Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Γ · Session Β› Sitting 87

1871.05.24

1,956 rows · 14,989 words · 3 tables · 205 turns

Date
1871.05.24
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Period
Γ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87

Τῆς 24 Μαΐου 1871.

Δευτέρα.

Ὥρα 2 μ. μ.

(Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Σπυρίδων Νοταρᾶς). Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθέντων παρόντων βουλευτῶν τῶν ἑξῆς·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Ν. Ἀγγελίδης.
Ἀντ. Βενιζέλος. Ἰ. Πολυλᾶς.
Ἀναγν. Γιαννουλίδης. Ἰω. Τοπάλης.
Ν. Π. Καΐρης. Ἐπ. Καμπερόπουλος.
Μ. Δ. Καΐρη, Ὀρφανός. Σπυρ. Νοταρᾶς.
Α. Δανόπουλος. Δ. Μεταξᾶς.
Ἰω. Λέκας. Α. Μαντζαβῖνος.
Σκαρλ. Σοῦτσος. Γ. Δρακονταειδής.
Περ. Α. Πετράκης. Δ. Ῥαπτάκης.
Στυλ. Κολιάτσος. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
Ἰω. Καρχιγιαννόπουλος. Γ. Βακαλόπουλος.
Π. Πετιμέζης. Ν. Βαρβιτζιώτης.
Α. Μαγγίνας. Ἰω. Βαλασόπουλος.
Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Α. Κορφιωτάκης.
Ἰω. Ῥηλός. Σπ. Κοπανίτσας.
Κ. Κοσονάκος. Φ. Ι. Φίλωνος.
Θ. Τζανετάκης. Γερ. Σέρβος.
Ν. Κατσικαπῆς. Α. Σταματόπουλος.
Ἀριστ. Διδωρίκης. Δ. Τσαμόπουλος.
Δ. Τσιτσάρας. Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.
Π. Μανωλίδης. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
Εὐθ. Γουβέλης. Χ. Χρηστόπουλος.
Κ. Λομβάρδος. Π. Κ. Μανέτας.
Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. Ἀθ. Κατριβάνος.
Σπ. Λεονταράκης. Ἰω. Πανούσης.
Α. Κρεστενίτης. Γ. Μαλέας.
Θ. Δαραλέξης. Κ. Κοκκινώρης.
Γ. Δελένδας. Ν. Καρύδης.
Σπ. Μαλασπίνας. Γ. Γουλιμῆς.
Γ. Μ. Βαλλιάνος. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
Κ. Δ. Πεταλᾶς. Περ. Μποῦτος.
Θρ. Ζαΐμης. Ἰω. Προβελέγιος.
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Κ. Κρίσπης.
Α. Διαμαντόπουλος. Γρηγ. Δημητριάδης.
Γ. Παπαδαῖος. Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος.
Κ. Δαγρές. Ἀλέξ. Πετσάλης.
Ἰω. Φλέσσας. Κλμ. Χριστοδούλου.
Α. Κοντόσταυλος. Δ. Σαράβας.
Δ. Δέντις. Α. Καπετανάκης.
Ν. Μ. Κοζαδίνος. Θ. Ῥωμαῖος.
Μ. Χαριτάτος. Ἰάκ. Παξιμάδης.
Εὐθ. Κεχαγιᾶς. Σ. Σωτηρόπουλος.
Λ. Καραλίβανος. ἀσθενεῖ Δ. Πονηρόπουλος.
Περ. Καλαμογδάρτης. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
Γ. Πράτζικας. Κ. Στεργιαλόπουλος.
Α. Μισυρλῆς. Δ. Χατζῖσκος.
Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.Δ. Στιριμῶκος.
Ἰω. Δεστούνης. Δ. Κριεζώτης.
Γ. Α. Γεωργιάδης. Δ. Οἰκονόμου.
Δ. Χρηστίδης. Μ. Ἀβέρωφ.
Α. Βαφιαδάκης. Κ. Νικόδημος.
Μ. Ε. Παρίσης.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως θ’ ἀναγνωσθῶσι μετ’ ὀλίγον, διότι ὁ ὑπάλληλος δὲν ἦλθε νὰ διορθώσῃ μερικὰ λογιστικὰ λάθη. Ἡ χήρα Εὐμορφοπούλου ζητεῖ σύνταξιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις τοῦ συζύγου της.

§2ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§3ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἡ κυρία τοῦ στρατηγοῦ Εὐμορφοπούλου τοῦ ὁποίου ὅλοι τὰς ἐκδουλεύσεις γνωρίζετε, δὲν λαμβάνει οὔτε λεπτὸν σύνταξιν· εἶναι ἄδικον. Νὰ συστηθῇ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν.

§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Αἰκατερίνη Γ. Ψαρουδάκη ζητεῖ σύνταξιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις τοῦ συζύγου της.

§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ἀκόλουθον ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόει ὅτι ἐν τῇ πιστώσει τῇ χορηγηθείσῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ καθυστερούσας ἀποζημιώσεις περιλαμβάνεται καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις τριῶν Βουλευτῶν Ζακύνθου διὰ τὴν σύνοδον τοῦ 1868.»

§8ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά· μάλιστα· εἶναι σωστόν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθοῦν μερικὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;

§10Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.

§11ΔΑΓΡΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ πρόεδρος κ. Λομβάρδος).

§12ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κύριε πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν.

§13ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταὶ εἰς προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως, τὸ ὁποῖον καὶ πράττω ἤδη. Δὲν ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν νὰ συζητηθῇ νῦν, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενος χρόνος. Τὸ ὑποβάλλω ὅμως διὰ νὰ διανεμηθῇ ἀπὸ τοῦδε καὶ μελετηθῇ, ὥστε νὰ ᾖναι ὥριμον διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον.

§14ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.

§15Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους τὰ λυπηρότατα συμβάντα ἐν Γαλλίᾳ ἕνεκα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου· γνωρίζετε, ὅτι ἔργα τέχνης, τὰ ὁποῖα αἰῶνες ὁλόκληροι ἠδυνήθησαν νὰ ἀνεγείρωσι, χεῖρες βάρβαροι κατέστρεψαν. Εἰς τὸ γενναῖον ἐκεῖνο ἔθνος ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει κατὰ μέγα μέρος τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Εἰς τὰ κοινοβούλια τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἰταλίας ἐξεφράσθη ἡ λύπη τῶν νομοθετικῶν σωμάτων διὰ τὰς θλιβερὰς αὐτὰς περιστάσεις· εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἔθνος μέγα καὶ εὐεργετικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἔχει καθῆκον διὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφράσῃ τὴν μεγάλην αὑτῆς λύπην διὰ γεγονότα ταῦτα.

§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργός). Θέλω διερμηνεύσει ἀμέσως τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς διὰ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν Γαλλίᾳ τελευταῖον. Ἡ Ἑλλὰς παρὰ πᾶν ἄλλο μέρος ἔχει αἰτίαν νὰ λυπῆται, ἐὰν αἱ καταστροφαὶ τοῦ Λούβρου ἔφθασαν καὶ μέχρι τῶν ἀριστουργημάτων τῆς Ἑλληνικῆς δόξης καὶ μεγαλοφυΐας, τὰ ὁποῖα περιεκλείοντο ἐν αὐτῷ τῷ καταστήματι. Ἡ Ἑλλὰς αἰσθάνεται λύπην βαθυτάτην διὰ τὰ ἐκ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου δυστυχήματα τῆς Γαλλίας· ἡ Γαλλία εὐηργέτησε τὴν Ἑλλάδα καὶ ὑπῆρξεν ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας τὸ κέντρον τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ ἑστία τῶν φώτων καὶ τῆς δόξης. Θέλω σπεύσει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ διερμηνεύσω τὰ αἰσθήματα ὅπου δεῖ.

§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μικρὰ καὶ ἀδύνατος ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας πάντοτε ἀγωνισθεῖσα καὶ ἀγωνιζομένη, δὲν εἰμπορεῖ παρὰ νὰ ὑψώσῃ δυνατὰ τὴν φωνὴν τῆς ἀγανακτήσεώς της ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ καταχρήσει τοῦ ὀνόματος τῆς ἐλευθερίας τὴν ἐλευθερίαν ἐσχάτως ἐν Παρισίοις ἐπολέμησαν. Ἡ Ἑλλὰς μικρὰ καὶ ἀδύνατος ἔλαβε τὴν πεῖραν, ὅτι οὐδὲν πολεμιώτερον τῆς ἐλευθερίας ὅσον ἡ ἀταξία· ἐὰν δέ τι ἐξασφαλίζῃ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ἐξασφαλίζει ὁ σεβασμὸς τῶν νόμων καὶ τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου.

§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§21ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω ἰσχυροὺς λόγους νὰ μὴ θεωρήσω διόλου ἄκαιρον ν’ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν σήμερον εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐρωτῶ, ὑπάρχουν νέοι λόγοι, νέαι ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τὰς σκέψεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου; πρῶτον· καὶ δεύτερον, ἐσκέφθη ἢ ἀπησχόλησε τὰς ἐνεργείας τῆς κυβερνήσεως ἡ πρότασις τῆς ἑταιρίας περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν κράτος; ναὶ ἢ ὄχι; Αὐτὰ τὰ δύω.

§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Νέοι λόγοι ὑπάρχουν, καθὼς ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω καὶ προχθές· ὑπάρχει μία διαμαρτύρησις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη ἀπὸ δύω πρέσβεις, καὶ ἐνασχολούμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτήν· ἐννοεῖται, ὅτι θέλομεν τὴν ἀποκρούσει καὶ στηρίξει τὰ δίκαιά μας. Ἡ ἑταιρία μετὰ τοῦτο ἢ πρίν ἀπευθύνῃ τὴν διαμαρτύρησιν, ἀνεκάλεσε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ ἐκποιήσεως. Ἡμεῖς ἔχομεν σκοπὸν νὰ προκαλέσωμεν μίαν διαπραγμάτευσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διαπραγμάτευσιν ὅμως, ἡ ὁποία θὰ ἦναι προπαρασκευαστικὴ ἐκ μέρους μας καὶ ἥτις, ἐὰν τελειώσῃ, θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις θὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν τὴν δέχηται καὶ κατὰ τίνα τρόπον ὅπως δήποτε· καὶ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὅ,τι ἐπρότεινεν ἡ ἑταιρία ἦτο παιγνίδι ἢ ἀλήθεια.

§23ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ δικαστήρια.

§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται.

§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς κυβερνήσεως θέλει εἶσθαι ἀξιοπρεπής.

§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.

§27ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της, διὰ τῆς καρδίας της ἐνισχύει τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της ἐπὶ ἀντικειμένου τόσον μεγάλου καὶ σπουδαίου μετὰ θάῤῥους καὶ περινοίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται.

§28ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἀξιοπρεπείας.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ διευθυντὴς τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου· πρέπει προηγουμένως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διορθωτὴς τῶν στενογραφημάτων, ἤτοι τῶν ἐντύπων, ὅστις εἶναι ἕνας ὑπάλληλος μὲ 240 δραχμὰς, δὲν εἶναι διωρισμένος, καὶ αὐτὸς ὁ μισθὸς δὲν δίδεται· ὁ διευθυντὴς τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου κάμνει ἀναφορὰν εἰς τὸν πρόεδρον, πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι πολλὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἐκκρεμῆ, καθὼς καὶ τὰ πρακτικὰ τοῦ 1868, καὶ πρέπει νὰ τυπωθῶσι τώρα εἰς τὰς διακοπάς. Εἶναι ἀκόμη τὰ στενογραφήματα τὰ ἰδικά μας καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς διορθωτοῦ, ὄχι βέβαια νὰ διορίσωμεν μὲ 240 δραχμάς, ἀλλὰ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα· θὰ ἴδῃ δὲ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν θὰ διορισθῇ γραφεὺς, ὅστις νὰ μὴ ἐργάζηται, ἀλλὰ ὁ νέος, ὅστις θὰ διορισθῇ θὰ ᾖναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἱκανῶν· εἶναι ὁ Δ. Σπινέλης. Ἡ Βουλὴ τὸ παραδέχεται;

§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§31ΡΩΜΑΙΟΣ. Αὐτὸς ὁ νέος ἐργάζεται πάντοτε, εἶναι ὁ καλλίτερος.

§32ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ γραφείου μὲ ἓν ἐπιμίσθιον;

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ὅπως δοθῇ· ἂν θέλετε καὶ ἐπιμίσθιον, ὅπως θέλετε.

§34ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν διορισμοὺς, καλλίτερον εἰς τὸν διευθυντὴν ἓν ἐπιμίσθιον.

§35ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ Σπινέλης εἶναι ὁ καλλίτερος, ὅστις ἐργάζεται.

§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἶναι μία ἱστορία, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται καὶ δὲν διορθόνεται ποτέ· ἐγὼ δὲν διαφωνῶ νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν τύπωσιν, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τέλος πάντων πρακτικά· νομίζω νὰ ἐπληρώσαμεν καὶ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ δὲν ἔχομεν πρακτικά· καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ πληρώσωμεν, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, ὅταν τὰ πρακτικὰ τυπωθῶσι.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν μὴ τύπωσιν τὴν τακτικὴν τῶν παρόντων; ...

§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοοῦμεν τοῦ 1868· δι’ αὐτὰ ἐζητήσατε.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὰ τωρινὰ δὲν εἶναι ἔλλειψις τοῦ γραφείου· κατωρθώθη νὰ ᾖναι ἕτοιμα ἐκ μέρους τῶν στενογράφων τὴν ἐπιοῦσαν, ἀλλ’ εἴτε ἐκ τοῦ τυπογραφείου, εἴτε ἐξ ἄλλων προέρχεται ἡ ἀργοπορία.—λοιπὸν, παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ δοθῶσιν ἑκατὸν δραχμαὶ κατὰ μῆνα εἰς τὸν ὑπάλληλον Σπινέλην διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τελειώσῃ ἡ ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν ὑπ’ εὐθύνην τοῦ διευθυντοῦ;

§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ναύαρχος Νικόδημος προτείνει.......

§42ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ναυάρχου εἶναι τροπολογία ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεγνώσθη διὰ ά. φοράν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ σήμερον διὰ δευτέραν φοράν.

§43ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Εἶναι, νομίζω, τρίτη ἀνάγνωσις.

§44ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. (Ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν καθυστερουσῶν δαπανῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ μὴ ἔχουσα τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν τῶν πιστώσεων τούτων· Προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰς ἑξῆς τρεῖς πιστώσεις. Αʹ.) Ἔκτακτον πίστωσιν, καταλογιζομένην εἰς τὸ κεφ. ΙΑʹ. τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀπόδοσις εἰς λογαριασμὸν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας δι’ ἐγγυηθέντας τόκους κτλ.» δραχ. 800,000. Βʹ.) Ἔκτακτον πίστωσιν, καταλογιζομένην ὑπὸ τὸ κεφ. ΚΑʹ. τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐξαγορὰ τῶν ἐν τῷ ταμείῳ τῶν πολιτικῶν συντάξεων εὑρισκομένων ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000» ἐκ δραχ. 700,000. Γʹ.) Ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ κεφ. ΙΣΤʹ. ἄρθρ. 2 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου «ἐκτέλεσις δικαστικῶν ἀποφάσεων» ἐκ δρ. 1,000,000. Παρατηρεῖ δὲ ἐπὶ τῆς Αʹ. πιστώσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 800,000 δραχ. δίδεται εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀπέναντι τοῦ λογαριασμοῦ αὐτῆς καὶ χωρὶς διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης νὰ προδικάζηται οὐδεμία τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῆς, καὶ τοῦτο, ἵνα χορηγηθῇ τῇ ἑταιρίᾳ ἡ ἀνάλογος ὑποστήριξις, εὑρισκομένης ταύτης εἰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας. Τὴν Βʹ. πίστωσιν παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ συμφώνως μὲ τὸν ψηφισθέντα παρ’ αὐτῆς νόμον περὶ ἀποδόσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Τὴν δὲ Γʹ. πίστωσιν παρεδέχθη ὡς ἐκκαθαρισμένην διὰ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὸν περιορισμὸν τοῦ δανείου εἰς 2,500,000 φράγ. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 24 Μαΐου 1871. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Εὔθ. Κεχαγιᾶς. Τὰ μέλη Π. Καλαμογδάρτης, Α. Κ. Μεταξᾶς, Ν. Κατσικαπῆς, Στ. Κολιάτσος, Κ. Θεοδώρου, Σπ. Λεονταράκης, Γ. Μαλέας, Δ. Τσιριμῶκος, Ν. Βαρβιτσιώτης, Ν. Ἀγγελίδης, Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.»

§45ΤΙΝΕΣ. Δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια;

§46ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μάλιστα, 2½ ἑκατομμύρια.

§47ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ θεωρηθῇ ὡς πρώτη ἀνάγνωσις.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνονται διάφοροι αἰτήσεις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τυπωμένας τὰς ἐκθέσεις, αἵτινες διανεμήθησαν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ διευθυνθῶσιν εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα αἱ ἀναφοραί;

§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πίστωσις, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιψηφισθῇ, νὰ θεωρηθῇ ὡς ά. ἀνάγνωσις.

§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· τί λέγετε διὰ τὰς ἀναφοράς; νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ ὑπουργεῖα;

§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§53ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ λόγος περὶ μιᾶς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς, ἥτις ὑπεβλήθη ἀπὸ τῆς 29 Ἀπριλίου. Ἡ Βουλὴ περαίνει ἤδη τὰς ἐργασίας της, ἡ λῆξις τῆς Συνόδου ἐπίκειται· νὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν αὐτὴ ἡ γνωμοδότησις.

§54ΠΟΛΛΟΙ. Κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ Νομοσχέδιον τῶν πιστώσεων. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδού. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν καθυστερουσῶν δαπανῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν.)

§56ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινισθῇ, κύριε πρόεδρε· ἡ ἀνάγνωσις αὕτη εἶναι πρώτη ἢ δευτέρα;

§57ΠΟΛΛΟΙ. Δευτέρα· πρώτη ἦτο ὅτε ὑπεβλήθη.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπέρασε διὰ βʹ. ἀνάγνωσιν.

§59ΤΙΝΕΣ. Νὰ προταχθῇ ἡ ψηφοφορία περὶ τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, κύριοι, διὰ νὰ τελειώσωμεν γληγορώτερα. Εἶναι μερικὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦσι καμμίαν συζήτησιν. Θέλετε λοιπὸν νὰ προτάξωμεν αὐτά, ἢ θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν περὶ τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου, ἢ νὰ ἀναγνώσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;

§61ΠΟΛΛΟΙ. Τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν (θόρυβος).

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βενδεβῆ· εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις. (Ἀναγινώσκεται). (Διάφοροι διάλογοι θορυβώδεις).

§63ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κ. πρόεδρε.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἡσυχάσετε καὶ ὀλίγον διὰ νὰ κάμωμεν καὶ δουλειὰν, κύριοι. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ τρίτην φορὰν αἱ προτάσεις περὶ ὁδοῦ μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Σπάρτης, καὶ ἑτέρας μεταξὺ Θουρίας καὶ Μεγαλοπόλεως, ἔχουσαι ὡς ἕπονται· «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἡ ἐκ Θουρίας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν μέχρι Μεγαλοπόλεως ἄγουσα ἐθνικὴ ὁδὸς, διερχομένη διὰ τοῦ δήμου Οἰχαλίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, θέλει κατασκευασθῆ κατὰ προτίμησιν. Τὰ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς προωρισμένα παρὰ τοῦ Νόμου χρήματα τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεγαλοπόλεως καὶ Μεσσήνης θέλουν χρησιμεύσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς εἰρημένης ὁδοῦ.» «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἡ ἀπὸ τῆς Τριπόλεως μέχρι Σπάρτης ἄγουσα ἐθνικὴ ὁδὸς θέλει κατασκευασθῆ κατὰ προτίμησιν· τὰ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς προωρισμένα παρὰ τοῦ Νόμου χρήματα τῶν ἐπαρχιῶν Μαντινείας καὶ Λακεδαίμονος θέλουν χρησιμεύσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον, διὰ τὸν δρόμον μεταξὺ Κατακώλου καὶ Πατρῶν· εἶναι γʹ. ἀνάγνωσις.»

§66ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι. (Θόρυβος· πολλοὶ ἵστανται ὄρθιοι).

§68ΖΑΪΜΗΣ. Εἰπέτε, κ. πρόεδρε, νὰ καθίσουν.

§69ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίων, πρέπει νὰ ἀναγνώσωμεν τινὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις· καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ περὶ Ναυτιλιακοῦ διπλώματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔφερε καὶ ὁ Ναύαρχος τροπολογίαν διὰ νὰ ᾖναι αὔριον ὥριμον εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἐὰν ᾖναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν λέγω τίποτε.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις. Ἰδού. (Ἀναγινώσκεται τὸ περὶ ναυτιλιακοῦ διπλώματος καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου. Τρίτη ἀνάγνωσις.

§72ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Περὶ ἐνεργείας καὶ διαθεσιμότητος. Ἄρθρον 3. Ἡ ἐνέργεια εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ διωρισμένου εἴς τινα θέσιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, καθὼς καὶ τοῦ μὴ ἀνήκοντος μὲν εἴς τινα θέσιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοῦ, διωρισμένου δὲ εἰς εἰδικήν τινα ὑπηρεσίαν ἢ πρόσκαιρον ἀποστολήν. Ἡ διαθεσιμότης εἶναι ἡ εἰδικὴ κατάστασις τῶν στρατηγῶν, τῶν συνταγματαρχῶν καὶ τῶν ἐκ τῆς θέσεως ὑπουργοῦ ἐξερχομένων ἀξιωματικῶν, τῶν διαμενόντων προσκαίρως ἄνευ θέσεως.»

§73ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θέλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν· νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν ἡ λέξις «πρόσκαιρον» νὰ προταθῇ τῆς λέξεως «εἰδικὴν.»

§74ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Δὲν πειράζει αὐτό, ἂς γείνῃ.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον γίνεται οὕτω· «........ διωρισμένου δὲ εἰς πρόσκαιρον ἢ εἰδικήν τινα ὑπηρεσίαν ἢ ἀποστολήν........»

§76ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ σημειωθῇ δὲ ὅτι ἡ ἀποστολὴ θὰ ᾖναι πρόσκαιρος.

§77ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον πρόσθετον. «Οἱ ἐκ τῆς θέσεως ὑπουργοῦ ἢ βουλευτοῦ ἐξελθόντες ἀξιωματικοὶ βαθμοῦ κατωτέρου τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντες ἀνακαλοῦνται εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ 7 ἄρθρου τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου.»

§78ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.

§80ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Προσωρινὴ διάταξις. «Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ παρόντος νόμου, οἱ μέχρι τοῦδε ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντες ἀξιωματικοὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, πλὴν τῶν συνταγματαρχῶν, ἀνακληθήσονται εἰς ἐνέργειαν πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων, μὴ ὑπαρχουσῶν δὲ κενῶν θέσεων ταχθήσονται εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως.»

§81ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ συνόλου;

§83ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη καὶ τὸ σύνολον εἰς 3ην ἀνάγνωσιν.

§85ΤΙΝΕΣ. Ἡ ψηφοφορία, ἥτις διεκόπη.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ παραχωρήσεως εἰκοσαετοῦς προνομίου πρὸς σύστασιν συγκοινωνίας δι’ ἀτμαμαξῶν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κατακώλου.»

§87ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θεωρῶ, ἂν μὴ ἐπιβλαβὲς, τοὐλάχιστον πρόωρον τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς συστήματος ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐσπουδάσθη καλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Εὐρώπην, τὴν μᾶλλον ἀνεπτυγμένην ἐπιστημονικῶς· δεύτερον κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ Πατρῶν μέχρις Ἠλείας εἶναι ἀπόστασις 21 ὥρας.

§88ΤΙΝΕΣ. 18 ὡρῶν.

§89ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν διεύθυνσιν, ἣν θὰ λάβῃ ἡ ὁδὸς, εἶναι σωσταὶ 21 ὧραι. Εἶναι δ’ ἓν ἔργον ἐντελῶς κερδοσκοπικὸν καὶ οὐδόλως δύναται νὰ παράσχῃ ὠφέλειαν εἰς τὸν τόπον· εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω πολὺ καλὰ τοῦτο. Ὅταν, κύριοι, ἓν ἔθνος δίδῃ εἰς ἕνα ἐργολάβον μίαν ἐπιχείρησιν, τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν τὴν παρέχει διὰ νὰ ὠφελήσῃ καὶ ὠφεληθῇ, ὅταν δὲ παρέχῃ εἰς ἕνα ἐργολάβον μίαν ἐπιχείρησιν διὰ νὰ ὠφελήσῃ τοῦτον χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ ὁ τόπος, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὴ τοιαύτη ἐπιχείρησις. Ἰδοὺ αἱ ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι καὶ αἱ ἑξῆς· πρῶτον ὅτι παραχωροῦμεν εἰς τὸν ἐργολάβον ἑτοίμην ὁδὸν πέντε, ἕξ, ἑπτὰ ὡρῶν, τουτέστι τοῦ παραχωροῦμεν τὴν εὐκολίαν νὰ στήσῃ μίαν μηχανὴν καὶ νὰ ἀρχίσῃ νὰ ὠφελῆται, χωρὶς ὁ τόπος νὰ ὠφελῆται τὸ παράπαν, διότι καθόσον ἀφορᾷ τὴν μεταφορὰν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐπιβατῶν ἀνὰ πᾶν χιλιόμετρον ὡρίσθη νὰ πληρώνῃ ἕκαστον ἄτομον λεπτὰ 30 ἀνὰ πᾶν χιλιόμετρον· ὅ ἐστί, διὰ τοῦ σιδηροδρόμονος αὐτοῦ θέλει μεταφέρεται ὁ πολίτης ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον ἀκριβώτερα παρ’ ὅσον δύναται νὰ μεταφέρηται διὰ τῶν ἵππων· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἡ ὠφέλεια δὲν θέλει εἶσθαι μεγάλη εἰς τὸν τόπον· διότι τὸ πραγματικὸν ἀποτέλεσμα τῶν τοιούτων ἔργων εἶναι νὰ καταστρέφεται ταχύτερον ὁ χρόνος· εἰς αὐτὸ ὅμως τὸ σύστημα δὲν εἶναι τόσον μεγάλη ἡ ταχύτης, ἑπομένως εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα θὰ ὑπάρχῃ μία βραδύτης καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπαιτοῦνται καὶ περισσότερα χρήματα καὶ περισσότερος χρόνος εἰς τοὺς ἐπιβάτας. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ πράγματος ἔχει καὶ μίαν ἄλλην ζημίαν αὐτὸς ὁ νόμος δι’ οὗ θέλομεν πληρώνει 3,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον καὶ δι’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἑτοίμην ὁδὸν, καὶ θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταβάλωμεν τὰ ἔξοδα διὰ τὰς γεφύρας μετὰ βραχὺ διάστημα χρόνου, ὥστε ὁ ἐργολάβος δι’ ἐξόδων μας θέλει κατασκευάσει τὰ πάντα, καὶ μόνον διὰ τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ προκαταβολὴν θέλει ἔχει—ἓν εἰκοσαετὲς προνόμιον.

§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος αὐτό.

§91ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὸν νόμον). Θὰ καταβάλωμεν, λέγω, ἡμεῖς χρήματα διὰ νὰ κάμωμεν τὰς γεφύρας καὶ νὰ κατασκευάσωμεν τοὺς δρόμους. Τὸ ἀκούετε κύριοι; Προσέξατε, ἡμεῖς θέλομεν πληρώσει ὅλα τὰ ἔξοδα εἰς τὸν ἐργολάβον διὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς γεφύρας καὶ ἐν τούτοις θέλομεν δώσει τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ ὠφελῆται ἐπὶ 20 ἔτη λαμβάνων διὰ τὴν μεταφορὰν ἑκάστου ἀτόμου ἀπὸ τοῦ Πύργου μέχρι Πατρῶν δραχμὰς 30 περίπου ὑπολογιζομένης εἰς 100 χιλιόμετρα τῆς μεταξὺ τῆς δύω πόλεων ἀποστάσεως.

§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 18 δραχμὰς διὰ τὴν ά. θέσιν καὶ 9 διὰ τὴν γʹ.

§93ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε τοιαύτη πρότασις ἐγένετο πρὸ τριῶν μηνῶν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ ἄλλος τις παρομίαν παρουσίασε, ὑποσχεθεὶς νὰ καταβῇ καὶ εἰς ὅρους ἐπωφελεστέρους διὰ τὸν τόπον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς κακόν. Οἱ ἄνθρωποι μεθ’ ὧν ἐγένετο ἡ σύμβασις, δὲν ἔχουν πολλὰ ἴδια κεφάλαια· θὰ πάρουν λοιπὸν τὸν νόμον καὶ θὰ ζητήσουν κεφάλαια· φοβοῦμαι δὲ καὶ μήπως καταντήσωμεν εἰς διαφόρους δίκας. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, συνίστανται δὲ ταῦτα εἰς τὸ ὅτι μόνοι οἱ ἐργολάβοι ἠμποροῦν νὰ ὠφεληθοῦν, ἀλλ’ ὁ τόπος δὲν θὰ ἔχῃ ὠφέλειάν τινα.

§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἀνάγκην δικαιολογήσεως, καὶ ὅμως θέλω σᾶς προσθέσει ὀλίγας λέξεις ἐξ ὧν θέλετε ἐννοήσει, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ καὶ αἱ σκέψεις τοῦ προαγορεύσαντος βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Ἔχομεν ἀνάγκην ὁδῶν· καὶ εἶναι ἡ πρώτη καὶ οὐσιώδης ἀνάγκη μας. Ἔχομεν συμφέρον νὰ κατασκευάσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερα τὰς ὁδούς· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ μόνον, κύριοι, ἐξετάζομεν τὸ νομοσχέδιον. Τί ζητοῦν οἱ ἐργολάβοι; ζητοῦν νὰ κατασκευάσουν δι’ ἰδίων των ἐξόδων τὰς ὁδοὺς καὶ ἀντὶ τούτου νὰ ἔχουν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ἀτμαμάξας, δὲν ἀπαγορεύουν ὅμως εἰς οὐδένα νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν δι’ ἄλλων ἁμαξῶν, καὶ ἀκόμη καὶ διὰ σιδηροδρόμου. Τί κερδίζομεν ἡμεῖς; Κερδίζομεν τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἁμαξιτῶν ὁδῶν. Ὅταν, κύριοι, ἐπρότεινε εἰς τὴν Ἑλλάδα μία ἑταιρία εὐρωπαϊκὴ νὰ κατασκευάσῃ ἐργολαβικῶς τὰς ὁδοὺς τῆς Ἑλλάδος ἐζήτησε δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον 21 χιλιάδας δραχμάς· δι’ 21 χιλιάδων δραχμὰς μᾶς εἶπεν, ἀναδέχομαι νὰ κατασκευάσω τὰς ὁδούς σας, καὶ αἱ κυβερνήσεις εἰς ἃς ἐπροτάθη τοῦτο, ἀπέῤῥιψαν τὴν πρότασίν των ὡς λίαν ὑπερβολικήν. Πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσιν οἱ ὁδοί, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θὰ συντηροῦνται· γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως εἶναι περισσότερα· ἀντὶ τούτων θὰ πληρωθῶσι κατ’ ἐκτίμησιν, ἀλλὰ ποτὲ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ πληρωθησόμενον ποσὸν τὰς 3 χιλιάδας κατὰ χιλιόμετρον. Ἐὰν δὲ κύριοι, διὰ 250 χιλ. δραχμῶν, ὅσας κατὰ τὸν ἀνωτέρω ὑπολογισμὸν κατ’ ἀνώτερον ὅρον θὰ ἐξοδεύσωσιν ἐπὶ 20 ἔτη, ἔχομεν ὁδὸν ἁμαξιτὴν ἀπὸ Πάτρας εἰς Πύργον δὲν ὠφελούμεθα; διὰ τί νὰ μὴν ὠφεληθοῦν καὶ αὐτοὶ ἂν πρόκηται νὰ ὠφεληθῶσι; καὶ ἐγὼ εὔχομαι νὰ ὠφεληθοῦν πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα νομίζει ὁ κ. Διαμαντόπουλος.

§95Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε διὰ τὸν δρόμον αὐτὸν 200,000 δραχμῶν ἔξοδα καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐκάμαμεν τίποτε.

§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῳόντι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μία τροποποίησις εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ δὲν θὰ ἀντιτείνωσιν· τὰ χρήματα νὰ κατατεθῶσιν ἀπὸ τὰ χρήματα τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν καὶ Ἠλείας.

§97ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ Πάτραι θὰ ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἔχουν συγκοινωνίαν ὄχι μόνον μὲ τὴν Ἠλείαν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ Καλάβρυτα, καὶ μὲ τὸ Αἴγιον. Οὕτω ἡ συγκοινωνία τῶν δύω τελευταίων πόλεων θέλει σταματήσει, παραχωρουμένων εἰς μίαν μόνην γραμμὴν συγκοινωνίας τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιΐας της.

§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας Ἠλείας καὶ Πατρῶν.

§99Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὰ ἐπαρχιακὰ χρήματα εἶναι ἀρκετὰ καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὰ χρήματα τῶν δήμων νὰ θεραπεύσωσιν ἄλλας ἀνάγκας.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥασις;

§101ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἕπεται.

ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.

Περὶ παραχωρήσεως εἰκοσαετοῦ προνομίου πρὸς σύστασιν συγκοινωνίας δι’ ἀτμαμαξῶν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κατακώλου. Ἄρθρ. 1. Ἡ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν κυρίων Γεωργίου Ι. Παππᾶ καὶ Γουλιέλμου Μόρφη ἀφ’ ἑτέρου συνομολογηθεῖσα τὴν 20 Μαΐου 1871 σύμβασις, ἐξ ἄρθρων 18 συγκειμένη, καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται, πρὸς παραχώρησιν εἰκοσαετοῦς προνομίου πρὸς σύστασιν συγκοινωνίας δι’ ἀτμαμαξῶν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κατακώλου, ἐπικυροῦται καὶ ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν. Ἄρθρον 2. Τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ τῶν ἀναγκαίων γεφυρῶν καταβληθὲν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ποσὸν θέλει ἀποδοθῆ αὐτῇ ἀτόκως ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας Πατρῶν καὶ Ἠλείας ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀποπερατώσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου καὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς διὰ τῶν ἀτμαμαξῶν συγκοινωνίας εἰς τρεῖς ἴσας ἐνιαυσίους δόσεις. Ἄρθρ. 3. Οἱ ἐργολάβοι ὑποχρεοῦνται νὰ συμμορφῶνται πρὸς τοὺς ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐκδοθησομένους νόμους, γενικοὺς κανονισμοὺς ἢ διατάξεις περὶ τῆς ἀστυνομίας, τῆς ἀσφαλείας, τῆς χρήσεως καὶ διατηρήσεως τῆς ὁδοῦ καὶ τῶν διαμετακομιστικῶν μέσων.

§102ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, κ. πρόεδρε, εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).

§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. πρόεδρε. Παρακαλῶ τὸν κ. Πράτσικαν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ συζητηθῇ, ὡς ἀφορῶν συμφέροντα ἐμπορικά, τὰ ὁποῖα περιπλέκονται.

§104ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Ὄχι· τώρα πρέπει νὰ τελειώσωμεν· (θόρυβος).

§105ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως.

§106ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Δὲν καταβαίνω τὸ βῆμα, πρέπει νὰ τελειώσῃ.

§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ προβῶμεν εἰς τὸ περὶ ἀποχωρήσεως, Κ. πρόεδρε· ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμόν.

§108ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, κ. πρόεδρε, ἔχει ἕνα μῆνα καὶ πλέον ὅπου εἶναι εἰς τὸ γραφεῖόν σας.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα, κ. Πράτσικα.

§110ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Ὄχι τώρα.

§111ΖΑΪΜΗΣ. Πρὶν διαλυθῶμεν, κ. πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δι’ αὔριον, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφοφορῶμεν νομοσχέδια χωρὶς νὰ τὰ γνωρίζωμεν. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ νὰ λαμβάνῃ πλήρη τὴν μισθοδοσίαν του, ὁ ἐν τῷ Πανεπιστημείῳ καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφίας κ. Φίλιππος Ἰωάννου).

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 117· 95 εἰς τὸ ναὶ καὶ 22 εἰς τὸ ὄχι· ὥστε ἐγένετο δεκτόν.

§113ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις.

§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλοῦμεν νὰ δεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· 1) τὸ περὶ ἀποχωρήσεως, 2) τὸ περὶ διαιρέσεως τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, 3) τὸ περὶ ἀεριόφωτος, 4) τὸ περὶ τόκου, 5) τὸ περὶ ναυτικῶν διπλωμάτων, 6) τὸ περὶ πιστώσεων, καὶ 7) τὸ περὶ μεταλλείων.

§115ΣΑΡΑΒΑΣ. Κ. πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσα πρό τινων ἡμερῶν, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ μᾶλλον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀποδίδω πολὺ μεγαλητέραν σημασίαν, παρὰ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα νομοσχέδια τὰ χρηματιστικά. Δεύτερον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προταθῇ καὶ τὸ περὶ κληροδοτημάτων, τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.

§116ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπον νὰ τὸ βάλωμεν.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, λοιπὸν, ἀποχώρησις, κεντρικὸν ταμεῖον, ἀεριόφως, τόκοι, ναυτικὰ δικαιώματα, πιστώσεις, μεταλλεῖα, ἀποξήρανσις Σπερχειοῦ, ὑπότροφοι, περὶ μαιευτηρίου, καὶ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Εἶναι πρῶτον ἓν νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως χηρῶν καὶ ὀρφανῶν).

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ ἀποχωρήσεως. Τρίτη συζήτησις. Κύριοι βουλευταὶ, παρακαλῶ, ὀλίγην ἡσυχίαν, πρόκειται περὶ νόμου ἀρκετὰ σπουδαίου.

§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, πρὶν ἢ ὁ κ. ὑπουργὸς ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ σήμερον, εἶχον ὑποβάλει ὁμοίας φύσεως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, καθὼς καὶ ἐκεῖνο τοῦ κ. ὑπουργοῦ, παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως χρῄζει μακρᾶς συζητήσεως καὶ εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, διότι μία ἀρχὴ ἰσόβιος, ἐφ’ ἧς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὐδὲν δύναται καταχρωμένη τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν τῇ παρέχει ἡ πολιτεία, ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ πολλὰ ἐπικίνδυνος, καὶ νὰ ἀναιρέσῃ τὸν σκοπὸν, χάριν τοῦ ὁποίου περιεβλήθη μὲ ἐξαιρετικὰς ἐγγυήσεις. Εἶναι λοιπὸν πολλὰ σπουδαῖον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως, διότι σκοπεύει ν’ ἀπομακρύνῃ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ παρακολουθήσωσι τὴν μονιμότητα μιᾶς ἀρχῆς· καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀρχὴ, εἰς οὐδεμίαν καλῶς διοργανωμένην πολιτείαν, ἡ ὁποία νὰ ᾖναι ἀπολύτως ἀνεξέλεγκτος. Ὁ βαθμὸς τοῦ στρατιωτικοῦ εἶναι ἀναφαίρετος, ὑπάρχουσιν ἐν τούτοις περιπτώσεις, καθ’ ἃς καὶ ὁ βαθμὸς δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ ὁ ἀξιωματικὸς νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν ἢ εἰς ἀργίαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἐξουσία ἐπὶ τοσοῦτον μόνιμος καὶ ἀσφαλὴς, ὥστε, ὁσάκις αἱ ἐγγυήσεις, μὲ τὰς ὁποίας τὴν περιέβαλεν ἡ πολιτεία, ἀποβαίνουσι πρὸς βλάβην αὐτῆς, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ πολιτεία νὰ ἄρῃ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας. Ὁσάκις ἑπομένως δι’ ἡλικίαν ἢ διὰ νόσημα ὁ ἰσόβιος ὑπάλληλος δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὁσάκις δὲν συναισθάνεται τὴν ἱερότητα τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων, ἢ περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν δεικνύει ὀλιγωρίαν ἀξιοκατάκριτον, ἢ τηρῇ διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεώς του, δὲν πρέπει νὰ προστατεύηται ὑπὸ τῆς προνομίας τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ὑπόκειται εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως. Ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ὑπάρχουσιν, ἐννοεῖται, διαφοραὶ γνωμῶν, καί, ἐπαναλαμβάνω, ἔπρεπε περὶ αὐτοῦ νὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε καιρὸν ἔχομεν, οὔτε ἡ Βουλὴ ἔχει διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ μακρὰς συζητήσεις, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποβάλει, τὸ συνεχώνευσα εἰς ἐκεῖνο τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ συγκατετέθη νὰ παραδεχθῇ δύω τροπολογίας, τὰς ὁποίας θεωρῶ λίαν οὐσιώδεις. Τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν παῦσιν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων· εἰς τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι παύονται δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, καθὸ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν ἐπάγουσαν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, κατὰ μείζονα λόγον παύονται οἱ ἰσόβιοι ὑπάλληλοι. Ἐκτὸς ὅμως τούτων δυνατὸν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς παραβάσεις καθηκόντων, ὅλως ἀσυμβιβάστους πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεως. Κατ’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν οἱ ἰσόβιοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, καθὼς καὶ οἱ ἐλεγκταὶ ἀποβάλλονται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, παύονται κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμομένης αὐτοῖς προνομίας, ἡ ὁποία ἐγγυᾶται εἰς αὐτοὺς ἰσόβιον διαμονήν. Τοῦτο ἐννοοῦμεν λέγοντες, ὅτι γίνονται ἔκπτωτοι τῆς θέσεώς των ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων. Τώρα ἐπιτρέψατέ μοι ἐν ὀλίγαις λέξεσι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, καὶ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἶχον ἐγὼ διατυπώσει εἰς τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, προκειμένου περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἰσοβίου ὑπαλλήλου, διαγράφει τὰς περιπτώσεις ὡς ἀκολούθως· ὅπως ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων γείνῃ ἔκπτωτος ἰσόβιός τις ὑπάλληλος, ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑπάρχῃ μία τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 10 ἀναφέρει, τοὐτέστι νὰ κατεδικάσθη ἐπὶ πλημμελήματι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναφερομένων, εἰς φυλάκισιν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸ ἔτος, ἢ ἐπὶ πταίσματι ἀφορῶντι τὰ χρηστὰ ἤθη, ἢ νὰ ὑπεβλήθη εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἢ νὰ κατεδικάσθη πειθαρχικῶς, καὶ εἰς τοῦτο, παρακαλῶ, νὰ προσέξητε πολὺ, δὶς μὲ προσωρινὴν πειθαρχικὴν παῦσιν, ἢ ἅπαξ μὲ προσωρινὴν πειθαρχικὴν παῦσιν, καὶ δὶς μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου ἢ ἐπιπλήξεως. Αὗται εἶναι αἱ περιπτώσεις τῆς ἐκπτώσεως ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι ὑπάρχει μία τῶν περιπτώσεων τούτων, πέμπει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἀποφανθῇ, ἐὰν τῳόντι ὑπάρχωσι λόγοι ἀποχρῶντες ὅπως ὁ κατηγορούμενος ἰσόβιος δικαστὴς γίνῃ ἔκπτωτος τῆς θέσεώς του. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Ἐγὼ ἠκολούθησα τὸ σύστημα τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος ἀφίνει περισσοτέραν ἐλευθερίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Κατὰ τὸν περὶ ἀποχωρήσεως ἕνεκεν ἡλικίας καὶ πειθαρχικῶν λόγων Γαλλικὸν Νόμον τῆς 1 Μαρτίου 1852, ὁσάκις ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων νομίζει ὁ ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ὅπως ἰσόβιός τις ὑπάλληλος γείνῃ ἔκπτωτος τῆς θέσεώς του, εἴτε οὗτος κατεδικάσθη πειθαρχικῶς εἴτε μὴ, παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον διὰ νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοιαῦται, ὥστε καθιστῶσι τὸν ὑπάλληλον ἀνάξιον νὰ κατέχῃ ἐφεξῆς τὴν θέσιν, ἐὰν ἐγκρίνωνται ὡς τοιαῦται καὶ ἀπὸ τὸ δικαστήριον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς συστήματος καὶ τοῦ ἄλλου εἶναι, ὅτι ἐν μὲν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζονται ῥητῶς αἱ πειθαρχικαὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ τῷ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι ἀφίεται τοῦτο ἐντελῶς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπροτίμησα τὸ σύστημα τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου, διότι ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἀναφερομένων περιπτώσεων, δικαιολογουσῶν τὴν παῦσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ, ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλαι ὁμοίας φύσεως, αἵτινες, καθὸ μὴ δυνάμεναι νὰ ὁρισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων, πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν κυριαρχικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ὑποθέσατε, ὅτι ἰσόβιός τις δικαστὴς κατηγορεῖται ἐπὶ βαρυτάτῳ ἐγκλήματι, ὅτι αἱ κατ’ αὐτοῦ ἐνδείξεις εἶναι πολλαὶ καὶ ἰσχυραὶ, ὅτι παραπέμπεται εἰς δίκην, καὶ ὅτι τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας εἴτε ἐξ ὑπερβαλλούσης ἐπιεικείας, εἴτε διὰ λόγους ἀμφιβολίας ἐν αὐτῇ τῇ ἀποφάσει ῥητῶς ἐκφραζομένους, τὸν ἀπαλλάττει τῆς κατηγορίας, νομίζεται ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ἄρειος Πάγος ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἡ περαιτέρω ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατήρησις τοῦ ἰσοβίου τούτου δικαστοῦ δικαιολογῆται; Νομίζετε ὅτι δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ δικαστοῦ ἀζημίως διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς δικαιοσύνης, ὁ δικαστὴς, τὸν ὁποῖον μία ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου ἠθώωσε τυπικῶς, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἡ κοινὴ συνείδησις κατεδίκασε; Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἢ ἐν οἱᾳδήποτε παραπλησίᾳ οὐδεμίαν ἐξουσίαν κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἔχει ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ ἐπιληφθῇ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβλητέας ποινῆς ἐκ τῶν περιοριζουσῶν τὴν ἐλευθερίαν, ἢ ἐπιβαλλουσῶν χρηματικὰς ζημίας, ἡ ἐπάγουσα αὐτὴν παράβασις ἔπρεπε βεβαίως νὰ ᾖναι ἀκριβῶς ὡρισμένη καὶ μηδεμίαν εἰς τὸν δικαστὴν τῆς οὐσίας ἀφίνουσα ἐλευθερίαν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν παντὸς ποινικοῦ νόμου. Ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ ἀποβολῆς ἐκ τῆς θέσεως ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων, τουτέστιν ἕνεκεν παραβάσεων περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, αἵτινες εἰδικῶς δὲν ὁρίζονται, ἀλλ’ ἐκτιμῶνται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἐνασκοῦντος τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν δικαστηρίου. Ἑτέρα διαφορὰ, πολλὰ οὐσιώδης, εἶναι ὅτι κατὰ μὲν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἵνα δικαστής τις ἰσόβιος γείνῃ ἔκπτωτος ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων, πρέπει, ὡς προεἶπον, νὰ κατεδικάσθη δὶς εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν παύσεως ἢ ἅπαξ εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν παύσεως καὶ δὶς εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου. Ἐγὼ ἐνόμισα, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν γνώμην ὅλων ὑμῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐρύνωμεν ὀλίγον τὴν βάσιν τῶν πειθαρχικῶν λόγων ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναται νὰ παυθῇ ἕνας ἰσόβιος ὑπάλληλος, διότι ἀκόμη δὲν εἶναι τελειωτικῶς ἐσχηματισμένη, φρονῶ, ἡ κοινὴ πεποίθησις, ὅτι τῆς ἰσοβιότητος ὁ θεσμὸς ἔφερε παρ’ ἡμῖν ὅλα τὰ προσδοκώμενα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἡ δοκιμὴ θὰ γείνῃ καὶ ἡ ὁριστικὴ κρίσις θὰ ἐξενεχθῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος ἐπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἰδοὺ διὰ τί ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐρύνωμεν τὴν βάσιν τῆς ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων παύσεως καὶ διετύπωσα ἑπομένως τὰ περὶ τούτου ὡς ἀκολούθως· «Ἐὰν κατεδικάσθησαν τελεσιδίκως κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προσωρινῆς παύσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον μηνὸς, ἢ καὶ δύω πειθαρχικὰς ποινὰς προσωρινῆς παύσεως μικροτέρας τοῦ ἑνὸς μηνὸς, ἢ εἰς δύω πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου». Καὶ οὕτω δὲ οὐδόλως ἀναιροῦνται ἢ ἐλαττοῦνται ὁπωσδήποτε αἱ τῇ ἰσοβιότητι παρομαρτοῦσαι ἐγγυήσεις· διότι αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ, οἱασδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ὁ βαθμὸς ἢ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, δὲν ἐπάγουσι ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ μόνων τὴν παῦσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ, ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ εἶδος καὶ τὸν βαθμὸν αὐτῶν καὶ ν’ ἀποφανθῇ, ἂν τῳόντι εἶναι τόσον βαρεῖαι, ὥστε νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἔκπτωσιν. Ἐκτὸς τῆς τροπολογίας ταύτης ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ μεταφέρω ἐκ τοῦ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τὴν τελευταίαν παράγραφον ἔχουσαν ὡς ἀκολούθως· «Τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 273 ἕως 309 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων περὶ πειθαρχικῶν παραβάσεων καὶ λοιπὰ ὡρισμένα διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ»· καὶ τοῦτο, διότι, ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω μὲ λύπην μου, ὅτι ἰσόβιοί τινες δικασταὶ ἠθέλησαν νὰ ἀμφισβητήσωσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει λαβὼν ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καὶ τὴν ὁποίαν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐξήσκησα λίαν καταλλήλως, φρονῶ. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς παραδέχηται τὰς δύω αὐτὰς τροπολογίας, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ὑποστηρίζω οὐδεμίαν ἄλλην τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καὶ τὸ συγχωνεύω εἰς τὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ.

§120Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι ἡ ἀνάμιξις ἑνὸς δικαστοῦ εἰς ἐπιχειρήσεις ἐργολαβίας εἶναι συμβιβαστέα μὲ τὸν δικαστικόν του χαρακτῆρα;

§121ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἀπαγορεύει ῥητῶς εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τὸ μετέρχεσθαι τὸ ἐμπόριον, ἐὰν ἑπομένως ᾖναι κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις ἡ ἐργολαβία, εἰς ἣν, ὡς λέγετε, ἀνεμίχθη ὁ δικαστὴς, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀπαγορεύεται, ἄλλως τε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι παρὼν καὶ εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ ἀπαντήσῃ. (Ἐνταῦθα ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσιριμῶκος). (Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον).

§122Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι ἀποκύημα τῶν Ῥωμαϊκῶν γνώσεων ἡμῶν. Πιστεύω, ὅτι, οὔτε ὁ κ. Σαράβας ἔχει ἀντίῤῥησιν, οὔτε ὁ κ. ὑπουργός.

§123ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἐκτὸς τινῶν τροποποιήσεων, ἐλήφθη ἐκ τῶν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου γαλλικῶν νόμων τοῦ 1824 καὶ 1852.

§124Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ δρέψω τοὺς καρποὺς τῶν ἄλλων. Αὐτὴ εἶναι μελέτη, τὴν ὁποίαν ἠρύσθην ἐκ νομικῶν καὶ τοῦ νόμου τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τοῦ Πρωσσικοῦ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, κύριοι, διότι ὑποθέτω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἐγγύησις καὶ ὁ προορισμὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν εἶναι δηλαδὴ ὅπως ἔπρεπε νὰ ᾖναι συντεταγμένον. Εἰς τὸν Πρωσσικὸν νόμον ὑπάρχει μία ποινικὴ, οὕτως εἰπεῖν, δικονομία ἐφ’ ἧς ἢ παρ’ ἧς δικάζονται οἱ δικασταί. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν παρὰ μερικὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁρίζουν τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ δικαστοῦ ἢ τοῦ μέλους τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου· ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει οὕτω ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ μελετήσω ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἠθέλησα νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, νὰ τὸ ἐπεκτείνω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προορισμόν του· εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐδῶ ὁρίζεται ὁ χρόνος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ τὴν ἀποχώρησιν, ἀλλὰ δὲν δίδεται καὶ προθεσμία, δηλ. ὁρίζει ὅτι, ὅταν ἕνας δικαστὴς φθάσῃ τὸ 70 ἔτος, ἐὰν ᾖναι πρωτοδίκης, ἐφέτης ἢ μέλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, καὶ τὸ 75, ἐὰν ᾖναι ἀρειοπαγίτης ν’ ἀποχωρήσῃ, ἀλλὰ δύναται αὐτοβούλως χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ μία εἰδοποίησις τοῦ ὑπουργοῦ; δύναται νὰ βλαφθῇ ἡ ἐπιστήμη καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἐδῶ τὸ ἑξῆς, «δὲν δύνανται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ ἔργα των οἱ ζητοῦντες τὴν ἀποχώρησιν πρὶν ἢ παρέλθουν τρεῖς μῆνες ἀπὸ τῆς πρὸς τὸν ὑπουργὸν εἰδοποιήσεως περὶ ἀποχωρήσεως.» Νομίζετε, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ὀρθόν; δεχθῆτέ το· ἂν νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, μὴν τὸ δεχθῆτε.

§125ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, ἀμέσως εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πετσάλη ὡς πρὸς τὴν προσθήκην τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ δικασταὶ δύνανται ν’ ἀποχωρήσουν ἀπὸ τῆς πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν περὶ τῆς ἀποχωρήσεως ταύτης εἰδοποιήσεως. Ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν προσθήκην, τότε θὰ περιπέσωμεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ καὶ τὰ μέλη τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἀποχωροῦσι τῆς ὑπηρεσίας αὐτοδικαίως· τότε τὸ αὐτοδικαίως πρέπει νὰ λείψῃ.

§126Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐννοεῖται.

§127ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, κινδυνεύομεν νὰ ματαιώσωμεν τὰ πάντα· διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἔγκειται ἡ φιλαυτία, νὰ μὴν ἐπιθυμῇ τις νὰ θεωρηθῇ ὡς καταστὰς ἀνίκανος, καὶ ἑπομένως ἄχρηστος· οἱ συνάδελφοι εἰς τοιαύτην περίστασιν βεβαίως δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ παρουσιάσουν τὸν συνάδελφον ὡς τοιοῦτον, οἷος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ᾖναι ἢ δὲν πιστεύει ὅτι εἶναι· ἐπίσης καὶ ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ θελήσῃ εἰς τὰς πλείστας τῶν περιστάσεων νὰ πληγώσῃ παλαιὸν ὑπάλληλον, προσενεγκόντα ἴσως ὑπηρεσίας πολυτίμους, προκαλῶν ἀπόφασιν περὶ ἀνικανότητος αὐτοῦ, ἢ σιωπηρῶς ἀνομολογῶν τὴν ἀνικανότητα ταύτην διὰ τῆς ἀντικαταστάσεώς του. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ὡς ἀποτέλεσμα τελικὸν θὰ ἐπέρχηται σχεδὸν πάντοτε ἡ διατήρησις τοῦ ὑπαλλήλου ἐν τῇ θέσει του καὶ πέραν τῶν ὅρων τοῦ νόμου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἐγὼ, μετὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, μεθ’ ἧς συνειργάσθην, διότι τὸ ἔργον τοῦτο δὲν τὸ κατήρτισα μόνος, μὲ συνέτρεξαν μετὰ ζήλου καὶ προθυμίας οἱ κύριοι Μωραϊτίνης, Κόκκινος, Προβελέγγιος, Βάλβης καί τινες ἄλλοι, καὶ μετὰ σπουδαίας συζητήσεις ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἕνεκα τούτου δὲν ἠθελήσαμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν προσθήκην, ἥτις ἤδη προτείνεται καὶ ἐπροτιμήσαμεν νὰ ἐπέρχηται αὐτοδικαίως ἡ ἀποχώρησις. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν τήρησιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει.

§128ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν· ἂν ἕνας δικαστὴς θέλῃ νὰ παραιτηθῇ, δύναται;

§129ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Βεβαίως. Τὸ ζήτημα τοῦτο οἱ συγγραφεῖς τὸ ἐξετάζουν, ἂν δικαστής τις δηλαδὴ, ἢ ὁποιοσδήποτε ὑπάλληλος, δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ οἴκοθεν τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ κατ’ ἀρχὴν μὲν ὀφείλουσι ν’ ἀποφανθῶσιν ἀρνητικῶς, διότι οὐδὲν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἅπαξ συνήφθη, δύναται μονομερῶς νὰ διαλυθῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑποθέτουν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἂν παρὰ τὴν θέλησίν του ἀναγκάζηται ὁ ὑπάλληλος νὰ παραμένῃ ἐν τῇ θέσει, ὁ ζῆλος αὐτοῦ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν δὲν θέλει εἶσθαι τοιοῦτος ὁποῖον ἡ θέσις τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ ἀπαιτεῖ αὐτὸν, διὰ τοῦτο θεωροῦν, ὅτι πρέπει νὰ κατισχύσῃ ἡ ἔποψις τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ νὰ λυθῇ ἑπομένως τὸ ζήτημα καταφατικῶς, ὥστε νὰ δύναται ὁ ὑπάλληλος ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως νὰ παραιτῆται (διάλογοι).

§130Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρίσωμεν τὴν σημασίαν τοῦ αὐτοδικαίως, ὅπερ ἔχει διαφόρους σημασίας.

§131ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ὅρος οὗτος διαφόρους σημασίας. Αὐτοδικαίως εἶναι τὸ ipso jure τῶν Ῥωμαίων καὶ σημαίνει, ὅτι ὁ ἀποκτῶν ἓν δικαίωμα ἢ ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς μίαν ὑποχρέωσιν δὲν συμπράττει εἰς τοῦτο, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα ἢ ἡ ὑποχρέωσις ἐπέρχεται οἴκοθεν, διὰ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς γεγονότος, ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως τοῦ προσώπου, τοῦ ἀποκτῶντος τὸ δικαίωμα, ἢ τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν ὑποχρέωσιν.

§132Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὴν σημασίαν, ἀλλὰ δὲν πειράζει, οἱ νομοδιδάσκαλοι ἐννοοῦν, ὅτι πάντοτε θὰ τὸ ἀπαγγείλῃ ἕνας δικαστής· ὁ νόμος τὸ ἀπαγγέλλει, ἀλλὰ ἐξ ἀνάγκης. Τώρα ἐννοεῖται, ὅτι ἕνας ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔφθασεν αὐτὴν τὴν ἡλικίαν καὶ δὲν θέλει ν’ ἀποχωρήσῃ, νομίζετε, ὅτι ὑποχρεωτικῶς ὀφείλει ν’ ἀποχωρήσῃ;

§133ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.

§134Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν καὶ νόμους ἄλλων ἐθνῶν καὶ ἔχουν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὄχι καὶ κατ’ αὐτοῦ. Ἂν εἶμαι ἱκανὸς καὶ ἔχω τὰς φυσικάς μου δυνάμεις διὰ νὰ ἐργασθῶ, διατί ν’ ἀποχωρήσω; Πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ ἀταγές; (θόρυβος).

§135ΣΕΡΒΟΣ. Παρακαλῶ νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον εἶναι λογικὸν, ὡς τὸ ὅλον νομοσχέδιον, οὔτε ἔχω ἀντιλογίαν οὐδεμίαν, διότι τὸ ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι δῆλον τοῖς πᾶσιν· ἀλλὰ κάμνω μίαν παρατήρησιν καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν. Πολὺ ὀρθῶς ἐπρονοήθη νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἡλικία τῶν δικαστῶν καὶ διετάχθη νὰ δώσωσιν αὐτοὶ τὴν δήλωσιν ἐπιφυλαττομένης πάσης ἀντιῤῥήσεως ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ. Εἶναι ὅμως καλὸν, ὥστε αὐτὸ τὸ γεγονὸς, ἀφ’ οὗ ἐξαρτᾶται τὸ μέγα δικαίωμα καὶ μέγα καθῆκο τῆς ἀποχωρήσεως νὰ ᾖναι τετελεσμένον προηγουμένως. Ἑπομένως ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἀληθείας νὰ ᾖναι ἐκ προοιμίων ὡρισμένη. Ὁ ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ γεγονὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ταχθῇ μία προθεσμία κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ γίνεται ἡ ἀμφισβήτησις, διὰ μὴ ἔρχεται οὔτε κατὰ τὸ 70 ἢ 75 ἔτος τῆς ἡλικίας. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀμφισβητήσῃ ἐντὸς ὡρισμένου διαστήματος· ἀφοῦ θὰ προσαχθῶσιν τὰ ἔγγραφα τῆς ἡλικίας εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἡ ἀμφισβήτησις ἂς γίνῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς τῆς δηλώσεως. Ἑπομένως νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ά. ἄρθρου, «Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τοὺς δικαστὰς, καὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὰ μέλη τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων» (διάλογοι). Ἰδού, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ λόγος· ἡμεῖς ὁρίζομεν ἓν χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἓν μέγα δικαίωμα καὶ ἓν μέγα καθῆκον, ὅ ἐστὶ ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐξακρίβωσις αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἀκόμη δὲν θὰ ᾖναι γνωστὴ καὶ ὅταν φθάσῃ τὸ 70 ἔτος ἢ 75 διὰ νὰ δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ· ἐν ἄλλοις λόγοις πρέπει νὰ δώσωμεν ἓν χρονικὸν διάστημα εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐξακρίβωσις ἐκ τῶν προτέρων καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ὑστέρων.

§136Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν ἔκαμα καὶ ἐγὼ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατὰ τοῦτο ἐλλειπὲς καὶ ὑπέβαλα τὴν παρατήρησιν ἐντὸς δύω ἐτῶν νὰ ὑποχρεοῦται ὁ ὑπουργὸς νὰ διαμφισβητήσῃ. Ὁ ὑπουργὸς μὲ εἶπεν, ὅτι δὲν δέχεται τὴν ἰδέαν μου. Ἐγὼ ἤμην ἐκ προοιμίων πεπεισμένος, ὅτι ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ κύριος Σαράβας εὗρον τὸ νομοσχέδιον κατάλληλον, ἔκρινα περιττὸν νὰ τὸ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§137ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὅσον ὁ κ. Σέρβος ἠθέλησε νὰ τὸ παραστήσῃ, ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν τηρηθεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Ἂν ἡ ἐξουσία θελήσῃ νὰ καταχρασθῇ τοῦ ἐπ’ ἀορίστῳ χορηγουμένου αὐτῇ δικαιώματος τῆς διαμφισβητήσεως, συλλογίσθητε, ὅτι θέλει εὕρει ἀπέναντι αὐτῆς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον μόνον εἶναι ἁρμόδιον ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ προκειμένου περὶ ζητήματος καταστάσεως, τὸ δὲ δικαστήριον θέλει βεβαίως χαλινώσει τὴν κακὴν πίστιν καὶ προστατεύσει τὸν ἀδικούμενον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ ζήτημα αὐτὸ δύναται νὰ ἔχῃ ἴσως σπουδαιότητά τινα εἰς μίαν πολιτείαν ἀκανόνιστον, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ὁπωσδήποτε αὐτὸ τὸ γεγονός. Ἀλλ’ εἰς μίαν κεκανονισμένην τάξιν πραγμάτων, εἰς μίαν πολιτείαν εὐνομουμένην, τὸ ζήτημα αὐτὸ δυσκόλως δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν σημασίαν. Ἐν τούτοις θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπιμείνω εἰς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπὶ τέλους ὁμολογῶ, ὅτι δὲν βλέπω ὑπάρχον τι τὸ ἀντιμαχόμενον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου, ἂν προστεθῇ μία τοιαύτη προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀμφισβήτησις· ὥστε, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προσθήκης.

§138ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον κύριον Σέρβον, ὅταν τὸν ἤκουσα προτείνοντα αὐτὴν τὴν ἀπορίαν καὶ ζητήσαντα νὰ προσδιορισθῇ ῥητὴ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαμφισβητῇ τὴν ἀκρίβεια τῆς δηλώσεως, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν παρέλθῃ ἄπρακτον τὸ χρονικὸν διάστημα; καὶ μὲ εἶπε, ὅτι θὰ θεωρῆται ὁριστικὴ ἡ ὁμολογία τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ· ἀφοῦ ἐννοοῦν οὕτω τὴν πρότασίν των, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ, διότι ἂς ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ, τοῦ νὰ ἀποχωρῇ, ὅταν φθάνῃ εἰς ἡλικίαν 70 ἢ 75 ἐτῶν, διότι τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἀρκούντως ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὸν νόμον περὶ συντάξεως, ὅστις εἰς πάντα ὑπάλληλον, πολὺ μᾶλλον εἰς τὸν ἰσόβιον, ἐπιτρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ὑπηρεσίας παραιτούμενος καὶ ἀπολαύων τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἡλικίαν ἑξήκοντα ἐτῶν· πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην καὶ δικαίωμα νὰ ὑπηρετῆται καλῶς, καὶ ἡ ὁποία εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν ἑβδομήκοντα ἢ ἑβδομήκοντα πέντε ἐτῶν ἀναγνωρίζει ἓν τεκμήριον ἀνικανότητος· τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἀνώτερον ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἀτόμου, ἀπαιτεῖ ν’ ἀπομακρυνθῇ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ἀφοῦ μάλιστα λαμβάνει τὴν σύνταξίν του. Ἂν αὐτὸν τὸν λόγον ἔχῃ ἡ διάταξις, ἐρωτῶ τὸν κ. Σέρβον, νομίζει ὅτι ἐπιτυγχάνει ὁ σκοπὸς διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ὑποστηρίζει; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν τὸ πιστεύω. Ὅλοι ἔχομεν τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐλαττόνωμεν τὴν ἡλικίαν μας, μάλιστα ὅταν ἔχῃ ἀποτέλεσμα τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὑπάρχει καὶ συμφέρον. Ὑποθέσατε δικαστήν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἡλικίαν 70 ἐτῶν, καὶ δηλώνει, ὅτι εἶναι 55· ὁ δ’ ὑπουργὸς παραμελεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν τοιαύτην ψευδῆ δήλωσιν, ὁ δικαστὴς τότε θὰ μένῃ εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ νόμου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καί τοι ἀνίκανος. Βλέπετε τὰ ἀτοπήματα εἰς τὰ ὁποῖα θέλομεν καταντήσει, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Σέρβου, ἐνῷ, μένοντες εἰς τὸ κείμενον, οὐδόλως βλάπτομεν τὸ συμφέρον τοῦ ὑπαλλήλου, διότι, ὡς προεῖπον, αὐτὸ εἶναι ἀποχρώντως ἐξησφαλισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συντάξεως.

§139ΣΕΡΒΟΣ. Ἐνόμιζα, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἔλλογος ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοιούτου θέματος καὶ μάλιστα ἀπέναντι ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰς ἀρχαίας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ ἐξακριβώσῃ ἓν γεγονὸς διὰ νὰ στηρίξῃ ἓν δικαίωμα μέγα οὐ μόνον τῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀτόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἡλικία ἐῤῥυθμίσθη κατὰ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, οὐχ ἧττον ἔχει μέγα συμφέρον καὶ τὸ ἄτομον, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται νὰ ἀποχωρήσῃ ὀλίγον πρότερον ἢ ὕστερον ὁ ἐφέτης ἢ ὁ ἀρειοπαγίτης ἢ τὸ μέλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου. Τόσον μᾶλλον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀμφισβήτησις ἐκ προοιμίων, καθόσον ἄλλως θὰ γείνῃ ἡ ἐξακρίβωσις εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πρᾶγμα θέλει εἶσθαι ἀδύνατον· ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἓν μέλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν ἑβδομήκοντα ἐτῶν, καταγόμενον ἀπὸ ἐπαρχίαν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουν ληξιαρχικὰ βιβλία, ποῖα μέσα ἐξακριβώσεως θέλετε ἔχει ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πολιτείας καὶ τοῦ ἀτόμου; θὰ ἔχωμεν μάρτυρας 90, 100 ἐτῶν· καὶ ποῖος θέλει φθάσει εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν; καὶ ἐν τούτοις ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος τοῦ ἀμφισβητουμένου θέλει ἐξαρτᾶται ἡ ἀποχώρησις τοῦ ἀτόμου ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἐπικρατείας καὶ τοῦ ἀτόμου. Ὑποθέσατε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον φθάσαντα εἰς τὴν ὡρισμένην ἡλικίαν καὶ ζητοῦντα τὴν ἀποχώρησίν του καὶ οὐχὶ ζητοῦντα, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι αὐτοδικαίως γίνεται καὶ αὐτὸς δύναται νὰ ἀπομακρυνθῇ, δίδει τὴν δήλωσιν, ὅτι ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν 70 ἐτῶν, καὶ ἀποχωρεῖ μὴ λαμβάνων μέρος· ἀμφισβήτησις λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔφθασεν, ἀγὼν δικαστικὸς νὰ ἐξακριβωθῇ ἓν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον, ἐν καταλληλοτέρᾳ περιπτώσει, θέλει ῥυθμισθῇ προηγουμένως, ὅταν ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξακριβώσεως. Ἐν τῷ συμφέροντι λοιπὸν τῆς δικαιοσύνης, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἀληθείας, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς κοινωνίας, ἐγὼ ζητῶ νὰ τεθῇ μία προθεσμία κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐξελεγχθοῦν ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἀμφισβητήσῃ ἢ παραδεχθῇ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἡλικίας.

§140Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μία σκέψις μὲ πείθει νὰ παραδεχθῶ τὴν προσθήκην αὐτήν. Ἀφοῦ ἡμεῖς καθιερώσαμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ φθάσαντες εἰς τὸ 75 ἔτος ἀποχωροῦσι, πρέπει βεβαίως νὰ προσδιορίσωμεν ἓν χρονικὸν διάστημα ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἡλικία, διότι ἂν τὸ ἀφήσωμεν, κύριοι, ἀπροσδιόριστον, τί θέλει συμβῆ; καὶ μετὰ τὸ 70 ἢ 75 ἔτος, ἀφοῦ βεβαιωθῇ δικαστικῶς, ὅτι τῳόντι ἔχει αὐτὴν τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει, αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργῇ, ἐνῷ εἴπομεν διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὅτι πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προσδιορίσωμεν ἓν χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ τὰς ἀμφισβητήσεις, νὰ ἐξετασθοῦν δικαστικῶς, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἅμα ὁ δικαστὴς ἢ τὸ μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου φθάσῃ τὸ 70 ἢ 75 ἔτος νὰ δύναται νὰ ἀποσυρθῇ.

§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ τελευταία συζήτησις περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡλικίας, ἤθελον νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ὅμως καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἔχει τὸν τόπον της. Θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ ὅρος αὐτοδικαίως δὲν μοὶ φαίνεται πρόσφορος, διότι, ὅπως ἐξήγησεν αὐτὸν ὁ κύριος ὑπουργὸς ὁ ὅρος αὐτὸς δύναται νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνος. Τὸ αὐτοδικαίως, εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, σημαίνει ipso jure, καὶ ἐξήγησεν, ὅτι ἅμα ἐπελθόντος ἑνὸς γεγονότος καὶ χωρὶς ν’ ἀπαιτῆται ἄλλο τι ἐπέρχεται τὸ ἔννομον ἀποτέλεσμα· ἑπομένως ἅμα συμπληρώσῃ τὸ 70 ἔτος ὁ δικαστὴς ἢ τὸ μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τὸ 75 ὁ Ἀρειοπαγίτης, θεωρεῖται πεπαυμένος. Αὐτὸ σημαίνει τὸ αὐτοδικαίως. Καὶ ἐν τούτοις ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀποχωρήσῃ καὶ νὰ μὴ παυθῇ, διότι δὲν ἦτον ἀκριβῶς γνωστὴ ἡ ἡλικία του, καὶ νὰ γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐκ τούτου προκύπτει ἀκυρότης. Ὅταν θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὸ αὐτοδικαίως τὴν ἐξήγησιν τὴν νομικὴν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀποφύγητε τὸ ἀποτέλεσμα, τόσον περισσότερον, καθόσον καὶ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τὴν ὑποθάλπει. Δὲν ἤθελον κάμει τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐὰν ἔβλεπα, ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς τῆς ἐκφράσεως κατορθόνομεν τὸ σκοπούμενον. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ σκοπός μας εἶναι ὁ δικαστὴς νὰ ὀφείλῃ νὰ ζητῇ τὴν ἀποχώρησιν, καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ ὀφείλῃ νὰ στέλλῃ τὴν ἀποχώρησιν. Οὔτε ὁ δικαστὴς νὰ ἠμπορῇ νὰ εἴπῃ, δὲν ζητῶ τὴν ἀποχώρησιν, οὔτε ὁ ὑπουργὸς νὰ δύναται νὰ εἴπῃ, δὲν σᾶς δίδω τὴν ἀποχώρησιν. Αὐτὴ εἶναι, νομίζω, ἡ ἐπιθυμία μας· τόσον περισσότερον, ὅσον νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λόγος συνηγορεῖ νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὥστε, ἂν οὔτε ὁ δικαστὴς τὸ ζητῇ, οὔτε ὁ ὑπουργὸς θέλει αὐθορμήτως νὰ δώσῃ τὴν ἀποχώρησιν, ἡ ἀποχώρησις μολαταῦτα νὰ ἐπέρχεται. Καὶ πιστεύσατε, ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ θεωρηθῇ βλάβη σπουδαία τῆς δικαιοσύνης ἡ ἀποχώρησίς τινος δικαστοῦ καὶ τοι συμπληρώσαντος τὸ 70 ἔτος. Ὑποθέσατε ἕνα πρόεδρον, ὅστις κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐξακολουθεῖ νὰ συγγράφῃ, νὰ διευθύνῃ μὲ ἄκραν δικαιοσύνην καὶ δραστηριότητα τὸ δικαστήριον εἰς ἡλικίαν κατὰ τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν στερεωμένην μίαν ὑπόληψιν· νομίζω, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις βλέπῃ, ὅτι ὅλα συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς μὴ ἀποχωρήσεως, εἴτε διὰ τὰ προσόντα τοῦ δικαστοῦ, εἴτε διότι δὲν δύναται νὰ ἀντικατασταθῇ, διότι π. χ. παρεμβαίνει ἕνας δικαστὴς, ἐφέτης, ὅστις δὲν εἶναι κατάλληλος εἰς προεδρείαν, ἢ δι’ ἄλλους λόγους, νομίζω, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ᾖναι ποικίλαι καὶ πολλαὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις νὰ τὰς παρίδωμεν, διότι λέγω, ὅτι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἀτοπήματα· δεύτερον, διότι δὲν εὑρίσκω λόγον, ὅστις νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς αὐτοδικαίως παύσεως τοῦ δικαστοῦ, ὅταν καὶ αὐτὸς δὲν θέλῃ νὰ ἀποχωρήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις βλέπῃ, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του καὶ ἀναγκαιότατος εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.

§142ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Εἰς τοὺς σπουδαίους λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δεληγεώργη νομίζω, ὅτι ἀπήντησα ἐκ τῶν προτέρων, διότι εἶπον, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ «αὐτοδικαίως» ἤθελεν ἀφαιρεθῆ καὶ ἤθελεν ἀφεθῆ ἑπομένως ἡ ἐξουσία ἐλευθέρα νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀποχώρησιν, τότε ἕνεκα δεσμῶν συμπαθείας καὶ λόγων ἁβροφροσύνης ἤθελε κινδυνεύει οὐχὶ σπανίως νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι πολλάκις, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἶσθαι ὄντως ἀνίκανος, χάριν ὅμως ἀτομικῆς φιλίας, χάριν συμπαθείας, καὶ ἐνίοτε ἴσως, χάριν ἄλλων προσωπικῶν λόγων, ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ θέλῃ οὐδὲν ἧττον νὰ τὸν λυπήσῃ καὶ ἐνίοτε νὰ δυσαρεστήσῃ καὶ τοὺς οἰκείους του, καὶ οὕτω θὰ μένῃ ὁ ἄνθρωπος οὗτος εἰς τὴν θέσιν του, καίτοι τοιοῦτος, δηλαδὴ ἄχρηστος κατασταθείς. Βεβαίως ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Δεληγεώργης εἶναι βαρύτιμος, ὅτι δηλαδὴ πολλὰ πρόσωπα σπουδαῖα, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία θεωρεῖται καὶ πράγματι εἶναι εὐεργετικὴ εἰς τὸ κράτος, θέλουσιν, οὐδὲν ἧττον, ὅταν φθάσουν τὸν προσδιωρισμένον τῆς ἡλικίας ὅρον, ἀπέρχεσθαι πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας, αὐτὸ εἶναι ὀρθότατον· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἑτέραν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ παρέστησα ἤδη· ἡ δὲ ἔποψις αὕτη εἶναι τόσῳ μᾶλλον σπουδαία, ὅσῳ ὁ μικρὸς τοῦ κράτους ἡμῶν πληθυσμὸς δίδει μείζονα βαρύτητα εἰς τὸ προσωπικὸν μέρος τῶν ζητημάτων· νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ὅρου, οἷος ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποτίθεται, ὅτι καλῇ τῇ πίστει ἐκτελεῖται ὁ νόμος.

§144ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις τοῦ τόπου δι’ ὃν νομοθετεῖ.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὴν διαγραφὴν τοῦ ὅρου «αὐτοδικαίως». Ἐπιμένετε, κ. Δεληγεώργη;

§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προσθήκη λοιπὸν γίνεται δεκτή;

§148ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ν’ ἀμφισβητῇ τὴν περὶ ἡλικίας δήλωσιν, ἂν δὲν βάλετε κύρωσιν. Πρέπει δὲ νὰ εἴπητε τί θὰ γίνῃ, ἂν δὲν ἀμφισβητηθῇ, ὅτι δηλ. μένει ὁριστικὴ ἡ δήλωσις τοῦ ὑπαλλήλου.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προσθήκη γίνεται εἰς τὴν παράγραφον, «Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως ἐντὸς τριετίας ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων.» Εἰς τὸ τέλος δὲ θέτομεν τὴν παράγραφον· «Ἐάν ὁ ὑπουργὸς ἐντὸς τῆς τριετίας δὲν ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως....»

§150ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι δηλαδὴ ἡ μὴ ἀμφισβητηθεῖσα δήλωσις καθίσταται ὑποχρεωτικὴ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ κύρωσις. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τὰς ἐπικρατούσας παρ’ ἡμῖν, ὁ νόμος, ὅταν ᾖναι ἐπιτακτικός, περιέχει πάντοτε ἐν ἑαυτῷ τὴν περὶ ἧς ἐγένετο λόγος κύρωσιν καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ παραβίασις αὐτοῦ ἐπιφέρει ἀκυρότητα, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀπώλειαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμφισβητήσεως. Ἑπομένως ἐδῶ ἡ παράλειψις τῆς ἀντικρούσεως τῆς δηλώσεως ἐντὸς τῆς προθεσμίας, καθίστησιν αὐτήν, δηλαδὴ τὴν δήλωσιν, ἀπρόσβλητον, ἤτοι ὑποχρεωτικήν.

§151ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὰ δικαιώματα μὲ τεκμήρια δὲν ἐγκαταλείπονται· ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν δήλωσιν ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀποχωρήσεως· ποῦ ἠκούσθη δὲ παραίτησις δικαιωμάτων ἐκ παραγραφῆς; Εἶπον, ὅτι εἶμαι ἐναντίος τῆς προθεσμίας, διότι δὲν τὴν βλέπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀναγκαίαν· ἂν ὅμως θέλετε νὰ ταχθῇ προθεσμία, πρέπει νὰ ἦσθε συνεπεῖς, καὶ πρέπει νὰ ὁρίσητε ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὰς συνεπείας, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς δὲν κάμει χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, ἄλλως λέγετε πράγματα μάταια καὶ ἀνωφελῆ.

§152ΣΕΡΒΟΣ. Ὁ ἔντιμος κύριος Σαράβας εἶναι συνεπὴς μὲ τὸν ἑαυτόν του, δὲν θέλει τὴν προθεσμίαν, τὴν θεωρεῖ περιττήν· ὅλα τὰ ἀποτελέσματα εἶναι συνέπεια τῆς ἀρχῆς. Ὁ κύριος Σαράβας ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπωλείας δικαιωμάτων, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ γεγονός, ὁποῖον δικαιοῦται ὁ ἕτερος ν’ ἀμφισβητήσῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀπωλείας δικαιωμάτων, ἀλλὰ περὶ παγιώσεως γεγονότος, καὶ πρέπει ἡ ἀμφισβήτησις νὰ ἐπέλθῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας· ἂν δὲν ἐπέλθῃ, ἕπεται ὅτι τὸ γεγονὸς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ πλέον.

§153Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Σαράβα δὲν εἶναι ἐφαρμοστέα....(θόρυβος).

§154ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὴν μὴ δήλωσιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὐδὲ λόγος περὶ αὐτοῦ, διότι ἂν ὁ ὑπάλληλος δὲν ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν ἐκτελέσῃ τὸν νόμον διὰ νὰ δώσῃ τὴν δήλωσιν, δύναται νὰ προσκληθῇ καὶ δεύτερον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ· ἂν δὲν τὴν θελήσῃ, θὰ εὑρεθῇ εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται οἱοσδήποτε ὑπάλληλος ἀπειθῶν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του· διότι διαταγὴ σημαίνει ἐκτέλεσις καθήκοντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμῃ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ συμφέροντος τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἴδιος νὰ παγιώσῃ ἓν γεγονὸς ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ἀπόκτησις δικαιώματος, ἐπέρχεται τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀθετήσῃ τὰς διαταγὰς τοῦ νόμου, τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ· καὶ ἂν δὲν τὰς ἐκτελέσῃ, ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν διὰ τῶν νομίμων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὴν ἐξουσίαν του.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ προσθήκη τῆς τριετοῦς προθεσμίας γίνεται δεκτή· ὡς πρὸς τὴν προσθήκην τῆς δηλώσεως ἐπιμένετε κ. Σαράβα;

§156ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς τὸ πρᾶγμα εἶναι σύμφωνοι ὅλοι καὶ συζητοῦν, διότι ἔχουν διάθεσιν νὰ συζητοῦν. Ἂν θὰ τεθῇ προθεσμία, βεβαίως θὰ ἔχῃ καὶ συνεπείας ἡ παραμέλησίς της. Τώρα ἂν πρέπει ῥητῶς νὰ λεχθῇ τοῦτο εἰς τὸν νόμον ἢ μή, εἶναι καθαρὰ λογομαχία, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω διάθεσιν ν’ ἀναμιχθῶ.

§157ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διὰ τί παρὰ μὲν τῶν πρωτοδικῶν, ἐφετῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ζητοῦμεν τὸ 70 ἔτος, παρὰ δὲ τῶν ἀρειοπαγιτῶν τὸ 75.

§158ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος· διότι οἱ Ἀρειοπαγῖται ἔχουν ἀνωτέραν ἐργασίαν, ὡς μὴ καταγινόμενοι μὲ τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὁποῖον παρέχει τὰς δυσκολίας καὶ ἀπαιτεῖ κόπον πολύν, ἀλλ’ ἀσχολούμενοι μόνον περὶ τὴν λύσιν τῶν νομικῶν ζητημάτων· δύνανται ἑπομένως καὶ εἰς ἡλικίαν μᾶλλον προκεχωρημένην νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, τὴν μᾶλλον ἄνετον.

§159ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ διότι θεωροῦνται ἱκανώτεροι καὶ σπουδαιότεροι καὶ πρέπει ἡ κοινωνία νὰ ὠφεληθῇ τῆς πείρας τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 1 γίνεται δεκτὸν μὲ τὴν προσθήκην ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 1. Οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ καὶ τὰ ἰσόβια μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀποχωροῦσι τῆς ὑπηρεσίας αὐτοδικαίως, ἀφοῦ συμπληρώσωσιν οἱ μὲν Πρωτοδίκαι, Ἐφέται καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὸ ἑβδομηκοστόν, οἱ δὲ Ἀρειοπαγῖται τὸ ἑβδομηκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας των. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ παρόντος νόμου θέλει ζητηθῆ παρ’ ἑκάστου τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελούντων προσώπων ἔγγραφος δήλωσις τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ὅσον οἷόν τε ἀκριβῶς συντεταγμένη καὶ συνοδευομένη ὑπὸ τῶν τυχὸν ὑπαρχουσῶν ἀποδείξεων. Τοιαύτη δήλωσις θέλει δίδεσθαι ἀκολούθως παρὰ παντὸς κατὰ πρῶτον εἰς ἰσόβιον διοριζομένου θέσιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τοὺς δικαστάς, καὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως ἐντὸς τῆς προθεσμίας 3 ἐτῶν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Κυβέρνησιν, ἐνεργοῦντες κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7 καὶ 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 2. Ἐάν τις τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατασταθῇ πρὸ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένης ἡλικίας ἀνίκανος εἰς ὑπηρεσίαν ἕνεκα νόσου ἢ ἐξασθενήσεως τοῦ σώματος ἢ τοῦ νοός, καὶ ἡ ἀνικανότης αὕτη διήρκησεν ἤδη ἢ μέλλει νὰ διαρκέσῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐπὶ ἓν ἔτος, ἡ ἀποχώρησις αὐτοῦ γίνεται κατὰ τὰ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὁριζόμενα. Ἄρθρον 3. Ἐν ἑκάστῃ τοιαύτῃ περιπτώσει σχηματίζεται ἐπιτροπὴ, συγκειμένη, προκειμένου μὲν περὶ Ἀρειοπαγιτῶν καὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐφετείου ἢ τοῦ νομίμου αὐτοῦ ἀναπληρωτοῦ καὶ τεσσάρων ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων Ἐφετῶν· προκειμένου δὲ περὶ Ἐφετῶν, ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ τοῦ νομίμου αὐτοῦ ἀναπληρωτοῦ καὶ δύο ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων Ἀρειοπαγιτῶν ὑπὸ δὲ τοῦ Προέδρου τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου, ἢ τοῦ νομίμου αὐτοῦ ἀναπληρωτοῦ, καὶ δύο ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων Ἐφετῶν, ὅταν πρόκηται περὶ Πρωτοδικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποφαίνεται προκαταρκτικῶς, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἐξέτασις πρὸς βεβαίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ δικαστοῦ ἢ τοῦ μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὁ σχηματισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς προκαλεῖται κατ’ αἴτησιν τοῦ ἀποχωροῦντος ἢ καὶ αὐτεπαγγέλτως, διὰ μὲν τοὺς δικαστὰς ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ Προέδρου τοῦ οἰκείου δικαστηρίου, ἢ, κωλυομένων ἢ ἐξαιρουμένων αὐτῶν, ὑπὸ τῶν κατὰ νόμον ἀναπληρωτῶν, διὰ δὲ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπὸ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὰς διασκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς παρευρίσκεται καὶ γνωμοδοτεῖ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου ἢ ὁ ἐπίτροπος τῆς ἐπικρατείας, ὁσάκις πρόκειται περὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Περὶ τῶν διασκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ περὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ εἰσαγγελέως ἢ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας συντάσσεται ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ γραμματέως τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου. Ἄρθρ. 4. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχει περίστασίς τις ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ 2 ἄρθρον, ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τακτικὴ ἐξέτασις, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς περαιτέρω ἐξέτασιν. Ἄρθρον 5. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ καταφατικῶς, τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἁρμόδιον δικαστήριον συγκαλεῖται ὁλομελὲς ἐν συμβουλίῳ καὶ διορίζει ἕνα ἢ πλείους εἰσηγητὰς ἐκ τῶν ἑαυτοῦ ἢ ἐν ἀνάγκῃ ἐκ τῶν μελῶν ἄλλου δικαστηρίου, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν. Ἄρθρον 6. Οἱ εἰσηγηταὶ ὀφείλουσι νὰ συλλέγωσιν ἐγγράφως, παρόντος καὶ τοῦ δικαστικοῦ γραμματέως, ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις, νὰ ἐξετάζωσι, χρείας καλούσης, μάρτυρας ἐνόρκως, νὰ προκαλῶσι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων κατὰ τὰς περὶ τούτου διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας καὶ νὰ ζητῶσι τὰς προφορικὰς ἢ ἐγγράφους ἐξηγήσεις τοῦ ὑπὸ ἐξέτασιν τεθέντος. Ἐὰν δὲ οὗτος ἀρνῆται ἢ δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτας, γίνεται μνεία περὶ τούτου ἐν τῇ ἐκθέσει. Ὁ ἁρμόδιος εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρευρίσκεται εἰς πᾶσαν ἐξεταστικὴν πρᾶξιν τῶν εἰσηγητῶν καὶ νὰ ὑποβάλλῃ οἵας νομίζει προτάσεις, διαρκούσης τῆς ἐξετάσεως ὡς καὶ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς. Ἄρθρον 7. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐξετάσεως ὑποβάλλουσιν εἰς αὐτὸ ἐν συμβουλίῳ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὰ οἰκεῖα ἔγγραφα μετὰ τῆς ἀνηκούσης ἐκθέσεως· τὸ δικαστήριον, ἀκοῦσαν τοῦ παρ’ αὐτοῦ εἰσαγγελέως, ἀποφαίνεται ἂν πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ ἢ μὴ τῆς ὑπηρεσίας ὁ περὶ οὗ διετάχθη ἡ ἐξέτασις· καταφατικῆς οὔσης τῆς γνώμης τοῦ δικαστηρίου, ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, εἰς ὃν διὰ τοῦ εἰσαγγελέως ὑποβάλλονται τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, προκαλεῖ τὴν διὰ Β. Διατάγματος ἀποχώρησιν τοῦ δικαστοῦ ἢ τοῦ μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἄρθρον 8. Πλὴν τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως, περὶ ὧν προνοοῦσι τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22 (τροποποιηθέντα διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Μαΐου 1836 Β. Διατάγματος) καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ καὶ τὰ ἰσόβια μέλη τοῦ Συνεδρίου παύουσι προσέτι, ἐὰν κατεδικάσθησαν ἐπὶ πλημμελήματι διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως εἰς ποινήν, συνεπαγομένην προσωρινὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περίστασιν συγχωρεῖται μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ διὰ τὴν στέρησιν ὡρισμένου χρόνου ὁ ἐκ νέου διορισμός, ἐὰν γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιτροπή, καλουμένη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ συγκειμένη ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἀντιπροέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἢ τῶν νομίμων αὐτῶν ἀναπληρωτῶν.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 9ον. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σαράβας προτείνει τὴν ἑξῆς προσθήκην εἰς τὴν βʹ. παράγραφον, «Ἐὰν κατεδικάσθησαν τελεσιδίκως κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προσωρινῆς παύσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον μηνὸς ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς παύσεις μικροτέρας τοῦ ἑνὸς μηνὸς ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου.»

§162ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τότε νὰ προστεθῇ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σαράβα καὶ ἡ ἐπίπληξις.

§163ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ προτεινομένη προσθήκη δὲν προσκρούει εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ τροπολογία μου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶνε σωστὸν οὔτε δίκαιον ἕνας ἰσόβιος δικαστὴς νὰ δύναται νὰ χάσῃ τὴν θέσιν του ἕνεκεν παραβάσεων τόσῳ ἐλαφρῶν οἷαι αἱ τιμωρούμεναι μ’ ἐπίπληξιν.

§164ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Εἶνε εἰς τὴν αὐτὴν γραμμὴν αἱ δύο πειθαρχικαὶ ποιναί.

§165Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐδῶ κάμνομεν νομοσχέδιον διὰ νὰ καταστήσωμεν τοὺς δικαστὰς ἀνεπηρεάστους, νὰ μὴ ἦνε ἕρμαιον οὔτε τῶν πολιτικῶν κομματαρχῶν, οὔτε ἄλλων. Σήμερον θέλομεν αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἔκαμεν ἰσοβίους, νὰ δώσωμεν δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ μίαν ἁπλῆν ἐπίπληξιν νὰ τοὺς πετάῃ ἔξω. Αὐτὸ εἶνε ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ἰσοβιότητος.

§166ΣΕΡΒΟΣ. Εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου κυρίου Σαράβα ἀντιτείνω διὰ λόγους ἐξαγομένους ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ συντάγματος· τί σκοπὸν προέθετο τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ; Νὰ καταστήσῃ ἀνεξαρτήτους τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ αὐθαίρετον τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐγένετο παράπονον κατ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι αὐτὰ τὰ παράπονα καὶ θεωρῶ ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις ἦτο πρόωρος καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ. Ἀφ’ οὗ ὅμως καθιερώθη ἐν τῷ Συντάγματι δὲν εἶνε ἀξιοπρεπές, δὲν εἶνε ἔντιμον διὰ μίαν Βουλὴν νὰ τὸ καταστρέψῃ ἐμμέσως καὶ δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ τὸ εἴπῃ καθαρά. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει σκοπὸν νὰ καταστήσῃ ἀνεξάρτητον τὸν ὑπάλληλον τὸν Ἀρειοπαγίτην, τὸν Ἐφέτην, τὸν Ἐλεγκτήν· ἀλλὰ ποίαν ἀνεξαρτησίαν θὰ ἔχουν, ἐὰν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς πειθαρχικοῦ προστίμου, μιᾶς ποινῆς ἑνὸς μηνός; Ἡ διάταξις τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ συμμερίζομαι καὶ ἀσπάζομαι ἔχει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶνε εὐλογοφανές· δίδει ἓν στάδιον· ἕνας ὑπουργὸς δύναται νὰ σφάλῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς, ἀλλὰ δὲν εἶνε εὔκολον νὰ ἐπιβληθῇ ἐκ δευτέρου ἄδικος ποινὴ εἰς τὸν ὑπάλληλον· καὶ σημειώσατε, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπωλείας δικαιωμάτων, οὕτως εἰπεῖν, καθιερωθέντων δι’ ἀγώνων. Ὑποθέσατε ἕνα ὑπάλληλον, ὅστις διετέλεσεν Ἐφέτης, Ἀρειοπαγίτης 15–20 ἔτη· εἶνε νόμιμον, εἶναι δίκαιον, διότι ἐπεβλήθη μία ποινὴ, ἥτις εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ τῆς ἀπωλείας ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτόν; φρονῶ ὅτι δὲν εἶνε δίκαιον. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω, ἀναχωρεῖ ἀπὸ ἀρχὰς ὀλίγον σοβαρωτέρας, διότι ὑποθέτει ἓν στάδιον ἐνεργείας μικρότερον. Εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μία ποινὴ, εἶνε δυνατὸν ἕνας ὑπουργὸς ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ ἀρχὰς οὐχὶ ἀπολύτου δικαιοσύνης νὰ ἐπιβάλῃ μίαν τοιαύτην ποινὴν, ἀλλὰ δὲν εἶνε εὔκολον νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκ δευτέρου, διότι ἐὰν ἐπαναληφθῇ, θὰ ὑπάρχῃ τὸ νομικὸν τεκμήριον, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἐγίνετο αἴτιος τῆς ἀπωλείας τῶν τιμαλφῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν εἰς αὐτὸ τὸ πολυχρόνιον διάστημα. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως.

§167ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κ. πρόεδρε, ὅτι δὲν ἠννόησα τὸν ἀξιότιμον κ. Σέρβον. Ἀντιτείνει, εἶπεν, εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρουσίασα, διότι τὴν θεωρεῖ ἐμμέσως ἀνατρέπουσαν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει καθιερώσει τὸ Σύνταγμα, καὶ περιέμενον τότε νὰ τὸν ἀκούσω φθάνοντα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ὅπως διατηρήσωμεν ἀκέραιον τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, ἀναγκαίως δὲν πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ περὶ ἀποχωρήσεως νόμῳ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων δύναται ν’ ἀπολυθῇ ὁ ἰσόβιος δικαστής· εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα περιέμενον νὰ τὸν ἀκούσω καταλήγοντα. Καὶ ὅμως, μετὰ τὴν φοβερὰν ταύτην κατάκρισιν τῆς τροπολογίας μου, δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ εἴπῃ, ὅτι παραδέχεται τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἠξεύρετε, εἰς τί συνίσταται ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλον, ἡ κατὰ τὸν κ. Σέρβον ἀνατρέπουσα ἄρδην τὸν ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους νόμου καθιερωμένον θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος; Ἀκούσατε, κατὰ τί διαφέρει, καὶ εἰπέτε, ἐὰν τὸ ὑπὲρ τῆς κινδυνευούσης ἰσοβιότητος ζωηρὸν ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Σέρβου εἶχε τὸν τόπον του. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον καταλέγει μεταξὺ τῶν περιπτώσεων καθ’ ἃς δύναται νὰ γείνῃ ἐξέτασις, ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχουν ἀφορμαὶ ἀποχρῶσαι ἵνα ἐκπέσῃ τῆς θέσεώς του ὁ ἰσόβιος δικαστὴς, τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τιμωρεῖται δύω φορὰς μὲ πειθαρχικὴν παῦσιν, ἢ μὲ πρόστιμον καὶ ἐπίπληξιν· ἡ δὲ τροπολογία, ἡ ὁποία εἰσάγει τοιαύτην κενοτομίαν, ὥστε κατὰ τὸν κ. Σέρβον ἀνατρέπει τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, κατὰ τί ἀπέχει ἀπὸ τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου; Τὰς δύω πειθαρχικὰς ποινὰς τῆς προσωρινῆς παύσεως τὰς παραδέχεται ὡς διδούσας ἀφορμὴν, ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως ὁ Ἄρειος Πάγος, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰς δύω πειθαρχικὰς ποινὰς τοῦ προστίμου· παραδέχεται ὅμως συνάμα, ὅτι καὶ μία μόνη ποινὴ πειθαρχικὴ παύσεως προσωρινῆς, ἀλλ’ ὑπερβαίνουσα τὸν ἕνα μῆνα,—ἐννοεῖτε δὲ ὅτι διὰ νὰ ἐπιβληθῇ μία τόσῳ βαρεῖα πειθαρχικὴ ποινὴ, θὰ ἦναι πολὺ σπουδαία ἡ πειθαρχικὴ παράβασις,— εἶναι ἐπίσης ἀξία νὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπιλαμβάνεται καὶ ἐξετάζει, ἂν τοῦ εἰς τοιαύτας παρεκτροπὰς ὑποπεσόντος ἰσοβίου δικαστοῦ ἡ περαιτέρω διαμονὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐθεσμοθετήθη ἡ ἰσοβιότης. Νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει δυσαναλογία μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν περιπτώσεων, ἀλλὰ μάλιστα ὁ ὑπάλληλος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγγέλθη πειθαρχικὴ παῦσις ὑπὲρ τὸν μῆνα, δύναται νὰ ἦναι πολλάκις εἰς θέσιν χείρονα ἐκείνου, ὅστις ἐτιμωρήθη μὲ δύω πειθαρχικὰς ποινὰς προσωρινῆς παύσεως, πέντε λ. χ. ἡμερῶν. Ὁ κ. Σέρβος νομίζει, ὅτι, διότι ἐπεβλήθησαν δύω ποιναὶ προσωρινῆς παύσεως 5 ἡμερῶν κατὰ μακρὰ διαστήματα μέχρι πέντε ἐτῶν, τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ· καὶ δὲν ἀνατρέπει τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος· ἐὰν ὅμως ὁ αὐτὸς ὑπάλληλος τιμωρηθῇ ἅπαξ, ἀλλὰ μὲ ἓξ μηνῶν πειθαρχικὴν παῦσιν, αὐτὸ ἀνατρέπει τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, ἐὰν θεωρηθῇ ὡς λόγος παύσεως. Τοιαύτη εἶναι ἡ συνέπεια, εἰς ἣν ἀναγκαίως θὰ καταλήξῃ ὁ ἔχων τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Σέρβος.

§168ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι περίεργον, ἐνῷ διατείνεται ὁ κ. Σαράβας, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπουργικῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς τροπολογίας, οὐχ ἧττον ἐπιμένει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία λόγῳ δῆθεν φιλοτιμίας, διότι ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ πρὸς τί νὰ μεταβάλλωμεν τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον; Ἐγὼ ὅμως διατείνομαι, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ, ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ δύο, διότι τὸ δύο εἶναι διπλάσιον τοῦ ἑνὸς, ὁ δὲ κ. Σαράβας ἐπιμένει ὅτι τὸ 1=2, ὅπερ ἐγὼ ἀμφισβητῶ· τί λέγει ὁ κύριος Σαράβας; ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὅστις τιμωρεῖται πειθαρχικῶς, καθίσταται ἐπιδεκτικὸς ἐξετάσεως πρὸς ἀποπομπὴν, διότι πάντοτε τὸ ζήτημα ἔχει νὰ ἐξετασθῇ· ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἂν ἀποπέμπεται ἕνεκα πλημμελημάτων ἀτομικῶν, ἢ καὶ κακουργημάτων δὲν πρέπει νὰ ἀποπεμφθῇ δι’ ἓν παράπτωμα ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ᾖ καὶ ἐξαγόμενον τῆς ἰδιοτροπίας τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐγὼ πρεσβεύω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα νὰ ᾖναι ἀφορμὴ πρὸς ἀποπομπὴν, ἐὰν τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ παράπτωμα δὲν ἐπαναληφθῇ δίς· διότι ἐὰν ᾖναι εὔκολον ὁ ὑπάλληλος νὰ ὑποστῇ αὐτὴν τὴν τιμωρίαν ἕνεκα ἰδιοτροπίας καὶ τὴν ὑποστῇ ἅπαξ, δὲν εἶναι εὔκολον ἐκ δευτέρου νὰ ἐπαναληφθῇ αὐτὴ ἡ ἰδιοτροπία. Καταλαμβάνει ἕκαστος καλῶς, ὅτι εἰς μίαν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων ἔχομεν πολλὰς καὶ μεγάλας ἐγγυήσεις, διότι πρέπει νὰ προηγηθοῦν ἀναιρέσεις, νὰ γίνῃ βούλευμα, εὐρεῖα ὑπεράσπισις καὶ ἔκτακτος συζήτησις. Ἀλλ’ εἰς μίαν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία δὲν χρήζει οὔτε μελέτης πολλῆς, οὔτε ἐξετάσεως, εἶναι δίκαιον ἡμεῖς νὰ βασισθῶμεν διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ μέλλον ἑνὸς ὑπαλλήλου ἐκ τῶν ἀνωτέρων; Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ὁ κ. Σαράβας, ἐγὼ βλέπω καὶ μίαν οὐχ ἧττον σημαντικήν. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον λέγει, ὅτι τὰ παραπτώματα πρέπει νὰ ἐξετελέσθησαν ἐντὸς τῆς τελευταίας πενταετίας· καὶ εἶναι λογικὸν, διότι καὶ τὰ παραπτώματα αὐτὰ ἔχουν μίαν παραγραφήν. Τί λέγει ὅμως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα; Οὐδεμία παραγραφὴ καὶ ἐπὶ τῶν παραπτωμάτων· τὰ πταίσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κἄτι τι βαρύτερα τῶν πειθαρχικῶν παραβάσεων ἔχουν μίαν παραγραφήν. Τί ὅμως πρεσβεύει ὁ κύριος Σαράβας; Ὅτι οὐδεμία παραγραφὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ τῶν παραπτωμάτων· ὥστε ἐὰν εἷς ὑπάλληλος ἐτιμωρήθη πρὸ 20 ἐτῶν καὶ ἐπανελήφθη ἀκολούθως τὸ παράπτωμα, ἐὰν τὸ πρῶτον ἤδη παρεγράφη, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ πρέπει νὰ καταλογισθῇ διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, διότι θέλει αἱ δύο ποιναὶ τῶν παραπτωμάτων νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς τελευταίας πενταετίας, ῥήτρα, τὴν ὁποίαν ἀποκρούει ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Σαράβα, διότι παραδέχεται, ὅτι εἰς οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα ἐξεδόθη καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ποινὴ, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν παῦσιν. Ἐπομένως συμπεραίνω συμμορφούμενος μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σαράβα.

§169ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, θὰ δώσω ψῆφον, θέλω νὰ γνωρίζω τοὺς λόγους ἢ τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσουν τὴν ποινὴν, περὶ ἧς πρόκειται· ἐπεθύμουν μίαν πλατυτέραν ἐξήγησιν, καθ’ ὅσον δὲν θέλω διὰ τῆς θέσεως μιᾶς τοιαύτης διατάξεως κατὰ μικρὸν, ἢ ὅλως διόλου νὰ ἐξασθενήσωμεν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα καὶ ἥτις πρέπει ἀκωλύτως νὰ λειτουργήσῃ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ πεισθῇ ἡ κοινωνία, ἐὰν ἡ ἰσοβιότης ἐπέφερε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα, ἢ ἀπέτυχε, καὶ ἐὰν ἐπέφερε, πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἄλλως νὰ διορθωθῇ, καθ’ ὃν καιρὸν θὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ὑπουργοὺς νὰ μᾶς ἐξηγήσουν καὶ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ παραπτώματα. Κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου πεποίθησιν καὶ γνώμην, ἕως τώρα ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰσοβιότητος κατὰ ἓν, πιθανὸν, νὰ ἐπέτυχεν, ἀλλ’ ὄχι κατὰ τὰ ἄλλα· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει ἀπόλαυσιν τῆς δικαιοσύνης, πιστεύω νὰ ἐπέτυχε, πιστεύω ὁ δικαστὴς σήμερον ὅτι, περιβληθεὶς μὲ τὸ προσὸν τῆς ἰσοβιότητος, ἀπονέμει τὴν δικαιοσύνην μᾶλλον ἀνεπηρεάστως, μᾶλλον ἀφατριάστως καὶ μᾶλλον ἀμερολήπτως. Ἔπειτα φοβοῦμαι, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος, ὅτι ἐπέφερεν ἡ ἰσοβιότης τὴν φυγοπονίαν· περὶ τῆς φυγοπονίας πρέπει νὰ σκεπτώμεθα.

§170ΤΙΝΕΣ. Τιμωροῦνται.

§171ΔΑΓΡΕΣ. Τιμωροῦνται, μὲ λέγουν. Δὲν θὰ μὲ κατακρίνῃ κανεὶς νὰ ὁμολογήσω ἄγνοιαν τῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι διαπραγματεύονται περὶ τούτου, διότι ἐπανειλημένως ἐζήτησα ἀπὸ φίλους μου τινὰς ἀτομικοὺς νὰ ἀναπτύξωσι τὰ περὶ τούτου. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὴν ἀφήσω τὴν τιμωρίαν αὐτὴν εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θέλω νὰ ἔχῃ ὅρους τινάς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ πραγματευθῶ περὶ τούτου καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. ὑπουργὸς, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Θέλω καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα, νὰ ἐπιδράσῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποψίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω, τουτέστιν, ὅτι ἡ ἰσοβιότης θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν φυγοπονίαν.

§172ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἐγὼ, κατανοῶν τὴν σπουδαιότητά του, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ πᾶσαν τυχὸν ὑποβληθησομένην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον θεωρήσει καλλιτέραν, εἴτε τῆς περιεχομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἴτε τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Σαράβα, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσα ἤδη ὅτι δέχομαι, ὡς μᾶλλον τῶν παρεκτροπῶν περιοριστικήν. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ὁ κίνδυνος κατὰ τῆς ἰσοβιότητος, ὅπως ἐκλαμβάνει αὐτὸν ὁ κύριος Δαγρὲς, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι καὶ ἐὰν ἔχῃ ὁ ὑπουργὸς ἀπ’ εὐθείας δικαίωμα πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ δύναται οὕτω, τιμωρῶν αὐτὸς τὸν ὑπάλληλον, νὰ πλάσῃ λόγον ὅπως προκαλέσῃ τὴν παῦσίν του, ἡ πρόκλησις οὐδὲν ἧττον αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ ὁριστικὸν, εἶναι καὶ μένει πρόκλησις ἁπλῆ, διότι κατόπιν αὐτῆς ἐπέρχεται πάντοτε ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅστις οὐδόλως δεσμευόμενος ὑπὸ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ, θὰ ἐκτιμήσει ἐλευθέρως καὶ ἀνεξαρτήτως τὰ γεγονότα, ἀφοῦ μάλιστα προκαλέσῃ καὶ τὴν ἀπολογίαν τοῦ δικαστοῦ, τοῦ καταδικασθέντος ἤδη πειθαρχικῶς, καὶ εὑρεθῇ οὕτως εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐπισταμένως τὸν βαθμὸν καὶ τὴν σημασίαν τῆς παρεκτροπῆς του. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε μία σπουδαία καὶ ἀποτελεσματικὴ ἀσφάλεια, διότι μένει ἡ ἐκτίμησις τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπιβληθείσης πειθαρχικῆς ποινῆς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις φύλαξ ἁρμόδιος βεβαίως τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστηρίων ὑπάρχων, δὲν θὰ ἐνδίδῃ εὐκόλως καὶ ἐπιπολαίως εἰς ἐπιπολαίας τυχὸν προκλήσεις. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο ὑπάρχει ἀρκετὸν ἐχέγγυον καὶ διὰ τοῦτο κυρίως δὲν ἐδίστασα νὰ δεχθῶ τὴν μᾶλλον αὐστηρὰν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Σαράβα, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἤθελον βεβαίως ἀποκρούσει.

§173ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη ἀντίῤῥησις;

§175ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Σαράβα, εἰς τὸ νομοσχέδιον;

§177ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Νὰ προσθέσητε, κύριε πρόεδρε, καὶ τὴν ἐπίπληξιν.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ ἐρωτήσω διὰ τὴν τροπολογίαν καὶ ἔπειτα διὰ τὴν ἐπίπληξιν.

§179Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ τροπολογία πρῶτον, κύριε πρόεδρε.

§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν θὰ ψηφοφορηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Σαράβα. — Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠγέρθησαν ὄχι κατακραυγαὶ, ἀλλὰ παρατηρήσεις καὶ παράπονα, μετὰ τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν ἐναντίον τῶν δικαστηρίων· δὲν εἴμεθα ὅμως ἀκόμη εἰς καιρὸν, νομίζω, νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος εἶναι ἡ αἰτία· διότι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν ἰσοβιότητα ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ χρόνος διὰ νὰ τὴν ἐκτιμήσωμεν· καὶ χωρὶς νὰ κατακρίνω καμμίαν κυβέρνησιν, κανὲν πρόσωπον ἐκ τῶν κυβερνησάντων, λέγω ὅμως ἐν γένει ὅτι, ὅταν ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ μία τοιαύτη μεγάλη μεταβολὴ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἔπρεπεν ἀναμφισβητήτως καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων νὰ ὑπάρξῃ προσοχὴ, καὶ συγχρόνως καὶ μέτρα τινὰ νὰ ληφθῶσι, τὰ ὁποῖα νὰ προειδοποιήσωσι τρόπον τινὰ τὴν μετάβασιν ἀπὸ τοῦ πρώτου συστήματος εἰς τὸ δεύτερον· ἑπομένως θὰ ᾖναι μεγίστη ἀδικία νὰ θελήσωμεν νὰ ἀποδώσωμεν τὰ παράπονα αὐτὰ εἰς τὸν θεσμόν. Τοῦτο ἀναφέρω, διότι παρατηρῶ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου πρῶτον, ἔπειτα δὲ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὅτι αὐτὰ τὰ παράπονα μᾶς ἐπηρεάζουν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτε πρόκειται νὰ συζητήσωμεν· ἀλλ’ ἐν τούτοις προσέχετε μὴ ἐξευτελίσωμεν εὐθὺς ἀμέσως τὸν θεσμὸν μόλις εἰσαχθέντα. Ἂν θέλετε, ἠδυνάμην νὰ εἴπω κἄτι τι περισσότερον· ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμά μας, ἐν ᾧ ἁπλῶς εἴμεθα νομοθετικὸν σῶμα νὰ προβῶμεν μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν, ὅτι ἐκανονίσαμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ὅτι τὸν ἀνετρέψαμεν. Ἂν θελήσωμεν νὰ προχωρήσωμεν, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπροξένησεν ἕως τώρα ἡ ἰσοβιότης, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νόμου, μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἀντιποιηθῶμεν δικαίωμα συντακτικῆς συνελεύσεως· καὶ ἂν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται τὴν σήμερον ᾖναι βάσιμα, ἔχομεν καιρὸν, ὡς νομοθετικὸν σῶμα, νὰ ἐπανέλθωμεν δικαιότερον μετὰ τὴν ἀπόκτησιν πλειοτέρων πληροφοριῶν, ἤτοι νὰ φέρωμεν νόμους αὐστηροτέρους· εὐθὺς ὅμως ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔλθωμεν εἰς τοὺς πλέον αὐστηροὺς περιορισμοὺς, ὥστε νὰ ἐκληφθῶμεν ὡς ἐργασθέντες εἰς ἀνατροπὴν πράξεως τῆς Συνελεύσεως, αὐτὸ εἶναι ἄτοπον. Καὶ δὲν ἠξεύρω π. χ. πῶς δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν ἐκ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κυρίου Σαράβα τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, καθ’ ὃ δύναται νὰ στερηθῇ ἕνας δικαστὴς τῆς ἰσοβιότητος, εἰς οἱονδήποτε δικαστήριον, ἢ εἰς οἱανδήποτε τάξιν τῆς δικαιοσύνης λειτουργεῖ, φθάνει μόνον ἐντὸς 5 ἐτῶν νὰ ὑπέστη δύω πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου. Τινὲς μάλιστα τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν ἀποφασίζονται παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἀνεκκλήτως, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀνοίγομεν συγχρόνως μίαν θύραν πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἐν ᾧ ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ τιμωρηθῇ αὐτὸς ὁ δικαστὴς, δὲν εἶναι βαρεῖα πάντοτε, ἀλλά παράπτωμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οὔτε κηλιδόνουν τὸν χαρακτῆρα, οὔτε ἀπελπίζουν τὴν δικαιοσύνην· δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ μὴ ὑποπέσῃ ἐπὶ μίαν πενταετίαν εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν, ἥτις δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς προστίμου. Ἐὰν αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν δεχθῶμεν, εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ δικαιολογηθῶμεν κατηγορούμενοι, ὅτι ἀνατρέπομεν τὴν ἀρχὴν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καί τοι ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σαράβα· καὶ ἂν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα ἤθελεν εἶσθαι ὀρθοτέρα, προτιμῶ μᾶλλον νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτῆς μετὰ ἓν ἔτος ἢ δύω τὸ νομοθετικὸν σῶμα παρὰ σήμερον· δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος ὥστε νὰ προβῶμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὅπου φθάνει ὁ κ. Σαράβας, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ σταθῶμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὅπου φθάνει τὸ νομοσχέδιον. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ὁσάκις παρουσιάσθησαν εἰς τὴν συνέλευσιν ἢ καὶ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶχον διατάξεις παραπλησίους περίπου μὲ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον· δὲν ἐνθυμοῦμαι ν’ ἀπήντησα διατάξεις ὁμοίας μὲ τὰς τοῦ κ. Σαράβα· καὶ ὅταν, προκειμένου περὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἐφάνημεν τόσον αὐστηροί, προκειμένου περὶ δικαστικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη συνταγματικῶς ἐξησφαλισμένοι διὰ τῆς ἰσοβιότητος, ἡμεῖς νομοθετοῦντες σήμερον, νὰ ἐρχώμεθα τόσον ἀκαίρως νὰ καταστρέφωμεν τὴν ἰσοβιότητα, δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον. Ὁ κ. Σαράβας ὁρμᾶται ἀπὸ μίαν ἄλλην ἀξιέπαινον ἰδέαν· ὑποθέτει, ὅτι καὶ ὁ ὑπουργὸς ὁ μέλλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καθὼς καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅστις διὰ τῆς γνώμης του θέλει συντρέχει εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, θέλουν ἔχει οὐδὲν ἄλλο ὑπ’ ὄψιν, παρὰ μόνον τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὁδηγός μας, δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι οἱ Ἀρειοπαγῖται, διότι εἶναι Ἀρειοπαγῖται, δὲν ἔχουν καὶ αὐτοὶ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας· δὲν ἔχουν βεβαίως ἀντιπαθείας μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ, ὅστις νὰ ἀφαιρῇ τὴν ὑπόληψιν, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωποι, καὶ λίαν ἔντιμοι, ἔχουν ὅμως συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Πρέπει δὲ νὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ἀρειοπαγίτου εἶναι πολὺ δύσκολος εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, καθὼς εἰς ὅλα τὰ προσωπικὰ ζητήματα. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν χάριν τῆς νομοθεσίας μας νὰ σταθῶμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν τροπολογίαν· ὁ χρόνος ὁ παρελθὼν δὲν εἶναι ἀρκετὸς νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς· μακροτέρα πεῖρα δύναται νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα οὐδὲν ἀπέδειξεν, τὰ μέχρι τοῦδε φαινόμενα δὲν εἶναι ἀρκετά· σήμερον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν μέχρι τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Σαράβα. Στηριζόμεθα εἰς ἕνα ψιθυρισμὸν, ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν παρέλθῃ καιρὸς καὶ ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, τότε τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ τώρα δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ.

§181ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ προσθέσω τινὰς παρατηρήσεις σιμὰ τῶν ὅσων ἐξέθεσα ἐν ἀρχῇ, ὅταν ἀνέπτυξα τὴν τροπολογίαν μου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἀντικρούων τὴν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, ὑπέπεσεν, ἄς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τῷ εἴπω, εἰς τὴν αὐτὴν πλάνην, εἰς ἣν καὶ ὁ κ. Σέρβος, ὑπολαβὼν, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον προσβάλλει ἐμμέσως τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, τὸν ὁποῖον ὁ θεμελιώδης νόμος καθιέρωσεν. Τὸ σύνταγμα καθιέρωσε τὴν ἰσοβιότητα, ἀλλ’ εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν ἐφρόντισε ν’ ἀφαιρέσῃ ὅλα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς παρομαρτοῦσιν εἰς πᾶσαν μόνιμον ἐξουσίαν καὶ πρὸ πάντων εἰς πολιτείας, οἷα ἡ ἡμετέρα, μηκέτι ἐντελῶς κατηρτισμένας. Τὸ σύνταγμα ἐφρόντισε ν’ ἀπομακρύνῃ τὰ ἀτοπήματα ταῦτα ἀπαιτῆσαν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως καὶ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπιτρέψαν τὴν συνεπεία δικαστικῆς ἀποφάσεως παῦσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ· ἂν ἡ θεμελιώδης αὕτη ἐγγύησις δὲν ἐτηρεῖτο, ἠδύναντο νά μοὶ εἴπωσιν, ὅτι παραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος· οὐδὲν ὅμως τοιοῦτον, οὐδὲ πόῤῥωθεν ὑπεμφαίνει ἡ ἐμὴ τροπολογία· Κατ’ αὐτὴν οὐδεὶς ἰσόβιος δικαστὴς δύναται νὰ παυθῇ ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων, ἐὰν περὶ τούτου, μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν καὶ ἀπολογίαν τοῦ ἀπολυτέου δικαστοῦ, δὲν ἀποφασίσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἡ τροπολογία μου οὐδόλως ἀπομακρύνεται οὔτε ἀπὸ τὸ γράμμα οὔτε ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἰσοβιότητα διατάξεων τοῦ θεμελιώδους νόμου. Καὶ ὅτι μὲν τὸ μόνον, ὡς ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεώς του, ἁρμόδιον ν’ ἀποφαίνηται περὶ τούτου δικαστήριον εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος, περὶ τούτου οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἔχων διάφορον γνώμην. Κατὰ τίνα ὅμως τρόπον θέλει ἐπιλαμβάνεσθαι ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ εἰς τίνας περιπτώσεις, ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα, περὶ ὧν δὲν ἐπρονόησε τὸ Σύνταγμα, καὶ δύναται ἑπομένως νὰ τὰ κανονίσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μηδόλως ἀπομακρυνομένη τῶν ἐν τῷ Συντάγματι καθιερουμένων ἀρχῶν, οὐδεὶς δὲ θεμελιώδης ὅρος παραβιάζεται, ἐάν τις παραδέχηται, ὅτι κατὰ τὸν δεῖνα μᾶλλον ἢ κατὰ τὸν δεῖνα τρόπον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ κάλλιον καὶ ἐξασφαλισθῇ ἀληθῶς ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος. Δυνάμεθα, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, νὰ μὴ ὁρίσωμεν διόλου τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπιλαμβάνεται καὶ ἐξετάζει, ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι ἀποχρῶντες, ἵνα γείνῃ ἔκπτωτος δικαστής τις ἰσόβιος, ἢ νὰ τὰς ὁρίσωμεν ἐνδεικτικῶς, ὡς εἶναι καθιερωμένον εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον. Καὶ μὀλαταῦτα οὐδεὶς εὑρέθη ἐν Γαλλίᾳ, ὅστις νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος παραβιάζεται, διότι δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὡρισμέναι πᾶσαι αἱ περιπτώσεις. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ οὐσιώδης, ἡ ἀπαραίτητος ἐγγύησις εἶναι νὰ μὴ μένῃ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργοῦ τὸ ἀποπέμπειν τὸν ἰσόβιον δικαστήν, ἀλλὰ νὰ ἀποφαίνηται προηγουμένως περὶ τούτου τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι, ὅταν ἰσόβιός τις δικαστὴς καταταδικασθῇ εἰς δύο πειθαρχικὰς ποινάς, ὑπάρχει περίστασις ἐκπτώσεως, νομίζετε ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ὀφείλει ἀναγκαίως ν’ ἀπαγγείλῃ τὴν ἔκπτωσιν; Οὐδόλως· αὐτὸ μένει εἰς τὴν κυριαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν· εἴτε εὐρύτερον, εἴτε στενώτερον κανονισθῇ τὸ περὶ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς δύναται ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων νὰ γείνῃ ἔκπτωτος ὁ ἰσόβιος δικαστής, ἡ τύχη αὐτοῦ δὲν κρέμαται ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ μάλιστα τῆς παρεχούσης ὡς ἐκ τῆς ἀνωτάτης θέσεως, ἣν κατέχει ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ, ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι οὐδένα κίνδυνον βλέπω εἰς τὴν τροποποίησιν ἣν ὑπέβαλον, τοὐναντίον αὕτη ἐξασφαλίζει τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, διότι μὴ λησμονήσητε, καθὼς σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἡ ἰσοβιότης δὲν εἶναι προνόμιον προσωπικόν, εἶναι ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν ὑπάλληλον χάριν τῆς κοινωνίας, καὶ τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν συμφέρον ἔχει ἡ κοινωνία νὰ μὴ τὴν τηρήσῃ, ὅταν δὲν συντελῇ πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐτέθη. Καὶ ἐγώ, κύριοι, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων, καὶ κολακεύομαι πιστεύων ὅτι ἀπέδειξα διὰ πραγμάτων, πόσον ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἵνα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καταλάβῃ τὴν θέσιν, ἥτις ἁρμόζει εἰς τὸν ὑψηλὸν προορισμόν της, καὶ καταστῇ ὄντως τρίτη ἐξουσία, ὅλως ἀνεξάρτητος, ὡς αἱ λοιπαὶ μεγάλαι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους, ὑπὸ οὐδενὸς ἄλλου ἢ ἀπὸ τῆς συναισθήσεως τοῦ ἰδίου καθήκοντος ἐπηρεαζομένη, καὶ ἐμπνέουσα εἰς τοὺς πολίτας τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην, ἧς ἄνευ ἡ μεγάλη αὐτῆς ἀποστολὴ δὲν εὐοδοῦται. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὴν τροπολογίαν, περὶ ἧς γίνεται ἡ συζήτησις.

§182ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§183ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Εἴτε τὸ νομοσχέδιον παραδεχθῇ ἡ Βουλή, εἴτε τὴν τροπολογίαν πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν θὰ τείνῃ, διότι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐκφράζει ὁ κ. Σαράβας, εὕρηται εἰς τὸ ἄρ. 10 τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη, ὅτι ὁ δικαστὴς ὁ ἰσόβιος δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἕρμαιον τῆς ἰδιοτροπίας τοῦ ὑπουργοῦ, ἑπομένως πρὶν ἢ διατάξῃ τὴν ἔκπτωσίν του, φέρεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἐξετάζει καὶ σταθμίζει τοὺς λόγους καὶ ἀποφασίζει, καὶ παρὰ τῷ ὁποίῳ εὑρίσκει τις ὅλας τὰς ἀσφαλείας διὰ τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν του καὶ διότι ὁ ὑπόδικος ἀπολογεῖται· ὅπερ μὲ κάμνει νὰ ἐκπλήττωμαι καὶ θαυμάζω εἶναι ἐνῷ ὅλα τὰ ἐγκλήματα ὑπόκεινται εἰς παραγραφήν, καὶ τὰ πταίσματα καὶ τὰ πλημελήμματα καὶ τὰ κακουργήματα, ἥτις ἐξαλείφει τὸ ἀξιόποινον τῆς πράξεως, παραδόξως, προκειμένου περὶ μιᾶς σκληρᾶς ποινῆς, ἥτις ἐπάγει τὴν ἔκπτωσιν τοῦ δικαστοῦ ἐκ τῆς θέσεώς του, καὶ ἥτις ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς εἶναι σοβαρὰ καὶ βαρεῖα, παραγραφὴ παντελῶς δὲν ὑπάρχει. Τὸ νομοσχέδιον ὥρισε τρόπον τινα τὴν παραγραφήν, διότι εἶπεν, ἐὰν ἐντὸς τῶν τελευταίων 5 ἐτῶν, ὅταν ἐπέλθωσι δύω πειθαρχικαὶ ποιναί· ἡ δὲ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα οὐδεμίαν παραγραφὴν καθιεροῖ ὥστε εἰς πᾶσαν παρεκτροπὴν τοῦ δικαστοῦ ἥτις ἔχει σπουδαίας συνεπείας, διὰ τὴν αἰτίαν ἥτις παρήγαγεν αὐτὴν παραγραφὴ δὲν ὑπάρχει. Ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς λείπει καὶ εἰμπορεῖ δικαστὴς, ὅστις ὑπέκυψεν εἰς ἓν ἐλάχιστον παράπτωμα, δι’ ὅπερ νὰ ἐπιπληχθῇ καὶ ἐνῷ παρῆλθον 5 ἢ 10 ἔτη, νὰ μὴ λογίζηται ὅτι παρεγράφη· εἰς τὴν περίστασιν δὲ ταύτην παραδίδομεν τὸν ἰσόβιον δικαστὴν ἕρμαιον τῆς ἰδιοτροπίας καὶ ἀντιπαθείας τοῦ ὑπουργοῦ καὶ δεσμεύομεν αὐτόν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καθιεροῦμεν μίαν ἀρχὴν παράνομον, ὅταν εἰς τὰ σημαντικώτερα κακουργήματα ᾖναι ἡ παραγραφὴ, εἰς αὐτὰ δὲ τὰ μικρὰ παραπτώματα δὲν ὑπάρχῃ; φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ μέρος τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀκριβέστερον καὶ συμφορώτερον.

§184ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη παρὰ ἀφοῦ πρῶτον ἐπιψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα παραδεχθεῖσα καὶ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πλεῖστοι). Παρεδέχθη.— Τώρα τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ προσθήκη τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ζέγγελης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔγεινε δεκτὸν οὕτω. «Ἄρθρον 9. Οἱ αὐτοὶ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ παυθῶσι, 1) ἐὰν κατεδικάσθησαν διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἕνεκα τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου (τροποποιηθέντι διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Μαΐου 1836 Β. Διατάγματος) ἀναφερομένων πλημμελημάτων εἰς ποινὴν μικροτέραν τοῦ ἔτους, ἢ ἕνεκα πταίσματος, προσβάλλοντος τὰ χρηστὰ ἤθη, ἢ ὑπεβλήθησαν διὰ ποινικῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἐὰν κατεδικάσθησαν τελεσιδίκως κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προσωρινῆς παύσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον μηνὸς, ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς προσωρινὰς παύσεις μικροτέρας τοῦ ἑνὸς μηνὸς, ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου ἢ ἐπιπλήξεως.» Ἀναγινώσκεται τὸ 10 ἄρθρον. Ἄρθρον. 10. Εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἡ παῦσις δικαστοῦ ἢ μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου γίνεται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς παραπέμπει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅστις ἀποφασίζει ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ ἐν συμβουλίῳ τὴν ἀπολογίαν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δικαστοῦ ἢ μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν μὲν ᾖναι ὑπὲρ τῆς παύσεως, ἀπαγγέλλεται κατὰ τὸν νόμον ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει καὶ ὑποβάλλεται διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐν ἀντιγράφῳ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ὅστις προκαλεῖ τὸ προσῆκον περὶ τῆς παύσεως Β. Διάταγμα. Ἐὰν δὲ ᾖναι κατὰ τῆς παύσεως, δὲν δημοσιεύεται, ἀλλ’ ἀποστέλλεται ἁπλῶς διὰ τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὸν ὑπουργόν.

§186ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω. Ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἔκρινεν, ὅτε εἰσήχθη εἷς δικαστὴς εἰς δίκην, ν’ ἀπομακρυνθῇ· ἐὰν πέσῃ εἰς τὸ αὐτὸ παράπτωμα καὶ εἰσαχθῇ πάλιν καὶ συμβῇ τὸ ἴδιον, πάντοτε θὰ εἰσάγεται;

§187ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τετράκις, πεντάκις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου.

§188ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 11. Ἄρθρον. Ἄρθρον 11. Οἱ ἀποχωροῦντες καὶ παυόμενοι δικασταὶ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας παύσωσι τῶν ἔργων των, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου.

§190ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 12. Ἄρθρον. Ἄρθρον 12. Οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ὀφείλουσι νὰ ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων, νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ μνημονευομένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ προκαλῶσιν ἀμέσως τὴν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων πειθαρχικὴν καταδίωξιν τῶν παραμελούντων ἢ παραβαινόντων αὐτάς. Τὰ αὐτὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα ἔχει ὡς πρὸς τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ παρ’ αὐτῷ γενικὸς ἐπίτροπος τῆς ἐπικρατείας.

§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία προσθήκη «νὰ προστεθῇ ἐν τέλει ἡ §.—Τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 273 ἕως 309 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων περὶ πειθαρχικῶν παραβάσεων κτλ. ὡρισμένα διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ».

§193Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι λίαν ἐναντίος τῆς τροπολογίας, διότι καταστρέφομεν οὕτω ὅλας τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστηρίων. Ἐδῶ θέλομεν μίαν ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον, τὴν δικαστικὴν· τὸ προσωπικὸν αὐτῆς νὰ τὸ ἔχῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης εἶναι λίαν ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνεξαρτησίας, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Σαράβας ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ καὶ καθιερώσῃ τὴν ἐξαρτησίαν αὐτῆς εἰς τὸν νόμον. Ἐνόσῳ κύριοι, δὲν ὑπῆρχε σύνταγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν, ἐννοῶ ὅτι ἡ διοικητικὴ ἐξουσία, ἢ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας εἶναι μέλος, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μίαν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκηρύχθησαν οἱ δικασταὶ ἰσόβιοι, καὶ ἐχειραφετήθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ἤθελεν εἶσθαι ἀναιρετικὸν τούτων νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ὑπουργοῦ. Δὲν ἐννοῶ πολεμῶν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σαράβα νὰ καταστήσωμεν τοὺς δικαστὰς καὶ τὰ δικαστήρια ἄνευ ἐλέγχου, διότι τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ διοργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων προβλέπουν περὶ αὐτοῦ, καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς, καὶ τὰ δικαστήρια, καὶ οἱ πρόεδροι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλουν ποινὰς εἰς τοὺς ἀμελοῦντας δικαστὰς καὶ νὰ τοὺς ἐπαναφέρουν εἰς τὸ καθῆκόν των, ἄν εἰσι τούτου ἐπιλήσμονες. Ἂς μὴ θέλωμεν ὅλην τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως, καὶ πρὶν μελετήσητε καλῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὡς σπουδαῖον, μὴν ἀποφανθῆτε, οὐδεμία δὲ ἔλλειψις ὑπάρχει, οὐδεμία ἀνάγκη παρουσιάζεται, ἀφοῦ προβλέπει ὁ διοργανισμὸς τῶν δικαστηρίων περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, καὶ παρὰ ποίων ἐπιβάλλονται δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν νὰ τὴν δώσωμεν καὶ εἰς τὸν ὑπουργόν. Κύριοι, τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν τὴν ἰσοβιότητα, ἔχουν τοιαύτην ἐξουσίαν ἀναθέσει εἰς τὴν γραμματείαν τῆς δικαιοσύνης; ὄχι· ἐφοβήθησαν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστοῦ ἤθελεν ὑποφέρει ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἐλαστικωτάτην ἐξουσίαν χορηγουμένην εἰς ἕνα μετακινητὸν ὑπάλληλον, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ὅστις, ὅσον ἔντιμος καὶ ἂν ᾖναι, δύναται νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα τῶν ἄλλων ὑπουργῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τὴν ὤθησιν ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου συλλήβδην ὑπευθύνου, τὸ ὁποῖον διατάττει καὶ ἀποφασίζει ἐν κοινῷ. Ὅθεν ἀνέθεσαν εἰς τὰ δικαστικὰ συμβούλια τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀποφασίζουν περὶ τούτου. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς κανὲν δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ μεταβάλλῃ τὰς πειθαρχικὰς ἀποφάσεις ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς παύσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ συμβούλιον. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐθεώρησε δυνάμει τῆς ἰσοβιότητος, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἶναι κατηργημένα καὶ ἀπεδοκίμασε τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ περὶ προσωρινῆς παύσεως καθ’ ἑνὸς τῶν μελῶν του.

§194ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τὴν ἔχει ἡ ἀνωτέρα ἀρχὴ, ἑπομένως ποῖος θὰ ἐπιβάλῃ τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου;

§195Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν ὁ Πρωτοδίκης πρόκειται νὰ τιμωρηθῇ, ἀπὸ ποῖον δικάζεται; τὸ αὐτὸ σύστημα πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἐδώ. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὡς ἡ ἀνωτάτη δικαστικὴ ἀρχὴ, δὲν ὑπόκειται εἰς πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν, διότι ἄνθρωποι, οἵτινες μετὰ τόσας δοκιμασίας καὶ ἐγγυήσεις ἔφθασαν ἐκεῖ, δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ὑπομνησθῶσι παρ’ ἄλλου εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των· ἂν θέλητε καὶ τὴν ἀνωτάτην αὐτὴν ἀρχὴν νὰ ὑποβάλλητε εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἂν πρόκηται περὶ ἑνὸς μέλους ἐξ αὐτοῦ καὶ τόσων, ὥστε νὰ μένῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει ἀποφασίζει· ἄλλως τὸ Ἐφετεῖον, ὡς ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἐξαιρέσεων μὴ μενόντων δικαστῶν ἱκανῶν πρὸς συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου, εἰς ὃ ὑπάγεται ἡ ὑπόθεσις. Ἐγὼ, κύριοι, παραδέχομαι ὅλας τὰς ἄλλας διατάξεις, δὲν θέλω νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης νὰ μεταβάλῃ τὰς πειθαρχικὰς ἀποφάσεις, διότι οὕτω ὑποτάσσομεν τὴν χειραφέτησιν τῶν δικαστηρίων εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, ἥτις πάντοτε θέλει ἐπηρεάζει τοὺς δικαστὰς, καὶ ἡ συνέλευσις, ἥτις προέβη εἰς τὸν νόμον τῆς ἰσοβιότητος, ἤθελε νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πίεσιν.

§196ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον μὲ τὴν προσθήκην. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Παρεδέχθη. — Θ’ ἀναγνώσωμεν τὸν νόμον τῶν ἐξόδων.

§198ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸν νόμον τῶν ἐξόδων ὁ ὁποῖος γίνεται δεκτὸς ὡς ἕπεται.) Ἄρθρον 1. Τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν 1871 ὑπολογίζονται εἰς δραχμὰς τριάκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια, τετρακοσίας ἐννενήκοντα ὀκτὼ χιλιάδας, διακοσίας ἑξήκοντα δύο, ἀριθ. 34,498,262. Ἄρθρον 2. Διὰ τὴν ἀνωτέρω ποσότητα χορηγοῦνται τοῖς Ὑπουργοῖς πιστώσεις, καταλογιζόμεναι κατὰ τὸν συναπτόμενον γενικὸν πίνακα τῶν ἐξόδων, καὶ ὑπὸ τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν προσηρτημένων αὐτῷ ἀναλυτικῶν φύλλων, ὡς ἑξῆς· Αʹ. Εἰς χρέος Δημόσιον.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χρέος ἐξωτερικὸν 1,300,000
» ἐσωτερικὸν 6,414,860
Συντάξεις 2,800,320
10,515,180
Βʹ. Εἰς Βασιλικὴν χορηγίαν 1,125,000
Γʹ. Εἰς ἔξοδα Βουλῆς 400,000

Δʹ. Εἰς τὴν Γεν. ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τῶν Ἐξωτερικῶν 830,517
Τῆς Δικαιοσύνης 2,419,680
Τῶν Ἐσωτερικῶν 3,455,461
Τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 1,640,810
Τῶν Στρατιωτικῶν 7,416,072
Τῶν Ναυτικῶν 1,677,927
Τῶν Οἰκονομικῶν 1,103,49018,548,960
Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας 2,184,122
Ϛʹ. Εἰς διαφόρους πληρωμὰς 1,725,000
Τὸ ὅλον δραχ. 34,498,262

Ἄρθρον 3. Ἐὰν αἱ διὰ τοῦ παρόντος Νόμου χορηγούμεναι πιστώσεις, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἐξαρκέσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, ἐπιτρέπεται, ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγηθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐφεξῆς ἄρθρων τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Αʹ. Τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ διατροφὴν ὑποδίκων. Δι’ ἀποζημιώσεις συνέδρων. Δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων. Δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ὑποδίκων. Δι’ ἔξοδα γραφείου καὶ ἀποσκευῆς Κακουργιοδικείων. Δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀνακριτῶν. Δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως θανατικῶν ἀποφάσεων. Βʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας. Διὰ διατήρησιν τῶν καταδίκων. Δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν ταχυδρομικῶν δικαιωμάτων. Δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. Γʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων. Διὰ ποσοστὰ φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν. Δι’ ἀποδοχὰς χαρτοσήμου. Διὰ ποσοστὰ γραμματοσήμου. Δι’ ἔξοδα ἐξορύξεως ὀρυκτῶν. Δι’ ἔξοδα καλλιεργείας ἁλυκῶν καὶ μεταφορᾶς ἁλάτων. Δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων. Δι’ ἀντιμισθίαν δικηγόρων. Δι’ ἀπόδοσιν κεφαλαίων ὁδοποιίας.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ τῆς χθές.

§200ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, παρακαλῶ. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χωρισμοῦ τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμείου ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ.

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.

Περὶ ἐπαρχιακοῦ ταμείου Ἀττικῆς καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου. «Ἄρθρον 1. Συνιστᾶται ἐπαρχιακὸν ταμεῖον Ἀττικῆς κατατασσόμενον εἰς τὴν 1ην τάξιν τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων. Ἄρθρον 2. Ἡ διαχείρισις τῆς γενικῆς ἀποθήκης τοῦ σφραγιστοῦ ἐν γένει χάρτου ἀνατίθεται εἰς ἴδιον ὑπάλληλον ὑπὸ τὸν τίτλον Ταμίας τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου» μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου αʹ. ἢ βʹ. τάξεως. Ἡ γενικὴ ἀποθήκη ἐφοδιάζει τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα μὲ τὸν ἀπαιτούμενον σφραγιστὸν χάρτην κατὰ τὰς περὶ τούτου ὁδηγίας. Πᾶσα δὲ χρηματικὴ διαχείρισις ἀπαγορεύεται ἐν αὐτῇ. Παρὰ τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ὑπηρετεῖ εἷς γραφεὺς βʹ. τάξεως καὶ εἷς κλητήρ· χορηγοῦνται δὲ δι’ ἐπιχορήγησιν γραφείου ἄνευ λογοδοσίας δραχ. εἴκοσι κατὰ μῆνα. Ἄρθρον 3. Τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ἔχον ἀνεξάρτητον τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμείου καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου δικαιοδοσίαν, ὀργανίζεται ὡς ἑξῆς. Ἡ διαχείρισις τοῦ κεντρικοῦ ταμείου ἀνατίθεται εἰς ἕνα κεντρικὸν ταμίαν, ἔχοντα βαθμὸν καὶ μισθὸν νομάρχου. Παρὰ τῷ κεντρικῷ ταμείῳ διορίζονται προσέτι· Εἷς γραμματεὺς μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ. τάξεως. Εἷς γραφεὺς ά. τάξεως. Εἷς κλητήρ. Χορηγοῦνται προσέτι δι’ ἐπιχορήγησιν γραφείου ἄνευ λογοδοσίας δραχ. πεντήκοντα κατὰ μῆνα. Ἄρθρον 4. Ὁ κεντρικὸς ταμίας δίδει ἐγγύησιν εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων, στηριζομένων εἰς νόμους, μετὰ τὸ 1861 ἐκδοθέντας, εἴτε εἰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς ἢ ἄλλης διὰ νόμου ἀνεγνωρισμένης τραπέζης ἐκ δραχ. 16,000. Ὁ ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀποθήκης τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου δραχ. 12,000. Ἡ ἐγγύησις δύναται νὰ δοθῇ εἰς ἀκίνητα κτήματα μόνον κατὰ τὰ τρία τέταρτα τοῦ ἀνωτέρω ὁρισθέντος ποσοῦ, πάντοτε ὅμως ἀξίας διπλασίας. Ἄρθρον 5. Οἱ γραφεῖς καὶ οἱ κλητῆρες τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς ἐν τοῖς ὑπουργείοις, διορίζονται δὲ ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν προϊσταμένων αὐτῶν. Ἄρθρον 6. Αἱ θέσεις τῶν παρὰ τῷ κεντρικῷ ταμείῳ ὑποταμιῶν καταργοῦνται, ὡς καὶ πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὰς τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 7. Διὰ Β. διατάγματος κανονισθήσονται εἰδικώτερον τὰ περὶ καθηκόντων, λογοδοσίας καὶ εὐθύνης τοῦ κεντρικοῦ ταμίου καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ταμίου.»

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλα νομοσχέδια;

§202ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· αὔριον.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθὲς νὰ ἀναγνώσωμεν;

§204ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· αὔριον.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον θ’ ἀναγνωσθοῦν καὶ τὰ χθεσινὰ πρακτικά. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8 παρὰ 20 λεπτὰ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87
2Τῆς 24 Μαΐου 1871.
3Δευτέρα.
4Ὥρα 2 μ. μ.
5(Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Σπυ-
6ρίδων Νοταρᾶς).
7Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρε-
8θέντων παρόντων βουλευτῶν τῶν ἑξῆς·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
9Κ. Μ. Θεοδώρου. Ν. Ἀγγελίδης.
10Ἀντ. Βενιζέλος. Ἰ. Πολυλᾶς.
11Ἀναγν. Γιαννουλίδης. Ἰω. Τοπάλης.
12Ν. Π. Καΐρης. Ἐπ. Καμπερόπουλος.
13Μ. Δ. Καΐρη, Ὀρφανός. Σπυρ. Νοταρᾶς.
14Α. Δανόπουλος. Δ. Μεταξᾶς.
15Ἰω. Λέκας. Α. Μαντζαβῖνος.
16Σκαρλ. Σοῦτσος. Γ. Δρακονταειδής.
17Περ. Α. Πετράκης. Δ. Ῥαπτάκης.
18Στυλ. Κολιάτσος. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
19Ἰω. Καρχιγιαννόπουλος. Γ. Βακαλόπουλος.
20Π. Πετιμέζης. Ν. Βαρβιτζιώτης.
21Α. Μαγγίνας. Ἰω. Βαλασόπουλος.
22Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Α. Κορφιωτάκης.
23Ἰω. Ῥηλός. Σπ. Κοπανίτσας.
24Κ. Κοσονάκος. Φ. Ι. Φίλωνος.
25Θ. Τζανετάκης. Γερ. Σέρβος.
26Ν. Κατσικαπῆς. Α. Σταματόπουλος.
27Ἀριστ. Διδωρίκης. Δ. Τσαμόπουλος.
28Δ. Τσιτσάρας. Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.
29Π. Μανωλίδης. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
30Εὐθ. Γουβέλης. Χ. Χρηστόπουλος.
31Κ. Λομβάρδος. Π. Κ. Μανέτας.
32Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. Ἀθ. Κατριβάνος.
33Σπ. Λεονταράκης. Ἰω. Πανούσης.
34Α. Κρεστενίτης. Γ. Μαλέας.
35Θ. Δαραλέξης. Κ. Κοκκινώρης.
36Γ. Δελένδας. Ν. Καρύδης.
37Σπ. Μαλασπίνας. Γ. Γουλιμῆς.
38Γ. Μ. Βαλλιάνος. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
39Κ. Δ. Πεταλᾶς. Περ. Μποῦτος.
40Θρ. Ζαΐμης. Ἰω. Προβελέγιος.
41Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Κ. Κρίσπης.
42Α. Διαμαντόπουλος. Γρηγ. Δημητριάδης.
43Γ. Παπαδαῖος. Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος.
44Κ. Δαγρές. Ἀλέξ. Πετσάλης.
45Ἰω. Φλέσσας. Κλμ. Χριστοδούλου.
46Α. Κοντόσταυλος. Δ. Σαράβας.
47Δ. Δέντις. Α. Καπετανάκης.
48Ν. Μ. Κοζαδίνος. Θ. Ῥωμαῖος.
49Μ. Χαριτάτος. Ἰάκ. Παξιμάδης.
50Εὐθ. Κεχαγιᾶς. Σ. Σωτηρόπουλος.
51Λ. Καραλίβανος. ἀσθενεῖ Δ. Πονηρόπουλος.
52Περ. Καλαμογδάρτης. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
53Γ. Πράτζικας. Κ. Στεργιαλόπουλος.
54Α. Μισυρλῆς. Δ. Χατζῖσκος.
55Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.Δ. Στιριμῶκος.
56Ἰω. Δεστούνης. Δ. Κριεζώτης.
57Γ. Α. Γεωργιάδης. Δ. Οἰκονόμου.
58Δ. Χρηστίδης. Μ. Ἀβέρωφ.
59Α. Βαφιαδάκης. Κ. Νικόδημος.
60Μ. Ε. Παρίσης.
61§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως θ’ ἀνα-
62γνωσθῶσι μετ’ ὀλίγον, διότι ὁ ὑπάλληλος δὲν ἦλθε νὰ διορθώσῃ
63μερικὰ λογιστικὰ λάθη. Ἡ χήρα Εὐμορφοπούλου ζητεῖ σύντα-
64ξιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις τοῦ συζύγου της.
65§2ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
66§3ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἡ κυρία τοῦ στρατη-
67γοῦ Εὐμορφοπούλου τοῦ ὁποίου ὅλοι τὰς ἐκδουλεύσεις γνωρί-
68ζετε, δὲν λαμβάνει οὔτε λεπτὸν σύνταξιν· εἶναι ἄδικον. Νὰ συ-
69στηθῇ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν.
70§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
71§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Αἰκατερίνη Γ. Ψαρουδάκη ζητεῖ σύν-
72ταξιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις τοῦ συζύγου της.
73§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν.
74§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς
75ἔχει τὴν ἀκόλουθον ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω.
76«Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόει ὅτι ἐν τῇ πιστώσει τῇ
77χορηγηθείσῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ καθυστερούσας ἀποζημιώσεις
78περιλαμβάνεται καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις τριῶν Βουλευ-
79τῶν Ζακύνθου διὰ τὴν σύνοδον τοῦ 1868.»
80§8ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά· μάλιστα· εἶναι σωστόν.
81§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθοῦν μερικὰ νο-
82μοσχέδια τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;
83§10Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
84§11ΔΑΓΡΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν
85ἀναφορῶν.
86(Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ πρόεδρος κ. Λομβάρδος).
87§12ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κύριε πρόεδρε, ν’ ἀνα-
88γνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν.
89§13ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευ-
90ταὶ εἰς προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βου-
91λὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως, τὸ ὁποῖον καὶ
92πράττω ἤδη. Δὲν ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν νὰ συζητηθῇ νῦν,
93διότι δὲν ὑπάρχει ὁ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενος χρόνος. Τὸ ὑπο-
94βάλλω ὅμως διὰ νὰ διανεμηθῇ ἀπὸ τοῦδε καὶ μελετηθῇ, ὥστε
95νὰ ᾖναι ὥριμον διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον.
96§14ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
97§15Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους τὰ λυπη-
98ρότατα συμβάντα ἐν Γαλλίᾳ ἕνεκα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου· γνω-
99ρίζετε, ὅτι ἔργα τέχνης, τὰ ὁποῖα αἰῶνες ὁλόκληροι ἠδυνήθησαν
100νὰ ἀνεγείρωσι, χεῖρες βάρβαροι κατέστρεψαν. Εἰς τὸ γενναῖον
101ἐκεῖνο ἔθνος ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει κατὰ μέγα μέρος τὴν ἀνεξαρτη-
102σίαν της. Εἰς τὰ κοινοβούλια τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Βελγίου καὶ τῆς
103Ἰταλίας ἐξεφράσθη ἡ λύπη τῶν νομοθετικῶν σωμάτων διὰ τὰς
104θλιβερὰς αὐτὰς περιστάσεις· εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἔθνος μέγα
105καὶ εὐεργετικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλ-
106ληνικὴ ἔχει καθῆκον διὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφράσῃ τὴν με-
107γάλην αὑτῆς λύπην διὰ γεγονότα ταῦτα.
108§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
109§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργός). Θέλω διερμηνεύσει ἀμέ-
110σως τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς
111διὰ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν Γαλλίᾳ τε-
112λευταῖον. Ἡ Ἑλλὰς παρὰ πᾶν ἄλλο μέρος ἔχει αἰτίαν νὰ λυ-
113πῆται, ἐὰν αἱ καταστροφαὶ τοῦ Λούβρου ἔφθασαν καὶ μέχρι
114τῶν ἀριστουργημάτων τῆς Ἑλληνικῆς δόξης καὶ μεγαλοφυΐας, τὰ
115ὁποῖα περιεκλείοντο ἐν αὐτῷ τῷ καταστήματι. Ἡ Ἑλλὰς αἰ-
116σθάνεται λύπην βαθυτάτην διὰ τὰ ἐκ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου
117δυστυχήματα τῆς Γαλλίας· ἡ Γαλλία εὐηργέτησε τὴν Ἑλλάδα
118καὶ ὑπῆρξεν ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας τὸ κέντρον τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ
119ἑστία τῶν φώτων καὶ τῆς δόξης. Θέλω σπεύσει, ἐπαναλαμβάνω,
120νὰ διερμηνεύσω τὰ αἰσθήματα ὅπου δεῖ.
121§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
122§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μικρὰ καὶ ἀδύνατος ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς
123ἐλευθερίας πάντοτε ἀγωνισθεῖσα καὶ ἀγωνιζομένη, δὲν εἰμπορεῖ
124παρὰ νὰ ὑψώσῃ δυνατὰ τὴν φωνὴν τῆς ἀγανακτήσεώς της
125ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ καταχρήσει τοῦ ὀνόματος τῆς
126ἐλευθερίας τὴν ἐλευθερίαν ἐσχάτως ἐν Παρισίοις ἐπολέμησαν. Ἡ
127Ἑλλὰς μικρὰ καὶ ἀδύνατος ἔλαβε τὴν πεῖραν, ὅτι οὐδὲν πολε-
128μιώτερον τῆς ἐλευθερίας ὅσον ἡ ἀταξία· ἐὰν δέ τι ἐξασφαλίζῃ
129τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ἐξασφαλίζει ὁ σεβασμὸς τῶν νόμων καὶ
130τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου.
131§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
132§21ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω ἰσχυροὺς λόγους νὰ μὴ
133θεωρήσω διόλου ἄκαιρον ν’ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν σή-
134μερον εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐρωτῶ, ὑπάρ-
135χουν νέοι λόγοι, νέαι ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τὰς σκέψεις
136τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου;
137πρῶτον· καὶ δεύτερον, ἐσκέφθη ἢ ἀπησχόλησε τὰς ἐνεργείας
138τῆς κυβερνήσεως ἡ πρότασις τῆς ἑταιρίας περὶ ἀπαλλοτριώσεως
139τῶν δικαιωμάτων τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν κράτος; ναὶ
140ἢ ὄχι; Αὐτὰ τὰ δύω.
141§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Νέοι λόγοι ὑπάρχουν,
142καθὼς ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω καὶ προχθές· ὑπάρχει μία
143διαμαρτύρησις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη ἀπὸ
144δύω πρέσβεις, καὶ ἐνασχολούμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτήν·
145ἐννοεῖται, ὅτι θέλομεν τὴν ἀποκρούσει καὶ στηρίξει τὰ δίκαιά
146μας. Ἡ ἑταιρία μετὰ τοῦτο ἢ πρίν ἀπευθύνῃ τὴν διαμαρτύρησιν,
147ἀνεκάλεσε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ ἐκποιήσεως.
148Ἡμεῖς ἔχομεν σκοπὸν νὰ προκαλέσωμεν μίαν διαπραγμάτευσιν
149ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διαπραγμάτευσιν ὅμως, ἡ ὁποία θὰ
150ἦναι προπαρασκευαστικὴ ἐκ μέρους μας καὶ ἥτις, ἐὰν τελειώσῃ,
151θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις θὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν τὴν
152δέχηται καὶ κατὰ τίνα τρόπον ὅπως δήποτε· καὶ θὰ ἴδωμεν,
153ἐὰν ὅ,τι ἐπρότεινεν ἡ ἑταιρία ἦτο παιγνίδι ἢ ἀλήθεια.
154§23ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ δικαστήρια.
155§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται.
156§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς κυβερνήσεως θέλει
157εἶσθαι ἀξιοπρεπής.
158§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
159§27ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της,
160διὰ τῆς καρδίας της ἐνισχύει τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ
161καθῆκόν της ἐπὶ ἀντικειμένου τόσον μεγάλου καὶ σπουδαίου
162μετὰ θάῤῥους καὶ περινοίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται.
163§28ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἀξιοπρεπείας.
164§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ διευθυντὴς τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου·
165πρέπει προηγουμένως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διορθωτὴς τῶν στενο-
166γραφημάτων, ἤτοι τῶν ἐντύπων, ὅστις εἶναι ἕνας ὑπάλληλος μὲ
167240 δραχμὰς, δὲν εἶναι διωρισμένος, καὶ αὐτὸς ὁ μισθὸς δὲν
168δίδεται· ὁ διευθυντὴς τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου κάμνει ἀνα-
169φορὰν εἰς τὸν πρόεδρον, πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι πολλὴ ἐργα-
170σία τῆς Βουλῆς ἐκκρεμῆ, καθὼς καὶ τὰ πρακτικὰ τοῦ 1868,
171καὶ πρέπει νὰ τυπωθῶσι τώρα εἰς τὰς διακοπάς. Εἶναι ἀκόμη
172τὰ στενογραφήματα τὰ ἰδικά μας καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς
173Βουλῆς. Ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς διορθωτοῦ, ὄχι βέβαια νὰ διορίσωμεν
174μὲ 240 δραχμάς, ἀλλὰ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα· θὰ ἴδῃ δὲ
175ἡ Βουλή, ὅτι δὲν θὰ διορισθῇ γραφεὺς, ὅστις νὰ μὴ ἐργάζηται,
176ἀλλὰ ὁ νέος, ὅστις θὰ διορισθῇ θὰ ᾖναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἱκανῶν·
177εἶναι ὁ Δ. Σπινέλης. Ἡ Βουλὴ τὸ παραδέχεται;
178§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
179§31ΡΩΜΑΙΟΣ. Αὐτὸς ὁ νέος ἐργάζεται πάντοτε, εἶναι ὁ καλ-
180λίτερος.
181§32ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν διευθυντὴν
182τοῦ γραφείου μὲ ἓν ἐπιμίσθιον;
183§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ὅπως δοθῇ· ἂν θέλετε καὶ ἐπιμίσθιον,
184ὅπως θέλετε.
185§34ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν
186διορισμοὺς, καλλίτερον εἰς τὸν διευθυντὴν ἓν ἐπιμίσθιον.
187§35ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ Σπινέλης εἶναι ὁ καλλίτερος, ὅστις ἐργάζεται.
188§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἶναι μία ἱστορία, ἡ
189ὁποία ἐπαναλαμβάνεται καὶ δὲν διορθόνεται ποτέ· ἐγὼ δὲν
190διαφωνῶ νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν τύπωσιν, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν
191τέλος πάντων πρακτικά· νομίζω νὰ ἐπληρώσαμεν καὶ τὸ πα-
192ρελθὸν ἔτος, καὶ δὲν ἔχομεν πρακτικά· καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει
193νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ πληρώσωμεν, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, ὅταν
194τὰ πρακτικὰ τυπωθῶσι.
195§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν μὴ τύπωσιν τὴν τακτικὴν τῶν
196παρόντων; ...
197§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοοῦμεν τοῦ 1868· δι’ αὐτὰ ἐζη-
198τήσατε.
199§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὰ τωρινὰ δὲν εἶναι ἔλλειψις τοῦ γραφείου·
200κατωρθώθη νὰ ᾖναι ἕτοιμα ἐκ μέρους τῶν στενογράφων τὴν
201ἐπιοῦσαν, ἀλλ’ εἴτε ἐκ τοῦ τυπογραφείου, εἴτε ἐξ ἄλλων προέρ-
202χεται ἡ ἀργοπορία.—λοιπὸν, παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ δοθῶσιν
203ἑκατὸν δραχμαὶ κατὰ μῆνα εἰς τὸν ὑπάλληλον Σπινέλην διὰ τὴν
204ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τελειώσῃ ἡ ἐκτύ-
205πωσις τῶν πρακτικῶν ὑπ’ εὐθύνην τοῦ διευθυντοῦ;
206§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
207§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ναύαρχος Νικόδημος προτείνει.......
208§42ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ.
209Ναυάρχου εἶναι τροπολογία ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι
210ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεγνώσθη διὰ ά. φοράν.
211Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ σήμερον διὰ δευτέραν φοράν.
212§43ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Εἶναι, νομίζω, τρίτη ἀνάγνωσις.
213§44ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. (Ἀναγινώσκει).
214«Πρὸς τὴν Βουλήν.
215Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ λαβοῦσα
216ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ
217χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων πρὸς πλη-
218ρωμὴν καθυστερουσῶν δαπανῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ μὴ
219ἔχουσα τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν τῶν πι-
220στώσεων τούτων·
221Προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν,
222ὅπως δεχθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰς ἑξῆς τρεῖς πιστώσεις.
223Αʹ.) Ἔκτακτον πίστωσιν, καταλογιζομένην εἰς τὸ κεφ. ΙΑʹ.
224τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουρ-
225γείου ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀπόδοσις εἰς λογαριασμὸν τῶν ἀπαιτή-
226σεων τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας δι’ ἐγγυηθέντας τό-
227κους κτλ.» δραχ. 800,000.
228Βʹ.) Ἔκτακτον πίστωσιν, καταλογιζομένην ὑπὸ τὸ κεφ. ΚΑʹ.
229τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουρ-
230γείου ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐξαγορὰ τῶν ἐν τῷ ταμείῳ τῶν πολι-
231τικῶν συντάξεων εὑρισκομένων ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου
232τῶν 6,000,000» ἐκ δραχ. 700,000.
233Γʹ.) Ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ κεφ. ΙΣΤʹ. ἄρθρ. 2 τοῦ
234εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου «ἐκτέλεσις δι-
235καστικῶν ἀποφάσεων» ἐκ δρ. 1,000,000.
236Παρατηρεῖ δὲ ἐπὶ τῆς Αʹ. πιστώσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν
237800,000 δραχ. δίδεται εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀπέναντι τοῦ λογα-
238ριασμοῦ αὐτῆς καὶ χωρὶς διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης νὰ προ-
239δικάζηται οὐδεμία τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῆς, καὶ τοῦτο, ἵνα χο-
240ρηγηθῇ τῇ ἑταιρίᾳ ἡ ἀνάλογος ὑποστήριξις, εὑρισκομένης ταύτης
241εἰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας.
242Τὴν Βʹ. πίστωσιν παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ συμφώνως μὲ τὸν
243ψηφισθέντα παρ’ αὐτῆς νόμον περὶ ἀποδόσεως τῶν ὀφειλομένων
244εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων.
245Τὴν δὲ Γʹ. πίστωσιν παρεδέχθη ὡς ἐκκαθαρισμένην διὰ τῶν
246δικαστικῶν ἀποφάσεων.
247Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὸν
248περιορισμὸν τοῦ δανείου εἰς 2,500,000 φράγ.
249Ἐν Ἀθήναις, τὴν 24 Μαΐου 1871.
250Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς
251Εὔθ. Κεχαγιᾶς.
252Τὰ μέλη
253Π. Καλαμογδάρτης, Α. Κ. Μεταξᾶς, Ν. Κατσικαπῆς, Στ.
254Κολιάτσος, Κ. Θεοδώρου, Σπ. Λεονταράκης, Γ. Μαλέας, Δ.
255Τσιριμῶκος, Ν. Βαρβιτσιώτης, Ν. Ἀγγελίδης, Ἰω. Παπαζαφει-
256ρόπουλος.»
257§45ΤΙΝΕΣ. Δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια;
258§46ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μάλιστα, 2½ ἑκατομμύρια.
259§47ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ θεωρηθῇ ὡς πρώτη ἀνάγνωσις.
260§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνονται διάφοροι αἰτήσεις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
261Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τυπωμένας τὰς ἐκθέσεις, αἵτινες διανεμήθη-
262σαν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ διευθυνθῶσιν εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα
263αἱ ἀναφοραί;
264§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πίστωσις, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιψηφι-
265σθῇ, νὰ θεωρηθῇ ὡς ά. ἀνάγνωσις.
266§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
267§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· τί λέγετε διὰ τὰς ἀναφοράς; νὰ
268σταλῶσιν εἰς τὰ ὑπουργεῖα;
269§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
270§53ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ λόγος περὶ μιᾶς γνωμοδοτή-
271σεως τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς, ἥτις ὑπεβλήθη ἀπὸ τῆς
27229 Ἀπριλίου. Ἡ Βουλὴ περαίνει ἤδη τὰς ἐργασίας της, ἡ λῆξις
273τῆς Συνόδου ἐπίκειται· νὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν αὐτὴ ἡ γνωμοδό-
274τησις.
275§54ΠΟΛΛΟΙ. Κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ Νομοσχέδιον τῶν
276πιστώσεων. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
277§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδού. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ
278χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων πρὸς
279πληρωμὴν καθυστερουσῶν δαπανῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν.)
280§56ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινισθῇ, κύριε
281πρόεδρε· ἡ ἀνάγνωσις αὕτη εἶναι πρώτη ἢ δευτέρα;
282§57ΠΟΛΛΟΙ. Δευτέρα· πρώτη ἦτο ὅτε ὑπεβλήθη.
283§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπέρασε διὰ βʹ. ἀνάγνωσιν.
284§59ΤΙΝΕΣ. Νὰ προταχθῇ ἡ ψηφοφορία περὶ τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου.
285§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, κύριοι, διὰ νὰ τελειώσωμεν
286γληγορώτερα. Εἶναι μερικὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦσι
287καμμίαν συζήτησιν. Θέλετε λοιπὸν νὰ προτάξωμεν αὐτά, ἢ θέλετε
288νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν περὶ τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου, ἢ
289νὰ ἀναγνώσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
290τιωτικῶν;
291§61ΠΟΛΛΟΙ. Τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν (θόρυβος).
292§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βενδεβῆ· εἶναι δευ-
293τέρα ἀνάγνωσις. (Ἀναγινώσκεται). (Διάφοροι διάλογοι θορυ-
294βώδεις).
295§63ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κ. πρόεδρε.
296§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἡσυχάσετε καὶ ὀλίγον διὰ νὰ κάμω-
297μεν καὶ δουλειὰν, κύριοι.
298Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ
299τρίτην φορὰν αἱ προτάσεις περὶ ὁδοῦ μεταξὺ Τριπόλεως καὶ
300Σπάρτης, καὶ ἑτέρας μεταξὺ Θουρίας καὶ Μεγαλοπόλεως,
301ἔχουσαι ὡς ἕπονται·
302«Ἄρθρον μοναδικόν.
303Ἡ ἐκ Θουρίας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν μέχρι Μεγαλοπόλεως
304ἄγουσα ἐθνικὴ ὁδὸς, διερχομένη διὰ τοῦ δήμου Οἰχαλίας τῆς
305ἐπαρχίας Μεσσήνης, θέλει κατασκευασθῆ κατὰ προτίμησιν. Τὰ
306διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς προωρισμένα παρὰ
307τοῦ Νόμου χρήματα τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεγαλοπόλεως
308καὶ Μεσσήνης θέλουν χρησιμεύσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς εἰρη-
309μένης ὁδοῦ.»
310«Ἄρθρον μοναδικόν.
311Ἡ ἀπὸ τῆς Τριπόλεως μέχρι Σπάρτης ἄγουσα ἐθνικὴ ὁδὸς
312θέλει κατασκευασθῆ κατὰ προτίμησιν· τὰ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς
313καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς προωρισμένα παρὰ τοῦ Νόμου χρήματα
314τῶν ἐπαρχιῶν Μαντινείας καὶ Λακεδαίμονος θέλουν χρησιμεύσει
315εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης.
316§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον, διὰ τὸν δρόμον μεταξὺ Κατακώλου
317καὶ Πατρῶν· εἶναι γʹ. ἀνάγνωσις.»
318§66ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦ
319ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;
320§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι. (Θόρυβος· πολλοὶ ἵστανται ὄρθιοι).
321§68ΖΑΪΜΗΣ. Εἰπέτε, κ. πρόεδρε, νὰ καθίσουν.
322§69ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι πρὶν
323προβῶμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίων, πρέπει νὰ ἀ-
324ναγνώσωμεν τινὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις· καὶ πα-
325ρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ περὶ Ναυτιλιακοῦ
326διπλώματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔφερε καὶ ὁ Ναύαρχος τροπολογίαν
327διὰ νὰ ᾖναι αὔριον ὥριμον εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἐὰν ᾖναι εἰς
328τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν λέγω τίποτε.
329§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις. Ἰδού. (Ἀναγινώ-
330σκεται τὸ περὶ ναυτιλιακοῦ διπλώματος καὶ γίνεται δεκτὸν
331ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
332§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ
333τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ
334καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου. Τρίτη ἀνάγνωσις.
335§72ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
336«Περὶ ἐνεργείας καὶ διαθεσιμότητος.
337Ἄρθρον 3.
338Ἡ ἐνέργεια εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ διω-
339ρισμένου εἴς τινα θέσιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, καθὼς καὶ
340τοῦ μὴ ἀνήκοντος μὲν εἴς τινα θέσιν τῶν σωμάτων τοῦ στρα-
341τοῦ ἀξιωματικοῦ, διωρισμένου δὲ εἰς εἰδικήν τινα ὑπηρεσίαν ἢ
342πρόσκαιρον ἀποστολήν.
343Ἡ διαθεσιμότης εἶναι ἡ εἰδικὴ κατάστασις τῶν στρατηγῶν,
344τῶν συνταγματαρχῶν καὶ τῶν ἐκ τῆς θέσεως ὑπουργοῦ ἐξερχο-
345μένων ἀξιωματικῶν, τῶν διαμενόντων προσκαίρως ἄνευ θέ-
346σεως.»
347§73ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θέλω νὰ κάμω μίαν παρα-
348τήρησιν· νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν ἡ λέξις «πρόσκαιρον» νὰ προ-
349ταθῇ τῆς λέξεως «εἰδικὴν.»
350§74ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Δὲν πειράζει αὐτό, ἂς γείνῃ.
351§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον γίνεται οὕτω· «........
352διωρισμένου δὲ εἰς πρόσκαιρον ἢ εἰδικήν τινα ὑπηρεσίαν ἢ ἀπο-
353στολήν........»
354§76ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ σημειωθῇ δὲ ὅτι ἡ ἀποστολὴ θὰ ᾖναι
355πρόσκαιρος.
356§77ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
357Ἄρθρον πρόσθετον.
358«Οἱ ἐκ τῆς θέσεως ὑπουργοῦ ἢ βουλευτοῦ ἐξελθόντες ἀξιω-
359ματικοὶ βαθμοῦ κατωτέρου τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἐν διαθε-
360σιμότητι διατελοῦντες ἀνακαλοῦνται εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὰς
361διατάξεις τοῦ 7 ἄρθρου τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματι-
362κῶν νόμου.»
363§78ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
364§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
365§80ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
366Προσωρινὴ διάταξις.
367«Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ παρόντος νόμου, οἱ μέχρι τοῦδε ἐν
368διαθεσιμότητι διατελοῦντες ἀξιωματικοὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν,
369πλὴν τῶν συνταγματαρχῶν, ἀνακληθήσονται εἰς ἐνέργειαν πρὸς
370πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων, μὴ ὑπαρχουσῶν δὲ κενῶν θέσεων
371ταχθήσονται εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως.»
372§81ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
373§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ συνόλου;
374§83ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
375§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη καὶ τὸ σύνολον εἰς 3ην ἀνά-
376γνωσιν.
377§85ΤΙΝΕΣ. Ἡ ψηφοφορία, ἥτις διεκόπη.
378§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ παρα-
379χωρήσεως εἰκοσαετοῦς προνομίου πρὸς σύστασιν συγκοινωνίας
380δι’ ἀτμαμαξῶν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κατακώλου.»
381§87ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θεωρῶ, ἂν μὴ ἐπι-
382βλαβὲς, τοὐλάχιστον πρόωρον τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διότι πρό-
383κειται περὶ ἑνὸς συστήματος ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν
384ἐσπουδάσθη καλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Εὐρώπην, τὴν μᾶλλον ἀνε-
385πτυγμένην ἐπιστημονικῶς· δεύτερον κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
386ἀπὸ Πατρῶν μέχρις Ἠλείας εἶναι ἀπόστασις 21 ὥρας.
387§88ΤΙΝΕΣ. 18 ὡρῶν.
388§89ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν διεύθυνσιν, ἣν θὰ λάβῃ ἡ
389ὁδὸς, εἶναι σωσταὶ 21 ὧραι. Εἶναι δ’ ἓν ἔργον ἐντελῶς κερδο-
390σκοπικὸν καὶ οὐδόλως δύναται νὰ παράσχῃ ὠφέλειαν εἰς τὸν
391τόπον· εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω πολὺ καλὰ τοῦτο. Ὅταν,
392κύριοι, ἓν ἔθνος δίδῃ εἰς ἕνα ἐργολάβον μίαν ἐπιχείρησιν, τὴν
393ἐπιχείρησιν αὐτὴν τὴν παρέχει διὰ νὰ ὠφελήσῃ καὶ ὠφεληθῇ,
394ὅταν δὲ παρέχῃ εἰς ἕνα ἐργολάβον μίαν ἐπιχείρησιν διὰ νὰ
395ὠφελήσῃ τοῦτον χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ ὁ τόπος, μοὶ φαίνεται ὅτι
396εἶναι ἐντελῶς περιττὴ τοιαύτη ἐπιχείρησις. Ἰδοὺ αἱ ἐλλείψεις,
397τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου
398εἶναι καὶ αἱ ἑξῆς· πρῶτον ὅτι παραχωροῦμεν εἰς τὸν ἐργολάβον
399ἑτοίμην ὁδὸν πέντε, ἕξ, ἑπτὰ ὡρῶν, τουτέστι τοῦ παραχωροῦ-
400μεν τὴν εὐκολίαν νὰ στήσῃ μίαν μηχανὴν καὶ νὰ ἀρχίσῃ νὰ
401ὠφελῆται, χωρὶς ὁ τόπος νὰ ὠφελῆται τὸ παράπαν, διότι
402καθόσον ἀφορᾷ τὴν μεταφορὰν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐπι-
403βατῶν ἀνὰ πᾶν χιλιόμετρον ὡρίσθη νὰ πληρώνῃ ἕκαστον ἄτο-
404μον λεπτὰ 30 ἀνὰ πᾶν χιλιόμετρον· ὅ ἐστί, διὰ τοῦ σιδηρο-
405δρόμονος αὐτοῦ θέλει μεταφέρεται ὁ πολίτης ἀπὸ Πατρῶν εἰς
406Πύργον ἀκριβώτερα παρ’ ὅσον δύναται νὰ μεταφέρηται
407διὰ τῶν ἵππων· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἡ ὠφέλεια δὲν
408θέλει εἶσθαι μεγάλη εἰς τὸν τόπον· διότι τὸ πραγμα-
409τικὸν ἀποτέλεσμα τῶν τοιούτων ἔργων εἶναι νὰ κατα-
410στρέφεται ταχύτερον ὁ χρόνος· εἰς αὐτὸ ὅμως τὸ σύστημα
411δὲν εἶναι τόσον μεγάλη ἡ ταχύτης, ἑπομένως εἰς αὐτὸ τὸ σύ-
412στημα θὰ ὑπάρχῃ μία βραδύτης καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπαιτοῦνται
413καὶ περισσότερα χρήματα καὶ περισσότερος χρόνος εἰς τοὺς ἐπι-
414βάτας. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ πράγματος ἔχει καὶ μίαν ἄλλην
415ζημίαν αὐτὸς ὁ νόμος δι’ οὗ θέλομεν πληρώνει 3,000 δραχμῶν
416κατὰ χιλιόμετρον καὶ δι’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἑτοίμην ὁδὸν, καὶ
417θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταβάλωμεν τὰ ἔξοδα διὰ τὰς
418γεφύρας μετὰ βραχὺ διάστημα χρόνου, ὥστε ὁ ἐργολάβος δι’
419ἐξόδων μας θέλει κατασκευάσει τὰ πάντα, καὶ μόνον διὰ τὴν
420ὁποίαν θὰ κάμῃ προκαταβολὴν θέλει ἔχει—ἓν εἰκοσαετὲς προ-
421νόμιον.
422§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος αὐτό.
423§91ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὸν νόμον). Θὰ καταβά-
424λωμεν, λέγω, ἡμεῖς χρήματα διὰ νὰ κάμωμεν τὰς γεφύρας καὶ νὰ
425κατασκευάσωμεν τοὺς δρόμους. Τὸ ἀκούετε κύριοι; Προσέξατε,
426ἡμεῖς θέλομεν πληρώσει ὅλα τὰ ἔξοδα εἰς τὸν ἐργολάβον διὰ
427τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς γεφύρας καὶ ἐν τούτοις θέλομεν δώσει τὸ
428δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ ὠφελῆται ἐπὶ 20 ἔτη λαμβάνων διὰ
429τὴν μεταφορὰν ἑκάστου ἀτόμου ἀπὸ τοῦ Πύργου μέχρι Πατρῶν
430δραχμὰς 30 περίπου ὑπολογιζομένης εἰς 100 χιλιόμετρα τῆς
431μεταξὺ τῆς δύω πόλεων ἀποστάσεως.
432§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 18 δραχμὰς διὰ τὴν ά. θέσιν καὶ 9 διὰ
433τὴν γʹ.
434§93ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε τοιαύτη πρότασις ἐγένετο
435πρὸ τριῶν μηνῶν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ ἄλλος τις παρομίαν παρου-
436σίασε, ὑποσχεθεὶς νὰ καταβῇ καὶ εἰς ὅρους ἐπωφελεστέρους διὰ τὸν
437τόπον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς κακόν. Οἱ ἄνθρωποι μεθ’ ὧν ἐγένετο
438ἡ σύμβασις, δὲν ἔχουν πολλὰ ἴδια κεφάλαια· θὰ πάρουν λοιπὸν
439τὸν νόμον καὶ θὰ ζητήσουν κεφάλαια· φοβοῦμαι δὲ καὶ μήπως
440καταντήσωμεν εἰς διαφόρους δίκας. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω,
441συνίστανται δὲ ταῦτα εἰς τὸ ὅτι μόνοι οἱ ἐργολάβοι ἠμποροῦν
442νὰ ὠφεληθοῦν, ἀλλ’ ὁ τόπος δὲν θὰ ἔχῃ ὠφέλειάν τινα.
443§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν
444ἔχει ἀνάγκην δικαιολογήσεως, καὶ ὅμως θέλω σᾶς προσθέσει
445ὀλίγας λέξεις ἐξ ὧν θέλετε ἐννοήσει, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ καὶ
446αἱ σκέψεις τοῦ προαγορεύσαντος βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀληθεῖς.
447Ἔχομεν ἀνάγκην ὁδῶν· καὶ εἶναι ἡ πρώτη καὶ οὐσιώδης ἀνάγ-
448κη μας. Ἔχομεν συμφέρον νὰ κατασκευάσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν
449ταχύτερα τὰς ὁδούς· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ μόνον, κύριοι,
450ἐξετάζομεν τὸ νομοσχέδιον. Τί ζητοῦν οἱ ἐργολάβοι; ζητοῦν
451νὰ κατασκευάσουν δι’ ἰδίων των ἐξόδων τὰς ὁδοὺς καὶ ἀντὶ
452τούτου νὰ ἔχουν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ἀτμαμά-
453ξας, δὲν ἀπαγορεύουν ὅμως εἰς οὐδένα νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν
454δι’ ἄλλων ἁμαξῶν, καὶ ἀκόμη καὶ διὰ σιδηροδρόμου. Τί κερδί-
455ζομεν ἡμεῖς; Κερδίζομεν τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ἐπὶ
456εἴκοσιν ἔτη ἁμαξιτῶν ὁδῶν. Ὅταν, κύριοι, ἐπρότεινε εἰς τὴν Ἑλ-
457λάδα μία ἑταιρία εὐρωπαϊκὴ νὰ κατασκευάσῃ ἐργολαβικῶς τὰς
458ὁδοὺς τῆς Ἑλλάδος ἐζήτησε δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον 21
459χιλιάδας δραχμάς· δι’ 21 χιλιάδων δραχμὰς μᾶς εἶπεν, ἀνα-
460δέχομαι νὰ κατασκευάσω τὰς ὁδούς σας, καὶ αἱ κυβερνήσεις
461εἰς ἃς ἐπροτάθη τοῦτο, ἀπέῤῥιψαν τὴν πρότασίν των ὡς λίαν
462ὑπερβολικήν. Πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσιν οἱ ὁδοί, καὶ ὄχι
463μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θὰ συντηροῦνται· γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔξοδα
464τῆς συντηρήσεως εἶναι περισσότερα· ἀντὶ τούτων θὰ πλη-
465ρωθῶσι κατ’ ἐκτίμησιν, ἀλλὰ ποτὲ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ πλη-
466ρωθησόμενον ποσὸν τὰς 3 χιλιάδας κατὰ χιλιόμετρον. Ἐὰν δὲ
467κύριοι, διὰ 250 χιλ. δραχμῶν, ὅσας κατὰ τὸν ἀνωτέρω ὑπολογι-
468σμὸν κατ’ ἀνώτερον ὅρον θὰ ἐξοδεύσωσιν ἐπὶ 20 ἔτη, ἔχομεν
469ὁδὸν ἁμαξιτὴν ἀπὸ Πάτρας εἰς Πύργον δὲν ὠφελούμεθα; διὰ τί
470νὰ μὴν ὠφεληθοῦν καὶ αὐτοὶ ἂν πρόκηται νὰ ὠφεληθῶσι; καὶ
471ἐγὼ εὔχομαι νὰ ὠφεληθοῦν πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα νομίζει
472ὁ κ. Διαμαντόπουλος.
473§95Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε διὰ τὸν δρόμον
474αὐτὸν 200,000 δραχμῶν ἔξοδα καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐκάμαμεν
475τίποτε.
476§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῳόντι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μία τρο-
477ποποίησις εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ
478δὲν θὰ ἀντιτείνωσιν· τὰ χρήματα νὰ κατατεθῶσιν ἀπὸ τὰ χρή-
479ματα τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν καὶ Ἠλείας.
480§97ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ Πάτραι θὰ ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἔχουν
481συγκοινωνίαν ὄχι μόνον μὲ τὴν Ἠλείαν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ Καλά-
482βρυτα, καὶ μὲ τὸ Αἴγιον. Οὕτω ἡ συγκοινωνία τῶν δύω τελευ-
483ταίων πόλεων θέλει σταματήσει, παραχωρουμένων εἰς μίαν
484μόνην γραμμὴν συγκοινωνίας τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιΐας της.
485§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς
486καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας Ἠλείας καὶ Πατρῶν.
487§99Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὰ ἐπαρχιακὰ χρήματα εἶναι ἀρκετὰ καὶ
488ἂς ἀφήσωμεν τὰ χρήματα τῶν δήμων νὰ θεραπεύσωσιν ἄλλας
489ἀνάγκας.
490§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥασις;
491§101ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
492Ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἕπεται.
493ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
494Περὶ παραχωρήσεως εἰκοσαετοῦ προνομίου πρὸς
495σύστασιν συγκοινωνίας δι’ ἀτμαμαξῶν μεταξὺ
496Πατρῶν καὶ Κατακώλου.
497Ἄρθρ. 1. Ἡ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς
498καὶ τῶν κυρίων Γεωργίου Ι. Παππᾶ καὶ Γουλιέλμου Μόρφη ἀφ’
499ἑτέρου συνομολογηθεῖσα τὴν 20 Μαΐου 1871 σύμβασις, ἐξ ἄρ-
500θρων 18 συγκειμένη, καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται, πρὸς παραχώ-
501ρησιν εἰκοσαετοῦς προνομίου πρὸς σύστασιν συγκοινωνίας δι’ ἀτ-
502μαμαξῶν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κατακώλου, ἐπικυροῦται καὶ
503ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.
504Ἄρθρον 2. Τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ τῶν
505ἀναγκαίων γεφυρῶν καταβληθὲν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ποσὸν θέλει
506ἀποδοθῆ αὐτῇ ἀτόκως ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας
507Πατρῶν καὶ Ἠλείας ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀποπερατώσεως
508ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου καὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς διὰ τῶν ἀτμαμαξῶν
509συγκοινωνίας εἰς τρεῖς ἴσας ἐνιαυσίους δόσεις.
510Ἄρθρ. 3. Οἱ ἐργολάβοι ὑποχρεοῦνται νὰ συμμορφῶνται πρὸς
511τοὺς ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐκδοθησομένους νόμους, γενικοὺς κανονισμοὺς
512ἢ διατάξεις περὶ τῆς ἀστυνομίας, τῆς ἀσφαλείας, τῆς χρήσεως
513καὶ διατηρήσεως τῆς ὁδοῦ καὶ τῶν διαμετακομιστικῶν μέσων.
514§102ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, κ. πρόεδρε,
515εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
516§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. πρόεδρε. Παρακαλῶ τὸν κ. Πράτσι-
517καν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι ὁ
518νόμος αὐτὸς θὰ συζητηθῇ, ὡς ἀφορῶν συμφέροντα ἐμπορικά, τὰ
519ὁποῖα περιπλέκονται.
520§104ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Ὄχι· τώρα πρέπει νὰ τελειώσωμεν· (θόρυβος).
521§105ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, καὶ μετὰ ταῦτα εἰς
522τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως.
523§106ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Δὲν καταβαίνω τὸ βῆμα, πρέπει νὰ τελειώσῃ.
524§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
525ἦτο νὰ προβῶμεν εἰς τὸ περὶ ἀποχωρήσεως, Κ. πρόεδρε· ἐπι-
526καλοῦμαι τὸν κανονισμόν.
527§108ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, κ. πρόεδρε,
528ἔχει ἕνα μῆνα καὶ πλέον ὅπου εἶναι εἰς τὸ γραφεῖόν σας.
529§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα, κ. Πράτσικα.
530§110ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Ὄχι τώρα.
531§111ΖΑΪΜΗΣ. Πρὶν διαλυθῶμεν, κ. πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ
532ὁρίσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δι’ αὔριον, διότι δὲν ἠμποροῦ-
533μεν νὰ ψηφοφορῶμεν νομοσχέδια χωρὶς νὰ τὰ γνωρίζωμεν.
534(Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ἐπὶ τοῦ νομο-
535σχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ νὰ λαμβάνῃ
536πλήρη τὴν μισθοδοσίαν του, ὁ ἐν τῷ Πανεπιστημείῳ καθηγη-
537τὴς τῆς Φιλοσοφίας κ. Φίλιππος Ἰωάννου).
538§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 117· 95 εἰς τὸ ναὶ καὶ 22 εἰς
539τὸ ὄχι· ὥστε ἐγένετο δεκτόν.
540§113ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις.
541§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλοῦμεν νὰ δεχθῆτε αὐ-
542τὴν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· 1) τὸ περὶ ἀποχωρήσεως, 2) τὸ
543περὶ διαιρέσεως τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, 3) τὸ περὶ ἀεριόφωτος,
5444) τὸ περὶ τόκου, 5) τὸ περὶ ναυτικῶν διπλωμάτων, 6) τὸ περὶ
545πιστώσεων, καὶ 7) τὸ περὶ μεταλλείων.
546§115ΣΑΡΑΒΑΣ. Κ. πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν συμφώ-
547νως πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσα πρό τινων ἡ-
548μερῶν, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ μᾶλλον
549νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ
550ἀποδίδω πολὺ μεγαλητέραν σημασίαν, παρὰ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα
551νομοσχέδια τὰ χρηματιστικά. Δεύτερον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ
552προταθῇ καὶ τὸ περὶ κληροδοτημάτων, τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουρ-
553γοῦ τῆς Παιδείας.
554§116ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπον νὰ τὸ βάλωμεν.
555§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, λοιπὸν, ἀποχώρησις, κεντρικὸν τα-
556μεῖον, ἀεριόφως, τόκοι, ναυτικὰ δικαιώματα, πιστώσεις, μεταλ-
557λεῖα, ἀποξήρανσις Σπερχειοῦ, ὑπότροφοι, περὶ μαιευτηρίου, καὶ
558περὶ προσωπικῆς κρατήσεως.
559Εἶναι πρῶτον ἓν νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
560εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
561(Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ
562νομοσχέδιον περὶ συντάξεως χηρῶν καὶ ὀρφανῶν).
563§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ ἀποχωρήσεως. Τρίτη συζήτησις. Κύριοι
564βουλευταὶ, παρακαλῶ, ὀλίγην ἡσυχίαν, πρόκειται περὶ νόμου
565ἀρκετὰ σπουδαίου.
566§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, πρὶν ἢ ὁ κ. ὑπουργὸς ὑ-
567ποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως, τὸ ὁποῖον πρόκει-
568ται νὰ ψηφισθῇ σήμερον, εἶχον ὑποβάλει ὁμοίας φύσεως νο-
569μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, καθὼς καὶ ἐκεῖνο τοῦ κ. ὑπουργοῦ, παρε-
570πέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν. Βεβαίως τὸ νομοσχέ-
571διον περὶ ἀποχωρήσεως χρῄζει μακρᾶς συζητήσεως καὶ εἶναι ἓν
572τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, διότι μία ἀρχὴ ἰσόβιος, ἐφ’ ἧς
573ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὐδὲν δύναται καταχρωμένη τὴν δύνα-
574μιν, τὴν ὁποίαν τῇ παρέχει ἡ πολιτεία, ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ πολ-
575λὰ ἐπικίνδυνος, καὶ νὰ ἀναιρέσῃ τὸν σκοπὸν, χάριν τοῦ ὁποίου
576περιεβλήθη μὲ ἐξαιρετικὰς ἐγγυήσεις. Εἶναι λοιπὸν πολλὰ σπου-
577δαῖον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως, διότι σκοπεύει ν’ ἀ-
578πομακρύνῃ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ πα-
579ρακολουθήσωσι τὴν μονιμότητα μιᾶς ἀρχῆς· καὶ δὲν ὑπάρχει
580οὐδεμία ἀρχὴ, εἰς οὐδεμίαν καλῶς διοργανωμένην πολιτείαν, ἡ
581ὁποία νὰ ᾖναι ἀπολύτως ἀνεξέλεγκτος. Ὁ βαθμὸς τοῦ στρα-
582τιωτικοῦ εἶναι ἀναφαίρετος, ὑπάρχουσιν ἐν τούτοις περιπτώσεις,
583καθ’ ἃς καὶ ὁ βαθμὸς δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ ὁ ἀξιωματικὸς νὰ
584τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν ἢ εἰς ἀργίαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν
585νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἐξουσία ἐπὶ τοσοῦτον μόνιμος καὶ ἀσφαλὴς,
586ὥστε, ὁσάκις αἱ ἐγγυήσεις, μὲ τὰς ὁποίας τὴν περιέβαλεν ἡ
587πολιτεία, ἀποβαίνουσι πρὸς βλάβην αὐτῆς, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δι-
588καίωμα ἡ πολιτεία νὰ ἄρῃ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας. Ὁσάκις ἑ-
589πομένως δι’ ἡλικίαν ἢ διὰ νόσημα ὁ ἰσόβιος ὑπάλληλος δὲν δύ-
590ναται πλέον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὁσά-
591κις δὲν συναισθάνεται τὴν ἱερότητα τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων,
592ἢ περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν δεικνύει ὀλιγωρίαν ἀξιοκατάκρι-
593τον, ἢ τηρῇ διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
594θέσεώς του, δὲν πρέπει νὰ προστατεύηται ὑπὸ τῆς προνομίας
595τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ὑπόκειται εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον, καὶ αὐτὴ
596εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ νόμος περὶ ἀποχω-
597ρήσεως. Ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ὑπάρχουσιν, ἐννοεῖται, διαφοραὶ
598γνωμῶν, καί, ἐπαναλαμβάνω, ἔπρεπε περὶ αὐτοῦ νὰ γείνῃ μα-
599κρὰ συζήτησις. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε καιρὸν ἔχομεν, οὔτε ἡ Βουλὴ
600ἔχει διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ μακρὰς συζητήσεις, τὸ νομοσχέ-
601διον, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποβάλει, τὸ συνεχώνευσα εἰς ἐκεῖνο τοῦ
602κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ συγκατετέθη νὰ παραδεχθῇ
603δύω τροπολογίας, τὰς ὁποίας θεωρῶ λίαν οὐσιώδεις.
604Τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν
605παῦσιν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ
606συνεδρίου ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων· εἰς τὰς περιπτώσεις, κατὰ
607τὰς ὁποίας οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι παύονται δυνάμει τῶν κειμέ-
608νων νόμων, καθὸ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν ἐπάγουσαν τὴν
609στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, κατὰ μείζονα λόγον
610παύονται οἱ ἰσόβιοι ὑπάλληλοι. Ἐκτὸς ὅμως τούτων δυνατὸν νὰ
611ὑποπέσωσιν εἰς παραβάσεις καθηκόντων, ὅλως ἀσυμβιβάστους
612πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέ-
613σεως. Κατ’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν οἱ ἰσόβιοι δικαστικοὶ ὑπάλ-
614ληλοι, καθὼς καὶ οἱ ἐλεγκταὶ ἀποβάλλονται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας,
615παύονται κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμομέ-
616νης αὐτοῖς προνομίας, ἡ ὁποία ἐγγυᾶται εἰς αὐτοὺς ἰσόβιον δια-
617μονήν. Τοῦτο ἐννοοῦμεν λέγοντες, ὅτι γίνονται ἔκπτωτοι τῆς
618θέσεώς των ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων. Τώρα ἐπιτρέψατέ μοι ἐν
619ὀλίγαις λέξεσι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρα-
620δέχεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, καὶ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον
621εἶχον ἐγὼ διατυπώσει εἰς τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν. Τὸ ὑπουρ-
622γικὸν νομοσχέδιον, προκειμένου περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς θέ-
623σεως τοῦ ἰσοβίου ὑπαλλήλου, διαγράφει τὰς περιπτώσεις ὡς ἀ-
624κολούθως· ὅπως ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων γείνῃ ἔκπτωτος ἰσό-
625βιός τις ὑπάλληλος, ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑπάρχῃ
626μία τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 10 ἀναφέρει,
627τοὐτέστι νὰ κατεδικάσθη ἐπὶ πλημμελήματι ἐκ τῶν ἐν τῷ
628ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναφερομένων, εἰς φυλάκισιν μὴ
629ὑπερβαίνουσαν τὸ ἔτος, ἢ ἐπὶ πταίσματι ἀφορῶντι τὰ χρηστὰ
630ἤθη, ἢ νὰ ὑπεβλήθη εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἢ νὰ κατεδι-
631κάσθη πειθαρχικῶς, καὶ εἰς τοῦτο, παρακαλῶ, νὰ προσέξητε πολὺ,
632δὶς μὲ προσωρινὴν πειθαρχικὴν παῦσιν, ἢ ἅπαξ μὲ προσωρινὴν
633πειθαρχικὴν παῦσιν, καὶ δὶς μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου
634ἢ ἐπιπλήξεως. Αὗται εἶναι αἱ περιπτώσεις τῆς ἐκπτώσεως ἕνεκα
635πειθαρχικῶν λόγων. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι ὑπάρχει μία
636τῶν περιπτώσεων τούτων, πέμπει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν
637Ἄρειον Πάγον, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἀποφανθῇ, ἐὰν τῳόντι ὑπάρ-
638χωσι λόγοι ἀποχρῶντες ὅπως ὁ κατηγορούμενος ἰσόβιος δικα-
639στὴς γίνῃ ἔκπτωτος τῆς θέσεώς του. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα,
640τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον.
641Ἐγὼ ἠκολούθησα τὸ σύστημα τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος
642ἀφίνει περισσοτέραν ἐλευθερίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ εἰς τὸ ἀ-
643νώτατον δικαστήριον. Κατὰ τὸν περὶ ἀποχωρήσεως ἕνεκεν ἡλι-
644κίας καὶ πειθαρχικῶν λόγων Γαλλικὸν Νόμον τῆς 1 Μαρτίου
6451852, ὁσάκις ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων νομίζει ὁ ὑπουργὸς, ὅτι
646ὑπάρχει περίπτωσις ὅπως ἰσόβιός τις ὑπάλληλος γείνῃ ἔκπτω-
647τος τῆς θέσεώς του, εἴτε οὗτος κατεδικάσθη πειθαρχικῶς εἴτε
648μὴ, παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον διὰ νὰ ἀ-
649ποφανθῇ, ἐὰν αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῆς
650Δικαιοσύνης εἶναι τοιαῦται, ὥστε καθιστῶσι τὸν ὑπάλληλον
651ἀνάξιον νὰ κατέχῃ ἐφεξῆς τὴν θέσιν, ἐὰν ἐγκρίνωνται ὡς τοι-
652αῦται καὶ ἀπὸ τὸ δικαστήριον.
653Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς συστήματος
654καὶ τοῦ ἄλλου εἶναι, ὅτι ἐν μὲν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ ὁρί-
655ζονται ῥητῶς αἱ πειθαρχικαὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς δύναται νὰ
656ἐπιληφθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ τῷ παρ’ ἐμοῦ
657ὑποβληθέντι ἀφίεται τοῦτο ἐντελῶς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ
658καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
659Ἐπροτίμησα τὸ σύστημα τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου, διότι ἐκτὸς
660τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἀναφερομένων
661περιπτώσεων, δικαιολογουσῶν τὴν παῦσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ,
662ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλαι ὁμοίας φύσεως, αἵ-
663τινες, καθὸ μὴ δυνάμεναι νὰ ὁρισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων, πρέ-
664πει νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν κυριαρχικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀνωτάτου
665δικαστηρίου. Ὑποθέσατε, ὅτι ἰσόβιός τις δικαστὴς κατηγορεῖται
666ἐπὶ βαρυτάτῳ ἐγκλήματι, ὅτι αἱ κατ’ αὐτοῦ ἐνδείξεις εἶναι πολ-
667λαὶ καὶ ἰσχυραὶ, ὅτι παραπέμπεται εἰς δίκην, καὶ ὅτι τὸ δι-
668καστήριον τῆς οὐσίας εἴτε ἐξ ὑπερβαλλούσης ἐπιεικείας, εἴτε
669διὰ λόγους ἀμφιβολίας ἐν αὐτῇ τῇ ἀποφάσει ῥητῶς ἐκφραζο-
670μένους, τὸν ἀπαλλάττει τῆς κατηγορίας, νομίζεται ὅτι ἐν τοι-
671αύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ἄρειος Πά-
672γος ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἡ περαιτέρω ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατήρησις
673τοῦ ἰσοβίου τούτου δικαστοῦ δικαιολογῆται; Νομίζετε ὅτι δύ-
674ναται ν’ ἀναλάβῃ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ δικαστοῦ ἀζημίως
675διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς δικαιοσύνης, ὁ δικαστὴς, τὸν ὁποῖον μία
676ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου ἠθώωσε τυπικῶς, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον
677ἡ κοινὴ συνείδησις κατεδίκασε; Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἐν τῇ περι-
678πτώσει ταύτῃ ἢ ἐν οἱᾳδήποτε παραπλησίᾳ οὐδεμίαν ἐξουσίαν
679κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἔχει ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ ἐπι-
680ληφθῇ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβλητέας ποινῆς ἐκ τῶν περιο-
681ριζουσῶν τὴν ἐλευθερίαν, ἢ ἐπιβαλλουσῶν χρηματικὰς ζημίας,
682ἡ ἐπάγουσα αὐτὴν παράβασις ἔπρεπε βεβαίως νὰ ᾖναι ἀκριβῶς
683ὡρισμένη καὶ μηδεμίαν εἰς τὸν δικαστὴν τῆς οὐσίας ἀφίνουσα
684ἐλευθερίαν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν παντὸς ποινικοῦ νό-
685μου. Ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ ἀποβολῆς ἐκ τῆς θέσεως
686ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων, τουτέστιν ἕνεκεν παραβάσεων περὶ
687τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, αἵτινες εἰδικῶς δὲν ὁρίζονται,
688ἀλλ’ ἐκτιμῶνται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἐνασκοῦντος τὴν πειθαρχικὴν
689ἐξουσίαν δικαστηρίου.
690Ἑτέρα διαφορὰ, πολλὰ οὐσιώδης, εἶναι ὅτι κατὰ μὲν τὸ νο-
691μοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἵνα δικαστής τις ἰσό-
692βιος γείνῃ ἔκπτωτος ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων, πρέπει, ὡς προ-
693εἶπον, νὰ κατεδικάσθη δὶς εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν παύσεως ἢ
694ἅπαξ εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν παύσεως καὶ δὶς εἰς πειθαρχικὴν
695ποινὴν προστίμου. Ἐγὼ ἐνόμισα, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀνταποκρί-
696νομαι εἰς τὴν γνώμην ὅλων ὑμῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐρύνωμεν ὀ-
697λίγον τὴν βάσιν τῶν πειθαρχικῶν λόγων ἕνεκα τῶν ὁποίων
698δύναται νὰ παυθῇ ἕνας ἰσόβιος ὑπάλληλος, διότι ἀκόμη δὲν
699εἶναι τελειωτικῶς ἐσχηματισμένη, φρονῶ, ἡ κοινὴ πεποίθησις,
700ὅτι τῆς ἰσοβιότητος ὁ θεσμὸς ἔφερε παρ’ ἡμῖν ὅλα τὰ προσδο-
701κώμενα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἡ δοκιμὴ θὰ γείνῃ καὶ ἡ ὁρι-
702στικὴ κρίσις θὰ ἐξενεχθῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἀναθεωρήσεως
703τοῦ πολιτεύματος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ
704τοῦδε, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος ἐπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν.
705Ἰδοὺ διὰ τί ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐρύνωμεν τὴν βάσιν τῆς
706ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων παύσεως καὶ διετύπωσα ἑπομένως τὰ
707περὶ τούτου ὡς ἀκολούθως· «Ἐὰν κατεδικάσθησαν τελεσιδίκως
708κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προσωρινῆς
709παύσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον μηνὸς, ἢ καὶ δύω πειθαρχικὰς ποι-
710νὰς προσωρινῆς παύσεως μικροτέρας τοῦ ἑνὸς μηνὸς, ἢ εἰς δύω
711πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου». Καὶ οὕτω δὲ οὐδόλως ἀναι-
712ροῦνται ἢ ἐλαττοῦνται ὁπωσδήποτε αἱ τῇ ἰσοβιότητι παρο-
713μαρτοῦσαι ἐγγυήσεις· διότι αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ, οἱασδήποτε
714καὶ ἂν ᾖναι ὁ βαθμὸς ἢ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, δὲν ἐπάγουσι ἀφ’ ἑ-
715αυτῶν καὶ μόνων τὴν παῦσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ, ἀλλ’ ἀπό-
716κειται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ εἶδος καὶ τὸν βαθ-
717μὸν αὐτῶν καὶ ν’ ἀποφανθῇ, ἂν τῳόντι εἶναι τόσον βαρεῖαι, ὥστε
718νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἔκπτωσιν.
719Ἐκτὸς τῆς τροπολογίας ταύτης ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ με-
720ταφέρω ἐκ τοῦ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τὴν τελευ-
721ταίαν παράγραφον ἔχουσαν ὡς ἀκολούθως· «Τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις
722273 ἕως 309 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων περὶ πειθαρ-
723χικῶν παραβάσεων καὶ λοιπὰ ὡρισμένα διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ»·
724καὶ τοῦτο, διότι, ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουρ-
725γεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω μὲ λύ-
726πην μου, ὅτι ἰσόβιοί τινες δικασταὶ ἠθέλησαν νὰ ἀμφισβητήσω-
727σιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν,
728τὴν ὁποίαν ἔχει λαβὼν ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων,
729καὶ τὴν ὁποίαν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐξήσκησα λίαν καταλ-
730λήλως, φρονῶ.
731Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς παραδέχηται τὰς δύω αὐτὰς τροπολογίας,
732τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ὑποστηρίζω οὐδεμίαν ἄλλην τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁ-
733ποίας περιέχει τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καὶ τὸ συγ-
734χωνεύω εἰς τὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
735§120Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι ἡ ἀνάμιξις ἑνὸς δικαστοῦ εἰς
736ἐπιχειρήσεις ἐργολαβίας εἶναι συμβιβαστέα μὲ τὸν δικαστικόν
737του χαρακτῆρα;
738§121ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἀ-
739παγορεύει ῥητῶς εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τὸ μετέρχε-
740σθαι τὸ ἐμπόριον, ἐὰν ἑπομένως ᾖναι κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις
741ἡ ἐργολαβία, εἰς ἣν, ὡς λέγετε, ἀνεμίχθη ὁ δικαστὴς, φυσικῷ
742τῷ λόγῳ ἀπαγορεύεται, ἄλλως τε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
743σύνης εἶναι παρὼν καὶ εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ ἀπαντήσῃ.
744(Ἐνταῦθα ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόε-
745δρος κ. Τσιριμῶκος).
746(Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον).
747§122Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ
748δὲν εἶναι ἀποκύημα τῶν Ῥωμαϊκῶν γνώσεων ἡμῶν. Πιστεύω,
749ὅτι, οὔτε ὁ κ. Σαράβας ἔχει ἀντίῤῥησιν, οὔτε ὁ κ. ὑπουργός.
750§123ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νο-
751μοσχέδιον, ἐκτὸς τινῶν τροποποιήσεων, ἐλήφθη ἐκ τῶν περὶ τοῦ
752αὐτοῦ ἀντικειμένου γαλλικῶν νόμων τοῦ 1824 καὶ 1852.
753§124Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ δρέψω τοὺς καρποὺς τῶν ἄλ-
754λων. Αὐτὴ εἶναι μελέτη, τὴν ὁποίαν ἠρύσθην ἐκ νομικῶν καὶ
755τοῦ νόμου τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τοῦ Πρωσσικοῦ. Ἔχω νὰ κάμω
756μίαν παρατήρησιν, κύριοι, διότι ὑποθέτω ὅτι τὸ νομοσχέδιον
757τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἐγγύησις καὶ ὁ
758προορισμὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν εἶναι δηλαδὴ ὅπως
759ἔπρεπε νὰ ᾖναι συντεταγμένον. Εἰς τὸν Πρωσσικὸν νόμον ὑπάρ-
760χει μία ποινικὴ, οὕτως εἰπεῖν, δικονομία ἐφ’ ἧς ἢ παρ’ ἧς δικά-
761ζονται οἱ δικασταί. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν παρὰ μερικὰ ἄρθρα, τὰ
762ὁποῖα ὁρίζουν τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ δικα-
763στοῦ ἢ τοῦ μέλους τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου· ἐπειδὴ δὲν ὑπάρ-
764χει οὕτω ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ μελε-
765τήσω ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἠθέλησα
766νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ συντελέσω εἰς
767τὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, νὰ τὸ ἐπεκτείνω, καθ’ ὅσον
768ἀφορᾷ τὸν προορισμόν του· εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐδῶ ὁρίζεται
769ὁ χρόνος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ τὴν ἀποχώρησιν,
770ἀλλὰ δὲν δίδεται καὶ προθεσμία, δηλ. ὁρίζει ὅτι, ὅταν ἕνας δι-
771καστὴς φθάσῃ τὸ 70 ἔτος, ἐὰν ᾖναι πρωτοδίκης, ἐφέτης ἢ μέλος
772τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, καὶ τὸ 75, ἐὰν ᾖναι ἀρειοπαγίτης ν’ ἀ-
773ποχωρήσῃ, ἀλλὰ δύναται αὐτοβούλως χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ μία
774εἰδοποίησις τοῦ ὑπουργοῦ; δύναται νὰ βλαφθῇ ἡ ἐπιστήμη καὶ
775τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ
776ἐδῶ τὸ ἑξῆς, «δὲν δύνανται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ ἔργα των οἱ
777ζητοῦντες τὴν ἀποχώρησιν πρὶν ἢ παρέλθουν τρεῖς μῆνες ἀπὸ
778τῆς πρὸς τὸν ὑπουργὸν εἰδοποιήσεως περὶ ἀποχωρήσεως.» Νομί-
779ζετε, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ὀρθόν; δεχθῆτέ το· ἂν νομίζετε, ὅτι
780δὲν εἶναι ὀρθὸν, μὴν τὸ δεχθῆτε.
781§125ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, ἀμέσως εἰς τὴν
782παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πετσάλη ὡς πρὸς τὴν προσ-
783θήκην τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ δικασταὶ δύνανται
784ν’ ἀποχωρήσουν ἀπὸ τῆς πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν περὶ τῆς
785ἀποχωρήσεως ταύτης εἰδοποιήσεως. Ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν
786τὴν προσθήκην, τότε θὰ περιπέσωμεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν
787ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ καὶ
788τὰ μέλη τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἀποχωροῦσι τῆς ὑπηρεσίας
789αὐτοδικαίως· τότε τὸ αὐτοδικαίως πρέπει νὰ λείψῃ.
790§126Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐννοεῖται.
791§127ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, κινδυνεύομεν
792νὰ ματαιώσωμεν τὰ πάντα· διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι εἰς
793τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἔγκειται ἡ φιλαυτία, νὰ μὴν ἐπιθυμῇ τις
794νὰ θεωρηθῇ ὡς καταστὰς ἀνίκανος, καὶ ἑπομένως ἄχρηστος· οἱ
795συνάδελφοι εἰς τοιαύτην περίστασιν βεβαίως δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ
796παρουσιάσουν τὸν συνάδελφον ὡς τοιοῦτον, οἷος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ
797ᾖναι ἢ δὲν πιστεύει ὅτι εἶναι· ἐπίσης καὶ ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ θε-
798λήσῃ εἰς τὰς πλείστας τῶν περιστάσεων νὰ πληγώσῃ παλαιὸν
799ὑπάλληλον, προσενεγκόντα ἴσως ὑπηρεσίας πολυτίμους, προκα-
800λῶν ἀπόφασιν περὶ ἀνικανότητος αὐτοῦ, ἢ σιωπηρῶς ἀνομολο-
801γῶν τὴν ἀνικανότητα ταύτην διὰ τῆς ἀντικαταστάσεώς του.
802Τούτου οὕτως ἔχοντος, ὡς ἀποτέλεσμα τελικὸν θὰ ἐπέρχηται
803σχεδὸν πάντοτε ἡ διατήρησις τοῦ ὑπαλλήλου ἐν τῇ θέσει του
804καὶ πέραν τῶν ὅρων τοῦ νόμου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἐγὼ,
805μετὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, μεθ’ ἧς συνειργάσθην, διότι τὸ
806ἔργον τοῦτο δὲν τὸ κατήρτισα μόνος, μὲ συνέτρεξαν μετὰ ζή-
807λου καὶ προθυμίας οἱ κύριοι Μωραϊτίνης, Κόκκινος, Προβελέγ-
808γιος, Βάλβης καί τινες ἄλλοι, καὶ μετὰ σπουδαίας συζητήσεις
809ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ νομο-
810σχεδίῳ, ἕνεκα τούτου δὲν ἠθελήσαμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν
811προσθήκην, ἥτις ἤδη προτείνεται καὶ ἐπροτιμήσαμεν νὰ ἐπέρχηται
812αὐτοδικαίως ἡ ἀποχώρησις. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν τήρησιν
813τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει.
814§128ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω
815μίαν ἐρώτησιν· ἂν ἕνας δικαστὴς θέλῃ νὰ παραιτηθῇ, δύναται;
816§129ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Βεβαίως. Τὸ ζήτημα τοῦτο οἱ
817συγγραφεῖς τὸ ἐξετάζουν, ἂν δικαστής τις δηλαδὴ, ἢ ὁποιοσδή-
818ποτε ὑπάλληλος, δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ οἴκοθεν τῆς ὑπηρεσίας.
819Καὶ κατ’ ἀρχὴν μὲν ὀφείλουσι ν’ ἀποφανθῶσιν ἀρνητικῶς, διότι
820οὐδὲν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἅπαξ συνήφθη, δύναται μονομερῶς
821νὰ διαλυθῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑποθέτουν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀναντίῤῥητον,
822ὅτι ἂν παρὰ τὴν θέλησίν του ἀναγκάζηται ὁ ὑπάλληλος νὰ πα-
823ραμένῃ ἐν τῇ θέσει, ὁ ζῆλος αὐτοῦ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν δὲν θέ-
824λει εἶσθαι τοιοῦτος ὁποῖον ἡ θέσις τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ ἀ-
825παιτεῖ αὐτὸν, διὰ τοῦτο θεωροῦν, ὅτι πρέπει νὰ κατισχύσῃ ἡ
826ἔποψις τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ νὰ λυθῇ ἑπομένως τὸ ζή-
827τημα καταφατικῶς, ὥστε νὰ δύναται ὁ ὑπάλληλος ἐλευθέρως
828καὶ ἀκωλύτως νὰ παραιτῆται (διάλογοι).
829§130Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρίσωμεν τὴν σημασίαν τοῦ
830αὐτοδικαίως, ὅπερ ἔχει διαφόρους σημασίας.
831§131ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι δύναται νὰ
832ἔχῃ ὁ ὅρος οὗτος διαφόρους σημασίας. Αὐτοδικαίως εἶναι τὸ
833ipso jure τῶν Ῥωμαίων καὶ σημαίνει, ὅτι ὁ ἀποκτῶν ἓν δικαίω-
834μα ἢ ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς μίαν ὑποχρέωσιν δὲν συμπράττει εἰς
835τοῦτο, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα ἢ ἡ ὑποχρέωσις ἐπέρχεται οἴκοθεν,
836διὰ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς γεγονότος, ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως
837τοῦ προσώπου, τοῦ ἀποκτῶντος τὸ δικαίωμα, ἢ τοῦ ὑποβαλ-
838λομένου εἰς τὴν ὑποχρέωσιν.
839§132Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὴν σημασίαν, ἀλλὰ
840δὲν πειράζει, οἱ νομοδιδάσκαλοι ἐννοοῦν, ὅτι πάντοτε θὰ τὸ
841ἀπαγγείλῃ ἕνας δικαστής· ὁ νόμος τὸ ἀπαγγέλλει, ἀλλὰ ἐξ ἀνάγ-
842κης. Τώρα ἐννοεῖται, ὅτι ἕνας ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔφθασεν αὐτὴν
843τὴν ἡλικίαν καὶ δὲν θέλει ν’ ἀποχωρήσῃ, νομίζετε, ὅτι ὑποχρεω-
844τικῶς ὀφείλει ν’ ἀποχωρήσῃ;
845§133ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
846§134Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν καὶ νόμους ἄλλων
847ἐθνῶν καὶ ἔχουν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὑπὲρ
848αὐτοῦ, ἀλλ’ ὄχι καὶ κατ’ αὐτοῦ. Ἂν εἶμαι ἱκανὸς καὶ ἔχω τὰς
849φυσικάς μου δυνάμεις διὰ νὰ ἐργασθῶ, διατί ν’ ἀποχωρήσω;
850Πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ ἀταγές; (θόρυβος).
851§135ΣΕΡΒΟΣ. Παρακαλῶ νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Τὸ
852πρῶτον ἄρθρον εἶναι λογικὸν, ὡς τὸ ὅλον νομοσχέδιον, οὔτε
853ἔχω ἀντιλογίαν οὐδεμίαν, διότι τὸ ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον
854τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι δῆλον τοῖς πᾶσιν· ἀλλὰ κάμνω μίαν πα-
855ρατήρησιν καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν. Πολὺ ὀρθῶς ἐπρονοήθη
856νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἡλικία τῶν δικαστῶν καὶ διετάχθη νὰ δώ-
857σωσιν αὐτοὶ τὴν δήλωσιν ἐπιφυλαττομένης πάσης ἀντιῤῥήσεως
858ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ. Εἶναι ὅμως καλὸν, ὥστε αὐτὸ τὸ γεγο-
859νὸς, ἀφ’ οὗ ἐξαρτᾶται τὸ μέγα δικαίωμα καὶ μέγα καθῆκο
860τῆς ἀποχωρήσεως νὰ ᾖναι τετελεσμένον προηγουμένως. Ἑπομέ-
861νως ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἀληθείας νὰ ᾖναι ἐκ προοι-
862μίων ὡρισμένη. Ὁ ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ γεγο-
863νὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ταχθῇ μία προθεσμία κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ
864γίνεται ἡ ἀμφισβήτησις, διὰ μὴ ἔρχεται οὔτε κατὰ τὸ 70 ἢ
86575 ἔτος τῆς ἡλικίας. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀμ-
866φισβητήσῃ ἐντὸς ὡρισμένου διαστήματος· ἀφοῦ θὰ προσαχθῶσιν
867τὰ ἔγγραφα τῆς ἡλικίας εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νό-
868μου, ἡ ἀμφισβήτησις ἂς γίνῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς προσα-
869γωγῆς τῆς δηλώσεως. Ἑπομένως νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τελευταῖον
870ἐδάφιον τοῦ ά. ἄρθρου, «Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς
871τοὺς δικαστὰς, καὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὰ μέλη τοῦ
872ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἀκρί-
873βειαν τῆς δηλώσεως ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν
874δικαστηρίων» (διάλογοι). Ἰδού, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ λόγος·
875ἡμεῖς ὁρίζομεν ἓν χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται
876ἓν μέγα δικαίωμα καὶ ἓν μέγα καθῆκον, ὅ ἐστὶ ὁ ἀποχωρι-
877σμὸς τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐξακρίβωσις αὐτοῦ τοῦ
878γεγονότος ἀκόμη δὲν θὰ ᾖναι γνωστὴ καὶ ὅταν φθάσῃ τὸ 70
879ἔτος ἢ 75 διὰ νὰ δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ· ἐν ἄλλοις λόγοις
880πρέπει νὰ δώσωμεν ἓν χρονικὸν διάστημα εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ
881νὰ γίνῃ ἡ ἐξακρίβωσις ἐκ τῶν προτέρων καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν
882ὑστέρων.
883§136Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν ἔκαμα καὶ ἐγὼ εἰς
884τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι
885κατὰ τοῦτο ἐλλειπὲς καὶ ὑπέβαλα τὴν παρατήρησιν ἐντὸς δύω
886ἐτῶν νὰ ὑποχρεοῦται ὁ ὑπουργὸς νὰ διαμφισβητήσῃ. Ὁ ὑπουρ-
887γὸς μὲ εἶπεν, ὅτι δὲν δέχεται τὴν ἰδέαν μου. Ἐγὼ ἤμην ἐκ προ-
888οιμίων πεπεισμένος, ὅτι ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ κύριος Σαράβας
889εὗρον τὸ νομοσχέδιον κατάλληλον, ἔκρινα περιττὸν νὰ τὸ εἴπω
890ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
891§137ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι
892τόσον σπουδαῖον, ὅσον ὁ κ. Σέρβος ἠθέλησε νὰ τὸ παραστήσῃ,
893ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἀρχὴν
894τὴν τηρηθεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Ἂν ἡ ἐξουσία θε-
895λήσῃ νὰ καταχρασθῇ τοῦ ἐπ’ ἀορίστῳ χορηγουμένου αὐτῇ δι-
896καιώματος τῆς διαμφισβητήσεως, συλλογίσθητε, ὅτι θέλει εὕ-
897ρει ἀπέναντι αὐτῆς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον μόνον εἶναι ἁρ-
898μόδιον ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ προκειμένου περὶ ζητήματος κατα-
899στάσεως, τὸ δὲ δικαστήριον θέλει βεβαίως χαλινώσει τὴν κα-
900κὴν πίστιν καὶ προστατεύσει τὸν ἀδικούμενον. Ἀλλ’ ἐκτὸς
901τούτου, τὸ ζήτημα αὐτὸ δύναται νὰ ἔχῃ ἴσως σπουδαιότητά
902τινα εἰς μίαν πολιτείαν ἀκανόνιστον, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι
903δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ὁπωσδήποτε αὐτὸ τὸ γεγονός. Ἀλλ’ εἰς μίαν
904κεκανονισμένην τάξιν πραγμάτων, εἰς μίαν πολιτείαν εὐνομου-
905μένην, τὸ ζήτημα αὐτὸ δυσκόλως δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν
906σημασίαν. Ἐν τούτοις θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπιμείνω εἰς ὑποστή-
907ριξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπὶ τέλους ὁμολογῶ, ὅτι δὲν βλέ-
908πω ὑπάρχον τι τὸ ἀντιμαχόμενον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ νομο-
909σχεδίου, ἂν προστεθῇ μία τοιαύτη προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας
910νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀμφισβήτησις· ὥστε, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἐγὼ
911δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προσθήκης.
912§138ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν παρα-
913τήρησιν. Ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον κύριον Σέρβον, ὅταν τὸν ἤκουσα
914προτείνοντα αὐτὴν τὴν ἀπορίαν καὶ ζητήσαντα νὰ προσδιορισθῇ
915ῥητὴ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης νὰ
916διαμφισβητῇ τὴν ἀκρίβεια τῆς δηλώσεως, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀπο-
917τέλεσμα, ἂν παρέλθῃ ἄπρακτον τὸ χρονικὸν διάστημα; καὶ μὲ
918εἶπε, ὅτι θὰ θεωρῆται ὁριστικὴ ἡ ὁμολογία τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ·
919ἀφοῦ ἐννοοῦν οὕτω τὴν πρότασίν των, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ
920ἀποκρουσθῇ, διότι ἂς ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἐνταῦθα δὲν
921πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ, τοῦ νὰ
922ἀποχωρῇ, ὅταν φθάνῃ εἰς ἡλικίαν 70 ἢ 75 ἐτῶν, διότι τὸ συμφέρον
923αὐτοῦ ἀρκούντως ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὸν νόμον περὶ συντάξεως,
924ὅστις εἰς πάντα ὑπάλληλον, πολὺ μᾶλλον εἰς τὸν ἰσόβιον, ἐπι-
925τρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ὑπηρεσίας παραιτούμενος καὶ ἀπο-
926λαύων τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἡλικίαν ἑξή-
927κοντα ἐτῶν· πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας, ἡ
928ὁποία ἔχει ἀνάγκην καὶ δικαίωμα νὰ ὑπηρετῆται καλῶς, καὶ ἡ
929ὁποία εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν ἑβδομήκοντα ἢ ἑβδομήκοντα πέντε
930ἐτῶν ἀναγνωρίζει ἓν τεκμήριον ἀνικανότητος· τὸ συμφέρον τῆς
931πολιτείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἀνώτε-
932ρον ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἀτόμου, ἀπαιτεῖ ν’ ἀπομακρυνθῇ τὸ
933πρόσωπον ἐκεῖνο, ἀφοῦ μάλιστα λαμβάνει τὴν σύνταξίν του.
934Ἂν αὐτὸν τὸν λόγον ἔχῃ ἡ διάταξις, ἐρωτῶ τὸν κ. Σέρβον, νομίζει
935ὅτι ἐπιτυγχάνει ὁ σκοπὸς διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ὑποστηρίζει;
936Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν τὸ πιστεύω.
937Ὅλοι ἔχομεν τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐλαττόνωμεν τὴν ἡλικίαν
938μας, μάλιστα ὅταν ἔχῃ ἀποτέλεσμα τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς
939ὑπηρεσίας, ὑπάρχει καὶ συμφέρον. Ὑποθέσατε δικαστήν, ὁ ὁποῖος
940ἔχει ἡλικίαν 70 ἐτῶν, καὶ δηλώνει, ὅτι εἶναι 55· ὁ δ’ ὑπουρ-
941γὸς παραμελεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν τοιαύτην ψευδῆ δήλωσιν,
942ὁ δικαστὴς τότε θὰ μένῃ εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ νόμου ἐν τῇ ὑπη-
943ρεσίᾳ καί τοι ἀνίκανος. Βλέπετε τὰ ἀτοπήματα εἰς τὰ ὁποῖα
944θέλομεν καταντήσει, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου
945Σέρβου, ἐνῷ, μένοντες εἰς τὸ κείμενον, οὐδόλως βλάπτομεν τὸ
946συμφέρον τοῦ ὑπαλλήλου, διότι, ὡς προεῖπον, αὐτὸ εἶναι ἀπο-
947χρώντως ἐξησφαλισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συντάξεως.
948§139ΣΕΡΒΟΣ. Ἐνόμιζα, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἔλλογος ἀν-
949τίῤῥησις ἐπὶ τοιούτου θέματος καὶ μάλιστα ἀπέναντι ἑνὸς
950συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰς ἀρχαίας ἐπαρχίας τῆς Ἑλ-
951λάδος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ ἐξακρι-
952βώσῃ ἓν γεγονὸς διὰ νὰ στηρίξῃ ἓν δικαίωμα μέγα οὐ μόνον
953τῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀτόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ
954ἡλικία ἐῤῥυθμίσθη κατὰ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, οὐχ ἧττον
955ἔχει μέγα συμφέρον καὶ τὸ ἄτομον, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται
956νὰ ἀποχωρήσῃ ὀλίγον πρότερον ἢ ὕστερον ὁ ἐφέτης ἢ ὁ ἀρειοπα-
957γίτης ἢ τὸ μέλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου. Τόσον μᾶλλον
958εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀμφισβήτησις ἐκ προοιμίων, καθόσον ἄλλως
959θὰ γείνῃ ἡ ἐξακρίβωσις εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ
960πρᾶγμα θέλει εἶσθαι ἀδύνατον· ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι
961ἓν μέλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν ἑβδομή-
962κοντα ἐτῶν, καταγόμενον ἀπὸ ἐπαρχίαν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν
963ὑπάρχουν ληξιαρχικὰ βιβλία, ποῖα μέσα ἐξακριβώσεως θέλετε
964ἔχει ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πολιτείας καὶ τοῦ ἀτόμου; θὰ ἔχω-
965μεν μάρτυρας 90, 100 ἐτῶν· καὶ ποῖος θέλει φθάσει εἰς αὐτὴν
966τὴν ἡλικίαν; καὶ ἐν τούτοις ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος τοῦ ἀμ-
967φισβητουμένου θέλει ἐξαρτᾶται ἡ ἀποχώρησις τοῦ ἀτόμου ἐν τῷ
968συμφέροντι τῆς ἐπικρατείας καὶ τοῦ ἀτόμου. Ὑποθέσατε αὐτὸν
969τὸν ἄνθρωπον φθάσαντα εἰς τὴν ὡρισμένην ἡλικίαν καὶ ζητοῦντα
970τὴν ἀποχώρησίν του καὶ οὐχὶ ζητοῦντα, διότι ὁ νόμος λέγει,
971ὅτι αὐτοδικαίως γίνεται καὶ αὐτὸς δύναται νὰ ἀπομακρυνθῇ,
972δίδει τὴν δήλωσιν, ὅτι ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν 70 ἐτῶν, καὶ ἀπο-
973χωρεῖ μὴ λαμβάνων μέρος· ἀμφισβήτησις λοιπὸν, ὅτι δὲν
974ἔφθασεν, ἀγὼν δικαστικὸς νὰ ἐξακριβωθῇ ἓν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον,
975ἐν καταλληλοτέρᾳ περιπτώσει, θέλει ῥυθμισθῇ προηγουμένως,
976ὅταν ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξακριβώσεως. Ἐν τῷ συμφέ-
977ροντι λοιπὸν τῆς δικαιοσύνης, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἀληθείας,
978ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς κοινωνίας, ἐγὼ ζητῶ νὰ
979τεθῇ μία προθεσμία κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐξελεγχθοῦν ὅλα τὰ
980στοιχεῖα διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἀμφισβητήσῃ ἢ παρα-
981δεχθῇ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἡλικίας.
982§140Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μία σκέψις μὲ πείθει νὰ παραδεχθῶ τὴν
983προσθήκην αὐτήν. Ἀφοῦ ἡμεῖς καθιερώσαμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ
984ὑπάλληλοι αὐτοὶ φθάσαντες εἰς τὸ 75 ἔτος ἀποχωροῦσι, πρέπει
985βεβαίως νὰ προσδιορίσωμεν ἓν χρονικὸν διάστημα ἐντὸς τοῦ
986ὁποίου νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἡλικία, διότι ἂν τὸ ἀφήσωμεν, κύριοι,
987ἀπροσδιόριστον, τί θέλει συμβῆ; καὶ μετὰ τὸ 70 ἢ 75
988ἔτος, ἀφοῦ βεβαιωθῇ δικαστικῶς, ὅτι τῳόντι ἔχει αὐτὴν
989τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει, αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ
990ἐνεργῇ, ἐνῷ εἴπομεν διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὅτι πρέπει νὰ
991ἀποχωρήσῃ. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προσδιορίσωμεν ἓν
992χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
993νης νὰ ἔχῃ τὰς ἀμφισβητήσεις, νὰ ἐξετασθοῦν δικαστικῶς, διὰ
994νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἅμα ὁ δικαστὴς ἢ τὸ
995μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου φθάσῃ τὸ 70 ἢ 75 ἔτος νὰ
996δύναται νὰ ἀποσυρθῇ.
997§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ τελευταία
998συζήτησις περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡλικίας, ἤθελον νὰ κάμω
999μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ὅμως καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν
1000ἔχει τὸν τόπον της. Θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ ὅρος αὐτοδι-
1001καίως δὲν μοὶ φαίνεται πρόσφορος, διότι, ὅπως ἐξήγησεν αὐτὸν
1002ὁ κύριος ὑπουργὸς ὁ ὅρος αὐτὸς δύναται νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνος.
1003Τὸ αὐτοδικαίως, εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, σημαίνει ipso jure,
1004καὶ ἐξήγησεν, ὅτι ἅμα ἐπελθόντος ἑνὸς γεγονότος καὶ χωρὶς
1005ν’ ἀπαιτῆται ἄλλο τι ἐπέρχεται τὸ ἔννομον ἀποτέλεσμα· ἑπο-
1006μένως ἅμα συμπληρώσῃ τὸ 70 ἔτος ὁ δικαστὴς ἢ τὸ μέλος τοῦ
1007Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τὸ 75 ὁ Ἀρειοπαγίτης, θεωρεῖται
1008πεπαυμένος. Αὐτὸ σημαίνει τὸ αὐτοδικαίως. Καὶ ἐν τούτοις
1009ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀποχωρήσῃ καὶ νὰ μὴ παυθῇ, διότι δὲν ἦτον
1010ἀκριβῶς γνωστὴ ἡ ἡλικία του, καὶ νὰ γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐκ
1011τούτου προκύπτει ἀκυρότης. Ὅταν θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὸ
1012αὐτοδικαίως τὴν ἐξήγησιν τὴν νομικὴν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπο-
1013φύγητε τὸ ἀποτέλεσμα, τόσον περισσότερον, καθόσον καὶ
1014τὸ δεύτερον ἐδάφιον τὴν ὑποθάλπει. Δὲν ἤθελον κάμει
1015τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐὰν ἔβλεπα, ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς
1016τῆς ἐκφράσεως κατορθόνομεν τὸ σκοπούμενον. Ἀλλ’ ἐγὼ
1017φρονῶ, ὅτι ὁ σκοπός μας εἶναι ὁ δικαστὴς νὰ ὀφείλῃ νὰ
1018ζητῇ τὴν ἀποχώρησιν, καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ ὀφείλῃ νὰ στέλλῃ
1019τὴν ἀποχώρησιν. Οὔτε ὁ δικαστὴς νὰ ἠμπορῇ νὰ εἴπῃ, δὲν ζητῶ
1020τὴν ἀποχώρησιν, οὔτε ὁ ὑπουργὸς νὰ δύναται νὰ εἴπῃ, δὲν σᾶς
1021δίδω τὴν ἀποχώρησιν. Αὐτὴ εἶναι, νομίζω, ἡ ἐπιθυμία μας·
1022τόσον περισσότερον, ὅσον νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λόγος συνηγορεῖ νὰ
1023καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὥστε, ἂν οὔτε ὁ δικαστὴς τὸ ζητῇ,
1024οὔτε ὁ ὑπουργὸς θέλει αὐθορμήτως νὰ δώσῃ τὴν ἀποχώρησιν, ἡ
1025ἀποχώρησις μολαταῦτα νὰ ἐπέρχεται. Καὶ πιστεύσατε, ὅτι δύ-
1026ναται νὰ παρουσιασθῇ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ θεω-
1027ρηθῇ βλάβη σπουδαία τῆς δικαιοσύνης ἡ ἀποχώρησίς τινος δι-
1028καστοῦ καὶ τοι συμπληρώσαντος τὸ 70 ἔτος. Ὑποθέσατε ἕνα
1029πρόεδρον, ὅστις κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐξακολουθεῖ νὰ συγ-
1030γράφῃ, νὰ διευθύνῃ μὲ ἄκραν δικαιοσύνην καὶ δραστηριότητα τὸ
1031δικαστήριον εἰς ἡλικίαν κατὰ τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ
1032εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν στερεωμένην μίαν ὑπόληψιν· νομίζω,
1033ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις βλέπῃ, ὅτι ὅλα συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς μὴ
1034ἀποχωρήσεως, εἴτε διὰ τὰ προσόντα τοῦ δικαστοῦ, εἴτε διότι
1035δὲν δύναται νὰ ἀντικατασταθῇ, διότι π. χ. παρεμβαίνει ἕνας
1036δικαστὴς, ἐφέτης, ὅστις δὲν εἶναι κατάλληλος εἰς προεδρείαν,
1037ἢ δι’ ἄλλους λόγους, νομίζω, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις,
1038αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ᾖναι ποικίλαι καὶ πολλαὶ εἰς τὴν ἐκτέ-
1039λεσιν τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ὅλας αὐτὰς τὰς περι-
1040στάσεις νὰ τὰς παρίδωμεν, διότι λέγω, ὅτι δύνανται νὰ παρου-
1041σιασθῶσιν ἀτοπήματα· δεύτερον, διότι δὲν εὑρίσκω λόγον, ὅστις
1042νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς αὐτοδικαίως παύσεως τοῦ δικαστοῦ, ὅταν
1043καὶ αὐτὸς δὲν θέλῃ νὰ ἀποχωρήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις βλέπῃ,
1044ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του καὶ ἀναγκαιότατος εἶναι εἰς τὴν
1045ὑπηρεσίαν.
1046§142ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Εἰς τοὺς σπου-
1047δαίους λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δεληγεώργη νομίζω, ὅτι ἀπήν-
1048τησα ἐκ τῶν προτέρων, διότι εἶπον, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ
1049«αὐτοδικαίως» ἤθελεν ἀφαιρεθῆ καὶ ἤθελεν ἀφεθῆ ἑπομένως ἡ
1050ἐξουσία ἐλευθέρα νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀποχώρησιν, τότε ἕνεκα δε-
1051σμῶν συμπαθείας καὶ λόγων ἁβροφροσύνης ἤθελε κινδυνεύει οὐχὶ
1052σπανίως νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι πολλά-
1053κις, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἶσθαι ὄντως ἀνίκανος, χάριν ὅμως
1054ἀτομικῆς φιλίας, χάριν συμπαθείας, καὶ ἐνίοτε ἴσως, χάριν ἄλ-
1055λων προσωπικῶν λόγων, ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ θέλῃ οὐδὲν ἧττον
1056νὰ τὸν λυπήσῃ καὶ ἐνίοτε νὰ δυσαρεστήσῃ καὶ τοὺς οἰκείους του,
1057καὶ οὕτω θὰ μένῃ ὁ ἄνθρωπος οὗτος εἰς τὴν θέσιν του, καίτοι
1058τοιοῦτος, δηλαδὴ ἄχρηστος κατασταθείς. Βεβαίως ὁ λόγος, τὸν
1059ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Δεληγεώργης εἶναι βαρύτιμος,
1060ὅτι δηλαδὴ πολλὰ πρόσωπα σπουδαῖα, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία
1061θεωρεῖται καὶ πράγματι εἶναι εὐεργετικὴ εἰς τὸ κράτος, θέλου-
1062σιν, οὐδὲν ἧττον, ὅταν φθάσουν τὸν προσδιωρισμένον τῆς ἡλικίας
1063ὅρον, ἀπέρχεσθαι πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας, αὐτὸ εἶναι ὀρθό-
1064τατον· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἑτέραν
1065ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ παρέστησα ἤδη· ἡ δὲ ἔποψις αὕτη
1066εἶναι τόσῳ μᾶλλον σπουδαία, ὅσῳ ὁ μικρὸς τοῦ κράτους ἡμῶν
1067πληθυσμὸς δίδει μείζονα βαρύτητα εἰς τὸ προσωπικὸν μέρος
1068τῶν ζητημάτων· νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν
1069εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ὅρου, οἷος ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
1070§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποτίθεται, ὅτι καλῇ τῇ πίστει ἐκτελεῖται
1071ὁ νόμος.
1072§144ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του
1073τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις τοῦ τόπου δι’ ὃν νομοθετεῖ.
1074§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὴν διαγραφὴν
1075τοῦ ὅρου «αὐτοδικαίως». Ἐπιμένετε, κ. Δεληγεώργη;
1076§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.
1077§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προσθήκη λοιπὸν γίνεται δεκτή;
1078§148ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς ὡρι-
1079σμένου χρονικοῦ διαστήματος ν’ ἀμφισβητῇ τὴν περὶ ἡλικίας
1080δήλωσιν, ἂν δὲν βάλετε κύρωσιν. Πρέπει δὲ νὰ εἴπητε τί θὰ
1081γίνῃ, ἂν δὲν ἀμφισβητηθῇ, ὅτι δηλ. μένει ὁριστικὴ ἡ δήλωσις
1082τοῦ ὑπαλλήλου.
1083§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προσθήκη γίνεται εἰς τὴν παράγραφον, «Ὁ ὑ-
1084πουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν
1085τῆς δηλώσεως ἐντὸς τριετίας ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστη-
1086ρίων.» Εἰς τὸ τέλος δὲ θέτομεν τὴν παράγραφον· «Ἐάν ὁ ὑ-
1087πουργὸς ἐντὸς τῆς τριετίας δὲν ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῆς
1088δηλώσεως....»
1089§150ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι δηλαδὴ ἡ μὴ
1090ἀμφισβητηθεῖσα δήλωσις καθίσταται ὑποχρεωτικὴ καὶ δὲν εἶναι
1091ἀνάγκη νὰ τεθῇ κύρωσις. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ῥωμαϊκοῦ δι-
1092καίου, τὰς ἐπικρατούσας παρ’ ἡμῖν, ὁ νόμος, ὅταν ᾖναι ἐπιτα-
1093κτικός, περιέχει πάντοτε ἐν ἑαυτῷ τὴν περὶ ἧς ἐγένετο λόγος
1094κύρωσιν καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ παραβίασις αὐτοῦ ἐπιφέρει ἀκυρότη-
1095τα, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀπώλειαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμ-
1096φισβητήσεως. Ἑπομένως ἐδῶ ἡ παράλειψις τῆς ἀντικρούσεως
1097τῆς δηλώσεως ἐντὸς τῆς προθεσμίας, καθίστησιν αὐτήν, δηλαδὴ
1098τὴν δήλωσιν, ἀπρόσβλητον, ἤτοι ὑποχρεωτικήν.
1099§151ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὰ δικαιώματα μὲ τεκμήρια δὲν ἐγκαταλείπον-
1100ται· ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν δήλωσιν
1101ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀποχωρήσεως· ποῦ
1102ἠκούσθη δὲ παραίτησις δικαιωμάτων ἐκ παραγραφῆς; Εἶπον, ὅτι
1103εἶμαι ἐναντίος τῆς προθεσμίας, διότι δὲν τὴν βλέπω ἐπὶ τοῦ
1104προκειμένου ἀναγκαίαν· ἂν ὅμως θέλετε νὰ ταχθῇ προθεσμία,
1105πρέπει νὰ ἦσθε συνεπεῖς, καὶ πρέπει νὰ ὁρίσητε ἐν τῷ νόμῳ καὶ
1106τὰς συνεπείας, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς δὲν κάμει χρῆ-
1107σιν τοῦ δικαιώματός του, ἄλλως λέγετε πράγματα μάταια καὶ
1108ἀνωφελῆ.
1109§152ΣΕΡΒΟΣ. Ὁ ἔντιμος κύριος Σαράβας εἶναι συνεπὴς μὲ τὸν
1110ἑαυτόν του, δὲν θέλει τὴν προθεσμίαν, τὴν θεωρεῖ περιττήν· ὅλα
1111τὰ ἀποτελέσματα εἶναι συνέπεια τῆς ἀρχῆς. Ὁ κύριος Σαράβας
1112ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπωλείας δικαιω-
1113μάτων, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται νὰ ἐξακρι-
1114βωθῇ γεγονός, ὁποῖον δικαιοῦται ὁ ἕτερος ν’ ἀμφισβητήσῃ ἐντὸς
1115ὡρισμένης προθεσμίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀπωλείας
1116δικαιωμάτων, ἀλλὰ περὶ παγιώσεως γεγονότος, καὶ πρέπει ἡ
1117ἀμφισβήτησις νὰ ἐπέλθῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας· ἂν δὲν
1118ἐπέλθῃ, ἕπεται ὅτι τὸ γεγονὸς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ
1119πλέον.
1120§153Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Σαράβα δὲν εἶναι ἐφαρ-
1121μοστέα....(θόρυβος).
1122§154ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὴν μὴ δή-
1123λωσιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὐδὲ λόγος περὶ αὐ-
1124τοῦ, διότι ἂν ὁ ὑπάλληλος δὲν ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν
1125ἐκτελέσῃ τὸν νόμον διὰ νὰ δώσῃ τὴν δήλωσιν, δύναται νὰ προσ-
1126κληθῇ καὶ δεύτερον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ· ἂν δὲν τὴν θελήσῃ, θὰ
1127εὑρεθῇ εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται οἱοσδήπο-
1128τε ὑπάλληλος ἀπειθῶν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του·
1129διότι διαταγὴ σημαίνει ἐκτέλεσις καθήκοντος, τὸ ὁποῖον πρέπει
1130νὰ κάμῃ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ συμφέροντος τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἴδιος
1131νὰ παγιώσῃ ἓν γεγονὸς ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ἀπόκτησις
1132δικαιώματος, ἐπέρχεται τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀθετήσῃ τὰς διατα-
1133γὰς τοῦ νόμου, τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ· καὶ ἂν δὲν τὰς
1134ἐκτελέσῃ, ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν
1135διὰ τῶν νομίμων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὴν ἐξουσίαν του.
1136§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ προσθήκη τῆς τριετοῦς προθεσμίας γί-
1137νεται δεκτή· ὡς πρὸς τὴν προσθήκην τῆς δηλώσεως ἐπιμένετε
1138κ. Σαράβα;
1139§156ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς τὸ πρᾶγμα εἶναι σύμφωνοι ὅλοι καὶ συζη-
1140τοῦν, διότι ἔχουν διάθεσιν νὰ συζητοῦν. Ἂν θὰ τεθῇ προθεσμία,
1141βεβαίως θὰ ἔχῃ καὶ συνεπείας ἡ παραμέλησίς της. Τώρα ἂν
1142πρέπει ῥητῶς νὰ λεχθῇ τοῦτο εἰς τὸν νόμον ἢ μή, εἶναι καθαρὰ
1143λογομαχία, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω διάθεσιν ν’ ἀναμιχθῶ.
1144§157ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διὰ τί παρὰ μὲν τῶν πρωτοδικῶν,
1145ἐφετῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ζητοῦμεν τὸ
114670 ἔτος, παρὰ δὲ τῶν ἀρειοπαγιτῶν τὸ 75.
1147§158ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος· διότι οἱ Ἀρειοπαγῖται ἔχουν
1148ἀνωτέραν ἐργασίαν, ὡς μὴ καταγινόμενοι μὲ τὸ πραγματικὸν
1149μέρος τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὁποῖον παρέχει τὰς δυσκολίας καὶ
1150ἀπαιτεῖ κόπον πολύν, ἀλλ’ ἀσχολούμενοι μόνον περὶ τὴν λύσιν
1151τῶν νομικῶν ζητημάτων· δύνανται ἑπομένως καὶ εἰς ἡλικίαν
1152μᾶλλον προκεχωρημένην νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην,
1153τὴν μᾶλλον ἄνετον.
1154§159ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ διότι θεωροῦνται ἱκανώτεροι καὶ
1155σπουδαιότεροι καὶ πρέπει ἡ κοινωνία νὰ ὠφεληθῇ τῆς πείρας
1156τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν.
1157§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 1 γίνεται δεκτὸν μὲ τὴν
1158προσθήκην ὡς ἑξῆς.
1159Ἄρθρον 1. Οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ καὶ τὰ ἰσόβια μέλη τοῦ
1160Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀποχωροῦσι τῆς ὑπηρεσίας αὐτοδικαίως,
1161ἀφοῦ συμπληρώσωσιν οἱ μὲν Πρωτοδίκαι, Ἐφέται καὶ τὰ μέλη
1162τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὸ ἑβδομηκοστόν, οἱ δὲ Ἀρειοπαγῖται
1163τὸ ἑβδομηκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας των.
1164Εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ παρόντος νόμου θέλει ζητηθῆ
1165παρ’ ἑκάστου τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελούντων προσώπων ἔγ-
1166γραφος δήλωσις τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ὅσον οἷόν τε ἀκριβῶς συν-
1167τεταγμένη καὶ συνοδευομένη ὑπὸ τῶν τυχὸν ὑπαρχουσῶν ἀπο-
1168δείξεων. Τοιαύτη δήλωσις θέλει δίδεσθαι ἀκολούθως παρὰ παν-
1169τὸς κατὰ πρῶτον εἰς ἰσόβιον διοριζομένου θέσιν. Ὁ Ὑπουργὸς
1170τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τοὺς δικαστάς, καὶ ὁ τῶν Οἰκονομι-
1171κῶν ὡς πρὸς τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ
1172διαμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως ἐντὸς τῆς προθε-
1173σμίας 3 ἐτῶν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Κατὰ τὴν
1174διαδικασίαν ταύτην οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Κυ-
1175βέρνησιν, ἐνεργοῦντες κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
1176Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7 καὶ
11778 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἑξῆς.
1178Ἄρθρον 2. Ἐάν τις τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν ἰσοβίων
1179μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατασταθῇ πρὸ τῆς ἐν τῷ
1180προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένης ἡλικίας ἀνίκανος εἰς ὑπηρεσίαν
1181ἕνεκα νόσου ἢ ἐξασθενήσεως τοῦ σώματος ἢ τοῦ νοός, καὶ ἡ
1182ἀνικανότης αὕτη διήρκησεν ἤδη ἢ μέλλει νὰ διαρκέσῃ κατὰ
1183πᾶσαν πιθανότητα ἐπὶ ἓν ἔτος, ἡ ἀποχώρησις αὐτοῦ γίνεται
1184κατὰ τὰ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὁριζόμενα.
1185Ἄρθρον 3. Ἐν ἑκάστῃ τοιαύτῃ περιπτώσει σχηματίζεται ἐπι-
1186τροπὴ, συγκειμένη, προκειμένου μὲν περὶ Ἀρειοπαγιτῶν καὶ
1187μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ ἐν
1188Ἀθήναις Ἐφετείου ἢ τοῦ νομίμου αὐτοῦ ἀναπληρωτοῦ καὶ τεσ-
1189σάρων ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων Ἐφετῶν· προκειμένου δὲ περὶ Ἐφε-
1190τῶν, ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ τοῦ νομίμου αὐ-
1191τοῦ ἀναπληρωτοῦ καὶ δύο ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων Ἀρειοπαγιτῶν
1192ὑπὸ δὲ τοῦ Προέδρου τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου, ἢ τοῦ νομίμου
1193αὐτοῦ ἀναπληρωτοῦ, καὶ δύο ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων Ἐφετῶν,
1194ὅταν πρόκηται περὶ Πρωτοδικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποφαίνε-
1195ται προκαταρκτικῶς, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἐξέτασις πρὸς βεβαίω-
1196σιν τῆς καταστάσεως τοῦ δικαστοῦ ἢ τοῦ μέλους τοῦ Ἐλεγ-
1197κτικοῦ Συνεδρίου. Ὁ σχηματισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς προκαλεῖται
1198κατ’ αἴτησιν τοῦ ἀποχωροῦντος ἢ καὶ αὐτεπαγγέλτως, διὰ μὲν
1199τοὺς δικαστὰς ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ Προέδρου τοῦ οἰ-
1200κείου δικαστηρίου, ἢ, κωλυομένων ἢ ἐξαιρουμένων αὐτῶν, ὑπὸ
1201τῶν κατὰ νόμον ἀναπληρωτῶν, διὰ δὲ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτι-
1202κοῦ Συνεδρίου ὑπὸ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας ἢ τοῦ Ὑπουρ-
1203γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
1204Εἰς τὰς διασκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς παρευρίσκεται καὶ γνωμο-
1205δοτεῖ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου ἢ ὁ ἐπίτροπος
1206τῆς ἐπικρατείας, ὁσάκις πρόκειται περὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
1207Συνεδρίου. Περὶ τῶν διασκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ περὶ τῆς
1208γνωμοδοτήσεως τοῦ εἰσαγγελέως ἢ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρα-
1209τείας συντάσσεται ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ γραμματέως τοῦ ἁρμοδίου
1210δικαστηρίου.
1211Ἄρθρ. 4. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχει περίστασίς τις
1212ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ 2 ἄρθρον, ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει
1213νὰ γείνῃ τακτικὴ ἐξέτασις, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει ἀποφαί-
1214νεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς περαιτέρω ἐξέτασιν.
1215Ἄρθρον 5. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ κα-
1216ταφατικῶς, τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἁρμόδιον δικαστήριον συγκα-
1217λεῖται ὁλομελὲς ἐν συμβουλίῳ καὶ διορίζει ἕνα ἢ πλείους εἰση-
1218γητὰς ἐκ τῶν ἑαυτοῦ ἢ ἐν ἀνάγκῃ ἐκ τῶν μελῶν ἄλλου δικα-
1219στηρίου, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν.
1220Ἄρθρον 6. Οἱ εἰσηγηταὶ ὀφείλουσι νὰ συλλέγωσιν ἐγγράφως,
1221παρόντος καὶ τοῦ δικαστικοῦ γραμματέως, ὅλας τὰς ἀναγκαίας
1222ἀποδείξεις, νὰ ἐξετάζωσι, χρείας καλούσης, μάρτυρας ἐνόρκως,
1223νὰ προκαλῶσι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων κατὰ τὰς
1224περὶ τούτου διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας καὶ νὰ ζητῶσι
1225τὰς προφορικὰς ἢ ἐγγράφους ἐξηγήσεις τοῦ ὑπὸ ἐξέτασιν τεθέν-
1226τος. Ἐὰν δὲ οὗτος ἀρνῆται ἢ δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτας,
1227γίνεται μνεία περὶ τούτου ἐν τῇ ἐκθέσει. Ὁ ἁρμόδιος εἰσαγγε-
1228λεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρευρίσκεται εἰς πᾶσαν ἐξεταστικὴν
1229πρᾶξιν τῶν εἰσηγητῶν καὶ νὰ ὑποβάλλῃ οἵας νομίζει προτάσεις,
1230διαρκούσης τῆς ἐξετάσεως ὡς καὶ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς.
1231Ἄρθρον 7. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου μετὰ τὸ
1232πέρας τῆς ἐξετάσεως ὑποβάλλουσιν εἰς αὐτὸ ἐν συμβουλίῳ ἐντὸς
1233τριῶν ἡμερῶν τὰ οἰκεῖα ἔγγραφα μετὰ τῆς ἀνηκούσης ἐκθέσεως·
1234τὸ δικαστήριον, ἀκοῦσαν τοῦ παρ’ αὐτοῦ εἰσαγγελέως, ἀποφαί-
1235νεται ἂν πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ ἢ μὴ τῆς ὑπηρεσίας ὁ περὶ οὗ
1236διετάχθη ἡ ἐξέτασις· καταφατικῆς οὔσης τῆς γνώμης τοῦ δι-
1237καστηρίου, ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, εἰς ὃν διὰ τοῦ εἰσαγγελέως
1238ὑποβάλλονται τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, προκαλεῖ τὴν διὰ Β. Δια-
1239τάγματος ἀποχώρησιν τοῦ δικαστοῦ ἢ τοῦ μέλους τοῦ Ἐλεγ-
1240κτικοῦ Συνεδρίου.
1241Ἄρθρον 8. Πλὴν τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως, περὶ ὧν
1242προνοοῦσι τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22 (τροποποιηθέντα διὰ τοῦ ἀπὸ
124320 Μαΐου 1836 Β. Διατάγματος) καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου,
1244οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ καὶ τὰ ἰσόβια μέλη τοῦ Συνεδρίου παύουσι
1245προσέτι, ἐὰν κατεδικάσθησαν ἐπὶ πλημμελήματι διὰ τελεσιδί-
1246κου ἀποφάσεως εἰς ποινήν, συνεπαγομένην προσωρινὴν στέρησιν
1247τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περί-
1248στασιν συγχωρεῖται μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ διὰ τὴν στέρη-
1249σιν ὡρισμένου χρόνου ὁ ἐκ νέου διορισμός, ἐὰν γνωμοδοτήσῃ
1250ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιτροπή, καλουμένη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ
1251καὶ συγκειμένη ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἀντιπροέδρου καὶ εἰσαγγε-
1252λέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τῶν
1253ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἢ τῶν νομίμων αὐτῶν ἀναπληρωτῶν.
1254§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 9ον. (Ἀναγινώσκε-
1255ται). Ὁ κ. Σαράβας προτείνει τὴν ἑξῆς προσθήκην εἰς τὴν βʹ.
1256παράγραφον, «Ἐὰν κατεδικάσθησαν τελεσιδίκως κατὰ τοὺς κει-
1257μένους νόμους εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προσωρινῆς παύσεως ἑνὸς
1258τοὐλάχιστον μηνὸς ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς παύσεις μικροτέρας
1259τοῦ ἑνὸς μηνὸς ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου.»
1260§162ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τότε νὰ προστεθῇ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σα-
1261ράβα καὶ ἡ ἐπίπληξις.
1262§163ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ προτεινομένη προσθήκη δὲν προσκρούει εἰς τὸν
1263σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ τροπολογία μου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ
1264κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶνε σωστὸν οὔτε δίκαιον ἕνας
1265ἰσόβιος δικαστὴς νὰ δύναται νὰ χάσῃ τὴν θέσιν του ἕνεκεν
1266παραβάσεων τόσῳ ἐλαφρῶν οἷαι αἱ τιμωρούμεναι μ’ ἐπίπληξιν.
1267§164ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Εἶνε εἰς τὴν αὐτὴν γραμμὴν αἱ δύο πειθαρχι-
1268καὶ ποιναί.
1269§165Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐδῶ κάμνομεν νομοσχέδιον διὰ νὰ κατα-
1270στήσωμεν τοὺς δικαστὰς ἀνεπηρεάστους, νὰ μὴ ἦνε ἕρμαιον οὔτε
1271τῶν πολιτικῶν κομματαρχῶν, οὔτε ἄλλων. Σήμερον θέλομεν
1272αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἔκαμεν ἰσοβίους, νὰ δώσωμεν δι-
1273καίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ μίαν ἁπλῆν ἐπίπληξιν νὰ τοὺς πε-
1274τάῃ ἔξω. Αὐτὸ εἶνε ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐναντίον τοῦ πνεύματος
1275τῆς ἰσοβιότητος.
1276§166ΣΕΡΒΟΣ. Εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου κυρίου Σαράβα
1277ἀντιτείνω διὰ λόγους ἐξαγομένους ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ συντάγ-
1278ματος· τί σκοπὸν προέθετο τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν καθιέρωσιν
1279αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ; Νὰ καταστήσῃ ἀνεξαρτήτους τοὺς ἀνωτέρους
1280δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
1281νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ αὐθαίρετον τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐγένετο
1282παράπονον κατ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι
1283αὐτὰ τὰ παράπονα καὶ θεωρῶ ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις ἦτο πρόωρος
1284καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ. Ἀφ’ οὗ ὅμως καθιερώθη ἐν
1285τῷ Συντάγματι δὲν εἶνε ἀξιοπρεπές, δὲν εἶνε ἔντιμον διὰ μίαν
1286Βουλὴν νὰ τὸ καταστρέψῃ ἐμμέσως καὶ δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ τὸ
1287εἴπῃ καθαρά. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει
1288σκοπὸν νὰ καταστήσῃ ἀνεξάρτητον τὸν ὑπάλληλον τὸν Ἀρειο-
1289παγίτην, τὸν Ἐφέτην, τὸν Ἐλεγκτήν· ἀλλὰ ποίαν ἀνεξαρτησίαν
1290θὰ ἔχουν, ἐὰν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς πειθαρχικοῦ
1291προστίμου, μιᾶς ποινῆς ἑνὸς μηνός; Ἡ διάταξις τοῦ ὑπουργι-
1292κοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ συμμερίζομαι καὶ ἀσπάζομαι
1293ἔχει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶνε εὐλογοφανές· δίδει ἓν στάδιον· ἕνας
1294ὑπουργὸς δύναται νὰ σφάλῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πειθαρχικῆς
1295ποινῆς, ἀλλὰ δὲν εἶνε εὔκολον νὰ ἐπιβληθῇ ἐκ δευτέρου ἄδικος
1296ποινὴ εἰς τὸν ὑπάλληλον· καὶ σημειώσατε, ὅτι πρόκειται περὶ
1297ἀπωλείας δικαιωμάτων, οὕτως εἰπεῖν, καθιερωθέντων δι’ ἀγώ-
1298νων. Ὑποθέσατε ἕνα ὑπάλληλον, ὅστις διετέλεσεν Ἐφέτης, Ἀρειο-
1299παγίτης 15–20 ἔτη· εἶνε νόμιμον, εἶναι δίκαιον, διότι ἐπε-
1300βλήθη μία ποινὴ, ἥτις εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἕνεκα τῶν πε-
1301ριστάσεων, νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ τῆς
1302ἀπωλείας ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἠ-
1303θέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτόν; φρονῶ ὅτι δὲν εἶνε δίκαιον.
1304Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω, ἀναχωρεῖ ἀπὸ ἀρχὰς
1305ὀλίγον σοβαρωτέρας, διότι ὑποθέτει ἓν στάδιον ἐνεργείας μικρό-
1306τερον. Εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μία ποινὴ, εἶνε δυνατὸν ἕνας
1307ὑπουργὸς ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ ἀρχὰς οὐχὶ ἀπολύτου δικαιοσύνης
1308νὰ ἐπιβάλῃ μίαν τοιαύτην ποινὴν, ἀλλὰ δὲν εἶνε εὔκολον νὰ ἐ-
1309παναληφθῇ ἐκ δευτέρου, διότι ἐὰν ἐπαναληφθῇ, θὰ ὑπάρχῃ τὸ νο-
1310μικὸν τεκμήριον, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἐγίνετο αἴτιος τῆς ἀ-
1311πωλείας τῶν τιμαλφῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν εἰς
1312αὐτὸ τὸ πολυχρόνιον διάστημα. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βου-
1313λὴν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερ-
1314νήσεως.
1315§167ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κ. πρόεδρε, ὅτι δὲν ἠννό-
1316ησα τὸν ἀξιότιμον κ. Σέρβον. Ἀντιτείνει, εἶπεν, εἰς τὴν τροπο-
1317λογίαν, τὴν ὁποίαν παρουσίασα, διότι τὴν θεωρεῖ ἐμμέσως ἀνα-
1318τρέπουσαν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει καθιερώσει τὸ Σύνταγμα, καὶ
1319περιέμενον τότε νὰ τὸν ἀκούσω φθάνοντα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅ-
1320τι, ὅπως διατηρήσωμεν ἀκέραιον τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος,
1321ἀναγκαίως δὲν πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ περὶ ἀποχωρήσεως
1322νόμῳ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων δύναται
1323ν’ ἀπολυθῇ ὁ ἰσόβιος δικαστής· εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα περιέ-
1324μενον νὰ τὸν ἀκούσω καταλήγοντα. Καὶ ὅμως, μετὰ τὴν φο-
1325βερὰν ταύτην κατάκρισιν τῆς τροπολογίας μου, δὲν ἐδυσκολεύ-
1326θη νὰ εἴπῃ, ὅτι παραδέχεται τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ὑπουργικοῦ
1327νομοσχεδίου. Καὶ ἠξεύρετε, εἰς τί συνίσταται ἡ τροπολογία, ἣν
1328ὑπέβαλον, ἡ κατὰ τὸν κ. Σέρβον ἀνατρέπουσα ἄρδην τὸν ὑπὸ
1329τοῦ θεμελιώδους νόμου καθιερωμένον θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος;
1330Ἀκούσατε, κατὰ τί διαφέρει, καὶ εἰπέτε, ἐὰν τὸ ὑπὲρ τῆς κινδυ-
1331νευούσης ἰσοβιότητος ζωηρὸν ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Σέρβου εἶχε τὸν
1332τόπον του. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον καταλέγει μεταξὺ τῶν
1333περιπτώσεων καθ’ ἃς δύναται νὰ γείνῃ ἐξέτασις, ἂν τῷ ὄντι
1334ὑπάρχουν ἀφορμαὶ ἀποχρῶσαι ἵνα ἐκπέσῃ τῆς θέσεώς του ὁ ἰσό-
1335βιος δικαστὴς, τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τιμωρεῖται δύω φορὰς
1336μὲ πειθαρχικὴν παῦσιν, ἢ μὲ πρόστιμον καὶ ἐπίπληξιν· ἡ δὲ τρο-
1337πολογία, ἡ ὁποία εἰσάγει τοιαύτην κενοτομίαν, ὥστε κατὰ τὸν
1338κ. Σέρβον ἀνατρέπει τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, κατὰ τί ἀπέ-
1339χει ἀπὸ τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου; Τὰς δύω
1340πειθαρχικὰς ποινὰς τῆς προσωρινῆς παύσεως τὰς παραδέχεται
1341ὡς διδούσας ἀφορμὴν, ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως ὁ Ἄρειος
1342Πάγος, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰς δύω πειθαρχικὰς ποινὰς τοῦ
1343προστίμου· παραδέχεται ὅμως συνάμα, ὅτι καὶ μία μόνη ποινὴ
1344πειθαρχικὴ παύσεως προσωρινῆς, ἀλλ’ ὑπερβαίνουσα τὸν ἕνα μῆ-
1345να,—ἐννοεῖτε δὲ ὅτι διὰ νὰ ἐπιβληθῇ μία τόσῳ βαρεῖα πειθαρ-
1346χικὴ ποινὴ, θὰ ἦναι πολὺ σπουδαία ἡ πειθαρχικὴ παράβασις,—
1347εἶναι ἐπίσης ἀξία νὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν περιπτώσεων,
1348καθ’ ἃς ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπιλαμβάνεται καὶ ἐξετάζει, ἂν τοῦ εἰς
1349τοιαύτας παρεκτροπὰς ὑποπεσόντος ἰσοβίου δικαστοῦ ἡ περαι-
1350τέρω διαμονὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐθε-
1351σμοθετήθη ἡ ἰσοβιότης. Νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει δυ-
1352σαναλογία μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν περιπτώσεων, ἀλλὰ μάλιστα
1353ὁ ὑπάλληλος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγγέλθη πειθαρχικὴ παῦσις
1354ὑπὲρ τὸν μῆνα, δύναται νὰ ἦναι πολλάκις εἰς θέσιν χείρονα ἐ-
1355κείνου, ὅστις ἐτιμωρήθη μὲ δύω πειθαρχικὰς ποινὰς προσωρινῆς
1356παύσεως, πέντε λ. χ. ἡμερῶν. Ὁ κ. Σέρβος νομίζει, ὅτι, διότι
1357ἐπεβλήθησαν δύω ποιναὶ προσωρινῆς παύσεως 5 ἡμερῶν κατὰ
1358μακρὰ διαστήματα μέχρι πέντε ἐτῶν, τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν
1359ἔκπτωσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ· καὶ δὲν ἀνατρέπει τὸν θεσμὸν
1360τῆς ἰσοβιότητος· ἐὰν ὅμως ὁ αὐτὸς ὑπάλληλος τιμωρηθῇ ἅπαξ,
1361ἀλλὰ μὲ ἓξ μηνῶν πειθαρχικὴν παῦσιν, αὐτὸ ἀνατρέπει τὸν θε-
1362σμὸν τῆς ἰσοβιότητος, ἐὰν θεωρηθῇ ὡς λόγος παύσεως. Τοιαύτη
1363εἶναι ἡ συνέπεια, εἰς ἣν ἀναγκαίως θὰ καταλήξῃ ὁ ἔχων τὴν γνώ-
1364μην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Σέρβος.
1365§168ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι περίεργον, ἐνῷ διατείνεται ὁ κ. Σαράβας, ὅτι δὲν
1366ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπουργικῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς
1367τροπολογίας, οὐχ ἧττον ἐπιμένει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία
1368λόγῳ δῆθεν φιλοτιμίας, διότι ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ πρὸς τί νὰ
1369μεταβάλλωμεν τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον; Ἐγὼ ὅμως διατείνο-
1370μαι, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ, ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπάρχει με-
1371ταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ δύο, διότι τὸ δύο εἶναι διπλάσιον τοῦ ἑ-
1372νὸς, ὁ δὲ κ. Σαράβας ἐπιμένει ὅτι τὸ 1=2, ὅπερ ἐγὼ ἀμφισβη-
1373τῶ· τί λέγει ὁ κύριος Σαράβας; ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὅστις τιμωρεῖται
1374πειθαρχικῶς, καθίσταται ἐπιδεκτικὸς ἐξετάσεως πρὸς ἀποπομπὴν,
1375διότι πάντοτε τὸ ζήτημα ἔχει νὰ ἐξετασθῇ· ὁ ὑπάλληλος οὗ-
1376τος, ἂν ἀποπέμπεται ἕνεκα πλημμελημάτων ἀτομικῶν, ἢ καὶ
1377κακουργημάτων δὲν πρέπει νὰ ἀποπεμφθῇ δι’ ἓν παράπτωμα
1378ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ᾖ καὶ ἐξαγόμενον τῆς ἰδιο-
1379τροπίας τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐγὼ πρεσβεύω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ ἐλά-
1380χιστον παράπτωμα νὰ ᾖναι ἀφορμὴ πρὸς ἀποπομπὴν, ἐὰν τοὐ-
1381λάχιστον αὐτὸ τὸ παράπτωμα δὲν ἐπαναληφθῇ δίς· διότι ἐὰν
1382ᾖναι εὔκολον ὁ ὑπάλληλος νὰ ὑποστῇ αὐτὴν τὴν τιμωρίαν ἕνεκα
1383ἰδιοτροπίας καὶ τὴν ὑποστῇ ἅπαξ, δὲν εἶναι εὔκολον ἐκ δευ-
1384τέρου νὰ ἐπαναληφθῇ αὐτὴ ἡ ἰδιοτροπία. Καταλαμβάνει ἕκα-
1385στος καλῶς, ὅτι εἰς μίαν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων ἔχομεν πολ-
1386λὰς καὶ μεγάλας ἐγγυήσεις, διότι πρέπει νὰ προηγηθοῦν ἀναι-
1387ρέσεις, νὰ γίνῃ βούλευμα, εὐρεῖα ὑπεράσπισις καὶ ἔκτακτος συ-
1388ζήτησις. Ἀλλ’ εἰς μίαν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία δὲν
1389χρήζει οὔτε μελέτης πολλῆς, οὔτε ἐξετάσεως, εἶναι δίκαιον
1390ἡμεῖς νὰ βασισθῶμεν διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ μέλλον ἑνὸς ὑπαλ-
1391λήλου ἐκ τῶν ἀνωτέρων; Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς τροπολογίας, τὴν
1392ὁποίαν ἐπιφέρει ὁ κ. Σαράβας, ἐγὼ βλέπω καὶ μίαν οὐχ ἧττον
1393σημαντικήν. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον λέγει, ὅτι τὰ παρα-
1394πτώματα πρέπει νὰ ἐξετελέσθησαν ἐντὸς τῆς τελευταίας πεν-
1395ταετίας· καὶ εἶναι λογικὸν, διότι καὶ τὰ παραπτώματα αὐτὰ
1396ἔχουν μίαν παραγραφήν. Τί λέγει ὅμως ἡ τροπολογία τοῦ κ.
1397Σαράβα; Οὐδεμία παραγραφὴ καὶ ἐπὶ τῶν παραπτωμάτων· τὰ
1398πταίσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κἄτι τι βαρύτερα τῶν πειθαρχικῶν
1399παραβάσεων ἔχουν μίαν παραγραφήν. Τί ὅμως πρεσβεύει ὁ κύ-
1400ριος Σαράβας; Ὅτι οὐδεμία παραγραφὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ
1401τῶν παραπτωμάτων· ὥστε ἐὰν εἷς ὑπάλληλος ἐτιμωρήθη πρὸ
140220 ἐτῶν καὶ ἐπανελήφθη ἀκολούθως τὸ παράπτωμα, ἐὰν τὸ
1403πρῶτον ἤδη παρεγράφη, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ
1404πρέπει νὰ καταλογισθῇ διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλ-
1405λήλου. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀρ-
1406χὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, διότι θέλει αἱ δύο ποιναὶ τῶν πα-
1407ραπτωμάτων νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς τελευταίας πενταετίας, ῥήτρα,
1408τὴν ὁποίαν ἀποκρούει ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Σαράβα, διότι
1409παραδέχεται, ὅτι εἰς οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα ἐξεδόθη καὶ
1410ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ποινὴ, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν παῦσιν. Ἐπο-
1411μένως συμπεραίνω συμμορφούμενος μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχε-
1412δίου καὶ ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σαράβα.
1413§169ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, θὰ δώσω ψῆφον, θέλω νὰ
1414γνωρίζω τοὺς λόγους ἢ τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκα-
1415λέσουν τὴν ποινὴν, περὶ ἧς πρόκειται· ἐπεθύμουν μίαν πλατυτέ-
1416ραν ἐξήγησιν, καθ’ ὅσον δὲν θέλω διὰ τῆς θέσεως μιᾶς τοιαύτης
1417διατάξεως κατὰ μικρὸν, ἢ ὅλως διόλου νὰ ἐξασθενήσωμεν τὴν
1418ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα
1419καὶ ἥτις πρέπει ἀκωλύτως νὰ λειτουργήσῃ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ
1420πεισθῇ ἡ κοινωνία, ἐὰν ἡ ἰσοβιότης ἐπέφερε τὰ προσδοκώμενα
1421ἀποτελέσματα, ἢ ἀπέτυχε, καὶ ἐὰν ἐπέφερε, πρέπει νὰ διατηρηθῇ
1422καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἄλλως νὰ διορθωθῇ, καθ’ ὃν καιρὸν θὰ γείνῃ
1423ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἤθε-
1424λον παρακαλέσει τοὺς ὑπουργοὺς νὰ μᾶς ἐξηγήσουν καὶ τὰς δια-
1425τάξεις τῶν ἄρθρων, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ παραπτώματα.
1426Κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου πεποίθησιν καὶ γνώμην, ἕως τώρα
1427ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰσοβιότητος κατὰ ἓν, πιθανὸν, νὰ ἐπέτυχεν,
1428ἀλλ’ ὄχι κατὰ τὰ ἄλλα· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει ἀπόλαυ-
1429σιν τῆς δικαιοσύνης, πιστεύω νὰ ἐπέτυχε, πιστεύω ὁ δικαστὴς
1430σήμερον ὅτι, περιβληθεὶς μὲ τὸ προσὸν τῆς ἰσοβιότητος, ἀπονέμει
1431τὴν δικαιοσύνην μᾶλλον ἀνεπηρεάστως, μᾶλλον ἀφατριάστως
1432καὶ μᾶλλον ἀμερολήπτως. Ἔπειτα φοβοῦμαι, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ
1433εἴπω μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος, ὅτι ἐπέφερεν ἡ ἰσοβιότης τὴν φυγο-
1434πονίαν· περὶ τῆς φυγοπονίας πρέπει νὰ σκεπτώμεθα.
1435§170ΤΙΝΕΣ. Τιμωροῦνται.
1436§171ΔΑΓΡΕΣ. Τιμωροῦνται, μὲ λέγουν. Δὲν θὰ μὲ κατακρίνῃ
1437κανεὶς νὰ ὁμολογήσω ἄγνοιαν τῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ
1438νόμου, αἱ ὁποῖαι διαπραγματεύονται περὶ τούτου, διότι ἐπανει-
1439λημένως ἐζήτησα ἀπὸ φίλους μου τινὰς ἀτομικοὺς νὰ ἀναπτύ-
1440ξωσι τὰ περὶ τούτου. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὴν ἀφήσω τὴν τιμω-
1441ρίαν αὐτὴν εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς
1442Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θέλω νὰ ἔχῃ ὅρους τινάς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς
1443κατάστασιν νὰ πραγματευθῶ περὶ τούτου καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ.
1444ὑπουργὸς, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Θέλω
1445καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα, νὰ ἐπι-
1446δράσῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποψίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω,
1447τουτέστιν, ὅτι ἡ ἰσοβιότης θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν φυγο-
1448πονίαν.
1449§172ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα,
1450κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἐγὼ, κατανοῶν τὴν σπουδαιό-
1451τητά του, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ πᾶσαν τυχὸν ὑποβλη-
1452θησομένην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον θεωρήσει καλλιτέραν,
1453εἴτε τῆς περιεχομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἴτε τῆς τροπολο-
1454γίας τοῦ κυρίου Σαράβα, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσα ἤδη ὅτι δέχομαι,
1455ὡς μᾶλλον τῶν παρεκτροπῶν περιοριστικήν. Παρατηρῶ ὅμως,
1456ὅτι ὁ κίνδυνος κατὰ τῆς ἰσοβιότητος, ὅπως ἐκλαμβάνει αὐτὸν
1457ὁ κύριος Δαγρὲς, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκει-
1458μένου, διότι καὶ ἐὰν ἔχῃ ὁ ὑπουργὸς ἀπ’ εὐθείας δικαίωμα πει-
1459θαρχικῆς ἐξουσίας καὶ δύναται οὕτω, τιμωρῶν αὐτὸς τὸν ὑπάλ-
1460ληλον, νὰ πλάσῃ λόγον ὅπως προκαλέσῃ τὴν παῦσίν του, ἡ
1461πρόκλησις οὐδὲν ἧττον αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ ὁριστικὸν, εἶναι καὶ
1462μένει πρόκλησις ἁπλῆ, διότι κατόπιν αὐτῆς ἐπέρχεται πάντοτε
1463ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅστις οὐδόλως δεσμευόμενος ὑπὸ τῆς προτάσεως
1464τοῦ ὑπουργοῦ, θὰ ἐκτιμήσει ἐλευθέρως καὶ ἀνεξαρτήτως τὰ γεγο-
1465νότα, ἀφοῦ μάλιστα προκαλέσῃ καὶ τὴν ἀπολογίαν τοῦ δικα-
1466στοῦ, τοῦ καταδικασθέντος ἤδη πειθαρχικῶς, καὶ εὑρεθῇ οὕτως
1467εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐπισταμένως τὸν βαθμὸν καὶ τὴν σημα-
1468σίαν τῆς παρεκτροπῆς του. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει
1469πάντοτε μία σπουδαία καὶ ἀποτελεσματικὴ ἀσφάλεια, διότι
1470μένει ἡ ἐκτίμησις τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπιβληθείσης πειθαρχικῆς
1471ποινῆς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις φύλαξ
1472ἁρμόδιος βεβαίως τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν
1473δικαστηρίων ὑπάρχων, δὲν θὰ ἐνδίδῃ εὐκόλως καὶ ἐπιπολαίως
1474εἰς ἐπιπολαίας τυχὸν προκλήσεις. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἰς
1475τοῦτο ὑπάρχει ἀρκετὸν ἐχέγγυον καὶ διὰ τοῦτο κυρίως δὲν ἐδί-
1476στασα νὰ δεχθῶ τὴν μᾶλλον αὐστηρὰν τροπολογίαν τοῦ κυρίου
1477Σαράβα, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἤθελον βεβαίως ἀποκρούσει.
1478§173ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
1479§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη ἀντίῤῥησις;
1480§175ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
1481§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Σαράβα, εἰς τὸ νομοσχέδιον;
1482§177ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Νὰ προσθέσητε, κύριε πρόεδρε, καὶ τὴν ἐπί-
1483πληξιν.
1484§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ ἐρωτήσω διὰ τὴν τροπολογίαν καὶ
1485ἔπειτα διὰ τὴν ἐπίπληξιν.
1486§179Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ τροπολογία πρῶτον, κύριε πρόεδρε.
1487§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν θὰ ψηφοφορηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις,
1488ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Σαράβα. — Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι
1489ἠγέρθησαν ὄχι κατακραυγαὶ, ἀλλὰ παρατηρήσεις καὶ παράπονα,
1490μετὰ τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν ἐναντίον τῶν δικαστηρίων·
1491δὲν εἴμεθα ὅμως ἀκόμη εἰς καιρὸν, νομίζω, νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι
1492ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος εἶναι ἡ αἰτία· διότι πρὸ παντὸς
1493ἄλλου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν ἰσοβιότητα
1494ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ χρόνος διὰ νὰ τὴν ἐκτι-
1495μήσωμεν· καὶ χωρὶς νὰ κατακρίνω καμμίαν κυβέρνησιν,
1496κανὲν πρόσωπον ἐκ τῶν κυβερνησάντων, λέγω ὅμως ἐν γένει
1497ὅτι, ὅταν ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ μία τοιαύτη μεγάλη μεταβολὴ εἰς
1498τὴν δικαιοσύνην, ἔπρεπεν ἀναμφισβητήτως καὶ κατὰ τὴν ἐκλο-
1499γὴν τῶν προσώπων νὰ ὑπάρξῃ προσοχὴ, καὶ συγχρόνως καὶ
1500μέτρα τινὰ νὰ ληφθῶσι, τὰ ὁποῖα νὰ προειδοποιήσωσι τρόπον
1501τινὰ τὴν μετάβασιν ἀπὸ τοῦ πρώτου συστήματος εἰς τὸ δεύτε-
1502ρον· ἑπομένως θὰ ᾖναι μεγίστη ἀδικία νὰ θελήσωμεν νὰ ἀπο-
1503δώσωμεν τὰ παράπονα αὐτὰ εἰς τὸν θεσμόν. Τοῦτο ἀναφέρω,
1504διότι παρατηρῶ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου πρῶτον, ἔπειτα δὲ καὶ
1505ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὅτι αὐτὰ τὰ παράπονα μᾶς ἐπηρεάζουν
1506αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτε πρόκειται νὰ συζητήσωμεν· ἀλλ’ ἐν
1507τούτοις προσέχετε μὴ ἐξευτελίσωμεν εὐθὺς ἀμέσως τὸν θεσμὸν
1508μόλις εἰσαχθέντα. Ἂν θέλετε, ἠδυνάμην νὰ εἴπω κἄτι τι περισ-
1509σότερον· ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμά μας, ἐν ᾧ ἁπλῶς εἴμεθα νομο-
1510θετικὸν σῶμα νὰ προβῶμεν μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, ὥστε
1511νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν, ὅτι ἐκανονίσαμεν τὴν
1512ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ ὅτι τὸν ἀνετρέ-
1513ψαμεν. Ἂν θελήσωμεν νὰ προχωρήσωμεν, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ
1514αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπροξένησεν ἕως τώρα
1515ἡ ἰσοβιότης, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νόμου, μοὶ
1516φαίνεται ὅτι θὰ ἀντιποιηθῶμεν δικαίωμα συντακτικῆς συνε-
1517λεύσεως· καὶ ἂν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται τὴν σή-
1518μερον ᾖναι βάσιμα, ἔχομεν καιρὸν, ὡς νομοθετικὸν σῶμα, νὰ
1519ἐπανέλθωμεν δικαιότερον μετὰ τὴν ἀπόκτησιν πλειοτέρων πληρο-
1520φοριῶν, ἤτοι νὰ φέρωμεν νόμους αὐστηροτέρους· εὐθὺς ὅμως
1521ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔλθωμεν εἰς τοὺς πλέον αὐστηροὺς
1522περιορισμοὺς, ὥστε νὰ ἐκληφθῶμεν ὡς ἐργασθέντες εἰς ἀνα-
1523τροπὴν πράξεως τῆς Συνελεύσεως, αὐτὸ εἶναι ἄτοπον. Καὶ δὲν
1524ἠξεύρω π. χ. πῶς δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν ἐκ τῆς τροπο-
1525λογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κυρίου Σαράβα τὸ τελευταῖον
1526ἐδάφιον, καθ’ ὃ δύναται νὰ στερηθῇ ἕνας δικαστὴς τῆς ἰσοβιό-
1527τητος, εἰς οἱονδήποτε δικαστήριον, ἢ εἰς οἱανδήποτε τάξιν τῆς
1528δικαιοσύνης λειτουργεῖ, φθάνει μόνον ἐντὸς 5 ἐτῶν νὰ ὑπέστη
1529δύω πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου. Τινὲς μάλιστα τῶν πει-
1530θαρχικῶν ποινῶν ἀποφασίζονται παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἀνεκκλή-
1531τως, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν
1532δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀνοίγομεν συγχρόνως
1533μίαν θύραν πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἐν ᾧ ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν
1534θὰ τιμωρηθῇ αὐτὸς ὁ δικαστὴς, δὲν εἶναι βαρεῖα πάντοτε, ἀλλά
1535παράπτωμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οὔτε κηλιδόνουν τὸν χαρα-
1536κτῆρα, οὔτε ἀπελπίζουν τὴν δικαιοσύνην· δὲν πρέπει δὲ νὰ
1537ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ μὴ ὑποπέσῃ
1538ἐπὶ μίαν πενταετίαν εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν, ἥτις δύναται νὰ
1539ὑπαγορεύσῃ τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς προστίμου. Ἐὰν αὐτὴν τὴν διά-
1540ταξιν τὴν δεχθῶμεν, εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσω-
1541μεν νὰ δικαιολογηθῶμεν κατηγορούμενοι, ὅτι ἀνατρέπομεν τὴν
1542ἀρχὴν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
1543Ἐγὼ εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καί τοι ὁ κύριος ὑ-
1544πουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σαράβα· καὶ ἂν ἡ τρο-
1545πολογία τοῦ κ. Σαράβα ἤθελεν εἶσθαι ὀρθοτέρα, προτιμῶ μᾶλλον
1546νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτῆς μετὰ ἓν ἔτος ἢ δύω τὸ νομοθετικὸν σῶμα
1547παρὰ σήμερον· δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος
1548ὥστε νὰ προβῶμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὅπου φθάνει ὁ κ. Σαρά-
1549βας, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ σταθῶμεν μέχρι
1550τοῦ σημείου, ὅπου φθάνει τὸ νομοσχέδιον. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι
1551ὁσάκις παρουσιάσθησαν εἰς τὴν συνέλευσιν ἢ καὶ κατόπιν εἰς
1552τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλ-
1553λήλων, εἶχον διατάξεις παραπλησίους περίπου μὲ τὰς διατάξεις,
1554τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον· δὲν ἐνθυμοῦμαι ν’ ἀπήντησα
1555διατάξεις ὁμοίας μὲ τὰς τοῦ κ. Σαράβα· καὶ ὅταν, προκειμένου
1556περὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἐφάνημεν τόσον αὐστηροί,
1557προκειμένου περὶ δικαστικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη συνταγματι-
1558κῶς ἐξησφαλισμένοι διὰ τῆς ἰσοβιότητος, ἡμεῖς νομοθετοῦντες
1559σήμερον, νὰ ἐρχώμεθα τόσον ἀκαίρως νὰ καταστρέφωμεν τὴν
1560ἰσοβιότητα, δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον. Ὁ κ. Σαράβας
1561ὁρμᾶται ἀπὸ μίαν ἄλλην ἀξιέπαινον ἰδέαν· ὑποθέτει, ὅτι καὶ
1562ὁ ὑπουργὸς ὁ μέλλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καθὼς καὶ ὁ
1563Ἄρειος Πάγος, ὅστις διὰ τῆς γνώμης του θέλει συντρέχει εἰς τὴν
1564κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, θέλουν ἔχει οὐδὲν
1565ἄλλο ὑπ’ ὄψιν, παρὰ μόνον τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης· ἀλλ’
1566αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὁδηγός μας, δὲν πρέπει νὰ νομίζω-
1567μεν, ὅτι οἱ Ἀρειοπαγῖται, διότι εἶναι Ἀρειοπαγῖται, δὲν ἔχουν
1568καὶ αὐτοὶ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας· δὲν ἔχουν βεβαίως ἀντι-
1569παθείας μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ, ὅστις νὰ ἀφαιρῇ τὴν ὑπόληψιν, ἀλλ’
1570ὡς ἄνθρωποι, καὶ λίαν ἔντιμοι, ἔχουν ὅμως συμπαθείας καὶ ἀν-
1571τιπαθείας. Πρέπει δὲ νὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ
1572Ἀρειοπαγίτου εἶναι πολὺ δύσκολος εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν,
1573καθὼς εἰς ὅλα τὰ προσωπικὰ ζητήματα.
1574Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν χάριν τῆς
1575νομοθεσίας μας νὰ σταθῶμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ
1576προβῶμεν εἰς τὴν τροπολογίαν· ὁ χρόνος ὁ παρελθὼν δὲν εἶναι
1577ἀρκετὸς νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς· μακροτέρα
1578πεῖρα δύναται νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ
1579συμφέροντος τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα οὐδὲν
1580ἀπέδειξεν, τὰ μέχρι τοῦδε φαινόμενα δὲν εἶναι ἀρκετά· σήμε-
1581ρον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν μέχρι τῆς τροπολογίας τοῦ Κ.
1582Σαράβα. Στηριζόμεθα εἰς ἕνα ψιθυρισμὸν, ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν
1583ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν παρέλθῃ καιρὸς καὶ ἡ πεῖρα
1584ἀποδείξῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, τότε τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ τώρα δὲν
1585νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ.
1586§181ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ προσθέσω τινὰς παρα-
1587τηρήσεις σιμὰ τῶν ὅσων ἐξέθεσα ἐν ἀρχῇ, ὅταν ἀνέπτυξα τὴν
1588τροπολογίαν μου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἀντι-
1589κρούων τὴν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, ὑπέπεσεν,
1590ἄς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τῷ εἴπω, εἰς τὴν αὐτὴν πλάνην, εἰς ἣν καὶ
1591ὁ κ. Σέρβος, ὑπολαβὼν, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον
1592προσβάλλει ἐμμέσως τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος, τὸν ὁποῖον ὁ
1593θεμελιώδης νόμος καθιέρωσεν.
1594Τὸ σύνταγμα καθιέρωσε τὴν ἰσοβιότητα, ἀλλ’ εἰς τὸν ἴδιον
1595καιρὸν ἐφρόντισε ν’ ἀφαιρέσῃ ὅλα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἀτυ-
1596χῶς παρομαρτοῦσιν εἰς πᾶσαν μόνιμον ἐξουσίαν καὶ πρὸ πάν-
1597των εἰς πολιτείας, οἷα ἡ ἡμετέρα, μηκέτι ἐντελῶς κατηρτισμέ-
1598νας. Τὸ σύνταγμα ἐφρόντισε ν’ ἀπομακρύνῃ τὰ ἀτοπήματα
1599ταῦτα ἀπαιτῆσαν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως καὶ περὶ προσόντων
1600τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπιτρέψαν τὴν συνεπεία δικα-
1601στικῆς ἀποφάσεως παῦσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ· ἂν ἡ θεμελιώδης
1602αὕτη ἐγγύησις δὲν ἐτηρεῖτο, ἠδύναντο νά μοὶ εἴπωσιν, ὅτι πα-
1603ραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος· οὐδὲν ὅμως τοιοῦτον, οὐδὲ
1604πόῤῥωθεν ὑπεμφαίνει ἡ ἐμὴ τροπολογία· Κατ’ αὐτὴν οὐδεὶς
1605ἰσόβιος δικαστὴς δύναται νὰ παυθῇ ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων,
1606ἐὰν περὶ τούτου, μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν καὶ ἀπολογίαν
1607τοῦ ἀπολυτέου δικαστοῦ, δὲν ἀποφασίσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἡ
1608τροπολογία μου οὐδόλως ἀπομακρύνεται οὔτε ἀπὸ τὸ γράμμα
1609οὔτε ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἰσοβιότητα διατάξεων
1610τοῦ θεμελιώδους νόμου. Καὶ ὅτι μὲν τὸ μόνον, ὡς ἐκ τῆς
1611ὑψηλῆς θέσεώς του, ἁρμόδιον ν’ ἀποφαίνηται περὶ τούτου δικα-
1612στήριον εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος, περὶ τούτου οὐδεὶς ὑπάρχει
1613ὁ ἔχων διάφορον γνώμην. Κατὰ τίνα ὅμως τρόπον θέλει ἐπι-
1614λαμβάνεσθαι ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ εἰς τίνας περιπτώσεις, ταῦτα
1615εἶναι ἀντικείμενα, περὶ ὧν δὲν ἐπρονόησε τὸ Σύνταγμα, καὶ
1616δύναται ἑπομένως νὰ τὰ κανονίσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία
1617μηδόλως ἀπομακρυνομένη τῶν ἐν τῷ Συντάγματι καθιε-
1618ρουμένων ἀρχῶν, οὐδεὶς δὲ θεμελιώδης ὅρος παραβιάζεται,
1619ἐάν τις παραδέχηται, ὅτι κατὰ τὸν δεῖνα μᾶλλον ἢ κατὰ τὸν
1620δεῖνα τρόπον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ κάλλιον καὶ ἐξασφαλισθῇ
1621ἀληθῶς ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος.
1622Δυνάμεθα, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, νὰ μὴ ὁρίσωμεν διόλου τὰς πε-
1623ριπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπιλαμβάνεται καὶ ἐξετάζει,
1624ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι ἀποχρῶντες, ἵνα γείνῃ ἔκπτωτος δικαστής
1625τις ἰσόβιος, ἢ νὰ τὰς ὁρίσωμεν ἐνδεικτικῶς, ὡς εἶναι καθιερω-
1626μένον εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον. Καὶ μὀλαταῦτα οὐδεὶς εὑρέθη ἐν
1627Γαλλίᾳ, ὅστις νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος παρα-
1628βιάζεται, διότι δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὡρισμέναι πᾶσαι αἱ περιπτώσεις.
1629Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ οὐσιώδης, ἡ ἀπαραίτητος ἐγγύησις εἶναι
1630νὰ μὴ μένῃ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργοῦ τὸ ἀπο-
1631πέμπειν τὸν ἰσόβιον δικαστήν, ἀλλὰ νὰ ἀποφαίνηται προηγουμέ-
1632νως περὶ τούτου τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι,
1633ὅταν ἰσόβιός τις δικαστὴς καταταδικασθῇ εἰς δύο πειθαρ-
1634χικὰς ποινάς, ὑπάρχει περίστασις ἐκπτώσεως, νομίζετε
1635ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ὀφείλει ἀναγκαίως ν’ ἀπαγγείλῃ τὴν ἔκπτω-
1636σιν; Οὐδόλως· αὐτὸ μένει εἰς τὴν κυριαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν·
1637εἴτε εὐρύτερον, εἴτε στενώτερον κανονισθῇ τὸ περὶ τῶν περι-
1638πτώσεων, καθ’ ἃς δύναται ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων νὰ γείνῃ
1639ἔκπτωτος ὁ ἰσόβιος δικαστής, ἡ τύχη αὐτοῦ δὲν κρέμαται ἀπὸ
1640τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀπὸ
1641τὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ
1642μάλιστα τῆς παρεχούσης ὡς ἐκ τῆς ἀνωτάτης θέσεως, ἣν κατέ-
1643χει ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ, ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις.
1644Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι οὐδένα κίνδυνον βλέπω εἰς τὴν
1645τροποποίησιν ἣν ὑπέβαλον, τοὐναντίον αὕτη ἐξασφαλίζει τὰ συμ-
1646φέροντα τῆς κοινωνίας, διότι μὴ λησμονήσητε, καθὼς σᾶς εἶπον
1647ἐν ἀρχῇ, ἡ ἰσοβιότης δὲν εἶναι προνόμιον προσωπικόν, εἶναι
1648ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν ὑπάλληλον χάριν τῆς κοινωνίας,
1649καὶ τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν συμφέρον ἔχει ἡ κοινωνία νὰ μὴ τὴν
1650τηρήσῃ, ὅταν δὲν συντελῇ πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐτέθη.
1651Καὶ ἐγώ, κύριοι, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, περὶ πολλοῦ ποιοῦ-
1652μαι τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων, καὶ κολακεύο-
1653μαι πιστεύων ὅτι ἀπέδειξα διὰ πραγμάτων, πόσον ἐπιθυμῶ νὰ
1654συντελέσω τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἵνα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καταλάβῃ τὴν
1655θέσιν, ἥτις ἁρμόζει εἰς τὸν ὑψηλὸν προορισμόν της, καὶ καταστῇ
1656ὄντως τρίτη ἐξουσία, ὅλως ἀνεξάρτητος, ὡς αἱ λοιπαὶ μεγάλαι
1657ἐξουσίαι τοῦ Κράτους, ὑπὸ οὐδενὸς ἄλλου ἢ ἀπὸ τῆς συναισθή-
1658σεως τοῦ ἰδίου καθήκοντος ἐπηρεαζομένη, καὶ ἐμπνέουσα εἰς τοὺς
1659πολίτας τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην, ἧς ἄνευ ἡ μεγάλη αὐτῆς
1660ἀποστολὴ δὲν εὐοδοῦται. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ὀφείλω νὰ ἐπι-
1661μείνω περισσότερον εἰς τὴν τροπολογίαν, περὶ ἧς γίνεται ἡ συ-
1662ζήτησις.
1663§182ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
1664§183ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Εἴτε τὸ νομοσχέδιον παραδεχθῇ ἡ Βουλή, εἴτε
1665τὴν τροπολογίαν πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν θὰ τείνῃ, διότι ὁ
1666κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐκφράζει ὁ κ. Σαράβας, εὕρηται εἰς τὸ ἄρ. 10
1667τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη, ὅτι ὁ δικαστὴς ὁ ἰσόβιος δὲν
1668πρέπει νὰ γίνηται ἕρμαιον τῆς ἰδιοτροπίας τοῦ ὑπουργοῦ, ἑπομέ-
1669νως πρὶν ἢ διατάξῃ τὴν ἔκπτωσίν του, φέρεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον
1670τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἐξετάζει καὶ σταθμίζει
1671τοὺς λόγους καὶ ἀποφασίζει, καὶ παρὰ τῷ ὁποίῳ εὑρίσκει τις ὅλας
1672τὰς ἀσφαλείας διὰ τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν του καὶ διότι ὁ ὑπόδικος
1673ἀπολογεῖται· ὅπερ μὲ κάμνει νὰ ἐκπλήττωμαι καὶ θαυμάζω εἶναι
1674ἐνῷ ὅλα τὰ ἐγκλήματα ὑπόκεινται εἰς παραγραφήν, καὶ τὰ πταί-
1675σματα καὶ τὰ πλημελήμματα καὶ τὰ κακουργήματα, ἥτις ἐξα-
1676λείφει τὸ ἀξιόποινον τῆς πράξεως, παραδόξως, προκειμένου περὶ
1677μιᾶς σκληρᾶς ποινῆς, ἥτις ἐπάγει τὴν ἔκπτωσιν τοῦ δικαστοῦ
1678ἐκ τῆς θέσεώς του, καὶ ἥτις ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς εἶναι σοβαρὰ
1679καὶ βαρεῖα, παραγραφὴ παντελῶς δὲν ὑπάρχει. Τὸ νομοσχέδιον
1680ὥρισε τρόπον τινα τὴν παραγραφήν, διότι εἶπεν, ἐὰν ἐντὸς τῶν
1681τελευταίων 5 ἐτῶν, ὅταν ἐπέλθωσι δύω πειθαρχικαὶ ποιναί· ἡ
1682δὲ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα οὐδεμίαν παραγραφὴν καθιεροῖ
1683ὥστε εἰς πᾶσαν παρεκτροπὴν τοῦ δικαστοῦ ἥτις ἔχει σπουδαίας
1684συνεπείας, διὰ τὴν αἰτίαν ἥτις παρήγαγεν αὐτὴν παραγραφὴ δὲν
1685ὑπάρχει. Ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς λείπει καὶ εἰμπορεῖ δικαστὴς,
1686ὅστις ὑπέκυψεν εἰς ἓν ἐλάχιστον παράπτωμα, δι’ ὅπερ νὰ ἐπι-
1687πληχθῇ καὶ ἐνῷ παρῆλθον 5 ἢ 10 ἔτη, νὰ μὴ λογίζηται ὅτι
1688παρεγράφη· εἰς τὴν περίστασιν δὲ ταύτην παραδίδομεν τὸν ἰσό-
1689βιον δικαστὴν ἕρμαιον τῆς ἰδιοτροπίας καὶ ἀντιπαθείας τοῦ
1690ὑπουργοῦ καὶ δεσμεύομεν αὐτόν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καθιεροῦμεν
1691μίαν ἀρχὴν παράνομον, ὅταν εἰς τὰ σημαντικώτερα κακουργήμα-
1692τα ᾖναι ἡ παραγραφὴ, εἰς αὐτὰ δὲ τὰ μικρὰ παραπτώματα δὲν
1693ὑπάρχῃ; φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ μέρος τὸ νομοσχέδιον
1694εἶναι ἀκριβέστερον καὶ συμφορώτερον.
1695§184ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
1696§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψη-
1697φοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη παρὰ ἀφοῦ πρῶτον ἐπι-
1698ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψη-
1699φοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα παραδεχθεῖσα καὶ ὑπὸ
1700τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι
1701(ἐγείρονται πλεῖστοι). Παρεδέχθη.— Τώρα τίθεται εἰς ψηφοφο-
1702ρίαν ἡ προσθήκη τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ζέγγελης. Οἱ παραδε-
1703χόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐ-
1704γείρονται πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔγεινε δεκτὸν
1705οὕτω.
1706«Ἄρθρον 9. Οἱ αὐτοὶ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ παυθῶσι, 1)
1707ἐὰν κατεδικάσθησαν διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἕνεκα τῶν ἐν
1708τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου (τροποποιηθέντι διὰ τοῦ ἀπὸ
170920 Μαΐου 1836 Β. Διατάγματος) ἀναφερομένων πλημμελη-
1710μάτων εἰς ποινὴν μικροτέραν τοῦ ἔτους, ἢ ἕνεκα πταίσματος,
1711προσβάλλοντος τὰ χρηστὰ ἤθη, ἢ ὑπεβλήθησαν διὰ ποινικῆς τε-
1712λεσιδίκου ἀποφάσεως εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν.
1713Ἐὰν κατεδικάσθησαν τελεσιδίκως κατὰ τοὺς κειμένους νόμους
1714εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν προσωρινῆς παύσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον
1715μηνὸς, ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς προσωρινὰς παύσεις μικροτέρας τοῦ
1716ἑνὸς μηνὸς, ἢ εἰς δύο πειθαρχικὰς ποινὰς προστίμου ἢ ἐπιπλή-
1717ξεως.»
1718Ἀναγινώσκεται τὸ 10 ἄρθρον.
1719Ἄρθρον. 10. Εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου
1720ἡ παῦσις δικαστοῦ ἢ μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου γίνε-
1721ται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς παραπέμπει
1722τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅστις ἀποφασίζει
1723ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ ἐν συμβουλίῳ
1724τὴν ἀπολογίαν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δικαστοῦ ἢ μέλους τοῦ
1725Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν μὲν
1726ᾖναι ὑπὲρ τῆς παύσεως, ἀπαγγέλλεται κατὰ τὸν νόμον ἐν δημο-
1727σίᾳ συνεδριάσει καὶ ὑποβάλλεται διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐν ἀν-
1728τιγράφῳ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ὅστις προκαλεῖ τὸ προσῆ-
1729κον περὶ τῆς παύσεως Β. Διάταγμα. Ἐὰν δὲ ᾖναι κατὰ τῆς
1730παύσεως, δὲν δημοσιεύεται, ἀλλ’ ἀποστέλλεται ἁπλῶς διὰ τοῦ
1731εἰσαγγελέως εἰς τὸν ὑπουργόν.
1732§186ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω. Ὁ Ἄρειος
1733Πάγος δὲν ἔκρινεν, ὅτε εἰσήχθη εἷς δικαστὴς εἰς δίκην, ν’ ἀπομα-
1734κρυνθῇ· ἐὰν πέσῃ εἰς τὸ αὐτὸ παράπτωμα καὶ εἰσαχθῇ πάλιν
1735καὶ συμβῇ τὸ ἴδιον, πάντοτε θὰ εἰσάγεται;
1736§187ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τετράκις, πεντάκις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφα-
1737σις τοῦ Ἀρείου Πάγου.
1738§188ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1739§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
1740Ἀναγινώσκεται τὸ 11. Ἄρθρον.
1741Ἄρθρον 11. Οἱ ἀποχωροῦντες καὶ παυόμενοι δικασταὶ, ἀφ’
1742ἧς ἡμέρας παύσωσι τῶν ἔργων των, ὑπάγονται εἰς τὰς διατά-
1743ξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου.
1744§190ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1745§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
1746Ἀναγινώσκεται τὸ 12. Ἄρθρον.
1747Ἄρθρον 12. Οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ὀφείλουσι
1748νὰ ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ἀνωτέρω δια-
1749τάξεων, νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθη-
1750κόντων τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ μνημονευομένων δικαστικῶν
1751ὑπαλλήλων καὶ νὰ προκαλῶσιν ἀμέσως τὴν κατὰ τὰς διατάξεις
1752τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων πειθαρχικὴν καταδίωξιν τῶν
1753παραμελούντων ἢ παραβαινόντων αὐτάς.
1754Τὰ αὐτὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα ἔχει ὡς πρὸς τὰ μέλη
1755τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ παρ’ αὐτῷ γενικὸς ἐπίτροπος τῆς
1756ἐπικρατείας.
1757§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία προσθήκη «νὰ προστεθῇ ἐν τέλει
1758ἡ §.—Τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 273 ἕως 309 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν
1759δικαστηρίων περὶ πειθαρχικῶν παραβάσεων κτλ. ὡρισμένα δια-
1760τηροῦνται ἐν ἰσχύϊ».
1761§193Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι λίαν ἐναντίος τῆς τροπο-
1762λογίας, διότι καταστρέφομεν οὕτω ὅλας τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁ-
1763ποίων στηρίζεται ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστηρίων. Ἐδῶ θέλομεν
1764μίαν ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον, τὴν δικαστικὴν· τὸ προσωπικὸν αὐ-
1765τῆς νὰ τὸ ἔχῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιο-
1766σύνης εἶναι λίαν ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνεξαρτησίας,
1767καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Σαράβας ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ καὶ καθιε-
1768ρώσῃ τὴν ἐξαρτησίαν αὐτῆς εἰς τὸν νόμον. Ἐνόσῳ κύριοι, δὲν
1769ὑπῆρχε σύνταγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἰσο-
1770βιότης τῶν δικαστῶν, ἐννοῶ ὅτι ἡ διοικητικὴ ἐξουσία, ἢ ὁ ὑ-
1771πουργὸς τῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας εἶναι μέλος, ἠδύνατο νὰ
1772ἔχῃ μίαν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς
1773ἐκηρύχθησαν οἱ δικασταὶ ἰσόβιοι, καὶ ἐχειραφετήθησαν ἀπὸ τὴν
1774ἐπιῤῥοὴν τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ἤθελεν εἶσθαι ἀναιρετικὸν
1775τούτων νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ὑπουρ-
1776γοῦ. Δὲν ἐννοῶ πολεμῶν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σα-
1777ράβα νὰ καταστήσωμεν τοὺς δικαστὰς καὶ τὰ δικαστήρια ἄνευ
1778ἐλέγχου, διότι τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ διοργανισμοῦ τῶν δικαστη-
1779ρίων προβλέπουν περὶ αὐτοῦ, καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς, καὶ τὰ δικα-
1780στήρια, καὶ οἱ πρόεδροι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλουν ποι-
1781νὰς εἰς τοὺς ἀμελοῦντας δικαστὰς καὶ νὰ τοὺς ἐπαναφέρουν εἰς
1782τὸ καθῆκόν των, ἄν εἰσι τούτου ἐπιλήσμονες. Ἂς μὴ θέλω-
1783μεν ὅλην τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως, καὶ
1784πρὶν μελετήσητε καλῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὡς σπουδαῖον, μὴν ἀ-
1785ποφανθῆτε, οὐδεμία δὲ ἔλλειψις ὑπάρχει, οὐδεμία ἀνάγκη πα-
1786ρουσιάζεται, ἀφοῦ προβλέπει ὁ διοργανισμὸς τῶν δικαστηρίων
1787περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, καὶ παρὰ ποίων ἐπιβάλλονται
1788δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε δὲν εἶναι
1789ἀνάγκη τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν νὰ τὴν δώσωμεν καὶ εἰς τὸν
1790ὑπουργόν. Κύριοι, τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν τὴν ἰσο-
1791βιότητα, ἔχουν τοιαύτην ἐξουσίαν ἀναθέσει εἰς τὴν γραμμα-
1792τείαν τῆς δικαιοσύνης; ὄχι· ἐφοβήθησαν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ
1793δικαστοῦ ἤθελεν ὑποφέρει ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἐλαστικωτάτην
1794ἐξουσίαν χορηγουμένην εἰς ἕνα μετακινητὸν ὑπάλληλον, εἰς τὸν
1795ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ὅστις, ὅσον ἔντιμος καὶ ἂν ᾖναι, δύ-
1796ναται νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα τῶν ἄλλων ὑπουργῶν,
1797εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τὴν ὤθησιν ὁλοκλήρου τοῦ
1798ὑπουργείου συλλήβδην ὑπευθύνου, τὸ ὁποῖον διατάττει καὶ ἀ-
1799ποφασίζει ἐν κοινῷ. Ὅθεν ἀνέθεσαν εἰς τὰ δικαστικὰ συμβούλια
1800τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀποφασίζουν περὶ τούτου. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν,
1801κύριοι, ὁ ὑπουργὸς κανὲν δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ μεταβάλλῃ τὰς
1802πειθαρχικὰς ἀποφάσεις ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς παύσεως, ἀλλὰ
1803πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ συμβούλιον. Ὁ Ἄ-
1804ρειος Πάγος ἐθεώρησε δυνάμει τῆς ἰσοβιότητος, ὅτι τὰ ἄρθρα
1805αὐτὰ εἶναι κατηργημένα καὶ ἀπεδοκίμασε τὴν ἀπόφασιν τοῦ
1806ὑπουργοῦ περὶ προσωρινῆς παύσεως καθ’ ἑνὸς τῶν μελῶν του.
1807§194ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὴν πειθαρ-
1808χικὴν ἐξουσίαν τὴν ἔχει ἡ ἀνωτέρα ἀρχὴ, ἑπομένως ποῖος θὰ ἐ-
1809πιβάλῃ τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου;
1810§195Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν ὁ Πρωτοδίκης πρόκειται νὰ τιμω-
1811ρηθῇ, ἀπὸ ποῖον δικάζεται; τὸ αὐτὸ σύστημα πρέπει ν’ ἀκο-
1812λουθήσωμεν καὶ ἐδώ. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὡς ἡ ἀνωτάτη
1813δικαστικὴ ἀρχὴ, δὲν ὑπόκειται εἰς πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν,
1814διότι ἄνθρωποι, οἵτινες μετὰ τόσας δοκιμασίας καὶ ἐγγυήσεις
1815ἔφθασαν ἐκεῖ, δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ὑπομνησθῶσι παρ’ ἄλλου εἰς
1816τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των· ἂν θέλητε καὶ τὴν ἀνω-
1817τάτην αὐτὴν ἀρχὴν νὰ ὑποβάλλητε εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξου-
1818σίαν, ἂν πρόκηται περὶ ἑνὸς μέλους ἐξ αὐτοῦ καὶ τόσων, ὥστε
1819νὰ μένῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει ἀποφα-
1820σίζει· ἄλλως τὸ Ἐφετεῖον, ὡς ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἐξαιρέσεων μὴ
1821μενόντων δικαστῶν ἱκανῶν πρὸς συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου,
1822εἰς ὃ ὑπάγεται ἡ ὑπόθεσις.
1823Ἐγὼ, κύριοι, παραδέχομαι ὅλας τὰς ἄλλας διατάξεις, δὲν
1824θέλω νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης
1825νὰ μεταβάλῃ τὰς πειθαρχικὰς ἀποφάσεις, διότι οὕτω ὑποτάσ-
1826σομεν τὴν χειραφέτησιν τῶν δικαστηρίων εἰς τὴν διοικητικὴν
1827ἐξουσίαν, ἥτις πάντοτε θέλει ἐπηρεάζει τοὺς δικαστὰς, καὶ ἡ
1828συνέλευσις, ἥτις προέβη εἰς τὸν νόμον τῆς ἰσοβιότητος, ἤθελε νὰ
1829τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πίεσιν.
1830§196ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
1831§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον μὲ
1832τὴν προσθήκην. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται
1833πλεῖστοι). Παρεδέχθη. — Θ’ ἀναγνώσωμεν τὸν νόμον τῶν ἐ-
1834ξόδων.
1835§198ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸν νόμον τῶν ἐξόδων ὁ
1836ὁποῖος γίνεται δεκτὸς ὡς ἕπεται.)
1837Ἄρθρον 1.
1838Τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν 1871 ὑπολογί-
1839ζονται εἰς δραχμὰς τριάκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια, τε-
1840τρακοσίας ἐννενήκοντα ὀκτὼ χιλιάδας, διακοσίας ἑξήκοντα
1841δύο, ἀριθ. 34,498,262.
1842Ἄρθρον 2.
1843Διὰ τὴν ἀνωτέρω ποσότητα χορηγοῦνται τοῖς Ὑπουρ-
1844γοῖς πιστώσεις, καταλογιζόμεναι κατὰ τὸν συναπτόμενον
1845γενικὸν πίνακα τῶν ἐξόδων, καὶ ὑπὸ τὰ κεφάλαια καὶ
1846ἄρθρα τῶν προσηρτημένων αὐτῷ ἀναλυτικῶν φύλλων,
1847ὡς ἑξῆς·
1848Αʹ. Εἰς χρέος Δημόσιον.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1849Χρέος ἐξωτερικὸν 1,300,000
1850» ἐσωτερικὸν 6,414,860
1851Συντάξεις 2,800,320
1852 10,515,180
1853Βʹ. Εἰς Βασιλικὴν χορηγίαν 1,125,000
1854Γʹ. Εἰς ἔξοδα Βουλῆς 400,000
1855Δʹ. Εἰς τὴν Γεν. ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1856Τῶν Ἐξωτερικῶν 830,517
1857Τῆς Δικαιοσύνης 2,419,680
1858Τῶν Ἐσωτερικῶν 3,455,461
1859Τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 1,640,810
1860Τῶν Στρατιωτικῶν 7,416,072
1861Τῶν Ναυτικῶν 1,677,927
1862Τῶν Οἰκονομικῶν 1,103,49018,548,960
1863Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας 2,184,122
1864Ϛʹ. Εἰς διαφόρους πληρωμὰς 1,725,000
1865Τὸ ὅλον δραχ. 34,498,262
1866Ἄρθρον 3.
1867Ἐὰν αἱ διὰ τοῦ παρόντος Νόμου χορηγούμεναι πι-
1868στώσεις, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἐξαρκέσωσι
1869πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, ἐπιτρέπεται, ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ
1870τῆς Βουλῆς χορηγηθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων ἀναπληρω-
1871τικαὶ πιστώσεις, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ
1872Συμβουλίου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐφεξῆς ἄρθρων τῶν
1873εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων
1874Αʹ. Τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
1875Διὰ διατροφὴν ὑποδίκων.
1876Δι’ ἀποζημιώσεις συνέδρων.
1877Δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων.
1878Δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ὑποδίκων.
1879Δι’ ἔξοδα γραφείου καὶ ἀποσκευῆς Κακουργιοδικείων.
1880Δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀνακριτῶν.
1881Δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως θανατικῶν ἀποφάσεων.
1882Βʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
1883Διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας.
1884Διὰ διατήρησιν τῶν καταδίκων.
1885Δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν ταχυδρομικῶν δικαιωμάτων.
1886Δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν.
1887Γʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
1888Διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων.
1889Διὰ ποσοστὰ φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν.
1890Δι’ ἀποδοχὰς χαρτοσήμου.
1891Διὰ ποσοστὰ γραμματοσήμου.
1892Δι’ ἔξοδα ἐξορύξεως ὀρυκτῶν.
1893Δι’ ἔξοδα καλλιεργείας ἁλυκῶν καὶ μεταφορᾶς ἁλάτων.
1894Δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων.
1895Δι’ ἀντιμισθίαν δικηγόρων.
1896Δι’ ἀπόδοσιν κεφαλαίων ὁδοποιίας.
1897§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ τῆς χθές.
1898§200ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ κεντρικοῦ τα-
1899μείου, παρακαλῶ.
1900Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς
1901τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χωρισμοῦ τοῦ ἐπαρ-
1902χιακοῦ ταμείου ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ.
1903ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
1904Περὶ ἐπαρχιακοῦ ταμείου Ἀττικῆς καὶ περὶ ὀργανισμοῦ
1905τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου.
1906«Ἄρθρον 1. Συνιστᾶται ἐπαρχιακὸν ταμεῖον Ἀττικῆς κατατασ-
1907σόμενον εἰς τὴν 1ην τάξιν τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων.
1908Ἄρθρον 2. Ἡ διαχείρισις τῆς γενικῆς ἀποθήκης τοῦ σφραγι-
1909στοῦ ἐν γένει χάρτου ἀνατίθεται εἰς ἴδιον ὑπάλληλον ὑπὸ τὸν
1910τίτλον Ταμίας τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου» μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν
1911τμηματάρχου αʹ. ἢ βʹ. τάξεως.
1912Ἡ γενικὴ ἀποθήκη ἐφοδιάζει τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα μὲ τὸν
1913ἀπαιτούμενον σφραγιστὸν χάρτην κατὰ τὰς περὶ τούτου ὁδη-
1914γίας. Πᾶσα δὲ χρηματικὴ διαχείρισις ἀπαγορεύεται ἐν αὐτῇ.
1915Παρὰ τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ὑπηρετεῖ
1916εἷς γραφεὺς βʹ. τάξεως καὶ εἷς κλητήρ· χορηγοῦνται δὲ δι’ ἐπι-
1917χορήγησιν γραφείου ἄνευ λογοδοσίας δραχ. εἴκοσι κατὰ μῆνα.
1918Ἄρθρον 3. Τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ἔχον ἀνεξάρτητον τοῦ
1919ἐπαρχιακοῦ ταμείου καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρ-
1920του δικαιοδοσίαν, ὀργανίζεται ὡς ἑξῆς.
1921Ἡ διαχείρισις τοῦ κεντρικοῦ ταμείου ἀνατίθεται εἰς ἕνα κεν-
1922τρικὸν ταμίαν, ἔχοντα βαθμὸν καὶ μισθὸν νομάρχου.
1923Παρὰ τῷ κεντρικῷ ταμείῳ διορίζονται προσέτι·
1924Εἷς γραμματεὺς μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμμα-
1925τέως βʹ. τάξεως.
1926Εἷς γραφεὺς ά. τάξεως.
1927Εἷς κλητήρ.
1928Χορηγοῦνται προσέτι δι’ ἐπιχορήγησιν γραφείου ἄνευ λογο-
1929δοσίας δραχ. πεντήκοντα κατὰ μῆνα.
1930Ἄρθρον 4. Ὁ κεντρικὸς ταμίας δίδει ἐγγύησιν εἴτε εἰς χρή-
1931ματα, εἴτε εἰς ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων, στηριζομένων εἰς
1932νόμους, μετὰ τὸ 1861 ἐκδοθέντας, εἴτε εἰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς
1933ἢ ἄλλης διὰ νόμου ἀνεγνωρισμένης τραπέζης ἐκ δραχ. 16,000.
1934Ὁ ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀποθήκης τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου δραχ.
193512,000.
1936Ἡ ἐγγύησις δύναται νὰ δοθῇ εἰς ἀκίνητα κτήματα μόνον
1937κατὰ τὰ τρία τέταρτα τοῦ ἀνωτέρω ὁρισθέντος ποσοῦ, πάντοτε
1938ὅμως ἀξίας διπλασίας.
1939Ἄρθρον 5. Οἱ γραφεῖς καὶ οἱ κλητῆρες τοῦ κεντρικοῦ ταμείου
1940καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ἐξομοιοῦνται μὲ
1941τοὺς ἐν τοῖς ὑπουργείοις, διορίζονται δὲ ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν
1942προϊσταμένων αὐτῶν.
1943Ἄρθρον 6. Αἱ θέσεις τῶν παρὰ τῷ κεντρικῷ ταμείῳ ὑποτα-
1944μιῶν καταργοῦνται, ὡς καὶ πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὰς
1945τοῦ παρόντος νόμου.
1946Ἄρθρον 7. Διὰ Β. διατάγματος κανονισθήσονται εἰδικώτερον
1947τὰ περὶ καθηκόντων, λογοδοσίας καὶ εὐθύνης τοῦ κεντρικοῦ τα-
1948μίου καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου
1949ταμίου.»
1950§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλα νομοσχέδια;
1951§202ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· αὔριον.
1952§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθὲς νὰ ἀναγνώσωμεν;
1953§204ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· αὔριον.
1954§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον θ’ ἀναγνωσθοῦν καὶ τὰ χθεσινὰ
1955πρακτικά.
1956Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8 παρὰ 20 λεπτὰ μ. μ.