Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Γ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 57

1871.03.18

3.486 στίχοι · 28.924 λέξεις · 2 πίνακες · 165 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1871.03.18
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Περίοδος
Γ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57

τῆς 18 Μαρτίου 1871.

(Πέμπτη).

Ὥρα 2 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθέντων παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν,

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Α. Μαντζαβῖνος.
Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Γ. Δρακονταειδής.
Ἀντ. Βενιζέλος. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
Ν. Π. Καΐρης. Κ. Πανάρετος.
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. Α. Καρδαρᾶς.
Δ. Δανόπουλος. Θ. Θερμογιάννης.
Ἰω. Λέκας. Γ. Βακαλόπουλος.
Δημ. Καλλιφρονᾶς. Ν. Βαρβιτζιώτης.
Σκαρλ. Σοῦτσος. Ἰω. Βαλασόπουλος.
Α. Ἴσκος. Ν. Θ. Λεώπουλος.
Ἰω. Καραγιαννόπουλος. Σπ. Κοπανίτσας.
Π. Πεμμεζῆς. Γ. Λάππας.
Α. Μαγγίνας. Φ. Ι. Φίλωνος.
Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Γερ. Σέρβος.
Σ. Ῥηγόπουλος. Σπ. Βαλαωρίτης.
Κ. Λαμπρυνόπουλος. Α. Σταματόπουλος.
Κ. Κοσονάκος. Δ. Τσαμόπουλος.
Ν. Κατσικαπῆς. Θ. Γεωργίου.
Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
Ἰω. Καπιτσίνης. Χ. Χρηστόπουλος.
Γ. Μίλησης. Δ. Ζέγγελης.
Α. Σ. Μήτσας. Π. Κ. Μανέτας.
Δ. Τσιτσάρας Ἠλ. Φλέσσας.
Κ. Γιολδάσης. Ἀθ. Κατριβάνος.
Π. Μανωλίδης. Ἰω. Πανούσης.
Εὐθ· Γουβέλης. Γ. Μαλέας.
Κ. Λομβάρδος. Ν. Παγκράτης.
Α. Γαΐτας φωσκάρδης. Κ. Κοκκινώρης.
Σ. Π. Δεονταράκης. Ν. Καρύδης.
Ἰω. Σούλης Βάρκας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
Ἀνδρ. Αὐγερινός. Γ. Γουλιμῆς.
Ἐπ. Κρεστενίτης. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
Δ. Κατσίνας. Περ. Μποῦτος.
Ἀναγ. Δημητρίου. Ἰω. Προβελέγγιος.
Σπ. Μαλασπίνας. Ἰω. Ταταράκης.
Κ. Δ. Πεταλᾶς. Α. Ῥαυτόπουλος.
Θρ. Ζαΐμης. Μ. Δαμιράλης.
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Κ. Κρίσπης.
Α. Διαμαντόπουλος. Α. Ῥοντήρης.
Γ. Παπαδαῖος. Εὐθ. Πλαστήρας.
Ἰω. Σοφιανόπουλος. Γρηγ. Δημητριάδης.
Κ. Δαγρές. Κίμ. Χριστοδούλου.
Ἰω. Φλέσσας. Δ. Σαράβας.
Δ. Λένωσης. Α. Καπετανάκης.
Ν. Μ. Κοζαδίνος. Ἰω. Κατσάκος.
Ν. Ἀγγελίδης. Ζαρ. Ζαριφόπουλος.
Ι. Πολυλᾶς. Π. Κωσταντᾶς.
Ἀ. Παπαδάτος. Θ. Ῥωμαῖος.
Σπυρ. Νοταρᾶς. Α. Μουρίκης.
Ἀν. Δημητριάδης. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
Δ. Μεταξᾶς. Δ. Καραλίβανος.
Π. Τζαμάλας. Μ. Ε. Παρίσης.
Περ. Καλαμογδάρτης. Σ. Σωτηρόπουλος.
Γ. Πράτζικας. Στ. Κοριζῆς.
Α. Μισυρλῆς. Ν. Πιπῖνος.
Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.Θ. Γκίκας.
Ἰω. Δεστούνης. Δ. Χατζῖσκος.
Γ. Λ. Γεωργιάδης. Δ. Οἰκονόμου.
Δ. Χρηστίδης. Μ. Ἀβέρωφ.
Π. Σεβαστόπουλος. Κ. Νικόδημος.
Α. Βαφιαδάκης. Ἰω. Κοτσιᾶς.

Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προειδοποιῶ τὰ θεωρία ὅτι εἰς ὅποιον γένει ἡ παραμικρὰ ταραχὴ θὰ τὸ κενώσω ἀμέσως. — Ἄρχεται ἡ συζήτησις.

§2ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχω τὸν λόγον.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν στιγμὴν, κύριε Δαγρέ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Κατσικαπῆ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη· τὴν στιγμὴν ταύτην καθυποβάλλονται αἱ ἑπόμεναι δύω, μία ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τοὺς κ. κ. Δημητριάδην, Ζέργελην, Ῥοντήρην καὶ Πλαστήραν ἔχουσα οὕτως· «Αἱ ἐν Λαυρίῳ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται διὰ νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοιούτου νόμου πᾶσα χρῆσις καὶ μετάθεσις αὐτῶν ἀπαγορεύεται». Ἑτέρα τοῦ κ. Ταμπακοπούλου «Ἄρθρον μοναδικόν. Μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ παλαιῶν ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν μεταλλούχων χωμάτων τῶν ἐξορυχθέντων παρὰ τῶν ἀρχαίων καὶ εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς ἀπαγορεύεται πᾶσα αὐτῶν χρῆσις». — Ὁρίσατε, κύριε Δαγρέ.

§4ΔΑΓΡΕΣ. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι Βουλευταὶ, διότι πρῶτος ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὸν λόγον σήμερον ἐφ’ ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ σπουδαίου ζητήματος, οὗ ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ λύσις ἀπαιτεῖ βεβαίως καὶ φῶτα καὶ γνώσεις πολὺ ἀνώτερα τῶν ἐμῶν. Ἔπραξα δὲ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δικαιολογηθῶ οὐ μόνον διὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως χθὲς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπιμονὴν, ἣν ἔδειξα μέχρις ἐσχάτων πρὸς παραδοχὴν αὐτῆς· τοσοῦτο μᾶλλον ὀφείλω νὰ δικαιολογηθῶ, καθ’ ὅσον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἤμην ἐγὼ, ὅστις πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ὅτε ἐξελέχθη ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἀνεθέσατε τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπέμενον περὶ τῆς ὅσον ἦτο δυνατὸν ταχυτέρας ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ κατ’ ἐκείνην μάλιστα τὴν συνεδρίασιν ἠλέγχθην παρά τινων καὶ κατηγορήθην διὰ τοῦτο. Τῷ ὄντι ἐπίστευα καὶ ἤδη πιστεύω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ταχέως. Ὤφειλον λοιπὸν, Κύριοι, νὰ δώσω λόγον διὰ τί ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, καὶ οὐ μόνον ἐγὼ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον, ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς βουλῆς, ὅστις βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ συστήσω ἐγὼ τοῦτο· διότι οὗτος ἠναγκάσθη νὰ καταβῇ τῆς ἕδρας τοῦ Προεδρείου, ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες τὸν ἠνάγκασαν εἰς τοῦτο· Κύριοι, ἐδικαιούμην ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν καὶ ἐπιμείνω εἰς αὐτὴν, διότι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρας ἤκουσε μετὰ θρησκευτικῆς προσοχῆς πάντας τοὺς ἀγορεύσαντας, καὶ δὲν ἐπηρεάσθη ἐξ οὐδεμιᾶς ἄλλης σκέψεως, ἀλλὰ ἀποβλέπουσα εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἤκουσεν ὅλων τὰς ἰδέας καὶ τὰς δοξασίας. Καὶ βουλὴ, ἥτις εἰς ἓν τοσοῦτον μέγα ζήτημα ἐξετάζει μετὰ τοιαύτης ἐμβριθείας καὶ προσοχῆς, ἐδικαιοῦτο, νομίζω, ν’ ἀπαιτήσῃ πλειότερον σεβασμὸν ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια καὶ τὴν κοινωνίαν. Βουλὴ, λέγω, Κύριοι, ἥτις παρουσιάζει τὸ πρωτότυπον, τὸ πρωτοφανὲς παράδειγμα, νὰ ἐργάζεται ἄνευ οὐδεμιᾶς διαιρέσεως καὶ ἐπηρείας Κυβερνητικῆς ἢ ἀντικυβερνητικῆς, δικαιοῦται, ἐπαναλέγω, ν’ ἀξιῇ ἀνωτέραν ἐκτίμησιν· τοσοῦτον εἶναι βέβαιον τοῦτο, καθ’ ὅσον εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον ἔλυσε τοσαῦτα μεγάλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὅλαι αἱ προηγούμεναι Βουλαὶ καὶ ἐθνοσυνελεύσεις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λύσωσι καὶ ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐξηκολούθησεν ἀκροαζομένη τοὺς ἀγορεύσαντας, σκεπτομένη καὶ μελετῶσα τὰς διαφόρους ἰδέας, ἔρχονται μίαν ἑσπέραν καὶ τολμῶσι νὰ τῇ ἐπιβάλωσιν ἔξωθεν νὰ λύσῃ ἓν τοιοῦτον ζήτημα μεγάλον καὶ δυσνόητον. Ἡ Βουλὴ τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς ἂν προέβαινεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, βεβαιωθῆτε, ἤθελεν ἐνισχύσει μίαν πολλὰ κακὴν ἰδέαν περὶ αὐτῆς καὶ ἤθελεν ἐνισχύσει ἀτάκτους τινὰς νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς νομοθετικὰς αὐτῆς ἐργασίας. Καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι τὸ τοιοῦτο τείνει εἰς τὸν ὄλεθρον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν συστήματος· δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν μὴ ὑπευθύνων προσώπων φέρει εἰς ἀναρχίαν καί αὕτη δὲν δύναται εἰμὴ νὰ φέρῃ τὴν τυραννίαν. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι τὸ τέρμα τῆς δεσποτείας εἶναι ἡ δημοκρατία, καὶ τέρμα αὐτῆς ἡ τυραννία· ἔπραξα ἐγὼ ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξω, ὡς καὶ ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐσυζητήσαμεν τὸ ζήτημα αὐτό, αἴφνης ἐπροτάθη νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν λύσιν του ἀμέσως, ἐνῷ οἱ ἀγορεύσαντες συνεφώνησαν μέν τινες τούτων εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δι’ ἀντιθέτων ἰδεῶν. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπρότεινεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κύριος οὗτος κατέληξε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μετὰ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, διεφώνησε κατὰ θεωρίαν. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐξωμολογήθη καὶ εἶπεν ὅτι ἐξέφρασε τὴν γνώμην του εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ συνεφώνησε τότε ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως ἡ κυβέρνησις τὸ παρουσίασεν, ἀλλὰ κατόπιν μετεμελήθη καὶ μεταμεληθεὶς ἐμελέτησε, καὶ χθὲς ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἔφερεν ὅλους τοὺς συγγραφεῖς καὶ ὅλα τὰ βιβλία διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ἡ κυβέρνησις, καὶ ἐπολέμησεν ἰσχυρῶς τὸ νομοσχέδιόν της. Ὅταν ὁ κ. Ῥοντήρης προσκληθεὶς ἢ τυχαίως ἐρωτηθεὶς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης ἐξέφερε τὴν γνώμην του ταύτην, δὲν εἶχεν ὅμως τὴν καλωσύνην νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ συγχρόνως τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης του, καὶ νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι δὲν ὀφείλεις νὰ πιστεύῃς ὅτι θέλω ὑποστηρίξει τὴν γνώμην, ἣν προηγουμένως ἔδωσα ὑμῖν, διότι μετεβλήθην, — καὶ τοῦτο λέγων, βεβαίως δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω κακὴν πίστιν εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ καλῶς ἐννοουμένη ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γνωστοποιήσῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην τῆς γνώμης του, διότι ἡ γνώμη του πιθανὸν νὰ ἐνίσχυσε τὸν κύριον ὑπουργὸν, ὅπως φέρῃ τὸν νόμον αὐτὸν ἐπὶ τοιούτων βάσεων καὶ νὰ ἐπιμείνῃ·— ἀλλὰ δημοσίᾳ ἦλθε καὶ ἐξέθεσε τὴν μεταβολὴν ταύτην τῶν πεποιθήσεών του. Ὅταν λοιπὸν ὁ κύριος Ῥοντήρης, ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν ἕως τὴν ἄλλην μεταβάλλῃ γνώμην, ὅταν ὁ πρώην πρωθυπουργὸς, ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἐκλεχθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ προσκληθεὶς παρὰ τοῦ προέδρου, ἀπήντησεν, ὅτι ἀπέχει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει ὅλως ἀντιθέτους ἰδέας ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ νομίζετε ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης δὲν ἦτον ἠθικῶς ὑποχρεωμένος τὰ φῶτά του αὐτὰ νὰ διαχύσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς φωτισμὸν αὐτῆς; Καὶ δὲν ἦτο ἆρά γε ἐνδεχόμενον ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται ῥιπτόμεναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἤθελον τὴν θέσει εἰς καθαρώτερον σημεῖον καὶ ἤθελε φέρει ἐπὶ ἀκριβεστέρων βάσεων στηριζομένας τὰς προτάσεις της; Βλέπετε ὅτι καὶ τὰ πλεῖστα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἂν ὄχι τὸ ὅλον, ἐγκατέλειψαν τὰς διὰ τῆς ἐκθέσεως ἐκφρασθείσας ἰδέας των· γνωρίζετε ὅτι εἷς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου διαδηλοῖ ὅτι ἤλλαξε γνώμην ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν· ὅταν βλέπετε τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκφράσαντα διάφορον γνώμην, ὅστις ὑποτίθεται ὅτι ἐπηρέασε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαλόντα γνώμην, ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀντιφάσεις ὅλου τοῦ θιάσου τῶν νομομαθῶν, τί θέλετε ἐνταῦθα νὰ κάμωμεν ἡμεῖς μετὰ τοσαύτης σπουδῆς καὶ ὕστερον ἀπὸ τὰς τοιαύτας ἀντιφάσεις καὶ τῶν ἰδεῶν τὴν σύγκρουσιν; Σᾶς εἶπον χθὲς, τώρα ἀμέσως λύσετε τὸ ζήτημα αὐτό! καὶ τὸ ὑποστηρίζουν τώρα, ποῖοι, κύριοι; ἂς μοὶ συγχωρηθῇ εἰπεῖν, ἐκεῖνοι, οἵτινες διεχειρίζοντο τὰ κοινὰ ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν καὶ ὤφειλον νὰ λάβουν τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιῤῥίψουν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἔπρεπε νὰ εἴπουν εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ, ὅ,τι ἡ προκάτοχος κυβέρνησις τῇ εἶπε, καὶ δὲν ἐξετάζω, διότι δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸ εὗρεν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ τὸ ἀνέστειλεν, ἢ ἂν ἀνεστάλη πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, ὤφειλε νὰ εἴπῃ δὲν σοὶ ἐπιτρέπω τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐκβολάδων. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τοῦτο πότε ἦλθεν εἰς φῶς; πότε τέλος πάντων ἐτέθη εἰς τὸ φυσικὸν σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται ἤδη; πότε ἐχαρακτηρίσθησαν τὰ χώματα τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ἐκκαμινεύει ὡς χώματα ἀργυροῦχα ἢ μολυβδοῦχα; Ὅτε ἐπῆγεν εἷς ἀξιόλογος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ὅστις καὶ πρὸ τῆς τῶν μηχανικῶν μεταβάσεως εἶχεν ἐκθέσει διάφορα περιστατικὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν περὶ τούτου, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ σταλῇ μηχανικὸς, ὅστις ἐξήτασε τὴν κατάστασιν ἐκεῖ καὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ οὕτως ἐνηργήθησαν διάφοροι ἐργασίαι, ἐζητήθησαν διάφοροι πληροφορίαι· ποῦ δὲ κατέληξε καὶ ποία ἦτον ἡ ἀμοιβὴ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ὑπάλληλον τὸν πρῶτον δώσαντα ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐξουσίαν; ἡ παῦσίς του, περὶ τῆς ὁποίας ἐζητήθη δὶς ὁ λόγος, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη, καθ’ ὃ δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ ὑπουργοῦ, ὡς λέγουν. Ἡ κοινωνία ἔχει τὸ δικαίωμα κατ’ ἐμὲ νὰ μάθῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐγένετο αὕτη, διότι ἐκ τῆς παύσεως αὐτῆς ἐπῆλθε σκότος καὶ ἐκαλύφθησαν πολλά. Ἀλλά, κύριοι, πῶς οἱ λαβόντες τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, οἱ ἀγορεύσαντες περιπαθῶς, οἵτινες, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ λάβωσι πρόνοιαν ὡς ἐξουσία, δὲν ἔπραξαν τίποτε, καὶ ἂν ἡ ἀναβολὴ τῆς χθὲς καὶ σήμερον πρόκειται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τοιαύτη ἀναβολὴ προηγουμένη δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ παραβλάψῃ περισσότερον; Ἐὰν τώρα σπεύδωμεν εἰς τὴν λύσιν καὶ κηδόμεθα τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, δὲν ἔπρεπε καὶ τότε νὰ δείξωμεν ὅτι κηδόμεθα; Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὡς μοὶ εἶπε χθὲς, ὅτε τῷ ἐποίησα τὴν παρατήρησιν ταύτην· μοὶ εἶπεν ὄχι, διότι δὲν εἴχομεν ἀρκούσας πληροφορίας, καὶ διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα. Ἔκαμον τὴν παρατήρησιν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτό. «Κύριε, νομίζετε ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ Λαυρίου, τοῦ ὁποίου σήμερον τοσοῦτον ζωηρῶς ἐπιλαμβάνεσθε καὶ παριστᾶτε, ὅτι εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ τε παρόντος καὶ μέλλοντος τοῦ τόπου, δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ προκαλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον τῆς βουλῆς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ἀναβολὴ καὶ διάλυσις αὐτῆς; ποῖος θὰ τὸ ἔλυεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις σας διελύετο;» Ἄ! κύριοι, ὅπως ἀποδίδομεν ὑμῖν καλὴν πίστιν, οὕτω καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀποδώσητε, δὲν λέγω ὅτι ἐζητήσατε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ μὴ κατορθωθῇ ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπισπεύδητε τὴν συζήτησιν αὐτὴν, καὶ ν’ ἀρνῆσθε πατριωτισμὸν εἰς τοὺς ἄλλους, διότι δικαιοῦνται νὰ σᾶς εἴπουν, σήμερον εὑρίσκετε καλὸν καὶ συμφέρον νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς συζητήσεως αὐτῆς, ἐνῷ ἄλλοτε δὲν σᾶς ἐσύμφερε καὶ ἐσιωπᾶτε. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, δι’ ἐμὲ ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ναυπακτίας, ὅστις ἐπὶ μακρὸν ἠγόρευσε καὶ δεινῶς, ἀντὶ νὰ φωτίσῃ τὸ ζήτημα τὸ ἐσκότισε περισσότερον. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπὶ μακρὸν ἠγόρευσε καὶ προσεπάθησε νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι τὰ χώματα αὐτὰ εἶναι μεταλλοῦχα· ὁ κύριος Δεληγεώργης ἦτο καθαρώτερος, σᾶς εἶπε, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ χώματα αὐτὰ ἀνήκουν τῷ Δημοσίῳ καὶ εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὃ ἀδέσποτα καὶ μὴ ἀνήκοντα οὐδενὶ, εἶναι δὲ νομήματα Βασιλικὰ· τὰς ἰδέας αὐτὰς, αἵτινες συγκρούονται μεταξὺ των καὶ τὰς διαφόρους γνώμας τῶν νομομαθῶν, ἐξετάζων ἐγὼ τώρα, ὅστις πρόκειται νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ ὀφείλω νὰ φροντίσω περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τί ὀφείλω νὰ πράξω; βεβαίως κατ’ ἐμὲ ὀφείλω νὰ ἐξασφαλίσω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦτο, διότι ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ἐξ ὅσων εἶδον ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν, ἡ πορεία τῆς Ἑταιρίας Ῥοῦ ἢ Serpieri μοὶ δίδει τὸ ἐνδόσιμον νὰ ἀμφιβάλλω, καὶ κλίνω νὰ πιστεύω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, μᾶλλον δὲ παραδέχομαι ὅτι ἡ Ἑταιρία οὐδὲν δικαίωμα ἔχει· διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων βλέπει τις ὅτι εἰς πᾶν μέτρον τῆς κυβερνήσεως πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας διὰ πλαγίων μέσων καὶ τρόπων καὶ ὕβρεων καὶ ἀπειλῶν ἀκόμη τὴν ἐπολέμησεν. Ἔπεμψεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε ἕνα Γερμανὸν, καὶ ὁ Γερμανὸς ἐκεῖνος φθάνει ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε τίποτε, διότι κατ’ ἀρχὰς ἠθέλησαν νὰ τὸν διαφθείρουν καὶ ἀφ’ οὗ δὲν τὸ κατώρθωσαν, τὸν ἐξύλισαν, καὶ εἰς τὴν θάλασσαν τὸν ἔῤῥιψαν. Κατόπιν, δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ἔμαθον ὅτι τὸν προσέλαβον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των.

§5ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.

§6ΔΑΓΡΕΣ. Τί ἄλλο βλέπετε κύριοι; Μία ἐπιτροπὴ σταλεῖσα ἐκεῖ, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ συλλέξῃ πληροφορίας, ἐνῷ φθάνει εἰς τὸν λιμένα τοῦ Λαυρίου τὴν πρώτην ὥραν Μ. Μ. ζητεῖ τοὺς διευθυντὰς, τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρίας· οὐδένα εὑρίσκει ἀλλὰ τῇ δίδεται ἡ ἀπάντησις, ὅτι αὐτοὶ ἀνεχώρησαν διὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν τὴν 10 Π. Μ. Ἔμειναν ἡμέρας πολλὰς, καὶ ἅμα ἀπεφάσισαν νὰ ἀναχωρήσουν, τὴν στιγμὴν αὐτὴν φθάνει τὸ πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἦτον εἰς περιοδείαν καὶ παρίσταται ὁ Κύριος Serpieris παρ’ οὗ ζητεῖ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ τῇ δείξῃ μερικὰ μέρη καὶ νὰ σφραγίσῃ δείγματα τινὰ χωμάτων. Ὁ κύριος Σερπιέρης ἀρνεῖται καὶ τοῦτο, διότι τοῦ λείπει ὁ εἰδικὸς περὶ ταῦτα, ὁ Κορδέλας. Ἡ ἐπιτροπὴ προβαίνει ἐπὶ παρουσίᾳ ἄλλων μελῶν, καὶ εἰς πᾶν χῶμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ ἐπιτροπὴ, ἐγείρεται μία ἔνστασις. Εἰς ὅλας τὰς δοκιμὰς ἀείποτε ἔγεινεν ἡ ἔνστασις, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἵνα ἄρῃ πᾶσαν ἀφορμὴν ἐνέδιδε καὶ ἔλαβε δείγματα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἑταιρίας, τὰ θέτει εἰς σακκίδια, καὶ προσκαλεῖ τὸν Κύριον Σερπιέρον νὰ θέσῃ σφραγῖδα εἰς τὰ σακκίδια ταῦτα, καὶ οὗτος ἀρνεῖται. Αὐτὰ καὶ ἄλλα, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶναι ἱκανὰ νὰ μὲ πείσωσιν, ὅτι ἡ Ἑταιρία αἰσθάνεται ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐπὶ τῶν χωμάτων αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο κατέφυγε εἰς τοιαῦτα στρεψόδικα μέσα. Αὐτὸ, Κύριοι, ἀρκεῖ ἂν εἰς οὐδεμίαν αἴτησιν ἀναφέρεται χῶμα μολυβδοῦχον καὶ ἀργυροῦχον, καὶ οὐδεμία παραχώρησις ἐγένετο τῶν χωμάτων τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς πρὸς τὴν εἰρημένην Ἑταιρίαν. Δὲν ἔχω λοιπὸν ἀμφιβολίαν καμμίαν, ὅτι ἡ Ἑταιρία Ῥοῦ ἐπὶ τῶν χωμάτων τῶν συσσωρευμένων εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, ἂν καὶ ἐῤῥέθη ὅτι τὰ χώματα ταῦτα κεῖνται ἐπὶ ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κατὰ τινας τὰ ἐπὶ τοιούτων γαιῶν κείμενα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Κύριον αὐτῶν. Τώρα αὐτὴ ἡ ἔνστασις ἂν ᾖναι βάσιμος, ἐγὼ ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι νομικὸς, ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀκούσω τοὺς νομικοὺς, διὰ νὰ πεισθῶ, ἀλλὰ αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς σύγκρουσιν, τινὲς νομίζουσιν ὅτι εἶναι κινητὰ, ἄλλοι ὅτι εἶναι μεταλλεῖον, ἄλλοι νομίζουν ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον ὡς ἀδέσποτα, ἀφ’ ἑτέρου ὁ νόμος περὶ μεταλλείων δὲν ἀφίνει ἀμφιβολίαν εἰς κανένα, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ ἰδιόκτητα μεταλλεῖα· τὸ ἄρθρον 7ον ῥητῶς ἀναγνωρίζει, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ μεταλλεῖον ὑπὸ γῆν ἰδιόκτητον, ἀλλὰ δὲν ἔχω καὶ πλήρη πεποίθησιν περὶ τούτου. Δευτέρα ἐρώτησις· ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον; αὐτὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ νομίζω ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὁποιαδήποτε μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ὅπως παύσῃ ὁ Σερπιέρης ἐκκαμινεύων τὰ χώματα, τὰ ὁποῖα δι’ οὐδενὸς ἐγγράφου τούτῳ παρεχωρήθησαν καὶ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν· νὰ σκεφθῶμεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ διὰ νόμου ἡ βουλὴ νὰ διαθέσῃ καὶ ὁρίσῃ τὴν χρῆσιν αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως νὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ ἕνα νόμον ὁριστικόν· ἐνδεχόμενον νὰ ἐγερθῇ ἔνστασις ὅτι πάλιν ἀναβολὴν κάμνομεν· σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅτι πάντοτε ἐναντίος τῶν ἀναβολῶν, δέχομαι ὅμως τὴν ἀναβολὴν ἤδη, διότι δὲν παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὅσον δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἢ ἄλλον τινὰ νὰ πάρῃ χώματα, νὰ ἐκκαμινεύσῃ καὶ ἀφαιρέσῃ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν μόλυβδον, καὶ ἀκόμη, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη ἐκκαμινεύει τὰ χώματα αὐτὰ μετὰ σκωριῶν καὶ εἰς τὰ δύο αὐτὰ ἔτη ἔχει ἀφαιρέσει 20 ἕως 25 χιλ. τόνους μόνον, ἀφ’ ἑτέρου δὲν θέλει δοθῆ ἀφορμὴ νὰ εἴπουν οἱ ξένοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πολὺ ὀλίγην προσοχὴν δίδει εἰς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸν πολιτισμένον κόσμον. Ἐλησμονήσατε Κύριοι, ὅτι εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας, προκειμένου περὶ τοῦ δυστυχήματος τοῦ Δήλεσι, εἶπον ὅτι οἱ Ἕλληνες οὐδεμίαν προσοχὴν καὶ σεβασμὸν δίδουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τὸ παραβιάζουσι καὶ τὸ τροποποιοῦσι κατὰ τὰς διαθέσεις καὶ τὰ συμφέροντά των. Ἐὰν, Κύριοι, ὅπερ δὲν πιστεύω, κηρύξωμεν ἀπολύτως καὶ ἀποτόμως τὰ χώματα αὐτὰ σήμερον ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον, αὔριον ἐνδέχεται νομικοὶ σπουδαῖοι τῆς Εὐρώπης νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι παραβιάζομεν τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀποφανθέντες οὕτω· νομίζετε ὅτι καὶ ἐν τῷ Ἰταλικῷ καὶ ἐν τῷ Γαλλικῷ κοινοβουλίῳ δὲν θέλουσι μᾶς ἀποκαλέσει ὡς ἀνθρώπους μὴ σεβομένους οὐδένα θεσμὸν καὶ οὐδεμίαν ἀρχὴν, ἀλλ’ ὅτι παραβιάζομεν ταῦτα, διὰ ν’ ἀδικήσωμεν μίαν Ἑταιρίαν, ἥτις ἔφερε ἱκανὰ κεφάλαια εἰς τὸν τόπον; Καὶ δὲν δέχομαι ὅτι ἦλθον νὰ μᾶς εὐεργετήσωσιν αὐταὶ αἱ Ἑταιρίαι, ἀλλὰ νὰ πλουτήσωσιν, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς καὶ τὴν Ἑταιρίαν αὐτὴν καὶ τὰς ἄλλας καθῆκον ἔχει ὄχι μόνον νὰ μὴ τὰς βλάπτῃ, ἀλλὰ, καὶ νὰ τὰς ἐνισχύῃ ἐφ’ ὅσον δὲν προσβάλλονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀφήσῃ τὴν ὁριστικὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἀργότερα, καὶ οὕτως ἐξασφαλίζονται σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐκλείψῃ καὶ πᾶσα ἀμφιβολία.

§7ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἰδέα σας.

§8ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως της ν’ ἀπαγορεύσῃ ἀπολύτως τὴν χρῆσιν τῶν χωμάτων, νὰ προσκαλέσῃ δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως μὴ γίνῃ κατάχρησίς τις περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς της, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως αὐτῶν.

§9ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἔκαμον χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των (θόρυβος).

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. βουλευτὴν διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον μοὶ ἐζήτησε διὰ τὸ χθεσινὸν συμβὰν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ἀπαντήσω ἀργότερα, διότι ἔχω καθῆκον νὰ κάμω τὴν ἐξήγησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.

§11ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐξελέξατε καὶ συντάσσομαι μάλιστα μετὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, ὥστε εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλλω· ὀφείλω λοιπὸν νὰ σᾶς ἐξηγήσω τοὺς λόγους, οἵτινες καὶ ἐμὲ, καθὼς καὶ τοὺς συναδέλφους μου, ἔπεισαν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Ἡ ἐπιτροπή σας, κύριοι, ἐσυζήτησε τὴν ἰδέαν περὶ τῆς κυριότητος τῶν χωμάτων αὐτῶν· ἀπέσχεν ὅμως νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τρία ἢ τέσσαρα μέλη, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν πρακτικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ οὐχὶ εἰς ξηρὰς ἰδέας, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν. Μὴ ἀμφιβάλλητε, κύριοι, ὅ,τι καὶ ἐὰν ἀποφασίσητε, τὰ δικαστήρια θὰ ἐπιληφθῶσιν τῆς ὑποθέσεως, διότι οἱ κάτοχοι εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως θὰ προσφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια· τοῦτο βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀποτρέψητε, κἀνεὶς δὲ, νομίζω, ἐξ ὅσων ἔλαβον τὸν λόγον νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἰδέαν τῆς κυριότητος δὲν ἐσκέφθη, ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ καὶ τὸν δρόμον τῶν δικαστηρίων. Κατὰ τί διαφέρει ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θέλουσί τινες νὰ ὑποστηρίξωσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο; Ποῖος εἶναι ὁ κύριος σκοπός; ἡ πρωτίστη γνώμη καὶ ὁ κυριώτερος σκοπὸς ὅλων εἶναι νὰ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὸν πλοῦτον αὐτὸν, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ παραβλέψωμεν καὶ τὴν βάσιν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ἀρχὴν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως παρεδέχθησαν, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν μέρος τοῦ παραχωρηθέντος μεταλλείου καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ τῶν μεταλλείων νόμου, προῆλθον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ κανονισθῇ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ὑποθέσατε, κύριοι, διὰ νὰ ἐξηγηθῶ σαφέστερον, ὅτι τὰ κηρύσσετε ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου· ἀρκεῖ νὰ σταματᾶτε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο; βλέπετε, ὅτι τὰ μετὰ ταῦτα παρουσιάζουν δυσκολίας· διὰ τί δὲν φέρετε πλήρη πρότασιν περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν; ἡ πρότασις δὲ αὕτη εἰς τί ἄλλο θέλει ἀποβλέπει ἢ εἰς τὸ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὸ δημόσιον ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα; ἀλλὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον, ἤτοι διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἐπιβολῆς φόρου. Τίς δὲ σᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσητε εἰς τὸ 10 ἢ τὸ 20 ἢ τὸ 50%; οὐδεὶς βεβαίως. Ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ 30% ὡς πρὸς τὰ χώματα, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς ἰδιοκτήτους γαίας. Βεβαίως ἠγέρθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς ἤθελεν ἐγερθῆ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἂν τὸ 30% ἦναι φόρος ὑπερβολικὸς· ἔχομεν, ἴσως εἴπῃ τις, κανένα φόρον τοιοῦτον 30%; Λέγω, ὅτι ἔχομεν καὶ ἀνώτερον· διότι, κύριοι, φορολογοῦμεν τὰ προϊόντα ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος πρὸς 10%, καὶ ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; 30 καὶ 50%· διότι φορολογοῦμεν οὐχὶ πλέον τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ φορολογοῦμεν τὰ κεφάλαια ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ῥιψοκινδυνεύει διὰ τὴν παραγωγήν· καθόσον μία ἀνομβρία, μία πολυομβρία, μία ὁποιαδήποτε θεομηνία καταστρέφει τὸν καρπὸν, καὶ ἐν τούτοις ὁ γεωργὸς οὗτος, ἂν παραγάγῃ τι, φορολογεῖται ὑπὸ τοῦ δημοσίου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐ μόνον τὰ 30, ἀλλὰ καὶ πλέον τῶν 30% δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῶν προτέρων εἶναι γνωστὰ, διότι ἡ ἑταιρία αὐτὴ δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ κανένα κίνδυνον ἐκ τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους διατρέχουν οἱ ἐν Ἑλλάδι φορολογούμενοι γεωργοί. Εἶναι μαθηματικὴ ἀλήθεια, ἂν παραδεχθῇ τις τὸν συλλογισμὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἀντίτιμον 224,000,000 ἀντιπροσωπεύουν τὰ προκείμενα χώματα, ὅτι 96,000,000 ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν, καὶ ὅτι 128,000,000 εἶναι καθαρὸν κέρδος. Ποῖος σᾶς ἐμπόδισε λοιπὸν, ἂν δὲν δέχησθε τὸ 30%, νὰ προσθέσητε καὶ περισσότερα; καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν χωρὶς νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ μᾶς κατακρίνουν, ὅτι παρὰ τὸ Σύνταγμα μετεβάλλομεν τὴν βάσιν τῆς ἰδιοκτησίας. Θέλετε νὰ κηρυχθῶσιν ἐθνικαὶ αἱ ἐκβολάδες; μάλιστα τὸ δεχόμεθα, ἀλλὰ διατὶ σταματᾶτε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ δὲν ὑποδεικνύετε καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως αὐτῶν; Ἅμα ἔλθετε εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς διαθέσεως, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅστις δήποτε καὶ ἐὰν ἔλθῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν καμίνευσιν, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ζητήσῃ ὠφέλειαν, διότι θὰ καταβάλῃ κεφάλαια· ὑποδείξατε λοιπὸν τὸν βαθμὸν τῆς ὠφελείας, καὶ ἂν παραδεχθῆτε ὅτι ἡ ὠφέλεια θὰ ᾖναι 20, 40, 50%, μήπως δὲν ἔχετε τὸ μέσον τοῦ φόρου διὰ νὰ φθάσητε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον; Ἀλλὰ σταματᾶτε διότι βλέπετε, ὅτι ὑπάρχουν δυσκολίαι εἰς τὰ μεταταῦτα· βεβαίως δὲν διανοεῖσθε, ὅτι ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ γείνῃ βιομήχανος, πρέπει νὰ καταβάλῃ κεφάλαια, νὰ μεταχειρίζηται ὑπαλλήλους, οἵτινες θέλουσι διαχειρίζεσθαι τὴν βιομηχανίαν αὐτήν. Εὑρίσκετε ὡς συμφερώτερον μία ἐπικράτεια, καὶ μάλιστα ἡ ἐδική μας, νὰ ἐπιχειρίζηται βιομηχανικὰς ἐργασίας; Οἱ ἀρχαῖοι, κύριοι, ἐμίσθωσαν, ὡς εἴπετε, τὰ μεταλλεῖα καὶ ὅλαι αἱ ἐπικράτειαι δι’ ἑταιριῶν ἰδιωτικῶν ἐκμεταλλεύονται αὐτά· οὐδὲν δὲ ὑπάρχει παράδειγμα κυβερνήσεως διαχειριζομένης ἀπ’ εὐθείας τὰ μεταλλεῖα. Οὐδεμία ἐπιχείρισις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὡς ἐλατήριον τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ, ναυαγεῖ. Φέρετε λοιπὸν, ἐὰν θέλετε νὰ ἔχωμεν πλήρη γνῶσιν τοῦ σχεδίου καὶ τοῦ σκοποῦ σας, πλήρη πρότασιν. Μὴ περιορίζησθε εἰς τὴν ἀφηρημένην ἰδέαν τοῦ νὰ διατεθῶσιν, ἀλλὰ δείξατε καὶ τὸν τρόπον. Ἅμα φθάσητε εἰς τὸν τρόπον, θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς· ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς φορολογία τῶν 30% διὰ μίαν τοιαύτην ἀσφαλῆ ἐπιχείρισιν εἶναι μετρία· ἀλλὰ τίς σᾶς ἐμπόδισε νὰ προτείνητε περισσότερον φόρον; Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιμένητε σήμερον τόσῳ πολὺ ἵν’ ἀποδείξητε ἂν τὸ μεταλλεῖον ᾖναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου; Λάβετε ὡς ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως τῶν περὶ ὧν πρόκειται μεταλλευμάτων, ὡς μὴ ὑπαγομένων εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων καὶ ὑποδείξατε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δημόσιον εἰς ἑαυτὸ περισσοτέρας ἀσφαλείας. Ὁ νόμος περὶ μεταλλείων προσδιώρισε 5% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἀπὸ 5, εἰς 30, 40 ἢ 50%· ἁπλούστατος ὁ λόγος· τὸ 5% πληρώνουν οἱ ἐπιχειροῦντες τὴν ἀνεύρεσιν μεταλλείων, οἵτινες δαπανῶσι καὶ ἐργάζονται ἐν τῇ ἀβεβαιότητι· οὗτοι ἐπιχειροῦσιν ἐξορύξεις, κατασκευὴν φρεάτων, καταστημάτων καὶ πολλῶν ἄλλων, καὶ ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ἐπιτύχωσιν ἐπὶ τέλους τὴν ἀνεύρεσιν μεταλλείου ἀποζημιοῦντος τὰς καταβολὰς καὶ τοὺς κόπους των· ἂν μετὰ τόσους κινδύνους ἐπιτύχωσι, πληρώνουσι φόρον μόνον 5%. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ἀναλαμβάνων τὴν καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων δὲν ἔχει νὰ τρέξῃ τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον, κεῖται ἡ ὕλη ἕτοιμος πρὸς ἐκκαμίνευσιν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκκαμινεύσεως εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστόν· ἐπιβάλλοντες λοιπὸν φόρον οἱονδήποτε δὲν δυνάμεθα νὰ κατακριθῶμεν παρ’ οὐδενὸς, ἀπεναντίας θὰ κατακριθῶμεν, ἐὰν φανῶμεν, ὅτι δημεύομεν περιουσίαν ἰδιωτικὴν στηριζόμενοι μόνον εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ μεταλλεῖα εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους, ἀρχὴν τὴν ὁποίαν μὲ ὅλα τὰ λαμπρὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν τόσον ὁ κ. Δεληγεώργης ὅσον ὁ κ. Ῥοντήρης, δὲν ἠδυνήθην νὰ παραδεχθῶ, διότι δὲν ἐπείσθην. Ἀληθῶς μὲ ἐκλόνισεν ἡ εὐγλωττία τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ὅτι τὰ μεταλλεῖα εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους. Ὁ νόμος τοῦ 1861, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ῥοντήρης ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον καθιερώνει τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ νέος περὶ τούτου νόμος, ἀλλ’ ἐπειδὴ, προσέθηκεν, ὁ νόμος δὲν προέβλεψε περὶ ἐκβολάδων, ἔχομεν τὸ δικαίωμα δι’ ἑνὸς εἰδικοῦ νόμου νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἆρα γε ὁ νόμος ἐκεῖνος καθιέρωσε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου; ὄχι, διότι, ἂν τοῦτο ὑπῆρχε, μὰ τὴν ἀλήθειαν μωρὸς ἤθελεν εἶσθαι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε περιορίσει τὸν φόρον εἰς μόνον τὸ 5% ἐπί τε τῶν ἰδιωτικῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν μεταλλείων. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἔχει τοιοῦτον πνεῦμα. Τὸ ὑπαγορεῦσαν αὐτὸν πνεῦμα εἶναι ἰδίως τὸ τῆς ἀστυνομίας, οὕτως εἰπεῖν, de la police. Ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ὡδηγήθη ἀπὸ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὠφελήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἀπέβλεψε εἰς γενικώτερον καὶ καθολικώτερον τῆς κοινωνίας συμφέρον· καὶ ποῖον εἶναι τὸ κοινὸν συμφέρον; Τὸ κοινὸν συμφέρον ἔγκειται εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας τῶν μεταλλείων. Ἡ κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι, ἂν τὰ μεταλλεῖα μένωσι κεχωσμένα ὑπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, οὐδὲν ὄφελος προσγίγνεται εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ διοργανώσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ἐπιχειρηματίαι νὰ δύνανται νὰ ἐξαγάγουν ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς τὸν πλοῦτον αὐτὸν διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἡ κοινωνία, καὶ ὠφελουμένης τῆς κοινωνίας, νὰ ὠφελῆται καὶ τὸ κράτος. Ἂν ὑποθέσητε ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος ὁ κανονιστικὸς, ὁ ἀστυνομικὸς, οὕτως εἰπεῖν, ἠδύναντο ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ μένωσιν ἄχρηστοι οἱ θησαυροὶ οὗτοι ὑπὸ τὴν γῆν· διότι οἱ ἰδιοκτῆται, εἴτε τὰ μέσα δὲν εἶχον, εἴτε δὲν ἐκέκτηντο τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, δὲν ἤθελεν ἐπιχειρίσει ἐρεύνας ὑπὸ τὴν γῆν ἀλλ’ ἤθελον περιορίζεσθαι καρπούμενοι μόνον τὴν ἐπιφάνειαν. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς πάντα πολίτην καὶ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἄλλου νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἀνεύρεσιν μεταλλείου, ὅταν συμμορφωθῇ μὲ αὐτὰς τὰς διατάξεις· εἶπε δὲ, ὅτι δὲν θὰ λαμβάνω παρὰ 5% φόρον, διότι ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ εἶναι ἀβεβαία, διότι δύναται τις νὰ δαπανήσῃ πολλὰ καὶ νὰ μὴ ἀπολαύσῃ τίποτε. Ποῦ εὑρίσκετε εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861 αὐτὸν τὸν κανονισμὸν περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς βιομηχανίας; οὐδέποτε εἰς οὐδὲν μέρος, κύριοι, ἀπαντᾷ τις τὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ αἱ κυβερνήσεις τὰ ἐκμεταλλεύονται· ἂν καθιερωθῇ τὸ τοιοῦτον, θὰ ἦνε μοναδικόν. Ὄχι, κύριοι, μυριάκις ὄχι, διότι ἂν ἐπιχειρήσητε τὸ τοιοῦτον, βεβαιωθῆτε ὅτι ἀντὶ ὠφελείας θὰ προσγίνῃ βλάβη ἐν τῇ κοινωνίᾳ· συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας, ἂν ἀποδώσητε τοιοῦτον πνεῦμα εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861. Ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἀνευρέσεως καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν μεταλλείων θὰ σταματήσῃ, διότι ὅταν ἰδιώτης τις ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ μεταλλεῖόν τι, καὶ ὅταν ἡ κυβέρνησις ἰδοῦσα ὅτι τὸ μεταλλεῖον εἶναι πλούσιον δὲν τὸ παραχωρῇ, καὶ βεβαίως πᾶσα κυβέρνησις θὰ κατακριθῇ ἂν παραχωρήσῃ διὰ μόνον τὸν φόρον 5% ἓν πλούσιον μεταλλεῖον χρυσοῦν, τότε βεβαίως οὐδεὶς θέλει ἐργάζεσθαι διὰ τὴν ἀνακάλυψιν μεταλλείου. Ἂν τοιαύτην ἀρχὴν καθιέρου ὁ νόμος τοῦ 61, ἡ περὶ μεταλλείων βιομηχανία, δὲν ἤθελεν ἔχει ὕπαρξιν.

§12Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τί, ὅταν εὕρῃ τις μεταλλεῖον εἰς τὸ κτῆμά μου, δὲν λαμβάνει ἄδειαν ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ δὲν πληρόνει φόρον εἰς ἐμέ;

§13ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι ὑμεῖς, ἐνόσῳ εἴχετε τὸ μεταλλεῖον, δὲν ἠδυνήθητε νὰ τὸ ἀνεύρητε. Ἦτο θησαυρὸς κεκρυμμένος καὶ διὰ σὲ καὶ διὰ τὸ κράτος καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Ὁ νόμος λοιπὸν εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις διὰ τῶν κόπων του ἤθελεν ἀνεύρει μεταλλεῖον καὶ ἔχει συνάμα τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια καὶ τὴν ἀπαιτουμένην εἰδικότητα διὰ νὰ τὸ ἐκμεταλλεύσῃ, λαμβάνει παρὰ τῆς κυβερνήσεως τὴν παραχώρησιν αὐτοῦ, ἡ δὲ κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 61, παρὰ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τὸ δίδω εἰς αὐτὸ τὸ πρόσωπον διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα, δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἀλλὰ τὸ παρέχει εἰς ἕτερον πρόσωπον ἔχον τὰ προσόντα, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης λαμβάνει μόνον ἓν μέρισμα μικρόν. Τὸ δημόσιον δὲν κερδίζει τότε παρὰ μόνον τὸν φόρον εἴτε αὐτὸ ἦτο ἰδιοκτήτης, εἴτε ἄλλος. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου τοῦ 61. Ὅταν λοιπὸν τοιαύτην ἀρχὴν καθιερώσαμεν διὰ προηγουμένου νόμου, ἐν τίνι λόγῳ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅπου εὑρεθῇ μεταλλεῖον πλούσιον, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ ἰδιοποιῆται; Καὶ χωρὶς νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰδιοκτησίας, φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον, ὅπερ ἐπιδιώκετε, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐξάνοντες τὸν φόρον ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ τὸ δημόσιον νὰ ὠφελῆται ἀναλόγως καὶ οἱ ἐπιχειροῦντες τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν ἐπίσης νὰ ἔχωσι συμφέρον νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας των. Ἐν τούτοις, κύριοι, συγχωρήσατε νὰ εἴπω ὑμῖν, δὲν θὰ φθάσητε εἰς ὡρισμένον σημεῖον, ἂν δὲν καταδείξητε καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐννοεῖτε νὰ διατεθῶσιν αἱ προκείμεναι ἐκβολάδες, διότι ἄλλως θὰ γεννηθῶσι δίκαι, θὰ προκύψουν διαμαρτυρήσεις καὶ ἄλλαι δυσχέρειαι καὶ βραδύτητες· γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὰ δικαστήρια αὐτὰ ἄχρι τοῦδε ἐπὶ τοσαῦτα ἔτι δὲν ἀπεφάνθησαν, ἂν αἱ γαῖαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων κεῖνται ἢ ἔκειντο αἱ σκωρίαι, ἦναι ἐθνικαὶ ἢ ὄχι, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἑταιρία διὰ τῶν στρεψοδικιῶν (chicaneries) διὰ τῆς παρατάσεως τῶν δικῶν θὰ φέρῃ τὸ δημόσιον μετ’ ὀλίγον καιρὸν εἰς τὸ σημεῖον νὰ φανῇ, ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτης μερικῶν πεύκων. Ἐὰν, κύριοι, οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες ἠγανάκτησαν κατὰ τῆς κακῆς πίστεως, πιστεύσατε ὅτι ἐγὼ αἰσθάνομαι ἔτι μεγαλειτέραν ἀγανάκτησιν, διότι, ὁμολογουμένως, ἡ ἑταιρία αὐτὴ δὲν ἐφέρθη μὲ καλὴν πίστιν, διὰ σοφιστειῶν, διὰ στρεψοδικιῶν κατώρθωσεν ἀντὶ νὰ πληρώνῃ τὰ 30% ἐπὶ τῶν σκωριῶν, αἱ ὁποῖαι κεῖνται εἰς ἐθνικὰς γαίας, νὰ πληρώνῃ μόνον 10%, καὶ ὅταν τελειώσῃ ἡ δίκη θὰ ἦναι ἐξηντλημέναι αἱ σκωρίαι. Τελειώνων λοιπὸν, κύριοι, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ φέρητε καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν χωμάτων αὐτῶν· διότι, κύριοι, δὲν πρέπει ὡς μικρὰ παιδιὰ νὰ περιμένωμεν ἀπὸ μόνην τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὸν τρόπον. Τὸ Σύνταγμα ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς πάντα βουλευτὴν νὰ φέρῃ πρότασιν νόμου, μὴ σταματᾶτε λοιπὸν, ἀλλ’ ὑποδείξατε καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, διότι οὐδὲν θέλει κερδήσει τὸ δημόσιον ἂν μόνον κηρυχθῶσι δημοσία περιουσία τὰ χώματα ταῦτα. Ἔλθετε εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, δείξατε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀπολαύσῃ τὸ δημόσιον περισσοτέρας ὠφελείας, ἂν μεταβληθῇ εἰς μίαν βιομήχανον ἑταιρίαν, καὶ ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι αἱ ὠφέλειαι τοῦ δημοσίου θὰ ὦσι πράγματι ἀνώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας περιμένομεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τότε μάλιστα· ἀλλὰ τότε μόνον θέλομεν προτιμήσει τὸ ἰδικόν σας σύστημα.

§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς δύο παρελθούσας συζητήσεις περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου ἀπήντησα εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἔκτοτε ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαλήσας χθὲς, ἂν οὐχὶ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ ὅμως μὲ τοσούτους δισταγμοὺς ἐπὶ τῶν συζητουμένων ζητημάτων, ὥστε εἰς τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι κατήντησε ἀποτέλεσμα εἰς ὃ καὶ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ. Νομίζω διὰ τοῦτο καθῆκόν μου νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἀρχόμενος ὅμως ἀπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα· διότι ἄλλως ἡ περαιτέρω ὑποστήριξις τῆς γνώμης μας εἶναι περιττὴ, ἐὰν αἱ σκέψεις τοῦ προλαλήσαντος ᾖναι ὀρθαὶ καὶ ἡ γνώμη μας στερεῖται πρακτικῆς ἀξίας. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἔφερεν εἰς μέσον μίαν γνώμην· ἡ γνώμη αὕτη εἶναι, ὅτι ματαιοπονίαν θεωρεῖ τὴν προσπάθειαν τῶν συμμεριζομένων τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ὡς τοιαῦται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ θαυμάζω μὲ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις εἶναι καὶ λέγεται λίαν πρακτικός. Εἶναι τοσαύτη ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ ἑνὸς συστήματος καὶ τοῦ ἄλλου, ὥστε θαυμάζω πῶς ἠδυνήθη νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐπ’ ἀμφοτέρων συγχρόνως πατῶν. Τί σᾶς εἶπεν; αὐξήσατε τὸν φόρον ἵνα ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων ὅσον θελήσετε. — Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα; ἀλλὰ δύνασθε νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον ἀποῤῥοφῶντες τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; ἰδοὺ τὸ ζήτημα τὸ πρακτικόν. Ἐὰν ἔχωμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσωμεν τὸν φόρον ἄμικτον ἀδικίας, ἐὰν ᾖναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ φόρος δὲν δύναται νὰ ᾖναι δίκαιος ὅταν εἰσέρχηται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἀτόμου, τότε πῶς τὸ σύστημα τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, καὶ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σημερινοῦ, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, πῶς τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαράλλακτον μὲ τὸ σύστημα τὸ ὑποστηρίζον ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι περιουσία ἐθνική; Καὶ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μεγαλειτέρα ἀδικία ἀπὸ τὴν ἀδικίαν τὴν ὁποίαν μᾶς προσκαλεῖ νὰ πράξωμεν, ὅταν ἐντὸς τοῦ φόρου περιλάβωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Καὶ θαυμάζω πῶς τόσον καταφανῆ ἀλήθειαν δὲν ἠδυνήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας νὰ ἐννοήσῃ πρὶν ἢ ἀναβῇ τὸ βῆμα. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐκ φαντασιοκοπίας καὶ κενῆς φιλοτιμίας, ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ ἑδραίου ὑποστηρίγματος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἓν δικαίωμα καὶ ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τυχαῖον, ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν μίαν γνώμην, ἥτις διαφέρει πολὺ οὐ μόνον θεωρητικῶς ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς ἀπὸ τὴν γνώμην ἥτις μᾶς προεκάλεσε νὰ σκεφθῶμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, παρεκτὸς τούτου, ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μας· τὸν ἐρωτῶ, δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν ἐμμέσως ἓν ἐθνικὸν νόμημα, ὅπερ μᾶς ἀνήκει; νὰ τὸ καταργήσωμεν ἀπ’ εὐθείας, τὸ ἐννοῶ· τὸ καταργοῦμεν ἐν γνώσει τοῦ ὅτι ὑπάρχει, τὸ καταργοῦμεν ἐν γνώσει ὅτι θέλομεν νὰ τὸ καταργήσωμεν, τὸ καταργοῦμεν δυνάμει τῆς νομοθετικῆς μας ἐξουσίας· ἀλλὰ τότε ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἄλλη, ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ νομήματος αὐτοῦ εἶναι περιττή. Νὰ τὸ καταργήσωμεν ὅμως ἐμμέσως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ὅτι τὸ ἔχομεν, ἢ μὲ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐλαττοῦμεν τὸν δημόσιον θησαυρὸν, δὲν ἐλαττοῦμεν τὰ μέσα τῆς ἐπικρατείας, θέλομεν εἰσπράξει ἀπαραλλάκτως ταὐτὰ, ὅπως ἠθέλομεν εἰσπράξει ταῦτα διατηροῦντες τὸ νόμημα, τοῦτο εἶναι ἀσυγχώρητον. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δὲν ἐσυζήτησε κατὰ βάθος τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν· ἐὰν δὲ ἤθελεν ἐπιχειρήσει τὴν συζήτησίν του, δὲν πιστεύω νὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ λόγους νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, ὅτι ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομολογικὴν συμφέρει μᾶλλον ὁ φόρος παρὰ τὸ δικαίωμα. Ὑποθέσατε, διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀποφασίζομεν τὸ νόμημα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ τὸ ἔχομεν ἀναμφισβητήτως, διότι μᾶς τὸ ἐπιβάλλουν οἱ νόμοι μας καὶ διότι μόνον ὁ μὴ θέλων, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, δὲν τὸ βλέπει ἐν αὐτοῖς· ἐὰν, λέγω ἠθέλαμεν νὰ τὸ καταργήσωμεν, νομίζετε ὅτι θὰ ἐπράτταμεν τί ποτε καλὸν δι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν βιομηχανίαν τῆς ἐκκαμινεύσεως; Ὑποθέσατε αὐτὴν τὴν περιουσίαν, ἥτις εἶναι διεσπαρμένη εἰς μίαν μεγάλην ἔκτασιν, τῆς ὁποίας τὴν κυριότητα κηρύσσομεν τόσον ἐπιπόλαιον, τόσον πρόχειρον, ὥστε καὶ ὁ τυχών, διότι ὁ ὄνος του ἔβοσκεν ἐπ’ αὐτῆς, τὴν ἀπέκτησε, ὅλην αὐτὴν τὴν περιουσίαν, λέγω, διεσπαρμένην εἰς τὰς χεῖρας τοῦ τυχόντος, νομίζετε ὅτι ἐκ τούτου, ἐκ τῶν πολλῶν κυρίων οὓς ἡ ἰδιοκτησία αὕτη θὰ ἀπέκτα, θὰ ἐνισχύομεν τὴν βιομηχανίαν τῆς ἐκκαμινεύσεως; ὄχι· ἐξεναντίας, διότι τὸ κράτος σκέπτεται βεβαίως ὡριμώτερον καὶ συντηρητικώτερον καὶ δικαιότερον, καὶ ἔχει προσέτι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκέπτεται καὶ ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, σκέπτεται δὲ διὰ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς δημοσιότητος θέλει σκεφθῆ ἐπιεικέστερον. Ἀπεναντίας ἡ περιουσία αὐτὴ, ἡ πολυτάλαντος καὶ μυριοτάλαντος, διδομένη εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἰδιωτῶν, οἵτινες μανθάνουν ἀπὸ τοῦδε, διότι ἔλαβαν τὴν πρωτοβουλίαν αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος νὰ τοῖς τὸ διδάξωσιν, ὅτι ἔχουν προσοδοφόρον εἰς χεῖρας των ἰδιοκτησίαν, θὰ εὕρῃ μετὰ δυσκολίας τοὺς καμινευτάς της. Οἱ ἰδιοκτῆται βλέποντες τὸ δημόσιον, ὅπερ κηρύττομεν ὅτι δὲν εἶναι ἰδιοκτήτης, ἐπιβάλλον φόρον 30% κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, μόνον ὡς φόρον, θὰ ζητήσωσι καὶ αὐτοὶ ἄλλο τόσον τοὐλάχιστον ὡς δικαίωμα ἰδιοκτησίας.

§15ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν διακοπήν. Μὴ λησμονῆτε τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου καὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ἑπομένως οἱ βιομήχανοι (....συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω, διότι ἴσως δὲν ἀνέπτυξα τὸ μέρος τοῦτο....)· οἱ βιομήχανοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταβάλουν 100 καὶ νὰ κερδίσουν 200, ἐὰν ἀφαιρεθοῦν τὰ 100, ἔχουσιν ἑκατὸν ὄφελος. Ἐκ τῶν 100 τοῦ κέρδους, δύνασαι νὰ ἀφαιρέσῃς τὰ 30, 40 ἢ 50. Ἑπομένως ἡ βιομηχανία ἀναπτύσσεται ὅσον θέλετε, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ κέρδος.

§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διακοπὴ, κύριοι, ἣν μοὶ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε, δὲν μετέβαλε παντάπασι τὴν γνώμην μου, οὔτε πιστεύω, ὅτι μετέβαλε τὴν ἀντίληψίν σας. Φαίνεται ὅτι δὲν προσέσχε καλῶς εἰς τοὺς λόγους μου, καὶ ἐὰν ἐπρόσεχε δὲν ἤθελε μὲ διακόψει. Εἶπον, ὅτι ὁ φόρος δὲν δύναται νὰ προβῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Θέλει νὰ προσδιορίσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ; θέλει νὰ προσδιορίσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος; εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ὁ δημόσιος φόρος, ὡς φόρος, ἤθελεν εἶσθαι 30% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Τί εἶπον ἐγὼ πρὸ ὀλίγου; Ἐὰν τὸ δημόσιον ὡς φόρον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ 30% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, διατί ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ δι’ ἑαυτὸν 30% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ; Ἐὰν τὸ δημόσιον θὰ ἐπιβάλλῃ 15% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, διατί δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ εὔλογον δικαίωμα, τὸ φρόνιμον δικαίωμα ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὸς 15% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου; λοιπὸν τὰ βάρη διπλασιάζονται. Καὶ ὡμίλησα μετριοφρόνως, διότι πιστεύω, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου εἶναι πάντοτε μεγαλείτερον τοῦ δικαιώματος τοῦ φορολογοῦντος Κράτους. Ἡ γνώμη λοιπὸν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου, ὑπ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐπόψεις δὲν εἶναι ὀρθή. Ὁ φόρος δύναται νὰ προχωρήσῃ ὅσον θέλετε καὶ ὅσον θέλει· ἀλλὰ θὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξαντλεῖται πλέον ὁ ἐκ τοῦ κυριαρχικοῦ δικαιώματος ἐπιβαλλόμενος φόρος. Τὰ ὅρια τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας δὲν θὰ τὰ ἐγγίζῃ παντάπασιν, διότι ἐὰν τὰ ἐγγίξῃ, τότε εἶναι αὐτόχρημα δήμευσις, αὐτόχρημα spoliation. Ἑπομένως, ὅταν κατὰ τὸ σύστημα ὅπερ προεκάλεσεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν, τὸ σύστημα τῆς ἀναγνωρίσεως ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, θελήσωμεν νὰ βαδίσωμεν, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ἔχωμεν δύω δικαιώματα· τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας, τῆς φορολογούσης, δικαίωμα πεπερασμένον, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου ὡς ἰδιοκτήτου, τὸ ὁποῖον συγκαταβατικῶς ἐπεριώρισα εἰς ἴσον ποσὸν μὲ τὸν φόρον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι ὑπέρτερον τοῦ φόρου, καὶ τὸ ὁποῖον τέλος πάντων κεῖται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ ὁρίσῃ ὅπως βούλεται. Οὕτως ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος πίπτει. Προέταξα δὲ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἰδέας του ταύτης διότι, βεβαίως, ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, διαδεχόμενος αὐτὸν εἰς τὸ βῆμα, νὰ θελήσω νὰ ἐνασχοληθῶ περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξεν «ὄνου σκιάν.» Καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς καὶ ἄλλος ἐκ τῶν συναδέλφων ἔφεραν εἰς μέσον τὸ ζήτημα τῆς ἀρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων. Ἰδοὺ ἓν ζήτημα. Ὁ δ’ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὗ τινος ἡ γνώμη βεβαίως ἔχει πολλὴν σημασίαν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐπανέφερεν ὅλα τὰ ζητήματα, ὅσα ἐσυζητήσαμεν, καὶ ὡμολόγησεν ὅτε ὑπήρξαμεν πάντες οἱ ἀγορεύσαντες τοσοῦτον ἀτυχεῖς, ὥστε δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κλονίσωμεν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιῤῥεάσωμεν τὴν πεποίθησίν του. Οὕτως, ἀκόμη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε ἐπείσθη οὔτε ἔχει μίαν γνώμην. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πλανᾶται· πλανᾶται δηλαδὴ περὶ ἑαυτοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πεπεισμένος· εἶναι πεπεισμένος ἐξ ὅσων εἶπε· μὴ μὲ παρεξηγήσητε, διότι ὅσα εἶπε, κύριοι, μᾶς ἀρκοῦν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν γνώμην τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἀνέφερεν ἐπὶ τέλους, ὅτι τὰ μέταλλα ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον καὶ ὅτι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν μεταλλείων· ἐθεώρησε μάλιστα καὶ τὸν νόμον τοῦ 1861 ὡς ἀπόῤῥοιαν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἀλλ’ ἐδίστασε, ποῦ; ἐδίστασεν εἰς τοῦτο· τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες; Τῳόντι, κύριοι, πρέπει νὰ συζητήσωμεν τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες. Ἰδοὺ τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες. Εἶναι ὅλη ἡ ὕλη, ἡ ὁποία συνώδευεν εἰς ὅλα τὰ μεταλλεῖα, ὅλον τὸ μέταλλον, ὅπερ ἡ ἀρχαιότης ἐχώνευσε· διότι τὸ μέταλλον τοῦτο παρακολουθεῖται ὑπ’ αὐτῆς τῆς ὕλης, δηλονότι τῶν ἐκβολάδων. Ὅσους αἰῶνας διήρκεσεν ἡ μετάλλευσις τῶν ἀρχαίων, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐπεσωρεύοντο καὶ τὰ χώματα ταῦτα εἰς τὸ Δαύριον. Ὁποίαν δ’ ἀναλογίαν εἶχεν ἐν τῷ μεταλλεύματι ὁ ἄργυρος πρὸς τὸν μόλυβδον κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, καθ’ ἣν ἀνεζητεῖτο τοσοῦτον περιπαθῶς, μὲ τοσούτους ἱδρῶτας καὶ τοσοῦτον ἐπικερδῶς, τὴν αὐτὴν ἔχει καὶ εἰς τὰς ἐκβολάδας περὶ ὧν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν. Διὰ νὰ πληροφορήσω δ’ ἔτι περισσότερον τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες, θὰ τῷ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην μίαν ἱστορικὴν μαρτυρίαν, διδάσκουσαν ὁποῖον ἦτο ἐκ τῶν μεταλλείων τοῦ Λαυρίου τὸ εἰσόδημα τῶν Ἀθηναίων. Ὁ Ἡρόδοτος λέγει ὅτι πρὸ τοῦ Θεμιστοκλέους τὸ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν λαυριωτικῶν μεταλλείων εἰσόδημα τῆς δημοκρατίας διενέμετο εἰς τοὺς ἐλευθέρους Ἀθηναίους· ἐλάμβανε δὲ ἕκαστος ἀνὰ δέκα δραχμάς· ἦσαν δ’ οἱ Ἀθηναῖοι 30,000. Ἐκ τῆς μαρτυρίας ταύτης τοῦ Ἡροδότου ἕπεται ὅτι τὸ δημόσιον ἔσοδον τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηναίων ἀνέβαινεν εἰς 300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, δηλονότι 50 τάλαντα. Ταῦτα δὲ ἐλαμβάνοντο ἐκ μόνου τοῦ φόρου ἢ τοῦ τέλους ἢ τοῦ κανόνος ὃν ἐπλήρονον οἱ ἐνοικιασταὶ ἀναλόγως τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος τῶν μεταλλείων, χωρὶς νὰ συμπεριλαμβάνεται τὸ ποσὸν τοῦ τέλους τῆς εἰσόδου εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ μεταλλείου καὶ ἄλλα τινα ἐκ Λαυρίου ἔσοδα. Εἰς τί δὲ συνίστατο τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ Δήμου τῶν Ἀθηναίων; εἰς τὴν 24ην. Πολλαπλασιάσατε ἐπὶ τὸ 24 τὰ 50 τάλαντα) διὰ νὰ ἴδητε τί παρῆγον τὰ μεταλλεῖα κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.... ἑπτὰ νομίζω δραχ. ἑκατομμύρια. Σᾶς ἀναφέρω μαρτυρίαν καθαρὰν καὶ εὐκρινῆ. Ὅλοι δὲ οἱ αἰῶνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐξηκολούθουν οἱ Ἀθηναῖοι νὰ μεταλλεύωνται τὰ μεταλλεῖα, ἐπεσώρευον ἐκβολάδας, καὶ αὗται εἶναι αἱ ἐκβολάδες περὶ ὧν ἀποφασίζομεν σήμερον· αὗται εἶναι αἱ ἐκβολάδες τὰς ὁποίας μὲ τοσαύτην καταφρόνησιν ἀτενίζομεν, ὥστε ἐξετάζομεν μετ’ ἐπιμονῆς, τὴν ὁποίαν δυσκόλως οἱ ἄλλοι θέλουσιν ἐξηγήσει, πῶς νὰ εὕρωμεν μέθοδον νὰ τὰς ἀποδώσωμεν εἰς τὸν βόσκοντα ἐπ’ αὐτῶν τὰς αἶγάς του, εἰς τὸν κοιμώμενον ἐπ’ αὐτῶν ὑπὸ τὸν Ἥλιον, εἰς τὸν βλέποντα αὐτὰς ὡς ἄχρηστον φύσιν, εἰς τὸν μηδέποτε οὔτε βῶλον ἕνα ἐξ αὐτῶν ἀποκτήσαντα, μηδέ ποτε δι’ αὐτὰς μοχθήσαντα, μήτε ποτὲ γνωρίσαντα ὅτι τοιαῦται ὗλαι χρήσιμοι καὶ πλουτοφόροι ὑπάρχουσιν ἐνώπιόν του. Προσθέτω ἀκόμη ὅτι τὰ μέταλλα τῶν ἀρχαίων, δηλονότι ὁ πλοῦτος, ὃν ἐξῆγον ἐκ τῶν μεταλλείων οἱ Ἀθηναῖοι, ἐξέλιπε πλέον. Καὶ μὴ συλλογισθῇ κανείς, μηδὲ πιστεύσῃ κανείς, ὅτι ἔχει Λαύριον· τὸ Λαύριον ὅπερ ὑπάρχει τὴν σήμερον κανεὶς δὲν τὸ μεταλλεύεται καὶ οὐδ’ αὐτὴ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τοσαῦτα μέσα· διότι τὸ Λαύριον δὲν εἶναι τὴν σήμερον προσοδοφόρον. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐγκατέλιπον οἱ ἀρχαῖοι. Δὲν τὸ ἐγκατέλιπον, διότι ἀπεστράφησαν τὸ ἀργύριον· τὸ ἐγκατέλιπον, διότι δὲν παρῆγεν εἰς αὐτοὺς πρόσοδον καμμίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἐκβολάδας, αἱ ὁποῖαι, καὶ ἂν δὲν εἶχον ποτὲ τὸν χαρακτῆρα τοῦ μεταλλείου, τὸν ἀπέκτησαν ἀπὸ τότε, τὸν ἀπέκτησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Στράβωνος καὶ ἐγένοντο μεταλλεῖα καὶ αὗται. Διότι πῶς σᾶς εἶναι συγκεχωρημένον νὰ πιστεύσητε, πῶς δὲν θέλετε ὀνομασθῆ, πολλὰ δικαίως, οἱ αὐθαιρετώτεροι τῶν νομοθετῶν, ὅταν τὰ ἐκκοπέντα μέταλλα ἀπὸ τὸν βράχον, ἅτινα σχηματίζουν καὶ ἀποτελοῦν ἀνεστραμμένους κώνους περὶ τὸ ἴδιον φρέαρ, ὅπερ ἐχρησίμευε διὰ νὰ καταβαίνουν κάτω οἱ μεταλλευταὶ καὶ νὰ συλλέγωσι τὸ μέταλλον καὶ τὰ ὁποῖα μετετράπησαν καὶ ἐπὶ χρόνον μακρὸν, ἴσως ἐπὶ ἕνα ἢ δύω αἰῶνας, ἐχρησίμευον ὡς μεταλλεῖα εἰς τοὺς ἀρχαίους, πῶς δὲν θέλετε ὀνομασθῆ οἱ αὐθαιρετώτεροι τῶν νομοθετῶν, ἂν ἔλθητε σήμερον ν’ ἀποφανθῆτε ὅτι δὲν εἶναι μεταλλεῖα! Δὲν σᾶς συγχωρεῖται, κύριοι, νὰ τὸ εἴπητε· θὰ διαμαρτυρηθῇ ἡ τέχνη· δὲν ἐπικαλοῦμαι πλέον οὔτε τὴν δικαιοσύνην. Θὰ ᾖναι δὲ ἀκατανόητον πρᾶγμα, κύριοι, τὸ νὰ θελήσωμεν νὰ πορισθῶμεν τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐκβολάδων ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ 1861, τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν ἡμεῖς προχθὲς, καὶ τὸν ἐκάμαμεν πεπερασμένον. Διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον τοῦ 1861 προϋπῆρχεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτωμεν τὰ μεταλλεῖα. Ὁ νόμος τοῦ 1861 εἶναι πεπερασμένος· δὲν ἀφορᾷ παρὰ μόνον τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὴν γῆν ἄγνωστα, ἢ εἶναι καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς φύσεως ἐκεῖ τεθειμένα. Ἰδοὺ ὁ ὁρισμὸς τοῦ νόμου τοῦ 1861. Ἀλλὰ μεταλλεῖα πλήρη, μεταλλεῖα πλούσια, μεταλλεῖα ὁποῖα εἶναι τὰ τῶν ἐκβολάδων δὲν διετέθησαν παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὅστις εἶναι κατὰ λέξιν μετάφρασις ξένων νόμων. Μεταλλεῖα ὡς τὰ τῶν ἐκβολάδων δὲν δύνασθε νὰ ἀνεύρητε εἰμὴ ἐν Λαυρίῳ· μεταλλεῖα τὰ ὁποῖα ἀπείρως διαφέρουσιν ἐκείνων, ἅτινα οἱ ἀρχαῖοι ἐν ἀρχῇ ἐμετάλλευον καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τοῦ 1861 προβλέπει, διότι παρέχουσιν 70% πλειότερον, ὡς μὴ ὄντα ἄδηλα ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, γνωστὰ καὶ καταμετρήσεως καὶ ἐκτιμήσεως δεκτικὰ, καὶ ὡς οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτοῦντα εἰμὴ νὰ σκάψῃς, νὰ παραλάβῃς τὸ χῶμα, νὰ τὸ ῥίψῃς εἰς τὴν κάμινον, καὶ νὰ ἐξάξῃς ἄργυρον. Ὑπάρχει τις νόμος εἰς τὴν ἐπιστήμην, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαγορεύῃ νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἀλήθειαν ὡς ἀλήθειαν εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην; νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι μεταλλεῖον ὁ μεταλλικὸς χῶρος, τὸν ὁποῖον ἐμεταλλεύοντο ἐπὶ δύω αἰῶνας οἱ πρὸ ἡμῶν; ὅτι εἶναι μεταλλεῖον ὁ μεταλλικὸς χῶρος, ὁ ὁποῖος περιέχει μολυβδίτην καὶ ἀργυρίτην, ὡς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον περιεῖχον πάντοτε εἰς τὴν ἀρχαιότητα τὰ φυσικὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου; Εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι μεταλλεῖον ὁ μεταλλίτης χῶρος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐκεῖ ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ περὶ τὸ φρέαρ τῶν μεταλλείων; Βλέπετε πόσα ἅλματα πρέπει νὰ κάμωμεν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς θεωρίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπομακρύνουσιν ἀπὸ τὴν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου; Ἐὰν δὲ αἱ ἐκβολάδες ἦναι μεταλλοῦχος χῶρος ἐν τοῖς Λαυριακοῖς μεταλλείοις, ἐὰν ἦναι μεταλλεῖον, περὶ οὗ δὲν ἐκανόνισεν ὁ νόμος τοῦ 1861, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος καὶ δὲν διέπονται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους τὰ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ; δὲν ἠξεύρω διὰ τίνων συλλογισμῶν δύναταί τις νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ προσεκάλεσα ἀπὸ προχθὲς τὸν ἔχοντα γνώμην ἐναντίαν νὰ ἔλθῃ νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα· δὲν εἶδον ὅμως τοὺς ἐλθόντας νὰ τὸ συζητήσωσιν. Εἶπαν ἐπείσθημεν· ἀλλὰ τὸ δὲν ἐπείσθημεν δὲν συζητεῖται ποτέ. Διὰ τοὺς δὲν ἐπείσθημεν ὑπάρχει ἓν καταφύγιον: «τὸ ἀρνεῖσθαι ψῆφον». Τὸ ἀναφέρει ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Τὰ ζητήματα, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἦσαν πολὺ καθαρὰ καὶ δι’ αὐτὸ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσω τὴν πρόσκλησιν· καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσω τὴν πρόσκλησιν καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορήσω ὅτι δὲν ἦλθον νὰ τὰ συζητήσωσιν. Ἴσχυεν ἢ δὲν ἴσχυεν ἐπὶ τουρκοκρατίας τὸ δικαίωμα, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Σουλτάνον, καὶ τὸ μεταλλεύεσθαι εἰς τὸν Σουλτάνον; Ἰδοὺ ἓν ζήτημα. Ἔλθετε νὰ τὸ συζητήσωμεν· ἔλθετε νὰ πολεμήσητε τὴν γνώμην μας ταύτην· ἔλθετε νὰ ἀναιρέσητε τὰς πηγὰς ἐξ ὧν ἠντλήσαμεν τὸ δίκαιον τοῦτο. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι κἄτι εἴπατε. Μᾶς κατεκρίνατε ὅτι ἐπεκαλέσθημεν πρὸς τοῦτο τὸ Κοράνιον. Μᾶς κατεκρίνατε προσέτι, διότι ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν εἰς τὸ βῆμα ἐπικαλούμενοι συγγραφεῖς. Καὶ ἐνομίσατε ὅτι συσταίνετε τὸν ἑαυτόν σας διὰ τοιούτων διακηρύξεων· νομίζετε, ὅτι περιποιεῖσθε τοὺς συναδέλφους σας ἀξιοῦντες, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πιστεύῃ γυμνὸν τὸν νοῦν σας, καὶ γυμνὴν τὴν γλῶσσάν σας· ὅτι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδίδῃ μεγίστην, πολύτιμον ἀξίαν εἰς τὰς πεποιθήσεις του, καὶ νὰ ἀπαιτῇ νὰ μὴ παρασύρηται ἀπὸ τοὺς λόγους σας, ἀλλὰ νὰ πείθηται εἰς τοὺς εἰδήμονας καὶ εἰς τοὺς εἰδότας! καὶ ὅταν ἓν ζήτημα ἀπαιτῇ ἱστορικὰς μαρτυρίας ἢ νομοθετικὸν κῦρος, πῶς δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τοὺς λόγους ἑνὸς ἁπλοῦ ἀτόμου, καὶ πῶς ὁ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ παρασύρῃ τὴν θέλησιν καὶ τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου του ἐπὶ εἰδικῶν ζητημάτων, εἰμὴ τότε μόνον ὅταν φέρῃ πρὸς ὑποστήριξιν τὸ κῦρος τῆς ἐπιστήμης καὶ τὸ κῦρος τῆς ἱστορίας; Τί ἠθέλατε, κύριοι; νὰ μεταβάλωμεν ἡμεῖς τὸν τουρκικὸν νόμον, καὶ, διότι ὁ τουρκικὸς πολιτικὸς νόμος εἶναι συγχρόνως καὶ τουρκικὸς θρησκευτικὸς, θέλετε νὰ τὸν καταλύσωμεν; προξενεῖ εἰς τὴν εὐαισθησίαν σας ἄλγος νὰ ἀκούητε τὸ Κοράνιον; Καὶ μὲ κατέκρινεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπεκαλέσθην τὸ Κοράνιον ὑποθέσας, ὅτι τὸ ἐπικαλοῦμαι διὰ τὸν χρόνον τὸν μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδας· ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ τουρκικοῦ δικαίου ὅταν ἴσχυεν. Αὐτὴ ἦτο ἡ τύχη μας, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν δουλείαν τοῦ Κορανίου. Τὸ Κοράνιον μᾶς διεῖπεν ἐν πᾶσι, διότι ὅλαι αἱ διατάξεις τῶν τουρκικῶν νόμων, καὶ αὐτὴ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ δεσπότου τὴν πηγήν των καὶ τὴν ἀρχήν των ἔχουσιν ἐν τῷ Κορανίῳ· καὶ Κοράνιον ὀνομάζεται ἡ πηγὴ τοῦ δικαίου τῶν τούρκων. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε νὰ ἀμφισβητήσητε, ἐὰν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Ἀττικὴ ἀπηλλάγη τῆς ἐξουσίας τῆς σουλτανικῆς, ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ ὁ κανών, ὅτι τὰ μέταλλα καὶ τὰ μεταλλεῖα καὶ τὸ μεταλλεύεσθαι ἀνῆκον πάντοτε εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου. Πότε ἔπαυσεν ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου; Ἔχομεν τὰς συνθήκας. Ἔπαυσε τὴν 31 δεκεμβρίου 1832 ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου ἐν Λαυρίῳ. Τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε διαταχθῆ ὑπὸ τῆς συνθήκης, ὅτι θὰ ἀναχωρήσουν τῆς Ἀττικῆς τὰ στρατεύματα καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ τουρκικαί, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔπαυε καὶ ἡ τουρκικὴ κυριαρχία. Λοιπὸν μέχρι τῆς παραμονῆς τοῦ 1833, μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1832 ἴσχυεν αὐτὸς ὁ νόμος. Καὶ ἐὰν ἴσχυεν αὐτὸς ὁ νόμος, ἀφήσατε τοὺς Πανδέκτας ἀφήσατε τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, μὴ ἐξετάζετε τὴν ἰδιότητα τῶν χωμάτων, ἐὰν ᾖναι κινητὰ ἢ ἀκίνητα, μὴ ἐξετάζητε τί ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἀφοῦ ἔχητε τὸν νόμον τόσον ῥητὸν καὶ τόσον αὐθαίρετον. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδεὶς ἰδιώτης ἀπέκτησε δικαίωμα ἐν τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρίου καὶ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου. Ἀλλὰ σεῖς γνωρίζετε κἄτι πλέον· τὸ γνωρίζετε διότι τὸ ἰσχυρίσθημεν, καὶ δὲν εἶδον νὰ ἔλθητε νὰ τὸ ἀναιρέσητε. Γνωρίζετε, ὅτι τὰς ἐκβολάδας δὲν τὰς μετεχειρίσθη ποτὲ κανείς. Ὄχι μόνον ὑπῆρχεν ἡ ἀπαγόρευσις, ἀπαγόρευσις φοβερά, ὡς ἀποῤῥέουσα ἀπὸ τὸ δίκαιον τοῦ κατακτητοῦ, ἀλλά, καὶ ἄνευ τούτου, γνωρίζετε ὅτι οὐδεμία χρῆσις ποτὲ ἐγένετο τῶν ἐκβολάδων. Ποῦ θεμελιόνετε λοιπὸν τὸ δίκαιον τῶν ἰδιωτῶν; ἢ ἤξιζε κἄν, καὶ ἂν εἴχατε τὴν πεποίθησιν, ἢ τὴν ἀπόδειξιν ὅτι οἱ πέριξ καθήμενοι ἰδιῶται συνέλεγον τὴν ῥητίνην, ἡ ὁποία τυχὸν ὑπῆρχεν εἰς δένδρα ἐπ’ αὐτῶν, ἢ ὅτι ἔβοσκον τὰ ποίμνιά των, μολονότι χόρτον ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δὲν φύεται, εἶναι δὲ καὶ ἀναπαλλοτρίωτον κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον καὶ εἰς μίσθωσιν μόνον ἐδίδετο, ἤξιζεν ἀπέναντι τούτων νὰ σταματήσητε μίαν στιγμήν; ἠδύνασθε νὰ εἴπητε ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀποζημιώσατε κἄτι τι δι’ αὐτὰ τὰ δικαιώματα· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ᾖναι δικαιώματα, καί τοι οὐδεμίαν ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον, ὡς δικαίωμα σουλτανικόν, ἀναμφισβήτητον καὶ ἀποκλειστικόν. Ἀλλ’ οὔτε δικαίωμα ὑπῆρχεν, οὔτε ἴχνος δικαιώματος. Ἄλλο καταφύγιον δὲν ὑπῆρχεν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, κύριοι, εἰμὴ νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι νόμος τοιοῦτος τουρκικὸς δὲν ὑπῆρχεν ἢ νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόζετο εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐδῶ βλέπω στάδιον συζητήσεως καὶ προκαλῶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας. Ἰδοὺ τὸ δίκαιον τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἀνέτειλε τὸ 1833. Ἀλλ’ ἡμεῖς παρηκολουθήσαμεν, κύριοι, τὸν χρόνον καὶ μετέπειτα· σᾶς ἐφέραμεν τὸν νόμον περὶ ἁρμοδιότητος τῆς γραμματείας τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος λέγει ῥητῶς, ὅτι ἀνατίθεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. «Ἡ μεταλλεία τῆς ἐπικρατείας, ἡ ἐπέκτασις καὶ ἐπωφελὴς αὐτῆς μεταχείρισις· ἡ διατήρησις καὶ χρησιμοποίησις τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων βασιλικοῦ νομήματος.» Ἐδῶ πλέον ἀντίῤῥησις, κύριοι, δὲν χωρεῖ. Οἱ Βαυαροί, κατερχόμενοι ἀπὸ πατρίδα εἰς τὴν ὁποίαν ἴσχυε τὸ προνόμιον τοῦτο, δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ τὸ ἀνακηρύξωσι καὶ ἐν Ἑλλάδι καθὼς μετεφύτευσαν τόσας ἄλλας ἀρχὰς καὶ θεωρίας εἰς τὴν νομοθεσίαν μας. Καὶ δὲν ἠρκέσθησαν, κύριοι, μόνον εἰς τὸ νὰ ἀναθέσωσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν διαχείρισιν τῆς μεταλλείας τοῦ κράτους, καὶ τὴν ἐπέκτασιν καὶ ὠφελιμοποίησιν τοῦ βασιλικοῦ τούτου νομήματος, ἀλλ’ ἔκαμαν καὶ ἄλλα νομοθετικὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἔργα. Ἀφοῦ οἱ Βαυαροὶ καθιέρωσαν ἐπὶ τῆς μεταλλείας ἐν γένει προνόμιον τοῦ στέμματος (bergregals,—droit régalien) ἀπαραλλάκτως ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ πατρίδι των, τὸ 1834 συνέταξαν νόμον, περὶ γραφείου δημοσίου οἰκονομίας παρὰ τῇ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν γραμματείᾳ, καὶ δὲν ἐλησμόνησαν καὶ τὸ ἐπὶ τῶν μεταλλείων βασιλικὸν νόμημα. Τὸ ἄρθρον 21 διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Τὸ γραφεῖον τῆς δημοσίου Οἰκονομίας .... θέλει φροντίσει διὰ νὰ γίνουν μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν αἱ ἀναγκαῖαι ἐξετάσεις εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἀνακεκαλυμμένα μεταλλεῖα· θέλει δὲ στήσει ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν του εἰς τὸ ν’ ἀνακαλύψῃ νέα μεταλλεῖα, καὶ ἐξαιρέτως λιθανθρακεῖα καὶ καυσίμους γαίας (tourbes).» Ἐρωτῶ· ἀφίνεται στάδιον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν; δὲν εἶναι ἡ κύρωσις καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς πρώτης ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης ἔθεσε τὸ 1833; δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἀπόδειξις ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1834 ἤθελε νὰ καταστήσῃ ἀντικείμενον σπουδαιοτάτης μερίμνης τὸ βασιλικὸν τοῦτο νόμημα, καὶ διὰ τοῦτο ἓν τῶν καθηκόντων τοῦ τμήματος τῆς δημοσίου Οἰκονομίας κατέστησε τὸ νὰ κάμῃ ἐρεύνας καὶ ἐξετάσεις εἰς τὰ μεταλλεῖα τὰ ὑπάρχοντα, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ ἀνακαλύψῃ καὶ ἄλλα; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας σᾶς παρέστησε χθὲς ἕτερον σπουδαιότατον ἔγγραφον, τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους καὶ τοὺς δασονόμους περὶ συντάξεως στατιστικῆς περί τε τῶν δημοσίων κτημάτων καθὼς καὶ περὶ τῶν βασιλικῶν νομημάτων. Εἶχον σκοπὸν ἐπὶ τῶν ὁδηγιῶν τούτων, τῶν ὁποίων ἓν μόνον μέρος ἐξέτασεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας, νὰ λαλήσω, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐλησμόνησα νὰ φέρω αὐτάς. Ἰδού, κύριοι, τὸ βασιλικὸν νόμημα, ἰδοὺ πλήρης ἡ ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἰδοὺ πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως ἀπαραλλάκτως ὅπως ὑπῆρχεν εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἀπαραλλάκτως ὅπως ὑπάρχει εἰς τὴν Γερμανίαν τώρα καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης. Ἐρωτῶ ἑπομένως: εἶναι εἰς ἡμᾶς συγχωρημένον νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ νόμημα τοῦτο; μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς νομοθεσίας τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, καὶ νὰ διστάσωμεν ἐπὶ μίαν κἂν στιγμὴν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες περιλαμβάνονται ἐντὸς αὐτῶν τῶν νομημάτων, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, καὶ ὑπὸ τῆς ἐπικρατείας δύναται νὰ ἀποφασισθῇ ἡ διάθεσις αὐτῶν; ποῖος λόγος, κύριοι, δύναται νὰ σᾶς πείσῃ εἰς τὸ ἐναντίον; τὸ εὐτελὲς τοῦ πράγματος; τὸ εὐτελὲς τοῦτο θέλει σᾶς πείσει νὰ ἐλαττώσητε τὰ νομήματα τὰ βασιλικὰ καὶ ἐθνικὰ καὶ νὰ εἴπητε «ἐντὸς αὐτῶν αἱ ἐκβολάδες δὲν περιλαμβάνονται;» Ἀλλὰ ἐὰν τοιαύτην ἀπόφασιν ἔχητε, ῥίψατε ἓν βλέμμα, ἐπὶ τῶν ἄλλων νομημάτων καὶ κάμετε σύγκρισιν. Ἐνόμισαν τινὲς τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις ὅτι προσβάλλεται αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς καὶ αὐτὴ ἡ ἐλευθερία διὰ τῆς καθιερώσεως τοιούτου νομήματος ὁποῖον θέλομεν νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας· καὶ ἐλησμόνησαν ὅτι τὸ νόμημα τοῦτο ὑπάρχει ἐν αὐτῇ καὶ ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη νὰ πλασθῇ. Ἐλησμόνησαν προσέτι τὰ ἄλλα παρ’ ἡμῖν νομήματα. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὰ νομήματα ταῦτα, δὲν ἐπλάσθη ἐλεύθερος καὶ δὲν ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ κάμνῃ χρῆσιν τῆς κτίσεως οὔτε διὰ τὰς πρωτίστας ἀνάγκας τῆς ἀτομικῆς αὑτοῦ συντηρήσεως! Ἐὰν ἡ θάλασσα ῥίψῃ ὕδωρ εἰς τὸν παραθαλάσσιον ἀγρόν σου, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃς ἓν τηγάνιον καὶ νὰ πήξῃς ἅλας, ὅπερ εἶναι στοιχεῖον τῆς φύσεως, στοιχεῖον τῆς πρώτης ἀνάγκης· ἡ κυβέρνησις εἶναι ἔνοπλος πάντοτε, καὶ ἐπαγρυπνεῖ μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὅπως ὑπερασπισθῇ τὸ βασιλικὸν νόμημα τῆς ἁλατοποιείας! Ἐνοικιάζεις ἓν ἰχθυοτροφεῖον, ὅπερ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔχει ἀνάγκην ἅλατος· ἀλλ’ ἡ διοίκησις φυλακίζει τοὺς ἰχθυοτρόφους, ἐὰν ἐντὸς τοῦ ἰχθυοτροφείου ἤθελον πήξει ὀλίγον ἅλας διὰ τοὺς ἰχθεῖς τοὺς ὁποίους ἐνοικίασαν! Περιπλέον δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῇς ἰδιαίτερον ἰχθυοτροφεῖον καὶ νὰ συλλέγῃς τὰ ὄντα τῆς θαλάσσης διὰ νὰ ζήσῃς ἐξ αὐτῶν! Κἄτι περιπλέον, κύριοι, καὶ πολὺ μέγα· κατηργήθη ἐν Ἑλλάδι ἡ πρωτότυπος ἰδιοκτησία· κατηργήθη τὸ 1837, ὅτε καθιερώθη ἡ ἀρχὴ, ὅτι «ὅλα τὰ ἀδέσποτα ἀνήκουσι εἰς τὸ δημόσιον.» Ὁ νόμος αὐτὸς διέταξεν, ὅτι ἡ πρωτότυπος ἰδιοκτησία περιορίζεται εἰς τὴν ἀποκτηθεῖσαν μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, ἔκτοτε δὲ ἡ ἰδιοκτησία θέλει εἶναι παράγωγος· ἢ θὰ παράγωμεν αὐτὴν ἐκ τοῦ δημοσίου, ὅπερ ἐγένετο κύριος τῆς κτίσεως, ἢ θὰ παράγωμεν αὐτὴν ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1837 ἰδιοκτητῶν, ἐρχόμενοι εἰς συναλλαγὴν μετ’ αὐτῶν· κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον πρωτότυπον ἰδιοκτησίαν δὲν ἔχομεν ἔκτοτε πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς νομοθεσίας ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῶμεν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα διστάζομεν, καί τοι δὲν εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς ἐπηρεάσωσι· πτούμεθα, ἀκούοντες ὅτι τὰ μέταλλα δὲν εἶναι τοῦ πρώτου καταλαβόντος ἀλλὰ τῆς ἐπικρατείας καὶ διστάζομεν, φρονοῦντες, ὅτι θέλομεν φανῆ ὀπισθοδρομικοί! καὶ διστάζομεν, διότι δὲν εὑρίσκομεν κανένα λόγον τοῦ νομήματος τούτου, ἐνῷ ὁ λόγος εἶναι καταφανής. Ἡ ἐπικράτεια, ἡ ὁποία τὰ ἀπολύτως χρήσιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον οἰκειοποιήθη δι’ ἑαυτὴν, ἥτις ἀφεῖλεν ἐκ τῆς κοινῆς χρήσεως καὶ οἰκειοποιήθη τὰ ἅλατα καὶ τὰ ἰχθυοτροφεῖα, ὤφειλε κατὰ πρῶτον λόγον νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰ μέταλλα ἐκ τῆς προσόδου τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ συντηρῆται καὶ πιθανῶς νὰ δυνηθῇ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῶν ἄλλων νομημάτων ἅτινα ἀντιστρατεύονται κατὰ τῶν ἀπολύτων ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ φιλοσοφικὸς λόγος, ὁ κανονίζων τὰ δικαιώματα τῆς ἐπικρατείας. Καὶ τέλος πάντων, κύριοι, καὶ ἂν εὑρεθῇ τίς ποτε νὰ κατακρίνῃ τὸ πρᾶγμα, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ὡς ἔθνος χθεσινὸν, ἠδυνάμεθα ἀφ’ ἑτέρου νὰ θεωρήσωμεν καὶ εὐτυχίαν μας τὸ νὰ συνταχθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν μὲ τὴν Πρωσσίαν, τὴν Σαρδηνίαν, τὴν Ῥωσσίαν, ἐν πολλοῖς μὲ τὴν Ἀγγλίαν, μὲ τὴν Πορτογαλλίαν, μὲ τὴν Αὐστρίαν, καὶ μὲ τὰ λοιπὰ γερμανικὰ κράτη τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν καὶ διατηροῦσι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν μεταλλείων· ἀλλὰ, λέγω καὶ ἂν ὑπῆρχέ τις κατάκρισις, δυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μεταλλείων ὑπὸ τὴν γῆν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι θυσίας μεγάλας, πολυταλάντους περιουσίας πρὸς ἔναρξιν καὶ πρόοδον τῆς μεταλλεύσεως, μὲ τὸν κίνδυνον ἴσως 90% νὰ θυσιασθῶσιν ἀνωφελῶς καὶ κόποι καὶ κεφάλαια. Καὶ μήπως ὅταν λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι ὅταν δύο μέτρα ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εὑρεθῇ ἀργυρῖτις, παρέχων πρόσοδον 80% ἢ 300%, δὲν ἔχεις ἰδιοκτῆτα, τὸ δικαίωμα νὰ πάρῃς πλέον τῶν 5%, τί εἶναι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς πολιτείας, εἰμὴ δικαίωμα ἐξαιρετικόν; ἐξαιρετικὴ ὑπάρχει, κύριοι, πάντοτε ἡ νομοθεσία ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Μοὶ μένει, κύριοι, ἓν ἄλλο ζήτημα· τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἁρμοδιότητος. Αὐτὸ οὐδέποτε ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐννοήσω, διότι οὐδέποτε κανεὶς τὸ διετύπωσεν· εἶπαν ἁπλῶς τὴν φράσιν, ὅτι «αὐτὸ εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων· πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ δικαστήρια»· ἀλλὰ κανεὶς δὲν σᾶς εἶπε, τί ἐννοεῖ καὶ περὶ τίνος θὰ δικάσωσι τὰ δικαστήρια. Θέλω πολεμήσει διὰ τοῦτο τὴν γνώμην των εὐθὺς ἀμέσως δι’ ἑνὸς παραδείγματος, τὸ ὁποῖον θέλει τοὺς φέρει εἰς τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τὴν πατρίδα μου, κύριοι, ὑπάρχει μία ἁλικὴ καλουμένη μαύρη ἁλικὴ, ἡ ὁποία ἀπό τινων ἐτῶν δὲν καλλιεργεῖται· ὑποθέσατε, ὅτι ἅρπαξ τις ἐνήργησε πρὸ δεκαετίας ἢ δεκαπενταετίας πράξεις κατοχῆς· ὑποθέσατε, ὅτι καὶ συμβόλαια συνετάχθησαν περὶ κυριότητος. Ὁποῖον νομίζετε, κύριοι, εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ κράτους, ὅταν ἴδῃ τὴν ἁλικὴν ταύτην εἰς ἰδιωτικὰς χεῖρας; Θὰ τοὺς ἐνάξῃ εἰς τὰ δικαστήρια; Τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιθυμεῖ ὁ ἅρπαξ παρὰ νὰ τὸν ἐνάξετε εἰς τὰ δικαστήρια· διότι, ἐὰν διαρκέσῃ ἐπὶ δύο τρία ἔτη ἡ δίκη, αὐτὸς θὰ νέμεται τὴν ἁλικήν. Φέρω ἕτερον παράδειγμα. Ἐὰν ποῦ τις συστήσῃ ἰχθυοτροφεῖον, ἐμπήξῃ τοὺς πασσάλους, κατασκευάσῃ τὰς καλαμωτάς, ἐγείρῃ τὰ παραπήγματα ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀπαιτούμενα καὶ ἐγκατασταθῇ, τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ κράτος θέλει τὸν ἐνάξει εἰς τὸ δικαστήριον, διὰ νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του; Ἡ ὕπαρξις τοῦ βασιλικοῦ νομήματος δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐξουσίας τῶν δικαστηρίων· τὰ δικαστήρια εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν κρίνουσι περὶ τῶν βασιλικῶν νομημάτων, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβάλωσι ποινὰς καὶ κρίνωσιν ὡς ποινικὰ δικαστήρια· τὰ βασιλικὰ νομήματα δὲν εἶναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων· εἶναι τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἀλλά, κύριοι, διὰ τί συζητοῦν σήμερον περὶ τοῦ νομήματος τούτου; διὰ τί πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν; πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν διότι προηγουμένως δὲν ἐνομοθετήσαμεν; Εἰς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος. Μᾶς ὑπεβλήθη ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καταργεῖ ὑπάρχοντα νόμον. Δὲν ἐφέραμεν ἡμεῖς νόμον, πρὸς ψήφισιν· δὲν ἐγεννήσαμεν ἡμεῖς τὴν ἀνάγκην τοῦ κανονισμοῦ τοῦ πράγματος ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ μᾶς εἰσάγεται νόμος, ὁ ὁποῖος καταργεῖ τὸν νόμον. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος εἰσήχθη περὶ φόρου τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος ἁπλῶς τῆς φορολογίας στηρίζεται, καὶ διακρίσεις μεταξὺ ἰδιωτικῆς καὶ δημοσίας ἐκβολάδος προτείνει, καὶ περὶ τῆς ἰδιοκτησίας μάλιστα τῆς ἐθνικῆς οὐδεμίαν διάταξιν περιέχει. Μᾶς προσκαλεῖ λοιπὸν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ καταργήσωμεν νόμον ὑπάρχοντα, ἓν νόμημα ἐθνικόν, καθιεροῦντες ἐν τῷ νόμῳ περὶ φορολογίας τῶν ἐκβολάδων τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεως ἐκβολάδων ἰδιωτικῶν. Πῶς μᾶς γεννᾶτε λοιπὸν τὸ ζήτημα τῶν δικαστηρίων, ὅταν προτείνετε τοῦ νόμου τὴν κατάργησιν καὶ, ἀνθισταμένους, μᾶς προτείνετε τὰ δικαστήρια; τί νόμον θὰ ἐφαρμόσουν τὰ δικαστήρια, ὅταν τὸν νόμον ἐφ’ οὗ στηριζόμεθα καταργήσετε; Καὶ δύο λέξεις μόνον ἐὰν εἴπωμεν διὰ τοῦ νόμου σήμερον, δύο λέξεις μόνον, ὅτι ὑπάρχουν ἐκβολάδες ἰδιωτικαὶ, δὲν ὑφίσταται πλέον ὁ νόμος, ὃν ἐπικαλούμεθα πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἐθνικοῦ νομήματος, ἀλλὰ κατηργήθη. Ἅμα εἴπητε, ὅτι ὑπάρχουν ἐκβολάδες ἀνήκουσαι εἰς ἰδιώτας δὲν ἔχει ὁ δικαστὴς νὰ ἐφαρμόσῃ κανένα νόμον, τὸν κατηργήσατε σεῖς. Βλέπετε λοιπὸν ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα; βλέπετε ποῖοι τὸ ἐπροκάλεσαν; βλέπετε ἑπομένως, ὅτι μόνον σεῖς οἱ βουλευταὶ δύνασθε νὰ τὸ ἀποφασίσητε; Ἐὰν ὅμως φρονῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον νόμημα, βεβαίως θέλετε φέρει τὴν ψῆφον σας ἐναντίον· ἐὰν φρονῆτε ὅτι νόμημα τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει, βεβαίως θέλετε παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὑπάρχουν ἐκβολάδες τυχὸν ἐθνικαὶ καὶ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκβολάδες ἰδιωτικαί. Ἀλλ’ ὅσοι παραδέχεσθε, ὅτι ὑπάρχει σήμερον τὸ δικαίωμα τοῦ κράτους, ὅπως ὑπῆρχεν ἐπὶ τῶν Ἀθηναίων, ἐπὶ τῶν Ῥωμαίων, ἐπὶ τῶν Τούρκων, ὅπως καθιεροῦται εἰς τοὺς ῥητοὺς νόμους τοῦ 33 καὶ 34 καὶ τοῦ 36, καὶ ὅπως τὸ ἔχουν ὅλα τὰ πολιτισμένα ἔθνη, τότε χρεωστεῖτε νὰ ἀποκρούσητε τὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται ὁ ὑπάρχων οὗτος νόμος· τοιούτου ὄντος τοῦ ζητήματος, σᾶς ἐρωτῶ, ἔχουν χώραν τὰ δικαστήρια; Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ὑπερισχύει ἡ γνώμη τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τῶν δικαστηρίων ἔχει χώραν ἐνταῦθα, τί ἤθελε γείνει; ἠθέλαμεν ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως (ἀδιαφόρως ἂν ηὐξάναμεν τὸν φόρον), ἠθέλαμεν ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως καὶ ἠθέλαμεν εἰπεῖ, αἱ ἰδιωτικαὶ ἐκβολάδες φορολογοῦνται π. χ. πρὸς 50%. «Τὸ νόμημα ἀπὸ τῆς ψήφου ταύτης εἶναι κατηργημένον· καὶ τίς τὸ κατήργησεν; ὑμεῖς. Βλέπετε συγχρόνως, κύριοι, ὁποία εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύομεν τὴν περὶ νομήματος ἀρχήν. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα ὑπερασπισταὶ τοῦ νόμου, δὲν ἐρχόμεθα καινοτόμοι. Οἱ καινοτομοῦντες εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ἐναντίαν γνώμην, σεβαστὴν μὲν διότι αἱ πεποιθήσεις εἶναι σεβασταὶ, ἀλλὰ καινοτομοῦντες εἶναι οἱ φέροντες τὴν πρότασιν. Τὸ ζήτημα περιπλέον κύριοι, ἂν ᾖναι νομοθετικῆς φύσεως ἢ δὲν εἶναι, τὸ ἔλυσαν οἱ προσκαλοῦντες, διότι εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔφεραν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς τῆς δικαιοδοσίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ἂν δὲν ᾖναι ταύτης, οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐξουσίας ζήτημα εἶναι. (Ὁ ἀγορεύων κατέρχεται τοῦ βήματος καὶ πάλιν ἐπανέρχεται.) Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, διὰ μίαν στιγμὴν νὰ εἴπω ἐν τέλει ὀλίγας λέξεις περί τινος, ὅπερ δὲν προέταξα ἐν ἀρχῇ, διότι τὸ ἐθεώρησα ἀπείρως ὑποδεέστερον τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησα νὰ συζητήσω, κάπως προσωπικόν. Δύω ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ἐξ ὧν ὁ εἷς ὑπουργὸς, ἀπεφάνθησαν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα καὶ χωρὶς νὰ δίδηται ἀφορμὴ, ὅτι δὲν ἐξετελέσαμεν τὸ χρέος μας ὅταν ἤμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι, δὲν ἐρχόμεθα νὰ καυχηθῶμεν, δι’ ὅ,τι ἐπράξαμεν· ἀλλ’ ἐπειδὴ μᾶς ἐπιῤῥίπτουν αὐτὴν τὴν μομφὴν, χρεωστῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἂν δὲν ἐπράξαμεν τίποτε, κύριοι, ὅλαι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχομεν σήμερον καὶ ἃς ἐθεωρήσαμεν ἐπαρκεῖς διὰ νὰ νομοθετήσωμεν, δὲν τὰς ὀφείλομεν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Ἅμα ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ τρεῖς, ἢ τέσσαρας ἡμέρας, εὐθὺς ἀμέσως ἦσαν ἕτοιμοι καὶ αἱ διαταγαὶ καὶ αἱ ὁδηγίαι, πρὸς ποῖον σκοπόν; νὰ πληροφορηθῶμεν ἐπισήμως τὶ εἶναι αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες, ποῦ κεῖνται, ὁποῖα στοιχεῖα ἔχουσιν, ὁποίαν ἔκτασιν, ὁποῖον ὄγκον, καὶ τὶ περιέχουσι πολύτιμον· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ποιήσωμεν μίαν σύγκρισιν μεταξὺ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος, ὃ ἡ ἑταιρία παρῆγε πρὶν ἢ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν ἐκβολάδων, καὶ τοῦ προϊόντος μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς χρήσεως ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἀπεστείλαμεν, πολὺ καλῶς ἐκλελεγμένη, λίαν ἐπιμελῶς ἐργασθεῖσα καὶ μὲ ζῆλον ἀξιέπαινον ἐπὶ 45 ἡμέρας ἐν τῇ Λαυριωτικῇ ἀδιαλείπτως, κατώρθωσε νὰ καταμετρήσῃ τοὺς ὄγκους καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ἐπιτοπίως νὰ ἐκτελέσῃ· μετ’ ἔπειτα δὲ μεταβᾶσα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐπὶ δύο καὶ ἐπέκεινα μῆνας ἐνασχοληθεῖσα εἰς τὴν ἀνάλυσιν, ἐποιήσατο, κύριοι, ὑπὲρ τὰς 500 ἀναλύσεις. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐμποδίσαμεν τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐκκαμινεύῃ τὰς ἐκβολάδας; Κύριοι, δὲν ὠφείλαμεν νὰ τὸ πράξωμεν. Ἡ ἑταιρία μετεχειρίζετο ἐκ τῶν ἐκβολάδων τὸ ⅒, τὰ δὲ ἐννέα δέκατα ἐκ τῶν σκωριῶν· ἑπομένως ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν μηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀπαιτηθῆ διὰ νὰ ἀποπερατώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της καὶ νὰ πληροφορηθῇ ἐν συνειδήσει ἡ Κυβέρνησις περὶ τίνος ἐπρόκειτο ἤτοι περὶ τῆς τοποθεσίας, τῆς ἐκτάσεως, τοῦ σχήματος, τῆς συστάσεως, τοῦ ποιοῦ καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τί ἤθελε καμινεύσει ἡ ἑταιρία; μολαταῦτα τὴν ἐπετηροῦμεν· ἐμετρήσαμεν τοὺς ὄγκους καὶ ἠξεύραμεν τὶ ἐξ αὐτῶν παρελάμβανεν. Μὲ τὴν ἑταιρίαν, κύριοι, ἤλθομεν εἰς ἔριδας· ἡ ἑταιρία προσέφυγε καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ· ἀλλὰ πρὸς αὐτὴν ἀντετάξαμεν τὸν νόμον καὶ τὸ καθῆκόν μας καὶ μετεχειρίσθημεν τὴν ἑταιρίαν, πεισθέντες ὅτι ἔχει ἄδικον εἰς τὰ αἰτήματά της, ὅπως μετεχειριζόμεθα οἱονδήποτε φορολογούμενον· τῇ ἐδώκαμεν μίαν προθεσμίαν ὀλιγοήμερον δηλ. τὴν προθεσμίαν ἣν ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς τὸν ὑπόχρεων νὰ πληρώσῃ εἴτε ὀλίγα, εἴτε πολλὰς ἑκατοτάνδας χιλ. δραχμῶν, ἃς ἡ ἑταιρία ἐφιλονείκει, καὶ τὸ ἐπράξαμεν ὄχι διὰ τὴν ἀξίαν τῆς ὀφειλῆς της, ὅσον διὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ καθιερώσῃ. Κύριοι, ταῦτα εἰπὼν δὲν ἐννοῶ νὰ ἰσχυρισθῶ, οὔτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐφέρθη κάλλιον πάσης ἄλλης, οὔτε νὰ καυχηθῶ ὅτι κἄτι ἔπραξεν. Ἀπαντῶ μόνον εἰς μίαν αἰτίασιν τὴν ὁποίαν ὤφειλον ν’ ἀποδείξω ἄδικον.

§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ὀλίγον. Ἐνταῦθα ἐγένετο διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ 10 λεπτά. Ὥρα 5 παρὰ 20.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις, κύριοι. Ὁρίσατε εἰς τὰς ἕδρας σας, νὰ παύσῃ τὸ κάπνισμα. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομ.). Διαδεχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, θεωρῶ ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις εἰς τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον κατερχόμενος τοῦ βήματος ἔκαμε. Παρεπονέθη ὁ κύριος Δεληγεώργης ὅτι τὸν ἐμέμφθησάν τινὲς καὶ εἷς ὑπουργὸς, ἐννοῶν ἐμὲ, ὅτι καί τοι διατελέσας ἐπὶ πολλοὺς μῆνας εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν ἔλαβε κἀνὲν μέτρον πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ νὰ παραλαμβάνῃ τὰ μεταλλοῦχα χώματα καὶ νὰ τὰ ἐκκαμινεύῃ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ αἰτιαθῶ τὸν κύριον Δεληγεώργην καὶ τοὺς συναδέλφους του διὰ τὴν διαγωγὴν των ταύτην, διότι ἐὰν μεμφθῶ αὐτὸν, θέλω μεμφθῇ πολὺ περισσότερον τὸν ἑαυτόν μου, ὁ ὁποῖος ἦλθον μετ’ αὐτὸν καὶ διατελῶν τρεῖς μῆνας καὶ ἐπέκεινα εἰς τὴν ἐξουσίαν οὐδὲν μέτρον ἔλαβον παρεμποδίσεως. Ἀνέφερα δὲ τοῦτο ἁπλῶς εἰς τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν ἵν’ ἀποδείξω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ἐκκαθαρισμένον, καὶ ὅτι ὅπως ἡμεῖς σήμερον δὲν ἔχομεν ὡρισμένην πεποίθησιν, οὕτω καὶ ἐκεῖνοι, τοὐλάχιστον τότε, ὅτε ἦσαν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν εἶχον ὡρισμένην γνώμην καὶ δὲν ἐθεώρουν τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώματα ὡς ἀναμφισβητήτως ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον· διότι ἄλλως δὲν ἠδυνάμην νὰ τοῖς κάμω τὸ ἄδικον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἤθελον ἀφήσει μίαν ἑταιρίαν νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὰ χώματα ταῦτα καὶ νὰ τὰ ἐκκαμινεύῃ. Εἰσερχόμενος ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀρχίζω, κύριοι, ἀπὸ τὸν τελευταῖον ἰσχυρισμὸν τὸν ὁποῖον ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης ὅτι ἂν παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις ἢ ὅπως τὸ ἐτροπολόγησεν ἡ ἐπιτροπὴ, θέλετε καταργήσει ἓν νόμημα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀνέκαθεν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δημόσιον δικαίωμα νὰ διατηρῇ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων. Ἂν, κύριοι, τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἂν τῷ ὄντι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα ἦναι νόμημα βασιλικὸν, καὶ ἂν ἦτο ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι πάντα τὰ νομήματα ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ τὰ κρατῇ ὑπὸ τὴν δεσποτείαν τοῦ δημοσίου, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψῃ, οὐδὲ νὰ συναινέσῃ ὥστε νὰ ἔλθῃ τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἦτο ἀληθὴς, ἔπρεπε νὰ προτείνῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἦτο περιττὸν νὰ γείνῃ ἕτερος νόμος. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ κακὸν εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν εἰδικὸν νόμον περὶ νομημάτων καὶ οὔτε εἶναι γνωστὸν ποῖα εἶναι τὰ νομήματα. Ἐπίσης, κύριοι, δὲν εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγεται νόμημα ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, καὶ σᾶς ἀνέφερον χθὲς ὡς παράδειγμα τὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἂν καὶ κατατάσσωμεν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν νομημάτων, μολαταῦτα ὑπάρχουν καὶ δάση ἰδιόκτητα, ὡς ὑπάρχουν καὶ δάση ἐθνικά. Σᾶς ἀνέφερον, κύριοι, τὰ μεταλλεῖα τὰ ὁποῖα ἂν καὶ κατατάσσωμεν εἰς τὰ νομήματα, καθὼς καὶ τὰ ὀρυχεῖα, ἐπιτρέπεται νὰ γείνουν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γείνῃ νόμος περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διότι ἄνευ νόμου φρονῶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ προέλθῃ εἰς κανὲν μέτρον, οὔτε ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, οὔτε ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται χωμάτων, διότι πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἄνευ νόμου ἤθελε ληφθῆ, θέλει θεωρηθῆ ὡς μία αὐθαιρεσία ἐκ μέρους ἡμῶν, καὶ θέλει δώσει ἀφορμὴν νὰ εἰσαχθῇ τὸ δημόσιον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς μεγάλας ἀποζημιώσεις. Διὰ τοῦτο ὅσοι δὲν ἠθέλησαν νὰ δεχθῶσι τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως, καθὼς καὶ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὴν αὐτὴν βάσιν, — τοὐτέστιν ἀμφότερα ἀνεγνώρισαν, ὅτι αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐκβολάδες εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ, — καλῶς ἔπραξαν, λέγω, οἱ μὴ θέλοντες ν’ ἀναγνωρίσουν ὡς ὀρθὴν τὴν βάσιν αὐτὴν, νὰ φέρουν τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου ἀπὸ τοῦδε ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον. Ἔλαβον, κύριοι, ἀπὸ χθὲς γνῶσιν τῆς τροπολογίας ταύτης καὶ πολὺ προσεπάθησα νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου, διὰ νὰ συμφωνήσω μὲ αὐτὴν καὶ νὰ τὴν παραδεχθῶ, διότι σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δι’ ἐμὲ οὐδὲν τούτου εἶναι πλέον ἐπιθυμητόν· ἀλλὰ μ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τὰς ὁποίας κατέβαλον δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου ὅτι παραδεχόμενοι μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ κηρύξωμεν ὡς ἐθνικὴν περιουσίαν οὐσίας εὑρισκομένας εἰς ξένον ἔδαφος, πράττομεν δικαιοσύνην. Ἠθέλησα, κύριοι, νὰ συμβουλευθῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ τὸν ἀξιότιμον δικηγόρον κ. Κόκκινον, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις ἔδωκε πρῶτον ἀφορμὴν εἰς τὴν μακρὰν συζήτησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀσχολούμεθα, ἐξέθεσα εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ ῥηθέντα ὑπὲρ καὶ κατὰ καὶ τὸν ἠρώτησα ἂν αὐτὸς εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν μου ἤθελε δεχθῆ ἀμέσως ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώματα ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐθνικὴ περιουσία· μοὶ ἀπήντησεν ἀπροκαλύπτως, «πολλοῦ γε καὶ δεῖ, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς δώσω τοιαύτην γνώμην. Κατ’ ἐμὲ, εἶπεν ὁ κύριος Κόκκινος, τότε μόνον αἱ ἐκβολάδες δύνανται ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὸ δημόσιον, ὅταν θεωρηθῶσιν ὡς κινητά· ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ εἰδικοὺς γεωλόγους καὶ ἐπιστήμονας ἄνδρας ἂν τὰ χώματα ταῦτα δὲν ἀνεμίχθησαν καὶ δὲν ἀπετέλεσαν τρόπον τινὰ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἔδαφος μὲ τὸ πρώην ὑπάρχον· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν ἀποδειχθῇ τοῦτο, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι λελυμένον· καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἵνα γνωμοδοτήσω ἀπὸ τοῦδε ὁριστικῶς, ἂν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον.» Αὕτη, κύριοι, ἦτον ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος δικηγόρος κύριος Κόκκινος μοὶ ἔδωκε. Ἀλλὰ οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν τροπολογίαν ἰσχυριζόμενοι ὅτι πρέπει αἱ ἐκβολάδες νὰ κηρυχθῶσιν ὡς ἐθνικὴ περιουσία, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι δὲν ἔχουν μόνα τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθη ὁ κ. Κόκκινος, γνωρίζετε μάλιστα, ὅτι τινὲς μεταξὺ τῶν ἀγορευσάντων δὲν παραδέχονται τὰ χώματα ὡς κινητὰ, ἀλλὰ τὰ θεωροῦν ὡς ἀκίνητα. Ἐὰν δὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω καλῶς τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζουν τὸν ἰσχυρισμόν των, εἶναι ὅτι τὰ χώματα ταῦτα περιέχουν μέταλλον· καὶ πᾶν ὅ,τι περιέχει μέταλλον θεωρεῖται μεταλλεῖον μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὸ μεταλλεῖον τοῦτο, ἐπειδὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, δὲν εἶναι ἐκ τῶν μεταλλείων περὶ τῶν ὁποίων ἐπρονόησεν ὁ νόμος τοῦ 1861· προχωροῦντες δὲ ἰσχυρίζοντο, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶναι μεταλλεῖον, πᾶν ὅ,τι περιέχει μέταλλον ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον· καὶ τὸ δίκαιον τοῦτο τοῦ δημοσίου παράγουσιν ἐκ τοῦ ὅτι καὶ οἱ πρὶν κυρίαρχοι τῆς χώρας, ἰδίως δὲ ὁ τελευταῖος κατακτητὴς ὁ Σουλτάνος ἦσαν κύριοι τῶν μεταλλείων, εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι. Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τοῦ Σουλτάνου, καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ Σουλτάνος εἶχε δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι. Ἀλλά, κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἐπροσπάθησα, δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω λόγον διὰ νὰ πεισθῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ᾠκειοποιήθη τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον καὶ τὸ ἐξήσκησε μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἠθέλησε τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον οὔτε διὰ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου νὰ οἰκειοποιηθῇ καὶ δὲν εὑρίσκω, κύριοι, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου οἰκειοποιήθη ἢ ἐξήσκησέ ποτε τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι οὔτε ἐγώ, οὔτε ἄλλος τις ἠδυνήθη ν’ ἀναφέρῃ παράδειγμά τι, ἐκ τοῦ ὁποίου ν’ ἀποδεικνύηται, ὅτι τὸ δημόσιον εἴτε ἔκαμεν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἐκμετάλλευσίν τινα, εἴτε παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἄλλον. Ἐπειδὴ δὲ τὰ μέταλλα εὑρίσκονται εἰς συνάφειαν μὲ τὰ ὀρυκτὰ καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας ἰσχυρίσθη, ὅτι καὶ τὰ ὀρυκτὰ ὑπάγονται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, εὑρίσκω τοὐναντίον παραδείγματά τινα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, δὲν ἠθέλησε νὰ οἰκειοποιηθῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὀρυκτῶν. Ἔχομεν ἐν παραδείγματι τὴν σμύριδα, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὴν νῆσον Πάρον. Τὴν σμύριδα τῆς νήσου ταύτης καίτοι ὑπαγομένην εἰς τὰ ὀρυκτά, τὸ δημόσιον ἐθεώρησεν ὡς ἰδιωτικὴν, καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ἐφορολόγησε. Ἀπαντῶμεν, ὅτι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου ἐξήγετο ἀπὸ τὴν Εὔβοιαν εἶδός τι ὀρυκτοῦ καλούμενον λευκόλιθος, καὶ τὴν ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, ὄχι μόνον δὲν τὴν ἐμπόδισεν ἡ κυβέρνησις, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἐζήτησε νὰ λάβῃ ἀπὸ τοὺς ἐξορύσσοντας αὐτὸ κανὲν δικαίωμα λόγῳ ἰδιοκτησίας. Ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς νόμος περὶ φορολογίας αὐτοῦ ὑπῆρχε, περιωρίζετο εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ τὸ ἐξαγωγικὸν δικαίωμα εἰς τὰ τελωνεῖα, δικαίωμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐλαμβάνετο ἐπὶ ὅλων τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τὰ ὁποῖα ἐξήγοντο. Τὸ διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης των, καὶ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ περιλαμβάνει καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν μεταλλείων, δὲν εἶναι, κύριοι, κατ’ ἐμὲ ἀρκετὸς τίτλος, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ δημόσιον ἠθέλησε νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰ μεταλλεῖα. Τὸ αὐτὸ φρονῶ καὶ περὶ τοῦ καταστατικοῦ τοῦ γραφείου τῆς δημοσίας οἰκονομίας. Ὅσον δὲ περὶ τῶν ὁδηγιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν διὰ τὴν σύνταξιν τῆς στατιστικῆς καὶ εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι οἱ ἐπιφορτισμένοι τὴν στατιστικὴν ὑπάλληλοι, ὀφείλουν νὰ ἐρευνήσουν ποῦ ὑπάρχουν μεταλλεῖα καὶ ποία ἡ καθαρὰ πρόσοδος αὐτῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ τοιαῦται ὁδηγίαι τίποτε δὲν δύνανται ν’ ἀποδείξουν, διότι εἰς τὰς ὁδηγίας δὲν περιλαμβάνεται μόνον ἡ ἐντολὴ τοῦ νὰ ἐξακριβωθοῦν τὰ μεταλλεῖα καὶ ἡ πρόσοδος αὐτῶν, ἀλλὰ διατάσσεται συγχρόνως νὰ ἐξακριβωθοῦν καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα οἷον δάση, γαῖαι, πρόβατα, δένδρα καὶ τὰ λοιπά· καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς ἀπαριθμήσεως ταύτης τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ οἰκειοποιηθῇ ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τῶν ὁποίων διατάττει νὰ γείνῃ ἡ στατιστικὴ καὶ ἀπαρίθμησις. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αὐτῆς γνώμης, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀναλογίαν μὲ τὰ μεταλλοῦχα χώματα. Ἐὰν, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἐμποδίζῃ εἰς τοὺς πτωχοὺς ἰχθυοτρόφους καὶ τοὺς πτωχοὺς κατοίκους τῶν παραλίων μερῶν νὰ κατασκευάζουν, νὰ πήζουν ἅλας, δὲν θέλει νὰ εἴπῃ μὲ τοῦτο, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ τὴν χρῆσιν παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου. Πράττει τοῦτο τὸ δημόσιον, διότι ἠθέλησε νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὸ τὸ μονοπώλειον τοῦ ἅλατος, καὶ πᾶσαι αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ καταστήσουν μονοπώλειον ἓν οἱονδήποτε ἀντικείμενον ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἢ νὰ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τοὺς κατοίκους τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ ἢ νὰ τοὺς ἀναγκάζωσιν, ὁσάκις τὸ καλλιεργοῦσι, νὰ τὸ παραδίδουν εἰς τὸ δημόσιον μὲ μίαν ὡρισμένην τιμήν. Παράδειγμα, κύριοι, τούτου ἔχομεν τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐπειδὴ ἡ κυβέρνησις θέλει νὰ εἰσπράττῃ μεγάλα δικαιώματα ἀπὸ τὸν καπνόν, ἀπαγορεύει τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ ἑαυτῆς ἐπικρατείᾳ· παράδειγμα ἔχομεν τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ θέλει νὰ ἔχῃ τὸ μονοπώλειον τοῦ καπνοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἰσπράττει 380,000,000 φράγκων κατ’ ἔτος, δὲν ἠμπορεῖ δὲ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ, διότι ὁ καπνὸς φύεται καὶ εὐδοκιμεῖ εἰς τὰ περισσότερα μέρη τῆς Γαλλικῆς χώρας, διὰ τοῦτο ὑποχρεόνει ὅλους τοὺς καλλιεργοῦντας τὸν καπνὸν νὰ πωλῶσιν εἰς τοὺς ἰδίους αὐτῆς ὑπαλλήλους τὸ προϊόν των ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, διὰ νὰ δύναται ἔπειτα νὰ τὸ πωλῇ εἰς τιμὴν δεκαπλασίαν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἠγόρασε. Δὲν πείθομαι λοιπόν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τοὺς προτείναντας τὰ παραδείγματα ταῦτα, δὲν πείθομαι ὅτι τὰ παραδείγματα ταῦτα εἶναι ἰσχυρὰ καὶ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ᾠκειοποιήθη τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος ἐπὶ πασῶν τῶν οὐσιῶν, εἴτε ἐντὸς τῆς γῆς εὑρίσκονται, εἴτε εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς ὑπάρχουν. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εὑρίσκω τοιαύτην πρόθεσιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τοῦ 1861· ὁ νόμος τοῦ 1861 ἦλθε, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κεχαγιᾶς, οὐχὶ διὰ νὰ περιποιήσῃ εἰς τὸ δημόσιον τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν οὐσιῶν τούτων, ἀλλὰ διὰ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς χρήσεως αὐτῶν· καὶ ὄχι μόνον δὲν παραγνωρίζει καθόλου ἢ δὲν οὐδετερόνει τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ὁποίων εὑρίσκονται αἱ τοιαῦται οὐσίαι, ἀλλ’ ἀπεναντίας φαίνεται, ὅτι σέβεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ πάρα πολύ. Ἐν τῷ περὶ μεταλλείων νόμῳ δὲν θέλετε ἀπαντήσει καμμίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας τὰ μεταλλεῖα ἢ τὰ ὀρυχεῖα κηρύττονται ἐθνικὴ περιουσία· ὁ νόμος περὶ μεταλλείων δίδει τὸν ὁρισμὸν τῶν τοιούτων οὐσιῶν καὶ κατατάττει αὐτὰς εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς μεταλλεῖα, ὀρυχεῖα καὶ λατομεῖα· ἀκολούθως δὲ διαγράφει τὰς διατυπώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ ἡ χρῆσις ἑνὸς ἑκάστου τούτων καὶ περὶ μὲν τῶν μεταλλείων ἀποφαίνεται, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἄδεια διδομένη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος· καὶ προσθέτει, ὅτι ὁ λαμβάνων τὴν ἄδειαν ταύτην ἀποκτᾷ ἓν δικαίωμα ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸ ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους· ὑποχρεόνει δὲ τὸν λαβόντα τὴν τοιαύτην παραχώρησιν νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ ταμεῖον φόρον πέντε τοῖς ἑκατὸν μόνον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, λέγει δὲ φόρον καὶ οὐχὶ μέρισμα, διότι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κηρύξῃ τὰ μεταλλεῖα ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου. Ἐπειδὴ δὲ σέβεται τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους, ὑποχρεόνει τὸν λαβόντα τὴν παραχώρησιν ὄχι μόνον νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην δι’ ὅλας τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας του ἤθελε προξενήσει εἰς αὐτόν, ἀλλ’ ἀκόμη νὰ τοῦ δίδῃ καὶ 5% ὡς μέρισμα καὶ οὐχὶ ὡς φόρον.

§20ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, μίαν παρατήρησιν; ἠμπορεῖ ὁ φόρος αὐτὸς τῶν 5% νὰ αὐξηθῇ διὰ νόμου;

§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§22ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι.

§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν τὸ 5% τὸ ἐκάματε ὀκτώ; Νομίζετε, ὅτι ἔχουν περισσότερον δικαίωμα οἱ λαμβάνοντες μεταλλεῖα;

§24ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ νόμος λέγει μέχρι 5% κατ’ ἀνώτατον ὅρον πληρώνει φόρον ὁ πρὸς ὃν ἡ παραχώρησις. Δὲν δύναται λοιπὸν ν’ αὐξηθῇ· θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι φόρος. Εἶναι λάθος, εἶναι ἔλλειψις ἐπιστημοσύνης κατὰ τὴν σύνταξιν, ἀλλὰ τὸ λάθος αὐτὸ εἶναι εἰς τὸ Γαλλικὸν κείμενον.

§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ παρὰ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου νὰ στηρίζωμαι. Ἐὰν ᾖναι ὅλα λάθη, ἂς ὄψωνται οἱ νομοθέται Ἕλληνες καὶ Γάλλοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔγραψαν ἐσφαλμένως. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ φόρος δὲν ἠμπορεῖ ν’ αὐξηθῇ ἄνευ προσβολῆς κεκτημένων δικαιωμάτων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἦτον ἴσως ἄδικον, ἐὰν θελήσητε νὰ τὸν αὐξήσητε δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον παραχώρησιν. Τὸν αὐξάνετε ὅμως δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον. Λοιπὸν κατ’ ἐμὲ, κύριοι, βλέπετε, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἠθέλησε διὰ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου νὰ περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸ ἰδιοκτησίαν· καὶ διὰ τοῦτο φόρον μόνον λαμβάνει ἀπὸ ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ παραχωρεῖ. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μὲ ἐρωτήσητε διατὶ, ἀφ’ οὗ δὲν ἠθέλησε νὰ οἰκειοποιηθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην τὸ δημόσιον, διατὶ δὲν τὴν ἀφίνει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας; Ἡ ἀπάντησις, κύριοι, εἶναι λίαν πρόχειρος· καὶ σᾶς τὸ εἶπεν ἀρκετὰ καλῶς ὁ κ. Κεχαγιᾶς. Σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς ἐπιφανείας δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰ ἐπ’ αὐτὴν εὑρισκόμενα μέταλλα, καὶ διὰ τοῦτο ἐὰν ἀφίνετο εἰς αὐτοὺς ἡ κυριότης τῶν εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς εὑρισκομένων οὐσιῶν, ἤθελον μένει αὗται διὰ πολὺν καιρὸν κεκρυμμέναι, χωρὶς νὰ ὠφελῆται κανεὶς ἐκ τούτων. Προσθέτω δὲ ἐγὼ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, ὅστις δὲν θέλει σᾶς ἀφήσει φρονῶ, καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἡ κυβέρνησις, καὶ οὕτω πράττουν καὶ αἱ κυβερνήσεις τῶν πλειοτέρων ἐπικρατειῶν. Ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι ὁ ἑξῆς. Τὰ μέταλλα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, εἰς σωροὺς περιωρισμένους, ὥστε νὰ ᾖναι βέβαιος ἕκαστος, ὅτι τρυπῶν τὴν γῆν εἰς ἓν μέρος θὰ εὕρῃ τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, καὶ θὰ τὸ ἐξαγάγῃ. Τὰ μέταλλα, κύριοι, καθὼς γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, εὑρίσκονται εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, εἰς φλέβας, καὶ αἱ φλέβες αὗται παρατείνονται εἰς μακρὰς ἀποστάσεις· ἐὰν λοιπὸν ὁ νόμος ἄφινε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἀνεγνώριζεν ἐπεκτεινόμενον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης καὶ μέχρις αὐτῶν τῶν οὐσιῶν, ἰδοὺ τὶ ἤθελε συμβῆ. Ἰδιοκτήτης τις ἔχων ἔκτασιν ἑκατὸν στρεμμάτων καὶ ὑποθέτων ὅτι εἰς τὰ ἔγκατα αὐτῆς ὑπάρχει μεταλλεῖον ἤθελε τρυπήσει αὐτὴν εἰς ἀρκετὸν βάθος καὶ ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ φλέβα τοῦ μεταλλείου τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ· ἀλλὰ προχωρῶν πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῆς φλεβὸς ταύτης ἤθελε προβαίνει εἰς τοσαύτην ἀπόστασιν, ὥστε πλέον ἤθελεν ἐξέρχεσθαι ἀπὸ τὸν ὅρον τῆς ἰδιοκτησίας του καὶ μεταβαίνει εἰς ξένην ἰδιοκτησίαν· ὑποθέσατε, διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, ὅτι μέχρι τῶν ὁρίων τοῦ κτήματός του εἶναι 500 μέτρα καὶ ὅτι εὑρίσκεται ἠναγκασμένος νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ὑπόγειον ἐργασίαν του εἰς ἀπόστασιν 1000 μέτρων, 5000 μέτρων. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἤρχισε τὴν ἐκμετάλλευσιν δὲν εἶχεν ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ μεταλλείου καὶ ἐξήρτητο τοῦτο ἀπὸ τὴν ἰδιοτροπίαν τῶν κατόχων τῆς ἐπιφανείας, πᾶς κάτοχος γαιῶν εὑρισκομένων εἰς τὰ πέριξ τοῦ μεταλλείου τούτου ἤθελε καταβαίνει πολὺ συχνὰ ἀπὸ τὸ ἀνοιχθὲν φρέαρ καὶ ἤθελε παρατηρεῖ μήπως τυχὸν ὁ μεταλλευτὴς ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἰδιοκτησίας καὶ προέβη εἰς τὴν ἰδικήν του, τότε δὲ ἤθελε λέγει εἰς αὐτὸν «μὴ προβαίνῃς περαιτέρω, σταμάτησον, διότι πρέπει νὰ ἔλθῃς εἰς νέας συνεννοήσεις, εἰς νέας συνθήκας μετ’ ἐμοῦ,» ὁ ἰδιοκτήτης δὲ οὗτος θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ τῷ ἐπιβάλῃ τοιούτους ὅρους καὶ νὰ ζητήσῃ τοιαύτας ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἴσως ματαιόνει ὅλας τὰς ἐργασίας καὶ ὅλας τὰς δαπάνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπικράτεια ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραβιάσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, τὸ ὁποῖον ἐπεκτείνεται εἰς ὅλα τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εὑρισκόμενα διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐκολίαν εἰς ἕκαστον δυνάμενον καὶ ἔχοντα τὰ μέσα καὶ τὰς γνώσεις νὰ εὕρῃ τὸν θησαυρὸν αὐτόν. Καὶ ὅτι, κύριοι, οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, σᾶς πείθει τὸ παράδειγμα τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἐπικρατείας δὲν οἰκειοποιεῖται ἡ κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παραχωρῇ τὰ μεταλλεῖα, ἀλλὰ τὸ ἀφίνει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐξαιρέσει ἴσως μετάλλων τινων. Καὶ τὸ ἀφίνει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι εἰς τὰς δύο ταύτας ἐπικρατείας αἱ ἰδιοκτησίαι εἶναι λίαν ἐκτεταμέναι καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος ὅτι ὅστις ἀνοίγει ἓν φρέαρ διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἓν μέταλλον, θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ κτήματός του πρὶν ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ του. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα τὸ παράδειγμα τῶν κυβερνήσεων ὅλων τῶν πεφωτισμένων ἐθνῶν ἠθέλησε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μεταλλείων ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ἐδάφους, καὶ τὴν ἀφῄρεσεν, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι διὰ νὰ τὴν οἰκειοποιηθῇ αὐτὴ οὐδὲ διὰ νὰ τὴν κρατήσῃ, ὅπως κρατεῖ πᾶσαν ἄλλην ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν παραχωρῇ, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πράττῃ τοῦτο ὁσάκις παρουσιάζονται αἰτήσεις ἐκ μέρους προσώπων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ἔχουν τὰ κατάλληλα μέσα διὰ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῶσι. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν κατηγορίαν τῶν οὐσιῶν τὴν χαρακτηριζομένην μὲ τὸ ὄνομα ὀρυχεῖα, παρατηρεῖτε ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἠθέλησεν ὁ νόμος τοῦ 1861 νὰ θέσῃ περιορισμούς τινας εἰς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας. Ὁ πρῶτος περιορισμὸς εἶναι ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ κάμῃ ἐξόρυξιν ὀρυκτῶν ἄνευ ἀδείας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν. Ἐδῶ πλέον, βλέπετε, δὲν χρειάζεται διάταγμα, ἀλλὰ μία ἁπλῆ ἄδεια ἡ ὁποία δὲν καθιστᾷ δικαίωμα ἰδιοκτησίας καὶ διαρκοῦς κυριότητος ὅπως ἐπὶ τῶν μεταλλείων· δύναται δὲ ἡ ἄδεια αὕτη νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἄλλον παρὰ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί λέγει ὁ νόμος; ἀφίνει, κατὰ μέρος, ὅπως ὑποθέτουν τινές, τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ὑποχρεόνει τὸν λαβόντα τὴν ἄδειαν τῆς ἐξορύξεως νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας μέρισμα, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀμοιβαίας συμφωνίας καὶ συνεννοήσεως ἤθελον ὁρίσει. Ἐδῶ βλέπετε ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου διατηρεῖται σχεδὸν ἀπαραμείωτον· δύναται ἡ ἐπικράτεια νὰ δώσῃ μόνον τὴν ἄδειαν τῆς ἐξορύξεως καὶ εἰς ἄλλον τινὰ, ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τοῦτον τὴν πληρωμὴν μερίσματος οὐχὶ 5%, ἀλλὰ μερίσματος τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρήσει αὐτὸς ἀνάλογον μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ ὀρυκτοῦ ἢ μὲ τὴν ὠφέλειαν τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ὁ μεταλλευτής· μόνον ὅταν οἱ δύο αὐτοὶ δὲν συμφωνήσουν ἀναθέτει ὁ νόμος εἰς τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον νὰ προσδιορίζῃ τὸ μέρισμα τοῦτο. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν καθόλου δὲν παραβιάζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἀπεναντίας καθιεροῦται καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς δικαίωμα λίαν σεβαστόν. Περὶ δὲ τῆς τρίτης κατηγορίας τῶν περὶ ὧν πρόκειται οὐσιῶν, ἤτοι περὶ τῶν λατομείων, κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς κάμω λόγον, διότι ἐπὶ τῶν λατομείων τὸ δημόσιον δὲν διετήρησεν εἰς ἑαυτὸ παρὰ μόνον ἓν δικαίωμα ἐπιτηρήσεως, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ πηγαίνουν ἀπερισκέπτως οἱ ἄνθρωποι καὶ μετακινοῦν πέτρας αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ τοὺς πλακώσουν. Δὲν βλέπω ἄλλον λόγον. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ εἰσόδημα τῶν λατομείων, τοῦτο τὸ ἀφίνει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον ὄχι μόνον πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1861 οὐδέποτε ἐξήσκησε δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τῶν 1861 δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπόν. Δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς ἐπιφανείας τὴν κυριότητα τῶν μεταλλείων καὶ τῶν ὀρυχείων καὶ νὰ τὴν περιποιήσῃ εἰς ἑαυτό· ὁ σκοπός του ἦτο σκοπὸς κανονιστικός, σκοπὸς κοινῆς ὠφελείας καὶ χρησιμότητος. Οὐδαμοῦ λοιπόν, κύριοι, εὑρίσκω τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ὁποῖον κληρονομικῶς λέγουν ὅτι μετεβιβάσθη ἀπὸ τὸ τουρκικὸν δημόσιον εἰς τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον ἐπὶ τῶν μεταλλείων· ἑπομένως, κύριοι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος λόγος εἰς τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ στηρίξωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων εἰμὴ μόνος ὁ λόγος ὅτι ἐπειδὴ καὶ αὗται περιέχουν μέταλλον, εἶναι μεταλλεῖον, δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἰσχυρός. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν ἦτο ὁμολογούμενον ὅτι, ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες περιέχουσι μέταλλον, εἶναι μεταλλεῖον, νομίζετε ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸν νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων; ἐὰν κύριοι παραδεχθῆτε διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι πᾶν ὅ,τι περιέχει μέταλλον εἶναι μεταλλεῖον, καὶ διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, τότε κύριοι εὑρίσκεσθε ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῆτε ὅτι τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ ὑπάγεται εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων τοῦ 1861 καὶ δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ᾖναι τοιαύτη ἡ ἰδέα κανενὸς ἐξ ἡμῶν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὰ χώματα ταῦτα τὰ ὁποῖα πρὸ χρόνων πολλῶν ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῶν γαιῶν ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμενα ἀπετέλουν μεταλλεῖον καὶ ἐτέθησαν εἰς ἔδαφος ἄλλο, δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ παραδεχθῶ ὅτι εἶναι μεταλλεῖον. Θὰ εἶναι λοιπόν, κύριοι, ἡ πρώτη φορά, καὶ προσέξατε παρακαλῶ πολὺ εἰς τοῦτο, κατὰ τὴν ὁποίαν δι’ ἑνὸς νόμου θέλει ἀποφασισθῇ ὅτι οὐσίαι εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἀλλοτρίου ἐδάφους κηρύττονται ἐθνικὴ περιουσία· διότι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν εὑρίσκω κανὲν προηγούμενον, καμμίαν ἄλλην περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφασίσθη διὰ νόμου, ὥστε οὐσία οἱαδήποτε εὑρισκομένη ἐπὶ ἰδιοκτήτου γῆς νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐθνικὴ περιουσία. Καὶ, κύριοι, νομίζω ὅτι παραδεχόμενοι μίαν τοιαύτην ἀρχὴν σήμερον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀντίφασιν καὶ μὲ τὰ νομοθετηθέντα κατὰ τὸ 1867 περὶ τῶν σκωριῶν· ἐὰν, κύριοι, τὰ χώματα ταῦτα, διότι περιέχουν μέταλλον, θεωρηθῶσιν ἀνεξάρτητα τοῦ ἐδάφους καὶ κηρυχθῶσιν ὡς ἐθνικὴ περιουσία, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὰς σκωρίας; καὶ ὅμως, κύριοι, ὅταν ἦλθεν τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν ἀπὸ κανένα δὲν ὑπεστηρίχθη τοιαύτη ἰδέα. (ψιθυρισμός.)

§26Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πρὸς 5% εἶχε γείνῃ πρότασις, πάρετε τὰ πρακτικά, εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἰωάννου.

§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ σκωρίαι, κύριοι, περιέχουν καὶ αὗται μέταλλον, ἀλλὰ ἐθεωρήθησαν ὡς παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, καὶ δι’ ἑνὸς νόμου αἱ μὲν εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἰδιοκτήτων γαιῶν ὑπεβλήθησαν εἰς φόρον 10% αἱ δὲ ἐπὶ δημοσίων γαιῶν καὶ εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας, εἰς 20% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐμμένω εἰς τὰς ἀμφιβολίας τὰς ὁποίας χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω· τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, κύριοι, δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἐντελῶς εὐκρινισμένον καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, κύριοι, νὰ δηλώσω τοῦτο, ἀφοῦ μάλιστα βλέπω ὅτι τοσαῦται διαφωνίαι ὑπάρχουν μεταξὺ ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν περισσοτέρας εἰδικὰς γνώσεις ἀπὸ ἐμέ. Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Κοκκίνου τότε μόνον τὰ χώματα ταῦτα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον, ὅταν χαρακτηρισθοῦν ὡς κινητὰ, καὶ διὰ νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς κινητὰ ἀπαιτεῖται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ ἄνδρας εἰδικοὺς ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται μὲ τὸ παλαιὸν ἔδαφος.

§28ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ κ. Κόκκινος εἰς τὴν ἔκθεσιν; αὐτὰ τὰ ἴδια;

§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἴδια μάλιστα.

§30ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τί φέρει εἰς τὴν βουλὴν;

§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀμφιβολίας του.

§32ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀμφιβολίας ἔχομεν ἀρκετὰς.

§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τινὰ εἶπε καὶ αὐτός. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς ἀμφιβολίαν, κύριοι, περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ ταύτῃ δὲν θέλω νὰ προτείνω μίαν ὁριστικὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως· διότι, ἐὰν προτείνω νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ χώματα ταῦτα ὡς ἰδιόκτητα, θέλει ζημιωθῇ μεγάλως τὸ δημόσιον· ἐὰν προτείνω νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἐθνικὰ, φοβοῦμαι, κύριοι, μήπως πράξω μίαν ἀδικίαν καὶ μίαν αὐθαιρεσίαν. Διὰ τοῦτο ἡ γνώμη ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου εἶναι νὰ μὴ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ παρόντος (διακοπαί).

§34ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, ἀφήσατε νὰ ἀκούσωμεν.

§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἀπαιτοῦνται, κύριοι, πολλαὶ ἔρευναι καὶ πολλαὶ ἐργασίαι ἀκόμη, τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον τὸ ὁποῖον χωρὶς νὰ προδικάζῃ τὸ ζήτημα, νὰ ἐξασφαλίζῃ ἐντελῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι δύνανται νὰ ἐξασφαλιθοῦν ἐντελῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἐὰν δὲν προβῶμεν εἰς τὰ νομοθετήματα, διότι πρῶτος ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι σήμερον ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἄνευ ἑνὸς νομοθετήματος μετὰ δυσκολίας ἤθελον ἀποφασίσει νὰ λάβω μέτρον παρεμποδίσεως, διότι ἤθελον φοβηθῇ μήπως ἀναλάβω μεγάλην εὐθύνην καὶ ἐκθέσω τὸ δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἓν νομοθέτημα κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἀφίνεται ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου εἰς ἕνα μέλλοντα νόμον ὅστις θέλει συνταχθῆ, ὅταν τὰ πράγματα διακριθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν. Μέχρι δὲ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου διὰ τὸν ὁποῖον ἠμποροῦν νὰ μεσολαβήσουν μῆνές τινες, ὑπάρχουν δύω τρόποι διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ δημόσιον ἀπὸ πᾶσαν ζημίαν· ὁ πρῶτος τρόπος τὸν ὁποῖον προτείνει μία ἐκ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ἤκουσα, ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου, εἶναι τὸ νὰ ἀπαγορεύσωμεν πᾶσαν χρῆσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται χωμάτων. Ἡ τροπολογία αὕτη ἐξασφαλίζει τῷ ὄντι πληρέστατα τὸ δημόσιον, ἀλλὰ φοβοῦμαι, κύριοι, καὶ χρεωστῶ, προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσου μεγάλου ζητήματος, νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς φόβους μου, φοβοῦμαι μήπως ἀπαγορεύοντες τὴν χρῆσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται χωμάτων εὑρεθῶμεν κατόπιν ἐκτεθειμένοι εἰς ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεων, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι δὲν ἔχομεν δίκαιον νὰ τὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἐθνικά· ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ἐρευνῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουν γείνει ὅτι τὰ χώματα ταῦτα εἶναι ἰδιόκτητα, τότε οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους ἀπηγορεύσαμεν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας τὴν χρῆσιν αὐτῶν θέλουν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον ἀποζημιώσεις, καὶ περὶ τοῦ μεγέθους τῶν ἀποζημιώσεων τούτων ἀφίνω ὑμᾶς νὰ κρίνητε εἰς ποῖον ποσὸν ἠμποροῦν νὰ ἀναβοῦν. Τὸ ἄλλο μέτρον, κύριοι, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται ἐπίσης νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ δημόσιον, χωρὶς νὰ τρέξῃ τὸν κίνδυνον τῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἑτέρα τις τροπολογία, ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Κατσικαπῆ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις τῶν χωμάτων εἰς τοὺς δικαιούχους, προηγουμένης ἀξιοχρέου ἐγγυήσεως· ἐάν, κύριοι, ἀφήσητε ἐλευθέραν τὴν χρῆσιν τῶν χωμάτων καὶ λάβητε ἐγγύησιν ἀξιόχρεων, διὰ τῆς ὁποίας ὁ μεταχειρισθεὶς αὐτὰς ὑπόσχεται καὶ ὑποχρεοῦται, ὅτι θέλει συμμορφωθῆ μὲ τοὺς ἐκδοθησομένους νόμους καὶ θέλει πληρώσει ὅλα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα νόμος ἰδιαίτερος θέλει κανονίσει, τότε, κύριοι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τὸ δημόσιον ἐξησφαλισμένον, ἀφ’ ἑτέρου δὲν θὰ εὑρεθῶμεν ἐκτεθειμένοι εἰς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν.

§36ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεραίνων λοιπόν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος σᾶς λέγω, ὅτι τὸ μὲν ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λυθῇ ἀπὸ τοῦδε, πρέπει δὲ διὰ νομοθετήματος νὰ ληφθοῦν μέτρα ἐξασφαλίζοντα τὸ δημόσιον, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ ὁπότερον τῶν μέτρων θεωρεῖ συμφερώτερον, εἴτε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς χρήσεως μὲ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ μείνῃ τὸ δημόσιον ἐκτεθειμένον εἰς ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεως, εἴτε τὴν παραχώρησιν ἐπὶ ἐγγυήσει. Πρὶν, κύριοι, κατέλθω τοῦ βήματος, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ μιᾶς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Κεχαγιᾶν. Εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης ὅτι ἂν ἀναγνωρίσωμεν δικαίωμα ἰδιοκτησίας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀγρῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, καταστρέφομεν τὴν βιομηχανίαν ἀντὶ νὰ τὴν ὑπερασπίσωμεν, διότι ἡ βιομηχανία ἀπαιτεῖ καὶ κεφάλαια, ἀπαιτεῖ πολλὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας οἱ χωρικοὶ δὲν ἔχουν. — Νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἂν μείνουν αἱ ἐκβολάδες εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν γαιῶν χωρικούς, κανένα κίνδυνον δὲν τρέχει ἡ βιομηχανία, ὅπως δὲν τρέχει κανένα κίνδυνον ἡ βιομηχανία τῶν βαμβακοκλωστηρίων ἐκ τοῦ ὅτι ἡ πρώτη ὕλη τὴν ὁποίαν αὐτοὶ μεταχειρίζονται παράγεται καὶ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας πολλῶν γεωργῶν. Καθὼς οἱ γεωργοί, οἵτινες παράγουν τὸ βαμβάκιον, εἶναι ὑποχρεωμένοι, διότι δὲν ἔχουν τὰ μέσα νὰ τὸν ἐκκοκκίσωσι καὶ κλώσωσι νὰ τὸν παραχωροῦν εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ μέσα νὰ τὰ μεταχειρίζωνται· ἀπαράλλακτα θὰ συμβῇ καὶ τώρα· οἱ χωρικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ μέσα διὰ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς ἐκβολάδας, θέλουν τὰς πωλεῖ εἰς τὰ διάφορα ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰ μέσα νὰ τὰς χρησιμοποιήσωσι. (Ἐνταῦθα λαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Σ. Νοταρᾶς.)

§38ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μίαν ἀπορίαν, κύριε ὑπουργὲ, καὶ θέλω νὰ ἐννοήσω καλλίτερα τὰς συνεπείας τῆς ἀπαγορεύσεως. Δὲν νομίζετε ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι μεταλλεῖον;

§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν παρεχωρήθησαν, μάλιστα.

§40ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τὰς ἐζήτησεν ὁ κ. Σερπιέρης, οὔτε παρεχωρήθησαν· ἑπομένως μένει μία μεταλλοῦχος οὐσία, τῆς ὁποίας ὅστις θέλει νὰ κάμῃ χρῆσιν θὰ δηλώσῃ.

§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι νόμος;

§42ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἢ τοῦ δημοσίου ἢ ἰδιωτικαί· ἐὰν ἀνήκουν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἐναντίον τοῦ δημοσίου καμμίαν ἀπαίτησιν; ἔχουν δικαίωμα νὰ δηλώσουν, νὰ ζητήσουν ἄδειαν.

§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι λέγετε ὅτι ὀφείλουν νὰ ζητήσουν ἄδειαν.

§44ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς ἀπὸ τὴν στιγμὴν, ὅτε θὰ εἴπωμεν ὅτι ἀπαγορεύεται πᾶσα χρῆσις, θὰ ἀφήσωμεν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ἀπαιτήσεις· πρὶν ἔλθῃ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ δηλώσῃ αὐτὸ τὸ μέρος καὶ ζητήσῃ νὰ ἐνεργηθοῦν τὰ τοῦ νόμου, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα κατὰ τοῦ δημοσίου· σήμερον, ὅταν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν καὶ κηρύξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ χρῆσις τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου ἀπαγορεύεται, θέλω νὰ πεισθῶ, ἐὰν ὁ φόβος στέκῃ ἀπὸ σήμερον καὶ αἱ συνέπειαι.

§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὴν ἀπάντησιν, διότι τῳόντι εἶναι σπουδαῖον αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε δυνάμει τίνος νόμου...

§46ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ σημερινοῦ.

§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἔχοντες τὰς ἐκβολάδας εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσουν ἄδειαν καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δημοσιεύσεις ὁποῖαι κανονίζονται διὰ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται εἰς αὐτοὺς, διότι δὲν εἶναι μεταλλεῖον, ἐκτὸς ἐὰν κάμωμεν νομοθέτημα συμπληρωτικόν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου νόμου, πρόκειται περὶ τῆς τροπολογίας, κατὰ τὴν ὁποίαν μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ ἐκβολάδων, ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις αὐτῶν· δὲν ὑπάρχει ἕτερος νόμος ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ἐδάφους νὰ συμμορφῶνται μὲ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον.

§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτὴν τῆς ἀπαγορεύσεως, δὲν φοβεῖσθε καμμίαν συνέπειαν ἀποζημιώσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὰ χώματα αὐτὰ δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις, ὁποιαδήποτε ἂν ᾖναι ἡ ἄδεια τῆς κυβερνήσεως· διότι ὁ νόμος λέγει, ἅμα εἶναι μεταλλικὴ οὐσία, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια.

§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδεχόμενον, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦσιν οἱ νομικοί.

§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ Γάλλου Πιὰτ περὶ σιδηροδρόμου.

§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποχρεοῦμαι, κύριοι, νὰ κατέλθω εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἐκπληρώσω δικαίαν ἀπαίτησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Δαγρὲ, ὅστις μοὶ ἐζήτησε λόγον, διατί χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐγκατέλειψα τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου. Ὀφείλω νὰ δώσω λόγον. Φρονῶ, κύριοι, μάλιστα πέποιθα, ὅτι αἱ συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ συνοδεύωνται μετὰ τῆς μεγαλειτέρας σοβαρότητος· πέποιθα, ὅτι εἰς τὰ ἀκροατήρια οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἐπέμβασις εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἴτε δι’ ἐπιδοκιμασιῶν, εἴτε δι’ ἀποδοκιμασιῶν, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἔχω, κύριοι, ὄχι τόσον διὰ λόγους τάξεως, ὅσον διότι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἔχωσι πάντοτε ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ἀπόδειξιν τῆς ὅλως ἀνεπηρεάστου πεποιθήσεως τοῦ βουλευτοῦ. Τὴν πεποίθησιν ταύτην συμμεριζομένη ἐξέφρασε, διετύπωσε δι’ ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε διέταξε νὰ μὴ σημειῶνται εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ὡς εἴθισται ἄχρι τοῦδε, τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου. Προέβη περαιτέρω ἡ Βουλὴ, ἐξέδωκε καὶ ἄλλην ἀπόφασιν, ἀνέθεσεν εἰς τὸν πρόεδρον μόνον, ἐνῷ προηγουμένως ἀνῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκκενῇ τὸ ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἤθελε δώσει σημεῖα ταραχῆς εἴτε δι’ ἐπιδοκιμασίας εἴτε δι’ ἀποδοκιμασίας. Συνέβη χθὲς μία πρώτη ἐπιδοκιμασία εἰς ἓν τῶν ἀκροατηρίων, τὸ προειδοποίησα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον, διότι ἄλλως ἤμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσίν του. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ῥοντήρη ἡ Βουλὴ ἐχειροκρότησεν· ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὅτι τότε τὸ ἀκροατήριον δὲν ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ. Πρώτην φοράν, κύριοι, παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην μετὰ τὴν ἐκλογήν της τὸ φαινόμενον τοῦτο τῆς χειροκροτήσεως ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν. Δὲν ἔχω εἰς τοῦτο νὰ κάμω οὐδεμίαν παρατήρησιν, ἐπιτρέψατέ μοι μόνον νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην. Εὔχομαι αὐτὸ τὸ φράγκικον ἔθιμον, αὐτὴ ἡ φράγκικη ψώρα, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, νὰ μὴ καθιερωθῇ εἰς τὴν Βουλήν μας· διότι, κύριοι, τὰ χειροκροτήματα τῶν βουλευτῶν προκαλοῦν τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἔθιμον τοῦτο καθιερωθῇ καὶ εἰς ὑμᾶς, πιστεύω ὅτι ἡ βουλὴ θέλει νὰ ἐμποδίσῃ καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου, διότι ἂν πρὸς τὰ χειροκροτήματα τὰ ἰδικά σας ἐπιτρέπετε τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου, τοῦ δίδετε τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν συμφωνῇ μὲ τὴν γνώμην μας, νὰ ἀπαντήσῃ δι’ ἑτέρων ἐκφράσεων. Ὅτε χθὲς τὸ ἀκροατήριον μιμούμενον τὸ παράδειγμα τινῶν ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν, ἐχειροκρότησε, τῷ ὑπενθύμισα ἐκ νέου ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῇ ἑτέρα ταραχή, ἤθελον διατάξει ἀμέσως τὴν ἐκκένωσιν. Ἐπῆλθεν ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς τῆς συνεδριάσεως· μέρος ἀρκετὸν τῆς Βουλῆς ἐζητοῦσε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἡ ἀναβολὴ ἐκείνη ἐν τῇ πεποιθήσει μου ἦτο δικαιολογημένη, καὶ ἐγὼ ἤμην μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἀρκούντως, ἀπόδειξις ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ σημερινὴ συζήτησις, καθ’ ἣν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καί τοι δὶς ἔλαβεν πρὶν ἐν ἐκτάσει τὸν λόγον, καὶ ἐκ τρίτου σήμερον ἐκράτησε τὸ βῆμα πλέον τῆς μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας. Ἐφρόνουν λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, πρὶν ἢ ἀνέλθωσι τὸ βῆμα καὶ ἄλλα ἀκόμη ἔντιμα μέλη τῆς Βουλῆς τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ τὸν λάβωσι τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν ἐξελέξαμεν εἰδικῶς διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω ἐπὶ τοῦ δυσκόλου τούτου ζητήματος τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Χρηστίδου προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ ἐπεθύμουν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπου πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, νὰ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον ἄνδρα ὁ ὁποῖος καύχημα ἔχει τῆς πολιτικῆς του, ὅτι, ὁσάκις ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, ὅπου εὗρε καὶ τὴν δεκάρα καὶ τὴν πεντάρα τὴν ἐξωκονόμησεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν φωνὴν τοῦ κ. Σαράβα καὶ ἄλλων ἀκόμη.

§52ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Περὶ τῆς τάξεως τῶν συνεδριάσεων ὁμιλεῖτε; (ἱλαρότης).

§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶμαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἐσυμμεριζόμην λοιπὸν τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἤδη εἶπον καὶ διὰ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος. Ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀποδεικνύει διὰ τοῦ γεγονότος τούτου ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ μὴ κλείσῃ χθὲς τὸ ἑσπέρας, καὶ δὲν ἀπελπίζομαι ἀκόμη ὅτι πρὶν περατωθῇ ἡ συζήτησις, θ’ ἀκούσω τὸν κ. Χρηστίδην. (ἱλαρότης). Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἀπαιτήσω, ἀλλὰ τὸ εὔχομαι.

§54ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὑπόσχεσαι νὰ ψηφοφορήσῃς μαζύ μου διὰ χατῆρι μου; (ἱλαρότης).

§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν μοὶ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 75 ἐτῶν εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσατε (καὶ σᾶς εὔχομαι νὰ περάσητε τὰ 150) ἐκάματέ ποτε τοιαύτην συμφωνίαν, τὴν κάμνω καὶ ἐγώ. (ἱλαρότης). Λοιπόν, κύριοι, ἐτέθη ὑπὸ ψηφοφορίαν χθὲς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς καὶ δύο μέλη τοῦ προεδρείου εἶχον ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐζητήθη τὸ ἀντίθετον καὶ ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς ἐγένετο τότε φανερὰ κατὰ τῆς ἀναβολῆς. Πρὶν ἢ ὅμως τὸ προεδρεῖον ἀπαγγείλῃ τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς, ἠκούσθησαν χειροκροτήτηματα ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον καὶ ταραχαὶ ἀρκεταὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἠκούσθησαν, οὔτε εἰς τὰς πλέον ταραχωδεστέρας συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως. Εἶπον νὰ ἐκκενωθῇ τὸ ἀκροατήριον, ἀλλ’ ἀμέσως ἀνεκάλεσα τὸν λόγον μου, διότι ἐσυλλογίσθην ὅτι οἱ θορυβήσαντες ἦσαν ὀλίγοι, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέφερον τὰς λέξεις ἦσαν ἔτι ὀλιγώτεροι, καὶ ἐὰν εἰσήρχετο ἡ φρουρὰ ἵνα ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τῆς νυκτὸς ἐκκενώσῃ τὸ ἀκροατήριον, ἴσως ἤθελε συμβῆ νὰ πάθῃ ὁ ἀθῶος, ἔστω λαμβάνων καὶ ἁπλῆν τινα ὤθησιν, διὰ τοῦτο ἐσταμάτησα· δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσω τὴν περὶ ἐκκενώσεως τοῦ ἀκροατηρίου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν, διότι δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην, ἂν συνέβαινε νὰ πάθῃ τις. Σεβόμενος δὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ βλέπων, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἠδυνάμην νὰ τὴν ἐκτελέσω ἐνόμισα ὅτι δὲν ἠμποροῦσα νὰ σταθῶ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου. Δεύτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθην νὰ καταβῶ ἦτο ὅπως προειδοποιήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν οὐ μόνον ἐσπευσμένως ἐζητεῖτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀκροατήρια ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των, καὶ ὅτι ἑπομένως ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν, ἠθέλαμεν βλάψει τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, ἀντὶ νὰ τὸ σώσωμεν, ἠθέλαμεν τὸ ἀπολέσει. Αὐτὰ ἦσαν, ἀξιότιμε βουλευτὰ Καλαμῶν, τὰ αἴτια διὰ τὰ ὁποῖα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου· πιστεύω ὅτι εἶσθε ἱκανοποιημένος μεθ’ ὅσα εἶπον. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατέβην ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν πρέπει νὰ μείνω σιωπηλὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Μείνατε βέβαιοι, κύριοι, ἂν δὲν ἐπροκαλούμην νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· διότι τὸ ἐνώπιόν μας ζήτημα εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικὸν, τὴν δὲ νομικὴν ἐπιστήμην οὔτε μακρόθεν ἐσπούδασα· ἐσυλλογίσθην ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς ἐμὲ ὡς καὶ εἰς πάντα ἄλλον μὴ σπουδάσαντα τὰ νομικὰ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ Λαυριακοῦ ζητήματος διαφωνίας τῶν μεγαλειτέρων νομικῶν μας, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ κατῆλθον εἰς τὸ βῆμα, θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου, ὅπως μὴ γείνῃ παρεξήγησις τῆς σιωπῆς μου, ἀδιαφορῶν περὶ τῶν σχολίων, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ἐπέλθωσιν εἴτε ἔνθεν εἴτε ἐκεῖθεν ἐπὶ τῆς ἀτομικῆς μου γνώμης. Ἐννοεῖτε ἐκ προοιμίων ὅτι καμμίαν διάθεσιν δὲν ἔχω νὰ ἐπέμβω εἰς τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι ὑπὸ δύο ἐπόψεις τὴν πραγματικὴν καὶ ἐπιστημονικήν. Τὸ πραγματικὸν μέρος εἶναι· αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου 13,400,000 κατ’ ἐλάχιστον λογαριασμόν, 200,000,000 ἑκατομμύρια κατὰ τὰς ἐδῶ ἀναλύσεις 500,000,000, κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν Παρισίων, δύο διλιούνια κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ῥοντήρη. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ καὶ ἐγὼ, καθὼς σᾶς ἐξωμολογήθη χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἀκριβὸς φίλος μου κ. Ῥοντήρης. Ἀλλ’ ἡ ἐξομολόγησίς μου δὲν θὰ ᾖναι ὁμοία πρὸς τὴν ἐξομολόγησιν ἐκείνου. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, ἢ διὰ νὰ μὴ εἴπω ἑβδομάδων, πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ὅλα ὅσα ἤκουον περὶ Λαυρίου τὰ ἐνόμιζα ὑπερβολὰς, ναὶ μὲν ἐπίστευα ὅτι ἡ ἑταιρία κερδίζει, ἀλλ’ ἔλεγον, ἂς κερδίζῃ· αἱ ἑταιρίαι αἱ ξέναι νὰ ἔρχωνται εἰς τὸν τόπον μας συμφέρει, καὶ ἂν δὲν κερδίζωσι, δὲν ἔρχονται· δὲν ἐπίστευα ὅμως ποτὲ ὅτι, ὅσα ἐλέγοντο ἠδύναντο ποτὲ νὰ ᾖναι ἀληθῆ. Μίαν ὅμως τῶν ἡμερῶν, ἀφ’ ὅτου ἐσχάτως συνήλθομεν ἐν Ἀθήναις, ἐπορευόμην εἰς τὸν περίπατον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συνδιελεγόμην περὶ Λαυρίου· μοὶ εἶπε τὰ γνωστά σας, ὅτι δηλ. κατὰ τὸ συμβόλαιον τοῦ ἰδίου κ. Σερπιέρη προκύπτει ὅτι αὐτὸς ἐπλήρωσε πρὸς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ, ἤτοι πρὸς τὸν ἑαυτόν του 6,700,000 τόνους χώματος ἐκ τῶν ἐκβολάδων, πρὸς 2 φράγκα τὸν τόνον, ἄρα προέκυπτεν ἐκεῖ ἀμέσως ἀναμφισβητήτως τὸ ποσὸν 13,400,000 φράγκων.

§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἀνέφερα τὸ ποσόν.

§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φαίνεται κἄποιος ἄλλος μοῦ τὸ εἶπε, καὶ ὅτι προκύπτουσι 200 ἑκατομμύρια κατὰ τὴν ἀνάλυσιν μιᾶς ἐνταῦθα ἐπιτροπῆς, 500 δὲ κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν Παρισίων. Δὲν ἐπίστευσα τὸ δεύτερον, διότι δὲν εἶχον βεβαιωθῆ, τὸ πρῶτον ὅμως τὸ ἐπίστευσα, διότι προέκυπτε. Τότε ἀνεστήλωσα καὶ ἐγὼ τὰ αὐτιά μου, κύριοι. Εἶδα ὅτι κἄτι τι τρέχει καὶ εἶπα εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι, ἂν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, μὴ ἐλπίσῃς ὅτι θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα εὐχάριστον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἂν σεῖς ὁ ἴδιος προσωπικῶς δὲν ἐπιστατήσῃς ὅλας τὰς περὶ τούτου ἐρεύνας, διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, 13,000,000 κέρδος ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην, ἂν ἀφαιρέσητε τὰς 500,000, τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὰ τρία, τὰ δέκα μένουν ἀρκετά, τὰ δὲ λοιπὰ μεταχειριζόμενα ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ (χωρὶς νὰ θέλω μὲ τοῦτο νὰ προσβάλω κανένα) τὰ φοβοῦμαι. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος τῳόντι βλέπομεν ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς κατέγεινεν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, μὲ ὅλην τὴν δραστηριότητα καὶ εἰλικρίνειαν. Οὐδὲν ἀπέκρυψε καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὡς συμπληρωματικὸν καὶ προσωρινὸν εἰσήγαγε, δὲν ἐδίστασε νὰ μᾶς παρουσιάσῃ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κοκκίνου, ἡ ὁποία ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις. Εἶναι ἀληθῆ τὰ διακόσια, τὰ πεντακόσια ἑκατομμύρια; τοῦτο δὲν ἐβεβαιώθη εἰσέτι. Ὁ κ. Ζαλώνης ἔχει ἤδη πρότασιν τοῦ νὰ προσκληθῶσιν εἰδικοὶ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσουν τὰς ὕλας ταύτας, ἀλλὰ λέγω ἐγώ, ὅτι καὶ ἕως οὗ ἡ ὑπόνοια ὑπάρχῃ, ὅτι ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ Λαυρίου εὑρίσκεται τὸ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια, ἢ τὰ πεντακόσια, ἢ διακόσια ἑκτομμύρια, ἐὰν μᾶς ἀνήκωσι, πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρον διὰ νὰ μὴ τὰ χάσωμεν. Τοῦτο εἶναι τὸ πρακτικὸν γεγονός, κύριοι, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην κυριεύει τοὺς στοχασμοὺς ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐμέ, δὲν τὸ ἐξετάζουν, διότι δὲν δύνανται νὰ τὸ ἐξετάσωσιν ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, τῶν ὁποίων ὡς ἐμοῦ ὁ ὕπνος ἐταράχθη ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ Δαυρίου. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι τὸ ζήτημα τὸ πραγματικόν, ὡς πρὸς τὸ ἐπιστημονικὸν ὅμως ζήτημα παρουσιάζονται ἐνώπιόν μας οἱ ἐξοχώτεροι νομικοὶ τοῦ τόπου μας ἄντικρυς διαφωνοῦντες πρὸς ἀλλήλους καὶ ὁ μὲν εἷς μᾶς ὑπεστήριξε μίαν γνώμην καὶ ὁ ἕτερος τὴν ἀπ’ εὐθείας ἀντίθετον. Ὁ μὲν λέγει, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι μεταλλεῖον καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, ὁ δὲ ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, καὶ ἠμποροῦμεν νὰ τὴν μεταχειρισθῶμεν, ὅπως θέλομεν, ὁ μὲν λέγει ὅτι εἶναι κινητά, ὁ δὲ ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι ἀκίνητα· ὁ μὲν ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, διότι εἶναι κινητά, ὁ δὲ λέγει, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, διότι εἶναι ἀκίνητα, καὶ δὲν εἶναι ἄγνωστα τὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα τοιουτοτρόπως διαφωνοῦν· διαφωνεῖ ὁ κ. Προβελέγγιος, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ὁ νομικὸς ἐκεῖνος τοῦ τόπου μας, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος θεωρεῖται ἂν οὐχὶ ὁ πρῶτος τῶν νομικῶν μας, ἀλλ’ εἷς μεταξὺ τῶν δύο, τριῶν πρώτων νομικῶν τοῦ τόπου μας, καὶ ὁ κ. Κόκκινος, ὁ ὁποῖος ἀπ’ εὐθείας διαφωνεῖ πρὸς αὐτὸν εἶναι ἐξ ἴσου εἷς τῶν καλλιτέρων νομικῶν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς μία autorité, μία αὐθεντία νομική. Γινώσκετε, κύριοι, τὰ ὀνόματα τῶν λοιπῶν μεγάλων νομικῶν μας τῶν διαφωνούντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, περιττὸν νὰ σᾶς τὰ ἀναφέρω. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι, δὲν διαφωνοῦσι νομικοὶ πρὸς νομικοὺς, ἀλλὰ διαφωνεῖ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος νομικὸς πρὸς ἑαυτὸν, διαφωνεῖ, ὡς γινώσκετε, ὁ ἀξιότιμος κ. Σαράβας πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Σαράβαν, διαφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ζαΐμην, διαφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥοντήρης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ῥοντήρην, διαφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Δεληγεώργην.

§58ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διαφωνεῖ ὁ πρόεδρος πρὸς τὸν πρόεδρον.

§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ναί, διαφωνεῖ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἀξιότιμος κ. Χρηστίδης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Χρηστίδην καὶ λυποῦμαι διὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο, διότι ναὶ μὲν δὲν εἶσθε κ. Χρηστίδη νομικὸς ἐξ ἐπαγγέλματος, ἠδύνασθε ὅμως νὰ ἐκφράσητε σταθερὰν γνώμην εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα πολὺ καλλιτέραν ἀπὸ ἐμὲ, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς φωτίσητε πολὺ διὰ τῶν οἰκονομικῶν γνώσεών σας. Δὲν ἔχει πρὸς τούτοις πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν διὰ μιᾶς ἐκθέσεως παρουσίασεν αὐτὸς ὁ κ. Κόκκινος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὡς πρόεδρος τῆς τότε κυβερνήσεως, διέταξε κατ’ ἀρχὰς τὴν παῦσιν πάσης ἐργασίας εἰς τὸ Λαύριον. Ἀφοῦ ἐστάλη ὁ γεωλόγος Γόβανς καὶ ἐπληροφόρησε τὴν τότε κυβέρνησιν τοῦ κ. Ζαΐμη περὶ τίνος πρόκειται, διέταξε νὰ σταματήσῃ πᾶσα ἐργασία, ὁ δὲ κ. Σαράβας ὑπουργὸς τότε τῆς δικαιοσύνης ἦτο σύμφωνος πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ μόλις ἡ γνώμη τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Προβελεγγίου ὑπεβλήθη εἰς τὸ συμβούλιον, ὁ κ. Σαράβας συνεμερίσθη τὴν γνώμην ταύτην καὶ τὸ ἐμπόδιον τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὴν ἑταιρείαν Ῥοῦ ἤρθη. Προσκαλεῖ ἤδη ὁ νῦν ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τὸν κ. Ῥοντήρην.

§60ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μόνος του ἦλθεν.

§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μόνος του ἦλθε πρὸς ὑμᾶς; τόσον τὸ καλλίτερον· καὶ τὸν ἐρωτήσατε σεῖς ὡς ὑπουργὸς αὐτὸν ὡς νομικὸν καὶ βουλευτὴν καὶ μᾶς ἐξηγήθη χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν καὶ μὲ ὅλην τὴν τιμιότητα, ὅτι τότε ἔδωσεν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, σκεπτόμενον περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἐνταῦθα ὁ κ. ὑπουργός. Τοῦτο εἶναι εἰλικρίνεια ἥτις τιμᾷ τὸ κ. Ῥοντήρην. Διαφωνεῖ ὁ κύριος Δεληγεώργης πρὸς τὸν κύριον Δελιγεώργην, οὐχὶ διότι ὑποστηρίζει σήμερον γνώμην ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὑπεστήριξε, διότι τὶ ἐσκέπτετο ἡ τότε κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ γνωρίζω τὰ διαβήματά της καὶ ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέλαβεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἔχω ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ συμπεράνω ὅτι, ἂν εἶχε τότε τοιαύτην οἵαν σήμερον ἐκφράζει πεποίθησιν, ἡ διαγωγή του τότε ἤθελεν εἶσθαι διαφορετική. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης ὅτι μετὰ πέντε ἡμέρας ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν διέταξεν ἐξετάσεις εἰς τὸ Λαύριον, ἔστειλεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἠρεύνησε τοὺς σωροὺς τοὺς ἐμέτρησεν, ἔκαμε 500 ἀναλύσεις. Ἂν ἀπὸ τὰς πρώτας 5 ἡμέρας ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, θὰ ἐξηκολούθει νὰ σκέπτεται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν πέντε μηνῶν καθ’ οὓς ἔμεινεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἂν τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἤθελεν ἔχει τότε, ἵνα τὴν ἐμπνεύσῃ σήμερον καὶ εἰς ἐμὲ, ἄλλα ἤθελον εἶναι τὰ διαβήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε λάβει καὶ οὐχὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβε τότε. Ἂν τὴν πεποίθησιν ταύτην συνεμερίζοντο καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, πρὸ πάντων ὁ ἀξιότιμος κύριος Χρηστίδης, πέπεισμαι, ὅτι οὐδέποτε ἤθελον παρουσιάσει ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἤθελον εἴπει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συνέλθωμεν οἱ βουλευταὶ γρήγορα, ὅπως λάβωμεν πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου θησαυροῦ, τὸν ὁποῖον οἱ ξένοι μᾶς ἀφαιροῦσι καθ’ ἡμέραν· διότι ἂν ἐπήρχετο διάλυσις, δὲν θὰ ὑπῆρχε σήμερον βουλὴ ἵνα σκεφθῇ περὶ Λαυρίου, διότι ἡ νέα βουλὴ θὰ ἐνησχολεῖτο σήμερον μὲ τὰς ἐξελέγξεις. Καὶ δὲν ἦτο ἀδιάφορον νὰ συζητήσωμεν 5 καὶ 8 μῆνας πρότερον ἐπὶ τοιούτου θέματος, ὅπως σώσωμεν τὸν θησαυρὸν τοῦ ἔθνους ἀφοῦ, χθὲς τὸ ἑσπέρας ὑπεστηρίζετο ὅτι ἔπρεπε κατεπειγόντως, ἀμέσως νὰ ψηφίσωμεν. Ὁ κ. Κόκκινος δὲν ἔχει πεποίθησιν πλήρη εἰς τὴν γνώμην του· ἐπῆγα καὶ ἐγὼ νὰ τὸν εὕρω, (διότι, ἐπαναλέγω, πολλάκις τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου μοὶ ἐτάραξε τοὺς ὕπνους)· καὶ ἔμαθα ὅτι ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὁ κ. Κόκκινος δὲν δύναται, ὡς λέγει καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ν’ ἀποφανθῇ ἂν αἱ ἐκβολάδες ἦναι ἢ ὄχι ἐθνικὴ περιουσία, πρὶν ἢ δι’ ἐπιτροπῆς ἐπιστημόνων ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι αἱ ἐκβολάδες κινηταὶ· καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἀκόμη, ὅτε ἤθελε ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι κινηταὶ καί τοι ἔχει ὁ κ. Κόκκινος ἐν ἑαυτῷ πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν, οὐδὲν ἧττον δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην της πρὶν ἢ ἡ γνώμη του αὕτη ὑποβληθῇ εἰς μίαν ἀπὸ τὰς καλλιτέρας σχολὰς τῆς Γερμανίας καὶ ἐγκριθῇ. Ἀφοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, κύριοι, παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐπιστημονικήν του ἔποψιν, ἀφοῦ οἱ πρῶτοι ἐπιστήμονες τοῦ τόπου μας διαφωνοῦσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου οὐχὶ πλέον καθ’ ὁμάδας πρὸς ὁμάδας, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄτομα, αὐτοὶ πρὸς ἑαυτοὺς, μὰ τὸ ναὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς σήμερον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου περισσότερον ἢ κατὰ τὴν χθεσινὴν καὶ προχθεσινήν του ἀγόρευσιν ἐστενοχωρεῖτο πῶς τολμᾷ τις νὰ φέρῃ ἐνστάσεις εἰς τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστήμη ἔχει, κατ’ αὐτόν, καθιερώσει διὰ τί προτείνονται ἀμφιβολίαι ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν αὐτὸς προτείνει. Ἐὰν ἦτο ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία εἶχε λυμένον τὸ ζήτημα τοῦτο, οἱ ἐπιστήμονες δὲν ἤθελον διαφωνήσει, καὶ ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς νομικοὺς νὰ ἐρίζωσι μεταξὺ των ὑποστηρίζοντες καθεὶς τὴν γνώμην του, ἀλλὰ, φίλοι συνάδελφοι, σεῖς ὅλοι ὅσοι δὲν εἶσθε νομικοὶ, ὡς καὶ ἐγώ, ποία εἶναι ἡ θέσις σας καὶ ἡ θέσις μου, καὶ ἡ θέσις μας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἰς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ μὲν καὶ πρὸς ἑαυτοὺς διαφωνοῦσι, προσκαλοῦσι δὲ ἡμᾶς ἵνα μὲ τὴν ψῆφόν μας τὰ λύσωμεν. Ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Κόκκινος, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, μὲ ἐξουσιοδότησε νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, πάρεξ ἀφοῦ ἡ γνώμη του αὐτὴ ἐξετασθῇ καὶ ἐπικυρωθῇ ἀπὸ μίαν τῶν νομικῶν σχολῶν τῆς Γερμανίας, καὶ μάλιστα μοὶ ὠνόμασεν καὶ ὀνόματα ἢ τὴν τοῦ Βερολίνου ἢ τὴν τοῦ Μονάχου ἢ τοῦ Γέτιγγεν ἢ τῆς Βόννας ἢ τοῦ Χάϊδελβεργ, ἡμεῖς νὰ ἔλθωμεν νὰ ἄρωμεν τὰς διαφωνίας ταύτας, ἡμεῖς νὰ ἔμβωμεν εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ εἴπωμεν οὗτος ἔχει δίκαιον· καὶ ὄχι ἐκεῖνος; Καὶ ἂν στενοχωρῆται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, διότι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν γνώμην του, μείνατε βέβαιοι, ὅτι ἀφοῦ ἠθέλομεν τὴν ἀκολουθήσει καὶ ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἀμφισβητουμένου τούτου ἐπιστημονικοῦ ζητήματος, θὰ στενοχωρηθῇ ἀκόμη περισσότερον διὰ τὴν θέσιν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δίδοντες τὴν ψῆφόν μας πρέπει νὰ ἔχωμεν, καὶ ἐδὼ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, τὴν συνείδησιν περὶ τοῦ τί καὶ διατί ψηφίζομεν. Ἀλλὰ διὰ τί, κύριοι, νὰ μὴ κηρύξωμεν τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὰς; ἔστω καὶ ἐν τῇ διαφωνίᾳ ταύτῃ τῶν νομικῶν μας, διὰ τί νὰ μὴ εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι οἱ νομικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, ἐκεῖνοι ἔχουν, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας, δίκαιον; Εἶμαι συνειθισμένος, κύριοι, νὰ ὁμιλῶ καθαρῶς, μάλιστα ὁσάκις αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ, ὅτι ἡ ψῆφός μου ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ οὕτω: ἢ ἄλλως τὴν πατρίδα μου, εἶμαι, λέγω, συνειθισμένος νὰ ἐκφράζωμαι καθαρῶς, καὶ καθαρῶς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην θέλω ἐκφρασθῆ. Ἠρωτήθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ὁ κ. πρωθυπουργὸς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Πράτσικα, τί τρέχει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι ἐδόθησαν διακοινώσεις· ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἶπεν, ναὶ, ἐδόθησαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὰς διακοινώσεις. Σωστὰ καὶ ὀρθά· ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε σήμερον, ὅτι ἂν τὸ ζήτημα λυθῇ οὕτως ἢ ἄλλως, ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν περιπλοκὰς καὶ ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεων. Διατί λοιπὸν, κύριοι, νὰ μὴ λέγωμεν καθαρῶς ποῦ στέκει τὸ ζήτημα; Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δικάσωμεν περὶ ἑταιριῶν ἑλληνικῶν, τοὐλάχιστον ἤθελε μένει ἀνοικτὸν τὸ ζήτημα μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων, ἐὰν ἀδικήσωμεν ἢ ὄχι· ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ξένων καὶ περὶ ξένων ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρονται ὄχι μία, ἀλλὰ δύο, τρεῖς δυνάμεις, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως πρὶν ἢ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, ψῆφον ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα διὰ τὸν τόπον. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, κύριοι, καὶ τὸ γινώσκετε, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουσιν ὅτι πρέπει νὰ θωπεύωμεν τοὺς ξένους δι’ οἱασδήποτε θυσίας, μάλιστα ἠμπορεῖ νὰ κατηγορήθην πολλάκις ὅτι εἶμαι τοῦ ἀντιθέτου ἄκρου. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἔθνη ὡς τὸ ἡμέτερον, τὰ ὁποῖα θέλουν καὶ ὀφείλουν νὰ ὑποστηρίζουν τὸ δίκαιόν των ἑπομένως ἐνώπιον τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ δικαίου των δὲν ἔχουσι ν’ ἀντιτάξωσιν εἰμὴ αὐτὸ τοῦτο τὸ δίκαιον, πρέπει νὰ προεξετάζωσιν ἂν αὐτὸ τὸ δίκαιον ᾖναι ἀναμφισβήτητον καὶ ἂν τοιουτοτρόπως εἶναι καθαρισμένον, ὥστε νὰ ἵσταται ὑπεράνω πάσης συζητήσεως· εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐνδεχόμενα. Δὲν λέγω ὅτι θὰ ἐγερθῶσιν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ ἐπὶ τῶν ἐνδεχομένων ἀξιώσεων τῆς ἑταιρίας ταύτης ὑποστηριζομένης ἀπὸ τοὺς ξένους πρέσβεις, νὰ μᾶς παρουσιασθῇ μία διακοίνωσις ἡ ὁποία νὰ μᾶς λέγῃ, σεῖς ἐκάματε τοῦτο κατέναντι τῆς γνώμης τοῦ νομικοῦ σας Αʹ. κατέναντι τῆς γνώμης τοῦ νομικοῦ σας Βʹ. κατέναντι τῆς γνώμης καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων μελῶν τῆς Βουλῆς σας, τὰ ὁποῖα ἐσυμβούλευον νὰ μὴ ψηφίσητε, ὡς ἐψηφίσατε, καὶ νὰ μὴ δώσητε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸ ζήτημα. Ἐζημιώσατε τοὺς ὑπηκόους μας. Πληρώσατε· Καὶ ἂν 10,000 λίραι εἶναι διὰ τὴν χήραν Δοῦδ, στοχασθῆτε πόσα θὰ ἦσαν ἐδῶ. Ἐκεῖ καίτοι ἦτο ἀναμφισβήτητον τὸ δίκαιόν μας, καίτοι δὲν ὑπέκειτο οὔτε ὑπόκειται εἰς καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δηλ. οἱ νόμοι μας δὲν ἐπιτρέπουν νὰ εἰσέλθωσι ξένοι εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καίτοι ἀντέτεινε κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. Ζαΐμης, οὐδὲν ἧττον μετὰ ταῦτα ὑπέκυψε, μετὰ δὲ τὸν ἀποσυρμὸν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη, ἐρχομένου τοῦ κυρίου Δεληγεώργη εἰς τὰ πράγματα, ἀντιτάσσοντος καὶ τούτου τὸ δίκαιόν μας τὸ ἀναμφισβήτητον, οὐδὲν ἧττον καὶ αὐτὸς ὑπέκυψεν. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἔχωμεν τὸ νομοσχέδιον τῆς χήρας Δοῦδ, προσμένω νὰ ἴδω ἂν θὰ ὑποστηρίξωσι τὴν καταψήφισίν του οἱ σήμερον ὡς ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα θεωροῦντες. Ἔχομεν ἐκεῖ ἀπαίτησιν 10000 λιρῶν προφανῶς ἄδικον· οὐδὲν ἧττον εἶδον τὰ ἔγγραφα τῆς τότε κυβερνήσεώς μας, τὴν εἶδον ἀπαντῶσαν πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας νὰ λέγῃ· «Εὐχαριστῶ ὅτι μὲ ἐπρόλαβες· τὸ ποσὸν τοῦτο εἶχον σκοπὸν νὰ τὸ προσφέρω ἐγὼ, λυποῦμαι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐδῶ ἵνα ἀμέσως τὸ ψηφίσῃ.» Ἐὰν, λέγω, τοιαύτη ἦναι ἡ θέσις τῶν μικρῶν κρατῶν καὶ τῶν μικρῶν λαῶν, καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ δίκαιόν των εἶναι ἀναντίῤῥητον καὶ ἀναμφισβήτητον, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις μας, ἐὰν ἐγερθῶσιν ἀξιώσεις εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους; Οἱ νομικοὶ φίλοι συνάδελφοι, ὅσοι ὡς ἐμὲ δὲν εἶσθε νομικοὶ, οἱ νομικοὶ ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἕκαστος κατ’ ἰδίαν πλήρη συνείδησιν ἐν ἑαυτοῖς σήμερον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λελυμένον ὡς ἕκαστος αὐτῶν τὸ ἐννοεῖ· ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦμεν οὔτε κἂν νὰ ἰσχυρισθῶμεν τοιοῦτόν τι, θὰ κάμωμεν τὸν κόσμον νὰ γελάσῃ μὲ ἡμᾶς, ἂν παρουσιασθῶμεν αὐθεντικῶς ἀποφασίζοντες. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐκθέσωμεν καὶ τὸν τόπον μας εἰς συνεπείας διὰ τὰς ὁποίας ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ λυπηθῶμεν. Ἔχομεν τὸ μέσον; Δι’ ἐμὲ εἶναι πρόχειρον, τὸ μέσον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου, ἐὰν αὗται ἐμπεριέχουν πραγματικὸν πλοῦτον καὶ μᾶς ἀνήκωσι χωρὶς διόλου νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ἀπαιτήσεις δικαιολογημένας. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν εἴτε τῆς ἐκκαμινεύσεως εἴτε τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐκβολάδων, θὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ἀποζημιώσεις κατέναντι τῆς ἑταιρίας. Δὲν τὴν συμμερίζομαι, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος Σερπιέρης διὰ τῶν ἐγγράφων του ἐπανειλημμένως μᾶς εἶπεν ὅτι ἐκ τῶν ἐκβολάδων τούτων δὲν μεταχειρίζεται εἰμὴ 10% εἰς ἐκκαμίνευσιν ἀναμιγνύων αὐτὰς μετὰ τῶν σκωριῶν. Ἡ ἐργασία του ἐπὶ τῶν σκωριῶν δὲν θὰ σταματήσῃ βεβαίως· ἕως ὅτου δὲ διαρκέσῃ ἡ ἀπαγόρευσις ἄλλο τι δὲν θὰ ζημιωθῇ εἰμὴ νὰ μὴ δύναται νὰ θέσῃ 10 ταῖς 100 χωμάτων εἰς τὰς καμίνους, εἰς τὰς ὁποίας ἐκκαμινεύει τὰς σκωρίας.

§62ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα, διότι δὲν τοῦ παρεχωρήθησαν.

§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Δημητριάδη, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα· ὅτι δὲν τοῦ παρεχωρήθησαν, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ σᾶς. Εὑρέθην δὲ καὶ ἐγὼ εἰς ἓν συμβούλιον τὸ ὁποῖον προσεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καὶ ἐνόμισα ὅτι ἐπείσθην καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν τοῦ παρεχωρήθησαν, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς διαφωνίας τῶν μεγάλων νομικῶν μας δὲν ἠμπορῶ νὰ βασισθῶ εἰς τὴν γνώμην μου. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι παρεχωρήθησαν εἰς τὸν κ. Σερπιέρην αἱ ἐκβολάδες δὲν ἔχομεν νὰ τὸν ἀποζημιώσωμεν, εἰμὴ 10% ἐπὶ τῶν σκωριῶν τὰς ὁποίας αὐτὸς θὰ καταναλώσῃ. Πόσον θὰ διαρκέσῃ ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Δὲν πιστεύω νὰ τραβίξῃ ἐπὶ πολύ, εἷς, δύο, τρεῖς μῆνες νομίζω ὅτι ἀρκοῦσι, διότι, ἅμα τοῦ ἀπαγορευθῇ αὐτοῦ τοῦ κυρίου ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων, θὰ ἔχῃ καὶ ἐκεῖνος συμφέρον νὰ τελειώσῃ ἡ ἀμφισβήτησις μίαν ὥραν προτήτερα. Ἐὰν τὸν ἀφήσωμεν νὰ ἐκκαμινεύῃ, ἂς προσφέρῃ ἐγγυήσεις, ὅσον ἂν θέλητε μεγάλας, ἠμπορεῖ διὰ τῶν συνήθων ἐμποδίων, ὄχι βεβαίως τῶν νομομαθῶν μας, ἀλλὰ τῶν νομικῶν μας, ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων νὰ τραβίξῃ εἰς μάκρος πολὺ καὶ ἡμεῖς νὰ περιμείνωμεν ἴσως ἔτη ὁλόκληρα ἕως ὅτου τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλ’ ὅταν τοῦ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐκκαμίνευσιν, τότε καὶ αὐτὸς ἔχει ἓν συμφέρον νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα ταχέως. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐξασφαλίζομεν πληρέστατα τὸ δημόσιον καὶ δὲν ἐκθέτομεν διόλου τὸν τόπον μας. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἐπίσπευσιν ἥν τινες τοσοῦτον ἐπιμόνως συμβουλεύουσι. Ναὶ, εἶναι δημοτικὴ εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ ἐπίσπευσις, εἶναι ὁ σταθερὸς χαρακτὴρ τῆς πόλεως ταύτης, τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου πατοῦμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁλονὲν συζητοῦμεν. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία του. Διατί νὰ μὴ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ τὴν ἱστορίαν; Ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ τούτου βήματος πρὸς τοὺς παλαιοὺς Ἀθηναίους, κύριοι, πολλάκις ἡ ἐπίσπευσις αὕτη ὑπηγορεύθη· πολλάκις ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἐδῶθεν εἶπον «σταματήσατε ὀλίγον, σκεφθῆτε,» ἐθεωρήθησαν ὡς ἀντιπράττοντες εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῶν Ἀθηνῶν μαρτυρεῖ ποῦ ὤθησαν τὴν πολιτείαν ἐκείνην ὅσοι τότε ἔλεγαν σπεύσατε, τρέξατε ἐν σπουδῇ, ἀμέσως, ἀποφασίσατε, ὡς λέγουσιν ἤδη ἄλλοι σήμερον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Εἶναι αἱ ἐκβολάδες ἰδικαί μας; Τὸ πιστεύω· ἀλλ’ ἂν ᾖναι ἰδικαί μας σήμερον, θὰ ᾖναι καὶ αὔριον, θὰ ᾖναι καὶ μεθαύριον, τίποτε δὲν θὰ κινδυνεύσωμεν, ἐὰν ἐμποδίσωμεν ἀμέσως μὲν τὴν ἐκκαμίνευσιν καὶ τὴν ἐξαγωγήν, δώσωμεν δὲ ὀλίγον καιρὸν εἰς ἑαυτοὺς ὅπως ὡρίμως σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, ἀφοῦ ἤδη εἰς τὰς Ἀθήνας σήμερον βουλευόμεθα καὶ περὶ τῶν μεταλλείων τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων συζητοῦμεν καὶ τὴν ἱστορίαν των ἀναμιμνησκόμεθα, ἂς ἐνθυμηθῶμεν καὶ ἂς μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἐκείνου πολιτικοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ὅταν ἔφθασεν ἡ εἴδησις τοῦ θανάτου Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος καὶ ἔτρεχον οἱ συμπολῖταί του φωνάζοντες ἀμέσως νὰ κηρύξωσι τὸν πόλεμον καὶ νὰ κινήσωσι πρὸς τὴν Μακεδονίαν, «σταματήσατε ὀλίγον, τοῖς εἶπε, ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς σήμερον, θὰ ᾖναι καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, εἰ Φίλιππος τέθνηκε σήμερον, καὶ αὔριον καὶ ἐσαεὶ τεθνηκὼς ἔσεται.» Ἂν αἱ ἐκβολάδες εἶναι σήμερον ἰδικαί μας, θὰ ᾖναι καὶ αὔριον καὶ ἐσαεί. Μὴ ἐκθέσωμεν ὅμως τὸν τόπον διὰ μέτρων μὴ ὡρίμως σκεφθέντων, ἂς σταματήσωμεν τὴν ἐκκαμίνευσιν· δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς ὑπὸ ἐγγύησιν ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκκαμινεύσεως. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἕως ὅτου ἐπανέλθωμεν (διότι κατὰ τὸ Πάσχα νομίζω ὅτι θὰ ἔχωμεν διακοπήν τινα τῶν ἐργασιῶν μας) ἐλπίζω, λέγω, οὐδένα μάλιστα ἔχω δισταγμόν, ὅτι ἕως τότε ἡ κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ ἀκριβῶς, καὶ θὰ μᾶς καθυποβάλῃ πλήρη πᾶσαν πληροφορίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τῆς καθυποβάλλω δὲ καὶ τῇ συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Κοκκίνου, νὰ σταλῇ δηλονότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰς σπουδαιοτέρας τῆς Εὐρώπης νομικὰς σχολάς· ἔχοντες δὲ τὴν ἀπάντησιν τῶν σχολῶν ἐκείνων κατέναντι τῶν διαφωνιῶν τῶν νομικῶν μας, νὰ σκεφθῶμεν τότε, ὅτε θὰ δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν μὲ ἡσυχίαν, φρόνησιν καὶ ἐμβρίθειαν, καθὼς ἀπαιτεῖται εἰς ἓν τοιοῦτον ζήτημα, καὶ ὡς ἁρμόζει εἰς τὸ ὁλονὲν συζητοῦν αὐτὸ Σῶμα.

§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐάν μοι συγχωρῆται, θὰ εἴπω ἀπὸ τὴν θέσιν μου δύο λέξεις.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος ὤφειλεν ἀποφύγῃ ἐντελῶς νὰ θίξῃ τὰ δύο ζητήματα περὶ ὧν ὡμίλησεν· ὄχι μόνον διότι ἠθικὸν καθῆκον ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ μνησθῇ τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν δυστυχημάτων τῆς Ἑλλάδος, ὧν ἐμνήθη, ἐπὶ ζητήματος τοσούτῳ μεγάλου καὶ τοσούτῳ ἐνδιαφέροντος ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου ἐλάλησε δὶς εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἔφερε καὶ διὰ μακρῶν τὸ συνεζήτησε, καὶ μολαταῦτα ἀπέσχεν ἐντελῶς καὶ μὲ ἄκραν εὐλάβειαν νὰ εἴπῃ τι περὶ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω! ἐὰν δὲ ἤθελε μίαν λέξιν κἂν νὰ εἴπῃ περὶ τῆς εὐθύνης αὐτῆς, ἤθελον τοῦ ἀποδείξει ὅτι δὲν ὑπεχώρησεν εἰς τίποτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ὅτι πολὺ κατώρθωσε, διότι πολλὰ διώρθωσε τῶν πρὸ αὐτῆς πεπραγμένων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν κ. Λοῦδ, ἔπρεπε νὰ κρατηθῇ ὁ κ. Λομβάρδος μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἤθελε φέρει τὴν συζήτησιν, διότι εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ τὴν φέρῃ. Τὸν ἐνθυμίζω μόνον, διότι ἐμνήσθη τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑπήρξαμεν κηδεμόνες τῆς ἀσθενοῦς· ἤλθομεν καὶ τὴν εὕρομεν πάσχουσαν τοὺς πνεύμονας, πάσχουσαν τοὺς βρόγχους, κατεσκληκυῖαν τὸ σῶμα! ὅτι δὲν ὑπεκύψαμεν εἰς κᾀμμίαν πίεσιν, δὲν ἀνεγνωρίσαμεν κᾀνὲν δικαίωμα τῶν ξένων, οὔτε κᾀμμίαν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος· ἐνομίσαμεν ὅτι δυστυχῆ συμβάντα, τῶν ὁποίων ἴσως οὐδεὶς φέρει τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ δυστυχῆ συμβάντα ἐπιπεσόντα εἰς τὴν πατρίδα μας ἀπῄτουν ὡς καθῆκον νὰ μετέλθωμεν ἐκείνην τὴν πολιτικήν, τῆς ὁποίας ἡ ἔγκρισις ἀφέθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐντελῶς εἰς τὴν ἀνεξάρτητον κρίσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον ὅτι ὄχι αἱ διαφωνίαι τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀνέφερον, οὔτε τῶν νομικῶν οὔτε τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἔβλαψαν καὶ βλάπτουσι τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς σήμερον, ὁπότε πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν, καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅσον ἡ γλῶσσά του ἡ σημερινή. Δὲν βλάπτει, κύριοι, ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Προβελεγγίου, μία γνώμη ζητηθεῖσα παρ’ αὐτοῦ διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς, μία γνώμη τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισε χωρὶς ἐντελῆ καὶ πλήρη γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μία γνωμοδότησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ ποδὸς ἴσως, τὴν ὁποίαν δι’ ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς ἀπέστειλεν εἰς τὸν ὑπουργόν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠννόει, ὅταν ἐσκέπτετο, ὅτι ἔφερε κἀμμίαν εὐθύνην. Δὲν φέρουν καμμίαν εὐθύνην οἱ δικηγόροι, τοὺς ὁποίους προσκαλεῖ ὁ πελάτης ὅπως δώσουν μίαν γνωμοδότησιν εἰς τὴν ὑπόθεσίν του. Δὲν ἔχουν σημασίαν κἀμμίαν οὔτε ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, οὔτε ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν δικανικὸν κόσμον αἱ γνῶμαι οὕτω πως λαμβανόμεναι. Δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἡ διαγωγὴ τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη· διότι καὶ ἐὰν ὁ κ. Ζαΐμης καὶ οἱ συνάδελφοί του ἀπηγόρευσαν ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὴν χώνευσιν τοῦ χώματος, ἠμποροῦν νὰ διέταξαν κατόπιν τὴν ἐξακολούθησιν, ὄχι διότι ἤλλαξαν γνώμην, ἀλλὰ διότι ἐσκέφθησαν ὅτι δὲν βλάπτεται τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς χωνεύσεως. Μὴ ἐπιῤῥίπτετε εὐθύνην ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, καὶ τὴν ἐπιῤῥίπτετε κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οὔτε ὁ λόγος ἐπιτρέπεται ἵνα ὑπερασπισθῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, οὔτε ὑπάρχει καιρὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν ὑποθέσεων μακρῶν, καὶ οὔτε εἶναι συγκεχωρημένον, ὡς παρεμπίπτοντα ζητήματα, μακραὶ ὑποθέσεις νὰ φέρωνται πρὸς συζήτησιν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι παλινῴδησα ἢ ἐγὼ ἢ οἱ συνάδελφοί μου, δὲν ἔδειξα καμμίαν παλινῳδίαν· ἠγόρευσα τρὶς εἰς τὴν Βουλὴν· ἂς δείξῃ μίαν παλινῳδίαν. Εἶπεν ὅταν ἤμην εἰς τὴν κυβέρνησιν πρέπει νὰ εἶχον ἄλλην γνώμην, διότι ἐὰν δὲν εἶχον ἄλλην γνώμην, διατί δὲν ἔπραξα κἄτι τι περισσότερον ἀφ’ ὅτι ἔπραξα. Τί ἤθελε νὰ πράξω; Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐρωτᾷ διατί νὰ ζητήσω τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εἰς ἓν ζήτημα ὁποῖον τὸ τοῦ Λαυρίου ἤγειρεν ἄλλο ζήτημα πολιτικόν! λυποῦμαι δι’ αὐτόν· διότι ἐφάνη πολὺ κατώτερος ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσουν τοιαύτην ὄψιν καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὰ συζητούμενα. Ὡμίλησα μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν περὶ τῆς κυβερνήσεως, ἀναιρῶν τοὺς λόγους τῶν ἀγορευσάντων ὑπουργῶν· δὲν τοὺς ἤγγισα εἰς τίποτε· δὲν προσέβαλον τὴν γνώμην των, καὶ οὐδεὶς κατεδέχθη νὰ τὸ πράξῃ. Αὐτὸς ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ σκάνδαλον, ὅτι ἐγὼ, ὅστις καὶ ἐγὼ συνετέλεσα εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς γνώμης ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος αἱ ἐκβολάδες ὁμοῦ μετὰ πολλῶν ἄλλων, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐχθρὸς τῆς Βουλῆς, δὲν τὴν ἀγαπῶ, ἐζήτησα τὴν διάλυσίν της! διότι δὲν ἐννοῶ πρὸς ποῖον ἄλλον σκοπὸν ἠδύνατο νὰ τοῦ χρησιμεύσῃ τὸ σαθρὸν καὶ ταπεινὸν τοῦτο ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ εἷς τόσον εὐτελὴς ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπηρεάζηται ὑπὸ λόγων τοιούτων, καὶ νὰ ἐπηρεάζηται εἰς τοιαύτην στιγμὴν ἱερὰν, ὁποία εἶναι ἡ στιγμὴ αὕτη. Ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος πρεσβεύω ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας καὶ ἐπρέσβευον πάντοτε ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι νόμιμα, ὅτι νόμιμα εἶναι ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν Ἀθηναίων μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὸ μεταλλεύεσθαι, δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς γνωμοδοτήσεως, ἢ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς ὅτε ἤμην εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ νὰ πράξω ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξω· διότι θὰ ἠρχόμην εἰς ἐκτέλεσιν νόμου, νόμου ὑπάρχοντος. Τοῦτο ἐνθυμίζω διὰ νὰ δείξω καταφανῶς εἰς ὅλους τοὺς ἀκούοντάς με σήμερον, ὅτι στρατήγημα ἦτο ἡ ἰδέα, τοῦ νὰ σᾶς ἐνθυμίσῃ τὴν πρότασίν μου περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς· διότι εἶναι ἐξυπνότατος ἄνθρωπος ὁ κ. Λομβάρδος, λίαν ἔξυπνος καὶ δὲν ἤθελε ποτὲ λησμονήσει, ὅτι ἐγὼ, τοιαύτην ἀρχὴν ὑποστηρίζων, δὲν εἶχον ἀνάγκην νέου νομοθετήματος. Πολλάκις εἶχον γνώμην ἐναντίαν, ἤτοι γνώμην περὶ μὴ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ πολλάκις ἡ ψῆφός μου ἐμπόδισε τὴν διάλυσιν τῶν Βουλῶν· οὐδέποτε τὸ ἐκαυχήθην. Ἔπρεπε νὰ ἔχουν τόσην γενναιότητα τοὐλάχιστον οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι μας, ὥστε νὰ μᾶς μιμῶνται, καὶ τόσον πατριωτισμὸν, τόσον σέβας εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ὥστε εἰς τοιαύτην στιγμὴν νὰ μὴ προσφεύγουν εἰς στρατηγήματα, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ἐμποροῦν νὰ ἑλκύσουν τὸν ἔπαινον!

§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε ....

§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἐτελείωσα. — Κύριε πρόεδρε! εἶπον, ὅτι ὄχι αὗται αἱ διαφωνίαι τὰς ὁποίας ἀπήντησεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὄχι αὗται αἱ διαφωνίαι προξενοῦσι δυσκολίας εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, ὄχι αὗται αἱ διαφωνίαι χειροτερεύουν τὸ ζήτημα, ὄχι! ἀλλ’ οἱ λόγοι του οἱ σημερινοὶ τὸ χειροτερεύουν. Ἦλθε νὰ κάμῃ ἀνακεφαλαίωσιν ὅλων τῶν συμβάντων, καὶ νὰ διατυπώσῃ εἰς ἕνα λόγον, φέροντα τὸ κῦρος τοῦ λόγου τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, τ’ ἀτοπήματα τὰ ὁποῖα συνέβησαν χθές. Καὶ ἠξεύρετε ὁποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγνώσεως τῶν τοιούτων λόγων; Οἱ θέλοντες νὰ ἀναδιφήσωσι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς νὰ εὕρωσι λόγους, οἱ ὁποῖοι νὰ τοὺς ὁπλίσουν μὲ δικαίωμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συντρίψωσι τὴν ἀπόφασίν μας! Τὸ ἠξεύρει! εἶναι πολὺ ἔξυπνος καὶ τὸ ἠξεύρει. Ὁ λόγος του ἀναγινωσκόμενος θὰ προξενήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπὸ πίεσιν τοιαύτην ὁποία, ὡς εἶπεν, οὔτε εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἀναρχίας ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας δὲν ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὑπὸ πίεσιν τοιαύτην καὶ ὑπὸ κατάστασιν τοιαύτην ἐρχόμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ἑνὸς δικαιώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται μία ἑταιρία. Καὶ ἔπειτα ποῦ προῆλθε, κύριοι; Μᾶς ἐνθύμισε τὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων! καὶ τὴν ἐδικαιολόγησε! τὴν ἐδικαιολόγησε δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγε, τῆς ἀσταθείας τῆς γνώμης τῶν νομικῶν, τῆς ἀβεβαιότητος τῆς γνώμης τῶν πολιτικῶν, τοῦ κλονισμοῦ τῶν συνειδήσεων. Ἀλλ’ ἴσως ἡ συνείδησις ἡ ἰδική του μόνον κλονίζεται! ἐκείνων ὅμως οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕτοιμοι νὰ δώσουν μίαν ψῆφον, ἡ συνείδησις δὲν κλονίζεται διόλου. Εἴμεθα μικρὸν κράτος, καὶ ἐμποροῦν ἀκόμη καὶ διὰ τῆς βίας νὰ ἐπιβάλλουν οἱ μεγάλοι τὴν θέλησίν των, ἀπαραλλάκτως καθὼς συμβαίνει καὶ εἰς τὴν κτίσιν ἐν γένει· τὰ μικρότερα κατατρώγονται ὑπὸ τῶν μεγαλειτέρων· οὔτε ὅμως ἡ ἱστορία, οὔτε ἡ ἀνθρωπότης θὰ μᾶς καταδικάσῃ ποτὲ διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ εἴμεθα ἀνάξιοι καὶ ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ὅταν δίδωμεν λαβὰς, ἔστω ἐξ οἱουδήποτε αἰσθήματος ὁρμώμενοι.

§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐγνωμονῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου διὰ τὸ γνώρισμα τοῦ ἐξύπνου, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνεγνώρισε· ἀλλ’ ἢ ἡ ἀναγνώρισις δὲν ἦτο εἰλικρινὴς, ἢ, ἂν δὲν εἶμαι κουτὸς πράγματι, δὲν ἤθελον πέσει εἰς σαθρὰ καὶ εἰς εὐτελῆ ἐπιχειρήματα. Τὸν διαβεβαιῶ, μὲ ὅσον καὶ ἂν ᾖναι συνειθισμένος νὰ ὑψόνῃ τὴν φωνήν του, μὲ ὅσον καὶ ἂν δὲν κουράζεται νὰ λαμβάνῃ τρὶς καὶ τετράκις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου τὸν λόγον, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε μετεχειρίσθην στρατηγήματα διὰ νὰ ἐκφράσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ. Ὁ μύσταξ μου εἶναι λευκότερος ἀπὸ τὸν ἰδικόν του, καὶ ὁ περασμένος πολιτικός μου βίος μικρὸς μὲν καὶ ἀσήμαντος, ἀλλ’ εἶναι μακρότερος τοῦ ἰδικοῦ του. Τὸν διαβεβαιῶ ὅτι ἐσυνείθισα νὰ λέγω μετὰ παῤῥησίας τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἐδίστασα καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν νὰ τὴν εἴπω καί τοι προεγνώριζα, ὅτι τοιαῦτα σχόλια ἤθελον ἐπέλθει, δὲν ἐδίστασα νὰ τὰ ἀντικρύσω, δὲν ἐδίστασα νὰ τὰ προκαλέσω, διότι ἤθελον καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ καὶ τὰ ὅσα εἶπον καὶ τὰ ὅσα εἶπε νὰ μένωσιν ἐκεῖ γεγραμμένα, ὅπως καὶ ἀπὸ τὰ μὲν καὶ ἀπὸ τὰ δὲ δικάσουν οἱ ἔξω περὶ ἐμοῦ καὶ περὶ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Δὲν εἴμεθα ἀνάξιοι ἐλευθερίας, ἂν ἐνώπιόν μας ἐν τῷ κοινοβουλίῳ συζητοῦντες δὲν κρύπτωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὰ ὄμματα πολλῶν ἑκατοντάδων ἀκροατῶν συνέβησαν· δὲν εἴμεθα ἀνάξιοι ἐλευθερίας ἂν τὸ ἐλάττωμά μας ἀντικρύζωμεν καὶ προσπαθοῦμεν νὰ τὸ σταματήσωμεν. Πρέπει νὰ παύσωμεν ἐξακολουθοῦντες τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐτηρήσαμεν καὶ πρῶτος μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα ὁ κ. Ῥοντήρης. Δὲν βλάπτει τὸ ζήτημα ἂν ἐπιστοποιήθη ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας, καί τοι ἐγένετο πίεσις ἵνα ἐσπευσμένως ἡ βουλὴ προβῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν, οὐδὲν ἧττον ἔλαβεν αὕτη τὴν εὐστάθειαν ν’ ἀντικρούσῃ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην. Δὲν ἔβλαψε τὸ ζήτημα, πιστεύω, ὁ πρόεδρος τῆς βουλῆς, καθόσον καὶ σήμερον ἐπανελήφθη ἡ συζήτησις καὶ διεξήχθη ἐν ὅλῃ τῇ ἡσυχίᾳ καὶ τάξει καὶ ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια· θὰ ἐβλάπτετο τὸ ζήτημα ἂν ἠθέλαμεν νὰ καλύψωμεν ὅσα ἐγένοντο. Δὲν ἐπροκάλεσα ἐγὼ τὸ ζήτημα τῆς ἐνδεχομένης τῶν ξένων ἀπαιτήσεως, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας εἶπεν στρογγυλὰ, ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, ὅταν τῆς ἐζήτησε πληροφορίας ἀπετάνθη ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε. Διὰ τὶ ἐλησμόνησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων λεπτῶν ἐδῶθεν ἀπήγγειλε; καὶ ἔχουν βεβαίως ἀξίαν οἱ περὶ τούτου λόγοι ἑνὸς πρώην πρωθυπουργοῦ· ἐντεῦθεν μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἔτρεξεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε, οὐχ ἧττον, εἶπε, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρεώστει (τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐπλήρωσε). Εἶπον ὅτι ἐξῆλθον χθὲς ἐκ τῶν ἀκροατηρίων φωναὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξῆλθον οὔτε εἰς τὸν καιρὸν τῆς Συνελεύσεως· καὶ ἐγὼ δὲν ἤμην ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ μοὶ τὸ εἶπον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ἐδῶ ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους αὐτῆς ὅτι αἱ φωναὶ, τὰς ὁποίας ἤκουσαν χθὲς τὸ ἑσπέρας, δὲν ἠκούσθησαν οὔτε κατὰ τὰς ταραχωδεστέρας συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως.

§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, εἶναι ἀληθές.

§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ καλύψωμεν τὰ γεγονότα ταῦτα, ἀξιότιμε κύριε Δεληγεώργη, καὶ κατὰ τὶ ἔβλαψεν ὁ λόγος τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶπε δὲν ἐτόλμησα νὰ θέσω εἰς ἐνέργειαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι κατέναντι 5 ἢ 10, οἱ ὁποῖοι ἐτάραξαν τὴν Βουλὴν, οἱ λοιποὶ διετέλεσαν ἥσυχοι καὶ ἐφοβήθην μὴ καὶ εἷς ἀθῶος πάθῃ, ἂν ἤθελον διατάξει νὰ ἐκκενωθῇ τὸ ἀκροατήριον; Ἂς μάθῃ ὁ κ. Δεληγεώργης ὅτι, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς Λόϋδ, θέλομεν συζητήσει μετὰ τῆς αὐτῆς ἐλευθερίας, καὶ ἂς πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐσυνείθισαν ἐπὶ 20 ἔτη, εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κανονίου τοῦ ἀγγλικοῦ καὶ τῆς ἀγγλικῆς λόγχης νὰ λέγουν πάντοτε εἰς τὸν Ἁρμοστὴν νὰ φύγῃ, ὅτι δὲν θέλουν φοβηθῆ νὰ ἐκφράσουν σαφῶς καὶ καθαρῶς τὴν γνώμην των, χωρὶς νὰ λάβωσι συστολὴν οὔτε ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, οὔτε ἀπὸ τὰ πρὸς αὐτὸν ταπεινωτικὰ ἔγγραφα ἑνὸς πρώην πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἂς μένῃ περὶ τούτου βέβαιος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου (θόρυβος).

§72ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Χρηστίδης καὶ κατόπιν ὁ κ. Ῥοντήρης.

§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι δυστύχημα, ὅτι τὰ προσωπικὰ παρεμβάλλονται καὶ εἰς αὐτὰ τὰ σπουδαιότερα ζητήματα. Ἤκουσα τὸν καταβάντα τοῦ βήματος διερχόμενον, ὡς ἄλλον ῥαγδαῖον χείμαρον, διερχόμενον ἀγορεύσεις, λόγους, συμβάντα, γεγονότα, ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ παρὸν ζήτημα. Τὸν ἤκουσα, κύριοι, λαλοῦντα περὶ διαλύσεως τῆς βουλῆς εἰς μίαν στιγμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ζητεῖ νὰ ἀγρεύσῃ ψήφους, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη ῥιπτομένη ἐν τῷ μέσῳ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ὄχι ἡμᾶς τοὺς μικροὺς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τοὺς μεγαλειτέρους ἄνδρας καὶ τὰ μεγαλείτερα ἔθνη. Δυνάμεθα, κύριοι, καὶ ἂς τὸ πράξωμεν, νὰ συζητήσωμεν μὲ κρύον αἷμα ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ἡ κοινωνία καὶ πρὸ πάντων αὐτὴ ἡ κυβέρνησις. Προσκληθεὶς ἀπὸ τὴν βουλὴν ὡς μέλος μιᾶς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη τὸ μέγα καθῆκον τοῦ νὰ λύσῃ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον βλέπετε πόσον εἶναι δυσχερὲς, δὲν ἠρνήθην, κύριοι, τὴν συνδρομήν μου, καί τοι ἀσχολούμενος εἰς μίαν ἄλλην ἐργασίαν σπουδαιοτάτην, τὴν ὁποίαν ἄφησα κατὰ μέρος καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Προσῆλθον, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν οὐχὶ διὰ νὰ φέρω προσκόμματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὐχὶ διὰ νὰ κάμω νὰ θριαμβεύσωσιν ἀρχαὶ οἰκονομικαὶ, τόσῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον εἶμαι ἐναντίος ὅλων τῶν ἀπολύτων οἰκονομικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ συντελέσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν μιᾶς ὑποθέσεως, ὁμοίας μὲ ἐκείνην, ἡ ὁποία, τοὐλάχιστον ἐμὲ, μὲ βασανίζει ἀπὸ τοῦ 1864. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀνεφύησαν διάφοροι γνῶμαι, ἡ πρώτη καὶ κυρία, ἥτις ἐπαρουσιάσθη, ἦτο τὸ ζήτημα, ἂν αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους ἢ ἂν εἶναι κτῆσις δυναμένη νὰ ἀποκτηθῇ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας. Ἡ συζήτησις αὕτη, κύριοι, διήρκεσε, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, δύο ἡμέρας, ἢ τρεῖς, τοσοῦτον ἦτο σπουδαία. Παρετήρησα, κύριοι, ὅτι αἱ γνῶμαι ἦσαν διῃρημέναι, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἦλθα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς σᾶς εἶπον, διὰ νὰ συντελέσω ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα πρακτικὸν ὅρον, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν. Ὅταν ἦλθεν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, αἱ ψῆφοι ἐκηρύχθησαν κατὰ τεσσάρων, 11 ὑπὲρ, καὶ 3 ἢ 4, δὲν καλοενθυμοῦμαι, ἠρνήθησαν ψῆφον· εἷς δὲ ἤμην καὶ ἐγὼ τῶν ἀρνηθέντων ψῆφον.

§75ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν εἴχατε γνώμην σχηματίσει.

§76ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουν γνώμην ὅσοι ἀρνοῦνται ψῆφον; τί θέλετε νὰ παρεμβάλετε τοιαύτας ἐρωτήσεις; σᾶς εἶπον ὅτι ἦλθον μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα πρακτικὸν ὅρον. Δὲν τὸ κρύπτω, κύριοι! ἤμην πάντοτε τῆς ἰδέας ὅτι αἱ γαῖαι τοῦ Λαυρίου πᾶσαι ἦσαν κτήσεις ἐθνικαί· ἀλλὰ ἐσιώπησα ἐπιφυλαττόμενος, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν βουλὴν τὸ ζήτημα, νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Μὲ ὠνείδισε χθὲς ἕνας ἀπὸ τοῦ βήματος, διατὶ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον καίτοι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐσυνόδευσε, κύριοι, μὲ μίαν εἰρωνείαν· ἀλλ’ ἡ εἰρωνεία ὅταν δὲν ᾖναι προϊὸν εὐφυΐας, λεπτότητος, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὕβρις· διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν χθεσινὴν πρόκλησιν· ἄλλοι ἔντιμοι βουλευταὶ ἦλθον σήμερον, καὶ ἐπανέλαβον τὰ ἴδια ὑπὸ τρόπον ἔτι ἀπρεπέστερον, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι διόλου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος ἴδιον αὕτη ἡ ἄκαιρος ἢ ἡ ἄχαρις εἰρωνεία. Πρὸ μικροῦ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. πρόεδρος τῆς βουλῆς νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ ἴδια, «θέλω ν’ ἀκούσω, μοὶ εἶπε, τὴν γνώμην σου». Τοῦ ἀπήντησα, ἂν μὲ ὑποσχεθῇς νὰ συμψηφίσῃς μετ’ ἐμοῦ· καὶ ἠκούσατε, τί εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος· ὅλοι ἔχουν, εἶπεν, ἰδίαν γνώμην, ὅλοι διαφωνοῦν· τότε λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου προέδρου τίποτε· πρέπει λοιπὸν νὰ τὰ ἀφήσωμεν ὅλα ὅπως εἶχον μέχρι τοῦδε; Κατέφυγον ὕστερα εἰς τὴν ἀδράνειάν μου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· τί ἔκαμες, λέγει, σύ; καὶ δυστυχῶς αὐτὰ τὰ ἴδια λέγουν πολλοὶ, ὅσοι δὲν ἐκάθησαν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ δὲν εἶδον τὰ δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται εἷς ὑπουργὸς, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ πράγματος δυσχεροῦς. Ὅλοι λέγουν, λάβε μέτρα, ἀλλὰ ὅλοι ἐπιφυλάττονται νὰ σὲ μεμφθοῦν ἐὰν ἐπιτύχῃς, ἐὰν δὲ ἀποτύχῃς νὰ κακολογήσουν, νὰ σὲ δυσφημήσουν. Περὶ τοῦ Λαυρίου, κύριοι, σκέπτομαι καὶ ἐργάζομαι σπουδαίως πρὸ καιροῦ, καὶ ῥητῶς ἀπὸ τοῦ 1865 ὡς συνυπουργὸς τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ φίλου μου κ. Δεληγεώργη· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπον ἅμα εἰς τὴν ἐξουσίαν ἦλθον, καί τοι διατελέσας 15 ἡμέρας εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τί ἐνήργησα ὅταν τότε ἐπρόκειτο περὶ τῶν σκωριῶν· εἰς τὰ 1866 ἔλαβα περὶ αὐτῶν ἓν μέτρον πολλὰ δραστήριον, ἂν θέλετε, καὶ μία μεγάλη πρεσβεία ἔγραψεν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν ἔγγραφον καὶ ἠπείλησε.

§77ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα βλάπτουν τὴν ὑπόθεσιν.

§78ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὰ λέγω, κύριοι, διότι θέλω νὰ τὰ μάθητε· ἡ ἀλήθεια εἰς καμμίαν ἐποχὴν, εἰς καμμίαν περίστασιν δὲν βλάπτει· ὡς ἄνθρωπος ἀληθῶς συνταγματικὸς, ἂν δὲν μὲ θέλετέ τινες κοινοβουλευτικὸν, ὀφείλω νὰ μὴ σᾶς κρύψω ἅπαντα τὰ γενόμενα τότε· ἔπεμψα, κύριοι, εἰς Λαύριον ὑπάλληλον, καὶ εἰδοποίει διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὅπως διατάξῃ νὰ ἀφήσουν τὸ πλοῖον φορτωμένον ἤδη μὲ μόλυβδον ν’ ἀναχωρήσῃ, τὸ πλοῖον τὸ ὁποῖον εἶχε παρεμποδισθῆ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν· ὁ πρωθυπουργὸς ἐταράχθη, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ταράττομαι· εἶπον ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ἐπρόσθεσα, ὅτι εἰς τὴν αὐλὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ πρέσβυς, θ’ ἀποδοκιμασθῇ· δυστυχῶς δὲν ἠκούσθην καὶ τὸ πλοῖον ἀνεχώρησε· μετακαλεσάμενος τότε τοὺς δικηγόρους τοῦ δημοσίου τοὺς παρεκάλεσα νὰ ζητήσωσι δικαστικῶς πᾶσαν ἀσφάλειαν διὰ τὸ παρελθὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον· ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου, ἔντιμος ἄνθρωπος, ἐξέδωκεν ἄνευ ἀναβολῆς ἀπόφασιν, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη ἡ Ἑταιρία νὰ καταβάλῃ ἐγγύησιν χρηματικὴν ἀπὸ 1,200,000 ἢ 1,300,000. Δὲν ἐξετάζω τί ἔγεινε μετὰ ταῦτα· ἑκάστη Κυβέρνησις ἔρχεται μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐργασθῇ κατὰ τὰς ἰδέας της· τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, τὰ κρίνει ὅπως αὐτὴ τὰ ἐννοεῖ. Θὰ εἴπω τώρα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν πῶς θεωρῶ ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ὅλοι, εἶμαι βέβαιος, καὶ ὑπουργοὶ καὶ μὴ, ἐπιθυμοῦμεν καὶ ὅλοι ὀφείλομεν νὰ θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα προτοδοφόρον καὶ πλούσιον. Δὲν ἐξετάζω λοιπὸν τί ἔγεινεν μετὰ ταῦτα, ἤγουν ἀπὸ τὸν διάδοχόν μου ὑπουργόν. Λέγω μόνον, ὅ,τι ἔγεινεν, νομίμως ἔγεινε. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ τελευταῖα γεγονότα· ἤλθομεν πάλιν εἰς τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ 1870· εἰς τὰς ὀλίγας ἡμέρας τοῦ ὑπουργικοῦ βίου μας, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς ὠνείδισαν, μᾶς ἐκκάκισαν, μᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ καταλάβωμεν τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, εἰς αὐτὸ λέγω τὸ μικρὸν διάστημα ἐντὸς τῶν πρώτων 5, 10 ἡμερῶν τὴν πρώτην ἐργασίαν, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐσκέφθημεν πολὺ, ἦτο ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου. Εὗρον ἓν ζήτημα εἰς τὸ μέσον οὐχὶ καθαρόν· διαδόσεις μυρίαι καὶ φῆμαι διεδίδοντο εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἀνεῦρον θησαυρὸν, ὅτι αὐτὸς κλέπτεται, ὅτι καμμία πρόνοια δὲν λαμβάνεται· ἔσπευσα νὰ λάβω ὅσα μέσα ἐνόμισα ὅτι ἠδύναντο νὰ βάλωσιν εἰς θέσιν τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της, καθότι πρὶν ἢ λάβωμεν μέτρα ἔπρεπε νὰ ἠξεύρωμεν τί ἐστί, καὶ ὁποῖόν τι ἐστίν· ἐξελεξάμεθα λοιπὸν ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ ἐπιστήμονας, τοὺς ὁποίους ἐφοδιάσαντες μὲ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας ἐστείλαμεν εἰς Λαύριον· εἰργάσθησαν οὗτοι ἐπὶ 45 ἡμέρας, ἐπανῆλθον, ἔφερον χώματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἀναλύσωσι· δὲν ἔχομεν, κύριοι, ἐργαλεῖα· ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν ἐξ Εὐρώπης, ἐπισπεύδοντες τὰ πάντα· τέλος πάντων ἦλθον τὰ ἐργαλεῖα, ἤρχισαν αἱ ἀναλύσεις, ἀλλὰ πρὶν τελειώσουν, ἀπεμακρύνθημεν ἡμεῖς.

§79ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ.....

§80ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτῃς· εἶσαι ἄνθρωπος ἀνοικονόμητος.... (θόρυβος) θέλεις νὰ βαστῶ τώρα δευτέρια διὰ σὲ .... ἀδιάφορον. Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτροπῆς γνωρίζετε· ταῦτα, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ἔῤῥιψαν πολὺ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Κύριοι, ἐὰν ἐκ τῆς ὁμιλίας μου δύναται νὰ προέλθῃ καμμία παρεξήγησις, ἐγὼ τὴν διορθόνω· δὲν ἐπιμένω εἰς τὰς λέξεις· τὴν ἔννοιαν θέλω νὰ σᾶς κάμω νὰ ἐννοήσητε.

§81Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§82ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἴχομεν τὴν γοργότητα καὶ τὴν μεγάλην εὐφυΐαν τοῦ κ. προέδρου τῆς βουλῆς διὰ νὰ πράξωμεν πρὶν λάβωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς, ὅ,τι δὲν ἠδυνήθησαν οἱ νέοι ὑπουργοὶ νὰ πράξωσιν ἔπειτα ἀπὸ 3 μῆνας καὶ ἀφοῦ ἔλαβαν εἰς χεῖρας αὐτὰ τὰ ἀποτοτελέσματα· ὅ,τι ὅμως ἐπράχθη παρ’ ἡμῶν, πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἦτο εὐσυνείδητον, εἰλικρινές. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κύριοι, — Μὴν τοῦ ὁμιλῇς, ἀδελφὲ, αὐτοῦ (ἀποτείνεται πρὸς τὸν Λομβάρδον) ἡσύχασε... (πρὸς τὸν Κατσικαπῆν) Κύριε Ῥοντήρη, ἐγὼ σὲ ἤκουσα χθὲς, πρέπει νὰ ἀκούσῃς καὶ σύ.

§83ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Οὔτε λέξιν δὲν θὰ σὲ ἀφήσουν νὰ εἴπῃς.

§84ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἤθελον νὰ λαλήσω, ὄχι διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ κάμποσα ῥαγδαῖα λόγια ὅπως τὰ εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς βουλῆς, ἀλλὰ διότι ἤξευρα ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τῆς βουλῆς δὲν ἤθελε μὲ ἀφήσει νὰ ὁμιλήσω μὲ τοὺς διαλόγους του.

§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν διέκοψα καθόλου· εἰπέτε ὅτι θέλετε, δὲν μὲ μέλει.

§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ λοιπὸν ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Λαυρίου, καὶ ἐγὼ ἀπέσχον, ἠρνήθην ψῆφον, διὰ νὰ ἐκφράσω ἐδῶ τὴν γνώμην μου· περιέμενον δὲ νὰ τὴν ἐκφράσω ἐδῶ, ἀφοῦ ἤθελον ἀκούσει διαφόρους νομομαθεῖς καὶ πρακτικοὺς καὶ προπάντων τὸν φίλον μου κ. Σωτηρόπουλον, ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχοντα ἂν ὄχι νομικὰς γνώσεις, βεβαίως ὅμως πρᾶξιν πολλὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ μέγαν ζῆλον.

§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ζήσῃ καὶ ἀκόμη θὰ γείνῃ καὶ καλλίτερος.

§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἀφοῦ ὡμίλησε πολλὰ περὶ τῶν τύπων, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν παρετήρησε ὅτι δὲν εἶχε γνώμην διάφορον. Τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα, κύριοι, ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς μας δὲν διευκρινίσθη προσηκόντως, διὰ τοῦτο δὲν ἐνόμισα δίκαιον νὰ ἐπιμείνω ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ λυθῇ· ἐξ ἄλλου δὲ μέρους δὲν εἶχον καὶ ἐγὼ αὐτὸς τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ μελετήσω ἐνασχολούμενος εἰς ἄλλα ἔργα καὶ σπουδαῖα καὶ κατεπείγοντα· Ἀφοῦ ὅμως ἐδόθησαν ἐντεῦθεν σαφέσταται ἐξηγήσεις ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν, ὅπως ἠκούσατε, μὲ ἐνίσχυσαν, σᾶς τὸ ὁμολογῶ, κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον πάντοτε φρόνημα, περὶ τοῦ ὅτι αἱ λαυριωτικαὶ σκωρίαι καὶ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, μὲ ὅλας τὰς διαφωνίας τὰς μηδαμινὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. πρόεδρος ἀνευρίσκει εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων, τοιαύτας διαφορὰς τὰς ὁποίας εὑρίσκει τις καὶ εἰς αὐτὰς τὰς σχολὰς ὅπου ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα ὁμοφροσύνη, διότι καὶ ἐκεῖ δὲν θέλετε εὕρει, κύριοι, ἕνα μαθητὴν μιᾶς σχολῆς νὰ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὸν μαθητὴν ἄλλης Σχολῆς εἰς διάφορα ζητήματα τῆς γραμματικῆς, μολονότι ὑπὸ τὸ αὐτὸ σύστημα διδάσκονται· διὰ τοῦτο δὲν μετέβαλον ἕνεκα τῶν διαφωνιῶν γνώμην, διότι αἱ λεπτολογίαι αὗται καὶ αἱ διαφωνίαι εἶναι μηδαμιναὶ καὶ συμβαίνουσι καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν μελῶν μιᾶς οἰκογενείας χωρὶς ποσῶς νὰ ἐλάττωσι τὰς βάσεις τοῦ οἰκογενειακοῦ συνδέσμου. Κύριοι, μὴ διστάζετε· ἡ ἰδέα τοῦ ὅτι οἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ περιουσία μὴ σᾶς τρομάζει· δὲν εἶναι μία θεωρία τὸ δικαίωμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι δικαίωμα θετικὸν καθιερωμένον εἰς τὴν νομοθεσίαν μας· καὶ ὡς ἄνθρωπος πρακτικὸς σᾶς προσθέτω καὶ ἓν ἄλλο· εἶναι, κύριοι, ἀλήθεια βεβαιωμένη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ ἀναγνωρισθεῖσα παρ’ αὐτῶν. Κατὰ τὸ 1850 παρουσιάσθησάν τινες κερδοσκόποι, οἵτινες ἔστειλαν πράκτορα εἰς τὴν Νάξον, καὶ ὁ πράκτωρ αὐτὸς ἠγόρασε τὰς καλλιτέρας σμυριδούχους γαίας τῆς Νάξου, καὶ ἀφοῦ τὰς ἠγόρασε μὲ συμβόλαια, ὅπως λέγουν ὅτι ἐγένετο καὶ σήμερον ἐν Λαυρίῳ, τὰς περιετοίχισε μὲ τοίχους· μετ’ ὀλίγον δὲ ἐπαρουσιάσθη καὶ μία μεγάλη ἐξωτερικὴ δύναμις, ἡ ὁποία εἶπε, σεβάσθητε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ὑπηκόου μου. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, τί συνέβη, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες, ὁσάκις θέλουν, ἠξεύρουν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, ὑπῆγαν καὶ ἔῤῥιψαν τοὺς τοίχους αὐτοῦ τοῦ.... μοὶ φαίνεται ὅτι ὀνομάζεται Κοριαλένιος, καὶ ἔλαβον τὴν κατοχήν. Μετ’ ὀλίγον ἐγένοντο ἐδῶ παραστάσεις ἐπισήμου ἰσχυροῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἤρχισε νὰ σκέπτεται σπουδαίως περὶ τοῦ γεγονότος· ὑψώθησαν φωναὶ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, διεσάλπισαν ὅτι δὲν ἤξευρε τί πράττει. «Τί ἔκαμεν αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἔλεγον, αὐτὸς εἶναι ἄγριος ἄνθρωπος, δὲν γνωρίζει κανένα νόμον, ν’ ἀπονέμῃ δικαιοσύνην κτλ.» Ἄ!, κύριοι, αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς ἤξευρε ν’ ἀπονέμῃ δικαιοσύνην πρῶτον εἰς τὴν πατρίδα του. Εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς θορύβους οὐδαμῶς ἐταράχθη, διότι ἤξευρεν ὅτι ἐκπληροῖ ἱερὸν καθῆκον· εἶπεν εἰς τὸν ζητοῦντα ἱκανοποίησιν νὰ προσέλθῃ εἰς τὰ δικαστήρια· δὲν ἐπερίμενε νὰ φθάσωσι τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπεν ὁ ὑπουργὸς νὰ γείνῃ ἐνάγων· ἦλθε λοιπόν, κύριοι, ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς Σύρου πρωτοδίκως καὶ ἐσυζητήθη τὸ ζήτημα· ὁ πληρεξούσιος τοῦ δημοσίου τὸ ὑπεστήριξεν ὡς νόμημα βασιλικόν, ὡς κληρονομίαν τοῦ Τουρκικοῦ δικαίου, καὶ τὸ δικαστήριον τῆς Σύρου ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, ἥτις κάμνει τιμὴν εἰς τοὺς δικαστὰς, οἵτινες συνεκρότουν αὐτὸ τὸ δικαστήριον· ἀλλὰ δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι, αὐτὸ τὸ δικαστήριον ὡς πρωτόδικον δὲν ἠδύνατο νὰ περιστοιχίζηται ἀπὸ μεγάλα φῶτα. Ἡ ὑπόθεσις ὅμως ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἦτο ὁ κ. Ἰωαννίδης, ἀρειοπαγίτης, ἀνὴρ ἀκεραίου χαρακτῆρος, καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τούτου ὑπεστηρίχθη ἡ ἀρχὴ τοῦ ὅτι ἡ σμύρις εἶναι νόμημα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐκληρονομήσαμεν ἀπὸ τὸν Σουλτάνον καὶ τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν παρεδέχθη τὴν πρότασιν καὶ ἐπεκύρωσε τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν, καὶ ἔκτοτε ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν σμύριδα ἰδιοκτησίαν της, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν ἐτησίως 450,000, καὶ πρὸ δύο ἐτῶν 680 χιλ. Ἀλλὰ πῶς κατωρθώθη τοῦτο; νομίζετε ὅτι δὲν ἦσαν καὶ τότε φωναὶ καὶ φοβέραι; ὅταν, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς στέκῃ μὲ ἀπόφασιν νὰ πετάξῃ τὸ χαρτοφυλάκιον, δύναται νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι θέλει, ἤγουν ὅ,τι εἶναι δίκαιον. Κύριοι, οὕτω κραταιοῦνται αἱ ἰδέαι αἱ ἐθνικαὶ καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ἐθνικά. Μὴ σᾶς τρομάζουν αἱ εὐθῦναι· μὴ σᾶς τρομάζουν αἱ ἐπισειόμεναι ἀποζημιώσεις! εἰς τὴν πατρίδα μας, ἐντὸς τοῦ κτήματός μας, εἶναι ὄχι μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ αἰσχύνη νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ λέγουν οἱ μηδὲν ἔχοντες δικαίωμα, σὺ δὲν εἶσαι κύριος! καὶ νὰ ἔρχωνται νὰ σὲ λέγουν πήγαινε εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἕως νὰ ὑπάγῃς καὶ νὰ γυρίσῃς, ἐκεῖνοι καρποῦνται τὸν θησαυρόν σου. Δὲν εἶναι ὀρθότερον νὰ εἴπῃς σὺ εἰς αὐτοὺς, ἂν σᾶς ἀδικῶμεν πηγαίνετε σεῖς εἰς τὸ δικαστήριον; Αὐτὴν τὴν διαγωγήν, αὐτὴν τὴν διάλεκτον ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου· ἂς κηρύξωμεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες πρέπει διατεθῶσιν οὕτως ἢ ἄλλως ὡς ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου. Ἠξεύρετε, κύριοι, ἀπὸ ποίαν ἐποχὴν εἶναι τὰ συμβόλαια τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι ἔχουν οἱ ἀντιποιούμενοι ἰδιοκτησίας ἐν Λαυρίῳ; ἀπὸ τὰ 1866· αὗται εἶναι αἱ ἰδιοκτησίαι, αἵτινες σᾶς ἀνησυχοῦν; οὕτως ἀποκτῶνται; Κύριοι, περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν σκωριῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠθέλησεν οὔτε κἂν νὰ μνημονεύσῃ, δὲν ἠξεύρω πῶς ἄλλοι εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀφοῦ οὕτως ἐπράξαμεν διὰ τὰς σκωρίας, πῶς δυνάμεθα σήμερον νὰ πράξωμεν ἄλλως διὰ τὰς ἐκβολάδας; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ἀνατρέψω τὴν περὶ αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς βουλῆς· ἡ βουλὴ ἀπεφάσισε ἅπαξ περὶ σκωριῶν καὶ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ βουλὴ εἶναι νόμιμον καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ζητήσω νὰ τὸ ἀναιρέσῃ· ἀλλὰ θέλετε ν’ ἀκούσητε καὶ κἄτι τι περὶ τῶν σκωριῶν· πῶς ἔγεινε; ἀκούσατε· εἰς τὰ 1864 ἦλθον διὰ 10, 15 ἡμέρας ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· μοὶ ἐπαρουσίασαν μετὰ δύο ἡμέρας ἓν ἔγγραφον νὰ ὑπογράψω καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίωσιν ἐπί τινων γαιῶν τοῦ Λαυρίου· ἐρωτῶ, τί εἶναι ἐκεῖ; εἶναι, μὲ εἶπον, σκωρίαι, μὲ τὰς ὁποίας προτίθενταί τινες νὰ κατασκευάσουν ὑέλους· πολὺ καλὰ παρετήρησα, ἀφοῦ ἐκ τῶν σκωριῶν γίνονται ὕελοι, εἶναι ὕλη χρήσιμος καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εὐκρινῶς· καὶ οὕτως ἔδωκα ἀπάντησιν ἀναβλητικὴν ἕως νὰ πληροφορηθῶ. Ἐξήλθομεν τοῦ ὑπουργείου μετ’ ὀλίγον. Αἱ περιστάσεις τότε γνωρίζετε πόσον ἀνώμαλοι ἦσαν· ἦλθεν ἕτερον ὑπουργεῖον τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν, καὶ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην τῆς διακαινησίμου ἕνας ἀγαθὸς ὑπουργὸς ὑπέγραψεν ἓν ἔγγραφον καὶ ἔλεγε· δὲν ἔχομεν ἀξιώσεις ἐπὶ τῶν ψιλῶν γαιῶν. Αὐτὸ τὸ χαρτὶ, κύριοι, μᾶς τιμωρεῖ ἀκόμη καὶ σήμερον. Ὅταν προχθὲς ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ εἶπον ὅτι ἐφρόντισα περὶ τῶν ἐκβολάδων, σᾶς λέγω ἤδη ὅτι ἐφρόντισα καὶ περὶ τῶν σκωριῶν. Εἶδον ὅτι ὠφείλοντο μερικὰ καθυστερούμενα, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι πρᾶγμα πρωτοφανές, καὶ ἐζήτησα νὰ πληρωθῶσι· ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐπαρουσιάσθησαν προσκόμματά τινα ἀδικαιολόγητα. Ἀλλ’ ἐρώτησα, τί γίνεται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκκρεμοῦς δίκης ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν περὶ τοῦ λαυριωτικοῦ δάσους; μοὶ εἶπον, ὅτι ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ δημόσιον τρεῖς θέσεις καὶ μένουν ἄλλαι 18–19 ἐκκρεμεῖς περὶ ὧν τὸ δικαστήριον ἤθελε νὰ λάβῃ πλειοτέρας τινὰς πληροφορίας· ἠρώτησα, διατί τοὐλάχιστον διὰ τὰ ἐπιδικασθέντα δὲν ἐλαμβάνετε τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τῆς ἑταιρίας; μοὶ εἶπον ὅτι τὰ ἐζήτησαν, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἀπήντησαν, καὶ ὅτι ἀντ’ αὐτῶν ἀπήντησε μία πρεσβεία. Δὲν ἐδυσκολεύθην, κύριοι, νὰ διατάξω νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς ἑταιρίας λογοδοσία ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὴν ἐπαύριον ἢ τὴν τρίτην ἡμέραν παρουσιάζεται ὁ ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως καὶ τρόπον τινα ἐζήτει λόγον διὰ τί καταδιώκεται ἡ ἑταιρία· ἔχομεν, ἀπηντήσαμεν, τὸ καθῆκον νὰ ἐκτελέσωμεν ἀποφάσεις δικαστικάς· ἀλλ’ ἡμεῖς, εἶπεν, ἔχομεν ἄλλην ἀπόφασιν, ἔχομεν ἔγγραφον, —τίνος;— ἑνὸς ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸ ἓξ ἐτῶν μᾶς ἔδωκεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα.—Καὶ ἀξίζει ἀναρμοδίου προσώπου ἔγγραφον ἀπέναντι δικαστικῆς ἀποφάσεως; ἐὰν ἕνας ἰδικός σας ὑπουργὸς ἀγαθὸς (debonnaire) παρεχώρει σπουδαῖόν τι νόμημα τοῦ κράτους ἀναρμοδίως ἠθέλετε σεβασθῇ τοιαύτην παραχώρησιν; δὲν ἠθέλετε τὸν στείλει εἰς τὸ....; Ἠξεύρετε τί μᾶς εἶπεν; παρατρέχω τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ διαλόγου· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι εἰσέτι μᾶς τιμωρεῖ τὸ ἁπλοῦν ὑπουργικὸν ἐκεῖνο ἔγγραφον δοθὲν ἄνευ τῆς δεούσης προσοχῆς. Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Λαυρίου ὅτι εἶναι ἐθνικὴ, ἔκαμα αὐτὴν τὴν περὶ Σμύριδος καὶ σκωριῶν παρέκβασιν διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι αὐτὸ τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον λέγεται θεωρητικὸν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦν κατά τινας ἐπουσιώδεις διαφορὰς οἱ καλλίτεροί μας νομομαθεῖς, αὐτὸ τὸ δίκαιον εἶναι καθιερωμένον παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν δικαστηρίων ἀνακεκηρυγμένον· ὁ κύριος ὑπουργὸς ὅμως λέγει, δὲν ἠξεύρω τί νὰ κάμω· φοβοῦμαι ἂν πάρω αὐτὸ τὸ μέτρον, μήπως ζημιωθῇ τὸ δημόσιον, ἂν πάρω τὸ ἄλλο μέτρον, μήπως γεννήσω δίκας. Ἐγὼ λέγω, κύριε ὑπουργέ, ὅπως εἶπον τὸν παλαιὸν καιρὸν οἱ Πελοποννήσιοι, οἱ ὁποῖοι διέβαινον τὸν ἰσθμὸν διὰ νὰ πολεμήσουν τοὺς Πέρσας «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.» Δὲν βλέπω τὸ κατ’ ἐμὲ καμμίαν δυσκολίαν· ὁ κύριος ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπαγορεύσωμεν εἰς ἕνα ὑπουργὸν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον, ὅταν ἡ πεποίθησίς του δὲν ᾖναι τοιαύτη, ὅταν ἔχῃ δισταγμούς, δὲν λέγω ὅτι εἶναι δειλός· ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἂν αἰσθάνηται ἐν ἑαυτῷ τὴν πρέπουσαν γενναιότητα ἂς λάβῃ ἓν μέτρον, ἀρκεῖ τὸ μέτρον αὐτὸ ν’ ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ δικαίου ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ μὴ φοβῆσθε διὰ τὰς ζημίας· οὐδεμία ζημία ὑπάρχει. Αὐτοὶ οἱ κύριοι μᾶς χρεωστοῦν ἤδη δύο μιλιούνια ἐκ τῶν σκωριῶν, αἵτινες μᾶς ἐπεδικάσθησαν. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω καὶ κἄτι τι περίεργον· ἐπὶ τῶν σκωριῶν μιᾶς μόνης θέσεως, τῆς τῶν Ἐργαστηρίων, ἐγένοντο κατὰ τὸ 1865 καταμετρήσεις τακτικώταται καὶ εὑρέθησαν ὅτι ἐπὶ τῆς περιφερείας ταύτης συγκειμένης ἐκ στρεμμάτων 135, εὑρίσκονται σκωρίαι 320 τόνων, ἢ μόλυβδος καθαρὸς 25,600 τόνων, οἵτινες ἐξετιμήθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς μετρίαν τιμὴν 12,800,000· καὶ ἔπρεπεν ἐξ αὐτῶν νὰ λάβωμεν ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον ὡς δικαίωμα ἐπικαρπίας· οὐδὲ λεπτὸν μέχρι σήμερον ἐλάβομεν· καὶ ἐν τούτοις πηγαίνετε εἰς τὰ Ἐργαστήρια, νὰ ἰδῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὔτε κόκκος σκωρίας ἐπ’ αὐτῆς τῆς θέσεως ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ δημόσιον, ὅπως θὰ ἐπιδικασθῶσι, πιστεύω, καὶ αἱ ἄλλαι θέσεις εἰς τὸ δημόσιον διότι εἶναι δασώδης ὁ τόπος καὶ τὸ δάσος τοῦτο ἀνήκει ἀδιαφιλονεικήτως εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ἀλλὰ διατί τὰ δικαστήρια δὲν προβαίνουν; πῶς συγχωρεῖται νὰ παρεμβάλλωνται προσκόμματα εἰς μίαν τόσον μεγάλην περιουσίαν; Εἶναι ἀπίστευτα τὰ σκάνδαλα τὰ ὁποῖα εἰς τὴν δίκην ταύτην συνέβησαν. Πρέπει νὰ εἴπωμεν ὀλίγα δημοσίᾳ. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ ὕστερα ἀπὸ πολλὰς ἐπὶ τοῦ τόπου ἐξετάσεις καὶ εἷς κύριος· ἀλλ’ οὗτος καὶ τοι Ἀθηναῖος δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξετασθῇ ἐντὸς 30 ἡμερῶν· θόρυβος ἐγένετο· ἐντεῦθεν μία ἀναβολὴ ἑνὸς μηνὸς, ἄλλη ἀναβολὴ ἄλλων τριάκοντα ἡμερῶν, καὶ ὅμως δὲν ἀπεπερατοῦντο αἱ ἀνακρίσεις. Τί ἄλλο; τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὡρίμασε πλέον ἡ ὑπόθεσις καὶ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ὁριστικῶς, ἐκείνην τὴν ἡμέραν παρουσιάζεται αἴφνης μεταξὺ τῶν δικηγόρων εἷς νέος δικηγόρος, καὶ αὐτὸς ἔτυχε, λέγουν, νὰ ᾖναι συγγενὴς τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ τῆς ὑποθέσεως. Ἐντεῦθεν ἠναγκάσθη ὁ εἰσηγητὴς ν’ ἀφήσῃ τὴν ἕδραν του· παρατρέχω χίλια ἄλλα παρατράγωδα. Δὲν ἔχω, κύριοι, ἐν τέλει νὰ προσθέσω ἢ νὰ εὐχηθῶ εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ περισσοτέραν γενναιότητα.

§89Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ πολὺ παρετάθη, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ διαχύσῃ φῶτα πολλὰ ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων, αἵτινες δὲν ἐσχηματίσθησαν εἰσέτι· ἀλλ’ ἐπροκλήθην, καὶ γνωρίζετε καλῶς, ὅταν προκαλοῦμαι, δὲν ἀποφεύγω ποτὲ τὸ βῆμα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπαντῶν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι παρέλαβεν ἐξουσίαν πάσχουσαν τοὺς πνεύμονας, κατεσκληκυῖαν, καὶ δὲν γνωρίζω ποίας ἄλλας λέξεις τοῦ Ἱπποκράτους μετεχειρίσθη. (Θόρυβος).

§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ παρεξηγεῖτε· δὲν ἐννοῶ, ὅτι παρέλαβον τὴν ἐξουσίαν τοιαύτην..... (Θόρυβος).

§91Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀφοῦ τὸ ἀνακαλεῖτε, ἐγὼ ἀποσύρομαι. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνέβην τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ τόσων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατέταξε καὶ ἐμὲ καὶ ἕτερον τῶν συναδέλφων μου, τὸν κ. Σαράβαν, μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέπεσαν εἰς ἀντιφάσεις, ὡς πρὸς τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῶν ἐκβολάδων. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀληθέστατον, καὶ δὲν τὸ ἀποκρύπτω. Καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ περιαυτολόγησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ἐγένετο αὐτοβιογραφία τις ὡς πρός τινα ζητήματα οἰκονομικὰ, ἐπιτρέψατε νὰ περιαυτολογήσω καὶ ἐγὼ καὶ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων ὀφείλεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προεδρευόμενον. Διότι ὁ κ. Αὐγερινὸς ἔπεμψεν ἐκεῖ τὸν Πρῶσσον Γόβανς, ὁ ὁποῖος ἀνεκάλυψε τὰς πολυτίμους ταύτας οὐσίας. Ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθε τὸ ζήτημα ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἡ ἰδέα, ἥτις ἐκυρίευσε ὅλων τῶν ὑπουργῶν τὰ πνεύματα, ἦτο νὰ κηρυχθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαὶ, καὶ τοιαύτη διαταγὴ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως αὐτῶν ἐστάλη. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐπροκλήθη ἡ γνωμοδότησις τοῦ κ. Προβελεγγίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ κ. Προβελέγγιος ἀπήντησε λίαν περιεσκεμμένως, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς δι’ ἐπιστολῆς, τῆς ὁποίας ἤξευρε ποία ἠδύνατο νὰ γείνῃ χρῆσις. Καὶ οὐ μόνον τότε συνεβουλεύθημεν τὸν κ. Προβελέγγιον, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἔχετε ἔγγραφον, ἀλλὰ συνεβουλεύθημεν καὶ ἑτέρων νομομαθῶν τὴν γνώμην, καὶ κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν ἠναγκάσθημεν νὰ μεταβάλωμεν τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν λάβει. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ἦτο καὶ εἶναι λίαν σπουδαῖον· μετὰ συζήτησιν τετραήμερον ἐν τῇ πεποιθήσει τῇ ἰδικῇ μου δὲν ἠδυνήθη νὰ σχηματισθῇ κανών τις ἀδιάσειστος καὶ ἑδραῖος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἔχετε τὴν γνώμην ὅλων τῶν νομικῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶναι ἀνώτεροι ἐμοῦ, καὶ οἱ νομικοὶ οὗτοι διαφωνοῦσι. Τινὲς ἀναχωροῦσιν ἐκ διαφόρων λόγων καὶ καταλήγουσιν εἰς τὸ ἴδιον συμπέρασμα. Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου ἄλλους οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν διὰ λόγων σπουδαίων ἀντίθετον λύσιν· διότι σπουδαῖοι λόγοι ἐκτίθενται καὶ ἐξ ἑνὸς μέρους, σπουδαῖοι ἐκτίθενται καὶ ἐξ ἑτέρου· σᾶς λέγουν παραδεχθῆτε τὴν ἰδικήν μας ἀρχὴν, κηρύξατε τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὰς, διότι ἀποτελοῦσι νομήματα βασιλικά. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂν καὶ εὗρον ἀρκετὰ σπουδαίους τοὺς λόγους τῶν ὑποστηριζόντων τὴν γνώμην αὐτὴν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως βλέπω τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ὁ κ. Κόκκινος, ἀνὴρ, ὅστις βεβαίως διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς αὐθεντία, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ ἐν τῇ προσωπικῇ συνδιαλέξει, τὴν ὁποίαν εἶχον σήμερον μετ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Κόκκινος, δὲν συμπίπτει μὲ τοὺς ὁμοφρονοῦντας αὐτῷ, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων. Ὁ κ. Κόκκινος διϊσχυρίζεται, ὅτι ἀληθῶς αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, ἀλλ’ ὑποτάσσει τὴν γνώμην του ταύτην εἰς ἐπιστημονικὴν πραγματογνωμοσύνην. Ὁ κ. Κόκκινος ὑποστηρίζει, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, ἀλλὰ λέγει, ὅτι δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης του, ἐκτὸς ἐὰν σχολὴ μεγάλη νομικὴ τῆς Γερμανίας ἔλθῃ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν γνώμην του. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, ποῖον δικαίωμα ἔχουν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει σήμερον νὰ κηρύξωμεν τὰς ἐκβολάδας ὡς νομήματα βασιλικὰ ἢ ἐθνικὰ, νὰ μᾶς λέγουν, ἀποδεχθῆτε τὴν γνώμην μας; Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι κυματιζόμενον· εἶναι δὲ ἀνάγκη βεβαίως σοφώτεροι ἡμῶν νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς ποδηγετήσουν εἰς τὴν λύσιν αὐτήν. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν μίαν ἑταιρίαν νὰ πλουτῇ ἀδίκως ἀφ’ ἡμῶν. Ἐγὼ, κύριοι, ὑπεστήριξα πάντοτε τὸ συμφέρον τῶν ἑταιριῶν, διότι, νομίζω, ὅτι, ὅταν αἱ ἑταιρίαι κερδίζωσι πολλὰ, τότε δύνανται νὰ ἔλθωσι ξένα κεφάλαια. Ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τελευταῖον ἄκρον. Αἱ ἑταιρίαι πρέπει νὰ κερδίζωσι, χωρὶς νὰ ἀδικῶσι τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν λοιπὸν καθῆκον νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ λύσις ὁριστικὴ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ταμπακοπούλου. Ἡ πρότασις αὕτη καθιεροῖ τοῦτο, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν χωμάτων. Ἡ ἀπαγόρευσις ἀσφαλίζει τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καθησυχάζει τὴν ἀνησυχίαν, ἥτις ἐγεννήθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀναβάλλει δὲ τὴν ὁριστικὴν λύσιν, ἕως οὗ συναχθῶσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ δυνάμενα νὰ μᾶς ποδηγετήσωσιν εἰς τὴν ἀλήθειαν. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ταμπακοπούλου· κατὰ τὴν πρότασιν ταύτην μέχρις οὗ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἐκβολάδων, ἀπαγορεύεται ἡ ἐκκαμίνευσις καὶ ἡ μεταφορὰ τῶν χωμάτων τούτων. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἀσφαλίζονται, κύριοι, τὰ δημόσια συμφέροντα· δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἐνδέχεται ἡ ἀπαγόρευσις νὰ γεννήσῃ δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπιμένει εἰς τοῦτο· ὡς πιθανὸν τὸ εἶπεν. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία αἴτησις ἀποζημιώσεως δύναται νὰ γείνῃ κατὰ τοῦ δημοσίου, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν καὶ μεταγενεστέρως θὰ δώσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἀπαγορεύοντες τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων καὶ ἀναβάλλοντες εἰς μεταγενεστέραν ἐποχήν, οὐχὶ πολὺ μεμακρυσμένην τῆς σημερινῆς, τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος.

§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, διότι μετὰ τοσοῦτον ἐκτεταμένην συζήτησιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις πολλά, καὶ διότι πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης εἰς τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του, ὅπως περιέμενον ἀπὸ τὸ πνεῦμά του καὶ τὴν ἀγχίνοιάν του, μᾶς ἔδωσε τὴν λύσιν εὔκολον καὶ ὅπως θέλω σᾶς ἀποδείξει δὲν ὑπάρχει μεγάλη διάστασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὸν ἔντιμον κ. Χρηστίδην, ὅτι εἰς τὴν σμύριδα τῆς Νάξου, δὲν προεκαλέσαμεν νόμον δημεύοντα, ἀφήσαμεν τὰ δικαστήρια νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς νόμους. Τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν κηρύξαντα τὴν σμύριδα ὡς ἰδιοκτησίαν τῆς Σουλτάνας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατόπιν τούτου τὸ δημόσιον κατέλαβε τὴν περιουσίαν αὐτὴν ὡς περιουσίαν του, ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ ὁ κύριος Χρηστίδης, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὅτε εἰς τὴν Γερουσίαν παρουσιάσθη κατόπιν νόμος ἐπιβάλλων φόρον ὑπερβολικὸν εἰς μίαν ἄλλην σμύριδα, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ἰδιωτική, ὁ κύριος Χρηστίδης τότε δὲν ἠρνήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, οὔτε ἐκήρυξε περιττὸν τὸν νόμον αὐτόν, διότι δῆθεν ἡ σμύρις τῆς νήσου Πάρου ἦτο δυνάμει τῶν νόμων ἐθνικὸν κτῆμα. Ὁ κύριος Χρηστίδης ἐπεψήφισε τὴν πρότασίν μου, καὶ εἰς τὴν σμύριδα ἐκείνην ἐπεβλήθη φόρος, ὅπως ἐπιβάλλεται φόρος εἰς τὰς ἰδιωτικὰς περιουσίας. Κύριοι, θαυμάζω ἀπὸ χθὲς τὴν πολυμάθειαν, τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὴν πληθὺν τῶν ῥήσεων καὶ τῶν συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ἐμνημονεύθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· καὶ θαυμάζων ἠρώτων ἐμαυτόν, πρὸς τί ὅλα ταῦτα; ἂν ἡ νομοθεσία ὅλου τοῦ κόσμου συμφωνῇ μὲ τὴν ἰδικήν μας τὴν ἐν ἰσχύϊ, καὶ ἂν κατὰ τὰς νομοθεσίας αὐτὰς αἱ ἐκβολάδες ᾖναι ἀναμφισβητήτως ἐθνικαὶ πρὸς τί ἡ ἐπιμονὴ νὰ κάμωμεν νέον νόμον εἰς ὃν νὰ προσθέσωμεν, ὅ,τι εἶναι ἤδη νενομοθετημένον; καὶ εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν, ἐνώπιον ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος συζητοῦντος ζήτημα φόρου, εἰς τί ἤθελε μᾶς χρησιμεύσει καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Κορανίου; καὶ ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσῃ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου ἢ τοῦ δημοσίου ἡ μαρτυρία τοῦ Κορανίου; Ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνησε καὶ μέλλει νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον τοῦτον, ἄνθρωπος σοβαρὸς καὶ σπουδαῖος, ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ λύσῃ τὰς ἰδιωτικὰς ἀμφισβητήσεις, καὶ ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα νὰ εἴπῃ τοῦτο ἐμόν, ἐκεῖνο σόν· ζητεῖ ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ καταστρέψωμεν ἓν δικαίωμα ὅσον θέλετε κλονούμενον, ἀνίσχυρον, μίαν ἀπαίτησιν τέλος πάντων καὶ νὰ κλείσωμεν διὰ νόμου τὴν θύραν τοῦ δικαστηρίου; καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πόρισμα γενικοῦ κανόνος ἀποφασιζόμενον παρὰ τοῦ δικαστηρίου νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλὴ, θέτουσα αὐτὸ θεωρητικῶς ὡς κανόνα, ὡς γενικὴ ἀρχήν; καὶ μία τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ἤθελεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον μᾶς δείξει ὡς ἓν ἔθνος πρωτοφανὲς, ἀληθῶς ἄγριον, μὴ σεβόμενον οὔτε νόμον, οὔτε δικαίωμα, οὔτε ἀρχάς; ἔθνος τὸ ὁποῖον, ὅταν αἰσθάνηται τὸν ἑαυτόν του ἰσχυρότερον καταφρονεῖ καὶ δικαιώματα καὶ νόμους; δὲν εἶναι δυνατὸν, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ ζητῇ τοιαῦτα πράγματα. Τί θὰ προκύψῃ, κύριοι, ἀπὸ τὴν καθιέρωσιν μιᾶς ἀρχῆς; εἰς τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, εἶναι καθιερωμένη ἡ ἀρχὴ, καὶ ὅμως ἡ ἀρχὴ δίδει μόνον πρὸς τὸ δημόσιον πέντε τοῖς ἑκατόν. Τὸ ζήτημα εἶναι τί πρόκειται ν’ ἀπολαύσωμεν· διότι ἂν δὲν εἶχε σχέσιν τὸ ζήτημα μὲ ἑκατομμύρια, ἡ φιλονεικία δὲν θὰ ὑφίστατο καὶ δὲν θὰ ἀμφισβητοῦμεν ἴσως περὶ ἀρχῶν καὶ θεωριῶν. Τὸ ζήτημα ἀποκαθιστῶσι σπουδαῖον οἱ καρποί· ὁποίους λοιπὸν καρποὺς προτείνουσι ν’ ἀπολαύσωμεν; δυστυχῶς ὡς πρὸς τοῦτο σιωπῶσι· διατί; Ὁ κύριος Δεληγεώργης, κύριοι, ὅπως τὸ ἤλπιζον καὶ ὅπως τὸ ἐπερίμενα, μὲ ἐξέβαλεν ἀπὸ πᾶσαν ἀμφιβολίαν· τί νομίζετε, ὅτι σᾶς ζητοῦν· θέλετε ἴδει καὶ θέλετε θαυμάσει τὸ ὕψος τῆς εὐγλωττίας καὶ τῆς νομικῆς δεινότητος ἱκανῆς νὰ σᾶς ἀποκαθιστᾷ ἀνικάνους νὰ ἐννοήσητε τί ζητοῦσιν. Ὅλοι πιστεύετε, κύριοι, ὅτι ὁ κύριος Δεληγιώργης σᾶς ζητεῖ μίαν ἀπόφασιν ὁριστικὴν, θετικὴν, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ κηρύξητε τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν· ὄχι, θέλετε ἴδει, λέγει· ὁ ἴδιος δὲν ζητεῖ αὐτό. Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι, διότι δὲν ἔχω διδόμενον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ἠξεύρω, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει ἄλλας ἰδέας περὶ τοῦ κράτους καὶ περὶ τῆς μεγάλης ἰσχύος, καὶ περὶ τῆς ἀποῤῥοφητικῆς παντοδυναμίας του, νομίζει, ὅτι εἰς μερικὰς περιστάσεις ἡ κυριαρχία τοῦ κράτους, ἡ κυριαρχία ἡ ἐθνικὴ, δύναται ν’ ἀποῤῥοφήσῃ καὶ τὸ ἄτομον καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Ὄθωνος, ὁ κ. Ῥοντήρης ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἠδύνατο αὐθωρεὶ νὰ ψηφίσῃ καὶ δικονομίαν καὶ νόμους οὐσιαστικοὺς, καὶ συγχρόνως νὰ δικάσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ· οὕτω δὲ καὶ ἔγεινεν. Ἀλλὰ γρήγορα καὶ πολλὰ γρήγορα ἡ Συνέλευσις ἐνόησε τὸ λάθος της καὶ ἀνεκάλεσε τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία κατεσπευσμένως εἶχε γείνει. Διὰ τοῦτο δὲν ἠπόρησα, ὅταν προχθὲς ἤκουσα τὸν κ. Ῥοντήρην εἰπόντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· «ἐνώπιον τῆς κυριαρχίας σας, ἐνώπιον τῆς παντοδυναμίας σας, οὐδὲν δύναται νὰ ἀντιστῇ· ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε, διότι εἶσθε δυνατοὶ νὰ ἀποφασίσητε, καὶ ὅ,τι ἀποφασίσατε εἶναι δίκαιον καὶ ἀπρόσβλητον.» Κύριοι, τὴν κυριαρχίαν αὐτὴν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὴν ἀναγνωρίζω ὡς τοιαύτην, νομίζω δὲ ὅτι, ὅταν τόσον μακρὰν ἐκτείνωμεν τὰ ὅρια τῆς κυριαρχίας οἱουδήποτε Πολ. σώματος, θέλετε γεννήσει τὸ χάος, οὐδὲν θὰ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ· τὰ δικαιώματα καὶ ἡ κυριαρχία τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν εἶναι κανονισμένα, καὶ πρέπει νὰ μένωσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα οἱ κανονισμοὶ αὐτοὶ θέτουν. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν καμμίαν κυριαρχίαν ἀποῤῥοφῶσαν ἀποκλειστικῶς πᾶσαν ἐξουσίαν, καὶ δὲν εἶσθε καὶ δὲν δύνασθε σεῖς νὰ ἀναλάβητε τοιαύτην κυριαρχίαν, νὰ μεταβληθῆτε εἰς δικαστήριον ἀποφασίζον καὶ κανονίζον ἰδιωτικὰ δικαιώματα. Ὁ κ. Δεληγεώργης τελειόνων σήμερον τὸν λόγον του, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσῃ ἂν σφάλλω, εἶπεν, «δὲν ἐπροκαλέσαμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα πρῶτοι νὰ σᾶς ζητήσωμεν ἀπόφασιν δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ λύσητε τὴν ἀμφισβήτησιν καὶ νὰ κηρύξητε τὰς ἐκβολάδας ἐθνικάς. Περὶ τούτου ὑπάρχει νόμος· τὸν νόμον αὐτὸν ζητοῦν ν’ ἀκυρώσουν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον. Λοιπὸν παρουσιαζόμεθα ὑπερασπιζόμενοι τὸν νόμον αὐτόν, καὶ δὲν σᾶς ζητοῦμεν νὰ ἐκδώσητε σήμερον ἕνα νόμον δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ κηρύττητε τὰς ἐκβολάδας ἐθνικάς. Σᾶς ζητοῦμεν νὰ μὴ δεχθῆτε ὅ,τι σᾶς προτείνουν, διότι ὅ,τι σᾶς προτείνουν καταργεῖ τὸν ὑπάρχοντα νόμον δυνάμει τοῦ ὁποίου αἱ ἐκβολάδες αὗται εἶναι ἐθνικαί». Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ κ. Δεληγεώργη.

§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ κηρυχθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαὶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ ἔνστασις, ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα ὑπάγονται εἰς τὰ δικαστήρια, εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰ δικαστήρια διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, οὓς ἀνέπτυξα καὶ διότι οὐ μόνον κατὰ τὸ δίκαιον τῶν Αὐτοκρατόρων ὅπερ μέχρι σήμερον ἰσχύει, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ 1833, 1834 καὶ 1836 ἡ μεταλλεία ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος καὶ ἀποτελεῖ ἓν τῶν βασιλικῶν ἢ ἐθνικῶν νομιμάτων.

§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, δὲν δεχόμεθα ἡμεῖς, καὶ δὲν θέλομεν ὑποστηρίξει νόμον λύοντα κυριαρχικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ νόμος, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν πῶς πρέπει νὰ συντάξωμεν ἤδη νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λύῃ τὸ ζήτημα αὐθαιρέτως. Ἀλλὰ, κύριοι, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐνεδώσαμεν, καὶ ἐδέχθημεν καὶ δεχόμεθα πᾶσαν τροπολογίαν καὶ μεταβολὴν, διὰ τὸν ἴδιον λόγον δὲν θέλομεν καὶ ἡμεῖς ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ κυριαρχικῶς τὸ ἐναντίον, νὰ καταργήσῃ ὑπάρχοντα νόμον, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὰς καὶ νὰ τὰς κηρύξῃ ἡ Βουλὴ κυριαρχικῶς ἰδιοκτήτους. Θέλομεν, κύριοι, τὰ πράγματα νὰ μείνωσιν εἰς ἣν ὑπάρχουν σήμερον κατάστασιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος κηρύττει τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὰς, νὰ ὑπάρξῃ· Δὲν θέλομεν νόμον λύοντα ζήτημα ἀμφισβητουμένου ἰδιωτικοῦ δικαιώματος, θέλομεν νὰ μείνουν τὰ πράγματα εἰς ἣν ὑπάρχουν ἤδη κατάστασιν κατὰ τοὺς νόμους μας· καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ αἰσθάνησθε μεγάλην ἀδυναμίαν τῆς νομοθεσίας μας καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη ἔλλειψις ἐν αὐτῇ, ἵνα ζητῇ ἕνα πρόσθετον νόμον ἐπὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου οἱ νόμοι ὡς λέγετε, προβλέπουν. Καὶ ἂν δὲν προβλέπουν οἱ νόμοι καὶ ἂν ἡ διάταξις τοῦ νὰ συνταχθῇ μία ἀπαρίθμησις, νὰ γείνῃ μία στατιστικὴ, καὶ ἐὰν ἡ ἑτέρα διάταξις, ἡ ὁποία κανονίζει τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὑπουργείων, καὶ ἂν ὁδηγίαι ὑπουργικαὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ καταρτίσουν μόναι των νόμον λύοντα τὸ ζήτημα ὁπωσδήποτε, δὲν θέλομεν σήμερον, οὔτε πρέπει νὰ θέλωμεν νὰ κάμωμεν νέας καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς νομοθεσίας νὰ τὴν ἀναπληρώσητε σεῖς· ἐδῶ δὲ ἀντιτάσσεται ἐνώπιόν σας ἓν δικαίωμα· ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἔρχηται, τὸ δικαίωμα εἶναι ἐπίσης ἱερὸν· ἢ εἶναι δικαίωμα προστατεῦον ἄτομον τὸ πλέον πενιχρὸν, ἢ κοινωνίαν τὴν πλέον ἰσχυρὰν, τὸ δικαίωμα εἶναι ἐπίσης παντοδύναμον καὶ ἰσχυρὸν ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκηται. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ θέλητε νὰ τὸ λύσητε, ἀφοῦ τὰ δικαστήρια ἐτάχθησαν ἀπὸ τὸν νόμον νὰ ἀποφαίνωνται ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων περὶ δικαιωμάτων, εἶναι παράλογον! Κύριοι, δὲν ζητοῦμεν ἀναβολὴν, ζητοῦμεν νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ἢ δικαιώματα, ἀλλ’ ὅταν πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι καὶ ὅπου πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι δικαιώματα. Δὲν δεχόμεθα ὅμως, μὲ τὴν διάταξιν περὶ στατιστικῆς νὰ ἔλθητε σεῖς νὰ καθιερώσητε δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Εἶναι, κύριοι, ἄδικον, καὶ πιστεύσατε ὅτι μέγιστον κακὸν θέλομεν κάμει εἰς τὸν τόπον μας, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐκδώσωμεν νόμον τοιοῦτον. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον, κύριοι, θέλουν θαυμάσει μὲ τὴν ἀπειρίαν μας ἢ μὲ τὴν πρωτοτυπίαν μας· διότι πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, διότι νομίζομεν, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κερδίσωμεν, διὰ τοῦτο τίποτε δὲν σεβόμεθα καὶ μεταβαλλόμεθα εἰς δικαστήριον δικάζον καὶ ἀφαιροῦν τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη; Ἰδοὺ, κύριοι, διατί ἐθαύμασα καὶ ἐθεώρησα ἐξ ἀρχῆς ὅλως διόλου περιττὴν τὴν συζήτησιν· καὶ συζητεῖτε καὶ πρόκειται νὰ ἀποφασίσητε σεῖς ὡς δικαστήριον μονομερῶς, χωρὶς ν’ ἀκούσητε καὶ τὰ ἀντίθετα δικαιώματα. Καὶ τί ὠφελεῖ ἡμᾶς, ἐὰν οἱ Ῥωμαῖοι ἔλυσαν τὸ ζήτημα οὕτως ἢ ἄλλως, ἐὰν οἱ Ἀθηναῖοι ἔλυσαν τὸ ζήτημα οὕτως ἢ ἄλλως, ἐὰν οἱ Τοῦρκοι ἔλυον τὸ ζήτημα ὅπως τὸ ἔλυον, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νόμον λύοντα τὸ ζήτημα; Ἢ τί ἀνάγκην ἔχομεν, διατί συζητοῦμεν ἐὰν ἔχωμεν νόμον λύοντα τὸ ζήτημα; Ἐνόμισα λοιπὸν, κύριοι,—ἐκτὸς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποδείξουν τὴν πολυμάθειάν των, καὶ περὶ αὐτῆς δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς— ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναδίφισις τῶν κανόνων καὶ τῆς νομοθεσίας ὅλου τοῦ κόσμου ἦτο ματαία· διότι τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται νὰ τὸ λύσῃ παρὰ ἡ νομοθεσία ἡ ὑπάρχουσα καὶ ἰσχύουσα ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Ἐννοεῖτε τώρα, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ὑπὲρ ἐμοῦ τὰς διαφωνίας καὶ τὰς ἀμφιβολίας τῶν ἰδίων νομικῶν· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς κανὲν τοιοῦτον μέσον, διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅ,τι λέγουν καὶ ὅ,τι ἔχομεν εἶναι πλῆρες, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως, τότε εἶναι ματαία πᾶσα ἀμφισβήτησις, ἐὰν ὅμως ὅ,τι ἔχομεν δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ τὸ συμπληρώσωμεν νομοθετικῶς· (ψιθυρισμοί.) Μὴ βιάζεσθε, κύριοι, ἐπίστευον καὶ ἐγὼ χθὲς, ὅταν ἔβλεπον ἐκείνην τὴν πλευρὰν σπεύδουσαν νὰ τελειώσῃ χθὲς τὸ ἑσπέρας τὸ ζήτημα διὰ νὰ προλάβῃ βεβαίως μεγάλων συμφερόντων κίνδυνον, ἐπίστευον καὶ ἐγὼ τῳόντι πῶς ὑπάρχει ἀληθὴς κίνδυνος τοιοῦτος, καὶ ἔπρεπε νὰ βιαζώμεθα, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν μίαν ἑσπέραν εἰς μάτην. Ὅμως ἠκούσατε σήμερον τὶ σᾶς εἶπον οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς ἐναντίας ἰδέας. Τί εἶναι 5 μῆνες καθ’ οὓς δὲν ἐπράξαμεν τίποτε διὰ τὰς ἐκβολάδας; ἡ ζημία εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἤθελεν εἶσθαι μικρά· τί ἀφαιροῦν οἱ ἐκκαμινευταὶ τὴν ἡμέραν; πολλὰ ὀλίγον πρᾶγμα· ἐβεβαιοῦτο μάλιστα ὅ,τι ἀφαιρεῖται, ἀλλὰ βεβαίωσιν δὲν εὕρομεν οὐδεμίαν ἡμεῖς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ κινδυνεύσῃ τίποτε, ἐὰν δὲν βιασθῶμεν νὰ λάβωμεν μέτρα πρὶν σχηματίσωμεν πεποίθησιν ἢ πληροφορηθῶμεν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, πόσον χθὲς ἠπατᾶσθε, ὅταν ἐσπεύδετε καὶ ἐβιάζεσθε· ἐνομίζετε, ὅτι θὰ σώσητε τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ἐβιάζεσθε νὰ φέρητε τὴν ψῆφόν σας ὑπὸ τὴν πίεσιν ἀταξίας πρωτοφανοῦς λαμβανούσης χώραν πέριξ ἡμῶν. Εἴμεθα λοιπὸν, κύριοι, σύμφωνοι μεθ’ ὑμῶν νὰ λάβωμεν ὁποιαδήποτε νομίζετε μέτρα χρησιμεύοντα πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου καὶ νὰ μὴ ἀφαρπασθῇ ὁ δημόσιος πλοῦτος. Διαφωνοῦμεν ὅμως μαζῆ σας, καὶ δὲν θέλομεν συμφωνήσει ποτὲ, ἐνόσῳ ἐπιμένετε ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ κηρύξῃ δικαιώματα ἰδιοκτησίας, ἐὰν τοιαῦτα δὲν ὑπάρχωσι, διότι νομίζομεν, ὅτι αὐτὸ καὶ ὀρθὸν δὲν εἶναι καὶ παράνομον εἶναι καὶ ὀλεθρίας θέλει ἔχει συνεπείας καὶ εἰς τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μας. Ἰδού, κύριοι, διατὶ νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν ἀπόψε ἴσως νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν ψῆφόν μας χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην περισσοτέρων ἀναπτύξεων καὶ συζητήσεων.

§95ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.

§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.

§97ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἐζήτησε τὸν λόγον.

§99ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ῥοντήρη, εἶναι τρίτη φορὰ ὅπου ζητεῖτε τὸν λόγον, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸν δώσω ἐγώ· πρέπει νὰ ἐρωτήτω τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ νὰ τὸν δώσω.

§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§102ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅλοι ζητοῦμεν τὸν λόγον.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ῥοντήρης;

§104ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§105ΕΤΕΡΟΙ. Ἀρκετά.

§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ὀλίγας λέξεις θέλω νὰ εἴπω. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι μικρὰ εἶναι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ἰδέας του καὶ τῆς ἰδέας μου, καὶ ἐπρόσθεσε προχωρῶν εἰς τὴν ὁμιλίαν του, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν δὲν ἐζήτησα ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ ἀλλ’ ὅτι μόνον ἐκηρύχθην ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου· ἐσυμπέρανε δὲ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ γείνῃ νόμος, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφίσωμεν τὴν περὶ τῆς ἰδιότητος ταύτης τῶν ἐκβολάδων πρότασιν, ἀφοῦ νόμος ὑπάρχει κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων. Συγχωρήσατέ μοι νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὅταν τὴν παρελθοῦσαν τρίτην ὡμίλησα, μεταβὰς εἰς τὴν οἰκίαν μου ἔγραψα καὶ παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον κ. Οἰκονομίδην τὸν καθηγητὴν τοῦ πανεπιστημίου νὰ κάμῃ πιστὴν, ἀκριβῆ μετάφρασιν ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ τοῦ νόμου περὶ καθηκόντων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ δηλώσω πρὸς αὐτὸν πρὸς ποῖον σκοπὸν τὸ ἐζήτουν. Μοὶ ἔκαμε τὴν μετάφρασιν καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἡ μεταλλεία τοῦ κράτους, ἡ ἐπέκτασις καὶ ἐπωφελὴς αὐτῆς μεταχείρισις, ἡ διατήρησις καὶ χρησιμοποίησις τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων βασιλικοῦ νοήματος ἢ» — προσθέτει ὁ κ. Οἰκονομίδης — «τὸ διατηρεῖν καὶ χρήσιμον καθιστᾶν τὸ περὶ τῶν μεταλλείων βασιλικὸν νόημα.» Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, κύριοι, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει, αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἔχομεν, καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐσυστήθη ἓν γραφεῖον δημοσίας οἰκονομίας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διετάχθη παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ σύστασις μιᾶς στατιστικῆς. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ πρῶτον λόγον τὸν ἀξιότιμον κ. πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος προεδρεύει τῆς κυβερνήσεως, ἐὰν αὐτὸς ὁ νόμος δὲν καθιερῇ τὸ βασιλικὸν νόημα, ἂν αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν ἐγένετο ἐκτέλεσις διὰ τῆς συστάσεως τοῦ γραφείου καὶ διὰ τῆς στατιστικῆς τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συντάξῃ· καὶ λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν συναδέλφων μας ἔφερον καὶ ἡ ὁποία θὰ ψηφοφορηθῇ, ἡ πρότασις αὕτη διατάττει τί θὰ γείνῃ πρὸς ἐκτέλεσιν πρὸς ὠφελιμοποίησιν, πρὸς ἐπέκτασιν αὐτοῦ τοῦ βασιλικοῦ νοήματος τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ τῶν νόμων μας ἀνεγνωρισμένον καὶ ἀναμφισβήτητον· λέγει ὅτι αἱ ἐκβολάδες διὰ νόμου διατίθενται. Αὐτὴ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν δὲν εἶναι περιττὴ, διότι ὑπάρχοντος νόμου, νέος νόμος εἶναι περιττὸς, διότι δὲν ἔρχεται ἡ πρότασις αὕτη νὰ ψηφίσῃ ἐκ νέου τὸν νόμον, ἀλλὰ διατάττει τὰ τῆς ἐκτελέσεώς του· προκειμένου περὶ ἐκβολάδων λέγει, ὅτι ἡ διάθεσις αὐτῶν γίνεται διὰ νόμου. Προσθέτω δὲ δύω λέξεις, πρὶν καταβῶ, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ δύω σχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τό τε τοῦ ὑπουργείου, καθὼς καὶ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δύνανται ἐξαίρετα νὰ χρησιμεύσουν τροπολογούμενα, μεταῤῥυθμιζόμενα ὡς ὁ νόμος καὶ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως αὐτῶν, διότι τὸ σπουδαῖον ζήτημα εἰς αὐτοὺς εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου καὶ τὸ ποσὸν τοῦ δικαιώματος. Ἔρχεται δεύτερον τὸ τῶν ἐγγυήσεων καὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸ πρῶτον οὔτε εἰς τὸ δεύτερον δὲν θὰ ὑπάρξουν βεβαίως αἱ μεγάλαι διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον, ἃς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ἀδίκως, μετὰ τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ πράγματος ὅπως ἁπλοποιήθη.

§107ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε περὶ ἐγγυήσεων· τί ἐγγυήσεις θεωρεῖται;

§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγγυήσεις ἐκτελέσεως. (θόρυβος).

§109ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀκούωμεν.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπιμένει, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§111ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§112ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ ἀποκλεισθῇ.

§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ συζήτησις δὲν θεωρεῖται κεκλεισμένη ἐν ὅσῳ ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι βουλευταὶ διὰ νὰ ὁμιλήσουν, δυνάμει λοιπὸν τοῦ κανονισμοῦ κέκτηται τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ ὁμιλήσῃ, χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.

§114ΜΠΟΥΤΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ τρίτην φορὰν ὅστις ὡμίλησε δίς.

§115ΤΙΝΕΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κ. πρόεδρε.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἰμπορῶ νὰ ἐμποδίσω τὸν λόγον.

§117ΜΠΟΥΤΟΣ. Συμβουλευθῆτε τὸν κανονισμόν.

§118ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μίαν λέξιν, κύριοι, ἀπ’ ἐδῶ.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ὀλίγας λέξεις νὰ εἰπῇ ὁ κ. Ῥοντήρης.

§120ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπειδὴ παρετήρησα, ὅτι ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν τὸ κύριον ζήτημα καὶ παρὰ πολλοῖς τῶν κ. βουλευτῶν ἐθεωρήθη ὡς αὐθεντικὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προβελεγγίου καὶ τῶν ἄλλων νομομαθῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Κοκκίνου, λέγω ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἄλλοι εἶπον, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν, προσθέτω δύο πράγματα, ά. ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου ἦτον ἄγνωστος. Οἱ νομικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα αὐτὸ κυρίως ἐπαγγέλλονται τὴν νομικὴν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, τὸ δὲ ἀστικὸν δίκαιον ἐλαχίστην ἔχει ἐνταῦθα ἐφαρμογὴν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὅλοι οἱ νομομαθεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν, ὡς καὶ ὁ ἴδιος κ. Κόκκινος, ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τοῦ ἂν ἦναι τὰ χώματα μεταλλεῖον ἢ ὄχι, ἑπομένως δὲν θὰ εὕρητε οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, οὔτε τοῦ Προβελεγγίου, οὔτε τοῦ Κοκκίνου, ὅτι ἐξήτασαν τὸ ζήτημα ὡς βασιλικὸν νόμημα, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐξήτασε τὸ μεταλλεῖον ὡς βασιλικὸν νόμημα, οὔτε ἐὰν ὑπάρχωσιν βασιλικὰ νομήματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ αὐθεντεία δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἐπηρεάσῃ παντάπασιν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ εἴπω πολλὰ καὶ νὰ ὑπεξαιρέσω τὴν ἄδειαν τὴν ὁποίαν μοὶ ἐδώσατε νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ σᾶς προσθέσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀνεγνώρισε τὸ ἐπὶ τῶν μεταλλείων δικαίωμα τοῦ Σουλτάνου μεταβιβασθὲν εἰς ἡμᾶς, δηλ. ἰσχυρίσθη...!

§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀνεγνώρισε.

§122ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, θὰ εἴπω δύω λέξεις· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μὲ ἠδίκησε θεωρήσας με δεσποτικώτατον, ἐνῷ εἰς ἐμὲ παρατηρεῖτε ὅλως τὸ ἐναντίον· ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἔχομεν δύο κυριαρχίας· τὸ κράτος ἔχει μίαν κυριαρχίαν, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἄλλην, καὶ αὐτὸ τὸ αἴσθημα δὲν πιστεύω νὰ λανθάνῃ κανένα· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, τὸ θεωρῶ ἀνάξιον νὰ τὸ ἀνασκευάσω. Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι οὐδένα ἔχω δισταγμὸν ὅτι εἶναι νόημα, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ ἡ συζήτησις ἐλευθέρα διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία ἀμφιβολία ὡς πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ δείξητε ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ἀντικειμένου, καὶ οὐχὶ πολιτικοῦ, εἰς ὃ ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα. Ἤδη εἶχον περισσότερα νὰ προσθέσω διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι ἀδικεῖτε τὸ κράτος· σᾶς ἔφερον δέκα, εἴκοσιν ἀποδείξεις ἐκ τῶν κειμένων τῶν νόμων, σᾶς εἶπον ὅτι διὰ νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιστημονικῆς ἑρμηνείας, ἔχομεν ἀνάγκην ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν κειμένων νόμων, διότι αὐτοὶ εἶναι γραπτοί.

§123ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ συζήτησις εἶναι περαιωμένη. Παρουσιάσθησαν τρεῖς τροπολογίαι, ἡ μὲν εἶναι τοῦ κ. Ταμπακοπούλου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς «μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ παλαιῶν ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν τοῦ Λαυρίου χωμάτων τῶν ἐξορυχθέντων παρὰ τῶν ἀρχαίων καὶ εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἀπαγορεύεται πᾶσα αὐτῶν χρῆσις·» ἡ δὲ εἶναι τῶν κυρίων Δημητριάδη, Ῥοντήρη, Πλαστήρα καὶ Ζέγγελη «αἱ ἐν Λαυρίῳ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται διὰ νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοιούτου νόμου, πᾶσα χρῆσις καὶ διάθεσις αὐτῶν ἀπαγορεύεται.

§125ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὴν ἰδικήν μου τὴν πρότασιν τὴν συγχωνεύω μὲ τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου, ἐπειδὴ ἔχει τὸν αὐτὸν σκοπόν.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον φρονεῖ ὅτι ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Ταμπακοπούλου.

§127ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§128Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις ἡμῶν εἶναι ἡ ἀπωτέρω περιέχουσα ὅτι εἶναι περιττὸν τὸ νομοθέτημα, διότι τί λέγομεν ἡμεῖς; αἱ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ δημόσιον μόνον διὰ νόμου δύνανται διατεθῆναι καὶ ἀπαγορεύεται πᾶσα χρῆσις, ἐκποίησις ἢ ἀπαλλοτρίωσις αὐτῶν, ἐνῷ ἡ ἄλλη πρότασις στηρίζεται εἰς μίαν ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν ἀφίνει νὰ ἐξετασθῇ· ὥστε ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας ἐὰν παραδεχθῇ, εἶναι μάταια ὅλα τ’ ἄλλα.

§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς προταχθῇ, τὶ μᾶς μέλει.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις.

§131ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ἡ ἄλλη εἶναι ἀπωτέρω.

§132ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ πρότασις τῶν κυρίων λύει τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς. Ἀποφαίνεται περὶ ἐκείνων ἐφ’ ὧν ἡμεῖς δὲν θέλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν, πρὶν ἢ ἡμεῖς ἀποκτήσωμεν πλήρη πεποίθησιν· ἡ πρότασις τοῦ κ. Ταμπακοπούλου εἶναι ἀπωτέρα, διότι λέγει ἀπέχω νὰ ἀποφανθῶ, λαμβάνω ὅμως μίαν προφύλαξιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου.

§133ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§134ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἐπιθυμεῖτε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ταμπακοπούλου;

§136ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§137ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι τοῦ κ. Ταμπακοπούλου.....

§139ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ εἴπητε τὸ ἄλλο πρῶτον.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν ποίαν ἡ βουλὴ θεωρεῖ ἀπωτέρω.

§141ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τόσον καταφανὲς πρᾶγμα, κύριε πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Ταμπακοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.)

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.

§144ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε πρόεδρε.

§145Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίθετον, κύριε πρόεδρε.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον δὲν διαφωνεῖ.

§147ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀναλαμβάνετε μεγάλην εὐθύνην· οὕτω πως συζητοῦνται καὶ θέτονται τὰ ζητήματα;

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή;

§149ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, οἱ ἐπιμένοντες ὅτι δὲν εἶναι ἀπωτέρα ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι.) Δὲν παρεδέχθη.

§151Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅσοι θέλουν τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ σκεφθοῦν περὶ ἰδιοκτησίας λέγουν ναὶ, ὅσοι θεωροῦν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον λέγουν ὄχι. (Θόρυβος.)

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§153ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐγειρόμενοι.) Μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§154ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις. Οἱ μὴ δεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου ἐννοοῦν ὅτι δέχονται τὴν ἄλλην, καὶ ἑπομένως ἂν ἐκείνη ἀποῤῥιφθῇ γίνεται δεκτὴ ἡ ἄλλη;

§155ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἀποῤῥιφθῇ αὕτη, τότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἄλλη.

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.

§158ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις, κύριε πρόεδρε.

§159ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) «Μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν τοῦ Λαυρίου χωμάτων τῶν ἐξορυχθέντων παρὰ τῶν ἀρχαίων καὶ εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς ἀπαγορεύεται πᾶσα αὐτῶν χρῆσις.»

§160ΤΙΝΕΣ. «Παντοῦ ὅπου καὶ ἂν ᾖναι.

§161ΕΤΕΡΟΙ. Ἐννοεῖται. Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὡς ἕπεται. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως τῶν ἐκβολάδων κλπ. μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ τούτων, ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου ΝἸω. Καραγιαννόπουλος Ο
Α. Κ. Μιχαλόπουλος ΟΔ. Γρίβας
Ἀντ. Βενιζέλος ΟΠ. Πετιμέζης Ο
Ἀναγ. Γιαννουλίδης Α. Μαγγίνας Ν
Ν. Π. Καΐρης Θ. Π. Δελιγιάννης
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός ΟΚ. Πλαπούτας
Ν. Τσώκρης ΟΑ. Ἀντωνόπουλος Ν
Α. Ζαΐμης Χ. Ῥηγόπουλος Ν
Α. Δανόπουλος ΝἸω. Ῥοϊλὸς
Ἰω. Δέκας ΟΚ. Λαμπρυνόπουλος Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΚωνστ. Κοσονάκος Ν
Σκαρλ. Σοῦτσος ΝΘεόδ. Τσαννετάκης
Περ. Α. Πετράκης. ΝἸωάν. Σαφάκας
Στυλ. Κολιάτσος ΟΝ. Κατσικαπῆς Ν
Α. Ἴσκος. ΟἈριστ. Διδωρίκης
Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟΝ. Θ. Λεώπουλος Ο
Ἰω. Καπιτσίνης ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
Γ. Μίλησης ΝΣπ. Κοπανίτσας Ν
Α. Σ. Μήτσας ΝΓ. Λάππας Ν
Δ. Τσιτσάρας ΝΦ. Ι. Φίλωνος Ο
Κ. Γιολδάσης ΟΓερ. Σέρβος Ν
Π. Μανωλίδης ΟΣπ. Βαλαωρίτης
Εὐθ. Γουβέλης ΝΑ. Σταματόπουλος
Κ. Λομβάρδος ΝΔ. Τσαμόπουλος Ν
Α. Γαΐτας Φωσκάρδης ΝΘ. Γεωργίου Ο
Σπ. Λεονταράκης ΝἸω. ΠαπαζαφειρόπουλοςΟ
Ἰω. Σούλης Βάρκας ΝἸω. Ταμπακόπουλος Ν
Α. Γκοῦσκος Χ. Α. Χρηστόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΔ. Ζέγγελης Ο
Λ. Κρεστενίτης Π. Κ. Μανέτας Ο
Θ. Δαραλέξης Ἠλ. Φλέσσας Ο
Ἐπ. Κρεστενίτης ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
Α. Πετραλιᾶς Ἰω. Παγούσης Ο
Δ. Κλίμακας Γ. Μαλέας Ν
Α. Κατσίνας Ν. Παγκράτης Ν
Ἀναγ. Δημητρίου ΝΚ. Κοκκινώρης Ν
Γ. Δελένδας Ν. Καρύδης Ν
Σπ. Μαλασπίνας ΝἘπ. Δεληγεώργης Ο
Γ. Μ. Βαλλιάνος Γ. Γουλιμῆς Ν
Κ. Δ. Πεταλᾶς ΝἈλεξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Μ. Παΐζης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
Θρ. Ζαΐμης Ν
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς ΝἸω. Προβελέγγιος Ν
Α. Διαμαντόπουλος ΝἸω. Ταταράκης Ν
Γ. Παπαδαῖος ΝΑ. Ῥαυτόπουλος Ο
Ἰω. Σοφιανόπουλος ΝΜ. Δαμιράλης Ο
Γ. Πεῤῥωτὴς ΝΚ. Κρίσπης Ο
Κ. Δαγρὲς Ν. Ν. Φαρμάκης
Ἰω. Φλέσσας ΟΑ. Ῥοντήρης Ο
Α. Κοντόσταυλος ΝΕὐθ. Πλαστήρας Ο
Δ. Λένωσης ΟΓρηγ. Δημητριάδης Ο
Γ. Παπανικολάου Κ. Εὐθυμιόπουλος
Ἰω. Μπαλάφας
Ν. Μ. Κοζαδῖνος ΟΚίμων Χριστοδούλου Ν
Ν. Ἀγγελίδης ΝΔ. Σαράβας Ν
Ἰ. Πολυλᾶς ΝΑ. Καπετανάκης Ν
Α. Παπαδάτος ΝΜ. Καπετανάκος Ν
Ἰω. Τοπάλης Ἰω. Κατσάκος Ο
Ἰω. Δεληγιάννης Χ. Χριστόπουλος
Ἐπαμ. Καμπερόπουλος Ζαρ. Ζαρειφόπουλος Ν
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Α. Παπαλέξης
Σ. Α. Νοταρᾶς ΝΠ. Κωσταντᾶς Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΘ. Ῥωμαῖος Ν
Α. Μεταξᾶς ΟΝ. Λοῦβρος
Σ. Μονόπωλης Γ. Ἰακωβάτος
Α. Μαντζαβίνος ΝΧ. Ἰακωβάτος
Γ. Δρακονταειδῆς ΟΜ. Χαριτάτος Ο
Δ. Ῥαπτάκης Α. Μουρίκης Ο
Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΝΕὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
Κ. Πανάρετος ΝΛ. Καραλίβανος Ν
Α. Καρδαρᾶς ΟΠ. Τζαμάλας Ο
Θ. Θερμογιάννης ΟΠερ. Καλαμογδάρτης Ν
Γ. Βακαλόπουλος ΟΘ. Κανακάρης
Δ. Σαριγιάννης ΟΓ. Ῥοῦφος Ο
Ν. Βαρβιτσιώτης ΝΓ. Πράτσικας Ν
Ἰω. Βαλασόπουλος ΟΑ. Μισυρλῆς
Δ. Τριγγέτας Β. Σκαλτσοδῆμος Ο
Γ. Δελλαπόρτας Κ. Στεργιαλόπουλος
Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος ΝΣτ. Κορίζης Ο
Ἰω. Δεστούνης ΝΝ. Πιπῖνος Ν
Κ. Ἐπιφανίου Δ. Γ. Βούλγαρης
Γ. Α. Γεωργιάδης ΟἸω. Καλογιάννης
Δ. Ι. Κουνουπιώτης Θ. Γκίκας Ν
Γ. Κούτσης Δ. Χατζῖσκος
Γ. Μπούμπουλης ΝΔ. Τσιριμῶκος
Δ. Χρηστίδης ΟΓ. Δυοβουνιώτης
Π. Σεβαστόπουλος ΟΓ. Κ. Ζουλούμης
Λ. Βαφιαδάκης ΟΔ. Κριεζώτης
Ἰω. Ζαλώνης ΟΔ. Οἰκονόμου Ν
Μ. Παρίσης ΝΚ. Πετσάλης Ο
Ἰάκ. Παξιμάδης Μ. Ἀβέρωφ Ο
Σ. Σωτηρόπουλος ΝΚ. Νικόδημος Ν
Δ. Πονηρόπουλος Ἰω. Κοτσιᾶς Ο
Ἀθ. Γρηγοριάδης

§162ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λάβε, κύριε πρόεδρε. (ῥίπτει ἓν τεμάχιον χάρτου εἰς τὸ προεδρεῖον.)

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 130 73 εἶπον ναὶ, 57 εἶπον ὄχι, ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 73 κατὰ 57.

§164ΔΑΓΡΕΣ. Αὔριον νὰ γείνῃ συνεδρίασις.

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρᾳ 9 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
2τῆς 18 Μαρτίου 1871.
3(Πέμπτη).
4Ὥρα 2 Μ. Μ.
5Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθέν-
6των παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν,
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
7Κ. Μ. Θεοδώρου. Α. Μαντζαβῖνος.
8Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Γ. Δρακονταειδής.
9Ἀντ. Βενιζέλος. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
10Ν. Π. Καΐρης. Κ. Πανάρετος.
11Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. Α. Καρδαρᾶς.
12Δ. Δανόπουλος. Θ. Θερμογιάννης.
13Ἰω. Λέκας. Γ. Βακαλόπουλος.
14Δημ. Καλλιφρονᾶς. Ν. Βαρβιτζιώτης.
15Σκαρλ. Σοῦτσος. Ἰω. Βαλασόπουλος.
16Α. Ἴσκος. Ν. Θ. Λεώπουλος.
17Ἰω. Καραγιαννόπουλος. Σπ. Κοπανίτσας.
18Π. Πεμμεζῆς. Γ. Λάππας.
19Α. Μαγγίνας. Φ. Ι. Φίλωνος.
20Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Γερ. Σέρβος.
21Σ. Ῥηγόπουλος. Σπ. Βαλαωρίτης.
22Κ. Λαμπρυνόπουλος. Α. Σταματόπουλος.
23Κ. Κοσονάκος. Δ. Τσαμόπουλος.
24Ν. Κατσικαπῆς. Θ. Γεωργίου.
25Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
26Ἰω. Καπιτσίνης. Χ. Χρηστόπουλος.
27Γ. Μίλησης. Δ. Ζέγγελης.
28Α. Σ. Μήτσας. Π. Κ. Μανέτας.
29Δ. Τσιτσάρας Ἠλ. Φλέσσας.
30Κ. Γιολδάσης. Ἀθ. Κατριβάνος.
31Π. Μανωλίδης. Ἰω. Πανούσης.
32Εὐθ· Γουβέλης. Γ. Μαλέας.
33Κ. Λομβάρδος. Ν. Παγκράτης.
34Α. Γαΐτας φωσκάρδης. Κ. Κοκκινώρης.
35Σ. Π. Δεονταράκης. Ν. Καρύδης.
36Ἰω. Σούλης Βάρκας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
37Ἀνδρ. Αὐγερινός. Γ. Γουλιμῆς.
38Ἐπ. Κρεστενίτης. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
39Δ. Κατσίνας. Περ. Μποῦτος.
40Ἀναγ. Δημητρίου. Ἰω. Προβελέγγιος.
41Σπ. Μαλασπίνας. Ἰω. Ταταράκης.
42Κ. Δ. Πεταλᾶς. Α. Ῥαυτόπουλος.
43Θρ. Ζαΐμης. Μ. Δαμιράλης.
44Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Κ. Κρίσπης.
45Α. Διαμαντόπουλος. Α. Ῥοντήρης.
46Γ. Παπαδαῖος. Εὐθ. Πλαστήρας.
47Ἰω. Σοφιανόπουλος. Γρηγ. Δημητριάδης.
48Κ. Δαγρές. Κίμ. Χριστοδούλου.
49Ἰω. Φλέσσας. Δ. Σαράβας.
50Δ. Λένωσης. Α. Καπετανάκης.
51Ν. Μ. Κοζαδίνος. Ἰω. Κατσάκος.
52Ν. Ἀγγελίδης. Ζαρ. Ζαριφόπουλος.
53Ι. Πολυλᾶς. Π. Κωσταντᾶς.
54Ἀ. Παπαδάτος. Θ. Ῥωμαῖος.
55Σπυρ. Νοταρᾶς. Α. Μουρίκης.
56Ἀν. Δημητριάδης. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
57Δ. Μεταξᾶς. Δ. Καραλίβανος.
58Π. Τζαμάλας. Μ. Ε. Παρίσης.
59Περ. Καλαμογδάρτης. Σ. Σωτηρόπουλος.
60Γ. Πράτζικας. Στ. Κοριζῆς.
61Α. Μισυρλῆς. Ν. Πιπῖνος.
62Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.Θ. Γκίκας.
63Ἰω. Δεστούνης. Δ. Χατζῖσκος.
64Γ. Λ. Γεωργιάδης. Δ. Οἰκονόμου.
65Δ. Χρηστίδης. Μ. Ἀβέρωφ.
66Π. Σεβαστόπουλος. Κ. Νικόδημος.
67Α. Βαφιαδάκης. Ἰω. Κοτσιᾶς.
68Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
69σεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
70§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προειδοποιῶ τὰ θεωρία ὅτι εἰς ὅποιον γένει ἡ
71παραμικρὰ ταραχὴ θὰ τὸ κενώσω ἀμέσως. — Ἄρχεται ἡ συζή-
72τησις.
73§2ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
74§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν στιγμὴν, κύριε Δαγρέ. Ἡ πρότασις τοῦ
75κ. Κατσικαπῆ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη· τὴν στιγμὴν ταύτην κα-
76θυποβάλλονται αἱ ἑπόμεναι δύω, μία ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τοὺς
77κ. κ. Δημητριάδην, Ζέργελην, Ῥοντήρην καὶ Πλαστήραν ἔχουσα
78οὕτως· «Αἱ ἐν Λαυρίῳ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι
79εἰς τὸ κράτος διατίθενται διὰ νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου,
80μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοιούτου νόμου πᾶσα χρῆσις καὶ μετάθεσις
81αὐτῶν ἀπαγορεύεται». Ἑτέρα τοῦ κ. Ταμπακοπούλου «Ἄρθρον
82μοναδικόν. Μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ παλαιῶν
83ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν μεταλλούχων χωμάτων τῶν ἐξορυχθέντων
84παρὰ τῶν ἀρχαίων καὶ εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς
85γῆς ἀπαγορεύεται πᾶσα αὐτῶν χρῆσις». — Ὁρίσατε, κύριε
86Δαγρέ.
87§4ΔΑΓΡΕΣ. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι Βουλευταὶ, διότι πρῶτος
88ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὸν λόγον σήμερον ἐφ’ ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ
89σπουδαίου ζητήματος, οὗ ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ λύσις ἀπαιτεῖ βε-
90βαίως καὶ φῶτα καὶ γνώσεις πολὺ ἀνώτερα τῶν ἐμῶν. Ἔπραξα δὲ
91τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δικαιολογηθῶ οὐ μόνον διὰ
92τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητή-
93σεως χθὲς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπιμονὴν, ἣν ἔδειξα μέχρις ἐσχά-
94των πρὸς παραδοχὴν αὐτῆς· τοσοῦτο μᾶλλον ὀφείλω νὰ δικαιο-
95λογηθῶ, καθ’ ὅσον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἤμην ἐγὼ, ὅστις πρὸ πολλῶν
96ἡμερῶν, ὅτε ἐξελέχθη ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἀνεθέσατε τὴν ἐξέ-
97τασιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπέμενον περὶ τῆς ὅσον ἦτο δυ-
98νατὸν ταχυτέρας ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ κατ’
99ἐκείνην μάλιστα τὴν συνεδρίασιν ἠλέγχθην παρά τινων καὶ κα-
100τηγορήθην διὰ τοῦτο. Τῷ ὄντι ἐπίστευα καὶ ἤδη πιστεύω, ὅτι
101τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ταχέως. Ὤφειλον
102λοιπὸν, Κύριοι, νὰ δώσω λόγον διὰ τί ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν,
103καὶ οὐ μόνον ἐγὼ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον, ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος
104Πρόεδρος τῆς βουλῆς, ὅστις βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ
105συστήσω ἐγὼ τοῦτο· διότι οὗτος ἠναγκάσθη νὰ καταβῇ τῆς
106ἕδρας τοῦ Προεδρείου, ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες τὸν
107ἠνάγκασαν εἰς τοῦτο· Κύριοι, ἐδικαιούμην ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλ-
108λων νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν καὶ ἐπιμείνω εἰς αὐτὴν, διότι
109ἡ Βουλὴ ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρας ἤκουσε μετὰ θρησκευτικῆς
110προσοχῆς πάντας τοὺς ἀγορεύσαντας, καὶ δὲν ἐπηρεάσθη ἐξ οὐδε-
111μιᾶς ἄλλης σκέψεως, ἀλλὰ ἀποβλέπουσα εἰς τὰ μεγάλα συμφέ-
112ροντα τοῦ Δημοσίου ἤκουσεν ὅλων τὰς ἰδέας καὶ τὰς δοξασίας.
113Καὶ βουλὴ, ἥτις εἰς ἓν τοσοῦτον μέγα ζήτημα ἐξετάζει μετὰ
114τοιαύτης ἐμβριθείας καὶ προσοχῆς, ἐδικαιοῦτο, νομίζω, ν’ ἀπαι-
115τήσῃ πλειότερον σεβασμὸν ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια καὶ τὴν κοινω-
116νίαν. Βουλὴ, λέγω, Κύριοι, ἥτις παρουσιάζει τὸ πρωτότυπον, τὸ
117πρωτοφανὲς παράδειγμα, νὰ ἐργάζεται ἄνευ οὐδεμιᾶς διαιρέ-
118σεως καὶ ἐπηρείας Κυβερνητικῆς ἢ ἀντικυβερνητικῆς, δικαιοῦ-
119ται, ἐπαναλέγω, ν’ ἀξιῇ ἀνωτέραν ἐκτίμησιν· τοσοῦτον εἶναι
120βέβαιον τοῦτο, καθ’ ὅσον εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον ἔλυσε το-
121σαῦτα μεγάλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὅλαι αἱ προηγούμεναι Βου-
122λαὶ καὶ ἐθνοσυνελεύσεις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λύσωσι καὶ ἀφοῦ ἐπὶ
123τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐξηκολούθησεν ἀκροαζομένη τοὺς ἀγο-
124ρεύσαντας, σκεπτομένη καὶ μελετῶσα τὰς διαφόρους ἰδέας, ἔρ-
125χονται μίαν ἑσπέραν καὶ τολμῶσι νὰ τῇ ἐπιβάλωσιν ἔξωθεν νὰ
126λύσῃ ἓν τοιοῦτον ζήτημα μεγάλον καὶ δυσνόητον. Ἡ Βουλὴ τὴν
127ἑσπέραν τῆς χθὲς ἂν προέβαινεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήμα-
128τος αὐτοῦ, βεβαιωθῆτε, ἤθελεν ἐνισχύσει μίαν πολλὰ κακὴν
129ἰδέαν περὶ αὐτῆς καὶ ἤθελεν ἐνισχύσει ἀτάκτους τινὰς νὰ ἀνα-
130μιγνύωνται εἰς τὰς νομοθετικὰς αὐτῆς ἐργασίας. Καὶ δὲν ἔχετε
131ἀνάγκην νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι τὸ τοιοῦτο τείνει εἰς τὸν ὄλεθρον
132τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν συστήματος· δὲν ἔχετε ἀνάγκην
133νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν μὴ ὑπευθύνων προσώ-
134πων φέρει εἰς ἀναρχίαν καί αὕτη δὲν δύναται εἰμὴ νὰ φέρῃ τὴν
135τυραννίαν. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι τὸ τέρμα τῆς δεσποτείας εἶναι
136ἡ δημοκρατία, καὶ τέρμα αὐτῆς ἡ τυραννία· ἔπραξα ἐγὼ ὅ,τι
137ὤφειλον νὰ πράξω, ὡς καὶ ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
138Κύριοι Βουλευταὶ, ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐσυζητήσαμεν τὸ
139ζήτημα αὐτό, αἴφνης ἐπροτάθη νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν λύσιν του
140ἀμέσως, ἐνῷ οἱ ἀγορεύσαντες συνεφώνησαν μέν τινες τούτων
141εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δι’ ἀντιθέτων ἰδεῶν.
142Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπρότεινεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι τοῦ
143δημοσίου, ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κύριος οὗτος κατέληξε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ
144μετὰ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, διεφώνησε κατὰ θεωρίαν. Ὁ κύ-
145ριος Ῥοντήρης ἐξωμολογήθη καὶ εἶπεν ὅτι ἐξέφρασε τὴν γνώμην
146του εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ συνεφώνησε τότε ὅτι
147πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως ἡ κυβέρνησις τὸ παρου-
148σίασεν, ἀλλὰ κατόπιν μετεμελήθη καὶ μεταμεληθεὶς ἐμελέτησε,
149καὶ χθὲς ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἔφερεν ὅλους τοὺς συγγραφεῖς καὶ ὅλα
150τὰ βιβλία διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ἡ κυβέρνησις,
151καὶ ἐπολέμησεν ἰσχυρῶς τὸ νομοσχέδιόν της. Ὅταν ὁ κ. Ῥον-
152τήρης προσκληθεὶς ἢ τυχαίως ἐρωτηθεὶς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς
153δικαιοσύνης ἐξέφερε τὴν γνώμην του ταύτην, δὲν εἶχεν ὅμως
154τὴν καλωσύνην νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ
155εἴπῃ συγχρόνως τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης του, καὶ νὰ τῷ
156εἴπῃ ὅτι δὲν ὀφείλεις νὰ πιστεύῃς ὅτι θέλω ὑποστηρίξει τὴν
157γνώμην, ἣν προηγουμένως ἔδωσα ὑμῖν, διότι μετεβλήθην, — καὶ
158τοῦτο λέγων, βεβαίως δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω κακὴν πίστιν εἰς
159αὐτὸν, ἀλλὰ ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ καλῶς ἐννοουμένη ἐκπλή-
160ρωσις τοῦ καθήκοντος ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
161γνωστοποιήσῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην τῆς γνώμης του, διότι ἡ
162γνώμη του πιθανὸν νὰ ἐνίσχυσε τὸν κύριον ὑπουργὸν, ὅπως
163φέρῃ τὸν νόμον αὐτὸν ἐπὶ τοιούτων βάσεων καὶ νὰ ἐπιμείνῃ·—
164ἀλλὰ δημοσίᾳ ἦλθε καὶ ἐξέθεσε τὴν μεταβολὴν ταύτην τῶν πε-
165ποιθήσεών του. Ὅταν λοιπὸν ὁ κύριος Ῥοντήρης, ἀπὸ τὴν μίαν
166ἡμέραν ἕως τὴν ἄλλην μεταβάλλῃ γνώμην, ὅταν ὁ πρώην πρω-
167θυπουργὸς, ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἐκλεχθεὶς παρὰ
168τῆς Βουλῆς ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ προσκληθεὶς παρὰ τοῦ
169προέδρου, ἀπήντησεν, ὅτι ἀπέχει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐργα-
170σίας αὐτῆς, ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει ὅλως ἀντιθέτους ἰδέας
171ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ νομίζετε ὅτι
172ὁ κύριος Δεληγεώργης δὲν ἦτον ἠθικῶς ὑποχρεωμένος τὰ φῶτά
173του αὐτὰ νὰ διαχύσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς φωτισμὸν αὐτῆς;
174Καὶ δὲν ἦτο ἆρά γε ἐνδεχόμενον ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται ῥιπτόμεναι
175εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἤθελον τὴν θέσει εἰς καθαρώτερον σημεῖον
176καὶ ἤθελε φέρει ἐπὶ ἀκριβεστέρων βάσεων στηριζομένας τὰς προ-
177τάσεις της; Βλέπετε ὅτι καὶ τὰ πλεῖστα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς
178ἂν ὄχι τὸ ὅλον, ἐγκατέλειψαν τὰς διὰ τῆς ἐκθέσεως ἐκφρασθεί-
179σας ἰδέας των· γνωρίζετε ὅτι εἷς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς
180ὃν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου διαδηλοῖ ὅτι ἤλ-
181λαξε γνώμην ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν· ὅταν βλέ-
182πετε τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκφράσαντα διάφορον
183γνώμην, ὅστις ὑποτίθεται ὅτι ἐπηρέασε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δι-
184καιοσύνης, μεταβαλόντα γνώμην, ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀντι-
185φάσεις ὅλου τοῦ θιάσου τῶν νομομαθῶν, τί θέλετε ἐνταῦθα νὰ
186κάμωμεν ἡμεῖς μετὰ τοσαύτης σπουδῆς καὶ ὕστερον ἀπὸ τὰς
187τοιαύτας ἀντιφάσεις καὶ τῶν ἰδεῶν τὴν σύγκρουσιν; Σᾶς εἶπον
188χθὲς, τώρα ἀμέσως λύσετε τὸ ζήτημα αὐτό! καὶ τὸ ὑποστηρί-
189ζουν τώρα, ποῖοι, κύριοι; ἂς μοὶ συγχωρηθῇ εἰπεῖν, ἐκεῖνοι,
190οἵτινες διεχειρίζοντο τὰ κοινὰ ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν καὶ ὤφειλον
191νὰ λάβουν τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος ν’ ἀ-
192ναλάβωσι τὴν εὐθύνην καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιῤῥίψουν αὐτὴν εἰς τὴν
193Βουλήν. Ἔπρεπε νὰ εἴπουν εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ, ὅ,τι ἡ προκά-
194τοχος κυβέρνησις τῇ εἶπε, καὶ δὲν ἐξετάζω, διότι δὲν ἠξεύρω
195ἐὰν τὸ εὗρεν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ τὸ ἀνέστειλεν, ἢ ἂν ἀνεστάλη
196πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, ὤφειλε νὰ εἴπῃ δὲν σοὶ ἐπιτρέπω τὴν ἐκ-
197μετάλλευσιν τῶν ἐκβολάδων. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τοῦτο πότε
198ἦλθεν εἰς φῶς; πότε τέλος πάντων ἐτέθη εἰς τὸ φυσικὸν ση-
199μεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται ἤδη; πότε ἐχαρακτηρίσθησαν τὰ χώ-
200ματα τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ἐκκαμινεύει ὡς χώματα ἀργυροῦχα
201ἢ μολυβδοῦχα; Ὅτε ἐπῆγεν εἷς ἀξιόλογος οἰκονομικὸς ὑπάλ-
202ληλος, ὅστις καὶ πρὸ τῆς τῶν μηχανικῶν μεταβάσεως εἶχεν
203ἐκθέσει διάφορα περιστατικὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν περὶ τούτου,
204καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ σταλῇ μηχανικὸς, ὅστις ἐξήτασε
205τὴν κατάστασιν ἐκεῖ καὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνή-
206σεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ οὕτως ἐνηργήθησαν διά-
207φοροι ἐργασίαι, ἐζητήθησαν διάφοροι πληροφορίαι· ποῦ δὲ κα-
208τέληξε καὶ ποία ἦτον ἡ ἀμοιβὴ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ὑπάλλη-
209λον τὸν πρῶτον δώσαντα ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐξουσίαν; ἡ παῦσίς
210του, περὶ τῆς ὁποίας ἐζητήθη δὶς ὁ λόγος, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη, καθ’
211ὃ δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ ὑπουργοῦ, ὡς λέγουν. Ἡ κοινωνία
212ἔχει τὸ δικαίωμα κατ’ ἐμὲ νὰ μάθῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐγένετο
213αὕτη, διότι ἐκ τῆς παύσεως αὐτῆς ἐπῆλθε σκότος καὶ ἐκαλύ-
214φθησαν πολλά. Ἀλλά, κύριοι, πῶς οἱ λαβόντες τὴν πρωτοβου-
215λίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, οἱ ἀγορεύσαντες περιπαθῶς, οἵ-
216τινες, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ λάβωσι πρόνοιαν ὡς ἐξουσία, δὲν ἔπραξαν
217τίποτε, καὶ ἂν ἡ ἀναβολὴ τῆς χθὲς καὶ σήμερον πρόκειται νὰ
218βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τοιαύτη ἀναβολὴ προη-
219γουμένη δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ παραβλάψῃ περισσότερον; Ἐὰν
220τώρα σπεύδωμεν εἰς τὴν λύσιν καὶ κηδόμεθα τῶν συμφερόντων
221τοῦ Δημοσίου, δὲν ἔπρεπε καὶ τότε νὰ δείξωμεν ὅτι κηδόμεθα;
222Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὡς μοὶ εἶπε χθὲς, ὅτε τῷ ἐποίησα τὴν πα-
223ρατήρησιν ταύτην· μοὶ εἶπεν ὄχι, διότι δὲν εἴχομεν ἀρκούσας
224πληροφορίας, καὶ διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα. Ἔκαμον
225τὴν παρατήρησιν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτό. «Κύριε, νομίζετε ὅτι
226τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ Λαυρίου, τοῦ ὁποίου σήμερον τοσοῦτον ζωη-
227ρῶς ἐπιλαμβάνεσθε καὶ παριστᾶτε, ὅτι εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ
228τε παρόντος καὶ μέλλοντος τοῦ τόπου, δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ προ-
229καλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον τῆς βουλῆς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ
230καὶ ἡ ἀναβολὴ καὶ διάλυσις αὐτῆς; ποῖος θὰ τὸ ἔλυεν, ἐὰν ἡ
231Βουλὴ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις σας διελύετο;» Ἄ! κύριοι, ὅπως
232ἀποδίδομεν ὑμῖν καλὴν πίστιν, οὕτω καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ μᾶς
233ἀποδώσητε, δὲν λέγω ὅτι ἐζητήσατε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς
234διὰ νὰ μὴ κατορθωθῇ ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ σή-
235μερον δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπισπεύδητε τὴν συζήτησιν
236αὐτὴν, καὶ ν’ ἀρνῆσθε πατριωτισμὸν εἰς τοὺς ἄλλους, διότι δικαι-
237οῦνται νὰ σᾶς εἴπουν, σήμερον εὑρίσκετε καλὸν καὶ συμφέρον
238νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς συζητήσεως αὐτῆς, ἐνῷ ἄλλοτε δὲν σᾶς ἐσύμ-
239φερε καὶ ἐσιωπᾶτε. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, δι’ ἐμὲ ἡ ὁμιλία
240τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ναυπακτίας, ὅστις ἐπὶ μακρὸν ἠγό-
241ρευσε καὶ δεινῶς, ἀντὶ νὰ φωτίσῃ τὸ ζήτημα τὸ ἐσκότισε πε-
242ρισσότερον. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπὶ μακρὸν ἠγόρευσε καὶ προ-
243σεπάθησε νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι τὰ χώματα αὐτὰ εἶναι μεταλλοῦχα·
244ὁ κύριος Δεληγεώργης ἦτο καθαρώτερος, σᾶς εἶπε, μοὶ φαίνεται,
245ὅτι τὰ χώματα αὐτὰ ἀνήκουν τῷ Δημοσίῳ καὶ εἶναι περιουσία
246τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὃ ἀδέσποτα καὶ μὴ ἀνήκοντα οὐδενὶ, εἶναι
247δὲ νομήματα Βασιλικὰ· τὰς ἰδέας αὐτὰς, αἵτινες συγκρούονται
248μεταξὺ των καὶ τὰς διαφόρους γνώμας τῶν νομομαθῶν, ἐξετά-
249ζων ἐγὼ τώρα, ὅστις πρόκειται νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ
250ὀφείλω νὰ φροντίσω περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τί ὀφείλω
251νὰ πράξω; βεβαίως κατ’ ἐμὲ ὀφείλω νὰ ἐξασφαλίσω τὰ συμφέ-
252ροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦτο, διότι ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκ-
253φράσω τὴν γνώμην μου, ἐξ ὅσων εἶδον ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ
254ὁποῖα ἐτυπώθησαν, ἡ πορεία τῆς Ἑταιρίας Ῥοῦ ἢ Serpieri μοὶ
255δίδει τὸ ἐνδόσιμον νὰ ἀμφιβάλλω, καὶ κλίνω νὰ πιστεύω ὅτι
256δὲν ἔχει δίκαιον, μᾶλλον δὲ παραδέχομαι ὅτι ἡ Ἑταιρία οὐδὲν
257δικαίωμα ἔχει· διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων βλέπει τις ὅτι εἰς πᾶν
258μέτρον τῆς κυβερνήσεως πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας διὰ πλα-
259γίων μέσων καὶ τρόπων καὶ ὕβρεων καὶ ἀπειλῶν ἀκόμη τὴν
260ἐπολέμησεν. Ἔπεμψεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε ἕνα
261Γερμανὸν, καὶ ὁ Γερμανὸς ἐκεῖνος φθάνει ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν κατώρ-
262θωσε τίποτε, διότι κατ’ ἀρχὰς ἠθέλησαν νὰ τὸν διαφθείρουν καὶ
263ἀφ’ οὗ δὲν τὸ κατώρθωσαν, τὸν ἐξύλισαν, καὶ εἰς τὴν θάλασσαν
264τὸν ἔῤῥιψαν. Κατόπιν, δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ἔμαθον ὅτι
265τὸν προσέλαβον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των.
266§5ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
267§6ΔΑΓΡΕΣ. Τί ἄλλο βλέπετε κύριοι; Μία ἐπιτροπὴ σταλεῖσα
268ἐκεῖ, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ συλλέξῃ πληροφορίας, ἐνῷ φθάνει εἰς τὸν
269λιμένα τοῦ Λαυρίου τὴν πρώτην ὥραν Μ. Μ. ζητεῖ τοὺς διευθυν-
270τὰς, τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρίας· οὐδένα εὑρίσκει ἀλλὰ τῇ
271δίδεται ἡ ἀπάντησις, ὅτι αὐτοὶ ἀνεχώρησαν διὰ τὴν Κωνσταν-
272τινούπολιν τὴν 10 Π. Μ. Ἔμειναν ἡμέρας πολλὰς, καὶ ἅμα
273ἀπεφάσισαν νὰ ἀναχωρήσουν, τὴν στιγμὴν αὐτὴν φθάνει τὸ πλοῖον,
274τὸ ὁποῖον ἦτον εἰς περιοδείαν καὶ παρίσταται ὁ Κύριος Serpie-
275ris παρ’ οὗ ζητεῖ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ τῇ δείξῃ μερικὰ μέρη καὶ
276νὰ σφραγίσῃ δείγματα τινὰ χωμάτων. Ὁ κύριος Σερπιέρης ἀρ-
277νεῖται καὶ τοῦτο, διότι τοῦ λείπει ὁ εἰδικὸς περὶ ταῦτα, ὁ Κορ-
278δέλας. Ἡ ἐπιτροπὴ προβαίνει ἐπὶ παρουσίᾳ ἄλλων μελῶν, καὶ
279εἰς πᾶν χῶμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ ἐπιτροπὴ, ἐγείρεται μία
280ἔνστασις. Εἰς ὅλας τὰς δοκιμὰς ἀείποτε ἔγεινεν ἡ ἔνστασις, καὶ
281ἡ ἐπιτροπὴ ἵνα ἄρῃ πᾶσαν ἀφορμὴν ἐνέδιδε καὶ ἔλαβε δείγμα-
282τα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀνθρώπων τῆς
283Ἑταιρίας, τὰ θέτει εἰς σακκίδια, καὶ προσκαλεῖ τὸν Κύριον Σερ-
284πιέρον νὰ θέσῃ σφραγῖδα εἰς τὰ σακκίδια ταῦτα, καὶ οὗτος
285ἀρνεῖται. Αὐτὰ καὶ ἄλλα, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶναι ἱκανὰ νὰ
286μὲ πείσωσιν, ὅτι ἡ Ἑταιρία αἰσθάνεται ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει
287ἐπὶ τῶν χωμάτων αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο κατέφυγε εἰς τοιαῦτα
288στρεψόδικα μέσα. Αὐτὸ, Κύριοι, ἀρκεῖ ἂν εἰς οὐδεμίαν αἴτησιν
289ἀναφέρεται χῶμα μολυβδοῦχον καὶ ἀργυροῦχον, καὶ οὐδεμία
290παραχώρησις ἐγένετο τῶν χωμάτων τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν
291ἐπιφάνειαν τῆς γῆς πρὸς τὴν εἰρημένην Ἑταιρίαν. Δὲν ἔχω λοι-
292πὸν ἀμφιβολίαν καμμίαν, ὅτι ἡ Ἑταιρία Ῥοῦ ἐπὶ τῶν χωμά-
293των τῶν συσσωρευμένων εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη οὐδὲν δικαίωμα
294ἔχει, ἂν καὶ ἐῤῥέθη ὅτι τὰ χώματα ταῦτα κεῖνται ἐπὶ ἰδιωτι-
295κῶν γαιῶν καὶ κατὰ τινας τὰ ἐπὶ τοιούτων γαιῶν κείμενα
296ἀνήκουσιν εἰς τὸν Κύριον αὐτῶν. Τώρα αὐτὴ ἡ ἔνστασις ἂν
297ᾖναι βάσιμος, ἐγὼ ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι νομικὸς, ἔχω ἀνάγκην
298ν’ ἀκούσω τοὺς νομικοὺς, διὰ νὰ πεισθῶ, ἀλλὰ αὐτοὶ εὑρίσκον-
299ται εἰς σύγκρουσιν, τινὲς νομίζουσιν ὅτι εἶναι κινητὰ, ἄλλοι
300ὅτι εἶναι μεταλλεῖον, ἄλλοι νομίζουν ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ δημό-
301σιον ὡς ἀδέσποτα, ἀφ’ ἑτέρου ὁ νόμος περὶ μεταλλείων δὲν ἀφί-
302νει ἀμφιβολίαν εἰς κανένα, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ ἰδιόκτητα με-
303ταλλεῖα· τὸ ἄρθρον 7ον ῥητῶς ἀναγνωρίζει, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ
304ὑπάρχῃ μεταλλεῖον ὑπὸ γῆν ἰδιόκτητον, ἀλλὰ δὲν ἔχω καὶ
305πλήρη πεποίθησιν περὶ τούτου. Δευτέρα ἐρώτησις· ἀνήκουσιν
306εἰς τὸ δημόσιον; αὐτὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ νομίζω ἤδη, ὅτι
307πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὁποιαδήποτε μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν
308συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ὅπως παύσῃ ὁ Σερπιέρης ἐκκαμι-
309νεύων τὰ χώματα, τὰ ὁποῖα δι’ οὐδενὸς ἐγγράφου τούτῳ πα-
310ρεχωρήθησαν καὶ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν· νὰ σκεφθῶ-
311μεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ διὰ νόμου ἡ βουλὴ νὰ διαθέσῃ καὶ ὁρίσῃ
312τὴν χρῆσιν αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως νὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ
313ἕνα νόμον ὁριστικόν· ἐνδεχόμενον νὰ ἐγερθῇ ἔνστασις ὅτι πάλιν
314ἀναβολὴν κάμνομεν· σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅτι πάντοτε ἐναντίος
315τῶν ἀναβολῶν, δέχομαι ὅμως τὴν ἀναβολὴν ἤδη, διότι δὲν
316παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὅσον δὲν
317θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἢ ἄλλον τινὰ νὰ πάρῃ χώματα,
318νὰ ἐκκαμινεύσῃ καὶ ἀφαιρέσῃ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν μόλυβδον,
319καὶ ἀκόμη, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη
320ἐκκαμινεύει τὰ χώματα αὐτὰ μετὰ σκωριῶν καὶ εἰς τὰ δύο
321αὐτὰ ἔτη ἔχει ἀφαιρέσει 20 ἕως 25 χιλ. τόνους μόνον, ἀφ’ ἑτέ-
322ρου δὲν θέλει δοθῆ ἀφορμὴ νὰ εἴπουν οἱ ξένοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πολὺ
323ὀλίγην προσοχὴν δίδει εἰς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι
324διέπουν τὸν πολιτισμένον κόσμον. Ἐλησμονήσατε Κύριοι, ὅτι εἰς
325τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας, προκειμένου περὶ τοῦ δυστυχή-
326ματος τοῦ Δήλεσι, εἶπον ὅτι οἱ Ἕλληνες οὐδεμίαν προσοχὴν
327καὶ σεβασμὸν δίδουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τὸ παραβιάζουσι
328καὶ τὸ τροποποιοῦσι κατὰ τὰς διαθέσεις καὶ τὰ συμφέροντά
329των. Ἐὰν, Κύριοι, ὅπερ δὲν πιστεύω, κηρύξωμεν ἀπολύτως καὶ
330ἀποτόμως τὰ χώματα αὐτὰ σήμερον ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ δη-
331μόσιον, αὔριον ἐνδέχεται νομικοὶ σπουδαῖοι τῆς Εὐρώπης νὰ
332ἀποδείξωσιν ὅτι παραβιάζομεν τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας,
333ἀποφανθέντες οὕτω· νομίζετε ὅτι καὶ ἐν τῷ Ἰταλικῷ καὶ ἐν τῷ
334Γαλλικῷ κοινοβουλίῳ δὲν θέλουσι μᾶς ἀποκαλέσει ὡς ἀνθρώ-
335πους μὴ σεβομένους οὐδένα θεσμὸν καὶ οὐδεμίαν ἀρχὴν, ἀλλ’
336ὅτι παραβιάζομεν ταῦτα, διὰ ν’ ἀδικήσωμεν μίαν Ἑταιρίαν,
337ἥτις ἔφερε ἱκανὰ κεφάλαια εἰς τὸν τόπον; Καὶ δὲν δέχομαι ὅτι
338ἦλθον νὰ μᾶς εὐεργετήσωσιν αὐταὶ αἱ Ἑταιρίαι, ἀλλὰ νὰ πλουτή-
339σωσιν, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς καὶ τὴν Ἑταιρίαν αὐτὴν καὶ τὰς ἄλλας
340καθῆκον ἔχει ὄχι μόνον νὰ μὴ τὰς βλάπτῃ, ἀλλὰ, καὶ νὰ τὰς
341ἐνισχύῃ ἐφ’ ὅσον δὲν προσβάλλονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημο-
342σίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀφήσῃ τὴν ὁρι-
343στικὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἀργότερα, καὶ οὕτως ἐξα-
344σφαλίζονται σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐ-
345κλείψῃ καὶ πᾶσα ἀμφιβολία.
346§7ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἰδέα σας.
347§8ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως της ν’ ἀπαγο-
348ρεύσῃ ἀπολύτως τὴν χρῆσιν τῶν χωμάτων, νὰ προσκαλέσῃ δὲ ἀφ’
349ἑτέρου τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως μὴ γίνῃ
350κατάχρησίς τις περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς της, καὶ ἐν
351τῷ μεταξὺ νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως αὐτῶν.
352§9ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ὅλαι αἱ κυβερνήσεις
353ἔκαμον χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των (θόρυβος).
354§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. βουλευτὴν διὰ τὸν λόγον τὸν
355ὁποῖον μοὶ ἐζήτησε διὰ τὸ χθεσινὸν συμβὰν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ
356νὰ τῷ ἀπαντήσω ἀργότερα, διότι ἔχω καθῆκον νὰ κάμω τὴν
357ἐξήγησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
358§11ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτρο-
359πῆς, τὴν ὁποίαν ἐξελέξατε καὶ συντάσσομαι μάλιστα μετὰ τῆς
360πλειονοψηφίας αὐτῆς, ὥστε εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν
361σᾶς ὑποβάλλω· ὀφείλω λοιπὸν νὰ σᾶς ἐξηγήσω τοὺς λόγους,
362οἵτινες καὶ ἐμὲ, καθὼς καὶ τοὺς συναδέλφους μου, ἔπεισαν νὰ
363ὑποβάλωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Ἡ ἐπι-
364τροπή σας, κύριοι, ἐσυζήτησε τὴν ἰδέαν περὶ τῆς κυριότητος
365τῶν χωμάτων αὐτῶν· ἀπέσχεν ὅμως νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώ-
366μην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τρία ἢ τέσσαρα μέλη, ἀποβλέπουσα
367εἰς τὴν πρακτικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ οὐχὶ εἰς ξηρὰς
368ἰδέας, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν. Μὴ ἀμφιβάλλητε, κύριοι,
369ὅ,τι καὶ ἐὰν ἀποφασίσητε, τὰ δικαστήρια θὰ ἐπιληφθῶσιν τῆς
370ὑποθέσεως, διότι οἱ κάτοχοι εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως θὰ προσ-
371φύγουν εἰς τὰ δικαστήρια· τοῦτο βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ τὸ
372ἀποτρέψητε, κἀνεὶς δὲ, νομίζω, ἐξ ὅσων ἔλαβον τὸν λόγον νὰ
373ὑποστηρίξουν τὴν ἰδέαν τῆς κυριότητος δὲν ἐσκέφθη, ὅτι πρέ-
374πει νὰ κλείσῃ καὶ τὸν δρόμον τῶν δικαστηρίων. Κατὰ τί δια-
375φέρει ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θέλουσί
376τινες νὰ ὑποστηρίξωσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο; Ποῖος εἶναι ὁ κύ-
377ριος σκοπός; ἡ πρωτίστη γνώμη καὶ ὁ κυριώτερος σκοπὸς ὅλων
378εἶναι νὰ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὸν πλοῦτον αὐτὸν, χωρὶς,
379ἐννοεῖται, νὰ παραβλέψωμεν καὶ τὴν βάσιν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν
380ἀρχὴν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ
381ὁμοφώνως παρεδέχθησαν, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν
382μέρος τοῦ παραχωρηθέντος μεταλλείου καὶ ἑπομένως δὲν ὑπά-
383γονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ τῶν μεταλλείων νόμου, προ-
384ῆλθον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ
385κανονισθῇ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ὑποθέσατε, κύριοι, διὰ νὰ
386ἐξηγηθῶ σαφέστερον, ὅτι τὰ κηρύσσετε ἰδιοκτησίαν τοῦ δη-
387μοσίου· ἀρκεῖ νὰ σταματᾶτε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο; βλέπετε, ὅτι
388τὰ μετὰ ταῦτα παρουσιάζουν δυσκολίας· διὰ τί δὲν φέρετε
389πλήρη πρότασιν περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν; ἡ πρότασις δὲ αὕτη
390εἰς τί ἄλλο θέλει ἀποβλέπει ἢ εἰς τὸ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὸ δημό-
391σιον ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα; ἀλλὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ
392ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη τὸ νομο-
393σχέδιον, ἤτοι διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἐπιβολῆς φόρου. Τίς δὲ σᾶς
394εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσητε εἰς τὸ 10 ἢ τὸ 20 ἢ τὸ 50%;
395οὐδεὶς βεβαίως. Ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε 10%
396ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ 30% ὡς πρὸς
397τὰ χώματα, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς ἰδιοκτήτους γαίας. Βεβαίως
398ἠγέρθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς ἤθελεν ἐγερθῆ ἐντὸς
399τῆς Βουλῆς, ἂν τὸ 30% ἦναι φόρος ὑπερβολικὸς· ἔχο-
400μεν, ἴσως εἴπῃ τις, κανένα φόρον τοιοῦτον 30%; Λέγω,
401ὅτι ἔχομεν καὶ ἀνώτερον· διότι, κύριοι, φορολογοῦμεν τὰ προϊ-
402όντα ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος πρὸς 10%, καὶ
403ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; 30 καὶ 50%· διότι φορο-
404λογοῦμεν οὐχὶ πλέον τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια τοῦ
405ἰδιοκτήτου, καὶ φορολογοῦμεν τὰ κεφάλαια ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος
406ῥιψοκινδυνεύει διὰ τὴν παραγωγήν· καθόσον μία ἀνομβρία, μία
407πολυομβρία, μία ὁποιαδήποτε θεομηνία καταστρέφει τὸν καρ-
408πὸν, καὶ ἐν τούτοις ὁ γεωργὸς οὗτος, ἂν παραγάγῃ τι, φορο-
409λογεῖται ὑπὸ τοῦ δημοσίου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐ μόνον τὰ
41030, ἀλλὰ καὶ πλέον τῶν 30% δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλω-
411μεν φόρον εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα ἐκ
412τῶν προτέρων εἶναι γνωστὰ, διότι ἡ ἑταιρία αὐτὴ δὲν ἔχει νὰ
413φοβηθῇ κανένα κίνδυνον ἐκ τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους διατρέχουν
414οἱ ἐν Ἑλλάδι φορολογούμενοι γεωργοί. Εἶναι μαθηματικὴ ἀλή-
415θεια, ἂν παραδεχθῇ τις τὸν συλλογισμὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματα
416τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἀντίτιμον 224,000,000 ἀντιπροσωπεύουν
417τὰ προκείμενα χώματα, ὅτι 96,000,000 ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν
418ἐκκαμίνευσιν, καὶ ὅτι 128,000,000 εἶναι καθαρὸν κέρδος.
419Ποῖος σᾶς ἐμπόδισε λοιπὸν, ἂν δὲν δέχησθε τὸ 30%, νὰ
420προσθέσητε καὶ περισσότερα; καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν
421χωρὶς νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ
422μᾶς κατακρίνουν, ὅτι παρὰ τὸ Σύνταγμα μετεβάλλομεν τὴν βά-
423σιν τῆς ἰδιοκτησίας. Θέλετε νὰ κηρυχθῶσιν ἐθνικαὶ αἱ ἐκβολά-
424δες; μάλιστα τὸ δεχόμεθα, ἀλλὰ διατὶ σταματᾶτε εἰς τὸ ση-
425μεῖον τοῦτο καὶ δὲν ὑποδεικνύετε καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως
426αὐτῶν; Ἅμα ἔλθετε εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς διαθέσεως, θέλετε
427πεισθῆ, ὅτι ὅστις δήποτε καὶ ἐὰν ἔλθῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν καμί-
428νευσιν, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ζητήσῃ ὠφέλειαν, διότι θὰ κατα-
429βάλῃ κεφάλαια· ὑποδείξατε λοιπὸν τὸν βαθμὸν τῆς ὠφελείας,
430καὶ ἂν παραδεχθῆτε ὅτι ἡ ὠφέλεια θὰ ᾖναι 20, 40, 50%,
431μήπως δὲν ἔχετε τὸ μέσον τοῦ φόρου διὰ νὰ φθάσητε εἰς αὐτὸ
432τὸ σημεῖον; Ἀλλὰ σταματᾶτε διότι βλέπετε, ὅτι ὑπάρχουν δυ-
433σκολίαι εἰς τὰ μεταταῦτα· βεβαίως δὲν διανοεῖσθε, ὅτι ἡ κυβέρ-
434νησις πρέπει νὰ γείνῃ βιομήχανος, πρέπει νὰ καταβάλῃ κεφά-
435λαια, νὰ μεταχειρίζηται ὑπαλλήλους, οἵτινες θέλουσι διαχειρίζε-
436σθαι τὴν βιομηχανίαν αὐτήν. Εὑρίσκετε ὡς συμφερώτερον μία
437ἐπικράτεια, καὶ μάλιστα ἡ ἐδική μας, νὰ ἐπιχειρίζηται βιομη-
438χανικὰς ἐργασίας; Οἱ ἀρχαῖοι, κύριοι, ἐμίσθωσαν, ὡς εἴπετε, τὰ
439μεταλλεῖα καὶ ὅλαι αἱ ἐπικράτειαι δι’ ἑταιριῶν ἰδιωτικῶν ἐκ-
440μεταλλεύονται αὐτά· οὐδὲν δὲ ὑπάρχει παράδειγμα κυβερνήσεως
441διαχειριζομένης ἀπ’ εὐθείας τὰ μεταλλεῖα. Οὐδεμία ἐπιχείρισις,
442ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὡς ἐλατήριον τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, δύναται
443νὰ εὐδοκιμήσῃ, ναυαγεῖ. Φέρετε λοιπὸν, ἐὰν θέλετε νὰ ἔχωμεν
444πλήρη γνῶσιν τοῦ σχεδίου καὶ τοῦ σκοποῦ σας, πλήρη πρότα-
445σιν. Μὴ περιορίζησθε εἰς τὴν ἀφηρημένην ἰδέαν τοῦ νὰ διατεθῶ-
446σιν, ἀλλὰ δείξατε καὶ τὸν τρόπον. Ἅμα φθάσητε εἰς τὸν τρό-
447πον, θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον, τὸ ὁποῖον
448ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς·
449ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς φορο-
450λογία τῶν 30% διὰ μίαν τοιαύτην ἀσφαλῆ ἐπιχείρισιν εἶναι
451μετρία· ἀλλὰ τίς σᾶς ἐμπόδισε νὰ προτείνητε περισσότερον φό-
452ρον; Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιμένητε σήμερον τόσῳ πολὺ ἵν’ ἀπο-
453δείξητε ἂν τὸ μεταλλεῖον ᾖναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου; Λά-
454βετε ὡς ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα
455τῆς διαθέσεως τῶν περὶ ὧν πρόκειται μεταλλευμάτων, ὡς μὴ
456ὑπαγομένων εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων καὶ ὑποδείξατε τὸν
457τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δημόσιον εἰς ἑαυτὸ
458περισσοτέρας ἀσφαλείας. Ὁ νόμος περὶ μεταλλείων προσδιώρισε
4595% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι εἶναι
460τολμηρὸν νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἀπὸ 5, εἰς 30,
46140 ἢ 50%· ἁπλούστατος ὁ λόγος· τὸ 5% πληρώνουν οἱ
462ἐπιχειροῦντες τὴν ἀνεύρεσιν μεταλλείων, οἵτινες δαπανῶσι καὶ
463ἐργάζονται ἐν τῇ ἀβεβαιότητι· οὗτοι ἐπιχειροῦσιν ἐξορύξεις,
464κατασκευὴν φρεάτων, καταστημάτων καὶ πολλῶν ἄλλων, καὶ
465ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ἐπιτύχωσιν ἐπὶ τέλους τὴν ἀνεύρεσιν
466μεταλλείου ἀποζημιοῦντος τὰς καταβολὰς καὶ τοὺς κόπους των·
467ἂν μετὰ τόσους κινδύνους ἐπιτύχωσι, πληρώνουσι φόρον μόνον
4685%. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ἀναλαμβάνων τὴν καμίνευ-
469σιν τῶν ἐκβολάδων δὲν ἔχει νὰ τρέξῃ τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον,
470κεῖται ἡ ὕλη ἕτοιμος πρὸς ἐκκαμίνευσιν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς
471ἐκκαμινεύσεως εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστόν· ἐπιβάλλοντες
472λοιπὸν φόρον οἱονδήποτε δὲν δυνάμεθα νὰ κατακριθῶμεν παρ’ οὐ-
473δενὸς, ἀπεναντίας θὰ κατακριθῶμεν, ἐὰν φανῶμεν, ὅτι δημεύομεν
474περιουσίαν ἰδιωτικὴν στηριζόμενοι μόνον εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ
475μεταλλεῖα εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους, ἀρχὴν τὴν ὁποίαν μὲ ὅλα
476τὰ λαμπρὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν τόσον ὁ κ. Δεληγεώργης
477ὅσον ὁ κ. Ῥοντήρης, δὲν ἠδυνήθην νὰ παραδεχθῶ, διότι δὲν
478ἐπείσθην. Ἀληθῶς μὲ ἐκλόνισεν ἡ εὐγλωττία τοῦ κ. Ῥοντήρη,
479ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ὅτι τὰ μεταλλεῖα εἶναι ἰδιο-
480κτησία τοῦ ἔθνους. Ὁ νόμος τοῦ 1861, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ.
481Ῥοντήρης ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ
482μεταλλεύεσθαι ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον καθιερώ-
483νει τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ νέος περὶ
484τούτου νόμος, ἀλλ’ ἐπειδὴ, προσέθηκεν, ὁ νόμος δὲν προέβλεψε
485περὶ ἐκβολάδων, ἔχομεν τὸ δικαίωμα δι’ ἑνὸς εἰδικοῦ νόμου νὰ
486κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἆρα γε ὁ νόμος ἐκεῖνος κα-
487θιέρωσε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου; ὄχι, διότι, ἂν τοῦτο
488ὑπῆρχε, μὰ τὴν ἀλήθειαν μωρὸς ἤθελεν εἶσθαι ὁ νομοθέτης
489ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε περιορίσει τὸν φόρον εἰς μόνον τὸ 5%
490ἐπί τε τῶν ἰδιωτικῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν μεταλλείων. Ὁ νόμος
491ἐκεῖνος δὲν ἔχει τοιοῦτον πνεῦμα. Τὸ ὑπαγορεῦσαν αὐτὸν πνεῦ-
492μα εἶναι ἰδίως τὸ τῆς ἀστυνομίας, οὕτως εἰπεῖν, de la police.
493Ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ὡδηγήθη
494ἀπὸ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὠφελήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’
495ἀπέβλεψε εἰς γενικώτερον καὶ καθολικώτερον τῆς κοινωνίας
496συμφέρον· καὶ ποῖον εἶναι τὸ κοινὸν συμφέρον; Τὸ κοινὸν συμ-
497φέρον ἔγκειται εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας τῶν με-
498ταλλείων. Ἡ κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι, ἂν τὰ μεταλλεῖα μένωσι
499κεχωσμένα ὑπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, οὐδὲν ὄφελος προσγίγνε-
500ται εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ διοργανώσω τὸν
501τρόπον, καθ’ ὃν οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ἐπιχειρηματίαι νὰ δύναν-
502ται νὰ ἐξαγάγουν ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς τὸν πλοῦτον αὐτὸν
503διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἡ κοινωνία, καὶ ὠφελουμένης τῆς κοινωνίας, νὰ
504ὠφελῆται καὶ τὸ κράτος. Ἂν ὑποθέσητε ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ νό-
505μος ὁ κανονιστικὸς, ὁ ἀστυνομικὸς, οὕτως εἰπεῖν, ἠδύναντο ἐπὶ
506πολλὰ ἔτη νὰ μένωσιν ἄχρηστοι οἱ θησαυροὶ οὗτοι ὑπὸ τὴν
507γῆν· διότι οἱ ἰδιοκτῆται, εἴτε τὰ μέσα δὲν εἶχον, εἴτε δὲν ἐκέ-
508κτηντο τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, δὲν ἤθελεν ἐπιχειρίσει ἐρεύ-
509νας ὑπὸ τὴν γῆν ἀλλ’ ἤθελον περιορίζεσθαι καρπούμενοι μό-
510νον τὴν ἐπιφάνειαν. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς πάντα
511πολίτην καὶ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἄλλου νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν
512ἀνεύρεσιν μεταλλείου, ὅταν συμμορφωθῇ μὲ αὐτὰς τὰς διατά-
513ξεις· εἶπε δὲ, ὅτι δὲν θὰ λαμβάνω παρὰ 5% φόρον, διότι
514ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ εἶναι ἀβεβαία, διότι δύναται τις νὰ δαπα-
515νήσῃ πολλὰ καὶ νὰ μὴ ἀπολαύσῃ τίποτε. Ποῦ εὑρίσκετε εἰς τὸν
516νόμον τοῦ 1861 αὐτὸν τὸν κανονισμὸν περὶ τοῦ καταλληλο-
517τέρου τρόπου τῆς βιομηχανίας; οὐδέποτε εἰς οὐδὲν μέρος,
518κύριοι, ἀπαντᾷ τις τὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ὅτι
519τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ αἱ κυβερνήσεις
520τὰ ἐκμεταλλεύονται· ἂν καθιερωθῇ τὸ τοιοῦτον, θὰ ἦνε μονα-
521δικόν. Ὄχι, κύριοι, μυριάκις ὄχι, διότι ἂν ἐπιχειρήσητε τὸ τοι-
522οῦτον, βεβαιωθῆτε ὅτι ἀντὶ ὠφελείας θὰ προσγίνῃ βλάβη ἐν
523τῇ κοινωνίᾳ· συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας, ἂν ἀποδώσητε τοι-
524οῦτον πνεῦμα εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861. Ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἀνευ-
525ρέσεως καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν μεταλλείων θὰ σταματήσῃ,
526διότι ὅταν ἰδιώτης τις ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ μεταλλεῖόν τι,
527καὶ ὅταν ἡ κυβέρνησις ἰδοῦσα ὅτι τὸ μεταλλεῖον εἶναι πλού-
528σιον δὲν τὸ παραχωρῇ, καὶ βεβαίως πᾶσα κυβέρνησις θὰ κατα-
529κριθῇ ἂν παραχωρήσῃ διὰ μόνον τὸν φόρον 5% ἓν πλούσιον
530μεταλλεῖον χρυσοῦν, τότε βεβαίως οὐδεὶς θέλει ἐργάζεσθαι διὰ
531τὴν ἀνακάλυψιν μεταλλείου. Ἂν τοιαύτην ἀρχὴν καθιέρου ὁ
532νόμος τοῦ 61, ἡ περὶ μεταλλείων βιομηχανία, δὲν ἤθελεν ἔχει
533ὕπαρξιν.
534§12Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τί, ὅταν εὕρῃ τις μεταλλεῖον εἰς
535τὸ κτῆμά μου, δὲν λαμβάνει ἄδειαν ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δη-
536μόσιον καὶ δὲν πληρόνει φόρον εἰς ἐμέ;
537§13ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι ὑμεῖς, ἐνόσῳ εἴχετε τὸ μεταλλεῖον, δὲν
538ἠδυνήθητε νὰ τὸ ἀνεύρητε. Ἦτο θησαυρὸς κεκρυμμένος καὶ διὰ
539σὲ καὶ διὰ τὸ κράτος καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Ὁ νόμος λοιπὸν
540εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις διὰ τῶν κόπων του ἤθελεν ἀνεύρει
541μεταλλεῖον καὶ ἔχει συνάμα τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια καὶ
542τὴν ἀπαιτουμένην εἰδικότητα διὰ νὰ τὸ ἐκμεταλλεύσῃ, λαμβά-
543νει παρὰ τῆς κυβερνήσεως τὴν παραχώρησιν αὐτοῦ, ἡ δὲ κυβέρ-
544νησις δὲν ἔχει δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 61, παρὰ
545νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τὸ δίδω εἰς αὐτὸ τὸ πρόσωπον διότι
546δὲν ἔχει τὰ μέσα, δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι
547ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἀλλὰ τὸ
548παρέχει εἰς ἕτερον πρόσωπον ἔχον τὰ προσόντα, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης
549λαμβάνει μόνον ἓν μέρισμα μικρόν. Τὸ δημόσιον δὲν κερδίζει
550τότε παρὰ μόνον τὸν φόρον εἴτε αὐτὸ ἦτο ἰδιοκτήτης, εἴτε
551ἄλλος. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου τοῦ 61. Ὅταν
552λοιπὸν τοιαύτην ἀρχὴν καθιερώσαμεν διὰ προηγουμένου νόμου,
553ἐν τίνι λόγῳ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅπου εὑρεθῇ
554μεταλλεῖον πλούσιον, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ ἰδιοποιῆται;
555Καὶ χωρὶς νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, χωρὶς νὰ παρα-
556βλάψωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰδιοκτησίας, φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ
557φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον, ὅπερ ἐπιδιώκετε, ἂν παραδε-
558χθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐξάνοντες τὸν φόρον ἐπὶ
559τοσοῦτον, ὥστε καὶ τὸ δημόσιον νὰ ὠφελῆται ἀναλόγως καὶ οἱ
560ἐπιχειροῦντες τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν ἐπίσης νὰ ἔχωσι συμ-
561φέρον νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας των.
562Ἐν τούτοις, κύριοι, συγχωρήσατε νὰ εἴπω ὑμῖν, δὲν θὰ φθά-
563σητε εἰς ὡρισμένον σημεῖον, ἂν δὲν καταδείξητε καὶ τὸν τρόπον,
564καθ’ ὃν ἐννοεῖτε νὰ διατεθῶσιν αἱ προκείμεναι ἐκβολάδες, διότι
565ἄλλως θὰ γεννηθῶσι δίκαι, θὰ προκύψουν διαμαρτυρήσεις καὶ
566ἄλλαι δυσχέρειαι καὶ βραδύτητες· γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὰ δικα-
567στήρια αὐτὰ ἄχρι τοῦδε ἐπὶ τοσαῦτα ἔτι δὲν ἀπεφάνθησαν, ἂν
568αἱ γαῖαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων κεῖνται ἢ ἔκειντο αἱ σκωρίαι, ἦναι
569ἐθνικαὶ ἢ ὄχι, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἑταιρία διὰ τῶν στρεψοδικιῶν
570(chicaneries) διὰ τῆς παρατάσεως τῶν δικῶν θὰ φέρῃ τὸ δη-
571μόσιον μετ’ ὀλίγον καιρὸν εἰς τὸ σημεῖον νὰ φανῇ, ὅτι εἶναι
572ἰδιοκτήτης μερικῶν πεύκων. Ἐὰν, κύριοι, οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες
573ἠγανάκτησαν κατὰ τῆς κακῆς πίστεως, πιστεύσατε ὅτι ἐγὼ αἰ-
574σθάνομαι ἔτι μεγαλειτέραν ἀγανάκτησιν, διότι, ὁμολογουμένως,
575ἡ ἑταιρία αὐτὴ δὲν ἐφέρθη μὲ καλὴν πίστιν, διὰ σοφιστειῶν,
576διὰ στρεψοδικιῶν κατώρθωσεν ἀντὶ νὰ πληρώνῃ τὰ 30%
577ἐπὶ τῶν σκωριῶν, αἱ ὁποῖαι κεῖνται εἰς ἐθνικὰς γαίας, νὰ πλη-
578ρώνῃ μόνον 10%, καὶ ὅταν τελειώσῃ ἡ δίκη θὰ ἦναι ἐξην-
579τλημέναι αἱ σκωρίαι.
580Τελειώνων λοιπὸν, κύριοι, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ φέρητε καὶ
581τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν χωμάτων αὐτῶν· διότι, κύριοι,
582δὲν πρέπει ὡς μικρὰ παιδιὰ νὰ περιμένωμεν ἀπὸ μόνην τὴν Κυ-
583βέρνησιν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὸν τρόπον. Τὸ Σύνταγμα ἔδωκε τὸ
584δικαίωμα εἰς πάντα βουλευτὴν νὰ φέρῃ πρότασιν νόμου, μὴ
585σταματᾶτε λοιπὸν, ἀλλ’ ὑποδείξατε καὶ τὸν τρόπον τῆς δια-
586θέσεως, διότι οὐδὲν θέλει κερδήσει τὸ δημόσιον ἂν μόνον κηρυ-
587χθῶσι δημοσία περιουσία τὰ χώματα ταῦτα. Ἔλθετε εἰς πρακτι-
588κὸν ἀποτέλεσμα, δείξατε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀπολαύσῃ
589τὸ δημόσιον περισσοτέρας ὠφελείας, ἂν μεταβληθῇ εἰς μίαν
590βιομήχανον ἑταιρίαν, καὶ ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι αἱ ὠφέλειαι τοῦ
591δημοσίου θὰ ὦσι πράγματι ἀνώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας περιμέ-
592νομεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τότε μάλιστα· ἀλλὰ τότε μόνον
593θέλομεν προτιμήσει τὸ ἰδικόν σας σύστημα.
594§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς δύο παρελθούσας συζητήσεις περὶ τοῦ
595ζητήματος τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου ἀπήντησα εἰς τὸν κύ-
596ριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν ἀρχὴν
597τοῦ νομοσχεδίου. Ἔκτοτε ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὁ κύριος ὑπουρ-
598γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαλήσας χθὲς, ἂν οὐχὶ πρὸς τὸν αὐτὸν
599σκοπὸν καὶ πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ ὅ-
600μως μὲ τοσούτους δισταγμοὺς ἐπὶ τῶν συζητουμένων ζητη-
601μάτων, ὥστε εἰς τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι κατήντησε
602ἀποτέλεσμα εἰς ὃ καὶ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ.
603Νομίζω διὰ τοῦτο καθῆκόν μου νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζή-
604τησιν, ἀρχόμενος ὅμως ἀπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου βου-
605λευτοῦ Παρνασσίδος, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα· διότι
606ἄλλως ἡ περαιτέρω ὑποστήριξις τῆς γνώμης μας εἶναι περιττὴ,
607ἐὰν αἱ σκέψεις τοῦ προλαλήσαντος ᾖναι ὀρθαὶ καὶ ἡ γνώμη μας
608στερεῖται πρακτικῆς ἀξίας.
609Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἔφερεν εἰς μέσον μίαν γνώμην· ἡ γνώμη
610αὕτη εἶναι, ὅτι ματαιοπονίαν θεωρεῖ τὴν προσπάθειαν τῶν
611συμμεριζομένων τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ
612Κράτος καὶ ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ὡς τοιαῦται ὑπὸ τῆς
613νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ θαυμάζω μὲ τὴν γνώμην ταύτην
614τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις εἶναι καὶ λέγεται λίαν πρα-
615κτικός. Εἶναι τοσαύτη ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ ἑνὸς συστή-
616ματος καὶ τοῦ ἄλλου, ὥστε θαυμάζω πῶς ἠδυνήθη νὰ σταθῇ
617εἰς τοὺς πόδας του ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐπ’ ἀμφοτέρων
618συγχρόνως πατῶν.
619Τί σᾶς εἶπεν; αὐξήσατε τὸν φόρον ἵνα ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν
620ἐκβολάδων ὅσον θελήσετε. — Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα; ἀλλὰ
621δύνασθε νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον ἀποῤῥοφῶντες τὸ δικαίωμα τῆς
622ἰδιοκτησίας; ἰδοὺ τὸ ζήτημα τὸ πρακτικόν. Ἐὰν ἔχωμεν τὴν
623ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσωμεν τὸν φόρον ἄμικτον ἀδικίας, ἐὰν
624ᾖναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ φόρος δὲν δύναται νὰ ᾖναι δίκαιος
625ὅταν εἰσέρχηται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιο-
626κτησίας τοῦ ἀτόμου, τότε πῶς τὸ σύστημα τοῦ κυρίου Κε-
627χαγιᾶ, καὶ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σημερινοῦ, εἶναι ἓν
628καὶ τὸ αὐτὸ, πῶς τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαράλλακτον μὲ τὸ
629σύστημα τὸ ὑποστηρίζον ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι περιουσία ἐ-
630θνική; Καὶ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μεγαλειτέρα ἀδικία ἀπὸ τὴν ἀδι-
631κίαν τὴν ὁποίαν μᾶς προσκαλεῖ νὰ πράξωμεν, ὅταν ἐντὸς τοῦ
632φόρου περιλάβωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας;
633Καὶ θαυμάζω πῶς τόσον καταφανῆ ἀλήθειαν δὲν ἠδυνήθη ὁ
634ἀξιότιμος συνάδελφός μας νὰ ἐννοήσῃ πρὶν ἢ ἀναβῇ τὸ βῆμα.
635Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐκ φαντασιοκο-
636πίας καὶ κενῆς φιλοτιμίας, ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ ἑδραίου ὑπο-
637στηρίγματος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἓν δικαίωμα καὶ ἓν καθῆκον, τὸ
638ὁποῖον δὲν εἶναι τυχαῖον, ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν
639μίαν γνώμην, ἥτις διαφέρει πολὺ οὐ μόνον θεωρητικῶς ἀλλὰ
640καὶ πρακτικῶς ἀπὸ τὴν γνώμην ἥτις μᾶς προεκάλεσε νὰ σκε-
641φθῶμεν.
642Ἀλλὰ, κύριοι, παρεκτὸς τούτου, ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν εἰς
643τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μας· τὸν ἐρωτῶ, δυνάμεθα νὰ κα-
644ταργήσωμεν ἐμμέσως ἓν ἐθνικὸν νόμημα, ὅπερ μᾶς ἀνήκει; νὰ
645τὸ καταργήσωμεν ἀπ’ εὐθείας, τὸ ἐννοῶ· τὸ καταργοῦμεν ἐν
646γνώσει τοῦ ὅτι ὑπάρχει, τὸ καταργοῦμεν ἐν γνώσει ὅτι θέλομεν
647νὰ τὸ καταργήσωμεν, τὸ καταργοῦμεν δυνάμει τῆς νομοθετι-
648κῆς μας ἐξουσίας· ἀλλὰ τότε ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου προλα-
649λήσαντος ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἄλλη, ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ὅτι
650ἡ ὕπαρξις τοῦ νομήματος αὐτοῦ εἶναι περιττή. Νὰ τὸ καταρ-
651γήσωμεν ὅμως ἐμμέσως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ὅτι τὸ ἔχομεν, ἢ μὲ τὴν
652ἰδέαν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐλαττοῦμεν τὸν δημόσιον
653θησαυρὸν, δὲν ἐλαττοῦμεν τὰ μέσα τῆς ἐπικρατείας, θέλομεν
654εἰσπράξει ἀπαραλλάκτως ταὐτὰ, ὅπως ἠθέλομεν εἰσπράξει
655ταῦτα διατηροῦντες τὸ νόμημα, τοῦτο εἶναι ἀσυγχώρητον.
656Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δὲν ἐσυζήτησε κατὰ βάθος τὸ ζή-
657τημα τοῦτο ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν· ἐὰν δὲ ἤθελεν ἐπιχειρήσει
658τὴν συζήτησίν του, δὲν πιστεύω νὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ λόγους νὰ
659ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, ὅτι ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομολογικὴν
660συμφέρει μᾶλλον ὁ φόρος παρὰ τὸ δικαίωμα. Ὑποθέσατε, διὰ
661μίαν στιγμὴν ὅτι ἀποφασίζομεν τὸ νόμημα τοῦτο τὸ ὁποῖον
662ἔχομεν, καὶ τὸ ἔχομεν ἀναμφισβητήτως, διότι μᾶς τὸ ἐπιβάλ-
663λουν οἱ νόμοι μας καὶ διότι μόνον ὁ μὴ θέλων, κατὰ τὴν πε-
664ποίθησίν μου, δὲν τὸ βλέπει ἐν αὐτοῖς· ἐὰν, λέγω ἠθέλαμεν νὰ
665τὸ καταργήσωμεν, νομίζετε ὅτι θὰ ἐπράτταμεν τί ποτε καλὸν
666δι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν βιομηχανίαν τῆς ἐκκαμινεύσεως; Ὑποθέ-
667σατε αὐτὴν τὴν περιουσίαν, ἥτις εἶναι διεσπαρμένη εἰς μίαν
668μεγάλην ἔκτασιν, τῆς ὁποίας τὴν κυριότητα κηρύσσομεν τόσον
669ἐπιπόλαιον, τόσον πρόχειρον, ὥστε καὶ ὁ τυχών, διότι ὁ ὄνος
670του ἔβοσκεν ἐπ’ αὐτῆς, τὴν ἀπέκτησε, ὅλην αὐτὴν τὴν περιου-
671σίαν, λέγω, διεσπαρμένην εἰς τὰς χεῖρας τοῦ τυχόντος, νομί-
672ζετε ὅτι ἐκ τούτου, ἐκ τῶν πολλῶν κυρίων οὓς ἡ ἰδιοκτησία
673αὕτη θὰ ἀπέκτα, θὰ ἐνισχύομεν τὴν βιομηχανίαν τῆς ἐκκαμι-
674νεύσεως; ὄχι· ἐξεναντίας, διότι τὸ κράτος σκέπτεται βεβαίως
675ὡριμώτερον καὶ συντηρητικώτερον καὶ δικαιότερον, καὶ ἔχει
676προσέτι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκέπτεται καὶ ὑπὲρ τῆς βιομηχα-
677νίας, σκέπτεται δὲ διὰ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς δημοσιότητος
678θέλει σκεφθῆ ἐπιεικέστερον. Ἀπεναντίας ἡ περιουσία αὐτὴ, ἡ
679πολυτάλαντος καὶ μυριοτάλαντος, διδομένη εἰς τὰς χεῖρας τῶν
680ἰδιωτῶν, οἵτινες μανθάνουν ἀπὸ τοῦδε, διότι ἔλαβαν τὴν πρω-
681τοβουλίαν αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος νὰ τοῖς τὸ διδάξωσιν,
682ὅτι ἔχουν προσοδοφόρον εἰς χεῖρας των ἰδιοκτησίαν, θὰ εὕρῃ μετὰ
683δυσκολίας τοὺς καμινευτάς της. Οἱ ἰδιοκτῆται βλέποντες τὸ
684δημόσιον, ὅπερ κηρύττομεν ὅτι δὲν εἶναι ἰδιοκτήτης, ἐπιβάλλον
685φόρον 30% κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κυρίου
686Κεχαγιᾶ, μόνον ὡς φόρον, θὰ ζητήσωσι καὶ αὐτοὶ ἄλλο τόσον
687τοὐλάχιστον ὡς δικαίωμα ἰδιοκτησίας.
688§15ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, μὲ συγχωρεῖτε διὰ
689τὴν διακοπήν. Μὴ λησμονῆτε τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει
690μεταξὺ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου καὶ τῆς καθαρᾶς προσό-
691δου· ἑπομένως οἱ βιομήχανοι (....συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς
692διακόψω, διότι ἴσως δὲν ἀνέπτυξα τὸ μέρος τοῦτο....)· οἱ
693βιομήχανοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταβάλουν 100 καὶ
694νὰ κερδίσουν 200, ἐὰν ἀφαιρεθοῦν τὰ 100, ἔχουσιν ἑκατὸν ὄ-
695φελος. Ἐκ τῶν 100 τοῦ κέρδους, δύνασαι νὰ ἀφαιρέσῃς τὰ
69630, 40 ἢ 50. Ἑπομένως ἡ βιομηχανία ἀναπτύσσεται ὅσον
697θέλετε, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ κέρδος.
698§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διακοπὴ, κύριοι, ἣν μοὶ ἔκαμεν ὁ ἀξιό-
699τιμος συνάδελφός μου, ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε, δὲν
700μετέβαλε παντάπασι τὴν γνώμην μου, οὔτε πιστεύω, ὅτι με-
701τέβαλε τὴν ἀντίληψίν σας. Φαίνεται ὅτι δὲν προσέσχε καλῶς
702εἰς τοὺς λόγους μου, καὶ ἐὰν ἐπρόσεχε δὲν ἤθελε μὲ διακόψει.
703Εἶπον, ὅτι ὁ φόρος δὲν δύναται νὰ προβῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε
704νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Θέλει νὰ προσ-
705διορίσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ; θέλει νὰ προσδιορίσῃ τὸν
706φόρον ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος; εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
707Ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ὁ δημόσιος φόρος, ὡς φόρος,
708ἤθελεν εἶσθαι 30% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Τί εἶπον ἐγὼ πρὸ ὀ-
709λίγου; Ἐὰν τὸ δημόσιον ὡς φόρον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ
71030% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, διατί ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ
711προσθέσῃ δι’ ἑαυτὸν 30% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ; Ἐὰν τὸ δημό-
712σιον θὰ ἐπιβάλλῃ 15% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, διατί δὲν
713ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ εὔλογον δικαίωμα, τὸ φρόνιμον δικαίωμα
714ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὸς 15% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρί-
715στου; λοιπὸν τὰ βάρη διπλασιάζονται. Καὶ ὡμίλησα με-
716τριοφρόνως, διότι πιστεύω, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρ-
717νηθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου εἶναι πάντοτε μεγαλεί-
718τερον τοῦ δικαιώματος τοῦ φορολογοῦντος Κράτους.
719Ἡ γνώμη λοιπὸν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου,
720ὑπ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐπόψεις δὲν εἶναι ὀρθή. Ὁ φόρος δύναται
721νὰ προχωρήσῃ ὅσον θέλετε καὶ ὅσον θέλει· ἀλλὰ θὰ φθάσῃ εἰς
722τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξαντλεῖται πλέον ὁ ἐκ τοῦ
723κυριαρχικοῦ δικαιώματος ἐπιβαλλόμενος φόρος. Τὰ ὅρια τῆς
724ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας δὲν θὰ τὰ ἐγγίζῃ παντάπασιν, διότι ἐὰν
725τὰ ἐγγίξῃ, τότε εἶναι αὐτόχρημα δήμευσις, αὐτόχρημα spolia-
726tion. Ἑπομένως, ὅταν κατὰ τὸ σύστημα ὅπερ προεκάλεσεν αὐ-
727τὴν τὴν συζήτησιν, τὸ σύστημα τῆς ἀναγνωρίσεως ἰδιωτικῆς
728ἰδιοκτησίας, θελήσωμεν νὰ βαδίσωμεν, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ἔ-
729χωμεν δύω δικαιώματα· τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας, τῆς
730φορολογούσης, δικαίωμα πεπερασμένον, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ
731ἰδιοκτήτου ὡς ἰδιοκτήτου, τὸ ὁποῖον συγκαταβατικῶς ἐπεριώ-
732ρισα εἰς ἴσον ποσὸν μὲ τὸν φόρον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι
733ὑπέρτερον τοῦ φόρου, καὶ τὸ ὁποῖον τέλος πάντων κεῖται εἰς
734τὴν θέλησιν τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ ὁρίσῃ ὅπως βούλεται.
735Οὕτως ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου βου-
736λευτοῦ Παρνασσίδος πίπτει. Προέταξα δὲ τὴν ἐξέτασιν τῆς
737ἰδέας του ταύτης διότι, βεβαίως, ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, διαδε-
738χόμενος αὐτὸν εἰς τὸ βῆμα, νὰ θελήσω νὰ ἐνασχοληθῶ περὶ
739πράγματος, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξεν «ὄνου σκιάν.»
740Καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς
741καὶ ἄλλος ἐκ τῶν συναδέλφων ἔφεραν εἰς μέσον τὸ ζήτημα τῆς
742ἀρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων. Ἰδοὺ ἓν ζήτημα. Ὁ δ’ ὑπουρ-
743γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὗ τινος ἡ γνώμη βεβαίως ἔχει πολλὴν
744σημασίαν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐπανέφερεν ὅλα τὰ ζητήματα,
745ὅσα ἐσυζητήσαμεν, καὶ ὡμολόγησεν ὅτε ὑπήρξαμεν πάντες οἱ
746ἀγορεύσαντες τοσοῦτον ἀτυχεῖς, ὥστε δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κλο-
747νίσωμεν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιῤῥεάσωμεν τὴν πεποίθησίν του.
748Οὕτως, ἀκόμη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε ἐπείσθη
749οὔτε ἔχει μίαν γνώμην. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πλανᾶται· πλα-
750νᾶται δηλαδὴ περὶ ἑαυτοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
751Οἰκονομικῶν εἶναι πεπεισμένος· εἶναι πεπεισμένος ἐξ ὅσων εἶπε·
752μὴ μὲ παρεξηγήσητε, διότι ὅσα εἶπε, κύριοι, μᾶς ἀρκοῦν διὰ
753νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν γνώ-
754μην τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ
755Κράτος.
756Ὁ κ. Σωτηρόπουλος κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἀνέφερεν
757ἐπὶ τέλους, ὅτι τὰ μέταλλα ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον καὶ
758ὅτι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν
759μεταλλείων· ἐθεώρησε μάλιστα καὶ τὸν νόμον τοῦ 1861 ὡς
760ἀπόῤῥοιαν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἀλλ’ ἐδίστασε, ποῦ; ἐδί-
761στασεν εἰς τοῦτο· τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες; Τῳόντι, κύριοι, πρέπει
762νὰ συζητήσωμεν τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες.
763Ἰδοὺ τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες. Εἶναι ὅλη ἡ ὕλη, ἡ ὁποία συ-
764νώδευεν εἰς ὅλα τὰ μεταλλεῖα, ὅλον τὸ μέταλλον, ὅπερ ἡ ἀρ-
765χαιότης ἐχώνευσε· διότι τὸ μέταλλον τοῦτο παρακολουθεῖται
766ὑπ’ αὐτῆς τῆς ὕλης, δηλονότι τῶν ἐκβολάδων. Ὅσους αἰῶνας
767διήρκεσεν ἡ μετάλλευσις τῶν ἀρχαίων, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐ-
768πεσωρεύοντο καὶ τὰ χώματα ταῦτα εἰς τὸ Δαύριον. Ὁποίαν
769δ’ ἀναλογίαν εἶχεν ἐν τῷ μεταλλεύματι ὁ ἄργυρος πρὸς τὸν μό-
770λυβδον κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, καθ’ ἣν ἀνεζητεῖτο τοσοῦτον πε-
771ριπαθῶς, μὲ τοσούτους ἱδρῶτας καὶ τοσοῦτον ἐπικερδῶς, τὴν
772αὐτὴν ἔχει καὶ εἰς τὰς ἐκβολάδας περὶ ὧν πρόκειται ν’ ἀπο-
773φασίσωμεν. Διὰ νὰ πληροφορήσω δ’ ἔτι περισσότερον τὸν ἀξιό-
774τιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ τί εἶναι αἱ ἐκβολά-
775δες, θὰ τῷ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην μίαν ἱστορικὴν μαρτυ-
776ρίαν, διδάσκουσαν ὁποῖον ἦτο ἐκ τῶν μεταλλείων τοῦ Λαυρίου
777τὸ εἰσόδημα τῶν Ἀθηναίων.
778Ὁ Ἡρόδοτος λέγει ὅτι πρὸ τοῦ Θεμιστοκλέους τὸ ἐκ τῆς
779ἐνοικιάσεως τῶν λαυριωτικῶν μεταλλείων εἰσόδημα τῆς δημο-
780κρατίας διενέμετο εἰς τοὺς ἐλευθέρους Ἀθηναίους· ἐλάμβανε
781δὲ ἕκαστος ἀνὰ δέκα δραχμάς· ἦσαν δ’ οἱ Ἀθηναῖοι 30,000.
782Ἐκ τῆς μαρτυρίας ταύτης τοῦ Ἡροδότου ἕπεται ὅτι τὸ δημό-
783σιον ἔσοδον τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηναίων ἀνέβαινεν εἰς 300,
784000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, δηλονότι 50 τάλαντα. Ταῦτα δὲ
785ἐλαμβάνοντο ἐκ μόνου τοῦ φόρου ἢ τοῦ τέλους ἢ τοῦ κανόνος
786ὃν ἐπλήρονον οἱ ἐνοικιασταὶ ἀναλόγως τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος
787τῶν μεταλλείων, χωρὶς νὰ συμπεριλαμβάνεται τὸ ποσὸν τοῦ
788τέλους τῆς εἰσόδου εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ μεταλλείου καὶ ἄλλα
789τινα ἐκ Λαυρίου ἔσοδα. Εἰς τί δὲ συνίστατο τὸ ἐτήσιον εἰσό-
790δημα τοῦ Δήμου τῶν Ἀθηναίων; εἰς τὴν 24ην. Πολλαπλα-
791σιάσατε ἐπὶ τὸ 24 τὰ 50 τάλαντα) διὰ νὰ ἴδητε τί παρῆγον
792τὰ μεταλλεῖα κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.... ἑπτὰ νο-
793μίζω δραχ. ἑκατομμύρια. Σᾶς ἀναφέρω μαρτυρίαν καθαρὰν καὶ
794εὐκρινῆ. Ὅλοι δὲ οἱ αἰῶνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐξηκολούθουν
795οἱ Ἀθηναῖοι νὰ μεταλλεύωνται τὰ μεταλλεῖα, ἐπεσώρευον ἐκβο-
796λάδας, καὶ αὗται εἶναι αἱ ἐκβολάδες περὶ ὧν ἀποφασίζομεν
797σήμερον· αὗται εἶναι αἱ ἐκβολάδες τὰς ὁποίας μὲ τοσαύτην
798καταφρόνησιν ἀτενίζομεν, ὥστε ἐξετάζομεν μετ’ ἐπιμονῆς, τὴν
799ὁποίαν δυσκόλως οἱ ἄλλοι θέλουσιν ἐξηγήσει, πῶς νὰ εὕρωμεν
800μέθοδον νὰ τὰς ἀποδώσωμεν εἰς τὸν βόσκοντα ἐπ’ αὐτῶν τὰς
801αἶγάς του, εἰς τὸν κοιμώμενον ἐπ’ αὐτῶν ὑπὸ τὸν Ἥλιον, εἰς
802τὸν βλέποντα αὐτὰς ὡς ἄχρηστον φύσιν, εἰς τὸν μηδέποτε οὔτε
803βῶλον ἕνα ἐξ αὐτῶν ἀποκτήσαντα, μηδέ ποτε δι’ αὐτὰς μοχ-
804θήσαντα, μήτε ποτὲ γνωρίσαντα ὅτι τοιαῦται ὗλαι χρήσιμοι
805καὶ πλουτοφόροι ὑπάρχουσιν ἐνώπιόν του.
806Προσθέτω ἀκόμη ὅτι τὰ μέταλλα τῶν ἀρχαίων, δηλονότι ὁ
807πλοῦτος, ὃν ἐξῆγον ἐκ τῶν μεταλλείων οἱ Ἀθηναῖοι, ἐξέλιπε
808πλέον. Καὶ μὴ συλλογισθῇ κανείς, μηδὲ πιστεύσῃ κανείς, ὅτι
809ἔχει Λαύριον· τὸ Λαύριον ὅπερ ὑπάρχει τὴν σήμερον κανεὶς δὲν
810τὸ μεταλλεύεται καὶ οὐδ’ αὐτὴ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, ἡ ὁποία ἔχει
811τοσαῦτα μέσα· διότι τὸ Λαύριον δὲν εἶναι τὴν σήμερον προσο-
812δοφόρον. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐγκατέλιπον οἱ ἀρχαῖοι. Δὲν τὸ
813ἐγκατέλιπον, διότι ἀπεστράφησαν τὸ ἀργύριον· τὸ ἐγκατέλιπον,
814διότι δὲν παρῆγεν εἰς αὐτοὺς πρόσοδον καμμίαν, καὶ διὰ τοῦτο
815ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἐκβολάδας, αἱ ὁποῖαι, καὶ ἂν δὲν εἶχον ποτὲ
816τὸν χαρακτῆρα τοῦ μεταλλείου, τὸν ἀπέκτησαν ἀπὸ τότε, τὸν
817ἀπέκτησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Στράβωνος καὶ ἐγένοντο με-
818ταλλεῖα καὶ αὗται. Διότι πῶς σᾶς εἶναι συγκεχωρημένον νὰ
819πιστεύσητε, πῶς δὲν θέλετε ὀνομασθῆ, πολλὰ δικαίως, οἱ αὐ-
820θαιρετώτεροι τῶν νομοθετῶν, ὅταν τὰ ἐκκοπέντα μέταλλα ἀπὸ
821τὸν βράχον, ἅτινα σχηματίζουν καὶ ἀποτελοῦν ἀνεστραμμένους
822κώνους περὶ τὸ ἴδιον φρέαρ, ὅπερ ἐχρησίμευε διὰ νὰ καταβαί-
823νουν κάτω οἱ μεταλλευταὶ καὶ νὰ συλλέγωσι τὸ μέταλλον
824καὶ τὰ ὁποῖα μετετράπησαν καὶ ἐπὶ χρόνον μακρὸν, ἴσως ἐπὶ
825ἕνα ἢ δύω αἰῶνας, ἐχρησίμευον ὡς μεταλλεῖα εἰς τοὺς ἀρ-
826χαίους, πῶς δὲν θέλετε ὀνομασθῆ οἱ αὐθαιρετώτεροι τῶν
827νομοθετῶν, ἂν ἔλθητε σήμερον ν’ ἀποφανθῆτε ὅτι δὲν εἶναι
828μεταλλεῖα! Δὲν σᾶς συγχωρεῖται, κύριοι, νὰ τὸ εἴπητε· θὰ
829διαμαρτυρηθῇ ἡ τέχνη· δὲν ἐπικαλοῦμαι πλέον οὔτε τὴν δι-
830καιοσύνην.
831Θὰ ᾖναι δὲ ἀκατανόητον πρᾶγμα, κύριοι, τὸ νὰ θελήσωμεν
832νὰ πορισθῶμεν τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐκβολάδων ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ
8331861, τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν ἡμεῖς προχθὲς, καὶ τὸν ἐκάμαμεν
834πεπερασμένον. Διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον τοῦ 1861 προϋ-
835πῆρχεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτωμεν τὰ μεταλλεῖα.
836Ὁ νόμος τοῦ 1861 εἶναι πεπερασμένος· δὲν ἀφορᾷ παρὰ μόνον
837τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὴν γῆν ἄγνωστα, ἢ εἶναι
838καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς φύσεως ἐκεῖ τε-
839θειμένα. Ἰδοὺ ὁ ὁρισμὸς τοῦ νόμου τοῦ 1861. Ἀλλὰ μεταλ-
840λεῖα πλήρη, μεταλλεῖα πλούσια, μεταλλεῖα ὁποῖα εἶναι τὰ τῶν
841ἐκβολάδων δὲν διετέθησαν παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861,
842ὅστις εἶναι κατὰ λέξιν μετάφρασις ξένων νόμων. Μεταλλεῖα ὡς
843τὰ τῶν ἐκβολάδων δὲν δύνασθε νὰ ἀνεύρητε εἰμὴ ἐν Λαυρίῳ·
844μεταλλεῖα τὰ ὁποῖα ἀπείρως διαφέρουσιν ἐκείνων, ἅτινα οἱ ἀρ-
845χαῖοι ἐν ἀρχῇ ἐμετάλλευον καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τοῦ
8461861 προβλέπει, διότι παρέχουσιν 70% πλειότερον, ὡς μὴ
847ὄντα ἄδηλα ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, γνωστὰ καὶ καταμετρή-
848σεως καὶ ἐκτιμήσεως δεκτικὰ, καὶ ὡς οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτοῦντα
849εἰμὴ νὰ σκάψῃς, νὰ παραλάβῃς τὸ χῶμα, νὰ τὸ ῥίψῃς εἰς τὴν
850κάμινον, καὶ νὰ ἐξάξῃς ἄργυρον. Ὑπάρχει τις νόμος εἰς τὴν
851ἐπιστήμην, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαγορεύῃ νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἀλήθειαν
852ὡς ἀλήθειαν εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην; νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι
853μεταλλεῖον ὁ μεταλλικὸς χῶρος, τὸν ὁποῖον ἐμεταλλεύοντο ἐπὶ
854δύω αἰῶνας οἱ πρὸ ἡμῶν; ὅτι εἶναι μεταλλεῖον ὁ μεταλλικὸς
855χῶρος, ὁ ὁποῖος περιέχει μολυβδίτην καὶ ἀργυρίτην, ὡς ἐκεῖνον
856τὸν ὁποῖον περιεῖχον πάντοτε εἰς τὴν ἀρχαιότητα τὰ φυσικὰ
857μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου; Εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ εἴπωμεν, ὅτι
858εἶναι μεταλλεῖον ὁ μεταλλίτης χῶρος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐκεῖ
859ἐπὶ τῶν μεταλλείων καὶ περὶ τὸ φρέαρ τῶν μεταλλείων; Βλέ-
860πετε πόσα ἅλματα πρέπει νὰ κάμωμεν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς
861τὰς θεωρίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπομακρύνουσιν ἀπὸ τὴν
862τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου; Ἐὰν δὲ αἱ ἐκβολάδες ἦναι με-
863ταλλοῦχος χῶρος ἐν τοῖς Λαυριακοῖς μεταλλείοις, ἐὰν ἦναι με-
864ταλλεῖον, περὶ οὗ δὲν ἐκανόνισεν ὁ νόμος τοῦ 1861, δὲν ἀνήκει
865εἰς τὸ Κράτος καὶ δὲν διέπονται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν
866τοῦ Κράτους τὰ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ; δὲν ἠξεύρω διὰ τίνων
867συλλογισμῶν δύναταί τις νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα.
868Ἐγὼ προσεκάλεσα ἀπὸ προχθὲς τὸν ἔχοντα γνώμην ἐναντίαν
869νὰ ἔλθῃ νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα· δὲν εἶδον ὅμως τοὺς ἐλθόντας
870νὰ τὸ συζητήσωσιν. Εἶπαν ἐπείσθημεν· ἀλλὰ τὸ δὲν ἐπείσθη-
871μεν δὲν συζητεῖται ποτέ.
872Διὰ τοὺς δὲν ἐπείσθημεν ὑπάρχει ἓν καταφύγιον: «τὸ ἀρ-
873νεῖσθαι ψῆφον». Τὸ ἀναφέρει ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
874Τὰ ζητήματα, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἦσαν πολὺ καθα-
875ρὰ καὶ δι’ αὐτὸ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσω τὴν πρόσκλη-
876σιν· καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσω τὴν πρόσκλησιν
877καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορήσω ὅτι δὲν ἦλθον νὰ
878τὰ συζητήσωσιν. Ἴσχυεν ἢ δὲν ἴσχυεν ἐπὶ τουρκοκρατίας τὸ
879δικαίωμα, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Σουλτάνον, καὶ
880τὸ μεταλλεύεσθαι εἰς τὸν Σουλτάνον; Ἰδοὺ ἓν ζήτημα. Ἔλθετε
881νὰ τὸ συζητήσωμεν· ἔλθετε νὰ πολεμήσητε τὴν γνώμην μας
882ταύτην· ἔλθετε νὰ ἀναιρέσητε τὰς πηγὰς ἐξ ὧν ἠντλήσαμεν τὸ
883δίκαιον τοῦτο. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι κἄτι εἴπατε. Μᾶς κατεκρί-
884νατε ὅτι ἐπεκαλέσθημεν πρὸς τοῦτο τὸ Κοράνιον. Μᾶς κατεκρί-
885νατε προσέτι, διότι ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν εἰς τὸ βῆμα
886ἐπικαλούμενοι συγγραφεῖς. Καὶ ἐνομίσατε ὅτι συσταίνετε τὸν
887ἑαυτόν σας διὰ τοιούτων διακηρύξεων· νομίζετε, ὅτι περιποι-
888εῖσθε τοὺς συναδέλφους σας ἀξιοῦντες, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν
889ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πιστεύῃ γυμνὸν τὸν νοῦν σας, καὶ γυ-
890μνὴν τὴν γλῶσσάν σας· ὅτι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν δὲν ἔχει
891τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδίδῃ μεγίστην, πολύτιμον ἀξίαν εἰς τὰς
892πεποιθήσεις του, καὶ νὰ ἀπαιτῇ νὰ μὴ παρασύρηται ἀπὸ τοὺς
893λόγους σας, ἀλλὰ νὰ πείθηται εἰς τοὺς εἰδήμονας καὶ εἰς τοὺς
894εἰδότας! καὶ ὅταν ἓν ζήτημα ἀπαιτῇ ἱστορικὰς μαρτυρίας ἢ
895νομοθετικὸν κῦρος, πῶς δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τοὺς λόγους
896ἑνὸς ἁπλοῦ ἀτόμου, καὶ πῶς ὁ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος
897πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ παρασύρῃ τὴν θέλησιν καὶ τὴν
898γνώμην τοῦ συναδέλφου του ἐπὶ εἰδικῶν ζητημάτων, εἰμὴ τότε
899μόνον ὅταν φέρῃ πρὸς ὑποστήριξιν τὸ κῦρος τῆς ἐπιστήμης καὶ
900τὸ κῦρος τῆς ἱστορίας; Τί ἠθέλατε, κύριοι; νὰ μεταβάλωμεν
901ἡμεῖς τὸν τουρκικὸν νόμον, καὶ, διότι ὁ τουρκικὸς πολιτικὸς
902νόμος εἶναι συγχρόνως καὶ τουρκικὸς θρησκευτικὸς, θέλετε νὰ
903τὸν καταλύσωμεν; προξενεῖ εἰς τὴν εὐαισθησίαν σας ἄλγος νὰ
904ἀκούητε τὸ Κοράνιον; Καὶ μὲ κατέκρινεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς
905τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπεκαλέσθην τὸ Κοράνιον ὑποθέσας, ὅτι
906τὸ ἐπικαλοῦμαι διὰ τὸν χρόνον τὸν μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς
907Ἑλλάδας· ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ τουρκικοῦ δικαίου ὅταν ἴσχυεν.
908Αὐτὴ ἦτο ἡ τύχη μας, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν δουλείαν τοῦ
909Κορανίου. Τὸ Κοράνιον μᾶς διεῖπεν ἐν πᾶσι, διότι ὅλαι αἱ δια-
910τάξεις τῶν τουρκικῶν νόμων, καὶ αὐτὴ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ δεσπό-
911του τὴν πηγήν των καὶ τὴν ἀρχήν των ἔχουσιν ἐν τῷ Κορανίῳ·
912καὶ Κοράνιον ὀνομάζεται ἡ πηγὴ τοῦ δικαίου τῶν τούρκων.
913Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε νὰ
914ἀμφισβητήσητε, ἐὰν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Ἀττικὴ
915ἀπηλλάγη τῆς ἐξουσίας τῆς σουλτανικῆς, ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ ὁ
916κανών, ὅτι τὰ μέταλλα καὶ τὰ μεταλλεῖα καὶ τὸ μεταλλεύ-
917εσθαι ἀνῆκον πάντοτε εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου. Πότε
918ἔπαυσεν ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου; Ἔχομεν τὰς συνθήκας.
919Ἔπαυσε τὴν 31 δεκεμβρίου 1832 ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου
920ἐν Λαυρίῳ. Τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε διαταχθῆ ὑπὸ
921τῆς συνθήκης, ὅτι θὰ ἀναχωρήσουν τῆς Ἀττικῆς τὰ στρατεύ-
922ματα καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ τουρκικαί, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην
923ἔπαυε καὶ ἡ τουρκικὴ κυριαρχία. Λοιπὸν μέχρι τῆς παραμονῆς
924τοῦ 1833, μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1832 ἴσχυεν αὐτὸς ὁ
925νόμος. Καὶ ἐὰν ἴσχυεν αὐτὸς ὁ νόμος, ἀφήσατε τοὺς Πανδέκτας
926ἀφήσατε τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, μὴ ἐξετάζετε τὴν ἰδιότητα τῶν
927χωμάτων, ἐὰν ᾖναι κινητὰ ἢ ἀκίνητα, μὴ ἐξετάζητε τί ἐγί-
928νετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἀφοῦ ἔχητε τὸν νόμον τόσον ῥητὸν καὶ
929τόσον αὐθαίρετον. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδεὶς ἰδιώτης
930ἀπέκτησε δικαίωμα ἐν τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρίου καὶ ἐπὶ
931τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου.
932Ἀλλὰ σεῖς γνωρίζετε κἄτι πλέον· τὸ γνωρίζετε διότι τὸ
933ἰσχυρίσθημεν, καὶ δὲν εἶδον νὰ ἔλθητε νὰ τὸ ἀναιρέσητε.
934Γνωρίζετε, ὅτι τὰς ἐκβολάδας δὲν τὰς μετεχειρίσθη ποτὲ
935κανείς. Ὄχι μόνον ὑπῆρχεν ἡ ἀπαγόρευσις, ἀπαγόρευσις
936φοβερά, ὡς ἀποῤῥέουσα ἀπὸ τὸ δίκαιον τοῦ κατακτητοῦ, ἀλλά,
937καὶ ἄνευ τούτου, γνωρίζετε ὅτι οὐδεμία χρῆσις ποτὲ ἐγένετο
938τῶν ἐκβολάδων. Ποῦ θεμελιόνετε λοιπὸν τὸ δίκαιον τῶν ἰδιω-
939τῶν; ἢ ἤξιζε κἄν, καὶ ἂν εἴχατε τὴν πεποίθησιν, ἢ τὴν ἀπό-
940δειξιν ὅτι οἱ πέριξ καθήμενοι ἰδιῶται συνέλεγον τὴν ῥητίνην,
941ἡ ὁποία τυχὸν ὑπῆρχεν εἰς δένδρα ἐπ’ αὐτῶν, ἢ ὅτι ἔβοσκον
942τὰ ποίμνιά των, μολονότι χόρτον ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δὲν φύε-
943ται, εἶναι δὲ καὶ ἀναπαλλοτρίωτον κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον
944καὶ εἰς μίσθωσιν μόνον ἐδίδετο, ἤξιζεν ἀπέναντι τούτων νὰ
945σταματήσητε μίαν στιγμήν; ἠδύνασθε νὰ εἴπητε ἀπὸ τῆς πρώ-
946της στιγμῆς ἀποζημιώσατε κἄτι τι δι’ αὐτὰ τὰ δικαιώματα·
947ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ᾖναι δικαιώματα, καί τοι οὐδεμίαν ἔχοντα σχέ-
948σιν μὲ τὸ συζητούμενον, ὡς δικαίωμα σουλτανικόν, ἀναμφισβή-
949τητον καὶ ἀποκλειστικόν. Ἀλλ’ οὔτε δικαίωμα ὑπῆρχεν, οὔτε
950ἴχνος δικαιώματος.
951Ἄλλο καταφύγιον δὲν ὑπῆρχεν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, κύ-
952ριοι, εἰμὴ νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι νόμος τοιοῦτος τουρκικὸς δὲν ὑ-
953πῆρχεν ἢ νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόζετο
954εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐδῶ βλέπω στάδιον συζητήσεως καὶ προκαλῶ
955τοὺς ἀντιφρονοῦντας.
956Ἰδοὺ τὸ δίκαιον τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἀνέτειλε τὸ 1833.
957Ἀλλ’ ἡμεῖς παρηκολουθήσαμεν, κύριοι, τὸν χρόνον καὶ μετέπειτα·
958σᾶς ἐφέραμεν τὸν νόμον περὶ ἁρμοδιότητος τῆς γραμματείας
959τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος λέγει ῥητῶς, ὅτι ἀνατίθεται εἰς τὸν
960ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
961«Ἡ μεταλλεία τῆς ἐπικρατείας, ἡ ἐπέκτασις καὶ ἐπωφελὴς
962αὐτῆς μεταχείρισις· ἡ διατήρησις καὶ χρησιμοποίησις τοῦ ἐπὶ
963τῶν μεταλλείων βασιλικοῦ νομήματος.»
964Ἐδῶ πλέον ἀντίῤῥησις, κύριοι, δὲν χωρεῖ. Οἱ Βαυαροί, κατερ-
965χόμενοι ἀπὸ πατρίδα εἰς τὴν ὁποίαν ἴσχυε τὸ προνόμιον τοῦτο,
966δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ τὸ ἀνακηρύξωσι καὶ ἐν Ἑλλάδι καθὼς
967μετεφύτευσαν τόσας ἄλλας ἀρχὰς καὶ θεωρίας εἰς τὴν νομοθε-
968σίαν μας. Καὶ δὲν ἠρκέσθησαν, κύριοι, μόνον εἰς τὸ νὰ ἀναθέσω-
969σιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν διαχείρισιν τῆς με-
970ταλλείας τοῦ κράτους, καὶ τὴν ἐπέκτασιν καὶ ὠφελιμοποίησιν
971τοῦ βασιλικοῦ τούτου νομήματος, ἀλλ’ ἔκαμαν καὶ ἄλλα νομο-
972θετικὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἔργα.
973Ἀφοῦ οἱ Βαυαροὶ καθιέρωσαν ἐπὶ τῆς μεταλλείας ἐν γένει
974προνόμιον τοῦ στέμματος (bergregals,—droit régalien) ἀπα-
975ραλλάκτως ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ πατρίδι των, τὸ
9761834 συνέταξαν νόμον, περὶ γραφείου δημοσίου οἰκονομίας παρὰ
977τῇ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν γραμματείᾳ, καὶ δὲν ἐλησμόνησαν καὶ
978τὸ ἐπὶ τῶν μεταλλείων βασιλικὸν νόμημα.
979Τὸ ἄρθρον 21 διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Τὸ γραφεῖον τῆς δη-
980μοσίου Οἰκονομίας .... θέλει φροντίσει διὰ νὰ γίνουν μὲ ὅλην
981τὴν ἀκρίβειαν αἱ ἀναγκαῖαι ἐξετάσεις εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἀνα-
982κεκαλυμμένα μεταλλεῖα· θέλει δὲ στήσει ἰδιαιτέρως τὴν προ-
983σοχήν του εἰς τὸ ν’ ἀνακαλύψῃ νέα μεταλλεῖα, καὶ ἐξαιρέτως
984λιθανθρακεῖα καὶ καυσίμους γαίας (tourbes).»
985Ἐρωτῶ· ἀφίνεται στάδιον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν; δὲν
986εἶναι ἡ κύρωσις καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς πρώτης ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν
987ὁ νομοθέτης ἔθεσε τὸ 1833; δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἀπόδειξις ὅτι
988ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1834 ἤθελε νὰ καταστήσῃ ἀντικείμενον
989σπουδαιοτάτης μερίμνης τὸ βασιλικὸν τοῦτο νόμημα, καὶ διὰ
990τοῦτο ἓν τῶν καθηκόντων τοῦ τμήματος τῆς δημοσίου Οἰκονο-
991μίας κατέστησε τὸ νὰ κάμῃ ἐρεύνας καὶ ἐξετάσεις εἰς τὰ με-
992ταλλεῖα τὰ ὑπάρχοντα, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ ἀνακαλύψῃ καὶ
993ἄλλα;
994Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας σᾶς παρέστησε χθὲς ἕτε-
995ρον σπουδαιότατον ἔγγραφον, τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως
996πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους καὶ τοὺς δασονόμους περὶ συν-
997τάξεως στατιστικῆς περί τε τῶν δημοσίων κτημάτων καθὼς
998καὶ περὶ τῶν βασιλικῶν νομημάτων. Εἶχον σκοπὸν ἐπὶ τῶν
999ὁδηγιῶν τούτων, τῶν ὁποίων ἓν μόνον μέρος ἐξέτασεν ὁ ἀξιό-
1000τιμος συνάδελφός μας, νὰ λαλήσω, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐλησμόνησα νὰ
1001φέρω αὐτάς.
1002Ἰδού, κύριοι, τὸ βασιλικὸν νόμημα, ἰδοὺ πλήρης ἡ ἰδιοκτη-
1003σία τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἰδοὺ πλῆρες τὸ δικαί-
1004ωμα τῆς μεταλλεύσεως ἀπαραλλάκτως ὅπως ὑπῆρχεν εἰς τὴν
1005ἀρχαιότητα, ἀπαραλλάκτως ὅπως ὑπάρχει εἰς τὴν Γερμανίαν
1006τώρα καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης. Ἐρωτῶ ἑπομένως: εἶναι
1007εἰς ἡμᾶς συγχωρημένον νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ νόμημα τοῦτο;
1008μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς νομοθε-
1009σίας τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, καὶ νὰ διστάσωμεν ἐπὶ μίαν κἂν
1010στιγμὴν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες περιλαμβάνονται ἐντὸς αὐτῶν τῶν
1011νομημάτων, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, καὶ ὑπὸ τῆς
1012ἐπικρατείας δύναται νὰ ἀποφασισθῇ ἡ διάθεσις αὐτῶν; ποῖος
1013λόγος, κύριοι, δύναται νὰ σᾶς πείσῃ εἰς τὸ ἐναντίον; τὸ εὐτε-
1014λὲς τοῦ πράγματος; τὸ εὐτελὲς τοῦτο θέλει σᾶς πείσει νὰ ἐ-
1015λαττώσητε τὰ νομήματα τὰ βασιλικὰ καὶ ἐθνικὰ καὶ νὰ εἴπητε
1016«ἐντὸς αὐτῶν αἱ ἐκβολάδες δὲν περιλαμβάνονται;» Ἀλλὰ ἐὰν
1017τοιαύτην ἀπόφασιν ἔχητε, ῥίψατε ἓν βλέμμα, ἐπὶ τῶν ἄλλων
1018νομημάτων καὶ κάμετε σύγκρισιν.
1019Ἐνόμισαν τινὲς τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὰς παρελθούσας
1020συνεδριάσεις ὅτι προσβάλλεται αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς καὶ αὐτὴ ἡ
1021ἐλευθερία διὰ τῆς καθιερώσεως τοιούτου νομήματος ὁποῖον θέλο-
1022μεν νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας· καὶ ἐλησμόνησαν ὅτι τὸ
1023νόμημα τοῦτο ὑπάρχει ἐν αὐτῇ καὶ ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη νὰ
1024πλασθῇ. Ἐλησμόνησαν προσέτι τὰ ἄλλα παρ’ ἡμῖν νομήματα.
1025Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὰ νομήματα ταῦτα, δὲν ἐπλάσθη ἐλεύθερος
1026καὶ δὲν ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ κάμνῃ χρῆσιν τῆς κτί-
1027σεως οὔτε διὰ τὰς πρωτίστας ἀνάγκας τῆς ἀτομικῆς αὑτοῦ συν-
1028τηρήσεως! Ἐὰν ἡ θάλασσα ῥίψῃ ὕδωρ εἰς τὸν παραθαλάσσιον
1029ἀγρόν σου, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃς ἓν τηγάνιον καὶ νὰ
1030πήξῃς ἅλας, ὅπερ εἶναι στοιχεῖον τῆς φύσεως, στοιχεῖον τῆς
1031πρώτης ἀνάγκης· ἡ κυβέρνησις εἶναι ἔνοπλος πάντοτε, καὶ ἐπα-
1032γρυπνεῖ μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὅπως ὑπερασπισθῇ τὸ βασιλι-
1033κὸν νόμημα τῆς ἁλατοποιείας! Ἐνοικιάζεις ἓν ἰχθυοτροφεῖον,
1034ὅπερ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔχει ἀνάγκην ἅλατος· ἀλλ’ ἡ διοίκησις
1035φυλακίζει τοὺς ἰχθυοτρόφους, ἐὰν ἐντὸς τοῦ ἰχθυοτροφείου ἤθε-
1036λον πήξει ὀλίγον ἅλας διὰ τοὺς ἰχθεῖς τοὺς ὁποίους ἐνοικίασαν!
1037Περιπλέον δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῇς ἰδιαίτερον
1038ἰχθυοτροφεῖον καὶ νὰ συλλέγῃς τὰ ὄντα τῆς θαλάσσης διὰ
1039νὰ ζήσῃς ἐξ αὐτῶν! Κἄτι περιπλέον, κύριοι, καὶ πολὺ μέ-
1040γα· κατηργήθη ἐν Ἑλλάδι ἡ πρωτότυπος ἰδιοκτησία· κα-
1041τηργήθη τὸ 1837, ὅτε καθιερώθη ἡ ἀρχὴ, ὅτι «ὅλα τὰ
1042ἀδέσποτα ἀνήκουσι εἰς τὸ δημόσιον.» Ὁ νόμος αὐτὸς διέ-
1043ταξεν, ὅτι ἡ πρωτότυπος ἰδιοκτησία περιορίζεται εἰς τὴν
1044ἀποκτηθεῖσαν μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, ἔκτοτε δὲ ἡ
1045ἰδιοκτησία θέλει εἶναι παράγωγος· ἢ θὰ παράγωμεν αὐτὴν ἐκ
1046τοῦ δημοσίου, ὅπερ ἐγένετο κύριος τῆς κτίσεως, ἢ θὰ παράγω-
1047μεν αὐτὴν ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1837 ἰδιοκτητῶν, ἐρχόμενοι εἰς
1048συναλλαγὴν μετ’ αὐτῶν· κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον πρωτότυπον
1049ἰδιοκτησίαν δὲν ἔχομεν ἔκτοτε πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις
1050τῆς νομοθεσίας ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῶμεν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα
1051διστάζομεν, καί τοι δὲν εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δικαιωμάτων
1052τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς ἐπηρεάσωσι· πτούμεθα, ἀκούοντες ὅτι τὰ μέ-
1053ταλλα δὲν εἶναι τοῦ πρώτου καταλαβόντος ἀλλὰ τῆς ἐπικρα-
1054τείας καὶ διστάζομεν, φρονοῦντες, ὅτι θέλομεν φανῆ ὀπισθοδρο-
1055μικοί! καὶ διστάζομεν, διότι δὲν εὑρίσκομεν κανένα λόγον τοῦ
1056νομήματος τούτου, ἐνῷ ὁ λόγος εἶναι καταφανής. Ἡ ἐπικράτεια,
1057ἡ ὁποία τὰ ἀπολύτως χρήσιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον οἰκειοποιήθη
1058δι’ ἑαυτὴν, ἥτις ἀφεῖλεν ἐκ τῆς κοινῆς χρήσεως καὶ οἰκειοποι-
1059ήθη τὰ ἅλατα καὶ τὰ ἰχθυοτροφεῖα, ὤφειλε κατὰ πρῶτον λό-
1060γον νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰ μέταλλα ἐκ τῆς προσόδου τῶν ὁποίων
1061ἠδύνατο νὰ συντηρῆται καὶ πιθανῶς νὰ δυνηθῇ νὰ μᾶς ἀπαλ-
1062λάξῃ τῶν ἄλλων νομημάτων ἅτινα ἀντιστρατεύονται κατὰ τῶν
1063ἀπολύτων ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ φιλοσοφικὸς
1064λόγος, ὁ κανονίζων τὰ δικαιώματα τῆς ἐπικρατείας. Καὶ τέλος
1065πάντων, κύριοι, καὶ ἂν εὑρεθῇ τίς ποτε νὰ κατακρίνῃ τὸ πρᾶγ-
1066μα, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ὡς ἔθνος χθεσινὸν,
1067ἠδυνάμεθα ἀφ’ ἑτέρου νὰ θεωρήσωμεν καὶ εὐτυχίαν μας τὸ νὰ
1068συνταχθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν μὲ τὴν Πρωσσίαν, τὴν Σαρ-
1069δηνίαν, τὴν Ῥωσσίαν, ἐν πολλοῖς μὲ τὴν Ἀγγλίαν, μὲ τὴν Πορ-
1070τογαλλίαν, μὲ τὴν Αὐστρίαν, καὶ μὲ τὰ λοιπὰ γερμανικὰ
1071κράτη τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν καὶ διατηροῦσι τὸ δικαίωμα τῆς
1072ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν μεταλλείων· ἀλλὰ, λέγω
1073καὶ ἂν ὑπῆρχέ τις κατάκρισις, δυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν, ὅτι
1074δὲν πρόκειται περὶ μεταλλείων ὑπὸ τὴν γῆν, τὰ ὁποῖα ἀπαι-
1075τοῦσι θυσίας μεγάλας, πολυταλάντους περιουσίας πρὸς ἔναρξιν
1076καὶ πρόοδον τῆς μεταλλεύσεως, μὲ τὸν κίνδυνον ἴσως 90%
1077νὰ θυσιασθῶσιν ἀνωφελῶς καὶ κόποι καὶ κεφάλαια. Καὶ
1078μήπως ὅταν λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι ὅταν δύο μέτρα ὑπὸ τὴν ἐπιφά-
1079νειαν εὑρεθῇ ἀργυρῖτις, παρέχων πρόσοδον 80% ἢ
1080300%, δὲν ἔχεις ἰδιοκτῆτα, τὸ δικαίωμα νὰ πάρῃς πλέον
1081τῶν 5%, τί εἶναι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς πολιτείας,
1082εἰμὴ δικαίωμα ἐξαιρετικόν; ἐξαιρετικὴ ὑπάρχει, κύριοι, πάν-
1083τοτε ἡ νομοθεσία ἐπὶ τῶν μεταλλείων.
1084Μοὶ μένει, κύριοι, ἓν ἄλλο ζήτημα· τὸ ζήτημα περὶ τῆς
1085ἁρμοδιότητος. Αὐτὸ οὐδέποτε ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐννοήσω, διότι
1086οὐδέποτε κανεὶς τὸ διετύπωσεν· εἶπαν ἁπλῶς τὴν φράσιν, ὅτι
1087«αὐτὸ εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων· πρέπει νὰ
1088παραπεμφθῇ εἰς τὰ δικαστήρια»· ἀλλὰ κανεὶς δὲν σᾶς εἶπε, τί
1089ἐννοεῖ καὶ περὶ τίνος θὰ δικάσωσι τὰ δικαστήρια. Θέλω πολε-
1090μήσει διὰ τοῦτο τὴν γνώμην των εὐθὺς ἀμέσως δι’ ἑνὸς παρα-
1091δείγματος, τὸ ὁποῖον θέλει τοὺς φέρει εἰς τὴν ἀλήθειαν. Εἰς
1092τὴν πατρίδα μου, κύριοι, ὑπάρχει μία ἁλικὴ καλουμένη
1093μαύρη ἁλικὴ, ἡ ὁποία ἀπό τινων ἐτῶν δὲν καλλιεργεῖται·
1094ὑποθέσατε, ὅτι ἅρπαξ τις ἐνήργησε πρὸ δεκαετίας ἢ δεκαπεν-
1095ταετίας πράξεις κατοχῆς· ὑποθέσατε, ὅτι καὶ συμβόλαια συνε-
1096τάχθησαν περὶ κυριότητος. Ὁποῖον νομίζετε, κύριοι, εἶναι τὸ
1097δικαίωμα τοῦ κράτους, ὅταν ἴδῃ τὴν ἁλικὴν ταύτην εἰς ἰδιωτι-
1098κὰς χεῖρας; Θὰ τοὺς ἐνάξῃ εἰς τὰ δικαστήρια; Τίποτε ἄλλο
1099δὲν ἐπιθυμεῖ ὁ ἅρπαξ παρὰ νὰ τὸν ἐνάξετε εἰς τὰ δικαστήρια·
1100διότι, ἐὰν διαρκέσῃ ἐπὶ δύο τρία ἔτη ἡ δίκη, αὐτὸς θὰ νέμεται
1101τὴν ἁλικήν. Φέρω ἕτερον παράδειγμα. Ἐὰν ποῦ τις συστήσῃ
1102ἰχθυοτροφεῖον, ἐμπήξῃ τοὺς πασσάλους, κατασκευάσῃ τὰς καλα-
1103μωτάς, ἐγείρῃ τὰ παραπήγματα ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ ὅλα τὰ
1104ἄλλα ἀπαιτούμενα καὶ ἐγκατασταθῇ, τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι
1105τὸ κράτος θέλει τὸν ἐνάξει εἰς τὸ δικαστήριον, διὰ νὰ λάβῃ
1106τὸ δίκαιόν του; Ἡ ὕπαρξις τοῦ βασιλικοῦ νομήματος δὲν ἐξαρ-
1107τᾶται ἐκ τῆς ἐξουσίας τῶν δικαστηρίων· τὰ δικαστήρια εἰς
1108μίαν μόνην περίπτωσιν κρίνουσι περὶ τῶν βασιλικῶν νομημάτων,
1109ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβάλωσι ποινὰς καὶ κρίνωσιν ὡς ποινικὰ
1110δικαστήρια· τὰ βασιλικὰ νομήματα δὲν εἶναι εἰς τὴν δικαιοδο-
1111σίαν τῶν δικαστηρίων· εἶναι τοῦ δημοσίου δικαίου.
1112Ἀλλά, κύριοι, διὰ τί συζητοῦν σήμερον περὶ τοῦ νομήματος
1113τούτου; διὰ τί πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν; πρόκειται νὰ
1114νομοθετήσωμεν διότι προηγουμένως δὲν ἐνομοθετήσαμεν; Εἰς τὰς
1115ἐρωτήσεις ταύτας τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος.
1116Μᾶς ὑπεβλήθη ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καταργεῖ ὑπάρ-
1117χοντα νόμον. Δὲν ἐφέραμεν ἡμεῖς νόμον, πρὸς ψήφισιν· δὲν ἐγεν-
1118νήσαμεν ἡμεῖς τὴν ἀνάγκην τοῦ κανονισμοῦ τοῦ πράγματος ὑπὸ
1119τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ μᾶς εἰσάγεται νόμος, ὁ ὁποῖος
1120καταργεῖ τὸν νόμον. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος εἰσήχθη περὶ φόρου τῶν
1121ἐκβολάδων, καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος ἁπλῶς τῆς φορολογίας
1122στηρίζεται, καὶ διακρίσεις μεταξὺ ἰδιωτικῆς καὶ δημοσίας ἐκ-
1123βολάδος προτείνει, καὶ περὶ τῆς ἰδιοκτησίας μάλιστα τῆς ἐθνικῆς
1124οὐδεμίαν διάταξιν περιέχει. Μᾶς προσκαλεῖ λοιπὸν ἡ ἐκτελεστι-
1125κὴ ἐξουσία νὰ καταργήσωμεν νόμον ὑπάρχοντα, ἓν νόμημα
1126ἐθνικόν, καθιεροῦντες ἐν τῷ νόμῳ περὶ φορολογίας τῶν ἐκβολά-
1127δων τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεως ἐκβολάδων ἰδιωτικῶν. Πῶς μᾶς
1128γεννᾶτε λοιπὸν τὸ ζήτημα τῶν δικαστηρίων, ὅταν προτείνετε
1129τοῦ νόμου τὴν κατάργησιν καὶ, ἀνθισταμένους, μᾶς προτείνετε
1130τὰ δικαστήρια; τί νόμον θὰ ἐφαρμόσουν τὰ δικαστήρια, ὅταν
1131τὸν νόμον ἐφ’ οὗ στηριζόμεθα καταργήσετε; Καὶ δύο λέξεις
1132μόνον ἐὰν εἴπωμεν διὰ τοῦ νόμου σήμερον, δύο λέξεις μόνον,
1133ὅτι ὑπάρχουν ἐκβολάδες ἰδιωτικαὶ, δὲν ὑφίσταται πλέον ὁ νό-
1134μος, ὃν ἐπικαλούμεθα πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἐθνικοῦ νομήματος,
1135ἀλλὰ κατηργήθη. Ἅμα εἴπητε, ὅτι ὑπάρχουν ἐκβολάδες ἀνή-
1136κουσαι εἰς ἰδιώτας δὲν ἔχει ὁ δικαστὴς νὰ ἐφαρμόσῃ κανένα
1137νόμον, τὸν κατηργήσατε σεῖς.
1138Βλέπετε λοιπὸν ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα; βλέπετε ποῖοι
1139τὸ ἐπροκάλεσαν; βλέπετε ἑπομένως, ὅτι μόνον σεῖς οἱ βου-
1140λευταὶ δύνασθε νὰ τὸ ἀποφασίσητε; Ἐὰν ὅμως φρονῆτε ὅτι
1141δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον νόμημα, βεβαίως θέλετε φέρει τὴν ψῆφον
1142σας ἐναντίον· ἐὰν φρονῆτε ὅτι νόμημα τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει,
1143βεβαίως θέλετε παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι
1144ὑπάρχουν ἐκβολάδες τυχὸν ἐθνικαὶ καὶ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκβολά-
1145δες ἰδιωτικαί. Ἀλλ’ ὅσοι παραδέχεσθε, ὅτι ὑπάρχει σήμερον τὸ
1146δικαίωμα τοῦ κράτους, ὅπως ὑπῆρχεν ἐπὶ τῶν Ἀθηναίων, ἐπὶ
1147τῶν Ῥωμαίων, ἐπὶ τῶν Τούρκων, ὅπως καθιεροῦται εἰς τοὺς
1148ῥητοὺς νόμους τοῦ 33 καὶ 34 καὶ τοῦ 36, καὶ ὅπως τὸ
1149ἔχουν ὅλα τὰ πολιτισμένα ἔθνη, τότε χρεωστεῖτε νὰ ἀποκρού-
1150σητε τὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται ὁ ὑπάρχων
1151οὗτος νόμος· τοιούτου ὄντος τοῦ ζητήματος, σᾶς ἐρωτῶ, ἔχουν χώ-
1152ραν τὰ δικαστήρια; Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ὑπερισχύει ἡ γνώμη τῶν
1153ἰσχυριζομένων, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τῶν δικαστηρίων ἔχει χώ-
1154ραν ἐνταῦθα, τί ἤθελε γείνει; ἠθέλαμεν ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον
1155τῆς κυβερνήσεως (ἀδιαφόρως ἂν ηὐξάναμεν τὸν φόρον), ἠθέλαμεν
1156ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως καὶ ἠθέλαμεν εἰπεῖ,
1157αἱ ἰδιωτικαὶ ἐκβολάδες φορολογοῦνται π. χ. πρὸς 50%. «Τὸ
1158νόμημα ἀπὸ τῆς ψήφου ταύτης εἶναι κατηργημένον· καὶ τίς τὸ
1159κατήργησεν; ὑμεῖς.
1160Βλέπετε συγχρόνως, κύριοι, ὁποία εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν, οἱ ὁ-
1161ποῖοι πρεσβεύομεν τὴν περὶ νομήματος ἀρχήν. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα
1162ὑπερασπισταὶ τοῦ νόμου, δὲν ἐρχόμεθα καινοτόμοι. Οἱ καινοτο-
1163μοῦντες εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ἐναντίαν γνώμην, σεβαστὴν μὲν
1164διότι αἱ πεποιθήσεις εἶναι σεβασταὶ, ἀλλὰ καινοτομοῦντες εἶναι
1165οἱ φέροντες τὴν πρότασιν. Τὸ ζήτημα περιπλέον κύριοι, ἂν ᾖναι
1166νομοθετικῆς φύσεως ἢ δὲν εἶναι, τὸ ἔλυσαν οἱ προσκαλοῦντες,
1167διότι εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔφεραν.
1168Τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς τῆς δικαιοδοσίας τῆς νομοθε-
1169τικῆς ἐξουσίας, καὶ ἂν δὲν ᾖναι ταύτης, οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐ-
1170ξουσίας ζήτημα εἶναι. (Ὁ ἀγορεύων κατέρχεται τοῦ βήματος καὶ
1171πάλιν ἐπανέρχεται.)
1172Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, διὰ μίαν στιγμὴν νὰ εἴπω ἐν
1173τέλει ὀλίγας λέξεις περί τινος, ὅπερ δὲν προέταξα ἐν ἀρχῇ,
1174διότι τὸ ἐθεώρησα ἀπείρως ὑποδεέστερον τοῦ ζητήματος, τὸ ὁ-
1175ποῖον ἐπεχείρησα νὰ συζητήσω, κάπως προσωπικόν.
1176Δύω ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ἐξ ὧν ὁ εἷς ὑπουργὸς, ἀπε-
1177φάνθησαν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα καὶ χωρὶς νὰ δίδηται ἀ-
1178φορμὴ, ὅτι δὲν ἐξετελέσαμεν τὸ χρέος μας ὅταν ἤμεθα εἰς τὴν
1179Κυβέρνησιν.
1180Κύριοι, δὲν ἐρχόμεθα νὰ καυχηθῶμεν, δι’ ὅ,τι ἐπράξαμεν·
1181ἀλλ’ ἐπειδὴ μᾶς ἐπιῤῥίπτουν αὐτὴν τὴν μομφὴν, χρεωστῶ νὰ
1182εἴπω δύο λέξεις. Ἂν δὲν ἐπράξαμεν τίποτε, κύριοι, ὅλαι αἱ
1183πληροφορίαι, ἃς ἔχομεν σήμερον καὶ ἃς ἐθεωρήσαμεν ἐπαρκεῖς
1184διὰ νὰ νομοθετήσωμεν, δὲν τὰς ὀφείλομεν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν
1185τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Ἅμα ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ
1186τρεῖς, ἢ τέσσαρας ἡμέρας, εὐθὺς ἀμέσως ἦσαν ἕτοιμοι καὶ αἱ
1187διαταγαὶ καὶ αἱ ὁδηγίαι, πρὸς ποῖον σκοπόν; νὰ πληροφορηθῶ-
1188μεν ἐπισήμως τὶ εἶναι αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες, ποῦ κεῖνται, ὁποῖα
1189στοιχεῖα ἔχουσιν, ὁποίαν ἔκτασιν, ὁποῖον ὄγκον, καὶ τὶ περιέ-
1190χουσι πολύτιμον· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ποιήσωμεν μίαν
1191σύγκρισιν μεταξὺ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος, ὃ ἡ ἑταιρία παρῆγε
1192πρὶν ἢ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν ἐκβολάδων, καὶ τοῦ προϊόντος μετὰ
1193τὴν ἔναρξιν τῆς χρήσεως ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, τὴν ὁποί-
1194αν ἀπεστείλαμεν, πολὺ καλῶς ἐκλελεγμένη, λίαν ἐπιμελῶς ἐργα-
1195σθεῖσα καὶ μὲ ζῆλον ἀξιέπαινον ἐπὶ 45 ἡμέρας ἐν τῇ Λαυριω-
1196τικῇ ἀδιαλείπτως, κατώρθωσε νὰ καταμετρήσῃ τοὺς ὄγκους
1197καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ἐπιτο-
1198πίως νὰ ἐκτελέσῃ· μετ’ ἔπειτα δὲ μεταβᾶσα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐπὶ
1199δύο καὶ ἐπέκεινα μῆνας ἐνασχοληθεῖσα εἰς τὴν ἀνάλυσιν, ἐποιή-
1200σατο, κύριοι, ὑπὲρ τὰς 500 ἀναλύσεις. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐμπο-
1201δίσαμεν τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐκκαμινεύῃ τὰς ἐκβολάδας; Κύριοι, δὲν
1202ὠφείλαμεν νὰ τὸ πράξωμεν. Ἡ ἑταιρία μετεχειρίζετο ἐκ τῶν
1203ἐκβολάδων τὸ ⅒, τὰ δὲ ἐννέα δέκατα ἐκ τῶν σκωριῶν· ἑπο-
1204μένως ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν μηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀ-
1205παιτηθῆ διὰ νὰ ἀποπερατώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της καὶ
1206νὰ πληροφορηθῇ ἐν συνειδήσει ἡ Κυβέρνησις περὶ τίνος ἐπρόκειτο
1207ἤτοι περὶ τῆς τοποθεσίας, τῆς ἐκτάσεως, τοῦ σχήματος, τῆς συ-
1208στάσεως, τοῦ ποιοῦ καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τί ἤθελε καμινεύσει ἡ
1209ἑταιρία; μολαταῦτα τὴν ἐπετηροῦμεν· ἐμετρήσαμεν τοὺς ὄγκους
1210καὶ ἠξεύραμεν τὶ ἐξ αὐτῶν παρελάμβανεν.
1211Μὲ τὴν ἑταιρίαν, κύριοι, ἤλθομεν εἰς ἔριδας· ἡ ἑταιρία προσέ-
1212φυγε καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ· ἀλλὰ πρὸς
1213αὐτὴν ἀντετάξαμεν τὸν νόμον καὶ τὸ καθῆκόν μας καὶ μετεχει-
1214ρίσθημεν τὴν ἑταιρίαν, πεισθέντες ὅτι ἔχει ἄδικον εἰς τὰ αἰτή-
1215ματά της, ὅπως μετεχειριζόμεθα οἱονδήποτε φορολογούμενον·
1216τῇ ἐδώκαμεν μίαν προθεσμίαν ὀλιγοήμερον δηλ. τὴν προθεσμίαν
1217ἣν ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς τὸν ὑπόχρεων νὰ πληρώσῃ εἴτε ὀλίγα,
1218εἴτε πολλὰς ἑκατοτάνδας χιλ. δραχμῶν, ἃς ἡ ἑταιρία ἐφιλονεί-
1219κει, καὶ τὸ ἐπράξαμεν ὄχι διὰ τὴν ἀξίαν τῆς ὀφειλῆς της,
1220ὅσον διὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ καθιερώσῃ. Κύριοι,
1221ταῦτα εἰπὼν δὲν ἐννοῶ νὰ ἰσχυρισθῶ, οὔτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1222ἐκείνη ἐφέρθη κάλλιον πάσης ἄλλης, οὔτε νὰ καυχηθῶ ὅτι κἄτι
1223ἔπραξεν. Ἀπαντῶ μόνον εἰς μίαν αἰτίασιν τὴν ὁποίαν ὤφειλον
1224ν’ ἀποδείξω ἄδικον.
1225§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ὀλίγον.
1226Ἐνταῦθα ἐγένετο διακοπὴ τῆς συνε-
1227δριάσεως ἐπὶ 10 λεπτά. Ὥρα 5 παρὰ 20.
1228§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις, κύριοι. Ὁρίσατε
1229εἰς τὰς ἕδρας σας, νὰ παύσῃ τὸ κάπνισμα.
1230Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1231§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομ.). Διαδεχόμενος ἐπὶ τοῦ
1232βήματος τούτου τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, θεωρῶ ἀ-
1233ναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις εἰς τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον
1234κατερχόμενος τοῦ βήματος ἔκαμε. Παρεπονέθη ὁ κύριος Δελη-
1235γεώργης ὅτι τὸν ἐμέμφθησάν τινὲς καὶ εἷς ὑπουργὸς, ἐννοῶν ἐμὲ,
1236ὅτι καί τοι διατελέσας ἐπὶ πολλοὺς μῆνας εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν
1237ἔλαβε κἀνὲν μέτρον πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τοῦ νὰ
1238παραλαμβάνῃ τὰ μεταλλοῦχα χώματα καὶ νὰ τὰ ἐκκαμινεύῃ.
1239Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ αἰτιαθῶ τὸν κύριον
1240Δεληγεώργην καὶ τοὺς συναδέλφους του διὰ τὴν διαγωγὴν των
1241ταύτην, διότι ἐὰν μεμφθῶ αὐτὸν, θέλω μεμφθῇ πολὺ περισσότερον
1242τὸν ἑαυτόν μου, ὁ ὁποῖος ἦλθον μετ’ αὐτὸν καὶ διατελῶν τρεῖς
1243μῆνας καὶ ἐπέκεινα εἰς τὴν ἐξουσίαν οὐδὲν μέτρον ἔλαβον
1244παρεμποδίσεως. Ἀνέφερα δὲ τοῦτο ἁπλῶς εἰς τὴν πρώτην μου
1245ὁμιλίαν ἵν’ ἀποδείξω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ἐκκαθαρισμένον, καὶ
1246ὅτι ὅπως ἡμεῖς σήμερον δὲν ἔχομεν ὡρισμένην πεποίθησιν, οὕτω
1247καὶ ἐκεῖνοι, τοὐλάχιστον τότε, ὅτε ἦσαν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν εἶχον
1248ὡρισμένην γνώμην καὶ δὲν ἐθεώρουν τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώμα-
1249τα ὡς ἀναμφισβητήτως ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον· διότι ἄλλως
1250δὲν ἠδυνάμην νὰ τοῖς κάμω τὸ ἄδικον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἤθελον
1251ἀφήσει μίαν ἑταιρίαν νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὰ χώματα ταῦτα καὶ νὰ
1252τὰ ἐκκαμινεύῃ.
1253Εἰσερχόμενος ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀρχίζω, κύ-
1254ριοι, ἀπὸ τὸν τελευταῖον ἰσχυρισμὸν τὸν ὁποῖον ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ
1255βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου. Σᾶς εἶπεν
1256ὁ κύριος Δεληγεώργης ὅτι ἂν παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον, ὅπως
1257τὸ ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις ἢ ὅπως τὸ ἐτροπολόγησεν ἡ ἐπιτροπὴ,
1258θέλετε καταργήσει ἓν νόμημα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀνέκαθεν καὶ τὸ
1259ὁποῖον ἔχει τὸ δημόσιον δικαίωμα νὰ διατηρῇ δι’ ὅλων τῶν νο-
1260μίμων μέσων. Ἂν, κύριοι, τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἂν τῷ ὄντι ὁ ἀξιό-
1261τιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι τὰ περὶ
1262ὧν ὁ λόγος χώματα ἦναι νόμημα βασιλικὸν, καὶ ἂν ἦτο ἐπίσης
1263ἀληθὲς ὅτι πάντα τὰ νομήματα ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
1264νὰ τὰ κρατῇ ὑπὸ τὴν δεσποτείαν τοῦ δημοσίου, νομίζω ὅτι δὲν
1265ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψῃ, οὐδὲ νὰ συναινέσῃ ὥστε νὰ ἔλθῃ τροπο-
1266λογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν κυβέρ-
1267νησιν. Ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἦτο ἀληθὴς, ἔπρεπε νὰ προτείνῃ
1268ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἦτο πε-
1269ριττὸν νὰ γείνῃ ἕτερος νόμος. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ κακὸν εἶναι ὅτι
1270εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν εἰδικὸν νόμον περὶ νομημάτων καὶ
1271οὔτε εἶναι γνωστὸν ποῖα εἶναι τὰ νομήματα. Ἐπίσης, κύριοι, δὲν
1272εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγεται νόμημα ἀνήκει εἰς τὸ
1273δημόσιον, καὶ σᾶς ἀνέφερον χθὲς ὡς παράδειγμα τὰ δάση, τὰ ὁ-
1274ποῖα ἂν καὶ κατατάσσωμεν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν νομημάτων,
1275μολαταῦτα ὑπάρχουν καὶ δάση ἰδιόκτητα, ὡς ὑπάρχουν καὶ δάση
1276ἐθνικά. Σᾶς ἀνέφερον, κύριοι, τὰ μεταλλεῖα τὰ ὁποῖα ἂν καὶ κα-
1277τατάσσωμεν εἰς τὰ νομήματα, καθὼς καὶ τὰ ὀρυχεῖα, ἐπιτρέπεται
1278νὰ γείνουν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη
1279νὰ γείνῃ νόμος περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διότι ἄνευ νόμου
1280φρονῶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ προέλθῃ εἰς κανὲν
1281μέτρον, οὔτε ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, οὔτε ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν
1282τῶν περὶ ὧν πρόκειται χωμάτων, διότι πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον
1283ἄνευ νόμου ἤθελε ληφθῆ, θέλει θεωρηθῆ ὡς μία αὐθαιρεσία ἐκ μέ-
1284ρους ἡμῶν, καὶ θέλει δώσει ἀφορμὴν νὰ εἰσαχθῇ τὸ δημόσιον εἰς
1285τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς μεγάλας ἀποζημιώσεις. Διὰ
1286τοῦτο ὅσοι δὲν ἠθέλησαν νὰ δεχθῶσι τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας
1287στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως, καθὼς καὶ τὸ τῆς ἐπι-
1288τροπῆς, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὴν αὐτὴν βάσιν, — τοὐτέστιν ἀμφό-
1289τερα ἀνεγνώρισαν, ὅτι αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐκβολάδες εἶναι παρ-
1290ακολούθημα τοῦ ἐδάφους καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ, — κα-
1291λῶς ἔπραξαν, λέγω, οἱ μὴ θέλοντες ν’ ἀναγνωρίσουν ὡς ὀρθὴν τὴν
1292βάσιν αὐτὴν, νὰ φέρουν τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν νὰ
1293ὁρισθῇ διὰ νόμου ἀπὸ τοῦδε ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται ἀνήκουσιν εἰς
1294τὸ δημόσιον.
1295Ἔλαβον, κύριοι, ἀπὸ χθὲς γνῶσιν τῆς τροπολογίας ταύτης καὶ
1296πολὺ προσεπάθησα νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου, διὰ νὰ συμφωνήσω
1297μὲ αὐτὴν καὶ νὰ τὴν παραδεχθῶ, διότι σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δι’ ἐμὲ
1298οὐδὲν τούτου εἶναι πλέον ἐπιθυμητόν· ἀλλὰ μ’ ὅλας τὰς προσπα-
1299θείας τὰς ὁποίας κατέβαλον δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν
1300μου ὅτι παραδεχόμενοι μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας πρόκει-
1301ται νὰ κηρύξωμεν ὡς ἐθνικὴν περιουσίαν οὐσίας εὑρισκομένας εἰς
1302ξένον ἔδαφος, πράττομεν δικαιοσύνην. Ἠθέλησα, κύριοι, νὰ συμ-
1303βουλευθῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ τὸν ἀξιότιμον δικηγόρον κ.
1304Κόκκινον, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις ἔδωκε πρῶτον ἀφορμὴν εἰς τὴν
1305μακρὰν συζήτησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀσχολούμεθα, ἐξέθεσα εἰς αὐ-
1306τὸν ὅλα τὰ ῥηθέντα ὑπὲρ καὶ κατὰ καὶ τὸν ἠρώτησα ἂν αὐτὸς
1307εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν μου ἤθελε δεχθῆ ἀμέσως ὅτι τὰ περὶ
1308ὧν πρόκειται χώματα ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐθνικὴ περιου-
1309σία· μοὶ ἀπήντησεν ἀπροκαλύπτως, «πολλοῦ γε καὶ δεῖ, δὲν
1310εἶμαι εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς δώσω τοιαύτην γνώμην. Κατ’
1311ἐμὲ, εἶπεν ὁ κύριος Κόκκινος, τότε μόνον αἱ ἐκβολάδες δύνανται
1312ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὸ δημόσιον, ὅταν θεωρηθῶσιν ὡς κινητά· ἑπομέ-
1313νως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ εἰδικοὺς γεωλόγους καὶ ἐπιστήμονας
1314ἄνδρας ἂν τὰ χώματα ταῦτα δὲν ἀνεμίχθησαν καὶ δὲν ἀπετέλε-
1315σαν τρόπον τινὰ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἔδαφος μὲ τὸ πρώην ὑπάρχον·
1316ἐν ὅσῳ δὲ δὲν ἀποδειχθῇ τοῦτο, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι λελυμένον·
1317καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἵνα γνωμοδοτήσω ἀπὸ τοῦδε ὁριστι-
1318κῶς, ἂν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον.»
1319Αὕτη, κύριοι, ἦτον ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος δικηγόρος
1320κύριος Κόκκινος μοὶ ἔδωκε.
1321Ἀλλὰ οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον ἀπὸ τοῦ βή-
1322ματος τούτου τὴν τροπολογίαν ἰσχυριζόμενοι ὅτι πρέπει αἱ ἐκ-
1323βολάδες νὰ κηρυχθῶσιν ὡς ἐθνικὴ περιουσία, γνωρίζετε καλῶς,
1324ὅτι δὲν ἔχουν μόνα τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθη
1325ὁ κ. Κόκκινος, γνωρίζετε μάλιστα, ὅτι τινὲς μεταξὺ τῶν ἀγο-
1326ρευσάντων δὲν παραδέχονται τὰ χώματα ὡς κινητὰ, ἀλλὰ τὰ
1327θεωροῦν ὡς ἀκίνητα. Ἐὰν δὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω καλῶς τὸ
1328κυριώτερον ἐπιχείρημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζουν τὸν ἰσχυρι-
1329σμόν των, εἶναι ὅτι τὰ χώματα ταῦτα περιέχουν μέταλλον· καὶ
1330πᾶν ὅ,τι περιέχει μέταλλον θεωρεῖται μεταλλεῖον μὲ τὴν δια-
1331φορὰν, ὅτι τὸ μεταλλεῖον τοῦτο, ἐπειδὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν
1332ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, δὲν εἶναι ἐκ τῶν μεταλλείων περὶ τῶν ὁ-
1333ποίων ἐπρονόησεν ὁ νόμος τοῦ 1861· προχωροῦντες δὲ ἰσχυρί-
1334ζοντο, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶναι μεταλλεῖον, πᾶν ὅ,τι περιέχει μέ-
1335ταλλον ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον· καὶ τὸ δίκαιον τοῦτο τοῦ δη-
1336μοσίου παράγουσιν ἐκ τοῦ ὅτι καὶ οἱ πρὶν κυρίαρχοι τῆς χώρας,
1337ἰδίως δὲ ὁ τελευταῖος κατακτητὴς ὁ Σουλτάνος ἦσαν κύριοι τῶν
1338μεταλλείων, εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι. Δὲν θέλω
1339ν’ ἀμφισβητήσω τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τοῦ Σουλτάνου, καὶ ἐγὼ
1340γνωρίζω, ὅτι ὁ Σουλτάνος εἶχε δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι.
1341Ἀλλά, κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἐπροσπάθησα, δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω
1342λόγον διὰ νὰ πεισθῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ᾠκειοποιήθη
1343τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον καὶ τὸ ἐξήσκησε μετὰ τὴν ἐπανάστασιν
1344καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων. Εὑρίσκω δὲ,
1345ὅτι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἠθέλησε τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον
1346οὔτε διὰ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου νὰ οἰκειοποιηθῇ καὶ δὲν
1347εὑρίσκω, κύριοι, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον πρὸ τῆς ἐκδόσεως
1348τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου οἰκειοποιήθη ἢ ἐξήσκησέ ποτε τὸ
1349δικαίωμα τοῦτο, διότι οὔτε ἐγώ, οὔτε ἄλλος τις ἠδυνήθη ν’ ἀ-
1350ναφέρῃ παράδειγμά τι, ἐκ τοῦ ὁποίου ν’ ἀποδεικνύηται, ὅτι τὸ
1351δημόσιον εἴτε ἔκαμεν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἐκμετάλλευσίν τινα, εἴτε
1352παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἄλλον. Ἐπειδὴ δὲ τὰ μέ-
1353ταλλα εὑρίσκονται εἰς συνάφειαν μὲ τὰ ὀρυκτὰ καὶ ὁ ἔντιμος
1354βουλευτὴς Ναυπακτίας ἰσχυρίσθη, ὅτι καὶ τὰ ὀρυκτὰ ὑπάγον-
1355ται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, εὑρίσκω τοὐναντίον παραδείγμα-
1356τά τινα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον,
1357πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, δὲν ἠθέλησε νὰ
1358οἰκειοποιηθῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὀρυκτῶν.
1359Ἔχομεν ἐν παραδείγματι τὴν σμύριδα, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὴν
1360νῆσον Πάρον. Τὴν σμύριδα τῆς νήσου ταύτης καίτοι ὑπαγομένην
1361εἰς τὰ ὀρυκτά, τὸ δημόσιον ἐθεώρησεν ὡς ἰδιωτικὴν, καὶ ὡς
1362τοιαύτην τὴν ἐφορολόγησε. Ἀπαντῶμεν, ὅτι πρὸ τῆς ἐκδόσεως
1363τοῦ νόμου ἐξήγετο ἀπὸ τὴν Εὔβοιαν εἶδός τι ὀρυκτοῦ καλούμενον
1364λευκόλιθος, καὶ τὴν ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, ὄχι μόνον
1365δὲν τὴν ἐμπόδισεν ἡ κυβέρνησις, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἐζήτησε νὰ λάβῃ
1366ἀπὸ τοὺς ἐξορύσσοντας αὐτὸ κανὲν δικαίωμα λόγῳ ἰδιοκτη-
1367σίας. Ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς νόμος περὶ φορολογίας αὐτοῦ ὑπῆρχε,
1368περιωρίζετο εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ τὸ ἐξαγωγικὸν δικαίωμα εἰς
1369τὰ τελωνεῖα, δικαίωμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐ-
1370λαμβάνετο ἐπὶ ὅλων τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τὰ ὁποῖα ἐξήγοντο.
1371Τὸ διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον οἱ ἀντι-
1372φρονοῦντες πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης των, καὶ τὸ ὁ-
1373ποῖον εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐπὶ τῶν
1374Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ περιλαμβάνει καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν
1375μεταλλείων, δὲν εἶναι, κύριοι, κατ’ ἐμὲ ἀρκετὸς τίτλος,
1376διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ δημόσιον ἠθέλησε νὰ
1377οἰκειοποιηθῇ τὰ μεταλλεῖα. Τὸ αὐτὸ φρονῶ καὶ περὶ τοῦ
1378καταστατικοῦ τοῦ γραφείου τῆς δημοσίας οἰκονομίας. Ὅσον δὲ
1379περὶ τῶν ὁδηγιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν διὰ τὴν σύνταξιν τῆς
1380στατιστικῆς καὶ εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν
1381ἄλλων, ὅτι οἱ ἐπιφορτισμένοι τὴν στατιστικὴν ὑπάλληλοι, ὀφεί-
1382λουν νὰ ἐρευνήσουν ποῦ ὑπάρχουν μεταλλεῖα καὶ ποία ἡ καθα-
1383ρὰ πρόσοδος αὐτῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ τοιαῦται ὁδηγίαι τί-
1384ποτε δὲν δύνανται ν’ ἀποδείξουν, διότι εἰς τὰς ὁδηγίας δὲν πε-
1385ριλαμβάνεται μόνον ἡ ἐντολὴ τοῦ νὰ ἐξακριβωθοῦν τὰ μεταλ-
1386λεῖα καὶ ἡ πρόσοδος αὐτῶν, ἀλλὰ διατάσσεται συγχρόνως νὰ
1387ἐξακριβωθοῦν καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα οἷον δάση, γαῖαι,
1388πρόβατα, δένδρα καὶ τὰ λοιπά· καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ
1389κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς ἀπαριθμήσεως
1390ταύτης τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ οἰκειο-
1391ποιηθῇ ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τῶν ὁποίων διατάττει νὰ γείνῃ ἡ
1392στατιστικὴ καὶ ἀπαρίθμησις.
1393Τὸ παράδειγμα τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη
1394πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αὐτῆς γνώμης, μοὶ φαίνεται, ὅτι
1395δὲν ἔχει καμμίαν ἀναλογίαν μὲ τὰ μεταλλοῦχα χώματα.
1396Ἐὰν, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἐμποδίζῃ εἰς τοὺς πτωχοὺς
1397ἰχθυοτρόφους καὶ τοὺς πτωχοὺς κατοίκους τῶν παραλίων
1398μερῶν νὰ κατασκευάζουν, νὰ πήζουν ἅλας, δὲν θέλει νὰ εἴπῃ
1399μὲ τοῦτο, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ τὴν χρῆσιν
1400παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου. Πράττει τοῦτο τὸ δημόσιον, διότι
1401ἠθέλησε νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὸ τὸ μονοπώλειον τοῦ ἅλατος,
1402καὶ πᾶσαι αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ καταστήσουν
1403μονοπώλειον ἓν οἱονδήποτε ἀντικείμενον ἔχουσι τὸ δικαίωμα
1404ἢ νὰ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τοὺς κατοίκους τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ
1405ἢ νὰ τοὺς ἀναγκάζωσιν, ὁσάκις τὸ καλλιεργοῦσι, νὰ τὸ παρα-
1406δίδουν εἰς τὸ δημόσιον μὲ μίαν ὡρισμένην τιμήν. Παράδειγμα,
1407κύριοι, τούτου ἔχομεν τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐπειδὴ
1408ἡ κυβέρνησις θέλει νὰ εἰσπράττῃ μεγάλα δικαιώματα ἀπὸ τὸν
1409καπνόν, ἀπαγορεύει τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ ἑαυτῆς
1410ἐπικρατείᾳ· παράδειγμα ἔχομεν τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ
1411θέλει νὰ ἔχῃ τὸ μονοπώλειον τοῦ καπνοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον
1412εἰσπράττει 380,000,000 φράγκων κατ’ ἔτος, δὲν ἠμπορεῖ δὲ
1413ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ, διότι
1414ὁ καπνὸς φύεται καὶ εὐδοκιμεῖ εἰς τὰ περισσότερα μέρη τῆς
1415Γαλλικῆς χώρας, διὰ τοῦτο ὑποχρεόνει ὅλους τοὺς καλλιερ-
1416γοῦντας τὸν καπνὸν νὰ πωλῶσιν εἰς τοὺς ἰδίους αὐτῆς ὑπαλ-
1417λήλους τὸ προϊόν των ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, διὰ νὰ δύναται
1418ἔπειτα νὰ τὸ πωλῇ εἰς τιμὴν δεκαπλασίαν ἐκείνης, εἰς τὴν
1419ὁποίαν τὸ ἠγόρασε.
1420Δὲν πείθομαι λοιπόν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, μὲ ὅλην τὴν
1421ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τοὺς προτείναντας τὰ παραδείγ-
1422ματα ταῦτα, δὲν πείθομαι ὅτι τὰ παραδείγματα ταῦτα εἶναι
1423ἰσχυρὰ καὶ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον μετὰ
1424τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ᾠκειοποιήθη τὸ δικαίωμα
1425τοῦ μεταλλεύεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος ἐπὶ πασῶν
1426τῶν οὐσιῶν, εἴτε ἐντὸς τῆς γῆς εὑρίσκονται, εἴτε εἰς τὴν ἐπι-
1427φάνειαν αὐτῆς ὑπάρχουν. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εὑρίσκω τοιαύτην
1428πρόθεσιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς αὐτὸν
1429τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τοῦ 1861· ὁ νόμος τοῦ 1861
1430ἦλθε, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κεχαγιᾶς,
1431οὐχὶ διὰ νὰ περιποιήσῃ εἰς τὸ δημόσιον τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν
1432οὐσιῶν τούτων, ἀλλὰ διὰ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκμεταλ-
1433λεύσεως καὶ τῆς χρήσεως αὐτῶν· καὶ ὄχι μόνον δὲν παραγνω-
1434ρίζει καθόλου ἢ δὲν οὐδετερόνει τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιοκτητῶν
1435εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ὁποίων εὑρίσκονται αἱ τοιαῦται οὐσίαι,
1436ἀλλ’ ἀπεναντίας φαίνεται, ὅτι σέβεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ πάρα
1437πολύ. Ἐν τῷ περὶ μεταλλείων νόμῳ δὲν θέλετε ἀπαντήσει
1438καμμίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας τὰ μεταλλεῖα ἢ τὰ ὀρυχεῖα
1439κηρύττονται ἐθνικὴ περιουσία· ὁ νόμος περὶ μεταλλείων δίδει
1440τὸν ὁρισμὸν τῶν τοιούτων οὐσιῶν καὶ κατατάττει αὐτὰς εἰς
1441τρεῖς κατηγορίας, εἰς μεταλλεῖα, ὀρυχεῖα καὶ λατομεῖα· ἀκο-
1442λούθως δὲ διαγράφει τὰς διατυπώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπι-
1443τρέπεται ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ ἡ χρῆσις ἑνὸς ἑκάστου τούτων
1444καὶ περὶ μὲν τῶν μεταλλείων ἀποφαίνεται, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
1445ὑπάρχῃ ἄδεια διδομένη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος· καὶ προσθέ-
1446τει, ὅτι ὁ λαμβάνων τὴν ἄδειαν ταύτην ἀποκτᾷ ἓν δικαίωμα
1447ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸ ἰδιοκτη-
1448σίαν τοῦ ἐδάφους· ὑποχρεόνει δὲ τὸν λαβόντα τὴν τοιαύτην πα-
1449ραχώρησιν νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ ταμεῖον φόρον πέντε τοῖς ἑκατὸν
1450μόνον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, λέγει δὲ φόρον καὶ οὐχὶ μέ-
1451ρισμα, διότι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κηρύξῃ τὰ μεταλλεῖα ἰδιο-
1452κτησίαν τοῦ δημοσίου. Ἐπειδὴ δὲ σέβεται τὰ δικαιώματα τοῦ
1453ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους, ὑποχρεόνει τὸν λαβόντα τὴν παρα-
1454χώρησιν ὄχι μόνον νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην δι’ ὅλας
1455τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας του
1456ἤθελε προξενήσει εἰς αὐτόν, ἀλλ’ ἀκόμη νὰ τοῦ δίδῃ καὶ 5%
1457ὡς μέρισμα καὶ οὐχὶ ὡς φόρον.
1458§20ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, μίαν παρατήρησιν;
1459ἠμπορεῖ ὁ φόρος αὐτὸς τῶν 5% νὰ αὐξηθῇ διὰ νόμου;
1460§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1461§22ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι.
1462§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν τὸ
14635% τὸ ἐκάματε ὀκτώ; Νομίζετε, ὅτι ἔχουν περισσό-
1464τερον δικαίωμα οἱ λαμβάνοντες μεταλλεῖα;
1465§24ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ νόμος λέγει μέχρι 5% κατ’ ἀνώτα-
1466τον ὅρον πληρώνει φόρον ὁ πρὸς ὃν ἡ παραχώρησις. Δὲν δύνα-
1467ται λοιπὸν ν’ αὐξηθῇ· θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι φόρος. Εἶναι λά-
1468θος, εἶναι ἔλλειψις ἐπιστημοσύνης κατὰ τὴν σύνταξιν, ἀλλὰ τὸ
1469λάθος αὐτὸ εἶναι εἰς τὸ Γαλλικὸν κείμενον.
1470§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ παρὰ εἰς τὸ γράμμα
1471τοῦ νόμου νὰ στηρίζωμαι. Ἐὰν ᾖναι ὅλα λάθη, ἂς ὄψωνται
1472οἱ νομοθέται Ἕλληνες καὶ Γάλλοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔγραψαν ἐσφαλ-
1473μένως. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ φόρος δὲν ἠμπορεῖ ν’ αὐξηθῇ
1474ἄνευ προσβολῆς κεκτημένων δικαιωμάτων, καὶ διὰ τοῦτο νο-
1475μίζω, ὅτι δὲν ἦτον ἴσως ἄδικον, ἐὰν θελήσητε νὰ τὸν αὐξήσητε
1476δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον παραχώρησιν. Τὸν αὐξάνετε
1477ὅμως δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον. Λοιπὸν κατ’ ἐμὲ, κύ-
1478ριοι, βλέπετε, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἠθέλησε διὰ τοῦ περὶ με-
1479ταλλείων νόμου νὰ περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸ ἰδιοκτησίαν· καὶ διὰ
1480τοῦτο φόρον μόνον λαμβάνει ἀπὸ ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ πα-
1481ραχωρεῖ. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μὲ ἐρωτήσητε διατὶ, ἀφ’ οὗ δὲν
1482ἠθέλησε νὰ οἰκειοποιηθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην τὸ δημόσιον,
1483διατὶ δὲν τὴν ἀφίνει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας; Ἡ ἀ-
1484πάντησις, κύριοι, εἶναι λίαν πρόχειρος· καὶ σᾶς τὸ εἶπεν ἀρκετὰ
1485καλῶς ὁ κ. Κεχαγιᾶς. Σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς ἐπιφα-
1486νείας δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰ ἐπ’ αὐ-
1487τὴν εὑρισκόμενα μέταλλα, καὶ διὰ τοῦτο ἐὰν ἀφίνετο εἰς αὐτοὺς
1488ἡ κυριότης τῶν εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς εὑρισκομένων οὐσιῶν,
1489ἤθελον μένει αὗται διὰ πολὺν καιρὸν κεκρυμμέναι, χωρὶς νὰ ὠ-
1490φελῆται κανεὶς ἐκ τούτων. Προσθέτω δὲ ἐγὼ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ
1491κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, ὅστις δὲν θέλει σᾶς ἀφήσει
1492φρονῶ, καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἡ κυ-
1493βέρνησις, καὶ οὕτω πράττουν καὶ αἱ κυβερνήσεις τῶν πλειοτέρων
1494ἐπικρατειῶν. Ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι ὁ ἑξῆς. Τὰ μέταλλα δὲν
1495εὑρίσκονται εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, εἰς σωροὺς περιωρισμένους,
1496ὥστε νὰ ᾖναι βέβαιος ἕκαστος, ὅτι τρυπῶν τὴν γῆν εἰς ἓν μέ-
1497ρος θὰ εὕρῃ τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, καὶ θὰ τὸ ἐξαγάγῃ. Τὰ
1498μέταλλα, κύριοι, καθὼς γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, εὑρίσκονται
1499εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, εἰς φλέβας, καὶ αἱ φλέβες αὗται παρα-
1500τείνονται εἰς μακρὰς ἀποστάσεις· ἐὰν λοιπὸν ὁ νόμος ἄφινε τὸ
1501δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἀνεγνώ-
1502ριζεν ἐπεκτεινόμενον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης καὶ
1503μέχρις αὐτῶν τῶν οὐσιῶν, ἰδοὺ τὶ ἤθελε συμβῆ. Ἰδιοκτήτης τις
1504ἔχων ἔκτασιν ἑκατὸν στρεμμάτων καὶ ὑποθέτων ὅτι εἰς τὰ
1505ἔγκατα αὐτῆς ὑπάρχει μεταλλεῖον ἤθελε τρυπήσει αὐτὴν εἰς
1506ἀρκετὸν βάθος καὶ ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ φλέβα τοῦ με-
1507ταλλείου τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ· ἀλλὰ προχωρῶν πρὸς ἐκμετάλλευ-
1508σιν τῆς φλεβὸς ταύτης ἤθελε προβαίνει εἰς τοσαύτην ἀπόστα-
1509σιν, ὥστε πλέον ἤθελεν ἐξέρχεσθαι ἀπὸ τὸν ὅρον τῆς ἰδιοκτη-
1510σίας του καὶ μεταβαίνει εἰς ξένην ἰδιοκτησίαν· ὑποθέσατε, διὰ
1511νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, ὅτι μέχρι τῶν ὁρίων τοῦ κτήματός του
1512εἶναι 500 μέτρα καὶ ὅτι εὑρίσκεται ἠναγκασμένος νὰ ἐπιδιώξῃ
1513τὴν ὑπόγειον ἐργασίαν του εἰς ἀπόστασιν 1000 μέτρων, 5000
1514μέτρων. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἤρχισε τὴν ἐκμετάλλευσιν
1515δὲν εἶχεν ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ μεταλ-
1516λείου καὶ ἐξήρτητο τοῦτο ἀπὸ τὴν ἰδιοτροπίαν τῶν κατόχων
1517τῆς ἐπιφανείας, πᾶς κάτοχος γαιῶν εὑρισκομένων εἰς τὰ πέριξ
1518τοῦ μεταλλείου τούτου ἤθελε καταβαίνει πολὺ συχνὰ ἀπὸ τὸ
1519ἀνοιχθὲν φρέαρ καὶ ἤθελε παρατηρεῖ μήπως τυχὸν ὁ μεταλλευτὴς
1520ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἰδιοκτησίας καὶ προέβη εἰς τὴν ἰδι-
1521κήν του, τότε δὲ ἤθελε λέγει εἰς αὐτὸν «μὴ προβαίνῃς περαι-
1522τέρω, σταμάτησον, διότι πρέπει νὰ ἔλθῃς εἰς νέας συνεν-
1523νοήσεις, εἰς νέας συνθήκας μετ’ ἐμοῦ,» ὁ ἰδιοκτήτης δὲ
1524οὗτος θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ τῷ ἐπιβάλῃ τοιούτους ὅρους
1525καὶ νὰ ζητήσῃ τοιαύτας ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἴσως
1526ματαιόνει ὅλας τὰς ἐργασίας καὶ ὅλας τὰς δαπάνας. Αὐτὸς
1527εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπικράτεια ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε
1528νὰ παραβιάσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἀπόλυτον καὶ ἀπεριό-
1529ριστον δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, τὸ ὁποῖον ἐπεκτείνεται
1530εἰς ὅλα τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εὑρι-
1531σκόμενα διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐκολίαν εἰς ἕκαστον δυνάμενον καὶ
1532ἔχοντα τὰ μέσα καὶ τὰς γνώσεις νὰ εὕρῃ τὸν θησαυρὸν αὐτόν.
1533Καὶ ὅτι, κύριοι, οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, σᾶς πείθει τὸ παρά-
1534δειγμα τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Εἰς τὰς δύο αὐτὰς
1535ἐπικρατείας δὲν οἰκειοποιεῖται ἡ κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦ
1536νὰ παραχωρῇ τὰ μεταλλεῖα, ἀλλὰ τὸ ἀφίνει εἰς τοὺς ἰδιοκτή-
1537τας ἐξαιρέσει ἴσως μετάλλων τινων. Καὶ τὸ ἀφίνει εἰς τοὺς
1538ἰδιοκτήτας, διότι εἰς τὰς δύο ταύτας ἐπικρατείας αἱ ἰδιοκτη-
1539σίαι εἶναι λίαν ἐκτεταμέναι καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος ὅτι ὅστις
1540ἀνοίγει ἓν φρέαρ διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἓν μέταλλον, θέλει ἀναγ-
1541κασθῆ νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ κτήματός του πρὶν ἐπιτύχῃ τοῦ
1542σκοποῦ του. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἑλληνικὴ
1543Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα τὸ παράδειγμα τῶν κυβερνήσεων ὅλων
1544τῶν πεφωτισμένων ἐθνῶν ἠθέλησε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861
1545ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μεταλλείων ἀπὸ τοὺς ἰδιο-
1546κτήτας τοῦ ἐδάφους, καὶ τὴν ἀφῄρεσεν, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι
1547διὰ νὰ τὴν οἰκειοποιηθῇ αὐτὴ οὐδὲ διὰ νὰ τὴν κρατήσῃ, ὅπως
1548κρατεῖ πᾶσαν ἄλλην ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν παραχωρῇ,
1549καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πράττῃ τοῦτο ὁσάκις παρουσιάζονται
1550αἰτήσεις ἐκ μέρους προσώπων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι
1551ἔχουν τὰ κατάλληλα μέσα διὰ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῶσι.
1552Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν κατηγορίαν τῶν οὐσιῶν τὴν
1553χαρακτηριζομένην μὲ τὸ ὄνομα ὀρυχεῖα, παρατηρεῖτε ὅτι καὶ ὡς
1554πρὸς τοῦτο ἠθέλησεν ὁ νόμος τοῦ 1861 νὰ θέσῃ περιορισμούς
1555τινας εἰς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας.
1556Ὁ πρῶτος περιορισμὸς εἶναι ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ κάμῃ ἐξό-
1557ρυξιν ὀρυκτῶν ἄνευ ἀδείας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν. Ἐδῶ
1558πλέον, βλέπετε, δὲν χρειάζεται διάταγμα, ἀλλὰ μία ἁπλῆ ἄ-
1559δεια ἡ ὁποία δὲν καθιστᾷ δικαίωμα ἰδιοκτησίας καὶ διαρκοῦς
1560κυριότητος ὅπως ἐπὶ τῶν μεταλλείων· δύναται δὲ ἡ ἄδεια αὕτη
1561νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἄλλον παρὰ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ
1562περιπτώσει τί λέγει ὁ νόμος; ἀφίνει, κατὰ μέρος, ὅπως ὑποθέ-
1563τουν τινές, τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου; πολλοῦ γε καὶ δεῖ·
1564ὑποχρεόνει τὸν λαβόντα τὴν ἄδειαν τῆς ἐξορύξεως νὰ πληρώσῃ
1565εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας μέρισμα, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀ-
1566μοιβαίας συμφωνίας καὶ συνεννοήσεως ἤθελον ὁρίσει. Ἐδῶ βλέ-
1567πετε ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου διατηρεῖται σχεδὸν ἀ-
1568παραμείωτον· δύναται ἡ ἐπικράτεια νὰ δώσῃ μόνον τὴν ἄδειαν
1569τῆς ἐξορύξεως καὶ εἰς ἄλλον τινὰ, ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ
1570δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τοῦτον τὴν πληρωμὴν μερίσματος
1571οὐχὶ 5%, ἀλλὰ μερίσματος τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρήσει
1572αὐτὸς ἀνάλογον μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ ὀρυκτοῦ ἢ μὲ τὴν ὠφέλειαν
1573τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ὁ μεταλλευτής· μόνον ὅταν οἱ δύο αὐτοὶ
1574δὲν συμφωνήσουν ἀναθέτει ὁ νόμος εἰς τὸ μεταλλευτικὸν συμ-
1575βούλιον νὰ προσδιορίζῃ τὸ μέρισμα τοῦτο. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι
1576ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν καθόλου δὲν παραβιάζεται τὸ δικαίωμα τῆς
1577ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἀπεναντίας καθιεροῦται καὶ ἀναγνωρίζεται
1578ὡς δικαίωμα λίαν σεβαστόν.
1579Περὶ δὲ τῆς τρίτης κατηγορίας τῶν περὶ ὧν πρόκειται οὐ-
1580σιῶν, ἤτοι περὶ τῶν λατομείων, κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς κάμω
1581λόγον, διότι ἐπὶ τῶν λατομείων τὸ δημόσιον δὲν διετήρησεν
1582εἰς ἑαυτὸ παρὰ μόνον ἓν δικαίωμα ἐπιτηρήσεως, καὶ τοῦτο διὰ
1583νὰ μὴ πηγαίνουν ἀπερισκέπτως οἱ ἄνθρωποι καὶ μετακινοῦν
1584πέτρας αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ τοὺς πλακώσουν. Δὲν βλέπω
1585ἄλλον λόγον. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ εἰσόδημα τῶν λατομείων,
1586τοῦτο τὸ ἀφίνει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
1587Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον ὄχι μό-
1588νον πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1861 οὐδέποτε ἐξήσκησε δικαίωμα κυ-
1589ριότητος ἐπὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ νό-
1590μος τῶν 1861 δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπόν. Δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν
1591ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς ἐπιφανείας τὴν κυριό-
1592τητα τῶν μεταλλείων καὶ τῶν ὀρυχείων καὶ νὰ τὴν περιποιήσῃ
1593εἰς ἑαυτό· ὁ σκοπός του ἦτο σκοπὸς κανονιστικός, σκοπὸς κοινῆς
1594ὠφελείας καὶ χρησιμότητος.
1595Οὐδαμοῦ λοιπόν, κύριοι, εὑρίσκω τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ
1596ὁποῖον κληρονομικῶς λέγουν ὅτι μετεβιβάσθη ἀπὸ τὸ τουρκικὸν
1597δημόσιον εἰς τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον ἐπὶ τῶν μεταλλείων· ἑπο-
1598μένως, κύριοι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος λόγος εἰς τὸν ὁποῖον θέλο-
1599μεν νὰ στηρίξωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολά-
1600δων εἰμὴ μόνος ὁ λόγος ὅτι ἐπειδὴ καὶ αὗται περιέχουν μέταλ-
1601λον, εἶναι μεταλλεῖον, δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ λόγος
1602αὐτὸς εἶναι ἰσχυρός.
1603Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν ἦτο ὁμολογούμενον ὅτι, ἐπειδὴ αἱ ἐκβο-
1604λάδες περιέχουσι μέταλλον, εἶναι μεταλλεῖον, νομίζετε ὅτι ἤθε-
1605λεν εἶσθαι ὀρθὸν νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν
1606νόμον τῶν μεταλλείων; ἐὰν κύριοι παραδεχθῆτε διὰ μίαν στιγ-
1607μὴν ὅτι πᾶν ὅ,τι περιέχει μέταλλον εἶναι μεταλλεῖον, καὶ διὰ
1608τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, τότε κύριοι
1609εὑρίσκεσθε ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῆτε ὅτι τὸ μεταλλεῖον
1610αὐτὸ ὑπάγεται εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων τοῦ 1861 καὶ
1611δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ᾖναι τοιαύτη ἡ ἰδέα κανενὸς ἐξ ἡμῶν
1612ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὰ χώματα
1613ταῦτα τὰ ὁποῖα πρὸ χρόνων πολλῶν ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῶν
1614γαιῶν ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμενα ἀπετέλουν μεταλλεῖον
1615καὶ ἐτέθησαν εἰς ἔδαφος ἄλλο, δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ παραδε-
1616χθῶ ὅτι εἶναι μεταλλεῖον.
1617Θὰ εἶναι λοιπόν, κύριοι, ἡ πρώτη φορά, καὶ προσέξατε παρα-
1618καλῶ πολὺ εἰς τοῦτο, κατὰ τὴν ὁποίαν δι’ ἑνὸς νόμου θέλει ἀπο-
1619φασισθῇ ὅτι οὐσίαι εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἀλλοτρίου ἐδάφους κηρύτ-
1620τονται ἐθνικὴ περιουσία· διότι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν εὑρίσκω κανὲν
1621προηγούμενον, καμμίαν ἄλλην περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπε-
1622φασίσθη διὰ νόμου, ὥστε οὐσία οἱαδήποτε εὑρισκομένη ἐπὶ ἰδιο-
1623κτήτου γῆς νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐθνικὴ περιουσία.
1624Καὶ, κύριοι, νομίζω ὅτι παραδεχόμενοι μίαν τοιαύτην ἀρχὴν
1625σήμερον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀντίφασιν καὶ μὲ τὰ νομοθετηθέντα
1626κατὰ τὸ 1867 περὶ τῶν σκωριῶν· ἐὰν, κύριοι, τὰ χώματα ταῦτα,
1627διότι περιέχουν μέταλλον, θεωρηθῶσιν ἀνεξάρτητα τοῦ ἐδάφους
1628καὶ κηρυχθῶσιν ὡς ἐθνικὴ περιουσία, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν ἔπρεπε νὰ
1629γείνῃ τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὰς σκωρίας; καὶ ὅμως, κύριοι, ὅταν ἦλθεν
1630τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν ἀπὸ κανένα δὲν ὑπεστηρίχθη τοιαύτη
1631ἰδέα. (ψιθυρισμός.)
1632§26Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πρὸς 5% εἶχε γείνῃ πρότασις, πάρετε τὰ
1633πρακτικά, εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἰωάννου.
1634§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ σκωρίαι, κύριοι, περιέχουν καὶ αὗται
1635μέταλλον, ἀλλὰ ἐθεωρήθησαν ὡς παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους,
1636καὶ δι’ ἑνὸς νόμου αἱ μὲν εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἰδιοκτήτων γαιῶν
1637ὑπεβλήθησαν εἰς φόρον 10% αἱ δὲ ἐπὶ δημοσίων γαιῶν καὶ
1638εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας, εἰς 20% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
1639Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐμμένω
1640εἰς τὰς ἀμφιβολίας τὰς ὁποίας χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον τὴν τι-
1641μὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω· τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, κύριοι, δι’ ἐμὲ δὲν
1642εἶναι ἐντελῶς εὐκρινισμένον καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν,
1643κύριοι, νὰ δηλώσω τοῦτο, ἀφοῦ μάλιστα βλέπω ὅτι τοσαῦται
1644διαφωνίαι ὑπάρχουν μεταξὺ ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν περισσοτέ-
1645ρας εἰδικὰς γνώσεις ἀπὸ ἐμέ. Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου
1646ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Κοκκίνου τότε μόνον τὰ χώ-
1647ματα ταῦτα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ δη-
1648μόσιον, ὅταν χαρακτηρισθοῦν ὡς κινητὰ, καὶ διὰ νὰ χαρακτη-
1649ρισθῶσιν ὡς κινητὰ ἀπαιτεῖται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ ἄνδρας εἰδικοὺς
1650ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται μὲ τὸ παλαιὸν ἔδαφος.
1651§28ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ κ. Κόκκινος εἰς τὴν ἔκθεσιν;
1652αὐτὰ τὰ ἴδια;
1653§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἴδια μάλιστα.
1654§30ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τί φέρει εἰς τὴν βουλὴν;
1655§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀμφιβολίας του.
1656§32ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀμφιβολίας ἔχομεν ἀρκετὰς.
1657§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τινὰ εἶπε καὶ αὐτός. Εὑρισκόμεθα λοι-
1658πὸν εἰς ἀμφιβολίαν, κύριοι, περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ
1659ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ ταύτῃ δὲν θέλω νὰ προτείνω μίαν ὁριστικὴν
1660λύσιν τῆς ὑποθέσεως· διότι, ἐὰν προτείνω νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ
1661χώματα ταῦτα ὡς ἰδιόκτητα, θέλει ζημιωθῇ μεγάλως τὸ δημό-
1662σιον· ἐὰν προτείνω νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἐθνικὰ, φοβοῦμαι, κύ-
1663ριοι, μήπως πράξω μίαν ἀδικίαν καὶ μίαν αὐθαιρεσίαν. Διὰ
1664τοῦτο ἡ γνώμη ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου εἶναι νὰ μὴ
1665λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ παρόντος (διακοπαί).
1666§34ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, ἀφήσατε νὰ ἀκούσωμεν.
1667§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζη-
1668τήματος ἀπαιτοῦνται, κύριοι, πολλαὶ ἔρευναι καὶ πολλαὶ ἐργα-
1669σίαι ἀκόμη, τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι
1670νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον τὸ ὁποῖον χωρὶς νὰ προδικάζῃ τὸ ζήτημα,
1671νὰ ἐξασφαλίζῃ ἐντελῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· δὲν
1672συμφωνῶ δὲ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι δύνανται νὰ
1673ἐξασφαλιθοῦν ἐντελῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἐὰν δὲν
1674προβῶμεν εἰς τὰ νομοθετήματα, διότι πρῶτος ἐγὼ ὁ ὁποῖος
1675ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι σήμερον ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν
1676σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἄνευ ἑνὸς νομοθετήματος μετὰ δυσκολίας ἤ-
1677θελον ἀποφασίσει νὰ λάβω μέτρον παρεμποδίσεως, διότι ἤθελον
1678φοβηθῇ μήπως ἀναλάβω μεγάλην εὐθύνην καὶ ἐκθέσω τὸ δη-
1679μόσιον εἰς ἀποζημιώσεις.
1680Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἓν νομοθέτημα κατὰ τὸ ὁποῖον
1681νὰ ἀφίνεται ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου
1682εἰς ἕνα μέλλοντα νόμον ὅστις θέλει συνταχθῆ, ὅταν τὰ πράγ-
1683ματα διακριθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν.
1684Μέχρι δὲ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου διὰ τὸν ὁποῖον ἠμ-
1685ποροῦν νὰ μεσολαβήσουν μῆνές τινες, ὑπάρχουν δύω τρόποι διὰ
1686τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ δημόσιον ἀπὸ πᾶ-
1687σαν ζημίαν· ὁ πρῶτος τρόπος τὸν ὁποῖον προτείνει μία ἐκ τῶν
1688τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ἤκουσα, ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου
1689Ταμπακοπούλου, εἶναι τὸ νὰ ἀπαγορεύσωμεν πᾶσαν χρῆσιν τῶν
1690περὶ ὧν πρόκειται χωμάτων. Ἡ τροπολογία αὕτη ἐξασφαλίζει
1691τῷ ὄντι πληρέστατα τὸ δημόσιον, ἀλλὰ φοβοῦμαι, κύριοι, καὶ
1692χρεωστῶ, προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσου μεγάλου ζητήματος, νὰ
1693γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς φόβους μου, φοβοῦμαι μή-
1694πως ἀπαγορεύοντες τὴν χρῆσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται χωμά-
1695των εὑρεθῶμεν κατόπιν ἐκτεθειμένοι εἰς ἀπαιτήσεις ἀποζημι-
1696ώσεων, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι
1697δὲν ἔχομεν δίκαιον νὰ τὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἐθνικά· ἐὰν ἀπο-
1698δειχθῇ ἐκ τῶν ἐρευνῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουν γείνει ὅτι τὰ χώματα
1699ταῦτα εἶναι ἰδιόκτητα, τότε οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁ-
1700ποίους ἀπηγορεύσαμεν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας τὴν χρῆσιν αὐτῶν
1701θέλουν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν
1702δημόσιον ἀποζημιώσεις, καὶ περὶ τοῦ μεγέθους τῶν ἀποζημιώ-
1703σεων τούτων ἀφίνω ὑμᾶς νὰ κρίνητε εἰς ποῖον ποσὸν ἠμπο-
1704ροῦν νὰ ἀναβοῦν.
1705Τὸ ἄλλο μέτρον, κύριοι, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται ἐπίσης νὰ
1706ἐξασφαλισθῇ τὸ δημόσιον, χωρὶς νὰ τρέξῃ τὸν κίνδυνον τῆς ἀ-
1707ποζημιώσεως, εἶναι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἑτέρα
1708τις τροπολογία, ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Κατσικαπῆ. Κατὰ
1709τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις τῶν χωμάτων
1710εἰς τοὺς δικαιούχους, προηγουμένης ἀξιοχρέου ἐγγυήσεως· ἐάν,
1711κύριοι, ἀφήσητε ἐλευθέραν τὴν χρῆσιν τῶν χωμάτων καὶ λά-
1712βητε ἐγγύησιν ἀξιόχρεων, διὰ τῆς ὁποίας ὁ μεταχειρισθεὶς αὐ-
1713τὰς ὑπόσχεται καὶ ὑποχρεοῦται, ὅτι θέλει συμμορφωθῆ μὲ τοὺς
1714ἐκδοθησομένους νόμους καὶ θέλει πληρώσει ὅλα τὰ ποσὰ τὰ ὁ-
1715ποῖα νόμος ἰδιαίτερος θέλει κανονίσει, τότε, κύριοι, ἐνῷ ἀφ’ ἑ-
1716νὸς ἔχομεν τὸ δημόσιον ἐξησφαλισμένον, ἀφ’ ἑτέρου δὲν θὰ εὑ-
1717ρεθῶμεν ἐκτεθειμένοι εἰς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν.
1718§36ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
1719§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεραίνων λοιπόν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ κυρίου
1720ζητήματος σᾶς λέγω, ὅτι τὸ μὲν ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν
1721εἶναι δίκαιον νὰ λυθῇ ἀπὸ τοῦδε, πρέπει δὲ διὰ νομοθετήματος
1722νὰ ληφθοῦν μέτρα ἐξασφαλίζοντα τὸ δημόσιον, καὶ ἀπόκειται εἰς
1723τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ ὁπότερον τῶν μέτρων θεωρεῖ συμφερώ-
1724τερον, εἴτε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς χρήσεως μὲ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ
1725μείνῃ τὸ δημόσιον ἐκτεθειμένον εἰς ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεως,
1726εἴτε τὴν παραχώρησιν ἐπὶ ἐγγυήσει.
1727Πρὶν, κύριοι, κατέλθω τοῦ βήματος, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω
1728ὀλίγας λέξεις ἐπὶ μιᾶς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ
1729ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Κε-
1730χαγιᾶν.
1731Εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης ὅτι ἂν ἀναγνωρίσωμεν δικαίωμα
1732ἰδιοκτησίας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀγρῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων
1733εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, καταστρέφομεν τὴν βιομηχανίαν ἀντὶ
1734νὰ τὴν ὑπερασπίσωμεν, διότι ἡ βιομηχανία ἀπαιτεῖ καὶ κεφά-
1735λαια, ἀπαιτεῖ πολλὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας οἱ χωρικοὶ δὲν ἔ-
1736χουν. — Νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἂν μείνουν αἱ ἐκβολάδες εἰς τοὺς
1737ἰδιοκτήτας τῶν γαιῶν χωρικούς, κανένα κίνδυνον δὲν τρέχει ἡ
1738βιομηχανία, ὅπως δὲν τρέχει κανένα κίνδυνον ἡ βιομηχανία τῶν
1739βαμβακοκλωστηρίων ἐκ τοῦ ὅτι ἡ πρώτη ὕλη τὴν ὁποίαν αὐτοὶ
1740μεταχειρίζονται παράγεται καὶ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας πολλῶν
1741γεωργῶν. Καθὼς οἱ γεωργοί, οἵτινες παράγουν τὸ βαμβάκιον,
1742εἶναι ὑποχρεωμένοι, διότι δὲν ἔχουν τὰ μέσα νὰ τὸν ἐκκοκ-
1743κίσωσι καὶ κλώσωσι νὰ τὸν παραχωροῦν εἰς τοὺς ἐργοστασιάρ-
1744χας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ μέσα νὰ τὰ μεταχειρίζωνται· ἀπαράλ-
1745λακτα θὰ συμβῇ καὶ τώρα· οἱ χωρικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ
1746μέσα διὰ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς ἐκβολάδας, θέλουν τὰς πω-
1747λεῖ εἰς τὰ διάφορα ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰ μέσα νὰ τὰς
1748χρησιμοποιήσωσι.
1749(Ἐνταῦθα λαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρό-
1750εδρος Σ. Νοταρᾶς.)
1751§38ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μίαν ἀπορίαν, κύριε ὑπουργὲ, καὶ θέλω
1752νὰ ἐννοήσω καλλίτερα τὰς συνεπείας τῆς ἀπαγορεύσεως. Δὲν
1753νομίζετε ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι
1754μεταλλεῖον;
1755§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν παρεχωρήθησαν, μάλιστα.
1756§40ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τὰς ἐζήτησεν ὁ κ. Σερπιέρης, οὔτε
1757παρεχωρήθησαν· ἑπομένως μένει μία μεταλλοῦχος οὐσία, τῆς
1758ὁποίας ὅστις θέλει νὰ κάμῃ χρῆσιν θὰ δηλώσῃ.
1759§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι νόμος;
1760§42ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἢ τοῦ δημοσίου ἢ ἰδιω-
1761τικαί· ἐὰν ἀνήκουν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν
1762ἐναντίον τοῦ δημοσίου καμμίαν ἀπαίτησιν; ἔχουν δικαίωμα νὰ
1763δηλώσουν, νὰ ζητήσουν ἄδειαν.
1764§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι λέγετε
1765ὅτι ὀφείλουν νὰ ζητήσουν ἄδειαν.
1766§44ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς ἀπὸ τὴν στιγμὴν, ὅτε θὰ
1767εἴπωμεν ὅτι ἀπαγορεύεται πᾶσα χρῆσις, θὰ ἀφήσωμεν εἰς βάρος
1768τοῦ δημοσίου ἀπαιτήσεις· πρὶν ἔλθῃ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ δηλώσῃ
1769αὐτὸ τὸ μέρος καὶ ζητήσῃ νὰ ἐνεργηθοῦν τὰ τοῦ νόμου, δὲν
1770ἔχει κανὲν δικαίωμα κατὰ τοῦ δημοσίου· σήμερον, ὅταν δεχθῶ-
1771μεν τὴν τροπολογίαν καὶ κηρύξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ χρῆσις τῶν
1772ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου ἀπαγορεύεται, θέλω νὰ πεισθῶ, ἐὰν
1773ὁ φόβος στέκῃ ἀπὸ σήμερον καὶ αἱ συνέπειαι.
1774§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὴν ἀπάντησιν, διότι
1775τῳόντι εἶναι σπουδαῖον αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε
1776δυνάμει τίνος νόμου...
1777§46ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ σημερινοῦ.
1778§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἔχοντες τὰς ἐκβολάδας εἶναι ὑποχρεω-
1779μένοι νὰ ζητήσουν ἄδειαν καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δημοσιεύσεις
1780ὁποῖαι κανονίζονται διὰ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων. Ὁ νόμος
1781οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται εἰς αὐτοὺς, διότι δὲν εἶναι μεταλλεῖον,
1782ἐκτὸς ἐὰν κάμωμεν νομοθέτημα συμπληρωτικόν. Ἀλλὰ δὲν πρό-
1783κειται περὶ τοιούτου νόμου, πρόκειται περὶ τῆς τροπολογίας,
1784κατὰ τὴν ὁποίαν μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ
1785ἐκβολάδων, ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις αὐτῶν· δὲν ὑπάρχει ἕτερος
1786νόμος ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ἐδάφους νὰ συμ-
1787μορφῶνται μὲ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον.
1788§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτὴν
1789τῆς ἀπαγορεύσεως, δὲν φοβεῖσθε καμμίαν συνέπειαν ἀποζημιώ-
1790σεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὰ χώματα αὐτὰ δὲν
1791περιλαμβάνονται εἰς τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ἑπομένως
1792δὲν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις, ὁποιαδήποτε ἂν ᾖναι ἡ ἄδεια τῆς
1793κυβερνήσεως· διότι ὁ νόμος λέγει, ἅμα εἶναι μεταλλικὴ οὐσία,
1794πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια.
1795§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδεχόμενον, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦσιν οἱ
1796νομικοί.
1797§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβα-
1798σιν μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ Γάλλου Πιὰτ
1799περὶ σιδηροδρόμου.
1800§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποχρεοῦμαι, κύριοι, νὰ κατέλθω εἰς τὸ βῆμα,
1801ὅπως ἐκπληρώσω δικαίαν ἀπαίτησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ
1802κ. Δαγρὲ, ὅστις μοὶ ἐζήτησε λόγον, διατί χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐγ-
1803κατέλειψα τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου. Ὀφείλω νὰ δώσω λόγον.
1804Φρονῶ, κύριοι, μάλιστα πέποιθα, ὅτι αἱ συζητήσεις καὶ ἀπο-
1805φάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ συνοδεύωνται μετὰ τῆς μεγαλει-
1806τέρας σοβαρότητος· πέποιθα, ὅτι εἰς τὰ ἀκροατήρια οὐδεμία
1807ἐπιτρέπεται ἐπέμβασις εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἴτε
1808δι’ ἐπιδοκιμασιῶν, εἴτε δι’ ἀποδοκιμασιῶν, καὶ τὴν πεποίθησιν
1809ταύτην ἔχω, κύριοι, ὄχι τόσον διὰ λόγους τάξεως, ὅσον διότι
1810αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἔχωσι πάντοτε ὑπὲρ ἑαυτῶν
1811τὴν ἀπόδειξιν τῆς ὅλως ἀνεπηρεάστου πεποιθήσεως τοῦ βου-
1812λευτοῦ. Τὴν πεποίθησιν ταύτην συμμεριζομένη ἐξέφρασε, διε-
1813τύπωσε δι’ ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε
1814διέταξε νὰ μὴ σημειῶνται εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὰ στενογραφημένα
1815πρακτικὰ, ὡς εἴθισται ἄχρι τοῦδε, τὰ χειροκροτήματα τοῦ
1816ἀκροατηρίου. Προέβη περαιτέρω ἡ Βουλὴ, ἐξέδωκε καὶ ἄλλην
1817ἀπόφασιν, ἀνέθεσεν εἰς τὸν πρόεδρον μόνον, ἐνῷ προηγουμένως
1818ἀνῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκκενῇ τὸ ἀκροατήριον,
1819τὸ ὁποῖον τυχὸν ἤθελε δώσει σημεῖα ταραχῆς εἴτε δι’ ἐπιδοκι-
1820μασίας εἴτε δι’ ἀποδοκιμασίας. Συνέβη χθὲς μία πρώτη ἐπιδο-
1821κιμασία εἰς ἓν τῶν ἀκροατηρίων, τὸ προειδοποίησα, ὅτι δὲν
1822ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον, διότι ἄλλως ἤμην εἰς τὴν
1823ἀνάγκην νὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσίν του. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν
1824τοῦ κ. Ῥοντήρη ἡ Βουλὴ ἐχειροκρότησεν· ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ,
1825ὅτι τότε τὸ ἀκροατήριον δὲν ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ. Πρώτην φο-
1826ράν, κύριοι, παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην μετὰ τὴν ἐκλο-
1827γήν της τὸ φαινόμενον τοῦτο τῆς χειροκροτήσεως ἐκ μέρους τῶν
1828βουλευτῶν. Δὲν ἔχω εἰς τοῦτο νὰ κάμω οὐδεμίαν παρατήρησιν,
1829ἐπιτρέψατέ μοι μόνον νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν ἀτομικήν μου γνώ-
1830μην. Εὔχομαι αὐτὸ τὸ φράγκικον ἔθιμον, αὐτὴ ἡ φράγκικη
1831ψώρα, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, νὰ μὴ καθιερωθῇ εἰς τὴν
1832Βουλήν μας· διότι, κύριοι, τὰ χειροκροτήματα τῶν βουλευτῶν
1833προκαλοῦν τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου· ἀλλὰ καὶ ἂν
1834τὸ ἔθιμον τοῦτο καθιερωθῇ καὶ εἰς ὑμᾶς, πιστεύω ὅτι ἡ βουλὴ
1835θέλει νὰ ἐμποδίσῃ καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὰ χειροκρο-
1836τήματα τοῦ ἀκροατηρίου, διότι ἂν πρὸς τὰ χειροκροτήματα τὰ
1837ἰδικά σας ἐπιτρέπετε τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου, τοῦ
1838δίδετε τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν συμφωνῇ μὲ τὴν γνώμην μας, νὰ
1839ἀπαντήσῃ δι’ ἑτέρων ἐκφράσεων. Ὅτε χθὲς τὸ ἀκροατήριον μι-
1840μούμενον τὸ παράδειγμα τινῶν ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν, ἐχειρο-
1841κρότησε, τῷ ὑπενθύμισα ἐκ νέου ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῇ ἑτέρα τα-
1842ραχή, ἤθελον διατάξει ἀμέσως τὴν ἐκκένωσιν. Ἐπῆλθεν ἡ πρό-
1843τασις τῆς ἀναβολῆς τῆς συνεδριάσεως· μέρος ἀρκετὸν τῆς Βου-
1844λῆς ἐζητοῦσε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἡ ἀναβολὴ ἐκείνη
1845ἐν τῇ πεποιθήσει μου ἦτο δικαιολογημένη, καὶ ἐγὼ ἤμην μετα-
1846ξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶχεν ἀνα-
1847πτυχθῆ ἀρκούντως, ἀπόδειξις ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ σημερινὴ συ-
1848ζήτησις, καθ’ ἣν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος βου-
1849λευτὴς Μεσολογγίου καί τοι δὶς ἔλαβεν πρὶν ἐν ἐκτάσει τὸν
1850λόγον, καὶ ἐκ τρίτου σήμερον ἐκράτησε τὸ βῆμα πλέον τῆς μιᾶς
1851καὶ ἡμισείας ὥρας. Ἐφρόνουν λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ
1852κλείσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, πρὶν ἢ ἀνέλθωσι τὸ βῆμα καὶ ἄλλα
1853ἀκόμη ἔντιμα μέλη τῆς Βουλῆς τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ καθῆκον καὶ
1854δικαίωμα νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ
1855τὸν λάβωσι τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν ἐξε-
1856λέξαμεν εἰδικῶς διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω
1857ἐπὶ τοῦ δυσκόλου τούτου ζητήματος τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου
1858κυρίου Χρηστίδου προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ ἐπεθύ-
1859μουν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπου πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων,
1860νὰ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον ἄνδρα ὁ ὁποῖος καύχημα ἔχει τῆς
1861πολιτικῆς του, ὅτι, ὁσάκις ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, ὅπου εὗρε
1862καὶ τὴν δεκάρα καὶ τὴν πεντάρα τὴν ἐξωκονόμησεν ὑπὲρ τοῦ
1863δημοσίου. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν φωνὴν τοῦ κ. Σαράβα καὶ
1864ἄλλων ἀκόμη.
1865§52ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Περὶ τῆς τάξεως τῶν συνεδριάσεων ὁμιλεῖτε;
1866(ἱλαρότης).
1867§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶμαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἐσυμμεριζόμην λοι-
1868πὸν τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους
1869ἤδη εἶπον καὶ διὰ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος. Ἡ σημερινὴ
1870συζήτησις ἀποδεικνύει διὰ τοῦ γεγονότος τούτου ὅτι ἦτο ἀνάγκη
1871νὰ μὴ κλείσῃ χθὲς τὸ ἑσπέρας, καὶ δὲν ἀπελπίζομαι ἀκόμη ὅτι
1872πρὶν περατωθῇ ἡ συζήτησις, θ’ ἀκούσω τὸν κ. Χρηστίδην. (ἱλα-
1873ρότης). Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἀπαιτήσω, ἀλλὰ τὸ εὔχομαι.
1874§54ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὑπόσχεσαι νὰ ψηφοφορήσῃς μαζύ μου διὰ χα-
1875τῆρι μου; (ἱλαρότης).
1876§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν μοὶ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 75
1877ἐτῶν εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσατε (καὶ σᾶς εὔχομαι νὰ περάσητε
1878τὰ 150) ἐκάματέ ποτε τοιαύτην συμφωνίαν, τὴν κάμνω καὶ
1879ἐγώ. (ἱλαρότης).
1880Λοιπόν, κύριοι, ἐτέθη ὑπὸ ψηφοφορίαν χθὲς τὸ ζήτημα τῆς
1881ἀναβολῆς καὶ δύο μέλη τοῦ προεδρείου εἶχον ἀμφιβολίαν ὡς
1882πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐζητήθη τὸ ἀντίθετον καὶ ἡ ἔκφρασις τῆς
1883Βουλῆς ἐγένετο τότε φανερὰ κατὰ τῆς ἀναβολῆς. Πρὶν ἢ ὅμως
1884τὸ προεδρεῖον ἀπαγγείλῃ τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας τῆς
1885Βουλῆς, ἠκούσθησαν χειροκροτήτηματα ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον καὶ
1886ταραχαὶ ἀρκεταὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἠκούσθησαν, οὔτε εἰς τὰς πλέον
1887ταραχωδεστέρας συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως. Εἶπον νὰ ἐκ-
1888κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον, ἀλλ’ ἀμέσως ἀνεκάλεσα τὸν λόγον μου,
1889διότι ἐσυλλογίσθην ὅτι οἱ θορυβήσαντες ἦσαν ὀλίγοι, ὅτι ἐκεῖ-
1890νοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέφερον τὰς λέξεις ἦσαν ἔτι ὀλιγώτεροι, καὶ
1891ἐὰν εἰσήρχετο ἡ φρουρὰ ἵνα ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τῆς νυκτὸς ἐκ-
1892κενώσῃ τὸ ἀκροατήριον, ἴσως ἤθελε συμβῆ νὰ πάθῃ ὁ ἀθῶος,
1893ἔστω λαμβάνων καὶ ἁπλῆν τινα ὤθησιν, διὰ τοῦτο ἐσταμά-
1894τησα· δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσω τὴν περὶ ἐκκενώσεως
1895τοῦ ἀκροατηρίου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατ’ ἐκείνην τὴν στιγ-
1896μήν, διότι δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην, ἂν συνέβαινε
1897νὰ πάθῃ τις. Σεβόμενος δὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ βλέ-
1898πων, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἠδυνάμην νὰ τὴν ἐκ-
1899τελέσω ἐνόμισα ὅτι δὲν ἠμποροῦσα νὰ σταθῶ εἰς τὴν ἕδραν
1900τοῦ προέδρου.
1901Δεύτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθην νὰ καταβῶ ἦτο
1902ὅπως προειδοποιήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγ-
1903μὴν οὐ μόνον ἐσπευσμένως ἐζητεῖτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς,
1904ἀλλὰ καὶ τὰ ἀκροατήρια ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των,
1905καὶ ὅτι ἑπομένως ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν, ἠθέλαμεν βλάψει τὸ
1906ζήτημα τοῦ Λαυρίου, ἀντὶ νὰ τὸ σώσωμεν, ἠθέλαμεν τὸ
1907ἀπολέσει.
1908Αὐτὰ ἦσαν, ἀξιότιμε βουλευτὰ Καλαμῶν, τὰ αἴτια διὰ τὰ
1909ὁποῖα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἕδραν τοῦ
1910προέδρου· πιστεύω ὅτι εἶσθε ἱκανοποιημένος μεθ’ ὅσα εἶπον.
1911Ἀλλ’ ἀφοῦ κατέβην ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν πρέπει νὰ μείνω
1912σιωπηλὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν ἐπὶ τρεῖς
1913ἡμέρας. Μείνατε βέβαιοι, κύριοι, ἂν δὲν ἐπροκαλούμην νὰ ἔλθω
1914εἰς τὸ βῆμα, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζη-
1915τήματος τούτου· διότι τὸ ἐνώπιόν μας ζήτημα εἶναι καθαρῶς
1916ἐπιστημονικὸν, τὴν δὲ νομικὴν ἐπιστήμην οὔτε μακρόθεν ἐσπούδασα·
1917ἐσυλλογίσθην ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς ἐμὲ ὡς καὶ εἰς πάντα ἄλ-
1918λον μὴ σπουδάσαντα τὰ νομικὰ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ
1919Λαυριακοῦ ζητήματος διαφωνίας τῶν μεγαλειτέρων νομικῶν μας,
1920ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ κατῆλθον εἰς τὸ βῆμα, θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν
1921πεποίθησίν μου, ὅπως μὴ γείνῃ παρεξήγησις τῆς σιωπῆς μου,
1922ἀδιαφορῶν περὶ τῶν σχολίων, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ἐπέλ-
1923θωσιν εἴτε ἔνθεν εἴτε ἐκεῖθεν ἐπὶ τῆς ἀτομικῆς μου γνώμης.
1924Ἐννοεῖτε ἐκ προοιμίων ὅτι καμμίαν διάθεσιν δὲν ἔχω νὰ ἐπέμ-
1925βω εἰς τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι
1926νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι ὑπὸ
1927δύο ἐπόψεις τὴν πραγματικὴν καὶ ἐπιστημονικήν. Τὸ πραγμα-
1928τικὸν μέρος εἶναι· αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου 13,400,000 κατ’
1929ἐλάχιστον λογαριασμόν, 200,000,000 ἑκατομμύρια κατὰ τὰς
1930ἐδῶ ἀναλύσεις 500,000,000, κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν Παρι-
1931σίων, δύο διλιούνια κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ῥοντήρη.
1932Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ καὶ ἐγὼ, κα-
1933θὼς σᾶς ἐξωμολογήθη χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἀκριβὸς
1934φίλος μου κ. Ῥοντήρης. Ἀλλ’ ἡ ἐξομολόγησίς μου δὲν θὰ ᾖναι
1935ὁμοία πρὸς τὴν ἐξομολόγησιν ἐκείνου. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς
1936εἴπω, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, ἢ διὰ νὰ μὴ εἴπω ἑβ-
1937δομάδων, πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ὅλα ὅσα ἤκουον περὶ Λαυ-
1938ρίου τὰ ἐνόμιζα ὑπερβολὰς, ναὶ μὲν ἐπίστευα ὅτι ἡ ἑταιρία
1939κερδίζει, ἀλλ’ ἔλεγον, ἂς κερδίζῃ· αἱ ἑταιρίαι αἱ ξέναι νὰ
1940ἔρχωνται εἰς τὸν τόπον μας συμφέρει, καὶ ἂν δὲν κερδί-
1941ζωσι, δὲν ἔρχονται· δὲν ἐπίστευα ὅμως ποτὲ ὅτι, ὅσα ἐλέ-
1942γοντο ἠδύναντο ποτὲ νὰ ᾖναι ἀληθῆ. Μίαν ὅμως τῶν
1943ἡμερῶν, ἀφ’ ὅτου ἐσχάτως συνήλθομεν ἐν Ἀθήναις, ἐπορευόμην
1944εἰς τὸν περίπατον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ ὑπουργοῦ
1945τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συνδιελεγόμην περὶ Λαυρίου· μοὶ εἶπε
1946τὰ γνωστά σας, ὅτι δηλ. κατὰ τὸ συμβόλαιον τοῦ ἰδίου κ.
1947Σερπιέρη προκύπτει ὅτι αὐτὸς ἐπλήρωσε πρὸς τὴν ἑταιρίαν
1948Ῥοῦ, ἤτοι πρὸς τὸν ἑαυτόν του 6,700,000 τόνους χώματος
1949ἐκ τῶν ἐκβολάδων, πρὸς 2 φράγκα τὸν τόνον, ἄρα προέκυ-
1950πτεν ἐκεῖ ἀμέσως ἀναμφισβητήτως τὸ ποσὸν 13,400,000
1951φράγκων.
1952§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἀνέφερα τὸ ποσόν.
1953§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φαίνεται κἄποιος ἄλλος μοῦ τὸ εἶπε, καὶ
1954ὅτι προκύπτουσι 200 ἑκατομμύρια κατὰ τὴν ἀνάλυσιν μιᾶς
1955ἐνταῦθα ἐπιτροπῆς, 500 δὲ κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν Παρισίων.
1956Δὲν ἐπίστευσα τὸ δεύτερον, διότι δὲν εἶχον βεβαιωθῆ, τὸ
1957πρῶτον ὅμως τὸ ἐπίστευσα, διότι προέκυπτε. Τότε ἀνεστήλω-
1958σα καὶ ἐγὼ τὰ αὐτιά μου, κύριοι. Εἶδα ὅτι κἄτι τι τρέχει καὶ
1959εἶπα εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι, ἂν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, μὴ
1960ἐλπίσῃς ὅτι θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα εὐ-
1961χάριστον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἂν σεῖς ὁ ἴδιος προσωπικῶς δὲν
1962ἐπιστατήσῃς ὅλας τὰς περὶ τούτου ἐρεύνας, διότι, μὰ τὴν ἀλή-
1963θειαν, 13,000,000 κέρδος ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην, ἂν
1964ἀφαιρέσητε τὰς 500,000, τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὰ τρία, τὰ
1965δέκα μένουν ἀρκετά, τὰ δὲ λοιπὰ μεταχειριζόμενα ἀπὸ ἐδῶ καὶ
1966ἀπὸ ἐκεῖ (χωρὶς νὰ θέλω μὲ τοῦτο νὰ προσβάλω κανένα) τὰ
1967φοβοῦμαι. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος τῳόντι βλέπομεν ὅτι
1968μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς κατέγεινεν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν,
1969μὲ ὅλην τὴν δραστηριότητα καὶ εἰλικρίνειαν. Οὐδὲν ἀπέκρυψε
1970καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὡς
1971συμπληρωματικὸν καὶ προσωρινὸν εἰσήγαγε, δὲν ἐδίστασε νὰ
1972μᾶς παρουσιάσῃ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κοκκίνου, ἡ ὁποία
1973ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις. Εἶναι ἀληθῆ
1974τὰ διακόσια, τὰ πεντακόσια ἑκατομμύρια; τοῦτο δὲν ἐβεβαιώθη
1975εἰσέτι. Ὁ κ. Ζαλώνης ἔχει ἤδη πρότασιν τοῦ νὰ προσκληθῶσιν
1976εἰδικοὶ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσουν τὰς ὕλας ταύτας,
1977ἀλλὰ λέγω ἐγώ, ὅτι καὶ ἕως οὗ ἡ ὑπόνοια ὑπάρχῃ, ὅτι ἐκεῖ
1978ἐπὶ τοῦ Λαυρίου εὑρίσκεται τὸ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια, ἢ τὰ πεν-
1979τακόσια, ἢ διακόσια ἑκτομμύρια, ἐὰν μᾶς ἀνήκωσι, πρέπει νὰ
1980λάβωμεν μέτρον διὰ νὰ μὴ τὰ χάσωμεν. Τοῦτο εἶναι τὸ πρα-
1981κτικὸν γεγονός, κύριοι, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην κυριεύει
1982τοὺς στοχασμοὺς ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐμέ, δὲν τὸ ἐξετά-
1983ζουν, διότι δὲν δύνανται νὰ τὸ ἐξετάσωσιν ὑπὸ τὴν νομικὴν
1984ἔποψιν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, τῶν ὁποίων
1985ὡς ἐμοῦ ὁ ὕπνος ἐταράχθη ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ Δαυρίου.
1986Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι τὸ ζήτημα τὸ πραγματικόν, ὡς πρὸς τὸ
1987ἐπιστημονικὸν ὅμως ζήτημα παρουσιάζονται ἐνώπιόν μας οἱ
1988ἐξοχώτεροι νομικοὶ τοῦ τόπου μας ἄντικρυς διαφωνοῦντες πρὸς
1989ἀλλήλους καὶ ὁ μὲν εἷς μᾶς ὑπεστήριξε μίαν γνώμην καὶ ὁ
1990ἕτερος τὴν ἀπ’ εὐθείας ἀντίθετον. Ὁ μὲν λέγει, ὅτι αἱ ἐκβο-
1991λάδες εἶναι μεταλλεῖον καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν νόμον περὶ
1992μεταλλείων, ὁ δὲ ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, καὶ ἠμποροῦμεν
1993νὰ τὴν μεταχειρισθῶμεν, ὅπως θέλομεν, ὁ μὲν λέγει ὅτι εἶναι
1994κινητά, ὁ δὲ ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι ἀκίνητα· ὁ μὲν ὅτι εἶναι ἐθνικὴ
1995ἰδιοκτησία, διότι εἶναι κινητά, ὁ δὲ λέγει, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἰδιο-
1996κτησία, διότι εἶναι ἀκίνητα, καὶ δὲν εἶναι ἄγνωστα τὰ ὀνό-
1997ματα τὰ ὁποῖα τοιουτοτρόπως διαφωνοῦν· διαφωνεῖ ὁ κ. Προβε-
1998λέγγιος, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ὁ νομικὸς ἐκεῖ-
1999νος τοῦ τόπου μας, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλ-
2000λάδος θεωρεῖται ἂν οὐχὶ ὁ πρῶτος τῶν νομικῶν μας, ἀλλ’ εἷς
2001μεταξὺ τῶν δύο, τριῶν πρώτων νομικῶν τοῦ τόπου μας, καὶ ὁ κ.
2002Κόκκινος, ὁ ὁποῖος ἀπ’ εὐθείας διαφωνεῖ πρὸς αὐτὸν εἶναι ἐξ
2003ἴσου εἷς τῶν καλλιτέρων νομικῶν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς μία
2004autorité, μία αὐθεντία νομική. Γινώσκετε, κύριοι, τὰ ὀνόματα
2005τῶν λοιπῶν μεγάλων νομικῶν μας τῶν διαφωνούντων ἐπὶ τοῦ
2006ζητήματος τούτου, περιττὸν νὰ σᾶς τὰ ἀναφέρω. Δὲν ἀρκεῖ τοῦ-
2007το, κύριοι, δὲν διαφωνοῦσι νομικοὶ πρὸς νομικοὺς, ἀλλὰ διαφω-
2008νεῖ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος νομικὸς πρὸς ἑαυτὸν, διαφωνεῖ, ὡς γινώ-
2009σκετε, ὁ ἀξιότιμος κ. Σαράβας πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Σαρά-
2010βαν, διαφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ.
2011Ζαΐμην, διαφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥοντήρης πρὸς τὸν ἀξιότιμον
2012κ. Ῥοντήρην, διαφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης πρὸς τὸν ἀ-
2013ξιότιμον κ. Δεληγεώργην.
2014§58ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διαφωνεῖ ὁ πρόεδρος πρὸς τὸν πρόεδρον.
2015§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ναί, διαφωνεῖ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἀξιό-
2016τιμος κ. Χρηστίδης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Χρηστίδην καὶ λυ-
2017ποῦμαι διὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο, διότι ναὶ μὲν δὲν εἶσθε κ.
2018Χρηστίδη νομικὸς ἐξ ἐπαγγέλματος, ἠδύνασθε ὅμως νὰ ἐκφρά-
2019σητε σταθερὰν γνώμην εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα πολὺ καλλιτέραν
2020ἀπὸ ἐμὲ, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς φωτίσητε πολὺ διὰ τῶν οἰκο-
2021νομικῶν γνώσεών σας.
2022Δὲν ἔχει πρὸς τούτοις πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν
2023διὰ μιᾶς ἐκθέσεως παρουσίασεν αὐτὸς ὁ κ. Κόκκινος. Ὁ ἀξιότι-
2024μος κ. Ζαΐμης, ὡς πρόεδρος τῆς τότε κυβερνήσεως, διέταξε κατ’
2025ἀρχὰς τὴν παῦσιν πάσης ἐργασίας εἰς τὸ Λαύριον. Ἀφοῦ ἐστά-
2026λη ὁ γεωλόγος Γόβανς καὶ ἐπληροφόρησε τὴν τότε κυβέρνησιν
2027τοῦ κ. Ζαΐμη περὶ τίνος πρόκειται, διέταξε νὰ σταματήσῃ πᾶ-
2028σα ἐργασία, ὁ δὲ κ. Σαράβας ὑπουργὸς τότε τῆς δικαιοσύνης ἦτο
2029σύμφωνος πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ μόλις ἡ γνώμη τοῦ εἰσαγγελέως
2030τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Προβελεγγίου ὑπεβλήθη εἰς τὸ συμβού-
2031λιον, ὁ κ. Σαράβας συνεμερίσθη τὴν γνώμην ταύτην καὶ τὸ ἐμ-
2032πόδιον τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὴν ἑταιρείαν Ῥοῦ ἤρθη. Προσκαλεῖ
2033ἤδη ὁ νῦν ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τὸν κ. Ῥοντήρην.
2034§60ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μόνος του ἦλθεν.
2035§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μόνος του ἦλθε πρὸς ὑμᾶς; τόσον τὸ καλλί-
2036τερον· καὶ τὸν ἐρωτήσατε σεῖς ὡς ὑπουργὸς αὐτὸν ὡς νομικὸν
2037καὶ βουλευτὴν καὶ μᾶς ἐξηγήθη χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
2038μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν καὶ μὲ ὅλην τὴν τιμιότητα, ὅτι τότε
2039ἔδωσεν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, σκεπτόμενον
2040περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑπεστή-
2041ριξεν ἐνταῦθα ὁ κ. ὑπουργός. Τοῦτο εἶναι εἰλικρίνεια ἥτις τιμᾷ
2042τὸ κ. Ῥοντήρην.
2043Διαφωνεῖ ὁ κύριος Δεληγεώργης πρὸς τὸν κύριον Δελιγεώργην,
2044οὐχὶ διότι ὑποστηρίζει σήμερον γνώμην ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν
2045ὁποίαν ἄλλοτε ὑπεστήριξε, διότι τὶ ἐσκέπτετο ἡ τότε κυβέρνησις
2046τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ γνωρίζω τὰ διαβήματά
2047της καὶ ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέλα-
2048βεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἔχω ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ συμπεράνω
2049ὅτι, ἂν εἶχε τότε τοιαύτην οἵαν σήμερον ἐκφράζει πεποίθησιν, ἡ δια-
2050γωγή του τότε ἤθελεν εἶσθαι διαφορετική. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δε-
2051ληγεώργης ὅτι μετὰ πέντε ἡμέρας ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν εἰς τὴν κυ-
2052βέρνησιν διέταξεν ἐξετάσεις εἰς τὸ Λαύριον, ἔστειλεν ἐπιτροπὴν,
2053ἡ ὁποία ἠρεύνησε τοὺς σωροὺς τοὺς ἐμέτρησεν, ἔκαμε 500 ἀνα-
2054λύσεις. Ἂν ἀπὸ τὰς πρώτας 5 ἡμέρας ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ
2055ζητήματος, θὰ ἐξηκολούθει νὰ σκέπτεται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα
2056τῶν πέντε μηνῶν καθ’ οὓς ἔμεινεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἂν τὴν
2057πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητή-
2058ματος, ἤθελεν ἔχει τότε, ἵνα τὴν ἐμπνεύσῃ σήμερον καὶ εἰς ἐμὲ,
2059ἄλλα ἤθελον εἶναι τὰ διαβήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε λάβει καὶ οὐ-
2060χὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβε τότε. Ἂν τὴν πεποίθησιν ταύτην συνε-
2061μερίζοντο καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, πρὸ πάν-
2062των ὁ ἀξιότιμος κύριος Χρηστίδης, πέπεισμαι, ὅτι οὐδέποτε ἤ-
2063θελον παρουσιάσει ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τὸ ζήτημα τῆς δια-
2064λύσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἤθελον εἴπει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συν-
2065έλθωμεν οἱ βουλευταὶ γρήγορα, ὅπως λάβωμεν πρόνοιαν περὶ
2066αὐτοῦ τοῦ μεγάλου θησαυροῦ, τὸν ὁποῖον οἱ ξένοι μᾶς ἀφαιροῦ-
2067σι καθ’ ἡμέραν· διότι ἂν ἐπήρχετο διάλυσις, δὲν θὰ ὑπῆρχε σή-
2068μερον βουλὴ ἵνα σκεφθῇ περὶ Λαυρίου, διότι ἡ νέα βουλὴ θὰ ἐνη-
2069σχολεῖτο σήμερον μὲ τὰς ἐξελέγξεις. Καὶ δὲν ἦτο ἀδιάφορον νὰ
2070συζητήσωμεν 5 καὶ 8 μῆνας πρότερον ἐπὶ τοιούτου θέματος,
2071ὅπως σώσωμεν τὸν θησαυρὸν τοῦ ἔθνους ἀφοῦ, χθὲς τὸ ἑσπέρας
2072ὑπεστηρίζετο ὅτι ἔπρεπε κατεπειγόντως, ἀμέσως νὰ ψηφίσωμεν.
2073Ὁ κ. Κόκκινος δὲν ἔχει πεποίθησιν πλήρη εἰς τὴν γνώμην
2074του· ἐπῆγα καὶ ἐγὼ νὰ τὸν εὕρω, (διότι, ἐπαναλέγω, πολλάκις
2075τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου μοὶ ἐτάραξε τοὺς ὕπνους)· καὶ ἔμαθα
2076ὅτι ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομι-
2077κῶν, ὁ κ. Κόκκινος δὲν δύναται, ὡς λέγει καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του,
2078ν’ ἀποφανθῇ ἂν αἱ ἐκβολάδες ἦναι ἢ ὄχι ἐθνικὴ περιουσία, πρὶν
2079ἢ δι’ ἐπιτροπῆς ἐπιστημόνων ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι αἱ ἐκβολάδες
2080κινηταὶ· καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἀκόμη, ὅτε ἤθελε ἀποδειχθῇ
2081ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι κινηταὶ καί τοι ἔχει ὁ κ. Κόκκινος ἐν ἑαυ-
2082τῷ πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν, οὐδὲν
2083ἧττον δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην της πρὶν ἢ ἡ γνώμη του
2084αὕτη ὑποβληθῇ εἰς μίαν ἀπὸ τὰς καλλιτέρας σχολὰς τῆς Γερ-
2085μανίας καὶ ἐγκριθῇ. Ἀφοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, κύριοι, πα-
2086ρουσιάζεται τὸ ζήτημα, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐπιστημονικήν
2087του ἔποψιν, ἀφοῦ οἱ πρῶτοι ἐπιστήμονες τοῦ τόπου μας δια-
2088φωνοῦσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου οὐχὶ πλέον καθ’ ὁμάδας
2089πρὸς ὁμάδας, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄτομα, αὐτοὶ πρὸς ἑαυτοὺς, μὰ τὸ
2090ναὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς σήμερον ὁ ἀξιότιμος βουλευ-
2091τὴς Μεσολογγίου περισσότερον ἢ κατὰ τὴν χθεσινὴν καὶ προ-
2092χθεσινήν του ἀγόρευσιν ἐστενοχωρεῖτο πῶς τολμᾷ τις νὰ φέρῃ ἐνστά-
2093σεις εἰς τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστήμη ἔχει, κατ’ αὐτόν, καθιε-
2094ρώσει διὰ τί προτείνονται ἀμφιβολίαι ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζη-
2095τήματος, τὴν ὁποίαν αὐτὸς προτείνει. Ἐὰν ἦτο ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία
2096εἶχε λυμένον τὸ ζήτημα τοῦτο, οἱ ἐπιστήμονες δὲν ἤθελον δια-
2097φωνήσει, καὶ ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς νομικοὺς νὰ ἐρί-
2098ζωσι μεταξὺ των ὑποστηρίζοντες καθεὶς τὴν γνώμην του, ἀλλὰ,
2099φίλοι συνάδελφοι, σεῖς ὅλοι ὅσοι δὲν εἶσθε νομικοὶ, ὡς καὶ ἐγώ,
2100ποία εἶναι ἡ θέσις σας καὶ ἡ θέσις μου, καὶ ἡ θέσις μας ἐπ’ αὐ-
2101τοῦ τοῦ ζητήματος εἰς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ μὲν καὶ πρὸς ἑαυτοὺς
2102διαφωνοῦσι, προσκαλοῦσι δὲ ἡμᾶς ἵνα μὲ τὴν ψῆφόν μας τὰ λύ-
2103σωμεν. Ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Κόκκινος, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, μὲ
2104ἐξουσιοδότησε νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς γνώ-
2105μης τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, πάρεξ ἀφοῦ ἡ γνώμη
2106του αὐτὴ ἐξετασθῇ καὶ ἐπικυρωθῇ ἀπὸ μίαν τῶν νομικῶν σχο-
2107λῶν τῆς Γερμανίας, καὶ μάλιστα μοὶ ὠνόμασεν καὶ ὀνόματα ἢ
2108τὴν τοῦ Βερολίνου ἢ τὴν τοῦ Μονάχου ἢ τοῦ Γέτιγγεν ἢ τῆς
2109Βόννας ἢ τοῦ Χάϊδελβεργ, ἡμεῖς νὰ ἔλθωμεν νὰ ἄρωμεν τὰς δια-
2110φωνίας ταύτας, ἡμεῖς νὰ ἔμβωμεν εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ εἴπωμεν
2111οὗτος ἔχει δίκαιον· καὶ ὄχι ἐκεῖνος; Καὶ ἂν στενοχωρῆται ὁ ἀ-
2112ξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, διότι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν
2113γνώμην του, μείνατε βέβαιοι, ὅτι ἀφοῦ ἠθέλομεν τὴν ἀκολουθή-
2114σει καὶ ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἀμφισβητουμένου τούτου ἐ-
2115πιστημονικοῦ ζητήματος, θὰ στενοχωρηθῇ ἀκόμη περισσότερον
2116διὰ τὴν θέσιν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δίδοντες τὴν ψῆφόν μας πρέπει
2117νὰ ἔχωμεν, καὶ ἐδὼ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, τὴν συνείδησιν περὶ
2118τοῦ τί καὶ διατί ψηφίζομεν.
2119Ἀλλὰ διὰ τί, κύριοι, νὰ μὴ κηρύξωμεν τὰς ἐκβολάδας ἐθνι-
2120κὰς; ἔστω καὶ ἐν τῇ διαφωνίᾳ ταύτῃ τῶν νομικῶν μας, διὰ τί
2121νὰ μὴ εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι οἱ νομικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν
2122τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, ἐκεῖνοι ἔχουν, κατὰ
2123τὴν πεποίθησίν μας, δίκαιον; Εἶμαι συνειθισμένος, κύριοι, νὰ ὁ-
2124μιλῶ καθαρῶς, μάλιστα ὁσάκις αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ, ὅτι ἡ
2125ψῆφός μου ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ οὕτω: ἢ ἄλλως τὴν πατρίδα μου, εἶ-
2126μαι, λέγω, συνειθισμένος νὰ ἐκφράζωμαι καθαρῶς, καὶ καθαρῶς εἰς
2127τὴν περίπτωσιν ταύτην θέλω ἐκφρασθῆ. Ἠρωτήθη ἀπὸ τῆς πρώτης
2128ἡμέρας ὁ κ. πρωθυπουργὸς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν
2129κ. Πράτσικα, τί τρέχει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἂν ἦναι ἀλη-
2130θὲς ὅτι ἐδόθησαν διακοινώσεις· ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ
2131ἡ μνήμη, εἶπεν, ναὶ, ἐδόθησαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι ἡμεῖς
2132θὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὰς διακοινώσεις. Σωστὰ καὶ ὀρθά· ἀλλὰ
2133καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε σήμερον, ὅτι ἂν τὸ
2134ζήτημα λυθῇ οὕτως ἢ ἄλλως, ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν περιπλοκὰς
2135καὶ ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεων. Διατί λοιπὸν, κύριοι, νὰ μὴ λέ-
2136γωμεν καθαρῶς ποῦ στέκει τὸ ζήτημα; Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δικά-
2137σωμεν περὶ ἑταιριῶν ἑλληνικῶν, τοὐλάχιστον ἤθελε μένει ἀ-
2138νοικτὸν τὸ ζήτημα μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων, ἐὰν ἀδικήσωμεν
2139ἢ ὄχι· ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ξένων καὶ περὶ ξένων ὑπὲρ τῶν ὁ-
2140ποίων ἐνδιαφέρονται ὄχι μία, ἀλλὰ δύο, τρεῖς δυνάμεις, πρέπει
2141νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως πρὶν ἢ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, ψῆφον ἡ
2142ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα διὰ τὸν τόπον.
2143Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, κύριοι, καὶ τὸ γινώσκετε, οἱ ὁποῖοι
2144πρεσβεύουσιν ὅτι πρέπει νὰ θωπεύωμεν τοὺς ξένους δι’ οἱασδή-
2145ποτε θυσίας, μάλιστα ἠμπορεῖ νὰ κατηγορήθην πολλάκις ὅτι
2146εἶμαι τοῦ ἀντιθέτου ἄκρου. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἔθνη ὡς τὸ ἡμέτε-
2147ρον, τὰ ὁποῖα θέλουν καὶ ὀφείλουν νὰ ὑποστηρίζουν τὸ δίκαιόν
2148των ἑπομένως ἐνώπιον τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα πρὸς ὑπο-
2149στήριξιν τοῦ δικαίου των δὲν ἔχουσι ν’ ἀντιτάξωσιν εἰμὴ αὐτὸ
2150τοῦτο τὸ δίκαιον, πρέπει νὰ προεξετάζωσιν ἂν αὐτὸ τὸ δίκαιον
2151ᾖναι ἀναμφισβήτητον καὶ ἂν τοιουτοτρόπως εἶναι καθαρισμένον,
2152ὥστε νὰ ἵσταται ὑπεράνω πάσης συζητήσεως· εἰς τὴν προκει-
2153μένην περίπτωσιν, ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐνδεχόμενα. Δὲν λέγω
2154ὅτι θὰ ἐγερθῶσιν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ ἐπὶ τῶν ἐνδεχομένων ἀξιώσεων
2155τῆς ἑταιρίας ταύτης ὑποστηριζομένης ἀπὸ τοὺς ξένους πρέσβεις,
2156νὰ μᾶς παρουσιασθῇ μία διακοίνωσις ἡ ὁποία νὰ μᾶς λέγῃ, σεῖς
2157ἐκάματε τοῦτο κατέναντι τῆς γνώμης τοῦ νομικοῦ σας Αʹ. κα-
2158τέναντι τῆς γνώμης τοῦ νομικοῦ σας Βʹ. κατέναντι τῆς γνώμης
2159καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων μελῶν τῆς Βουλῆς σας, τὰ ὁποῖα ἐσυμβούλευον
2160νὰ μὴ ψηφίσητε, ὡς ἐψηφίσατε, καὶ νὰ μὴ δώσητε τὴν λύσιν, τὴν
2161ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸ ζήτημα. Ἐζημιώσατε τοὺς ὑπηκόους μας.
2162Πληρώσατε· Καὶ ἂν 10,000 λίραι εἶναι διὰ τὴν χήραν Δοῦδ,
2163στοχασθῆτε πόσα θὰ ἦσαν ἐδῶ. Ἐκεῖ καίτοι ἦτο ἀναμφισβή-
2164τητον τὸ δίκαιόν μας, καίτοι δὲν ὑπέκειτο οὔτε ὑπόκειται εἰς
2165καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δηλ. οἱ νόμοι μας δὲν ἐπιτρέπουν νὰ
2166εἰσέλθωσι ξένοι εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καίτοι ἀντέτεινε κατ’ ἀρχὰς ὁ
2167κ. Ζαΐμης, οὐδὲν ἧττον μετὰ ταῦτα ὑπέκυψε, μετὰ δὲ τὸν ἀπο-
2168συρμὸν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη, ἐρχομένου τοῦ κυρίου Δε-
2169ληγεώργη εἰς τὰ πράγματα, ἀντιτάσσοντος καὶ τούτου τὸ δί-
2170καιόν μας τὸ ἀναμφισβήτητον, οὐδὲν ἧττον καὶ αὐτὸς ὑπέκυψεν.
2171Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἔχωμεν τὸ νομοσχέδιον τῆς χήρας
2172Δοῦδ, προσμένω νὰ ἴδω ἂν θὰ ὑποστηρίξωσι τὴν καταψήφισίν
2173του οἱ σήμερον ὡς ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν
2174ζήτημα θεωροῦντες. Ἔχομεν ἐκεῖ ἀπαίτησιν 10000 λιρῶν προ-
2175φανῶς ἄδικον· οὐδὲν ἧττον εἶδον τὰ ἔγγραφα τῆς τότε κυβερ-
2176νήσεώς μας, τὴν εἶδον ἀπαντῶσαν πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγ-
2177γλίας νὰ λέγῃ· «Εὐχαριστῶ ὅτι μὲ ἐπρόλαβες· τὸ ποσὸν τοῦτο
2178εἶχον σκοπὸν νὰ τὸ προσφέρω ἐγὼ, λυποῦμαι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν
2179εἶναι ἐδῶ ἵνα ἀμέσως τὸ ψηφίσῃ.» Ἐὰν, λέγω, τοιαύτη ἦναι
2180ἡ θέσις τῶν μικρῶν κρατῶν καὶ τῶν μικρῶν λαῶν, καὶ ὅταν
2181ἀκόμη τὸ δίκαιόν των εἶναι ἀναντίῤῥητον καὶ ἀναμφισβήτητον,
2182ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις μας, ἐὰν ἐγερθῶσιν ἀξιώσεις εἰς ζήτημα
2183τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους; Οἱ νομικοὶ
2184φίλοι συνάδελφοι, ὅσοι ὡς ἐμὲ δὲν εἶσθε νομικοὶ, οἱ νομικοὶ
2185ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἕκαστος κατ’ ἰδίαν πλήρη συνείδησιν ἐν
2186ἑαυτοῖς σήμερον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λελυμένον ὡς ἕκα-
2187στος αὐτῶν τὸ ἐννοεῖ· ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦμεν
2188οὔτε κἂν νὰ ἰσχυρισθῶμεν τοιοῦτόν τι, θὰ κάμωμεν τὸν κόσμον
2189νὰ γελάσῃ μὲ ἡμᾶς, ἂν παρουσιασθῶμεν αὐθεντικῶς ἀποφασί-
2190ζοντες. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα καὶ
2191τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐκθέσωμεν καὶ τὸν
2192τόπον μας εἰς συνεπείας διὰ τὰς ὁποίας ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι
2193θὰ λυπηθῶμεν. Ἔχομεν τὸ μέσον; Δι’ ἐμὲ εἶναι πρόχειρον, τὸ
2194μέσον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου, ἐὰν αὗται
2195ἐμπεριέχουν πραγματικὸν πλοῦτον καὶ μᾶς ἀνήκωσι χωρὶς
2196διόλου νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ἀπαιτήσεις δικαιολογημένας.
2197Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν
2198οἰκονομικῶν ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν εἴτε τῆς ἐκ-
2199καμινεύσεως εἴτε τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐκβολάδων, θὰ ἐκτεθῶμεν
2200εἰς ἀποζημιώσεις κατέναντι τῆς ἑταιρίας. Δὲν τὴν συμμερίζο-
2201μαι, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος Σερπιέρης διὰ τῶν ἐγγράφων του ἐπα-
2202νειλημμένως μᾶς εἶπεν ὅτι ἐκ τῶν ἐκβολάδων τούτων δὲν μετα-
2203χειρίζεται εἰμὴ 10% εἰς ἐκκαμίνευσιν ἀναμιγνύων
2204αὐτὰς μετὰ τῶν σκωριῶν. Ἡ ἐργασία του ἐπὶ τῶν σκωριῶν
2205δὲν θὰ σταματήσῃ βεβαίως· ἕως ὅτου δὲ διαρκέσῃ ἡ ἀπαγόρευσις
2206ἄλλο τι δὲν θὰ ζημιωθῇ εἰμὴ νὰ μὴ δύναται νὰ θέσῃ 10 ταῖς
2207100 χωμάτων εἰς τὰς καμίνους, εἰς τὰς ὁποίας ἐκκαμινεύει
2208τὰς σκωρίας.
2209§62ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα, διότι δὲν τοῦ
2210παρεχωρήθησαν.
2211§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Δημητριάδη, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄ-
2212ψιν ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα· ὅτι δὲν τοῦ παρεχωρήθησαν, συμφωνῶ
2213καὶ ἐγὼ μὲ σᾶς. Εὑρέθην δὲ καὶ ἐγὼ εἰς ἓν συμβούλιον τὸ ὁ-
2214ποῖον προσεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καὶ ἐνόμισα ὅτι
2215ἐπείσθην καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν τοῦ παρεχωρήθησαν, ἀλλ’ ἐνώπιον
2216τῆς διαφωνίας τῶν μεγάλων νομικῶν μας δὲν ἠμπορῶ νὰ βα-
2217σισθῶ εἰς τὴν γνώμην μου. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι παρεχωρήθη-
2218σαν εἰς τὸν κ. Σερπιέρην αἱ ἐκβολάδες δὲν ἔχομεν νὰ τὸν ἀπο-
2219ζημιώσωμεν, εἰμὴ 10% ἐπὶ τῶν σκωριῶν τὰς ὁποίας
2220αὐτὸς θὰ καταναλώσῃ. Πόσον θὰ διαρκέσῃ ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ
2221ζητήματος; Δὲν πιστεύω νὰ τραβίξῃ ἐπὶ πολύ, εἷς, δύο, τρεῖς
2222μῆνες νομίζω ὅτι ἀρκοῦσι, διότι, ἅμα τοῦ ἀπαγορευθῇ αὐτοῦ
2223τοῦ κυρίου ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων, θὰ ἔχῃ καὶ ἐκεῖνος
2224συμφέρον νὰ τελειώσῃ ἡ ἀμφισβήτησις μίαν ὥραν προτήτερα.
2225Ἐὰν τὸν ἀφήσωμεν νὰ ἐκκαμινεύῃ, ἂς προσφέρῃ ἐγγυήσεις, ὅσον
2226ἂν θέλητε μεγάλας, ἠμπορεῖ διὰ τῶν συνήθων ἐμποδίων, ὄχι
2227βεβαίως τῶν νομομαθῶν μας, ἀλλὰ τῶν νομικῶν μας, ἐνώπιον
2228τῶν δικαστηρίων νὰ τραβίξῃ εἰς μάκρος πολὺ καὶ ἡμεῖς νὰ
2229περιμείνωμεν ἴσως ἔτη ὁλόκληρα ἕως ὅτου τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις.
2230Ἀλλ’ ὅταν τοῦ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐκκαμίνευσιν, τότε καὶ αὐτὸς
2231ἔχει ἓν συμφέρον νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα ταχέως. Διὰ τοῦ
2232τρόπου αὐτοῦ ἐξασφαλίζομεν πληρέστατα τὸ δημόσιον καὶ δὲν
2233ἐκθέτομεν διόλου τὸν τόπον μας. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἐπί-
2234σπευσιν ἥν τινες τοσοῦτον ἐπιμόνως συμβουλεύουσι. Ναὶ, εἶναι
2235δημοτικὴ εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ ἐπίσπευσις, εἶναι ὁ σταθερὸς
2236χαρακτὴρ τῆς πόλεως ταύτης, τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου
2237πατοῦμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁλονὲν συζητοῦμεν. Τὸ ἀποδει-
2238κνύει ἡ ἱστορία του. Διατί νὰ μὴ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ τὴν ἱστο-
2239ρίαν; Ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ τούτου βήματος πρὸς τοὺς παλαιοὺς
2240Ἀθηναίους, κύριοι, πολλάκις ἡ ἐπίσπευσις αὕτη ὑπηγορεύθη·
2241πολλάκις ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἐδῶθεν εἶπον «σταματήσατε
2242ὀλίγον, σκεφθῆτε,» ἐθεωρήθησαν ὡς ἀντιπράττοντες εἰς τὰ δη-
2243μόσια συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῶν Ἀθηνῶν μαρτυρεῖ ποῦ
2244ὤθησαν τὴν πολιτείαν ἐκείνην ὅσοι τότε ἔλεγαν σπεύσατε,
2245τρέξατε ἐν σπουδῇ, ἀμέσως, ἀποφασίσατε, ὡς λέγουσιν ἤδη ἄλ-
2246λοι σήμερον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Εἶναι αἱ ἐκβο-
2247λάδες ἰδικαί μας; Τὸ πιστεύω· ἀλλ’ ἂν ᾖναι ἰδικαί μας σή-
2248μερον, θὰ ᾖναι καὶ αὔριον, θὰ ᾖναι καὶ μεθαύριον, τίποτε δὲν θὰ
2249κινδυνεύσωμεν, ἐὰν ἐμποδίσωμεν ἀμέσως μὲν τὴν ἐκκαμίνευσιν
2250καὶ τὴν ἐξαγωγήν, δώσωμεν δὲ ὀλίγον καιρὸν εἰς ἑαυτοὺς ὅπως
2251ὡρίμως σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, ἀφοῦ
2252ἤδη εἰς τὰς Ἀθήνας σήμερον βουλευόμεθα καὶ περὶ τῶν μεταλ-
2253λείων τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων συζητοῦμεν καὶ τὴν ἱστορίαν των
2254ἀναμιμνησκόμεθα, ἂς ἐνθυμηθῶμεν καὶ ἂς μιμηθῶμεν τὸ παρά-
2255δειγμα τοῦ μεγάλου ἐκείνου πολιτικοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ὅταν
2256ἔφθασεν ἡ εἴδησις τοῦ θανάτου Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος καὶ
2257ἔτρεχον οἱ συμπολῖταί του φωνάζοντες ἀμέσως νὰ κηρύξωσι
2258τὸν πόλεμον καὶ νὰ κινήσωσι πρὸς τὴν Μακεδονίαν, «σταμα-
2259τήσατε ὀλίγον, τοῖς εἶπε, ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς σήμερον, θὰ
2260ᾖναι καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, εἰ Φίλιππος τέθνηκε σήμερον,
2261καὶ αὔριον καὶ ἐσαεὶ τεθνηκὼς ἔσεται.» Ἂν αἱ ἐκβολάδες εἶναι
2262σήμερον ἰδικαί μας, θὰ ᾖναι καὶ αὔριον καὶ ἐσαεί. Μὴ ἐκθέσω-
2263μεν ὅμως τὸν τόπον διὰ μέτρων μὴ ὡρίμως σκεφθέντων, ἂς
2264σταματήσωμεν τὴν ἐκκαμίνευσιν· δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν
2265τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς ὑπὸ ἐγγύησιν ἐξακολουθήσεως τῆς
2266ἐκκαμινεύσεως. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἕως ὅτου ἐπανέλθωμεν (διότι κατὰ
2267τὸ Πάσχα νομίζω ὅτι θὰ ἔχωμεν διακοπήν τινα τῶν ἐργα-
2268σιῶν μας) ἐλπίζω, λέγω, οὐδένα μάλιστα ἔχω δισταγμόν, ὅτι
2269ἕως τότε ἡ κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ ἀκριβῶς, καὶ θὰ μᾶς καθυ-
2270ποβάλῃ πλήρη πᾶσαν πληροφορίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
2271Τῆς καθυποβάλλω δὲ καὶ τῇ συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν
2272τοῦ κ. Κοκκίνου, νὰ σταλῇ δηλονότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰς
2273σπουδαιοτέρας τῆς Εὐρώπης νομικὰς σχολάς· ἔχοντες δὲ τὴν
2274ἀπάντησιν τῶν σχολῶν ἐκείνων κατέναντι τῶν διαφωνιῶν τῶν
2275νομικῶν μας, νὰ σκεφθῶμεν τότε, ὅτε θὰ δυνάμεθα νὰ σκεφθῶ-
2276μεν μὲ ἡσυχίαν, φρόνησιν καὶ ἐμβρίθειαν, καθὼς ἀπαιτεῖται εἰς
2277ἓν τοιοῦτον ζήτημα, καὶ ὡς ἁρμόζει εἰς τὸ ὁλονὲν συζητοῦν
2278αὐτὸ Σῶμα.
2279§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐάν μοι συγχωρῆται, θὰ
2280εἴπω ἀπὸ τὴν θέσιν μου δύο λέξεις.
2281§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
2282§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ.
2283Λομβάρδος ὤφειλεν ἀποφύγῃ ἐντελῶς νὰ θίξῃ τὰ δύο ζητή-
2284ματα περὶ ὧν ὡμίλησεν· ὄχι μόνον διότι ἠθικὸν καθῆκον ἐπέ-
2285βαλλεν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ μνησθῇ τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν δυ-
2286στυχημάτων τῆς Ἑλλάδος, ὧν ἐμνήθη, ἐπὶ ζητήματος τοσούτῳ
2287μεγάλου καὶ τοσούτῳ ἐνδιαφέροντος ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπὶ
2288μὲν τοῦ πρώτου ἐλάλησε δὶς εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἔφερε καὶ διὰ
2289μακρῶν τὸ συνεζήτησε, καὶ μολαταῦτα ἀπέσχεν ἐντελῶς καὶ
2290μὲ ἄκραν εὐλάβειαν νὰ εἴπῃ τι περὶ τῆς Κυβερνήσεως τὴν
2291ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω! ἐὰν δὲ ἤθελε μίαν λέ-
2292ξιν κἂν νὰ εἴπῃ περὶ τῆς εὐθύνης αὐτῆς, ἤθελον τοῦ ἀποδείξει
2293ὅτι δὲν ὑπεχώρησεν εἰς τίποτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ὅτι
2294πολὺ κατώρθωσε, διότι πολλὰ διώρθωσε τῶν πρὸ αὐτῆς πε-
2295πραγμένων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, τῆς ἀποζημιώ-
2296σεως εἰς τὴν κ. Λοῦδ, ἔπρεπε νὰ κρατηθῇ ὁ κ. Λομβάρδος μέ-
2297χρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἤθελε φέρει τὴν συζήτησιν, διότι εἴ-
2298μεθα βέβαιοι ὅτι θὰ τὴν φέρῃ. Τὸν ἐνθυμίζω μόνον, διότι ἐμνή-
2299σθη τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑπήρξαμεν κηδεμόνες
2300τῆς ἀσθενοῦς· ἤλθομεν καὶ τὴν εὕρομεν πάσχουσαν τοὺς πνεύ-
2301μονας, πάσχουσαν τοὺς βρόγχους, κατεσκληκυῖαν τὸ σῶμα! ὅτι
2302δὲν ὑπεκύψαμεν εἰς κᾀμμίαν πίεσιν, δὲν ἀνεγνωρίσαμεν κᾀνὲν
2303δικαίωμα τῶν ξένων, οὔτε κᾀμμίαν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος·
2304ἐνομίσαμεν ὅτι δυστυχῆ συμβάντα, τῶν ὁποίων ἴσως οὐδεὶς φέ-
2305ρει τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ δυστυχῆ συμβάντα ἐπιπεσόντα εἰς τὴν
2306πατρίδα μας ἀπῄτουν ὡς καθῆκον νὰ μετέλθωμεν ἐκείνην τὴν
2307πολιτικήν, τῆς ὁποίας ἡ ἔγκρισις ἀφέθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
2308ἐκείνης ἐντελῶς εἰς τὴν ἀνεξάρτητον κρίσιν τοῦ Νομοθετικοῦ
2309Σώματος.
2310Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον ὅτι
2311ὄχι αἱ διαφωνίαι τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀνέφερον, οὔτε τῶν νο-
2312μικῶν οὔτε τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἔβλαψαν καὶ βλάπτουσι τὴν
2313ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς σήμερον, ὁπότε
2314πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν, καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅσον ἡ γλῶσσά
2315του ἡ σημερινή.
2316Δὲν βλάπτει, κύριοι, ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Προβελεγγίου, μία
2317γνώμη ζητηθεῖσα παρ’ αὐτοῦ διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς, μία γνώμη
2318τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισε χωρὶς ἐντελῆ καὶ πλήρη γνῶσιν τῆς
2319ὑποθέσεως ταύτης, μία γνωμοδότησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ
2320ποδὸς ἴσως, τὴν ὁποίαν δι’ ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς ἀπέστειλεν
2321εἰς τὸν ὑπουργόν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠννόει, ὅταν ἐσκέπτετο,
2322ὅτι ἔφερε κἀμμίαν εὐθύνην. Δὲν φέρουν καμμίαν εὐθύνην οἱ δι-
2323κηγόροι, τοὺς ὁποίους προσκαλεῖ ὁ πελάτης ὅπως δώσουν μίαν
2324γνωμοδότησιν εἰς τὴν ὑπόθεσίν του. Δὲν ἔχουν σημασίαν κἀμ-
2325μίαν οὔτε ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, οὔτε ἐνώπιον τοῦ ἔθνους,
2326οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν δικανικὸν κόσμον αἱ γνῶμαι οὕτω πως λαμ-
2327βανόμεναι.
2328Δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἡ διαγωγὴ τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εἰς
2329τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη· διότι καὶ
2330ἐὰν ὁ κ. Ζαΐμης καὶ οἱ συνάδελφοί του ἀπηγόρευσαν ἐπὶ μίαν
2331στιγμὴν τὴν χώνευσιν τοῦ χώματος, ἠμποροῦν νὰ διέταξαν
2332κατόπιν τὴν ἐξακολούθησιν, ὄχι διότι ἤλλαξαν γνώμην, ἀλλὰ
2333διότι ἐσκέφθησαν ὅτι δὲν βλάπτεται τὸ συμφέρον τοῦ δημο-
2334σίου ἀπὸ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς χωνεύσεως. Μὴ ἐπιῤῥίπτετε
2335εὐθύνην ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, καὶ τὴν ἐπιῤῥίπτετε κατὰ τὴν
2336στιγμὴν καθ’ ἣν οὔτε ὁ λόγος ἐπιτρέπεται ἵνα ὑπερασπισθῶμεν
2337ἡμᾶς αὐτοὺς, οὔτε ὑπάρχει καιρὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν ὑποθέσεων
2338μακρῶν, καὶ οὔτε εἶναι συγκεχωρημένον, ὡς παρεμπίπτοντα
2339ζητήματα, μακραὶ ὑποθέσεις νὰ φέρωνται πρὸς συζήτησιν.
2340Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι παλινῴδησα ἢ ἐγὼ ἢ οἱ συνάδελφοί μου,
2341δὲν ἔδειξα καμμίαν παλινῳδίαν· ἠγόρευσα τρὶς εἰς τὴν Βουλὴν·
2342ἂς δείξῃ μίαν παλινῳδίαν. Εἶπεν ὅταν ἤμην εἰς τὴν κυβέρνησιν
2343πρέπει νὰ εἶχον ἄλλην γνώμην, διότι ἐὰν δὲν εἶχον ἄλλην
2344γνώμην, διατί δὲν ἔπραξα κἄτι τι περισσότερον ἀφ’ ὅτι ἔπραξα.
2345Τί ἤθελε νὰ πράξω; Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐρωτᾷ διατί νὰ ζη-
2346τήσω τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς;
2347Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εἰς ἓν ζήτημα ὁποῖον τὸ τοῦ Λαυ-
2348ρίου ἤγειρεν ἄλλο ζήτημα πολιτικόν! λυποῦμαι δι’ αὐτόν· διότι
2349ἐφάνη πολὺ κατώτερος ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλη-
2350σαν νὰ δώσουν τοιαύτην ὄψιν καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὰ
2351συζητούμενα. Ὡμίλησα μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν περὶ τῆς κυ-
2352βερνήσεως, ἀναιρῶν τοὺς λόγους τῶν ἀγορευσάντων ὑπουργῶν·
2353δὲν τοὺς ἤγγισα εἰς τίποτε· δὲν προσέβαλον τὴν γνώμην των,
2354καὶ οὐδεὶς κατεδέχθη νὰ τὸ πράξῃ.
2355Αὐτὸς ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ σκάνδα-
2356λον, ὅτι ἐγὼ, ὅστις καὶ ἐγὼ συνετέλεσα εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς
2357γνώμης ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος αἱ ἐκβολάδες ὁμοῦ μετὰ
2358πολλῶν ἄλλων, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐχθρὸς τῆς Βουλῆς, δὲν τὴν ἀ-
2359γαπῶ, ἐζήτησα τὴν διάλυσίν της! διότι δὲν ἐννοῶ πρὸς ποῖον
2360ἄλλον σκοπὸν ἠδύνατο νὰ τοῦ χρησιμεύσῃ τὸ σαθρὸν καὶ ταπει-
2361νὸν τοῦτο ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ
2362οὐδὲ εἷς τόσον εὐτελὴς ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ὁ ὁποῖος νὰ
2363ἐπηρεάζηται ὑπὸ λόγων τοιούτων, καὶ νὰ ἐπηρεάζηται εἰς
2364τοιαύτην στιγμὴν ἱερὰν, ὁποία εἶναι ἡ στιγμὴ αὕτη.
2365Ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος πρεσβεύω ὅλας αὐτὰς
2366τὰς ἡμέρας καὶ ἐπρέσβευον πάντοτε ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι νό-
2367μιμα, ὅτι νόμιμα εἶναι ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν Ἀθηναίων μέχρι
2368τῆς στιγμῆς ταύτης τὸ μεταλλεύεσθαι, δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς
2369γνωμοδοτήσεως, ἢ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς ὅτε ἤμην εἰς τὴν κυ-
2370βέρνησιν διὰ νὰ πράξω ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξω· διότι θὰ ἠρχό-
2371μην εἰς ἐκτέλεσιν νόμου, νόμου ὑπάρχοντος. Τοῦτο ἐνθυμίζω διὰ
2372νὰ δείξω καταφανῶς εἰς ὅλους τοὺς ἀκούοντάς με σήμερον, ὅτι
2373στρατήγημα ἦτο ἡ ἰδέα, τοῦ νὰ σᾶς ἐνθυμίσῃ τὴν πρότασίν
2374μου περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς· διότι εἶναι ἐξυπνότατος ἄν-
2375θρωπος ὁ κ. Λομβάρδος, λίαν ἔξυπνος καὶ δὲν ἤθελε ποτὲ λη-
2376σμονήσει, ὅτι ἐγὼ, τοιαύτην ἀρχὴν ὑποστηρίζων, δὲν εἶχον ἀ-
2377νάγκην νέου νομοθετήματος.
2378Πολλάκις εἶχον γνώμην ἐναντίαν, ἤτοι γνώμην περὶ μὴ δια-
2379λύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ πολλάκις ἡ ψῆφός μου ἐμπόδισε τὴν
2380διάλυσιν τῶν Βουλῶν· οὐδέποτε τὸ ἐκαυχήθην. Ἔπρεπε νὰ
2381ἔχουν τόσην γενναιότητα τοὐλάχιστον οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι
2382μας, ὥστε νὰ μᾶς μιμῶνται, καὶ τόσον πατριωτισμὸν, τόσον
2383σέβας εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ὥστε εἰς τοιαύτην στιγμὴν
2384νὰ μὴ προσφεύγουν εἰς στρατηγήματα, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ἐμ-
2385ποροῦν νὰ ἑλκύσουν τὸν ἔπαινον!
2386§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε ....
2387§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἐτελείωσα. — Κύριε
2388πρόεδρε! εἶπον, ὅτι ὄχι αὗται αἱ διαφωνίαι τὰς ὁποίας ἀπήν-
2389τησεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὄχι αὗται αἱ διαφωνίαι προξενοῦσι δυ-
2390σκολίας εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἢ, μᾶλλον εἰ-
2391πεῖν, ὄχι αὗται αἱ διαφωνίαι χειροτερεύουν τὸ ζήτημα, ὄχι!
2392ἀλλ’ οἱ λόγοι του οἱ σημερινοὶ τὸ χειροτερεύουν. Ἦλθε νὰ κάμῃ
2393ἀνακεφαλαίωσιν ὅλων τῶν συμβάντων, καὶ νὰ διατυπώσῃ εἰς
2394ἕνα λόγον, φέροντα τὸ κῦρος τοῦ λόγου τοῦ προέδρου τῆς Βου-
2395λῆς, τ’ ἀτοπήματα τὰ ὁποῖα συνέβησαν χθές. Καὶ ἠξεύρετε
2396ὁποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγνώσεως τῶν τοιούτων
2397λόγων; Οἱ θέλοντες νὰ ἀναδιφήσωσι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς
2398νὰ εὕρωσι λόγους, οἱ ὁποῖοι νὰ τοὺς ὁπλίσουν μὲ δικαίωμα διὰ
2399τοῦ ὁποίου νὰ συντρίψωσι τὴν ἀπόφασίν μας! Τὸ ἠξεύρει! εἶ-
2400ναι πολὺ ἔξυπνος καὶ τὸ ἠξεύρει. Ὁ λόγος του ἀναγινωσκόμενος
2401θὰ προξενήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπὸ πίεσιν τοιαύτην ὁποία,
2402ὡς εἶπεν, οὔτε εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἀναρχίας ἐπὶ τῆς μεσοβασι-
2403λείας δὲν ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὑπὸ πίεσιν τοιαύ-
2404την καὶ ὑπὸ κατάστασιν τοιαύτην ἐρχόμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν
2405περὶ ἑνὸς δικαιώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται μία ἑταιρία.
2406Καὶ ἔπειτα ποῦ προῆλθε, κύριοι; Μᾶς ἐνθύμισε τὴν ἐπέμ-
2407βασιν τῶν ξένων! καὶ τὴν ἐδικαιολόγησε! τὴν ἐδικαιολόγησε
2408δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγε, τῆς ἀστα-
2409θείας τῆς γνώμης τῶν νομικῶν, τῆς ἀβεβαιότητος τῆς γνώμης
2410τῶν πολιτικῶν, τοῦ κλονισμοῦ τῶν συνειδήσεων. Ἀλλ’ ἴσως ἡ
2411συνείδησις ἡ ἰδική του μόνον κλονίζεται! ἐκείνων ὅμως οἱ ὁποῖοι
2412εἶναι καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕτοιμοι νὰ δώσουν μίαν ψῆφον, ἡ
2413συνείδησις δὲν κλονίζεται διόλου.
2414Εἴμεθα μικρὸν κράτος, καὶ ἐμποροῦν ἀκόμη καὶ διὰ τῆς βίας
2415νὰ ἐπιβάλλουν οἱ μεγάλοι τὴν θέλησίν των, ἀπαραλλάκτως
2416καθὼς συμβαίνει καὶ εἰς τὴν κτίσιν ἐν γένει· τὰ μικρότερα κα-
2417τατρώγονται ὑπὸ τῶν μεγαλειτέρων· οὔτε ὅμως ἡ ἱστορία,
2418οὔτε ἡ ἀνθρωπότης θὰ μᾶς καταδικάσῃ ποτὲ διὰ τοῦτο. Ἀλλ’
2419εἴμεθα ἀνάξιοι καὶ ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ὅταν δίδωμεν
2420λαβὰς, ἔστω ἐξ οἱουδήποτε αἰσθήματος ὁρμώμενοι.
2421§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐγνωμονῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Με-
2422σολογγίου διὰ τὸ γνώρισμα τοῦ ἐξύπνου, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνε-
2423γνώρισε· ἀλλ’ ἢ ἡ ἀναγνώρισις δὲν ἦτο εἰλικρινὴς, ἢ, ἂν δὲν
2424εἶμαι κουτὸς πράγματι, δὲν ἤθελον πέσει εἰς σαθρὰ καὶ εἰς εὐ-
2425τελῆ ἐπιχειρήματα. Τὸν διαβεβαιῶ, μὲ ὅσον καὶ ἂν ᾖναι συνει-
2426θισμένος νὰ ὑψόνῃ τὴν φωνήν του, μὲ ὅσον καὶ ἂν δὲν κουρά-
2427ζεται νὰ λαμβάνῃ τρὶς καὶ τετράκις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικει-
2428μένου τὸν λόγον, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε μετεχειρίσθην
2429στρατηγήματα διὰ νὰ ἐκφράσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ. Ὁ
2430μύσταξ μου εἶναι λευκότερος ἀπὸ τὸν ἰδικόν του, καὶ ὁ περα-
2431σμένος πολιτικός μου βίος μικρὸς μὲν καὶ ἀσήμαντος, ἀλλ’ εἶναι
2432μακρότερος τοῦ ἰδικοῦ του. Τὸν διαβεβαιῶ ὅτι ἐσυνείθισα νὰ
2433λέγω μετὰ παῤῥησίας τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἐδίστασα καὶ εἰς τὴν
2434παροῦσαν περίστασιν νὰ τὴν εἴπω καί τοι προεγνώριζα, ὅτι
2435τοιαῦτα σχόλια ἤθελον ἐπέλθει, δὲν ἐδίστασα νὰ τὰ ἀντικρύσω,
2436δὲν ἐδίστασα νὰ τὰ προκαλέσω, διότι ἤθελον καὶ τὰ μὲν καὶ
2437τὰ δὲ καὶ τὰ ὅσα εἶπον καὶ τὰ ὅσα εἶπε νὰ μένωσιν ἐκεῖ γε-
2438γραμμένα, ὅπως καὶ ἀπὸ τὰ μὲν καὶ ἀπὸ τὰ δὲ δικάσουν οἱ
2439ἔξω περὶ ἐμοῦ καὶ περὶ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Δὲν εἴ-
2440μεθα ἀνάξιοι ἐλευθερίας, ἂν ἐνώπιόν μας ἐν τῷ κοινοβουλίῳ
2441συζητοῦντες δὲν κρύπτωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὰ ὄμματα
2442πολλῶν ἑκατοντάδων ἀκροατῶν συνέβησαν· δὲν εἴμεθα ἀνάξιοι
2443ἐλευθερίας ἂν τὸ ἐλάττωμά μας ἀντικρύζωμεν καὶ προσπαθοῦ-
2444μεν νὰ τὸ σταματήσωμεν. Πρέπει νὰ παύσωμεν ἐξακολουθοῦν-
2445τες τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐτηρήσαμεν καὶ
2446πρῶτος μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα ὁ κ. Ῥοντήρης.
2447Δὲν βλάπτει τὸ ζήτημα ἂν ἐπιστοποιήθη ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας,
2448καί τοι ἐγένετο πίεσις ἵνα ἐσπευσμένως ἡ βουλὴ προβῇ εἰς τὴν
2449ψηφοφορίαν, οὐδὲν ἧττον ἔλαβεν αὕτη τὴν εὐστάθειαν ν’ ἀντι-
2450κρούσῃ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην. Δὲν ἔβλαψε τὸ ζήτημα, πιστεύω,
2451ὁ πρόεδρος τῆς βουλῆς, καθόσον καὶ σήμερον ἐπανελήφθη ἡ συ-
2452ζήτησις καὶ διεξήχθη ἐν ὅλῃ τῇ ἡσυχίᾳ καὶ τάξει καὶ ἀπὸ ἡμᾶς
2453καὶ ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια· θὰ ἐβλάπτετο τὸ ζήτημα ἂν ἠθέλαμεν
2454νὰ καλύψωμεν ὅσα ἐγένοντο.
2455Δὲν ἐπροκάλεσα ἐγὼ τὸ ζήτημα τῆς ἐνδεχομένης τῶν ξένων
2456ἀπαιτήσεως, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου πρὸ ἐμοῦ ἀγο-
2457ρεύσας εἶπεν στρογγυλὰ, ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, ὅταν τῆς ἐζήτησε
2458πληροφορίας ἀπετάνθη ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε. Διὰ τὶ ἐλησμό-
2459νησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων λεπτῶν ἐδῶθεν ἀπήγγειλε;
2460καὶ ἔχουν βεβαίως ἀξίαν οἱ περὶ τούτου λόγοι ἑνὸς πρώην
2461πρωθυπουργοῦ· ἐντεῦθεν μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἔτρεξεν
2462ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε, οὐχ ἧττον, εἶπε, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
2463πληρώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρεώστει (τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐπλή-
2464ρωσε). Εἶπον ὅτι ἐξῆλθον χθὲς ἐκ τῶν ἀκροατηρίων φωναὶ, αἱ
2465ὁποῖαι δὲν ἐξῆλθον οὔτε εἰς τὸν καιρὸν τῆς Συνελεύσεως· καὶ ἐγὼ
2466δὲν ἤμην ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ μοὶ τὸ εἶπον
2467ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ἐδῶ ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους αὐτῆς
2468ὅτι αἱ φωναὶ, τὰς ὁποίας ἤκουσαν χθὲς τὸ ἑσπέρας, δὲν ἠκού-
2469σθησαν οὔτε κατὰ τὰς ταραχωδεστέρας συνεδριάσεις τῆς Συνε-
2470λεύσεως.
2471§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, εἶναι ἀληθές.
2472§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ καλύψωμεν τὰ
2473γεγονότα ταῦτα, ἀξιότιμε κύριε Δεληγεώργη, καὶ κατὰ τὶ ἔβλα-
2474ψεν ὁ λόγος τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶπε δὲν ἐτόλ-
2475μησα νὰ θέσω εἰς ἐνέργειαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι
2476κατέναντι 5 ἢ 10, οἱ ὁποῖοι ἐτάραξαν τὴν Βουλὴν, οἱ λοιποὶ
2477διετέλεσαν ἥσυχοι καὶ ἐφοβήθην μὴ καὶ εἷς ἀθῶος πάθῃ, ἂν
2478ἤθελον διατάξει νὰ ἐκκενωθῇ τὸ ἀκροατήριον; Ἂς μάθῃ ὁ κ.
2479Δεληγεώργης ὅτι, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς Λόϋδ, θέλομεν
2480συζητήσει μετὰ τῆς αὐτῆς ἐλευθερίας, καὶ ἂς πιστεύσῃ ὁ ἀξιό-
2481τιμος βουλευτὴς, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐσυνείθισαν ἐπὶ 20 ἔτη,
2482εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κανονίου τοῦ ἀγγλικοῦ καὶ τῆς
2483ἀγγλικῆς λόγχης νὰ λέγουν πάντοτε εἰς τὸν Ἁρμοστὴν νὰ φύγῃ,
2484ὅτι δὲν θέλουν φοβηθῆ νὰ ἐκφράσουν σαφῶς καὶ καθαρῶς τὴν
2485γνώμην των, χωρὶς νὰ λάβωσι συστολὴν οὔτε ἀπὸ τὰς ἀπαιτή-
2486σεις τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, οὔτε ἀπὸ τὰ πρὸς αὐτὸν τα-
2487πεινωτικὰ ἔγγραφα ἑνὸς πρώην πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἂς
2488μένῃ περὶ τούτου βέβαιος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου
2489(θόρυβος).
2490§72ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.
2491§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Χρηστίδης καὶ κατόπιν ὁ
2492κ. Ῥοντήρης.
2493§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι δυστύχημα, ὅτι τὰ προσωπικὰ παρεμ-
2494βάλλονται καὶ εἰς αὐτὰ τὰ σπουδαιότερα ζητήματα. Ἤκουσα
2495τὸν καταβάντα τοῦ βήματος διερχόμενον, ὡς ἄλλον ῥαγδαῖον
2496χείμαρον, διερχόμενον ἀγορεύσεις, λόγους, συμβάντα, γεγονότα,
2497ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ παρὸν ζή-
2498τημα. Τὸν ἤκουσα, κύριοι, λαλοῦντα περὶ διαλύσεως τῆς βουλῆς
2499εἰς μίαν στιγμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ζητεῖ
2500νὰ ἀγρεύσῃ ψήφους, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη ῥιπτομένη ἐν
2501τῷ μέσῳ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ὄχι ἡμᾶς τοὺς μικροὺς, ἀλλὰ
2502ἀκόμη καὶ τοὺς μεγαλειτέρους ἄνδρας καὶ τὰ μεγαλείτερα ἔθνη.
2503Δυνάμεθα, κύριοι, καὶ ἂς τὸ πράξωμεν, νὰ συζητήσωμεν μὲ κρύον
2504αἷμα ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ἡ κοι-
2505νωνία καὶ πρὸ πάντων αὐτὴ ἡ κυβέρνησις. Προσκληθεὶς ἀπὸ τὴν
2506βουλὴν ὡς μέλος μιᾶς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη τὸ
2507μέγα καθῆκον τοῦ νὰ λύσῃ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον βλέπετε πό-
2508σον εἶναι δυσχερὲς, δὲν ἠρνήθην, κύριοι, τὴν συνδρομήν μου, καί
2509τοι ἀσχολούμενος εἰς μίαν ἄλλην ἐργασίαν σπουδαιοτάτην, τὴν
2510ὁποίαν ἄφησα κατὰ μέρος καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν
2511τῆς ἐπιτροπῆς. Προσῆλθον, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν οὐχὶ διὰ
2512νὰ φέρω προσκόμματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὐχὶ διὰ νὰ κάμω νὰ
2513θριαμβεύσωσιν ἀρχαὶ οἰκονομικαὶ, τόσῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον εἶμαι
2514ἐναντίος ὅλων τῶν ἀπολύτων οἰκονομικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ
2515συντελέσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν μιᾶς ὑποθέ-
2516σεως, ὁμοίας μὲ ἐκείνην, ἡ ὁποία, τοὐλάχιστον ἐμὲ, μὲ βασα-
2517νίζει ἀπὸ τοῦ 1864.
2518Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀνεφύησαν
2519διάφοροι γνῶμαι, ἡ πρώτη καὶ κυρία, ἥτις ἐπαρουσιάσθη, ἦτο
2520τὸ ζήτημα, ἂν αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους ἢ ἂν
2521εἶναι κτῆσις δυναμένη νὰ ἀποκτηθῇ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας. Ἡ
2522συζήτησις αὕτη, κύριοι, διήρκεσε, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, δύο
2523ἡμέρας, ἢ τρεῖς, τοσοῦτον ἦτο σπουδαία. Παρετήρησα, κύριοι,
2524ὅτι αἱ γνῶμαι ἦσαν διῃρημέναι, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου
2525ἦλθα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς σᾶς εἶπον, διὰ νὰ συντελέσω ὥστε
2526νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα πρακτικὸν ὅρον, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκ-
2527φρασιν. Ὅταν ἦλθεν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, αἱ ψῆφοι ἐκη-
2528ρύχθησαν κατὰ τεσσάρων, 11 ὑπὲρ, καὶ 3 ἢ 4, δὲν καλοενθυ-
2529μοῦμαι, ἠρνήθησαν ψῆφον· εἷς δὲ ἤμην καὶ ἐγὼ τῶν ἀρνηθέντων
2530ψῆφον.
2531§75ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν εἴχατε γνώμην σχηματίσει.
2532§76ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουν γνώμην ὅσοι ἀρνοῦνται ψῆφον; τί
2533θέλετε νὰ παρεμβάλετε τοιαύτας ἐρωτήσεις; σᾶς εἶπον ὅτι ἦλ-
2534θον μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα πρακτικὸν ὅρον.
2535Δὲν τὸ κρύπτω, κύριοι! ἤμην πάντοτε τῆς ἰδέας ὅτι αἱ γαῖαι
2536τοῦ Λαυρίου πᾶσαι ἦσαν κτήσεις ἐθνικαί· ἀλλὰ ἐσιώπησα ἐπι-
2537φυλαττόμενος, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν βουλὴν τὸ ζήτημα, νὰ ἐκ-
2538φράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Μὲ ὠνείδισε χθὲς ἕνας ἀπὸ
2539τοῦ βήματος, διατὶ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον καίτοι πρόεδρος τῆς
2540ἐπιτροπῆς, καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐσυνόδευσε, κύριοι, μὲ μίαν
2541εἰρωνείαν· ἀλλ’ ἡ εἰρωνεία ὅταν δὲν ᾖναι προϊὸν εὐφυΐας, λεπτό-
2542τητος, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὕβρις· διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα ν’
2543ἀπαντήσω εἰς τὴν χθεσινὴν πρόκλησιν· ἄλλοι ἔντιμοι βουλευταὶ
2544ἦλθον σήμερον, καὶ ἐπανέλαβον τὰ ἴδια ὑπὸ τρόπον ἔτι ἀπρε-
2545πέστερον, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι διόλου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
2546συστήματος ἴδιον αὕτη ἡ ἄκαιρος ἢ ἡ ἄχαρις εἰρωνεία. Πρὸ μι-
2547κροῦ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. πρόεδρος τῆς βουλῆς νὰ ἐπανα-
2548λάβῃ τὰ ἴδια, «θέλω ν’ ἀκούσω, μοὶ εἶπε, τὴν γνώμην σου». Τοῦ
2549ἀπήντησα, ἂν μὲ ὑποσχεθῇς νὰ συμψηφίσῃς μετ’ ἐμοῦ· καὶ ἠκού-
2550σατε, τί εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος· ὅλοι ἔχουν, εἶπεν, ἰδίαν γνώ-
2551μην, ὅλοι διαφωνοῦν· τότε λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ κατὰ
2552τὴν γνώμην τοῦ κυρίου προέδρου τίποτε· πρέπει λοιπὸν νὰ τὰ
2553ἀφήσωμεν ὅλα ὅπως εἶχον μέχρι τοῦδε; Κατέφυγον ὕστερα εἰς
2554τὴν ἀδράνειάν μου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· τί ἔκαμες,
2555λέγει, σύ; καὶ δυστυχῶς αὐτὰ τὰ ἴδια λέγουν πολλοὶ, ὅσοι
2556δὲν ἐκάθησαν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ δὲν εἶδον τὰ
2557δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται εἷς ὑπουργὸς, καὶ μάλιστα
2558ὅταν πρόκηται περὶ πράγματος δυσχεροῦς. Ὅλοι λέγουν, λάβε
2559μέτρα, ἀλλὰ ὅλοι ἐπιφυλάττονται νὰ σὲ μεμφθοῦν ἐὰν ἐπιτύχῃς,
2560ἐὰν δὲ ἀποτύχῃς νὰ κακολογήσουν, νὰ σὲ δυσφημήσουν.
2561Περὶ τοῦ Λαυρίου, κύριοι, σκέπτομαι καὶ ἐργάζομαι σπου-
2562δαίως πρὸ καιροῦ, καὶ ῥητῶς ἀπὸ τοῦ 1865 ὡς συνυπουργὸς
2563τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ φίλου μου κ. Δε-
2564ληγεώργη· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπον ἅμα εἰς τὴν
2565ἐξουσίαν ἦλθον, καί τοι διατελέσας 15 ἡμέρας εἰς τὸ ὑπουρ-
2566γεῖον, τί ἐνήργησα ὅταν τότε ἐπρόκειτο περὶ τῶν σκωριῶν· εἰς
2567τὰ 1866 ἔλαβα περὶ αὐτῶν ἓν μέτρον πολλὰ δραστήριον, ἂν
2568θέλετε, καὶ μία μεγάλη πρεσβεία ἔγραψεν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν
2569ἔγγραφον καὶ ἠπείλησε.
2570§77ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα βλάπτουν τὴν ὑπόθεσιν.
2571§78ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὰ λέγω, κύριοι, διότι θέλω νὰ τὰ μάθητε·
2572ἡ ἀλήθεια εἰς καμμίαν ἐποχὴν, εἰς καμμίαν περίστασιν δὲν βλά-
2573πτει· ὡς ἄνθρωπος ἀληθῶς συνταγματικὸς, ἂν δὲν μὲ θέλετέ
2574τινες κοινοβουλευτικὸν, ὀφείλω νὰ μὴ σᾶς κρύψω ἅπαντα τὰ
2575γενόμενα τότε· ἔπεμψα, κύριοι, εἰς Λαύριον ὑπάλληλον, καὶ
2576εἰδοποίει διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὅπως διατάξῃ νὰ ἀφήσουν
2577τὸ πλοῖον φορτωμένον ἤδη μὲ μόλυβδον ν’ ἀναχωρήσῃ, τὸ πλοῖον
2578τὸ ὁποῖον εἶχε παρεμποδισθῆ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν· ὁ πρωθυπουργὸς
2579ἐταράχθη, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ταράττομαι· εἶπον ἔκαμα τὸ καθῆ-
2580κόν μου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ἐπρόσθεσα, ὅτι εἰς τὴν αὐλὴν ἐκεί-
2581νην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ πρέσβυς, θ’ ἀποδοκιμασθῇ· δυστυ-
2582χῶς δὲν ἠκούσθην καὶ τὸ πλοῖον ἀνεχώρησε· μετακαλεσάμενος
2583τότε τοὺς δικηγόρους τοῦ δημοσίου τοὺς παρεκάλεσα νὰ ζητή-
2584σωσι δικαστικῶς πᾶσαν ἀσφάλειαν διὰ τὸ παρελθὸν καὶ διὰ τὸ
2585μέλλον· ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου, ἔν-
2586τιμος ἄνθρωπος, ἐξέδωκεν ἄνευ ἀναβολῆς ἀπόφασιν, δι’ ἧς ὑπε-
2587χρεώθη ἡ Ἑταιρία νὰ καταβάλῃ ἐγγύησιν χρηματικὴν ἀπὸ
25881,200,000 ἢ 1,300,000. Δὲν ἐξετάζω τί ἔγεινε μετὰ ταῦτα·
2589ἑκάστη Κυβέρνησις ἔρχεται μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐργασθῇ κατὰ
2590τὰς ἰδέας της· τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, τὰ κρίνει
2591ὅπως αὐτὴ τὰ ἐννοεῖ. Θὰ εἴπω τώρα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν
2592οἰκονομικῶν πῶς θεωρῶ ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ὅλοι, εἶμαι
2593βέβαιος, καὶ ὑπουργοὶ καὶ μὴ, ἐπιθυμοῦμεν καὶ ὅλοι ὀφείλομεν
2594νὰ θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα προτοδοφόρον καὶ
2595πλούσιον. Δὲν ἐξετάζω λοιπὸν τί ἔγεινεν μετὰ ταῦτα, ἤγουν
2596ἀπὸ τὸν διάδοχόν μου ὑπουργόν. Λέγω μόνον, ὅ,τι ἔγεινεν, νομί-
2597μως ἔγεινε. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ τελευταῖα γεγονότα· ἤλθο-
2598μεν πάλιν εἰς τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ 1870· εἰς τὰς ὀλίγας ἡμέ-
2599ρας τοῦ ὑπουργικοῦ βίου μας, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς ὠνείδισαν,
2600μᾶς ἐκκάκισαν, μᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ καταλάβω-
2601μεν τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, εἰς αὐτὸ λέγω τὸ μικρὸν διάστημα
2602ἐντὸς τῶν πρώτων 5, 10 ἡμερῶν τὴν πρώτην ἐργασίαν, κύριοι,
2603τὴν ὁποίαν ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐσκέφθημεν
2604πολὺ, ἦτο ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου. Εὗρον ἓν ζήτημα εἰς τὸ μέ-
2605σον οὐχὶ καθαρόν· διαδόσεις μυρίαι καὶ φῆμαι διεδίδοντο εἰς
2606τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἀνεῦρον θησαυρὸν, ὅτι αὐτὸς κλέπτεται, ὅτι
2607καμμία πρόνοια δὲν λαμβάνεται· ἔσπευσα νὰ λάβω ὅσα μέσα
2608ἐνόμισα ὅτι ἠδύναντο νὰ βάλωσιν εἰς θέσιν τὴν κυβέρνησιν νὰ
2609ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της, καθότι πρὶν ἢ λάβωμεν μέτρα ἔπρεπε
2610νὰ ἠξεύρωμεν τί ἐστί, καὶ ὁποῖόν τι ἐστίν· ἐξελεξάμεθα λοιπὸν
2611ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ ἐπιστήμονας, τοὺς ὁποίους ἐφοδιά-
2612σαντες μὲ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας ἐστείλαμεν εἰς Λαύριον· εἰρ-
2613γάσθησαν οὗτοι ἐπὶ 45 ἡμέρας, ἐπανῆλθον, ἔφερον χώ-
2614ματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἀναλύσωσι· δὲν ἔχομεν, κύριοι, ἐρ-
2615γαλεῖα· ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν ἐξ Εὐρώπης, ἐπισπεύδοντες
2616τὰ πάντα· τέλος πάντων ἦλθον τὰ ἐργαλεῖα, ἤρχισαν αἱ ἀνα-
2617λύσεις, ἀλλὰ πρὶν τελειώσουν, ἀπεμακρύνθημεν ἡμεῖς.
2618§79ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ.....
2619§80ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτῃς· εἶσαι ἄνθρωπος ἀνοικονό-
2620μητος.... (θόρυβος) θέλεις νὰ βαστῶ τώρα δευτέρια διὰ σὲ
2621.... ἀδιάφορον. Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτροπῆς
2622γνωρίζετε· ταῦτα, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ἔῤῥιψαν πολὺ φῶς ἐπὶ
2623τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Κύριοι, ἐὰν ἐκ τῆς ὁμιλίας μου δύναται
2624νὰ προέλθῃ καμμία παρεξήγησις, ἐγὼ τὴν διορθόνω· δὲν ἐπιμένω
2625εἰς τὰς λέξεις· τὴν ἔννοιαν θέλω νὰ σᾶς κάμω νὰ ἐννοήσητε.
2626§81Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
2627§82ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἴχομεν τὴν γοργότητα καὶ τὴν μεγάλην
2628εὐφυΐαν τοῦ κ. προέδρου τῆς βουλῆς διὰ νὰ πράξωμεν πρὶν λά-
2629βωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς, ὅ,τι δὲν
2630ἠδυνήθησαν οἱ νέοι ὑπουργοὶ νὰ πράξωσιν ἔπειτα ἀπὸ 3 μῆνας
2631καὶ ἀφοῦ ἔλαβαν εἰς χεῖρας αὐτὰ τὰ ἀποτοτελέσματα· ὅ,τι ὅμως
2632ἐπράχθη παρ’ ἡμῶν, πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἦτο εὐσυνεί-
2633δητον, εἰλικρινές. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κύριοι, — Μὴν τοῦ ὁμιλῇς,
2634ἀδελφὲ, αὐτοῦ (ἀποτείνεται πρὸς τὸν Λομβάρδον) ἡσύχασε...
2635(πρὸς τὸν Κατσικαπῆν) Κύριε Ῥοντήρη, ἐγὼ σὲ ἤκουσα χθὲς,
2636πρέπει νὰ ἀκούσῃς καὶ σύ.
2637§83ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Οὔτε λέξιν δὲν θὰ σὲ ἀφήσουν νὰ εἴπῃς.
2638§84ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἤθελον νὰ λαλήσω,
2639ὄχι διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ κάμποσα ῥαγδαῖα λό-
2640για ὅπως τὰ εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς βουλῆς, ἀλλὰ διότι ἤξευρα
2641ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τῆς βουλῆς δὲν ἤθελε μὲ ἀφήσει νὰ ὁμιλήσω
2642μὲ τοὺς διαλόγους του.
2643§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν διέκοψα καθόλου· εἰπέτε ὅτι θέλετε, δὲν
2644μὲ μέλει.
2645§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ λοιπὸν ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς
2646ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Λαυρίου, καὶ ἐγὼ ἀπέσχον, ἠρνήθην
2647ψῆφον, διὰ νὰ ἐκφράσω ἐδῶ τὴν γνώμην μου· περιέμενον δὲ
2648νὰ τὴν ἐκφράσω ἐδῶ, ἀφοῦ ἤθελον ἀκούσει διαφόρους νομομα-
2649θεῖς καὶ πρακτικοὺς καὶ προπάντων τὸν φίλον μου κ. Σωτη-
2650ρόπουλον, ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχοντα ἂν ὄχι νομικὰς
2651γνώσεις, βεβαίως ὅμως πρᾶξιν πολλὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ
2652μέγαν ζῆλον.
2653§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ζήσῃ καὶ ἀκόμη θὰ γείνῃ καὶ καλ-
2654λίτερος.
2655§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἀφοῦ ὡμίλησε
2656πολλὰ περὶ τῶν τύπων, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν παρετήρησε ὅτι
2657δὲν εἶχε γνώμην διάφορον. Τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα, κύριοι,
2658ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς μας δὲν διευκρινίσθη προσηκόντως, διὰ τοῦτο
2659δὲν ἐνόμισα δίκαιον νὰ ἐπιμείνω ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ λυθῇ· ἐξ
2660ἄλλου δὲ μέρους δὲν εἶχον καὶ ἐγὼ αὐτὸς τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ
2661μελετήσω ἐνασχολούμενος εἰς ἄλλα ἔργα καὶ σπουδαῖα καὶ κα-
2662τεπείγοντα· Ἀφοῦ ὅμως ἐδόθησαν ἐντεῦθεν σαφέσταται ἐξηγή-
2663σεις ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν, ὅπως ἠκούσατε, μὲ ἐνίσχυσαν, σᾶς
2664τὸ ὁμολογῶ, κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον πάντοτε φρόνημα, περὶ
2665τοῦ ὅτι αἱ λαυριωτικαὶ σκωρίαι καὶ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ,
2666μὲ ὅλας τὰς διαφωνίας τὰς μηδαμινὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. πρόεδρος
2667ἀνευρίσκει εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων, τοιαύτας διαφορὰς
2668τὰς ὁποίας εὑρίσκει τις καὶ εἰς αὐτὰς τὰς σχολὰς ὅπου ὑπάρ-
2669χει ἡ μεγαλειτέρα ὁμοφροσύνη, διότι καὶ ἐκεῖ δὲν θέλετε εὕρει,
2670κύριοι, ἕνα μαθητὴν μιᾶς σχολῆς νὰ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὸν μα-
2671θητὴν ἄλλης Σχολῆς εἰς διάφορα ζητήματα τῆς γραμματικῆς,
2672μολονότι ὑπὸ τὸ αὐτὸ σύστημα διδάσκονται· διὰ τοῦτο δὲν
2673μετέβαλον ἕνεκα τῶν διαφωνιῶν γνώμην, διότι αἱ λεπτολογίαι
2674αὗται καὶ αἱ διαφωνίαι εἶναι μηδαμιναὶ καὶ συμβαίνουσι καὶ
2675μεταξὺ αὐτῶν τῶν μελῶν μιᾶς οἰκογενείας χωρὶς ποσῶς νὰ
2676ἐλάττωσι τὰς βάσεις τοῦ οἰκογενειακοῦ συνδέσμου.
2677Κύριοι, μὴ διστάζετε· ἡ ἰδέα τοῦ ὅτι οἱ ἐκβολάδες εἶναι
2678ἐθνικὴ περιουσία μὴ σᾶς τρομάζει· δὲν εἶναι μία θεωρία τὸ δι-
2679καίωμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι δικαίωμα θετικὸν κα-
2680θιερωμένον εἰς τὴν νομοθεσίαν μας· καὶ ὡς ἄνθρωπος πρακτικὸς
2681σᾶς προσθέτω καὶ ἓν ἄλλο· εἶναι, κύριοι, ἀλήθεια βεβαιωμένη
2682ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ ἀναγνωρισθεῖσα παρ’ αὐτῶν. Κατὰ
2683τὸ 1850 παρουσιάσθησάν τινες κερδοσκόποι, οἵτινες ἔστειλαν
2684πράκτορα εἰς τὴν Νάξον, καὶ ὁ πράκτωρ αὐτὸς ἠγόρασε τὰς καλ-
2685λιτέρας σμυριδούχους γαίας τῆς Νάξου, καὶ ἀφοῦ τὰς ἠγόρασε
2686μὲ συμβόλαια, ὅπως λέγουν ὅτι ἐγένετο καὶ σήμερον ἐν Λαυρίῳ,
2687τὰς περιετοίχισε μὲ τοίχους· μετ’ ὀλίγον δὲ ἐπαρουσιάσθη καὶ
2688μία μεγάλη ἐξωτερικὴ δύναμις, ἡ ὁποία εἶπε, σεβάσθητε τὴν
2689ἰδιοκτησίαν τοῦ ὑπηκόου μου. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, τί συνέβη, τὸ
2690βέβαιον εἶναι ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες, ὁσάκις θέ-
2691λουν, ἠξεύρουν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, ὑπῆγαν καὶ ἔῤῥι-
2692ψαν τοὺς τοίχους αὐτοῦ τοῦ.... μοὶ φαίνεται ὅτι ὀνομάζεται
2693Κοριαλένιος, καὶ ἔλαβον τὴν κατοχήν. Μετ’ ὀλίγον ἐγένοντο
2694ἐδῶ παραστάσεις ἐπισήμου ἰσχυροῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν
2695ἤρχισε νὰ σκέπτεται σπουδαίως περὶ τοῦ γεγονότος· ὑψώθησαν
2696φωναὶ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, διεσάλπισαν ὅτι
2697δὲν ἤξευρε τί πράττει. «Τί ἔκαμεν αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκο-
2698νομικῶν, ἔλεγον, αὐτὸς εἶναι ἄγριος ἄνθρωπος, δὲν γνω-
2699ρίζει κανένα νόμον, ν’ ἀπονέμῃ δικαιοσύνην κτλ.» Ἄ!, κύριοι,
2700αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς ἤξευρε ν’ ἀπονέμῃ δικαιοσύνην πρῶτον εἰς τὴν
2701πατρίδα του. Εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς θορύβους οὐδαμῶς ἐταρά-
2702χθη, διότι ἤξευρεν ὅτι ἐκπληροῖ ἱερὸν καθῆκον· εἶπεν εἰς τὸν
2703ζητοῦντα ἱκανοποίησιν νὰ προσέλθῃ εἰς τὰ δικαστήρια· δὲν ἐπε-
2704ρίμενε νὰ φθάσωσι τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπεν ὁ ὑπουργὸς
2705νὰ γείνῃ ἐνάγων· ἦλθε λοιπόν, κύριοι, ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν
2706δικαστηρίων τῆς Σύρου πρωτοδίκως καὶ ἐσυζητήθη τὸ ζή-
2707τημα· ὁ πληρεξούσιος τοῦ δημοσίου τὸ ὑπεστήριξεν ὡς νόμημα
2708βασιλικόν, ὡς κληρονομίαν τοῦ Τουρκικοῦ δικαίου, καὶ τὸ δι-
2709καστήριον τῆς Σύρου ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, ἥτις κάμνει τιμὴν εἰς
2710τοὺς δικαστὰς, οἵτινες συνεκρότουν αὐτὸ τὸ δικαστήριον· ἀλλὰ
2711δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι, αὐτὸ τὸ δικαστήριον ὡς πρωτόδικον δὲν
2712ἠδύνατο νὰ περιστοιχίζηται ἀπὸ μεγάλα φῶτα. Ἡ ὑπόθεσις ὅμως
2713ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν,
2714τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἦτο ὁ κ. Ἰωαν-
2715νίδης, ἀρειοπαγίτης, ἀνὴρ ἀκεραίου χαρακτῆρος, καὶ ἐνώπιον τοῦ
2716δικαστηρίου τούτου ὑπεστηρίχθη ἡ ἀρχὴ τοῦ ὅτι ἡ σμύρις εἶναι
2717νόμημα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐκληρονομήσαμεν ἀπὸ τὸν Σουλ-
2718τάνον καὶ τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν παρεδέχθη τὴν πρότασιν
2719καὶ ἐπεκύρωσε τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν, καὶ ἔκτοτε ἡ Ἑλλὰς
2720ἔχει τὴν σμύριδα ἰδιοκτησίαν της, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν
2721ἐτησίως 450,000, καὶ πρὸ δύο ἐτῶν 680 χιλ. Ἀλλὰ πῶς κα-
2722τωρθώθη τοῦτο; νομίζετε ὅτι δὲν ἦσαν καὶ τότε φωναὶ καὶ φο-
2723βέραι; ὅταν, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς στέκῃ μὲ ἀπόφασιν νὰ πετάξῃ
2724τὸ χαρτοφυλάκιον, δύναται νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι θέλει, ἤγουν ὅ,τι
2725εἶναι δίκαιον. Κύριοι, οὕτω κραταιοῦνται αἱ ἰδέαι αἱ ἐθνικαὶ καὶ
2726τὰ δικαιώματα τὰ ἐθνικά. Μὴ σᾶς τρομάζουν αἱ εὐθῦναι· μὴ
2727σᾶς τρομάζουν αἱ ἐπισειόμεναι ἀποζημιώσεις! εἰς τὴν πατρίδα
2728μας, ἐντὸς τοῦ κτήματός μας, εἶναι ὄχι μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ
2729αἰσχύνη νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ λέγουν οἱ μηδὲν ἔχοντες δικαίωμα,
2730σὺ δὲν εἶσαι κύριος! καὶ νὰ ἔρχωνται νὰ σὲ λέγουν πήγαινε
2731εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἕως νὰ ὑπάγῃς καὶ νὰ γυρίσῃς, ἐκεῖνοι
2732καρποῦνται τὸν θησαυρόν σου. Δὲν εἶναι ὀρθότερον νὰ εἴπῃς σὺ
2733εἰς αὐτοὺς, ἂν σᾶς ἀδικῶμεν πηγαίνετε σεῖς εἰς τὸ δικαστήριον;
2734Αὐτὴν τὴν διαγωγήν, αὐτὴν τὴν διάλεκτον ὀφείλομεν νὰ τη-
2735ρήσωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου· ἂς κηρύξωμεν ὅτι αἱ
2736ἐκβολάδες πρέπει διατεθῶσιν οὕτως ἢ ἄλλως ὡς ἰδιοκτησία τοῦ
2737δημοσίου. Ἠξεύρετε, κύριοι, ἀπὸ ποίαν ἐποχὴν εἶναι τὰ συμ-
2738βόλαια τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι ἔχουν οἱ ἀντιποιούμενοι ἰδιοκτη-
2739σίας ἐν Λαυρίῳ; ἀπὸ τὰ 1866· αὗται εἶναι αἱ ἰδιοκτησίαι,
2740αἵτινες σᾶς ἀνησυχοῦν; οὕτως ἀποκτῶνται; Κύριοι, περὶ τῆς
2741ὑποθέσεως τῶν σκωριῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠθέ-
2742λησεν οὔτε κἂν νὰ μνημονεύσῃ, δὲν ἠξεύρω πῶς ἄλλοι εἶπον ἀπὸ
2743τοῦ βήματος τούτου· ἀφοῦ οὕτως ἐπράξαμεν διὰ τὰς σκωρίας,
2744πῶς δυνάμεθα σήμερον νὰ πράξωμεν ἄλλως διὰ τὰς ἐκβολά-
2745δας; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ἀνατρέψω τὴν περὶ αὐτῶν
2746ἀπόφασιν τῆς βουλῆς· ἡ βουλὴ ἀπεφάσισε ἅπαξ περὶ σκωριῶν
2747καὶ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ βουλὴ εἶναι νόμιμον καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν
2748νὰ ζητήσω νὰ τὸ ἀναιρέσῃ· ἀλλὰ θέλετε ν’ ἀκούσητε καὶ κἄτι
2749τι περὶ τῶν σκωριῶν· πῶς ἔγεινε; ἀκούσατε· εἰς τὰ 1864 ἦλ-
2750θον διὰ 10, 15 ἡμέρας ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· μοὶ ἐπα-
2751ρουσίασαν μετὰ δύο ἡμέρας ἓν ἔγγραφον νὰ ὑπογράψω καὶ νὰ
2752εἴπω ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίωσιν ἐπί τινων
2753γαιῶν τοῦ Λαυρίου· ἐρωτῶ, τί εἶναι ἐκεῖ; εἶναι, μὲ εἶπον, σκω-
2754ρίαι, μὲ τὰς ὁποίας προτίθενταί τινες νὰ κατασκευάσουν ὑέλους·
2755πολὺ καλὰ παρετήρησα, ἀφοῦ ἐκ τῶν σκωριῶν γίνονται ὕελοι,
2756εἶναι ὕλη χρήσιμος καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εὐκρινῶς· καὶ οὕ-
2757τως ἔδωκα ἀπάντησιν ἀναβλητικὴν ἕως νὰ πληροφορηθῶ.
2758Ἐξήλθομεν τοῦ ὑπουργείου μετ’ ὀλίγον. Αἱ περιστάσεις τότε
2759γνωρίζετε πόσον ἀνώμαλοι ἦσαν· ἦλθεν ἕτερον ὑπουργεῖον τὴν
2760Μεγάλην Παρασκευὴν, καὶ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην τῆς διακαι-
2761νησίμου ἕνας ἀγαθὸς ὑπουργὸς ὑπέγραψεν ἓν ἔγγραφον καὶ ἔλεγε·
2762δὲν ἔχομεν ἀξιώσεις ἐπὶ τῶν ψιλῶν γαιῶν. Αὐτὸ τὸ χαρτὶ,
2763κύριοι, μᾶς τιμωρεῖ ἀκόμη καὶ σήμερον. Ὅταν προχθὲς ἦλθον
2764εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ εἶπον ὅτι ἐφρόντισα περὶ τῶν ἐκβολά-
2765δων, σᾶς λέγω ἤδη ὅτι ἐφρόντισα καὶ περὶ τῶν σκωριῶν. Εἶ-
2766δον ὅτι ὠφείλοντο μερικὰ καθυστερούμενα, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι
2767πρᾶγμα πρωτοφανές, καὶ ἐζήτησα νὰ πληρωθῶσι· ἡ ἀλήθεια
2768εἶναι ὅτι ἐπαρουσιάσθησαν προσκόμματά τινα ἀδικαιολόγητα.
2769Ἀλλ’ ἐρώτησα, τί γίνεται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκκρεμοῦς
2770δίκης ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν περὶ τοῦ λαυριωτι-
2771κοῦ δάσους; μοὶ εἶπον, ὅτι ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ δημόσιον
2772τρεῖς θέσεις καὶ μένουν ἄλλαι 18–19 ἐκκρεμεῖς περὶ ὧν τὸ
2773δικαστήριον ἤθελε νὰ λάβῃ πλειοτέρας τινὰς πληροφορίας· ἠ-
2774ρώτησα, διατί τοὐλάχιστον διὰ τὰ ἐπιδικασθέντα δὲν ἐλαμβά-
2775νετε τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τῆς ἑταιρίας; μοὶ εἶπον ὅτι τὰ ἐζή-
2776τησαν, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἀπήντησαν, καὶ ὅτι ἀντ’ αὐτῶν ἀπήν-
2777τησε μία πρεσβεία. Δὲν ἐδυσκολεύθην, κύριοι, νὰ διατάξω νὰ
2778ζητηθῇ παρὰ τῆς ἑταιρίας λογοδοσία ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων.
2779Τὴν ἐπαύριον ἢ τὴν τρίτην ἡμέραν παρουσιάζεται ὁ ἀντιπρόσω-
2780πος ξένης Δυνάμεως καὶ τρόπον τινα ἐζήτει λόγον διὰ τί κα-
2781ταδιώκεται ἡ ἑταιρία· ἔχομεν, ἀπηντήσαμεν, τὸ καθῆκον νὰ
2782ἐκτελέσωμεν ἀποφάσεις δικαστικάς· ἀλλ’ ἡμεῖς, εἶπεν, ἔχομεν
2783ἄλλην ἀπόφασιν, ἔχομεν ἔγγραφον, —τίνος;— ἑνὸς ὑπουργοῦ, ὁ
2784ὁποῖος πρὸ ἓξ ἐτῶν μᾶς ἔδωκεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα.—Καὶ ἀ-
2785ξίζει ἀναρμοδίου προσώπου ἔγγραφον ἀπέναντι δικαστικῆς ἀπο-
2786φάσεως; ἐὰν ἕνας ἰδικός σας ὑπουργὸς ἀγαθὸς (debonnaire)
2787παρεχώρει σπουδαῖόν τι νόμημα τοῦ κράτους ἀναρμοδίως ἠθέ-
2788λετε σεβασθῇ τοιαύτην παραχώρησιν; δὲν ἠθέλετε τὸν στείλει
2789εἰς τὸ....; Ἠξεύρετε τί μᾶς εἶπεν; παρατρέχω τὸ τελευταῖον
2790μέρος τοῦ διαλόγου· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι εἰσέτι μᾶς τι-
2791μωρεῖ τὸ ἁπλοῦν ὑπουργικὸν ἐκεῖνο ἔγγραφον δοθὲν ἄνευ τῆς
2792δεούσης προσοχῆς.
2793Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς περιουσίας τοῦ
2794Λαυρίου ὅτι εἶναι ἐθνικὴ, ἔκαμα αὐτὴν τὴν περὶ Σμύριδος καὶ
2795σκωριῶν παρέκβασιν διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι αὐτὸ τὸ δίκαιον τὸ
2796ὁποῖον λέγεται θεωρητικὸν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦν κατά
2797τινας ἐπουσιώδεις διαφορὰς οἱ καλλίτεροί μας νομομαθεῖς, αὐτὸ
2798τὸ δίκαιον εἶναι καθιερωμένον παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν
2799δικαστηρίων ἀνακεκηρυγμένον· ὁ κύριος ὑπουργὸς ὅμως λέγει,
2800δὲν ἠξεύρω τί νὰ κάμω· φοβοῦμαι ἂν πάρω αὐτὸ τὸ μέτρον,
2801μήπως ζημιωθῇ τὸ δημόσιον, ἂν πάρω τὸ ἄλλο μέτρον, μή-
2802πως γεννήσω δίκας. Ἐγὼ λέγω, κύριε ὑπουργέ, ὅπως εἶπον τὸν
2803παλαιὸν καιρὸν οἱ Πελοποννήσιοι, οἱ ὁποῖοι διέβαινον τὸν ἰσθμὸν
2804διὰ νὰ πολεμήσουν τοὺς Πέρσας «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι
2805περὶ πάτρης.» Δὲν βλέπω τὸ κατ’ ἐμὲ καμμίαν δυσκολίαν· ὁ
2806κύριος ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον. Δὲν
2807δυνάμεθα νὰ ὑπαγορεύσωμεν εἰς ἕνα ὑπουργὸν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο
2808τὸ μέτρον, ὅταν ἡ πεποίθησίς του δὲν ᾖναι τοιαύτη, ὅταν ἔχῃ
2809δισταγμούς, δὲν λέγω ὅτι εἶναι δειλός· ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν
2810οἰκονομικῶν, ἂν αἰσθάνηται ἐν ἑαυτῷ τὴν πρέπουσαν γενναιό-
2811τητα ἂς λάβῃ ἓν μέτρον, ἀρκεῖ τὸ μέτρον αὐτὸ ν’ ἀποβῇ ὑπὲρ
2812τοῦ δικαίου ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ μὴ φοβῆσθε διὰ τὰς ζη-
2813μίας· οὐδεμία ζημία ὑπάρχει. Αὐτοὶ οἱ κύριοι μᾶς χρεωστοῦν
2814ἤδη δύο μιλιούνια ἐκ τῶν σκωριῶν, αἵτινες μᾶς ἐπεδικάσθησαν.
2815Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω καὶ κἄτι τι περίεργον· ἐπὶ τῶν
2816σκωριῶν μιᾶς μόνης θέσεως, τῆς τῶν Ἐργαστηρίων, ἐγένοντο
2817κατὰ τὸ 1865 καταμετρήσεις τακτικώταται καὶ εὑρέθησαν ὅτι
2818ἐπὶ τῆς περιφερείας ταύτης συγκειμένης ἐκ στρεμμάτων 135,
2819εὑρίσκονται σκωρίαι 320 τόνων, ἢ μόλυβδος καθαρὸς 25,600
2820τόνων, οἵτινες ἐξετιμήθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς μετρίαν
2821τιμὴν 12,800,000· καὶ ἔπρεπεν ἐξ αὐτῶν νὰ λάβωμεν ἓν καὶ
2822ἥμισυ ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον ὡς δικαίωμα ἐπικαρπίας·
2823οὐδὲ λεπτὸν μέχρι σήμερον ἐλάβομεν· καὶ ἐν τούτοις πηγαίνετε
2824εἰς τὰ Ἐργαστήρια, νὰ ἰδῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγ-
2825μὴν οὔτε κόκκος σκωρίας ἐπ’ αὐτῆς τῆς θέσεως ὡς καὶ ἐπὶ τῶν
2826ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ δημόσιον, ὅπως
2827θὰ ἐπιδικασθῶσι, πιστεύω, καὶ αἱ ἄλλαι θέσεις εἰς τὸ δημόσιον
2828διότι εἶναι δασώδης ὁ τόπος καὶ τὸ δάσος τοῦτο ἀνήκει ἀδια-
2829φιλονεικήτως εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ἀλλὰ διατί τὰ δικαστήρια
2830δὲν προβαίνουν; πῶς συγχωρεῖται νὰ παρεμβάλλωνται προσ-
2831κόμματα εἰς μίαν τόσον μεγάλην περιουσίαν; Εἶναι ἀπίστευτα
2832τὰ σκάνδαλα τὰ ὁποῖα εἰς τὴν δίκην ταύτην συνέβησαν. Πρέπει
2833νὰ εἴπωμεν ὀλίγα δημοσίᾳ. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ ὕστερα ἀπὸ
2834πολλὰς ἐπὶ τοῦ τόπου ἐξετάσεις καὶ εἷς κύριος· ἀλλ’ οὗτος καὶ
2835τοι Ἀθηναῖος δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξετασθῇ ἐντὸς 30 ἡμερῶν·
2836θόρυβος ἐγένετο· ἐντεῦθεν μία ἀναβολὴ ἑνὸς μηνὸς, ἄλλη ἀνα-
2837βολὴ ἄλλων τριάκοντα ἡμερῶν, καὶ ὅμως δὲν ἀπεπερατοῦντο
2838αἱ ἀνακρίσεις. Τί ἄλλο; τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὡρίμασε πλέον ἡ
2839ὑπόθεσις καὶ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ὁριστικῶς, ἐκείνην τὴν ἡμέ-
2840ραν παρουσιάζεται αἴφνης μεταξὺ τῶν δικηγόρων εἷς νέος δικη-
2841γόρος, καὶ αὐτὸς ἔτυχε, λέγουν, νὰ ᾖναι συγγενὴς τοῦ εἰσηγητοῦ
2842δικαστοῦ τῆς ὑποθέσεως. Ἐντεῦθεν ἠναγκάσθη ὁ εἰσηγητὴς ν’ ἀ-
2843φήσῃ τὴν ἕδραν του· παρατρέχω χίλια ἄλλα παρατράγωδα.
2844Δὲν ἔχω, κύριοι, ἐν τέλει νὰ προσθέσω ἢ νὰ εὐχηθῶ εἰς τὸν
2845κύριον ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ περισσοτέραν γεν-
2846ναιότητα.
2847§89Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ
2848συζήτησις ἐπὶ πολὺ παρετάθη, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ διαχύσῃ
2849φῶτα πολλὰ ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων, αἵτινες δὲν ἐσχηματίσθη-
2850σαν εἰσέτι· ἀλλ’ ἐπροκλήθην, καὶ γνωρίζετε καλῶς, ὅταν προ-
2851καλοῦμαι, δὲν ἀποφεύγω ποτὲ τὸ βῆμα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευ-
2852τὴς Μεσολογγίου ἀπαντῶν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἶπεν,
2853ὅτι παρέλαβεν ἐξουσίαν πάσχουσαν τοὺς πνεύμονας, κατεσκλη-
2854κυῖαν, καὶ δὲν γνωρίζω ποίας ἄλλας λέξεις τοῦ Ἱπποκράτους με-
2855τεχειρίσθη. (Θόρυβος).
2856§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ παρεξηγεῖτε· δὲν ἐννοῶ, ὅτι παρέλα-
2857βον τὴν ἐξουσίαν τοιαύτην..... (Θόρυβος).
2858§91Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀφοῦ τὸ ἀνακαλεῖτε, ἐγὼ ἀποσύρομαι.
2859Ἐπειδὴ ὅμως ἀνέβην τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις
2860ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ τόσων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ
2861τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατέταξε καὶ
2862ἐμὲ καὶ ἕτερον τῶν συναδέλφων μου, τὸν κ. Σαράβαν, μεταξὺ
2863ἐκείνων, οἵτινες ὑπέπεσαν εἰς ἀντιφάσεις, ὡς πρὸς τὸ σπουδαῖον
2864ζήτημα τῶν ἐκβολάδων. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀληθέστατον, καὶ
2865δὲν τὸ ἀποκρύπτω. Καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ περιαυτολόγησαν ἀπὸ
2866τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ἐγένετο αὐτοβιο-
2867γραφία τις ὡς πρός τινα ζητήματα οἰκονομικὰ, ἐπιτρέψατε νὰ
2868περιαυτολογήσω καὶ ἐγὼ καὶ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐκ-
2869βολάδων ὀφείλεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προεδρευό-
2870μενον. Διότι ὁ κ. Αὐγερινὸς ἔπεμψεν ἐκεῖ τὸν Πρῶσσον Γόβανς,
2871ὁ ὁποῖος ἀνεκάλυψε τὰς πολυτίμους ταύτας οὐσίας. Ὅτε τὸ
2872πρῶτον ἦλθε τὸ ζήτημα ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἡ ἰδέα, ἥτις
2873ἐκυρίευσε ὅλων τῶν ὑπουργῶν τὰ πνεύματα, ἦτο νὰ κηρυχθῶσιν
2874αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαὶ, καὶ τοιαύτη διαταγὴ ἀπαγορεύσεως τῆς
2875χρήσεως αὐτῶν ἐστάλη. Μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐπροκλήθη ἡ γνω-
2876μοδότησις τοῦ κ. Προβελεγγίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ
2877κ. Προβελέγγιος ἀπήντησε λίαν περιεσκεμμένως, καὶ οὐχὶ ἁ-
2878πλῶς δι’ ἐπιστολῆς, τῆς ὁποίας ἤξευρε ποία ἠδύνατο νὰ γείνῃ
2879χρῆσις. Καὶ οὐ μόνον τότε συνεβουλεύθημεν τὸν κ. Προβελέγ-
2880γιον, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἔχετε ἔγγραφον, ἀλλὰ συνεβου-
2881λεύθημεν καὶ ἑτέρων νομομαθῶν τὴν γνώμην, καὶ κατὰ τὴν
2882γνώμην αὐτῶν ἠναγκάσθημεν νὰ μεταβάλωμεν τὸ πρῶτον μέ-
2883τρον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν λάβει. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ἦτο καὶ
2884εἶναι λίαν σπουδαῖον· μετὰ συζήτησιν τετραήμερον ἐν τῇ πε-
2885ποιθήσει τῇ ἰδικῇ μου δὲν ἠδυνήθη νὰ σχηματισθῇ κανών τις
2886ἀδιάσειστος καὶ ἑδραῖος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἔχετε τὴν
2887γνώμην ὅλων τῶν νομικῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶναι ἀνώτεροι
2888ἐμοῦ, καὶ οἱ νομικοὶ οὗτοι διαφωνοῦσι. Τινὲς ἀναχωροῦσιν ἐκ
2889διαφόρων λόγων καὶ καταλήγουσιν εἰς τὸ ἴδιον συμπέρασμα.
2890Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου ἄλλους οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν διὰ λόγων σπου-
2891δαίων ἀντίθετον λύσιν· διότι σπουδαῖοι λόγοι ἐκτίθενται καὶ ἐξ
2892ἑνὸς μέρους, σπουδαῖοι ἐκτίθενται καὶ ἐξ ἑτέρου· σᾶς λέγουν
2893παραδεχθῆτε τὴν ἰδικήν μας ἀρχὴν, κηρύξατε τὰς ἐκβολάδας
2894ἐθνικὰς, διότι ἀποτελοῦσι νομήματα βασιλικά. Ἀλλὰ, κύριοι,
2895ἂν καὶ εὗρον ἀρκετὰ σπουδαίους τοὺς λόγους τῶν ὑποστηριζόν-
2896των τὴν γνώμην αὐτὴν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως βλέπω τὴν ἀντίθετον
2897γνώμην. Ὁ κ. Κόκκινος, ἀνὴρ, ὅστις βεβαίως διὰ τὴν ἑρμηνείαν
2898τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς αὐθεντία, καὶ
2899ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ ἐν τῇ προσωπικῇ συνδιαλέξει, τὴν ὁποίαν
2900εἶχον σήμερον μετ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Κόκκινος, δὲν συμπίπτει μὲ
2901τοὺς ὁμοφρονοῦντας αὐτῷ, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας
2902τῶν ἐκβολάδων. Ὁ κ. Κόκκινος διϊσχυρίζεται, ὅτι ἀληθῶς αἱ
2903ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, ἀλλ’ ὑποτάσσει τὴν γνώμην του ταύ-
2904την εἰς ἐπιστημονικὴν πραγματογνωμοσύνην. Ὁ κ. Κόκκινος ὑ-
2905ποστηρίζει, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, ἀλλὰ λέγει, ὅτι δὲν
2906ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης του, ἐκτὸς ἐὰν σχολὴ με-
2907γάλη νομικὴ τῆς Γερμανίας ἔλθῃ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν γνώμην
2908του. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, ποῖον δικαίωμα ἔχουν οἱ ὑποστηρί-
2909ζοντες τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει σήμερον νὰ κηρύξωμεν τὰς ἐκ-
2910βολάδας ὡς νομήματα βασιλικὰ ἢ ἐθνικὰ, νὰ μᾶς λέγουν, ἀπο-
2911δεχθῆτε τὴν γνώμην μας; Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι κυματι-
2912ζόμενον· εἶναι δὲ ἀνάγκη βεβαίως σοφώτεροι ἡμῶν νὰ ἔλθουν
2913νὰ μᾶς ποδηγετήσουν εἰς τὴν λύσιν αὐτήν. Ἡμεῖς ἔχομεν κα-
2914θῆκον νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ μὴ
2915ἀφήσωμεν μίαν ἑταιρίαν νὰ πλουτῇ ἀδίκως ἀφ’ ἡμῶν.
2916Ἐγὼ, κύριοι, ὑπεστήριξα πάντοτε τὸ συμφέρον τῶν ἑταιριῶν,
2917διότι, νομίζω, ὅτι, ὅταν αἱ ἑταιρίαι κερδίζωσι πολλὰ, τότε
2918δύνανται νὰ ἔλθωσι ξένα κεφάλαια. Ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται,
2919ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τελευταῖον ἄκρον. Αἱ
2920ἑταιρίαι πρέπει νὰ κερδίζωσι, χωρὶς νὰ ἀδικῶσι τὴν πτωχὴν
2921Ἑλλάδα. Ἔχομεν λοιπὸν καθῆκον νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν περιου-
2922σίαν τοῦ δημοσίου, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ λύσις ὁριστικὴ τοῦ
2923ζητήματος τούτου. Καὶ διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν περιουσίαν
2924τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2925Ταμπακοπούλου. Ἡ πρότασις αὕτη καθιεροῖ τοῦτο, ὅτι ἀπα-
2926γορεύεται ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν χωμάτων. Ἡ ἀπαγόρευσις ἀσφα-
2927λίζει τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καθησυχάζει τὴν ἀνησυ-
2928χίαν, ἥτις ἐγεννήθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀναβάλλει δὲ τὴν ὁριστικὴν
2929λύσιν, ἕως οὗ συναχθῶσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ δυνάμενα νὰ
2930μᾶς ποδηγετήσωσιν εἰς τὴν ἀλήθειαν. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω
2931τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ταμπακοπούλου· κατὰ τὴν πρότασιν ταύ-
2932την μέχρις οὗ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἐκβολάδων,
2933ἀπαγορεύεται ἡ ἐκκαμίνευσις καὶ ἡ μεταφορὰ τῶν χωμάτων
2934τούτων. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἀσφαλίζονται, κύριοι, τὰ
2935δημόσια συμφέροντα· δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. ὑπουρ-
2936γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἐνδέχεται ἡ ἀπαγόρευ-
2937σις νὰ γεννήσῃ δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς
2938τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπιμένει εἰς τοῦτο· ὡς πιθανὸν τὸ εἶπεν.
2939Νομίζω, ὅτι οὐδεμία αἴτησις ἀποζημιώσεως δύναται νὰ γείνῃ
2940κατὰ τοῦ δημοσίου, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ λύσις, τὴν
2941ὁποίαν καὶ μεταγενεστέρως θὰ δώσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
2942Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ
2943συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἀπαγορεύοντες τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν
2944ἐκβολάδων καὶ ἀναβάλλοντες εἰς μεταγενεστέραν ἐποχήν, οὐχὶ
2945πολὺ μεμακρυσμένην τῆς σημερινῆς, τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ
2946ζητήματος.
2947§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἐγώ,
2948διότι μετὰ τοσοῦτον ἐκτεταμένην συζήτησιν δὲν εἶναι δυνατὸν
2949νὰ εἴπῃ τις πολλά, καὶ διότι πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώρ-
2950γης εἰς τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του, ὅπως περιέμενον ἀπὸ τὸ
2951πνεῦμά του καὶ τὴν ἀγχίνοιάν του, μᾶς ἔδωσε τὴν λύσιν εὔ-
2952κολον καὶ ὅπως θέλω σᾶς ἀποδείξει δὲν ὑπάρχει μεγάλη διά-
2953στασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν.
2954Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὸν ἔντι-
2955μον κ. Χρηστίδην, ὅτι εἰς τὴν σμύριδα τῆς Νάξου, δὲν προε-
2956καλέσαμεν νόμον δημεύοντα, ἀφήσαμεν τὰ δικαστήρια νὰ ἐφαρ-
2957μόσουν τοὺς νόμους. Τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν κηρύξαντα
2958τὴν σμύριδα ὡς ἰδιοκτησίαν τῆς Σουλτάνας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,
2959κατόπιν τούτου τὸ δημόσιον κατέλαβε τὴν περιουσίαν αὐτὴν ὡς
2960περιουσίαν του, ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ ὁ κύριος Χρηστίδης, ὅτι αὐτὸς
2961ὁ ἴδιος, ὅτε εἰς τὴν Γερουσίαν παρουσιάσθη κατόπιν νόμος ἐπι-
2962βάλλων φόρον ὑπερβολικὸν εἰς μίαν ἄλλην σμύριδα, ἡ ὁποία
2963ἐθεωρεῖτο ἰδιωτική, ὁ κύριος Χρηστίδης τότε δὲν ἠρνήθη τὸ
2964δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, οὔτε ἐκήρυξε περιττὸν τὸν νόμον
2965αὐτόν, διότι δῆθεν ἡ σμύρις τῆς νήσου Πάρου ἦτο δυνάμει
2966τῶν νόμων ἐθνικὸν κτῆμα. Ὁ κύριος Χρηστίδης ἐπεψήφισε
2967τὴν πρότασίν μου, καὶ εἰς τὴν σμύριδα ἐκείνην ἐπεβλήθη φόρος,
2968ὅπως ἐπιβάλλεται φόρος εἰς τὰς ἰδιωτικὰς περιουσίας.
2969Κύριοι, θαυμάζω ἀπὸ χθὲς τὴν πολυμάθειαν, τὴν εὐγλωτ-
2970τίαν καὶ τὴν πληθὺν τῶν ῥήσεων καὶ τῶν συγγραφέων, οἱ
2971ὁποῖοι ἐμνημονεύθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· καὶ θαυμάζων
2972ἠρώτων ἐμαυτόν, πρὸς τί ὅλα ταῦτα; ἂν ἡ νομοθεσία ὅλου τοῦ
2973κόσμου συμφωνῇ μὲ τὴν ἰδικήν μας τὴν ἐν ἰσχύϊ, καὶ ἂν
2974κατὰ τὰς νομοθεσίας αὐτὰς αἱ ἐκβολάδες ᾖναι ἀναμφισβητήτως
2975ἐθνικαὶ πρὸς τί ἡ ἐπιμονὴ νὰ κάμωμεν νέον νόμον εἰς ὃν νὰ
2976προσθέσωμεν, ὅ,τι εἶναι ἤδη νενομοθετημένον; καὶ εἰς τί ἤθελε
2977χρησιμεύσει, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν, ἐνώπιον ἑνὸς πολιτικοῦ Σώ-
2978ματος συζητοῦντος ζήτημα φόρου, εἰς τί ἤθελε μᾶς χρησιμεύσει
2979καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Κορανίου; καὶ ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσῃ τὴν
2980δικαστικὴν ἀπόφασιν ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος, ἀποβλέπουσαν
2981εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου ἢ τοῦ δημοσίου ἡ μαρ-
2982τυρία τοῦ Κορανίου; Ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὁ
2983ὁποῖος ἐκυβέρνησε καὶ μέλλει νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον τοῦτον,
2984ἄνθρωπος σοβαρὸς καὶ σπουδαῖος, ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μίαν
2985ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ λύσῃ τὰς ἰδιωτικὰς ἀμφισβητήσεις, καὶ
2986ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα νὰ εἴπῃ τοῦτο ἐμόν, ἐκεῖνο σόν· ζητεῖ ὁ
2987κύριος Δεληγεώργης νὰ καταστρέψωμεν ἓν δικαίωμα ὅσον θέ-
2988λετε κλονούμενον, ἀνίσχυρον, μίαν ἀπαίτησιν τέλος πάντων καὶ
2989νὰ κλείσωμεν διὰ νόμου τὴν θύραν τοῦ δικαστηρίου; καὶ τὸ δι-
2990καίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πόρισμα γενικοῦ κανόνος ἀποφασιζόμε-
2991νον παρὰ τοῦ δικαστηρίου νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλὴ, θέτουσα αὐτὸ
2992θεωρητικῶς ὡς κανόνα, ὡς γενικὴ ἀρχήν; καὶ μία τοιαύτη ἀπόφασις
2993δὲν ἤθελεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον μᾶς δείξει ὡς ἓν ἔθνος πρωτο-
2994φανὲς, ἀληθῶς ἄγριον, μὴ σεβόμενον οὔτε νόμον, οὔτε δικαίωμα,
2995οὔτε ἀρχάς; ἔθνος τὸ ὁποῖον, ὅταν αἰσθάνηται τὸν ἑαυτόν του
2996ἰσχυρότερον καταφρονεῖ καὶ δικαιώματα καὶ νόμους; δὲν εἶναι
2997δυνατὸν, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ ζητῇ
2998τοιαῦτα πράγματα. Τί θὰ προκύψῃ, κύριοι, ἀπὸ τὴν καθιέρω-
2999σιν μιᾶς ἀρχῆς; εἰς τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, εἶναι καθιερω-
3000μένη ἡ ἀρχὴ, καὶ ὅμως ἡ ἀρχὴ δίδει μόνον πρὸς τὸ δημόσιον
3001πέντε τοῖς ἑκατόν. Τὸ ζήτημα εἶναι τί πρόκειται ν’ ἀπολαύ-
3002σωμεν· διότι ἂν δὲν εἶχε σχέσιν τὸ ζήτημα μὲ ἑκατομ-
3003μύρια, ἡ φιλονεικία δὲν θὰ ὑφίστατο καὶ δὲν θὰ ἀμφισβητοῦ-
3004μεν ἴσως περὶ ἀρχῶν καὶ θεωριῶν. Τὸ ζήτημα ἀποκαθιστῶσι
3005σπουδαῖον οἱ καρποί· ὁποίους λοιπὸν καρποὺς προτείνουσι
3006ν’ ἀπολαύσωμεν; δυστυχῶς ὡς πρὸς τοῦτο σιωπῶσι· διατί; Ὁ
3007κύριος Δεληγεώργης, κύριοι, ὅπως τὸ ἤλπιζον καὶ ὅπως τὸ ἐπε-
3008ρίμενα, μὲ ἐξέβαλεν ἀπὸ πᾶσαν ἀμφιβολίαν· τί νομίζετε, ὅτι
3009σᾶς ζητοῦν· θέλετε ἴδει καὶ θέλετε θαυμάσει τὸ ὕψος τῆς εὐ-
3010γλωττίας καὶ τῆς νομικῆς δεινότητος ἱκανῆς νὰ σᾶς ἀποκα-
3011θιστᾷ ἀνικάνους νὰ ἐννοήσητε τί ζητοῦσιν. Ὅλοι πιστεύετε, κύ-
3012ριοι, ὅτι ὁ κύριος Δεληγιώργης σᾶς ζητεῖ μίαν ἀπόφασιν ὁρι-
3013στικὴν, θετικὴν, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ κηρύξητε τὰς ἐκβολά-
3014δας ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν· ὄχι, θέλετε ἴδει, λέγει· ὁ ἴδιος δὲν ζη-
3015τεῖ αὐτό.
3016Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι, διότι δὲν ἔχω διδόμενον νὰ ὁμιλήσω περὶ
3017τῆς γνώμης τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ἠξεύρω, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει
3018ἄλλας ἰδέας περὶ τοῦ κράτους καὶ περὶ τῆς μεγάλης ἰσχύος, καὶ
3019περὶ τῆς ἀποῤῥοφητικῆς παντοδυναμίας του, νομίζει, ὅτι εἰς
3020μερικὰς περιστάσεις ἡ κυριαρχία τοῦ κράτους, ἡ κυριαρχία ἡ
3021ἐθνικὴ, δύναται ν’ ἀποῤῥοφήσῃ καὶ τὸ ἄτομον καὶ τὰ δικαιώμα-
3022τα αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ
3023δικασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Ὄθωνος, ὁ κ. Ῥοντήρης ὑπεστήριξεν
3024ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἠδύνατο αὐ-
3025θωρεὶ νὰ ψηφίσῃ καὶ δικονομίαν καὶ νόμους οὐσιαστικοὺς, καὶ
3026συγχρόνως νὰ δικάσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ· οὕτω δὲ καὶ ἔγεινεν.
3027Ἀλλὰ γρήγορα καὶ πολλὰ γρήγορα ἡ Συνέλευσις ἐνόησε τὸ
3028λάθος της καὶ ἀνεκάλεσε τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία κατεσπευσμένως
3029εἶχε γείνει. Διὰ τοῦτο δὲν ἠπόρησα, ὅταν προχθὲς ἤκουσα τὸν
3030κ. Ῥοντήρην εἰπόντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· «ἐνώπιον τῆς
3031κυριαρχίας σας, ἐνώπιον τῆς παντοδυναμίας σας, οὐδὲν δύναται
3032νὰ ἀντιστῇ· ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε, διότι εἶσθε δυνατοὶ νὰ
3033ἀποφασίσητε, καὶ ὅ,τι ἀποφασίσατε εἶναι δίκαιον καὶ ἀ-
3034πρόσβλητον.»
3035Κύριοι, τὴν κυριαρχίαν αὐτὴν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὴν ἀνα-
3036γνωρίζω ὡς τοιαύτην, νομίζω δὲ ὅτι, ὅταν τόσον μακρὰν ἐκτεί-
3037νωμεν τὰ ὅρια τῆς κυριαρχίας οἱουδήποτε Πολ. σώματος, θέλετε
3038γεννήσει τὸ χάος, οὐδὲν θὰ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ· τὰ δικαιώματα
3039καὶ ἡ κυριαρχία τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν εἶναι κανονισμένα,
3040καὶ πρέπει νὰ μένωσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα οἱ κανονισμοὶ
3041αὐτοὶ θέτουν. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν καμμίαν κυριαρχίαν ἀποῤ-
3042ῥοφῶσαν ἀποκλειστικῶς πᾶσαν ἐξουσίαν, καὶ δὲν εἶσθε καὶ δὲν
3043δύνασθε σεῖς νὰ ἀναλάβητε τοιαύτην κυριαρχίαν, νὰ μεταβλη-
3044θῆτε εἰς δικαστήριον ἀποφασίζον καὶ κανονίζον ἰδιωτικὰ δι-
3045καιώματα.
3046Ὁ κ. Δεληγεώργης τελειόνων σήμερον τὸν λόγον του, καὶ
3047παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσῃ ἂν σφάλλω, εἶπεν, «δὲν ἐπροκαλέ-
3048σαμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα πρῶτοι
3049νὰ σᾶς ζητήσωμεν ἀπόφασιν δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ λύσητε
3050τὴν ἀμφισβήτησιν καὶ νὰ κηρύξητε τὰς ἐκβολάδας ἐθνικάς.
3051Περὶ τούτου ὑπάρχει νόμος· τὸν νόμον αὐτὸν ζητοῦν ν’ ἀκυρώ-
3052σουν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον. Λοιπὸν πα-
3053ρουσιαζόμεθα ὑπερασπιζόμενοι τὸν νόμον αὐτόν, καὶ δὲν σᾶς
3054ζητοῦμεν νὰ ἐκδώσητε σήμερον ἕνα νόμον δυνάμει τοῦ ὁποίου
3055νὰ κηρύττητε τὰς ἐκβολάδας ἐθνικάς. Σᾶς ζητοῦμεν νὰ μὴ
3056δεχθῆτε ὅ,τι σᾶς προτείνουν, διότι ὅ,τι σᾶς προτείνουν καταρ-
3057γεῖ τὸν ὑπάρχοντα νόμον δυνάμει τοῦ ὁποίου αἱ ἐκβολάδες
3058αὗται εἶναι ἐθνικαί». Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα
3059τοῦ κ. Δεληγεώργη.
3060§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ κηρυχθῶσιν αἱ
3061ἐκβολάδες ἐθνικαὶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ ἔνστασις, ὅτι αὐτὰ τὰ
3062ζητήματα ὑπάγονται εἰς τὰ δικαστήρια, εἶπον, ὅτι δὲν ὑπά-
3063γονται εἰς τὰ δικαστήρια διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους,
3064οὓς ἀνέπτυξα καὶ διότι οὐ μόνον κατὰ τὸ δίκαιον τῶν Αὐτο-
3065κρατόρων ὅπερ μέχρι σήμερον ἰσχύει, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς
3066νόμους τοῦ 1833, 1834 καὶ 1836 ἡ μεταλλεία ἀνήκει εἰς
3067τὸ Κράτος καὶ ἀποτελεῖ ἓν τῶν βασιλικῶν ἢ ἐθνικῶν νο-
3068μιμάτων.
3069§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἴμεθα σύμ-
3070φωνοι, δὲν δεχόμεθα ἡμεῖς, καὶ δὲν θέλομεν ὑποστηρίξει
3071νόμον λύοντα κυριαρχικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ
3072νόμος, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν πῶς πρέπει νὰ συντάξωμεν ἤδη
3073νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λύῃ τὸ ζήτημα αὐθαιρέτως. Ἀλλὰ, κύριοι,
3074δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐνεδώσαμεν, καὶ ἐδέχθημεν
3075καὶ δεχόμεθα πᾶσαν τροπολογίαν καὶ μεταβολὴν, διὰ τὸν ἴδιον
3076λόγον δὲν θέλομεν καὶ ἡμεῖς ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ κυριαρχικῶς
3077τὸ ἐναντίον, νὰ καταργήσῃ ὑπάρχοντα νόμον, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ
3078αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὰς καὶ νὰ τὰς κηρύξῃ ἡ Βουλὴ κυρι-
3079αρχικῶς ἰδιοκτήτους. Θέλομεν, κύριοι, τὰ πράγματα νὰ μεί-
3080νωσιν εἰς ἣν ὑπάρχουν σήμερον κατάστασιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος,
3081ὁ ὁποῖος κηρύττει τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὰς, νὰ ὑπάρξῃ· Δὲν θέλομεν
3082νόμον λύοντα ζήτημα ἀμφισβητουμένου ἰδιωτικοῦ δικαιώματος,
3083θέλομεν νὰ μείνουν τὰ πράγματα εἰς ἣν ὑπάρχουν ἤδη κατάστασιν
3084κατὰ τοὺς νόμους μας· καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ αἰσθάνησθε μεγάλην
3085ἀδυναμίαν τῆς νομοθεσίας μας καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη ἔλ-
3086λειψις ἐν αὐτῇ, ἵνα ζητῇ ἕνα πρόσθετον νόμον ἐπὶ ζητήματος,
3087περὶ τοῦ ὁποίου οἱ νόμοι ὡς λέγετε, προβλέπουν. Καὶ ἂν δὲν προ-
3088βλέπουν οἱ νόμοι καὶ ἂν ἡ διάταξις τοῦ νὰ συνταχθῇ μία ἀπαρίθ-
3089μησις, νὰ γείνῃ μία στατιστικὴ, καὶ ἐὰν ἡ ἑτέρα διάταξις, ἡ
3090ὁποία κανονίζει τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὑπουργείων, καὶ ἂν ὁδηγίαι
3091ὑπουργικαὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ καταρτίσουν μόναι των νόμον λύ-
3092οντα τὸ ζήτημα ὁπωσδήποτε, δὲν θέλομεν σήμερον, οὔτε πρέπει
3093νὰ θέλωμεν νὰ κάμωμεν νέας καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς νομο-
3094θεσίας νὰ τὴν ἀναπληρώσητε σεῖς· ἐδῶ δὲ ἀντιτάσσεται ἐνώ-
3095πιόν σας ἓν δικαίωμα· ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ ὁθενδή-
3096ποτε καὶ ἂν ἔρχηται, τὸ δικαίωμα εἶναι ἐπίσης ἱερὸν· ἢ
3097εἶναι δικαίωμα προστατεῦον ἄτομον τὸ πλέον πενιχρὸν, ἢ κοι-
3098νωνίαν τὴν πλέον ἰσχυρὰν, τὸ δικαίωμα εἶναι ἐπίσης παντοδύ-
3099ναμον καὶ ἰσχυρὸν ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκηται. Τὸ δικαίωμα
3100αὐτὸ νὰ θέλητε νὰ τὸ λύσητε, ἀφοῦ τὰ δικαστήρια ἐτάχθησαν
3101ἀπὸ τὸν νόμον νὰ ἀποφαίνωνται ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων περὶ
3102δικαιωμάτων, εἶναι παράλογον!
3103Κύριοι, δὲν ζητοῦμεν ἀναβολὴν, ζητοῦμεν νὰ κανονι-
3104σθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ἢ δικαιώματα,
3105ἀλλ’ ὅταν πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι καὶ ὅπου πρέπει νὰ
3106ἐπιβληθῶσι δικαιώματα. Δὲν δεχόμεθα ὅμως, μὲ τὴν διά-
3107ταξιν περὶ στατιστικῆς νὰ ἔλθητε σεῖς νὰ καθιερώσητε
3108δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Εἶναι, κύριοι, ἄδικον, καὶ πι-
3109στεύσατε ὅτι μέγιστον κακὸν θέλομεν κάμει εἰς τὸν τόπον
3110μας, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐκδώσωμεν νόμον τοιοῦτον. Εἰς ὅλον
3111τὸν κόσμον, κύριοι, θέλουν θαυμάσει μὲ τὴν ἀπειρίαν μας ἢ
3112μὲ τὴν πρωτοτυπίαν μας· διότι πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων,
3113διότι νομίζομεν, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κερδίσωμεν, διὰ τοῦτο τί-
3114ποτε δὲν σεβόμεθα καὶ μεταβαλλόμεθα εἰς δικαστήριον δικάζον
3115καὶ ἀφαιροῦν τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη;
3116Ἰδοὺ, κύριοι, διατί ἐθαύμασα καὶ ἐθεώρησα ἐξ ἀρχῆς ὅλως
3117διόλου περιττὴν τὴν συζήτησιν· καὶ συζητεῖτε καὶ πρόκει-
3118ται νὰ ἀποφασίσητε σεῖς ὡς δικαστήριον μονομερῶς, χωρὶς ν’
3119ἀκούσητε καὶ τὰ ἀντίθετα δικαιώματα. Καὶ τί ὠφελεῖ ἡμᾶς,
3120ἐὰν οἱ Ῥωμαῖοι ἔλυσαν τὸ ζήτημα οὕτως ἢ ἄλλως, ἐὰν οἱ Ἀ-
3121θηναῖοι ἔλυσαν τὸ ζήτημα οὕτως ἢ ἄλλως, ἐὰν οἱ Τοῦρκοι ἔλυον
3122τὸ ζήτημα ὅπως τὸ ἔλυον, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νόμον λύοντα
3123τὸ ζήτημα; Ἢ τί ἀνάγκην ἔχομεν, διατί συζητοῦμεν ἐὰν ἔχω-
3124μεν νόμον λύοντα τὸ ζήτημα;
3125Ἐνόμισα λοιπὸν, κύριοι,—ἐκτὸς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποδείξουν
3126τὴν πολυμάθειάν των, καὶ περὶ αὐτῆς δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς—
3127ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναδίφισις τῶν κανόνων καὶ τῆς νομοθεσίας
3128ὅλου τοῦ κόσμου ἦτο ματαία· διότι τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται
3129νὰ τὸ λύσῃ παρὰ ἡ νομοθεσία ἡ ὑπάρχουσα καὶ ἰσχύουσα ἐν τῷ
3130τόπῳ ἡμῶν.
3131Ἐννοεῖτε τώρα, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ
3132ὑπὲρ ἐμοῦ τὰς διαφωνίας καὶ τὰς ἀμφιβολίας τῶν ἰδίων νομι-
3133κῶν· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς κανὲν τοιοῦτον μέσον,
3134διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅ,τι λέ-
3135γουν καὶ ὅ,τι ἔχομεν εἶναι πλῆρες, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην συμπλη-
3136ρώσεως, τότε εἶναι ματαία πᾶσα ἀμφισβήτησις, ἐὰν ὅμως ὅ,τι
3137ἔχομεν δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ τὸ συμπλη-
3138ρώσωμεν νομοθετικῶς· (ψιθυρισμοί.) Μὴ βιάζεσθε, κύριοι, ἐπί-
3139στευον καὶ ἐγὼ χθὲς, ὅταν ἔβλεπον ἐκείνην τὴν πλευρὰν σπεύ-
3140δουσαν νὰ τελειώσῃ χθὲς τὸ ἑσπέρας τὸ ζήτημα διὰ νὰ προ-
3141λάβῃ βεβαίως μεγάλων συμφερόντων κίνδυνον, ἐπίστευον καὶ
3142ἐγὼ τῳόντι πῶς ὑπάρχει ἀληθὴς κίνδυνος τοιοῦτος, καὶ ἔπρεπε
3143νὰ βιαζώμεθα, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν μίαν ἑσπέραν εἰς μάτην.
3144Ὅμως ἠκούσατε σήμερον τὶ σᾶς εἶπον οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς ἐ-
3145ναντίας ἰδέας. Τί εἶναι 5 μῆνες καθ’ οὓς δὲν ἐπράξαμεν τίποτε
3146διὰ τὰς ἐκβολάδας; ἡ ζημία εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἤθελεν εἶσθαι
3147μικρά· τί ἀφαιροῦν οἱ ἐκκαμινευταὶ τὴν ἡμέραν; πολλὰ ὀλίγον
3148πρᾶγμα· ἐβεβαιοῦτο μάλιστα ὅ,τι ἀφαιρεῖται, ἀλλὰ βεβαίωσιν
3149δὲν εὕρομεν οὐδεμίαν ἡμεῖς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ κινδυνεύσῃ
3150τίποτε, ἐὰν δὲν βιασθῶμεν νὰ λάβωμεν μέτρα πρὶν σχηματίσω-
3151μεν πεποίθησιν ἢ πληροφορηθῶμεν.
3152Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, πόσον χθὲς ἠπατᾶσθε, ὅταν ἐσπεύ-
3153δετε καὶ ἐβιάζεσθε· ἐνομίζετε, ὅτι θὰ σώσητε τὰ συμφέροντα
3154τῆς πατρίδος, ἐβιάζεσθε νὰ φέρητε τὴν ψῆφόν σας ὑπὸ τὴν πί-
3155εσιν ἀταξίας πρωτοφανοῦς λαμβανούσης χώραν πέριξ ἡμῶν.
3156Εἴμεθα λοιπὸν, κύριοι, σύμφωνοι μεθ’ ὑμῶν νὰ λάβωμεν ὁ-
3157ποιαδήποτε νομίζετε μέτρα χρησιμεύοντα πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ
3158δημοσίου καὶ νὰ μὴ ἀφαρπασθῇ ὁ δημόσιος πλοῦτος. Διαφω-
3159νοῦμεν ὅμως μαζῆ σας, καὶ δὲν θέλομεν συμφωνήσει ποτὲ, ἐνόσῳ
3160ἐπιμένετε ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ κηρύξῃ δικαιώματα ἰδιοκτησίας,
3161ἐὰν τοιαῦτα δὲν ὑπάρχωσι, διότι νομίζομεν, ὅτι αὐτὸ καὶ ὀρ-
3162θὸν δὲν εἶναι καὶ παράνομον εἶναι καὶ ὀλεθρίας θέλει ἔχει συ-
3163νεπείας καὶ εἰς τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς πατρί-
3164δος μας.
3165Ἰδού, κύριοι, διατὶ νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν ἀπόψε ἴσως νὰ ἐ-
3166πιφέρωμεν τὴν ψῆφόν μας χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην περισσοτέ-
3167ρων ἀναπτύξεων καὶ συζητήσεων.
3168§95ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
3169§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.
3170§97ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
3171§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἐζήτησε τὸν λόγον.
3172§99ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
3173§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ῥοντήρη, εἶναι τρίτη φορὰ ὅπου ζητεῖτε τὸν
3174λόγον, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸν δώσω ἐγώ· πρέπει νὰ ἐρωτήτω
3175τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ νὰ τὸν δώσω.
3176§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
3177§102ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅλοι ζητοῦμεν τὸν λόγον.
3178§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ῥον-
3179τήρης;
3180§104ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
3181§105ΕΤΕΡΟΙ. Ἀρκετά.
3182§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ὀλίγας λέξεις θέλω νὰ
3183εἴπω. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι μικρὰ εἶναι ἡ ἀπό-
3184στασις μεταξὺ τῆς ἰδέας του καὶ τῆς ἰδέας μου, καὶ ἐπρόσθεσε
3185προχωρῶν εἰς τὴν ὁμιλίαν του, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν τελευταίαν μου
3186ἀγόρευσιν δὲν ἐζήτησα ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ καθιερώσῃ τὴν
3187ἀρχὴν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ ἀλλ’ ὅτι μόνον ἐκηρύχθην
3188ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου· ἐσυμπέρανε δὲ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ
3189γείνῃ νόμος, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφίσωμεν τὴν περὶ τῆς ἰδιότη-
3190τος ταύτης τῶν ἐκβολάδων πρότασιν, ἀφοῦ νόμος ὑπάρχει κατὰ
3191τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων. Συγχωρήσατέ μοι νὰ
3192δώσω μίαν ἐξήγησιν.
3193Ὅταν τὴν παρελθοῦσαν τρίτην ὡμίλησα, μεταβὰς εἰς τὴν οἰ-
3194κίαν μου ἔγραψα καὶ παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον κ. Οἰκονομίδην
3195τὸν καθηγητὴν τοῦ πανεπιστημίου νὰ κάμῃ πιστὴν, ἀκριβῆ με-
3196τάφρασιν ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ τοῦ νόμου περὶ καθηκόντων τοῦ
3197ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ δηλώσω πρὸς αὐτὸν πρὸς
3198ποῖον σκοπὸν τὸ ἐζήτουν. Μοὶ ἔκαμε τὴν μετάφρασιν καὶ ἔχει
3199ὡς ἑξῆς· «Ἡ μεταλλεία τοῦ κράτους, ἡ ἐπέκτασις καὶ ἐπωφελὴς
3200αὐτῆς μεταχείρισις, ἡ διατήρησις καὶ χρησιμοποίησις τοῦ ἐπὶ
3201τῶν μεταλλείων βασιλικοῦ νοήματος ἢ» — προσθέτει ὁ κ.
3202Οἰκονομίδης — «τὸ διατηρεῖν καὶ χρήσιμον καθιστᾶν τὸ περὶ
3203τῶν μεταλλείων βασιλικὸν νόημα.» Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, κύ-
3204ριοι, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει, αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἔχομεν,
3205καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐσυστήθη ἓν γραφεῖον δημοσίας οἰ-
3206κονομίας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διετάχθη παρὰ
3207τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ σύστασις μιᾶς στατιστικῆς.
3208Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ πρῶτον λόγον τὸν ἀξιότιμον κ.
3209πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος προεδρεύει τῆς κυβερνήσεως, ἐὰν αὐτὸς
3210ὁ νόμος δὲν καθιερῇ τὸ βασιλικὸν νόημα, ἂν αὐτοῦ τοῦ νόμου
3211δὲν ἐγένετο ἐκτέλεσις διὰ τῆς συστάσεως τοῦ γραφείου καὶ διὰ
3212τῆς στατιστικῆς τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
3213νομικῶν νὰ συντάξῃ· καὶ λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν τι-
3214νὲς τῶν συναδέλφων μας ἔφερον καὶ ἡ ὁποία θὰ ψηφοφορηθῇ, ἡ
3215πρότασις αὕτη διατάττει τί θὰ γείνῃ πρὸς ἐκτέλεσιν πρὸς ὠφε-
3216λιμοποίησιν, πρὸς ἐπέκτασιν αὐτοῦ τοῦ βασιλικοῦ νοήματος
3217τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ τῶν νόμων μας ἀνεγνωρισμένον καὶ ἀναμ-
3218φισβήτητον· λέγει ὅτι αἱ ἐκβολάδες διὰ νόμου διατίθενται.
3219Αὐτὴ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν δὲν
3220εἶναι περιττὴ, διότι ὑπάρχοντος νόμου, νέος νόμος εἶναι περιτ-
3221τὸς, διότι δὲν ἔρχεται ἡ πρότασις αὕτη νὰ ψηφίσῃ ἐκ νέου τὸν
3222νόμον, ἀλλὰ διατάττει τὰ τῆς ἐκτελέσεώς του· προκειμένου
3223περὶ ἐκβολάδων λέγει, ὅτι ἡ διάθεσις αὐτῶν γίνεται διὰ νόμου.
3224Προσθέτω δὲ δύω λέξεις, πρὶν καταβῶ, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ
3225δύω σχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
3226τό τε τοῦ ὑπουργείου, καθὼς καὶ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δύνανται
3227ἐξαίρετα νὰ χρησιμεύσουν τροπολογούμενα, μεταῤῥυθμιζόμενα
3228ὡς ὁ νόμος καὶ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως αὐτῶν, διότι τὸ σπου-
3229δαῖον ζήτημα εἰς αὐτοὺς εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου καὶ τὸ πο-
3230σὸν τοῦ δικαιώματος. Ἔρχεται δεύτερον τὸ τῶν ἐγγυήσεων καὶ
3231τῆς ἀσφαλείας τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸ πρῶ-
3232τον οὔτε εἰς τὸ δεύτερον δὲν θὰ ὑπάρξουν βεβαίως αἱ μεγάλαι
3233διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον, ἃς μοὶ
3234συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ἀδίκως, μετὰ τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ πράγ-
3235ματος ὅπως ἁπλοποιήθη.
3236§107ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε περὶ ἐγγυήσεων· τί ἐγγυήσεις θεω-
3237ρεῖται;
3238§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγγυήσεις ἐκτελέσεως. (θόρυβος).
3239§109ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀκούωμεν.
3240§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ὁ κύριος Ῥοντήρης
3241ἐπιμένει, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
3242§111ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
3243§112ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ ἀποκλεισθῇ.
3244§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ συζήτησις δὲν θεωρεῖται
3245κεκλεισμένη ἐν ὅσῳ ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι βουλευταὶ διὰ
3246νὰ ὁμιλήσουν, δυνάμει λοιπὸν τοῦ κανονισμοῦ κέκτηται τὸ δι-
3247καίωμα ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ ὁμιλήσῃ, χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν
3248Βουλήν.
3249§114ΜΠΟΥΤΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ
3250καὶ τρίτην φορὰν ὅστις ὡμίλησε δίς.
3251§115ΤΙΝΕΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κ. πρόεδρε.
3252§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἰμπορῶ νὰ ἐμποδίσω τὸν λόγον.
3253§117ΜΠΟΥΤΟΣ. Συμβουλευθῆτε τὸν κανονισμόν.
3254§118ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μίαν λέξιν, κύριοι, ἀπ’ ἐδῶ.
3255§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ὀλίγας λέξεις νὰ εἰπῇ ὁ
3256κ. Ῥοντήρης.
3257§120ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπειδὴ παρετήρησα, ὅτι ἔκαμε μεγάλην ἐντύ-
3258πωσιν τὸ κύριον ζήτημα καὶ παρὰ πολλοῖς τῶν κ. βουλευτῶν
3259ἐθεωρήθη ὡς αὐθεντικὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προβελεγγίου καὶ τῶν
3260ἄλλων νομομαθῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ
3261κ. Κοκκίνου, λέγω ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἄλλοι εἶπον, ὅτι ἡ ἔκθεσις
3262τοῦ κ. Κοκκίνου ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν, προσ-
3263θέτω δύο πράγματα, ά. ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου ἦτον
3264ἄγνωστος. Οἱ νομικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα
3265αὐτὸ κυρίως ἐπαγγέλλονται τὴν νομικὴν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου,
3266τὸ δὲ ἀστικὸν δίκαιον ἐλαχίστην ἔχει ἐνταῦθα ἐφαρμογὴν, καὶ
3267ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὅλοι οἱ νομομαθεῖς
3268ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν, ὡς καὶ ὁ ἴδιος κ. Κόκκινος,
3269ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τοῦ ἂν ἦναι τὰ χώματα μεταλλεῖον ἢ ὄχι,
3270ἑπομένως δὲν θὰ εὕρητε οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Καλλιγᾶ,
3271οὔτε τοῦ Προβελεγγίου, οὔτε τοῦ Κοκκίνου, ὅτι ἐξήτασαν τὸ
3272ζήτημα ὡς βασιλικὸν νόμημα, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐξήτασε τὸ με-
3273ταλλεῖον ὡς βασιλικὸν νόμημα, οὔτε ἐὰν ὑπάρχωσιν βασιλικὰ
3274νομήματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ αὐθεντεία δὲν πρέπει νὰ σᾶς
3275ἐπηρεάσῃ παντάπασιν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ εἴπω πολλὰ καὶ νὰ
3276ὑπεξαιρέσω τὴν ἄδειαν τὴν ὁποίαν μοὶ ἐδώσατε νὰ ὁμιλήσω,
3277ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ σᾶς προσθέσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ κ. ὑπουρ-
3278γὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀνεγνώρισε τὸ ἐπὶ τῶν μεταλλείων δικαίω-
3279μα τοῦ Σουλτάνου μεταβιβασθὲν εἰς ἡμᾶς, δηλ. ἰσχυρίσθη...!
3280§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀνεγνώρισε.
3281§122ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, θὰ εἴπω δύω λέξεις· ὁ
3282κ. Κουμουνδοῦρος μὲ ἠδίκησε θεωρήσας με δεσποτικώτατον, ἐνῷ
3283εἰς ἐμὲ παρατηρεῖτε ὅλως τὸ ἐναντίον· ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἔχο-
3284μεν δύο κυριαρχίας· τὸ κράτος ἔχει μίαν κυριαρχίαν, καὶ ἕκα-
3285στος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἄλλην, καὶ αὐτὸ τὸ αἴσθημα δὲν πιστεύω νὰ
3286λανθάνῃ κανένα· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν τὸ ὁποῖον εἶπεν
3287ὁ κ. Λομβάρδος, τὸ θεωρῶ ἀνάξιον νὰ τὸ ἀνασκευάσω. Ἐγὼ, κύ-
3288ριοι, σᾶς λέγω ὅτι οὐδένα ἔχω δισταγμὸν ὅτι εἶναι νόημα,
3289καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ ἡ συζήτησις ἐλευθέρα
3290διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία ἀμφιβολία ὡς πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ
3291δείξητε ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ἀντικειμένου, καὶ οὐχὶ πολι-
3292τικοῦ, εἰς ὃ ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα.
3293Ἤδη εἶχον περισσότερα νὰ προσθέσω διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι ἀ-
3294δικεῖτε τὸ κράτος· σᾶς ἔφερον δέκα, εἴκοσιν ἀποδείξεις ἐκ τῶν
3295κειμένων τῶν νόμων, σᾶς εἶπον ὅτι διὰ νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ
3296ζητήματος τούτου, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιστημονικῆς ἑρμηνείας,
3297ἔχομεν ἀνάγκην ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν κειμένων νόμων, διότι
3298αὐτοὶ εἶναι γραπτοί.
3299§123ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.
3300§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ συζήτησις εἶναι περαιωμένη.
3301Παρουσιάσθησαν τρεῖς τροπολογίαι, ἡ μὲν εἶναι τοῦ κ. Ταμπα-
3302κοπούλου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς «μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστι-
3303κῶς τὰ περὶ παλαιῶν ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν τοῦ Λαυρίου χω-
3304μάτων τῶν ἐξορυχθέντων παρὰ τῶν ἀρχαίων καὶ εὑρισκομένων
3305ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἀπαγορεύεται πᾶσα αὐτῶν χρῆσις·»
3306ἡ δὲ εἶναι τῶν κυρίων Δημητριάδη, Ῥοντήρη, Πλαστήρα καὶ
3307Ζέγγελη «αἱ ἐν Λαυρίῳ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι
3308εἰς τὸ κράτος διατίθενται διὰ νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου,
3309μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοιούτου νόμου, πᾶσα χρῆσις καὶ διάθεσις
3310αὐτῶν ἀπαγορεύεται.
3311§125ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὴν ἰδικήν μου τὴν πρότασιν τὴν συγχω-
3312νεύω μὲ τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου, ἐπειδὴ ἔχει τὸν αὐτὸν
3313σκοπόν.
3314§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον φρονεῖ ὅτι ἀπωτέρω πρότασις
3315εἶναι ἡ τοῦ κ. Ταμπακοπούλου.
3316§127ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
3317§128Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις ἡμῶν εἶναι ἡ ἀπωτέρω πε-
3318ριέχουσα ὅτι εἶναι περιττὸν τὸ νομοθέτημα, διότι τί λέγομεν
3319ἡμεῖς; αἱ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ δημό-
3320σιον μόνον διὰ νόμου δύνανται διατεθῆναι καὶ ἀπαγορεύεται πᾶ-
3321σα χρῆσις, ἐκποίησις ἢ ἀπαλλοτρίωσις αὐτῶν, ἐνῷ ἡ ἄλλη πρό-
3322τασις στηρίζεται εἰς μίαν ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν ἀφίνει νὰ ἐξε-
3323τασθῇ· ὥστε ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας ἐὰν παραδεχθῇ, εἶναι μά-
3324ταια ὅλα τ’ ἄλλα.
3325§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς προταχθῇ, τὶ μᾶς μέλει.
3326§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις.
3327§131ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ἡ ἄλλη εἶναι ἀπωτέρω.
3328§132ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ πρότασις τῶν κυρίων λύει τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς.
3329Ἀποφαίνεται περὶ ἐκείνων ἐφ’ ὧν ἡμεῖς δὲν θέλομεν ν’ ἀποφαν-
3330θῶμεν, πρὶν ἢ ἡμεῖς ἀποκτήσωμεν πλήρη πεποίθησιν· ἡ πρό-
3331τασις τοῦ κ. Ταμπακοπούλου εἶναι ἀπωτέρα, διότι λέγει ἀπέ-
3332χω νὰ ἀποφανθῶ, λαμβάνω ὅμως μίαν προφύλαξιν ὑπὲρ τῶν
3333συμφερόντων τοῦ δημοσίου.
3334§133ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
3335§134ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
3336§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἐπιθυμεῖτε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ
3337πρότασις τοῦ κ. Ταμπακοπούλου;
3338§136ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
3339§137ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
3340§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶ-
3341ναι τοῦ κ. Ταμπακοπούλου.....
3342§139ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ εἴπητε τὸ ἄλλο πρῶτον.
3343§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν ποίαν ἡ βουλὴ θεωρεῖ
3344ἀπωτέρω.
3345§141ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τόσον καταφανὲς πρᾶγμα, κύριε
3346πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν.
3347§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἀπωτέρω πρότασις εἶναι
3348ἡ τοῦ κ. Ταμπακοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγεί-
3349ρονται πλεῖστοι.)
3350§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
3351§144ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε πρόεδρε.
3352§145Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίθετον, κύριε πρόεδρε.
3353§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον δὲν διαφωνεῖ.
3354§147ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀναλαμβάνετε μεγάλην
3355εὐθύνην· οὕτω πως συζητοῦνται καὶ θέτονται τὰ ζητήματα;
3356§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή;
3357§149ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
3358§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, οἱ ἐπιμένοντες ὅτι δὲν εἶναι ἀπωτέρα ἡ
3359πρότασις τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
3360ται οἱ ὀλιγώτεροι.) Δὲν παρεδέχθη.
3361§151Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅσοι θέλουν τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ σκε-
3362φθοῦν περὶ ἰδιοκτησίας λέγουν ναὶ, ὅσοι θεωροῦν ὅτι αἱ ἐκβολά-
3363δες ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον λέγουν ὄχι. (Θόρυβος.)
3364§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
3365§153ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐγειρόμενοι.) Μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3366§154ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις. Οἱ μὴ δεχόμενοι τὴν
3367πρότασιν τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου ἐννοοῦν ὅτι δέχονται τὴν
3368ἄλλην, καὶ ἑπομένως ἂν ἐκείνη ἀποῤῥιφθῇ γίνεται δεκτὴ ἡ ἄλλη;
3369§155ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
3370§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἀποῤῥιφθῇ αὕτη, τότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἄλλη.
3371§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου
3372Ταμπακοπούλου λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
3373§158ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις, κύριε πρόεδρε.
3374§159ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) «Μέχρις οὗ κανονισθῶσιν
3375ὁριστικῶς τὰ περὶ ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν τοῦ Λαυρίου χωμάτων
3376τῶν ἐξορυχθέντων παρὰ τῶν ἀρχαίων καὶ εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς
3377ἐπιφανείας τῆς γῆς ἀπαγορεύεται πᾶσα αὐτῶν χρῆσις.»
3378§160ΤΙΝΕΣ. «Παντοῦ ὅπου καὶ ἂν ᾖναι.
3379§161ΕΤΕΡΟΙ. Ἐννοεῖται.
3380Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὡς ἕπεται.
3381Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
3382Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
3383Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας
3384περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως τῶν ἐκβολάδων κλπ. μέχρις
3385οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ τούτων, ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3386Κ. Μ. Θεοδώρου ΝἸω. Καραγιαννόπουλος Ο
3387Α. Κ. Μιχαλόπουλος ΟΔ. Γρίβας
3388Ἀντ. Βενιζέλος ΟΠ. Πετιμέζης Ο
3389Ἀναγ. Γιαννουλίδης Α. Μαγγίνας Ν
3390Ν. Π. Καΐρης Θ. Π. Δελιγιάννης
3391Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός ΟΚ. Πλαπούτας
3392Ν. Τσώκρης ΟΑ. Ἀντωνόπουλος Ν
3393Α. Ζαΐμης Χ. Ῥηγόπουλος Ν
3394Α. Δανόπουλος ΝἸω. Ῥοϊλὸς
3395Ἰω. Δέκας ΟΚ. Λαμπρυνόπουλος Ν
3396Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΚωνστ. Κοσονάκος Ν
3397Σκαρλ. Σοῦτσος ΝΘεόδ. Τσαννετάκης
3398Περ. Α. Πετράκης. ΝἸωάν. Σαφάκας
3399Στυλ. Κολιάτσος ΟΝ. Κατσικαπῆς Ν
3400Α. Ἴσκος. ΟἈριστ. Διδωρίκης
3401Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟΝ. Θ. Λεώπουλος Ο
3402Ἰω. Καπιτσίνης ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
3403Γ. Μίλησης ΝΣπ. Κοπανίτσας Ν
3404Α. Σ. Μήτσας ΝΓ. Λάππας Ν
3405Δ. Τσιτσάρας ΝΦ. Ι. Φίλωνος Ο
3406Κ. Γιολδάσης ΟΓερ. Σέρβος Ν
3407Π. Μανωλίδης ΟΣπ. Βαλαωρίτης
3408Εὐθ. Γουβέλης ΝΑ. Σταματόπουλος
3409Κ. Λομβάρδος ΝΔ. Τσαμόπουλος Ν
3410Α. Γαΐτας Φωσκάρδης ΝΘ. Γεωργίου Ο
3411Σπ. Λεονταράκης ΝἸω. ΠαπαζαφειρόπουλοςΟ
3412Ἰω. Σούλης Βάρκας ΝἸω. Ταμπακόπουλος Ν
3413Α. Γκοῦσκος Χ. Α. Χρηστόπουλος Ν
3414Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΔ. Ζέγγελης Ο
3415Λ. Κρεστενίτης Π. Κ. Μανέτας Ο
3416Θ. Δαραλέξης Ἠλ. Φλέσσας Ο
3417Ἐπ. Κρεστενίτης ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
3418Α. Πετραλιᾶς Ἰω. Παγούσης Ο
3419Δ. Κλίμακας Γ. Μαλέας Ν
3420Α. Κατσίνας Ν. Παγκράτης Ν
3421Ἀναγ. Δημητρίου ΝΚ. Κοκκινώρης Ν
3422Γ. Δελένδας Ν. Καρύδης Ν
3423Σπ. Μαλασπίνας ΝἘπ. Δεληγεώργης Ο
3424Γ. Μ. Βαλλιάνος Γ. Γουλιμῆς Ν
3425Κ. Δ. Πεταλᾶς ΝἈλεξ. Κουμουνδοῦρος Ν
3426Μ. Παΐζης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
3427Θρ. Ζαΐμης Ν
3428Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς ΝἸω. Προβελέγγιος Ν
3429Α. Διαμαντόπουλος ΝἸω. Ταταράκης Ν
3430Γ. Παπαδαῖος ΝΑ. Ῥαυτόπουλος Ο
3431Ἰω. Σοφιανόπουλος ΝΜ. Δαμιράλης Ο
3432Γ. Πεῤῥωτὴς ΝΚ. Κρίσπης Ο
3433Κ. Δαγρὲς Ν. Ν. Φαρμάκης
3434Ἰω. Φλέσσας ΟΑ. Ῥοντήρης Ο
3435Α. Κοντόσταυλος ΝΕὐθ. Πλαστήρας Ο
3436Δ. Λένωσης ΟΓρηγ. Δημητριάδης Ο
3437Γ. Παπανικολάου Κ. Εὐθυμιόπουλος
3438Ἰω. Μπαλάφας
3439Ν. Μ. Κοζαδῖνος ΟΚίμων Χριστοδούλου Ν
3440Ν. Ἀγγελίδης ΝΔ. Σαράβας Ν
3441Ἰ. Πολυλᾶς ΝΑ. Καπετανάκης Ν
3442Α. Παπαδάτος ΝΜ. Καπετανάκος Ν
3443Ἰω. Τοπάλης Ἰω. Κατσάκος Ο
3444Ἰω. Δεληγιάννης Χ. Χριστόπουλος
3445Ἐπαμ. Καμπερόπουλος Ζαρ. Ζαρειφόπουλος Ν
3446Ἀνδρ. Νοταρᾶς Α. Παπαλέξης
3447Σ. Α. Νοταρᾶς ΝΠ. Κωσταντᾶς Ν
3448Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΘ. Ῥωμαῖος Ν
3449Α. Μεταξᾶς ΟΝ. Λοῦβρος
3450Σ. Μονόπωλης Γ. Ἰακωβάτος
3451Α. Μαντζαβίνος ΝΧ. Ἰακωβάτος
3452Γ. Δρακονταειδῆς ΟΜ. Χαριτάτος Ο
3453Δ. Ῥαπτάκης Α. Μουρίκης Ο
3454Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΝΕὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
3455Κ. Πανάρετος ΝΛ. Καραλίβανος Ν
3456Α. Καρδαρᾶς ΟΠ. Τζαμάλας Ο
3457Θ. Θερμογιάννης ΟΠερ. Καλαμογδάρτης Ν
3458Γ. Βακαλόπουλος ΟΘ. Κανακάρης
3459Δ. Σαριγιάννης ΟΓ. Ῥοῦφος Ο
3460Ν. Βαρβιτσιώτης ΝΓ. Πράτσικας Ν
3461Ἰω. Βαλασόπουλος ΟΑ. Μισυρλῆς
3462Δ. Τριγγέτας Β. Σκαλτσοδῆμος Ο
3463Γ. Δελλαπόρτας Κ. Στεργιαλόπουλος
3464Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος ΝΣτ. Κορίζης Ο
3465Ἰω. Δεστούνης ΝΝ. Πιπῖνος Ν
3466Κ. Ἐπιφανίου Δ. Γ. Βούλγαρης
3467Γ. Α. Γεωργιάδης ΟἸω. Καλογιάννης
3468Δ. Ι. Κουνουπιώτης Θ. Γκίκας Ν
3469Γ. Κούτσης Δ. Χατζῖσκος
3470Γ. Μπούμπουλης ΝΔ. Τσιριμῶκος
3471Δ. Χρηστίδης ΟΓ. Δυοβουνιώτης
3472Π. Σεβαστόπουλος ΟΓ. Κ. Ζουλούμης
3473Λ. Βαφιαδάκης ΟΔ. Κριεζώτης
3474Ἰω. Ζαλώνης ΟΔ. Οἰκονόμου Ν
3475Μ. Παρίσης ΝΚ. Πετσάλης Ο
3476Ἰάκ. Παξιμάδης Μ. Ἀβέρωφ Ο
3477Σ. Σωτηρόπουλος ΝΚ. Νικόδημος Ν
3478Δ. Πονηρόπουλος Ἰω. Κοτσιᾶς Ο
3479Ἀθ. Γρηγοριάδης
3480§162ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λάβε, κύριε πρόεδρε. (ῥίπτει ἓν τεμά-
3481χιον χάρτου εἰς τὸ προεδρεῖον.)
3482§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 130
348373 εἶπον ναὶ, 57 εἶπον ὄχι, ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δε-
3484κτὴ διὰ ψήφων 73 κατὰ 57.
3485§164ΔΑΓΡΕΣ. Αὔριον νὰ γείνῃ συνεδρίασις.
3486§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρᾳ 9 μ. μ.)