1873.06.27
1.816 στίχοι · 15.388 λέξεις · 155 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
Τῆς 27 Ἰουνίου 1873.
(Τετάρτη).
Ὥρα 9 Π. Μ. Κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οἱ κκ. Βοῦρος, Καλλιγᾶς, Βασιλείου καὶ Θεολόγος μοὶ ἐνεχείρισαν τὴν ἑξῆς ἀναφοράν· «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Κύριε πρόεδρε, Μαθόντες ὅτι χθὲς ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εὑρέθη ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου ἡ τελευταία αἴτησις ἡμῶν περὶ ἐκβολάδων, σπεύδομεν νὰ ὑποβάλωμεν ἀντίγραφον αὐτῆς, ὅπως περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ σεβαστοῦ Σώματος, οὗ προΐστασθε. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 26 Ἰουνίου 1873. Διατελοῦμεν εὐσεβάστως Οἱ εὐπειθέστατοι Σταμάτιος Δεκ. Βοῦρος, Π. Καλλιγᾶς, Γ. Βασιλείου, Π. Θεολόγης. Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κύριε πρόεδρε! Ἐκ τῶν προφορικῶν ἐξηγήσεων, ἃς εὐηρεστήθητε νὰ δώσητε εἰς τὸν κ. Ἀριστείδην Μπαλτατζῆν, ἐπὶ τῶν γενομένων παρ’ ἡμῶν περὶ ἐκβολάδων προτάσεων, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν καταφαίνεται ὅτι αἱ παρ’ ἡμῶν γενόμεναι προτάσεις δὲν ἐλογίσθησαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφερώτεραι, ἂν καὶ ἡμεῖς μὲν προσεφέραμεν 60%, ἡ δὲ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου 44% ἢ καὶ 50% ἐφ’ ὅλων τῶν ἐκβολάδων. Πρὸς ἀποφυγὴν παρεννοήσεων, νομίζομεν ἀναγκαῖον ν’ ἀνακεφαλαιώσωμεν τὰς παρὰ τοῦ κ. Ἀριστείδου Μπαλτατζῆ προφορικῶς γενομένας παρατηρήσεις, ἃς καθ’ ὁλοκληρίαν συμμεριζόμεθα, πρὶν ὑποβάλωμεν τὴν νεωτέραν ἡμῶν προσφοράν. Ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὴν πρότασιν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου προτίμησις καὶ ἐπὶ προσφορᾶς ἐλάσσονος, ὡς ἐκ τῆς συνεκκαμινεύσεως σκωριῶν, μέχρι τοῦδε ὑποκειμένων κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς τὸ 30%, εἰς τὸ ἑξῆς δὲ ὑποβαλλομένων εἰς τὸ 44 ἢ 50%, εἶναι ὅλως κατ’ ἐπιφάνειαν ὠφέλεια, πράγματι δὲ ἀνύπαρκτος. Αἱ σκωρίαι ὑπόκεινται μὲν εἰς ἀνώτατον φόρον, ὡς ἐθνικαὶ, 30%, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου ὑπολογισμοῦ, καθ’ ὃν αἱ μὲν δαπάναι ἐκκαμινεύσεως ὡρίσθησαν εἰς δρ. 260 δι’ ἕκαστον τόνον, ἡ δὲ ἀξία τοῦ παραγομένου μολύβδου εἰς δραχ. 500, ὥστε σήμερον τὸ δημόσιον εἰσπράττει ἐκ τῶν σκωριῶν ἐπὶ δραχ. 240 κατὰ τόνον πρὸς 30% δραχ. 72. Ὅταν ὅμως συνεκκαμινευθῶσιν αἱ σκωρίαι μετὰ τῶν ἐκβολάδων, κατ’ ἀναλογίαν μάλιστα μὴ ὁρισθεῖσαν διὰ τῆς συμβάσεως κατὰ τοὺς δι’ αὐτῆς συνομολογηθέντας ὅρους, τὸ ποσοστὸν τοῦ δημοσίου, ἔστω καὶ πρὸς 44 ἢ 50%, μέλλει νὰ ληφθῇ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος μετ’ ἀφαίρεσιν τῶν βεβαιωθησομένων δαπανῶν. Τεθείσθω, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται βεβαιοῦνται ὡς ἀνερχόμεναι εἰς 400 δραχμὰς κατὰ τόνον, ἐνῷ ἡ ἀξία μέλλει νὰ ᾖναι δραχ. 500, τότε τὸ καθαρὸν κέρδος μέλλει νὰ ᾖναι ἐκ δρ. 100· ἄρα κατὰ τόνον πρὸς 44 ἢ 50% θέλει λάβει τὸ δημόσιον μόνον δραχ. 44 ἢ 50 ἀντὶ τῶν δραχμῶν 72, ἃς ἐλάμβανε, καὶ ἰδοὺ προφανὴς ζημία ἀντὶ κέρδους. Διὰ νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι τὸ 44 ἢ 50% ἐπὶ ἐκβολάδων καὶ 30% ἐπὶ σκωριῶν ἀποτελεῖ κατὰ μέσον ὅσον ἴσον τῷ 60% ἐπὶ τοῦ ὅλου, πρέπει νὰ ᾖναι τοὐλάχιστον ὁποσοῦν ὡρισμένη ἡ ἀναλογία τῆς ἀναμίξεως, ἐνῷ ἐκ τῆς συμβάσεως τοιαύτη ἀναλογία δὲν ἐξάγεται. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἡμετέρα ἑταιρία μέλλει νὰ μεταχειρίζηται εἰς τὴν ἐκκαμίνευσιν ἄλλα οἱαδήποτε λιπάσματα, καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ ἐκ τοῦ συνόλου προϊόντος μέλλει ν’ ἀποδίδῃ τὸ προταθὲν ποσοστὸν τῶν δραχμῶν 60%. Οὔτε εἶναι γνωστὸν ἂν ὑπολείπεται τοσοῦτον ποσὸν σκωριῶν, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων, ἐν ἀγνοίᾳ δὲ τούτου πᾶς ὑπολογισμὸς κατὰ σύγκρισιν εἶναι ἰδανικός. Ταῦτα εἰσὶ τὰ μόνα πλεονεκτήματα, ὅσα φαίνεται παρέχουσα ἡ σύμβασις 29 Ἀπριλίου λόγῳ τῶν σκωριῶν, καὶ ταῦτα ἀποδεικνύοντα μὴ αὐξάνοντα τὰς ὠφελείας τοῦ δημοσίου. Ὅλους ὅμως τοὺς λοιποὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τοὺς εἰς τὰς ἐκβολάδας ἀναγομένους, ὡς ἤδη ἀνεκοινώσαμεν, ἀποδεχόμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν. Τὴν δὲ λεγομένην δυσχέρειαν περὶ διαχωρίσεως κατά τινας θέσεις, οὐχὶ πολλοῦ λόγου ἀξίας, ἐκβολάδων καὶ σκωριῶν, ὡς οὐδὲν λογιζόμεθα, καθόσον τοῦτο εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ νόμος τοῦ 1871, ἄλλως τε ἀφορᾷ πᾶσα ἐκ τούτου συνέπεια τὰς σχέσεις τῶν δύω ἑταιριῶν πρὸς ἀλλήλας, οὐδεμία δὲ μέλλει ἐκ τούτου βλάβη νὰ βαρύνῃ τὸ δημόσιον. Ἀλλὰ καθόσον ἡ ἡμετέρα ἑταιρία δὲν κατέβαλεν ἤδη ποσὸν ὑπέρογκον πρὸς ἀπόκτησιν καταστημάτων καὶ ἔργων μὴ χρησίμων εἰς τὰς ἐκβολάδας, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ καταβάλῃ τὸ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον κεφάλαιον διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν αὐτῶν καὶ μόνον τῶν ἐκβολάδων, διὰ τοῦτο ἡ ἑταιρία ἡμῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προσφέρῃ καὶ μείζονα ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν ἐννοοῦμεν βεβαίως διὰ τῆς νέας προσφορᾶς ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς βάσιν ἔχουσαν τὴν γενομένην σύγκρισιν τῶν παρ’ ἡμῶν προταθέντων 60% ὡς ἰσοδυνάμων πρὸς τὰ 44 ἢ 50% τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου λόγῳ τῶν σκωριῶν, καὶ ἀφίνομεν τὴν ἀκριβεστέραν ἐξέτασιν τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου, εἰς ὃν τοῦτο ἀνήκει. Διὰ νὰ ἐκλείψῃ ὅμως ἐκ μέσου πᾶσα περὶ τούτου συζήτησις, δηλοῦμεν διὰ τοῦ παρόντος ἐγγράφου, ὅτι ἀποδεχόμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γενομένην προφορικῶς παρὰ τοῦ κ. Ἀριστείδου Μπαλτατζῆ πρὸς ὑμᾶς προσφορὰν 65% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου καὶ καθ’ οὓς περιέχει ὅρους ἡ σύμβασις τῆς 29 Ἀπριλίου. Ἐπιθυμοῦμεν μάλιστα νὰ διαθέσωμεν ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος τὸ ⅓ τῶν παρ’ ἡμῶν ἐκδοθησομένων μετοχῶν, ἃς θέλομεν διανείμει καθ’ ὃν τρόπον ἐγκρίνει ἡ κυβέρνησις ὡς ἐπιεικέστερον. Ἐπαναλαμβάνοτες καὶ πάλιν, ὅτι δὲν παραιτούμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν καὶ πρὸς ἄλλας προτάσεις ὠφελιμωτέρας τῶν σήμερον διατυπουμένων, διατελοῦμεν πάντοτε Οἱ εὐπειθέστατοι ὑμῶν Ἀριστείδης Μπαλτατζῆς, Σ. Δεκόζης Βοῦρος, Γεώργιος Βασιλείου, Παῦλος Καλλιγᾶς, Παντολέων Θεολόγης. Ὅ,τι πιστὸν ἀντίγραφον Ἀθήναις, 26 Ἰουνίου 1873. Π. Καλλιγᾶς.
§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὐτὰ θὰ τυπωθοῦν μαζῆ μὲ τὴν σύμβασιν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Στεριόπουλος, βουλευτὴς Ἠλείας, ὑπέβαλε πρότασιν νόμου μετὰ δικαιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ δημολογιστῶν· αὐτὰ θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν. (Ἀναγινώσκονται).
«ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ
Προτάσεως Νόμου περὶ συντάξεως τῶν δημολογιστῶν. Ἔργον δικαίου καὶ φιλοπάτριδος Νομοθέτου εἶναι νὰ προνοῇ, ὅπως τὰ εὐεργετήματα ἑνὸς νόμου ἐπεκτείνωνται ὑπὲρ ὅλων τῶν τάξεων τῆς πολιτικῆς κοινωνίας ἢ τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπηγορεύθη ἡ ἀνάγκη ἑνὸς νομοθετήματος· ἄλλως, οἱ σπουδαιότεροι νόμοι ἤθελε καταντοῦν προνόμια, καὶ ταῦτα ἐγκαθιστῶσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ τὴν ἀνισότητα καὶ ὁπωσδήποτε μίαν πηγὴν σκανδάλου. Ἐν ᾧ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ ἰδίως τὸ τῶν δήμων, ὑπηγόρευσε τὸ ἄριστον μέτρον τοῦ νὰ ἐργάζωνται δημολογισταὶ ἐν τοῖς διοικητικοῖς καὶ ταμειακοῖς γραφείοις, ἄπορον εἶναι πῶς οἱ σχετικοὶ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμοι ἀπέκλεισαν τοῦ πλεονεκτήματος τούτου τοὺς δημολογιστάς. Τοιαύτη τις ἀνισότης καὶ νομοθετικὴ ἀδικία ὑπῆρχε καὶ διὰ τοὺς γραμματεῖς καὶ ὑπαλλήλους τῶν γραφείων τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, ἀλλ’ ἐνωρὶς ἤδη τὸ ἄτοπον ἐθεραπεύθη διὰ καταλλήλου νόμου. Ὑπολείπεται εἰσέτι θεραπεία τοῦ ἀτόπου, πρὸς ἄρσιν τοῦ ὁποίου ὁ προτεινόμενος νόμος προνοεῖ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀντικείμενον τῆς προκειμένης ἐκθέσεως νὰ ὑποδείξῃ τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ μέτρου, ὅπως ἐργάζωνται δημολογισταὶ παρὰ τοῖς διοικητικοῖς καὶ ταμειακοῖς γραφείοις. Μόνον ἄν τις ἀμφιβάλῃ ἢ δὲν ἀναγνωρίζῃ πόσον συντελεῖ εἰς πᾶσαν διαχείρισιν ὁ ἀκριβὴς ἔλεγχος καὶ ἡ λογιστικὴ τάξις, δύναται νὰ εὕρῃ περιττὴν τὴν ἐργασίαν τῶν δημολογιστῶν. Ἐν ὀλίγοις μόνον λέγομεν, ὅτι ἀφοῦ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἡ δημοτικὴ διαχείρισις ἐν πλείστοις σχετίζεται μετὰ τῆς δημοσίας, ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημολογιστῶν καθίσταται πλέον καὶ πρόδηλος ἐπιβάλλεται μᾶλλον ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐκτὸς δὲ τοῦ σπουδαίου τούτου λόγου ἡ ὑπηρεσία τῶν δημολογιστῶν εἶναι ἡ πυξίς, οὕτως εἰπεῖν, δι’ ἧς δύναταί τις προχειρότερον καὶ ἀκριβέστερον νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως καὶ νὰ ἀνευρίσκῃ πῶς καὶ ποῦ διατίθενται τόσα ἑκατομμύρια δραχμῶν, τόσα κεφάλαια ἀποσπώμενα ἐκ τῶν πολιτῶν καὶ προωρισμένα, κατὰ τὸν περὶ δήμων νόμον, νὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς μονάδος τῆς πολιτείας, τῆς κοινότητος· περιπλέον ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι εἷς ὀχετὸς, δι’ οὗ δύναται νὰ μεταβιβάζηται εἰς τὴν δημοτικὴν διαχείρισιν ἀκριβεστέρα λογιστικὴ τάξις, καὶ ἡ περὶ τούτου μέθοδος, ἥτις καθιστᾷ προχειρότερον τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον, ἀπολύτως ἀπαιτούμενον εἰς πᾶσαν διαχείρισιν, ὡς δυνάμενον νὰ προλαμβάνῃ μυρίας καταχρήσεις. Ἐφ’ ᾧ καὶ πρέπει τὰ τῶν δημολογιστῶν νὰ διαῤῥυθμισθῶσι δι’ εἰδικοῦ νόμου προβλέποντος περὶ τε τοῦ διορισμοῦ, περὶ τῶν προσόντων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν παρόδῳ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀναγκαῖον ὅμως πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς σφαλερᾶς ἰδέας, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημολογιστῶν ἐπενοήθη λόγῳ οἰκονομίας προσώπων. Τοιαύτη ὑπηρεσία δὲν εἶναι συμφέρον νὰ μένῃ ἠμελημένη, καὶ οἱ ἐργαζόμενοι εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἀπολαμβάνωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς συντάξεως καὶ νὰ μὴ ἐξασφαλίζωνται, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δι’ ἑνὸς εὐεργετήματος, δι’ ἑνὸς μέτρου, ὅπερ, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶναι σήμερον τὸ μόνον προσὸν εἰς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Εἶναι λοιπὸν ἔργον δικαιοσύνης, μᾶλλον εἶναι ἀνάγκη πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει, ἵνα οἱ δημολογισταὶ βαθμολογηθῶσι καὶ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ νὰ ὑπαχθῶσι εἰς τὰς διατάξεις τῶν περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμων πρὸς τὸν διπλοῦν σκοπὸν, ν’ ἀποδοθῇ δηλαδὴ δικαιοσύνη καὶ ἰσότης δικαιωμάτων εἰς μίαν τάξιν πολιτῶν, ἐργαζομένων εἰς σπουδαῖον κλάδον τῆς δημοσίας καὶ δημοτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἵνα διὰ μιᾶς τοιαύτης ἐξασφαλίσεως κατασταθῇ ἡ προκειμένη ὑπηρεσία ἐπιζήτητος μεταξὺ τῶν δοκιμωτέρων καὶ ἱκανωτέρων. Τὰς ἀνάγκας δὲ ταύτας πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ ὁ προτεινόμενος εἰς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν Νόμος. Ἀθῆναι, 27 Ἰουνίου 1873.
Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας
Χ. ΣΤΕΡΙΟΠΟΥΛΟΣ.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον 1. Εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἀπὸ 3 Αὐγούστου 1861 καὶ 7 Ἰανουαρίου 1866 περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ΧΝΒʹ. καὶ ΡΛΘʹ νόμων ὑπάγονται καὶ οἱ παρὰ ταῖς Νομαρχίαις, Ἐπαρχείοις καὶ Ταμείοις ἐργαζόμενοι δημολογισταὶ, ὡς ἐκπληροῦντες καὶ χρέη δημοσίου ὑπαλλήλου, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Ἄρθρον 2. Οἱ Δημολογισταὶ ἔχουσι βαθμὸν γραμματέως ταμείου, εἰς ὃ ὑπάγονται ἢ ὑπηρετοῦσι, τὰ δὲ περὶ συντάξεως αὐτῶν θέλουν κανονίζεσθαι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Ἄρθρον 3. Αἱ κατὰ τὰ ἄρθρα 19 καὶ 5 τῶν ΧΝΒʹ. καὶ ΡΛΘʹ. νόμων γενόμεναι κρατήσεις θέλουν κατατίθεσθαι παρὰ τῶν δημολογιστῶν κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον, εἰς ὃ διατελοῦσιν, ὅπως διαβιβάζωνται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· ὁ δὲ μὴ καταβαλὼν ἐγκαίρως καὶ εἰς πέντε συνεχεῖς μῆνας τὰς κρατήσεις ταύτας δημολογιστὴς ἐξαιρεῖται τῶν συντάξεων τοῦ παρόντος νόμου. Ἀθῆναι, 27 Ἰουνίου 1873.
Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας
Χ. ΣΤΕΡΙΟΠΟΥΛΟΣ.»
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Βαλαωρίτης καὶ Καλκάνης ἔχουσι πρότασιν νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος· θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ἑνωθῇ μὲ τὰ ἄλλα νομοσχέδια τῆς ἰδίας φύσεως. Αὕτη δὲ ἔχει ὡς ἕπεται· «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ περιουσία τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος διεχειρίζετο ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας παρὰ τοῦ ἐπιχωρίου Συμβουλίου τῆς ἐπαρχίας, ἡ δὲ πρόσοδος αὐτῆς διετίθετο πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ὁδῶν καὶ διατήρησιν τοῦ νοσοκομείου, ὀρφανοτροφείου καὶ ἄλλων καθιδρυμάτων τῆς ἐπαρχίας. Μετὰ δὲ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος καὶ τὴν γενομένην ἀφομοίωσιν, διαιρεθείσης τῆς ἐπαρχίας εἰς δήμους, ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας αὐτῆς διεπιστεύθη δυνάμει τοῦ ΡΝʹ. νόμου, προσωρινῶς εἰς ἐννεαμελῆ ἐπιτροπὴν, ἥτις ἠναγκασμένη οὖσα νὰ τηρῇ ἐπὶ τούτῳ γραφεῖον διαχειρίσεως καὶ ὑπαλλήλους, ἐδαπάνησε καὶ δαπανᾷ οὐκ ὀλίγα ποσὰ εἰς βάρος τῶν δήμων στερουμένων ὡς ἐκ τούτου ἐτησίως μεγάλου κεφαλαίου, δι’ οὗ ἠδύναντο, ἐὰν εἶχον τὴν ἄμεσον διαχείρισιν τῶν ἰδίων κτημάτων, νὰ προβῶσιν εἰς πολλὰ λυσιτελῆ ἔργα, ὧν εἰσέτι μετὰ τόσα ἔτη στεροῦνται πάντες. Τούτων ἕνεκα ἕκαστος τῶν δήμων ἐπιθυμεῖ διακαῶς νὰ γνωρίσῃ καὶ λάβῃ τὸ ἀνῆκον αὐτῷ μέρος ἐκ τῆς κοινῆς περιουσίας. Ὅθεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν ἀποβλέποντες καὶ τὴν γενικὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων ἐκπληροῦντες λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ἐπιψή-
φισιν τῆς Βουλῆς τὸ ἑξῆς Νομοσχέδιον·
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ
Περὶ διανομῆς τῆς κοινῆς τῶν δήμων περιουσίας τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος. Ἄρθρον 1. Ἡ μέχρι τοῦδε κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ΡΝʹ. νόμου ἀδιανέμητος περιουσία τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος θέλει διανεμηθῆ κατὰ δήμους ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου αὐτῶν. Ἄρθρον 2. Ἡ διανομὴ αὕτη θέλει ἐνεργηθῆ ὑπὸ πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἐκ τοῦ ἐπάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ προέδρου τῶν ἐν Λευκάδι πρωτοδικῶν καὶ δύο δημάρχων τῆς ἐπαρχίας ἐκλεγομένων κατὰ κλῆρον, τῆς κληρώσεως τελουμένης ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου καὶ ὅλων ἢ μέρους τῶν δημάρχων τῆς ἐπαρχίας καὶ συντασσομένου πρὸς τοῦτο τακτικοῦ πρωτοκόλλου. Οὕτω συγκροτηθεῖσα ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ συνέλθῃ εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν κατάστημα ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος, κατὰ πρόσκλησιν τοῦ ἐπάρχου, ἵνα ἀποφανθῇ κατὰ πλειονοψηφίαν. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἰς οὐδεμίαν δικαιοῦνται ἀποζημίωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ προσλάβῃ τρεῖς πραγματογνώμονας ἐκλεγομένους μεταξὺ τῶν ἱκανωτέρων καὶ δραστηριωτέρων, ἵνα τελέσωσι τὰς ἐκτιμήσεις καὶ γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν μερίδων. Τὴν ἀντιμισθίαν αὐτῶν θέλει ὁρίσει ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας των. Ἄρθρον 3. Τῆς διανομῆς θέλει προηγηθῆ ἀκριβὴς κατάλογος τῶν κτημάτων τῶν πιστώσεων καὶ τῶν ὀφειλῶν· εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου θέλει λάβει μέρος καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου. Δύναται δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προσλάβῃ καὶ ἕνα εἰδήμονα περὶ τὰ τοιαῦτα διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ ἀκριβῆ περαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς διανομῆς. Πᾶσα διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ δημοσίου, ὡς πρὸς τὴν κυριότητα κτήματός τινος, θέλει ἀποφασισθῆ δικαστικῶς κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, αἰτήσει τοῦ ἀξιοῦντος τὴν κυριότητα. Ἡ περίστασις ὅμως αὕτη δὲν δύναται ν’ ἀναστείλῃ τὴν διανομὴν τῶν ἄλλων κτημάτων. Ἄρθρον 4. Ἡ ἐπιτροπὴ θέλει προσπαθήσει, συμβιβάζουσα τὴν ἰσονομίαν, νὰ προσδιορίσῃ εἰς ἕκαστον δῆμον τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ του διακείμενα κτήματα καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτὸν διὰ τῶν σχετικῶν ἐτησίων παροχῶν ἢ ἄλλων βαρῶν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἀφαιρουμένου κατὰ νόμον τοῦ ἀναγκαίου κεφαλαίου ἐκ τῆς τιμῆς τῶν κτημάτων. Ἄρθρον 5. Αἱ πιστώσεις διανεμηθήσονται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς κατ’ ἴσα ποσὰ καὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, διὰ κλήρου μεταξὺ τῶν δήμων κατὰ τὴν γενομένην ἐξέλεγξιν. Ἄρθρον 6. Τῆς διανομῆς ἐξαιρεθήσονται τὸ κατάστημα τοῦ νοσοκομείου, τὸ ἰχθυοτροφεῖον καὶ αἱ ἁλυκαί, ἡ διαχείρισις τῶν ὁποίων, πλὴν τῶν ἁλυκῶν, ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ τοῦ ἐπάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τριῶν δημάρχων τῆς ἐπαρχίας, λαμβανομένων ἐτησίως κατὰ περιτροπήν. Τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐπαρχείου, ὅστις θέλει ἀμείβεται, πλὴν τῆς τακτικῆς μισθοδοσίας του, ἐκ τοῦ δημοσίου μὲ δραχμὰς εἴκοσι κατὰ μῆνα, καταβαλλομένας ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ῥηθέντων καταστημάτων καὶ παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Ἄρθρ. 7. Ἡ διαχείρισις τῶν ἁλυκῶν θέλει γίνεσθαι παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ τελώνου, ὅπως καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Τὸ εἰσόδημα δὲ αὐτῶν ὡς καὶ τὸ τῶν ῥηθέντων καταστημάτων, ὅπερ θέλει εἰσπράττεσθαι παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, θέλει διανέμεσθαι παρὰ τοῦ ἰδίου, ἅμα τῇ εἰσπράξει, εἰς τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου αὐτῶν. Ἄρθρ. 8. Τῆς διανομῆς ἐξαιρεθήσονται προσέτι τὸ κατάστημα τοῦ δικαστηρίου καὶ τοῦ πρῴην τοποτηρητείου μέχρι περαιώσεως τῆς ἐκκρεμοῦς δίκης μεταξὺ τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ δημοσίου. Μετὰ τὸ πέρας δ’ αὐτῆς θέλουσι διανεμηθῆ καὶ ταῦτα σύμφωνα πρὸς τὸν παρόντα νόμον. Ἄρθρον 9. Κατὰ τῆς περὶ διανομῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ γείνῃ παρ’ ἑνὸς ἢ πλειόνων δημοτικῶν συμβούλων, ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὰ ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως, ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν πρωτοδικῶν, ἥτις διεξάγεται καὶ ἐντὸς τῶν διακοπῶν συνοπτικῶς. Ἄρθρον 10. Κατὰ δὲ τῆς ἑκάστοτε γενομένης διανομῆς παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἥτις θέλει κοινοποιεῖσθαι διὰ τοῦ ἐπάρχου εἰς τὰ συμβούλια, δύναται νὰ γείνῃ παρ’ ἑνὸς ἢ πλειόνων τούτων ἔφεσις, ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὰ κοινοποιήσεως τῆς διανομῆς, ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου, ὁσάκις θεωρήσῃ τὸν δῆμον, ὃν ἀντιπροσωπεύει, ἠδικημένον ἐκ τῆς διανομῆς. Ἄρθρον 11. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ νοσοκομείου, ἰχθυοτροφείου καὶ ἁλυκῶν καὶ τῆς ἐνδεχομένης ἐπισκευῆς τῶν καταστημάτων τοῦ δικαστηρίου καὶ τοποτηρητείου θέλει συντάττει ἡ ῥηθεῖσα ἐπιτροπὴ κατ’ ἔτος, ὅστις θέλει ἐπικυροῦσθαι ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Ἄρθρον 12. Τὸ προσωπικὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὰς ἁλυκὰς θέλει διορίζεται παρὰ τῆς ἐν τοῖς ἄρθρ. 1–2 μνημονευομένης ἐπιτροπῆς. Ἄρθρον 13. Ἀφ’ ἧς ἡ διανομὴ γείνῃ τελεσίδικος, ἕκαστος δῆμος λαμβάνει αὐτοδικαίως τὴν κατοχὴν τῆς ὁρισθείσης αὐτῷ μερίδος κτημάτων καὶ πιστωμάτων καὶ τότε παύει ἡ ἐνέργεια τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ ἧς τὸ 11 ἄρθρον τοῦ ΡΝʹ. νόμου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Ἰουνίου 1873.
Οἱ βουλευταὶ Λευκάδος
Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ.
ΑΓΓΕΛ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ.»
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεώργιος Πλαπούτας, βουλευτὴς τῆς ά. περιόδου, μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνέθεσεν ἡ Βουλὴ, εὑρέθη ἀπὼν, ἐπίσης καὶ ὁ κ. Μισυρλῆς ἦτον ἀπών. Τότε εἶπεν ἡ Βουλὴ, ὅταν παρουσιασθῶσιν καὶ ἄλλοι καὶ βεβαιώσωσιν ὅτι ἦσαν παρόντες, νὰ πληρωθῶσι· καὶ ὁ μὲν Πλαπούτας ἐπληρώθη τὴν πρώτην καὶ δευτέραν δόσιν, ἐπίσης καὶ ὁ κ. Μισυρλῆς λέγει ὅτι ἐπληρώθη καὶ ζητοῦν νὰ πληρωθοῦν τὸ ἐπίλοιπον, Λοιπὸν ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι θέλει.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ πληρωθῶσι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσίνας ἔχει τὸν λόγον.
§10Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον.
§11ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅστις ἐξ ὑμῶν εἶχε τὴν περιέργειαν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ παρακολουθήσῃ τὰς περιγραφὰς τοῦ ἐν Τροίᾳ ἀνασκαφῶν, αἵτινες κατεχωροῦντο εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων ὑπό τινος φιλέλληνος, Γερμανοῦ Ἑρ. Σλίμαν, αὐτὸς βεβαίως ἐν ταῖς περιγραφαῖς αὐταῖς θὰ ἀνέγνωσε ποῖος ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐνεργῶν τὰς ἀνασκαφάς· αὐτὸς ἄγεται ἀπὸ ἀπόθεκτον ἔρωτα πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν εἰς τὴν ἑλλ. ἑταιρίαν, καὶ κατ’ ἐμὲ ἀναβιβάζεται μέχρι βαθμοῦ μονομανίας, αὐτὸς κατηνάλωσε τὴν περιουσίαν του διὰ διάψευσιν καὶ εἰς ἀπόδειξιν ἰσχυρισμῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἀρχαιολογίαν καὶ κατόρθωσε, κατ’ αὐτὸν, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἰλιὰς τοῦ Ὁμήρου, δὲν εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας, ἀλλὰ ἔργον στηριζόμενον ἐπὶ ἱστορικῶν γεγονότων· κατόρθωσε λέγω, διὰ τῆς ἁδροτάτης αὐτῆς δαπάνης, ἀναβιβαζομένης περὶ τὰς 400 χιλιάδας δραχμῶν, νὰ ἀποτελέσῃ συλλογὴν ἀρχαιοτήτων ἀναγομένων εἰς προϊστορικοὺς χρόνους, ἥτις κατὰ τοὺς ἰδιαιτέρους του ὑπολογισμοὺς ἀναβιβάζεται εἰς ἀξίαν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Μὴ γνωρίζων δὲ κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος προσέφερεν πρὸς αὐτὸν ἓν ἑκατομμύριον φράγκων νὰ ἀποκτήσῃ αὐτὴν τὴν συλλογὴν, σᾶς λέγω μόνον ὅτι ὁ φιλελληνισμὸς αὐτοῦ, ὁ ὑπερβαίνων πᾶν ὅριον, δὲν τὸν ἄφησεν οὐδόλως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας προτάσεις περὶ πωλήσεως τῆς συλλογῆς αὐτῆς· διότι ὁ ἄνθρωπος σκοπὸν ἔχει πᾶν ὅ,τι εὕρει καὶ ἀνακαλύψει ἐν Ἑλλάδι ὡς καὶ τὰ ἐκ τῆς Τροίας νὰ τὰ κληροδοτήσῃ εἰς τὸ ἑλλ. ἔθνος. Ἀφοῦ δὲ διὰ τοιούτων ἁδροτάτων δαπανῶν συνετέλεσε τὸ ἔργον, συνέλαβε τὴν ἰδέα, τὴν τολμηρὰν τῳόντι ἰδέαν, νὰ ἀνασκάψῃ καὶ εἰς τὰς Μυκήνας καὶ τὴν Ὀλυμπίαν. Ὑπέβαλε πρὸς τοῦτο αἴτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, διὰ νὰ τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ Νόμου τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ πολὺ δικαίως, δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρότασίν του αὐτὴν, διότι αὕτη περιεῖχε ὅρους τινάς. Οἱ ὅροι οἱ ἐκ μέρους αὐτοῦ ὑποβαλλόμενοι ἦσαν οἱ ἑξῆς· ὅτι ἐδέχετο ἰδίᾳ δαπάνῃ νὰ ἀνασκάψῃ ὅσον δυνηθῇ ἔδαφος τῶν δύο αὐτῶν μερῶν τῆς Ὀλυμπίας καὶ τῶν Μυκηνῶν, ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι εὕρῃ ἀρχαῖον ἐν τοῖς ἐδάφοις αὐτοῖς νὰ τὸ ἔχῃ ὡς ἰδιοκτησίαν του μέχρι τέλους τοῦ βίου του· μετὰ θάνατον δὲ πάσας τὰς ἀρχαιότητας, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἀνεύρει, καὶ ὁλόκληρον τὴν Τροϊκὴν συλλογὴν νὰ κληροδοτήσῃ εἰς τὸ ἔθνος μὲ τὴν ὑποχρέωσιν συνάμα νὰ δαπανήσῃ ἐξ ἰδίων του καὶ 200 χιλ. δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν Μουσείου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἀνατεθοῦν αἱ ἀρχαιότητες. Ἐπροσπάθησα σήμερον νὰ εὕρω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ νὰ λάβω πληροφορίας τινὰς παρ’ αὐτοῦ, ὥστε ἐν πληρεστέρᾳ γνώσει νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν τὸν εὗρον, διότι πολὺ ἀργὰ ἔφθασεν ἐδῶ. Εἰκάζω λοιπὸν, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ὅρου τῆς ἰδιοκτησίας, τὸν ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν αἴτησίν του, φαίνεται ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐμποδίσθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν αὐτήν· διότι ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων δὲν ἐπιτρέπει εἰς οὐδένα νὰ ᾖναι κύριος ἀρχαιοτήτων εὑρισκομένων ἐπὶ δημοσίου ἐδάφους.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πότε δὲ ἔγεινεν ἡ αἴτησις;
§13Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τριῶν μηνῶν.
§14ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Αὐτὸς, κύριοι, εὑρίσκετο ἐν Τροίᾳ καὶ ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. (Τὴν ἀναγινώσκει).
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ ὑπουργός;
§16ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Οὐδεμίαν.
§17ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (ὑπουρ. Παιδείας). Ἐγὼ ἀπήντησα.
§18ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀπεστάλη ἀπὸ τὴν Τροίαν εἰς τοὺς ἐνταῦθα συγγενεῖς του, οἵτινες διατελοῦντες εἰς στενὰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Ῥάλλη, ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, παρέδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν ἀναφοράν. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἰδιαιτέρας φιλίας μετὰ τοῦ κ. Σχλίμαν τοῦ κ. Ῥάλλη ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ τὸν συμβουλευθῶ πρὶν ὑποβληθῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ καὶ ἐξετάσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐμποδίσθη νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν καὶ τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ῥάλλης θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξηγήσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἀλλὰ ἐξ ὅσων ἐνόησα, δύω ἦσαν τὰ αἴτια· πρῶτον, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ζητεῖ μέχρι θανάτου, καὶ δεύτερον, ἴσως τὸ σπουδαιότερον, ὅτι Πρωσσική τις ἀρχαιολογικὴ ἑταιρία διὰ τῆς ἐνταῦθα πρεσβείας ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς ἀνασκαφῆς αὐτῶν τῶν μερῶν.
§19Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τῆς Ὀλυμπίας μόνον.
§20ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ὑπάρχουσι σπουδαῖοι λόγοι, οἵτινες ὑποχρεοῦν τὴν κυβέρνησιν εἰς τὴν προτίμησιν αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, κατ’ ἐμὲ ἕνεκα συμφέροντος σπουδαιοτάτου ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προτιμήσῃ τὸν κ. Σλίμαν. Ἐὰν ἡ ἑταιρία ἡ Πρωσσικὴ ἀπὸ τὸν αὐτὸν ὁρμᾶται σκοπὸν, ὥστε πᾶν ὅ,τι ἀνακαλύψῃ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ ἔθνος, τοῦτο εἶναι ἀσυγκρίτως ὑποδιέστερον τῆς προσφορᾶς, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ Γερμανὸς Ἐῤῥῖκος, διότι αὐτὴν τὴν ἀδιαφιλονείκητον, τὴν ἀναμφισβήτητον συλλογὴν τὴν Τροϊκὴν, βλέπετε, ὅτι προσφέρει ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, ἀξίζουσαν 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ θὰ κάμῃ καὶ σπῆτι.
§22ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Βεβαίως ἦτον ἀνάγκη δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ εἶδεν ὅτι ἡ αἴτησίς του ἀπεῤῥίφθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀποτανθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν· καὶ ἑπομένως ἔρχεται διὰ τῆς ἑξῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν (τὴν ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν βεβαίως καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη λάβῃ τὴν σειρὰν τὴν διαγραφομένην ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ, ἤτοι παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἑπομένως περιμένωμεν μίαν ἔκθεσιν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ᾖναι ὅλως διόλου ἀλυσιτελὲς καὶ ἄσκοπον· πρῶτον, διότι θὰ ἐπέλθῃ βραδύτης καὶ δεύτερον, διότι οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ, οὔτε ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ, διότι ὅταν ὑπάρχῃ ἕνας νόμος ἀπαγορεύων τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἰς πάντα, ἐννοεῖται βεβαίως ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν ἕνα εἰδικὸν νόμον κατ’ ἐξαίρεσιν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον καὶ τοῦτο, διότι ἔχει δύναμιν ὁ ὑπουργὸς νὰ φέρῃ ἓν σχέδιον νόμου, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς θὰ κανονίσῃ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, ἑπομένως θὰ ᾖναι μία πρᾶξις ἀμφοτεροβαρὴς, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ γείνῃ μία σύμβασις μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ αὐτοῦ, ἥτις νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν· ἑπομένως ἡ κυβέρνησις παρακαλεῖται, συνιστᾶται εἰς αὐτὴν νὰ σπεύσῃ ὅπως καλέσῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν σύμβασιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶμαι πληρέστατα βέβαιος ὅτι θὰ ἔλθῃ εἰς πέρας αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὴν καθαρὰν ἰδιοκτησίαν, νὰ τὸν ὀνομάσῃ κάτοχον διαφόρων ἀρχαιοτήτων, διότι τοῦτο συμβιβάζεται καὶ μὲ τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ καὶ μὲ τὸν νόμον, διότι σκοπὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ μετὰ θάνατον πᾶν ὅ,τι ἔχει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου.
§23Σ. ΣΟΥΤΣΟΣ. Νὰ μὴν ἔχῃ ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἐξαγάγῃ τοῦ Κράτους.
§24Λ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐγὼ προτείνω, ὅπως ἐκφράσωμεν τὴν εὐχαρίστησίν μας διὰ τὸν τοιοῦτον ζῆλον, τὸν ὁποῖον δεικνύει διὰ τὸ ἔθνος.
§25Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, προεκλήθην καὶ ὀφείλω νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδετε τὴν αἰτίαν τῆς βραδύτητος εἰς τὴν κακὴν θέλησιν μήτε τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως μήτε ἐμοῦ· ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τοῦ 1836 περὶ ἀρχαιοτήτων, ὅστις ῥητῶς ὁρίζει ὅτι αἱ ἀρχαιότητες, αἵτινες εὑρίσκονται ἐπὶ ἐδάφους δημοσίου, δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως, δὲν ἐδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ὁ κ. Σλίμαν. Ὡς πρὸς ἐμὲ, ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ συμφέροντος ὑπῆρχε καὶ ἄλλο ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μὲ κάμῃ, ὥστε μᾶλλον νὰ σπεύσω. Τὸ ἐλατήριον τοῦτο εἶναι ἡ ἄκρα φιλία, ἥτις νὰ συνδέει μετὰ τοῦ κ. Σλίμαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑφίσταται ἡ φιλία αὕτη, ἐπρόκειτο δὲ ὁπωσδήποτε περὶ παραβάσεώς τινος τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων, δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβω ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ὁ κ. Σλίμαν, ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ πέμψῃ ἀντίγραφον τῆς αἰτήσεώς του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ συγχρόνως τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κατσίνας σήμερον, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, πρὸ τριῶν καὶ πλέον μηνῶν ἀπὸ τῆς Τροίας· ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἐθεώρησα ὅτι ἠδυνάμην ν’ ἀναλάβω τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ἐκ συνεννοήσεως καταρτίσωμεν τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἤθελε καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν καὶ ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν ὠφελήσει τὸ ἔθνος, ἱκανοποιήσει δὲ καὶ τὴν φιλοτιμίαν ἐκείνου, ὅστις οὐδεμιᾶς ἐφείσθη δαπάνης ὑπὲρ τῆς ὁμηρικῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐμοῦ συνειργάσθη καὶ ὁ συνάδελφός μας κ. Π. Πετράκης. Μετέβημεν δὶς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Σλίμαν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ πρότερον, ἀλλὰ τότε ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ θαυμάσῃ τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Σλίμαν μετέφερεν ἐκ Τροίας. Τῳόντι, κύριοι, ἡ τῶν ἀρχαιοτήτων συλλογὴ, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ὁ κ. Σλίμαν νὰ κληροδοτήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι θησαυρὸς ὁλόκληρος· δὲν σύγκειται μόνον ἀπὸ ἄπειρα ἀγγεῖα ἀρχαῖα, τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων ἦσαν ἄγνωστα μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ χρυσᾶ σκεύη, κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα κατέχει τὸ χρυσοῦν ἀμφικύπελον τοῦ Πριάμου. Ὑπάρχει τῳόντι ἓν τοιοῦτον σκεῦος ἐν τῇ συλλογῇ ὅλον ἐκ χρυσοῦ καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βαρύνῃ ὑπὲρ τὴν ὀκάν. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα σκεύη, ψέλια καὶ ἄλλα πολλὰ εἴδη ἐκ χρυσοῦ, προσέτι δὲ καὶ νομίσματα τοῦ Τρωϊκοῦ Βασιλείου ἀπὸ ἄργυρον. Βεβαίως λοιπὸν τὸ δόλωμα, τὸ ὁποῖον προέθετο ἡμῖν ὁ κ. Σλίμαν, ἦτο μέγα διά τε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὡς καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πάντα ἄλλον Ἕλληνα, ἀλλὰ ὑπῆρχον καὶ δυσκολίαι. Ὁ κ. Σλίμαν τί ἐζήτησεν; ἐζήτησεν ὑπὸ τὸν ὅρον ἐγέρσεως μουσείου, διὰ τὸ ὁποῖον διαθέτει 200 χιλιάδας φράγκων καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κληροδοτήσεως τῆς νῦν ὑφεστώσης Τρωϊκῆς συλλογῆς καὶ τῶν τυχὸν ἀνακαλυφθησομένων ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ Μυκήναις ἀρχαιοτήτων, τὴν ἀποκλειστικὴν ἄδειαν, ἥτις ἠδύνατο κάλλιστα νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς προνόμιον, τῆς ἀνασκαφῆς τῶν Μυκηνῶν καὶ τῆς Ὀλυμπίας. Δηλαδὴ ἐζήτησε νὰ τῷ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἀνασκαφῆς, ἀποκλειομένης πάσης ἄλλης ἑταιρίας, παντὸς ἄλλου ἀτόμου καθ’ ὅλον τὸν χῶρον τῶν Μυκηνῶν καὶ τῆς Ὀλυμπίας. Ἐζήτησε πρὸς τούτοις νὰ τῷ χορηγηθῇ ἡ ἰδιοκτησία τῶν εὑρεθησομένων ἀρχαιοτήτων ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι μεγάλη δυσκολία δὲν ὑφίστατο. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· δὲν πρόκειται περὶ βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως, ὥστε νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀπεκλείετο ὁ συναγωνισμός. Ἐν ᾧ πρόκειται περὶ συμφέροντος καθαρῶς ἐπιστημονικοῦ· ἐγὼ δὲ ἐκ τῆς θέσεώς μου δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ὑπάρξωσιν ὡς πρὸς τὴν ἐκχώρησιν τῆς ἀδείας, ἣν ἐζήτει ὁ κύριος Σλίμαν. Ἀλλ’ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ Γερμανικὴ Πρεσβεία ἐζήτησε δι’ ἐγγράφου της ἀπευθυνομένου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δηλαδὴ διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ, τὴν ἄδειαν τῆς ἀνασκαφῆς τῆς Ὀλυμπίας ὑπὲρ γερμανικῆς τινος ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἀμέσως τὸ ἐπιστημονικὸν συμφέρον τοῦ κ. Σλίμαν ἤρχετο εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἴσως δὲ καὶ πρὸς τὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, διότι ὅπως δήποτε, ὅταν μία Κυβέρνησις συνιστᾷ μίαν ἀρχαιολογικὴν ἑταιρίαν, βεβαίως σημαίνει ὅτι εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην ἀποδίδει σημασίαν, καὶ ὅταν τὴν αἴτησιν αὑτῆς τὴν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ, τοῦτο βεβαίως ἐγένετο ὅπως δοθῇ μεγαλείτερον κῦρος, μεγαλειτέρα ἐπισημότης εἰς τὴν αἴτησιν. Ἑπομένως μία πρώτη δυσκολία ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τῆς ἀποκλειστικῆς ἀδείας τῶν ἀνασκαφῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ Μυκήναις ὑπὸ τοῦ κυρίου Σλίμαν ὑπῆρξεν ἡ αἴτησις τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας ταύτης, τόσον ἐπισήμως ἐρχομένης· ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἑτέρα δυσκολία, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Σλίμαν ἀπῄτει ἐφ’ ὅρου ζωῆς ἐπὶ τῶν ἀνακαλυφθησομένων ἀρχαιοτήτων.
§26Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἰδιοκτησία, τί ἐννοεῖ;
§27Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἰδιοκτησίαν ἄνευ δικαιώματος διαθέσεως· καὶ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ ἐξηγήσω εἰς τὸν φίλον μου κύριον Σλίμαν. Τῷ ἔλεγον λοιπὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ κύριος, ἀφοῦ θέλει στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς διαθέσεως. Τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας συνεπάγεται ἀναγκαίως τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως· ἅμα δέ τις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως, δὲν ἔχει καὶ ἰδιοκτησίαν πλήρη. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐπιστημονικὴ μονομανία τοῦ φίλου μου, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κύριος Κατσίνας, ἥτις ἄλλως εἶναι λίαν ἐπαινετὴ, δὲν τὸν ἄφηνεν, ὡς θέλετε ἰδεῖ, νὰ ἐννοήσῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον τοῦ ἔλεγον. Ἤλθομεν οὐχ ἧττον εἰς διαπραγματεύσεις, προέβημεν μάλιστα εἰς τὸν καταρτισμὸν νομοσχεδίου μετὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ κυρίου Πετράκη, καὶ διετυπώσαμεν τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Κατσίνας, ἐντὸς αὐτοῦ. Λίαν ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Κατσίνας, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἰσχὺν τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον, διότι πρόκειται περὶ ἀμφοτεροβαροῦς συναλλάγματος· τῷ ὄντι ἀφ’ ἑνός μὲν παραχωρεῖται εἰς τὸν κύριον Σλίμαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνασκαφῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν εὑρεθησομένων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποχρεοῦται οὗτος νὰ κληροδοτήσῃ εἰς τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον τὴν Τρωϊκὴν συλλογήν του καὶ τὰ τυχὸν ἀνακαλυφθησόμενα. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ κῦρος εἰμὴ ὑπὸ τὸν ὅρον προϋπάρξεως συμβάσεως, ἢ ὑπὸ τὸν ὅρον συνάψεως τοιαύτης μεταγενεστέρως. Κατηρτίσαμεν λοιπὸν νομοσχέδιον καθ’ ὃ «ἐπετρέπετο εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπὸ τοὺς τάδε καὶ τάδε ὅρους νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κύριον Σλίμαν ν’ ἀνασκάψῃ κτλ.....» Τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον περιελάμβανεν ἐν ἄλλοις λόγοις délégation πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ κύρωσιν συμβάσεως ἐκ τῶν προτέρων. Ἀλλ’ ἐκεῖ εὑρέθημεν ἀπέναντι τῆς δυσκολίας τῆς ἀποκλειστικῆς ἀδείας, ἣν ἐζήτει ὁ κύριος Σλίμαν, καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Προσεπαθήσαμεν νὰ συμβιβάσωμεν ταῦτα καὶ ἰδίως καταδεῖξαμεν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἦτο προτιμότερον ἡ ἄδεια τῆς ἀνασκαφῆς τῆς Ὀλυμπίας καὶ τῶν Μυκηνῶν νὰ δοθῇ εἰς ἰδιώτην τὸν κύριον Σχλίμαν, ὅστις ἄλλως παρέχει ὅλα τὰ ἐχέγγυα ἕνεκα τοῦ ἔρωτός του πρὸς τὴν ἀρχαιότητα καὶ τῶν πολλῶν μέχρι τοῦδε ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν του πρὸς δὲ καὶ τῶν ὑλικῶν μέσων του, ἢ εἰς ἑταιρίαν, ἥτις ἤθελεν ἔχει ὄπισθέν της μίαν κυβέρνησιν καὶ κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, ὡς ἡ Γερμανική. Παρὰ ταῖς ἐργάταις τῆς ἑταιρίας βεβαίως θὰ ἵστανται, κύριοι, καὶ θωρακωτὰ καὶ δὲν θὰ ἦναι διόλου δύσκολον, αἱ σπουδαιότεραι εὑρεθησόμεναι ἀρχαιότητες νὰ ἐπιβιβασθῶσιν εἰς τὰ θωρακωτὰ καὶ ἐκεῖθεν νὰ διευθυνθῶσιν εἰς Γερμανίαν. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἄλλην δυσκολίαν. Τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου Σλίμαν ἐπὶ τοῦ μουσείου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τὸ διετυπώσαμεν ὡς ἑξῆς· ὁ κύριος Σλίμαν εἶναι ἔφορος καὶ διευθυντὴς τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τοῦ Μουσείου· οὕτως ἀπεφύγαμεν τὴν δυσκολίαν ταύτην καθόσον ὁ κύριος Σλίμαν ἐπείσθη ἢ μᾶλλον ἐφάνη ὅτι ἐπείσθη, ἔμενε δὲ μόνη ἡ δυσκολία ἡ πρώτη, ἡ ἐγερθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν λαμβάνω ἐπιστολὴν τοῦ κ. Σλίμαν, ἐν ᾗ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι νὰ μὴ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν ἐννοεῖ νὰ γείνῃ ἔφορος καὶ ὑπηρέτης τῶν ἀρχαιοτήτων του. Προσεπάθησα νὰ τὸν μεταπείσω· τῷ εἶπον νὰ συμβουλευθῇ καὶ ἄλλους, ἰδίως τὸν διευθυντὴν τῆς ἐνταῦθα Γαλλικῆς σχολῆς κ. Burnof. Μοὶ ὑπεσχέθη νὰ μοὶ γράψῃ τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ τῷ ὄντι μοὶ ἔπεμψεν ἓν σχέδιον γεγραμμένον διὰ τῆς χειρὸς τοῦ κ. διευθυντοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίζετο ὅτι διέμενεν ὁ κ. Σχλίμαν ἐπικαρπωτὴς τοῦ τε μουσείου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων, τὰς ὁποίας ἤδη ἔχει, καὶ ἐκείνων ἃς ἤθελεν ἀνακαλύψει· μοι ἔγραψε δὲ ὅτι οὕτω δύναται νὰ δεχθῇ. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον λαμβάνω ἑτέραν ἐπιστολήν του, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ᾖναι ἐπικαρπωτὴς, ἀλλὰ κύριος. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ παρουσιασθεῖσαι δυσκολίαι. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι καὶ τὸ ἐπιστημονικὸν καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον εἶναι μέγα, ἂν συμβιβασθῶμεν μετὰ τοῦ Σχλίμαν. Ἐν τούτοις ὑπάρχουν αἱ δυσκολίαι αὗται, ἀλλὰ δὲν εἶναι πραγματικαί, ἀλλὰ μᾶλλον, ἡ τελευταία τοὐλάχιστον, ἓν λογοπαίγνιον. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία. Ἐννοεῖ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ ἀποβάλῃ τὸν τίτλον τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐννοεῖ ὅμως ν’ ἀποβάλῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως, θέλει νὰ λέγεται ἰδιοκτήτης. Τώρα ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ γνώμη μου, ἐπειδὴ γνωρίζω κάλλιστα τὸν κ. Σλίμαν, καθόσον, ὡς σᾶς εἶπον, στενὴ μὲ αὐτὸν μὲ συνδέει φιλία, καὶ γνωρίζω τὰ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους αἰσθήματά του, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ τῷ χορηγήσω καὶ τὸν τίτλον τοῦ ἰδιοκτήτου ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς μὴ διαθέσεως. Ὁ κ. Σλίμαν ἐνυμφεύθη ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀποκαταστημένος ἐν Ἑλλάδι, εἶναι Ἕλλην ἐπίσης ὡς ἡμεῖς, ἴσως καὶ περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δὰ καὶ περισσότερον.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ περισσότερον. Ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὁ θαυμασμός του διὰ τὴν ἀρχαιότητα, ὥστε τῷ λέγω πολλάκις ὅτι τρώγει Ὅμηρον, εἴτε βραστὸν εἴτε καβουρδιστόν. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ δώσωμεν, δὲν θὰ τὸ στρέψῃ καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ ὑπὲρ ἡμῶν, (διάλογοι). Τέλος πάντων ἡ δυσκολία εἶναι ἐδῶ· θέλει τὸν τίτλον τοῦ ἰδιοκτήτου· δὲν θέλει κἀνένα ἄλλον τίτλον, εἴτε ἐφόρου, εἴτε διευθυντοῦ, εἴτε καρπωτοῦ, εἴτε χρήστου, ὅπως θέλετε νὰ τὸν ὀνομάσητε, δὲν τὸν θέλει.
§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἀνασκαφῆς τὸ ζητεῖ διὰ πολλὰ ἔτη;
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς αὐτό, ἤλθομεν εἰς ἕνα συμβιβασμόν. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἡ κυβέρνησις εἰς ἓν ἄτομον ἐφ’ ὅρου ζωῆς τὴν ἀποκλειστικὴν ταύτην ἄδειαν καὶ νὰ δεσμευθῇ ἀορίστως διὰ τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ κατηρτίσαμεν ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἐθέσαμεν μίαν προθεσμίαν ἐνάρξεως καὶ μίαν λήξεως τῶν ἀνασκαφῶν. Βεβαίως δὲν εἶναι ἔργον μικρὸν ὅπως τελειώσῃ ἐντὸς μικρᾶς προθεσμίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐθέσαμεν 8 ἐτῶν προθεσμίαν. Ὁ κ. Σλίμαν θὰ προχωρήσῃ γενναίως εἰς τὸ ἔργον του, ὡς ἐπροχώρησε καὶ ἐν Τροίᾳ. Δὲν τὸν ἐμπόδισαν δὲ ἐκεῖ μήτε οἱ λέλαπες, μήτε ὁ χειμὼν, μήτε αἱ βροχαί, καὶ κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας ὅ,τι ἄλλοι ἐθεώρησαν οὐ μόνον πολὺ δύσκολον, ἀλλὰ καὶ φαντασιοπληξίαν· διότι ὑπῆρξαν καὶ πρ’ ἡμῖν πολοὶ, οἵτινες ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ πόλις τῆς Τροίας ὡς καὶ ἡ πόλις τῶν Ὀρνίθων τοῦ Ἀριστοφάνους ἐν τῇ φαντασίᾳ μόνον τοῦ Ὁμήρου ὑπῆρξαν.
§32Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος οὗτος ξένος κ. Σλίμαν σφόδρα ἐνθουσιασμένος διὰ τὰ ἔργα τῆς ἀρχαιότητος, ὡς ἠκούσατε, ἰδίως δὲ διὰ τὰ προϊστορικὰ ἐπὶ Ὁμήρου, ἐνησχολήθη οἴκοθεν ἐνθουσιασμένος ἐν ξένῃ χώρᾳ καὶ κατώρθωσε νὰ ἀνακαλύψῃ ἀλλαχοῦ παρὰ ὅπου ἐνομίζετο ὅτι ἦτον ἡ παλαιὰ Τρωάς. Ἀνεῦρε τῷ ὄντι μνημεῖα ἀρχαῖα ἄξια λόγου. Βεβαίως δὲν ἔχουν τὴν τελειότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ μεταγενέστερα τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, ἀλλ’ ἔχουν τὴν ἀξίαν των διὰ τὴν ἀρχαιότητά των. Ἀνεῦρε πολλὰ ἄξια λόγου καὶ τὰ μετέφερεν ἐδῶ, διότι εἶναι νυμφευμένος καὶ ἀποκαταστημένος ἐδῶ, ἔχει ἐθνικότητα Ἀμερικανικὴν, καίτοι Γερμανὸς ὤν. Ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἔλαβα καὶ ἐγὼ τὴν περιέργειαν περὶ αὐτῆς τῆς συλλογῆς τῶν προϊστορικῶν ἔργων, ἥτις εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ἑνὸς ἐραστοῦ τῆς ἀρχαιότητος, νὰ ἐξετάσω. Καὶ τῷ ὄντι ἐσυζήτησα μαζῆ του, τὸν εὗρον σφόδρα ἐνθουσιασμένον, μὲ ἐπροκάλεσε νὰ ἴδω εἰς τὴν οἰκίαν του τὴν συλλογήν· τὴν εἶδα καὶ τὴν ἐθαύμασα καὶ τὸν ἐπήνεσα. Εἶχεν ἑτοίμην μίαν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ἐζήτει τὴν παραχώρησιν τῆς ἀδείας ἵνα μετὰ τὴν δευτέραν ἐργασίαν τῶν ἀνασκαφῶν, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἐνεργήσει ἐν Τροίᾳ — διότι εἰς τὴν πρώτην εὗρε πολλὰ, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὰ βάθη καὶ τὰ κέντρα τῆς Τροίας, ὅπως τώρα εὗρεν ὡς λέγει, τὸν πύργον — νὰ κάμῃ ἀνασκαφὰς ἐν Ἑλλάδι, ἐν Μυκήναις καὶ Ὀλυμπίᾳ, ἵνα ἀνεύρῃ τὰς ἀρχαίας ἐκείνας Ὁμηρικὰς ἀρχαιότητας, τὰς ὁποίας θὰ ἑνώσῃ μὲ τὴν συλλογὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀνακαλύψει εἰς Τρωάδα, καὶ τὰς ὁποίας θέλει φέρει μετὰ τὸ τέλος τῶν ἀνασκαφῶν ἐκεῖθεν. Μετὰ τὸ τέλος αὐτῶν, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν, νὰ τῷ χωρηγήσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ καὶ ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ ἐν Μυκήναις ἀνασκαφάς. Ἐγὼ τὸν ἐπήνεσα διὰ τὸν σκοπόν του καὶ τὸν προέτρεψα νὰ προχωρήσῃ· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν αἴτησίν του παρετήρησα ὅτι πρέπει νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, διότι ὁ ἑλληνικὸς νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν τώρα ζητεῖ, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1836 πᾶσα ἀρχαιότης ἀνευρισκομένη εἰς ἐθνικὴν γῆν, εἶναι ἐθνική. Λοιπὸν ἅμα τις τὴν ἀνεύρῃ, πρέπει ὁ ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων νὰ τὴν καταλάβῃ· δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ, νὰ μὴ τὴν καταλάβῃς, ἢ ὅτι παραχωρεῖται πρὸς καιρὸν εἰς ἄλλον. Λοιπὸν πᾶσα ἀρχαιότης ἀνευρισκομένη εἰς ἐθνικὴν γῆν, εἶναι ἐθνικὴ, πᾶσα δὲ ἄλλη ἀνευρισκομένη εἰς ἰδιόκτητον εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ δημοσίου καὶ κατὰ τὸ ἄλλο ἥμισυ ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅστις ἀποζημιοῦται δι’ ἐκτιμήσεως ἢ διὰ τὸ μέρος ἢ διὰ τὸ ὅλον τοῦ ἡμίσεος ὅταν εἶναι σπουδαῖον· διότι ὅταν εἶναι περιττὸν, τότε τὸ δημόσιον τοῦ ἀφίνει τὸ ἥμισυ νὰ τὸ κατέχῃ, δὲν δύναται δὲ μόνον νὰ τὸ ἐξάξῃ. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκα, διότι αὐτὸς ἐζήτει μετὰ τὰς ἀνασκαφὰς ἐν Τροίᾳ νὰ ἔλθῃ καὶ ἐν Μυκήναις καὶ Ὀλυμπίᾳ νὰ κάμῃ τοιαύτας. Λοιπὸν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν νὰ γείνῃ καὶ ἡ δευτέρα ἀνασκαφὴ ἐν Τρῳάδι καὶ ὅταν ἐπανέλθῃ, τότε ἐβλέπομεν. Τῷ ὄντι ἐπανῆλθε καὶ ἔκαμεν ἀνακαλύψεις πολὺ σημαντικωτέρας τῶν πρώτων. Αἱ πρῶται ἀνακαλύψεις σύγκεινται εἰς ἀγγεῖα διαφόρου εἴδους καὶ μεγέθους καὶ εἰς ἓν ἀνάγλυφον, ὅπερ ἔχει τὸν Ἥλιον...
§33ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν Ἀπόλλωνα.
§34ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. — Ἐπὶ τεθρίππου ἁμάξης τὸν Ἀπόλλωνα, ἀλλ’ ἀκτινοβολοῦντα, ὅπερ δὲν ἔχουν τὰ ἡμέτερα.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ἂν ᾖναι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἢ Μακεδονικῆς.
§36ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα εἰς τὴν δευτέραν ἀνασκαφὴν εὗρεν πολυτιμότερα, διότι εὗρε χρυσὰ ἀγγεῖα, τὰ ὁποῖα λέγει ὅτι εἶναι τοῦ Πριάμου, χρυσοὺς στολισμοὺς τῶν γυναικῶν ὡραίους καὶ ἄλλα ἀγγεῖα ἀργυρᾶ, τὰ ὁποῖα εἶναι, φαίνεται, ἀπὸ τὴν πυρὰν κατάμαυρα, ὥστε αὐτὸ ὁμολογεῖ καὶ τὴν πυρπόλησιν τῆς Τρωάδος· εἶναι τῳόντι περίεργα. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐδόθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν αἰτήσεις διὰ τῆς Αὐτοκρατορικῆς πρεσβείας τῆς Γερμανίας, ἥτις ζητεῖ ἐπίσης καὶ αὐτὴ νὰ ἐνεργήσῃ, δὲν ἠξεύρω ἂν εἶχε γνῶσιν τῶν προτάσεων τοῦ κ. Σλίμαν, ἀνασκαφὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, δηλ. ὅσα ἀνεύρουν νὰ ᾖναι τοῦ δημοσίου, τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Μόνον ζητοῦν δικαίωμα ἀσήμαντον, τοῦ νὰ κάμουν αὐτοὶ τὴν πρώτην ἐκτύπωσιν.
§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν εἰς τὸ μεταξὺ λαθραίως....
§38ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μὰ σᾶς εἶπον διὰ τὰς ἀνασκαφὰς, ὅτι αὗται θέλουν γίνεσθαι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν πάντοτε ἐπιστατῶν καὶ χωροφυλάκων. Τὸ ὑπουργεῖον ἔχει ἕνα ἀριθμὸν χωροφυλάκων συνταξιούχων, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεται φύλακας εἰς πᾶσαν ἀνασκαφήν. Λοιπὸν αὐτοὶ δὲν ἀρνοῦνται νὰ στείλωμεν στρατιωτικὴν φρουρὰν, καὶ πάντα ὅσα ἀναγκαιοῦν· (διάλογοι). Λοιπὸν ὁ κ. Σλίμαν ἠκούσατε ποίας ἀξιώσεις ἔχει. Ἡ δὲ Πρωσσία ἔκαμεν αὐτὰς τὰς προτάσεις. Τὰ ὅσα ἔτρεξαν καὶ πῶς πάντοτε ἐνησχολήθημεν εἰς τοῦτο τὰ εἶπον ἀκριβῶς ὁ κ. Ῥάλλης καὶ ὁ κ. Κατσίνας· εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Νομίζω πῶς πρέπει νὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ τὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ κάμῃ ἡ κυβέρνησις σύμβασιν.
§40Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ προβῶ πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· καθόσον ἀφορᾷ τὰς Μηκύνας καὶ ἐγὼ εὑρίσκω εὐκολίας· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν Ὀλυμπίαν ὑπάρχουν δύω προτάσεις.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ αὐτὸς ἔχει τὸ δαιμόνιον τοῦ φιλελληνισμοῦ, τὸ ἔχουν καὶ αὐτοί;
§42Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ ἔχον καὶ ἐκεῖνοι· καὶ οἱ σοφοὶ τῆς Γερμανίας δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἐνθουσιασμένοι διὰ τὴν ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν, ἀφοῦ ἔχουν κέντρον τὴν ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν (θόρυβος). Ἐγὼ λέγω νὰ ἰδῆτε τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα καὶ τότε ἐν γνώσει νὰ ἀποφασίσητε. Ἐγὼ θὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔκαμεν ἡ Βουλὴ κἀμμίαν ἀπόφασιν;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα.
§46ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ κατ’ ἐμὲ συνιστᾷ σύναψιν συμβάσεως μετὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ κ. Σλίμαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ λέγεται σεῖς, δὲν τὸ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ καταθέσῃ πρῶτον τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἐν γένει (διάλογοι). Ὁ κ. Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§48ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἐν Πελοποννήσῳ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον καὶ ἄξιον τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης ἡμῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὸ ἀντικείμενον κατεπεῖγον καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§50ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Καὶ τοῦτο λέγω, κύριοι.... (θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριοι, νὰ ἀκούσητε, καὶ ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε.
§52ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ζητῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ σημειωθῇ εἰς τὴν σειράν του εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταταξιν, δηλονότι μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§54ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Αὐτὸ ζητῶ καὶ τὸ ζητῶ, διότι θεωρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πεφωτισμένη ἕνεκα τῶν διαφόρων ἰδεῶν, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν ὁμοίων ἀντικειμένων.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τοῦ ἐπεισοδίου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Πετσάλης.
§57ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεωνίδας Βούλγαρης ἔχει τὸν λόγον.
§59Λ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Πρὶν λάβω τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τοὺς ὑπουργοὺς νὰ μὲ εἴπουν ἂν μὴ παρόντος ἤδη τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, δύνανται νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν κυβέρνησιν οἱ παρόντες ὑπουργοί, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἀνέθεσαν ὅλην τὴν διεξαγωγὴν ὅλων τῶν ὑποθέσεων εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν.
§60ΥΠΟΥΡ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Ὄχι δὰ, τὰ περὶ συμβάσεως εἴπομεν μόνον.
§61ΥΠΟΥΡΓ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Κύριε Βούλγαρη, ἠμπορεῖτε νὰ ἐξακολουθῆτε· ἡ κυβέρνησις εἶναι παροῦσα. Ἦτο περιττὸν νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν.
§62Λ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι περιττόν· ὅλοι ὡμολογήσατε μόνοι σας, ὅτι τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἔχετε νὰ ἀπαντᾷ εἰς ὅλα.
§63ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον ὁμιλεῖτε, ποῦ θὰ ᾖναι παρὼν καὶ ὁ κ. πρωθυπουργός.
§64Λ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἂν θέλετε, ὁμιλῶ καὶ αὔριον.
§65ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, σήμερον (θόρυβος).
§66Λ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθῶ καὶ ἴσως ἔλθει ὁ κ. πρωθυπουργός. Κύριοι, ἂν καὶ παρεκλήθην ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου, τοὺς πολιτικούς μου φίλους, νὰ μὴ λάβω σήμερον τὸν λόγον, κάμνω ὅμως τοῦτο ὁρμώμενος ἀπὸ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ἥτις ἐπιθυμῶ πάντοτε τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο νὰ διέπῃ (διακοπαί).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§68ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τί θέλομεν τώρα νὰ καθήμεθα νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας ἀκούοντες τοιαῦτα.
§69ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ ἐμπνέῃ πάντα, ὅστις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ἔρχεται ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα αὐτὸ τοῦτο. Ναί! ἡ ἀλήθεια, λέγω, εἶναι ἡ ἀλάνθαστος πυξὶς τῆς ὑπάρξεώς μας· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἕκαστος τὴν ἀλήθειαν τὴν βλέπει κατὰ τὸ ἴδιον αὑτοῦ δόγμα· καὶ ἰδοὺ σήμερον ἔθεσα τὸ σπουδαιότερον ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε τεθέντων ζητημάτων τὸ... Τί εἶναι ἡ ἀλήθεια;
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Θεός.
§71ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Πράγματι, ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι—καὶ ἂς μὲ συγχωρηθῇ ν’ ἀναπτύξω καλλίτερον τὸ θέμα τοῦτο—ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι εἰς τὴν νεανικήν μου ἡλικίαν ἀνέγνωσα ἓν σύγγραμμα μικρὸν, εἰς τὸ ὁποῖον φανεροῦται τί εἶναι ἡ ἀλήθεια· ἀκούσατε, παρακαλῶ, κύριοι, τοῦτο. Ἡ φιλοσοφικὴ σχολὴ τοῦ Λονδίνου ἀπέστειλεν ἕνα περίφημον καθηγητὴν νὰ εὕρῃ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν· ὁ καθηγητὴς οὗτος, λαβὼν ὅλα τὰ συστατικὰ μέσα διὰ ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν, κατῆλθεν εἰς τὰς μεγαλειτέρας μητροπόλεις, καὶ πρῶτον μετέβη εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ ἐκεῖ εὗρε τὸν Πάπα, παρὰ δὲ τοῦ Πάπα ζητῶν τὴν ἀλήθειαν, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ὅτι πᾶς ὁ μὴ ὢν τοῦ καθολικοῦ δόγματος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀλήθειαν· τοιοῦτον εἶναι τὸ δόγμα τοῦ ἀλανθάστου. Ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν, διέτρεξε τὴν ἀνατολήν· εὗρε τὸν ἡμέτερον Πατριάρχην, ζητήσας καὶ παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀλήθειαν, ἔλαβε δὲ τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν, ὅτι πᾶς μὴ ὀρθόδοξος, δὲν θὰ εἰσέλθῃ ποτὲ εἰς τὰς οὐρανίους μονὰς, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄρα τὴν ἀλήθειαν· κατόπιν ἦλθεν εἰς τὸν Σεϊσλὰμ τῶν Ὀθωμανῶν καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε μὲ μεγαλειτέραν ἔτι ἔμφασιν ὅτι πᾶς μὴ Ὀθωμανὸς, μὴ ὀπαδὸς τοῦ Κορανίου, δὲν ἔχει ποτὲ τὴν ἀλήθειαν· αὐτὸ τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὸν Χαχάμην τῶν Ἑβραίων. Ἀπελπισθεὶς νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὴν Εὐρώπην, μετέβη εἰς τὴν Ἀσίαν, τὴν Περσίαν καὶ παντοῦ εἶδεν ὅτι ὅλαι αἱ ἀλήθειαι ἦσαν ἐνσαρκωμέναι εἰς τὰ ἴδια δόγματα ἑκάστου λαοῦ· κατέφυγε καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς Βραχμάνας, εὗρε αὐτὸν τὸν Μ. Βραχμὰν, ἀλλὰ καὶ οὗτος φανατικώτερα ὅλων τῷ εἶπεν ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι μόνον εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Βραχμάν. Ἀπελπισθεὶς τέλος πανταχόθεν καὶ διερχόμενος τὸν ποταμὸν Γάγγην, τὸν κατέλαβε μία θύελλα τρομακτικὴ, ὅπου ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του ἐπανακάμπτων εἰς τὰ ἴδια καὶ συλλογιζόμενος ὅτι ἡ ἀλήθεια ἔγκειται εἰς τὸ ἴδιον ἑκάστου δόγμα, ἦτο καταλυπημένος. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι, καὶ δι’ αὐτὸ τροχάδην σᾶς λέγω ὅτι ὁ Ἄγγλος καθηγητὴς φιλόσοφος κατέφυγεν ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης θυέλλης εἰς τὴν καλύβην ἑνὸς Παρία· (Παρίας θὰ εἴπῃ ἀποδεδιωγμένος ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, περιφρονημένος ἀπὸ ὅλους). Αὐτὸς λοιπὸν ὁ Παρίας μακρὰν τῆς κοινωνίας καὶ ξένος παντὸς ἰδίου συμφέροντος, ἐξήγησεν εἰς τὸν φιλόσοφον τοῦτον τὶ εἶναι ἡ ἀλήθεια, εἰπὼν ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εὑρίσκεται ἀλλοῦ παρ’ ὅταν τις τὴν ἐξετάσῃ μὲ ἁπλῆν καρδία, ἀφοῦ ἀφαιρέσῃ τὸ ἐγώ. Ἐκεῖ εἶπε, κύριοι, εἰς τὸν ἀπεσταλμένον τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ὅτι θὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, καθαρὰ ἡ αὐτὴ εἰκὼν παρίσταται σήμερον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ· αἱ ἐπικρατοῦσαι διάφοροι μερίδες ἔχουσι τὰς ἰδίας δοξασίας των, ἀνευρίσκουσι τὴν ἀλήθειαν κατὰ τὸ ἴδιον αὐτῶν συμφέρον, καὶ οὕτω ἄλλοι μὲν κατὰ Πάπαν, ἄλλοι κατὰ Πατριάρχην καὶ καθ’ ἑξῆς. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἐδῶ ποῖος εἶναι ὁ ἀλάνθαστος Πάπας; Ὁ ἀναμάρτητος Πάπας, ὁ ποντίφηξ οὗτος, εἶναι σήμερον ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος πολὺ λυποῦμαι ὅτι δὲν ἦλθεν εἰσέτι ἐνταῦθα (ἱλαρότης)· οὕτω θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου καθαρά. Ἔχει μὲν προτερήματα, δὲν τοῦ τὰ ἀρνεῖται οὐδεὶς, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ἐγὼ τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶναι ἀνυπόφορον, κύριοι, (ἱλαρότης). Θὰ ἔλθω νὰ ἐξετάσω ὅλας τὰς μερίδας καὶ εἰς ἕκαστον θὰ δώσω τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον τῷ ἀνήκει (ἱλαρότης παρατεταμένη). Τί εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώρης ἀναιρῶν τὸν κ. Ζαίμην; Ἠκούσατε αὐτὸν τὸν σημαιοφόρον τῶν ἐλευθεριῶν, ἠκούσατε αὐτὸν, ὅστις μὲ μόνον τὸ κοινοβουλευτικὸν ἀξίωμα ἀνέβη τὰς μεγαλειτέρας βαθμίδας τοῦ Κράτους λέγοντα, διότι δὲν διελύθη ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὴν πεσοῦσαν δυναστείαν, δι’ αὐτὸ ἡ δυναστεία ἐκείνη ἔπεσε.
§72ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§73ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Οὕτω εἶπεν, ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ διότι δὲν τὴν διέλυσεν, ἔπεσεν ὁ Ὄθων.
§74ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐτυράννησε, μὴ διαλύων.
§75ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶπε (θόρυβος). Θὰ ἔλθω εἰς ὅλους, ἡσυχάσατε.
§76ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Βούλγαρη, ἐπειδὴ ζητεῖς τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἀντιλαμβάνεσαι καὶ νὰ λέγῃς τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν ὅτι ἐτυράννησε τὴν Ἑλλάδα ὁ Ὄθων, χωρὶς νὰ διαλύῃ τὰς Βουλάς.
§77ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Μάλιστα, κύριε ὑπουργὲ, αὐτὸ θὰ ἀποδείξω. Λοιπὸν, κύριοι, πράγματι δύναμαι νὰ εἴπω κ’ ἐγὼ καὶ νὰ συμφωνήσω μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἡ δυναστεία τοῦ Ὄθωνος ἔπεσε, διότι δὲν διέλυσε τὴν Βουλὴν ἐκείνην· ἀλλ’ ὁποίαν Βουλήν; Μίαν Βουλὴν πειθήνιον, ἐστιγματισμένην, ἡ ὁποία δὲν εἶχε θέλησιν, δὲν εἶχε ἰδίαν ζωήν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν εἶχε θέλησιν, δὲν εἶχε ζωὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ καὶ νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν πεσοῦσαν δυναστείαν, δι’ αὐτὸ καὶ ἔπεσεν. Ἀλλὰ τὸ ἀντίθετον γεννᾶται σήμερον· διὰ τῶν συχνῶν διαλύσεων θέλουν νὰ σχηματίσουν ἄλλην ἰδίαν πειθήνιον Βουλὴν, θέλουν νὰ ἔρχωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ νὰ λέγουν, θέλομεν ὅπως θέλομεν, θέλομεν τὸ ἐγὼ, καὶ ἰδοὺ τὸ πρόγραμμά των! Ἔρχονται πάντοται μὲ τὴν σημαίαν τῆς διαλύσεως νὰ καταστρέψουν τὸ ὅλον οἰκοδόμημα τῆς ὅλης ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Συντάγματός μας. Οὔτε εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀρχαίων χρόνων δὲν ἀπαντᾶται ὅ,τι ἀπαντᾶται σήμερον εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχαίαν δημοκρατουμένην Ἑλλάδα ἓν ἔτος τοὐλάχιστον ἔμενον αἱ ἀρχαί· σήμερον εἰς ἓν ἔτος ἔχομεν τρεῖς διαλύσεις. Τί εἶναι τρεῖς διαλύσεις; Τρεῖς διαλύσεις, κύριοι, εἶναι τρία διαζύγια μεταξὺ Ἔθνους καὶ Βασιλέως, διότι διάλυσις δὲν εἶναι παρὰ καθαρὸν διαζύγιον (θόρυβος). Ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα μετὰ τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις δίδει αὐτὴ τὸ κῦρος τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας. Ἂν ὁ Βασιλεὺς ἀναγκασθῇ νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὸ τὸ μέγα προνόμιον, τὸ ὁποῖον τὸ Ἔθνος τῷ ἐνεπιστεύθη, πρέπει νὰ τὸ μεταχειρισθῇ εἰς τὰς σπουδαιοτέρας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, μετεχειρίσθη αὐτὸ τὸ μέγα προνόμιον ποτὲ ὅπως ἔπρεπε;
§78Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Μὴ ἀναφέρετε τὸν Βασιλέα.
§79ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ὁμιλῶν περὶ Βασιλέως, ἐννοῶ τὴν Κυβέρνησιν. — Προβαίνω καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν τελευταίαν διάλυσιν. Ἡ τελευταία Βουλὴ, ἀφ’ οὗ πλέον κατηρτίσθη, δὲν εἶχε κἀνένα σπουδαῖον λόγον διαλύσεως· κάθε διάλυσις πρέπει νὰ ἔχῃ φανερὰ καὶ τὸν λόγον της. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε ἀληθῶς, ποῖος ὁ λόγος τῆς τελευταίας διαλύσεως; Οὐδείς. Καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἦτον ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἦτο Βουλὴ γνησία. Δὲν ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ, καὶ τὸ λέγω τοῦτο, ἂν καὶ ἀπεβλήθην ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην κατὰ μίαν ψῆφον ἀποτυχὼν, (διότι 500 ψήφους μὲ ἐκαλπονόθευσαν, καὶ ἐπισήμους ἀποδείξεις ἔφερα ὅτι τεθνεῶτες καὶ παρεπιδημοῦντες ἐφαίνοντο ὡς ψηφοφορήσαντες) καὶ ἀδικώτατα δὲν εἰσῆλθον. Ὁμιλῶ ἤδη συνταγματικῶς καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ ἄνευ σπουδαίου λόγου, ἀφοῦ ἅπαξ αὕτη κατηρτίσθη, ἐγένετο πλέον ἴδιον Σῶμα, καὶ ἀφοῦ μάλιστα ἀντεπροσωπεύθη παρὰ τῷ Βασιλεῖ διὰ τῆς μεγάλης πρεσβείας, καὶ τέλος κατηρτίσθη Σῶμα καὶ ἐνομοθέτησε μετὰ τῶν ὑπουργῶν τοῦ Βασιλέως.
§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν παραδέχθη ὁ Βασιλεύς...
§81ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Παραδέχθη ἐπισήμως τὴν μεγάλην πρεσβείαν τῆς Βουλῆς.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§83ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐάν, κύριε Ζαΐμη, ὁ Βασιλεὺς ἤθελε μεταχειρισθῇ τὸ μέγα τοῦτο προνόμιον νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἐν αὐταῖς ταῖς ἐξελέγξεσι, μάλιστα, εἶχεν ἴσως ἕνα λόγον (θόρυβος ἐκ δεξιῶν)· ἀλλ’ ἅπαξ καταρτισθείσης καὶ ἀναγνωρισθείσης τῆς Βουλῆς παρ’ αὐτοῦ, δὲν τῷ ἦτον ἐπιτετραμένον πλέον νὰ μεταχειρισθῇ τὸ προνόμιον τῆς διαλύσεως ἄνευ σπουδαίου λόγου. Ἀλλ’ εἰπέτε μοι ποῖος ὁ λόγος τῆς διαλύσεως; Ἕνας λόγος ἐφαίνετο, ὁ λόγος τοῦ Λαυριωτ. ζητήματος· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ λόγος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ βάσιν. Λέγω δὲν δύναται νὰ ἔχῃ βάσιν, διότι ὁ κ. Βούλγαρης ἔπεσε, καθόσον δὲν τὸν ὑπεστήριξαν οἱ φίλοι του εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων, τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο νὰ ψηφισθῇ τότε. Ἀλλ’ ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτὸς ὁ σημαιοφόρος τῶν ἐκβολάδων, ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐνῷ μάλιστα ἡ τότε Βουλὴ τὸν ἐδέχθη παμψηφεὶ ὡς ὑπερασπιστὴν αὐτῶν τῶν ἐκβολάδων;
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῦ τὸ ἠξεύρετε αὐτό;
§85ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν εἰς τοῦτο· ἄλλως, ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ὁμιλῶν σήμερον, δὲν θὰ ὁμιλήσω ὡς ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἢ ἄλλην τινά· θὰ ὁμιλήσω ἐξηγῶν ἰδέας ἀτομικὰς ὡς ἄλλος Παρίας, ἀναζητῶν τὴν ἀλήθειαν ὄχι εἰς τὸ ἐγώ. Λέγω, κύριοι, δὲν ἦτον οὐδεὶς λόγος σπουδαῖος διὰ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, δὲν ἦτο κἀνὲν ζήτημα ἐξωτερικὸν, δὲν ἦτό τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἦτο δύσκολον νὰ λυθῇ καὶ διχογνωμῶν ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὴν Βουλὴν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς αὐτὸν τὸν λαόν. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρανόμως διελύθη.
§86ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Παρανόμως διελύθη καὶ εἶσαι ἐδῶ μέσα.
§87ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν ἐξετάζω ἂν ἦμαι ἐδῶ μέσα, δὲν ἐξετάζω εἶπα τὸ ἐγώ· ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς ἄλλους, οἵτινες ἀναβαίνοντες εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἐννοοῦν ὅτι αὐτοὶ θὰ διοικήσουν τὴν Ἑλλάδα· ἐγὼ σήμερον εἶμαι εἷς Παρίας, καὶ ἐξετάζω τὰ πάντα ἀμερολήπτως καὶ μακρὰν τοῦ ἐγώ. Οὐδεμία ἱστορία ἔθνους τινὸς δεικνύει τόσω συνεχεῖς διαλύσεις κοινοβουλίων ἐκτὸς τῆς πρωσσικῆς. Ναὶ, ὁ Βίσμαρκ, ὁ μέγας οὗτος πολιτικὸς ἀνὴρ, ἀληθῶς ἔκαμε τετράκις τὴν διάλυσιν, ἀλλ’ εἶχεν ἓν πολιτικὸν σχέδιον εἰς τὴν κεφαλήν του, εἶχε τὴν ἕνωσιν τῆς ἄνω Γερμανίας, εἶχε τὰς προπαρασκευὰς καὶ τέλος πάντων εἶχε νὰ κάμῃ ἕνα πόλεμον μὲ τὴν γιγάντιον γείτονά του, τὴν Γαλλίαν. Ἐδῶ δὲν δύναμαι νὰ ἴδω οὐδὲν πολιτικὸν σχέδιον, οὔτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ πολιτικὸν σχέδιον εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ (θόρυβος παρατεταμένος)· πολιτικὸν σχέδιον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τοιοῦτον μέγαν σκοπὸν, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὰς συχνὰς διαλύσεις καὶ φέρῃ ἀποτέλεσμα.
§88ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ μεγάλη ἰδέα.
§89ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἡ μεγάλη ἰδέα δυστυχῶς ἐξέλιπεν. Ἂν καὶ εἶμαι ὁ πρῶτος ὀπαδὸς αὐτῆς, σήμερον ὄχι μόνον δὲν γίνονται προπαρασκευαὶ τοιαῦται τῆς μεγάλης ἰδέας, ἀλλ’ ἀπεναντίας γίνεται καὶ ἐλάττωσις καὶ στρατῶν καὶ τόσων ἄλλων, καὶ ἡ μεγάλη ἰδέα, δύναμαι νὰ εἴπω, δὲν εἶναι ἡ σημαία τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἀπεναντίας, ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει πολὺ μεγαλεῖτερα σχέδια, ἔχει τὴν διὰ γραμμάτων καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας ἕνωσιν τῆς Ἀνατολῆς· εἶναι λαμπρὸν τὸ σχέδιόν του, ἀλλ’ ἂς προσέχῃ μὴ πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθον οἱ Πέρσαι κατακτήσαντες τοὺς Μήδους· διότι καὶ οἱ Πέρσαι ἔκαμαν τοὺς Μήδους βιομηχάνους διὰ νὰ τοὺς καταδυναστεύουν πάντοτε. Ἔχω τὴν τόλμην νὰ εἴπω, ἐμβατεύων εἰς τὰ σχέδια τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι οἱ λαοὶ δύνανται νὰ ἀδελφοποιηθῶσι, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος ὀπαδὸς τῆς ἀληθοῦς ταύτης εὐδαιμονίας, πρῶτος ὅστις δίδω τὴν χεῖρα καὶ εἰς τὸν Μουσουλμάνον, τὸν Ἀνατολίτην αὐτὸν, διὰ μίαν μεγάλην ἰδέαν, τῆς ἑνώσεως τῶν λαῶν, καὶ τὴν ὁποίαν μόνος ὁ χρόνος θὰ φέρῃ. Ἡ ἀδελφοποίησις τῶν λαῶν εἶναι εὔκολος, ἀλλ’ οἱ δυνάσται τῆς γῆς ποτὲ δὲν ἀδελφοποιοῦν, οἱ δυνάσται χωρίζουν τοὺς λαοὺς, χωρίζουν τὰ ἔθνη, διὰ νὰ ᾖναι δυνάσται, καὶ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐπιδιώκωντος τὴν συμμαχίαν αὐτὴν, δὲν ἔχει κἀνὲν μέλλον... Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγηθῶ περισσότερον, μὲ ἐνοεῖτε. Τί ἄλλο, κύριοι, ἐτόλμησεν ὁ ἀλάνθαστος κ. πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ; Λέγει, κύριοι, ὁ τόπος θέλει κυβέρνησιν· ἄρα πρέπει ἡ σημερινὴ κυβέρνησις νὰ κυβερνᾷ. Εἶναι τόλμημα καὶ τόλμημα μέγα ἀπὸ ἕνα πρωθυπουργὸν νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα. Αὐτὸς ὁ ἡγέτης τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, αὐτὸς, ὅστις εἶχεν ὡς σημαίαν μόνην τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, αὐτὸς ἔρχεται σήμερον νὰ λέγῃ ὅτι ὁ τόπος τὸν θέλει νὰ κυβερνᾷ. Ποῖος εἶναι, κύριοι, ὁ τόπος; Νὰ ἐξετάσωμεν ποῖος εἶναι ὁ τόπος καὶ πῶς θέλει νὰ ἐννοῇ τὸν τόπον. Ἐδῶ ἔγκειται, κύριοι τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων! Ἀλλοίμονον, καὶ πάλιν λέγω ἀλλοίμονον, ἐὰν παρεκκλίνωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν τροχιὰν τοῦ Συντάγματός μας· τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἐγὼ καὶ ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τὴν μεγάλην ἀρχὴν τῆς ἀληθείας, ἐνῷ τὴν ἀλήθειαν θὰ τὴν εὑρίσκωμεν πάντοτε ἐντὸς τοῦ Συντάγματός μας, καὶ μόνον. Ὁ τόπος, λέγει, κύριοι· ἐπαναλαμβάνω, ἀκούσατε ποῖος εἶναι ὁ τόπος, ὁ τόπος εἶναι οἱ μισθωμένοι ἐφημεριδογράφοι, ὁ τόπος εἶναι ὅσοι κατέχουν συμφέροντα ἐκβολάδων, ἐκεῖνος εἶναι ὁ τόπος· ἐνῷ καὶ τὰ 9/10 εἶναι ἐκτὸς τῶν ἐκβολάδων, λοιπὸν τὸ ⅒ οἱ κάτοχοι μετοχῶν ἕνεκα συμφέροντος εἶναι ὁ τόπος· δὲν εἶναι γελοῖον; Ὁ Βασιλεὺς, κύριοι, ἔχει μετοχάς; ὄχι· ἡ κυβέρνησις ἔχει μετοχάς; ὄχι.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ τὸ ἠξεύρεις;
§91ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν (ἱλαρότης). Αἱ ἐπαρχίαι βεβαίως, κύριοι, δὲν ἔχουν μετοχάς. Ποῖοι ἔχουν μετοχάς; οἱ φοιτῶντες εἰς τὸ καφενεῖον τῆς Ὡραίας Ἑλλάδος, τὸ Σολωνεῖον, δηλ. 100, 1,000, 2,000 ἢ καὶ 5,000 πολῖται. Αὐτὸς εἶναι ὁ λαός, οὕτω κατώρθωσεν ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ κάμῃ τὴν κοινὴν γνώμην διὰ τοῦ συμφέροντος καὶ μόνον τοῦ συμφέροντος (θόρυβος ἀριστερά). Αὔριον, κύριοι, θὰ ἔλθῃ αὐτὴ ἡ κοινὴ γνώμη νὰ εἴπῃ, ζητῶ τὰς ἐκβολάδας· ὁ λαὸς, ὁ τόπος ἔχει τὸ συμφέρον αὐτὸ καὶ ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται ἡ κοινὴ γνώμη! Μισθόνονται 5 ἢ 10 ἐφημεριδογράφοι, ὑβρίζουσι τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ λέγουν, ἡ κοινὴ γνώμη! Ἀλλοίμονον ὅταν ἡ κοινὴ γνώμη ὁδηγεῖται ἀπὸ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἄδικος πολλάκις, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω· ἔχω τὴν τόλμην νὰ τὸ εἴπω, ὅτι οὐδόλως συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅστις τὴν θέτει ὑπεράνω ὅλων· ἡ κοινὴ γνώμη ἔκαμεν ἴσως τὰ μεγαλείτερα σφάλματα. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν, ἡ κοινὴ γνώμη ἐξώρισε τὸν Ἀριστείδην, αὐτὴ ἐξώρισε τὸν Θεμιστοκλέα, ἡ κοινὴ γνώμη ἔδωκε τὸ φάρμακον εἰς τὸν Σωκράτην, ἡ κοινὴ γνώμη ἔκαμε τόσα κακὰ, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω. Ἔχω, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω· εἶμαι ἐκ τῶν πρώτων ἐπαναστατῶν κατὰ τῆς παρελθούσης δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, ἴσως ἔκαμα ὅ,τι οὐδεὶς ἄλλος ἔκαμεν Ἐτέθην εἰς τὰς φυλακὰς, ἀκόμη ἔχω πληγὰς ἀπὸ τὰς ἁλύσσους, μὲ τὰς ὁποίας μὲ περιέβαλλον. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἦτο τότε δικηγόρος ἐδικός μου, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς αὐτὸν εἶχον δώσῃ τὴν ζωήν μου. Ἔλεγον εἰς αὐτὸν, οὔτε τὴν ζωήν μου ψηφῶ, οὔτε τίποτε· ἀλλὰ ἂν καὶ ἦτον ἡ θέλησίς μου ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ὑπερισχύσῃ, σήμερον κλαίω, κύριοι, διότι ἔπεσεν ἡ δυναστεία ἐκείνη, κλαίω διότι ἔφυγεν ὁ Ὄθων καὶ λέγω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχασε πολὺ, διότι ἐδιώχθη καὶ ἀπέθανεν ὁ μακαρίτης Ὄθων μακρὰν ἡμῶν.
§92ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι.
§93ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν, καὶ ἀνδριάντα ἤθελα προτείνει νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Ὄθωνος.
§94ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔκαμε λάθη.
§95ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ὅλος ὁ κόσμος κάμνει λάθη. — Κύριοι! Θὰ ἐξακολουθῶ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν· δὲν εἶμαι σήμερον πολιτικὸς, εἶμαι Παρίας, διότι εἶναι καὶ μεγάλη ἀρετὴ ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅταν βλέπει τὸ σφάλμα του, νὰ τὸ ὁμολογῇ. Τὰ μεγάλα ἔθνη ἐδοξάσθησαν, διότι πάντοτε οἱ μεγάλοι αὐτῶν ἄνδρες δὲν ἐπέμενον εἰς τὰς δοξασίας των, ὅταν ἔβλεπον ὅτι εἶχον ἄδικον, ἀλλ’ ἐπεδίωξαν τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἡμεῖς ἐμπαθῶς ἀπέχομεν. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ Ἀγγλία εἶναι μεγάλη, διατί; διότι αὐτὸς ὁ μέγας πρωθυπουργός Πὴλ, ἀδιστάκτως ὡμολόγησεν, ὅτι εἶχεν ἄδικον ἀντιστρατευόμενος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Κόβδεν, εἰς τὰς περὶ ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου ἰδέας του, κηρύττοντος ὅτι ἡ ἐλευθερία αὕτη εἶναι ἡ εὐημερία τῶν ἐθνῶν. Ἀνθίστατο κατ’ ἀρχὰς ὁ Πὴλ, ἔπειτα ὅμως ἠσπάσθη τὰς ἰδέας τοῦ ἀποστόλου τούτου τῆς Μανχεριστηνῆς σχολῆς, καὶ τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος εἶναι μέγα. Ὁ Θιέρς αὐτὸς ἦτο μοναρχικὸς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ’ εἶδεν ὅτι ἡ Γαλλία θὰ δημοκρατηθῇ, διότι τὰ μεγάλα ἔθνη μόνον διὰ τῆς δημοκρατίας ἀναπτύσσονται, καὶ ἤλλαξεν ἀρχάς. Λέγω λοιπὸν τὴν ἀλήθειαν· ἤμην ἠπατημένος, ἠπατήθην ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ, καὶ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη σφάλλει πολλάκις. Ἰδοὺ, κύριοι, διαβαίνει ἐνώπιόν μου ὁ κ. Βαλασόπουλος· ἴσα ἴσα ἦλθεν εἰς τὴν ὥραν τοῦ θέματος τῆς μεταμελείας (ἱλαρότης). Τὸν κ. Βαλασόπουλον τὸν τιμῶ σήμερον ὑπὲρ πάντα ἄλλον, διότι ὡμολόγησεν μίαν ἀλήθειαν, εἶπεν εἰλικρινῶς, μεταμεληθεὶς, «αἰσθάνομαι ὅτι μέχρι τοῦδε τὸ κόμμα ὑπεστήριζον, δὲν ἔβλεπον εἰς τὰς ἐξελέγξεις ποῖος ἔχει δίκαιον, ἀλλ’ ὑπεστήριζον τυφλῶς τὸ κόμμα, εἶδον ὅμως ὅτι ἤμην ἄδικος.» Ἡ ὁμολογία αὕτη τιμᾷ τὸν κ. Βαλασόπουλον. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω μόνον δι’ αὐτόν· θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι ὅλοι δυστυχῶς καταστρέφομεν ῥιζηδὸν τὸ θεμέλιον τῆς ὑπάρξεώς μας, διότι οὐδεμία ἐξέλεγξις ἐγένετο ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· δὲν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν ἡμεῖς οἱ ἐξελέγχοντες ἑαυτοὺς τὸ δίκαιον, τὴν ἀμεροληψίαν, αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ ἐνεργοῦμεν καὶ πάντες προσέχομεν μόνον τὸ κόμμα νὰ κερδήσῃ, δίδοντες εἰς αὐτὸ τυφλῶς τὴν ψῆφόν μας. Ὅσον θέλεις φώναζε σὺ ὁ ἔχων δίκαιον, ὅσα φυλλάδια καὶ πιστοποιητικὰ ἂν θέλῃς νὰ προσαγάγῃς ἐνώπιον τῆς δικαζούσης σε Βουλῆς, συγγενεῖς, φίλους, τοὺς πάντας προδίδομεν μόνον διὰ τὸ κόμμα. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἐλεεινὴ ἡ κατάστασίς μας· ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμεθα ἔνοχοι, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σῶμα αὐτὸ μὴ ἔχον βάσιν, μὴ ἔχον ἀκρογωνιαῖον λίθον τὴν ἀρετὴν, τὴν δικαιοσύνην, φθάνει ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε. Πρὶν ἔλθω εἰς τοὺς ἄλλους, ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἂν καὶ δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος (ἱλαρότης), ἀλλὰ θέλω νὰ χαιρετήσω καὶ αὐτὸν τὸν ἀξιοσέβ. κ. Χρηστίδην. Μεταξὺ ὅλων τῶν προτερημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις παρουσιάζει, ἔχει καὶ τὴν μεγάλην σημαίαν τοῦ ἰσολογισμοῦ, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, ἀλλὰ τοιοῦτον ἰσοζύγιον ὡς τοῦ κ. Χρηστίδου, πιστεύσατέ μοι ὅτι καὶ ὁ τελευταῖος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἤθελε τὸ κάμει ἀφαιρῶν καὶ προσθέτων. Εἶναι μία προσθαφαίρεσις καὶ τίποτε περισσότερον. Καὶ τί ἀφαιρεῖ, κύριοι; ἀφαιρεῖ τὸν ἄρτον τῶν ὑπαλλήλων, ἀφαιρεῖ τὴν σύνταξιν τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς τάξεις τὸν στρατὸν, ἀφαιρεῖ τὴν ἐξωτερικὴν τοῦ ἔθνους ἀντιπροσωπείαν, ἀφαιρεῖ τόσα ἄλλα! Καὶ τί προσθέτει; προσθέτει — φρίξατε νὰ τ’ ἀκούσητε — προσθέτει, φέρει νομοσχέδιον διὰ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ τοῦ ἅλατος. Ἔτρεξε καὶ εὗρε τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ ὅπως ἐπιβαρύνῃ αὐτὸν καὶ ἔρχεται καὶ λέγει, ἔχω ἰσολογισμὸν (ἱλαρότης). Δὲν πρέπει νὰ γελῶμεν· εἶναι μερικὰ πράγματα ὅπου πρέπει ὄχι νὰ γελᾷ, ἀλλὰ νὰ κλαίῃ τις. Ναί, κύριοι, ἤθελον θαυμάσει πράγματι τὸν κ. Χρηστίδην ἐὰν μᾶς ἐδείκνυεν ἐν τῇ περινοίᾳ του ἐκτάκτους ἐν τῷ Κράτει πόρους ἐσόδων, καὶ αὐξάνων οὕτω τὰ ἔσοδα διὰ μέτρων πράγματι οἰκονομικῶν, μᾶς ἐδείκνυε σήμερον ἓν ἰσοζύγιον τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ναὶ τότε, κ. Χρηστίδη, ἤθελα πολὺ σὲ θαυμάσει διὰ τὰς οἰκονομολογικὰς ἰδέας σου· ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλας τὰς προσθαφαιρέσεις σου αὐτὰς ὑπάρχει, βλέπει τις πάλιν τὸ ἔλλειμμα· διότι εἶναι ἄλλος ὁ τυπωμένος Χρηστίδης καὶ ἄλλος ὁ προφορικὸς Χρηστίδης, ὅστις εἰς τὰς συνεχεῖς ἀγορεύσεις του μᾶς εἶπεν ὅτι ἔχει καὶ περίσσευμα. Δὲν εἶναι, κύριοι, μέγα οἰκονομολογικὸν κατώρθωμα ν’ αὐξήσῃ τις τὸν φόρον τοῦ ἅλατος· ἐδύνασο, κύριε, ἄλλας αὐξήσεις ἐσόδων νὰ φέρῃς. Ἂς συγχωρηθῇ εἰς ἐμὲ τὸν μὴ οἰκονομολόγον νὰ παρατηρήσω ὅτι κάλλιον ἠδύνασο νὰ μᾶς φέρῃς ἓν μονοπώλιον διὰ τὰ χαρτοπαίγνια, ἠδύνασο νὰ αὐξήσῃς τὸν φόρον εἰς τὰ οἰνοπνεύματα, εἰς ἐξαγόμενον καπνὸν, παρὰ ποτὲ νὰ στοχασθῇς διὰ τὸ ἁλάτι τοῦ δυστυχοῦς πτωχοῦ. Εἶναι, κύριοι, θαυμαστόν· κόπτεις τὸν μισθὸν τοῦ ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον θέλεις τίμιον καὶ ἀκέραιον καὶ συνάμα δὲν τοῦ δίδεις τὰ ἀναγκαῖα τῆς διατηρήσεώς του, διὰ νὰ μᾶς φέρῃς τὸν ἰσολογισμόν σου. Διατί, κύριε Χρηστίδη, δὲν ἔφερες μίαν ἄλλην ἐλάττωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
§96ΤΙΝΕΣ. Ἐπρόσθεσε τὸ θέατρον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ τον, κύριοι, μὴ τὸν διακόπτετε.
§98ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, διὰ τὴν θαλαμηγὸν Ἀμφιτρίτην ἐξοδεύομεν 300,000 δραχμὰς διὰ νὰ ταξειδεύῃ κάποτε ἡ Α. Μεγαλειότης, ἐνῷ ἐδύνατο καὶ μὲ οἱονδήποτε ἄλλο πλοῖον πολεμικόν, ὁπόταν θέλει νὰ ταξιδεύῃ ἡ Α. Μ., 300,000 δ’ ἐξοδεύεις ἄνευ λόγου, καὶ ἀπὸ τὸν δυστυχῆ ὑπάλληλον ἀφαιρεῖς τὴν ὕπαρξίν του, διὰ νὰ φέρῃς ἰσολογισμόν! Ἀπὸ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανά, ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους ἀφαιρεῖς τὸν ἄρτον· καὶ τέλος πάντων μὲ ὅλα ταῦτα δὲν ἔχεις ἰσολογισμόν, δὲν ἔχεις ἰσοζύγιον, διότι δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ προϋπολογισμός σου· εἶναι πολλὰ τὰ χρέη τοῦ δημοσίου, πολλαὶ εἶναι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον πρέπει νὰ πληρώσῃ, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχει κἀνὲν κονδύλιον, καὶ αὔριον θὰ μᾶς φέρῃς ξεχωριστὰ νὰ τὰ ψηφίσωμεν, καὶ θὰ ᾖναι μία νέα προσθήκη· ὥστε, κύριοι, οὐδὲν ἰσοζύγιον ἔχομεν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873. (διακοπαὶ ἀριστερόθεν). Φεύγω, κύριοι, ἀπ’ αὐτοῦ, διότι ὁμολογῶ....
§99ΚΑΝΑΒΟΣ ΚΑΙ ΜΑΚΡΗΣ. Ὄχι, ὄχι· θὰ τὰ εἴπῃς δι’ ὅλους.
§100ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Καὶ διὰ τὸν κ. Ζαΐμην θὰ εἴπω, τινά. Προεῖπα ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἦτο τὸ ἀσφαλὲς κριτήριον τῆς διαλύσεως τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ὅπως καλῶς ἐξήγησεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔθιξε πράγματι εἰς τὸν λόγον του μίαν πληγὴν, διότι πληγὴ φαρμακερὰ εἶναι αἱ καλπονοθεύσεις τοῦ 1872, καὶ πράγματι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται συχνὰ τὰ τοιαῦτα ἐντεῦθεν, διότι ἡ ἱστορία αὕτη θὰ ᾖναι λυπηρὰ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους. Δὲν ἦτο μὲν πολιτικὸν τοῦτο διὰ τὸν κ. Ζαΐμην κατὰ τὴν ἰδέαν μου (θόρυβος)· ἀπορῶ ὅμως μὲ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἰς τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ἐχόλιασεν ὡς τὰ μικρὰ παιδιὰ, τὰ ὁποῖα πηγαίνουν εἰς μίαν γωνίαν διὰ νὰ κλαύσουν, διότι ὁ κ. Ζαΐμης, ἐπαναλαμβάνω, εἶπε τὴν ἀλήθειαν, ἐνῷ δὲν ἠδύνατο ἀλλέως νὰ κάμῃ ὁ κ. Ζαΐμης· ἠδύνατο μὲν νὰ ἀποφύγῃ, ἀλλ’ ἐὰν ἐπροκαλεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην ἢ ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον, ἐχρεώστει νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, διότι ἡ ἀλήθεια, προεῖπα, εἶναι ἡ ἀρετὴ ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς νὰ λέγηται πάντοτε. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐτάραξε, εἶναι νὰ ἴδω τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον λέγοντα τὸ φῶς, τὴν ἡμέραν, τὸν οὐρανὸν, νὰ εἴπῃ νύκτα, νὰ ἔλθῃ νὰ ἀναδιφήσῃ καὶ ἀνακεφαλαιώσῃ ὅλας τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1872, καὶ ἐνῷ παντοῦ ἔγειναν ὄργια, εἶπεν ὅτι ἔμειναν καθαραὶ ὡς τὴν χιόνα. Εἶναι, κ. Παπαμιχαλόπουλε, ἱστορία, καὶ ἱστορία κατὰ δυστυχίαν, ἡ ὁποῖα δὲν ἠμπορεῖ νὰ σβεσθῇ, καὶ κάλλιον ἡ ἱστορία αὕτη νὰ λέγεται, κάλιον ἡ ἱστορία αὕτη νὰ ᾖναι εἷς καθρέπτης εἰς τὰς ἐλευσομένας κυβερνήσεις, διὰ νὰ μὴν ἐπαναληφθῇ ποτὲ αὐτὸ τὸ μέγα ἔγκλημα τῶν καλπονοθεύσεων. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃς τὸ θάῤῥος νὰ συνομολογῇς τὴν ἀλήθειαν. Δι’ ὑμᾶς θὰ ἦτον ἀρετὴ, ὁπόταν ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις εἶπεν, ἐδιώχθη ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις, ἀπεπέμφθη ἡ πρώην κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα νὰ δικαιολογήσητε ὅτι δὲν ἀπεπέμφθη, σεῖς, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἔπρεπε νὰ ἔλθητε ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ὁμολογήσητε τὴν ἀλήθειαν, λέγοντες ὅτι τῳόντι ἀπεπέμφθη ἡ κυβέρνησις. Ναὶ, κύριοι! ἔπρεπε νὰ εἴπητε μὲ τὸ μεγαλείτερον θάῤῥος καὶ νὰ προσθέσετε ὅτι ἀληθῶς ἀπεπέμφθη ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὰ 67, ἀπεπέμφθη ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀπεπέμφθη ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, θὰ ἀποπεμφθῇ ὅμως καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη· διατί; διότι ἐκεῖνος ὅστις κολακεύει Βασιλεῖς καὶ δὲν ἐμμένει εἰς τὰς ἀρχάς του, θὰ τιμωρηθῇ ἀπὸ τὴν θείαν δίκην (εὖγε, εὖγε). Εἶναι ὁ μόνος ἀληθῶς πολιτικὸς ἐκεῖνος, ὅστις ὡς πρόγραμμά του, ὡς σημαίαν του ἔχει νὰ μὴ φεύγῃ ποτὲ ἀπὸ τὸν κύκλον τὸν συνταγματικὸν, καὶ μόνον νὰ στηρίζῃ τὰς βάσεις του καὶ ὅλας τὰς δυνάμεις του εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον τὸν ἐνεπιστεύθη ἡ Πατρίς του, νὰ τηρῇ τοῦτο πάντοτε καὶ μόνον τότε ἀληθῶς δοξάζεται. Ὁ προφητάναξ Δαβὶδ εἶπεν, «ἐπικατάρατος ὁ ἐλπίζων εἰς τοὺς ἀνθρώπους!» ἀλλὰ μακάριος ὁ ἐλπίζων εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ πατρὶς εἶναι τὸ δίκαιον, ὁ Θεὸς, καὶ εἰς ἐκείνους δίδει ὁ Θεὸς τὴν ἀληθεινὴν δόξαν. Περαίνων, κύριοι, τὸν λόγον μου....
§101ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι· εἰπέτε τα ὅλα.
§102ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Θὰ εἴπω δι’ ὅλους· καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔκαμε λάθη ὡς καὶ ὁ κ. Ζαΐμης. Ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ τὸ ὁμολογήσω· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔγεινεν ὄργανον χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ καὶ θὰ τὸ εἴπω καθαρά. Προσέξατε μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω τι τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελα· κάλλιον νὰ παραλείψω ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὸ 1867....
§103ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Νὰ ἦσθε συνεπὴς, πρόκειται περὶ ἀληθείας.
§104ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Εἰς τὸ 1867 ἀπεπέμφθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐκλοτσίσθη, ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ἐνῷ εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν τούτου τοῦ κοινοβουλίου μεγάλην, διότι ἐστηρίχθη εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν τῷ Βασιλεῖ οἱ τότε δυνάσται τῆς Εὐρώπης, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν Κρήτην, ἐὰν σβύσωμεν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.
§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρεις;
§106ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Τὸ ἠξεύρω. Εἶπα, μὴ μὲ ἀναγκάζετε, διότι θὰ εἴπω ἀληθείας, καὶ καλλίτερα ἀφήσατέ με νὰ καταβῶ ἀπὸ τὸ βῆμα (διότι πολλάκις δὲν λέγονται αἱ ἀλήθειαι).
§107ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι, καὶ τὰ ἄλλα.
§108ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔκαμε καὶ αὐτὸς μέγα πολιτικὸν λάθος, καὶ ἰδοὺ ὑπηρέτησεν καὶ αὐτὸς τυφλὰ τὴν Βασιλείαν, καὶ οὐχὶ τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ἐτιμωρήθη καὶ αὐτὸς ὅπως οὐδεὶς ἄλλος· ὑπέγραψε μὲν τὸ πρωτόκολλον τῆς ταπεινώσεως κατὰ τὴν ἰδέαν μου (ἓν μόνον παρατηρεῖται εἰς τὸν κ. Ζαΐμην ὅτι τὸ ἔκαμεν ἐν πεποιθήσει νομίζων ὅτι ἔσωσε τὴν πατρίδά του, αὐτὸ μάλλιστα τὸν τιμᾷ)· ἀλλ’ ἐτιμωρήθη, ἐδιώχθη καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρῃ ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι τὰ ἔθνη δὲν φυλάττουν ταῖς κορδέλλαις τοῦ Σκουζὲ, τὰ συμφέροντα ἰδιωτῶν· αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Σῦρος καὶ αἱ Πάτραι ἂς ἐγίνοντο ὁλοκαύτωμα ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς δόξης τῆς πατρίδος· τὰ ἔθνη ἔχουν ἱστορίαν καὶ ἐξ αὐτῆς καὶ μόνον ὁδηγοῦνται, καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ μεγαλεῖον αὐτῶν. Οἱ μεγάλοι ἄνδρες δὲν σκέπτονται διὰ τὸ παρὸν, ἀλλὰ διὰ τὴν αἰώνιον τιμὴν καὶ ὕπαρξιν τῆς φίλης αὐτῶν πατρίδος.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Λαμπρὰ, λαμπρά.
§110ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Καὶ τέλος τὸ τελευταῖον ὄργανον τῆς πτώσεως τῆς πολυπαθοῦς ἡρωϊκῆς Κρήτης ἦτον αὐτὴ ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Βούλγαρη, διότι καὶ αὐτὸς (πιστεύω χωρὶς νὰ θέλῃ) ἀλλ’ ἐπρόδωκεν οἰκτρὰ τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα ἐξυπηρετήσας ἁπλῶς ξένα συμφέροντα, διότι ἐπίστευσεν εἰς ξένους, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐκλοτσίσθη, ἐδιώχθη. Εἶπον, εἶμαι σήμερον Παρίας, θὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν. Περαίνων τὸν λόγον μου, σᾶς ἐπαναλαμβάνω.
§111ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸ 5ον κόμμα;
§112ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀνεφάνη, εἶναι εἰς τὴν ἀρχὴν εἰσέτι. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω ἐν τέλει, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ὅπως τὴν ὠνόμασαν τέρας· ὄχι, κύριοι, καὶ χαίρω διότι αὗται αἱ τελευταῖαι ἡμέραι τὸ ἀπέδειξαν· ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐποφθαλμιᾷ τὴν ἐξουσίαν· εἶναι εὐτύχημα διότι ἡ κυβέρνησις μένει καὶ πρέπει νὰ μείνῃ διὰ νὰ φανῇ ὁποία εἶναι. Λυπηρὸν ἦτο μόνον διὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, διότι ἀντὶ οἰκογενιακῶς, ἐὰν ἐνόμισεν ὅτι προσεβλήθη ἡ μερίς του, νὰ ἔλθῃ εἰς οἰανδήποτε ἐξήγησιν, τί ἔκαμεν; ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ἐχόλιασεν, ἐφοβήθη κατὰ τὴν ἰδέαν μου μήπως ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἢ ὁ κ. Ζαΐμης ἢ κἀνεὶς ἄλλος καὶ δὲν ἤθελε συμετάσχει τῶν λαφύρων τῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ χαίρω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἀνεδείχθη ὅπως τὴν ἐνόμιζον, ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ ἀναγκαιοτέρα δύναμις νὰ ὑφίσταται εἰς ἓν ἐλεύθερον κράτος· ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ἐμπνέεται ἀπὸ ἐθνικὰς ἀρχὰς καὶ μὲ ἄγρυπνον ὄμμα ἐπιβλέπει τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, εἶναι ὁ ἐλεγκτὴς, ὁ ἐξεταστὴς ὅλων τῶν διαβημάτων τῆς κυβερνήσεως, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ σημερινὴ ἀντιπολίτευσις, καὶ τοιαύτην μόνον ἐννοῶν αὐτὴν, θέλει εἶμαι τεταγμένος καὶ ἐγὼ εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δι’ ὃ καυχώμενος θεωρῶ τιμήν μου διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ σημερινὴ ἔχει τὸν ἀληθῆ προορισμόν της, ἔχει τὸν καθαρὸν σκοπόν της· δὲν εἶναι ἀντιπολίτευσις νὰ ἐποφθαλμιᾷ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ἔχει ἀρχὰς νὰ κηρύξῃ, νὰ προστατεύσῃ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματός μας, τὸ ὁποῖον ποτὲ ἄλλοτε δὲν κατεπατήθη, δὲν κατεκερματίσθη ὅσον ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι εἶναι ὁ ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τοῦ Συντάγματος. «Ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσιν» εἶναι μέγα ῥητόν.
§113ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖον δηλαδή; (συνδιαλέξεις μεταξὺ διαφόρων Βουλευτῶν). — Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ δώσετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ζητήσω μίαν πληροφορίαν· ἐπληροφορήθην ὅτι τὰ πρακτικὰ Γορτυνίας ἀπὸ χθὲς εὑρίσκονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι πληροφορία, ἀλλ’ ἐπερώτησις.
§115ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πληροφορίαν ζητῶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§116ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ φροντίσῃ ὁ κύριος Πρόεδρος νὰ ἔλθουν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη φροντίς.
§118ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι νέος τρόπος τοῦ ἀπαντᾶν εἰς τοὺς Βουλευτάς· ἴσως εἰς τὴν Κόρινθον ἔμαθε. — Δὲν ἀνέχομαι ἀπὸ κανένα τοιοῦτον τρόπον ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§119ΖΑΪΜΗΣ. Τὰ ἔγγραφα ἔφθασαν διὰ τοῦ ἀτμοκινήτου εἰς τὸ ὑπουργεῖον· δὲν πιστεύω τὸ ὑπουργεῖον νὰ κρατῇ ἐκεῖ τὰ ἔγγραφα μὲ σκοπόν.
§120ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπάρχει σκοπὸς, διὰ νὰ μὴν εἰσέλθουν οἱ Γορτύνιοι εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον.
§121ΖΑΪΜΗΣ. Ἅμα ἔλθουν, νὰ προσπαθήσητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ τὸ τμῆμα.
§122ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁσάκις ἐγείρεται πολιτικὸν ζήτημα, κύριος σκοπὸς τῆς ὑποκινήσεως τούτου εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ὑπουργείου· καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν κατὰ τὰ 1870 τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη παρῃτήθη καὶ τὸ διεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, δὲν ὑπῆρχε καθόλου λόγος περὶ ἀνατροπῆς ὑπουργείου, ἀλλὰ περὶ ἐγκαινίσεως ἀρχῶν τινων συνταγματικῶν, αἵτινες πρέπει νὰ διέπωσι τὰ τῆς πολιτείας· ὅταν δὲ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς δι’ ἐπερωτήσεως ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς συζήτησιν, δὲν ἐδίστασα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ μακρὸν νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δὲν εἶναι λοιπὸν νέαι αἱ ἰδέαι μου, δὲν εἶναι νέαι αἱ ἀρχαί μου, ὅτι ὁσάκις ἀναφύεται ζήτημα συνταγματικὸν, καὶ ὅταν κατὰ τὴν πεποίθησίν μου βλέπω ὅτι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ τὸ Σύνταγμα παραβιάζωνται, ἔχω καθῆκον, ἐνόσῳ ὑπάρχω ἐντὸς τοῦ Σώματος τούτου, νὰ λαμβάνω τὸν λόγον· ποῖα δὲ θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον δι’ ἐμέ. Ἐγὼ πολιτεύομαι, ἑπομένως ἡ γνώμη μου πρέπει νὰ ᾖναι καθαρὰ, πρέπει νὰ ᾖναι σαφὴς καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸ ἔθνος καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη ἔπεσε κατὰ τὴν 7 ἢ 8 Ἰουλίου 1872, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης προσεκλήθη νὰ σχηματίσῃ νέον ὑπουργεῖον. Ὁ σχηματισμὸς τοῦ νέου ὑπουργείου ἐτεκμηρίου ἐκ πρώτης ὄψεως τὴν διάλυσιν τῆς τότε Βουλῆς. Ὑπὲρ τῆς διαλύσεως τῆς τότε Βουλῆς ἤμην, κύριοι, καὶ ἐγώ· καὶ δὲν ἤμην, ὅταν προσεκλήθη ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ σχηματίσῃ τὸ ὑπουργεῖον, ὑπὲρ τῆς διαλύσεως, ἀλλὰ πρὶν ἢ συγκροτηθῇ αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου πολεμήσαντες κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὰς παρανομίας, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προείπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ὅπως πορεύεται, δὲν δύναται νὰ ᾖναι βιώσιμος· καὶ ἡ προφητεία μας ἐκείνη δὲν ἦτο προφητεία, ἀλλὰ προϊὸν, τὸ ὁποῖον προήρχετο ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἱστορίας, καὶ τὰ προϊόντα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἱστορίας καὶ τῆς πείρας οὐδέποτε διαψεύδονται. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν τῆς 8 Ἰουλίου ἦλθε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, νὰ ἐνεργήσῃ νέας ἐκλογὰς ὅπως πεισθῇ ὁ τόπος, ὅτι οἱ ἐκλεχθησόμενοι βουλευταὶ θὰ ᾖναι ἀληθῶς τὸ προϊὸν τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ λαοῦ. Οὐδεὶς ἄλλος πολιτικὸς λόγος ὑπῆρχεν διὰ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, διότι, ὡς σᾶς εἶπα καὶ κατὰ τὰ 1871 τὸν Ἰανουάριον, αἱ διαλύσεις καὶ αἱ λοιπαὶ προνομίαι τῆς Βασιλείας δὲν πρέπει νὰ δίδωνται εἰμὴ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας· καὶ ὅταν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ μόνον, ἀλλὰ μόνον τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, τότε ἐννοῶ, κύριοι, τὴν προνομίαν αὐτὴν καλῶς ἐξασκουμένην· διότι αἱ προνομίαι δὲν ἐδόθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἀτομικὰ συμφέροντα· ἄλλος δὲ λόγος πρὸς κρίσιν δὲν ἐτίθετο ἐνώπιον τοῦ λαοῦ· καὶ γνωρίζετε ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ προσκληθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς ὁ λαὸς διὰ διαλύσεως, πρέπει νὰ γνωρίζῃ καθαρῶς τὸν λόγον ἢ τὴν πολιτικὴν διαφοράν, ἥτις ὑφίστατο μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ ἔλθῃ οὗτος ὁ ἀνώτατος δικαστὴς διὰ τῆς ψήφου του νὰ ἀποφασίσῃ. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ νομίμων ἐκλογῶν· ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ ὑψώθησαν μέγισται φωναὶ καὶ δικαιόταται κατὰ πολλῶν ἐκλογῶν. Λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ κατηγορήσω κανένα, διότι ἄνθρωπος, σχὼν τὸ θάῤῥος νὰ πολεμήσῃ τὰς παρανομίας κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, δὲν ἔχει καμμίαν ἀνάγκην σήμερον νὰ φέρῃ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου.
§123ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Τώρα ὅμως κατηγορεῖς, ἐνῷ τότε ὑπερασπίσθης.
§124ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγώ.......
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· ἂν ἐπιθυμῆτε, ἐγγραφεῖτε.
§126ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ᾖναι εἰς τὸ θέμα.
§127ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν ποῖον λόγον ἔδωκε τὸ ὑπουργεῖον, διαλύσαν τὴν Βουλήν. Τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ διαλύεται, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐλεύθεραι ἐκλογαὶ καὶ ἀναβιβασθῶσιν εἰς τὰ συμβούλια τοῦ Στέμματος τὰ προϊόντα τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν τῳόντι αὐτὸς ἦτον ὁ σκοπός, ὁ πόθος ὁ εἰλικρινὴς τοῦ ὑπουργείου. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὁ πόθος αὐτὸς, ὅστις ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου, δὲν ἦτο παρὰ μία πρόφασις, ὄπισθεν δὲ τῆς προφάσεως αὐτῆς ἦτο καθαρῶς τὸ προσωπικὸν συμφέρον τῶν ὑπουργῶν. Τὸ ὑπουργεῖον ἦλθε τὴν 8 Ἰουλίου καὶ ἡ Βουλὴ διελύθη περὶ τὰ μέσα, νομίζω, τοῦ Δεκεμβρίου. Ὁ σκοπὸς ἄρα διὰ τὸν ὁποῖον διελύθη δὲν ἐπληρώθη, διότι ἐλησμονήθη ὁ λόγος ἐν τῇ συνειδήσει ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους· ἐλησμονήθη δὲ τόσον περισσότερον καθόσον τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο συνειργάσθη μετὰ τῆς Βουλῆς, ἦλθεν εἰς συνάφειαν μετ’ αὐτῆς, ἔλαβε νόμους παρὰ τῶν χειρῶν αὐτῆς καὶ διὰ τῶν νόμων αὐτῶν ἔμελλε νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1872. Ὅταν λοιπὸν ἐξέλιπεν ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ διάλυσις, δὲν ἔμεινεν ἢ ἡ ἀληθὴς αἰτία, ἥτις ἦτο τὸ καθαρῶς προσωπικὸν συμφέρον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὅταν, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον ἐπίστευεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο προϊὸν βίας, καὶ τὸ ἐπίστευσεν εὐσυνειδήτως, ὤφειλεν ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὸν τόπον διὰ τῆς πράξεώς του τὸν λόγον, ποιούμενον χρῆσιν τῆς Β. προνομίας. Τότε ἠννόουν, ὅτι ἡ προνομία ἐξησκήθη χάριν τῆς πολιτείας. Πλὴν σκοπὸς, ὡς σᾶς προεῖπον, ἄλλος ἦτον ὁ προκηρυχθεὶς, ἄλλος δὲ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Β. προνομία εἶναι ἓν ῥοσφέτιον, τοῦ ὁποίου δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν πρὸς τὸ συμφέρον αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἔχετε, κύριοι, μόνον τὴν ἀπόδειξιν αὑτὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπα, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ὅ,τι σᾶς λέγω εἶναι ἀληθές; Ὄχι· ἔχετε καὶ ἄλλην βεβαίαν καὶ ἀλάνθαστον. Τὸ ὑπουργεῖον πρὸ τῆς διαλύσεως, ὡς ἀπέδειξεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, εἶχεν ἐν τοῖς κόλποις αὑτοῦ μέλη, τὰ ὁποῖα ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες κατηγορήθησαν ὡς παράνομοι, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς προσελήφθησαν καὶ μέλη, τὰ ὁποῖα κατηγοροῦντο διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν τῶν ἰδίων κυρίων ὑπουργῶν, ὡς εἰσελθόντα παρανόμως ἐν τῇ Βουλῇ. Πιστεύετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἐμφάνισις τοιούτων προσώπων ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον ἐπαίρεται ὅτι ἦλθε νὰ ἐνεργήσῃ ἐλευθέρας ἐκλογὰς, πιστεύετε, λέγω, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τοιούτων προσώπων ἦτον ἐγγύησις πλέον διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ νομιμότητα τῶν ἐκλογῶν; Λοιπὸν ἄλλαι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ὑπουργείου, αἱ κατὰ τὸ φαινόμενον, καὶ ἄλλαι αἱ πραγματικαί. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον διελύθη ἡ Βουλὴ, ἦτο πρόφασις, διότι τὸ ἔθνος μετὰ ἓξ μῆνας ἀπὸ τῆς προσκλήσεως τοῦ νέου ὑπουργείου ἐνεργῆσαν ἐκλογὰς, δὲν εἶχε πλέον ὑπ’ ὄψιν του τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐκαλεῖτο νὰ φέρῃ τὴν κρίσιν του, δὲν ἐπίστευε δὲ καὶ τὸν λόγον τοῦτον, ἕνεκα τῆς προσωπικῆς συγκροτήσεως τοῦ ὑπουργείου. Αἱ ἐκλογαὶ, κύριοι, ἐνηργήθησαν. Δὲν θὰ ἦμαι ἄδικος, εἶμαι πληρέστατα κατὰ τοῦτο σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη· ἐκτὸς πέντε ἢ ἓξ ἐπαρχιῶν, αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐνηργήθησαν νομίμως. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω καὶ δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω κἀνένα, καὶ διὰ τοῦτο ὅταν εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν, γενομένου λόγου περὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης, προσεκλήθην ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποφανθῶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων ἐφέρθη ὡς ἐμπρέπει εἰς στρατιώτας τακτικούς. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐκείνη διευθύνετο καὶ διῳκεῖτο ἀπὸ τὸν ἀπόγονον τοῦ Ζαχαριᾶ. Ὁ ἀπόγονος δὲ τοῦ Ζαχαριᾶ, ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ὡς στρατιώτης, ἔχει ἀκόμη καὶ τὴν συναίσθησιν, ὅτι διὰ νὰ ἴδῃ τὴν πατρίδα του ἐλευθέραν ἐδέησε νὰ σταλῶσι πολλαὶ κεφαλαὶ ἐκ τῆς οἰκογενίας του εἰς τὸν τάφον. Ἀλλ’ αἱ ἐκλογαὶ αὗται, κύριοι, ἦσαν σημαντικαί, διότι εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς ἐνδιεφέρετο πρόσωπον πολιτικὸν σημαντικότητος σπουδαίας διὰ τὸν τόπον μας τὸν μικρόν. Καὶ, κύριοι, δὲν ἔχετε γνώρισμα ἄλλο σπουδαιότερον καὶ ἀσφαλέστερον νὰ κρίνητε ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν καλῶς ἢ κακῶς εἰμὴ τὴν παρουσίαν ἢ μὴ τῶν σημαντικωτέρων πολιτικῶν προσώπων. Δὲν δύναμαι, κύριοι, ἐγὼ νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι δύνανται νὰ ἀποκλείσωσιν ἄνευ λόγου ἀνθρώπους, οἵτινες τιμῶσιν ἕνα τόπον διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας των. Δὲν ἔχω δ’ ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ἄλλα παραδείγματα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, ἀρκοῦμαι δὲ εἰς τὴν ψῆφον τὴν ἰδικήν σας, ἡ ὁποία εἰς μίαν ἐκλογὴν δὶς ἔφερε ψῆφον μέλαιναν, κατάμαυρην. Ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριοι, αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο, ἡ ἐξέλεγξις ἐγένετο· ἡ ἡμερησία διάταξις μᾶς ἐκάλει νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐκλέξωμεν τὸν πρόεδρόν μας, ὅτε αἴφνης ἀναγινώσκεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου βιαίως καὶ παρατύπως, ἵνα μὴ εἴπω παρανόμως, διακόπτονται αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος τούτου· ὡς λόγον δὲ ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπλησίαζον αἱ ἡμέραι τοῦ Πάσχα, ἔπρεπε νὰ ἀπέλθωμεν ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια. Σᾶς παρακαλῶ ὅλους νὰ ἀναφέρετε ἐκ τῆς συνταγματικῆς ἱστορίας ὅλων τῶν ἐθνῶν ἓν παράδειγμα διακοπῆς τοιοῦτον κοινοβουλίου. Διὰ νὰ διακοπῇ, κύριοι, ἓν Σῶμα, ἢ νὰ γείνῃ χρῆσις μιᾶς προνομίας βασιλικῆς πρέπει τὸ Σῶμα νὰ ᾖναι πλῆρες καὶ συγκεκροτημένον. Πρέπει οὐ μόνον νὰ τελειώσουν αἱ ἐξελέγξεις, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποτελεσθῇ τὸ προεδρεῖον· διότι μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προεδρείου λαμβάνει χώραν ἡ ἐπίσημος, οὕτως εἰπεῖν, γνωριμία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Βασιλέως· τότε ἡ Βουλὴ δύναται διὰ τοῦ προεδρείου νὰ χαιρετήσῃ τὸν Βασιλέα· διατί λοιπὸν, κύριοι, ἤλθετε νὰ μᾶς διακόψετε καὶ νὰ μᾶς ἀπεστείλετε εἰς τὰς ἐπαρχίας πρὶν μᾶς δώσετε τὸν καιρὸν νὰ χαιρετήσωμεν τὸν Βασιλέα; Ὑποψία ὅμως ἦτον ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ πλειονοψηφία δὲν ἤθελε κλίνει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Λέγω δὲ σήμερον, ὅτε εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, ὅτι καθιερώθη κακὸν προηγούμενον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τῆς Ἑλλάδος, νὰ θεωρῆται πολιτικὸν ζήτημα ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου. Ὁ πρόεδρος ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς πρόσωπον, ἔπρεπε μόνον νὰ ᾖναι τῆς καθαρᾶς θελήσεως τῆς Βουλῆς πρὸς διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς. Ἀλλὰ τέλος πάντων τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ συνήθεια ἡ συνταγματικὴ, καὶ πολλὰ ὑπουργεῖα ἔπεσαν, καὶ ἐγὼ ἀκόμη ὡς ὑπουργὸς ἔπεσα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου. Καὶ λέγεται, κύριοι, αὐτὴ ἡ πολιτεία, πολιτεία συνταγματικὴ, καὶ ἐπολιτεύθη οὕτω φερθὲν τὸ ὑπουργεῖον συνταγματικῶς; ὄχι, μὴ πλανᾶσθε· πᾶς κτύπος, ὁ ὁποῖος δίδεται παρὰ τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ κοινοβούλιον, καταστρέφει εἰς τὰς βάσεις αὐτῆς τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινοβουλίου καὶ τοῦ Συντάγματος. Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὁ νομίζων ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ κυβερνηθῇ ἄλλως, παρὰ συνταγματικῶς. Λέγων ὅμως συνταγματικῶς, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς ψευδομάρτυς ἐντὸς τῆς πολιτείας πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν σχεδίων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· τὸ κοινοβούλιον πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τὴν ὑψηλὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθεσαν οἱ νόμοι τῆς πολιτείας· ἅμα καταβῇ αὐτῆς, καθίσταται πάντῃ περιττὸν, καὶ οὐ μόνον περιττὸν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον· ἢ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν, ὅτι πρέπει νὰ κρατῇ ὑψηλὰ τὴν μεγάλην ἐθνικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς χεῖράς του, ἢ ἐῤῥέτω τοιοῦτον κοινοβούλιον. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου, χθὲς δὲ ἀνεπτύχθη μία θεωρία παρὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι, εὑρίσκομαι εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν νὰ τὴν ἀποκρούσω. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι ἅμα τὸ Σῶμα ἐξελεγχθῇ καὶ καταρτισθῇ, τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ πλέον παράνομον; οὐδεὶς βεβαίως, οὐδείς. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει δύω ἰδιότητας, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν πολιτικήν· ὡς νομοθετικὸν σῶμα ὅ,τι ψηφίζει γίνεται νόμος τοῦ Κράτους, ἔχει ἰσχὺν ἀκλόνητον ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ· ὡς πολιτικὸν ὅμως σῶμα ἔχει ἀνάγκην μιᾶς ἠθικῆς βεβαιότητος, τῆς ὁποίας ὅταν στερῆται δὲν σημαίνει τίποτε. Καὶ δὲν ἔχετε σήμερον σεῖς νόμους ἰσχυροὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποκύπτετε, ψηφισθέντας ἀπὸ τὰς Βουλὰς τοῦ Ὄθωνος, τὰς ὁποίας κατηγορεῖτε; καὶ δὲν ἔχετε διατάγματα φέροντα τὴν ὑπογραφὴν μόνου τοῦ Ὄθωνος, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὡς νόμοι τοῦ κράτους; Ἀλλὰ τὸ σῶμα ἐκεῖνο, ἡ Βουλὴ ἐκείνη, διότι δὲν εἶχε τὴν ἠθικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, διὰ τοῦτο ἔπεσε καὶ συμπαρέσυρε μαζῆ της καὶ αὐτὸν τὸν Βασιλέα. Δὲν ἀπαιτεῖται λοιπὸν, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, τυπικῶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ νόμους καὶ οἱ νόμοι νὰ ᾖναι στερεοὶ εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἠθικὴν δύναμιν, ἥτις τῇ εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ διευθύνῃ καὶ ποδηγετῇ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας· καὶ ἂν ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ εἶχεν ὅλην τὴν ἠθικὴν δύναμιν, ἥτις ἀπῃτεῖτο, μὴ νομίσετε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ὅτι ἦτον εὔκολον εἰς κᾀνένα νὰ τὴν λακτίσῃ. Κρατήσατε τὴν θέσιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ὑψηλὰ, καὶ πιστεύσατε ὅτι οὐδεὶς θὰ ᾖναι θρασὺς καὶ τολμητίας, ὅστις θὰ ἔλθῃ νὰ λακτίσῃ κατὰ μέτωπον τὴν Βουλὴν ὅταν ὅμως τὴν ῥίπτωμεν εἰς τὸν βόρβορον, ὅταν τὴν ῥίπτωμεν εἰς τὴν κόνιν, καὶ ὁ τελευταῖος ὑπαλληλίσκος λακτίζει αὐτήν. Τὰς αὐτὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1871, τὰς αὐτὰς ἰδέας ἐξέφρασε καὶ κατὰ τὸ 1873, ὅτι ὁσάκις καλεῖται ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἀμέσως ἡ συγκατάθεσις τοῦ σώματος τοῦ νομοθετικοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διαλυθῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ, ὅπως φέρῃ τὴν ψῆφόν του ὁ λαός. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ μὲ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, διότι τὸ δόγμα του τὸ συνταγματικὸν εἶναι ἀναίρεσις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Συντάγματος, αὐτῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Ὅταν εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἔχετε διαρκῆ καὶ ἐνδελεχῆ τὴν ἐπιδοκιμασίαν καὶ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς· νομίζετε δὲ ὅταν φεύγῃ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἴτε διὰ νομίμου λήξεως, εἴτε ἄλλως πῶς, δὲν ἔχει τὸ ὑπουργεῖον ἀνάγκην τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς; ἤτοι ἀργεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἔθνους; Κύριοι, πλανᾶσθε πλάνην φοβερὰν, οἰκτρὰν, πιστεύοντες, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ᾖναι συνεχὴς ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἔθνους πρὸς πᾶν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὴν τύχην αὐτοῦ. Ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι ἰδέαι ἐπαναστατικαὶ, λέγει ὁ κύριος πρωθυπουργός. Ὄχι, δὲν εἶναι ἰδέαι ἐπαναστατικαὶ, εἶναι ἰδέαι συνταγματικαὶ, καθαρῶς συνταγματικαί· διότι εἰς οὐδεμίαν περίστασιν ἐν συνταγματικῷ κράτει πρέπει νὰ λείπῃ ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον διευθύνει τὰς τύχας αὐτοῦ· ἄλλως, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπικαλεῖσθε τὸ Σύνταγμα. Ὑποθέτω ὅτι διέφυγε προχθὲς τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἡ φράσις, ὅτι εἶχε τὴν ὑποστήριξιν τῆς τελευταίας Βουλῆς· κατ’ ἐμὲ δὲν τὴν εἶχε, διότι δὲν ὑπέδειξε ποτὲ ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους τὸν κ. Δεληγεώργην. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅτε ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς εἰς τὴν ψηφοφορίαν, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν διὰ τῆς ἐγκυκλίου του· διότι εἰς τὴν ἐγκύκλιον ἐπισήμως ἐβεβαίου τὸ ἔθνος, ὅτι ὁσάκις αἱ μειονοψηφίαι καλοῦνται εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ διαλύωνται αἱ Βουλαὶ, ὅπως φέρῃ ὁ λαὸς τὴν ψῆφόν του. Πλὴν καὶ τὸ δόγμα τοῦτο εἶναι ἀληθές; Ὄχι· διότι εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη οὐδέποτε αἱ μειονοψηφίαι καλοῦνται· κληθεὶς δὲ πάντοτε ἐκ τῆς μειοψηφίας ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν ἐκλήθη ποτὲ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ. Πλὴν ἔστω· τότε δυοῖν θάτερον, ἢ δὲν εἶχε τὴν πλειψηφίαν καὶ ὤφειλεν ἀμέσως νὰ διαλύσῃ τὴν Βολὴν καὶ νὰ μὴ παρέλθῃ οὔτε στιγμὴ, καθ’ ἣν νὰ φαίνεται ὅτι ζῇ μόνον μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς μιᾶς ἐξουσίας, ἀλλὰ μὲ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, ἢ τὴν εἶχε, καὶ κατὰ τὸ δόγμα του δὲν ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Πλανῶνται δ’ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξουν ἐρωτῶντες, δὲν βλέπετε τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς παρουσιάζομεν, ἔνθεν μὲν συμβάσεις περὶ Λαυρίου, ἔνθεν δὲ συμβάσεις περὶ σιδηροδρόμων, ἐκεῖθεν συμβάσεις περὶ τομῆς τοῦ ἰσθμοῦ κτλ; Ὅλα σᾶς τὰ χαρίζομεν, θέλομεν δὲ νὰ κρατήσωμεν διὰ τὸν τόπον τὴν ἐλευθερίαν, ἣν ἀπεκτήσαμεν διὰ ποταμῶν αἵματος, τὴν ἐλευθερίαν τὴν συνταγματικὴν, τὰς ἐλευθέρας ἐκλογάς· ὅταν μοὶ δώσετε ταῦτα, τὰ λοιπὰ εἶναι συνέπεια. Πλανᾶται ὁ πιστεύων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν μεγάλην ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἄνευ τῆς συνταγματικῆς βιώσεως αὑτῆς. Ἔχετε ἄπειρα παραδείγματα ἐνώπιόν σας, παράδειγμα χθεσινὸν μεγίστου ἔθνους· οὕτως ἐφώναζον πρὸ ὀλίγου εἰς τοὺς Γάλλους, ἰδοὺ τὰ πλούτη ῥέουσιν εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ ἔῤῥεον ἀληθῶς, οὐχὶ πλούτη εἰκονικὰ, οὐχὶ πλούτη, τὰ ὁποῖα φαίνονται εἰς χαρτιὰ, καὶ κυκλοφοροῦσιν εἰς τὴν ὡραίαν Ἑλλάδα, ἀλλὰ πλούτη ἀληθῆ καὶ ὄχι φωνασκίαι πρὸς δημοκοπίαν. Ἰδοὺ ἡ εὐημερία σας, καὶ ἐκεῖ ἐφώναζεν ὁ ἀπολυτισμὸς πρὸς τοὺς Γάλλους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὸ ἀληθὲς πολίτευμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διοικηθῇ ὁ μεγάλος ἐκεῖνος λαὸς, ἰδοὺ πλούτη σᾶς ἐδώκαμεν, δόξαν σᾶς ἐκάμαμεν, ἱστορίαν διὰ τοῦ πολέμου τῆς Κριμαίας, διὰ τοῦ πολέμου τοῦ 1859 κατὰ τῆς Αὐστρίας· ἀλλ’ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζοντο ταῦτα, ἦτο σαθρά· δὲν παρῆλθον 10 ἔτη καὶ τὰ πάντα μετὰ τῆς αὐτοκρατορίας ἔπεσαν, καὶ δυστυχῶς συνέπεσε καὶ συνετάφη καὶ ἡ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς Γαλλίας. Πλανᾶται ὅστις νομίζει, ὅτι θὰ ποδηγετήσῃ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ δι’ ἄλλης πολιτικῆς, οὐχὶ δὲ διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Αἱ ἔνεδραι, αἱ ὁποῖαι στήνονται κατὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, βλάπτουσι φοβερὰ τὴν πολιτείαν καὶ τὸ Στέμμα. Ὅσοι λέγουσι, κύριοι, ὅτι τὸ ἔθνος θὰ εὐημερήσῃ καὶ ἡ βασιλεία θὰ δοξασθῇ, ὅταν τὸ κοινοβούλιον ἄγεται καὶ φέρεται κατὰ τὰς ὀρέξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω μετὰ τῆς μεγαλειτέρας φωνῆς, διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ ὅλη ἡ Ἑλλὰς, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ πρώτιστοι ἐχθροὶ τῆς βασιλείας.
§128Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν εἶσθαι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι αὐλικοί.
§129ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Δημητριάδη· ἐγὼ πολιτεύομαι πάντοτε καθαρὰ (θόρυβος) Ἐγώ, κύριε Δημητριάδη, ὅταν ἦλθα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἦλθα μαζῆ μὲ τοὺς φίλους μου· δὲν ἐζητήσαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, οὔτε ἀλλαχοῦ συναδέλφους, ἄνδρας τοὺς ὁποίους οὔτε εἴδομεν, οὔτε ἐχαιρετήσαμεν. Ἤλθομεν μὲ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους συμπολιτευόμεθα, μὲ τοὺς ὁποίους ἠγωνιζόμεθα ἐν τῷ κοινοβουλίῳ.
§130ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δὲν ἐσχηματίσατε ποτὲ κυβέρνησιν· βλέπω ὅτι ὁμιλεῖτε ὡς πρωθυπουργός.
§131ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγω αὐτὸ, κύριε Κατσίνα· δὲν ἤμην πρωθυπουργὸς καὶ μάλιστα οὔτε εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ γείνω πρωθυπουργός. Ἤμην ὅμως πολιτικὸν πρόσωπον ἀνῆκον εἰς μίαν μερίδα, καὶ ὅταν ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω συνταγματικῶς, ἦλθα μετὰ τῶν φίλων μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον· δὲν ἦτο τὸ ὑπουργεῖον μας ἓν ὑπουργεῖον ἀνθρώπων συναντηθέντων κατὰ τύχην. Τόσον δὲ βέβαιον, κύριε Δημητριάδη, εἶναι τοῦτο, ὥστε ἀκόμη πρὶν ἐπέλθῃ ἡ διαίρεσις μεταξὺ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἡμῶν, ἐκ τῶν προτέρων ἦτο γνωστὸν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελε σχηματίσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ εὐτύχημα οὐδέποτε σὺ τὸ εἶχες, διότι δὲν ἐγνώριζες ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κόμματός σου (θόρυβος). Παρακαλῶ τὸν κ. Δημητριάδην νὰ ἀναγνώσῃ τὸν λόγον μου, διὰ νὰ ἴδῃ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὴν 21 Ἰανουαρίου 1871· θέλει ἰδεῖ ὅτι οὔτε κατὰ μίαν κεραίαν, οὔτε κατὰ ἓν ἰῶτα δὲν διαφέρει ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω σήμερον. Καὶ ἐν τῷ ὑπουργείῳ καὶ ἐν τῇ συμπολιτεύσει καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἐτήρησα πάντοτε τὴν αὐτὴν γραμμήν.
§132ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶσθε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας.
§133ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ μάλιστα. Ὁ κ. Χρηστίδης ἔφερεν ἐδῶ μίαν οἰκονομίαν, κατὰ τῆς ὁποίας θὰ κηρυχθῶ, τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν. Καὶ ἠξεύρετε διατὶ θὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς καταργήσεως τῶν πρεσβειῶν; διότι μόλις ἐτελείωσαν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Κερκύρας, ἥτις μοὶ ἔλεγεν ὅτι αἱ πρεσβεῖαι θὰ καταργηθῶσι, διότι ἀδελφὸς πρέσβεώς τινος δὲν εὐχαρίστησε τὸν ἐδῶ ἰσχυρόν (θόρυβοι). Καὶ αἱ πρεσβεῖαι μετ’ οὐ πολὺ κατηργήθησαν.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε ἄδικον, διότι κατὰ τὸ 1870 ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Δεληγεώργη περιελάμβανε τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν.
§135ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε ὅ,τι θέλετε, Ὁ κ. Δεληγεώργης ἦτον εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρὸ τόσου καιροῦ καὶ ὅμως αἱ πρεσβεῖαι κατηργήθησαν τώρα.
§136ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τώρα συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός.
§137ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μοῦ λέγει ὅτι τώρα συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός. Μάθετε, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι ὁμιλεῖτε πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τί ἐστὶ προϋπολογισμός. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι ἐνεγράφη μία δαπάνη, νὰ ἐξαντληθῇ· δὲν ἦτο γεγραμμένη μάλιστα ἡ δαπάνη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, ὡς λέγετε· ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς σήμερον ὑπεβλήθη καὶ εἶναι ἀπολογισμός. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν νὰ μὲ εἴπητε, ἕως πότε ἐπληρώθησαν οἱ πρέσβεις;
§138ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μέχρις ὅτου ὑπηρέτησαν· τώρα ἔπρεπε νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ οἰκονομικά.
§139ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διηρεθίσθη· προβεβηκὼς μὲν εἰς τὴν ἡλικίαν, ζωηρῶς ὅμως ἀκόμη, θερμαίνεται εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης λέξεως.
§140ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅταν ἀκούω τὰ παράξενα.
§141ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ καταπαύσω τὸν λόγον, λίαν δὲ πιθανὸν νὰ ἐπαναλάβω αὐτὸν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν· ἤδη δὲ ἡ ὥρα εἶναι προχωρημένη. Συμφωνῶ ὅθεν πληρέστατα μὲ τὴν πρότασιν, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι τὸ παρὸν ὑπουργεῖον δὲν ἐπολιτεύθη κατὰ Σύνταγμα.
§142ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔρχονται ν’ ἀναπτύξωσιν ἀρχὰς περὶ λατρείας πρὸς τὰς ἐλευθερίας, περὶ λατρείας πρὸς τὰς συνταγματικὰς ἀρχὰς, πρέπει νὰ ἔχωσι σύμφωνον τὴν διαγωγὴν αὑτῶν μὲ τοὺς λόγους των. Σήμερον, κύριε, ἐκάματε λόγον περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἂς ἐξετάσωμεν ποῖος ἔδωκε τὴν πρώτην ἀρχὴν πρὸς τοῦτο. Ὁ προλαλήσας, ὁ τόσον ἀφωσιωμένος εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας, ὑπῆρχε τότε εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην ἡ ὁποία ἔφερε καὶ ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν διάλυσιν αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως· ἐνθυμεῖσθε δὲ τότε ὅτι τὰ ἔργα της ἦσαν ἀτελῆ ἔτι, ὅτι προϋπολογισμὸς δὲν ἦτον ἐψηφισμένος καὶ ἄλλα σπουδαῖα ἔργα, καὶ ὅμως ἐνθυμεῖσθε πῶς μὲ ἓν ὕφος τόσον ἀπότομον κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἔθνους διέλυσαν τὴν Συνέλευσιν. Ἡ διοίκησίς της περαιτέρω, μᾶς ἔλεγον, παραλύει τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ περισσότερον, καὶ πρέπει νὰ ἀναχωρήσητε οἱ πληρεξούσιοι. Καίτοι δὲ μὴ ἔχοντες τότε δικαίωμα διαλύσεως, διότι δὲν ὑπῆρχε θεσμὸς χορηγῶν τοιοῦτον δικαίωμα ὡς ὑπάρχει σήμερον, διελύσατε τὴν ὑπερτάτην ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, σήμερον δὲ ἔρχεσθε νὰ διαφιλονεικήσητε ὅ,τι σεῖς ἐπράξατε τότε καθ’ ὑπερβολὴν κατ’ ἄλλων, οἵτινες ἔπραξαν πολὺ μετριότερα. Ὕστερον ἀπὸ ὑμᾶς ἦλθεν ὁ κ. Βούλγαρης κατὰ τὸ 1868 καὶ ἔφερεν ἀμέσως διάλυσιν τῆς Βουλῆς τῆς ά. μετὰ τὴν Συνέλευσιν περιόδου· μετὰ ταῦτα ὁ κ. Ζαΐμης ἐλθὼν διάδοχος, ἔφερεν ἄλλην διάλυσιν τῆς Βουλῆς τῆς Βʹ. περιόδου· ὥστε μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, ὅλας τὰς μετ’ αὐτὴν Βουλὰς, σεῖς τὰς διαλύσατε, καὶ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου. Σήμερον δύνασθε σεῖς νὰ κατηγορῆτε, ἂν καὶ τὸ μετὰ ταῦτα ἐπελθὸν ὑπουργεῖον τοῦ Δεληγεώργη ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον; Ὑπάρχει δὲ μεγίστη καὶ ἡ διοφορά, διότι ἐκείνη ἡ κυβέρνησις τοῦ Δεληγεώργη ἡ ὁποία ἦλθε κατόπιν ὑμῶν, ἐδοκίμασε ἂν ἠμποροῦσε νὰ βαδίσῃ μίαν ὁδὸν τακτικὴν, καὶ ἐσκόπει, ἐὰν ἠδύνατο, νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς τὰ αὐτὰ μέτρα· ἀλλ’ ὅταν εἶδεν ὅτι δὲν ἠμποροῦσεν, ἐζήτησε τὴν διάλυσιν. Ἐρωτῶ, κύριοι, ἐξεγείρεσθε σεῖς τώρα οἱ πρωτουργοί, οἱ ἀδικαιολογήτως καὶ ἀθεμίτως ἀκόμη, ὡς μὴ ἔχοντες νόμον, διαλύσαντες τὸ Σῶμα ἐκεῖνο τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως! Τώρα ἔχομεν βάσιν τὸ Σύνταγμα, ὅπερ προεῖδεν ὅτι ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν περιστάσεις, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀπαιτηθῇ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους· διότι τί γίνεται διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; ἔρχεται ἡ κυριαρχία τοῦ Ἔθνους νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά της· διότι τὴν κυριαρχίαν κατ’ ἐντολὴν ἔχει ἡ Βουλὴ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους στιγμιαίως, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος εἶναι τὸ κυρίαρχον, αὐτὸ ἔχει τὴν κυριαρχίαν διηνεκῶς. Εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀμφισβητεῖταί τι τὸ ἀντικείμενον καὶ δίδονται ἀφορμαὶ, τότε δικαίως κατὰ τάξιν ἔρχεται προκαλουμένη ἡ κυριαρχία τοῦ Ἔθνους νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της. Τούτου, κύριοι, γενομένου, ἀφοῦ ἐσεῖς τὰ ἐπροκαλέσατε, ἀφοῦ ἐπράξατε τόσα κατὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἐξησθενήσατε ἠθικῶς, τώρα ἔρχεσθε νὰ κατηγορήσητε τὴν διάλυσίν της ἀπέναντι τοσούτων προηγουμένων; Ἔρχεσθε, κύριοι, προσέτι νὰ κατακρίνετε καὶ ὅσα ἀκόμη δὲν ἐσυζητήθησαν, τὰς ἀφαιρέσεις, ἤτοι τὰς γενομένας ἐλαττώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἐν τῷ δικαιώματί σας εἶναι, ὅταν συζητήσητε τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ συζητήσητε ποῖα ἀφῃρέθησαν μὴ καλῶς, καὶ ποῖα ἀφῃρέθησαν καλῶς. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι εἰς χεῖράς σας καὶ συζητήσατε ἐπ’ αὐτοῦ. Θέλετε νὰ ὑπάρχῃ ἓν πλημμελὲς μέτρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὸ νὰ ᾖναι συνεχὲς ἔλειμμα, παραδεχόμενοι ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ διοικηθῇ ἄνευ ἑνὸς δανείου 3–4 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος; Τεσσάρων, ἔλεγε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἑκατομμυρίων ἔχει ἀνάγκην νὰ προσθέσῃ διὰ δανείων, ἵνα ἔλθῃ εἰς ἰσοζύγιον ὁ προϋπολογισμός του· 3½ ἑκατομμυρίων, εἶπε τὸ διάδοχον ὑπουργεῖον, τὸ μικτὸν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην· αὕτη δὲ ἡ ἀθλία κατάστασις ἄρχεται, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1861. Κατὰ τὸ 1861 ἡ τότε κυβέρνησις τοῦ πρὶν ἡγεμόνος, ἡ ὁποία ἔσπευδεν εἰς τὸ ναυάγιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπῆλθεν, ἐξηκολούθει δαπάνας καὶ αὐξήσεις περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἐγίνετο τίποτε ἄλλο, δὲν προσετίθεντο οὔτε στόλοι, οὔτε στρατοὶ, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὰ πάντα, δι’ αὐτὴν καὶ μόνην εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωσιν αὐτὰς τὰς κατ’ ἔτος αὐξήσεις καὶ νὰ κάμωσιν ἓν δάνειον 3,000,000 περίπου, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἀποκτήσουν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἔκαμαν καὶ τὴν σύμβασιν περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου της ἐπὶ 25 ἔτη ἀκόμη.
§143ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λανθάνεσθε, ἔγεινε πολὺ προτήτερα.
§144ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἔτος, νομίζω, ἔγεινε, καὶ δὲν λανθάνομαι.
§145ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ δάνειον ἔγεινεν, ὅταν ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις εἰς τὸ Ναύπλιον.
§146ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι πῶς τότε ἔγεινεν, ὅπερ σύγχρονον εἶναι· ἀλλ’ ἂς ᾖναι. Λοιπὸν ἡ ἀρχὴ, κύριοι, τῶν δανείων, αὐτὴ ἡ ὀλεθρία, ἔλαβε τὴν ἀρχήν της καὶ τὴν ἔκτασίν της πρὸ τῆς μεταβολῆς. Ἡ μεταβολὴ ἐζήτησε τῷ ὄντι νὰ θεραπεύσῃ καὶ ἐμποδίσῃ αὐτὴν τὴν ὀλεθρίαν ἀρχὴν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς περιττὰς δαπάνας καὶ διὰ τοῦτο ἐπροσπάθησε νὰ κάμῃ ἐλαττώσεις ἡ Συνέλευσις, καὶ ἠλάττωσεν εἰς 24 ἑκατομμύρια, καταβιβάσασα τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ εἰκοσιοκτὼ, ὅπου ἦσαν ἀναβιβασμένα πρὸ τῆς μεταβολῆς, καὶ ἠλάττωσεν ὡς ἔδει καὶ τοὺς φόρους τεσσάρων ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν ἔφερεν ἐλάττωσιν, ἀλλὰ δὲν τῆς ἐπετράπη νὰ κάμῃ καὶ ἕτερον προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἐπειδὴ ἐπῆλθε ἡ διάλυσίς της ἀποτόμως. Ἤλθατε σεῖς μὲ ἓν διάγγελμα χυδαῖον εἰς τὸ ὕφος καὶ εἰς τὴν σύνταξίν του καὶ εἴπατε, δὲν ἠμπορεῖς νὰ μείνῃς περαιτέρω, καὶ νὰ φύγῃς διότι πάσχει τὸ Κράτος. Τότε ἐκάματε καὶ τὴν ἀρχὴν διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, τόπον ἐχόντων νόμου, νὰ ἐνεργῆτε, καὶ ἀνεβιβάσατε κατόπιν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς ἀνώτερον ποσὸν ἀφ’ ὅ,τι ἦτο πρίν. Τότε οἱ ἄλλοι οἱ ἐρχόμενοι κατόπιν, οἱ διαδεχθέντες ὑμᾶς δὲν εἶχον τοὺς βραχίονας ἰσχυροὺς διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀναχαιτίσουν τὸ ἐλάττωμα, καὶ οὕτω ἡ μία κυβέρνησις διαδεχομένη τὴν ἄλλην, ἔφεραν αὐτὰ τὰ ἄλλα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἤδη ἡ κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ μόνον διὰ τόκους τοιούτων δανείων ἑπτὰ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, ἐνῷ τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια διὰ κἀμμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν δὲν ἐξοδεύονται· ὁ στρατὸς ὅστις ἔχει τὴν μεγαλειτέραν δαπάνην, δὲν ἐξοδεύει περισσότερα τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν ἐδανείσθητε, καὶ αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα διὰ τῆς διαδοχῆς τῆς μιᾶς κυβερνήσεως παρὰ τῆς ἑτέρας, τὸ ὑπεστηρίξατε. Τώρα πρόκειται νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ ἔθνος ἀπὸ τῆς προσθήκης δανείων ἐπὶ τῶν δανείων, καὶ νὰ τὸ ἀφήσωμεν νὰ διοικηθῇ μὲ τὰ ἔσοδά του· ἀλλὰ πῶς νὰ γείνῃ τοῦτο; Λέγετε σεῖς, πρέπει νὰ τὸ πολεμήσωμεν, καὶ τὸ πολεμεῖτε· καταργοῦμεν, λέγετε, τὰς παραγωγικὰς δαπάνας, τὰς πρεσβείας καὶ τὰ ὅμοια· ἰδοὺ αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι σας. Κύριοι, ὅταν κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας τοῦ 1862 εὑρίσκετο τὸ Ἔθνος εἰς μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν, δὲν ὑπῆρχον αἱ πρεσβεῖαι, καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶχον πρεσβείας, διότι δὲν ἐχρειάζοντο· καθὼς καὶ εἰς τὰ παρελθόντα ἔτη μετὰ τὴν τρίτην Σεπτεμβρίου δὲν ἐχρειάζοντο αἱ πρεσβεῖαι, οὐδὲ ὑπῆρχον, καὶ ὅμως ἡ Ἑλλὰς εἶχε πολὺ ἀνυψωμένον τὸ μέτωπον, καὶ πολλοὺς εἶχεν ὑπὲρ αὐτῆς φίλους, καὶ ποτὲ δὲν ὑπέστη κἀμμίαν ἀτίμωσιν, κἀνένα ἐξευτελισμόν. Ἀλλὰ εἰς τὰ 1867 ἤλθατε μὲ τὰς νέας σας ταύτας ἰδέας, εἴπατε ὅτι αὐτὸ εἶναι μία μεγάλη ἀνάγκη διὰ τὸ Κράτος· ἐζητήσατε πίστωσιν διὰ νὰ στείλετε ἀπεσταλμένους, οὓς καὶ ἐστείλατε, διότι τότε ἦτον ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, καὶ ἐλέγετε, ὅτι ἦτο μεγίστη ἡ ἀνάγκη· ἀλλὰ ποῖα ἐστάθησαν τὰ ἀποτελέσματα; ἄθλια, ἀθλιέστατα.
§147ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν ηὕραμεν ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην.
§148ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι σεῖς ἐφέρατε τὴν πίστωσιν, κύριε Κεχαγιᾶ, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, καὶ ἐζητήσατε καὶ ἐνεργήσατε τὴν δαπάνην ἀνωφελῶς.
§149ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης τὸ ηὕραμεν ὅταν ἤλθαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὰ 1867.
§150Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τὸν κατεστρέψατε σεῖς (θόρυβος).
§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Φωτίσατε πρότερον τὸν ὑπουργὸν, ὅτι τὴν πίστωσιν τὴν ἐζητήσαμεν διότι εὕρομεν τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης.
§152ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης, ἐσεῖς ἤλθατε, καὶ μᾶς εἴπατε τὴν ἀνάγκην περὶ ἀποστολῆς πρέσβεων, καὶ ἐζητήσατε πίστωσιν διὰ τὴν δαπάνην αὐτῶν, διότι αὐταὶ αἱ ἀποστολαὶ, εἴπατε, εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Κρήτης. Λέγω δὲ ὅτι αἱ πρεσβεῖαι καὶ αἱ ἀποστολαὶ εἰς τοῦτο ἐχρησίμευσαν τότε, ὥστε ὅταν ἐπρόκειτο λόγος περὶ Κρήτης, οἱ πρέσβεις, οἵτινες ἦσαν σταλμένοι νὰ μᾶς ἀντιπροσωπεύσωσιν, ἔμειναν ἔξω τοῦ συνεδρίου· σταθῆτε, τοὺς εἶπον, ἔξωθεν, δὲν ἔχετε λόγον. Ἐτελείωσε δὲ ἡ ὑπόθεσις μὲ ἓν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον οὔτε εἰς τὴν πρεσβείαν δὲν ἐστάλη ἵνα τὸ ἀποστείλῃ αὕτη ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἀπεστάλη τοῦτο κατ’ εὐθεῖαν μὲ ἴδιον ἀπεσταλμένον. Αὐταί εἶναι, κύριοι, αἱ μεγάλαι ὑπηρεσίαι καὶ ἡ μεγάλη ἀνάγκη αὐτῶν τῶν πρεσβειῶν, τὴν ὕπαρξιν τῶν ὁποίων ἡμεῖς σήμερον κακῶς ποιοῦντες, καθ’ ὑμᾶς, θέλομεν νὰ καταργήσωμεν. Τὸ περιττὸν καὶ ἀνωφελὲς εἶναι ἀποδεδειγμένον. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτανθῶ ἱστορικῶς, διότι θὰ ἐξοδεύσωμεν πολὺν καιρόν· ἀλλ’ ὅταν μελετήσητε τὰ γεγονότα, ἐξετάσητε ὅλας τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐστάθη μία κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἰσχυρὰ, θέλετε εὕρει ὅτι τότε ὑπῆρξε τοιαύτη, ὅτε δὲν ἀντιπροσωπεύετο, ἀλλ’ ἔπραττε κατ’ εὐθεῖαν αὑτὴ ἐντεῦθεν ἐξωτερικῶς πᾶν ὅ,τι εἶχε νὰ πράξῃ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὅσα ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐφέρατε εἰς κατηγορίαν ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τὴν γενομένην τῆς Βουλῆς, ἀναιροῦνται ἀπὸ τὰ προηγούμενα ὑμῶν αὐτῶν, διότι σεῖς πρῶτοι κατεφύγατε εἰς τὸ μέτρον τῆς διαλύσεως χωρὶς νὰ ἔχητε ὑπὲρ ὑμῶν τοὺς λόγους, ὅσους εἶχεν ὁ νῦν πρωθυπουργός. Ἐγὼ ἀργότερα ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἤμουν ἐν τῇ διαλύσει ἵνα προσωπικῶς διαφέρομαι, ἀλλὰ χάριν δικαιοσύνης κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν περί τε τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ δικαίου.
§153Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Χάριν τῆς διαλύσεως ἤλθατε, κύριε ὑπουργὲ, μὴ τὸ λησμονήσετε.
§154ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 παρὰ 10|60 π. μ.)