| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Γ. Πεῤῥωτῆς. | |
| 8 | Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Κ. Δαγρές. | |
| 9 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Ἀ. Κοντόσταυλος. | |
| 10 | Α. Δανόπουλος. | Γ. Παπανικολάου. | |
| 11 | Ἰω. Λέκας. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 12 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | |
| 13 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 14 | Περ. Α. Πετράκης. | Ι. Πολυλᾶς. | |
| 15 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἰω. Δεληγιάννης. | |
| 16 | Π. Πετιμέζης | Ἐπ. Καμπερόπουλος. | |
| 17 | Α. Μαγγίνας. | Σπιρ. Νοταρᾶς. | |
| 18 | Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Α. Μεταξᾶς. | |
| 19 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. | |
| 20 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 21 | Κ. Κοσονάκος. | Δ. Ῥαπτάκης. | |
| 22 | Θ. Τζανετάκης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 23 | Ν. Κατσικαπῆς. | Κ. Πανάρετος. | |
| 24 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 25 | Γ. Μίλησης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 26 | Ἀ. Σ. Μήτσας. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 27 | Κ. Γιολδάσης. | Α. Κορφιωτάκης. | |
| 28 | Κ. Λομβάρδος. | Σπ. Κοπανίτσας. | |
| 29 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 30 | Σπ. Λεονταράκης. | Γερ. Σέρβος. | |
| 31 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Α. Σταματόπουλος. | |
| 32 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 33 | Δ. Κρεστενίτης. | Θ. Γεωργίου. | |
| 34 | Θ. Δαραλέξης. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | |
| 35 | Δ. Κλίμακας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 36 | Γ. Δελένδας. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 37 | Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 38 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Ἠλ. Φλέσσας. | |
| 39 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Πανούσης. | |
| 40 | Μ. Παΐζης. | Γ. Μαλέας. | |
| 41 | Θρ. Ζαΐμης. | Ν. Παγκράτης. | |
| 42 | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 43 | Ν. Καρύδης. | Γ. Κούτσης. | |
| 44 | Ἐπ. Δεληγεώργης. | Γ. Μπούμπουλης. | |
| 45 | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 46 | Γ. Γουλιμῆς. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 47 | Ἰω. Προβελέγιος. | Π. Κωνσταντᾶς. | |
| 48 | Κ. Κρίσπης. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 49 | Α. Καπετανάκης. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 50 | Α. Παπαλέξης. | Στ. Κορίζης. | |
| 51 | Θ. Ῥωμαῖος. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 52 | Α. Μουρίκης. | Θ. Γκίκας. | |
| 53 | Π. Τζαμάλας. | Δ. Τσιριμῶκος. | |
| 54 | Περ. Καλαμογδάρτης. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 55 | Θ. Κανακάρης. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 56 | Γ. Πράτζικας. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 57 | Α. Μισυρλῆς. | Κ. Νικόδημος. | |
| 58 | Γ. Δ. Γεωργιάδης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.05.07
2,576 rows · 21,329 words · 1 table · 49 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72.
Τῆς 7 Μαΐου 1871.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Γ. Πεῤῥωτῆς. |
| Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Κ. Δαγρές. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Ἀ. Κοντόσταυλος. |
| Α. Δανόπουλος. | Γ. Παπανικολάου. |
| Ἰω. Λέκας. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Περ. Α. Πετράκης. | Ι. Πολυλᾶς. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἰω. Δεληγιάννης. |
| Π. Πετιμέζης | Ἐπ. Καμπερόπουλος. |
| Α. Μαγγίνας. | Σπιρ. Νοταρᾶς. |
| Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Α. Μεταξᾶς. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Κ. Κοσονάκος. | Δ. Ῥαπτάκης. |
| Θ. Τζανετάκης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Κ. Πανάρετος. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Γ. Μίλησης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Ἀ. Σ. Μήτσας. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Κ. Γιολδάσης. | Α. Κορφιωτάκης. |
| Κ. Λομβάρδος. | Σπ. Κοπανίτσας. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γερ. Σέρβος. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Α. Σταματόπουλος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Δ. Κρεστενίτης. | Θ. Γεωργίου. |
| Θ. Δαραλέξης. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. |
| Δ. Κλίμακας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Γ. Δελένδας. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Ζέγγελης. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Ἠλ. Φλέσσας. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Πανούσης. |
| Μ. Παΐζης. | Γ. Μαλέας. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Ν. Παγκράτης. |
| Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Ν. Καρύδης. | Γ. Κούτσης. |
| Ἐπ. Δεληγεώργης. | Γ. Μπούμπουλης. |
| Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Δ. Χρηστίδης. |
| Γ. Γουλιμῆς. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Ἰω. Προβελέγιος. | Π. Κωνσταντᾶς. |
| Κ. Κρίσπης. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Α. Καπετανάκης. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Α. Παπαλέξης. | Στ. Κορίζης. |
| Θ. Ῥωμαῖος. | Ν. Πιπῖνος. |
| Α. Μουρίκης. | Θ. Γκίκας. |
| Π. Τζαμάλας. | Δ. Τσιριμῶκος. |
| Περ. Καλαμογδάρτης. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Θ. Κανακάρης. | Δ. Κριεζώτης. |
| Γ. Πράτζικας. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Α. Μισυρλῆς. | Κ. Νικόδημος. |
| Γ. Δ. Γεωργιάδης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεκρίθησαν. — Δημήτριος Νεράντζης Κρὴς ζητεῖ μηνιαίαν σύνταξιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. — Σπυρίδων Καραμπίνης, πρώην ἐπιλοχίας τῆς Ἰονίου χωροφυλακῆς, ζητεῖ νὰ χορηγηθῇ αὐτῷ σύνταξις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΤΝʹ. τῆς 21 Νοεμβρίου 1869 νόμου περὶ τῶν χωροφυλάκων τῆς πρώην Ἑπτανήσου. Θὰ σταλῇ ἐπίσης εἰς τὴν ἐπιτροπήν. — Γίνεται αἴτησις ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ «περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Ἄνδρου τοῦ καταστήματος τῆς πρώην Καϊρείου Σχολῆς».
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ δευτέραν φοράν.
§5ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσητε καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ πυρπολιστῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ «περὶ χαρακτηρισμοῦ ὡς ἐθνικῆς ὁδοῦ τῆς ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Χαλκιδέων εἰς τὸν λιμένα Ἀλιβερίου ἀγούσης». Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ δευτέραν φοράν.
§7ΔΑΓΡΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, κύριε πρόεδρε, περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ......
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν αὐτό.
§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦλθεν ἀκόμη, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ διὰ μίαν στιγμὴν ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως αὐτῆς διὰ ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Ἐνθυμηθῆτε δὲ ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμῆ μίαν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χατζίσκου διὰ τοὺς πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλέτας, ὅτι μένει ὑπὸ ἐκκρεμότητα ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου. Εἰσέρχεται ὁ πρωθυπουργὸς κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον ἔγγραφά τινα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Σύμβασις μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κυρίου Ἰω. Γ. Κλαδᾶ περὶ παραχωρήσεως προνομίου πρὸς σύστασιν ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀργοστολίου καὶ Ληξουρίου». Ἔχει δὲ οὕτω· «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ὑποβάλλω εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ συνημμένον σχέδιον νόμου, τὴν ἀπὸ 9 Ἀπριλίου 1870 σύμβασιν, συναφθεῖσαν μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κυρίου Ι. Γ. Κλαδᾶ, ἐνεργοῦντος δι’ ἑαυτὸν καὶ ὡς πληρεξούσιος τοῦ κ. James Coape, περὶ παραχωρήσεως προνομίου πρὸς σύστασιν ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀργοστολίου καὶ Ληξουρίου, ὡς καὶ τὸ ἀπὸ 7 Μαΐου συμπληρωτικὸν αὐτῆς πρωτόκολλον. Ἡ σύστασις τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ταύτης συγκοινωνίας πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ σπουδαίαν ἀνάγκην τῶν κατοίκων τῶν δύω πόλεων καὶ νὰ εὐκολύνῃ τὴν μεταξὺ αὐτῶν συγκοινωνίαν, ἥτις ἐν ὥρᾳ χειμῶνος δυσκόλως ἐκτελεῖται. Ἐφ’ ᾧ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω ὑμῖν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνημμένου νομοσχεδίου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 7 Μαΐου 1871.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Ἄρθρον μόνον. Ἡ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ι. Γ. Κλαδᾶ, ἐνεργοῦντος δι’ ἑαυτὸν καὶ ὡς πληρεξούσιος τοῦ κυρίου James Coape συνομολογηθεῖσα σύμβασις περὶ παραχωρήσεως προνομίου πρὸς σύστασιν ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀργοστολίου καὶ Ληξουρίου, ἐξ ἄρθρων 7 συγκειμένη, καὶ τὸ ἀπὸ 7 Μαΐου ε. ε. συμπληρωτικὸν πρωτόκολλον, καὶ ὧν τὰ κείμενα ἕπονται, θέλουσιν ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Περὶ παραχωρήσεως προνομίου πρὸς σύστασιν ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἀργοστολίου καὶ Ληξουρίου. Μεταξὺ τοῦ κυρίου Θρασυβούλου Α. Ζαΐμη, ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ κυρίου Ι. Γ. Κλαδᾶ, ἐνεργοῦντος δι’ ἑαυτὸν καὶ ὡς πληρεξούσιος τοῦ κυρίου James Coape, συνεφωνήθησαν τὰ ἀκόλουθα. Ἄρθρον 1. Χορηγεῖται εἰς τὸν κύριον Κλαδᾶν τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς δι’ ἀτμοπλοίων συγκοινωνίας τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ δύω πόλεων Ἀργοστολίου καὶ Ληξουρίου ἐπὶ μίαν δεκαπενταετίαν ἀπὸ τῆς διὰ νόμου ἐγκρίσεως τῆς παρούσης συμβάσεως καὶ ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους· ά.) Ἡ συγκοινωνία αὕτη νὰ ἐκτελῆται δι’ ἀτμοπλοίων καταλλήλων καὶ ἐχόντων δύναμιν τοὐλάχιστον ἵππων τεσσαράκοντα. βʹ.) Νὰ ἐνεργῶνται τοὐλάχιστον ἓξ ταξείδια καθ’ ἑκάστην μεταξὺ τῶν δύω πόλεων. Ἄρθρον 2. Εἰς τὸν Κλαδᾶν χορηγεῖται τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάσῃ εἰς τὰς προκυμαίας τῶν δύω πόλεων ξυλίνας ἀποβάθρας, ὅπως προσορμίζωνται τὰ ἀτμόπλοια. Ἄρθρον 3. Ὁ κ. Κλαδᾶς ὀφείλει νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῆς δι’ ἀτμοπλοίου συγκοινωνίας τῶν εἰρημένων δύω πόλεων ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς διὰ νόμου ἐγκρίσεως τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἄρθρον 4. Τὰ ἐκτελοῦντα τὴν ὡς ἀνωτέρω συγκοινωνίαν ἀτμόπλοια θέλουσιν ἔχει πρώτην καὶ δευτέραν θέσιν· ἡ δὲ τιμὴ τῶν εἰσιτηρίων τῆς δευτέρας θέσεως δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῶν λεπτῶν τεσσαράκοντα. Ἄρθρον 5. Ἐὰν ὁ Κ. Κλαδᾶς δὲν κάμῃ ἔναρξιν τῆς συγκοινωνίας ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 ὁριζομένης προθεσμίας ἢ ἐὰν διακόψῃ αὐτὴν ἐπὶ μῆνας δύω ἄνευ δεδικαιολογημένης αἰτίας, ἣν κρίνει ὁ νομάρχης Κεφαλληνίας, δυνάμενος νὰ τῷ χορηγήσῃ νέαν προθεσμίαν ἑτέρων δύω μηνῶν, κηρύσσεται ἔκπτωτος τοῦ προνομίου δι’ ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου Κεφαλληνίας, ὑποκειμένης εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 6. Τὸ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως χορηγούμενον προνόμιον δὲν θεωρεῖται ἀποκλεῖον καὶ τὴν διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρίας τῆς Ἑλλην. ἀτμοπλοΐας ἐκτέλεσιν τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν δύω πόλεων Ἀργοστολίου καὶ Ληξουρίου κατὰ τοὺς περιοδικοὺς αὐτῶν πλόας ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ἄρθρον 7. Ἡ παροῦσα σύμβασις ὑποβληθήσεται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προσεχῆ αὐτῆς σύνοδον. Ἐγένετο εἰς διπλοῦν σήμερον τὴν ἐννάτην Ἀπριλίου τοῦ 1870 ἔτους καὶ ὑπεγράφη παρά τε τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Κ. Ι. Γ. Κλαδᾶ ὑπὸ τὴν μνησθεῖσαν αὐτοῦ ἰδιότητα.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
Ἰωάννης Γ. Κλαδᾶς δι’ ἐμὲ καὶ τὸν συνεταῖρόν μου James Coape. Συμπληρωτικὸν πρωτόκολλον Εἰς τὴν ἀπὸ 9 Ἀπριλίου 1870 σύμβασιν περὶ ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ληξουρίου καὶ Ἀργοστολίου. Ἄρθρον 1. Διὰ πᾶσαν ἄνευ δεδικαιολογημένης αἰτίας παράλειψιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἐδαφ. βʹ. τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συμβάσεως ὁριζομένων ταξειδίων ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Κλαδᾶν ὑπὸ τοῦ νομάρχου Κεφαλληνίας πρόστιμον 30 μέχρις 60 δραχμῶν. Τὸ ἐκ τῶν προστίμων τούτων εἰσπραττόμενον ποσὸν διανέμεται μεταξὺ τῶν δήμων Ληξουρίου καὶ Κρανίων. Ἄρθρον 2. Ὁ Κ. Κλαδᾶς δὲν δύναται οὔτε νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῆς συγκοινωνίας, οὔτε νὰ διατηρήσῃ τὸ χορηγούμενον αὐτῷ προνόμιον, ἐὰν δὲν ἔχῃ τοὐλάχιστον δύο ἀτμόπλοια εἰς τὴν νῆσον, προωρισμένα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐγένετο ἐν Ἀθήναις, τὴν 7 Μαΐου 1871.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ἰωάννης Γ. Κλαδᾶς δι’ ἐμὲ καὶ τὸν συνεταῖρόν μου James Coape.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ἄλλο εἶναι εὐχαριστήριον ἀπὸ τὴν Κύπρον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ αὐτὸ εἶναι ψήφισμα τῆς Κύπρου διὰ τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐστείλαμεν· ἄλλο ἀπὸ τὸ προχθεσινόν. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἐν Δαμασκῷ τῆς Κύπρου ἑλληνικὴ παροικία μαθοῦσα ὅτι ἡ σεβαστὴ τῶν ἑλλήνων Βουλὴ πάνυ φιλοτίμως καὶ φιλανθρώπως ἐψήφισατο ὑπὲρ τῶν πεινώντων Κυπρίων εἴκοσι χιλιάδας δραχμὰς, συνελθοῦσα σήμερον τὴν 1 Ἀπριλίου ε. ε. ἵνα ἐκφράσῃ τὴν ζωηρὰν αὐτῆς εὐγνωμοσύνην τῇ τε σεβαστῇ ἑλληνικῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων, ἐφ’ οἷς ὑπὲρ τῶν Κυπρίων ἐπρονόησαν, καὶ τῆς προτάσεως ταύτης ὁμοθύμως καὶ μετ’ ἀνευφημιῶν ἀσπαστῆς γενομένης, Ψηφίζει Α.) Ὀφείλεται παρὰ τῆς ἐν Δαμασκῷ τῆς Κύπρου ἑλληνικῆς παροικίας αἰωνία καὶ ζωηρὰ εὐγνωμοσύνη τῇ τε σεβαστῇ ἑλληνικῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ τῶν ἑλλήνων Βουλῇ, ὅτι πληροφορηθεῖσαι τὴν ὑπὸ πείνης συμφορὰν τῶν ὁμογενῶν Κυπρίων, ηὐδόκησαν ν’ ἀνακουφίσωσι τοὺς πεινῶντας δι’ ἁδρᾶς παραχωρήσεως δραχμῶν εἴκοσι χιλιάδων. Β.) Κηρύττει πρὸς τούτοις διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος αὐτῆς, πρὸς τε τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ζωηρὰν, ἀπαραμείωτον καὶ αἰωνίαν τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς, ὅτι οὐ μόνον ὑπὲρ ἀδελφῶν φιλανθρώπως καὶ φιλοτίμως ἐπρονόησαν, ἀλλ’ ὅτι καὶ νέον προσέθεντο κρίκον συνδέοντα τὴν ἁρμονίαν καὶ παγιοῦντα τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Γ.) Τὸ παρὸν ψήφισμα νὰ διαβιβασθῇ διὰ τοῦ Σεβαστοῦ Ἑλληνικοῦ ὑποπροξενείου πρὸς τὸ Σ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν σχέσεων ὑπουργεῖον, παρακαλούμενον νὰ διαβιβάσῃ τοῦτο πρὸς τὸ Σ. Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐν Δαμασκῷ (Κύπρου), τὴν 1 Ἀπριλίου 1871. Δημήτριος Ν. Φραγκίδης, Ἰω. Γ. Καραγεωργιάδης, Ἰωάννης Π. Μάλτας, Παναγιώτης Διβέρτος, Βασίλειος Κυριάκου, Γ. Πλόϊκος, Κ. Ζαρῆς, Χ. Διβδίτης, Ν. Κοτύλας, Δημ. Νικολαΐδης, Γ. Βαγδατῆς, Γ. Π. Κωνσταντίνου, Λοΐζος Ν. Τζογκόρδης, Ἀνδρέας Φλουρῆ Κάρλος, Ἐπ. Λιβαδείτης, Κ. Νάννης, Γκίκας Λάμπρου, Δ. Νόνης, Χ. Λάμπρου, Χ. Μοδινὸς, Γ. Κωνσταντινίδης, Ἰ. Μ. Πινδρίδης, Μ. Ν. Εὐθύβουλος, Γ. Νικολαΐδης, Σόλ. Α. Λοΐζου, Δ. Χ. Παύλου, Γ. Παπαδάκης, Ν. Γεωργίου, Ἰ. Δημητρίου, Θεόδ. Φραγκόφη, Ν. Θεοδοσίου, Π. Χατζηγεωργίου, Χρ. Ἰωάννου, Ν. Ἰω. Κουρῆς, Ἡρόδοτος Ν. Λανίτης, Παν. Λανίτης, Χατζηηλίας Στεφάνου, Χ. Ἠλίας Πιοκόκης, Γ. Δουκᾶς.»
§14ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ μὲ τὰς ὑπογραφὰς ὅλων.
§15ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ κάμετε μίαν ἀπάντησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀπαντήσῃ;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§19Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος αὐτῆς ἀπέτεινε πρὸς ἐμὲ ἐπερώτησίν τινα, ἥτις ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου μοὶ ἀπεστάλη ἐγγράφως ἐν τῇ οἰκίᾳ μου. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἐζήτησε νὰ μάθῃ παρ’ ἐμοῦ ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, μοὶ ἀπετάθη αἴτησις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως περὶ συντάξεως ἢ περὶ ἀποζημιώσεως τῆς χήρας κυρίας Λόϋδ, καὶ ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ὑπεσχέθη τι. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἣν ἀπέτεινεν ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ προηγηθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἔρχομαι σήμερον ν’ ἀπαντήσω. Μετὰ τὸ ὀδυνηρὸν δρᾶμα τοῦ Δηλίου, κύριοι, ἡ κυβέρνησις εἶχε πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ χήρα Λόϋδ, τῆς ὁποίας ὁ ἀνὴρ ἔγεινε θῦμα τοῦ κακουργήματος ἐκείνου, εὑρίσκετο εἰς δυσχερεστάτην οἰκονομικὴν θέσιν. Ἐνόμισε δὲ, ὅτι ἦτον ἔργον φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς χήρας Λόϋδ. Εἴχομεν πληροφορηθῆ, ὅτι ὁ σύζυγός της εἶχε χρέη τινὰ εἰς Ἀθήνας ἀνερχόμενα εἰς 700 λίρας στερλίνας. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν, ὅτι μετὰ τὸ δυστύχημα τοῦτο ἔπρεπεν ἡ ἐπικράτεια νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τῆς χήρας, καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ τῇ χορηγήσωμεν 700 λίρας. Εἰς τοῦτο τὸ ποσὸν ἐπέμεινα πολὺ, διότι δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀναδεχθῶ εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ οἱ συνάδελφοί μου ἐνόμισαν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ φανῇ γενναιοτέρα. Ἐδίστασα ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων μου καὶ ἠθέλησα μάλιστα νὰ ἐξετάσω ἀμέσως τὴν γνώμην σημαντικῶν τινων μελῶν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, καὶ παρεκάλεσα πρὸς τοῦτο τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κύριον Κεχαγιᾶν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς γνώμης καὶ τῆς ἰδέας αὐτῶν. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὰ μέλη ταῦτα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μεθ’ ὧν τότε ὡμίλησεν, εὕρισκον ὅτι χορηγία τις σπουδαία εἰς τὴν χήραν Λόϋδ ἦτο καλὸν νὰ δοθῇ, καὶ ὅτι ἐκ μέρους τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἔδιδε τοιαύτην χορήγησιν, δὲν ἤθελε πολεμηθῇ. Οὕτω λοιπὸν ἀπεφασίσαμεν νὰ χορηγήσωμεν δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως χιλίας λίρας. Δὲν ἐπεθύμησα καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ ἀναδέχωμαι τοιαύτην εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δεσμεύω τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἰδίως μετὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔλαβον χώραν περὶ πιστώσεων ἀναποφεύκτων, τὰς ὁποίας ἐπαρουσιάσαμεν καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἴσως μία ἢ τοῦ ἀτμοδρόμονος ἠδύνατο νὰ φιλονεικηθῇ· μετὰ τὰς συζητήσεις ταύτας ἐνόμισα, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶχε μεγαλείτερον καθῆκον νὰ ᾖναι φειδωλὴ περὶ χορηγίας πιστώσεων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐσκέφθημεν ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὴν πίστωσιν ταύτην, οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἀρκετὰ ἀξιόχρεοι, ὥστε εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελε καταλογίσει εἰς βάρος αὐτῶν τὴν πίστωσιν ταύτην, ὅτι ἦσαν ἀρκετὰ ἀξιόχρεοι νὰ πληρώσουν τὰς χιλίας λίρας. Ἡ μόνη λοιπὸν βοήθεια, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ἐγένετο οἰκείᾳ θελήσει τῆς κυβερνήσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξωτερικῆς ἀπαιτήσεως, ἦτο ἡ χορήγησις τῶν χιλίων τούτων λιρῶν. Μέχρι τῆς ἐννάτης ἢ δεκάτης Ἰουνίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὐδεὶς ἕτερος λόγος ἐγένετο περὶ ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς 15 Ἰουνίου ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσε κατὰ πρῶτον εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ἴδητε ποῖαι εἶναι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ποία ἡ ἀπάντησις ἡμῶν. «Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Συμβούλιον ἀντίγραφον τηλεγραφήματος τοῦ Λόρδου Κλαρενδῶνος, ἀπὸ 9/21 Ἰουνίου 1870, πρὸς τὸν κ. Ἔρσκιν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ λόρδος Κλάρενδων ἐπιφορτίζει τὸν κ. Ἔρσκιν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν, ὅτι τῷ ἤθελεν εἶσθαι λίαν εὐάρεστον νὰ γνωρίζῃ ὅσον οἷόν τε τάχιον, ἂν ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ᾖναι διατεθειμένη πρὸς ἀσφάλειαν συντάξεως ἐτησίας 400 λιρῶν πρὸς τὴν κυρίαν Λόϋδ καὶ τὰ τέκνα της, νὰ χορηγήσῃ κεφάλαιον ἀντιστοιχοῦν εἰς τὸν τόκον τοῦτον, τὸ δὲ κεφάλαιον νὰ χορηγηθῇ εἰς χρεώγραφα ἀγγλικὰ, καὶ μετὰ τὸν θάνατον τῆς κ. Λόϋδ νὰ διανεμηθῇ εἰς τὰ τέκνα της. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρεκάλεσε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Ἔρσκιν νὰ περιμείνῃ τὴν ἀπάντησιν μετὰ τὴν εἰς Ἀθήνας ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως.» Τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον λοιπόν, βλέπετε, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ βασιλέως δὲν ἐδύνατο νὰ δώσῃ οὔτε καταφατικὴν οὔτε ἀποφατικὴν ἀπάντησιν, ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ κράτους διὰ νὰ συνενοηθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῆς ἀπαντήσεως τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀπόφασις αὕτη φέρει ἡμερομηνίαν 15 Ἰουνίου. Εἰς τὰς 18 ἢ 19 Ἰουνίου, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κύριος Βαλαωρίτης, ὑπουργὸς τότε τῶν ἐξωτερικῶν, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτι νεώτερον τηλεγράφημα τοῦ λόρδου Κλαρενδῶνος ἀνακαλεῖ τὴν αἴτησιν περὶ ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ. Μετὰ ταῦτα ὀλίγας ἡμέρας ἔζησε τὸ ὑπουργεῖον, διότι κατὰ τὴν 9ην Ἰουλίου ἐσχηματίσθη ἄλλο ὑπουργεῖον, τὸ ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, οὐδεμίαν ἀποδοχὴν ἔκαμε τῆς αἰτήσεως, διότι ὅτε κατὰ πρῶτον ἀπετάθη ἡ αἴτησις, ὁ βασιλεὺς δὲν ἦτο ἐδῶ, καὶ ἀπάντησις οὐδεμία ἠδύνατο νὰ δοθῇ, μετὰ ταῦτα δὲ ὅτε ἡ Μεγαλειότης του ἐπανῆλθεν ἡ αἴτησις τοῦ κυρίου Κλαρενδῶνος εἶχεν ἀνακληθῆ, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ἐπέμενε πλέον εἰς τὴν αἴτησιν αὐτὴν, καὶ ἀνεκάλεσε περὶ αὐτῆς τὸ τηλεγράφημα. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ἀπονομῆς συντάξεως ἢ ἀπονομῆς ἀποζημιώσεως πρὸς τὴν χήραν κυρίαν Λόϋδ ἕνεκα ἐγγράφου τινὸς τοῦ ἐκ Λονδίνου πρέσβεως τοῦ βασιλέως κυρίου Μπράϊλα. Ὁ Κύριος Μπράϊλας, γράφων πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν κύριον Βαλαωρίτην κατὰ τὴν 28 Ἀπριλίου, ἔλεγε τὰ ἑξῆς «ἐθεώρησα δὲ καθῆκον μου νὰ τοῦ προσθέσω ἐκ νέου ὅτι ποία πρόνοια θέλει ληφθεῖ ὑπὲρ τῆς χήρας τοῦ Loyd, ὅτι ἔλαβαν ἤδη χιλίας λίρας στερλίνας ὅτι καθ’ ἃς εἶχον ἰδιαιτέρας πληροφορίας καὶ σύνταξις θέλει ψηφισθῆ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐνταῦθα οἰκογενειῶν γίνεται ἔρανος, ὅστις πιθανὸν θέλει ἀναβῆ εἰς δύο περίπου χιλιάδ. λίρας στερλίνας.» Τὸ κατ’ ἐμὲ, γνωρίζω θετικῶς, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν εἶχε ἀναλάβει ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι πρὸ τῆς 15 Ἰουνίου, τοὐτέστι πρὶν φθάσῃ εἰς Ἀθήνας τὸ τηλεγράφημα τοῦ λόρδου Κλαρενδῶνος, ὁ κύριος Ἔρσκιν εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὸν κύριον Βαλαωρίτην, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς τὴν χήραν Λόϋδ ἐκ 10 χιλιάδων λιρῶν, καὶ ὅτι ὁ κύριος Βαλαωρίτης ἠρνήθη, εἰπὼν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι λίαν μέγα, ὅτι εἶναι ποσὸν κολοσαῖον. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κύριος Βαλαωρίτης δὲν εἶναι ἐδῶ διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, διότι, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Βαλαωρίτου. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὑρίσκει ἀρκούσας τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἔδωσα πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του. Ἐπειδὴ ὅμως μὲ ἔκαμε ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη σήμερον νὰ συζητηθῇ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν βεβαίως δὲν τὸ ἀποδέχομαι· ἡ αἴτησις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς οὐδεμίαν ἀρχὴν τοῦ δικαίου. Κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, τὸ κράτος δὲν ὀφείλει ἄλλο παρὰ προστασίαν ἴσην πρὸς τοὺς ξένους, οἵαν ὀφείλει πρὸς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ πολίτας, ὀφείλει δὲ νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ ὅσον ἐξήρτηται ἀπ’ αὐτοῦ, ἀσφάλειαν πλήρη πρὸς τοὺς ξένους· ἄλλο καθῆκον, ἄλλη ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία ἀναγνωρίσθη καὶ παρ’ αὐτοῖς τοῖς βαρβάροις, εἶναι ἡ φιλοξένια, τὴν ὁποίαν πᾶν κράτος ὀφείλει πρὸς τοὺς ἀλλοδαπούς. Αὗται, κύριοι, εἶναι αἱ ἀναμφισβήτητοι ἀρχαὶ τοῦ δικαίου· ἀλλὰ ἡ ἀποζημίωσις τῶν παθόντων ὑπὸ τῶν ἐγκλημάτων ἔν τινι ἐπικρατείᾳ, οὔτε κατὰ τὸ ἐσωτερικὸν, οὔτε κατὰ τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν ἀνεγνωρίσθη ποτὲ, ὅτι ἐπιβαρύνει τὸ κράτος. Αἱ ἰδέαι αὗται, αἱ ἀρχαὶ αὗται, εἶναι τόσον στοιχειώδεις, ὥστε εἶναι γνωσταὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ εἰς τοὺς πρωτοετεῖς μαθητὰς τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἀναφέρῃ τις συγγραφεῖς τοῦ δημοσίου δικαίου, ἢ τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν εἶπον. Οὐδεμίαν λοιπὸν ὑποχρέωσιν πηγάζουσαν ἀπὸ τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν εἴχομεν ν’ ἀποζημιώσωμεν τοὺς παθόντας εἰς τὸ ὀδυνηρὸν δρᾶμα τοῦ Δηλεσίου, ὅταν ἀπεδείχθη ὅτι ὄχι μόνον ἴσην πρὸς Ἕλληνας προστασίαν ἔλαβον, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν πορείαν αὐτῶν εἰς τὸν Μαραθῶνα. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα κατ’ ἐμὲ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑποστηρίζεται οὔτε ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, οὔτε ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου ἑκάστης ἐπικρατείας. Καὶ ἀπόδειξις, κύριοι, εἶναι αὐτὴ ἡ Ἀγγλία, διότι ἐὰν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀποζημιώνῃ τοὺς παθόντας ὑπὸ ἀδικημάτων ἐν τῷ κράτει της, νὰ εἶσθαι βέβαιοι ὅτι ὁ κολοσσικὸς προϋπολογισμὸς τῆς Ἀγγλίας δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει εἰς τοιαύτας ἀποζημιώσεις. Ἀλλά, ἐνῷ λέγω ταῦτα, ἀποτείνω εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὴν ἀκόλουθον ἐρώτησιν, ὡσὰν σπουδαιολογῶ, ὁμιλῶν περὶ δικαίου τῶν ἐθνῶν, καὶ ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν δίδω εἶναι αὕτη, τι λέγω δὲν εἶναι σπουδαῖον, διότι κατὰ δυστυχίαν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσι σήμερον δίκαιον τῶν ἐθνῶν, αὐτὸ καθόσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῶν μικρῶν ἐθνῶν πρὸς τὰ μεγάλα δὲν ὑπάρχει. Εἶναι μάταιον αἱ μικραὶ ἐπικράτειαι νὰ ἐπικαλῶνται τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν ὅταν ἔχουν διαφορᾶς μὲ τὰ μεγάλα κράτη· ἴσως τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν κατά τι δύναται νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῶν μεγάλων ἐθνῶν πρὸς ἄλληλα, καὶ τοῦτο πάλιν δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἀληθές. Ὅ,τι σήμερον διέπει τὰς σχέσεις τῶν ἐθνῶν δὲν εἶναι πλέον τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν, εἶναι ἡ ἰσχύς· ἡ ἰσχὺς κατὰ δυστυχίαν ἐπικρατεῖ τοῦ δικαίου εἰς τὸν αἰῶνα αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ὀνομάζομεν αἰῶνα τοῦ πολιτισμοῦ· ἀλλ’ ὅστις κατὰ δυστυχίαν δὲν εἶναι παρὰ αἰὼν ὑλικῶν συμφερόντων καὶ ἐγωϊσμοῦ. Ἴσως εἰς προγενεστέρους αἰῶνας, ἢ εἰς μέλλοντας τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν εἶχε, ἢ λάβῃ περισσοτέραν ἰσχύν, διότι ἴσως θὰ ἔλθωμεν εἰς αἰῶνας πνευματικωτέρους, ἢ ὑπῆρξαν αἰῶνες πρὸ τοῦ 19 πνευματικώτεροι, ἀλλὰ τὸ νὰ ὁμιλῶμεν σήμερον περὶ δικαίου τῶν ἐθνῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀπώλεια χρόνου. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν, δύναταί τις ὅμως νὰ εἴπῃ ὅτι στηρίζεται εἰς τὴν φιλανθρωπίαν, καὶ ὅτι τὸ κράτος ὤφειλε νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀτυχοῦς χήρας, ἥτις ἐν Ἑλλάδι ἀπώλεσε τὸν σύζυγόν της, τὸ στήριγμα τῆς οἰκογενείας της. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ἐὰν ἐξετάσετε τὸ ζήτημα, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ χορήγησις μικρᾶς τινος συντάξεως ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ· ἀλλ’ ἡ φιλανθρωπία μιᾶς ἐπικρατείας ἔχει, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ὅριά τινα, καὶ τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῆς. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ὅτι ἡ Ἑλλάς, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ φιλάνθρωπος ἐὰν ἤθελε δειχθῆ, δὲν ἠδύνατο νὰ δειχθῇ φιλάνθρωπος μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὥστε, ἐκτὸς τῶν χιλίων καὶ ἐκτὸς τῶν τριῶν χιλιάδων λιρῶν αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὑπὸ τῶν ὁμογενῶν, νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν χήραν Λόϋδ καὶ 10 ἔτι χιλιάδας λίρας στερλίνας. Ἀλλά, κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπον, ὅταν πρόκηται νὰ κανονισθῶσι διαφοραὶ μεταξὺ μικρῶν καὶ μεγάλων ἐθνῶν, δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν ὑπὲρ ὑμῶν. Τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ἔχετε πράγματι, εἶναι φωνὴ διαμαρτυρήσεως ὅτι αἱ μεγάλαι ἐπικράτειαι ἀδικοῦν τὰς μικράς· οὐδὲν ἕτερον μέσον ἔχετε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ συμφέρον τῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὅταν περιέρχωνται εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορμάς δυσμενείας κατ’ αὐτῶν. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ἡ ὁποία ὡς φαίνεται ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν πιστεύω ὅτι ἀπεφάσισε ν’ ἀναλάβῃ τόσον μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἐὰν δὲν εἶχεν πολλοὺς καὶ σπουδαίους λόγους. Μὴ νομίσετε, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς ἓν ὑπουργεῖον ν’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην τινὰ ἁπλῶς· πρέπει νὰ καθήσῃ τις εἰς τὴν ἕδραν αὐτὴν τοῦ μαρτυρίου διὰ νὰ πληροφορηθῇ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος πολλάκις. Ἴσως δὲν δύνανται νὰ μεσολαβήσουν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σήμερον ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ φέρῃ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπαγορεύουν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ ν’ ἀναλαμβάνουν μεγάλας εὐθύνας. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε σπουδαιότατον λόγον καὶ ὅτι οὔτε ἁπλῶς, οὔτε ἀπερισκέπτως ἀπεφάσισε ν’ ἀναλάβῃ εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὑποσχεθῇ τὴν χορηγίαν αὐτήν. Ὡς προεῖπον, πρέπει νὰ εὑρέθη εἰς πολὺ δυσχερῆ θέσιν, καὶ τὴν θέσιν αὐτὴν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ, διότι, ὡς εἶπον, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποχρέωσαν, ὅταν ἐκάθητο εἰς αὐτὴν τὴν ἕδραν τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς ἀδημονίας, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν. Λέγω, κύριοι, ταῦτα πάντα, διότι καί τοι ἀναγνωρίζων ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν στηρίζεται οὔτε ἐπὶ τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, οὔτε ἐπ’ οὐδεμιᾶς ἀρχῆς τῆς δικαιοσύνης, θέλω ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ θέλω ψηφοφορήσει, διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ νέας περιπετείας καὶ νέους κλονισμούς. Σήμερον, ὅτε ἤρχισε τοὐλάχιστον νὰ φαίνηται κατευνασμός τις τῆς κοινῆς γνώμης ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ δώσωμεν ἀφορμὰς νὰ ἐπιτεθῶσιν ἐκ νέου καθ’ ἡμῶν· πρέπει νὰ ὑποστῶμεν τὴν θυσίαν αὐτὴν διὰ νὰ ἀποφύγωμεν, ὡς εἶπον, νέας περιπετείας. Διὰ τοῦτο θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§20ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι! Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν καὶ ἐκτίμησιν τῆς αἰτίας, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ προκειμένη πίστωσις, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ διατυπώσω, ἢ μᾶλλον νὰ καταστήσω κατάδηλον, τὸν νομικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα· διότι ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἔῤῥιψεν, ὡς ἠκούσατε, εἰς τὸ μέσον τὸν λόγον τῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῦ ἠθικοῦ καθήκοντος, καὶ τοῦτο δύναται νὰ γεννήσῃ σύγχυσιν εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν πολλῶν, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν μόρφωσιν κρίσεως δικαίας καὶ ἀσφαλοῦς ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου. Εἶναι ὁμολογούμενον, κύριοι, ὅτι ἡ χήρα Loyd μετὰ τὸ ἀπαίσιον δρᾶμα τοῦ Δηλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπώλεσε τὸν σύζυγόν της καὶ δι’ αὐτοῦ τὸ μόνον στήριγμα ἑαυτῆς καὶ τῶν τέκνων της, κατέστη παρ’ ἡμῖν τὸ ἀντικείμενον γενικῆς καὶ ζωηρᾶς συμπαθείας. Τὴν συμπάθειαν ταύτην καὶ ἰδιῶται καὶ ἡ κυβέρνησις ἐξεδήλωσαν οὐ μόνον διὰ λόγων παραμυθητικῶν, ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε, καὶ διὰ χρηματικῶν ἔτι χορηγιῶν, τὰς ὁποίας ἁγνὸν αἴσθημα φιλανθρωπίας ὑπηγόρευσεν. Ἂν λοιπὸν ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, συμμεριζομένη καὶ ἐπισημοποιοῦσα, οὕτως εἰπεῖν, τὸ κοινὸν τοῦτο αἴσθημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐψήφιζεν, εἴτε οἴκοθεν καὶ αὐτοπροαιρέτως, εἴτε καὶ κατὰ φιλικήν τινα ὑπόδειξιν καὶ παράκλησιν, χορηγίαν τινα πρόσθετον εἰς τὴν χήραν Loyd, οὐδεὶς ἤθελεν ὑψώσει ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ φωνὴν κατὰ τοιούτου μέτρου· διότι καὶ τὰ ἔθνη ὡς τὰ ἄτομα ἔχουν καθήκοντα ἠθικὰ, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν οὐδέποτε δι’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ περιφρονῶσι καὶ παρορῶσι τὰ τοιαῦτα καθήκοντα. Ἀλλά, κύριοι, ἡ πίστωσις δὲν μᾶς ζητεῖται πρὸς ἐκπλήρωσιν τοιούτου ἠθικοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ πρὸς ἐκτέλεσιν ἐννόμου ὑποχρεώσεως· ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ζητεῖ περίθαλψιν καὶ συνδρομὴν τῆς χήρας Loyd χάριν φιλανθρωπίας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ἀποζημίωσιν ὑπὲρ αὐτῆς νόμῳ καὶ δικαίῳ, jure et lege. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τούτου, ἀρκεῖ νὰ ῥίψητε ἓν μόνον βλέμμα εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπέδωκεν ὁ ἐνταῦθα πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν ἡμετέραν κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον διατυποῦται ἡ περὶ τούτου αἴτησις. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω ὁλόκληρον, διότι τοῦτο χρησιμεύει ὡς βάσις τῆς ὅλης ὑποθέσεως. «Κύριε, Ἀθῆναι 12 Αὐγούστου 1870. Ἕνεκα τοῦ θανάτου τοῦ κόμητος Κλαρενδῶνος καὶ τῶν ἀσχολιῶν, αἵτινες ἐπεβάρυνον τὸν κόμητα Γραμβίλ, ἀναλαβόντα τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείου, ἡ κυβέρνησις τῆς Α. Μ. ἀνέβαλε τὸ ζήτημα περὶ συντάξεως ἀπονεμητέας τῇ κυρίᾳ Loyd, χήρᾳ ἑνὸς τῶν κυρίων τῶν τοσούτῳ σκληρῶς φονευθέντων ὑπὸ τῶν λῃστῶν τὴν 21 παρελθόντος Ἀπριλίου ἐν Δήλεσι. Μετὰ πολλὰς συνδιασκέψεις μετὰ τῆς ἀτυχοῦς αὐτῆς κυρίας, ἡ κυβέρνησις τῆς Α. Μ. ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ καλλίτερος καὶ καταλληλότερος συμβιβασμὸς ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἑλλ. κυβέρνησις ἀντὶ ἐτησίας συντάξεως νὰ καταβάλῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ποσὸν τῶν δέκα χιλιάδων λιρῶν στερλινῶν ὑπὲρ τῆς κυρίας Loyd καὶ τῶν τέκνων της. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ κυρία Loyd ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν, ἵνα διαθέσῃ χιλίας πεντακοσίας λίρας, ὅπως ἀποτίσῃ χρέη τινὰ τοῦ μακαρίτου συζύγου της, ἅτινα δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσι μέχρι τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῶν ὀκτὼ καὶ ἡμισείας χιλιάδων λιρῶν νὰ μετατραπῇ εἰς παρακαταθήκην μετὰ τοῦ περισσεύματος τῶν χιλίων πεντακοσίων λιρῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ διατίθενται οἱ τόκοι πρὸς ὠφέλειαν τῆς κ. Loyd, καὶ μετὰ τὸν θάνατον αὐτῆς νὰ διανεμηθῇ τὸ κεφάλαιον μεταξὺ τῶν τέκνων της ἐκ τοῦ κ. Loyd καὶ ἐκείνων τοῦ πρώτου γάμου της, καθὸ χήρας πρὸ τοῦ γάμου της μετὰ τοῦ κ. Loyd. Προσεκλήθην ἑπομένως παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Α. Μ. νὰ ἀπευθύνω πρὸς τοῦτο αἴτησιν πρὸς τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω αὐτῇ τὴν ζωηρὰν ἐλπίδα τῆς κυβερνήσεως τῆς Α. Μ. ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς ἀπεβίωσεν ὁ κύριος Loyd, καὶ τῶν πρὸς τὴν κυρίαν Loyd δηλωθεισῶν συμπαθειῶν καὶ τῶν ὑπὸ τῆς Αὐτοῦ Ἑλληνικῆς Μεγαλειότητος δοθεισῶν ὑποσχέσεων, ὁ συμβιβασμός, ὅνπερ ὑπέδειξα, θέλει πράγματι γίνει ἀποδεκτὸ παρὰ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθῆ ἄνευ ἀναβολῆς. Δράττομαι κλπ.
ΕΡΣΚΙΝ.
Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ πρῶτον ὁρίζεται ἡ βάσις, ὁ νόμιμος λόγος τῆς ἀπαιτήσεως, ὃν ἀποτελοῦσιν αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀπεβίωσεν ὁ κ. Loyd, καὶ ἡ δοθεῖσα ἤδη ὑπόσχεσις· δεύτερον κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τῆς πληρωτέας ποσότητος, καὶ καθὼς ἠκούσατε, ἓν μέρος αὐτῆς θὰ διατεθῇ πρὸς διατροφὴν καὶ ἀποκατάστασιν ξένων τέκνων, τουτέστι τέκνων μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸν ἀποβιώσαντα κ. Loyd, ὥστε λαθόντως θὰ διαθρέψωμεν καὶ θὰ ἀποκαταστήσωμεν διὰ τῶν χρημάτων μας δὲν ἠξεύρω τίνος κυρίου τέκνα· τρίτον δίδεται ὁ νομικὸς χαρακτὴρ τοῦ συμβιβασμοῦ εἰς τὴν ἄμεσον ἀπότισιν τῆς πληρωτέας ποσότητος, διότι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου, εἶχε προσυμφωνηθῆ νὰ χορηγῆται ἐτησία σύνταξις εἰς τὴν χήραν Loyd, ἀλλὰ μετὰ πολλὰς συνδιασκέψεις τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως μετὰ τῆς ἐντίμου ταύτης κυρίας, ἡ σύνταξις ἀντικατεστάθη διὰ τῆς ἀμέσου ἀποζημιώσεως· καὶ τέταρτον προσκαλεῖται ἡ ἑλλ. κυβέρνησις εἰς ἄμεσον ἐκτέλεσιν τοῦ τοιούτου συμβιβασμοῦ. Ὥστε, κύριοι, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ὅλους τοὺς χαρακτῆρας οὐχὶ καθήκοντος ἠθικοῦ καὶ φιλανθρώπου, ἀλλὰ δικαιώματος ἐξαναγκαστικοῦ, ἀπαιτήσεως ἐννόμου καὶ ὑποχρεωτικῆς, καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ταύτης προσκαλούμεθα ἐπιτακτικῶς καὶ ἄνευ ἀναβολῆς. Τοῦτο δὲν πρέπει οὐδεμίαν στιγμὴν νὰ διαφύγῃ τὸν νοῦν σας, διότι εἰς τὴν φιλανθρωπίαν, φοβοῦμαι, θὰ ζητήσουν καταφύγιον. Ἀπέναντι παρομοίας ἀπαιτήσεως οὕτω διατυπουμένης καὶ ἐπιδιωκομένης, ἀπαιτήσεως πρωτοφανοῦς, ἣν μόνη ἡ συναίσθησις καὶ κατάχρησις τῆς ἰσχύος ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ, αἰσθάνομαι, κύριοι, τὴν συνείδησίν μου βιαίως ἐξεγειρομένην, καὶ ὀφείλω εἰς ἐμαυτόν, εἰς τὴν ἐπιστήμην, τῆς ὁποίας εἶμαι λειτουργός, καὶ εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, νὰ τὴν ἀποκρούσω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου καὶ μὲ ὅλην τὴν θερμότητα τῆς πεποιθήσεώς μου· διότι τὴν θεωρῶ ἀντιστρατευομένην πρὸς τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, καθυβρίζουσαν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μου, ἐκθέτουσαν αὐτὴν ἀπροφύλακτον εἰς παρομοίας ὑβριστικὰς ἀπαιτήσεις καὶ ὑπερπληροῦσαν τὸ ποτήριον τῶν πικριῶν, τὰς ὁποίας ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος τόσον σκληρῶς μᾶς ποτίζουν. Εἶναι προφανές, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς χήρας Loyd στηρίζεται εἰς εὐθύνην τοῦ κράτους πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἐντὸς αὐτοῦ διαπραττόμενα ἐγκλήματα. Ἀλλὰ κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, τὸ κράτος ὡς τοιοῦτον εἶναι ἆρά γε ὑπεύθυνον εἰς τοιαύτην ἀποζημίωσιν; Ἰδοὺ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπευθύνουν, ἔχῃ βάσιν ἀσφαλῆ καὶ λόγον νόμιμον. Δύο ἀγωγαὶ τίκτονται, κύριοι, ἐκ παντὸς ἀδικήματος, ἡ μὲν δημοσία, ἡ δὲ ἰδιωτική. Ἡ πρώτη ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς πολιτείας καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ καθόλου δικαίου, τὸ ὁποῖον προσβάλλεται διὰ τοῦ ἐγκλήματος· ἡ ἀνόρθωσις δ’ αὕτη γίνεται διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὡρισμένης ποινῆς, τοὐτέστιν ὡρισμένου κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἀδικήσαντα, καὶ τὸ ὁποῖον αἴρει ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τούτου καὶ τῆς κοινωνίας τὸ κακὸν τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἀποκαθιστᾷ τὸ κῦρος καὶ τὸ κράτος τοῦ δικαίου, ὅπερ μόνον ἔχει δικαίωμα ὑπάρξεως ἐν τῷ κοινωνικῷ κόσμῳ. Ἡ δευτέρα, ἡ ἰδιωτική, ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ παθόντος ἰδιώτου καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ προσβληθέντος εἰδικοῦ δικαιώματος· ἡ δὲ ἀποκατάστασις αὕτη γίνεται διὰ τῆς ἐπανορθώσεως τῆς ὑλικῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκε τὸ ἀδίκημα. Αἱ δύω αὗται ἀγωγαὶ διαφέρουν πρὸς ἀλλήλας κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως καὶ κατὰ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον διώκει ἑκάστη, ἔχουσιν ὅμως μίαν καὶ τὴν αὐτὴν καταγωγὴν, τὸ τελεσθὲν ἔγκλημα. Τὸ ἔγκλημα δὲ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του εἶναι στενῶς, ἀποκλειστικῶς προσωπικὸν, καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον μεταδίδει εἴς τε τὴν ποινὴν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν ἀπαίτησιν. Μία τῶν εὐγενεστέρων καὶ πολυτιμοτέρων κατακτήσεων τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ εἶναι, κύριοι, ἡ ἀρχὴ τῆς στενῆς προσωπικότητος τῆς ποινῆς. Ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ ποινὴ εἶχεν εὐρύτερον κύκλον, διότι ἐξετείνετο καὶ εἰς πρόσωπα, μὴ μετασχόντα τοῦ ἐγκλήματος, συνδεόμενα δὲ ἁπλῶς μετὰ τοῦ αὐτουργοῦ δι’ ἄλλων δεσμῶν καὶ σχέσεων· ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, οὐδέποτε, εἰς οὐδεμίαν περίστασιν, δι’ οὐδένα λόγον ἡ ποινὴ δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ στενὰ ὅρια τῆς προσωπικότητος τοῦ ἐνόχου. Τὸν αὐτὸν δὲ χαρακτῆρα ἔχει καὶ ἡ πολιτικὴ ἀπαίτησις· καὶ αὐτὴ εἶναι στενῶς, ἀποκλειστικῶς προσωπικὴ, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ μὲν ποινὴ πλήττει ἐν γένει τὸ πρόσωπον, ἡ δὲ ἰδιωτικὴ ἀπαίτησις τὴν περιουσίαν τοῦ ἐνόχου· ἑπομένως ἡ μὲν δημοσία ἀγωγὴ συναποθνήσκει μετὰ τοῦ ἐνόχου, ἡ δὲ ἰδιωτικὴ μεταβιβάζεται καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους του· διὰ τί; διότι ἡ περιουσία, θεωρουμένη ὡς σύνολον δικαιωμάτων, δὲν συναποθνήσκει μετὰ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον εἶναι κύριον αὐτῆς, ἀλλὰ μεταβιβάζεται εἰς ἕτερα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατὰ νομικὸν πλάσμα διαδέχονται ἐντελῶς τὴν ἀστυκὴν προσωπικότητα τοῦ ἀποβιώσαντος. Τί ἕπεται ἐντεῦθεν λογικῶς καὶ ἀναγκαίως; Ὅτι τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον δὲν διαδέχεται τὸν ἔνοχον εἰς τὰς ἀστικάς του σχέσεις, εἶναι ἐντελῶς ξένον καὶ ἀλλότριον τῆς πολιτικῆς ἀπαιτήσεως. Θὰ ἦτο τερατώδης παραλογισμὸς νὰ κηρύξητε τὸ δημόσιον ὑπεύθυνον εἰς ἀποζημίωσιν, ἀφοῦ εἶναι παραδεδεγμένον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πρόσωπον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐν ᾗ διεπράχθη τὸ ἔγκλημα, ὑπέχει τοιαύτην εὐθύνην, ἂν δὲν ᾖναι κληρονόμος τοῦ ἐνόχου, ἀφοῦ οὔτε οἱ στενώτατοι συγγενεῖς, οὔτε οἱ ἄμεσοι κατιόντες, οὔτε οἱ ἀναγκαῖοι κληρονόμοι αὐτοῦ εἶναι ὑπεύθυνοι, ἐὰν ἀπόσχωσι τῆς κληρονομίας. Διὰ τίνα λοιπὸν λόγον θὰ ἦτο τὸ δημόσιον ὑπεύθυνον; Βεβαίως τὸ Κράτος εἶναι ἐπιτετραμμένον τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἣν τὸ ἔγκλημα διαταράττει, ἀλλ’ ἐντεῦθεν οὐδὲν ἄλλο ἕπεται, εἰμὴ ὅτι ἐὰν μ’ ὅλην τὴν ἐπιτήρησιν, τὴν ὁποίαν τὸ κράτος ἐνεργεῖ ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως, τὸ ἔγκλημα διαπραχθῇ, γεννᾶται διὰ τὴν πολιτείαν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου, τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ δικαίου καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως. Οὐδὲν πλέον· ἐδῶ σταματᾷ πᾶσα ἡ ἐνέργεια καὶ πᾶσα ἡ εὐθύνη τοῦ κράτους· ὡς πρὸς δὲ τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν, ταύτην ὀφείλει νὰ ἐπανορθώσῃ μόνη ἡ περιουσία τοῦ ἐνόχου. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἐν γένει παραδεδεγμένη παρ’ ὅλων τῶν συγγραφέων καὶ παρ’ ὅλων τῶν ἐθνῶν· δὲν ὑπάρχει συγγραφεύς, μικρὸς ἢ μέγας, ἐπιφανὴς ἢ ἀφανής, ὅστις νὰ ἐκφράζῃ ἐναντίαν γνώμην, οὔτε νομοθεσία ἔθνους τινος πεπολιτισμένου, καθιεροῦσα ἐναντίαν διάταξιν· εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἀξίωμα τοῦ δικαίου, ὅπως ἀξίωμα μαθηματικὸν εἶναι, ὅτι 2 καὶ 2 κάμνουν 4. Σημειώσατε δέ, κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁ ἰδιαίτερος χαρακτὴρ τοῦ ἐγκλήματος, ὅσον βαρὺς καὶ ἀποτρόπαιος ἂν ὑποτεθῇ. Βεβαίως κατὰ τοιούτου ἐγκλήματος ἡ πολιτεία δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ μετέλθῃ ἀνάλογον τὴν κατασταλτικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν, ἀλλὰ μένει οὐχ ἧττον ἐντελῶς ἀπηλλαγμένη πάσης πολιτικῆς εὐθύνης πρὸς τὸν παθόντα. Διὰ νὰ πεισθῆτε ἀδιστάκτως περὶ τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα παραδείγματα. Φρικῶδες, μισαρόν, ἀποτρόπαιον βεβαίως ἦτο τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου· τίς τὸ ἀρνεῖται; Ἀλλ’ ὅστις ἐξ ὑμῶν, κύριοι, ἀναγινώσκει εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, καὶ ἔχει τὴν περιέργειαν νὰ διεξέρχηται ἐν αὐταῖς τὸ κεφάλαιον τῶν διαφόρων, θὰ συνομολογήσῃ ὅτι ἐν Εὐρώπῃ διαπράττονται ἀποτροπαιότερα, φρικωδέστερα καὶ μισαρώτερα κακουργήματα. Τίς ἐλησμόνησε τὸ κακούργημα τοῦ Τρόπμαν; Τὸ ἀνθρωπόμορφον τοῦτο θηρίον, ἐξωθούμενον ἐξ αἰσχροκερδείας, προσείλκυσεν εἰς τὴν κώμην Pantin, ἔξωθεν τῶν Παρισίων, ὁλόκληρον οἰκογένειαν καὶ κατέσφαξεν ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς, ἤτοι τοὺς δύο συζύγους καὶ πέντε τέκνα· παρέχωσε κατόπιν τὰ πτώματα εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Παντέν, ἥτις ἐπωνομάσθη κοιλὰς αἵματος, καὶ ἀπῆλθεν ἥσυχος καὶ ἀνενόχλητος, χωρὶς νὰ ἐννοηθῇ ἀπὸ κἀνένα. Ὀλίγον μετὰ ταῦτα ἕτερον θηρίον, τοῦ ὁποίου λησμονῶ τὸ ὄνομα τὴν στιγμὴν ταύτην, κατεκρεούργησεν εἰς Παντουάζ, δηλ. ἔξωθεν ἐπίσης τῶν Παρισίων, καὶ πάλιν ἐξ αἰσχροκερδείας ὁλόκληρον οἰκογένειαν, καὶ ἀντὶ νὰ θάψῃ τὰ μέλη τῶν θυμάτων, προετίμησεν οὗτος νὰ τὰ ἐγκλείσῃ εἰς κιβώτια καὶ τὰ ἀποστείλῃ εἰς Παρισίους. Θέλετε καὶ ἄλλο φρικωδέστερον καὶ ἀσεβέστερον κακούργημα; Ἐν Ἀλανσώνῃ υἱὸς μυλωθροῦ, μόλις τὸ 23 ἔτος διερχόμενος, κατεσκόπευσε σάκκον τινὰ χρημάτων ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός του· νύκτα τινά ὁπλίζεται μὲ πέλεκυν, καὶ εἰσέρχεται ἐν τῷ δωματίῳ ὅπου ἐκοιμᾶτο ὁ πατήρ του ἐπὶ τῆς μιᾶς κλίνης καὶ ὁ ἀδελφός του ἐπὶ τῆς ἑτέρας· δι’ ἑνὸς κτυπήματος θραύει τὴν κεφαλὴν τοῦ πατρός του καὶ διὰ τοῦ ἑτέρου πλήττει τὸν ἀδελφόν του ἐπὶ τοῦ στήθους. Πατὴρ καὶ υἱὸς αἱματοκυλίονται καὶ κεῖνται νεκροί· ὁ κακοῦργος ζητεῖ τὸν σάκκον, ἀλλὰ δὲν τὸν εὑρίσκει· εἰσέρχεται τότε εἰς τὸ δωμάτιον, ὅπου ἐκοιμῶντο ἡ μήτηρ καὶ αἱ δύο ἀδελφαί του· ἡ μήτηρ ἐξυπνᾷ καὶ φωνάζει, τίς εἶναι; Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν ἓν κτύπημα κατὰ κεφαλῆς· ἡ δυστυχὴς μήτηρ πίπτει νεκρά. Ἡ ἀδελφή του ἐγείρεται τῆς κλίνης, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν πίπτει καὶ αὕτη αἱματόφυρτος καὶ νεκρὰ πρὸ τῶν ποδῶν τοῦ κακούργου. Δολοφόνε! φωνάζει ἡ δευτέρα ἀδελφὴ, καὶ ῥίπτεται κατὰ τοῦ κακούργου, δάκνουσα αὐτὸν διὰ τῶν ὀδόντων· ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν αἱματοκυλίεται καὶ αὕτη, καὶ πίπτει νεκρὰ πλησίον τῆς μητρός. Θεράπαινίς τις ἀκούει τὸν θόρυβον, τρέχει πρὸς τὸ δωμάτιον καὶ λαμβάνει τὴν αὐτὴν τύχην. Δὲν ὑπάρχει νῦν κανεὶς ἐν τῇ οἰκίᾳ· ὁ θάνατος καὶ ἡ φρίκη βασιλεύουν ἐν αὐτῇ! ὁ κακοῦργος νίπτει τὰς χεῖρας, ἀλλάζει ἐνδυμασίαν, λαμβάνει τὸν πολύτιμον σάκκον καὶ ἐξέρχεται τῆς οἰκίας, ἥτις ἀμέσως ἀναφλέγεται, διότι ὁ κακοῦργος εἶχε θέσει πῦρ ἐν αὐτῇ, ἐξερχόμενος δὲ φωνάζει, δολοφόνοι! δολοφόνοι! Συλλαμβάνεται ἀμέσως, ἐξετάζεται καὶ καταθέτει, ὅτι δολοφόνοι κατέσφαξαν ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του καὶ ἐνέβαλον πῦρ εἰς τὴν οἰκίαν. Ἠδυνάμην νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀπαρίθμησιν, ἀναφέρων πλεῖστα ἄλλα κακουργήματα, ἀλλὰ μὲ πνίγει, κύριοι, ἡ δυσώδης ἀτμόσφαιρα τοῦ ἐγκλήματος καὶ σπεύδω νὰ ἐξέλθω ἐξ αὐτῆς. Τοιαῦτα στυγερὰ καὶ θηριώδη κακουργήματα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἵσταταί τις ἐκπεπληγμένος καὶ διστάζων, ἐὰν ἡ τίγρις καὶ ἡ ὕαινα ἦναι αἱμοβορώτερα τοῦ ἀνθρώπου θηρία, ἐπισκιάζουν, κύριοι, τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου μ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν φρικαλεότητα. Ἀπέναντι τῶν ἀνθρωπομόρφων αὐτῶν θηρίων, παρ’ οἷς τὸ κακούργημα ἔσβυσε καὶ αὐτὸ τὸ φυσικὸν ἔνστιγμα τῆς στοργῆς, ὁ Τάκος εἶναι κοινὸς, πρόστυχος κακοῦργος. Τὰ θηριώδη ταῦτα κακουργήματα, ὡς καὶ ἄλλα ὅμοια, ἐφείλκυσαν φυσικῷ τῷ λόγῳ τὴν προσοχὴν καὶ τῶν συγγραφέων καὶ τῶν δημοσιογράφων. Πολλὰ ἐγράφησαν περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῆς κοινωνικῆς ἐξαχρειώσεως, ἥτις θεωρεῖται ἡ κυριωτέρα αἰτία, ἡ παράγουσα τοιούτους κακούργους, τοιαῦτα θηρία. Μεταξὺ τῶν πολλῶν κρίσεων ἰδιαιτέραν αἴσθησιν ἐπροξένησεν ἓν ἄρθρον τοῦ Παρισινοῦ Χρόνου, ἄξιον ἀληθῶς πολλῆς προσοχῆς καὶ μελέτης δι’ ἡμᾶς ἰδίως τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, παρὰ τοῖς ὁποίοις ἤρχισεν ἀπό τινος νὰ εἰσάγηται ἡ σχολὴ τοῦ ῥωμαντισμοῦ, παραφθείρουσα τὴν φιλολογίαν μας καὶ ἐξαχρειοῦσα τὰ ἤθη καὶ τὸν χαρακτῆρά μας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνώσω ἓν τεμάχιον τοῦ ἄρθρου τούτου, λίαν διδακτικόν. «Οἱ συνδυασμοὶ τοῦ ἐγκλήματος σπανίως ἔφθασαν εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν, ἐκτὸς παρὰ τοῖς μυθιστοριογράφοις τοῦ ἐγκλήματος, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ μὴ ἀποδώσῃ τις τὴν φρικώδη σύλληψιν τοιούτων σκληρῶν πράξεων εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μᾶλλον διεφθαρμένων ἀναγνώσεων, ὅταν μάλιστα ἐνυπάρχῃ ἡ πρὸς τοῦτο προδιάθεσις. Ἡ δημοτική μας φιλολογία εἶναι δυστυχῶς κατὰ μέγα μέρος φιλολογία τοῦ κακουργήματος καὶ τῆς λαιμητόμου· αἱ πλειότεραι τῶν εὐθηνῶν καὶ εἰκονογραφημένων δημοσιεύσεων δὲν ἔχουν ἄλλο πρόγραμμα παρὰ τοῦτο. Ἐγγίζοντες δὲ τὴν χορδὴν ταύτην, δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν μαρτυρίαν συγγραφέως, ὅστις καλλιεργήσας ὁ ἴδιος τὸ εἶδος τοῦτο, ὁμολογεῖ σήμερον εἰς τὸν Figaro τὸ σφάλμα του· «ἡμεῖς οἱ μυθιστοριογράφοι τῶν κακουργοδικείων, λέγει ὁ Κωβὲν, οἱ ἐκποιητήσαντες τοὺς δολοφόνους καὶ διαφημίσαντες τοὺς λαιμοτομηθέντας, ἡμεῖς εἴμεθα κατὰ μέγα μέρος ἔνοχοι τῆς ἀπαισίου ἐπιδημίας τῶν αἱματηρῶν ἐγκλημάτων, ἥτις καταθλίβει καὶ ἀτιμάζει τὸν τόπον μας. Διὰ τὴν ἀκατονόμαστον ταύτην ἀποπλάνησιν τοῦ ὀρθοῦ νοός, τῆς φυσικῆς χρηστότητος, τῆς συνειδήσεως καὶ τοῦ δικαίου, πρέπει νὰ μεμφώμεθα τὴν ὀλεθρίαν καὶ οἰκτρῶς ὠνητὴν μανίαν τοῦ νὰ καθιστῶμεν ἑαυτοὺς Ὁμήρους τῶν Ἀχιλλέων τοῦ ἐγχειριδίου, ἢ τῶν Ἑλενῶν τοῦ ἀρσενικοῦ, καὶ νὰ περιποιῶμεν τοιούτους ἥρωας, ὅταν ὁ μεμολυσμένος ῥύαξ δὲν χορηγῇ ἀρκετὰ ἐνδιαφέροντας εἰς τὴν ἄπληστον ἡμῶν γονιμότητα.» Εὐγενεῖς λόγοι, ἐκφερόμενοι μάλιστα ὑπὸ τὸν τύπον ἐξομολογήσεως, οἵτινες πρέπει νὰ μᾶς διδάξουν ν’ ἀποστρέψωμεν τὸ πρόσωπόν μας ἀπὸ τοιαύτης βορβορώδους φιλολογίας καὶ νὰ ζητήσωμεν πνευματικὴν τροφὴν ὑγιᾶ, ἀνδρικὴν καὶ ἐλευθέριον εἰς τὰ ἀθάνατα συγγράμματα τῶν προγόνων μας, ἢ εἰς τὰ ἐφάμιλλα τούτοις συγγράμματα τῶν νεωτέρων! Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν παρέκβασιν· ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἐν τῷ μέσῳ τῶν ποικίλων τούτων κρίσεων οὐδεὶς ἐνθυμήθη, κύριοι, ὅτι τὸ δημόσιον τῆς Γαλλίας, ἔνθα διεπράχθησαν τὰ ἀνωτέρω φρικώδη κακουργήματα, ἦτο ὑπεύθυνον ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς παθόντας. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὰ κακουργήματα ταῦτα δὲν διεπράχθησαν εἰς τὰ ὄρη, οὔτε εἰς χώραν ἔρημον καὶ ἀκατοίκητον, ὅπου δυσκόλως δύναται νὰ εἰσδύσῃ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ἐξουσίας, καὶ δυσκολώτερον ἀκόμη νὰ φθάσῃ ἡ χείρ της, ἀλλὰ διεπράχθησαν πρὸ τῶν θυρῶν τῆς γαλλικῆς πρωτευούσης, ὑπὸ τὰ ὄμματα, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τὴν χεῖρα ἀστυνομίας, ἐντελέστατα ὡργανισμένης καὶ ἐχούσης εἰς τὴν διάθεσίν της ἀνεξάντλητα μέσα καὶ ἀπειρίαν ὀργάνων. Σημειώσατε προσέτι, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἀνακάλυψις τῶν κακουργημάτων τούτων δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὴν τύχην ἢ εἰς τὴν παρωργισμένην θείαν Νέμεσιν. Τὸ κακούργημα τοῦ Παντὲν ἀνεκαλύφθη τυχαίως ὑπὸ γεωργοῦ, σκάπτοντος τὸ μέρος ὅπου εἶχον ἐνταφιασθῆ τὰ πτώματα· τὸ κακούργημα τοῦ Ποντουὰζ ἀνεκαλύφθη ὡσαύτως ὑπὸ ἰδιώτου, παρατηρήσαντος στίγματα αἵματος εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῶν κιβωτίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων μετεφέροντο τὰ κρεουργημένα καὶ αἱμάσσοντα μέλη τῶν θυμάτων εἰς Παρισίους· τὸ δὲ ἀποτρόπαιον κακούργημα τοῦ μυλωθροῦ ἀνεκάλυψεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἄθλιος· διότι ἐνῷ ἐκοιμᾶτο, ἡ ἄγρυπνος καὶ τρικυμιώδης συνείδησίς του ἔθηκεν εἰς κίνησιν τὴν γλῶσσάν του, ἥτις ἀφηγήθη ἐνώπιον τῶν δεσμοφυλάκων τὸ ἀνόσιον κακούργημα μ’ ὅλας του τὰς αἱματηρὰς καὶ φρικώδεις λεπτομερείας. Καὶ ὅμως μ’ ὅλον τὸν ἀποτρόπαιον χαρακτῆρα τῶν κακουργημάτων τούτων, μ’ ὅλην τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἀστυνομίας τοῦ νὰ προλάβῃ ἢ ἀνακαλύψῃ αὐτὰ, οὐδεὶς, κύριοι, ἐφαντάσθη ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι τὸ κράτος ὑποχρεοῦται ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς παθόντας. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι οὔτε ὁ πολλαπλασιασμὸς αὐτὸς τῶν ἐγκλημάτων, ὁ διασαλεύων τὴν δημοσίαν τάξιν, τροποποιεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀνευθύνου τοῦ κράτους. Ἡ πολιτεία δικαιοῦται καὶ ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιτείνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν προληπτικὴν καὶ κατασταλτικήν της ἐνέργειαν, διὰ ν’ ἀποκαταστήσῃ καὶ ἑδραιώσῃ τὴν σαλευομένην τάξιν, καταφεύγουσα ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς ἔκτακτα μέτρα, ἀλλ’ οὐδεμίαν, κύριοι, πρὸς οὐδένα ὀφείλει ἀποζημίωσιν διὰ τὰ διαπραττόμενα ἐγκλήματα. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τούτου, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς φέρω ὀλίγα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβω τώρα ἐκ τῆς Ἀγγλίας, ὄχι ἐκ ταπεινῆς χαιρεκακίας, ἄπαγε! ἀλλὰ διότι δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετεῖται καλλίτερον ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ποία εἶναι, κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Ἰρλανδίᾳ; Εἶναι τόσον φοβερά, ὥστε καταντᾷ τῇ ἀληθείᾳ ἀπίστευτος. Μεταξὺ τῶν γαιοκτημόνων καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, μεταξὺ τούτων καὶ τῶν γεωργῶν ὑφίσταται ἀπό τινος χρόνου πάλη φοβερὰ καὶ καταστρεπτική. Ἐκ τῆς πάλης δὲ ταύτης γεννᾶται σειρὰ διηνεκὴς κακουργημάτων οὐχὶ μεμονωμένων, ἀλλ’ ὠργανισμένων εἰς μυστικὰς καὶ ἀποκρύφους ἑταιρίας, ἐνεργούσας κατ’ ἰδιαιτέρους κανονισμούς, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἰδιαιτέρων ἀρχῶν καὶ διὰ μέσου ὀργάνων ἐξηπλωμένων πανταχοῦ τῆς χώρας. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν φύσιν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῶν ἀποκρύφων τούτων ἑταιριῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ὀμνύουσι τὰ μέλη μιᾶς τῶν ἑταιριῶν τούτων καὶ τὸν ὁποῖον ἐρανίζομαι ἐκ τῆς ἀγγλικῆς ἐφημερίδος Pall Mall Gazette. «Ὁμολογῶ ὅτι θέλω ἀπὸ τοῦδε ὑπηρετήσει ἀληθῶς καὶ πιστῶς τὴν ἑταιρίαν ταύτην· ὁρκίζομαι ἔμπροσθεν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ, ὅτι ἔσομαι ἀληθὴς καὶ πιστὸς εἰς τὴν ἀδελφότητα καὶ πρὸς ἕκαστον αὐτῆς μέλος, καὶ ἀείποτε ὑπήκοος εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ τοὺς ἀξιωματικούς· ἀποδέχομαι ὅλους αὐτῆς τοὺς νόμους, τοὺς κανόνας καὶ τοὺς κανονισμούς, τοὺς γενομένους ἅμα τῇ ἐγκαθιδρύσει αὐτῆς καὶ πᾶσαν γενομένην ἐν αὐτοῖς μεταβολήν. Ὁμολογῶ ὅτι θέλω ἐκπληρώσει πᾶν καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον ἐμοὶ μετ’ εὐσυνειδησίας, πίστεως καὶ τιμιότητος· ὁρκίζομαι ὅτι οὔτε ἐλπίδες, οὔτε φόβος, οὔτε βραβεῖα, οὔτε τιμωρίαι, θέλουσι μὲ ἀναγκάσει ν’ ἀποκρύψω πρὸς βλάβην συνεταίρου τινὸς ἢ τῶν συνεταίρων οἱανδήποτε πρᾶξιν ἢ ἔκφρασίν των, γενομένην κοινῶς ἢ ἀτομικῶς. «Συνεπῶς δὲ τῇ ὑποχρεώσει ταύτῃ, ὁρκίζομαι νὰ βοηθήσω κατὰ τὰ ἐνόντα προσωπικῶς καὶ διὰ χρημάτων πάντα ἀδελφὸν ἐν ἀπορίᾳ διακείμενον· ὁρκίζομαι πρὸς τούτοις νὰ μὴ προσφέρω ὑπακοὴν εἰς οὐδένα διαμαρτυρόμενον ἢ αἱρετικὸν ἡγεμόνα, κυβερνήτην, πρίγκιπα ἢ ἄρχοντα, οὐδὲ θέλω σεβασθῆ οἱονδήποτε ὅρκον, δοθέντα μοι ὑπ’ αὐτῶν ἢ ὑπὸ τῶν ὑπηκόων των, ἔστωσαν οὗτοι δικασταί, ἄρχοντες, ἢ ἄλλο τι. Ὁρκίζομαι νὰ βοηθήσω κατὰ τὰ ἐνόντα πάντα ἀδελφὸν ἢ ἀδελφούς, κατηγορουμένους δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν ἢ ἔκφρασίν των, ἔναντι ἀρχόντων, δικαστῶν, ὁρκωτῶν, ἢ ἄλλου τινός, νὰ ἦμαι ἀείποτε ἕτοιμος νὰ βοηθῶ διὰ παντὸς δυνατοῦ μέσου πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἐλευθερίας των· ἂν δὲ τυχὸν γείνω μάρτυς, νὰ παραβλέψω πάντα ὅρκον, δοθέντα μοι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ὑπὸ δικαστοῦ, ὁρκοδίκου, ἄρχοντος, συμβούλου, ὑπαλλήλου, νομικοῦ, ἀξιωματικοῦ, ἢ ἄλλου τινός, οὐδὲ θέλω θεωρεῖ τὸν ὅρκον τοῦτον ὡς ἰσχύοντα.» «Πρὸς ἐκδίκησιν δὲ τῶν δοκιμασιῶν τῶν προγόνων μας καὶ ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων μας, ὁρκίζομαι νὰ βοηθήσω, ἐφ’ ὅσον δύναμαι, πρὸς καταστροφὴν καὶ ἐκρίζωσιν ὅλων τῶν διαμαρτυρομένων καὶ αἱρετικῶν ἔκ τε τῆς Ἰρλανδίας καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, νὰ καταδιώξω, φονεύσω καὶ ἐξαφανίσω πάντας τοὺς διαμαρτυρομένους αἱρετικούς, ἰδιοκτήτας καὶ κατόχους γαιῶν, νὰ καταδιώξω, φονεύσω πάντα γαιοκτήμονα ἢ ἰδιοκτήτην, ἀνήκοντα τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς Ῥώμης, ἄν ποτε οὗτος, ἢ οὗτοι, ἤθελον ἀποβάλει τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τοὺς ἐνοικιαστὰς των ἐκ τῆς οἰκίας, ἢ ἰδιοκτησίας, ἢ οἱασδήποτε ἄλλης κτήσεώς των. Ὁρκίζομαι πρὸς τούτοις νὰ βοηθήσω διὰ τῶν ἐνόντων πρὸς ἐμπρησμόν, σύλησιν καὶ ἀφανισμὸν ἁπασῶν τῶν διαμαρτυρομένων ἢ αἱρετικῶν ἐκκλησιῶν, ἢ ἄλλου τόπου λατρείας, πάσης οἰκίας κατεχομένης ὑπὸ μελῶν διαφόρων αἱρετικῶν ἐπωνυμιῶν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, καὶ νὰ ῥίψω αὐτὰς χαμαὶ ἐκ θεμελίων.» «Ὁρκίζομαι ἔτι νὰ μὴ ἔχω οὐδεμίαν σχέσιν, κοινωνίαν, ἢ ἐμπόριον, νὰ μὴ ἀγοράζω, οὔτε νὰ πωλῶ, νὰ μὴ ἀνταλλάσσω ἢ καταλλάσσω, δίδω ἢ λαμβάνω, ἢ νὰ ἔχω οἱανδήποτε δοσοληψίαν μὲ τοὺς ῥηθέντας διαμαρτυρομένους ἢ αἱρετικοὺς, ἐκτὸς εἰς περιστάσεις, ἃς δὲν δύναμαι ν’ ἀποφύγω...... Ὁρκίζομαι πρὸς δὲ νὰ φονεύσω, καταστρέψω καὶ καταδιώξω μέχρι θανάτου πάντα πρῴην ἀδελφὸν, κατάσκοπον ἢ προδότην, ἢ ἀρνηθέντα νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκόν τι, ἐπιβληθὲν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ συμβουλίου ἢ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἢ οἱονδήποτε ἄλλο καθῆκον, οὗτινος ἡ ἐκτέλεσις ἐπεβλήθη αὐτῷ διὰ κλήρου ἢ ἄλλως πως. Ἀποδέχομαι νὰ ἦμαι ἀείποτε ἕτοιμος πρὸς ὑπηρεσίαν των, νὰ μεταβῶ ὁπουδήποτε ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτεῖ, ἢ ὁπουδήποτε ἀποσταλῶ, νὰ δίδω χεῖρα βοηθείας διὰ παντὸς δυνατοῦ μέσου πρὸς πάντα ἀδελφὸν τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἐκπληροῦντα διαταγὰς ἄλλων συμβούλων, ἢ ἀξιωματικῶν ἀνηκόντων αὐτῇ, καίτοι οὐχὶ ἐν τῷ ἐμῷ διαμερίσματι, καὶ νὰ βοηθῶ κατὰ δύναμιν αὐτὸν ἢ αὐτοὺς ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων των.»...... Παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι ἀπέναντι τῆς πολιτείας παρουσιάζονται ἐν Ἰρλανδίᾳ ὠργανισμέναι ἑταιρίαι, τῶν ὁποίων ἡ ἐνέργεια ἀντιτάσσεται πρὸς τὴν τῆς πολιτείας φανερὰ καὶ ἀποτόμως. Ἐκ τούτου δύνασθε νὰ συμπεράνητε τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν θρασύτητα τῶν διαπραττομένων ἐγκλημάτων, καὶ νὰ λάβητε ἀμυδρὰν ἰδέαν περὶ τῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν ἀπολαύουν οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τῆς Ἰρλανδίας. Ἡμέρα δὲν παρέρχεται, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ πίπτουν θύματα τοῦ ἐγκλήματος ἰδιοκτῆται ἢ ἐνοικιασταὶ κτημάτων· τόσον δὲ τρόμον προξενεῖ ἡ πληθὺς καὶ θρασύτης τῶν ἐγκλημάτων, ὥστε καὶ μάρτυρες τῆς κατηγορίας καὶ ἔνορκοι ἀρνοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν δικαιοσύνην, φοβούμενοι τὴν ἐπικειμένην ἄφευκτον καὶ φοβερὰν ἐκδίκησιν. Ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἔκτακτα μέτρα πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ, καὶ ὅμως ἡ κατάστασις τῆς Ἰρλανδίας δὲν ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς. Διὰ νὰ μὴ ὑποθέσετε, κύριοι, ὅτι λέγω ὑπερβολὰς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τεμάχια ἀγγλικῶν ἐφημερίδων, πραγματευόμενα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀκούσατε πρῶτον τὴν Διεθνῆ τοῦ Λονδίνου. «Δὲν παρέρχεται ἑβδομὰς, χωρὶς νὰ λάβῃ ἐν Ἰρλανδίᾳ μίαν ἢ δύω σφαίρας εἰς τὴν κεφαλὴν εἷς ἰδιοκτήτης, ἀρκετὰ ἀπότομος, ὥστε νὰ τολμᾷ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπότισιν τῶν ὀφειλομένων αὐτῷ. Εἶναι ἀληθῶς θαυμάσιος ὁ τρόπος οὗτος τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν. Ζητεῖτε χρήματα καὶ σᾶς τὰ πληρώνουν μὲ σφαίρας. Ἂν ἡ κατάστασις τοῦ δανειστοῦ ᾖναι πανταχοῦ ἀκανθώδης, πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις, ὅτι εἰς τὴν Ἰρλανδίαν εἶναι σατανικῶς ἐνοχλητικὴ, ὁμοιάζουσα ἐντελῶς μὲ τὴν θέσιν τῶν καταδικασμένων εἰς θάνατον. Ἠδυνάμεθα ν’ ἀναφέρωμεν ἱκανὸν ἀριθμὸν λόρδων, οἵτινες οὐδέποτε θὰ θέσωσι τὸν πόδα των εἰς τὴν Ἰρλανδίαν, ἔνθα ἔχουσι μεγάλας ἰδιοκτησίας, διότι εἶναι βέβαιοι, ὅτι τὴν πρώτην τῆς ἀφίξεώς των ἡμέραν θ’ ἀπολεσθῶσιν ἐκ βιαίου θανάτου. Τὴν τελευταίαν Κυριακὴν προκηρύξεις εἶχον τοιχοκοληθῆ εἰς τὰς θύρας τῶν παρεκκλησίων τῆς κομητείας τοῦ Tipperary, εἰδοποιοῦσαι ἐνοικιαστήν τινα τῆς περιοχῆς, ὅτι ἂν ἐξηκολούθει νὰ μεταχειρίζηται μηχανήν τινα ἐκκοκιστικὴν, θὰ ἐφονεύετο καὶ αὐτὸς καὶ ὁ πρῶτος ὑπηρέτης τοῦ κτήματος. Ἐκτὸς τούτου ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος ἐγειρόμενος, εὗρεν ἐσχεδιασμένην διὰ τῆς κιμωλίας ἐπὶ τῆς θύρας του μίαν κεφαλὴν νεκροῦ καὶ δύω ὀστᾶ εἰς σχῆμα σταυροῦ. Ὁ δυστυχὴς ἐνοικιαστὴς εἶναι ἀπὸ τοῦδε βέβαιος, ὅτι ἂν δὲν ἐγκαταλίπῃ τὴν καταχθονίαν μηχανήν του, δὲν θὰ ζήσῃ οὔτε δύω ἡμέρας.» Ἀκούσατε τώρα καὶ τὸν Χρόνον τῆς Ἀγγλίας. «Εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα ἐγκλήματα διαπράττονται εἰς τόπον πολιτισμένον καὶ καυχώμενον ἐπὶ θρησκευτικῇ ἀγωγῇ. Τὰ πράγματα περιῆλθον εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε μέγας ἀριθμὸς ἰδιοκτητῶν δὲν εἶναι ἐλεύθεροι νὰ περιπατῶσι, δὲν τολμοῦν νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν, νὰ ἐξασκήσωσι τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματά των, μήτε κἂν νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἀρωγὴν τῆς δικαιοσύνης· τρέμουν νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των, μὴ ὄντες ἀσφαλεῖς οὔτε εἰς τὰς οἰκίας των, διότι τὸ ἑσπέρας, ἐνῷ ἀναγινώσκουν τὴν ἱερὰν Γραφὴν, κινδυνεύουν ν’ ἀκούσωσι θραυομένας τὰς ὑέλους τῶν παραθύρω καὶ νὰ δεχθῶσι σφαῖράν τινα εἰς τὴν κεφαλὴν ἢ τὸ στῆθος. Αἱ ἀπειλητικαὶ ἐπιστολαὶ ἔπαυσαν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου οἱ ἰδιοκτῆται ἀπαντῶσιν οὐχὶ μακρὰν τῶν οἰκιῶν των ἐμπεπηγμένους εἰς τὴν γῆν μαύρους σταυροὺς, ἀγγέλλοντας τὴν κατ’ αὐτῶν ἐπικειμένην καταδίκην.» Ὁ δὲ Ἑωθινὸς Ταχυδρόμος εἰς ἓν τῶν πολλῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἔγραψε περὶ τῶν ἀγροτικῶν τούτων φόνων, ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ μόνον μέσον πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ κακοῦ θὰ ἦτο ἡ ἐξασφάλισις τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἐνόρκων, διότι πολλοὶ μάρτυρες τῆς κατηγορίας καὶ πολλοὶ ἔνορκοι, ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των, ἐδολοφονήθησαν· λαμβάνει δὲ ἀφορμὴν εἰς τὴν σκέψιν ταύτην ἐκ τῆς ἀρνήσεως ἐνόρκου τινος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τοιούτου εἴδους δίκην, ὅστις ἐκήρυξεν ἐπὶ τοῦ δικαστηρίου, ὅτι προτιμᾷ νὰ ὑποστῇ τὴν βαρυτέραν ποινὴν διὰ τὴν ἄρνησιν ταύτην μᾶλλον, ἢ νὰ γείνῃ θῦμα αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του δολοφονίας σχεδὸν βεβαίας. Τοιαύτη, κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Ἰρλανδίᾳ. Τίς τῶν γαιοκτημόνων ἢ ἐνοικιαστῶν, οἵτινες, ὡς βλέπετε, δὲν ἔχουν ἀσφάλειαν τῆς ἰδίας αὑτῶν ζωῆς, ὄχι εἰς τὰ ὄρη καὶ εἰς ἀκατοικήτους ὁδοὺς, ἀλλ’ ἐν αὐτῷ τῷ κέντρῳ τῶν πόλεων, ἐντὸς τῶν ἰδίων αὑτῶν οἰκιῶν, ἀπήτησέ ποτε ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸ δημόσιον τῆς Ἀγγλίας; Μὴ μοῦ ἀντιτάξῃ δέ τις, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐν Ἰρλανδίᾳ εἶναι διαβατικὴ, ὀφειλομένη εἰς τὴν κοινωνικὴν αὐτῆς κατάστασιν, καὶ ὅτι ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἀγωνίζεται ἐκ παντὸς τρόπου νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ πολίτης δὲν εὑρίσκει ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας του, ἡ νομικὴ εὐθύνη τοῦ κράτους πρὸς ἀποζημίωσιν θὰ ὑφίστατο προδήλως, ἂν ἡ ἀρχὴ ἦτο ὀρθὴ καὶ βάσιμος. Ἄλλως δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ ἐν Ἑλλάδι λῃστεία ἠδύνατο πρὸ πάντων νὰ δικαιολογηθῇ· διότι παρ’ ἡμῖν πρὸ πάντων ἡ λῃστεία εἶναι κακὸν παροδικὸν καὶ ἐφήμερον, λείψανον προηγουμένης πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, ἐξ ἧς χθὲς μόλις ἐξήλθομεν. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις κατέβαλεν ἀείποτε πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἐκρίζωσιν τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι χάρις εἰς τὰς προσπαθείας ταύτας καὶ εἰς τὸν φιλόνομον χαρακτῆρα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ λῃστεία ἐξέλιπεν εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἐκτὸς τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν, ὅπου ἄλλα αἴτια συντελοῦσιν ἀκόμη εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῆς καὶ οὐχὶ ἡ ὀλιγωρία τῆς κυβερνήσεως ἢ ὁ ἰδιαίτερος χαρακτὴρ τῶν κατοίκων, διότι οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τούτων ἀπεδείχθησαν ἀείποτε ἐπίσης φιλόνομοι καὶ φιλήσυχοι, ὡς οἱ λοιποὶ κάτοικοι τοῦ ἑλλ. βασιλείου. Οἱ αὐστηροὶ λοιπὸν καὶ πικροὶ κατήγοροι τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ ἦναι μετριώτεροι καὶ ἠπιώτεροι, ἀποβλέποντες εἰς τὰς ἰδίας ἑαυτῶν ἐλλείψεις, αἵτινες ὁμολογουμένως εἶναι πολὺ πλέον σοβαραὶ καὶ ἀδικαιολόγητοι. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθῇ καὶ ἡ πρόφασις αὕτη, ἂς παραιτήσωμεν τὴν Ἰρλανδίαν καὶ ἂς μεταβῶμεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτὴν τοῦ ἀγγλικοῦ βασιλείου. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Λονδίνῳ; Βεβαίως, κύριοι, ἐνταῦθα τὸ ἔγκλημα δὲν φέρει τὸν ἄγριον καὶ ἀτίθασσον ἐκεῖνον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἀπηντήσαμεν ἐν Ἰρλανδίᾳ· δὲν ἀπαντῶμεν ἐνταῦθα τὸν ἀμείλικτον καὶ φοβερὸν ἐκεῖνον ἀνταγωνισμὸν τῶν διαφόρων κοινωνικῶν στοιχείων, ἐξ οὗ γεννῶνται μίση καὶ πάθη ἀδιάλλακτα καὶ ἐγκλήματα ἄγρια καὶ θρασέα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ ἐνταῦθα ἀναφαίνεται τὸ ἔγκλημα ἐπίμονον καὶ ἀκατάβλητον, τρεφόμενον ἐκ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διατελεῖ τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως ἡ ἐργατικὴ τάξις. Ἠδυνάμην, κύριοι, ν’ ἀναφέρω καὶ ἐνταῦθα πλεῖστα κακουργήματα, ἀποδεικνύοντα ἐντελῆ ἐξαχρείωσιν τῆς κοινωνίας καὶ κατάστασιν δημοσίας ἀσφαλείας πολὺ ἀπέχουσαν τοῦ νὰ ᾖναι ἐπίζηλος· ἠδυνάμην ν’ ἀναφέρω κλοπὴν διαπραχθεῖσαν πέρυσιν ὑπὸ συμμορίας κλεπτῶν εἰς τὸ μέγαρον τῆς ἀμερικανικῆς πρεσβείας, τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς τὴν κεντρικωτέραν συνοικίαν τοῦ Λονδίνου εἰς τὸ Regent Street. Ἀλλὰ διατί νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τοιαύτην ὀχληρὰν ἀπαρίθμησιν; Ὅστις ἀναγινώσκει ἀγγλικὰς ἐφημερίδας, ἠξεύρει, ὅτι καθ’ ἑκάστην πρωΐαν κεῖνται εἰς τὰς ὁδοὺς τοῦ Λονδίνου τρία τοὐλάχιστον πτώματα....
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί λέγετε τρία;
§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶπον τοὐλάχιστον τρία πτώματα, θύματα τὰ μὲν τῆς πείνης, τὰ δὲ τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι διαρκὴς, καὶ τόσον ἐξῳκειώθησαν μὲ αὐτὴν οἱ κάτοικοι τοῦ Λονδίνου, ὥστε μετὰ θαυμασμοῦ καὶ ἐκπλήξεως ἔγραψαν αἱ ἀγγλικαὶ ἐφημερίδες, ὅτι πέρυσι μίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Βασίλισσα ἐπεθεώρησε γέφυράν τινα, οὐδεὶς φόνος ἔλαβε χώραν ἐν Λονδίνῳ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θ’ ἀπορήσητε βεβαίως, κύριοι, ἂν ἀκούσητε, ὅτι ἐν Λονδίνῳ ὑπάρχουσιν ὁλόκληροι συνοικίαι, ἐν αἷς μετὰ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς νυκτὸς δὲν ἄρχουσιν οὔτε οἱ νόμοι, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ οἱ κλέπται καὶ λωποδύται, καὶ ὅτι ἡ πρώτη συμβουλὴ, τὴν ὁποίαν ἡ ἀστυνομία τοῦ Λονδίνου δίδει εἰς τοὺς νεοφερμένους ξένους, εἶναι νὰ μὴ διέλθωσι τὰς συνοικίας ταύτας μετὰ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς νυκτός. Ποῦ συμβαίνουσι ταῦτα, κύριοι; Ἐν τῇ μητροπόλει τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ἐν τόπῳ πρὸ αἰώνων ἀποκατεστημένῳ καὶ εὐνομουμένῳ, ὅπου ἡ κοινωνία εἶναι, ἢ ἔπρεπε νὰ ᾖναι, ἐντελῶς ἐξῳκειωμένη μὲ τὸ σέβας τῶν νόμων καὶ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Καὶ ὅμως τίς ποτ’ ἐφαντάσθη, ὅτι τὸ δημόσιον τῆς Ἀγγλίας εἶναι ὑπεύθυνον ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς παθόντας; Ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ τοιαύτη εὐθύνη, ὑποθέτετε ὅτι ἡ ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἤθελε παραλείψει νὰ τὴν ἐπιδιώξῃ διὰ τὴν κλοπὴν, τὴν διαπραχθεῖσαν ἐν τῷ μεγάρῳ τῆς πρεσβείας της; Ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἀλαβάμας, ἥτις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐπὶ δέκα ὅλα ἔτη καὶ ἥτις ἐκινδύνευσε πολλάκις νὰ διαῤῥήξῃ τὰς φιλικὰς σχέσεις δύω ὁμοφύλων ἐθνῶν, μαρτυρεῖ ἀρκούντως, ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν ἐνδίδουν τόσον εὐκόλως, ὅταν ἔχουν ἢ νομίζουν ὅτι ἔχουν δίκαιον. Ὄχι μόνον οὐδεὶς ἐφαντάσθη ποτὲ τοιαύτην εὐθύνην ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλ’ ὑπάρχουσι, κύριοι, δικασταὶ ἐν Λονδίνῳ, οἵτινες ἀρνοῦνται δικαιοσύνην εἰς τοὺς παθόντας, μόνον διότι διέβησαν μετὰ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς νυκτὸς εἰς τὰς ἀπηγορευμένας συνοικίας, τοὐτέστιν ἐπισήμως ἀναγνωρίζεται καὶ ἀνακηρύττεται τὸ ἔγκλημα ἐν Λονδίνῳ, ὡς πρᾶξις ἀκαταδίωκτος καὶ ἀτιμώρητος, ὅταν διαπραχθῇ εἰς ὡρισμένον τόπον καὶ χρόνον! Οὔτε ἡ βαρύτης λοιπὸν τοῦ ἐγκλήματος, οὔτε ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ ἐπίτασις αὐτοῦ, ἢ διασαλεύουσα τὴν δημοσίαν τάξιν, τροποποιεῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἀνεύθυνον εἰς πολιτικὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἐν αὐτῷ διαπραττόμενα ἐγκλήματα. Ἡ ἀρχὴ αὕτη μένει ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀκεραία, ἀναλλοίωτος, ἀπόλυτος. Ἰσχυρίζομαι δὲ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἔχει ἐνδομύχως τὴν ἰδίαν γνώμην. Ποῦ στηρίζω τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον; Ἀκούσατε, κύριοι. Διεξῆλθον ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεβλήθησαν, ὡς καὶ τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὸ ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ὅσα τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν κατεχωρίσθησαν εἰς τὰς ἐν Τεργέστῃ ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἀπήντησα γνωμοδότησιν τῶν δικηγόρων τοῦ στέμματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις συνηθίζει πάντοτε νὰ ζητῇ τὴν γνωμοδότησιν τῶν δικηγόρων τοῦ στέμματος ἐπὶ παρομοίων ὑποθέσεων, καὶ ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης στηρίζει τὰς διπλωματικάς της ἐνεργείας. Διατί παρέλειψε νὰ πράξῃ τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος· διότι ἡ ἀρχὴ ὅτι τὸ ἑλλ. Κράτος εἶναι ἀνεύθυνον εἰς ἀποζημίωσιν δὲν ἠδύνατο κατ’ οὐδένα λόγον νὰ διαμφισβητηθῇ· ἡ γνωμοδότησις λοιπὸν παρελείφθη ὡς ἐπιβλαβής. Ἀλλ’ ἔχω, κύριοι, ἰσχυροτέραν ἀκόμη ἔνδειξιν. Μετὰ τὴν σύλληψιν τῶν εὐγενῶν ξένων τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὰ Ἡμερήσια Νέα, ῥητῶς καὶ σαφῶς ἀνεκήρυττε τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀνευθύνου, γράφον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ τὰ λύτρα τῶν αἰχμαλώτων· εἶναι δὲ πρόδηλος ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῆς πληρωμῆς τῶν λύτρων καὶ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν διεκδικεῖ σήμερον ἡ χήρα Λόϋδ. Ἰδοὺ τὸ περὶ τούτου τεμάχιον τῶν Ἡμερησίων Νέων. «Εἶναι λίαν φυσικὴ ἡ τῶν συγγενῶν ἐπιθυμία τοῦ ἐξαγοράσαι τοὺς φίλους αὑτῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐκ μέρους τῆς ἑλλ. Κυβερνήσεως πληρωμὴ λύτρων, ὅπερ θὰ ἦτον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀπονομὴν βραβείου εἰς τὴν ληστείαν, εἶναι πρᾶγμα λυπηρόν. Ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ ἑλλ. Κυβέρνησις καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν διὰ τὴν καταστολὴν τῶν εἰς Ὄθρυν καὶ Μαραθῶνα ληστῶν καὶ ὅτι ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει ἐκ τούτου αἰτίαν πολέμου. Ἡ ἑλλ. Κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἂν ὁ κ. Σύκς ἐπετίθετο ἐν ταῖς ἀγυιαῖς ἡμῶν, ὅπως κακοποιήσῃ καὶ κλέψῃ ἀκόλουθόν τινα τῆς ἑλλ. πρεσβείας. Οἱ μὲν ἀλλοδαποὶ ὀφείλουσι ν’ ἀποφεύγωσι τὸ Whitechapel, οἱ δὲ Ἄγγλοι ν’ ἀπομακρύνωνται ἐκ τῶν ληστῶν, ἂν δὲν δύνανται νὰ πληρώνωσι.» Οὕτως ἐξηγεῖται, κύριοι, τὸ περίεργον φαινόμενον, ὅτι ὁ κ. Ἔρσκιν οὔτε λέξιν ἀναφέρει περὶ τῶν ἐν γένει ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ νομίμου εἰς τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου διετύπωσε πρὸς τὴν ἑλλ. Κυβέρνησιν τὴν ἀπαίτησιν περὶ ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ, καὶ τὸ ὁποῖον προηγουμένως σᾶς ἀνέγνωσα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῆς ἑλλ. Κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡ Ἀγγλία ἐπροσπάθησεν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀξιοθρηνήτου ταύτης ὑποθέσεως νὰ δημιουργήσῃ εἰδικὰς περιστάσεις καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ στηρίξῃ ὑπαιτιότητα καὶ ἐνοχὴν τῆς ἑλλ. Κυβερνήσεως πρὸς ἀποζημίωσιν. Τὴν δυστυχῆ ταύτην προσπάθειαν ἀπαντᾷ τις εἰς ὅλα τὰ ἔγγραφα, εἰς ὅλους τοὺς λόγους καὶ εἰς ὅλα τὰ διαβήματα τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ὁ κ. Ἔρσκιν εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπέδωκεν εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν τὴν 31 Μαρτίου π. ε. καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὴν τὴν σύλληψιν τῶν Ἄγγλων αἰχμαλώτων, σπεύδει ν’ ἀποδώσῃ τὴν σύλληψιν ταύτην εἰς ἀδικαιολόγητον ὀλιγωρίαν τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀκούσατε, κύριοι, πῶς ἀρχίζει τὸ ἔγγραφόν του ὁ κ. Ἔρσκιν. «Κύριε, Μολονότι ἀνεκοίνωσα ἤδη ὑμῖν προφορικῶς τὰ κατὰ τὴν λυπηρὴν αἰχμαλωσίαν συμπατριωτῶν μου τινῶν, τὴν λαβοῦσαν χώραν εἰς τὰ πέριξ ἡμῶν, οὐχ ἧττον καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας ἐπισημοτέραν ἔκθεσιν τῶν διατρεξάντων, καθ’ ὅσον θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ εἴπω, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα τεκμηριοῦσιν ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν ἔλλειψιν ἐπαγρυπνήσεως ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον». Ἀφοῦ δὲ διεξέρχεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ τὰ κατὰ τὴν σύλληψιν τῶν αἰχμαλώτων, ἐπαναλαμβάνει τὴν ἰδέαν τῆς ἀδικαιολογήτου ὀλιγωρίας τῶν ἀρχῶν, καὶ ἀποκαλύπτει ἐναργῶς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον καταδεικνύει τὴν τοιαύτην ὀλιγωρίαν, προσθέτων ὅτι συνεπῶς ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ᾖναι ὑπεύθυνος διὰ τὰ γενόμενα. «Ἐνώπιον, λέγει, τῶν ἀπαριθμηθεισῶν ἐνταῦθα ὑπ’ ἐμοῦ περιστάσεων, δὲν δύναμαι ἢ νὰ παρατηρήσω, ὅτι καθ’ ἃ μοὶ φαίνεται, μεγάλη ὀλιγωρία ἀπεδείχθη ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐμπεπιστευμένων τὴν διατήρησιν τῆς ἀσφαλείας, καὶ ὅτι, συνεπῶς ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει πιθανῶς εἶσθαι ὑπεύθυνος διὰ τὰ γενόμενα». Συγχρόνως, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὁ μακαρίτης κόμης Κλάρενδων, ἐφρόντισεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ δημιουργήσῃ ἄλλην εἰδικὴν περίστασιν, βαρυτέραν καὶ ὑβριστικωτέραν διὰ τὸ ἔθνος. Ἐν τῇ πρώτῃ συνεντεύξει, τὴν ὁποίαν ἔλαβε μὲ τὸν ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος Κ. Βράϊλαν μετὰ τὴν σύλληψιν τῶν αἰχμαλώτων, εἶπεν εἰς τοῦτον ἀποτόμως, «αἱ λῃστεῖαι συμφωνοῦνται ἐν Ἀθήναις, ἔνθα καὶ διανέμονται τὰ χρήματα». Εἰς τὴν παρατήρησιν δέ, τὴν ὁποίαν προϊούσης τῆς συνδιαλέξεως ἔκαμεν ὁ Κ. Βράϊλας, ὅτι οἱ συνοδεύοντες τοὺς αἰχμαλώτους χωροφύλακες ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἀλλ’ ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποκύψουν, διότι ἡ συμμορία ἦτον ἰσχυρὰ, ἀπήντησεν ἔτι ἀποτομώτερον, «ἡ συμμορία ἦτον ἰσχυρὰ, διότι τὴν ἔκαμαν ἰσχυρὰν οἱ προετοιμάσαντες τὰ πράγματα ἐν Ἀθήναις» Ταῦτα βεβαιοῖ ὁ Κ. Βράϊλας ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Οὕτως ἐξηγεῖται, κύριοι, ὁ μῦθος, ὁ ὁποῖος ἐπλάσθη κατόπιν περὶ συνεννοήσεως τῶν ἐν Ἀθήναις πολιτικῶν καὶ δικηγόρων μετὰ τῶν λῃστῶν τοῦ Ὠρωποῦ. Οὕτως ἐξηγεῖται διατὶ παρερμηνεύθη μία ἀτυχὴς φράσις τοῦ τότε προέδρου τῆς κυβερνήσεως Κ. Ζαΐμη, καὶ διατὶ μ’ ὅλην τὴν ἐπίσημον ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔσπευσεν οὗτος νὰ δώσῃ εἰς τοὺς λόγους του, οἱ Ἄγγλοι οὐχ ἧττον ἐπέμειναν εἰς τὴν παρερμηνείαν. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπινοηθῇ οἱαδήποτε εἰδικὴ περίστασις, διὰ νὰ ἐξεγερθῇ ἡ συνείδησις τῆς Εὐρώπης, διὰ νὰ δοθῇ εἰς ἓν κοινὸν ἔγκλημα χαρακτὴρ ἐξαιρετικός· καὶ δικαιολογηθῇ οὕτως ἡ εὐθύνη, ἥτις ἔμελλε νὰ ἐπιδιωχθῇ κατὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἥτις ἐν ἀρχῇ ἐμελετᾶτο πολὺ αὐστηρὰ. Ἡ προσπάθεια αὕτη, κύριοι, ἐξηκολούθησε καὶ εἰς τὸ μετὰ ταῦτα. Ὁ Κ. Ἔρσκιν εἰς τὸ ἀπὸ 5/17 Μαΐου π. ε. πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ἔγγραφόν του, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε βεβαίως, ἐπεχείρησε νὰ καταστήσῃ ὑπευθύνους εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν Ἄγγλων τοὺς τότε ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν κυρίους Αὐγερινὸν καὶ Σοῦτσον, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι τὴν 30 Μαρτίου, καθ’ ἣν συνελήφθησαν οἱ αἰχμάλωτοι, ἐγίνωσκον οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, ὅτι ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιταίων εὑρίσκετο ἐν Μαραθῶνι, καὶ ὅμως οὐδὲν μέτρον ἔλαβον πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ. «Οὔτε ταχυδρόμοι, γράφει, ἐπέμφθησαν εἰς ὅλας τὰς διευθύνσεις, ἵνα εἰδοποιήσωσι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, οὔτε πᾶς διαθέσιμος στρατιώτης τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, εἴτε πεζός, εἴτε ἱππεύς, ἔδραμε κατεσπευσμένως εἰς βοήθειαν τῶν ὁδοιπόρων, οὔτε ὁ στρατὸς μετεκομίσθη χάριν τοῦ κατεπείγοντος ἐφ’ ἁμαξῶν καὶ εἰς τὸ μέρος ἔνθα ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος». Ὁ Κ. Αὐγερινὸς ἀνῄρεσε θριαμβευτικῶς τὴν τοιαύτην αἰτίασιν, ἀποδείξας ἐν τῇ ἀπαντήσει του, ὅτι τὴν εἰς Μαραθῶνα ἐκδρομὴν τῶν εὐγενῶν ξένων ἔμαθε μόλις τὸ ἑσπέρας τῆς 30 Μαρτίου δηλ. μετὰ τὴν σύλληψιν αὐτῶν. Ἐπὶ τέλους δὲν ἄφησαν ἥσυχον οὔτε αὐτὸν τὸν τότε νομάρχην Εὐβοίας. Διὰ τοῦ ἀπὸ 13/25 Μαΐου π. ε. ἐγγράφου του πρὸς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὁ Κ. Ἔρσκιν ἐκήρυττεν ἔνοχον τὸν νομάρχην τοῦτον, διατί; διότι παρέλειψεν, ὡς γράφει, νὰ θέσῃ ἀμέσως εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Νόελ μίαν βασιλικὴν λέμβον, διὰ νὰ προφθάσῃ ἐγκαίρως ὁ κύριος οὗτος εἰς Ὠρωπὸν καὶ ἐμποδίσῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ Δηλίου. Ἀλλ’ ὁ Κ. Μιχαλόπουλος ἀνῄρεσε δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων τὴν αἰτίασιν ταύτην, ἀποδείξας ὅτι μίαν ὥραν μετὰ τὴν ἐν Χαλκίδι παραλαβὴν τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Κ. Ἔρσκιν ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κ. Νόελ ταχυπόρον λέμβον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη οὗτος νὰ προφθάσῃ, διότι ἡ καταστροφὴ εἶχεν ἤδη ἐπέλθει πολλὰς ὥρας πρότερον. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ ἐπαράτου ἐκείνου δράματος τοῦ Ὠρωποῦ ἡ διηνεκὴς τάσις καὶ προσπάθεια τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε νὰ δημιουργήσῃ ἰδιαιτέρας περιστάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον βαρείας, καὶ ἡ ἐλαφροτέρα βεβαίως θὰ ἦτον ἡ πολιτικὴ ἀποζημίωσις. Ἐπῆλθεν ἡ ἀνάκρισις, παραταθεῖσα ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ὑπὸ τὸν ἔλεγχον Ἄγγλων πρακτόρων, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐβεβαίωσεν οὐδεμίαν τῶν ἐπινοηθεισῶν περιστάσεων, ἀλλὰ καὶ ἐξήλεγξε μὲ ὅλην τὴν αὐθεντίαν τῆς δικαστικῆς ἀληθείας τὸ κενὸν καὶ ἀνυπόστατον αὐτῶν. Καὶ μολοντοῦτο ἡ Ἀγγλία δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας ταύτας περιστάσεις, ἀλλὰ ῥητῶς ἐπικαλεῖται ταύτας εἰς τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ. «Ὀφείλω, γράφει ὁ κύριος Ἔρσκιν, νὰ ἐκφράσω τὴν ζωηρὰν ἐλπίδα τῆς Α. Μ, ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς ἀπεβίωσεν ὁ κ. Λόϋδ κτλ. ὁ συμβιβασμός, ὃν ὑπέδειξα, θέλει πράγματι γείνῃ δεκτὸς παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθῇ ἄνευ ἀναβολῆς.» Σαφῶς λοιπὸν ὑποδεικνύεται ἡ ἐνοχὴ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ θλιβερὸν δρᾶμα τοῦ Ὠρωποῦ, ἐνοχὴ στηριζομένη οὐχὶ ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων τοῦ ἐγκλήματος τούτου. Διὰ τοῦτο, κύριοι, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσωμεν ἐγγύτερον τὸ δρᾶμα τοῦ Ὠρωποῦ καὶ Δηλίου, νὰ ἀναλύσωμεν ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα τὸ συνιστῶσι, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῷ περίστασίς τις οἱαδήποτε, ἐλέγχουσα εἴτε πρόθεσιν δολίαν, εἴτε ὀλιγωρίαν ἀδικαιολόγητον τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων της. Εὐτυχῶς δὲ ἡ τοιαύτη ἐξηκριβωμένη ἀνάλυσις καὶ ἐξέτασις τοῦ δράματος τοῦ Ὠρωποῦ εἶναι σήμερον καὶ δυνατὴ καὶ εὔκολος, διότι πάντα τὰ συνιστῶντα αὐτὸ γεγονότα εἶναι δικαστικῶς καὶ ἐπισήμως βεβαιωμένα, οὕτω δὲ ἔχομεν στερεὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν κρίσεις ἀσφαλεῖς καὶ ἑδραίας. Εἰς τέσσαρα στάδια δύναται, κύριοι, νὰ διαιρεθῇ τὸ ἀπαίσιον δρᾶμα τοῦ Ὠρωποῦ καὶ Δηλίου. Τὸ πρῶτον περιλαμβάνει τὸν σχηματισμὸν τῆς συμμορίας τῶν Ἀρβανιταίων, τὴν ἐκ τῆς ἑστίας αὐτῆς εἰσβολὴν εἰς τὸ ἑλληνικὸν κράτος, τὴν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καταδίωξιν αὐτῆς καὶ τὴν ἐν τῷ δήμῳ Φυλῆς ὑπόκρυψίν της μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν συνέλαβε τοὺς εὐγενεῖς ξένους· τὸ δεύτερον στάδιον περιλαμβάνει τὴν εἰς Μαραθῶνα ἐκδρομὴν τῶν εὐγενῶν ξένων καὶ τὴν εἰς Πικέρμι σύλληψιν αὐτῶν· τὸ τρίτον, τὰς περὶ ἀπολυτρώσεως τῶν αἰχμαλώτων διαπραγματεύσεις καὶ τὴν ἀποτυχίαν αὐτῶν, καὶ τὸ τέταρτον τὴν κύκλωσιν τῶν λῃστῶν καὶ τὸν φόνον τῶν δυστυχῶν αἰχμαλώτων. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ πρώτου σταδίου. Εἶναι εὐτυχῶς, κύριοι, βεβαιωμένον καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι οἱ δύω ἀρχηγοὶ τῆς συμμορίας τῶν Ἀρβανιταίων καὶ ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς, ἐκτὸς δύω μόνον δὲν ἦσαν Ἕλληνες, ἀλλ’ Ἀλβανοὶ καὶ Βλάχοι, κατοικοῦντες ἐν Τουρκίᾳ. Εἶναι ἐπίσης βέβαιον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ συμμορία αὕτη, ὅπως καὶ ὅλαι αἱ λοιπαί, ἑστίαν καὶ κέντρον εἶχε καὶ ἔχει τὰς μεθορίους τουρκικὰς ἐπαρχίας, διότι ἐσχηματίσθη εἰς τὰ Τουρκικὰ Ἄγραφα, ὅπου καὶ κατέφυγε κατόπιν καὶ διατηρεῖται μέχρι σήμερον. Ἡ συμμορία αὕτη, ἀφοῦ ἐσχηματίσθη ἀνέτως εἰς τὸ Τουρκικὸν, εἰσέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου παρ. ἔτους, κάμψασα δὲ τὴν Φθιώτιδα, εἰσῆλθεν εἰς τὴν Λοκρίδα, καὶ ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν Λεβαδείαν. Ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἅμα ὡς ἔμαθε τὴν εἰσβολὴν τῆς συμμορίας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν, ἔσπευσε νὰ λάβῃ ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα, καὶ ἀμέσως ἤρχισε συστηματικὴ καὶ ἀνένδοτος καταδίωξις, καθ’ ἣν ἡ συμμορία ἐκτυπήθη εἰς τρία ἢ τέσσαρα μέρη, εἰς Καράμουζα τῆς Λεβαδείας, ἔνθα συνελήφθη ὁ λῃστὴς Τασούλας διὰ μεγίστης θυσίας τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, εἰς Στέφανι τῶν Θηβῶν, ὅπου ἐφονεύθησαν τρεῖς λῃσταὶ καὶ ᾐχμαλωτίσθησαν τρεῖς ἕτεροι, ἔπεσαν δὲ ἐκ τῶν μεταβατικῶν εἷς λοχίας καὶ ὁ ὁδηγὸς τοῦ ἀποσπάσματος, καὶ εἰς Βένιζαν τῆς Μεγαρίδος, ὅπου κατὰ δυστυχίαν ἡ ἐπίθεσις ἀπέτυχε, διότι οἱ λῃσταὶ προλαβόντες ἔφυγαν ἐκεῖθεν δρομαίως Οὕτω, κύριοι, ἡ συμμορία, πανταχόθεν καταδιωκομένη καὶ προσβαλλομένη, ὡς θηρίον λυσσαλέον, κατώρθωσε κατὰ δυστυχίαν νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν τῶν καταδιωκτῶν καὶ νὰ κρυβῇ ἐπί τινας ἡμέρας εἰς ἓν σπήλαιον ἐν τῷ δήμῳ Φυλῆς καὶ εἰς τὰς ἀκρωρείας τοῦ ὄρους Πάρνηθος, ἐκεῖθεν δὲ ἐξώρμησε καὶ ἐπετέθη κατὰ τῶν δυστυχῶν ξένων εἰς Πικέρμην. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον στάδιον. Ἐρωτῶ πάντα ἀμερόληπτον ἄνθρωπον, ποία ἰδιαιτέρα περίστασις παρουσιάζεται ἐνταῦθα, ἐλέγχουσα ὑπαίτιον ὀλιγωρίαν τῶν Ἑλλ. ἀρχῶν; Τί πταίει, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς, ἂν αἱ μεθόριοι ἐπαρχίαι τῆς γείτονος χώρας χρησιμεύουν ὡς ἑστίαι καὶ ὁρμητήρια τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν, αἵτινες ἐξορμῶσιν ἐκεῖθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ καταλυμαίνονται τὴν χώραν μας; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πολλάκις ἀπετόλμησε νὰ ὑψώσῃ φωνὴν καὶ νὰ καταδείξῃ τὸ κακὸν τοῦτο εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλ’ ἡ φωνή της ἐπνίγη, τὸ διάβημά της παρεξηγήθη, ἀποδοθὲν εἰς ἄλλους ἀποκρύφους πολιτικοὺς λόγους, καὶ ἀντὶ νὰ γείνουν αἱ ἀναγκαῖαι παραστάσεις ὅπου ἔπρεπε νὰ γείνουν, ἐπετιμήθη ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀδίκως κατηγοροῦσα καὶ συκοφαντοῦσα τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλία ἰδίως τρέφει ἀπό τινος τρυφερὰν στοργὴν καὶ συμπάθειαν. Τί πταίει ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἡ μεθόριος γραμμὴ, ἡ διαχωρίζουσα αὐτὴν ἀπὸ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, ἐδημιουργήθη τοιουτοτρόπως, ὥστε εἶναι ἀνοικτὴ εἰς ὅλας τὰς λῃστρικὰς συμμορίας καὶ εἰς ὅλους τοὺς κακούργους, καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν φρουρήσῃ, οὔτε ἂν θέσῃ εἰς κίνησιν ὁλόκληρον τὸν στρατόν της; Μήπως τὴν ἠρώτησαν, ὅτε ἐχάραξαν τοιαῦτα πρωτοφανῆ σύνορα, ἢ μήπως τὴν ἤκουσαν κατόπιν παραπονουμένην διὰ τοῦτο; τοὐναντίον τὴν ἤλεγξαν, τὴν ἐμέμφθησαν, πρὸ πάντων δὲ ἡ Ἀγγλία, ὡς ζητοῦσαν νὰ διαταράξῃ τὴν ἡσυχίαν τῆς Ἀνατολῆς. Τί πταίει ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἡ συνθήκη, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησε μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, καὶ διὰ τῆς ὁποίας συνῄνεσε νὰ καταδιώκῃ ὁ τουρκικὸς στρατὸς τοὺς λῃστὰς καὶ ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας της, δὲν ἐκτελῆται καλῇ τῇ πίστει καὶ εἰλικρινῶς ἀπὸ τοὺς καλούς μας γείτονας, οἵτινες, ἀντὶ νὰ στείλουν εἰς τὰ σύνορά των τακτικὸν στρατὸν, ἀποστέλλουν πλήθη ἄτακτα, ἥκιστα διαφέροντα τῶν λῃστῶν καὶ εἰς διηνεκεῖς σχέσεις εὑρισκόμενα μετ’ αὐτῶν;
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἤδη ὅλην τὴν συνδρομὴν τῆς γείτονος ἐπικρατείας.
§24ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πιστεύσω, ἀφοῦ τὸ βεβαιώνετε· δὲν ὁμιλῶ ὅμως περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ὁμιλῶ περὶ τῆς τότε, καὶ ἁρμόδιος νὰ ἐλέγξῃ τὰς πληροφορίας μου θὰ ἦτο ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν..........
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Τουρκία δίδει σήμερον ὅλην τὴν συνδρομὴν κατὰ τῆς λῃστείας, καὶ εἰσῆλθεν εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τῇ ἐπροτείναμεν.
§26ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κ. Μίλησης κάμνει ἱστορίαν.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἴδητε, κ. Ζαΐμη, πόσον ἀναγκαία καὶ πικρὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἱστορία. Τέλος πάντων τί πταίει ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιταίων, ἀσθμαίνουσα ἐκ τῆς ἀνενδότου καταδιώξεως, ἠκρωτηριασμένη καὶ αἱμάσσουσα ἐκ τῆς ἐπιθέσεως, κατώρθωσε νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀποσπασμάτων, νὰ κρυβῇ ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις, καὶ ἐκεῖθεν νὰ ὁρμήσῃ λυσσαλέα ἐπὶ τὴν λείαν της, ν’ ἁρπάσῃ αὐτὴν καὶ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ ὄρη; Αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν δυστύχημα· οὐδὲν πλέον. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὰ γεγονότα, τὰ συνιστῶντα τὸ δεύτερον στάδιον. Τὴν 29 Μαρτίου π. ε. οἱ εὐγενεῖς ξένοι ἀπεφάσισαν νὰ κάμωσι τὴν εἰς Μαραθῶνα ἐκδρομήν των. Εἰδοποίησαν δὲ περὶ τούτου, οὐχὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις μόνος ἦτο εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ κράτους, ἀλλὰ τὴν διεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, τῆς ὁποίας ἡ δικαιοδοσία περιορίζεται, ὡς γνωστόν, ἐντὸς τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἡ διεύθυνσις οὐχ ἧττον ἔσπευσε νὰ εἰδοποιήσῃ ἀμέσως τὴν μοιραρχίαν Ἀττικῆς, αὕτη δὲ ἔδωκε τέσσαρας ἱππεῖς χωροφύλακας ὡς συνοδείαν τῶν ὁδοιπόρων, καὶ ἔγραψεν ἀμέσως πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ Ἀττικῆς ὑπολοχαγὸν Τουρναβίτην, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὁδὸν Μαραθῶνος ἀπὸ τῆς 30 Μαρτίου μέχρι τῆς 4 Ἀπριλίου. Τὸ ἔγγραφον τῆς μοιραρχίας ἔφθασεν εἰς χεῖρας τοῦ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ περὶ τὸ μεσονύκτιον τῆς 29 πρὸς τὴν 30 Μαρτίου, οὗτος δὲ διεβίβασεν ἀμέσως τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν ἀποσπασματάρχην Μαραθῶνος Α. Γεωργίου, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν διάβασιν τῶν ξένων, ἀπέστειλε δὲ συγχρόνως ἐκ Κηφισίας εἰς Πικέρμην τὸν δεκανέα Ῥαζῆν μὲ 5 ἢ 6 στρατιώτας. Ὁ ἀποσπασματάρχης Μαραθῶνος ἐκ τῶν 15 στρατιωτῶν, οὓς εἶχε, ἀπέσπασε τοὺς 12 καὶ τοὺς ἀπέστειλε, διὰ νὰ καταλάβωσι τὰ ὕποπτα μέρη τῆς ὁδοῦ· ἀλλ’ ἐνῷ οὗτοι μετέβαινον πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων, συνήντησαν τοὺς εὐγενεῖς ξένους καθ’ ὁδὸν ἐπιστρέφοντας ἤδη ἐκ Μαραθῶνος, ἔκαμαν δὲ εἰς αὐτοὺς τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶχον ἀποσταλῆ ἐπίτηδες πρὸς ἀσφάλειάν των καὶ τοὺς παρεκάλεσαν νὰ μὴ τρέχουν αἱ ἅμαξαι, διότι αὐτοὶ πεζοὶ καὶ κουρασμένοι, δὲν ἠδύναντο νὰ τοὺς ἀκολουθῶσιν Ἀλλ’ οἱ κύριοι Ἄγγλοι οὐδόλως ἐπρόσεξαν εἰς τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ἐξηκολούθησαν τὸν δρόμον των μὲ τὴν αὐτὴν ταχύτητα, ὁ δὲ κ. Λόϋδ ἔδωκεν ἓν δῶρον εἰς τὸν ὁδηγὸν τοῦ ἀποσπάσματος· οἱ στρατιῶται, τρέχοντες κατόπιν, τοὺς ἔφθασαν εἴς τι φρέαρ, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐσταμάτησαν αἱ ἅμαξαι πρὸς μικρὰν ἀνάπαυσιν τῶν ὁδοιπόρων. Πρὶν κινήσουν αἱ ἅμαξαι, ὀκτὼ ἐκ τῶν στρατιωτῶν, ὀλίγον ἀναπαυθέντες, προεχώρησαν ὡς ἐμπροσθοφυλακὴ, οἱ δὲ λοιποὶ τέσσαρες ἔμειναν ὡς ὀπισθοφυλακή. Οἱ εὐγενεῖς ξένοι κινοῦν μετὰ ταῦτα τρέχοντες ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν, καὶ μετ’ ὀλίγα λεπτὰ τὴν μὲν ὀπισθοφυλακὴν ἄφησαν ὀπίσω, τὴν δὲ ἐμπροσθοφυλακὴν ἔφθασαν καὶ προεπέρασαν, χωρὶς νὰ προσέξουν καὶ πάλιν εἰς τὴν γενομένην παρατήρησιν νὰ μὴ τρέχουν. Εἴκοσι λεπτὰ μακρὰν τῆς γεφύρας τῆς Πικέρμης, ὅπου ἐνέδρευον οἱ λῃσταὶ, ἀπήντησαν καὶ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ δεκανέως Ῥαζῆ, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀπηύθυνε τὴν αὐτὴν παράκλησιν νὰ μὴ τρέχουν, ἀλλὰ καὶ πάλιν οἱ κύριοι Ἄγγλοι δὲν ἀκούουν, καὶ πάλιν αἱ ἅμαξαί των τρέχουν· ὥστε, ὅτε ἔφθασαν εἰς τὴν γέφυραν τῆς Πικέρμης, δὲν εἶχον ἄλλην συνοδείαν, εἰμὴ τοὺς τέσσαρας ἱππεῖς χωροφύλακας. Ἀφοῦ συνελήφθησαν καὶ ἀπήγοντο ἤδη αἰχμάλωτοι εἰς τὸ ὄρος, καταφθάνει τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Ῥαζῆ, τὸ ὁποῖον ἀνοίγει πυροβολισμὸν κατὰ τῶν λῃστῶν, ἀλλ’ οἱ ἴδιοι αἰχμάλωτοι παρεκάλεσαν τοὺς στρατιώτας νὰ παύσουν τὴν ἐπίθεσιν. Παρέλειψα, κύριοι, νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ τῶν τεσσάρων χωροφυλάκων οἱ δύω ἐξηγίασαν τὸ καθῆκόν των μὲ τὸ ἴδιον αἷμά των.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλοι ἔκαμαν τὸ χρέος των.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅλοι βέβαια τὸ ἔκαμαν, οἱ δὲ δύω τὸ ἐξηγόρασαν καὶ διὰ τοῦ αἵματός των· αὐτὸ εἶπα. Ἰδού, κύριοι, τὰ γεγονότα. Ποῦ ὑπάρχει ἐν αὐτοῖς ἡ ἀδικαιολόγητος ὀλιγωρία τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὀλιγωρία, τὴν ὁποίαν ἔσπευσεν ἀμέσως μετὰ τὴν σύλληψιν τῶν αἰχμαλώτων νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπέδωκεν εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Τὰ πράγματα δὲν ἐλέγχουν ὀλιγωρίαν τῶν ἀρχῶν, ἐλέγχουν παράδοξον, ἀνεξήγητον ἀφροντισίαν—ἢ τί ἄλλο νὰ εἴπω;— αὐτῶν τῶν παθόντων. Τί ἐμπόδιζε, κύριοι, τοὺς εὐγενεῖς ξένους νὰ εἰδοποιήσουν περὶ τῆς ἐκδρομῆς των τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις μόνος ἦτο ἁρμόδιος νὰ γινώσκῃ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἀττικῆς; Ἂν ὁ κ. Αὐγερινὸς ἐγίνωσκε τὴν τοιαύτην ἐκδρομήν, θὰ ἐλάμβανε βεβαίως κατεπείγοντα μέτρα τὴν 30 Μαρτίου, ὅτε ἔμαθεν, ὅτι ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιταίων δὲν εὑρίσκετο ἐν Θήβαις, ὅπως ὑπετίθετο, ἀλλ’ ἐκρύπτετο ἐν τῷ δήμῳ Μαραθῶνος· ἴσως δὲ τὸ φοβερὸν δυστύχημα δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν. Διατί τοὐλάχιστον, ὅτε συνηντήθησαν καθ’ ὁδὸν οἱ εὐγενεῖς ξένοι μὲ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα ἐπίτηδες εἶχον ἀποσταλῆ πρὸς φύλαξίν των, δὲν ἐβράδυναν τὴν πορείαν των, διὰ νὰ δύνανται οἱ πεζοὶ στρατιῶται νὰ τοὺς ἀκολουθῶσιν; Ὁ κύριος Ἔρσκιν διατείνεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ὅτι δὲν τοῖς ἐγένετο τοιαύτη παρατήρησις, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ γενομένη κατόπιν ἀνάκρισις ἀπέδειξε τὸ ἐναντίον, βεβαιώσασα ὅτι δὶς ἢ τρὶς παρεκλήθησαν οἱ εὐγενεῖς ὁδοιπόροι νὰ μὴ τρέχουν ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν, ποίαν ἀξίαν ἔχει, κύριοι, ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς, ἀφοῦ οἱ περιηγηταὶ ὤφειλον νὰ γνωρίζουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τρέχουν, ἀφίνοντες ὀπίσω τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα φυσικῷ τῷ λόγῳ δὲν ἠδύναντο νὰ τοὺς παρακολουθῶσι πεζῇ; Τῇ ἀληθείᾳ ἀνεξήγητος καταντᾷ ἡ τοιαύτη ἀφροντισία. Φαίνεται ὅτι κατὰ κακὴν μοῖραν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν εὐγενῶν ξένων, οὗτοι ἐπεδίωκον, ἐπεζήτουν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν κίνδυνον, ὡς μίαν τῶν ἰδιοῤῥύθμων ἐκείνων ἡδονῶν καὶ διασκεδάσεων, αἵτινες δὲν εἶναι ἀσυνήθεις εἰς τὸν ἄφροντιν χαρακτῆρα τῶν Ἄγγλων! Τὸ σπέρμα δὲ τῆς ἰδέας ταύτης εὑρίσκει τις ἐν αὐτῷ τῷ Χρόνῳ τῆς Ἀγγλίας. Ἀκούσατε, κύριοι, τί ἔγραφεν ὁ Χρόνος μετὰ τὴν σύλληψιν τῶν αἰχμαλώτων καὶ πρὸ τοῦ φόνου αὐτῶν, ὅτε ἡ ἀπολύτρωσις ἐθεωρεῖτο σχεδὸν βεβαία, καὶ πῶς ἐτέρπετο, παίζων μὲ τὴν θέσιν τῶν δυστυχῶν αἰχμαλώτων. «Ἡ ζωὴ ἐν Μαραθῶνι δὲν εἶναι τῳόντι ἐπίσης καλὴ, ὡς ἐν τῷ ξενοδοχείῳ τοῦ Πολυζώη· ὁ οἶνος θὰ περιέχῃ βεβαίως περισσοτέραν ῥητίνην, ἀλλ’ ὅταν οἱ περιηγηταὶ ἐπιστρέψωσι, θὰ ἔχωσι συμβεβηκός τι, περὶ οὗ θὰ λαλῶσι καὶ ὅπερ θὰ ἀναλογίζωνται καθ’ ὅλον αὑτῶν τὸν βίον. Θὰ ποιῶσι τὴν περιγραφὴν τῆς συλλήψεώς των εἰς διαφόρους τραπέζας, καὶ θὰ σπεύσωσι τίς πρῶτος νὰ γράψῃ βιβλίον τι περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.» Καὶ κατωτέρω. «Ὑπάρχει διήγησις, ἥτις κατ’ ἀντίθεσιν πολλῶν ἄλλων τυγχάνει ἀληθής. Δύω πολῖται δημοκρατίας τινὸς, ἐπισκεπτόμενοι τελευταῖον τὰς Ἀθήνας κατὰ τὴν ἐν Εὐρώπῃ περιήγησίν των, ἠρώτησαν τὸν οἰκεῖον πρέσβυν, ἂν ἐνόμιζεν ἀσφαλῆ τὴν εἰς Μαραθῶνα μετάβασίν των. Ὁ πρέσβυς ἀντιπαρετήρησεν αὐτοῖς παθητικώτατα, ὅτι δὲν ἀνέμενε τοιαύτην παρ’ αὐτῶν ἐρώτησιν. «Οὐδὲν, εἶπε, θὰ μοὶ ἦτο μᾶλλον εὐάρεστον ἢ ἡ ἐκεῖσε μετάβασις καὶ αἰχμαλωσία σας· διότι ἤθελον οὕτω τύχει εὐκαιρίας, ὅπως διακριθῶ. Δὲν ᾐχμαλώτισαν ἀκόμη κανένα τῶν συμπολιτῶν μας· ἂν δὲ τὸ πράξωσι, θὰ δείξω εἰς τοὺς Εὐρωπαίους τούτους τί θέλομεν πράξει.» Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν ἡ τελευταία αὕτη διήγησις, ἡ ὁποία, ὡς διαβεβαιοῖ ὁ Χρόνος, τυγχάνει ἀληθὴς κατ’ ἀντίθεσιν πολλῶν ἄλλων, αἵτινες δὲν εἶναι τοιαῦται, καὶ ὅμως φιλοξενοῦνται οὐχ ἧττον εἰς τὰς στήλας τῶν ἀγγλικῶν ἐφημερίδων, ἂν δυσφημῆται δι’ αὐτῶν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος· τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἐκ τούτων δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ ἀσφαλῶς τὸν ἀληθῆ, τὸν πραγματικὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ εὐγενεῖς ξένοι δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβουν τὰ κατάλληλα μέτρα, διὰ νὰ ἐπιστρέψουν ἀσφαλῶς ἐκ τῆς εἰς Μαραθῶνα ἐκδρομῆς των. Τί πταίομεν λοιπὸν ἡμεῖς, ἂν οἱ ξένοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν πατρίδα μας καὶ θέλοντες νὰ ἐπισκεφθῶσιν εἴτε τὸν Μαραθῶνα, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλο ἔρημον καὶ ἀκατοίκητον μέρος τῆς Ἑλλάδος, ἐπιζητοῦσι μὲ τοιαύτην ἀξιοθρήνητον ἀφροντισίαν τὸν κίνδυνον, ὡς μίαν ἡδονὴν καὶ εὐχαρίστησιν, διὰ νὰ δύνανται κατόπιν, ὅπως λέγει ὁ Χρόνος, νὰ ἐνθυμῶνται τὸ ἔκτακτον τοῦτο συμβὰν καθ’ ὅλον τὸν βίον των, νὰ τὸ διηγῶνται εἰς τὰς τραπέζας ὡς κατόρθωμα, καὶ νὰ γράφωσι περὶ αὐτοῦ συγγράμματα; Τί θὰ ἔπταιεν ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἂν Ἕλλην ἰδιώτης, ἢ καὶ διπλωματικὸς Πράκτωρ, ἐκακοποιεῖτο ἐν Ἀγγλίᾳ, εἴτε ὑπὸ τοῦ Σύκς, ὡς ἔγραψαν τὰ Ἡμερήσια Νέα, εἴτε ὑπὸ τῶν κλεπτῶν καὶ λωποδυτῶν, ὧν βρίθει τὸ Λονδῖνον; Καὶ ἡ διαφορὰ ἐν τούτοις εἶναι, κύριοι, προφανής· διότι ἐν Λονδίνῳ αἱ ἀρχαὶ δύνανται ὁπωσδήποτε νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ νὰ προλάβωσι τὸ κακόν, ἐνῷ εἰς τὴν ὁδὸν Μαραθῶνος, εἰς μέρος ἔρημον καὶ ἀκατοίκητον, ἡ ἑλλ. Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς εὐγενεῖς περιηγητάς, καὶ ἂν ἤθελε παρατάξει ὁλόκληρον τὸν στρατόν της. Ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὀλιγωρία τῶν ἑλλ. Ἀρχῶν, καὶ πῶς δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τοιαύτην ὀλιγωρίαν ἡ αἰχμαλωσία τῶν εὐγενῶν ξένων; Περιττὸν θεωρῶ, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω ἐνταῦθα εἰς τὴν ἀνασκευὴν τῆς αἰτιάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας διετύπωσεν ἐγγράφως κατὰ τῶν τότε ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὡς μὴ λαβόντων δῆθεν τ’ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς πρόληψιν τοῦ κακοῦ· διότι ὁ Κ. Αὐγερινός, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ἀπέδειξε διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβε τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ λῃσταὶ εὑρίσκοντο εἰς τὸν δῆμον Μαραθῶνος, δὲν ἐγίνωσκε τὴν ἐκδρομὴν τῶν ξένων, τὴν ὁποίαν ἔμαθε τὸ ἑσπέρας τῆς 30 Μαρτίου δηλ. μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτῶν. Τίς πταίει διὰ τοῦτο; Ἔπειτα ἡ γενομένη ἀνάκρισις οὐδὲν γεγονὸς ἀναφέρει περὶ τῆς τοιαύτης αἰτιάσεως, ὅπως καὶ περὶ τῆς ἄλλης, ἥτις ἀπεδόθη εἰς τὸν τότε Νομάρχην Εὐβοίας. Τὰ γεγονότα λοιπὸν ταῦτα ἐγκατελείφθησαν, διότι ἐθεωρήθη διὰ τῶν ἐγγράφων ἀποδεδειγμένον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ ἐλαχίστη ὀλιγωρία δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ οὔτε εἰς τοὺς τότε ὑπουργούς, ὡς μὴ λαβόντας δῆθεν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ νὰ προληφθῇ ἡ αἰχμαλωσία, οὔτε εἰς τὸν τότε Νομάρχην Εὐβοίας, ὡς μὴ χορηγήσαντα δῆθεν τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομὴν εἰς τὸν Κ. Νόελ, διὰ νὰ μεταβῇ ἐγκαίρως εἰς Ὠρωπὸν καὶ προλάβῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ Δηλίου. Παραιτῶ λοιπὸν ἀμφότερα τὰ γεγονότα ταῦτα, καὶ μεταβαίνω εἰς τὸ τρίτον στάδιον. Ἀλλὰ πρὶν ἐπιχειρήσω νὰ ἐκθέσω ὅσα συνέβησαν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἀπολύτρωσιν τῶν αἰχμαλώτων, καὶ νὰ φέρω ἐπ’ αὐτῶν τὰς κρίσεις μου, ὀφείλω, Κύριοι, νὰ προτάξω μίαν παρατήρησιν πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἐνδεχομένης παρεξηγήσεως. Αἱ πλεῖσται τῶν κρίσεων, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐμπνεύσουν τὰ γεγονότα, δὲν θὰ ἦναι εὐμενεῖς εἰς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ὁποίους ἐνδομύχως τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι· τοὺς παρακαλῶ ὅμως νὰ πιστεύσουν, ὅτι τὰς κρίσεις ταύτας δὲν θὰ ὑπαγορεύσῃ οὔτε κομματική, οὔτε ἀτομικὴ ἀντιπάθεια, ἢ πλαγία τις σκέψις οἱαδήποτε. Πολὺ ταπεινὸς τὸ φρόνημα θὰ ἦτο, Κύριοι, ὅστις εἰς ζήτημα τόσον σοβαρόν, θίγον τόσον ἐγγὺς τὴν φιλοτιμίαν τῆς πατρίδος, θὰ ἐσυμβουλεύετο ἀτομικὰ ἢ καὶ κομματικὰ πάθη καὶ συμφέροντα, ἢ θὰ ἐκινεῖτο ὑπὸ πλαγίων σκέψεων, ἀναξίων νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐν γένει συζήτησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων τῆς πολιτείας. Πιθανὸν αἱ κρίσεις νὰ μὴ ἦναι ὀρθαί· δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀναμαρτήτου· μόνος ὁ Πάππας ἔχει τοιαύτην ἀξίωσιν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη ἀρνοῦνται τὸ ἀναμάρτητον πολλοὶ τῶν ἰδίων του ὀπαδῶν. Αἱ κρίσεις μου φέρουν τὴν σφραγῖδα τῆς ἀτελείας, ὅπως ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀσμένως ὁμολογῶ τοῦτο καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως θὰ ἀκούσω τὴν λογικὴν αὐτῶν ἀνασκευήν. Ὅ,τι ὅμως ἐπιθυμῶ, ὅ,τι παρακαλῶ εἶναι νὰ μὴ ἀμφισβητηθῇ ἡ πρόθεσις, ἥτις τὰς ὑπαγορεύει· διότι ἡ πρόθεσις εἶναι ἁγνή, ἀπηλλαγμένη πάσης ἐμπαθείας καὶ παντὸς ὀπισθολογισμοῦ. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν, Κύριοι, τῶν εὐγενῶν ξένων ἡ τότε Κυβέρνησις, προεδρευομένη, ὡς γνωρίζετε, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων Κ. Ζαΐμη, καταπλαγεῖσα ὑπὸ τοῦ μεγέθους τῆς δυστυχίας, καὶ οἱονεὶ ζητοῦσα ἐξιλασμὸν διὰ τὰς συνεπείας, ἀπεφάσισε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀπολύτρωσιν τῶν αἰχμαλώτων ἐκ παντὸς τρόπου καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας. Ἂν ὁ Κ. Ζαΐμης εἶχε δύναμιν θελήσεως ὅσην καὶ χρηστότητα χαρακτῆρος, ἤθελεν ἀναλάβει εὐτόλμως τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἀτυχοῦς, τῆς ἀξιοθρηνήτου ταύτης ὑποθέσεως, καὶ ἴσως ἤθελε φέρει αὐτὴν εἰς αἴσιον πέρας, χωρὶς νὰ κάμῃ τόσας θυσίας καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τόσους ἐξευτελισμούς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζαΐμης ἔτρεμεν, ἀναλογιζόμενος τὴν ἐνδεχομένην ἀποτυχίαν· ἀπετροπιάζετο ν’ ἀναδεχθῇ μόνος τὴν ἐξ αὐτῆς φοβερὰν εὐθύνην· εἶχεν ἀνάγκην συμπράκτορος, συμβούλου, Μέντορος, μετὰ τοῦ ὁποίου νὰ συμπράξῃ καὶ νὰ μοιράσῃ ἀκολούθως τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας. Λησμονήσας λοιπὸν ἢ ἀθετήσας τὸν κυριώτερον χαρακτῆρα τῶν κυβερνήσεων, τὴν πρωτοβουλίαν, προσέφυγεν εἰς τοὺς ἐνταῦθα πρεσβευτὰς τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἰταλίας, τοὺς ὁποίους κατέστησεν, οὕτως εἰπεῖν, κοινωνοὺς τῆς διοικήσεως. Ἔκτοτε ὅλα τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, ὅσα ἐλήφθησαν ἐπὶ τῆς ἀτυχοῦς ταύτης ὑποθέσεως, συνεζητήθησαν μετὰ τῶν πρέσβεων καὶ ἀπεφασίσθησαν ἐν κοινῷ συμβουλίῳ, καὶ ἰδίως μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας κ. Ἔρσκιν· τινὰ μάλιστα τούτων, οὐχὶ τὰ μᾶλλον συνετὰ καὶ τελεσφόρα, ἀλλὰ βεβαίως τὰ μᾶλλον ἐξευτελιστικὰ διὰ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ ἔθνος, ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων πρέσβεων. Τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι ἀτομική μου πεποίθησις, ἀλλὰ τὸ πρῶτον εἶναι ὁμολογούμενον καὶ βέβαιον. Ποῖα δὲ ἦσαν τὰ μέτρα ταῦτα; Πρὸ πάντων, κύριοι, διετάχθη νὰ παύσῃ ἀμέσως ἡ καταδίωξις τῶν λῃστῶν, ὁ δὲ κ. Ἔρσκιν ἔσπευσε νὰ δώσῃ ἐγγράφως τὴν περὶ τούτου διαβεβαίωσιν εἰς τὸν Τάκον, μνημονεύων ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὀνόματος σεπτοῦ, τοῦ ὁποίου οὐδέποτε δι’ οὐδένα λόγον ἔπρεπε νὰ γείνῃ παρομοία χρῆσις· διὰ νὰ μὴ ὑποφέρουν δὲ οἱ αἰχμάλωτοι, ἐπετράπη εἰς τοὺς λῃστὰς νὰ διαμείνωσιν ἐν Ὠρωπῷ, κατοικοῦντες ἀσφαλῶς ἐν οἰκίαις, ἐκκλησιαζόμενοι, ὡς καλοὶ χριστιανοὶ ἐν τῷ ναῷ καὶ λαμβάνοντες βάϊα ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἱερέως. Ἡ θυσία, κύριοι, ἦτο μεγάλη, διότι ὅσον πολύτιμος καὶ ἂν ἦναι τοῦ ἰδιώτου ἡ ζωή, ἡ ἐξουσία οὐδέποτε ὀφείλει χάριν αὐτῆς νὰ θυσιάζῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, τὸ δὲ πρόδηλον συμφέρον τῆς κοινωνίας ἦτο ἡ ἄμεσος καταδίωξις τῶν κακούργων μὲ πᾶσαν θυσίαν καὶ μὲ κίνδυνον παντὸς οἱουδήποτε· ἀλλ’ ἐπῆλθον θυσίαι ἔτι μεγαλείτεραι καὶ βαρύτεραι. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ κυβέρνησις, καίτοι ἀναστείλασα τὴν καταδίωξιν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμιχθῇ διόλου εἰς τὰς περὶ ἀπολυτρώσεως τῶν αἰχμαλώτων διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὴν φροντίδα ταύτην εἰς μόνους τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅπως πάντοτε συνέβη παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, μὴ βλέπουσα ἐνώπιόν της εἰμὴ τὴν ἀπολύτρωσιν τῶν αἰχμαλώτων, ἴσως δὲ καὶ πιεζομένη, συγκατέβη ν’ ἀναδεχθῇ ἔργον ξένον αὐτῇ ἐντελῶς καὶ ἀλλότριον. Ἀπεσταλμένοι λοιπὸν αὐτῆς διεσταύρωναν ἐπὶ μίαν ὅλην ἑβδομάδα τὴν ὁδὸν μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Ὠρωποῦ, καὶ ἐξ ὀνόματος αὐτῆς διεπραγματεύοντο μὲ τοὺς λῃστὰς, παρακαλοῦντες, ἱκετεύοντες, ἐκλιπαροῦντες αὐτοὺς νὰ ἐνδώσουν εἰς τὴν ἀπολύτρωσιν τῶν αἰχμαλώτων. Ὡς ἐπίμετρον δὲ τοῦ ἐξευτελισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον κατέβημεν διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ζωὴν τῶν εὐγενῶν ξένων, ἁμάξια πλήρη τροφῶν, ποτῶν καὶ ἐνδυμάτων διήρχοντο τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης ὑπὸ τὰ ὄμματα λαοῦ, ἐκπεπληγμένου διὰ τὰ περὶ αὐτὸν συμβαίνοντα, διέβαινον ὑπὸ τὰ παράθυρα τῶν ἀνακτόρων, καὶ ἔφθαναν εἰς Ὠρωπὸν πρὸς τοὺς λῃστὰς, οἵτινες ἐνεδύοντο, ἔτρωγον, ἔπινον, εὐωχοῦντο, ἐχόρευον καὶ ἐπέμενον ἀπαιτοῦντες πάντοτε τὴν ἀμνηστείαν.
§30ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος τὰ ἔστελνεν αὐτά;
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης θὰ ἀπαντήσῃ, ὑποθέτω, καὶ θὰ τὸ μάθετε. Ὀκτὼ, κύριοι, μακρὰς, ἀτελευτήτους ἡμέρας διήρκεσεν ὁ ἀκατονόμαστος οὗτος ἐξευτελισμὸς, καὶ οἱ λῃσταὶ οὔτ’ ἐκάμπτοντο, οὔτ’ ἐνέδιδον, ἀλλ’ ὁσημέραι μάλιστα ἀποθρασυνόμενοι ἀπῄτουν ἀλαζονικῶς ἀμνηστείαν, χάριν χωρὶς νὰ δικασθῶσι, καὶ εἴτι ἄλλο ὑπερφίαλον καὶ ὑβριστικὸν ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς παρόμοια τέρατα ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τῶν ξένων αἰχμαλώτων εἶχον ἔμπροσθέν των ὑποχείριον καὶ αἰχμάλωτον αὐτὴν τὴν ἑλλ. Κυβέρνησιν. Οὕτως αἱ διαπραγματεύσεις ἐματαιώθησαν, ναυαγήσασαι εἰς τὰς ὑπερφιάλους καὶ ἀδυνάτους ἀπαιτήσεις τῶν λῃστῶν. Ποῦ ὑπάρχει ἐνταῦθα ὄχι κακὴ πίστις, ἀλλ’ ἁπλῆ, ἐλαχίστη ὀλιγωρία τῆς ἑλλ. Κυβερνήσεως; Τί ἔπραξεν ἡ ἑλλ. κυβέρνησις, διὰ νὰ παραπονῆται, διὰ νὰ ἐξεγείρηται κατ’ αὐτῆς ἡ Ἀγγλία; Ὤ, κύριοι! ὑπάρχει τις, ὅστις εἶχε δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ· ὑπάρχει τις, ὅστις εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ εὐθύνας μάλιστα ἀπὸ τὴν ἑλλ. κυβέρνησιν, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν εἶναι ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις, εἶναι τὸ ἑλλ. ἔθνος. Ἡμεῖς εἴχομεν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν, ἡμεῖς εἴχομεν δικαίωμα νὰ κατακρίνωμεν πικρῶς τὴν κυβέρνησίν μας· διότι ἐλησμόνησε τὸ ἀξίωμά της, διότι συγκατέβη νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τοὺς λῃστὰς ἴση πρὸς ἴσους (σιγὴ βαθεῖα, καὶ τί λέγω; ἔπεσε πρὸ τῶν ποδῶν τῶν λῃστῶν ταπεινὴ καὶ εὐτελὴς ἱκέτις, ἡ ἀντιπρόσωπος τῆς πολιτείας καὶ τοῦ δικαίου, καὶ ἐνεπαίχθη καὶ ἐμυκτηρίσθη ὑπὸ τοῦ Τάκου καὶ τῶν ἀθλίων αὐτοῦ συντρόφων, διατί; μόνον διὰ νὰ σώσῃ τὴν ζωὴν τῶν ξένων αἰχμαλώτων! Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν κατεκρίναμεν τὴν κυβέρνησίν μας, δὲν τῆς ἐζητήσαμεν εὐθύνας, δὲν παρεπονέθημεν κἂν ἐναντίον της· ἐκλίναμεν τὴν κεφαλὴν, ἐπροσποιήθημεν ὅτι δὲν ἐνοήσαμεν, ὅτι δὲν ᾐσθάνθημεν τὸν ἐξευτελισμόν· ἐσιωπήσαμεν καὶ ἐσυγχωρήσαμεν τὴν κυβέρνησιν, πνίγοντες τῆς συνειδήσεώς μας τὴν φωνὴν καὶ καταστέλλοντες τῆς καρδίας μας τοὺς παλμοὺς (συγκίνησις). Ἀνάξιον ἐμοῦ καὶ τῆς Βουλῆς θεωρῶ, κύριοι, ν’ ἀνασκευάσω ἐνταῦθα τὴν μαύρην ἐκείνην συκοφαντίαν κατὰ τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὡς προτρεψάντων δῆθεν τοὺς λῃστὰς νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀμνηστείαν. Μετὰ τὴν ἐπίσημον ἀναίρεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη, μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ἀνακρίσεως, ὅστις ἐπιμένει νὰ δίδῃ πίστιν εἰς τὴν ἐλεεινὴν ταύτην συκοφαντίαν, οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει εἰμὴ ὅτι ἡ ἐμπάθεια τὸν ἔχει ἐντελῶς ἀποτυφλώσει· πρὸς τοιούτους δὲ ἀνθρώπους πᾶσα συζήτησις ἀποβαίνει περιττή. Δὲν ἀνασηκόνω λοιπὸν παρομοίαν συκοφαντίαν, οὔτε καταδέχομαι νὰ κάμω εἰς αὐτὴν τὴν τιμὴν τῆς ἀπαντήσεως· τὴν παραιτῶ ὅπου κεῖται, καὶ μεταβαίνω εἰς τὸ τέταρτον καὶ τελευταῖον στάδιον τοῦ δράματος τοῦ Δηλίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ. Ἀφοῦ, κύριοι, ἡ ἑλλ. κυβέρνησις ἐπείσθη, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες διήρκεσαν, ὡς εἶπον, ὀκτὼ ὅλας ἡμέρας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσουν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι οἱ λῃσταὶ ἐπέμενον πάντοτε ν’ ἀπαιτοῦν πράγματα ἀδύνατα, ἀπεφάσισε τέλος πάντων νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ὁριστικόν. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἦτο πλέον καιρός· διότι καὶ ὁ λαὸς ἤρχισε νὰ δυσχεραίνῃ διὰ τὰ γινόμενα, καὶ οἱ λησταὶ ἤρχισαν ν’ ἀνησυχοῦν καὶ ν’ ἀπειλοῦν διὰ τὴν βραδύτητα, καὶ ἡ ὑγεία τῶν αἰχμαλώτων διέτρεχε προφανῆ κίνδυνον. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ σταλῇ ὁ συνταγματάρχης Θεαγένης μὲ ὁδηγίας νὰ κυκλώσῃ τοὺς ληστάς, ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐκ τοῦ Ὠρωποῦ ἀναχώρησιν, διότι ἐσκέπτοντο ν’ ἀναχωρήσουν εἰς τὸ προσφιλές των ὁρμητήριον, τὰ τουρκικὰ Ἄγραφα, καὶ μετὰ τὴν κύκλωσιν νὰ προτείνῃ εἰς αὐτοὺς τὴν διὰ χρημάτων ἀπολύτρωσιν τῶν αἰχμαλώτων καὶ τὴν ἀσφαλῆ αὐτῶν ἀναχώρησιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ μέτρον τοῦτο, ὡς καὶ ὅλα τὰ προηγούμενα, ἐλήφθη τῇ συγκαταθέσει, διὰ νὰ μὴ εἴπω καθ’ ὑπαγόρευσιν, τῶν κυρίων Πρέσβεων καὶ ἰδίως τοῦ κ. Ἔρσκιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μείνῃ εἰς κἀνένα ἡ ἐλαχίστη περὶ τούτου ἀμφιβολία, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς φέρω ἔγγραφον καὶ ἀναμφισβήτητον περὶ τούτου ἀπόδειξιν. Ἰδοὺ τί ἔγραφε, κύριοι, τὴν 9|21 Ἀπριλίου 1870 ὁ πρῴην πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν μακαρίτην λόρδον Κλαρενδῶνα. «Πρὶν ἀναχωρήσῃ ὁ συνταγμ. Θεαγένης ἔλαβε τὰς διαταγὰς ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως παρόντος καὶ ἐμοῦ, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, ὅτι τῷ ἀφέθη πλήρης ἐλευθερία ἐνεργείας ὡς πρὸς τὴν διαπραγμάτευσιν, ἐκτὸς τῶν προῤῥηθέντων δύω ἀντικειμένων (τῆς ἀμνηστείας καὶ τῆς ἐρημοδικίας), ἅτινα ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ παραχωρήσῃ. Εἰς ὅλα δὲ τὰ ἄλλα θὰ ἦναι συμβιβαστικός, καὶ ὑπεσχέθη ὁ ἴδιος νὰ συντροφεύσῃ τοὺς λῃστὰς ὡς ὅμηρος ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ ἐλευθερώσωσι τοὺς αἰχμαλώτους. Ἀνεχώρησεν ὁ Θεαγένης ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 19 τρέχοντος καὶ ἔφθασεν εἰς τὰ πέριξ τοῦ Ὠρωποῦ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, ὅτε ἀνεκάλυψεν, ὅτι οἱ λῃσταὶ κατέλαβον τὰς τρεῖς καλλιτέρας οἰκίας τοῦ χωρίου, εἰς τὰς ὁποίας ἔθεσαν τοὺς αἰχμαλώτους, ἀπειλοῦντες, ὅτι θὰ τοὺς ἀπῆγον εἰς Θεσσαλίαν, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεδέχετο τὰς ἀπαιτήσεις των. Ἐκτὸς τῆς ἐμπιστευτικῆς ἐπιστολῆς καὶ τῶν προφορικῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας ἤδη ἀνέφερον, ὁ συνταγμ. Θεαγένης θὰ ἐφοδιασθῇ καὶ μὲ ἐγγράφους ὁδηγίας, τῶν ὁποίων σᾶς ἐσωκλείω ἀντίγραφον, καὶ διὰ τῶν ὁποίων τῷ δίδεται ἡ ἐξουσία νὰ παρατηρήσῃ εἰς τοὺς λῃστάς, ὅτι δὲν θέλει τοῖς ἐπιτραπῇ ν’ ἀπαγάγωσι τοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τοῦ Ὠρωποῦ. Ἀρκετὸς καιρὸς θέλει δοθῆ διὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, ἀλλὰ θὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς λῃστὰς θετικῶς, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε πρὸς αὐτοὺς ἀτιμωρησία δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀτελεύτητος. Ὁ κύριος Della Minerva καὶ ἐγὼ δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι θὰ ἤμεθα δεδικαιωμένοι ν’ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συνδιαλλακτικὴν πορείαν, ἣν ἐτήρησε μέχρι τοῦδε, ἀφοῦ αὕτη ἀπεδείχθη ματαία». Ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως τῶν λῃστῶν, ἡ ἐγκατάστασις αὐτῶν εἰς Ὠρωπὸν πρὸ τῶν θυρῶν τῆς Πρωτευούσης, αἱ μετ’ αὐτῶν διαπραγματεύσεις περὶ ἀπολυτρώσεως τῶν αἰχμαλώτων, ἡ ἀποστολὴ τροφῶν, ποτῶν καὶ ἐνδυμάτων πρὸς τοὺς λῃστάς, ταῦτα πάντα χαρακτηρίζονται, ὡς βλέπετε, ὑπὸ τοῦ κ. Ἔρσκιν ὡς συνδιαλλακτικὴ πορεία τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως! Διὰ νὰ μὴ φανῇ δέ, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς κυβερνήσεώς μας ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς κυκλώσεως τῶν αἰχμαλώτων ἐν Ὠρωπῷ, ὁ κ. Ἔρσκιν προσθέτει τὰ ἑπόμενα. «Ὁ καιρὸς εἶναι δριμύς, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι οἱ αἰχμάλωτοι θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς σφοδρὰς στερήσεις, ἐνῷ τοὺς σύρουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἡμέραν καὶ νύκτα μὲ βρεγμένα ῥοῦχα· ὥστε εἴμεθα ἠναγκασμένοι μὲ ἀπαρέσκειάν μας νὰ δεχθῶμεν, ἵνα ληφθῶσιν δραστηριώτερα μέτρα διὰ τοὺς κακούργους τούτους.» Εἶναι λοιπὸν ἐπισήμως ὁμολογούμενον, εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι τὸ μέτρον τῆς κυκλώσεως τῶν ληστῶν ἐν Ὠρωπῷ καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῶν νὰ φύγωσιν ἐκεῖθεν ἐλήφθη καὶ διετάχθη τῇ ῥητῇ συγκαταθέσει, ἂν ὄχι καὶ τῇ ὑπαγορεύσει τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ μέτρον τοῦτο ἐπήνεγκε τὴν καταστροφήν. Οἱ λησταί, ἰδόντες ἢ μαθόντες, ὅτι κυκλοῦνται ὑπὸ τῶν στρατευμάτων καὶ ὑποπτευόμενοι, ὅτι ἔμελλον νὰ ἐπιτεθῶσι κατ’ αὐτῶν ἐναντίον τῆς ἐπισήμου ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀνὰ χεῖρας, ὥρμησαν φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ φύγωσιν ἐκ τοῦ Ὠρωποῦ μετὰ τῶν αἰχμαλώτων. Ὁ συνταγματάρχης Θεαγένης, ἀφ’ ἑτέρου, ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὁποίας εἶχε διαταγάς, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν φυγὴν τῶν ληστῶν. Οὕτως ἐπῆλθε, κύριοι, συμπλοκὴ μεταξὺ ληστῶν καὶ στρατιωτῶν, τῆς ὁποίας τὸ ἀπαίσιον τέλος ὅλοι γνωρίζετε. Οἱ δυστυχεῖς αἰχμάλωτοι ἔπεσαν θύματα τῆς θηριωδίας τῶν κακούργων, καὶ τὸ δρᾶμα τοῦ Ὠρωποῦ ἐτελείωσε μὲ τὴν καταστροφὴν ἐν Δηλίῳ. Τίς πταίει διὰ τοῦτο; Ἂν ἡ κύκλωσις τῶν ληστῶν καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ νὰ φύγωσιν ἐκ τοῦ Ὠρωποῦ ἐπήνεγκε τὸν θάνατον τῶν εὐγενῶν αἰχμαλώτων, ποῖος λόγος ὑπεχρέου τὴν ἑλλ. Κυβέρνησιν νὰ μὴ λάβῃ τὸ μέτρον τοῦτο; Ἐν τίνι δικαιώματι ἠδύναντο ν’ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἵσταται ἐπ’ ἄπειρον ἀπέναντι τῶν ληστῶν μὲ χεῖρας ἐσταυρωμένας, νὰ πίῃ μέχρι τρυγὸς τὸ ποτήριον τῆς ταπεινώσεως καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ, καὶ ταῦτα χωρὶς κἂν νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ φθάσῃ τοὐλάχιστον διὰ μέσου τόσων ἐξευτελισμῶν εἰς ἓν εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα; Ἔπειτα τὸ μέτρον τῆς κυκλώσεως τῶν ληστῶν δὲν ἐλήφθη αὐτοβούλως ὑπὸ τῆς ἑλλ. Κυβερνήσεως, ἀλλὰ συνέπραξεν εἰς αὐτὸ, ἂν δὲν τὸ ἐπέβαλεν, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ φροντίδα περὶ τῆς ὑγείας τῶν αἰχμαλώτων, ἥτις διέτρεχε προφανῆ κίνδυνον ἐκ τῆς μετατοπίσεως τῶν ληστῶν. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιῤῥιφθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ τοιούτου μέτρου εἰς τὴν ἑλλ. Κυβέρνησιν; Εἶναι πρόδηλον, ὅτι διὰ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ διὰ τὴν ἐξ αὐτοῦ ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν εὐθύνεται ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡ κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἀντεπροσώπευεν ἐνταῦθα. Οὐδεὶς ἄλλος. Διετρέξαμεν, κύριοι, ὁλόκληρον τὸ δρᾶμα τοῦ Ὠρωποῦ, ἀνελύσαμεν ἐπιμελῶς ὅλας αὐτοῦ τὰς εἰδικὰς περιστάσεις, ἐσυμβουλεύθημεν μετὰ λεπτολόγου καὶ ὑπερμέτρου ἴσως ἀκριβολογίας, ἥτις ἐκούρασε καὶ σᾶς καὶ ἐμὲ, ὅλα τὰ συνιστῶντα αὐτὸ γεγονότα, καὶ τώρα εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν ἀσφαλῶς καὶ μετὰ θάῤῥους, ὅτι αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις τοῦ ἐγκλήματος οὐδέποτε ὑπῆρξαν εὐνοϊκώτεραι διὰ τὸ Κράτος· οὐδέποτε ἀνεπτύχθη τόσος κυβερνητικὸς ζῆλος· οὐδέποτε ἐγένοντο, οὔτε εὔχομαί ποτε νὰ γείνουν, τοσαῦται καὶ τηλικαῦται θυσίαι καὶ παραχωρήσεις μόνον καὶ μόνον πρὸς σωτηρίαν τῆς ζωῆς ὀλίγων ἰδιωτῶν. Πίπτει ἄρα ὑπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν πολεμούμενος ὁ πρῶτος λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ Κ. Ἔρσκιν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀπαιτήσεως τῆς χήρας Λόϋδ, δηλ. ὁ λόγος τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, καθ’ ἃς ἀπεβίωσεν ὁ Κ. Λόϋδ· διότι αἱ περιστάσεις αὗται οὐδὲ σκιὰν ἐνοχῆς ἢ ὑπαιτιότητος συνιστῶσι διὰ τὴν ἑλλ. Κυβέρνησιν. Συγχωρήσατέ μοι τώρα, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸν δεύτερον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ἔρσκιν, δηλ. τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Περὶ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βασιλέως, κύριοι, οὐδὲν ἀναφέρουσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεβλήθησαν· οὐδὲν ἐπίσης ἀπήντησα εἰς ὅσα ἔγγραφα ἀνέγνωσα ἐκ τῶν κατατεθέντων εἰς τὸ ἀγγλικὸν κοινοβούλιον. Δὲν τολμῶ ὅμως νὰ θέσω εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς, διότι δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἤθελε γράψει εἰς ἐπίσημον ἔγγραφον πρᾶγμα τόσον σπουδαῖον, χωρὶς νὰ ᾖναι ἀληθές. Ἔπειτα ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κ. Δεληγεώργης ἤθελε σπεύσει βεβαίως ν’ ἀναιρέσῃ τὴν τοιαύτην ὑπόσχεσιν, ἂν δὲν ἦτο ἀληθὴς, τοῦθ’ ὅπερ δὲν ἔπραξε. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπολάβωμεν ὡς ἀληθῆ τὴν βασιλικὴν ὑπόσχεσιν, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ποίαν δύναμιν ἔχει αὕτη καὶ διὰ τὸν Βασιλέα καὶ διὰ τὴν Βουλὴν. Σπεύδω, κύριοι, ν’ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἂν ἡ ὑπόσχεσις αὕτη δεσμεύῃ καὶ ὑποχρεοῖ τὸν βασιλικὸν λόγον, πᾶσα περαιτέρω συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ· ἡ ὑπόσχεσις πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ τὰ χρήματα πρέπει νὰ πληρωθῶσιν. Ὁ Βασιλεὺς, κύριοι, ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνικὴν μεγαλειότητα· τὸ ἀξίωμα λοιπὸν αὐτοῦ πρέπει νὰ μένῃ ἀείποτε ἀλώβητον, ἀπαραμείωτον, ἀκέραιον· διότι εἶναι ἀξίωμα τοῦ ἔθνους, καὶ ὁ λόγος του πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, ἂν διὰ τῆς ὑποσχέσεως ᾖναι δεσμευμένος. Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ Βασιλέως εἶναι ἄρα γε δεσμευμένος διὰ τῆς δοθείσης ὑποσχέσεως; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Εὐτυχῶς ἀπέναντι ἡμῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχομεν τὴν Ἀγγλίαν, τὴν μητέρα τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅπου καὶ κυβέρνησις καὶ λαὸς κατανοοῦν ἄριστα τὴν θέσιν τῆς βασιλείας ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι καὶ τὴν ῥιζικὴν διάκρισιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ βασιλικῆς καὶ κυβερνητικῆς πράξεως. Εἶναι λοιπὸν εὔκολος ἡ συνεννόησις, ἂν προεδρεύῃ ἑκατέρωθεν ἡ καλὴ πίστις. Εἶναι πρόδηλον, κύριοι, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἀποζημιώσεως ἢ ἐτησίας συντάξεως δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς μόνην τὴν πρωτοβουλίαν τῆς κυβερνήσεως ὡς ὑπευθύνου ἀρχῆς, καὶ τελειοῦται διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως· ὥστε ὁ Βασιλεὺς, δοὺς τὴν τοιαύτην ὑπόσχεσιν, διηρμήνευσεν ἁπλῶς εἰς τοὺς ξένους τὴν ἀπόφασιν τῆς κυβερνήσεώς του.
§32ΖΑΙΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις. Καθόσον γνωρίζω, κ. Μίληση, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε ἔδωκεν ὑπόσχεσιν συντάξεως ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους· ὁ Βασιλεὺς ἔδειξε μεγάλην συμπάθειαν πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ· αἱ ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν εἰς αὐτὸν ἕνεκα τοῦ ἀπαισίου δράματος τοῦ Δήλεσι ἦσαν λίαν ὀδυνηραὶ, καὶ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ὑποστῇ ἀτομικὴν θυσίαν. Ἡ ὑπόσχεσις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἀπέβλεπε σύνταξιν οὐχὶ ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἐκ μέρους τοῦ ἰδιωτικοῦ αὑτοῦ ταμείου. Ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ γίνηται περὶ τούτου λόγος.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων διὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἥτις εὐκολύνει πολὺ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Ἀπορῶ ὅμως μὲ τὴν διαγωγὴν τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἂν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει ὁ κ. Ζαΐμης, ᾖναι ἀληθὴς, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι, ἀφοῦ τὴν δίδει ὁ κ. Ζαΐμης, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἁρμοδιώτερος πάντων νὰ γνωρίζῃ περὶ τούτου τὴν ἀκριβῆ ἀλήθειαν, ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κ. Δεληγεώργης δὲν ἔσπευσε νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας τὸ ἄτοπον τῆς ὑπομνήσεως τῆς Βασιλικῆς ὑποσχέσεως ἐν ἐγγράφῳ, ἐν ᾧ διετύπου ἀπαίτησιν περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τῆς ἑλλην. κυβερνήσεως. Ἐλπίζω, ὅτι θέλει δοθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀπαιτουμένη περὶ τούτου ἐξήγησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν, κύριοι, εὐτυχῶς Βασιλικὴ ὑπόσχεσις· ὑπάρχει ὅμως ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ κῦρος καὶ ἡ δύναμις τῆς ὑποσχέσεως ταύτης. Ποία Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν τοιαύτην ὑπόσχεσιν, ἡ τοῦ κ. Ζαΐμη, ἢ ἢ τοῦ κ. Δεληγεώργη; Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε περὶ τούτου ὁ κ. Ζαΐμης. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ μ’ ὅλην τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην, δὲν δύναμαι διόλου νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κ. Βαλαωρίτης ἐπεφόρτισε τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ νὰ διατυπώσῃ τοιαύτην ὑπόσχεσιν εἰς ἐπίσημον συνέντευξιν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας κόμητος Κλαρενδῶνος. Ὁ κ. Βαλαωρίτης, διατάξας τὸν κ. Βράϊλαν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ἐνήργησεν ἄρα γε αὐτοβούλως καὶ χωρὶς νὰ συνεννοηθῇ περὶ τούτου μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Τοῦτο θὰ ἦτο ἔκτακτον καὶ πρωτοφανὲς, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐξηγηθῇ σαφέστερον περὶ τούτου ὁ κ. Ζαΐμης, διότι ἡ πρὸς τὸν Κλαρενδῶνα ὑπόσχεσις τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως εἶναι, κύριοι, σαφὴς καὶ καθαρά. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1870 ἔγγραφον τοῦ κ. Βράϊλα πρὸς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν κ. Βαλαωρίτην. «Κύριε Ὑπουργέ. Ἀναφερόμενος εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 636 ἔκθεσίν μου τῆς 23 Ἀπριλίου καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν ἧς μοὶ ἀνεθέσατε διὰ τοῦ ἀπὸ 16|28 Ἀπριλίου ὑπ’ ἀριθ. 298 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐπισήμου ἐντολῆς, μετέβην τὴν παρελθοῦσαν παρασκευὴν (6 Μαΐου) εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον, καὶ ἰδὼν τὸν λόρδον Κλαρενδῶνα, τῷ εἶπον, ὅτι κατὰ ῥητὴν ἐντολὴν τοῦ Σεβαστοῦ ἡμῶν Βασιλέως καὶ τῆς κυβερνήσεώς του, ὤφειλον νὰ ἐκπληρώσω τὸ λυπηρότατον καθῆκον τοῦ νὰ συλλυπηθῶ ἐπισήμως αὐτὸν καὶ τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν διὰ τὸ τραγικὸν συμβὰν, ὅπερ ἔλαβε χώραν ἐσχάτως ἐν Ἑλλάδι, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ τῷ ἐκφράσω πόσον βαθεῖα καὶ ἀλγεινὴ ἦτο ἡ λύπη, ἣν συνησθάνετο ἅπαν τὸ ἔθνος διὰ τὸ ἀπαίσιον τοῦτο γεγονὸς, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἐνεργοῦσα ἐκ συμφώνου μὲ τοὺς πρέσβεις, κατέβαλε πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ὅπως τὸ προλάβῃ, ὅτι δὲν τῇ ἀπομένει τώρα εἰμὴ τὸ καθῆκον τοῦ νὰ περιθάλψῃ παντοίῳ τρόπῳ καὶ ὅσον δυνηθῇ γενναιότερον τὴν ἐνδεῆ χήραν καὶ τὰ τέκνα ἑνὸς τῶν θυμάτων». Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ ἁπλῆ διατύπωσις τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ἐπανέλαβε δὶς ἐν τῇ αὐτῇ συνεντεύξει. «ἐθεώρησα δὲ καθῆκον μου, λέγει, νὰ τῷ προσθέσω ἐκ νέου, ὅτι πᾶσα πρόνοια θέλει ληφθῆ ὑπὲρ τῆς χήρας Lloyd, ὅτι ἔλαβεν ἤδη χιλίας λίρας στερλίνας, ὅτι καθ’ ἃς εἶχον ἰδιαιτέρας πληροφορίας, καὶ σύνταξις θέλει ψηφισθῆ ὑπὲρ αὐτῆς κτλ.» Πόθεν ἔλαβε τὰς ἰδιαιτέρας ταύτας πληροφορίας ὁ κ. Βράϊλας; πῶς δὲ ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ὁμιλῶν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Α. Μ. εἰς ἐπίσημον συνέντευξιν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὑπόσχεται δὶς, ὅτι ἡ ἑλλ. Κυβέρνησις θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ περιθάλψῃ τὴν χήραν Λόϋδ καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς, χορηγοῦσα πρὸς τοῦτο καὶ ἐτησίαν σύνταξις Τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἄπορον καὶ ἀνεξήγητον, καὶ παρακαλῶ ἐπανειλημμένως τὸν ἀξιότιμον κ. Ζαΐμην νὰ διαφωτίσῃ περισσότερον τὸ σκοτεινὸν τοῦτο μέρος.......
§34ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἐξάγεται τοῦτο ἀρκούντως ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου; «Καθ’ ἃς ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας», γράφει ὁ κ. Βράϊλας.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ δὲ πρῶτον μέρος τοῦ ἐγγράφου πῶς τὸ ἐξηγεῖτε, κ. Ζαΐμη; Ἔπειτα μὲ ποῖον δικαίωμα διηρμήνευσεν ὁ κ. πρέσβυς εἰς ἐπίσημον συνέντευξιν μὲ ὑπουργὸν ξένης δυνάμεως τὰς ἰδιαιτέρας του πληροφορίας, καὶ ὑπέσχετο δυνάμει αὐτῶν συντάξεις καὶ περιθάλψεις; Τοῦτο ἐπιθυμῶ πρὸ πάντων νὰ ἐξηγήσητε. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα, ἡ ὑπόσχεσις εἶναι δεδομένη, εἴτε ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, εἴτε ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ὁ τελευταῖος μάλιστα δὲν ἀπηξίωσε νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν κ. Ἔρσκιν, διότι προέλαβε τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρείαν του κυβερνήσεως. Ἐπιθυμητὸν βεβαίως ἦτο νὰ μὴ ἐδείκνυε τοσαύτην προθυμίαν ὁ κ. Δεληγεώργης, τὸν ὁποῖον τιμῶ ἄλλως καὶ ὑπολήπτομαι διὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὸν χαρακτῆρα του. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, Κύριοι, εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἡ ὑπόσχεσις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δεδομένη ὑπὸ τῆς ἑλλ. Κυβερνήσεως, καὶ ἐρωτᾶται ποίαν δύναμιν ἔχει ἡ τοιαύτη ὑπόσχεσις δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Εἶναι φανερὸν, κύριοι, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑπόσχεσις ἐδόθη ὑπὸ τὸν φυσικῶς ὑπονοούμενον ὅρον τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ κύριοι, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ οἰκοκυραῖοι, ἡμεῖς θὰ δώσωμεν τὰ χρήματα, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τούτου, ἡ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως δοθεῖσα ὑπόσχεσις ἤρτηται, τουτέστιν εἶναι ἐκκρεμὴς, καὶ δὲν ἔχει καθ’ ἑαυτὴν οὐδὲν κῦρος, οὐδεμίαν ἀξίαν. Ἡ Βουλὴ μένει πάντοτε ἐλευθέρα ν’ ἀποδεχθῇ ἢ ἀποῤῥίψῃ τὴν πίστωσιν, καθ’ ὅσον θὰ εὕρῃ αὐτὴν ἢ μὴ σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, μὲ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων καὶ μὲ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Ἄλλως, ἂν ἡ Βουλὴ ἦτο ὑποχρεωμένη διὰ τῆς δοθείσης ὑποσχέσεως, πρὸς τί ἡ ἔγκρισις τὴν ὁποίαν μᾶς ζητοῦν; Ἡ ἀπόφασίς μας λοιπὸν θὰ ᾖναι κενὸς τύπος, καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν κάμνομεν εἶναι καθαρὰ ματαιοσχολία, μὴ ἔχουσα καμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν; Ὄχι, κύριοι· τὰ νομοθετικὰ Σώματα δὲν εἶναι κεκλημένα νὰ καταστιχώσουν τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δαπανώμενα εἰς λόγους κενοὺς καὶ ματαίους, ἀλλὰ νὰ ψηφίζωσι μέτρα καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀποφάσεις, δι’ ὧν ὁριστικῶς κανονίζονται τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ ἀποκλειστικῶς διατίθενται αἱ δημόσιοι πρόσοδοι, τῶν ὁποίων οὔτε λεπτὸν δύναται νὰ διατεθῇ ἄνευ τῆς κυριαρχικῆς αὐτῶν ἀποφάσεως. Πίπτει ἄρα καὶ ὁ δεύτερος λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ἔρσκιν ἐπικαλεῖται ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, τουτέστιν ἡ δοθεῖσα ὑπόσχεσις. Τί δὲ νὰ εἴπω, κύριοι, περὶ τοῦ τρίτου λόγου, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ἔρσκιν, δηλ. περὶ τῶν δηλωθεισῶν συμπαθειῶν πρὸς τὴν κ. Λοῦδ; Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ συμπάθεια εἶναι ἁπλοῦν ἠθικὸν καθῆκον, μὴ ἔχον ἀντίστοιχον ἐξαναγκαστικὸν δικαίωμα. Ὡς τοιαύτη δὲ, εἶναι ἀνεπίδεκτος ὑλικοῦ ἐξαναγκασμοῦ, καὶ δὲν συμβιβάζεται διόλου μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαιτήσεως. Τὴν πρὸς τὴν χήραν Λοῦδ συμπάθειάν μας ἐξεδηλώσαμεν αὐθορμήτως καὶ δι’ ὑλικῶν ἔτι ἐνδείξεων· εἰς ἡμᾶς δὲ μόνον ἀπόκειται, ἂν τὸ κρίνωμεν ἀναγκαῖον, νὰ δώσωμεν πλειότερα δείγματα τῆς τοιαύτης συμπαθείας, κανεὶς ὅμως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταστήσῃ τὴν εὐγενῆ ταύτην συμπάθειάν μας βάσιν καὶ δικαιολογητικὴν αἰτίαν ἀπαιτήσεως ἐξαναγκαστικῆς, δυναμένης νὰ ἐπιδιωχθῇ καὶ ἐπιβληθῇ, ὅπως ἐπιδιώκεται καὶ ἐπιβάλλεται ἡ προκειμένη ἀπαίτησις. Οὕτω, κύριοι, πίπτουν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ὅλοι οἱ νόμιμοι λόγοι, ἐφ’ ὧν ἐστήριξαν, ἢ ἠδύναντο νὰ στηρίξουν, τὴν προκειμένην ἀπαίτησιν. Αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, αἱ παρὰ πάντων ἐν γένει τῶν ἐθνῶν παραδεδεγμέναι, τὴν πολεμοῦσιν, αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπροσπάθησαν νὰ στηρίξουν ἐξαιρετικὴν ἐνοχὴν καὶ ὑπαιτιότητα ἐξελέγχονται διὰ τῆς ἀμερολήπτου ἐξετάσεως ὡς ἡ σαθροτέρα τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἐπενόησαν· ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται, δὲν μᾶς δεσμεύει παντάπασι, καὶ αἱ φιλάνθρωποι συμπάθειαί μας πρὸς τὴν χήραν Λοῦδ συνιστῶσιν ἁπλοῦν καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκπλήρωσις κεῖται ἐν ἡμῖν αὐτοῖς, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἀπὸ κἀνένα. Ἀπὸ τῆς ἐπόψεως ἄρα τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, ἡ ἀπαίτησις πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ ἐξελέγχεται ἐντελῶς αὐθαίρετος καὶ ἀδικαιολόγητος. Ἀλλὰ μᾶς προβάλλουν, κύριοι, ἄλλον λόγον, τὸν λόγον τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης, καὶ τὸν λόγον τοῦτον ἀνεκήρυξεν ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων. «Λησμονεῖτε, μᾶς εἶπεν, ὅτι δίκαιον τῶν ἐθνῶν δὲν ὑπάρχει πράγματι εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ μεγάλων καὶ μικρῶν Κρατῶν, τὰς ὁποίας μόνη ἡ θέλησις τοῦ ἰσχυροῦ κανονίζει. Ἡ Ἀγγλία εἶναι μεγάλη καὶ ἰσχυρὰ, ἡ δὲ Ἑλλὰς μικρὰ καὶ ἀσθενής. Ἡ Ἀγγλία λοιπὸν δύναται νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ διὰ τῆς βίας τὴν ἀπαίτησίν της καὶ ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει νὰ ἐνδώσωμεν, νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀπαιτουμένην ἀποζημίωσιν, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς νέας περιπλοκὰς, διὰ νὰ σώσωμεν τὸ Ἔθνος ἀπὸ ἐνδεχομένας ζημίας καὶ καταστροφάς. Ὁ ὑπέρτατος νόμος τῶν Κρατῶν εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ, Salus populi suprema lex». Κύριοι, κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης, ἥτις εἶναι ἡ ἐπίσημος ἄρνησις τοῦ δικαίου καὶ ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῆς ὑλικῆς ἰσχύος, κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης, ἥτις ἀνακηρύσσεται τόσον πανηγυρικῶς ἀπὸ βήματος ἐλευθέρου, ἀπὸ βήματος ἑλληνικοῦ, ὀφείλω πρὸ πάντων νὰ διαμαρτυρηθῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου· διότι ὄπισθεν αὐτῆς ὠχυρώθησαν καὶ ἐδικαιολογήθησαν ὅλα τὰ ἀσεβῆ τολμήματα κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν λαῶν καὶ ὅλαι αἱ ταπειναὶ καὶ ἀκατονόμαστοι θυσίαι τῆς αὐτονομίας αὐτῶν· ὄπισθεν αὐτῆς ἐκρύβησαν ὅλοι οἱ τύραννοι καὶ ὅλοι οἱ προδόται, ἀνακηρύξαντες ἑαυτοὺς σωτῆρας τῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους κατεδούλωσαν ἢ κατεπρόδωσαν (συγκίνησις). Ἡ ἀνάγκη, Κύριοι, ἀντιτασσομένη πρὸς τὸ δίκαιον, εἶναι τι λίαν ἔκτακτον καὶ σπάνιον, διότι εἶναι ἡ ἀταξία ἐν τῷ ἠθικῷ κόσμῳ· δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ καταφεύγωμεν ἑκάστοτε πρὸς τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ πολεμῶμεν τὰς αἰωνίους ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνων στηρίζεται ἡ καθεστῶσα τῶν ἐθνῶν τάξις. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπό τινος χρόνου ἡ θεωρία τῆς ἀνάγκης ἔλαβε παρ’ ἡμῖν τόσην ἐπίτασιν, ὥστε κινδυνεύει νὰ καταστῇ ἀρχὴ κανονικὴ καὶ συνήθης, θέτουσα προχείρως ἐκ μέσου τὸ δίκαιον καὶ παρορῶσα καὶ αὐτὴν τὴν τιμὴν καὶ αὐτονομίαν τοῦ ἔθνους. Ἐν ὀνόματι τῆς ἀνάγκης προσεχωρήσαμεν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῶν Παρισίων, θυσιάσαντες δικαιώματα στενῶς συνδεδεμένα μὲ τὴν αὐτονομίαν μας καὶ καταστήσαντες τὴν Ἑλλάδα χωροφύλακα τῆς Τουρκίας ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἐν ὀνόματι τῆς ἀνάγκης ἐδέχθημεν ξένους ἐπιτηρητὰς καὶ ἐλεγκτὰς τῆς ἀνακρίσεως, καταπατήσαντες τοὺς κειμένους νόμους καὶ δυσφημίσαντες τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος. Ἐν ὀνόματι τῆς ἀνάγκης προτείνεται σήμερον ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δημόσιον ὑπεύθυνον πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ, παραβιάζοντες τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ ἐκθέτοντες προφανῶς τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους. Τίς οἶδε δὲ ποῦ θὰ καταντήσωμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης θεωρίας! Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἠρχίσαμεν, ἂν ἐν ὀνόματι τῆς ἀνάγκης θυσιάζομεν ἑκάστοτε τόσον εὐκόλως τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου, τοὺς νόμους τῆς πολιτείας καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τί σώζομεν; Ποίαν σημασίαν, ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ αὐτονομία τοῦ ἔθνους, οὕτω περιφρονουμένη καὶ προπηλακιζομένη; Ποίαν ἔννοιαν, ποίαν ἀξίαν, ποῖον γόητρον ἔχει ἡ Πατρὶς ἄνευ νόμων, ἄνευ αὐτονομίας, ἄνευ τιμῆς; Τί σώζετε λοιπὸν διὰ τῆς ἀνάγκης; Καὶ σημειώσατε, κύριοι, ὅτι εἰς τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας θυσίας εἴχομεν δικαιολογίαν τινα, ἢ τοὐλάχιστον εὐπρόσωπον πρόφασιν. Ὅτε προσεχωρήσαμεν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῶν Παρισίων, ὁ Χόβαρτ ἐπολιόρκει τὴν ἐμπορικωτέραν πόλιν τῆς Ἑλλάδος, αἱ μεγάλαι εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ἦσαν ὅλαι συνησπισμέναι καθ’ ἡμῶν, πόλεμος δ’ ἐπέκειτο μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, πόλεμος φοβερὸς, διότι ἤθελε καταντήσει ἐπὶ τέλους φυλετικός. Ἡ θυσία ἦτο μεγάλη, ἀλλ’ ἠδυνάμεθα κατά τινα τρόπον νὰ δικαιολογήσωμεν αὐτὴν ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας, ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἱστορίας. Ὅτε κατόπιν ἐδέχθημεν νὰ παρίστανται Ἄγγλοι δικηγόροι εἰς τὴν ἀνάκρισιν τῶν δηλιακῶν, τὸ ἐπράξαμεν, διότι ἡ Ἀγγλία δὶς καὶ τρὶς ἐπανέλαβε τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν καὶ ἐπέμεινεν εἰς αὐτὴν μέχρις ἐσχάτων· ὁ ἀγγλικὸς στόλος, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Βαλαωρίτου, ἐναυλόχει ἐν Κρήτῃ καὶ τὸ Royal Oak ἐν Σαλαμῖνι μὲ τὴν αὐστηρὰν παραγγελίαν νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ πλήρωμα αὐτοῦ εἰς συγκοινωνίαν οὔτε μὲ τὸν Πειραιᾶ οὔτε μὲ τὰς Ἀθήνας, οἱ δὲ πρέσβεις τῶν προστατίδων Δυνάμεων συνεβούλευον καὶ προέτρεπον τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως μᾶς ἐβεβαίωσε πάλιν ὁ κ. Βαλαωρίτης, νὰ ἐνδώσῃ ἀντὶ πάσης θυσίας εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ἡ θυσία αὕτη δὲν ἦτο μικρὰ, ἀλλ’ εἴχομεν τοὐλάχιστον εὐπρόσωπόν τινα ἀφορμὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα κατά τινα τρόπον νὰ καλύψωμεν τὴν βαρεῖαν ἡμῶν εὐθύνην. Τώρα ὅμως, κύριοι, ποίαν δικαιολογίαν, ποίαν πρόφασιν θὰ ἔχωμεν, ἐνδίδοντες καὶ πληρόνοντες τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν; Δείξατέ μοι τὸν κίνδυνον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζετε τὴν προτεινομένην πολιτικὴν ἀνάγκην. Ποῦ εἶναι ἡ ἀπειλή; ποῦ ἡ ἐπίδειξις τῆς ὑλικῆς βίας; ποῦ αἱ προτροπαὶ καὶ παρακελεύσεις τῶν πρέσβεων νὰ ἐνδώσωμεν εἰς παρομοίαν ἀπαίτησιν, ἄντικρυς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν; ποῦ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἀγγλίας καὶ τὰ ἀλλεπάλληλα αὐτῆς διπλωματικὰ διαβήματα; ποῦ ὁ κίνδυνος, ποῦ ἡ ἀνάγκη; Δὲν ἔχομεν εἰμὴ ἓν μόνον ἔγγραφον τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Καὶ λοιπὸν ἓν ἁπλοῦν χαρτὶ εἶναι ἱκανὸν νὰ μᾶς κάμῃ νὰ τρέμωμεν, νὰ ἐπινοῶμεν ἐκ φόβου βίαν καὶ κινδύνους ἰδανικοὺς, καὶ νὰ σπεύδωμεν καταπατοῦντες καὶ θυσιάζοντες τοὺς νόμους καὶ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος μας!. Ἀλλὰ προβαίνω περαιτέρω· ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐπισείουν, ὄχι μόνον δὲν εἶναι πραγματικὸς, ἀλλ’ οὔτε δυνατὸς καὶ πιθανός. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι εὔκολον, ἵνα μὴ εἴπω ὅτι εἶναι ἀδύνατον, νὰ ἐπαναληφθῇ σήμερον κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὸ 1850. Στηρίζομαι ὅμως μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν δύναμιν τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον μάχεται ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐναργὲς, αὐτόδηλον, οὐχὶ δὲ δεκτικὸν ἀμφισβητήσεως, ὅπως κατὰ τὸ 1850, ὅτε ἡ Ἀγγλία ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εὐπρόσωπόν τινα ἀφορμὴν καθ’ ἡμῶν. Στηρίζομαι εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ὁ πρόεδρος, ὁ περικλεὴς Σὶρ Γλάδστων, καὶ ὡς συγγραφεὺς καὶ ὡς πολιτικὸς ἀπέδειξεν ἀείποτε εὐγενῆ λατρείαν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, οὐδ’ ἀφέθη ποτὲ νὰ παρασυρθῇ ὑπὸ ἐφημέρων ἀδυναμιῶν καὶ προλήψεων, αἵτινες ἐπισκοτίζουσιν ἐνίοτε τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης. Στηρίζομαι ἐπὶ τέλους εἰς τὸν εὐθὺν χαρακτῆρα αὐτοῦ τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ. Λαὸς μέγας καὶ ἐλεύθερος, ὡς ὁ ἀγγλικὸς, ἀδύνατον, κύριοι, νὰ πλανᾶται διαρκῶς ἐπὶ ὑποθέσεως μάλιστα τόσον σαφοῦς καὶ καθαρᾶς. Ἡ διαρκὴς πλάνη εἶναι ἡ μοῖρα τῶν δούλων λαῶν, οἵτινες σήπονται ἐν αὐτῇ, ὅπως σήπονται τὰ λιμνάζοντα ὕδατα ἐν τῇ στασιμότητι. Ἡ ἐλευθέρα συζήτησις τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῆς ἀνθρωπότητος ἐξεγείρει τὴν διάνοιαν τῶν ἐλευθέρων λαῶν, τὴν διαφωτίζει ἀενάως καὶ τὴν καθοδηγεῖ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου. Ἂν ἐξέλιπε, κύριοι, ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ μεγάλη γενεὰ τῶν φιλελλήνων, ἂν ἡ καρδία τῶν Ἄγγλων δὲν πάλλει σήμερον συμπαθῶς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐξέλιπεν ὅμως, ὄχι! δὲν ἐσβέσθη ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον βαδίζει παραλλήλως μὲ τὴν ἐλευθερίαν, ὁ δὲ μέγας καὶ γενναῖος ἐκεῖνος λαὸς δὲν ἀπέμαθεν οὔτε ν’ ἀκούῃ τὴν ἀξιοπρεπῆ γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, οὔτε νὰ πείθεται εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς δικαιοσύνης. Ἐναργῆ τούτου ἀπόδειξιν παρέχει ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς δημοσίας γνώμης ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Οὐδεμία ἀγγλικὴ ἐφημερίς, κύριοι, τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων, ὅσας γινώσκω, γράφει σήμερόν τι περὶ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς χήρας Λόϋδ, οὔτε ὑποστηρίζει αὐτὴν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Ἡ τροπὴ τῆς κοινῆς γνώμης εἶναι φανερά, χάρις δὲ εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν ἀποκαλύπτει ἡ δημοσία συζήτησις, δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι καὶ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησις εἶναι, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς χήρας Λόϋδ κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ ἐντεῦθεν ὁ ἤπιος τρόπος, καθ’ ὃν ἐπιδιώκεται. Ἀλλ’ ἔστω! αἱ σκέψεις μου δὲν ἔχουν καμμίαν βάσιν, αἱ ἐλπίδες μου εἶναι κεναὶ καὶ ἕωλοι· ἡ Ἀγγλία ἔχει σταθεράν, ἀμετάθετον ἀπόφασιν νὰ μετέλθῃ καθ’ ἡμῶν τὴν βίαν, διὰ νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως. Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ σπεύσωμεν ἡμεῖς, πρέπει νὰ προλάβωμεν δίδοντες ὅ,τι ἀδίκως μᾶς ζητεῖται καὶ κλίνοντες δουλικὸν γόνυ, πρὶν ἴδωμεν, ἔστω καὶ μακρόθεν, τὴν βίαν καὶ τὸν κίνδυνον; Ἀλλ’ ἠξεύρετε, κύριοι, ποίαν σημασίαν, ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ τὸ τοιοῦτον ἡμῶν διάβημα; θὰ ᾖναι ἡ νομιμοποίησις τῆς ἀδικίας καὶ ἡ ταπείνωσις τοῦ ἔθνους ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ βία, κύριοι, δὲν αἴρει τὸ δίκαιον, οὔτε ἐξευτελίζει τὸν βιαζόμενον· ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς τὸ δίκαιον διατηρεῖται ἀλώβητον, καὶ ἐπανέρχεται μετ’ ὀλίγον ἐν ὅλῃ τῇ λαμπρότητι καὶ τῇ δυνάμει, ὁ δὲ βιαζόμενος ἀνυψοῦται, ἀλλὰ δὲν ταπεινοῦται διὰ τῆς βίας. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἄνευ βίας, ἄνευ ὑλικῆς πιέσεως, θυσιάζῃ τις τὸ δίκαιόν του εἰς τὸν ἰσχυρὸν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι εἶναι ἰσχυρὸς καὶ μὲ μόνον τὸν φόβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκασθῇ, ἡ τοιαύτη πρᾶξις, προερχομένη ἐξ αὐτοβούλου θελήσεως, νομιμοποιεῖ τὴν ἀδικίαν, τὸν δὲ πράττοντα ἐξευτελίζει διὰ τὸ ταπεινὸν καὶ ἀνελεύθερον τῆς θελήσεως. Ὁ κύπτων ὑπὸ τὴν βίαν εἶναι μάρτυς, ἄξιος τῆς γενικῆς συμπαθείας, ἀλλ’ ὁ ἕρπων ἐνώπιον τοῦ ἰσχυροῦ εἶναι εὐτελὲς ἀνδράποδον, ἄξιον τῆς πάσης περιφρονήσεως (συγκίνησις). Περιμείνατε λοιπόν, κύριοι, τὴν βίαν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ αὕτη. Ἐὰν δὲ φοβῆσθε τὴν βίαν, ἐὰν τρέμετε τὸν κίνδυνον σεῖς, τῶν ὁποίων ἐν τούτοις οἱ πατέρες ἐπὶ ὀκτὼ ὅλα ἔτη ἀντεμετώπισαν τόσους κινδύνους καὶ ἐπάλαισαν πρὸς τόσον φοβερὰν βίαν, διὰ ν’ ἀποκτήσουν τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐκληροδότησαν, περιμείνατε κἂν μίαν ἀπειλήν, διὰ νὰ ἔχητε τοὐλάχιστον ἀσθενῆ τινα πρόφασιν ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ ἔθνους σας. Μὴ ὑποχωρεῖτε εἰς ἓν ἁπλοῦν χαρτί, τοῦ ὁποίου αἱ βάσεις ἀναγνωρίζονται καὶ ὁμολογοῦνται ἀνυπόστατοι καὶ σαθραὶ καὶ παρ’ ἐκείνων ἀκόμη, οἵτινες τὸ προτείνουν. Ἔπειτα, κύριοι, ποῖος ὁ καρπός, ποία ἡ ὠφέλεια τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν; Ἔστω· κλείομεν τοὺς ὀφθαλμούς, πνίγομεν τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας, καταπατοῦμεν τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους, εἰς οὐδὲν λογιζόμεθα τὴν τιμὴν καὶ αὐτονομίαν μας καὶ πληρώνομεν τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν. Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ κλείσωμεν τέλος πάντων τὸν μετὰ τῆς Ἀγγλίας λογαριασμόν μας, τὸν ὁποῖον ἤνοιξε τὸ ἐπάρατον ἐκεῖνο δρᾶμα τοῦ Ὠρωποῦ; Τίς μᾶς ἀσφαλίζει ὅτι ἡ θυσία αὕτη θὰ ᾖναι ἡ τελευταία, ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν πίεσιν, ὅτι θὰ ἡσυχάσωμεν τέλος πάντων, ὕστερον ἀπὸ 14 μηνῶν περισπασμοὺς καὶ δοκιμασίας; Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ἀπατῶμαι, ἀλλ’ ἂν κρίνω ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ νέα αὕτη θυσία ὄχι μόνον δὲν θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς νέας, ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἀδικαιολογήτους καὶ αὐθαιρέτους. Ἀναπολήσατε τὰς θυσίας καὶ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον ἐκάμαμεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ταύτην ὑπόθεσιν καὶ συνδέσατε αὐτὰς μὲ τὰ ἀποτελέσματα καὶ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἐδρέψαμεν, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι οὔτε ὑπερβολικὸς οὔτε ἀπαισιόδοξος εἶμαι. Διὰ νὰ σώσῃ τοὺς εὐγενεῖς ξένους, ἡ ἑλλ. Κυβέρνησις παρέδωκεν εἰς χεῖρας τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν πρωτοβουλίαν αὑτῆς, καὶ οὐ μόνον ἀνέστειλε τὴν κατὰ τῶν λῃστῶν καταδίωξιν, ἀλλὰ καὶ συγκατέβη νὰ διαπραγματευθῇ μετ’ αὐτῶν, νὰ παρακαλέσῃ, νὰ ἱκετεύσῃ, νὰ ἐκλιπαρήσῃ τοιαῦτα μυσαρὰ καὶ ἀποτρόπαια τέρατα. Τί ἐκερδίσαμεν, κύριοι, ἐκ τῆς ἀνυπολογίστου ταύτης θυσίας, ἥτις ἔθηκε τὸ ἀξίωμα τοῦ Κράτους εἰς τοὺς πόδας τοῦ Τάκου; Αἱ Βουλαὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας ἐπέῤῥιψαν οὐχ ἧττον ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας εἰς τὴν ἑλλ. Κυβέρνησιν· τὸν δὲ κ. Ἔρσκιν ἐκήρυξαν ἐντελῶς ἀνεύθυνον, ὡς ἐνεργήσαντα μετὰ συνέσεως καὶ ζήλου πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ, ἐνῷ πᾶν ὅ,τι ἐνεργήθη, ὀφείλεται εἰς τὴν ῥητὴν συγκατάθεσιν, ἂν ὄχι εἰς τὴν ὑπαγόρευσιν τοῦ κ. Πρέσβεως. Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ ἀμοιβή; Ἐκτὸς τούτου διὰ τῆς παρερμηνείας μιᾶς φράσεως, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζετε, ὁ χρηστὸς κ. Ζαΐμης, ὅστις εἶχεν κάμει τόσας θυσίας χάριν τῶν αἰχμαλώτων, παρεστάθη εἰς τὸν κόσμον ὡς κατήγορος, ὡς συκοφάντης τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων· καὶ τί λέγω; ὡς κατήγορος καὶ συκοφάντης ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους· διότι ποίαν τιμὴν, ποίαν ὑπόληψιν δύναται νὰ ἔχῃ ἔθνος, τοῦ ὁποίου οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ κατὰ νομικὸν πλάσμα ἐπίλεκτοι, ἐξελέγχονται τόσον εὐτελῆ καὶ οὐτιδανὰ ὄντα, ὥστε νὰ μεταχειρίζωνται τοὺς λῃστὰς ὡς ὄργανα ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μάλιστα εἰς στιγμὴν τόσον κρίσιμον διὰ τὸ ἔθνος; Ἰδοὺ, Κύριοι, τί ἀπηλαύσαμεν ἐκ τῆς πρώτης θυσίας. Προβῶμεν περαιτέρω. Μετὰ τὸν φόνον τῶν δυστυχῶν αἰχμαλώτων, ἡ κυβέρνησις τοῦ Κ. Ζαΐμη, ἐπιθυμοῦσα νὰ καθησυχάσῃ καὶ ἐξευμενίσῃ τὴν παρωργισμένην Ἀγγλίαν, ἔθηκεν εἰς πυρετώδη, οὕτως εἰπεῖν, κίνησιν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν πρὸς τιμωρίαν τῶν συλληφθέντων λῃστῶν καὶ ἀνακάλυψιν τῶν συνεργῶν τοῦ ἐγκλήματος. Καὶ οἱ μὲν λῃσταὶ ἐντὸς τριάκοντα μόλις ἡμερῶν ἔδωκαν δίκην τῆς μυσαρᾶς των πράξεως, πρὸς ἀνακάλυψιν δὲ τῶν συνεργῶν τέσσαρες εἰδικοὶ ἀνακριταὶ εἰργάζοντο ἡμέραν καὶ νύκτα ἐνταῦθα, ἐν Θήβαις, ἐν Μεγαρίδι καὶ ἐν Λεβαδείᾳ. Καὶ ὅμως ἡ Ἀγγλία ἀπῄτησεν ἐπιμόνως, ἐπιτακτικῶς νὰ παρασταθῶσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν δύω πράκτορες αὐτῆς πρὸς ἐπιτήρησιν καὶ ἔλεγχον τῶν γινομένων. Ἡ ζητηθεῖσα θυσία, Κύριοι, ἦτο μεγάλη, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ παραβιάσεως ἁπλοῦ δικονομικοῦ τύπου, ὡς εἶπε μίαν ἡμέραν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου, ἀλλὰ περὶ τῆς τιμῆς, περὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνης καὶ τῶν ἐντίμων καὶ ἀνεπιλήπτων αὐτῆς ὀργάνων. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, δι’ οὗ ἐγένετο ἡ τοιαύτη παραχώρησις, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι οἱ Ἄγγλοι δικηγόροι ἀπέκτησαν δι’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα ὄχι τοῦ παρίστασθαι ἁπλῶς εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ τοῦ λαμβάνειν γνῶσιν πάντων τῶν ἐγγράφων τῆς δικογραφίας καὶ παντὸς ἀφορῶντος αὐτὴν (ὅπως ἐκφράζεται τὸ ἔγγραφον), τοῦ ἐξετάζειν ἰδιαιτέρως τοὺς μάρτυρας καὶ ἐξελέγχειν αὐτούς τε καὶ τοὺς κατηγορουμένους δι’ ἀντιπαραστάσεως αὐτῶν εἰς πᾶσαν στάσιν καὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν τῆς ἀνακρίσεως· μ’ ἄλλας λέξεις ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῶσι καὶ ἐλέγχωσι τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἥτις, καθ’ ἑαυτὴν δὲν ἐκρίθη ἀξία νὰ ἐμπνεύσῃ πίστιν εἰς τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν. Ὑπεβλήθημεν, Κύριοι, καὶ εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, ἐδέχθημεν τοὺς Ἄγγλους πράκτορας, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῶν ἐτέθη ἡ γενομένη ἀνάκρισις, ἥτις παρετάθη ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακρίσεως ταύτης λαβόντα χώραν σκάνδαλα, ἀναφέρω μόνον ὅτι 500 μάρτυρες ἐξετάσθησαν, 120 ἐπροφυλακίσθησαν, καὶ ἐξ αὐτῶν 11 ἀπέθανον ἐν τῇ φυλακῇ. Ἂν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἀθῷοι, ὦ, κύριοι! τὸ αἷμα αὐτῶν βοᾷ σήμερον ἐνώπιον τοῦ ὑπερτάτου κριτοῦ κατὰ τῆς ἀδικαιολογήτου ἀδυναμίας μας.
§36ΔΑΓΡΕΣ. Κατὰ τῆς ἰσχύος μας.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁμιλῶ, κύριε Δαγρὲ, περὶ τῆς ἐξ ὑποκειμένου ἀδυναμίας, τῆς ἀδυναμίας τῆς ψυχῆς, ἥτις ἐξαγγέλλεται εἰς εὐκόλους θυσίας καὶ εὐτελεῖς ὑποχωρήσεις. Ἐθρηνήσαμεν καὶ δικαίως τὸν σκληρὸν θάνατον τῶν τεσσάρων εὐγενῶν ξένων· δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὰς ἀφανεῖς ταύτας ὑπάρξεις, αἵτινες ἐπνίγησαν εἰς τὸ σκότος τοῦ δεσμωτηρίου, διότι πᾶσα ζωὴ κατὰ τὴν ἱερότητα αὐτῆς εἶναι ἴση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἰδού, κύριοι, αἱ θυσίαι, μεγάλαι, ὡς βλέπετε, καὶ βαρεῖαι. Τί ἐκερδίσαμεν ἐξ αὐτῶν; Ἀκούσατε. Ἡ βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας εἰς ἐπίσημον τόπον, ἐν τῷ ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ εἰς ἐπίσημον στιγμήν, ὅτε ἐκήρυττε τὴν ἔναρξιν τῶν ἀγγλικῶν βουλῶν, διεκήρυξεν ἐνώπιον τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν γερουσιαστῶν, ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι ἡ ἀνάκρισις, ἡ ἐνεργηθεῖσα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν Ἄγγλων δικηγόρων, ἡ παραταθεῖσα ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, ἡ ἀνακινήσασα ὅλον τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, ἡ τόσα θύματα προπέμψασα εἰς τὸν τάφον δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς δικαίας προσδοκίας τῆς Ἀγγλίας, οὔτε ἐπέτυχε τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν· ἐβεβαίωσε δὲ ὅτι θὰ ἐπαναληφθῇ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Ποῖαι ἦσαν, κύριοι, αἱ προσδοκίαι τῆς Ἀγγλίας, αἵτινες ἐψεύσθησαν, καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς ἀνακρίσεως, ὅστις ἀπέτυχεν; Ἴσως εἶμαι ὑπερβολικός, ἴσως εἶμαι ἀπαισιόδοξος, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως αἱ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προσδοκίαι τῆς Ἀγγλίας ἦσαν νὰ ἀποδειχθῇ καὶ βεβαιωθῇ ἡ μαύρη ἐκείνη συκοφαντία κατὰ τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὡς συντρόφων τῶν λῃστῶν, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἀνακρίσεως ἦτο νὰ ἐγκαθειρχθῶμεν ὅλοι ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς φυλακάς, διὰ νὰ ἐξιλεώσωμεν τὰς σκιὰς τῶν ἐν Πικέρμι πεσόντων εὐγενῶν Ἄγγλων! Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ τοιαύτη ἀμοιβή; Συγκόπτεται, κύριοι, ἡ καρδία μου διὰ τῆς ἀναμνήσεως παρομοίων θλιβερῶν γεγονότων, καὶ ὅμως πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω, πρέπει νὰ τελειώσω, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθοῦν καὶ οἱ πλέον δύσπιστοι, ὅτι αἱ θυσίαι εἶναι ὄχι μόνον μάταιαι, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς. Ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου σᾶς εἶπον, λαός καὶ κυβέρνησις καὶ πάντες οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες ᾐσθάνθημεν ἐγκάρδιον καὶ ζωηρὰν λύπην διὰ τὸν σκληρὸν θάνατον τῶν εὐγενῶν ξένων. Τὴν θλῖψιν δὲ ταύτην ἐξεδηλώσαμεν ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ, διὰ λόγων, δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων, δι’ ἔργων, διὰ χρηματικῶν θυσιῶν καὶ διὰ τῆς ἐν γένει διαγωγῆς μας κατὰ τὰς πενθίμους καὶ μαύρας ἐκείνας ἡμέρας. Ὁ ἐν Λονδίνῳ ἡμέτερος πρέσβυς ἐξέφρασεν ἐπισήμως τὴν λύπην τοῦ βασιλέως, τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἔθνους. Οἱ κάτοικοι τῆς πρωτευούσης, τὸ ἐνθυμεῖσθε, κατηφεῖς, περίλυποι καὶ βαθέως συγκεκινημένοι, συνωδεύσαμεν τὴν ἐκφορὰν τῶν νεκρῶν. Οἱ νεαροὶ καὶ προσφιλεῖς ἡμῶν Βασιλεῖς, ἡ ἐλπὶς καὶ τὸ ἀγλάϊσμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πεζῇ παρηκολούθησαν τὴν νεκρικὴν τελετήν· κραυγὴ λύπης καὶ ὀδύνης διῆλθεν ἀνὰ μέσον τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, αὐτοῦ τε ἐλευθέρου καὶ μή, καὶ ἡ συμφορὰ τοῦ Δηλίου ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῖν ὡς συμφορὰ ἐθνική. Πῶς ἀπεκρίθησαν, κύριοι, εἰς τὸ ὁμόφωνον, εἰς τὸ εὐγενὲς τοῦτο αἴσθημα ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔθνους; ἀκούσατε. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἀπήντησεν εἰς τὸν ἡμέτερον πρεσβευτὴν, ὅτι ἡ καλλιτέρα ἔκφρασις τῆς λύπης τῆς Ἑλλάδος θὰ ᾖναι, ἂν ἡ δικαιοσύνη πλήξῃ ἀπηνῶς τὰ ὑψηλὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐνέχονται εἰς τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου. Ἐν τῇ ἄνω καὶ τῇ κάτω Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας ὁ λόρδος Καρναβὼν καὶ ὁ Σὶρ Ῥάουνδελ Πάλμερ ἐξήνεγκαν ἀπὸ τοῦ βήματος κατηγορίας κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τόσον πικρὰς καὶ ἀδίκους, ὥστε δὲν θὰ ᾖναι τις ὑπερβολικὸς, ἄν τὰς χαρακτηρίσῃ συκοφαντίας καὶ βλασφημίας· μεταξὺ δὲ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς ἀγγλικὰς Βουλὰς, ἐδημοσιεύθησαν εἰς ὅλας τὰς ἀγγλικὰς ἐφημερίδας καὶ ἀνεγνώσθησαν ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, ὑπάρχει καὶ ἕν ἔγγραφον τοῦ πρώην πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας Κ. Ἔρσκιν, ὅστις εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ καθυβρίσῃ ἐπισήμως ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, γράφων τὰ ἑξῆς: the Greeks are all liars, δηλ. οἱ Ἕλληνες εἶναι ὅλοι ψεῦσται! Δὲν λέγω τίποτε περὶ τοῦ ἀγγλικοῦ τύπου· οὗτος ὑπερέβη πᾶν μέτρον καὶ ἀπέπτυσε πάντα χαλινὸν, ἀνάξιον δὲ θεωρῶ καὶ νὰ μνημονεύσω ἁπλῶς ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἀγγλικὰς ἐφημερίδας, διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἐλεειναὶ βωμολοχίαι — Συγχωρήσατέ μοι τὴν λέξιν Οὕτω, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς, ἐνῷ προσῆλθεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἱκέτις καὶ πενθοῦσα διὰ τὸ δυστύχημα τοῦ Δηλίου, ὑβρίσθη, ἐσυκοφαντήθη, ἐπροπηλακίσθη, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καὶ κατέστη ὄνειδος ἀνθρώποις καὶ ἐξουδένημα λαῶν! Ἰδοὺ ἡ ἀμοιβὴ, ἰδοὺ ὁ καρπὸς τοσούτων καὶ τηλικούτων θυσιῶν καὶ παραχωρήσεων καὶ ἐξευτελισμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους κατέβημεν, διὰ νὰ ἐξευμενίσωμεν τὴν Ἀγγλίαν. Τίς θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἐκ τῆς προκειμένης θυσίας θὰ δρέψωμεν ἄλλον καρπὸν, καὶ θὰ λάβωμεν ἄλλην ἀμοιβήν; Ποῦ στηριζόμενοι δυνάμεθα νὰ πείσωμεν ἑαυτοὺς, ὅτι ἡ προκειμένη θυσία θὰ ᾖναι ἡ τελευταία, ἀφοῦ πικρὰ πεῖρα 14 ἤδη μηνῶν μᾶς διδάσκει, ὅτι ὅσῳ μᾶλλον προβαίνομεν εἰς τὴν ὀλεθρίαν ταύτην ὁδὸν τῶν θυσιῶν καὶ παραχωρήσεων, τόσῳ μᾶλλον ἡ θέσις ἡμῶν καθίσταται ἐπισφαλὴς, καὶ ἀντὶ νὰ ἐξέλθωμεν τῶν δυσκολιῶν, ἔτι μᾶλλον περιπλεκόμεθα εἰς αὐτάς; Ἀλλὰ διατί, κύριοι, νὰ κάμνω εἰκασίας; διατί νὰ καταφεύγω εἰς ὑποθέσεις καὶ πιθανολογίας; Αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἥν ὁμιλοῦμεν ἐνταῦθα, καθ’ ἥν συζητοῦμεν ἂν πρέπει νὰ ἐνδώσωμεν εἰς ἀπαίτησιν ἄδικον καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ αὐθαίρετον, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς νέα ἀπαίτησις, νέα ἀξίωσις τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ λόγος τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἡ ἀνάκρισις τοῦ κακουργήματος τοῦ Δηλίου δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας τῆς Ἀγγλίας, οὐδ’ ἐπέτυχε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε, καὶ ἡ ὑπόσχεσις αὐτῆς, ὅτι θὰ ἐπαναληφθῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ. Καὶ τῳόντι ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπῄτησεν ἀπὸ τῆς ἑλληνικῆς νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνάκρισις, καὶ ν’ ἀπολυθῇ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγὴ ἐθεωρήθη ἀξιόμεμπτος. Τοῦτο ἔδωκε χώραν εἰς διαμειβὴν διπλωματικῶν ἐγγράφων μεταξὺ τῶν δύω κυβερνήσεων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσαμεν ὅλοι μεταφρασμένα εἰς τὰς ἑλλ. ἐφημερίδας τῆς Τεργέστης, διότι καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, ὡς αἱ προκάτοχοι αὐτῆς, ἀπηξίωσε νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, προτιμήσασα τὸν μυστικισμὸν, ὅστις θεωρεῖται παρ’ ἡμῖν ὡς ἡ πληρεστάτη ἔκφρασις τῆς διπλωματικῆς ἱκανότητος καὶ περινοίας. Ὁ μυστικισμὸς οὗτος εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀνεξήγητος, καθόσον ἡ διοικοῦσα τὸν τόπον μερὶς, ὅτε ἦτο εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κατέκρινεν αὐτὸν πικρῶς, καὶ εἶχε πληρέστατα δίκαιον, διότι τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου τὴν σημαίαν εἶχεν ἀνυψώσει ἡ κυβερνῶσα μερὶς, εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον μὲ τὸν μυστικισμὸν, ὅστις εἶναι ὁ κυριώτερος χαρακτὴρ τῶν ἀπολύτων κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μεταξὺ τῶν δύω κυβερνήσεων, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι πολὺ κουρασμένος καὶ σεῖς, ἐξάγεται, κύριοι, ὅτι εὐτυχῶς ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνάκρισις ἐν γένει, προσφερθεῖσα μόνον νὰ δεχθῇ νέαν ἀνάκρισιν ἐπὶ θεμάτων μὴ ἐξαντληθέντων ὑπὸ τῶν δικαστικῶν βουλευμάτων, μήτε ἀναφερομένων εἰς πρόσωπα, περὶ τῆς τύχης τῶν ὁποίων ἀπεφάνθησαν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως τὰ δικαστικὰ συμβούλια. Τοῦτο περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν, καὶ τὸ ὁμολογῶ εὐχαρίστως, διότι εἶναι βέβαιον καὶ ἀναντίῤῥητον. Ἀλλ’ ἐπίσης βέβαιον καὶ ἀναντίῤῥητον κατὰ δυστυχίαν εἶναι, κύριοι, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ἐναντίον τῆς ἀληθείας, ἐναντίον αὐτῆς τῆς πεποιθήσεώς της, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ εἰσαγγελέως Παππαφράγκου, ὅστις ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ τὴν εἰς δίκην παραπομπὴν τοῦ εὐπατρίδου Νόελ, ἦτο ἀξιόμεμπτος καὶ ἀδικαιολόγητος.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κανεὶς δὲν εἶπεν αὐτό.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς δὲν τὸ εἶπε κανείς; Διπλωματικὰ, ἐπίσημα ἔγγραφα, ὑποβληθέντα εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας, βεβαιοῦσιν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρετανίας ἐπέμεινε ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ διαγωγὴ τοῦ εἰσαγγελέως Παππαφράγκου ἀξιόμεμπτος, ὡς δεῖγμα δὲ τῆς τοιαύτης ἀναγνωρίσεως ἀπῄτησε τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου· ὅτι ὁ κ. Ἔρσκιν ἀναγγέλλει εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ὅτι καὶ ὁ μακαρίτης Χριστόπουλος, ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ σεῖς, κ. Κουμουνδοῦρε, ὡς ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ καὶ πρόεδρος τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, ἀνεγνωρίσατε, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ εἰσαγγελέως Παππαφράγκου ἦτο ἀδικαιολόγητος. Εἶναι τοῦτο ψευδές; Ἂν ᾖναι ψευδές, διατὶ δὲν ἐσπεύσατε νὰ τὸ ἐπανορθώσητε ἐπισήμως; Ἂν δὲ τὸ ἐπράξατε, τί πταίομεν ἡμεῖς ἀγνοοῦντες αὐτό, ἀφοῦ δὲν μᾶς ἀνεκοινώσατε οὐδὲν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κρατεῖτε μυστικὰ εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου; Ἐξ ἐπισήμων λοιπὸν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπείκοντες εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλίας, ἐκηρύξατε ἐπίμεμπτον καὶ ἀδικαιολόγητον τὴν διαγωγὴν δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἐντίμως ἐκπληρώσαντος τὸ καθῆκόν του, κατὰ τὴν περὶ τούτου πεποίθησιν ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ὑμῶν τῶν ἰδίων. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἐτιμωρήσατε τὸν ἀξιόλογον τοῦτον ὑπάλληλον μὲ τὴν ποινὴν τῆς παύσεως, ὅπως ἀπῄτει ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις, τὸν ἐτιμωρήσατε ὅμως μὲ μετάθεσιν, τοῦθ’ ὅπερ δι’ ἡμᾶς δὲν διαφέρει πολύ, διότι καὶ ἡ μετάθεσις σᾶς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ξένων, καὶ σεῖς τὴν ἀπεδέχθητε καὶ τὴν ἐφηρμόσατε ὡς ποινὴν ἐναντίον τῆς ἰδίας σας πεποιθήσεως...
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ μετάθεσις τοῦ εἰσαγγελέως δὲν ἐγένετο κατὰ πρότασιν τοῦ Κ. Ἔρσκιν, ἀλλὰ κατ’ αἴτησιν τοῦ ἰδίου Παππαφράγκου.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Πιθανὸν νὰ προεκλήθη τοιαύτη αἴτησις· τὸ πιστεύω ἀφοῦ τὸ βεβαιόνετε, ἀλλ’ ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι μία ἀπὸ τὰς συνήθεις οἰκονομίας τῶν κυβερνήσεων. Εἶναι ἐπίσης βέβαιον, κύριοι, ὅτι μετετέθη ἐκ Πατρῶν εἰς τὸ ἐνταῦθα ἐφετεῖον ὁ ἀντεισαγγελεὺς Κ. Χοϊδᾶς, διὰ νὰ διευθύνῃ αὐτὸς τὴν νέαν ἀνάκρισιν, ἥτις ἤρξατο ἤδη. Οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Κ. Χοϊδᾶ· ὁ νέος δύναται νὰ ᾖναι καὶ εἶναι βεβαίως ἱκανώτατος καὶ δραστηριώτατος ὑπάλληλος, ἔχει δὲ περιπλέον καὶ τὸ ἰδιάζον προτέρημα, κατὰ τὸν Κ. Ἔρσκιν, νὰ ᾖναι Ἰόνιος ὑπήκοος....
§42ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Ἰόνιος ὑπήκοος· ἐγεννήθη εἰς Ναύπλιον· εἶναι Μωραΐτης.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐννοεῖτε, Κ. Ῥωμαῖε, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἐπιθυμίαν ν’ ἀνοίξω ἔριδα περὶ τῆς πραγματικῆς πατρίδος τοῦ Κ. Χοϊδᾶ· διερμηνεύω ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἔγραψε περὶ τούτου ὁ Κ. Ἔρσκιν εἰς τὴν κυβέρνησίν του — ἀλλὰ μ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἠμπορῶ νὰ ἔχω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Κ. Χοϊδᾶ, οὐχ ἧττον θεωρῶ ἀδικαιολόγητον τὴν μετάθεσίν του, ὄχι μόνον διότι δι’ αὐτῆς προσεβλήθησαν ἀδίκως δύω τῶν ἀνωτέρων λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς καὶ ὁ Κ. Χατζίσκος, οἵτινες ἦσαν ἄξιοι μείζονος ὑπολήψεως καὶ ἐμπιστοσύνης διά τε τὴν ἱκανότητα καὶ τὸν χαρακτῆρά των, ἀλλὰ διότι πρὸ πάντων ἡ μετάθεσις ὑπηγορεύθη ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὅπως βεβαιοῖ τοῦτο αὐτὸς ὁ Κ. Ἔρσκιν, γράφων ἐπισήμως πρὸς τὴν κυβέρνησίν του. Ἡ τοιαύτη δὲ ἀνάμιξις τῶν ξένων, οὐχὶ πλέον εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν ἔτι τὸν διορισμὸν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς, ἀποδεικνύει ἠθικὴν ἀδυναμίαν τῆς κυβερνήσεως ἀσύγγνωστον καὶ τάσιν αὐτῆς ἐπικίνδυνον πρὸς νέας θυσίας καὶ παραχωρήσεις, βαρυτέρας τῶν μέχρι τοῦδε. Εἶναι ἐπὶ τέλους βέβαιον, κύριοι, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐδέχθη μὲν νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἀνάκρισις εἰς μόνας τὰς ἐπιστολὰς, τὰς εὑρεθείσας ἐν τῇ καλύβῃ τοῦ Σελιάμη, ἀλλ’ ὅμως ῥητῶς καὶ σαφῶς ἐπεφυλάξατο πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας ὡς πρὸς τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν θὰ νομίσῃ πρέπον νὰ τραπῇ μετὰ τὸ πέρας τῆς περιωρισμένης ταύτης ἀνακρίσεως. Τὸ περὶ τούτου σχετικὸν ἔγγραφον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. Ὁ λόρδος Γράμβιλ τῷ Κ. Ἔρσκιν. 18|2 Μαρτίου 1871. «Ἡ κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπὸ 4 Φεβρουαρίου ὑμετέραν ἔκθεσιν περὶ τῆς ἀνακρίσεως, ἣν διέταξεν ἡ ἑλλην. κυβέρνησις περὶ τῆς ληστείας. Νῦν δὲ πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἀπὸ 28 Ἰανουαρίου διακοίνωσις τοῦ Κ. Χριστοπούλου, ἧς ἀπεστείλατε ἀντίγραφον, δὲν διεσκέδασε τὴν λυπηρὰν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἀνάσσης ἡ διαγωγὴ τοῦ πρώην εἰσαγγελέως, ἀποκρύψαντος τὰς ἐν τῇ καλύβῃ τοῦ Σελιάμη εὑρεθείσας δύο ἐπιστολάς.» Ὁ μακαρίτης Χριστόπουλος, Κύριοι, διέτρεφε τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῆς διακοινώσεώς του, ἥτις ἦτο γεγραμμένη ὁμολογουμένως μὲ κριτικὴν καὶ δύναμιν λόγου ὄχι κοινὴν, ἤθελε πείσει τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν νὰ παραιτηθῇ ἐντελῶς τῆς ἀξιώσεώς της· ἀλλ’ ὡς βλέπετε, ἡ ἐλπὶς αὕτη ἐψεύσθη δυστυχῶς. «Οὐχ ἧττον ἡ κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὡς ὁμολογίαν, ὅτι ἡ ἑλλην. Κυβέρνησις θεωρεῖ τὴν διαγωγήν του ἐπίμεμπτον». «Ἡ κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης θὰ περιμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς νῦν ἐκκρεμοῦς δίκης, ἐπιφυλαττομένη πλήρη ἐλευθερίαν ὡς πρὸς τὴν πορείαν, ἣν θὰ νομίσῃ τότε δίκαιον καὶ πρέπον νὰ τραπῇ. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι οἱ ΚΚ. Κόξων καὶ Ἄλλαν θὰ παρίστανται εἰς τὴν διαδικασίαν.» Βλέπετε, κύριοι, ὅτι μένει πάντοτε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως. Εἶναι δὲ περίεργον ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως μ’ ὅλην τὴν κοινῶς ὁμολογουμένην εὐφυΐαν του δὲν ἐνόησεν, ἢ ἐπροσποιήθη ὅτι δὲν ἐνόησε, τὴν σημασίαν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως· διότι ὁ Κ. Ἔρσκιν βεβαιοῖ, ὅτι ὅτε ἀνεκοίνωσεν αὐτὴν εἰς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, οὗτος εὐχαριστήθη πολὺ διὰ τὴν μετριοπάθειαν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως (ἱλαρότης)....
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Κ. Ἔρσκιν.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται, ἂν ὄχι περὶ αὐτοῦ; τί ἄλλο σᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ Κ. Ἔρσκιν, ὅτε εὐχαριστήθητε τόσον πολὺ, εἰμὴ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς κυβερνήσεώς του περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἀνακρίσεων; ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ τούτου ἐγείρεται, ὡς βλέπετε, ἀμφιβολία, εἶμαι, κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ Κ. Ἔρσκιν πρὸς τὸν λόρδον Γράμβιλ. «Ἀθῆναι, 21|4 Μαρτίου 1871. Τὴν παρελθοῦσαν νύκτα ἔλαβον τὸ ἀπὸ 2 Μαρτίου τηλεγράφημα τῆς Ὑμ. Ἐξ., ἀνακοινοῦν μοι τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως τῆς Ἀνάσσης περὶ τῆς λυπηρᾶς διαγωγῆς τοῦ πρώην εἰσαγγελέως. Τοῦ κυρίου Χριστοπούλου νοσοῦντος ἔτι, ἀπῆλθον σήμερον εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ πρωθυπουργοῦ κυρ. Κουμουνδούρου, καὶ ἀνεκοίνωσα αὐτῷ τὴν οὐσίαν τῶν ὁδηγιῶν τῆς Ὑμ. Ἐξ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐφάνη λίαν εὐχαριστημένος ἐκ τοῦ μετριοπαθοῦς ὕφους, δι’ οὗ διετυπώθησαν αἱ προθέσεις τῆς κυβερνήσεως τῆς Ἀνάσσης, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἐνεργηθῇ νέα ἀνάκρισις περὶ τῶν δύω πρὸς τοὺς λῃστὰς ἐπιστολῶν, αἵτινες εὑρέθησαν ἐν τῇ καλύβῃ τοῦ Σελιάμη, καὶ ἐπισπευσθῇ ἡ ἔναρξις τῆς ἐνώπιον τοῦ κακουργοδικείου δίκης. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος προσέθηκεν, ὅτι δὲν διστάζει νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κυρίου Χριστοπούλου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἐκφρασθῇ ἄριστα ἡ γνώμη αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως.»....
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ἐπετύχομεν νὰ περιορισθῇ ἡ ἀνάκρισις....... Ἀλλ’ ἐξακολουθήσατε· θὰ ἀπαντήσωμεν κατόπιν.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἐδέχθητε νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ γενομένη καὶ περαιωθεῖσα ἀνάκρισις, λέγω ὅμως καὶ ἀποδεικνύω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καίτοι δεχθεῖσα νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ νέα ἀνάκρισις εἰς τὰς δύω ἐπιστολὰς τοῦ Σελιάμη, οὐχ ἧττον ἐπεφυλάχθη νὰ πράξῃ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς πᾶν ὅ,τι θεωρήσῃ πρέπον καὶ δίκαιον. Ὁ πρόδηλος δὲ σκοπός μου εἶναι οὐχὶ νὰ ἐλέγξω τινὰ, διότι περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον, ἀλλὰ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι καὶ ἂν πληρώσωμεν τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν, δὲν κλείομεν τὸν μετὰ τῆς Ἀγγλίας λογαριασμόν μας· διότι ὑπάρχει ἤδη ἐκκρεμὴς νέα ἀπαίτησις, τῆς ὁποίας αἱ περιπέτειαι μᾶς εἶναι ἄγνωστοι ἀκόμη. Ἡ θυσία λοιπὸν, κύριοι, ἥτις μᾶς ζητεῖται, δὲν ἀντιστρατεύεται μόνον πρὸς τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου, δὲν ὑβρίζει μόνον τὴν ἐθνικήν μας φιλοτιμίαν, ἀλλ’ εἶναι καὶ καθ’ ἑαυτὴν ἄσκοπος καὶ ματαία, ζημίαν μᾶλλον ἀντὶ ὠφελείας δυναμένη νὰ φέρῃ εἰς τὸ ἔθνος. Καὶ ἐν τούτοις ἡ θυσία αὕτη, ἥτις φαίνεται τόσον μικρὰ, εἶναι μεγάλη, εἶναι βαρεῖα, βαρυτέρα τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, ὅταν ἐξετάσῃ τις αὐτὴν κατὰ βάθος, ὅταν ἀναλογισθῇ καὶ ἐκτιμήσῃ τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Εἶναι πρόδηλον τῳόντι, ὅτι ἂν πληρώσωμεν εἰς τὴν χήραν Λόϋδ ἀποζημίωσιν διὰ τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου, ἀνοίγομεν ἀσυνέτως τὴν θύραν εἰς πᾶσαν ἀπαίτησιν ὁμοίας φύσεως. Οὐδεὶς λόγος μᾶς μένει νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ἄλλους ὅ,τι σήμερον παραχωροῦμεν εἰς τὴν χήραν Λόϋδ. Ἂν ὑπεκύπτομεν εἰς τὴν βίαν, ὤ! τότε ἠδυνάμεθα, κύριοι, νὰ ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν τῆς ἀνάγκης καὶ νὰ ἀρνηθῶμεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ὅ,τι σήμερον ἤθελε μᾶς ἀποσπασθῆ διὰ τῆς βίας· διότι ἡ βία, κύριοι, ὡς ἐξαίρεσις, ὡς ἀταξία ἐν τῷ νομικῷ κόσμῳ, δὲν καθιεροῖ καθ’ ἑαυτὴν προηγούμενον, οὔτε χρησιμεύει ποτὲ ὡς ἀποχρῶσα δικαιολογία πρὸς ἑκουσίαν ἐπανάληψιν τοῦ κατ’ ἀνάγκην πραχθέντος. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἄνευ βίας, ἄνευ ἀνάγκης, αὐτοβούλως καὶ αὐτοπροαιρέτως, πρόκειται σήμερον νὰ πληρώσωμεν τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν τῶν δέκα χιλιάδων λιρῶν. Ποῦ λοιπὸν στηριζόμενοι θὰ ἀρνηθῶμεν αὔριον εὐλόγως νὰ ἀποζημιώσωμεν ἕτερον ὑπήκοον τῆς Ἀγγλίας, ἢ τῆς Γαλλίας, ἢ οἱασδήποτε ἄλλης Εὐρωπαϊκῆς Δυνάμεως, ὅστις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πάθῃ ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τῶν ληστῶν ἢ ἄλλων κακούργων, ἂν μάλιστα κυριευθῆ ἀπὸ τὴν ὄρεξιν νὰ κάμῃ ἐκδρομὰς εἰς ἔρημα καὶ ἀκατοίκητα μέρη, καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὸν κίνδυνον ὡς διασκέδασιν καὶ ὡς ἀφορμὴν, διὰ νὰ διακριθῇ κατόπιν ὡς συγγραφεὺς περιέργου διηγήματος; Ἔπειτα ἂν φανῆτε τόσον ἐλευθέριοι πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ, ἂν χορηγήσητε εἰς αὐτὴν τὰ μέσα τοῦ νὰ ζήσῃ καὶ ἀποκαταστήσῃ τὰ τέκνα της πλουσιοπαρόχως, δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, πῶς θὰ ἀρνηθῆτε νὰ περιθάλψητε τὸν συμπολίτην σας, ὅστις ἀκρωτηριάζεται ἢ καίεται ἢ ἐρημοῦται ὑπὸ τῶν ληστῶν; Καὶ μὴ λησμονεῖτε ὅτι αὐτὸς ὁ συμπολίτης σας, ὅστις θὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ παράδειγμα τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ, συντρέχει διὰ τῆς ἐργασίας καὶ τῶν πόρων εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ Κράτους, καὶ δικαιοῦται ν’ ἀπολαμβάνῃ ὡς ἀντάλλαγμα πλήρη ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας του. Μέχρι τοῦδε οὐδεὶς Ἕλλην σᾶς ἐζήτησέ ποτε ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα ἔπαθεν ὑπὸ ληστῶν· τείνει ἐνίοτε τὴν χεῖρα κἀνὲν πτωχὸν καὶ δυστυχὲς θῦμα, καὶ δίδετε εἰς αὐτὸ 20 ἢ 30 δραχμὰς, ἔλεος πενιχρὸν, μὲ τὸ ὁποῖον θεραπεύει τὴν πεῖναν ἐπί τινας ἡμέρας· οὐδὲν πλέον. Ἀλλ’ αὔριον, ἀφοῦ δεχθῆτε τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ, οἱ συμπολῖταί σας θὰ σᾶς ὑποβάλουν παρομοίας ἀπαιτήσεις περὶ ἀποζημιώσεως. Τὶ θὰ πράξητε; θὰ ἀρνηθῆτε; ἀλλὰ τότε πῶς θὰ δικαιολογήσητε τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο προνόμιον τῶν ξένων κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ὑπηκόους; Εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου, εἰς ποῖον Κράτος οἱ ξένοι χαίρουν προνόμια ἀπέναντι τῶν πολιτῶν; Βλέπετε, κύριοι, εἰς ποίας συνεπείας ἐκτίθεται ἀναγκαίως τὸ Κράτος διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ. Ἀδύνατον ν’ ἀρνηθῶμεν δικαίως εἰς ἄλλον ξένον τὴν αὐτὴν ἀποζημίωσιν· ἀδύνατον πολὺ περισσότερον νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν πολίτην Ἕλληνα. Ἅμα ὅμως ἀνοίξωμεν τοιαύτην θύραν, ἡ χρεωκοπία θὰ εἰσελάσῃ δι’ αὐτῆς εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποτίσῃ τόσας ἀποζημιώσεις, καὶ ἂν εἰς τὸ ταμεῖόν του ἐγχυθῆ ἀμέσως ὁλόκληρος ὁ θησαυρὸς τοῦ Λαυρίου. Ἀλλ’ ἀκούσατε, κύριοι, ἄλλην συνέπειαν τῆς ἀποδοχῆς πολὺ δεινοτέραν. Πῶς θὰ διερμηνευθῇ εἰς τὴν καθολικὴν συνείδησιν τῆς Εὐρώπης ἡ παρ’ ἡμῶν ἀποδοχὴ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς χήρας Λόϋδ; Ποῖον λόγον, ποίαν ἐξήγησιν θὰ δώσῃ ὁ κόσμος ὅλος εἰς τὴν πρᾶξίν μας ταύτην; Ἡ ἀπαίτησις καθ’ ἑαυτὴν δὲν στηρίζεται εἰς κἀνένα νόμον, εἰς καμμίαν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, οὐδ’ ἐπιβάλλεται διὰ τῆς βίας, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται ἑκουσίως ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἐλευθέρως συζητούντων καὶ μυστικῶς ψηφοφορούντων. Ἄλλη λοιπὸν ἐξήγησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἀπόφασίν μας, εἰμὴ ὅτι συναισθανόμεθα ἐνδομύχως, ὅτι εἴμεθα κατά τι ἔνοχοι καὶ ὑπαίτιοι διὰ τὸ ἀξιοθρήνητον δρᾶμα τοῦ Ὠρωποῦ, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τὴν ὕπαρξιν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, αἵτινες κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν γενικῶν τοῦ δικαίου ἀρχῶν συνιστῶσιν ἐνοχήν τινα τοῦ Κράτους εἰς τὸ διαπραχθὲν κακούργημα. Ἐμμέσως, βλέπετε, ἀλλ’ οὐχ ἧττον σαφῶς καὶ καθαρῶς θὰ ὁμολογήσωμεν ἑαυτοὺς ἐνόχους ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς ἱστορίας. Ὅ,τι λοιπὸν δὲν κατωρθώθη δι’ ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε μέσων, ὅ,τι δὲν ἐπετεύχθη δι’ ἀνακρίσεως μακρᾶς, καθ’ ἣν ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν μέσα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀδικαιολόγητα καὶ ἀκατονόμαστα, θὰ κατορθωθῇ δι’ ἡμῶν αὐτῶν, διὰ πράξεως ἐλευθέρας, ἀνεπηρεάστου, αὐτοπροαιρέτου ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους! καὶ οἱ ἐχθροί μας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ὀλίγοι, θὰ λάβουν λοιπὸν τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀνακράξουν θριαμβεύοντες Habemus reum confitentem, «οἱ ἔνοχοι ὁμολογοῦσιν οἱ ἴδιοι τὴν ἐνοχήν των!» Ὤ, κύριοι! αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ πράξετε, αὐτὸ δὲν θὰ τὸ πράξετε· θὰ ἦτο καθαρὰ αὐτοκτονία, καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ αὐτοκτονήσετε, διότι φονεύετε τὸ ἔθνος. (συγκίνησις). Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, πρὶν τελειώσω νὰ ἐλαφρώσω τὴν καρδίαν μου ἀπὸ ἄχθος βαρύ, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν πιέζει. Λυπηρὸν βεβαίως εἶναι εἰς πάντα Ἕλληνα νὰ βλέπῃ τὴν Ἀγγλίαν προσφερομένην ἀπό τινος χρόνου μὲ τόσην σκληρότητα, μὲ τόσην ἀδικίαν πρὸς ἔθνος μικρὸν καὶ ἀσθενές, εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ ὁποίου τόσον πολὺ συνετέλεσε (σιγὴ βαθεῖα). Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς ἰδίως τοὺς νεωτέρους, τοῦτο εἶναι σκληρὰ ἀπογοήτευσις. Οἱ νεώτεροι ἡμεῖς, οἱ λαβόντες ἀφορμὴν νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τὴν μελέτην τῆς ἱστορίας καὶ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἔθνους, οἱ περιπαθῶς ἀγαπήσαντες τὴν μητέρα τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, οἱ πάντοτε ἐλπίσαντες ἐπὶ τῇ γενναίᾳ συνδρομῇ αὐτῆς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡμεῖς, κύριοι, συνεχόμεθα ὑπὸ βαρείας, ὑπὸ ἀνηκούστου θλίψεως, βλέποντες ἀπό τινων ἐτῶν τὴν Ἀγγλίαν, παραιτήσασαν τὴν γενναίαν, τὴν χριστιανικὴν πολιτικήν της ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ πλήττουσαν σκληρῶς καὶ ἀδυσωπήτως τὴν μικρὰν Ἑλλάδα εἰς ὅ,τι αὕτη ἔχει ἱερὸν καὶ τιμαλφές, εἰς τὴν φιλοπατρίαν της, εἰς τὴν αὐτονομίαν της, εἰς τὴν τιμήν της! (συγκίνησις). Τί ἔπραξε, κύριοι, τὸ δυστυχὲς αὐτὸ ἔθνος, διὰ νὰ καταστῇ ἄξιον τοιαύτης σκληρᾶς συμπεριφορᾶς, οἵαν δὲν μετέρχεται ἡ Ἀγγλία οὔτε εἰς αὐτὰ τὰ ὑποτελῆ αὐτῇ ἔθνη; Χθὲς ἔτι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐῤῥίπτετο εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἀγγλίας καὶ φρενητιωδῶς ἀνεκήρυττεν ἡγεμόνα αὑτοῦ τὸν Ἀλφρέδον, τοῦ ὁποίου τὸ γλυκὺ ὄνομα καὶ σήμερον ἀκόμη ψελλίζουσι τὰ ἀθῶα χείλη τῶν μικρῶν ἑλληνοπαίδων. Θὰ παρέλθῃ βεβαίως, κύριοι, ἡ δοκιμασία, θὰ παρέλθωσιν αἱ πονηραὶ ἡμέραι, τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ ἑλληνισμός· δὲν ἀπελπίζομαι ἐντελῶς ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ ἐπανεύρῃ τὸν ἀπολεσθέντα φιλελληνισμόν, ὅτι θὰ ἐπανεύρῃ τὴν χριστιανικήν, τὴν γενναίαν πολιτικήν της ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ δοκιμασία αὕτη, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦν αἱ πονηραὶ ἡμέραι, ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ προασπίζωμεν εὐτόλμως τὰ δικαιώματα ἡμῶν, τὰ στενότατα συνδεδεμένα μὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν, μὲ τὴν τιμήν μας. Μὴ τρέμωμεν, κύριοι, ὡς δειλὰ καὶ περιδεῆ στρουθία εἰς τὴν ἀσθενεστέραν τοῦ ἀνέμου πνοήν, εἰς τὴν ἐλαφροτέραν τοῦ ζεφύρου αὔραν· ἀνανήψωμεν ὀλίγον, ἐνθυμούμενοι τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον ῥέει εἰς τὰς φλέβας μας. Ἀρκετὰ ὑπεχωρήσαμεν, ἀρκετὰ ἐθυσιάσαμεν, ἀρκετὰ ὑπεκύψαμεν. Δὲν βλέπετε; προσφεύγομεν εἰς αὐτοὺς ἱκέται, καὶ μᾶς πτύουν κατὰ πρόσωπον· προσπίπτομεν ὑπὸ τοὺς πόδας των καὶ μᾶς λακτίζουν καὶ μᾶς ποδοπατοῦν μετὰ περιφρονήσεως. Τοιοῦτος εἶναι ὁ καθολικὸς νόμος τῆς φύσεως· ὅ,τι ἕρπει, ὅ,τι κεῖται χαμαί, λακτίζεται, κύριοι, ἢ θραύεται καὶ συντρίβεται ὑπὸ τοὺς πόδας. Ἀνυψώσωμεν, κύριοι, μίαν κἂν φορὰν ὑπερήφανον τὸ μέτωπόν μας· ἀναλογισθῶμεν ἀντὶ πόσων θυσιῶν καὶ ἀγώνων καὶ κινδύνων καὶ αἱμάτων καὶ ἐρημώσεων καὶ καταστροφῶν, ἀντὶ ποίας πανωλεθρίας, ἀπέκτησαν οἱ πατέρες ἡμῶν αὐτὴν τὴν αὐτονομίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς παρορῶμεν καὶ θυσιάζομεν τόσον εὐκόλως εἰς πρώτην ἐναντιότητα, εἰς πρώτην δυσκολίαν. Ἡ ἀπαίτησις τῆς χήρας Λοῢδ ἀντιστρατεύεται πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μας, ὑβρίζει τὴν τιμήν της· ἡ ἀπαίτησις τῆς χήρας Λοῢδ ὑπερακοντίζει τὸ τελευταῖον ὅριον τῆς δοκιμασίας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ 14 μακροὺς μῆνας ὑφιστάμεθα, ὑπερπληροῖ τὸ ποτήριον τῶν πικριῶν, τὸ ὁποῖον μὲ Ἰώβειον ὑπομονὴν πίνομεν· ἡ ἀπαίτησις τῆς χήρας Λοῢδ εἶναι τὸ ὄξος, τὸ χολῇ μεμιγμένον, τὸ ὁποῖον προσεφέρθη εἰς τὸν Ἐσταυρωμένον, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Θεάνθρωπος δὲν ἔπιε, διότι τὸ σωτήριον πάθος εἶχεν ἤδη πληρωθῆ. Θ’ ἀποστρέψῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς τὸ πρόσωπόν της ἀπὸ τὸ χολῶδες τοῦτο ὄξος, τὸ ὁποῖον τῇ προσφέρουν; Ἔχω περὶ τούτου ζωηρὰν πεποίθησιν, στηριζόμενος εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Βουλῆς. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα).
§48ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.