| 6 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 7 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 8 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Ι. Πολυλᾶς. | |
| 9 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Σπυρ. Νοταρᾶς. | |
| 10 | Α. Ζαΐμης. | Ἀν. Δημητριάδης. | |
| 11 | Λ. Δανόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. | |
| 12 | Ἰω. Λέκας. | Δ. Ῥαπτάκης. | |
| 13 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Κ. Πανάρετος. | |
| 14 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 15 | Στυλ. Κολιάτσος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 16 | Α. Ἴσκος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 17 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Α. Κορφιωτάκης. | |
| 18 | Π. Πετιμέζης. | Σπ. Κοπανίτσας. | |
| 19 | Α. Μαγγίνας. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 20 | Κ. Πλαπούτας. | Γερ. Σέρβος. | |
| 21 | Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Α. Σταματόπουλος. | |
| 22 | Κ. Ῥηγόπουλος. | Δ. Τσαμπόπουλος. | |
| 23 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | |
| 24 | Ἰω. Σαράκας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 25 | Ν. Κατσικαπῆς. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 26 | Ἀριστ. Αἰδωρίκης. | Ἰω. Πανούσης. | |
| 27 | Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Μαλέας. | |
| 28 | Κ. Γιολδάσης. | Ν. Παγκράτης. | |
| 29 | Κ. Δομβάρδος. | Ν. Καρύδης. | |
| 30 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 31 | Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 32 | Ἰω. Σούλης Βάρκασης. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 33 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἰω. Προβελέγιος. | |
| 34 | Λ. Κρεστενίτης. | Κ. Κρίσπης. | |
| 35 | Θ. Δαραλέξης. | Ν. Φαρμάκης. | |
| 36 | Ἐπ. Κρεστενίτης. | Εὐθ. Πλαστήρας. | |
| 37 | Α. Πετραλιᾶς. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. | |
| 38 | Γ. Δελένδας. | Ἀλέξαν. Δ. Πετσάλης. | |
| 39 | Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Καπετανάκης. | |
| 40 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Μιχ. Καπετανάκος. | |
| 41 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ζαρ. Ζαφειρόπουλος. | |
| 42 | Μ. Παΐζης. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 43 | Θρ. Ζαΐμης. | Μ. Χαριτᾶτος. | |
| 44 | Α. Διαμαντόπουλος. | Α. Μουρίκης. | |
| 45 | Γ. Παπαδᾶτος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 46 | Α. Κοντόσταυλος. | Π. Τζαμάλας. | |
| 47 | Γ. Παπανικολάου. | Περ. Καλαμογδάρτης. | |
| 48 | Θ. Κανακάρης. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 49 | Γ. Πράτζικας. | Θ. Γκίκας. | |
| 50 | Α. Μισυρλῆς. | Δ. Τσιριμῶκος. | |
| 51 | Γ. Δελλαπόρτας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 52 | Γ. Κούτσης. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 53 | Δ. Χρηστίδης. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 54 | Μ. Ε. Παρίσης. | Κ. Πετσάλης. | |
| 55 | Ἰάκ. Παξιμάδης. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 56 | Σ. Σωτηρόπουλος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 57 | Δ. Πονηρόπουλος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.05.08
3,171 rows · 27,121 words · 1 table · 89 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
Τῆς 8 Μαΐου 1871.
(Σάββατον.)
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Ι. Πολυλᾶς. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Σπυρ. Νοταρᾶς. |
| Α. Ζαΐμης. | Ἀν. Δημητριάδης. |
| Λ. Δανόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. |
| Ἰω. Λέκας. | Δ. Ῥαπτάκης. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Κ. Πανάρετος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Α. Ἴσκος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Α. Κορφιωτάκης. |
| Π. Πετιμέζης. | Σπ. Κοπανίτσας. |
| Α. Μαγγίνας. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Κ. Πλαπούτας. | Γερ. Σέρβος. |
| Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Α. Σταματόπουλος. |
| Κ. Ῥηγόπουλος. | Δ. Τσαμπόπουλος. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. |
| Ἰω. Σαράκας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Ἀριστ. Αἰδωρίκης. | Ἰω. Πανούσης. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Μαλέας. |
| Κ. Γιολδάσης. | Ν. Παγκράτης. |
| Κ. Δομβάρδος. | Ν. Καρύδης. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκασης. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἰω. Προβελέγιος. |
| Λ. Κρεστενίτης. | Κ. Κρίσπης. |
| Θ. Δαραλέξης. | Ν. Φαρμάκης. |
| Ἐπ. Κρεστενίτης. | Εὐθ. Πλαστήρας. |
| Α. Πετραλιᾶς. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. |
| Γ. Δελένδας. | Ἀλέξαν. Δ. Πετσάλης. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Καπετανάκης. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Μιχ. Καπετανάκος. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ζαρ. Ζαφειρόπουλος. |
| Μ. Παΐζης. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Μ. Χαριτᾶτος. |
| Α. Διαμαντόπουλος. | Α. Μουρίκης. |
| Γ. Παπαδᾶτος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Α. Κοντόσταυλος. | Π. Τζαμάλας. |
| Γ. Παπανικολάου. | Περ. Καλαμογδάρτης. |
| Θ. Κανακάρης. | Ν. Πιπῖνος. |
| Γ. Πράτζικας. | Θ. Γκίκας. |
| Α. Μισυρλῆς. | Δ. Τσιριμῶκος. |
| Γ. Δελλαπόρτας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Γ. Κούτσης. | Δ. Κριεζώτης. |
| Δ. Χρηστίδης. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Μ. Ε. Παρίσης. | Κ. Πετσάλης. |
| Ἰάκ. Παξιμάδης. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Σ. Σωτηρόπουλος. | Κ. Νικόδημος. |
| Δ. Πονηρόπουλος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Φιλελεήμονος ἑταιρίας ζητεῖ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ μονὴ τῶν Ἀσωμάτων νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν 14 στρέμματα γῆς πρὸς οἰκοδομὴν πτωχοκομείου, καθὼς ὑπεσχέθη, καὶ ἐξεδόθη Β. Διάταγμα περὶ τούτου, ἢ νὰ παραχωρηθῇ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἡ αὐτὴ μονὴ τῶν Ἀσωμάτων, οἱ δὲ ἐν αὐτῇ ὀλίγοι μοναχοὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου.
§2ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι ἐν γνώσει, νὰ παραπεμφθῇ ἐκεῖ.
§3ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ μονὴ εἶχεν ὑποσχεθῇ εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον μίαν ἔκτασιν γῆς, ἵνα ἀνοικοδομήσῃ τὸ κατάστημά της, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, δὲν ἠξεύρω πῶς, τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωρεῖτο αὐτὸ τὸ μέρος εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον, ἀνεκλήθη. Ἐπειδὴ τὸ Πτωχοκομεῖον εἶναι εὐεργετικώτατον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ στενῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§4ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συσταίνεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας Μπίμπη. Πρὸς τὴν Βουλὴν. «Ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, δι’ οὗ ἐγκρίνεται ἡ μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ τῆς ἐν Λιβερποὺλ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Ἰωάννη Μπίμπη υἱοὶ καὶ Σα» συνομολογηθεῖσα σύμβασις περὶ διατηρήσεως διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ῥηθείσης ἑταιρίας τακτικῆς γραμμῆς συγκοινωνίας μεταξὺ διαφόρων λιμένων ἐξωτερικῶν καὶ τῶν λιμένων Πατρῶν καὶ Κερκύρας. Εἰς τὰ εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς λιμένας καταπλέοντα ἀτμόπλοια τῆς μνησθείσης ἑταιρίας παραχωροῦνται αἱ συνήθεις λιμενικαὶ, ὑγειονομικαὶ καὶ τελωνειακαὶ ἀτέλειαι καὶ εὐκολίαι. Αἱ δὲ διατάξεις τῆς συμβάσεως, σαφεῖς καὶ ἁπλαῖ, δὲν χρήζουσιν ἀναπτύξεώς τινος· ἄλλως δὲ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ προστιθεμένη διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρίας ταύτης συγκοινωνία μεταξὺ τῶν λιμένων Πατρῶν καὶ Κερκύρας θέλει μεγάλως εὐκολύνει τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ σχέσεις τῶν κατοίκων τῶν δύω πόλεων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Μαρτίου 1871.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον μόνον. «Ἡ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς ἐν Λιβερποὺλ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Ἰω. Μπίμπη υἱῶν καὶ Σας» συνομολογηθεῖσα ἀτμοπλοϊκὴ Σύμβασις ἐξ ἄρθρων 10, καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται, ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
ΑΤΜΟΠΛΟΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΙΣ.
«Ὁ κύριος Θεόδ. Λεονάρδος, Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων, ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δυνάμει πληρεξουσιότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ κύριος Ἀντ. Ῥικάκης, δικηγόρος, ἐν ὀνόματι τῆς ἐν Λιβερποὺλ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἰωάννης Μπίμπης υἱοὶ καὶ Σα», δυνάμει πληρεξουσιότητος αὐτῆς, λαβόντες ἐντολὴν νὰ προσδιορίσωσι τὰς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς μνησθείσης ἑταιρίας σχέσεις καὶ ἀνταλλάξαντες ἀμοιβαίως τὰ πληρεξούσια αὐτῶν συνεφώνησαν τὰ ἀκόλουθα ἄρθρα. Ἄρθρον 1. Ἡ ἐν Λιβερποὺλ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία «Ἰωάννη Μπίμπη υἱῶν καὶ Σας» ὑποχρεοῦται νὰ διατηρῇ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων αὑτῆς, ἐξαιρέσει ἀκαταμαχήτου δυνάμεως, γραμμὴν συγκοινωνίας τακτικὴν μὲν μεταξὺ Λιβερπούλ, Παλέρμου, Μεσσήνης, Πατρῶν, Κερκύρας, Ἀγκῶνος, Βενετίας καὶ Τεργέστης δὶς τοῦ μηνός, ἔκτακτον δὲ μεταξὺ Πατρῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν λιμένων. Ἄρθρον 2. Ἡ ἑταιρία δύναται νὰ προσθέτῃ καὶ ἀφαιρῇ ἕνα ἢ πλείονας ἐξωτερικοὺς λιμένας, ὀφείλει ὅμως νὰ εἰδοποιῇ περὶ τούτου τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων τῆς Ἑλλάδος δεκαπέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως πάσης τοιαύτης μεταβολῆς. Ἄρθρον 3 Αἱ ἡμέραι τῆς ἀφίξεως τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τοὺς λιμένας τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Κερκύρας, ὡς καὶ αἱ ἡμέραι καὶ ὧραι τῆς ἀπ’ αὐτῶν ἀναχωρήσεως κανονίζονται ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, ἥτις ὅμως ὀφείλει νὰ εἰδοποιῇ περὶ τούτου ἐγκαίρως τὰ ταχυδρομεῖα Πατρῶν καὶ Κερκύρας καὶ νὰ δημοσιεύῃ τοῦτο πρὸς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ. Ἄρθρον 4. Τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας ἐκτελοῦντα τὴν ἣν διὰ τῆς παρούσης ἀναδέχονται συγκοινωνίαν, ἀπολαμβάνουσι καταπλέοντα ἐν τοῖς λιμέσι Πατρῶν καὶ Κερκύρας πλήρους ἀτελείας παντὸς ναυτιλιακοῦ καὶ λιμενικοῦ δικαιώματος, ὡς καὶ διαμετακομιστικοῦ καὶ τελωνειακοῦ ἐπὶ τῶν γαιανθράκων, τῶν προσδιωρισμένων εἰς κατανάλωσιν αὐτῶν, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀποτραπῶσι τοῦ εἰδικοῦ αὑτῶν προορισμοῦ, μήτε τῆς ὑπηρεσίας, δι’ ἣν καὶ προσδιωρίσθησαν, ἥτις εἶναι ἡ μεταφορὰ ἐμπορευμάτων, χρηματαποδεμάτων καὶ ἐπιβατῶν, μήτε τέλος νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς κατάσχεσιν, κωλυσιπλοΐαν, παρεμπόδισιν ἕνεκα χρεῶν ἢ αὐθεντικὴν κράτησιν. Αἱ ἀνωτέρω ἀτέλειαι παραχωροῦνται καὶ ἄρχονται ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου ε. ε. ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ἤρχισαν τὰ ἀτμόπλοια τῆς εἰρημένης ἑταιρίας νὰ καταπλέωσιν εἰς τοὺς λιμένας Πατρῶν καὶ Κερκύρας. Ἄρθρον 5. Τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας ἔχουσι τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβιβάζωσι καὶ ἀποβιβάζωσιν εἰς τοὺς λιμένας Πατρῶν καὶ Κερκύρας, ἄνευ διακρίσεως προελεύσεως, χρήματα καὶ εἴδη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἐμπορεύματα πάσης φύσεως, ὡς καὶ ἐπιβάτας παντὸς ἔθνους μετὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐνδυμάτων καὶ πραγμάτων, καθόσον ἥ τε εἰσαγωγὴ ἢ ἡ εἴσοδος καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἢ ἡ ἔξοδος εἶναι συγκεχωρημένη ὑπὸ τῶν ἑλληνικῶν νόμων, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι οἱ πλοίαρχοι αὐτῶν θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι ἐν πάσῃ περιστάσει εἰς τὰς ὑγειονομικὰς, τὰς τελωνειακὰς καὶ τὰς ἀστυνομικὰς τῶν λιμένων τῆς Ἑλλάδος διατάξεις, τὰς ἀφορώσας τὴν εἴσοδον καὶ ἔξοδον τῶν ἐπιβατῶν καὶ τῶν ἐμπορευμάτων. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα θέλουσιν ἔχει ἐκ μέρους τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὰς αὐτὰς εὐκολίας, τὰς παρεχομένας εἰς ἄλλα ξένα ἀτμόπλοια τῆς αὐτῆς φύσεως ἐν ταῖς μετὰ τῶν τελωνείων, τῶν λιμενικῶν καὶ ὑγειονομικῶν ἀρχῶν ἐργασίαις αὐτῶν, ὅπως γίνηται ἡ μεταφορὰ μετὰ ταχύτητος καὶ ἄνευ διακοπῆς. Ἄρθρον 6. Ἐὰν ἡ εἰρημένη ἑταιρία ἤθελε συνομολογήσει, μεταγενεστέρως μετὰ τῆς ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἢ μετ’ ἄλλης ξένης ἑταιρίας, ἀνεγνωρισμένης ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, σύμβασιν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐνεργῆται μεταξὺ αὐτῶν ἀνταλλαγὴ μεταφορᾶς χρηματοδεμάτων, ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν ἄνευ διακρίσεως τῆς προελεύσεως αὐτῶν, ἐσωτερικῆς τε καὶ ἐξωτερικῆς, συμφωνεῖται ἀπὸ τοῦδε, ὅτι πᾶσα μεταβίβασις ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἕτερον ἀτμόπλοιον θέλει γίνεσθαι ἐντὸς τοῦ λιμένος Πατρῶν καὶ Κερκύρας ἐλευθέρα παντὸς διαμετακομιστικοῦ δικαιώματος, τῶν ἀτμοπλοίων δυναμένων νὰ συμπλησιάζωσιν ἵνα ἐνεργῶσι τὰς ἀνταλλαγὰς αὐτῶν. Ἐν ἐναντίᾳ περιστάσει τὰ χρηματοδέματα καὶ τὰ ἐμπορεύματα τὰ προσδιωρισμένα πρὸς μεταβίβασιν ἐπὶ ἑτέρου ἀτμοπλοίου θέλουσι μὲν φυλάττεσθαι ἐπὶ τῆς ξηρᾶς δι’ ἐξόδων τῆς ἑταιρίας ἄνευ πληρωμῆς τινος διαμετακομιστικοῦ τέλους, ἀλλὰ θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς καὶ εἰς τὰς ὑγειονομικὰς διατάξεις. Ἄρθρον 7. Ἡ ἑταιρία ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· ά.) Νὰ μετακομίζῃ δωρεὰν τοὺς περιέχοντας παντὸς εἴδους ἀλληλογραφίαν φακέλλους, τοὺς παραδιδομένους εἰς τὰ εἰρημένα ἀτμόπλοια εἴτε ὑπὸ τοῦ ταχυδρομείου Πατρῶν πρὸς τὸ τῆς Κερκύρας καὶ τ’ ἀνάπαλιν, εἴτε ἐξ ἀμφοτέρων τῶν ταχυδρομείων τούτων πρὸς τὰ ξένα ταχυδρομεῖα καὶ τὰ ἑλληνικὰ προξενεῖα, τὰ ἑδρεύοντα εἰς τοὺς λιμένας τῆς προσεγγίσεως τῶν ἀτμοπλοίων καὶ τ’ ἀνάπαλιν, τῶν φακέλλων τούτων παραδιδομένων, ἐννοεῖται, εἰς τὸν ὅρον των ἅμα τῇ εἰσόδῳ τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὸν λιμένα. βʹ.) Νὰ μετακομίζῃ δωρεὰν χρήματα καὶ ἄλλα ἀντικείμενα, ἀνήκοντα εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· προερχόμενα καὶ διευθυνόμενα, εἴτε εἰς τοὺς λιμένας Πατρῶν καὶ Κερκύρας εἴτε εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς λιμένας τῶν προσεγγίσεων. Τὸ βάρος τῶν δωρεὰν μετακομιζομένων τούτων ἀντικειμένων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς δύο τόνους δι’ ἕκαστον ταξείδιον. γʹ.) Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, νὰ παραχωρῇ δωρεὰν θέσεις ἐπιβατῶν, μὴ συμπεριλαμβανομένης τῆς διατροφῆς, κατ’ ἔτος τεσσαράκοντα μὲν ά. καὶ βʹ. τάξεως μεταξὺ τῶν λιμένων Πατρῶν καὶ Κερκύρας καὶ εἴκοσι ά. τάξεως μεταξὺ τῶν λιμένων τούτων καὶ τῶν ξένων, εἰς οὓς προσεγγίζουσι τὰ ἀτμόπλοια. Ἄρθρον 8. Ἀπαγορεύεται ῥητῶς εἰς τοὺς πλοιάρχους τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρίας, ὁσάκις προσορμίζονται εἰς Πάτρας καὶ Κέρκυραν, νὰ δέχωνται γράμματα ἐκτὸς τῶν ταχυδρομικῶν φακέλλων, ἐξαιρέσει, ἐννοεῖται, τῆς ὑπηρεσίας τῶν πρακτόρων τῆς ἑταιρίας. Ἄρθρον 9. Ἡ παροῦσα σύμβασις ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐπικυρώσεως. Ληξάσης δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης, ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα ἐπὶ ἓν ἕτερον ἔτος καὶ οὕτω καθεξῆς, ἐὰν δὲν ἤθελε γείνει ἐναντία τις κοινοποίησις ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἓξ τοὐλάχιστον μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους. Ἄρθρον 10. Ἡ παροῦσα σύμβασις, ἐπιφυλαττομένης τῆς διὰ νόμου ἐγκρίσεως αὐτῆς, ἐπικυρωθήσεται παρά τε τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ παρὰ τῆς Διευθύνσεως τῆς μνησθείσης ἑταιρίας, ἡ δὲ ἀνταλλαγὴ τῶν ἐπικυρώσεων γενήσεται ἐν Ἀθήναις, ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἢ καὶ ταχύτερον, εἰ δυνατόν· οὕτως ἡ Σύμβασις τεθήσεται ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν. Εἰς πίστωσιν τούτων οἱ πληρεξούσιοι τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν ὑπέγραψαν τὴν παροῦσαν Σύμβασιν καὶ ἔθεντο ἐπ’ αὐτῆς τὰς ἑαυτῶν σφραγῖδας. Ἐγένετο εἰς διπλοῦν ἐν Ἀθήναις τῇ εἰκοστῇ τετάρτῃ φεβρουαρίου ἐν ἔτει σωτηρίῳ χιλιοστῷ ὀκτακοσιοστῷ ἑβδομηκοστῷ πρώτῳ.
(Τ. Σ.) Θ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ.
(Τ. Σ.) Α. ΡΙΚΑΚΗΣ.»
§6ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπικαλοῦμαι ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάσισεν, ἵνα κατὰ σάββατον ἀναγινώσκωνται αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν. Ἀπὸ τῆς 6 Μαρτίου εἶναι ὑποβεβλημένη ἡ ἔκθεσις, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη ἀναφορά. Ὁ κ. Ἀναστάσιος Γούδας προσφέρει 200 ἀντίτυπα ἐκ τοῦ 4 τόμου τοῦ συγγράμματός του διὰ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτάς.
§8ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλαὶ ἀναφοραί. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῶσι σήμερον;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§11ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν· ὄχι αἱ ἀναφοραί.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§14ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἀντιστρατεύεται κατὰ τῆς ἰδίας της ἀποφάσεως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δεσμευμένη· δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρῶτος ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§16ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀναβαίνων τὸ βῆμα τοῦτο μετὰ δύο σπουδαίους ῥήτορας, λαλήσαντας χθὲς περὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν σπουδαίας ὑποθέσεως, αἰσθάνομαι ἀληθῶς ἐμαυτὸν συγκεκινημένον. Τοῦτο συμβαίνει μοι, διότι πολλὰ σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον. Λαμβάνω δὲ, κύριοι, τὸν λόγον σπανίως, διότι καλῶς γινώσκω, ὅτι ἐγὼ ἐλάχιστος διατελῶ μεταξὺ ὑμῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ καλῶς ἐπίσης οἶδα ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἅπασαι αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως καὶ καθ’ ὅλας των τὰς ἐπόψεις συζητοῦνται, ἐξετάζονται καὶ ἀποφασίζονται. Ἐὰν δὲ σήμερον λαμβάνω τὸν λόγον, τὸ πράττω, διότι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται ἡμῖν σήμερον, εἶναι ὑπόθεσις ὑψίστου ἐνδιαφέροντος, καὶ ἐπιθυμῶ ὥστε ἅπαντες οἱ δυνάμενοι νὰ εἴπωσι δύο λόγους ἀναφανδὸν καὶ ἀπροκαλύπτως νὰ λαλήσωσι περὶ τῆς ὑποθέσεως, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ καὶ εἰς τὸν ἔσω καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους. Ἀκολουθήσατέ με διὰ τοῦτο, κύριοι, μετά τινος προσοχῆς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, διότι πέποιθα ὅτι ἡ ἁπλῆ προσοχὴ γεννᾷ τὴν καθαρὰν ἀντίληψιν, καὶ ἡ καθαρὰ ἀντίληψις συνειθίζει νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ὀρθὴν σκέψιν. Εἰς μάτην, κύριοί μου, ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἀκούομεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Εὐρώπην, ὅτι ὁ 19 αἰὼν εἶναι ὁ αἰὼν τῶν φώτων, ὁ αἰὼν τῆς δικαιοσύνης, ὁ αἰὼν, κατὰ τὸν ὁποῖον διαγράφονται ὡς δόγματα κοινωνικῆς κατακτήσεως ἡ ἰδέα τῆς τῶν ἐθνῶν ἀλληλεγγύης, ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, ἡ ἰδέα τῆς ἠθικῆς ἐν γένει. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αἱ λέξεις αὗται εἶναι λέξεις κεναὶ, λέξεις ἄσημοι διὰ νὰ ἐξαπατῶσι τοὺς ἁπλουστέρους, ἀλλ’ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσαι εἰς τὴν καρδίαν καὶ τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῆς θέσεώς των ἐξελέχθησαν νὰ ποδηγετῶσι τὴν ἀνθρωπότητα εἰς τὴν ἀποστολήν της κατὰ τὸν αἰῶνα αὐτόν. Ὁ δέκατος ἔννατος αἰὼν ἑπομένως διαμορφοῦται καὶ διασχηματίζεται πολὺ βραδέως, διότι ἰδίως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ἰσχύοντες ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ καὶ δίδοντες τὸν νόμον καθ’ ὅλην τὴν συμπολιτείαν τῆς Εὐρώπης, οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ θεραπεύσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἄγνοιαν τῶν ἀδυνάτων, καὶ νὰ βοηθήσωσι τὴν ἀδυναμίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εὐτύχησαν ὡς ἐκ περιστάσεων καὶ ὡς ἐξ ἄλλων γεγονότων νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ νὰ λάβωσι τὴν προσήκουσαν αὑτῶν θέσιν ἐν τῇ εὐρωπαϊκῇ συμπολιτείᾳ. Ἐὰν θέλετε, κύριοι, συγκεκριμένον τι παράδειγμα τοῦ εἰρημένου ἰσχυρισμοῦ μου, ἔλθετε νὰ δώσωμεν ἐποπτείαν τινὰ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν μας πραγμάτων, ἐπὶ τῆς μικρᾶς ταύτης χώρας, ἡ ὁποία ἐπὶ δέκα ὅλους αἰῶνας ἐφώτισε διὰ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν θυσιῶν τῶν προπατόρων μας τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν ἁπάσης τῆς Εὐρώπης. Ἐξ ὅτου συνέστη τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἰς μίαν στιγμὴν φιλελληνισμοῦ ὀφείλει μέγα μέρος τῆς ὑπάρξεώς του, ἐξ ὅτου εἶδε τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον Βασιλέα ἐν αὑτῷ καὶ ἤρχισε ζωὴν νὰ ζῇ ἐλευθέραν, ἀμέσως τῷ ἐστήθησαν αἱ παγίδες τῆς βίας, αἱ παγίδες τῆς περιφρονήσεως, καὶ ἡ ἀντιζηλία πολλάκις τῶν ἰσχυόντων τῆς γῆς· ὅλα δὲ ταῦτα τὰ μαρτύρια ὀλίγον ἔλειψε νὰ τὸ καταπίουν πρὶν ἔτι ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Τρὶς ἡ μεγαλόνησος Κρήτη ἐπανεστάτησε καὶ ἐκυλίσθη εἰς τὸ αἷμά της, καὶ ἡ Δύσις τρὶς ἐνόμισε καθῆκόν της νὰ πνίξῃ αὐτὴν εἰς τὰ σπάργανά της, εἴτε διότι τὸ συμφέρον τοῦ πολιτισμοῦ ἐν τῇ Δύσει, εἴτε ὁ προαιώνιος ὑπάρχων ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἡ Ἀνατολὴ ἔπρεπε νὰ μένῃ ἀείποτε ὑποχείριος εἰς τὴν Δύσιν, ἔπρεπε νὰ μένῃ ἀείποτε εἰς τὰ σπάργανά της. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ στασιμότης ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐχρησίμευσεν ἀείποτε διὰ τὴν Δύσιν ὡς ὁ κανὼν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Κύριοι! Δὲν θέλω νὰ κουράσω ἡμᾶς, μνημονεύων γεγονότα σπαραξικάρδια, τὰ ὁποῖα μόλις εἰς τοὺς πρώτους ἐκείνους καὶ προϊστορικοὺς χρόνους συνέβαινον, κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ ξένος ἐθεωρεῖτο ἐχθρὸς καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ἐδικαιοῦτο ὁ νικητὴς νὰ σφαγιάζῃ τὸν νικώμενον, μὴ λογιζόμενος, ὅτι καὶ ὁ ἡττώμενος εἶναι ἄνθρωπος, καὶ ὅτι ψυχὴν ἄϋλον φέρει ἐν ἑαυτῷ. Διὰ βραχέων ὅμως δύναμαι νὰ μνημονεύσω ὑμῖν ὁπόσα ἔπαθεν ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ μιᾶς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς καὶ ἐθωπεύσαμεν καὶ ἐσεβάσθημεν καὶ πάντοτε τὴν λαμβάνομεν ὡς παράδειγμα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, τὰ Παρκερικὰ, ἐνθυμηθῆτε τὰ τοῦ 1855, ἐνθυμηθῆτε καὶ τὰ τοῦ 1862, ὅτε διότι ἡμεῖς περισσότερον ἐπλησιάσαμεν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας, ἡ Γαλλία ἐπέπεσεν ἡμῖν ὀργίλη καὶ φοβερὰ καὶ ὀλίγου δεῖν, συνετάραττε τὸν τόπον μας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συντόμου ἐκείνης μεσοβασιλείας μας. Ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων βλέπετε, κύριοι, ὅτι κανὼν ἀείποτε πολιτικὸς τῆς Δύσεως διὰ τὴν Ἀνατολὴν ἦτο ἡ στασιμότης τῆς Ἀνατολῆς αὐτῆς, ἦτο ἡ πίεσις διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκόμη θέλωμεν νὰ φέρωμεν πλέον συγκεκριμένον παράδειγμα τῆς διαγωγῆς τῆς Δύσεως πρὸς ἡμᾶς, ἔλθωμεν εἰς τὰ πρὸ ἑνὸς ἔτους θλιβερὰ γεγονότα τοῦ Δηλεσίου. Ἡ Κυβέρνησίς μας ἔπραξε τὸ ἑαυτῆς καθῆκον καὶ δὲν ἀπηξίωσε μάλιστα καὶ νὰ ταπεινωθῇ πρὸς σωτηρίαν τῶν εὐγενῶν ἐκείνων Ἄγγλων, τὸ μὲν διὰ νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, διότι ἤξευρεν ὅτι ὁσάκις πάσχουν οἱ ξένοι παρ’ ἡμῖν, ἀείποτε μᾶς ἀποδίδουσιν ἀδικήματα ἀνυπόφορα, τὸ δὲ διὰ νὰ σώσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν κακῇ μοίρᾳ εἰς χεῖρας ἀγροίκων ἀνθρώπων, τεθειμένων ἐκτὸς τοῦ νόμου. Τίνες ἦσαν οἱ σφαγεῖς τῶν εὐγενῶν Ἄγγλων; ἦσαν τάχα Ἕλληνες; ὄχι βεβαίως. Ἐκ τῶν 21 ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἀπήρτιζον τὴν συμμορίαν τοῦ Τάκου, 17 τὸ ὅλον ἦσαν ὑπήκοοι Τοῦρκοι, καὶ 4 ἦσαν ὑπήκοοι Ἕλληνες, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο καὶ μὲ ὅλας τὰς θυσίας τῆς κυβερνήσεως ἡ Ἀγγλία δὲν ἀπηξίωσε νὰ θεωρήσῃ τὴν Ἑλλάδα κακουργήσασαν ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων αὑτῆς. Ἴσως ἄλλοι εἴπωσιν ὑμῖν, κύριοι, διότι τὸ συμφέρον αὐτῶν τοιοῦτον εἶναι, διότι ἡ θέσις των ἡ πολιτικὴ τοιαύτη εἶναι, ὅτι ἡ Τουρκία φέρεται πρὸς ἡμᾶς εἰλικρινῶς, ὅτι ἡ Τουρκία μᾶς ἀγαπᾷ καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνάπτυξίν μας, καὶ ὅτι τέλος ἡ Τουρκία εἶναι δύναμις, ἡ ὁποία ἐκπληροῖ ἐντίμως τὰ καθήκοντά της ἀπέναντι ἡμῶν. Τὸ ἀπὸ μέρους μου ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν ἅπαντες νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι μέχρι χθὲς καὶ μέχρι πρὸ ὀλίγου ἡ Τουρκία ὡς διαγωγήν της, ὡς πολιτικήν της εἶχε τὸ διαταράττειν τὰ σύνορα καὶ ἀνησυχεῖν ἡμᾶς. Ἀγνοῶ, ἐὰν σήμερον μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ Γαλλοπρωσικοῦ πολέμου ἤρξατο νὰ φέρηται διαφορετικῶς καὶ νὰ σέβηται περισσότερον ἡμᾶς τοὺς ὁμόρους αὐτῇ ὡς καὶ νὰ τηρῇ μετ’ εὐλαβείας τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς συνδέουν μαζύ της. Κατεδιώξαμεν, κύριοι, ἀείποτε ἀπηνῶς τὴν λῃστείαν καὶ ἀείποτε ἐπετύχομεν νὰ καταστρέψωμεν αὐτὴν περισσότερον παρ’ ὅ,τι οἱ Τοῦρκοι ἐν τῷ ἰδίῳ αὑτῶν κράτει· καίτοι οἱ πλείονες τῶν κατὰ τὴν Στερεὰν λῃσταὶ ἀνήκουν ἀείποτε εἰς τὴν Τουρκίαν, ἦσαν ἀείποτε ὑπήκοοι Τοῦρκοι, μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει στατιστική, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι ἡμεῖς εἰς 2 ἢ 3 μῆνας ἐφονεύσαμεν ἑξαπλασίους λῃστάς, ἀφ’ ὅτι ἐφόνευσεν αὐτὴ ἡ Τουρκία εἰς τὸ αὐτὸ τοῦ χρόνου διάστημα. Διὰ τῆς μακρᾶς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς του ὁ ἔντιμος καὶ εὐφραδὴς ῥήτωρ κ. Μίλησης εἰσῆλθεν εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς προκειμένης ἡμῶν ὑποθέσεως, ἀπέδειξε, φαίνεταί μοι, ὅτι ἀδίκως καλούμεθα σήμερον νὰ ψηφίσωμεν μίαν δαπάνην ὑπερβαίνουσαν τὰς δυνάμεις μας, μίαν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ὁ ξένος ἀδίκως μᾶς ἐπιβάλλει. Διὰ δύο λόγους δυνάμεθα, φρονῶ, νὰ ψηφίσωμεν τὴν δαπάνην αὐτήν. Πρῶτον μὲν διὰ τὴν ὑπάρχουσαν καὶ ὁμολογουμένην ἀδυναμίαν μας, δεύτερον δὲ διὰ τὸ δίκαιον αὐτῆς, ἂν ὄντως ᾖναι δικαία. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, τὸ πρᾶγμα· εἴμεθα ἀδύνατοι; εἶναι ἡ δαπάνη αὕτη δικαία; Ναί, κύριοι, ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἐσμὲν ἀνίσχυροι, ὅτι ἐσμὲν ἀδύνατοι, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, διότι ἐσμὲν ἀδύνατοι, ὀφείλομεν ἀείποτε νὰ ὑποχωρῶμεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, νὰ ὑποχωρῶμεν πάντοτε· διότι μακρὰ πεῖρα δυστυχιῶν μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ ὑποχώρησις οὐδέποτε μᾶς ὠφέλησε καὶ ὅτι ἡ ὑποχώρησις συνετέλεσε νὰ καταστήσῃ θρασυτέρους τοὺς ἰσχυροὺς τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης ἡμέρας ἐναντίον μας. Ὡς πρὸς τὸ ἐὰν πρέπῃ, ἂν ᾖναι δίκαιον ἢ ὄχι νὰ πληρώσωμεν τὰς 10,000 λίρας, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Μίλησης ἀπέδειξε πρὸς ὑμᾶς ἐναργέστατα, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ τὴν πενίαν μας, δὲν εἶναι καὶ διόλου δικαία ἡ πληρωμὴ αὕτη· διότι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔπραξαν ἄνθρωποι ἐκτὸς τοῦ νόμου κηρυχθέντες, ἄνθρωποι ἀνήκοντες εἰς ξένον κράτος, καὶ εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐξεπληρώσαμεν πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμεν καὶ ὡς κυβέρνησις καὶ ὡς λαός, διὰ νὰ σώσωμεν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς δυστυχεῖς αἰχμαλώτους. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο εἰς τὴν ἰσχυρὰν Ἀγγλίαν, δὲν ἀρκοῦσιν ὅσα ἐκ φιλανθρωπίας προσηνέγκαμεν τῇ κυρίᾳ Λόϋδ; Ἐπειδὴ ὅμως, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, φαίνεται ὅτι ὑπεσχέθη τῇ Ἀγγλίᾳ τὴν πληρωμὴν τῶν 10,000 λιρῶν, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι κατά τινας νὰ πληρώσωμεν, διὰ τοῦτο ἐγὼ, ἂν πράγματι ὑποχρεούμεθα, προτείνω μίαν τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς· (Ἀποφεύγω νὰ ἐννοήσω, ὅτι τὸ κράτος εἶναι δεσμευμένον νὰ πληρώσῃ τὰς 10,000 λίρας, διότι τὰς ὑπεσχέθη ὁ κ. Δεληγεώργης) ἡ τροπολογία μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Νὰ δοθῇ εἰς τὴν χήραν Λόϋδ, διότι ἔπαθεν ἐν τῷ τόπῳ μας ὁ σύζυγος αὐτῆς ὑπὸ ξένων λῃστῶν, ἰσόβιος μηνιαία ἐπιχορήγησις δραχμῶν 500, ἤτοι ἡ μεγαλειτέρα ἐπιχορήγησις, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὰς χήρας τῶν μεγαλειτέρων ἀγωνιστῶν τοῦ κράτους. Πᾶσα ἄλλη παραχώρησις ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἐπιζήμιος καὶ ἄδικος. Τὸ ἀπὸ μέρους μου προτιμῶ καλλίτερον νὰ δήξω διὰ τῶν ἰδίων μου ὀδόντων καὶ ἀποπτύσω τὴν γλῶσσάν μου ὡς ἄχρηστον, παρὰ νὰ εἴπω τὸ Ναὶ εἰς τοιαύτην ἄδικον ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλίας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
§18ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγώ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου; ὡμίλησαν δύο κατὰ, δὲν εἶναι κανεὶς ὑπέρ;
§20ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἴμεθα πολλοί.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔλθετε· διατί τὸ ἐγκαταλείπετε;
§22ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, τὸ ἀποτρόπαιον δρᾶμα τοῦ Πικερμίου καὶ Δηλεσίου συνεκίνησεν ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα· ἅπασα ἡ Ἑλλὰς ἐτρώθη βαθέως καὶ ἐπένθησε. Δυστυχῶς δὲ καί τοι παθοῦσα καὶ ἠδικημένη, ἤκουσεν ἔξωθεν βαρείας μομφὰς, πικρὰς κατακρίσεις, καὶ ὄχι μόνον ἡ κοινὴ γνώμη ἐν τῇ κραταιᾷ Ἀγγλίᾳ, ἡ δημοσιογραφία ἐξηγέρθησαν κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διπλωματικὰ ἔγγραφα ἐν τῷ ὑψηλῷ ἐκείνῳ κοινοβουλίῳ, καὶ λόγοι δυσμενεῖς ἐτοξεύθησαν καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐν ἁπάσῃ τῇ Εὐρώπῃ ἡ γνώμη ἐξηγέρθη καθ’ ἡμῶν μέχρι τῶν ἀπωτέρω. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἀνέφερεν ὅτι καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη τῆς Γερμανίας αἱ θύραι τῶν ξενοδοχείων ἀπεκλείσθησαν εἰς τοὺς Ἕλληνας. Τοιαύτην βαρεῖαν ποινὴν ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς, τὸ Πανελλήνιον, τοιαύτην προσβολὴν ἔπαθον οἱ ἀθῷοι ὁμογενεῖς, ἕνεκα ἐκείνου τοῦ ἐν Δηλεσίῳ δράματος· καὶ εἶναι μὲν δίκαιον ἡ τιμωρία νὰ ᾖναι μεγάλη, ὅσον μέγα εἶναι τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ ἡ τιμωρία πρέπει νὰ ἐπιπίπτῃ κατὰ τοῦ ἐνόχου, καὶ μόνου τοῦ ἐνόχου· ἄλλως τε ἀποτελεῖ προσθήκην ἀδικήματος· τίς δὲ ὁ ἔνοχος; δυστυχῶς μία παραγνώρισις, ἡ ὁποία δὲν ἐξηκριβώθη ἐν καιρῷ καὶ ἡ ὁποία βλέπω ὅτι ἔτι ἀποσιωπᾶται, ἄφησε μίαν πλάνην νὰ παρασύρῃ τὴν συνείδησιν καὶ νὰ φέρῃ ὅλα αὐτὰ τὰ θλιβερὰ ἄδικα ἀποτελέσματα. Ἐπράχθη ἓν κακούργημα ἐν Πικερμίῳ καὶ Δηλεσίῳ τῆς Ἀττικῆς ἔξωθεν τῆς πρωτευούσης, ἐπράχθη ἀληθῶς· ἀλλ’ εἶναι τὸ Πικέρμι καὶ τὸ Δήλεσι ὁ ἀπαίσιος τόπος τοῦ κινδύνου, τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς σφαγῆς; Τὸ Πικέρμι καὶ Δήλεσι διῆλθον πάντοτε οἱ πλεῖστοι τῶν ἐπιφανεστέρων καὶ σοφωτέρων τῆς οἰκουμένης ἀνδρῶν, τὰ διέρχονται καὶ θὰ τὰ διέλθωσιν. Ὅσοι εἶδον τὰς Ἀθήνας, ἐπεθύμησαν νὰ ἰδοῦν καὶ τὰ τρόπαια τοῦ Μαραθῶνος, ἅτινα ἔσωσαν τὰ γράμματα καὶ τὸν πολιτισμὸν ὑπὲρ ἁπάσης τῆς Εὐρώπης κατὰ τῆς βαρβαρότητος, καὶ ὄχι μόνον ἀσφαλῶς πάντοτε τὰ διῆλθον, ἀλλὰ καὶ εὐφροσύνως, διὰ τὴν φυσικὴν καλλονὴν τοῦ τόπου, ἥτις τέρπει πάντα διαβάτην· ἀλλὰ αὐτὸς ὁ τερπνὸς καὶ ἀσφαλὴς τόπος εὑρέθη κατὰ δυστυχίαν διὰ μίαν στιγμὴν τὸ σφαγεῖον τῶν εὐγενῶν φιλομούσων Ἄγγλων καὶ τοῦ Ἰταλοῦ Κόμητος Βόϋλ καθ’ ἣν ὥραν ἐπέστρεφον πλήρεις ἀναμνήσεων, εὔθυμοι ἐκ τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Μαραθῶνος, φιλοξενούμενοι ἐν Ἑλλάδι. Τίς ὁ ἐπάρατος οὗτος κακοῦργος, ὁ σφαγεὺς τῶν φιλοξενουμένων εὐγενῶν φιλομούσων Ἄγγλων; Ξένοι κακοῦργοι, λῃσταὶ, γεννήματα τῆς ἔξω τῶν ὁρίων μας δυστυχῶς γείτονος χώρας, ἐκεῖ συσσωματωθέντες καὶ ἀποτελέσαντες τὴν κακοῦργον συμμορίαν τῶν Ἀρβανιταίων. Ἐκεῖ ἐφοδιασθέντες μὲ ὅπλα καὶ πολεμεφόδια καὶ πάντα ὅσα χρήσιμα διὰ τὴν κακοῦργον πορείαν των, συνώμοσαν νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν καὶ πράξωσι τὸ κακούργημα, ὅπερ ἔπραξαν, ἢ ἄλλο ὅμοιον αὐτοῦ· χωρὶς δὲ ποσῶς οὔτε νὰ ἐξετασθῶσιν, οὔτε νὰ ἐμποδισθῶσι, καταδιωχθῶσιν ἢ συλληφθῶσιν ἀπὸ τὴν διοίκησιν ἐκείνου τοῦ τόπου, ἀλλὰ ἐν πλήρει εὐκαιρίᾳ τὰ πάντα ἐνεργοῦντες, διῆλθον διὰ τῶν στρατώνων, διὰ τῶν φρουρῶν τῆς γείτονος δυνάμεως, χωρὶς κἂν νὰ τουφεκισθῶσιν ἢ καταγγελθῶσι, καὶ λάθρᾳ εἰσέβαλον εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, κρύπτοντες τὴν πορείαν των, τὰ διαβήματά των, χωρὶς ποτὲ νὰ προσέλθωσιν εἰς κανὲν χωρίον, εἰς κανὲν πολίχνιον, ὡς ξένοι κακοῦργοι, ἀλλὰ ποὺ καὶ ποὺ ἐμφανιζόμενοι εἰς κανὲν ἐν τῇ ἐρήμῳ ποιμνιοστάσιον ποιμένων ὁμογενῶν των, ἐκ τῆς αὐτῆς ἔξωθεν χώρας καὶ τούτων καταγομένων, μεταβαινόντων δὲ εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν προσκαίρως, χάριν νομῆς τῶν ποιμνίων των, τοὺς ὁποίους εἴτε διὰ τοῦ φόβου ἐπιπίπτοντες ἐνόπλως τοὺς ὑποχρεοῦσι νὰ τοὺς τροφοδοτήσωσιν, εἴτε ὡς συντοπίτας των ἀλλοδαποὺς τὴν αὐτὴν γέννησιν καὶ καταγωγὴν ἔχοντας καὶ τὴν αὐτὴν γλῶσσαν λαλοῦντας, ἥτις εἶναι πάντῃ ξένη τῆς ἑλληνικῆς, ὡς ξένη εἶναι καὶ ἡ ἰθαγένειά των, τοὺς ἐμπιστεύονται, διότι ἡ γλῶσσά των τοσοῦτον εἶναι ξένη τῆς ἑλληνικῆς, ὥστε ἂν ἤθελέ τις νὰ γράψῃ αὐτὴν, τὰ γράμματα πάσης ἄλλης γλώσσης ἤθελε μεταχειρισθῆ ἢ τὰ ἑλληνικὰ, μὴ κατάλληλα νὰ ἐκφράσωσι τὴν φωνὴν ἐκείνων. Οὕτω οἱ ξένοι οὗτοι κακοῦργοι λῃσταὶ, ἅμα ἐγένετο γνωστὸν ὅτι εἰσέβαλον εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, ἀμέσως τὰ ἀποσπάσματα τὰ καταδιώκοντα τὰς λῃστοσυμμορίας τὰς ἐκεῖθεν ἐπίσης ἐκ τῆς γείτονος χώρας εἰσβαλούσας, ἐτράπησαν εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ τούτων, καὶ κατὰ τὰ μέσα τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἓν ἀπόσπασμα ἀνακαλύψαν αὐτοὺς κατὰ τὰ ὅρη τῆς Βοιωτίας καὶ ἐπιπεσὸν κατ’ αὐτῶν εἰς τὴν θέσιν Καράμουζαν, καὶ ἐπανειλημμένως εἰς Στεφάνι, ἐζώγρησε τρεῖς ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐφόνευσεν ἑτέρους τρεῖς, ἐν οἷς καὶ τὸν τολμηρότερον λήσταρχον Κουτζοδράκον, καὶ εἷς φεύγων ἀπώλετο· ὥστε ἀμέσως ἐκ τῆς κακούργου αὐτῆς συμμορίας, συνισταμένης ἐξ 28, οἱ 7 ἀπωλέσθησαν, οἱ δὲ λοιποὶ 21 φεύγοντες διὰ τῶν ὀρέων καὶ τοῦ σκότους τῆς νυκτὸς ἔκρυψαν τὴν πορείαν των· ἀμυνόμενοι δὲ καὶ οὗτοι ἐφόνευσαν δυστυχῶς ἐκ τοῦ ἀποσπάσματος δύω λοχίας, ἕνα ὑποδεκανέα καὶ ἕνα ὁδηγόν, καὶ ἐπλήγωσαν ἕνα ἐπιλοχίαν καὶ δύω στρατιώτας, ὥστε οἱ κακοῦργοι οὗτοι ἀλλοδαποὶ ὄχι μόνον τὴν ἡμετέραν χώραν προσέβαλον, ἀλλὰ καὶ αἷμα ἑλληνικὸν ἔχυσαν, 7 πληγώσαντες καὶ φονεύσαντες τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ γενναίως ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των· οὕτω ἡ κακοῦργος αὕτη συμμορία δυνηθεῖσα νὰ ἀποφύγῃ ἐκεῖ τὸν παντελῆ ὄλεθρόν της καὶ διὰ διαφόρων ἑλιγμῶν κρύπτουσα τὴν πορείαν της, δυστυχῶς τὴν 30 Μαρτίου εὑρέθη ἐν τῇ Ἀττικῇ, ἐν τῇ θέσει Πικέρμι, ὅπου ἐνεδρεύουσα, ἐπυροβόλησε πρῶτον ἀπὸ τὴν κρύπτην της τοὺς 4 ἱππεῖς Ἕλληνας χωροφύλακας, καὶ ῥίψασα τοὺς δύω κατὰ γῆς τὸν μὲν φονευμένον, τὸν δὲ πληγωμένον, ἐπέπεσε τότε κατὰ τῶν ἁμαξῶν, ὅπου ἦσαν οἱ εὐγενεῖς Ἄγγλοι μετὰ τοῦ κόμητος Βόϋλ, καὶ ᾐχμαλώτισεν αὐτούς· ἀμέσως ἔφθασεν ἓν ἀπόσπασμα πεζῶν στρατιωτῶν, τὸ ὁποῖον δρομαίως ἠκολούθει τὰς ἁμάξας, ταχέως δυστυχῶς πορευομένας, καὶ ἐπυροβόλησε κατ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἰδὸν ὅτι οἱ κακοῦργοι ἠπείλουν τὴν ζωὴν τῶν εὐγενῶν αἰχμαλώτων ἐσταμάτησεν. Ἡ τότε Κυβέρνησις ὅσον ἠδύνατο τὰ πάντα ἐνήργησε συνενοήσει τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ὑπὲρ τῶν εὐγενῶν αἰχμαλώτων, ἀλλ’ ἀπέτυχεν· οἱ κακοῦργοι προχωρήσαντες πρὸς τὸ Δήλεσι ἵνα φέρουν τοὺς εὐγενεῖς αἰχμαλώτους ἐκτὸς τῶν ὁρίων εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἰς τὸ κράτος των, καὶ ἰδόντες ὅτι παρακολουθοῦνται παρὰ τῶν ἡμετέρων στρατιωτῶν ἵνα ἐμποδισθῶσιν, ἐπέθεσαν μιαιφόνους χεῖρας κατὰ τῶν εὐγενῶν αἰχμαλώτων καὶ ἐφόνευσαν αὐτοὺς, τραπέντες εἰς φυγὴν ταχεῖαν, τότε ἐκυνηγήθησαν παρὰ τῶν ἡμετέρων πυροβολούμενοι, καὶ οἱ μὲν ἔπεσον φονευμένοι, ἐν οἷς καὶ ὁ ἕτερος ἀρχιληστὴς Χρῆστος Ἀρβανιτάκης, οἱ δὲ ἐζωγρήθησαν πληγωμένοι, ἀλλ’ ἐννέα ἐξ αὐτῶν τῶν τεράτων, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀρχιληστὴς Τάκος Ἀρβανίτης, φεύγοντες δρομαίως ἐσώθησαν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἔξωθεν τῶν ὁρίων εἰς τὴν γείτονα χώραν, ὅθεν εἰσῆλθον· ἐκεῖ φθάσαντες κατακερματισμένοι, ἐκπεπληγμένοι, αἱματόφυρτοι, μὲ τὰς αἱμοσταγεῖς χεῖράς των ἀπὸ τὸ ἀχνίζον ἔτι αἷμα τῶν εὐγενῶν ξένων, δὲν ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ συλληφθῶσιν ἢ καταδιωχθῶσι καὶ φονευθῶσιν; ἔπρεπε νὰ ἐπιζῶσιν ἐκεῖ καταφυγόντες; δὲν ἔχει διοίκησιν ἐκείνη ἡ χώρα; Τί κάμνει λοιπὸν ἡ διοίκησις ἐκείνου τοῦ τόπου; δίδει ἄσυλον εἰς τοὺς λῃστὰς, δὲν τοὺς καταδιώκει, δὲν τοὺς συλλαμβάνει, δὲν τοὺς φονεύει. Λοιπὸν τοὺς ἀνέχεται, τοὺς ὑποστηρίζει· ἓν ἔτος παρῆλθεν ἔκτοτε καὶ εἷς μὴν ἀφότου τὸ σωθὲν λείψανον τῆς κακούργου συμμορίας κατέφυγεν ἐκεῖ, καὶ οὔτε ἐξωντώθη μέχρι τοῦδε, οὔτε κατεδιώχθη· καὶ δὲν κατεδιώχθη μὲν ὅτε πρῶτον πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1870 ἐκεῖ συσσωματωθεῖσα ἡ κακοῦργος αὕτη συμμορία, ἐξ 28 τεράτων, ἐφωδιάζετο νὰ εἰσβάλῃ ὅπως καὶ εἰσέβαλε κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰαννουαρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1870· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῇ καὶ ἐξοντωθῇ ὅταν πλέον κακουργήσασα, κατακερματισμένη, καταφονευμένη, ἀνυπόδυτος, σχεδὸν ἄοπλος, ἄνευ πολεμεφοδίων, ἐκεῖ ἐπανῆλθε, μόλις συγκειμένη ἐξ 9 πλέον κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου 1870, ἤτοι μετὰ τρίμηνον κακοῦργον περιπλάνησιν, ἐξεγείρασα τὰς ἀρὰς ὅλου τοῦ κόσμου, αἱματόφυρτος, μὲ αἱμοσταγεῖς τὰς χεῖρας ἀπὸ τὸ ἀχνίζον ἔτι αἷμα τῶν εὐγενῶν ξένων; Καὶ νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι ἡ διοίκησις ἐκείνης τῆς χώρας παραβλέπει, ἀνέχεται, ὑποθάλπει ταῦτα, εἶναι ἀπίστευτον, διότι καὶ ἂν δι’ ὅλας τὰς ἄλλας συμμορίας τὰς καταφυγούσας ἐκεῖ ἤθελεν ὑποθέσει τις τοῦτο, δι’ αὐτοὺς ὅμως τοὺς φονεῖς τῶν Ἄγγλων, δὲν δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ διοίκησις ἐκείνης τῆς χώρας, εἶναι τόσον ἐπιλήσμων, τοσοῦτον ἀγνώμων ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀπολαμβάνει μεγάλων εὐεργεσιῶν καὶ ἐπιμόνου ὑποστηρίξεως παρὰ τῆς κραταιᾶς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ὅτι δὲν δύναται, διότι καὶ ἡ λῃστεία ἐκεῖ ἀποτελεῖ μίαν δύναμιν ἀκαταμάχητον, ὡς κράτος ἐν Κράτει, ἔχει ἐκεῖ τὴν φωλεάν της, τὸ φυτώριον της, ἐξ οὗ ἐκπηγάζει, ἔχει τὰ τροφεῖά της καὶ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς της ἀκωλύτως, καὶ οὕτω καὶ αὕτη ὀλιγώτερον καὶ σπανίως βλάπτει τὴν χώραν ἐκείνην, ἣν θεωρεῖ κοίτην καὶ ἄσυλον, ἡ δὲ διοίκησις τοῦ τόπου ἐκείνου κατ’ ἀνάγκην ἐξ ἀδυναμίας ἀνέχεται τοῦτο, διοικοῦσα τὴν χώραν μέχρι πρὸ ὀλίγου κατ’ ἀποκοπὴν, καὶ παρέχουσα τὴν διοίκησιν εἰς τὸν ἀναδεχόμενον μὲ ὀλιγωτέρους μισθοὺς τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας ταύτης, ὅστις ἵνα κατορθώσῃ τοῦτο, ἤρχετο εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς λῃστοκρατείας δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Τοιαύτης οὔσης τῆς γείτονος χώρας, δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ ἀσφάλειαν ἐν τῇ χώρᾳ της; δύναται νὰ ὑποσχεθῇ ταύτην εἰς τοὺς προσερχομένους ξένους; Ὄχι, διότι ἡ πρόθεσις, ἢ ἡ ἀδυναμία τῆς Κυβερνήσεως τῆς γείτονος χώρας κάμνει τὸν διασωθέντα ἐκεῖ Τάκον, μὲ τὸ λείψανον τῆς κακούργου συμμορίας τῶν σφαγέων εὐγενῶν Ἄγγλων καὶ τοῦ Κόμητος Ἰταλοῦ Βόϋλ ὄχι μόνον νὰ ἵστανται ἐκεῖ ἀβλαβεῖς πρὸ ἑνὸς καὶ περιπλέον ἔτους, ἀλλὰ νὰ προπαρασκευάζωνται καὶ ἐνισχύωνται πρὸς νέαν εἰσβολὴν, τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ ὀλίγου ἐπεχείρησαν, καὶ προσβληθέντες ἀπῆλθον μέχρις οὗ ἐνισχυθῶσι περισσότερον ἢ λάβωσιν ἁρμοδιωτέραν εὐκαιρίαν. Τοιαύτη κατάστασις γείτονος χώρας δὲν δύναταί ποτε νὰ ἀποτελῇ ἁρμονικὴν γειτονίαν, οὐδὲ δύναται νὰ ᾖναι ἀνεκτή· ἀπὸ πολλοῦ, κύριοι, ἀφότου ἐσχηματίσθη αὕτη ἡ γειτονία διὰ τοῦ κατακερματισμοῦ, ἣν ἔλαβεν ἡ ἑλληνικὴ χώρα διὰ τῆς ἀκαταλλήλου ὁροθεσίας, ὑπέστημεν μεγάλας συμφοράς· διότι μόλις δυνηθέντες νὰ ἐξοντώσωμεν μίαν συμμορίαν, εἰσβάλλει ἑτέρα, ἥτις ἅμα ἰδῇ τὸν κίνδυνον προσφεύγει εἰς τὸ ἐκεῖ ἄσυλόν της καὶ σώζεται φυλάττουσα νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ ἰσχυροτέρα. Ἔκτοτε ὅτε ἐπρόκειτο νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη ὁροθεσία, τοῦ ἔθνους ἡ φωνὴ ἀνυψώθη, ἡ προσωρινὴ τοῦ τόπου τότε κυβέρνησις τοῦ μακαρίτου Κυβερνήτου ὑπέβαλε τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις, καὶ ἐν Εὐρώπῃ ὁ τότε ἀγορευθεὶς πρῶτος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ἀείμνηστος Λεοπόλδος, ὕψωσε τὴν φωνήν του περὶ τῶν ὁρίων, καὶ μὴ εἰσακουσθεὶς κατέθεσε τὸ στέμμα, καὶ ὁ μετ’ αὐτὸν ἐκλεχθεὶς δεύτερος Βασιλεὺς νεαρὸς Ὄθων, εἰ καὶ ἀνῆλιξ, διὰ τοῦ ἐπιτροπεύοντος αὐτὸν μακαρίτου φιλέλληνος Λουδοβίκου ἐπανέλαβε τὰς αὐτὰς περὶ ὁρίων παρατηρήσεις, ἀλλὰ τὸ ὑψηλὸν ἐν Λονδίνῳ συμβούλιον, ἀγνοοῦν καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, εἶπεν, εἶναι τετελεσμένον· ἐχορηγήθη εἰς τὸν νεαρὸν Βασιλέα καὶ δάνειον μὲν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων καὶ στρατὸς ἐξησκημένος Βαυαρικὸς ἐκ τριῶν ἥμισυ χιλιάδων καὶ ἀντιβασιλεία μ’ ἐξησκημένον προσωπικόν, ἵνα ἐλθὼν ἀποκαταστήσῃ μόνιμον καὶ ἰσχυρὰν κυβέρνησιν Μοναρχίας ἡμιαπολύτου, καὶ ὁ τόπος ἐνταῦθα παρεῖχε τότε ὅλην του τὴν συνδρομὴν, ἐπιθυμῶν νὰ ἴδῃ μετὰ ἕνα πολυχρόνιον ἐννεαετῆ ἐξολοθρευτικὸν πόλεμον τάξιν καὶ εὐνομίαν, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν δημόσιον περιουσίαν, ἤτοι τὴν ἐθνικὴν γῆν καὶ λοιπὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἦτον προσδιωρισμένα δι’ ἀνταμοιβὴν τῶν θυσιῶν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, καὶ ταῦτα τὰ ἄφησε πρὸς καιρὸν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς μοναρχίας ἐκείνης· ἀλλὰ ἡ μοναρχία ἐκείνη μ’ ὅλην τὴν ὁμαλότητα ἣν εὗρεν εἰς τὸν τόπον, ταχέως κατενόησεν ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι μία μεγίστη ἀνωμαλία προερχομένη ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν μεθορίων, τῆς ἐματαίωνε μέγα μέρος τῶν εὐκολιῶν, ἃς ἡ καλὴ θέλησις τοῦ τόπου τῆς παρεῖχεν· ὁ ξένος οὗτος τακτικὸς στρατὸς, καί τοι ἀρκετὸς, εὑρέθη ἀνεπαρκὴς διὰ τὰ ὅρια, διότι θέλων ν’ ἀναμιχθῇ πρὸς ἐξασφάλισιν ἐκεῖ τῶν μεθορίων, κατεκερματίσθη ἀνωφελῶς· ἐγένετο ἀνάγκη ἄλλου ἐλαφροῦ στρατοῦ νέου ἐκ τριῶν χιλιάδων, ὁροφυλακῆς ὀνομασθείσης, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ὅρια. Τοιουτοτρόπως τὸ Κράτος εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς ἠναγκάσθη νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸ βάρος διπλῆς καὶ δυσαναλόγου δαπάνης ἕνεκα τῆς ἀταξίας τῶν ὁρίων· ἡ δὲ νεοσύστατος βασιλεία οὕτω δαπανῶσα, νὰ μὴ ἦναι ἐπαρκὴς εἰς τὰς οὐσιώδεις τοῦ τόπου ἀνάγκας, ἥτις οὕτω κατατριβεῖσα ἐπὶ δεκαετίαν ἐφάνη ἀνίκανος εἰς τὸ νὰ πράξῃ τὸ δέον, καὶ ἐπῆλθεν ἡ μεταπολίτευσις, ἥτις ἔφερε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅπερ πρὸς μὲν τοὺς ἄλλους κλάδους ἔφερε μεγίστην βελτίωσιν, εἰς τὴν οἰκονομίαν, εἰς τὴν παιδείαν μεγίστην πρόοδον, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν μεθορίων εἶχε τὰς αὐτὰς δυσκολίας, αἵτινες διαρκοῦσι μέχρι σήμερον· ἐν τῷ μεταξὺ μάλιστα καὶ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπήνεγκαν καὶ νέας δυσχερείας. Κατὰ τὸ 1854 ἡ μεθόριος ἐκείνη γείτων χώρα ἐπανέστη ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ βοηθηθεῖσα καὶ ἀπό τινας ἐθελοντὰς τῆς ἡμετέρας, ἐξ αἰσθήματος ἐλευθερίας ὁρμήσαντας εἰς βοήθειάν της, ταχέως εὑρέθη ἀνεξάρτητος, διότι οἱ στρατοὶ τῆς αὐτοκρατορίας καὶ τῆς Αἰγύπτου ἐν τῇ πεδιάδι τῆς Καλαμπάκας ἡττηθέντες κατὰ κράτος, ἔφυγον ἅπαντες καταλιπόντες καὶ τὰς σημαίας των, καὶ τὰ τηλεβόλα των, καὶ τὰς σκηνάς των, καὶ πάσας τὰς ἀποσκευάς των, τοὺς νεκρούς των, καὶ τοὺς ζωγρημένους, καὶ ἀπεκλείσθησαν εἰς τὰ φρούρια· ἡ χώρα ἅπασα ἔμεινεν ἀνεξάρτητος· ἡ συμμαχοῦσα δὲ μετὰ τῆς Τουρκίας Δύσις, Ἀγγλο–γαλλικὴ συμμαχία, θέλουσα τότε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐπέφερε κατοχὴν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀπαιτοῦσα ἡ Ἑλλὰς νὰ καταπαύσῃ τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην δι’ ἀντιδράσεως· τοῦτο καὶ ἐγένετο· ἡ τότε κυβέρνησις ἀνεκάλεσε τοὺς ἐθελοντὰς, ἀπεθάῤῥυνε τοὺς ἄλλους, καὶ οὕτω ἐξησθένησε καὶ ὑπετάγη ἡ χώρα ἐκείνη· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ 1867 τοῦτ’ αὐτὸ ἐπαπειλεῖτο· ἐγένετο ἀνάγκη καὶ πρόσωπον τῆς τότε κυβερνήσεως νὰ μεταβῇ ἐν τοῖς ὁρίοις, καὶ τὸ ταμεῖόν μας νὰ δαπανήσῃ, ἵνα τὰ ὅρια ἀπειλοῦντα τότε ῥῆξιν ὑποταχθῶσιν. Ἐκ τούτων δὲ ἐξάγεται ὅτι ἡ χώρα αὕτη οὔτε ἐν τῇ κυβερνήσει ἐκείνῃ εἶναι χρήσιμος, διότι ἐν μὲν τῇ εἰρήνῃ ἡμιδιοικεῖται παρ’ αὐτῆς, διότι καὶ τὸ κράτος τῆς ληστείας εἶναι ἰσχυρὸν, μένει ὡς κράτος ἐν κράτει, ἀπόδειξις ὁ Τάκος μετὰ τῶν συμμοριτῶν του φονέων τῶν Ἄγγλων, ἐν δέ τινι ἀνωμαλίᾳ ἀφίσταται τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· διὰ ταῦτα ὅσα τότε τὸ ἐν Λονδίνῳ συμβούλιον ἠγνόει, ἤδη γίνονται κατάδηλα ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ σκοπὸς ὅστις ὡδήγησε τότε τὸ ἐν Λονδίνῳ συμβούλιον νὰ παραδεχθῇ τοιαύτην ὁροθεσίαν, νομίζον ὅτι ἔθετε τέρμα δύω ἀντιμαχομένων ἐθνῶν καὶ ἐξησφάλιζε μίαν μόνιμον τάξιν εἰς ἀμφοτέρας τὰς χώρας, δυστυχῶς ἀπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἀντὶ τῆς εὐνομίας καὶ τάξεως ἐσυστήθη ἐν τῷ μέσῳ μία ἑπτακέφαλος ὕδρα ἀκαταμαχήτου καὶ διαρκοῦς λῃστοκρατείας. Ἀνάγκη ὅθεν καὶ δέον ἡ μεγάλη καὶ σεβαστὴ Ἀγγλία, παρεμβαίνουσα ἤδη δικαιωματικῶς ἕνεκα τῶν σφαγέντων ἐπισήμων ὑπηκόων της εὐγενῶν Ἄγγλων, καὶ ἐν τῇ ἀνακρίσει διὰ τῶν ἀπεσταλμένων της λαβοῦσα μέρος καὶ ἤδη ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς ὡς ὀρφανευθέντων προνοοῦσα, καὶ ἀποφασίζουσα ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἡ πάντῃ ἀθώα εἰς τὸ κακούργημα, ἡ παθοῦσα ἐπίσης καὶ πρὸ τῶν Ἄγγλων ἐκ τῶν αὐτῶν λῃστῶν, ἡ καταδιώξασα αὐτοὺς θανασίμως καὶ καταδιώκουσα, πληρώσῃ εἰς τὴν χήραν Λόϋδ σύνταξιν δέκα χιλιάδων λιρῶν, νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν γείτονα χώραν, τὴν ἀποστείλασαν τοὺς ἰθαγενεῖς της κακούργους λῃστὰς καὶ μετὰ τὸ κακούργημα παραδεχθεῖσαν αὐτοὺς εἰς τοὺς κόλπους της καὶ παραφυλάττουσαν καὶ συντηροῦσαν, ν’ ἀποζημιώσῃ καὶ αὕτη ἡμᾶς δι’ ὅσα ὑπέστημεν· ἡ δὲ λῃστοκρατεία τί νὰ γείνῃ; νὰ ἵσταται μετὰ τοῦ Τάκου καὶ τῆς συμμορίας του; Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, συμπεράσματα τὰ ὁποῖα φυσικῶς ἡ ὑπόθεσις φέρει· ἡ γείτων Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συλλάβῃ τὸν Τάκον μετὰ τῶν συμμοριτῶν του καὶ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον ἐνταῦθα κακουργοδικεῖον, ὡς ὁμοδίκους τῶν δικασθέντων ἐνταῦθα συμμοριτῶν των, ἐν τῷ αὐτῷ βουλεύματι διαλαμβανομένους, ἐν ᾧ ἔλαβον μέρος καὶ οἱ Ἄγγλοι νομικοὶ, ἢ ἂν τοῦτο ὁμολογῆται ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, οὔτε τὸν Τάκον μετὰ τῶν συμμοριτῶν του νὰ συλλάβῃ καὶ παραδώσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον, ὅπως δικασθῇ ὅπως ἐδικάσθησαν οἱ λοιποὶ συμμορῖται του, καὶ θὰ ἐξοντώσῃ καὶ τὴν φωλεάν των, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἡμετέρα ἔνοπλος δύναμις, ἵνα καὶ τὸν Τάκον μετὰ τῆς συμμορίας του συλλάβῃ καὶ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τοὺς νόμους, καὶ τὸ φυτώριον, τὴν φωλεὰν τῆς ληστείας ἐξοντώσῃ· ἢ ἂν τοῦτο θεωρῆται προσβολὴ κυριαρχίας, νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι τὰ ὅρια πρὸς κοινὸν ὄφελος ἀμφοτέρων τῶν ἐπικρατειῶν καὶ ἐν γένει ὑπὲρ πάντων τῶν ἄλλων, ἵνα οὕτω καὶ αἱ χῶραι τοῦ λοιποῦ μένωσιν ἀσφαλεῖς ἀμφότεραι, καὶ οἱ προσερχόμενοι ἐν αὐταῖς Ἄγγλοι, Ἰταλοὶ, Γάλλοι, Γερμανοὶ, εὑρίσκωσιν ἀσφάλειαν· ἡ φωλεὰ καὶ τὸ ἄσυλον τῆς λῃστοκρατείας πρέπει ἀφεύκτως νὰ καταστραφῇ, νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν· ἂν δύναται ἐκείνη νὰ τὸ πράξῃ, ἂς τὸ πράξῃ· ἀλλὰ ἂν δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ καὶ δὲν τὸ πράττῃ, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παραχωρηθῇ νὰ τὸ πράξῃ ἡ ἡμετέρα πρὸς ὠφέλειαν ἀμφοτέρων τῶν Ἐπικρατειῶν καὶ κοινὴν ἐν γένει ὅλων τῶν προσερχομένων ξένων διὰ καταλλήλου μεταῤῥυθμίσεως τῶν ὁρίων; Τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ κοινὸν καὶ γενικὸν συμφέρον, τοῦτο εἶναι ἑπομένως καὶ δίκαιον· τὰ ὅρια ταῦτα δὲν εἶναι φυσικὰ προαιώνια, ἀμετάβλητα. Πρό τινος καιροῦ κατὰ τὰ 1831 ὡρίσθησαν παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ συμβουλίου ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς κατάπαυσιν τοῦ τότε πολέμου μεταξὺ τῶν δύο διαμαχομένων μερῶν, καὶ φέρωσι τὴν εἰρήνην, ἀλλὰ συνάμα καὶ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν εὐημερίαν καὶ εὐνομίαν· ὅταν δυστυχῶς ὁ σκοπὸς ἀπέτυχε, καὶ ἀντὶ εἰρήνης ἐπαπειλεῖ νὰ φέρῃ ῥῆξιν εἰς πᾶσαν περίστασιν, ὡς εἰς τὰ 1854 παρ’ ὀλίγον ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς συμμάχου δύσεως, τῶν μεγάλων δυνάμεων καὶ τῆς κατοχῆς παρ’ αὐτῶν τῆς χώρας μας, ἡ ῥῆξις ἦτον βεβαία· εἰς τὰ 1867, ἂν δὲν ἀπεστέλλετο αὐτοπροσώπως μέλος τῆς ἡμετέρας κυβερνήσεως καὶ δὲν ἐγίνετο καὶ δαπάνη ἐκ τοῦ ἡμετέρου ταμείου ἵνα παύσῃ τὴν ἐν τοῖς μεθορίοις ἀπειλουμένην ἐπανάστασιν, ἡ ῥῆξις ἦτον βεβαία, ἥτις δι’ εὐγνωμοσύνην, παρελθόντος τοῦ κινδύνου τότε, κατὰ τὰ 1868 μετὰ ταῦτα ἠπειλήθη παρὰ τῆς γείτονος δυνάμεως, καὶ ἐγένετο ἀνάγκη νὰ συνέλθῃ ταχέως τὸ ἐν Παρισίοις συμβούλιον, καὶ νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν τὸ διεθνὲς δίκαιον κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ γείτων ἐπικράτεια νὰ συγχωρῇ ἵνα ἐν τῇ χώρᾳ της γίνωνται ἐξοπλισμοὶ πρὸς βλάβην τῆς ἑτέρας. Τὸ δὲ ἀκαταπαύστως γινόμενον καὶ ἤδη διὰ τῆς κακούργου συμμορίας, τοῦ φόνου τῶν εὐγενῶν Ἄγγλων καὶ Ἰταλοῦ, τρανῶς ὁμολογούμενον, δὲν εἶναι παράβασις τοῦ ἑρμηνευθέντος τούτου διεθνοῦς δικαίου; Καὶ διὰ τοῦτο λοιπὸν ἑρμηνεύθη παρὰ τῶν συνελθουσῶν ἑπτὰ Σ. Δυνάμεων ἐρήμην ἡμῶν, ἵνα παραβιάζηται μὲ τὴν βλάβην, μὲ τὸν φόνον αὐτῶν τῶν ἰδίων, καὶ ἐξεγείρηται ἀδίκως ἐκ παραγνωρίσεως καὶ πλάνης βαρεῖα μομφὴ, παρέμβασις καὶ ἀπειλὴ καθ’ ἡμῶν; κατόπιν δὲ καὶ ὑποχρέωσις ὡς εἶναι ἡ παροῦσα, ἡ ζητουμένη ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς, ἣν ἡμεῖς ἀποκρούομεν ὡς μὴ ὀφειλομένην παρ’ ἡμῶν καὶ ἄδικον, ἀλλὰ χάριν τῆς παλαιᾶς εὐεργέτιδος καὶ φίλης δυνάμεως μεγάλης Ἀγγλίας, παρεμβαινούσης, τὴν παραδεχόμεθα, ἀξιοῦντες διὰ τῆς παρεμβάσεώς της νὰ συνδράμῃ, ἵνα καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρωτοκόλλου καὶ ὁ τοῦ τελευταίου ἐν Παρισίοις, τοῦ ἐπιβαλόντος τὴν ἑρμηνείαν τοῦ διεθνοῦς δικαίου μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς γείτονος δυνάμεως, ἐκπληρωθῶσιν, ἡ δὲ χώρα ἡμῶν καὶ ἡ γείτων, ὡς καὶ οἱ προσερχόμενοι εὐγενεῖς ξένοι τῶν φίλων δυνάμεων εὑρίσκωσι τὴν δέουσαν ἀσφάλειαν διὰ τῆς καταλλήλου μεταῤῥυθμίσεως τῶν ὁρίων.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὅταν ἐκλήθημεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, εὕρομεν ἐκκρεμῆ ἐνώπιόν μας μίαν ἀπαίτησιν μετ’ ἐπιμονῆς ἐπιδιωκομένην, τὴν ἀπαίτησιν τῆς κατὰ θέλησιν τῶν ἐπιτρόπων Ἄγγλων ἀναθεωρήσεως τῆς ἀνακρίσεως. Δύο ἐπιστολαὶ τοῦ Σελιάμη ἐκρύβησαν, ἄλλαι ἀνωμαλίαι ἔλαβον χώραν ἐναντίον τῆς συμφωνίας τῆς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν· ἔλεγον, αὐτὸ προσβάλλει τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὸ συμπέρασμα αὐτῆς, τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον οὕτω δὲν εἶναι προϊὸν ἀνακρίσεως εἰλικρινοῦς, καθαρᾶς· ἑπομένως ἡ ἀνάκρισις αὐτὴ δὲν δύναται νομίμως νὰ ὑφίσταται, πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ. Εἰς τὴν αἴτησιν αὐτὴν ἀντετάξαμεν, καθὼς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐὰν ἦτο εἰς τὴν θέσιν μας ἤθελε πράξει, ἄρνησιν· δὲν τὴν δεχόμεθα τὴν αἴτησιν, εἴπομεν, διότι οἱ νόμοι ἡμῶν τὸ ἀπαγορεύουν· εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνάκρισις ἐναντίον ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἓν βούλευμα ἐκήρυξεν ἀθώους· δὲν εἶναι δ’ ἀκριβὲς, ἰσχυριζόμεθα, ὅτι εἰλικρινῶς δὲν ἐνηργήθη ἡ ἀνάκρισις. Δὲν ἀπεδοκιμάσαμεν, κύριοι, καὶ τὸ λέγω ἐπισήμως, διότι ἐπισήμως καὶ τότε τὸ εἴπομεν, καὶ χθὲς τὸ ἐπανέλαβον πρὸς τὸν ἁρμόδιον πρέσβυν, δὲν ἀπεδοκιμάσαμεν οὔτε ἐμέμφθημεν τὴν διαγωγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰργάσθη καλῇ τῇ πίστει καὶ ἐντίμως. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ἔρσκιν, ἀλλὰ δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐπιμείνω, διότι εἰς τὴν ἐπιμονήν μου αὐτὴν εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς ἐνήργησεν ἐν καλῇ τῇ πίστει καὶ ἐντίμως, ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, δὲν ἀρνούμεθα ὅτι μία παράλειψις ἔλαβε χώραν, παράλειψις ἐκ καλῆς πίστεως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξήτασεν, ἂν αἱ ἐπιστολαὶ αὗται δίδουν χώραν εἰς καταδίωξιν ποινικὴν, ἀλλὰ τοιαύτη δὲν ἠδύνατο κατὰ νόμον νὰ ἐνεργηθῇ, ὅπως τὸ γεγονὸς ἐπαρουσιάζετο. Ἑπομένως ὁ εἰσαγγελεὺς καλῇ τῇ πίστει ἐκήρυξεν ὡς πρὸς τοῦτο περαιωμένην τὴν ἀνάκρισιν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὰς ἐπιστολὰς αὐτὰς ὡς ἀφετηρίαν περαιτέρω ἀνακρίσεως καὶ περαιτέρω ἐξετάσεως πρὸς ἀνακάλυψιν ἄλλων τυχὸν ἐνόχων, ἂν ὑπῆρχον τοιοῦτοι. Εἶναι λοιπὸν ἡ διαγωγὴ τοῦ Εἰσαγγελέως, εἴπομεν, εἰλικρινὴς καὶ ἀθώα, καὶ κατὰ τοῦτο μόνον προσκόψασα, ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδενὸς συμφέρον βλάπτεται, διότι τοῖς εἴπομεν· ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἐάν τινες δὲν ἐξητάσθησαν, ἂν δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς τὸ βούλευμα καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν, νὰ ζητήσητε νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἡ ἀνάκρισις. Καὶ πρὸς τοῦτο συνεφώνησε καὶ αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι εἶναι νόμιμος καὶ ἀναντιῤῥήτως ἀποδεκτὴ ἡ ἀπαίτησις τοῦ παθόντος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις κατ’ ἐκείνων, καθ’ ὧν ἤθελον ὑπάρχει ὑπόνοιαι ὡς ἐνόχων τοῦ ἐγκλήματος καὶ καθ’ ὧν δὲν ἀπεφάνθη τὸ βούλευμα· ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα, ἐπαναλαμβάνομεν, νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνάκρισις ὡς πρὸς τοὺς ἀθωωθέντας διὰ τοῦ βουλεύματος. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἅμα ὡς ἐπληροφορήθη, ὅτι τὸ δίκαιον καὶ ὁ νόμος ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποχωρήσῃ, νὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους μας. Δευτέρα ἀμφιβολία ἤρχετο ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐπεμβάσεως τῶν ξένων εἰς τὴν ἀνάκρισιν· τοῦτο εἴμεθα ἀποφασισμένοι ν’ ἀποκρούσωμεν. Ἐνομίζομεν, κύριοι, ὅτι ὠφείλομεν χάριν σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἐπέμβασιν ταύτην, παραιτοῦντες εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν τὸ χαρτοφυλάκιον· ἄλλως τε περιστάσεις σοβαραὶ καὶ ἐπικίνδυνοι ἴσως, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε προεκάλεσαν ἀντίθετον ἀπόφασιν, δὲν ὑφίσταντο πλέον. Ὅτε, κύριοι, μετὰ ἐπανειλημμένας συζητήσεις καὶ ἀλληλογραφίας, ἔζη ἀκόμη ὁ μακαρίτης Χριστόπουλος καὶ διεύθυνε, καί τοι ἀσθενῶν, τὸ ὑπουργεῖον, ἦλθεν ἡμέραν τινὰ νὰ μοὶ ἀναγγελθῇ ὁ κύριος Ἔρσκιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του ἐνέδιδεν εἰς τὴν αἴτησίν μας ταύτην, καὶ συνεφώνησε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνάκρισις παρὰ ὡς πρὸς ἐκείνους μόνον, περὶ ὧν τὸ βούλευμα δὲν εἶχε τίποτε ἀποφανθῇ· ὅτι ἀπέχουν ὁλωσδιόλου οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς ἀπὸ τοῦ νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν ἀνάκρισιν, τότε ὁμολογῶ ὅτι ᾐσθάνθην εὐχαρίστησιν, δὲν τὴν ἐξέφρασα ὅμως, καὶ ὁ κύριος Ἔρσκιν τὸ ὁμολογεῖ· «Ἐφάνη, λέγει, λίαν εὐχαριστημένος ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος». Ἐφάνην, ἀλλὰ δὲν εἶπα τίποτε, ἔσπευσα ὅμως νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν ὑπὲρ ἡμῶν· «ἐξακολουθοῦμεν, εἶπον, λοιπὸν ἀμέσως τὴν ἀνάκρισιν καὶ διατάττομεν νὰ γείνῃ τοῦτο, ὅπως συμφωνεῖτε· ἐξακολουθοῦμεν δὲ νὰ ἐπισπεύδωμεν τὴν δίκην τῶν κακούργων ἐκείνων, οἵτινες τόσον κακὸν προὐξένησαν εἰς τὴν πατρίδα.» Ἐὰν, κύριοι, εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω παρ’ ἐμοὶ τὸν ἔντιμον κύριον Μίλησην, ἤθελέ μοι ἐμπνεύσει περισσοτέραν ἑτοιμότητα πνεύματος, περισσοτέραν τόλμην· ἴσως ἤθελον εἴπει εἰς τὸν πρέσβυν τότε· «καὶ ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι τολμᾶτε νὰ παρουσιάζησθε ἐνώπιόν μου μὲ ἐπιφυλάξεις; Καὶ τί δικαίωμα ἔχει ἡ Βασίλισσα νὰ λέγῃ «κάμετε ὅ,τι θέλετε καὶ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ κανονίσω κατόπιν τὴν πορείαν μου;» δὲν ὁμοιάζομεν (ἐξακολουθῶ ἀντιγράφων τὸν κ. Μίλησην) ἡμεῖς, ἤθελον τῷ εἴπει, σᾶς τοὺς δούλους, τὰ ἀνδράποδα· δὲν ἔχετε ἀκόμη ἐνώπιόν σας τοὺς κινδύνους ἐκ τῆς Ἀμερικῆς, καὶ ὅμως σπεύδετε νὰ συμβιβάσητε τὴν μεγάλην ὑπόθεσιν τῆς Ἀλαβάμας πρὶν ἴδητε τὴν βίαν καὶ τὰ ἐκ τῆς ἀρνήσεώς σας κακὰ, διότι εἶσθε δοῦλοι καὶ ἀνδράποδα· ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴμεθα τοιοῦτοι, ἡμεῖς θέλομεν τὴν ῥάβδον, καὶ ὅταν μᾶς τύψητε, τότε θέλομεν ὑποκύψει. Δὲν ὁμοιάζομεν σᾶς, οἱ ὁποῖοι ὑποκύπτετε πρὶν ἴδητε τὴν βίαν. Αὐτὰ, κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι οὔτε τὸ θάῤῥος, οὔτε τὴν ἑτοιμότητα τοῦ πνεύματος εἶχον νὰ τὰ εἴπω. Ηὐχαριστήθην διότι ἡ Ἀγγλία ἐνέδωκεν εἰς τὰς παρατηρήσεις μας, ἐσεβάσθη τὰς ἐνστάσεις μας καὶ δὲν ἐπέμεινε νὰ παραβιάσωμεν ἡμεῖς τὸν νόμον καὶ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἡ νομοθεσία μας ἀπαγορεύει. Τοῦτο μᾶς ἤρκει, καὶ ὁ κύριος Μίλησης μὲ συγχωρεῖ, ἂν δὲν ἀντετάχθην εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας καὶ δὲν τῆς ἠμφισβήτησα τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἰς ἑαυτὴν ἐπεφυλάξατο, ἂν τέλος πάντων δὲν ἐδείχθην μωρός. Ὑπῆρχε, κύριοι, καὶ μία ἄλλη ἀπαίτησις, ἡ ἀπαίτησις τῆς παύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως· ἡ ἀπαίτησις αὕτη ἤρχετο ὡς συνέπεια μομφῆς, διὰ τοῦτο δὲν προὐκαλέσαμεν τὴν παῦσιν· ἀλλ’ ὅταν καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς ἐκήρυξεν ἑαυτὸν ἀναρμόδιον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, ἀφ’ οὗ ἓν τῶν διαφερομένων μελῶν εἶχε βαρείας ὑπονοίας, δικαίας ἢ ἀδίκους, ὅπως θέλετε, ἐναντίον τῆς εἰλικρινείας του, ἔλεγεν ὁ Εἰσαγγελεύς· «δὲν εἶμαι πλέον ὁ κατάλληλος νὰ διευθύνω τὴν ἀνάκρισιν, διότι ἐναντίον μου ἠγέρθησαν ἄδικοι ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐκλείψωσι καὶ διὰ τοῦτο ἄλλος πρέπει ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀνακρίσεως.» Καὶ ἂν, κύριοι, δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ λόγος, δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ δυσκολία, ἐπλημμελήσαμεν ἆρα, διότι ἐνδίδοντες εἰς ἀπαίτησιν τοιαύτην τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, διωρίσαμεν ἕτερον Εἰσαγγελέα νὰ διευθύνῃ τὴν ἀνάκρισιν; Ἂν διὰ τοῦτο ἐπράξαμεν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ εὐκολύνῃ τὴν τακτοποίησιν τῶν πραγμάτων, ὡς ἤδη ἔχουσι, δεχόμεθα νὰ μᾶς καταδικάσητε.
§24ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἐζήτησεν ὁ κ. Ἔρσκιν; αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν μᾶς τὸ ἐζήτει ὁ κ. Ἔρσκιν, καὶ ἂν μᾶς ἐζήτει αὐτὴν τὴν θυσίαν ὁ ἀντιπρόσωπος μιᾶς δυνάμεως, ὡς τῆς Ἀγγλίας, κατόπιν τῶν μεγάλων συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν καὶ ἐξηκολούθουν διαδραματιζόμενα, δὲν ἠθέλομεν δυσκολευθῆ νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἱκανοποίησιν, ἂν μάλιστα αὐτὸ μόνον μᾶς ἐζήτει καὶ οὐδὲν ἄλλο· καὶ δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, ὅλα νὰ τὰ μεμφώμεθα, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ δείξωμεν, ὅτι εἴμεθα καθ’ ὅλα γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν προπατόρων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν Θεὸν τὸ σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα κατηγοροῦντο· αὐτὸ μοὶ φαίνεται ἐπεχείρησεν ὁ κ. Μίλησης νὰ πράξῃ. Ἰδοὺ, κύριοι, τί εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις ὡς πρὸς τὸ μέρος, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀνάκρισιν. Δὲν ἔχομεν περὶ τούτου πολλὰ ἔγγραφα νὰ δημοσιεύσωμεν· ὅσα εἴχομεν ἐδημοσιεύθησαν, δὲν ἔχομεν δὲ δυσκολίαν, ἂν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τοιαῦτα, νὰ τὰ δημοσιεύσωμεν· δὲν ἀγαπῶμεν νὰ κρύψωμεν τίποτε, κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον μικρὸν μέρος ἐλάβομεν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Τὸ κακούργημα τοῦ Δήλεσι, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἐξήγειρε τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν ἐν Ἀγγλίᾳ. Μέχρι τινὸς ἐξεπέμποντο καθαραὶ φωναὶ ὀδύνης καὶ συμπαθείας ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῶν πεσόντων ἀπὸ τὴν μιαιφόνον χεῖρα τῶν κακούργων τοῦ Πικερμίου. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, μία παρεξήγησις ἔλαβε χώραν, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο τοιαύτη, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔλαβε χώραν, τὸ αἴσθημα τῆς λύπης, τὸ αἴσθημα τοῦ πένθους μετεβλήθη εἰς ἀγανάκτησιν, εἰς ἐπιθυμίαν ἐκδικήσεως κατὰ τῆς Ἑλλάδος· δὲν παρέστη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς ὄψεις τοῦ παρωργισμένου λαοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὡς τὸ παίγνιον κακούργων τινῶν, ὡς τὸ θῦμα μιαιφόνων χειρῶν, ἀλλ’ ὡς ἑστία κακούργων, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐλάμβανον μέρος, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πλέον ἀποτρόπαια τῶν κακουργημάτων ὄργια ἐτελοῦντο· ἡ παρεξήγησις αὕτη διὰ τοῦτο, κύριοι, ἤγειρεν εἰς τὸν ὑπέρτατον βαθμὸν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα λίαν εὐχαριστημένοι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἠδυνήθη δι’ ἀγώνων καὶ προσπαθειῶν μεγάλων νὰ παρεκτρέψῃ τὴν ὀργὴν τοῦ κοινοῦ καὶ νὰ ἀπομακρύνῃ ὅλας τὰς προτάσεις καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνοντο ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας μας... Πρέπει, κύριοι, νὰ εἴμεθα πολὺ εὐγνώμονες ἀντὶ νὰ παραπονώμεθα ἤδη, διότι μία κυβέρνησις συνταγματικὴ, τὴν ὁποίαν ἐπηρεάζει ἡ δημοσία γνώμη, ἠδυνήθη νὰ ἀντιταχθῇ καὶ νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὸν τόπον μας κινδύνους πολλὰ μεγάλους. Τὸ ἔγκλημα, κύριοι, περὶ οὗ πρόκειται, ἡ Ἑλλὰς τὸ εἶδε μὲ περισσοτέραν φρίκην, μὲ περισσοτέραν ἀγανάκτησιν, ἢ αὐτὴ ἡ ἰδία Ἀγγλία. Διατί ὅλοι παρηκολουθήσατε ἐνδάκρυες τοὺς νεκροὺς ἐκείνους; διατί ἡ ἀνησυχία καὶ ὁ θόρυβος εἶχε καταλάβει ὅλους; διατί ἡ κατήφεια ἐπεκάλυπτε τὸ πρόσωπον ὅλων; διατί ἡ συναίσθησις τοῦ κακοῦ δὲν περιωρίσθη ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐξετάθη ὅπου ὑπῆρχεν ἑλληνικὴ ψυχή; Τέσσαρες ἄνθρωποι ἔπαθον δυστύχημα ἀπὸ ἓν ἰδιωτικὸν κακούργημα, ὅπως πολλοὶ κατὰ δυστυχίαν εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἔπαθον· διατί ἡ ἐξαίρεσις διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς; Τὸ κοινὸν αἴσθημα, σοφώτερον ὅλων ἡμῶν καὶ ὅλων τῶν δικανικῶν λεπτομερειῶν, ἠννόησε τὸ μέγα δυστύχημα καὶ ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ καὶ ἐμπράκτως τί ἐφρόνει καὶ πόσον ἀπεδοκίμασε τὸ ἔγκλημα· ἰδοὺ διατί ἐπῆλθεν αὐθόρμητος ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ προσφορὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐκτὸς Ἑλλήνων χρηματικῶν βοηθειῶν πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ· τὸ τοιοῦτον ἦτον ἁπλοῦν αἴσθημα συμπαθείας ἁπλοῦν αἴσθημα φιλανθρωπίας πρὸς οἰκογένειαν, παθοῦσαν καὶ καταστραφεῖσαν; Βεβαίως, κύριοι, ἡ φιλανθρωπία ἔχει τὸ μέρος της, ἀλλὰ τὴν ἑλληνικὴν συνείδησιν ἐπίεζε ἀνώτερόν τι καὶ σπουδαιότερον, ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπερασπίσεως, τῆς διατηρήσεως τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος. Ἤθελον καὶ διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς νὰ ἐξαλείψωσι καὶ τὰ τελευταῖα ἴχνη τοῦ ἐγκλήματος, ἤθελον νὰ μὴ ἀφήσωσι δυστυχῆ ὄντα πάσχοντα καὶ ταλαιπωρούμενα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἤθελον προκαλεῖ τὴν συμπάθειαν καὶ ἀναμιμνήσκει εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ ἔγκλημα, τοῦ ὁποίου θύματα ἐγένοντο. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσε τότε τοὺς Ἕλληνας καὶ οὐδεὶς ἐξήτασεν οὔτε τοὺς λόγους τοῦ δικαίου, οὔτε τοὺς λόγους τῆς ἀνάγκης, διότι δίκαιον καὶ ἀνάγκη ἦτον ἡ τιμή, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἰδοὺ διατί καὶ ὁ Βασιλεὺς αὐθορμήτως ὑπεσχέθη ὅ,τι ὑπεσχέθη, καὶ ἂν ἡμεῖς ἐνταῦθα δικανικῶς μικρολογοῦντες ἀρνηθῶμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, ὁ Βασιλεὺς θέλει πράξει, ὡς ἀπεφάσισε, διότι εἰς τὰ στήθη του ἐμφωλεύει ἡ εὐγενὴς καὶ μεγάλη ἰδέα, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τὴν πρώτην του ἀπόφασιν· ἦτον ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἴχομεν πάντες, οὐχὶ φόβου, οὐχὶ συμπαθείας, ἀλλ’ αἴσθημα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὑποθέτω, κύριοι, τί λέγω ὑποθέτω; εἶμαι βέβαιος, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἔντιμοι προκάτοχοί μου μὲ ἀναιρέσωσιν, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα, συνεπεία τῆς ὁποίας παρεδέχθησαν τὴν περὶ ἧς πρόκειται αἴτησιν τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ. Τί ζητοῦμεν σήμερον, ἂν ὀφείλωμεν κατὰ νόμον νὰ πληρώσωμεν; ποῖος, κύριοι, ἠδύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο ἐνώπιόν σας; Ἐγὼ χθὲς τὸ ἠρνήθην ἐνώπιον τοῦ κυρίου πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας· εἶπον ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς καὶ δὲν ἤθελον δεχθῆ τὴν ἀρχὴν ὡς νόμιμον ὑποχρέωσιν. Ὄχι λοιπόν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν συζητοῦν ἐνώπιόν σας, δὲν ζητοῦμεν νὰ καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὀφείλετε ἀποζημίωσιν, καὶ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς ἐξηγήσητε τί συνέβη εἰς ἕτερα κράτη, καὶ ὅτι τὸ δημόσιον ἐκεῖ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀποζημιώσῃ διὰ τὰ πραττόμενα ἐγκλήματα· οὔτε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς εἴπητε τὶ τὸ διεθνὲς δίκαιον λέγει ἐπὶ τῆς περιστάσεως αὐτῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν, δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἀπειλῆς καὶ βίας· ταῦτα προτείνετε ὡς ἐπιχειρήματα διὰ νὰ τὰ ἀποκρούσητε εὐκόλως ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐνῷ εἰς τὰ πράγματα, καὶ ὁσάκις ἐπαρουσιάσθησαν κατὰ δυστυχίαν τοιαῦτα, οἱ λόγοι ὑπεχώρησαν καὶ ἀλλοία ἐδείχθη ἡ διαγωγὴ ἡμῶν, διότι τοιαύτη εἶναι δυστυχῶς ἡ κατάστασίς μας. Ἂς μὴ μεγαλαυχῶμεν δὲ ἐν οὐ δέοντι. Δὲν σᾶς ζητεῖται, κύριοι, ὅ,τι σᾶς ζητεῖται διὰ νὰ ἀποφύγητε κινδύνους, δὲν σᾶς προτείνομεν ὡς μέσον, διὰ νὰ σᾶς πείσωμεν, τὴν ἀπειλὴν καὶ τὰς κακὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς ἀρνήσεως ἠδύναντο νὰ προέλθουν, διότι οὔτε ν’ ἀρνηθῶμεν, οὔτε νὰ βεβαιώσωμεν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε τοῦτο! Σᾶς λέγουν ὅμως, «φοβεῖσθε τὴν Ἀγγλίαν; καὶ τί θέλει σᾶς κάμει; Οἱ παρόντες καιροὶ δὲν ἐπιτρέπουν εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ τίποτε, ἂν ἀρνηθῆτε· τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· τέλος πάντων περιμείνατε νὰ ἔλθωσι διὰ τῆς βίας νὰ σᾶς ἐπιβάλουν ὅ,τι σᾶς ζητοῦν, μὴ προβλέπετε, καὶ ἀντὶ νὰ θυσιάσητε μικρὰ συμφέροντα ἐνώπιον ἐνδεχομένου κινδύνου, ἐπιμείνατε ἀπεναντίας καὶ κηρύξατε ὡς ἀρχήν σας, ὅτι δὲν ὑποκύπτετε, παρὰ μόνον καὶ μόνον ὑπὸ τὰς ὀδύνας τῆς μάστιγος, καὶ οὐδέποτε ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς φρονήσεως· εἴπατε, πρὶν ἢ μᾶς τύψωσι, δὲν ὑπακούομεν».
§26ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶπον νὰ περιμείνωμεν νὰ διατυπωθῇ ἀπειλὴ, καὶ ἐπεθύμουν τοῦτο νὰ ἀντικρούσητε.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀντικρούω τίποτε· τὰ ἐπιχειρήματά σας ἦσαν ὅλως ξένα τοῦ προκειμένου, καὶ ὅλος ὁ χρόνος χθὲς κατηναλώθη ὑφ’ ὑμῶν εἰς μάτην· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς δικαιολογήσω τὸ νομοσχέδιον, οὔτε διὰ τοῦ φόβου, οὔτε διὰ τῆς ἀπειλῆς, οὔτε διὰ νομικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ δυνάμει ὑψηλοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον πᾶσα Ἑλληνικὴ ψυχὴ ᾐσθάνθη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ αἰσθάνηται. Τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ παρεδέχθη τὴν αἴτησιν, περὶ ἧς πρόκειται. Δὲν λέγω ὁ καὶ ἐγὼ, κύριοι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποκύπτωμεν εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν λέγω ὅτι πρέπει τυφλῶς νὰ παραδεχώμεθα ὅ,τι αἱ κυβερνήσεις ὑπεσχέθησαν, ἢ παρεδέχθησαν, ἀλλ’ οὔτε νὰ κηρύττωμεν ὡς ἀρχὴν ἡμῶν, ὅτι ποσῶς δὲν μᾶς δεσμεύει ἡ ὑπόσχεσις τῆς κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οὐδεμίαν ἀξίαν αὐτὴ ἔχει ἐνώπιόν μας, καὶ ὅταν πρόκηται ἀκόμη περὶ μικροῦ ποσοῦ ἀργυρίου. Δὲν δύνασθε, κύριοι, νὰ καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ὡς ἀρχὴν κυβερνητικὴν, διότι εἰς πρώτην στιγμὴν, καθ’ ἣν καθιερώσετε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, δὲν εἶσθαι πολιτισμένον ἔθνος, καὶ οὐδὲν ἔθνος θὰ δυνηθῇ καὶ νὰ διαπραγματευθῇ καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς σχέσεις καὶ συμφωνίας μαζύ σας. Ἀναμετρήσατε ὅλας τὰς συνεπείας τοιαύτης ἀποφάσεως· πιστεύω ὅτι δὲν θέλετε νὰ ζήσητε ἐν τῷ κόσμῳ ἄνευ ὑπολήψεως. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ παρεδέχθη, ὅτι πρέπει νὰ περιθάλψωμεν τὴν δυστυχῆ αὐτὴν οἰκογένειαν, καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ παρουσιάζεται ἐνώπιόν σας καὶ σᾶς ζητεῖ τὸ αἴσθημα αὐτὸ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἐνεπνεύσθητε, νὰ τὸ ἐκφράσητε σήμερον καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι ἐδῶ ἐκτὸς τῶν οἰκιῶν σας αἱματοκυλίσθη ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ὕπαρξις δυστυχοῦς οἰκογενείας, καὶ αἱματοκυλίσθη ἀδίκως καὶ οἰκτρῶς εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τῆς φιλοξενίας καὶ τῆς ἀγάπης. Θέλετε λοιπὸν ν’ ἀρνηθῆτε τὸν ἄρτον εἰς τὴν δυστυχῆ αὐτὴν οἰκογένειαν, ὅταν μάλιστα αὕτη προστατεύεται ἀπὸ μίαν φίλην καὶ εὐεργέτιδα Δύναμιν; Τοῦτο πρέπει πολὺ νὰ σταθμίσητε. Ὅταν μία Δύναμις Μεγάλη καὶ εὐεργέτις, θυσιάσασα τόσα ὑπὲρ τοῦ τόπου αὐτοῦ, θέτει ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν σας μίαν συμπολίτιδά της, νομίζετε ὅτι εἶναι ἀδιάφορον; ἂν σεῖς διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας εἴπητε, δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν σύστασιν, τὴν περιφρονοῦμεν; ἐδεικνύομεν ἐπιθυμίαν νὰ πράξωμέν τι, ὅταν ὁ φόβος ἢ ἡ ἀνάγκη μᾶς ἐπίεζεν, ἐσπεύσαμεν τότε, διότι δὲν ἠξεύραμεν ποῦ θὰ καταντήσωμεν. Τώρα τὸ ζήτημα ἔρχεται ἄνευ δυστυχημάτων, ἄνευ κακῶν, δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ φοβηθῶμεν· διὰ τοῦτο ἀρνούμεθα ὅ,τι ἔκτοτε ὑπεσχέθημεν νὰ πράξωμεν διὰ τὴν δυστυχῆ αὐτὴν χήραν. Ἰδοὺ πῶς θὰ σχολιασθῇ ἡ σημερινὴ ἄρνησίς μας. Κύριοι, οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἠλευθέρωσαν τὸν τόπον τοῦτον, δὲν ἐφέροντο οὕτω πρὸς τὰς ἰσχυρὰς καὶ πρὸς τὰς φίλας Δυνάμεις· ἰδίως εἶχον, καθὼς λέγουν οἱ ἔντιμοι συμπολῖταί μας Ἑπτανήσιοι, ἀνασκοπήν τινα. Ὅταν, κύριοι, ἐνώπιον ἑνὸς μεγάλου συμφέροντος, εἴτε ὑλικοῦ, εἴτε ἠθικοῦ, ἀποφασίζῃ ἓν ἔθνος νὰ κάμῃ θυσίαν τινὰ, ἡ θυσία αὕτη δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἔθνος αὐτὸ ἀνέχεται τὴν περιύβρισιν τῆς ἀνεξαρτησίας του καὶ τῆς αὐτονομίας του· διόλου, κύριοι· αἱ θυσίαι αὗται δὲν τὸ ὑποβιβάζουν, δὲν τὸ ἐξευτελίζουν, ὅταν αὗται ἦναι θυσίαι ἐμπνεόμεναι ὑπὸ φρονήσεως καὶ πατριωτισμοῦ, σκοπὸν ἔχουσαι νὰ ἐξασφαλίσωσι μεγαλεῖτερα συμφέροντα. Καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν πράττουν καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα ἔθνη ὁσημέραι; τί βλέπομεν πραττόμενον εἰς τὰ μεγάλα αὐτὰ ἔθνη τὰ κολοσιαῖα; Δὲν βλέπομεν ἐκεῖ μεγάλας παραχωρήσεις γινομένας πρὸς ἀποσόβησιν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἔχει ὡς συνέπειαν καταστροφὴν καὶ βλάβην μεγαλειτέρων συμφερόντων; Καὶ ὅταν, κύριοι, συνεπείᾳ τοιούτων ἰδεῶν πρόκηται νὰ κάμητε θυσίαν τινά, νομίζετε, ὅτι κάμνετε πρᾶξιν ἐξευτελισμοῦ, ταπεινώσεως; ἀρνεῖσθε τὴν αὐτονομίαν σας; βεβαίως ὄχι· σᾶς λέγω δὲ ὅτι τὸ ἀντίθετον εἶναι θυσία, τὴν ὁποίαν θὰ κάμητε, ἐὰν τὴν σύστασιν αὐτὴν, τὴν φιλικὴν, τὴν εὐγενῆ περὶ χορηγίας αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ εἰς τὴν χήραν Λοῢδ τὴν ἀποῤῥίψητε· ἡ θυσία τῶν δημοσίων συμφερόντων οὕτω δὲν θέλει ἀποσοβηθῆ, θέλει γίνει ἀλλοία ὅμως, ἐὰν σεῖς, ἡ Βουλὴ, θελήσητε νὰ ἀποῤῥίψητε καὶ δὲν καταδεχθῆτε νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι θυσία τῶν κοινῶν συμφερόντων εἶναι καὶ ἡ καθ’ ἡμῶν δυσαρέσκεια φίλων δυνάμεων καὶ τοῦ δημοσίου πνεύματος. Οἱ πατέρες λοιπὸν ἡμῶν διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν συμπάθειαν καὶ προστασίαν τῶν ἰσχυρῶν, ἡ ὁποία κατὰ μέγα μέρος παρήγαγε τὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅ,τι ἔχομεν ἤδη, δὲν ἐφέροντο οὕτως· εἶχον ἀνασκοπὰς, καὶ ἀνασκοπὰς μεγάλας πρὸς τὰς δυνάμεις· δὲν ἐνόμισάν ποτε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶσι τὰς συμβουλὰς ἢ τὰς προτροπὰς τῶν δυνάμεων χάριν ἑνὸς μεγάλου σκοποῦ καὶ νὰ κάμωσι θυσίαν τινά· καὶ τῆς ὀρθότητος τῆς διαγωγῆς αὐτῆς τῶν πατέρων ἡμῶν ἔχομεν ἀπόδειξιν τὴν Ἑλλάδα, ἐλευθέραν καὶ ἀνεξάρτητον μὲ παρὸν καὶ μέλλον, ὡς ἐλπίζω Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω τίποτε περισσότερον. Νομίζω ὅτι ἀνταπεκρίθην εἰς τὸ αἴσθημα καὶ εἰς τὰς ἰδέας σας. Ὅ,τι σᾶς παρακαλῶ εἶναι νὰ μὴ ἐξετάσητε ὑπὸ δικανικὴν λεπτολογίαν τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι δὲν εἶναι τοιοῦτον· πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ περὶ αὐτῆς πρόκειται ἤδη.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
§29ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσιριμῶκος.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς κάμωμεν πέντε λεπτῶν διακοπήν. Ὥρα 6 παρὰ 20|60.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Μίληση μὲ κατέθελξεν, ἀλλὰ ἡ σημερινὴ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ μὲ κατέπληξεν. Ἐθαύμασα, κύριοι, πάντοτε τὴν ἰσχὺν τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλ’ οὐδέποτε τὴν ᾐσθάνθην τοσοῦτον, ὅσον σήμερον· καθότι σήμερον μόνον μετὰ ἑπταετῆ βίον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εὑρίσκομαι εἰς ἀντίθεσιν φρονημάτων, δὲν λέγω πεποιθήσεων, μετὰ τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ· ἐλπίζω δὲ καὶ εὔχομαι, καὶ πέποιθα, ὅτι θὰ ᾖναι καὶ ἡ τελευταία. Ἠσθάνθην δὲ καὶ αἰσθάνομαι τόσον περισσότερον τὴν ἰσχὺν ταύτην τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ λόγου, τῆς τέχνης, ὅσον ἔρχομαι ἀμέσως κατόπιν αὐτοῦ ἵνα τὸν ἀντικρούσω. Ἐθαύμασα πῶς ἠδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου τὴν ψυχὴν (ἀπὸ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου, ὁ ὁποῖος, ὄχι χθὲς μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Μίληση, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ζητήματος τούτου ἤμην ἀκραδάντως πεπεισμένος ἐν ἀρχῇ κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου), ἐθαύμασα, λέγω, πῶς ἠμπόρεσε νὰ ἐξαλείψῃ ἀπ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου τὴν ψυχήν, δὲν σᾶς λέγω τὸ ὅλον, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἄφησεν ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Μίληση. Ἐθαύμασα πρὸς τούτοις τὴν τέχνην, δι’ ἧς κατώρθωσε νὰ παραμερίσῃ τὴν συζήτησιν, νὰ μετακινήσῃ τὸ θέμα ἀπὸ τὴν φυσικὴν αὐτοῦ θέσιν καὶ νὰ σᾶς φέρῃ ἐνώπιόν σας μόνον καὶ μόνον καὶ γυμνὸν τὸ ζήτημα τῆς φιλανθρωπίας, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ νὰ προφυλαχθῆτε ἀπὸ δικανικὰ ἐπιχειρήματα καὶ ζητήματα, καὶ νὰ μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας παρὰ μόνον καὶ μόνον τί; μίαν συμπολίτιδα εὐεργέτιδος δυνάμεως, τῆς Ἀγγλίας, τιθεμένην παρ’ αὐτῆς τῆς Ἀγγλίας ὑπὸ τὴν προστασίαν σας. Καὶ ἐχρειάσθη προσοχή τις, κύριοι, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ ἐννοήσω ὅτι τὸ ζήτημα παραμερίζεται. Τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον σᾶς ἐκέντησεν εἶναι τόσον τρυφερόν, τὸ αἴσθημα τοῦτο τὸ αἰσθανόμεθα τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἀπ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου τὴν ψυχὴν ἠδυνήθη ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ ἥμισυ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας πρότερον ἔλαβα. Ἀνάγκη λοιπόν, κύριοι, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα καὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν ἐν τῇ φυσικῇ αὐτοῦ θέσει. Ὅσον ἰσχυρὰ καὶ ἂν ᾖναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν, ἵνα τὸ παραμερίσῃ, δὲν παραμερίζεται, ἀνάθεμά το, δὲν ἀλλοιοῦται, μένει πάντοτε τὸ ἴδιον. Ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα, κύριοι, καὶ ἀνάγκη ὡς ἐκ τούτου νὰ ἦμαι ὀλίγον τι ἐκτενέστερος ἀφ’ ὅ,τι πρὶν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἐσκεπτόμην νὰ ἦμαι, καὶ θὰ κουράσω ὀλίγον τὴν ὑπομονήν σας. Ζήτημα φιλανθρωπίας. Θέλω ἀκολουθήσει τὸν κύριον πρωθυπουργὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ διὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσω, τοῦ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ μίαν ἐρώτησιν· ἐὰν ἡ σφαγὴ ἐν Δήλεσι δὲν συνέβαινε, ζήτημα Δοῦδ θὰ εἴχομεν; ἐπειδὴ ἀπὸ τὰ ὅσα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον, εἶναι, κύριοι, ἀναντίῤῥητον ὅτι οὐ μόνον ζήτημα Δοῦδ δὲν θὰ εἴχομεν, ἐὰν ἡ σφαγὴ ἐν Δήλεσι δὲν συνέβαινεν, ἀλλὰ καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤκουσεν ἡ ταλαίπωρος Ἑλλὰς εἰς τὸ διάστημα 11 μηνῶν ἀπὸ τὰς ἀγγλικὰς ἐφημερίδας καὶ Βουλὰς διὰ τὴν λῃστείαν τοῦ Μαραθῶνος δὲν ἤθελε τὰ ἀκούσει, ἂν αὐτὴ ἡ μεγάλη ἱστορία τῆς αἰχμαλωσίας τῶν τεσσάρων εὐγενῶν ξένων ἤθελε τελειώσει, καθὼς συνήθως τελειώνουν, ἤγουν μὲ τὴν πληρωμὴν λύτρων. Ὁ κύριος Μίλησης σᾶς ἀνέγνωσε χθὲς τὰς ἐφημερίδας τοῦ Λονδίνου τί ἔγραφον, καὶ τί ἔλεγον, ὅταν ἀνηγγέλθη ἐκεῖ ἡ αἰχμαλωσία. Δὲν εἶναι χρεία νὰ σᾶς τὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἐγὼ τώρα. Ἐνθυμεῖσθε τὸν Χρόνον, τὰ Ἡμερήσια Νέα καὶ ὅλας τὰς ἄλλας ἐφημερίδας τί περιεῖχον, «αἰχμαλωτίσθησαν ἔλεγον τρεῖς, τέσσαρες ξένοι· εἶναι ἀληθές, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς προστατεύσωμεν ὡς ὑπηκόους, ἀλλὰ ὅταν πληρώσωσι, θέλουσι γράψει τὸ μυθιστόρημά των, καὶ θέλει γελάσει καὶ ἡ Ἑλλάς, ὡς καὶ ἡμεῖς». Ἐὰν ἡ σφαγὴ δὲν συνέβαινεν, ἐὰν αἱ αἰχμάλωτοι ἐλευθερόνοντο, εἰς τὴν ψυχράν, τὴν βόρειον φαντασίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ἤθελεν ἀφήσει τοσαύτας ὡραίας ἐντυπώσεις ἡ αἰχμαλωσία, ὥστε, ἐὰν ὁ Τάκος ἀργότερα ἐσυλαμβάνετο καὶ τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια τὸν κατεδίκαζον, ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας ἤθελον ζητήσει τὴν χάριν, καὶ πρῶτοι ἤθελον συμπράξει ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς ζωῆς τῶν λῃστῶν ἐκείνων. Ἡ σφαγὴ λοιπὸν, ἰδοὺ τὸ ζήτημα τῆς Λόϋδ, ἰδοὺ τὸ ζήτημα τοῦ Δήλεσι. Τίς ὁ ἔνοχος διὰ τὴν σφαγὴν ἐκείνην; Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην σας περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἴσως ἐλησμονήθησαν ἢ τόσον ζωηρῶς σήμερον δὲν ἀναμιμνήσκονται. Ἡ πρώτη εἴδησις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν πρεσβείαν περὶ τῆς αἰχμαλωσίας τῶν περιηγητῶν (δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι καὶ ἡ πρώτη εἴδησις, ἡ ὁποία ἤρχετο εἰς Ἀθήνας,) ἐδόθη εἰς τὸν κ. Ἔρσκιν παρὰ τοῦ ὑπηρέτου τοῦ Μονκάστερ. Ὁ κ. Ἔρσκιν δὲν ἐπίστευσε· γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὁποίαν ἀπάντησιν ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπηρέτην· «Μὴ πιστεύῃς, δὲν εἶναι ἀληθές· ἐὰν ἐγνώριζες τὸν τόπον καὶ τοὺς ἀνθρώπους τούτους, ὡς ἐγὼ τοὺς γνωρίζω, καὶ ἐὰν ἤξευρες, ὅτι εἶναι ὅλοι ψεῦσται, δὲν θὰ ἔδιδες ἀκρόασιν εἰς τὴν ἀγγελίαν ταύτην.» Ὡραία ἔκφρασις ἑνὸς πρεσβευτοῦ, ἀντιπροσωπεύοντος μίαν μεγάλην δύναμιν, ἀπευθυνομένη ἐν τῷ τόπῳ παρὰ τῷ ὁποίῳ εἶναι διαπεπιστευμένος πρὸς ἕνα ὑπηρέτην Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γινώσκετε τὶ ἐσχάτως ἔτρεξεν ἐν Ἰταλίᾳ μ’ ἕνα πρόξενον Ἱσπανόν. Παρεξηγήθη ἔκφρασίς τις τοῦ προξένου καὶ ἐκυκλοφόρησεν, ὅτι αὐτὸς ἀπεκάλεσε τοὺς Ἰταλοὺς ψεύστας. Ἔσπευσε νὰ τὸ διαψεύσῃ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἔγραφε· «Θὰ ἤμουν ἀνάξιος νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὴν κυβέρνησίν μου ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐὰν ἡ φράσις αὕτη ἐξήρχετο ἐκ τοῦ στόματός μου.» Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Ἔρσκιν βεβαιοῦται ὅτι ἡ αἰχμαλωσία ἦτο γεγονός. Τί ἔπραξεν; Τρέχει ἀμέσως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ἀπαιτεῖ νὰ παύσῃ πᾶσα καταδίωξις ἐναντίον τῶν λῃστῶν. Πρῶτον λάθος, τὸ λάθος τοῦτο τοῦ κ. πρέσβεως. Ἴσως καὶ πολλοὶ ἀπὸ σᾶς, φίλοι καὶ συνάδελφοι, ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν τότε εὑρισκόμενοι, θὰ ἐπάθατε ὅ,τι ἔπαθον καὶ ἐγὼ, ὅταν μοῦ εἶπον, ὅτι ὁ πρέσβυς ἀπευθείας ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ λαμβάνει μέρος εἰς τὰ συμβούλια, θὰ εἴπητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι ναὶ μὲν ὁ κ. Ἔρσκιν δὲν διεκρίθη διὰ τὸ μέγα πνεῦμά του, ἀλλὰ θὰ εἶχε τόσον νοῦν ὥστε νὰ μὴ ἀναδεχθῇ εὐθύνην εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ περιορισθῇ νὰ εἴπῃ, «λάβετε τὰ μέτρα σας πρὸς σωτηρίαν τῶν αἰχμαλώτων· ἡ εὐθύνη ἐδική σας, ἐγὼ δὲν ἀναμιγνύομαι.» Οὐδὲν ἧττον γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ πρέσβυς ἀπ’ ἀρχῆς ἀνεμίχθη ἕως τέλους, καὶ τὸ πρῶτον βῆμα ἦτον ἀπαίτησις παύσεως πάσης καταδιώξεως. Ἡ Κυβέρνησίς μας παραδέχεται τὴν ἐπέμβασιν τοῦ πρέσβεως. Ἡ κυβέρνησίς μας ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὡς συμπαρέλαβε τὸν πρέσβυν εἰς τὴν εὐθύνην της, ἀπεφάσισε νὰ παραδεχθῇ ὅλας τὰς αἰτήσεις του, νὰ κύψῃ εἰς ὅλας του τὰς ὑπαγορεύσεις. Δεύτερον λάθος τὸ τῆς κυβερνήσεως. Ἡ κυβέρνησίς μας ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. πρέσβυν· «ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι ἰδική σου· σὺ δὲν γνωρίζεις, οὔτε τὸν τόπον, οὔτε τὰ μέσα, οὔτε τοὺς ἀνθρώπους, τί θέλεις ν’ ἀναμιχθῇς; κλείσου εἰς τὸ γραφεῖόν σου. Θὰ ἐνεργήσωμεν ἡμεῖς.» Δὲν θέλω τώρα νὰ ψέξω τὴν κυβέρνησιν, δὲν θέλω νὰ τὴν κατηγορήσω διὰ τοῦτο. Ἀλλὰ τὰ δύο αὐτὰ πρῶτα λάθη, καὶ τὸ οἰκτρὸν τέλος, τὸ ὁποῖον ἐπήγαγον, ἂς χρησιμεύσωσιν ὡς ἓν μάθημα ἰσχυρὸν καὶ διὰ τὰς κυβερνήσεις μας καὶ διὰ τοὺς ξένους. Ὁσάκις εἰς τὸ μέλλον οἱ ξένοι θέλουν ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ πράγματά μας, ἂς τολμῶσι νὰ τοὺς λέγουν οἱ ὑπουργοί μας, «κύριοι πρέσβεις, δὲν γνωρίζετε τὸν τόπον, κλεισθῆτε εἰς τὸ γραφεῖόν σας, ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὅταν ἠθελήσατε ν’ ἀναμιχθῆτε, ἵνα σώσητε τὴν ζωὴν τῶν αἰχμαλώτων συμπολιτῶν σας, καὶ ἐκείνους ὡδηγήσατε εἰς τὴν σφαγὴν, καὶ τὴν συνείδησίν σας ἐβαρύνατε μὲ τύψεις καὶ εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἐφέρατε τόσας περιπλοκάς.» Δὲν ψέγω, λέγω, τὴν κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη διὰ τὴν διαγωγὴν τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἀπέναντι τοῦ πρέσβεως, βεβαιῶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρέσβυς ἀνέλαβεν εἰς τὰς χεῖράς του καὶ διεύθυνεν αὐτὸς οὗτος ὅλην τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὅταν τὸ πρῶτον ἐλάλησεν ἐπὶ τοῦ δράματος τοῦ Πικερμίου καὶ Δήλεσι, μᾶς εἶπεν ὅτι δύο δρόμοι ἦσαν ἀνοικτοί, ὁ τῆς φιλανθρωπίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ζωῆς τῶν αἰχμαλώτων, ἢ ὁ τῆς ἀμέσου καταδιώξεως τῶν λῃστῶν, ἔστω μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς τῶν ξένων. Οἱ πρέσβεις ἀπῄτησαν τὸν πρῶτον, καὶ ὑπεχρέωσαν τὴν κυβέρνησίν μας νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ· καὶ τὸν δρόμον τῆς φιλανθρωπίας ἀπῄτησαν νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς μετὰ πάσης θυσίας, μὲ τὴν θυσίαν τῆς νομοθεσίας της, τοῦ Συντάγματός της, τῆς ἀξιοπρεπείας της. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ κ. πρέσβεως, διότι ἠθέλησε νὰ πιέσῃ τὴν κυβέρνησιν μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, διότι εἶδον καὶ αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ ταπεινωθῇ ἔτι περισσότερον ἐνώπιον τῶν λῃστῶν, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἐλευθερωθῶσιν οἱ αἰχμάλωτοι, ἀφ’ ἑτέρου ἔδιδε διαταγὰς, ὅπως ἡ Ἀγγλικὴ σημαία καταβιβασθῇ εἰς τὸν Ὠρωπὸν ἐνώπιον τοῦ Τάκου ἵνα πατήσῃ οὗτος ἐπ’ αὐτῆς ὅπως ἐπιβιβασθῇ ἐπὶ τοῦ ἀγγλικοῦ πολεμικοῦ πλοίου καὶ ἀπέλθῃ ἐλεύθερος καὶ μὲ ὅλας τὰς τιμὰς εἰς τὴν Μελίτην. Δὲν σχολιάζω ἐγὼ τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ἐνθυμίζω μόνον, καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν μία κυβέρνησις, ὡς ἡ Ἀγγλικὴ, ἥτις, ὅπως σώσῃ τὴν ζωὴν τριῶν ὑπηκόων της, ἔφθασε μέχρι τοσούτου βαθμοῦ ὑποχωρήσεως ἐνώπιον τῶν λῃστῶν, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιπλήττῃ τὴν κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν, ἥτις εἰς περίστασιν λῃστανταρσίας εἰς ὅλας τὰς μεθορίους ἐπαρχίας κατὰ τὸ 1867 καὶ 1868 ἔκαμε παραχωρήσεις τινὰς εἰς τοὺς λῃστὰς, ὄχι διὰ νὰ τοὺς σώσῃ ἢ τοὺς δώσῃ ἀμνηστείαν, ἀλλὰ διὰ νὰ κενώσῃ τὸν τόπον ἀπ’ αὐτοὺς διευκολύνουσα τὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀναχώρησίν των; Δὲν προχωρῶ εἰς σκέψεις οὔτε τοῦ γεγονότος τούτου, διότι οἱ ῥήτορες τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου, οἵτινες ὡς ἔργον ἀνέλαβον τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι, θὰ ᾖναι ἴσως ἕτοιμοι νὰ εἴπωσιν ὅτι διαφέρει ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀπὸ ἐκείνην, διότι εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα κατὰ τὰ 1867 καὶ 1868 ἐπρόκειτο περὶ 400,000 ἀτόμων, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία, ἡ τιμὴ, ἡ ζωὴ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν κίνδυνον τῆς ζωῆς τριῶν Ἄγγλων εἰς Δήλεσι. Δὲν σχολιάζω λοιπὸν τὸ γεγονὸς, τὸ πιστοποιῶ μόνον καὶ λέγω, ἀφοῦ ἀπεφάσισεν ὁ πρέσβυς νὰ προβῇ μέχρι τοσούτου βαθμοῦ εἰς τὸν δρόμον τῆς φιλανθρωπίας, ὅπως σώσῃ τὴν ζωὴν τῶν συμπολιτῶν του, τῶν αἰχμαλώτων, διατὶ δὲν ἐπέμενε μέχρι τέλους εἰς αὐτόν; Γράφει εἰς τοὺς λῃστὰς ὁ ἴδιος καὶ ἰδιοχείρως ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Τάκον Ἀρβανίτην. Ὡμίλησα μετὰ τῶν ὑπουργῶν, ὡμίλησα μετὰ τοῦ Βασιλέως· τίποτε δὲν ἔχεις νὰ φοβηθῇς, κανεὶς δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ σὲ πειράξῃ, ἀρκεῖ νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς ἡ ζωὴ τῶν αἰχμαλώτων· φέρε τους εἰς χωρικὰ οἰκήματα, κάμε τους νὰ διάγωσιν ἐν ἀνέσει καὶ μὴ φοβῆσαι τὸ παραμικρόν· εἰπὲ μόνον τί ζητεῖς ἀπὸ ἡμᾶς; Καὶ ὁ λῃστὴς εἰς τὴν αἴτησιν τῶν 25,000 λιρῶν προσθέτει τὴν αἴτησιν τῆς ἀμνηστείας. Μόλις ὁ Τάκος εἶδεν εἰς τὰς χεῖράς του, ὅτι εἶχε σκλάβους ἐνώπιόν του τὰς κυβερνήσεις, οὐ μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, φυσικὸν ἦτο παρὰ τὰ λύτρα νὰ ζητήσῃ καὶ ἀμνηστείαν. Ἦτο κἄτι τι νέον, κύριοι, τοῦτο; Ἦτο κἄτι τι πρωτοφανὲς ἡ αἴτησις αὐτὴ τῆς ἀμνηστείας ἐκ μέρους τῶν λῃστῶν; ἐῤῥέθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι πρώτην φορὰν, μετὰ τὸ 1864, ἐπαρουσιάσθη παρὰ τῶν λῃστῶν τὸ τοιοῦτον αἴτημα τῆς ἀμνηστείας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, κύριοι. Ὅτε ἐδικάσθη ἐν Σύρῳ ἡ συμμορία τοῦ Λύγκου, ἀπεδείχθη ὅτι τὸ μόνον σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἦτο νὰ πιάσῃ κανένα τρανὸν διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν ἀμνηστείαν. Οἱ λῃσταὶ, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον τὸν νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, κύριον Σωτηρόπουλον, τί τοῦ εἶπον ἐπανειλημμένως; Ἐπιάσαμεν ἐσένα καὶ θὰ πιάσωμεν καὶ ἄλλους διὰ νὰ ἐκδικηθῶμεν, διότι δὲν μᾶς ἐδώκατε ἀμνηστείαν. Αὐτὸς ὁ Τάκος κατὰ τὸ 1867 ἦτον ὁ πρῶτος, ὅστις ἐζήτησε καὶ μόνος ὅστις ἐπέμεινε μέχρι τέλους εἰς τὴν ἀμνηστείαν. Ἡ κυβέρνησις τότε δὲν ἔδωκε τὴν ἀμνηστείαν καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὴν δώσῃ. Ὅλοι οἱ ἄλλοι λῃσταὶ ἀνεχώρησαν τότε, μόνον ὁ Τάκος ἀπέκρουσε τὴν ἀναχώρησιν εἰπὼν, ὅτι ἂν δὲν μοῦ δώσητε τὴν ἀμνηστείαν δὲν κινοῦμαι ἀπ’ ἐδῶ. Ἦτο λοιπὸν τί νέον διὰ τοὺς λῃστὰς, καὶ ἰδίως διὰ τὸν Τάκον, ἡ αἴτησις τῆς ἀμνηστείας, ἀφοῦ εἶδεν ὅτι εἶχεν ἐνώπιόν του ὑπόσχεσιν, ἡ ὁποία οὐ μόνον τὰ. 25,000 λίρας, ἀλλὰ καὶ τὴν αἴτησιν τῆς ἀμνηστείας, κατ’ αὐτὸν, τοῦ ἐξησφάλιζε; Εἶναι οἱ λῃσταί μας κακοῦργοι, ἐψηφίσαμεν κατ’ αὐτῶν τὸν δρακόντειον νόμον, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν, ἀλλὰ δὲν φθάνουν τοὺς λῃστὰς τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι κηρύττουν ἀμεταβλήτως καὶ μέχρι θανάτου τὸν πόλεμον κατὰ τῆς κοινωνίας. Οἱ λῃσταί μας σπανίως ἐπιμένουσι εἰς τοῦτο, μόλις ἐξέλθουν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον εὐθὺς ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν κοινωνίαν.—Οἱ δυστυχεῖς αἰχμάλωτοι εἰς τὰς ἐπιστολάς των βεβαιοῦν, ὅτι μόλις ὁ Τάκος ἔλαβε τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ἤρχισε νὰ χορεύῃ καὶ νὰ φωνάζῃ ἀμνηστείαν· ὁ Θεὸς μᾶς τοὺς ἔστειλε τοὺς αἰχμαλώτους (ἔλεγεν εἰς τὸν κ. Θεαγένην) διὰ νὰ σωθῶμεν. Τὴν ἀμνηστείαν παραδέχεται κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. Ἔρσκιν· τὴν ὑπεστήριξεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοὐλάχιστον ὑπάρχει ἓν ἔγγραφόν του πρὸς τὸν λόρδον Κλάρενδων διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγεν, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐδῶ διὰ νὰ φροντίσω περὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἢ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος, ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ διὰ νὰ ἐνεργήσω ὑπὲρ τῆς ζωῆς τῶν συμπολιτῶν μας. Ἡ κυβέρνησις ἀντέστη εἰς τὴν αἴτησιν τῆς ἀμνηστείας, καὶ ἴσως εἶναι τὸ μόνον γεγονὸς εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέκυψεν ἐνώπιον τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Ἄγγλου πρέσβεως. Ὁ Κλάρενδων τὴν ἀπαιτοῦσεν· ὁ Τάκος ἐπ’ αὐτῆς ἐπέμενε. Περίεργον δέ τινα σύμπτωσιν παρατηρῶ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας· περίεργόν τινα σύμπτωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἀμνηστείας. Τὰ ἐπιχειρήματα διὰ τῶν ὁποίων ὑποστηρίζεται ἡ ἰδέα τῆς ἀμνηστείας ἀπὸ τὸν Τάκον ἦσαν τὰ αὐτὰ, ἀπαράλλακτα μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξήρχοντο καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν. Ὁ Indigrans διὰ τῆς ὑπογραφῆς του εἰς μίαν ἀγγλικὴν ἐφημερίδα ἔγραφε, τὰ Συντάγματα ἔγειναν διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων πρέπει νὰ χαλῶνται. Ὁ δὲ Κλάρενδων μᾶς ἔλεγε σεῖς, παραβιάζετε καθ’ ἡμέραν τὸ Σύνταγμά σας· παραβιάσατέ το καὶ διὰ τοὺς συμπολίτας μου ὑπὲρ τῶν λῃστῶν. Ὁ δὲ Τάκος ἐπανελάμβανε, ποῖος ἔκαμε τὸ Σύνταγμα; τὸ ἔθνος· αἴ! λοιπὸν τὸ ἔθνος ἂς ἔλθῃ νὰ τὸ χαλάσῃ. Μοῦ ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τὸ φαινόμενον τοῦτο· διότι ἐκ τούτου βλέπομεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ζῶον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ἄνθρωπος, ὅταν εἰς τὰς σχέσεις του πρὸς τὸν ὅμοιόν του ἐγκαταλείπῃ τὰς ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ δὲν συμβουλεύεται εἰμὴ τὸ αὐθαίρετον, δὲν ὑπάρχει διάστασις τόπου, ἀνατροφῆς, ἢ κοινωνικῆς θέσεως, ἥτις νὰ τὸ διακρίνῃ· καὶ ὁ λόρδος Κλάρενδων εἰς Λονδῖνον συναντᾶται ὡς πρὸς τὰς ἰδέας μὲ τὸν Τάκον Ἀρβανίτην εἰς Ὠρωπὸν (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἂν δὲ ὑπάρχῃ τις διαφορὰ μεταξὺ τούτων....
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὰ ἀκροατήρια!
§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡσυχία παρακαλῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὰ ἀκροατήρια· τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἀντικείμενον, ὡς ἐῤῥέθη, φιλανθρωπίας, δὲν εἶναι δικανικὸν ἀντικείμενον, εἶναι κἄτι τι ὑψηλότερον καὶ ὁπωσδήποτε ἂν λυθῇ, πρέπει νὰ λυθῇ σοβαρῶς, καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ σᾶς.— Ἂν δὲ ὑπάρχῃ τις διαφορὰ, κύριοι, μεταξὺ τῶν δύω τούτων δραματουργῶν, ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι ὑπὲρ τοῦ Τάκου, διότι οὗτος τοὐλάχιστον ἐζήτησε νὰ τηρηθῶσιν οἱ τύποι τοῦ νόμου· τὸ ἔθνος, ἔλεγε, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ Σύνταγμα, νὰ ἔλθῃ νὰ τὸ χαλάσῃ· ἐνῷ ὁ Κλάρενδων ἔλεγε σχίσατέ το διὰ νὰ ἐπιτύχω τὸν σκοπόν μου. Ἡ ἀμνηστεία ἦτο ἀδύνατον νὰ δοθῇ· ὁ πρέσβυς ἐπείσθη· ἀλλ’ ὁ Τάκος δὲν ἐπείθετο. Ὁ δρόμος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ πρέσβεως ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰς ζωὰς τῶν συμπολιτῶν του τί ἀπαιτοῦσε; Νὰ κάμῃ νὰ πιστεύσῃ ὁ Τάκος, ὅτι δὲν ἐδίδετο ἡ ἀμνηστεία, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ δοθῇ, καὶ ὅτι ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἄνευ ἐπιβουλῆς διὰ τὴν ὑποσχεθεῖσαν ἀσφάλειαν τῶν λῃστῶν προσεφέροντο αἱ 25 χιλιάδες λίραι· νὰ τὸν κάμῃ νὰ πιστεύσῃ τοῦτο, διότι εἶχεν εἰς τὰς χεῖράς του ὁ Τάκος τὰς κεφαλὰς τῶν συμπολιτῶν τοῦ πρέσβεως καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ παίξῃ μαζί του· διότι ἐπεθύμει τὴν ἀμνηστείαν ὁ Τάκος, ἀλλὰ δὲν ἐπεριφρονοῦσε καὶ τὰς 25,000 λίρας, καὶ ἤθελεν εὐχαριστηθῆ εἰς αὐτὰς μόνας, ὅταν ἐπείθετο ὅτι αὐτὰς μόνας ἠδύνατο νὰ ἐλπίσῃ· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου τί γίνεται; ἐνσπείρουσιν αἴφνης τὸν πανικὸν φόβον εἰς τοὺς λῃστὰς καὶ τοὺς κάμνουσι νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι οὐ μόνον λύτρα δὲν ἐπρόκειτο νὰ τοὺς δώσωσιν, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐζήτουν δι’ ἐπιβουλῆς νὰ τοὺς φονεύσωσιν. Ὁ κ. πρέσβυς ἤθελε τοὺς συμπολίτας του πλησίον του ἵνα ἀντεπιστέλλῃ μετ’ αὐτῶν καθημερινῶς· δὲν θέλω νὰ φύγουν εἰς τὰ ὄρη μήπως καὶ κρυολογηθῶσιν· ἑπομένως νὰ περικυκλωθῶσι διὰ στρατιωτῶν οἱ λῃσταὶ, ὄχι διὰ νὰ τοὺς προσβάλωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ προστατεύσωμεν τοὺς φίλους μας, διὰ νὰ μᾶς στέλλουν γράμματα καὶ τοὺς στέλλωμεν ζωοτροφίας. Ὅλαι αἱ πληροφορίαι, κύριοι, τῶν θυμάτων, ὅλαι αἱ ἐπιστολαὶ τῶν σφαγιασθέντων συμφωνοῦν νὰ μαρτυρήσουν τοῦτο, ὅτι εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ Τάκου καὶ συντροφίας εἶχε μεταδοθῆ ἡ πεποίθησις, ἀφοῦ ἔλαβον τὴν ἐπιστολὴν παρὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἤρκει νὰ διατηρῶσιν ἀσφαλεῖς τοὺς αἰχμαλώτους καὶ ἦσαν ἐλεύθεροι νὰ ὑπάγουν ἀνενόχλητοι ὅπου θέλουν. Ὁ Βίνερ καὶ Ἔμπερτ τὸ ἐβεβαίωσαν τοῦτο εἰς τὸν Θεαγένην. Καὶ γνωρίζουσιν ὅλοι, ὅσοι γινώσκουσι τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα αὐτῶν τῶν θηρίων, ὅτι μίαν μόνον θρησκείαν ἔχουν, ἓν μόνον λατρεύουσι, τὴν πίστιν· κανὲν ἄλλο δὲν τοὺς ἐξαγριόνει ὅσον ἡ ἀπιστία, ἡ μπαμπεσιὰ, καθὼς αὐτοὶ λέγουν, ἡ ἐπιβουλή. Ἔπρεπε νὰ πιστεύσῃ, ναὶ ἢ ὄχι, ὁ Τάκος ὅτι ἐπιβουλὴ κατ’ αὐτοῦ γίνεται μὲ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ πρέσβυς νὰ περικυκλώσῃ τοὺς λῃστὰς διὰ τοῦ στρατοῦ; Ὁ κ. Θεαγένης μᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι μέχρι τῆς ἑσπέρας ἢ μετὰ μεσημβρίαν τῆς 8 Ἀπριλίου, τετάρτην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, (ἡ σφαγὴ ὡς ἐνθυμεῖσθε ἐγένετο τὴν 9), ὁ Τάκος οὔτε κἂν ὑποψίαν εἶχεν ὅτι στρατιῶται εἰς τὸν Ὠρωπὸν συγκεντρόνονται. Τὴν πέμπτην πρωΐαν κἄποιος κἄτι λέγει τοῦ Τάκου καὶ αὐτὸς διὰ μιᾶς, ἐνῷ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μείνῃ ἐκεῖ καὶ περιμείνῃ ἀπάντησιν τῆς κυβερνήσεως, διατάττει νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὸν Ὠρωπὸν εἰς Συκάμινον ὅπως θέσωσι μεταξὺ αὑτῶν καὶ τῶν ἀποσπασμάτων τὸν ποταμὸν διὰ νὰ ᾖναι οὕτω ἐξησφαλισμένοι. Ἔρχονται εἰς τὸ Συκάμινον· (Καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας τὰς ἔχω ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρον Ἀνεμογιάννην, τὸν μόνον μεταξὺ ἡμῶν ἐπιστρέψαντα ἀπὸ τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὴν σκηνὴν ἐκείνην.) καὶ διατάσσει ὁ Τάκος νὰ μείνουν ἐκεῖ καὶ παραγγέλλει τὸν Ἀνεμογιάννη νὰ ἑτοιμάσῃ διὰ τοὺς ξένους ἕνα λαγὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον φονεύσει τὴν προτεραίαν καὶ νὰ ψήσῃ τὸ ἀρνί· ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὰ διετάσσοντο καὶ ὁ Ἀνεμογιάννης τὰ ἀνήγγειλε πρὸς τοὺς αἰχμαλώτους, ὁ Ἔρμπερτ βλέπει μακρόθεν στρατιώτας προχωροῦντας καὶ τεταραγμένος λέγει πρὸς τὸν Ἀνεμογιάννη· «Ἀλέξανδρε, στρατιῶται φαίνονται, κακὸν εἶναι»· ὁ δὲ Τάκος εἰσέρχεται ἐξηγριωμένος λέγων πρὸς τὸν Ἀνεμογιάννην· βρὲ στρατιώτας βλέπω, τὶ εἶναι αὐτά; Ὁ Ἀνεμογιάννης προσπαθεῖ νὰ τὸν ἡσυχάσῃ, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλοι στρατιῶται φαίνονται ἀπὸ τὸν λόφον τὸν ἄλλον· τότε ὁ Τάκος τοῦ λέγει· πήγαινε εἰς τὸν ἀρχηγὸν, δεῖξέ του αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν (τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πρέσβεως) καὶ εἰπέ του, ὅτι ἂν προχωρήσουν οἱ στρατιῶται θὰ σφάξω τοὺς αἰχμαλώτους. Καὶ τοῦτο τὸ ἔλεγεν ἐπανειλημμένως, ὁσάκις τοῦ ἔλεγον, ὅτι ἂν μακρυνθῇ ἀπὸ τὸν Ὠρωπὸν θὰ ἀπαντήσῃ ἀποσπάσματα. Στέλλει τὸν Ἀνεμογιάννην ὁ Τάκος πρὸς τὸν ἀρχηγὸν καὶ ταυτοχρόνως διατάσσει ν’ ἀναχωρήσωσι μὲ βῆμα γοργόν· φεύγουν οἱ λῃσταὶ μὲ βῆμα γοργόν· ἀλλὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ βήματος τρέχουσι κατόπιν οἱ στρατιῶται. Τὶ ἠθέλατε νὰ πιστεύσῃ βλέπων τοῦτο ὁ Τάκος παρ’ ὅτι προδοσία τοῦ ἐγένετο; Τί ἤθελε νομίσει παρ’ ὅτι τοὺς διώκουσι διὰ νὰ τοὺς σκοτώσουν; Εἴτε πυροβολισμοὶ ἀντηλλάγησαν πρὶν ἢ σφαγῶσιν οἱ ξένοι, εἴτε καθὼς λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Θεαγένους, μὴ δυναμένων τῶν ξένων ν’ ἀκολουθήσουν οἱ λῃσταὶ τοὺς ἔσφαξαν, εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο, ποῖος ὁ αἴτιος τῆς σφαγῆς τῶν ξένων; Τὸ βλέπομεν, ἐπιβουλὴ μᾶς γίνεται· ἀλλὰ θὰ σφάξωμεν τοὺς αἰχμαλώτους· εἶπε προηγουμένως πρὸς τὸν Θεαγένην ὁ Τάκος. Καὶ ὅταν διαβαίνῃ ὁ Τάκος τὸν Ἀσωπὸν βλέπει ἐνώπιόν του στρατιώτας, καὶ ὅταν κινῇ διὰ νὰ φύγῃ, βλέπει τοὺς στρατιώτας καὶ τὸν ἀκολουθοῦν τρέχοντες. Τίς ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἐκεῖνος ὅστις συνεβούλευσε τὴν περικύκλωσιν τοῦ Ὠρωποῦ καὶ ἔδωκε τὴν διαταγὴν νὰ μὴ ἀφήσωσι τοὺς λῃστὰς νὰ μακρυνθῶσιν ἐκεῖθεν, ἐστάθη ὁ αἴτιος τῆς σφαγῆς τῶν ξένων; Ἤκουσα πολλὰ νὰ λεχθῶσιν ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ Κ. Θεαγένους, εἶδον ὅτι ἀντηλλάχθησαν ἐσχάτως ἐπιστολαὶ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Κ. Φίνλεϋ. Δὲν ἔχω τι νὰ εἴπω ἐντεῦθεν ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τοῦ Θεαγένους ἐν τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ. Αἰσθάνομαι, ὅτι ἀλλέως κρίνομεν τὰ πράγματα ἡμεῖς, οἱ ἐκτὸς τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καὶ ἀλλέως ὅστις ἤθελεν εὑρεθῆ ἐκεῖ. Αἰσθάνομαι τὴν θέσιν ἑνὸς στρατιώτου, ὅστις στέλλεται μὲ διαταγὰς τῆς κυβερνήσεώς του, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἂν ὁ Θεαγένης ἤθελε θελήσει νὰ παραβῇ ὀλίγον τὰς διαταγάς του, καὶ ἂν οἱ στρατιῶται δὲν ἀκολουθοῦσαν κατόπιν τρέχοντες τοὺς λῃστὰς, οἱ λῃσταὶ ἠμποροῦσε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἰς τὸ τουρκικόν· ἀλλ’ οἱ αἰχμάλωτοι δὲν θὰ ἐπειράζοντο. Τὸ ἐπαναλέγω, εἶχε ῥητὰς διαταγὰς ὁ Κ. Θεαγένης, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὸν πρέσβυν, παρόντος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, νὰ μὴ φύγωσιν οἱ λῃσταὶ, νὰ μὴ μακρυνθῶσιν οἱ αἰχμάλωτοι ἀπὸ τὸν Ὠρωπὸν καὶ τὸ Συκάμινον, μήπως πάθῃ ἡ ὑγεία των, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ τοῦ Κ. πρέσβεως μετ’ αὐτῶν ἀλληλογραφία. Αἰσθάνομαι, ὅτι ἂν ἄλλως ἔπραττεν ὁ Κ. Θεαγένης καὶ ἤθελε συμβῇ κανὲν κακὸν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγομεν σήμερον, θὰ τὰ ἐλέγαμεν ἀντιστρόφως κατ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑποθέσεις, ἐνῷ ἦτο ἐκ τῶν προτέρων ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ σφαγὴ ἤθελεν ἀκολουθήσει, μόλις οἱ στρατιῶται ἤθελον φανῆ ἐνώπιον τῶν λῃστῶν. Τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ πεποίθησις τῶν ὑπουργῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἰταλίας. Ὁ Κλάρενδων ἔγραφεν· — «δὲν ἐννοῶ διατὶ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις προσέβαλε τοὺς λῃστὰς πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν αἰχμαλώτων. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ θανατικὴ ἀπόφασις τῶν αἰχμαλώτων· ὁποία φοβερὰ συμφορά.....» Ὁ δὲ Βενόστας ἐζήτει πληροφορίας, πῶς ἀφοῦ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐγγυήθη ἀσφάλειαν πρὸς τοὺς αἰχμαλώτους ἔστειλεν οὐδὲν ἧττον νὰ περικυκλώσῃ τὸν Ὠρωπόν; Ἀναντίῤῥητον λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἂν ὑπεύθυνός τις ὑπάρχῃ διὰ τὴν σφαγὴν τῶν 4 περιηγητῶν, ἡ εὐθύνη βαρύνει ὅλη τὸν Κ. Ἔρσκιν. Διὰ τὸ λάθος τοῦ Κ. Ἔρσκιν πρέπει ἡμεῖς νὰ θρέψωμεν τὰ τέκνα, ὄχι τοῦ ἀποθανόντος Λόϋδ, ἀλλὰ τῆς χήρας Λόϋδ, διότι ἐκτὸς τῶν τέκνων ἐκ τοῦ Λόϋδ, ἔχει καὶ ἄλλα ἐκ προτέρου γάμου; Ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι εἰς ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνεμίχθη ὁ πρέσβυς, παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι εἰς ὅλα αὐτὰ ἐνήργησεν ἡ κυβέρνησίς μας ἀπ’ εὐθείας, παραδέχομαι ὅτι ὄχι μόνον διαταγὴ ἁπλῆ νὰ περικυκλώσουν τὸν Ὠρωπὸν ἐδόθη, ἀλλὰ διαταγὴ νὰ κτυπήσουν τοὺς λῃστάς, εἶναι διὰ τοῦτο ὑπεύθυνος ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἑλλάς; Ἐπὶ 4, 6, 8 ἡμέρας στέκεται μὲ τὰς χεῖρας σταυρωμένας διαπραγματευομένη εἴτε αὐτὴ εἴτε ἄλλοι μετὰ τῶν λῃστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης ζητοῦσι νὰ τῇ ἐπιβάλωσι νόμους, ζητοῦσι νὰ συγκαλέσῃ Συνέλευσιν, ὅπως ἀλλάξῃ τὸ Σύνταγμα χάριν αὐτῶν. Οἱ λῃσταὶ οὗτοι εἶναι πρὸς τοῖς ἄλλοις, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς, ξένοι, εἰς ξένον τόπον ἐσχηματίσθησαν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸν τόπον μας εἰσέβαλον· τοὺς κατεδίωξεν ἡ κυβέρνησις, ἐφόνευσεν 6–8 πρὶν ἢ φθάσωσιν εἰς Μαραθῶνα καὶ ἐκεῖ ἐκ νέου ἐπιτίθεται κατ’ αὐτῶν, οἱ δὲ ξένοι πίπτουσιν ἔσω ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν τὰς σφαῖρας· ποίαν εὐθύνην ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ κυβέρνησις, ὁ τόπος, διὰ τοῦτο; Ἀλλὰ διατὶ ἐξηγέρθη ὅλη ἐκείνη ἡ θύελλα εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐναντίον μας, μόλις ἠκούσθη ἐκεῖ ὁ θάνατος τῶν αἰχμαλώτων; Πρὶν ἀκόμη ἐκ τῆς ἢ διὰ τῆς ἀγγλικῆς πρεσβείας μεταδοθῇ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ μῦθος ἢ ἡ παρεννόησις, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Ζαΐμης, ἢ ὅπως θέλετε νὰ τὸ εἰπῆτε, ὅτι οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀναμεμιγμένοι εἰς τὰ λῃστρικὰ, ἐκυκλοφόρει πρότερον εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ ἰδέα ὅτι εἰς τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, κυρίως εἰς τὰς Ἀθήνας, ὀργανίζονται λῃστεῖαι. Μαθόντες τὸν φόνον συνέλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι λῃστρικοὶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι λῃσταρχεῖον, κέντρον ἔχον τὰς Ἀθήνας. Δὲν εἶχον ἄδικον, τοὺς δικαιολογῶ, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ἦναι δίκαιοι οἱ ἄλλοι πρὸς ἡμᾶς, πρέπει νὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς δίκαιοι πρὸς αὐτούς. Εἶχον ἐνώπιόν των, οὐχὶ μόνον τὰς ἐκθέσεις τοῦ πρεσβεώς των, αἱ ὁποῖαι ὅσον ἂν ἀνῃρέθησαν μετὰ ταῦτα, ἔμειναν ὅμως αἱ ἐντυπώσεις των, καὶ εἰς αὐτὰς ἐπίστευσαν οἱ Ἄγγλοι· εἶχον ἐνώπιόν των ἀκόμη τὰ ἔγγραφα τοῦ τότε ἡμετέρου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Κ. Βαλαωρίτου, εἶχον δηλαδὴ κατηγορίαν κατ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεώς μας παρ’ ἑνὸς τῶν μελῶν της, ὅτι τῳόντι εἴμεθα ὑπὲρ τῶν κακούργων, καὶ ἀδιάφορον ἂν ἐπρόκειτο περὶ leader ἢ leading membres· ἔπρεπε νὰ παρασυρθῶσιν· ἐξάπτεται, κύριοι, ἡ φαντασία τῶν μεσημβρινῶν λαῶν εὐκολώτερον καὶ συχνότερον ἀπὸ τὴν τῶν βορείων, δὲν φθάνει ὅμως εἰς τὰς ἐξογκώσεις τῆς φαντασίας τῶν λαῶν τῶν βορείων κλιμάτων. Τὸν διάβολόν μας, κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἐπροσπάθησεν ἡ φαντασία τῶν ζωγράφων μας νὰ τὸν ζωγραφίσῃ τερατώδη, δὲν κατώρθωσε νὰ τὸν ἀπεικονίσῃ εἰμὴ μὲ δύο κέρατα καὶ μίαν μικρὰν οὐράν· τὸν θεόν των ἐξ ἐναντίας οἱ βόρειοι λαοὶ, πρὶν χριστιανισθῶσι, τὸν ἀπεικόνισαν τέρας μὲ 100 κεφαλὰς καὶ 200 χεῖρας καὶ ἄλλους τόσους πόδας καὶ οὐράς. Ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα περὶ τῆς Ἑλλάδος ἐκυκλοφόρησαν, ἀφοῦ τὰ ἐπίστευσαν ὡς πραγματικὰ, ἡ βόρειος φαντασία των τὰ ἐξώγκωσεν· αὕτη δὲ ἡ πραγματικὴ κατάστασις τοῦ τόπου των, ἣν πρὸ ὀφθαλμῶν εἶχον, τοὺς παρέσυρε νὰ πιστεύσωσι περὶ ἡμῶν ὅσα καθ’ ἡμῶν ἡ φαντασία των τοῖς ἀπεικόνιζε. Χθὲς ὁ κ. Μίλησης σᾶς ἀνέφερε μεμονωμένα ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ ἐγκλήματα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τὴν ἀγγλικὴν τινα περὶ ὠργανισμένης λῃστείας ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, διὰ νὰ ἴδητε τί εἶχον ἐνώπιόν των ἐν τῷ τόπῳ των, καὶ διατὶ ἑπομένως ἐπίστευσαν ὅλα ὅσα καθ’ ἡμῶν ἤκουσαν. Μὴ πρὸς βάρος! Εἰς ὅσα πρὸ 14 μηνῶν λέγουν καθ’ ἡμῶν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ των, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιτάξωμεν καὶ ἡμεῖς ὀλίγα τινά. Δὲν θέλω φέρει, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅσα ἔγραψαν ὁμογενεῖς μας ὑπερασπιζόμενοι τὸν τόπον μας· ἔχω Ἄγγλους μάρτυρας, καὶ ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἄγγλος Μακώλεϋ: «Ἦτον ἀνάγκη ὁ λῃστὴς νὰ ἦναι τολμηρὸς καὶ ἐπιτήδειος ἱππεὺς πρὸς ἐπιτυχίαν καὶ ἰδίαν ἀσφάλειαν, καὶ οἱ τρόποι του καὶ ἡ ὄψις του νὰ ὦσι τοιοῦτοι ὁποῖοι ἤθελον ἁρμόζει εἰς ἄριστον ἱππέα. Κατεῖχεν ὅθεν ἀριστοκρατικὴν θέσιν ἐν τῇ κοινότητι τῶν λῃστῶν, ἐσύχναζεν εἰς καφφενεῖα καὶ χαρτοπαίκτεια ὄχι κοινά, καὶ ἐστοιχημάτιζε μετ’ ἐπισήμων ἀνθρώπων ἐν τοῖς ἱπποδρομίοις. Ἐνίοτε, τῷ ὄντι, ἦτον ἄνθρωπος καλῆς οἰκογενείας καὶ ἀνατροφῆς. Ῥωμαντικὸν ἐνδιαφέρον ὅθεν περιεκάλυπτε, καὶ εἰσέτι ἴσως περικαλύπτει, τὰ ὀνόματα τῶν τοιούτων λῃστῶν. Ὁ κοινὸς λαὸς μετὰ προθυμίας πολλῆς ἤκουε τὰ διηγήματα περὶ τῆς θηριωδίας καὶ τόλμης των, περὶ τῆς ἐλευθεριότητος καὶ καλῆς τῶν φύσεως ἐνίοτε, περὶ τῶν ἐρώτων των, περὶ τῶν θαυμασίων αὐτῶν ἀποδράσεων, περὶ τῶν ἀπηλπισμένων αὐτῶν ἀγώνων καὶ περὶ τοῦ ἀνδρικοῦ αὐτῶν τρόπου ἔν τε τοῖς δικαστηρίοις καὶ ἐν τῷ ὀχήματι (ὅπερ ἔφερεν αὐτοὺς πρὸς ἐκτέλεσιν). Οὕτως ἀναφέρεται περὶ τοῦ Οὐΐλλιαμ Νέβισον τοῦ μεγάλου λῃστοῦ τῆς ἐπαρχίας Ὑόρκης, ὅτι ἐπέβαλλε κατὰ τριμηνίαν φόρον ἐφ’ ὅλων τῶν κτηνηλατῶν τῶν βορείων ἐπαρχιῶν, καὶ διὰ τοῦτο οὐ μόνον αὐτὸς δὲν ἠνώχλει αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπροστάτευε καθ’ ὅλων τῶν ἄλλων λῃστῶν· ὅτι ἐζήτει τὰ βαλάντια διὰ τρόπου λίαν φιλόφρονος......
§34ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ πόσα εἶναι;
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὰ 1700 περίπου, ἀλλ’ εὐθὺς θὰ ἔλθωμεν μέχρι τῶν ἡμερῶν μας. Δὲν εἶναι πολὺ ὅμως, μὴ τρομάζητε· (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων) «ὅτι ἐμοίραζεν ἀφθόνως εἰς τοὺς πτωχοὺς ὅ,τι εἶχε λάβει παρὰ τῶν πλουσίων, ὅτι ἡ ζωή του τῷ ἐχαρίσθη ἅπαξ τῇ βασιλικῇ ἐπιεικείᾳ, ἀλλ’ ὅτι πάλιν ἐδοκίμασε τὴν τύχην του, καὶ ἐπὶ τέλους ἀπέθανε τὸ 1665 ἀπαγχονισθεὶς ἐν Ὑόρκῃ. Ἀναφέρεται πῶς ὁ Κλὼδ Δοβάλ, ὁ Γάλλος ἀκόλουθος τοῦ Δουκὸς Ῥιχμόνδης, ἐγένετο λῃστής, πῶς ἐγένετο ἀρχηγὸς ἐπικινδύνου συμμορίας, καὶ εἶχε τὴν τιμὴν νὰ κληθῇ πρῶτος εἰς βασιλικήν τινα ἐπικήρυξιν ὀνομαστῶν κακούργων· πῶς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς σπείρας του ἐσταμάτησε τὸ ὄχημα κυρίας τινός, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε λεία τετρακοσίων λιρῶν στερλινῶν· πῶς ἔλαβε μόνον ἑκατόν, τὰς δὲ ἐπιλοίπους ἀφῆκεν εἰς τὴν ὡραίαν κάτοχον αὐτῶν, ἀφοῦ αὕτη ἐχόρευσε πρῶτον μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἐρεικώδους γῆς τὸν χορὸν τὸν καλούμενον coranto, πῶς ἕνεκα τοῦ ζωηροῦ ἱπποτισμοῦ του κατέκτησε τὰς καρδίας πασῶν τῶν γυναικῶν· πῶς ἡ ἐπιδεξιότης του εἰς τὴν χρῆσιν τῆς σπάθης καὶ τοῦ πιστολίου κατέστησεν αὐτὸν ἀντικείμενον τρόμου εἰς πάντας· πῶς ἐπὶ τέλους, τὸ 1670, συνελήφθη ὑπὸ τῆς οἰνοποσίας καταβεβλημένος· πῶς κυρίαι ὑψηλῆς περιωπῆς ἐπεσκέπτοντο αὐτὸν ἐν τῇ εἱρκτῇ, καὶ μετὰ δακρύων ἐμεσίτευον ὑπὲρ τῆς ζωῆς του· πῶς ὁ βασιλεὺς ἦτο ἕτοιμος νὰ χορηγήσῃ τὴν χάριν, ἐὰν δὲν ἐναντιοῦτο ὁ δικαστὴς Μόρτων, τὸ φόβητρον τοῦτο τῶν λῃστῶν, ὅστις ἠπείλησεν ὅτι ἤθελε παραιτηθῆ, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐξετελεῖτο μετ’ αὐστηρότητος, καὶ πῶς μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὁ νεκρός του ἔκειτο ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι καὶ πομπῇ ἐν μέσῳ σημάτων, κηρίων, μαύρων παραπετασμάτων καὶ θρηνῳδῶν, μέχρις οὗ ὁ αὐτὸς σκληρὸς δικαστής, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐμποδίσει τὸ ἔλεος τοῦ στέμματος, ἔπεμψεν ὑπαλλήλους ὅπως διαταράξωσι τὴν πομπώδη ἐκφοράν.» «Εἰς τὰ ἀνέκδοτα ταῦτα ὑπάρχει βεβαίως μέγα μέρος μύθων, ἀλλὰ μολαταῦτα δὲν εἶναι ἀνάξια ἐξιστορήσεως, καθότι εἶναι σπουδαῖον γεγονὸς ὅτι τοιαῦτα διηγήματα, εἴτε ψευδῆ ἢ ἀληθῆ, ἠκούοντο ὑπὸ τῶν προγόνων μας μετ’ ἀπληστίας καὶ πίστεως.» (Μακώλεϋ Κεφ. ΙΙΙ. Ἱστορία τῆς Ἀγγλίας.) «Οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι φυσικώτερον ἢ ἡ φάρα (πατριὰ, clan) εἰς ἣν ἡ ἀπότομος αὕτη ἐρημία (Clencoe) ἀνῆκε, νὰ φημίζηται ἐπὶ λῃστρικαῖς ἕξεσι. Διότι μεταξὺ τῶν ὀρεινῶν (Highlanders) ἐν γένει τὸ λῃστεύειν ἐθεωρεῖτο ἐπίσης ἔντιμος ἐργασία ὡς ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐδάφους· καὶ ἐξ ὅλων τῶν ὀρεινῶν οἱ Μακδόνελς τοῦ Γλένκο εἶχον τὸ ἧττον παραγωγικὸν ἔδαφος καὶ τὴν μᾶλλον κατάλληλον καὶ ἀσφαλῆ φωλεὰν τῶν λῃστῶν.» (Μακώλεϋ, Κεφ. XVIII.) «Ἡ εἰρήνη (1760) εἶχε καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, καὶ οὐδαμοῦ μᾶλλον, ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, μεταβάλλει στίφη ἀρχαίων στρατιωτῶν εἰς λῃστάς. Πολλὰ ἀριστοκρατικὰ ὀχήματα εἶχον προσβληθῇ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Χάϊδ Πάρκ. Πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες περιεῖχον διηγήσεις περὶ ὁδοιπόρων γυμνωθέντων, δεθέντων καὶ ῥιφθέντων εἰς τάφρους. Ὅτε μὲν ἐλῃστεύετο ὁ ταχυδρόμος τοῦ Βρίστολ, ὅτε δὲ ὁ τοῦ Δύβερ, καὶ ἄλλοτε ὁ τοῦ Νόρουϊτζ. Εἰς Χάουνσλω Χὴθ συμμορία ἐφίππων προσωπιδόφορων ἀνέμενε τοὺς μεγάλους, οἵτινες εἶχον ὑπάγει εἰς τὸ Οὐΐνδσωρ ἵνα ἐπισκεφθῶσι τὸν Βασιλέα. Ὁ Λόρδος Ὄσουλστον ἐξέφυγε μὲ τὴν ἀπώλειαν δύω ἵππων. Ὁ δοὺξ τοῦ Σπὴτ Ὄλβανς, τῇ ἀρωγῇ τῶν ὑπηρετῶν του, ἀπέκρουσε τοὺς ἐπιτεθέντας κατ’ αὐτοῦ. Ὁ ἀδελφός του ὁ δοὺξ τοῦ Νορθούμβερλανδ, φρουρούμενος οὐχὶ ὑπὸ ἐπίσης ἰσχυρᾶς φρουρᾶς, ἔπεσεν εἰς χεῖράς των. Κατώρθωσαν νὰ σταματήσωσι τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα ὀχήματα, καὶ ἀπέδρασαν φέροντες μεγάλην λείαν γκινεῶν, ὡρολογίων καὶ κοσμημάτων πολυτίμων. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ ὁ κίνδυνος φαίνεται νὰ ἦτο τόσον μέγας ὅσον εἰς τὴν λεωφόρον τοῦ Νιουμάρκετ. Ἐκεῖ τῳόντι ἡ λῃστεία εἶχεν ὀργανισθῆ εἰς βαθμὸν ἀπαραδειγμάτιστον ἐν τῷ βασιλείῳ ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ῥόβιν Χοὺδ καὶ τοῦ μικροῦ Ἰωάννου. Σπεῖρα ἀδελφωμένων λῃστῶν, τριάκοντα τὸν ἀριθμὸν κατὰ τὸν μετριώτερον ὑπολογισμόν, ἐκρύπτοντο πλησίον τοῦ Οὐάλθαμ Κρὸς, ὑπὸ τὰς σκιὰς τοῦ δάσους Ἔππιν, καὶ ἐκεῖ ἤγειραν καλύβας, ὅθεν ἐξερχόμενοι μετὰ ξιφῶν καὶ πιστολίων ἐσταμάτων τοὺς διαβάτας. Ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Γαλλὰρδ ἐφρουροῦντο βεβαίως ὑπὸ ἰσχυρᾶς φρουρᾶς, ὥστε δὲν ἔτρεχον κίνδυνόν τινα. Ἀλλὰ μόλις οὗτοι διῆλθον τὴν ἐπικίνδυνον ταύτην θέσιν, συνήφθη συμπλοκὴ ἐπὶ τῆς λεωφόρου, καθ’ ἣν ἐφονεύθησαν τινές.» «Δι’ ἐντάλματος τοῦ προέδρου τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τὸ χωρίον τῶν λῃστῶν διελύθη ἐπὶ βραχύν τινα χρόνον· ἀλλ’ οἱ διασκορπισθέντες λῃσταὶ ταχέως συνηθροίσθησαν πάλιν, καὶ εἶχον τὴν ἀναίδειαν νὰ προσκαλῶσιν εἰς ἀγῶνα τὴν κυβέρνησιν δι’ ἐγγράφου προσκλήσεως ὑπογεγραμμένης, ὡς λέγεται, μὲ τὰ πραγματικά των ὀνόματα.» Εἴμεθα εἰς τὰ 1790· θέλω σᾶς ἀναφέρει ἓν, δύο παραδείγματα, καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι αὕτη. Μᾶς λέγουν ὅτι τὴν σημερινὴν λῃστείαν τὴν ἔχομεν κληρονομίαν ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας, ἀπὸ τοὺς κλέφτας τοὺς ἐπὶ Τουρκίας. Οὐδὲν ἀνακριβέστερον τούτου. Ποῖος ἀπὸ σᾶς συγχύζει σήμερον εἰς τὸν νοῦν του τὸν Κολοκοτρώνην, τὸν Νικηταρᾶν ἢ Κατζαντώνην μὲ τὸν Τάκον, τὸν Διαροκάπην ἢ τὸν Πατσαβοῦραν; Ἐὰν οἱ κλέπται ἐκεῖνοι ἐπὶ Τουρκίας διῃτῶντο εἰς τὰ ὄρη, ἦσαν διὰ μίαν ἱερὰν ἰδέαν, καὶ ἐὰν δι’ ἐκείνους ἦσαν τραγούδια, τὰ ὁποῖα ἐπανελάμβανεν ὁ λαὸς, τὰ ἐπανελάμβανε διὰ μίαν ἔννοιαν ὑψηλήν· ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ λῃσταὶ ὑπῆρξαν πάντοτε λῃσταὶ, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ λῃστεύσωσιν. Οἱ Ῥόβιν Χοὺδ, Ῥὸβ Ῥόη, Χήρουαρδ, Τζώνη Ἄρμστρογγ, Κὼδ, Δουβάλ, Δὶκ Τόρπην κλπ. εἶναι λῃσταὶ κακουργότατοι, τρομερώτατοι, τῶν ὁποίων τὰ δημοτικὰ ᾄσματα τὰ ἐπαναλαμβάνουν καθ’ ἡμέραν τὰ τέκνα τῶν εὐγενῶν τῆς Ἀγγλίας. Ἐὰν ἡμεῖς, ἐπαναλέγω, ψάλλωμεν τὰ τραγούδια τὰ κλέφτικα τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ Νικηταρᾶ, ψάλλομεν τὰ τραγούδια ἀνθρώπων ἐνεργησάντων ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεώς μας κατὰ τῶν τυράννων μας. Ποῖος σήμερον ἤκουσε τραγούδια τοῦ Τάκου ἢ τοῦ Λιαροκάπη; ἀλλὰ ἂς ἀφήσωμεν τὴν Ἀγγλίαν τῶν 1680 καὶ 1690. Ἰδοὺ τί λέγει διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Ἀγγλίας ἐφημερὶς ἀγγλικὴ ἡ «Ἐπιθεώρησις τοῦ Σαββάτου» «Δυνάμεθα νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Λονδῖνον, ὑπ’ ἄλλην ἔποψιν, εἶναι ἐπίσης ἐν ἀναρχίᾳ ὡς ἡ Ἀττική. Εἶναι πιθανὸν ὅτι ὑπὸ ἰσχυρὰν συνοδείαν δύνανται περιηγηταὶ ἀσφαλῶς νὰ ἐπισκεφθῶσι τὴν πεδιάδα τοῦ Μαραθῶνος, καὶ κυρίαι δύνανται ἴσως νὰ πορευθῶσιν ἀπὸ τοῦ Τέμπλ μέχρι τῆς γέφυρας τοῦ Οὐεστμίνστερ τὴν ἑσπέραν τῆς Κυριακῆς χωρὶς νὰ ἐνοχληθῶσιν εἰμὴ δι’ ἐκφράσεων αἰσχρῶν, ἀρκεῖ νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ ἰσχυρᾶς ἀστυνομικῶν κλητήρων δυνάμεως...... Μέχρις οὗ ἡ ἀστυνομία δυνηθῇ νὰ συλλάβῃ τοὺς ταραξίας τούτους καὶ αἱ ἀρχαὶ τοὺς τιμωρήσωσι, θὰ λέγηται ὅτι τὰ δύο μᾶλλον ἀναρχικὰ μέρη καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην εἶναι ἡ Ἀττικὴ καὶ ἡ μητρόπολις τῆς Μεγάλης Βρεττανίας.»......... Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα, κύριοι, μεμονωμένα ἐγκλήματα τελούμενα εἰς ἐρήμους θέσεις; ὄχι· ἐν Λονδίνῳ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἀγγλικοῦ Βασιλείου ὑπάρχουν ὠργανισμέναι λῃστρικαὶ συμμορίαι θύουσαι καὶ ἀπολλύουσαι. Μόλις τρία ἢ τέσσαρα ἔτη παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐδυνήθη νὰ καταβάλῃ τὴν διαβόητον λῃστρικὴν συμμορίαν τῶν garotters, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τὸν τρόμον εἰς ὅλον τὸ Λονδῖνον καὶ ἐναντίον τῶν ὁποίων, ὅπως ὑπερασπισθῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς μεγαλοπόλεως ἐκείνης, ἐπεριπάτουν μὲ τὰ ῥεβόλβερ εἰς τὴν ζώνην ἢ φέροντες εἰς τὰς χεῖρας μίαν δυνατὴν ῥάβδον, καλουμένην ζωοσωτῆρα life preserver, ἡ ὁποία εἰς μὲν τὸ ἓν ἄκρον εἶχε σφαῖραν μολύβδου, εἰς δὲ τὸ ἄλλο σφυρίκτραν, ὅπως ὅταν τις τοὺς ἐπλησίαζε νὰ τὸν κτυπῶσι μὲ τὸ ἓν ἄκρον κατὰ κεφαλῆς καὶ μὲ τὸ ἄλλο νὰ σφυρίζωσι διὰ νὰ τρέχωσι πρὸς βοήθειαν οἱ ἀνὰ ὀλίγα βήματα τοποθετημένοι κλητῆρες. Τὸ κοινοβούλιον ἐψήφισε πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ ἐκτάκτους ποινὰς, οἷον μαστίγωσιν διὰ τοῦ catof-nine tails. κτλ. Ὁ κ. Μίλησης χθὲς σᾶς ἀνέφερε περὶ φαινιάνων. Δὲν θέλω νὰ συγχύσω αὐτοὺς μὲ τοὺς ἄλλους ἐν Ἀγγλίᾳ λῃστὰς, διότι τοὐλάχιστον οἱ Φαινιάνες ἔχουσι μίαν ἰδέαν ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀγωνίζονται· ναὶ μὲν τὰ ἔργα των εἶναι ἀποτρόπαια, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουν εἶναι ὁ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς πατρίδος των, καὶ τὸ ἀποτρόπαιον τῶν πράξεών των ἀποδεικνύει τὸ ἀποτρόπαιον τῆς τυραννίας ὑπὸ τὴν ὁποίαν στενάζουσιν. Ἀλλὰ σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, κἄτί τι ἄλλο, τὴν ἐσχάτως σχηματισθεῖσαν μεγάλην λῃστοεταιρίαν τῶν Ribons. Ἰδοὺ τί ἔλεγε, κύριοι, ὄχι εἰς τὸ 1690 ἢ 1870, ἀλλὰ τὴν 15|27 Ἰανουαρίου 1871, ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ὁ Μαρκήσιος Χάρτιγκτων, μέλος τοῦ ὑπουργείου, ζητῶν τὴν ἐκλογὴν εἰδικῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. «Αἱ ἐκθέσεις ἃς ἐλάβομεν δεικνύουσιν ὅτι τοιαύτη κατάστασις τρομοκρατίας ἰσχύει, ὥστε ἡ ἑταιρία αὕτη ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις της (τὰ ἐδίκτα της) καὶ παραχρῆμα ὑπακούουσιν εἰς αὐτὴν· ἀλλ’ οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις· οἱ νόμοι της εἶναι τόσον καλῶς ἐγνωσμένοι, τὴν παράβασιν δὲ αὐτῶν ἀκολουθεῖ τόσον τακτικῶς ἡ δολοφονία, ὥστε ὀλίγοι πραγματικῶς δύνανται νὰ περιφρονήσωσιν αὐτούς. Ὁ νόμος τῶν Ῥίβονς καὶ ὄχι ὁ νόμος τῆς χώρας φαίνεται ὅτι κατισχύει. Τοιαύτην ἐξασκεῖ δύναμιν, ὥστε οὐδεὶς γαιοκτήμων τολμᾷ νὰ ἐξασκήσῃ τὰ ἁπλούστερα ἐπὶ τῆς περιουσίας του δικαιώματα· οὐδεὶς ἐνοικιαστὴς, καλλιεργητὴς (farmer) ἢ ἄλλος τις μισθωτὴς ἐργασίας τολμᾷ νὰ μισθώσῃ ἐκεῖνον, ὃν αὐτὸς κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν καὶ προαίρεσιν νομίζει κατάλληλον· τῇ ἀληθείᾳ ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς ἑταιρίας ταύτης ἐκτείνεται μέχρι τοσούτου, ὥστε δὲν τολμᾷ τις οὔτε νὰ συναγωνισθῇ ἀναφανδὸν εἰς τὰς πανηγύρεις ἢ ἀγορὰς πρὸς πάντα, ὅστις εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ἑταιρίαν......... Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ῥίβονς δύνανται νὰ λάβωσι μέτρα καὶ παρασκευάσωσι σχέδιον ἀντεκδικήσεως συνερχόμενοι 2 ἢ 3 ἐν τῇ ὁδῷ ἢ ἐν μέσῳ τῆς πανηγύρεως. .........» Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξελέχθη καὶ ἡ ἔκθεσις ἀρτίως δημοσιευθεῖσα καθ’ ὁλοκληρίαν συμμερίζεται τὰ ὑπὸ τοῦ λόρδου Χάρτιγκτων λεχθέντα, ὅτε ἐζήτησε νὰ γείνῃ ἔρευνα. Κηρύττει ὅτι «ὡς πρὸς τὰ ἀγροτικὰ (agrarian) ἐγκλήματα καὶ τοὺς παρανόμους συνδυασμοὺς (combinations) ἡ κατάστασις τῆς Οὐεστμὴθ καὶ μερῶν τοῦ Μὴθ καὶ τῆς ἐπαρχίας τοῦ Βασιλέως εἶναι τόσον κακὴ, ὥστε χειροτέρα ταύτης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· προσέτι πολλὰ πρόσωπα ἐξ εὐϋπολήπτων (respectable) τάξεων τῆς κοινωνίας ἐμμέσως ἐνέχονται εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον δὲν συνέδραμον εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν προσώπων τῶν λαμβανόντων μέρος εἰς τὰς συνωμοσίας τῶν Ῥίβονς· ὑποψία δὲ ὑπάρχει ὅτι κατὰ μέγαν βαθμὸν καὶ συμπαθοῦσι πρὸς αὐτούς. Γνωρίζετε δὲ, κύριοι, ὅτι ἐσχάτως κατήργησεν ἐν Ἰρλανδίᾳ ἡ Ἀγγλία ἐπ’ ἀορίστῳ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Habeas corpus (τοῦ νόμου ἐκείνου διὰ τὸν ὁποῖον τοσοῦτον καυχῶνται οἱ Ἄγγλοι) διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ περιστείλωσι τὰ κακουργήματα καὶ διορθώσωσι τὴν κατάστασιν ταύτην. Δὲν ἔβλεπον ὅμως ταῦτα μόνον, ὅταν οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐφώναζαν ἐναντίον μας· ἔβλεπον φοβερὰν τὴν λῃστείαν καὶ εἰς ἄλλους τόπους, εἰς τὴν Ἱσπανίαν, εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Αὐστρίαν, ἥτις ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ προτείνῃ βίαια μέτρα, ὅπως καταπαύσῃ τὴν λῃστείαν ἐν Ἑλλάδι· ἔβλεπον εἰς αὐτὴν τὴν Αὐστρίαν κἄτι τι ἀκόμη χειρότερον· ἔβλεπον ὅτι ἐσχάτως, πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὁ κόμης Γεδεὼν Ῥάδεϋ σταλεὶς εἰς τὸ Βανά, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῆς λῃστείας, συνέλαβε καὶ ἐφυλάκισε πλέον τῶν 800· ἐσταμάτησεν ὅμως, μηνύων εἰς τὴν κυβέρνησίν του, ὅτι δὲν εἶχε πλέον φυλακὰς διὰ νὰ φυλακίσῃ τοὺς ἐνόχους εἰς τὰ τῆς λῃστείας. Τοιαῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τῶν οἱ Ἄγγλοι, ἐξογκοῦντες διὰ τῆς φαντασίας των ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤκουσαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐνόμισαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι λῃσταρχεῖον, διωργανισμένον κέντρον τοῦ ὁποίου εἶναι αἱ Ἀθῆναι μὲ ὅλους τοὺς πολιτικούς της, μὲ ὅλους τοὺς ἐξόχους πολίτας της. Ἐκ τούτου ἡ ἐπέμβασίς των εἰς τὰ ἐσωτερικά μας, εἰς τὰ δικαστήριά μας. Ἴσως ἐπεμβῆκαν κινούμενοι ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης, καὶ ἐλπίζοντες ἴσως ὅτι, ἂν δὲν ἠμπόρεσαν εἰς τὸ ἐκτεταμένον κράτος των καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰς εὑρισκομένας ἀμέσως ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τῆς ἀνάσσης Βικτωρίας νὰ καταστείλωσι τὴν λῃστείαν, θὰ ἠδύναντο νὰ τὸ κατορθώσωσιν ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ προσφέρωσι τοιουτοτρόπως εἰς ξένον τόπον τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὸν πολιτισμὸν, ἣν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσφέρωσιν ἐν τῷ τόπῳ των. Εἰσῆλθον, λέγω, εἰς τὰ δικαστήριά μας, ἔλαβον εἰς τὰς χεῖράς των τὴν ἀνάκρισιν διὰ νὰ εὕρουν τοὺς ὑποστηρικτὰς τῶν λῃστῶν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἀποσύρω οὐδὲ κεραίαν ἐκ τῶν ὅσων εἶπον ἄλλοτε, περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὐδέποτε νὰ συγκατατεθῇ ἡ κυβέρνησίς μας εἰς τὸ νὰ παραδώσῃ τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ξένων· ἀλλὰ τὸ κακὸν ἐκεῖνο ἔφερε κἂν τὸ καλὸν τοῦ νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τόσα ἐξετόξευσαν ἐναντίον τοῦ τόπου μας, καὶ ἠθέλησαν νὰ μᾶς καταστήσωσι συντρόφους τοῦ Τάκου, νὰ τοὺς εἴπωμεν—ἐνῷ τοσοῦτον οἰκτρὰ εἶναι ἡ κατάστασις καὶ αὐτῆς τῆς πρωτευούσης σας πολιτισμένοι Ἄγγλοι, ἤλθατε εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐπήρατε σεῖς ἀπ’ εὐθείας τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὰς χεῖράς σας, ἐξετάσατε παντοιοτρόπως, καὶ μὲ μέσα ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ ἦσαν ἀνήθικα προσεπάθησεν ἡ πρεσβεία σας νὰ σύρῃ μάρτυρας πρὸς κατάδειξιν ἐνόχων, παρετείνατε τὴν ἀνάκρισιν ἐπὶ 14 μῆνας, ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ ἔνοχοι τοὺς ὁποίους ἀνεκαλύψατε; καὶ τοῦτο εἰς μίαν κοινωνίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας εἶναι τόσον ἐῤῥιζωμένα τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ μίση, ποῖον ἀνεκαλύψατε συνένοχον, ἔστω καὶ ἁπλοῦν πολίτην; Μετὰ τοσαύτας καὶ τοιαύτας προσπαθείας, ἃς ἐκάματε, ἕνα μόνον ἀνεκαλύψατε respectable, καὶ αὐτὸς εἶναι ὄχι Ἕλλην, ἀλλὰ Ἄγγλος. Τὸ ἐξαγόμενον τοῦτο δὲν ἠμποροῦσε βέβαια νὰ εὐχαριστήσῃ ποῦ; ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ δὶς εἰς τὸ στόμα τῆς βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας ἔθεσαν, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἀνακρίσεων δὲν τοὺς εὐχαρίστησε. Τὸ ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς εὐχαριστήσῃ· ἀλλ’ ἐπαναλέγω, σεῖς ἀνεκρίνατε, σεῖς τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὅλης ὑποθέσεως εἰς χεῖράς σας ἐλάβετε. Δὲν τοὺς εὐχαρίστησε τὸ ἐξαγόμενον, διότι τάχα αἰσθάνονται ὅτι ὑπάρχουν ἔνοχοι, καὶ ὅτι δὲν ἀνεκαλύφθησαν, ἢ δὲν τοὺς εὐχαρίστησε τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἀνακρίσεως, διότι αἰσθάνονται ὅτι μετὰ τὴν ἀνάκρισιν τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐνήργησαν, ὅλα ὅσα εἶπον, καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἐν τῷ ἀγγλικῷ κοινοβουλίῳ κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, στρέφονται κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ εἶπον; Πιστεύουν ὅτι ὑπάρχουν ἔνοχοι καὶ δὲν ἀνεκαλύφθησαν; Μετὰ τὴν σημερινὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὴν πρώτην ἰδέαν των τοῦ νὰ ἐπαναρχίσωσι τὴν ἀνάκρισιν, ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν ἀπόδειξιν ὅτι καὶ αὐτοὶ ἐπείσθησαν, ὅτι ἔνοχοι εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὸ ἔγκλημα τοῦ Τάκου δὲν ὑπάρχουν, ἄλλως ἐν παραμικρᾷ ὑποψίᾳ ἤθελον ἐπιμένει διὰ νὰ ἀρχίσωσι τὴν ἀνάκρισιν ἐκ νέου. Ἐὰν τυχὸν ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἤθελε παραιτηθῆ μὴ ἐνδίδουσα, δὲν πιστεύω νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι προσβάλλω εἴτε τὸν τόπον, εἴτε ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐὰν εἴπω ὅτι ἤθελον κατορθώσει νὰ σχηματίσωσι κυβέρνησιν, ἥτις χάριν αὐτῶν ἤθελεν ἀρχίσει ἐκ νέου τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ δὲν ἐπέμειναν, διότι ἐπείσθησαν, ἐπαναλέγω, ὅτι ἔνοχος ἐν Ἑλλάδι διὰ τὴν ληστείαν τοῦ Τάκου δὲν ὑπάρχει. Πλὴν τί γίνεται, κύριοι, ἡ ἀγγλικὴ φιλοτιμία ἔπειτα ἀπὸ 14 μηνῶν ἐνεργείας εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; διατί νὰ μὴ λάβωσι μίαν ἔμμεσον τοὐλάχιστον ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος αἰσθάνεται, ὅτι κἄτι τι ἐνοχοποιεῖται δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὁ τόπος καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἀνεκαλύφθησαν δικαστικῶς οἱ ἔνοχοι, ἡμεῖς ὅμως οἱ ἴδιοι δεικνύομεν ὅτι αἰσθανόμεθα, ὅτι κἄτι τι πταίομεν; Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς ἔποψις τῆς ἀπαιτήσεως ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ, ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς μορφή της καὶ ὄχι ἡ φιλανθρωπία. Κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅστις δὲν ἐγνώρισε τὴν ἰσχυρογνωμοσύνην τοῦ ἀγγλικοῦ χαρακτῆρος, ὅστις δὲν τοὺς ἐζύγισεν εἰς αὐτὸ τὸ μέγα των ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον συνάμα ἀποτελεῖ καὶ τὸ μέγα των προτέρημα, ἐκεῖνος μόνος δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἐνεργείας καὶ τοὺς ἀγῶνας 14 μηνῶν, ἔπειτα ἀφοῦ δὶς εἰς τὸ στόμα αὐτῆς τῆς βασιλίσσης των ἔβαλον ὅτι ἔνοχοι εἶναι ἐν Ἑλλάδι, καὶ πρέπει νὰ ἀνακαλυφθοῦν, ἐκεῖνος μόνος, λέγω, δύναται νὰ πιστεύσῃ, ἢ νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ προτείνεται σήμερον δι’ αἴσθημα φιλανθρωπίας, καὶ διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ μεγάλη Ἀγγλία νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν μας μίαν χήραν καὶ τὰ ὀρφανά της, ὡς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἀλλ’ εἶναι φιλικὴ δύναμις, ἡ ὁποία ζητεῖ τὸ τοιοῦτον, διατί νὰ μὴ τὴν εὐχαριστήσωμεν; ἤθελον ἴσως συγκατατεθῆ, κύριοι, ἐὰν δὲν ἐσυλλογιζόμην, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα, καὶ ἂν τυχὸν διὰ τοῦ προηγουμένου τούτου τοῦ βουλευτικοῦ, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε σήμερον νὰ καθιερώσητε, δὲν ἀνεθέτατε εἰς τὴν πατρίδα σας τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ ἑξῆς, κατέναντι ὁποιουδήποτε ἄλλου ξένου. Δι’ αἴσθημα μάλιστα ἀντιζηλίας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν παραμικρὰν ζημίαν ἢ βλάβην, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει ὁ ὑπήκοός του, θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅ,τι διὰ τοὺς Ἄγγλους ἐπράξατε, τὸ αὐτὸ θὰ πράξετε καὶ δι’ ἐμέ. Ἐὰν θὰ θεωρηθῆτε ὑπόχρεοι, ἔστω δι’ αἴσθημα φιλανθρωπίας, ν’ ἀποζημιώσητε τὴν Λόϋδ, διότι εἰς τὸν Μαραθῶνα, ὅπου οὔτε κλητῆρας, οὔτε χωροφύλακας, οὔτε στρατιώτας ἔχετε, λῃσταὶ μὲ τοιαῦτα προηγούμενα καὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἐφόνευσαν τὸν ἄνδρα της, πολὺ πλέον θὰ ἦσθε ὑπόχρεοι νὰ λάβητε ὑπὸ τὴν προστασίαν σας πᾶσαν ἄλλην χήραν καὶ τὰ τέκνα της, τῆς ὁποίας ὁ ἀνὴρ ἤθελε φονευθῆ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου καὶ χωροφύλακας καὶ ἀστυνομίαν ἔχετε. Πῶς θὰ ἀρνηθῆτε τὸ τοιοῦτον, ἐὰν αὔριον ξένοι ναῦται ἐξερχόμενοι, ὡς καθ’ ἡμέραν συμβαίνει, μέθυσοι εἰς Πειραιᾶ καὶ γρονθοκοποῦντες καὶ σφάζοντες σφαγῶσι; τί θὰ εἴπητε εἰς τὰς χήρας αὐτῶν, αἵτινες μὲ μεγαλειτέραν ἀκόμη δικαιολόγησιν, ἢ ἡ χήρα Λόϋδ, ἤθελον παρουσιασθῆ καὶ εἴπει, κάμετε καὶ δι’ ἡμᾶς ὅ,τι δι’ αὐτὴν ἐκάματε; Ἰδοὺ τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ καθιερώσητε ὑπείκοντες εἰς τὴν τῆς φιλανθρωπίας αἴτησιν τῆς φιλικῆς δυνάμεως. Εἶναι ἐλεημοσύνη! Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα, ἡ Ἑλλὰς προσέφερε τὴν ἐλεημοσύνην της, ἐλεημοσύνην ἀρκοῦντως γενναίαν· ἡ Ἑλλὰς προσέφερε διὰ τὴν ἐλεημοσύνην της ἕως τώρα 4,000 λίρας στερλίνας. Τί περιπλέον ἀπαιτεῖτε; 590 δραχμὰς ἀκόμη κατὰ μῆνα προτείνει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Διαμαντόπουλος. Αἰσθάνομαι, κύριοι, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τοιοῦτον θέμα νὰ κάμωμεν, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, μπακάλικον λογαριασμὸν (δὲν τὸ λέγω διὰ τὸν κ. Διαμαντόπουλον, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ κάμω ἐγὼ αὐτὸς κατόπιν,) νὰ κάμωμεν λέγω μπακάλικον λογαριασμὸν καὶ νὰ λογαριάσωμεν ἂν θὰ δώσωμεν ὀλίγας δραχμὰς περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον· ἢ ὅλα νὰ τὰ δώσωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ τὰ δώσωμεν, ἢ ὅλα νὰ τὰ ἀρνηθῶμεν. Μὲ οἱανδήποτε ἄλλην δύναμιν, ἐὰν εἴχαμεν νὰ κάμωμεν, δὲν ἐδικαιούμεθα ἴσως νὰ ἐξετάσωμεν τὰ καθέκαστα καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ᾖναι μεγάλον ἢ μικρὸν, ἀλλὰ μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει δώσει μεγάλα δείγματα περὶ τοῦ πόσον σέβεται καὶ σταθμίζει τὴν λίραν στερλίναν, δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ σταθμίζωμεν τὴν δραχμήν μας. Συγχωρήσατέ μοι μίαν μικρὰν παρέκβασιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ κέντρον τοῦ θέματος. Ὅταν οἱ Ἄγγλοι παρέλαβον τὴν Ἑπτάνησον, παρέλαβον ἀπὸ τοὺς Γάλλους 600 κανόνια εἰς τὰ φρούρια τῆς Κερκύρας, καὶ ἄπειρον πληθὺν ζωοτροφιῶν καὶ πολεμεφοδίων, διότι, καθὼς πολὺ καλὰ γνωρίζετε, ὁ πρῶτος Ναπολέων μετεχειρίζετο τὴν Κέρκυραν ὡς τὸ κέντρον τῶν στρατηγικῶν σχεδίων του ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἡ Γαλλία εἶχεν ἐξοδεύσει 6,000,000 φράγκα διὰ τὴν ἐπέκτασιν καὶ ἐπισκευὴν τῶν φρουρίων· ὅταν ἀνεχώρησαν οἱ Γάλλοι ἐκ Κερκύρας ἐγκατέλειψαν ὅλα ταῦτα ὑπὲρ τοῦ κράτους καὶ τίποτε δὲν ἐζήτησαν. Δὲν ἠρκέσθησαν μόνον εἰς τοῦτο· εἴκοσιν ἔτη ἀφ’ ὅτου ἀνεχώρησαν ἐκεῖθεν οἱ Γάλλοι, ἔστειλαν 30,000 λίρας στερλίνας εἰς τὸν ἁρμοστὴν, ὅπως αὐτὸς δι’ αὐτῶν ἀποζημιώσῃ τοὺς Κερκυραίους πολίτας, ὅσοι τυχὸν ἐζημιώθησαν ἀπὸ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπεχείρησαν οἱ Γάλλοι πρὸς ἐπισκευὴν τῶν φρουρίων. Ἐὰν εἶχον νὰ κάμω λογαριασμὸν μὲ μίαν τοιαύτην δύναμιν, ἡ ὁποία τοιουτοτρόπως ἐπολιτεύθη εἰς τὸν τόπον μου, ὤφειλα νὰ εἴπω, ἢ ὅλα τὰ ἀρνοῦμαι ἢ τὰ ψηφίζω ὅλα· ἀλλ’ ἐπαναλέγω, μὲ τὴν οἰκονομικὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία τὴν λίραν τὴν ζυγίζει, καθὼς ἀμέσως θὰ ἴδητε, πρέπει νὰ ζυγίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν δραχμήν μας, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς κατακρίνῃ κανεὶς, ὅτε κάμνομεν μπακάλικον λογαριασμὸν, ἂν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν μήπως εἶναι πολλὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς ζητοῦσιν, ἔστω καὶ παραδεχόμενοι, ὅτι κἄτι πρέπει νὰ δώσωμεν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀφ’ ἧς οἱ Γάλλοι ἀνεχώρησαν, ἐδώκαμεν διὰ τὴν στρατιωτικὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐχορήγησεν, 1,395,957 λίρας στερλίνας, 4 σελίνια καὶ 1½ πέννας. Ἐπληρώσαμεν διὰ τοὺς Ἄγγλους Σικελοὺς, τοὺς ὁποίους διώριζαν εἰς τὰ ἀκάτια τῆς ὑπηρεσίας τοῦ μεγάλου ἰονικοῦ κράτους 1,315,000 λίρας στερλίνας. Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ τελεσθῇ τὸ μέγα ἔργον τῆς ἑνώσεως, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ ἡ περὶ τούτου συνθήκη μεταξὺ τοῦ λόρδου Ῥῶσσελ καὶ τοῦ ἀπεσταλμένου ἡμῶν κ. Χαριλάου Τρικούπη, ἐζήτουν παρὰ τοῦ Κ. Τρικούπη 200 χιλ. δραχ. διὰ συντάξεις τῶν Ἄγγλων, τοὺς ὁποίους ἐμισθοδοτοῦμεν πρὶν τόσον πλουσίως καὶ τόσον γενναίως· καὶ ἢ πληρόνετε τὰς συντάξεις αὐτὰς, ἔλεγεν ὁ Ῥῶσσελ πρὸς τὸν Τρικούπην, ἢ δὲν φεύγομεν ἀπὸ τὰς νήσους, «c’ est à laisser ou a prendre» τῷ ἔλεγε, «διάλεξε, ἢ θὰ τὸ πάρῃς ἢ θὰ τὸ ἀφήσῃς». Ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομύριον ταλλήρων ἐπλήρωσε τὸ Ἰόνιον ταμεῖον διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν φρουρίων καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ φρουρίου τοῦ Βίδου, τὸ ὁποῖον ἀνετράπη χωρὶς οὐδεμίαν νὰ μᾶς δώσωσιν ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα πρὸς ἀνέγερσίν του ἀπήτησαν νὰ δαπανήσωμεν ἐκ τοῦ πτωχοῦ ταμείου μας. Σᾶς εἶπον πρότερον, ὅτι 600 κανόνια ἐγκατέλειπον οἱ Γάλλοι εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἡ Ἀγγλία ἤθελε νὰ τὰ μετασχηματίσῃ κατὰ τὴν νέαν κατασκευήν. Ὅπως μὴ μείνῃ οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι τὰ κανόνια ἐκεῖνα ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῆς Ἑπτανήσου, παρουσιάζεται ὁ ἁρμοστὴς ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς Ἀγγλίαν, ὅπως τὰ μετασκευάσῃ κατὰ τοὺς νέους κανόνας. Ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἄδειαν· τὰ κανόνια ταῦτα τὰ 600 μετεσχηματίσθησαν καὶ μετεφέρθησαν εἰς Κέρκυραν· παρουσιάζεται ὁ λογαριασμὸς τῶν δαπανῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ πληρόνει 20 χιλιάδας λίρας στερλίνας διὰ τὸν μετασχηματισμόν. Ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεως, γίνεται ἡ παρατήρησις εἰς τὸν Ἄγγλον ὑπουργὸν, ὅτι πολὺ καλὰ, κρημνίζετε τὰ φρούρια, ἀλλὰ διατὶ τὰ ἀφοπλίζετε, διατὶ πέρνετε τὰ κανόνια; δὲν εἶναι ἰδικά σας. Ἀπάντησις τοῦ Ῥῶσσελ πρὸς τὸν ἀπεσταλμένον κ. Χ. Τρικούπην, «ἡ Ἀγγλία δὲν θέλει πάρει εἰμὴ τὸ ἰδικόν της, δὲν θέλει ἀφαιρέσει ἄλλα κανόνια εἰμὴ ὅσα ἔφερεν ἐξ Ἀγγλίας ἰδικά της, ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς προστασίας.» Ἀξιότιμε κύριε Ζαΐμη, ὅστις παρέλαβες τὰς νήσους ἀπὸ τὸν τελευταῖον ἁρμοστὴν, πόσα κανόνια σοῦ παρέδωκαν; μόνον 7 μικρὰ, ἄχρηστα καὶ σιδηρᾶ· οὕτως εἶναι;
§36ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ἀντέχωσι νὰ χαιρετῶσι τὸν Βασιλέα, ὅταν ἐκεῖ πηγαίνῃ. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐλησμονήθη ἀρκούντως, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Μᾶς ἀφήρεσαν ἰδιοκτησίαν τοῦ κράτους ἀναμφισβήτητον, ἀποδεδειγμένην. Ὑπάρχουν ἀποδείξεις, καθ’ ὧν οὐδεμία ἀντίῤῥησις δύναται νὰ ἐγερθῇ· ὁ λόρδος Ῥῶσσελ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θὰ ἀφαιροῦσαν, εἰμὴ μόνον ὅ,τι εἰς αὐτοὺς ἀνήκει. Δυνάμεθα λοιπὸν σήμερον νὰ τοῖς εἴπωμεν, ὅτι μᾶς ἐπῆραν τὸ ἰδικόν μας, ἴσως κατὰ λάθος· κάμετέ τους προσεκτικοὺς, κύριοι ὑπουργοὶ, ἀφοῦ ἤδη ἤλθομεν εἰς συναλλαγάς. Καθὼς θέλουσι νὰ μᾶς παραδώσωσι τὴν συμπολίτιδά των ἵνα τὴν θρέψωμεν αὐτὴν καὶ τὰ παιδιά της, ἂς ἐπανίδωμεν τοὺς λογαριασμούς μας ἵνα μᾶς ἐπιστρέψωσι τὸ ἰδικόν μας, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπῆραν. Ἀφοῦ οὕτως φέρεται ἡ Ἀγγλία πρὸς τὴν λίραν της, ἂς λογαριάσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν δραχμήν μας. Πόσην ἐδώκαμεν προῖκα εἰς τὰς θυγατέρας, πόσας ἐδώκαμεν συντάξεις εἰς τὰς χήρας τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν; εἰς πόσον ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον μᾶς ζητεῖ ἡ Ἀγγλία; εἰς τὸ 1/70 τοῦ προϋπολογισμοῦ μας· τουτέστιν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μεταφέρωμεν τὸ ζήτημα ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπως αὐτὴ προικοδοτήσῃ μίαν οἱανδήποτε χήραν, ἔπρεπε νὰ δώσῃ 1,000,000 λιρῶν, καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 70,000,000 ἐξοικονομεῖται πολὺ εὐκολώτερον παρὰ 300,000 ἀπὸ προϋπολογισμοῦ 30 ἢ 32 ἑκατομμυρίων. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καταστάσεως τῆς ἀξιοτίμου ταύτης κυρίας ἐξεταζόμενον τὸ ζήτημα, τί ἔχομεν νὰ τῆς δώσωμεν; Τί ἦτον ὁ κ. Λόϋδ; τί ἤλπιζεν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του; τί ἐκέρδιζε; Χθὲς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. δικηγόρος (τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ ταράξω τὴν σκιὰν ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται, ἀλλὰ μ’ ἀναγκάζει τὸ θέμα), αὐτὸς ὁ δικηγόρος, ὅστις ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ διὰ τῆς ἐπιστήμης του, διότι ἄλλως δὲν ἤθελεν ἔλθει ἐδῶ νὰ κάμῃ τὸν δικηγόρον τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου, ἀποθανὼν ἄφησεν εἰς Ἀθήνας χρέος 700 λίρας. Τοιούτου παρουσιαζομένου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τοῦ ζητήματος, ἀφοῦ ἐδώκαμεν 4,000 λίρας στερλίνας, δὲν εἶναι ἀρκεταί; Ἐὰν ᾖναι δὲ ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλαι, διατὶ δὲν στρέφονται καὶ ἐκεῖ ἀφ’ ὅπου οἱ λῃσταὶ ἐξῆλθαν καὶ ὅπου τὰ λείψανα τῆς λῃστρικῆς ἐκείνης συμμορίας εἰσέτι διατηροῦνται; Ἐδῶ ἐδόθησαν εἰς τὴν χήραν 1000 λίραι στερλίναι, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπὸ τῶν ὁμογενῶν ἕτεραι 3,000, τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης, νομίζω, ἐξεπληρώθη ὑπερβαλλόντως. Ἑκατὸν χιλιάδες δραχμαὶ δοθεῖσαι εἰς χήραν ἑνὸς δικηγορίσκου τῆς Ἀγγλίας, ὅστις ἐδῶ εἰς Ἀθήνας εἶχε χρέος 700 λίρας, εἶναι ἀρκεταί· τὸ περισότερον, ἂν δὲν ὑποκρύπτῃ ἄλλο τι, δὲν εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου, φιλανθρωπία, εἶναι τοὐλάχιστον τρέλλα. Ἀλλ’ ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός, καὶ τότε ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν; πῶς τ’ ἄλλα κράτη θὰ ἐμπιστεύωνται πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας, ἀφοῦ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ δίδει, ἡμεῖς δὲν ἐκπληροῦμεν; Τίς ὑπεσχέθη; Ὁ κ. Ζαΐμης μᾶς ἐβεβαίωσε χθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του οὐδεμίαν ὑπόσχεσιν ἔδωκεν· εἰς τὰ ἔγγραφα ὅμως ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσημα, καὶ εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ πρέσβεως ἄγγλου, συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ διασάφησις, ὅτι τότε ὑπεσχέθη ὁ Βασιλεύς. Βιάζομαι ν’ ἀποκρούσω τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Μίληση ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ κ. Μίλησης, ὁμιλῶν περὶ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βασιλέως, εἶπεν, εἶναι τάχα ἀληθές; ἀλλὰ καὶ ἂν ᾖναι, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν, ἂν περιεστράφη εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν βασιλικῶν προνομίων· ἀλλ’ ἐπειδὴ αὕτη περιεστράφη εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν τυχὸν ὁ Βασιλεὺς ὑπεσχέθη, ἡ ὑπόσχεσίς του δὲν μᾶς ὑποχρεόνει. Βιάζομαι ν’ ἀντικρούσω τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ κ. Μίληση, διότι εἰς τὴν θεωρίαν ταύτην βλέπω τὴν ἀνατροπὴν τῶν βάσεων τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος.
§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐξήγησιν;
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§40ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐμβῆκα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βασιλέως· διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, μὲ διέκοψεν ὁ κ. Ζαΐμης καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ὑπόσχεσις, καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἂν ὑπεσχέθη, καὶ ὑπεσχέθη, τὸ ἔπραξε διὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖόν του καὶ οὐχὶ τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο δὲν ἀνέπτυξα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐθεώρουν ὑποχρεωτικὴν τὴν βασιλικὴν ὑπόσχεσιν, καὶ ἂν εἶχε δοθῆ.
§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε. Δὲν μοὶ διέφυγε χθὲς ὅ,τι εἴπατε, ὅτι ἐὰν τὸ ζήτημα περιστρέφετο εἰς τὰ βασιλικὰ προνόμια, τότε ἡ Βουλὴ ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν βασιλικὴν ὑπόσχεσιν· διότι ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βασιλέως ἔπρεπε νὰ ἐκπληρωθῇ· τοῦτο νομίζω, ὅτι εἴπατε. Δὲν ἐλάβατε δὲ καιρὸν ν’ ἀναπτύξητε τὴν θεωρίαν σας, ἄλλως ἠθέλατε βεβαίως συμπεράνει, ὡς ἠθέλω συμπεράνει καὶ ἐγὼ, καὶ ἐπειδὴ ἐῤῥέθη τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ χωρὶς νὰ συμπληρωθῇ· ἑπομένως λέγω, ὅτι ναὶ μὲν δικαιώματα ἀποδίδει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Βασιλέα καὶ προνόμια, καὶ τὰ προνόμια αὐτὰ δὲν εἶναι ὀλίγα, ἀλλὰ τὰ προνόμια τὰ ἐν τῷ Βασιλεῖ δὲν ἐνεργοῦσιν, εἰμὴ διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα πέριξ τοῦ θρόνου ἔθεσεν· ὅ,τιδήποτε ὁ Βασιλεὺς ἐνεργήσει ἄνευ τῆς συναινέσεως καὶ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν εἶναι παράνομον καὶ ipso jure εἶναι μηδέν.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ματαία ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι δὲν ἔχει χώραν ἤδη.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι ἔχει μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διασαφηνισθῶσιν. Ἐδῶ βλέπω ἓν ἔγγραφον εἰς ὃ ὁ κ. Βράϊλας λέγει «καὶ ἰδὼν τὸν λόρδον Κλαρενδῶνα τῷ εἶπον... ὅτι ἀπομένει εἰς τὴν κυβέρνησιν (τῆς Ἑλλάδος) τὸ καθῆκον νὰ περιθάλψῃ παντοίῳ τρόπῳ καὶ ὅσῳ δυνηθῇ γενναιότερον τὴν ἐνδεῆ χήραν καὶ τὰ τέκνα ἑνὸς τῶν θυμάτων.» Καὶ ἵνα μὴ μείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται διὰ τὴν χήραν Λόϋδ τὸ βοήθημα παρακατιὸν λέγει. «Ἐθεώρησα δὲ καθῆκόν μου νὰ τῷ προσθέσω ἐκ νέου, ὅτι πᾶσα πρόνοια θέλει ληφθῆ ὑπὲρ τῆς χήρας Loyd, ὅτι ἔλαβεν ἤδη χιλιάδας λίρας στερλίνας, ὅτι καθ’ ἃς εἶχον ἰδιαιτέρας πληροφορίας καὶ σύνταξις θέλει ψηφισθῆ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐνταῦθα ὁμογενῶν γίνεται ἔρανος, ὅστις πιθανῶς θέλει ἀναβῆ εἰς δύο περίπου χιλιάδας λίρας στερλίνας.» Ὁ κ. Βράϊλας λοιπὸν γράφει ἀπ’ ἐκεῖ, ὅτι κατὰ διαταγὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεώς του ὑπεσχέθη εἰς τὸν Κλαρενδῶνα, ὅτι θέλει δοθῆ μία σύνταξις. Ὁ κ. Γραμβὶλ εἰς τὸ ἔγγραφόν του λέγει, ὅτι συνεπείᾳ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τοῦ Βασιλέως ζητεῖ σύνταξιν, καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Μίλησης ἠρώτησε χθὲς, καὶ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ σήμερον, ἐγένετο ὑπόσχεσις; Ὁ κ. Ζαΐμης λέγε ὄχι, ἀλλ’ ὁ κ. Βράϊλας καὶ ὁ κ. Γραμβὶλ ψεύδονται, ὁ μὲν λέγων, «ὅτι κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας πληροφορίας μου, καὶ κατὰ τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἔχω, διαβεβαιῶ, ὅτι θὰ ψηφισθῇ σύνταξις ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ.» ὁ δὲ κύριος Γραμβὶλ λέγων «καθ’ ἃ ὑπεσχέθη ὁ Βασιλεὺς θὰ δοθῇ ἡ σύνταξις»; Καὶ δὲν μὲ ταράττει ἡ φράσις αὕτη, διότι εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἄγγλου ἡ λέξις Βασιλεὺς ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι ἐννοεῖ Κυβέρνησις· ἐγνώριζεν ὁ κύριος Γραμβὶλ, ὅτι μία τοιαύτη ὑπόσχεσις ἄνευ τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν εἶχε σημασίαν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, ἢ τοὐλάχιστον ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πρωθυπουργοῦ κυρίου Ζαΐμη, διότι ὁ κύριος Ζαΐμης δὲν εἶδε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, δὲν τὸ ἐγνώριζεν ὅτε ἦτον ἐν τῷ ὑπουργείῳ, ἢ δὲν τὸ ἐπρόσεξεν, ὅταν ἠγόρευσε περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Δήλεσι· καὶ λέγω ταῦτα, διότι ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ κύριος Ζαΐμης ἔπλεξε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἐπαίνους διὰ τὸν κύριον Βράϊλαν ὡς πρέσβυν ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ὑπεστήριξε τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος μεθ’ ὅλης τῆς δραστηριότητος, μεθ’ ὅλης τῆς εὐγλωττίας, μὲ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχε καὶ τοῦ ἐξέφρασε τὴν εὐαρέσκειάν του. Ἂν ὁ κ. Ζαΐμης ἤθελεν ἀναγνώσει τὸ ἔγγραφον, ἤθελεν ἴδει ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει ὁ κύριος Κλαρενδὼν πρὸς τὸν κ. Βράϊλαν «τὸ σφόδρα δημοκρατικὸν τοῦ Συντάγματος ἐμποδίζει τὴν καλὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου». Ἀποδίδει εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν αἰτίαν τῆς ληστείας. Τί ἀπαντᾷ ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκείνῃ καὶ λίαν σπουδαίᾳ συνεντεύξει, εἰς ἣν ἐπῆγε διατεταγμένος παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ τεθῇ εἰς συγκοινωνίαν μετὰ τοῦ ξένου ὑπουργοῦ; Τί ἀπαντᾷ εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία τῷ ἐῤῥέθη κατὰ πρόσωπον κατὰ τοῦ πολιτεύματος τῆς πατρίδος του; τὸ σφόδρα, λέγει ὁ κ. πρέσβυς, δημοκρατικὸν τοῦ Συντάγματος ἐγὼ αὐτὸς κατέκρινα δημοσίως, ὅτε ἐσυζητεῖτο καὶ προεῖδον τὰς συνεπείας......».
§44ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ὅμως ὡρκίσθη... (Θόρυβος).
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐν τούτοις εἶναι ἀκόμη ἀντιπρόσωπος τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος...... (θόρυβος). Ὁ κύριος Βράϊλας εἶναι φαίνεται συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν του, διότι ἄλλοτε εἶχε καταδεχθῆ νὰ λάβῃ μέρος εἰς Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὰς ἀρχὰς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν γνωρίζει (θόρυβος)...
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λέγω, ἂν ὁ κ. Ζαΐμης ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν ἀντεπροσώπευεν ἐν Λονδίνῳ τοιαῦτα εἶχεν ἐκφράσει κατὰ τοῦ καθεστῶτος τῆς πατρίδος του ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκείνῃ συνεντεύξει, ἤθελε τὸν ἐπαινέσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; δὲν ἤθελε τοῦ ζητήσει λόγον ἀμέσως ὁ συνταγματικὸς κ. Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος μὰ τὸ ναί, δὲν πιστεύω νὰ νοστιμεύεται εἰς τοιαύτας ἐκφράσεις κατὰ τοῦ καθεστῶτος; Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἐγνώριζε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἑπομένως καὶ τὰς ἄλλας συνεπείας, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν τότε· καὶ εἰς τοῦτο ἐφελκύω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ ἔχομεν ἐνώπιόν μας διττὰς ἐνεργείας ἐν τῇ κυβερνητικῇ μηχανῇ· μίαν φαινομένην τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ὑπουργείου, τοῦ ὑπευθύνου κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μίαν ἄλλην κρυφὴν, μὴ φαινομένην, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπεύθυνος χθὲς μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν ἀνεδέχθη ὑποχρέωσιν, οὐδεμίαν ἔδωκεν ὑπόσχεσιν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Ἐδῶ βλέπομεν ὅμως ὁμολογούμενον, ὅτι ὑποσχέσεις ἐδόθησαν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἂν εἴπητε, ὅτι ψεύδεται ὁ κ. Ἔρσκιν καὶ κ. Γράμβιλ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω καὶ τοῦτο. Μία ἐνέργεια λοιπὸν ὑπῆρχε κρυφή τινων, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίζοντο, ὑποσχόμενοι, τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἤθελε προβῆ εἰς τοιαῦτα βήματα χωρὶς τὴν γνώμην τῶν μόνων συμβούλων του ὑπουργῶν. Ἀλλ’ οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ὑποσχέσεις, αἱ δοθεῖσαι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, σεῖς δὲν ἔχετε νὰ τὰς λάβητε ὑπ’ ὄψιν, σᾶς τὸ ἐμποδίζει τὸ Σύνταγμα, ὁ ὅρκος, τὸν ὁποῖον ἐδώκατε νὰ τὸ διατηρήσητε· δὲν ἔχετε ν’ ἀκούσητε εἰμὴ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην σας, οὐδεμίαν ἄλλην ὑπόσχεσιν ἔχετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Ἂν ὁ Βασιλεὺς θέλῃ νὰ δώσῃ ἐλεημοσύνην ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖόν του πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ, εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, ὡς εἴμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ καταθέσωμεν τὴν δεκάρα μας· ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ συντάξεως διὰ νόμου, ἐρχομένης ἐνώπιόν μας· καὶ ἄλλη δὲν παρουσιάζεται περὶ τούτου ὑπόσχεσις κυβερνήσεως, εἰμὴ ἡ τῆς τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἀλλ’ εἶναι αὕτη ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς; Ἂν δὲ δὲν παραδεχθῶμεν αὐτὴν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι θὰ ἐπέλθουν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἀνέφερε πρότερον; ὅτι δηλ. αἱ κυβερνήσεις μας δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ συναλλαχθοῦν πλέον μὲ τὰς λοιπὰς εὐρωπαϊκὰς κυβερνήσεις, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀπομονωθῇ, ἂν ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Τί εἶναι ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Δεληγεώργης; Πρῶτον ἀφ’ ὅλα εἶναι ὑπόσχεσις; τὴν θέτει ὑπὸ τὴν ῥήτραν τῆς ἐπικυρώσεως τῆς Βουλῆς. Δεύτερον λέγω, ὅτι δὲν εἶναι εἰμὴ ἁπλοῦν χαρτὶ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐνώπιόν σας, δὲν εἶναι σύμβασις, δὲν εἶναι συνθήκη. Καὶ ἂν συνθήκη ἤθελε συνομολογηθῆ μεταξὺ τῆς ἀγγλικῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καθυποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν ἤθελε καταψηφισθῆ, τοῦτο θὰ ἦτο αἰτία παραπόνων; Καὶ νομίζετε, ὅτι οἱ συνταγματικοὶ ὑπουργοὶ τῆς Ἀγγλίας δὲν γνωρίζουσι τί ἐστὶ συνταγματικὴ κυβέρνησις; — Βεβαίως, κύριοι, ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο, ἂν παρὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας παρουσιάζετο ταυτοχρόνως ὑπὸ τὰ βλέμματα τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, δεικνύον τὸ ἄδικον καὶ ὑπερασπιζόμενον τὰ δικαιώματα τοῦ τόπου, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν ἐτηρεῖτο μετριωτέρα τις ὁδὸς, καλυπτομένου τοῦ ὑπουργείου ὄπισθεν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, καὶ λέγοντος πρὸς τὸν πρέσβυν, «δὲν παραδέχομαι, δὲν ἀντικρούω, οὐδεμίαν ἐκφράζω γνώμην, πρὶν ἀκούσω τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους.» Ἀγνοῶ τί ἐβίασε τὸν κ. Δεληγεώργην, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας καὶ νὰ τὴν παραδεχθῇ διὰ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον τὴν παρεδέχθη. Ἀλλ’ ἔχω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε σήμερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅστις μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτήσεως, περὶ βίας, ὅτι καταναγκασμὸς οὐδὲ κατ’ ὄναρ ὑπάρχει εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ ζήτημα φιλανθρωπίας. Ἑπομένως λέγω, ὅτι ἐπεθύμουν παρὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας νὰ καθυπεβάλλετο συγχρόνως εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος τηροῦν μίαν τῶν δύο γραμμῶν, τὰς ὁποίας εἶπον πρὸ ὀλίγου. Τὴν πρώτην ἤθελεν ἀκολουθήσει βεβαίως, κατ’ ἐμὲ, ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἐπὶ τῆς ὑπουργικῆς του ἕδρας δὲν ἤθελεν αἰσθανθῆ ἄλλο, εἰμὴ τὸ πατριωτικόν του καθῆκον· τὴν δευτέραν ἤθελεν ἀκολουθήσει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε νομίσει ὡς διπλωματικὴν περίνοιαν τὴν συνθηκολόγησιν ἐν τῇ συνειδήσει του, τοῦ καθήκοντός του πρὸς τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ὑπηρετῇ τοὺς ξένους. Ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἠκολούθησεν οὔτε τὴν μίαν οὔτε τὴν ἄλλην· ἐνόμισεν ἐν τῷ πατριωτισμῷ του, τὸ ἀναγνωρίζω, ἐν τῷ εἰλικρινεῖ πατριωτισμῷ του, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ἠπατημένῳ, ὅτι θὰ ὑπηρέτει τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του, κύπτων διὰ μιᾶς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ξένου καὶ λησμονῶν τὰ δικαιώματα τοῦ τόπου του, νὰ τὸν διαγράψῃ, ὅσον τὸ κατ’ αὐτὸν, ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν ἀνεξαρτήτων καὶ νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν θέσιν τῶν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς θριαμβευούσης ξένης λόγχης εὑρισκομένων. Τοιαύτην ἐντύπωσιν τοὐλάχιστον μοὶ ἔκαμεν ἡ ἀπάντησις, ἥτις παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ μας ἐδόθη εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι οὗτος τὸν ἐπρόλαβεν, ὅτι ἐὰν ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας ἐπρόσμενεν, αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ θὰ ἔπραττεν ὅ,τι παρ’ αὐτοῦ ὁ πρέσβυς ἐζήτει. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, οἱονδήποτε καὶ ἐὰν ᾖναι τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν δι’ ἡμᾶς; Οὐχί. Πλὴν οὕτω κάμνουν καὶ τὰ μεγάλα ἔθνη, μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καὶ σεβαστὸς φίλος μου, κ. Κουμουνδοῦρος, διεξάγουν τὰς ὑποθέσεις των μὲ φρόνησιν, καὶ δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ δείξωμεν, ὅτι δὲν θὰ ὑποκύψωμεν, παρ’ ὅταν μᾶς δείξωσι τὸ ξύλον, διότι σήμερον πρόκειται μόνον περὶ φιλανθρωπίας· ἀλλὰ τότε τί ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν; ἂν ἦτο ξύλον, λέγω, ὅτι τὸ ξύλον τοῦτο δὲν ἀτιμάζει.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Ξύλον φιλάνθρωπον.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, ἐγὼ ἐκλαμβάνω τὸ ξύλον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ λέγει ὁ φίλος μου κ. πρωθυπουργὸς, τὴν βίαν δηλαδὴ, διότι δὲν ἐννοοῦσε βεβαίως τὸ ματσούκι, ἀλλὰ τὴν βίαν τοῦ ἰσχυροτέρου ἐπὶ τοῦ ἀδυνάτου, καὶ λέγω, ὅτι ἡ βία ἐκείνη δὲν ἀτιμάζει. Παρὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα χθὲς ὁ κ. Μίλησης ἔφερε, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς προσθέσω καὶ ἐγὼ ἓν, τὸ ὁποῖον δανείζομαι ἀπὸ τὸ στόμα οὐχὶ δικανικοῦ, ἀλλὰ μεγάλου ὑπουργοῦ μεγάλης δυνάμεως, ἴσα ἴσα ἀκριβῶς ἐπὶ ζητήματος Ἑλληνικοῦ. Μετὰ τὰ Παρκερικὰ, κύριοι, οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Παλμερστῶνος, ἐνθυμεῖσθε, τὸν κατηγόρησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Πάλμερστων ἀπολογούμενος ἔκαμε τὸν λόγον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς τὸ μεγαλείτερον, τὸ δεινότερον ῥητορικὸν ἔργον τοῦ Παλμερστῶνος. Μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας τοῦ ἀπηύθυνον τότε οἱ ἀντίπαλοί του, τὸν ἤλεγξαν ἀκόμη ὅτι προσέβαλε τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀποστείλας 18–20 πλοῖα νὰ κλείσῃ τὸν Πειραιᾶ, διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ καὶ στενοχωρήσῃ ἓν μικρὸν κράτος. Ἠξεύρετε τί ἀπήντησεν ὁ Πάλμερστων; (ἔκτοτε δὲν ἀνέγνωσα πλέον τὸν λόγον του, ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη μοὶ ἔμεινεν ἐντετυπωμένη καὶ θὰ μένῃ ἀνεξάλειπτος εἰς τὴν μνήμην μου.) Μὴ μὲ κατηγορεῖτε, εἶπεν ὁ Πάλμερστων, ὅτι προσέβαλον τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐφρόντισα νὰ στείλω μίαν τοιαύτην δύναμιν ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑποκύπτουσα ἡ Ἑλλὰς κατ’ οὐδὲν προσεβάλλετο ἡ ἀξιοπρέπειά της καὶ τιμή της.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔποψις τοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἐξέφερεν ὁ Πάλμερστων. Ὅταν ἡ βία κατὰ τοῦ ἀσθενεστέρου ὡς βία καὶ μόνη ἐνεργῇ, ἀτιμάζει τὸν ἰσχυρὸν καὶ οὐχὶ τὸν ἀσθενῆ, τὸν ὑποκύπτοντα εἰς αὐτήν. (Χειροκροτήματα.) Ἐὰν ἡ βία, κύριοι, οὐ μόνον ποσῶς ἕως τώρα δὲν ἐβεβαιώθη, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς βίας, ἔπειτα ἀπὸ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς κυβερνήσεως ὀφείλωμεν νὰ ἀπομακρύνωμεν, τί μένει πλέον; Μένει καθαρῶς ἡ αἴτησις νὰ πληρώσωμεν τὰς 10,000 λίρας πρὸς ἐκείνην τὴν χήραν, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος ἐφονεύθη ἐπὶ τοῦ ἐδάφους μας διὰ νὰ θρέψῃ τὰ ὀρφανά της. Κατὰ τί ἐνεχόμεθα ἡμεῖς διὰ νὰ πληρώσωμεν; Ἂν τὸ πράξωμεν, δὲν θὰ ὁμολογήσωμεν ἐνοχήν; Ἑωσότου τοὐλάχιστον ἔμενε κεκαλυμμένον, ὅτι φοβούμεθα τὴν βίαν, ἑωσότου ἔμενεν ὑπονοούμενον τάχα, ὅτι ἠμπορεῖ ἡ Ἀγγλία νὰ μᾶς δείρῃ, ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι φρονίμως φερόμενοι διὰ νὰ μὴ ἴδωμεν αὐτὴν τὴν ἐπέμβασιν τῆς βίας ἀπ’ εὐθείας, πρὶν μᾶς πλήξωσι μὲ τὸ ξύλον, ἐψηφίσαμεν. Ἀλλὰ μὲ τὴν δήλωσιν τὴν σημερινὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. πρωθυπουργοῦ ὅτι περὶ βίας καὶ πιέσεως δὲν πρόκειται, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ φιλανθρωπίας, ὅταν δὲ πᾶν ἄλλο παρὰ φιλανθρωπία ᾖναι ἡ ψῆφος αὕτη, τὴν ὁποίαν μᾶς ζητοῦσι, τί μένει; Καθαρῶς καὶ μόνον ἡ ἐκ μέρους ἡμῶν ἀναγνώρισις τῆς ἐνοχῆς μας. Θὰ μᾶς ἐννοοῦσεν ὁ κόσμος, κύριοι, ἐὰν παρεδεχόμεθα ἀπ’ εὐθείας τὰς ἐκφράσεις τοῦ ἐνώπιον ἡμῶν ἐγγράφου τοῦ ὑπουργοῦ μας. Ἐὰν ἠθέλομεν εἴπει καὶ ἡμεῖς ναί, πρέπει νὰ πληρώσωμεν, πρέπει νὰ βοηθήσωμεν καὶ ἂν δὲν τὸ ἀπαιτοῦσεν ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, ἔπρεπε νὰ τὸ κάμωμεν ἡμεῖς, καὶ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν ἀπ’ εὐθείας· θὰ μᾶς ἐννοοῦσεν ὁ κόσμος τότε, καθὼς, συγχωρήσατέ μοι τὴν παρομοίωσιν, καθὼς ἐννοεῖ τὸν εὐσεβῆ ἐκεῖνον Μουσουλμάνον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρουσιάζεται τὸ φιρμάνι τοῦ Σουλτάνου μὲ τὴν διαταγὴν νὰ παραδώσῃ εἰς τὸν ἐπιφέροντα τὴν κεφαλήν του, καὶ ἐκεῖνος γονατίζων μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας καὶ φιλῶν τὸ χαρτί, καὶ τιθέμενος αὐτὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του παραδίδει τὸν λαιμόν του εἰς τὸν βρόχον ἢ τὴν μάχαιραν τοῦ δημίου, στοχαζόμενος ὅτι οὕτω πράττων θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν παράδεισον τοῦ Προφήτου, ὅπου θὰ τρώγῃ ἀτελευτήτως τὸ ἀτελεύτητον πηλάφι εἰς τὰς ἀγκάλας τῶν ὡραίων Οὐρί, τῶν ὁποίων ἡ παρθενία δύναται πάντοτε νὰ φθείρεται καὶ πάντοτε νὰ ἀνανεοῦται· ἀλλὰ δὲν θὰ μᾶς ἐννοήσῃ ὁ κόσμος, ἂν εἴπωμεν, ὡς λέγομεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἔχει ἡ Ἀγγλία, ὅτι οὐδὲν πταίει ἡ Ἑλλὰς εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, οὐδεμίαν ἐνοχὴν ἔχει, καὶ οὐχ ἧττον ψηφίζομεν ὅπως τοιουτοτρόπως ἀναδεχθῶμεν τὴν ἐνοχὴν ταύτην καὶ κηλιδώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ τόπου μας. Ἐδῶ, κύριοι, ἐδῶ ἵσταται τὸ ζήτημα· πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ τόπου μας, καὶ ὄχι ὅπως ἐκπληρώσωμεν ἔργον φιλανθρωπίας ἢ νὰ ἐκτελέσωμεν ὑπόσχεσιν τῆς κυβερνήσεώς μας. Κανεὶς δὲν θὰ μᾶς ἐννοήσῃ, ἂν, ὡς μᾶς συμβουλεύουσι, πολιτευθῶμεν, καθὼς, συγχωρήσατέ μοι τὴν παρέκβασιν, 19 παρελθοῦσαι ἑκατονταετηρίδες δὲν ἠννόησαν καὶ ὅσαι καὶ ἂν παρέλθωσιν ἀκόμη δὲν θὰ ἐννοήσουν τὸν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ νομάρχην ἐκεῖνον τῆς Ῥώμης, ὅστις ἐνῷ ἐκήρυττεν ἀθῷον, δίκαιον τὸν Ἰησοῦν, ἐνόμιζεν ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης νίπτων τὰς χεῖράς του ἐνώπιον τοῦ ὄχλου καὶ λέγων ἀθῶος εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ ἀθώου τούτου, ἐνῷ ταυτοχρόνως ὑπέγραφε τὴν θανατικὴν καταδίκην καὶ τὸν ἔστειλε νὰ σταυρωθῇ ἐν τῷ μέσῳ δύω λῃστῶν (εὖγε). Τὴν θέσιν, κύριοι, τὴν ὁποίαν κατέναντι τῶν μετ’ αὐτὸν αἰώνων, χάριν τῆς τότε πολιτικῆς ἀνάγκης ἐνώπιον τοῦ κραυγάζοντος ὄχλου τῶν Ἰουδαίων, ἀνέλαβεν ὁ Πιλάτος κατέναντι τοῦ μάρτυρος τοῦ Γολγοθᾶ, δὲν θὰ ἀναλάβωμεν τάχα καὶ ἡμεῖς κατέναντι τοῦ ἔθνους μας, ἂν διὰ τῆς ψήφου μας δώσωμεν νὰ ὑπονοήσῃ τις, ὅτι παραδεχόμεθα τὴν ἐνοχήν του εἰς τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι; Δὲν μᾶς ἀφίνουν τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ μας νὰ μείνωμεν περίλυποι, σιωπηλοὶ μάρτυρες τῆς σταυρώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ 14 ἤδη μηνῶν ἔχουν καταδικασμένον τὸ ἀτυχὲς ἡμῶν ἔθνος; ἀλλὰ τί ζητοῦν περισσότερον; Τὸν νέον σταυρὸν, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ κατεσκεύασαν νὰ τὸν ἄρωμεν ἡμεῖς ἐπὶ τῶν ὤμων μας, ὡς ἄλλοι Σίμωνες Κυρηναῖοι καὶ νὰ τὸν στήσωμεν ἐκεῖ ὅπου αὐτοὶ διατάσσουν! Δὲν ζητοῦν τίποτε ὀλιγώτερον εἰμὴ παρὰ τὸ παράπηγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπεσαν αἱ κεφαλαὶ τῶν κακούργων τοῦ Δήλεσι, νὰ ἀνεγείρητε σεῖς σήμερον μὲ τὰς χεῖράς σας ἕτερον, νὰ ἀναβιβάσητε ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἀθώαν ὡς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἀπὸ τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο τοῦ Δήλεσι πατρίδα σας, καὶ νὰ τῆς καρατομήσητε τὴν τιμήν της. Θὰ τὸ πράξητε; Θὰ τὸ πράξωμεν; Ἡ μετ’ ὀλίγον ἐπερχομένη ψηφοφορία, τὴν ὁποίαν καρδιοκτυποῦσα περιμένει ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος σας, ἂς ἀπαντήσῃ. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ φιλανθρωπία αὕτη, ἡ ὁποία μᾶς ἐῤῥέθη, ἔστω καὶ μακρόθεν, πρόκειται δι’ αὐτῆς νὰ ἐπικυρώσωμεν ὅσα κατὰ τῆς τιμῆς τοῦ τόπου μας ἐπὶ 14 μῆνας ἐῤῥέθησαν. Αὐτὸ δὲν εἶναι φιλανθρωπία, ἀξιότιμε φίλε καὶ πρωθυπουργὲ, πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ δικαιωθῶσι καὶ νὰ δικαιολογηθῶσιν εἰς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ 14 μῆνας μᾶς ἐκσφενδονίζουν, καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα τίποτε δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἀποδείξουν διὰ τῆς ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν εἰς χεῖράς των ἐπὶ 14 μῆνας ἀνέλαβον. Ἀλλά, κύριοι, ἂν καὶ δὲν λαλοῦσι σήμερον εἰμὴ περὶ φιλανθρωπίας, δὲν θὰ ἐπέλθῃ αὔριον ἡ βία; Καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἀποδεικνύουν τοὐλάχιστον ἐκεῖναι αἱ φράσεις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιμείνωμεν νὰ μᾶς δείξωσι τὸ ξύλον; Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἠμπορεῖ τοῦτο νὰ συμβῇ, ἀλλὰ λέγω πρὶν ἢ κατηγορήσω τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι θὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, ὀφείλω νὰ περιμείνω νὰ τὸ ἴδω, διότι δὲν θέλω νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι συκοφαντῶ καὶ ἐγὼ καθὼς συκοφαντοῦσιν ἐκεῖνοι. Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησίς μας ἐνώπιόν μας λέγῃ ῥητῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ βίας, ἀλλὰ περὶ φιλανθρωπίας, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἂς ψηφίσωμεν, διότι ἴσως ἡ βία ἐπέλθῃ. Δὲν τὸ παραδέχομαι ἀκόμη καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων καὶ ἔντιμος ἀτομικὸς φίλος μου Κ. Ζαΐμης, ὅτι εἰς τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας σήμερον ζῶμεν, αἱ ἀρχαὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἔμειναν κατὰ μέρος, ἐνῷ ἄλλοτε ἴσχυον, ὅτι σήμερον δὲν ἰσχύει, εἰμὴ μόνον ἡ ἀρχὴ τοῦ συμφέροντος· δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, κύριοι, ἐὰν παραδεχώμεθα ὅτι αὕτη δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀένναον καὶ ἀδιάκοπον πρόοδον. Ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, ἐὰν σήμερον ὁ ἀδύνατος ἤθελεν εἶσθαι ὅλως ἐγκαταλελειμμένος εἰς τὴν βίαν τοῦ ἰσχυροτέρου, αἴ! τότε ἐγὼ, ὁ ὁποῖος σήμερον ἐντεῦθεν ὁμιλῶ ἐλεύθερος πρὸς ὑμᾶς, ἤθελα εἶσθαι σκλάβος ἀκόμη, καθὼς ἤμην πρὸ 7 ἐτῶν. Καὶ ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ περιμείνωμεν πρὶν ἢ συκοφαντήσωμεν τὴν Ἀγγλίαν. Ὅταν κατὰ τὰ 1839 ὁ τότε ἁρμοστὴς τῆς Ἑπτανήσου Δούγλας διέβαινεν ἀπὸ τὸ νησίδιον τῆς Σαπιέντσας καὶ εἶδε μίαν σημαίαν ἑλληνικὴν ἐκεῖ ὑψωμένην, ἐρεθισμένος ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις τότε ἐγένετο εἰς τὴν Ἑπτάνησον κατὰ τῆς Ἀγγλίας, ἐστράφη ὀπίσω καὶ δυνάμει μιᾶς παρερμηνείας, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ κάμῃ εἰς τὴν συνθήκην τῶν Παρισίων, ἐζήτει νὰ τῷ παραχωρηθῶσι τὰ δύο ἐκεῖνα νησίδια καὶ ὅσα ἄλλα ἄντικρυ τῶν νήσων τῆς Ἑπτανήσου καὶ εἰς τὰς ὄχθας τῆς Πελοποννήσου ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν, διότι κατ’ αὐτὸν οὕτω διέτασσεν ἡ συνθήκη. Ἡ αἴτησις τοῦ Ἁρμοστοῦ ἐκείνου διεβιβάσθη διὰ τοῦ τότε πρέσβεως ἐνταῦθα τῆς Ἀγγλίας ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ ἐφαίνετο τοσοῦτο δικαία, ὥστε ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος τὴν παρεδέχθη καὶ ἔγραψεν ἐπὶ τούτῳ ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα συμβουλεύων αὐτὸν νὰ τὴν παραδεχθῇ. Ἀλλ’ ὁ Ὄθων, ὁ ὁποῖος μὲ ὅλας τὰς ἐλλείψεις του ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, ἐπὶ τοῦ θρόνου καθήμενος, τὰ δίκαια τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβασίλευεν, ἐσκέπτετο καὶ ἤθελε νὰ ὑπερασπίζῃ, ἀντέτεινε. Δευτέρα αἴτησις τοῦ πρέσβεως, δευτέρα ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ λέγοντος τῷ Βασιλεῖ, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν ὡς δικαίαν καὶ νόμιμον, ὡς βασιζομένην ἐπὶ τῆς συνθήκης· ἀλλὰ δευτέρα ἀποβολὴ ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος.
§49ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποῖος ὑπουργὸς ἦτον;
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπέθανεν· ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν· ἦτον ὁ μακαρίτης Ζωγράφος.
§51ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐδέχθη οὔτε ὁ ὑπουργός.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδέχθη, εἶναι ἱστορικὸν. Τρίτη αἴτησις ἔγεινε καὶ ἐκ τρίτου ἀντέτεινεν ὁ Βασιλεύς· ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη, κύριοι, ἔμεινεν ἐκκρεμὴς αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, τῆς Ἀγγλίας ἀπαιτούσης, καὶ τοῦ Ὄθωνος ἐναντιουμένου, ἕως οὗ ἐπῆλθεν ὡς διαιτητὴς ἡ Γαλλία καὶ τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος ἀνεγνωρίσθη. Ἐὰν τότε ἐνέδιδεν ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ Βασιλεὺς, ποῖα ἤθελον εἶσθαι σήμερον τὰ ἀποτελέσματα; Ἀφίνω σᾶς νὰ κρίνητε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πλέον σήμερον, παρῆλθε καὶ παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτὶ ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἀγγλίας ἐνόμιζον, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς πατρίδος των νὰ στέλλουν τὰ πολεμικά των πλοῖα εἰς τὸν Ὠκεανὸν καὶ νὰ περιμένωσι τὰ ἐκ τῆς Ἀμερικῆς ἐρχόμενα ἱσπανικὰ καὶ ἐν πλήρει, πληρεστάτῃ εἰρήνῃ νὰ τὰ ἐλαφρόνωσιν ἀπὸ τὸ φορτίον τοῦ χρυσοῦ ἵνα τὸν φέρωσιν εἰς Ἀγγλίαν. Παρῆλθεν ὁ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἀγγλίας ὑπεχρέονον τὴν μικρὰν, τὴν ἡρωϊκὴν Πάργαν καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς νὰ ἐκθάψωσι καὶ κάψωσι τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων των καὶ νὰ μεταφέρωσι μαζύ των τὴν στάκτην ὅπως μὴ ὑποκύψωσιν εἰς τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτοὺς ζυγὸν τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ. Παρῆλθε καὶ ἡ ἐποχὴ, πέποιθα, τῶν Παρκερικῶν, διότι σήμερον κάθε τιμημένον παιδὶ τῆς Ἀγγλίας ἐνθυμούμενον αὐτὰς τὰς παρελθούσας πράξεις τῶν πολιτικῶν τῆς πατρίδος του τὰς ἀναθεματίζει καὶ ἤθελεν εἶναι ἕτοιμον νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν, ἂν δι’ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ ἐξαλείψῃ αὐτὰς τὰς μαύρας σελίδας ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του. Ἀλλὰ καὶ ἂν τύχῃ τοιοῦτόν τι καὶ ἂν σήμερον ἀκόμη οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἀγγλίας θελήσωσι νὰ ἐνθυμηθῶσι τὴν παλαιὰν ἱστορίαν των, ἐὰν ἔλθῃ στόλος Ἀγγλικὸς νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὰς δέκα, τὰς εἴκοσι, τὰς τριάντα χιλιάδας λίρας διὰ τὴν χήραν Λόϋδ, ἀφοῦ προφυλάξωμεν σήμερον, ἀρνούμενοι, τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μας, — διότι μὴ τὸ λησμονῶμεν περὶ αὐτῆς πρόκειται — θέλομεν ἀναμνησθῆ τότε καὶ ἡμεῖς σελίδας τινὰς τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν μαρτυρολογίου, τὸ ὁποῖον, ναὶ μὲν βάσανα καὶ γογγυσμοὺς, ἀλλ’ οὐχὶ ἀτιμίας περιέχει, καὶ θέλομεν ἐνθυμηθῆ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν πρὶν ἢ ἡ ἀτυχὴς σήμερον Γαλλία καταστρέψῃ τὴν Ἀλγερίαν, ὅλαι αἱ παράλιοι πόλεις τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ νῆσοι εἶχον ἀνοικτὰ ταμεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἕκαστος συνεισέφερε τὸν ὀβολόν του ὑπὲρ τῶν σκλάβων τῶν συλλαμβανομένων ἀπὸ τὰ πειρατικὰ τῶν Ἀλγερίνων. Καὶ ἂν φθάσωμεν ἐκεῖ, οὐχὶ τὸ κράτος, οὐχὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἡμεῖς ἂς ἐξέλθωμεν ἕκαστος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ ἂς εἴπωμεν νὰ προσφέρῃ ὁ καθεὶς τὸν ὀβολόν του διὰ τὴν χήραν Λόϋδ. Τότε δὲν θὰ ᾖναι τὸ ματζοῦκι, τὸ ὁποῖον θὰ κτυπήσῃ ἡμᾶς, θὰ ᾖναι ἡ ἀτιμία εἰς τὸν ἰσχυρότερον, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ μᾶς βιάσῃ, διότι τότε θὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ ἀτυχὴς Ἔρβερτ καὶ ὁ Λόϋδ ἀπέναντι τοῦ Τάκου. Θέσατε πρῶτον ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ τῶν πολιτισμένων ἐθνῶν τὴν Ἀγγλίαν κατέναντι ἡμῶν, εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν κατέναντι τοῦ Ἔρβερτ καὶ τοῦ Βίννερ ἐτέθη ὁ Τάκος, καὶ τότε ὑποκύψατε. Σήμερον ὅμως σώσατε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος (εὖγε εὖγε· χειροκροτήματα).
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ ἀπηυθύνθησαν, κύριοι, κατὰ τὰς δύω ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας συζητοῦμεν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τινὲς προκλήσεις εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω. Ἠδυνάμην ν’ ἀπαντήσω ἐν δυσὶ λέξεσιν. Ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ἡ χηρεία τῆς κ. Λόϋδ, ἥτις εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ αἰτία τῆς συζητουμένης ὑποθέσεως, δὲν συνέβη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου. Ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι αἱ συνέπειαι, αἱ σχέσιν ἔχουσαι πρὸς τὴν οἰκογένειαν ταύτην, δὲν ἐῤῥυθμίσθησαν ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ θὰ ῥυθμισθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ Ἔθνος Κοινοβουλίου. Ἠδυνάμην νὰ εἴπω τρίτην καὶ τελευταίαν ἀπάντησιν, ἀναφερομένην ἰδίως πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν πρὸ μικροῦ καταβάντα τοῦ βήματος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καμμία ὑποψία, ὅτι τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε τῆς χειρός μου δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀφορμὴν τὸ ὅτι ἀνεγνώρισα τὰς αἰτιάσεις τῆς Ἀγγλίας, ἢ ἴχνος κἂν τῆς ἐλαχίστης εὐθύνης τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντί της, διότι ἤρκει πρὸς τὸν τοιαῦτα λέγοντα νὰ ἐνθυμίσω, ὅτι ἐστάθην εὐτυχὴς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης τῆς πατρίδος μας, καὶ ν’ ἀποδειχθῇ μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ φιμωθῇ τὸ στόμα τῶν πλέον σκληρῶ ὑβριστῶν μας. Τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις λέγων, ἠδυνάμην νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ. Ἀλλὰ μοὶ ἀπηυθύνθησάν τινες προκλήσεις ἐκεῖθεν, ὅθεν δὲν τὰς ἐπερίμενα. Μοὶ εἶπον, ὅτι χρεωστῶ νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα νὰ ἐκθέτω τοὺς σπουδαίους λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξέδωκα τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐξέδωκα. Μοὶ εἶπον, ὅτι ἔχουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλω παρουσιάσει λόγους ἰσχυροὺς, οἵτινες μὲ ἔπεισαν, καὶ ἔγγραφα σπουδαῖα τὰ ὁποῖα μὲ διέθεσαν οὕτω. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἐθαύμασα καὶ διὰ τὴν ἐρώτησιν καὶ διὰ τὸν ἐρωτῶντα· καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων εὑρίσκεται εἰς ἀπορίαν διατὶ ἐξέδωκα τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐξέδωκα! καὶ ἔτι περισσότερον ἐξεπλάγην, ὅταν εἶδον σήμερον τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν του, ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας βουλευτὴν, νὰ φέρῃ καὶ πρότασιν ἐναντίον μου.
§54ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν πρότασιν ἐννοεῖτε;
§55ΖΑΙΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠπόρησα, κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἦλθον εἰς καμμίαν διαπραγμάτευσιν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Λόϋδ, καὶ ὅτι ἂν ὑπῆρχον λόγοι οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ διαθέσωσιν ἕνα ὑπουργὸν εἰς τὸ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξα ἐγὼ, οἱ λόγοι αὐτοὶ ἦσαν προγενέστεροι· ἐὰν δὲ δὲν ὑπῆρχον λόγοι, ἔπρεπε ν’ ἀπελπισθῇ ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι ἠδυνάμην ἐγὼ λόγους νὰ παρουσιάσω· καὶ ὤφειλεν εὐθὺς ἀπ’ εὐθείας νὰ κηρυχθῇ ἐναντίον τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία φέρεται σήμερον. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἐγὼ ἀπέφυγα νὰ ἔλθω εἰς καμμίαν διαπραγμάτευσιν· δὲν ἦλθον δὲ εἰς καμμίαν διαπραγμάτευσιν, διότι τὸ φρόνημα τῆς τότε Κυβερνήσεως αὐτὸ ὑπηγόρευεν. Εἶναι ἀληθέστατον, κύριοι, ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Δομβάρδου, ὅτι οὐδεμία βία καὶ οὐδεμία πίεσις ἐγένετο καθ’ ἡμῶν· τὸ στάδιον τοῦτο, ἐὰν ᾖναι πεπρωμένον νὰ τὸ διατρέξωμεν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐντελῶς ἀγνοῶ, αὐτὸ τὸ στάδιον, λέγω, δὲν ἐπῆλθε, διότι τὸ ἀπεφύγαμεν· τὸ ἀπεφύγαμεν δὲ, ἐὰν ᾖναι πιθανὸν ὅτι θὰ ἐπήρχετο, καὶ τὸ προελάβομεν, ἐνεργήσαντες ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐκ πολιτικοῦ φρονήματος. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἴχομεν τὸ φρόνημα καὶ τὴν πεποίθησιν, τὰ ὁποῖα εἴχαμεν, πᾶς φρόνιμος ὑπουργὸς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἤθελε φερθῆ, ὅπως ἐφέρθημεν. Ἐὰν ὑπῆρχεν εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἄλλος ἀντ’ ἐμοῦ, ὅστις δὲν ἐφρόνει ὅτι ἐκ συμπαθείας ὠφείλαμεν νὰ περιθάλψωμεν τὴν κυρίαν Λόϋδ, ἥτις ἐχήρευσεν ἐνταῦθα, καὶ ὅστις ἐφρόνει ὅτι εἰς τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἔθνους δὲν ὑπῆρχε τὸ νὰ ἀρθῶσιν ἐκ μέσου τῆς ἀγγλικῆς κοινωνίας τὰ ζῶντα θύματα τῶν σφαγῶν τοῦ Δήλεσι, πάλιν ἡ φρόνησις ἀπῄτει νὰ φερθῇ ὅπως ἐφέρθημεν. Ἡ φρόνησις ὑπηγόρευε ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ διαθέσῃ καὶ περὶ τοῦ πλοίου καὶ περὶ τοῦ φορτίου καὶ νὰ μὴ ἀναδεχθῇ ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου ὅ,τι μόνον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην αὐτοῦ ἀνήκει. Διότι ἄνευ τῆς φρονήσεως ταύτης τὸ ἀποτέλεσμα ἤθελεν εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἀπὸ τὸν Αὔγουστον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἤθελον ἀρχίσει αἱ συζητήσεις μεταξὺ τῆς Ἑλλ. καὶ τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις εὐθύνης τῆς Ἑλλ. κυβερνήσεως διὰ τὰ συμβάντα τοῦ Μαραθῶνος καὶ Δήλεσι, καὶ ἠθέλομεν ἔκτοτε εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου λίαν εὐγλώττως ὁ κ. Μίλησης χθὲς καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος σήμερον εἶπον, ὅτι κεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ κοινοβουλίου νὰ σκεφθῇ, νὰ σταθμίσῃ καὶ περὶ αὐτοῦ ν’ ἀποφασίσῃ κυριαρχικῶς ὅ,τι βούλεται. Ὀφείλω ὅμως, κύριοι, προκληθεὶς, ὡς σᾶς προεῖπον, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, τὸ μὲν ἐξετάζων τὰς προκλήσεις, τὸ δὲ ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου καὶ ὡς ὑπουργὸς σκεφθεὶς ὅπως ἐσκέφθην, νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς περὶ τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα τοῦτο εὗρον, ὅταν ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ περὶ τῶν λόγων δι’ οὓς ἐξεφράσθημεν ὅπως ἐξεφράσθημεν περὶ αὐτοῦ. Τῳόντι, κύριοι, ὁ φόνος τεσσάρων ἀνθρώπων συλληφθέντων ὑπὸ τῶν λῃστῶν εἶναι ἔγκλημα κοινὸν, δὲν ἔχει κᾀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνήσεως, δὲν χορηγεῖ κανὲν δικαίωμα ἀποζημιώσεως, δὲν εἶναι ἔγκλημα πρωτάκουστον. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διὰ τί εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν συνέβησαν τὰ συνήθη ἀποτελέσματα τοῦ ἐγκλήματος. Ἐὰν δὲ τὸ ἔγκλημα τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν, ἐὰν συνετάραξε τὴν οἰκουμένην εἰς τὸν βαθμὸν εἰς τὸν ὁποῖον τὴν συνετάραξεν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἤκουσεν ὅσας ἤκουσεν ὕβρεις καὶ ὅσους ἤκουσε προπηλακισμοὺς, ἐὰν ἔγιναν ὅσαι ἔγιναν περὶ αὐτῆς καὶ τῆς τύχης αὐτῆς σκέψεις, ἐὰν τόσον ἰσχυρὰ ἀντήχησεν ἡ φωνὴ τῆς ἐκδικήσεως, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις, ὅστις νὰ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν παραμικρὰν εὐθύνην. Τὸ πρᾶγμα εὗρον τετελεσμένον καὶ ἐκλήθην νὰ διευθύνω τὰς συνεπείας. Οὔτε ὁ καιρὸς εἶναι, κύριοι, οὔτε ἀνάγκη εἶναι νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν λεπτομερῆ συζήτησιν τῶν διαστάσεων, τὰς ὁποίας ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶχε λάβει· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἓν πρᾶγμα νὰ παραλείψω. Ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκετο; Σᾶς εἶπον πρὶν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν διαπραγμάτευσιν ἤλθαμεν· ὅταν ὅμως ἤλθαμεν νὰ κυβερνήσωμεν τὸν τόπον, ὠφείλαμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς σκέψεις μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχε τεθῆ εἰς δυσμενῆ θέσιν ἀπέναντί μας. Δὲν ἦτο δὲ ἀναγκαῖον νὰ ζητήσωμεν τὸ πνεῦμα τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ἀλλαχοῦ, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες αὐτοὺς τοὺς λόγους τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Τοῦτο μαθόντες, κύριοι, θέλετε ἐννοήσει ὁποία ὑπῆρχεν ἡ θέσις μας. Ὁ κύριος Γλάδστων, πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, συνεζήτει τὰ τῆς Ἑλλάδος ὡς ἑξῆς. «Ὁ εὐγενὴς φίλος μου εἶπε πρὸ ὀλίγου· «ἐὰν νομίζετε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀνεπίληπτον εἴπατέ το· ἀλλ’ ἐὰν νομίζετε αὐτὴν ἔνοχον, ποίαν ἱκανοποίησιν θὰ ζητήσετε;» «Σήμερον κύριοι, δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην περὶ τῆς ἀθωότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως... Ἐφ’ ὅσον καθίστανται γνωστὰ τὰ γεγονότα, ἐπὶ τοσοῦτον καταδεικνύεται πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει αἰσχρὸν καὶ λυπηρὸν ἐν τῇ καταστάσει τῆς Ἑλλάδος. Λέγων τοῦτο δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπιῤῥίψω ἐπὶ τοῦ Ἔθνους τὰ σφάλματα ὀλίγων ἀτόμων. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Κόχραν ὡς πρὸς τὴν περιγραφὴν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν γένει. Ἡ ἐπικράτησις τῆς λῃστείας ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην εἶναι βεβαίως ἀξιοθρήνητος καὶ ἐπονείδιστος· ἀλλὰ δὲν προέρχεται ἐκ τῶν διαθέσεων τοῦ λαοῦ... Οἱ παράβολοι ἄνδρες, οἵτινες συμμετέσχον τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, ἐπανῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τινος ῥοπῆς πρὸς παρανόμους ἐπιχειρήσεις· εἶναι δὲ ἀναντίῤῥητον ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι συνδέονται διὰ ποικίλων θεσμῶν καὶ διακλαδώσεων μετ’ ἀνδρῶν εἰς ὑψηλοτέρας ἀνηκόντων κοινωνικὰς θέσεις, ἡ δὲ ἐξακρίβωσις πασῶν τῶν ῥᾳδιουργιῶν καὶ τῶν σχέσεων, δι’ ὧν ἐπλάσθησαν οἱ θεσμοὶ οὗτοι, εἶναι ἔργον λίαν δυσχερές». Ἐν τῷ ἀγγλικῷ λοιπὸν κοινοβουλίῳ συνεζητεῖτο τότε μεταξὺ τῶν Βουλῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως τὸ ζήτημα περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Ἡ κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ ἠρωτᾶτο ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ: «εἴπατέ μας, ἐὰν θεωρῆτε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀνεύθυνον διὰ τὴν σφαγήν· ἀλλ’ ἐὰν θεωρῆτε αὐτὴν ὑπεύθυνον, πληροφορήσατέ μας ὁποία ἔσεται ἡ ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν θέλετε ζητήσει;» Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰσέτι εἰς κατάστασιν νὰ διαγνώσῃ τὸν βαθμὸν τῆς εὐθύνης τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέσχεν νὰ εἴπῃ τι περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ Γλάδστων ἐξακολουθεῖ. «Ὁ εὐγενὴς φίλος μου ἐρωτᾷ «ποίαν ἱκανοποίησιν θὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως; Ἐν πρώτοις καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν παρ’ τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ. Ὁ δὲ θάνατος τοῦ λόρδου Κλαρενδῶνος ἀνέβαλεν ἐπ’ ὀλίγον τὴν αἴτησιν τῆς ἀποζημιώσεως· οὐχ’ ἧττον τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον ἐπελήφθη αὖθις τοῦ ζητήματος. — Ὅτι δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει ἱκανοποίησιν, πρῶτον ἡμῶν καθῆκον ἔσται ἀναμφιβόλως νὰ ὁρίσωμεν τὸν βαθμὸν τῆς εὐθύνης, ἥτις ἐπιβαρύνει τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν, λέγω ὅμως εἰς τὸν εὐγενῆ φίλον μου Σὶρ Βοῦλβερ ὅτι δὲν ἐπέστη ποτέ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν ὁριστικὴν γνώμην περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν λῃστῶν, οὔτε εἶχον εἰς τοὺς ὄνυχάς των τοὺς αἰχμαλώτους». Ὁ κύριος Γλάδστων βλέπετε, ὅτι ἐπανέρχεται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν προσδιορίζει· τὴν διαιρεῖ εἰς ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ καὶ εἰς ἀποζημίωσιν ἄλλην γενικήν, τὴν ὁποίαν ἀφίνει ἀόριστον. Παρὰ τοῦ κ. Γλάδστωνος μανθάνομεν τὸ αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου εἶχε διακοπῆ ἡ αἴτησις ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ. Ὁ θάνατος τοῦ λόρδου Κλαρενδῶνος, λέγει ὁ Γλάδστων, ἐπέφερε τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν διακοπήν. Καὶ τοι ὅμως, κύριοι, ἀφῆκεν ἀόριστον τὴν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐσκέπτετο νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἐνῷ εἶχε πεισθῆ περὶ τῆς εὐθύνης αὐτῆς καὶ ἠγνόει μόνον τὸν βαθμὸν τῆς εὐθύνης, μολαταῦτα θίγει καὶ συζητεῖ τινα ζητήματα λεχθέντα καθ’ ἡμῶν ἕνεκα τῶν σφαγῶν τοῦ Δήλεσι· ἡ δὲ φύσις τῶν ζητημάτων τούτων ἐναργῶς ἀποδεικνύει τὴν τότε θέσιν μας ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης. «Οὐδόλως εἶμαι ἔτι παρεσκευασμένος νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὰ παρόντα κακὰ πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰς δημοτικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Γινώσκω ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ ἄνθρωποι ἕτοιμοι νὰ ἐπικροτήσωσι τοιαύτην ἀπόφασιν καὶ φρονοῦντες ὅτι, ἐὰν μόνον ἀνιδρύσωμεν δεσποτικὴν κυβέρνησιν ἐν Ἑλλάδι, θὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι ἐπιθυμητόν, δὲν δύναμαι ἔτι νὰ παραδεχθῶ ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην ταύτην. Τὸ τερατῶδες δεινὸν τῆς λῃστείας ἀναφαίνεται περιοδικῶς ἐν Ἑλλάδι καὶ συνδέεται πάντοτε μετ’ εἰδικῶν περιστάσεων· δὲν ὑπῆρξε δὲ πάντοτε ἀκμαῖον, ἀφ’ ὅτου ἀνιδρύθησαν αὐτόθι ἐλεύθεροι θεσμοί». Ταῦτα εἰπὼν ὁ κ. Γλάδστων ἐπάγει μετέπειτα· «Δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ ἐπὶ τέλους ὅτι τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ συστήσωμεν μεταβολὰς ἐν Ἑλλάδι, ἢ καὶ νὰ συμπράξωμεν εἰς αὐτάς.» Ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις λοιπόν, συζητοῦσα τὰ περὶ Δήλεσι μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ, τολμᾷ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τῶν θεσμῶν μας· τολμᾷ νὰ εἴπῃ ὅτι συνδιασκέπτεται μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ἐὰν πρέπῃ καὶ αὐτὴ νὰ συμφωνήσῃ ὅτι τὸ κακὸν προέρχεται ἐκ τῶν θεσμῶν, καὶ ἂν δὲν ὀφείλῃ νὰ συμπράξῃ πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ. Καί τοι δὲ φαίνεται περιποιητικὸς πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὡς φιλέλλην ὁ κ. Γλάδστων, μόλα ταῦτα ὅστις προσέξει εἰς τοὺς λόγους του δὲν θὰ λησμονήσῃ ὅτι λαλεῖ Ἄγγλος ὑπουργός, ὀφείλων νὰ ἐκδικήσῃ τὴν χώραν διὰ τὸ χυθὲν αἷμα τῆς ἀγγλικῆς ἀριστοκρατίας. «Ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν τήρησιν τῶν διεθνῶν αὐτῆς ὑποχρεώσεων. Ἂς μὴ ἐλπίζῃ παρὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων οὔτε ἐπιείκειαν, οὔτε ἀνοχὴν, ἐὰν, ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά της ἐντὸς τῶν ἰδίων ἑαυτῆς ὁρίων, καθίσταται ἀπόστολος πολιτικοῦ προσηλυτισμοῦ.» Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, τοιαύτας ἰδέας καὶ τοιαύτας γνώμας, καὶ τοιαύτας σκέψεις, καὶ τοιαύτας τάσεις ἀπαντῶμεν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν τῆς Ἀγγλίας, παρατηροῦμεν συγχρόνως μετὰ λύπης, ὅτι τὸ κοινὸν αὐτὸ, τὸ εὐτελές, τὸ σύνηθες ἔγκλημα, ὅπως πολὺ δικαίως ἐνησχολήθησαν νὰ σᾶς ἀποδείξωσι καὶ χθὲς ὁ κ. Μίλησης καὶ σήμερον ὁ κ. Λομβάρδος, ἔλαβε τόσας διαστάσεις, τόσον ὕψος καὶ τοσαύτη ἠγέρθη κατάκρισις κατὰ τοῦ ἀνεξαρτήτου ἡμῶν Βασιλείου, ὥστε οἱ πλέον Φιλέλληνες, ὄχι κυβερνῆται τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ἁπλοῖ βουλευταί, διενοοῦντο τὰ πλέον ἀπαίσια καὶ ταπεινωτικὰ κατὰ τῆς Ἑλλάδος σχέδια. Ὁ κύριος Κόχραν ὡμίλησεν ἐκθύμως ὑπὲρ τοῦ ἔθνους τοῦ ἑλληνικοῦ· ἀλλ’ ἀκούσατε, κύριοι, διὰ νὰ πεισθῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν ὑπῆρχον τὰ πράγματα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὁ Κόχραν λέγει. «Οἱ Ἕλληνες εἶναι λαὸς γενναιόφρων καὶ ἐργατικός. Αἱ πρόοδοι τῆς χώρας καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων ηὔξησαν ἐπαισθητῶς· ἀγαθῆς δὲ κυβερνήσεως μόνον ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα, ὅπως εὐημερήσῃ. Ἡ Ἀγγλία δικαιοῦται νὰ ἐπέμβῃ ἐν τινι μέτρῳ εἰς τὰ ἑλληνικὰ πράγματα, διότι εἶναι προστάτης καὶ δανειστὴς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ συνετώτατον μέτρον θὰ ἦτο ἡ ἀποστολὴ ἑνὸς ἐπιτρόπου, ὅπως ἐπιτηρῇ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ἄλλων βελτιώσεων. Καθυποβάλλων τὰς παρατηρήσεις ταύτας, δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι δὲν συμπαθῶ ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας πρὸς τὴν τύχην ἐκείνων, ὧν οἱ συγγενεῖς ἐσφάγησαν ὑπὸ τῶν λῃστῶν.» Καὶ αὐτὸς λοιπὸν ὁ κύριος Κόχραν, ὁ τόσον Φιλέλλην, ὁμιλήσας ζωηρῶς ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ αὐτὸς ἀκόμη νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς τίτλους τοῦ προστάτου καὶ τοῦ δανειστοῦ διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνάγκην, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἀνεξάρτητον Βασίλειον ὑπὸ τὴν προστασίαν ἑνὸς ἐπιτρόπου ἢ μιᾶς ἐπιτροπῆς τῶν μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης. Εἰς τοσοῦτον βαθμὸν παρεμόρφωσε τὰ δικαιώματά μας καὶ τὴν θέσιν μας τὸ ἔγκλημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ τὸ ὁποῖον μάτην οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἐπροσπάθησαν ν’ ἀποδείξωσιν ὡς ἔγκλημα κοινόν! Τοσαύτην δύναμιν, κύριοι, ἔσχε, τοσαύτην ἐπιῤῥοὴν ἐξήσκησεν, ὥστε νὰ ταπεινώσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τοσοῦτον βαθμὸν ὥστε νὰ σκέπτωνται περὶ αὐτῆς καὶ οἱ πλέον Φιλέλληνες ὡς περὶ μιᾶς χώρας, τῆς ὁποίας ἔπρεπε ν’ ἀπολεσθῇ ἡ ἀνεξαρτησία. Σᾶς εἶπον, κύριοι, τὴν γνώμην τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως καὶ τὰς τάσεις της· σᾶς ἀνέφερα τὰς γνώμας καὶ τὰς συμβουλὰς αὐτῶν τῶν πλέον ἐνθέρμων φιλελλήνων βουλευτῶν· μία μικρὰ παράγραφος μιᾶς ἐφημερίδος, ἥτις ἀντιπροσωπεύει δεόντως τὴν κοινὴν γνώμην ἐν Ἀγγλίᾳ, ἠμπορεῖ νὰ σᾶς πείσῃ καὶ περὶ τῆς γνώμης τοῦ ἀγγλικοῦ κοινοῦ. Ὁ «Χρόνος» σχολιάζων τὴν προειρημένην συζήτησιν λέγει τὰ ἑξῆς· «Ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος εἶναι σκάνδαλον τοῦ κόσμου σύμπαντος, ὅστις ἐπ’ ἐσχάτων ἔτι ἐνεπλήσθη φρίκης ἰδὼν ὅτι τοιαῦται σφαγαὶ ἦσαν δυναταὶ ἐν χώρᾳ, ἥτις καλεῖ ἑαυτὴν χριστιανικήν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν ἐὰν δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ξένη τις ἐπέμβασις, οὐχὶ ἐχθρικὴ, θ’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ κακοαναθρεμμένου παιδίου τῆς Εὐρώπης καὶ θὰ διδάξῃ αὐτὸ ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ προστατευόμενα κράτη ἔχουσιν ὑποχρεώσεις καὶ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι βιομηχανίαι ἐπικερδέστεραι τῆς λῃστρικῆς. Ὁ κ. Γλάδστων ὑπηνίχθη ὅτι αἱ δυνάμεις, αἵτινες ἠγγυήθησαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπλήρωσαν τὰ χρέη της, ὡς οἱ γονεῖς πληρόνουσι τὰ χρέη υἱῶν ἀσώτων, θὰ θεωρήσωσιν ἴσως ἀναγκαῖον νὰ ἐπέμβωσιν, ὅπως ἀσφαλίσωσι τῇ Ἑλλάδι ἀγαθὴν κυβέρνησιν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ὁ διορισμὸς μικτῆς ἐπιτροπῆς, κυβερνώσης τὴν χώραν, ἕως οὗ οἱ φυσικοὶ αὐτῆς ἡγέται διδαχθῶσι νὰ κυβερνῶσιν ἑαυτούς, εἶναι τὸ μόνον μέσον πρὸς ἀνίδρυσιν συστήματος, ἀσφαλίζοντος ἐν Ἑλλάδι τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν. Τότε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας θ’ ἀναπτυχθῶσι, τὸ ἐμπόριον θὰ ἐπανακάμψῃ καὶ ἡ λῃστεία θὰ καταστραφῇ. Ἡ Εὐρώπη περιέμεινεν ἐπὶ 40 ἔτη, ἐλπίζουσα ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν μεταῤῥυθμίσεων τούτων. Εἶναι καιρὸς νὰ ἴδωμεν ἐὰν αἱ προστάτιδες δυνάμεις ἤ τινες ἐξ αὐτῶν δὲν δύνανται ν’ ἀσφαλίσωσι τῇ Ἑλλάδι τ’ ἀγαθὰ, ἅτινα δὲν δύναται ἢ κάλλιον δὲν θέλει ν’ ἀσφαλίσῃ αὐτὴ ἑαυτῇ. Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ ἄς ἀρκεσθῇ ἡ χώρα εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κυρίου Γλάδστωνος ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν θὰ παραιτήσῃ καὶ δὲν θὰ χαλαρώσῃ τὰς ἐνεργείας, ἄχρις οὗ ἐπιτύχῃ τὴν ὀφειλομένην ἱκανοποίησιν.» Ἐνῷ τοιαύτη, κύριοι, ἦτο ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη, καὶ ἡ ἔποψις ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξετάσθη τὸ κοινὸν καὶ σύνηθες αὐτὸ ἔγκλημα, καὶ ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴν γνώμην, καὶ ἀπὸ τοὺς φιλέλληνας βουλευτὰς, καὶ ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν, δὲν εἴχομεν συγχρόνως τὴν παραμικρὰν καὶ τὴν ἐλαχίστην ἐλπίδα νὰ εὕρωμεν ἀλλαχοῦ ἂν ὄχι συμπαθείας, τοὐλάχιστον ὑπεράσπισίν τινα ἀπέναντι τοῦ ἀδίκου. Ἀκούσατε, κύριοι, τί μοὶ ἔγραφέ τις τῶν πρέσβεων.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίας δυνάμεως;
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἐπιτρέπεται. «Ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ... ἐκθέσει μου σᾶς ἔλεγον, ὅτι ἠγνόουν ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ διαθέσεις τῆς ...... ἐπὶ ἐνδεχομένης τινος ἐνεργείας τῆς Ἀγγλίας ὡς πρὸς τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα. Λαμβάνω ἤδη τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Υ. Ε. ὅτι ὅπως φωτισθῶ περὶ τούτου ἐπεσκέφθην κατ’ αὐτὰς αὐτόν. Μοὶ ἐζήτησε κατὰ πρῶτον πληροφορίας περὶ τοῦ προσωπικοῦ (σιγὴ βαθεῖα) τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς ὑπουργείου καὶ περὶ τῶν διαθέσεών του. Τῷ ἀπήντησα, στηριζόμενος εἰς τὸ ὑμέτερον πρόγραμμα καὶ ἐπὶ τῆς προσωπικῆς μου γνώσεως τῶν συγκροτούντων τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Τὸν ἠρώτησα ἀκολούθως πῶς ἐθεώρει τὴν περὶ ἡμῶν παράγραφον τοῦ λόγου τῆς Βασιλίσσης, καὶ τί προέβλεπεν ὡς πρὸς τὰς περαιτέρω ἐνεργείας τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ εἶπεν «ὅτι ἡ παράγραφος τῷ ἐφαίνετο ὅσον δύναται μετριοπαθὴς καὶ μὲ συνεχάρη διὰ τοῦτο, ἀποδίδων αὐτὴν εἰς τὰ πρὸς ἡμᾶς φιλικὰ αἰσθήματα τοῦ Κ. Γλάδστωνος. Ἀλλὰ μοὶ προσέθηκε, μὴ ἐπαναπαύεσθε εἰς τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον ὁ πόλεμος διαρκεῖ δὲν θέλει γίνει τίποτε. Ἀλλ’ ἅμα ἡσυχάσωσιν οἱ Ἄγγλοι θέλουν σᾶς ἐνθυμηθῆ ἐκ νέου, καὶ τότε θέλουν ἐνεργήσει ὅ,τι δήποτε λέγουσιν ἢ φρονοῦσιν αἱ ἄλλαι δυνάμεις, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἡ κοινὴ γνώμη τὸ ἀπαιτεῖ, καὶ γνωρίζετε ὅτι πολλοὶ κατηγοροῦσι τὸν κ. Γλάδστωνα ὡς σφόδρα φιλέλληνα καὶ ὑπὲρ τὸ δέον συνδιαλλακτικόν. Σᾶς ἐξορκίζω λοιπὸν τελειώσατε αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὅσον τάχιστα καὶ διὰ πάσης θυσίας.» Τῷ ἀπήντησα ὅτι πραγματικῶς ἔβλεπον πολλὰς ἐφημερίδας κατηγορούσας τὸν κ. Γλάδστωνα καὶ κατακρινούσας τὴν παράγραφον τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὡς ἀσήμαντον καὶ γελοίαν· ἀλλὰ τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν...... Ἐὰν δὲ συνδυάσητε, κ. ὑπουργὲ, τοὺς λόγους τούτους τοῦ..... μὲ τὰ διαβήματα τοῦ αὐτόθι πρέσβεως..... θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐν περιπτώσει ἀποτόμου ἐκ μέρους τῶν Ἄγγλων ἐνεργείας οὐδὲν πρόσκομμα θέλει ἀπαντήσει αὕτη ἐκ μέρους τῆς Δυνάμεως......» Παραξενεύομαι, κύριοι, μὲ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν τινὲς ἀκολουθοῦμεν. Ὅταν τὰ δεινὰ συμβαίνουν, ὅταν ὁ ὁρίζων θολοῦται, ὅταν νέφη ἐπικίνδυνα ὑψοῦνται εἰς τὸν ὁρίζοντα, ἀνομολογοῦσι καὶ αὐτοὶ τοὺς κινδύνους καὶ συμβουλεύουσι συγχρόνως· ὅταν δὲ ταῦτα παρέλθωσι, λησμονοῦσιν ἑαυτοὺς, καὶ ἀρυόμενοι ἐκ τοῦ παρελθόντος χρόνου ἐπιχειρήματα, ἐπιῤῥίπτουσι πᾶσαν τὴν εὐθύνην ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς θέσεώς των ἔφεραν τὴν εὐθύνην τοῦ παντὸς, διότι εἶχον τὴν ἐντολὴν νὰ προσέξωσι, νὰ προνοήσωσι φρονίμως, νὰ ἀπομακρύνωσι λίαν ἐπιμελῶς ὄχι μόνον τοὺς κινδύνους καὶ τοὺς φόβους, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν σκιὰν τῶν κινδύνων καὶ τῶν φόβων. Ὅταν, κύριοι, συνεζητοῦντο αὗται αἱ ἰδέαι, καὶ ἰδίως εἰς τὸν τύπον τῆς Εὐρώπης καὶ πρὸ πάντων τῆς Ἀγγλίας, αὐτὴ ἡ ἰδία πολιτικὴ ἀπόχρωσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μίλησης καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος, δὲν ἐφρόνουν ὅπως σήμερον φρονοῦν. Ἡ ἀπόχρωσις, λέγω, ἐκείνη τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶχε τότε ἓν φρόνημα λίαν συνετὸν, λίαν ὀρθὸν, λίαν δίκαιον. Βεβαίως, κύριοι, αἱ περιστάσεις μετεβλήθησαν, διότι ἔκτοτε παρῆλθον πολλοὶ μῆνες· τὸ σκότος τὸ ὁποῖον ἐπεσκίαζε τὴν ἀλήθειαν, αὐτὸ τὸ σκότος διελύθη· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται ἤδη νὰ ἐκτιμήσουν τὰ συμβάντα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ σκότους, πρέπει νὰ ᾖναι δίκαιοι, πρέπει νὰ μὴ ἀρνῶνται τὸν ἑαυτόν των· καὶ ἂν δὲν ὁμολογοῦν, ὅτι ἀνήκει, ἔστω καὶ ὁ ἐλάχιστος ἔπαινος, διὰ τὴν στοιχειώδη πρόνοιαν καὶ στοιχειώδη προσοχὴν, τοὐλάχιστον ὀφείλουν νὰ ὁμολογήσουν ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι οἱ φρονίμως σκεφθέντες, οἱ ἐσκεμμένως φροντίσαντες οὐδὲ τῆς ἐλαχίστης μομφῆς. Ὁμοίας ἐντυπώσεις, κύριοι, ἐπροξένησαν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ὅλην τὴν τότε ἀντιπολίτευσιν αὗται αἱ ἀπειλαὶ, αὗται αἱ συζητήσεις περὶ πολιτεύματος καὶ κατοχῆς καὶ κομμισαρίων. Ἐπροξένησαν φόβον, κύριοι, καὶ ἂς μὴ τὸ ἀρνῶνται σήμερον, δίδει ἡ πολιτικὴ τὴν σήμερον ἔχει γράμματα καὶ τὰ φρονήματά της μένουσιν ἀνεξάλειπτα. Ἐφοβήθησαν καὶ ἐφοβήθησαν σπουδαίως, καὶ ὤφειλον νὰ φοβηθῶσιν· ὁ πατριωτισμὸς, κύριοι, δὲν ἀπαιτεῖ μόνον φαντασίαν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ καὶ σύνεσιν, ὁ πατριωτισμὸς δὲν ἀπαιτεῖ πάντοτε βήματα πρὸς τὰ ἐμπρὸς, ἀλλὰ πολλάκις καὶ βήματα πρὸς τὰ ὀπίσω· καὶ ὅταν ὁ πατριωτισμὸς προεδρεύῃ, δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη αἰσχύνη εἰς κανένα ἕνεκα τῶν διαβημάτων τούτων. Ἀλλὰ παραλείπω, κύριοι, νὰ ἀναφέρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλὴν τί ἐφρόνει ἡ ἀπόχρωσις ἐκείνη τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ ἧς λαλῶ· διότι μὲ κανένα τρόπον δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε πληγὰς νὰ ἀναξέσω οὔτε ἔριδας νὰ προκαλέσω. Ἀλλὰ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐρωτῶ, ἂν ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος, ὅταν ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, ἦτο τοιαύτη ὁποίαν σᾶς τὴν περιέγραψα· τὸ ζήτημα τῆς χήρας Λόϋδ πρώτην τάχα φορὰν ἐγεννήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας; Εἴδατε, κύριοι, ὅτι αἱ ἀποδείξεις δὲν λείπουν περὶ τοῦ ἐναντίου· ἀπαιτεῖται δὲ νὰ ὑποθέτωμεν κακὴν πίστιν καὶ πολλὰ παρατράγωδα διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πάντα ὅσα ἀνεγνώσαμεν ἐν τῇ μεταξὺ τοῦ κ. Βράϊλα καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπισήμῳ ἀλληλογραφίᾳ ἦσαν ἀπάτη καὶ φενάκη, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Λόϋδ πρώτην φορὰν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἐδικῶν μας ἐπαρουσιάσθη. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔχω καμμίαν ὄρεξιν νὰ ἀμφισβητήσω τοὺς λόγους οὐδενὸς τῶν συναδέλφων μας, οὐδὲ θέλω, ὄχι μόνον νὰ προσθέσω εὐθύνην εἰς κανένα, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ ἐνθυμήσω τὴν εὐθύνην ἑκάστου. Τὸ ἀποφεύγω εὐλαβῶς· λέγω ὅμως ὅτι καὶ ἂν ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀπ’ τοῦ βήματος τούτου ἦσαν ἀληθῆ, δύνανται νὰ ἔχουν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς σχέσεις ἡμῶν μεταξὺ ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν συναδέλφων του· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν περὶ αὐτῶν αὐτὴν τὴν στιγμὴν· περὶ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν αὔριον· ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ τῆς ἐνδιαφερομένης δυνάμεως τῆς Ἀγγλίας. Πᾶν ὅ,τι ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀγγλίᾳ εἶπε πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἀγγλικῆς Μεγαλειότητος καὶ τὸ εἶπεν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως του καὶ τῆς κυβερνήσεώς του, εἶναι ἀλήθεια καὶ ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι κακόν;
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Συντάγματος, δὲν συζητῶ τὴν ἐν γένει διαγωγὴν τοῦ πρέσβεώς μας ἐν Λονδίνῳ.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι ἂν πρόκηται νὰ τὴν συζητήσωμεν, πρέπει νὰ θέσωμεν ἄλλως πως τὸ θέμα. Συζητοῦμεν περὶ τῶν λόγων τοῦ πρέσβεως τούτου σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Λόϋδ. Περὶ τοῦ κ. Βράϊλα, σεῖς γνωρίζετε, ἀξιότιμε συνάδελφε, πολλά. Ὁ κ. Βράϊλας μᾶς ἐκυβέρνησε καὶ μετ’ αὐτοῦ συνεζητήσαμεν πολλὰ καὶ μεγάλα ζητήματα τῆς πατρίδος ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου· τὰ φρονήματα λοιπὸν καὶ ἡ ἐκτίμησις αὐτοῦ εὑρίσκονται ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου. Ἐν δὲ τοῖς ἐγγράφοις τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν ἀπαντῶμεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς Λόϋδ ἦτο πολὺ προγενεστέρα τῆς ἀφίξεώς μου εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ προσέτι καὶ αὐτοὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Ζαΐμη ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔσχεν ὕπαρξιν προγενεστέραν. Ὁ κ. Ζαΐμης σᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ λόρδος Κλάρενδων εἶχε ζητήσει ὑπὲρ τῆς Λόϋδ τακτικὴν σύνταξιν 400 λιρῶν κατ’ ἔτος, κατατιθεμένου εἰς ἀγγλικὰ χρεώγραφα τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἔμελλε ν’ ἀποφέρῃ τὴν ἐνιαυσίαν ταύτην σύνταξιν. Καὶ ἂν σκεφθῆτε διὰ μίαν στιγμὴν τὴν πρότασιν ταύτην, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ αἰτούμενον κεφάλαιον ἦτο μεγαλήτερον ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον· διότι τὰ ἀγγλικὰ χρεώγραφα 3% δίδουσι μόνον. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν συνέβη ἡ αἰχμαλωσία ἐν Μαραθῶνι, ἐπροκάλει μίαν θυσίαν χρηματικήν· διότι, ὅπως πάντες ἐνθυμεῖσθε, 25,000 λίραι καὶ ὄχι 10,000 λίραι μόνον ἤθελον πληρωθῆ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν ταμεῖον διὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ αἰχμάλωτοι· ἦτο ἓν δυστύχημα τὸ ὁποῖον συνέβη, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο καὶ ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ζημίας νὰ προξενήσῃ· καὶ κατὰ δυστυχίαν ἐπροξένησε τὰς μεγίστας. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος· ἐνῷ τοιαῦται ἦσαν αἱ ἀπειλαὶ, οἱ κίνδυνοι, οἱ φόβοι, αἱ συζητήσεις καὶ αἱ ἐκθέσεις, ὑπ’ οὐδεμιᾶς τῶν ἰδεῶν τούτων ἐπηρεάσθημεν. Βεβαίως ἡ ἀπόφασίς μας, τὴν ὁποίαν ἐκοινοποιήσαμεν πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, περιεῖχε μίαν πεποίθησιν καὶ μίαν πολιτικήν. Ἡ πεποίθησις ἦτο, ἀφοῦ μία οἰκογένεια ἐχήρευσεν εἰς τὸν τόπον μας, καὶ ἀφοῦ ἐχήρευσεν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὰς γενομένας ὑφ’ ἡμῶν ἠθικὰς θυσίας, ἦτο καθῆκόν μας ἠθικὸν, ἦτο ἄξιον φιλανθρώπου κυβερνήσεως καὶ ἔθνους, νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν αὐτῆς. Ἀλλὰ προσέτι, κύριοι, ἀφοῦ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπράχθη ἐναντίον αὐτῆς τῆς οἰκογενείας, ἀπὸ κοινοῦ ἐγκλήματος καὶ συνήθους μετετράπη καὶ ὑψώθη εἰς ἔγκλημα πολιτικὸν καὶ διεθνὲς, ἀφοῦ ἀντὶ νὰ συγκινήσῃ τὰ συνήθη, ὅσον συγκινοῦσι ἔστω καὶ τὰ ἐξαιρετικὰ κοινὰ ἐγκλήματα, συνεκίνησε τὰς συνειδήσεις ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης (δὲν ἠξεύρω πῶς) συνετάραξε δὲ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἐξήγειρε τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους, καὶ ἡ πόλις τοῦ Λονδίνου, ἡ πρώτη πόλις τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, μετεβλήθη εἰς πόλιν ὀχλαγωγῶν, καὶ καθύβρισε τὸν πρέσβυν μας, καὶ καθύβρισε τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν μεγαλειότητα, καὶ ἔβαλεν εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὸν τὸν ἀντιπρόσωπόν μας· ἀφοῦ οὐ μόνον οἱ λίαν εὐαίσθητοι ἢ ἀποπλανημένοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐχθροί μας εὗρον εὔθετον τὸν καιρὸν τότε νὰ ἐπιτεθῶσιν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ προσεπάθησαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι νὰ τὴν καταστήσωσιν αἰωνίαν πληγὴν, καθὼς τὴν κατέστησαν αἰώνιον στίγμα· ἡ πολιτικὴ φρόνησις ὑπηγόρευε, κατὰ τὴν κρίσιν μας, ὅτι ὠφείλαμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν χήραν τοῦ Λόϋδ, ὠφείλαμεν ν’ ἀπαγορεύσωμεν καὶ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς αὐτῆς, προπάντων δὲ εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, νὰ περιφέρουν τὸν δίσκον ἐν Ἀγγλίᾳ, σήμερον μὲν πρὸς περίθαλψιν αὐτῆς καὶ διατροφὴν, αὔριον δὲ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων της, καὶ ἔπειτα πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν θυγατέρων της! Τὴν προσοχήν μας ἢ μᾶλλον τὰς ἐλπίδας μας ἀνεθέσαμεν εἰς τὸν Θεὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκπορεύεται ἡ δικαιοσύνη. Ἐπιστεύσαμεν ὅτι ὁ δίκαιος Θεὸς θέλει μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ πᾶσαν εὐθύνην ἀπέναντι κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἴτε ἑκοῦσα εἴτε ἄκουσα εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μᾶς καταδιώξῃ καὶ μᾶς κηρύξῃ ὑπευθύνους. Ἠλπίσαμεν εἰς τὸν Θεὸν, δηλ. εἰς τὴν ἀθῳότητά μας, ὅτι θέλομεν ἀφοπλίσει τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην ἀπὸ παντὸς τοιούτου σκοποῦ· ὅτι ἠθέλομεν ἀφοπλίσει τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ πάσης τοιαύτης ἐλπίδος· καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι τοῦτο ἐπιτυχόντες, δὲν ἔπρεπε νὰ συλλογιζώμεθα τὴν ὑλικὴν ζημίαν, καὶ ἂν ἀναλόγως τῶν χρηματικῶν μας πόρων ἦτο σπουδαία καὶ σημαντική. Βεβαίως, κύριοι, τὸ ἔργον τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τοῦτο μόνον· διότι πολὺ δικαίως δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον δὲν ἤρκει. Ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ζήσῃ δραστηριώτερον καὶ προσεκτικώτερον· ὤφειλε νὰ ζήσῃ φρονιμώτερον. Ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἐξαλείψῃ τὸ μόλυσμα τῆς λῃστείας καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ ἐθαύμασα τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μας (καθὼς ἐθαύμασα τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὸν πατριωτισμὸν εἰς τὰς ὁμιλίας των) ἐθαύμασα πῶς ἠθέλησαν ν’ ἀντλήσωσιν ἐπιχειρήματα ἐκ μελλόντων ἐγκλημάτων, πῶς ἠθέλησαν ν’ ἀντλήσωσιν ἐπιχειρήματα λέγοντες· ἐὰν σήμερον κάμωμεν ὅ,τι καλούμεθα νὰ πράξωμεν, θὰ τὸ κάμωμεν καὶ αὔριον, ὑποθέτοντες ὅτι καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον θὰ γίνωνται αἰχμαλωσίαι. Ἀλλ’ ὄχι· ὀφείλομεν μετὰ σπουδῆς ν’ ἀνορθώσωμεν τὸν Νόμον, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀμερόληπτον διοίκησιν καὶ νὰ καλύψωμεν τὴν γυμνότητά μας. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἀποδεικνύοντες ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀθωότητά μας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου καθαρίζοντες τὸν τόπον μας ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος, ζῶντες βίον συνετὸν καὶ προοδευτικὸν, ἀφοπλίζομεν τοὺς ἐχθρούς μας καὶ αἴρομεν τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἀτυχεῖς περιστάσεις διὰ τὰς ὁποίας οὐδεὶς εὐθύνεται, ἀλλ’ ἀτυχεῖς περιστάσεις ἐγέννησαν ἐν τῇ πατρίδι μας. Δύο συστήματα, κύριοι, ἠδυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν οὕτω σκεπτόμενοι. Τὸ ἓν εἶναι τοῦτο· ὁ συνταγματικὸς ὑπουργὸς προτείνων ὡς ἀσπίδα τὴν συνταγματικὴν εὐθύνην του ἀποφασίζει, ὑπόσχεται καὶ ἐκτελεῖ· ὁ βʹ. τρόπος εἶναι ὁ ἑξῆς· ὁ συνταγματικὸς ὑπουργὸς ἀπέχει ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ἐξαρτῶν τὴν γνώμην του ἐκ τῆς ψήφου τοῦ κοινοβουλίου· καὶ τὴν δευτέραν ταύτην ἰδέαν ἠκολουθήσαμεν ἡμεῖς. Ἡμεῖς ἐσκέφθημεν, ὅτι καὶ τοι ἔχοντες τοιαύτην πεποίθησιν πάντες, καὶ τοι πιστεύοντες ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι διατεθειμένη νὰ ἄρῃ διὰ μιᾶς χρηματικῆς θυσίας τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἤθελον καταστήσει αἰώνιον οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐσκέφθημεν, λέγω, ὅτι καὶ τοι ἔχοντες αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὠφείλαμεν μολαταῦτα νὰ μὴ προτάξωμεν τὴν συνταγματικὴν εὐθύνην μας καὶ νὰ προβῶμεν μέχρις ἐκτελέσεως· καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν ἦτο ἀπάντησις ὑπὸ ὅρον· εἴπομεν· «αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας προσωπικὴ γνώμη, ἡ ἰδική μας ἀπόφασις· ἀλλ’ ὁ τελευταῖος λόγος ἀνήκει εἰς τὸ βουλευτικὸν σῶμα, διότι δὲν θέλομεν ν’ ἀναδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην, ἐκδίδοντες ἔκτακτον πίστωσιν.» Δύο λέξεις κύριοι, χρεωστῶ νὰ εἴπω περὶ τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων μεταξὺ τῆς Ἀγγλικῆς πρεσβείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, διὰ νὰ προσδιορίσω ἀκριβῶς τὸν χαρακτῆρα τοῦ πράγματος, καὶ μὴ κυμαίνεται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω δὲ τοῦτο νὰ τὸ πράξω τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον τινὲς τῶν ῥητόρων ἐνησχολήθησαν ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ συμπαθειῶν ἀλλὰ περὶ ὑποχρεώσεως καὶ περὶ συνομολογήσεως ὑποχρεώσεως καὶ περὶ ἀναγνωρίσεως εὐθύνης, ἡ ὁποία εἰς τὸ μέλλον θέλει εἶσθαι ὀλεθρία. Τοῦτο, κύριοι, δὲν ἔχει βεβαίως ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν φέρομεν ἡμεῖς· ἀλλ’ ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς· διότι καὶ ἂν ἡμεῖς τυχὸν ἐξεδώκαμεν ἔγγραφον, ὅπερ παραβιάζει τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ἀρχὰς ὀλεθρίας, μένει ἓν ὄνειδος ἢ στίγμα εἰς ἡμᾶς, ἡ δὲ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποῤῥίψεώς του δὲν θέλει ἀναδεχθῆ οὔτε τὸ μὲν οὔτε τὸ δέ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι ἀνεγνωρίσαμεν οὐδεμίαν εὐθύνην τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲν δικαίωμα εἰς τὸν ξένον, οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐδώκαμεν κανένα χαρακτῆρα νομικῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς εἴπομεν ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττομεν ὑπὲρ τῆς Λόϋδ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ συνέχεια τῶν συμπαθειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδείχθησαν ὑπὸ παντὸς τοῦ ἔθνους καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτός. Καὶ ταῦτα εἰπόντες, κύριοι, εἰδοποιήσαμεν συγχρόνως διὰ τοῦ αὐτοῦ ἐγγράφου τὸν κ. πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι τοῦτο εἶναι γνώμη προσωπικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐξήρτηται ἀπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, καὶ μόνον ἐὰν συνταυτίζηται ἡ γνώμη αὕτη τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, τότε μόνον θέλει ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπόσχεσις ἡ σήμερον διδομένη. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἔγγραφόν σας τῆς 31|12 Αὐγούστου περὶ βοηθείας πρὸς τὴν κ. Λόϋδ. — Ὑπήρξατε μάρτυς τῶν συμπαθειῶν τὰς ὁποίας διήγειρεν ἡ ἀξιότιμος αὕτη κυρία διὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ συζύγου της καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πολυμελοῦς αὐτῆς οἰκογενείας ἕνεκα τοῦ ἐν Ὠρωπῷ στυγεροῦ ἐγκλήματος. Ἡ Κυβέρνησις, ὁ λαὸς καὶ αἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἑλληνικαὶ ἀποικίαι ἔσπευσαν νὰ δώσωσι δείγματα τῆς μεγάλης αὐτῶν λύπης. Αἱ Αὐτῶν Μεγαλειότητες ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βασίλισσα συνεμερίσθησαν τὰ πάνδημα ταῦτα αἰσθήματα καὶ ἐξέφρασαν πρὸς αὐτὴν θερμοτάτας συλλυπητηρίους ἐκφράσεις. — Τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον θεωρεῖ ἑαυτὸ εὐτυχὲς διὰ τὴν παρουσιασθεῖσαν αὐτῷ εὐκαιρίαν νὰ δηλώσῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ συμπαθείας. (Le cabinet actuel s'estima heureux de l'occasion qui lui était offerte de témoigner aussi de ses propres sympathies). Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς συστάσεώς του ἐνησχολήθη νὰ δώσῃ τὴν ἐπίσημον τῶν συμπαθειῶν τούτων ἀπόδειξιν διὰ τῆς χορηγήσεως μιᾶς ἐθνικῆς πρὸς αὐτὴν συνδρομῆς. Τοῦτο σημαίνει κ. πρέσβυ, ὅτι διὰ τοῦ προειρημένου ἐγγράφου σας ἤλθετε κατόπιν τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς τὸ εἴπω προφορικῶς ἅμα ἔλαβον αὐτὸ, ἐξηγήσας ὑμῖν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε πρὸ αὐτοῦ μορφώσει τὴν ἀπόφασιν νὰ προσφέρῃ λόγῳ βοηθήματος (à titre de secours) εἰς τὴν κ. Λόϋδ 10,000 λίρας στερλίνας. Λυπεῖται μόνον ὅτι δὲν ἔχει τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκτελέσῃ ἀμέσως τὴν ἀπόφασίν της ταύτην, θέλει ὅμως φροντίσει νὰ ζητήσῃ τὴν πρὸς τοῦτο συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ἅμα αὕτη συγκαλεσθῇ». Μὴ πλανῶνται λοιπὸν οἱ ἐπηρεαζόμενοι ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεώς τινος ἀρχῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔθεσε κατὰ μέρος τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. πρέσβεως καὶ δὲν ἔλαβεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, εἰποῦσα πρὸς αὐτόν: πρὶν ὑμεῖς ἀποστείλητε τὸ ἔγγραφόν σας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ ἔθνος, καὶ αἱ ἐκτὸς ἀποικίαι καὶ ὁ λαὸς ἔδειξαν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς χήρας, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν λόγῳ βοηθείας. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, αὐτὸ τὸ ποσὸν ὑπερβολικόν; Εἶναι ἡ χήρα τοῦ Λόϋδ ἀναξία νέας συνδρομῆς, ἀφοῦ ἔλαβε τοσαύτην; Αὐτὴ ἦτο ἡ προσωπικὴ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἐψεύσθη κατὰ τοῦτο νομίσασα, ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὡς πρὸς τοῦτο τὴν γνώμην τοῦ τόπου; Εἶσθε κύριοι νὰ τὸ ἀποφασίσητε· ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ὠφείλαμεν ν’ ἀρχίσωμεν μὲ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν τὴν συζήτησιν ἐὰν ὠφείλαμεν νὰ δώσωμεν ἓν κἂν λεπτὸν εἰς τὰ θύματα τοῦ Δήλεσι. Ἡμεῖς εὑρέθημεν ἀπέναντι μιᾶς διπλῆς εὐθύνης· ἡ μία εὐθύνη ἦτο νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, καὶ ἡ ἄλλη ἦτο ν’ ἀρνηθῶμεν καὶ ν’ ἀρχίσωμεν συζήτησιν μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως περὶ εὐθύνης. Δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγκην, ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον; Διότι εἴχαμεν μίαν ἰδέαν, ἓν αἴσθημα καὶ μίαν πεποίθησιν, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐμπόδιζον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν θέσιν. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν ὅτι ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου, ἐὰν περιεθάλπομεν γενναίως τὴν οἰκογένειαν Λόϋδ, χωρὶς νὰ συλλογισθῶμεν οὔτε ποῖος ἦτο ὁ σύζυγός της, οὔτε ἄλλην τινὰ περίστασιν· ἐπιστεύσαμεν ὅτι ὠφείλαμεν νὰ προσφέρωμεν πρὸς αὐτὴν τὰ μέσα τῆς ἀποκαταστάσεως ὥστε ν’ ἀφοπλίσωμεν καὶ αὐτὴν καὶ τοὺς φίλους της καὶ πρὸ πάντων τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ νὰ περιφέρωσι τὸν δίσκον δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐσκέφθημεν κακῶς... ἐὰν ἐσκέφθημεν ὑπερβολικῶς, ἐὰν ἡ γνώμη μας δι’ οἱονδήποτε λόγον ᾖναι ἐσφαλμένη, ἡμεῖς εἴχομεν τὴν φρόνησιν νὰ φυλάξωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς ἀληθεῖς ἀντιπροσώπους τοῦ δημοσίου. Τί ἤθελε συμβῆ ἂν ἐφεύγομεν τοῦ ὑπουργείου τὸν Αὔγουστον τοῦ 1870 καὶ ἂν ὑπῆρχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἰδέα ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τοὺς σήμερον ἀντιφρονοῦντας; Ἤθελεν ἀρχίσει, κύριοι, ἡ συζήτησις· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμον· ἡ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ τώρα, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ συζήτησις ἡ τώρα θέλει γίνει ὑπὸ πολὺ καλλιτέρους ὅρους ἀφ’ ὅτι θὰ ἐγίνετο τότε. Τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης εἶναι πολὺ ἤδη εὐκρινῆ. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, φρονῶ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ καταβῶ τοῦ βήματος χωρὶς νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ ὑπῆρξα εἰς τὰ πράγματα· ἐγώ, κύριοι, φρονῶ ὅτι μόνον ἐκεῖνοι πρέπει νὰ καταψηφίσωσι κατ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὅσων ἀνέγνωσαν καὶ ἤκουσαν δὲν ἐπείσθησαν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως μιᾶς ὑποχρεώσεως· διότι αὐτοὶ θὰ ᾖναι ἐχθροὶ τῆς πατρίδος των ἂν ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Καὶ ἂν ποτέ, κύριοι, ἤθελε λάβει τοιαύτας διαστάσεις αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ τῆς Λόϋδ, ἢ δι’ ἄλλον τινα, μίαν ἀρχὴν τοιαύτην, βεβαίως ἐγκληματίας θὰ ᾖναι ὅστις δώσει ψῆφον ὑπέρ. Ὀφείλουν, ὅθεν νὰ καταψηφίσωσι πάντες ὅσοι ἐξ ὅσων ἀνέγνωσαν, ἤκουσαν καὶ ἐσκέφθησαν, πείθονται ὅτι καθαρῶς καὶ ἀδιστάκτως ἐνταῦθα πρόκειται περὶ μιᾶς ἀρχῆς ὀλεθρίας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προϋποθέτουσιν ὑποχρέωσιν καὶ εὐθύνην τῆς Ἑλλάδος. Ὅσοι ὅμως, κύριοι, φρονοῦν, ὅπως φρονῶ· ὅσοι φρονοῦν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τόσον εὐκρινῶς, τόσον συνετῶς καὶ τόσον πατριωτικῶς ἐξήγησε σήμερον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καμμίας εὐθύνης, καὶ ὅτι οὔτε κἂν εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως τῆς εὐθύνης, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς καὶ καθαρῶς περὶ ἐξακολουθήσεως τῶν συμπαθειῶν, νομίζω ὅτι θὰ πράξωσι καλῶς ἂν ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ προείπω μὲ τοῦτο ὅτι δύνανται νὰ προέλθωσιν ὀλέθριαι συνέπειαι· διότι καὶ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων εἶμαι καὶ τὸ ἀγνοῶ ἐντελῶς· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατί ἔχω μίαν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ὡς Κυβέρνησις ἐμόρφωσα μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα, μὲ ὅλας τὰς ἔκτοτε ἐπελθούσας εὐνοϊκὰς περιστάσεις, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι πάλιν ἡ μόνη ἀληθής.
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε.
§64ΤΙΝΕΣ (Ἐγειρόμενοι). Αὔριον.
§65ΕΤΕΡΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν, κ. πρόεδρε, ἀπόψε (θόρυβος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κ. Μίλησης καὶ ὁ κ. Ζαΐμης.
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί θέλετε, νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§68ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύω διασαφήσεις θὰ κάμω, διότι δὲν θέλω νὰ χάσω τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ἂν τὸ νομίσω ἀναγκαῖον, ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Δεληγεώργης περὶ φρονημάτων, ἀποχρώσεων τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μίλησης, καὶ ἠθέλησε νὰ τὰ συνδέσῃ μὲ ὅσα εἶπον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μίλησης, τοῦ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἠξεύρω τί ὑπαινίττεται, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σημειώσω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν μου.
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ δι’ ἐμὲ ἐπίσης.
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατόπιν λέγετε ὑμεῖς ὅ,τι θέλετε. Δι’ ὅλον τὸ διάστημα, διὰ τὸ ὁποῖον διήρκεσε τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέγραψα τὸ ἔγγραφον, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐγνώρισα, οἱαδήποτε ἦτον ἡ γνώμη μου τὴν ἐξέφρασα, ὄχι ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ δημοσίως εἰς μίαν ἐφημερίδα, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν διεύθυνσιν ἐγώ. Προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ εὕρῃ οἱανδήποτε ὄχι ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ ἀντίθεσιν πρὸς ὅσα ἐλάλησα καὶ ὑπεστήριξα δημοσίως ἄλλοτε.
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Πλησιάζων τὸν κ. Λομβάρδον). Σᾶς δίδω αὐτὸ τὸ φύλλον, καὶ μοῦ τὸ στέλλετε αὔριον.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί φύλλον εἶναι αὐτό; διότι πρόκειται καὶ περὶ ἐμοῦ (ψιθυρισμοί).
§74Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι! Θέλω εἶσθαι λίαν σύντομος. Μικράν τινα ἀπάντησιν θὰ δώσω εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ ἐξήγησίν τινα εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης ἀπέδωκεν εἰς τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν μου πρόκλησίν τινα, διὰ τὴν ὁποίαν ἐχολώθη. Ὁμιλῶν χθὲς λίαν συντόμως περὶ τοῦ ζητήματος τῆς βοηθείας τῆς χήρας Λόϋδ, ἐξέθηκα τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ἀνέγνωσα πρακτικὸν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον περιέχονται αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Λόρδου Κλαρενδῶνος διὰ τὴν βοήθειαν ταύτην· σᾶς προσέθηκα δὲ, ὅτι ὁ Λόρδος Κλάρενδων διὰ μεταγενεστέρου τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνεκάλεσε τὴν αἴτησιν περὶ συντάξεως 400 λιρῶν στερλινῶν Προβαίνων εἰς τὴν ὁμιλίαν μου προσέθηκα ἁπλῶς, ὅτι βεβαίως ὁ κύριος Δεληγεώργης πρέπει νὰ εἶχε σπουδαῖον λόγον ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν ταύτην. Δὲν ἀνέφερα, κύριοι, ἔγγραφα, ὡς ἐξέλαβεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου· δὲν ἠννόησα, ὅτι ὤφειλε νὰ προσαγάγῃ τοιαῦτα πρὸς δικαιολόγησίν του. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ, ὅτε εἶχον ἀφήσει τὸ ὑπουργεῖον, τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐθεώρουν τετελεσμένην ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ τὴν 19ην Ἰουνίου ἀνεκλήθη ἡ αἴτησις περὶ συντάξεως τῆς χήρας Λόϋδ, ἐγὼ δὲ ἐξῆλθον κατὰ τὴν 9ην Ἰουλίου ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου, ἐζήτησα ἁπλῶς νὰ μάθω τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην τὴν ἀποδοχὴν τῆς βοηθείας τῆς χήρας Λόϋδ. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι οὐδεμία πρόκλησις ὑπῆρξεν εἰς τοὺς λόγους αὐτοὺς, διότι οὐδόλως ἤμην διατεθειμένος νὰ προκαλέσω τὸν κύριον Δεληγεώργην ἐπίτηδες, ὡς ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ἔπραξα· ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ πληροφορηθῶ τὴν νέαν φάσιν, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἔξοδόν μου ἔλαβε τὸ ζήτημα τῆς βοηθείας τῆς κυρίας Λόϋδ. Εὐτυχῶς ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσῃ ὁ κύριος Δεληγεώργης εὐγλώττως τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὴν τότε Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς βοηθείας ταύτης. Ἠπόρησα δ’ ἔτι μᾶλλον, ὅταν ἤκουσα τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου νὰ καταστήσῃ ὑπεύθυνον ἐμὲ διὰ λόγους συναδέλφου μου.
§75ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὁποῖος δὲν τοῦ εἶπε τίποτε.
§76Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἰς τὸν εἱρμὸν τοῦ λόγου του ὁ κύριος Δεληγεώργης περιέπεσεν εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ νὰ θεωρῇ ἕνα συνάδελφον ὑπεύθυνον διὰ τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας ἄλλου. Τὸ εἶδος τοῦτο τῆς λογοκρισίας οὐδόλως δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω· οὔτε οὐδεὶς τῶν φίλων μου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος δι’ ὅσα ἐγὼ λέγω, οὔτε ἐγὼ δι’ ὅσα τις ἐξ αὐτῶν λέγει. Ἂν ὁ κύριος Διαμαντόπουλος ἔκαμε πρότασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα, αὐτὸς ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς προτάσεώς του, οὐδεμίαν δ’ ἐγώ. Ἐτελείωσα διὰ τῶν ὀλίγων τούτων λέξεων τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου. Ὀφείλω μίαν ἔτι ἐξήγησιν εἰς τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ὅ,τι ἀνέφερον χθὲς καὶ ὅ,τι ἠκούσατε περὶ τοῦ πρακτικοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦτο εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ πρακτικοῦ τούτου, τό ὁποῖον κεῖται ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς. Τὸ πρακτικὸν τοῦτο φέρει καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Λομβάρδος εἰς ἔγγραφόν τι τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ ἀνεκάλυψεν ὑπόσχεσιν, ἂν ὄχι ὅλου τοῦ ὑπουργείου, ἑνὸς ὅμως ὑπουργοῦ περὶ συντάξεως εἰς τὴν χήραν Λόϋδ. Τοῦ ἐγγράφου τούτου δὲν ἔλαβον γνῶσιν, διότι δὲν εἶχον καὶ ἀνάγκην νὰ λάβω γνῶσιν. Ἐλάμβανον γνῶσιν μόνον τῶν οὐσιωδεστάτων καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μυστικῶν ἐγγράφων τῶν πρέσβεων πρὸς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀφ’ οὗ ἀνέγνωσα αὐτὸ ἐν τῷ δημοσιευθέντι φυλλαδίῳ, δὲν ἀνεκάλυψα, ὅτι ἐν τῇ διακοινώσει ταύτῃ εὑρίσκεται ὑπόσχεσις καὶ ὑποχρέωσις πρὸς ἀπονομὴν βοηθείας εἰς τὴν χήραν Λόϋδ. Ὁ κύριος Βράϊλας διαβιβάζων πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας Κλαρενδῶνα τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος περὶ τοῦ μέτρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνησχολεῖτο ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ, ἠννόει καθαρῶς τὰς χιλίας λίρας στερλίνας, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰς ἐξαιρεῖ ῥητῶς.
§78Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει νὰ κατατεθῇ ὑπὸ τοῦ κυρίου προέδρου τοῦ ὑπουργείου, θέλει σᾶς πληροφορήσει περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ λόγου μου. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βράϊλας τελευτῶν ἢ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἐγγράφου του λέγει, ὅτι καθ’ ἃς ἔχει πληροφορίας πρόκειται νὰ ψηφισθῇ σύνταξις, καὶ ὅτι πρόκειται οἱ ἐν Λονδίνῳ Ἕλληνες νὰ καταθέσωσι δύω ἢ τρεῖς χιλιάδας λίρας ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ ὑπόσχεσιν ἢ ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κύριος Βράϊλας διαβιβάζει πρὸς τὸν Κλαρενδῶνα ἁπλῶς πληροφορίας ἰδιαιτέρας, ὡς διαβιβάζει ἐπίσης πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε περὶ συνδρομῶ τῶν ἐν Λονδίνῳ ὁμογενῶν· κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον διαβιβάζει τὰς ἰδιαιτέρας πληροφορίας του περὶ προνοίας πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τὴν χήραν Λόϋδ. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλην τινὰ ἐξήγησιν. Ὁμιλῶν κατὰ τὴν τρίτην ἢ τετάρτην συζήτησιν περὶ τῶν Δηλιακῶν, εἶπον, ὅτι ὁ κύριος Βράϊλας προσήνεγκεν ἐκδουλεύσεις σπουδαίας, διότι ὑπερασπίσθη τὰς θεσμοθεσίας τοῦ κράτους. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἐρωτᾷ πῶς συμβιβάζεται τοῦτο μὲ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κυρίου Βράϊλα, ὅτι ἐθεώρησεν ἄλλοτε τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος σφόδρα δημοκρατικὸν, καὶ ἔκτοτε ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτεύματος προεῖδε τὰς συνεπείας αὐτοῦ; Ὅ,τι τότε εἶπον τὸ ἐπαναλαμβάνω μετὰ περισσοτέρου θάῤῥους σήμερον. Ἂν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κύριος Βαλαωρίτης ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν μυστικὴν αὐτοῦ ἀλληλογραφίαν, ἠθέλατε ἰδεῖ, ὅτι ὁ κύριος Βράϊλας ὑπερασπίσθη ἐνθέρμως καὶ εὐγλώττως τὰς συνταγματικὰς θεσμοθεσίας τοῦ τόπου. Εἴτε ἕνεκα τοῦ ὀδυνηροῦ δράματος τοῦ Δηλίου, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν σπουδαῖος ἐγένετο λόγος περὶ ἐπιβολῆς ἄλλου πολιτεύματος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου Κ. Δεληγεώργης ἀνέγνωσεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀπόσπασμα λόγου τοῦ Κ. Γλάδστωνος, ὅστις ῥητῶς εἶπεν ἐν τῷ λόγῳ ἐκείνῳ, ὅτι νομίζει, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ θεσμοθεσίαι δὲν εἶναι αἱ αἰτίαι τῆς ὑπάρξεως τῆς λῃστείας ἢ τῆς κακῆς καταστάσεως ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος. Ὁ λόγος τοῦ Κ. Γλάδστωνος ἀποδεικνύει, ὅτι σπουδαία σκέψις ἐγένετο τότε περὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν· εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Κ. Βράϊλας καὶ εὐγλώτως καὶ ἐνθέρμως ὑπερασπίσθη τὰς θεσμοθεσίας τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὁ Κ. Βράϊλας παρετήρησεν εἰς τὸν Κ. Κλαρενδῶνα, ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι λίαν δημοκρατικὸν (ψιθυρισμοί). Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἢ αἱ παρατηρήσεις περὶ ἑνὸς πολιτεύματος ἀποδεικνύουν ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ πολιτεύματος τούτου;
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἷς πρέσβυς νὰ κάμνῃ παρατηρήσεις!
§80Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κύριοι, πολλάκις παρετηρήθησαν αἱ ἐλλείψεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἰδία Συνέλευσις δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦ 1864 ἦτο ὁ τελευταῖος λόγος, τὸ ἄκρον ἄωτον τῶν πολιτευμάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 καθιέρωσε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος; Ἐγὼ ὡμίλησα τελευταῖος ἐν τῇ συνελεύσει ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ πολιτεύματος· ὁμιλήσας ἀνεγνώρισα τὰς ἀτελείας τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶπον, ὅταν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του φανῇ εἰλικρίνεια, ἡ ἀτέλεια αὐτοῦ δὲν θὰ βλάψῃ τὸν τόπον. Καὶ εἶναι ἀπηγορευμένον, κύριοι, ἐπιστημονικῶς καὶ ἀκαδημαϊκῶς νὰ συζητῶνται αἱ ἀτέλειαι ἑνὸς πολιτεύματος; Καὶ πολλάκις ἐγὼ ὁ ἴδιος παρὰ πρέσβεων ξένων ἤκουσα κατακρίσεις κατὰ τοῦ πολιτεύματος τοῦ τόπου των. Θέλετε νὰ ἐμποδίσητε τὴν διάνοιαν καὶ τὴν κρίσιν, καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς ἐπικρατείας, διότι ὁ κ. Βράϊλας εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι δημοκρατικόν; Μήπως συνώμοσεν ἢ ἠθέλησε νὰ ἐρεθίσῃ τὰς δυνάμεις κατὰ τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος; Ἐγὼ, γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι οὐδόλως συνδέομαι διὰ φιλικῶν σχέσεων μὲ τὸν κ. Βράϊλαν, καὶ ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μεταβῶ εἰς Κέρκυραν, γνωρίζει κάλλιστα ὅτι δὲν ἀπέρασα καλὰ μὲ τὸν κ. Βράϊλαν· νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις συνεκυβέρνησε μετὰ τοῦ κ. Βράϊλα, γνωρίζει καὶ δύναται νὰ διαπιστώσῃ τὰς γνώμας, τὰς ἰδέας, τὰς πεποιθήσεις τοῦ κ. Βράϊλα, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ διίδῃ ἔγκλημα εἰς ἁπλῆν παρατήρησιν τοῦ κ. Βράϊλα.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.
§82ΤΙΝΕΣ. (Ἐγείρονται ν’ ἀναχωρήσωσι). Αὔριον, κ. πρόεδρε.
§83ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε (θόρυβος).
§84ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κ. πρόεδρε, τί θέλει.
§85ΛΑΠΑΣ. Ἂν θὰ τελειώσωμεν καλὰ, εἰδ’ ἄλλως ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα, κ. πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσωμεν (θόρυβος).
§87ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. πρόεδρε, θὰ ἀναπτυχθῇ καὶ τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ φανερὰ ἢ μυστικὴ ἡ ψηφοφορία, ὥστε βλέπετε ὅτι θ’ ἀργοπορήσωμεν.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν, κ. πρόεδρε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 9 μ. μ.