Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Δ · Session Α› Sitting 32

1872.06.23

2,515 rows · 20,815 words · 1 table · 134 turns

Date
1872.06.23
Presidency
Σ. ΜΙΛΙΟΥ
Period
Δ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1872)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32

Τῆς 23 Ἰουνίου 1872.

(Παρασκευή).

Ὥρα 9. Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Ι. Λέκας.

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προεδρεῖον ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῆς χήρας τοῦ ποτὲ ὑποστρατήγου Ἰωσὴφ Γραμματικοπούλου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ἀνάλογον σύνταξιν.

§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ. «Πρὸς τὴν Σ. Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 Ἰουνίου 1872. Ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ πολυχρόνιος χηρεία μου, ὡς νὰ μὴ ἤρκει ὁ θάνατος τοῦ συζύγου μου, πεσόντος εἰς τὴν σφαγὴν τοῦ Φαλήρου, ἰδοὺ πρὸ 3 ἐτῶν ἐπέρχεται καὶ ὁ θάνατος τοῦ μονογενοῦς μου υἱοῦ, καὶ ἔκτοτε ἄπορος καὶ ἐγκαταλελειμμένη βασανίζομαι ἀριθμοῦσα ἡμέρας, καθ’ ἃς καὶ τὸν ἄρτον αὐτὸν στεροῦμαι λιμώττουσα καὶ δεινοπαθοῦσα. Πολλάκις ἀνεφέρθην πρός τε τὰς διαφόρους Βουλὰς καὶ Κυβερνήσεις παριστῶσα τὰς ἐκδουλεύσεις τοῦ συζύγου μου Ἰωσὴφ Γραμματικοπούλου, φερομένου μὲ βαθμὸν ἀντιστρατήγου ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 143 τοῦ Γεν. Μητρώου, καὶ τὴν 30ετῆ ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ ὑπηρεσίαν τοῦ ἀποθανόντος λοχαγοῦ υἱοῦ μου Λεωνίδα Γραμματικοπούλου, ἐξαιτουμένη ἀνάλογόν τινα σύνταξιν, πρὸς ἀνακούφισίν μου, ἀλλ’ οὐδὲν δι’ ἐμὲ ἐνηργήθη. Πεποιθυῖα ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ θὰ εἰσακούσῃ τὸ δίκαιόν μου, ὑψόνω ἐνώπιον αὐτῆς καὶ πάλιν τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου καὶ εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν της ἀπόκειται νὰ προνοήσῃ καὶ ὑπὲρ τῆς ὑποφαινομένης. Εὐπειθεστάτη Ζαχαρένια Γραμματικοπούλου.»

§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§4ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου ἐν Κερκύρᾳ· εἶναι τροποποίησις γενομένη ἐπὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐφάνη κατά τι ἀτελής, τοὐτέστι δὲν ὑπεχρέου ὁ νόμος ἐκεῖνος τὸν ἀγροδότην νὰ δίδῃ εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ τόπου ἐνῷ κεῖνται τὰ ἐλαιόδενδρα καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν· ἑπομένως ἐκρίθη ἀναγκαῖον παρὰ τῶν ὑπογεγραμμένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βουλευτῶν νὰ προκαλέσωμεν τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου· ἑπομένως παρακαλῶ τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν σκέψιν οὐ μόνον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ κράτος ὀφείλω πρῶτος ἐγὼ ὡς ἀγροδότης πρὸς τὸ δίκαιον συμφέρον τῶν ἀγροληπτῶν νὰ ὑπακούσω, ἀλλὰ καὶ τὸ περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προχθὲς ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου πρόκειται νὰ λάβωσιν οἱ δῆμοι πόρους, καὶ οὐ μόνον νὰ μὴ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς δημότας νέοι ἐπαχθεῖς φόροι, ἀλλὰ καὶ νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ φορολογῆται ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὅλως ἀσυνήθιστος εἰς τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων, σύστημα, ὅπερ ἐπικρατεῖ εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Τὸ προνόμιον τοῦτο τοῦ νὰ λάβωσι πόρους οἱ δῆμοι, καί τοι ἀφαιρουμένων τῶν ὑπαρχόντων φόρων, μόνον ὑπάρχει ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι μόνον ἐκεῖ ὑπάρχει ἐπίκοινος ἐγχώριος περιουσία· ἑπομένως διὰ τῆς διανομῆς τῆς ἐγχωρίου ταύτης περιουσίας οἱ δῆμοι ἀποκτῶσι φόρους ἱκανοὺς ὅπως ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των· πιστεύω δὲ ἐνδομύχως, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅπως εἰς ἄλλας περιστάσεις ἀφορώσας τὸ συμφέρον τῆς Κερκύρας ἐφάνη πρόθυμος, οὕτω καὶ τοὺς παρόντας δι’ ὅλην τὴν Κέρκυραν ἐπωφελεῖς τούτους νόμους θέλει φανῆ πρόθυμος νὰ ὑποστηρίξῃ, ἀφοῦ μάλιστα οὗτοι στηρίζονται ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.

§6ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ περιπλοκὴ τῶν ναυτικῶν σχέσεων Κερκύρας ἐγέννησε διαφόρους νόμους· ὁ νόμος ΡΝʹ. κανονίζει ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τὴν νῆσον Κέρκυραν, ὁ δὲ νόμος ΣΔʹ. κατήργησε μίαν διάταξιν τοῦ ΡΝʹ. νόμου, καὶ ἑπομένως ἐπανῆλθον ἐν ἐνεργείᾳ αἱ περὶ ἐπανελεύσεως διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου, αἵτινες εἶχον διασταλῆ διὰ τοῦ νόμου ΡΝʹ. τοῦ ἀφορῶντος ὅλην τὴν Ἑπτάνησον. Ἐκ τούτου ἡ πρώην Ἑπτάνησος εὑρίσκεται ἤδη μὲ δύο ἀντίθετα καὶ διάφορα νομοθετήματα. Ὑποβάλλω λοιπὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ τεθῶσι καὶ αἱ λοιπαὶ ἓξ νῆσοι τῆς πρώην Ἰονικῆς πολιτείας εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ ἡ Κέρκυρα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον.

§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.

§8ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐμάθατε βεβαίως τὸ μέγα δυστύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὴν Τρίπολιν· πρὸ μηνὸς ἐξεῤῥάγη πυρκαϊὰ ἔκ τινος ἀποθήκης πυρίτιδος, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπληγώθησαν 100 ἄνθρωποι, καὶ 22–25, ἐὰν ἔχω καλὰς πληροφορίας, ἀπέθανον· ἐκ τῶν λοιπῶν 30 περίπου κατέστησαν ἀνάπηροι καί τινες τούτων νοσηλεύονται εἰς τὸ ἐνταῦθα νοσοκομεῖον· οἱ ἄλλοι ἐξακολουθοῦν νὰ νοσηλεύωνται ἐν ταῖς οἰκίαις των, οἱ πλεῖστοι δὲ τούτων εὑρίσκονται ἐν μεγάλῃ πενίᾳ. Ἡ Βουλὴ πάντοτε εἰς τοιαύτας ἐκτάκτους περιστάσεις ἔδειξε προθυμίαν καὶ ἦλθεν εἰς συνδρομὴν τῶν παθόντων. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς εἰς τὴν σεβαστὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἔδειξε τῷ ὄντι προθυμίαν, ἀλλ’ ὅπως γνωρίζετε, οὔτε προϋπολογισμὸς ὑπῆρχεν, οὔτε κατηρτισμένη ἦτο τότε ἡ Βουλὴ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβητε συμπάθειαν διὰ τὴν μεγάλην δυστυχίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν, ἅτινα λιμώττοντα περιπλανῶνται εἰς τὰς ῥύμας τῆς πόλεως ζητοῦντα ἄρτον, καὶ νὰ συστήσητε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ εἰς ἀνάλογον ἐπικουρίαν τῶν παθόντων.

§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§10Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἰς τὴν Λαμίαν, ὡς γνωρίζετε, συνέβη παρόμοιον γεγονός, καὶ μάλιστα ἐκεῖ συνέβη ἀπὸ δημόσιον κατάστημα, καὶ ἐκινήθησαν ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ δημοσίου· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἐνταυτῷ πρόνοια καὶ διὰ τὴν Λαμίαν.

§11ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἡ κυβέρνησις εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀναμετρήσῃ τὰς ζημίας ἑκατέρων τῶν μερῶν καὶ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν καὶ αὐτῶν.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μαυρομιχάλης.

§13ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐκατηγορήθημεν χθές, ὅτι ἐπὶ πολὺ παρατείνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον σήμερον ζητεῖ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· οἱ κατήγοροι δὲν ἐσκέφθησαν κατ’ ἐμὴν γνώμην ὡρίμως ἐπὶ τοῦ πολυτιμοτέρου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ κοινοβούλιον ἔχει τοῦ νὰ ζητῇ εὐθύνας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπουργῶν, καὶ τοσοῦτον μᾶλλον δὲν εἶχον δίκαιον, καθ’ ὅσον οὐδὲν ζήτημα προεξηλέγχθη καὶ κατέστη ὥριμον, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ σώματος καὶ νὰ συζητηθῇ. Ἡ ἐπὶ 5 ἡμέρας συζήτησις ἐπαρουσίασε διάφορα ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ ἐμβριθῶς καὶ περισκεμμένως ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφόν της. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κατὰ τοσοῦτον σπουδαῖον, καθ’ ὅσον δὲν πρόκειται ν’ ἀποδοθῶσιν αὐτῷ πλάγιοι σκοποί, καὶ ὅτι τὴν ἐπιθυμίαν καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς καὶ ἴσως ὁλοκλήρου τοῦ κοινοῦ ν’ ἀποκρούσωμεν προσβάλλοντες ὁλόκληρον τὴν κυβέρνησιν. Ἡ ὅλη συζήτησις, κύριοι, ἀπέληξεν εἰς διάφορα ζητήματα· ἐζητήθη λόγος ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας του ἐφέρθη καλῶς ἢ κακῶς, οὗτος δὲ ἀπολογούμενος ὑπέπεσε κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἰς πολλὰ σφάλματα. Ἐν πρώτοις ἐξέθηκε τὴν ἀρχὴν, τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὁ ἄγρυπνος φύλαξ, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων του· κατὰ δὲ τὴν ὑπεράσπισίν του μὴ δυνηθεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς πράξεις του, ἀπὸ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ, ἐζήτησεν εὐθύνας ἀπὸ ἄλλον προκάτοχον καὶ ἐζήτησε ν’ ἀναλάβῃ πάλην ἔνοπλος κατ’ ἀντιπάλου ἀόπλου, ἔχων εἰς τὰς χεῖράς του πλήρη τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπερασπίσεως· ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίθεσις αὕτη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπῆρξεν ἀτυχὴς, διότι καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ἂν ὑπῆρχε κατὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὰ 67, σήμερον ὁ δισταγμὸς αὐτὸς διὰ τῆς ἀπολογίας τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐντελῶς ἐξέλιπεν. Ὁ μόνος συνήγορος, τὸν ὁποῖον ἔτυχεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παξῶν, καὶ λέγω μόνος, διότι θ’ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κάθε ἄλλο ἦτον ἢ ὑπεράσπισις. Ἀπεδόθησαν ὡρισμέναι πράξεις κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αἵτινες δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ἐμποιήσουν αἴσθησιν ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤλπιζεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν πρώτοις μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παξῶν, ἐπὶ πολλὰ ἔτη καταδιώξας τὸ ἔγκλημα ὡς εἰσαγγελεὺς ἐν Παξοῖς, ἐδείχθη τόσον συγκαταβατικὸς εἰς τὸ ν’ ἀμνηστεύσῃ τὸ ἔγκλημα ἀνθρώπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἰδικῶς θέλω συζητήσει. Μόνον ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Τρικούπη ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ σκεφθῶ ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βελιανίτου, ὅπως ἐσκέφθην, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παξῶν τὰς ἰδέας του καὶ τὰς γνώμας του τὰς μεταβάλλει ἐντὸς 24 ὡρῶν. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρούσῃ τὰς ἀποδιδομένας αὐτῷ δικαίας αἰτιάσεις καὶ θελήσας ν’ ἀντλήσῃ δυνάμεις ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 67, ὑπέστη ἧτταν πληρεστάτην. Παρὰ ποτε σήμερον ἡ Βουλὴ πρόκειται ν’ ἀσχοληθῇ καὶ νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν περὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ συγκεκριμένου ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν μετὰ προσοχῆς καὶ περισκέψεως ν’ ἀποφασίσωμεν ἵνα μὴ ἀδικήσωμεν. Αἱ ἀποδοθεῖσαι χάριτες δὲν ὤφειλον ν’ ἀποδοθῶσιν, ὡς ἀπονεμηθεῖσαι εἰς ἐγκληματίας, οἵτινες ἔβλαψαν ἀπ’ εὐθείας καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ τὴν ἠθικὴν τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἐζήτησε δέ τις, κύριοι, τὰς πράξεις ταύτας, ὁτὲ μὲν νὰ καλύψῃ διὰ τοῦ τύπου, ὁτὲ δὲ διὰ τῆς οὐσίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ὡς πρὸς τὰς ἀποδοθείσας χάριτας εἰς τὸ σωφρονιστήριον Κερκύρας εἶπε, τίς ἡ ἀνάγκη τύπων καὶ προτάσεων τοῦ εἰσαγγελέως, ὅταν ὁ εἰσαγγελεὺς τὰς ἰδίας του πληροφορίας θέλει ἀρύσθῃ ἀπὸ τὸν ἐπιστάτην, ἀπὸ τὸν ἰατρὸν ἀπὸ τὸν ἱερέα; καὶ ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ τύπου δὲν εἶναι τόσον σπουδαία, ὥστε ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν χάριν· ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσσήνης γνωρίζει, ὅτι διὰ τῶν τύπων ἐξασφαλίζεται ἡ οὐσία, καὶ ἂν ὁ ὑπουργὸς ἦτον ὑποχρεωμένος διαρκῶς ἄνευ οὐδενὸς ἰδίου ἐλέγχου ν’ ἀσπάζηται τὰς προτάσεις τῶν ὑφισταμένων ἀρχῶν, τότε ἡ ὕπαρξις τοῦ ὑπουργοῦ ἦτο περιττὴ εἰς τὴν πολιτείαν. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, θέλων νὰ ὑπερασπίσῃ, δὲν τὸ κατώρθωσε, καὶ ἰδοὺ διατί· διότι μετεχειρίσθη ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἔφεραν εἰς ἀντίθετον συμπέρασμα. Ἐπὶ τέλους μᾶς εἶπεν, ὑπῆρξε πρόθεσις; ἐν γνώσει ἠθέλησεν ὁ ὑπουργὸς ν’ ἀπατήσῃ καὶ νὰ ἀφαρπάσῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βασιλέως; Βεβαίως, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς ὑποβαλὼν τὰς περὶ χαρίτων προτάσεις του, δὲν συνεταιρίσθη μετὰ τῶν κακούργων· ἐὰν δὲ ὑπῆρχε τοιαύτη περίπτωσις, τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαγωγῆς του ἤθελε τιμωρηθῶσιν ἄλλως· τότε ἤθελε προκληθῆ ποινικὴ καταδίωξις καὶ παραπεμφθῆ εἰς δικαστήριον· ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις τοῦ κοινοβουλίου δὲν εἶναι νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην γνώμην. Σήμερον ὁ ὑπουργὸς κατηγορεῖται, ὅτι οὐχὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως ἐνήργησεν, οὐχὶ δωροδοκηθείς, οὐχὶ ὡς πλαστογραφήσας καὶ ὑποπεσὼν εἰς ἔγκλημα, ἀλλ’ ἀπὸ πλάνην, ἀπὸ ἔλλειψιν πληροφοριῶν, ἴσως ἀπὸ ἐπιπολαιότητα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας του ἐπροκάλεσε τὰς ἐκτρωματικὰς αὐτὰς χάριτας. Εἰς οὐδένα, νομίζω, ὑπολείπεται ὁ ἐλάχιστος δισταγμός, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔπταισεν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ ἐκ μιᾶς φράσεως κατ’ ἐμὴν κρίσιν ἀστόχου τοῦ ἐντίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ ἐγεννήθη ἓν ζήτημα. Ὁ κύριος Λομβάρδος κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν του μετεχειρίσθη φράσιν, ἡ ὁποία δικαίως ὤφειλε νὰ ἐρεθίσῃ κάπως τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως εἶναι συνταγματικῶς σόλοικος. Κύριοι, δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν θὰ κάμω καὶ τὴν γενεαλογίαν τῶν κυβερνήσεων ἀπὸ τὸ 1865 μέχρι σήμερον, ὡς ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, θελήσας οὕτω ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον ὑπῆρξαν συμμαχικὰ ὑπουργεῖα.

§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὑμεῖς ὑπεπέσατε εἰς μίαν παρεννόησιν, ὡς πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον· δὲν ἐννοοῦσα νὰ εἴπω ὅτι εἶναι συνταγματικῶς, κοινοβουλευτικῶς σόλοικος ἡ συγκρότησις ὑπουργείου συμμαχικοῦ, διότι τὸ τοιοῦτον ἐννοεῖ καὶ ὁ τελευταῖος μαθητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ σύστασις τῆς συμμαχίας ταύτης, καὶ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ λάβωμεν ἡμεῖς κατ’ ἔναντι τῆς συμμαχίας ταύτης, ἔχει κἄτι τι σόλοικον, καὶ θέλω τὸ ἐξηγήσει.

§15ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὸ κοινοβούλιον εἶναι ἀδιάφορος ἡ συγκρότησις τῶν συμμαχικῶν κυβερνήσεων· αὐτὸ δύναται ν’ ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν καὶ τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πολιτείαν ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη συγκρότησις τῆς κυβερνήσεως δὲν προκαλῇ κἀνὲν πολιτικὸν συμπέρασμα, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχω τί νὰ προσθέσω, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐτέθη διὰ νὰ προκληθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ὑπουργῶν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Μίλησης. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἐκ τίνων συγγραμμάτων ἠρύσθησαν τὰς ἰδέας αὐτὰς, καὶ ἐὰν ἡ ἀλληλεγγύη ἡ μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν δὲν ἔχῃ ὅρια· ὁ κ. Μίλησης εἶπεν, ὅτι ἔχει ὅρια, ἀλλὰ ταῦτα περιώρισεν ἐκεῖ, ὅπου ἐπεθύμει, καὶ εἶπεν ὅτι, ὅταν πρόκειται ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ εὐθύνην δι’ ἔγκλημα, τότε ἡ ἀλληλεγγύη παύει, διότι περὶ τούτου προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃ λόγον ἐπὶ σφαλμάτων ἢ πλημμελημάτων κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας του, ἐκεῖ ἡ ἀλληλεγγύη εἶναι πλήρης, καὶ πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν ἐπιχειρημάτων του ἐπιπροσθέτει, ὅτι ἡ σιωπὴ τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης πράξεων εἶναι ἡ ἐπικύρωσις τῆς ἀλληλεγγύης, εἶναι ἡ ἐκδήλωσις αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς σύμπραξις τῶν ἑτέρων ὑπουργῶν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τεκμήριον ἀλάνθαστον, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις φέρει τὴν εὐθύνην· ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὰ δυνατὸν νὰ λέγωνται, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ ὑποστηρίζωνται. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι διάφοροι βαθμοὶ σφαλμάτων καὶ πλημμελημάτων, καὶ ὅτι ἀναλόγως ἐπέρχεται ἡ τοιάδε ἢ τοιαύτη ἀπόφασις τοῦ κοινοβουλίου· τὴν φύσιν τῶν ζητημάτων δὲν ὁρίζει τὸ μέγεθος τῆς ποινῆς. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον, ἀφοῦ τοιαύτη ἐκδήλωσις δὲν παρουσιάζεται, ἀφοῦ ῥητῶς εἷς τῶν ἐπιφανεστέρων δημοσιολόγων τῆς Εὐρώπης θέτει τὰ ὅρια τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ὑπουργῶν; Ἰδοὺ τὶ λέγει, κύριοι, ὁ Batbie· «ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος ἅπαντες οἱ ὑπουργοὶ ἦσαν ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι. Ἡ ἀλληλεγγύη αὕτη λογικῶς ἐφηρμόζετο ἐπὶ τῶν ἀπὸ κοινοῦ ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ λαμβανομένων μέτρων. Οὐδεὶς πώποτε ἠννόησε τὴν ἀλληλεγγύην αὐτὴν, ὥστε πᾶσα πρᾶξις διοικητικὴ νὰ συνεπάγηται τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἰδίως διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, οἵτινες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς ἐγκαλουμένης πράξεως.» Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς ὡμολόγησε, καὶ ἡ ὁμολογία του εἶναι ἡ μόνη ἀληθὴς, ὅτι οὐδόλως οἱ συνάδελφοί του ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι ἰδίῳ ὀνόματι καὶ μεμονωμένως ἐνήργησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἡμῶν αὐτῶν ἔμαθε τὰς χάριτας. Ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης λέγει, ὅτι συνεργάζεται. Καὶ ἠθέλατε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ προδικάσῃ πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ; ἠθέλατε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν τὸ ζήτημα ᾖναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἔλλειψις καὶ τῆς ἐλαχίστης ἁβροφροσύνης πρὸς ἕνα συνάδελφον τὸ νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν προτέρων νὰ προκαταλάβῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι οὐδεμία ἀλληλεγγύη δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἰδίως διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς ἀποδιδομένης πράξεως εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ὥστε ἡ ἀλληλεγγύη παύει, κύριοι, καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ὑπῆρχεν ἀληθὴς ἡ δοξασία αὕτη· τότε τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα ἤθελεν εἶσθαι ψεῦδος, καὶ ἰδίως διὰ τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαγίωσαν εἰσέτι τάξιν. Διὰ τῆς τοιαύτης δοξασίας ἑκάστη Κυβέρνησις θέλει ἀποφεύγει τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοβουλίου, ὅταν διὰ πᾶσαν ἐγκαλουμένην πρᾶξιν ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τότε, κύριοι, ἢ ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι διαρκῶς καταδικασμένη νὰ ἀνατρέπῃ καθ’ ἑκάστην τὰς Κυβερνήσεις, ἢ ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ὑπουργῶν. Καὶ μολονότι, κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι τόσον μικρὸν, ὥστε νὰ τὸ παραλληλίσω πρὸς ἓν σπουδαῖον ζήτημα ἑνὸς μεγάλου κοινοβουλίου, εἰς ὃ ἐπαρουσιάσθη διχογνωμία μεταξὺ τοῦ προέδρου τῆς Γαλλικῆς δημοκρατίας καὶ τῆς συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ὁ περιφανὴς πρόεδρος τῆς δημοκρατίας ὑποπτεύσας μὴ τυχὸν ἡ συνέλευσις δὲν ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην του, ἐδήλωσεν ὅτι θέλει παραιτηθῇ τῆς ἀρχῆς, κατεκρίθη καὶ ὑπὸ αὐτῶν τῶν φίλων του καὶ ὑφ’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα εἰς τὴν περιωρισμένην σφαῖραν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρόκειται ἐπὶ τοσοῦτον νὰ μᾶς ταράξῃ; εἶναι διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑφίστανται, ὅταν ἔχωμεν ἓν ἁπλοῦν ζήτημα περιωρισμένον εἰς τὴν μόνην διαχείρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Βλέπετε ὅθεν, κύριοι, ὅτι ἡ ἀλληλεγγύη παύει, καὶ παύει διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν ἐξεδήλωσεν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἐκδηλώσῃ, διότι ἀλληλεγγύη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰμὴ ὅταν ἐκφράζηται ἢ διαγράφηται ὁριστικῶς. Ἄλλως, κατὰ τοὺς ἀντιδοξοῦντας, θὰ ἀπολήξωμεν καὶ εἰς ἄτοπα συμπεράσματα, διότι τότε θὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην ἐφ’ ὅλης τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐπὶ παραδείγματι τῆς ἐγκυκλίου αὐτοῦ μετὰ τὰς ἐκλογάς. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τοιαῦται δοξασίαι δὲν δύνανται νὰ ἐπικρατήσωσι, διότι ἀποκρούονται ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν περιωρισμένην σφαῖραν τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τοῦ σώματος· ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ὅτι ὁ ὑπουργὸς διεχειρίσατο τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐξουσίαν καλῶς, ἂς τὸν ἀθωώσῃ, ἐὰν δὲ τοὐναντίον, ὀφείλει νὰ τὸν μεμφθῇ.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Λομβάρδος.

§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ὑποχωρῶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ Κ. Μεσσηνέζης καὶ κατόπιν ἔρχεται ὁ κ. Χατζίσκος.

§19ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Χορηγήσατε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Χατζίσκον, Κ. πρόεδρε.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κύριε Χατζίσκε.

§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν μακρὰν ταύτην κοινοβουλευτικὴν πάλην, τὴν διαδραματιζομένην ἐπὶ πέντε ἤδη ὅλας συνεδριάσεις, διαβλέπω διὰ τῆς συνειδήσεως αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς διατρέχον κεκρυμμένον τι ῥεῦμα κεκρυμμένης πεποιθήσεως, κεκρυμμένης καὶ σιωπηρᾶς σκέψεως τοῦ ὅτι τὸ ζήτημα τὸ κύριον τεθὲν ὡς βαλβὶς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τῶν χαρίτων τούτου λογοδρομίου, φαίνεται μόλις ἐρευνηθὲν, μόλις ἐξετασθὲν καὶ οἱονεὶ ἐγκαταλελειμμένον παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐξ ἐναντίας βλέπω ἐκδρομὰς ἀλλοίας καὶ ποικίλας, σκοπούσας πάντοτε νὰ φέρωσι καιρίαν τὴν προσβολὴν ἰδίως κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Διατί ἆρά γε ἡ κρίσις μου αὕτη; πόθεν ἆρά γε τὸ φαινόμενον τοῦτο τῆς σχεδὸν ἐγκαταλείψεως τοῦ κυρίου ζητήματος τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τῆς ἐκδρομῆς τῶν ἐπερωτησάντων ἀλλαχόσε πάντοτε; Διότι κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ἡ βάσις τῆς ἐπερωτήσεως ἀρχικῶς δὲν ἦτο σπουδαία, στερεὰ καὶ ἐπιτηδεία πρὸς τὸν σκοπὸν, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπερώτησις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔπρεπε νὰ εὕρῃ βάσιν προκύψουσαν ἐξ αὐτῆς τῆς συζητήσεως· εὑροῦσα δὲ τοιαύτην νὰ ῥίψῃ καιρίαν τὴν βολὴν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ ζητήσῃ τὴν μέλαιναν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατ’ αὐτοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ παρακολουθήσω ἐν μέρει κατὰ τὴν ἐκδρομὴν ταύτην τὸν ἐπερωτήσαντα καὶ νὰ ἴδω ἐὰν τῳόντι ὑπάρχῃ στάδιον σπουδαῖον μομφῆς κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐξ ἄλλων βάσεων, οὐχὶ δὲ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ζητήματος τῆς ἐπερωτήσεως. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου σᾶς εἶπε, δὲν εἶναι μεμπτέος ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μόνον καὶ μόνον διότι ἀπένειμε χάριτας, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλε νὰ προτείνῃ καὶ παρουσιάσῃ παρὰ τῷ Βασιλεῖ πρὸς ἐπικύρωσιν αὐτῶν· ἀλλὰ προσέθηκεν, εἶναι μεμπτέος προσέτι, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φέρων τὰς χάριτας τῶν παρελθόντων ὑπουργῶν, φέρων ἰδίως τὰς χάριτας τοῦ 1867, δὲν ἔφερε τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τὰ συνοδεύσαντα τὰς χάριτας ἐκείνας τὰς 253, (καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ἡμῖν, ὅτι δὲν τὰ ἔφερε, διότι δὲν τὰ εὗρεν)· καὶ πῶς, ἐνῷ εἶχε πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα δικαιολογητικά, πῶς ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν; ἔλεγεν ὁ κ. Λομβάρδος· καὶ διὰ τοῦτο εἶναι μεμπτέος· εἶναι μεμπτέος, ὅτι καί τοι ἔχων πεποίθησιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ὁ ὑπουργὸς τοῦ 67 τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βασιλέως ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, καί τοι ἔχων τοιαύτην πεποίθησιν, ἐξέφρασε τὰ πράγματα ἄλλως, ὑποκρύπτων τὴν κρίσιν του μὴ περιέχουσαν ἀλήθειαν. Εἶναι μεμπτέος λοιπὸν, σᾶς εἶπον, ὁ ὑπουργὸς, διότι ἀνεκάλυψαν τὴν πρόθεσίν του τοῦ νὰ μεμφθῇ τὸν ὑπουργὸν τοῦ 1867. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἐξ αὐτῆς τῆς φράσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἀποκαλύπτεται ἡ εἰλικρίνειά του, ἀποκαλύπτεται βεβαίως ἡ εἰλικρινὴς καὶ τιμία διαχείρισις τῆς ἐξουσίας. Ἀποκαλύπτεται ὅτι ἦτο δίκαιος, διότι φέρων ὅλα τὰ διατάγματα τῶν ὑπουργῶν καὶ τὰ τοῦ 1867, σᾶς εἶπε, δὲν εὗρον ὅμως τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῶν 253 χαρίτων τοῦ κ. Λομβάρδου· καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι εἰλικρινὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εὗρε τὰ δικαιολογητικὰ αὐτὰ ἔγγραφα; Καὶ ἂν δὲν ἔπραττε τοῦτο, δὲν θὰ ἀντέταττον μετὰ τῆς αὐτῆς εὐχερείας τῷ κ. ὑπουργῷ, πῶς δὲν ἔφερες τὰ ἔγγραφα τὰ δικαιολογητικά; Μὴ φέρων αὐτὰ ἠθέλησας νὰ ῥίψῃς μίαν μομφήν· καὶ ἡ στροφὴ τῆς μομφῆς θὰ ἦτο λίαν εὐχερὴς, διότι ἐλησμόνησας, θὰ ἔλεγον, νὰ μᾶς εἴπῃς, κ. ὑπουργὲ, ὅτι δὲν τὰ εὗρες. Ἐξ ἐναντίας, δὲν εὗρε, σᾶς εἶπεν, ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του, καὶ ὅ,τι δὲν εὗρε, δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ φέρῃ. Καὶ ὅμως ὁ κ. Λομβάρδος συνεπέρανεν ὅτι καὶ διὰ τοῦτο εἶναι μεμπτέος ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ζητῶν πάντοτε νὰ ἀφαρπάσῃ τὴν μέλαιναν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν ἐκτεθέντων πραγμάτων εἰς ἄδικον κατ’ αὐτοῦ σκέψιν ἐκ μέρους τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁμολογῶ τῇ ἀληθείᾳ τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν κέκτηται περὶ τὴν διατύπωσιν τῶν σκέψεών του· ἀλλ’ αἱ σκέψεις του εἰσὶ πεπλανημέναι· ἑπομένως ἡ ἐκδρομή του αὕτη εἶναι ὁμολογουμένως ἀνεπιτυχής. Ἀλλὰ ποῦ ἐστηρίχθη ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπονείμας χάριτας; σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου· εἰς ἐπιτροπήν τινα, ἣν αὐτὸς ἐσχημάτισε, διότι ἠθέλησε νὰ καλύψῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν κρίσιν του ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸν κ. Λομβάρδον. Ἀλλὰ ἠκούσατε προσέτι καὶ ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, πῶς ἐχαρακτήρισε τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην ὁ κ. Λομβάρδος· τὴν ἐχαρακτήρισεν οἱονεὶ καμαρίλαν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης.

§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄνευ τοῦ «οἱονεί».

§23ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λοιπὸν καθαρῶς καμαρίλαν. Παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι πάντοτε ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας ἔχει εἰς τὴν φαντασίαν του τὴν καμαρίλαν, καὶ ἐνῷ καμαρίλα οὐδέποτε ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ, οὐδὲν ἧττον ἡ φαντασία τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου πλήττεται πάντοτε ὑπὸ τοῦ φάσματος τῆς καμαρίλας, ὥστε ἤρξατο νὰ διαβλέπῃ αὐτὴν καὶ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης.

§24ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶναι φράσις αὐτή.

§25ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Φράσις, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ἐπιτηδείως ῥιφθεῖσαν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν θεωρῶ (θόρυβος)· ὡς καμαρίλαν λοιπὸν χαρακτηρίζει τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ εὐσυνείδητος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἀφαρπάσῃ τὴν προσοχήν σας ἀπὸ τὸ κύριον ζήτημα καὶ ῥίψῃ τὸ φάσμα τῆς καμαρίλας ἐν μέσῳ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καμαρίλα; ἔλαβεν ὕπαρξιν ποτὲ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν; Καμαρίλα δὲν ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐσύστησεν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συσκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν χαρίτων, ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ ἄνδρας διακεκριμένους, ὁποῖοι ἦσαν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ἄνδρας ἐστολισμένους μὲ ἔξοχα φῶτα, τιμὴν καὶ πεῖραν δικαστικήν. Τοιαύτας δὲ ἐπιτροπὰς συνέστησαν καὶ οἱ προκάτοχοι τοῦ κ. Μεταξᾶ, καθῆκον λεπτῆς συνειδήσεως ἐπιτελοῦντες. Τὴν τοιαύτην δὲ ἀποστολὴν τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς ἔπρεπε νὰ ἐπισκοτίσουν τινὲς, καμαρίλαν χαρακτηρίζοντες αὐτήν. Τῳόντι, κύριοι, δυνάμεθα νὰ προσβάλωμεν ἐπιτηδείως τινὰ, οὐχ ἧττον εἰς τὴν ἔκφρασίν μας δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ὑπερβολικοὶ, διότι ἡ ὑπερβολὴ φέρει ἐναντία ἀποτελέσματα. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ ὑπομνήσω αὐτῷ ἄλλην τινα ἔκφρασίν του ὑπερβολικὴν καὶ λίαν ἐμφαντικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου εἰς ἄλλην ἐποχήν· ἂν καὶ τότε δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, εἶχον ὅμως τὴν ἀποστολὴν νὰ ἀνήκω εἰς ἕτερον βῆμα, βῆμα τοῦ δικαίου, εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἕδραν. Οὐχ ἧττον ἐνθυμοῦμαι καὶ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Καταλαβὼν τὸ βῆμα τοῦ προέδρου τότε ὁ κ. Λομβάρδος μεταξὺ ἄλλων εἶπεν, ὅτι μόλις ἀπὸ τοῦδε ἤρξατο νὰ λαμβάνῃ ἐφαρμογὴν ἡ ἀρχὴ ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ κυβερνᾶται διὰ τοῦ τόπου. Αἱ ἐκφράσεις αὗται ῥίπτονται ἐπιτηδείως ἑκάστοτε, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ θεωρήσω καὶ τὴν ἔκφρασιν ταύτην ὑπερβολικήν. Ὁ τόπος κυβερνᾶται, κύριοι, διὰ τοῦ τόπου ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ σάλπιγξ τοῦ 1821 ἐκήρυξεν ἐλευθέραν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐθνικαὶ Συνελεύσεις καὶ κυβερνήσεις καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου βασιλέως τῆς πατρίδος, ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον. Καὶ ὅταν οἱ Τρικούπαι, οἱ Μαυροκορδάτοι, οἱ Κωλέτται, οἱ Μεταξάδες, οἱ Τζαβέλλαι, οἱ Κριεζεῖς, οἱ Μιαοῦλαι, οἱ Κολοκοτρῶναι, ὁ Βούλγαρης ἐπὶ Ὄθωνος ἐκυβέρνων, δὲν ἐκυβέρνα ὁ τόπος διὰ τοῦ τόπου; Καὶ τότε ὑπῆρχεν ἀντιπροσωπεία καὶ πάντοτε ἐκυβερνᾶτο ὁ τόπος διὰ τοῦ τόπου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι κατὰ τύπον ἤλλασσε πολλάκις τὸ πολίτευμα. Ταῦτα λέγων θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου, τὸν ὁποῖον ὁμολογουμένως ὑπολήπτομαι, ὅτι πολλάκις αἱ ἐκφράσεις του εἰσὶ λίαν ὑπερβολικαὶ καὶ ἐμφαντικαὶ ἄλλων ἐννοιῶν. Καμαρίλα λοιπὸν ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὡς οὐδὲ ἀλλαχόθι. Τὸ φάσμα τῆς καμαρίλας οὐδέποτε πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήττῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε τὴν γνώμην της καὶ ὁ ὑπουργὸς εὗρε δικαίαν τὴν κρίσιν της, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐστηρίχθη.

§26ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω καὶ νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;

§27ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οὐδένα διακόπτω λαλοῦντα καὶ ἑπομένως οὐδεὶς, παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ· μόνον μίαν ἔτι παράκλησιν ἔχω, νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν εὐμενῆ ἀκρόασίν σας. Ἀλλὰ, κύριοι, μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην ἐκδρομὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔκαμα παρακολουθῶν τὸν ἐπερωτήσαντα, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔφερε τὸν λόγον ἐπίσης κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν ἐμέμφθη εἰπὼν, πῶς ἐτόλμησες, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ φέρῃς ἔγγραφον κεκρυμμένον, τὸ ὁποῖον περιεῖχε διαπραγμάτευσιν μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867; ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐμπεριεῖχεν οὐχὶ περαιωμένην πρᾶξιν, ἔγγραφον μὴ δυνάμενον ὡς ἐκ τούτου νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα; Καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ περιεῖχε τὴν ὑπόμνησιν τοῦ ὅ,τι ἐζήτει ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1867. Ἐὰν ἐπραγματοποίει τὰς χάριτας τὰς ὁποίας ἐζήτει ὁ ὑπουργὸς τοῦ 67, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἤθελε φθάσει ὑπὲρ τὰς 800. Καὶ δὲν εἶμαι μὲν ἐξ ἐκείνων οἵτινες παραδέχονται ὅτι ἐν τῇ πληθύϊ τῶν χαρίτων ἔγκειται τὸ κακὸν, ἀλλ’ ἐν τῷ κακῷ κεῖται τὸ πολύ· ἀλλὰ λέγω ὅτι ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐκ πεποιθήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι μεμπτέος ὁ νῦν ὑπουργὸς, διότι ἔφερε τοιοῦτόν τι ἔγγραφον ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι τὸ ἐξέφρασε μὲ πλήρη πεποίθησιν τοῦτο, ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶ ὅτι ἡ πεποίθησίς του ἐσχηματίσθη, διότι ἐπλανήθη περὶ ἓν οὐσιῶδες στοιχεῖον τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μωραϊτίνη· ἑπομένως ἀποτελεῖ μέρος τῶν διαταγμάτων τοῦ ποτὲ ὑπουργοῦ κ. Μωραϊτίνη, ὅστις ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθυπέβαλεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως τὰς παρ’ αὐτοῦ ἀπονεμηθείσας χάριτας· ἑπομένως, κύριοι, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῇ εἰλικρινεῖ διαχειρίσει τῆς ἐξουσίας καὶ ἐν τῇ εἰλικρινεῖ τῷ ὄντι διαγωγῇ του, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοβουλίου ἔφερε τὰ διατάγματα ὅλων τῶν ὑπουργῶν καὶ ἔπρεπε νὰ φέρῃ καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Ἔφερε τὰ διατάγματα τοῦ ὑπουργοῦ Μωραϊτίνη, ἔφερε καὶ τὸ δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον συνώδευε τὰ διατάγματα ταῦτα. Ἑπομένως τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισε μυστήριον ὁ κύριος Τρικούπης, δὲν εἶναι μυστήριον, εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει περαιωμένην τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἑπομένως ὤφειλε νὰ τὸ φέρῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τί λοιπὸν εἶναι μεμπτὸς διὰ τοῦτο; Ὥστε καὶ πάλιν δὲν εὕρετε βάσιν στερεὰν διὰ νὰ ῥίψητε καιρίαν τὴν βολήν σας καὶ ἄλλοθεν κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, παρακολουθήσας ἐν μέρει τὰς ἀλλοίας βάσεις τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως, ὑπέδειξα, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, τὸ ἐσφαλμένον αὐτῶν. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα, εἰς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπερωτήσαντες ζητοῦν τὴν μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ζητοῦν τὴν μέλαιναν ψῆφον κατὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς. Ἡ χάρις, κύριοι, ἐκφράζει δικαιοσύνην, καὶ ἡ χάρις, οὕτως εἰπεῖν, δὲν εἶναι κατάλληλον πεδίον πολιτικῆς παλαίστρας κατ’ ἐμέ· ἡ χάρις τῷ ὄντι δὲν ἔχει τὰ ὅριά της, ἡ χάρις δὲν διαγράφεται, οὐδὲ κανονίζεται ὑπὸ νομοθετικῶν κανόνων· μόνον εἷς περιορισμὸς τῆς χάριτος ὑπάρχει, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ προτείνῃ τὴν ἀπονομὴν χαρίτων, ὁσάκις κρίνει ταύτας καταλλήλους καὶ δικαίας· μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς· εἰς τὴν ἀπονομὴν χάριτος ὑπὲρ καταδικασθέντος ὑπουργοῦ δὲν δύναται ὁ βασιλεὺς νὰ ἀπονείμῃ χάριν τότε παρὰ μόνον τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀπένειμε χάριτας ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ δικαιώματός της ἡ βασιλεία διὰ τῆς ὑπευθύνου ὑπογραφῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ χάριτας μεμπτέας μᾶς ἀντιτάττουν οἱ ἐπερωτήσαντες. Σᾶς ἔφεραν, κύριοι, τὸ πτῶμα μιᾶς δυστυχοῦς Σοφίας, καὶ ἐπὶ τοῦ πτώματος αὐτῆς προσπαθοῦν νὰ καταῤῥίψουν πτῶμα πολιτικὸν τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες ἐπὶ τοῦ πτώματος τῆς ἀτυχοῦς Σοφίας νὰ ἴδωσι καὶ πολιτικὸν πτῶμα συγχρόνως ὀφείλουσι κατὰ πρῶτον νὰ προσπελάσωσι τὴν ἄπνουν Σοφίαν, καὶ δικαιοσύνην ἐπιτελοῦντες νὰ ἀνεύρωσι προηγουμένως πῶς αὕτη ἐξέλιπε τοῦ ζῆν· διότι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ἔπεσεν ἴσως τυχαίως ἢ καὶ ἐξ ἀμελείας τοῦ πρὸς ὃν ἐδόθη ἡ μεμφομένη χάρις. Πόθεν θὰ ἀντλήσητε ὑμεῖς τὰ στοιχεῖα τῆς πεποιθήσεώς σας διὰ νὰ καταδικάσητε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κακῶς ἐχάρισε τὴν ποινὴν εἰς τὸν καθ’ ὑμᾶς δολοφόνον τῆς Σοφίας; Ποῖα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ βασίσητε τὴν κρίσιν σας διὰ νὰ ἀπονείμητε δικαιοσύνην; Ἔχετε, κύριοι, μίαν ἀπόφασιν· καὶ τῳόντι ἡ πρώτη πεποίθησις παντὸς ἐξ ὑμῶν εἶναι ἡ ἀπόφασις. Ἀλλοῦ ποῦ ἆρά γε στηριζόμενος ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε χάριν; Εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, τὸ ὁποῖον λέγει· «Σπουδαῖα περιστατικὰ προέκυψαν κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι τὸ δυστύχημα ἐκεῖνο ἦτο μᾶλλον τυχαῖον καὶ ἐξ ἀμελείας.» Ὅταν λοιπὸν τὸ δικαστήριον τὸ δικάσαν, τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύω νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιότιμος πρώην ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1867 κ. Λομβάρδος, τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων πολλάκις ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων εἶναι πεπλανημένη· δὲν τὸ ἔκαμεν, ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦτο παμψηφία· τὸ ἔκαμεν ἀκολούθως, καὶ τὶ λέγει; Βλέπω, ὅτι ἐξ ἀμελείας ἐφονεύθη ἡ δυστυχής. Ἐξ ἀμελείας λοιπὸν σκέπτεται καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων τοιοῦτον ἔγγραφον, καὶ ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ ᾖναι εὐσυνείδητος, καὶ εἶναι εὐσυνείδητος τῷ ὄντι ὁ ἀξιότιμος κ. Μεταξᾶς. Πόθεν ἄλλοθεν ἤθελεν ἀντλήσει τὴν πεποίθησίν του; Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, οἵτινες παριστάνομεν σήμερον τὴν νομοθετικὴν διάνοιαν τοῦ ἔθνους, ὀφείλομεν κατ’ ἐξοχὴν νὰ ἤμεθα δίκαιοι καὶ εὔσπλαγχνοι καὶ νὰ λαμβάνωμεν ὑπόδειγμα ἀπὸ τὸν πρῶτον νομοθέτην τῆς πατρίδος μας, τὸν μέγαν φιλέλληνα Maurer, τοῦ ὁποίου ἂν ἀνοίξωμεν τοὺς κώδικας, θὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἑξῆς· «Τὸ τέλος τῆς ποινῆς ἐπέρχεται διὰ βασιλικῆς χάριτος.» Προχωρῶν δὲ λέγει· «αἴτησις περί χάριτος ἀναβάλλει τότε μόνον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς, ὅταν τὰ ἁρμόδια δικαστήρια, οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγγελεῖς ὑποστηρίξωσι τὴν αἴτησιν, ἢ αὐτεπαγγέλτως κάμνουν πρότασιν περὶ χάριτος». (Ἄρθ. 548 Π. Δ.) Ὅταν ἔχετε, κύριοι, τοιοῦτον κανόνα τοῦ δικαίου τῆς νομοθεσίας ἐνώπιόν σας, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νομομαθὴς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οὐχὶ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἰσῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον μόλις ἀφήσας τὴν κοπίδα τῆς ἀνατομίας, ὅταν λοιπὸν ἔχετε τοιοῦτον δίδαγμα μεγάλον τοῦ νομομαθοῦς Μάουρερ, ὅστις ἐπιτάττει ὅτι, ὅταν τὰ ἁρμόδια δικαστήρια, οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγγελεῖς ὑποστηρίζωσι τὴν αἴτησιν τῆς χάριτος αὐτεπαγγέλτως, τότε ἡ ποινὴ σταματᾷ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δὲν ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, νὰ σταματήσῃ τὴν ποινήν, καὶ νὰ εἴπῃ, οὕτως ὁ νομοθέτης διατάττει; Καὶ τὸ διέταξεν ἐκ τῶν προτέρων, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἡ ἐξακολούθησις τοῦ νομοθέτου· δὲν ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ ἀπονείμῃ τὴν χάριτα; Τί κακὸν λοιπὸν ἔπραξεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βασισθεὶς ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων; Ναί, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον ὑμεῖς νὰ καταψηφίσητε, διότι τότε καταψηφίζετε κατὰ τῶν ἠθικῶν διδαγμάτων τῆς ποινικῆς νομοθεσίας τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου ἐστὶν ἡ μνήμη ἀΐδιος ἐν τῇ Ἑλλάδι. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι ἄλλοτε δημόσιον ὄργανον ἐπὶ πολὺ διατελέσας ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν καὶ ἐπὶ 12 συνόδους εἰσαγγελεὺς τῶν κακουργιοδικῶν. Μοὶ συνέβη τι περίεργον, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸ κοινοβούλιον διὰ νὰ σᾶς ἐκφράσω τί ἐστὶ πεποίθησις, καὶ τὴν πεποίθησιν τὴν ἐσωτερικὴν πρέπει νὰ τὴν σεβώμεθα, καὶ ὅταν τὴν κατακρίνωμεν, ἀρχίζομεν νὰ ὑποσκάπτωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως· καὶ τὸ κοινοβούλιον τὸ ἐλεύθερον τῆς Ἑλλάδος ποτὲ δὲν θὰ περιορίσῃ τὴν ἐσωτερικὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως. Συνέβη εἰς τὴν Ἄμφισσαν σπουδαιότατος φόνος, ἐφονεύθη πατὴρ καὶ υἱὸς, Κεφαλαῖοι καλούμενοι, θόρυβος ἠγέρθη εἰς τὴν Ἄμφισσαν. Τί συμβαίνει; συλλαμβάνονται δεξιὰ, ἀριστερὰ πολλὰ πρόσωπα. Τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ του, ἐν τῇ πεποιθήσει του, παραπέμπει τὴν συμμορίαν τοῦ ἀρχιληστοῦ Κρικέλλα εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον διὰ τὸν φόνον τοῦτον· γίνεται ἀνακοπὴ ἐκ μέρους τῆς πολιτικῶς ἐναγούσης, καί, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ τοῦ εἰσαγγελέως. Ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, τὴν λαμβάνω ἐγώ· ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, εἰργάσθην ἐπὶ τρεῖς ὅλας νύκτας, καὶ ποίαν πεποίθησιν σχηματίζω; ὅτι ἡ συμμορία τοῦ Κρικέλλα δὲν ἀπεδείκνυτο ἐνοχοποιουμένη εἰς τὸν φόνον τοῦτον, ἐξ ἐναντίας δὲ δύο ἄλλοι Καπραλαῖοι καλούμενοι ἦσαν ἔνοχοι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, διότι εἶχον μάρτυρα αὐτόπτην, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔλεγεν, εἶδον τὸν πατέρα μου φονευόμενον ἀπὸ τοὺς Καπραλαίους· εἶχον ἄλλους μάρτυρας, καὶ ἔπρεπε νὰ καταστρέψω μίαν πεποίθησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἥτις ἐπίσης ἦτο ὀρθή. Τῳόντι καταρτίζω τὴν πρότασίν μου, τὴν καθυποβάλλω εἰς τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐν τῇ εὐσυνειδήτῳ ἐπίσης πεποιθήσει του παραδέχεται τὴν πρότασίν μου, ἀπαλλάττει τὴν συμμορίαν τοῦ Κρικέλλα καὶ παραπέμπει τοὺς Καπραλαίους. Ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον· ὑποστηρίζω αὐτοπροσώπως τὴν κατηγορίαν καὶ καταδικάζονται αὐτοί, καὶ κατεδικάσθησαν εὐτυχῶς ἐπὶ ἀναιρέσει· ἀρχίζει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ διαδικασία εἰς τὴν κοινωνίαν, νὰ ἀναπτύσηται μία ἄλλη πεποίθησις εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἀναφοραὶ ἐπὶ ἀναφορῶν νὰ δίδωνται, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθησαν. Κατὰ συγκυρίαν συλλαμβάνεται ὁ Κρικέλλας καὶ ἐξάγεται καὶ ὁμολογεῖ ὁ Κρικέλλας, ὅτι αὐτὸς ἦτον ὅστις ἐφόνευσε, καὶ ὄχι οἱ Καπραλαῖοι, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤμην ἐκεῖνος ὅστις ἔκαμα πρότασιν χάριτος, ὅστις ὑπεστήριξα τὴν κατηγορίαν· τέλος ἐπείσθην περὶ τῆς ἀθῳότητός των. Ἐρωτῶ ἤδη τὰ ἐπερωτήσαντα, καλῶς ἢ κακῶς ἔκαμα; Δύνασθε νὰ καταψηφίσητε ἐναντίον μου, διότι ἐσχημάτισα τοιαύτην πεποίθησιν; ὄχι. Καὶ λοιπὸν θὰ περιορίσητε τὴν πεποίθησιν καὶ θὰ εἴπητε ὅτι ἔπραξεν ἄδικον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔδωκε χάριν εἰς τὸν κατάδικον; διότι δὲν ἠδύνατο νὰ παραβιάσῃ τὰς διατάξεις τῆς νομοθεσίας, ὅταν ὑπάρχουν εἰσαγγελεῖς καὶ ὁρκωτὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν τοιαύτην; Μήπως ἔχετε μίαν χάριν, ἡ ὁποία κατέστη τὸ σκάνδαλον τῆς κοινωνίας, ὥστε νὰ καταψηφίσητε κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ἔχομεν, λέγουν, τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ ἀτυχοῦς νέου τῆς ἀτυχοῦς οἰκογενείας Φωκᾶ καὶ ἐδῶ σταματῶμεν· ἐδόθη χάρις εἰς ναύτας, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἀθῷοι, καὶ ἔπρεπε νὰ τοῖς δοθῇ χάρις. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ἐπιστάτης τοῦ Φωκᾶ; Αἴ, κύριοι, πρὸς Θεοῦ! ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ σᾶς λέγει μετὰ παῤῥησίας, ὁ γραφεὺς πταίει, κατὰ λάθος ἐσημειώθη· καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ ὁ ὄντως εὐσυνείδητος καὶ τίμιος εἰσαγγελεὺς, ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, νομίζω...

§28ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα.

§29ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀμέσως λαβὼν, ἐρωτᾷ τηλεγραφικῶς τὸν ὑπουργὸν, τί τρέχει; Ὁ ὑπουργὸς ἀπαντᾷ, μὴ ἐκτελεῖτε τὸ διάταγμα, διότι κατὰ λάθος ἐσημειώθη τὸ ὄνομα τοῦ ἐπιστάτου. Ὅταν λοιπὸν ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι κατὰ λάθος ἐγένετο, ἔχομεν δικαίωμα νὰ φέρωμεν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ψῆφον μας; παντάπασιν. Ἐὰν ἐξετελεῖτο, μάλιστα, ἀλλ’ ἐπρολήφθη, καὶ ὁ ἔνοχος ἐπιστάτης κρατεῖται εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ δὲν ἐδύνατο, λέγουν, νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα καὶ μάλιστα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπὸ τῆς ἕδρας του εἶπε, πῶς ἐδύνασθε νὰ ἀνακαλέσητε τὸ διάταγμα τοῦτο; Κύριοι, ἐδύνατο νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, καὶ ὤφειλε, καὶ εἶχε καιρὸν νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, διότι τὸ διάταγμα τῆς βασιλικῆς χάριτος δὲν εἶχεν ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν κατάδικον· μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ ῥίψῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον ἢ καὶ νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ· διότι ἐὰν παρατηρήσητε τὸν νόμον τὸν ποινικὸν, δικαίως ὁ Μάουρερ λέγει ὅτι «τὸ τέλος τῶν ποινῶν ἐπέρχεται διὰ θανάτου κτλ. βʹ. διὰ βασιλικῆς χάριτος, καθόσον τοῦτο ἀπηγγέλθη διὰ τοῦ περὶ βασιλικῆς χάριτος διατάγματος.» Ἡ ἔκφρασις ἀπηγγέλθη ἐπὶ τούτῳ ἐτέθη, τοὐτέστι πρέπει προσωπικῶς νὰ ἀπαγγελθῇ εἰς τὸν κατάδικον καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης λαμβάνει δικαίωμα ὁ κατάδικος. Ἄλλως τε, κύριοι, εἶναι κοινὴ ἀρχὴ τῆς νομοθεσίας καὶ τοῦ δικαίου, τὸ διάταγμα ἄρχεται νὰ ἰσχύῃ ἀπὸ τῆς εἰς τὸ πρόσωπον ἀνακοινώσεώς του. Κατὰ τί λοιπὸν ἔπταισεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων; Διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων μόλις ἐξετασθὲν ἐγκατελείφθη παρὰ τῶν εἰσαγαγόντων αὐτὸ, καὶ ἔτρεξεν εἰς ἄλλο στάδιον, ἀλλ’ ἐπίσης ἀβάσιμον. Ταῦτα ἐθεώρησα, Κύριοι, ἀναγκαῖα νὰ ἐκθέσω δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου, διατὶ τοὐτέστι θεωρῶ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, ἡ τὴν μέλαιναν ψῆφον ἐξαιτουμένη κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς κυβερνήσεως, εἶναι ἄδικος καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ φανῶμεν δίκαιοι, εὔσπλαγχνοι καὶ οὐχὶ νὰ κρίνωμεν περὶ τούτου τὴν πολιτικὴν φέροντες κατὰ φρένα.

§30Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ζητήσω μίαν πληροφορίαν, πρὶν καταβῆτε ἀπὸ τὸ βῆμα;

§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα.

§32Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτοὶ οἱ Καπραλαῖοι μήπως ἔλαβον χάριν προχθὲς καὶ ἐξῆλθον;

§33ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα, εἶχα κάμει ἐγὼ τὴν πρότασιν καὶ τοῖς ἐδόθη ἡ χάρις.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Λομβάρδος.

§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, οἱ σήμερον, χθὲς καὶ προχθὲς ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος τὸ ἀνύψωσαν εἰς τὴν θέσιν, ἥτις εἰς τοιοῦτον θέμα ἀνήκει καὶ τοῦ ἀφῄρεσαν τὸ κάλυμμα τοῦ ἐπαρχιασμοῦ καὶ τῆς προσωπικότητος, μὲ τὸ ὁποῖον τινὲς ἠθέλησαν νὰ τὸ περικαλύψωσι διὰ νὰ τὸ ἀφαρπάσωσιν ἀπὸ τὰς ὄψεις σας. Δὲν εἶμαι ἐγὼ βεβαίως ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ζητήσω νὰ τὸ ἐπαναφέρω ἐκεῖ, ὅπου ἐπειράθησαν νὰ τὸ καταβιβάσωσιν, ἰδιαιτέρως ἐκεῖ ὅπου ἀπεπειράθη νὰ τὸ καταβιβάσῃ ὁ τελευταῖος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ἀγορεύσας· δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε κἂν νὰ ἐνθυμηθῶ τί ὁ ἀγορεύσας ἐκεῖνος εἶπεν, οὔτε τὸ ὄνομά του νὰ προφέρω ἔπειτα ἀπὸ ὅσα εἶπον ἰδίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι Τρικούπης καὶ Κουμουνδοῦρος. Τοὺς εὐγνωμονῶ διὰ τὰς πρός με εὐμενεῖς ἐκφράσεις των· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοὺς παρατηρήσω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τὰς θεωρήσω ὡς ἀνηκούσας τῳόντι εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ ὡς ἀπεικονιζούσας τὰς εὐγενεῖς ψυχάς των, ὡς ἐκφραζούσας τὴν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν ψυχαὶ τοιαῦται πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ αἰσθάνωνται βλέπουσαι ἐνώπιόν των τὴν χαμηλὴν χαμηλῶν πνευμάτων ἀπόπειραν, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν ὅτι δύνανται ὑπόληψιν ν’ ἀποκτήσωσι διὰ τῆς προσβολῆς τῆς ὑπολήψεως τῶν ἄλλων. Μίαν καὶ μόνην παρατήρησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν τελευταῖον τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ἀγορεύσαντα, τὴν ἑπομένην. Εἶσαι λευκὸς τὰς τρίχας, ἔλαβες πεῖραν ἄλλου, ἀλλ’ οὐχὶ τούτου τοῦ βήματος. Εἰς τὸ ἑξῆς, ὁσάκις ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἔρχεσαι, πειράθητι νὰ ἦσαι μετριώτερος καὶ ἂν σοὶ εἶναι δυνατόν, εὐγενέστερος. Εἰς τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἤδη ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἤρχισες νὰ χαράττῃς, ἂν ἐπιμείνῃς, ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν τινὲς, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσωσι νὰ σὲ ἀκολουθήσωσι, καὶ οἵτινες, καλῶς τὸ γινώσκεις, ἔχουσι τὰ μέσα πολὺ νὰ σὲ λυπήσωσι καὶ καιρίως νὰ προσβάλωσιν εἰς σὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς μάτην προσπαθεῖς σὺ εἰς αὐτοὺς νὰ προσβάλῃς. Εἶπα, κύριοι, ὅτι οἱ σήμερον, χθὲς καὶ προχθὲς ἀγορεύσαντες ἀνύψωσαν τὸ θέμα εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν τῷ ἀνήκει. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος θὰ ἐθεωρεῖτο ἴσως ἐξηντλημένη ἄνευ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος τοῦ βήματος, ὅστις πρῶτος καὶ μόνος μὴ συνεπαρχιώτης τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀνέλαβε· δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ ἀναιρέσῃ ἢ μετατρέψῃ τὰ γεγονότα. Πρόκειται ἤδη θέμα ἀποδοκιμασίας κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς οὗτος οὐχὶ ἀληθῶς, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, οὐχὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἐν ἀγαθοπιστίᾳ διεπραγματεύθη τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς χαρίτων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν 1867. Τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κύριος Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς λογοκρισίαν, ὡς τί τὸ ὁποῖον ὑποσκάπτει τὴν βάσιν, τὴν ὕπαρξιν τοῦ βήματος τούτου· ἂς λείψῃ μάλιστα, εἶπε, τὸ βῆμα τοῦτο παρὰ νὰ ᾖναι ὑπόχρεώς τις νὰ φοβῆται τὴν λογοκρισίαν ἐπὶ ὅσων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ λογοκρισίας βουλευτῶν πρὸς βουλευτὴν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διαστροφῆς γεγονότων γενομένης παρ’ ὑπουργοῦ ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ προκατόχου του, πρόκειται περὶ ὑποκρύψεως τῆς ἀληθείας, πρόκειται περὶ μὴ εἰλικρινοῦς ἐκθέσεως ἐγγράφων, πρόκειται τέλο, πάντων περὶ δημιουργήσεως νέων γεγονότων ἀνυπάρκτων ὅπως τὰ προηγούμενα παραμορφωθῶσι κατ’ ἐκείνου, ὅστις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, δὲν ἔχει τὸ μέσον νὰ ὑπερασπισθῇ. Δὲν εἶναι λογοκρισία ἡ ἐπίκρισις αὕτη κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἔλεγχος πράξεων. Πάντες ὀφείλουσιν ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς προπάντων ὀφείλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λαλῶν νὰ ἐκφράζῃ μόνην τὴν ἀλήθειαν. Ἂν ἡ διαστροφὴ τῆς ἀληθείας ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, σκεφθῆτε ποῦ ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν Σκεφθῆτε ποῦ ἔφθασεν ἓν μέγα κράτος, ἡ Γαλλία, διότι ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ὑπουργούς της οὐχὶ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ λέγωσι. Δεύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται καὶ ὑποστηρίζεται ἡ ἐπίκρισις κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι αὐταὶ αἱ χάριτες, καὶ ὅσον καὶ ἂν ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ ἐλαττώσωσι τὴν κακὴν χρῆσιν, ἣν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμε τῶν χαρίτων τούτων, εἶμαι βέβαιος, δὲν ἤλλαξαν τὰς πεποιθήσεις σας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μᾶς εἶπε, «παρεβίασεν ὁ ὑπουργὸς νόμον;» — Πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας κ. Μαυρομιχάλης, «ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παραβιάσεως νόμου, ἤθελεν εἶναι ποινικὴ καταδίωξις·» ἀλλ’ ἐπρόσθεσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἠπάτησεν ὁ ὑπουργὸς τὸν Βασιλέα; Ναὶ, δὲν ἠπάτησεν ἴσως τὸν Βασιλέα ἐν γνώσει, (δὲν δύναμαι νὰ ἀποδείξω τοῦτο), ἀλλ’ ἠπατήθη ὁ Βασιλεὺς ἕνεκα τῆς ἀμελείας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἠπατήθη ὁ Βασιλεὺς καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἐν οὐσίᾳ τὰς χάριτας τὰς ἀπονεμηθείσας εἰς τοὺς ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ Κερκύρας, ἠπατήθη καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τύπους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπροτάθησαν. Ἡ πρότασις ἐκείνη τῶν χαρίτων προερχομένη ἀπὸ ἀναρμόδια πρόσωπα, ἀπὸ τὸν ἱερέα, ἀπὸ τὸν ἰατρὸν καὶ ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ σωφρονιστηρίου, δὲν ἐπροτάθη ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς καλλιτερεύσεως τῶν καταδίκων, ὡς φαίνεται νὰ ὑπέθεσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ λόγῳ ἐπικρίσεως τῆς ἀποφάσεως· ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου παρουσιάζεται ὡς ἄδικος, ὡς κακῶς ἐφαρμόσασα τὸν νόμον καὶ μὴ καλῶς ἐκτιμήσασα τὰ γεγονότα, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ ἐκείνῳ τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ ἰατροῦ τῶν φυλακῶν καταπείθεται ὁ Βασιλεὺς νὰ ὑπογράψῃ. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς σήμερον μανθάνει ἴσως ἀπὸ τὰς εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦλθον χθὲς ἐκ Κερκύρας, ὅτι ὁ εἷς τῶν καταδικασθέντων ἐκείνων ἐπὶ λῃστείᾳ καὶ ἀπελευθερωθέντων εἶναι ἤδη προφυλακισμένος ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, τὴν ὁποίαν ἀπεπειράθη μόλις ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰς φυλακάς. Ἠπατήθη ὁ Βασιλεὺς καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος τοῦ Ζακυνθινοῦ, τοῦ δολοφόνου τῆς ἀτυχοῦς Σοφίας· καὶ μὴ μᾶς βιάσετε νὰ εἴπωμεν καθέκαστα, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ βαστάζωμεν κεκαλυμμένα. Ἠπατήθη, λέγω, ὁ Βασιλεὺς, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἤξευρεν ὅτι ὁ Ζακυνθινὸς ἐκεῖνος (κατὰ τὸ ὄνομα Ζακυνθινὸς καὶ ὄχι τὴν πατρίδα) ὁ Ζακυνθινὸς ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν δολοφονίαν τῆς ἀτυχοῦς Σοφίας, ἐδραπέτευσεν ἐκ Λευκάδος, ὅτε μετ’ ὀλίγους μῆνας ἐπαρχιακή τις ἰδιαιτέρα ἐπιῤῥοὴ ἔχουσα ἀνάγκην αὐτοῦ διὰ τὰς ἐκλογὰς τὸν προσεκάλεσε νὰ ἐπανέλθῃ καὶ ἐπανῆλθεν ὁ φυγόδικος οὗτος, πεποιθὼς εἰς τὴν ὑποσχομένην αὐτῷ ἀτιμωρησίαν. Ὁ σύζυγος, τὰ τέκνα τῆς δολοφονηθείσης τὸν βλέπουσι, λέγουσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, θὰ τὸν φονεύσωμεν ἐὰν δὲν τὸν συλλάβῃ· συλλαμβάνεται ὁ φονεὺς, εἰς τὸ πεῖσμα δὲ ὅλων τῶν ἐνεργειῶν πρὸς ἀπελευθέρωσίν του τὸ κακουργοδικεῖον τὸν καταδικάζει εἰς θάνατον· ἔλαβε τὴν μετατροπὴν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου εἰς ἰσόβια δεσμὰ, καὶ δὲν παρέρχονται εἰμὴ πέντε ἔτη ἀκόμη καὶ λαμβάνει τὴν πλήρη χάριτα διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰς φυλακάς. Καὶ ποῦ ἐβασίσθη ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὴν χάριτα ταύτην; εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν συνέδρων, λέγει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπόνοιαι διηγέρθησαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φόνου ἐξ ἀμελείας. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησις ἡ ἀληθινὴ καὶ ἡ σταθερὰ τῶν συνέδρων, διατί, καθὼς μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Χατζίσκος, δὲν ἀνήρεσαν τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, καθὼς ὤφειλον νὰ τὸ κάμωσιν, ἐὰν κατὰ τὴν πεποίθησίν των ἐπρόκειτο, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Σέρβος, περὶ φόνου ἐξ ἀμελείας τιμωρουμένου μὲ ἓξ μῆνας ἢ ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, ἐνῷ ἐνώπιόν των εἶχον ποινὴν θανάτου; Ἢ ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων ἐδείκνυε τὴν πεποίθησιν τῶν συνέδρων, ἢ αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἵτινες τὸν φυγόδικον ἐπροσκάλεσαν εἰς Λευκάδα, ἐγγυώμενοι ὅτι δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε, ἐνήργησαν καὶ τὰ περαιτέρω. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πολὺ ὀρθῶς εἶπε, τί ὁμιλοῦμεν περὶ συστάσεων, ἐνῷ γινώσκομεν πῶς γίνονται αἱ συστάσεις; Καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐπρόσθεσε, διὰ τί νὰ μὴ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν; Ὁ δὲ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης, μᾶς προσθέτει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν περιοδείαν του ἔλαβε τοιαύτας καὶ τοσαύτας συστάσεις ὑπὲρ τοῦ δολοφόνου τούτου, ὥστε ἐπανῆλθε μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἦτο ἀθῷος· καὶ διὰ τί ὁ ὑπουργὸς δὲν τὸν ἐπληροφόρησεν αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐγίνωσκε; Καὶ ὁ Ζακυνθινὸς, ὁ δολοφόνος, πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ ἐντὸς ὀλίγου ἐνώπιον τῶν ἀπορφανισθέντων τέκνων καὶ τοῦ χηρεύοντος συζύγου, ὅστις θὰ ἐνθυμῆται τὴν ἀπόπειραν τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς του καὶ τὸν ὑπὲρ τῆς τιμῆς του ταύτης θάνατον τῆς συζύγου του! Ἦτον ἡ πρότασις ἀπὸ τὸ 1868, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Χατζίσκος, προσθέσας ὅτι ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς ἐξετέλεσεν ἔργον δικαιοσύνης προκαλέσας τὴν χάριτα· καὶ τότε ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1868, ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1869, ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1870, ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1871 ἐξετέλεσαν ἔργον ὑπερτάτης ἀδικίας μὴ προτείναντες τὴν χάριτα; Ἂν ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς ἐξετέλεσεν ἔργον δικαιοσύνης, οἱ προηγούμενοι αὐτοῦ ἐξετέλεσαν βεβαίως ἔργον ἀδικίας, μὴ προσέξαντες εἰς τὴν σύστασιν ταύτην· καὶ ἡ σύστασις αὕτη καθυπεβλήθη ὡς αἱ ἄλλαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς.— Καὶ τοῦ Κοτσινοπούλου, κύριοι, τὸ διάταγμα τῆς χάριτος παρεστάθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Χατζίσκου ὥς τι λάθος, ὥς τις ἀμέλεια. Δὲν πηγαίνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐκ προθέσεως προμελέτης, κακῆς συνειδήσεως, (συνειδήσεως τὴν ὁποίαν συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ σεβώμεθα ἐν ἑαυτῇ, ἀλλὰ ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἡ ἐνέργειά της φέρει ἀποτελέσματα κακὰ, πρέπει νὰ ἐπικρίνωμεν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα), ἀλλὰ πῶς νὰ ὑποστηρίξω ὅτι κατὰ λάθος ἠλευθέρωσε τὸν Κοτσινόπουλον θεωρήσας αὐτὸν ὡς ναύτην, ἐνῷ συγγενὴς τοῦ Φωκᾶ ὁ κύριος ὑπουργὸς, Κεφαλλῆνες οἱ ναῦται καὶ ὁ παραστάτης Κοτσινόπουλος; Ἔχομεν καὶ τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν ὁποίαν οἱ μάρτυρες τοὺς ὁποίους ἐπροσκάλεσαν καταθέτουσιν οὐ μόνον περὶ ναυτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐπιστάτου· εἶναι ἡ κατάθεσις τοῦ λοχίου, ὅστις εἶπεν ὅτι «ἤμην εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἶδον ἕνα παπᾶ, καὶ οὗτος μὲ εἶπεν ὅτι εἶδε τὸν λήσταρχον, καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπεν ὅτι ὁ παραστάτης ἦτον ἀθῶος· καὶ προκαλεῖται διάταγμα πλήρους ἀπαλλαγῆς, καὶ ὑπὲρ τῶν ναυτῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐπιστάτου; Πρόκειται περὶ χαρίτων, αἱ ὁποῖαι ἐσκανδάλισαν τὴν κοινωνίαν, εἶπεν ὁ κύριος Χατζίσκος, διὰ νὰ ζητῆτε μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Σᾶς εἶπα ὅτι δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν ὅλας τὰς παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἀπονεμηθείσας χάριτας· ὡς πρὸς αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, σᾶς ἐξεθέσαμεν τὸ σκανδαλῶδες τῆς χάριτος τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐπὶ ληστείᾳ καταδικασθέντων· σήμερον εἰς ἐπίμετρον ἔχετε ὅτι εἷς αὐτῶν εἶναι προφυλακισμένος ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως καὶ ἡ κοινωνία ἐκεῖ βλέπει καὶ τὸ σκάνδαλον τοῦτο ἐνώπιόν της. Ἡ πρὸς τὸν δολοφόνον τῆς ἀτυχοῦς Σοφίας χάρις εἶναι ἢ ὄχι σκανδαλώδης; Ἡ χάρις ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τὸν Κοτζινόπουλον εἴδετε ποίαν ἐντύπωσιν ἔφερεν εἰς Πάτρας, ὥστε ὁ εἰσαγγελεὺς διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ πρώτου διατάγματος καὶ προκαλεῖται δεύτερον διάταγμα ἀνακλήσεως· καὶ τὸ διάταγμα τοῦτο, δι’ οὗ τὸ πρῶτον ἀνεκλήθη, ἀξιότιμε συνάδελφε καὶ πρώην ἀντεισαγγελεῦ τῶν ἐφετῶν κύριε Χατζίσκε, ὑπὸ πολλῶν δοκιμωτάτων νομικῶν θεωρεῖται ὡς μηδὲν, θεωρεῖται ὡς πιστοποιοῦν μόνον τὸ πρῶτον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπενεμήθη ἡ χάρις· διότι ἡ δημοσίευσις τοῦ πρώτου ἐγένετο διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ δευτέρου, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἀναιροῦν τὸ πρῶτον· ἀλλ’ ἀναίρεσιν χάριτος δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ κάμῃ, καὶ ἀφοῦ βεβαιοῦται ὅτι ὑπῆρξεν ἓν διάταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον πλήρης χάρις ἀπενεμήθη, ἂν παρουσιασθῇ ὁ κατάδικος εἰς τὸ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν καὶ ζητήσῃ τὴν ἔξοδόν του ἐκ τῶν φυλακῶν, τὸ ἐφετεῖον θέλει τὸν ἐλευθερώσει. Ἀλλ’ ἂς φύγωμεν, κύριοι, ἀπὸ τὸ θέμα τοῦτο. Τρίτος λόγος, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται ἡ μομφὴ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, εἶναι ὅτι ἀσεβῆ χρῆσιν ἐποιήσατο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ἀνευθύνου προσώπου, ἀσεβῆ χρῆσιν ἐποιήσατο τοῦ ὀνόματος τοῦ βασιλέως, ζητῶν νὰ καλύψῃ τὴν ἐδικήν του εὐθύνην προτάττων τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως. Πολὺ ἐπιτυχὴς, καθὼς πάντοτε, ἐδείχθη ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεώς του. Δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ ἀναπτύξῃ, ἀνεγνώρισεν ὅμως ὡς σοβαρὸν τὸ ζήτημα, τὸ ὡμολόγησεν ὡς σπουδαῖον, ἀλλ’ εἶπε «περὶ τούτου δὲν πρόκειται, προκαλεῖσθε νὰ ἀποφανθῆτε μόνον περὶ τῶν χαρίτων.» Σπουδαίους καὶ σοβαροὺς θεωρεῖ τοὺς λόγους τοῦ κ. Τρικούπη ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι προτείνεται παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ τίποτε ὀλιγώτερον ἢ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ ἀνευθύνου προσώπου, καὶ δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ τοιούτου ζητήματος, ἀλλ’ ὅπως ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν ταύτην μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῶν χαρίτων. Καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θέλω ἐπανέλθει μετ’ ὀλίγον, διότι εἶναι ὅλως καθαρᾶς πολιτικῆς φύσεως, ἀφοῦ μοὶ ἐπιτρέψει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ τὸν ἀκολουθήσω ἐπ’ ὀλίγον, καθόσον αἱ ἀσθενεῖς δυνάμεις μου μοὶ ἐπιτρέπουσιν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Δὲν εἶπα, ὡς παρετήρησα καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Μαυρομιχάλην, ὅτι σολοικισμὸς εἶναι ἡ συγκρότησις ὑπουργείου συμμαχικοῦ· ἐξήγησα καθαρῶς τὴν ἰδέαν μου, ἀλλ’ εἴτε ἐκ παρεννοήσεως, εἴτε ἐκ τῆς μὴ καθαρᾶς ἐκφράσεώς μου ἐδημιούργησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν ὅλην ἐκείνην ὡραίαν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν του, ἥτις ἔδει αἰτίαν εἰς ἀνάπτυξιν πολλῶν ζητημάτων, ἅτινα τόσον σοβαρώτερα καθίστανται ὡς ἐκ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον τὰ ὑποκινεῖ. Πρώτην φορὰν σήμερον, εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὑποκινεῖται τὸ ζήτημα τοῦ μερισμοῦ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, καὶ μόλον ὅτι τόσα καὶ τόσα ὑπουργεῖα συμμαχικὰ ἐν Ἑλλάδι προηγήθησαν, οὐδέποτε ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη ἐχωρίσθη. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ πρῶτον, τὸ συσταθὲν μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1862, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος συμμαχικὸν τὸ ὠνόμασε καὶ ὡς ἀπόδειξιν ἔφερε τὸ ὄνομά μου καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Βραΐλα, εἰπὼν, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ κύριος Βραΐλας ἀνῆκεν εἰς ἓν χωριστὸν κόμμα καὶ ἐγὼ εἰς ἄλλο ἀντίθετον. Πραγματικῶς τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, μόνον ἀληθὲς δὲν εἶναι ὅτι ὁ κ. Βράϊλας ἀνῆκεν εἰς τὸ κόμμα τῶν καταχθονίων, ἀλλὰ εἰς τὸ τῶν μεταῤῥυθμιστῶν, γεγονὸς ὅπερ ἔκαμεν ἔτι μεγαλειτέραν τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κυρίου Βραΐλα, διότι οἱ ῥιζοσπάσται κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα τῆς προστασίας ἔτη ἐπάλαισαν κυρίως κατὰ τῶν μεταῤῥυθμιστῶν. Ὡς ἄνθρωποι τῆς προόδου, ἐναγκαλισθέντες ὑπὸ τῆς προστασίας, ἦταν ἐκεῖνοι κατὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἐπαλαίσαμεν, παλαίοντες κατὰ τῆς προστασίας, ἥτις ἐνόμισεν ὅτι διὰ τῶν μεταῤῥυθμιστῶν ἠδύνατο νὰ μᾶς καταβάλῃ. Ἀλλ’ ἡ ἕνωσις ἐπῆλθεν, ἡ προστασία ἐξέλιπε καὶ ἡμεῖς οἱ νικηταὶ πρῶτοι ἐδώσαμεν τὴν χεῖρα τῆς συνδιαλλαγῆς εἰς τοὺς ἡττηθέντας μέχρι χθὲς ἀντιπάλους μας, ἐδώσαμεν τὴν χεῖρα εἰλικρινῶς, σεῖς ἠξεύρετε κατὰ πόσον ἀντεμείφθη ἡ εἰλικρίνειά μας. Καὶ σεῖς οἵτινες μᾶς ἐπικρίνετε, ὅτι μᾶς κυριεύει τὸ πνεῦμα τοῦ φατριασμοῦ, ἂν ἐξετάσητε τὰς αἰτίας τῆς διαιρέσεως ταύτης, θὰ ἴδητε ὅτι εἴμεθα ἀρκετὰ δικαιολογημένοι. Προσεφέραμεν εἰλικρινῶς τὴν χεῖρα· σεῖς, κ. Κουμουνδοῦρε, καὶ ὅστις δήποτε ἄλλος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἂς εἴπῃ ἂν ἡ εἰλικρίνειά μας ἐκείνη ἐξετιμήθη, ἂν ὡς ἐκ τῆς μὴ εἰλικρινοῦς διαγωγῆς τῶν πρὶν καὶ νῦν ἀντιπάλων μας σήμερον καὶ ἐκεῖνος ὁ τόπος καὶ οὗτος ὑποφέρῃ· ἂν αἱ νῆσοι ἐκεῖναι εὑρίσκωνται σήμερον εἰς χειροτέραν καταπίεσιν ἢ ἐπὶ προστασίας. Ἀπηλπίσθησαν διὰ τὴν Ζάκυνθον, ἀφοῦ ἔκαμαν ὅσα ἠμπόρεσαν καὶ εἶδον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δαμάσωσιν· ἀλλ’ αἱ ἄλλαι νῆσοι, ἡ Κεφαλληνία, ἡ Κέρκυρα, ἡ Λευκὰς, πιέζονται σήμερον πολὺ περισσότερον παρὰ ἐπὶ προστασίας καὶ τὰ πρώην ὄργανα τοῦ ξένου τολμῶσιν ἐκεῖ νῦν ὅσα οὐδέποτε ἄλλοτε ὁ Ἁρμοστὴς ἤθελε τοῖς ἐπιτρέψει. Τοιοῦτος δὲν ἐδείχθη, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὁ Βράϊλας συνεργάσθη μὲν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τοῦ 1865 τοῦ κ. Κουμουνδούρου μὲ ὅλην τὴν ἀμοιβαίαν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν καλὴν πίστιν. Ἀλλ’ ἦτο συμμαχία ἐκείνη μετὰ τοῦ Βραΐλα καὶ ἐμοῦ; ποία διαφωνία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ προστασία ἐξέλιπεν, ἀφοῦ πλέον μεταῤῥυθμίσεις αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ προτείνῃ ἐκεῖ, οὔτε ἐγὼ ἕνωσιν νὰ ὑποστηρίξω; Διαφωνία δὲν ὑπῆρχε καμμία. Ἡ παρουσία λοιπὸν ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Βράϊλα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1865 δὲν τὸ ἀπετέλει συμμαχικόν. Ἀλλ’ ἀνεβοκατέβησαν τὰ ὑπουργεῖα μετὰ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου τοῦ 1865, καὶ μόνον ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἠμπόρεσε νὰ ἀνθέξῃ καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὴν βουλευτικὴν σύνοδον ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐσυστήθη τῇ συμπράξει τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ κ. Κουμουνδούρου, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο πράγματι συμμαχικόν. Ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μακαρίτου Ῥούφου αἱ δύο μερίδες προσέφεραν ἑκάστη ἴσον ἀριθμὸν βουλευτῶν ὡς ὑπουργῶν, καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ συμμαχικοῦ ἐκείνου ὑπουργείου ἀπεπερατώθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ποῦ ἔληξεν ὅμως ἡ συμμαχία ἐκείνη; ποῖα τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν; Δὲν ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, διότι ἀπεσύρθη ὁ Βούλγαρης ἢ ὁ Κουμουνδοῦρος. Ὁ πρόεδρος ὁ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν δύο τούτων μερίδων ὡς πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου προταθεὶς ἐξηκολούθησεν νὰ μένῃ, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, ὡς σημαία τοῦ συμμαχικοῦ ὑπουργείου. Ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ὑπετίθετο ὅτι εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, ἐτηρήθη ἐν τῇ πρωθυπουργίᾳ, ἀλλ’ ἕνα ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς του τοῦ ἀφῄρεσαν....

§36Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρῃτήθημεν πάντες, ὄχι ἕνας ἕνας.

§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά. Διετηρήθη ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ὡς δῆθεν ἡ σημαία κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως.

§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡμεῖς ἠρνήθημεν νὰ σχηματίσωμεν ὑπουργεῖον, ἐχωρίσθημεν πλέον.

§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω.

§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς διορθόνω, ὅτι ὁ Ῥοῦφος δὲν ἦτο πλέον σημαία συμμαχική.

§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω καὶ τοῦτο. Δὲν λέγω ὅτι ἡ συμμαχικὴ σημαία ἔφερεν αὐτό. Λέγων ὅτι μετὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ συμμαχικοῦ ἐκείνου ὑπουργείου, ἀφοῦ ἔληξαν αἱ ἐργασίαι τῆς βουλῆς, ὑπὸ τὴν προεδρείαν αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον προέδρευσε τοῦ συμμαχικοῦ ὑπουργείου, ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν τῶν 1862 προσωπικὴ κυβέρνησις, δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τοῦτο πταίετε οὔτε σεῖς, οὔτε ὁ κ. Βούλγαρης, οὔτε ὁ κ. Νικολόπουλος, οὔτε κανεὶς ἀπὸ ὑμᾶς· λέγω μόνον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μακαρίτου Ῥούφου ἐσχηματίσθη κατὰ τὸ 1866 μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο συμμαχικόν, δὲν ἦτο κοινοβουλευτικόν· ἦτο καθαρῶς προσωπικόν, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐχαρακτηρίσθη καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ παντοῦ. Ἐσχηματίσθη κατόπιν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1866 τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο συμμαχικόν. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 συμμαχικὸν τὸ παρέστησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἂν ἔλαβαν μέρος δύο ὀθωνισταὶ, ἐφαρμόζεται καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ὅ,τι εἶπα καὶ περὶ τοῦ κ. Βράϊλα· ὀθωνισμὸς τότε δὲν ὑπῆρχε.

§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο κόμμα.

§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ πρὶν τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 ἐσυζητήθησαν μετὰ τοῦ μακαρίτου Χριστοπούλου καὶ τοῦ μακαρίτου Βότσαρη αἱ ἀρχαὶ, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤθελε σχηματισθῆ, αἱ ἰδέαι, ἡ τακτικὴ, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤθελε βαδίσει τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο· εἰσῆλθαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὄχι ὡς παριστάνοντες ἴδιον κόμμα, ἀλλ’ ὡς συμφωνοῦντες καθ’ ὅλα μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐπρόκειτο νὰ ἀκολουθήσῃ. Καὶ ὁ κ. Γρίβας, ἂν εἶχε δυσαρεσκείας μετὰ τοῦ Βότσαρη, τοῦτο συσταίνει τὴν φιλοπατρίαν ἀμφοτέρων, ὅτι κατέλιπον τὰ ἰδιαίτερα χάριν τῆς κοινῆς ἀρχῆς καὶ τῆς κοινῆς ἰδέας. Δὲν ἦτο λοιπὸν ζήτημα ἁπλῆς τιμῆς τῶν συμμάχων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸ ζήτημα ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψωσι τοὺς δύο συναδέλφους, τῶν ὁποίων ἐπροτείνετο κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1867 ἡ ἀπομάκρυνσις, ἦτο ζήτημα κοινοβουλευτικόν, ἦτο ζήτημα πολιτικόν, ἦτο τὸ ζήτημα, ἂν ὁ πρωθυπουργὸς θὰ ᾖναι καὶ θὰ μένῃ ἐλεύθερος εἰς τὴν διατήρησιν τῶν ὑπουργῶν του, ἢ ἂν θὰ ὑποκύπτῃ εἰς ξένων εἰσηγήσεις, εἰς ξένων θελήσεις, ξένων ἐννοῶ ἐκτὸς τοῦ ὑπουργείου. Ἡ ἀπαίτησις τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν δύο ἐκείνων ὑπουργῶν ἂν ἦτο ζήτημα ἁπλῶς προσωπικόν, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς ἔπραξαν οἱ συνάδελφοί μας νὰ μὴ ὑποχωρήσουν, καθὼς τότε θερμῶς τοὺς παρεκαλέσαμεν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη καὶ ἦτο ζήτημα ὑπάρξεως ἢ μὴ κοινοβουλευτικοῦ ὑπουργείου καὶ κοινοβουλευτικοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποχωρήσῃ κατέναντι τοιούτων ἀπαιτήσεων· ἦτο τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελε παρακολουθήσει τὸ δεύτερον καὶ τρίτον ὅπως ἐκβιασθῇ τοῦ ὅλου ὑπουργείου ἡ παραίτησις· ἦτο τὸ αὐτὸ τῆς σήμερον ζήτημα ἀλλ’ ἀντιστρόφως τιθέμενον· εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς ἐζήτουν τότε ν’ ἀπομακρύνωσιν, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ ζητοῦσι σήμερον νὰ διατηρήσωσι καὶ ἐπιβάλλωσι (διακοπή). Ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 καὶ ἡ πτῶσις ἐκείνη τιμᾷ πράγματι τὸν κ. Κουμουνδοῦρον· δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸν ἐκτιμήσω ἐγὼ διὰ τῶν ἐκφράσεών μου, τὸν ἐξετίμησεν ὁ τόπος, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς του, διὰ τὸ βῆμα αὐτό. Δὲν διετηρήσαμεν τὴν ἐξουσίαν μὲ παραχωρήσεις· μὲ ὑψωμένην σημαίαν κοινοβουλευτικοῦ ὑπουργείου εἰσήλθομεν, μὲ ὑψωμένην σημαίαν κοινοβουλευτικοῦ ὑπουργείου ἐξήλθομεν. Ἐπολεμήσαμεν μετὰ τὴν πτῶσίν μας ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ταύτης, καὶ μετὰ τρία ἔτη προσκαλεῖται ἐκ νέου ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος νὰ σχηματίσῃ καὶ ἐσχημάτισε κυβέρνησιν. Τὰς ὀλίγας λέξεις τὰς ὁποίας εἶπα τότε, ἀναλαμβάνων τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, πολλοὶ τότε τὰς παρηννόησαν, καὶ αὐτὸς ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος κ. Χατζίσκος, ὅστις μοῦ δίδει αἰτίαν σήμερον εἰς τοῦτο. Εἶπα τότε, «ἐλπίζω ὅτι γίνεται ἤδη ἔντιμος, εἰλικρινὴς ἔναρξις ἀναγνωρίσεως τῆς μεγάλης ἀρχῆς, ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ κυβερνηθῇ διὰ τοῦ τόπου, ἐλπίζω ὅτι γίνεται ἔναρξις εἰλικρινοῦς, τιμίας ἐφαρμογῆς τῆς ἰδέας ὅτι ξένα καὶ παράσιτα στοιχεῖα δὲν θὰ ἐμφιλοχωροῦν πλέον μεταξὺ ἡγεμόνος καὶ ἀντιπροσωπείας· εἶπα, ἐλπίζω ὅτι γίνεται ἔναρξις, διότι πρὶν σχηματισθῇ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχα τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ κόμμα ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν παγίωσιν τῆς ἰδέας, διὰ τὴν ὁποίαν παρῃτήθημεν κατὰ τὸ 1867. Αἱ ἐλπίδες μου ἐψεύσθησαν καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι σήμερον εἰς ἣν εὑρίσκομαι θέσιν, κατέναντι τοῦ ἀνθρώπου μεθ’ οὗ καὶ μόνου συνειργάσθην ἀπὸ τοῦ ἐρχομοῦ μου εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅστις οὐχὶ ὀλίγον συνεκίνησε τὴν καρδίαν μου κατὰ τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν του, ὅτε ἀνέμνησεν ὅτι πλέον παρὰ φιλία μᾶς συνέδεεν. Ἀναγνωρίζω τὴν πεῖραν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀναγνωρίζω ὅτι εἰς τὰς σκέψεις μου ἴσως εἶμαι ἀπατημένος, ἀλλ’ ἡ συνείδησίς μου μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀλλάξω οὔτε κεραίαν ἀφ’ ὅ,τι ἐπρέσβευσα καὶ πρεσβεύω, ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἄγκυρα σωτηρίας τοῦ τόπου, ὁ τόπος νὰ κυβερνηθῇ διὰ τοῦ τόπου. Ἐσταμάτησε μέχρι τοῦ 1867 ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἐπανερχόμενος εἶπε, πότε ἐμερίσθη ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη; Τοῦτο εἶναι, εἶπεν, ὁ σολοικισμός, τοῦτο εἶναι ὁ κοινοβουλευτικὸς σολοικισμός, τὸ νὰ ζητῆτε νὰ μερίσητε τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. — Σοβαρῶς λέγει τοῦτο ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου; ἠρώτησεν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης. Καὶ ἐπρόσθεσεν, ὅτι ὁ Λομβάρδος δὲν παίζει, καθόσον δὲν ἔπαιξε ποτὲ ἐν τῇ Βουλῇ. — Καὶ δὲν παίζω βεβαίως οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν· εἶναι ἡ πλήρης πεποίθησίς μου ὅτι δὲν εἶναι σολοικισμὸς κοινοβουλευτικὸς τὸ νὰ μερίζεται ἐνίοτε ἡ εὐθύνη· εἶναι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας χρειάζεται, εἶναι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνάγκη εἶναι νὰ καταδικασθῇ ὁ εἷς ὑπουργὸς χωρὶς ἐκ τούτου ὄχι νὰ ᾖναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ παραιτηθῇ, ἀλλὰ μάλιστα καὶ νὰ κατηγορηθῇ ὅτι πράττει κακὸν εἰς τὴν πατρίδα, ἂν συνδέσῃ τὴν τύχην της μετὰ τοῦ κατηγορουμένου ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀνέγνωσε τεμάχιον νέου συγγραφέως τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Ἐγὼ ἀνεζήτησα ἀλλὰ δὲν εὗρον πρόχειρον ἀρχαιότερον τοῦ Ῥώσση· σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ἂν ἤθελον εὕρει τοιοῦτον, ἤθελα τὸν φέρει διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι οὐχὶ τώρα πρῶτον ὑπεστηρίχθη ὁ μερισμὸς τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Ὁ Ῥώσσης, κύριοι, ἰδοὺ τί λέγει, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν μετάφρασιν· «ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη δύναται νὰ ᾖναι ἀτομικὴ ἢ συνολικὴ (collective) διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπάρχει γενικὴ διαχείρισις τῆς ἐπικρατείας καὶ ἰδιαιτέρα διαχείρισις ἑκάστου τμήματος τῆς ἐπικρατείας· διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὑπάρχουσιν ὑπουργοὶ ἰδιαίτεροι καὶ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὑπουργοὶ ἰδιαίτεροι καὶ κυβέρνησις.» Προχωρῶν δὲ περαιτέρω ἀναπτύσσει τὸ θέμα του λέγων· πρόκειται, λέγει, νὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος; ἰδοὺ μία πρᾶξις εἰς τὴν ὁποίαν ὅλον τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον πρέπει νὰ λάβῃ μέρος καὶ εἶναι ὑπεύθυνον ὁλόκληρον· ἀλλὰ κηρυχθέντος τοῦ πολέμου, ἕκαστος ὑπουργὸς διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θέλει λάβει ἕνεκα τῆς ἁρμοδιότητός του εἶναι αὐτὸς ὑπεύθυνος.

§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Ῥώσσης τὰ λέγει αὐτά;

§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. — Πολλάκις ἐπεκαλέσθημεν τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος ὡς τὸ μόνον κοινοβουλευτικὸν, καὶ εἴθε νὰ φθάσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐξασκῶμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὡς ἐξασκεῖται ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὁ Πάλμερστων ἦτον ὁ κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτικὸς ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας· ἀλλ’ εἰς τὴν τελευταίαν ὑπουργείαν του ὁ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸς Οὐεστβερὺ (Westbury), ἄνθρωπος τίμιος καὶ ἀνεπίληπτος, εἶχεν υἱὸν ὅστις ἐδανείσθη χρήματα παρά τινος, τὸν ὁποῖον ἐσύστησεν εἰς τὸν πατέρα του ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πατρὸς ὅτι ὁ συνιστάμενος ἦτο δανειστὴς τοῦ υἱοῦ, καὶ τὸν ἔκαμε δικαστήν. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ· ὁ Πάλμερστων, κύριοι, δὲν σιωπᾷ ὡς σιωπᾷ σήμερον ἡ κυβέρνησις, ἀπὸ τὴν σιωπὴν τῆς ὁποίας ἠθέλησαν τινὲς νὰ ἐξάξουν συμπέρασμα παραδοχῆς τῆς εὐθύνης· ἀλλ’ ἀναβὰς τὸ βῆμα ὑπεστήριξε τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ὑπουργοῦ του· ἡ Βουλὴ προχωρεῖ καὶ ὁ ὑπουργὸς ἀναγκάζεται νὰ παραιτηθῇ. Παρητήθη διὰ τοῦτο ὁ Πάλμερστων; Ὄχι, ἀντικατέστησε τὸν ὑπουργόν. Ἄλλο παράδειγμα, κύριοι, ἐπὶ τῆς αὐτῆς τελευταίας ὑπουργείας τοῦ Παλμερστῶνος· ἓν τῶν μελῶν τῆς κυβερνήσεως, ὁ Στάνφελδ, ὁλοὲν ὑπουργός, κατηγορεῖται ὅτι ἔχει σχέσεις μὲ τὸν Ματσίνην· τὸν ὑποστηρίζει καὶ τοῦτον ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Πάλμερστων· ἡ Βουλὴ εἰς τὴν δευτέραν ταύτην περίστασιν προβαίνει εἰς ψῆφον, καταδικάζει τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμεν ὁ Πάλμερστων, καὶ τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς κυβερνήσεως ἀποσύρεται. Ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Πάλμερστων; ἀπεσύρθη ὁ Πάλμερστων; Οὐχί! καὶ ἐλάλησε, κύριοι, μάλιστα καὶ ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀνεδέχθη τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου. Τί θέλετε τώρα νὰ ἀνακατόνετε τὴν ὅλην κυβέρνησιν εἰς τὸ συζητούμενον θέμα;

§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.

§47ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ διατηρῶ τὴν θέσιν μου πάντοτε, κ. πρόεδρε.

§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, παραδείγματα οὐχὶ ἁπλῶς θεωρητικὰ, οὐχὶ ἁπλῶς συγγραφέων, ἀλλὰ παραδείγματα πρακτικὰ τοῦ πρακτικωτέρου, τοῦ κοινοβουλευτικωτέρου ἔθνους, τοῦ συνταγματικωτέρου καὶ τοῦ κοινοβουλευτικωτέρου μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν του. Ἤθελε κάμει ἔγκλημα ὁ Πάλμερστων ἐνώπιον τῆς πατρίδος του, ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, ἐὰν διὰ μίαν εἰδικὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ἑνὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεώς του, ἤθελε συνδέσει τὴν τύχην του μετὰ τῆς τύχης ἐκείνου· ἤθελε πράξει ἔγκλημα ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ἐὰν ἤθελεν εἰπῇ, καλύπτω ἐγὼ μὲ τὸ ἐδικόν μου ἔνδυμα τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην πρᾶξιν τοῦ ὑπουργοῦ μου, καὶ ἢ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μᾶς ῥίψετε ὅλους, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν θὰ ἠμπορέσετε νὰ κάμετε, ἢ ἀνεχθῆτε τὴν κηλίδα ταύτην ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου μου. Δὲν τὸ ἔκαμεν ὁ Πάλμερστων, διότι καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος του καὶ τὴν ἰδιαιτέραν του θέσιν ἐγνώριζε νὰ τηρήσῃ. Περιορίζομαι εἰς τὰ δύο ταῦτα παραδείγματα τῆς τελευταίας ὑπουργείας τοῦ Παλμερστῶνος ὡς πλησιέστερα. Ἄν τις θέλῃ ν’ ἀνερευνήσῃ τὴν ἀγγλικὴν ἱστορίαν, θέλει εὕρει σωρείαν ὁμοίων παραδειγμάτων εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ μερισμοῦ τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης δὲν ἐπαρουσιάσθη διόλου ἐν Ἑλλάδι; Παρεκτὸς τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τρικούπης, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπαρουσιάσθη οὐχὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ τὸ ἔλυσεν αὐτὸς ὁ κ. Βούλγαρης.

§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ Βούλγαρη; πότε;

§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν λέγω τίποτε ὁποῦ νὰ μὴν ἠμπορῶ ν’ ἀποδείξω. Κατὰ τὰ 1867, ἐνῷ εἶχα τὸν λόγον καὶ τότε ὡς καὶ τώρα (ἀλλὰ τότε ὡς ὑπουργὸς, τώρα ὡς βουλευτὴς), ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπα, ὅτι ὡς ἀντιπολίτευσις, ὡς μέλος δηλαδὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη τοῦ 1866, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματός τινὸς ἐθνικοῦ, ἐπιφορτισμένος καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἦλθον εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ κ. Βούλγαρης παρὼν ἐν τῇ συνεδριάσει μοὶ ἀπήντησε (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τοῦ 1867.) «Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἤκουσα ἐν τῇ ἀγορεύσει σας, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι εἶσθε δῆθεν συνεννοημένος ὡς ἀντιπολίτευσις μεθ’ ἡμῶν ὅταν ἤμεθα ἐν τῇ κυβερνήσει περὶ τῆς πολιτικῆς· τοιοῦτόν τι δὲν ὑπῆρξε, διότι οὐδέποτε ἔλαβε χώραν τοιαύτη συνεννόησις μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου μου καὶ ὑμῶν ὡς ἀντιπολιτευομένων· ἂν δὲ ἔχητε τοιαύτην ἰδέαν ὑμεῖς καὶ οἱ συνάδελφοί σας, εὑρίσκεσθε εἰς ἀπάτην καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε τὸ περὶ τούτου μέρος τῆς ὁμιλίας σας.» Ὁ τότε πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος θέλων νὰ σαφηνίσῃ ἔτι μᾶλλον τὰ πράγματα εἶπε· «διόλου, διότι ἐσυνεννοήθημεν μὲ τὸν κ. Ζυμβρακάκην.» Ὁ Κ. Βούλγαρης ἐπανέλαβε· «ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ζυμβρακάκης ἦλθε μεθ’ ὑμῶν εἰς τοιαύτας συνεννοήσεις, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσω πρὸς στιγμὴν κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν σας ὅτι τοιοῦτόν τι συνέβη, οὐδαμῶς ὑποχρεοῖ τὴν κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας πρόεδρος ὢν ἐγὼ διεύθυνα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, καὶ πᾶν ὅ,τι ἔπραξε μεθ’ ὑμῶν ὁ κ. Ζυμβρακάκης θεωρεῖται ἀπόῤῥοια ἀτομικῆς αὐτοῦ σκέψεως.» Ἰδοὺ κύριοι, πῶς ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦ μερισμοῦ τῆς εὐθύνης ἀπὸ τὰ 1867 ὁ νῦν πρωθυπουργὸς κ. Βούλγαρης.

§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, αὐτὸ ζητοῦμεν.

§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ δηλωθῇ.

§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, δὲν βαρύνομαι· φοβοῦμαι μὴ μὲ βαρυνθῆτε σεῖς, θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. — Ὑπάρχουν λοιπὸν, Κύριοι, περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας ὄχι μόνον δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸς σολοικισμὸς, ἀλλ’ εἶναι ἀναίρεσις, καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἀναίρεσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὸ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν δύναται νὰ διαμοιρασθῇ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τοῦτο ζητοῦμεν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βούλγαρης, ὡς ἄλλοτε, ὅτι δὲν συμμερίζεται τὴν εὐθύνην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν τὸ ἔπραξεν ἄχρι τοῦδε ὁ κ. Βούλγαρης, καὶ καλῶς ἔπραξε· δὲν θὰ τὸ πράξῃ, πιστεύω, καὶ καλλίτερον θὰ πράξῃ, διότι εἰς πράξεις τὰς ὁποίας δὲν συνεμερίσθη, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γνῶσιν ἔλαβεν οὔτε αὐτὸς, οὔτε οἱ λοιποὶ ὑπουργοὶ, ὀφείλει νὰ περιμείνῃ νὰ ἴδῃ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ τότε θὰ σκεφθῇ ἐὰν τῳόντι ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη ὁ ὑπουργὸς, ᾖναι τοιαύτη, ἥτις ὑποχρεοῖ καὶ τὸν πρωθυπουργὸν νὰ παραιτηθῇ. Εἶναι πρᾶξις ἢ ὄχι ὁμοία ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐνόμισε, καὶ δὲν ὤφειλεν ὁ Πάλμερστων νὰ παραιτηθῇ οὔτε εἰς τὴν περίστασιν τοῦ Οὐεστβουρὺ, οὔτε εἰς τὴν περίστασιν τοῦ Στάμφελ. Ὅτι τὴν εὐθύνην συμμερίζεται τὸ ἓν μέρος τῆς συμμαχίας τὸ ἐδήλωσεν. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν παραδέχεται τὸν χωρισμὸν τῆς εὐθύνης· θὰ εἴπῃ βεβαίως, ὅτι, ἐὰν ἡ καταδικαστικὴ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπέλθῃ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ γεγονὸς τοῦτο θὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἀποσυρμὸν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς μιᾶς πτέρυγος τῆς συμμαχίας (συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, δὲν ἔχω ἄλλην). Ἐκεῖ ὅπου ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν πρόκειται λοιπὸν πλέον ἀπὸ τὴν ψῆφόν μας νὰ ἀπομακρυνθῇ μόνος ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὸ κόμμα, τὴν μερίδα τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου.

§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἢ εἶναι ἀλληλεγγύη μεταξὺ ὅλων τῶν ὑπουργῶν, ἢ δὲν εἶναι καμμία.

§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς ἐδηλώσατε, ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ὑμᾶς καὶ τὸ κόμμα ὑμῶν ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει. Τὴν δήλωσιν ταύτην κἀνεὶς δὲν ἀπέκρουσεν, ἄρα τὴν παραδέχονται οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ὑμᾶς ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει, οὔτε εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ὅτι ἀποκρούουν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ συμπεράνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει, ὅτι δηλαδὴ μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ἐν τῷ ὑπουργείῳ τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου θὰ παραιτηθοῦν. Τὴν δήλωσιν αὐτὴν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν κάμῃ· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν νὰ τοῦ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν κάμῃ. Εἶχε νὰ δώσῃ εὐθύνας εἰς τὸν τόπον του ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος (διότι εὐθυνόμεθα ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι δι’ ὅλας τὰς πράξεις μας), εἶχε νὰ δώσῃ εὐθύνας ἐνώπιον τῆς πατρίδος του ὁ κύρ. Κουμουνδοῦρος, διατί τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο συνεκροτήθη οὕτω (καθόσον ἀπέβλεπε τὴν μερίδα του) καὶ ὄχι ἄλλως. Εἶχεν ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἀπολογίαν νὰ δώσῃ ὅτι ἀπετάθη εἰς ἄλλους καλλιτέρους φίλους του, τοὺς παρεκάλεσε, δὲν ἠθέλησαν νὰ λάβωσι μέρος· εὑρέθη λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνῃ τὸν κύρ. Μεταξᾶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἔχων τοιαύτην ἀπολογίαν νὰ δώσῃ περὶ τῆς προτάσεως ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ κυρίου Μεταξᾶ, δὲν ἔπρεπε, νομίζω, (καὶ τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὲ ἓν ἀπὸ τὰ μεγάλα πολιτικὰ λάθη του) νὰ ἀναδεχθῇ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ κυρίου Μεταξᾶ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἦναι πράγματι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, ὅτι τῇ συναινέσει ἐμοῦ καὶ τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐγένετο ἡ συμμαχία αὕτη· ὅ,τι καθαρῶς ἐνθυμοῦμαι εἶναι, ὅτι, ὅτε ἡ συμμαχία εἶχε καταρτισθῆ καὶ σκέψις ἐγένετο ἐκ ποίων ἀτόμων τῶν δύω μερίδων ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῇ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κύριον Τρικούπην πολλαὶ ἐπανειλημμένως ἐπίμονοι προτάσεις ἐγένοντο ἵνα λάβωμεν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον.

§56ΚΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Τρικούπης μάλιστα ἐνθυμοῦμαι ἐγώ, ὅτι εἶπεν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ λάβῃ ἐκεῖνος μέρος.

§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, ἔχετε ὑπομονὴν, κ. Καμπερόπουλε. Εἴπομεν τότε πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅτι ἀφοῦ πράγματι ἀπεφάσισε νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ αὐτοπροσώπως παραλαμβάνων τρεῖς ἄλλους φίλους του· ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι οὔτε εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ εἰσόδου ἐμοῦ ἢ τοῦ κυρίου Τρικούπη εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἤθελαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἄνθρωποι ἐκ τῶν πρωτευόντων τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, ἠναγκάσθη νὰ προτείνῃ τὸν κύριον Μεταξᾶν. Διατί ὅμως ν’ ἀποδεχθῇ καὶ τὰς συνεπείας τῶν πράξεων καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κυρίου Μεταξᾶ ἐν τῷ ὑπουργείῳ, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καθόλου δὲν εὐθύνεται; Θὰ ἀποσυρθῶσι λοιπὸν, εἶπον τινὲς, οἱ φίλοι τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ τί θὰ ἐπέλθῃ; τὸ χάος, μᾶς εἶπον, ὡς νὰ μὴν εἴμεθα, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν εὐφυής τίς, ὁλοὲν εἰς τὸ χάος. Διατί ὅμως τὸ χάος; Τὸ φυσικὸν, τὸ κοινοβουλευτικὸν, τὸ συνταγματικὸν εἶναι ὅτι ὁ κύριος Βούλγαρης θὰ συμπληρώσῃ τότε τὸ ὑπουργεῖόν του καὶ θὰ εὕρῃ ἀνθρώπους νὰ τὸ συμπληρώσῃ. Μὴ μὲ παρεννοήσῃ τις, κύριοι, ὅτι λέγων τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν νὰ προταθῶ καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων διὰ τὸ ὑπουργεῖον· μέρος δὲν λαμβάνω. Ἕως ὅτου δὲν ἠμπορῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κυβέρνησιν μὲ ὑψηλὰ ἱσταμένην τὴν σημαίαν ἐκείνην, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰ 1867, ἡ κυβέρνησις δι’ ἐμὲ ἐξέλιπεν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βούλγαρης θὰ εὕρῃ ἀνθρώπους νὰ συμπληρώσῃ τὸ ὑπουργεῖόν του. Θὰ ἐπέλθῃ ὅμως ἡ διάλυσις, μᾶς λέγουν· διατί; διότι ὁ κύριος Βούλγαρης δὲν θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν· θὰ τὴν ἔχῃ ἰσχυροτέραν ἀφ’ ὅ,τι τὴν ἔχει τώρα, θὰ τὸν ὑποστηρίζουν οἱ φίλοι του, θὰ τὸν ὑποστηρίζουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ὕπαρξιν κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἔχουν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως. Θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν λοιπὸν ὁ κύριος Βούλγαρης, ἠμπορεῖ νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν· μὴ ταράττεσθε ὅτι εἰς τὸ χάος ἐκ τούτου θὰ εὑρεθῶμεν, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς θὰ ἐπέλθῃ.

§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐπέλθῃ διάλυσις, θὰ ἐπέλθῃ καὶ χάος;

§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὕτω λέγουσι τινές. Εἶπα ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀντίθετον θέσιν ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὰ 1867, ἀλλ’ εἰς τὸ αὐτὸ θέμα. Εἰς τὰ 1867 μᾶς ἔλεγαν κρυφὰ εἰς τὸ αὐτί· θὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀποποιηθῆτε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ διώξωμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Θὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, λέγουσι σήμερον, ἐὰν δὲν ὑποταχθῆτε νὰ τηρήσητε τὴν συμμαχίαν ταύτην τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὸ πεῖσμα καὶ αὐτῶν τῶν συμμάχων, ἐὰν δὲν ὑποταχθῆτε νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τὸν βαστάξητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καί τοι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν. Δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ τοῦτο, ὄχι, δὲν θὰ ἐπέλθῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ βασιλεὺς, ἀκούων ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καταψηφίζεται διὰ τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας καταψηφίζεται· ἀκούων ὅτι καταψηφίζεται πρὸς τούτοις (καὶ πρόκειται κατὰ τὴν πεποίθησίν μου νὰ καταψηφισθῇ) διὰ τὴν ἀσεβῆ, τὴν ἀσεβεστάτην χρῆσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς (καὶ μὴ ἀναμιγνύωμεν τὸ ὄνομά του) νὰ προβῇ εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο πρόκειται, καλῶς νὰ ἔλθῃ. Ἐγὼ λέγω, ἂς κοπῇ μίαν ὥραν πρότερον τὸ σχοινί. Δὲν εἶσθε ἐδῶ, κ. βουλευταί, διὰ νὰ ἐξοικονομῆτε τὰς ἰδιοτροπίας τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Ἡ ἀποστολή σας δὲν εἶναι διὰ νὰ ψηφίζετε ἀσυζητητεὶ νομοσχέδια, καθὼς φαίνεται ὅτι παραδέχεται ὁ ἀξιότιμος κ. Ἐμπειρίκος καὶ τινες ἄλλοι. Δὲν εἶσθε, κύριοι, ἐδῶ διὰ νὰ μὴ προκαλῆτε καὶ νὰ μὴ λύητε πολιτικὰ ζητήματα, καθὼς φρονοῦν ἄλλοι, δὲν εἶσθε ἐδῶ σήμερον αἱ βωβαὶ ἐκεῖναι Βουλαὶ, τὰς ὁποίας ἐδοκίμασεν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐδῶ καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ἀλλ’ εἶσθε ἐδῶ διὰ νὰ λύσητε τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, εἶσθε ἐδῶ διὰ νὰ τὸ λύσητε ὡς ἐννοεῖ ὁ τόπος νὰ τὸ λύσῃ, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι, εἶναι πρὸ πάντων ἡ ἀποστολή σας νὰ καταγίνητε. Τὰς πέντε ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας καταγινόμεθα καὶ τὰς ὁποίας κλαίουν τινὲς ὡς ἀπολεσθείσας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, αὐτὰς τὰς πέντε ἡμέρας δὲν τὰς ἀπωλέσατε. Κανεὶς, κύριοι, δὲν θὰ σᾶς ἐπικρίνῃ, κανεὶς δὲν θὰ εἴπῃ τι ἐναντίον σας διότι εἴτε 5 ἢ 10 ἢ 15 ἢ εἴκοσι ἡμέρας κατεγίνατε ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ἐψήφισαν νόμους ἀσυζητητεὶ, ἐψήφισαν νόμους σιωπηλῶς αἱ παρελθοῦσαι βουλαὶ, ἀλλὰ ποῖα τ’ ἀποτελέσματα; Δι’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν πέντε τούτων ἡμερῶν, καθ’ ὃ συζητεῖτε τὸ ζήτημα τοῦτο τὰ κατά τινας ἐπουσιῶδες, βλέπετε τ’ ἀκροατήρια ἐστοιβασμένα διὰ νὰ ἀκούσουν τὶ ἐπὶ τέλους θὰ κάμωμεν. Τὴν στιγμὴν ταύτην εἴπατε ὅτι θὰ κλείσητε τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ θὰ καταγίνετε εἰς νομοσχέδια καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος θὰ σᾶς στρέψουν διὰ μιᾶς τὰ νῶτα.

§60ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ γίνεται πάντοτε, ὅταν ᾖναι πολιτικὰ ζητήματα.

§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν γίνεται πάντοτε, ὅταν ᾖναι πολιτικὰ ζητήματα, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἐνδιαφέρεται καὶ θέλει νὰ ἴδῃ ὁ τόπος τί περὶ τούτων λέγομεν καὶ τὶ θὰ πράξωμεν. Τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀξιότιμε φίλε κύριε Κουμουνδοῦρε, δὲν εἶναι τὸ νὰ σχηματισθῇ κυβέρνησις, ὡς εἴπατε χθὲς, ὁπωσοῦν σταθερὰ καὶ βιώσιμος. Παλαίει ἐπὶ 40 ἔτη ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ λύσῃ τὸ κυβερνητικόν της ζήτημα. Ἀφότου ἡ παρελθοῦσα δυναστεία ἱδρύθη, ἐπάλαισε καὶ παλαίει ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ μέσῳ ἐπαναστάσεων καὶ ἀνατροπῶν διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικὸν τῆς Ἑλλάδος συνίστατο ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν βιώσιμον κυβέρνησιν, ὁ μακαρίτης Ὄθων τὸ ἔλυσε. Καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1843 κυβερνήσεις μακρόβιοι, μακροβιώταται ὑπῆρξαν καὶ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ συντάγματος τοῦ 1843 μακροβιώταται ἐπίσης κυβερνήσεις ἐγκαθιδρύθησαν. Τὸ προτελευταῖον, νομίζω, ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος διήρκεσεν ἐπὶ 4 ἔτη καὶ ἐπίστευσεν ὁ μακαρίτης Ὄθων, ὅτι ἔλυσε τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος. Ἀπήρχετο διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ ἐπῆγε κατόπιν του ὁ μακαρίτης πατήρ σας Κύρ. Χαντζῖσκε (ὅστις ἦλθες σήμερον νὰ μᾶς ἀναπτύξῃς συνταγματικὰς καὶ κοινοβουλευτικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας σέβομαι ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι διὰ τοὺς λόγους τούτους τοὺς ὁποίους λέγω), ὁ μακαρίτης, λέγω πατήρ σου ἔτρεξε κατόπιν τοῦ βασιλέως ἐκείνου ἵνα τῷ εἴπῃ πήγαινε, φύγε εἰς τὴν Βαυαρίαν.

§62ΤΙΝΕΣ. Ὁ πατήρ του ζῇ (ἱλαρότης).

§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι μακαρίτης ὡς ὑπουργός. (ἱλαρότης).

§64ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔκαμε τὸ καθῆκόν του καὶ ἠκολούθησε τὸν βασιλέα.

§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸν κατακρίνω, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ναὶ, ἀλλὰ ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν τότε ἠκολούθησαν, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τότε ἐνόμισαν ὅτι ἔλυσαν τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸν ὁποῖον συμβουλεύετε καὶ σήμερον, εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἔφερεν, ὥστε ὁ πατήρ σας διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς τὸν βασιλέα Ὄθωνα δὲν τοῦ ἔμεινεν ἄλλο, εἰμὴ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ μέχρι Βαυαρίας. Ἰδοὺ διατί λέγω, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι νὰ σχηματίσωμεν κυβερνήσεις μακροβίους, ἀλλὰ νὰ σχηματίσωμεν κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ᾖναι μακρόβιοι ἀλλ’ ἐξερχόμεναι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα μας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἔχουν τὴν ἐλευθέραν ὑποστήριξιν τὴν ἰδικήν σας καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ στέμματος, ἔχουσαι πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας διὰ νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι ἐξ ἴσου καὶ εἰς τὸ σῶμα τοῦτο καὶ εἰς τὸ Στέμμα. Ἀλλὰ ἰδοὺ τώρα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φέρει ἐνώπιόν σας τὸ σύστημα τὸ ὀθωνικὸν εἰς τὴν χειροτέραν του μορφὴν καὶ τὰ διατάγματα τῶν χαρίτων του θέλει νὰ τὰ δικαιολογήσῃ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως, καὶ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ βασιλέως εἰσέρχεται καὶ φέρει ἐκεῖθεν ἐδῶ ἔγγραφα ὅπως ἐδῶ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγήν του καὶ κατηγορήσῃ διὰ τῶν ἰδιαιτέρων ἐγγράφων τῶν ἐναποτεθειμένων εἰς τὰς χεῖρας τοῦ βασιλέως ἕνα προκάτοχον ὑπουργόν. Δὲν εἶναι ἔγγραφον κοινῆς ὑπηρεσίας ἡ ἔκθεσις ἑνὸς ὑπουργοῦ λαλοῦντος πρὸς τὸν βασιλέα. Εἷς τῶν μᾶλλον κοινοβουλευτικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀνδρῶν, ὅστις ὑπουργὸς πολλάκις ἐχρημάτισε καὶ ὅστις καὶ πάλιν τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ἕδραν θὰ καθεξῇ, πρεσβεύει ὅτι αἱ ἐκθέσεις τοῦ ὑπουργοῦ πρὸς τὸν βασιλέα εἶναι τοιαύτης ἰδιαιτέρας φύσεως, εἶναι ἔγγραφα τοσοῦτον ἰδιαίτερα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ βασιλέως, ὥστε δὲν τὰ ἀφίνει εἰς τὰ ὑπουργεῖα, ἀλλὰ τὰ ἀποσύρει ἐκεῖθεν. Καλῶς φρονεῖ ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τρέχουν μεταξὺ ὑπουργοῦ καὶ βασιλέως, μάλιστα πρὶν ἢ ἐνέργειά τις φθάσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, εἶναι ὅλως ἀπόῤῥητα. Καὶ τοιαῦτα ἔγγραφα φέρει ἀπὸ τοῦ ἀνακτορικοῦ γραφείου καὶ αὐτὰ ῥίπτει ἐνώπιόν μας ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προκάτοχον κατηγορήσῃ, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως ἀσεβῶς καταβιβάζει εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι δῆθεν ὁ βασιλεὺς ἠθέλησε τὴν δεῖνα χάριτα, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἀπῄτησε τὸ δεῖνα διάταγμα.

§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.

§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε καλλίτερα τὸ τόπον καὶ τὰ προηγούμενά του, εἴπατε ἂν ἄλλοτε ποτὲ οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Ὄθωνος, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὑπῆρχον ὑπουργοὶ καὶ ὄχι ὑπουργεῖον, ὑπουργοὶ καὶ ὄχι κυβέρνησις, ἂν ἄλλοτε ποτὲ ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς βουλῆς οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι νὰ ῥίψωσι τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως εἰς νομοσχέδιόν τι, εἰς πρᾶξιν τινα ἰδικήν των. Ἔτρεχε μυστικὰ καὶ τότε τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως πρὸς δικαιολόγησιν πράξεων τινῶν τῶν ὑπουργῶν· λέγω καὶ τότε, διότι καὶ σήμερον ἠξεύρετε τί γίνεται, καὶ τώρα τρέχει ὡς καὶ τότε μυστικὰ τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως ὅπως δικαιολογήσωσι τὰς πράξεις των, ὅπως καλύπτωσι διὰ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ βασιλέως τὴν ἰδικήν των εὐθύνην. Ἀλλ’ ἀπευθύνομαι πρὸς σᾶς τοὺς ἀρχαιοτέρους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε περισσότερον τὰ τότε πράγματα, νὰ μοὶ φέρετε, ἂν δύνασθε, ἓν παράδειγμα, ὅτι ἦλθε ποτὲ ὑπουργὸς ἐπὶ Ὄθωνος εἰς τὴν βουλὴν καὶ νὰ εἰπῇ ἀπὸ τοῦ βήματος, τοῦτο ἔκαμα διότι ὁ βασιλεὺς τὸ ἠθέλησε. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πρῶτον δεῖγμα τὸ ὁποῖον μᾶς δεικνύει, ὅτι κινοῦμεν πάλιν ἐμπρὸς ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἐπὶ Ὄθωνος ἐσταματήσαμεν. Πρέπει, κύριοι, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην του, ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θέλει ἀντὶ τῆς ἰδικῆς του εὐθύνης νὰ θέσῃ ἐμπρὸς τὸ ἀνεύθυνον τοῦ βασιλέως, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας σας. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ λυθῇ ἀπὸ σᾶς, πρέπει νὰ λυθῇ ἐπὶ κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ κεφαλῆς φέρει τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Διατί δὲν φέρετε ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ζήτημα τοῦτο; εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ τὸ ἐπρόσθεσε, νομίζω, καὶ ὁ κ. Χατζίσκος, —(Ὄχι, δὲν εἶπε τίποτε περὶ τούτου ὁ κ. Χατζίσκος). — Διατί δὲν ἐφέρατε τὸ ζήτημα τοῦτο προτήτερα; διατί δὲν ἐξετάζετε ἐν συνόλῳ τὸν βίον τοῦ ὑπουργοῦ; Διότι δὲν ἐθέσαμεν ἡμεῖς ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἔῤῥιψε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο· δὲν ἐπιλαμβανόμεθα δὲ τῆς ἐξετάσεως ἐν συνόλῳ τοῦ ὑπουργικοῦ βίου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἤδη εἴπομεν, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέτομεν ὑπὸ συζήτησιν, εἰμὴ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὡς αὐτὸς μᾶς κράζει νὰ θέσωμεν αὐτό. Ἠθελήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν σκάνδαλα, ἠθελήσαμεν καὶ θέλομεν ἀκόμη νὰ ἀποφύγωμεν λίαν λυπηρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναπτυχθῶσιν, ἐὰν ὅλος ὁ ὑπουργικὸς βίος τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν, ἐὰν ὅλαι αἱ περιστάσεις ἀναπτυχθῶσι, καθ’ ἃς ὁ κ. ὑπουργὸς ἀσεβῆ καὶ σκανδαλώδη ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ βασιλέως. Ἠθελήσαμεν καὶ θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς τοιαύτας λυπηρὰς συζητήσεις, ἐπροτείναμεν ἁπλῶς καὶ μεμονωμένως τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μόνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, τὸ ὁποῖον ἄλλως αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπεκίνησεν, ὅπως περιορισθῶμεν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀλιγώτερον πικράν, ὀλιγώτερον σκανδαλώδη ἤθελε κάμει ἐντύπωσιν. Ἐὰν ὅμως περαιτέρω πέπρωται νὰ προβῶμεν ἀκολούθως, καὶ δὲν τὸ πιστεύω ποτὲ, τὴν περὶ τούτου εὐθύνην δὲν θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς, οἵτινες ἤδη περιωρίσθημεν ἐκεῖ ὅπου ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν.

§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Λομβάρδε, δὲν νομίζω κακὸν, ἐὰν γνωρίζετε καὶ ἄλλα σκανδαλώδη, νὰ εἰπωθοῦν.

§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί νὰ σᾶς εἴπω; Ἔθιξα ἁπλῶς τὸ ζήτημα τῶν γενομένων παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ διορισμῶν δικαστῶν ἀνικάνων καὶ φατριαστῶν, μὴ δυναμένων νὰ ἀποκατασταθῶσι, μάλιστα ἰσοβίων· οὐδὲν ἀνέφερον ὄνομα. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε ν’ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλεξάκη, ὃν παυθέντα ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἰσοβιότητα. Καὶ περὶ τούτου θὰ σᾶς εἴπω τινὰ, ἐὰν θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ ἄλλων. Ἠξεύρετε ὅμως τί εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀλεξάκης; ἦτο δικαστὴς διορισθεὶς χάριν εὐνοίας εὐνοουμένου τινός. Οὗτος ὁ Ἀλεξάκης διορισθεὶς ἐστάλη ἐπίτηδες εἰς ἐπαρχίαν τινὰ ὅπως διανείμῃ τὴν δικαιοσύνην, μάλιστα τὴν ποινικὴν, καθὼς ἐννόουν τὴν διανομὴν ἐκεῖνοι οἵτινες τὸν ἔστειλαν. Περὶ τοῦ Ἀλεξάκη τούτου, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων του, ὑπάρχει πρὸς τοῖς ἄλλοις κατηγορία δημοσία διὰ τοῦ τύπου παρὰ βουλευτοῦ, ὅτι ἐγένετο ἀφορμὴ φόνου, ὀρφανεύσαντος πολυμελῆ ἀδύνατον οἰκογένειαν, ὁλόκληρον δῆμον, διὰ τῆς δολοφονίας τοῦ δημάρχου τοῦ δήμου Ἀρτεμισίων· ἡ ὑπόθεσις ἐφέρθη εἰς τὰ δικαστήρια· ὁ Ἀλεξάκης ἐκατηγόρησε τὸν διὰ τοῦ τύπου κατηγορήσαντα αὐτὸν βουλευτὴν, ἀλλὰ τὰ δικαστήρια δὲν εὗρον ἀφορμὴν κατηγορίας. Ὁ Ἀλεξάκης οὗτος ἐπαύθη ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην συνεπείᾳ ἐκθέσεως τῶν ἐποπτῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔστειλε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰσοβιότης τῶν πρωτοδικῶν, ἐπαύθη δὲ, ἂν καλῶς ᾖμαι πληροφορημένος, ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ φατριασμῷ. Εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης θὰ ὑπάρχουν πρὸς ταῦτα καὶ ἐκθέσεις τριῶν προέδρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὁ ἄνθρωπος οὗτος ὑπηρέτησε, καὶ δύο εἰσαγγελέων, οἵτινες προτείνουν τὴν ταχεῖαν μετάθεσίν του ἀπὸ τοῦ τόπου εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο, ὡς φατριαστοῦ καὶ ἀνικάνου. Παρακαλῶ τὸν κύριον Μίλησην νὰ εἴπῃ ὅ,τι γνωρίζει ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.

§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅταν λάβω τὸν λόγον, θὰ τὰ ἀναφέρω.

§71ΔΙΒΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Λομβάρδε, νὰ ἐκφράσω μίαν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀλεξάκη, διότι τελευταῖον ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τὸν ἔστειλε δικαστὴν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του ἐπαρχίαν, καὶ ἐὰν ἦτο τοιοῦτος, οἷον ὑμεῖς τὸν παρουσιάζετε, δὲν ἤθελε τὸν διορίσει.

§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπαυσεν ἴσως ἄλλον ἐκεῖ.

§73ΔΙΒΑΡΗΣ. Τὸν κύριον Βῶρον.

§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἢ λοιπὸν ἡ παῦσις, ἣν ἔστειλε τῷ Ἀλεξάκῃ ὁ κύριος Δεληγεώργης ἦτον ἄδικος, ὅτε μάλιστα ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ τὴν ἰσοβιότητα, ἢ ὁ νέος νῦν διορισμός του εἶναι κακός· καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἀνέφερε τὴν εἰς Κεφαλληνίαν μετάθεσίν του ὁ κύριος Δυβάρης, λέγω, ὅτι ὅταν πρὸ ὀλίγου μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς περιφήμου ἐγκυκλίου τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀνάκρισις εἰς Μεγαλόπολιν διὰ τὸν φόνον τοῦ υἱοῦ τοῦ ὑποψηφίου Κεφάλα καὶ ὁ ἐκεῖ εὑρισκόμενος ἀνακριτὴς Ζηλήμων, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του, ἐξέδωκεν ἐντάλματα συλλήψεως, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τηλεγραφήματος διέταξε τὸν εἰσαγγελέα ν’ ἀποσύρῃ τὸν Ζηλήμονα καὶ νὰ στείλῃ τὸν Ἀλεξάκην καὶ οὐχὶ ἄλλον (εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ τηλεγραφήματος) εἰμὴ τὸν Ἀλεξάκην· τώρα τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.

§75ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐστάλη εἰς τὴν Μεγαλόπολιν διὰ τὸν φόνον τοῦ Κεφάλα.

§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω τὸ ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος.

§77ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐκεῖ ἐστάλη δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν.

§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος.

§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε τὶ θὰ εἰπῇ Ζηλήμων;

§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ περιωρίσθην καὶ περιορίζομαι εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀποφεύγω νὰ ἐξετάσω τ’ ἄλλα, περιορίζομαι εἰς μόνον τὰ εὐσχημότερα. Τώρα ὅμως, ὅτε μᾶς προκαλεῖτε νὰ συζητήσωμεν τὸν ὅλον ὑπουργικὸν βίον του, ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς εἶνε τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς βιάσῃ εἰς τοῦτο, τότε θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν, ἡ ὁποία ἂν λάβῃ, ὡς θὰ λάβῃ, σκανδαλώδη χαρακτῆρα, οἱ ὑπεύθυνοι δὲν θὰ ἤμεθα ἡμεῖς. Ἐπιμένω ὑποστηρίζων τὸ θέμα μου.

§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Λομβάρδον μόνον ὅτι εἰς τὰ 71, ὅτε ἤμην πρωθυπουργός, ὁ κ. Λομβάρδος ἀπετέλει μέρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὑποψήφιος πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ συνεζούσαμεν μαζὺ μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀπῆλθεν εἰς τὰ ἴδια.

§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπενθυμίζω κἀγὼ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι τὴν διαφωνίαν μου ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς τότε Κυβερνήσεως τῷ τὴν ἐδήλωσα καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως.

§83ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, ἡ παρατεταμένη συζήτησις ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως, ἀφορώσης τὴν ἀπονομὴν χάριτος, ἕκαστος κατενόησεν, ὅτι ἔλαβε μακρὰς διαστάσεις· πῶς ἔλαβε τὰς διαστάσεις ταύτας, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μεμφθῶ κανένα, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μεμφθῶ τὴν πεποίθησίν τινος· δὲν ἔχω νὰ μεμφθῶ κανένα, διότι ἐγένοντο ἀποπλανήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἕτερον ἀντικείμενον· τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἑκάστου ἀγορεύοντος. Ἐλέχθη ὅμως πολλάκις καὶ ἐπανελήφθη τὸ περὶ ἀλληλεγγύης· οἱ μὲν εἶπον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει κἄπως ἀλληλεγγύην ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων, οἱ δὲ ὅτι δὲν ἔχει ἀλληλεγγύην· ἤκουσα καὶ τῶν μὲν τοὺς λόγους καὶ τῶν δέ. Εὐχαριστῶ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ Νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι πλέον ζήτημα, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου σᾶς ἐδήλωσεν ὅτι ἡ πρᾶξις, ἣν ζητοῦν νὰ μεμφθοῦν σήμερον, ἦτον ἐδική του, μὴ μετασχόντων τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν τῆς ἐνεργείας. Ἀπὸ ἐκείνης λοιπὸν τῆς στιγμῆς νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀλληλεγγύης, ἀφοῦ μάλιστα ἡ κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τῶν χαρίτων κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανὲν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ κοινοβούλιον, σταθῆτε, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀλληλέγγυοι καὶ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ περὶ ἡμῶν λόγος. Ἂν ὅμως τινὲς νομίζουν ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη, ἂς προτείνουν αὐτὴν καὶ τὴν δεχόμεθα εὐχαρίστως, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφανθῇ περὶ τούτου. Ἐκ τοῦ συντάγματος αὐτοῦ δὲν πηγάζει ἀλληλεγγύη, διότι δὲν ἐγένετο ἀθρόα πρᾶξις, ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ὑπογραφεῖσα, οὔτε ὑπῆρξε κἄν προηγουμένη γνῶσις περὶ τῶν χαρίτων ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ διοικητικὴ πρᾶξις ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἀναγομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ περὶ ἀπονομῆς χαρίτων ἀντικείμενον λαμβάνει πολλάκις χαρακτῆρα πολιτικόν, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν ὁλόκληρον τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐνεργῇ τοῦτο ὡς μέτρον κυβερνητικόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ περὶ ἀπονομῆς χαρίτων πρᾶξις τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ὑπηρεσίας μόνης, ἑπομένως δὲν θέλομεν νὰ ἐπηρεάσωμεν τὴν πεποίθησίν τινος διὰ τῆς δῆθεν προτεινομένης ἀλληλεγγύης, οὔτε ἐρχόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ τῆς παρεμβάσεώς μας ἕνεκεν τῆς ἀλληλεγγύης τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν, διὰ τὴν περὶ τῶν χαρίτων πρᾶξίν του, καθόσον φρονοῦμεν, ὅτι αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ ἀπᾷδον, καὶ πᾶσα τοιαύτη ἀλλοτρία παρέμβασίς μας πιθανὸν νὰ παρεξηγηθῇ. Ὡς βουλευτὴς, κύριοι, καὶ ὡς μέρος ἀποτελῶν τῆς κυβερνήσεως, ἤκουσα τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ λεχθέντα, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ πρᾶξις τοῦ συναδέλφου μου δὲν εἶναι μεμπτέα. Τί εἶναι χάρις; Οἱ πλεῖστοι οἱ ἀσχοληθέντες περὶ αὐτῆς γινώσκουσιν, ὅτι χάρις δὲν εἶναι δικαιοσύνη, ὡς εἶπέ τις τῶν βουλευτῶν, εἶναι χάρις, εἶναι ἀπόῤῥοια ἐπιεικείας, ἔλεος χριστιανικὸν, εὐσπλαγχνία ἡγεμονικὴ, ἐκδηλουμένη εἰς ἄτομον, παραβιάσαν τοὺς νόμους ἀλλὰ πεσὸν εἰς μετάνοιαν, ἢ ἕνεκεν ἄλλων λόγων ἄξιον αὐτῆς καθιστάμενον. Ἀλλὰ τίς ἄνθρωπος ἔδωκε τὸ μέτρον τοῦτο; ἢ τίς νόμος διαγράφει αὐτό; πότε εἶναι ἐπιείκεια, καὶ πότε δὲν εἶναι; πότε ὑπάρχει ἔλεος καὶ πότε δὲν ὑπάρχει, ὥστε ὁ εἷς νὰ ἐπικρίνῃ τὸν ἄλλον; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ ἕκαστος ἄνθρωπος ἔχει ἰδίας σκέψεις περὶ δικαίου καὶ ἀδίκου, περὶ ἐπιεικείας ἢ μή. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του. Τότε δὲ μόνον ἡ χρῆσις ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι μεμπτέα, ὅταν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ ἀποδειχθῇ ὀλιγωρία περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, ἢ ἀμέλεια ἢ δόλος, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤκουσα οὐδὲν τοιοῦτον ἀποδειχθὲν ἐνταῦθα.

§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τὰ εἶπον ὅλα.

§85ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἴπατε, ἐγὼ ὅμως δὲν τὰ εὑρίσκω κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὀρθά· σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, ἔχω ὅμως καὶ τὰς ἰδικάς μου.

§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ τὰς δεχθῆτε.

§87ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν, ἀλλὰ δὲν ἦσαν ὅλα ἐντὸς τῆς ἀληθείας. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐξουσίᾳ του, ἐν τῷ δικαιώματί του ἐπροκάλεσε χάριτας. Δὲν βλέπω ποῦ στηρίζεται τὸ ἐπιλήψιμον αὐτῶν· ἀπέδειξε κανεὶς ὅτι ἦσαν κακαί; Πάντες οἱ ὑπουργοὶ ἔκαμον χρῆσιν χαρίτων· ἴσως εἷς ὑπουργὸς ἢ βουλευτής τις ἢ ὁποιοσδήποτε πολίτης ἢ δημοσιογράφος ἔχει διαφορετικὰς ἰδέας περὶ ἐπιεικείας, περὶ ἐλέους· ὁ εἷς εἶναι αὐστηρὸς, ὁ ἕτερος δὲν εἶναι. Ἀλλὰ διότι εἷς ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὅτι κατάδικός τις εἶναι ἄξιος ἐλέους, ἕπεται ὅτι εἶναι μεμπτέος; Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀμφιβάλλω ἂν τὸ Κοινοβούλιον ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν διάνοιαν, καθόσον φρονῶ, ὅτι μόνον τὰς ἐξωτερικὰς πράξεις δικαιοῦται νὰ ἐλέγξῃ, ὅταν αὗται ἐμφαίνωσιν ὀλιγωρίαν ἢ δόλον ἢ ἄλλο τι παρόμοιον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, ὡς εἶπον, ἐπὶ τῶν χαρίτων δὲν ἀπεδείχθη οὔτε δόλος, οὔτε ὀλιγωρία. Ὁ συνάδελφός μου ἔπραξεν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὡς ὑπουργός. Ἴσως ἐπλανήθη, ἴσως ἐξετίμησεν ἐπιεικέστερον ἢ μὴ μίαν πρᾶξιν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, διότι ἐμόρφωσε τοιαύτην ἰδέαν περὶ ἐπιεικείας, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὸν μεμφθῶμεν. Ἠμπορεῖ ἴσως ἄλλως νὰ σκέπτηται τὸ Κοινοβούλιον, κατ’ ἐμὴν ὅμως πεποίθησιν δὲν εὑρίσκω, ἀπαθῶς κρίνων, τί ἀπᾷδον ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα τῶν χαρίτων. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι ὑπάρχει πίεσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου, πεῖσμα κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ εὔνοια ὑπὲρ τοῦ ἐν λόγῳ συναδέλφου μου, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἀνυπόστατα. Οὐδεὶς, κύριοι, ἠπείλησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ πρώτην φορὰν μόνον ἀκούω τοιοῦτόν τι ἐνταῦθα. Ὁ Ἡγεμὼν ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ, καὶ οὐδέποτε ἀνεμίχθη, οὐδὲ ἀναμιγνύεται, καὶ πᾶς ὅστις φρονεῖ τὸ ἐναντίον, ὑποδεικνύων τοιοῦτόν τι ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, νομίζω ὅτι ἁμαρτάνει. Δὲν ἐκτείνομαι πλειότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρὸς ἀποφυγὴν νέων συζητήσεων. Ὁ Βασιλεὺς ποιεῖ χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, ὁσάκις τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ὑπαγορεύει τοῦτο, καὶ οὐδόλως ἀναμιγνύεται εἰς πράγματα ἄσχετα πρὸς αὐτό. Οἱ φρονοῦντες τὸ ἐναντίον παραγνωρίζουσι τὴν ἀλήθειαν.

§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον τὸ τοιοῦτον.

§89ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τόσον καλλίτερα. Τὸ ἀρχικὸν ζήτημα, κύριοι, ἐνῷ ἦτο ἐπερώτησις περὶ τῶν χαρίτων, δυστυχῶς ἡ συζήτησις παρεξέκλινε τοῦ κυρίου ζητήματος εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, καὶ ἔλαβε διαστάσεις, ὥστε ἐπὶ ἡμέρας ἀσχολούμεθα ἤδη, ἐνῷ ἄλλα μᾶλλον σπουδαιότερα ἀντικείμενα περιμένουν τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἐμβριθῆ μελέτην καὶ σύσκεψιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ πρᾶξις περὶ χαρίτων τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ὅπως ἀνεπτύχθη, καὶ ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι κατακριτέα, καὶ ἑπομένως μάτην ἐγένετο τοσοῦτος θόρυβος, ὡσὰν νὰ ἐπροδόθησαν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἢ νὰ ἐκινδύνευσεν ἡ ὑπόληψις τοῦ ἔθνους. Ἀρκετὰ, νομίζω, κύριοι, ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν περαιτέρω.

§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί προτείνετε λοιπόν;

§91ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Φρονῶ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δύναται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὰ, καλά.

§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ, μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ἵνα παραστήσω ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας καὶ ἰδίως τὴν ἀφορῶσαν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν ἄλλοτε, ὅταν δοθῇ εὐκαιρία.

§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καίτοι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ 5 ἡμέρας, εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἀφ’ ὅ,τι παρά τινων ἐξελήφθη, καὶ, περὶ τοιούτου ζητήματος προκειμένου, ὤφειλον καὶ ἐγὼ νὰ λαλήσω, γνώμην ἔχων διάφορον πρός τινας τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ γενικῶν τινων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον σήμερον ἀλλ’ ἀείποτε θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ διέπωσι τὰς γνώμας καὶ ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, μολαταῦτα, ἐπειδὴ ἀρκετὰ ἐξεδηλώθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἐπιθυμία νὰ δοθῇ πέρας πλέον εἰς τὴν συζήτησιν, ὀλίγιστα θέλω εἴπει, μὴ δυνάμενος ἐντελῶς νὰ σιωπήσω, μετὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος, ἂν οὐχὶ ὡς γνώμας καὶ ἐπιθυμίας ἰδικάς του, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὡς συνέπειαν εἴτε ἄμεσον εἴτε ἐνδεχομένην τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεώς του παρέστησεν ἀποτελέσματα πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιδιώξω διὰ τῆς ψήφου τὴν ὁποίαν θέλω δώσει· συνεννοηθεὶς δ’ ἐπὶ τούτῳ μετὰ τῶν πολιτικῶν φίλων μου, ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι πρέπον νὰ κάμωμεν τὴν δήλωσιν ταύτην, ἵνα μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἑκάστου νὰ χαρακτηρίσῃ ὅπως θέλει τὴν ψῆφόν μας κατὰ τὰς ἰδιοτροπίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις. Τὸ ζήτημα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ὑπουργῶν ἐζήτησαν πολλοὶ τῶν ἀγορευσάντων νὰ περιορίσωσιν ἐντὸς ὁρίων. Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο, ὡς καὶ τὸ τῆς εὐθύνης, δὲν ἔχει παρὰ δύο μόνον ὅρια· τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ ἀπόφασις τῆς κυβερνήσεως. Ἡ γνώμη τῶν φρονούντων ὅτι ὑπάρχουσιν ὅρια, καὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν νὰ μακρηγορήσωσιν ἵνα τὰ ἀνεύρωσιν, εἶναι, νομίζω, πεπλανημένη. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὸ ζήτημα εἰς ὃ ἀσχολούμεθα εἶναι σπουδαῖον· δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι μέγα, ὅτι εἶναι θεμελιῶδες, διότι περικλείει τὴν κυρίαν καὶ μόνην βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀναπαύεται τὸ πολίτευμά μας. Τί εἶναι τὸ πολίτευμά μας; εἶναι κρᾶμα δημοκρατίας καὶ μοναρχίας. Οἱ ἐπινοήσαντες τοῦτο λαοὶ ὤφειλον ν’ ἀνεύρωσι τὸ μέσον τοῦ συμβιβασμοῦ δύο ἀντιθέτων ἐξουσιῶν. Τὴν ἀντίθεσιν ταύτην ἤγαγον εἰς ὁμοφροσύνην καὶ ἐκ τούτου παρήγαγον οὐ μόνον τὸν τακτικὸν καὶ ὁμαλὸν βίον τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν μεγίστην πρόοδον αὐτῶν, ἐπιβαλόντα περιορισμοὺς ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν μοναρχίαν, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν δημοκρατίαν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὸ κράτος τοῦ δήμου, τὸ κράτος τοῦ ἔθνους, τοῦ λαοῦ, ὑπέχουσι τὸν περιορισμὸν τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀπονεμηθέντος εἰς τὸν βασιλέα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἡ δὲ βασιλεία περιορίζεται ἐκ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀνατρέπῃ τὰς κυβερνήσεις αὐτῆς. Περὶ τοῦ πρώτου δὲν πρόκειται, πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου. Εἰς τί τοῦτο συνίσταται; διότι ἡ ἐξέτασίς του, ἣν ἐν ὀλίγοις θέλω προσπαθήσει νὰ κάμω, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἂν ὑπάρχωσιν ἢ δὲν ὑπάρχωσιν ὅρια εἰς τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἀλληλεγγύην τῶν ὑπουργῶν. Ἡ ἀνατροπὴ τῶν κυβερνήσεων γίνεται ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τρεῖς τρόπους· διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας, διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν φόρων, διὰ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως. Τὸ ἓν εἶναι βαρύτερον τοῦ ἄλλου, καὶ τὰ Κοινοβούλια ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ των δὲν προστρέχουσιν εἰς τὸ βαρύτερον πρὶν ἐξαντλήσωσι τὸ ἐλαφρότερον. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ τὴν μεγάλην δύναμιν, τὸ μέγεθος τοῦ ἐπιβληθέντος διὰ τοῦ συντάγματος εἰς τὴν βασιλείαν περιορισμοῦ, σκεφθῆτε ὀλίγον προσεκτικῶς, πόσον ἰσχυρὰ εἶναι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀπενεμήθησαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ κατηγορία τῶν ὑπουργῶν οἵτινες εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ στέμματος, ἡ ἄρνησις τῶν φόρων ἡ ὁποία σταματᾷ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἡ ἀποδοκιμασία τῶν ὑπουργῶν, ἡ ὁποία ἠθικῶς ἀναγκάζει τὴν βασιλείαν νὰ σκεφθῇ μεταξὺ τῆς πτώσεως τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι μέγιστα καὶ ἰσχυρότατα μέσα περιορισμοῦ τῆς βασιλείας. Ἐνταῦθα φθάσας ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅ,τι πρὸ μικροῦ εἶπον· ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ πέντε ἡμέρας μᾶς ἀπησχόλησε, δὲν μᾶς ἀπησχόλησεν ἀδίκως· διότι τὸ νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ γνῶσιν, ἰδίως ἐν ἀρχῇ τῆς συναντήσεώς μας ἐν τούτῳ τῷ περιβόλῳ, περὶ τῶν δικαιωμάτων μας καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ὡς ἐπίσης περὶ τῆς ἐξουσίας ἀπέναντι τῆς ὁποίας πολιτευόμεθα, ἦτο ἄξιον πενθημέρου συζητήσεως. Πόθεν προέρχονται τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐκ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν πρὸς αὐτό. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν εἶνε πολιτική. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς εὐθύνης ἔχουσι καὶ κοινὴν εὐθύνην· ἀλλ’ αὕτη δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κοινοβουλίου, ἀφορᾷ τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις τὰς ὁποίας πράττουσιν ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας των καὶ τῆς ἐξασκήσεως τῶν καθηκόντων των, εἶνε καθαρῶς ποινική, εἶναι προνομιακὴ μόνον, ἀλλὰ διέπεται ἀπὸ τοὺς κοινοὺς κανόνας τοῦ ποινικοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἦτον ἐσφαλμένη ἡ γνώμη τινὸς τῶν συναδέλφων ὅστις, χθὲς ὁμιλῶν περὶ εὐθύνης, μετεχειρίσθη παράδειγμα ἀναγόμενον εἰς τὴν κοινὴν εὐθύνην, ἥτις διαφεύγει τὴν δικαιοδοσίαν μας καὶ περὶ τῆς ὁποίας δὲν καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν· διότι τὸ κοινὸν ἔγκλημα τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς πράττει, τὸ πράττει ὡς ἄτομον, καὶ δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ὡς διαφεῦγον τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη διαιρεῖται εἰς δύο, εἰς ποινικὴν καὶ εἰς ἠθικήν. Ἡ ποινικὴ περιλαμβάνει τὰς ἀθετήσεις τῶν νόμων τὰς πραττομένας ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας του, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς δίκην· ὁ ὑπουργὸς ὑπέχει ποινὰς καὶ ἀποζημιώσεις, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη εὐθύνη ὑπάγεται εἰς τὸ κράτος τῆς ποινικῆς νομοθεσίας· διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀλληλεγγύη τῶν ὑπουργῶν, προκειμένου περὶ ταύτης, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πολιτικὴν, καί τοι πρόκειται περὶ καταδιώξεως ὑπουργοῦ· αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου ἔχουσι πλῆρες τὸ κράτος των, καί τοι τὸ δικαστήριον εἶνε ἄλλο, καί τοι ὁ κατήγορος εἶνε ἄλλος, καί τοι ὅλα εἶνε ἐξαιρετικά. Μένει ἡ ἠθικὴ εὐθύνη· ἀλλ’ αὕτη δὲν ἔχει ὅρια, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ. Ἡ ἠθικὴ εὐθύνη περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν ποινικὴν, διότι τὸ Κοινοβούλιον δικαίωμα μόνον ἔχει, οὐχὶ δὲ καὶ ὑποχρέωσιν νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργούς· μὴ θέλον δὲ νὰ κατηγορήσῃ ποινικῶς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ εἰς δίκην, δύναται τὰς εἰς τοῦτο ὑπαρχούσας ἀφορμὰς νὰ μεταχειρισθῇ ὅπως ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα ὅπερ ἔχει ἐπ’ αὐτῶν ἕνεκα τῆς ἠθικῆς των εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου. Παρεθίασεν ὁ ὑπουργὸς ἓν ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἢ ἄρθρον ἄλλου τινὸς νόμου σπουδαῖον καὶ ἄξιον τῆς μερίμνης καὶ τῆς προσοχῆς τοῦ κοινοβουλίου; δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὁ ὑπουργός· ἀλλ’ ἐὰν τὸ κοινοβούλιον δὲν θέλῃ, δύναται τὸ περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, νὰ χρησιμεύσῃ ἵνα ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ λόγος διὰ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ εὐθύνην· ὥστε ἡ ἠθικὴ εὐθύνη περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν ποινικήν. Ἀλλὰ περιπλέον περιλαμβάνει τὴν ἀμέλειαν τοῦ ὑπουργοῦ, τὴν ἀπερισκεψίαν, τὴν ἀδράνειαν καὶ αὐτὴν τὴν συμπεριφορὰν καὶ αὐτὴν τὴν ἀνικανότητά του, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ, πιστεύω, πολιτειολόγος ὅστις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἤτοι ὅτι τόσον ἐκτεταμένα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ. Διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ δ’ ἕκαστος προχείρως ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἢ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἀποδοκιμασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἦρε τὴν πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην της, χωρὶς νὰ προβληθῇ οὐδεὶς ἄλλος λόγος, ἀλλὰ διὰ τοὺς λόγους ἐκείνους οἵτινες ἐπήγασαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὃ ἐδιοίκει καὶ καθ’ ὃ ὑπῆρξεν ἡ πάλη μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας, συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἕως οὗ ἡ μειοψηφία ὑπερίσχυσε καὶ ἔγεινε πλειοψηφία. Ἀφοῦ δὲ καὶ αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἢ τοῦ ὑπουργείου δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ἀποδοκιμασίαν, καὶ αὐτὴ ἡ ἀνικανότης του, εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, ὁποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς εὐθύνης; Ἀλλ’ ὅ,τι λέγω περὶ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ἠθικῆς εὐθύνης τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ἀλληλεγγύης εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἔσφαλον δ’ ὅσοι εἶπον ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ὀφείλει εὐθύνην ἐνώπιον τῆς βουλῆς διὰ πρᾶξιν τοῦ συναδέλφου του, εἰμὴ μόνον ἐὰν ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἴτε ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῷ βεβαιοῦντι τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ εἴτε ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ. Λέγω, ὅτι ἔσφαλον, διότι τοῦτο ἔχει ἀληθῶς ἰσχὺν ἐπὶ μόνης τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Τὴν ποινικὴν εὐθύνην, ὡς εἶπον, διέπουσιν αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ ὁ ποινικὸς νόμος εἶναι αὐστηρότατος ὡς πρὸς τοῦτο· δὲν ἐπιβάλλει ποινὴν ἐκ συμπερασμάτων, λόγῳ δὲ ἀλληλεγγύης, τότε μόνον, ὅταν ὑπάρχωσι τὰ προηγούμενα τῆς ἐγκληματικῆς ἑνώσεως, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν μόρφωσιν καταδικαστικῆς ψήφου ἐπὶ πλημμελήματος ἢ κακουργήματος, πράγματα περὶ ὧν οὔτε κἂν κατὰ φαντασίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ βουλὴ ἐξασκοῦσα τὸ εἰρημένον δικαίωμά της. Ὁ ὑπουργὸς λοιπὸν ποινικῶς δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ εἰμὴ διὰ τὰς πράξεις τὰς ὁποίας ἔπραξεν, ἢ διὰ τὰς παραλείψεις· διότι ἡ ποινικὴ εὐθύνη περιέχει ὄχι μόνον τὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ τὰς παραλήψεις. Οἱ δὲ συνάδελφοί του τότε μόνον ὑπάγονται εἰς καταδίωξιν, ὅταν συνειργάσθησαν εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα πρᾶξιν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ αὐτὴ ἡ θεωρία, ὅταν ἠθικὴ εὐθύνη τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἀπεριόριστος, καὶ τὸ κοινοβούλιον χωρὶς κἂν νὰ δώσῃ τὸν λόγον ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδοκιμάσῃ, ἤτοι νὰ ἐξασκήσῃ τὸ κυροῦν τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργείου δικαίωμα τῆς Βουλῆς; Ὅταν εἰς τοσοῦτον προχωρεῖ τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ὁποῖα ὅρια ὑπάρχουσι τῆς ἀλληλεγγύης; Καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ ᾖναι, κύριοι. Τὰ ἔθνη τὰ ὁποῖα ἐθυσίασαν μέγα μέρος τῆς ἐλευθερίας των, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τ’ ἀγαθὰ τῆς μοναρχίας, δὲν ἐνόησαν ν’ ἀπεκδυθῶσι καὶ ἐκείνων τῶν δικαιωμάτων, ὧν μόνη ἡ ἀπεριόριστος χρῆσις ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβάσῃ τὴν ἐλευθερίαν μετὰ τῆς μοναρχίας. Εἶναι λοιπὸν ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ κοινοβουλίου καὶ δὲν ἔχει παρὰ δύο μόνον ὅρια, ὡς προεῖπον, τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργείου. Διὰ τί τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργείου; διότι τὸ ὑπουργεῖον ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ κατηγορίας ἀπευθυνομένης ἐναντίον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ, νὰ κηρύξῃ τὴν ἀλληλεγγύην· καὶ νομίζω, ὅτι ματαίως ἤθελε προσπαθεῖ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πλειονοψηφία νὰ πείσῃ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνον. Ἡ ἀπόδειξις εἶναι πρόχειρος, λαμβανομένη ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔκαμε τὴν ἐπερώτησίν του, ὡς μᾶς εἶπε, μὲ τὴν ἰδέαν, μὲ τὸν σκοπὸν, μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ χωρίσῃ τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Μεταξᾶ ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν· ἠθέλησε νὰ μὴ καταστήσῃ πολιτικὸν ζήτημα τὴν εὐθύνην ταύτην. Ἤθελε πλήρη τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ κ. Μεταξᾶ καὶ διετύπωσε τὴν πρότασίν του ὡς ἑξῆς· «ἡ βουλὴ αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης.» Ἀλλὰ τοιαῦτα προτείνων ὁ κ. Λομβάρδος κατορθώνει τὸ ποθούμενον; οὐδόλως. Ἐγέννησε μόνον ἓν πολιτικὸν ζήτημα, τὸ μέγιστον· διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν οὔτε τοῦ κ. Λομβάρδου, οὔτε κανενὸς νὰ ὑποτάξῃ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου εἰς τὴν θέλησίν του ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἐμπιστοσύνης· ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργείου κανονίζει τὰς συνεπείας. Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει τὴν ὕπαρξιν τινὸς ὑπουργοῦ ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ὅταν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἔχῃ ἄλλην γνώμην, ὅταν αἰσθάνεται ὄχι μόνον τὴν ἀλληλεγγύην ἀλλὰ καὶ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὑπουργοῦ τούτου καὶ ἐκφράζῃ τὴν τοιαύτην θέλησίν του; Οὕτω τῶν ζητημάτων περὶ ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπό τινος ὑπουργοῦ ἐὰν ἠδύνασθο ὑμεῖς νὰ κανονίζητε τὰς συνεπείας, ἡ θέσις τοῦ ὑπουργείου καὶ ἔκρυθμος ἤθελεν εἶσθαι καὶ τυραννία ἀφόρητος. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Βασιλείαν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ ὑφαιρέσωμεν τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ ἀναδεχόμενοι τόσον μέγα βάρος καὶ τόσον μεγάλην τιμήν; Ἀλλ’ ὅμως ὅταν τὸ ὑπουργεῖον δηλώνῃ ὅτι δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως τοῦ κατηγορουμένου ὑπουργοῦ, ἀπόκειται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ προσδιορίσῃ τότε τὸ πρᾶγμα. Ἡ πλειοψηφία δὲν ὑποχρεοῦται βεβαίως ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου, ὅταν τοῦτο ζητῇ νὰ περιορίσῃ τὴν εὐθύνην του καὶ νὰ τὴν ὑπεκφύγῃ· ἡ πλειοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ προσδιορίσῃ τὰ ὅρια τῆς ἀποφάσεώς της. Διὰ τοῦτο μάλιστα φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κατέθεσεν εἰς τὸ προεδρεῖον ἢ ἀνήγγειλεν, καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζω, εἶναι μέχρι τοῦδε τὸ μόνον θέμα, εἶναι ἀσυμβίβαστον καὶ πρὸς τὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε τὸ ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ δὲν δύναται κἂν νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν ὁ κ. Λομβάρδος ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν του. Τὸ θεωρῶ ὅμως προσέτι καὶ ἀντικοινοβουλευτικόν. Εἰς τὰ κοινοβούλια, γνωρίζετε, καθὼς καὶ εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, αἱ ἀποδοκιμασίαι εἶναι συνήθως κεκαλυμμέναι χωρὶς τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν ἐκ τούτου νὰ ἐλαττοῦνται. Τὸ κοινοβούλιον βεβαίως δύναται νὰ θέσῃ καὶ ψηφοφορήσῃ τὸ θέμα, «ὅτι αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην»· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἑνὸς μόνου ὑπουργοῦ καὶ ἄνευ ἀλληλεγγύης τῶν λοιπῶν, ὅπως εἶναι ἡ διάθεσις τοῦ προτείνοντος τὴν ἐπερώτησιν, νομίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει τὸ θέμα. Μάλιστα συνειθίζουσιν ἐπὶ ἐπερωτήσεων δύο προτάσεις ἀντιθέτους πρὸς ἀλλήλας, ὧν τὴν μίαν θέτει ἡ κυβέρνησις καὶ τὴν ἄλλην ἡ ἀντιπολίτευσις· ἡ κυβέρνησις θέτει τὸ θέμα «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,» ἢ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἄρῃ καὶ μίαν νίκην, προσθέτει, «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· οἱ δὲ κατ’ αὐτοῦ ψηφίζοντες πρέπει νὰ θέσωσι θέμα οὐχὶ περὶ ἐμπιστοσύνης, ἥτις ὡς συνέπεια ἐξ αὐτῆς τῆς προτάσεως δύναται νὰ προκύπτῃ, ἀλλ’ ὅτι «συνιστῶσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο». Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν γνώμην μου, ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος εἰς ἀμφότερα. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω καὶ πρότασιν ἥτις νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου καὶ πρότασιν μὴ ἐπεκτείνουσαν αὐτὴν ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου. Θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Δὲν φρονῶ, ὅτι δύναμαι νὰ ψηφίσω καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου μόνον διότι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίθετον θέσιν πρὸς τὴν κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν καὶ πρὶν ἀκόμη σχηματισθῇ ἐθεώρησα σόλοικον διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καὶ σχηματισθεῖσαν τὴν κατέκρινα, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας κατεδιώχθην κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν, καταδιωχθεὶς καὶ ἐγὼ αὐτὸς προσωπικῶς καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἰς ἃς εἶχον πολιτικοὺς φίλους. Ὑπάρχει ἕτερος λόγος ὃν ἀμέσως θέλω συζητήσει. Μοὶ εἶναι ἐν τούτοις ἀδιάφορον ἂν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πρότασιν προσκληθῶ νὰ ψηφίσω, διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἐπιθυμίαν καὶ κανένα σκοπὸν νὰ ἐγείρω πολιτικὸν ζήτημα καὶ ὑπουργικόν. Ὁ κ. Μεταξᾶς κατηγορήθη δι’ ὡρισμένας χάριτας τὰς ὁποίας ἀπένειμεν· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι πολὺ πλέον κατακριτέος διὰ τὴν πληθὺν τῶν χαρίτων τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς ὑπουργείας του προεκάλεσε. Τοῦτο δὲ τὸ ζήτημα τῆς πληθύος εἶναι ζήτημα διοικήσεως, εἶναι ζήτημα πολιτικῆς. Εἶναι ἄτοπος ὁ ἰσχυρισμὸς τινῶν συναδέλφων, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αἱ χάριτες δὲν πρέπει νὰ ἐκτιμῶνται ἐκ τοῦ ποσοῦ των ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποιοῦ των· διότι οὐδὲν ἄλλο τοῦτο σημαίνει εἰμὴ νὰ δοθῇ διαβατήριον εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν. Ὅταν τὸ ποσὸν τῶν χαρίτων δύο ὑπουργῶν εἶνε διάφορον, ὅταν ἐν ἴσῳ χρόνῳ ὁ μὲν ἀπένειμε τὸ δέκατον τῶν χαρίτων τοῦ δὲ, τὸ τεκμήριον εἶνε κατὰ τοῦ δευτέρου καὶ ὄχι κατὰ τοῦ πρώτου ὅστις ἐφάνη εὐλαβής. Τὸ ἐννοῶ νὰ ἐξετάσητε τὴν ποιότητα τῶν χαρίτων ἀμφοτέρων τῶν ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὅταν δὲν τὴν ἐξετάζετε, καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν ἀνθρώπων θέλει εἴπει, ὅτι ὑπεύθυνος εἶναι μόνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδοσε πολλὰς χάριτας. Ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου μας, κύριοι, ὄχι τώρα, ἀλλ’ ἀνέκαθεν; Εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι ἐνίοτε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν βασιλείαν τὰ ἐγκλήματα κατεστάλησαν, ὅμως τὸ ἔγκλημα βεβαίως παρ’ ἡμῖν, ἐν γένει, πλεονάζει· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι κρίσις ἰδική μου, εἶναι κρίσις τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὴν ἀμνηστείαν, ἐνῷ ἀμφιβάλλω ἐὰν ὑπάρχωσι δύο ἄλλοι τόποι οἵτινες στεροῦνται αὐτῆς. Ἡ κατάχρησις τῆς ἀμνηστείας, καὶ ὄχι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἀμνηστεία, ἐγέννησεν εἰς τὸ ἔθνος τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μεταβιβάσῃ ὡς πόθον διακαῆ αὑτοῦ εἰς τὴν συνέλευσιν τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως καὶ καταστροφῆς αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσεν εἰμὴ νὰ ἐξογκώσῃ τὸ κακόν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο τὸ κακὸν δὲν συντελεῖ καὶ ἡ ἀκατάπαυστος χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῶν χαρίτων; Ὑπουργὸς, ὅστις δίδει εἰς πέντε μῆνας 300 τόσας χάριτας, τουτέστιν ἑξήκοντα κατὰ μῆνα, ἔχει διόλου πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν καλὴν διοίκησιν; Ἐνῷ ἡ διοίκησις καταγίνεται δι’ ἁδρῶν κόπων καὶ δαπανῶν νὰ συλλέξῃ τοὺς κακούργους καὶ ἡ δικαιοσύνη διὰ πολλῆς δυσκολίας καὶ δαπάνης νὰ τοὺς καταδικάσῃ ὁ ὑπουργὸς διὰ τῆς χάριτος διασπείρει τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κακοῦργος, καὶ ἂν συλληφθῇ καὶ ἂν καταδικασθῇ, θὰ ἐξέλθῃ ἐντὸς ὀλίγου. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης· τοῦτο εἶναι στοιχεῖον πρὸ πάντων τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς κυβερνήσεως· διότι ἡ κυβέρνησις ὡς πρωτίστην ὑποχρέωσιν ἔχει συνερχομένη εἰς τὸ πρῶτον συμβούλιον, ἅμα συστηθεῖσα, νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς τάξεως, ἤτοι πῶς νὰ ἀποκαταστήσῃ ἑδραίαν τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν, καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν, καθ’ ἣν εἰσέλθῃ εἰς τὰ πράγματα, μεταξὺ τῶν ἄλλων πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι θὰ ᾖναι φειδωλὴ περὶ τὰς χάριτας, ἀκολουθοῦσα τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ἀνάγκην. Ἡ ἀμνηστεία κατηργήθη, ἀλλὰ πρὸς τί, ἐὰν ἡμεῖς εἰς τὰς χάριτας δὲν ἤμεθα φειδωλοί; διότι ἀφειδῶς τὰς χάριτας δαψιλεύοντες, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσωμεν τὸν πρώτιστον σκοπόν μας, τὴν καλὴν διοίκησιν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι, πρὶν, ὅτι ἡ ἠθικὴ εὐθύνη εἶναι ἀπεριόριστος, καὶ ὅτι τὰ ὅρια αὐτῆς δύναται νὰ προσδιορίσῃ ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς, ἑπομένως καὶ αὐτὴν τὴν πληθὺν τῶν χαρίτων ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν εἰδικὴν περίστασιν νὰ μὴ κρίνῃ ἀξίαν μομφῆς. Ἕκαστος ὅμως ἔχει τὴν γνώμην του, καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ σφάλμα σήμερον εἶναι τῆς κυβερνήσεως διὰ τὴν πληθὺν τῶν χαρίτων, πολὺ μᾶλλον παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὰς τρεῖς αὐτοῦ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐν μέρει ἐδικαιολογήθη, ἐν μέρει δὲν κατώρθωσε νὰ δικαιολογηθῇ. Προσθέτω ἀκόμη δύο λέξεις ὡς πρὸς τοῦτο τὸ θέμα. Ἡ πληθὺς τῶν χαρίτων τί ἀποδεικνύει, κύριοι; Ἓν ἐκ τῶν δύω· ἢ ἀνάμιξιν τῆς πολιτικῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἑπομένως σύγχυσιν τῶν δύω ἐξουσιῶν, ἢ κακίστην κατάστασιν τῶν δικαστηρίων. Ἡ κακίστη κατάστασις τῶν δικαστηρίων, κύριοι, δὲν ἔχει χώραν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, δὲν λέγω ἀπολύτως ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον· διατί; διότι, ὅταν ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων δὲν εἶναι καλὴ, τὸ κακὸν ὑπάρχει εἰς τὰς ἀθῳώσεις, ὄχι εἰς τὰς καταδίκας· πρέπει δὲ νὰ ᾖναι χειρίστη διὰ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὰ δικαστήρια τοσοῦτον ὑποχείρια κατέστησαν τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῆς ἰδιοτελείας, ὥστε προβαίνουσιν εἰς ἀλλεπαλλήλους καταδίκας ἀνθρώπων ἀθῴων. Ὥστε ἡ διοίκησις δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐγένοντο τοσαῦται ἄδικοι καταδίκαι, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ καταστείλῃ τὰς ἐκ τῆς διαφθορᾶς ταύτης προελθούσας ἀδίκους καταδίκας διὰ τῆς πληθύος τῶν χαρίτων. Ἡ πληθὺς τῶν χαρίτων οὐδὲν ἄλλο σημαίνει εἰμὴ κακὴν διοίκησιν καὶ φατριασμόν· καὶ σημειώσατε, ὅτι ὀλίγισται εἶναι αἱ χάριτες εἰς τὰς ὁποίας ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ διόρθωσις τοῦ καταδίκου, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὗτοι ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν μετὰ ἓν ἢ δύο μόλις ἔτη. Νομίζω, ὅτι τις τῶν ἐντίμων ἀγορευσάντων (ἴσως νὰ ᾖναι ὁ κ. ὑπουργὸς) εἶπεν, ὅτι ἡ χάρις εἶναι κατ’ αὐτὸν δικαιοσύνη. Ἂς μοι συγχωρήσῃ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ χάρις εἶναι μέτρον διοικητικὸν, εἶναι πρᾶξις διοικήσεως, ὅπως ἔχει παρ’ ἡμῖν. Ἤθελα ἐννοήσει ὡς δικαιοσύνην τὴν χάριν ἐὰν εἶχεν, ὡς φερ’ εἰπεῖν, εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ τῆς ὑπατείας. Ὁ ὕπατος δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπονείμῃ χάριν χωρὶς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου συμβούλιον συγκείμενον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ δύο ἑτέρους ὑπουργοὺς, ἀπὸ δύο συμβούλους τῆς ἐπικρατείας, ἀπὸ δύο ἀρειοπαγίτας, ἀπὸ δύο γερουσιαστὰς καὶ δὲν ἠξεύρω τίνας ἄλλους μεγιστάνας, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ἤθελον ἐξετασθῆ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν γραφείων τῶν δικαστηρίων καὶ τοῦ εἰσαγγελέως. Ἤθελον τὸ δεχθῆ διὰ τοὺς τόπους καὶ τοὺς χρόνους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ χάρις ἦτο ἀπηγορευμένη ἐπὶ πολλῶν ἐγκλημάτων· ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου μόνη ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ ἀρκεῖ, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα τὸ ὁποῖον ὑπουργὸς νὰ μὴ δύναται νὰ συγχωρήσῃ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις ἐχαρακτήρισε τὴν χάριν ὡς καθαρὰν δικαιοσύνην, νὰ θεωρήσω ἐν πολλοῖς πεπλανημένην τὴν γνώμην του. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀρνηθῶ ὅτι ἀποῤῥέει ἐκ τῆς δικαιοσύνης· οὕτω τοὐλάχιστον χαρακτηρίζεται· ἀλλ’ ὅμως ὅπως ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν εἶναι καθαρὰ διοίκησις. Διὰ τοῦτο, κύριοι, φρονῶ, ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὡς ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης πραχθεῖσαι, μετέχουσιν ἐν πολλοῖς καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ ὅτι τὸ συνυπεύθυνον τῆς ὅλης κυβερνήσεως δύναται ἀδιστάκτως νὰ ὑποστηριχθῇ. Ταῦτα δὲ, κύριοι, ἐξέθεσα διὰ νὰ δικαιολογήσω διατί εἶμαι πρόθυμος μετὰ τῶν φίλων μου νὰ ψηφίσωμεν εἴτε τὸ συνυπεύθυνον, εἴτε τὸ μὴ συνυπεύθυνον. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἀδιάφορον μᾶς εἶναι ὁποία πρότασις θέλει μᾶς ὑποβληθῆ πρὸς ψηφοφορίαν, διότι πρόθεσιν δὲν ἔχομεν νὰ ἐγείρωμεν πολιτικὰ ζητήματα.

§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω αὔριον.

§96ΤΙΝΕΣ. Νὰ τελειώσωμεν, κ. πρόεδρε.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κ. Μεσσηνέζη.

§98ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἄκων ἀναβαίνω τὸ βῆμα τοῦτο, διότι ἀπροπαρασκεύαστος πρόκειται νὰ λάβω μέρος εἰς συζήτησιν, ἥτις ἔλαβε τὰς μεγαλειτέρας διαστάσεις, ἃς συζήτησις ἠδύνατο νὰ λάβῃ. Ἄκων, ἐπαναλαμβάνω, λαμβάνω τὸν λόγον, διότι, εἰσερχόμενος μετὰ πολλὰ ἔτη εἰς τὸ κοινοβούλιον, εἶχον ἀποφασίσει νὰ μὴ λάβω μέρος, εἰμὴ μόνον εἰς συζητήσεις ἐπὶ πραγμάτων. Πρὸ καιροῦ παρετήρησα, ὅτι κατατριβόμεθα, ἐπιζητοῦντες τὰ κρείττω καὶ τὸ δυνατὸν καλὸν περιφρονοῦντες, καὶ οὕτω περιπίπτομεν ἀπὸ μεταβολῆς εἰς μεταβολὴν πολιτικὴν, καὶ οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς παγίωσιν πραγμάτων ἐν τῇ πολιτικῇ. Εἶχον λοιπὸν ἀποφασίσει, κύριοι, νὰ μὴ ῥιφθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸ στάδιον αὐτῶν τῶν ματαίων, τῶν ἐπιδεικτικῶν συζητήσεων· ἀλλὰ, ὡς προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ἡ συζήτησις ἔλαβε διαστάσεις μεγάλας, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλὰ, ἀφορῶντα τὸν τρόπον τοῦ πολιτεύεσθαι, ἐξεφράσθησαν τοιαῦται ἰδέαι, θίγουσαι τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἃς πᾶς ὁ μὴ συμμεριζόμενος ἤθελε παραλείψει καθῆκον ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα, ἐὰν μὴ τὰς ἀντέκρουεν. Ὅσον πεπτωκὸς καὶ ἂν ᾖναι τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφράζωνται ἰδέαι, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐσφαλμέναι, ἀλλὰ μετὰ τῆς πεποιθήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐνυπάρχει εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ, μετὰ τῆς πεποιθήσεως ἐκείνης, ἥτις συνήθως ἐπιβάλλει, ἐὰν μὴ ἀντικρούωνται, δυνατὸν εἶναι ν’ ἀποπλανήσωσι τοὺς πολλούς. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, κύριοι, εἶπεν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς καθαρὰν κοινοβουλευτικὴν κατάστασιν· ὡς εἶπε καὶ ἄλλοτε, ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου, ὑπάρχουν διάφοροι πολιτικαί. Μᾶς εἶπεν, ἔν τινι συνεδριάσει, ὅτι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀκολουθοῦμεν ἄγνωστόν τινα πολιτικήν.

§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα αὐτὸ ποτέ.

§100ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἐκάματε χρῆσιν τῆς λέξεως ἄγνωστον, ἀλλ’ εἴπατε, ὅτι ὑπάρχουν βουλευταὶ, ὑπηρετοῦντες πολιτικὴν, ἥτις δὲν εἶναι οὔτε ἡ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἡ τῆς Βουλῆς, καὶ μὲ τοῦτο ἐννοεῖτε τὴν ἀντιπολίτευσιν. Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συμπολιτεύσεως, τὴν συμπολίτευσιν τὴν ἀντιπροσωπεύει ἡ Κυβέρνησις. Ἄρα ὑπηρετοῦσιν οὗτοι, καθ’ ὑμᾶς, πολιτικὴν, ἄγνωστον, ἀντικοινοβουλευτικήν. Κύριοι, δὲν γνωρίζω τίνος ἕνεκεν καὶ εἰς τί ἀποβλέπων ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ῥίπτει πολλάκις ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος τοιαύτας ἰδέας. Δὲν βλέπω, ὁποῖα εἶναι, οὔτε γνωρίζω τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τοιαύτην μομφήν. Τοῦτο καὶ μόνον γνωρίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς Ὀκτωβριανῆς μεταπολιτεύσεως ἡμεῖς αὐτοὶ ἀποφασίζομεν περὶ τῆς τύχης μας, ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα λίαν φιλελεύθερον, ὁποῖον εἰς καμμίαν συνταγματικὴν μοναρχίαν δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι κατὰ τοῦτο ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν Ἑλλάδα διοικοῦμεν, ἐν ἑνὶ λόγῳ αὐτοδιοικούμεθα. Ἀλλὰ διοικούμενοι, ὅπως διοικούμεθα, παραδέχομαι, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν, ἤτοι εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν. Τὰ πράγματα, μὲ λύπην μου τὸ λέγω, τείνουσιν ἴσως ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι αὐτοδιοικήσεως. Κακόν, ὀλέθριον τὸ τοιοῦτον· δυνάμεθα ὅμως διὰ τοῦτο νὰ ῥίψωμεν τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης καταστάσεώς μας, τῶν ἰδίων ἡμῶν πράξεων εἰς ἄλλους; Ἂς προσέξωμεν ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι. Καὶ ἄλλοτε ἠθελήσαμεν νὰ ῥίψωμεν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μας, τὴν εὐθύνην τῆς παραφορᾶς μας, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἐλλείψεως πολιτικῆς ἀγωγῆς, καὶ ἄλλοτε, λέγω, ἠθελήσαμεν νὰ τὴν ῥίψωμεν εἰς ἄλλους καὶ ἐπῆλθον ἀποτελέσματα, διὰ τὰ ὁποῖα πάντες μετεμελήθημεν. Ἂς προσέξωμεν, μήπως διὰ τῶν τοιούτων ὑπαινιγμῶν, οἵτινες προδίδουν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ὅστις μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐπιζητῶμεν ποῦ κεῖται τὸ κακόν, καὶ ἀπὸ τοῦ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα, ἅτινα δύνανται νὰ μᾶς σώσωσι, μήπως, ῥίπτοντες τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι, προκαλέσωμεν νέας καταστροφάς. Ἡ δὲ πατρίς μας εἶνε εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε εἰς νέας καταστροφὰς δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ. Τὰ κοινοβουλευτικὰ οἰκοδομήματα τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ εἶναι οἰκοδομήματα, ἅτινα, ὅταν τὸ πολιτικὸν ἔδαφος δὲν ᾖνε καλῶς προπαρεσκευασμένον πρὸς ἀνέγερσιν αὐτῶν, ἀνεγειρόμενα καταστρέφονται εἰς τὴν πνοὴν τῆς πρώτης πολιτικῆς τρικυμίας, ἅτινα ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ ἐξαλείφονται, ἀφίνοντα ὄπισθεν τὸ χάος. Ἡ Πατρίς μας εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀσπασθῶμεν τὴν ὁδὸν τῶν ἄκρων. Ναί, ἡ πολιτικὴ ἡμῶν θέσις εἶνε ἀνώμαλος καὶ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν ζητῶμεν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς, οἵτινες ἀποφασίζομεν περὶ τῆς διοικήσεώς μας, περὶ τῆς τύχης μας, τῆς τύχης τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, περὶ τῆς τιμῆς μας. Ναί, κύριοι, ἐὰν ἐμπνευσθῶμεν ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, ὅπερ πολλάκις ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθοῦς φιλοπατρίας, ὅπερ ἄγει τὸν ἄνθρωπον εἰς τὸ νὰ θυσιάζῃ εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος πᾶν αἴσθημα καὶ φιλοπρωτίας καὶ συμφέροντος καὶ ἔχθρας, ἐὰν τείνωμεν ἀλλήλοις τὰς χεῖρας, ἐὰν ἐργαζώμεθα πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θέλομεν ἀνορθώσει τὴν πολιτείαν καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Ἐὰν οὕτω πολιτευθῶμεν, τίς εἶναι ἡ δύναμις, τίς ἡ ἐξουσία, κ. ἐκ Ζακύνθου βουλευτά, ἥτις δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; Οὐδεμία ἀνθρώπινος δύναμις δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ. Καὶ ἰδοὺ ὅτι δι’ ἡμῶν αὐτῶν φθάνομεν εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπιθυμεῖτε βεβαίως. Ἀλλά, κύριοι, δυστυχῶς εἰς τοὺς λόγους εἴμεθα γενναῖοι, δεικνύομεν ὅτι τὰ πάντα εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωμεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος, ἀλλ’ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰ πράγματα, δὲν θυσιάζομεν οὔτε τὴν ἐλαχίστην ἰδέαν προσωπικότητος ἢ φιλαυτίας, οὔτε τὸ ἐλάχιστον συμφέρον μας, οὔτε τὰ πλέον ἐλεεινὰ πάθη μας! (Εὖγε, εὖγε.). Πῶς δὲ εἶναι, κύριοι, δυνατὸν, ὅταν πολλὰ καὶ μεγάλα λέγωμεν, μικρὰ δὲ πράττωμεν, νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν δυσπραγίαν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας διατελοῦμεν; Εἶπον, κύριοι, πολλάκις, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ σωθῇ, παρ’ ὅταν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς μὲν εἴμεθα αὐστηροί, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀποφασίζομεν περὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς τύχης τοῦ ἔθνους, εἴμεθα δὲ ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς ἄλλους. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν πορείαν μας πρὸς τὰ πρόσω, ὅταν ἡμεῖς θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ. Μὲ λύπην μου, δὲν θέλω δὲ νὰ μεταχειρισθῶ ἔκφρασιν σκληροτέραν, ἤκουσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκ στόματος ἕλληνος ἐκφερομένην τὴν καταδίκην πάσης πολιτικῆς ἑνώσεως. Ἡ ἕνωσις, λέγουν, εἶνε σολοικισμὸς κοινοβουλευτικὸς, ἡ ἕνωσις εἶνε κἄτι τι ἀνήθικον, ἡ ἕνωσις θὰ φέρῃ τὸν ὄλεθρον τῆς Ἑλλάδος! Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν τοιαῦται ἰδέαι ἰσχύσωσι, καὶ ἂν ἐνστερνισθῶμεν αὐτὰς ἡμεῖς, οἵτινες ἀλληλοδιαδόχως καλούμεθα νὰ κυβερνῶμεν αὐτήν! Ἡ ἕνωσις θὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλλάδος; Ὁποία βλασφημία! Κύριοι, κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ ἔθνους, τοὐναντίον ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἀνορθωθῇ ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς ἐκπτώσεως ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἑνώσεως. Ἐσωτερικῶς τῳόντι, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας; Δὲν ἐρωτῶ τοὺς κυβερνῶντας, διότι οἱ κυβερνῶντες δὲν ἀποβλέπουσιν εἰμὴ εἰς τὸ πῶς νὰ ὑπερπηδήσωσι τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὴν ὕπαρξίν των, ἀλλὰ πάντα ὅστις εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας. Ποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας; Εἶνε παραλυτική! Δὲν ἔχομεν στρατόν, δὲν ἔχομεν διοίκησιν, δὲν ἔχομεν δικαστήρια, δὲν ἔχομεν τίποτε. Ἐλεεινὴ λοιπὸν ἡ κατάστασίς μας ἐσωτερικῶς. Ὁποία ἐξωτερικῶς; Ἡ Ἑλλὰς διεγράφη, τὸ λέγω μὲ λύπην μου, ἀπὸ τὸν χάρτην ὄχι μόνον τῆς Εὐρώπης ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Ναί, ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν νὰ μᾶς τρομάξῃ, ὅτε δὲν ὑπήρχομεν, ἐκεῖνος ὅστις, καί τοι μέγιστα διαθέτων μέσα, καί τοι πολλαχόθεν στηριζόμενος, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπνώττῃ, ἐνθυμούμενος, ὅτι ὑπάρχει Ἑλλὰς, αὐτὸς οὗτος δὲν μᾶς συλλογίζεται πλέον, ὅτι ὑπάρχομεν. Πάμπολλα ζητήματα ἐγεννήθησαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπάρχει, διότι ἀλληλομαχοῦμεν ἀδιακόπως, διότι ὁ εἷς ζητεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸν ἄλλον, διότι ἡ ἕνωσις δὲν ὑπάρχει. Μυρία ὅσα λοιπὸν ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἐγεννήθησαν, καὶ ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα λύονται κατὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἕνεκεν τῆς ἀλληλομαχίας ἡμῶν πολιτικῶς δὲν ὑπάρχει ἡ Ἑλλάς. Περὶ δὲ τῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης περὶ ἡμῶν, τί νὰ εἴπω; Εἶνε τοιαύτη, ὥστε πιστεύσατέ μοι, πολλάκις ἔρχονται στιγμαί, καθ’ ἃς αἰσχύνομαι, ὅτι εἶμαι Ἕλλην. Καὶ χιλιάδας ζωὰς ἐὰν εἶχον, πολὺ δὲ περισσότερον πρωτοκαθεδρίας ἢ συμφέροντα, ἤθελον εὐχαρίστως θυσιάσει ἵνα ἀποκρούσω καὶ ἀποδείξω ἄδικον τὴν ἐξ Εὐρώπης προερχομένην χλεύην καὶ περιφρόνησιν κατὰ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἔχει χιλιάδων ἐτῶν ἔνδοξον ὕπαρξιν, τοῦ ὁποίου ἡ εὐγένεια εἶναι ἀναμφισβήτητος, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο συνετέλεσεν εἰς τὸν ἐκπολιτισμὸν τοῦ κόσμου. Διὰ πάσης θυσίας, πολὺ περισσότερον διὰ τῆς θυσίας τῶν διαιρούντων ἡμᾶς παθῶν, ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως ἀποδείξωμεν ἀδίκους τὰς ἐκ τῆς πεπολιτευμένης Εὐρώπης προσβολάς. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, κύριοι, ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, καὶ τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀκούω τὴν βλασφημίαν ἐκφερομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι ἡ ἕνωσις εἶναι κακόηθές τι πρᾶγμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀποστρέψωμεν τὸ πρόσωπόν μας! Εἴθε τοιαύτη βλασφημία νὰ μὴ ἀκουσθῇ πλέον, εἴθε νὰ ἰσχύσῃ τὸ πνεῦμα τῆς ἑνώσεως, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τῆς καταισχύνης, ἐν ᾗ διατελοῦμεν. Ναί, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἐπεζήτησα τὴν ἕνωσιν, θὰ ἐργασθῶ πάντοτε ὑπὲρ πάσης ἑνώσεως, καὶ εἶμαι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν θυσίαν νὰ ὑποβληθῶ, διὰ νὰ πλασθῇ μία ἕνωσις, δυναμένη νὰ παράσχῃ εἰς τὸν τόπον τοὐλάχιστον τὴν εὐεργεσίαν τῆς ὑπάρξεως, μιᾶς κυβερνήσεως, ἔστω καὶ ὄχι τῆς ἀρίστης. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ τῆς ἑνώσεως, ἡ ὁποία νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας, ἡ ὁποία νὰ γίνηται πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ βελτιωθῇ, κατὰ τὸ δυνατὸν, ἡ κατάστασίς μας, ἡ ὁποία νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ὑποσχόμενον βελτίωσίν τινα τοὐλάχιστον. Ἐὰν πρόκειται ὅμως περὶ ἑνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὴν περιποίησιν συμφερόντων, εἴτε κομματικῶν εἴτε προσωπικῶν, μηδόλως λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, τοιαύτας ἑνώσεις βεβαίως δὲν τὰς ὑποστηρίζω· αὗται δὲν λέγονται ἑνώσεις πολιτικῶν κομμάτων, ἀλλὰ λέγονται ἑνώσεις πολιτικῶν συμμοριῶν, ἢ ὅπως δήποτε ἄλλως, ἑνώσεις ὅμως πολιτικαὶ δὲν λέγονται. Εἶμαι ἐν ἑνὶ λόγῳ ὑπὲρ πάσης πολιτικῆς ἑνώσεως, τεινούσης νὰ δώσῃ εἰς τὸν τόπον ἰσχυρὰν κυβέρνησιν, ἐργαζομένην ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου· καὶ τὰς τοιαύτας ἑνώσεις πρέπει, φρονῶ, νὰ ἐπιζητῶμεν καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν διὰ πάσης θυσίας. Αὐτὰς τὰς ἀρχὰς ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω ἐκφραζομένας ἐκ στόματος ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ καὶ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὸν ἄπειρον πατριωτισμὸν, καὶ οὐχὶ τὰς ὅλως ἀντιθέτους, ἃς ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀντικρούσω. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, τὸ εἰδικὸν, τὸ τῆς ἀλληλεγγύης. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς διεπραγματεύθη λεπτομερῶς μὲ πολλὴν εὐφυΐαν καὶ ῥητορικὴν δεινότητα, μὲ πολλὴν ἐπιτυχίαν τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν ἔχω δὲ νὰ προσθέσω εἰς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς εἰμὴ, ὅτι ἀδίκως ἀπασχολούμεθα ἐπὶ τόσας ἡμέρας εἰς τὴν θεωρητικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑπουργικῆς ἀλληλεγγύης. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα βουλήσεως, πεποιθήσεως καὶ δὲν λύεται διὰ τῆς θεωρίας. Θέλει τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐθύνην; τὴν ἐπεκτείνει ἕως εἰς τὸ τελευταῖον αὑτῆς ὅριον· θέλει νὰ τὴν περιορίσῃ; τὴν περιορίζει. Τὸ ὑπουργεῖον θέλει ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην, μὴ ἀποδιδομένην εἰς ὅλα τὰ μέλη αὐτοῦ; τὴν ἀναλαμβάνει, μάλιστα ὅταν προέρχεται ἡ ἐπιβολὴ τῆς εὐθύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Θέλει ἡ Βασιλεία νὰ ἐπεκτείνῃ εἰς τὴν ὅλην κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην δι’ ὡρισμένην ἑνὸς ὑπουργοῦ πρᾶξιν; τὴν ἐπεκτείνει. Τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Βασιλείας. Ὅλα λοιπὸν τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ζητήματα, λυόμενα κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς πολιτικῆς. Πολλάκις ὅμως λύονται καὶ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πρέποντος, ἢ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἠθικῆς, τὴν ὁποίαν πολλοὶ περιφρονοῦσι, διὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ λέγουν, ὅτι εἶναι θεωρία. Εἶναι ἐν τούτοις βέβαιον, ὅτι, ὅπου ὑπάρχει πολιτισμὸς, ἡ ἠθικὴ δύναμις, ἣν παραγνωρίζουσι πολλοὶ, θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τέλους. Τὰ ζητήματα λοιπὸν τῆς ἀλληλεγγύης λύονται πολλάκις καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς. Ἐὰν ἐξέλθω εἰς περίπατον μετὰ φίλου μου, καὶ θελήσῃ τις νὰ ἐπιπέσῃ κατ’ αὐτοῦ, δὲν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸν ὑπερασπισθῶ· ἀλλ’ ἐὰν ᾖμαι γενναῖος, ἐὰν ᾖμαι ἄνθρωπος μὲ χαρακτῆρα, θὰ εἴπω εἰς τὸν προσβολέα, στῆθι, ἐξήλθομεν μαζὺ εἰς τὸν περίπατον, δὲν σὲ ἀφίνω νὰ τὸν προσβάλῃς· ἐὰν ἔχῃς δικαίαν πρὸς τοῦτο ἀφορμὴν, ἰδοὺ ἡ Δικαιοσύνη. Εἶνε λοιπὸν καὶ ζήτημα ἠθικῆς τὸ τῆς ἀλληλεγγύης εἰς πολλὰς περιστάσεις. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα δὲν εἶνε Κυβέρνησις συνταγματικὴ, διότι δύο πρωθυπουργοὶ φέρουν τὴν εὐθύνην Νομίζω, ὅτι ἀδικοῦμεν καὶ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὸν πρωθυπουργὸν, λέγοντες, ὅτι δύο Πρωθυπουργοὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ᾖναι Πρωθυπουργὸς κοινοβουλευτικὸς, τότε μόνον ἔπρεπε νὰ δεχθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν πρόσωπα, ὅταν ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ ταῦτα ὡς πρόσωπα ἐμπιστοσύνης, μὲ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ. Ἐὰν δὲν τὰ ἐθεώρει τοιαῦτα, δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ δεχθῇ. Τὰ ἐδέχθη ὅμως; ἡ κυβερνητικὴ ἀξιοπρέπεια ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν νὰ λέγῃ, καθόσον πρόκειται περὶ πολιτικῶν πράξεων, ὅτι «πᾶσαν πρᾶξιν τῶν συναδέλφων μου τὴν θεωρῶ ὡς ἐδικήν μου, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐγκαταλείψω συνάδελφόν μου, κατηγορούμενον ἀδίκως, δὲν ἠμπορῶ νὰ ῥίψω τὴν κεφαλήν του εἰς τὰς ἀγυιὰς, διὰ νὰ σώσω τὸν ἑαυτόν μου». Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἠθική. Ἀλλὰ πολλάκις ἄλλη εἶναι ἡ ὑπαγόρευσις τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, καὶ πολλοὶ νομίζουν, ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν πρέπει νὰ διέπῃ τὰς πράξεις μας ἡ ἠθική. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ, πολὺ καλὰ, ὑπέπεσεν εἷς συνάδελφός μου εἰς μίαν πρᾶξιν κατακριτέαν, τὸν ἀφίνω εἰς τὴν τύχην του. Τὰ τοιαῦτα λοιπὸν πολιτικὰ ζητήματα λύονται κατὰ τὰς πεποιθήσεις, κατὰ τὰς κρίσεις τῶν ἀνθρώπων, εἴτε μὲ τὸν πῆχυν τοῦ συμφέροντος τοῦ γενικοῦ, εἴτε μὲ τὸν πῆχυν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔθεσε καλῶς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὕψωσε μάλιστα αὐτό· εἶπεν, ἀντιλέγων εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ποιότης τῶν χαρίτων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἡ ποσότης. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀλήθεια, μάλιστα εἰς τὰς συγκεκριμένας περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ Ἑλλάς. Δὲν εἶναι βεβαίως ἄγνωστον εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν, ὅτι ἡ ἀτιμωρησία ἐπέφερε τὴν αὔξησιν τῶν ἐγκλημάτων, ἡ δὲ ἀτιμωρησία ἐκδηλοῦται διὰ δύο μέσων, διὰ τῆς μὴ καταδιώξεως τῶν ἐγκληματούντων, καὶ διὰ τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων ἄνευ αἰτίας δεδικαιολογημένης. Εἶναι λοιπὸν εἰς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, σπουδαῖον τὸ τῆς ποσότητος τῶν χαρίτων. Ἐὰν δ’ ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ποσότητα τῶν χαρίτων, ἀνυψώσῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑψωθῇ ἐξ ἀρχῆς, ἀνυψώσῃ αὐτὸ εἰς τὴν θέσιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς, βεβαίως τότε τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ μερικευθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ γενικευθῇ. Καὶ γενικευομένου τοῦ ζητήματος, πολλὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις καὶ πολλὰ νὰ προσθέσῃ, δι’ ὧν νὰ παραστήσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀποδοκιμασίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ μακρολογήσω, δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ θέσω τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς εὐθύνης. Ἤμην ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, θὰ ἦμαι ὑπὲρ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον πιστεύω ὅτι πρόκειται αὕτη νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἀτομικῶν συμφερόντων. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἄλλην δύναμιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηριχθῶ, διὰ νὰ ἐλπίσω, ὅτι θὰ κυβερνηθῇ δι’ αὐτῆς ἡ Πατρίς μου. Δράττομαι αὐτῆς, καὶ εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ τὴν ὑποστηρίξω ὅλαις δυνάμεσι, μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελον πεισθῇ, ὅτι ἡ ἕνωσις αὕτη, ἀντὶ νὰ φέρῃ βελτίωσιν, πρόκειται νὰ φέρῃ καταστροφὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ προφυλάξω τὴν Πατρίδα μου. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐγὼ, ὅστις θὰ θέσω σήμερον τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς εὐθύνης. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπηρετεῖτε εἰς τὴν περίστασιν ταύτην προσωπικὰ πάθη, ἢ τὰ κομματικὰ ἐκεῖνα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα μᾶς φέρουν πάντοτε εἰς τὸ ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἠθέλετε νὰ θέσητε ζήτημα εὐθύνης, πρέπει νὰ τὸ γενικεύσητε· ἅμα τὸ μερικεύσητε, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν εἶσθε ὄργανα δικαιοσύνης. Σᾶς τὸ λέγω τοῦτο δὲ μετὰ τῆς πεποιθήσεως ἐκείνης, μεθ’ ἧς καὶ σεῖς ὑπεστηρίξατε τὸ ἀντίθετον. Ὄχι! δὲν εἶσθε ὄργανα δικαιοσύνης. Αἱ πράξεις, ἃς ἀποδίδετε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι πράξεις, αἵτινες ἐνηργήθησαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ χάριν τῶν ἐκλογῶν. Γνωρίζετε δὲ ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἥτις ἰσχύει εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ καιροῦ ἤδη, «ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα.» Ὅταν πρόκειται μία κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ ἕνα πολιτικὸν σκοπὸν, δὲν προσέχει εἰς τὰ μέσα. Καὶ δὲν ἀναφέρω τοῦτο πρὸς καταδίκην τῆς Ἑλλάδος· ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ὅτι «ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα» δὲν ἴσχυσε μόνον ἐν Ἑλλάδι. Καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, ὁ ἀποβλέπων εἰς ὑψηλὸν καὶ ἀποφασιστικὸν σκοπὸν, ὁ λέγων ὅτι ἢ θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἔθνος μου ὡς ἁρμόζει εἰς αὐτὸ, ἢ ἂς ἐξαλειφθῇ, ἂν πρόκειται νὰ ᾖναι μικρὸν, περιφρονημένον, νὰ ᾖναι τὸ ἀντικείμενον τῆς χλεύης τοῦ κόσμου, εὐκόλως παραδίδεται εἰς τὴν τοιαύτην πολιτικήν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι εἰς τὸν κόσμον ἴσχυσε πολλάκις ἡ πολιτικὴ, ὅτι «ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα» καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς ἐγένοντο μεγάλα πράγματα. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα δυστυχῶς αἱ Κυβερνήσεις, ἀκολουθοῦσαι τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἥτις δὲν εἶναι ἡ ἐμὴ, ἢ δὲν ἐπιδιώκουσι σκοπὸν ἅγιον καὶ διὰ τοῦτο ναυαγοῦσιν ἐλεεινὰ, ἢ ἕνεκεν προσκομμάτων ἀνυπερβλήτων καταπίπτουσι πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον μυρία διέπραξαν ἀνομήματα. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ἠκολούθησε καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν οὐδένα σχεδὸν ἐσεβάσθη νόμον. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν ἁρμόζει νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ μόνου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς τοῦ ὑπουργείου εὐθύνης διὰ τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀνομήματα, δὲν γνωρίζω. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον της. Ἐὰν δὲ ὁ σκοπὸς ὃν ἐπιδιώκει αὕτη ᾖναι ἄξιος, νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτὴν, ἀφίενταί σοι αἱ ἁμαρτίαι. Ἐμπρὸς, ἂς ὑπάρξῃ κυβέρνησις, ἐμπρὸς, νὰ σωθῶμεν, νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν. Τοῦτο τοὐλάχιστον σκοπεύω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ εἴπω ἐγὼ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τοῦτο δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ τὰ παραπτώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὅμως ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν ᾖναι ἅγιος, δὲν ᾖναι σύμφωνος μὲ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τότε πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις θέλει νὰ λέγηται Ἕλλην, πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν βαρεῖαν εὐθύνην καὶ νὰ καταδικάσῃ αὐτὴν διὰ τὰς τοσαύτας καὶ τηλικαύτας παρανομίας, τὰς διαπραχθείσας κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ χάριν τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν ὅμως εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ ἀπὸ τοῦδε, ἕνεκεν τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα πρὸ πολλοῦ, δηλαδὴ θὰ ἐπιδιώκωμεν κυβέρνησιν, καὶ ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὅλου θὰ φαίνηται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι μία σκιὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ σῶμα, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς καταδικάζεται εἰς τὸ νὰ μὴ δύναται ν’ αὐτοδιοικηθῇ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους συμπεραίνω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.

§101ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε, ἀρκετά.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· λοιπὸν ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις.

§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ θέμα.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω θέματα, κύριοι, παρουσιάζονται.

§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ, κύριε πρόεδρε.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλο θέμα αὐτό; Ἂς ἀναγνώσωμεν πρῶτον τοῦτο· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν ἀποδοκιμασίαν της εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Αὐτὴ εἶναι πρότασις τριῶν βουλευτῶν, Σ. Ἰωάννου κλπ. συμφωνεῖ δὲ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης.

§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρότασιν δὲν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργός.

§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ πρώτη ἀπὸ ποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένη;

§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω μίαν τροποποίησιν· «ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν εὐλαβῆ ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§110ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἰδία εἶναι.

§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάλιν ἀπορῶ πῶς ὁ κύριος Λομβάρδος κάμνει τοιαύτην πρότασιν (θόρυβος). Δὲν πρόκειται περὶ τούτου (θόρυβος). Πρόκειται περὶ τῆς ἀποδοκιμασίας.

§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἀντίθετον αὐτῆς τῆς προτάσεως εἶναι, ὅτι ἡμεῖς δὲν συνιστῶμεν.

§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ φέρουν μίαν πρότασιν μομφῆς καθαράν. Τότε μάλιστα.

§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἀφορᾷ παρελθοῦσαν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· κατέκριναν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ ψηφοφορήσῃ ἡ Βουλὴ. Τί συνιστοῦν εὐλάβειαν καὶ τὰ τοιαῦτα;

§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς μείνῃ ἡ πρώτη πρότασις.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τῶν τριῶν βουλευτῶν.

§117ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§118Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ν’ ἀκούσωμεν ποῖαι αἱ δύο προτάσεις.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρώτη πρότασις τῶν τριῶν βουλευτῶν ἡ συμφωνοῦσα μὲ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε τόσον ὁ ὑπουργὸς, ὅσον καὶ ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, εἶναι· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Λομβάρδου εἶναι· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν ἀποδοκιμασίαν της εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς ἔδωκα τώρα μίαν ἄλλην.

§121ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θέλετε δι’ ἀναστάσεως;

§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ δευτέρα πρότασίς μου, κύριε πρόεδρε, εἶναι τροπολογία τῆς πρώτης. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τροπολογήσω τὴν πρότασίν μου; (Διάλογοι θορυβώδεις).

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, πρῶτον νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρώτη πρότασις ὡς ἀπωτέρα, καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν.

§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καλά.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε δι’ ἀναστάσεως;

§128ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε πρόεδρε.

§130Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ, κύριε πρόεδρε, καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξε τοῦτο, παρὰ νὰ γίνῃ μία ψηφοφορία δι’ ὅλα τὰ ζητήματα. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ αὐτὴν θὰ ψηφοφορήσωμεν πρῶτον, καὶ ἂν γίνῃ δεκτὴ, ἀποῤῥίπτονται ὅλαι αἱ ἄλλαι· οἱ μὴ θέλοντες αὐτὴν θὰ εἰπῇ ὅτι ψηφίζουν τὴν ἐναντίαν καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι περιττὴ ἡ δευτέρα ψηφοφορία.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.

§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ καταψηφίζοντες αὐτὴν τὴν πρότασιν λέγουν ὄχι, ἀλλὰ τὶ θὰ ψηφίσουν κατόπιν εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὥστε ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὀρθή.

§133ΠΟΛΛΟΙ. Καλά· ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε. Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ θέμα «ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ναὶ ἢ ὄχι;

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἰω. Μεσσηνέζης Ν Π. Μαυρομιχάλης Ο
Κωνστ. Μ. Θεοδώρου Ν Γ. Πεῤῥωτὴς Ν
Νικ. Α. Μαυροκορδᾶτος Ν Δημ. Κάρτσονας
Κωνστ. Λ. Ἐμπειρῖκος Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
Ἰω. Κυριακός Ν Γ. Καραβᾶς Ο
Νικόλ. Δ. Τσώκρης Ν Ἰω. Μπαλάφας
Γεώργ. Σ. Παπαλεξόπουλος Ν Κωνστ. Γ. Χατζῆ Κωνσταντῆ
Λάμπρ. Γ. Λαμπρυνίδης Ν Ἰω. Γ. Μαντσαράκης Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης Ἰω. Ν. Ψύλλας
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Ν. Βασιλάκης τοῦ Ἡλιοῦ Ο
Ἰω. Λέκας ἀρν.Ἰάκ. Πρλυλᾶς Ο
Θ. Στεργίου Ο Δημ. Λοράνδος Ο
Σκαρλ. Σοῦτσος Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ν
Στ. Κολιάτσος Ο Σ. Νοταρᾶς Ν
Α. Στράτος Ν Εὐστάθ. Οἰκονομόπουλος Ν
Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ο Ἐπαμ. Καμπερόπουλος Ν
Δημήτριος Γρίβας Ο Σωτήρ. Ἰωάννου Ν
Δημήτριος Βαρνακιώτης Ο Ἄγ. Μεταξᾶς
Γ. Γεροθανάσης Ο Σπυρ. Σδρίνιας Ν
Βασίλ. Κ. Νικολόπουλος Ν Νικόλαος Μηλιαρέσης Ο
Προκ. ΠαπαδημητρακόπουλοςΝ Α. Ἄννινος Ο
Γεωργ. Δ. Πλαπούτας Ο Θεόδ. Κασιμάτης Ἀλοΐζος Ν
Δημ. Νικολόπουλος Ν Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΝ
Κωνστ. Γ. Πλαπούτας Ν Κοσμ. Πανάρετος
Πέτρος Δεληγιάννης Κωνστ. Π. Κατσικόπουλος Ν
Λεωνίδας Πετροπουλάκης Ἀντ. Ι. Καρδαρᾶς Ο
Π. Β. Ζερβομπεάκος Ο Θεόδ. Θερμογιάννης Ο
Ἰωάννης Γ. Ἀνδρίτσου Ν Δημ. Παπανικολάου
Νικόλαος Κατσικαπῆς Νικ. Βαρβιτσιώτης Ν
Ἀριστομένης Λιδωρίκης Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ν
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἰω. Βαλασόπουλος Ο
Ἰωάννης Καπιτσίνης Ν Ἀναστ. Κορφιωτάκης
Γεώργιος Μίλησης Ν Ἀναστ. Βαλασόπουλος
Ἀντώνιος Σ. Μήτσας Ν Ἀναστ. Κουτσοπέταλος
Δημ. Τσιτσάρας Ν Σπ. Βαλαωρίτης
Γεώργιος Ἀποστολίδης Ν Μάρκος Καλκάνης Ν
Κωνστ. Κ. Γουβέλης Ν Γεράσ. Σέρβος Ο
Κωνστ. Γιολδάσης Ο Ἀρ. Ῥούκης Ο
Κωνστ. Λομβάρδος Ο Δημ. Παπαλουκᾶς Ν
Νικόλ. Ἐ. Λούντζης Ο Παναγ. Μανέτας Ο
Ἰωάννης Νέγκας Ο Φίλιππος Βάρβογλης Ο
Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Ο Δημ. Ζέγγελης Ο
Διονύσιος Κολυβᾶς Ο Ἰω. Ταμπακόπουλος Ν
Γεώργιος Διαμάντης Ἀθ. Κατριβάνος Ν
Ἀναγνώστης Δημητρίου Ἀθ. Σινανιώτης Ν
Σπύρ. Μίλιος Ν Ἀλέξ. Βάσσος Ο
Γ. Δελένδας Ν Κωνστ. Κριεμάδης Ο
Σπ. Μαλασπίνας Ο Σπυρ. Ζερβὸς Ν
Νικόλαος Σ. Ἀλαφοῦζος Ν Γεώργ. Σταμούλης Ο
Σπ. Ῥοδοθεάτος Νικόλ. Παγκράτης Ο
Μάρκος Φ. Παΐζης Ν Χαρίλ. Τρικούπης Ο
Θρ. Α. Ζαΐμης Ἐπαμ. Δεληγεώργης Ο
Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Ο Περ. Μποῦτος Ν
Γεώργ. Β. Πετιμεζᾶς Ἰω. Καρατζᾶς Ν
Ἀθαν. Π. Πετιμεζᾶς Ο Γ. Προβελέγιος
Λάμπρος Ἀπέργης Ν Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Ο
Νικόλαος Κονταράτος Ν Ν. Δυβάρης Ο
Νικόλαος Γ. Γκίλης Ν Ι. Κωνσταντινίδης
Ἐμμ. Β. Ναυπλιώτης Ν Ν. Νικολαΐδης Ν
Ἰωάννης Δράκος Ν Δ. Ι. Κουνουπιώτης
Ν. Καλαντζόπουλος Ν Ἀνδρέας Μανοῦσος Ν
Ν. Φαρμάκης Ο Γ. Μπούμπουλης Ν
Τηλέμαχος Ῥούκης Δ. Χρηστίδης Ο
Κίμων Χριστοδούλου Σ. Δελλασούδας Ν
Ἀντώνιος Α. Μαυρομιχάλης Ο Π. Σεβαστόπουλος Ο
Ἰωάννης Κατσάκος Ν Δ. Δρόσος Ο
Μιχαὴλ Καπετανάκος Ο Ἰακ. Παξιμάδης Ν
Δημήτριος Σκράπας Ο Μ. Ε. Παρίσης Ν
Θεόφ. Προβατᾶς Ν Σ. Σωτηρόπουλος
Ἰω. Τριβυζᾶς Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
Σπ. Μαρτσοῦκος Ν Γ. Γεωργακόπουλος Ν
Μιχ. Χαριτάτος Β. Σκαλτσοδῆμος
Δημ. Ἰακωβάτος Ν Κ. Στεργιαλόπουλος Ν
Διονύσιος Δελλαπόρτας Ν Δημ. Τζώρτζης Ν
Ἰω. Βελιανίτης Ν Ν. Πιπῖνος
Εὐθ. Κεχαγιᾶς Δ. Γ. Βούλγαρης Ν
Λ. Καραλίβανος Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
Δημ. Κ. Παπαγεωργίου Θ. Θεοδωράκης Ν
Θ. Καλαμογδάρτης Ν Ἰω. Δ. Χατζῖσκος Ν
Δ. Πατρινός Ν Θεμ. Παπακώστας Ο
Π. Νεζερίτης Ν Δημ. Τσιριμῶκος
Γ. Τσερτίδης Ο Κωνστ. Δυοβουνιώτης Ο
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν Βασ. Ν. Βουδούρης Ν
Α. Μισυρλῆς Δημ. Ν. Κριεζώτης Ν
Ν. Τσικλητήρας Ν Γεώργ. Τ. Θωμᾶς Ν
Περ. Σάκκης Ν Ὀδυσσεὺς Ἀγγελινίδης Ν
Εὐάγγ. Ἀντύπας Μιλτ. Κ. Κανάρης Ο

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ 136 ψηφοφορησάντων ἡ πρότασις «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 86 κατὰ 50. Αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν, ἀλλὰ παρακαλοῦνται οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἔλθουν νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς διὰ νὰ ἔχωμεν ἐργασίαν τὴν δευτέραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1. 10|60 Μ. Μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
2Τῆς 23 Ἰουνίου 1872.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 9. Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος
5Κ. Ι. Λέκας.
6Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρε-
7θείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
8προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤ-
9ῥήσεως.
10§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προεδρεῖον ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῆς χήρας
11τοῦ ποτὲ ὑποστρατήγου Ἰωσὴφ Γραμματικοπούλου, διὰ τῆς
12ὁποίας ζητεῖ ἀνάλογον σύνταξιν.
13§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
14«Πρὸς τὴν Σ. Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος.
15Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 Ἰουνίου 1872.
16Ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ πολυχρόνιος χηρεία μου, ὡς νὰ μὴ ἤρκει
17ὁ θάνατος τοῦ συζύγου μου, πεσόντος εἰς τὴν σφαγὴν τοῦ
18Φαλήρου, ἰδοὺ πρὸ 3 ἐτῶν ἐπέρχεται καὶ ὁ θάνατος τοῦ μονο-
19γενοῦς μου υἱοῦ, καὶ ἔκτοτε ἄπορος καὶ ἐγκαταλελειμμένη βα-
20σανίζομαι ἀριθμοῦσα ἡμέρας, καθ’ ἃς καὶ τὸν ἄρτον αὐτὸν
21στεροῦμαι λιμώττουσα καὶ δεινοπαθοῦσα.
22Πολλάκις ἀνεφέρθην πρός τε τὰς διαφόρους Βουλὰς καὶ Κυ-
23βερνήσεις παριστῶσα τὰς ἐκδουλεύσεις τοῦ συζύγου μου Ἰωσὴφ
24Γραμματικοπούλου, φερομένου μὲ βαθμὸν ἀντιστρατήγου ὑπὸ
25τὸν ἀριθμὸν 143 τοῦ Γεν. Μητρώου, καὶ τὴν 30ετῆ ἐν τῷ
26μονίμῳ στρατῷ ὑπηρεσίαν τοῦ ἀποθανόντος λοχαγοῦ υἱοῦ μου
27Λεωνίδα Γραμματικοπούλου, ἐξαιτουμένη ἀνάλογόν τινα σύν-
28ταξιν, πρὸς ἀνακούφισίν μου, ἀλλ’ οὐδὲν δι’ ἐμὲ ἐνηργήθη.
29Πεποιθυῖα ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ θὰ εἰσακούσῃ τὸ δίκαιόν
30μου, ὑψόνω ἐνώπιον αὐτῆς καὶ πάλιν τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου
31καὶ εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν της ἀπόκειται νὰ προνοήσῃ καὶ ὑπὲρ
32τῆς ὑποφαινομένης.
33Εὐπειθεστάτη
34Ζαχαρένια Γραμματικοπούλου.»
35§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
36§4ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφο-
37ρῶν τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου ἐν Κερκύρᾳ· εἶναι τροπο-
38ποίησις γενομένη ἐπὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐφάνη κατά τι
39ἀτελής, τοὐτέστι δὲν ὑπεχρέου ὁ νόμος ἐκεῖνος τὸν ἀγροδότην
40νὰ δίδῃ εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς
41ἐκτιμήσεως τοῦ τόπου ἐνῷ κεῖνται τὰ ἐλαιόδενδρα καὶ περὶ
42τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν· ἑπομένως ἐκρίθη ἀναγκαῖον παρὰ τῶν
43ὑπογεγραμμένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βουλευτῶν νὰ προκαλέσωμεν
44τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου· ἑπομένως παρακαλῶ
45τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν
46σκέψιν οὐ μόνον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ
47κράτος ὀφείλω πρῶτος ἐγὼ ὡς ἀγροδότης πρὸς τὸ δίκαιον συμφέρον
48τῶν ἀγροληπτῶν νὰ ὑπακούσω, ἀλλὰ καὶ τὸ περὶ διανομῆς
49τῆς ἐγχωρίου περιουσίας νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προχθὲς ὑπε-
50βλήθη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, διότι διὰ τοῦ νομοσχε-
51δίου ἐκείνου πρόκειται νὰ λάβωσιν οἱ δῆμοι πόρους, καὶ οὐ
52μόνον νὰ μὴ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς δημότας νέοι ἐπαχθεῖς φόροι,
53ἀλλὰ καὶ νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ φορολογῆται ὁ λαὸς ἐκεῖνος,
54ὁ ὁποῖος εἶναι ὅλως ἀσυνήθιστος εἰς τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων
55φόρων, σύστημα, ὅπερ ἐπικρατεῖ εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας τῆς
56Ἑλλάδος. Τὸ προνόμιον τοῦτο τοῦ νὰ λάβωσι πόρους οἱ
57δῆμοι, καί τοι ἀφαιρουμένων τῶν ὑπαρχόντων φόρων, μόνον
58ὑπάρχει ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι μόνον ἐκεῖ ὑπάρχει ἐπίκοινος
59ἐγχώριος περιουσία· ἑπομένως διὰ τῆς διανομῆς τῆς ἐγχωρίου
60ταύτης περιουσίας οἱ δῆμοι ἀποκτῶσι φόρους ἱκανοὺς ὅπως
61ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των· πιστεύω δὲ ἐνδομύχως, ὅτι
62ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅπως εἰς ἄλλας περιστάσεις ἀφορώσας
63τὸ συμφέρον τῆς Κερκύρας ἐφάνη πρόθυμος, οὕτω καὶ τοὺς πα-
64ρόντας δι’ ὅλην τὴν Κέρκυραν ἐπωφελεῖς τούτους νόμους θέλει
65φανῆ πρόθυμος νὰ ὑποστηρίξῃ, ἀφοῦ μάλιστα οὗτοι στηρίζονται
66ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου.
67§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
68τῆς Δικαιοσύνης.
69§6ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ περιπλοκὴ τῶν ναυτικῶν
70σχέσεων Κερκύρας ἐγέννησε διαφόρους νόμους· ὁ νόμος ΡΝʹ.
71κανονίζει ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τὴν νῆσον
72Κέρκυραν, ὁ δὲ νόμος ΣΔʹ. κατήργησε μίαν διάταξιν τοῦ ΡΝʹ.
73νόμου, καὶ ἑπομένως ἐπανῆλθον ἐν ἐνεργείᾳ αἱ περὶ ἐπανελεύ-
74σεως διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου, αἵτινες εἶχον διασταλῆ
75διὰ τοῦ νόμου ΡΝʹ. τοῦ ἀφορῶντος ὅλην τὴν Ἑπτάνησον. Ἐκ
76τούτου ἡ πρώην Ἑπτάνησος εὑρίσκεται ἤδη μὲ δύο ἀντίθετα
77καὶ διάφορα νομοθετήματα. Ὑποβάλλω λοιπὸν νομοσχέδιον, διὰ
78τοῦ ὁποίου θέλω νὰ τεθῶσι καὶ αἱ λοιπαὶ ἓξ νῆσοι τῆς πρώην
79Ἰονικῆς πολιτείας εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκε-
80ται καὶ ἡ Κέρκυρα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ
81αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον.
82§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
83§8ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐμάθατε βεβαίως τὸ μέγα
84δυστύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὴν
85Τρίπολιν· πρὸ μηνὸς ἐξεῤῥάγη πυρκαϊὰ ἔκ τινος ἀποθήκης πυρίτιδος,
86ἐκ τῆς ὁποίας ἐπληγώθησαν 100 ἄνθρωποι, καὶ 22–25, ἐὰν ἔχω
87καλὰς πληροφορίας, ἀπέθανον· ἐκ τῶν λοιπῶν 30 περίπου κατέ-
88στησαν ἀνάπηροι καί τινες τούτων νοσηλεύονται εἰς τὸ ἐνταῦθα
89νοσοκομεῖον· οἱ ἄλλοι ἐξακολουθοῦν νὰ νοσηλεύωνται ἐν ταῖς οἰκίαις
90των, οἱ πλεῖστοι δὲ τούτων εὑρίσκονται ἐν μεγάλῃ πενίᾳ. Ἡ Βουλὴ
91πάντοτε εἰς τοιαύτας ἐκτάκτους περιστάσεις ἔδειξε προθυμίαν καὶ
92ἦλθεν εἰς συνδρομὴν τῶν παθόντων. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς εἰς τὴν
93σεβαστὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἔδειξε τῷ ὄντι προθυμίαν, ἀλλ’ ὅπως
94γνωρίζετε, οὔτε προϋπολογισμὸς ὑπῆρχεν, οὔτε κατηρτισμένη ἦτο
95τότε ἡ Βουλὴ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβητε συμπάθειαν διὰ τὴν
96μεγάλην δυστυχίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν χηρῶν καὶ τῶν
97ὀρφανῶν, ἅτινα λιμώττοντα περιπλανῶνται εἰς τὰς ῥύμας τῆς
98πόλεως ζητοῦντα ἄρτον, καὶ νὰ συστήσητε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν
99εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ εἰς ἀνάλογον ἐπικουρίαν τῶν πα-
100θόντων.
101§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
102§10Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἰς τὴν Λαμίαν, ὡς γνωρίζετε, συνέβη παρό-
103μοιον γεγονός, καὶ μάλιστα ἐκεῖ συνέβη ἀπὸ δημόσιον κατάστη-
104μα, καὶ ἐκινήθησαν ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ δημοσίου· παρακαλῶ λοι-
105πὸν νὰ ληφθῇ ἐνταυτῷ πρόνοια καὶ διὰ τὴν Λαμίαν.
106§11ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἡ κυβέρνησις εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀναμετρή-
107σῃ τὰς ζημίας ἑκατέρων τῶν μερῶν καὶ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν καὶ
108αὐτῶν.
109§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἔχει
110τὸν λόγον ὁ κ. Μαυρομιχάλης.
111§13ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐκατηγορήθημεν χθές, ὅτι
112ἐπὶ πολὺ παρατείνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν
113τὸ Κοινοβούλιον σήμερον ζητεῖ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
114νης· οἱ κατήγοροι δὲν ἐσκέφθησαν κατ’ ἐμὴν γνώμην ὡρίμως
115ἐπὶ τοῦ πολυτιμοτέρου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ κοινοβούλιον
116ἔχει τοῦ νὰ ζητῇ εὐθύνας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπουργῶν, καὶ
117τοσοῦτον μᾶλλον δὲν εἶχον δίκαιον, καθ’ ὅσον οὐδὲν ζήτημα
118προεξηλέγχθη καὶ κατέστη ὥριμον, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ
119σώματος καὶ νὰ συζητηθῇ. Ἡ ἐπὶ 5 ἡμέρας συζήτησις ἐπα-
120ρουσίασε διάφορα ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ ἐμβριθῶς καὶ
121περισκεμμένως ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφόν της. Τὸ ζή-
122τημα τοῦτο εἶναι κατὰ τοσοῦτον σπουδαῖον, καθ’ ὅσον δὲν
123πρόκειται ν’ ἀποδοθῶσιν αὐτῷ πλάγιοι σκοποί, καὶ ὅτι τὴν
124ἐπιθυμίαν καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς καὶ ἴσως ὁλοκλήρου τοῦ
125κοινοῦ ν’ ἀποκρούσωμεν προσβάλλοντες ὁλόκληρον τὴν κυβέρνησιν.
126Ἡ ὅλη συζήτησις, κύριοι, ἀπέληξεν εἰς διάφορα ζητήματα· ἐζη-
127τήθη λόγος ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν κατὰ τὴν
128διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας του ἐφέρθη καλῶς ἢ κακῶς, οὗτος δὲ
129ἀπολογούμενος ὑπέπεσε κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἰς πολλὰ σφάλματα.
130Ἐν πρώτοις ἐξέθηκε τὴν ἀρχὴν, τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὁ
131ἄγρυπνος φύλαξ, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν
132δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων του· κατὰ δὲ τὴν ὑπεράσπι-
133σίν του μὴ δυνηθεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς πράξεις του, ἀπὸ ὑ-
134πευθύνου ὑπουργοῦ, ἐζήτησεν εὐθύνας ἀπὸ ἄλλον προκάτοχον καὶ
135ἐζήτησε ν’ ἀναλάβῃ πάλην ἔνοπλος κατ’ ἀντιπάλου ἀόπλου, ἔ-
136χων εἰς τὰς χεῖράς του πλήρη τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπερασπίσεως·
137ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίθεσις αὕτη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑ-
138πῆρξεν ἀτυχὴς, διότι καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ἂν ὑπῆρχε κατὰ
139τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὰ 67, σή-
140μερον ὁ δισταγμὸς αὐτὸς διὰ τῆς ἀπολογίας τοῦ ὑπουργοῦ τῆς
141Δικαιοσύνης ἐντελῶς ἐξέλιπεν. Ὁ μόνος συνήγορος, τὸν ὁποῖον ἔ-
142τυχεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς
143Παξῶν, καὶ λέγω μόνος, διότι θ’ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ
144κ. Κουμουνδούρου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κάθε ἄλλο ἦτον
145ἢ ὑπεράσπισις. Ἀπεδόθησαν ὡρισμέναι πράξεις κατὰ τοῦ ὑπουρ-
146γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αἵτινες δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ἐμποιήσουν
147αἴσθησιν ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤλπιζεν ὁ ὑπουργὸς τῆς
148Δικαιοσύνης. Ἐν πρώτοις μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς ὁ ἔντιμος
149βουλευτὴς Παξῶν, ἐπὶ πολλὰ ἔτη καταδιώξας τὸ ἔγκλημα ὡς
150εἰσαγγελεὺς ἐν Παξοῖς, ἐδείχθη τόσον συγκαταβατικὸς εἰς τὸ ν’
151ἀμνηστεύσῃ τὸ ἔγκλημα ἀνθρώπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἰδικῶς θέ-
152λω συζητήσει. Μόνον ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ἐκ
153Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Τρικούπη ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ὤφει-
154λον νὰ σκεφθῶ ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βελιανίτου, ὅπως
155ἐσκέφθην, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παξῶν τὰς ἰδέας του καὶ
156τὰς γνώμας του τὰς μεταβάλλει ἐντὸς 24 ὡρῶν.
157Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠδυνήθη ν’
158ἀποκρούσῃ τὰς ἀποδιδομένας αὐτῷ δικαίας αἰτιάσεις καὶ θελήσας
159ν’ ἀντλήσῃ δυνάμεις ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 67,
160ὑπέστη ἧτταν πληρεστάτην. Παρὰ ποτε σήμερον ἡ Βουλὴ πρό-
161κειται ν’ ἀσχοληθῇ καὶ νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν περὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ
162συγκεκριμένου ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν μετὰ προ-
163σοχῆς καὶ περισκέψεως ν’ ἀποφασίσωμεν ἵνα μὴ ἀδικήσωμεν.
164Αἱ ἀποδοθεῖσαι χάριτες δὲν ὤφειλον ν’ ἀποδοθῶσιν, ὡς ἀπονε-
165μηθεῖσαι εἰς ἐγκληματίας, οἵτινες ἔβλαψαν ἀπ’ εὐθείας καὶ τὰ
166συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ τὴν ἠθικὴν τὴν ὀφειλομένην πρὸς
167τὴν κοινωνίαν. Ἐζήτησε δέ τις, κύριοι, τὰς πράξεις ταύτας, ὁτὲ
168μὲν νὰ καλύψῃ διὰ τοῦ τύπου, ὁτὲ δὲ διὰ τῆς οὐσίας. Ὁ κ.
169βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ὡς πρὸς τὰς ἀποδοθείσας χάριτας εἰς
170τὸ σωφρονιστήριον Κερκύρας εἶπε, τίς ἡ ἀνάγκη τύπων καὶ προ-
171τάσεων τοῦ εἰσαγγελέως, ὅταν ὁ εἰσαγγελεὺς τὰς ἰδίας του
172πληροφορίας θέλει ἀρύσθῃ ἀπὸ τὸν ἐπιστάτην, ἀπὸ τὸν ἰατρὸν
173ἀπὸ τὸν ἱερέα; καὶ ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ τύπου δὲν εἶναι τόσον
174σπουδαία, ὥστε ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν
175νὰ προκαλέσῃ τὴν χάριν· ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσσήνης
176γνωρίζει, ὅτι διὰ τῶν τύπων ἐξασφαλίζεται ἡ οὐσία, καὶ ἂν ὁ
177ὑπουργὸς ἦτον ὑποχρεωμένος διαρκῶς ἄνευ οὐδενὸς ἰδίου ἐλέγχου
178ν’ ἀσπάζηται τὰς προτάσεις τῶν ὑφισταμένων ἀρχῶν, τότε ἡ
179ὕπαρξις τοῦ ὑπουργοῦ ἦτο περιττὴ εἰς τὴν πολιτείαν. Καὶ ὁ
180κ. Κουμουνδοῦρος, θέλων νὰ ὑπερασπίσῃ, δὲν τὸ κατώρθωσε, καὶ
181ἰδοὺ διατί· διότι μετεχειρίσθη ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἔ-
182φεραν εἰς ἀντίθετον συμπέρασμα. Ἐπὶ τέλους μᾶς εἶπεν, ὑπῆρξε
183πρόθεσις; ἐν γνώσει ἠθέλησεν ὁ ὑπουργὸς ν’ ἀπατήσῃ καὶ νὰ
184ἀφαρπάσῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βασιλέως; Βεβαίως, κύριοι, ὁ ὑ-
185πουργὸς ὑποβαλὼν τὰς περὶ χαρίτων προτάσεις του, δὲν συνε-
186ταιρίσθη μετὰ τῶν κακούργων· ἐὰν δὲ ὑπῆρχε τοιαύτη περίπτω-
187σις, τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαγωγῆς του ἤθελε τιμωρηθῶσιν
188ἄλλως· τότε ἤθελε προκληθῆ ποινικὴ καταδίωξις καὶ παρα-
189πεμφθῆ εἰς δικαστήριον· ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις τοῦ κοινοβουλίου δὲν
190εἶναι νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην γνώμην. Σήμερον ὁ ὑπουργὸς κατηγο-
191ρεῖται, ὅτι οὐχὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως ἐνήργησεν, οὐχὶ δωρο-
192δοκηθείς, οὐχὶ ὡς πλαστογραφήσας καὶ ὑποπεσὼν εἰς ἔγκλημα,
193ἀλλ’ ἀπὸ πλάνην, ἀπὸ ἔλλειψιν πληροφοριῶν, ἴσως ἀπὸ ἐπιπο-
194λαιότητα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας του ἐπροκάλεσε
195τὰς ἐκτρωματικὰς αὐτὰς χάριτας. Εἰς οὐδένα, νομίζω, ὑπο-
196λείπεται ὁ ἐλάχιστος δισταγμός, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔπταισεν.
197Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ ἐκ μιᾶς φράσεως κατ’ ἐμὴν
198κρίσιν ἀστόχου τοῦ ἐντίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ ἐγεννήθη ἓν
199ζήτημα. Ὁ κύριος Λομβάρδος κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν
200του μετεχειρίσθη φράσιν, ἡ ὁποία δικαίως ὤφειλε νὰ ἐρεθίσῃ
201κάπως τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς
202σημερινῆς κυβερνήσεως εἶναι συνταγματικῶς σόλοικος. Κύριοι, δὲν
203ἀποδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἀλλὰ
204συγχρόνως δὲν θὰ κάμω καὶ τὴν γενεαλογίαν τῶν κυβερνήσεων
205ἀπὸ τὸ 1865 μέχρι σήμερον, ὡς ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, θελή-
206σας οὕτω ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον ὑπῆρξαν συμ-
207μαχικὰ ὑπουργεῖα.
208§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὑμεῖς ὑπεπέσατε
209εἰς μίαν παρεννόησιν, ὡς πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον· δὲν ἐννο-
210οῦσα νὰ εἴπω ὅτι εἶναι συνταγματικῶς, κοινοβουλευτικῶς σό-
211λοικος ἡ συγκρότησις ὑπουργείου συμμαχικοῦ, διότι τὸ τοιοῦτον
212ἐννοεῖ καὶ ὁ τελευταῖος μαθητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου·
213ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ σύστασις τῆς
214συμμαχίας ταύτης, καὶ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ λάβω-
215μεν ἡμεῖς κατ’ ἔναντι τῆς συμμαχίας ταύτης, ἔχει κἄτι τι
216σόλοικον, καὶ θέλω τὸ ἐξηγήσει.
217§15ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὸ κοινοβούλιον εἶναι ἀδιάφορος ἡ
218συγκρότησις τῶν συμμαχικῶν κυβερνήσεων· αὐτὸ δύναται ν’
219ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν καὶ τὰς δυσχερείας,
220εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πολιτείαν
221ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη συγκρότησις τῆς κυβερνήσεως δὲν προκαλῇ
222κἀνὲν πολιτικὸν συμπέρασμα, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχω τί νὰ
223προσθέσω, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐτέθη διὰ νὰ προκληθῇ τὸ
224ζήτημα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ὑπουργῶν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν
225καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Μίλησης. Δὲν γνωρίζω,
226κύριοι, ἐκ τίνων συγγραμμάτων ἠρύσθησαν τὰς ἰδέας αὐτὰς, καὶ
227ἐὰν ἡ ἀλληλεγγύη ἡ μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν δὲν ἔχῃ ὅρια· ὁ κ.
228Μίλησης εἶπεν, ὅτι ἔχει ὅρια, ἀλλὰ ταῦτα περιώρισεν ἐκεῖ, ὅπου
229ἐπεθύμει, καὶ εἶπεν ὅτι, ὅταν πρόκειται ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ εὐ-
230θύνην δι’ ἔγκλημα, τότε ἡ ἀλληλεγγύη παύει, διότι περὶ τούτου
231προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃ λό-
232γον ἐπὶ σφαλμάτων ἢ πλημμελημάτων κατὰ τὴν διαχείρισιν
233τῆς ἐξουσίας του, ἐκεῖ ἡ ἀλληλεγγύη εἶναι πλήρης, καὶ πρὸς
234ἐπικύρωσιν τῶν ἐπιχειρημάτων του ἐπιπροσθέτει, ὅτι ἡ σιωπὴ
235τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς
236δικαιοσύνης πράξεων εἶναι ἡ ἐπικύρωσις τῆς ἀλληλεγγύης,
237εἶναι ἡ ἐκδήλωσις αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς
238σύμπραξις τῶν ἑτέρων ὑπουργῶν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δι-
239καιοσύνης εἶναι τεκμήριον ἀλάνθαστον, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρ-
240νησις φέρει τὴν εὐθύνην· ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὰ δυνατὸν νὰ λέγων-
241ται, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ ὑποστηρίζωνται.
242Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι διάφοροι βαθμοὶ σφαλμάτων καὶ πλημ-
243μελημάτων, καὶ ὅτι ἀναλόγως ἐπέρχεται ἡ τοιάδε ἢ τοιαύτη
244ἀπόφασις τοῦ κοινοβουλίου· τὴν φύσιν τῶν ζητημάτων δὲν ὁρί-
245ζει τὸ μέγεθος τῆς ποινῆς. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ καταστήσω-
246μεν ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον, ἀφοῦ τοιαύτη ἐκδήλω-
247σις δὲν παρουσιάζεται, ἀφοῦ ῥητῶς εἷς τῶν ἐπιφανεστέρων δημο-
248σιολόγων τῆς Εὐρώπης θέτει τὰ ὅρια τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ὑ-
249πουργῶν; Ἰδοὺ τὶ λέγει, κύριοι, ὁ Batbie· «ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευ-
250τικοῦ συστήματος ἅπαντες οἱ ὑπουργοὶ ἦσαν ἀλληλεγγύως ὑ-
251πεύθυνοι. Ἡ ἀλληλεγγύη αὕτη λογικῶς ἐφηρμόζετο ἐπὶ τῶν
252ἀπὸ κοινοῦ ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ λαμβανομένων μέτρων.
253Οὐδεὶς πώποτε ἠννόησε τὴν ἀλληλεγγύην αὐτὴν, ὥστε πᾶσα
254πρᾶξις διοικητικὴ νὰ συνεπάγηται τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τοῦ
255ὑπουργείου, καὶ ἰδίως διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, οἵτινες δὲν ἠδυνήθη-
256σαν νὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς ἐγκαλουμένης πράξεως.»
257Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς ὡμολόγησε, καὶ ἡ ὁ-
258μολογία του εἶναι ἡ μόνη ἀληθὴς, ὅτι οὐδόλως οἱ συνάδελφοί
259του ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι ἰδίῳ ὀνόματι καὶ μεμονωμένως ἐνήρ-
260γησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἡμῶν αὐτῶν ἔμαθε τὰς χάριτας.
261Ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης λέγει, ὅτι συνεργάζεται. Καὶ ἠθέλατε, κύ-
262ριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ προδικάσῃ πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ; ἠ-
263θέλατε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν
264τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν τὸ ζήτημα ᾖναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βου-
265λῆς; Δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἔλλειψις καὶ τῆς ἐλαχίστης ἁβροφροσύ-
266νης πρὸς ἕνα συνάδελφον τὸ νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν
267προτέρων νὰ προκαταλάβῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Βλέπετε
268λοιπὸν, κύριοι, ὅτι οὐδεμία ἀλληλεγγύη δύναται νὰ ὑπάρχῃ
269ἰδίως διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι
270γνῶσιν τῆς ἀποδιδομένης πράξεως εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δι-
271καιοσύνης· ὥστε ἡ ἀλληλεγγύη παύει, κύριοι, καὶ ἀλλοίμονον
272ἐὰν ὑπῆρχεν ἀληθὴς ἡ δοξασία αὕτη· τότε τὸ Συνταγματικὸν
273πολίτευμα ἤθελεν εἶσθαι ψεῦδος, καὶ ἰδίως διὰ τὰ κράτη, τὰ
274ὁποῖα δὲν ἐπαγίωσαν εἰσέτι τάξιν. Διὰ τῆς τοιαύτης δοξασίας
275ἑκάστη Κυβέρνησις θέλει ἀποφεύγει τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοβουλίου,
276ὅταν διὰ πᾶσαν ἐγκαλουμένην πρᾶξιν ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν ἀνα-
277λαμβάνῃ τὴν εὐθύνην ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τότε, κύ-
278ριοι, ἢ ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι διαρκῶς καταδικασμένη νὰ ἀνατρέπῃ
279καθ’ ἑκάστην τὰς Κυβερνήσεις, ἢ ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τοῦ δικαιώ-
280ματος τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ὑπουργῶν.
281Καὶ μολονότι, κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι τόσον μι-
282κρὸν, ὥστε νὰ τὸ παραλληλίσω πρὸς ἓν σπουδαῖον ζήτημα ἑνὸς
283μεγάλου κοινοβουλίου, εἰς ὃ ἐπαρουσιάσθη διχογνωμία μεταξὺ
284τοῦ προέδρου τῆς Γαλλικῆς δημοκρατίας καὶ τῆς συνελεύσεως
285ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας, καὶ κατὰ τὴν
286συζήτησιν τοῦ ὁποίου ὁ περιφανὴς πρόεδρος τῆς δημοκρατίας
287ὑποπτεύσας μὴ τυχὸν ἡ συνέλευσις δὲν ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην
288του, ἐδήλωσεν ὅτι θέλει παραιτηθῇ τῆς ἀρχῆς, κατεκρίθη καὶ
289ὑπὸ αὐτῶν τῶν φίλων του καὶ ὑφ’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων τοῦ
290κόσμου.
291Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα εἰς τὴν περιωρισμένην
292σφαῖραν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρόκειται ἐπὶ τοσοῦτον
293νὰ μᾶς ταράξῃ; εἶναι διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας
294ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑφίστανται, ὅταν ἔχωμεν ἓν ἁπλοῦν ζήτη-
295μα περιωρισμένον εἰς τὴν μόνην διαχείρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς
296Δικαιοσύνης; Βλέπετε ὅθεν, κύριοι, ὅτι ἡ ἀλληλεγγύη παύει,
297καὶ παύει διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν ἐξεδήλωσεν καὶ εἶναι
298ἀνάγκη νὰ τὴν ἐκδηλώσῃ, διότι ἀλληλεγγύη δὲν δύναται νὰ
299ὑπάρξῃ εἰμὴ ὅταν ἐκφράζηται ἢ διαγράφηται ὁριστικῶς. Ἄλλως,
300κατὰ τοὺς ἀντιδοξοῦντας, θὰ ἀπολήξωμεν καὶ εἰς ἄτοπα συμπε-
301ράσματα, διότι τότε θὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἀναλαμ-
302βάνῃ τὴν εὐθύνην ἐφ’ ὅλης τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς
303Δικαιοσύνης, καὶ ἐπὶ παραδείγματι τῆς ἐγκυκλίου αὐτοῦ μετὰ
304τὰς ἐκλογάς. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τοιαῦται δοξασίαι δὲν
305δύνανται νὰ ἐπικρατήσωσι, διότι ἀποκρούονται ἐξ αὐτῶν τῶν
306πραγμάτων.
307Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ περιορισθῇ
308εἰς τὴν περιωρισμένην σφαῖραν τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δι-
309καιοσύνης ἀπέναντι τοῦ σώματος· ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ὅτι ὁ
310ὑπουργὸς διεχειρίσατο τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐξουσίαν καλῶς,
311ἂς τὸν ἀθωώσῃ, ἐὰν δὲ τοὐναντίον, ὀφείλει νὰ τὸν μεμφθῇ.
312§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Λομβάρδος.
313§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ὑποχωρῶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου.
314§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ Κ. Μεσσηνέζης καὶ κατόπιν ἔρ-
315χεται ὁ κ. Χατζίσκος.
316§19ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Χορηγήσατε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Χατζίσκον,
317Κ. πρόεδρε.
318§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κύριε Χατζίσκε.
319§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν μακρὰν ταύτην κοινοβου-
320λευτικὴν πάλην, τὴν διαδραματιζομένην ἐπὶ πέντε ἤδη ὅλας
321συνεδριάσεις, διαβλέπω διὰ τῆς συνειδήσεως αὐτῆς ταύτης τῆς
322Βουλῆς διατρέχον κεκρυμμένον τι ῥεῦμα κεκρυμμένης πεποιθή-
323σεως, κεκρυμμένης καὶ σιωπηρᾶς σκέψεως τοῦ ὅτι τὸ ζήτημα τὸ
324κύριον τεθὲν ὡς βαλβὶς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τῶν χαρίτων τού-
325του λογοδρομίου, φαίνεται μόλις ἐρευνηθὲν, μόλις ἐξετασθὲν
326καὶ οἱονεὶ ἐγκαταλελειμμένον παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐξ
327ἐναντίας βλέπω ἐκδρομὰς ἀλλοίας καὶ ποικίλας, σκοπούσας
328πάντοτε νὰ φέρωσι καιρίαν τὴν προσβολὴν ἰδίως κατὰ τοῦ ὑ-
329πουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Διατί ἆρά γε ἡ κρίσις μου αὕτη;
330πόθεν ἆρά γε τὸ φαινόμενον τοῦτο τῆς σχεδὸν ἐγκαταλείψεως
331τοῦ κυρίου ζητήματος τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τῆς ἐκδρομῆς τῶν
332ἐπερωτησάντων ἀλλαχόσε πάντοτε; Διότι κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ἡ βά-
333σις τῆς ἐπερωτήσεως ἀρχικῶς δὲν ἦτο σπουδαία, στερεὰ καὶ
334ἐπιτηδεία πρὸς τὸν σκοπὸν, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπερώτησις ὀλί-
335γον κατ’ ὀλίγον ἔπρεπε νὰ εὕρῃ βάσιν προκύψουσαν ἐξ αὐτῆς
336τῆς συζητήσεως· εὑροῦσα δὲ τοιαύτην νὰ ῥίψῃ καιρίαν τὴν βο-
337λὴν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ ζητήσῃ τὴν μέ-
338λαιναν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατ’ αὐτοῦ.
339Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ παρακολουθήσω ἐν μέρει
340κατὰ τὴν ἐκδρομὴν ταύτην τὸν ἐπερωτήσαντα καὶ νὰ ἴδω ἐὰν
341τῳόντι ὑπάρχῃ στάδιον σπουδαῖον μομφῆς κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ
342τῆς Δικαιοσύνης ἐξ ἄλλων βάσεων, οὐχὶ δὲ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ
343ζητήματος τῆς ἐπερωτήσεως.
344Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου σᾶς εἶπε, δὲν εἶναι μεμ-
345πτέος ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μόνον καὶ μόνον διότι ἀπέ-
346νειμε χάριτας, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλε νὰ προτείνῃ καὶ παρου-
347σιάσῃ παρὰ τῷ Βασιλεῖ πρὸς ἐπικύρωσιν αὐτῶν· ἀλλὰ προσέ-
348θηκεν, εἶναι μεμπτέος προσέτι, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
349φέρων τὰς χάριτας τῶν παρελθόντων ὑπουργῶν, φέρων ἰδίως
350τὰς χάριτας τοῦ 1867, δὲν ἔφερε τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα
351τὰ συνοδεύσαντα τὰς χάριτας ἐκείνας τὰς 253, (καὶ ἐνθυμεῖσθε
352ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ἡμῖν, ὅτι δὲν τὰ ἔφερε, διότι δὲν τὰ εὗ-
353ρεν)· καὶ πῶς, ἐνῷ εἶχε πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα δι-
354καιολογητικά, πῶς ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν
355ὑπάρχουσιν; ἔλεγεν ὁ κ. Λομβάρδος· καὶ διὰ τοῦτο εἶναι μεμπτέος·
356εἶναι μεμπτέος, ὅτι καί τοι ἔχων πεποίθησιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν
357νὰ προκαλέσῃ ὁ ὑπουργὸς τοῦ 67 τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βασιλέως ἄνευ
358δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, καί τοι ἔχων τοιαύτην πεποίθησιν,
359ἐξέφρασε τὰ πράγματα ἄλλως, ὑποκρύπτων τὴν κρίσιν του μὴ
360περιέχουσαν ἀλήθειαν. Εἶναι μεμπτέος λοιπὸν, σᾶς εἶπον, ὁ
361ὑπουργὸς, διότι ἀνεκάλυψαν τὴν πρόθεσίν του τοῦ νὰ μεμ-
362φθῇ τὸν ὑπουργὸν τοῦ 1867. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἐξ αὐ-
363τῆς τῆς φράσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἀποκαλύ-
364πτεται ἡ εἰλικρίνειά του, ἀποκαλύπτεται βεβαίως ἡ εἰλι-
365κρινὴς καὶ τιμία διαχείρισις τῆς ἐξουσίας. Ἀποκαλύπτεται
366ὅτι ἦτο δίκαιος, διότι φέρων ὅλα τὰ διατάγματα τῶν ὑπουρ-
367γῶν καὶ τὰ τοῦ 1867, σᾶς εἶπε, δὲν εὗρον ὅμως τὰ δικαιο-
368λογητικὰ ἔγγραφα τῶν 253 χαρίτων τοῦ κ. Λομβάρδου· καὶ
369δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι εἰλικρινὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εὗρε τὰ δι-
370καιολογητικὰ αὐτὰ ἔγγραφα; Καὶ ἂν δὲν ἔπραττε τοῦτο, δὲν θὰ
371ἀντέταττον μετὰ τῆς αὐτῆς εὐχερείας τῷ κ. ὑπουργῷ, πῶς δὲν
372ἔφερες τὰ ἔγγραφα τὰ δικαιολογητικά; Μὴ φέρων αὐτὰ ἠθέλησας
373νὰ ῥίψῃς μίαν μομφήν· καὶ ἡ στροφὴ τῆς μομφῆς θὰ ἦτο λίαν
374εὐχερὴς, διότι ἐλησμόνησας, θὰ ἔλεγον, νὰ μᾶς εἴπῃς, κ. ὑπουργὲ,
375ὅτι δὲν τὰ εὗρες. Ἐξ ἐναντίας, δὲν εὗρε, σᾶς εἶπεν, ἐν τῇ εἰλι-
376κρινείᾳ του, καὶ ὅ,τι δὲν εὗρε, δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ φέρῃ. Καὶ
377ὅμως ὁ κ. Λομβάρδος συνεπέρανεν ὅτι καὶ διὰ τοῦτο εἶναι μεμ-
378πτέος ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ζητῶν πάντοτε νὰ ἀφαρ-
379πάσῃ τὴν μέλαιναν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν
380ἐκτεθέντων πραγμάτων εἰς ἄδικον κατ’ αὐτοῦ σκέψιν ἐκ μέρους
381τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁμολογῶ τῇ ἀληθείᾳ τὴν
382ἐπιτηδειότητα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου καὶ τὴν δύ-
383ναμιν τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν κέκτηται περὶ τὴν διατύπωσιν τῶν
384σκέψεών του· ἀλλ’ αἱ σκέψεις του εἰσὶ πεπλανημέναι· ἑπομέ-
385νως ἡ ἐκδρομή του αὕτη εἶναι ὁμολογουμένως ἀνεπιτυχής.
386Ἀλλὰ ποῦ ἐστηρίχθη ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπονείμας
387χάριτας; σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου· εἰς ἐπι-
388τροπήν τινα, ἣν αὐτὸς ἐσχημάτισε, διότι ἠθέλησε νὰ καλύψῃ,
389οὕτως εἰπεῖν, τὴν κρίσιν του ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς ἐπιτρο-
390πῆς, κατὰ τὸν κ. Λομβάρδον. Ἀλλὰ ἠκούσατε προσέτι καὶ ἐν-
391θυμεῖσθε κάλλιστα, πῶς ἐχαρακτήρισε τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην ὁ
392κ. Λομβάρδος· τὴν ἐχαρακτήρισεν οἱονεὶ καμαρίλαν ἐν τῷ ὑπουρ-
393γείῳ τῆς Δικαιοσύνης.
394§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄνευ τοῦ «οἱονεί».
395§23ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λοιπὸν καθαρῶς καμαρίλαν. Παρατηρεῖτε,
396κύριοι, ὅτι πάντοτε ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας ἔχει εἰς τὴν φαν-
397τασίαν του τὴν καμαρίλαν, καὶ ἐνῷ καμαρίλα οὐδέποτε ὑπῆρ-
398ξεν, οὔτε ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ, οὐδὲν ἧττον ἡ φαντασία τοῦ
399βουλευτοῦ Ζακύνθου πλήττεται πάντοτε ὑπὸ τοῦ φάσματος
400τῆς καμαρίλας, ὥστε ἤρξατο νὰ διαβλέπῃ αὐτὴν καὶ ἐν τῷ
401ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης.
402§24ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶναι φράσις αὐτή.
403§25ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Φράσις, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον
404ὡς ἐπιτηδείως ῥιφθεῖσαν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν θεωρῶ (θόρυβος)·
405ὡς καμαρίλαν λοιπὸν χαρακτηρίζει τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν
406προεκάλεσεν ὁ εὐσυνείδητος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ
407ἀφαρπάσῃ τὴν προσοχήν σας ἀπὸ τὸ κύριον ζήτημα καὶ ῥίψῃ
408τὸ φάσμα τῆς καμαρίλας ἐν μέσῳ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει κα-
409μαρίλα; ἔλαβεν ὕπαρξιν ποτὲ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν; Καμαρίλα
410δὲν ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐσύ-
411στησεν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συσκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν
412χαρίτων, ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ ἄνδρας διακεκριμένους, ὁ-
413ποῖοι ἦσαν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ἄνδρας
414ἐστολισμένους μὲ ἔξοχα φῶτα, τιμὴν καὶ πεῖραν δικαστικήν.
415Τοιαύτας δὲ ἐπιτροπὰς συνέστησαν καὶ οἱ προκάτοχοι τοῦ κ.
416Μεταξᾶ, καθῆκον λεπτῆς συνειδήσεως ἐπιτελοῦντες. Τὴν τοιαύ-
417την δὲ ἀποστολὴν τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς ἔπρεπε νὰ ἐπισκο-
418τίσουν τινὲς, καμαρίλαν χαρακτηρίζοντες αὐτήν. Τῳόντι, κύριοι,
419δυνάμεθα νὰ προσβάλωμεν ἐπιτηδείως τινὰ, οὐχ ἧττον εἰς τὴν
420ἔκφρασίν μας δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ὑπερβολικοὶ, διότι ἡ ὑπερ-
421βολὴ φέρει ἐναντία ἀποτελέσματα. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἀξιό-
422τιμος βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ ὑπομνήσω αὐτῷ ἄλλην τινα ἔκ-
423φρασίν του ὑπερβολικὴν καὶ λίαν ἐμφαντικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέ-
424φερεν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου εἰς ἄλλην ἐποχήν· ἂν καὶ τότε
425δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ
426ἔθνους, εἶχον ὅμως τὴν ἀποστολὴν νὰ ἀνήκω εἰς ἕτερον βῆμα,
427βῆμα τοῦ δικαίου, εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἕδραν. Οὐχ ἧττον ἐνθυ-
428μοῦμαι καὶ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Καταλαβὼν τὸ βῆμα τοῦ
429προέδρου τότε ὁ κ. Λομβάρδος μεταξὺ ἄλλων εἶπεν, ὅτι μόλις
430ἀπὸ τοῦδε ἤρξατο νὰ λαμβάνῃ ἐφαρμογὴν ἡ ἀρχὴ ὅτι ὁ τόπος
431πρέπει νὰ κυβερνᾶται διὰ τοῦ τόπου. Αἱ ἐκφράσεις αὗται ῥί-
432πτονται ἐπιτηδείως ἑκάστοτε, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ θεω-
433ρήσω καὶ τὴν ἔκφρασιν ταύτην ὑπερβολικήν. Ὁ τόπος κυβερνᾶ-
434ται, κύριοι, διὰ τοῦ τόπου ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ σάλπιγξ
435τοῦ 1821 ἐκήρυξεν ἐλευθέραν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐθνι-
436καὶ Συνελεύσεις καὶ κυβερνήσεις καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα, καὶ
437ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου βασι-
438λέως τῆς πατρίδος, ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον. Καὶ ὅταν οἱ Τρικού-
439παι, οἱ Μαυροκορδάτοι, οἱ Κωλέτται, οἱ Μεταξάδες, οἱ Τζαβέλ-
440λαι, οἱ Κριεζεῖς, οἱ Μιαοῦλαι, οἱ Κολοκοτρῶναι, ὁ Βούλγαρης ἐπὶ
441Ὄθωνος ἐκυβέρνων, δὲν ἐκυβέρνα ὁ τόπος διὰ τοῦ τόπου; Καὶ τότε
442ὑπῆρχεν ἀντιπροσωπεία καὶ πάντοτε ἐκυβερνᾶτο ὁ τόπος διὰ τοῦ
443τόπου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι κατὰ τύπον ἤλλασσε πολ-
444λάκις τὸ πολίτευμα. Ταῦτα λέγων θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν
445ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου, τὸν ὁποῖον ὁμολογουμένως ὑπο-
446λήπτομαι, ὅτι πολλάκις αἱ ἐκφράσεις του εἰσὶ λίαν ὑπερβολι-
447καὶ καὶ ἐμφαντικαὶ ἄλλων ἐννοιῶν. Καμαρίλα λοιπὸν ποτὲ δὲν
448ὑπῆρξεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὡς οὐδὲ ἀλλαχόθι. Τὸ φάσμα τῆς
449καμαρίλας οὐδέποτε πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήττῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ
450ἐξέφρασε τὴν γνώμην της καὶ ὁ ὑπουργὸς εὗρε δικαίαν τὴν
451κρίσιν της, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐστηρίχθη.
452§26ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω καὶ νὰ σᾶς
453κάμω μίαν ἐρώτησιν;
454§27ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οὐδένα διακόπτω λαλοῦντα καὶ ἑπομένως οὐ-
455δεὶς, παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ· μόνον μίαν ἔτι παράκλησιν
456ἔχω, νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν εὐμενῆ ἀκρόασίν σας. Ἀλλὰ, κύριοι,
457μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην ἐκδρομὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔκαμα
458παρακολουθῶν τὸν ἐπερωτήσαντα, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Με-
459σολογγίου ἔφερε τὸν λόγον ἐπίσης κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δι-
460καιοσύνης καὶ τὸν ἐμέμφθη εἰπὼν, πῶς ἐτόλμησες, κύριε
461ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ φέρῃς ἔγγραφον κεκρυμμένον, τὸ
462ὁποῖον περιεῖχε διαπραγμάτευσιν μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ
463τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867; ἔγγραφον τὸ ὁποῖον
464ἐμπεριεῖχεν οὐχὶ περαιωμένην πρᾶξιν, ἔγγραφον μὴ δυνάμενον
465ὡς ἐκ τούτου νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα; Καὶ τὸ ἔγγρα-
466φον αὐτὸ περιεῖχε τὴν ὑπόμνησιν τοῦ ὅ,τι ἐζήτει ὁ ὑπουργὸς
467τοῦ 1867. Ἐὰν ἐπραγματοποίει τὰς χάριτας τὰς ὁποίας ἐζή-
468τει ὁ ὑπουργὸς τοῦ 67, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἤθελε φθάσει ὑπὲρ τὰς
469800. Καὶ δὲν εἶμαι μὲν ἐξ ἐκείνων οἵτινες παραδέχονται ὅτι
470ἐν τῇ πληθύϊ τῶν χαρίτων ἔγκειται τὸ κακὸν, ἀλλ’ ἐν τῷ κακῷ
471κεῖται τὸ πολύ· ἀλλὰ λέγω ὅτι ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐκ
472πεποιθήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι μεμπτέος ὁ νῦν ὑπουργὸς, διότι
473ἔφερε τοιοῦτόν τι ἔγγραφον ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου. Ὁμολογῶ,
474κύριοι, ὅτι τὸ ἐξέφρασε μὲ πλήρη πεποίθησιν τοῦτο, ἀλλ’ ἂς
475παραδεχθῶ ὅτι ἡ πεποίθησίς του ἐσχηματίσθη, διότι ἐπλανήθη
476περὶ ἓν οὐσιῶδες στοιχεῖον τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Τὸ ἔγγρα-
477φον ἐκεῖνο δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, φέ-
478ρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μωραϊτίνη· ἑπομένως ἀποτελεῖ μέρος
479τῶν διαταγμάτων τοῦ ποτὲ ὑπουργοῦ κ. Μωραϊτίνη, ὅστις ὡς
480ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθυπέβαλεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ
481Βασιλέως τὰς παρ’ αὐτοῦ ἀπονεμηθείσας χάριτας· ἑπομένως,
482κύριοι, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῇ εἰλικρινεῖ δια-
483χειρίσει τῆς ἐξουσίας καὶ ἐν τῇ εἰλικρινεῖ τῷ ὄντι διαγωγῇ του,
484σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοβουλίου ἔφερε τὰ διατάγ-
485ματα ὅλων τῶν ὑπουργῶν καὶ ἔπρεπε νὰ φέρῃ καὶ τὰ δικαιο-
486λογητικὰ ἔγγραφα. Ἔφερε τὰ διατάγματα τοῦ ὑπουργοῦ Μω-
487ραϊτίνη, ἔφερε καὶ τὸ δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον
488συνώδευε τὰ διατάγματα ταῦτα. Ἑπομένως τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο
489τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισε μυστήριον ὁ κύριος Τρικούπης, δὲν εἶναι
490μυστήριον, εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει περαιωμένην τὴν
491ὑπόθεσιν, καὶ ἑπομένως ὤφειλε νὰ τὸ φέρῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δι-
492καιοσύνης. Κατὰ τί λοιπὸν εἶναι μεμπτὸς διὰ τοῦτο; Ὥστε
493καὶ πάλιν δὲν εὕρετε βάσιν στερεὰν διὰ νὰ ῥίψητε καιρίαν τὴν
494βολήν σας καὶ ἄλλοθεν κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
495Τοιουτοτρόπως, κύριοι, παρακολουθήσας ἐν μέρει τὰς ἀλλοίας
496βάσεις τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως, ὑπέδειξα, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, τὸ
497ἐσφαλμένον αὐτῶν.
498Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα, εἰς τὸ ζήτημα τῶν
499χαρίτων, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπερωτήσαντες ζητοῦν τὴν μέλαιναν
500ψῆφον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ζητοῦν τὴν μέλαιναν
501ψῆφον κατὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς. Ἡ χάρις, κύριοι, ἐκφράζει
502δικαιοσύνην, καὶ ἡ χάρις, οὕτως εἰπεῖν, δὲν εἶναι κατάλληλον πε-
503δίον πολιτικῆς παλαίστρας κατ’ ἐμέ· ἡ χάρις τῷ ὄντι δὲν ἔχει τὰ
504ὅριά της, ἡ χάρις δὲν διαγράφεται, οὐδὲ κανονίζεται ὑπὸ νομο-
505θετικῶν κανόνων· μόνον εἷς περιορισμὸς τῆς χάριτος ὑπάρχει, ὁ
506ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ προτείνῃ τὴν ἀπονομὴν
507χαρίτων, ὁσάκις κρίνει ταύτας καταλλήλους καὶ δικαίας· μόνον
508εἰς μίαν περίπτωσιν ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς·
509εἰς τὴν ἀπονομὴν χάριτος ὑπὲρ καταδικασθέντος ὑπουργοῦ δὲν
510δύναται ὁ βασιλεὺς νὰ ἀπονείμῃ χάριν τότε παρὰ μόνον τῇ συγ-
511καταθέσει τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀπένειμε χάριτας ἐν τῇ ἐξασκή-
512σει τοῦ δικαιώματός της ἡ βασιλεία διὰ τῆς ὑπευθύνου ὑπο-
513γραφῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ χάριτας μεμπτέ-
514ας μᾶς ἀντιτάττουν οἱ ἐπερωτήσαντες. Σᾶς ἔφεραν, κύριοι, τὸ
515πτῶμα μιᾶς δυστυχοῦς Σοφίας, καὶ ἐπὶ τοῦ πτώματος αὐτῆς
516προσπαθοῦν νὰ καταῤῥίψουν πτῶμα πολιτικὸν τὸν ἀξιότιμον
517ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες ἐπὶ τοῦ πτώμα-
518τος τῆς ἀτυχοῦς Σοφίας νὰ ἴδωσι καὶ πολιτικὸν πτῶμα συγ-
519χρόνως ὀφείλουσι κατὰ πρῶτον νὰ προσπελάσωσι τὴν ἄπνουν
520Σοφίαν, καὶ δικαιοσύνην ἐπιτελοῦντες νὰ ἀνεύρωσι προηγουμέ-
521νως πῶς αὕτη ἐξέλιπε τοῦ ζῆν· διότι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ἔπε-
522σεν ἴσως τυχαίως ἢ καὶ ἐξ ἀμελείας τοῦ πρὸς ὃν ἐδόθη ἡ μεμ-
523φομένη χάρις.
524Πόθεν θὰ ἀντλήσητε ὑμεῖς τὰ στοιχεῖα τῆς πεποιθήσεώς σας
525διὰ νὰ καταδικάσητε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κακῶς
526ἐχάρισε τὴν ποινὴν εἰς τὸν καθ’ ὑμᾶς δολοφόνον τῆς Σοφίας;
527Ποῖα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ βασίσητε τὴν κρίσιν σας
528διὰ νὰ ἀπονείμητε δικαιοσύνην; Ἔχετε, κύριοι, μίαν ἀπόφασιν·
529καὶ τῳόντι ἡ πρώτη πεποίθησις παντὸς ἐξ ὑμῶν εἶναι ἡ ἀπό-
530φασις. Ἀλλοῦ ποῦ ἆρά γε στηριζόμενος ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαι-
531οσύνης ἔδωκε χάριν; Εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου τῶν
532συνέδρων, τὸ ὁποῖον λέγει· «Σπουδαῖα περιστατικὰ προέκυψαν
533»κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι τὸ δυστύχημα ἐκεῖνο ἦτο μᾶλλον
534»τυχαῖον καὶ ἐξ ἀμελείας.» Ὅταν λοιπὸν τὸ δικαστήριον τὸ
535δικάσαν, τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύω νὰ γνωρίζῃ
536ὁ ἀξιότιμος πρώην ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1867 κ. Λομβάρδος, τὸ
537δικαστήριον τῶν συνέδρων πολλάκις ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀνα-
538στείλῃ καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, ἔχει τὸ δικαίωμα
539τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐτυμηγορία τῶν
540ἐνόρκων εἶναι πεπλανημένη· δὲν τὸ ἔκαμεν, ἐνδεχόμενον νὰ μὴ
541ἦτο παμψηφία· τὸ ἔκαμεν ἀκολούθως, καὶ τὶ λέγει; Βλέπω, ὅτι
542ἐξ ἀμελείας ἐφονεύθη ἡ δυστυχής. Ἐξ ἀμελείας λοιπὸν σκέπτε-
543ται καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων τοιοῦτον ἔγγραφον,
544καὶ ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ ᾖναι εὐσυνείδητος, καὶ εἶναι εὐσυνείδητος
545τῷ ὄντι ὁ ἀξιότιμος κ. Μεταξᾶς. Πόθεν ἄλλοθεν ἤθελεν ἀντλή-
546σει τὴν πεποίθησίν του; Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, οἵτινες παριστάνο-
547μεν σήμερον τὴν νομοθετικὴν διάνοιαν τοῦ ἔθνους, ὀφείλομεν κατ’
548ἐξοχὴν νὰ ἤμεθα δίκαιοι καὶ εὔσπλαγχνοι καὶ νὰ λαμβάνωμεν
549ὑπόδειγμα ἀπὸ τὸν πρῶτον νομοθέτην τῆς πατρίδος μας, τὸν
550μέγαν φιλέλληνα Maurer, τοῦ ὁποίου ἂν ἀνοίξωμεν τοὺς κώδι-
551κας, θὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἑξῆς· «Τὸ τέλος τῆς ποινῆς ἐπέρχε-
552ται διὰ βασιλικῆς χάριτος.» Προχωρῶν δὲ λέγει· «αἴτησις πε-
553ρί χάριτος ἀναβάλλει τότε μόνον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς, ὅ-
554ταν τὰ ἁρμόδια δικαστήρια, οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγγελεῖς ὑποστηρί-
555ξωσι τὴν αἴτησιν, ἢ αὐτεπαγγέλτως κάμνουν πρότασιν περὶ
556χάριτος». (Ἄρθ. 548 Π. Δ.) Ὅταν ἔχετε, κύριοι, τοιοῦτον κανό-
557να τοῦ δικαίου τῆς νομοθεσίας ἐνώπιόν σας, ὅταν ὁ ὑπουργὸς
558τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νομομαθὴς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ
559οὐχὶ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἰσῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον
560μόλις ἀφήσας τὴν κοπίδα τῆς ἀνατομίας, ὅταν λοιπὸν ἔχετε
561τοιοῦτον δίδαγμα μεγάλον τοῦ νομομαθοῦς Μάουρερ, ὅστις ἐ-
562πιτάττει ὅτι, ὅταν τὰ ἁρμόδια δικαστήρια, οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγ-
563γελεῖς ὑποστηρίζωσι τὴν αἴτησιν τῆς χάριτος αὐτεπαγγέλτως,
564τότε ἡ ποινὴ σταματᾷ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δὲν ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς
565τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, νὰ
566σταματήσῃ τὴν ποινήν, καὶ νὰ εἴπῃ, οὕτως ὁ νομοθέτης δια-
567τάττει; Καὶ τὸ διέταξεν ἐκ τῶν προτέρων, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἡ
568ἐξακολούθησις τοῦ νομοθέτου· δὲν ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ καὶ
569νὰ ἀπονείμῃ τὴν χάριτα; Τί κακὸν λοιπὸν ἔπραξεν ὁ ὑπουργὸς
570τῆς Δικαιοσύνης, βασισθεὶς ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ δικαστη-
571ρίου τῶν συνέδρων; Ναί, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον ὑμεῖς νὰ κατα-
572ψηφίσητε, διότι τότε καταψηφίζετε κατὰ τῶν ἠθικῶν διδαγμά-
573των τῆς ποινικῆς νομοθεσίας τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς, τοῦ
574ὁποίου ἐστὶν ἡ μνήμη ἀΐδιος ἐν τῇ Ἑλλάδι.
575Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι ἄλλοτε δημόσιον
576ὄργανον ἐπὶ πολὺ διατελέσας ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν καὶ
577ἐπὶ 12 συνόδους εἰσαγγελεὺς τῶν κακουργιοδικῶν. Μοὶ συνέβη
578τι περίεργον, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸ κοινοβούλιον διὰ
579νὰ σᾶς ἐκφράσω τί ἐστὶ πεποίθησις, καὶ τὴν πεποίθησιν τὴν
580ἐσωτερικὴν πρέπει νὰ τὴν σεβώμεθα, καὶ ὅταν τὴν κατακρίνω-
581μεν, ἀρχίζομεν νὰ ὑποσκάπτωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδή-
582σεως· καὶ τὸ κοινοβούλιον τὸ ἐλεύθερον τῆς Ἑλλάδος ποτὲ δὲν
583θὰ περιορίσῃ τὴν ἐσωτερικὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως. Συνέ-
584βη εἰς τὴν Ἄμφισσαν σπουδαιότατος φόνος, ἐφονεύθη πατὴρ καὶ
585υἱὸς, Κεφαλαῖοι καλούμενοι, θόρυβος ἠγέρθη εἰς τὴν Ἄμφισσαν.
586Τί συμβαίνει; συλλαμβάνονται δεξιὰ, ἀριστερὰ πολλὰ πρόσωπα.
587Τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ του, ἐν τῇ
588πεποιθήσει του, παραπέμπει τὴν συμμορίαν τοῦ ἀρχιληστοῦ
589Κρικέλλα εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον διὰ τὸν φόνον τοῦτον· γίνεται
590ἀνακοπὴ ἐκ μέρους τῆς πολιτικῶς ἐναγούσης, καί, ἐὰν δὲν ἀπα-
591τῶμαι, καὶ τοῦ εἰσαγγελέως. Ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν εἰσαγ-
592γελέα τῶν ἐφετῶν, τὴν λαμβάνω ἐγώ· ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολο-
593γήσω, εἰργάσθην ἐπὶ τρεῖς ὅλας νύκτας, καὶ ποίαν πεποίθησιν
594σχηματίζω; ὅτι ἡ συμμορία τοῦ Κρικέλλα δὲν ἀπεδείκνυτο ἐνο-
595χοποιουμένη εἰς τὸν φόνον τοῦτον, ἐξ ἐναντίας δὲ δύο ἄλλοι
596Καπραλαῖοι καλούμενοι ἦσαν ἔνοχοι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου,
597διότι εἶχον μάρτυρα αὐτόπτην, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔλεγεν, εἶδον τὸν
598πατέρα μου φονευόμενον ἀπὸ τοὺς Καπραλαίους· εἶχον ἄλ-
599λους μάρτυρας, καὶ ἔπρεπε νὰ καταστρέψω μίαν πεποίθησιν
600τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἥτις ἐπίσης ἦτο ὀρθή.
601Τῳόντι καταρτίζω τὴν πρότασίν μου, τὴν καθυποβάλλω εἰς τὸ
602συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐν
603τῇ εὐσυνειδήτῳ ἐπίσης πεποιθήσει του παραδέχεται τὴν πρότα-
604σίν μου, ἀπαλλάττει τὴν συμμορίαν τοῦ Κρικέλλα καὶ παρα-
605πέμπει τοὺς Καπραλαίους. Ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Κακουρ-
606γοδικεῖον· ὑποστηρίζω αὐτοπροσώπως τὴν κατηγορίαν καὶ κα-
607ταδικάζονται αὐτοί, καὶ κατεδικάσθησαν εὐτυχῶς ἐπὶ ἀναιρέσει·
608ἀρχίζει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ διαδικασία εἰς τὴν κοινωνίαν, νὰ
609ἀναπτύσηται μία ἄλλη πεποίθησις εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἀνα-
610φοραὶ ἐπὶ ἀναφορῶν νὰ δίδωνται, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθησαν. Κατὰ
611συγκυρίαν συλλαμβάνεται ὁ Κρικέλλας καὶ ἐξάγεται καὶ ὁμολογεῖ
612ὁ Κρικέλλας, ὅτι αὐτὸς ἦτον ὅστις ἐφόνευσε, καὶ ὄχι οἱ Καπραλαῖ-
613οι, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤμην ἐκεῖνος ὅστις ἔκαμα πρότασιν χάριτος,
614ὅστις ὑπεστήριξα τὴν κατηγορίαν· τέλος ἐπείσθην περὶ τῆς ἀθῳό-
615τητός των. Ἐρωτῶ ἤδη τὰ ἐπερωτήσαντα, καλῶς ἢ κακῶς
616ἔκαμα; Δύνασθε νὰ καταψηφίσητε ἐναντίον μου, διότι ἐσχημάτι-
617σα τοιαύτην πεποίθησιν; ὄχι. Καὶ λοιπὸν θὰ περιορίσητε τὴν
618πεποίθησιν καὶ θὰ εἴπητε ὅτι ἔπραξεν ἄδικον ὁ κ. ὑπουργὸς
619τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔδωκε χάριν εἰς τὸν κατάδικον; διότι
620δὲν ἠδύνατο νὰ παραβιάσῃ τὰς διατάξεις τῆς νομοθεσίας, ὅταν
621ὑπάρχουν εἰσαγγελεῖς καὶ ὁρκωτὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐπρό-
622τειναν τοιαύτην; Μήπως ἔχετε μίαν χάριν, ἡ ὁποία κατέστη
623τὸ σκάνδαλον τῆς κοινωνίας, ὥστε νὰ καταψηφίσητε
624κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ἔχομεν, λέγουν, τὴν
625αἰχμαλωσίαν τοῦ ἀτυχοῦς νέου τῆς ἀτυχοῦς οἰκογενείας Φωκᾶ
626καὶ ἐδῶ σταματῶμεν· ἐδόθη χάρις εἰς ναύτας, οἱ ὁποῖοι ἀπε-
627δείχθησαν ἀθῷοι, καὶ ἔπρεπε νὰ τοῖς δοθῇ χάρις. Ἀλλ’ ἐκεῖνος
628ὁ ἐπιστάτης τοῦ Φωκᾶ; Αἴ, κύριοι, πρὸς Θεοῦ! ἔρχεται ὁ ὑ-
629πουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ σᾶς λέγει μετὰ παῤῥησίας, ὁ γρα-
630φεὺς πταίει, κατὰ λάθος ἐσημειώθη· καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ ὁ
631ὄντως εὐσυνείδητος καὶ τίμιος εἰσαγγελεὺς, ὁ κύριος Πετιμεζᾶς,
632νομίζω...
633§28ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα.
634§29ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀμέσως λαβὼν, ἐρωτᾷ τηλεγραφικῶς τὸν ὑ-
635πουργὸν, τί τρέχει; Ὁ ὑπουργὸς ἀπαντᾷ, μὴ ἐκτελεῖτε τὸ δι-
636άταγμα, διότι κατὰ λάθος ἐσημειώθη τὸ ὄνομα τοῦ ἐπιστάτου.
637Ὅταν λοιπὸν ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι κατὰ λά-
638θος ἐγένετο, ἔχομεν δικαίωμα νὰ φέρωμεν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ
639τὴν ψῆφον μας; παντάπασιν. Ἐὰν ἐξετελεῖτο, μάλιστα, ἀλλ’
640ἐπρολήφθη, καὶ ὁ ἔνοχος ἐπιστάτης κρατεῖται εἰς τὰς φυλακάς.
641Ἀλλὰ δὲν ἐδύνατο, λέγουν, νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα καὶ
642μάλιστα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπὸ τῆς ἕδρας
643του εἶπε, πῶς ἐδύνασθε νὰ ἀνακαλέσητε τὸ διάταγμα τοῦτο;
644Κύριοι, ἐδύνατο νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, καὶ ὤφειλε, καὶ εἶχε καιρὸν
645νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, διότι τὸ διάταγμα τῆς βασιλικῆς χάριτος
646δὲν εἶχεν ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν κατάδικον· μέχρι τῆς στιγμῆς
647ἐκείνης ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ ῥίψῃ εἰς τὸ ἀρχεῖ-
648ον ἢ καὶ νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ· διότι ἐὰν παρατηρήσητε τὸν
649νόμον τὸν ποινικὸν, δικαίως ὁ Μάουρερ λέγει ὅτι «τὸ τέλος
650τῶν ποινῶν ἐπέρχεται διὰ θανάτου κτλ. βʹ. διὰ βασιλικῆς χά-
651ριτος, καθόσον τοῦτο ἀπηγγέλθη διὰ τοῦ περὶ βασιλικῆς χάρι-
652τος διατάγματος.» Ἡ ἔκφρασις ἀπηγγέλθη ἐπὶ τούτῳ ἐτέθη, τοὐ-
653τέστι πρέπει προσωπικῶς νὰ ἀπαγγελθῇ εἰς τὸν κατάδικον καὶ
654ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης λαμβάνει δικαίωμα ὁ κατάδικος. Ἄλλως
655τε, κύριοι, εἶναι κοινὴ ἀρχὴ τῆς νομοθεσίας καὶ τοῦ δικαίου, τὸ
656διάταγμα ἄρχεται νὰ ἰσχύῃ ἀπὸ τῆς εἰς τὸ πρόσωπον ἀνα-
657κοινώσεώς του. Κατὰ τί λοιπὸν ἔπταισεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαι-
658οσύνης εἰς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων; Διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα
659τῶν χαρίτων μόλις ἐξετασθὲν ἐγκατελείφθη παρὰ τῶν εἰσαγαγόν-
660των αὐτὸ, καὶ ἔτρεξεν εἰς ἄλλο στάδιον, ἀλλ’ ἐπίσης ἀβάσι-
661μον.
662Ταῦτα ἐθεώρησα, Κύριοι, ἀναγκαῖα νὰ ἐκθέσω δικαιολογῶν
663τὴν ψῆφόν μου, διατὶ τοὐτέστι θεωρῶ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις,
664ἡ τὴν μέλαιναν ψῆφον ἐξαιτουμένη κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δι-
665καιοσύνης καὶ τῆς κυβερνήσεως, εἶναι ἄδικος καὶ πρὸ πάντων
666εἰς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ
667φανῶμεν δίκαιοι, εὔσπλαγχνοι καὶ οὐχὶ νὰ κρίνωμεν περὶ τούτου
668τὴν πολιτικὴν φέροντες κατὰ φρένα.
669§30Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ζητήσω μίαν πληρο-
670φορίαν, πρὶν καταβῆτε ἀπὸ τὸ βῆμα;
671§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα.
672§32Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτοὶ οἱ Καπραλαῖοι μήπως ἔλαβον χά-
673ριν προχθὲς καὶ ἐξῆλθον;
674§33ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα, εἶχα κάμει ἐγὼ τὴν πρότασιν καὶ
675τοῖς ἐδόθη ἡ χάρις.
676§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Λομβάρδος.
677§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, οἱ σήμερον, χθὲς καὶ προχθὲς ἀγορεύ-
678σαντες ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος τὸ ἀνύψωσαν εἰς τὴν
679θέσιν, ἥτις εἰς τοιοῦτον θέμα ἀνήκει καὶ τοῦ ἀφῄρεσαν τὸ κά-
680λυμμα τοῦ ἐπαρχιασμοῦ καὶ τῆς προσωπικότητος, μὲ τὸ ὁ-
681ποῖον τινὲς ἠθέλησαν νὰ τὸ περικαλύψωσι διὰ νὰ τὸ ἀφαρπά-
682σωσιν ἀπὸ τὰς ὄψεις σας. Δὲν εἶμαι ἐγὼ βεβαίως ἐκεῖνος,
683ὅστις θὰ ζητήσω νὰ τὸ ἐπαναφέρω ἐκεῖ, ὅπου ἐπειράθησαν νὰ
684τὸ καταβιβάσωσιν, ἰδιαιτέρως ἐκεῖ ὅπου ἀπεπειράθη νὰ τὸ
685καταβιβάσῃ ὁ τελευταῖος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ἀγο-
686ρεύσας· δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε κἂν νὰ ἐνθυμηθῶ τί ὁ
687ἀγορεύσας ἐκεῖνος εἶπεν, οὔτε τὸ ὄνομά του νὰ προφέρω ἔπειτα
688ἀπὸ ὅσα εἶπον ἰδίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι Τρικούπης καὶ
689Κουμουνδοῦρος. Τοὺς εὐγνωμονῶ διὰ τὰς πρός με εὐμενεῖς ἐκ-
690φράσεις των· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοὺς παρατηρήσω ὅτι δὲν
691δύναμαι νὰ τὰς θεωρήσω ὡς ἀνηκούσας τῳόντι εἰς ἐμὲ, ἀλλ’
692ὡς ἀπεικονιζούσας τὰς εὐγενεῖς ψυχάς των, ὡς ἐκφραζούσας
693τὴν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν ψυχαὶ τοιαῦται πρέπει ἐξ ἀνάγκης
694νὰ αἰσθάνωνται βλέπουσαι ἐνώπιόν των τὴν χαμηλὴν χαμηλῶν
695πνευμάτων ἀπόπειραν, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν ὅτι δύνανται ὑπό-
696ληψιν ν’ ἀποκτήσωσι διὰ τῆς προσβολῆς τῆς ὑπολήψεως τῶν
697ἄλλων. Μίαν καὶ μόνην παρατήρησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν τε-
698λευταῖον τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ἀγορεύσαντα, τὴν ἑπομένην.
699Εἶσαι λευκὸς τὰς τρίχας, ἔλαβες πεῖραν ἄλλου, ἀλλ’ οὐχὶ τού-
700του τοῦ βήματος. Εἰς τὸ ἑξῆς, ὁσάκις ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου
701ἔρχεσαι, πειράθητι νὰ ἦσαι μετριώτερος καὶ ἂν σοὶ εἶναι δυνα-
702τόν, εὐγενέστερος. Εἰς τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἤδη ἐπὶ τοῦ βή-
703ματος τούτου ἤρχισες νὰ χαράττῃς, ἂν ἐπιμείνῃς, ἠμποροῦν νὰ
704εὑρεθοῦν τινὲς, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσωσι νὰ σὲ ἀκολουθήσωσι, καὶ
705οἵτινες, καλῶς τὸ γινώσκεις, ἔχουσι τὰ μέσα πολὺ νὰ σὲ λυπή-
706σωσι καὶ καιρίως νὰ προσβάλωσιν εἰς σὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς
707μάτην προσπαθεῖς σὺ εἰς αὐτοὺς νὰ προσβάλῃς.
708Εἶπα, κύριοι, ὅτι οἱ σήμερον, χθὲς καὶ προχθὲς ἀγορεύσαν-
709τες ἀνύψωσαν τὸ θέμα εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν τῷ ἀνήκει.
710Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος θὰ ἐθεωρεῖτο ἴσως
711ἐξηντλημένη ἄνευ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος
712τοῦ βήματος, ὅστις πρῶτος καὶ μόνος μὴ συνεπαρχιώτης τὴν
713ὑπεράσπισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀνέλαβε· δὲν ἠδυ-
714νήθη ὅμως νὰ ἀναιρέσῃ ἢ μετατρέψῃ τὰ γεγονότα.
715Πρόκειται ἤδη θέμα ἀποδοκιμασίας κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς
716Δικαιοσύνης διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς οὗτος οὐχὶ ἀληθῶς,
717ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, οὐχὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἐν
718ἀγαθοπιστίᾳ διεπραγματεύθη τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς χαρίτων
719τοῦ ὑπουργοῦ τῶν 1867. Τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κύριος Κουμουν-
720δοῦρος ἠθέλησε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς
721λογοκρισίαν, ὡς τί τὸ ὁποῖον ὑποσκάπτει τὴν βάσιν, τὴν ὕπαρ-
722ξιν τοῦ βήματος τούτου· ἂς λείψῃ μάλιστα, εἶπε, τὸ βῆμα τοῦτο
723παρὰ νὰ ᾖναι ὑπόχρεώς τις νὰ φοβῆται τὴν λογοκρισίαν ἐπὶ ὅ-
724σων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ
725λογοκρισίας βουλευτῶν πρὸς βουλευτὴν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δι-
726αστροφῆς γεγονότων γενομένης παρ’ ὑπουργοῦ ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ
727προκατόχου του, πρόκειται περὶ ὑποκρύψεως τῆς ἀληθείας, πρό-
728κειται περὶ μὴ εἰλικρινοῦς ἐκθέσεως ἐγγράφων, πρόκειται τέλο,
729πάντων περὶ δημιουργήσεως νέων γεγονότων ἀνυπάρκτων ὅπως
730τὰ προηγούμενα παραμορφωθῶσι κατ’ ἐκείνου, ὅστις δὲν εἶναι
731εἰς κατάστασιν, δὲν ἔχει τὸ μέσον νὰ ὑπερασπισθῇ. Δὲν εἶναι
732λογοκρισία ἡ ἐπίκρισις αὕτη κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἔλεγ-
733χος πράξεων. Πάντες ὀφείλουσιν ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς προπάντων ὀ-
734φείλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λαλῶν νὰ ἐκφράζῃ μόνην τὴν
735ἀλήθειαν. Ἂν ἡ διαστροφὴ τῆς ἀληθείας ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ὑπουρ-
736γὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, σκεφθῆτε ποῦ ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν
737Σκεφθῆτε ποῦ ἔφθασεν ἓν μέγα κράτος, ἡ Γαλλία, διότι ἐπέτρε-
738ψεν εἰς τοὺς ὑπουργούς της οὐχὶ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος
739τῆς Βουλῆς νὰ λέγωσι.
740Δεύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται καὶ ὑποστηρίζεται
741ἡ ἐπίκρισις κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι αὐταὶ αἱ
742χάριτες, καὶ ὅσον καὶ ἂν ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ ἐλαττώσωσι
743τὴν κακὴν χρῆσιν, ἣν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμε τῶν χαρίτων τού-
744των, εἶμαι βέβαιος, δὲν ἤλλαξαν τὰς πεποιθήσεις σας. Ὁ κ. Κου-
745μουνδοῦρος μᾶς εἶπε, «παρεβίασεν ὁ ὑπουργὸς νόμον;» — Πολὺ
746ὀρθῶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας κ. Μαυρομιχάλης, «ἐὰν ἐπρόκειτο
747περὶ παραβιάσεως νόμου, ἤθελεν εἶναι ποινικὴ καταδίωξις·» ἀλλ’
748ἐπρόσθεσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἠπάτησεν ὁ ὑπουργὸς τὸν Βα-
749σιλέα; Ναὶ, δὲν ἠπάτησεν ἴσως τὸν Βασιλέα ἐν γνώσει, (δὲν δύ-
750ναμαι νὰ ἀποδείξω τοῦτο), ἀλλ’ ἠπατήθη ὁ Βασιλεὺς ἕνεκα τῆς
751ἀμελείας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
752Ἠπατήθη ὁ Βασιλεὺς καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἐν οὐσίᾳ τὰς χάριτας
753τὰς ἀπονεμηθείσας εἰς τοὺς ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ Κερκύρας, ἠ-
754πατήθη καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τύπους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐ-
755προτάθησαν. Ἡ πρότασις ἐκείνη τῶν χαρίτων προερχομένη ἀπὸ
756ἀναρμόδια πρόσωπα, ἀπὸ τὸν ἱερέα, ἀπὸ τὸν ἰατρὸν καὶ ἀπὸ
757τὸν διευθυντὴν τοῦ σωφρονιστηρίου, δὲν ἐπροτάθη ἐπὶ τῷ λόγῳ
758τῆς καλλιτερεύσεως τῶν καταδίκων, ὡς φαίνεται νὰ ὑπέθεσεν ὁ
759κ. Κουμουνδοῦρος, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ λόγῳ ἐπικρίσεως τῆς ἀποφά-
760σεως· ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου παρουσιάζεται ὡς ἄδικος, ὡς
761κακῶς ἐφαρμόσασα τὸν νόμον καὶ μὴ καλῶς ἐκτιμήσασα τὰ
762γεγονότα, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ ἐκείνῳ τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ ἰατροῦ
763τῶν φυλακῶν καταπείθεται ὁ Βασιλεὺς νὰ ὑπογράψῃ. Ἀλλ’ ὁ
764Βασιλεὺς σήμερον μανθάνει ἴσως ἀπὸ τὰς εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι
765ἦλθον χθὲς ἐκ Κερκύρας, ὅτι ὁ εἷς τῶν καταδικασθέντων ἐκείνων
766ἐπὶ λῃστείᾳ καὶ ἀπελευθερωθέντων εἶναι ἤδη προφυλακισμένος
767ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, τὴν ὁποίαν ἀπεπειράθη μόλις ἐξῆλθεν
768ἀπὸ τὰς φυλακάς. Ἠπατήθη ὁ Βασιλεὺς καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν
769ἀπονομὴν τῆς χάριτος τοῦ Ζακυνθινοῦ, τοῦ δολοφόνου τῆς ἀτυ-
770χοῦς Σοφίας· καὶ μὴ μᾶς βιάσετε νὰ εἴπωμεν καθέκαστα, τὰ ὁ-
771ποῖα θέλομεν νὰ βαστάζωμεν κεκαλυμμένα. Ἠπατήθη, λέγω, ὁ
772Βασιλεὺς, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἤξευρεν ὅτι ὁ Ζακυνθινὸς ἐκεῖνος
773(κατὰ τὸ ὄνομα Ζακυνθινὸς καὶ ὄχι τὴν πατρίδα) ὁ Ζακυνθινὸς
774ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν δολοφονίαν τῆς ἀτυχοῦς Σοφίας, ἐ-
775δραπέτευσεν ἐκ Λευκάδος, ὅτε μετ’ ὀλίγους μῆνας ἐπαρχιακή
776τις ἰδιαιτέρα ἐπιῤῥοὴ ἔχουσα ἀνάγκην αὐτοῦ διὰ τὰς ἐκλογὰς
777τὸν προσεκάλεσε νὰ ἐπανέλθῃ καὶ ἐπανῆλθεν ὁ φυγόδικος οὗτος,
778πεποιθὼς εἰς τὴν ὑποσχομένην αὐτῷ ἀτιμωρησίαν. Ὁ σύζυγος,
779τὰ τέκνα τῆς δολοφονηθείσης τὸν βλέπουσι, λέγουσιν εἰς τὸν εἰ-
780σαγγελέα, θὰ τὸν φονεύσωμεν ἐὰν δὲν τὸν συλλάβῃ· συλλαμβά-
781νεται ὁ φονεὺς, εἰς τὸ πεῖσμα δὲ ὅλων τῶν ἐνεργειῶν πρὸς ἀ-
782πελευθέρωσίν του τὸ κακουργοδικεῖον τὸν καταδικάζει εἰς θά-
783νατον· ἔλαβε τὴν μετατροπὴν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου εἰς ἰσό-
784βια δεσμὰ, καὶ δὲν παρέρχονται εἰμὴ πέντε ἔτη ἀκόμη καὶ λαμ-
785βάνει τὴν πλήρη χάριτα διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰς φυλακάς. Καὶ
786ποῦ ἐβασίσθη ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὴν χάριτα ταύτην; εἰς τὴν ἔκ-
787θεσιν τῶν συνέδρων, λέγει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπόνοιαι διηγέρθησαν
788ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φόνου ἐξ ἀμελείας. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ πε-
789ποίθησις ἡ ἀληθινὴ καὶ ἡ σταθερὰ τῶν συνέδρων, διατί, καθὼς
790μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Χατζίσκος, δὲν ἀνήρεσαν τὴν ἐτυμη-
791γορίαν τῶν ἐνόρκων, καθὼς ὤφειλον νὰ τὸ κάμωσιν, ἐὰν κατὰ
792τὴν πεποίθησίν των ἐπρόκειτο, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ.
793Σέρβος, περὶ φόνου ἐξ ἀμελείας τιμωρουμένου μὲ ἓξ μῆνας ἢ ἑνὸς
794ἔτους φυλάκισιν, ἐνῷ ἐνώπιόν των εἶχον ποινὴν θανάτου; Ἢ ἡ
795ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων ἐδείκνυε τὴν πεποίθησιν τῶν συνέδρων,
796ἢ αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἵτινες τὸν φυγόδικον ἐπροσκάλεσαν εἰς Λευκάδα,
797ἐγγυώμενοι ὅτι δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε, ἐνήργησαν καὶ τὰ
798περαιτέρω. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πολὺ ὀρθῶς εἶπε, τί ὁμιλοῦ-
799μεν περὶ συστάσεων, ἐνῷ γινώσκομεν πῶς γίνονται αἱ συστά-
800σεις; Καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐπρόσθεσε, διὰ τί νὰ μὴ λέγωμεν τὴν
801ἀλήθειαν; Ὁ δὲ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀ-
802παλλαγῇ τῆς εὐθύνης, μᾶς προσθέτει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κατὰ
803τὴν περιοδείαν του ἔλαβε τοιαύτας καὶ τοσαύτας συστάσεις
804ὑπὲρ τοῦ δολοφόνου τούτου, ὥστε ἐπανῆλθε μὲ τὴν πε-
805ποίθησιν ὅτι ἦτο ἀθῷος· καὶ διὰ τί ὁ ὑπουργὸς δὲν τὸν
806ἐπληροφόρησεν αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος
807ὑπουργὸς ἐγίνωσκε; Καὶ ὁ Ζακυνθινὸς, ὁ δολοφόνος, πρό-
808κειται νὰ παρουσιασθῇ ἐντὸς ὀλίγου ἐνώπιον τῶν ἀπορφανι-
809σθέντων τέκνων καὶ τοῦ χηρεύοντος συζύγου, ὅστις θὰ ἐνθυμῆ-
810ται τὴν ἀπόπειραν τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς του καὶ τὸν ὑπὲρ
811τῆς τιμῆς του ταύτης θάνατον τῆς συζύγου του! Ἦτον ἡ πρό-
812τασις ἀπὸ τὸ 1868, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Χατζίσκος, προσθέσας
813ὅτι ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς ἐξετέλεσεν ἔργον δικαιοσύνης προκα-
814λέσας τὴν χάριτα· καὶ τότε ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1868, ὁ ὑπουργὸς
815τοῦ 1869, ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1870, ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1871
816ἐξετέλεσαν ἔργον ὑπερτάτης ἀδικίας μὴ προτείναντες τὴν χά-
817ριτα; Ἂν ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς ἐξετέλεσεν ἔργον δικαιοσύνης,
818οἱ προηγούμενοι αὐτοῦ ἐξετέλεσαν βεβαίως ἔργον ἀδικίας, μὴ
819προσέξαντες εἰς τὴν σύστασιν ταύτην· καὶ ἡ σύστασις αὕτη
820καθυπεβλήθη ὡς αἱ ἄλλαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς.— Καὶ
821τοῦ Κοτσινοπούλου, κύριοι, τὸ διάταγμα τῆς χάριτος παρε-
822στάθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Χατζίσκου ὥς τι λάθος, ὥς τις ἀμέλεια.
823Δὲν πηγαίνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐκ προθέσεως
824προμελέτης, κακῆς συνειδήσεως, (συνειδήσεως τὴν ὁποίαν συμ-
825φωνῶ ὅτι πρέπει νὰ σεβώμεθα ἐν ἑαυτῇ, ἀλλὰ ὅταν βλέπωμεν
826ὅτι ἡ ἐνέργειά της φέρει ἀποτελέσματα κακὰ, πρέπει νὰ ἐπι-
827κρίνωμεν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα), ἀλλὰ πῶς νὰ ὑποστηρίξω
828ὅτι κατὰ λάθος ἠλευθέρωσε τὸν Κοτσινόπουλον θεωρήσας αὐτὸν
829ὡς ναύτην, ἐνῷ συγγενὴς τοῦ Φωκᾶ ὁ κύριος ὑπουργὸς, Κεφαλ-
830λῆνες οἱ ναῦται καὶ ὁ παραστάτης Κοτσινόπουλος; Ἔχομεν καὶ
831τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ὁ ὑπουργὸς
832εἰς τὴν ὁποίαν οἱ μάρτυρες τοὺς ὁποίους ἐπροσκάλεσαν κατα-
833θέτουσιν οὐ μόνον περὶ ναυτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐπιστάτου· εἶ-
834ναι ἡ κατάθεσις τοῦ λοχίου, ὅστις εἶπεν ὅτι «ἤμην εἰς τὴν
835Θεσσαλίαν, εἶδον ἕνα παπᾶ, καὶ οὗτος μὲ εἶπεν ὅτι εἶδε τὸν
836λήσταρχον, καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπεν ὅτι ὁ παραστάτης ἦτον ἀθῶος·
837καὶ προκαλεῖται διάταγμα πλήρους ἀπαλλαγῆς, καὶ ὑπὲρ τῶν
838ναυτῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐπιστάτου; Πρόκειται περὶ χαρίτων, αἱ
839ὁποῖαι ἐσκανδάλισαν τὴν κοινωνίαν, εἶπεν ὁ κύριος Χατζίσκος,
840διὰ νὰ ζητῆτε μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
841σύνης; Σᾶς εἶπα ὅτι δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν ὅλας
842τὰς παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἀπονεμηθείσας χάριτας· ὡς
843πρὸς αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, σᾶς ἐξεθέσαμεν τὸ σκανδα-
844λῶδες τῆς χάριτος τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐπὶ ληστείᾳ καταδικασθέν-
845των· σήμερον εἰς ἐπίμετρον ἔχετε ὅτι εἷς αὐτῶν εἶναι προφυ-
846λακισμένος ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως καὶ ἡ κοινωνία ἐκεῖ βλέπει
847καὶ τὸ σκάνδαλον τοῦτο ἐνώπιόν της. Ἡ πρὸς τὸν δολοφόνον
848τῆς ἀτυχοῦς Σοφίας χάρις εἶναι ἢ ὄχι σκανδαλώδης;
849Ἡ χάρις ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τὸν Κοτζινόπουλον εἴδετε ποίαν
850ἐντύπωσιν ἔφερεν εἰς Πάτρας, ὥστε ὁ εἰσαγγελεὺς διεμαρτυ-
851ρήθη κατὰ τοῦ πρώτου διατάγματος καὶ προκαλεῖται δεύτε-
852ρον διάταγμα ἀνακλήσεως· καὶ τὸ διάταγμα τοῦτο, δι’ οὗ
853τὸ πρῶτον ἀνεκλήθη, ἀξιότιμε συνάδελφε καὶ πρώην ἀντει-
854σαγγελεῦ τῶν ἐφετῶν κύριε Χατζίσκε, ὑπὸ πολλῶν δοκιμω-
855τάτων νομικῶν θεωρεῖται ὡς μηδὲν, θεωρεῖται ὡς πιστο-
856ποιοῦν μόνον τὸ πρῶτον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπενεμήθη ἡ χάρις·
857διότι ἡ δημοσίευσις τοῦ πρώτου ἐγένετο διὰ τοῦ διατάγμα-
858τος τοῦ δευτέρου, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἀναιροῦν τὸ πρῶτον·
859ἀλλ’ ἀναίρεσιν χάριτος δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ
860κάμῃ, καὶ ἀφοῦ βεβαιοῦται ὅτι ὑπῆρξεν ἓν διάταγμα, διὰ τὸ
861ὁποῖον πλήρης χάρις ἀπενεμήθη, ἂν παρουσιασθῇ ὁ κατάδικος
862εἰς τὸ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν καὶ ζητήσῃ τὴν ἔξοδόν του ἐκ
863τῶν φυλακῶν, τὸ ἐφετεῖον θέλει τὸν ἐλευθερώσει. Ἀλλ’ ἂς φύ-
864γωμεν, κύριοι, ἀπὸ τὸ θέμα τοῦτο.
865Τρίτος λόγος, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται ἡ μομφὴ
866κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, εἶναι ὅτι ἀσεβῆ χρῆσιν ἐποιήσατο ἀπὸ τοῦ
867βήματος τούτου, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ἀνευθύνου
868προσώπου, ἀσεβῆ χρῆσιν ἐποιήσατο τοῦ ὀνόματος τοῦ βασιλέως,
869ζητῶν νὰ καλύψῃ τὴν ἐδικήν του εὐθύνην προτάττων τὸ ὄνομα
870τοῦ βασιλέως. Πολὺ ἐπιτυχὴς, καθὼς πάντοτε, ἐδείχθη ὁ κύριος
871Κουμουνδοῦρος καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεώς του. Δὲν
872ἠθέλησε νὰ τὸ ἀναπτύξῃ, ἀνεγνώρισεν ὅμως ὡς σοβαρὸν τὸ
873ζήτημα, τὸ ὡμολόγησεν ὡς σπουδαῖον, ἀλλ’ εἶπε «περὶ τούτου
874δὲν πρόκειται, προκαλεῖσθε νὰ ἀποφανθῆτε μόνον περὶ τῶν
875χαρίτων.» Σπουδαίους καὶ σοβαροὺς θεωρεῖ τοὺς λόγους τοῦ κ.
876Τρικούπη ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι προτείνεται
877παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ τίποτε ὀλιγώτερον ἢ ἡ
878ἐξέλεγξις τοῦ ἀνευθύνου προσώπου, καὶ δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Κου-
879μουνδοῦρος νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ τοιούτου
880ζητήματος, ἀλλ’ ὅπως ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν ταύτην μᾶς εἶ-
881πεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῶν χαρίτων.
882Καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θέλω ἐπανέλθει μετ’ ὀλίγον, διότι
883εἶναι ὅλως καθαρᾶς πολιτικῆς φύσεως, ἀφοῦ μοὶ ἐπιτρέψει ὁ κ.
884Κουμουνδοῦρος νὰ τὸν ἀκολουθήσω ἐπ’ ὀλίγον, καθόσον αἱ ἀ-
885σθενεῖς δυνάμεις μου μοὶ ἐπιτρέπουσιν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐ-
886θύνης τῶν ὑπουργῶν.
887Δὲν εἶπα, ὡς παρετήρησα καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Μαυρο-
888μιχάλην, ὅτι σολοικισμὸς εἶναι ἡ συγκρότησις ὑπουργείου συμ-
889μαχικοῦ· ἐξήγησα καθαρῶς τὴν ἰδέαν μου, ἀλλ’ εἴτε ἐκ παρεν-
890νοήσεως, εἴτε ἐκ τῆς μὴ καθαρᾶς ἐκφράσεώς μου ἐδημιούργησεν
891ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν ὅλην ἐκείνην ὡραίαν προχθεσινὴν ἀγό-
892ρευσίν του, ἥτις ἔδει αἰτίαν εἰς ἀνάπτυξιν πολλῶν ζητημάτων,
893ἅτινα τόσον σοβαρώτερα καθίστανται ὡς ἐκ τοῦ προσώπου, τὸ
894ὁποῖον τὰ ὑποκινεῖ. Πρώτην φορὰν σήμερον, εἶπεν ὁ κ. Κουμουν-
895δοῦρος, ὑποκινεῖται τὸ ζήτημα τοῦ μερισμοῦ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύ-
896νης, καὶ μόλον ὅτι τόσα καὶ τόσα ὑπουργεῖα συμμαχικὰ ἐν Ἑλ-
897λάδι προηγήθησαν, οὐδέποτε ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη ἐχωρίσθη. Τὸ
898ὑπουργεῖον τὸ πρῶτον, τὸ συσταθὲν μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ
8991862, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος συμμαχικὸν τὸ ὠνόμασε καὶ ὡς
900ἀπόδειξιν ἔφερε τὸ ὄνομά μου καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Βραΐλα, εἰ-
901πὼν, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ κύριος Βραΐλας ἀνῆκεν εἰς ἓν χωριστὸν
902κόμμα καὶ ἐγὼ εἰς ἄλλο ἀντίθετον. Πραγματικῶς τοῦτο εἶναι
903ἀληθὲς, μόνον ἀληθὲς δὲν εἶναι ὅτι ὁ κ. Βράϊλας ἀνῆκεν εἰς τὸ
904κόμμα τῶν καταχθονίων, ἀλλὰ εἰς τὸ τῶν μεταῤῥυθμιστῶν,
905γεγονὸς ὅπερ ἔκαμεν ἔτι μεγαλειτέραν τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ
906ἐμοῦ καὶ τοῦ κυρίου Βραΐλα, διότι οἱ ῥιζοσπάσται κατὰ τὰ
907τελευταῖα δέκα τῆς προστασίας ἔτη ἐπάλαισαν κυρίως κατὰ
908τῶν μεταῤῥυθμιστῶν. Ὡς ἄνθρωποι τῆς προόδου, ἐναγκα-
909λισθέντες ὑπὸ τῆς προστασίας, ἦταν ἐκεῖνοι κατὰ τῶν ὁ-
910ποίων ἡμεῖς ἐπαλαίσαμεν, παλαίοντες κατὰ τῆς προστασίας,
911ἥτις ἐνόμισεν ὅτι διὰ τῶν μεταῤῥυθμιστῶν ἠδύνατο νὰ μᾶς
912καταβάλῃ. Ἀλλ’ ἡ ἕνωσις ἐπῆλθεν, ἡ προστασία ἐξέλιπε
913καὶ ἡμεῖς οἱ νικηταὶ πρῶτοι ἐδώσαμεν τὴν χεῖρα τῆς συν-
914διαλλαγῆς εἰς τοὺς ἡττηθέντας μέχρι χθὲς ἀντιπάλους μας,
915ἐδώσαμεν τὴν χεῖρα εἰλικρινῶς, σεῖς ἠξεύρετε κατὰ πόσον
916ἀντεμείφθη ἡ εἰλικρίνειά μας. Καὶ σεῖς οἵτινες μᾶς ἐπικρίνετε,
917ὅτι μᾶς κυριεύει τὸ πνεῦμα τοῦ φατριασμοῦ, ἂν ἐξετάσητε τὰς
918αἰτίας τῆς διαιρέσεως ταύτης, θὰ ἴδητε ὅτι εἴμεθα ἀρκετὰ δι-
919καιολογημένοι. Προσεφέραμεν εἰλικρινῶς τὴν χεῖρα· σεῖς, κ. Κου-
920μουνδοῦρε, καὶ ὅστις δήποτε ἄλλος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κυβέρ-
921νησιν τοῦ τόπου μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἂς εἴπῃ ἂν ἡ εἰλικρίνειά μας
922ἐκείνη ἐξετιμήθη, ἂν ὡς ἐκ τῆς μὴ εἰλικρινοῦς διαγωγῆς τῶν
923πρὶν καὶ νῦν ἀντιπάλων μας σήμερον καὶ ἐκεῖνος ὁ τόπος καὶ
924οὗτος ὑποφέρῃ· ἂν αἱ νῆσοι ἐκεῖναι εὑρίσκωνται σήμερον εἰς
925χειροτέραν καταπίεσιν ἢ ἐπὶ προστασίας. Ἀπηλπίσθησαν διὰ
926τὴν Ζάκυνθον, ἀφοῦ ἔκαμαν ὅσα ἠμπόρεσαν καὶ εἶδον ὅτι δὲν
927εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δαμάσωσιν· ἀλλ’ αἱ ἄλλαι νῆσοι, ἡ Κε-
928φαλληνία, ἡ Κέρκυρα, ἡ Λευκὰς, πιέζονται σήμερον πολὺ πε-
929ρισσότερον παρὰ ἐπὶ προστασίας καὶ τὰ πρώην ὄργανα τοῦ ξέ-
930νου τολμῶσιν ἐκεῖ νῦν ὅσα οὐδέποτε ἄλλοτε ὁ Ἁρμοστὴς ἤθελε
931τοῖς ἐπιτρέψει. Τοιοῦτος δὲν ἐδείχθη, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω,
932ὁ Βράϊλας συνεργάσθη μὲν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τοῦ 1865 τοῦ κ.
933Κουμουνδούρου μὲ ὅλην τὴν ἀμοιβαίαν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν κα-
934λὴν πίστιν. Ἀλλ’ ἦτο συμμαχία ἐκείνη μετὰ τοῦ Βραΐλα καὶ
935ἐμοῦ; ποία διαφωνία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ προστασία
936ἐξέλιπεν, ἀφοῦ πλέον μεταῤῥυθμίσεις αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ προ-
937τείνῃ ἐκεῖ, οὔτε ἐγὼ ἕνωσιν νὰ ὑποστηρίξω; Διαφωνία δὲν
938ὑπῆρχε καμμία. Ἡ παρουσία λοιπὸν ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Βράϊλα
939εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1865 δὲν τὸ ἀπετέλει συμμαχικόν. Ἀλλ’
940ἀνεβοκατέβησαν τὰ ὑπουργεῖα μετὰ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδού-
941ρου τοῦ 1865, καὶ μόνον ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἠμπόρεσε νὰ
942ἀνθέξῃ καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὴν βουλευτικὴν σύνοδον ἦτο ἐκεῖνο
943τὸ ὁποῖον ἐσυστήθη τῇ συμπράξει τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ κ.
944Κουμουνδούρου, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο πράγματι συμμαχικόν. Ὑπὸ
945τὴν προεδρείαν τοῦ μακαρίτου Ῥούφου αἱ δύο μερίδες προσέφε-
946ραν ἑκάστη ἴσον ἀριθμὸν βουλευτῶν ὡς ὑπουργῶν, καὶ ὑπὸ τὴν
947διεύθυνσιν τοῦ συμμαχικοῦ ἐκείνου ὑπουργείου ἀπεπερατώθησαν
948αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ποῦ ἔληξεν ὅμως ἡ συμμαχία ἐκείνη;
949ποῖα τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν; Δὲν ἔπε-
950σε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, διότι ἀπεσύρθη ὁ Βούλγαρης ἢ ὁ Κου-
951μουνδοῦρος. Ὁ πρόεδρος ὁ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν δύο τούτων με-
952ρίδων ὡς πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου προταθεὶς ἐξηκολού-
953θησεν νὰ μένῃ, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, ὡς σημαία τοῦ
954συμμαχικοῦ ὑπουργείου. Ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ὑπετίθετο ὅτι εἶχε
955τὴν πλειονοψηφίαν, ἐτηρήθη ἐν τῇ πρωθυπουργίᾳ, ἀλλ’ ἕνα
956ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς του τοῦ ἀφῄρεσαν....
957§36Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρῃτήθημεν
958πάντες, ὄχι ἕνας ἕνας.
959§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά. Διετηρήθη ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουρ-
960γείου ἐκείνου ὡς δῆθεν ἡ σημαία κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως.
961§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡμεῖς ἠρνήθημεν νὰ σχηματί-
962σωμεν ὑπουργεῖον, ἐχωρίσθημεν πλέον.
963§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω.
964§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς διορθόνω, ὅτι ὁ Ῥοῦφος δὲν ἦτο
965πλέον σημαία συμμαχική.
966§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω καὶ τοῦτο. Δὲν λέγω ὅτι ἡ συμμαχικὴ
967σημαία ἔφερεν αὐτό. Λέγων ὅτι μετὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ
968συμμαχικοῦ ἐκείνου ὑπουργείου, ἀφοῦ ἔληξαν αἱ ἐργασίαι τῆς
969βουλῆς, ὑπὸ τὴν προεδρείαν αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ προσώπου, τὸ
970ὁποῖον προέδρευσε τοῦ συμμαχικοῦ ὑπουργείου, ἐσχηματίσθη ἡ
971πρώτη μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν τῶν 1862 προσωπικὴ κυβέρ-
972νησις, δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τοῦτο πταίετε οὔτε σεῖς, οὔτε
973ὁ κ. Βούλγαρης, οὔτε ὁ κ. Νικολόπουλος, οὔτε κανεὶς ἀπὸ ὑμᾶς·
974λέγω μόνον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν προεδρείαν
975τοῦ μακαρίτου Ῥούφου ἐσχηματίσθη κατὰ τὸ 1866 μετὰ τὴν
976λῆξιν τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο συμμαχικόν, δὲν ἦτο
977κοινοβουλευτικόν· ἦτο καθαρῶς προσωπικόν, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐ-
978χαρακτηρίσθη καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ παντοῦ. Ἐσχηματίσθη κα-
979τόπιν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1866 τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, ἀλλὰ
980τοῦτο δὲν ἦτο συμμαχικόν. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 συμ-
981μαχικὸν τὸ παρέστησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ
982νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἂν ἔλαβαν μέρος δύο ὀθωνισταὶ, ἐφαρμόζεται
983καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ὅ,τι εἶπα καὶ περὶ τοῦ κ. Βράϊλα· ὀθωνι-
984σμὸς τότε δὲν ὑπῆρχε.
985§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο κόμμα.
986§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ πρὶν τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου
987τοῦ 1867 ἐσυζητήθησαν μετὰ τοῦ μακαρίτου Χριστοπούλου
988καὶ τοῦ μακαρίτου Βότσαρη αἱ ἀρχαὶ, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤθελε
989σχηματισθῆ, αἱ ἰδέαι, ἡ τακτικὴ, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤθελε βαδίσει
990τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο· εἰσῆλθαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὄχι ὡς παρι-
991στάνοντες ἴδιον κόμμα, ἀλλ’ ὡς συμφωνοῦντες καθ’ ὅλα μὲ τὰς
992ἀρχὰς καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο
993ἐπρόκειτο νὰ ἀκολουθήσῃ. Καὶ ὁ κ. Γρίβας, ἂν εἶχε δυσαρεσκείας
994μετὰ τοῦ Βότσαρη, τοῦτο συσταίνει τὴν φιλοπατρίαν ἀμφοτέ-
995ρων, ὅτι κατέλιπον τὰ ἰδιαίτερα χάριν τῆς κοινῆς ἀρχῆς καὶ
996τῆς κοινῆς ἰδέας. Δὲν ἦτο λοιπὸν ζήτημα ἁπλῆς τιμῆς τῶν
997συμμάχων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸ ζήτημα ὅτε ἐπρό-
998κειτο νὰ ἐγκαταλείψωσι τοὺς δύο συναδέλφους, τῶν ὁποίων ἐ-
999προτείνετο κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1867 ἡ ἀπομάκρυνσις, ἦτο ζήτημα
1000κοινοβουλευτικόν, ἦτο ζήτημα πολιτικόν, ἦτο τὸ ζήτημα, ἂν ὁ
1001πρωθυπουργὸς θὰ ᾖναι καὶ θὰ μένῃ ἐλεύθερος εἰς τὴν διατήρησιν
1002τῶν ὑπουργῶν του, ἢ ἂν θὰ ὑποκύπτῃ εἰς ξένων εἰσηγήσεις, εἰς
1003ξένων θελήσεις, ξένων ἐννοῶ ἐκτὸς τοῦ ὑπουργείου. Ἡ ἀπαίτη-
1004σις τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν δύο ἐκείνων ὑπουργῶν ἂν ἦτο ζή-
1005τημα ἁπλῶς προσωπικόν, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς ἔ-
1006πραξαν οἱ συνάδελφοί μας νὰ μὴ ὑποχωρήσουν, καθὼς τότε θερ-
1007μῶς τοὺς παρεκαλέσαμεν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη καὶ ἦτο
1008ζήτημα ὑπάρξεως ἢ μὴ κοινοβουλευτικοῦ ὑπουργείου καὶ κοινο-
1009βουλευτικοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποχωρήσῃ
1010κατέναντι τοιούτων ἀπαιτήσεων· ἦτο τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ ὁ-
1011ποῖον ἐγίνετο καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελε παρακολουθήσει τὸ δεύτερον
1012καὶ τρίτον ὅπως ἐκβιασθῇ τοῦ ὅλου ὑπουργείου ἡ παραίτησις·
1013ἦτο τὸ αὐτὸ τῆς σήμερον ζήτημα ἀλλ’ ἀντιστρόφως τιθέμε-
1014νον· εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς ἐζήτουν
1015τότε ν’ ἀπομακρύνωσιν, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ
1016πρωθυπουργοῦ ζητοῦσι σήμερον νὰ διατηρήσωσι καὶ ἐπιβάλλω-
1017σι (διακοπή). Ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 καὶ ἡ πτῶ-
1018σις ἐκείνη τιμᾷ πράγματι τὸν κ. Κουμουνδοῦρον· δὲν ἔχει
1019ἀνάγκην νὰ τὸν ἐκτιμήσω ἐγὼ διὰ τῶν ἐκφράσεών μου, τὸν
1020ἐξετίμησεν ὁ τόπος, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς του, διὰ τὸ
1021βῆμα αὐτό. Δὲν διετηρήσαμεν τὴν ἐξουσίαν μὲ παραχωρήσεις·
1022μὲ ὑψωμένην σημαίαν κοινοβουλευτικοῦ ὑπουργείου εἰσήλ-
1023θομεν, μὲ ὑψωμένην σημαίαν κοινοβουλευτικοῦ ὑπουργείου
1024ἐξήλθομεν. Ἐπολεμήσαμεν μετὰ τὴν πτῶσίν μας ὑπὲρ τῆς ἀρ-
1025χῆς ταύτης, καὶ μετὰ τρία ἔτη προσκαλεῖται ἐκ νέου ὁ κύριος
1026Κουμουνδοῦρος νὰ σχηματίσῃ καὶ ἐσχημάτισε κυβέρνησιν. Τὰς
1027ὀλίγας λέξεις τὰς ὁποίας εἶπα τότε, ἀναλαμβάνων τὴν ἕδραν τοῦ
1028προέδρου τῆς Βουλῆς, πολλοὶ τότε τὰς παρηννόησαν, καὶ αὐτὸς
1029ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος κ. Χατζίσκος, ὅστις μοῦ δίδει αἰτίαν
1030σήμερον εἰς τοῦτο. Εἶπα τότε, «ἐλπίζω ὅτι γίνεται ἤδη ἔντι-
1031μος, εἰλικρινὴς ἔναρξις ἀναγνωρίσεως τῆς μεγάλης ἀρχῆς, ὅτι ὁ
1032τόπος πρέπει νὰ κυβερνηθῇ διὰ τοῦ τόπου, ἐλπίζω ὅτι γίνεται
1033ἔναρξις εἰλικρινοῦς, τιμίας ἐφαρμογῆς τῆς ἰδέας ὅτι ξένα καὶ
1034παράσιτα στοιχεῖα δὲν θὰ ἐμφιλοχωροῦν πλέον μεταξὺ ἡγεμό-
1035νος καὶ ἀντιπροσωπείας· εἶπα, ἐλπίζω ὅτι γίνεται ἔναρξις, διότι
1036πρὶν σχηματισθῇ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχα τὴν πεποίθησιν ὅτι
1037τὸ κόμμα ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν παγίωσιν τῆς ἰδέας, διὰ τὴν
1038ὁποίαν παρῃτήθημεν κατὰ τὸ 1867. Αἱ ἐλπίδες μου ἐψεύσθη-
1039σαν καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι σήμερον εἰς ἣν
1040εὑρίσκομαι θέσιν, κατέναντι τοῦ ἀνθρώπου μεθ’ οὗ καὶ μόνου
1041συνειργάσθην ἀπὸ τοῦ ἐρχομοῦ μου εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅστις
1042οὐχὶ ὀλίγον συνεκίνησε τὴν καρδίαν μου κατὰ τὴν προχθεσινὴν
1043ὁμιλίαν του, ὅτε ἀνέμνησεν ὅτι πλέον παρὰ φιλία μᾶς συνέδεεν.
1044Ἀναγνωρίζω τὴν πεῖραν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀναγνωρίζω ὅτι
1045εἰς τὰς σκέψεις μου ἴσως εἶμαι ἀπατημένος, ἀλλ’ ἡ συνείδησίς
1046μου μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀλλάξω οὔτε κεραίαν ἀφ’ ὅ,τι ἐπρέ-
1047σβευσα καὶ πρεσβεύω, ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἄγκυρα σωτηρίας τοῦ
1048τόπου, ὁ τόπος νὰ κυβερνηθῇ διὰ τοῦ τόπου.
1049Ἐσταμάτησε μέχρι τοῦ 1867 ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἐπα-
1050νερχόμενος εἶπε, πότε ἐμερίσθη ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη; Τοῦτο εἶ-
1051ναι, εἶπεν, ὁ σολοικισμός, τοῦτο εἶναι ὁ κοινοβουλευτικὸς σο-
1052λοικισμός, τὸ νὰ ζητῆτε νὰ μερίσητε τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην.
1053— Σοβαρῶς λέγει τοῦτο ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου; ἠρώτησεν ὁ βου-
1054λευτὴς Μεσσήνης. Καὶ ἐπρόσθεσεν, ὅτι ὁ Λομβάρδος δὲν παίζει,
1055καθόσον δὲν ἔπαιξε ποτὲ ἐν τῇ Βουλῇ. — Καὶ δὲν παίζω βεβαίως
1056οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν· εἶναι ἡ πλήρης πεποίθησίς μου
1057ὅτι δὲν εἶναι σολοικισμὸς κοινοβουλευτικὸς τὸ νὰ μερίζεται ἐνί-
1058οτε ἡ εὐθύνη· εἶναι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας χρειάζεται,
1059εἶναι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνάγκη εἶναι νὰ καταδικασθῇ
1060ὁ εἷς ὑπουργὸς χωρὶς ἐκ τούτου ὄχι νὰ ᾖναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνη-
1061σις νὰ παραιτηθῇ, ἀλλὰ μάλιστα καὶ νὰ κατηγορηθῇ ὅτι πράτ-
1062τει κακὸν εἰς τὴν πατρίδα, ἂν συνδέσῃ τὴν τύχην της μετὰ τοῦ
1063κατηγορουμένου ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀνέγνωσε τεμά-
1064χιον νέου συγγραφέως τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Ἐγὼ ἀνεζή-
1065τησα ἀλλὰ δὲν εὗρον πρόχειρον ἀρχαιότερον τοῦ Ῥώσση· σᾶς
1066ὁμολογῶ δὲ, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ἂν ἤθελον εὕρει τοιοῦτον,
1067ἤθελα τὸν φέρει διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι οὐχὶ τώρα πρῶτον ὑπεστη-
1068ρίχθη ὁ μερισμὸς τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Ὁ Ῥώσσης, κύριοι, ἰδοὺ
1069τί λέγει, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν μετάφρασιν· «ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη
1070»δύναται νὰ ᾖναι ἀτομικὴ ἢ συνολικὴ (collective) διὰ τὸν λόγον
1071»ὅτι ὑπάρχει γενικὴ διαχείρισις τῆς ἐπικρατείας καὶ ἰδιαιτέρα
1072»διαχείρισις ἑκάστου τμήματος τῆς ἐπικρατείας· διὰ τὸν λόγον
1073»ὅτι, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὑπάρχουσιν ὑπουργοὶ ἰδιαίτεροι καὶ
1074»ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὑπουργοὶ ἰδιαίτεροι καὶ κυβέρνησις.»
1075Προχωρῶν δὲ περαιτέρω ἀναπτύσσει τὸ θέμα του λέγων·
1076πρόκειται, λέγει, νὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος; ἰδοὺ μία πρᾶξις εἰς
1077τὴν ὁποίαν ὅλον τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον πρέπει νὰ λάβῃ μέ-
1078ρος καὶ εἶναι ὑπεύθυνον ὁλόκληρον· ἀλλὰ κηρυχθέντος τοῦ πο-
1079λέμου, ἕκαστος ὑπουργὸς διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θέλει λάβει ἕ-
1080νεκα τῆς ἁρμοδιότητός του εἶναι αὐτὸς ὑπεύθυνος.
1081§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Ῥώσσης τὰ λέγει αὐτά;
1082§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. — Πολλάκις ἐπεκαλέσθημεν τὸ ἀγ-
1083γλικὸν ἔθνος ὡς τὸ μόνον κοινοβουλευτικὸν, καὶ εἴθε νὰ φθάσω-
1084μεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐξασκῶμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὡς
1085ἐξασκεῖται ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὁ Πάλμερστων ἦτον ὁ κατ’ ἐξοχὴν κοι-
1086νοβουλευτικὸς ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας· ἀλλ’ εἰς τὴν τελευταίαν
1087ὑπουργείαν του ὁ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸς Οὐεστβερὺ
1088(Westbury), ἄνθρωπος τίμιος καὶ ἀνεπίληπτος, εἶχεν υἱὸν ὅστις
1089ἐδανείσθη χρήματα παρά τινος, τὸν ὁποῖον ἐσύστησεν εἰς τὸν πα-
1090τέρα του ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πατρὸς ὅτι ὁ συνιστάμενος ἦτο δανει-
1091στὴς τοῦ υἱοῦ, καὶ τὸν ἔκαμε δικαστήν. Ἔρχεται τὸ ζήτημα
1092τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ· ὁ Πάλμερστων, κύριοι, δὲν σιωπᾷ ὡς σιω-
1093πᾷ σήμερον ἡ κυβέρνησις, ἀπὸ τὴν σιωπὴν τῆς ὁποίας ἠθέλησαν
1094τινὲς νὰ ἐξάξουν συμπέρασμα παραδοχῆς τῆς εὐθύνης· ἀλλ’ ἀ-
1095ναβὰς τὸ βῆμα ὑπεστήριξε τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ
1096ὑπουργοῦ του· ἡ Βουλὴ προχωρεῖ καὶ ὁ ὑπουργὸς ἀναγκάζεται
1097νὰ παραιτηθῇ. Παρητήθη διὰ τοῦτο ὁ Πάλμερστων; Ὄχι, ἀντι-
1098κατέστησε τὸν ὑπουργόν. Ἄλλο παράδειγμα, κύριοι, ἐπὶ τῆς
1099αὐτῆς τελευταίας ὑπουργείας τοῦ Παλμερστῶνος· ἓν τῶν μελῶν
1100τῆς κυβερνήσεως, ὁ Στάνφελδ, ὁλοὲν ὑπουργός, κατηγορεῖται ὅτι
1101ἔχει σχέσεις μὲ τὸν Ματσίνην· τὸν ὑποστηρίζει καὶ τοῦτον ἀπὸ
1102τοῦ βήματος ὁ Πάλμερστων· ἡ Βουλὴ εἰς τὴν δευτέραν ταύτην
1103περίστασιν προβαίνει εἰς ψῆφον, καταδικάζει τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς
1104Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκα-
1105μεν ὁ Πάλμερστων, καὶ τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς κυβερνήσεως
1106ἀποσύρεται. Ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Πάλμερστων; ἀπεσύρθη ὁ
1107Πάλμερστων; Οὐχί! καὶ ἐλάλησε, κύριοι, μάλιστα καὶ ἀνέβη
1108ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀνεδέχθη τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγο-
1109ρουμένου. Τί θέλετε τώρα νὰ ἀνακατόνετε τὴν ὅλην κυβέρνησιν
1110εἰς τὸ συζητούμενον θέμα;
1111§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
1112§47ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ διατηρῶ τὴν θέσιν μου πάντοτε, κ.
1113πρόεδρε.
1114§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, παραδείγματα οὐχὶ
1115ἁπλῶς θεωρητικὰ, οὐχὶ ἁπλῶς συγγραφέων, ἀλλὰ παραδείγματα
1116πρακτικὰ τοῦ πρακτικωτέρου, τοῦ κοινοβουλευτικωτέρου ἔθνους,
1117τοῦ συνταγματικωτέρου καὶ τοῦ κοινοβουλευτικωτέρου μεταξὺ
1118τῶν ὑπουργῶν του. Ἤθελε κάμει ἔγκλημα ὁ Πάλμερστων ἐνώπιον
1119τῆς πατρίδος του, ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, ἐὰν
1120διὰ μίαν εἰδικὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ἑνὸς μέ-
1121λους τῆς Κυβερνήσεώς του, ἤθελε συνδέσει τὴν τύχην του μετὰ
1122τῆς τύχης ἐκείνου· ἤθελε πράξει ἔγκλημα ἐνώπιον τοῦ ἔθνους,
1123ἐὰν ἤθελεν εἰπῇ, καλύπτω ἐγὼ μὲ τὸ ἐδικόν μου ἔνδυμα τὴν ἰδι-
1124αιτέραν ταύτην πρᾶξιν τοῦ ὑπουργοῦ μου, καὶ ἢ εὑρεθῆτε εἰς
1125τὴν ἀνάγκην νὰ μᾶς ῥίψετε ὅλους, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν θὰ ἠμ-
1126πορέσετε νὰ κάμετε, ἢ ἀνεχθῆτε τὴν κηλίδα ταύτην ἐντὸς τοῦ
1127ὑπουργείου μου. Δὲν τὸ ἔκαμεν ὁ Πάλμερστων, διότι καὶ τὸ συμ-
1128φέρον τῆς πατρίδος του καὶ τὴν ἰδιαιτέραν του θέσιν ἐγνώριζε νὰ
1129τηρήσῃ. Περιορίζομαι εἰς τὰ δύο ταῦτα παραδείγματα τῆς τελευ-
1130ταίας ὑπουργείας τοῦ Παλμερστῶνος ὡς πλησιέστερα. Ἄν τις θέλῃ
1131ν’ ἀνερευνήσῃ τὴν ἀγγλικὴν ἱστορίαν, θέλει εὕρει σωρείαν ὁμοίων
1132παραδειγμάτων εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῆς Ἀγγλίας.
1133Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ μερισμοῦ τῆς κοινοβουλευτικῆς
1134εὐθύνης δὲν ἐπαρουσιάσθη διόλου ἐν Ἑλλάδι; Παρεκτὸς τοῦ γε-
1135γονότος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ.
1136Τρικούπης, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπαρουσιάσθη οὐχὶ ἐπὶ τῆς Κυ-
1137βερνήσεως ἀλλὰ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ
1138τὸ ἔλυσεν αὐτὸς ὁ κ. Βούλγαρης.
1139§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ Βούλγαρη; πότε;
1140§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν λέγω τίποτε ὁποῦ νὰ μὴν ἠμπορῶ ν’ ἀ-
1141ποδείξω. Κατὰ τὰ 1867, ἐνῷ εἶχα τὸν λόγον καὶ τότε ὡς καὶ
1142τώρα (ἀλλὰ τότε ὡς ὑπουργὸς, τώρα ὡς βουλευτὴς), ἀπὸ τοῦ
1143βήματος τούτου εἶπα, ὅτι ὡς ἀντιπολίτευσις, ὡς μέλος δηλαδὴ
1144τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη
1145τοῦ 1866, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματός τινὸς ἐθνικοῦ, ἐπι-
1146φορτισμένος καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἦλ-
1147θον εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς
1148ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ κ. Βούλγαρης παρὼν ἐν τῇ συνεδριάσει μοὶ
1149ἀπήντησε (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν
1150τοῦ 1867.)
1151«Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἤκουσα ἐν τῇ ἀγορεύσει σας, κύριε ὑ-
1152»πουργὲ, ὅτι εἶσθε δῆθεν συνεννοημένος ὡς ἀντιπολίτευσις μεθ’
1153»ἡμῶν ὅταν ἤμεθα ἐν τῇ κυβερνήσει περὶ τῆς πολιτικῆς· τοι-
1154»οῦτόν τι δὲν ὑπῆρξε, διότι οὐδέποτε ἔλαβε χώραν τοιαύτη συ-
1155»νεννόησις μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου μου καὶ ὑμῶν ὡς ἀντιπολιτευ-
1156»ομένων· ἂν δὲ ἔχητε τοιαύτην ἰδέαν ὑμεῖς καὶ οἱ συνάδελφοί
1157»σας, εὑρίσκεσθε εἰς ἀπάτην καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέση-
1158»τε τὸ περὶ τούτου μέρος τῆς ὁμιλίας σας.»
1159Ὁ τότε πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος θέλων νὰ σαφηνίσῃ
1160ἔτι μᾶλλον τὰ πράγματα εἶπε· «διόλου, διότι ἐσυνεννοήθημεν μὲ
1161τὸν κ. Ζυμβρακάκην.»
1162Ὁ Κ. Βούλγαρης ἐπανέλαβε·
1163«ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ζυμβρακάκης ἦλθε μεθ’
1164»ὑμῶν εἰς τοιαύτας συνεννοήσεις, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσω πρὸς
1165»στιγμὴν κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν σας ὅτι τοιοῦτόν τι συνέβη,
1166»οὐδαμῶς ὑποχρεοῖ τὴν κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας πρόεδρος ὢν ἐγὼ
1167»διεύθυνα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, καὶ πᾶν ὅ,τι ἔπραξε μεθ’ ὑμῶν
1168»ὁ κ. Ζυμβρακάκης θεωρεῖται ἀπόῤῥοια ἀτομικῆς αὐτοῦ σκέψεως.»
1169Ἰδοὺ κύριοι, πῶς ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦ μερισμοῦ τῆς εὐθύ-
1170νης ἀπὸ τὰ 1867 ὁ νῦν πρωθυπουργὸς κ. Βούλγαρης.
1171§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, αὐτὸ ζητοῦμεν.
1172§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ δηλωθῇ.
1173§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, δὲν βαρύνομαι· φοβοῦμαι μὴ μὲ
1174βαρυνθῆτε σεῖς, θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. — Ὑπάρχουν λοιπὸν, Κύ-
1175ριοι, περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας ὄχι μόνον δὲν εἶναι κοινοβου-
1176λευτικὸς σολοικισμὸς, ἀλλ’ εἶναι ἀναίρεσις, καθὼς πολὺ ὀρθῶς
1177παρετήρησεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἀναίρεσις τοῦ κοινοβουλευτι-
1178κοῦ πολιτεύματος τὸ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν δύναται νὰ διαμοιρα-
1179σθῇ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τοῦ-
1180το ζητοῦμεν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βούλγαρης, ὡς ἄλλοτε, ὅτι δὲν συμ-
1181μερίζεται τὴν εὐθύνην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν
1182τὸ ἔπραξεν ἄχρι τοῦδε ὁ κ. Βούλγαρης, καὶ καλῶς ἔπραξε· δὲν
1183θὰ τὸ πράξῃ, πιστεύω, καὶ καλλίτερον θὰ πράξῃ, διότι εἰς πρά-
1184ξεις τὰς ὁποίας δὲν συνεμερίσθη, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γνῶσιν
1185ἔλαβεν οὔτε αὐτὸς, οὔτε οἱ λοιποὶ ὑπουργοὶ, ὀφείλει νὰ περι-
1186μείνῃ νὰ ἴδῃ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ
1187τότε θὰ σκεφθῇ ἐὰν τῳόντι ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδι-
1188κάσθη ὁ ὑπουργὸς, ᾖναι τοιαύτη, ἥτις ὑποχρεοῖ καὶ τὸν πρωθυ-
1189πουργὸν νὰ παραιτηθῇ. Εἶναι πρᾶξις ἢ ὄχι ὁμοία ἐκείνης, διὰ
1190τὴν ὁποίαν δὲν ἐνόμισε, καὶ δὲν ὤφειλεν ὁ Πάλμερστων νὰ
1191παραιτηθῇ οὔτε εἰς τὴν περίστασιν τοῦ Οὐεστβουρὺ, οὔτε εἰς
1192τὴν περίστασιν τοῦ Στάμφελ. Ὅτι τὴν εὐθύνην συμμερίζεται
1193τὸ ἓν μέρος τῆς συμμαχίας τὸ ἐδήλωσεν. Ὁ κύριος Κουμουν-
1194δοῦρος δὲν παραδέχεται τὸν χωρισμὸν τῆς εὐθύνης· θὰ εἴπῃ
1195βεβαίως, ὅτι, ἐὰν ἡ καταδικαστικὴ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπέλθῃ
1196κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ γεγονὸς τοῦτο θὰ φέρῃ
1197ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἀποσυρμὸν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς μιᾶς
1198πτέρυγος τῆς συμμαχίας (συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, δὲν
1199ἔχω ἄλλην). Ἐκεῖ ὅπου ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος,
1200δὲν πρόκειται λοιπὸν πλέον ἀπὸ τὴν ψῆφόν μας νὰ ἀπομα-
1201κρυνθῇ μόνος ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπο-
1202μακρυνθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὸ κόμμα,
1203τὴν μερίδα τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου.
1204§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἢ εἶναι ἀλληλεγγύη μεταξὺ ὅλων τῶν
1205ὑπουργῶν, ἢ δὲν εἶναι καμμία.
1206§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς ἐδηλώσατε, ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη
1207μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ὑμᾶς καὶ τὸ κόμμα
1208ὑμῶν ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει. Τὴν δήλωσιν ταύτην κἀνεὶς
1209δὲν ἀπέκρουσεν, ἄρα τὴν παραδέχονται οἱ ἀντιπροσωπεύοντες
1210ὑμᾶς ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει, οὔτε εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ὅτι
1211ἀποκρούουν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ὀφείλω
1212λοιπὸν νὰ συμπεράνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει, ὅτι δηλαδὴ μετὰ
1213τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ
1214ἄλλοι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ἐν τῷ ὑπουργείῳ τὴν πολιτικὴν
1215μερίδα τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου θὰ παραιτηθοῦν. Τὴν δήλωσιν
1216αὐτὴν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν κάμῃ· ἂς μοὶ
1217ἐπιτρέψῃ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν νὰ τοῦ παρατηρήσω, ὅτι δὲν
1218ἔπρεπε νὰ τὴν κάμῃ. Εἶχε νὰ δώσῃ εὐθύνας εἰς τὸν τόπον του
1219ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος (διότι εὐθυνόμεθα ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι
1220δι’ ὅλας τὰς πράξεις μας), εἶχε νὰ δώσῃ εὐθύνας ἐνώπιον τῆς
1221πατρίδος του ὁ κύρ. Κουμουνδοῦρος, διατί τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο
1222συνεκροτήθη οὕτω (καθόσον ἀπέβλεπε τὴν μερίδα του) καὶ ὄχι
1223ἄλλως. Εἶχεν ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἀπολογίαν νὰ δώσῃ ὅτι ἀπε-
1224τάθη εἰς ἄλλους καλλιτέρους φίλους του, τοὺς παρεκάλεσε, δὲν
1225ἠθέλησαν νὰ λάβωσι μέρος· εὑρέθη λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
1226προτείνῃ τὸν κύρ. Μεταξᾶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
1227Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἔχων τοιαύτην ἀπο-
1228λογίαν νὰ δώσῃ περὶ τῆς προτάσεως ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
1229σύνης τοῦ κυρίου Μεταξᾶ, δὲν ἔπρεπε, νομίζω, (καὶ τοῦτο
1230εἶναι κατ’ ἐμὲ ἓν ἀπὸ τὰ μεγάλα πολιτικὰ λάθη του) νὰ ἀνα-
1231δεχθῇ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ κυρίου Μεταξᾶ. Δὲν
1232ἐνθυμοῦμαι ἂν ἦναι πράγματι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβὴς ὁ ἰσχυ-
1233ρισμὸς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, ὅτι τῇ συναινέσει ἐμοῦ καὶ
1234τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐγένετο ἡ συμμαχία αὕτη· ὅ,τι καθα-
1235ρῶς ἐνθυμοῦμαι εἶναι, ὅτι, ὅτε ἡ συμμαχία εἶχε καταρτι-
1236σθῆ καὶ σκέψις ἐγένετο ἐκ ποίων ἀτόμων τῶν δύω μερί-
1237δων ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῇ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ εἰς ἐμὲ καὶ
1238εἰς τὸν κύριον Τρικούπην πολλαὶ ἐπανειλημμένως ἐπίμονοι προτά-
1239σεις ἐγένοντο ἵνα λάβωμεν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
1240§56ΚΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Τρικούπης μάλιστα ἐνθυμοῦ-
1241μαι ἐγώ, ὅτι εἶπεν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ λάβῃ ἐκεῖνος
1242μέρος.
1243§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, ἔχετε ὑπομονὴν, κ. Καμπερόπου-
1244λε. Εἴπομεν τότε πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅτι ἀφοῦ πράγ-
1245ματι ἀπεφάσισε νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ
1246κυρίου Βούλγαρη, ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ αὐτοπροσώπως παραλαμβά-
1247νων τρεῖς ἄλλους φίλους του· ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι οὔτε εἰς τὴν
1248περίστασιν ταύτην ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ εἰσόδου ἐμοῦ ἢ
1249τοῦ κυρίου Τρικούπη εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν
1250ἤθελαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἄνθρωποι ἐκ τῶν πρω-
1251τευόντων τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, ἠναγκάσθη
1252νὰ προτείνῃ τὸν κύριον Μεταξᾶν. Διατί ὅμως ν’ ἀποδεχθῇ καὶ
1253τὰς συνεπείας τῶν πράξεων καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ἐνεργειῶν τοῦ
1254κυρίου Μεταξᾶ ἐν τῷ ὑπουργείῳ, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κύριος Κου-
1255μουνδοῦρος καθόλου δὲν εὐθύνεται; Θὰ ἀποσυρθῶσι λοιπὸν, εἶ-
1256πον τινὲς, οἱ φίλοι τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ τί θὰ ἐπέλ-
1257θῃ; τὸ χάος, μᾶς εἶπον, ὡς νὰ μὴν εἴμεθα, καθὼς ὀρθῶς παρε-
1258τήρησεν εὐφυής τίς, ὁλοὲν εἰς τὸ χάος. Διατί ὅμως τὸ χάος;
1259Τὸ φυσικὸν, τὸ κοινοβουλευτικὸν, τὸ συνταγματικὸν εἶναι ὅτι ὁ
1260κύριος Βούλγαρης θὰ συμπληρώσῃ τότε τὸ ὑπουργεῖόν του καὶ
1261θὰ εὕρῃ ἀνθρώπους νὰ τὸ συμπληρώσῃ. Μὴ μὲ παρεννοήσῃ τις,
1262κύριοι, ὅτι λέγων τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν νὰ προταθῶ καὶ ἐγὼ με-
1263ταξὺ τῶν ὑποψηφίων διὰ τὸ ὑπουργεῖον· μέρος δὲν λαμβάνω.
1264Ἕως ὅτου δὲν ἠμπορῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κυβέρνησιν μὲ ὑψηλὰ
1265ἱσταμένην τὴν σημαίαν ἐκείνην, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐξήλθομεν ἀπὸ
1266τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰ 1867, ἡ κυβέρνησις δι’ ἐμὲ ἐξέλιπεν.
1267Ἀλλ’ ὁ κύριος Βούλγαρης θὰ εὕρῃ ἀνθρώπους νὰ συμπληρώσῃ
1268τὸ ὑπουργεῖόν του. Θὰ ἐπέλθῃ ὅμως ἡ διάλυσις, μᾶς λέγουν·
1269διατί; διότι ὁ κύριος Βούλγαρης δὲν θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν·
1270θὰ τὴν ἔχῃ ἰσχυροτέραν ἀφ’ ὅ,τι τὴν ἔχει τώρα, θὰ τὸν ὑπο-
1271στηρίζουν οἱ φίλοι του, θὰ τὸν ὑποστηρίζουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
1272θέλουν τὴν ὕπαρξιν κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἔχουν ἀξιώσεις ἐπὶ
1273τῆς κυβερνήσεως. Θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν λοιπὸν ὁ κύριος
1274Βούλγαρης, ἠμπορεῖ νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν· μὴ ταράττεσθε
1275ὅτι εἰς τὸ χάος ἐκ τούτου θὰ εὑρεθῶμεν, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βου-
1276λῆς θὰ ἐπέλθῃ.
1277§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐπέλθῃ διάλυσις, θὰ ἐπέλθῃ καὶ χάος;
1278§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὕτω λέγουσι τινές. Εἶπα ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς
1279τὴν ἀντίθετον θέσιν ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὰ
12801867, ἀλλ’ εἰς τὸ αὐτὸ θέμα. Εἰς τὰ 1867 μᾶς ἔλεγαν κρυ-
1281φὰ εἰς τὸ αὐτί· θὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀποποιη-
1282θῆτε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ὑπουργῶν, τοὺς ὁ-
1283ποίους θέλομεν νὰ διώξωμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Θὰ ἐπέλθῃ ἡ
1284διάλυσις τῆς Βουλῆς, λέγουσι σήμερον, ἐὰν δὲν ὑποταχθῆτε νὰ
1285τηρήσητε τὴν συμμαχίαν ταύτην τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ
1286διατηρήσωμεν εἰς τὸ πεῖσμα καὶ αὐτῶν τῶν συμμάχων,
1287ἐὰν δὲν ὑποταχθῆτε νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς
1288Δικαιοσύνης καὶ νὰ τὸν βαστάξητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καί
1289τοι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν. Δὲν πιστεύω ὅτι
1290θὰ ἐπέλθῃ τοῦτο, ὄχι, δὲν θὰ ἐπέλθῃ. Δὲν εἶναι δυ-
1291νατὸν ὁ βασιλεὺς, ἀκούων ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
1292καταψηφίζεται διὰ τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας καταψηφί-
1293ζεται· ἀκούων ὅτι καταψηφίζεται πρὸς τούτοις (καὶ πρό-
1294κειται κατὰ τὴν πεποίθησίν μου νὰ καταψηφισθῇ) διὰ τὴν
1295ἀσεβῆ, τὴν ἀσεβεστάτην χρῆσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τοῦ ὀνόμα-
1296τος τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς (καὶ μὴ ἀ-
1297ναμιγνύωμεν τὸ ὄνομά του) νὰ προβῇ εἰς διάλυσιν τῆς Βου-
1298λῆς καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο πρόκειται, καλῶς
1299νὰ ἔλθῃ. Ἐγὼ λέγω, ἂς κοπῇ μίαν ὥραν πρότερον τὸ σχοινί.
1300Δὲν εἶσθε ἐδῶ, κ. βουλευταί, διὰ νὰ ἐξοικονομῆτε τὰς ἰδιο-
1301τροπίας τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Ἡ ἀποστολή σας δὲν εἶναι διὰ
1302νὰ ψηφίζετε ἀσυζητητεὶ νομοσχέδια, καθὼς φαίνεται ὅτι πα-
1303ραδέχεται ὁ ἀξιότιμος κ. Ἐμπειρίκος καὶ τινες ἄλλοι. Δὲν
1304εἶσθε, κύριοι, ἐδῶ διὰ νὰ μὴ προκαλῆτε καὶ νὰ μὴ λύητε πο-
1305λιτικὰ ζητήματα, καθὼς φρονοῦν ἄλλοι, δὲν εἶσθε ἐδῶ σήμε-
1306ρον αἱ βωβαὶ ἐκεῖναι Βουλαὶ, τὰς ὁποίας ἐδοκίμασεν ἡ Ἑλλὰς
1307καὶ ἐδῶ καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ἀλλ’ εἶσθε ἐδῶ διὰ νὰ λύσητε τὸ
1308κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, εἶσθε ἐδῶ διὰ νὰ τὸ
1309λύσητε ὡς ἐννοεῖ ὁ τόπος νὰ τὸ λύσῃ, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος
1310τούτου, κύριοι, εἶναι πρὸ πάντων ἡ ἀποστολή σας νὰ καταγί-
1311νητε. Τὰς πέντε ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας καταγινόμεθα
1312καὶ τὰς ὁποίας κλαίουν τινὲς ὡς ἀπολεσθείσας ἐπὶ τοῦ ζη-
1313τήματος τούτου, αὐτὰς τὰς πέντε ἡμέρας δὲν τὰς ἀπωλέ-
1314σατε. Κανεὶς, κύριοι, δὲν θὰ σᾶς ἐπικρίνῃ, κανεὶς δὲν θὰ εἴπῃ
1315τι ἐναντίον σας διότι εἴτε 5 ἢ 10 ἢ 15 ἢ εἴκοσι ἡμέρας κατε-
1316γίνατε ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ἐψήφισαν νόμους ἀσυζητη-
1317τεὶ, ἐψήφισαν νόμους σιωπηλῶς αἱ παρελθοῦσαι βουλαὶ, ἀλλὰ
1318ποῖα τ’ ἀποτελέσματα; Δι’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν πέντε
1319τούτων ἡμερῶν, καθ’ ὃ συζητεῖτε τὸ ζήτημα τοῦτο τὰ
1320κατά τινας ἐπουσιῶδες, βλέπετε τ’ ἀκροατήρια ἐστοιβασμένα
1321διὰ νὰ ἀκούσουν τὶ ἐπὶ τέλους θὰ κάμωμεν. Τὴν στιγμὴν ταύ-
1322την εἴπατε ὅτι θὰ κλείσητε τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ θὰ κα-
1323ταγίνετε εἰς νομοσχέδια καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος θὰ σᾶς στρέ-
1324ψουν διὰ μιᾶς τὰ νῶτα.
1325§60ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ γίνεται πάντοτε, ὅταν ᾖναι πολιτικὰ ζητή-
1326ματα.
1327§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν γίνεται πάντοτε, ὅταν ᾖναι πολιτικὰ
1328ζητήματα, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἐνδια-
1329φέρεται καὶ θέλει νὰ ἴδῃ ὁ τόπος τί περὶ τούτων λέγομεν
1330καὶ τὶ θὰ πράξωμεν. Τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικὸν τῆς Ἑλ-
1331λάδος, ἀξιότιμε φίλε κύριε Κουμουνδοῦρε, δὲν εἶναι τὸ νὰ
1332σχηματισθῇ κυβέρνησις, ὡς εἴπατε χθὲς, ὁπωσοῦν σταθερὰ
1333καὶ βιώσιμος. Παλαίει ἐπὶ 40 ἔτη ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ λύσῃ τὸ
1334κυβερνητικόν της ζήτημα. Ἀφότου ἡ παρελθοῦσα δυναστεία
1335ἱδρύθη, ἐπάλαισε καὶ παλαίει ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ μέσῳ ἐπαναστά-
1336σεων καὶ ἀνατροπῶν διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν τὸ
1337ζήτημα τὸ κυβερνητικὸν τῆς Ἑλλάδος συνίστατο ἁπλῶς καὶ
1338μόνον εἰς τὴν βιώσιμον κυβέρνησιν, ὁ μακαρίτης Ὄθων τὸ ἔ-
1339λυσε. Καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1843 κυβερνήσεις μακρόβιοι,
1340μακροβιώταται ὑπῆρξαν καὶ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ συν-
1341τάγματος τοῦ 1843 μακροβιώταται ἐπίσης κυβερνήσεις ἐγ-
1342καθιδρύθησαν. Τὸ προτελευταῖον, νομίζω, ὑπουργεῖον τοῦ μα-
1343καρίτου Ὄθωνος διήρκεσεν ἐπὶ 4 ἔτη καὶ ἐπίστευσεν ὁ μα-
1344καρίτης Ὄθων, ὅτι ἔλυσε τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλ-
1345λάδος. Ἀπήρχετο διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ
1346ἐπῆγε κατόπιν του ὁ μακαρίτης πατήρ σας Κύρ. Χαντζῖ-
1347σκε (ὅστις ἦλθες σήμερον νὰ μᾶς ἀναπτύξῃς συνταγματικὰς
1348καὶ κοινοβουλευτικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας σέβομαι ἀλλὰ δὲν
1349παραδέχομαι διὰ τοὺς λόγους τούτους τοὺς ὁποίους λέγω), ὁ
1350μακαρίτης, λέγω πατήρ σου ἔτρεξε κατόπιν τοῦ βασιλέως ἐκεί-
1351νου ἵνα τῷ εἴπῃ πήγαινε, φύγε εἰς τὴν Βαυαρίαν.
1352§62ΤΙΝΕΣ. Ὁ πατήρ του ζῇ (ἱλαρότης).
1353§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι μακαρίτης ὡς ὑπουργός. (ἱλαρότης).
1354§64ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔκαμε τὸ καθῆκόν του καὶ ἠκολούθησε τὸν
1355βασιλέα.
1356§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸν κατακρίνω, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν
1357του, ναὶ, ἀλλὰ ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν τότε ἠκολούθησαν, ὁ
1358τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τότε ἐνόμισαν ὅτι ἔλυσαν τὸ κυβερνητικὸν
1359ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸν ὁποῖον συμβουλεύετε καὶ σήμε-
1360ρον, εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἔφερεν, ὥστε ὁ πατήρ σας διὰ
1361νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς τὸν βασιλέα Ὄθωνα δὲν
1362τοῦ ἔμεινεν ἄλλο, εἰμὴ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ μέχρι Βαυαρίας. Ἰ-
1363δοὺ διατί λέγω, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος δὲν
1364εἶναι νὰ σχηματίσωμεν κυβερνήσεις μακροβίους, ἀλλὰ νὰ σχη-
1365ματίσωμεν κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ᾖναι μακρόβιοι ἀλλ’ ἐξερ-
1366χόμεναι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα μας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἔχουν τὴν ἐλευ-
1367θέραν ὑποστήριξιν τὴν ἰδικήν σας καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ
1368στέμματος, ἔχουσαι πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας διὰ νὰ ᾖναι
1369ὑπεύθυνοι ἐξ ἴσου καὶ εἰς τὸ σῶμα τοῦτο καὶ εἰς τὸ Στέμμα.
1370Ἀλλὰ ἰδοὺ τώρα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φέρει ἐνώπιόν
1371σας τὸ σύστημα τὸ ὀθωνικὸν εἰς τὴν χειροτέραν του μορφὴν καὶ
1372τὰ διατάγματα τῶν χαρίτων του θέλει νὰ τὰ δικαιολογήσῃ μὲ
1373τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως, καὶ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ βασιλέως εἰσ-
1374έρχεται καὶ φέρει ἐκεῖθεν ἐδῶ ἔγγραφα ὅπως ἐδῶ δικαιολογή-
1375σῃ τὴν διαγωγήν του καὶ κατηγορήσῃ διὰ τῶν ἰδιαιτέρων
1376ἐγγράφων τῶν ἐναποτεθειμένων εἰς τὰς χεῖρας τοῦ βασιλέως ἕ-
1377να προκάτοχον ὑπουργόν. Δὲν εἶναι ἔγγραφον κοινῆς ὑπηρεσίας
1378ἡ ἔκθεσις ἑνὸς ὑπουργοῦ λαλοῦντος πρὸς τὸν βασιλέα. Εἷς τῶν
1379μᾶλλον κοινοβουλευτικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀνδρῶν, ὅστις ὑπουργὸς
1380πολλάκις ἐχρημάτισε καὶ ὅστις καὶ πάλιν τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ἕ-
1381δραν θὰ καθεξῇ, πρεσβεύει ὅτι αἱ ἐκθέσεις τοῦ ὑπουργοῦ πρὸς
1382τὸν βασιλέα εἶναι τοιαύτης ἰδιαιτέρας φύσεως, εἶναι ἔγγραφα
1383τοσοῦτον ἰδιαίτερα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ βασιλέως, ὥστε δὲν
1384τὰ ἀφίνει εἰς τὰ ὑπουργεῖα, ἀλλὰ τὰ ἀποσύρει ἐκεῖθεν. Καλῶς
1385φρονεῖ ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τρέχουν
1386μεταξὺ ὑπουργοῦ καὶ βασιλέως, μάλιστα πρὶν ἢ ἐνέρ-
1387γειά τις φθάσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, εἶναι ὅλως ἀπόῤῥητα.
1388Καὶ τοιαῦτα ἔγγραφα φέρει ἀπὸ τοῦ ἀνακτορικοῦ γραφείου καὶ
1389αὐτὰ ῥίπτει ἐνώπιόν μας ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως
1390προκάτοχον κατηγορήσῃ, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως ἀσεβῶς
1391καταβιβάζει εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι δῆθεν ὁ βασιλεὺς ἠθέλησε
1392τὴν δεῖνα χάριτα, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἀπῄτησε τὸ δεῖνα διάταγμα.
1393§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸν λόγον, κ.
1394πρόεδρε.
1395§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε καλλίτερα τὸ τόπον
1396καὶ τὰ προηγούμενά του, εἴπατε ἂν ἄλλοτε ποτὲ οἱ ὑπουργοὶ
1397τοῦ Ὄθωνος, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς ὀρθῶς παρε-
1398τήρησεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὑπῆρχον ὑπουργοὶ καὶ ὄχι
1399ὑπουργεῖον, ὑπουργοὶ καὶ ὄχι κυβέρνησις, ἂν ἄλλοτε ποτὲ ἦλ-
1400θον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς βουλῆς οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι νὰ ῥίψω-
1401σι τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως εἰς νομοσχέδιόν τι, εἰς πρᾶξιν τινα
1402ἰδικήν των. Ἔτρεχε μυστικὰ καὶ τότε τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως
1403πρὸς δικαιολόγησιν πράξεων τινῶν τῶν ὑπουργῶν· λέγω καὶ
1404τότε, διότι καὶ σήμερον ἠξεύρετε τί γίνεται, καὶ τώρα τρέχει ὡς
1405καὶ τότε μυστικὰ τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως ὅπως δικαιολογήσωσι
1406τὰς πράξεις των, ὅπως καλύπτωσι διὰ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ βασι-
1407λέως τὴν ἰδικήν των εὐθύνην. Ἀλλ’ ἀπευθύνομαι πρὸς σᾶς τοὺς
1408ἀρχαιοτέρους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε περισσότερον τὰ τότε πράγ-
1409ματα, νὰ μοὶ φέρετε, ἂν δύνασθε, ἓν παράδειγμα, ὅτι ἦλθε πο-
1410τὲ ὑπουργὸς ἐπὶ Ὄθωνος εἰς τὴν βουλὴν καὶ νὰ εἰπῇ ἀπὸ τοῦ
1411βήματος, τοῦτο ἔκαμα διότι ὁ βασιλεὺς τὸ ἠθέλησε. Καὶ τοῦτο
1412δὲν εἶναι τὸ πρῶτον δεῖγμα τὸ ὁποῖον μᾶς δεικνύει, ὅτι κινοῦ-
1413μεν πάλιν ἐμπρὸς ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἐπὶ Ὄθωνος ἐσταματήσαμεν.
1414Πρέπει, κύριοι, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος δὲν
1415ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην του, ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θέλει ἀντὶ τῆς
1416ἰδικῆς του εὐθύνης νὰ θέσῃ ἐμπρὸς τὸ ἀνεύθυνον τοῦ βασιλέως,
1417πρέπει νὰ τιμωρηθῇ διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας σας. Τὸ ζήτημα
1418τοῦτο πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ λυθῇ ἀπὸ σᾶς, πρέπει νὰ λυθῇ ἐπὶ
1419κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ κεφαλῆς φέρει τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐπα-
1420ναστάσεως τῆς 10 Ὀκτωβρίου.
1421Διατί δὲν φέρετε ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ζήτημα τοῦτο; εἶπεν ὁ κ.
1422Κουμουνδοῦρος, καὶ τὸ ἐπρόσθεσε, νομίζω, καὶ ὁ κ. Χατζίσκος,
1423—(Ὄχι, δὲν εἶπε τίποτε περὶ τούτου ὁ κ. Χατζίσκος). — Διατί
1424δὲν ἐφέρατε τὸ ζήτημα τοῦτο προτήτερα; διατί δὲν ἐξετάζετε
1425ἐν συνόλῳ τὸν βίον τοῦ ὑπουργοῦ; Διότι δὲν ἐθέσαμεν ἡμεῖς
1426ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἔῤῥιψε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο· δὲν ἐπιλαμ-
1427βανόμεθα δὲ τῆς ἐξετάσεως ἐν συνόλῳ τοῦ ὑπουργικοῦ βίου τοῦ
1428κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἤδη εἴπομεν, κύριοι, ὅτι ἡ-
1429μεῖς δὲν θέτομεν ὑπὸ συζήτησιν, εἰμὴ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστο-
1430σύνης, ὡς αὐτὸς μᾶς κράζει νὰ θέσωμεν αὐτό. Ἠθελήσαμεν ν’ ἀ-
1431ποφύγωμεν σκάνδαλα, ἠθελήσαμεν καὶ θέλομεν ἀκόμη νὰ ἀπο-
1432φύγωμεν λίαν λυπηρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναπτυχθῶσιν,
1433ἐὰν ὅλος ὁ ὑπουργικὸς βίος τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τεθῇ
1434ὑπὸ συζήτησιν, ἐὰν ὅλαι αἱ περιστάσεις ἀναπτυχθῶσι, καθ’ ἃς
1435ὁ κ. ὑπουργὸς ἀσεβῆ καὶ σκανδαλώδη ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ
1436ὀνόματος τοῦ βασιλέως. Ἠθελήσαμεν καὶ θέλομεν ν’ ἀποφύγω-
1437μεν τὰς τοιαύτας λυπηρὰς συζητήσεις, ἐπροτείναμεν ἁπλῶς καὶ
1438μεμονωμένως τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ
1439τῆς Δικαιοσύνης μόνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, τὸ ὁ-
1440ποῖον ἄλλως αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπεκίνησεν, ὅπως περιορισθῶμεν εἰς
1441τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀλιγώτερον πικράν, ὀλιγώτερον σκαν-
1442δαλώδη ἤθελε κάμει ἐντύπωσιν. Ἐὰν ὅμως περαιτέρω πέπρωται
1443νὰ προβῶμεν ἀκολούθως, καὶ δὲν τὸ πιστεύω ποτὲ, τὴν περὶ
1444τούτου εὐθύνην δὲν θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς, οἵτινες ἤδη περιωρίσθημεν
1445ἐκεῖ ὅπου ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν.
1446§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Λομβάρδε, δὲν νομίζω κακὸν, ἐὰν
1447γνωρίζετε καὶ ἄλλα σκανδαλώδη, νὰ εἰπωθοῦν.
1448§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί νὰ σᾶς εἴπω; Ἔθιξα ἁπλῶς τὸ ζήτημα τῶν
1449γενομένων παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ διορισμῶν δικαστῶν ἀνικάνων
1450καὶ φατριαστῶν, μὴ δυναμένων νὰ ἀποκατασταθῶσι, μάλιστα
1451ἰσοβίων· οὐδὲν ἀνέφερον ὄνομα.
1452Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε ν’ ἀναφέρῃ τὸ
1453ὄνομα τοῦ Ἀλεξάκη, ὃν παυθέντα ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἰσοβιό-
1454τητα. Καὶ περὶ τούτου θὰ σᾶς εἴπω τινὰ, ἐὰν θὰ ἀναγκα-
1455σθῶμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ ἄλλων. Ἠξεύρετε ὅμως
1456τί εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀλεξάκης; ἦτο δικαστὴς διορισθεὶς χάριν εὐ-
1457νοίας εὐνοουμένου τινός. Οὗτος ὁ Ἀλεξάκης διορισθεὶς ἐστάλη
1458ἐπίτηδες εἰς ἐπαρχίαν τινὰ ὅπως διανείμῃ τὴν δικαιοσύνην,
1459μάλιστα τὴν ποινικὴν, καθὼς ἐννόουν τὴν διανομὴν ἐκεῖνοι οἵτι-
1460νες τὸν ἔστειλαν. Περὶ τοῦ Ἀλεξάκη τούτου, καθόσον ἀποβλέπει
1461τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων του, ὑπάρχει πρὸς τοῖς
1462ἄλλοις κατηγορία δημοσία διὰ τοῦ τύπου παρὰ βουλευτοῦ, ὅτι
1463ἐγένετο ἀφορμὴ φόνου, ὀρφανεύσαντος πολυμελῆ ἀδύνατον οἰκο-
1464γένειαν, ὁλόκληρον δῆμον, διὰ τῆς δολοφονίας τοῦ δημάρχου τοῦ
1465δήμου Ἀρτεμισίων· ἡ ὑπόθεσις ἐφέρθη εἰς τὰ δικαστήρια· ὁ
1466Ἀλεξάκης ἐκατηγόρησε τὸν διὰ τοῦ τύπου κατηγορήσαντα αὐ-
1467τὸν βουλευτὴν, ἀλλὰ τὰ δικαστήρια δὲν εὗρον ἀφορμὴν κατηγο-
1468ρίας. Ὁ Ἀλεξάκης οὗτος ἐπαύθη ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην
1469συνεπείᾳ ἐκθέσεως τῶν ἐποπτῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Δελη-
1470γεώργης ἔστειλε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν
1471ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰσοβιότης τῶν πρωτοδικῶν, ἐπαύθη δὲ, ἂν
1472καλῶς ᾖμαι πληροφορημένος, ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ φατριασμῷ.
1473Εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης θὰ ὑπάρχουν
1474πρὸς ταῦτα καὶ ἐκθέσεις τριῶν προέδρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὁ
1475ἄνθρωπος οὗτος ὑπηρέτησε, καὶ δύο εἰσαγγελέων, οἵτινες προ-
1476τείνουν τὴν ταχεῖαν μετάθεσίν του ἀπὸ τοῦ τόπου εἰς τὸν
1477ὁποῖον εὑρίσκετο, ὡς φατριαστοῦ καὶ ἀνικάνου. Παρακαλῶ
1478τὸν κύριον Μίλησην νὰ εἴπῃ ὅ,τι γνωρίζει ἐπ’ αὐτῆς τῆς
1479ὑποθέσεως.
1480§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅταν λάβω τὸν λόγον, θὰ τὰ ἀναφέρω.
1481§71ΔΙΒΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Λομβάρδε, νὰ ἐκφράσω
1482μίαν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀλεξάκη, διότι τε-
1483λευταῖον ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τὸν ἔστειλε δικαστὴν εἰς
1484τὴν ἰδιαιτέραν του ἐπαρχίαν, καὶ ἐὰν ἦτο τοιοῦτος, οἷον ὑμεῖς
1485τὸν παρουσιάζετε, δὲν ἤθελε τὸν διορίσει.
1486§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπαυσεν ἴσως ἄλλον ἐκεῖ.
1487§73ΔΙΒΑΡΗΣ. Τὸν κύριον Βῶρον.
1488§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἢ λοιπὸν ἡ παῦσις, ἣν ἔστειλε τῷ Ἀλεξάκῃ
1489ὁ κύριος Δεληγεώργης ἦτον ἄδικος, ὅτε μάλιστα ἐπρόκειτο νὰ
1490λάβῃ τὴν ἰσοβιότητα, ἢ ὁ νέος νῦν διορισμός του εἶναι κα-
1491κός· καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἀνέφερε τὴν εἰς Κεφαλληνίαν μετάθεσίν
1492του ὁ κύριος Δυβάρης, λέγω, ὅτι ὅταν πρὸ ὀλίγου μετὰ τὴν
1493ἔκδοσιν τῆς περιφήμου ἐγκυκλίου τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1494καιοσύνης ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀνάκρισις εἰς Μεγαλόπολιν
1495διὰ τὸν φόνον τοῦ υἱοῦ τοῦ ὑποψηφίου Κεφάλα καὶ ὁ ἐκεῖ
1496εὑρισκόμενος ἀνακριτὴς Ζηλήμων, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του,
1497ἐξέδωκεν ἐντάλματα συλλήψεως, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
1498διὰ τηλεγραφήματος διέταξε τὸν εἰσαγγελέα ν’ ἀποσύρῃ τὸν
1499Ζηλήμονα καὶ νὰ στείλῃ τὸν Ἀλεξάκην καὶ οὐχὶ ἄλλον (εἶναι
1500ἡ ἔκφρασις τοῦ τηλεγραφήματος) εἰμὴ τὸν Ἀλεξάκην· τώρα
1501τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.
1502§75ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐστάλη εἰς τὴν Μεγα-
1503λόπολιν διὰ τὸν φόνον τοῦ Κεφάλα.
1504§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω τὸ ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος.
1505§77ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐκεῖ ἐστάλη δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν.
1506§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ ἀντίγραφον τοῦ τηλεγρα-
1507φήματος.
1508§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε τὶ θὰ εἰπῇ Ζηλήμων;
1509§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ περιωρίσθην καὶ περιορίζομαι εἰς ἐκεῖ-
1510να τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀποφεύ-
1511γω νὰ ἐξετάσω τ’ ἄλλα, περιορίζομαι εἰς μόνον τὰ εὐσχη-
1512μότερα. Τώρα ὅμως, ὅτε μᾶς προκαλεῖτε νὰ συζητήσωμεν τὸν
1513ὅλον ὑπουργικὸν βίον του, ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς εἶνε τοι-
1514αύτη, ὥστε νὰ μᾶς βιάσῃ εἰς τοῦτο, τότε θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς
1515τὴν τοιαύτην συζήτησιν, ἡ ὁποία ἂν λάβῃ, ὡς θὰ λάβῃ, σκανδα-
1516λώδη χαρακτῆρα, οἱ ὑπεύθυνοι δὲν θὰ ἤμεθα ἡμεῖς. Ἐπιμένω
1517ὑποστηρίζων τὸ θέμα μου.
1518§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Λομ-
1519βάρδον μόνον ὅτι εἰς τὰ 71, ὅτε ἤμην πρωθυπουργός, ὁ κ. Λομ-
1520βάρδος ἀπετέλει μέρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὑποψήφιος πρόεδρος
1521τῆς Βουλῆς καὶ συνεζούσαμεν μαζὺ μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀπῆλθεν
1522εἰς τὰ ἴδια.
1523§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπενθυμίζω κἀγὼ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον,
1524ὅτι τὴν διαφωνίαν μου ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς τότε
1525Κυβερνήσεως τῷ τὴν ἐδήλωσα καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως.
1526§83ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, ἡ
1527παρατεταμένη συζήτησις ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως, ἀφορώσης τὴν
1528ἀπονομὴν χάριτος, ἕκαστος κατενόησεν, ὅτι ἔλαβε μακρὰς δια-
1529στάσεις· πῶς ἔλαβε τὰς διαστάσεις ταύτας, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ
1530μεμφθῶ κανένα, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μεμφθῶ τὴν πε-
1531ποίθησίν τινος· δὲν ἔχω νὰ μεμφθῶ κανένα, διότι ἐγένοντο ἀ-
1532ποπλανήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἕτερον ἀντικείμε-
1533νον· τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἑκάστου ἀγορεύοντος. Ἐλέχθη ὅμως
1534πολλάκις καὶ ἐπανελήφθη τὸ περὶ ἀλληλεγγύης· οἱ μὲν εἶπον,
1535ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει κἄπως ἀλληλεγγύην ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν
1536χαρίτων, οἱ δὲ ὅτι δὲν ἔχει ἀλληλεγγύην· ἤκουσα καὶ τῶν μὲν
1537τοὺς λόγους καὶ τῶν δέ. Εὐχαριστῶ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ
1538Νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι πλέον ζήτημα, ἀφοῦ ὁ ἀ-
1539ξιότιμος συνάδελφός μου σᾶς ἐδήλωσεν ὅτι ἡ πρᾶξις, ἣν ζητοῦν
1540νὰ μεμφθοῦν σήμερον, ἦτον ἐδική του, μὴ μετασχόντων τῶν λοι-
1541πῶν ὑπουργῶν τῆς ἐνεργείας. Ἀπὸ ἐκείνης λοιπὸν τῆς στιγμῆς
1542νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀλληλεγγύης, ἀφοῦ
1543μάλιστα ἡ κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τῶν χαρίτων κατὰ τὴν συ-
1544ζήτησιν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανὲν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ
1545κοινοβούλιον, σταθῆτε, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν πρᾶξιν
1546τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀλληλέγγυοι καὶ πρέπει νὰ γίνῃ
1547καὶ περὶ ἡμῶν λόγος. Ἂν ὅμως τινὲς νομίζουν ὅτι ὑπάρχει ἀλ-
1548ληλεγγύη, ἂς προτείνουν αὐτὴν καὶ τὴν δεχόμεθα εὐχαρίστως,
1549καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφανθῇ περὶ τούτου. Ἐκ τοῦ συντάγματος
1550αὐτοῦ δὲν πηγάζει ἀλληλεγγύη, διότι δὲν ἐγένετο ἀθρόα πρᾶ-
1551ξις, ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ὑπογραφεῖσα, οὔτε ὑπῆρξε κἄν προηγου-
1552μένη γνῶσις περὶ τῶν χαρίτων ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν,
1553ἀλλὰ διοικητικὴ πρᾶξις ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἀναγομένη εἰς τὴν δι-
1554καιοδοσίαν του. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ περὶ ἀπονομῆς
1555χαρίτων ἀντικείμενον λαμβάνει πολλάκις χαρακτῆρα πολιτικόν,
1556ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν ὁλόκληρον τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον
1557ἐνεργῇ τοῦτο ὡς μέτρον κυβερνητικόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμέ-
1558νου ἡ περὶ ἀπονομῆς χαρίτων πρᾶξις τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἶ-
1559ναι ἀπόῤῥοια τῆς ὑπηρεσίας μόνης, ἑπομένως δὲν θέλομεν νὰ ἐ-
1560πηρεάσωμεν τὴν πεποίθησίν τινος διὰ τῆς δῆθεν προτεινομένης
1561ἀλληλεγγύης, οὔτε ἐρχόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ τῆς παρεμ-
1562βάσεώς μας ἕνεκεν τῆς ἀλληλεγγύης τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν,
1563διὰ τὴν περὶ τῶν χαρίτων πρᾶξίν του, καθόσον φρονοῦμεν, ὅτι
1564αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ ἀπᾷδον, καὶ πᾶσα τοιαύτη ἀλλοτρία πα-
1565ρέμβασίς μας πιθανὸν νὰ παρεξηγηθῇ. Ὡς βουλευτὴς, κύριοι, καὶ
1566ὡς μέρος ἀποτελῶν τῆς κυβερνήσεως, ἤκουσα τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ
1567λεχθέντα, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ πρᾶξις τοῦ συνα-
1568δέλφου μου δὲν εἶναι μεμπτέα. Τί εἶναι χάρις; Οἱ πλεῖστοι οἱ
1569ἀσχοληθέντες περὶ αὐτῆς γινώσκουσιν, ὅτι χάρις δὲν εἶναι δι-
1570καιοσύνη, ὡς εἶπέ τις τῶν βουλευτῶν, εἶναι χάρις, εἶναι ἀπόῤ-
1571ῥοια ἐπιεικείας, ἔλεος χριστιανικὸν, εὐσπλαγχνία ἡγεμονικὴ, ἐκ-
1572δηλουμένη εἰς ἄτομον, παραβιάσαν τοὺς νόμους ἀλλὰ πεσὸν εἰς
1573μετάνοιαν, ἢ ἕνεκεν ἄλλων λόγων ἄξιον αὐτῆς καθιστά-
1574μενον. Ἀλλὰ τίς ἄνθρωπος ἔδωκε τὸ μέτρον τοῦτο; ἢ τίς νόμος
1575διαγράφει αὐτό; πότε εἶναι ἐπιείκεια, καὶ πότε δὲν εἶναι; πότε
1576ὑπάρχει ἔλεος καὶ πότε δὲν ὑπάρχει, ὥστε ὁ εἷς νὰ ἐπικρίνῃ
1577τὸν ἄλλον; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ ἕκαστος ἄνθρωπος ἔχει
1578ἰδίας σκέψεις περὶ δικαίου καὶ ἀδίκου, περὶ ἐπιεικείας ἢ μή.
1579Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγ-
1580ματος, ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του. Τότε δὲ μόνον ἡ
1581χρῆσις ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι μεμπτέα, ὅταν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ
1582ἀποδειχθῇ ὀλιγωρία περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, ἢ ἀμέλεια ἢ
1583δόλος, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤκουσα οὐδὲν τοιοῦτον ἀποδειχθὲν ἐνταῦθα.
1584§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τὰ εἶπον ὅλα.
1585§85ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἴπατε, ἐγὼ ὅμως δὲν τὰ εὑρίσκω
1586κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὀρθά· σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν
1587ἄλλων, ἔχω ὅμως καὶ τὰς ἰδικάς μου.
1588§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ τὰς
1589δεχθῆτε.
1590§87ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν, ἀλλὰ δὲν ἦσαν ὅλα
1591ἐντὸς τῆς ἀληθείας. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐξουσίᾳ
1592του, ἐν τῷ δικαιώματί του ἐπροκάλεσε χάριτας. Δὲν βλέπω
1593ποῦ στηρίζεται τὸ ἐπιλήψιμον αὐτῶν· ἀπέδειξε κανεὶς ὅτι ἦσαν
1594κακαί; Πάντες οἱ ὑπουργοὶ ἔκαμον χρῆσιν χαρίτων· ἴσως εἷς
1595ὑπουργὸς ἢ βουλευτής τις ἢ ὁποιοσδήποτε πολίτης ἢ δημοσι-
1596ογράφος ἔχει διαφορετικὰς ἰδέας περὶ ἐπιεικείας, περὶ ἐλέους· ὁ
1597εἷς εἶναι αὐστηρὸς, ὁ ἕτερος δὲν εἶναι. Ἀλλὰ διότι εἷς ὑπουρ-
1598γὸς ἐθεώρησεν ὅτι κατάδικός τις εἶναι ἄξιος ἐλέους, ἕπεται ὅτι
1599εἶναι μεμπτέος; Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀμφιβάλλω
1600ἂν τὸ Κοινοβούλιον ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν διάνοιαν,
1601καθόσον φρονῶ, ὅτι μόνον τὰς ἐξωτερικὰς πράξεις δικαιοῦται
1602νὰ ἐλέγξῃ, ὅταν αὗται ἐμφαίνωσιν ὀλιγωρίαν ἢ δόλον ἢ ἄλλο
1603τι παρόμοιον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, ὡς εἶπον, ἐπὶ τῶν
1604χαρίτων δὲν ἀπεδείχθη οὔτε δόλος, οὔτε ὀλιγωρία. Ὁ συνάδελ-
1605φός μου ἔπραξεν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὡς ὑπουργός. Ἴσως
1606ἐπλανήθη, ἴσως ἐξετίμησεν ἐπιεικέστερον ἢ μὴ μίαν πρᾶξιν.
1607Ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, διότι ἐμόρφωσε τοιαύτην ἰδέαν
1608περὶ ἐπιεικείας, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὸν μεμφθῶμεν. Ἠμ-
1609πορεῖ ἴσως ἄλλως νὰ σκέπτηται τὸ Κοινοβούλιον, κατ’ ἐμὴν
1610ὅμως πεποίθησιν δὲν εὑρίσκω, ἀπαθῶς κρίνων, τί ἀπᾷδον ὡς
1611πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα τῶν χαρίτων.
1612Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι ὑπάρχει πίεσις
1613κατὰ τοῦ ὑπουργείου, πεῖσμα κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ εὔνοια
1614ὑπὲρ τοῦ ἐν λόγῳ συναδέλφου μου, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἀνυπό-
1615στατα. Οὐδεὶς, κύριοι, ἠπείλησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ
1616πρώτην φορὰν μόνον ἀκούω τοιοῦτόν τι ἐνταῦθα. Ὁ Ἡγεμὼν
1617ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ, καὶ οὐδέποτε ἀνεμίχθη, οὐδὲ ἀναμιγ-
1618νύεται, καὶ πᾶς ὅστις φρονεῖ τὸ ἐναντίον, ὑποδεικνύων τοιοῦτόν
1619τι ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, νομίζω ὅτι ἁμαρτάνει.
1620Δὲν ἐκτείνομαι πλειότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου
1621πρὸς ἀποφυγὴν νέων συζητήσεων. Ὁ Βασιλεὺς ποιεῖ χρῆσιν
1622τοῦ δικαιώματός του, ὁσάκις τὸ συμφέρον τῆς πατρί-
1623δος ὑπαγορεύει τοῦτο, καὶ οὐδόλως ἀναμιγνύεται εἰς πράγματα
1624ἄσχετα πρὸς αὐτό. Οἱ φρονοῦντες τὸ ἐναντίον παραγνωρίζουσι
1625τὴν ἀλήθειαν.
1626§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον τὸ τοιοῦτον.
1627§89ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τόσον καλλί-
1628τερα. Τὸ ἀρχικὸν ζήτημα, κύριοι, ἐνῷ ἦτο ἐπερώτησις περὶ τῶν
1629χαρίτων, δυστυχῶς ἡ συζήτησις παρεξέκλινε τοῦ κυρίου ζητή-
1630ματος εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, καὶ ἔλαβε
1631διαστάσεις, ὥστε ἐπὶ ἡμέρας ἀσχολούμεθα ἤδη, ἐνῷ ἄλλα
1632μᾶλλον σπουδαιότερα ἀντικείμενα περιμένουν τὴν ἐπ’ αὐτῶν
1633ἐμβριθῆ μελέτην καὶ σύσκεψιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ πρᾶξις περὶ
1634χαρίτων τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ὅπως ἀνεπτύχθη, καὶ ὅπως ἐγὼ
1635τοὐλάχιστον ἀντελήφθην αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν
1636εἶναι κατακριτέα, καὶ ἑπομένως μάτην ἐγένετο τοσοῦτος θόρυβος,
1637ὡσὰν νὰ ἐπροδόθησαν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἢ νὰ ἐκιν-
1638δύνευσεν ἡ ὑπόληψις τοῦ ἔθνους. Ἀρκετὰ, νομίζω, κύριοι, ἀνε-
1639πτύχθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν περαιτέρω.
1640§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί προτείνετε λοιπόν;
1641§91ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Φρονῶ ὅτι
1642τὸ Κοινοβούλιον δύναται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ
1643προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1644§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὰ, καλά.
1645§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ, μὲ
1646ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ.
1647Λομβάρδον, ἵνα παραστήσω ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὴν ἱστορίαν
1648τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας καὶ ἰδίως τὴν ἀφορῶσαν τὸ
1649ὑπουργικὸν συμβούλιον, δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν,
1650ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν ἄλλοτε, ὅταν
1651δοθῇ εὐκαιρία.
1652§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καίτοι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπα-
1653σχολεῖ ἐπὶ 5 ἡμέρας, εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἀφ’ ὅ,τι παρά τινων
1654ἐξελήφθη, καὶ, περὶ τοιούτου ζητήματος προκειμένου, ὤφειλον
1655καὶ ἐγὼ νὰ λαλήσω, γνώμην ἔχων διάφορον πρός τινας τῶν
1656ἀγορευσάντων ἐπὶ γενικῶν τινων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον
1657σήμερον ἀλλ’ ἀείποτε θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ διέπωσι τὰς γνώμας
1658καὶ ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, μολαταῦτα, ἐπειδὴ ἀρκετὰ
1659ἐξεδηλώθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἐπιθυμία νὰ δοθῇ πέρας πλέον
1660εἰς τὴν συζήτησιν, ὀλίγιστα θέλω εἴπει, μὴ δυνάμενος ἐντελῶς
1661νὰ σιωπήσω, μετὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα ἀγόρευσιν τοῦ ἀ-
1662ξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος, ἂν οὐχὶ ὡς γνώμας
1663καὶ ἐπιθυμίας ἰδικάς του, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὡς συνέπειαν εἴτε
1664ἄμεσον εἴτε ἐνδεχομένην τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεώς του
1665παρέστησεν ἀποτελέσματα πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔχω
1666σκοπὸν νὰ ἐπιδιώξω διὰ τῆς ψήφου τὴν ὁποίαν θέλω δώσει·
1667συνεννοηθεὶς δ’ ἐπὶ τούτῳ μετὰ τῶν πολιτικῶν φίλων μου, ἐνο-
1668μίσαμεν ὅτι εἶναι πρέπον νὰ κάμωμεν τὴν δήλωσιν ταύτην, ἵνα
1669μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἑκάστου νὰ χαρακτηρίσῃ ὅπως
1670θέλει τὴν ψῆφόν μας κατὰ τὰς ἰδιοτροπίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν
1671ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις.
1672Τὸ ζήτημα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ὑπουργῶν ἐζήτησαν πολ-
1673λοὶ τῶν ἀγορευσάντων νὰ περιορίσωσιν ἐντὸς ὁρίων. Τὸ ζήτημα
1674ὅμως τοῦτο, ὡς καὶ τὸ τῆς εὐθύνης, δὲν ἔχει παρὰ δύο μόνον
1675ὅρια· τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ γνώμη τῆς
1676πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ
1677ἐπιβάλῃ ἡ ἀπόφασις τῆς κυβερνήσεως. Ἡ γνώμη τῶν φρονούν-
1678των ὅτι ὑπάρχουσιν ὅρια, καὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τούτου ἠναγκά-
1679σθησαν νὰ μακρηγορήσωσιν ἵνα τὰ ἀνεύρωσιν, εἶναι, νομίζω, πε-
1680πλανημένη. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὸ ζήτημα εἰς ὃ ἀσχολούμεθα
1681εἶναι σπουδαῖον· δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι μέγα, ὅτι
1682εἶναι θεμελιῶδες, διότι περικλείει τὴν κυρίαν καὶ μόνην βάσιν
1683ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀναπαύεται τὸ πολίτευμά μας.
1684Τί εἶναι τὸ πολίτευμά μας; εἶναι κρᾶμα δημοκρατίας καὶ
1685μοναρχίας. Οἱ ἐπινοήσαντες τοῦτο λαοὶ ὤφειλον ν’ ἀνεύρωσι
1686τὸ μέσον τοῦ συμβιβασμοῦ δύο ἀντιθέτων ἐξουσιῶν. Τὴν ἀντί-
1687θεσιν ταύτην ἤγαγον εἰς ὁμοφροσύνην καὶ ἐκ τούτου παρήγαγον
1688οὐ μόνον τὸν τακτικὸν καὶ ὁμαλὸν βίον τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ
1689τὴν μεγίστην πρόοδον αὐτῶν, ἐπιβαλόντα περιορισμοὺς ἀφ’ ἑνὸς
1690εἰς τὴν μοναρχίαν, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν δημοκρατίαν. Οἱ ἀντι-
1691πρόσωποι τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὸ κράτος τοῦ
1692δήμου, τὸ κράτος τοῦ ἔθνους, τοῦ λαοῦ, ὑπέχουσι τὸν περιορι-
1693σμὸν τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ
1694ἀπονεμηθέντος εἰς τὸν βασιλέα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἡ δὲ
1695βασιλεία περιορίζεται ἐκ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ
1696Κοινοβούλιον ν’ ἀνατρέπῃ τὰς κυβερνήσεις αὐτῆς. Περὶ τοῦ πρώ-
1697του δὲν πρόκειται, πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου. Εἰς τί τοῦτο
1698συνίσταται; διότι ἡ ἐξέτασίς του, ἣν ἐν ὀλίγοις θέλω προσπα-
1699θήσει νὰ κάμω, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἂν
1700ὑπάρχωσιν ἢ δὲν ὑπάρχωσιν ὅρια εἰς τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἀλλη-
1701λεγγύην τῶν ὑπουργῶν.
1702Ἡ ἀνατροπὴ τῶν κυβερνήσεων γίνεται ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου
1703κατὰ τρεῖς τρόπους· διὰ τῆς ἀποδοκιμασίας, διὰ τῆς ἀρνήσεως
1704τῶν φόρων, διὰ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως. Τὸ ἓν εἶναι βαρύτερον
1705τοῦ ἄλλου, καὶ τὰ Κοινοβούλια ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ των δὲν προστρέ-
1706χουσιν εἰς τὸ βαρύτερον πρὶν ἐξαντλήσωσι τὸ ἐλαφρότερον. Διὰ νὰ
1707ἐννοήσητε δὲ τὴν μεγάλην δύναμιν, τὸ μέγεθος τοῦ ἐπιβληθέν-
1708τος διὰ τοῦ συντάγματος εἰς τὴν βασιλείαν περιορισμοῦ, σκε-
1709φθῆτε ὀλίγον προσεκτικῶς, πόσον ἰσχυρὰ εἶναι τὰ δικαιώματα
1710τὰ ὁποῖα ἀπενεμήθησαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ κατηγορία τῶν
1711ὑπουργῶν οἵτινες εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ στέμματος, ἡ ἄρνη-
1712σις τῶν φόρων ἡ ὁποία σταματᾷ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἡ
1713ἀποδοκιμασία τῶν ὑπουργῶν, ἡ ὁποία ἠθικῶς ἀναγκάζει τὴν
1714βασιλείαν νὰ σκεφθῇ μεταξὺ τῆς πτώσεως τοῦ ὑπουργείου καὶ
1715τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι μέγιστα καὶ ἰσχυρότατα μέσα
1716περιορισμοῦ τῆς βασιλείας. Ἐνταῦθα φθάσας ἐπαναλαμβάνω καὶ
1717πάλιν ὅ,τι πρὸ μικροῦ εἶπον· ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ
1718πέντε ἡμέρας μᾶς ἀπησχόλησε, δὲν μᾶς ἀπησχόλησεν ἀδίκως·
1719διότι τὸ νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ γνῶσιν, ἰδίως ἐν ἀρχῇ τῆς συναν-
1720τήσεώς μας ἐν τούτῳ τῷ περιβόλῳ, περὶ τῶν δικαιωμάτων
1721μας καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ὡς ἐπίσης περὶ τῆς
1722ἐξουσίας ἀπέναντι τῆς ὁποίας πολιτευόμεθα, ἦτο ἄξιον πενθη-
1723μέρου συζητήσεως.
1724Πόθεν προέρχονται τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ Κοινοβουλίου;
1725Ἐκ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν πρὸς αὐτό. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουρ-
1726γῶν εἶνε πολιτική. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐκτὸς τῆς
1727πολιτικῆς εὐθύνης ἔχουσι καὶ κοινὴν εὐθύνην· ἀλλ’ αὕτη δὲν
1728ἀνάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κοινοβουλίου, ἀφορᾷ τὰς
1729ἐγκληματικὰς πράξεις τὰς ὁποίας πράττουσιν ἐκτὸς τῆς δικαι-
1730οδοσίας των καὶ τῆς ἐξασκήσεως τῶν καθηκόντων των, εἶνε κα-
1731θαρῶς ποινική, εἶναι προνομιακὴ μόνον, ἀλλὰ διέπεται ἀπὸ τοὺς
1732κοινοὺς κανόνας τοῦ ποινικοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἦτον ἐσφαλμένη
1733ἡ γνώμη τινὸς τῶν συναδέλφων ὅστις, χθὲς ὁμιλῶν περὶ εὐ-
1734θύνης, μετεχειρίσθη παράδειγμα ἀναγόμενον εἰς τὴν κοινὴν εὐ-
1735θύνην, ἥτις διαφεύγει τὴν δικαιοδοσίαν μας καὶ περὶ τῆς ὁποίας
1736δὲν καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν· διότι τὸ κοινὸν ἔγκλημα τὸ
1737ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς πράττει, τὸ πράττει ὡς ἄτομον, καὶ δὲν
1738ὑπάγεται εἰς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ὡς διαφεῦγον τὴν ἁρμο-
1739διότητα τῆς Βουλῆς.
1740Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη διαιρεῖται εἰς δύο, εἰς ποινικὴν καὶ εἰς
1741ἠθικήν. Ἡ ποινικὴ περιλαμβάνει τὰς ἀθετήσεις τῶν νόμων τὰς
1742πραττομένας ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας του,
1743διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς
1744δίκην· ὁ ὑπουργὸς ὑπέχει ποινὰς καὶ ἀποζημιώσεις, ἀλλ’ ἡ τοι-
1745αύτη εὐθύνη ὑπάγεται εἰς τὸ κράτος τῆς ποινικῆς νομοθεσίας·
1746διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀλληλεγγύη τῶν ὑπουργῶν, προκειμένου περὶ
1747ταύτης, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πολιτικὴν, καί τοι
1748πρόκειται περὶ καταδιώξεως ὑπουργοῦ· αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποινικοῦ
1749νόμου ἔχουσι πλῆρες τὸ κράτος των, καί τοι τὸ δικαστήριον
1750εἶνε ἄλλο, καί τοι ὁ κατήγορος εἶνε ἄλλος, καί τοι ὅλα εἶνε
1751ἐξαιρετικά.
1752Μένει ἡ ἠθικὴ εὐθύνη· ἀλλ’ αὕτη δὲν ἔχει ὅρια, οὔτε ἠδύνατο
1753νὰ ἔχῃ. Ἡ ἠθικὴ εὐθύνη περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν ποινικὴν,
1754διότι τὸ Κοινοβούλιον δικαίωμα μόνον ἔχει, οὐχὶ δὲ καὶ ὑπο-
1755χρέωσιν νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργούς· μὴ θέλον δὲ νὰ κατηγο-
1756ρήσῃ ποινικῶς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ εἰς δίκην,
1757δύναται τὰς εἰς τοῦτο ὑπαρχούσας ἀφορμὰς νὰ μεταχειρισθῇ
1758ὅπως ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα ὅπερ ἔχει ἐπ’ αὐτῶν ἕνεκα τῆς
1759ἠθικῆς των εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου. Παρεθίασεν ὁ
1760ὑπουργὸς ἓν ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἢ ἄρθρον ἄλλου τινὸς νό-
1761μου σπουδαῖον καὶ ἄξιον τῆς μερίμνης καὶ τῆς προσοχῆς τοῦ
1762κοινοβουλίου; δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὁ ὑπουργός· ἀλλ’
1763ἐὰν τὸ κοινοβούλιον δὲν θέλῃ, δύναται τὸ περιστατικὸν, τὸ
1764ὁποῖον ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, νὰ χρησι-
1765μεύσῃ ἵνα ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ λόγος διὰ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ εὐ-
1766θύνην· ὥστε ἡ ἠθικὴ εὐθύνη περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν ποινι-
1767κήν. Ἀλλὰ περιπλέον περιλαμβάνει τὴν ἀμέλειαν τοῦ ὑπουργοῦ,
1768τὴν ἀπερισκεψίαν, τὴν ἀδράνειαν καὶ αὐτὴν τὴν συμπεριφο-
1769ρὰν καὶ αὐτὴν τὴν ἀνικανότητά του, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ, πι-
1770στεύω, πολιτειολόγος ὅστις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἤτοι
1771ὅτι τόσον ἐκτεταμένα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς εὐθύνης τοῦ
1772ὑπουργοῦ. Διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ δ’ ἕκαστος προχείρως ἀρκεῖ νὰ ἐν-
1773θυμηθῇ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἢ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ
1774ἀποδοκιμασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι
1775ἡ πλειονοψηφία ἦρε τὴν πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην της, χωρὶς νὰ
1776προβληθῇ οὐδεὶς ἄλλος λόγος, ἀλλὰ διὰ τοὺς λόγους ἐκείνους
1777οἵτινες ἐπήγασαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὃ ἐδιοίκει καὶ
1778καθ’ ὃ ὑπῆρξεν ἡ πάλη μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειο-
1779ψηφίας, συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἕως οὗ ἡ μειο-
1780ψηφία ὑπερίσχυσε καὶ ἔγεινε πλειοψηφία. Ἀφοῦ δὲ καὶ αὐτὴ ἡ
1781συμπεριφορὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἢ τοῦ ὑπουργείου δύναται νὰ δώσῃ
1782χώραν εἰς ἀποδοκιμασίαν, καὶ αὐτὴ ἡ ἀνικανότης του, εἴπατέ
1783μοι, παρακαλῶ, ὁποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς εὐθύνης;
1784Ἀλλ’ ὅ,τι λέγω περὶ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ἠθικῆς εὐθύνης
1785τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ἀλληλεγγύης
1786εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἔσφαλον δ’ ὅσοι εἶπον
1787ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ὀφείλει εὐθύνην ἐνώπιον τῆς βουλῆς διὰ
1788πρᾶξιν τοῦ συναδέλφου του, εἰμὴ μόνον ἐὰν ἔθεσε τὴν ὑπογρα-
1789φήν του εἴτε ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῷ βεβαιοῦντι τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ
1790εἴτε ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ. Λέγω, ὅτι ἔσφαλον, διότι
1791τοῦτο ἔχει ἀληθῶς ἰσχὺν ἐπὶ μόνης τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Τὴν
1792ποινικὴν εὐθύνην, ὡς εἶπον, διέπουσιν αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποινικοῦ νό-
1793μου, καὶ ὁ ποινικὸς νόμος εἶναι αὐστηρότατος ὡς πρὸς τοῦτο·
1794δὲν ἐπιβάλλει ποινὴν ἐκ συμπερασμάτων, λόγῳ δὲ ἀλληλεγ-
1795γύης, τότε μόνον, ὅταν ὑπάρχωσι τὰ προηγούμενα τῆς ἐγκλη-
1796ματικῆς ἑνώσεως, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν μόρφωσιν κα-
1797ταδικαστικῆς ψήφου ἐπὶ πλημμελήματος ἢ κακουργήματος,
1798πράγματα περὶ ὧν οὔτε κἂν κατὰ φαντασίαν εἶναι δυνατὸν νὰ
1799ἔχῃ ἡ βουλὴ ἐξασκοῦσα τὸ εἰρημένον δικαίωμά της. Ὁ ὑπουρ-
1800γὸς λοιπὸν ποινικῶς δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ εἰμὴ διὰ τὰς
1801πράξεις τὰς ὁποίας ἔπραξεν, ἢ διὰ τὰς παραλείψεις· διότι ἡ
1802ποινικὴ εὐθύνη περιέχει ὄχι μόνον τὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ τὰς
1803παραλήψεις. Οἱ δὲ συνάδελφοί του τότε μόνον ὑπάγον-
1804ται εἰς καταδίωξιν, ὅταν συνειργάσθησαν εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα
1805πρᾶξιν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, σᾶς
1806ἐρωτῶ, πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ αὐτὴ ἡ θεωρία, ὅταν
1807ἠθικὴ εὐθύνη τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἀπεριόριστος, καὶ τὸ κοι-
1808νοβούλιον χωρὶς κἂν νὰ δώσῃ τὸν λόγον ἔχει τὸ δικαίωμα ν’
1809ἀποδοκιμάσῃ, ἤτοι νὰ ἐξασκήσῃ τὸ κυροῦν τὴν ἠθικὴν εὐθύνην
1810τοῦ ὑπουργείου δικαίωμα τῆς Βουλῆς; Ὅταν εἰς τοσοῦτον προ-
1811χωρεῖ τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ὁποῖα ὅρια ὑπάρχουσι τῆς ἀλληλεγ-
1812γύης; Καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ ᾖναι, κύριοι. Τὰ ἔθνη τὰ ὁποῖα ἐθυσία-
1813σαν μέγα μέρος τῆς ἐλευθερίας των, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τ’ ἀγαθὰ
1814τῆς μοναρχίας, δὲν ἐνόησαν ν’ ἀπεκδυθῶσι καὶ ἐκείνων τῶν δικαιω-
1815μάτων, ὧν μόνη ἡ ἀπεριόριστος χρῆσις ἦτο δυνατὸν νὰ συμβι-
1816βάσῃ τὴν ἐλευθερίαν μετὰ τῆς μοναρχίας. Εἶναι λοιπὸν ἀπεριό-
1817ριστον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ κοινοβουλίου καὶ δὲν ἔχει παρὰ
1818δύο μόνον ὅρια, ὡς προεῖπον, τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας καὶ
1819τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργείου. Διὰ τί τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργείου;
1820διότι τὸ ὑπουργεῖον ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ
1821κατηγορίας ἀπευθυνομένης ἐναντίον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ, νὰ
1822κηρύξῃ τὴν ἀλληλεγγύην· καὶ νομίζω, ὅτι ματαίως ἤθελε προ-
1823σπαθεῖ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πλειονοψηφία νὰ πείσῃ, ὅτι
1824τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνον. Ἡ ἀπόδειξις
1825εἶναι πρόχειρος, λαμβανομένη ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ ἀξιο-
1826τίμου βουλευτοῦ κυρίου Λομβάρδου.
1827Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔκαμε τὴν ἐπερώτησίν του, ὡς μᾶς εἶ-
1828πε, μὲ τὴν ἰδέαν, μὲ τὸν σκοπὸν, μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ χωρίσῃ
1829τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Μεταξᾶ ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῶν λοιπῶν ὑπουρ-
1830γῶν· ἠθέλησε νὰ μὴ καταστήσῃ πολιτικὸν ζήτημα τὴν εὐθύνην
1831ταύτην. Ἤθελε πλήρη τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ κ. Μεταξᾶ καὶ
1832διετύπωσε τὴν πρότασίν του ὡς ἑξῆς· «ἡ βουλὴ αἴρει τὴν ἐμπιστο-
1833σύνην της ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης.» Ἀλλὰ τοιαῦτα
1834προτείνων ὁ κ. Λομβάρδος κατορθώνει τὸ ποθούμενον; οὐδόλως.
1835Ἐγέννησε μόνον ἓν πολιτικὸν ζήτημα, τὸ μέγιστον· διότι δὲν
1836εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν οὔτε τοῦ κ. Λομβάρδου, οὔτε κανενὸς νὰ
1837ὑποτάξῃ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου εἰς τὴν θέλησίν του ἐπὶ
1838τῶν ζητημάτων τῆς ἐμπιστοσύνης· ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργείου
1839κανονίζει τὰς συνεπείας. Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Βουλὴ
1840δὲν θέλει τὴν ὕπαρξιν τινὸς ὑπουργοῦ ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμ-
1841βουλίῳ, ὅταν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἔχῃ ἄλλην γνώμην,
1842ὅταν αἰσθάνεται ὄχι μόνον τὴν ἀλληλεγγύην ἀλλὰ καὶ τὴν
1843ἀξίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὑπουργοῦ τούτου καὶ ἐκφράζῃ
1844τὴν τοιαύτην θέλησίν του; Οὕτω τῶν ζητημάτων περὶ ἄρσεως
1845τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπό τινος ὑπουργοῦ ἐὰν ἠδύνασθο ὑμεῖς νὰ
1846κανονίζητε τὰς συνεπείας, ἡ θέσις τοῦ ὑπουργείου καὶ ἔκρυθ-
1847μος ἤθελεν εἶσθαι καὶ τυραννία ἀφόρητος. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι
1848τὸ ὑπουργεῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Βασι-
1849λείαν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ ὑφαι-
1850ρέσωμεν τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ
1851ἀναδεχόμενοι τόσον μέγα βάρος καὶ τόσον μεγάλην τιμήν; Ἀλλ’
1852ὅμως ὅταν τὸ ὑπουργεῖον δηλώνῃ ὅτι δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐ-
1853θύνην τῆς πράξεως τοῦ κατηγορουμένου ὑπουργοῦ, ἀπόκειται
1854εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ προσδιορίσῃ τότε τὸ πρᾶγμα. Ἡ πλειο-
1855ψηφία δὲν ὑποχρεοῦται βεβαίως ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουρ-
1856γείου, ὅταν τοῦτο ζητῇ νὰ περιορίσῃ τὴν εὐθύνην του καὶ νὰ
1857τὴν ὑπεκφύγῃ· ἡ πλειοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν περί-
1858πτωσιν ταύτην νὰ προσδιορίσῃ τὰ ὅρια τῆς ἀποφάσεώς της.
1859Διὰ τοῦτο μάλιστα φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον
1860ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κατέθεσεν εἰς τὸ προεδρεῖον ἢ
1861ἀνήγγειλεν, καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζω, εἶναι μέχρι τοῦδε τὸ
1862μόνον θέμα, εἶναι ἀσυμβίβαστον καὶ πρὸς τὴν διάθεσιν τὴν
1863ὁποίαν ἐξέφρασε τὸ ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ.
1864Λομβάρδου, καὶ δὲν δύναται κἂν νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν ὁ κ. Λομβάρδος
1865ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν του. Τὸ θεωρῶ ὅμως προσέτι καὶ
1866ἀντικοινοβουλευτικόν. Εἰς τὰ κοινοβούλια, γνωρίζετε, καθὼς καὶ
1867εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, αἱ ἀποδοκιμασίαι εἶναι συνή-
1868θως κεκαλυμμέναι χωρὶς τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν ἐκ τούτου
1869νὰ ἐλαττοῦνται.
1870Τὸ κοινοβούλιον βεβαίως δύναται νὰ θέσῃ καὶ ψηφοφορήσῃ τὸ
1871θέμα, «ὅτι αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην»· ἀλλὰ προκειμένου περὶ
1872ἑνὸς μόνου ὑπουργοῦ καὶ ἄνευ ἀλληλεγγύης τῶν λοιπῶν, ὅπως
1873εἶναι ἡ διάθεσις τοῦ προτείνοντος τὴν ἐπερώτησιν, νομίζω, ὅτι
1874δὲν ἁρμόζει τὸ θέμα. Μάλιστα συνειθίζουσιν ἐπὶ ἐπερωτήσεων
1875δύο προτάσεις ἀντιθέτους πρὸς ἀλλήλας, ὧν τὴν μίαν θέτει ἡ
1876κυβέρνησις καὶ τὴν ἄλλην ἡ ἀντιπολίτευσις· ἡ κυβέρνησις θέτει
1877τὸ θέμα «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς
1878τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,» ἢ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἄρῃ καὶ μίαν νίκην,
1879προσθέτει, «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ λε-
1880χθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· οἱ δὲ κατ’ αὐ-
1881τοῦ ψηφίζοντες πρέπει νὰ θέσωσι θέμα οὐχὶ περὶ ἐμπιστοσύνης,
1882ἥτις ὡς συνέπεια ἐξ αὐτῆς τῆς προτάσεως δύναται νὰ προκύ-
1883πτῃ, ἀλλ’ ὅτι «συνιστῶσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο».
1884Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν γνώμην μου, ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος εἰς
1885ἀμφότερα. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω καὶ πρότασιν ἥτις νὰ ἐπε-
1886κτείνῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου καὶ πρότασιν
1887μὴ ἐπεκτείνουσαν αὐτὴν ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου. Θὰ σᾶς
1888εἴπω τὸν λόγον. Δὲν φρονῶ, ὅτι δύναμαι νὰ ψηφίσω καθ’ ὁλο-
1889κλήρου τοῦ ὑπουργείου μόνον διότι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίθετον θέ-
1890σιν πρὸς τὴν κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν καὶ πρὶν ἀκόμη σχηματι-
1891σθῇ ἐθεώρησα σόλοικον διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καὶ σχημα-
1892τισθεῖσαν τὴν κατέκρινα, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας κατεδιώχθην κατὰ
1893τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν, καταδιωχθεὶς καὶ ἐγὼ αὐτὸς προ-
1894σωπικῶς καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἰς ἃς εἶχον πολιτικοὺς φίλους.
1895Ὑπάρχει ἕτερος λόγος ὃν ἀμέσως θέλω συζητήσει. Μοὶ εἶναι ἐν
1896τούτοις ἀδιάφορον ἂν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πρότασιν προσκληθῶ
1897νὰ ψηφίσω, διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἐπιθυμίαν καὶ
1898κανένα σκοπὸν νὰ ἐγείρω πολιτικὸν ζήτημα καὶ ὑπουργικόν.
1899Ὁ κ. Μεταξᾶς κατηγορήθη δι’ ὡρισμένας χάριτας τὰς ὁποίας
1900ἀπένειμεν· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι πολὺ πλέον κατακριτέος
1901διὰ τὴν πληθὺν τῶν χαρίτων τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς ὑπουργείας
1902του προεκάλεσε. Τοῦτο δὲ τὸ ζήτημα τῆς πληθύος εἶναι ζήτημα
1903διοικήσεως, εἶναι ζήτημα πολιτικῆς. Εἶναι ἄτοπος ὁ ἰσχυ-
1904ρισμὸς τινῶν συναδέλφων, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αἱ χάρι-
1905τες δὲν πρέπει νὰ ἐκτιμῶνται ἐκ τοῦ ποσοῦ των ἀλλ’ ἐκ τοῦ
1906ποιοῦ των· διότι οὐδὲν ἄλλο τοῦτο σημαίνει εἰμὴ νὰ δοθῇ δια-
1907βατήριον εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν. Ὅταν τὸ ποσὸν τῶν χαρίτων
1908δύο ὑπουργῶν εἶνε διάφορον, ὅταν ἐν ἴσῳ χρόνῳ ὁ μὲν ἀπένειμε
1909τὸ δέκατον τῶν χαρίτων τοῦ δὲ, τὸ τεκμήριον εἶνε κατὰ τοῦ
1910δευτέρου καὶ ὄχι κατὰ τοῦ πρώτου ὅστις ἐφάνη εὐλαβής. Τὸ ἐν-
1911νοῶ νὰ ἐξετάσητε τὴν ποιότητα τῶν χαρίτων ἀμφοτέρων τῶν
1912ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὅταν δὲν τὴν ἐξετάζετε, καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν
1913ἀνθρώπων θέλει εἴπει, ὅτι ὑπεύθυνος εἶναι μόνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
1914ἔδοσε πολλὰς χάριτας. Ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου
1915μας, κύριοι, ὄχι τώρα, ἀλλ’ ἀνέκαθεν; Εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι
1916ἐνίοτε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν βα-
1917σιλείαν τὰ ἐγκλήματα κατεστάλησαν, ὅμως τὸ ἔγκλημα βεβαίως
1918παρ’ ἡμῖν, ἐν γένει, πλεονάζει· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι κρίσις ἰδική
1919μου, εἶναι κρίσις τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὴν ἀμνη-
1920στείαν, ἐνῷ ἀμφιβάλλω ἐὰν ὑπάρχωσι δύο ἄλλοι τόποι οἵ-
1921τινες στεροῦνται αὐτῆς. Ἡ κατάχρησις τῆς ἀμνηστείας, καὶ
1922ὄχι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἀμνηστεία, ἐγέννησεν εἰς τὸ ἔθνος τὴν
1923ἐπιθυμίαν νὰ μεταβιβάσῃ ὡς πόθον διακαῆ αὑτοῦ εἰς τὴν συνέ-
1924λευσιν τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως καὶ καταστροφῆς αὐτοῦ τοῦ
1925δικαιώματος, ὅπερ εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσεν εἰμὴ νὰ ἐξογκώσῃ
1926τὸ κακόν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο τὸ κακὸν δὲν συντελεῖ καὶ ἡ ἀκατά-
1927παυστος χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῶν χαρίτων; Ὑπουργὸς, ὅ-
1928στις δίδει εἰς πέντε μῆνας 300 τόσας χάριτας, τουτέστιν ἑξή-
1929κοντα κατὰ μῆνα, ἔχει διόλου πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν καλὴν διοί-
1930κησιν; Ἐνῷ ἡ διοίκησις καταγίνεται δι’ ἁδρῶν κόπων καὶ δαπα-
1931νῶν νὰ συλλέξῃ τοὺς κακούργους καὶ ἡ δικαιοσύνη διὰ πολλῆς
1932δυσκολίας καὶ δαπάνης νὰ τοὺς καταδικάσῃ ὁ ὑπουργὸς διὰ
1933τῆς χάριτος διασπείρει τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κακοῦργος, καὶ ἂν συλ-
1934ληφθῇ καὶ ἂν καταδικασθῇ, θὰ ἐξέλθῃ ἐντὸς ὀλίγου. Ἀλλὰ τοῦτο,
1935κύριοι, δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης· τοῦτο
1936εἶναι στοιχεῖον πρὸ πάντων τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς
1937κυβερνήσεως· διότι ἡ κυβέρνησις ὡς πρωτίστην ὑποχρέωσιν ἔχει
1938συνερχομένη εἰς τὸ πρῶτον συμβούλιον, ἅμα συστηθεῖσα, νὰ σκε-
1939φθῇ περὶ τῆς τάξεως, ἤτοι πῶς νὰ ἀποκαταστήσῃ ἑδραίαν τὴν
1940ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν, καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν, καθ’
1941ἣν εἰσέλθῃ εἰς τὰ πράγματα, μεταξὺ τῶν ἄλλων πρέπει ν’ ἀ-
1942ποφασίσῃ, ὅτι θὰ ᾖναι φειδωλὴ περὶ τὰς χάριτας, ἀκολουθοῦσα
1943τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ἀνάγκην. Ἡ ἀμνηστεία κατηρ-
1944γήθη, ἀλλὰ πρὸς τί, ἐὰν ἡμεῖς εἰς τὰς χάριτας δὲν ἤμεθα φειδω-
1945λοί; διότι ἀφειδῶς τὰς χάριτας δαψιλεύοντες, εἶναι ἀδύνατον νὰ
1946κατορθώσωμεν τὸν πρώτιστον σκοπόν μας, τὴν καλὴν διοίκησιν.
1947Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι, πρὶν, ὅτι ἡ ἠθικὴ εὐθύνη εἶναι ἀπε-
1948ριόριστος, καὶ ὅτι τὰ ὅρια αὐτῆς δύναται νὰ προσδιορίσῃ ἡ
1949πλειονοψηφία αὐτῆς, ἑπομένως καὶ αὐτὴν τὴν πληθὺν τῶν χα-
1950ρίτων ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν εἰδικὴν περίστασιν νὰ μὴ κρίνῃ
1951ἀξίαν μομφῆς. Ἕκαστος ὅμως ἔχει τὴν γνώμην του, καὶ ἐγὼ
1952φρονῶ ὅτι τὸ σφάλμα σήμερον εἶναι τῆς κυβερνήσεως διὰ τὴν
1953πληθὺν τῶν χαρίτων, πολὺ μᾶλλον παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὰς
1954τρεῖς αὐτοῦ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐν μέρει ἐδικαιολογήθη, ἐν
1955μέρει δὲν κατώρθωσε νὰ δικαιολογηθῇ.
1956Προσθέτω ἀκόμη δύο λέξεις ὡς πρὸς τοῦτο τὸ θέμα. Ἡ πλη-
1957θὺς τῶν χαρίτων τί ἀποδεικνύει, κύριοι; Ἓν ἐκ τῶν δύω· ἢ ἀ-
1958νάμιξιν τῆς πολιτικῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἑπομένως σύγ-
1959χυσιν τῶν δύω ἐξουσιῶν, ἢ κακίστην κατάστασιν τῶν δικαστη-
1960ρίων. Ἡ κακίστη κατάστασις τῶν δικαστηρίων, κύριοι, δὲν ἔχει
1961χώραν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, δὲν λέγω ἀπολύτως ἀλλὰ κατὰ
1962τὸ πλεῖστον· διατί; διότι, ὅταν ἡ κατάστασις τῶν δικαστη-
1963ρίων δὲν εἶναι καλὴ, τὸ κακὸν ὑπάρχει εἰς τὰς ἀθῳώσεις, ὄχι εἰς
1964τὰς καταδίκας· πρέπει δὲ νὰ ᾖναι χειρίστη διὰ νὰ ὑποτεθῇ
1965ὅτι τὰ δικαστήρια τοσοῦτον ὑποχείρια κατέστησαν τοῦ φατρια-
1966σμοῦ καὶ τῆς ἰδιοτελείας, ὥστε προβαίνουσιν εἰς ἀλλεπαλλήλους
1967καταδίκας ἀνθρώπων ἀθῴων. Ὥστε ἡ διοίκησις δὲν δύναται νὰ
1968ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐγένοντο τοσαῦται ἄδικοι καταδίκαι, ὥστε ἠναγ-
1969κάσθη νὰ καταστείλῃ τὰς ἐκ τῆς διαφθορᾶς ταύτης προελθούσας
1970ἀδίκους καταδίκας διὰ τῆς πληθύος τῶν χαρίτων. Ἡ πληθὺς
1971τῶν χαρίτων οὐδὲν ἄλλο σημαίνει εἰμὴ κακὴν διοίκησιν καὶ
1972φατριασμόν· καὶ σημειώσατε, ὅτι ὀλίγισται εἶναι αἱ χάριτες
1973εἰς τὰς ὁποίας ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ διόρθωσις τοῦ καταδίκου,
1974διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὗτοι ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν μετὰ
1975ἓν ἢ δύο μόλις ἔτη. Νομίζω, ὅτι τις τῶν ἐντίμων ἀγορευσάν-
1976των (ἴσως νὰ ᾖναι ὁ κ. ὑπουργὸς) εἶπεν, ὅτι ἡ χάρις εἶναι κατ’
1977αὐτὸν δικαιοσύνη. Ἂς μοι συγχωρήσῃ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ χάρις εἶναι
1978μέτρον διοικητικὸν, εἶναι πρᾶξις διοικήσεως, ὅπως ἔχει παρ’
1979ἡμῖν. Ἤθελα ἐννοήσει ὡς δικαιοσύνην τὴν χάριν ἐὰν εἶχεν, ὡς
1980φερ’ εἰπεῖν, εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ τῆς ὑπατείας. Ὁ ὕπατος δὲν
1981ἠδύνατο ν’ ἀπονείμῃ χάριν χωρὶς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου
1982συμβούλιον συγκείμενον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ
1983δύο ἑτέρους ὑπουργοὺς, ἀπὸ δύο συμβούλους τῆς ἐπικρατείας,
1984ἀπὸ δύο ἀρειοπαγίτας, ἀπὸ δύο γερουσιαστὰς καὶ δὲν ἠξεύρω
1985τίνας ἄλλους μεγιστάνας, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ἤθελον ἐξε-
1986τασθῆ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν γραφείων τῶν δικαστη-
1987ρίων καὶ τοῦ εἰσαγγελέως. Ἤθελον τὸ δεχθῆ διὰ τοὺς τόπους
1988καὶ τοὺς χρόνους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ χάρις ἦτο ἀπη-
1989γορευμένη ἐπὶ πολλῶν ἐγκλημάτων· ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου
1990μόνη ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ ἀρκεῖ, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἔγ-
1991κλημα τὸ ὁποῖον ὑπουργὸς νὰ μὴ δύναται νὰ συγχωρήσῃ, ἂς μοὶ
1992ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις ἐχαρακτήρισε τὴν χά-
1993ριν ὡς καθαρὰν δικαιοσύνην, νὰ θεωρήσω ἐν πολλοῖς πεπλανη-
1994μένην τὴν γνώμην του. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀρνηθῶ ὅτι ἀποῤῥέει ἐκ
1995τῆς δικαιοσύνης· οὕτω τοὐλάχιστον χαρακτηρίζεται· ἀλλ’ ὅμως
1996ὅπως ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν εἶναι καθαρὰ διοίκησις.
1997Διὰ τοῦτο, κύριοι, φρονῶ, ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ αἱ ὁποῖαι ὑπε-
1998βλήθησαν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὡς ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δι-
1999καιοσύνης πραχθεῖσαι, μετέχουσιν ἐν πολλοῖς καὶ τῆς διοική-
2000σεως καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ ὅτι τὸ συνυπεύθυνον τῆς ὅλης κυ-
2001βερνήσεως δύναται ἀδιστάκτως νὰ ὑποστηριχθῇ. Ταῦτα δὲ, κύ-
2002ριοι, ἐξέθεσα διὰ νὰ δικαιολογήσω διατί εἶμαι πρόθυμος μετὰ
2003τῶν φίλων μου νὰ ψηφίσωμεν εἴτε τὸ συνυπεύθυνον, εἴτε τὸ μὴ
2004συνυπεύθυνον. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἀδιάφορον μᾶς εἶναι ὁποία πρό-
2005τασις θέλει μᾶς ὑποβληθῆ πρὸς ψηφοφορίαν, διότι πρόθεσιν δὲν
2006ἔχομεν νὰ ἐγείρωμεν πολιτικὰ ζητήματα.
2007§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω αὔριον.
2008§96ΤΙΝΕΣ. Νὰ τελειώσωμεν, κ. πρόεδρε.
2009§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κ. Μεσσηνέζη.
2010§98ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἄκων ἀναβαίνω τὸ βῆμα
2011τοῦτο, διότι ἀπροπαρασκεύαστος πρόκειται νὰ λάβω μέρος εἰς συ-
2012ζήτησιν, ἥτις ἔλαβε τὰς μεγαλειτέρας διαστάσεις, ἃς συζήτησις
2013ἠδύνατο νὰ λάβῃ. Ἄκων, ἐπαναλαμβάνω, λαμβάνω τὸν λόγον, διότι,
2014εἰσερχόμενος μετὰ πολλὰ ἔτη εἰς τὸ κοινοβούλιον, εἶχον ἀποφασί-
2015σει νὰ μὴ λάβω μέρος, εἰμὴ μόνον εἰς συζητήσεις ἐπὶ πραγμάτων.
2016Πρὸ καιροῦ παρετήρησα, ὅτι κατατριβόμεθα, ἐπιζητοῦντες
2017τὰ κρείττω καὶ τὸ δυνατὸν καλὸν περιφρονοῦντες, καὶ οὕτω πε-
2018ριπίπτομεν ἀπὸ μεταβολῆς εἰς μεταβολὴν πολιτικὴν, καὶ οὐδέ-
2019ποτε δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς παγίωσιν πραγμάτων ἐν τῇ
2020πολιτικῇ. Εἶχον λοιπὸν ἀποφασίσει, κύριοι, νὰ μὴ ῥιφθῶ καὶ
2021ἐγὼ εἰς τὸ στάδιον αὐτῶν τῶν ματαίων, τῶν ἐπιδεικτικῶν συ-
2022ζητήσεων· ἀλλὰ, ὡς προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ἡ
2023συζήτησις ἔλαβε διαστάσεις μεγάλας, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βή-
2024ματος τούτου πολλὰ, ἀφορῶντα τὸν τρόπον τοῦ πολιτεύεσθαι,
2025ἐξεφράσθησαν τοιαῦται ἰδέαι, θίγουσαι τὴν διοίκησιν τοῦ Κρά-
2026τους, ἃς πᾶς ὁ μὴ συμμεριζόμενος ἤθελε παραλείψει καθῆκον
2027ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα, ἐὰν μὴ τὰς ἀντέκρουεν. Ὅσον πεπτωκὸς
2028καὶ ἂν ᾖναι τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήμα-
2029τος τούτου ἐκφράζωνται ἰδέαι, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως
2030τῆς Ἑλλάδος, ἐσφαλμέναι, ἀλλὰ μετὰ τῆς πεποιθήσεως ἐκείνης,
2031ἡ ὁποία ἐνυπάρχει εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ,
2032μετὰ τῆς πεποιθήσεως ἐκείνης, ἥτις συνήθως ἐπιβάλλει, ἐὰν μὴ
2033ἀντικρούωνται, δυνατὸν εἶναι ν’ ἀποπλανήσωσι τοὺς πολλούς.
2034Ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, κύριοι, εἶπεν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς
2035καθαρὰν κοινοβουλευτικὴν κατάστασιν· ὡς εἶπε καὶ ἄλλοτε, ἐν-
2036τὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου, ὑπάρχουν διάφοροι πολιτικαί.
2037Μᾶς εἶπεν, ἔν τινι συνεδριάσει, ὅτι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν πο-
2038λιτικὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν τῆς
2039Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀκολουθοῦμεν ἄγνωστόν τινα πολιτικήν.
2040§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα αὐτὸ ποτέ.
2041§100ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἐκάματε χρῆσιν τῆς λέξεως ἄγνωστον,
2042ἀλλ’ εἴπατε, ὅτι ὑπάρχουν βουλευταὶ, ὑπηρετοῦντες πολιτικὴν,
2043ἥτις δὲν εἶναι οὔτε ἡ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἡ τῆς Βουλῆς,
2044καὶ μὲ τοῦτο ἐννοεῖτε τὴν ἀντιπολίτευσιν. Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο
2045περὶ συμπολιτεύσεως, τὴν συμπολίτευσιν τὴν ἀντιπροσωπεύει ἡ
2046Κυβέρνησις. Ἄρα ὑπηρετοῦσιν οὗτοι, καθ’ ὑμᾶς, πολιτικὴν,
2047ἄγνωστον, ἀντικοινοβουλευτικήν.
2048Κύριοι, δὲν γνωρίζω τίνος ἕνεκεν καὶ εἰς τί ἀποβλέπων ὁ
2049ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ῥίπτει πολλάκις ἐντὸς τοῦ κοινοβου-
2050λίου τῆς Ἑλλάδος τοιαύτας ἰδέας. Δὲν βλέπω, ὁποῖα εἶναι, οὔτε
2051γνωρίζω τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δικαιολο-
2052γήσωσι τοιαύτην μομφήν. Τοῦτο καὶ μόνον γνωρίζω, ὅτι ἀπὸ
2053τῆς Ὀκτωβριανῆς μεταπολιτεύσεως ἡμεῖς αὐτοὶ ἀποφασίζομεν
2054περὶ τῆς τύχης μας, ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα λίαν φιλελεύθερον,
2055ὁποῖον εἰς καμμίαν συνταγματικὴν μοναρχίαν δὲν ὑπάρχει, καὶ
2056ὅτι κατὰ τοῦτο ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν Ἑλλάδα διοικοῦμεν, ἐν ἑνὶ λόγῳ
2057αὐτοδιοικούμεθα. Ἀλλὰ διοικούμενοι, ὅπως διοικούμεθα, παρα-
2058δέχομαι, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον πρέπει
2059νὰ ἐπιδιώκωμεν, ἤτοι εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν. Τὰ πράγματα,
2060μὲ λύπην μου τὸ λέγω, τείνουσιν ἴσως ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι εἴ-
2061μεθα ἀνίκανοι αὐτοδιοικήσεως. Κακόν, ὀλέθριον τὸ τοιοῦτον·
2062δυνάμεθα ὅμως διὰ τοῦτο νὰ ῥίψωμεν τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύ-
2063της καταστάσεώς μας, τῶν ἰδίων ἡμῶν πράξεων εἰς ἄλλους;
2064Ἂς προσέξωμεν ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι. Καὶ ἄλλοτε ἠθελήσαμεν
2065νὰ ῥίψωμεν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μας, τὴν εὐθύνην τῆς
2066παραφορᾶς μας, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἐλλείψεως πολιτικῆς
2067ἀγωγῆς, καὶ ἄλλοτε, λέγω, ἠθελήσαμεν νὰ τὴν ῥίψωμεν εἰς ἄλ-
2068λους καὶ ἐπῆλθον ἀποτελέσματα, διὰ τὰ ὁποῖα πάντες μετε-
2069μελήθημεν. Ἂς προσέξωμεν, μήπως διὰ τῶν τοιούτων ὑπαινι-
2070γμῶν, οἵτινες προδίδουν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ὅστις μᾶς
2071ἐμποδίζει νὰ ἐπιζητῶμεν ποῦ κεῖται τὸ κακόν, καὶ ἀπὸ τοῦ
2072νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα, ἅτινα δύνανται νὰ μᾶς
2073σώσωσι, μήπως, ῥίπτοντες τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
2074δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι, προκαλέσωμεν νέας καταστροφάς. Ἡ δὲ πατρίς
2075μας εἶνε εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε εἰς νέας καταστροφὰς
2076δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ. Τὰ κοινοβουλευτικὰ οἰκοδομήματα τοῦ
2077ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ εἶναι οἰκοδομήματα, ἅτινα, ὅταν τὸ
2078πολιτικὸν ἔδαφος δὲν ᾖνε καλῶς προπαρεσκευασμένον πρὸς ἀνέ-
2079γερσιν αὐτῶν, ἀνεγειρόμενα καταστρέφονται εἰς τὴν πνοὴν τῆς
2080πρώτης πολιτικῆς τρικυμίας, ἅτινα ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ ἐξα-
2081λείφονται, ἀφίνοντα ὄπισθεν τὸ χάος. Ἡ Πατρίς μας εἶναι εἰς
2082τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀσπασθῶμεν τὴν
2083ὁδὸν τῶν ἄκρων. Ναί, ἡ πολιτικὴ ἡμῶν θέσις εἶνε ἀνώμαλος
2084καὶ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει
2085νὰ τὴν ζητῶμεν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς, οἵτινες ἀποφασίζομεν περὶ τῆς
2086διοικήσεώς μας, περὶ τῆς τύχης μας, τῆς τύχης τοῦ ὅλου Ἑλ-
2087ληνισμοῦ, περὶ τῆς τιμῆς μας. Ναί, κύριοι, ἐὰν ἐμπνευσθῶμεν
2088ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, ὅπερ πολλάκις ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα, τὸ
2089πνεῦμα τῆς ἀληθοῦς φιλοπατρίας, ὅπερ ἄγει τὸν ἄνθρωπον εἰς
2090τὸ νὰ θυσιάζῃ εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος πᾶν αἴσθημα καὶ
2091φιλοπρωτίας καὶ συμφέροντος καὶ ἔχθρας, ἐὰν τείνωμεν ἀλλή-
2092λοις τὰς χεῖρας, ἐὰν ἐργαζώμεθα πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, οὐ-
2093δεμία ἀμφιβολία, ὅτι θέλομεν ἀνορθώσει τὴν πολιτείαν καὶ ἐ-
2094σωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Ἐὰν οὕτω πολιτευθῶμεν, τίς εἶναι
2095ἡ δύναμις, τίς ἡ ἐξουσία, κ. ἐκ Ζακύνθου βουλευτά, ἥτις δύνα-
2096ται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τοιοῦτον ἀποτέ-
2097λεσμα; Οὐδεμία ἀνθρώπινος δύναμις δύναται νὰ μᾶς
2098ἐμποδίσῃ. Καὶ ἰδοὺ ὅτι δι’ ἡμῶν αὐτῶν φθάνομεν εἰς
2099ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπιθυμεῖτε βεβαίως. Ἀλλά, κύριοι, δυστυ-
2100χῶς εἰς τοὺς λόγους εἴμεθα γενναῖοι, δεικνύομεν ὅτι τὰ πάντα
2101εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωμεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος,
2102ἀλλ’ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰ πράγματα, δὲν θυσιάζομεν οὔτε τὴν
2103ἐλαχίστην ἰδέαν προσωπικότητος ἢ φιλαυτίας, οὔτε τὸ ἐλά-
2104χιστον συμφέρον μας, οὔτε τὰ πλέον ἐλεεινὰ πάθη μας! (Εὖγε,
2105εὖγε.). Πῶς δὲ εἶναι, κύριοι, δυνατὸν, ὅταν πολλὰ καὶ μεγάλα
2106λέγωμεν, μικρὰ δὲ πράττωμεν, νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν δυσπρα-
2107γίαν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας διατελοῦμεν; Εἶπον, κύριοι, πολ-
2108λάκις, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ σωθῇ,
2109παρ’ ὅταν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς μὲν εἴμεθα αὐστηροί, ἡμεῖς οἱ ὁ-
2110ποῖοι ἀποφασίζομεν περὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς τύχης τοῦ ἔ-
2111θνους, εἴμεθα δὲ ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς ἄλλους. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄ-
2112ψιν, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναχαιτίσῃ
2113τὴν πορείαν μας πρὸς τὰ πρόσω, ὅταν ἡμεῖς θέλωμεν νὰ ἐργα-
2114σθῶμεν ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ.
2115Μὲ λύπην μου, δὲν θέλω δὲ νὰ μεταχειρισθῶ ἔκφρασιν σκλη-
2116ροτέραν, ἤκουσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκ στόματος ἕλληνος ἐκφερο-
2117μένην τὴν καταδίκην πάσης πολιτικῆς ἑνώσεως. Ἡ ἕνωσις, λέ-
2118γουν, εἶνε σολοικισμὸς κοινοβουλευτικὸς, ἡ ἕνωσις εἶνε κἄτι τι ἀ-
2119νήθικον, ἡ ἕνωσις θὰ φέρῃ τὸν ὄλεθρον τῆς Ἑλλάδος! Ἀλλοίμο-
2120νον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν τοιαῦται ἰδέαι ἰσχύσωσι, καὶ ἂν ἐν-
2121στερνισθῶμεν αὐτὰς ἡμεῖς, οἵτινες ἀλληλοδιαδόχως καλούμεθα νὰ
2122κυβερνῶμεν αὐτήν! Ἡ ἕνωσις θὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλ-
2123λάδος; Ὁποία βλασφημία! Κύριοι, κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ
2124ἔθνους, τοὐναντίον ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἀνορθωθῇ ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς
2125καὶ ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς ἐκπτώσεως ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἑνώσεως.
2126Ἐσωτερικῶς τῳόντι, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας; Δὲν ἐ-
2127ρωτῶ τοὺς κυβερνῶντας, διότι οἱ κυβερνῶντες δὲν ἀποβλέπου-
2128σιν εἰμὴ εἰς τὸ πῶς νὰ ὑπερπηδήσωσι τὰ προσκόμματα, τὰ ὁ-
2129ποῖα παρουσιάζονται εἰς τὴν ὕπαρξίν των, ἀλλὰ πάντα ὅστις
2130εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας. Ποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας; Εἶνε
2131παραλυτική! Δὲν ἔχομεν στρατόν, δὲν ἔχομεν διοίκησιν, δὲν ἔ-
2132χομεν δικαστήρια, δὲν ἔχομεν τίποτε. Ἐλεεινὴ λοιπὸν ἡ κατά-
2133στασίς μας ἐσωτερικῶς. Ὁποία ἐξωτερικῶς; Ἡ Ἑλλὰς διεγράφη,
2134τὸ λέγω μὲ λύπην μου, ἀπὸ τὸν χάρτην ὄχι μόνον τῆς Εὐρώ-
2135πης ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Ναί, ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐκάμα-
2136μεν νὰ μᾶς τρομάξῃ, ὅτε δὲν ὑπήρχομεν, ἐκεῖνος ὅστις, καί τοι
2137μέγιστα διαθέτων μέσα, καί τοι πολλαχόθεν στηριζόμενος, δὲν
2138ἠδύνατο νὰ ὑπνώττῃ, ἐνθυμούμενος, ὅτι ὑπάρχει Ἑλλὰς, αὐτὸς
2139οὗτος δὲν μᾶς συλλογίζεται πλέον, ὅτι ὑπάρχομεν. Πάμπολλα
2140ζητήματα ἐγεννήθησαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι ὑποτίθεται, ὅτι
2141ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπάρχει, διότι ἀλληλομαχοῦμεν ἀδιακόπως, διότι
2142ὁ εἷς ζητεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸν ἄλλον, διότι ἡ ἕνωσις δὲν ὑπάρ-
2143χει. Μυρία ὅσα λοιπὸν ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον εἰς
2144τὴν Ἀνατολὴν, ἐγεννήθησαν, καὶ ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα λύον-
2145ται κατὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἕνεκεν τῆς ἀλληλομαχίας ἡμῶν
2146πολιτικῶς δὲν ὑπάρχει ἡ Ἑλλάς. Περὶ δὲ τῆς γνώμης τῆς Εὐ-
2147ρώπης περὶ ἡμῶν, τί νὰ εἴπω; Εἶνε τοιαύτη, ὥστε πιστεύσατέ
2148μοι, πολλάκις ἔρχονται στιγμαί, καθ’ ἃς αἰσχύνομαι, ὅτι εἶ-
2149μαι Ἕλλην. Καὶ χιλιάδας ζωὰς ἐὰν εἶχον, πολὺ δὲ περισσότε-
2150ρον πρωτοκαθεδρίας ἢ συμφέροντα, ἤθελον εὐχαρίστως θυσιάσει
2151ἵνα ἀποκρούσω καὶ ἀποδείξω ἄδικον τὴν ἐξ Εὐρώπης προερχο-
2152μένην χλεύην καὶ περιφρόνησιν κατὰ ἔθνους, τὸ ὁποῖον
2153ἔχει χιλιάδων ἐτῶν ἔνδοξον ὕπαρξιν, τοῦ ὁποίου ἡ εὐ-
2154γένεια εἶναι ἀναμφισβήτητος, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο συνε-
2155τέλεσεν εἰς τὸν ἐκπολιτισμὸν τοῦ κόσμου. Διὰ πάσης θυσίας,
2156πολὺ περισσότερον διὰ τῆς θυσίας τῶν διαιρούντων ἡμᾶς πα-
2157θῶν, ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως ἀποδείξωμεν
2158ἀδίκους τὰς ἐκ τῆς πεπολιτευμένης Εὐρώπης προσβολάς.
2159Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, κύριοι, ἐσωτερι-
2160κῶς καὶ ἐξωτερικῶς, καὶ τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως τῆς
2161Ἑλλάδος, ἀκούω τὴν βλασφημίαν ἐκφερομένην ἀπὸ τοῦ βήμα-
2162τος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι ἡ ἕνωσις εἶναι κακόηθές τι πρᾶγμα,
2163ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀποστρέψωμεν τὸ πρόσωπόν μας!
2164Εἴθε τοιαύτη βλασφημία νὰ μὴ ἀκουσθῇ πλέον, εἴθε νὰ ἰσχύσῃ
2165τὸ πνεῦμα τῆς ἑνώσεως, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης θὰ σωθῶμεν
2166ἀπὸ τῆς καταισχύνης, ἐν ᾗ διατελοῦμεν.
2167Ναί, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἐπεζήτησα τὴν ἕνω-
2168σιν, θὰ ἐργασθῶ πάντοτε ὑπὲρ πάσης ἑνώσεως, καὶ εἶμαι ἕτοι-
2169μος εἰς πᾶσαν θυσίαν νὰ ὑποβληθῶ, διὰ νὰ πλασθῇ μία ἕνω-
2170σις, δυναμένη νὰ παράσχῃ εἰς τὸν τόπον τοὐλάχιστον τὴν εὐερ-
2171γεσίαν τῆς ὑπάρξεως, μιᾶς κυβερνήσεως, ἔστω καὶ ὄχι τῆς ἀρί-
2172στης. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ τῆς ἑνώσεως, ἡ ὁποία νὰ
2173στηρίζηται ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας, ἡ ὁποία νὰ γίνηται πρὸς τὸν
2174σκοπὸν νὰ βελτιωθῇ, κατὰ τὸ δυνατὸν, ἡ κατάστασίς μας,
2175ἡ ὁποία νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα,
2176ὑποσχόμενον βελτίωσίν τινα τοὐλάχιστον. Ἐὰν πρόκειται
2177ὅμως περὶ ἑνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὴν περιποίη-
2178σιν συμφερόντων, εἴτε κομματικῶν εἴτε προσωπικῶν, μη-
2179δόλως λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος,
2180τοιαύτας ἑνώσεις βεβαίως δὲν τὰς ὑποστηρίζω· αὗται δὲν λέ-
2181γονται ἑνώσεις πολιτικῶν κομμάτων, ἀλλὰ λέγονται ἑνώσεις
2182πολιτικῶν συμμοριῶν, ἢ ὅπως δήποτε ἄλλως, ἑνώσεις ὅμως
2183πολιτικαὶ δὲν λέγονται. Εἶμαι ἐν ἑνὶ λόγῳ ὑπὲρ πάσης πολι-
2184τικῆς ἑνώσεως, τεινούσης νὰ δώσῃ εἰς τὸν τόπον ἰσχυρὰν κυ-
2185βέρνησιν, ἐργαζομένην ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου· καὶ τὰς τοιαύτας
2186ἑνώσεις πρέπει, φρονῶ, νὰ ἐπιζητῶμεν καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν
2187διὰ πάσης θυσίας. Αὐτὰς τὰς ἀρχὰς ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω ἐκφραζο-
2188μένας ἐκ στόματος ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ καὶ τὴν εὐφυΐαν
2189καὶ τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὸν ἄπειρον πατριωτισμὸν, καὶ οὐχὶ
2190τὰς ὅλως ἀντιθέτους, ἃς ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀντικρούσω.
2191Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, τὸ εἰ-
2192δικὸν, τὸ τῆς ἀλληλεγγύης. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς
2193διεπραγματεύθη λεπτομερῶς μὲ πολλὴν εὐφυΐαν καὶ ῥητορικὴν
2194δεινότητα, μὲ πολλὴν ἐπιτυχίαν τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν ἔχω
2195δὲ νὰ προσθέσω εἰς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου
2196βουλευτὴς εἰμὴ, ὅτι ἀδίκως ἀπασχολούμεθα ἐπὶ τόσας ἡμέρας
2197εἰς τὴν θεωρητικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑπουργικῆς ἀλ-
2198ληλεγγύης. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα βουλήσεως,
2199πεποιθήσεως καὶ δὲν λύεται διὰ τῆς θεωρίας. Θέλει τὸ Κοινο-
2200βούλιον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐθύνην; τὴν ἐπεκτείνει ἕως εἰς τὸ τε-
2201λευταῖον αὑτῆς ὅριον· θέλει νὰ τὴν περιορίσῃ; τὴν περιορίζει.
2202Τὸ ὑπουργεῖον θέλει ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην, μὴ ἀποδιδομένην εἰς
2203ὅλα τὰ μέλη αὐτοῦ; τὴν ἀναλαμβάνει, μάλιστα ὅταν προέρ-
2204χεται ἡ ἐπιβολὴ τῆς εὐθύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Θέλει ἡ
2205Βασιλεία νὰ ἐπεκτείνῃ εἰς τὴν ὅλην κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην
2206δι’ ὡρισμένην ἑνὸς ὑπουργοῦ πρᾶξιν; τὴν ἐπεκτείνει. Τὸ αὐτὸ
2207δικαίωμα ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Βασιλείας. Ὅ-
2208λα λοιπὸν τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ζητήματα, λυόμενα κατὰ
2209τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς πολιτικῆς. Πολλάκις ὅμως λύονται καὶ
2210κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πρέποντος, ἢ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις
2211τῆς ἠθικῆς, τὴν ὁποίαν πολλοὶ περιφρονοῦσι, διὰ τὴν ὁποίαν
2212πολλοὶ λέγουν, ὅτι εἶναι θεωρία. Εἶναι ἐν τούτοις βέβαιον,
2213ὅτι, ὅπου ὑπάρχει πολιτισμὸς, ἡ ἠθικὴ δύναμις, ἣν παραγνω-
2214ρίζουσι πολλοὶ, θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τέλους. Τὰ ζητήματα λοι-
2215πὸν τῆς ἀλληλεγγύης λύονται πολλάκις καὶ κατὰ τοὺς κα-
2216νόνας τῆς ἠθικῆς. Ἐὰν ἐξέλθω εἰς περίπατον μετὰ φίλου μου,
2217καὶ θελήσῃ τις νὰ ἐπιπέσῃ κατ’ αὐτοῦ, δὲν εἶμαι ἠναγκασμέ-
2218νος νὰ τὸν ὑπερασπισθῶ· ἀλλ’ ἐὰν ᾖμαι γενναῖος, ἐὰν ᾖμαι ἄν-
2219θρωπος μὲ χαρακτῆρα, θὰ εἴπω εἰς τὸν προσβολέα, στῆθι, ἐξήλ-
2220θομεν μαζὺ εἰς τὸν περίπατον, δὲν σὲ ἀφίνω νὰ τὸν προσ-
2221βάλῃς· ἐὰν ἔχῃς δικαίαν πρὸς τοῦτο ἀφορμὴν, ἰδοὺ ἡ Δικαιο-
2222σύνη. Εἶνε λοιπὸν καὶ ζήτημα ἠθικῆς τὸ τῆς ἀλληλεγγύης εἰς
2223πολλὰς περιστάσεις.
2224Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα δὲν εἶνε Κυβέρνησις
2225συνταγματικὴ, διότι δύο πρωθυπουργοὶ φέρουν τὴν εὐθύνην
2226Νομίζω, ὅτι ἀδικοῦμεν καὶ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὸν πρωθυπουρ-
2227γὸν, λέγοντες, ὅτι δύο Πρωθυπουργοὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην. Ὁ
2228Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ᾖναι Πρωθυπουργὸς κοινοβουλευτικὸς, τότε
2229μόνον ἔπρεπε νὰ δεχθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του τὰ ἀποτελοῦντα
2230αὐτὴν πρόσωπα, ὅταν ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ ταῦτα ὡς πρόσω-
2231πα ἐμπιστοσύνης, μὲ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ. Ἐὰν δὲν
2232τὰ ἐθεώρει τοιαῦτα, δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ δεχθῇ. Τὰ ἐδέχθη ὅμως;
2233ἡ κυβερνητικὴ ἀξιοπρέπεια ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν νὰ λέγῃ, κα-
2234θόσον πρόκειται περὶ πολιτικῶν πράξεων, ὅτι «πᾶσαν πρᾶξιν
2235»τῶν συναδέλφων μου τὴν θεωρῶ ὡς ἐδικήν μου, δὲν ἠμπορῶ
2236»νὰ ἐγκαταλείψω συνάδελφόν μου, κατηγορούμενον ἀδίκως, δὲν
2237»ἠμπορῶ νὰ ῥίψω τὴν κεφαλήν του εἰς τὰς ἀγυιὰς, διὰ νὰ σώ-
2238»σω τὸν ἑαυτόν μου». Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἠθική. Ἀλλὰ πολλά-
2239κις ἄλλη εἶναι ἡ ὑπαγόρευσις τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, καὶ
2240πολλοὶ νομίζουν, ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν πρέπει νὰ διέπῃ
2241τὰς πράξεις μας ἡ ἠθική. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠμπορεῖ τις
2242νὰ εἴπῃ, πολὺ καλὰ, ὑπέπεσεν εἷς συνάδελφός μου εἰς μίαν
2243πρᾶξιν κατακριτέαν, τὸν ἀφίνω εἰς τὴν τύχην του. Τὰ τοιαῦτα
2244λοιπὸν πολιτικὰ ζητήματα λύονται κατὰ τὰς πεποιθήσεις, κατὰ
2245τὰς κρίσεις τῶν ἀνθρώπων, εἴτε μὲ τὸν πῆχυν τοῦ συμφέροντος
2246τοῦ γενικοῦ, εἴτε μὲ τὸν πῆχυν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος.
2247Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔθεσε καλῶς τὸ ζήτημα
2248τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὕψωσε μάλιστα
2249αὐτό· εἶπεν, ἀντιλέγων εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, ὅτι δὲν
2250εἶναι ἡ ποιότης τῶν χαρίτων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ
2251τῶν ἀποφάσεων τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἡ ποσότης. Τοῦτο
2252εἶναι ἡ ἀλήθεια, μάλιστα εἰς τὰς συγκεκριμένας περιστάσεις
2253εἰς τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ Ἑλλάς. Δὲν εἶναι βεβαίως ἄγνω-
2254στον εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν, ὅτι ἡ ἀτιμωρησία ἐπέφερε τὴν αὔ-
2255ξησιν τῶν ἐγκλημάτων, ἡ δὲ ἀτιμωρησία ἐκδηλοῦται διὰ δύο
2256μέσων, διὰ τῆς μὴ καταδιώξεως τῶν ἐγκληματούντων, καὶ διὰ
2257τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων ἄνευ αἰτίας δεδικαιολογημένης.
2258Εἶναι λοιπὸν εἰς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν,
2259σπουδαῖον τὸ τῆς ποσότητος τῶν χαρίτων. Ἐὰν δ’ ἡ Βουλὴ
2260λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ποσότητα τῶν χαρίτων, ἀνυψώσῃ τὸ
2261ζήτημα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑψωθῇ ἐξ ἀρχῆς, ἀνυψώσῃ αὐτὸ
2262εἰς τὴν θέσιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς, βε-
2263βαίως τότε τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ μερικευθῇ, ἀλλὰ πρέπει
2264νὰ γενικευθῇ. Καὶ γενικευομένου τοῦ ζητήματος, πολλὰ ἠδύνα-
2265το νὰ εἴπῃ τις καὶ πολλὰ νὰ προσθέσῃ, δι’ ὧν νὰ παραστήσῃ
2266εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀποδοκιμασίαν
2267ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου.
2268Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ μακρολογήσω, δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ
2269θέσω τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς εὐθύνης. Ἤμην ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως,
2270εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, θὰ ἦμαι ὑπὲρ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον πιστεύω
2271ὅτι πρόκειται αὕτη νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν, καὶ
2272ὄχι εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἀτομικῶν συμφερόντων. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς
2273ἑνώσεως, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἄλλην δύναμιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας
2274νὰ στηριχθῶ, διὰ νὰ ἐλπίσω, ὅτι θὰ κυβερνηθῇ δι’ αὐτῆς ἡ
2275Πατρίς μου. Δράττομαι αὐτῆς, καὶ εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ
2276τὴν ὑποστηρίξω ὅλαις δυνάμεσι, μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου,
2277κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελον πεισθῇ, ὅτι ἡ ἕνωσις αὕτη, ἀντὶ νὰ φέρῃ
2278βελτίωσιν, πρόκειται νὰ φέρῃ καταστροφὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν
2279δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ προφυλάξω τὴν Πατρίδα μου. Δὲν εἶμαι
2280λοιπὸν ἐγὼ, ὅστις θὰ θέσω σήμερον τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς
2281εὐθύνης.
2282Ἀλλὰ φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι
2283ὑπηρετεῖτε εἰς τὴν περίστασιν ταύτην προσωπικὰ πάθη, ἢ τὰ
2284κομματικὰ ἐκεῖνα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα μᾶς φέρουν πάντοτε
2285εἰς τὸ ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἠθέλετε νὰ
2286θέσητε ζήτημα εὐθύνης, πρέπει νὰ τὸ γενικεύσητε· ἅμα τὸ με-
2287ρικεύσητε, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν εἶσθε ὄργανα δικαιοσύ-
2288νης. Σᾶς τὸ λέγω τοῦτο δὲ μετὰ τῆς πεποιθήσεως ἐκείνης, μεθ’
2289ἧς καὶ σεῖς ὑπεστηρίξατε τὸ ἀντίθετον. Ὄχι! δὲν εἶσθε ὄργανα
2290δικαιοσύνης. Αἱ πράξεις, ἃς ἀποδίδετε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς
2291Δικαιοσύνης, εἶναι πράξεις, αἵτινες ἐνηργήθησαν κατὰ τὴν ἐνέρ-
2292γειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ χάριν τῶν ἐκλογῶν. Γνωρίζετε δὲ ποία
2293εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἥτις ἰσχύει εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ καιροῦ ἤδη,
2294«ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα.» Ὅταν πρόκειται μία κυβέρνη-
2295σις νὰ ἐπιδιώξῃ ἕνα πολιτικὸν σκοπὸν, δὲν προσέχει εἰς τὰ
2296μέσα. Καὶ δὲν ἀναφέρω τοῦτο πρὸς καταδίκην τῆς Ἑλλάδος· ἡ
2297ἱστορία τοῦ κόσμου ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ὅτι «ὁ σκοπὸς ἐξα-
2298γιάζει τὰ μέσα» δὲν ἴσχυσε μόνον ἐν Ἑλλάδι. Καὶ εἰς ἄλλα
2299μέρη τοῦ κόσμου, ὁ ἀποβλέπων εἰς ὑψηλὸν καὶ ἀποφασιστικὸν
2300σκοπὸν, ὁ λέγων ὅτι ἢ θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἔθνος μου ὡς ἁρμόζει εἰς
2301αὐτὸ, ἢ ἂς ἐξαλειφθῇ, ἂν πρόκειται νὰ ᾖναι μικρὸν, περιφρονη-
2302μένον, νὰ ᾖναι τὸ ἀντικείμενον τῆς χλεύης τοῦ κόσμου, εὐκό-
2303λως παραδίδεται εἰς τὴν τοιαύτην πολιτικήν. Ἐπαναλαμβάνω
2304λοιπὸν, ὅτι εἰς τὸν κόσμον ἴσχυσε πολλάκις ἡ πολιτικὴ, ὅτι «ὁ
2305σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα» καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς ἐγένοντο μεγά-
2306λα πράγματα. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα δυστυχῶς αἱ Κυβερνή-
2307σεις, ἀκολουθοῦσαι τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἥτις δὲν εἶναι ἡ ἐμὴ,
2308ἢ δὲν ἐπιδιώκουσι σκοπὸν ἅγιον καὶ διὰ τοῦτο ναυαγοῦσιν ἐ-
2309λεεινὰ, ἢ ἕνεκεν προσκομμάτων ἀνυπερβλήτων καταπίπτουσι
2310πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον μυρία
2311διέπραξαν ἀνομήματα. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ἠκολούθησε καὶ
2312ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν
2313ἐκλογῶν οὐδένα σχεδὸν ἐσεβάσθη νόμον. Διὰ τὸν λόγον δὲ
2314τοῦτον δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν ἁρμόζει νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπι-
2315στοσύνης κατὰ μόνου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
2316Τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς τοῦ
2317ὑπουργείου εὐθύνης διὰ τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀνομήματα, δὲν
2318γνωρίζω. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀφήσῃ
2319τὴν Κυβέρνησιν νὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον της. Ἐὰν δὲ ὁ σκοπὸς
2320ὃν ἐπιδιώκει αὕτη ᾖναι ἄξιος, νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτὴν, ἀφίενταί σοι
2321αἱ ἁμαρτίαι. Ἐμπρὸς, ἂς ὑπάρξῃ κυβέρνησις, ἐμπρὸς, νὰ σωθῶ-
2322μεν, νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν. Τοῦτο τοὐλάχιστον σκο-
2323πεύω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ εἴπω ἐγὼ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
2324καὶ διὰ τοῦτο δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ τὰ
2325παραπτώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
2326σύνης. Ἐὰν ὅμως ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν ᾖναι ἅγιος, δὲν
2327ᾖναι σύμφωνος μὲ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τότε πᾶς ἄνθρωπος,
2328ὅστις θέλει νὰ λέγηται Ἕλλην, πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυ-
2329βέρνησιν βαρεῖαν εὐθύνην καὶ νὰ καταδικάσῃ αὐτὴν διὰ τὰς
2330τοσαύτας καὶ τηλικαύτας παρανομίας, τὰς διαπραχθείσας κατὰ
2331τὰς ἐκλογὰς καὶ χάριν τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν ὅμως εἴπωμεν, ὅτι
2332πρέπει νὰ ὑποστῇ ἀπὸ τοῦδε, ἕνεκεν τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, τὴν
2333εὐθύνην τῶν πράξεών της ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ,
2334ὅπου εὑρισκόμεθα πρὸ πολλοῦ, δηλαδὴ θὰ ἐπιδιώκωμεν κυ-
2335βέρνησιν, καὶ ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὅλου θὰ φαίνηται, ὅτι ἡ Κυ-
2336βέρνησις εἶναι μία σκιὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις δὲν ἠμπορεῖ νὰ
2337λάβῃ σῶμα, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς καταδικάζεται εἰς τὸ νὰ μὴ δύ-
2338ναται ν’ αὐτοδιοικηθῇ.
2339Διὰ τοὺς λόγους τούτους συμπεραίνω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν
2340πρέπει νὰ δώσῃ μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δι-
2341καιοσύνης.
2342§101ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε, ἀρκετά.
2343§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· λοιπὸν ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις.
2344§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ θέμα.
2345§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω θέματα, κύριοι, παρουσιάζονται.
2346§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ, κύριε πρόεδρε.
2347§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλο θέμα αὐτό; Ἂς ἀναγνώσωμεν πρῶ-
2348τον τοῦτο· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν
2349ἀποδοκιμασίαν της εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ προ-
2350βαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο· «ἡ Βου-
2351λὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
2352διάταξιν.» Αὐτὴ εἶναι πρότασις τριῶν βουλευτῶν, Σ. Ἰωάννου κλπ.
2353συμφωνεῖ δὲ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
2354τερικῶν καὶ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης.
2355§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρότασιν δὲν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργός.
2356§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ πρώτη
2357ἀπὸ ποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένη;
2358§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω μίαν τροποποίησιν· «ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς
2359τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν εὐλαβῆ ἐνάσκησιν τοῦ δικαι-
2360ώματος τῆς χάριτος καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2361§110ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἰδία εἶναι.
2362§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάλιν ἀπορῶ πῶς ὁ κύριος Λομβάρδος
2363κάμνει τοιαύτην πρότασιν (θόρυβος). Δὲν πρόκειται περὶ τού-
2364του (θόρυβος). Πρόκειται περὶ τῆς ἀποδοκιμασίας.
2365§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἀντίθετον αὐτῆς τῆς προτάσεως εἶναι, ὅτι ἡ-
2366μεῖς δὲν συνιστῶμεν.
2367§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ φέρουν μίαν πρότασιν μομφῆς κα-
2368θαράν. Τότε μάλιστα.
2369§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἀφορᾷ παρελθοῦσαν διαχεί-
2370ρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· κατέκριναν τὸν κ. ὑπουρ-
2371γὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, καὶ
2372αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ ψηφοφορήσῃ ἡ Βουλὴ. Τί συνιστοῦν εὐλάβει-
2373αν καὶ τὰ τοιαῦτα;
2374§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς μείνῃ ἡ πρώτη πρότασις.
2375§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ
2376τῶν τριῶν βουλευτῶν.
2377§117ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2378§118Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ν’ ἀκούσωμεν ποῖαι αἱ δύο
2379προτάσεις.
2380§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρώτη πρότασις τῶν τριῶν βουλευτῶν ἡ συμ-
2381φωνοῦσα μὲ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε τόσον ὁ
2382ὑπουργὸς, ὅσον καὶ ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, εἶναι· «ἡ Βουλὴ ἀρκε-
2383σθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2384Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Λομβάρδου εἶναι· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα
2385εἰς τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν ἀποδοκιμασίαν της εἰς τὸν ὑπουρ-
2386γὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2387§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς ἔδωκα τώρα μίαν ἄλλην.
2388§121ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
2389§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θέλετε δι’ ἀναστάσεως;
2390§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2391§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ δευτέρα πρότασίς μου, κύριε πρόεδρε, εἶναι
2392τροπολογία τῆς πρώτης. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τροπολογήσω
2393τὴν πρότασίν μου; (Διάλογοι θορυβώδεις).
2394§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, πρῶτον νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρώτη πρό-
2395τασις ὡς ἀπωτέρα, καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν.
2396§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καλά.
2397§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε δι’ ἀναστάσεως;
2398§128ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
2399§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε
2400πρόεδρε.
2401§130Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ, κύριε πρόεδρε, καὶ ἡ
2402πεῖρα ἀπέδειξε τοῦτο, παρὰ νὰ γίνῃ μία ψηφοφορία δι’ ὅλα
2403τὰ ζητήματα. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ μετάβασις εἰς τὴν
2404ἡμερησίαν διάταξιν καὶ αὐτὴν θὰ ψηφοφορήσωμεν πρῶτον, καὶ
2405ἂν γίνῃ δεκτὴ, ἀποῤῥίπτονται ὅλαι αἱ ἄλλαι· οἱ μὴ θέλοντες
2406αὐτὴν θὰ εἰπῇ ὅτι ψηφίζουν τὴν ἐναντίαν καὶ κατὰ συνέπειαν
2407εἶναι περιττὴ ἡ δευτέρα ψηφοφορία.
2408§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Βουλὴ
2409ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2410ταξιν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
2411§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ καταψηφίζοντες αὐτὴν τὴν πρότασιν
2412λέγουν ὄχι, ἀλλὰ τὶ θὰ ψηφίσουν κατόπιν εἶναι ἄλλο ζήτημα.
2413Ὥστε ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, δὲν
2414ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὀρθή.
2415§133ΠΟΛΛΟΙ. Καλά· ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε.
2416Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
2417Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
2418Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
2419Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ θέμα «ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα
2420μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ναὶ ἢ ὄχι;
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2421Ἰω. Μεσσηνέζης Ν Π. Μαυρομιχάλης Ο
2422Κωνστ. Μ. Θεοδώρου Ν Γ. Πεῤῥωτὴς Ν
2423Νικ. Α. Μαυροκορδᾶτος Ν Δημ. Κάρτσονας
2424Κωνστ. Λ. Ἐμπειρῖκος Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
2425Ἰω. Κυριακός Ν Γ. Καραβᾶς Ο
2426Νικόλ. Δ. Τσώκρης Ν Ἰω. Μπαλάφας
2427Γεώργ. Σ. Παπαλεξόπουλος Ν Κωνστ. Γ. Χατζῆ Κωνσταντῆ
2428Λάμπρ. Γ. Λαμπρυνίδης Ν Ἰω. Γ. Μαντσαράκης Ν
2429Ὄθων Μακρυγιάννης Ἰω. Ν. Ψύλλας
2430Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Ν. Βασιλάκης τοῦ Ἡλιοῦ Ο
2431Ἰω. Λέκας ἀρν.Ἰάκ. Πρλυλᾶς Ο
2432Θ. Στεργίου Ο Δημ. Λοράνδος Ο
2433Σκαρλ. Σοῦτσος Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ν
2434Στ. Κολιάτσος Ο Σ. Νοταρᾶς Ν
2435Α. Στράτος Ν Εὐστάθ. Οἰκονομόπουλος Ν
2436Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ο Ἐπαμ. Καμπερόπουλος Ν
2437Δημήτριος Γρίβας Ο Σωτήρ. Ἰωάννου Ν
2438Δημήτριος Βαρνακιώτης Ο Ἄγ. Μεταξᾶς
2439Γ. Γεροθανάσης Ο Σπυρ. Σδρίνιας Ν
2440Βασίλ. Κ. Νικολόπουλος Ν Νικόλαος Μηλιαρέσης Ο
2441Προκ. ΠαπαδημητρακόπουλοςΝ Α. Ἄννινος Ο
2442Γεωργ. Δ. Πλαπούτας Ο Θεόδ. Κασιμάτης Ἀλοΐζος Ν
2443Δημ. Νικολόπουλος Ν Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΝ
2444Κωνστ. Γ. Πλαπούτας Ν Κοσμ. Πανάρετος
2445Πέτρος Δεληγιάννης Κωνστ. Π. Κατσικόπουλος Ν
2446Λεωνίδας Πετροπουλάκης Ἀντ. Ι. Καρδαρᾶς Ο
2447Π. Β. Ζερβομπεάκος Ο Θεόδ. Θερμογιάννης Ο
2448Ἰωάννης Γ. Ἀνδρίτσου Ν Δημ. Παπανικολάου
2449Νικόλαος Κατσικαπῆς Νικ. Βαρβιτσιώτης Ν
2450Ἀριστομένης Λιδωρίκης Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ν
2451Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἰω. Βαλασόπουλος Ο
2452Ἰωάννης Καπιτσίνης Ν Ἀναστ. Κορφιωτάκης
2453Γεώργιος Μίλησης Ν Ἀναστ. Βαλασόπουλος
2454Ἀντώνιος Σ. Μήτσας Ν Ἀναστ. Κουτσοπέταλος
2455Δημ. Τσιτσάρας Ν Σπ. Βαλαωρίτης
2456Γεώργιος Ἀποστολίδης Ν Μάρκος Καλκάνης Ν
2457Κωνστ. Κ. Γουβέλης Ν Γεράσ. Σέρβος Ο
2458Κωνστ. Γιολδάσης Ο Ἀρ. Ῥούκης Ο
2459Κωνστ. Λομβάρδος Ο Δημ. Παπαλουκᾶς Ν
2460Νικόλ. Ἐ. Λούντζης Ο Παναγ. Μανέτας Ο
2461Ἰωάννης Νέγκας Ο Φίλιππος Βάρβογλης Ο
2462Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Ο Δημ. Ζέγγελης Ο
2463Διονύσιος Κολυβᾶς Ο Ἰω. Ταμπακόπουλος Ν
2464Γεώργιος Διαμάντης Ἀθ. Κατριβάνος Ν
2465Ἀναγνώστης Δημητρίου Ἀθ. Σινανιώτης Ν
2466Σπύρ. Μίλιος Ν Ἀλέξ. Βάσσος Ο
2467Γ. Δελένδας Ν Κωνστ. Κριεμάδης Ο
2468Σπ. Μαλασπίνας Ο Σπυρ. Ζερβὸς Ν
2469Νικόλαος Σ. Ἀλαφοῦζος Ν Γεώργ. Σταμούλης Ο
2470Σπ. Ῥοδοθεάτος Νικόλ. Παγκράτης Ο
2471Μάρκος Φ. Παΐζης Ν Χαρίλ. Τρικούπης Ο
2472Θρ. Α. Ζαΐμης Ἐπαμ. Δεληγεώργης Ο
2473Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
2474Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Ο Περ. Μποῦτος Ν
2475Γεώργ. Β. Πετιμεζᾶς Ἰω. Καρατζᾶς Ν
2476Ἀθαν. Π. Πετιμεζᾶς Ο Γ. Προβελέγιος
2477Λάμπρος Ἀπέργης Ν Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Ο
2478Νικόλαος Κονταράτος Ν Ν. Δυβάρης Ο
2479Νικόλαος Γ. Γκίλης Ν Ι. Κωνσταντινίδης
2480Ἐμμ. Β. Ναυπλιώτης Ν Ν. Νικολαΐδης Ν
2481Ἰωάννης Δράκος Ν Δ. Ι. Κουνουπιώτης
2482Ν. Καλαντζόπουλος Ν Ἀνδρέας Μανοῦσος Ν
2483Ν. Φαρμάκης Ο Γ. Μπούμπουλης Ν
2484Τηλέμαχος Ῥούκης Δ. Χρηστίδης Ο
2485Κίμων Χριστοδούλου Σ. Δελλασούδας Ν
2486Ἀντώνιος Α. Μαυρομιχάλης Ο Π. Σεβαστόπουλος Ο
2487Ἰωάννης Κατσάκος Ν Δ. Δρόσος Ο
2488Μιχαὴλ Καπετανάκος Ο Ἰακ. Παξιμάδης Ν
2489Δημήτριος Σκράπας Ο Μ. Ε. Παρίσης Ν
2490Θεόφ. Προβατᾶς Ν Σ. Σωτηρόπουλος
2491Ἰω. Τριβυζᾶς Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
2492Σπ. Μαρτσοῦκος Ν Γ. Γεωργακόπουλος Ν
2493Μιχ. Χαριτάτος Β. Σκαλτσοδῆμος
2494Δημ. Ἰακωβάτος Ν Κ. Στεργιαλόπουλος Ν
2495Διονύσιος Δελλαπόρτας Ν Δημ. Τζώρτζης Ν
2496Ἰω. Βελιανίτης Ν Ν. Πιπῖνος
2497Εὐθ. Κεχαγιᾶς Δ. Γ. Βούλγαρης Ν
2498Λ. Καραλίβανος Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
2499Δημ. Κ. Παπαγεωργίου Θ. Θεοδωράκης Ν
2500Θ. Καλαμογδάρτης Ν Ἰω. Δ. Χατζῖσκος Ν
2501Δ. Πατρινός Ν Θεμ. Παπακώστας Ο
2502Π. Νεζερίτης Ν Δημ. Τσιριμῶκος
2503Γ. Τσερτίδης Ο Κωνστ. Δυοβουνιώτης Ο
2504Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν Βασ. Ν. Βουδούρης Ν
2505Α. Μισυρλῆς Δημ. Ν. Κριεζώτης Ν
2506Ν. Τσικλητήρας Ν Γεώργ. Τ. Θωμᾶς Ν
2507Περ. Σάκκης Ν Ὀδυσσεὺς Ἀγγελινίδης Ν
2508Εὐάγγ. Ἀντύπας Μιλτ. Κ. Κανάρης Ο
2509§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ 136 ψηφοφορησάντων ἡ πρότασις
2510«ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
2511ρησίαν διάταξιν» ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 86 κατὰ 50.
2512Αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν, ἀλλὰ παρακαλοῦνται οἱ κύ-
2513ριοι βουλευταὶ νὰ ἔλθουν νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς διὰ
2514νὰ ἔχωμεν ἐργασίαν τὴν δευτέραν.
2515Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1. 10|60 Μ. Μ.