐντολὴν νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1872, ἔσφαλεν ἀπομακρυνθεὶς ἀπὸ τὴν εἰρημένην ὑποχρέωσιν τοῦ Συντάγματος, μὴ διαλύσας ἀμέσως τὴν Βουλήν. Ναὶ, κύριοι, σᾶς βεβαιόνω, ὅτι ἡ κρίσις μου ἤθελεν εἶσθαι ἐπιεικὴς εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἐὰν τὸ φαινόμενον τοῦτο παρίστατο πρώτην φοράν. Μετὰ θλίψεως παρατηρῶ, ὅτι εἶναι συμβεβηκὸς, δευτέραν φορὰν φαινόμενον εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Κατὰ τὸ 1869 ἐκυβέρνα τὰ πράγματα τῆς πατρίδος τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέρος. Κατὰ τὸ 1870 ἐξηκολούθει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ κυβερνᾷ. Εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπεκάλει ὑπουργεῖον τοῦ Δήλεσι· εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἐπροπηλάκισαν διὰ τοῦ ὀνόματος «Ὑπουργεῖον τοῦ πρωτοκόλλου καὶ τῆς ἀτιμώσεως»· ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σφάλλετε, διότι νομίζω ὅτι ὑπερασπίσθην τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Ζαΐμη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Δήλεσι περισσότερον ἀπὸ ἐσᾶς.
§53Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ κατὰ τὸ 1870. Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, τὸ κοινοβούλιον δὲν ἦτο παρόν· κατὰ τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν αὐτὸ ἀπήρχετο, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξήρχετο τῶν θυρῶν τοῦ βουλευτηρίου ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου, ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἀπόδειξίς τις, ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοβουλίου. Ἀλλὰ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους διχογνωμία ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ κατέστησεν ἀναπόφευκτον τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν. Ἐπρόκειτο κατὰ τὴν κρίσιν ταύτην ν’ ἀποφανθῇ ὁ ἡγεμὼν ἂν ἡ γνώμη τῆς μιᾶς μερίδος, τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνῆκεν ὁ πρωθυπουργὸς καὶ πέντε ὑπουργοὶ, ἐκρίνετο ὀρθὴ, ἢ ἂν ἐκρίνετο τοιαύτη ἡ γνώμη τῆς μερίδος, ἣν ἀπετέλει εἷς ὑπουργὸς ἀντιφρονῶν. Ἐπῆλθεν ὑπουργικὴ κρίσις, καὶ ἐκ τῆς ὑπουργικῆς ταύτης κρίσεως, καθ’ ἣν ὥραν ἐπερίμενον νὰ ἴδω εἴτε τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοὺς πέντε ὑπουργοὺς μένοντας εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀποχωροῦντα δὲ τὸν ἀντιφρονοῦντα συνάδελφόν των, εἴτε τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοὺς πέντε συναδέλφους του ἀποχωροῦντας, μένοντα δὲ ἐν τῇ ἀρχῇ τὸν ἀντιφρονοῦντα ὑπουργὸν, καὶ τοῦτον σχηματίζοντα Κυβέρνησιν, τί εἴδομεν; Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν προέκυψεν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου ὡς πρωθυπουργός. Πῶς ἀνελάβατε, κ. βουλευτὰ Μεσολογγίου τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου; ποῖος εἶναι ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον εἴχετε ἀνὰ χεῖρας; Ὁ ἡγεμὼν παρεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν ὑπολειπομένων ὑπουργῶν; Ὄχι· διότι οὗτοι παρῃτήθησαν καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς των. Παρεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ ἀντιφρονοῦντος ὑπουργοῦ; Ὄχι· διότι καὶ τούτου ἡ παραίτησις ἐγένετο δεκτή. Ἐκ τῆς Βουλῆς ἀντεπροσωπεύετε ἑπτὰ ψήφους· πῶς λοιπὸν εἴχετε τὴν τόλμην νὰ δεχθῆτε τὸ ὑπουργεῖον; Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πρωτότυπον παράδειγμα συνταγματικοῦ βίου. Ὅταν συνεζήτει τὸ πολίτευμα ἓν μέγα σῶμα, ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τοῦ ἔθνους, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862, ἀπετέλουν τότε μικρὰν μειοψηφίαν καὶ ἐπάλαισα πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐπάλαισα ὑποστηρίζων τὴν κατάρτισιν πολιτεύματος συντηρητικοῦ καὶ ἧττον φιλελευθέρου. Εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιτάξω τὸ φρόνημά μου κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἐφάνη ὅτι ἦτο καὶ πλειοψηφία τοῦ ἔθνους· ἀπέναντι ταύτης ἤμην προφανὴς, μικροτάτη μειονοψηφία τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ μειοψηφία, ἥτις ἐστηρίζετο ἐπὶ πεποιθήσεων, ἐπὶ γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐπρέσβευον πεποιθότως ὡς ἀληθεῖς. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἀπῆλθεν, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πολιτεύματος ἤρξατο, ἐγὼ δ’ ὅστις ἤμην ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καθ’ ἣν ὥραν ἀπήρχετο ἡ Συνέλευσις καὶ ἔμελλον πρῶτος ν’ ἀναλάβω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πολιτεύματος, παρῃτήθην· καὶ παρῃτήθην ὄχι διότι εἶχον ἀπολέσει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ βασιλέως, ὁ ἡγεμὼν μὲ ἐτίμα δι’ αὐτῆς· παρῃτήθην ὄχι διότι διεφώνουν πρὸς τοὺς συναδέλφους, οὗτοι μὲ παρεκάλουν νὰ μείνω μετ’ αὐτῶν· παρῃτήθην ὄχι διότι εἶχον περιπέσει εἰς τὴν ἐπίκρισιν ἢ τὴν κατάκρισιν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις μοὶ ἐπεδαψίλευσε τὴν ἐμπιστοσύνην της· ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον ὑπάρχει δισταγμοὶ εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν ἐγὼ ἐφήρμοζον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κατέκρινα. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖοι προηγοῦντο τότε τοῦ δημοσίου φρονήματος; Ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖοι εἶχον ἀναλάβει τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ φιλελευθέρου πολιτεύματος; εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν κατεῖχεν ἐπιφανὲς μέρος ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ποία ἀντίθεσις; Ἐγὼ ὁ τότε τυραννόφρων, ὁ βασιλόφρων, ἔρχομαι σήμερον ἐλέγχων τὸν βουλευτὴν Μεσολογγίου, ἀθετοῦντα τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος!! Ἤθελον, κύριοι, εἰπεῖ γνώμην καὶ εἰς σᾶς, τοὺς συναδέλφους βουλευτὰς, οἵτινες ἔχετε μεγάλην καὶ βαρεῖαν εὐθύνην ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ σώματος τούτου, τοῦ ταχθέντος φρουροῦ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συμπολίτας ἡμῶν. Δὲν φροντίζω παντάπασιν ἐὰν τὰ πράγματα τῆς πατρίδος κυβερνῶνται καὶ διέπωνται ἀπὸ πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν ἢ συνταγματικὸν, αὐτοκρατορικὸν ἢ μοναρχικόν· εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ καὶ αὐτὸ τὸ θεοκρατικὸν πολίτευμα, καὶ ἤθελον τρέχει γυμνόπους εἰς τοὺς Δελφοὺς ἵνα λάβω καὶ κομίσω εἰς τοὺς συμπολίτας μου χρησμόν. Περὶ ἑνὸς μόνου μεριμνῶ καὶ μέλλομαι, τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου νὰ ἐκτελῆται, καὶ νὰ τηρῶνται οἱ νόμοι. Καὶ ἠξεύρετε διατί ἤθελον νὰ δώσω αὐτὴν τὴν γνώμην; Διότι ὅταν βλέπω τοὺς κυβερνῶντας ὑπεκφεύγοντας τὴν φυλακὴν τοῦ πολιτεύματος, ὅταν βλέπω τὰ ὑπουργεῖα διαστρέφοντα τοὺς νόμους, ὀφείλω αὐτὴν τὴν γνώμην νὰ δώσω. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ὅταν ἡ διαφθορὰ φθάσῃ εἰς τὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον διδάσκουσι τὴν διαφθορὰν οἱ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους διαφθείροντες κυβερνῆται. Ἀλλοίμονον ὅταν ἡ διαφθορὰ ἐνεδρεύῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει, διότι τότε θέλει φθάσει καὶ εἰς τὸν λαόν. Ἰδοὺ διατί, κύριοι, κατετάχθην εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Οὐ μόνον αὐτὴ ἡ περίστασις, ἀλλὰ σειρὰ πράξεων μὲ ἔπεισαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1872, ἡ ὁποία διεχειρίζετο τὰ πράγματα, εἶχε λησμονήσει καὶ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ σειρὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἦτο σειρὰ παραβάσεως, ἦτο σειρὰ, ἴσως δὲν πρέπει νὰ τὸ εἴπω, σειρὰ σκοπῶν, πρὸ τῶν ὁποίων ἐθυσιάσθησαν τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τῶν ἰδιωτῶν. Κύριοι, ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες διακρίνονται παρὰ τῶν ἄλλων κομμάτων δι’ ἑνὸς ὀνόματος· τὸ ὄνομα τοῦτο προφέρεται σαρκαστικῶς ὑπό τινων, εἰρωνικῶς ὑπ’ ἄλλων, καὶ ὑπ’ ἄλλων γίγνεται ἀντικείμενον λοιδορίας. Ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει ἐχαρακτήριζε τὸ ὄνομα τοῦτο «ταπεινὸν» καὶ ὠνόμαζε ταπεινὴν τὴν νομιμοφροσύνην. Εἶναι ταπεινὸν φρόνημα τὸ ὑποστηρίζειν τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους, εἶναι ὅμως ὑψηλότερον ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ ἀθετεῖν καὶ παραβαίνειν τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους. Τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζουσι τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες πολεμοῦσι κατὰ τῆς παρανομίας, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ᾖμαι συντηρητικός. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, τὴν συντήρησιν ὑπὲρ πάντα ἄλλον, καὶ τοῦτο τὸ ἀπέκτησα ὡς πολύτιμον δίδαγμα τοῦ παρελθόντος. Δὲν ἀνῆκον πρὸ δώδεκα ἐτῶν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἔπραξαν τὸ μέγα συμβὰν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1862· οὐδὲ μεταμέλλομαι διότι δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε ὑπερηφανεύομαι διὰ τοῦτο. Εἶναι πρόβλημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει ἀποφανθῆ ἡ ἱστορία, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ προκαλέσωμεν ἐσπευσμένως ἀπὸ τοῦδε τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτῆς. Ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἅμα τεχθὲν τὸ μέγα γεγονὸς τοῦ 1862 ἀπεδέχθησαν, διότι ἔκριναν ὅτι ὀφείλουσι νὰ τὸ ἀποδεχθῶσιν· ἡ συνείδησις τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος ἐπέβαλε τὴν φροντίδα νὰ προληφθῶσιν αἱ ἀντιδράσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ φέρωσιν ἀνωμαλίας καὶ ταραχὰς εἰς τὸν τόπον. Κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο πολλάκις ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Συνελεύσεως μ’ ἔφερεν εἰς τὰ πράγματα, καὶ θαυμάζω σήμερον τὸ θάῤῥος τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἀνεδέχοντο τότε καὶ ἀνελάμβανον τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Τὸ καθῆκον τῆς συντηρήσεως μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ἄγρυπνον μέριμναν νὰ προλαμβάνω τὰς παραβάσεις, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ συντηρῶμεν τὸ καθεστώς. Τὸ καθεστὼς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ συντακτικὴ συνέλευσις. Τὸ πολίτευμα εἶναι τὸ καθεστὼς, ὁ συνταγματικὸς θρόνος εἶναι τὸ καθεστώς. Ἀλλὰ διὰ νὰ συντηρήσωμεν τὸ καθεστὼς, πρέπει νὰ ἐλέγχωμεν τὴν παρανομίαν. Ἐὰν ἐρευνήσητε τὸ παρελθὸν, θέλετε ἴδει τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ ἀσεβῆ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ πολίτευμα καὶ αὐθάδη. Ἡ ἐξέλεγξις τοῦ παρελθόντος εἶναι μάθημα, καὶ χρησιμεύει πρὸς διόρθωσιν τοῦ μέλλοντος, εἶναι ὁ πρὸς τὸ καθεστὼς σεβασμὸς, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ παρελθόντος, κύριοι, περιορίζεται εἰς μόνα, ὅσα ἐξέθηκεν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου, εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; ἀμφιβάλλω καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον τίποτε τοιοῦτον.
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ δίδω γνώμην νὰ μὴν ἀπόσχητε ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τοῦ παρελθόντος. Διὰ τοῦτο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε ὁ πρωθυπουργὸς τῆς 8 Ἰουλίου ἐπρόκειτο νὰ παραιτηθῇ, ὅταν ἡ Βουλὴ ὑπεδείκνυε τὰς διαθέσεις της πρὸς τὸ πουργεῖον διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου καὶ ὁ πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν εἶχεν ἄλλην δύναμιν παρὰ τὴν ἀριθμητικὴν, τῷ εἶπον σταματήσατε, διότι ἡ πλειοψηφία δὲν ἔχει ἀριθμητικὴν μόνον δύναμιν, ἀλλ’ εἶναι πόρισμα σκέψεων καὶ ἰδεῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἀποκαλύψει ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτείας σας. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴν ἀπόσχητε, διότι μόνον διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τούτου θέλετε ἐξασφαλίσει τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδιάκοποι ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι, ἀδιάκοπος παραβίασις τοῦ κανονισμοῦ· θὰ μὲ φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριοι ἀκροαταί, νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια. Παρακαλῶ ἡσυχάσατε.
§59Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι λίαν πρόωρος ἦτον ἡ ἐρώτησις, ἡ ἀπευθυνθεῖσα τόσον ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Μέσσης κ. Ζωχιοῦ, καθὼς καὶ ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κυρίου Λομβάρδου.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα ἐπερώτησιν καμμίαν.
§61Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρώτησιν, ὄχι ἐπερώτησιν.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε.
§63Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν τοῦ ἱεροῦ δικαστηρίου καὶ δὲν θὰ προδικάσωμεν τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως· ὅπου ἀπαντήσωμεν αὐτὴν συνταγματικῶς πορευομένην, ἐκεῖ ἂς ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἔχομεν ὅμως πρώτιστον καθῆκον, καθῆκον ἀνυπέρβλητον νὰ ὑποστηρίξωμεν Κυβέρνησιν προελθοῦσαν ἐκ τῶν κόλπων τῆς Βουλῆς, προελθοῦσαν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς.
§64ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§65Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρόωρος συνάμα, κύριοι, ἦτον ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπαρουσιάσθη ἐκ τῆς τυχαίας αὐτῆς ἐρωτήσεως, ἡ συζήτησις περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἀγὼν μέγας ὑπάρχει σήμερον· ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δι’ ὅλων τῶν μέσων θέλει νὰ ἐπιδράσῃ καὶ ὑποτάξῃ εἰς τὰς θελήσεις της τὸ κοινοβούλιον καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ σῶμα συμβουλευτικόν. Καὶ τί ἄλλο εἶναι, κύριοι, αἱ ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τῆς πολιτείας γενόμεναι διαλύσεις; Κανένα ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχουν παρὰ νὰ ὑποτάξουν τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, τὸ φρόνημα ἐκεῖνο, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπως συσκεπτώμεθα καὶ ὅπως ἀποφασίζωμεν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος. Σοφιστικὰ εἶναι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ εἴπουν, ὅτι ἀπόλυτον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς μιᾶς, ἢ ἀπόλυτον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἑτέρας ἐξουσίας. Οὐδὲν δικαίωμα εἶναι ἀπόλυτον, παρὰ μόνον τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦνται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας. Ἡ σοφιστικὴ ὅμως ἐξέτασις τῶν δικαιωμάτων τόσον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς, ὅσον καὶ ἀπὸ τοῦ τοῦ ἄλλου μέρους δὲν εἶναι, κύριοι, τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ἀμφισβήτησις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Ἔθνος διὰ τοῦ Συντάγματος ἐκράτησεν εἰς ἑαυτό. Δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὸν πρώην πρωθυπουργὸν κύριον Δεληγεώργην ἡ ἔκφρασίς του «σᾶς ἀπήλλαξα, κύριε Λομβάρδε, ἀπὸ τὴν τυραννίαν, ἥτις ἐξησκεῖτο εἰς τὴν νῆσον διὰ δύω, ὀκτὼ, δέκα ἢ εἴκοσι φυγοδίκων» διότι τὴν τυραννίαν τὴν ἔφερες καὶ τὴν ἐξήσκησες, κύριε πρώην πρωθυπουργὲ, καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν. Ἀντισυνταγματικῶς ἦλθες εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀντισυνταγματικῶς καὶ παρανόμως ἐκράτησες αὐτὴν μέχρι τῆς διαλύσεως ἐπὶ ἓξ μῆνας. Καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ μένων ἀντισυνταγματικῶς καὶ παρανόμως ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, τί ἄλλο ἔπραττες παρὰ ἐτυράννεις τὴν πατρίδα; Σήμερον εἰσπράττων φόρους, ἐπιβαρύνων τὸν φορολογούμενον λαὸν διὰ τῶν εἰσπρακτόρων, τελωνίζων τὰ ἐμπορεύματα, τί ἄλλο πράττεις ἢ τυραννίαν; Διότι ὅ,τι δὲν ἐνεργεῖται κατὰ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας αὐτὸ ὀνομάζεται καὶ εἶναι πράγματι τυραννία. Ἡ σύλληψις ἑνὸς φυγοδίκου εἶναι καθῆκον ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου· ἀνάξιον νὰ λέγηται ὑπὸ πρωθυπουργοῦ, ἐκτὸς ἂν ἐννοῇς νὰ κατεβάσῃς τὰ καθήκοντα ἑνὸς πρωθυπουργοῦ εἰς τὰ καθήκοντα ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου. Συνταγματικῶς ἐκυβέρνησα, λέγει. Τυραννίαν καὶ τυραννίαν φοβερωτέραν οὐδέποτε ἐδοκίμασε τὸ ἔθνος, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς τυραννίας αὐτῆς θέλουσι τὸ παρακολουθήσει ἐπὶ δεκαετίαν. Ἂν διὰ τῶν σιδηροδρόμων, τοὺς ὁποίους ἐκάματε διὰ νὰ μεταφέρετε τὸ ταχυδρομεῖον τῶν Ἰνδιῶν καὶ συγκοινωνήσητε αὐτὰς μὲ τὸν μέγαν κόσμον τῆς Εὐρώπης, ἐλαμβάνετε τὸν κόπον νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ ἴδητε πῶς κυβερνοῦν συνταγματικῶς, δὲν ἠθέλετε τολμήσει νὰ λέγητε, ὅτι συνταγματικῶς ἐκυβερνήσατε τὸν τόπον, ἀλλὰ παρανόμως καὶ Ἀληπασαλικῶς ἐκρατήσατε τὴν ἐξουσίαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κυβερνοῦν συνταγματικῶς, δὲν δέχονται οὔτε μίαν ὥραν, οὔτε μίαν στιγμὴν νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσίαν, χωρὶς νὰ ᾖναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστόν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τοῦ ἔθνους τοὺς ὑποστηρίζει. Δὲν ἐσυνειθίσατε νὰ κυβερνᾶτε συνταγματικῶς, διότι ποτὲ δὲν ἤλθατε συνταγματικῶς, ἀλλὰ πάντοτε ἀντισυνταγματικῶς. Εἰς τὴν πρώτην σας πρωθυπουργίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέμνησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀλλ’ ὅστις παρέλειψεν ἓν σπουδαῖον γεγονὸς, ἐπίσης ἀντισυνταγματικῶς ἐκυβερνήσατε, καὶ ἅμα ἴδατε τὴν ἀντιπροσωπείαν συνερχομένην νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, ἐγένεσθε ἄφαντοι. Ἐπὶ 4 μῆνας ἐκρατήσατε εἰς χεῖρας τότε ἀντισυνταγματικῶς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἠρκέσθητε εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν ἐπλησίαζεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν τὸ κοινοβούλιον αὐτοδικαίως συνήρχετο, ἀκόμη ἐξηντλήσατε καὶ τὴν τελευταίαν προνομίαν, ἀναβαλόντες τὴν συγκάλεσιν τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ 39 ἡμέρας, ὅπως κρατήσητε ἐπὶ 30 ἡμέρας ἀκόμη τὴν ἐξουσίαν ἀντισυνταγματικῶς, χρώμενοι μιᾶς προνομίας τῆς βασιλείας διὰ μίαν τόσον εὐτελῆ ἰδέαν τοῦ νὰ παρατείνητε τὴν διαμονήν σας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Πιστεύω ὅτι θὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἀναπτυχθῶσι ζητήματα διάφορα ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τελευταίου ὑπουργείου, ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσωμεν ὑφ’ ὅλας των τὰς ἐπόψεις, καὶ ἑπομένως ἐκεῖ θὰ δοθῇ ὁ ἁρμόδιος καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν παρόδῳ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ σήμερον. Ὠφελούμενοι ἀπὸ μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ Βουλὴ κατ’ ἔτος συγκαλεῖται, ὀλίγον ἔλειψε νὰ σᾶς παραπέμψουν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Καλένδας, καὶ νὰ σᾶς συγκαλέσουν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1874 ὅπως συνεδριάσητε. Διατί, κύριοι; διότι ἐσέβοντο τὸ Σύνταγμα, καὶ ὁ σεβασμὸς αὐτὸς ἀπώθει αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ ἴδουν ἐνώπιόν τους τὴν Βουλήν!
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ νὰ ἐλαττώσουν τὴν αὐτοκρατορικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς.
§67Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βέβαια.—Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικὸν, τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως, τὸ ζήτημα τοῦ παραβιασμοῦ τῶν νόμων κατὰ τὰς ἐκλογάς· εἶναι ἄπειρα ζητήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, μὲ τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου συμφωνῶ καὶ συγκατατίθεμαι, καὶ θέλω τὴν ὑποστηρίξει πληρέστατα.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὡς πρωθυπουργὸς καὶ ὡς βουλευτὴς, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου δὲν θέλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αἰσθάνεται ἰσχυρὰς τὰς δυνάμεις του, τὸ ἔδαφος τοῦ μετατοπίζειν τὰ ζητήματα. Περὶ μιᾶς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὡρισμένως ἐλάλησα, μοὶ ἔφερεν ὅλας τὰς διαλύσεις ἐνώπιόν μου· περὶ Ἑπτανήσου ἐλάλησα, μοὶ ἔφερε μόνην τὴν Ζάκυνθον ἐνώπιόν μου. Ὁμιλῶν περὶ καταχρήσεως τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, δὲν ἐνόησα βεβαίως νὰ εἴπω ὡς τοιαύτην μόνην τὴν τελευταίαν διάλυσιν· ἂν ἀληθῶς κατάχρησις ἦτον ἡ τελευταία, πολὺ περισσότερον αἱ τρεῖς προηγηθεῖσαι. Εἰς μίαν ἀπὸ αὐτὰς μὲ εὗρε συμπράττοντα ὁ κ. Δεληγεώργης, οὐδέποτε ὅμως ἐνθυμοῦμαι νὰ συνέπραξα εἰς Κυβέρνησιν, διαλύσασαν Βουλὴν, οὐδέποτε ἤμην μέλος Κυβερνήσεως, ἥτις Βουλὴν διέλυσε. Καὶ χωρὶς ν’ ἀναμιχθῶ καθόλου εἰς τὸ θεωρητικὸν ζήτημα, ἕως ποῦ ὑπάρχει ἡ χρῆσις καὶ ποῦ ἄρχεται ἡ κατάχρησις τῆς διαλύσεως, λέγω ὅτι τέσσαρες διαλύσεις ἀλλεπάλληλοι εἰς τὸ διάστημα ὀκταετίας δὲν εἶναι βεβαίως χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, ἀλλὰ κατάχρησις, καὶ τοιαύτη, τὴν ὁποίαν, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέφερεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, τὴν ᾐσθάνθη ἐπὶ τέλους ὅλος ὁ κόσμος, καὶ τοιαύτη, τὴν ὁποίαν μετ’ εὐχαριστήσεως ἀκούω ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ σταματήσῃ, δηλώσασα ὅτι δὲν θέλει κάμει χρῆσιν τῶν προνομίων. Καὶ μία αἰτία μὲ κάμνει νὰ πεισθῶ, ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης, ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862, δὲν ἐπανέρχεται δι’ ἄλλο εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰμὴ διὰ νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν τήρησιν τῶν ἀρχῶν τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Ἂν νέοι, ἄνδρες γενόμενοι, ἴσως μετανοοῦν καὶ πολιτεύωνται ἐν τῇ ἀνδρικῇ των ἡλικίᾳ διαφοροτρόπως ἢ κατὰ τὴν νεότητά των, δὲν εἶναι ἀξιοκατάκριτοι· διότι ἔξεστιν εἰς τὸν ἄνδρα νὰ σκέπτηται ἄλλως ἢ ὅτε ἦν νέος. Ἀλλ’ ἀνὴρ, ὡς ὁ κ. Βούλγαρης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ σήμερον εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔπειτα ἀπὸ τὸν τελευταῖον πόλεμον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, χωρὶς ν’ ἀπαιτήσῃ πλήρη τῶν ἀρχῶν τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862 τὴν ἐφαρμογήν. Πᾶσα λοιπὸν συζήτησις, ἂν ἐγένετο χρῆσις ἢ κατάχρησις, εἶναι ματαία. Ναὶ, κατάχρησις ἐγένετο, καὶ ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους εἰς τοῦτο ἀπαντᾷ. Εἶπον, ὅτι εἰς ἓν μέρος τοῦ Κράτους, ἐν Ἑπτανήσῳ, προκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου καὶ συναδέλφου κ. Ζωχιοῦ, εἶπον, ὅτι μία μερὶς αὐτοῦ τυραννεῖται, καὶ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς μοὶ ἐπρότεινε τὴν Ζάκυνθον. Ἂς μείνῃ βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς Ζακύνθου καὶ τὸ ἐπίλοιπον Κράτος ηὐτύχει, ἂν εἰς τὴν Ζάκυνθον μόνον δὲν ἐφηρμόζετο ἡ εὐνομία καὶ τὸ ἐπίλοιπον Κράτος ηὐδαιμόνει, τὸ κακὸν θὰ ἦτον ὀλιγώτερον. Ὁμιλήσας, ὡς ὡμίλησα, ἐννοοῦσα ὅλας τὰς νήσους ἐκείνας, αἵτινες ἐπάλαισαν μακρὰ ἔτη, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς ξενοκρατίας, ἵνα μὴ λαμβάνουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ μᾶς ῥίπτουν ἐνώπιόν μας, ὅτι ὑπὸ τὴν ξενοκρατίαν ἦσαν μᾶλλον ἐξησφαλισμένα τὰ δικαιώματά μας. Περὶ αὐτοῦ ἐλάλησα, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης μοὶ ὡμίλησε περὶ φυγοδίκων. Ἂς μὴ λησμονῇ ὅ,τι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἄλλοτε τοῦ εἶπον καὶ τοῦ εἶπε καὶ ὁ κ. Λούντζης. Ὅταν πρῶτον ἀνελάβατε τὴν ἐξουσίαν, παρεστάθημεν ἐνώπιόν σας καὶ σᾶς εἴπομεν, «ὑπάρχουν φυγόδικοι ἐν Ζακύνθῳ, δύναμις δ’ ἀρκετὴ δὲν ὑπάρχει· ἀνάγκη νὰ στείλητε ὀλίγους χωροφύλακας, ὅπως αὐτοί, ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ τοῦ τόπου (ὅστις δὲν εἶναι τόπος ἀθετῶν τὸν νόμον, ἀλλὰ τόπος οὐχὶ δεύτερος ἄλλου ὅσον ἀποβλέπει τὸν σεβασμὸν τοῦ νόμου), συλλάβωσι τοὺς φυγοδίκους· ἀρκεῖ νὰ στείλητε δεκαπέντε ἢ εἴκοσι χωροφύλακας.» Εἴχετε λάβει τοιαύτας αἰτήσεις ἀπὸ τὰς Ἀρχὰς, ἐστείλατε δύναμιν, δὲν σᾶς κατηγορήσαμεν διὰ τοῦτο· σᾶς τὸ ἐζητήσαμεν. Ἀλλὰ μᾶς ὑπεμνήσατε, ὅτι συνέλαβον τοὺς φυγοδίκους. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ναὶ μὲν συνέβη τοῦτο, ἀλλ’ ὁ τόπος ἐκεῖνος θὰ ἐνθυμῆται πάντοτε τὸν τρόπον τῆς συλλήψεως. Καὶ λέγων τὸν τόπον ἐκεῖνον, ζητῶ νὰ μὴ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν ἱστορικήν. Ὅτε ἐκατηγορεῖτο τὸ σύστημα τὸ ξενοκρατικὸν κατὰ τὰ 1822 ὡς τυραννικόν, ὁ τότε γενικὸς Εἰσαγγελεὺς παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἰσχυρότερον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔφερεν, ὅπως ἀποδείξῃ ὡς καλὸν τὸ σύστημα, συγκρινόμενον πρὸς τὸ παρελθόν, εἶπε «Φωνάζουσι κατὰ τοῦ σημερινοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἰπέτε μοι, κύριοι, ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο βλέπετε πλέον χωροφύλακας εἰς τοὺς οἴκους σας, βλέπετε κονάκια;» Καὶ πράγματι δὲν ἠξεύραμεν κονάκια, καὶ πράγματι ὅταν ἤκουον νὰ φωνάζουν οἱ τῆς Στερεᾶς καὶ Πελοποννήσου ἀντιπρόσωποι, ἀποροῦσα διατὶ φωνάζουν τόσον. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο νὰ ἴδῃ καὶ ὁ τόπος μου πατέρας καὶ μητέρας συλλαμβανομένους καὶ δερομένους, διὰ νὰ εἴπουν ποῦ εἶναι τὸ τέκνον τὸ φυγόδικον. Εἶδον ὅλα τὰ ἐνεργούμενα ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα· καὶ τότε εἶδόν τινα ἐρχόμενον ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες ὑπερασπίζοντο τὸ παρελθὸν σύστημα, δεικνύοντά μοι τὸν λόγον τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἰδοὺ, κ. Λομβάρδε, μοὶ εἶπεν, εἴμεθα ὄπισθεν τοῦ 1822 κατὰ τὸ 1872. Ἐλαλήσατε περὶ τῶν ἀπεσταλμένων. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν ἐμερολήπτησαν, δὲν ἔκαμαν διάκρισιν εἴτε φίλων εἴτε ἐχθρῶν, ἐφήρμοσαν σύστημα διοικήσεως γενικῶς καὶ ἀδιαφόρως. Ἀληθές· ἀλλ’ ἐφήρμοσαν σύστημα διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἄλλοτε ἐν ἐνεργείᾳ εἰς ἄλλους τόπους, ἴσως ὑπάρχει ἀκόμη εἰς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν πρωτεύουσάν της, οὔτε εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν της. Δὲν ἐτυραννεῖτο, ἀξιότιμε πρώην Πρωθυπουργὲ, ἀπὸ τὸ κακούργημα ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, διὰ νὰ τὴν ἀπαλλάξητε σεῖς· καὶ οὐχὶ ὡς Ζακύνθιος, ἀλλ’ ὡς πολίτης Ἕλλην σᾶς εὔχομαι εἰς σᾶς καὶ εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ ἀπολαύσητε τοιαύτην ἀσφάλειαν, ὥστε εἰς πόλιν, ἀριθμοῦσαν 18,000 κατοίκους, νὰ ἐμπορῆτε νὰ ἔχητε ἐν καιρῷ νυκτὸς ἀνοικτὰ τὰ σπίτια καὶ τὰ καταστήματα, μὴ ἔχοντες εἰμὴ 9 μόνον κλητῆρας πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως. Τοιαύτην ἀσφάλειαν εὔχομαι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα τῶν λοιπῶν συναδέλφων καὶ εἰς τὴν ἰδικήν σας. Ὁμιλήσας περὶ τυραννίας, ὡμίλησα περὶ τυραννίας πολιτικῆς, ὡμίλησα περὶ τοῦ συστήματος τῆς συκοφαντίας, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουν τινὲς ν’ ἀφαιρέσουν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, σύστημα, τοῦ ὁποίου δὲν ἤλπιζον ν’ ἀκούσω ὑποστηρίζοντα τὴν ἰσχὺν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογίου. Συνέφαγα μετὰ τῶν ἀρχῶν· μετὰ τοῦ Νομάρχου συνέφαγα, διότι Νομάρχης ἦτον ὁ ἀξιότιμος κ. Ζῶτος, ὁ συνάδελφος ἔν τε τῇ Συνελεύσει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῆς ά. περιόδου. Καὶ εἶναι τάχα ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι εἷς βουλευτὴς τοῦ ἔθνους συντρώγει μετὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ τόπου; Ἀλλ’ ἂς συντομεύσωμεν, κύριοι, καὶ ἂς τελειώσωμεν. Εἶμαι συντηρητικός, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Γόρτυνος, κ. Δηλιγιάννης, καὶ διότι εἶμαι συντηρητικός, ἀπαιτῶ τὸ σέβας τοῦ νόμου· διότι ἐν τῷ σεβασμῷ τοῦ νόμου βλέπω τὴν πιθανότητα νὰ προφυλαχθῇ ὁ τόπος μου ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ὑπηνίχθη. Εἶμαι δὲ κἀγὼ συντηρητικός, καὶ κατὰ τοῦτο, ἀξιότιμε συνάδελφε, καθόσον ἐὰν ὑμεῖς δὲν ἐλάβετε μέρος εἰς τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν τῆς 10 Ὀκτωβρίου, ἐγὼ οὐδέποτε ἀντεπολιτεύθην ἢ ἐπολιτεύθην ἐν συνωμοσίαις ἢ ἐν ἐπαναστάσεσι. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ ἐπικρίνω κανένα, ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου· οὐδέποτε ἀντεπολιτεύθην ἢ ἐπολιτεύθην ἐν συνωμοσίαις ἢ ἐπαναστάσεσι· δὲν καταδικάζω κανένα, ἀλλὰ λέγω ἡ θέσις ἡ ἐδική μου ὁποία ὑπῆρξε, καὶ τί ἑπομένως κατέστη συνήθεια εἰς ἐμέ. Δὲν ἠμπορῶ λοιπὸν οὔτε νὰ ἀντιπολιτευθῶ, οὔτε νὰ πολιτευθῶ, ἕως οὗ ὁ Νόμος δὲν μὲ ἐξασφαλίσῃ. Συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ μόνον μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνοῦμεν, βαίνω ἓν βῆμα περαιτέρω, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης θὰ μὲ ὑποστηρίξῃ εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας του. Δὲν πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐρεύνης τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ ἔρευνα πραγματική. Προτείνω λοιπὸν, ὅπως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ δωδεκαμελῆ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ διέλθῃ τὸ παρελθὸν, ἐξετάσῃ δὲ ἰδίως τὴν διαγωγὴν τοῦ τελευταίου ὑπουργείου.
§69ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Περὶ αὐτοῦ πρόκειται· (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου καὶ καθυποβάλῃ περὶ τούτου ἔκθεσιν τῇ Βουλῇ. Ἡ πρότασίς μου αὕτη, παρακαλῶ, νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ τὴν αὔριον (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, παρακαλῶ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάταιον καὶ ἐπιβλαβὲς θέλει εἶσθαι βεβαίως, κύριοι, ἐὰν καὶ σήμερον περιορισθῶμεν εἰς ἁπλᾶς λογομαχίας. Αἱ ἁπλαῖ καὶ μόναι λογομαχίαι μέχρι τοῦδε ἔφερον τὰ πράγματα ὅπου εὑρίσκονται, καὶ ἂν μὴ μεταβάλωμεν σύστημα, ἐὰν μὴ κατέλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, ἡ κατάστασίς μας θέλει χειροτερεύσει. Ἰδοὺ διατί συντάσσομαι μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ, καὶ διατὶ θέλω εἰπεῖ ὀλίγα σήμερον. Καὶ ἴσως οὔτε κἂν ἤθελον ὁμιλήσει, ἐὰν μὴ προεκαλούμην. Δὲν ἐζήτησα ποτὲ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ὑπεβοήθησα βεβαίως τὸν κ. Βούλγαρην ὡς πρωθυπουργὸν, ὅτε ἐζήτησε ταύτην, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ κυβέρνησιν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κυβέρνησις ἦτον ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ, ὡς ἐκ τῆς διαιρέσεως τῶν κομμάτων. Ἂν δὲ καὶ τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰ πράγματα ἐγὼ, δὲν ἤθελον ζητήσει τὴν διάλυσιν, ἀλλ’ ἤθελον πράξει ὅ,τι καὶ κατὰ τὸ 1865· διότι νομίζω ὅτι ἡ διάλυσις εἶναι δυστύχημα. Εἶμαι, κύριοι, ὡς καὶ ὑμεῖς, θιασώτης τοῦ συνταγματικοῦ συστήματος, καὶ μόνου αὐτοῦ, ἀλλὰ θιασώτης αὐτοῦ, ὁποῖον ἡ νεωτέρα ἐποχὴ τὸ ἐννοεῖ. Τὸ σύστημα τὸ συνταγματικὸν εἶναι ἀλήθεια τότε, ὅταν πραγματοποιῇ ἀληθῶς τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Τὸ συνταγματικὸν σύστημα οὕτως εἶναι ἡ νεωτέρα ἐμφάνισις τῆς Δημοκρατίας ὑπὸ Βασιλείαν. Καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων νὰ περιορίσωμεν τὸ πολιτικὸν καθεστώς. Ἀλλὰ θέλομεν ἐπιτύχει, ὅταν ἀληθῶς πραγματοποιήσωμεν τὸ ἐπιζητούμενον, ὅταν ἀληθῶς ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ ἔθνος νὰ διοικῇ αὐτὸ ἑαυτό. Ἄνευ τούτου, τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ ὀλεθριώτερος τύπος, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ὁποίου ἡ αἰσχροτέρα τυραννία δύναται νὰ ἐμφωλεύῃ. Ὡς μέσον δὲ νοθεύσεως τοῦ συνταγματικοῦ συστήματος μεταχειρίζονται τὴν παράκαιρον ἢ παρὰ τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας διάλυσιν τῶν Βουλῶν, καὶ τὴν ἀνύψωσιν τῶν σμικρίστων μειονοψηφιῶν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων. Διὰ τῶν τρόπων δὲ τούτων, ἀντὶ αὐτοδιοικήσεως, παρεισάγομεν τὴν τυραννίαν, τὴν μᾶλλον ἐλεεινήν. Ἐὰν οὕτως ἀκολουθήσωμεν πράττοντες, οὐδὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἱδρύσωμεν μόνιμον. Μὴ νομίσητε, ὅτι τὰς καταστροφὰς καὶ τὰς ἀναστατώσεις φέρουσιν αἱ συνωμοσίαι, ἀπεναντίας αὗται εἶναι συνέπεια τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων (εὖγε! εὖγε!). Κύριοι, δὲν τὸ κρύπτω, διότι εἶναι ἀλήθεια· μετέσχον εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ Ὀκτωβρίου· ἀλλ’ οὐχὶ ὡς συνωμότης, οὐχὶ ὡς ἐπαναστάτης· μετέσχον ὡς μία μικρὰ μονὰς τοῦ ἔθνους, ὅπερ ἀπεφάσισε τὴν μεταβολὴν καὶ τὴν ἐξετέλεσεν. Οὐδεμία δύναμις ἠδύνατο ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην, διότι οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν μεταβολῆς, ὅταν αὕτη πηγάζῃ ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, ἣν συνήθως μορφόνει ἡ ἀνοησία τῶν κυβερνήσεων, αἵτινες καὶ μόναι εἶναι πάντοτε οἱ ἀληθεῖς τῶν ἐπαναστάσεων ἐργάται (εὖγε! εὖγε!). Ἐξετάσατε τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν ἐθνῶν, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι εἰς πολὺ σπανίας περιστάσεις αἱ διαλύσεις ἐγένοντο διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἐξετάσατε τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν ἐθνῶν, καὶ θέλετε εὑρεῖ ὅτι εἰς ὀλιγίστας περιστάσεις αἱ μειονοψηφίαι ἐλήφθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν χάριν τοῦ τόπου. Γίνεται δὲ τοῦτο, ἢ ἐξ ἰδιοτροπίας, ἢ ὅταν ἐπιδιώκηται τῆς ὁμαλῆς πορείας τῶν πραγμάτων καὶ τῆς καλῆς διοικήσεως ἡ ἀνατροπή. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἐδόθη ὡς δικαίωμα, ἢ ὅτι ἡ ἐξουσία, ἣν ἐνασκοῦμεν ἡμεῖς, εἶναι δικαίωμά μας; Γινώσκετε διατί μέχρι τοῦδε δὲν ὀρθοποδήσαμεν; Διότι ἐλησμονήσαμεν τὴν λέξιν «καθῆκον,» καὶ ἐπαναλαμβάνομεν αἰωνίως τὴν λέξιν «δικαίωμα.» Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι, κατὰ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἔχουσι καθήκοντα, ἀπονεμόμενα πρὸς αὐτὰς, ἵνα τὰ ἐφαρμόζωσι πρὸς ἔῤῥυθμον διοίκησιν τοῦ τόπου, διὰ τὸ συμφέρον, τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀσφάλειάν του. Εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἑκάστη ἐξουσία καλεῖται νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ καθῆκόν της. Οὐδεὶς τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τὸ ἀμφισβητεῖ· ἀλλ’ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν λόγον, πῶς οἱ κυβερνήσαντες ὑπουργοὶ ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, καὶ ἂν τωόντι ἀπέβλεπον, ἐνεργήσαντες ὅπως ἐνήργησαν, εἰς σκοπὸν μέγαν, ὠφέλιμον, καλὸν διὰ τὴν πατρίδα, τὶ τέλος ἐζήτουν, διαλύσαντες τὴν Βουλήν. Ὅταν ὅμως τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως γίνεται χρῆσις χάριν προσώπων καὶ δι’ ἁπλῆν ὑποστήριξιν προσώπων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου ὑποβάλλει τοὺς ὑπογράψαντας καὶ ἐνεργήσαντας αὐτὴν ὑπουργοὺς εἰς τὴν εὐθύνην τὴν πλέον βαρυτάτην. Ἐὰν μὴ θέσητε περιορισμὸν, τιμωροῦντες τοὺς καταχρωμένους τὰ βασιλικὰ δικαιώματα, ἐὰν μὴ θέσητε περιορισμὸν αὐστηρὸν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὄχι μόνον σεῖς ἐντὸς ὀλίγου θέλετε καταντήσει συμβουλευτικὸν ἁπλῶς σῶμα, οὐδόλως μετέχον τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἀλλ’ ἡ κοινωνία θέλει αἰσθανθῆ τὴν παρεκτροπὴν αὐτὴν, οὐχὶ ἡσύχως, οὔτε ἀδιαφόρως. Εἶσθε λοιπὸν ὑπόχρεοι καὶ ὀφείλετε νὰ μεριμνήσητε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τί σημαίνει διοίκησις τοῦ τόπου διὰ τοῦ τόπου; Νὰ ἀντιπροσωπεύωνται τὰ συμφέροντα καὶ τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα τῆς κοινωνίας εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ ᾖναι ἔκφρασις τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, οὐχὶ δὲ νὰ λαμβάνηται ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας. Ἐννοῶ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα βεβαίως ὁ Βασιλεὺς νὰ λαμβάνῃ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἀπὸ τῆς μειονοψηφίας· οὐδεὶς περιορισμὸς τῷ ἐπιβάλλεται, ὅταν μάλιστα τὰ συμφέροντα καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος τὸ ἀπαιτῶσιν. Ἀλλὰ νὰ καθιερωθῇ τοῦτο, ὡς σύστημα, νὰ καθιερωθῇ ὡς σύστημα ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, χάριν δευτερευόντων λόγων, τοῦτο εἶναι παράβασις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι νόθευσις αὐτοῦ, αἱ δ’ ἐντεῦθεν συνέπειαι ὀλέθριαι. Ἀλλὰ διατί νὰ μακρηγορήσωμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀφοῦ θέλομεν ἐπανέλθει ἐν τῇ συζητήσει τῆς προτάσεως; Τότε ἐπιφυλάττομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω προσέτι διὰ πραγμάτων, ὅτι ἡ διοίκησις κατεστράφη, ὅτι τὴν διοίκησιν τὴν ἀντικατέστησεν ἡ στρατοκρατία, ἥτις εἶχεν ὡς συνοδὸν τὴν λῄστευσιν, τὸν φόνον, τὸ κακούργημα. Θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει διὰ πραγμάτων, ὅτι ἡ στρατοκρατία, ἀντικαταστήσασα τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἐξετέλεσε περισσότερα ἐγκλήματα ἐν Μεσσηνίᾳ παρ’ ὅσα ἡ ληστεία αὐτή. (Εὖγε! εὖγε!) Θέλω σᾶς ἀποδείξει τότε, ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς ἐξουσίας διέφθειρε τὰ δημόσια ἤθη, ὅτι τὰ δημόσια ἤθη ἀντικατέστησεν εὐτελὴς ἀγοραπωλησία τῶν συνειδήσεων, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐξέλιπεν ἐντελῶς, ὅτι ἡ φατρία ἐπικάθηται εἰς τὰ πλεῖστα τῶν δικαστηρίων, εἰς ὅσα εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ σχηματίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειονοψηφίαν ἐκ φίλων της. Ὁμιλῶ περὶ διοικητικῆς τυραννίας, εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος. Πόσον ἀπατᾶσαι, κ. Λομβάρδε! Διοικητικὴν τυραννίαν ἐννοεῖτε τὴν κατάστασιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης δὲν εἶναι κύριος οὔτε τῆς τιμῆς του, οὔτε τῆς περιουσίας του, οὔτε τῆς ζωῆς του, τὴν κατάστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ πολίτης βλέπει ἀτιμαζομένην τὴν γυναῖκά του, τὴν ἀδελφήν του, ἀπροστατεύτους καὶ δεδεμένας ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους ἀπὸ βαναύσους τινὰς στρατιώτας. Εἶναι ἡ αἰσχροτέρα τυραννία αὕτη, εἶναι τυραννία ἀληπασσαλίτικη. Καὶ τὴν τυραννίαν αὐτὴν θέλομεν τὴν ἀποδείξει πραγματοποιηθεῖσαν πληρέστατα ἐν τῷ τόπῳ μας, καθ’ ὅλον τὸ δεκαοκτάμηνον διάστημα τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη. Διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον τῆς κακῆς αὐτῆς καταστάσεως, διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον τῶν ἀθλίων συνεπειῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἡ ἐνδελεχὴς καὶ ἀδιάκοπος παραβίασις τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος ἠπείλει καὶ τὴν οἰκογένειαν καὶ τὴν κοινωνίαν, ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀντιπολιτευθῶμεν τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον· καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ποτὲ δὲν ἔγεινε λόγος περὶ προσώπων, οὔτε ἦτο φόβος νὰ ἐπέλθῃ περὶ προσώπων διένεξις. Ἐθέσαμεν, ὡς ἀρχὰς ἀπὸ κοινοῦ, τὴν ἀρχὴν τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου διὰ τοῦ τόπου, τὴν ἀρχὴν τῆς προλήψεως τῆς καταχρήσεως τῶν δικαιωμάτων ἢ καθηκόντων, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ τὴν καταπολέμησιν τῆς κακοηθείας. Εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς ἐμμένομεν, ἵν’ ἀποσοβήσωμεν ἀπὸ τὴν πατρίδα μας τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡ διαγωγὴ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως προεκάλει, καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς μένοντες, θέλομεν ὑποστηρίξει ἀδιαφόρως πάντα, ὅστις ἤθελεν ἐπιφορτισθῆ νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ. Ἰδοὺ διατί εἰς τὸν ἔντιμον κ. Βούλγαρην, εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν, εἴπομεν· πρᾶξον ὅ,τι ἂν θέλῃς, σχημάτισον ὅπως θέλῃς τὸ ὑπουργεῖόν σου, θέλομεν σὲ ὑποστηρίξει, ἐνόσῳ ἀκολουθεῖς τὰς ὁποίας παρεδέχθημεν ἀρχάς, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰ πρόσωπα. Ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι, πονῶν τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Βασιλείαν, θέλεις οὐ μόνον συμβουλεύσει, ἀλλὰ καὶ ὑποστηρίξει καὶ ἀκολουθήσει τὸ ἀληθές, τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ νόμιμον.
§73ΖΩΧΙΟΣ. Δύω λέξεις, παρακαλῶ, κύριοι. Εἰς τὰς πυριτοθήκας ἐμβαίνουν ξυπόλητοι. Διατί; διότι ἔξαφνα ἓν καρφὶ ἠμπορεῖ νὰ πατήσῃ εἰς τὴν πυρίτιδα καὶ νὰ καοῦν ὅλοι. Ἐνόμιζον ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν ἦτον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, δὲν ἦτο πυρῖτις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἰσῆλθον ξυπόλητος, καὶ ἐπήρατε φωτιά. Ἀνέβην δὲ τὸ βῆμα, ἵνα βεβαιώσω τὸν συνάδελφόν μου κ. Πετιμεζᾶν ὅτι δὲν ἔσπευσα, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι δὲν ἔσπευσα, ἡ διαβεβαίωσις τῆς κυβερνήσεως ὅτι θὰ κάμῃ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, κατόπιν δὲ σᾶς ἔδωκε καὶ τὴν τιμιοτέραν καὶ βεβαιοτέραν ὑπόσχεσιν, ἡ Βουλὴ δὲν διαλύεται. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς ὡμίλησε περὶ Ἑπτανήσου, ὁ κ. Δεληγεώργης περιωρίσθη εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἠξεύρετε ὅτι πλησίον τῆς Ζακύνθου εἶναι νησόπουλά τινα, Στροφάδες καλούμενα. Ἀλλὰ διατί τὰ ὀνομάζουν οὕτω τὰ νησίδια αὐτά; Διότι μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου ἐπροχώρησαν οἱ διώκοντες τὰς Ἁρπυίας υἱοὶ τοῦ Βορέου, περαιτέρω δὲ δὲν ὑπῆγον. Παρεκάλεσα ἄλλοτε τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πορείαν της περαιτέρω τῶν Στροφάδων. Παρεκάλεσα καὶ τὴν νέαν κυβέρνησιν ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν νὰ ὑπάγῃ περαιτέρω τῶν Στροφάδων, αὐτὴ δὲ καθαρὰ ἐλάλησεν ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ γράμμα τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἄλλο, εἰμὴ ἰσονομίαν, ἰσομοιρίαν πρὸς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, καὶ διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ ἰσονομία, ἡ ἰσομοιρία αὕτη πρὸς τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας, πρέπει νὰ ὑπάγῃ ἡ κυβέρνησις περαιτέρω τῶν Στροφάδων, διότι ὁ πρῴην πρωθυπουργὸς ἔφθασε μόνον μέχρι τῶν Στροφάδων, καὶ σήμερον ἐπέπεσε κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου νὰ τὸν φάγῃ. Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν δὲ τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ κυβέρνησις, δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ τὴν παρακολουθήσωμεν, διότι ἐξῆλθεν ἐξ ἡμῶν τῶν ἰδίων. Ἐλάλησα, καὶ ἐκ τῶν λόγιων μου ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἔσπευσα, διότι ἀρχαῖον λόγιον λέγει· «Ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν σου διαχωρίσθητι, καὶ ἀπὸ τῶν φίλων σου πρόσεχε.» Τοῦτο δὲ τὸ πρόσεχε μὲ ἠνάγκασε νὰ κάμω αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ διότι εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ οἱ πολιτευόμενοι πρέπει νὰ ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ ἐξηγῶσι δημοσίᾳ τί σκοπεύουν νὰ πράξουν ἐν τῷ μέλλοντι· δὲν ἔχει δὲ μόνον ἔργον ἡ Βουλὴ τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ τὴν πρόνοιαν περὶ τοῦ μέλλοντος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἔλαβε χώραν, προῆλθεν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Λομβάρδου....
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ὁποίαν συνεμερίσθησαν καὶ ἄλλοι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω. «Προτείνω νὰ ἐκλεχθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπιτροπὴ ἐξ ἐννέα βουλευτῶν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου 1872 καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, δηλοῦσαν ἐὰν ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἂν διεχειρίσθη καλῶς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ τοῦ δημοσίου, ἢ ἂν ἠθέτησε κατά τι ταῦτα καὶ κατὰ τί, γνωμοδοτοῦσαν δὲ τί πρέπει ἐπὶ τούτου νὰ πράξῃ ἡ Βουλή. Εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία θέλει παράσχει πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς της. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Φεβρουαρίου 1874.
Ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς
Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
Ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς
Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
Λοιπὸν δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλὰ θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς καὶ θέλει προσδιορισθῆ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν αὐτῆς.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ φέρῃ οἱανδήποτε πρότασιν θέλει, νομίζω ὅμως ὅτι κἀνεὶς δὲν πρέπει νὰ συντελῇ εἰς τὸ νὰ δίδῃ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ πανηγυρικὸν χαρακτῆρα· καὶ νομίζω ὅτι καθὼς ἐφέρθη μία πρότασις ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν, χρώμενον τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον ἔχει, ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, τοιουτοτρόπως ἄλλος βουλευτὴς δύναται νὰ φέρῃ πρότασιν κατ’ ἄλλου ὑπουργείου προηγηθέντος τοῦ ἰδικοῦ μου (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, μὴ διακόπτετε.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀπεριόριστον· καὶ καθὼς εἰς μίαν νέαν πρότασιν δὲν θὰ ἦτον εὐάρεστον εἰς πολλοὺς νὰ δοθῇ πανηγυρικὸς χαρακτὴρ, τοιουτοτρόπως δὲν πρέπει νὰ δίδεται καὶ εἰς τὴν πρότασιν τὴν παρουσιασθεῖσαν ἤδη. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἐπαρουσίασε μίαν πρότασιν καὶ ἠδύνατο νὰ τὴν καταστήσῃ πολὺ βαρυτέραν ἀφ’ ὅ,τι τὴν συνέταξεν. Ἡ Βουλὴ, ἐὰν ᾖναι δικαία, πρέπει νὰ ἀναμείνῃ λίαν ἀπαθὴς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ κύριος Λομβάρδος θὰ ἐπιδείξῃ τὰς ἰδέας του καὶ τὰς κατηγορίας του. Ὑπῆρξαν ἄλλαι προτάσεις, κύριε πρόεδρε, πολὺ προγενέστεραι· ἐπαρουσιάσθησαν ἄλλοτε προτάσεις περὶ κατηγορίας ὑπουργείων, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ὑπελείπετο ἄλλο τι ἢ νὰ ἐκλεχθῶσι τὰ πρόσωπα· δὲν ἐννοῶ ἑπομένως αὐτὸν τὸν θόρυβον καὶ τὴν χαρὰν καὶ τὸν πανηγυρικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον θέλουν νὰ δώσουν εἰς τὴν πρότασιν τὴν σημερινήν. — Ἡμεῖς εἴμεθα πρὸ πολλοῦ δεσμοφύλακες ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ὑπόδικοι. Ἀλλὰ νὰ σᾶς εἴπω, κύριε πρόεδρε, εἶναι καὶ ἀνανδρία τοῦ κυρίου Λομβάρδου, φέροντος τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερε σήμερον. Εἶναι ἄνανδρος πρᾶξις· διότι βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δόσιν τινὰ γενναιότητος, ὅταν πρόκειται νὰ κατηγορήσωσιν ἄλλους συναδέλφους των, ἔρχονται πρῶτον καὶ ἐκτυλίσσουσι τὴν κατηγορίαν, καὶ μόνον ἀφ’ οὗ τὴν ἐκτυλίξουν καὶ σχηματίσουν μίαν γνώμην ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, τότε μόνον προβαίνουσιν εἰς πρότασιν ἐναντίον αὐτῶν, εἴτε συστάσεως ἐπιτροπῆς, εἴτε εἰσαγωγῆς εἰς δίκην, εἴτε ψόγου καὶ μομφῆς· ἄλλως τὸ ἔργον ἑνὸς βουλευτοῦ νὰ συντάξῃ ἁπλῶς καὶ μόνον πρότασιν, περιέχουσαν σύστασιν ἐπιτροπῆς, εἶναι ἔργον οὐ μόνον ἀνανδρίας, ἀλλὰ μηχανικόν. Καὶ δὲν ἐπεθύμουν ποτὲ νὰ βλέπω τὸν κ. Λομβάρδον ὡς τεχνίτην, ἐκτελοῦντα ἔργα ἁπλῶς μηχανικὰ καὶ τεχνίτου. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου ἀναμίξ).
§81ΘΩΜΑΣ. Ὅταν τὰ ἀκροατήρια μᾶς ποδοκροτοῦν, κύριε πρόεδρε, θὰ ποδοκροτῶμεν καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταί. (Θόρυβος).
§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτοὶ δὲν εἶναι πληρωμένοι. (Θόρυβος).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τελευταίαν φορὰν ἀποτείνω τὴν νουθεσίαν εἰς τὰ ἀκροατήρια νὰ ἡσυχάσωσιν. Ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν ἀποδοκιμάζοντα ἢ ἐπιδοκιμάζοντα, θέλω ζητήσει τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ τὰ ἐκκενώσω. Εἶναι ἡ τελευταία εἰδοποίησις, τὴν ὁποίαν δίδω. Δὲν ἠμπορεῖ τὸ βουλευτήριον νὰ κατασταθῇ καφενεῖον ἢ θέατρον. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πρέπει νὰ σεβασθῇ. Λοιπὸν διὰ τελευταίαν φορὰν εἰδοποιῶ τὰ ἀκροατήρια ὅτι, ἐὰν δὲν ἡσυχάσωσι, θέλω ζητήσει τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ ἐκκενώσω. — Προχωρήσατε, κύριε βουλευτά.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μὲ ταράττει, κύριε πρόεδρε, ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀντιπάλων μου σήμερον. Ὅτε κατὰ τὸ 1866 συνυπουργῶν μετὰ τοῦ κ. Βούλγαρη κατήλθομεν τῆς ἐξουσίας, ἤλθομεν ἐνταῦθα καὶ εὕρομεν λαίλαπα φυσῶντα φοβερὰ καὶ σφοδρῶς ἐπιπεσόντα καθ’ ἡμῶν. Ἐζήτησαν νὰ μᾶς καταστρέψωσι πολιτικῶς· εἶπαν, ἐπετέθησαν, ἐσυκοφάντησαν, ἐψηφοφόρησαν, καὶ οὔτε ἴχνος ἐχάσαμεν τῆς ὑπολήψεώς μας. Ὅτε τῷ 1870 παρῃτήθην τὴν ἐξουσίαν καὶ ἦλθον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπήντησα τὰ αὐτὰ, τοὺς αὐτοὺς λόγους, τὰς αὐτὰς αἰτιάσεις, τὸν αὐτὸν ὄγκον καὶ τὴν αὐτὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον. Ὑπῆρχε μάλιστα τοσοῦτο τυφλὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιθέσεως καὶ τῆς ἀγανακτήσεως, ὥστε ἐκατηγόρησαν τὴν εἴσοδόν μου εἰς τὰ πράγματα ὡς ὑπὸ εὐνοίας βασιλικῆς ὑπαγορευθεῖσαν, ἐνῷ ἔβλεπον ὅτι ἐξηρχόμην τῆς ἐξουσίας δι’ ἔλλειψιν τοιαύτης. Εἶπον τότε καὶ ἔφερον ῥητὴν πρότασιν ἐναντίον μου καὶ ἐναντίον τῶν συναδέλφων μου. Εἶπον ὅτι ἐπολιτεύθημεν ἀντισυνταγματικῶς, διότι διεχειρίσθημεν ἐπὶ 5 μῆνας τὴν ἐξουσίαν, χωρὶς νὰ διαλύσωμεν τὴν Βουλὴν, καὶ ἤθελον νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὅτι ὁ βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ καλῇ τὴν μειονοψηφίαν εἰμὴ ὑπὸ ἕνα καὶ μόνον ὅρον, παρευθὺς νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν ἵνα ἐρωτήσῃ τοὺς νέους βουλευτὰς περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπουργῶν του· καὶ αὐτὴν τὴν ἰδίαν κατηγορίαν ἐπιῤῥίπτουν καὶ σήμερον. Ὅσοι προτείνουσιν ἐναντίον μας μομφὴν ἰσχυρίζονται, καὶ τὸ ἰσχυρίσθη ῥητῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἰπὼν, δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως ληφθείσης ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ἰσχυρίζομαι μόνον ὅτι ἡ παραιτηθεῖσα κυβέρνησις ἐπολιτεύθη ἀντισυνταγματικῶς, διοικήσασα ἐπὶ 5 μῆνας χωρὶς νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐσυζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, ἡ ὁποία εἶχε τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ ὅτι ἀντεπροσώπευε τὸ ἔθνος ὁποῖον ἔχει καὶ ἡ σημερινή. Ἐσυζητήθη τὸ ζήτημα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἑκατέρωθεν ἐπαρουσίασαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ κατέληξαν εἰς ψηφοφορίαν, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ἦτον ὅτι 18 βουλευταὶ ὑπεστήριξαν μόνον τὴν εἰρημένην πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὅσον καὶ ἂν ἤθελόν τινες νὰ τὴν παρασύρωσιν εἰς ἐμπαθῆ παραφορὰν, δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν κατ’ ἀρχὴν, διότι ἤθελε μεταβάλει τὴν πολιτείαν μας οὐχὶ εἰς δημοκρατίαν, ἀλλ’ εἰς ἐπαναστατικὴν πολιτείαν, μὴ ἔχουσαν οὔτε ὅριον, οὔτε χαλινόν, οὔτε νόμον, οὔτε ἀρχάς. Ἡ Βουλὴ καθιεροῦσα τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς λαμβάνων τοὺς ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον αὐτὸς νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ, λαμβάνων τοὺς ὑπουργοὺς ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ὀφείλει παρευθὺς νὰ ἐρωτήσῃ νέους βουλευτὰς ἂν ἐπιδοκιμάζουσι τὴν πρᾶξίν του, μία τοιαύτη Βουλὴ ἤθελε περιορίσει τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ τὸ καταστήσῃ ἀτελὲς, ἀτελέστατον. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ὑπεστήριξα καὶ τότε, ὑποστηρίζω καὶ σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος εἶπε τότε, ὅτι ἄλλα δῆθεν ἐφρόνουν ἄλλοτε. Ἔφερα ἐν τούτοις τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς παρελθούσης ἐποχῆς καὶ ἀνέγνωσα τοὺς λόγους μου. Ἡ παλαιὰ ἐκείνη ἐποχὴ ἦτο καθ’ ἣν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐξέπεσε τῆς ἐξουσίας τῷ 1865, ἐπανῆλθε δὲ καὶ πάλιν μετὰ 15 ἡμέρας εἰς τὴν ἐξουσίαν προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἀνέλαβε νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀρξαμένης τῆς συνεδριάσεως, λαβὼν τὸν λόγον, μᾶς εἶπεν· «Ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἀνέθεσε τὴν σύστασιν ὑπουργείου· τὸ ἐσχημάτισα πειθόμενος εἰς τὴν Βασιλικὴν πρόσκλησιν· ἤδη ἐμφανίζομαι ἐν τῇ Βουλῇ ἵνα ζητήσω καὶ ταύτης τὴν ψῆφον.» Τότε, κύριοι, ἡμεῖς, ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτελοῦντες, ἠγέρθημεν καὶ εἴπομεν ἐναντίον τοῦ συμφέροντός μας. «Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορίσωμεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπουργούς του.» Ἑπομένως δὲν παρεδέχθημεν τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου. Καὶ τῳόντι, κύριοι, εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργοὺς, τῆς δὲ Βουλῆς δηλ. τῆς πλειονοψηφίας ἡ ἐπιῤῥοὴ εἶναι ἐπαρκὴς μὲν ἀλλ’ ἔμμεσος εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς κυβερνήσεως. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Κεχαγιᾶς, Δηλιγιάννης καὶ Λομβάρδος ζητοῦσι τὸν λόγον). Ἀλλ’ οὐ μόνον κατὰ τὸ 1870 τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη· ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιπάλους μου νὰ μοὶ εἴπωσι, δὲν ἐνθυμοῦνται ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος ἔφεραν ζητήματα δυσπιστίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι πρόεδρος, καὶ ἰσχυρίσθησαν ῥητῶς ὅτι τὸ ὑπουργεῖον παρὰ τοὺς κανόνας τοῦ Συντάγματος διώκησεν ἐπὶ πέντε μῆνας, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἅμα προσεκλήθη εἰς τὰ πράγματα; Ἀλλὰ καὶ τότε ἐλησμόνησαν καὶ σήμερον λησμονοῦσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ληφθὲν ἐκ τῆς μειονοψηφίας δὲν ἔσχε διόλου ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἔδωκεν ἐκείνη πρὸς αὐτὸ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Ἂν δὲ τὸ ὑπουργεῖον διέλυσε κατόπιν τὴν Βουλὴν, οἱ λόγοι εἶναι γνωστοὶ, καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, θὰ ᾖναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς ἀνομολογήσῃ, ὡς ἀνωμολόγησε πολλάκις. Πλὴν δὲ τούτων τῶν λόγων τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβε μὲν παρὰ τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, δὲν εἶχεν ὅμως ἔλθει εἰς κᾀμμίαν συνεννόησιν μετὰ τῶν διαφόρων κομμάτων, μετὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἀπαρτίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ὥστε νὰ θεωρήσῃ ὅτι στερεῶς κατεῖχε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἀπροσκόπτως ἠδύνατο μετὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης νὰ διοικήσῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, θετικὴν κατηγορίαν δὲν ἤκουσα σήμερον παρὰ τῶν κατηγόρων μου· ἤκουσα μόνον γενικάς τινας ὕβρεις, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας ἀτιμωρητὶ δύνανται οἱ ἄνθρωποι νὰ προσάπτωσι κατὰ τῶν διοικούντων. Μᾶς εἶπον, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ὅτι κατεστράφη ἡ διοίκησις, ὅτι οὐδὲν προῆλθε καλὸν, ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος κατεδέχθη νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἡ στρατοκρατία ἐμίανε τὴν πολιτείαν καὶ ἐπροξένησε πολὺ μεγαλεῖτερα ἐγκλήματα εἰς τὴν κοινωνίαν, παρ’ ὅτι ἡ ληστεία καὶ τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα τῆς κοινωνίας. Μὴ προκειμένου νὰ συζητήσω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα, ἀφοῦ οὐδεμία λεπτομέρεια ἐξετέθη ὑπὸ τῶν κατηγόρων μου, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἀναφέρω ὅμως ὅ,τι πασίγνωστον εἶναι, ὅτι ὅταν δηλητηριάσητέ τινα, μετὰ πολλοῦ κόπου θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐξαγάγητε τὸ δηλητήριον ἀπὸ τὸ σῶμα αὐτοῦ· ἂν ἐγὼ φέρω τὴν εὐθύνην διὰ τὸν δηλητηριασμόν, νὰ ὑποστῶ τὰς ποινάς, ἀλλ’ ἂν κατά τι συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ ἀναχαιτίσω τὸν θάνατον, δὲν εἶμαι ἄξιος οὔτε καταδίκης, οὔτε μομφῆς. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὅσον ἄδικος ὑπῆρξεν εἰς ἐμὲ καὶ νὰ συζητήσω ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ παρελθὸν αὐτοῦ καὶ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ μέριμνά του περί τε τῆς τάξεως καὶ κατὰ τῆς ληστείας καὶ τῶν ἄλλων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσε σήμερον.
§85ΚΑΝΑΡΗΣ. Αὐτὰ περνοῦσαν πρίν (θόρυβος)· δὲν σᾶς ὠφελοῦν τώρα.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐμιμήθην τὸν κ. Κουμουνδοῦρον εἰς ὁμοίαν περίστασιν εὑρεθέντα. Τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἄλλοτε διεδέχθη ἄλλη κυβέρνησις, ἥτις προσελθοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν τῷ ἐπετέθη καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς δίκην διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἀπαραλλάκτως ὡς ὅλοι οἱ ἀντίπαλοί μου ἡνωμένοι τὸ ζητοῦσι σήμερον. Δὲν εἶχον κἀμμίαν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὑπῆρξα ἀντίπαλος αὐτοῦ ὄντος ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐνόμισα ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπερασπίσεώς μου, διότι ἔβλεπον τὸ ἀνώμαλον καὶ ἄδικον, καὶ ἡ πρότασις ἐκείνη, ἥτις ἐγένετο ἐναντίον αὐτοῦ, ἔμεινε νεκρὸν ψήφισμα τῆς Βουλῆς καὶ οὐδέποτε εἶδε τὸ φῶς.
§87Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ προηγοῦνται τὰ προσωπικὰ ζητήματα, κ. πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὁμιλήσω. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, κ. πρόεδρε, οἵτινες δὲν θαυμάζουσι τὴν δεινότητα τοῦ λόγου τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἀνωμολόγησα καὶ διέκρινα τὴν δεινότητα τοῦ λόγου αὐτοῦ πάντοτε, ὁσάκις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ συνεζήτησα πρὸς αὐτόν. Ἀνεγνώρισα καὶ διέκρινα αὐτὴν καὶ ὅταν ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου ἐπάλαισα ἐν ἄλλῳ ἀγῶνι πρὸς αὐτόν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἤθελεν ἔχει προφανέστατα δίκαιον, ἂν οἱ ἀντίπαλοί του ἐζήτουν νὰ ὑφαρπάσωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, προτείνοντες τὴν κατηγορίαν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐκ μειονοψηφίας ὁρμηθείς, δὲν διέλυσε τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ οἱ ἀντίπαλοι δὲν ἔταξαν τοῦτο ὡς κεφάλαιον κατηγορίας· εἶναι διαστροφὴ, τὴν ὁποίαν εὐκολύνει ἡ δεινότης τοῦ ῥήτορος, ἀλλ’ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀγαθοπιστίαν τῶν συζητήσεων. Ὅταν ὁ κ. Λομβάρδος ἐξήγει εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἱστορικοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατετάχθη εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐνόμισα, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος κατετάχθην εἰς αὐτὴν δι’ ἄλλους λόγους, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω τὴν διάκρισιν ταύτην καὶ ἐξέθηκα τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατετάχθην εἰς αὐτὴν, ἐμνημόνευσα δὲ τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἔχω περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· παρέστησα ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ἔρχηται εἰς τὴν κυβέρνησιν, νὰ παρατείνῃ τὴν ἐξουσίαν ἐν χερσὶ καὶ νὰ κυβερνᾷ, ἀλλ’ ὀφείλει ἀμέσως νὰ καλῇ τὸ ἔθνος νὰ ἀποφανθῇ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἡ αἰτία, ἡ προκαλέσασα τὴν πρότασιν περὶ ἐξετάσεως τοῦ παρελθόντος; Οὐχὶ βεβαίως. Ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἄνανδρον νὰ προβάλῃ τις ὡς βουλευτὴς πρότασιν τοιαύτην, οἵαν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου ὑπέβαλεν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου ἐγράφη ὑπ’ ἐμοῦ καὶ διερμηνεύει καὶ τὸ ἐμὸν φρόνημα, ἐνόμισα, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ ἀνάνδρου ἐξετοξεύθη καὶ κατὰ τοῦ προσώπου μου, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσω. Προτείνον καὶ ζητῶν τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος διὰ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἀσκῶ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα μοὶ παρέσχεν· εἶναι τοῦτο ἄνανδρον; Ἄνανδρον εἶναι, ὅταν τὶς περιβαλλόμενος μὲ τὸν ὄγκον τῆς ἀρχῆς, ὅταν διὰ τῶν διορισμῶν καὶ τῶν παύσεων, διὰ τῶν βαθμολογιῶν καὶ τῶν προβιβασμῶν, διὰ τῶν ἀποσπασμάτων καὶ τοῦ στρατοῦ ζητῇ νὰ μεταβάλῃ τὴν μειοψηφίαν εἰς πλειονοψηφίαν (θόρυβος). Παρακαλῶ τοὺς ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις νὰ μὴ θορυβῶσι, διότι εὐκολύνουσιν ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀντιλέγω. Δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκτοξευθῇ καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ ἀνάνδρου εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἐπάλαισα στῆθος πρὸς στῆθος πρὸς τὴν κυβέρνησιν τῆς 8 Ἰουλίου, ζητοῦσαν νὰ μοὶ κλείσῃ τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου καὶ μεταχειριζομένην οὐχὶ τὴν ἰδίαν ἀτομικὴν ἐξουσίαν, οὐχὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ἐξουσίαν, ἥτις δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ εἰς τὴν πολιτείαν. Ἡμεῖς οἱ προτείναντες νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ βουλευτῶν πρὸς ἐξέτασιν ἔχομεν ὡρισμένην γνώμην περὶ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Δεληγεώργη· δὲν εἶναι ὅμως σήμερον ὁ καιρὸς νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ νὰ ἀριθμήσωμεν τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ὡς ἀθετήσεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων καὶ ὡς μὴ ἀληθῆ καὶ πιστὴν διαχείρισιν τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως, θέλομεν προβάλει τοὺς ἰσχυρισμούς μας, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἐκτιμήσει ἂν ἔχωμεν δίκαιον. Ἡ σημερινὴ συζήτησις ἦτον ὅλως διόλου ἀπαράσκευος· διετυπώσαμεν ἁπλῶς πρότασιν, τῆς ὁποίας ἡ κατάθεσις οὐδὲ δικαιολογίας, οὐδ’ ἀναπτύξεις ἐπιβάλλει· δὲν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ τὴν παραδεχθῇ σήμερον, ἀλλὰ θέλει δώσει εἰς αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δίδωσιν εἰς ὅλας τὰς προτάσεις.
§88ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχει δίκαιον σήμερον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πρῴην πρωθυπουργὸς νὰ ἐπικαλῆται τὸ παρελθόν. Καὶ ἄλλοτε, εἶπεν, ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκ τῆς μειοψηφίας τῆς μειονοψηφίας, εὗρε λαίλαπα ἐν τῇ Βουλῇ, τὸν ὁποῖον ὅμως διεσκέδασεν· ἀλλὰ διεσκέδασε διὰ τῆς ἐπιεικείας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἐπικαλεῖται. Ἡ ἐπιείκεια ὅμως ἐκείνη τὸν κατέστησε θρασύτερον· διὰ τοῦτο ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐφρόντισε παρὰ πῶς νὰ καταπατήσῃ καὶ Σύνταγμα καὶ νόμους καὶ νὰ ἐμπαίξῃ ἱερὰ καὶ ἀνθρώπινα (θόρυβος εἰς τὰ ἀκροατήρια).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκκενώσω τὸ τελευταῖον ἀκροατήριον. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀλίγοι εἶναι οἱ ταραξίαι.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Πέρυσιν, ἐπὶ ζητήματος τοιούτου παρουσιασθέντος, ἡ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς τὸν πρόεδρον τὴν ἄδειαν νὰ ἐκκενώνῃ τὰ ἀκροατήρια.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύω ἢ τρεῖς ἐθορύβησαν. Παρακαλεῖται λοιπὸν ὁ κ. πρόεδρος ἐπιεικέστερον φερόμενος, νὰ δώσῃ διὰ τελευταίαν φορὰν νουθεσίαν εἰς τοὺς ἀτακτοῦντας, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῶσι τὰς συζητήσεις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἐκ νέου ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀταξίαι, μοὶ δίδει ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν νὰ ἐκκενώσω τὸ ἀκροατήριον;
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. — Ἔχων, λέγω, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ὑπ’ ὄψιν τὴν προηγουμένην ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς, ἦλθε θρασύτερος, καὶ ἐν ὀλίγοις θὰ τὸ ἀποδείξω. Καὶ πρῶτον, ἅμα ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς, προκειμένου νὰ ἀποφανθῇ τὸ Ἔθνος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ ἂν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὐτὰ εἶναι περασμένα.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ δίδετε τὸ παράδειγμα τῆς διακοπῆς. Οὐδεμία ἄλλη κυβέρνησις διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἔχῃ ἢ μὴ τὴν ἐμπιστοσύνην. Ποία ἄλλη κυβέρνησις ἠπείλησε τὴν ἀντιπροσωπείαν πάντοτε μὲ τὴν διάλυσιν; Καὶ μέχρι τῆς χθὲς οἱ φίλοι τῆς κυβερνήσεως διέδιδον, ὅτι, ἂν ψηφοφορήσωμεν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ἀμέσως θὰ ἔλθῃ ἡ διάλυσις (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτετε. Εἰπέτε μοι ποία ἄλλη κυβέρνησις ἐδαπάνησεν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ὑπαρχούσης Βουλῆς καὶ μὴ συγκαλεσθείσης ἐγκαίρως; οὐδεμία ἄλλη παρὰ ἡ χθὲς πεσοῦσα. Διατί συνεκάλεσεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὴν Βουλὴν τὴν 23 Ἰανουαρίου καὶ οὐχὶ πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου, ὥστε νὰ μὴ εὑρισκώμεθα σήμερον ἐν πλήρει παραβιάσει τοῦ Συντάγματος; Ὑπάρχουν ἐποχαί, κατὰ τὰς ὁποίας τῳόντι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐδαπάνησαν αἱ κυβερνήσεις, εἰσέπραξαν φόρους ἄνευ ἐπιψηφίσεως παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχε Βουλή, ἦτο διαλελυμένη. Σήμερον ὅμως ὑπῆρχε Βουλή, καὶ ὅμως ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτῆς καὶ εἰσέπραξε φόρους καὶ ἐδαπάνησεν ἐπὶ ἕνα μῆνα. Προχθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης εἶπεν ἐν ὅλῃ του τῇ ἀφελείᾳ, ἀφοῦ ἐζήσαμεν ἐπὶ 30 ἡμέρας παρανόμως, τί πειράζει νὰ ζήσωμεν ἀκόμη μερικὰς ἡμέρας; Καὶ διατί ὄχι; ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ τὸ ἀνεχθῇ, διατί νὰ μὴ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὐτή; Ἀλλ’ οὕτω πολιτευομένη ἡ Βουλή, ὁποίαν θέσιν παρασκευάζει ἐν τῇ πολιτείᾳ; ἐξευτελιστικήν! Ἀλλὰ τοιαύτην θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, οὔτε τὴν ζηλεύω, οὔτε τὴν ζητῶ. Ἑπομένως ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, τὸ κακὸν θὰ χειροτερεύσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε, ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, τί παράδοξον δι’ ἄλλου τρόπου λίαν ἐπιζημίου εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία! Ἂς μὴ ἀφήσωμεν λοιπὸν τὸ κακὸν παρατεινόμενον καὶ ἐξογκούμενον. Πρὸς Θεοῦ, κύριοι, ποία ἄλλη κυβέρνησις συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, ὅταν δὲ ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, αὐτὴ ἐλειποτάκτησεν; Ἡ Βουλή, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ἀπεφάσισεν ὡς ἡμέραν ἐκλογῆς τοῦ τοῦ προέδρου τὴν Παρασκευήν· τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τὸ βεβαιόνουν, (θόρυβος) καὶ ὅμως τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπαρουσιάσθη. Ὁμιλῶ περὶ τῶν πράξεων ἐκείνων τῆς πεσούσης κυβερνήσεως, αἵτινες εἰσὶν πασίγνωσαι, δὲν ἐγγίζω ὁλοτελῶς τὰς λεπτομερείας τῆς διοικήσεώς της. Ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι μόνα τὰ διαπραχθέντα ἐν Παρνασσίδι εἶναι ἱκανὰ νὰ φέρωσι τὴν καταδίκην τῆς κυβερνήσεως· θὰ ἀποδειχθῶσιν αὐθαιρεσίαι διοικητικαί, καταπιέσεις, σπατάλαι τῶν δημοσίων χρημάτων, καὶ πρὸ πάντων καταπάτησις τοῦ ἀσύλου τοῦ πολίτου! διότι ἐν καιρῷ νυκτὸς ὁ ἔπαρχος Πρωτοπαπᾶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου Ἀντικύρας καὶ τὸν ἐῤῥάπισε, καὶ τὸν ἐλῄστευσαν οἱ ἄνθρωποί του. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετασθῶσι τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ διατί ἀντιλέγουν οἱ κύριοι εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς; Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ συλλέξῃ τὴν ὕλην, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ βασισθῇ ἡ κατηγορία καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ θὰ φέρῃ τὴν ἐτυμηγορίαν της. Λοιπὸν ἐὰν ἔχωσι τὸ πρόσωπον καθαρὸν, ὅπως καυχῶνται, ἔπρεπεν οἱ ἴδιοι νὰ ζητήσωσι τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τί τὴν ἀποκρούουσιν;
§99Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐτελειώσατε, κ. Κεχαγιᾶ;
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Ἄλλως τε, ἀφοῦ ἀπολογισμὸς δὲν ἔρχεται κατὰ τὸ σύνηθες, φρονεῖτε ὅλως περιττὴν τὴν τοιαύτην ἐξέλεγξιν; Ἐλησμόνησα νὰ θέσω καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς· ποία ἄλλη κυβέρνησις ἐδαπάνησε χρήματα τοῦ δημοσίου δι’ ὑπηρεσίαν μὴ προβλεπομένην ἀπὸ τοὺς νόμους; Ὀλίγας χιλ. δραχ. ἐσκόρπισε διὰ τὴν ἀποτολὴν τῶν ἐποπτῶν; Ἔφερε παραδείγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πείσουν τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ συστήσῃ τὴν ἐπιτροπήν· ἔφερα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπράχθησαν ἀπὸ ἄλλην κυβέρνησιν· διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τυπώσεως τῆς προτάσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ, διότι ὁ κανονισμὸς ὑποστηρίζει τὴν τύπωσιν.
§102ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπολέμησε κατ’ οὐσίαν τὴν πρότασιν.
§103ΜΑΚΡΗΣ. 88 Βουλευταὶ κατὰ 72 ἔφερον τὴν πτῶσιν τῆς κυβερνήσεως Δεληγεώργη. Ἡ κυβέρνησις παρῃτήθη καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ὕδρας ἐσχημάτισε κυβέρνησιν. Ἀμέσως μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς δὲν ἔπαυσαν αἱ διαδόσεις, ὅτι εἰσάγεται τὸ ὑπουργεῖον εἰς δίκην, ὅτι ἔχομεν φοβερὸν κατηγορητήριον, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν προτάσεις τοιαύτας καὶ τοιαύτας. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι ὅπως ὅλη ἡ κοινωνία, τοιουτοτρόπως καὶ ἡμεῖς ἐμείναμεν ἔκθαμβοι καὶ ἠθελήσαμεν ἐκ περιεργείας νὰ ἴδωμεν ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ κατηγορητήριον· ἠθελήσαμεν νὰ ἴδωμεν κατὰ τί παρενόμησεν ἡ παρελθοῦσα ἐξουσία, ποίους νόμους τῆς πατρίδος παρεβίασε καὶ ποῖα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἢ ἀνέτοιμοι εἶσθε νὰ φέρετε κατηγορητήριον ἢ ἐπιχειρήματα δὲν ἔχετε, ὅπερ καὶ τὸ πιθανώτερον. Ἀνέτοιμοι ὅμως δὲν εἶσθε, διότι προπαρασκευάζεσθε πρὸ πολλῶν μηνῶν. Τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἐνήργησεν ἐκλογὰς, ἦλθεν ἡ ἐξέλεγξις καὶ ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἤλθατε ὅλοι καὶ ὡμολογήσατε εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν κυβέρνησιν.
§104ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ψεῦδος (θόρυβος).
§105ΜΑΚΡΗΣ. Ὡμολογήσατε ὅτι οὐδαμοῦ εἰς κἀμμίαν ἐπαρχίαν ἡ κυβέρνησις ἐπεμβῆκεν.
§106ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ψεῦδος.
§107ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ εἶδον καταστροφάς.
§108ΜΑΚΡΗΣ. Κατὰ τὸ μέσον τῆς ἐξελέγξεως ἢ κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς ἠγέρθησαν παράπονα, νομίζω, διὰ τὴν ἐκλογὴν Γόρτυνος, διὰ τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης, διὰ τὴν ἐκλογὴν ἴσως τοῦ Ξηροχωρίου καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ ἀλλοῦ· μόνον εἰς τρεῖς ἐπαρχίας διισχυρίσθησαν ὅτι παρεβιάσθη τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα, εἰς ὅλας ὅμως τὰς ἐπαρχίας καὶ ὁ στρατὸς καὶ ἡ διοίκησις ἐχορήγησαν ὅλα τὰ μέσα τοῦ νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἀληθεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους.
§109ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπουργικοί.
§110ΜΑΚΡΗΣ. Εἶσθε πλειότεροι ἀντιπολιτευόμενοι.
§111ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἐσυνειθίσαμεν νὰ ἐρχώμεθα.
§112ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὁ Πόρος τὸ ἠξεύρει μονάχα.
§113ΜΑΚΡΗΣ. Ὠνομάσατε τὸν στρατόν· ὅτι ὁ στρατός...
§114ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι ὁ στρατός.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόησαν τὸν ἐν Μεσσηνίᾳ στρατὸν διευθυνόμενον ἀπὸ τὸν κύριον Κονιαβίτην, τὸν Ῥέγγλην καὶ τὸν Οἰκονομίδην.
§116ΜΑΚΡΗΣ. Εἴπατε ὅτι διὰ τοῦ στρατοῦ διεπράχθησαν ὄργια, ὅτι τοῦτο καὶ τοῦτο ἔπραξαν· ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ στρατὸς ἐν Ἑλλάδι ὄχι μόνον οὐδαμοῦ τὰς ἐλευθερίας κατεπάτησεν, ἀλλὰ συνετέλεσε πρὸς ὑποστήριξιν καὶ παγίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ὡμίλησαν περὶ στρατοῦ· ἡ καλὴ πίστις ἀπαιτεῖ νὰ στηριχθῆτε εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιπάλων σας.
§118ΜΑΚΡΗΣ. Σέβομαι τὴν παρατήρησίν σας, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§119ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἴμεθα πολλὰ μέλη ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἀνήκοντα εἰς τὸν στρατὸν καὶ φέροντα βαθμοὺς, καὶ δὲν ἠθέλαμεν ἀνεχθῆ νὰ προσβαλλώμεθα.
§120ΜΑΚΡΗΣ. Ἐπιμένω καὶ διαμαρτύρομαι νὰ μοὶ χορηγηθῇ ὅλη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν νὰ στηρίζεσθε εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τῶν κυρίων βουλευτῶν, δὲν σᾶς διέκοψε κἀνείς.
§122ΜΑΚΡΗΣ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι νὰ μάθωμεν ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῶν κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ φέρω πρότασιν τοιαύτην. (Φωναὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, μάλιστα).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀκροατήριον δὲν ψηφοφορεῖ. Τί μάλιστα καὶ ναὶ καὶ ὄχι εἶναι αὐτά! Αὐτὸ εἶναι ἀνυπόφορον, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς σεβασμός.
§124ΜΑΚΡΗΣ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου τούτου νὰ παρουσιασθῇ ὅλη ἡ διαγωγὴ τῶν παρελθόντων ὑπουργῶν, νὰ μάθωμεν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι, νὰ μάθουν οἱ ἔτι νεώτεροι ἡμῶν ποῖος παρεβίασε τοὺς νόμους, ποῖος παρεβίασε τὰς ἐκλογὰς, ποῖος συνετέλεσεν εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, ποῖος ἐσεβάσθη τὴν δικαστικὴν ἀκεραιότητα (θόρυβος δεξιὰ) καὶ πότε ἐξεδίδοντο τὰ ἐντάλματα τῶν συλλήψεων διὰ πολιτικοὺς καὶ ἐκλογικοὺς λόγους κατὰ σωρείας. Ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ τὸ μάθω τοῦτο, διότι πρέπει νὰ φωτισθῇ ἡ κοινωνία, καθόσον σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, καὶ ὁμολογῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου, ὅτι ἡ συγκεντρωθεῖσα κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη ἐκ μέρους σας πάλη δὲν εἶχε κἀνὲν ἐπιχείρημα. Ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ἐνῷ εἶσθε ἱκανοὶ νὰ συζητήσητε πᾶσαν ὑπόθεσιν, ἤλθετε μεμελετημένοι καὶ δὲν ἐφέρατε κἀνὲν ἐπιχείρημα. Ὁ μὲν εἷς ὡμίλησε περὶ τῆς Παρνασσίδος περί τινος παραπτώματος ἢ περί τινος ἐγκλήματος ἐν Παρνασσίδι, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης περὶ τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του διαπραχθέντων· ἀλλ’ εἰς τὸ σύνολον καὶ εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος δὲν ἐδυνήθητε νὰ φέρετε κἀνὲν ἐπιχείρημα, δὲν ἐδυνήθητε νὰ εἴπητε ῥητῶς ὅτι παρεβιάσθη παρὰ τῆς κυβερνήσεως ὁ δεῖνα καὶ δεῖνα νόμος, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα ἄρθρον του, ἀλλ’ ἐφέρατε γενικὰς ἐκφράσεις καὶ περιωρίσθητε μόνον καὶ μόνον εἰς τοῦτο· καὶ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ᾖναι εἰς ἓν ἄρθρον μιᾶς ἐφημερίδος, ἐχρησίμευσεν εἰς ὑμᾶς ὡς κατηγορητήριον κατὰ μιᾶς κυβερνήσεως. Ἓν ἄρθρον μιᾶς ἐφημερίδος εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν ἤθελε κάμει μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις σας ὅλας κατὰ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως. Ὁ κ. Λομβάρδος μὲ σκοτεινὰς ἐκφράσεις, μὲ ὑπεκφυγὰς, μὲ τὸν Καὶ ὁ κ. Ζωχιὸς ἠθέλησαν νὰ ἐξηγήσωσι τὴν τυραννίαν τῆς Ἑπτανήσου. Πρέπει νὰ μᾶς φέρουν ἀποδείξεις ποῦ τυραννεῖται ἡ Ἑπτάνησος.
§125ΡΩΜΑΙΟΣ. Θὰ σᾶς τὰς φέρουν.
§126ΖΩΧΙΟΣ. Μάρτυρα φέρω τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως καὶ τὸν προκαλῶ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ.
§127ΡΩΜΑΙΟΣ. Τὰ ἠξεύρεις καὶ τὰ ἔχομεν ἕτοιμα καὶ θὰ σοῦ τὰ ἀποδείξωμεν· τὰ ἔμαθες ἀπὸ τὸν προστάτην σου.
§128ΜΑΚΡΗΣ. Ἀπὸ τὸν φίλον μου.
§129ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὄχι φίλον· δὲν ἔχει κἀνένα φίλον.
§130ΜΑΚΡΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ μὴ ᾖναι φίλος μας αὐτὸς τὸν ὁποῖον ὑπαινίτεσθε, προκαλέσατε ἓν ψήφισμα νὰ ἔλθῃ ὁ Σπόνεκ, ὁ προστάτης σας. Λοιπὸν καταθέτω τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Ἡ πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου θέλει εἶσθαι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐξελέγξεως τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς τῶν ὑπουργείων ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν».
§131ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν καὶ αἱ δύω.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλω περιορισθῆ ἐπὶ μόνον τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, καθὼς σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον. — Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου μετεχειρίσθη, ἄς μοι ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, δύω λέξεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ εἶναι πᾶν ἄλλο, ἢ κοινοβουλευτικαί. Ἤλεγξεν ἐμὲ καὶ τὸν κ. Δηλιγιάννην ἐπὶ ἀνανδρίᾳ· ἤλεγξεν ἐμὲ ἰδιαιτέρως, ὅτι ὡς τεχνίτης μηχανικὸς ὑπέγραψα τὴν πρότασιν. Ἀληθὲς τὸ γεγονὸς, κύριοι, ὅτι ὑπέγραψα πρότασιν γραφεῖσαν ὑπὸ ἄλλου. Ἔφερον τὴν πρότασιν ὡρισμένην ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος παρεκάλεσα τὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ συμφωνήσῃ μὲ ἐμὲ καὶ κατὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης. Ἐνῷ ἐγὼ ἦλθον καὶ ἐκάθησα εἰς τὴν ἕδραν μου, μοὶ ἔδειξε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει τὴν καλωσύνην νὰ γράψῃ ἰδιοχείρως· τὸν ἠρώτησα ἐὰν θὰ τὴν συνυπογράψῃ, μοὶ εἶπε, ναί. Τότε ἐνθυμήθην, ἀξιότιμε κ. πρόεδρε, ἓν ἄλλο γεγονὸς εἰς μίαν ἄλλην Βουλὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο δύω νὰ συνυπογράψωσι μίαν πρότασιν. Ἐνῷ ἐστάλη ἡ πρότασις αὕτη, ἡ γραφεῖσα ὅλη ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ ἑνὸς, ὅστις ἔμελλε νὰ τὴν συνυπογράψῃ, ὁ ἄλλος ἠρνήθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφήν του, διότι ἦτο γεγραμμένη ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ ἄλλου, καὶ ἐζήτησε ν’ ἀντιγραφῇ, διὰ νὰ μὴ φαίνεται γεγραμμένη ἀπὸ τὴν χεῖρα ἐκείνου. Ἐσυλλογίσθην καὶ ἐγὼ ὀλίγον, κύριε πρόεδρε, νὰ σηκωθῶ καὶ νὰ φωνάξω καὶ νὰ εἴπω, δὲν ὑπογράφω τὴν πρότασιν αὐτὴν, κ. Δηλιγιάννη, διότι τὴν ἔγραψες μὲ τὸ χέρι σου, καὶ νὰ στείλωμεν εἰς τὸ γραφεῖον νὰ ἀντιγραφῇ· ἀλλ’ ἐσκέφθην ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο παιδαριῶδες.
§134Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμὲ ἐννοεῖτε;
§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι σᾶς. Δύω ἄλλοι ἐπρόκειτο ἄλλοτε νὰ συνυπογράψουν μίαν πρότασιν· ὁ ἕνας δὲ, ὁ γράψας τότε διὰ χειρός του τὴν πρότασιν, ἦτον ὁ νῦν πρόεδρος ἡμῶν.
§136ΤΙΝΕΣ. Ὁ ἄλλος ποῖος ἦτο;
§137ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, τὸν γνωρίζετε. Εἶπα λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ μιμηθῶ ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐσκέφθην, ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο παιδαριῶδες· ἐπροτίμησα ὅθεν νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὸν κίνδυνον νὰ μοὶ εἴπουν, ὅτι ὑπογράφω ὡς τεχνίτης. Ὁ νοῶν νοείτω. Εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης — ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον, κ. πρόεδρε, τὸ καὶ βαρύτερον — ὅτι ἀνάνδρως ἐφέραμεν τὴν πρότασιν ταύτην. Ὁμιλῶν περὶ ἀνδρίας ὁ κ. Δεληγεώργης, βεβαίως ἐννοεῖ ἀνδρίαν πολιτικὴν, διότι δὲν δύναμαί ποτε νὰ ἐννοήσω, ὅτι ὑπαινίττεται ἄλλην ἀνδρίαν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἤθελεν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατηγορήσῃ ἐπὶ ἀνανδρίᾳ πολιτικῇ, ἐὰν μὲ ἀνεκάλυπτεν ὡς ἄλλον (ὄχι βεβαίως ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι, ἐδῶ τὰ τοιαῦτα δὲν συμβαίνουν), ὡς ἄλλον εἰσερχόμενον εἰς τὰ couloir—πῶς τὰ λέγουν;—εἰς τοὺς προθαλάμους, εἴτε ἐμὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ μου, διὰ νὰ συκοφαντήσω ἄλλους ἀνθρώπους, ἵνα λάβω τὴν θέσιν των, εἴτε ἀκολουθοῦντα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν τέχνην αὐτὴν εἶναι ἐξησκημένοι καὶ τῶν ὁποίων τὴν πρὸς τοῦτο ἱκανότητα ἀναγνωρίζω. Ἐὰν ἤθελον κάμει ποτέ τι τοιοῦτον, ἤθελε βεβαίως εἶναι ἀνανδρία· ἀλλ’ ὅταν ἔρχεταί τις ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου καὶ παρουσιάζει πρότασιν ἐνώπιον ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται, ἄ, κύριοι, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης δὲν δέχεται, αὐτὸς νὰ προτείνῃ ἔλεγχον ἀνανδρίας! Θὰ συμφωνήσητε, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. Δηληγεώργη, καὶ ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπω νὰ τὴν πάρῃ ὀπίσω. Καὶ εἶναι δεῖγμα πολιτικῆς ἀνδρίας, ἐνῷ βουλευταὶ παρουσιάζουν πρότασιν ζητοῦσαν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς νὰ κάμῃ ὅλον αὐτὸν τὸν πάταγον, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν, ὄχι κατὰ τῆς προτάσεως, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἰδέας τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως ταύτης; Ποῖος εἶναι τώρα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δεικνύει ἀνανδρίαν πολιτικήν; βεβαίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποφεύγει τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεών του ἐν τῷ κοινοβουλίῳ καὶ θέλει νὰ ἦναι ἀναμάρτητος κοινοβουλευτικὸς ἄνθρωπος καὶ ὁ ὁποῖος τὸ πρῶτον χαρακτηριστικὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἀνδρὸς τὸ ἀποκρούει διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε. Πρόκειται σήμερον, κ. πρόεδρε, νὰ ἔλθῃ ἡ καταψηφιστικὴ ψῆφος τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη; Πρόκειται ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως ταύτης; Ἁπλῶς ἀνηγγείλαμεν πρότασιν περὶ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔγειναν ὅλοι αὐτοὶ οἱ θόρυβοι καὶ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔγειναν, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ μολαταῦτα ἐξέρχεται ἡ φράσις περὶ ἀνανδρίας. Καὶ θέλοντες νὰ ἀποφύγουν τὴν συζήτησιν, φέρουν καὶ πάλιν ἐμπρὸς τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως! Δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ ἀναδεχθῆτε τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών σας, ἀλλ’ ἀντιτάσσετε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Εἶναι τοῦτο ἴδιον πολιτικοῦ ἀνδρός; Ἔρχεται καὶ πάλιν νὰ ἀντιτάξῃ τὸ ὄνομα τοῦ ἡγεμόνος, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν· καὶ ποῖος τὸ ἀρνεῖται; Ἀλλὰ καὶ ποῖος δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὴν εὐθύνην τὴν φέρετε σεῖς; Καὶ μολοντοῦτο, κ. πρόεδρε, ὁμιλοῦσι περὶ ἀνδρίας πολιτικῆς! Δὲν θέλω νὰ παρατείνω περισσότερον τὸν λόγον, κ. πρόεδρε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπαναφέρετε τὴν τάξιν ἐν τῇ συζητήσει. Καθυπεβλήθη πρότασις παρ’ ἐμοῦ καὶ παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη συζητηθησομένη ἐν μελλούσῃ συνεδριάσει, ὅπως ἡ Βουλὴ συστήσῃ ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Ἡ πρότασις αὐτὴ θὰ συζητηθῇ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν προσδιορίσει ἡ Βουλὴ, καὶ τότε θὰ ἀκούσουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ οἱ πεσόντες διατί ἐγένετο ἡ πρότασις αὕτη· τότε ἂς ἔλθουν ἐμπρὸς νὰ ἀντιτείνωσιν. Ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἁπλῆν προαγγελίαν τῆς προτάσεως ταύτης νὰ ἀναμοχλεύωσι μεταξὺ τῶν ἄλλων τὸ πρόσωπον τοῦ ἡγεμόνος καὶ νὰ τὸ φέρουν ἐμπρὸς, καὶ ἀντὶ αὐτοὶ νὰ χρησιμεύουν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὡς ἀσπὶς τοῦ Βασιλέως, νὰ θέλουν νὰ προτείνουν τὸ στῆθος τοῦ ἡγεμόνος διὰ νὰ δεχθῇ ἐκεῖνος τὰ βέλη, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτῶν μόνον ἀπευθύνονται, τοῦτο δὲν εἶναι ἀνανδρία πολιτική;
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπε κἀνείς.
§139ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπανελήφθη καὶ πάλιν ὅτι εἶναι ἐνάσκησις τῶν βασιλικῶν προνομίων καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεξέλεγκτος.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο τὸ εἶπον, ἀλλὰ δὲν προέταξαν αὐτὸ κατὰ τῆς προτάσεως.
§141Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δημητριάδη, ἐξήλθομεν ἐντελῶς ἀπὸ τὸν κανονισμόν.
§143ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ προσυζήτησις εἶναι καὶ ἐναντία τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἄσκοπος.
§145Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ὁμιλήσῃ ὁ κ. Δημητριάδης, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ λάβωμεν ὅλοι τὸν λόγον.
§146Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μᾶς προκαλοῦσι· δι’ αὐτὸ ἐνεγράφην καὶ ἐγώ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον νὰ παύσουν αἱ προκλήσεις.
§148ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὀργιζώμεθα, διότι ὀργιζόμενοι δὲν βουλευόμεθα ὀρθῶς. Ἐγὼ ὑπόσχομαι νὰ τηρήσω τὸν κανόνα τοῦτον. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν φέρονται προτάσεις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τῶν ὑπουργείων. Ἴσως εἶναι τετάρτη ἢ πέμπτη φορὰ, ἀλλ’ οὐδέποτε πρότασις ἦλθεν, ὅπως ἦλθεν ἡ σήμερον. Κατὰ τὰ 1866 ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κεκλημένη νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ πιστώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εἶχε γνωμοδοτήσει, ὅτι ἀνεκάλυψε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πιστώσεων ἀπείρους παρεκβάσεις τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ὅταν ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις ἐκείνης τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐξηγέρθη ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπερέβη τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὑπέβαλον πρότασιν περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς νὰ ἐξετάσῃ τὰ καταγγελθέντα ἐγκλήματα. Ἡ πρότασις ἐκείνη ἦτο τῷ ὄντι ἔναρξις ἀνακρίσεως ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ὅτι ἠθέτησε τὸν νόμον, δαπανῆσαν πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Εἰς τὰ 1868 νέα πρότασις ἐγένετο, ἀφοῦ προηγουμένως διετυπώθησαν ὡρισμέναι ἐλλείψεις. Ἐπίσης καὶ βραδύτερον ἐγένετο τὸ ἴδιον. Σήμερον ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, περιέχει ὡρισμένον τι; Ὄχι· ἀλλὰ ζητεῖ τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται τετραυματισμένον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; οἱ ὑπουργοί.....
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν· πρόκειται περὶ τῆς τυπώσεως τῆς προτάσεως.
§150ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς ἀνέπτυξαν ὅλοι, καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς τελευταῖον σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ αὐτοὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, ἀφ’ ὅτου πολιτεύονται, ἐξακολουθοῦν νὰ ἔρχωνται ἀντισυνταγματικῶς, νὰ πολιτεύωνται ἀντικοινοβουλευτικῶς καὶ νὰ φύγουν....
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἐπροτάθη πρότασις περὶ κατηγορίας τοῦ ὑπουργείου.
§152ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς μᾶς εἶπε, μὴ φεύγετε, μὴ κρύπτεσθε· καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι πάντοτε ἤλθομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ μέτωπον καθαρὸν καὶ ποτὲ δὲν ἐστρέψαμεν τὰ νῶτα· σεῖς ἐφύγετε, σὺ, κ. Κεχαγιᾶ.
§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποτέ· αὐτὸ εἶναι ψεῦδος. Ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος καὶ ὡς κυβέρνησις ἐλειποτάκτησεν, ἐγὼ οὐδέποτε· λέγεις ψεύματα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ παύσουν οἱ διάλογοι.
§155ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φαλαγγιτῶν ἔφυγες, ἠπείλησες νὰ παραιτηθῇς, ἀλλ’ ἐπανῆλθες.
§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ παραίτησις ἑνὸς ὑπουργοῦ εἶναι ἀξιοπρεπεστέρα...
§157ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι κ. βουλευταὶ, εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα;
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅταν συζητηθῇ.
§159ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι· δὲν περιέχει κατηγορίαν κᾀμμίαν. Τὴν μομφὴν δύνανται νὰ ἀποδώσουν δι’ ἁπλῆς ἐπερωτήσεως. (Θόρυβος εἰς ἓν θεωρεῖον τοῦ ἀκροατηρίου).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον.
§161ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω ἢ τρεῖς εἶναι ἐκεῖ οἵτινες ἀτακτοῦν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, ἡ ἀναγνωσθεῖσα, τοῦ κυρίου Λομβάρδου, καθὼς καὶ ἡ ἑτέρα τοῦ κ. Μακρῆ. Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις θέλουν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀκολούθως θὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατὰ τὴν σειρὰν αὐτῆς θέλουν ἔλθει εἰς συζήτησιν. Ὁ κ. λομβάρδος κατέθεσε τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
§163ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Εἰς τὸν κ. Λομβάρδον τὴν ἐνεχείρισαν νὰ τὴν καταθέσῃ;
§164ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.— Ν’ ἀναγνωσθῇ, κύριε πρόεδρε.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§166ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§167ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, φρονοῦντες ὅτι ὁ ἐξοπλισμὸς τῶν πολιτῶν οὐ μόνον τὸ φρόνημα αὐτῶν ἀναπτεροῖ, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐλευθερίας των σεβαστὰς καθίστησιν, ἀπεφάσισαν νὰ ἐξαιτήσωσι παρὰ τῆς ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος τεταγμένης ἐκτελεστικῆς τῶν νόμων ἐξουσίας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1862 νόμου περὶ ὁπλασκίας τῶν σπουδαστῶν. Οὐδένα δὲ εἶχον δισταγμὸν ὅτι θέλει σπεύσει πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς αἰτήσεώς των ταύτης ἡ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως, ἧς ὁ πρόεδρος συνέταξεν ἄλλοτε τὸν νόμον ἐκεῖνον, θέλων, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ προεισαγωγὴν, ἀνὰ θεραπεύσῃ τὴν μεγίστην βλάβην τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, ἣν κατεδίκασε τὸ παρελθὸν νὰ διάγῃ βίον ἀντίθετον πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ ἐλευθέρου πολίτου καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὰς σπουδὰς τοῦ μαθητοῦ.» Τὴν αἴτησιν ἡμῶν ταύτην καθυπεβάλομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως δι’ ἀναφορᾶς ἡμῶν πρὸς τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου, ἥτις ἐθεώρησεν αὐτὴν σύμφωνον πρὸς τοὺς κειμένους νόμους καὶ ὡς τοιαύτην συνέστησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Δυστυχῶς ὅμως ἡ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως, εἴτε παρεξηγήσασα τὴν ἡμετέραν αἴτησιν, εἴτε ἀναγκασθεῖσα ἄλλοθεν νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, διὰ μὲν τῶν δημοσιογραφικῶν της ὀργάνων κατεπολέμησεν αὐτὴν, ἐθεώρησε δὲ τὰς εἰρηνικὰς καὶ νομίμους ἡμῶν συναθροίσεις ὡς ταραχὰς, καὶ δὶς διέλυσεν αὐτὰς δι’ ἐνόπλου δυνάμεως. Καὶ διεβεβαίωσε μὲν διὰ τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργοῦ ἐπιτροπὴν φοιτητῶν, ἀποσταλεῖσαν αὐτῷ ὑφ’ ἡμῶν, ὅτι δὲν ἔσπευσε πρὸς ἐκλήρωσιν τῆς ἡμετέρας αἰτήσεως, ὅπως μὴ φανῇ πράττουσα τοῦτο ἐκ δημοκοπίας, καὶ ὅτι καθυπέβαλε τὴν ἀναφορὰν ἡμῶν καὶ εἰς ἐπιτροπὴν συνισταμένην ἐκ τεσσάρων νομομαθῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, σκοποῦσα νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνωμοδότησιν ταύτης· ἀλλ’ ἡ διαγωγὴ ἀφ’ ἑτέρου τῆς αὐτῆς κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως, προσπαθούσης διὰ παντοίων μέσων, ἥκιστα ἐμπρεπόντων εἰς ἀρχὴν, εἰς ἣν ἐστὶν ἐμπεπιστευμένη ἡ διοίκησις τοῦ τόπου, ὅπως ματαιώσῃ τὰς ἡμετέρας προσπαθείας πρὸς ἐπίτευξιν δικαιωμάτων χορηγουμένων ὑπὸ τοῦ νόμου, πολλὰς παρεῖχεν ἡμῖν ἀφορμὰς πρὸς δυσπιστίαν. Καὶ δυστυχῶς αἱ ὑπόνοιαι ἡμῶν οὐδαμῶς ἐψεύσθησαν. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν νομομαθῶν καθηγητῶν, ἥτις, συμφώνως τῇ προτέρᾳ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου γνώμῃ, ἐθεώρει τὴν ἡμετέραν αἴτησιν οὐδόλως ἀντιβαίνουσαν πρὸς τοὺς καθεστῶτας νόμους, τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον συνελθὸν ἀπεφήνατο ὅτι ἡ περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ὁπλασκίας τῆς σπουδαζούσης νεολαίας καὶ τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου ἡμετέρα αἴτησις ἀντέκειτο τῷ ΡΠΘʹ. νόμῳ περὶ ἐθνοφυλακῆς τοῦ 1867, ὡς κατεδείκνυον καὶ τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων Γ. Σκούφου καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ Α. Κουμουνδούρου, ὑπὸ χρονολογίαν 23 Σεπτεμβρίου 1867, πρὸς δὲ ὁ νόμος περὶ καταργήσεως τοῦ ἀρχηγείου τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ ὁ περὶ στρατολογίας· προσέθετο δὲ ὅτι θέλει ἐπερωτήσει ἐν τοῖς πρώτοις τὴν Βουλὴν, ὅταν συνέλθῃ, ἵνα οὕτω λυθῶσιν αἱ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγερθεῖσαι ἀμφιβολίαι ὁριστικῶς, καθυποβάλλον συγχρόνως νόμον νέον περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως, ἡ διὰ τῶν ἀντιφατικῶν αὑτῆς ἀπαντήσεων καὶ ἐνεργειῶν τοσάκις ἐμπαίξασα ἡμᾶς, οὐχὶ σπουδάζουσα, ἀλλὰ πρὸς ἐμπαιγμὸν ἔφερε καὶ τὰς δικαιολογίας ταύτας, ἵνα ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς νομιμότητος αὐθαδέστερον καταπατήσῃ τοὺς νόμους. Ὁ νόμος, ὁ ὁρίζων τὴν σύστασιν τῆς πανεπιστημιακῆς φάλαγγος καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς γυμναστικῆς ἐν τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις τοῦ κράτους, διαφέρει ὅλως τοῦ περὶ ἐθνοφυλακῆς· σκοπεῖ δὲ τὴν στρατιωτικὴν τῶν σπουδαστῶν ἐκπαίδευσιν καὶ θεωρεῖ τὴν φάλαγγα ὡς στρατιωτικὸν τοῦ Πανεπιστημίου μάθημα. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου οὐδαμῶς ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ὦσιν ἐθνοφύλακες, ὑπόκεινται δὲ οὕτως εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὁ ΡΠΘʹ. νόμος καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ ἐπιβάλλουσιν· ὥστε ἐκ τῆς ἐπεξηγήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ πρὸς τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων, ὅτι τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 τοῦ ΡΠΘʹ. ἐτροποποίησαν τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9 τοῦ ΨΜΘʹ. περὶ ἐθνοφυλακῆς ἐπίσης ἀρχαιοτέρου νόμου, ἐν οἷς ὁρίζεται ποῖαι τάξεις πολιτῶν δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, οὐδαμῶς ἕπεται, ὅτι ἡ φάλαγξ θεωρεῖται κατηργημένη. Ἐπίσης καὶ ὁ νόμος περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, εἰς ὃν εἰσιν ἀνατεθειμένα πολλὰ καθήκοντα, εἰς τὴν φάλαγγα τοῦ Πανεπιστημίου ἀφορῶντα, οὐδαμῶς συνεπάγεται καὶ τῆς φάλαγγος τὴν κατάργησιν, διότι διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ συνεπήγετο καὶ τὴν κατάργησιν θεμελιώδους θεσμοῦ τοῦ Συντάγματος, τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὰ καθήκοντα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς ἀνετέθησαν διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου εἰς φαλαγγάρχην, ὑπαγόμενον μόνον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων. Ὁ δὲ περὶ στρατολογίας, τέλος, νόμος οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν περὶ φάλαγγος καὶ ὁπλασκίας τῆς σπουδαζούσης νεολαίας. Οὐδόλως δ’ ἦν ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἑρμηνείαν νόμου, οὗ ἡ ἐφαρμογὴ οὐδὲν κακὸν ἤθελεν ἐπιφέρει, ἀλλ’ ἤθελε τοὐναντίον, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ προέδρου αὐτῆς, «θεραπεύσει μεγίστην βλάβην τῆς σπουδαζούσης νεολαίας», ἀφ’ οὗ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως ἑρμήνευσεν αὐθαιρέτως θεσμοὺς θεμελιώδεις τοῦ πολιτεύματος, τοὺς περὶ συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ δημαιρεσιῶν, ὧν ἡ ἐλαχίστη παρερμηνεία σπουδαίως δύναται νὰ παραβλάψῃ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους τὰ συμφέροντα. Οἱ ὑπογεγραμμένοι φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καθορῶντες ἐν τοῖς ἀνωτέρω τὴν διὰ διεστραμμένης ἐξηγήσεως τῶν νόμων ῥητὴν καὶ ἀναντίῤῥητον ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως, νὰ ἐκτελέσῃ τὰ διὰ τῆς ἀναφορᾶς ἡμῶν ὑποβληθέντα αὐτῇ νόμιμα αἰτήματα, καθῆκον ἡμῶν θεωροῦμεν νὰ καταγγείλωμεν τὴν τοιαύτην εἴρωνα καὶ προπέτιδα πρὸς τοὺς νόμους ὑπεροψίαν τῶν ἐπιτετραμμένων νὰ ἐκτελῶσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, εἰς ὃν τὸν πατριωτισμὸν ἀνέθετο τὸ πολίτευμα τὴν τήρησιν αὐτοῦ. Φρονοῦμεν δὲ ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλει ἡμῖν ὁ πρὸς τοὺς νόμους σεβασμὸς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑπὸ τὴν καταπάτησιν νόμου περὶ ἐξοπλισμοῦ καὶ στρατιωτικῆς τῶν πολιτῶν ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ἐστὶν ἡ μόνη ἀσφαλὴς ἐγγύησις τῆς τηρήσεως τῶν καθεστώτων θεσμῶν, διορῶμεν ἐπίβουλον πρόθεσιν πρὸς καταπάτησιν αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 11 Δεκεμβρίου 1873. (Ἕπονται ἐπὶ τοῦ παρόντος 720 ὑπογραφαί).
§168ΤΙΝΕΣ. Νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς καὶ ἑρμηνείας νόμου· ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ γνωμοδότησις μιᾶς ἐπιτροπῆς.
§170Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς δύω ἐπιτροπὰς νὰ σταλῇ· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὴν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ τεθῇ μία προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς πέντε ἡμερῶν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ;
§172ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ πρέπει ν’ ἀναμένετε καί τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως.
§173ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἂς συνεννοηθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ἵνα ἡ ἀναφορὰ τῶν φοιτητῶν παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὑποχρεωμένας νὰ φέρωσιν ἐντὸς 5 ἡμερῶν τὴν ἔκθεσίν των ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§175ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.
§177ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύω λέξεις. Ἡ εἰλικρίνεια τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Βουλῆς ἀποκαθιστῶσι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀλήθειαν, καὶ εἰς αὐτὰ πρέπει ν’ ἀσχοληθῆτε. Καὶ ἡμεῖς ἀπησχολήθημεν πολὺ καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν ὄντες καὶ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, καὶ πολλὰς προσπαθείας κατεβάλομεν, ὅπως καταρτίσωμεν νόμον, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν εἰλικρίνειαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, τῆς Βουλῆς. Συνετάξαμεν ἑπομένως νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Τὴν πρότασιν αὐτὴν ὑποβάλλω ἐνώπιόν σας. Σᾶς ὑποβάλλω συγχρόνως καὶ τὴν ἔκθεσιν, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐξηγοῦνται ὅλοι οἱ λόγοι καὶ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν αἰσθάνεται τὸ κατεπεῖγον τῆς διορθώσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, νὰ παραπέμψῃ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα εἰδικῶς καὶ νὰ φέρῃ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίας.
§178Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος νὰ διορίσῃ τὰ μέλη.
§179ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τυπωμένον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ν’ ἀγοράσῃ ἀπὸ αὐτὰ τὰ φυλλάδια.
§181ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§182Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος νὰ διορίσῃ τὰ μέλη.
§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴκοσι ἓν μέλος.
§184ΤΙΝΕΣ. Εἶναι πολλοί.
§185Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ὁρίσητε τὰ μέλη, κ. Πρόεδρε, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ σᾶς ἀνέθεσε τοῦτο· τοιοῦτον ἔγεινε καὶ ἄλλοτε. Νὰ ὀνομάσητε εἴκοσι ἓν μέλη· ἀλλὰ τὰ μέλη νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρία τμήματα, καὶ ἕκαστον τμῆμα νὰ λάβῃ ἓν κεφάλαιον τοῦ νόμου καὶ νὰ φέρωσι τὴν ἔκθεσίν των.
§186ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§187Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι δυνατόν· διότι οἱ μὲν θὰ λάβουν τὸ μέρος περὶ ψηφοφορίας, οἱ ἄλλοι περὶ συντάξεως τῶν καταλόγων, τὰ δύω μάλιστα κυριώτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπασχολήσωσι περισσότερον τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο νὰ διαιρεθῇ εἰς τμήματα διὰ νὰ φέρουν ἀπὸ μίαν ἔκθεσιν ἕκαστον τμῆμα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θὰ λάβουν. Δὲν βλέπω τὴν δυσκολίαν αὐτήν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ ἡ ἐξ εἴκοσι καὶ ἑνὸς μέλους ἐπιτροπὴ νὰ γείνῃ ὑπὸ τοῦ Προέδρου, σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν, ἵνα ἀντιπροσωπεύεται καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία;
§189ΤΙΝΕΣ. Εἶναι πολλοί.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι ἵνα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διορίσῃ τὴν περὶ ἐκλογικοῦ νόμου ἐπιτροπὴν ἐξ 21 μελῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§191ΤΙΝΕΣ. Ἐξ ἕνδεκα μελῶν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, εἶναι δύω γνῶμαι.
§193Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶπον καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότατον ἀφ’ ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλλωνται προσκόμματα. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἕκαστος ἂς ἐκφέρῃ τὰς ἰδέας του. Τώρα τινὲς θέλουν 21 μέλη, ἕτεροι 11· ἂς γείνουν δεκαέξ.
§194ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξ εἴκοσι ἑνὸς μελῶν, κ. πρόεδρε.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ γείνῃ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐξ εἴκοσιν ἑνὸς μελῶν. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθεν, θὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ, καὶ αὔριον ἔχομεν 1ον τὸ περὶ τῆς πιστώσεως καὶ 2ον τὴν ἐκλογὴν Τριχωνίας καὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 παρὰ 10|60.