| 8 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Πετραλιᾶς. | |
| 9 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Δ. Κατσίνας. | |
| 10 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Σπ. Μαλασπίνας. | |
| 11 | Α. Ζαΐμης. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | |
| 12 | Α. Δανόπουλος. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | |
| 13 | Ἰω. Λέκας. | Μ. Παΐζης. | |
| 14 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 15 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | |
| 16 | Περ. Α. Πετράκης. | Α. Διαμαντόπουλος. | |
| 17 | Στυλ. Κολιάτσος. | Γ. Παπαδαῖος. | |
| 18 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Γ. Πεῤῥώττης. | |
| 19 | Δ. Γρίβας. | Κ. Δαγρές. | |
| 20 | Α. Μαγγίνας. | Ἰω. Φλέσσας. | |
| 21 | Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Α. Κοντόσταυλος. | |
| 22 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 23 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | |
| 24 | Α. Κοσονάκος. | Ἰω. Δεληγιάννης. | |
| 25 | Θ. Τζανετάκης. | Ἀν. Δημητριάδης. | |
| 26 | Ἰω. Σαφάκας. | Α. Μεταξᾶς. | |
| 27 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Σ. Μονόπωλης. | |
| 28 | Α. Σ. Μήτσας. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 29 | Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 30 | Κ. Λομβάρδος. | Α. Καρδαρᾶς. | |
| 31 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Θ. Θερμογιάννης. | |
| 32 | Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 33 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 34 | Δ. Κρεστενίτης. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 35 | Θ. Δαραλέξης. | Γερ. Σέρβος. | |
| 36 | Α. Σταματόπουλος. | Θ. Κανακάρης. | |
| 37 | Δ. Τσαμόπουλος | Γ. Πράτζικας. | |
| 38 | Δ. Ζέγγελης. | Α. Μισυρλῆς. | |
| 39 | Π. Κ. Μανέτας. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 40 | Ἀθ. Κατριβάνος. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 41 | Ἰω. Παούσης. | Κ. Ἐπιφανίου. | |
| 42 | Ν. Παγκράτης. | Γ. Κούτσης. | |
| 43 | Κ. Κοκκινώρης. | Γ. Μπούμπουλης. | |
| 44 | Ν. Καρύδης. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 45 | Ἐπ. Δεληγεώργης. | Α. Βαφιαδάκης. | |
| 46 | Γ. Γουλιμῆς. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 47 | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 48 | Ἰω. Προβελέγιος. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 49 | Κ. Κρίσπης. | Δ. Τσιριμῶκος. | |
| 50 | Εὐθ. Πλαστήρας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 51 | Γρηγ. Δημητριάδης. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 52 | Δ. Σαράβας. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 53 | Μιχ. Καπετανάκος. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 54 | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Κ. Νικόδημος. | |
| 55 | Λ. Καραλίβανος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. | |
| 56 | Π. Τζαμάλας. |
1871.05.04
2.493 στίχοι · 20.462 λέξεις · 1 πίνακας · 254 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70.
Τῆς 4 Μαΐου 1871.
(Τρίτη)
Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Τσιριμῶκος. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν·
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Πετραλιᾶς. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Δ. Κατσίνας. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Σπ. Μαλασπίνας. |
| Α. Ζαΐμης. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. |
| Α. Δανόπουλος. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. |
| Ἰω. Λέκας. | Μ. Παΐζης. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. |
| Περ. Α. Πετράκης. | Α. Διαμαντόπουλος. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Γ. Παπαδαῖος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Γ. Πεῤῥώττης. |
| Δ. Γρίβας. | Κ. Δαγρές. |
| Α. Μαγγίνας. | Ἰω. Φλέσσας. |
| Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Α. Κοντόσταυλος. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. |
| Α. Κοσονάκος. | Ἰω. Δεληγιάννης. |
| Θ. Τζανετάκης. | Ἀν. Δημητριάδης. |
| Ἰω. Σαφάκας. | Α. Μεταξᾶς. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Σ. Μονόπωλης. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Α. Καρδαρᾶς. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Θ. Θερμογιάννης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Δ. Κρεστενίτης. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Θ. Δαραλέξης. | Γερ. Σέρβος. |
| Α. Σταματόπουλος. | Θ. Κανακάρης. |
| Δ. Τσαμόπουλος | Γ. Πράτζικας. |
| Δ. Ζέγγελης. | Α. Μισυρλῆς. |
| Π. Κ. Μανέτας. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Ἀθ. Κατριβάνος. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ἰω. Παούσης. | Κ. Ἐπιφανίου. |
| Ν. Παγκράτης. | Γ. Κούτσης. |
| Κ. Κοκκινώρης. | Γ. Μπούμπουλης. |
| Ν. Καρύδης. | Δ. Χρηστίδης. |
| Ἐπ. Δεληγεώργης. | Α. Βαφιαδάκης. |
| Γ. Γουλιμῆς. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Ἰω. Προβελέγιος. | Ν. Πιπῖνος. |
| Κ. Κρίσπης. | Δ. Τσιριμῶκος. |
| Εὐθ. Πλαστήρας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Γρηγ. Δημητριάδης. | Δ. Κριεζώτης. |
| Δ. Σαράβας. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Μιχ. Καπετανάκος. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Κ. Νικόδημος. |
| Λ. Καραλίβανος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
| Π. Τζαμάλας. |
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γ. Πιλάβιος ἀναγγέλλων τὴν ἔκδοσιν συλλογῆς πάντων τῶν ἀφορώντων τὸν Ἱερομάρτυρα Πατριάρχην λόγων καὶ λοιπῶν ἐπισήμων πράξεων, ἐξαιτεῖται τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς.
§2ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἂς λάβῃ ἀνὰ ἓν σῶμα, ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν δύναται νὰ δώσῃ συνδρομήν.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Βασιλογεώργη ἐμμανουὴλ Καζάνη ἐκ Κρήτης ζητεῖ σύνταξιν ἢ ἄλλην χορηγίαν πρὸς συντήρησιν αὐτῆς καὶ ἐκπαίδευσιν τοῦ ὀρφανοῦ υἱοῦ της.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω, κύριοι, τὸ χθὲς ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν ὠνίων τοῦ δήμου Πατρέων. (Ἀναγινώσκεται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν) «Ἄρθρον μόνον. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀπὸ 12 Ὀκτωβρίου 1869 ὑπὸ στοιχ. ΤΚΕʹ. Νόμου φορολογικὸς ὅρος, τοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων δασμοῦ τοῦ δήμου Πατρέων δύναται νὰ αὐξηθῇ μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατόν».
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν.—Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ τὸ περὶ συστάσεως σιδηροδρόμου. (Ἀναγινώσκεται, καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§9ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ἕως τὴν Κυριακὴν προτείνω νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπή, νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· ἄλλως νὰ ἐκλέξητε ὑμεῖς, κ. πρόεδρε, μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ τεσσάρων ἢ πέντε μελλῶν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ αὔριον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐξετάσαμεν τὸ πρᾶγμα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τῆς ἡμέρας λοιπὸν νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν· ὁ κ. πρόεδρος αὐτῆς νὰ κάμῃ πρόσκλησιν εἰς ὅλα τὰ μέλλη νὰ συνέλθωσιν, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου. Διενεμήθη, κύριοι, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου. Ἰδοὺ τὸ διατακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς. «Ἀποφαίνεται ἔγκυρον τὴν ἐκλογήν, καὶ προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, ὅπως θεωρηθῇ νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου ἀντὶ τοῦ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ αὐτῆς ὁ κ. Ἀλέξ. Ἀθ. Πετσάλης».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὡς ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν καὶ νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Ἀλέξ. Πετσάλην· ἂν ᾖναι ἐδῶ ὁ ἱερεὺς, ἂς προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ ὁ κ. Πετσάλης. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Πετσάλης δίδει τὸν βουλευτικὸν ὅρκον.)
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν σᾶς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Νὰ τυπωθῇ, καὶ διανεμηθῇ.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, εἶναι ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος καὶ σημασίας, ἑπομένως δὲν εἶναι συγχωρημένον εἰς κανένα νὰ συνδέῃ τὴν προσωπικήν του φιλοτιμίαν μὲ τὰς γνώμας ἢ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔμαθε νὰ ἐκφράσῃ, καὶ νὰ ἐπιμένῃ εἰς αὐτὰς, καὶ ὅταν ἀκόμη πεισθῇ, ὅτι αὗται δὲν εἶναι ὀρθαὶ· ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐμφορουμένη ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει, ὡς βλέπετε, δυσκολίαν νὰ παραδέχεται πολλὰς τροποποιήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ὤθησε τοῦτο, ὥστε πολλάκις παραδέχεται καὶ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως ἴσως δὲν ἦσαν πολὺ ἀναγκαῖαι. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀναχωρῶν καὶ ἐγὼ, ἔρχομαι μετὰ παῤῥησίας νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιμείνω εἰς πρότασίν τινα, τὴν ὁποίαν ἐξέφερον χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐσυζητήσαμεν χθὲς, ἦτο καὶ ἂν αἱ ἐκβολάδες πρέπει νὰ δημοπρατηθοῦν ἐν συνόλῳ ἢ διῃρημένως κατὰ μερίδας, καὶ πόσους τόνους πρέπει κατ’ ἀνώτατον ὅρον νὰ περιέχῃ ἑκάστη μερίς. Ἡ κυβέρνησις ὑπεστήριξεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι διὰ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἀπαιτεῖται νὰ ἐνεργηθῇ ἡ διάθεσις τῶν ἐκβολάδων κατὰ μερίδας, διότι ἐὰν θελήσητε, σᾶς εἶπε, νὰ ἑνώσητε ὅλας τὰς ἐκβολάδας εἰς μίαν μερίδα, καὶ ν’ ἀποτελέσητε μεγάλας μερίδας, θέλετε ἀποκλείσει τὰς μικρὰς ἑταιρίας, τοὺς μικροὺς κεφαλαιούχους, καὶ ἐντεῦθεν θὰ συμβῇ ζημία εἰς τὸ δημόσιον. Ἀφ’ οὗ τοῦτο ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν, ἐπὶ τέλους σᾶς προσέθηκα χθὲς, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν μετὰ τὴν πρώτην δημοπρασίαν τὴν γεννησομένην κατὰ μερίδας μικρὰς, νὰ ἑνωθοῦν πολλαὶ μερίδες εἰς μίαν μεγάλην. Ἡ πρότασις αὕτη ἔπαυσε τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ἐπεφυλάχθημεν δὲ νὰ κάμωμεν τὴν ἀναγκαίαν προσθήκην, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὅτε ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ἔγεινεν ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς κανένα νὰ ἑνώσῃ ὅλας ἢ πολλὰς μερίδας ἐκβολάδων, καὶ ἐπὶ τούτου ἐσταματήσαμεν, ἵνα σκεφθῶμεν σήμερον καὶ ἀποφασίσωμεν. Ἀφ’ οὗ ἀνεχώρησα ἐντεῦθεν, ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐμβριθέστερον, χθὲς ἐπίστευσα πρὸς στιγμὴν, ὅτι, ἀφοῦ κάμωμεν τὴν δημοπρασίαν κατὰ μερίδας, καὶ ἀκολούθως ἐπιτρέψωμεν νὰ ἑνωθῶσι πολλαὶ μερίδες εἰς μίαν, συμβιβάζομεν ὅλα τὰ συμφέροντα, καὶ ἐξασφαλίζομεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, διότι ὅλαι αἱ μικραὶ ἑταιρίαι θέλουν ἐξαντλήσει ὅλον αὐτῶν τὸν ζῆλον καὶ ὅλην αὐτῶν τὴν δύναμιν εἰς τὴν πρώτην δημοπρασίαν, ἀφ’ οὗ δὲ ἀναβιβάσωσι τὰς προσφοράς των μέχρι τοῦ συμφέροντος εἰς αὐτοὺς, θέλει μείνει κατόπιν τὸ στάδιον ἀνοικτὸν εἰς τὰς μεγάλας ἑταιρίας, διὰ νὰ κάμουν τὴν ἕνωσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, σκεφθεὶς τὸ πρᾶγμα μετὰ ταῦτα ἐμβριθέστερον, καὶ ἀκούσας τὴν γνώμην πολλῶν εἰδημόνων, ἐπείσθην, ὅτι, ἂν παραδεχθῶμεν νὰ γίνηται μετὰ ταῦτα ἡ ἕνωσις πολλῶν μερίδων, ματαιοῦμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πρώτην δημοπρασίαν, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἀπὸ τοῦδε βέβαιοι, ὅτι εἰς τὴν κατὰ τμήματα δημοπρασίαν δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ καμμία μικρὰ ἑταιρία, κανεὶς μικρὸς ἐργολάβος, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, εἰς τὴν δημοπρασίαν ταύτην δὲν δύνανται νὰ λάβουν μέρος ὑπερθεματισταὶ, καθ’ ὃν τρόπον πράττουσι τοῦτο εἰς τὰς κοινὰς δημοπρασίας· δὲν δύναται δηλ. νὰ σηκωθῇ τις ἀπὸ τὴν κλίνην του, νὰ μεταβῇ ἀπροπαρασκεύαστος εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας, καὶ νὰ πλειστηριάσῃ, ἀπεκδεχόμενος τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἔχων τὸν καιρὸν ἐὰν κατακυρωθῇ εἰς αὐτὸν ἡ πρόσοδος, νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ συμφέροντά του. Διὰ νὰ παρουσιασθῇ τις εἰς τὴν δημοπρασίαν τῶν ἐκβολάδων, εἶναι ἀνάγκη νὰ προπαρασκευασθῇ, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου θὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιχείρησις εἶναι σπουδαία, καὶ ἀπαιτεῖ μεγάλα κεφάλαια, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ τὰ ἑτοιμάσῃ ἐκ τῶν προτέρων. Ἀλλά, κύριοι, ποῖος θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοσαύτας μερίμνας, ἀφ’ οὗ θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν συναγωνισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸς δύναται νὰ λάβῃ μέρος, καὶ ὅτι ἀφ’ οὗ τελειώσῃ ἡ πρώτη δημοπρασία θὰ ἔλθουν ἄλλοι, οἵτινες διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν μερίδων θὰ τὸν ἀποκλείσουν τὸν συναγωνισμόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν μετὰ τὴν δημοπρασίαν ἕνωσιν πολλῶν μερίδων· φρονῶ μάλιστα ἀκόμη, ὅτι διὰ νὰ ἐμψυχώσωμεν τὸν συναγωνισμὸν καὶ ἀναπτύξωμεν αὐτὸν δεόντως, εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειώσωμεν εἰς τὸν νόμον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπανάληψις τοῦ πλειστηριασμοῦ εἰμὴ μόνον, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν παρουσιασθῇ προσφορὰ ἴση μὲ τὸν ἐλάχιστον ὅρον, καὶ ἀποτύχῃ ἡ δημοπρασία· εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἡ κυβέρνησις ὀφείλει, ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἢ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ἐκκαμίνευσιν, διότι τότε ἠμποροῦμεν ν’ ἀναπτύξωμεν τὸν συναγωνισμὸν ἐγκαίρως, καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνάλογον καὶ συμφέρουσαν διὰ τὸ δημόσιον προσφοράν. Ἀνακαλῶν, λοιπὸν, ὅσα εἶπον χθὲς περὶ ἑνωτικῆς δημοπρασίας, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ στάδιον ἀνοικτὸν, ὅπως συζητήσωμεν ἐκ νέου, ἐὰν πρέπῃ νὰ δημοπρατηθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκβολάδες διὰ μιᾶς, ἢ διῃρημέναι κατὰ μερίδας, καὶ ἐκ πόσων τόνων πρέπει νὰ σύγκηται ἑκάστη· ἐκτὸς τούτου νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀφήσωμεν, ὅτι εἰς τὴν δημοπρασίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσφέρῃ τις ὀλιγώτερον τοῦ ἑνὸς δεκάτου τοῦ ἑκατοστοῦ.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ᾖναι μυστικὴ ἡ δημοπρασία, ὅπως τῆς σμύριδος;
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, φανερά.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τοιαύτας δημοπρασίας προτιμοῦνται αἱ μυστικαὶ προσφοραὶ· ἀλλ’ ἐσχάτως, ὅτε ἐνείργησα τὸν ἀναπλειστηριασμὸν τῆς σμύριδος, καὶ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ἐνεργήσω μὲ μυστικὰς προσφορὰς, παρετήρησα, ὅτι οἱ θέλοντες νὰ ἀγοράσωσι τὴν σμύριδα, ἐπειδὴ δὲν ἐγνώριζον τὰς προσφορὰς, τὰς ὁποίας ἤθελον κάμει οἱ ἀντίπαλοί των, ἐστάθησαν εἰς ὅρους πολὺ μικροὺς, ἐνῷ, ἐὰν ἡ δημοπρασία ἦτο φανερὰ τὸ δημόσιον ἤθελεν ἴσως ὠφεληθῆ 100,000 δραχμάς. Τινὲς τῶν προσφερτῶν ἐξ αὐτῶν ἐσημείωσαν, ὅτι προσφέρουν καὶ 30 λεπτὰ τὸ καντάρι περισσότερον, ἀφ’ ὅσον ἤθελον προσφέρει ἄλλοι, ἀλλὰ τὴν προσφορὰν ταύτην δὲν ἠδυνάμην νὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν. Ἡ περίστασις αὕτη μᾶς ἔκαμε νὰ παραιτήσωμεν τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς δημοπρασίας, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν φανεράν.
§19ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Νὰ γείνῃ δευτέρα δημοπρασία.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὴν θέλετε; διὰ νὰ ᾖναι σπουδαία ἡ δημοπρασία πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος ὅτι θὰ γείνῃ μία, καὶ ὅτι ἐξ αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς ἐπιχειρήσεως.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 9ον ἄρθρον λοιπὸν ἀπαλείφεται ἐντελῶς, ἀντικαθίσταται δὲ διὰ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ.
§22ΛΥΚ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι οἱ ἔχοντες μικρὰν ὠφέλειαν, καὶ θέλοντες νὰ ἐνοικιάσωσι μικρὰς μερίδας, ὅταν ἠξεύρουν ὅτι ἡ δημοπρασία θὰ ἦναι ὁριστικὴ, θὰ βάλλουν τόσην ποσότητα, ὅσην νομίζουν ὅτι ἠμποροῦν νὰ βάλλουν, ὥστε νὰ ὠφεληθοῦν· ὥστε εἰς ὅλας τὰς δημοπρασίας θὰ τεθῇ ἀνώτερος ὅρος, καὶ πάντοτε θὰ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην πρότασιν. Ἐπειδὴ πάντοτε πιεζόμεθα ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς, δίδω μίαν γνώμην ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ παρουσιασθοῦν, νὰ ἦναι πάντοτε ὑπὸ σημαίαν Ἑλληνικὴν, ὥστε νὰ μὴν ἠμπορῇ ὁ πρέσβυς νὰ λέγῃ τοῦτο θὰ κάμῃς. Ἐνθυμηθεῖτε τί ἐπάθαμεν ἀπὸ αὐτοὺς, καὶ συλλογισθεῖτε τί ἠμποροῦμεν νὰ πάθωμεν εἰς τὸ μέλλον. Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον, ἐὰν δὲν εἶχεν αὐτὴ ἡ ἑταιρία ἰσχυραῖς πλάταις, ἴσως τὰ πράγματά μας θὰ ἦσαν καλλίτερα.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίαν ἀρχὴν συζητοῦμεν τώρα;
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν διέγραψε τὸ ἤδη διατυπωθὲν ἄρθρον.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χθὲς εἶχε παραδεχθῆ ἡ Βουλὴ τὸν ὑπερθετισμὸν, μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς δημοπρασίας, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἑνώσεως πλειόνων μερίδων, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ὁ ὑπερθεματισμὸς νὰ ἔχῃ ἐλάχιστον τινὰ ὅρον· καὶ ἄλλοι μὲν ἔλεγον 3% ἄλλοι 5 καὶ ἄλλοι 2. Αὐτὴ ἦτο ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἔπειτα ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἕνωσις τῶν μερίδων δύναται νὰ ἦναι ἐπιτετραμμένη ἐπ’ ἄπειρον· καί τινες ἐπρότεινον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ τρία ἑκατομμύρια τόνων, ἄλλοι τὰ δύω καὶ ἄλλοι τὰ δύω καὶ ἥμισυ. Νομίζω αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν· ὥστε τὰ μὲν πρῶτα ἦσαν ἀποφασισμένα· δηλ. εἶχε γίνει δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ ὑπερθεματισμοῦ μετὰ ἑνώσεως μερίδων· ἦτο ἀποφασισμένον ὡσαύτως ὅτι ὁ ὑπερθεματισμὸς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἕνα ἐλάχιστον ὅρον· ἐσταμάτησε δὲ ἡ Βουλὴ μόνον εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα «ἐὰν ἡ ἕνωσις πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ ἓν ὡρισμένον ποσὸν τόνων». Μόλον τοῦτο πρεσβεύσας ἀείποτε, ὅτι εἰς τὰ βουλευτικὰ σώματα, προκειμένου μάλιστα περὶ σπουδαίων συμφερόντων, δὲν πρέπει νὰ τίθεται φραγμὸς ἐκ τῶν τύπων εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος, δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα· ἐξ ἐναντίας νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ χρέος ἔχει ἀκόμη ὅ,τι ἀπεφάσισε χθὲς νὰ τὸ ἐξετάσῃ πάλιν σήμερον, μάλιστα δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν ἀκυρώσωμεν τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα, ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν ζητημάτων ἐκ νέου, καὶ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητήσωμεν, εἶνε, ἐὰν, ἡ κατὰ τὰ τμήματα διαίρεσις πρέπῃ νὰ ἦναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον 1,000,000 τόνων, ἢ ἂν δὲν πρέπῃ νὰ ἦναι 2 ἑκατομμύρια ἢ 2½ κλπ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς νομίζω ὅτι χθὲς ἔκαμε λόγον περὶ αὐξήσεως τῶν μερίδων ἀπὸ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς δύω ἢ δύω καὶ ἥμισυ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐπιμένῃ σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον ὅτι φρονῶ, πῶς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου κεῖται εἰς τοῦτο, αἱ μερίδες νὰ ἦνε μεγάλαι. Σᾶς εἶπον δὲ ὡς λόγον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πολλὰ κεφάλαια δηλ. τοὺς μεγάλους ἐπιχειρηματίας, διότι μόνον οἱ ἔχοντες μεγάλα κεφάλαια, αὐτοὶ δύνανται εὐθηνότερον νὰ μεταλλευθῶσι τὰς ἐκβολάδας· τὰ ἔξοδα ἑπομένως τῆς παραγωγῆς νὰ ἦναι ὀλιγώτερα, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ καθαρὸν κέρδος νὰ ἦναι μεγαλείτερον. Διότι ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους αἱ προσφοραὶ αἱ πρὸς τὸ δημόσιον γενησόμεναι μόνον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἐπιχειρηματίας, δύνανται νὰ ἦναι μεγάλαι, καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς μικρούς. Δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· μόνον τὰ ἀναμιμνήσκω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀρκετὰ περὶ αὐτοῦ ἐῤῥέθησαν. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἀκόμη, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ σύστημα ἐναντίον, τὴν κατὰ τμήματα μικρὰ διαίρεσιν τῶν ἐκβολάδων, δὲν νομίζω νὰ ἔφερεν ἰσχυροὺς λόγους κατὰ τῆς ἐδικῆς μου ἀρχῆς· πρῶτον, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων μερὶς εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, ἀναιρεῖται ἐκ τῆς παρατηρήσεως, ὅτι τὸ ἓν ἑκατομμύριον τόνων δὲν εἶναι ἐλάχιστος ὅρος, ἀλλ’ εἶναι ἀνώτατος· ἑπομένως τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ τὴν δημοπρασίαν δύναται νὰ ἐκθέσῃ εἰς πλειστηριασμὸν καὶ 500,000 τόνων μερίδα καὶ 300 ἢ 200. Ἡ δὲ ἄλλη παρατήρησις, ὅτι καθὼς δύναται ν’ ἀγοράσῃ τις μίαν μερίδα, οὕτω δύναται ν’ ἀγοράσῃ καὶ δευτέραν καὶ τρίτην, καὶ τοῦτο ἀναιρεῖται ἐκ τῆς παρατηρήσεως, ὅτι πρέπει νὰ προγινώσκῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσέρχεται εἰς τὸν συναγωνισμόν, ὅτι θὰ κατορθώσῃ νὰ συγκεντρώσῃ τόσας μερίδας, ὅσαι εἶναι ἀρκεταὶ διὰ μεγάλην ἐπιχείρησιν· ὅταν ὅμως θὰ προσφέρῃ εἰς τὴν πρώτην μερίδα δὲν ἠξεύρῃ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἂν θὰ δύναται νὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ καὶ δευτέραν καὶ τρίτην. Οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἴδιος κ. ὑπουργὸς χθὲς, εἰπὼν, ἂς πλειστηριάσωμεν τὰς ἐκβολάδας κατὰ μικρὰς μερίδας, καὶ μετέπειτα ἂς ἐπιτρέψωμεν τὸν ὑπερθεματισμὸν μετὰ ἑνώσεως πολλῶν μερίδων. Ἐπιτρέποντες τὴν κατὰ μικρὰς μερίδας δημοπρασίαν κατορθώνομεν, εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἢ ἠννόει νὰ εἴπῃ, κατορθώνομεν τὸν συναγωνισμὸν καὶ τῶν μικρῶν κεφαλαιούχων, ἐπιτρέποντες δὲ κατόπιν τὴν ἕνωσιν πολλῶν μερίδων δι’ ὑπερθεματισμοῦ, κατορθώνομεν καὶ τῶν μεγάλων. Ἀλλὰ τὴν ἰδέαν αὐτὴν παρετήρησα σήμερον, ὅτι τὴν παραιτεῖ διὰ τὸν λόγον, ὅτι φοβεῖται, μήπως ὁ πρῶτος πλειστηριασμὸς θὰ ᾖναι ἀσθενὴς, διότι ἐπιτρέπεται δεύτερος. Κατ’ αὐτῆς τῆς παρατηρήσεως ἠδυνατό τις ν’ ἀντιτάξῃ πρῶτον τὴν πεῖραν, καὶ τὴν πεῖραν ὄχι μόνον τὴν ἰδικήν μας ἀλλ’ ὅλων τῶν ἐθνῶν, καὶ νομίζω, πῶς ἡ πεῖρα εἶναι πολὺ σοφωτέρα ἀπὸ τὸ ἄτομον. Ἐὰν θ’ ἀποφασίσωμέν ποτε νὰ καινοτομήσωμεν, καλὸν εἶναι ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ μικρὰ, ὡς ἧττον ἐπικίνδυνα· καὶ ὅταν δοκιμάσωμεν ἐν τῇ πείρᾳ αὐτὴν τὴν καινοτομίαν καὶ εὕρωμεν ὅτι εἶναι καλλιτέρα, τότε νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν ἀσφαλέστερον καὶ ἀκινδύνως νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα. Διὰ ποῖον λόγον δὲ καθιερώθη καὶ ὁ δεύτερος πλειστηριασμὸς ἐφ’ ὅλων τῶν ἐκποιήσεων; καθιερώθη, διότι ὑποτίθεται, καὶ ἡ πεῖρα τὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ πλειστηριασμὸς τότε εἶναι σοβαρότερος· διότι εἶναι πλάνη αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ, ὅτι ὅταν γνωρίζουν οἱ ὑπερθεματισταὶ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ δεύτερος πλειστηριασμὸς, δὲν προσέρχονται εἰς τὸν πρῶτον, ἵνα κάμουν αὐτὸν ἀσθενῆ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, καμμία ζημία δὲν ἐπέρχεται, διότι ἔχομεν καὶ δεύτερον. Τὸ συμφέρον εἶναι εἰς τὰς δημοπρασίας, τὸ ὁποῖον κινεῖ τοὺς ἐπιχειρηματίας. Ὅταν ὑπάρχῃ συμφέρον, δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ συμφέρον αὐτὸ θὰ ᾖνε πάντοτε ὁ ὁδηγὸς τῶν συναγωνιζομένων. Ἀλλὰ δύναται νὰ παρατηρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὰ ἑξῆς· περιορίζομεν τοὺς μικροὺς, ὅταν ἐπιτρέπωμεν τὴν δευτέραν δημοπρασίαν μετὰ ἑνώσεως τῶν μερίδων. Αὐτὸ τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ ἴδιον ζήτημα, τὸ πρῶτον. Μᾶς συμφέρει μᾶλλον περὶ τῶν μικρῶν νὰ φροντίσωμεν, ἢ μᾶλλον περὶ τῶν μεγάλων; ὥστε δὲν βλέπω νὰ γεννᾶται νέον ζήτημα ἤδη, ἐὰν οὕτω τίθεται παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐπιτρεπομένων δύω πλειστηριασμῶν, ὅλοι ὅσοι ἔχουν συμφέρον, θὰ συναγωνισθοῦν, οἱ μὲν ἠμποροῦν νὰ προσέλθουν εἰς τὸν πρῶτον, οἱ δὲ εἰς τὸν δεύτερον, ἢ καὶ εἰς τὸν πρῶτον καὶ εἰς τὸν δεύτερον, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀσθενέστεραι αἱ προσφοραὶ εἰς τὴν ἀρχὴν, θὰ ᾖναι ὅμως ἰσχυρότεραι εἰς τὸν δεύτερον. Τὸ συμφέρον ὁδηγεῖ, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Τί ὅμως ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ; ὅταν ἐπιτρέπεται δεύτερος πλειστηριασμὸς μεθ’ ἑνώσεως μερίδων, ἀποκλείονται οἱ μικροί. Λοιπὸν εἶναι τὸ ἴδιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ 15 ἡμέρας. Περὶ τῶν μικρῶν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ἢ περὶ τῶν μεγάλων; Ἀλλὰ κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι μὲ τὸ νὰ ἐπιτρέπῃ ὁ νόμος ἀναπλειστηριασμὸν ἕνεκα ἀνωτέρας προσφορᾶς μεθ’ ἑνώσεως μερίδων, δὲν ἕπεται ὅτι καὶ θὰ συμβῇ ἀναπλειστηριασμός· ἑπομένως, ὅσοι θὰ πλειστηριάσουν κατὰ μικρὰ τμήματα, αὐτοὶ ἀγνοοῦντες, ἐὰν θὰ ἐπέλθῃ δεύτερος πλειστηριασμός, ἐὰν θὰ εὑρεθοῦν μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι νὰ πλειοδοτήσουν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ πρώτου πλειστηριασμοῦ διὰ νὰ ἀγοράσουν μεγαλειτέρας μερίδας, πάντοτε θὰ ὑπερθεματίσουν εἰς τὸν πρῶτον πλειστηριασμόν· διότι δὲν εἶναι διόλου πιθανόν, ὅτι θὰ τοιχοκολλήσῃ ὁ μεγάλος ἐπιχειρηματίας εἰς τὰς ὁδοὺς, ὅτι θὰ προκαλέσῃ δεύτερον πλειστηριασμὸν, προσθέτων 1% ἢ 2%. Αὐτὸ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ· εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχει ὁ νόμος τῷ βουλομένῳ, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιον. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσητε ὅτι εἶναι μικροὶ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουν συμφέρον ν’ ἀγοράσουν ἄλλος 200,000 τόνων, ἄλλος 300,000, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ προσέλθουν εἰς τὸν πρῶτον πλειστηριασμὸν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ μεγάλος ἐπιχειρηματίας, ὁ ὁποῖος νὰ ἑνώσῃ τὰς μερίδας; μήπως θὰ ζημιωθῇ τίποτε ὁ μικρὸς ἐπιχειρηματίας, ἐὰν προσέλθῃ εἰς τὸν πρῶτον πλειστηριασμόν; δὲν θὰ ζημιωθῇ τίποτε· δύναται ὅμως νὰ κερδίσῃ, ἐὰν δὲν συμβῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιτρέπει μόνον. Νομίζω, ὅτι ἡ ἰδέα μου εἶναι ἀρκετὰ καθαρὰ, καὶ τὴν ἐξήγησα ἀρκετὰ σαφῶς. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν σκέπτωμαι ὀρθῶς, ὁ πρῶτος πλειστηριασμὸς, διότι ἐπιτρέπεται καὶ δεύτερος, δὲν θὰ γείνῃ ἐνδεὴς συναγωνισμοῦ, ἔστω καὶ τῶν μικρῶν. Εἶναι καλὸν νὰ ἔχωμεν ἐν τούτοις καὶ δεύτερον πλειστηριασμὸν καὶ νὰ ἔχωμεν τοὺς μεγάλους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένομεν μεγαλειτέραν ὠφέλειαν, ἐὰν ὑπάρξουν μεγάλοι. Ἐπιτρέπομεν μάλιστα εἰς τοὺς μικροὺς νὰ ἔλθουν νὰ αὐξήσουν τὸν πλειστηριασμὸν, ὅσον αἱ δυνάμεις των ἐπιτρέπουν, καὶ ὑποχρεώνομεν τοιουτοτρόπως τοὺς ἄλλους νὰ ἔλθουν ὑπεράνω νὰ κάμουν προσφοράς. Ἐδῶ μάλιστα ἐὰν θέλετε, ἠμπορεῖτε νὰ προσθέσετε ποσοστὸν ὑπερθεματισμοῦ μεγαλείτερον. Ὁρίσατε τὸ 3% ἢ 4%. Νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν ἰδέαν μᾶλλον ἠμποροῦμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν παρὰ τὴν ἄλλην, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἄτοπος, διότι ἰδοὺ εἰς τί δύναται νὰ μᾶς φέρῃ. Πλειστηριασμὸς κατὰ μερίδας μικρὰς, ὅπερ κατὰ τὴν πεποίθησίν μας θ’ ἀποκλείσῃ τοὺς μεγάλους, καὶ ἀπαγόρευσις αὐστηρὰ τοῦ νὰ γίνῃ ὑπερθεματισμὸς, ἅμα δοθῇ προσφορὰ ἀνωτέρα τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, ἔστω καὶ κατὰ ⅒%, αὐτὸ δὲν ἠμπόρεσα, μολονότι δὲν μοὶ ἐδόθη ἀρκετὸς καιρὸς νὰ ἐννοήσω, πῶς συμβαδίζει μὲ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου· διότι ἐὰν ὁ μέγας ἐπιχειρηματίας δὲν θὰ πλειοδοτῇ εἰς τὰς μικρὰς μερίδας, τότε, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐκβολάδων καὶ περὶ μεγάλων συμφερόντων, ἡ δημοπρασία μας εἶναι ὡς περὶ ἀραβοσίτου· διότι ἅμα ὑποθέσητε ἐπιχειρηματίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν σιδηρόδρομον, διότι δὲν ἔχουν νὰ ἐξοδεύσουν ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀποθήκην γαιανθράκων ἕξ μηνῶν, διότι δὲν ἔχουν νὰ ἐξοδεύσουν 600,000 δραχμῶν πρὸς τοιαύτην προμήθειαν, τότε θὰ παραδώσητε τὰς ἐκβολάδας εἰς τεχνίτας ἐκ τῶν κοινῶν· ὅπως εἶναι ἡ Ἑλλὰς μικρὰ, δηλ. δὲν ἐπροόδευσεν εἰσέτι εἰς βιομηχανίαν καὶ εἰς ἐπιχειρήσεις, τὰς ἐκβολάδας θὰ τὰς ἀφήσητε ἕρμαιον τῆς ἀνεχείας. Ἠμπορεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἦναι εἰς τὴν ἐν γένει βιομηχανίαν ὀπίσω· ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ τὰ μέσα εἰς μεγάλην βιομηχανίαν· εἰς τὴν εἰδικὴν ὅμως αὐτὴν περίπτωσιν, καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅσον τὸ δυνατόν, ἡ ἐπιχείρησις νὰ γίνῃ μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς Εὐρώπην γνωστὰ, καὶ τὰ ὁποῖα παράγουν μεγαλειτέραν ὠφέλειαν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις, διότι τὸ ἔθνος μας δὲν ἀποκλείεται βεβαίως αὐτῶν τῶν μέσων ἕνεκα τοῦ ὅτι ἡ βιομηχανία μας δὲν προώδευσεν ἀκόμη· Αἱ ἐπιχειρήσεις μας ὅσον τὸ δυνατὸν πρέπει νὰ γίνωνται μὲ τὰ ἐντελέστερα μέσα, ὅταν δυνάμεθα· καὶ τὰ ἐντελέστερα μέσα εἶναι ὁ ἀτμὸς, ὁ σιδηρόδρομος, τὰ μεγάλα κεφάλαια. Αὐτὰ λοιπὸν πρέπει νὰ εἰσάξωμεν εἰς τὴν καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων καὶ ὄχι νὰ στρέψωμεν βλέμμα εἰς τὰς καμινεύσεις τὰς κοινὰς, εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις τὰς μικράς, αἱ ὁποῖαι τίθενται εἰς ἐνέργειαν μὲ κεφάλαια 100,000 δραχμῶν ἢ καὶ 200,000 ἢ καὶ 500,000· διότι αἱ τοιαῦται ἐπιχειρήσεις παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς κοινὰς παρ’ ἡμῖν εἶναι σημαντικὸν πρᾶγμα, ἀλλὰ συγκριτικῶς πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν τῆς καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων δὲν εἶναι τίποτε. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πάρα πολλὴν ἐπήρειαν ἐξασκεῖ ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἡ ἰδέα τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν μικρῶν· διότι αὐτὸ δὲν θὰ παράξῃ ὠφελείας σπουδαίας· καὶ παρετήρησα, ὅτι τὸ αἰσθάνεται καὶ ὁ ἴδιος, διότι σήμερον μᾶς εἶπεν ὅτι αἱ προσφοραὶ εἶναι δεκταὶ εὐθὺς ἅμα ὑπερβοῦν τὸ ⅒%. Εἰς τὸν νοῦν ἑκάστου, κύριοι, ὑπάρχουν πάντοτε ἰδέαι τινὲς θεμελιώδεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποῤῥέουσιν ἄλλοι συλλογισμοί· καὶ μία ἀπὸ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι φυσικῷ τῷ λόγῳ ἠμποροῦν νὰ ἐπηρεάζουν τὸν κύριον ὑπουργὸν, εἶναι ἡ μηδαμινὴ ἰδέα, ἣν ἔχει περὶ τῶν ἐκβολάδων. Αἱ ἰδέαι τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι μεγάλαι περὶ τῶν ἐκβολάδων· οὕτω τοὐλάχιστον συμπεραίνω ἐκ τῶν συλλογισμῶν του. Τώρα μάλιστα ὅπου ἐτέθη τὸ 60% ὡς ἐλάχιστος ὅρος, φαίνεται εἰς τὸν νοῦν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐξευτελίσθη πάρα πολὺ, νομίζοντος, ὅτι συναγωνισμὸς δὲν θὰ ὑπάρξῃ. Ἐπιθυμῶ νὰ μὲ ὁδηγήσῃ εἰς τοῦτο, διότι ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ, ὅπως τὸ ἐννοεῖ, καὶ ἀμέσως θὰ τοῦ εἴπω διὰ τί. Θὰ ἐξετάσω ἤδη ὁποῖα συμφέροντα θὰ ἐκτεθοῦν εἰς πλειστηριασμὸν μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον κάμνομεν διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν σπουδαῖα ἢ μὴ σπουδαῖα συμφέροντα θὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν τράπεζαν τῆς δημοπρασίας, ἐνώπιον τοῦ κόσμου τοῦ βιομηχανικοῦ καὶ τοῦ κεφαλαιούχου. Ὑποθέτω ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν ἐκβολάδων εἶναι ὄχι 250 δραχμαὶ, ὅπως εἶπον χθὲς, ὄχι 350, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ 380, ὡς σᾶς εἶπεν εἰς τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπή. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἐκκαμινευθῶσιν αἱ ἐκβολάδες 97,000,000 δραχμῶν καὶ τὸ καθαρὸν κέρδος τὸ προκῦψον θέλει εἶσθαι 130,000,000. Ποία εἶναι ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ καθαροῦ κέρδους καὶ τῶν ἐξόδων; εἶναι 135% περίπου.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 135 πρὸς 100.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἐννοεῖται μὲ αὐτό;
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ᾖναι· δὲν πειράζει.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· παρακαλῶ, ἐὰν ἔχω λάθος, νὰ ἀφήσω τὸν συλλογισμόν μου.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὁ συλλογισμὸς εἶναι σωστὸς, δὲν πειράζει.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ ἀκόμη τί ἐννοεῖτε.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ λέγω ἔπειτα. Δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν μὲ τοὺς συλλογισμούς σας.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κάμετε τὸν λογαριασμὸν κατὰ τόνον. Εἰς 1000 δραχμὰς ἀξίαν ἑνὸς τόνου θέλετε κάμει ἔξοδα δραχμὰς 400, ὥστε θὰ σᾶς μείνουν δραχ. 600. Ποία εἶναι ἡ ἀναλογία; 150% καθαρὸν κέρδος.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων μάλιστα.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐπιχείρησις λοιπὸν αὕτη δίδει ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 130 ἕως 150 καὶ ἐξ αὐτῶν τὸ 60 0/0 θὰ δοθῇ εἰς τὸν καταβαλόντα τὴν πρώτην ὕλην, τὰ δὲ λοιπὰ θὰ λάβῃ ὁ κεφαλαιοῦχος. Κάμετε τὸν λογαριασμὸν ἤδη, διὰ νὰ ἰδῆτε πόσον σημαντικὸν εἶναι τὸ κέρδος, καὶ πόσον ἡ μετοχὴ ἐκ χιλίων δραχμῶν θὰ παράγῃ κατ’ ἔτος! ὥστε δὲν νομίζω ὅτι αὗται αἱ ἰδέαι πρέπει νὰ ἐπηρεάζουν τὸν κύριον ὑπουργὸν καὶ, οὕτως εἰπεῖν, νωθρῶς εἰς τὸ ἑξῆς νὰ σκέπτεται περὶ τοῦ συναγωνισμοῦ. Ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἀφήσαμεν εἶναι τοσοῦτον, ὥστε ἀρκεῖ νὰ προκαλέσῃ τὸν συναγωνισμὸν καὶ νὰ προκαλέσῃ τοὺς κεφαλαιούχους. Διὰ τοῦτο ἡ προσπάθεια ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, νὰ κερδίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον, δὲν εἶναι προσπάθεια ματαία, δὲν εἶναι χίμαιρα· διότι ὑπάρχει ἀρκετὸν στάδιον κέρδους διὰ τοὺς βιομηχάνους.
§36ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χθὲς, κύριοι, ὑπεστήριξα τὴν κατὰ μεγάλας μερίδας δημοπρασίαν τῶν ἐκβολάδων, τὴν ἰδέαν αὐτὴν εἶχον καὶ πρότερον, ἀλλ’ ἔτι περισσότερον ἐνισχύθην εἰς τοῦτο ἐκ τῆς παρατηρήσεως, ἣν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἰπὼν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ τις τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, ἔχει συμφέρον ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ σμικρύνῃ τὰ ἔξοδα· πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἔχει ἀνάγκην νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους διὰ νὰ μεταφέρῃ τὰς ἐκβολάδας εἰς τὸν τόπον τῶν καταστημάτων ὅσον τὸ δυνατὸν εὐθηνότερον· ἑπομένως ἐὰν πρόκηται νὰ ἀγοράσῃ μικρὰν μερίδα ἐκβολάδων, τοῦ εἶναι ἀσύμφορον νὰ ὑποβληθῇ εἰς σπουδαίαν δαπάνην, ὅση εἶναι τοῦ σιδηροδρόμου. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Δεληγεώργης ὑπέδειξε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δηλαδὴ εἶναι συμφερώτερον εἰς τὴν ἐπικράτειαν νὰ διαιρεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες εἰς μεγάλας μερίδας καὶ ὄχι εἰς μικράς· καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν αὔξησιν μέχρι τοῦ διπλασιασμοῦ καὶ τριπλασιασμοῦ, ἀλλὰ εἰς δευτέραν δημοπρασίαν ἐπὶ νέας προσφοράς· καὶ διατί ἀπ’ ἀρχῆς νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν μεγάλων μερίδων καὶ νὰ ἀποφύγωμεν οὕτω τὴν δευτέραν δημοπρασίαν; Ἡ διαίρεσις τῶν ἐκβολάδων εἰς μικρὰς μερίδας ἐπιτρέπει τὴν σύστασιν μικρῶν ἑταιριῶν, καὶ τοῦτο ἔχει τι δημοτικὸν, ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσητε ἐπισταμένως τὴν ἰδέαν αὐτὴν, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν μικραὶ ἑταιρίαι· διότι ἐὰν μία ἐπιχείρησις ὑπόσχεται κέρδη μεγάλα, τ’ ἀπαιτούμενα κεφάλαια προσφέρονται ἀνεξάντλητα· καὶ πολὺ περισσότερον, ὅταν πρόκηται περὶ ἐπιχειρήσεως, τῆς ὁποίας τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖα. Ἐπίσης δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ κεφάλαιον, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κίνησιν τῆς ἐπιχειρήσεως, διότι ἐντὸς τριῶν μηνῶν τὰ προκαταβαλλόμενα ἔξοδα δι’ ἀγορὰν καρβούνων, καὶ ἡμερομίσθια πρὸς παραγωγὴν μετάλλου, μεταβάλλονται εἰς χρήματα ἀπὸ τὴν πώλησιν αὐτοῦ, τ’ αὐτὰ δὲ χρήματα προκαταβάλλονται καὶ αὖθις διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς πράξεως. Ἐπομένως δὲν βλέπω τὸ δύσκολον τῆς συστάσεως μεγάλων ἑταιριῶν, ἀρκεῖ ἡ ἐπιχείρησις νὰ ὑπόσχεται κέρδος· καὶ ἐπειδὴ, ὡς βλέπομεν, ἡ καμίνευσις τῶν ἐκβολάδων θέλει ἀφήσει σπουδαῖα κέρδη, δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι εἰς τὸν συναγωνισμὸν θέλουσι παρουσιασθῆ ἑταιρίαι, ἔχουσαι τ’ ἀπαιτούμενα κεφάλαια. Ἔχομεν μάλιστα συμφέρον νὰ γίνῃ ἡ καμίνευσις ὑπὸ μεγάλων ἑταιριῶν, διότι αἱ τοιαῦται θὰ ἔχωσιν ἐντελεῖς μηχανὰς, καὶ ὅσον ἐντελέστεραι εἶναι αἱ μηχαναὶ, τόσον ἐντελέστερον θὰ γίνεται ἡ καμίνευσις τῶν ἐκβολάδων, καὶ οὕτω τὸ ὄφελος τοῦ δημοσίου θέλει εἶσθαι ἀνώτερον, ὅπως καὶ τοῦ ἐργολάβου. Ἐνῷ, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καὶ μικραὶ ἑταιρίαι, τὸ δημόσιον θὰ ζημιωθῇ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αὗται, μὴ ἔχουσαι τὰ μέσα νὰ μεταχειρισθῶσι ἐντελεῖς μηχανὰς, δὲν θὰ ἀναλύωσι, ὅσον πρέπει, τὰς ἐκβολάδας. Ἔχομεν λοιπὸν συμφέρον νὰ ὑπάρξωσι ἑταιρίαι, δυνάμεναι μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἐντέλειαν νὰ καμινεύσουν τὰς ἐκβολάδας. Ἐπειδὴ κατ’ ἐμὲ ἡ ὕπαρξις μικρῶν ἑταιριῶν δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ἀρκεῖ μία ἐπιχείρησις νὰ ὑπόσχεται κέρδος, καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐγκατάστασιν, καθὼς ἀκόμη καὶ διὰ τὴν κίνησιν τῆς ἐργασίας, εὑρίσκονται εὐκόλως. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ προχθές, τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Δεληγεώργη ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς μικρὰς μερίδας, ἤτοι ἐξ ἑνὸς ἑκατομυρίου τόνων, ἀλλ’ ἐκ δύο τοὐλάχιστον, ἵνα παραχωρηθῶσιν εἰς τρεῖς ἑταιρίας.
§37ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Προσέξατε, κύριοι, νὰ μὴ ἐξαπατηθῆτε ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τῶν μερίδων εἰς μεγάλας ἢ μικράς· θὰ σᾶς ἀποδείξω λεπτομερέστατα, ὁπόση ὠφέλεια θέλει εἶσθαι διὰ τὸ δημόσιον καὶ τοὺς ἰδιώτας ἡ διαίρεσις εἰς μικρὰς μερίδας, καὶ ὄχι εἰς μεγάλας. Ἐνταῦθα, κύριοι, πρέπει νὰ διακρίνητε τὴν διαίρεσιν εἰς μικρὰς καὶ μεγάλας μερίδας, ὄχι ὑπὸ τὴν σχετικὴν ἔποψιν τῆς διαιρέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἀλλ’ ἀπολύτως· ἡ διάκρισις αὕτη φαίνεται μὲν ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν εἰς ἓξ ἢ ἑπτὰ μερίδας ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ, καὶ τότε βεβαίως τὸ ἕβδομον εἶναι μικρὸν ἀπέναντι τοῦ ⅓· ἔλθετε ὅμως εἰς τὴν ἀπόλυτον κατάστασιν αὐτῶν, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ μικρὰ αὐτὴ μερὶς δὲν εἶναι ἀξία περιφρονήσεως, ἀλλ’ ἐπιχείρησις λίαν σπουδαία. Ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξητε καλῶς, ἐὰν λέγουν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ κάμωμεν τὸν συναγωνισμὸν κατὰ μικρὰς μερίδας, ἀλλὰ κατὰ μεγάλας. Καί, κύριοι, ὅταν παραδεχῶμεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπως ἐξήγησε καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας συζητήσεις ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι λίαν σπουδαῖον, ὑποθέτετε, κύριοι, ὅτι, διαιρούμεναι αἱ ἐκβολάδες εἰς ἓξ μερίδας, ὅπως τὰς διαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον, τουτέστι τὸ ⅙ εἰς 40 ἑκατομμυρίων φράγκων, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη εἶναι μικρά; καὶ νομίζετε, ὅτι 40 ἑκατομμυρίων ἐπιχείρησις δὲν θὰ προσελκύσῃ μεγάλα κεφάλαια; θεωρεῖται μόνον μικρὰ ὡς πρὸς τὰς μεγάλας, τὰς ὁποίας ζητοῦν νὰ γίνουν. Λοιπὸν μὴ ἐξαπατᾶσθε, ὅτι θὰ ᾖναι μικρὸν κεφάλαιον τὸ ἕν ἑκατομμύριον τῶν τόνων τῶν ἐκβολάδων, διότι ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ εἶναι 40 ἑκατομμυρίων, πρᾶγμα σπουδαῖον· καὶ διὰ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων ἐκβολάδων, ὑποθέτετε ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου εἶναι πολλὰ, καὶ ὅτι δὲν θὰ εὑρεθοῦν κεφάλαια σπουδαῖα ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ ὑπάρχουν καὶ μικρὰ, ὥστε συγκεντρούμενα ν’ ἀναλάβουν τὴν ἐκκαμίνευσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων; ἐδῶ πρέπει νὰ μὴ ἀπατηθῆτε. Σᾶς εἶπαν, κύριοι, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου εἶναι νὰ διαιρεθῶσιν εἰς μεγάλας μερίδας, καὶ διατί; διότι, μὴ ὑπαρχουσῶν μεγάλων ἑταιριῶν, τὸ δημόσιον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ ἐντελῆ ἐξέλεγξιν· τοὐναντίον, κύριοι, ὅταν ᾖναι πολλαὶ ἑταιρίαι, τότε ἡ κυβέρνησις θὰ δύναται νὰ ἐξελέγχῃ τὴν μίαν διὰ τῆς ἄλλης, καὶ δὲν θὰ συμβῇ καμμία κατάχρησις ἐκ τοῦ ἀληθοῦς τούτου συναγωνισμοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι αἱ μικραὶ ἑταιρίαι δὲν θὰ ἔχουν ἐντελεῖς μηχανάς· καὶ διατί ἀπέναντι ἑνὸς ποσοῦ 40 ἑκατομμυρίων φράγκων δὲν θὰ εὕρουν τὸ συμφέρον νὰ ἔχουν ἐντελεῖς μηχανάς; ποῖος σᾶς εἶπεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; ἀφοῦ τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως ᾖναι μηδαμινὰ, διότι βεβαίως 1½ ἑκατομμύριον ἀπέναντι 40 ἑκατομμυρίων εἶναι μηδέν· σήμερον ὑπάρχουν ἄτομα ἐν τῇ Ἑλλάδι, οὐχὶ ἑταιρίαι, τὰ ὁποῖα διευθύνουν καταστήματα ἀξίας πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου· καί δέν θά εὑρεθοῦν πέντε, δέκα νά συνεταιρισθῶσιν ἀπέναντι ἐγνωσμένου πλούτου καί ἐπιχειρήσεως ἐγνωσμένης ἐκ 40 ἑκατομμυρίων; Διά τοῦτο ὀφείλετε νά προσέξητε καλῶς, νὰ μὴ κάμητε μεγαλειτέρας διαιρέσεις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων, διότι ἓν ἑκατομμύριον τόνων, σᾶς εἶπα καὶ πρότερον, ὅτι ἀφορᾷ 40 ἑκατομμυρίων ἐπιχείρησιν, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἐπισύρῃ ὄχι μόνον μικρὰ κεφάλαια, ἀλλὰ μεγάλα καὶ σπουδαῖα. Ὅταν δὲ ὑπάρχωσι πολλαὶ ἑταιρίαι, ὄχι μόνον τὸ δημόσιον θὰ ὠφεληθῇ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα. Λέγουσι, κύριοι, ὅτι, ὅταν γίνωσι μία ἢ δύω μεγάλαι ἑταιρίαι, τὰ αὐτὰ ἄτομα θὰ ἐργασθῶσι, καθὼς καὶ εἰς τὰς πολλὰς ἑταιρίας· πολὺ ἠπατημένος εἰς τοῦτο εἶναι ὁ κ. Κεχαγιᾶς· τὸ προσωπικὸν θὰ ᾖναι τριπλοῦν τοὐλάχιστον παρὰ εἰς τὰς μεγάλας ἑταιρίας· διότι ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ γίνουν ἓξ ἑταιρίαι, τότε θὰ γίνουν ἓξ καταστήματα, ὅλως ἀνεξάρτητα τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο, καὶ ἕκαστον κατάστημα καὶ ἑκάστη ἐπιχείρησις θὰ ἔχῃ ἰδιαιτέραν ὑπαλληλίαν, ἰδιαίτερον προσωπικὸν καὶ ἰδιαίτερα μέσα, ὥστε ἡ ἐνασχόλησις τῶν χειρῶν, θὰ ᾖναι πολὺ μεγαλειτέρα ἀπὸ ἐκείνην τῆς μιᾶς ἢ δύω τὸ πολὺ (θόρυβος)· δὲν θὰ ᾖναι εἰς βάρος τοῦ δημοσίου· ἐὰν κάμητε ἓξ ἑταιρίας καὶ ὄχι δύω, ὅπως σᾶς προτείνωσι, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ταχύτερα θὰ καμινεύουν τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων, διότι ὅλοι θὰ συντρέχουν εἰς τὸ νὰ ἐκκαμινεύουν ταχύτερα τὸ ποσὸν αὐτό, διὰ νὰ ἐλαττώσουν τὰ ἔξοδά των, ἵνα ἐπέλθῃ μεγαλείτερον τὸ κέρδος των, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ κερδίσωσι τὸν χρόνον· ὅταν δὲ τὸ δημόσιον κερδίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐκκαμινεύσεως, θὰ ἔχῃ τὸ κέρδος τοῦ τόκου, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθῃ ἐκ τῆς ἀργοπορίας τοῦ χρόνου. Καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν προβλέπουσι μόνον τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἰδιωτῶν, διότι ὅταν οἱ ἰδιῶται εὐδαιμονοῦσιν, εὐδαιμονεῖ καὶ τὸ δημόσιον ὁλόκληρον. Λοιπὸν ὅταν διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι τὸ καταλληλότερον, καὶ τὸ προσφορώτερον. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ὅταν δώσωμεν τὴν συγκατάθεσιν νὰ συγχωνεύωνται πολλαὶ μερίδες εἰς μίαν, πῶς θὰ ἔλθουν νὰ συναγωνισθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σκοπεύουν μόνον νὰ ἔλθουν νὰ ὑπερθεματίσουν εἰς μίαν μόνην; Βεβαίως δὲν θὰ ἔλθουν ποτέ, διότι θὰ ἠξεύρουν ὅτι π. χ. ἡ ἐκμεταλλευτικὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἐν Ἑλλάδι δὲν θ’ ἀφήσῃ αὐτοὺς νὰ ἔλθουν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, διότι θὰ ἔχουν προκαταβολικῶς τὴν πρόθεσιν τῆς συγκεντρώσεως πολλῶν μερίδων. Λοιπὸν ἐν ὅσῳ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως εἶναι μηδαμινὰ ἀπέναντι τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐπιχειρίσεως ἐκβολάδων, ἥτις ἀφορᾷ 40 ἑκατομμύρια, δὲν πρέπει ποσῶς νὰ συγχίζῃ τὴν διάνοιάν σας ἡ διαίρεσις τῶν μικρῶν μερίδων, διότι σᾶς εἶπον ὅτι τὸ μικρὸν μὲ τὸ μεγάλον εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν εἶναι σχετικόν, ὄχι ὅμως καὶ ἀπόλυτον· ἐνταῦθα λοιπὸν πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὴν διαίρεσιν, κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τόνων ἐκβολάδων, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ δυνηθῇ μία Κυβέρνησις, ὡς προεῖπον, νὰ ἐξελέγξῃ τὴν μίαν ἑταιρίαν διὰ τῆς ἄλλης, καὶ διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ἐὰν ἡ μία ἑταιρία κάμῃ 15 ἔτη νὰ μεταλλεύσῃ τὰ 7 ἑκατομμύρια τῶν ἐκβολάδων, αἱ περισσότεραι θὰ δυνηθοῦν εἰς 7 ἢ 8 ἔτη, προσπαθοῦσα ἑκάστη νὰ ταχύνῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν διὰ νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὰ ἔξοδα. Δι’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τῶν ἐκβολάδων εἰς μερίδας, οὐχὶ μεγαλειτέρας τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διότι τὸ ποσὸν δὲν εἶναι μικρόν, ἀλλ’ εἶναι ἱκανὸν νὰ κάμῃ, ὥστε νὰ προστρέξωσι κεφάλαια σπουδαῖα καὶ μεγάλα καὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, διότι 40 ἑκατομμύρια δὲν εὑρίσκονται σήμερον εὐκόλως εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ κάμουν τοιαύτας ἐπιχειρήσεις τόσον εὐκόλως καὶ τόσον ἐπικερδῶς.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν διότι ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε διαμφισβητήσει κἄπως τοὺς ὑπολογισμούς μου ὡς πρὸς τὰ κέρδη τοῦ ἐργολάβου μετὰ τὸν ὅρον ὃν ἐθέσαμεν, ὅτι 60% θὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ἀκούσατε ὁποῖον εἶναι τὸ κέρδος. Ἔχομεν δύο τρόπους· ὁ εἷς εἶναι, ἀκολουθοῦντες τὴν ἔκθεσιν ἡ ὁποία προσδιορίζει πόσαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται νὰ ἐκκαμινευθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκβολάδες ἐν Λαυρίῳ, νὰ εὕρωμεν πόσον καθαρὸν κέρδος θέλει προέλθει. Ὁ δεύτερος εἶναι, νὰ ζητήσωμεν τὸ αὐτὸ κατὰ τόνους, δηλ. τὰ ἔξοδα κατὰ τόνους καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ τόνου. Κατ’ ἀμφότερα δὲ τὰ συστήματα φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου τῶν ἐκβολάδων εἶναι κατὰ τόνον δραχ. 1000, τὰ δὲ ἔξοδα 400, ἔχομεν καθαρὸν κέρδος δρ. 600· αὐταὶ θὰ μοιρασθῶσιν μεταξὺ δημοσίου καὶ ἐργολάβου· τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ 60%, δηλ. 360 δραχμάς.
§39ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβῃ καὶ περισσότερον.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλομεν νὰ ἴδωμεν τί τὸ στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν ἐργολάβων, δηλ. τί ἐκθέτομεν εἰς διαγωνισμόν. Λοιπὸν 60% ἀφεύκτως θὰ λάβῃ τὸ δημόσιον, δηλ. 360 δραχμαὶ θὰ δοθοῦν εἰς τὸ δημόσιον, εἰς δὲ τὸν ἐργολάβον 240· ὁ ἐργολάβος καταβάλλει 400 δραχμὰς δι’ ἔξοδα· Ποία εἶναι ἡ σχέσις τῶν 240 πρὸς τὰς 400;
§41ΤΙΝΕΣ. 60%.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα. Ἐκθέτομεν λοιπὸν εἰς δημοπρασίαν καὶ συναγωνισμὸν αὐτὰ τὰ 60% καθαροῦ κέρδους. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἡ μετοχὴ εἰς τὴν ἑταιρίαν θὰ ἦναι ἐκ 1000 δραχμῶν ἑκάστη, θὰ καταβάλῃ ὁ μέτοχος 1000 δραχμὰς καὶ θὰ λάβῃ 600 κέρδος εἰς τὸ πρῶτον ἔτος!
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τρὶς αὐτὴ ἡ ἐργασία ἐπαναλαμβανομένη....
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τοῦτο.
§45ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἠμπορεῖ ἡ ἐργασία νὰ ἐπαναληφθῇ δεκάκις.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρω αὐτό.
§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τρεῖς ἢ τέσσαρας φορὰς θὰ ἐπαναληφθῇ.
§48ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Εἶναι κατὰ τόνον· λοιπὸν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ τόνου τοῦ ἑνὸς πρόκειται νὰ ἴδῃ ὁ ἐργολάβος πόση εἶναι ἡ καταβολὴ, τὰ ἔξοδά του καὶ τὸ κέρδος του.
§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι ὅμως τὸ ἔτος· ὁ κ. Δεληγεώργης κάμνει λόγον περὶ τοῦ διαμερισμοῦ τῶν μετοχῶν.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔστω καθ’ ἑξαμηνίαν. Θέλω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖον στάδιον κερδῶν ἀφίνομεν εἰς τὴν δημοπρασίαν. — Εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ φθάσωμεν ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ ἄλλο σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἐκκαμινευόμεναι θέλουν δόσει πρόσοδον 222 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκκαμινευθῶσιν, ἀπαιτεῖται 97 ἑκατομμύρια δαπάνη· ὅθεν ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἀφαιρουμένου τοῦ κεφαλαίου, θέλει μείνει καθαρὸν κέρδος 130 ἑκατομμύρια· αὐτὰ θὰ μοιρασθῶσι μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ἐκκαμίνευσιν· 60% ἐπὶ τῶν 130 εἶναι 78 ἑκατομμύρια, 40% εἶναι 52 ἑκατομμύρια· λοιπὸν τὰ 52 καὶ τὰ 78 ἑκατομμύρια θὰ μοιρασθῶσι μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου καὶ τοῦ δημοσίου. Τὰ 52 τὰ λαμβάνει ὅστις κατέβαλε τὰ κεφάλαιά του· ἡ ἀναλογία λοιπὸν εἶναι ἡ αὐτή. Ὥστε βλέπετε ὅτι τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἐκθέτομεν εἰς δημοπρασίαν, κατὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον συντάττομεν, καὶ ἀφ’ οὗ ἐθέσαμεν ὡς ἐλάχιστον ὅρον τὸ 60%, εἶναι ὑπὲρ τὰ 50%· ἀφίνομεν, λέγω, στάδιον διαγωνισμοῦ 50%. Προκειμένου λόγου λοιπὸν περὶ ἐπιχειρήσεως σπουδαίας, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ διαγωνισμὸς θὰ γίνῃ, θὰ ὑπάρξῃ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν πᾶσαν ἰδέαν καὶ προσπάθειαν νὰ ἀπολαύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τοῦ ἐλαχίστου ὅρου. Ποῦ ἠκούσθη ἐπιχείρησις μὲ 50 καὶ 60% καθαρὸν κέρδος; Τὰ χρήματα εἰς τὰς ἀσφαλιστικὰς ἑταιρίας παρέχουσι τὸ ἀνώτατον ποσὸν τῶν κερδῶν, ἢ μόλις δίδουν ἐνίοτε 23% καὶ πάλιν τρέχουν καὶ κίνδυνον. Διὰ ταῦτα, κύριοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα περισσότερον νὰ ὠφεληθῶμεν. Αἱ μεγάλαι μερίδες εἶναι πάντοτε ἡ ἰδέα μου· φρονῶ ὅμως ὅτι καὶ τὸ σύστημα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι ἄριστον. Ἀπὸ τοῦδε παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προτείνω μίαν ἰδέαν ἂς τὴν σκεφθῇ δὲ ἡ Βουλὴ ἐὰν δύναται νὰ ᾖναι ὠφέλιμος. Νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸν ὑπερθεματισμὸν εἰς ἐκείνους μόνον, οἱ ὁποῖοι συναγωνισθοῦν εἰς τὸν πλειστηριασμόν· τότε καὶ ὁ πλειστηριασμὸς γίνεται μετὰ ζήλου.
§51ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ......
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου ἀκόμη δίδομεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς μεγάλους ἐπιχειρηματίας νὰ ἑνώσουν τὰς μερίδας, ἀλλὰ πρέπει νὰ συναγωνισθοῦν καὶ εἰς τὴν πρώτην δημοπρασίαν. Ἐγὼ εἶμαι πληρέστατα πεπεισμένος, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου εἶναι ἄριστον, ἐπίσης ὅτι ἡ κατὰ μεγάλας μερίδας δημοπρασία θέλει φέρει συναγωνισμὸν ἰσχυρὸν καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος· ἐν ἀνάγκῃ, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μείνῃ τὸ ἄλλο (σύστημα), ἂς συζητήσωμεν ἐὰν ᾖναι ὑπόχρεως ὁ ζητῶν ἀναπλειστηριασμόν, νὰ πλησιάσῃ εἰς τὸν πρῶτον.
§53Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργ. Ἐκκλ.). Κύριοι, οὔτε ἐθέσαμεν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἔχῃ τις μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πρώτου πλειστηριασμοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ἑνώσῃ περισσοτέρας μερίδας ἐκβολάδων, καὶ νὰ ἐκθέσῃ αὐτὰς εἰς δευτέραν δημοπρασίαν, διότι οὕτω θέλομεν παραλύσει τὸν πρῶτον συναγωνισμόν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέλομεν παραλύσει καὶ τὴν ἐνέργειαν ὅλων τῶν μικρῶν ἑταιριῶν, διότι ἐκ τῶν προτέρων καμμία ἑταιρία δὲν θὰ συναγωνισθῇ, διότι διὰ νὰ σχηματισθῇ μία μικρὰ ἑταιρία, πρέπει νὰ προκαταβάλῃ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παρουσιάσῃ κατὰ νόμον πρὸ τῆς δημοπρασίας, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα ὅτι θὰ ἔλθουν μεγάλαι ἑταιρίαι, τότε μόνη ἡ ἰδέα αὐτὴ παραλύει αὐτάς, καὶ δὲν θὰ σχηματισθῶσιν. Ἐὰν δ’ ἀκόμη θέσωμεν ἐντὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ τὴν ῥήτραν, ὅτι δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν ἑταιρίαν νὰ ἑνώσῃ μίαν, ἢ καὶ περισσοτέρας μερίδας καὶ, νὰ τὰς θέσῃ εἰς δευτέραν δημοπρασίαν, βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῶσι μικραὶ ἑταιρίαι, διότι αὗται θὰ παραλύσωσι, πρὶν παρουσιαθῶσιν εἰς τὸν πλειστηριασμόν. Προσέθηκεν ὁ κύριος Δελιγεώργης ὅτι, ἂν ὑποχρεώσωμεν ἐκεῖνον, ὅστις θὰ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἑνώσῃ περισσοτέρας ἐκβολάδας διὰ νὰ τὰς ἀναπλειστηριάσῃ μὲ τὸν ὅρον ὅτι ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ καὶ εἰς τὸν πρῶτον συναγωνισμόν, καὶ ὅτι ἐὰν δὲν ἤθελε παρουσιασθῇ εἰς τὸν πρῶτον συναγωνισμόν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑνώσῃ περισσοτέρας μερίδας. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν μᾶς ὠφελεῖ τίποτε· καὶ δὲν μᾶς ὠφελεῖ, διότι ἔχομεν ἐλάχιστον ὅρον 60%· διότι πᾶς, ὅστις δὲν ἤθελε θέσει τὸν τελευταῖον ὅρον 60%, δὲν εἶναι δεκτὸς, οὔτε ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τῷ παραχωρήσῃ μερίδα ἐκβολάδων· ἅμα θέλει παρουσιασθῆ μία ἑταιρία, καὶ προσθέσει τὸν τελευταῖον ὅρον 60% τί σᾶς ὠφελεῖ; ἀποσύρεται τότε, καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν προσέρχεται ἡ ἄλλη, καὶ τὴν λαμβάνει αὐτὴν τὴν μερίδα. Ὥστε αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν ὠφελεῖ κατὰ τίποτε. Πρέπει, λέγουν, νὰ μοιράσωμεν, ἢ νὰ διαιρέσωμεν εἰς μεγάλας μερίδας τὰς ἐκβολάδας, διὰ νὰ εὕρωμεν μεγάλας ἑταιρίας καὶ συναγωνισμόν· ἐγὼ λέγω ὅτι διὰ τῆς διανομῆς εἰς μικρὰς μερίδας, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, προσθέτομεν εἰς τὰς μικρὰς ἑταιρίας, χωρὶς νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς μεγάλας· καὶ κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς τοῦ κ. Δεληγεώργη τὰ καθαρὰ κέρδη ὅλων τῶν γνωστῶν ἐκβολάδων ἐν Λαυρίῳ, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουσιν εἰς 6 ἑκατομ. 700 περίπου χιλ. τόνους, εἶναι 130 ἑκατομμύρια· ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι διῃρέσαμεν αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας εἰς 7 μερίδας, ἑκάστη μερὶς ἔχει καθαρὸν κέρδος 18½ ἑκατομμύρια, καὶ ὅταν μία ἑταιρία ἀπὸ μίαν ἐπιχείρησιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκβάλῃ τὰ ἔξοδά της, θὰ ἔχῃ κέρδος 18½ ἑκατομμύρια, εἶναι ὀλίγον;
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ δημόσιον;
§55Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὸ δημόσιον, τὸ ἠξεύρω καλὰ, κατὰ τὸν λογαριασμὸν καὶ ἐπὶ τῶν 8½ ἑκατομ. ἄλλα 5, 11· μόνον 11½ ἑκατομμύρια· εἶναι αὕτη μικρὰ ἐπιχείρησις, ἀφοῦ ἐκβάλῃ τὰ ἔξοδά του ὅλα;
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἔχῃ ὕπαρξιν 20 καὶ 30 ἔτη, καὶ θὰ καταβάλῃ ἔξοδα καὶ διὰ σιδηρόδρομον.
§57Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ σιδηροδρόμου.—Ἀκόμη, κύριοι, ὅταν ᾖναι διανεμημέναι αἱ ἐκβολάδες εἰς μικρὰ τεμάχια καὶ οἱ σιδηρόδρομοι, ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι διόλου· διατί; διότι οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι ἀναγκαῖοι εἰς μεγάλας ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην νὰ μεταφέρωσιν τὰς ἐκβολάδας ἀπὸ δύο ὥρας καὶ ἐπέκεινα· ἀλλ’ ὅταν αἱ ἐκβολάδες 800,000 ἢ 1,000,000 τόνων ᾖναι περιωρισμέναι εἰς μίαν περιφέρειαν, τῆς ὁποίας ἡ ἀκτὶς εἶναι πολὺ μικρὰ, καὶ κάμῃ εἰς τὸ κέντρον τῆς περιφερείας αὐτῆς τὰ καταστήματά της, ἡ ἑταιρία, κύριοι, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ σιδηρόδρομον.
§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πῶς θὰ μεταφέρῃ τὰ κάρβουνα κλπ;
§59Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἔχω τὰ ἄχραντα μυστήρια εἰς τὸ κεφάλι μου· ἐὰν θέλητε, ἔλθετε νὰ μὲ ἀναιρέσητε. — Ἓν ἑκατομμύριον τόνων ἐκβολάδες κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν ἠμποροῦν, παρὰ νὰ ᾖναι εἰς μίαν περιφέρειαν πολλὰ περιωρισμένην· ὅταν κάμῃ εἰς τὸ κέντρον τῆς περιφερείας αὐτῆς τὰ καταστήματά της ἡ ἑταιρία, τότε πολὺ εὐκόλως δύναται νὰ μεταφέρῃ αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας, καὶ τὰς ἐκκαμινεύσῃ, ἐνῷ τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ μία μεγάλη ἑταιρία, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχει τὸ πλεονέκτημα τοῦ ὅτι καταβάλλουσα μεγάλα κεφάλαια, καὶ μεταχειριζομένη ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐπιστήμης, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ, κάμνει εὐθηνοτέραν τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη ἑταιρία ἔχει τὸ πλεονέκτημα, διότι εἶναι περιωρισμένη εἰς περιφέρειαν μικρὰν, καὶ δύναται εὐκολώτερον νὰ μεταφέρῃ τὰς ἐκβολάδας, ὅταν τὰς καμίνους τὰς ἔχῃ εἰς τὸ κέντρον, ὅπου εἶναι τὸ ὑλικὸν πρὸς ἐκκαμίνευσιν. Βλέπετε, ὅτι μία ἑταιρία μεγάλη διὰ τὰ μεγάλα κεφάλαιά της ἔχει τὰ πλεονεκτήματά της, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι καὶ ἡ μικρὰ ἑταιρία διὰ τὴν σμικρότητα τῆς περιφερείας της, καὶ αὐτὴ ἔχει τὰ πλεονεκτήματά της. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι ζημιώνεται τὸ δημόσιον, διότι, ὅταν δὲν παρουσιασθοῦν μεγάλαι ἑταιρίαι, καὶ καταστήσουν τὰς ἐργασίας εὐθηνοτέρας, εἶναι περιωρισμέναι αἱ προσφοραὶ περισσότερον διὰ τὸ δημόσιον· ἀλλὰ τίς ἀπέκλεισε τὰς μεγάλας ἑταιρίας; ἡ μικρὰ ἑταιρία θὰ κάμῃ τὸν ὑπολογισμόν της, ὅτι τῆς ἀπαιτοῦνται ἔξοδα ἐφ’ ἑκάστου τόνου 400 δραχμαί· θὰ κάμῃ τὸν ὑπολογισμόν της νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον 70%· ἡ μεγάλη ἑταιρία, ἡ ὁποία διὰ τῶν μεγάλων κεφαλαίων της καὶ τῶν μέσων τῆς ἐπιστήμης θὰ κάμῃ τὸν ὑπολογισμὸν, διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν ἀπαιτοῦνται ἔξοδα 350 δραχμαὶ, τότε ἡ ἑταιρία θὰ προσφέρῃ 73, 74%· καὶ ὡς ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι διὰ τῆς διανομῆς τῶν μερίδων εἰς περισσοτέρας μερίδας ἐνῷ εὐρύνομεν τὸν κύκλον εἰς ὅλας τὰς ἑταιρίας, διὰ νὰ καταστήσωμεν πλέον ζωηρὸν τὸν συναγωνισμὸν, δὲν ἀποκλείομεν ἀφ’ ἑτέρου τὰς μεγάλας ἑταιρίας νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν, διότι δίδομεν στάδιον εὐρὺ καὶ εἰς τὰς μικρὰς ἑταιρίας καὶ εἰς τὰς μεγάλας. Λοιπὸν θεωρῶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὅτι εἶναι πλέον ἐντελῶς ἐξαντλημένον ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος.
§60ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Σεῖς λέγετε τὰ καταστήματα νὰ γίνουν ἐπὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον κεῖνται οἱ ἐκβολάδες, δὲν ἐλάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι κατόπιν ὁ ἐργολάβος ἔχει ἀνάγκην μέσου διὰ νὰ μεταφέρῃ τὸ μέταλλον εἰς τὴν παραλίαν, καὶ δεύτερον ἀπὸ τὴν παραλίαν ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταφέρῃ ἀπὸ τὸν τόπον τῆς καμινεύσεως ὅλον τὸ ὑλικὸν καὶ τὴν καύσιμον ὕλην.
§61Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλα τὰ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου, ἀλλ’ ἡ ὕλη εὐκόλως μεταφέρεται, διότι θὰ τὴν φέρῃ ἀπὸ ἐκεῖ, νὰ τὴν πάγῃ εἰς τὴν κάμινον.
§62ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐπήγατε ἐκεῖ; διότι ἐκεῖ, ὅπου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, μόλις εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάγουν οἱ ἄνθρωποι, ὅθεν θὰ φέρουν τὸ ὑλικὸν τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἡ ἐκκαμίνευσις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ δοξασία αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ, ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸν σιδηρόδρομον.
§63Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ κατὰ τὶ ἀποκλείονται διὰ τῆς διανομῆς εἰς μικρὰς μερίδας αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι; Ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ ἐσχημάτισα μίαν ἑταιρίαν, καὶ κατέθεσα 300 ἢ 400 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ θέλω νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὴν δημοπρασίαν· καταβάλω τὰς 500000 δραχμὰς κατὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω κατὰ τὸν νόμον, ὅστις κατασκευάσθη· ἄλλη ἑταιρία μὲ ἓν ἑκατομμύριον καὶ 585 χιλιάδας δραχμὰς, ὅπου χρειάζονται ὡς ἔξοδα τῆς μεγάλης ἑταιρίας διὰ τὴν ἐγκατάστασίν της, ἔρχεται εἰς τὴν δημοπρασίαν· ἐγὼ, ὅστις δὲν ἔχω τὰ μέσα, θὰ κάμω ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς, καὶ θὰ εἴπω πόσα μὲ χρειάζονται νὰ μεταφέρω τὰς ἐκβολάδας ἀπὸ τὴν Καμάριζα λ. χ. εἰς παραλίαν τινα, χρειάζεται τόσον ὑλικὸν καὶ τόσα ἔξοδα διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν κτλ. Θὰ εἴπω ὅτι τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 450 δραχμάς· ἂν σεῖς ὅπου ἔχητε νὰ κάμητε τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὰ πλυντήρια διὰ τοῦ ἀτμοῦ θὰ ἔχητε νὰ ἐξοδεύσητε 300 δραχμὰς, ἰδοὺ ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παρουσιασθῶ τότε εἰς τὴν δημοπρασίαν. Λοιπὸν ποῖος φόβος εἶναι διὰ τὰς μεγάλας ἑταιρίας; διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς εἰς μεγάλας μερίδας διαιρέσεως τῶν ἐκβολάδων ἀποκλείονται αἱ μικραὶ ἑταιρίαι, καὶ δὲν εὐρύνεται ὁ συναγωνισμὸς, ἐνῷ διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς εἰς μικρὰς μερίδας διαιρέσεως ποσῶς δὲν ἀποκλείονται αἱ μεγάλαι, καὶ ἔχουν ὅλα τὰ πλεονεκτήματα νὰ συναγωνισθῶσιν.
§64ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Περὶ τῆς ἑνώσεως τῶν μερίδων τί λέγετε;
§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπον ὅτι εἶμαι ἐναντίος ἴσια ἴσια δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα, διότι ἅμα θελήσητε νὰ ἑνώσητε περισσοτέρας μερίδας, ἅμα παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τοῦτο παραλύετε τὴν συγκρότησιν μικρῶν ἑταιριῶν ἐκ τῶν προτέρων· διότι διὰ νὰ σχηματισθῇ μία μικρὰ ἑταιρία, ἐννοεῖτε ὅτι θὰ σχηματισθῇ ἐκ τῶν προτέρων, καὶ θὰ καταβάλῃ 200 ἢ 400 χιλιάδας δραχμὰς, ὅταν ὅμως τῆς εἴπητε ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἄλλος νὰ ἑνώσῃ περισσοτέρας μερίδας, παραλύεται αὕτη εἰς τὴν πρώτην της ἐνέργειαν. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ὀρθὴ αὕτη ἡ παρατήρησις.
§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ διϊσχυρίζομαι ἀπ’ ἐναντίας ὅτι αἱ μικραὶ ἑταιρίαι δὲν θὰ καταφύγουν εἰς μικρὰ μέσα, θὰ καταφύγουν εἰς τὰ αὐτὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι, καὶ θὰ κάμουν καὶ τὸν σιδηρόδρομόν των, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ὅσα ἀπαιτοῦνται, διότι τὸ ποσὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι πολὺ σημαντικὸν, καὶ κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην ἡ ἐκκαμίνευσις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων θὰ γίνῃ ἐπάνω κάτω εἰς 8 ἔτη, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἔτη θὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρία 8 ἑκατομμύρια καθαρὸν κέρδος· λοιπὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου φράγκων εἰς ἓν ἔτος εἶναι μικρὸν ἀπέναντι ἑνὸς κεφαλαίου ἑνὸς ἑκατομμυρίου περίπου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀσφαλίσῃ καὶ τὰ ἔξοδα; λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ὅτι αἱ μικραὶ ἑταιρίαι θὰ ἔχουν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ φέρουν ὡς ἐπιχειρήματα. Ἐδὼ πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ σπουδαίως ἡ Βουλή, νὰ διαιρέσῃ τὰς ἐκβολάδας εἰς μικρὰς μερίδας, καὶ ἀπὸ τοῦδε σᾶς λέγω, ἂν πράξητε τὸ ἐναντίον, ὅτι θὰ κλαύσωμεν ἀνωφελῶς, καὶ θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ νὰ ἐκθέσωμεν τοῦτο. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, διότι ἓν ἑκατομμύριον τόνοι εἶναι μεγίστη ἐπιχείρησις, ἥτις θὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐκκαμινεύσῃ εὐθυνότερα καὶ καλλίτερα τὰς ἐκβολάδας.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δύω λέξεις θὰ εἴπω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ σηδιροδρόμου, διότι αὐτὸ κυρίως ἠθέλησαν νὰ συστήσουν εἰς τὴν προσοχὴν ὑμῶν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διάθεσιν κατὰ μεγάλας μερίδας. Σᾶς εἶπον ὅτι αἱ μικραὶ ἑταιρίαι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσουν σιδηροδρόμους, ἐνῷ αἱ μεγάλαι δύνανται νὰ κάμωσι τοῦτο, διότι ἔχουν μεγάλα κεφάλαια. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπολύτως ὀρθός· διότι ἂν διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας ὅλας διὰ μιᾶς, ἐπειδὴ αὗται εὑρίσκονται εἰς διαφόρους θέσεις, ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκαμίνευσιν, εἶναι ἠναγκασμένη νὰ κάμῃ πολλοὺς σιδηροδρόμους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἑνώσῃ ὅλας τὰς θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, μὲ τὸ μέρος ὅπου θὰ ἱδρύσῃ τὸ κατάστημα, ὥστε καὶ ἡ μεγάλη ἑταιρία δὲν κερδίζει τίποτε, διότι εἶναι ἠναγκασμένη νὰ καταβάλῃ τόσας δαπάνας, ὅσας ἤθελον καταβάλει ὅλαι ὁμοῦ αἱ μικραὶ ἑταιρίαι, ἐὰν ἑκάστη τούτων ἀναλάβῃ τὴν ἐκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων μιᾶς θέσεως. Ἐὰν αἱ ἐκβολάδες εὑρίσκονται εἰς 5 θέσεις, καὶ διὰ τὰ ἐργοστάσια δὲν ὑπάρχῃ, εἰμὴ μία κατάλληλος θέσις, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἠλείας, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῶσι πέντε σιδηρόδρομοι, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν θέσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, καὶ φθάνοντες μέχρι τῶν ἐργοστασίων. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς μίαν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκεται μέγας ὄγκος ἐκβολάδων, διαιρεθῇ δὲ οὗτος εἰς πολλὰ τεμάχια, καὶ παραχωρηθῶσι ταῦτα εἰς διαφόρους ἑταιρίας νομίζετε ὅτι ἑκάστη τῶν ἑταιριῶν τούτων εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ σχηματίσῃ ἴδιον σιδηρόδρομον; Βεβαίως ὄχι! ὅλαι αἱ ἑταιρίαι θέλουσι συνεννοηθῆ, καὶ κατασκευάσει ἕνα σιδηρόδρομον κοινόν· ἑπομένως δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ ἦναι ἐπιζήμιον, ἐὰν θελήσητε νὰ δώσητε τὰς ἐκβολάδας εἰς πολλὰς ἑταιρίας. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ σπουδαίου τούτου ἐξόδου τῶν σιδηροδρόμων δὲν μένει ἄλλο, διότι διὰ τὸ πλυντήριον δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς τρομάζῃ ἡ διαίρεσις εἰς πολλὰς μερίδας, οὐδὲ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας διῃρημένας εἰς πολλὰς μερίδας, θέλει ζημιωθῆ τὸ δημόσιον, ἀπ’ ἐναντίας τὸ δημόσιον θέλει εὑρεῖ τὸ συμφέρον του, ἂν γείνῃ κατὰ μερίδας ἡ διάθεσις.
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχομεν συμφέρον νὰ προκαλέσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον συναγωνισμὸν θὰ λάβῃ δὲ χώραν, ὅταν συστηθῶσιν ἑταιρίαι· θὰ συστηθῶσι δὲ ἑταιρίαι, ἐὰν ἔχουν μεγάλας ἐργασίας· ὅταν ὅμως περιορίσωμεν τὸ ποσὸν εἰς ἕνα ἑκατομμύριον τόνους, καὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν θὰ ὑπάρχῃ 7½ ἑκατομμύριον κέρδος, ὅτι ἡ προσφορὰ εἶναι 60%, ὅταν ᾖναι 70, 80, καὶ 90 τότε τὸ κέρδος περιορίζεται εἰς 2 καὶ 3 ἑκατομμύρια, καὶ διὰ πόσον καιρόν; 20 καὶ 30 ἔτη.
§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμποροῦν νὰ θέσουν περισσοτέρας καμίνους, διὰ νὰ τελειώσουν γρηγορότερα.
§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε προκαλεῖτε τὴν σύστασιν ἑταιριῶν, σπουδαίων ὅταν δίδητε στάδιον εὐρύ.
§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὰς θέλετε τὰς μεγάλας ἑταιρίας, ἀφοῦ δὲν ἀπαντοῦνται κεφάλαια μεγάλα;
§72ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν μία ἐπιχείρησις ἔχῃ κέρδη, τὰ κεφάλαια εἶναι ἀτελεύτητα· διὰ τὶ θέλετε νὰ γίνωνται περισσότερα ἔξοδα, ἀφοῦ ᾖναι ζημία τοῦ δημοσίου τοῦτο;
§73ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κ. Πρόεδρε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, κύριοι, πρέπει νὰ τὸ διατυπώσωμεν, διότι ἄλλως τὴν ἰδέαν μόνον θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν.
§75ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἰδέαν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν τὴν ἰδέαν νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν κ. Δεληγεώργη, Κεχαγιᾶ, Σωτηρόπουλε;
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὰ ἀναπτυχθέντα νομίζω ὅτι τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα εἶναι ὄχι ὀλιγώτερον τῶν 2 ἑκατομμυρίων τόνων.
§78ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συμφωνῶ· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ἐπανάληψιν.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι αὐτό.
§80Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ μία πρότασις θέτει ὡς ἀνώτερον ὅρον τὰ δύω ἑκατομμύρια, ἡ ἄλλη τὸ ἓν ἑκατομμύριον.
§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς δύω περίπου ἑκατομμύρια νὰ ᾖναι ἑκάστη μερὶς, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον· δεύτερον νὰ μὴν ἐπαναλαμβάνηται πλειστηριασμός.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλη ἰδέα καὶ θὰ ψηφοφορηθῇ χωριστά.
§83ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύω ἰδέαι εἶναι, ἡ μία εἰς 2 ἑκατομμύρια, καὶ ἡ ἄλλη εἰς ἓν ἑκταμμύριον ὅπως ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον, λοιπὸν πρέπει νὰ τὸ διακρίνητε αὐτό.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσητε ὅτι ὁ Νόμος εἶναι γενικὸς, καὶ περιλαμβάνει ὄχι μόνον τὰς γνωστὰς ἐκβολάδας, ἀλλὰ καὶ τὰς τυχὸν ἀνακαλυφθησομένας. Εἰς τὸν νόμον δὲν ἠμπορεῖτε, παρὰ ἀνώτατον ὅρον νὰ θέσητε καὶ ὄχι ἐλάχιστον· διότι ἐὰν ἀνακαλυφθῶσι κατόπιν ἀλλαχοῦ ἐκβολάδες, καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι κατώτερον τῶν 2 ἑκατομμυρίων τόνων, πρέπει τότε νὰ τὰς ἀφήσωμεν ἀκαμινεύτους μέχρις οὗ εὕρωμεν καὶ ἄλλας; ὥστε φρονῶ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐλαχίστου ὅρου, ἀλλὰ περὶ ἀνωτάτου. Ἐὰν δὲ περὶ τῶν γνωστῶν ἐκβολάδων θέλετε νὰ θέσητε ἐλάχιστον ὅρον, δύνασθε νὰ θέσητε ἀκροτελεύτιον διάταξιν, ἀποφασίζοντες ἀπὸ τοῦδε, ὅτι αἱ γνωσταὶ ἐκβολάδες θέλουσι διατεθῆ κατὰ μερίδας, ἑκάστη τῶν ὁποίων θέλει περιέχει 2,000,000 περίπου τόνων. Ἐνῷ ὑπὸ συζήτησιν ἔχομεν ἤδη τὸ ἄρθρον 9. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ τροποποίησις θὰ γίνῃ εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον (θόρυβος).
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀντιπαρατηρῶ εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἶναι ἀντίῤῥησις σχεδὸν καθ’ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου· εἰς κάθε ἄρθρον, ἐὰν θελήσητε, δύνασθε νὰ φέρητε τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ νὰ ἔχῃ τὸν τόπον της. Διότι ὁρμώμενοι ἀπὸ τὰς γνωστὰς ἐκβολάδας ἐν Λαυρίῳ, συντάττομεν νόμον γενικὸν περὶ πάσης ἐκβολάδος καὶ διὰ τοῦτο, μόνον τὸ Λαύριον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, ἐνῷ αἱ ἀποφάσεις μας θὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς νόμον γενικόν. Αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τὸ παρεστήσαμεν ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν καὶ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν αὐτήν τὴν ἀντίῤῥησιν· τί ὅμως μᾶς εἶπον, ὅτε εἴπομεν «πῶς δύνασθε νὰ θέσητε ὡς ἔξοδα 350 δραχμάς;» Τί μᾶς εἶπον; Ναὶ, ὁ νόμος εἶναι γενικὸς, ἀλλὰ κυρίως ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Λαύριον· τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν ἤδη· διὰ τοῦτο λέγομεν, ὄχι εἰς 2, 3, 7, ἀλλὰ διὰ τὰ 6,000,000, καὶ τόσας χιλιάδας τόνους, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Λοιπὸν βλέπετε ὁ νόμος ἀρχὴν ἔχει γενικὴν, καὶ ὅμως συντάσσεται ἀπὸ Βουλὴν, ἥτις ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸ Λαύριον, καὶ τοῦ Λαυρίου τὰς γνωστὰς ἐκβολάδας. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀντίῤῥησις πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ μέρος. Ὅθεν ἐὰν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν τύπον, ἂς εἴπωμεν περὶ λαυρίου. Ἡ ἰδέα ἡ ἐπικρατήσασα εἶναι, ὅτι ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι 2,000,000 περίπου, τουτέστι 1,900,000, ἢ 2,100,000· αὐτὸ νομίζω ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Βουλῇ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅλα αὐτὰ θὰ γίνουν εἰς τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ὑπὸ συζήτησιν ἔχομεν τὸ 9ον. Αὐτὰ τὰ λέγω διὰ νὰ τὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ. Ἐνῷ ὑπὸ συζήτησιν ἔχομεν ἤδη τὸ ἄρθρον 9. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ τροποποίησις θὰ γείνῃ εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον (θόρυβος).
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄνευ ἑνώσεως (διάλογοι).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου θὰ γείνῃ δευτέρα ἐρώτησις· τώρα οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἑκάστη μερὶς πρέπει νὰ ἀνέρχεται εἰς δύο ἑκατομμύρια περίπου καὶ ὄχι εἰς ἕν........
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περίπου ἢ κατ’ ἀνώτατον ὅρον;
§90ΠΟΛΛΟΙ. Περίπου.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ λέγω τὸ κατ’ ἀνώτατον ὅρον 2 ἑκατομμυρίων τόνων.
§92ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον· διότι ὑποθέσατε ὅτι εἷς σωρὸς ἔχει 2 ἑκατομ. 200 χιλ. τόνους· νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθοῦν εἰς 2 ἑκατομ. 200 χιλ. καὶ νὰ πωληθοῦν χωριστά; (διάλογοι).
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλω νὰ διευκρινήσω τὴν ἰδέαν· καὶ δὲν ἐπῆρα τὸν λόγον, διότι ἐγὼ δὲν δίδω πολλὴν βάσιν εἰς ὅ,τι ψηφίζομεν τώρα, διότι, ἀφοῦ παρέλθουν 15 ἢ 17 μῆνες, θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ τὰ ἴδωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Εἶπον κατ’ ἀνώτατον ὅρον, διότι, ἂν τυχὸν παρουσιασθῇ συναγωνισμὸς, ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τμηματικά τινα τεμάχια τῶν ἐκβολάδων, π. χ. θὰ πέσουν ὅλοι ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων τῆς...... ...., κατὰ δεύτερον λόγον τῆς Καμάριζας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι παρὰ 500 χιλιάδες· ἂν θέλετε περίπου 2 ἑκατομμύρια, προβλέπω ὅτι οὐδεὶς συναγωνισμὸς θέλει παρουσιασθῆ, διότι δὲν πιστεύω πολὺ εὐκόλως νὰ ἔλθουν νὰ συνδέσουν τὰς τοποθεσίας..........
§94Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι νέα συζήτησις, κ. πρόεδρε.
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι νέα, ἀλλ’ ἠμπορῶ νὰ τὴν ἐπαναλάβω, κύριε Δημητριάδη, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Λέγων τις κατ’ ἀνώτατον ὅρον 2 ἑκατομ. μένει εἰς τὸ χέρι τοῦ διευθύνοντος συμβουλίου καὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια καὶ τὸ 1 ἑκατομμύριον καὶ αἱ 500 χιλιάδες. Ἁπλῶς εἶπον τοῦτο, ὅτι πρὶν παρέλθουν 17 μῆνες, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§96ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. ......... (θόρυβος).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Βακαλόπουλε;
§98ΤΙΝΕΣ. Νὰ ψηφοφορηθῇ, κύριε πρόεδρε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου· νὰ τεθῇ ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον θὰ περιέχῃ 2 ἑκατομμύρια ἑκάστη μερίς.
§100ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε ψηφίζετε τὴν κυρίως πρότασιν μεταξὺ τῶν δύο ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ ἑνός. Ἂν ὑποθέσητε ὅτι παρεδέχθη ἡ Βουλὴ αὐτὴν, δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἄλλη;
§101ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (διάλογοι).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, νὰ διαιρεθῇ ἑκάστη μερὶς εἰς 2 ἑκατομμύρια περίπου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί).
§103ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτῆς τῆς ἰδέας εἶναι καὶ τὸ προεδρεῖον.
§105ΕΤΕΡΟΙ. Παρεδέχθη.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς γείνῃ τἀνάπαλιν. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἑπομένως προστίθεται ὅτι ἑκάστη μερὶς θὰ περιέχῃ περίπου 2 ἑκατομ. τόνων. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄλλο, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως τῶν μερίδων εἰς περισσοτέρας, ἢ ὄχι.
§107ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ τὸ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν αὐτό; (Διάλογοι παρατεταμένοι).
§109ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ ἐπανάληψις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διὰ δύο λόγους, πρῶτον ἐὰν ἠθέλαμεν ἑνώσει τὰς μερίδας... (θόρυβος).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτῆς τῆς ἰδέας παρῃτήθη ἡ Βουλὴ· ἂν παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχῃ, ἀποῤῥίπτεται ἡ γνώμη ἐκείνη. (Διάλογοι θορυβώδεις). Κύριοι, θέτομεν τὰ ζητήματα, ἀφήσατε νὰ ἀκουσθῶμεν. Ἡ ἰδέα τῆς μὴ παραλήψεως καθιεροῦται ἐν τῷ ἄρθρῳ 9, ἀλλὰ θέλετε νὰ τὸ φέρω εἰς τροπολογίαν, ἢ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ ἄρθρου;
§111ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜ. Τὴν ἰδέαν θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ ἰδέα, κ. πρόεδρε, εἶναι αὐτή· ἐὰν εἰς τὴν πρώτην δημοπρασίαν δὲν παρουσιασθοῦν προσφέροντες τὸν ἐλάχιστον ὅρον, τότε ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν πλειστηριασμόν, διότι οὐδὲν δικαίωμα προσβάλλεται· ἐὰν ὅμως παρουσιασθῶσι προσφοραὶ ἀνώτεροι τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, τότε εἰς τὴν κυβέρνησιν μένει τὸ δικαίωμα ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τὸν πλειστηριασμόν, ἐὰν θεωρήσῃ τὴν προσφορὰν συμφέρουσαν, ἢ νὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου καμίνευσιν. (Διάλογοι).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον, παραδέχεται καὶ ἡ ἰδέα αὐτή.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον ἄνευ τῆς ἰδέας αὐτῆς. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται νὰ λαμβάνῃ χώραν καὶ δευτέρα δημοπρασία ἐπὶ ἑκάστης μερίδος ἐκβολάδων...
§114ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁσάκις δὲν προσφέρεται τιμὴ ἀνωτέρα τοῦ ἐλαχίστου ὅρου.
§115ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ προσφερθῶσιν· ἂν προσφερθῶσιν 61%, καὶ τελειώσῃ, καὶ κατόπιν ἔχῃ τὸ δικαίωμα πᾶς τις νὰ προσφέρῃ ἀναλόγως τοῦ ὅρου τὸν ὁποῖον θὰ θέσωμεν, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προσφορὰ (θόρυβος)· ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἐν τῇ περιπτώσει ἀνωτέρας προσφορᾶς ἐπαναληπτικὴν δευτέραν δημοπρασίαν ἀπαγορευομένης τῆς τρίτης.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν παραδέχεσθε ὅτι κατόπιν θὰ κάμουν προσφοράς, διὰ τί νὰ σταματήσητε εἰς τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην;
§117ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅπως εἰς τὸν νόμον περὶ φθαρτῶν κτημάτων εἴχετε μίαν προθεσμίαν, κ. Κεχαγιᾶ....
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ἀφήσατε αὐτὰ, διὰ νὰ ἐξηγηθῶμεν. Λοιπὸν θέτω τὴν ἰδέαν εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι συνεπεία ἀνωτέρας προσφορᾶς πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ δημοπρασία μέχρι δευτέρας, ἀποκλειομένης πάσης ἄλλης δημοπρασίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί).
§119ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§120ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν παρεδέχθη. (Θόρυβος).
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τἀνάπαλιν κ. Πρόεδρε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ τοιοῦτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι δύναται νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα δημοπρασία συνεπεία ἀνωτέρας προσφορᾶς, καὶ ἀποκλείεται ἡ τρίτη. Τώρα τὸ ποσὸν τῆς προσφορᾶς νὰ λύσητε.
§123ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἓν τοῖς ἑκατόν. (Θόρυβος)
§124ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζω ὅτι διὰ νὰ ἦναι σπουδαία ἡ προσφορὰ πρέπει νὰ μὴ ᾖναι ὀλιγωτέρα τῶν 3 τοῖς ἑκατόν.
§125ΤΙΝΕΣ. Δύο τοῖς ἑκατόν. (διάλογοι)
§126Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρέπει, κύριοι, νὰ μὴ παίζωμεν· ἓν τοῖς ἑκατὸν εἶναι ὀλίγον.
§127ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι, διὰ τί ἐζητήσαμεν καὶ δευτέραν δημοπρασίαν; διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν ἂν τῳόντι θὰ προσφέρῃ, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν δαπάνην, καὶ ὄχι νὰ παίζωμεν, καθὼς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ κ. Κρεστενίτης, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ προσφέρῃ 3 τοῖς 100, καὶ ὄχι 1%.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδεὶς ὑποστηρίζει 1%· 2 ἢ 3% εἴπομεν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι 3%......
§130ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Παρεδέχθη.
§132ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ ἀκόμη ὑπὸ πόσας διατυπώσεις θὰ γίνεται ἡ δευτέρα δημοπρασία, ἢ μᾶλλον ἐντὸς πόσων ἡμερῶν πρέπει νὰ διακηρύσσηται, καὶ νὰ ἐνεργῆται.
§133ΤΙΝΕΣ. Ἐντὸς τριῶν μηνῶν.
§134ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐγὼ λέγω ὅτι καὶ ὁ εἷς μὴν εἶναι πολὺ· διότι ἀφοῦ κάμῃ τις τὴν προσφοράν του κατὰ τὴν αʹ. δημοπρασίαν, καὶ κατακυρωθῇ ἐπ’ ὀνόματί του ἡ πρόσοδος, ἐγένετο δὲ παρ’ ἄλλου ἀνωτέρα προσφορὰ, ἐπιθυμεῖ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ δευτέρα δημοπρασία.
§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν ἠμποροῦν νὰ τὴν γνωρίζουν οἱ παραγγελιοδόται ἐπακριβῶς, διότι δὲν ἠξεύρουν πόσον θὰ φθάσῃ ἡ δημοπρασία. Διορίζουν ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν προθεσμίαν ἱκανὴν πρὸς ἀνταπόκρισιν, καὶ ἂν πρόκηται περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον 22 ἡμέρας....
§136ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι δευτέρα δημοπρασία θὰ ᾖναι οἱονεὶ συνέχεια τῆς πρώτης· ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς τὴν πρώτην γνωρίζει ἕως ποῦ δύναται νὰ προχωρήσῃ· δὲν ἔχει ἀνάγκην νέων παραγγελιῶν (διάλογοι).
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ προθεσμιῶν, διὰ νὰ γίνῃ ἡ προσφορά. Τὸ πρόγραμμα νὰ ἐκδοθῇ ἐντὸς 10 ἡμερῶν, ὁ πλειστηριασμὸς νὰ γίνῃ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ 40 ἡμέρας (θόρυβος).
§138ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν μεγάλην προθεσμίαν διὰ τὴν ἐπανάληψιν. Ἂν τῳόντι θὰ γίνῃ συναγωνισμὸς, καὶ ἔλθουν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, δὲν συλλογιζόμεθα ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἔκαμον μίαν προσφορὰν, ὅτι ἂν θέσωμεν αὐτὰς τὰς προθεσμίας διὰ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μείνουν δύο τρεῖς μῆνας· ποῖος θὰ ἔλθῃ; κανείς. Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ δεύτερος θὰ ᾖναι συνέχεια τοῦ πρώτου. Τί θέλομεν λοιπὸν νὰ βάλωμεν τόσον μακρὰν προθεσμίαν; εἶναι ὅλως περιττή· ἐντὸς 15 ἡμερῶν εἶναι ἀρκετόν· μὲ τὸν τηλέγραφον ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν γίνεται συνεννόησις.
§139ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ζητήσῃ τις τὸν ἀναπλειστηριασμὸν μιᾶς μερίδος, ὁ τελευταῖος πλειοδότης θεωρεῖται ἀπηλλαγμένος τῆς ὑποχρεώσεως, ὁ ἀπευθύνων τὴν αἴτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον περὶ ἀναπλειστηριασμοῦ πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ καὶ ἀποδείξῃ ὅτι κατέθεσεν εἰς τὸ ταμεῖον τὰς 50,000 δραχ., διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔγεινεν ἡ αἴτησις, ὁ πρῶτον καταθέσας, δικαιοῦται νὰ τὰς πάρῃ ὀπίσω.
§140ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα περιληφθῇ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Δανοπούλου εἰς τὸ ἄρθρον 8, δυνάμεθα νὰ σημειώσωμεν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πλειστηριασμὸν, ἢ νὰ κάμῃ ἔγγραφον προσφορὰν, ἂν μὴ προηγουμένως καταθέσῃ.
§141ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως ὡρίσαμεν ταύτην εἰς 50,000, ἀλλὰ τότε εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἑκάστη μερὶς θὰ ἦτο ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων, ἤδη ὅμως, ὅτε ὡρίσαμεν εἰς δύω, πρέπει νὰ αὐξηθῇ καὶ ἡ ἐγγύησις εἰς 100,000 (θόρυβος).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συναρμολόγησις τοῦ ἄρθρου θὰ γείνῃ μεταγενεστέρως. Ἰδοὺ δὲ ἡ Βουλὴ τὶ παρεδέχθη ἀπὸ τοῦ 7 ἄρθρου καὶ ἐφεξῆς· ά) ὅτι ἑκάστη μερὶς πρέπει νὰ ᾖναι 2 περίπου ἑκατομμυρίων τόνων· βʹ) ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἐπαναληπτικὴ δημοπρασία συνεπείᾳ ἀνωτέρων προσφορῶν, τρίτον δὲ ἡ προσφορὰ νὰ μὴν ἐλαττοῦται τῶν 3%· ὅτι αἱ προσφοραὶ γίνωνται ἐντὸς 30 ἡμερῶν, καὶ τὸ πρόγραμμα ἐντὸς 10 ἑπομένων ἡμερῶν, ἡ δὲ δημοπρασία μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ προγράμματος, καθὼς καὶ ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πλειστηριασμόν, ἂν μὴ προηγουμένως καταθέσῃ.
§143ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγκειται μία ἀνακολουθία· ἡ κυβέρνησις ὀφείλει ἐντὸς 30 ἡμερῶν ν’ ἀποφανθῇ, ἀλλὰ δύναται ν’ ἀποφανθῇ καὶ μετὰ 10 ἡμέρας (θόρυβος).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν 30 ἡμερῶν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν. Θέτω ἤδη εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπούμπουλη.
§145ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοῶ ἐγώ, ἡ ἐγγύησις νὰ δίδηται κατ’ ἀναλογίαν, ἐπὶ μὲν ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων νὰ μείνῃ 50,000, ἀλλὰ ἐπὶ δύο ἑκατομμυρίων ν’ αὐξηθῇ εἰς 100 χιλιάδας.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει μερὶς ἐλάσσων τῶν 2 ἑκαττομυρίων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μπούμπουλη νὰ διπλασιασθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Τὰ ἄρθρα ἀπὸ τοῦ 7ου μέχρι τοῦ 9ου θὰ διατυπωθῶσι κατὰ τὸ λεκτικόν, καὶ θ’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς μεταγενεστέραν συνεδρίασιν. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 10ον.
§147ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω προσθήκην εἰς τὸ 9ον. Εἴμεθα, κύριοι, ὡς βλέπετε εἰς τὸ στάδιον τῆς παραχωρήσεως ἢ κατακυρώσεως· καλὰ κακὰ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καλὰ, ὄχι κακά.
§149ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ κατ’ ἐμὲ εἰς τὸ ἀπολύτως καλόν, διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἦτο ἡ ἐθνικὴ ἐκκαμίνευσις, ἀλλ’ ἴσως ἔχομεν ἤδη τὸ σχετικῶς καλλίτερον. Παρουσιάζω ἤδη πρότασιν ὡς ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 9ον, ἢ ὡς δέκατον ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς. «Ἡ παραχώρησις ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ὀφείλοντας εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἀρνουμένους τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις των μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως.» Βλέπετε, ὅτι εἶπον ἡ παραχώρησις, δὲν εἶπον ὁ πλειστηριασμός, ἵνα μὴ γεννηθῇ ἀντίῤῥησις ὅτι θέλομεν νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν εὐρύτητα τοῦ πλειστηριασμοῦ Ἐνταῦθα δὲ πρέπει ν’ ἀπαιτήσωμεν τὸ τοιοῦτον, ὡς τὸ ἀπῃτήσαμεν καὶ κατὰ τὰς δημοπρασίας τῶν προσόδων.
§150ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν πρότασιν, θέλω μόνον νὰ τὴν καταστήσω ἐντελεστέραν, διότι πιθανὸν ἐξ αἰτίας ἑνὸς ὀφειλέτου ν’ ἀπασχοληθῇ ἡ δημοπρασία. Τελειοτέρα, νομίζω, γίνεται ἡ πρότασις, ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ἑξῆς. «Ὁ θέλων νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ὀφείλει».
§151ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ταῦτα εἶναι περιττά. Ὁ περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ τοῦ ὁποίου δὲν μένει παρὰ τὸ σύνολον, περιλαμβάνει τοιαύτην διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον πλέον τῶν 300 δὲν εἶναι δεκτοὶ εἰς κανένα πλειστηριασμόν.
§152ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ μᾶς ἀνέφερεν ἑτέραν περίπτωσιν, ἥτις ἂν καὶ περιλαμβάνεται εἰς τὸ 9ον ἄρθρον, περιλαμβάνεται καὶ εἰς ἕτερον, καὶ εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ· τὸ πλεονάζον δὲν βλάπτει, πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι ὁ νόμος πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸς εἰς πάντας, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ πᾶς ὁ ὀφείλων τῷ δημοσίῳ, ὅτι δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ νὰ βασανίζῃ τὸν ἑαυτόν του, νὰ βασανίζῃ καὶ ἄλλους.
§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο μόνον εἰς τὰ πρακτικά, (θόρυβος.)
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι δὲν εἶναι δεκτὸς πᾶς ὅστις εἶναι ὀφειλέτης εἰς τὸ δημόσιον μεγάλης ἢ μικρᾶς ποσότητος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.... (θόρυβος· ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη.
§155ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πρότασίς μου, ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι ἡ παραχώρησις ἀπαγορεύεται.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος διατείνεται, ὅτι ἡ πρότασίς του εἶναι αὐτοτελής· τὴν θέτω εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ παραχώρησις ἀπαγορεύεται πρὸς τοὺς ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ὀφείλοντας εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἀρνουμένους τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις των μέχρις ἐξοφλήσεως, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρ. 10ον «Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ καμινεύσῃ τὰς ἐκβολάδας ἐντὸς τοῦ κράτους.»
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ 10ον ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 11ον. «Ἄρθρ. 11. Ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὧν ἤθελε καταλάβει ἢ βλάψει τὰς γαίας διὰ τῶν ἐργασιῶν του· καὶ εἰ μὲν ἐξ αὐτῶν κωλύεται ἄνευ ἄλλης βλάβης ἡ ἐντὸς τοῦ ἔτους συνήθης καλλιέργεια, ἡ ἀποζημίωσις συνίσταται εἰς τὴν ἐκ τῆς καλλιεργείας καθαρὰν πρόσοδον κατὰ τὴν γνωμοδότησιν ἐμπειροτεχνῶν, προστιθεμένου εἰς αὐτὴν καὶ ἑνὸς τετάρτου τῆς αὐτῆς προσόδου· εἰδὲ ἐκ τῶν εἰρημένων ἐργασιῶν βλάπτονται αἱ γαῖαι τοσοῦτον, ὥστε δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς καλλιέργειαν, ἢ καταλαμβάνονται ὑπὲρ τὸ ἔτος, ὁ πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις τῶν ἐκβολάδων ὑποχρεοῦται, ἐὰν θέλῃ ὁ ἰδιοκτήτης, νὰ ἀγοράσῃ τὴν γῆν, πληρόνων αὐτὴν κατ’ ἐκτίμησιν ἐμπειροτεχνῶν εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας, ἣν εἶχε πρὸ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐκβολάδων καὶ ἀσχέτως τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν.»
§159ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν εἰσέτι ἐκεῖ ἰδιοκτῆται;....
§160ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σύρου καὶ σεβαστὸς φίλος μου κύριος Χρηστίδης μ’ ἐρωτᾷ, ἂν μετὰ τὰ λεχθέντα ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ κεῖνται αἱ ἐκβολάδες. Ὅτι, κύριοι, κεῖνται ἐπὶ ἐδάφους, τοῦτο ὅλοι καταλαμβάνετε, ἀφοῦ δὲ κεῖνται ἐπὶ ἐδάφους, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ ἐμὲ νὰ κηρύξω εἰς τίνα τὸ ἔδαφος τοῦτο ἀνήκει, τοῦτο θ’ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦ νόμου ἡμεῖς κηρύττομεν τὰς ἐκβολάδας ὡς ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου, τὸ ἔδαφος ὅμως, ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται, δὲν ἀνήκει ἡμῖν νὰ τὸ κηρύξωμεν ἰδιοκτησίαν τοῦ κράτους, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον περὶ τοῦ ἐδάφους τούτου ὑφίσταται ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν κατοίκων Κερατέας, καὶ δὲν ἔχομεν, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι τὰ δικαστήρια θ’ ἀποφανθῶσιν, ὅτι ὅλος ὁ τόπος ὡς δάσος ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ἂν συμβῇ τὸ ἐναντίον, ἂν τὰ δικαστήρια εἴπωσιν, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἀπέδειξε τὸν ἰσχυρισμόν του, καὶ κηρύξωσι τὸ ἔδαφος αὐτὸ ὡς ἀνῆκον εἰς τὴν κοινότητα τῆς Κερατέας, ἢ εἰς ἕτερόν τινα, νομίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλομεν νὰ προβλέψωμεν ποία θὰ ᾖναι ἡ σχέσις τοῦ κυρίου τῶν ἐκβολάδων πρὸς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους. Σκεπτόμενοι δ’ εὕρομεν, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἀποζημίωσις εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους, ἐὰν πρῶτον λάβῃ μίαν ἀποζημίωσιν διὰ πᾶσαν ζημίαν, ἡ ὁποία ἤθελε τοῦ προξενηθῆ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἤθελεν ἐμποδισθῆ ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν, καὶ δεύτερον, ἂν τὸ ἔδαφος κατασταθῇ ἀνεπίδεκτον καλλιεργείας, νὰ ὑποχρεοῦται ὁ κύριος τῶν ἐκβολάδων ν’ ἀγοράζῃ τὸ ἔδαφος, πλὴν εἰς τὸ διπλοῦν τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀσχέτως τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐκβολάδων, δηλ. ὡς ἔδαφος ἐπιδεκτικὸν σπορᾶς ἢ δενδροφυτείας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, ὡς βλέπετε, περὶ μεγάλης τινὸς ἀποζημιώσεως, διότι ἡ γῆ, ἐφ’ ἧς κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, εἶναι γῆ ἔρημος, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἄχρηστος, καὶ ἡ ἀξία αὐτῆς ἑπομένως μηδαμινή. Δὲν βλέπω λοιπὸν ὁποία ζημία δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν ἐργολάβον, ἢ ποῖαι περιπλοκαὶ θὰ γεννηθῶσιν· ἀπεναντίας θὰ γεννηθῶσιν ἔριδες, ἐὰν δὲν κάμωμεν λόγον καθόλου περὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους. Μὴ λησμονήσητε δὲ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀνακαλυφθῶσιν ἐκβολάδες εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἐδάφους ἀναμφισβητήτως ἰδιωτικοῦ· εἰς τοιαύτην περίστασιν τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ, ὅτι αἱ ἐκβολάδες θεωρηθήσονται περιουσία τοῦ κράτους, τὸ ἔδαφος ὅμως δὲν δύναταί ποτε νὰ θεωρηθῇ περιουσία τοῦ δημοσίου. Ἐπομένως ἕκαστος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποσπάσῃ τὰς ἐκβολάδας, θὰ ᾖναι ὑπόχρεως ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην διὰ τὰς μικρὰς ἢ μεγάλας ζημίας, τὰς ὁποίας ἤθελε τοῦ προξενήσει.
§161ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, περὶ τούτου ἔκαμα μακρὸν λόγον, εἶπον περισσότερα τοῦ δέοντος, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐκβολάδες ἐθνικαὶ, κείμεναι ἐπὶ ἰδιωτικοῦ ἐδάφους· τοῦτο, ἂν ὑπάρχῃ, εἶναι πρωτοφανὲς, πρωτότυπος ἰδιοκτησία. Ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς πρὸ 2,500 χρόνων, οὔτε ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν, ἂν ὑπῆρχε, δύναται σήμερον νὰ ἐγείρῃ τοιαύτην ἀπαίτησιν; δύναται ἐν τῇ Βουλῇ περὶ αὐτοῦ νὰ γίνῃ λόγος σπουδαῖος ἐπὶ ἑνὸς νόμου ἀναγνωρίζοντος καὶ κηρύττοντος, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί; Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον παράδοξος εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου, ὅπου λέγει· ἐὰν κατακρατήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του πέραν τοῦ ἔτους, ὑπόκειται ὁ ἐργολάβος εἰς ἀποζημιώσεις· λοιπὸν ὑποχρεοῦται τὸ δημόσιον ἢ ὁ ἐργολάβος νὰ ἐκκαμινεύσῃ τὰς ἐκβολάδας πρὸ τοῦ ἔτους, διότι μετὰ τὸ ἔτος θὰ θεωρηθῇ ὅτι κάμνει κατάχρησιν παρὰ τὸν νόμον, καὶ θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς ἀποζημιώσεις. Αὐτὰ μοὶ φαίνονται τόσον παράδοξα, ὥστε δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ νὰ τὰ καταχωρίσῃ ἐν τῷ νόμῳ. Ἂν ἤθελε παρουσιασθῇ ἰδιοκτήτης, ζῶν πρὸ 2,500 ἐτῶν, ἂς ἔλθῃ, καὶ τὰ δικαστήρια νὰ μᾶς χωρίσουν, νὰ εἴπουν ὅτι ὀφείλομεν μίαν ἀποζημίωσιν εἰς αὐτόν. Ἂς μοὶ συγχωρήσουν νὰ ἐπαναλάβω πάλιν ἐνταῦθα τὸ dove Demetrius· νὰ ζητῶσιν ἰδιοκτήτην, κείμενον ὑπὸ ὄγκον ζυγίζοντα 7 ἑκατομ. τόνους! Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἴμεθα πιθανοὶ λέγοντες τοιαῦτα, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ παραδεχθῇ καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἐκλείψῃ ὅλως διόλου ἀπὸ τὸν νόμον. Ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ σᾶς φέρω ἐγγυητὰς πολλοὺς ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὅτι ἂν δικαστήριον εὑρεθῇ νὰ καταδικάσῃ τὸν ἐργολάβον ν’ ἀποζημιώσῃ, ἀναδεχόμεθα ἡμεῖς, διότι ἂν εὑρεθῇ τοιοῦτον δικαστήριον θὰ εἴπῃ ὅτι κάτι ἔπαθε. Δὲν πρόκειται δι’ ἕνα πρᾶγμα, δὲν λέγω λογικὴ ἄλλως τε νὰ ἔλθωμεν σήμερον νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἐργολάβον· ὀφείλεις ἀποζημίωσιν διὰ τὴν γῆν, ἡ ὁποία πρὸ 2,500 ἐτῶν ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἰδιοκτησίαν εἰς αὐτὰ τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐπεσκέφθητε· ἐγὼ δὲν ὑπήκουσα εἰς τὴν κοινὴν περιέργειαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ ὑπάγω νὰ ἴδω αὐτὸν τὸν κατακλεισμόν. Εἰς αὐτὸν τὸν τόπον λοιπὸν, κ. ὑπουργὲ, ὡς ἴδετε, δὲν φύονται παρὰ δένδρα· ἰδιοκτήτης δὲν ὑπάρχει· ἡ κοινότης τῆς Κερατιᾶς διεξεδίκησε μόνον τὸ δάσος τοῦτο κατὰ τοῦ δημοσίου, καὶ τὰ δικαστήρια ἐπὶ τέλους εἶπον, διὰ πολλὰς θέσεις θέλομεν καὶ ἄλλας πληροφορίας, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν σπουδαίαν, ἤτοι τὰ ἐργαστήρια καὶ ἑτέρας δύω ἀναγνωρίζομεν ὅτι εἶναι τοῦ δημοσίου, ἤγουν ἐθνική· καὶ δὲν ἠμπορεῖ, καθὼς εἴπετε καὶ σεῖς, τὸ δικαστήριον ἐπὶ τέλους νὰ μὴ κηρύξῃ τὸ δάσος ὁλόκληρον δημόσιον, ἐθνικὸν, διότι αὐτὸ περιῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ἀπὸ τοῦ 1836, ὁπότε οἱ κάτοικοι, καὶ ἂν εἶχον δικαίωμα, τὸ ἔχασαν; διότι δὲν ἐπαρουσίασαν κανένα τίτλον. Τώρα νὰ κηρύξωμεν ἐδῶ, ὅτι ἐπὶ πραγμάτων πρὸ 2500 ἐτῶν ὑπάρχει ἰδιοκτησία, εἶναι ἀκατανόητον, θὰ κατασταθῶμεν γελοῖοι διὰ μίαν τοιαύτην διάταξιν, καὶ ἐὰν λεληθότως πως ἀφήσωμεν νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὸν τὸν νόμον Διὰ τοῦτο ἐγὼ λέγω νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ διάταξις ἀπὸ τὸν νόμον, ὄχι πλέον κυβερνητικῶς ἢ βουλευτικῶς, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ λόγον τοῦ ὀρθοῦ λόγου· δὲν εἶναι πιστευτὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἄλλως τε, κύριοι, παρατηρήσατε καλῶς τί λέγει τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεοῦται ὁ ἐργολάβος νὰ δώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν εἰς διπλασίαν τιμὴν, ἐὰν ὑπερβῇ τὸν ἕνα χρόνον τῆς κατοχῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὡς τὸ εἶπον προχθὲς, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ἀποθήκας, διὰ τὸν τόπον, ὅπου ὁ ἐργολάβος θὰ ἀνεγείρῃ ἐργοστάσια ἢ θὰ ἀνοίξῃ δρόμους, ἐννοεῖται πάντοτε ἐκτὸς τῆς περιοχῆς, ἐκεῖ ὅπου ἀποδεδειγμένως ὑπάρχουσιν ἰδιοκτῆται. Ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἔχουν ἔδαφος ἰδιόκτητον καὶ ὅτι αὗται εἶναι ἐθνικαὶ, νομίζω ὅτι κάμνομεν μίαν ἁρπαγὴν, σφετεριζόμεθα μίαν ἰδιοκτησίαν. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ θελήσῃ νὰ ἐξαλειφθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις.
§162ΔΑΓΡΕΣ. Παρακαλῶ νὰ τὸ ἐξηγήσητε αὐτό· πιστεύετε ἀδιστάκτως ὅτι δὲν ὑπάρχει ὄχι μόνον ἐκβολὰς ἰδιόκτητος, ἀλλ’ οὐδὲ ἔδαφος ἐκβολάδων ἰδιόκτητον;
§163ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ· ἐὰν αἱ ἐκβολάδες ᾖναι ἐθνικαὶ, τὸ ἔδαφος δὲν εἶναι ξένον πλέον.
§164ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κηρύττομαι, κύριοι, ὑπὲρ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἢ περὶ τὰς ὁποίας κεῖνται αἱ ἐκβολάδες· τὴν γνώμην μου ταύτην τὴν στηρίζω ἰδίως εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Χρηστίδου, ὡς πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἰδοὺ τίνι τρόπῳ ὁ κ. Χρηστίδης, ὅστις κηρύττεται ἤδη κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιέπαινος ἦτον ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας· τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 38,148 τῆς 31 Ἰουλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπευθυνθέντος πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Σερπιέρην, ἰδιοκτήτην μεταλλείου ἐν Λαυρίῳ· διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Σερπιέρην τὸν σχηματισμὸν ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Λαύριον καὶ ἐξετάσῃ ἐπιστημονικῶς τὰ ἀφορῶντα τὰς ἐκβολάδας ἐν γένει· καὶ τοῦτο τὸ κάμνει διὰ τί;
§165ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§166ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θέλετε ὁλόκληρον; Ἰδού. «Πρὸς τὸν κ. Ἰω. Σερπιέρην κλπ.....»
§167ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἂν ὑπάρχουν.
§168ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἠναγκάσθην, κύριοι, καὶ ἐξαιτοῦμαι συγγνώμην ἀπὸ τὸν σεβαστὸν τῷ ὄντι γέροντα κ. Χρηστίδην νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου πρῶτον διὰ νὰ δώσω τὸν λόγον τῆς πεποιθήσεώς μου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐπιφάνεια ἰδιόκτητος, χωρὶς νὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ δεύτερον διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἐν Ἑλλάδι πάντοτε σκεπτόμεθα καλλίτερον καὶ ἐνεργοῦμεν δικαιότερον, ὅταν εἴμεθα ἐν τοῖς πράγμασι, νομίζοντες ὅτι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων ὄντες εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ σκεπτώμεθα ὅπως θέλομεν καὶ ὅπως τὰ ἐφήμερα συμφέροντά μας ὑπαγορεύσωσι. Διὰ τοῦτο αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Χρηστίδου τὴν θεωρῶ ἄλλως ἀξιέπαινον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τούτου, δὲν κρίνω ἀλυσιτελὲς νὰ θίξω καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἀναγνωσθὲν ἔγγραφον. Βλέπετε, ὅτι εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ μνημονεύεται ἑτέρα διαταγὴ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπ’ ἀριθ. 32 χιλιάδες τόσα τῆς 1 Ἰουνίου· ἡ διαταγὴ αὕτη ἠξεύρετε τί ἀφορᾷ, ἥτις ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν κ. Σερπιέρην διὰ τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπὶ ἀποδείξει μάλιστα; ἀκούσατε· ἐξεδόθη ἀπὸ τὸν προκάτοχον τοῦ κ. Χρηστίδου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δεληγιάννην, καὶ δι’ αὐτοῦ ἀπηγορεύθη αὐστηρῶς εἰς τὸν κ. Σερπιέρην ἡ χρῆσις τῶν χωμάτων τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἠπειλήθησαν κατ’ αὐτοῦ μέτρα ἔντονα· ὁ κ. Σερπιέρης παρεπονέθη δι’ ἀναφορᾶς του εἰς τὸ ὑπουργεῖον μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Δεληγιάννη, ἢ εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ κ. Χρηστίδου, διὰ τί τῷ ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις αὐτῶν, ἀφ’ οὗ ὑπέκυψεν εἰς τόσα ἔξοδα διὰ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμου κτλ.; Φαίνεται λοιπὸν ὅτι μέχρι τῆς 9 Ἰουλίου, καθ’ ἣν ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Χρηστίδης, ἦτον ἀπηγορευμένη ἡ χρῆσις τῶν ἐκβολάδων εἰς τὸν Σερπιέρην· μετὰ ταῦτα γίνεται χρῆσις. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ, Χρηστίδην, πῶς ἐπετράπη ἡ χρῆσις τῶν χωμάτων εἰς τὸν Σερπιέρην, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του εἶχε ῥητῶς ἀπαγορευθῆ;
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἐννοεῖτε;
§170ΚΑΣΤΙΚΑΠΗΣ. Σχετικῶς ὡμίλησα.
§171ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ συμφέρον τίνος;
§172ΚΑΣΤΙΚΑΠΗΣ. Ὁμιλῶ πρῶτον σύμφωνα μὲ τὴν συνείδησίν μου, καὶ σχετικῶς μὲ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ ἔθνους· ἠθέλησα νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι ἐγὼ θέλω νὰ σεβασθῶμεν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐπιφανείας, χωρὶς νὰ νομίζω μὲ τοῦτο ὅτι βλάπτομεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, συνάμα δὲ ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον αὐτὸ διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἠρύσθην τὴν πεποίθησίν μου αὐτὴν ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ κ. Χρηστίδου, ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τότε, τὴν ὁποίαν βλέπω ὀρθοτάτην καὶ δικαιοτάτην, διότι εἶχε μεγάλην πρόνοιαν τότε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέδιδε περισσοτέραν ἱερότητα, παρ’ ὅσον σήμερον. Ἔφερα δὲ τὸ ἄλλο, ὡς ἐν παρόδῳ, καὶ εἰμπορῶ καὶ εἰδικῶς νὰ κάμω κατόπιν ἐπερώτησιν· δὲν ἐπιμένω νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ σήμερον.
§173ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ δύω λέξεις.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Πετσάλης.
§175Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, κύριοι, περὶ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ὄχι διὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ κ. Χρηστίδης, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει διόλου νὰ ῥίπτωνται εἰς τὸ πολιτικὸν σῶμα τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ὅσον προσβάλλουν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Αἱ ἐκβολάδες, κύριοι, ἐκηρύχθησαν ἐθνικαὶ, διότι ἐθεωρήθησαν ὅτι ἀποτελοῦν ἓν τῶν νομιμάτων τῶν ἡγεμονικῶν, ὅτι ὑπόκεινται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων καὶ ἑπομένως ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτῶν. Αἱ ἐκβολάδες λοιπὸν ἐθεωρήθησαν ἐθνικαὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ ἔδαφος, καὶ, καθὼς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀφορᾷ ὁ νόμος αὐτὸς εἰδικῶς τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου, ἀλλ’ εἶναι γενικὸς, καὶ ἑπομένως θὰ διέπῃ ὅλον τὸ κράτος. Παντοῦ ὅπου εὑρεθῶσιν ἐκβολάδες, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπίκεινται ἐπὶ ἐδάφους ὁμολογουμένως ἰδιοκτήτου· ὥστε ἡ ἰδέα τοῦ κ. Χρηστίδου, ὅτι καὶ τὰ ἐδάφη καθίστανται ἐθνικὰ, λόγῳ τῶν ἐκβολάδων, κλονίζει τὰς βάσεις τῆς ἰδιοκτησίας· δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ πρόσθετον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ δημεύει τὸ ἔδαφος. Αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Χρηστίδη εἶναι ἀλλόκοτοι. Τώρα λοιπὸν, ἀφ’ οὗ ἐκαθαρίσαμεν τὰς ἰδέας μας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους μὲ τὰς ἐκβολάδας, αἵτινες εἶναι ἐθνικαὶ, οὔτε ὅτι εὑρέθησαν εἰς ἐθνικὴν γῆν ἐπὶ ἰδιοκτήτου γῆς, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει τὸ ζήτημα τοῦ ἐδάφους, εἴτε ἐθνικοῦ εἴτε ἰδιοκτήτου. Καὶ σήμερον ἐσυζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις περὶ τοῦ Λαυρίου· ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἑταιρίας ἦσαν, ὅτι αἱ σκωρίαι ἀποτελοῦν σῶμα κινητὸν, καὶ δὲν ὑποχρεοῦται ὁ Σερπιέρης νὰ πληρόνῃ φόρον διπλοῦν, καὶ ὅλοι οἱ νομικοὶ εἶπον ὅτι καὶ αἱ ἐκβολάδες αὐταὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ θεωρηθοῦν παρὰ ὡς κινητὸν σῶμα· ἠμποροῦν νὰ ἡνώθησαν μὲ τὸ ἔδαφος καὶ ἑπομένως νὰ κατεστάθησαν ὡς ἐκ τῆς ἑνώσεως καὶ αὗται μέρος τῆς ἐπιφανείας, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον, τούτου τεθέντος, καὶ ἐπ’ αὐτῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον. Αὐτὸ ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου· εἴπομεν ὅτι αὗται αἱ θέσεις ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ δημόσιον, διότι ἦσαν δάση· ἄρα ἐπὶ τῶν σκωριῶν ὑπῆρχον δένδρα, καὶ αὐτὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν, ἂν δὲν λαμβάνουν τὴν ζωήν των ἀπὸ τὸ ἔδαφος. Ἄρα ὑπάρχει ἡ ἕνωσις ἡ φυσικὴ, καὶ εἶναι περιττὸν ν’ ἀποδειχθῇ, ὅπως προδικαστικῶς εἶπε τὸ πρωτοδικεῖον, δι’ ἐπιστημόνων. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἐὰν αἱ ἐκβολάδες, αἱ σκωρίαι αὗται ἦναι πρόσθετον σῶμα, δὲν ἔχομεν εἰμὴ τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως· ὅταν ἰδικόν μου πρᾶγμα ἦναι ἐπὶ ξένου ἐδάφους, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ δικαστηρίου ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸ ἀφαιρέσω. Ἐδῶ εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι τὸ ἔδαφος δὲν μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκβολάδων, διότι εἶναι σῶμα πρόσθετον, διότι δὲν ἔχει φυτικὴν δύναμιν· τὸ ἀφαιρῶ, διότι εἶναι ἰδικόν μου, καθὼς πᾶν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἑνὸς ἄλλου. Λοιπὸν ποίαν ζημίαν θὰ ἔχῃ ὁ ἰδιοκτήτης; ἐξεναντίας ὠφέλειαν, διότι ἀφαιροῦμεν τὰς ἐκβολάδας, αἱ ὁποῖαι ἀφαιροῦν τὴν φυτικὴν δύναμιν τῆς γῆς. Καμμίαν λοιπὸν ζημίαν δὲν θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐκβολάδων, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν δόγμα ἀποζημιώσεως εἰς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχή· διὰ τί ἡμεῖς εἰς ἕνα νόμον εἰδικὸν ν’ ἀναμίξωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως; διὰ τί νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς δίκας; Ἐὰν εἷς ἰδιοκτήτης νομίζῃ ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ἐκβολάδων βλάπτεται, ὁ πολιτικὸς νόμος τῷ δίδει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸ δικαστήριον τὴν βλάβην καὶ ἀποζημιωθῇ. Δὲν συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὸν κ. Χρηστίδην, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἰδιόκτητον ἔδαφος, ὅπου ὑπάρχουν ἐκβολάδες. Αὐτὸ εἶναι ὅλως διόλου ὄχι ὀρθὸν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Λαυριωτικῆς χώρας ἠγόρασαν τὴν γῆν ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὰς ἐκβολάδας. Κατὰ τὸ σύστημα λοιπὸν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Χρηστίδου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἓν δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἐν ᾧ ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, καὶ ἐπεκύρωσε τὴν ἰδιοκτησίαν των. Ἄλλο ἐπιφάνεια, ἄλλο ἰδιοκτησία τοῦ ἀκινήτου καὶ ἄλλο ἐκβολάς. Συμφωνῶ λοιπὸν περὶ ἀπαλείψεως, ἀλλὰ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, διότι δὲν βλάπτεται τὸ ἔδαφος, ἀλλ’ ὠφελεῖται, διότι ἂν βλάπτηται εἷς ἰδιοκτήτης, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Ἀφίνομεν λοιπὸν τὸν νόμον ἁπλοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρηστίδης.
§177ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ διὰ τὸν κ. Χρηστίδην.— Βεβαίως εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ εἰλικρίνεια μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κατσικαπῆς ἔλαβε τὸν λόγον σήμερον, ἂν οὐχὶ διὰ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς γνώμης του, ὅπως συνήθως συμβαίνει, ἀλλὰ διὰ νὰ διδάξῃ τὴν Βουλὴν τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι τῷ ὑπαγορεύουν τὴν πεποίθησίν του, ὡς ἐὰν τὸ βουλευτικὸν Σῶμα, καθὼς ὅταν πρόκειται περὶ μεγάλης εὐθύνης, ὁποία εἶναι ἡ τῶν διαχειριζομένων τὰ δημόσια, νὰ ἦναι ὑπόχρεων νὰ ἀκούῃ τοὺς λόγους τῆς συνειδήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἔστω, νὰ ἀκούωμεν τὰς ἀφορμὰς, οἱ ὁποῖαι μορφόνουν τὴν συνείδησιν, ἀλλὰ νὰ ἦναι εἰλικρινεῖς, λέγων δὲ εἰλικρινεῖς, ἐννοῶ στηριζομένας εἰς τὴν ἀλήθειαν ἐκ τῶν ἰδίων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι προσάγουν. Δὲν ἤλπιζα παρὰ τοῦ κ. Κατσικαπῆ νὰ σεβασθῇ τὸν ἀξιότιμον γέροντα κ. Χρηστίδην· ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Χρηστίδην τοῦτο, νομίζω πῶς εἶναι ἀδιάφορον· καθότι φέρων ἡλικίαν ἀρκετὰ προκεχωρημένην, πολιτευθεὶς δημοσίᾳ, δὲν πιστεύω νὰ τρέχῃ πολὺν φόβον καὶ κίνδυνον ὁ κ. Χρηστίδης νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι ἀνεγνώρισεν ὡς ἀνήκουσαν εἰς ἰδιώτας περιουσίαν ἀνήκουσαν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ὅτι χάριν τοῦ κ. Σερπιέρη κατεφρόνησε τὸ δημόσιον συμφέρον. Τί εἶπεν ὁ κ. Κατσικαπῆς; σὲ συνέλαβα ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 38148 ἐγγράφου σου ἀναγνωρίζεις ἰδιόκτητα! καὶ τὸ ἀνέγνωσε μάλιστα τὸ ἔγγραφον αὐτό! καὶ κατέβη τοῦ βήματος θριαμβεύων, ὅτι τὸ ἀπέδειξεν. Ἀλλὰ τί λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦτο; τὸ ἔγγραφον εἶναι τόσον καθαρὸν, ὥστε μόνον ὅταν θέλῃ τις δύναται νὰ μὴ τὸ ἐννοῇ. Ὁ κ. Σερπιέρης ἀνεφέρθη πρὸς τὸν κ. Χρηστίδην ὡς κυβέρνησιν, καὶ τῷ εἶπεν «αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἰδικαί μου, διότι τὸ μεταλλεῖον εἶναι ἰδικόν μοῦ», καὶ ὁ κύριος Χρηστίδης τῷ ἀπαντᾷ. «Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβληθεῖσάν μοι ἀπὸ 18 Ἰουλίου ε.ε ἀναφορὰν ὑμῶν εἰς ἀπάντησιν τῆς πρὸς ἡμᾶς διὰ τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κοινοποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 32,832 ἀπὸ 1 Ἰουλίου ε.ε. ἐγγράφου τοῦ καθ’ ἡμᾶς ὑπουργείου καὶ μὴ δυνάμενος ἄνευ προηγουμένης ἐξετάσεως νὰ παραδεχθῶ τὰς ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὑμῶν ταύτῃ ἀναφερομένας ἀξιώσεις, ὅτι δύνασθε δῆθεν δικαιώματι τοῦ ἰδιοκτήτου μεταλλείου ἐν Λαυρίῳ νὰ θεωρῆτε ὡς ἰδιοκτησίαν ὑμῶν καὶ τὰς ὑπὸ τῶν ἀρχαίων μεταλλευθείσας μεταλλικὰς οὐσίας καὶ μεταλλιοῦχα χώματα, τὰ εὑρισκόμενα ἔν τε τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ ἐδάφους καὶ τῇ περιοχῇ τῆς παραχωρηθείσης ὑμῖν πρὸς μετάλλευσιν ἐκτάσεως καὶ καμινεύητε ταῦτα δι’ ἴδιον λογαριασμὸν καὶ ὄφελος, ἔκρινα ἀπολύτως ἀναγκαῖον, συμφώνως πρὸς τὰ ἀνακοινωθέντα ὑμῖν διὰ τοῦ εἰρημένου ὑπουργικοῦ ἐγγράφου, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν καὶ ἐξακρίβωσιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως, ὅπως σχηματίσω ἀσφαλῆ γνώμην ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν ὑμῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ δυνηθῶ νὰ διατηρήσω ἀκέραια τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου καὶ ἐκεῖνα τῶν ἰδιοκτητῶν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνέστησα σήμερον ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπήν, συγκειμένην ὑπὸ τῶν ΚΚ. ταγματάρχην τοῦ Μηχανικοῦ Δ. Σκαλιστήρην, λοχαγὸν τῶν ἐπιτελῶν Θ. Ἡπίτην, τοὺς λοχαγοὺς τοῦ Μηχανικοῦ Ἰω. Σέχον καὶ Δ. Παππαγεωργίου καὶ τὸν καθηγητὴν τῆς Χημείας Ἀναστάσιον Χρηστομάνον, καὶ διέταξα ταύτην, ὅπως μεταβῇ εἰς Λαύριον καὶ ἐνεργήσῃ τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαιτουμένας ἐπιστημονικὰς ἐξετάσεις. Ἑπομένως δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριε, ὅτι ἐνδιαφερόμενος καὶ ὑμεῖς ἐπίσης περὶ τῆς ἐξακριβώσεως τῶν διαφόρων σχετικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἡ ῥηθεῖσα ἐπιτροπὴ, θέλετε λάβει μέρος εἰς τὰς διαφόρους αὐτῆς ἐργασίας καὶ παράσχητε τὴν συνδρομήν σας εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀκριβῆ καὶ ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποστολῆς της, καὶ εὐαρεστηθῆτε, Κύριε, ν’ ἀνακοινώσητε τὰ εἰκότα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐν ἐργαστηρίους ἐργασιῶν καὶ καταστημάτων τῆς ἑταιρίας Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ Σας.
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.
Πρὸς τοὺς ΚΚ. ταγματάρχην τοῦ μηχανικοῦ καὶ διευθυντὴν τοῦ σχολείου τῶν τεχνῶν Δ. Σκαλιστήρην, λοχαγὸν τῶν Ἐπιτελῶν Θ. Ἡπίτην, τοὺς λοχαγοὺς τοῦ μηχανικοῦ Ἰω. Σέχον καὶ Δ. Παππαγεωργίου καὶ Ἀναστάσιον Χρηστομάνον καθηγητὴν τῆς χημείας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἔχοντες ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ γνωρίσωμεν τὰ περὶ τῆς ποιότητος καὶ τῆς ποσότητος τῶν ἐντὸς τῆς παραχωρηθείσης ἐν Λαυρίῳ ἐκτάσεως ἐκ δεκαπεντακισχιλίων περίπου στρεμμάτων πρὸς μετάλλευσιν ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου εἰς τὸν κύριον Ἰω. Σερπιέρην καὶ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἀντιπροσωπευομένην ἑταιρίαν μεταλλευτικῶν οὐσιῶν καὶ μεταλλούχων χωμάτων, προελθόντων ἐκ τῆς μεταλλεύσεως τῶν ἀρχαίων, ὧν τινων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐνεργεῖται ἡ ἐξόρυξις καὶ καμίνευσις εἰς τὸ ἐν Ἐργαστηρίοις μεταλλουργικὸν ἐργοστάσιον τοῦ μολύβδου, συνεστήσαμεν πενταμελῆ ἐπιτροπὴν συγκειμένην παρ’ ὑμῶν καὶ παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριοι, ἵνα μεταβάντες ἐπὶ τόπου ἐξετάσητε καὶ ἐνεργήσητε μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης τὰς ἐργασίας ὑμῶν ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας καὶ ταχύτητος τὰ ἑξῆς ἀντικείμενα. ά.) Τὰ μέρη καὶ τὰς θέσεις, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν αἱ τῆς ῥηθείσης κατηγορίας μεταλλευτικαὶ οὐσίαι καὶ μεταλλοῦχα χώματα καὶ ἐκείνας, ἐξ ὧν ἐγένετο ἀνασκαφὴ καὶ μεταφορὰ ἐκ τούτων. βʹ.) Τὰ ποσὰ τῶν εἰς ἑκάστην θέσιν εὑρισκομένων τοιούτων καὶ τὰ πρὸς καμίνευσιν ἢ δι’ οἱανδήποτε προπαρασκευαστικὴν μεταλλουργικὴν ἐργασίαν ἢ δοκιμασίαν ἐξαχθέντα εἰς Ἱσπανίαν ἢ μετενεχθέντα εἰς ἐργαστήρια, σημειοῦντες ἀκριβῶς τὰς ἡμέρας καὶ τὰ ποσὰ, ἀφ’ ἧς ἤρξατο καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ μεταφορὰ τῶν τοιούτων χωμάτων. γʹ.) Τὴν κατάστασιν, τὸ εἶδος καὶ τὰ συστατικὰ τῶν εἰρημένων μεταλλούχων χωμάτων εἰς ἕκαστον σωρόν. δʹ.) Τὸ βάρος κατὰ τόνον ἑκάστου σωροῦ καὶ εἴδους χωριστά. έ.) Τὸ ποσὸν καὶ τὸ εἶδος τῶν διὰ τῆς καμινεύσεως τῶν εἰρημένων μεταλλικῶν οὐσιῶν ἢ μεταλλούχων χωμάτων παραχθησομένων μετάλλων. ϛʹ.) Τὸν ὀρυκτολογικὸν χαρακτηρισμὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαιώματος τῆς μεταλλεύσεως θεωρούμενον δι’ ἕκαστον ποσὸν καὶ εἶδος. Ἐκ τῶν εἰρημένων ἐξετάσεων εἰς ἃς ὑπάγονται καὶ τὰ τῶν λοιπῶν θέσεων τῆς Λαυριωτικῆς ἐν γένει μεταλλικὰ καὶ μεταλλοῦχα χώματα κατανοεῖτε, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ γνωρίσῃ ἀκριβῶς τὴν ὑπὸ βιομηχανικὴν ἔποψιν χρησιμότητα τῶν ἐν λόγῳ μεταλλούχων χωμάτων καὶ ὅτι ἑπομένως δέον νὰ προσδιορισθῇ τὸ κατὰ μέσον ὅρον ἐν ἑκάστῳ σωρῷ ἐμπεριεχόμενον ποσὸν τοῦ διὰ τῆς καμινεύσεως παραχθησομένου χρησίμου μετάλλου καὶ τὰ ἔξοδα τῶν προαπαιτουμένων προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς καμινεύσεως, καὶ τέλος τὴν καθαρὰν πρόσοδον ἰδίᾳ δι’ ἕκαστον σωρὸν καὶ εἶδος τῶν μεταλλούχων χωμάτων, προσθέτουσα ἡ ἐπιτροπὴ οἴκοθεν καὶ ὅσας τυχὸν θεωρήσει ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ παρατηρήσεις εἰς ταῦτα καὶ εἰς σχετικὰ ἄλλα ζητήματα. Θέλετε δὲ φροντίσει νὰ λαμβάνητε ἐξ ἑκάστου σωροῦ καὶ εἴδους διπλᾶ δείγματα καὶ ἱκανὰ ποσὰ, ὅπως τὸ μὲν χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ὑμετέρας ἐργασίας τῶν χημικῶν ἀναλύσεων, τὸ δὲ, τοποθετούμενον καλῶς καὶ ἐσφραγισμένον διὰ τῶν ἰδιαιτέρων σφραγίδων ὑμῶν καὶ ἐκείνης τοῦ κ. Σερπιέρη ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, ἀποστέλλητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, συνοδευόμενον καὶ μὲ τὸ ἀπαιτούμενον πρωτόκολλον τοῦ μέρους, ἐξ οὗ ἐλήφθη, τοῦ εἴδους τοῦ περιεχομένου καὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, προσυπογεγραμμένον παρ’ ὅλων ὑμῶν. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἀνατιθεμένης ὑμῖν ἐργασίας κατανοεῖτε, κύριοι, τόσον τὴν σπουδαιότητα τῆς προκειμένης ὑποθέσεως καὶ τὰ μεγάλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ δημόσιον ἐπὶ τῶν εἰρημένων μεταλλούχων χωμάτων τῶν ἀπαντωμένων ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων παραχωρήσεων μεταλλείων εἰς τὴν Λαυριωτικὴν, ὅσον καὶ τὴν ἄκραν ἐμπιστοσύνην, μεθ’ ἧς περιβάλλει ὑμᾶς ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ἀκριβῆ ταύτης διεξαγωγήν. Ἑπομένως ἐπιθυμοῦμεν, ὥστε εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ τὰς ἐργασίας ὑμῶν νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ ὁ ἐνδιαφερόμενος κ. Σερπιέρης ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ ἢ τις ἄλλος ἰδιοκτήτης μεταλλείου, εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ ὁποίου ἤθελον ἐνεργηθῆ αἱ αὐταὶ ἐξετάσεις, εἰδοποιούμενος ἐγγράφως περὶ τούτου. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἤθελεν ἀποποιηθῇ οὗτος νὰ λάβῃ μέρος, ὑμεῖς θέλετε προβαίνει ἀκωλύτως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν σας, περὶ ὧν θέλετε συντάσσει τὰ ἀπαιτούμενα πρωτόκολλα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει συνυπογράφει καὶ ὁ εἰρημένος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐργασία κατεπείγει καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραταθῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἄνευ διακοπῆς, ἐφοδιάζομεν ὑμᾶς καὶ μὲ τὸ συνημμένον πρὸς τὸν κ. Σερπιέρην ἔγγραφον ὅπως παράσχῃ ὑμῖν τὴν ἄδειαν καὶ τὰ μέσα νὰ ἐνεργήσητε τὰς ἀπαιτουμένας χημικὰς ἀναλύσεις εἰς τὸ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ χημικὸν ἐργαστήριον ἐν Ἐργαστηρίοις καὶ πᾶσαν ἄλλην δυνατὴν εὐκολίαν καὶ συνδρομήν. Πρὸς περισσοτέραν δὲ εὐκολίαν τῶν ἐργασιῶν σας διαβιβάζομεν ὑμῖν συνημμένως ἀντίγραφα τῶν διὰ τῆς νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀνακοινωθέντων πρὸς τὸν κ. Σερπιέρην ἐγγράφων τοῦ ὑπουργείου ὑπ’ ἀριθ. 30819 καὶ 40820 ἀπὸ 28 Ἰουνίου ε. ε. καὶ 32832 ἀπὸ 1 Ἰουλίου ε. ε. καὶ τῶν δύο σχετικῶν τῆς παραχωρηθείσης πρὸς μετάλλευσιν ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου εἰς τὸν κ. Σερπιέρην Β. διαταγμάτων ἀπὸ 23 Αὐγούστου 1867 καὶ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1868, ἐν πρωτοτύπῳ δὲ καὶ ἐπὶ ἐπιστροφῇ τὰς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ὑποβληθείσας ἓξ ἀναφορὰς τοῦ κ. Σερπιέρη, ἤτοι τὴν ἀπὸ 8/20 Δεκεμβρίου 1869, τὴν ἀπὸ 30 Μαρτίου 1870, τὰς δύω ἀπὸ 20 Ἰουνίου (2 Ἰουλίου) 1870, τὴν ἀπὸ 26 Ἰουνίου (8 Ἰουλίου) 1870 καὶ τέλος τὴν ἀπὸ 18 Ἰουλίου 1870. Περαίνοντες παραγγέλλομεν ὑμῖν, κύριοι, νὰ σπεύσητε νὰ μεταβῆτε εἰς Δαύριον καὶ ἐπιληφθῆτε ἀμέσως τῶν ἐργασιῶν σας φροντίζοντες νὰ κρατῆτε περὶ αὐτῶν ἐνήμερον τὸ ὑπουργεῖον. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 31 Ἰουλίου 1870.
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.
Εὐχαριστῶ ἑπομένως ἐξ ὀνόματος τοῦ κυρ. Χρηστίδη τὸν Κατσικαπῆν, διότι ἔδωκεν αὐτὴν τὴν ἀφορμὴν, ὥστε νὰ γείνῃ γνωστὸν τίνι τρόπῳ εἰργάσθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ λείψῃ δὲ πᾶσα παρεξήγησις μιᾶς μεμονωμένης φράσεως, ἡ ὁποία καὶ ὑπὸ ἄλλου ἀναγινωσκομένη τὴν αὐτὴν διάθεσιν ἔχοντος πρὸς τον Κ. Χρηστίδην, ὁποίαν ὁ κύριος Κατσικαπῆς, ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ. Διὰ τῆς φράσεως ἐκείνης δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Χρηστίδης τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἐκβολάδων· ἡ φράσις ἐκείνη δὲν ἐννοεῖ εἰμὴ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μεταλλείων, διότι αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ βάσις τῶν ἀξιώσεων τοῦ κυρίου Serpieri. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ, διατὶ ἐπὶ τοῦ προκατόχου τοῦ κυρίου Χρηστίδου ἐξεδόθη διαταγὴ ἀπαγορεύουσα, ἐπὶ δὲ τοῦ κυρίου Χρηστίδου δὲν ἐξεδόθη, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ λόγος εἶναι πρόχειρος ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι συνέχεια· δύναται δὲ ὁ κύριος Κατσικαπῆς, ἀνήκων μάλιστα εἰς τὴν μερίδα τοῦ ὑπουργείου, νὰ λάβῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων τυχὸν ἤθελεν ἔχει ἀνάγκην, καὶ εἰμὶ βέβαιος ὅτι ὁ κύριος Σωτηρόπουλος θέλει τῷ δώσει λεπτομερεῖς πληροφορίας πῶς ἐφέρθη ὁ κύριος Χρηστίδης ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὰ χώματα. Λοιπὸν δὲν ἦλθεν ὁ κ. Κατσικαπῆς νὰ μᾶς διδάξῃ τὸν λόγον καθ’ ὃν ἐμόρφωσε τὴν συνείδησίν του, ἀλλ’ ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀνέφερα μετὰ σεβασμοῦ· καὶ εἰ μὲν εἶχε τὸ μέσον νὰ τὸν κατακρίνῃ καὶ τὸν μεμφθῇ, οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τὸν συνάδελφόν μας Κατσικαπῆν. Ἀλλ’ ὅταν ἀδίκως καὶ τὸν κατέκρινε καὶ τὸν ἐσυκοφάντησεν, ἀφίνω εἰς αὐτὸν νὰ κρίνῃ τὸ ἔργον του πῶς πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ.
§178ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀποφεύγω πάντοτε τὰς ἔριδας, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε προεκάλεσα προσωπικὴν συζήτησιν, προκαλούμενος ὅμως, νομίζω ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀποφύγω αὐτήν, χωρὶς νὰ μὴ δείξω ἢ ὅτι δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς ὅ,τι λέγω, ἢ ὅτι στεροῦμαι τῆς τόλμης ἐκείνης, ἥτις πρέπει νὰ συνοδεύῃ τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς ἰδέας ἑκάστου βουλευομένου, ὅταν αὗται δὲν μορφοῦνται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συμφερόντων· πολὺ δὲ περισσότερον δὲν εὗρον ἀλυσιτελὲς νὰ ἔλθω εἰς ἀπόκρουσιν τῶν ὅσων ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης, ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, ἐξέθηκε, καθόσον πλὴν τοῦ προσωπικοῦ λόγου, ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ ἥτις πολλαχῶς παρεξηγήθη καὶ κακῶς ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν πρὸς βλάβην τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἀπαιτεῖ ἐξηγήσεις καὶ διασαφήσεις τινάς, ὅπως ἐννοήσῃ ἕκαστος περὶ τίνος ἀληθῶς πρόκειται, καὶ κρίνῃ ἀσφαλῶς τίνες οἱ ἀληθεῖς καὶ εἰλικρινεῖς προστάται τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Καὶ ἠδυνάμην πρὸ πολλοῦ νὰ φέρω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας· δὲν ἔκαμον τοῦτο ὅμως, ἵνα μὴ δυσχεράνω ἔτι μᾶλλον τὰς τοσοῦτον ἐπιταθείσας συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Λαυριακοῦ ζητήματος. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ἐκθέσας τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἐφ’ ἧς κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, σᾶς εἶπον ὅτι ἐμόρφωσα κατὰ μέγα μέρος αὐτὴν συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ ἀξιότιμος κύριος Χρηστίδης, ὅτε διετέλει τελευταῖον ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου σᾶς ἀνέγνωσα ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 31 Ἰουλίου 1870 ὑπ’ ἀριθ. 38,148, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Ἰω. Σερπιέρην, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Χρηστίδης φαίνεται ὅτι λαμβάνει μέτρα τινὰ καὶ προκαλεῖ ἐξετάσεις καὶ ἐρεύνας περὶ τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου πρὸς ἐξασφάλισιν, ὡς λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, καὶ ἐκείνων τῶν ἰδιοκτητῶν· ἐκ τοῦ γράμματος δὲ τοῦ ἐγγράφου τούτου φαίνεται ἀριδήλως, ὅτι ὁ κ. Χρηστίδης, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐκβολάδες ἰδιόκτητοι, καὶ ἐὰν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ εἰρημένου ἐγγράφου ἄφινεν ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς ἐννοίας ταύτης, ὁ κ. Χρηστίδης ἔσπευσεν ἅμα μετὰ τὴν ἀνάγνωσίν του νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν, διότι, ὡς ἠκούσατε οἱ πάντες, καὶ ὡς εἶναι βεβαίως σημειωμένον καὶ εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικά, εἶπεν «ἠγνόουν ἐὰν ὑπῆρχον ἰδιοκτῆται» καὶ ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην τίποτε πλειότερον, τὸ δὲ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐννοεῖ πολὺ ὀλιγώτερο πρᾶγμα ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠννόει τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Χρηστίδου, διότι τὸ μὲν ἔγγραφον τοῦτο πραγματεύεται περὶ τῶν ἐκβολάδων, ἤτοι περὶ μεταλλούχων χωμάτων, τὸ δὲ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον περὶ ψιλῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς· ὁ ἀξιότιμος ὅμως κ. Δεληγεώργης ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐπιπέσῃ λαύρως κατ’ ἐμοῦ, καὶ δι’ ἑνὸς τρόπου, τὸν ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ μὴν μετεχειρίζετο, ὡς μὴ ἁρμόζοντα εἰς τὴν θέσιν του, ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ σκοποὺς καὶ φρονήματα, τῶν ὁποίων ὑπῆρξα πάντοτε ἀνώτερος, ἐν γένει δὲ διέψευσε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου ἰσχυρισθεὶς ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ προνοεῖ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μεταλλείων, καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἠδίκησα καὶ ἐσυκοφάντησα τὸν κ. Χρηστίδην, ἀποδώσας αὐτῷ ἀλλοτρίας ἰδέας, συμπεράνας πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ὁ κύριος σκοπός μου ἦτο νὰ φέρω μομφήν τινα κατ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ τῶν πολιτικῶν του φίλων. Λυποῦμαι πολύ, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης μὲ φέρει εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην ἁπλῶς ν’ ἀναφέρω, διότι ἡ Βουλὴ πιστεύω, ὅτι τὸ ὑποθέτει ἤδη, ὅτι οὐχὶ ἐγώ, ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης διέψευσε, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐσυκοφάντησε τὸν κ. Χρηστίδην, ἀποδίδων αὐτῷ ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ διὰ τοῦ ἐγγράφου του καὶ προφορικῶς πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξέθηκε ὅτι εἶχεν ἐν τῷ νῷ ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτε διετέλει ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν κ. Χρηστίδην εἰπόντα ἅμα μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου του, ὅτι ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐὰν ὑπῆρχον τοιοῦτοι, καὶ παρόντος τοῦ κ. Χρηστίδου κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, καὶ ἐξηγήσαντος στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ τὴν ἐν τῷ ἐγγράφῳ του περιεχομένην ἰδέαν, δὲν ἐδικαιοῦτο, νομίζω, ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ δώσῃ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἄλλην ἑρμηνείαν, ἢ τοῦτο πράξας, δὲν ἐδικαιοῦτο κατὰ μείζονα λόγον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ κ. Χρηστίδης παρεξηγήθη ἢ ἐσυκοφαντήθη ἀπὸ ἄλλους· καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ ἤθελον ἀποδεχθῆ εὐχαρίστως χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Δεληγεώργης εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Χρηστίδου, ἀρκεῖ ὁ κ. Χρηστίδης νὰ μὴ θεωρῇ ἑαυτὸν προσβαλλόμενον, ὅταν ἄλλοι θέτωσιν εἰς τὰ χείλη αὐτοῦ ἰδέας ἐναντίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἴτε ἐγγράφως εἴτε προφορικῶς ἐκθέτει. Μεταβαίνω τώρα εἰς τὴν δευτέραν αἰτίασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη περὶ τοῦ ὅτι ἠθέλησα νὰ φέρω μομφὰς κατ’ αὐτοῦ ἢ κατὰ τῶν πολιτικῶν του φίλων· καὶ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι τοιοῦτος δὲν ἦτον ὁ σκοπός μου, τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι οἱ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου παρουσιασθέντες εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὡς ὑπέρμαχοι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἔβλαψαν σπουδαίως τὰ ἀληθῆ τοῦ τόπου συμφέροντα καὶ κατέστησαν δυσχερεστέραν τὴν φύσει δυσχερῆ διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος, διότι οἱ κύριοι οὗτοι ἀντὶ νὰ περιορισθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἀληθοῦς κύκλου τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ ἐκθέσωσι τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως πραγματικῶς ἔχει, ἵνα ἐπέλθῃ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ κοινῷ μία συζήτησις ἤρεμος καὶ ψυχρὰ διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξευρεθῇ ὁ καταλληλότερος καὶ ἀξιοπρεπέστερος ἅμα δὲ καὶ δικαιότερος καὶ πάσης μομφῆς ἀνώτερος τρόπος τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων, τοὐναντίον ἐνόμισαν καλὸν νὰ μεταχειρισθῶσι τοσαύτας ὑπερβολὰς καὶ τοιαύτην ἐν γένει γλῶσσαν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐξήγειρε καὶ συνετάραξε τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἐν γένει, καὶ ἥτις ἐνέπνευσε τοιαύτας προσδοκίας πλούτου, προελευσομένου ἐκ τῆς Λαυριακῆς χώρας, ὥστε ἐπιστεύθη γενικῶς σχεδὸν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι διὰ τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου καὶ μόνον δι’ αὐτῶν ἡ Ἑλλὰς ἐντεῦθεν δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ συντηρῆται χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἔχῃ ἀνάγκην πληρωμῆς φόρων· ἡ ἀποπλάνησις μάλιστα τῆς κοινῆς γνώμης προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐπιστεύθη ἀπὸ πολὺν κόσμον, ὅτι μήτε ἀνάγκην ἀτομικῆς ἐργασίας ἔχομεν τοῦ λοιποῦ, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν ὁποῖα καὶ ὁπόσα παρατράγωδα ἔλαβον χώραν ἐν ἐσχάταις ἡμέραις, πᾶς δέ τις προβλέπει, τί θέλει γίγνεσθαι εἰς τὸ μέλλον, καὶ κατὰ πόσον θέλει εἶσθαι δυσχερὴς τοῦ λοιποῦ ἡ διοίκησις τοῦ τόπου τούτου· ὅλα δὲ ταῦτα συμβαίνουσι, διότι οἱ κύριοι, αὐτοχειροτόνητοι πρόμαχοι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐνόμισαν ὅτι ὑπηρετοῦν τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου των, ἐξογκόνοντες τὰς προσδοκωμένας ἐκ τῆς Λαυριωτικῆς χώρας ὠφελείας εἰς βαθμὸν μυθώδη, καὶ διὰ νὰ ὦσι πιστευτοὶ ἐνώπιον τῶν ἁπλουστέρων ἔκαμον χρῆσιν τώρα μὲν μιᾶς ἐκθέσεως, τῆς ἐπὶ τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τῶν Παρισίων ἐπιτροπῆς τοῦ 1868, δι’ ἧς ἢ ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενοι ἠθέλησαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι καὶ ἐντὸς τῶν σκωριῶν αὐτῶν περιέχεται θησαυρός, κατὰ μὲν τὸν κ. Ῥοχτάρην ἑνὸς δισεκατομμυρίου, κατὰ δὲ τὸν κ. Δεληγεώργην 600 περίπου ἑκατομμυρίων, καὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης κάμνουν χρῆσιν διὰ πρώτην φορὰν ἤδη, ἐνῷ αὕτη ὑπῆρχεν ἐν Ἀθήναις πρὸ τριῶν ἐτῶν καὶ εἶχον γνῶσιν αὐτῆς· λέγων δὲ, εἶχον γνῶσιν αὐτῆς, ἐννοῶ ὅτι ἂν οὐδεὶς ἄλλος ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἐγκαίρως, ὁ κ. Χρηστίδης ὅμως κατὰ καθῆκον ἀνέγνωσεν αὐτήν, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ κ. Χρηστίδης ἦτο πρόεδρος τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐφρόντιζε περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων εἰς τὴν παγκόσμιον ἔκθεσιν τῶν Παρισίων· ἦτο πολλὰ φυσικὸν λοιπὸν νὰ σταλῇ εἰς αὐτόν, ὡς πρόεδρον, ἀντίτυπόν της ἐκθέσεως ταύτης ἐγκαίρως, καὶ πολλῷ φυσικώτερον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ μέρος αὐτῆς, τὸ ἀφορῶν τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα· καὶ ὅταν τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεως, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἐγένετο γνωστὸν εἰς τοὺς κυρίους τούτους πρὸ τοσούτου καιροῦ, ἐὰν ἐπίστευον ὅτι τὸ ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἦσαν ἀληθῆ καὶ ἀναμφισβήτητα, διατί ἐν τῇ ἐξουσία ὄντες δὲν ἐφρόντιζον νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, προσκληθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Σερπιέρη, αἰτήσαντος κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐκ τῶν σκωριῶν παραγομένου μετάλλου, ἢ διατί δὲν ἔφερον πρότασιν πρὸς παραδοχὴν τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Σερπιέρη, παραχωροῦντος τάς τε σκωρίας καὶ τὰς μηχανὰς ὡς καὶ τὰ καταστήματα μεθ’ ὅλων τῶν δικαιωμάτων, ἅπερ κέκτηται ἐν Λαυρίῳ ἀντὶ 20. ἑκατομμυρίων δραχμῶν, πληρωτέων εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις, τουτέστι νὰ δίδωμεν δύο ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἀντὶ τῶν ὀκτώ, τὰ ὁποῖα θὰ κερδίζωμεν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Δεληγεώργη; Τοῦτο μὴ πράξαντες, παρέλειψαν σπουδαῖον πρὸς τὴν πατρίδα των καθῆκον καὶ παρέβλαψαν ἀνυπολογίστως τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου των, ἐὰν ἡ ἔκθεσις ᾖναι ἀληθής· ἂν ὅμως ἡ ἔκθεσις δὲν ᾖναι ἀληθής, ὅπως καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις πείθεται, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἀκριβὴς μιὰ ἔκθεσις, ἡ ὁποία συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν δοθεισῶν, δὲν ἠξεύρομεν, ὑπὸ τίνος καὶ διὰ τίνα σκοπόν, ἐὰν λέγω ἡ ἔκθεσις δὲν ᾖναι ἀκριβής, ὅπως ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω δὲν εἶναι ἀκριβής, νομίζουν ὅτι οἱ κύριοι πρόμαχοι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ὑπηρετοῦν τῷ ὄντι τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου των, κάμνοντες μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς χρῆσιν αὐτῆς κατ’ ἐπανάληψιν εἰς καιρόν, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ πᾶν εἶναι τεταραγμένον ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἀνησύχως περιμένεται ἀπὸ τὸν πολὺν κόσμον νὰ ῥεύσουν ποταμοὶ χρυσίου καὶ ἀργυρίου ἐκ τῆς Λαυριωτικῆς χώρας, καὶ νὰ καλύψουν τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ καταστήσουν αὐτὴν οὐχὶ μόνον ὑλικῶς εὐδαίμονα, ἀλλ’ ἔνδοξον καὶ περικλεῆ καὶ κυρίαρχον ἴσως τῆς ἀνατολῆς ὅλης, διότι τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν εἶχον αἱ συζητήσεις τῶν Πατέρων τοῦ Λαυρίου καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ τύπῳ; Τί δὲ σημαίνει τὸ νὰ στηρίζωσι τὰς περὶ ἀνεξαντλήτου θησαυροῦ ἐν Λαυρίῳ θεωρίας των εἰς ῥαβασάκια ἀγνώστων ξένων διαβατῶν ἐντεῦθεν μηδέποτε ἐπισκεφθέντων τὸ Λαύριον καὶ ἀπαντώντων εἰς ἰδιαιτέρας ἐρωτήσεις ἐπὶ ποδός; Προέβη δὲ ὁ ζῆλός των καὶ ὁ ἐνθουσιασμός των διὰ τὴν ἐκ θείας προνοίας ἀνακάλυψιν τῶν θησαυρῶν τοῦ Λαυρίου ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐλησμόνησαν, καὶ μήτε κατεδέχθησαν κἂν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἐδιόρισαν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ προσδοκώμενα κέρδη ἐκ τῆς ἐκκαμινεύσεως ὅλων τῶν ἐκ τῆς Λαυριωτικῆς χώρας ὑπαρχουσῶν ἐκβολάδων ἀναβαίνουσιν εἰς 129 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν ὅτι ἐλάβομεν ἐξ αὐτῶν ἔστω καὶ 80%, θέλομεν ὠφεληθῆ 100 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ταῦτα εἰς διάστημα πεντήκοντα τοὐλάχιστον ἐτῶν, ὥστε οὐδὲν ἄλλο πρόκειται, ἢ νὰ αὐξήσωμεν τὰ δημόσια ἔξοδά μας εἰς 2 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, ὅπερ δὲν λέγω ὅτι εἶναι βλαβερόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐξ ἐκείνων τῶν περιστάσεων, αἵτινες καθιστῶσι τὰ ἔθνη εὐδαίμονα καὶ περιφανῆ· ἰδίως δὲ ἡ Ἑλλὰς, καθὰ τὰ πράγματα μαρτυροῦσι μέχρι σήμερον, οὐδόλως πρόκειται νὰ εὐδαιμονήσῃ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἀντὶ τῶν δύο ἑκατομ., τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προσθέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν της τὸ μικρὸν Λαύριον τῆς Ἀττικῆς, προσέθηκε μέχρι τοῦδε τὸ μέγα Λαύριον τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1836 μέχρι σήμερον 25 ἑκατομ. δραχμῶν αὔξησιν, καὶ ὅμως οὐδόλως ἐχρησίμευσε τὸ ὑπέρογκον τοῦτο ποσὸν οὔτε διὰ τὴν εὐδαιμονίαν οὔτε διὰ τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος· εἷς ἄλλος θησαυρὸς, ἐὰν ἀνεκαλύπτετο, ὑπέσχετο τῷ ὄντι εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δόξαν καὶ εὐημερίαν, καὶ ὁ θησαυρὸς οὗτος εἶναι ἡ ἀρετὴ τῶν πολιτευομένων· ἡ Ἑλλὰς οὐδενὸς ἄλλου πράγματος εἶχε καὶ ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, εἰμὴ μόνον πολιτικῆς ἀρετῆς, καὶ ἐν ὅσῳ οἱ πολιτευόμενοι ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ἄλλο σκέπτονται, ἢ οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ πῶς νὰ καταλάβωσιν τὴν ἐξουσίαν, ἢ, καταλαβόντες αὐτὴν, πῶς νὰ τὴν κρατήσωσιν ἐκ παντὸς τρόπου καὶ διὰ πάσης θυσίας, ἐν ὅσῳ, λέγω, οἱ πολιτευόμενοι ἄλλα πράττουσι καὶ φρονοῦσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὄντες καὶ ἄλλα ἐκτὸς αὐτῆς, ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν, δημοκοποῦντες καὶ φενακίζοντες τὴν κοινωνίαν, καθιστῶσι καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς δυσχερῆ καὶ τὸ πολίτευμα ἐπαχθὲς, ἐν ὅσῳ τέλος πάντων τὸ στῆθος τῶν πολιτευομένων δὲν πάλλει ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς εὐδαιμονίας καὶ τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων τοῦ τόπου, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι πάντοτε δυστυχὴς καὶ ταπεινὴ, καὶ ἐὰν τῷ ὄντι ἤθελον ἐξαχθῆ ἐκ τῶν χωμάτων τοῦ Λαυρίου τὰ δισεκατομμύρια τῶν κυρίων Ῥοντήρη καὶ Δεληγεώργη. Ἐὰν λοιπὸν προετιθέμην τῷ ὄντι νὰ φέρω μομφήν τινα, καθὰ ὑπώπτευσεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἤθελον εἴπει εἰς τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν τὰ ἀνωτέρω, προσθέτων εἰς ταῦτα καὶ τοῦτο, ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Χρηστίδου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δεληγιάννης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 32832 τῆς 1 Ἰουλίου 1870 ἐγγράφου του κοινοποιηθέντος τῷ κ. Σερπιέρη διὰ τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπὶ ἀποδείξει, ἀπηγόρευσεν αὐτῷ αὐστηρῶς τὴν χρῆσιν τῶν μεταλλούχων χωμάτων, καὶ ὅμως ὁ κ. Χρηστίδης διαδεχθεὶς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸν κ. Δεληγιάννην ἐπέτρεψε σιωπηλῶς τὴν χρῆσιν αὐτῶν· καὶ δὲν λέγω ὅτι τοῦτο πράξας ἔκαμε κακῶς, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι μήτε ὁ κ. Χρηστίδης μήτε οἱ φίλοι καὶ οἱ ὁμόφρονες αὐτῷ ἐδικαιοῦντο ἤδη νὰ ἐπιτεθῶσι τοσοῦτον σκληρῶς κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον ἐνδοιασμούς τινας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου καὶ νὰ διαβάλωσιν αὐτοὺς ἐνώπιον τῆς κοινωνίας τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ καταστήσουν ὕποπτον ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸν πατριωτισμόν των. Δι’ ὅλα ταῦτα ἐμμένω, φρονῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὔτε εἶναι οὔτε θέλει εἶσθαι εὐδαίμων, ἐν ὅσῳ ὑπάρχουν ἐν αὐτῇ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐκμεταλλευόμενοι τὰς ἰδέας καὶ τὰ πράγματα.
§179ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Κατσικαπῆ εἶναι μία σειρὰ ἀλλόκοτος· ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἐτελείωσε δὲν ἠξεύρω που. Ἐξ ὅσων εἶπε περὶ τῆς διοικήσεώς μου ὁ κύριος Κατσικαπῆς ἔδειξεν ὅτι τὰ πάντα ἀγνοεῖ, καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ σπουδάσῃ τί ἔπραξα ἢ δὲν ἔπραξα οὐ μόνον αὐτὴν τὴν τελευταίαν φορὰν, ὅτε ἦλθον εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 66 καὶ κατὰ τὸ 65 καὶ κατὰ τὸ 64, ἀνάγκη νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὰ γραφεῖα, νὰ σπουδάσῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ νὰ μάθῃ ὅτι ποτὲ δὲν ἤλλαξα γνώμην οὔτε διαγωγὴν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔλαβον τὴν παραμικρὰν νύξιν, ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ ἕνας πλοῦτος δημόσιος. Ἀλλὰ ὁ κύριος Κατσικαπῆς λέγει, ἔγραψα καὶ ἀνεγνώρισα ἰδιοκτησίαν· ἠδυνάμην καὶ τοῦτο νὰ τὸ πράξω, κύριε πρόεδρε, διότι δὲν πιστεύω ἕνας ὑπουργὸς, ἐνεργῶν διοικητικῶς, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς ἕνα ὁποιονδήποτε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἰδιωτικὸν, καὶ ἐκεῖνο εἶναι δημόσιον, ὁπόταν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις· καὶ μόλον τοῦτο ἐγὼ τὸ εἶπον, καὶ τὸ εἶπον μὲ τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπω, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἦλθεν ὁ κ. Σερπιέρης καὶ μὲ εἶδε διὰ πρώτην φορὰν· δὲν γνωρίζω καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἔχουν ἔδαφος ἴδιον· ἐὰν αἱ ἐκβολάδες ᾖναι ἰδιοκτησία ἰδιωτικὴ, εἶναι καὶ αἱ γαῖαι, ἐφ’ ὧν κεῖνται τοιαῦται· ἂν ὅμως ᾖναι ἐθνικαὶ, εἶπον καὶ θὰ εἴπω ὅτι καὶ τὸ ἔδαφος εἶναι ἐθνικόν· τί ἐπρόδωσα; ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἔχων ἀξίωσιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, εἶναι τὰ δικαστήρια ἐδῶ, τὰ ὁποῖα ἀποφασίζουν περὶ τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἡ ἰδιοκτησία ἑκάστου ἐτέθη ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν δικαστηρίω Δὲν εἶναι λοιπὸν παντάπασιν ἀκριβὲς, ὅτι εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἰδιοκτησία. Ὁ κ. Κατσικαπῆς εἶπεν ἀκόμη, διατὶ δὲν ἐξακολουθήσατε νὰ ἐμποδίσητε καὶ καταπαύσητε τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, ἐνῷ τοῦτο διετάχθη ἀπὸ τὸν προκάτοχόν σας; Κύριε πρόεδρε, ἐδῶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν περάσῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του, ν’ ἀναγνώσῃ τὴν σειρὰ αὐτὴν τῶν ἐγγράφων, καὶ νὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν ἐδῶ νὰ ἐκφράσῃ, ἐὰν τὴν ἀπαγόρευσιν τὴν ὑπεστήριξα ἢ δὲν τὴν ὑπεστήριξα, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀπαγόρευσις ἢ δὲν ὑπῆρχε, διότι ἐγὼ δὲν συνειθίζω νὰ λέγω τὶ εὗρον καὶ τὶ ἔπραξα· τὰ πράγματα ὑπάρχουν καὶ αὐτὰ θὰ μαρτυρήσουν, ὅταν παρουσιασθοῦν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Κατσικαπῆς εἶπεν καὶ ἓν ἄλλο· ἐγνώριζες ὅτι ὁ Σερπιέρης κερδίζει 8,000,000 τὸν χρόνον, ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Michel Chevalier, καὶ τί ἔπραξες; πῶς δὲν ἐξεδίκησες τὰ δημόσια συμφέροντα; Τί νὰ τῷ ἀπαντήσω ἐγὼ κ. Πρόεδρε; ἔγεινε καὶ προχθὲς σκανδαλώδης ἡ συζήτησις, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ πιστεύητε, ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἐγνώριζον αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν· εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Michel Chevalier ἔκαμε μίαν ἔκθεσιν προεισαγωγικὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν ἀρίστων δικαστῶν τῆς Γαλλίας κατὰ τὴν παγκόσμιον ἔκθεσιν τοῦ 1867 καὶ αὐτὴν τὴν ἀνέγνωσαν, ἀλλὰ εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν δὲν ἀπήντησα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουν· ἡ ἐργασία ὅμως τοῦ Michel Chevalier σύγκειται ἀπὸ 12, 13 εὐμεγέθεις τόμους, καὶ προκαλῶ ἐκεῖνον, ὅστις τὴν ἀνέγνωσε, καὶ πιστεύει ὅτι δύναται νὰ τὴν ἀναγνώσῃ. Ἀλλὰ λέγω, πρὸς τοῖς ἄλλοις, προσθέτω δὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Κατσικαπῆν, καὶ ἂν θέλητε καὶ εἰς τὸν ἔντιμον Πρόεδρόν μας, ὅτι παραδέχομαι αὐτὰς τὰς πληροφορίας, τὰς ἀνέγνωσα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιστάσει τί ἠθέλατε νὰ πράξω κατὰ τοῦ Σερπιέρη, ἔχοντος τὸ δικαίωμα ἀπὸ ἕνα νόμον νὰ καμινεύῃ τὰς σκωρίας ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ δίδῃ τόσον τοῖς ἑκατόν;
§180ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὄχι ὡρισμένον δικαίωμα, ἑπομένως ὅσον αὐξάνει ἡ πρόσοδος θὰ αὔξησῃ καὶ τὸ ποσόν.
§181ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι ὡρισμένον, ἀλλὰ τί ἠδυνάμην νὰ πράξω ἐγὼ, καὶ τί ἠθέλατε νὰ πράξω; ἀφοῦ ἔμαθον ὅτι αὐτὸς λαμβάνει 8,000,000, πῶς ἠθέλατε νὰ τὸν μεταχειρισθῶ; τί ἠθέλατε πράξει σεῖς περισσότερον, καὶ δὲν ἔπραξα; Ἄλλως τε διὰ τὰ 1870, κύριε Λομβάρδε, ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ὥρισεν ὅτι ὁ Σερπιέρης θὰ πληρώσῃ εἰς τὰ 1870 τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1867. Λοιπὸν ἰδοὺ, ὅτι καὶ ἐνταῦθα δὲν παρέλειψα τίποτε, καθὼς εἶπεν ὁ κύριος Κατσικαπῆς. Ἀλλὰ ἔκαμα, λέγει, χρῆσιν τῶν ἐκβολάδων. Λυποῦμαι, κύριοι, καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζω τι ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Michel Chevalier, βλέπω ὅτι κερδίζει ὁ κύριος Σερπιέρης πολλὰ, καὶ δίδει ὀλίγα, διότι λαμβάνομεν εἰς ἕνα τόνον μόνον 24 δραχμὰς, ἐνῷ αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ λαμβάνῃ καὶ 500 καὶ 600 κατὰ τόνον μὲ τὴν προσθήκην τῶν ἐκβολάδων κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκαν. Ἀλλὰ τί δυνάμεθα νὰ κάμωμεν; τὸ εἴπομεν ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ἡμερῶν, ὅτι περὶ τούτου δὲν ὁμιλοῦμεν, διότι ὑπάρχει νόμος, κανονίζων τὰς σκωρίας, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, ἀδιαφορῶ, δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τοῦτο, νὰ τὸ ἐξετάσω, διότι πρόκειται ἤδη περὶ ἄλλου, ἤγουν περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν ἐκβολάδων, καὶ περὶ αὐτῆς ἔπρεπε νὰ φροντίσω, διότι εἶχον δικαίωμα καὶ ἠδυνάμην νὰ φέρω διόρθωσιν καὶ θεραπείαν.
§182ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε μίαν πληροφορίαν; Γνωρίζετε ἂν ἐκκαμίνευσεν ὁ κ. Σερπιέρης ἐκβολάδας;
§183ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠμπορεῖ νὰ τὰς πληροφορήσῃ.
§184ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί νὰ ὑποχρεώσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς φέρῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§185ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, δὲν περδεύεις τὸν Χρηστίδην.
§186ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κάμνω ἐπερώτησιν, κύριοι, ἐὰν εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ κ. Χρηστίδου διεκόπη ἡ χρῆσις τῶν ἐκβολάδων.
§187ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διεκόπη.
§188ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ λογομαχία πιστεύω ὅτι ἔπαυσε, καὶ πρέπει νὰ παύσῃ, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἀντικείμενον, ὅμως πρέπει νὰ προσθέσω μίαν λέξιν καὶ ἐγὼ, ὅτι ἴσως δὲν ὑπάρχει περίστασις νὰ λυπούμεθα πολὺ διὰ τὴν μεγάλην ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν σκωριῶν ὑπέστημεν, διότι ἡ ἑταιρία ἐπιμένει καὶ σήμερον εἰς δύω πράγματα, πρῶτον, νὰ ἐξετασθῇ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ εὑρεθῇ ἀκριβῶς ἡ καθαρὰ πρόσοδος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξακριβώσεως ταύτης νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, καὶ δεύτερον ἡ ἑταιρία ἐπιμένει καὶ ἤδη, ὥστε δὲν θὰ σκεπτώμεθα καὶ διὰ τὸ μέλλον, νὰ παραιτήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματά της καὶ τὰ καταστήματα καὶ ὅλας της τὰς μηχανὰς εἰς τὸ ἔθνος διὰ 20,000,000. Κύριοι, καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιθέτους καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει ἀμφισβήτησιν δικαίαν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, καὶ κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκκαμινεύσῃ τὰς ἐκβολάδας, διότι ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ αὐτὸ δύναται νὰ τὰς παραχωρήσῃ ἵνα ἐκκαμινευθῶσιν. Ἐκτὸς τούτου τὸ ἔδαφος, ὡς ἔδαφος, ὑπόκειται εἰς ἰδιαίτερα δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐν μακροῖς ἀνέπτυξε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· εἶπεν ὅτι ἀναμφισβήτητον εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου τῆς ἐκμεταλλεύσεως· ἐκτὸς τούτου τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ὑπάρχουν φυτεῖαι καὶ σπαρτά, εἶναι ἔδαφος ἀνῆκον εἴς τινα· ἑπομένως ἀμφισβήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν ὑπῆρξε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ὅπου εἶναι ἰδιοκτησία, τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου εἶναι πληρέστατα ἐξασφαλισμένον, διότι ἀναγνωρίζεται ἐντελῶς ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκβολάδων. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐκτὸς τούτου εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην· ἐσκέφθημεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν τὴν διάταξιν, περὶ ἧς πρόκειται, διὰ δύω ἔτι λόγους, πρῶτον, διὰ νὰ λύσωμεν, ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦται ἀμφισβητήσεις, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους, καὶ ὅτι δὲν ἀρνούμεθα καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἐδάφους, ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἡμεῖς, κύριοι, ἠθελήσαμεν νὰ κανονίσωμεν ὁριστικῶς τὰς ἀμφισβητήσεις αὐτάς, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτὰς εἰς τὰ δικαστήρια. Εἴπομεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον, καὶ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν· εἴπομεν ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἔχων δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, τοῦτο μόνον δικαιοῦται, νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ζημίαν, ἥτις θέλει τοῦ προξενηθῆ ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκβολάδων. Ἐκτὸς τούτου ἠθελήσαμεν νὰ κανονίσωμεν καὶ μίαν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας καὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ παραχωρουμένου, διότι αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει καὶ ὁ περὶ μεταλλείων νόμος, διότι ὁ ἐκμεταλλευτὴς ἔχει ἀνάγκην καὶ μιᾶς ἐργασίας ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι αἱ ἐκβολάδες. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐκμεταλλευτὴν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀποζημιώσεως νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας του ἀνενόχλητος. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἐξασφαλισμένα πληρέστατα τὰ συμφέρον τοῦ δημοσίου, καί τοι ἀποδεχόμενοι τὴν ἰδιοκτησίαν, ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἰδιοκτησία.
§189ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§190ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἰδοὺ πῶς ἐννοῶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Τῷ ὄντι ἡ ἐπιχείρησις τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων θὰ γεννήσῃ θυσίας, διότι γεννᾷ ἀνάγκας· αἱ ἀνάγκαι ὅλαι αὗται περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἑξῆς. Ἐκφράζω ἤδη τὴν ἰδέαν μου, ἤγουν τὶ ἐννοῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν τὴν διετύπωσα ὡς ἑξῆς· «Πᾶσα κατάληψις γαιῶν ἀναγκαιουσῶν εἰς ἑκάστην ἐπιχείρησιν ἐκβολάδων πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτῶν ἢ σιδηρῶν ὁδῶν ἢ πρὸς ἵδρυσιν τῶν ἀναγκαίων ἐργοστασίων ἢ πρὸς ἀπόκτησιν ἢ διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῶν χρησίμων εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, καθὼς καὶ πᾶσα ἀναγκαία ὑπὲρ τῆς ἐπιχειρήσεως πραγματικὴ δουλεία θεωρεῖται ὡς λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ζητουμένη καὶ ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος, προηγουμένης ἀποζημιώσεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ σιδηροδρόμου.» Αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐναυάγησεν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως, εἶναι τὸ περὶ ἐδάφους τῶν ἐκβολάδων. Αὐτὸ τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, λέγω εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ πηγὴ εἰς ζημίας, διότι δὲν ὑπάρχουν εἰμὴ γαῖαι κεκαλυμμέναι πρὸ ἐτῶν ἀπείρων, αἵτινες δὲν ὑπάρχουν εἰς χρῆσιν· ἡ δ’ ἀφαίρεσις τῶν ἐκβολάδων δὲν βλέπω νὰ γεννᾷ καμμίαν ζημίαν, ἀφίνω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ ἐδάφους ἐγκαταλειφθέντος πρὸ αἰώνων καὶ μὴ φαινομένου. Πῶς δὲ ὁ καθαρισμὸς θὰ φέρῃ βλάβην; Λοιπὸν τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι, ὅτι οἱ ἐπιχειρήσαντες τὴν καμίνευσιν θὰ λάβουν ἀνάγκην νὰ διοχετεύσουν ὕδατα κλπ. Ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ γείνουν· δύναται ἡ βουλὴ νὰ τὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ συντάγματος, διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, διότι τὸ Λαύριον θὰ καταντήσῃ εἷς πόρος σπουδαῖος διὰ τὸ δημόσιον, καὶ αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου εἶναι συμφέρον γενικὸν δι’ ὅλον τὸ κράτος. Ὥστε νομίζω, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ περίστασις νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ συντάγματος, εἶναι καὶ αὐτὴ, καθ’ ὅσον ἂν ὑπάρχῃ περίστασις νὰ ἔλθωμεν εἰς προστασίαν μιᾶς βιομηχανίας, εἶναι ἡ προκειμένη. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν εἶναι τὸ ἄλλο· πρῶτον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς βλάβης καὶ δεύτερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἰδιοκτησίας· διότι αἱ γαῖαι εἶναι κεκαλυμμέναι πρὸ αἰώνων ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας, αἱ ὁποῖαι τὰς κατέστησαν ἀχρήστους.
§191ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, ὅπως ἔχει, περιλαμβάνει δύω ἰδέας· ἡ πρώτη ἰδέα εἶναι ἡ ἰδέα τῆς ἐπαναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως δι’ ὅλας τὰς γαίας, τῶν ὁποίων θέλει λάβει ἀνάγκην ὁ ἐργολάβος νὰ κάμῃ χρῆσιν διὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰ καταστήματά του· καὶ δίδεται μὲν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δίδεται, δὲν εἶναι λόγος καθαρῶς δημοσίου ἀνάγκης, εἶναι μᾶλλον λόγος συμφέροντος, ὅμοιος μὲ τὸν λόγον, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν ἐπαναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Καθὼς δὲ ἐκεῖ ἐθεωρήθη δίκαιον καὶ δίδεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην μία ἀποζημίωσις ἀνωτέρα τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, εἰς τρόπον ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἱκανοποιῆται ὁ ἰδιοκτήτης διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, ἀλλὰ καὶ νὰ παρηγορῆται διὰ τὴν λύπην, ἣν αἰσθάνεται, ἀναγκαζόμενος νὰ στερηθῇ ἄκων τὸ κτῆμά του, τοιουτοτρόπως ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ ἐνταῦθα ἡ αὐτὴ διάταξις, ὥστε ὁσάκις ὁ ἐργολάβος θέλει νὰ καταλάβῃ ξένην ἰδιοκτησίαν, νὰ ὑποβάλληται εἰς ἀποζημίωσιν ὁμοίαν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μετταλλείων. Ἡ ἄλλη ἰδέα περιστρέφεται εἰς τὸ ἔδαφος τῶν ἐκβολάδων καὶ θαυμάζω πῶς γίνεται περὶ τούτου ἀντίῤῥησις. Ὑποθέτουν τινὲς, ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, ὡς καλυπτόμενον πρὸ αἰώνων ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας, ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἰδιοκτήτην, διότι καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ παλαιοῦ ἐδάφους ἐτάφησαν ὑπὸ τὰς ἐκβολάδας, δὲν θὰ τοὺς εὕρωμεν ἤδη ζῶντας, διὰ νὰ ἐγείρουν ἐναντίον μας ἀξιώσεις, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε τιθέμεναι ἐπὶ ἑνὸς ἐδάφους νὰ τὸ καθιστοῦν ἄχρηστον· αἱ ἐκβολάδες εἶνε χώματα, περιέχοντα μικρὰν ποσότητα μετάλλων, ἀλλὰ δὲν χάνουν τὴν παραγωγικήν των δύναμιν, τιθέμενα δὲ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, σχηματίζουσι νέον ἔδαφος, τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ γίνεται χρῆσις, διότι οὐδὲν κωλύει νὰ σπείρῃ τις ἐπ’ αὐτῶν δημητριακοὺς καρποὺς, ἢ νὰ φυτεύσῃ δένδρα (διακοπαί).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κύριοι.
§193ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ἂν δὲν φυτεύσουν οἱ ἄνθρωποι τὰ δένδρα, οὐδὲν κωλύει τὴν φύσιν νὰ βλαστήσῃ τοιαῦτα, καθὼς συμβαίνει ἐπὶ τῶν γνωστῶν ἐκβολάδων· ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν σήμερον αἱ ἐκβολάδες, παρετήρησα καὶ ἐγὼ ὅτι ἄροτρον δὲν ἐπέρασεν, οὐδὲ ἐγένοντο φυτεῖαι κλημάτων ἢ ὀπωροφόρων δένδρων, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ ἀνεβλάστησαν ἄγρια δένδρα, ἤτοι ῥητινοφόρα πεῦκα, τὰ ὁποῖα κατέχονται ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς, λαμβάνοντας τὴν ῥητίνην. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ δημόσιον φιλονεικεῖ τὴν κυριότητα αὐτῶν, διότι ἀποτελοῦν δάσος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδηλώθη ἀπὸ τοὺς κατοίκους· ἀλλ’ ἂν τὸ δημόσιον χάσῃ τὴν δίκην καὶ οἱ κάτοχοι ἀναγνωρισθῶσιν ἰδιοκτῆται, νομίζετε, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ μὴ περιλάβωμεν ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ ἐργολάβος νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ διὰ τὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστρέψῃ; τοῦτο δὲ πράττοντες δὲν προσβάλλετε τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Ἀλλὰ φεύγοντες ἀπὸ τὸ λαύριον, ὑποθέσατε, ὅτι εἰς ἓν χωρίον, ἀνῆκον ἐξ ὁλοκλήρου εἰς γνωστὸν ἰδιοκτήτην, ἀνακαλύπτονται σωροὶ ἐκβολάδων, ἐφ’ ὧν γίνεται καλλιέργεια ἢ ὄχι· αἱ ἐκβολάδες αὗται κατὰ τὸν νόμον ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον καὶ δύναται τοῦτο νὰ τὰς παραχωρήσῃ εἰς ἐργολάβον· ἀλλ’ ἐὰν διὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἐκβολάδων γίνῃ βλάβη οἱαδήποτε εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀποζημιωθῇ; Ἰδοὺ διὰ τί φρονοῦμεν, ὅτι ἀφοῦ αἱ ἐκβολάδες ἀπεφασίσθη νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κεχωρισμέναι ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται, καὶ ὡς περιουσία τοῦ κράτους, νὰ ἐπιφυλάξωμεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὸ δικαίωμα ἀποζημιώσεως διὰ πᾶσαν βλάβην, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποστῆ. Ἐννοεῖτε δὲ, κύριοι, ὅτι ἐὰν τὸ ἔδαφος τῶν γνωστῶν ἐκβολάδων ἐπιδικασθῇ εἰς τὸ δημόσιον, ἡ ἀποζημίωσις, περὶ ἧς πρόκειται, θέλει περιέλθει εἰς αὐτὸ, καὶ καμμία ζημία δὲν θέλει προκύψει (διαλέγεται μετὰ τοῦ κ. Μιχαλοπούλου).
§194ΚΩΝΣΤ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν δάση, ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἐπικυρωθεῖσα καὶ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅτι τὰ ἐδάφη εἶναι ἐθνικὰ, ἑπομένως αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐκβολάδες θεωροῦνται ὡς προσαυξήματα καὶ ἑπομένως ὡς πρὸς αὐτὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις.
§195ΤΙΝΕΣ. Τί μᾶς τὰ λέγεις αὐτὰ τώρα;
§196ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐχωρίσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων ἀπὸ τὸ τοῦ ἐδάφους, καὶ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν θέτει· ὅλαι αἱ ἐκβολάδες ὅπου καὶ ἂν εὑρεθῶσι θεωροῦνται δημόσιαι ἰδιοκτησίαι καὶ τὸ δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως καὶ μεταλλεύσεως. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐδάφη ἠμποροῦν νὰ ᾖναι καὶ ἰδιόκτητα καὶ ἐθνικά. Λοιπὸν ὡς πρὸς τὴν Λαυριακὴν χώραν τὸ ζήτημα ἐκεῖ εἶναι ἀποφασισμένον διὰ τρεῖς θέσεις, ὥστε καμμία ἀποζημίωσις δὲν ὀφείλεται. Ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους ἂν ἤθελον εὑρεθῆ ἐκβολάδες, ἡ ἀφαίρεσις δὲν προξενεῖ καμμίαν βλάβην ἀλλ’ ὠφέλειαν. Παραδέχομαι ὅτι δὲν ἐμποδίζεται ἡ καλλιέργεια τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσιν ἐκβολάδες, ἀλλ’ ἡ ἀφαίρεσις καθιστᾷ πλέον παραγωγὸν τὸ κύριον ἔδαφος, διότι αἱ ἐκβολάδες ἔχουν ἐλαχίστην φυτικὴν δύναμιν, ὥστε ὠφελεῖται ὁ κύριος καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν ἓν δικαίωμα ἀποζημιώσεως.
§197ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂν δὲν προέρχεται ζημία, δὲν θὰ πληρώσῃ· οἱ ἐμπειροτέχναι θ’ ἀποφασίσουν ἂν προῆλθε ζημία.
§198Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διατὶ νὰ τεθῇ αὐτὸ εἰς τὸν νόμον; Ἑπομένως καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐδάφη τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς δρόμους, ἐργαστήρια, κτλ. βέβαια δι’ ἐκεῖνα ἃ ἦναι ἰδιοκτησία, νὰ ἀποζημιωθοῦν κατὰ τὸν νόμον περὶ σιδηροδρόμου, ὄχι ὅμως ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἓν ἀπόλυτον δικαίωμα ἀποζημιώσεως τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐμποδίσῃ καὶ τὴν ἐπιχείρησιν (διάλογοι θορυβώδεις.)
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν..........
§200ΤΙΝΕΣ. Τὴν τροπολογίαν, Κ. Πρόεδρε.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι περιττή· διότι προτείνει τὴν ἀπάλειψιν· τότε θὰ ἔλθῃ ἡ τροπολογία, ὅτε γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀπάλειψις....... (θόρυβος).
§202ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζω κατ’ ἐμὲ, ὅτι σπουδαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ προταθῇ ἡ ἀπάλειψις, διότι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν ἐργολάβον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ οὔτε δρόμον νὰ κατασκευάσῃ, οὔτε καταστήματα, οὔτε τίποτε.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ κύριοι, νὰ ἐξηγήσω πῶς ἀντελήφθην τὰ ζητήματα ἀπὸ τὴν συζήτησιν.
§204ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν τροπολογίαν!
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἐγὼ δὲν θὰ κάμω αὐθαιρεσίαν, ἀλλ’ ἀφήσατε νὰ ἐξηγηθῶ. Νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία ἔχει ὅλως ἀλλοίαν βάσιν ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου. Ἂν τυχὸν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀπάλειψις, τότε θὰ ἔλθῃ ἡ τροπολογία (διάλογοι θορυβώδεις. Ἴσως ἐξηγήθην ἀτελῶς, κύριοι, παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶ καὶ κατόπιν ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§206ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω δύο λέξεις ὅπως ἐξηγήσω τὴν ὁποίαν σκοπεύω νὰ ὑποβάλω ἰδιαιτέραν τροπολογίαν;
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Σαράβα.
§208ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ ζήτημα, κ. πρόεδρε, εἶναι περισσότερον σπουδαῖον ἀφ’ ὅσον φαίνεται, διότι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Χρηστίδου, πρόκειται νὰ δώσωμεν μίαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ἀναγνωρίσαντες τὰς ἐκβολάδας ὡς ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν, τοὐτέστι, κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Χρηστίδην, ἡ Βουλὴ ἀποφανθεῖσα, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία ἐνόησεν ὅτι εἶναι καὶ τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται, σχετικῶς δὲ μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν συμπεραίνει, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ κανεὶς λόγος περὶ ἀποζημιώσεως. Ἡ Βουλὴ δὲν συμμερίζεται, φρονῶ, τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χρηστίδου ὡς πρὸς τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, οὐδὲ ἐννοεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Χρηστίδης. Ἡ Βουλὴ, κ. πρόεδρε, ἀποφανθεῖσα, ὅτι αἱ ἐκβολάδες κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἐνόησε, φρονῶ, νὰ παραδεχθῇ τὴν θεωρίαν τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Δεληγεώργη καὶ Ῥοντήρη, ἰσχυρισθέντων, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ ὅλων τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν ἰσχύει τὸ παρὰ τοῖς εὐρωπαϊκοῖς κράτεσι λεγόμενον droit regalien. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀποῤῥέει ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ἐπιβάλλει περιορισμὸν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν κατὰ τὸ μέτρον τῶν γενικῶν ἀναγκῶν καὶ τοῦ κοινῇ συμφέροντος. Τὸ droit regalien ἐπὶ τῶν μετάλλων δὲν ἔχει παντοῦ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, οὐδὲ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν. Ἀλλοῦ ἀναλύεται εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους χορηγουμένην ἄδειαν πρὸς τὸ μεταλλεύεσθαι, εἰς τὴν πληρωμὴν ὡρισμένου φόρου καὶ μερίσματος εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους, καὶ εἰς ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀφορῶντα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εἶναι συντεταγμένος ὁ περὶ μεταλλείων νόμος τοῦ 1861· εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς λ. χ. εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ Σαξωνίαν, ἀποτελεῖ πλήρη ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου, εἶναι, ὡς λέγουν, domanial. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδεχθεῖσα τὴν γνώμην τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ Ῥοντήρη, ἐνόησε, ὑποθέτω, νὰ παραδεχθῇ καὶ τὴν θεωρίαν αὐτῶν, τουτέστιν ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων τὸ Κράτος ἐξασκεῖ τὸ ἡγεμονικὸν νόημα πλῆρες καὶ ἀπόλυτον, συγχωνευομένης δηλονότι εἰς αὐτὸ τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας· ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, ἀναγκαίως εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἀπαραλλάκτως ὡς δὲν εἶναι τοιοῦτον τὸ ἔδαφος ὑπὸ τὸ ὁποῖον κεῖνται τὰ μεταλλεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἓν κράτος ἐξασκεῖ πλῆρες τὸ droit regalien, διότι αἱ δύο ἰδιοκτησίαι, ἡ τοῦ ἐδάφους καὶ ἡ τοῦ μεταλλείου, πηγάζουν ἀπ’ ὅλως διάφορον πηγὴν, ἡ μὲν ἀπὸ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, ἡ δὲ ἀπὸ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τῆς Πολιτείας. Δὲν παραδέχομαι ἑπομένως διόλου ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν, καθὼς ἠξίωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Χρηστίδης, ὅτι καὶ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἀφοῦ παρεδέχθημεν ὅτι καὶ αἱ ἐκβολάδες εἶναι τοιαῦται· ἀλλὰ, ἐν ᾧ δὲν παραδέχομαι τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χρηστίδου, δὲν παραδέχομαι οὐδὲ τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐλήφθη κατὰ γράμμα ἀπὸ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ἐκφράζει, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἐνδοιασμὸν περὶ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ δημοσίου· ὡς γνωρίζετε, ὁ νόμος περὶ μεταλλείων δὲν συνεχώνευσεν ἐντελῶς τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μεταλλείων εἰς τὴν τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἀναγνωρίσας τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἰδιοκτησίαν τοῦ κυρίου τοῦ ἐδάφους, ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸν ὡρισμένον μέρισμα· ἐκτὸς ὅμως τοῦ μερίσματος, ὁ νόμος περὶ μεταλλείων δίδει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους καὶ ἐκείνας τὰς ἀποζημιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ληφθὲν κατὰ γράμμα ἐκ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, ἐκφράζει, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἐνδοιασμὸν περὶ τῆς ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων πλήρους ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου, καὶ δεικνύει, ὅτι οἱ συντάξαντες αὐτὸ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὴν θεωρίαν τῶν κυρίων Δεληγεώργη καὶ Ῥοντήρη, διότι ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί ἡ ἀποζημίωσις πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ᾖναι διπλασία, ὁσάκις ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους θέλει νὰ πωλήσῃ τὸ ἔδαφος τοῦτο εἰς τὸν ἐργολάβον, ἢ διατί ἡ ἀπόδοσις τοῦ εἰσοδήματος, ὁσάκις δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ κτήματός του, νὰ ᾖναι κατὰ τὸ ἓν τέταρτον περιπλέον τῆς καθαρᾶς προσόδου. Διὰ τοῦτο πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως ἐγὼ ἤθελον προτείνει, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν θέλει, ἐλπίζω, ἐναντιωθῆ, νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἄλλην ἀποζημίωσιν ἢ τὴν ἁπλῆν ἀποζημίωσιν, κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τουτέστι τοῦ κοινοῦ δικαίου. Τοιουτοτρόπως ἀποφεύγοντες τὸ νὰ κανονισθῇ ἡ ἀποζημίωσις κατὰ τὰς βάσεις τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, ὅστις, ὡς προεῖπον, ἀναγνωρίζει τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ κυρίου τοῦ ἐδάφους, διότι ἀποδίδει μέρισμα 5%, ἀποφεύγομεν τὸν ἐνδοιασμὸν περὶ τῆς ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων πλήρους ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου. Ἤθελα μάλιστα πρὸς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένων ἀμφισβητήσεων προσθέτει ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, ὅτι ἀποκλείεται πᾶσα ἄλλη ἀπαίτησις εἴτε κατὰ τοῦ ἐργολάβου εἴτε κατὰ τοῦ δημοσίου.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μόνον δὲν παραδέχεσθε τὴν διπλῆν ἀξίαν.
§210ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν θέλω νὰ εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατετυπωμένον εἰς τὸν περὶ μεταλλείων νόμον.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεσθε ὅλον τὸ ἄρθρον πλὴν τῆς διπλασίας ἀξίας.
§212ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ τοῦ τετάρτου τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι προηγουμένως πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὅλως διόλου διάφορον βάσιν ἀπὸ τὴν τροπολογίαν. Εἰς περίστασιν καθ’ ἣν μείνῃ, ἡ τροπολογία δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ· ἂν ἀπαλειφθῇ, τότε ἡ τροπολογία πρέπει νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου, διότι ἂν παραδεχθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δεληγεώργη, αὐτὴ δὲν ἔχει οὔτε τὸν σκοπὸν, οὔτε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
§214ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ τροπολογία.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον... (θόρυβος)
§216ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν θελήσητε νὰ ζητήσετε τὴν ψῆφον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ὑπάρχουν πολλαὶ γνῶμαι· εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, ἂν ὑπάρχῃ ἰδιοκτησία, δὲν θέλομεν ὅμως τὸ διπλάσιον τῆς ἀποζημιώσεως.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἀναγινώσκω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅπως ἔχει. (Ἴδε ἀνωτέρω, σελ. 549).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τροπολογίαν. Τώρα ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα, τοὐτέστι νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας.
§219ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὸ ἓν τέταρτον.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ζητεῖται ἡ ἀπάλειψις τοῦ ¼ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ τοῦ διπλασίου ἐν περιπτώσει ἐκτιμήσεως.
§221ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν τροπολογίαν, ὅπως τὴν ἐξέθηκα, νὰ ἐγερθῶσι· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§223ΣΑΡΑΒΑΣ. Προσέθηκα, κύριε πρόεδρε, νὰ προστεθῇ καὶ δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον οὕτως «ἀποκλειομένης πάσης ἄλλης ἀπαιτήσεως κατὰ τοῦ ἐργολάβου ἢ τοῦ δημοσίου.»
§224ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προστίθεται λοιπὸν «ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἀπαιτήσεως κατὰ τοῦ ἐργολάβου ἢ τοῦ δημοσίου.» Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 12. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον 12. Τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 6 ἐπιτροπῆς καὶ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 7 δημοσιεύσεων πληρόνονται πρὸ τῆς παραδόσεως τοῦ παραχωρητηρίου ἀπὸ τὸν ἐργολάβον.»
§226ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀπαλειφθῇ ὅλως διόλου.
§227ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂς ᾖναι, μάλιστα.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται καὶ ἡ κυβέρνησις τὴν ἀπάλειψιν καὶ ἑπομένως ἀπαλείφεται. «Ἄρθρον 13. Ὁ ἐργολάβος καθίσταται ἔκπτωτος δι’ ἀποφάσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 συμβουλίου. ά) Ἐὰν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 Βασιλικοῦ Διατάγματος, δὲν κάμῃ ἔναρξιν τῆς καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων, ἢ βʹ. Ἐὰν δὲν διατηρῇ εἰς ἀδιάλειπτον ἐνέργειαν τρεῖς τοὐλάχιστον καμίνους. Ἡ ἔκπτωσις τοῦ ἐργολάβου ἐπιφέρει τὴν ἀπώλειαν τῆς χρηματικῆς αὐτοῦ ἐγγυήσεως, περιερχομένης εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου.»
§229ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ. Ἓξ καμίνους πρέπει νὰ βάλωμεν τώρα.
§230ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν καμίνους, ἀλλὰ ποσόν, διότι εἶναι κάμινοι καὶ κάμινοι· καὶ πρέπει νὰ ἦσθε προσεκτικοὶ ἂν θέλητε νὰ ταχύνητε τὴν ἐκκαμίνευσιν, νὰ παραδεχθῶμεν ποσὸν τόνων· εἶναι κάμινος, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ἐξαγάγῃ δύο τόνους, καὶ ἄλλη δεκαπέντε τόνους, καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ τὸ διακρίνητε· καὶ ἂν δὲν ἠξεύρητε, πρέπει νὰ ἀκούσητε πρακτικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὰ εἶδαν. Ἐγὼ τὰ ἠξεύρω αὐτὰ τὰ πράγματα· πρέπει λοιπὸν νὰ θέσητε ποσὸν ὡρισμένον, καὶ ὄχι καμίνους, ἐὰν δὲν θέλητε νὰ σᾶς ἐμπαίζῃ...
§231ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Δὲν ἔχεις δίκαιον.
§232ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δίκαιον; (θόρυβος).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν «ἐὰν δὲν διατηρῇ εἰς ἀδιάλειπτον ἐνέργειαν.....»
§234ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Πέντε.
§235ΕΤΕΡΟΙ. Ἓξ καμίνους.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλη ἀντίῤῥησις ὑπάρχει κατὰ τοῦ ἄρθρου;
§237ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§238ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἤλλαξε πλέον τὸ συμβούλιον, πρέπει νὰ εἴπωμεν, κατὰ πρότασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ συμβουλίου ἐκείνου.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 14. «Αἱ μετὰ τὴν καμίνευσιν σκωρίαι ἀνήκουσιν ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ τὰς τοποθετῇ κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἐπιθεωρητοῦ». Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§240ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Ἄρθρον 15. Αἱ ἐπὶ τῆς ἐξορύξεως καὶ καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων ἐργασίαι ἐκτελοῦνται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τοῦ ἐργολάβου εἰς πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ ἐμβάλῃ εἰς κίνδυνον ἢ νὰ βλάψῃ τὴν ὑγείαν τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν πέριξ οἰκούντων, καὶ νὰ ὑποδεικνύωσι τὰ μέσα τῆς προλήψεως, πρὸς ἃ ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ συμμορφοῦται. Ἐν περιπτώσει ἀμελείας ἢ ἀποποιήσεως αὐτοῦ διατάσσεται ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ ἐκθέσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν.»
§242ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ἕνα ἐργολάβον, ὅστις περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ὥστε νὰ μὴ τὸν συμφέρῃ νὰ προοδεύσῃ εἰς τὴν ἐκκαμίνευσιν· ἑπομένως πρέπει νὰ τεθῇ μία προθεσμία, ἐὰν αὐτὸς ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν, ὅσον θέλει ὁ κύριος ὑπουργός, δὲν συμμορφωθῇ μὲ τὰς ὁδηγίας, αἱ ὁποῖαι τῷ δίδονται περὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν σκωριῶν, νὰ κηρύσσηται ἔκπτωτος.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὸ ἄρθ. 15ον. κύριε Δανόπουλε.
§244ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν. Μᾶς συμφέρει ἡ ἀπραξία; (θόρυβος)
§245ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου ἐν γένει, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὁ κύρ. ὑπουργὸς περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως, μήπως πάθουν οἱ ἐργαζόμενοι, εἶναι πάντη περιττή· ἀνήκει αὐτὴ ἡ ἐπιτήρησις εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν μεταλλείων, ὅπου ἀνοίγουν φρέατα, κάμνουν ὑπονόμους, καὶ τρέχουν κίνδυνον οἱ ἐργαζόμενοι, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐργασίας ἐκβολάδων, εἶναι ὅλως περιττή. Σᾶς παρακαλῶ ἓν ἄλλο· αὐτοὶ οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι τίθενται εἰς τοὺς ἐργολάβους, γεννοῦν δυσπιστίαν εἰς τοὺς ἐργολάβους, καὶ ἑπομένως θὰ ἀποτρέψῃ ὅλους, διότι τίποτε εὐκολώτερον εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει νὰ παύῃ ἐκ νέου τὸ μεταλλεῖον διὰ μίαν πρόφασιν, νὰ εἴπῃ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δυσπιστοῦν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· τί θέλομεν νὰ ἐμπερδευθῶμεν μὲ τοιούτους ὅρους; καλλίτερον λοιπὸν εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ.
§246ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον συμφωνεῖ εἰς τὴν ἀπάλειψιν, καὶ ἑπομένως διαγράφεται. — Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 16. «Ἄρθρον 16. Ἐν περιπτώσει ἐκπτώσεως τοῦ ἐργολάβου τὸ δημόσιον δύναται νὰ κρατήσῃ τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ ἄλλα ἀκίνητα ἔργα, τὰ κατασκευασθέντα ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου, ἐπὶ ἀποζημιώσει διὰ τὴν ἐνεστῶσαν αὐτῶν ἀξίαν, προσδιοριζομένην δι’ ἐκτιμήσεως ὑπὸ ἐμπειροτεχνῶν.» Ἔχει τις τὸν λόγον;
§248ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· εἶναι καλόν.
§249ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι συνέχεια τοῦ ἄλλου, ὅπερ ἀπηλείψαμεν;
§250ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι συναφὲς μὲ αὐτό.
§252ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ 16 ἄρθρον. Ἐδῶ διακόπτομεν, διότι μεταβαίνομεν εἰς ἄλλο κεφάλαιον.
§254ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, μάλιστα. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 7½ Μ. Μ.)