Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Γ · Session Β› Sitting 58

1871.03.19

1,589 rows · 12,890 words · 2 tables · 148 turns

Date
1871.03.19
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Period
Γ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58.

Τῆς 19 Μαρτίου 1871.

Παρασκευή.

(Ὥρα 2 10|60.)

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Θρ. Ζαΐμης.
Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
Ν. Τσώκρης. Α. Διαμαντόπουλος.
Α. Δανόπουλος. Γ. Παπαδαῖος.
Ἰω. Λέκας. Ἰω. Σοφιανόπουλος.
Σκαρλ. Σοῦτσος. Γ. Πεῤῥωτῆς.
Α. Ἴσκος. Κ. Δαγρές.
Α. Μαγγίνας. Δ. Λένωσης.
Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Ν. Μ. Κοζαδίνος.
Χ. Ῥηγόπουλος. Ν. Ἀγγελίδης.
Κ. Λαμπρυνόπουλος. Ἰω. Πολυλᾶς.
Κ. Κοσονάκος. Α. Παπαδάτος.
Ἰω. Καπιταίνης. Σπυρ. Νοταρᾶς.
Α. Σ. Μήτσας. Ἀν. Δημητριάδης.
Δ. Τσιτσάρας. Α. Μεταξᾶς.
Π. Μανωλίδης. Ἀ. Μαντζαβῖνος.
Κ. Λομβάρδος. Γ. Δρακονταειδής.
Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
Σπ. Λεονταράκης. Κ. Πανάρετος.
Ἰω. Σούλης Βάρκας. Γ. Βακαλόπουλος.
Ἀνδρ. Αὐγερινός. Δ. Σαῤῥίγιάννης.
Ἐπ. Κρεστενίτης. Ν. Βαρβιτζιώτης.
Σπ. Μαλασπίνας. Ν. Θ. Λεώπουλος.
Κ. Δ. Πεταλᾶς. Σπ. Κοπανίτσας.
Φ. Φίλωνος. Α. Καπετανάκης.
Γερ. Σέρβος. Μιχ. Καπετανάκος.
Α. Σταματόπουλος. Ζαφ. Ζαρειφόπουλος.
Δ. Τσαμόπουλος. Π. Κωσταντᾶς.
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.Θ. Ῥωμαῖος.
Ἰω. Ταμπακόπουλος. Μ. Χαριτάτος.
Χ. Χρηστόπουλος. Α. Μουρίκης.
Π. Κ. Μανέτας. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
Ἠλ. Φλέσσας. Λ. Καραλίβανος.
Ἀθ. Κατριβάνος. Περ. Καλαμογδάρτης.
Ἰω. Πανούσης. Γ. Πράτζικας.
Γ. Μαλέας. Α. Μισυρλῆς.
Ν. Παγκράτης. Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.
Κ. Κοκκινώρης. Ἰω. Δεστούνης.
Ν. Καρύδης. Γ. Μπούμπουλης.
Γ. Γουλιμῆς. Π. Σεβαστόπουλος.
Περ. Μποῦτος. Μ. Ε. Παρίσης.
Ἰω. Προβελέγγιος. Σ. Σωτηρόπουλος.
Ἰω. Ταταράκης. Στ. Κοριζῆς.
Α. Ῥαυτόπουλος. Ν. Πιπῖνος.
Μ. Δαμιράλης. Θ. Γκίκας.
Α. Ῥοντήρης. Δ. Χατζῖσκος.
Γρηγ. Δημητριάδης. Δ. Οἰκονόμου.
Κλμ. Χριστοδούλου. Κ. Πετσάλης.
Δ. Σαράβας. Κ. Νικόδημος.

Ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. (Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν).

§1ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρό τινων ἡμερῶν ἐδόθη εἰς τὸ προεδρεῖον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.

§2ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ γίνεται κατὰ Σάββατον, αὔριον ν’ ἀναγνωσθῇ.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ........

§4Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχομεν μίαν πρότασιν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ βουλευταὶ Νοταρᾶς καὶ Δημητριάδης ὑποβάλλουν μίαν πρότασιν περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ συνοικισμοῦ Κορινθίων.

§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.

§7Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις.

§8ΤΙΝΕΣ. Περιττὸν, θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.

§9Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸ 1858 συνέβη σεισμὸς καὶ κατεστράφη ἡ πόλις αὕτη. Ἡ κυβέρνησις τοῦ βασιλέως τότε προσδιώρισε τὰ Σχοινιὰ ὡς νέαν πόλιν καὶ ἐξέδοτο τὸν νόμον δι’ οὗ ἐχορήγησε προθεσμίαν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ συνοικισθοῦν ἢ ἤθελον νὰ κάμουν οἰκοδομάς. Πολλοὶ μετέβησαν, ᾠκοδόμησαν, καὶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πόλις· εἶναι καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ κάμουν τώρα οἰκοδομάς. Προτείνομεν νὰ παραταθῇ ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου αὐτοῦ διὰ νὰ οἰκοδομήσουν ὅσοι θέλουν, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι εἰς ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου. Παρακαλῶ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κατεπείγουσα ἡ πρότασις αὕτη καὶ συζητηθῇ προσεχῶς.

§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§11ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ.

§12ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς τὶ γίνεται, κ. πρόεδρε;

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.

§14ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ τώρα.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ; (διάλογοι.)

§16Φ. ΦΙΛΩΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ πολιτικῶν συνταξιούχων.

§17ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§18ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δυνάμει τοῦ ἀπὸ 27 Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας ἡ ἐκδίκασις τῶν τοιούτων ὑποθέσεων, τῶν κατωτέρω τῶν 20 δραχμῶν, ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν πλημμελειοδικῶν. Ὁ κύριος Στεργιαλόπουλος ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ νόμος πέρυσιν ἤτοι νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὰ πταισματοδικεῖα, διότι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐναυάγησεν ἐντελῶς. Ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν Στερεὰν, συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἐπειδὴ ἀνεγνώσθη δὶς ἡ πρότασις αὕτη κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ὑπολείπεται ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατόπιν τῶν ἄλλων. (διάλογοι).

§19Α. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Χθὲς, κύριε πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε ὅτι παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία συνῄνεσε, ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ περὶ διανομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας Ζακύνθου· ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις, ἀλλὰ διεκόπη· παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον. (θόρυβος).

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἔχομεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§21ΣΤΕΡΓΙΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ πρότασις περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ διὰ πρώτην φοράν.)

§22ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ περὶ πολιτικῶν συνταξιούχων, κύριε πρόεδρε Ἀναγινώσκεται διὰ τρίτην φορὰν, ἔχον ὡς ἕπεται Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ 2,989 νέας ὁμολογίας ἐπὶ τῇ βάσει καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἀπὸ 12 Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων. Αἱ ὁμολογίαι αὗται θέλουσι δοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἰς ἀνταλλαγὴν τῶν παρ’ αὐτῷ εὑρισκομένων 6,696 ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν δραχμῶν 6,000,000. Ἄρθρον 2. Αἱ ἐπιβαλλόμεναι διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΡΛΔʹ. νόμου τῆς 7 Ἰανουαρίου 1866 κρατήσεις εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων χρεῶν των, αὐξάνονται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1871 εἰς 25% δι’ ἅπαντας ἐν γένει τοὺς συνταξιούχους. Ἄρθρον 3. Ἡ κανονιζομένη διὰ τοῦ ἄρθρου 18 § 2 τοῦ ΤΝΒʹ. νόμου κράτησις τῶν 5% ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, θέλει ἐκπίπτεσθαι ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1871 ἔτους καὶ πληρόνεσθαι δι’ ἐνταλμάτων τῶν ὑπουργείων ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἐκ τοῦ διαλαμβανομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὁλικοῦ ποσοῦ μισθοδοσίας τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§24Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε. Κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ἐκτεταμένην καὶ ἀκριβῆ ἔκθεσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων καὶ τῆς ἐλεεινῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον οἱ συνταξιοῦχοι. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ὅλην τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ τάξις τῶν συνταξιούχων, κύριοι, ἀποτελεῖται ὑπὸ ἀρχαίων λειτουργῶν τῆς ἐπικρατείας οἱ ὁποῖοι, ἀφ’ οὗ ὑπηρέτησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, τὸν μόνον πόρον τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἀποσυρόμενοι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἡ σύνταξις, τὴν ὁποίαν ὁ εὐεργετικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κύριος Σίμος, προσδιώρισεν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τὸ ζήτημα τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἐπησχόλησε ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς πέρυσι φωνὴ ὑψώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀμφισβητοῦσα καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, τὸ ὁποῖον ῥητὸς νόμος εἶχε καθιερώσει. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ φωνὴ αὕτη οὐδεμίαν ἀντήχησιν ἔλαβεν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ ἐπικράτεια εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, κύριοι, ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ τῶν λειτουργῶν αὑτῆς, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον μακροχρονίους ὑπηρεσίας εἰς τὸ κράτος. Εἶναι ἀδύνατον εἰς κράτος πολιτισμένον ἡ τάξις αὕτη τῶν δημοσίων λειτουργῶν νὰ μένῃ ἀπροστάτευτος· εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ κἂν τάξις ὑπαλλήλων, ἂν τὸ κράτος δὲν ἔρχηται πρὸς συνδρομὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ ἰδίως εἰς τὴν Ἑλλάδα, νομίζω, ὅτι ὀφείλει τὸ Κοινοβούλιον, ὀφείλει ἡ πολιτεία, ἰδιαιτέραν μέριμναν περὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Καθεκάστην λέγομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔχομεν ἱκανὴν διοίκησιν, ὅτι δὲν ἔχομεν χρηστὴν διοίκησιν καὶ ἐν τούτοις ἡ διοίκησις αὐτὴ, ἡ ἀγαθὴ αὐτὴ διοίκησις, ἣν ἀπαιτοῦμεν, δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, παρὰ διὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅταν ὅμως οἱ δημόσιοι οὗτοι ὑπάλληλοι παραμελῶνται, ὅταν περὶ τῶν δημοσίων αὐτῶν ὑπαλλήλων δὲν λαμβάνηται οὐδεμία φροντὶς, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν ὅ,τι ἀπαιτοῦμεν. Διὰ νὰ θερμανθῇ, κύριοι, ὁ ζῆλος τῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ τιμιότης αὐτῶν, διὰ νὰ ἐπιταθῇ ἡ προθυμία αὐτῶν εἰς τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν, πρέπει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ᾖναι βέβαιοι, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἡ ἡλικία ἢ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοὺς ἀπομακρύνουν τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ᾖναι βέβαιοι, ὅτι θὰ ἔχουν πόρον τινὰ, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύνανται νὰ συντηρήσωσι τὰς οἰκογενείας των καὶ νὰ μὴ ἐκτεθῶσιν εἰς τὰς περιπετείας τῆς πείνης· ἔτι δὲ περισσότερον ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καθόσον ἕνεκα τῆς καταστάσεως ἡμῶν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι γίνονται πάντοτε τὰ θύματα τῆς πολιτικῆς. Ἂν λοιπὸν εἰς τὰ ἄλλα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἀρχὴ ἐπικρατοῦσα ἐν τῇ διοικήσει, λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐτῶν, κατὰ πλείονα λόγον ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἡ μονιμότης δὲν ὑπάρχει καὶ ὅπου δυστυχῶς οἱ ὑπάλληλοι γίνονται θύματα τῆς πολιτικῆς. Ὁ νόμος, κύριοι, τοῦ 1861 προέβλεψε περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὑπαλλήλων ἄνευ μεγάλης συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου. Ὁ κύριος Σίμος ἀληθῶς εἶναι ἄξιος μεγίστης εὐγνωμοσύνης, διότι ἐπρότεινε τὸν νόμον τοῦτον καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ μέλλον τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ συνδρομὴ δὲ, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὰς τὸ δημόσιον ἐχορήγησεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων γνωρίζετε, ὅτι ἀνήρχετο μόνον εἰς 100,000 δραχμῶν· μετὰ ταῦτα δὲ ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ ταμείου τούτου ἡ ἐπιχορήγησις αὕτη ἀνῆλθεν εἰς 150,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν βοήθειαν τοῦ δημοσίου τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων δὲν ἠδυνήθη, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς του. Τοὺς λόγους τούτους κύριοι, γνωρίζετε, διότι καὶ ἄλλοτε ἐν ἐκτάσει ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλὰ τοὺς λόγους τούτους τοὺς περιέχει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Ἐν αὐτῇ θέλετε παρατηρήσει ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων εὑρίσκεται, ἂν ὄχι εἰς παντελῆ χρεωκοπίαν, εἰς κατάστασιν προσεγγίζουσαν εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ὡς ὁμολογεῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, καὶ ὀκτὼ ὅλους μῆνας οἱ συνταξιοῦχοι ἔχουν νὰ λάβουν παρὰ τοῦ ταμείου τὴν σύνταξίν των. Ἡ κατάστασις αὕτη, κύριοι, πρέπει, ὡς προεῖπον, νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι διατεθειμένη νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν ἐπικράτειαν. Εἶναι λυπηρότατον ἄνδρες, οἵτινες ὑπηρέτησαν τὸν τόπον αὐτὸν ἐπὶ 50 ὅλα ἔτη νὰ πένωνται, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον· θὰ ἀναφέρω δὲ ὀνόματα πρὸς τιμὴν αὐτῶν· ὁ κ. Πολυζωΐδης εἶναι ἀνήρ, ὅστις ὑπηρέτησεν τὸν τόπον αὐτὸν ἐπὶ πεντηκονταετίαν ὅλην· ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νέος, διεχειρίσθη εὐσυνειδήτως καὶ τιμίως πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἥτις τῷ ἀνετέθη ὑπὸ τῆς πολιτείας, ὠφέλησε τὸν τόπον καὶ διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν του καὶ διὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ χαρακτῆρός του καὶ διὰ τῶν συγγραμμάτων του, καὶ ὅμως δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτε ἤμην εἰς τὰ πράγματα, ὁ κ. Πολυζωΐδης πενόμενος ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ζητῶν ἐντελὲς βοήθημα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας του. Ἄνδρες τοιοῦτοι, κύριοι, εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν παραμελοῦνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ μὴ ζητῆτε ἀπὸ τὴν διοίκησιν βελτίωσιν, μὴ ζητῆτε ἀπὸ τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς ἐκτέλεσιν ἀκριβῆ τῶν καθηκόντων των, ὅταν ἔχουν τὸ παράδειγμα ὄχι μόνον τοῦ κ. Πολυζωΐδου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἀνδρῶν· εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν ὑπάρχει καὶ ὁ Τισαμενός καὶ ὁ ἐννενηκοντούτης Μοναστηριώτης καὶ τόσοι ἄλλοι. Δὲν εἶναι, κύριοι, δίκαιον, δὲν λέγω φιλάνθρωπον, ἡ πολιτεία νὰ μὴ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, καὶ δὲν πρόκειται, καθὼς σᾶς εἶπον, παρὰ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην μόνον, καὶ ὄχι νὰ ἐπιβαρύνητε τὸν προϋπολογισμόν σας μὲ αὔξησιν δαπάνης. Ὡς παρατηρεῖτε, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον ἐσυστήθη ἐκ προκαταβολῶν αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων, ἐπεβαρύνθη μὲ συντάξεις 310,000 δραχμῶν, ἀποδιδομένων εἰς συνταξιούχους ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν των ἐν τῷ ἱερῷ ἀγῶνι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε ἴσως νὰ ἐπιβαρύνουν κυρίως τὸν προϋπολογισμόν· ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ἐπεβαρύνθη μὲ 252,000 δραχμῶν ἀποδιδομένας εἰς συντάξεις Ἑπτανησίων δι’ ὑπηρεσίας των ἐπὶ τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπικράτεια, ἥτις ὤφειλε ν’ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος της ἓν μέγα μέρος τῶν συντάξεων τούτων, τὰς δαπάνας ταύτας τὰς ἐπέβαλεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, καὶ ἕνεκα τούτου εὑρίσκεται εἰς τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς περιγράφει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Τώρα, κύριοι, ἂν θελήσετε νὰ ἐξετάσητε ἐὰν ᾖναι δίκαιον ὅ,τι σήμερον γίνεται, ὀλίγαι μόνον παρατηρήσεις δύναται νὰ σᾶς πείσουν, ὅτι ὅ,τι γίνεται σήμερον δὲν εἶναι δίκαιον. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὰς συντάξεις, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται δι’ ὑπηρεσίας προσενεχθείσας κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ μετὰ τὸν ἀγῶνα. Δὲν ἐγγίζω, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ἂν αἱ συντάξεις αὗται ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνουν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ἢ νὰ μὴ τὸ ἐπιβαρύνουν. Ἔρχομαι μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων τῆς πρώην Ἰονίου πολιτείας. Ἡ πληρωμὴ τῶν συντάξεων τούτων ὑπὸ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἶναι, κύριοι, προφανῶς ἄδικος, διότι κατὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου διὰ ῥητῆς συνθήκης ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνῃ τὰς συντάξεις ταύτας, καὶ νὰ πληρόνῃ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὴν ἀλήθειαν ταύτην δὲν ἀμφισβητεῖ οὐδὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του, τοῦτο τὸ ὁμολογεῖ ῥητῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Λοιπὸν τί πταίουσιν οἱ συνταξιοῦχοι, κύριοι, ἂν τὸ κράτος ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν του δυσχερειῶν δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς νομίμου ὑποχρεώσεώς του; Εἶναι σᾶς ἐρωτῶ δίκαιον νὰ πένωνται οἱ δημόσιοι λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦν νὰ λάβουν ψυχίον τι παρὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν μόνον δικαιοσύνην; Οἱ συνταξιοῦχοι, κύριοι, σᾶς λέγουν· «τὰς συντάξεις τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς πληρώσωμεν, διότι ῥητὴ συνθήκη ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην εἰς τὸ κράτος. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο· ἀπαλλάξατε τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἀπὸ τὰς συντάξεις τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τότε δυνάμεθα διά τινος εὐκολίας ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας μας.» Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῶν συνταξιούχων εἶναι δικαιοτάτη, νομιμοτάτη, στηρίζεται ἐπὶ συνθηκῶν εἰς τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔδωσε πλήρη τὴν συναίνεσίν της καὶ τὴν κύρωσίν της. Ἀλλά, κύριοι, γνωρίζω τί δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἴσως ἐρωτήσῃ, διατὶ δὲν ἐπράξατε σεῖς ὄντες ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὅ,τι ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν συνειθίζω νὰ μέμφωμαι τὰς κυβερνήσεις πολὺ εὐκόλως, οὐδὲ νὰ μεμψιμοιρῶ κατ’ αὐτῶν. Εἰς τὴν ἐνδεχομένην αὐτὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω. Πέρυσι, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἀναγνωρίσει πληρέστατα τὸ δίκαιον τῶν συνταξιούχων, πρὶν δὲ λύσῃ τὸ ζήτημα περὶ τῶν συνταξιούχων τῆς Ἑπτανήσου, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἠγέρθησαν δίκαιαι φωναὶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν συνταξιούχων, ἐπροτάνθη εἰς τὸν ἤδη ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν κ. Χρηστόπουλον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συνταξιούχων, ν’ αὐξηνθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ὑπὲρ τοῦ ταμείου τούτου κατὰ 100,000 δραχμῶν, ὑπολειπομένου ἐκκρεμοῦς εἰς μεταγενεστέραν ἐποχὴν τοῦ ζητήματος τῆς μεταβιβάσεως ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων τῶν Ἑπτανησίων, ἕως ὅτου ἡ κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς εὐκολίαν νὰ ἐνεργήσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Χρηστόπουλος δυστυχῶς, ὁ ὁποῖος τότε μετὰ πολλῆς εὐγλωττίας ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων τῶν συνταξιούχων, δὲν ἐδέχθη τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τούτου. Μετὰ ταῦτα γνωρίζετε, ὅτι ἦλθε τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετό τι. Ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ γείνῃ ἤδη, διότι κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον (καὶ ὅ,τι λέγω εἶναι ἱστορία καὶ δὲν θὰ προσβληθῇ τις), ὑπῆρχε τόσον ζωηρὰ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὥστε ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς οὐδὲν ἔργον αὑτῆς καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἔμειναν, διὰ ν’ αὐξήσουν τὸν κονιορτὸν τῆς Βουλῆς. Ἐφέτος ὅμως ἡμεῖς ἐσκέφθημεν ἄλλως· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τέλος πάντων μίαν κυβέρνησιν ἄνευ αἰωνίας πολιτικῆς διαμάχης, διότι ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος αὐτός· εἴπομεν ὅτι εἰς τὸν βίον τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν πρέπει ἐπί τινα καιρὸν νὰ ἐπέρχηται πολιτική τις ἀνάπαυλα, ἡ ὁποία νὰ ἀφίνῃ τὴν ὑπάρχουσαν κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ τὰ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα. Τοῦτο, κύριοι, ἐπράξαμεν πρὸ τεσσάρων μηνῶν καὶ τὸ ἐπράξαμεν ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰ συμφέροντά μας τὰ πολιτικὰ, ἅτινα προσβάλλονται· διότι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐξακολουθοῦσιν προσβάλλοντες τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν φίλων μας· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ἀδιάφορον ἀπέναντι ἑνὸς γενικοῦ συμφέροντος τὰς προσβολὰς τὰς ἀτομικάς. Ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ ὑποστηρίζομεν τὴν κυβέρνησιν, καὶ τὴν ὑποστηρίζομεν διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον. Ἡ ἐφετεινὴ λοιπὸν σύνοδος, κύριοι, εἶναι πολὺ καταλληλοτέρα διὰ νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν περυσινὴν σύνοδον ἤθελον διεγείρει ἀνεμοστρόβιλον ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου καὶ δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπράξαμεν ἡμεῖς ὅ,τι σήμερον ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς κυβερνήσεως. Σήμερον ἐν τῇ γαλήνῃ, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ πληρώσῃ πολλὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν τῇ διοικήσει, καὶ ἐντὸς τῶν κενῶν τούτων εἶναι ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν πρέπει νά λάβωμεν περὶ τῶν συνταξιούχων. Ἀλλ’ ἔρχεται ἑτέρα ἐνδεχομένη ἀντίῤῥησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εἰς ὅλα ταῦτα ἀντιτάξει τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τοῦ κράτους; Θέλει ἀντιτάξει εὐλογοφανῶς τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλει εἴπει πῶς ν’ ἀναδεχθῇ τὸ δημόσιον σήμερον τὰς συντάξεις τῶν Ἑπτανησίων, ὅταν σᾶς παρουσιάζω προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα; Βεβαίως ἡ ἀντίῤῥησις αὐτὴ εἶναι εὐλογοφανὴς, εἶναι δικαία, ἀλλὰ δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ κάμω ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς ἀντιῤῥήσεως ταύτης. Ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ἔλλειμμα, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ὅταν ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζουν τὸ δίκαιον τοῦ νὰ ἀναλάβωμεν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς συντάξεις τῶν Ἑπτανησίων, ἃς λάβωσιν ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ μέτρα ἄλλα διὰ τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄλλως τε, κύριοι, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ἔλλειμμα οὐχὶ πλέον 600,000 ἀλλὰ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ περισσότερον, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ἂς ᾖναι 1 ἑκατομμύριον καὶ 200 χιλιάδες; Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπολογίζει τὸ ἔλλειμμα εἰς 600,000, ἀλλὰ διὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβαρύνουν τὸ 1871, αἱ πιστώσεις αὗται θὰ αὐξήσωσι τὸ ἔλλειμμα.

§25ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν.

§26Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ἐπετρέψατε ἤδη.

§27ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ κάμωμεν νόμον.

§28Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Διὰ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις δὲν δύνασθε νὰ κάμητε νόμον· τὰς δὲ ἐκτάκτους πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε, δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀνακαλέσητε, οὐδὲ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ψηφίσῃ ἐκτάκτους πιστώσεις, ὅταν αἱ πιστώσεις αὗται ἀποδειχθῶσιν ἀναγκαῖαι. Δὲν θὰ ψηφίσητε, λέγει ὁ κ. Δαγρὲς, ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ ἐν τούτοις ἐψηφίσατε τοιαύτας, ἐψηφίσατε διὰ τὴν Ἀμφιτρίτην, ἐψηφίσατε διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν, διὰ τοὺς Κυπρίους, διὰ τὴν ἀνακόμισιν τῶν λειψάνων τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου, ἐψηφίσατε, ἂν οὐχὶ ὡρισμένην πίστωσιν, ἀλλὰ πίστωσιν ἐν γένει εἰς τὸν νόμον περὶ λῃστείας, πίστωσιν ὅλως διόλου ἀπροσδιόριστον, διότι ἐδώκαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀνεγείρῃ σταθμοὺς, ὅπου ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἤθελε παρουσιάσει τὴν ἀνάγκην ταύτην. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐψηφίσατε ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ δὲν δύνασθε νὰ πράξητε ἄλλως, ὅταν παρουσιάζωνται ἀνάγκαι ἀναπόφευκτοι. Ὑποστηρίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν πιστώσεων αὐξάνει, καὶ βεβαίως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀσχολῆται νὰ εὕρῃ τρόπον ὥστε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ καλυφθῇ. Εἰς τὴν μέριμναν λοιπὸν περὶ τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τούτου, δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἡ μέριμνα περὶ τῆς προσθήκης τοῦ νέου ἐλλείμματος. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν ἀναγνωρίζητε, καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὸ φιλονεικῇ οὐδεὶς, ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ἐπιβαρύνεται ἀδίκως μὲ συντάξεις, αἱ ὁποῖαι δυνάμει συνθηκῶν ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπικρατείας, δὲν βλέπω πῶς δύνασθε νὰ ἀντιτάξητε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβητε περὶ τῶν δημοσίων αὐτῶν ὑπαλλήλων, μὴ νομίζητε ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν τινα μὲ τὴν εὐημερίαν τῆς πολιτείας καὶ μὲ τὴν εὐεξίαν αὐτῆς. Ὅταν, κύριοι, ἀπελπίζητε τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς περὶ τοῦ μέλλοντός των, ὅταν οὗτοι ἐν ἐνεργείᾳ διατελοῦντες ἀποκτήσουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν καὶ ὅτι πολιτική τις περίστασις δύναται νὰ τοὺς ῥίψῃ εἰς τὰς ὁδοὺς, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸν ἐλάχιστον πόρον πρὸς διατήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των, ὅταν, λέγω, ἀποκτήσουν τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, μὴ ζητῆτε καλὴν διοίκησιν, οὐδὲ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, διότι τότε θὰ ζητῆτε ἀδύνατα πράγματα. Ἡ πρόνοια λοιπὸν περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα μόνον, ἀφορᾷ εἰς τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς πολιτείας, διότι εἶναι ἀδύνατον πολιτεία νὰ εὐημερήσῃ καὶ νὰ προοδεύσῃ ἄνευ πιστῶν, καλῶν, καὶ ἀξίων ὀργάνων· τοιαῦτα δὲ ὄργανα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀδύνατον νὰ ἔχητε, ἐνόσῳ δὲν λάβητε πρόνοιαν, ἐνόσῳ ἡ πολιτεία δὲν δείξῃ ὅτι μεριμνᾷ περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τῆς ὑπηρεσίας. Βεβαίως, κύριοι, δυστυχέστεροι ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἄλλοι παρὰ οἱ ὑπάλληλοι, διότι οὔτε μονιμότητα, οὔτε ἐγγυήσεις ἔχουν περὶ τοῦ μέλλοντός των.

§29Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἦτο καλὸν νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος περὶ προσόντων.

§30Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἦτο ἐπιθυμητὸν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ν’ ἀποτραπῇ ἀπὸ αὐτὴν τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὴν δημοσίαν ὑπαλληλίαν, διότι ἀληθῶς αὐτὴ ἡ τάσις εἶναι δυστυχία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ ὅ,τι σήμερον γίνεται διὰ τοὺς συνταξιούχους, πρέπει νὰ ᾖναι λίαν ἀποθαῤῥυντικὸν διὰ πάντα, ὅστις προτίθεται ν’ ἀσπασθῇ τὸν ὑπαλληλικὸν βίον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι καὶ τόσον εὔκολον· πρέπει ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ βιομηχανία, ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ συγκοινωνία, ἵνα εὕρωσι στάδιον οἱ ἄνθρωποι. Ἐννοεῖτε ἐκ τῶν ὀλίγων τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει βεβαίως τὴν ἀξιόλογον πρόθεσιν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν συνταξιούχων, δὲν θέλει ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν αὐτοῦ ἄνευ τροπολογίας τινος. Κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αὐξάνεται, κύριοι, ἀπὸ 15 εἰς 25%, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ κράτησις, ἡ ὁποία δυνάμει προηγουμένων νόμων εἶχεν ὁρισθῇ. Τοῦτο βεβαίως δύναται νὰ συντελέσῃ κατά τι εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέσων τοῦ ταμείου τῶν συνταξιούχων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι συνταξιοῦχοι χορηγοῦσι εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων καὶ εἶναι συνδρομὴ ἄδικος, διότι ἀντὶ 15% θὰ πληρώνῃ τάξις τις συνταξιούχων εἰς τὸ μέλλον 25%, ἀντὶ 100 δραχμῶν δηλ. θὰ λαμβάνῃ τις μόνον 75. Ἐννοῶ τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγγράψῃ τοιαύτην διάταξιν, ἀλλ’ αὕτη δὲν εἶναι προφανῶς εὐεργετικὴ ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν μετατροπὴν τοῦ μέχρι τοῦδε δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων εἰς μετοχὰς ἑτέρου δανείου, τοῦτο εἶναι συντελεστικὸν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ καλῶς, κύριοι, τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου· δὲν ἐννοῶ καλῶς τί θὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ 6,696 ὁμολογίαι τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000 θὰ μετατραποῦν εἰς 2,989 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 28,000,000; εἶναι νέον δάνειον τοῦτο;

§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ μεταβάλωμεν αὐτό.

§32Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι ἓν δάνειον, δὲν δύναται νὰ κολλήσῃ εἰς ἕτερον, ὡς ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου δὲν ἠδύνατο νὰ κολλήσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ καθυστερούντων. (γέλως). Ἡ μέθοδος αὐτὴ τῆς προσκολλήσεως πρέπει νὰ λείψῃ καὶ νὰ γείνῃ νέον δάνειον. Τὸ μέτρον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ δεκτόν, διότι κατὰ μέγα μέρος συντελεῖ καὶ αὐξάνει κατά τι τὰς προσόδους τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἵνα μὴ φαίνηται δάνειον κολλημένον εἰς παλαιὸν δάνειον· ἀλλ’, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει μεταβάλει τὴν διάταξιν αὐτήν. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καταρτισθῇ μὲ τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν προτείνω, ἤτοι τοῦ ν’ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος του τὸ κράτος τὰς συντάξεις τῶν ὑπαλλήλων τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰς συνθήκας πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμόν.

§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.

§34ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰς τί εἶσθε σύμφωνοι; Ἐγὼ ἔχω ἰδικάς μου ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ὁμιλήσω. Κύριοι, τὸ περὶ συντάξεων ζήτημα συνδέεται μὲ πρόσωπα, καὶ ἑπομένως εἶναι, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον τὸν θέλοντα νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ ἢ κατ’ αὐτοῦ, εἶναι ὀλίγον δυσάρεστον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μ’ ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τὴν γνώμην μου, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ἀναγκαῖά τινα στοιχεῖα ἵνα προέλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Καθὰ βλέπετε ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ζητεῖ τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον ἢ τὴν θυσίαν 200,000 δραχμῶν ἀπὸ μέρος τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ τοῦ ταμείου αὐτοῦ, καὶ τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητον, δὲν εἶναι μικρὸν, εἰς τὴν παροῦσαν μάλιστα οἰκονομικήν μας δυσχέρειαν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι τοῦτο τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ἢ, μᾶλλον, εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, δὲν ἀπέχει πολὺ τῆς χρεωκοπίας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πόθεν συμβαίνει· καὶ ἂν συμβαίνῃ ἀπὸ λόγους ἀποβλέποντας τὴν πολιτείαν, τότε μάλιστα ἡ πολιτεία ὀφείλει νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τοῦ ταμείου αὐτοῦ· ἐὰν ὅμως συμβαίνῃ τοὐναντίον ἀπὸ λόγους προερχομένους ἐξ ἐκείνων, οἵτινες μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον αὐτὸ, πότε ἡ πολιτεία δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ταμείου αὐτοῦ. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δύο εἶναι οἱ σπουδαῖοι λόγοι οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν αὐτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων· τὸ μὲν ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, διότι, καθὼς ἠξεύρετε, μέχρι τινὸς τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα ἔδιδον δικαίωμα εἰς σύνταξιν ἦσαν 30, ἀλλὰ κατόπιν συνεπεία παραπόνων καὶ ἐνεργειῶν τὰ ἔτη αὐτὰ ἠλαττώθησαν εἰς 25. Βλέπετε ὅτι ἐκ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς προέκυψαν συντάξεις ἄπειροι, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάρυναν τὸ ταμεῖον αὐτό. Ἡ εὐκολία λοιπὸν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ νόμος ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως νομίζω ὅτι δὲν εἶναι λόγος, ὁ ὁποῖος εὐθύνει τὴν πολιτείαν, ἀπ’ ἐναντίας ἡ πολιτεία ἔπραξεν ὅ,τι ἠδύνατο. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κατήρτισαν τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἂς ἐσκέπτοντο πῶς νὰ τὸ καταρτίσωσιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ πάθῃ οἰκονομικῶς καὶ νὰ μὴ ἐλαττωθῇ ἡ περιουσία του, ὅπως ἠλαττώθη. Πλὴν τοῦ λόγου τούτου ὑπῆρξε καὶ ἕτερος λόγος ἀκόμη σπουδαιότερος, ὅστις ἐχειροτέρευσε τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου αὐτοῦ. Εὐθύνονται μάλιστα ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὸν νόμον περὶ συντάξεως, διότι συμπεριέλαβον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ ἔτη τοῦ ἀγῶνος. Δὲν πρόκειται νὰ καταδικάσω τὸν νόμον μήτε νὰ τὸν τροποποιήσω. Ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ γείνῃ καταληπτὸς ὁ λόγος τὸν ὁποῖον θέλω ἀναπτύξει, ἀναγκάζομαι νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεων. Δὲν ἐννοῶ διατὶ συμπεριελήφθη εἰς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ ὑπηρεσία ἡ προσενεχθεῖσα κατὰ τὸν ἀγῶνα. Ἡ πολιτεία πολλαχῶς προεῖδε διὰ τοὺς ἀγωνιστὰς τοῦ 21· συνέταξεν εἰδικὰς ἐπιτροπάς· περὶ τούτου ἔδωκεν ἀμοιβάς, ἔδωκε βαθμούς, ἔδωκε γραμμάτια καὶ τόσα ἄλλα πράγματα διὰ τῶν ὁποίων ἀντήμειψε τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον. Τί σχέσιν ἔχει ὁ ἀγὼν τοῦ 21 μὲ τὴν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν μετὰ τὰ 28; Κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν· καθόσον αὐτὰ τὰ δύο πράγματα εἶναι χωριστὰ μεταξύ των. Ἡ πολιτεία διὰ τὸ ἓν προέβλεψε καὶ ἔδωκε βαθμοὺς καὶ ἀμοιβὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας, νομίζω, ὤφειλε νὰ δώσῃ· ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου περὶ συντάξεων δὲν ἔπρεπε νὰ περιέχηται εἰς αὐτό. Ὠφελούμενοι τινὲς ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης εἰσῆλθον εἰς τὴν χορείαν τῶν συντάξεων. Κατ’ ἐμὲ κακῶς, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι εἰσῆλθον κακῶς, καὶ ἐπεβάρυναν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων. Κύριοι, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος τῆς καταστροφῆς τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων ὑπάρχει αὐτό, ὅτι τὰ ἔτη τοῦ ἀγῶνος ὑπελογίσθησαν κακῶς καὶ ἔδωκαν ὡς ἐκ τούτου δικαίωμα συντάξεως, καὶ συντάξεως οὐχὶ εὐκαταφρονήτου, εἰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα σήμερον ἄγουν τὸ 25 ἢ τὸ 40 ἔτος τῆς ἡλικίας των —καὶ ὅμως τὰ πρόσωπα ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς 70 καὶ 80 ἐτῶν καὶ ὡς λαβόντα μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ 21— διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας τὸν κατάλογον τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ συμπεριλαμβάνονται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, μόλις ἄγουν τὸ 40 ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ἐθεωρήθησαν ὡς ἀγωνισταὶ τοῦ 21. Ἐκ τούτου συνέβησαν δύο κακά, τὸ μὲν, ὅτι ἐξηντλήθη σχεδὸν τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ δὲ ὅτι ὑβρίσθη καὶ ὁ ἱερὸς ἀγὼν, ὑβρίσθησαν καὶ οἱ ὄντως ἐκεῖνοι ἀγωνισταί. (θόρυβος). Σήμερον ζητοῦμεν ἰατρικόν, καὶ ἔχουν δίκαιον οἱ ζητοῦντες ἰατρικόν· τῳόντι ἐκεῖνος ὅστις ἔρχεται ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἕνα κακὸν νόμον ὀφείλει βεβαίως νὰ προτείνῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν εἶμαι ἐντελῶς ὥριμος, ἵνα σᾶς προτείνω μίαν θεραπείαν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ τοῦ ὑπάρχοντος. Θὰ δείξω ὅμως μίαν γνώμην· διότι τὸ κακόν, προϊόντος τοῦ χρόνου, αὐξάνει, καὶ εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ εἰσέρχονται ὁσημέραι δικαιοῦχοι, καὶ οὕτω αἱ συντάξεις ηὔξησαν καὶ ἐξωγκώθησαν, καὶ θὰ φθάσωσι εἰς θέσιν ὅπου νὰ μὴ ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ ποσῶς εἰς τὸν σκοπόν του· καὶ ἂν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τοῦ νὰ ἔρχηται ἡ πολιτεία εἰς ἐπικουρίαν καὶ συνδρομὴν τοῦ ταμείου αὐτοῦ, θὰ καταλήξωμεν, κύριοι, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ πληρόνῃ τὰς συντάξεις αὐτὰς μέχρι τέλους ὁλοκλήρους τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι δύσκολος, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀδύνατος, ἡ ἀναθεώρησις τῶν προσόντων τῶν κεκτημένων δικαίωμα συντάξεως, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶναι διόλου δύσκολον νὰ κανονίσωμεν τὸ μέλλον, δὲν μᾶς εἶναι δύσκολον νὰ κανονίσωμεν τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα θὰ δίδουν δικαίωμα πρὸς σύνταξιν. Ὁ κύριος Ζαΐμης εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἀπελπίζονται οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι, ἀπελπίζονται οἱ θέλοντες νὰ γείνωσι δημόσιοι λειτουργοὶ βλέποντες τὴν κατάστασιν τῶν συνταξιούχων. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶδον κανένα ἀπηλπισμένον· ὅλοι, κύριοι, ἠξεύρετε, καὶ ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πιεζόμεθα ἀπὸ πολλοὺς θέλοντας νὰ γείνωσιν δημόσιοι ὑπάλληλοι· καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐμποδίζονται διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ὁσημέραι ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ, ἡ ἀπαίτησις τοῦ νὰ καταλάβωσι δημοσίας θέσεις αὐξάνει καὶ προοδεύει εἰς τρόπον ἀρκετὰ σκανδαλώδη, εἰς τρόπον, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν θέσιν τῆς ἐξουσίας καὶ τὴν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἰδικήν μας θέσιν κατέστησεν ἀρκετὰ δυσάρεστον. Δὲν βλέπω, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν συνταξιούχων, ἥτις εἶναι οἰκτρὰ, νὰ ἠλάττωσε τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν θελόντων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους οὐδεμία ἄλλη τάξις δημοσίων ὑπηρεσιῶν ὑπηρετεῖ δωρεάν. Πληρόνονται ἁδρῶς διὰ νὰ ἐκτελέσωσι μίαν λειτουργίαν, ἑπομένως καὶ ἡ πολιτεία δύναται νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον ἀπέναντι αὐτῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὰ ἔτη τῆς συντάξεως συμπληροῦντες τὸν νόμον τῶν περὶ συντάξεων· δυνάμεθα ν’ ἀπαγορεύσωμεν ἢ νὰ διακόψωμεν ῥητῶς ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα νόμον τῶν συντάξεων τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἔτη τῆς συντάξεως καὶ τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀγῶνος, διότι σήμερον τοὐλάχιστον δὲν ὑφίσταται πλέον τὸ δικαίωμα αὐτό. Δὲν πιστεύω ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ἠγωνίσθη κατὰ τὸ 21 καὶ νὰ δύναται σήμερον νὰ ὑπηρετήσῃ· διότι πρέπει νὰ ᾖναι 70 καὶ 80 ἐτῶν.

§35ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα ὅσοι ἐμβῆκαν εἰς τὸν ἀγῶνα ἐμβῆκαν· ἀπὸ τώρα καὶ ἐμπρὸς δὲν ὑπάρχει ἀγὼν διὰ νὰ νομοθετήσωμεν.

§36ΚΑΤΖΙΚΑΠΗΣ. Καὶ ὅμως θὰ γεννηθῶσι τοιαῦται ἀποφάσεις, καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος, ὅστις νὰ μᾶς ἐμποδίζῃ νὰ διαγράψωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ 19 αἰῶνος ὁ ἀγὼν τοῦ 21 θὰ τρέχῃ. Αὐτὰ τὰ δύο προχειρότερα μέσα ἔχομεν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν διαχειρισμὸν τῶν δύο ταμείων τοῦ τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς πρώην Ἑλλάδος, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸν δεχθῶ, ὁπόταν μάθωμεν τὰ ἑξῆς πράγματα ποῖον ἦτο τὸ κεφάλαιον τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῆς Ἑπτανήσου, καθ’ ὃν χρόνον ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος μὲ τὴν πρώην ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν ἤδη εἰς συνταξιούχους. Καθὼς, κύριοι, ἠκούσατε, καθ’ ὃν χρόνον ἡνώθη τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὸ τῆς Ἑλλάδος, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εὑρίσκετο ἀποθεματικὸν κεφάλαιον 1,000,000 δραχ. καὶ μοὶ φαίνεται παράδοξον πῶς ἐδαπανήθη, πῶς ἐχωνεύθη. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου.

§37ΣΕΡΒΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Ζαΐμης, περιττὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ προσθέσω τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, διότι προτρέπομαι οὐ μόνον ἀπὸ αἴσθημα δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας. Εἶναι ἀναντίῤῥητον καὶ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι εἷς ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὸν ὑπάλληλον εἰς τὸν ζῆλον τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὴν τιμιότητα καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν εἶναι καὶ αὐτὸς ὁ τῆς συντάξεως· διότι εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα καὶ ἐκτελέσῃ τὰς καταβολὰς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος προβλέπει, θὰ ἔχῃ διὰ τὸ γῆράς του ἢ διὰ τὰ τέκνα του τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Ὁ θεσμὸς οὗτος τὸν κρατεῖ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸν ἐνισχύει, τὸν ἐνθαῤῥύνει. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἐνισχύσωμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ ἔθνη τὰ εὐνομούμενα παρεδέχθησαν μέχρι τοῦδε. Ἡ ἀνέχεια, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι κρούουν τὰς θύρας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου διὰ νὰ λάβουν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, ὅ ἐστὶ τὴν ἀμοιβὴν τῆς ὑπηρεσίας των καὶ τῶν καταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐτέλεσαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, σπαράττει τὴν καρδίαν παντὸς εὐαισθήτου. Ἄνθρωποι φθάσαντες εἰς τὰ 80 ἢ 90 ἔτη τῆς ἡλικίας των, χῆραι καὶ ὀρφανὰ ζητοῦσιν εἰς μάτην πρὸ 12 μηνῶν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Διὰ 12 μῆνας δὲν τοῖς ἐπληρώθη ἡ πενιχρὰ σύνταξις εἰς τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται. Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία μᾶς προτρέπει νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον. Ἀξιότιμος βουλευτὴς συνάδελφός μας, ὁ κ. Χρηστόπουλος, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνηγόρησεν ἐκτενῶς καὶ ἐμβριθῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ τὸ μέτρον δὲν ἠξεύρω διὰ τί δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἐνῷ ὅλη ἡ πεποίθησις καὶ ὅλη ἡ καλὴ πρόθεσις ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει, νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἱκετεύω λοιπὸν καὶ ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἓν οἱονδήποτε μέτρον. Βέβαιον εἶναι ὅτι, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὑπηρετήσαντες τακτικῶς τὸ Κράτος κατέβαλον ἀπὸ μακρᾶς ἐποχῆς τὴν ὡρισμένην καὶ ὁλονὲν καταβάλλουσι, κράτησιν, οὐχ ἧττον τὸ ταμεῖον εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπημένην κατάστασιν· τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ προῆλθεν ἀπὸ δύο λόγους τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, διότι αὐτοὶ οἱ λόγοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦσι τὴν σήμερον τὸ δικαίωμά των. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Κατσικαπῆς, ὅ ἐστὶν ὅτι κατελογίσθησαν ὑπέρ τινων ἀτόμων τὰ ἔτη τοῦ ἀγῶνος τὰ ὁποῖα δικαίῳ τῷ λόγῳ ἔπρεπε νὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, διότι ἦτο καθῆκον, ὥστε ἡ κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων καὶ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπηρέτησαν καὶ προσέφεραν τὸ αἷμά των ὅπως ἐλευθερωθῇ τὸ Ἔθνος. Τί κατέβαλε τὸ ταμεῖον ὑπὲρ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος; Σᾶς τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις· ἡ ἔκθεσις διακηρύττει, ὅτι κατεβλήθησαν ὑπὲρ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος 2000000 δραχμῶν αἵτινες ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπαλλήλων. Τί δὲ συνεισέφερεν ἡ κυβέρνησις; κατέβαλεν ἓν μόνον ἑκατομμύριον. Ἐν ἄλλοις λόγοις ἡ κυβέρνησις ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ εἰδικὸν αὐτὸ ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Εἶναι δίκαιον νὰ τὸ ἀποδώσῃ; Ἐγὼ λέγω ὅτι οὐδὲν δικαιότερον τούτου, διότι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἶναι ἀφαίρεσις ἐκ τοῦ θυλακίου τῶν ὑπαλλήλων. Ἀνάγκη λοιπὸν ἀπαραίτητος, ὥστε ἡ κυβέρνησις δι’ οἱωνδήποτε μέσων καὶ δι’ οἱωνδήποτε τρόπων νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν τῶν ἀτόμων. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι τὸ ταμεῖον ἐπῆλθεν εἰς πληρωμὴν συντάξεων πρὶν ἢ γείνῃ μία προκαταβολικὴ προικοδότησις, καθὼς γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου. Εἶναι ἀδύνατον κύριοι, τὴν πρώτην ἡμέραν καθ’ ἣν μορφοῦται τὸ ταμεῖον νὰ ἔχῃ τόσας κρατήσεις, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς συντάξεις τῶν προηγουμένων ὑπηρεσιῶν, διότι τὴν αὐτὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα τῶν προηγουμένων ὑπηρεσιῶν τῶν ἀρχαίων ὑπαλλήλων διὰ τὴν ἀπολαβὴν τῆς συντάξεως. Ἐὰν ἤθελε δοθῆ προικοδότησις 300 ἢ 500 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ταμεῖον δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται τὸ ταμεῖον εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται. Ἐπιτρέψατε ὅμως νὰ σᾶς προσθέσω μίαν παρατήρησιν· δὲν εἶναι οὐδαμῶς ἀληθὲς ὅτι ἐπεβάρυνε τὸ Ἑπταννήσιον ταμεῖον, καὶ τὸ λέγω ὡς ἐν παρόδῳ, διότι δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς συζητήσεις περὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου· θέλω ὅμως ν’ ἀποκρούσω μίαν παρατήρησιν ἡ ὁποία εἶναι ὁπωσοῦν πικρά, ὅτι δηλ. τὸ Ἑπταννήσιον ταμεῖον συνέτεινεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν εἶναι δίκαιον, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Αἱ εἰσπράξεις τὰς ὁποίας λαμβάνει τὴν σήμερον τὸ ταμεῖον τὸ συγχωνευθὲν, καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην ἐπικράτειαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἑπτάννησον, συνίστανται μετὰ τῆς τοῦ δημοσίου χορηγίας εἰς δραχμ. 884294. Αὐτὸ φέρει ἡ ἔκθεσις, καὶ ἐνταῦθα συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ εἰσπράξεις τῆς Ἑπτανήσου. Τί δὲ ἐξοδεύει διὰ τοὺς συνταξιούχους τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν; Ἐξοδεύει διὰ τοὺς συνταξιούχους μόνον τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν τὰ ἑξῆς.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
α)Εἰς συνταξιούχους ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα διὰ τῆς προ-
σθήκης τῶν ἐτῶν τῆς ἐν τῷ ἱερῷ ἀγῶνι ὑπηρεσίας δρ. 302,000
β)Εἰς συνταξιούχους ἀποκτήσαντας τὸ δικαίω-
μα δι’ εἰκοσιπενταετοῦς μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας » 514,000
γ)Εἰς συνταξιούχους ἀποκτήσαντας τὸ δικαίω-
μα δι’ εἰκοσαετοῦς ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ
βασιλείου ὑπηρεσίας » 192,000
Ἐν ὅλῳ δρ.1,008,000

Λοιπὸν τὸ δημόσιον λαμβάνον καὶ τὰς εἰσπράξεις τῆς Ἑπτανήσου διὰ νὰ πληρώσῃ μόνον τοὺς παλαιοὺς συνταξιούχους, θὰ ᾖναι εἰς ἓν ἔλλειμμα 113,000 δραχμῶν. Τοῦτο τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι σημερινὸν, εἶναι πρὸ 4 ἐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1866 ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα διὰ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῆς Ἑπτανήσου τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου τῆς Ἑπτανήσου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις «ἔφερε μὲν τὸ συγχωνευθὲν διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου περιουσίαν συνισταμένην εἰς δραχ. 1,023,076.» Βλέπετε πόσον ἀνθηρὸν ἦτο τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου; Δι’ αὐτοῦ τοῦ ἑκατομμυρίου ἐπλήρονε τοὺς συνταξιούχους τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐχρησίμευσεν εἰς τὸ νὰ πληρώσῃ κυρίως τὸ ἔλλειμμα τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Τὴν σήμερον ἐὰν θεωρήσωμεν κεχωρισμένα τὰ ταμεῖα, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ τῆς Ἑπτανήσου; εὑρίσκεται πρῶτον μὲ τὸ κεφάλαιον τοῦ 1,023,000, δεύτερον μὲ τοὺς τόκους αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, διότι κατὰ τὸν νόμον τῆς Ἑπτανήσου αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ᾖναι τοκοφόρον, καὶ πάντοτε εὑρίσκετο τοκοφόρον, καὶ τὸ ἔλαβε τοκοφόρον ἡ κυβέρνησις. Ποῖοι θὰ ἦσαν οἱ τόκοι αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ; ἔστω 200,000.

§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δὰ, 80,000.

§39ΣΕΡΒΟΣ. Ἔστω 180,000, δηλ. 1,200,000· προσθέσατε τὰς καταβολὰς ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι τοῦ 1871 εἶναι ὡς ἔγγιστα 70,000 ἔχετε σχεδὸν 1,300,000. Τί ἐπλήρωσε; Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔλαβον τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐζήτησα.

§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὡς ἔγγιστα.

§41ΣΕΡΒΟΣ. Τὸν πρῶτον χρόνον τοῦ 1867 ἐπλήρωσεν 70–75, τὸν δεύτερον 110, τὸν τρίτον 164, ἐν συνόλῳ 670,000· εἰς τρόπον ὥστε ὑπάρχει ἓν περίσσευμα 500–600,000. Τὸ περίσσευμα τοῦτο ἀφοῦ συνεχωνεύθη τὸ ταμεῖον, ἐχρησίμευσε διὰ ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν πρῴην ἐπαρχιῶν. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ κάμω λογαριασμὸν δοσοληψίας, διότι ἀφοῦ συνεχωνεύθησαν τὰ ταμεῖα κοινὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ τύχη· δὲν ζητῶ λογοδοσίαν, λέγω μόνον διὰ νὰ διατυπώσω τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς βάρος καὶ πρὸς χρεωκοπίαν, ἀλλ’ ἐχρησίμευσε μᾶλλον πρὸς ἀνακούφισιν. Τούτου δεδομένου, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Τί μέλλει γενέσθαι; Θ’ ἀφήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὴν ἀξιοδάκρυτον καὶ σπαραξικάρδιον κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται! Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ἔντιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι οἱ ὑπηρέται τοῦ δημοσίου ὄχι μόνον πρέπει νὰ πληρόνωνται, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις μετ’ αὐτῶν ἓν συνάλλαγμα, πρέπει ἱερῶς νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἐγγυήθη εἰς αὐτοὺς ὅτι εἰς τὰ τέλη τοῦ βίου των ἀποσυρόμενοι τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, ἀφοῦ ἐτέλεσαν τὰς καταθέσεις, πρέπει νὰ λάβουν τὴν περίθαλψιν τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐγγυᾶται. Καὶ εἰς ἄλλα κράτη, ὅταν εὑρέθησαν εἰς αὐτὴν τὴν ἀμηχανίαν, ἡ Κυβέρνησις ἀνεδέχθη εἰς βάρος της τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, καὶ εἰς τὴν Ἑπτάννησον τὸ ταμεῖον τοῦ 1832 τὸ ὁποῖον εἶχε περιωρισμένην, ἀριστοκρατικὴν, οὕτως εἰπεῖν, σφαῖραν ὑπαλλήλων, ὅταν ἔφθασεν εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας, τὸ ἀνεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων πληρόνει τοὺς συνταξιούχους τοῦ 1832, τοὺς πληρόνει τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ἐὰν πληρόνητε τοὺς εὐπόρους, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ πληρώνητε τοὺς μικροὺς ὑπαλλήλους· διότι, ἐνῷ οἱ εὔποροι ἐκεῖνοι ἐκτὸς τῶν συντάξεων ἔχουν ἄλλους πόρους, οἱ ἄλλοι οἱ συνταξιοῦχοι πένονται, λιμοκτονοῦν, ἀποθνήσκουν. Δίκαιον λοιπὸν ἐν τῷ προκειμένῳ κατ’ ἐμὲ ἤθελεν εἶσθαι, ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ οἱονδήποτε κρίνῃ κατάλληλον μέσον, φθάνει μόνον νὰ συντελῇ πρὸς αὐτὸν τὸν φιλάνθρωπον σκοπόν. Ἐγὼ νομίζω ὅμως ὅτι, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ ὑπαρχούσης τῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελεν εἶσθαι λίαν κατάλληλον καὶ λίαν πρόσφορον νὰ παραδεχθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον ὅπερ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ δανείου· δεύτερον νὰ προστεθῇ ἓν κονδύλιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν σύμφωνον μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου· διότι εἰς τοῦτο ἀπέβλεψεν αὐτὸς ὁ νόμος, ὅταν προσδιώρισεν ἓν ποσὸν 100,000 δραχμῶν πρὸς προικοδότησιν, διότι αὐτὸ τότε ἦτο ἐπαρκές· ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν σήμερον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, πρέπει νὰ γείνῃ τοιοῦτον, καὶ ἑπομένως νὰ προστεθῇ ἓν κονδύλιον 150,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἑνούμενον μὲ τὸ ἄλλο νὰ ἐπιφέρῃ 300 χιλιάδας, ὥστε δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ ταμείου καὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν τὰ αἰσθήματα τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς δικαιοσύνης.

§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν.) Κύριοι, ὕστερον ἀφ’ ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐγγράφως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἀφ’ ὅσα οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες σᾶς εἶπον, δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ προσθέσω. Ὅλοι, κύριοι, γνωρίζετε τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ταμεῖον τῶν πολ. συντάξεων ἔφθασεν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ αἰτιώμεθα οὔτε τοὺς ἀγωνιστὰς, οὔτε τοὺς Ἑπτανησίους· διότι τὸ κατ’ ἐμὲ καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ἀγωνιστῶν καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Ἑπτανησίων, ἐὰν δὲν ἦναι καλλίτεραι, εἶναι τοὐλάχιστον ἴσαι μὲ τὰς ὑπηρεσίας, διὰ τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ὑπηρετήσαντες μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἀπεκτήσαμεν δικαίωμα συντάξεως. Τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε ὁ νόμος, ὅστις συνετάχθη κατὰ τὸ 1861, νὰ συνταχθῇ ἀπὸ τοῦ 1833. Ἐὰν συνετάσσετο, κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ περιελάμβανε διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ 25 ἢ 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἤθελεν ἀποκτηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ποτὲ εἰς δυσχέρειαν, διότι ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀρχίσει νὰ κάμῃ τὰς πληρωμάς του, ἤθελεν ἀποθησαυρίσει μεγάλα κεφάλαια, ὁ τόκος τῶν ὁποίων ἤθελεν εἶσθαι ἀρκετὸς διὰ νὰ πληρόνῃ ὅλας τὰς συντάξεις. Ἀλλὰ, κύριοι, μόλις ἐσυστήθη τὸ ταμεῖον, μόλις ἐξεδόθη ὁ νόμος, ἀμέσως εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, καὶ τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἤρχισε νὰ κάμνῃ πληρωμάς. Προσθέσατε μερικὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν τὸ κρύπτω, εἰς τὸν ἐκκαθαρισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν συνταξιούχων, προσθέσατε τὰς πολλὰς παύσεις καὶ τὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι παρηκολούθησαν ἀναγκαίως καὶ τὴν μεταβολὴν, καὶ θέλετε κρίνει, διὰ ποίαν αἰτίαν ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν κακὴν κατάστασιν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον περὶ δικαιωμάτων, οὔτε ποῖος πταίει περισσότερον καὶ ποῖος ὀλιγώτερον. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι 1,500 ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων καὶ περιμένουν νὰ ζήσουν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, εὑρίσκονται σήμερον εἰς μεγάλην στενοχωρίαν, διότι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ τὰς πληρωμάς του ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1870 καὶ ἐντεῦθεν. Ὅπως, κύριοι, ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἡ προεδρευομένη ἀπὸ τὸν κ. Ζαΐμην, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ νῦν ἐσκέφθη σοβαρῶς καὶ σπουδαίως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ κάποια περίθαλψις, νὰ δοθῇ κάποια συνδρομή. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους καὶ τὴν ὁποίαν ὅλοι καλῶς γνωρίζετε, δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ πράξωμέν τι· ἀφοῦ διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπροτείναμεν τὴν ἐλάττωσιν συντάξεων ἄλλων σεβαστῶν προσώπων, δὲν μᾶς ἦτον συγκεχωρημένον νὰ σᾶς προτείνωμεν, ὥστε νὰ αὐξήσητε τὴν δαπάνην τοῦ δημοσίου διὰ τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἀναγνωρίσαντες τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἠθελήσαμεν τοὐλάχιστον διὰ τὸ τρέχον ἔτος, καθ’ ὃ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, νὰ κάμωμεν μίαν προσωρινὴν θεραπείαν, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν λείψανον τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἄλλοτε εἰς τὸ δημόσιον, ἐστοχάσθημεν, ὅτι τὸ προχειρότερον μέσον εἶναι νὰ ἀποδώσωμεν τοὐλάχιστον τὸ χρῆμα τοῦτο εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὰ καθυστερήματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἐπιβαρύνουν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1870. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ 1871, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐλαττώσωμεν κατά τι τὰς συντάξεις, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβιβάσαμεν τὴν ἔκπτωσιν, ἡ ὁποία εἶναι προσδιωρισμένη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1866 εἰς 15% εἰς 25%· καὶ εἶναι μὲν τοῦτο σκληρὸν, διότι καὶ αἱ συντάξεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται, ἐν ὁλοκλήρῳ εἶναι πολὺ γλίσχραι καὶ πολὺ εὐτελεῖς, ἀλλὰ, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι προτιμότερον τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων νὰ πληρώνῃ κάτι τι ὀλιγώτερον καὶ νὰ τὸ πληρώνῃ ἑτοίμως, παρὰ νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμνῃ τὰς πληρωμάς του, καὶ οἱ συνταξιοῦχοι νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πωλοῦν τὰς συντάξεις των μὲ ἔκπτωσιν 30 καὶ 40%. Λοιπὸν μόνη ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους εὑρίσκονται, μὲ ἔκαμε νὰ μὴ συμφωνήσω, ὥστε τὸ δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ εἰς βάρος του μίαν χρηματικὴν συνδρομὴν διὰ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, τοὐλάχιστον διὰ τὸ 1871. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον, θέλω τὴν παρακαλέσει νὰ περιορισθῇ εἰς ἓν ποσὸν ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερον διότι δὲν ἐπιθυμῶ, ἀφοῦ ἔχομεν τοσαύτας δυσκολίας, ν’ αὐξήσωμεν αὐτὰς διὰ τῆς προσθήκης καὶ νέων. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων Κ. Ζαΐμης, περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ προσκολληθοῦν αἱ ἐκδοθησόμεναι ὁμολογίαι εἰς τὸ δάνειον τῶν 28,000,000 εἰς τὸ δάνειον τοῦτο, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο ὀρθὸν καὶ ὅτι δὲν ἦτο τοιαύτη καὶ ἡ ἰδέα τῆς κυβερνήσεως. Ἡ ἰδέα τῆς κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας ἑνὸς δανείου αὐτοτελοῦς καὶ ἀνεξαρτήτου ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 28,000,000· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἴσως ἐπέλθῃ ἀνάγκη νὰ ἐκδώσωμεν τοιαύτας ὁμολογίας καὶ δι’ ἄλλας ὑποχρεώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸ δημόσιον, ὅπως εἶναι ἡ ὑποχρέωσις πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ αἱ προερχόμεναι ἀπὸ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, διὰ τὰς ὁποίας πληρώνομεν 12%, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, νὰ ἐξαγοράσῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ν’ ἀφήσῃ δὲ εἰς αὐτὴν νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ πράξῃ τοῦτο· ἑπομένως τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον πρῶτον ὡς ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐξαργυρώσῃ εἰς τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν τὰς εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων εὑρισκομένας 6696 ὁμολογίας τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000, 000.»

§43ΛΕΚΚΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μάθωμεν ἀπὸ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ τοῦ 10% ὁποῖον κεφάλαιον θὰ φέρῃ εἰς τὸ δημόσιον.

§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔγγιστα 100–120 χιλιάδας.

§45ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ δώσωμεν καὶ νὰ μὴ τοῖς πάρωμεν αὐτό.

§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο πρέπει νὰ γείνῃ.

§47ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ καὶ ἀκόμη 100,000.

§48Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί προτείνετε νὰ προσφέρῃ τὸ δημόσιον;

§49ΣΕΡΒΟΣ. 250,000.

§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολύ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ἐὰν ὄχι καλλίτερα, τοὐλάχιστον ὅπως γνωρίζω καὶ ἐγὼ, τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.

§51ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸ θὰ γείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§52ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι!

§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς, καθὼς γνωρίζετε, δὲν δημιουργεῖ δαπάνας, διαγράφει δαπάνας, καὶ ἡ δαπάνη περὶ χορηγήσεως εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἶναι ὡρισμένη εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεως τοῦ 1861, ὁρίζεται δὲ εἰς 100,000 δραχμῶν καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀταξία, ὅτι ἐπιτρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 150,000. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν χορηγίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἡ ὁποία εἶναι ὡρισμένη εἰς 100,000, διότι αἱ 50,000, καθὼς σᾶς εἶπον, καταχρηστικῶς ἐδίδοντο μέχρι τοῦδε, τότε πρέπει ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ αὐξήσῃ τὴν χορηγίαν αὐτὴν εἰς οἱονδήποτε ποσὸν θελήσῃ.

§54ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἰς 300,000.

§55ΤΙΝΕΣ. 200,000.

§56ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ δημόσιον συνεισφέρει εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων 150,000 δραχμὰς, καὶ τὰς συνεισφέρει ὄχι χάριν τῶν συνταξιούχων τούτων, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἀγῶνος. Λοιπὸν διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ταμεῖον αὐτὸ, ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ τόσας δραχμὰς, μὲ ὅσας ἐπιβαρύνεται ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους τοῦ ἀγῶνος.

§57ΛΑΠΑΣ. Μὲ 252,000 δρ.

§58ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν χρειάζεται νὰ προστεθοῦν ἀκόμη 152,000 εἰς τὰς 100, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐπαρκέσῃ.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε λοιπόν;

§60ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 250,000.

§61ΠΟΛΛΟΙ. 200,000.

§62ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐναντίος τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν παρ’ ὅλης σχεδὸν τῆς Βουλῆς, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καὶ ἄδικοι ὁμολογουμένως, ὅπως ἔλθῃ τὸ ταμεῖον μ’ ὅλην τὴν γλισχρότητα εἰς ἣν διατελεῖ, εἰς ἀρωγὴν τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· δὲν εἶναι ἄδικον. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἠμπορῶ ὡς ἄνθρωπος ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, νὰ μὴ ἔχω καὶ τὰς ἀδυναμίας μου, ἑπομένως θέλω νὰ συντρέξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, κατὰ λόγον τῆς δυνάμεώς του. Ἐκεῖνο ὅπερ θὰ σᾶς παρακαλέσω εἶναι τοῦτο· καὶ χθὲς, κ. πρόεδρε, ἐγένετο λόγος καὶ ὡμίλησα καὶ αἱ ἰδέαι μου παρεξηγήθησαν καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἐπιστεύθη ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπω, δώσετε ὅσα θέλετε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ σώσητε, ὄχι 250,000, ἑκατομμύριον ἐὰν δώσητε, δὲν θὰ τὸ σώσητε, διότι αἱ βάσεις τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι σαθραὶ, εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων καὶ νὰ ζήσῃ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ἐσυστήθη ἤρχισε νὰ πληρώνῃ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσπράττει; διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ φέρῃ μίαν στατιστικὴν ὁ ὑπουργὸς διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἡ βάσις, ἥτις διέπει τὰς πληρωμάς· βεβαίως ὑπάρχει κανὼν εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς πληρωμάς· ποῖος εἶναι ὁ κανὼν ἐπὶ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων; εἶναι οὗτος· εἷς ὑπάλληλος ὑπηρετήσας ἐπὶ 20 ἔτη καὶ ὄχι 25 ὅπως ἦτο προτήτερα, διότι εἴμεθα πλούσιον ἔθνος, καὶ μετὰ ταῦτα, ἐὰν παυθῇ παρὰ τὴν θέλησίν του ἢ ἔχῃ ἡλικίαν 60 ἢ 70 ἐτῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τότε χρεωστεῖ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων νὰ χορηγῇ εἰς αὐτὸν τὴν σύνταξιν· τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων χορηγεῖ σύνταξιν εἰς ἀνθρώπους οἵτινες δὲν κατέβαλον λεπτὸν εἰς αὐτὸ, καὶ δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αἰτία αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ προσθήκη τῶν ἀγωνιστῶν. Κύριοι, σᾶς ἀπαντοῦν ὅτι καὶ ἂν δὲν καταβάλωμεν, μᾶς κρατεῖτε ἐκ τῆς συντάξεως ἣν λαμβάνομεν, διότι ἀντὶ 10% ἀφίνομεν 20 ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουν· ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν εἰς πολλοὺς ὅτι δὲν διαφέρει τοῦτο μὲ τὸ ἐὰν δώσητε 100 δραχμῶν σύνταξιν εἰς ἐμὲ καὶ ἀντὶ 10% νὰ μοὶ κρατήσητε 20· διότι οὐδεμία διαφορὰ ὑφίσταται. Οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι ἔπρεπε νὰ προκαταβάλουν ἀνάλογον ποσὸν καὶ τότε νὰ μισθοδοτῶνται, διότι ἐκ τούτου προέρχεται μία ἀδικία εἰς ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους οἵτινες προκατέβαλον ἐπὶ 20 ἔτη διαρκῶς. Λοιπὸν ὁ νόμος εἰς τὴν βάσιν του εἶναι σαθρὸς, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ταμεῖον ἐπὶ τοιούτων βάσεων στηριζόμενον. Δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν ἀρωγὴν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, θεωρῶ ὅμως καθῆκόν μου νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐπὶ σαθρῶν βάσεων στηριζόμενον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἐν τούτοις κηρυττόμενος ὑπὲρ τῆς συνδρομῆς προσθέτω ὅτι ὤφειλον νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου αὐτὰς διὰ νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἀναπαυμένην, καὶ ἂς κάμῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κυβέρνησις, ἥτις γνωρίζει καλλίτερα τὴν θέσιν καὶ τὰ μέσα τοῦ ταμείου, ὅ,τι θέλει, μολονότι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ εἴπω ὅτι δὲν τοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον, προκειμένου περὶ αὐξήσεως δαπανῶν, ν’ ἀφίνῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.

§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὥρισα ἐγώ.

§64ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς τὸ ὁρίσῃ, καὶ τότε μάλιστα· διότι δι’ αὐτοῦ θὰ ἔλθῃ ν’ ἀναιρέσῃ μίαν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὅτι θέλομεν νὰ διοικήσωμεν ἄνευ δανείων καὶ αὐξήσεως φόρων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἀναγραφὴ τῶν δαπανῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι περιττή. Κύριοι, ἂς σκεφθῶμεν καλλίτερα τί θὰ γείνῃ, τόσον ἡ τάξις αὕτη τῶν ὑπαλλήλων, ὅσον καὶ αἱ λοιπαὶ, ὅταν κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς κυβερνήσεως καὶ πολλῶν ἄλλων τὸ ἔθνος βαδίζῃ εἰς οἰκονομικὸν βάραθρον· ἂς λάβῃ τὴν εὐθύνην ἡ κυβέρνησις, διότι ἐγὼ μόνος δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀντισταθῶ.

§65ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς προτείνει 200,000.

§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 250 χιλιάδας.

§68ΤΙΝΕΣ. Ὅσα λέγει ὁ ὑπουργός.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος λέγει 250,000.

§70ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρει τὴν πρότασίν του ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, καὶ παραδεχόμεθα τὴν τοῦ ὑπουργοῦ.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «.... ἀναβιβάζεται εἰς δραχ. 200,000.

§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ δημόσιον νὰ χορηγῇ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων 100 χιλιάδων δραχμῶν βοήθειαν· διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1864 ἢ 65 περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου ὑπεχρεώθη νὰ τὰς αὐξήσῃ ἀπὸ 100,000 εἰς 150,000, τώρα ἀπὸ 150,000 προτείνεται ν’ αὐξήσουν εἰς 350,000.

§73ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κολιάτσος προτείνει νὰ γείνουν 300,000.

§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κ. πρόεδρε, ἐγὼ προτείνω, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ διαφωνία, ν’ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ 150 χιλιάδας εἰς 300,000 (θόρυβος).

§76ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐνόησα παντελῶς, κύριοι, τὴν γενναιοδωρίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, αὐτὴν τὴν εὐτελεστάτην γεναιοδωρίαν δὲν ὤφειλε νὰ τὴν ἀναφέρῃ ἐκ τῶν χειλέων του, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὰ πρὸς τὸ ζῇν εἰς τόσας χιλιάδας ἀνθρώπων οἵτινες πένονται καὶ οἵτινες στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου· τί εἶναι αὐταὶ αἱ 50,000 δραχ. τὰς ὁποίας προσθέτει ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὰς 150; εἶναι ἀνάξιαι κοινοβουλευτικοῦ σώματος διδόμεναι ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου μεγάλου πληθυσμοῦ. Ὅσον καὶ ἂν εὑρίσκηται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν τὸ ταμεῖον, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς νὰ πένωνται, ἀλλ’ ὀφείλομεν μάλιστα νὰ δώσωμεν καὶ κάτι τι περισσότερον, καὶ ταῦτα λέγων δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συντελέσω, ὥστε νὰ γείνῃ ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, θὰ σᾶς δείξω πασιφανέστατα, ὅτι δυνάμεθα νὰ κάμωμεν οἰκονομίας ἀπὸ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἐπέλθουν προσκόμματα εἰς τὴν δημοσίαν λειτουργίαν. Προτείνω λοιπόν, κύριε πρόεδρε, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τῶν 150,000 τὸ διδόμενον μέχρι τοῦδε εἰς 300,000.

§77ΤΙΝΕΣ. 200,000 εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις εἶναι, κύριοι.

§79ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι κατὰ τὸ σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ πρότασις παρὰ βουλευτοῦ πρὸς αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ σκεφθῇ τοῦτο, διότι εἰς τοὺς βουλευτὰς ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τοῦτο......

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν, ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου τινος........ «........»

§81ΤΙΝΕΣ. Ὡρισμένου προσώπου.

§82ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένου προσώπου, ὅπως ἄλλοτε τὰ πρόσωπα τὰ ἐκάμαμεν πράγματα, καὶ τὸ ἐνθυμεῖται πολὺ καλὰ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς.

§83ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πότε;

§84ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅταν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειώνωνται ποσὰ διὰ μισθοδοσίαν δὲν εἶναι περὶ προσώπων; τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Κώστα, Παύλου, καὶ καθεξῆς, διότι ἐδῶ τὸ ταμεῖον εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ δώσωμεν εἰς τὸν Κώστα, Παῦλον, καὶ ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ὅτι ἄλλοτε τὰ πρόσωπα ἔγειναν πράγματα.

§85ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἐὰν αὐτὸ λέγῃς, ὅρισέ το.

§86Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, συμμερίζομαι τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον περιέχει τρεῖς περιστάσεις, ὅτε δὲν δύναται νὰ γείνῃ πρότασις ἀπολύτως περὶ αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔρχεται ἀκολούθως νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἰδέαν του ὁ νομοθέτης, λέγει πρῶτον «διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν,» δεύτερον «ἢ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου,» τὸ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου δὲν συνταυτίζεται, εἶναι ἄλλη περίστασις ἀνεξάρτητος, δὲν ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης ν’ ἀναμιγνύεται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ διὰ νὰ τὸ καταστήσῃ σαφέστερον συμπεριέλαβεν ὅλας τὰς περιστάσεις.

§87Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος). Παραδέχεται τὴν αὔξησιν καθόσον ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος.

§88ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ κύριος Αὐγερινὸς μοὶ εἶπεν νὰ ἐνθυμηθῶ ὅτι ἄλλοτε τὰ πρόσωπα ἔγειναν πράγματα, ἐγὼ τοῦ εἶπον νὰ μοῦ ἐνθυμηθῇ αὐτὴν τὴν περίστασιν, καὶ δὲν μοῦ ἀπήντησεν, λέγω λοιπὸν ὅτι ἡμεῖς πάντοτε οὕτως ἐφηρμόσαμεν τὸ ἄρθρον.

§89ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τοὺς παρόντας βουλευτὰς τί ἔτρεξεν εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν.

§90ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. προλαλήσας ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 24 τοῦ συντάγματος θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ὑπὸ τῶν κυρίων Παπαμιχαλοπούλου καὶ Κολιάτσου γενομένης προτάσεως περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου χορηγηθησομένου πρὸς ἱκανοποίησιν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸ τὸ ταμεῖον εἶχε καὶ τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν εἰς περιουσίαν ἄλλην· ἐπεκαλέσθη, λέγω, τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ προτείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου. Ποία ἦτο ἡ ἰδέα τῆς συντακτικῆς Συνελεύσεως, συνταξάσης τὸ ἄρθρον αὐτό; ἀπέβλεπεν, ὅπως ὁ προλαλήσας σᾶς εἶπεν, ἐν γένει πᾶσαν αὔξησιν ἐξόδων ἢ σκοπὸν μόνον προὐτίθετο, ὅπως ἐμποδίσῃ τοὺς βουλευτὰς νὰ φέρωσι τοιαύτας πρὸς ὄφελος ὡρισμένου προσώπου; Τί ἄλλο ἐσκέφθη παρὰ νὰ ἐμποδίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ φέρῃ προτάσεις ὅτι δίδει μισθοδοσίαν εἰς τὸ δεῖνα ὡρισμένον πρόσωπον; Αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἶχεν ἡ συντάξασα τὸ ἄρθρον αὐτό, ἀπολύτως δὲ ποτὲ εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν ἐπῆλθεν ὅτι θὰ ᾖναι ἐμποδισμένον νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ κράτους δι’ ἀνάγκας τοῦ κράτους. Καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρητε ὅτι αἱ δαπάναι δὲν εἶναι ἀνεξάρτητοι τῶν προσώπων, συνδέονται μετ’ αὐτῶν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήσητε οὐδεμίαν δαπάνην ἄνευ προσώπων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ποία εἶναι ἡ βάσις τῆς προτάσεως αὐτῆς; ἡ πρότασις αὕτη οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει παρὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὑπέβαλεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς ἠκούσατε, καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ εὐκρινέστερον, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τί ἐννοῶ καὶ τί ἐννοεῖ ὁ νόμος. Τί εἶναι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων; εἶναι συνεταιρισμὸς τῶν ὑπαλλήλων ὑποχρεωτικὸς νὰ καταβάλωσι ποσοστὸν τῆς μισθοδοσίας των διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰ γηρατειά των καὶ ὅταν φθάσωσιν εἰς ἀνικανότητα πρὸς περίθαλψιν τῶν ἀναγκῶν των, αὐτὸ εἶναι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων. Ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ζαΐμης εἰς ἄλλην περίστασιν, εἰς ἄλλα κράτη, ὅπου αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς περιθάλψεως τῶν ὑπαλλήλων, ἐκεῖ ὑποστηρίζουν τοὺς τοιούτους, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὸ δημόσιον, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ὁ νόμος τῶν συντάξεων ὑποχρεοῖ νὰ καταθέτωσι μέρος τῆς περιουσίας των. Ἐὰν δὲ ἕως ἐδῶ περιωρίζετο ὁ νόμος εἰς μόνον τοὺς ὑπαλλήλους, οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἠδύναντο νὰ ἔχουν αὐτοὶ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον· αὐστηρῶς ὅμως ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, δὲν ἔχει οὕτω· διότι περιέλαβεν ἡ πολιτεία εἰς αὐτὸ τὸ ταμεῖον τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα καταθέτουσιν οἱ ὑπάλληλοι νὰ πληρώνῃ ἀγῶνας καὶ νὰ ἀνταμείβῃ τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος ὤφειλε ν’ ἀνταμείβῃ, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, κύριοι, διότι ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ὑπάλληλος, δυνάμει τῆς ὑπηρεσίας, εἰσήχθη εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, ἐπιβάλετε σεῖς τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην. Ἡ πολιτεία, τὸ ἔθνος ἐπέβαλεν εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ταμείου αὐτοῦ ἀνεδέχθη, καὶ πρέπει νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν διάκρισιν, τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς εἰς τὴν Ἰόνιον Πολιτείαν ἀναγομένας πρὸ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ βασιλείου αὐτοῦ μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ἀνεδέχθη τὸ ἔθνος νὰ πληρόνῃ τὰς ὑπηρεσίας αὐτὰς ἢ ἀποζημιώσεις διὰ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας διὰ τὰς ὁποίας τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων οὐδόλως εὐθύνεται. Ἡ πρότασις λοιπὸν δὲν ἀφορᾷ, καὶ ἄν δοθῇ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ συντάγματος ἡ ἐπέκτασις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσουν, δὲν ἀφορᾷ πλέον πρόσωπα, ἀφορᾷ ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως τοῦ δημοσίου. Δὲν ἐπεμβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποδόσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι οἱ πάντες εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ κατὰ βούλησιν περιουσίαν ἀλλοτρίαν, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν γενομένην πρότασιν ὑπὸ τοῦ κ. Μπούμπουλη.

§91ΤΙΝΕΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν, κ. πρόεδρε.

§92ΕΤΕΡΟΙ. Τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου εἶναι ἀπωτέρα.

§93ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, πρότασιν μὲ κάμποσους ἄλλους βουλευτάς. (θόρυβος).

§94Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀρκεσθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα διὰ δύω λόγους. Πρῶτον, διότι εἶναι ζήτημα ἂν δύναται νὰ ἔλθῃ πρότασις περὶ χορηγήσεως μεγαλειτέρου ποσοῦ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ δεύτερον, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν συναίνεσίν μου, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ἔλλειμμα 600,000, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρωμεν ἐκτάκτους τινὰς πιστώσεις, καὶ ἀφοῦ ἤκουσά τινας νὰ κατακρίνουν πολλὰς ἐκ τῶν οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ· φοβοῦμαι δὲ μήπως τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβασθῆ εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον. (θόρυβος). Διὰ νὰ καθησυχάσω δὲ τοὺς κυρίους βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι πολὺ εὐλόγως καὶ δικαίως ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, εἰς τὴν χορείαν τῶν ὁποίων κατατάσσομαι καὶ ἐγὼ, σᾶς δίδω τὴν ὑπόσχεσίν μου ὅτι, ἂν κατορθωθῇ ὥστε νὰ ἐξέλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Βουλῆς μὲ ἔλλειμμα 600,000, θέλω δεχθῆ νὰ προστεθοῦν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων ἄλλαι 50,000 δραχμῶν (διάλογοι θορυβώδεις).

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, νὰ ἀκουώμεθα.

§96ΠΙΠΙΝΟΣ. Εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ὅπου εὑρισκόμεθα σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν περισσότερον. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι δυνάμεθα νὰ τὰς πληρώσωμεν, τότε τὸ δεχόμεθα.

§97ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ, καὶ τοὐλάχιστον ἂς ὁρίσῃ 250,000 διὰ νὰ εὐεργετήσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν εἶναι μεγάλο πρᾶγμα 250,000 δραχμῶν.

§98ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια. (Διάλογοι μεταξὺ πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).

§99ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς 250,000.

§100ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κ. πρόεδρε, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. (θόρυβος πολλοὶ ἵστανται ὄρθιοι).

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν.

§102Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κ. πρόεδρε, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει σπουδαίως νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Δὲν ἐπέμεινα εἰς τὴν πρότασίν μου, ἡ ὁποία εἶναι πρότασις ὁμοία μὲ ἑτέραν πρότασιν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ διαφόρων κυρίων βουλευτῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἐπέμεινα, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἤθελε προτείνει ποσόν τι, τὸ ὁποῖον δύναται τοὐλάχιστον κατά τι νὰ θεραπεύσῃ τὰς πολυειδεῖς ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, ἐνῶ ἐγὼ ἐνόμιζα, ὅτι ἤθελε παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε προσήγγισε κἂν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεδέχθη μόνον ἐκ τῶν 150,000 τοῦ κ. Μιχαλοπούλου 50,000 μόνον. Ἐννοεῖτε ὅτι αἱ 50,000 δραχμῶν δὲν εἶναι χορηγία, δὲν θεραπεύει οὔτε κατὰ τὸ ἐλάχιστον τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Ἂν λοιπὸν ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, τότε ἐγὼ θὰ ζητήσω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὁμοία μὲ τὴν πρότασιν τῶν ἄλλων κυρίων βουλευτῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπρότεινα σήμερον ὡς ὑποτροπολογίαν· διότι μὲ 50,000 δραχμῶν προσθήκην δὲν κάμνομεν τίποτε. Τοὐλάχιστον ἂν θέλῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ν’ αὐξήσῃ κατά τι τὸ ποσὸν αὐτὸ, τότε δὲν ἐπιμένω. Δὲν θεωρῶ δὲ ὅτι διὰ προτάσεως τοιαύτης προσβάλλεται τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος. Τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἐννοεῖ πρότασιν ὑπὲρ προσώπου ὡρισμένου. (Διάλογοι παρατεταμένοι).

§103Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἐπιμένουν οἱ περισσότεροι τῶν κυρίων βουλευτῶν, διὰ νὰ μὴ προέλθουν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἄλλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἴσως θέλει θεωρηθῆ ἀντίπραξις, ἀναγκάζομαι νὰ παραδεχθῶ αὔξησιν εἰς 250,000 δραχμῶν.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖτε ὅλοι;

§105ΟΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ, κ. πρόεδρε, ἐνδεχόμενον νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις, ὅπως συνήθως, κάμνω παρατήρησιν ὅτι πιστεύω, ὅτι ἀπὸ αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν πρὶν λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἐπικυρωθοῦν.

§107ΤΙΝΕΣ. Εἴπομεν ὅτι θὰ μείνωμεν. (διάλογοι).

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ καθήσωμεν, μίαν φορὰν ὅπου ἔχετε τοιαύτας ὑποψίας, διὰ νὰ τελειώσωμεν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον. Ἀναγινώσκεται καὶ τὸ 3 ἄρθρον τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ τρίτην φορὰν, ὡς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

§109ΤΙΝΕΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς τώρα, κ. πρόεδρε! (θόρυβος).

§110Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι πρὸ πολλῶν μηνῶν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ὑπεσχέθη μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον νὰ πληρώσῃ 10,000 λίρας στερλίνας εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀτυχοῦς Δοῦδ. Πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως ταύτης ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλε πρὸ πολλοῦ νομοσχέδιον πιστώσεως τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη εἰς ά. καὶ βʹ. ἀνάγνωσιν, δὲν μένει παρὰ ἡ τρίτη καὶ τελευταία αὐτοῦ ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις. Ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενον, καθὼς προβλέπεται, θέλει λάβει ἐκτεταμένην συζήτησιν, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς προτείνω ὅπως τὸ συζητήσητε εἰς τὴν παροῦσαν στιγμὴν, θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως νὰ συναινέσητε ὅπως εἰς τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν προταχθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.

§111ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§112ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ θέλω παρακαλέσει τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἔλθουν ἐγκαίρως αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ συζήτησις προβλέπεται ἐκτεταμένη.

§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρῶν τὴν ἕδραν του εἰς τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Τσαμόπουλον. Ἀντιτείνω ἐγώ.

§115ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασίν της. Καὶ ἄλλοτε ἦλθεν ἡ πρότασις καὶ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔγεινε μεγάλη συζήτησις· οἱ μὲν ἐπρότεινον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς οἰκονομίας, οἱ δὲ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ κατόπιν ἀπεφασίσθη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὕτη ἐνασχολεῖται εἰς τὰς πιστώσεις καὶ θὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς πιστώσεως καὶ θὰ σᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε αὔριον, πρὶν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. (θόρυβος).

§116Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ. Ἡ ἡμερησία διάταξις κανονίζεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς σημειοῦνται τὰ ἀντικείμενα ἐν αὐτῇ, ὅπως ἕκαστος βουλευτὴς ἦναι ἐν καλῇ πίστει τὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ἐν γνώσει πῶς ἔχει νὰ συζητήσῃ. Ὅλοι εἴμεθα, τοὐλάχιστον ἐγώ, ἐν καλῇ πίστει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ὄγδοον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἑπομένως, τοὐλάχιστον ἐγώ, δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσω αὔριον. Τοῦτο δὲν θέλει μὲ ἐμποδίσει, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν ἡ κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, καὶ σεῖς παραδεχθῆτε, ὅτι πρέπει, κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης ὑποθέσεως, ἐγγεγραμμένης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ εἰσπηδήσῃ τὸ ἀντικείμενον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὸ συζητήσωμεν ἀπρόοπτως· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ συζήτησις ἕνεκα τούτου θὰ ᾖναι ἀκανόνιστος, πλέον ἀνώμαλος, πλέον ἐκτεταμένη καὶ πλέον συγκεχυμένη παρ’ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ᾖναι μία συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἤμεθα προητοιμασμένοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ καὶ ἐξέτασιν γεγονότων καὶ ἐξέτασιν ἐγγράφων. Καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν ὅπου καθεὶς θέλει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ σπῆτί του.

§117ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ προκαλέσῃ διακοπὴν ἡ κυβέρνησις; (Θόρυβος).

§118Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτό, κύριοι, ἐγὼ τὸ βλέπω ὅλως διόλου μὴ τακτικόν, μὴ σωστόν. Ἐπαναλαμβάνω, ἤμην ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔλθει εἰς συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἰμὴ μὲ τὴν σειράν του, ἀφοῦ ἐξαντληθοῦν τὰ ἄλλα προηγούμενα ἀντικείμενα.

§119ΔΑΓΡΕΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ εἴπουν, ὅτι τὰ ἀπεφύγαμεν. (θόρυβος.)

§120Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ τ’ ἀποφύγωμεν, κ. Δαγρὲ, καὶ ἂν διὰ κανένα ἄλλον δύναται νὰ εἰπωθῇ ἴσως τοῦτο, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον δι’ ἐμὲ καὶ διὰ σᾶς. Ζητοῦμεν ὅμως νὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅπως πρέπει νὰ συζητηθῇ τοιοῦτον ἀντικείμενον, καὶ ὄχι ἐξ ἐφόδου. Σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ᾖναι πολὺ τρελλὴ, ἂν ἴσως καὶ γείνῃ αὔριον ἀντὶ μετὰ 15 ἴσως ἡμέρας.

§121ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα πάντοτε κατὰ τὸν κανονισμὸν νὰ ῥυθμίζῃ καὶ μεταβάλλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοῦτο εἶναι ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὄχι ἡ σημερινὴ Βουλὴ, ἀλλ’ ὅλαι αἱ βουλαὶ ἔλαβον καὶ τὸ ὁποῖον καθιέρωσε καὶ ὁ κανονισμὸς αὐτὸς, καὶ τὸ καθιέρωσε, διότι ἀναγκαίως παρουσιάζονται εἰς τὸν δρόμον τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀνάγκη ἀπαιτεῖ νὰ προηγηθῇ ἑνὸς νομοσχεδίου ἡ συζήτησις, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατόπιν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἑπομένως, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τῆς χήρας τοῦ Λόϋδ ἐπεξειργάσθη εἰς τὴν βουλὴν πρὸ τοσούτου καιροῦ καὶ ὅταν ἐνεγράφη εἰς ἡμερησίαν διάταξιν, προϋποτίθεται ὅτι οἱ βουλευταὶ πλέον ὅλοι εἶναι ἕτοιμοι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· ἑπομένως ἡ βουλὴ ἔχουσα τὸ δικαίωμα αὐτὸ δύναται σήμερον νὰ μεταβάλῃ τὸν κανονισμόν της, νὰ μεταῤῥυθμίσῃ δηλαδὴ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ φέρῃ εἰς συζήτησιν αὔριον τὸ νομοσχέδιον τῆς χήρας Λόϋδ. Ἀναγνωρίζω ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσουν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως οὐδέποτε οὔτε ἐννόησεν οὔτε ἐννοεῖ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὸ περιορίσῃ· δύναται νὰ ᾖναι εὐρύτατον, νὰ συζητήσῃ ἐφ’ ὅσον θέλῃ καὶ μὲ ὁποιανδήποτε εὐρύτητα. Ἀλλὰ τὸ νὰ προταχθῇ αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ θεωρῶ καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον· διότι πρόκειται, κύριοι, περὶ μιᾶς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις πρὸ τόσου καιροῦ ἔδωκεν πρὸς ξένους.

§122ΔΑΓΡΕΣ. Ἐσεῖς;

§123ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας κτλ.). Βέβαια. Ἡ κυβέρνησις, κύριε Δαγρὲ, δὲν εἶναι τὰ ὑπουργεῖα, ἡ κυβέρνησις εἶναι συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπος.

§124ΔΑΓΡΕΣ. Εἴπετε ἡ ἐδική σας.

§125ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας κτλ.). Ὅταν ὁμιλῶ περὶ κυβερνήσεως, ἐννοῶ μίαν κυβέρνησιν. Αἱ σχέσεις μεταξὺ κυβερνήσεως ἑλληνικῆς καὶ ξένων δὲν χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν αὐτὴν. Ἑλληνικὴ εἶναι ἡ κυβέρνησις εἴτε ἀπὸ τὸν Ζαΐμην, εἴτε ἀπὸ τὸν Βούλγαρην, εἴτε ἀπὸ Δεληγεώργην, εἴτε ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον προεδρεύεται. Ὁμιλῶν καὶ λέγων κυβέρνησιν, δὲν ἐννοῶ τὸ ὑπουργεῖον. Μὴ συγχύζετε αὐτὰ τὰ δύω πράγματα.

§126ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ἐννόησα αὐτό.

§127ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας κτ.λ.). Πρόκειται λοιπὸν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ μιᾶς ὑποσχέσεως τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως πρὸς ξένους ἀνθρώπους, πρὸς ξένην ἐπικράτειαν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ προταχθῇ διὰ νὰ συζητηθῇ αὔριον. (θόρυβος.)

§128ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐναντίος, καὶ τὸ λέγω ἐκ τῶν προτέρων νὰ συζητηθῇ αὔριον, καί τοι συμφωνῶν ἴσως μετὰ τοῦ κυρίου Δομβάρδου. Ἀδιάφορον ἂν πρέπῃ νὰ συζητηθῇ αὔριον ἢ ὄχι, μόνον ἓν πρᾶγμα προλαμβάνω νὰ εἴπω, νὰ προσέξῃ ἡ κυβέρνησις, ἐπειδὴ θὰ ἔλθῃ ἀναβολὴ, μήπως πληρώσῃ χρήματα, πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός· διότι δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς τελεσίδικον ἀπόφασιν, οὕτως εἰπεῖν, μίαν πρότασιν ἀφορῶσαν ἓν μέγα ποσὸν, ὁποῖον εἶναι αὐτὸ, δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ποτὲ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις εἰς ὁποιανδήποτε θέσιν καὶ ἂν εὑρέθη ἐπλήρωσε χρήματα ἢ ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ πρὶν λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς· ἠδύνατο νὰ δώσῃ ὑπόσχεσιν ἂν δὲν ἠμποροῦσε ν’ ἀποφύγῃ· ἀλλὰ θέλω θεωρήσει ἀσυγχώρητον τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐννοῶ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι καὶ λέγων κυβέρνησιν (καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας) ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφότου ἦλθεν ὁ Γεώργιος ὁ Βασιλεὺς, δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ κυβέρνησιν, ἥτις ὑπεσχέθη καὶ ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν της καὶ δὲν ἐπεφυλάχθη νὰ λάβῃ μίαν ἔγκρισιν τοῦ κοινοβουλίου. Λοιπὸν ἐνόμισα χρέος νὰ εἴπω, νὰ προσέξῃ ἡ κυβέρνησις μὴ πληρώσῃ πρὶν τῆς ἐγκρίσεως.

§129ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἡ κυβέρνησις ὑπεσχέθη καὶ τὴν ὑπόσχεσίν της τὴν ἐξεπλήρωσε καθυποβαλοῦσα τὴν πίστωσιν αὐτήν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ κατεπειγόντως καὶ συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασίν της ἐνεγράφη εἰς τὸ πινάκιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Βουλῆς. Ὅλοι οἱ βουλευταὶ καὶ ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν καὶ ὅσοι ἤθελον νὰ ὁμιλήσουν ἐγνώριζον τὴν τάξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ἑπομένως ἐνασχολούμενοι εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, εἰς ἄλλας συζητήσεις δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ προετοιμασθοῦν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν δεῖνα ἡμέραν νὰ συζητηθῇ, καθόσον — καὶ ἡ ὑπόσχεσις τῆς κυβερνήσεως δὲν ἦτο νὰ συζητηθῇ τὴν δεῖνα ἡμέραν· ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτιμήσῃ ἂν ἔχουν τὸν καιρὸν οἱ βουλευταὶ νὰ προετοιμασθοῦν, καθόσον ἡ ὑπόθεσις αὕτη συνδέεται μὲ τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους, καὶ ὅστις θὰ ὁμιλήσῃ πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ τόσον προπαρεσκευασμένος καὶ τόσον τεχνικῶς, ὥστε πρέπει νὰ μετρήσῃ καὶ τὰς φράσεις καὶ τὰς λέξεις καὶ τὸ σχῆμα καὶ τὴν φωνήν. Δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ αὔριον, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἐξ ἀπροόπτου, μὴ προπαρασκευασμένος καὶ ἐνδέχεται νὰ τοῦ διαφύγῃ ἀπὸ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων εἴτε λέξις, εἴτε φράσις, καθόσον εἶναι ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγείρουν αἰσθήματα ὑψηλότερα εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους. Ἐξετάσατε λοιπὸν ὅτι εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἑλληνικὴν καρδίαν θὰ ἐγείρῃ θερμότατα αἰσθήματα καὶ ἂν εὕρητε, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς καιρὸς, νὰ συζητηθῇ αὔριον. Θὰ σκεφθῆτε ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ τόσον ὡρίμως, ὥστε νὰ μὴ φαίνεσθε παραβεβιασμένως συζητοῦντες, ἀλλὰ μὲ ὡρίμους σκέψεις, μὲ ὡρίμους φράσεις πρεπούσας εἰς τοιοῦτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον, σᾶς λέγω, θὰ λάβῃ διαστάσεις. Νομίζω ἄλλως, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν. Εἴμεθα καὶ χριστιανοί, θὰ μεταλάβωμεν, διὰ μίαν ἡμέραν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ. Τέλος πάντων τὸν πρῶτον λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον θὰ τὸν ἐξετάσητε ἀξιοπρεπῶς καὶ πρέπει νὰ ἔλθητε προπαρεσκευασμένοι. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ὁ ὑλικὸς καιρὸς, καὶ δυνάμει τῆς ἀποφάσεώς σας δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ τὴν μεταβάλητε, καὶ ἂν τὴν μεταβάλητε, ἀδικεῖτε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ὁμιλήσουν ἐκ προπαρασκευῆς.

§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδόλως ἐπερίμενα, κύριοι, ὅτι ἡ ἁπλουστάτη πρότασίς μου ἤθελεν ἀπαντήσει τοσαύτας ἀντιῤῥήσεις. Τί σᾶς εἶπον, κύριοι, ἐγώ; νὰ προτάξητε ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ καὶ εἰς συζήτησιν· διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται αὐτῆς ἠδύναντο νὰ ἐπιψηφισθῶσιν ἄνευ συζητήσεως, πολλὰ δὲ ἐξ αὐτῶν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἀναβάλῃ, ἂν ἤθελε νὰ σκεφθῇ ἐπί τινος ἐξ αὐτῶν περισσότερον· φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ πᾶν ἀντικείμενον ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπειδὴ δύναται νὰ ἔλθῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ σειρά του, ὅλοι οἱ κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον εἶναι πάντοτε προπαρεσκευασμένοι· πῶς λοιπὸν ἔρχονται σήμερον καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι παραβιάζεται κάπως ἡ ἀγαθοπιστία. Ἡμεῖς ἠδυνάμεθα, ὡς ἐκάμαμεν ἐπὶ τόσων ἄλλων, νὰ ζητήσωμεν, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ εὐθὺς ἡ συζήτησις, διότι τοῦτο ἐπράξατε καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου συνεζητήσατε, τὸ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ὅπερ εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν ἀριθμὸν 17, ἑπόμενον δηλαδὴ τόσων ἄλλων καὶ τούτου, περὶ οὗ κάμνομεν ἤδη λόγον· καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸ προτάξῃ καὶ τὸ συνεζήτησε, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ κανὲν παράπονον διὰ τὴν προτίμησιν. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ συζητηθῇ διὰ μιᾶς, οὔτε ἐνόησα νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν, ἐπειδὴ τῳόντι θεωρῶ τὸ ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον· ἠθέλησα μόνον νὰ προειδοποιήσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ὅπως ᾖναι ἕτοιμοι αὔριον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἂν δὲ δὲν κατορθωθῇ νὰ τελειώσῃ αὔριον ἡ συζήτησις, διότι πιθανὸν νὰ λάβῃ ἡ συζήτησις μεγάλας διαστάσεις, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσω νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν, ἡ συζήτησις δύναται νὰ διαρκέσῃ καὶ δύω καὶ τρεῖς ἡμέρας. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν ἠμπορεῖ νὰ μὴ γείνῃ συνεδρίασις, τοῦτο ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ προΐδω ἀπὸ σήμερον, εἷς ἢ δύω βουλευταὶ ἠμποροῦν νὰ μὴ ἔλθουν, οἱ περισσότεροι ὅμως ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν βλέπω τί ἄτοπον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις αὕτη, νὰ παραδεχθῇ ὥστε εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ αὔριον νὰ προταχθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ παρακαλῶ νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν πρότασίν μου, καθόσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ὑποβεβλημένον πρὸ τόσου καιροῦ, καὶ ὅσοι ἠθέλησαν νὰ τὸ μελετήσουν, νομίζω ὅτι τὸ ἐμελέτησαν καὶ εἶναι προπαρεσκευασμένοι νὰ λάβουν τὸν λόγον.

§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἦσαν δέκατα ἢ εἰκοστὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἡ Βουλὴ ἀνατρέψασα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ συνεζήτησε· μάλιστα· τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ συζητήσῃ ὅποιον θέλῃ ἀντικείμενον, ὡς ἔπραξε πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ περὶ πολιτικῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ἄλλην συζήτησιν, εἰμὴ ἂν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν 200 ἢ 250 χιλιάδας δραχμῶν, ὡς καὶ τὸ ἑπόμενον, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ διανομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας τῆς Ζακύνθου δὲν θὰ γεννήσῃ συζητήσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ ἀντικειμένων τόσων σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἐμβριθῆ συζήτησιν, πότε ἐγένετο ἡ ἐξ ἐφόδου πρότασις περὶ ἀνατροπῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως; πότε ἐγένετο ἡ ἐξ ἐφόδου ἀπαίτησις νὰ συζητηθῶσιν ἀμέσως χωρὶς νὰ ἤμεθα προπαρασκευασμένοι; Ἠρεθίσθην, κύριοι, ὅταν ἤκουσα τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἐσυλλογίσθην, ὅτι εἰς τὸ κράτος τὸ μικρὸν τῆς Ἑπτανήσου, ἐσεβάσθη πάντοτε ὁ Ἁρμοστὴς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ κοινοβουλίου ἐκείνου καὶ ποτὲ δὲν ἐτόλμησε νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τοῦτο θέλω νὰ συζητήσητε, ὄχι ἐκεῖνο· ποτὲ δὲν ἐπεμβῆκεν ἐντὸς τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ὅμως ἔρχεται σήμερον ἡ κυβέρνησις καὶ σᾶς λέγει διακόψατε τὴν συζήτησιν, μεταβάλετε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν αὔριον ἀμέσως, τὸ ἀπαιτῶ, τὸ θέλω. Ἰδοὺ διὰ τί ἠρεθίσθην καὶ ἤθελεν ἐρεθισθῆ πᾶς τις, ὅστις αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πολίτης ἐλευθέρας πολιτείας· τί τὴν θέλω τοιαύτην ἐλευθερίαν; ἂς χαθῇ, ἂς χαθῇ, ὅταν καὶ αὐταὶ αἱ συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου μας ὑπόκηνται εἰς τὴν μάστιγα τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅστις τολμᾷ νὰ μᾶς λέγῃ, διακόψατε τὴν συζήτησιν, ἀνατρέψατε τὴν ἡμερησίαν διάταξίν σας, ἀπαιτῶ νὰ πληρώσητε καὶ νὰ πληρώσητε ἀσυζητητεὶ καὶ ἐξ ἐφόδου. Δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἀλλ’ ὁ τρόπος του κάμνει νὰ ἀναβῇ τὸ αἷμα εἰς τὴν κεφαλὴν παντὸς, ὅστις εἶναι μὲν πολίτης κράτους μικροῦ, ἀλλ’ αἰσθάνεται ὅτι ἔχει κἂν δικαίωμα νὰ συζητῇ καὶ νὰ σκέπτηται ἄνευ πιέσεως καὶ ἐλευθέρως. Οἱ Ἄγγλοι ἔχουν κανόνια ἔχουν λόγχας· ναί· τί θέλουν; νὰ μᾶς καταστρέψουν; ἂς ἔλθουν· αἱ λόγχαι των καὶ τὰ κανόνια των δὲν θὰ μᾶς ἀτιμάσωσι, μᾶς ἀτιμάζει μόνον ὁ τρόπος των. Καὶ δὲν τὰ λέγω διὰ σᾶς κύριοι κυβερνῆται· σεῖς εἶσθε κυβέρνησις καὶ ὀφείλατε νὰ τηρήσητε τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε, σεῖς ὀφείλατε νὰ κάμητε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐκάματε ἀφοῦ τυχὸν ἐλάβατε ἀπαίτησιν τοιαύτην. Ἡμεῖς ὅμως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἡμεῖς ἡ Βουλὴ, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθημεν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν του, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς καμμίαν ἐξουσίαν οἱανδήποτε τοιαύτην ἐπέμβασιν ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων μας. Ποῦ εὑρισκόμεθα κύριοι!

§132ΛΕΚΚΑΣ. Διὰ τοῦτο αὔριον δὲν ἐρχόμεθα νὰ συνεδριάσωμεν.

§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, νὰ ἔλθωμεν. Δὲν πρέπει νὰ λειποτακτῶμεν, πρέπει νὰ καθήσωμεν ἐδὼ καὶ νὰ τοὺς δείξωμεν, ὅτι ἂν ἐκεῖνοι ἦναι ἰσχυροὶ καὶ ἔχουν ἐπαναλέγω κανόνια καὶ λόγχας, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δίκαιόν μας. Ἄλλη ἡ θέσις ὑμῶν τῶν ὑπουργῶν καὶ ἄλλη ἡ θέσις ἡ ἰδική μας, κύριοι βουλευταί. Καὶ αὐτὴ, κύριοι, ἡ δικαιολόγησις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς παιδείας καὶ ἀκριβὸς φίλος μου κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι εἶναι ὑπόσχεσις τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, αὐτὸ τοῦτο μόνον τὸ ζήτημα δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἐκτεταμένην; Ἐλέχθη τὸ τοιοῦτον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως, ὅπως μὴ φανῇ ὅτι διστάζει ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαντήσῃ. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσις, ἔχει ἰσχύν; ἔχει ἰσχὺν δι’ ὑμᾶς ἔχει ἰσχὺν διὰ τὴν Βουλήν; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἂν συζητήσωμεν αὔριον κατεπειγόντως τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπεσχέθη ἡ κυβέρνησις, δὲν θὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἔμμεσον ἀναγνώρισιν ἡμῶν τῶν ἰδίων, ὅτι πράγματι ὑπῆρξεν ὑπόσχεσις; καὶ ἂν ἐδόθη, τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα τὴν ἔδωσαν οὔτε σᾶς ὑποχρεοῦν, οὔτε ἡμᾶς, διότι δὲν ἔχει ἡ ὑπόσχεσις ἐκείνη οὐδένα τύπον νομίμου ὑποσχέσεως, καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα θέλει ἐξετασθῆ. Πρέπει λοιπὸν, νὰ ἔλθωμεν αὔριον ἐν τῷ κυριαρχικῷ δικαιώματί μας ὡς ἔθνος, διότι τέλος πάντων πρέπει νὰ μάθωμεν ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀδιακόπως μᾶς ῥίπτουν εἰς τὸ πρόσωπον ὅτι δηλαδὴ ἔκαμαν τὴν μάχην τοῦ Ναυαρίνου καὶ ὅτι τοῖς ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην, πρέπει νὰ μάθωμεν, λέγω, ἂν ὀφείλωμεν τῳόντι ἢ διεγράψαμεν ἀπὸ τὴν μνήμην καὶ τὴν καρδίαν μας τὴν μάχην ἐκείνην ὅπως καὶ αὐτοὶ τὴν διέγραψαν. Πρέπει νὰ μάθωμεν ἂν ἔχωμεν δικαιώματα ἀνεξαρτήτου ἔθνους.

§134ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ καθῆκόν της νὰ κάμνῃ ἡ Βουλή. (Εὖγε).

§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἡμεῖς ἡμέραν συζητήσεως.

§136ΔΑΓΡΕΣ. Τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ τὸ Πάσχα.

§137ΛΕΚΚΑΣ. Ὄχι βέβαια αὔριον.

§138ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ μὴ λείψῃ οὐδεὶς ἀντιπρόσωπος ἀπὸ τὸ καθῆκόν του.

§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§140ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὄχι νὰ μὴ ἔλθωμεν. Δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν ὁ ξένος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐνώπιον τῆς ἀπαιτήσεώς του ἐφύγαμεν· νὰ ἔλθωμεν καὶ αὔριον, ἀλλὰ νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ δείξωμεν, ὅτι ἔχομεν τὸ πατριωτικὸν θάῤῥος νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ μέτωπον καὶ νὰ εἴπωμεν, σὺ ἀπαιτεῖς τοῦτο, ἡμεῖς ἀποφασίζομεν ἐκεῖνο· τοὐλάχιστον, ἂν οὐχὶ δι’ ἄλλο, διὰ νὰ μάθῃ κἂν ἡ Ἀγγλία ἡ ὁποία ὑπερηφανεύεται, ὅτι ἐδίδαξεν εἰς τὸν κόσμον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, νὰ μὴ ἔρχεται διὰ τοῦ πρέσβεώς της καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὸ κοινοβούλιον κράτους μικροῦ, ἀδυνάτου ἀλλ’ ἀνεξαρτήτου, πότε καὶ πῶς ἔχει νὰ συζητήσῃ. Ἀποκρούσατε τὴν πρότασιν· ἡ κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ χρέος της ὡς κυβέρνησις, σεῖς ἐκτελέσατε τὸ χρέος σας ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους σας.

§141ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Θαυμάζω τῳόντι τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς συνεζήτησε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ τὸν θαυμάζω, διότι ἠθέλησε νὰ προδικάσῃ περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σωτηρόπουλος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔκαμεν, ὡς ὑπουργός, τοῦ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ. Προεδίκασε, κύριοι, καὶ εἶπεν, ὅτι ξένοι εἰσέρχονται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου καὶ μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν. Μὰ, πόθεν εἰκάζετε, κ. πρόεδρε, πόθεν τὸ συμπεραίνετε, ὅτι ξένοι εἰσῆλθον ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀνατροπὴν καὶ τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§142ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς δὲν μοὶ εἴπετε τίποτε οὔτε κανεὶς ἄλλος, ἀλλ’ ὁρκίζομαι, ὅτι οὕτως εἶναι.

§143ΛΕΚΚΑΣ. Ὡμίλησεν ὡς βουλευτὴς, ὄχι ὡς πρόεδρος, ὁ κ. Λομβάρδος.

§144ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Λέκκα, συνειθίζετε νὰ διακόπτητε πάντοτε, καὶ διακόπτετε χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἔχητε δίκαιον· διότι ἐγὼ λέγων, εἴτε, ὅτι ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου εἶπε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ ἦναι καὶ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τί προσέκρουσα; καὶ ἄν τις ἦναι γραμματεὺς τῆς Βουλῆς καὶ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ γραμματεὺς τῆς Βουλῆς εἶπε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, κατὰ τί προσέκρουσεν, ἀφοῦ ὁ κανονισμὸς σᾶς λέγει, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οἱ ἀντιπρόεδροι αὐτῆς καὶ οἱ γραμματεῖς εἶναι βουλευταί; Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε; Θαυμάζω, ἐπαναλέγω, πῶς ὁ κ. Λομβάρδος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λέγει, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὑπηγορεύθη ἀπὸ κανένα ἄλλον λόγον παρὰ μόνον καὶ μόνον ἀπὸ τὸν λόγον ξένης εἰσηγήσεως. Ἀδικεῖ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τοὺς φίλους του, διότι γνωρίζει, ὅτι οἱ φίλοι του ποτὲ δὲν ὑπέκυψαν εἰς τὰς θελήσεις τῶν ξένων, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἔλειψαν ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς καθήκοντος ἱεροῦ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδόθη ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑπόσχεσις, εἶναι πλέον ἡ ὑπόσχεσις αὕτη ἱερά. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὑπόσχεσις ἐπίσημος ἐκ μέρους τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως πρὸ 8 μηνῶν ἐδόθη πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας περὶ τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον αὐτὴν ἐψηφίσθησαν σπουδαιότατα νομοσχέδια, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπισήμως ἔδωσε τὸν λόγον της, ἀδιάφορον ἂν τότε συνεκροτεῖτο ἀπὸ ἕτερα πρόσωπα, διότι ἡ κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι μία, ἡ κυβέρνησις αὐτὴ ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ὅπως αὐτὴ βούλεται· ἡ κυβέρνησις ὅμως δὲν θέλει νὰ παραστήσῃ πρὸς ξένους ἕνα πρόσωπον κακῆς πίστεως. Τώρα ἦλθε κατόπιν ὁ κ. Λομβάρδος καὶ εἶπεν, ὅτι καὶ ἂν ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσιν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις κακῶς ἔκαμε, ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται εἰς αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὰ τοιαῦτα εἶναι ἀντικείμενον τῆς οὐσίας καὶ θὰ συζητηθῶσι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλθῃ ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω τίποτε, διότι ὅταν θὰ συζητηθῇ, ὅλαι αἱ ἰδέαι τῆς κυβερνήσεως θ’ ἀναπτυχθῶσι καὶ θὰ ἐκτυλιχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλά, κύριοι, ὅλοι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναταί τις εἰς τοῦτο νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της· ὀφείλει ὅμως νὰ τὴν ἐκφράσῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα, διότι ἐδόθη ὑπόσχεσις ἐπίσημος ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως πρὸς ἕνα ξένον ἀντιπρόσωπον, καὶ ἡ Ἑλλ. κυβέρνησις εἶναι πάντοτε ὁ φυσικὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ τόπου πρὸς τοὺς ξένους. Αὐτοί, κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μᾶς ἔκαμαν νὰ φέρωμεν τὴν πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τῆς Λόϋδ, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἠθέλησε διὰ τούτων ν’ ἀδικήσῃ καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς φίλους του.

§145ΔΑΓΡΕΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. (Ἐνταῦθα ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ Πρόεδρος διέλυσε τὴν συνεδρίασιν περὶ ὥραν 6 καὶ 30|00.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58.
2Τῆς 19 Μαρτίου 1871.
3Παρασκευή.
4(Ὥρα 2 10|60.)
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέθη ἡ
6Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
7Κ. Μ. Θεοδώρου. Θρ. Ζαΐμης.
8Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
9Ν. Τσώκρης. Α. Διαμαντόπουλος.
10Α. Δανόπουλος. Γ. Παπαδαῖος.
11Ἰω. Λέκας. Ἰω. Σοφιανόπουλος.
12Σκαρλ. Σοῦτσος. Γ. Πεῤῥωτῆς.
13Α. Ἴσκος. Κ. Δαγρές.
14Α. Μαγγίνας. Δ. Λένωσης.
15Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Ν. Μ. Κοζαδίνος.
16Χ. Ῥηγόπουλος. Ν. Ἀγγελίδης.
17Κ. Λαμπρυνόπουλος. Ἰω. Πολυλᾶς.
18Κ. Κοσονάκος. Α. Παπαδάτος.
19Ἰω. Καπιταίνης. Σπυρ. Νοταρᾶς.
20Α. Σ. Μήτσας. Ἀν. Δημητριάδης.
21Δ. Τσιτσάρας. Α. Μεταξᾶς.
22Π. Μανωλίδης. Ἀ. Μαντζαβῖνος.
23Κ. Λομβάρδος. Γ. Δρακονταειδής.
24Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
25Σπ. Λεονταράκης. Κ. Πανάρετος.
26Ἰω. Σούλης Βάρκας. Γ. Βακαλόπουλος.
27Ἀνδρ. Αὐγερινός. Δ. Σαῤῥίγιάννης.
28Ἐπ. Κρεστενίτης. Ν. Βαρβιτζιώτης.
29Σπ. Μαλασπίνας. Ν. Θ. Λεώπουλος.
30Κ. Δ. Πεταλᾶς. Σπ. Κοπανίτσας.
31Φ. Φίλωνος. Α. Καπετανάκης.
32Γερ. Σέρβος. Μιχ. Καπετανάκος.
33Α. Σταματόπουλος. Ζαφ. Ζαρειφόπουλος.
34Δ. Τσαμόπουλος. Π. Κωσταντᾶς.
35Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.Θ. Ῥωμαῖος.
36Ἰω. Ταμπακόπουλος. Μ. Χαριτάτος.
37Χ. Χρηστόπουλος. Α. Μουρίκης.
38Π. Κ. Μανέτας. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
39Ἠλ. Φλέσσας. Λ. Καραλίβανος.
40Ἀθ. Κατριβάνος. Περ. Καλαμογδάρτης.
41Ἰω. Πανούσης. Γ. Πράτζικας.
42Γ. Μαλέας. Α. Μισυρλῆς.
43Ν. Παγκράτης. Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.
44Κ. Κοκκινώρης. Ἰω. Δεστούνης.
45Ν. Καρύδης. Γ. Μπούμπουλης.
46Γ. Γουλιμῆς. Π. Σεβαστόπουλος.
47Περ. Μποῦτος. Μ. Ε. Παρίσης.
48Ἰω. Προβελέγγιος. Σ. Σωτηρόπουλος.
49Ἰω. Ταταράκης. Στ. Κοριζῆς.
50Α. Ῥαυτόπουλος. Ν. Πιπῖνος.
51Μ. Δαμιράλης. Θ. Γκίκας.
52Α. Ῥοντήρης. Δ. Χατζῖσκος.
53Γρηγ. Δημητριάδης. Δ. Οἰκονόμου.
54Κλμ. Χριστοδούλου. Κ. Πετσάλης.
55Δ. Σαράβας. Κ. Νικόδημος.
56Ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
57(Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
58σεως καὶ ἐνεκρίθησαν).
59§1ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρό τινων ἡμερῶν ἐδόθη εἰς
60τὸ προεδρεῖον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, αἱ
61ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
62§2ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ γίνεται κατὰ Σάββατον, αὔριον ν’ ἀναγνωσθῇ.
63§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατά-
64ξεως ........
65§4Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχομεν μίαν πρότασιν.
66§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ βουλευταὶ Νοταρᾶς καὶ Δημητρι-
67άδης ὑποβάλλουν μίαν πρότασιν περὶ παρατάσεως τῆς προθε-
68σμίας τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ συνοικισμοῦ Κορινθίων.
69§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
70§7Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις.
71§8ΤΙΝΕΣ. Περιττὸν, θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
72§9Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ
73τὸ 1858 συνέβη σεισμὸς καὶ κατεστράφη ἡ πόλις αὕτη. Ἡ κυ-
74βέρνησις τοῦ βασιλέως τότε προσδιώρισε τὰ Σχοινιὰ ὡς νέαν
75πόλιν καὶ ἐξέδοτο τὸν νόμον δι’ οὗ ἐχορήγησε προθεσμίαν εἰς
76ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ συνοικισθοῦν ἢ ἤθελον νὰ κάμουν
77οἰκοδομάς. Πολλοὶ μετέβησαν, ᾠκοδόμησαν, καὶ ὑπάρχει αὐτὴ
78ἡ πόλις· εἶναι καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ κάμουν τώρα
79οἰκοδομάς. Προτείνομεν νὰ παραταθῇ ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη ἡ ἰσχὺς
80τοῦ νόμου αὐτοῦ διὰ νὰ οἰκοδομήσουν ὅσοι θέλουν, τὸ ὁποῖον
81θὰ ᾖναι εἰς ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου. Παρακαλῶ νὰ χαρακτηρι-
82σθῇ ὡς κατεπείγουσα ἡ πρότασις αὕτη καὶ συζητηθῇ προσεχῶς.
83§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
84§11ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ
85νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ.
86§12ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς τὶ γίνεται, κ.
87πρόεδρε;
88§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.
89§14ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ τώρα.
90§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ; (διάλογοι.)
91§16Φ. ΦΙΛΩΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ προταχθῇ τὸ
92νομοσχέδιον περὶ πολιτικῶν συνταξιούχων.
93§17ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
94§18ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δυνάμει τοῦ ἀπὸ 27
95Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας ἡ ἐκ-
96δίκασις τῶν τοιούτων ὑποθέσεων, τῶν κατωτέρω τῶν 20 δραχ-
97μῶν, ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν πλημμελειοδικῶν. Ὁ
98κύριος Στεργιαλόπουλος ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ νόμος πέρυσιν ἤτοι
99νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὰ πταισματοδικεῖα, διότι τὸ
100ἄρθρον 6 τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐναυάγησεν ἐντελῶς. Ὅ,τι συμβαί-
101νει εἰς τὴν Στερεὰν, συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον.
102Ἐπειδὴ ἀνεγνώσθη δὶς ἡ πρότασις αὕτη κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ
103ὑπολείπεται ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν,
104ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατό-
105πιν τῶν ἄλλων. (διάλογοι).
106§19Α. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Χθὲς, κύριε πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε ὅτι παρε-
107κάλεσα τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία συνῄνεσε, ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ περὶ
108διανομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας Ζακύνθου· ἤρχισεν ἡ ἀνά-
109γνωσις, ἀλλὰ διεκόπη· παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον.
110(θόρυβος).
111§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἔχομεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν
112τὴν περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ πρότασιν τοῦ
113κυρίου Χατζίσκου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἄνευ
114ἀντιῤῥήσεως).
115§21ΣΤΕΡΓΙΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει νὰ
116ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ πρότασις περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Βουραϊκοῦ
117ποταμοῦ.
118(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ διὰ πρώτην φοράν.)
119§22ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ περὶ πολιτικῶν συνταξιούχων, κύριε πρόεδρε
120Ἀναγινώσκεται διὰ τρίτην φορὰν, ἔχον ὡς ἕπεται
121Ἄρθρον 1.
122Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ
1232,989 νέας ὁμολογίας ἐπὶ τῇ βάσει καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ
124ἀπὸ 12 Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκα-
125τομμυρίων. Αἱ ὁμολογίαι αὗται θέλουσι δοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον
126τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἰς ἀνταλλαγὴν τῶν
127παρ’ αὐτῷ εὑρισκομένων 6,696 ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου
128τῶν δραχμῶν 6,000,000.
129Ἄρθρον 2.
130Αἱ ἐπιβαλλόμεναι διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΡΛΔʹ. νόμου τῆς 7
131Ἰανουαρίου 1866 κρατήσεις εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους
132διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντά-
133ξεων χρεῶν των, αὐξάνονται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1871 εἰς
13425% δι’ ἅπαντας ἐν γένει τοὺς συνταξιούχους.
135Ἄρθρον 3.
136Ἡ κανονιζομένη διὰ τοῦ ἄρθρου 18 § 2 τοῦ ΤΝΒʹ. νόμου
137κράτησις τῶν 5% ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν πολιτικῶν ὑπαλ-
138λήλων, θέλει ἐκπίπτεσθαι ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1871 ἔτους καὶ
139πληρόνεσθαι δι’ ἐνταλμάτων τῶν ὑπουργείων ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ
140εἰδικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἐκ τοῦ διαλαμβα-
141νομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὁλικοῦ ποσοῦ
142μισθοδοσίας τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων.
143§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
144§24Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε.
145Κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ἐκτεταμένην καὶ ἀκριβῆ ἔκθεσιν τοῦ
146κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ
147ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων καὶ τῆς ἐλεεινῆς θέσεως,
148εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον οἱ συνταξιοῦχοι. Τὸ ζήτημα εἶναι
149σπουδαιότατον καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ὅλην τὴν προσοχὴν τοῦ
150κοινοβουλίου. Ἡ τάξις τῶν συνταξιούχων, κύριοι, ἀποτελεῖται
151ὑπὸ ἀρχαίων λειτουργῶν τῆς ἐπικρατείας οἱ ὁποῖοι, ἀφ’ οὗ ὑπη-
152ρέτησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, τὸν μόνον πόρον τὸν ὁποῖον ἔχουσιν
153ἀποσυρόμενοι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἡ σύνταξις, τὴν ὁποίαν ὁ εὐ-
154εργετικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ὁ τότε ὑπουργὸς
155τῶν Οἰκονομικῶν κύριος Σίμος, προσδιώρισεν. Ἐνθυμεῖσθε,
156ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τὸ ζήτημα τῆς κατα-
157στάσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἐπησχόλησε
158ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς πέρυσι φωνὴ ὑψώθη ἀπὸ
159τοῦ βήματος τούτου ἀμφισβητοῦσα καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα
160τῆς συντάξεως, τὸ ὁποῖον ῥητὸς νόμος εἶχε καθιερώσει. Εὐτυχῶς
161ὅμως ἡ φωνὴ αὕτη οὐδεμίαν ἀντήχησιν ἔλαβεν ἐντὸς
162τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ ἐπικράτεια εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ
163κόσμου, κύριοι, ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ τῶν λει-
164τουργῶν αὑτῆς, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον μακροχρονίους ὑπηρεσίας
165εἰς τὸ κράτος. Εἶναι ἀδύνατον εἰς κράτος πολιτισμένον ἡ τά-
166ξις αὕτη τῶν δημοσίων λειτουργῶν νὰ μένῃ ἀπροστάτευτος·
167εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ κἂν τάξις ὑπαλλήλων, ἂν τὸ κράτος
168δὲν ἔρχηται πρὸς συνδρομὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ ἰδίως εἰς τὴν Ἑλλά-
169δα, νομίζω, ὅτι ὀφείλει τὸ Κοινοβούλιον, ὀφείλει ἡ πολιτεία,
170ἰδιαιτέραν μέριμναν περὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Καθεκά-
171στην λέγομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔχομεν ἱκανὴν
172διοίκησιν, ὅτι δὲν ἔχομεν χρηστὴν διοίκησιν καὶ ἐν τούτοις ἡ
173διοίκησις αὐτὴ, ἡ ἀγαθὴ αὐτὴ διοίκησις, ἣν ἀπαιτοῦμεν, δὲν δύ-
174ναται νὰ ἐκτελεσθῇ, παρὰ διὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅταν
175ὅμως οἱ δημόσιοι οὗτοι ὑπάλληλοι παραμελῶνται, ὅταν περὶ
176τῶν δημοσίων αὐτῶν ὑπαλλήλων δὲν λαμβάνηται οὐδεμία φρον-
177τὶς, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν
178ὅ,τι ἀπαιτοῦμεν. Διὰ νὰ θερμανθῇ, κύριοι, ὁ ζῆλος τῶν ὑπαλ-
179λήλων, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ τιμιότης αὐτῶν, διὰ νὰ ἐπιταθῇ ἡ
180προθυμία αὐτῶν εἰς τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν, πρέπει οἱ δημόσιοι
181ὑπάλληλοι νὰ ᾖναι βέβαιοι, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἡ
182ἡλικία ἢ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοὺς ἀπομακρύνουν τῆς
183ὑπηρεσίας, νὰ ᾖναι βέβαιοι, ὅτι θὰ ἔχουν πόρον τινὰ, διὰ τοῦ
184ὁποίου νὰ δύνανται νὰ συντηρήσωσι τὰς οἰκογενείας των καὶ νὰ
185μὴ ἐκτεθῶσιν εἰς τὰς περιπετείας τῆς πείνης· ἔτι δὲ περισσότε-
186ρον ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλή-
187λων, καθόσον ἕνεκα τῆς καταστάσεως ἡμῶν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι
188γίνονται πάντοτε τὰ θύματα τῆς πολιτικῆς. Ἂν λοιπὸν εἰς τὰ
189ἄλλα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων εἶναι
190ἀρχὴ ἐπικρατοῦσα ἐν τῇ διοικήσει, λαμβάνεται πρόνοια περὶ
191αὐτῶν, κατὰ πλείονα λόγον ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἡ μονιμότης δὲν
192ὑπάρχει καὶ ὅπου δυστυχῶς οἱ ὑπάλληλοι γίνονται θύματα τῆς
193πολιτικῆς.
194Ὁ νόμος, κύριοι, τοῦ 1861 προέβλεψε περὶ τῆς συντηρήσεως
195τῶν ὑπαλλήλων ἄνευ μεγάλης συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ δημο-
196σίου. Ὁ κύριος Σίμος ἀληθῶς εἶναι ἄξιος μεγίστης εὐγνωμο-
197σύνης, διότι ἐπρότεινε τὸν νόμον τοῦτον καὶ διὰ τοῦ νόμου
198τούτου ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ μέλλον τῶν ὑπαλλήλων.
199Ἡ συνδρομὴ δὲ, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὰς τὸ δημόσιον ἐχορή-
200γησεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων γνωρίζετε, ὅτι
201ἀνήρχετο μόνον εἰς 100,000 δραχμῶν· μετὰ ταῦτα δὲ ἕνεκα
202τῶν ἀναγκῶν τοῦ ταμείου τούτου ἡ ἐπιχορήγησις αὕτη ἀνῆλ-
203θεν εἰς 150,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν
204βοήθειαν τοῦ δημοσίου τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων δὲν ἠδυνήθη,
205οὐδὲ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσε-
206ώς του. Τοὺς λόγους τούτους κύριοι, γνωρίζετε, διότι καὶ
207ἄλλοτε ἐν ἐκτάσει ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλὰ
208τοὺς λόγους τούτους τοὺς περιέχει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ
209τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Ἐν αὐτῇ θέλετε
210παρατηρήσει ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων εὑρίσκε-
211ται, ἂν ὄχι εἰς παντελῆ χρεωκοπίαν, εἰς κατάστασιν προσεγ-
212γίζουσαν εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ὡς
213ὁμολογεῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν ἐπαρ-
214κεῖ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, καὶ ὀκτὼ ὅλους
215μῆνας οἱ συνταξιοῦχοι ἔχουν νὰ λάβουν παρὰ τοῦ ταμείου τὴν
216σύνταξίν των. Ἡ κατάστασις αὕτη, κύριοι, πρέπει, ὡς προεῖπον,
217νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ
218θὰ ᾖναι διατεθειμένη νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι
219ὑπηρέτησαν τὴν ἐπικράτειαν. Εἶναι λυπηρότατον ἄνδρες, οἵτινες
220ὑπηρέτησαν τὸν τόπον αὐτὸν ἐπὶ 50 ὅλα ἔτη νὰ πένωνται, καὶ
221τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον· θὰ ἀναφέρω δὲ ὀνόματα πρὸς τιμὴν
222αὐτῶν· ὁ κ. Πολυζωΐδης εἶναι ἀνήρ, ὅστις ὑπηρέτησεν τὸν
223τόπον αὐτὸν ἐπὶ πεντηκονταετίαν ὅλην· ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα
224νέος, διεχειρίσθη εὐσυνειδήτως καὶ τιμίως πᾶσαν ὑπηρεσίαν,
225ἥτις τῷ ἀνετέθη ὑπὸ τῆς πολιτείας, ὠφέλησε τὸν τόπον καὶ
226διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν του καὶ διὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ χαρακτῆ-
227ρός του καὶ διὰ τῶν συγγραμμάτων του, καὶ ὅμως δύναμαι
228νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτε ἤμην εἰς τὰ πράγ-
229ματα, ὁ κ. Πολυζωΐδης πενόμενος ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον,
230ζητῶν ἐντελὲς βοήθημα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς
231καθημερινὰς ἀνάγκας του. Ἄνδρες τοιοῦτοι, κύριοι, εἰς κανὲν
232μέρος τοῦ κόσμου δὲν παραμελοῦνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον,
233καὶ μὴ ζητῆτε ἀπὸ τὴν διοίκησιν βελτίωσιν, μὴ ζητῆτε ἀπὸ
234τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς ἐκτέλεσιν ἀκριβῆ τῶν καθηκόντων
235των, ὅταν ἔχουν τὸ παράδειγμα ὄχι μόνον τοῦ κ. Πολυζωΐδου,
236ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἀνδρῶν· εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν ὑπάρχει καὶ ὁ
237Τισαμενός καὶ ὁ ἐννενηκοντούτης Μοναστηριώτης καὶ τόσοι
238ἄλλοι. Δὲν εἶναι, κύριοι, δίκαιον, δὲν λέγω φιλάνθρωπον, ἡ
239πολιτεία νὰ μὴ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, καὶ δὲν πρόκειται,
240καθὼς σᾶς εἶπον, παρὰ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην μόνον, καὶ ὄχι
241νὰ ἐπιβαρύνητε τὸν προϋπολογισμόν σας μὲ αὔξησιν δαπάνης.
242Ὡς παρατηρεῖτε, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν
243οἰκονομικῶν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον ἐσυστήθη
244ἐκ προκαταβολῶν αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων, ἐπεβαρύνθη μὲ
245συντάξεις 310,000 δραχμῶν, ἀποδιδομένων εἰς συνταξιούχους
246ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν
247των ἐν τῷ ἱερῷ ἀγῶνι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε ἴσως νὰ ἐπιβα-
248ρύνουν κυρίως τὸν προϋπολογισμόν· ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν συν-
249τάξεων ἐπεβαρύνθη μὲ 252,000 δραχμῶν ἀποδιδομένας εἰς
250συντάξεις Ἑπτανησίων δι’ ὑπηρεσίας των ἐπὶ τῆς πρώην
251Ἰονίου Πολιτείας. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπικράτεια,
252ἥτις ὤφειλε ν’ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος της ἓν μέγα μέρος τῶν συν-
253τάξεων τούτων, τὰς δαπάνας ταύτας τὰς ἐπέβαλεν εἰς τὸ
254ταμεῖον τῶν συντάξεων, καὶ ἕνεκα τούτου εὑρίσκεται εἰς τὴν
255οἰκτρὰν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς περιγράφει ὁ κ. ὑπουργὸς
256τῶν οἰκονομικῶν.
257Τώρα, κύριοι, ἂν θελήσετε νὰ ἐξετάσητε ἐὰν ᾖναι δίκαιον ὅ,τι
258σήμερον γίνεται, ὀλίγαι μόνον παρατηρήσεις δύναται νὰ σᾶς πεί-
259σουν, ὅτι ὅ,τι γίνεται σήμερον δὲν εἶναι δίκαιον. Δὲν θέλω νὰ
260ἐξετάσω, ἂν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὰς
261συντάξεις, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται δι’ ὑπηρεσίας προσενεχθείσας
262κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ μετὰ τὸν ἀγῶνα. Δὲν ἐγγίζω, κύριοι, τὸ
263ζήτημα τοῦτο, διότι δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ἂν αἱ συντά-
264ξεις αὗται ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνουν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ἢ
265νὰ μὴ τὸ ἐπιβαρύνουν. Ἔρχομαι μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῶν συν-
266τάξεων τῆς πρώην Ἰονίου πολιτείας. Ἡ πληρωμὴ τῶν συντάξεων
267τούτων ὑπὸ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλ-
268λήλων εἶναι, κύριοι, προφανῶς ἄδικος, διότι κατὰ τὴν ἕνωσιν τῆς
269Ἑπτανήσου διὰ ῥητῆς συνθήκης ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀνέλαβε
270τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνῃ τὰς συντάξεις ταύτας, καὶ νὰ πλη-
271ρόνῃ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὴν ἀλήθειαν ταύτην δὲν ἀμφι-
272σβητεῖ οὐδὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του,
273τοῦτο τὸ ὁμολογεῖ ῥητῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Λοι-
274πὸν τί πταίουσιν οἱ συνταξιοῦχοι, κύριοι, ἂν τὸ κράτος ἕνεκα
275τῶν οἰκονομικῶν του δυσχερειῶν δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκ-
276πλήρωσιν τῆς νομίμου ὑποχρεώσεώς του; Εἶναι σᾶς ἐρωτῶ δί-
277καιον νὰ πένωνται οἱ δημόσιοι λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦν νὰ
278λάβουν ψυχίον τι παρὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, οἱ ὁ-
279ποῖοι ζητοῦν μόνον δικαιοσύνην; Οἱ συνταξιοῦχοι, κύριοι, σᾶς
280λέγουν· «τὰς συντάξεις τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν
281νὰ τὰς πληρώσωμεν, διότι ῥητὴ συνθήκη ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν
282ταύτην εἰς τὸ κράτος. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο· ἀ-
283παλλάξατε τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἀπὸ τὰς συν-
284τάξεις τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τότε δυνάμεθα διά τινος εὐκολίας ἐκ
285μέρους τοῦ δημοσίου νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας μας.»
286Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῶν συνταξιούχων εἶναι δικαιο-
287τάτη, νομιμοτάτη, στηρίζεται ἐπὶ συνθηκῶν εἰς τὰς ὁποίας ἡ νο-
288μοθετικὴ ἐξουσία ἔδωσε πλήρη τὴν συναίνεσίν της καὶ τὴν κύρω-
289σίν της.
290Ἀλλά, κύριοι, γνωρίζω τί δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
291Οἰκονομικῶν. Ἴσως ἐρωτήσῃ, διατὶ δὲν ἐπράξατε σεῖς ὄντες ἐν τῇ
292ἐξουσίᾳ ὅ,τι ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν συνειθίζω νὰ
293μέμφωμαι τὰς κυβερνήσεις πολὺ εὐκόλως, οὐδὲ νὰ μεμψιμοιρῶ
294κατ’ αὐτῶν. Εἰς τὴν ἐνδεχομένην αὐτὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. ὑπουρ-
295γοῦ τῶν οἰκονομικῶν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω. Πέρυσι,
296κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἀναγνωρίσει πληρέστατα τὸ δί-
297καιον τῶν συνταξιούχων, πρὶν δὲ λύσῃ τὸ ζήτημα περὶ τῶν συν-
298ταξιούχων τῆς Ἑπτανήσου, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις τοῦ προϋ-
299πολογισμοῦ καὶ ἠγέρθησαν δίκαιαι φωναὶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν
300συνταξιούχων, ἐπροτάνθη εἰς τὸν ἤδη ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν
301κ. Χρηστόπουλον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συντα-
302ξιούχων, ν’ αὐξηνθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγρα-
303φόμενον ὑπὲρ τοῦ ταμείου τούτου κατὰ 100,000 δραχμῶν, ὑπο-
304λειπομένου ἐκκρεμοῦς εἰς μεταγενεστέραν ἐποχὴν τοῦ ζητήματος
305τῆς μεταβιβάσεως ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων τῶν Ἑ-
306πτανησίων, ἕως ὅτου ἡ κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς εὐκολίαν νὰ
307ἐνεργήσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Χρηστόπουλος δυστυχῶς, ὁ ὁποῖος
308τότε μετὰ πολλῆς εὐγλωττίας ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δι-
309καίων τῶν συνταξιούχων, δὲν ἐδέχθη τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ
310τούτου. Μετὰ ταῦτα γνωρίζετε, ὅτι ἦλθε τὸ ζήτημα αὐτὸ,
311ἀλλ’ ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετό τι.
312Ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον
313εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ γείνῃ ἤδη, διότι κατὰ τὴν περυσι-
314νὴν σύνοδον (καὶ ὅ,τι λέγω εἶναι ἱστορία καὶ δὲν θὰ προσβληθῇ
315τις), ὑπῆρχε τόσον ζωηρὰ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὥστε ἡ κυβέρ-
316νησις ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς οὐδὲν ἔργον αὑτῆς
317καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἔμει-
318ναν, διὰ ν’ αὐξήσουν τὸν κονιορτὸν τῆς Βουλῆς. Ἐφέτος ὅμως
319ἡμεῖς ἐσκέφθημεν ἄλλως· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν
320τέλος πάντων μίαν κυβέρνησιν ἄνευ αἰωνίας πολιτικῆς διαμά-
321χης, διότι ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος αὐτός·
322εἴπομεν ὅτι εἰς τὸν βίον τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν πρέπει ἐπί
323τινα καιρὸν νὰ ἐπέρχηται πολιτική τις ἀνάπαυλα, ἡ ὁποία νὰ
324ἀφίνῃ τὴν ὑπάρχουσαν κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ τὰ διάφορα
325νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα. Τοῦτο, κύριοι, ἐπράξα-
326μεν πρὸ τεσσάρων μηνῶν καὶ τὸ ἐπράξαμεν ἀδιαφοροῦντες διὰ
327τὰ συμφέροντά μας τὰ πολιτικὰ, ἅτινα προσβάλλονται· διότι
328οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐξακολουθοῦσιν προσβάλλοντες τὰ πολιτικὰ
329συμφέροντα τῶν φίλων μας· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ἀδιάφορον
330ἀπέναντι ἑνὸς γενικοῦ συμφέροντος τὰς προσβολὰς τὰς ἀτομικάς.
331Ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ ὑποστηρίζομεν τὴν κυβέρ-
332νησιν, καὶ τὴν ὑποστηρίζομεν διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς
333εἶπον. Ἡ ἐφετεινὴ λοιπὸν σύνοδος, κύριοι, εἶναι πολὺ καταλλη-
334λοτέρα διὰ νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν πε-
335ρυσινὴν σύνοδον ἤθελον διεγείρει ἀνεμοστρόβιλον ἐντὸς τοῦ κοι-
336νοβουλίου τούτου καὶ δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα.
337Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπράξαμεν ἡμεῖς ὅ,τι σήμε-
338ρον ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς κυβερνήσεως. Σήμερον ἐν τῇ γαλήνῃ,
339ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ πλη-
340ρώσῃ πολλὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν
341τῇ διοικήσει, καὶ ἐντὸς τῶν κενῶν τούτων εἶναι ἡ πρόνοια, τὴν
342ὁποίαν πρέπει νά λάβωμεν περὶ τῶν συνταξιούχων.
343Ἀλλ’ ἔρχεται ἑτέρα ἐνδεχομένη ἀντίῤῥησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ
344τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εἰς
345ὅλα ταῦτα ἀντιτάξει τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τοῦ κράτους;
346Θέλει ἀντιτάξει εὐλογοφανῶς τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολο-
347γισμοῦ, θέλει εἴπει πῶς ν’ ἀναδεχθῇ τὸ δημόσιον σήμερον τὰς
348συντάξεις τῶν Ἑπτανησίων, ὅταν σᾶς παρουσιάζω προϋπολο-
349γισμὸν μὲ ἔλλειμμα; Βεβαίως ἡ ἀντίῤῥησις αὐτὴ εἶναι εὐλογο-
350φανὴς, εἶναι δικαία, ἀλλὰ δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ κάμω ἀντίῤῥη-
351σιν κατὰ τῆς ἀντιῤῥήσεως ταύτης. Ὁ προϋπολογισμὸς παρου-
352σιάζει ἔλλειμμα, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ὅταν ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ
353Βουλὴ ἀναγνωρίζουν τὸ δίκαιον τοῦ νὰ ἀναλάβωμεν εἰς βάρος
354τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς συντάξεις τῶν Ἑπτανησίων, ἃς λάβω-
355σιν ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ μέτρα ἄλλα διὰ τὴν ἰσοῤῥοπίαν
356τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄλλως τε, κύριοι, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς
357παρουσιάζει ἔλλειμμα οὐχὶ πλέον 600,000 ἀλλὰ ἑνὸς ἑκατομ-
358μυρίου καὶ περισσότερον, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἔλ-
359λειμμα αὐτὸ ἂς ᾖναι 1 ἑκατομμύριον καὶ 200 χιλιάδες;
360Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ
361προϋπολογισμῷ ὑπολογίζει τὸ ἔλλειμμα εἰς 600,000, ἀλλὰ διὰ
362τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβαρύνουν τὸ 1871,
363αἱ πιστώσεις αὗται θὰ αὐξήσωσι τὸ ἔλλειμμα.
364§25ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν.
365§26Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ἐπετρέψατε ἤδη.
366§27ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ κάμωμεν νόμον.
367§28Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Διὰ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις δὲν δύνασθε
368νὰ κάμητε νόμον· τὰς δὲ ἐκτάκτους πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐ-
369ψηφίσατε, δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀνακαλέσητε, οὐδὲ δύναται ἡ Βουλὴ
370νὰ μὴ ψηφίσῃ ἐκτάκτους πιστώσεις, ὅταν αἱ πιστώσεις αὗται
371ἀποδειχθῶσιν ἀναγκαῖαι. Δὲν θὰ ψηφίσητε, λέγει ὁ κ. Δαγρὲς,
372ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ ἐν τούτοις ἐψηφίσατε τοιαύτας, ἐψη-
373φίσατε διὰ τὴν Ἀμφιτρίτην, ἐψηφίσατε διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν,
374διὰ τοὺς Κυπρίους, διὰ τὴν ἀνακόμισιν τῶν λειψάνων τοῦ Πα-
375τριάρχου Γρηγορίου, ἐψηφίσατε, ἂν οὐχὶ ὡρισμένην πίστωσιν,
376ἀλλὰ πίστωσιν ἐν γένει εἰς τὸν νόμον περὶ λῃστείας, πί-
377στωσιν ὅλως διόλου ἀπροσδιόριστον, διότι ἐδώκαμεν τὸ δι-
378καίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀνεγείρῃ σταθμοὺς,
379ὅπου ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἤθελε παρουσιάσει τὴν ἀνάγκην ταύ-
380την. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐψηφίσατε ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ
381δὲν δύνασθε νὰ πράξητε ἄλλως, ὅταν παρουσιάζωνται ἀνάγκαι
382ἀναπόφευκτοι. Ὑποστηρίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋ-
383πολογισμοῦ διὰ τῶν πιστώσεων αὐξάνει, καὶ βεβαίως ὁ ὑπουρ-
384γὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀσχολῆται νὰ εὕρῃ τρόπον ὥστε κατὰ
385τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ κα-
386λυφθῇ. Εἰς τὴν μέριμναν λοιπὸν περὶ τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμ-
387ματος τούτου, δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἡ μέριμνα περὶ τῆς
388προσθήκης τοῦ νέου ἐλλείμματος. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν ἀναγνω-
389ρίζητε, καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὸ φιλονεικῇ οὐδεὶς, ὅτι τὸ τα-
390μεῖον τῶν συντάξεων ἐπιβαρύνεται ἀδίκως μὲ συντάξεις, αἱ
391ὁποῖαι δυνάμει συνθηκῶν ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπι-
392κρατείας, δὲν βλέπω πῶς δύνασθε νὰ ἀντιτάξητε τὴν οἰκονο-
393μικὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν
394πρέπει νὰ λάβητε περὶ τῶν δημοσίων αὐτῶν ὑπαλλήλων, μὴ
395νομίζητε ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν τινα μὲ τὴν εὐημερίαν τῆς πο-
396λιτείας καὶ μὲ τὴν εὐεξίαν αὐτῆς. Ὅταν, κύριοι, ἀπελπίζητε
397τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς περὶ τοῦ μέλλοντός των, ὅταν οὗτοι
398ἐν ἐνεργείᾳ διατελοῦντες ἀποκτήσουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδε-
399μία πρόνοια λαμβάνεται περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν καὶ ὅτι πο-
400λιτική τις περίστασις δύναται νὰ τοὺς ῥίψῃ εἰς τὰς ὁδοὺς, χωρὶς
401νὰ ἔχωσι τὸν ἐλάχιστον πόρον πρὸς διατήρησιν τῶν οἰκογενειῶν
402των, ὅταν, λέγω, ἀποκτήσουν τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, μὴ ζη-
403τῆτε καλὴν διοίκησιν, οὐδὲ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόν-
404των των, διότι τότε θὰ ζητῆτε ἀδύνατα πράγματα. Ἡ πρόνοια
405λοιπὸν περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα
406μόνον, ἀφορᾷ εἰς τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς πολιτείας, διότι εἶναι
407ἀδύνατον πολιτεία νὰ εὐημερήσῃ καὶ νὰ προοδεύσῃ ἄνευ πι-
408στῶν, καλῶν, καὶ ἀξίων ὀργάνων· τοιαῦτα δὲ ὄργανα εἰς τὴν
409ὑπηρεσίαν ἀδύνατον νὰ ἔχητε, ἐνόσῳ δὲν λάβητε πρόνοιαν, ἐνόσῳ
410ἡ πολιτεία δὲν δείξῃ ὅτι μεριμνᾷ περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν
411τῆς ὑπηρεσίας.
412Βεβαίως, κύριοι, δυστυχέστεροι ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἄλλοι παρὰ
413οἱ ὑπάλληλοι, διότι οὔτε μονιμότητα, οὔτε ἐγγυήσεις ἔχουν
414περὶ τοῦ μέλλοντός των.
415§29Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἦτο καλὸν νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος περὶ προ-
416σόντων.
417§30Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἦτο ἐπιθυμητὸν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ν’ ἀπο-
418τραπῇ ἀπὸ αὐτὴν τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὴν δημο-
419σίαν ὑπαλληλίαν, διότι ἀληθῶς αὐτὴ ἡ τάσις εἶναι δυστυχία
420τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ ὅ,τι σήμερον γίνεται διὰ τοὺς
421συνταξιούχους, πρέπει νὰ ᾖναι λίαν ἀποθαῤῥυντικὸν διὰ πάντα,
422ὅστις προτίθεται ν’ ἀσπασθῇ τὸν ὑπαλληλικὸν βίον· ἀλλὰ τοῦτο
423δὲν εἶναι καὶ τόσον εὔκολον· πρέπει ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ βιομηχα-
424νία, ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ συγκοινωνία, ἵνα εὕρωσι στάδιον οἱ ἄν-
425θρωποι.
426Ἐννοεῖτε ἐκ τῶν ὀλίγων τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς
427εἴπω, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον
428ἔχει βεβαίως τὴν ἀξιόλογον πρόθεσιν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατά-
429στασιν τῶν συνταξιούχων, δὲν θέλει ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀγα-
430θὴν πρόθεσιν αὐτοῦ ἄνευ τροπολογίας τινος. Κατὰ τὸ σχέδιον
431τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αὐξάνεται, κύριοι, ἀπὸ 15 εἰς
43225%, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ κράτησις, ἡ ὁποία δυνάμει
433προηγουμένων νόμων εἶχεν ὁρισθῇ. Τοῦτο βεβαίως δύναται νὰ
434συντελέσῃ κατά τι εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέσων τοῦ ταμείου
435τῶν συνταξιούχων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν
436οἱ ἴδιοι συνταξιοῦχοι χορηγοῦσι εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων
437καὶ εἶναι συνδρομὴ ἄδικος, διότι ἀντὶ 15% θὰ πλη-
438ρώνῃ τάξις τις συνταξιούχων εἰς τὸ μέλλον 25%, ἀντὶ
439100 δραχμῶν δηλ. θὰ λαμβάνῃ τις μόνον 75. Ἐννοῶ τὴν θλι-
440βερὰν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
441μικῶν νὰ ἐγγράψῃ τοιαύτην διάταξιν, ἀλλ’ αὕτη δὲν εἶναι
442προφανῶς εὐεργετικὴ ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων.
443Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. ὑπουργὸς
444τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν μετατροπὴν τοῦ μέχρι τοῦδε δανείου
445τῶν 6 ἑκατομμυρίων εἰς μετοχὰς ἑτέρου δανείου, τοῦτο εἶναι
446συντελεστικὸν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ καλῶς, κύριοι, τὴν διάταξιν
447αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου· δὲν ἐννοῶ καλῶς τί θὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ
4486,696 ὁμολογίαι τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000 θὰ με-
449τατραποῦν εἰς 2,989 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 28,000,000;
450εἶναι νέον δάνειον τοῦτο;
451§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ μεταβάλωμεν αὐτό.
452§32Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι ἓν δάνειον, δὲν
453δύναται νὰ κολλήσῃ εἰς ἕτερον, ὡς ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζί-
454σκου δὲν ἠδύνατο νὰ κολλήσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ καθυ-
455στερούντων. (γέλως). Ἡ μέθοδος αὐτὴ τῆς προσκολλήσεως πρέ-
456πει νὰ λείψῃ καὶ νὰ γείνῃ νέον δάνειον. Τὸ μέτρον τοῦ ὑπουρ-
457γοῦ τῶν οἰκονομικῶν πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ δεκτόν, διότι
458κατὰ μέγα μέρος συντελεῖ καὶ αὐξάνει κατά τι τὰς προσόδους
459τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέ-
460πει νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἵνα μὴ φαίνηται δάνειον
461κολλημένον εἰς παλαιὸν δάνειον· ἀλλ’, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς
462τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει μεταβάλει τὴν διάταξιν αὐτήν. Παρα-
463καλῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καταρτισθῇ
464μὲ τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν προτείνω, ἤτοι
465τοῦ ν’ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος του τὸ κράτος τὰς συντάξεις τῶν
466ὑπαλλήλων τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι κατὰ
467τὰς συνθήκας πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμόν.
468§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
469§34ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰς τί εἶσθε σύμφωνοι; Ἐγὼ ἔχω ἰδικάς
470μου ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ὁμιλήσω.
471Κύριοι, τὸ περὶ συντάξεων ζήτημα συνδέεται μὲ πρόσωπα,
472καὶ ἑπομένως εἶναι, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον τὸν θέλοντα νὰ
473ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ ἢ κατ’ αὐτοῦ, εἶναι ὀλίγον δυσάρεστον.
474Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μ’ ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπω σχετικῶς
475μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τὴν γνώμην μου, ὅτι ἀπαι-
476τεῖται ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ἀναγκαῖά τινα στοιχεῖα ἵνα
477προέλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Καθὰ βλέπετε ὁ κ. Ζαΐμης δὲν
478ζητεῖ τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον ἢ τὴν θυσίαν
479200,000 δραχμῶν ἀπὸ μέρος τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ τοῦ
480ταμείου αὐτοῦ, καὶ τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν δὲν εἶναι
481εὐκαταφρόνητον, δὲν εἶναι μικρὸν, εἰς τὴν παροῦσαν μάλιστα
482οἰκονομικήν μας δυσχέρειαν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι τοῦτο τὸ
483ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν
484κατάστασιν, ἢ, μᾶλλον, εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία,
485ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, δὲν ἀπέχει πολὺ τῆς χρεωκοπίας.
486Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πόθεν συμβαίνει· καὶ ἂν συμβαίνῃ
487ἀπὸ λόγους ἀποβλέποντας τὴν πολιτείαν, τότε μάλιστα ἡ πο-
488λιτεία ὀφείλει νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τοῦ ταμείου αὐτοῦ· ἐὰν
489ὅμως συμβαίνῃ τοὐναντίον ἀπὸ λόγους προερχομένους ἐξ ἐκεί-
490νων, οἵτινες μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον αὐτὸ, πότε ἡ πο-
491λιτεία δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν
492τοῦ ταμείου αὐτοῦ. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δύο εἶναι οἱ σπουδαῖοι
493λόγοι οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν αὐτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ τα-
494μείου τῶν συντάξεων· τὸ μὲν ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐτῶν τῆς ὑπη-
495ρεσίας ἐκείνων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀπέκτησαν
496τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, διότι, καθὼς ἠξεύρετε, μέχρι
497τινὸς τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα ἔδιδον δικαίωμα εἰς σύνταξιν
498ἦσαν 30, ἀλλὰ κατόπιν συνεπεία παραπόνων καὶ ἐνεργειῶν
499τὰ ἔτη αὐτὰ ἠλαττώθησαν εἰς 25. Βλέπετε ὅτι ἐκ τῆς ἐλατ-
500τώσεως αὐτῆς προέκυψαν συντάξεις ἄπειροι, αἱ ὁποῖαι ἐπεβά-
501ρυναν τὸ ταμεῖον αὐτό. Ἡ εὐκολία λοιπὸν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ
502νόμος ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς συν-
503τάξεως νομίζω ὅτι δὲν εἶναι λόγος, ὁ ὁποῖος εὐθύνει τὴν πο-
504λιτείαν, ἀπ’ ἐναντίας ἡ πολιτεία ἔπραξεν ὅ,τι ἠδύνατο. Αὐτοὶ
505οἱ ὁποῖοι κατήρτισαν τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἂς ἐσκέπτοντο πῶς νὰ
506τὸ καταρτίσωσιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ πάθῃ οἰκονομικῶς καὶ
507νὰ μὴ ἐλαττωθῇ ἡ περιουσία του, ὅπως ἠλαττώθη. Πλὴν τοῦ
508λόγου τούτου ὑπῆρξε καὶ ἕτερος λόγος ἀκόμη σπουδαιότερος,
509ὅστις ἐχειροτέρευσε τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου αὐτοῦ. Εὐθύ-
510νονται μάλιστα ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὸν νόμον περὶ συν-
511τάξεως, διότι συμπεριέλαβον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ
512ἔτη τοῦ ἀγῶνος. Δὲν πρόκειται νὰ καταδικάσω τὸν νόμον μήτε
513νὰ τὸν τροποποιήσω. Ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ γείνῃ καταλη-
514πτὸς ὁ λόγος τὸν ὁποῖον θέλω ἀναπτύξει, ἀναγκάζομαι νὰ συ-
515ζητήσω ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεων. Δὲν ἐν-
516νοῶ διατὶ συμπεριελήφθη εἰς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ ὑπη-
517ρεσία ἡ προσενεχθεῖσα κατὰ τὸν ἀγῶνα. Ἡ πολιτεία πολλαχῶς
518προεῖδε διὰ τοὺς ἀγωνιστὰς τοῦ 21· συνέταξεν εἰδικὰς ἐπιτρο-
519πάς· περὶ τούτου ἔδωκεν ἀμοιβάς, ἔδωκε βαθμούς, ἔδωκε γραμ-
520μάτια καὶ τόσα ἄλλα πράγματα διὰ τῶν ὁποίων ἀντήμειψε
521τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον. Τί σχέσιν ἔχει ὁ ἀγὼν τοῦ 21 μὲ τὴν
522πολιτικὴν ὑπηρεσίαν μετὰ τὰ 28; Κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν· καθόσον
523αὐτὰ τὰ δύο πράγματα εἶναι χωριστὰ μεταξύ των. Ἡ πολι-
524τεία διὰ τὸ ἓν προέβλεψε καὶ ἔδωκε βαθμοὺς καὶ ἀμοιβὰς
525ἐκείνας τὰς ὁποίας, νομίζω, ὤφειλε νὰ δώσῃ· ἑπομένως ἡ διά-
526ταξις αὕτη τοῦ νόμου περὶ συντάξεων δὲν ἔπρεπε νὰ περιέχηται
527εἰς αὐτό. Ὠφελούμενοι τινὲς ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης εἰσῆλθον
528εἰς τὴν χορείαν τῶν συντάξεων. Κατ’ ἐμὲ κακῶς, καὶ δὲν ἔχω
529καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι εἰσῆλθον κακῶς, καὶ
530ἐπεβάρυναν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων.
531Κύριοι, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος τῆς κατα-
532στροφῆς τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων ὑπάρχει αὐτό, ὅτι τὰ ἔτη
533τοῦ ἀγῶνος ὑπελογίσθησαν κακῶς καὶ ἔδωκαν ὡς ἐκ τούτου
534δικαίωμα συντάξεως, καὶ συντάξεως οὐχὶ εὐκαταφρονήτου, εἰς
535πρόσωπα τὰ ὁποῖα σήμερον ἄγουν τὸ 25 ἢ τὸ 40 ἔτος τῆς
536ἡλικίας των —καὶ ὅμως τὰ πρόσωπα ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς 70
537καὶ 80 ἐτῶν καὶ ὡς λαβόντα μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ 21—
538διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν
539οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας τὸν κατάλογον τῶν πολιτι-
540κῶν συνταξιούχων, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ συμπεριλαμ-
541βάνονται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, μόλις ἄγουν τὸ 40
542ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ἐθεωρήθησαν ὡς ἀγωνισταὶ τοῦ 21.
543Ἐκ τούτου συνέβησαν δύο κακά, τὸ μὲν, ὅτι ἐξηντλήθη σχεδὸν
544τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ δὲ ὅτι ὑβρίσθη καὶ ὁ ἱερὸς ἀγὼν, ὑβρί-
545σθησαν καὶ οἱ ὄντως ἐκεῖνοι ἀγωνισταί. (θόρυβος).
546Σήμερον ζητοῦμεν ἰατρικόν, καὶ ἔχουν δίκαιον οἱ ζητοῦντες
547ἰατρικόν· τῳόντι ἐκεῖνος ὅστις ἔρχεται ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἕνα κα-
548κὸν νόμον ὀφείλει βεβαίως νὰ προτείνῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς θε-
549ραπείας αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν εἶμαι ἐντελῶς ὥριμος, ἵνα
550σᾶς προτείνω μίαν θεραπείαν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ τοῦ ὑπάρχοντος.
551Θὰ δείξω ὅμως μίαν γνώμην· διότι τὸ κακόν, προϊόντος τοῦ
552χρόνου, αὐξάνει, καὶ εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ εἰσέρχονται ὁσημέραι
553δικαιοῦχοι, καὶ οὕτω αἱ συντάξεις ηὔξησαν καὶ ἐξωγκώθησαν,
554καὶ θὰ φθάσωσι εἰς θέσιν ὅπου νὰ μὴ ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀνταπο-
555κριθῇ ποσῶς εἰς τὸν σκοπόν του· καὶ ἂν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν
556αὐτὴν τοῦ νὰ ἔρχηται ἡ πολιτεία εἰς ἐπικουρίαν καὶ συνδρομὴν
557τοῦ ταμείου αὐτοῦ, θὰ καταλήξωμεν, κύριοι, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα
558τοῦ νὰ πληρόνῃ τὰς συντάξεις αὐτὰς μέχρι τέλους ὁλοκλήρους
559τὸ δημόσιον ταμεῖον.
560Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι δύσκολος, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀδύνατος,
561ἡ ἀναθεώρησις τῶν προσόντων τῶν κεκτημένων δικαίωμα συν-
562τάξεως, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶναι διόλου δύσκολον νὰ κανονίσωμεν τὸ
563μέλλον, δὲν μᾶς εἶναι δύσκολον νὰ κανονίσωμεν τὰ ἔτη τῆς ὑ-
564πηρεσίας, τὰ ὁποῖα θὰ δίδουν δικαίωμα πρὸς σύνταξιν. Ὁ κύριος
565Ζαΐμης εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἀπελπίζονται οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλ-
566ληλοι, ἀπελπίζονται οἱ θέλοντες νὰ γείνωσι δημόσιοι λειτουργοὶ
567βλέποντες τὴν κατάστασιν τῶν συνταξιούχων. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν
568εἶδον κανένα ἀπηλπισμένον· ὅλοι, κύριοι, ἠξεύρετε, καὶ ἂς τὸ ὁ-
569μολογήσωμεν, ὅτι πιεζόμεθα ἀπὸ πολλοὺς θέλοντας νὰ γείνωσιν
570δημόσιοι ὑπάλληλοι· καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐμποδίζονται διὰ τοῦτο,
571ἀλλ’ ὁσημέραι ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ, ἡ ἀπαίτησις τοῦ νὰ καταλά-
572βωσι δημοσίας θέσεις αὐξάνει καὶ προοδεύει εἰς τρόπον ἀρκετὰ
573σκανδαλώδη, εἰς τρόπον, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν θέσιν τῆς ἐξουσίας
574καὶ τὴν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἰδικήν μας θέσιν κατέστησεν ἀρ-
575κετὰ δυσάρεστον. Δὲν βλέπω, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν συνταξιού-
576χων, ἥτις εἶναι οἰκτρὰ, νὰ ἠλάττωσε τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ἀ-
577ξιώσεις τῶν θελόντων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας.
578Κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους οὐδεμία ἄλλη
579τάξις δημοσίων ὑπηρεσιῶν ὑπηρετεῖ δωρεάν. Πληρόνονται ἁδρῶς
580διὰ νὰ ἐκτελέσωσι μίαν λειτουργίαν, ἑπομένως καὶ ἡ πολιτεία
581δύναται νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον ἀπέναντι αὐτῶν. Βλέπετε
582λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὰ ἔτη τῆς συντάξεως
583συμπληροῦντες τὸν νόμον τῶν περὶ συντάξεων· δυνάμεθα ν’ ἀ-
584παγορεύσωμεν ἢ νὰ διακόψωμεν ῥητῶς ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα νό-
585μον τῶν συντάξεων τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν περιλαμβά-
586νονται εἰς τὰ ἔτη τῆς συντάξεως καὶ τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
587ἀγῶνος, διότι σήμερον τοὐλάχιστον δὲν ὑφίσταται πλέον τὸ δι-
588καίωμα αὐτό. Δὲν πιστεύω ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁ-
589ποῖος νὰ ἠγωνίσθη κατὰ τὸ 21 καὶ νὰ δύναται σήμερον νὰ ὑπη-
590ρετήσῃ· διότι πρέπει νὰ ᾖναι 70 καὶ 80 ἐτῶν.
591§35ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα ὅσοι ἐμβῆκαν εἰς τὸν ἀγῶνα
592ἐμβῆκαν· ἀπὸ τώρα καὶ ἐμπρὸς δὲν ὑπάρχει ἀγὼν διὰ νὰ νομο-
593θετήσωμεν.
594§36ΚΑΤΖΙΚΑΠΗΣ. Καὶ ὅμως θὰ γεννηθῶσι τοιαῦται ἀποφάσεις,
595καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος, ὅστις νὰ μᾶς ἐμποδίζῃ νὰ διαγράψω-
596μεν τὴν διάταξιν αὐτήν· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ
597διάστημα τοῦ 19 αἰῶνος ὁ ἀγὼν τοῦ 21 θὰ τρέχῃ. Αὐτὰ τὰ
598δύο προχειρότερα μέσα ἔχομεν ἐπὶ τοῦ παρόντος.
599Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν διαχειρισμὸν τῶν δύο ταμείων τοῦ τῆς
600Ἑπτανήσου καὶ τῆς πρώην Ἑλλάδος, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν
601νὰ τὸν δεχθῶ, ὁπόταν μάθωμεν τὰ ἑξῆς πράγματα ποῖον
602ἦτο τὸ κεφάλαιον τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῆς Ἑπτανήσου,
603καθ’ ὃν χρόνον ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος μὲ τὴν πρώην ἐλευθέραν Ἑλ-
604λάδα, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν ἤδη εἰς συνταξιούχους.
605Καθὼς, κύριοι, ἠκούσατε, καθ’ ὃν χρόνον ἡνώθη τὸ ταμεῖον τῆς
606Ἑπτανήσου μὲ τὸ τῆς Ἑλλάδος, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εὑ-
607ρίσκετο ἀποθεματικὸν κεφάλαιον 1,000,000 δραχ. καὶ μοὶ
608φαίνεται παράδοξον πῶς ἐδαπανήθη, πῶς ἐχωνεύθη. Αὐτὰς τὰς
609πληροφορίας παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
610μικῶν ἢ ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου.
611§37ΣΕΡΒΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁ ἀξιό-
612τιμος βουλευτὴς κύριος Ζαΐμης, περιττὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ
613προσθέσω τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ εἴπω
614ὀλίγα τινὰ, διότι προτρέπομαι οὐ μόνον ἀπὸ αἴσθημα δικαιοσύ-
615νης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας. Εἶναι ἀναντίῤῥη-
616τον καὶ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι εἷς ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς
617ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὸν ὑπάλληλον εἰς τὸν ζῆλον τῆς ὑπη-
618ρεσίας, εἰς τὴν τιμιότητα καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν εἶναι
619καὶ αὐτὸς ὁ τῆς συντάξεως· διότι εἶναι πεπεισμένος ὅτι
620ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα καὶ
621ἐκτελέσῃ τὰς καταβολὰς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος προβλέπει,
622θὰ ἔχῃ διὰ τὸ γῆράς του ἢ διὰ τὰ τέκνα του τὸν ἐπιούσιον
623ἄρτον. Ὁ θεσμὸς οὗτος τὸν κρατεῖ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸν ἐνισχύει,
624τὸν ἐνθαῤῥύνει. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ
625ἐνισχύσωμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ ἔθνη τὰ εὐνομούμενα
626παρεδέχθησαν μέχρι τοῦδε. Ἡ ἀνέχεια, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν
627αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι κρούουν τὰς θύρας
628τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου διὰ νὰ λάβουν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον,
629ὅ ἐστὶ τὴν ἀμοιβὴν τῆς ὑπηρεσίας των καὶ τῶν καταβολῶν,
630τὰς ὁποίας ἐτέλεσαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, σπαράττει τὴν
631καρδίαν παντὸς εὐαισθήτου. Ἄνθρωποι φθάσαντες εἰς τὰ 80 ἢ
63290 ἔτη τῆς ἡλικίας των, χῆραι καὶ ὀρφανὰ ζητοῦσιν εἰς μάτην
633πρὸ 12 μηνῶν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Διὰ 12 μῆνας δὲν τοῖς
634ἐπληρώθη ἡ πενιχρὰ σύνταξις εἰς τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται. Ἡ
635δικαιοσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία μᾶς προτρέπει νὰ λάβωμεν ἓν
636μέτρον. Ἀξιότιμος βουλευτὴς συνάδελφός μας, ὁ κ. Χρηστόπου-
637λος, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνηγόρησεν ἐκτενῶς καὶ ἐμβριθῶς
638ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ τὸ μέτρον δὲν ἠξεύρω διὰ τί
639δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἐνῷ ὅλη ἡ πεποίθησις καὶ ὅλη ἡ καλὴ
640πρόθεσις ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει, νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἱκετεύω
641λοιπὸν καὶ ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἓν οἱονδήποτε μέτρον.
642Βέβαιον εἶναι ὅτι, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὑπηρετήσαντες τακτικῶς
643τὸ Κράτος κατέβαλον ἀπὸ μακρᾶς ἐποχῆς τὴν ὡρισμένην καὶ
644ὁλονὲν καταβάλλουσι, κράτησιν, οὐχ ἧττον τὸ ταμεῖον εὑ-
645ρίσκεται εἰς χρεωκοπημένην κατάστασιν· τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ
646προῆλθεν ἀπὸ δύο λόγους τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχητε πρὸ
647ὀφθαλμῶν, διότι αὐτοὶ οἱ λόγοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ ἐκείνων οἱ
648ὁποῖοι ἀπαιτοῦσι τὴν σήμερον τὸ δικαίωμά των. Ὁ πρῶτος
649λόγος εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ
650ὁ κ. Κατσικαπῆς, ὅ ἐστὶν ὅτι κατελογίσθησαν ὑπέρ τινων ἀτόμων
651τὰ ἔτη τοῦ ἀγῶνος τὰ ὁποῖα δικαίῳ τῷ λόγῳ ἔπρεπε νὰ
652καταλογισθῶσιν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, διότι ἦτο καθῆκον,
653ὥστε ἡ κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκεί-
654νων καὶ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπηρέτησαν καὶ
655προσέφεραν τὸ αἷμά των ὅπως ἐλευθερωθῇ τὸ Ἔθνος. Τί κατέ-
656βαλε τὸ ταμεῖον ὑπὲρ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος; Σᾶς τὸ λέγει ἡ
657ἔκθεσις· ἡ ἔκθεσις διακηρύττει, ὅτι κατεβλήθησαν ὑπὲρ τῶν ὑπη-
658ρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος 2000000 δραχμῶν αἵτινες ἀφῃρέθησαν ἀπὸ
659τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπαλλήλων. Τί δὲ συνεισέφερεν ἡ κυβέρ-
660νησις; κατέβαλεν ἓν μόνον ἑκατομμύριον. Ἐν ἄλλοις λόγοις
661ἡ κυβέρνησις ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ εἰδικὸν αὐτὸ ταμεῖον τῶν ὑπαλ-
662λήλων ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Εἶναι δίκαιον νὰ τὸ ἀπο-
663δώσῃ; Ἐγὼ λέγω ὅτι οὐδὲν δικαιότερον τούτου, διότι ἡ
664ἀφαίρεσις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἶναι ἀφαίρεσις ἐκ τοῦ θυλα-
665κίου τῶν ὑπαλλήλων. Ἀνάγκη λοιπὸν ἀπαραίτητος, ὥστε ἡ
666κυβέρνησις δι’ οἱωνδήποτε μέσων καὶ δι’ οἱωνδήποτε τρόπων
667νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν τῶν ἀτόμων.
668Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι τὸ ταμεῖον ἐπῆλθεν εἰς πληρω-
669μὴν συντάξεων πρὶν ἢ γείνῃ μία προκαταβολικὴ προικοδότησις,
670καθὼς γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου. Εἶναι ἀδύνατον
671κύριοι, τὴν πρώτην ἡμέραν καθ’ ἣν μορφοῦται τὸ ταμεῖον νὰ
672ἔχῃ τόσας κρατήσεις, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς συντάξεις τῶν
673προηγουμένων ὑπηρεσιῶν, διότι τὴν αὐτὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐδη-
674μοσιεύθη ὁ νόμος ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα τῶν προηγουμένων
675ὑπηρεσιῶν τῶν ἀρχαίων ὑπαλλήλων διὰ τὴν ἀπολαβὴν τῆς
676συντάξεως.
677Ἐὰν ἤθελε δοθῆ προικοδότησις 300 ἢ 500 χιλιάδων δραχ-
678μῶν, τὸ ταμεῖον δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Αὐτοὶ
679εἶναι, κύριοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται τὸ ταμεῖον
680εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται. Ἐπιτρέψατε ὅμως νὰ σᾶς προσθέ-
681σω μίαν παρατήρησιν· δὲν εἶναι οὐδαμῶς ἀληθὲς ὅτι ἐπεβάρυνε
682τὸ Ἑπταννήσιον ταμεῖον, καὶ τὸ λέγω ὡς ἐν παρόδῳ, διότι δὲν
683θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς συζητήσεις περὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου·
684θέλω ὅμως ν’ ἀποκρούσω μίαν παρατήρησιν ἡ ὁποία εἶναι ὁπω-
685σοῦν πικρά, ὅτι δηλ. τὸ Ἑπταννήσιον ταμεῖον συνέτεινεν εἰς τὴν
686χρεωκοπίαν τοῦ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι
687ἀληθές, δὲν εἶναι δίκαιον, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Αἱ εἰσπράξεις
688τὰς ὁποίας λαμβάνει τὴν σήμερον τὸ ταμεῖον τὸ συγχωνευθὲν,
689καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην ἐπικράτειαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἑπτάννησον,
690συνίστανται μετὰ τῆς τοῦ δημοσίου χορηγίας εἰς δραχμ. 884294.
691Αὐτὸ φέρει ἡ ἔκθεσις, καὶ ἐνταῦθα συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ
692εἰσπράξεις τῆς Ἑπτανήσου. Τί δὲ ἐξοδεύει διὰ τοὺς συντα-
693ξιούχους τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν; Ἐξοδεύει διὰ τοὺς συντα-
694ξιούχους μόνον τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν τὰ ἑξῆς.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
695α)Εἰς συνταξιούχους ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα διὰ τῆς προ-
696 σθήκης τῶν ἐτῶν τῆς ἐν τῷ ἱερῷ ἀγῶνι ὑπηρεσίας δρ. 302,000
697β)Εἰς συνταξιούχους ἀποκτήσαντας τὸ δικαίω-
698 μα δι’ εἰκοσιπενταετοῦς μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας » 514,000
699γ)Εἰς συνταξιούχους ἀποκτήσαντας τὸ δικαίω-
700 μα δι’ εἰκοσαετοῦς ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ
701 βασιλείου ὑπηρεσίας » 192,000
702 Ἐν ὅλῳ δρ.1,008,000
703Λοιπὸν τὸ δημόσιον λαμβάνον καὶ τὰς εἰσπράξεις τῆς Ἑπτα-
704νήσου διὰ νὰ πληρώσῃ μόνον τοὺς παλαιοὺς συνταξιούχους, θὰ
705ᾖναι εἰς ἓν ἔλλειμμα 113,000 δραχμῶν. Τοῦτο τὸ ἔλλειμμα
706δὲν εἶναι σημερινὸν, εἶναι πρὸ 4 ἐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ
7071866 ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα διὰ
708τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῆς Ἑπτανήσου
709τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Ποία ἦτο ἡ κατά-
710στασις τοῦ ταμείου τῆς Ἑπτανήσου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν,
711τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις «ἔφερε μὲν τὸ συγχωνευθὲν διὰ τοῦ εἰρημέ-
712νου νόμου ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου περιουσίαν συνισταμένην εἰς
713δραχ. 1,023,076.» Βλέπετε πόσον ἀνθηρὸν ἦτο τὸ ταμεῖον
714τῆς Ἑπτανήσου; Δι’ αὐτοῦ τοῦ ἑκατομμυρίου ἐπλήρονε τοὺς
715συνταξιούχους τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐχρησίμευσεν εἰς τὸ νὰ πλη-
716ρώσῃ κυρίως τὸ ἔλλειμμα τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Τὴν σήμε-
717ρον ἐὰν θεωρήσωμεν κεχωρισμένα τὰ ταμεῖα, εἰς ποίαν κατά-
718στασιν εὑρίσκεται τὸ τῆς Ἑπτανήσου; εὑρίσκεται πρῶτον μὲ τὸ
719κεφάλαιον τοῦ 1,023,000, δεύτερον μὲ τοὺς τόκους αὐτοῦ τοῦ
720ποσοῦ, διότι κατὰ τὸν νόμον τῆς Ἑπτανήσου αὐτὸ ἔπρεπε νὰ
721ᾖναι τοκοφόρον, καὶ πάντοτε εὑρίσκετο τοκοφόρον, καὶ τὸ ἔλα-
722βε τοκοφόρον ἡ κυβέρνησις. Ποῖοι θὰ ἦσαν οἱ τόκοι αὐτοῦ τοῦ
723ποσοῦ; ἔστω 200,000.
724§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δὰ, 80,000.
725§39ΣΕΡΒΟΣ. Ἔστω 180,000, δηλ. 1,200,000· προσθέσατε
726τὰς καταβολὰς ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι τοῦ 1871 εἶναι ὡς ἔγ-
727γιστα 70,000 ἔχετε σχεδὸν 1,300,000. Τί ἐπλήρωσε; Λυ-
728ποῦμαι ὅτι δὲν ἔλαβον τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
729§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὡς ἔγγιστα.
730§41ΣΕΡΒΟΣ. Τὸν πρῶτον χρόνον τοῦ 1867 ἐπλήρωσεν 70–75,
731τὸν δεύτερον 110, τὸν τρίτον 164, ἐν συνόλῳ 670,000· εἰς
732τρόπον ὥστε ὑπάρχει ἓν περίσσευμα 500–600,000. Τὸ πε-
733ρίσσευμα τοῦτο ἀφοῦ συνεχωνεύθη τὸ ταμεῖον, ἐχρησίμευσε διὰ
734ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν πρῴην ἐπαρχιῶν. Δὲν λέγω
735τοῦτο διὰ νὰ κάμω λογαριασμὸν δοσοληψίας, διότι ἀφοῦ συνε-
736χωνεύθησαν τὰ ταμεῖα κοινὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ τύχη· δὲν ζητῶ
737λογοδοσίαν, λέγω μόνον διὰ νὰ διατυπώσω τὴν ἀλήθειαν ὅτι
738τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς βάρος καὶ πρὸς
739χρεωκοπίαν, ἀλλ’ ἐχρησίμευσε μᾶλλον πρὸς ἀνακούφισιν.
740Τούτου δεδομένου, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Τί μέλ-
741λει γενέσθαι; Θ’ ἀφήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὴν ἀξιοδά-
742κρυτον καὶ σπαραξικάρδιον κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκον-
743ται! Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν,
744δὲν εἶναι ἔντιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι οἱ ὑπηρέται τοῦ δη-
745μοσίου ὄχι μόνον πρέπει νὰ πληρόνωνται, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔκαμεν ἡ
746Κυβέρνησις μετ’ αὐτῶν ἓν συνάλλαγμα, πρέπει ἱερῶς νὰ τὸ ἐκ-
747πληρώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἐγγυήθη εἰς αὐτοὺς ὅτι εἰς τὰ τέλη
748τοῦ βίου των ἀποσυρόμενοι τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, ἀφοῦ ἐτέ-
749λεσαν τὰς καταθέσεις, πρέπει νὰ λάβουν τὴν περίθαλψιν τὴν
750ὁποίαν ὁ νόμος ἐγγυᾶται. Καὶ εἰς ἄλλα κράτη, ὅταν εὑρέθησαν
751εἰς αὐτὴν τὴν ἀμηχανίαν, ἡ Κυβέρνησις ἀνεδέχθη εἰς βάρος της
752τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, καὶ εἰς τὴν Ἑπτάννησον τὸ ταμεῖον
753τοῦ 1832 τὸ ὁποῖον εἶχε περιωρισμένην, ἀριστοκρατικὴν, οὕτως
754εἰπεῖν, σφαῖραν ὑπαλλήλων, ὅταν ἔφθασεν εἰς κατάστασιν χρεω-
755κοπίας, τὸ ἀνεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ
756ταμεῖον τῶν συντάξεων πληρόνει τοὺς συνταξιούχους τοῦ 1832,
757τοὺς πληρόνει τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ἐὰν πληρόνητε τοὺς εὐπόρους,
758πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ πληρώνητε τοὺς μικροὺς ὑπαλλή-
759λους· διότι, ἐνῷ οἱ εὔποροι ἐκεῖνοι ἐκτὸς τῶν συντάξεων ἔχουν
760ἄλλους πόρους, οἱ ἄλλοι οἱ συνταξιοῦχοι πένονται, λιμοκτονοῦν,
761ἀποθνήσκουν. Δίκαιον λοιπὸν ἐν τῷ προκειμένῳ κατ’ ἐμὲ ἤθε-
762λεν εἶσθαι, ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ οἱονδήποτε κρίνῃ κατάλ-
763ληλον μέσον, φθάνει μόνον νὰ συντελῇ πρὸς αὐτὸν τὸν φιλάν-
764θρωπον σκοπόν. Ἐγὼ νομίζω ὅμως ὅτι, οὕτως ἐχόντων τῶν
765πραγμάτων καὶ ὑπαρχούσης τῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν σᾶς
766εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελεν εἶσθαι λίαν κατάλ-
767ληλον καὶ λίαν πρόσφορον νὰ παραδεχθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον ὅπερ
768θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ δανείου· δεύτερον νὰ προστεθῇ ἓν
769κονδύλιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν σύμφωνον μὲ τὰς ἀνάγ-
770κας τοῦ ταμείου· διότι εἰς τοῦτο ἀπέβλεψεν αὐτὸς ὁ νόμος,
771ὅταν προσδιώρισεν ἓν ποσὸν 100,000 δραχμῶν πρὸς προικοδό-
772τησιν, διότι αὐτὸ τότε ἦτο ἐπαρκές· ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν σήμερον δὲν
773εἶναι ἐπαρκὲς, πρέπει νὰ γείνῃ τοιοῦτον, καὶ ἑπομένως νὰ προ-
774στεθῇ ἓν κονδύλιον 150,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἑνούμενον μὲ
775τὸ ἄλλο νὰ ἐπιφέρῃ 300 χιλιάδας, ὥστε δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου
776νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ ταμείου καὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν
777τὰ αἰσθήματα τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς δικαιοσύνης.
778§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν.) Κύριοι, ὕστερον
779ἀφ’ ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐγγράφως περὶ τοῦ
780ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἀφ’ ὅσα οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες
781σᾶς εἶπον, δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ προσθέσω. Ὅλοι,
782κύριοι, γνωρίζετε τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ταμεῖον
783τῶν πολ. συντάξεων ἔφθασεν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δί-
784καιον νὰ αἰτιώμεθα οὔτε τοὺς ἀγωνιστὰς, οὔτε τοὺς Ἑπτανησίους·
785διότι τὸ κατ’ ἐμὲ καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ἀγωνιστῶν καὶ αἱ ὑπη-
786ρεσίαι τῶν Ἑπτανησίων, ἐὰν δὲν ἦναι καλλίτεραι, εἶναι τοὐλάχι-
787στον ἴσαι μὲ τὰς ὑπηρεσίας, διὰ τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ὑπηρετή-
788σαντες μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἀπεκτήσαμεν
789δικαίωμα συντάξεως. Τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐπὶ τοῦ προ-
790κειμένου, εἶναι ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε ὁ νόμος, ὅστις
791συνετάχθη κατὰ τὸ 1861, νὰ συνταχθῇ ἀπὸ τοῦ 1833. Ἐὰν
792συνετάσσετο, κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ περιελάμ-
793βανε διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ 25 ἢ 20 ἐτῶν ὑπηρε-
794σίαν ἤθελεν ἀποκτηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, βεβαιωθῆτε,
795ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ποτὲ εἰς δυσχέρειαν, διότι
796ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελεν
797ἀρχίσει νὰ κάμῃ τὰς πληρωμάς του, ἤθελεν ἀποθησαυρίσει με-
798γάλα κεφάλαια, ὁ τόκος τῶν ὁποίων ἤθελεν εἶσθαι ἀρκετὸς διὰ
799νὰ πληρόνῃ ὅλας τὰς συντάξεις. Ἀλλὰ, κύριοι, μόλις ἐσυστήθη
800τὸ ταμεῖον, μόλις ἐξεδόθη ὁ νόμος, ἀμέσως εὑρέθησαν ἄνθρωποι,
801οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, καὶ τὸ
802ταμεῖον αὐτὸ ἤρχισε νὰ κάμνῃ πληρωμάς. Προσθέσατε μερικὰς
803καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν τὸ κρύπτω, εἰς τὸν ἐκκα-
804θαρισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν συνταξιούχων, προσθέσατε τὰς
805πολλὰς παύσεις καὶ τὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι
806παρηκολούθησαν ἀναγκαίως καὶ τὴν μεταβολὴν, καὶ θέλετε κρίνει,
807διὰ ποίαν αἰτίαν ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος εὑρέθη εἰς αὐτὴν
808τὴν κακὴν κατάστασιν.
809Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον περὶ δικαιωμάτων, οὔτε ποῖος
810πταίει περισσότερον καὶ ποῖος ὀλιγώτερον. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι
8111,500 ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν
812συντάξεων καὶ περιμένουν νὰ ζήσουν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογε-
813νείας των, εὑρίσκονται σήμερον εἰς μεγάλην στενοχωρίαν, διότι
814τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ
815τὰς πληρωμάς του ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1870 καὶ ἐντεῦθεν.
816Ὅπως, κύριοι, ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἡ προεδρευομένη ἀπὸ
817τὸν κ. Ζαΐμην, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ νῦν ἐσκέφθη σοβαρῶς καὶ
818σπουδαίως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἀνεγνώρισε τὴν
819ἀρχὴν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ κάποια περίθαλψις, νὰ δοθῇ κά-
820ποια συνδρομή. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν
821εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους καὶ τὴν ὁποίαν ὅλοι
822καλῶς γνωρίζετε, δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ πράξωμέν τι· ἀφοῦ διὰ
823νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπροτείνα-
824μεν τὴν ἐλάττωσιν συντάξεων ἄλλων σεβαστῶν προσώπων, δὲν
825μᾶς ἦτον συγκεχωρημένον νὰ σᾶς προτείνωμεν, ὥστε νὰ αὐξή-
826σητε τὴν δαπάνην τοῦ δημοσίου διὰ τὰς συντάξεις τῶν πολιτι-
827κῶν ὑπαλλήλων. Ἀναγνωρίσαντες τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἠθελή-
828σαμεν τοὐλάχιστον διὰ τὸ τρέχον ἔτος, καθ’ ὃ εὑρισκόμεθα εἰς
829αὐτὴν τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, νὰ κάμωμεν μίαν
830προσωρινὴν θεραπείαν, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν λείψανον τῶν χρη-
831μάτων τοῦ ταμείου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἄλλοτε εἰς τὸ δη-
832μόσιον, ἐστοχάσθημεν, ὅτι τὸ προχειρότερον μέσον εἶναι νὰ ἀπο-
833δώσωμεν τοὐλάχιστον τὸ χρῆμα τοῦτο εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πο-
834λιτικῶν συντάξεων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὰ καθυστερή-
835ματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἐπιβαρύνουν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1870. Καθόσον
836ἀφορᾷ τὸ 1871, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐλαττώσωμεν κατά
837τι τὰς συντάξεις, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβιβάσαμεν τὴν ἔκπτωσιν, ἡ
838ὁποία εἶναι προσδιωρισμένη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1866 εἰς 15%
839εἰς 25%· καὶ εἶναι μὲν τοῦτο σκληρὸν, διότι καὶ αἱ συντά-
840ξεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται, ἐν ὁλοκλήρῳ εἶναι πολὺ γλίσχραι καὶ
841πολὺ εὐτελεῖς, ἀλλὰ, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι προτιμότερον τὸ
842ταμεῖον τῶν συντάξεων νὰ πληρώνῃ κάτι τι ὀλιγώτερον καὶ νὰ
843τὸ πληρώνῃ ἑτοίμως, παρὰ νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ κά-
844μνῃ τὰς πληρωμάς του, καὶ οἱ συνταξιοῦχοι νὰ εὑρίσκωνται εἰς
845τὴν ἀνάγκην νὰ πωλοῦν τὰς συντάξεις των μὲ ἔκπτωσιν 30
846καὶ 40%.
847Λοιπὸν μόνη ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
848κράτους εὑρίσκονται, μὲ ἔκαμε νὰ μὴ συμφωνήσω, ὥστε τὸ δη-
849μόσιον νὰ ἀναλάβῃ εἰς βάρος του μίαν χρηματικὴν συνδρομὴν
850διὰ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, τοὐλάχιστον διὰ τὸ 1871. Ἐὰν
851ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον, θέλω τὴν
852παρακαλέσει νὰ περιορισθῇ εἰς ἓν ποσὸν ὅσον τὸ δυνατὸν μι-
853κρότερον διότι δὲν ἐπιθυμῶ, ἀφοῦ ἔχομεν τοσαύτας δυσκολίας,
854ν’ αὐξήσωμεν αὐτὰς διὰ τῆς προσθήκης καὶ νέων.
855Καθόσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντι-
856μος βουλευτὴς Καλαβρύτων Κ. Ζαΐμης, περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι
857δίκαιον νὰ προσκολληθοῦν αἱ ἐκδοθησόμεναι ὁμολογίαι εἰς τὸ
858δάνειον τῶν 28,000,000 εἰς τὸ δάνειον τοῦτο, συμφωνῶ καὶ
859ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο ὀρθὸν καὶ ὅτι δὲν ἦτο τοιαύτη καὶ
860ἡ ἰδέα τῆς κυβερνήσεως. Ἡ ἰδέα τῆς κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐκ-
861δώσῃ ὁμολογίας ἑνὸς δανείου αὐτοτελοῦς καὶ ἀνεξαρτήτου ἀπὸ
862τὸ δάνειον τῶν 28,000,000· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἴσως ἐπέλθῃ ἀνάγκη
863νὰ ἐκδώσωμεν τοιαύτας ὁμολογίας καὶ δι’ ἄλλας ὑποχρεώσεις
864αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸ δημόσιον, ὅπως εἶναι ἡ ὑποχρέωσις
865πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ αἱ προερχόμεναι ἀπὸ δι-
866καστικὰς ἀποζημιώσεις, διὰ τὰς ὁποίας πληρώνομεν 12%,
867διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ δώσῃ
868τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, νὰ ἐξαγοράσῃ τὰς ὁμολογίας
869τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν
870πολιτικῶν συντάξεων, ν’ ἀφήσῃ δὲ εἰς αὐτὴν νὰ εὕρῃ τὸν τρό-
871πον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ πράξῃ τοῦτο· ἑπομένως τροποποιεῖται
872τὸ ἄρθρον πρῶτον ὡς ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν
873οἰκονομικῶν νὰ ἐξαργυρώσῃ εἰς τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν
874τὰς εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων
875εὑρισκομένας 6696 ὁμολογίας τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,
876000.»
877§43ΛΕΚΚΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μάθωμεν ἀπὸ τὴν αὔξησιν αὐ-
878τοῦ τοῦ 10% ὁποῖον κεφάλαιον θὰ φέρῃ εἰς τὸ δημόσιον.
879§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔγγιστα 100–120 χιλιάδας.
880§45ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ δώσωμεν καὶ νὰ μὴ τοῖς πά-
881ρωμεν αὐτό.
882§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο πρέπει νὰ
883γείνῃ.
884§47ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ καὶ ἀκόμη 100,000.
885§48Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί προτείνετε νὰ προσφέρῃ τὸ δημόσιον;
886§49ΣΕΡΒΟΣ. 250,000.
887§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολύ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ἐὰν ὄχι
888καλλίτερα, τοὐλάχιστον ὅπως γνωρίζω καὶ ἐγὼ, τὴν κατάστα-
889σιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
890§51ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸ θὰ γείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋ-
891πολογισμοῦ.
892§52ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι!
893§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς, καθὼς γνωρίζετε, δὲν
894δημιουργεῖ δαπάνας, διαγράφει δαπάνας, καὶ ἡ δαπάνη περὶ
895χορηγήσεως εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἶναι
896ὡρισμένη εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεως τοῦ 1861, ὁρίζεται δὲ
897εἰς 100,000 δραχμῶν καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀταξία, ὅτι ἐπιτρέπει
898νὰ ἀναβιβασθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 150,000. Ἐὰν ἡ
899Βουλὴ θέλῃ ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν χορηγίαν τοῦ δημοσίου ταμείου,
900ἡ ὁποία εἶναι ὡρισμένη εἰς 100,000, διότι αἱ 50,000, καθὼς
901σᾶς εἶπον, καταχρηστικῶς ἐδίδοντο μέχρι τοῦδε, τότε πρέπει
902ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ αὐξήσῃ τὴν χορηγίαν αὐτὴν εἰς οἱον-
903δήποτε ποσὸν θελήσῃ.
904§54ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἰς 300,000.
905§55ΤΙΝΕΣ. 200,000.
906§56ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ δημόσιον συνεισφέρει
907εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων 150,000 δραχμὰς,
908καὶ τὰς συνεισφέρει ὄχι χάριν τῶν συνταξιούχων τούτων, ἀλλὰ
909χάριν τοῦ ἀγῶνος. Λοιπὸν διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ταμεῖον αὐτὸ,
910ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ τόσας δραχμὰς, μὲ ὅσας ἐπιβαρύνεται
911ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους τοῦ ἀγῶνος.
912§57ΛΑΠΑΣ. Μὲ 252,000 δρ.
913§58ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν χρειάζεται νὰ προστεθοῦν ἀκόμη
914152,000 εἰς τὰς 100, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐπαρκέσῃ.
915§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε λοιπόν;
916§60ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 250,000.
917§61ΠΟΛΛΟΙ. 200,000.
918§62ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐναντίος τῶν
919ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν παρ’ ὅλης σχεδὸν τῆς Βουλῆς,
920καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καὶ ἄδικοι ὁμολογουμένως, ὅπως ἔλθῃ
921τὸ ταμεῖον μ’ ὅλην τὴν γλισχρότητα εἰς ἣν διατελεῖ, εἰς ἀρωγὴν
922τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· δὲν εἶ-
923ναι ἄδικον. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἠμπορῶ ὡς ἄνθρωπος ἐν τῷ κόσμῳ
924τούτῳ, νὰ μὴ ἔχω καὶ τὰς ἀδυναμίας μου, ἑπομένως θέλω νὰ
925συντρέξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συν-
926τάξεων, κατὰ λόγον τῆς δυνάμεώς του. Ἐκεῖνο ὅπερ θὰ σᾶς
927παρακαλέσω εἶναι τοῦτο· καὶ χθὲς, κ. πρόεδρε, ἐγένετο λό-
928γος καὶ ὡμίλησα καὶ αἱ ἰδέαι μου παρεξηγήθησαν καὶ ἀπὸ
929πολλοὺς ἐπιστεύθη ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν
930τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἔχω
931τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπω, δώσετε ὅσα θέλετε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ
932σώσητε, ὄχι 250,000, ἑκατομμύριον ἐὰν δώσητε, δὲν θὰ τὸ
933σώσητε, διότι αἱ βάσεις τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι σαθραὶ, εἶναι
934τοιαῦται, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τὸ ταμεῖον τῶν συντά-
935ξεων καὶ νὰ ζήσῃ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι,
936νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ἐσυστήθη
937ἤρχισε νὰ πληρώνῃ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσπράτ-
938τει; διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ φέρῃ μίαν στατιστικὴν ὁ ὑπουργὸς
939διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἡ βάσις, ἥτις διέπει τὰς πληρωμάς· βεβαίως
940ὑπάρχει κανὼν εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς πλη-
941ρωμάς· ποῖος εἶναι ὁ κανὼν ἐπὶ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων;
942εἶναι οὗτος· εἷς ὑπάλληλος ὑπηρετήσας ἐπὶ 20 ἔτη καὶ ὄχι
94325 ὅπως ἦτο προτήτερα, διότι εἴμεθα πλούσιον ἔθνος, καὶ
944μετὰ ταῦτα, ἐὰν παυθῇ παρὰ τὴν θέλησίν του ἢ ἔχῃ ἡλι-
945κίαν 60 ἢ 70 ἐτῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τότε χρεωστεῖ τὸ
946ταμεῖον τῶν συντάξεων νὰ χορηγῇ εἰς αὐτὸν τὴν σύνταξιν·
947τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων χορηγεῖ σύνταξιν εἰς ἀνθρώπους οἵτινες
948δὲν κατέβαλον λεπτὸν εἰς αὐτὸ, καὶ δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι
949αἰτία αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ προσθήκη τῶν ἀγωνι-
950στῶν. Κύριοι, σᾶς ἀπαντοῦν ὅτι καὶ ἂν δὲν καταβάλωμεν, μᾶς
951κρατεῖτε ἐκ τῆς συντάξεως ἣν λαμβάνομεν, διότι ἀντὶ 10%
952ἀφίνομεν 20 ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουν· ἔκαμαν τὴν πα-
953ρατήρησιν εἰς πολλοὺς ὅτι δὲν διαφέρει τοῦτο μὲ τὸ ἐὰν δώ-
954σητε 100 δραχμῶν σύνταξιν εἰς ἐμὲ καὶ ἀντὶ 10% νὰ μοὶ
955κρατήσητε 20· διότι οὐδεμία διαφορὰ ὑφίσταται. Οἱ τοιοῦτοι
956ὑπάλληλοι ἔπρεπε νὰ προκαταβάλουν ἀνάλογον ποσὸν καὶ
957τότε νὰ μισθοδοτῶνται, διότι ἐκ τούτου προέρχεται μία
958ἀδικία εἰς ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους οἵτινες προκατέβαλον
959ἐπὶ 20 ἔτη διαρκῶς. Λοιπὸν ὁ νόμος εἰς τὴν βάσιν του εἶναι
960σαθρὸς, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ταμεῖον ἐπὶ τοιούτων βά-
961σεων στηριζόμενον. Δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν ἀρωγὴν τὴν
962ὁποίαν πρέπει νὰ δώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, θεωρῶ ὅμως
963καθῆκόν μου νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐπὶ σαθρῶν βά-
964σεων στηριζόμενον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἐν τούτοις κηρυτ-
965τόμενος ὑπὲρ τῆς συνδρομῆς προσθέτω ὅτι ὤφειλον νὰ ἐκφρά-
966σω τὰς ἰδέας μου αὐτὰς διὰ νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἀνα-
967παυμένην, καὶ ἂς κάμῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κυβέρνησις, ἥτις
968γνωρίζει καλλίτερα τὴν θέσιν καὶ τὰ μέσα τοῦ ταμείου, ὅ,τι
969θέλει, μολονότι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ εἴπω ὅτι δὲν
970τοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον, προκειμένου περὶ αὐξήσεως δαπανῶν,
971ν’ ἀφίνῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.
972§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὥρισα ἐγώ.
973§64ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς τὸ ὁρίσῃ, καὶ τότε μάλιστα· διότι δι’ αὐτοῦ
974θὰ ἔλθῃ ν’ ἀναιρέσῃ μίαν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὅτι θέ-
975λομεν νὰ διοικήσωμεν ἄνευ δανείων καὶ αὐξήσεως φόρων. Κατ’
976αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἀναγραφὴ τῶν δαπανῶν εἰς τὸν προϋπο-
977λογισμὸν εἶναι περιττή. Κύριοι, ἂς σκεφθῶμεν καλλίτερα τί θὰ
978γείνῃ, τόσον ἡ τάξις αὕτη τῶν ὑπαλλήλων, ὅσον καὶ αἱ λοιπαὶ,
979ὅταν κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς κυβερνήσεως καὶ πολλῶν ἄλλων
980τὸ ἔθνος βαδίζῃ εἰς οἰκονομικὸν βάραθρον· ἂς λάβῃ τὴν εὐθύνην ἡ
981κυβέρνησις, διότι ἐγὼ μόνος δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀντισταθῶ.
982§65ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις.
983§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς προτείνει 200,000.
984§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 250 χιλιάδας.
985§68ΤΙΝΕΣ. Ὅσα λέγει ὁ ὑπουργός.
986§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος λέγει 250,000.
987§70ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρει τὴν πρότασίν του ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος,
988καὶ παραδεχόμεθα τὴν τοῦ ὑπουργοῦ.
989§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «.... ἀναβιβάζεται εἰς δραχ. 200,000.
990§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 εἶναι
991ὑποχρεωμένον τὸ δημόσιον νὰ χορηγῇ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συν-
992τάξεων 100 χιλιάδων δραχμῶν βοήθειαν· διὰ τοῦ νόμου τοῦ
9931864 ἢ 65 περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου ὑπεχρεώθη νὰ
994τὰς αὐξήσῃ ἀπὸ 100,000 εἰς 150,000, τώρα ἀπὸ 150,000
995προτείνεται ν’ αὐξήσουν εἰς 350,000.
996§73ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
997§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κολιάτσος προτείνει νὰ γείνουν 300,000.
998§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κ. πρόεδρε, ἐγὼ προτείνω,
999διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ διαφωνία, ν’ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ 150
1000χιλιάδας εἰς 300,000 (θόρυβος).
1001§76ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐνόησα παντελῶς, κύριοι, τὴν γενναι-
1002οδωρίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, αὐτὴν τὴν εὐτελε-
1003στάτην γεναιοδωρίαν δὲν ὤφειλε νὰ τὴν ἀναφέρῃ ἐκ τῶν χει-
1004λέων του, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὰ πρὸς τὸ ζῇν εἰς τόσας χι-
1005λιάδας ἀνθρώπων οἵτινες πένονται καὶ οἵτινες στεροῦνται καὶ
1006αὐτοῦ τοῦ ἄρτου· τί εἶναι αὐταὶ αἱ 50,000 δραχ. τὰς ὁποίας
1007προσθέτει ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὰς 150; εἶναι ἀνάξιαι κοι-
1008νοβουλευτικοῦ σώματος διδόμεναι ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου
1009μεγάλου πληθυσμοῦ. Ὅσον καὶ ἂν εὑρίσκηται εἰς ἐλεεινὴν
1010κατάστασιν τὸ ταμεῖον, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς νὰ
1011πένωνται, ἀλλ’ ὀφείλομεν μάλιστα νὰ δώσωμεν καὶ κάτι τι
1012περισσότερον, καὶ ταῦτα λέγων δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συντελέσω,
1013ὥστε νὰ γείνῃ ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι ὅταν
1014ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, θὰ σᾶς δείξω πασιφανέστατα, ὅτι δυ-
1015νάμεθα νὰ κάμωμεν οἰκονομίας ἀπὸ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν,
1016χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἐπέλθουν προσκόμματα
1017εἰς τὴν δημοσίαν λειτουργίαν. Προτείνω λοιπόν, κύριε πρόεδρε,
1018νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου,
1019ὁ ὁποῖος ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τῶν 150,000 τὸ διδόμενον
1020μέχρι τοῦδε εἰς 300,000.
1021§77ΤΙΝΕΣ. 200,000 εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός.
1022§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις εἶναι, κύριοι.
1023§79ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι κατὰ τὸ σύνταγμα δὲν
1024ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ πρότασις παρὰ βουλευτοῦ πρὸς αὔξησιν
1025τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ σκεφθῇ τοῦτο, διότι
1026εἰς τοὺς βουλευτὰς ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τοῦτο......
1027§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων
1028τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν, ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει
1029πρὸς ὄφελος προσώπου τινος........ «........»
1030§81ΤΙΝΕΣ. Ὡρισμένου προσώπου.
1031§82ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένου προσώ-
1032που, ὅπως ἄλλοτε τὰ πρόσωπα τὰ ἐκάμαμεν πράγματα, καὶ
1033τὸ ἐνθυμεῖται πολὺ καλὰ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς.
1034§83ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πότε;
1035§84ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅταν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειώνωνται
1036ποσὰ διὰ μισθοδοσίαν δὲν εἶναι περὶ προσώπων; τὸ ἄρθρον
1037ἐννοεῖ, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Κώστα, Παύλου, καὶ καθεξῆς,
1038διότι ἐδῶ τὸ ταμεῖον εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον, σήμερον δὲν πρό-
1039κειται νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ δώσωμεν εἰς τὸν Κώστα, Παῦλον,
1040καὶ ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ὅτι ἄλλοτε τὰ πρόσωπα
1041ἔγειναν πράγματα.
1042§85ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἐὰν αὐτὸ λέγῃς, ὅρισέ το.
1043§86Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, συμμερίζομαι τὴν ἑρμηνείαν,
1044τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τὸ σχε-
1045τικὸν ἄρθρον περιέχει τρεῖς περιστάσεις, ὅτε δὲν δύναται νὰ
1046γείνῃ πρότασις ἀπολύτως περὶ αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋ-
1047πολογισμοῦ, καὶ ἔρχεται ἀκολούθως νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἰδέαν
1048του ὁ νομοθέτης, λέγει πρῶτον «διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν,»
1049δεύτερον «ἢ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου,» τὸ ἐν γένει πρὸς
1050ὄφελος προσώπου δὲν συνταυτίζεται, εἶναι ἄλλη περίστασις
1051ἀνεξάρτητος, δὲν ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης ν’ ἀναμιγνύεται ἡ Βουλὴ
1052εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ διὰ νὰ τὸ καταστήσῃ σαφέστερον συμ-
1053περιέλαβεν ὅλας τὰς περιστάσεις.
1054§87Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγ-
1055ματος). Παραδέχεται τὴν αὔξησιν καθόσον ὁ ὑπουργὸς εἶναι
1056ὑπεύθυνος.
1057§88ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ κύριος Αὐγερινὸς μοὶ εἶπεν νὰ ἐνθυμηθῶ
1058ὅτι ἄλλοτε τὰ πρόσωπα ἔγειναν πράγματα, ἐγὼ τοῦ εἶπον νὰ
1059μοῦ ἐνθυμηθῇ αὐτὴν τὴν περίστασιν, καὶ δὲν μοῦ ἀπήντησεν,
1060λέγω λοιπὸν ὅτι ἡμεῖς πάντοτε οὕτως ἐφηρμόσαμεν τὸ ἄρθρον.
1061§89ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τοὺς
1062παρόντας βουλευτὰς τί ἔτρεξεν εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν.
1063§90ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. προλαλήσας ἐπεκαλέσθη τὸ
1064ἄρθρον 24 τοῦ συντάγματος θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀπαρά-
1065δεκτον τῆς ὑπὸ τῶν κυρίων Παπαμιχαλοπούλου καὶ Κολιά-
1066τσου γενομένης προτάσεως περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπὸ
1067τοῦ δημοσίου ταμείου χορηγηθησομένου πρὸς ἱκανοποίησιν ὑπο-
1068χρεώσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸ τὸ ταμεῖον εἶχε καὶ τὰς ὁποίας
1069ἐπέβαλεν εἰς περιουσίαν ἄλλην· ἐπεκαλέσθη, λέγω, τὸ ἄρθρον
1070αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον βουλευτὴς δὲν δύναται
1071νὰ προτείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ
1072μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου. Ποία
1073ἦτο ἡ ἰδέα τῆς συντακτικῆς Συνελεύσεως, συνταξάσης τὸ ἄρ-
1074θρον αὐτό; ἀπέβλεπεν, ὅπως ὁ προλαλήσας σᾶς εἶπεν, ἐν γένει
1075πᾶσαν αὔξησιν ἐξόδων ἢ σκοπὸν μόνον προὐτίθετο, ὅπως ἐμ-
1076ποδίσῃ τοὺς βουλευτὰς νὰ φέρωσι τοιαύτας πρὸς ὄφελος ὡρι-
1077σμένου προσώπου; Τί ἄλλο ἐσκέφθη παρὰ νὰ ἐμποδίσῃ εἰς τὴν
1078Βουλὴν νὰ φέρῃ προτάσεις ὅτι δίδει μισθοδοσίαν εἰς τὸ δεῖνα
1079ὡρισμένον πρόσωπον; Αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἶχεν ἡ συντάξασα τὸ
1080ἄρθρον αὐτό, ἀπολύτως δὲ ποτὲ εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν ἐπῆλ-
1081θεν ὅτι θὰ ᾖναι ἐμποδισμένον νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ αὐξήσεως
1082τῶν δαπανῶν τοῦ κράτους δι’ ἀνάγκας τοῦ κράτους. Καὶ πρέ-
1083πει νὰ ἠξεύρητε ὅτι αἱ δαπάναι δὲν εἶναι ἀνεξάρτητοι τῶν
1084προσώπων, συνδέονται μετ’ αὐτῶν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ
1085ἐννοήσητε οὐδεμίαν δαπάνην ἄνευ προσώπων. Ἀλλ’ ἐκτὸς
1086τούτου, ποία εἶναι ἡ βάσις τῆς προτάσεως αὐτῆς; ἡ πρότασις
1087αὕτη οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει παρὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπο-
1088χρέωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὑπέβαλεν εἰς τὸ ταμεῖον
1089τῶν συντάξεων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς ἠκούσατε, καὶ
1090διὰ νὰ ἐξηγηθῶ εὐκρινέστερον, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τί ἐννοῶ
1091καὶ τί ἐννοεῖ ὁ νόμος. Τί εἶναι τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων;
1092εἶναι συνεταιρισμὸς τῶν ὑπαλλήλων ὑποχρεωτικὸς νὰ κα-
1093ταβάλωσι ποσοστὸν τῆς μισθοδοσίας των διὰ νὰ χρησιμεύσῃ
1094εἰς τὰ γηρατειά των καὶ ὅταν φθάσωσιν εἰς ἀνικανότητα πρὸς
1095περίθαλψιν τῶν ἀναγκῶν των, αὐτὸ εἶναι τὸ ταμεῖον τῶν συν-
1096τάξεων. Ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ζαΐμης εἰς ἄλλην περίστασιν,
1097εἰς ἄλλα κράτη, ὅπου αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς περιθάλψεως
1098τῶν ὑπαλλήλων, ἐκεῖ ὑποστηρίζουν τοὺς τοιούτους, ἀλλὰ
1099παρ’ ἡμῖν τὸ δημόσιον, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ὁ νόμος τῶν συν-
1100τάξεων ὑποχρεοῖ νὰ καταθέτωσι μέρος τῆς περιουσίας των.
1101Ἐὰν δὲ ἕως ἐδῶ περιωρίζετο ὁ νόμος εἰς μόνον τοὺς ὑπαλλήλους,
1102οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἠδύναντο νὰ ἔχουν αὐτοὶ ἀπὸ τὸ δημόσιον
1103ταμεῖον· αὐστηρῶς ὅμως ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, δὲν ἔχει
1104οὕτω· διότι περιέλαβεν ἡ πολιτεία εἰς αὐτὸ τὸ ταμεῖον τὴν
1105ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα καταθέτουσιν οἱ ὑπάλ-
1106ληλοι νὰ πληρώνῃ ἀγῶνας καὶ νὰ ἀνταμείβῃ τοὺς ὁποίους τὸ
1107ἔθνος ὤφειλε ν’ ἀνταμείβῃ, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, κύριοι, διότι
1108ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ὑπάλληλος, δυνάμει τῆς ὑπηρεσίας, εἰσήχθη
1109εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, ἐπιβάλετε σεῖς τὴν ὑποχρέωσιν ἐ-
1110κείνην.
1111Ἡ πολιτεία, τὸ ἔθνος ἐπέβαλεν εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ τὴν ὑ-
1112ποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας μετὰ τὸν κα-
1113ταρτισμὸν τοῦ ταμείου αὐτοῦ ἀνεδέχθη, καὶ πρέπει νὰ κάμητε
1114αὐτὴν τὴν διάκρισιν, τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώ-
1115σεις, τὰς εἰς τὴν Ἰόνιον Πολιτείαν ἀναγομένας πρὸ τῆς συγ-
1116χωνεύσεως τοῦ βασιλείου αὐτοῦ μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ἀνεδέχθη
1117τὸ ἔθνος νὰ πληρόνῃ τὰς ὑπηρεσίας αὐτὰς ἢ ἀποζημιώσεις διὰ
1118τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας διὰ τὰς ὁποίας τὸ ταμεῖον τῶν συντά-
1119ξεων οὐδόλως εὐθύνεται. Ἡ πρότασις λοιπὸν δὲν ἀφορᾷ, καὶ ἄν
1120δοθῇ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ συντάγματος ἡ ἐπέκτασις, τὴν
1121ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσουν, δὲν ἀφορᾷ πλέον πρόσωπα, ἀφορᾷ
1122ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως τοῦ δημοσίου.
1123Δὲν ἐπεμβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀνάγκης τῆς
1124ἀποδόσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι
1125οἱ πάντες εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ
1126διαθέσῃ κατὰ βούλησιν περιουσίαν ἀλλοτρίαν, καὶ πιστεύω ὅτι
1127ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν γενομένην πρότασιν ὑπὸ τοῦ κ.
1128Μπούμπουλη.
1129§91ΤΙΝΕΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ θέσητε εἰς ψηφο-
1130φορίαν, κ. πρόεδρε.
1131§92ΕΤΕΡΟΙ. Τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου εἶναι ἀπωτέρα.
1132§93ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, πρότασιν μὲ
1133κάμποσους ἄλλους βουλευτάς. (θόρυβος).
1134§94Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακα-
1135λέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀρκεσθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸ ποσὸν, τὸ
1136ὁποῖον ἐπρότεινα διὰ δύω λόγους. Πρῶτον, διότι εἶναι ζήτημα
1137ἂν δύναται νὰ ἔλθῃ πρότασις περὶ χορηγήσεως μεγαλειτέρου πο-
1138σοῦ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ δεύτερον, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι
1139νὰ δώσω τὴν συναίνεσίν μου, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιά-
1140ζει ἔλλειμμα 600,000, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
1141φέρωμεν ἐκτάκτους τινὰς πιστώσεις, καὶ ἀφοῦ ἤκουσά τινας νὰ
1142κατακρίνουν πολλὰς ἐκ τῶν οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ·
1143φοβοῦμαι δὲ μήπως τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβασθῆ εἰς ποσὸν πολὺ
1144ἀνώτερον. (θόρυβος). Διὰ νὰ καθησυχάσω δὲ τοὺς κυρίους βου-
1145λευτὰς, οἱ ὁποῖοι πολὺ εὐλόγως καὶ δικαίως ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ
1146τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, εἰς τὴν χορείαν τῶν ὁποίων κα-
1147τατάσσομαι καὶ ἐγὼ, σᾶς δίδω τὴν ὑπόσχεσίν μου ὅτι, ἂν κα-
1148τορθωθῇ ὥστε νὰ ἐξέλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς
1149Βουλῆς μὲ ἔλλειμμα 600,000, θέλω δεχθῆ νὰ προστεθοῦν ὑπὲρ
1150τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων ἄλλαι 50,000 δραχμῶν (διάλογοι
1151θορυβώδεις).
1152§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, νὰ ἀκουώμεθα.
1153§96ΠΙΠΙΝΟΣ. Εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ὅπου εὑρισκό-
1154μεθα σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν περισσότερον. Ἂν νο-
1155μίζῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι δυνάμεθα νὰ τὰς πληρώσωμεν, τότε τὸ
1156δεχόμεθα.
1157§97ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπι-
1158μένῃ, καὶ τοὐλάχιστον ἂς ὁρίσῃ 250,000 διὰ νὰ εὐεργετήσω-
1159μεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν εἶναι μεγάλο πρᾶγμα 250,000
1160δραχμῶν.
1161§98ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια. (Διάλογοι μεταξὺ πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων
1162βουλευτῶν καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
1163§99ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς 250,000.
1164§100ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κ. πρόεδρε, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις.
1165(θόρυβος πολλοὶ ἵστανται ὄρθιοι).
1166§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν.
1167§102Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κ. πρόεδρε, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει
1168σπουδαίως νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν
1169συντάξεων. Δὲν ἐπέμεινα εἰς τὴν πρότασίν μου, ἡ ὁποία εἶναι
1170πρότασις ὁμοία μὲ ἑτέραν πρότασιν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ διαφόρων
1171κυρίων βουλευτῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἐπέ-
1172μεινα, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἤθελε προτείνει ποσόν
1173τι, τὸ ὁποῖον δύναται τοὐλάχιστον κατά τι νὰ θεραπεύσῃ τὰς
1174πολυειδεῖς ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, ἐνῶ ἐγὼ ἐνό-
1175μιζα, ὅτι ἤθελε παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαμιχα-
1176λοπούλου· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε προσήγγισε
1177κἂν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ τῆς Ἐπιδαύρου
1178Λιμηρᾶς. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεδέχθη μόνον ἐκ τῶν 150,000 τοῦ
1179κ. Μιχαλοπούλου 50,000 μόνον. Ἐννοεῖτε ὅτι αἱ 50,000 δραχ-
1180μῶν δὲν εἶναι χορηγία, δὲν θεραπεύει οὔτε κατὰ τὸ ἐλάχιστον
1181τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Ἂν λοιπὸν ἐπιμείνῃ
1182εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, τότε ἐγὼ θὰ ζητήσω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρό-
1183τασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὁμοία μὲ τὴν
1184πρότασιν τῶν ἄλλων κυρίων βουλευτῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐ-
1185πρότεινα σήμερον ὡς ὑποτροπολογίαν· διότι μὲ 50,000 δραχ-
1186μῶν προσθήκην δὲν κάμνομεν τίποτε. Τοὐλάχιστον ἂν θέλῃ ὁ
1187κ. ὑπουργὸς ν’ αὐξήσῃ κατά τι τὸ ποσὸν αὐτὸ, τότε δὲν ἐπι-
1188μένω. Δὲν θεωρῶ δὲ ὅτι διὰ προτάσεως τοιαύτης προσβάλλεται
1189τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος. Τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἐννοεῖ
1190πρότασιν ὑπὲρ προσώπου ὡρισμένου. (Διάλογοι παρατεταμένοι).
1191§103Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἐ-
1192πιμένουν οἱ περισσότεροι τῶν κυρίων βουλευτῶν, διὰ νὰ μὴ προ-
1193έλθουν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἄλλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἴσως θέ-
1194λει θεωρηθῆ ἀντίπραξις, ἀναγκάζομαι νὰ παραδεχθῶ αὔξησιν
1195εἰς 250,000 δραχμῶν.
1196§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖτε ὅλοι;
1197§105ΟΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1198§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ, κ. πρόεδρε, ἐνδεχόμενον
1199νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις, ὅπως συνήθως, κάμνω παρατήρησιν
1200ὅτι πιστεύω, ὅτι ἀπὸ αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν. Παρα-
1201καλῶ λοιπὸν πρὶν λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρα-
1202κτικὰ διὰ νὰ ἐπικυρωθοῦν.
1203§107ΤΙΝΕΣ. Εἴπομεν ὅτι θὰ μείνωμεν. (διάλογοι).
1204§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ καθήσωμεν, μίαν φορὰν ὅπου
1205ἔχετε τοιαύτας ὑποψίας, διὰ νὰ τελειώσωμεν τὰ ἀντικείμενα,
1206τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον.
1207Ἀναγινώσκεται καὶ τὸ 3 ἄρθρον τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχε-
1208δίου καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ τρίτην φορὰν, ὡς καὶ τὸ σύνολον
1209ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
1210§109ΤΙΝΕΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς τώρα, κ. πρόεδρε!
1211(θόρυβος).
1212§110Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, γνω-
1213ρίζετε, ὅτι πρὸ πολλῶν μηνῶν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ὑπε-
1214σχέθη μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον νὰ πληρώσῃ 10,000 λίρας
1215στερλίνας εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀτυχοῦς Δοῦδ. Πρὸς ἐκπλήρωσιν
1216τῆς ὑποσχέσεως ταύτης ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλε πρὸ πολλοῦ νο-
1217μοσχέδιον πιστώσεως τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη εἰς ά. καὶ βʹ. ἀνά-
1218γνωσιν, δὲν μένει παρὰ ἡ τρίτη καὶ τελευταία αὐτοῦ ἀνάγνωσις
1219καὶ συζήτησις. Ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενον, καθὼς προβλέπεται,
1220θέλει λάβει ἐκτεταμένην συζήτησιν, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς προ-
1221τείνω ὅπως τὸ συζητήσητε εἰς τὴν παροῦσαν στιγμὴν, θὰ σᾶς
1222παρακαλέσω ὅμως νὰ συναινέσητε ὅπως εἰς τὴν αὐριανὴν συνε-
1223δρίασιν προταχθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
1224§111ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1225§112ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ θέλω παρακαλέσει τοὺς
1226κυρίους βουλευτὰς νὰ ἔλθουν ἐγκαίρως αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν,
1227διότι ἡ συζήτησις προβλέπεται ἐκτεταμένη.
1228§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1229§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρῶν τὴν ἕδραν του εἰς τὸν ἀντιπρόε-
1230δρον κ. Τσαμόπουλον. Ἀντιτείνω ἐγώ.
1231§115ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
1232ἀπόφασίν της. Καὶ ἄλλοτε ἦλθεν ἡ πρότασις καὶ παρεδέχθη ἡ
1233Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπο-
1234λογισμοῦ ἐπιτροπήν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔγεινε μεγάλη συζήτησις·
1235οἱ μὲν ἐπρότεινον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς οἰκο-
1236νομίας, οἱ δὲ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ κατόπιν ἀπεφα-
1237σίσθη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1238Αὕτη ἐνασχολεῖται εἰς τὰς πιστώσεις καὶ θὰ ἀσχοληθῇ καὶ
1239ἐπ’ αὐτῆς τῆς πιστώσεως καὶ θὰ σᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Νο-
1240μίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως δὲν δύνασθε
1241νὰ συζητήσητε αὔριον, πρὶν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. (θό-
1242ρυβος).
1243§116Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ. Ἡ ἡμερησία διάταξις
1244κανονίζεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς σημειοῦνται τὰ ἀντι-
1245κείμενα ἐν αὐτῇ, ὅπως ἕκαστος βουλευτὴς ἦναι ἐν καλῇ πί-
1246στει τὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ἐν γνώσει πῶς ἔχει νὰ συζη-
1247τήσῃ. Ὅλοι εἴμεθα, τοὐλάχιστον ἐγώ, ἐν καλῇ πίστει, ὅτι τὸ νο-
1248μοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ὄγδοον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἑπο-
1249μένως, τοὐλάχιστον ἐγώ, δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσω αὔ-
1250ριον. Τοῦτο δὲν θέλει μὲ ἐμποδίσει, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λό-
1251γον, ἂν ἡ κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, καὶ σεῖς παραδεχθῆτε, ὅτι πρέ-
1252πει, κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης ὑποθέσεως, ἐγγεγραμμένης
1253ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ εἰσπηδήσῃ τὸ ἀντικείμενον ἐν τῇ
1254Βουλῇ καὶ τὸ συζητήσωμεν ἀπρόοπτως· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ
1255συζήτησις ἕνεκα τούτου θὰ ᾖναι ἀκανόνιστος, πλέον ἀνώμαλος,
1256πλέον ἐκτεταμένη καὶ πλέον συγκεχυμένη παρ’ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ
1257ᾖναι μία συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἤμεθα προητοιμασμένοι
1258νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ καὶ ἐξέ-
1259τασιν γεγονότων καὶ ἐξέτασιν ἐγγράφων. Καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ
1260ἀντικείμενον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν τελευ-
1261ταίαν ἡμέραν ὅπου καθεὶς θέλει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ σπῆτί του.
1262§117ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ προκαλέσῃ διακοπὴν ἡ κυβέρνησις; (Θό-
1263ρυβος).
1264§118Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτό, κύριοι, ἐγὼ τὸ βλέπω ὅλως διόλου
1265μὴ τακτικόν, μὴ σωστόν. Ἐπαναλαμβάνω, ἤμην ἐν πλήρει ἀγα-
1266θοπιστίᾳ, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔλθει εἰς συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον
1267αὐτὸ εἰμὴ μὲ τὴν σειράν του, ἀφοῦ ἐξαντληθοῦν τὰ ἄλλα προ-
1268ηγούμενα ἀντικείμενα.
1269§119ΔΑΓΡΕΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ εἴπουν, ὅτι τὰ ἀπεφύγαμεν. (θόρυβος.)
1270§120Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ τ’ ἀποφύγωμεν, κ. Δαγρὲ, καὶ
1271ἂν διὰ κανένα ἄλλον δύναται νὰ εἰπωθῇ ἴσως τοῦτο, ἀλλὰ πολὺ
1272ὀλιγώτερον δι’ ἐμὲ καὶ διὰ σᾶς. Ζητοῦμεν ὅμως νὰ τὸ συζητή-
1273σωμεν, ὅπως πρέπει νὰ συζητηθῇ τοιοῦτον ἀντικείμενον, καὶ ὄχι
1274ἐξ ἐφόδου. Σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ᾖναι πολὺ τρελ-
1275λὴ, ἂν ἴσως καὶ γείνῃ αὔριον ἀντὶ μετὰ 15 ἴσως ἡμέρας.
1276§121ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι βουλευταὶ,
1277ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα πάντοτε κατὰ τὸν κανονισμὸν νὰ ῥυθ-
1278μίζῃ καὶ μεταβάλλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοῦτο εἶναι ἓν μέ-
1279τρον, τὸ ὁποῖον ὄχι ἡ σημερινὴ Βουλὴ, ἀλλ’ ὅλαι αἱ βουλαὶ ἔ-
1280λαβον καὶ τὸ ὁποῖον καθιέρωσε καὶ ὁ κανονισμὸς αὐτὸς, καὶ τὸ
1281καθιέρωσε, διότι ἀναγκαίως παρουσιάζονται εἰς τὸν δρόμον τῆς
1282συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ
1283ἀνάγκη ἀπαιτεῖ νὰ προηγηθῇ ἑνὸς νομοσχεδίου ἡ συζήτη-
1284σις, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατόπιν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἑπο-
1285μένως, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τῆς χήρας τοῦ Λόϋδ ἐπε-
1286ξειργάσθη εἰς τὴν βουλὴν πρὸ τοσούτου καιροῦ καὶ ὅταν
1287ἐνεγράφη εἰς ἡμερησίαν διάταξιν, προϋποτίθεται ὅτι οἱ βου-
1288λευταὶ πλέον ὅλοι εἶναι ἕτοιμοι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ
1289τοῦ νομοσχεδίου· ἑπομένως ἡ βουλὴ ἔχουσα τὸ δικαίωμα
1290αὐτὸ δύναται σήμερον νὰ μεταβάλῃ τὸν κανονισμόν της, νὰ
1291μεταῤῥυθμίσῃ δηλαδὴ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ φέρῃ εἰς συ-
1292ζήτησιν αὔριον τὸ νομοσχέδιον τῆς χήρας Λόϋδ. Ἀναγνωρίζω
1293ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσουν ἐπὶ
1294τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως
1295οὐδέποτε οὔτε ἐννόησεν οὔτε ἐννοεῖ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὸ περιορί-
1296σῃ· δύναται νὰ ᾖναι εὐρύτατον, νὰ συζητήσῃ ἐφ’ ὅσον θέλῃ καὶ
1297μὲ ὁποιανδήποτε εὐρύτητα. Ἀλλὰ τὸ νὰ προταχθῇ αὐτὸ εἰς τὴν
1298ἡμερησίαν διάταξιν τὸ θεωρῶ καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον· διότι πρό-
1299κειται, κύριοι, περὶ μιᾶς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις
1300πρὸ τόσου καιροῦ ἔδωκεν πρὸς ξένους.
1301§122ΔΑΓΡΕΣ. Ἐσεῖς;
1302§123ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας κτλ.). Βέβαια. Ἡ κυ-
1303βέρνησις, κύριε Δαγρὲ, δὲν εἶναι τὰ ὑπουργεῖα, ἡ κυβέρνησις εἶ-
1304ναι συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπος.
1305§124ΔΑΓΡΕΣ. Εἴπετε ἡ ἐδική σας.
1306§125ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας κτλ.). Ὅταν ὁμιλῶ
1307περὶ κυβερνήσεως, ἐννοῶ μίαν κυβέρνησιν. Αἱ σχέσεις μεταξὺ
1308κυβερνήσεως ἑλληνικῆς καὶ ξένων δὲν χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὰ
1309πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν αὐτὴν. Ἑλληνικὴ εἶναι ἡ κυ-
1310βέρνησις εἴτε ἀπὸ τὸν Ζαΐμην, εἴτε ἀπὸ τὸν Βούλγαρην, εἴτε ἀπὸ
1311Δεληγεώργην, εἴτε ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον προεδρεύεται. Ὁμι-
1312λῶν καὶ λέγων κυβέρνησιν, δὲν ἐννοῶ τὸ ὑπουργεῖον. Μὴ συγ-
1313χύζετε αὐτὰ τὰ δύω πράγματα.
1314§126ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ἐννόησα αὐτό.
1315§127ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας κτ.λ.). Πρόκειται λοι-
1316πὸν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ μιᾶς ὑποσχέσεως τῆς ἑλλη-
1317νικῆς κυβερνήσεως πρὸς ξένους ἀνθρώπους, πρὸς ξένην ἐπικρά-
1318τειαν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει
1319νὰ προταχθῇ διὰ νὰ συζητηθῇ αὔριον. (θόρυβος.)
1320§128ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐναντίος, καὶ τὸ
1321λέγω ἐκ τῶν προτέρων νὰ συζητηθῇ αὔριον, καί τοι συμφωνῶν
1322ἴσως μετὰ τοῦ κυρίου Δομβάρδου. Ἀδιάφορον ἂν πρέπῃ νὰ συ-
1323ζητηθῇ αὔριον ἢ ὄχι, μόνον ἓν πρᾶγμα προλαμβάνω νὰ εἴπω,
1324νὰ προσέξῃ ἡ κυβέρνησις, ἐπειδὴ θὰ ἔλθῃ ἀναβολὴ, μήπως πλη-
1325ρώσῃ χρήματα, πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός· διότι δὲν δύναμαι
1326νὰ θεωρήσω ὡς τελεσίδικον ἀπόφασιν, οὕτως εἰπεῖν, μίαν πρό-
1327τασιν ἀφορῶσαν ἓν μέγα ποσὸν, ὁποῖον εἶναι αὐτὸ, δὲν ἠμπορῶ
1328νὰ παραδεχθῶ ποτὲ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις εἰς ὁποιανδήποτε
1329θέσιν καὶ ἂν εὑρέθη ἐπλήρωσε χρήματα ἢ ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ
1330πρὶν λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς· ἠδύνατο νὰ δώ-
1331σῃ ὑπόσχεσιν ἂν δὲν ἠμποροῦσε ν’ ἀποφύγῃ· ἀλλὰ θέλω θεωρήσει
1332ἀσυγχώρητον τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐννοῶ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν
1333ἦναι καὶ λέγων κυβέρνησιν (καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ πλη-
1334ρέστατα μετὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας) ἀπὸ τοῦ
13351864 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφότου ἦλθεν ὁ Γεώργιος ὁ Βασιλεὺς, δὲν
1336ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ κυβέρνησιν, ἥτις ὑπεσχέθη καὶ ἐξεπλήρω-
1337σε τὴν ὑπόσχεσίν της καὶ δὲν ἐπεφυλάχθη νὰ λάβῃ μίαν ἔγ-
1338κρισιν τοῦ κοινοβουλίου. Λοιπὸν ἐνόμισα χρέος νὰ εἴπω, νὰ
1339προσέξῃ ἡ κυβέρνησις μὴ πληρώσῃ πρὶν τῆς ἐγκρίσεως.
1340§129ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἡ κυβέρνησις ὑπεσχέθη καὶ τὴν
1341ὑπόσχεσίν της τὴν ἐξεπλήρωσε καθυποβαλοῦσα τὴν πίστωσιν αὐ-
1342τήν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ κα-
1343τεπειγόντως καὶ συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασίν της ἐνεγράφη εἰς
1344τὸ πινάκιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Βουλῆς. Ὅλοι οἱ βου-
1345λευταὶ καὶ ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν καὶ ὅσοι ἤθελον νὰ ὁμιλή-
1346σουν ἐγνώριζον τὴν τάξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ἑπομένως
1347ἐνασχολούμενοι εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, εἰς ἄλλας συζητήσεις δὲν
1348ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ προετοιμασθοῦν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ Βου-
1349λὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν δεῖνα ἡμέραν νὰ συζητη-
1350θῇ, καθόσον — καὶ ἡ ὑπόσχεσις τῆς κυβερνήσεως δὲν ἦτο νὰ συ-
1351ζητηθῇ τὴν δεῖνα ἡμέραν· ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτιμήσῃ ἂν
1352ἔχουν τὸν καιρὸν οἱ βουλευταὶ νὰ προετοιμασθοῦν, καθόσον ἡ
1353ὑπόθεσις αὕτη συνδέεται μὲ τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ
1354ἔθνους, καὶ ὅστις θὰ ὁμιλήσῃ πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ τόσον προπα-
1355ρεσκευασμένος καὶ τόσον τεχνικῶς, ὥστε πρέπει νὰ μετρήσῃ
1356καὶ τὰς φράσεις καὶ τὰς λέξεις καὶ τὸ σχῆμα καὶ τὴν φωνήν.
1357Δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ αὔριον, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἐξ ἀπροόπτου, μὴ προπα-
1358ρασκευασμένος καὶ ἐνδέχεται νὰ τοῦ διαφύγῃ ἀπὸ τὸ ἕρκος τῶν
1359ὀδόντων εἴτε λέξις, εἴτε φράσις, καθόσον εἶναι ὑποθέσεις, αἱ
1360ὁποῖαι ἐγείρουν αἰσθήματα ὑψηλότερα εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν
1361τοῦ ἔθνους. Ἐξετάσατε λοιπὸν ὅτι εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον εἰς
1362τὴν ἑλληνικὴν καρδίαν θὰ ἐγείρῃ θερμότατα αἰσθήματα καὶ
1363ἂν εὕρητε, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς καιρὸς, νὰ συζη-
1364τηθῇ αὔριον. Θὰ σκεφθῆτε ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ τό-
1365σον ὡρίμως, ὥστε νὰ μὴ φαίνεσθε παραβεβιασμένως συζητοῦν-
1366τες, ἀλλὰ μὲ ὡρίμους σκέψεις, μὲ ὡρίμους φράσεις πρεπούσας
1367εἰς τοιοῦτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον, σᾶς λέγω, θὰ λάβῃ διαστάσεις.
1368Νομίζω ἄλλως, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν. Εἴμεθα
1369καὶ χριστιανοί, θὰ μεταλάβωμεν, διὰ μίαν ἡμέραν δὲν ἠμπορεῖ
1370νὰ γείνῃ. Τέλος πάντων τὸν πρῶτον λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον
1371θὰ τὸν ἐξετάσητε ἀξιοπρεπῶς καὶ πρέπει νὰ ἔλθητε προπαρε-
1372σκευασμένοι. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ὁ ὑλικὸς καιρὸς, καὶ δυνάμει
1373τῆς ἀποφάσεώς σας δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ τὴν μεταβάλητε, καὶ
1374ἂν τὴν μεταβάλητε, ἀδικεῖτε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ ἐκείνους, οἵτι-
1375νες ἔχουν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ὁμιλήσουν ἐκ προπαρασκευῆς.
1376§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδόλως ἐπε-
1377ρίμενα, κύριοι, ὅτι ἡ ἁπλουστάτη πρότασίς μου ἤθελεν ἀπαντή-
1378σει τοσαύτας ἀντιῤῥήσεις. Τί σᾶς εἶπον, κύριοι, ἐγώ; νὰ προτά-
1379ξητε ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμε-
1380ρησίαν διάταξιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἠδύνατο
1381νὰ φθάσῃ καὶ εἰς συζήτησιν· διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι τὰ ἀντικεί-
1382μενα, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται αὐτῆς ἠδύναντο νὰ ἐπιψηφισθῶσιν
1383ἄνευ συζητήσεως, πολλὰ δὲ ἐξ αὐτῶν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ τὰ
1384ἀναβάλῃ, ἂν ἤθελε νὰ σκεφθῇ ἐπί τινος ἐξ αὐτῶν περισσότερον·
1385φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ πᾶν ἀντικείμενον ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν
1386ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπειδὴ δύναται νὰ ἔλθῃ κατὰ πᾶσαν στιγ-
1387μὴν ἡ σειρά του, ὅλοι οἱ κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ
1388λάβουν τὸν λόγον εἶναι πάντοτε προπαρεσκευασμένοι· πῶς
1389λοιπὸν ἔρχονται σήμερον καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι παραβιάζεται
1390κάπως ἡ ἀγαθοπιστία. Ἡμεῖς ἠδυνάμεθα, ὡς ἐκάμαμεν ἐπὶ
1391τόσων ἄλλων, νὰ ζητήσωμεν, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ εὐθὺς ἡ συζή-
1392τησις, διότι τοῦτο ἐπράξατε καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
1393πρὸ ὀλίγου συνεζητήσατε, τὸ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν
1394ὑπαλλήλων, ὅπερ εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν ἀριθμὸν 17,
1395ἑπόμενον δηλαδὴ τόσων ἄλλων καὶ τούτου, περὶ οὗ κάμνομεν
1396ἤδη λόγον· καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸ προτάξῃ καὶ
1397τὸ συνεζήτησε, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ κανὲν παράπονον διὰ τὴν προτί-
1398μησιν. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ συζητηθῇ διὰ μιᾶς, οὔτε
1399ἐνόησα νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν, ἐπειδὴ τῳόντι θεωρῶ τὸ
1400ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον· ἠθέλησα μόνον νὰ προειδοποιήσω
1401τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ὅπως ᾖναι ἕτοιμοι αὔριον νὰ ἀρχί-
1402σωμεν τὴν συζήτησιν. Ἂν δὲ δὲν κατορθωθῇ νὰ τελειώσῃ
1403αὔριον ἡ συζήτησις, διότι πιθανὸν νὰ λάβῃ ἡ συζήτησις μεγά-
1404λας διαστάσεις, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσω νὰ
1405κλείσω τὴν συζήτησιν, ἡ συζήτησις δύναται νὰ διαρκέσῃ καὶ
1406δύω καὶ τρεῖς ἡμέρας. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν ἠμπορεῖ νὰ μὴ γείνῃ
1407συνεδρίασις, τοῦτο ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ προΐδω ἀπὸ σήμερον,
1408εἷς ἢ δύω βουλευταὶ ἠμποροῦν νὰ μὴ ἔλθουν, οἱ περισσότεροι
1409ὅμως ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν.
1410Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν βλέπω τί ἄτοπον
1411δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις αὕτη, νὰ παραδεχθῇ ὥστε εἰς τὴν
1412συνεδρίασιν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ αὔριον νὰ προταχθῇ ὡς πρῶτον
1413ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ παρακαλῶ νὰ παραδεχθῇ
1414ἡ Βουλὴ τὴν πρότασίν μου, καθόσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι
1415ὑποβεβλημένον πρὸ τόσου καιροῦ, καὶ ὅσοι ἠθέλησαν νὰ τὸ
1416μελετήσουν, νομίζω ὅτι τὸ ἐμελέτησαν καὶ εἶναι προπαρεσκευα-
1417σμένοι νὰ λάβουν τὸν λόγον.
1418§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι
1419ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἦσαν δέκατα ἢ εἰκοστὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
1420διατάξει, ἡ Βουλὴ ἀνατρέψασα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ
1421συνεζήτησε· μάλιστα· τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Εἰς πᾶσαν στιγμὴν
1422ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ
1423συζητήσῃ ὅποιον θέλῃ ἀντικείμενον, ὡς ἔπραξε πρὸ ὀλίγου εἰς
1424τὸ περὶ πολιτικῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἠδύνατο
1425νὰ προκαλέσῃ ἄλλην συζήτησιν, εἰμὴ ἂν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν
1426200 ἢ 250 χιλιάδας δραχμῶν, ὡς καὶ τὸ ἑπόμενον, τὸ ὁποῖον
1427θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ διανομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας τῆς
1428Ζακύνθου δὲν θὰ γεννήσῃ συζητήσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ ἀντικειμένων
1429τόσων σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἐμβριθῆ συζήτησιν, πότε
1430ἐγένετο ἡ ἐξ ἐφόδου πρότασις περὶ ἀνατροπῆς τῆς ἡμερησίας
1431διατάξεως; πότε ἐγένετο ἡ ἐξ ἐφόδου ἀπαίτησις νὰ συζητη-
1432θῶσιν ἀμέσως χωρὶς νὰ ἤμεθα προπαρασκευασμένοι; Ἠρεθίσθην,
1433κύριοι, ὅταν ἤκουσα τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἠξεύρετε διατί;
1434διότι ἐσυλλογίσθην, ὅτι εἰς τὸ κράτος τὸ μικρὸν τῆς Ἑπτανή-
1435σου, ἐσεβάσθη πάντοτε ὁ Ἁρμοστὴς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ κοινο-
1436βουλίου ἐκείνου καὶ ποτὲ δὲν ἐτόλμησε νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὴν
1437θέλησίν του ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, καὶ νὰ μᾶς
1438εἴπῃ τοῦτο θέλω νὰ συζητήσητε, ὄχι ἐκεῖνο· ποτὲ δὲν ἐπεμ-
1439βῆκεν ἐντὸς τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ὅμως ἔρχεται
1440σήμερον ἡ κυβέρνησις καὶ σᾶς λέγει διακόψατε τὴν συζήτησιν,
1441μεταβάλετε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν
1442αὔριον ἀμέσως, τὸ ἀπαιτῶ, τὸ θέλω. Ἰδοὺ διὰ τί ἠρεθίσθην
1443καὶ ἤθελεν ἐρεθισθῆ πᾶς τις, ὅστις αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πολίτης
1444ἐλευθέρας πολιτείας· τί τὴν θέλω τοιαύτην ἐλευθερίαν; ἂς
1445χαθῇ, ἂς χαθῇ, ὅταν καὶ αὐταὶ αἱ συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου
1446μας ὑπόκηνται εἰς τὴν μάστιγα τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας,
1447ὅστις τολμᾷ νὰ μᾶς λέγῃ, διακόψατε τὴν συζήτησιν, ἀνατρέ-
1448ψατε τὴν ἡμερησίαν διάταξίν σας, ἀπαιτῶ νὰ πληρώσητε καὶ
1449νὰ πληρώσητε ἀσυζητητεὶ καὶ ἐξ ἐφόδου. Δυνάμεθα νὰ συζη-
1450τήσωμεν, ἀλλ’ ὁ τρόπος του κάμνει νὰ ἀναβῇ τὸ αἷμα εἰς τὴν
1451κεφαλὴν παντὸς, ὅστις εἶναι μὲν πολίτης κράτους μικροῦ,
1452ἀλλ’ αἰσθάνεται ὅτι ἔχει κἂν δικαίωμα νὰ συζητῇ καὶ νὰ σκέ-
1453πτηται ἄνευ πιέσεως καὶ ἐλευθέρως. Οἱ Ἄγγλοι ἔχουν κανόνια
1454ἔχουν λόγχας· ναί· τί θέλουν; νὰ μᾶς καταστρέψουν; ἂς
1455ἔλθουν· αἱ λόγχαι των καὶ τὰ κανόνια των δὲν θὰ μᾶς ἀτι-
1456μάσωσι, μᾶς ἀτιμάζει μόνον ὁ τρόπος των. Καὶ δὲν τὰ
1457λέγω διὰ σᾶς κύριοι κυβερνῆται· σεῖς εἶσθε κυβέρνησις καὶ ὀφεί-
1458λατε νὰ τηρήσητε τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε, σεῖς
1459ὀφείλατε νὰ κάμητε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐκάματε ἀφοῦ τυχὸν ἐλά-
1460βατε ἀπαίτησιν τοιαύτην. Ἡμεῖς ὅμως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ
1461ἔθνους, ἡμεῖς ἡ Βουλὴ, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθημεν ὡς ἀντιπρόσωποι
1462τοῦ τόπου νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν του, δὲν πρέπει
1463νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς καμμίαν ἐξουσίαν οἱανδήποτε τοιαύτην
1464ἐπέμβασιν ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων μας. Ποῦ εὑρισκόμεθα κύριοι!
1465§132ΛΕΚΚΑΣ. Διὰ τοῦτο αὔριον δὲν ἐρχόμεθα νὰ συνεδριάσωμεν.
1466§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, νὰ ἔλθωμεν. Δὲν πρέπει νὰ λειποτακτῶ-
1467μεν, πρέπει νὰ καθήσωμεν ἐδὼ καὶ νὰ τοὺς δείξωμεν, ὅτι ἂν
1468ἐκεῖνοι ἦναι ἰσχυροὶ καὶ ἔχουν ἐπαναλέγω κανόνια καὶ λόγχας,
1469ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δίκαιόν μας. Ἄλλη ἡ θέσις ὑμῶν τῶν ὑ-
1470πουργῶν καὶ ἄλλη ἡ θέσις ἡ ἰδική μας, κύριοι βουλευταί.
1471Καὶ αὐτὴ, κύριοι, ἡ δικαιολόγησις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀ-
1472ξιότιμος ὑπουργὸς τῆς παιδείας καὶ ἀκριβὸς φίλος μου κύριος
1473Πετιμεζᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι
1474εἶναι ὑπόσχεσις τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, αὐτὸ τοῦτο μόνον
1475τὸ ζήτημα δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἐκτεταμένην; Ἐλέχθη
1476τὸ τοιοῦτον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ
1477ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως, ὅπως μὴ φανῇ ὅτι διστάζει ἡ
1478Βουλὴ ν’ ἀπαντήσῃ. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσις, ἔχει ἰσχύν;
1479ἔχει ἰσχὺν δι’ ὑμᾶς ἔχει ἰσχὺν διὰ τὴν Βουλήν; Καὶ νομί-
1480ζετε, ὅτι ἂν συζητήσωμεν αὔριον κατεπειγόντως τὸ ζήτημα
1481τοῦτο διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπεσχέθη ἡ κυβέρνησις, δὲν θὰ ἐκφρά-
1482σωμεν τὴν ἔμμεσον ἀναγνώρισιν ἡμῶν τῶν ἰδίων, ὅτι πράγματι
1483ὑπῆρξεν ὑπόσχεσις; καὶ ἂν ἐδόθη, τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα τὴν ἔ-
1484δωσαν οὔτε σᾶς ὑποχρεοῦν, οὔτε ἡμᾶς, διότι δὲν ἔχει ἡ ὑπό-
1485σχεσις ἐκείνη οὐδένα τύπον νομίμου ὑποσχέσεως, καὶ τοῦτο
1486τὸ ζήτημα θέλει ἐξετασθῆ.
1487Πρέπει λοιπὸν, νὰ ἔλθωμεν αὔριον ἐν τῷ κυριαρχικῷ δικαιώ-
1488ματί μας ὡς ἔθνος, διότι τέλος πάντων πρέπει νὰ μάθωμεν ἂν
1489αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀδιακόπως μᾶς ῥίπτουν εἰς τὸ πρόσωπον ὅτι
1490δηλαδὴ ἔκαμαν τὴν μάχην τοῦ Ναυαρίνου καὶ ὅτι τοῖς ὀφείλο-
1491μεν εὐγνωμοσύνην, πρέπει νὰ μάθωμεν, λέγω, ἂν ὀφείλωμεν
1492τῳόντι ἢ διεγράψαμεν ἀπὸ τὴν μνήμην καὶ τὴν καρδίαν μας
1493τὴν μάχην ἐκείνην ὅπως καὶ αὐτοὶ τὴν διέγραψαν. Πρέπει νὰ
1494μάθωμεν ἂν ἔχωμεν δικαιώματα ἀνεξαρτήτου ἔθνους.
1495§134ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ καθῆ-
1496κόν της νὰ κάμνῃ ἡ Βουλή. (Εὖγε).
1497§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἡμεῖς ἡμέραν συζητήσεως.
1498§136ΔΑΓΡΕΣ. Τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ τὸ Πάσχα.
1499§137ΛΕΚΚΑΣ. Ὄχι βέβαια αὔριον.
1500§138ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως καὶ τὴν ἡμέ-
1501ραν ἐκείνην νὰ μὴ λείψῃ οὐδεὶς ἀντιπρόσωπος ἀπὸ τὸ καθῆ-
1502κόν του.
1503§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1504§140ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὄχι νὰ μὴ ἔλθωμεν. Δὲν πρέπει νὰ λάβῃ
1505τὴν εὐχαρίστησιν ὁ ξένος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐνώπιον τῆς ἀπαιτήσεώς
1506του ἐφύγαμεν· νὰ ἔλθωμεν καὶ αὔριον, ἀλλὰ νὰ ἔλθωμεν καὶ
1507νὰ δείξωμεν, ὅτι ἔχομεν τὸ πατριωτικὸν θάῤῥος νὰ ἀντιταχθῶ-
1508μεν κατὰ μέτωπον καὶ νὰ εἴπωμεν, σὺ ἀπαιτεῖς τοῦτο, ἡμεῖς
1509ἀποφασίζομεν ἐκεῖνο· τοὐλάχιστον, ἂν οὐχὶ δι’ ἄλλο, διὰ νὰ
1510μάθῃ κἂν ἡ Ἀγγλία ἡ ὁποία ὑπερηφανεύεται, ὅτι ἐδίδαξεν εἰς
1511τὸν κόσμον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, νὰ μὴ ἔρχεται διὰ
1512τοῦ πρέσβεώς της καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὸ κοινοβούλιον κράτους
1513μικροῦ, ἀδυνάτου ἀλλ’ ἀνεξαρτήτου, πότε καὶ πῶς ἔχει νὰ συ-
1514ζητήσῃ. Ἀποκρούσατε τὴν πρότασιν· ἡ κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ
1515ἐκτελέσῃ τὸ χρέος της ὡς κυβέρνησις, σεῖς ἐκτελέσατε τὸ χρέος
1516σας ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους σας.
1517§141ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Θαυμάζω
1518τῳόντι τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς
1519συνεζήτησε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ τὸν θαυμάζω, διότι ἠθέ-
1520λησε νὰ προδικάσῃ περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σω-
1521τηρόπουλος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔκαμεν, ὡς ὑπουργός, τοῦ νὰ
1522προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας
1523Λόϋδ. Προεδίκασε, κύριοι, καὶ εἶπεν, ὅτι ξένοι εἰσέρχονται ἐντὸς
1524τοῦ κοινοβουλίου καὶ μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν
1525ὑπηρεσίαν ἡμῶν. Μὰ, πόθεν εἰκάζετε, κ. πρόεδρε, πόθεν τὸ
1526συμπεραίνετε, ὅτι ξένοι εἰσῆλθον ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐζή-
1527τησαν τὴν ἀνατροπὴν καὶ τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς ἡμερησίας δια-
1528τάξεως;
1529§142ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς δὲν μοὶ εἴπετε τίποτε οὔτε κανεὶς ἄλλος,
1530ἀλλ’ ὁρκίζομαι, ὅτι οὕτως εἶναι.
1531§143ΛΕΚΚΑΣ. Ὡμίλησεν ὡς βουλευτὴς, ὄχι ὡς πρόεδρος, ὁ κ.
1532Λομβάρδος.
1533§144ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Λέκκα, συνειθίζετε νὰ διακόπτητε πάν-
1534τοτε, καὶ διακόπτετε χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἔχητε δίκαιον·
1535διότι ἐγὼ λέγων, εἴτε, ὅτι ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου εἶπε τοῦτο ἢ
1536ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ ἦναι καὶ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ
1537τί προσέκρουσα; καὶ ἄν τις ἦναι γραμματεὺς τῆς Βουλῆς καὶ
1538εἴπῃ τις, ὅτι ὁ γραμματεὺς τῆς Βουλῆς εἶπε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο,
1539κατὰ τί προσέκρουσεν, ἀφοῦ ὁ κανονισμὸς σᾶς λέγει, ὅτι ὁ πρόε-
1540δρος τῆς Βουλῆς, οἱ ἀντιπρόεδροι αὐτῆς καὶ οἱ γραμματεῖς
1541εἶναι βουλευταί; Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε;
1542Θαυμάζω, ἐπαναλέγω, πῶς ὁ κ. Λομβάρδος βουλευτὴς ἐκ Ζα-
1543κύνθου ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λέγει, ὅτι ἡ πρότα-
1544σις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὑπη-
1545γορεύθη ἀπὸ κανένα ἄλλον λόγον παρὰ μόνον καὶ μόνον ἀπὸ
1546τὸν λόγον ξένης εἰσηγήσεως. Ἀδικεῖ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ τὸν
1547ἑαυτόν του καὶ τοὺς φίλους του, διότι γνωρίζει, ὅτι οἱ φίλοι
1548του ποτὲ δὲν ὑπέκυψαν εἰς τὰς θελήσεις τῶν ξένων, ἀλλ’ οὐχ
1549ἧττον δὲν ἔλειψαν ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς καθήκοντος ἱεροῦ.
1550Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδόθη ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
1551ἡ ὑπόσχεσις, εἶναι πλέον ἡ ὑπόσχεσις αὕτη ἱερά. Ἐνθυμεῖσθε,
1552κύριοι, ὅτι ὑπόσχεσις ἐπίσημος ἐκ μέρους τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως
1553πρὸ 8 μηνῶν ἐδόθη πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας περὶ τῆς ἀ-
1554ποζημιώσεως αὐτῆς. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον αὐτὴν
1555ἐψηφίσθησαν σπουδαιότατα νομοσχέδια, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἡ
1556ὁποία ἐπισήμως ἔδωσε τὸν λόγον της, ἀδιάφορον ἂν τότε συνεκρο-
1557τεῖτο ἀπὸ ἕτερα πρόσωπα, διότι ἡ κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι
1558μία, ἡ κυβέρνησις αὐτὴ ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς
1559Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ
1560κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ὅπως αὐτὴ βούλεται· ἡ κυβέρνησις ὅμως δὲν
1561θέλει νὰ παραστήσῃ πρὸς ξένους ἕνα πρόσωπον κακῆς πίστεως.
1562Τώρα ἦλθε κατόπιν ὁ κ. Λομβάρδος καὶ εἶπεν, ὅτι καὶ ἂν ἔδωσε
1563τὴν ὑπόσχεσιν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις κακῶς ἔκαμε, ἡ Βουλὴ
1564δὲν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ
1565περὶ τούτου δὲν πρόκειται εἰς αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὰ τοιαῦτα
1566εἶναι ἀντικείμενον τῆς οὐσίας καὶ θὰ συζητηθῶσι καθ’ ἣν στιγμὴν
1567ἔλθῃ ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω
1568τίποτε, διότι ὅταν θὰ συζητηθῇ, ὅλαι αἱ ἰδέαι τῆς κυβερνήσεως
1569θ’ ἀναπτυχθῶσι καὶ θὰ ἐκτυλιχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλά,
1570κύριοι, ὅλοι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
1571νομοσχεδίου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναταί τις
1572εἰς τοῦτο νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα
1573νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της· ὀφείλει ὅμως νὰ τὴν ἐκφράσῃ μίαν
1574ὥραν ἀρχήτερα, διότι ἐδόθη ὑπόσχεσις ἐπίσημος ἐκ μέρους τῆς
1575Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως πρὸς ἕνα ξένον ἀντιπρόσωπον, καὶ ἡ Ἑλλ.
1576κυβέρνησις εἶναι πάντοτε ὁ φυσικὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ τόπου πρὸς
1577τοὺς ξένους. Αὐτοί, κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μᾶς ἔκαμαν νὰ
1578φέρωμεν τὴν πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς τὴν ἡμερη-
1579σίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τῆς Λόϋδ, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁ-
1580ποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἠθέλησε διὰ
1581τούτων ν’ ἀδικήσῃ καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς φίλους του.
1582§145ΔΑΓΡΕΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
1583§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
1584§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
1585§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ ὀνομαστικὸς
1586κατάλογος.
1587(Ἐνταῦθα ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ
1588μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ Πρόεδρος διέλυσε τὴν
1589συνεδρίασιν περὶ ὥραν 6 καὶ 30|00.)