| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Α. Διαμαντόπουλος. | |
| 10 | Ν. Π. Καΐρης. | Γ. Παπαδαῖος. | |
| 11 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | |
| 12 | Α. Δανόπουλος. | Γ. Πεῤῥωτῆς. | |
| 13 | Ἰω. Λέκας. | Κ. Δαγρές. | |
| 14 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Δ. Λένωσης. | |
| 15 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | |
| 16 | Περ. Α. Πετράκης. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 17 | Στ. Κολιάτσος. | Ἰω. Πολυλᾶς. | |
| 18 | Α. Ἴσκος. | Α. Παπαδάτος. | |
| 19 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Σπυρ. Νοταρᾶς. | |
| 20 | Π. Πετιμέζης. | Ἀν. Δημητριάδης. | |
| 21 | Α. Μαγγίνας. | Α. Μεταξᾶς. | |
| 22 | Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Ἀ. Μαντζαβῖνος. | |
| 23 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 24 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 25 | Κ. Κοσονάκος. | Κ. Πανάρετος. | |
| 26 | Ν. Κατσικαπῆς. | Σπ. Κοπανίτσας | |
| 27 | Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Φ. Φίλωνος. | |
| 28 | Ἰω. Καπιτσίνης. | Γερ. Σέρβος. | |
| 29 | Γ. Μίλησης. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | |
| 30 | Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος | |
| 31 | Δ. Τσιτσάρας. | Χ. Χριστόπουλος. | |
| 32 | Κ. Γιολδάσης. | Π. Κ. Μανέτας. | |
| 33 | Π. Μανωλίδης. | Ἠλ. Φλέσσας. | |
| 34 | Εὐθ. Γουβέλης. | Γ. Μαλέας. | |
| 35 | Κ. Λομβάρδος. | Ν. Παγκράτης. | |
| 36 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 37 | Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 38 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 39 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 40 | Ἐπ. Κρεστενίτης. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 41 | Δ. Κατσίνας. | Α. Ῥοντήρης. | |
| 42 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 43 | Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Σαράβας. | |
| 44 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Α. Καπετανάκης. | |
| 45 | Μιχ. Καπετανάκος. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 46 | Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 47 | Θ. Ῥωμαῖος. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 48 | Μ. Χαριτάτος. | Στ. Κοριζῆς. | |
| 49 | Λ. Μουρίκης. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 50 | Λ. Καραλίβανος. | Θ. Γκίκας. | |
| 51 | Περ. Καλαμογδάρτης. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 52 | Γ. Πράτζικας. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 53 | Α. Μισυρλῆς. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 54 | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 55 | Ἰω. Δεστούνης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. | |
| 56 | Γ. Μπούμπουλης. |
1871.03.17
2,900 rows · 24,310 words · 1 table · 170 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56.
Τῆς 17 Μαρτίου 1871.
(Τετάρτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Α. Διαμαντόπουλος. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Γ. Παπαδαῖος. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. |
| Α. Δανόπουλος. | Γ. Πεῤῥωτῆς. |
| Ἰω. Λέκας. | Κ. Δαγρές. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Δ. Λένωσης. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. |
| Περ. Α. Πετράκης. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Στ. Κολιάτσος. | Ἰω. Πολυλᾶς. |
| Α. Ἴσκος. | Α. Παπαδάτος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Σπυρ. Νοταρᾶς. |
| Π. Πετιμέζης. | Ἀν. Δημητριάδης. |
| Α. Μαγγίνας. | Α. Μεταξᾶς. |
| Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Ἀ. Μαντζαβῖνος. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Κ. Κοσονάκος. | Κ. Πανάρετος. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Σπ. Κοπανίτσας |
| Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Φ. Φίλωνος. |
| Ἰω. Καπιτσίνης. | Γερ. Σέρβος. |
| Γ. Μίλησης. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος |
| Δ. Τσιτσάρας. | Χ. Χριστόπουλος. |
| Κ. Γιολδάσης. | Π. Κ. Μανέτας. |
| Π. Μανωλίδης. | Ἠλ. Φλέσσας. |
| Εὐθ. Γουβέλης. | Γ. Μαλέας. |
| Κ. Λομβάρδος. | Ν. Παγκράτης. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Ἐπ. Κρεστενίτης. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Δ. Κατσίνας. | Α. Ῥοντήρης. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Σαράβας. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Α. Καπετανάκης. |
| Μιχ. Καπετανάκος. | Δ. Χρηστίδης. |
| Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Θ. Ῥωμαῖος. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Μ. Χαριτάτος. | Στ. Κοριζῆς. |
| Λ. Μουρίκης. | Ν. Πιπῖνος. |
| Λ. Καραλίβανος. | Θ. Γκίκας. |
| Περ. Καλαμογδάρτης. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Γ. Πράτζικας. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Α. Μισυρλῆς. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | Κ. Νικόδημος. |
| Ἰω. Δεστούνης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
| Γ. Μπούμπουλης. |
Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζιδιάκος ἀναφέρει ὅτι ἐφεῦρε τυπογραφικὴν μελάνην καὶ ζητεῖ δραχ. 1000 πρὸς σύστασιν ἐργαστηρίου, ὅπως κατασκευάζῃ τοιαύτην καὶ χορηγῇ εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον διὰ τρίτην συζήτησιν περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 20,000 δραχ. διὰ τὴν μετακομιδὴν τῶν λειψάνων τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου. (Ἀναγινώσκεται διὰ τρίτην συζήτησιν ὡς ἑξῆς). «Ἄρθρον 1. Χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργεῖον ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. εἴκοσι χιλιάδων πρὸς μετακομιδὴν ἐν Ἑλλάδι τῶν λειψάνων τοῦ ἀειμνήστου οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως καὶ πρωτομάρτυρος τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως Γρηγορίου. Ἄρθρον 2. Τὸ ποσὸν τοῦτο καταλογισθήσεται ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ εἰρημένου ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1871.»
§4ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται λοιπὸν δεκτὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§6Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν διὰ τρίτην φορὰν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ τῆς διανομῆς τῆς περιουσίας τῶν δήμων Ζακύνθου. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, εἶναι τυπικὸν καὶ ὀλίγα λεπτὰ μόνον ἀρκοῦσι πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν.
§7ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν σειράν του διὰ νὰ τὸ μελετήσωμεν.
§8Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ὀλίγα λεπτὰ μόνον θὰ ἀπασχολήσῃ ἡ προκειμένη πρότασις τὴν Βουλήν.
§9Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι λίαν σπουδαῖον, ἀφορᾷ τὴν διοργάνωσιν ἑνὸς τοπικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶναι κατεπεῖγον. Ἐγὼ τὸ ἐμελέτησα καὶ σᾶς ὑπέβαλον καί τινας τροπολογίας. Νομίζω, ὅτι σήμερον δύναται νὰ γίνῃ ἡ τρίτη συζήτησις.
§10ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· νὰ τελειώσουν πρῶτον τὰ λαυριακὰ, διότι δὲν εἶναι μόνον ἐπιθυμία ἰδική μας, εἶναι ἐπιθυμία πανελλήνιος, καὶ δὲν πρέπει περιοριζόμενοι εἰς μικρὰ ἀντικείμενα νὰ καταλείψωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ Λαυρίου.
§11Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἂν προκαλέσῃ συζήτησιν, τὸ ἀφίνομεν, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ταύτης.
§12ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω ἀντιῤῥήσεις.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς πέντε λεπτῶν θὰ τελειώτῃ (ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Αʹ. ἄρθρου).
§14ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τάξις αὐτὴ, κύριε πρόεδρε, τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸν κανονισμόν· πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι ἂν προκαλεσθῇ συζήτησις καὶ δὲν τελειώσῃ ἐντὸς πέντε λεπτῶν, νὰ τὸ ἀφήσωμεν, ἂν δὲ τοὐναντίον, νὰ συζητηθῇ· ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ν’ ἀναγνωσθῇ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον). Ἡ κοινὴ περιουσία Κερκύρας, ἀφοῦ ἐγγραφῇ ὁριστικῶς εἰς εἰδικὸν βιβλίον καὶ ἐξ αὐτῆς ἀφαιρεθῇ ἡ εἰς τὰ καθιδρύματα ἀνήκουσα, διανέμεται εἰς τοὺς δήμους αὐτῆς ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου.
§16ΔΑΓΡΕΣ. Διατὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ; εἶναι μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μελετηθῶσιν. Ἡμεῖς δὲν ἀντιπροσωπεύομεν τὴν νῆσον Ζάκυνθον, ἀλλὰ λαμβάνομεν μίαν εὐθύνην διὰ τῆς ψήφου μας. Καλὸν ἦτο νὰ μείνῃ διὰ νὰ τὸ μελετήσωμεν.
§17Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀφοῦ παρουσιάζονται ἀντιῤῥήσεις, ἂς ἀναβληθῇ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται.
§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ζητῶ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ γάμου. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Βουλὴ δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, ἀφοῦ ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν πρὸ πολλοῦ· ἐγὼ ζητῶ μόνον νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ λάβῃ σειράν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§22ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιλέγω, Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως κανόνων δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν, ἂν προηγουμένως δὲν λυθῇ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα. Τὸ νὰ μεταβάλωμεν τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ τοὺς μεταβάλῃ ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι ὀρθόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§24ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι εἶναι σύμφωνος, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Γʹ. συζητήσεως πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ἔχει ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ φέρῃ τὴν συγκατάθεσίν της πρὸς τοῦτο.
§25ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιτείνω εἰς τοῦτο.
§26ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κανονίσῃ τὴν συζήτησιν σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας. Δὲν περιμένει συμβουλὴν πῶς θὰ κανονίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§27Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀποδέχομαι ὅσα λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Καραγιαννοπούλου. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ὁριστικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τὴν γνώμην τῆς ἐκκλησίας.
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν.
§29Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως πρέπει νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη τῆς ἐκκλησίας. Δὲν δύναται ἡ πολιτεία ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀποβλεπόντων εἰς τὸ κανονικὸν δίκαιον, νὰ πράττῃ ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς ἐκκλησίας, διότι δύναται νὰ γεννηθῇ ῥῆξις μεταξὺ πολιτείας καὶ ἐκκλησίας, καὶ τὴν ῥῆξιν ταύτην πρέπει νὰ τὴν ἀποφεύγωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐκκλησιαστικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον, ἵνα δυνηθῇ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ τῆς ἐκκλησίας τοῦ κράτους ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἀποβλέποντος τοὺς γάμους καὶ τοὺς βαθμοὺς τῆς συγγενείας.
§30ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ὅτι δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ τῷ εἴπω, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δηλώσω γνώμην, παρ’ ὅταν παρουσιασθῇ ἡ τρίτη συζήτησις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγράφεται λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς εἰκοστὸν πέμπτον.
§32ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κύριοι. Λαμβάνω τὸν λόγον νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς καταστάσεως, τῆς ἀθλίας, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ δῆμοι τῆς Ἑπτανήσου, ἰδίως τῶν ἐξοχῶν τῆς Κεφαλληνίας. Αὐτοὶ, κύριοι, εὑρίσκονται εἰς παραλυσίαν, καὶ ὅτι εὑρίσκονται εἰς παραλυσίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὸν δήμαρχον Σάμης, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἀναγκασμένος νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέπῃ, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν παράγραφον.
§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, σᾶς πιστεύομεν.
§34ΕΤΕΡΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§35ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἔλαβον λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν, διελογίσθην τὶ ἠδυνάμην νὰ πράξω. Ὁπόταν προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως πόρων τινῶν δήμων τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως χρησιμεύσωσι πρὸς συντήρησιν αὐτῶν, τὸ προσυπέγραψα καὶ ἐγώ. Δὲν τὸ ἔφερε, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε ὁ κ. Λομβάρδος νὰ περάσῃ, ἀλλὰ μὲ ἐπιφύλαξιν νὰ συζητηθῇ, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν νὰ γείνουν τροπολογίαι, καὶ ἀφαιρέσεις, εἴτε καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ν’ ἀποῤῥιφθῇ. Κατὰ δυστυχίαν ὅμως κατὰ τὴν χθὲς εἷς βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀλλοῖον χαρακτῆρα εἰς τὸ νομοσχέδιον, χαρακτῆρα ὅλως ἐναντίον τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐξηγήσω, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ἀφίνω εἰς αὐτὸν νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον νὰ εἰσαγάγῃ καταλληλότερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξω. Ἐγὼ δὲ ἐν τούτοις συνιστῶ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν δι’ αὐτοὺς τοὺς δήμους, διότι πλέον δήμους δὲν θὰ ἔχωμεν.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§37ΦΙΛΩΝΟΣ. Τὶ γίνεται τὸ νομοσχέδιον τῶν πτωχῶν συνταξιούχων;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δευτέρα ἀνάγνωσις αὐτοῦ;
§39ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ συνταξιούχων καὶ ἐπικυροῦται εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§40ΣΕΡΒΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τῷ ἐζήτησα μίαν ἄλλην ἡμέραν, δηλ. ά) ποῖον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἑπτανήσου· βʹ) τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν μέχρι τοῦδε· γʹ) τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύσαμεν μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς Ἑπτανησίους.
§41ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς καὶ εἶναι σημειωμέναι εἰς τὰ πρακτικὰ, παρακαλῶ καὶ αὗται νὰ μᾶς δοθῶσι.
§42ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δαγρέ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ὑποστηρίζουν δέκα;
§44ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΔΑΓΡΕΣ. Ἐρωτῶ, ἂν τὴν πολεμᾷ ἡ κυβέρνησις.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς προτάσεως. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Δαγρέ). «Ὅτι οὐδεὶς διορίζεται ἀνώτερος ὑπάλληλος ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας ἐν ᾗ περιλαμβάνεται ὁ δῆμος εἰς ὃν εἶναι ἐγγεγραμμένος».
§47ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§48ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Γίνεται ἀπὸ τοῦδε ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν αὐτῆς πρὶν τυπωθῇ καὶ ἔλθῃ ἔκθεσις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται λοιπὸν δεκτὸν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§50ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Εἰς τὴν διατυπωθεῖσαν καὶ τυπωθεῖσαν πρότασίν μου τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κειμένην περὶ τῆς μὴ διαθέσεως τῶν γαιῶν τοῦ Λαυρίου, ὑπάρχει πρότασίς τις καὶ ἄρθρον τῆς προτάσεως, τὸ τρίτον, νομίζω, εἰς τὸ ὁποῖον λέγω ταῦτα. «Νὰ προκληθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ταχύτερον νόμον περὶ τῆς καταλληλοτέρας διαθέσεως τῶν ἀργυρούχων χωμάτων τοῦ Λαυρίου εἰς ἐθνικὴν ἀργυρομεταλλευτικὴν ἑταιρίαν». Ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἐνεχειρίσθη ὀλιγόλογος ἀναφορὰ ἑταιρίας σπουδαίας ἀντιπροσωπευομένης παρ’ ἑνὸς ἀτόμου, περιέχουσα τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι παρὰ ν’ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἔχουν σχέσιν καὶ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος ὑπογράφει;
§52ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἰπῶ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἀναφορά. Πρὸς τὴν Σεβαστὴν Βουλήν. Κύριοι βουλευταί. Ἐπειδὴ τὰ χώματα τοῦ Λαυρίου εἶνε μέρος τῶν ἀρχαίων καὶ πασιγνώστων λαυριακῶν ἐθνικῶν μεταλλείων καὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἄγνωστα τὰ ὑπαγόμενα εἰς τοὺς ὅρους τοῦ ἰσχύοντος περὶ μετάλλων νόμου ἐν Ἑλλάδι καί· Ἐπειδὴ τὸ δημόσιον εἶνε κύριον αὐτῶν, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐκχωρήσῃ τὰ ἐν αὐτῷ ἐθνικὰ δικαιώματα ἐπὶ πληρωμῇ ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους. 1) Νὰ μοῦ πωλήσῃ ἅπαντας τὰς κατὰ τὸ Λαύριον κειμένας μεταλλούχους ἐκβολάδας (χώματα), ὅπως ἔχουσιν εἰς τὴν φύσιν ἀντὶ ἑπτὰ λεπτῶν τὴν ὀκᾶν, ἤτοι ἑβδομήκοντα δραχμὰς τὰς χιλίας ὀκάδας. 2) Νὰ μοῦ χορηγήσῃ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἔδαφος τῆς ἐκλογῆς μου εἰς ὃ νὰ ἐκτελῶ τὰ ἔργα τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν εἰς τὸ ἐμπόριον. 3) Νὰ ἐξάγω καὶ νὰ εἰσάγω ταῦτα ἄνευ τέλους, ὡς καὶ τὰ πρὸς κατεργασίαν αὐτῶν ἐργαλεῖα, μηχανὰς, ἄνθρακας καὶ τὰ παραπλήσια. 4) Νὰ μοῦ παραχωρῇ τὸ δημόσιον αὐθωρεὶ τὰ προετοιμασμένα διὰ τῶν ἐξόδων μου χώματα, κατὰ ἑκατὸν χιλιάδας ὀκάδας πληρωτέας ἅμα τῇ παραλαβῇ. 5) Νὰ προτιμᾷ ἡ κυβέρνησις ἀντὶ νομίσματος εἰς τὰς πληρωμὰς καθαρὸν τοῦ Λαυρίου ἄργυρον. Κύριοι βουλευταί. Ἡ παροῦσα πρότασίς μου στηριζομένη εἰς τὴν ἁπλότητα τοῦ ἀντικειμένου ἀποφεύγει τὰς φαινομένας ἐπαχθεῖς φορολογίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰς περιπλοκὰς, αἵτινες δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἀσφαλίζουσα συνάμα ἀμφοτέρων τὰ δικαιώματα ἐν γνώσει, ἐνῷ τὸ δημόσιον θέλει λάβει πλείονα τῶν 30%. Τελευτῶν προσθέτω ὅτι ἡ δημοσία αὕτη περιουσία εἶνε ἀντικείμενον ὅλως διόλου διοικητικὸν καὶ τὰ δικαστήρια εἶνε ἀναρμόδια νὰ δικάσουν τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἐθνικὴν κυριότητα· οὐχ ἧττον ὅμως ἂν εἰς τὴν ἐπιτόπιον ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν μου μοὶ παρεμβληθῶσι προσκόμματα ἐκ μέρους τῶν δῆθεν κατόχων ἀναλαμβάνω δι’ ἐξόδων μου τὴν διαδικασίαν ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῶν δημοσίων δικαιωμάτων. Ἐπιφυλασσόμενος νὰ φέρω τὰς δεούσας ἐγγυήσεις κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ δημοσίου συμβολαίων Ὑποσημειοῦμαι μὲ τὸ προσῆκον σέβας
Εὐπειθέστατος
Β. ΒΕΝΔΕΒΗΣ.
Πρέπει, κύριοι, νὰ προσέξητε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸ δημόσιον μὲ τὰς προσηκούσας ἐγγυήσεις πρὸ πάσης ἄλλης πράξεως.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι. Ἤμην ἀποφασισμένος νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, διότι διατελῶ ὑπὸ ἀνάῤῥωσιν μετὰ ἀσθένειαν δεκαήμερον. Δύο ὅμως λόγοι σπουδαῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν· ὁ πρῶτος εἶναι ὁ ἑξῆς... Ἐπὶ δύω ἤδη ἡμέρας, κύριοι, καταπολεμεῖται ἡ βάσις τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἐπιτροπή. Καὶ ἡ μὲν Κυβέρνησις διὰ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἀρχῆς ἢ τῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέβαλεν, οὐδὲν δὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, καίτοι ὑποστηριχθεῖσαν σχεδὸν παμψηφεὶ ἐκτὸς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Ζέγγελη καὶ οὐδενὸς ἄλλου, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Ζέγγελης, ἔλαβε τὸν λόγον, ἀλλ’ αὐτὸς φυσικῶς ὑπεστήριξε τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, πάντα δὲ τὰ λοιπὰ μέλη ἀδιαφοροῦσι, καὶ αὐτὸς ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἀξιότιμος κ. Χρηστίδης, οὗ τὰ φῶτα ἦσαν τόσον πολύτιμα πρὸς σχηματισμὸν ὀρθῆς γνώμης ἐν τῇ Βουλῇ, σιγᾷ, ὡς βλέπετε, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ συμμερίζεται ἐνδομύχως τὴν γνώμην, ἥτις ἀνατρέπει ἄρδην τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς προήδρευσε. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τὸν λόγον τῆς τοιαύτης σιωπῆς, ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται ἄξιον εὐσυνειδήτως πολιτευομένων ἀνδρῶν νὰ παραιτῶσιν οὕτω τὴν γνώμην των ἔκθετον. Τὸ δουλεύειν, κύριοι, ἑτέρῳ, τὸ ὑποτάσσειν τὰς ἰδίας πεποιθήσεις εἰς οἱανδήποτε ἐξωτερικὴν δύναμιν, εἴτε ἄνωθεν ἐπιβαλλομένην, εἴτε κάτωθεν, εἶναι ἀνάξιον ἐλευθέρων ἀνδρῶν, καὶ ὅταν μάλιστα ἡ ἐπιβολὴ ἔρχηται κάτωθεν, ἡ δουλεία εἶναι ἔτι αἰσχροτέρα καὶ εὐτελεστέρα. Ὁ πολιτευόμενος ὀφείλει νὰ διερμηνεύῃ ἐλευθέρως τὰς ἰδίας πεποιθήσεις, νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ τὰς ὑπερασπίζηται δημοσίᾳ ἐν πάσῃ περιπτώσει, διότι πολιτεύεσθαί ἐστιν ἀναδέχεσθαι εὐθύνην, καὶ ὁ μὴ ἔχων τὸ θάῤῥος ν’ ἀναδέχηται εὐθύνην, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν αὐταπάρνησιν νὰ μὴ πολιτεύηται. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ πρῶτος λόγος, δι’ ὃν, μέλος ὢν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑπερασπίσω τὴν γνώμην αὐτῆς ἐγκαταλελειμμένην. Ὁ δεύτερος, κύριοι, εἶναι ἀκόμη σπουδαιότερος. Ἂν δὲν πλανῶμαι, ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις ἐξετράπη τῆς τροχιᾶς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ, καὶ κινδυνεύει νὰ παραπλανήσῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα εἰς διαβήματα ἐπισφαλῆ καὶ εἰς πράξεις ἀδίκους καὶ αὐθαιρέτους. Μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς ἐξηγήσω, κύριοι, πλατύτερον τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι αὕτη ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν βάσιν ὅλης μου τῆς ὁμιλίας· ἐπὶ τοῦ παρόντος παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ προσπαθήσω ν’ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ συζητήσεως, ἥτις ἀλλοιόνουσα τὸν χαρακτῆρά της, μεταβάλλει αὐτὴν εἰς δικαστήριον, ἥτις τὴν παρορμᾷ εἰς ἐπέμβασιν ἐπ’ ἀλλότρια καθήκοντα, καὶ δύναται νὰ τὴν ὠθήσῃ καὶ μέχρι τοῦ ἀνοσιουργήματος τῆς δημεύσεως. Ἰδοὺ ὁ δεύτερος λόγος, ὅστις μὲ παρακίνησε ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, καὶ νὰ ὑψώσω τὴν ἀσθενῆ ἀλλ’ ἐλευθέραν φωνήν μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Περιττὸν, κύριοι, θεωρῶ νὰ εἴπω πρὸς εἰδότας, ποῖα τὰ καθήκοντα, ποῖον τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ τί διακρίνεται αὕτη τῆς δικαστικῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔργον ἢ καθῆκον ἔχει νὰ καθιεροῖ γενικὰς διατάξεις, κανονιζούσας τὰς ἐννόμους σχέσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καθόλου. Ὁ χαρακτὴρ λοιπὸν τῶν νομοθετικῶν διατάξεων εἶναι κυρίως ἡ γενικότης. Βεβαίως οἱ νόμοι εἰς δεδομένας τινὰς περιστάσεις δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν, ἀναφέρονται ὅμως πάντοτε εἰς τάξιν τινὰ αὐτῶν καὶ εἰς κατηγορίαν τινὰ πράξεων ἢ ἐννόμων σχέσεων, οὕτω δὲ διατηροῦσι πάντοτε τὸν ἀπαραίτητον τύπον τῆς γενικότητος, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ ἴδιον συμφέρον ἢ πάθος ἤθελε παραφθείρει τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι εἰσὶ κεκλημένοι νὰ ἐκφράζουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τῆς δὲ δικαστικῆς ἐξουσίας ἔργον ἢ καθῆκον εἶναι τὸ ἐφαρμόζειν τὰς γενικὰς ταύτας διατάξεις εἰς ἰδίαν ἑκάστοτε καὶ συγκεκριμένην περίστασιν, τὸ ἀπονέμειν ἑκάστῳ τὸ προσῆκον σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους, τὸ ἀνακηρύττειν ἑκάστοτε τί τὸ ἐμὸν καὶ τί τὸ σὸν κατὰ τοὺς νόμους τούτους. Ἰδοὺ τὸ ἔργον καὶ ὁ χαρακτὴρ ἑκάστης τῶν δύο τούτων μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Σημειώσατε δὲ, ὅτι οὐδετέρα τῶν δύω τούτων ἐξουσιῶν δικαιοῦται ν’ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων τῆς ἑτέρας· διότι ἀμφότεραι εἶναι ἐξουσίαι ἰσήγοροι καὶ λειτουργοῦσιν ἑκάστη ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτῆς σφαίρᾳ ἀνεξαρτήτως καὶ κυριαρχικῶς. Τὸ κοινοβούλιον εἶναι παντοδύναμον, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής. Παντοδύναμον ναὶ, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς σφαίρας τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα διαγράφει αὐτῷ τὸ Σύνταγμα· πέραν αὐτῶν δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχύν. Εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν, δι’ οὐδένα λόγον δύναται τὸ κοινοβούλιον νὰ δικάζῃ, ἐφαρμόζον ἐπὶ εἰδικῆς περιστάσεως τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸ τὸ ἴδιον θέτει, ὅπως εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν, δι’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ, ἀναβιβάζουσα τὰς εἰδικὰς αὑτῆς ἀποφάσεις εἰς γενικοὺς ἀφορισμούς. Ἐὰν πραχθῇ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον, ἐὰν εἴτε ἡ Βουλὴ ἐπιδράμῃ ἐπὶ τὰ καθήκοντα τῶν δικαστηρίων, εἴτε ταῦτα ἐπὶ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, ἡ τάξις τῆς πολιτείας καταστρέφεται, ἡ βάσις αὐτῆς διασαλεύεται, καὶ ἀντὶ πολιτείας κανονικῆς καὶ ὑγιοῦς, ἔχετε τὴν ἀναρχίαν παραπαίουσαν τυφλῶς δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἔχετε ἀρχὰς ἀκανονίστους, συγκρουομένας εἰς πᾶν βῆμα πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἐνεργούσας εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε κατὰ τὰς αὐθαιρέτους ὑπαγορεύσεις τῆς στιγμῆς. Ἡ διάκρισις λοιπὸν τῆς νομοθετικῆς ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἔγκειται, κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν καθηκόντων ἑκάστης, καὶ ἀποτελεῖ μίαν τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ δημοσίου δικαίου, διότι ἀναφέρεται εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τῆς πολιτείας. Ἀλλὰ ποῖος ὁ χαρακτὴρ, ποῖον τὸ πνεῦμα τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσουν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης θερμότητος ὑποστηρίζουν ἐπὶ δύω ἤδη ἡμέρας; τί ζητοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν οἱ εἰσηγηταὶ καὶ ὑπερασπισταὶ αὐτῆς; Εἶναι πρόδηλον, εἶναι φανερὸν, ὅτι ζητοῦν νὰ μεταβληθῶμεν εἰς δικαστήριον, νὰ δικάσωμεν ἐπὶ εἰδικῆς καὶ συγκεκριμένης περιστάσεως, καὶ νὰ εἴπωμεν ἐν τῇ ἀπεριορίστῳ ἡμῶν κυριαρχίᾳ καὶ παντοδυναμίᾳ, ὅτι τὸ τάδε κτῆμα, ἤτοι αἱ ἐν Λαυρίῳ ἐκβολάδες, ἀνήκουσιν εἰς τοῦτον καὶ οὐχὶ εἰς ἐκεῖνον, δηλαδὴ νὰ ἀπονείμωμεν τὸ δίκαιον εἰς ὡρισμένον πρόσωπον ἐπὶ ὡρισμένης περιστάσεως· εἶναι δὲ ἀδιάφορον, ἂν τὸ πρόσωπον τοῦτο ᾖναι τὸ δημόσιον, καὶ οὐχὶ ἁπλοῦς ἰδιώτης, διότι καὶ τὸ δημόσιον εἰς τὰς ἀστικάς του σχέσεις τίθεται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, καὶ ἔχει τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις μὲ πάντα, οἱονδήποτε ἰδιώτην. Παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπεμβαίνομεν φανερὰ, ἀποτόμως εἰς ἀλλότρια καθήκοντα. Ἡ ἐπέμβασις δ’ αὕτη καθίσταται ἔτι μᾶλλον καταφανὴς καὶ ἀπότομος, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι περὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ προσκαλούμεθα σήμερον νὰ δικάσωμεν νομοθετικῶς, ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἀλλόκοτος αὕτη φράσις, ὑπάρχουσιν ἤδη ἐκκρεμεῖς δίκαι ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ δικαστήρια τῆς πρωτευούσης ἐπελήφθησαν ἤδη πρὸ χρόνων τῆς τε κατοχῆς καὶ κυριότητος τῆς Λαυριωτικῆς χώρας, δίκαι δὲ ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν των ὑπάρχουσι περὶ τούτου μεταξὺ τῆς κοινότητος Κερατέας καὶ τοῦ δημοσίου, μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ κ. Σερπιέρου, μεταξὺ τοῦ Σερπιέρου καὶ ἄλλων ἰδιωτῶν κλπ. Ἂν λοιπὸν παραδεχθῶμεν τὴν συζητουμένην πρότασιν θὰ κόψωμεν αὐθαιρέτως τὸν δικαστικὸν δεσμὸν, θὰ σταματήσωμεν τὰ δικαστήρια καὶ ἄνευ δικαιώματος, ἄνευ ἁρμοδιότητος θὰ εἴπωμεν «ἡ ἐπίδικος λαυριωτικὴ χώρα, ἢ αἱ ἐπ’ αὐτῆς ἐκβολάδες, δὲν ἀνήκουν οὔτε εἰς τὴν κοινότητα Κερατέας, οὔτε εἰς τὸν κ. Σερπιέρην, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ ἰδιώτην, ἀλλ’ εἶναι κτῆμα τοῦ δημοσίου.» Τῇ ἀληθείᾳ, ἰδοὺ ἁπλούστατος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον δύναται εἰς μίαν μόνην ἡμέραν ν’ ἀποῤῥοφήσῃ πᾶσαν ἰδιωτικὴν περιουσίαν! Ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφάσισαν, κύριοι, νὰ καταστήσωσι τὴν Βουλὴν δικαστήριον, κεκλημένον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου, ἔπρεπε φυσικὰ νὰ φέρουν καὶ τὰς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας δικανικὰς ἀποδείξεις. Ὁμολογήσατε δὲ, ὅτι τὰς ἔφεραν μὲ τόσην ἀφθονίαν, ὥστε κινδυνεύομεν νὰ πνιγῶμεν ἐξ ὑπερβολῆς καὶ κόρου. Ἐπὶ δύω ἡμέρας ἀναπτύσσονται ἐνταῦθα πολλαὶ καὶ ποικίλαι θεωρίαι περὶ κυριότητος, καὶ ἀνακυκλῶνται ὅλα τὰ δίκαια καὶ ὅλοι οἱ νόμοι τῶν ἐθνῶν· ἐπὶ δύο ἡμέρας ἐξηγοῦν, σχολιάζουν καὶ ἑρμηνεύουν τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ἐπὶ τῆς δημοκρατίας, τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ἐπὶ τῶν Αὐτοκρατόρων, τὸν ἀστικὸν Κώδικα τῆς Γαλλίας, τὰς Εἰσηγήσεις, τοὺς Πανδέκτας, τὰς Νεαρὰς, διαφόρους ἄλλους εἰδικοὺς νόμους. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἔφθανεν ὅλη ἡ νομικὴ αὕτη πανδαισία, μᾶς φέρουν καὶ τὸ Κοράνιον, διὰ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὴ ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῶσιν ὅτι διὰ τοῦ Κορανίου καταστρέφουν τὴν βάσιν πάσης ἐν γένει ἰδιοκτησίας καὶ οὐχὶ μόνον τῆς τῶν ἐκβολάδων. Κατὰ τὸ Κοράνιον πᾶσα ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸν Θεὸν, ἑπομένως εἰς τὸν ἐπὶ τῆς γῆς ἀντιπρόσωπον αὐτοῦ, τὸν Σουλτάνον, οἱ δὲ ἄλλοι ἄνθρωποι τὴν χρῆσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἐπικαρπίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν κυριότητα. Θέλοντες λοιπὸν ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, προσβάλλουν τὴν βάσιν πάσης ἐν γένει ἰδιοκτησίας, εἰς τρόπον ὥστε τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον διεδέχθη τὸν Σουλτάνον, δύναται κατὰ τοὺς κυρίους τούτους νὰ καταστήσῃ ὅλους ἡμᾶς ἀκτήμονας ἢ ἁπλοῦς κατόχους καὶ καρπωτὰς τῶν κτημάτων μας. Τὴν σωρείαν τῶν νόμων παρηκολούθησεν ὁ ὅμιλος τῶν νομολόγων καὶ νομοδιδασκάλων· σᾶς ἐπαρουσίασαν τὸν Οὐλπιανὸν καὶ τὸν Δομεστῖνον, συνωδευμένους ἀπὸ τοὺς θεράποντας αὐτῶν Σεμπρόνιον καὶ Κορνήλιον, τὸν Δαλλόζ, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνα ἄλλον συγγραφέα, ἆ! τῳόντι! τὸν Εϊνέκκιον, τὸν ὁποῖον ἐξέθαψαν, καί τοι πρὸ δύω αἰώνων ἀποθαμμένον, ἡ δὲ σεμνὴ αὕτη χορεία τῶν νομοδιδασκάλων καὶ συγγραφέων ἐξεπλάγη βεβαίως, εἰσερχομένη εἰς θορυβώδη πολιτικὴν ὁμήγυριν, διότι ἦτο συνειθισμένη νὰ ἐπισκέπτηται μόνον τὰς ἡσύχους αἰθούσας τῶν δικαστηρίων καὶ τὰ ἡσυχότερα γραφεῖα τῶν δικηγόρων καὶ δικαστῶν. Ἐπήλησαν τὰς ἀκοάς σας μὲ λατινικὰς λέξεις καὶ φράσεις, μὲ δικανικὰ ῥητὰ καὶ ἀποφθέγματα, καὶ τεθυπότες ἀκούετε ἤδη ἐπὶ δύο ἡμέρας τὸ animus habendi et possidendi, τὴν occupatio, τὴν possessio, τὰ ἐπικείμενα ἥκει τοῖς ὑποκειμένοις κλπ. χωρὶς νὰ κατορθώσητε βέβαια νὰ ἐννοήσητε, διατί αὐτὸς ὁ φιλολογικὸς πλοῦτος, διατί αὐτὴ ἡ τερθρεία τῶν δικανικῶν λέξεων καὶ φράσεων καὶ ἀποφθεγμάτων. Σᾶς ἀνεβίβασαν, τὸ ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὸ κατακόρυφον σημεῖον τῆς ἀτμοσφαιρικῆς στήλης, τῆς ὑπερκειμένης τοῦ κτήματος, καὶ μετ’ ὀλίγον σᾶς κατεβίβασαν, χωρὶς διόλου νὰ σᾶς πονέσουν, μέχρι τοῦ κέντρου τῆς γῆς, διὰ νὰ σᾶς κάμουν νὰ ἐννοήσητε τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ πλάτος τῆς ἐννοίας τῆς κυριότητος. Ἁμιλλώμενοι δὲ πρὸς ἀλλήλους καὶ θέλοντες, φαίνεται, νὰ δοκιμάσουν τὸν βαθμὸν τῆς νοημοσύνης σας, ὡρμήθησαν τινὲς αὐτῶν ἀπὸ ἀντιθέτου ἕκαστος ἀφετηρίας, καὶ ὅμως κατώρθωσαν δι’ ἀξιοθαυμάστου διαλεκτικῆς νὰ συναντηθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, καὶ ἐκεῖ νὰ δώσουν ἀμοιβαίως τὴν χεῖρα. Καὶ τῳόντι, τὸ ἐνθυμεῖσθε, οἱ μὲν ἐθεώρησαν τὰς ἐκβολάδας πράγματα κινητὰ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπέδωκαν τὴν κυριότητα αὐτῶν εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1837 γίνεται κύριον παντὸς ἀδεσπότου πράγματος· οἱ δὲ κατεπολέμησαν ἐκθύμως τὴν τοιαύτην θεωρίαν, ἀνεκήρυξαν τὰς ἐκβολάδας ἀκίνητον κτῆμα, καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, ὅτι εἶναι ἀκίνητα, ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ἐξαίρετα! Ὁ δὲ φίλος μου κ. Ῥοντήρης, ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ θεωρητικοῦ του οἴστρου, παρ’ ὀλίγον νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ καὶ αὐτὴν τὴν νῆσον τῆς Ὕδρας. Ἐμπεφορημένος ὑπὸ τῆς θεωρίας τῆς κυριότητος, ἐπειράθη ὁ εὐλογημένος νὰ ἐκσπάσῃ τὴν νῆσον ταύτην ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου τὴν ἔθηκεν ἡ θεία Πρόνοια, καὶ νὰ τὴν μεταφέρῃ ποῦ; Ὄχι ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας τοὐλάχιστον, οὔτε ἐδῶ που πλησίον εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ κόσμου, εἰς τὴν Ἀμερικὴν (ἱλαρότης), χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι μαζὺ μὲ τὴν Ὕδραν μᾶς ἀφῄρει καὶ μίαν τῶν λαμπροτέρων σελίδων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας, καὶ αὐτὸν ἔτι τὸν περικλεῆ ἀρχηγὸν τῆς ὀκτωβριανῆς μεταπολιτεύσεως! (Ἱλαρότης). Ἰδού, κύριοι, εἰς τί περιεστράφη μέχρι τοῦδε ἡ συζήτησις, καὶ εἰς τί ἐδαπανήσαμεν δύω ὅλας ἡμέρας, ἀναζητοῦντες καὶ ψηλαφίζοντες μὲ κλεισμένους ὀφθαλμοὺς τὰ ἀντικείμενα ἐπὶ ἀλλοτρίου ἐδάφους, μὲ τὸ ὁποῖον ὡς νομοθέται δὲν εἴμεθα διόλου ἐξοικειωμένοι. Ποῖος ὁ καρπὸς τοσούτων θεωριῶν, τῶν πλείστων καινοφανῶν καὶ παραδόξων; Τί ἐκερδίσαμεν διὰ τῶν λατινικῶν φράσεων καὶ ῥήσεων καὶ ἀποφθεγμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν τὴν αἴθουσαν ταύτην;
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ νομοθετικὸν σῶμα δὲν πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ, διὰ νὰ νομοθετῇ καὶ ὄχι διὰ νὰ δικάζῃ. Τί ἐκερδίσαμεν ἐκ τῆς ἐπιδεικτικῆς παραθέσεως, ἑρμηνείας, σχολιάσεως καὶ ἐπικρίσεως, πρόσθες δὲ καὶ παρερμηνείας καὶ παρεξηγήσεως, τόσων νόμων καὶ τόσων συγγραφέων καὶ νομοδιδασκάλων; Τί μᾶς ὠφέλησεν ὅλος αὐτὸς ὁ φιλολογικὸς πλοῦτος, τὸν ὁποῖον μετ’ ἐπιδείξεως παρέστησαν ὑπὸ τοὺς ἐκθάμβους ὀφθαλμούς μας; Κατὰ τί προεχωρήσαμεν εἰς τὸ ζήτημα; Κατ’ οὐδὲν, κύριοι, προεχωρήσαμεν καὶ οὐδὲν ὠφελήθημεν. Τοὐναντίον μάλιστα σύγχυσιν καὶ ταραχὴν ἐνέβαλον ταῦτα εἰς τὰ πνεύματα πάντων, καὶ οὐδεὶς γινώσκει τὴν στιγμὴν ταύτην, οὔτε τί πρέπει νὰ σκεφθῇ, οὔτε τί πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ. Καὶ τὸ δεινότερον, ὅτι ἐφ’ ὅσον προχωρεῖ ἡ τοιαύτη συζήτησις, μᾶς ἐγκαταλιμπάνει εἰς πᾶν βῆμα τὸ θάῤῥος καὶ ἡ ἡ ἐλπὶς, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν, ἔστω καὶ μετὰ μακρὰν καὶ ἐπίπονον πορείαν, εἰς ἓν εὐτυχὲς τέρμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ν’ ἀναπαυθῇ ἡ συνείδησίς μας. Εἰς τοιαύτην ἀμηχανίαν περιέρχονται πάντοτε, κύριοι, οἱ καταλιμπάνοντες τὰ οἰκεῖα ἔργα καὶ ἐπεμβαίνοντες εἰς ἀλλότρια· διότι ἡ τῶν ἀλλοτρίων ἔργων ἐξερεύνησις καὶ διαχείρισις εἶναι πάντοτε καὶ διὰ πάντας ἐργώδης καὶ ἐπισφαλής. Συγχωρήσατέ μοι δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἂν κατορθώσητε ἀκόμη νὰ φθάσητε εἰς ἓν συμπέρασμα, τὸ ἔργον σας θὰ ᾖναι ἄσκοπον καὶ μάταιον. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἀντιποιούμενοι δικαστικὰ καθήκοντα καὶ λύοντες εἰδικῶς τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητά σας, θὰ δεσμεύσητε τὰ δικαστήρια καὶ θὰ τὰ ἀναγκάσετε νὰ κύψουν ὑπὸ κράτος νομοθετήματος, φέροντος τὴν σφραγῖδα τῆς αὐθαιρεσίας (ψιθυρισμοί). Σᾶς ἤκουσα, κύριοι, μεθ’ ὑπομονῆς, χωρὶς νὰ σᾶς διακόψω διόλου, καὶ ὅτε ἀκόμη ἀνεπτύσσετε τὰς παραδοξοτέρας θεωρίας· θὰ σᾶς ἀκούσω μετὰ τῆς αὐτῆς ὑπομονῆς κατόπιν, ὅταν θελήσητε νὰ μοὶ ἀπαντήσητε Ἀκούσατέ με καὶ σεῖς μετ’ ἀνοχῆς τοὐλάχιστον. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον τυχὸν θὰ ἐκδώσητε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀποφανθῆτε κυριαρχικῶς, εἰς τίνα ἀνήκει ἡ κυριότης τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου, δὲν θὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὰ δικαστήρια, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ σύνταγμα, ὡς θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ δημοσίου δικαίου· ἐπὶ τῆς βάσεως δὲ ταύτης στηριζόμενα τὰ δικαστήρια, δύνανται εὐλόγως ν’ ἀποφανθῶσιν, ὅτι θεωροῦσι μὴ ὑπάρχοντα νόμον, ὅστις εἶναι προϊὸν παραβιάσεως τῆς θεμελιώδους ταύτης ἀρχῆς. Ἂν μάλιστα λύσετε τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος, ὅπως σᾶς ζητοῦν, πολὺς φόβος ὑπάρχει, μὴ κηρυχθῇ ἡ πρᾶξίς σας ὡς ἀληθὴς δήμευσις, καὶ ἑπομένως ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν δήμευσιν. Προλαμβάνω μίαν ἀντίῤῥησιν. Θὰ μοὶ ἀντιτάξουν ἴσως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων ἀποτελεῖ αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς προτάσεως τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι διακρίνονται ἐν αὐτῇ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν αἱ ἐπὶ ἰδιοκτήτων γαιῶν ἐκβολάδες ἀπὸ τὰς ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν κειμένας. Εἴμεθα λοιπὸν ἠναγκασμένοι ἐξ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως, ἐξ αὐτῆς τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητος, καὶ νὰ λύσωμεν αὐτό. Ἀλλ’ ἡ ἀντίῤῥησις εἶναι εὐπρόσωπος, δὲν εἶναι σπουδαία. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, δὲν ἐπιλαμβάνεται ἀμέσως τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων. Βεβαίως ὁρμᾶται εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου ἐκ τῆς διακρίσεως αὐτῶν εἰς ἐθνικὰς καὶ ἰδιοκτήτους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀποκρούει ἐμμέσως, ἀλλὰ παραδέχεται δυνατὴν, πιθανὴν τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἰδιωτικὴν κτῆσιν, δὲν λύει ὅμως συγκεκριμένως, κατηγορητικῶς τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος, δὲν ἀποφαίνεται ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰδικῶς εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἰδοὺ εἰς τί χωριζόμεθα. Σεῖς θέλετε ν’ ἀποφανθῶμεν ἐν τῇ νομοθετικῇ ἡμῶν παντοδυναμίᾳ, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον, ἡμεῖς δὲ ζητοῦμεν νὰ μὴ κηρυχθῶσιν ἐν γένει αἱ ἐκβολάδες ἀνεπίδεκτοι ἰδιωτικῆς κτήσεως, καὶ ν’ ἀφεθῇ εἰς μόνα τὰ δικαστήρια τὸ καθῆκον ν’ ἀποφανθῶσιν εἰς τίνα ἀνήκει ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν, εἰς τὸ δημόσιον, ἢ εἰς ἄλλον τινα ἰδιώτην οἱονδήποτε. Τὸ χάσμα μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν εἶναι μέγα, εἶναι εὐρύτατον. Δὲν θέλω παραιτήσει, κύριοι, τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁμιλίας μου, χωρὶς νὰ κάμω μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τινῶν ἐκ τῶν ὑπερμαχούντων ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου γνώμης. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, διατὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐξελέξατο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἠρνήθη νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐνῷ διὰ τῶν παρατηρήσεών του ἠδύνατο ἴσως νὰ σχηματίσῃ ἄλλην γνώμην ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ χαράξῃ οὕτως εἰς τὴν ὑπόθεσιν πορείαν σύμφωνον μὲ τὰς πεποιθήσεις του. Ἀπορῶ ὅμως, κύριοι, καὶ δικαιοῦμαι ν’ ἀπορήσω, πῶς ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις ἐπὶ πέντε ὅλους μῆνας διεχειρίσθη, ὡς πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, τὰ δημόσια πράγματα τῆς πατρίδος, δὲν ἔλαβε κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ κείμενοι νόμοι ὁρίζουν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων κυριότητος τοῦ δημοσίου, κυριότητος, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἀδίκως κατ’ αὐτόν, αὐθαιρέτως, ἐναντίον παντὸς νόμου καὶ πάσης ἀρχῆς δικαίου παρεβίαζον μετὰ τόσης ἐπιμονῆς καὶ θρασύτητος. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, καὶ ὅταν ἀκόμη ἦναι ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδικάς μου, ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἂν εἴχετε τοιαύτην πεποίθησιν, οἵαν διασαλπίζετε σήμερον μὲ τόσον πάταγον, ἂν ἐπιστεύετε ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων εἶναι ψευδές, εὐτελὲς καὶ οὐτιδανόν, ὅπως τὸ ὀνομάζετε σήμερον, ἂν ἐπιστεύετε ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι ὁ μόνος κύριος τῶν ἐκβολάδων, τί σᾶς ἐμπόδισε τότε νὰ ὑπερασπίσητε καὶ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς τὴν ὑπὸ τρίτων συλουμένην περιουσίαν τοῦ δημοσίου; τί σᾶς ἐμπόδισε νὰ πράξητε, ὅ,τι πράττει πᾶς ἰδιοκτήτης, ὅ,τι πράττει πᾶς κύριος, ὅταν βλέπῃ τὸ κτῆμα του προσβαλλόμενον ἀδίκως καὶ αὐθαιρέτως ὑπὸ τρίτου; Δείξατέ μοι μίαν τοιαύτην πρᾶξιν, προστατευτικὴν τῆς κυριότητος τοῦ δημοσίου. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν βλέπω καμμίαν. Ἀπρακτοῦμεν λοιπόν, κύριοι, σταυρώνομεν τὰς χεῖρας, ὅταν ἦναι καιρὸς πράξεων καὶ ἐνεργείας, καὶ ἐξαντλοῦμεν ὅλην ἡμῶν τὴν ἐνέργειαν καὶ δραστικότητα, ὅταν ἦναι καιρὸς λόγων, καὶ λόγων κενῶν, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ φράσις. Ἀνέπτυξα, κύριοι, τὸ κυριώτερον μέρος τῆς ὁμιλίας μου, καὶ ἔπρεπεν ἴσως νὰ καταλήξω ἐνταῦθα τὸν λόγον. Ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ἐντελῶς ἀπόσκοπον ν’ ἀκολουθήσω τοὺς κυρίους τούτους καὶ εἰς τὸ πεδίον, ὅπου ἐξώθησαν τὴν συζήτησιν· δὲν θεωρῶ περιττὸν ἐντελῶς νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων, ὅπως τὸ ἐπραγματεύθησαν αὐτοὶ μέχρι τοῦδε. Τοιαύτη ἐξέτασις θέλει πείσει, ἐλπίζω, καὶ τοὺς ἁπλουστέρους, ὅτι ἀφοῦ παρεπλανήθημεν ἐπὶ ξένου ἐδάφους, κίνδυνος ὑπάρχει μήπως φθάσωμεν ἐπὶ τέλους καὶ εἰς ἀπροκάλυπτον δήμευσιν. Μὴ τρομάζετε δέ, κύριοι· δὲν θέλω εἴπει πολλά, δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ συγγραφεῖς καὶ νομοδιδασκάλους καὶ λατινικὰ ἀποφθέγματα καὶ θεωρίας καινοφανεῖς καὶ ἰδιοῤῥύθμους, ὄχι· θέλω διέλθει τὸ ζήτημα ἐν παρόδῳ καὶ ἐπὶ τροχάδην, ὑποβάλλων εἰς τὴν κρίσιν σας γενικάς τινας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θέλω ἀντλήσει ἐκ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα κράτη, κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας θεωρεῖται ἱερὸν καὶ κατ’ οὐσίαν ἀπόλυτον. Βεβαίως τὸ κράτος, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν γενικῶν τῆς κοινωνίας συμφερόντων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμούς τινας εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας, περιορισμοὺς ὑπαγορευομένους εἴτε ὑπὸ τῆς δημοσίας ὑγείας, εἴτε ὑπὸ ἄλλων λόγων δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα καθ’ ἑαυτό, κατ’ οὐσίαν, ἀναγνωρίζεται πάντοτε καὶ παρὰ πᾶσιν ὡς σεβαστόν, καὶ χρησιμεύει ὡς θεμέλιον ὁλοκλήρου τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Τοῦτο μάλιστα, ὁ σεβασμὸς δηλ. τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, χαρακτηρίζει τὰ εὐνομούμενα ἔθνη, ἀπὸ τὰ μὴ τοιαῦτα, καὶ χρησιμεύει ὡς κριτήριον ἀλάνθαστον τοῦ μεγαλειτέρου ἢ μικροτέρου πολιτισμοῦ ἑκάστου ἔθνους ὁ μεγαλείτερος ἢ μικρότερος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ οὐχὶ ἡ τερατώδης ἐπέκτασις τῆς ἀστυκῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Τὴν ἱερότητα τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἀναγνωρίζουν καὶ οἱ ἡμέτεροι νόμοι, ὁ μὲν θεμελιώδης, ἀναγράφων αὐτὴν ὡς ἀναλλοίωτον ἀρχὴν τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, οἱ δὲ ὀργανικοί, κανονίζοντες ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἁπάσας τὰς ἐννόμους ἀστικὰς σχέσεις. Ἀλλὰ τί συνιστᾷ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἢ κυριότητος; Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ ἀστικὸν Νόμον, ἡ ἰδιοκτησία ἢ ἡ κυριότης δὲν περιορίζεται, κύριοι, μόνον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς πάντα τὰ ὑπ’ αὐτὴν εὑρισκόμενα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἐδάφους. Εἰς δύω μόνον περιστάσεις τροποποιεῖται, ὡς πρὸς τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν πράγματα, αὐτὴ ἡ οὐσία τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος· εἰς δύω περιστάσεις δὲν ἀποδίδονται τὰ πράγματα ταῦτα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται ἰδιαιτέρα τις ἐπ’ αὐτῶν κυριότης, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς τοῦ ἐδάφους· πρώτη εἶναι ἡ τοῦ θησαυροῦ, καὶ ἡ δευτέρα, ἡ τῶν μεταλλείων. Ὁ ἀνευρίσκων, κύριοι, τυχαίως θησαυρὸν εἰς ἀλλότριον κτῆμα, ἀποκτᾷ διὰ τῆς εὑρέσεως καὶ μόνης δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τοῦ θησαυροῦ. Ὥστε πλησίον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ κτήματος γεννᾶται παραλλήλως καὶ ἡ κυριότης τοῦ εὑρετοῦ τοῦ θησαυροῦ. Δὲν αἴρεται, ὡς βλέπετε, δὲν καταστρέφεται οὐδ’ ἐνταῦθα ἐντελῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται καὶ ἑτέρα κυριότης, ἥτις τροποποιεῖ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Ὅταν εὑρεθῇ εἴς τι κτῆμα μεταλλεῖον, δὲν καταστρέφεται ἐντελῶς τὸ ἐπ’ αὐτοῦ δικαίωμα τῆς κυριότητος τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ γεννᾶται διὰ τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διαθέσῃ ἁπλῶς τὴν χρῆσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, καὶ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο ἐδόθη εἰς τὸ Κράτος διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι αὐτὸ εἶναι καταλληλότερον τοῦ ἰδιώτου νὰ κανονίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν λυσιτελῶς καὶ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς σπουδαίας ταύτης βιομηχανίας, καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα ἐν γένει τῆς κοινωνίας. Ἐπὶ τῶν μεταλλείων λοιπὸν τὸ δημόσιον ἔχει δικαίωμα οὐχὶ κυριότητος, καὶ ταύτης ἀναπαλλοτριώτου, ἀλλὰ διαθέσεως ἁπλῶς καὶ κανονισμοῦ τῆς χρήσεως αὐτῶν. Οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀποτελοῦσιν ἡγεμονικὸν ἢ ἐθνικὸν νόμημα, οἱ ἀξιοῦντες, ὅτι διὰ τῆς εὑρέσεως τοῦ μεταλλείου ἐξαφανίζεται καὶ ἐκλείπει τὸ ἐπ’ αὐτοῦ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ μεταβιβάζεται ὁ μεταλλοῦχος χῶρος εἰς τὴν ἀφιλονείκητον δεσποτείαν τοῦ κράτους, ὡς ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ἀπαράγραπτον κτῆμα, ἀντιστρατεύονται φανερὰ πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον, ὅστις ἀνακηρύττει τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς ἀρχὴν ἱεράν, ἀναλλοίωτον, ἀπόλυτον. Ἀπέναντι τῆς ἀπολύτου ταύτης ἀρχῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν κανόνα, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ μᾶς φέρουν ἕνα νόμον, ὁρίζοντα ῥητῶς καὶ κατηγορητικῶς τὰ ἡγεμονικὰ ἢ ἐθνικὰ νομίματα· ἀλλὰ τοιοῦτον νόμον οὔτε ἔφεραν, οὔτε ἐπεκαλέσθησαν, διότι δὲν ὑπάρχει. Ἐκτὸς τούτου εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς ὀργανικὸν νόμον τοῦ κράτους, τὸν νόμον τοῦ 1861 περὶ μεταλλείων. Ὁ νόμος οὗτος, κύριοι, τὸν ὁποῖον παρελάβομεν ἐκ τῆς Γαλλίας, δὲν αἴρει, δὲν καταργεῖ τὴν κυριότητα τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος ἐπὶ τοῦ ἐν αὐτῷ μεταλλείου· τοὐναντίον μάλιστα καθιεροῖ αὐτὴν σαφῶς καὶ καθαρῶς, διότι ἀναγνωρίζει μὲν εἰς τὸ κράτος τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ καὶ κανονίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἀλλὰ καθιεροῖ οὐχ’ ἧττον ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος ἓν μέρισμα πέντε τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς μεταλλεύσεως· ὥστε ἡ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου κυριότης τοῦ ἰδιοκτήτου μεταβάλλεται ἁπλῶς εἰς χρήματα, ὅπως εἰς χρήματα μεταβάλλεται καὶ ἡ κυριότης ἐπὶ τῆς οἰκίας μου, ὅταν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης μοῦ ἀφαιρεῖ αὐτὴν ἡ πολιτεία. Ποῦ ὑπάρχει λοιπὸν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους αὐτὸ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ἀπαράγραπτον ἐπὶ τῶν μεταλλείων νόμημα τοῦ κράτους; Ἂν δὲ ἀληθῶς τοιοῦτον δικαίωμα ἰδιοκτησίας εἶχε τὸ κράτος ἐπὶ τῶν μεταλλείων, διατί δὲν κρατεῖ ταῦτα ὡς ἀναφαίρετον κτῆμα, ὅπως κρατεῖ ὅλα τὰ λοιπὰ ἐθνικὰ κτήματα; διατὶ κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὴν χρῆσιν αὐτῶν εἰς ἄλλον, λαμβάνον ἁπλῶς φόρον πέντε τοῖς ἑκατὸν, ἢ καὶ ὀλιγώτερα ἀκόμη, ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς μεταλλεύσεως; Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν. Αἱ δύω περιστάσεις, ἃς προανέφερον, εἶναι αἱ μόναι, κύριοι, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν κανονίζεται ἁπλῶς ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ τροποποιεῖται ἐν μέρει καὶ ἡ οὐσία αὐτὴ τοῦ δικαιώματος. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας δὲν αἴρεται τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος, δὲν ἀντικαθίσταται ἐντελῶς εἴτε διὰ τῆς κυριότητος τοῦ εὑρετοῦ τοῦ θησαυροῦ, εἴτε διὰ τοῦ ἡγεμονικοῦ ἢ ἐθνικοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τοσούτου κρότου καὶ πατάγου ἐπισείουσιν οἱ ἀντιδοξοῦντες, ὄχι· ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται τοὐναντίον ῥητῶς καὶ σαφῶς, καὶ βαδίζει παραπλεύρως μὲ τὴν κυριότητα τοῦ εὑρετοῦ τοῦ θησαυροῦ καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς διαθέσεως καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐκμεταλεύσεως. Ἄλλην περίστασιν, καθ’ ἣν νὰ τροποποιῆται ἡ οὐσία τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας δὲν γνωρίζω ὑπάρχουσαν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε νὰ μοὶ ἀναφέρῃ ἄλλην τοιαύτην, καὶ θὰ τοῦ ἦμαι εὐγνώμων διὰ τὴν τοιαύτην ἀνακάλυψιν· εἰς ὅλας τὰς λοιπὰς περιστάσεις κρατεῖ ἀπολύτως ἡ ἀρχὴ τῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου περιορισμοῦ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν αὐτῆς. Τώρα εἰς ποίαν τῶν ἀνωτέρω δύω κατηγοριῶν ὑπάγονται αἱ ἐκβολάδες; Εἶναι θησαυρός; Τοῦτο οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, οὔτε ἠδύνατο νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ, διότι θὰ ἦτο προφανὴς παραλογισμός. Θησαυρὸς εἶναι ἡ εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς δι’ ἀνθρωπίνης χειρὸς ἐναπόθεσις καὶ ἀπόκρυψις χρημάτων ἢ ἄλλων πολυτίμων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι συμπεφυρμένα μετὰ τοῦ χώματος, ὡς μεταλλική τις οὐσία οἱαδήποτε, οὔτε ἀπαιτοῦσιν ἐργασίαν τέχνης πρὸς παραγωγὴν αὐτῶν, ἀλλ’ ἀποτελοῦσιν ἐντὸς τῆς γῆς ἴδιον καὶ αὐθύπαρκτον σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πλῆρες καὶ τέλειον καὶ δι’ ἁπλῆς ἀνασκαφῆς ἀνακαλύπτεται. Ὁ θησαυρὸς λοιπὸν ὡς τοιοῦτος οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν μὲ τὰς ἐκβολάδας, αἵτινες εἶναι χώματα περιέχοντα μεταλλικὰς οὐσίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐξαγάγῃ τεχνικὴ ἐργασία. Ἀλλ’ εἶναι μεταλλεῖον αἱ ἐκβολάδες; Σοβαροὶ ἄνδρες ἀπήντησαν καταφατικῶς, καὶ ἡ γνώμη των δὲν εἶναι ἀξία περιφρονήσεως, ὅταν τις ἀναλογισθῇ, ὅτε ὁ περὶ μεταλλείων νόμος δὲν διακρίνει, ἂν οἱ μεταλλικοὶ ὄγκοι ἦναι εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς ἢ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως κλίνω μᾶλλον εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην, ὁρμώμενος ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου. Εἶναι πρόδηλον τῳόντι ὅτι ὁ νόμος ἐπεδαψίλευσεν εἰς τὸν μεταλλευτὴν τόσα προνόμια, διὰ μόνον τὸ λόγον, ὅτι ἡ ἀνακάλυψις τοῦ μεταλλείου καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτοῦ ὑποθέτουν καὶ γνώσεις ἐπιστημονικὰς ὄχι τυχαίας καὶ καταβολὴν ἐργασίας καὶ κεφαλαίων ὄχι μικρῶν. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι εἶναι μεταλλεῖον σωρὸς χωμάτων ἐκτεθειμένος εἰς τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ κόσμου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκμετάλλευσις ὀλίγην ἐργασίαν ἀπαιτεῖ καὶ ὀλιγώτερα κεφάλαια. Εἴμεθα λοιπὸν ὅλοι σύμφωνοι, ὡς βλέπετε, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἀντίπαλοι, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι μεταλλεῖον. Ἀλλὰ τότε ποίαν ἀξίαν εἶχον, κύριοι, ὅσα σᾶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ὡς ἰσχύοντα ἐπὶ τῶν μεταλλείων εἰς τὰ λοιπὰ κράτη τῆς Εὐρώπης; διατὶ νὰ λάβῃ τὸν κόπον ν’ ἀναδιφήσῃ ὅλας τὰς νομοθεσίας τοῦ κόσμου, νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλον τὸ περὶ συγκριτικῆς νομοθεσίας κεφάλαιον τοῦ Δαλλὸζ περὶ μεταλλείων, νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὸν τὸν Βινέκκιον, διὰ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ εἰς τί συνίσταται τὸ Droit régalien, καὶ ποῖα δικαιώματα ἔχουν ἐπὶ τῶν μεταλλείων οἱ ἡγεμόνες καὶ τὰ κράτη τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστρίας, τῆς Πρωσσίας, τῆς Σουηδίας, τῆς Νορβηγίας, τῆς Ἀγγλίας κτλ.; θαυμάζω δὲ πῶς δὲν διῆλθε καὶ τὸν ὠκεανὸν διὰ νὰ σᾶς ἀναφέρῃ καὶ τὴν Ἀμερικήν. Τί σχέσιν ἔχουν ταῦτα πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων; Ἐστὲ εὐθεῖς καὶ εἰλικρινεῖς εἰς τὴν συζήτησιν μάλιστα τόσον σοβαροῦ ζητήματος. Φρονεῖτε ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι μεταλλεῖον; ἔχετε τὴν παῤῥησίαν νὰ τὸ εἴπητε καθαρὰ, καὶ ἔλθετε νὰ συζητήσητε τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ πεδίου τούτου, ἐπικαλούμενοι τὰς περὶ μεταλλείων διατάξεις παντὸς ἔθνους καὶ πάσης ἐποχῆς, τῆς συγχρόνου, τοῦ μεσαιῶνος, καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς ἀρχαιότητος, χωρὶς νὰ λησμονήσητε ὅμως καὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος σας. Ἀλλὰ σεῖς διαῤῥηγνύετε τὰ ἱμάτιά σας κατὰ τῆς ἰδέας, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι μεταλλεῖον. Προσπαθήσατε λοιπὸν ν’ ἀνεύρητε τὸν ἀκριβῆ νομικὸν χαρακτῆρα τῶν ἐκβολάδων, καὶ μὴ δαπανᾶτε τὸν καιρόν σας καὶ τὸν ἰδικόν μας εἰς τὰς περὶ μεταλλείων διατάξεις ἄλλων ἐθνῶν, τουτέστιν εἰς διατάξεις ξένας ἐντελῶς καὶ ἀλλοτρίας πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα κατὰ τὴν ἰδίαν σας γνώμην. Ὅταν δὲ λέγητε, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι μεταλλεῖον, ἀλλ’ εἶναι μέταλλον, ἢ εἶναι μεταλλεῖον ἀλλὰ διάφορον τῶν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1861 ὡρισμένων, τότε τῇ ἀληθείᾳ παύομεν ἀπὸ τοῦ νὰ σᾶς ἐννοῶμεν, διότι λέγετε πράγματα ἀκατάληπτα καὶ ἀκατανόητα. Οἱ κοινοὶ ἡμεῖς ἄνθρωποι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ μέταλλον, ἐὰν περιέχηται ὡς μεταλλικὴ οὐσία ἀναμεμιγμένη μετὰ λίθων ἢ χωμάτων, εἶναι μεταλλεῖον κατὰ τὴν περὶ τούτου γενικὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1861· ἂν δὲ ᾖναι ἀμιγὲς καὶ καθαρόν, εἶναι ἁπλοῦν ἐμπόρευμα, ὡς πάντα τὰ λοιπὰ ἐμπορεύματα. Εἶναι λοιπὸν ἀκατανόητος, κύριοι, ἡ διάκρισις τοῦ μετάλλου ἀπὸ τὸ μεταλλεῖον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ παριστάνουν· ἀκατανόητον δὲ ἐπίσης εἶναι πῶς αἱ ἐκβολάδες, ἂν ᾖναι μεταλλεῖον, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τοῦ 1861, πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον ἀποτελοῦν ἰδιαίτερον μεταλλεῖον καὶ ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερον νόμον πρὸς κανονισμὸν αὐτῶν. Ταῦτα πάντα εἶναι τόσον λεπτά, εἶναι τόσον ἔκτακτα, ὥστε ὁμολογῶ ὅτι δὲν χωροῦν εἰς τὸν κοινότατον νοῦν μου. Ἀλλ’ ἂς ἐπαναλάβωμεν, κύριοι, τὰς ἐρεύνας ἡμῶν, διὰ ν’ ἀνεύρωμεν τὸν ἀληθῆ νομικὸν χαρακτῆρα τῶν ἐκβολάδων. Αἱ ἐκβολάδες, εἴπομεν, δὲν εἶναι θησαυρὸς, δὲν εἶναι μεταλλεῖον. Τί εἶναι λοιπόν; Τὸν προσδιορισμὸν αὐτῶν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν εἰς τὰς κοινὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀφοῦ δὲν ὑπάγονται εἰς καμμίαν τῶν ἀνωτέρω δύω ἐξαιρετικῶν περιστάσεων. Κατὰ τὰς κοινὰς δὲ ταύτας ἀρχὰς δύναταί τις εὐλόγως, κύριοι, νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι συστατικὸν μέρος τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ κεῖνται, διότι τὸ ἔδαφος δὲν εἶναί τι ἀφῃρημένον, ἀλλ’ ἐκ χωμάτων πρὸ πάντων καὶ λίθων συνίσταται· ὅθεν ἅμα τὰ χώματα τῶν ἐκβολάδων ἐξωρύχθησαν ἐκ τοῦ παλαιοῦ ἐδάφους καὶ μετεφέρθησαν ἀλλαχόσε, ἀποτελοῦν ἔκτοτε μέρος τοῦ νέου ἐδάφους, ὅπου κεῖνται, καὶ ἀνήκουσιν ἔκτοτε εἰς τὸν κύριον τούτου. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ παράλογος. Ἀλλ’ ὅμως ἂς παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ χώματα δὲν εἶναι μέρος τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ τι χωριστὸν ἀπ’ αὐτοῦ. Τότε θὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων τὰς περὶ παραρτημάτων διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ θὰ ἀναγνωρίσωμεν μὲν ὅτι φυλάσσεται ἀκεραία ἡ ἐπ’ αὐτῶν κυριότης τοῦ πρώτου ἰδιοκτήτου, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ ἐκβολάδες διατηροῦνται ἐπὶ τοῦ νέου ἐδάφους ὡς αὐθύπαρκτον πρᾶγμα, δυνάμενον νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπ’ αὐτοῦ εὐκόλως καὶ ἀβλαβῶς· ἄλλως ἂν ἦλθον εἰς σύνδεσμον μετὰ τοῦ νέου ἐδάφους συμπαρασύρονται ὑπ’ αὐτοῦ ὡς παράρτημα, καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ νέου ἐδάφους. Τὴν γνώμην ταύτην ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος κύριος Κόκκινος, τοῦ ὁποίου τὴν νομομάθειαν εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι· ὅστις ἀνέγνωσε μετὰ προσοχῆς τὴν ἔκθεσίν του, θὰ συνομολογήσῃ ὅτι ἡ βάσις τῆς γνωμοδοτήσεώς του εἰς τοῦτο κυρίως συνίσταται, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι πρᾶγμα κινητὸν, ἂν δὲν ἦλθον εἰς σύνδεσμον καὶ συνάφειαν μετὰ τοῦ νέου ἐδάφους, ὅπου κεῖνται, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχουν κύριον, περιέρχονται ὡς ἀδέσποτοι εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ἀποδέχομαι, κύριοι, ὡς ὀρθοτέραν τὴν βάσιν τῆς γνώμης ταύτης· ἀναγνωρίζω ὅτι διὰ τῆς ἁπλῆς ἀποθέσεως τῶν χωμάτων ἐπὶ ξένου ἐδάφους δὲν συγχωνεύονται ταῦτα μὲ τὸ νέον ἔδαφος, οὐδ’ ὑπάγονται ἀμέσως εἰς τὸν κύριον τούτου, ἀλλ’ εἶναι κινητά, ἀνήκοντα εἰς τὸν κύριον τοῦ κτήματος, ἐξ οὗ ἐξωρύχθησαν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦλθον εἰς συνάφειαν μὲ τὸ νέον κτῆμα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, αἱ ἐκβολάδες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πράγματα κινητά, διατηροῦντα ἰδίαν καὶ ἀνεξάρτητον ὕπαρξιν, ἐπὶ τοῦ νέου ἐδάφους, ἐφ’ οὗ κεῖνται, καὶ δυνάμενα εὐκόλως καὶ ἀβλαβῶς νὰ ἀποχωρισθῶσιν ἀπ’ αὐτοῦ; Ὁμολογῶ, ὅτι ἀπαιτεῖται ἔκτακτος, ἡρωϊκὴ προσπάθεια τοῦ νοός, διὰ νὰ πείσῃ τις ἑαυτὸν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι πράγματα κινητά. Τίς ποτὲ ἐφαντάσθη, κύριοι, τίς δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι λόφοι, ὅτι βουνὰ ὁλόκληρα εἶναι κινητά; Ποῖος νομοδιδάσκαλος, ποῖος συγγραφεύς, ἔστω καὶ ὁ Ἑνέκκιος, ἔστω καὶ ὁ Κουϊάκιος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται συχνὰ πυκνὰ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὁ φίλος μου Κ. Πετσάλης, ποῖος συγγραφεὺς διενοήθη ποτὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ λόφοι, ὅτι τὰ βουνὰ εἶναι πράγματα κινητά; Μὴ λησμονήσητε δὲ, κύριοι, ὅτι οἱ λόφοι οὗτοι κεῖνται ἐπὶ τοῦ νέου ἐδάφους δύω ἥμισυ χιλιάδες ἔτη, τινὲς δὲ τούτων καὶ πολλοὺς ἔτι αἰῶνας πρότερον, ἂν πιστεύσωμεν τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ξενοφῶντος· σημειώσατε προσέτι, ὅτι κατὰ τὸ μακρότατον τοῦτο χρονικὸν διάστημα νέον στρῶμα γῆς ἐσχηματίσθη ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, ἐπὶ τοῦ νέου δὲ τούτου στρώματος καὶ χόρτον ἐφύη, καὶ καρποὶ ἐσπάρησαν, καὶ ποίμνια ἐβόσκησαν, καὶ δένδρα οὐρανομήκη ἀνεβλάστησαν, καὶ νέα ἐν γένει πλάσις ἀνεφάνη. Καὶ ὅμως ὁ μὲν κ. Κόκκινος ἔχει ἀνάγκην ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, ἵνα βεβαιωθῇ ἂν αἱ ἐκβολάδες εἶναι σήμερον κινηταί, ἄλλοι δὲ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἀποφαίνονται ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶναι τοιαῦται, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν εἰμὴ νὰ τείνωμεν τὴν χεῖρα διὰ νὰ τὰς ἀποσπάσωμεν ἐκ τοῦ νέου ἐδάφους, καὶ τὰς ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ὡς ἀδεσπότους! Τῇ ἀληθείᾳ αὐτὰ παύουν πλέον τοῦ νὰ ᾖναι σπουδαῖα. Παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῶν κειμένων νόμων ἡ γνώμη ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν, εἴτε ὡς συστατικὰ μέρη εἴτε ὡς παραρτήματα τοῦ ἐδάφους ὅπου κεῖνται, φαίνεται μᾶλλον ὀρθὴ καὶ βάσιμος, ἢ ἡ ἐναντία γνώμη, ἡ ὑπάγουσα αὐτὰς εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὸ ζήτημα δύναται ἀκριβέστερον νὰ βασανισθῇ καὶ ἐξετασθῇ, καὶ ἡ ἀντίθετος γνώμη δύναται ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως βασιμωτέρα καὶ ὀρθοτέρα. Τὸ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας, διότι πονῶ πολὺ περισσότερον τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ἢ τὰ συμφέροντα παντὸς ἄλλου ἰδιώτου. Ἀποκρούω ὅμως μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου τὴν πρότασιν τοῦ νὰ λύσωμεν ἡμεῖς διὰ νομοθετικῆς διατάξεως τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος. Τὸ ἀποκρούω τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἂν αἱ ἀνωτέρω σκέψεις μου δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμέναι, ἂν ἔχουν ὑπόστασίν τινα, ἂν καθιστῶσι πιθανὴν τὴν ἀντίθετον τῆς προτεινομένης λύσεως γνώμην, ὦ τότε, κύριοι, πλησίον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἀντιποιήσεως ξένων καθηκόντων, κινδυνεύομεν νὰ διαπράξωμεν καὶ τὸ ἀνοσιούργημα τῆς δημεύσεως ἰδιωτικῆς περιουσίας, καὶ τοῦτο ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀνάγκης, ἀλλ’ ἐκ μόνης τῆς μονομανίας τοῦ νὰ ὑπαγάγωμεν τὰ πάντα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο συμπεραίνων προτείνω νὰ παραδεχθῶμεν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως νὰ κανονίσωμεν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαιρέσεως τῶν ἐκβολάδων εἰς ἐθνικὰς καὶ ἰδιοκτήτους, καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς μόνα τὰ δικαστήρια τὸ ἔργον ν’ ἀποφασίσουν, ἂν αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου ἀνήκωσιν εἰς τὸ δημόσιον ἢ εἰς ἄλλον ἰδιώτην καὶ τίνα. Παρέλειψα, κύριοι, ν’ ἀπαντήσω εἰς εἰδικά τινα ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιδοξούντων, διότι ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ ἐξαντλήσω ὅλην τὴν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητος ὕλην· ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι ν’ ἀναλύσω καὶ κρίνω ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ζητοῦν ν’ ἀποδείξουν τὴν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων κυριότητα τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νὰ ἐκφέρω ἁπλῶς γενικάς τινας παρατηρήσεις, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι θέλοντες νὰ δικάσητε, ὄχι μόνον ἀντιποιεῖσθε αὐθαιρέτως ξένα καθήκοντα, ἀλλὰ κινδυνεύετε νὰ ψηφίσετε καὶ πραγματικὴν δήμευσιν. Ἄλλως δὲ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα κατὰ μέγα μέρος δὲν χρήζουν ἀνασκευῆς. Τί νὰ ἀπαντήσῃ τις π. χ. εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ Σουλτάνος ἐθεώρει ὡς κτῆμα ἑαυτοῦ ἀναφαίρετον τὰ μεταλλεῖα, καὶ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ ὑπεισῆλθε τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον; Θαυμάζω τῇ ἀληθείᾳ πῶς οἱ παρ’ ἡμῖν φιλελεύθεροι συμβιβάζουσι τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας μὲ αὐτὴν τὴν ἀποῤῥοφητικὴν ἐξουσίαν τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουν εἰς τὸ δημόσιον ὡς διάδοχον τοῦ Σουλτάνου· θαυμάζω πῶς δὲν ἐννοοῦν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, ἢ καταστρέψασα τὴν δεσποτικὴν ταύτην ἐξουσίαν ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα δὲν ἄφησε, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ αὐτὴν ἄθικτον καὶ ἀπαραμείωτον ὡς πρὸς τὰ ἀστικὰ, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου· θαυμάζω πῶς δύνανται νὰ πείθωσιν ἑαυτοὺς καὶ νὰ ὑποστηρίζωσι σπουδαίως, ὅτι τὸ δημόσιον ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς περιουσίας ἔχει τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν, ἣν εἶχεν ἄλλοτε ὁ Σουλτάνος, εἰς τρόπον ὥστε κατ’ αὐτοὺς ὡς πρὸς τὰ οὐσιώδη δικαιώματά μας ἡ ἐπανάστασις μόνον τὸ ὄνομα τοῦ δεσπότου μετήλλαξε· θαυμάζω δὲ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ Ἕλλην νομοθέτης δὲν ἐσιώπησε τοὐλάχιστον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου καὶ διὰ πάντων τῶν ὀργανικῶν καθιεροῖ τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς βάσιν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, εἰδικῶς δὲ διὰ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου ῥητῶς καὶ σαφῶς διετύπωσε τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματα τοῦ δημοσίου, τὰ ὁποῖα πᾶν ἄλλο συνιστῶσιν ἢ ἐθνικὸν νόημα. Ἐκουράσθην, κύριοι, ὁμιλῶν, ὅπως ἐκουράσθητε καὶ ὑμεῖς βεβαίως ἀκούοντες, διὰ τοῦτο ἐπείγομαι νὰ τελειώσω, καὶ τελειόνω μὲ τὰς ἑξῆς δύο παρατηρήσεις. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου πλησίον εἰς τόσους ἄλλους λόγους ἐπεκαλέσθη καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἰσότητος. Ἐβασάνισα, κύριοι, πολὺ τὸν νοῦν μου, διὰ νὰ εὕρω ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ αἴσθημα τῆς ἰσότητος πρὸς τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου, καὶ ἐνθυμήθην ὅτι ἡ ἰσότης ἀντιτάσσεται εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἰδιοκτησίας παρ’ ἀνθρώπων οἵτινες κηρύσσονται φανερὰ πολέμιοι τῆς τε ἰδιοκτησίας καὶ τῆς καθεστώσης κοινωνικῆς τάξεως. Δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω τοιαύτας διαθέσεις εἰς κανένα καὶ πολὺ ὀλιγώτερον εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ἡ ἰσότης ἐῤῥίφθη εἰς τὸ μέσον ὡς πρόχειρόν τι κόσμημα τοῦ λόγου, μὴ ἔχων πρακτικήν τινα ἀξίαν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπεκαλέσθη ἐπὶ τέλους καὶ τὸ αἴσθημα τῆς συντηρήσεως. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοιαύτη ἐπίκλησις ἦτο ἐντελῶς ἄσκοπος. Τὴν συντήρησιν, κύριοι αἰσθάνονται τὰ ἔθνη, ὡς καὶ τὰ ἄτομα, οὐχὶ μόνον ὡς καθῆκον, ἀλλὰ καὶ ὡς φυσικὸν ἔνστιγμα· δὲν ἐπιδιώκουσιν ὅμως, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ὀφείλουν νὰ ἐπιδιώξουν, αὐτὴν δι’ αὐθαιρεσιῶν καὶ διὰ παραβιάσεως τῶν ἱερωτέρων ἀρχῶν, τῶν συγκρατούντων τὴν κοινωνικὴν τάξιν, ἀλλὰ διὰ τῆς εὐνομίας, διὰ τῆς ἑδραιώσεως τῆς δημοσίας πίστεως, διὰ τῆς προκλήσεως τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν ἐν γένει πόρων τῆς κοινωνίας. Οὕτως ἐπιδιώκεται καὶ ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀληθὴς συντήρησις, ἡ διατηροῦσα καὶ προάγουσα τὰ ἔθνη· ἡ δὲ συντήρησις, ἡ ἐπιδιωκομένη διὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς ξενηλασίας εἶναι συντήρησις ψευδὴς, ὀλεθρία, διότι φέρει ἐπὶ τέλους εἰς ἀληθῆ καὶ ἄφευκτον καταστροφήν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§58ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἤθελα νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἄργυρον τὸν ἐμπεριεχόμενον εἰς τὰς ἀργυρομολυβδούχους γαίας, αὐτὰ ὅμως θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ πρόκηται περὶ τοῦ φόρου καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος, ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ζητεῖ πάλιν τὸν λόγον, τὸ ἐπιτρέπει ἡ Βουλή;
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§61ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, διὰ τελευταίαν φορὰν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἵνα διὰ τῶν ἀνεπαρκῶν δυνάμεών μου, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, προστατεύσω τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς πατρίδος μου καὶ πατρίδος ὑμῶν, ἐφ’ ᾧ ἐκλήθην καὶ ἐκλήθητε. Ὁμολογῶ κύριοι, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην αἰσθάνομαι τὸ θάῤῥος τῶν ἐλπίδων μου ἐκλεῖπον. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ὅταν ἀναγνωρίζῃ τις πόσον μικρὰ καὶ ταπεινὴ εἶναι ἡ σημερινὴ θέσις μας, ὅταν ἀναλογισθῇ τις ὅτι ἐξέλιπον οἱ ἄνθρωποι οἱ δημιουργήσαντες τὴν πατρίδα ταύτην, καὶ μετ’ αὐτῶν συνεξέλιπεν καὶ ἡ μεγαλουργία καὶ ἡ ἀρετὴ, καὶ μετ’ αὐτοὺς συνεκλείπει καθ’ ἡμέραν ὁ ἔνθεος καὶ μέγας ζῆλος καὶ ἡ πρόνοια περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ὅταν ἀναλογισθῇ, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς Πανελληνίου κοινοβουλίου ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι βουλευταὶ καὶ ῥήτορες, οἵτινες προκειμένου περὶ σωτηρίας τῆς πατρίδος των, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα συσσωρεύουν τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν λεπτολογίαν καὶ δεινότητα, ὅταν ἀναλογισθῆτε, ὅτι ἐπισωρεύουσιν αὐτὰ πρὸς ἀπόδειξιν ἐναντίον ἑνὸς πανδήμως ἐκδηλωθέντος πράγματος ἀφορῶντος τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος των, ὅταν ἀναλογισθῇ τις λέγω ταῦτα, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπώλετο ἀνδρὸς ἀρετή!» ὅτι ἀπώλετο πᾶσα φιλοπατρία ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν κόσμον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πάλιν, καὶ μόλα ταῦτα ἐξέφρασε λέξεις αἵτινες προσβάλλουσι τὸ σῶμα.
§63ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ταῦτα, κύριοι, ἡ Βουλὴ τὰ νομίζῃ ὡς προσβλητικὰ, τὰ ἀναλαμβάνω διὰ τὸν ἑαυτόν μου.
§64ΤΙΝΕΣ. Ὁμιλήσατε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὸ ἀναδέχησθε σεῖς καλὰ, ἐγὼ ἐχρεώστουν νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου.
§66ΜΠΟΥΤΟΣ. Νὰ μὴ προσβάλῃ, κύριε Πρόεδρε.
§67ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ταῦτα εἶναι προσβλητικὰ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ ἀναλαμβάνω διὰ τὸν ἑαυτόν μου καὶ δὲν θέλω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδοθῇ τίποτε. Ἐγὼ λέγων, κύριοι, ὅτι ἡ θέσις εἶναι τόσον ταπεινὴ πρὸς τὸ παρελθόν μας, τὸ λέγω δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, δι’ ὅλην τὴν κοινωνίαν, ὄχι διὰ τὸ βουλευτήριον. Ἔχω, κύριοι, ἀνωτέραν ἀπόδειξιν τούτων, ἐὰν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις μέχρι σήμερον ἤθελον νὰ πράξωσι τὸ καθῆκόν των, ὅλαι αἱ βουλαὶ, ὅλαι αἱ συνελεύσεις, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα, καὶ δὲν θὰ ἐσυζητούσαμεν αὐτό. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ μὲ κενοὺς δικανικοὺς λόγους καὶ κενὰς λέξεις, ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα. Ἄν, κύριοι, βουλευταὶ ὑπάρχῃ ἐν ὑμῖν ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ θησαυρὸς τοῦ Λαυρίου, (διότι ἐγὼ εἶπον πάντοτε θησαυρὸν καὶ οὐδέποτε ἐκβολάδας, χώματα, μεταλλεῖον, εἶπον ὅτι ὅλον τὸ Λαύριον, ὁλόκληρον, δὲν εἶναι παρὰ ἀργυρεῖα, τουτέστι χῶμα ἀργυροῦν). Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, εὑρίσκετε καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀπόδειξιν ὅτι ἔστω καὶ μία σπιθαμὴ γῆς περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα ἑνὸς πολίτου, ἑταιρίας ἢ ἀτόμου, καὶ ἔχετε περὶ τούτου ὅλας τὰς νομικὰς καὶ πραγματικὰς ἀποδείξεις, οὔτε στιγμὴν, κύριοι, σᾶς λέγω δὲν θὰ ἐπιμείνω· θὰ λυπηθῶ βέβαια θανάσιμα, ἀλλὰ δὲν θὰ σταματήσω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπειδὴ παραβιάσαμεν ἓν δικαίωμα εἴτε ἰδιώτου εἴτε ἑταιρίας εἴτε οἱουδήποτε, νὰ παραχωρήσητε ὁλόκληρον τὸ Λαύριον, ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν θέλητε, ἐπειδὴ περιῆλθεν δικαιώματι νομίμῳ ἡ κυριότης των εἰς ἄτομον, ἢ ἑταιρίαν. Ἐὰν τοιοῦτον τίτλον ἰδιοκτησίας νομίμου εὑρίσκετε, μήτε στιγμὴν δὲν θὰ διστάσω νὰ σᾶς εἴπω, πράξατέ το. Ἀλλά, κύριοι, ὡς καὶ χθὲς καὶ πάντοτε εἴπομεν, ποῦ εὑρίσκονται αὐτὰ τὰ δικαιώματα; ποῖος ἀμφισβητεῖ δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τοῦ Λαυρίου; καὶ χθὲς σᾶς ἀνέφερον διὰ πράξεων καὶ πρωτοκόλλων διεθνῶν, ὅτι ἐπὶ τῆς πολιορκίας τῶν Ἀθηνῶν τὸ ἔθνος ἠγόρασε τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς καὶ τὸ Λαύριον διὰ 30 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀπὸ τὸν Σουλτάνον τὸν κυρίαρχον τοῦ ἐδάφους. Ἐὰν ἀπέναντι τῆς μεγάλης κυριαρχικῆς ταύτης πράξεως τοῦ Κράτους εὑρίσκετε ἔστω καὶ εἰρηνοδικιακὴ ἀκόμη ἀπόδειξις πείθουσα ὑμᾶς, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐγὼ μὲ σᾶς νὰ κηρύξωμεν τὰ χώματα ἀπαλλοτριωμένα εἰς οἱονδήποτε, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν τοιαῦται ἀποδείξεις ἐνώπιόν σας! δὲν παρουσιάζονται τοιαῦται ἀποδείξεις περὶ ἰδιοκτησίας καὶ κυριότητος! τίς ἔχει τὴν ἀξίωσιν αὐτήν; καὶ ποῦ τὴν στηρίζει; Ξένη ἑταιρία, ξένα ἄτομα!! καὶ ἀπὸ πότε, κύριοι, χρονολογοῦνται τὰ δικαιώματα ταῦτα; Μόλις κύριοι, πρὸ μηνῶν τινῶν! πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἔτι ἐδῶ εὑρισκόμενος ὁ ἐντολοδόχος τῆς ἑταιρίας συνέταττεν ἀκόμη συμβόλαια μὲ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, καὶ μὲ ποίους τίτλους; Μὲ τίτλους τινὰς ὑποβολιμαίας κατοχῆς πρὸς δίδραχμον κατὰ στρέμμα μεταβιβαζομένης χωρὶς νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν αὐτοὶ ἦναι τίτλοι, ἐὰν αὐτὰ ἦναι ἐπίσημα ἀποδεικτικὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ἓν δικαίωμα ἰδιοκτησίας. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ταῦτα ὡς ἐπίσημα ἀποδεικτικὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τότε δύναται ὁ τυχὼν ξένος νὰ ἔλθῃ νὰ καταστήσῃ ὁλόκληρον τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος διὰ τοιούτων συμβολαίων ὑπὸ τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητά του. Αὐτοὶ δέ, κύριοι, οἱ κάτοχοι ἐπὶ ποίᾳ βάσει, δηλ. ποίῳ δικαιώματι, καὶ τί παρεχώρησαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρίας διὰ τῶν συμβολαίων τούτων; Αὐτοὶ ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον πραγματικά τινα δικαιώματα ἁπλῆς κατοχῆς καὶ νομῆς ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κατοχῆς οἱασδήποτε· ταύτην παρεχώρησαν ἐξ ἀπάτης ἢ ἀθεμίτου συνεταιρισμοῦ, καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ τίτλος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξαν τὸ δικαίωμα τῆς ψιλῆς κατοχῆς των ἐὰν ἀπέκτησαν τὴν κυριότητα διὰ τίτλων ἄλλων, ἂς ἔλθουν νὰ παρουσιάσωσι τοὺς τίτλους των ἐδῶ, νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχουν. Ἐπὶ τοιούτων κύριοι, νομικῶν καὶ πραγματικῶν βάσεων στηρίζονται τὰ ἐπὶ τοῦ Λαυρίου δικαιώματα ἰδοκτησίας τῆς ἑταιρίας. Κύριοι βουλευταί, οἱ λέγοντες, ὅτι δὲν εἴμεθα δικαστήριον, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ δικάσωμεν ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος, δὲν λέγουσιν ἄλλο τι παρ’ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται τὴν ἰδιότητά της, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ μεγαλεῖτερον προσὸν τὸ κανονίζον τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, τοὐτέστι θέλησιν· ἀρνοῦνται λοιπὸν τὴν ἰδιότητά της· καὶ τότε, κύριοι, ἠξεύρετε ποῦ καταντῶμεν; καταντῶμεν εἰς συμπέρασμα, ὅτι ἐπειδὴ ἐξ ἅπαντος εἶναι ἀνάγκη σήμερον νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτου ζητήματος, νὰ δώσωμεν μίαν λύσιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τολμήσωμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, τότε πρέπει νὰ ἔλθῃ ἓν ἄλλο σῶμα μὲ εἰδικὴν πληρεξουσιότητα, μὲ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν ν’ ἀποφασίσῃ ὑπὲρ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τοῦτο εἶναι κυριαρχικόν, ἐθνικόν, καὶ διοικητικὸν ζήτημα, ὅπως καὶ ἄλλοτε, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὸ ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται ν’ ἀποκλείσωμεν τὰ δικαστήρια, δὲν πρόκειται ν’ ἀποκλείσωμεν τὸ στάδιον τῶν δικαστηρίων εἰς οὐδένα, πρέπει νὰ προστατεύσωμεν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, τοῦ δημοσίου, τοῦ Κράτους, τὰ δικαιώματα αὐτοῦ· οὐδείς, κύριοι, διάδικος λέγει ποτέ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖται, εἶναι ξένον, εἶναι τοῦ ἀντιδίκου του, ἤθελεν εἶσθαι ἡ μεγαλειτέρα ἀσυνειδησία καὶ μωρία νὰ τὸ εἴπῃ! ἡμεῖς θέλομεν προστατεύσει τὰ δικαιώματά μας· θέλομεν εἴπει τοῦτο θέλομεν· δὲν ἀπαγορεύεται τὸ στάδιον εἰς οὐδένα, εἴτε ἰδιώτην, εἴτε ἑταιρίαν, εἴτε κράτος, νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του ἐνώπιον τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἀπέδειξαν, ὅτι πολλάκις ἐσεβάσθησαν τὰ δικαιώματα τῶν ξένων, τῶν ἑταιριῶν καὶ τῶν ἀτόμων πλέον τοῦ δικαίου. Ἀλλὰ σήμερον μόνον πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν; Καὶ μήπως μέχρι σήμερον δὲν ἠγέρθησαν τόσα ζητήματα; δὲν εἴχομεν τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν; ἡμεῖς δὲν ἀπεφασίσαμεν; δὲν εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι μεταλλεῖον; δὲν ἐπεβάλομεν εἰς αὐτοὺς φόρον; Μήπως ἀκόμη δὲν ὑφίστανται δίκαι περὶ τοῦ φόρου τῶν σκωριῶν μεταξὺ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας; Τί ἐπηρέασεν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς τὰ δικαστήρια; ἀλλ’ ὄχι, κύριοι, δι’ ἄλλα αἴτια ἐγείρονται αἱ φωναὶ αἱ μεγάλαι, αἱ ἀντιλογίαι σήμερον· τότε ἂν καὶ ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ σκωριῶν αἱ ὁποῖαι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν θησαυρὸν τῶν γαιῶν καὶ τῶν χωμάτων τῶν ἐν λόγῳ, ἔχουν διαφορὰν 50%, ἐπὶ ἔλαττον ἀξίας, ἡ ἑταιρία πάλιν, καὶ τὸν φόρον αὐτὸν ἠνέχθη, (διότι τὴν συνέφερεν) καὶ δὲν ἔκαμεν ἀντίδρασιν, ὅλοι δὲ ἐσυμφώνησαν. Καὶ ἐνῷ ἑκατομμύρια ἡ ἑταιρία ὠφελήθη καὶ ἐξ ἐκείνων εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν, τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου στεροῦνται ἀκόμη καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων μένουν ἀτέλεστοι ἕνεκα ὀλιγωρίας τῶν διαχειρισαμένων τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος· τί λέγω, κύριοι; καθυστεροῦνται ἔτι σήμερον τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, περὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια ὀφειλόμενα ἀπὸ φόρον ἐπικαρπίας τῶν σκωριῶν! τί ἐγένετο εἰς τὸ διάστημα τοῦτο διὰ νὰ λάβουν τὰ 2 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ ἡ πενία μᾶς πιέζει, καὶ ἐσταμάτησε πᾶσα ὑπηρεσία εἰς τὸ κράτος; τί ἔκαμον, κύριοι; ἡ ἑταιρία ἀκόμη ἀρνεῖται τὸν φόρον καὶ ἐναντίον τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, καὶ μήτε ἐπλήρωσεν, μήτε θὰ πληρώσῃ, ἐὰν προβαίνωμεν ὅπως σᾶς ζητοῦν νὰ προβαίνωμεν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν προσκαλεῖσθε ν’ ἀποφασίσητε· ἐὰν ἀπεφασίσαμεν τότε κακῶς, ἴσως τοῦτο μᾶς ἔφερε ὑλικὴν βλάβην· οὐχ ἧττον εἶναι ἀπόφασίς μας τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλομεν νὰ προσβάλωμεν κεκτημένα δικαιώματα· ἀλλὰ θέλομεν νὰ φυλάξωμεν καὶ τὰ δικαιώματά μας· ἐὰν δὲ δὲν ἠθέλησεν ἔκτοτε νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, ἔπρεπε, καὶ σήμερον πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος δικαστικῶς. Λέγω λοιπὸν συμπεραίνων, κύριοι, ὅτι οὐδὲν νομικὸν ζήτημα ὑφίσταται, καὶ οὐδὲν ζήτημα ἰδιοκτησίας; διότι ἰδιοκτησία δὲν ὑπῆρξε πάποτε, ἑπομένως ἠμπορεῖ, ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ, ὅπως θέλει, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα καὶ τὸ στάδιον τῶν δικαστηρίων μένει ἀνοικτόν. Περαίνων, κύριοι, παρακαλῶ τὴν βουλὴν ἀκόμη νὰ μοὶ χαρίσῃ ὀλίγας στιγμὰς διὰ νὰ εἴπω λέξεις τινὰς ἐπὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον συμφέρει νὰ μὴ διέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πρὸ καιροῦ ἠκούσθη ἡ λέξις ξενηλασία, ὅτι δηλ. εὑρίσκονταί τινες ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἐν Ἑλλάδι, θέλοντες ν’ ἀποκλείσωσι τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν γῆν καὶ νὰ διώξωσιν τὰς ἑταιρίας τοῦ κόσμου ὅλου ὅσαι ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ τὴν καταστήσωσιν εὐπορωτέραν καὶ εὐδαίμονα! Πλάνη! Μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι ἔρχονται διὰ νὰ μᾶς πλουτίσωσιν, ἔρχονται νὰ μᾶς γυμνώσωσιν καὶ ὅστις ἀρνεῖται τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἂς μὲ ἀκούσῃ, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ πεισθῇ. Ὅταν ἦλθε, κύριοι, ἡ ἑταιρία αὕτη τοῦ Λαυρίου (δὲν ἠξεύρω περὶ τῶν ἄλλων), 500,000 δραχ. ἦτο τὸ προκαταρκτικὸν κεφάλαιόν της, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπικουρία τῶν μεγάλων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ σήμερον ποῖος ἀμφιβάλει, κύριοι, ὅτι ἀριθμεῖ 100 ἑκατομ. κεφάλ. ἡ ἑταιρία αὕτη; ἀπέναντι λοιπὸν καὶ αὐτῆς τῆς λεγομένης ἀναμφισβητήτου ἀρχῆς, καὶ νομιζομένης, ὅτι, ὅταν ἔρχωνται ξένοι ἐν Ἑλλάδι, φέρουν τὰ κεφάλαιά των, ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἔρχονται πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὠφελήσωσι τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὠφεληθῶσι· μὴ ἀμφιβάλητε περὶ τούτου, καὶ μὴ θελήσητε νὰ εἴπητε ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα πρέπει σήμερον ν’ ἀποφασίσῃ, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ πλέον μίαν τοιαύτην ὑπέρογκον ὠφέλειαν ἰσοδυναμοῦσαν, κύριοι, μὲ πραγματικὴν γύμνωσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πτωχοῦ ταμείου μας· ὀφείλει νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν περαιτέρω παραχώρησιν τῶν πολυτίμων πραγμάτων αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ θέσῃ φραγμόν. Διότι ἀκόμη καὶ σήμερον ἕνεκα τῆς βραδύτητος καὶ τῶν ἀναβολῶν μεθ’ ὧν συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἡ ἑταιρία ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον της ἐκμεταλλεύουσα τὰ καλλίτερα τῶν χωμάτων τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπέδειξα, ἐξ ὧν ἐξάγει ἄργυρον καθαρὸν, καὶ ἓν τοιοῦτον περιστατικὸν χθὲς ἔτι ἔμαθον· ὅτι δηλ. συνέβη σύγκρουσις μεταξὺ τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρίας καὶ μιᾶς ἄλλης ἑλληνικῆς ἐν Λαυρίῳ, καὶ ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν δικάζεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐκεῖ ἀνεκαλύφθη, κύριοι, παλαιὸν φρέαρ πλῆρες χωμάτων ἀργυρούχων καθαυτὸ, τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ ἡ ἑταιρία Ῥοὺ ἐπελήφθη διὰ πολλῶν κάῤῥων τὰ ὁποῖα ἔχει ἐν τῇ ἐξουσίᾳ της νὰ μεταφέρῃ ἐν τάχει καὶ σπουδῇ ἵνα τὰ ἀνακαμινεύσῃ, ἡ ἄλλη ἑταιρία ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν καὶ διαπληκτισμὸν μετ’ αὐτῆς, ἔτρεξεν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν γίνεται ἔξω κίνησις, καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς τί θὰ καταλήξῃ. Λοιπὸν ἡ ἀπόφασίς σας πρέπει νὰ ἦναι ταχεῖα· δὲν θὰ ἦναι αὐθαίρετος, καθότι τὸ πρὸς λύσιν ζήτημα δὲν εἶναι νομικὸν, ἀλλὰ μέτρον νομοθετικῆς ἀσφαλείας τῶν δημοσίων, διότι τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐν τῇ ταπεινῇ μου γνώμῃ, δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπέδειξα· διότι ἡμεῖς ὄντες οἱ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ, δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ προστατεύσωμεν καὶ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἔθνους τῆς Ἑλλάδος. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον, παρακαλῶ, ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον· παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον, διότι θὰ διατάξω τὴν κένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου. Ἕως τώρα δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν πλήρη εὐχαρίστησίν μου· ἠμπορεῖτε νὰ ἐπαινέσητε, νὰ ἐπιδοκιμάσητε ἢ ἀποδοκιμάσητε, ὄχι ὅμως ἐδῶ· τὸ σύνταγμα σᾶς δίδει τὸ μέσον νὰ πράξητε τοῦτο, ὑπάγετε ὅπου θέλετε νὰ κάμητε τοὺς ἐπαίνους σας, ἐδῶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμένον· ἐὰν δευτέραν φορὰν ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον, μὲ λύπην μου σᾶς λέγω ὅτι θέλω κενώσει τὸ ἀκροατήριον.
§69ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πρὶν ἀποφασίσω, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐσκέφθην ἐπὶ πολὺ, καὶ βεβαίως μεταξὺ τῶν σκέψεών μου δὲν ἔλειψα νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅ,τι πρὸ ὀλίγου συνέβη καὶ ὅ,τι μετ’ ὀλίγον δύναται νὰ συμβῇ· μήτε ἠγνόουν, κύριοι, ὅτι πᾶσαν ὁμιλίαν ἐναντίον τῆς διαπλασθείσης ἐπιθυμίας τινῶν κυρίων θὰ τὴν παρακολουθήσουν παρεξηγήσεις θλιβεραί, καὶ ἐὰν κανεὶς ἄλλος λόγος δὲν μὲ ἔκαμε νὰ ἔχω τὸν φόβον τοῦτον, μία ἱστορία τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης ἐδιηγήθη πρό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα μὲ ἔκαμε νὰ ἔχω πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὴν θλιβερὰν αὐτὴν παρεξήγησιν· ἐνθυμεῖσθε βεβαίως πάντες ὑμεῖς, κύριοι, τί εἶπεν μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ κ. Ζαΐμης πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι, ὅτε ἐπρόκειτο τὸ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης τῆς Κωπαΐδος ζήτημα, καὶ ὁ κ. Ζαΐμης εἰργάζετο ἐν τῷ τότε συμβουλίῳ τῆς ἐπικρατείας, ἔσπευσαν νὰ τὸν πληροφορήσωσι καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ τὸν καταπείσωσιν ὅτι χρήματα ἄπειρα, πλούτη μεγάλα διενεμήθησαν εἰς τοὺς τότε διαχειριζομένους τὰ δημόσια διὰ ν’ ἀποφασίσουν οὕτως ἢ ἄλλως εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Καὶ ἂν κανὲν ἄλλο γεγονὸς δὲν ἦναι ἱκανὸν νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τῆς πλάνης εἰς ἣν περιπίπτουν τὰ πλήθη, τὸ πρόσφατον γεγονὸς ἑνὸς ἄλλου κοινοβουλίου μεγάλου ἔθνους, εἶναι ἱκανὸν νὰ μᾶς κάμῃ νὰ σκεφθῶμεν πολὺ ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Εἰς τὸ Βερολῖνον!! εἰς τὸ Βερολῖνον!! ἐφώναζον ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τῆς Γαλλίας πρό τινων μηνῶν· καὶ τίς δύνατο ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν εὐχὴν ταύτην τοῦ γαλλικοῦ λαοῦ, τίς ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ τὴν μωρὰν, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ἔπειτα, ἀξίωσιν τῶν Γάλλων; Καὶ τίς ἠδύνατο νὰ πείσῃ τότε τοὺς Γάλλους ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη ἤθελε φέρει τὴν πλήρη, τὴν ἐντελῆ καταστροφὴν των εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον, «συμφέροντα ἐθνικὰ, φωνάζουν σήμερον, θησαυροὶ μεγάλοι ληστεύονται»· Αἴ! καὶ τίς δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὰ πλήθη ὅτι οἱ θησαυροὶ αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τοῦ ἔθνους; Καὶ κατὰ τί πταίουν τὰ πλήθη, ἐὰν χειροκροτοῦν ἐκείνους, οἵτινες ἔρχονται νὰ τὰ παρασύρουν εἰς τὴν πλάνην κεντοῦντες τὰ ἐλατήρια τοῦ συμφέροντος καὶ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας; Τὰ ἄτοπα, κύριοι, τὰ ὁποῖα προκύπτουν εἰς μεγάλα ζητήματα δὲν εὐθύνουν τὰ πλήθη, εὐθύνουν ἐκείνους οἵτινες ἐξαπατοῦν καὶ παρασύρουν αὐτά. Καὶ ὁ πατριωτισμὸς δὲν ἐννοεῖται καλῶς, ὅταν σκοπὸν ἔχῃ τὴν πλάνην τοῦ πλήθους, καὶ ὅταν σκοπὸν ἔχῃ νὰ προκαλέσῃ ὀλίγα τινα χειροκροτήματα. Ὁ ἀληθὴς πατριωτισμὸς ἀπαιτεῖ θυσίας, καὶ ἴσα ἴσα τοιαῦται εἶναι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας ἔρχονται αἱ θυσίαι τοῦ καλῶς ἐννοουμένου πατριωτισμοῦ. Καλούμεθα σήμερον, κύριοι, ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως λίαν δημοτικῆς ἐντὸς τῆς ὁποίας καταδεικνύεται πλοῦτος καὶ θησαυρὸς ἀνεξάντλητος, ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία σκανδαλίζει τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία γαργαλίζει πολλὰς ὀρέξεις καὶ πολλὰς ἐπιθυμίας· καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἐκτεθῇ καθαρῶς ἡ ἀλήθεια ἐντεῦθεν;
§70ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ὑμεῖς εἶναι πολὺ χειρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§71ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν διδάσκαλον δὲν κάμνομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§72ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καλούμεθα, κύριοι, νὰ ἐκφέρωμεν μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ ἀντικειμένου τόσον ἀκροσφαλοῦς καὶ σκοτεινοῦ, ἡ ὁποία οὕτως ἢ ἄλλως ἐκφερομένη δὲν θὰ μείνῃ ἄνευ συνεπειῶν, ἄνευ ἐθνικῶν ζημιῶν, διότι ἂν, κύριοι, ἀποφασίσωμεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἐν γένει ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν εἰσὶν ἰδιόκτητοι, βεβαίως θὰ ἐκφέρωμεν μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία δύναται νὰ προσβάλῃ σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καθὼς ἐπίσης δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν τὴν ἐναντίαν ἀπόφασιν, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη θὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἐπιζημίους συνεπείας. Διὰ νὰ εὕρωμεν, κύριοι, τί ὀφείλομεν ν’ ἀποφασίσωμεν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἱστορίαν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· ἡ ἱστορία, κύριοι, ἔχει οὕτως· ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1869 ἡ ἑταιρία Σερπιέρη ὑποθέτουσα ὅτι παρεχωρήθη εἰς αὐτὴν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως μεταλλεῖον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐνυπάρχουν καὶ αἱ ἐκβολάδες περὶ ὧν πρόκειται, ἐνόμισεν ὅτι δικαιοῦται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς νὰ ἐκμεταλλεύσῃ καὶ τὰς ἐκβολάδας, καὶ ἐξηκολούθει ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 69 μέχρι σήμερον νὰ ἐκμεταλλεύῃ τὰς ἐκβολάδας αὐτάς. Ἀπό τινος ὅμως καιροῦ, κύριοι, ἠγέρθη φαίνεται τὸ ζήτημα μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν Κυβερνήσεων ὅτι ἡ παραχώρησις εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν δὲν ἦτο δικαία, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκμεταλλεύῃ τὰ χώματα τῶν ἐκβολάδων. Τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ διαφόρους ἐρεύνας καὶ ἐξετάσεις ἐλύθη ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς ἑταιρίας· διότι ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι μεταλλεῖον, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔλυσε τὸ ζήτημα οὕτως, ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ ἓν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζει τὸν φόρον τοῦ μεταλλεύματος τὸ ὁποῖον ἤθελε παραχθῆ ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας, διότι ἂν ἦτο μεταλλεῖον δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ τῆς ἐπιβολῆς νέου φόρου. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, τὸ ἀφορῶν τὴν φορολογίαν τῶν ἐκβολάδων, αἱ ὁποῖαι, δὲν εἶναι μεταλλεῖον, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἡμεῖς ἅπαντες συνεμερίσθημεν, ἀφοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐστάλη ὑπὸ τὴν τὴν ἐξέτασιν εἰκοσαμελοῦς ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξελέξατο μεταξὺ τῶν καλλιτέρων αὐτῆς μελῶν, ὅπως σκεφθῇ καὶ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ ἐπιτροπή μας αὐτὴ κύριοι, ἡ συγκειμένη ἐξ εἴκοσι καὶ ἑνὸς μελῶν ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων συναδέλφων μας, νομομαθῶν, ἐπιστημόνων, ἐμπείρων καὶ καθεξῆς, ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον καὶ παρεδέχθη ὁλοψήφως, παμψηφεὶ σχεδόν, τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αὐξήσασα μόνον τὸν φόρον, ἀντὶ 10 εἰς 30 τοῖς ἑκατὸν καὶ αὐτό, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τὸ κυβερνητικὸν καὶ τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς συνταχθὲν ἦλθον εἰς τὴν συζήτησιν· ἀνεγνώθησαν τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια, καθὼς καὶ αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν καὶ ἐγένοντο κατά τε τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα δεκτὰ, διότι μήτε πρίν, μήτε ἐν καιρῷ τῆς ὑποβολῆς, μήτε ἐν καιρῷ τῆς ἐξετάσεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς παρουσιάσθη ἑτέρα τις ἰδέα, ἑτέρα τις γνώμη. Κατὰ τὴν τρίτην ὅμως συζήτησιν, ἢ διὰ νὰ μὴ ἀντικρούσῃ ὁ κ. Χρηστίδης λέγω, ὅτι καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς μέλος καὶ πρόεδρος ἦτο, παρουσιάσθη ἡ ἰδέα αὐτὴ, ἀλλὰ τοσοῦτον ἐθεωρήθη ἀνεπίδεκτος συζητήσεως, τοσοῦτον ἐθεωρήθη ἔκνομος καὶ ξένη τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς, ὥστε μόλις ὑπεστηρίχθη ἀπὸ 2 ἢ 3 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν τρίτην λοιπὸν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι ἤθελε γείνει ἀσυζητητεὶ δεκτὸν ἢ μετὰ μικράν τινα συζήτησιν μεταξὺ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς κυβερνήσεως, ἡ ἰδία αὐτὴ κυβέρνησις, δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμωμένη καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔκθεσιν ἑνὸς τῶν καλλιτέρων νομομαθῶν μας τοῦ κ. Κοκκίνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος ἴσως μεταξὺ τῶν νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν ἐκφράζει τὴν ἰδέαν του, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, δηλαδὴ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐπὶ ἰδιοκτήτου γῆς· καὶ ἡ γνώμη αὐτὴ τοῦ κ. Κοκκίνου ἡ γραπτὴ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς νέαν ὅλως συζήτησιν καὶ ἀπεμάκρυνε τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὰ δύο νομοσχέδια τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατέστησε τὴν συζήτησιν τόσον σκοτεινὴν καὶ τόσον θορυβώδη. Κύριοι, μήτε εἶμαι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὀρθότητα ἢ μὴ τῆς γνώμης τοῦ τε κ. Κοκκίνου, καθὼς καὶ ἄλλων ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας, οἵτινες ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα τῆς ἰδιότητος τῶν ἐκβολάδων καὶ μήτε εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐκβολάδες, αἱ κείμεναι ἐπὶ ἰδιοκτήτου γῆς δὲν εἶναι ἐθνικαὶ, ἀπεναντίας ἴσως καὶ ἐγὼ πείθομαι καὶ πείθομαι ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται εἶναι καὶ πρέπει νὰ κηρυχθῶσιν ἐθνικαί. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νομίζω σήμερον περὶ τούτου, σήμερον ἀκριβῶς καὶ καθαρῶς πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸν φόρον ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνουν αἱ ἐθνικαὶ ἐκβολάδες καὶ τὸν φόρον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνουν αἱ ἰδιόκτητοι, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται. Ὅσα, κύριοι, ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ κινητοῦ ἢ ἀκινήτου τῶν ἐκβολάδων, περὶ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, δύνανται μόνον νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὁδηγὸς εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς ἀμφισβητήσεως αὐτῆς. Καὶ πολὺ ὀρθῶς, πολὺ λογικῶς καὶ πολὺ νομικῶς ὁ κ. Μίλησης ἀπέδειξε σήμερον ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπόφασις διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων. Ἐγὼ, κύριοι, ἐπιθυμῶ ἐνδομύχως καὶ ἐγκαρδίως, ὥστε αἱ ἐκβολάδες αὗται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐθνικαὶ καὶ διὰ ν’ ἀποφανθῶ περὶ τούτου πρὸ πάντων ἔχω ἀνάγκην νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἂν ἡ Βουλὴ σήμερον, εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς ποιοῦσα, εἴτε ἐντὸς, εἴτε ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς ἀποφασίζουσα, εἴπῃ ὅτι ἅπασαι αἱ ἐκβολάδες εἴτε ἐπὶ ἐθνικῆς, εἴτε ἐπὶ ἰδιοκτήτου γῆς κεῖνται εἶναι ἐθνικαὶ, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἀντιποιουμένους τὰς ἐκβολάδας νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια; παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ εἰς τοῦτο εἷς νομικὸς ἐντεῦθεν νὰ μὲ πείσῃ.
§73ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμεθα νὰ σώσωμεν τὰς ἐκβολάδας.
§74ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἰδοὺ καὶ ἕτερος, ὁ ὁποῖος συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην μου, ἰδοὺ ὁ ὑπέρμαχος τῶν ἐθνικῶν ἐκβολάδων. Ἂν, κύριοι, ὅπως καὶ ὁ κ. Μιχαλόπουλος εἶπεν, ἀλλὰ τὸ ἀνήρεσε κατόπιν, διότι τοῦ ἐξέφυγεν ἐκ τοῦ στόματός του, ἔλθουν τὰ δικαστήρια κατόπιν καὶ εἴπουν ὅτι ἡμεῖς ἐν τῇ συνειδήσει μας, ἐν τῇ ἀνεξαρτησίᾳ μας, ἐν τῇ νομομαθείᾳ μας ὑποθέτομεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες, αἱ κείμεναι ἐπὶ ἰδιοκτήτου γῆς, εἶναι ἰδιόκτητοι, τί κῦρος ἔχει ἡ ἀπόφασίς σας; Ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἀπόφασίς σας, καὶ πλὴν τῆς ἀξίας ποῦ στέκει ἡ Βουλή; Πάντες, κύριοι, ἔχομεν συμφέρον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, καὶ εἰς κανένα, τοὐλάχιστον ἐγὼ, δὲν δίδω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐνδιαφέρεται περισσότερον δι’ αὐτὴν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐξασφαλίσωμεν ὅπως πρέπει. Ἠξεύρετε, μεταξὺ τῶν ἄλλων τί κακὸν κάμνετε διὰ τῆς συζητήσεως αὐτῆς; δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ εἴπω· κηρύττετε εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ὅτι οὐδεμίαν πεποίθησιν ἔχετε εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ εἰς τὴν εὐθύτητα τῶν δικαστηρίων μας. (θόρυβος).
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§76ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μὲ εὐχαρίστησίν μου ἀκούω τὸ ἐναντίον, διότι τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι οὐδέποτε ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξεν ἀδύνατος, ὑπῆρξε μεροληπτικὴ ἢ ἐσφαλμένη. Πάντοτε, καὶ πολὺ περισσότερον τώρα, ὅτε τὰ δικαστήριά μας εἶναι ἰσόβια, ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι μᾶλλον παγιωμένη καὶ μᾶλλον ἀνεξάρτητος, καὶ ὅταν, κύριοι, ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν τὴν μεγάλην, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ τόπου μας εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεπηρέαστος, καὶ ὅταν ἐνώπιον αὐτῶν ἔχητε ἤδη τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων, τίς ἡ ἀνάγκη ἡμεῖς νὰ ἀντιποιηθῶμεν τὸ δικαίωμα τῶν δικαστηρίων, νὰ μεταβληθῶμεν εἰς δικαστήριον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μίλησης; Ἔχομεν λοιπὸν, ὡς εὐχαρίστως ἀκούω, δικαστήρια ἀνεξάρτητα, τώρα δὲν ὑπολείπεται παρὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἔχωμεν καὶ κυβέρνησιν ἐπίσης ἐπιδιώκουσαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἐπίσης ὑπερασπιζομένην καὶ ἐξασφαλίζουσαν αὐτά. Ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθηκα ἀνωτέρω, ἀποδεικνύει ὅτι ἐνδιαφέρεται ὅπως καὶ ὅλοι ἡμεῖς· ὅταν ἦλθεν ἐνώπιόν σας μὲ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ πολὺ προτήτερα, ἦλθε δὲ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐνταῦθα καὶ εἶπε «τοῦτο φρονῶ ἐγώ, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν, ἣν θέλω σεβασθῆ, χωρὶς νὰ νομίζω ὅτι προσβάλλεται ἡ φιλοτιμία μου.» ἄρα ἔχομεν καὶ τὴν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐγγύησιν ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐννοῶ νὰ ψηφοφορήσω μίαν τοιαύτην πρότασιν, διότι παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ ἑξῆς καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Ἐὰν μετὰ τὴν ὁμιλίαν τὴν ἰδικήν μου δὲν θελήσῃ κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. πρόεδρος μᾶς καλέσῃ νὰ ψηφοφορήσωμεν, ἐπὶ τίνος προτάσεως θὰ ψηφοφορήσητε;
§77ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τίθεται πρότασις. (θόρυβος).
§78ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τίθεται, λέγουν, πρότασις, ὥστε δὲν ἔχω ἄδικον λέγων, ὅτι ἐὰν κληθῶμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν, δὲν ἔχομεν πρότασιν καμμίαν. Ἔχετε θεωρίας ἀντιφασκούσας μεταξύ των. (θόρυβος). Ἐγὼ, κύριοι, ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ψηφοφορήσω ἄλλως, παρὰ νὰ σκεφθῶμεν καλλίτερον ἂν πρέπῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὸν φόρον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον προσδιορίζει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἢ τὸν φόρον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον προδιορίζει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀμέσως δὲ μὲ τοῦτο ἢ συνάμα μὲ τοῦτο δέχομαι νὰ ψηφοφορήσω ἑτέραν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν χωμάτων τῶν ἐκβολάδων μεχρισοῦ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ αὐτῶν.
§79ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις! Ὡς βλέπετε, ὑπάρχει καὶ μειοψηφία εἰς τὴν ἐπιτροπήν· κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας αἱ ἐκβολάδες αὐταὶ θεωροῦνται δημόσιαι. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔπεισαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως νὰ θεωρήσωμεν αὐτὰς ὡς ἐθνικὰς, καθ’ ἡμᾶς εἶναι διὰ βραχέων λόγων ἀποδεικτέαι. Προσεκλήθημεν νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ ἡ κυβέρνησις ἔφερεν ἓν νομοσχέδιον, ἀλλὰ βλέπετε ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία ἀμφιβάλλουσα εἶπεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μεγαλειτέρας ἐρεύνης, πλέον ἐκτεταμένης ἐξετάσεως, διὸ καλὸν ἦτο νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ μόνον εἰς τὰς ἰδέας της, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς. Κατὰ πρότασιν λοιπὸν τῆς κυβερνήσεως ἡ Βουλὴ ἐξέλεξεν μίαν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ ἐκτενέστερον καὶ ἀκριβέστερον. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοθετήματος τούτου ἀνεφύη τὸ ζήτημα τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες, εἰς ποῖον ἀνήκουν. Αἱ ἐκβολάδες εἴπομεν ἡμεῖς εἶναι ἀποσπάσματα μεταλλικὰ ἐκ τῆς ἐξορύξεως τῶν μεταλλείων. Τίνος εἶναι τὰ μεταλλεῖα; ἐθνικὰ, δύνανται νὰ ᾖναι καὶ ἰδιόκτητα, ἀλλ’ ἰδίως τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀνέκαθεν ἦσαν ἐθνικὰ, διότι ὅτε ἦσαν εἰς ἐνέργειαν κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀνευρέθησαν, ἀνῆκον εἰς τὴν δημοκρατικὴν πολιτείαν τῶν Ἀθηναίων. Ἑπομένως ποῖα περιστατικὰ, ποῖα γεγονότα ἀποδεικνύουν ὅτι ἐγένοντο ὕστερον κτῆσις ἰδιωτική; Τοῦτο τὸ πρῶτον εἶναι ἱστορία ἀποδεδειγμένη, τὸ δεύτερον δὲ ποῦ στηρίζεται; οὐδαμοῦ. Παρῆλθον χρόνοι πολλοὶ, λέγουν, καὶ ἀφοῦ παρῆλθον ὑπὲρ τίνος παρέγραψαν; Παρέγραψαν κατὰ τοῦ δημοσίου, ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου; ὄχι, τίνος ἕνεκα; ποῖα περιστατικά; ποῖα γεγονότα δεικνύουν τοῦτο; Οὐδὲν λοιπὸν, κύριοι, γεγονὸς, οὐδὲν μαρτύριον ἔχομεν ὅτι τὰ δημόσια μεταλλεῖα του Λαυρίου τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀρχαίαν πολιτείαν τῶν Ἀθηναίων μετέβαλον κτῆσιν, ἰδιότητα· κύριοι, ἂν ἐγκατελείφθησαν ἔκτοτε, ὅπως καὶ ἐκείνη ἡ πολιτεία μετεῤῥυθμίσθη, ὑπὸ τίνος τὴν κυριαρχίαν ἔμειναν; ὑπὸ οὐδενός· ἐὰν λάβωμεν τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἴσχυεν ἐπὶ τῶν τελευταίων κατακτητῶν, τῶν Ὀθωμανῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς διεδέχθημεν, τότε καὶ τὰ μεταλλεῖα καὶ τὰ μέταλλα καὶ τὰ πάντα ἦσαν δημόσια κατὰ νόμον τῆς ἐπικρατούσης ἐκείνης ἐξουσίας ἐπὶ 400 ἔτη δεσποζούσης. Κατ’ ἀρχὴν ἀρχαιοτέραν ἔχομεν, ὅτι ἦσαν δημόσια· κατὰ νόμον τῆς τελευταίας ἐπικρατούσης ἐξουσίας ἔχομεν ἐπίσης ὅτι ἦσαν δημόσια. Τίς λοιπὸν τὰ ἀπέσπασε; τίς λοιπὸν τὰ ἐκυρίευσε; τίς ἔγεινεν κύριος καὶ κάτοχος αὐτῶν; Ποῖος τίτλος, ποῖα δικαιώματα παρίστανται; οὐδὲν διδόμενον ἔχομεν, διότι καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνευρέσεως τῶν μεταλλείων ἐξετάζοντες κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους καὶ τὴν χρῆσιν τὴν μεγάλην καὶ τὴν πλουσίαν παραγωγὴν των εὑρίσκομεν ὅτι ἦσαν τοῦ δημοσίου, ἤτοι τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηναίων· καὶ τὴν τελευταίαν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἐκ δυστυχῶν περιστάσεων ἐπελθοῦσα κατέκτησε τὴν Ἑλλάδα, ἐξετάζοντες εὑρίσκομεν, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἦσαν ἄλλως παρὰ δημόσια, ὅπως καὶ πρότερον ἦσαν· διότι καὶ ἰδιωτικὰ ἐὰν ἦσαν, ἡ ἐξουσία ἐκείνη τὰ ἐδήμευεν, διότι τοιοῦτον ἦτον τὸ δίκαιόν της, πολλῷ μᾶλλον ὅπου ἦσαν δημόσια. Ἡ κυριότης λοιπὸν τοῦ δημοσίου ἔχει τὴν ἀρχήν της, ἀφότου ἀνευρέθησαν τὰ μεταλλεῖα· ἐὰν ὑπάρχουν μεταλλεύματα, ἐὰν ὑπάρχουν ἐκβολάδες εἶναι παρακόλουθα αὐτῶν, ὑπάρχει περιπλέον ὁ νόμος τοῦ 1837 τὸν ὁποῖον καλῶς ποιῶν μνημονεύει καὶ ὁ γνωστὸς διὰ τὴν ἱκανότητά του νομομαθὴς κ. Κόκκινος. Ὁ περὶ διακρίσεως τῶν κτημάτων νόμος, ἄρθρ. 16 διατάττει ὅτι ὅλα τὰ παρὰ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων μὴ δεσποζόμενα, ἤτοι ὅλα τὰ ἀδέσποτα κτήματα, ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον. Θέλετε ἄλλον νόμον πλέον φοβερόν, πλέον ἰσχυρόν; καὶ δύνασθε νὰ τὸν παραβιάσητε; καὶ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἡμεῖς σήμερον νόμον ἀκυρόνοντες ἐκεῖνον; Καὶ τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ κάμωσί τι ἀπέναντι νόμου ὑπάρχοντος ἐν ἰσχύϊ; Λοιπὸν τοῦ δημοσίου ἦσαν ἀπ’ ἀρχῆς, τοῦ δημοσίου ἔμειναν διαρκῶς, τοῦ δημοσίου εἶναι ἐσαεί. Δείξατέ μοι τοὺς τίτλους οἱ ὁποῖοι τὰ ἀπέσπασαν καὶ οἱ ὁποῖοι τὰ ἔκαμαν ἰδιωτικά. Διὰ νὰ γείνῃ ἰδιωτικὴ ἡ κτῆσις, πρέπει νὰ ὑπάρχουν τίτλοι· ποίους τίτλους φέρουν; ποῖος παρουσιάζει τίτλους τοιούτους; ἐγὼ τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶδον οὔτε γνωρίζω τοιούτους, καὶ ἐγὼ θὰ ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζω καλλίτερα. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν μένει ἀμφιβολία ὅτι αἱ ἐκβολάδες περὶ ὧν πρόκειται καὶ ἄγνωστοι καὶ ἀδέσποτοι μέχρι σήμερον, δὲν ὑπῆρξαν οὔτε δύνανται νὰ ἦσαν εἰμὴ τοῦ δημοσίου, καὶ οὔτε, ἂν θέλωμεν, ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν ἄλλον χαρακτῆρα. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν διὰ τοῦτο, καὶ προηγουμένως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον, καὶ εἰς αὐτὴν ἐπιμένω καὶ τώρα.
§80ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν· ἐπειδὴ γνωρίζετε τὸ ἔδαφος αὐτὸ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τὴν γνώμην σας. Τὸ ἔδαφος ἐφ’ οὗ κεῖνται αἱ ἐκβολάδες τὸ ἀναγνωρίζετε ὡς ἰδιωτικόν; ναὶ ἢ ὄχι;
§81ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι· τὰ μεταλλεῖα καὶ ὅλα τὰ συνιστῶντα αὐτὰ εἶναι δημόσια καὶ δὲν περιῆλθον διὰ τίτλου ἢ δι’ ἄλλου μέσου εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἢ τὴν κυριότητα οὐδενός.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§83ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί! Ἐπικαλοῦμαι ὁλόκληρον τὴν προσοχήν σας ἐπὶ πράγματος ὄντως τελικοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑλικῆς ἀξίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἠθικοῦ ἐνδιαφέροντος. Τὸ ἀντικείμενον περὶ οὗ ἀσχολούμεθα δὲν εἶναι 100 ἢ 200 ἑκατομμύρια· παρ’ ἐμοὶ κριτῇ, εἶναι πλέον τοῦ δισεκατομμυρίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν μόνον 15,000 στρεμμάτων, τὰ δὲ τοῦ Λαυρίου στρέμματα εἶναι πολλῷ πλείω. Τοῦτο εἶναι δικαιολογία, κύριοι, εἰς τὸ νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐξομολόγησιν, ἐξ ἧς προκύπτει ὅτι ἐγὼ παλινῳδῶ· ἀλλ’ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ παλινῳδήσω ἐπὶ πράγματος τόσον σπουδαίου. Μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, ὅτε θὰ φέρητε τὴν ψῆφόν σας οὐδεὶς εὐσυνείδητος βουλευτὴς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ψῆφόν του ἤδη προωρισμένην, πρὶν διατεθειμένην. Δὲν εἶναι παράδοξον, κύριοι, νὰ συνετέλεσε καὶ ἡ ἐμὴ γνώμη εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως τῆς ὑπουργικῆς, ὡς ἔχει. Καὶ ἐγὼ διστάζων καὶ ἀμφιβάλλων καὶ ταλαντευόμενος οὐχ ἧττον, κατ’ ἀρχὴν, ἐξήνεγκον γνώμην τυχαίως, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αἱ κείμεναι ἐπὶ ἰδιωτικῶν κτήσεων εἶναι ἰδιωτικαί· μαρτυρεῖ μοι τῷ λόγῳ, εἰ βούλεται, ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κοντόσταυλος, ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλά, λέγω, τοῦτο δὲν μὲ παρακωλύει παντάπασι νὰ μεταβάλω γνώμην, ὡς καὶ μετέβαλον, ἐρευνήσας, ψηλαφήσας πάντα τὰ ζητήματα τὰ ἐμπίπτοντα. Καὶ ἄλλην ἐξομολόγησιν ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω. Χθὲς ἀκόμη, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον, ὅστις προσέσχε πολὺ εἰς τὰ λεγόμενά μου θὰ εἶδε ἐπιφαινόμενον δισταγμόν τινα· ἐν ἀρχῇ προέβαινον διστάζων, εἶχον πᾶσαν πεποίθησιν πλέον ὅτι ἡ γνώμη μου ἦν ὀρθὴ, κρίνοντος jure naturale ἢ jure gentium, δὲν εἶχον ὅμως πεποίθησιν ὅτι καὶ κατὰ τὸ θετικὸν δίκαιον ἡ γνώμη μου ἦτο ἀκριβὴς, διότι δὲν ηὐτύχησα νὰ μελετήσω ad hoc τὸ ζήτημα προσφάτως· ἡ ὁμιλία ὅμως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη μοὶ ἐσχημάτισε πλέον ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐ μόνον jure gentium εἴμεθα κύριοι τῶν ἐκβολάδων, οὐ μόνον τὸ ὀρθὸν εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ θετικὸν δίκαιον τῆς πατρίδος ἡμῶν ὑπερασπίζει ἡμᾶς ἀπέναντι τῆς πωλήσεως τηλικούτου πλούτου. Ἔρχομαι λοιπὸν σήμερον, κύριοι, νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον μου τὸν χθεσινὸν, καὶ προσέτι νὰ ὑποστηρίξω ἐκ τοῦ θετικοῦ δικαίου τὰς ἐντυπώσεις ἃς μοὶ ἔκαμον τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐκ τῶν κειμένων νόμων! Ἐλπίζω δὲ ὅτι πάντες ὑμεῖς εἶσθε ἀπροκατάληπτοι, ὡς ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀπροκατάληπτος, καὶ ἐπὶ τούτοις νῦν ἀποδύομαι εἰς τὸν ἀγῶνα. Κύριοι! χθὲς εἶπον ὅτι ἡ γῆ ἡ ὑπόγειος, ἡ ὑπὸ τὴν γῆν, ἢ ὁ χῶρος ὁ ὑπὸ τὴν γῆν δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἐπιφάνειαν· καὶ βλέπετε ὅτι πάλιν ἀσχολοῦμαι εἰς τὰ χθεσινά· ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ σᾶς κάμω τὴν διάκρισιν ὅτι ὅσα εἶπον χθὲς, εἶναι ὁ λόγος τοῦ νόμου, ὅσα μέλλω νὰ λαλήσω σήμερον κυρίως εἶναι ὁ νόμος αὐτὸς, τὸ θετικὸν δίκαιον· ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ νόμου ὃν ἀπέδειξα χθὲς ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως διὰ τῆς αὐθεντείας, διὰ νὰ μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἐξήνεγκον ἐδὼ μίαν νέαν θεωρίαν. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὑπογείου ἰδιοκτησίας, propriété souterraine, ἐσυζητήθη καὶ εἰς ἄλλους περιβόλους καὶ καλὸν εἶναι ν’ ἀκούσῃ ἡ βουλὴ οἷοι ἄνδρες τοιαύτην γνώμην ἐξέφερον. Εἶπον χθὲς, κύριοι, ὅτι μέχρι τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς δὲν φθάνει ἡ κυριότης τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας· καὶ εἴμεθα κύριοι νὰ τὴν διαθέσωμεν ἡμεῖς ἤτοι τὸ Κράτος· ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀνάγκη πολλὰ νὰ εἴπω, οὔτε πολλὰ ν’ ἀναπτύξω, διότι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἶναι καθιερωμένη παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 τοῦ περὶ μεταλλείων· ἀλλὰ καλὸν εἶναι ν’ ἀκούσητε μίαν μεγάλην αὐθεντείαν, μίαν μεγαλοφυΐαν ἔξοχον τοῦ 18 αἰῶνος, τί λέγει· πιστεύω, κύριοι, ὅτι θὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν, διότι τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σπουδαῖον.
§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§85ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐσυζητήθη τὸ ζήτημα ἐν τῇ Constituante ἐν Γαλλίᾳ, ἕως ποῦ φθάνει ἡ ἰδιοκτησία τῆς ἐπιφανείας καὶ δίχα ἦσαν αἱ γνῶμαι μεταξὺ πολλῶν ῥητόρων, μεταξὺ διακεκριμένων νομικῶν. Ἀλλὰ λέγει ὁ συγγραφεὺς Dalloz «il était reservé à la puissante raison de Mirabean d’ éclairer la disputation κλπ. Ὑπεστήριζον οἱ πολλοὶ ὅτι ἡ ὑπόγειος ἰδιοκτησία εἶναι παράρτημα τῆς ἐπιφανείας καὶ ἔπιπτον εἰς πολλὰ ἄτοπα, ἀλλ’ ἦτο ἐπιτετραμμένον μόνον εἰς τὴν ἔξοχον διανοητικὴν δύναμιν τοῦ Mirabeau νὰ εὐκρινίσῃ τὴν συζήτησιν διὰ φωτὸς πολὺ ζωηροῦ καὶ νὰ κάμῃ ἐξ ἐναντίας νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ ἄλλη θεωρία. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ μέγας αὐτὸς ἀνὴρ, τὸν ὁποῖον ἀναγινώσκω οὐχὶ μόνον διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸν λόγον μου διὰ τῆς αὐθεντείας, ἀλλ’ ἵνα ἀκούσητε ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἐπιχειρήματά τινα ὑπὲρ αὐτῆς ἀκαταμάχητα. «Θέλομεν (ἔλεγε, νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὰ μεταλλεῖα εἶναι οὐσιῶδες ἐξάρτημα τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἐπιφανείας ἥτις τὰ καλύπτει; Λέγω ὅτι ἡ κοινωνία δὲν ἐσχημάτισε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους εἰμὴ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς καλλιεργείας, καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν τὸ ἔδαφος, ἤτοι ἡ ἰδιοκτησία, περιορίζεται μόνον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν· λέγω ὅτι ἐν τῷ σχηματισμῷ τῆς κοινωνίας δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἰδιοκτησία εἰμὴ ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία ἠδύνατο νὰ ἐγγυηθῇ, ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ τινὰ 1200 πόδας ὑποκάτω ἰδιοκτήτου τινος νὰ μεταλλεύηται; Πῶς θὰ εἴπῃς ὅτι ἐξασφαλίζεις τὴν ἰδιοκτησίαν ἑνὸς ὅτε 1000 μέτρα ἐκτείνει ὑποκάτω ἑαυτοῦ τὴν ἰδιοκτησίαν του; Λέγω ὅτι — καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα — λέγω ὅτι τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ ἡ δικαιοσύνη εἶναι τὰ δύο θεμέλια τῆς κυριότητος. Ἀλλὰ τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ ἡ ἐπιείκεια δὲν ἀπαιτοῦσιν ὥστε τὰ μεταλλεῖα νὰ ἦναι παρακολουθήματα τῆς ἐπιφανείας. Λέγω ὅτι τὸ ἔνδον τῆς γῆς δὲν εἶναι δεκτικὸν διανομῆς.» Ὁ Mirabeau, κύριοι, ὑποθέτει τὴν γῆν διανεμημένην μεταξὺ τῶν κατόχων χάριν τῆς καλλιεργείας· ὑποθέτει τὴν κυριότητα διανεμημένην μεταξὺ πάντων χάριν τῆς συντηρήσεως τοῦ ἀτόμου καὶ χάριν τῆς βελτιώσεως τῆς γῆς αὐτῆς· ἀλλά, ἐρωτᾷ παρακατιών, ἡ διανομὴ εἶναι δυνατή, ἑπομένως μένει ἡ ὑπόγειος ἰδιοκτησία εἰς τὸ Κράτος ὡς μένουσα ἀδιανέμητος. Τὰ μεταλλεῖα διὰ τῆς φύσεως αὐτῶν τῆς ἀκανονίστου εἶναι ἀκόμη ὀλιγώτερον δυνατὸν νὰ διανεμηθῶσιν. Ἐξ ἐναντίας ὡς πρὸς τὴν ἐπιφάνειαν τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας εἶναι αἱ ἰδιοκτησίαι νὰ ἦναι διανεμημέναι, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία ἐμφανιζομένη διὰ τῆς διανομῆς μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Παρακατιὼν ἀποδεικνύει διὰ μακρῶν αὐτὴν τὴν θεωρίαν. Αὐτὴ ἡ γνώμη, κύριοι, ἐπεκράτησε τότε· τί εἶναι αὐτὴ ἡ γνώμη; εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη κατόπιν; κατόπιν, κύριοι, ἦλθεν ὁ κῶδιξ ὁ γαλλικὸς ὁ ὁποῖος ἐνομοθέτησεν ὅτι ἡ κυριότης ἀνήκει εἰς τὸν τῆς ἐπιφανείας κάτοχον, διότι ἀνήκει αὐτῷ le dessus et le dessous· πᾶν τὸ ὑπεράνω καὶ πᾶν τὸ κάτω· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Ναπολεοντίου κώδικος μεγάλως κατακρίνεται σήμερον καὶ μεγάλας ἀνακολουθίας παρέχει· οὐχ ἧττον καὶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἐπιφυλάττει τὸν περιορισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ὑπογείου, ὁσάκις πρόκειται περὶ μεταλλείων. Ἡ θεωρία μου λοιπὸν ὅτι τὰ ὑπὸ τὴν γῆν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος οὔτε κενὴ εἶναι οὔτε ξένη τῆς ἐπιστήμης. Διετύπωσα καὶ ἄλλον λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ὅτι τὸ μέταλλον ἐξόχως ἀνήκει τῷ Κράτει. Εἶπον δὲ προσέτι ὅτι ἂν ἀνακαλυφθῇ νέα τις οὐσία, ἔστω καὶ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἔχουσα τοιαύτην δύναμιν, ὥστε νὰ δύναται ὁ κάτοχος νὰ γίνῃ δεσπότης ἡμῶν, ἡ ἰδιοκτησία αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς τὸν πολίτην, διότι ἡ ultima ratio εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἡ συντήρησις τοῦ Κράτους. (Σιγὴ βαθεῖα). Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ ἀποδείξω τοῦτο, ἀλλ’ εὑρὼν προσάγω τὸν Poezl μάρτυρα, ὅστις εἶναι ὁ καθηγητὴς τοῦ δικαίου τοῦ διοικητικοῦ ἐν Βαυαρίᾳ· ἐκεῖ τὸ νίτρον, διότι ἐξ αὐτοῦ γίνεται ἡ πυρῖτις, διαχειρίζεται τὸ Κράτος· καὶ διὰ τίνος ὑπουργοῦ; διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν· δύναται ἕκαστος νὰ μεταλλεύῃ νίτρον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, καὶ εἶναι ὑπόχρεως ἕκαστος νὰ τὸ πωλῇ εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ εἰς τιμὴν προσδιωρισμένην ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἡ θεωρία λοιπὸν ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα ἐπὶ τῆς γῆς, δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ οὐδαμοῦ· ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι πάντοτε ἀναγκαίως περιωρισμένη διὰ λόγους δημοσίου συμφέροντος πρὸ πάντων. Ἐγὼ ὅμως ἀπέδειξα ὅτι καὶ διὰ λόγους ἐγκειμένους ἐν τῇ φύσει τοῦ πράγματος ἡ ὑπόγειος ἰδιοκτησία δὲν δύναται νὰ ἦναι παρακολούθημα τῆς ἐπιφανείας. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν εἰρωνείαν τοῦ φίλου μου κ. Μίληση, ἀλλὰ μοὶ ἐπῆλθε. Μοὶ κακοφαίνεται ὅτι ἐνόμισε καλὸν νὰ παίζῃ ἐν οὐ παικτοῖς· ἐδῶ δὲν παίζομεν, οὔτε ἔχομεν ἀποστολὴν νὰ κατειρωνευώμεθα· εἶπον ἐγώ, κύριοι, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία, ἡ κυριότης χαρακτηρίζεται ἰδίως διὰ τῆς καταναλώσεως καὶ ἔφερα ἓν παράδειγμα, ὁ δὲ κ. Μίλησης πρῶτον διέστρεψεν αὐτό, ἔπειτα τὸ ἐπολέμησεν οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ δι’ ἤθους εἰρωνείας. Ἰδοὺ τί εἶπον ἐγώ· ἡ ἔννοια τῆς κυριότητος εἶναι τερατώδης· περιέχει τι τερατῶδες ἐὰν τὴν ἐννοήσωμεν πλήρη καὶ ἐπὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας· τὸ ὁποῖον φαίνεται ἅμα ἐφαρμόσητε τὴν ἔννοιαν τῆς καταναλώσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους καὶ ἐπὶ τῶν ὑπὸ τὸ ἔδαφος· ἠθέλησα νὰ συμπεράνω ὅτι ἐκ τοῦ τερατώδους ἀποτελέσματος προκύπτει τὸ τερατῶδες τῆς ἐννοίας. Ἡ ἔννοια τῆς κυριότητος εἶναι λογικὴ ἐννοουμένη ἐκτὸς τοῦ ἐδάφους· ἐννοουμένη δ’ ὡς πρὸς αὐτὸ καὶ ἰδίως τὴν ὑπόγειον ἰδιοκτησίαν περιέχει ὡς ἐσωτερικὸν στοιχεῖον ἑαυτῆς τὴν κατανάλωσιν, ὅπερ τερατῶδες. Ἄρα ἡ κυριότης τῶν ἐγκάτων παράλογος. Μένω ἐνταῦθα, διότι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ γίνῃ πλείων λόγος σήμερον ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ ταύτην τὴν διάθεσιν, ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν. Ἀλλ’ εἶπον χθὲς, κύριοι, ὅτι ἐπάγω καὶ ἄλλην αὐθεντείαν ὑπὲρ τῆς γνώμης μου ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἀκίνητος ἐπάγεται εἰς περιορισμοὺς, καὶ δύναται ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους (τὸ ὁποῖον τὸ δημόσιον δίκαιον κανονίζει) νὰ περιορίσῃ ὁ Βασιλεὺς ἢ τὸ Στέμμα, ἢ τὸ Κράτος, ἢ τὸ κοινοβούλιον (ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ) καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι κύριος τῆς γῆς καὶ δύναται νὰ διαθέσῃ αὐτήν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Fischel διὰ τὴν Ἀγγλίαν. «Ὁ Βασιλεὺς εἶναι κατὰ τι πλάσμα τοῦ νόμου, ὁ μόνος ἰδιοκτήτης τῶν ἀκινήτων τῆς Ἀγγλίας· πᾶν ἔδαφος, πᾶσα γῆ θεωρεῖται ὡς ὑπ’ αὐτοῦ ἀποῤῥέουσα, ἐκδιδομένη ὡς τιμάριον· εἰς αὐτὸν ἀνήκει πᾶσα ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους.» Βλέπετε, κύριοι, τί θέλω νὰ ὑποστηρίξω; ὅτι ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ὑπάγεται εἰς ἴδιον δίκαιον· ὑποκύπτει εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον· ἀποῤῥέει δ’ ἀπὸ τοῦ Κράτους. Κύριοι, κατὰ παραγνώρισιν τοῦ καθεστῶτος δικαίου, ἐπολέμησαν τινὲς τὴν θεωρίαν ταύτην, ἀλλ’ ἐκ ταύτης τῆς θεωρίας ἀποῤῥέει ὁ νόμος τοῦ 1861, δι’ οὗ ἐκανονίσαμεν τὴν ὑπαγωγὴν τῆς ὑπογείου ἰδιοκτησίας εἰς τὴν τάξιν τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ κράτους. Ναί· τὰ μεταλλεῖα, κύριοι, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοὺς πολίτας καὶ τὰ μεταχειρίζεται τὸ Κράτος σχεδὸν ὅπως ἂν βούληται· καὶ σήμερον, κύριοι, ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος δύο κυριότητες· δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ μόνου τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς, καὶ ἄλλο δικαίωμα κυριότητος παραχωρούμενον ὑπὸ τοῦ κράτους ἐπὶ τοῦ ὑπογείου χώρου. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἶναι παραδεδεγμένη διὰ νόμου· πῶς δύνανται νὰ τὴν ἀμφισβητήσωσι σήμερον καὶ λέγουσι τινὲς ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ψηφίσητε νόμους; Διατί; διότι περιορίζεται ἡ κυριότης; ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἶναι πλέον γεγονός· εἶναι καθεστὼς νόμος· ἤδη ἐξήσκησεν αὐτὴν τὴν προνομίαν τὸ κοινοβούλιον διὰ νόμου ὑπὸ πάντων ἀναγνωριζομένου. Δυνάμεθα λοιπὸν, λέγω, νὰ κανονίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Πάντα ὅσα εἶπον σήμερον, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσα εἶπον χθὲς, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπόδειξις τοῦ λόγου ἐξ οὗ le droit régalien, ὅστις δηλαδὴ ἐξηγεῖ τὸ δικαίωμα τῶν βασιλικῶν νομημάτων εἰς τὴν καταγωγήν του. Ἀλλ’ ἦτο ἀμφίβολον χθὲς ἂν ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ παρ’ ἡμῖν, le droit régalien, καὶ ἐὰν τὰ μεταλλεῖα ὑπάγωνται εἰς τὸ droit régalien. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Block εἰς τὸ Dictionnaire de la politiqne «Βασιλικὰ νομήματα τὰ ὁποῖα οἱ νομικοὶ δὲν ἀνεγνώριζον ὑπάρχοντα παρὰ μόνον εἰς τὸν βασιλέα, εἶναι ἡ κυριαρχία αὕτη, εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν δημοσίους λειτουργοὺς, τοῦ κηρύττειν πόλεμον, κλείειν εἰρήνην, τοῦ εἰσπράττειν φόρους, τοῦ δικάζειν τελεσιδίκως κ.τ.λ. εἴς τινα δὲ κράτη προστίθεται καὶ ἡ κυριότης τῶν μεταλλείων, ἡ κυριότης τῶν δασῶν, (τονίζω τὴν λέξιν τῶν δασῶν, σημειώσατε, διότι τὸ αὐτὸ ἐφαρμόζεται καὶ παρ’ ἡμῖν,) ἡ κυριότης τοῦ κυνηγίου, καὶ πρὸ πάντων τῆς ἁλιείας εἰς τοὺς ποταμοὺς τοὺς πλωτούς.» Τὸ droit régalien εἶναι κυριαρχία, εἶναι καὶ προνομία τοῦ στέμματος, καὶ προνομία τοῦ κοινοβουλίου, καθ’ ὧν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντιταχθῇ· Δυνάμεθα, ἐρωτῶ, νὰ ἀσκήσωμεν καὶ κανονίσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτό; Κύριοι, παρὰ Ῥωμαίοις τὸ δικαίωμα αὐτὸ μόλις διακρίνεται· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους οἱ αὐτοκράτορες ἀντεποιήθησαν βασιλικὰ τὰ νομήματα, ἀλλ’ ἤσκησαν τὸ δικαίωμα ὄχι πλῆρες· ἤτοι ἤσκησαν ἐξουσίαν ὡς ἡμεῖς, γαλλικώτερον νοοῦντες καὶ ἐκφραζόμενοι, δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν droit de reglemen tation des mines· ἤτοι δικαίωμα τοῦ κανονισμοῦ τῆς κυριότητος τῶν μεταλλείων. Πρὸς τὸ ὁποῖον ὁμοιάζει καὶ τὸ ἡμέτερον σύστημα· ἀλλὰ παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἀθηναίοις τὸ δικαίωμα ἦτο πλῆρες καὶ ἠσκεῖτο πλῆρες· ταῦτα κατὰ τὸ Block, Dictionnaire de l Administration Française. Τὰ δικαιώματα τ’ ἀναφερόμενα εἰς τὰ μεταλλεῖα εἶναι προνόμια τοῦ κράτους κατὰ τοῦ ἐδάφους, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὸ κράτος εἶναι κύριος ἀπόλυτος· οὕτω βεβαίως ᾐννόουν τὰ νομήματα καὶ οἱ Ῥωμαῖοι αὐτοκράτορες, ἀδιάφορον δὲ εἶναι, ἐὰν περιώρισαν ἐκεῖνοι τὴν ἄσκησιν τοῦ κυριαρχικοῦ ψηφίσματος μόνον μέχρι τοῦ κανονισμοῦ τῆς τῶν μεταλλευμάτων διαθέσεως καὶ κυριότητος· ἀναμφισβήτητον φαίνεται, ὅτι ἠδύναντο καὶ πλήρη τὴν κυριότητα νὰ ἀσκήσωσι. Τὸ droit régalien ἔχει τὸν λόγον καὶ τὴν ἰσχύν του ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων ὡς χθὲς ἀνέπτυξα· ἀλλ’ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τὸν ἱστορικὸν λόγον ἐν τοῖς καθεκάστοις τῶν κειμένων νόμων τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τούτους δὲ δυνάμεθα καὶ σήμερον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα διατιθέντες τὰ μεταλλεῖα. Σήμερον, κύριοι, ἐν Εὐρώπῃ διέπεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ διὰ δύο διαφόρων ἐννοιῶν καὶ ὀνομάτων, ἤτοι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀποῤῥέει καὶ ἐκ τοῦ συστήματος Bergregal καὶ ἐκ τοῦ συστήματος Berghoheit, καὶ τὸ ἓν ἔχει τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματά του καὶ τὸ ἄλλο· ἐδῶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν βʹ. περίπτωσιν καὶ ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ὁ λόγος ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον τοῦ 1833, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δεληγεώργης χθὲς καὶ ὅστις μὲ ἔπεισεν ἀμετακλήτως· προβαίνω. Τί ἐστὶ Berg-regal καὶ τί Berghoheit; Bergregal παριστᾷ πλῆρες τὸ βασιλικὸν νόμημα τῆς μεταλλεύσεως, ἤτοι πλήρη τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἤτοι καὶ τὴν ἔμμεσον ἐκμετάλλευσιν· ἡ δὲ Berghoheit παριστᾷ ἐξουσίαν κανονιστικὴν τῶν ἀλλοτρίων μεταλλείων μέχρις ἀφαιρέσεως καὶ ἀπολλοτριώσεως εἰς ἄλλον παρὰ τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους. Τὸ δεύτερον πολὺ ὀλίγον διαφέρει τοῦ πρώτου. Τὸ δεύτερον δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἄνευ τοῦ πρώτου. Παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 εἰσήχθη τὸ δεύτερον σύστημα· ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1861 ἴσχυε κατ’ ἀρχὴν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ σχετικὸν διάταγμα τοῦ 1833. Ἐὰν δ’ ἀποδείξωμεν τοῦτο, βεβαίως καὶ αἱ ἐκβολάδες εἶναι πλῆρες καὶ ἀκέραιον βασιλικὸν νόμημα καὶ δύνασθε καὶ ὡς ἴδιον ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας νὰ ἐκμεταλλευθῆτε αὐτὰς ἀποκρούοντες πᾶσαν ἰδιωτικὴν κτῆσιν ἐπ’ αὐτῶν.
§86ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργ. τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν νὰ σᾶς κάμω· ὁ διοργανισμὸς τοῦ ὑπουργείου εἰς τὸν ὁποῖον γίγνεται λόγος περὶ τοῦ Bergregal περιέχει ἀπονομὴν δικαιοδοσίας, ὄχι δικαίωμα· ὁ νομοθέτης δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ δικαίωμα.
§87ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἠξεύρω αὐτὴν τὴν ἔνστασιν, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα οὕτω. Εἰς τὰ 1861, κύριοι, τί δικαίωμα εἴχετε καὶ ἀφαιρέσατε τὴν ὑπόγειον ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τὸν δίδετε μίαν redevance; τί δικαίωμα ἔχετε κατὰ τὸ σύνταγμα ἄνευ τῆς προϋποθέσεως τοῦ βασιλικοῦ νομήματος; Καὶ ἐὰν εἴχετε δικαίωμα, τότε διατί δὲν τὸ ἔχετε σήμερον; Ἐγὼ λέγω ὅτι καὶ τότε καὶ σήμερον ἔχετε τὸ αὐτὸ δικαίωμα· δύνασθε ὅμως σήμερον νὰ ἀσκήσετε αὐτὸ ἄλλως ἢ ὅπως ἠσκήσατε αὐτὸ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861. Ὡς πρὸς τὰς ἐκβολάδας, κύριοι, καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861· ἄρα εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ τὰς διαθέσωμεν σήμερον ἐλευθέρως κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου τοῦ 1833, ἤτοι θεωροῦντες ἀκέραιον τὸ Bergregal, ἤτοι πλῆρες τὸ βασιλικὸν νόμημα τῆς ἀποκλειστικῆς μεταλλεύσεως. Ἀλλ’ ἂς εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου τοῦ 1833. Τί ἄρα ἐννοεῖ ὁ νόμος ἐκεῖνος; καθὼς ἠκούσατε χθὲς κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ὑπάγεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἐξάσκησις καὶ διατήρησις τοῦ δικαιώματος τοῦ βασιλικοῦ νομήματος τῆς μεταλλεύσεως. Ἀλλὰ τινὲς λέγουσιν ὅτι τὸ δικαίωμα δὲν ὑπάρχει, ἂν καὶ ἡ δικαιοδοσία ἐκανονίσθη· αὐτὸ δὲν εἶναι σωστόν. Πῶς δύναται νὰ ὁρισθῇ τὸ καθῆκον τῆς φυλάξεως καὶ ἡ φύλαξις δικαιώματος μὴ κεκτημένου; Φύσει ἕπεται τῷ φυλάξαι τὸ κεκτῆσθαι καὶ φύσει προηγεῖται τὸ κεκτῆσθαι τοῦ φυλάξαι. Ἐκτὸς τούτου ἡ ἀρχὴ τῶν βασιλικῶν νομημάτων ἀναγνωρισθεῖσα ὡς ὑπάρχουσα, ἐτέθη καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 226 τοῦ Ποιν. Νόμου τὸ ἄρθρον 226 τοῦ Ποιν. Νόμου ἔχει ὡς ἑξῆς· Ὅστις ἀδίκως καὶ ἐν γνώσει ἀντιποιεῖται νομήματα ἡγεμονικὰ καταδικάζεται εἰς χρηματικὴν ποινὴν, ἴσην μὲ τὸ διπλοῦν τῆς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπιγενομένης ζημίας κτλ.» Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις προέβη καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833· διότι ἡ Γραμματεία τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἐξέδωκεν ὁδηγίας τὴν 18 Φεβρουαρίου 1836· διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 10 τῶν ὁδηγιῶν ὁρίζεται, ὅτι βασιλικὰ νομήματα εἶναι τὰ ἑξῆς: α) αἱ ἁλικαὶ, β) τὰ ὀρυκτὰ, γ) οἱ γαιάνθρακες, δ) τὰ λατομεῖα, ε) αἱ γαιωρυχίαι, ϛ) τὰ μεταλλικὰ ὕδατα καὶ ζ) τὰ ἰχθυοτροφεῖα κτλ. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς τὰ ὀρυκτὰ ἐμπεριέχονται κατὰ μείζονα λόγον τὰ μεταλλεῖα. Κατὰ ταῦτα τὸ Κράτος διὰ μὲν τοῦ γνωστοῦ Διατάγματος τοῦ 1833 καθιέρωσεν ἢ ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν τοῦ βασιλικοῦ νομήματος τῆς μεταλλείας καὶ συγχρόνως ἀνέθεσε τὴν φύλαξιν αὐτοῦ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· διὰ δὲ τοῦ ἄρθρ. 226 τοῦ Ποιν. Νόμου ἐξησφάλισε πάντα τὰ βασιλικὰ νομήματα διὰ ποινῆς σπουδαίας· διὰ δὲ τῶν ὁδηγιῶν τοῦ 1836 ἡρμήνευσε καὶ ἐξήγησε ποῖά εἰσι τὰ καθ’ ἕκαστα τῶν βασιλικῶν νομημάτων ὥστε οὐδεμίαν ἀφῆκεν ἀμφιβολίαν τὸ Κράτος περὶ τοῦ ὅτι εἶχεν ἐξ ἀρχῆς τὴν διάνοιαν νὰ ἀσκήσῃ τὴν προνομίαν τῶν βασιλικῶν νομημάτων καὶ ἤσκησεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα πρακτικώτερον. Ἐφαντάσθη ποτέ τις ἰδιώτης νὰ γίνῃ κύριος ἁλικῆς; τίς ποτε ἤθελεν ἀποκτήσει κυριότητα ἐπὶ ἁλικῆς ἐὰν τυχὸν κρύφα ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη εἶχέ που ἁλικάς; Εἶναι ὀρυκτὸν, κύριοι, τὸ μεταλλεῖον; εἶναι ὀρυκτὰ αἱ λεγόμεναι ἐκβολάδες; Ὑπάγονται εἰς αὐτὸν τὸν τύπον; Ναὶ ἢ ὄχι; Πῶς δύναται λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου εἶναι ἰδιοκτησία του; Δὲν εἶναι αἱ ἐκβολάδες ὀρυκτὰ, δὲν εἶναι βασιλικὸν νόμημα, καὶ δὲν εἶναι ἀπαράγραπτα καὶ ἀναπαλλοτρίωτα σχεδὸν τὰ βασιλικὰ νομήματα πάντα; Συμπεραίνω λοιπὸν ὅτι οὐ μόνον ἐδόθη δικαιοδοσία εἰς τὸν ὑπουργὸν ἀλλ’ ἐβεβαιώθη καὶ δικαίωμα πρὸς ἐξάσκησιν τῶν νομημάτων τὰ ὁποῖα εἶναι καταγεγραμμένα ἐνταῦθα εἰς αὐτὰ δ’ ὑπάγεται καὶ ἡ ὄρυξις τῶν μεταλλείων. Δὲν ἠρκέσθη τὸ Κράτος εἰς ταῦτα· διότι ὑπάρχει καὶ νόμος ποινικὸς ὅστις καθιεροῖ τὰ βασιλικὰ νομήματα καὶ τὰ καθιεροῖ διὰ κυρώσεως ἧς μείζων οὐδεμία, διότι ἀπαγορεύει τὴν διατάραξιν αὐτῶν διὰ ποινῆς· πᾶσαι αἱ ἄλλαι διαταράξεις πολεμοῦνται διὰ τῆς ἀγωγῆς uti possidetis ἢ unde vi. Ἡ διατάραξις ὅμως τῶν βασιλικῶν νομημάτων εἴτε βασιλικῶν δικαιωμάτων ἐθεωρήθη τόσον σπουδαία ὥστε ἀπαγορεύεται καὶ διὰ ποινῆς· ἄρθρον 226 τοῦ Ποινικοῦ νόμου «ὅστις ἀδίκως καὶ ἐν γνώσει ἀντιποιεῖται νομήματα ἡγεμονικὰ καταδικάζεται εἰς χρηματικὴν ποινὴν ἰσοδυναμοῦσιν μὲ τὸ διπλάσιον τῆς ζημίας, οὐδέποτε δὲ ἔλαττον τῶν 50 δραχμῶν» ὅστις αὐθαιρέτως καταλάβει ἤτοι ὅστις κλέψει μεταλλεῖα τιμωρεῖται μὲ τὸ διπλάσιον τῆς ζημίας. Δικαίως τὸ ἄρθρον 226 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀγρυπνεῖ μετὰ τοσούτου ζήλου προστατεῦον τὴν μετάλλευσιν· τὸ μέταλλον εἶναι χρῆμα. Τὸ δὲ χρῆμα εἶναι δύναμις τοῦ κράτους· διότι εἶναι τὰ νεῦρα αὐτοῦ καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ παρ’ ἅπασι τοῖς ἔθνεσι τοῖς μὴ ἀγρίοις. Ἐν τούτοις μία ξένη ἑταιρία ἐτόλμησε νὰ προσβάλῃ μετὰ μεγίστης τόλμης καὶ ἰταμότητος ἓν βασιλικὸν νόμημα τοιοῦτον· καὶ ἀντὶ νὰ πληρώσῃ ὡς ποινὴν πολλὰ ἑκατομμύρια ἐτόλμησεν ἡ ἰδία καὶ νὰ ῥαπίσῃ κατὰ πρόσωπον τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν σταλέντα τότε πρὸς ἐξέτασιν, τὸν κ. Γόβανς, ἀφ’ οὗ ἀπέτυχεν ἡ κατ’ αὐτοῦ δωροδοκία! Ἐὰν ὁ νόμος, λέγω, εἶχε ψυχὴν, ἐὰν εἶχε φωνὴν, ἤθελεν ἐκβάλει μεγάλας κραυγὰς, μεγάλους γόους ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης ἀναιδοῦς καὶ τολμηρᾶς ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως! Καὶ θέλετε σήμερον ἀκόμη, κύριοι, ν’ ἀδιαφορῶμεν; σήμερον ὅτε ἐγνώσθησαν ὅλα τὰ ζητήματα; δὲν εἴμεθα τώρα εἰς θέσιν νὰ λάβωμεν αὐτοδυνάμως ὅ,τι μᾶς ἀνήκει, τὸ ἤδη συληθὲν, ἀλλὰ νὰ σώσωμεν τοὐλάχιστον τὸ ἐπίλοιπον εἰς τὸ μέλλον; Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶναι πολὺ τολμηρὰ, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι περισσότερον. Κύριοι, ἐπεκαλέσθην τὸν νόμον τοῦ 1833 ὁ ὁποῖος δὲν κανονίζει μόνον δικαιοδοσίαν ἀλλ’ ἀνακηρύττει τὰ βασιλικὰ νομήματα, ἀναθέτει δὲ τὴν δικαιοδοσίαν, ἤτοι τὴν διοίκησιν, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· σᾶς ἀνέφερα νόμον ποινικὸν, δηλ. νόμον δι’ οὗ ἡ πολιτεία ἐξασκοῦσα τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν ἔθεσε ποινὰς καὶ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ἐγγιχθῶσιν ὑπ’ οὐδενός. Τί περισσοτέραν ἀπόδειξιν θέλετε; Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ὑπὲρ τῆς μεταλλεύσεως ὡς δικαιώματος ἀποκλειστικοῦ τοῦ στέμματος· ἡ ἱστορία εἶναι ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν βασιλικῶν νομημάτων· ἡ Εὐρώπη συνηγορεῖ πᾶσα· ἡ Βαυαρία ἰδίως μαρτυρεῖ, ὅτι οὕτως ἐννοεῖ τὴν μετάλλευσιν· ἐν Σουηδίᾳ, ἐν Νορβηγίᾳ, ἐν Δανιμαρκίᾳ, ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν Ἱσπανίᾳ, ἐν Βαυαρίᾳ πρὸ πάντων τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κυριότητα τοῦ στέμματος, οὐχὶ μόνον μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ κανονισμοῦ, ἀλλὰ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐμμέσου ἐκμεταλλεύσεως· δὲν δύναμαι δὲ νὰ διατυπώσω ἐπιχείρημα καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀντιβασιλεία ἐνόησε νὰ εἰσαγάγῃ τὸν θεσμὸν ἐν Ἑλλάδι ὡς εἶχε καὶ ἐν Βαυαρίᾳ, ὅταν μᾶς ἔκαμε πάντας τοὺς νόμους; Δὲν ἔχετε δὲ ἀνάγκην ἄλλων ἀποδείξεων· ἀλλ’ εὐτυχῶς προσάγεται καὶ ἑτέρα ἀπόδειξις τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ δυνηθῇ τις ν’ ἀντικρούσῃ· προσάγεται εἰδικὴ ἀπόδειξις περὶ τοῦ Λαυρίου· ἔχει ἀποκτήσει ποτε τὸ στέμμα τὸ ἑλληνικὸν ἢ ὁ βασιλεὺς ὁ Ὄθων, ἢ τὸ κράτος αὐτὸ, ἢ τὸ κοινοβούλιον δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ Λαυρίου, ὡς μεταλλούχου γῆς θεωρουμένης; Πῶς τὰ ἀπέκτησε; δικαιώματι πολέμου τὰ ἀπέκτησεν; ἢ τὰ ἀπέκτησε κατὰ τὸν νόμον, ὃν ἐπεκαλέσθη χθὲς ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κοντόσταυλος, quod nullius est, occupantis fit; Ὑπάρχει, κύριοι, συνθήκη διὰ τῆς ὁποίας τὸ κράτος διεδέχθη πάντα τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν δημοσίων νομημάτων τὰ ὁποῖα ὁ Σουλτάνος εἶχε, καὶ δὲν πιστεύω τις ν’ ἀμφιβάλλῃ ἢ νὰ διστάζῃ ὅτι ὁ Σουλτάνος τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως τὸ εἶχε πλῆρες. Ἀφοῦ ἡ δημοκρατία τῶν Ἀθηναίων τὸ ἤσκει, ἀφοῦ ἐπὶ Ῥωμαίων ἠσκεῖτο, ἀφοῦ σύμπασα ἡ Εὐρώπη ἀσκεῖ τοῦτο, δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ τις ὅτι ὁ Σουλτάνος ἀπεῖχε τῆς μεταλλεύσεως· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς ἀνέφερε ῥητοὺς νόμους τοῦ τουρκικοῦ δικαίου, καθ’ οὓς ἡ μετάλλευσις ἦτο ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Σουλτάνου, δηλαδὴ ὅπου ἦτο μεταλλεῖον ἐκεῖ ἦτο καὶ ἡ κυριότης τοῦ Σουλτάνου, καὶ ἑπομένως ὅπου ὑπῆρχε κυριότης τοῦ Σουλτάνου μετεβιβάσθη εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ἰδού τί λέγει τὸ πρωτόκολλον ὑπ’ ἀριθ. 23 τῆς 4 Ἰουνίου 1830 κυρωθὲν ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων τῆς Γαλλίας, Βρετανίας, καὶ Ῥωσσίας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν τὴν Ἀττικὴν καὶ δι’ ἧς ἡγιάσθη τὸ πολύτιμον αἷμα τὸ χυθὲν εἰς αὐτὴν τὴν πεδιάδα. «Συνεπείᾳ τῆς ἀρχῆς ταύτης οἱ πληρεξούσιοι φρονοῦσιν ὅτι ἐκ τῶν κτημάτων τῶν λεγομένων Βακουφίων καὶ κειμένων ἐν ταῖς ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν κατεχομέναις εἰσέτι χώραις, αἵτινες ὅμως μέλλουσι νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς Ἑλλάδος, ὅσα ἀπήρτιζον οὐχὶ ἰδιωτικὰς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἐκκλησιαστικὰς ἢ δημοσίας ὑπὸ τὸ ὀθωμανικὸν σύστημα καὶ ὡς ἀναπαλλοτριώτους κατ’ αὐτὸ, καὶ διεχειρίζοντο παρὰ τοῦ Μεγάλου Βεζύρη ἢ παρὰ τοῦ Κιζλάραγα, θέλουν ἀνήκει αὐτοδικαίως εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος.» Ποῖον τιμιώτερον συμβόλαιον θέλετε ἀπὸ τοῦτο; Ποίαν ἐθνικωτέραν ἑρμηνείαν θέλετε ἀπὸ τὴν γενομένην τόσον πανηγυρικῶς ἐν τῇ τόσον ἐπισήμῳ στιγμῇ; Ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης μανθάνομεν ὅτι οὐδεὶς μέχρι τοῦ 1830 ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τοῦ Λαυρίου, καὶ δεύτερον ὅτι τὰ δημόσια κτήματα μετεβιβάσθησαν συναλλαγματικῶς, αὐτοδικαίως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τώρα ἅμα εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι τὸ Λαύριον εἶναι μεταλλεῖον, δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον συγχρόνως ὅτι ἀνῆκεν εἰς τὸν Σουλτάνον, δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον διὰ τῆς συνθήκης ταύτης ὅτι ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς; ἂν ἀνῆκεν εἰς τὰ 1830 καὶ 1833 εἰς τὸ στέμμα, πότε ἀπωλέσαμεν ἡμεῖς τὰ βασιλικὰ ταῦτα νομῄματα; Θὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀπὸ τὸ 1830 εἶναι τόσος καιρός· ἐν πρώτοις σᾶς λέγω, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς, ἀπὸ τοῦ 1830, τὰ βασιλικὰ νομῄματα ταῦτα δὲν ἐπράξαμεν ἡμεῖς τι; Καὶ ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Κοντασταύλου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐδόθη εἰς ἡμᾶς κτῆμά τι· τί ἔπραξε τὸ Δημόσιον; Τὸ ἔλαβεν ὑπὸ τὴν διαχείρισίν του ἀμέσως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1833, ἂν καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νόμου, ὅταν ἔχωμεν συμβόλαιον, ὅταν ἔχωμεν συνθήκην, καὶ ἐκ τούτου προκύπτουν τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Ἰδοὺ, κύριε ὑπουργὲ, ποῖος εἶναι ὁ καταστατικὸς νόμος τῶν δικαιωμάτων, εἶναι ἡ συνθήκη αὕτη· μολονότι πάντοτε διϊσχυρίσθην ἐγὼ καὶ ἐπιμένω ὅτι τὰ βασιλικὰ νομῄματα ἀνήκουν εἰς τὸ στέμμα αὐτοδικαίως ὡς ἐγκείμενα αὐτῷ. Ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν νόμον τοῦ 1833, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ἡ ἐξουσία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως· ἰδοὺ ὅτι δὲν ἔχομεν μόνον τὴν δικαιοδοσίαν κεκανονισμένην, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν σύστασιν αὐτὴν τοῦ δικαιώματος, ἤδη προηγηθεῖσαν κατὰ τὸ 1830. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς χρόνους τοῦ Ξενοφῶντος, λέγοντες ὅτι εἴμεθα συνέχεια τοῦ Κράτους ἐκείνου· διότι ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν νόμον τοῦ 1830 δι’ οὗ μετεβιβάσθη τὸ δικαίωμα, ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1833 δι’ οὗ ἐκανονίσθη ἡ ὑπερτάτη διοίκησις αὐτοῦ, ἔχομεν τὰς ὁδηγίας, δι’ ὧν ἠσκήθη καὶ ἐξετελέσθη τὸ δικαίωμα, ἔχομεν ποινικὰς διατάξεις πρὸς ἀσφάλειαν αὐτοῦ. Ἓν μόνον πρᾶγμα δύναται νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι τὸ Λαύριον δὲν εἶναι μεταλλεῖον, ἀλλὰ πρέπει νὰ τολμήσῃ τις διὰ νὰ εἴπῃ τοῦτο· ἓν πρᾶγμα δύνανται νὰ μοὶ εἴπωσιν ὅτι ὁ Σουλτάνος δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ αὐτὰ τὰ μεταλλεῖα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τολμήσῃ τις νὰ τὸ εἴπῃ τοῦτο, καὶ δὲν πιστεύω νὰ τολμήσῃ τις ἕως ἐκεῖ. Βεβαίως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω τόσα πολλά, ἀλλὰ πολλάκις τὰ πράγματα γίνονται σπουδαῖα, οὐχὶ ὡς ἐκ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ ὑποκειμένου· καὶ δυστυχῶς ἕνεκα τούτου ἐνασχολούμεθα, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ αἴτιος ὅστις σᾶς βασανίζω τόσον χρόνον καὶ σᾶς ἀπασχολῶ, ἀλλ’ ὅταν ἐπέρχεται μία ἑταιρία οἱαδήποτε τολμῶσα νὰ καταστήσῃ τὴν κλοπὴν δικαίωμα, πρέπει καὶ τὸ τελευταῖον δηνάριον τοῦ λόγου μου νὰ τὸ προσφέρω. Κύριος οἶδε πῶς, διότι ἄλλος ἄλλως ἀντιλαμβάνεται τὸ πρᾶγμα· δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι κἄποια παραγραφὴ χωρεῖ ἐδῶ μέσα· οὐδεμία κατὰ νόμον χωρεῖ· καὶ εἰς τὴν προκειμένην μάλιστα περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει οὐδ’ εἰδικὸς λόγος παραγραφῆς· διότι ταύτην θὰ τὴν κανονίσωμεν ἀπὸ τὴν ἐξάσκησιν τῆς μεταλλεύσεως καὶ θὰ ἔλθω κατόπιν εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἄσκησις τῆς μεταλλεύσεων ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἑταιρίας μόλις πρὸ δύο ἐτῶν. Ἐπομένως σπουδαῖος λόγος δὲν δύναται νὰ γίνῃ περὶ παραγραφῆς, οὔτε συμβαδίζει τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως μὲ τὸ δικαίωμα τῆς τοῦ ἐδάφους κυριότητος, ἀποκτωμένης διὰ παραγραφῆς, ὡς δὲν ἔχει σχέσιν ὁ νόμος, τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις· ἀλλ’ ἐπάγω ἐνταῦθα τὴν Ultima Ratio καὶ τὰ βασιλικὰ νομήματα εἶναι ἀπαράγραπτα· Thibeau System § 1049 «Ausser dem muss das object verjæhrungsfähig sein unfähig hiezn sind alle hocheitsrechte» ἤτοι, «Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ἦναι δεκτικὸν παραγραφῆς· εἰ δὲ μὴ χίλια ἔτη δύνανται νὰ παρέλθωσι χωρὶς νὰ δυνηθῇ τις, καί τοι ἐξασκῶν τὸ δικαίωμά του, νὰ τὸ ἀποκτήσῃ ποτέ. Ἀνεπίδεκτα παραγραφῆς εἶναι πάντα τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας, τοιαῦτα δ’ εἰσὶ καὶ τὰ βασιλικὰ νομήματα. Πλειοτέρας ἀποδείξεις δὲν δύναμαι νὰ φέρω· αὐθεντείας μείζονας δὲν ἔχομεν ἐν Εὐρώπῃ, διότι Μιραβὼ καὶ Thibeau καὶ ἡ Εὐρώπη αὐτὴ πολλὰ ὀλίγους ἔχει. Ἀλλά, κύριοι, λέγουσί τινες «εἴκουσι τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις.» ἡ ἐπιφάνεια ἀνήκει εἰς ἰδιώτας, ἡ πρώην ἐπιφάνεια· ἐπειδὴ δ’ ἐπῆλθον αἱ ἐκβολάδες, ἐγένοντο τῆς πρώην ἐπιφανείας· δὲν ἔρχομαι εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἀνασκευὴν αὐτοῦ τοῦ δόγματος, καθότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι χθὲς ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀνεσκεύασεν ἐπαρκῶς τὸ δόγμα τοῦτο. Ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἰδιωτικὴ ἐπιφάνεια καὶ ἐπετέθησαν ἐκβολάδες, αὗται εἶναι τῆς ἐπιφανείας. Παραδέχομαι ὅτι ὁ κ. Σερπιέρης εἶναι κύριος αὐτοῦ τοῦ τόπου, αὐτοῦ τοῦ χώματος· δύναται νὰ σπείρῃ ἂν θέλῃ, δύναται νὰ φυτεύσῃ ἂν θέλῃ, δύναται νὰ κτίσῃ οἶκον καὶ ἔσται ὁ οἶκος ἰδικός του. Τὸ ἓν δικαίωμα εἶναι διακεκριμένον τοῦ ἄλλου ἐντελῶς. Τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως δὲν ὑπάγεται εἰς τὸν κανόνα «εἴκουσι τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις» διότι αὐτὸ εἶναι ἀφῃρημένον δικαίωμα· εἴτε ὑπὸ εἴτε ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας κεῖται, εἶναι δικαίωμα ἀνεξάρτητον τοῦ τόπου, ἀνεξάρτητον τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ μεταλλεῖον· ἐφ’ ὅσον καλλιεργεῖς ἔχει καλῶς, θὰ λάβωμεν 8% καὶ οὐχὶ 20, ἀλλ’ ἅμα βάλῃς χεῖρα νὰ μεταλλεύσῃς, ἀσκεῖς προνομίαν τοῦ στέμματος· καὶ ἡ προνομία ἀνήκει εἰς ἐμέ, καὶ τὸ μέταλλον εἶναι ἰδιοκτησία μου, καίτοι ἀπὸ τῆς πεφυτευμένης τυχὸν γῆς σου ἐξορυττόμενον. Ὅτι, κύριοι, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου δικαιώματα ἄνευ παραχωρήσεως, καί τοι δυνάμενος ν’ ἀποκτήσῃ κυριότητα ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ χώματος, ἀπεδείχθη. Ἀλλὰ προσθέτω, ἐπάγω ὅτι καὶ παρὰ τοῖς ἀρχαίοις τὸ αὐτὸ ἴσχυεν. Ἀναγινώσκομεν εἰς τὸν Ξενοφῶντα «παρέχει γοῦν ἡ πόλις ἐπὶ ἰσοτελείᾳ καὶ τῶν ξένων τῷ βουλομένῳ ἐργάζεσθαι ἐν τοῖς μετάλλοις»· ἤτοι καὶ πάλαι ἡ πόλις ἐξέδιδεν εἰς μίσθωσιν τὴν ἐκμετάλλευσιν ταύτην ἡ πόλις· οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ δικαιώματος διακατοχῆς ἢ ἰδιωτικῆς κυριότητος ἐπὶ τῶν προπατόρων μας, οὐδέποτε ἰσχυρίσθη τις, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐπὶ τῶν πρὸ χιλιάδων ἐτῶν ἐγκαταλειφθεισῶν ὑπὸ τοῦ κράτους ἐκβολάδων, ἀπωλέσθη καὶ διεβιβάσθη εἰς ἰδιώτας, καὶ ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ πόλις νὰ διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας ταύτας. «Οὐδεὶς γοῦν, λέγει ὁ Ξενοφῶν, οὐδὲ πειρᾶται λέγειν ἀπὸ ποίου χρόνου ἐπεχειρήθη· οὕτω δὲ πάλαι ὀρυττομένης καὶ ἐκφορουμένης τῆς ἀργυρίτιδος κατανοήσατε τί μέρος οἱ ἐκβεβλημένοι σωροὶ τῶν αὐτοφυῶν τε καὶ ὑπαργύρων λόφων οὐδὲ μὴν ὁ ἀργυρώδης τόπος εἰς μεῖόν τι συστελλόμενος· ἀλλ’ ἀεὶ ἐπὶ πλεῖον ἐκτεινόμενος φανερός ἐστὶ». Ἐκ τούτου δὲ τοῦ χωρίου προκύπτει ὅτι αἱ προκείμεναι ἐκβολάδες εἶναι οἱ λεγόμενοι ἐκβεβλημένοι καὶ ὡς ἄχρηστοι ἀπεῤῥιμένοι τότε σωροί· ἤτοι ὅτι αἱ ἐκβολάδες ὑπῆρχον πολλὰς ἴσως ἑκατονταετηρίδας πρὸ τοῦ Ξενοφῶντος. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ὡς ἓν ἔκαμνε τότε παραχώρησιν ἡ παροχὴν ἡ πόλις· οὐδεμία ἐγένετο διάκρισις μεταξὺ ἐκβολάδων ἀρχαίων καὶ μεταλλείων· τὸ αὐτὸ δικαίωμα πάντοτε διετήρει τὸ κράτος, καὶ ἡ πόλις ἐξέδιδεν εἰς μετάλλευσιν καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δέ· οὐδαμῶς ἐφηρμόζετο τὸ εἴκει τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις, ἢ ἄλλη τις ἀνάλογος διάταξις ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς πρώην ἐπιφανείας. Ἀλλά, κύριοι, δύναταί τις εἰπεῖν ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1861 περὶ μεταλλείων, τί χρειάζεται νὰ κάμωμεν νέον νόμον; Μοὶ φαίνεται καὶ ἡ πρότασις ἡ ὑπουργική, καὶ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀμφισβητεῖ, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀλλὰ δὲν φθάνει τοῦτο, καὶ αὐτὴ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἠθέλησεν ἐσχάτως διὰ νέας αἰτήσεως νὰ γίνῃ κυρία αὐτῶν. Καθ’ ἃ χθὲς ἀναλυτικώτερον ἐξέθεσα τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον κανονίζει ὁ νόμος εἶναι αἱ φλέβες, τὰ κοιτάσματα καὶ οἱ σωροί. Εἰς οὐδεμίαν τούτων τῶν κατηγοριῶν δὲν ὑπάγονται αἱ ἐκβολάδες. Ἀλλὰ καί τοι μὴ ὑπαγόμεναι εἰς οὐδεμίαν τῶν κατηγοριῶν δὲν παύουσι νὰ ἦναι μεταλλεῖον, διότι περιέχουσι μέταλλον· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μέταλλον μὴ κανονισμένον, καὶ τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τοῦ μετάλλου προκαλούμεθα σήμερον νὰ κάμωμεν, δηλαδὴ τοῦ μὴ κανονισθέντος τότε· ἀλλά, λέγει ὁ κ. Μίλησης, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριοι, νὰ διαθέσητε, νὰ κανονίσητε τὸ μεταλλεῖον τοῦτο, διατί; καὶ πῶς τὰ λοιπὰ ἐκανονίσαμεν τὸ 1861; πῶς δὲν ἠγέρθησαν τότε αὐτὰ τὰ ζητήματα; διατὶ δὲν παρουσιάσθη τότε κανεὶς νὰ εἴπῃ· πῶς ἁρπάζετε τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πολιτῶν τὴν ὑπὸ τὴν γῆν; πῶς τολμᾶτε νὰ θέσητε δικαίωμα κυριότητος τοῦ κράτους ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν ἰδιοκτήτου τινός; Τοιοῦτό τι οὐδεὶς εἶπε· διότι ὑπῆρχεν ὁ κείμενος νόμος τοῦ 1833· διότι ὑπῆρχον αἱ ὁδηγίαι περὶ βασιλικῶν νομιμάτων, διότι τὸ ἀρχαῖον ἔθιμον τὸ ἀδιακόπως κρατοῦν ἐν Εὐρώπῃ ἦτο γνωστόν, ὅτι τὰ βασιλικὰ νομίματα ἔγκεινται τῷ στέμματι· διότι, εἰδικώτερον, ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν ἡ μετὰ τοῦ Σουλτάνου συνθήκη, ὡς τίτλος ἀπρόσμαχος τοῦ δικαιώματος. Τόσον εἶναι βέβαιον κατ’ ἐμὲ, ὅτι εἶναι παραδεδεγμένη ἡ ἀρχὴ, ὥστε ὡς ἐκανονίσαμεν τὰς τρεῖς ἐκείνας κατηγορίας δυνάμεθα ἀδιστάκτως κατ’ ἐμὲ καὶ σήμερον νὰ κανονίσωμεν καὶ τὴν τετάρτην κατηγορίαν τὴν τῶν ἐκβολάδων. Ἀλλ’ ἀμφισβητεῖ, λέγουν, σήμερον τὰς ἐκβολάδας ὁ Σερπιέρης ἢ ὁ δεῖνα· μήπως τότε δὲν ἠδύνατο ἕκαστος χωρικός, ἕκαστος κάτοχος τοῦ Λαυρίου νὰ φέρῃ καὶ τότε τοιαύτας ἐνστάσεις καὶ ἀμφισβητήσεις; ἔπρεπε νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖράς του τὸ Κράτος καὶ νὰ μὴ διαθέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του μόνον καὶ μόνον, διότι παρουσιάζονται ἐνστάσεις; πόθεν προκύπτει τοῦτο, εἰς ποῖον νόμον στηρίζεται; Αἱ ἐνστάσεις, κύριοι, κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἐμοῦ μεταχειριζομένου τὸν οἶκόν σου ἢ τὴν ἄμπελόν μου, αἱ ἐνστάσεις τοῦ γείτονος, ὅτι αὐτὴ ἀνήκει εἰς αὐτὸν, δὲν ἐμποδίζουσιν ἐμὲ νὰ πωλήσω, νὰ σκάψω, νὰ καλλιεργήσω, νὰ ἐκμισθώσω· ἂν ὁ γείτων μου ἔχῃ δικαίωμα κυριότητος ἢ κατοχῆς ἂς ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια αὐτὸς, ὄχι ἐγὼ, ἀλλ’ ἂν ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια ἠξεύρετε τί θὰ ἀκούσῃ; θὰ ἀκούσῃ ὅτι τὰ βασιλικὰ νομίματα εἶναι ἀπαράγραπτα καὶ δὲν δύνανται νὰ καταληφθῶσιν ὑπ’ οὐδενός· τὸ Κράτος μόνον δύναται νὰ παραχωρήσῃ ἐπὶ χρόνον τὴν ἐξάσκησιν αὐτῶν; Ἡ κλοπὴ, ἡ ἁρπαγὴ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὅταν τὸ κράτος διατίθησι τὰ ἑαυτοῦ εἶναι ἐλεύθερον νὰ τὰ διαθέσῃ ἐφ’ ὅσον βούλεται, καὶ ἂν ἄλλος ἐγείρῃ ἐνστάσεις, ὡς πᾶς καλὸς οἰκογενειάρχης. Λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερον ἀξίωσις ἐπίσημος οὔτε ἀγωγὴ ὑπάρχει μάλιστα νομίζω, καὶ ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη δὲν θὰ παρεμπόδιζεν ἡμᾶς νὰ διαθέσωμεν τὰ ἡμέτερα κατὰ βούλησιν. Ἂν ἔχῃ τις δικαίωμα, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἂς διεκδικήσῃ ἐλευθέρως τὸ δικαίωμά του, ἂς ἀποδείξῃ ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι μεταλλεῖον, ἤτοι ὅτι δὲν περιέχουσι μέταλλον: ἂς ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ μεταλλεῖα δὲν εἶναι βασιλικὸν νόμημα· ἂς ἀποδείξῃ ὅτι τὰ βασιλικὰ νομήματα ἁρπάζονται κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἀστικοῦ δικαίου διὰ κατοχῆς ἢ διὰ παραγραφῆς, ἂς ἀποδείξῃ ὅτι αἱ ἐκβολάδες παραχωρήθησαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ κράτους, καὶ ἂς τὰς λάβῃ. Κύριοι, ὁ νόμος τοῦ 1861 δὲν εἶχεν ἀντικείμενον τὰς ἐκβολάδας καὶ οὐδεὶς ἀπέκτησε δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν, διότι μόνον διὰ νόμων καὶ διὰ παραχωρητηρίων χορηγεῖται τὸ δικαίωμα αὐτό. Εἶπον, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκβολάδας, καὶ οὐδέν τις ἀπέκτησε δικαίωμα· αἴτησις περὶ παραχωρήσεως αὐτῶν οὐδεμία ἐγένετο. Τί φοβεῖσθε λοιπὸν, ὅτι τὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦναι τόσον ἄστοργα ὥστε νὰ πλάσωσι τίτλον μὴ ὑπάρχοντα; νὰ εἴπωσιν· ὑπάρχει νόμος, ὑπάρχει αἴτησις, ὑπάρχει παραχώρησις! φοβεῖσθε ὅτι θὰ παραγνωρισθῇ ποτε ἡ ἁπλουστάτη αὕτη ἀρχὴ, ὅτι τὰ βασιλικὰ νομήματα εἶναι ἀπαράγραπτα; Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, τὸ κοινοβούλιον ἂς ἀσκήσῃ τὴν κυριαρχίαν του· μένει κατόπιν ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν τὸ δικαστήριον. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν περιέχουσι μέταλλον· δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσὶ παρακεχωρημέναι ἤδη· δὲν δύνανται ὅμως νὰ ἀπαγορεύσωσι τῷ κοινοβουλίῳ τοῦ νὰ θεωρήσῃ αὐτὰς ὡς βασιλικὸν νόμημα, ἂν περιέχωσι μέταλλον· ἀξιῶ, ὅτι, ὅταν τὸ κοινοβούλιον ἀσκῇ τὰς προνομίας του, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ σταματήσῃ, διότι αἱ προνομίαι κεῖνται ὑπεράνω παντὸς νόμου καὶ πάσης δικαιοδοσίας· πάσης δικαιοδοσίας ἀνώτεραι εἶναι αἱ προνομίαι τοῦ κοινοβουλίου, ἤτοι τοῦ βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς· θὰ ἦναι ὡραῖον πρᾶγμα, κύριοι, νὰ παραπέμψῃ τὸ κοινοβούλιον τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις μετὰ 20, μετὰ 30 ἔτη, ὅτε δὲν θὰ ὑπάρχωσιν αἱ ἐκβολάδες, ἑπομένως οὐδὲ τὸ βασιλικὸν νόμημα. Ἀνακεφαλαιῶν, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι τὸ δίκαιον ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου, εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· ὅτι καὶ ὁ νόμος, ἤτοι τὸ καθεστὼς δίκαιον, ἤτοι τὸ θετικὸν δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· ἐν περιλήψει σᾶς λέγω, ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ 1830, εἶναι νόμος τῆς οὐσίας καὶ αὐτός· νόμος συστατικὸς τοῦ κράτους εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων, καὶ νόμος συστατικὸς τῶν βασιλικῶν νομημάτων κατὰ διαδοχήν· ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1833 ὅστις ἔπλασε τὴν δικαιοδοσίαν δὲν ἔπλασεν αὐτὴν ἄνευ ἀντικειμένου, ἀλλὰ προϋπῆρχε τὸ ἀντικείμενον καὶ ἐπηκολούθησεν ἡ δικαιοδοσία· ὅτι ἐπῆλθον κατόπιν αἱ ὁδηγίαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1836 καὶ εἰς τὰς ὁδηγίας αὐτὰς ἀναφέρονται ῥητῶς τὰ ὀρυκτὰ ἐν οἷς καὶ τὰ μέταλλα· ὅτι ὁ δυστυχὴς ὁ νομοθέτης τοῦ ποινικοῦ κώδικος διὰ τοῦ ἄρθρου 226, οὐ μόνον δὲν ἐβεβαίωσε τὴν ὕπαρξιν τῶν νομημάτων κατὰ τοὺς διαληφθέντας νόμους, ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῆς στοργῆς ἐμερίμνησε περὶ τῆς μὴ ἀντιποιήσεως αὐτῶν ὑπὸ ἰδιώτου ἄνευ παραχωρήσεως. Λέγω λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ ἀπολύτου δικαίου, τοῦ καθαροῦ δικαίου, εἶναι καὶ τὸ θετικὸν δίκαιον καθαρώτατα ὑπὲρ ἡμῶν. Ὅτι δὲ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσητε σήμερον ἀναμφισβητήτως, τὸ ἀπεφασίσατε σεῖς οἱ ἴδιοι, καὶ ἀπεφασίσατε εἰς τὸ 1861. Σᾶς εἶπον ὅτι τὰ μέταλλα τὰ λοιπὰ, αἱ λοιπαὶ κατηγορίαι ἐκανονίσθησαν, ἡ δὲ κατηγορία αὕτη δὲν ἐκανονίσθη καὶ σήμερον ἔχετε τὸ δικαίωμα οὐ μόνον νὰ τὴν κανονίσητε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν διαθέσητε· διότι ὁ κανονισμὸς τῶν λοιπῶν κατηγοριῶν μηδὲν προδικάζει· ἡ ἀμφισβήτησις τῶν δικαιωμάτων καθ’ ἑαυτὴν δὲν φέρει τὴν στάσιν τῆς ἐξασκήσεως τῶν προνομίων τοῦ κοινοβουλίου. Τὸ κοινοβούλιον βαδίζει. Εἶπον, κύριοι, ὅτι οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων ὑφίσταται· διότι οὔτε ὁ νόμος ὑπῆρχεν εἰς ὃν νὰ ὑπάγεται αὕτη ἡ κατηγορία, οὔτε αἴτησις ἐγένετο ὡς πρὸς αὐτὰς, οὔτε παραχωρητήριον ἐξεδόθη· δὲν πρόκειται λοιπὸν ν’ ἀποφασίσητε περὶ δικαιώματός τινος. Ἀληθῶς ἀκριβολογῶν δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι τὸ ἄχρι τοῦδε ἐκμεταλλευθὲν δὲν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν. Καὶ χθὲς εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ διατάξωμέν τι διὰ τὸ ἄχρι τοῦδε μεταλλευθὲν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ κανονίσωμεν τὸ δίκαιον τῆς μεταλλεύσεως εἰς τὸ μέλλον; Τὸ παρελθὸν μόνη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία κρίνει, ἀλλὰ τὸ μέλλον εἶναι ὅλως διόλου εἰς τὸ κράτος καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κοινοβουλίου. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν ν’ ἀκριβολογήσωμεν αὐστηρότερον διὰ τὸ παρελθὸν, εὑρίσκομεν ὅτι ἔχομεν ἤδη νόμον καὶ διὰ τὸ παρελθόν· ἔχομεν τὸ ἄρθρον 226 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον κελεύει ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν τὸ διπλάσιον τοῦ ἐξορυχθέντος ποσοῦ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία τόσον ἀσεβῶς ἠδίκησε τὸν τόπον καὶ τόσον φιλοστόργως, οὕτως εἰπεῖν, ἐφιλοξενήθη. Τὸ παρελθὸν νὰ μὴ τὸ κανονίσωμεν, διότι ἔχομεν ἤδη νόμον περὶ τούτου, ἀλλὰ τὸ μέλλον πρέπει ἀφεύκτως καὶ ἐσπευσμένως νὰ κανονισθῇ μέχρι διαθέσεως.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε καμμίαν τροπολογίαν;
§89ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑπέβαλον χθές.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§91ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἐτελείωσα ἀκόμη.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἆ! pardon.
§93ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐπηρεάζομαι καὶ ἀπὸ τὸν ὑλικὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἀνεβίβασα δὲ τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος εἰς δισεκατομμύριον καὶ ἐφάνην ὑπερβολικός· εἶναι ὅμως θετικὸν ὅτι ἐπὶ μόνων 15,000 στρεμμάτων ἀναβαίνει ἡ ἀξία τῆς ἀργυρίτιδος αὐτῆς γῆς μέχρι 200, 000,000· σᾶς εἶπον ὅμως ἐγὼ ὅτι εἶναι πολλαὶ χιλιάδες στρεμμάτων φορτωμένων μὲ τὴν γῆν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι πολὺ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ θλίβει περισσότερον εἶναι ὁ ἠθικὸς λόγος (σιγὴ βαθεῖα). Μοὶ φαίνεται, κύριοι, πολὺ λυπηρὸν νὰ μᾶς μεταχειρίζωνταί τινες ὡς ἀνατολίτας· μοὶ φαίνεται πολὺ λυπηρὸν ἕκαστος τυχαῖος ἄνθρωπος ν’ ἀναχωρῇ ἐξ Εὐρώπης διὰ τὴν Ἑλλάδα ἢ τὴν Τουρκίαν διὰ νὰ πλουτίσῃ ἄνευ ἱδρῶτος· δὲν μοὶ ἀρέσκει αὐτὴ ἡ κατηγορία εἰς ἣν μᾶς ὑπάγουσί τινες· δὲν θέλω νὰ ἦμαι βάρβαρος, κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἦμαι φελλάχος. Καὶ τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ εἶναι λίαν ἀνεπτυγμένον ἐν Ἑλλάδι, καὶ λίαν ἠπατημένοι εἶναι οἱ κύριοι οἱ θέλοντες νὰ μᾶς μεταχειρισθῶσιν οὕτω. Πολλάκις ἀνέγνωσα εἰς πολλὰς περιηγήσεις, ὅτι Εὐρωπαῖοι ἔμποροι μεταβαίνουσιν εἰς λαοὺς ἀγρίους καὶ ἀπατῶσιν αὐτούς· καὶ δίδουσι γυαλιὰ καὶ λαμβάνουσι χρυσόν· ἀλλὰ τοῦτο γίνεται εἰς τοὺς μαύρους τῆς Σενεγάλης, τοῦτο γίνεται εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἀφρικὴν, δὲν δύναται νὰ γίνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα· μὴ δέχεσθε τὴν τοιαύτην ἀτίμωσιν νὰ μᾶς κλέπτωσί τινες, νὰ μᾶς λῃστεύωσι καὶ νὰ θέλωσιν ἔπειτα νὰ ὁμολογήσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ὅτι αὐτοὶ εἶχον δίκαιον, νὰ καθιερώσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν καθ’ ἡμῶν κλοπὴν ὡς δικαίωμα. Πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ διαθέσωμεν τὴν ἀργυρῖτιν ταύτην γῆν. Ὡς καὶ τὸ χῶμα μᾶς ἐκιβδήλωσαν, μᾶς τὸ παρεμόρφωσαν διὰ νὰ μᾶς πείσουν ὅτι εἶναι μικρόν τι πρᾶγμα. Διὰ τί ὁ Ξενοφῶν ὀνομάζει τὴν γῆν ἀργυρῖτιν; διὰ τί αὐτοὶ δὲν μᾶς τὴν ὀνομάζουν ἀργυρῖτιν, ἀλλὰ γῆν μολυβδοῦχον. Ὁ μόλυβδος εἶναι σκωρία, τὸ κύριον ἀντικείμενον εἶναι ὁ ἄργυρος, καὶ ἄργυρος τηλικοῦτος, ὥστε ὁ Ξενοφῶν ἐδίδασκεν ὅτι οἱ φόροι εἶναι περιττοὶ σχεδόν. Ἕκαστος πολίτης Ἀθηναῖος δύναται νὰ ἔχῃ τρία ἀνδράποδα ἐκεῖ νὰ δουλεύῃ καὶ νὰ ζῇ ἀνέτως χωρὶς νὰ ἐργάζεται αὐτὸς, χωρὶς νὰ πληρόνῃ φόρους. Ὁποία τροπὴ τῶν πραγμάτων! παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἐδέσποζεν ἡ πόλις τῶν μεταλλείων, εἰργάζοντο δὲ τὰ ἀνδράποδα ὑπὲρ τῆς πόλεως. Παρ’ ἡμῖν δεσπόζουσί τινες τῶν μεταλλείων διὰ νὰ καταστήσωσιν ἡμᾶς ἀνδράποδα· καὶ ταῦτα διὰ τῆς περιουσίας μας. Πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἀμέσως πᾶσα κατανάλωσις πᾶσα ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων θεωρουμένων ὡς ἐθνικὴ ἰδιοκτησία μέχρις οὗ κανονισθῇ διὰ νόμου ἡ περαιτέρω διάθεσις· παρακαλῶ δὲ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ φέρωσι νόμον ἀμέσως περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς ταύτης ἰδιοκτησίας. (ῥαγδαῖα χειροκροτήματα.)
§94ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον. (Θόρυβος εἰς τὸ ἀκροατήριον.)
§95ΕΤΕΡΟΣ. Σήμερον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσυγχώρησα τὰ χειροκροτήματα διότι ἤρχισεν ἡ βουλὴ πρώτη, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω οὐδόλως εἰς τὰ ἀκροατήρια νὰ ἐπέμβωσι καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς βουλῆς οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι θὰ ᾖναι σοβαρά.
§97ΤΙΝΕΣ. Αὔριον (θόρυβος).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§100ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε! Καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν πρέπει νὰ λυθῇ, διότι διὰ τῆς ἀναβολῆς θὰ δώσωμεν ἓν μάθημα εἰς τοὺς ἀκροατὰς νὰ μὴ ἐπεμβαίνουν δι’ ἐπιδοκιμασιῶν καὶ ἀποδοκιμασιῶν εἰς τὰς ἐργασίας μας. (θόρυβος).
§101ΛΑΠΑΣ. Νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον (θόρυβος).
§102ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε! τρὶς σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον· ἐὰν μοὶ ἐδίδετε τὸν λόγον ἤθελον ἐκδηλώσει τὸ φρόνημά μου· καὶ ἕκαστος ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἀντιθέτως ἤδη τείνει, ἀλλ’ ἡ ἐπέμβασις τοῦ ἀκροατηρίου ἐπὶ ἑνὸς τοσούτῳ μεγάλου ζητήματος μὲ θέτει εἰς ἀμφιβολίαν καὶ μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν. (θόρυβος).
§103ΛΑΠΑΣ. Δὲν δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ μᾶς πιέζῃ. (θόρυβος εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§104ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐσυγχωρήσαμεν εἰς ἄλλας περιστάσεις νὰ ἐπηρεασθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν σῶμα.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐπηρεάζεται.
§106ΔΑΓΡΕΣ. Ἐδῶ εἶναι, κύριοι, ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν φίλων μου ὅσοι μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ συζητήσουν μετ’ ἐμοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ, νὰ εἴπουν ὁποίαν γνώμην εἶχον, αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν προλαμβάνω νὰ εἴπω, διαμαρτύρομαι ὑπὲρ τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ ἔθνους ὅτι ἂν προβῆτε εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, εἶμαι κατὰ πάσης προτάσεως τεινούσης νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας περὶ ἧς πρόκειται· διότι αὐτὸς ὁ ἔξω κόσμος θὰ εἴπῃ δικαίως ὅτι αἱ ἀποφάσεις σας εἰσὶν ἀπόῤῥοια τῆς πιέσεως τῶν ἀκροατηρίων (θόρυβος). Ὅσον θέλετε πιέσατε, δὲν θέλομεν ἐπιτρέψει εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας δικαίωμα νὰ ἐκφέρουν γνώμην ν’ ἀναμιχθοῦν εἰς τὰς ἐργασίας μας.
§107ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§108ΔΑΓΡΕΣ. Αἱ ἐπιδοκιμασίαι, αἱ ἀπιδοκιμασίαι δὲν πρέπει νὰ ἐπενεργοῦν ἐπὶ τῆς ψήφου ἡμῶν. Εἶπον ὅτι ἤθελον ζητήσει τὸν λόγον, καὶ τὸν ἔχω ζητήσει, καὶ πιστεύω, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος ἕνεκα πολλῶν ἀσχολιῶν δὲν ἐπρόσεξεν, εἷς ἐκ τῶν γραμματέων θὰ μ’ ἔχῃ σημειώσει νομίζω. Ἂν ἤθελον ὁμιλήσει ἠμποροῦσα νὰ εὑρίσκωμαι εἰς διαφωνίαν μετά τινων φίλων μου πολιτικῶν, καθ’ ὅσον τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐσυζητήθη μεταξὺ τῶν ἰδιαιτέρων κύκλων ἡ ἰδέα ἐμοῦ καί τινων φίλων μου ἦτον ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα ἀνεξαρτήτως πάσης χροιᾶς πολιτικῆς, πάσης ἐπηρείας κυβερνητικῆς, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ὀφείλετε νὰ τὸ λύσητε ἄνευ ἐξωτερικῶν πιέσεων (θόρυβος). Παρατηρῶ εἰς τοὺς θορυβοῦντας ὅτι, ὅτε ἐγὼ ἐσκεπτόμην καὶ ἐνήργουν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, αὐτοὶ οὔτε εἶχον κἂν κατὰ νοῦν αὐτό. Λοιπὸν, κύριοι, ὁποιανδήποτε ἀπόφασιν ἐκφέρετε, δὲν θὰ τὴν ἀποδώσῃ ἡ κοινωνία εἰς σᾶς, θὰ τὴν ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἐπήρειαν τῶν ἐπιδοκιμασιῶν καὶ ἀποδοκιμασιῶν (θόρυβος). Προσέξατε, ἔστε ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ Σώματος τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζετε, καὶ ὑπερηφάνως ἐκτελεῖτε τὸ καθῆκόν σας.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ καὶ πάλιν εἰς τὰ ἀκροατήρια ὅτι δὲν θέλει ἐπιτραπῆ ἡ παραμικρὰ ἐπέμβασις, εἶπον ὅτι ἐσυγχώρησα τὰ χειροκροτήματα πρὸ ὀλίγου τοῦ ἀκροατηρίου, διότι τὰ ἐπροκάλεσαν, δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τοῦτο, οἱ κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἐὰν θέλουν ἂς χειροκροτήσουν. Ὄχι, δὲν ἐπιθυμῶ, φίλοι συνάδελφοι, νὰ καθιερωθῇ αὐτὸ τὸ κακὸν φράγκικον συνήθειον ἡμεῖς εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς νὰ χειροκροτῶμεν ἢ νὰ ἀποδοκιμάζωμεν ἀλλ’ ὁπωσδήποτε οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα. Σεῖς ὅμως φίλοι μου (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ ἀκροατήριον) δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνετε ἐδὼ οὔτε ἐπιδοκιμάζοντες οὔτε ἀποδοκιμάζοντες. Τὸ σύνταγμα σᾶς δίδει πλῆρες δικαίωμα νὰ ἐπιδοκιμάζετε ἢ νὰ ἀποδοκιμάζετε, ἀλλ’ οὐχὶ ἐδώ. Δευτέραν ἐκδήλωσιν ὁποιανδήποτε τοῦ ἀκροατηρίου, δὲν θέλω ἐπιτρέψει. Ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοὶ ἀνέθεσε τὸ καθῆκον δι’ ἀποφάσεώς της νὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν ὁποιουδήποτε ἀκροατηρίου τὸ ὁποῖον ἤθελε δώσει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ ὅτι θ’ ἀδικήσω δι’ αὐτοῦ τοῦ βήματος τοὺς περισσοτέρους οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν καὶ μένουν ἥσυχοι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ διακρίνω ποῖοι μένουν ἥσυχοι καὶ ποῖοι δὲν μένουν. Ἀπὸ τοῦδε ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τοὺς φιλησύχους, ὀφείλετε νὰ τηρήσητε σεβασμὸν πρὸς τὸ κοινοβούλιον· ὁποιανδήποτε ἀπόφασιν ἐκφέρῃ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόφασις Βουλῆς, καὶ νὰ τὴν σεβασθῆτε, καὶ νὰ τὴν ἐπικρίνητε ἢ νὰ τὴν ἐπιδοκιμάζητε ἐκτός.
§110ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον τί γίνεται ἐν τοῖς θεωρείοις.
§111ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν τελειώνει τὸ ζήτημα. Θέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρότασις ἀναβολῆς.
§113ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπίσης, κύριοι, δὲν αἰτιῶμαι καὶ ἐκείνους οἵτινες ἐπιμένουν ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ λυθῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα, διότι ὅσον περισσότερον βιάζονται, τόσον μεγαλειτέραν εὐθύνην ἀναλαμβάνουν εἰς ἑαυτούς. Ἂς προβῶμεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἦλθα ἁπλῶς πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἐκθέσω ἰδέας καὶ θεωρίας.
§114ΤΙΝΕΣ. Ἔγεινε πρότασις ἀναβολῆς.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἀναβολήν.
§116ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφερον τὰς διετύπωσα εἰς πρότασιν, ἣν σᾶς ἀναγινώσκω.
§117ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ καθήσουν οἱ κ. βουλευταὶ κάτω ἢ νὰ φύγουν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§119ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐγὼ κατὰ πεποίθησιν ἐθεώρησα τὰς ἐκβολάδας ὡς ἐθνικάς· ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ διετύπωσα τὴν ἀκόλουθον πρότασιν. Ἄρθρ. 1. Μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ περὶ τῶν παλαιῶν ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν μεταλλούχων χωμάτων τῶν ἐξορυχθέντων παρὰ τῶν ἀρχαίων, εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ὁ θέλων νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν ὀφείλει· ά) Νὰ δηλώσῃ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ λάβῃ, καὶ τὴν θέσιν, ἐν ᾗ κεῖνται, καὶ βʹ) Νὰ δώσῃ ἀξιόχρεων ἐγγύησιν ὅτι θέλει συμμορφωθῇ μὲ τὸν ἐκδοθησόμενον νόμον. Ἄρθρ. 2. Ἡ ἐγγύησις θέλει εἶσθαι ἴση μὲ τὰ ⅔ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν ἐκβολάδων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περιεχομένου εἰς αὐτὰς μολύβδου καὶ ἀργύρου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς, ἐμπλουτισμοῦ καὶ καμινεύσεως. Ἄρθρ. 3. Ἡ καθαρὰ πρόσοδος προσδιορίζεται ἐν ἀρχῇ ἑκάστου ἔτους ὑπὸ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὡς πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, τοὺς προέδρους τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δύο καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, διοριζομένους διὰ Β. Διατάγματος. Ἡ ἐξακρίβωσις τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐπαναλαμβάνεται ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὁσάκις ἡ κυβέρνησις τὸ κρίνει ἀναγκαῖον.
Ν. ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ.
Λοιπὸν παρακαλῶ, ἂν θέλετε, νὰ λύσητε τὴν πρότασιν ταύτην ἀπόψε.
§120ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ ἀπόψε, καὶ σὲ παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ μὲ σημειώσῃς πρῶτον αὔριον.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καθίσατε, κύριοι, γίνεται πρότασις ἀναβολῆς.
§122ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς παρακαλῶ νὰ μὲ δώσητε τὸν λόγον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§124ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ σπουδαιότερος λόγος, δι’ ὃν πρέπει... (θόρυβος).
§125ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Μιχαλόπουλε, ἔγεινε πρότασις ἀναβολῆς.
§126ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι κάμνετε τὸν κοινοβουλευτικὸν ἄνδρα. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸ προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁμιλήσω· δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόψητε. Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ἀκριβῶς τρεῖς λέξεις. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, διότι καὶ χθὲς τὸ ἐπανέλαβον καὶ πάλιν σᾶς τὸ λέγω, αὔριον ἢ ἀπόψε τὸ μεσονύκτιον γίνεται γενικὴ λειποταξία πολλῶν βουλευτῶν. (θόρυβος μέγας).
§127ΛΑΠΑΣ. Πρέπει νὰ ἐντραπῇ νὰ λέγῃ αὐτὰ, διότι ἐγὼ ἔχω τὸ μεγαλείτερον συμφέρον.
§128ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀκούσατέ με νὰ ἐξηγηθῶ.
§129ΛΑΠΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καὶ δὲν εἶμαι λειποτάκτης.
§130ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἀνακαλῶ, ἐὰν ἐσκανδάλισέ τινα ἡ λέξις. Δὲν τὸ ἀνακαλῶ ἀπὸ τὰς φωνάς σας· τὸ ἀνακαλῶ, διότι δὲν ἐνόησα νὰ προσβάλω κανένα. Εἶπον ὅ,τι εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι ἕνεκα τῶν ἑορτῶν θὰ ἀναχωρήσουν.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§132ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ λέξις λειποταξία ἐνοήθη κακῶς, τὴν ἀνακαλῶ. Πολλοὶ λοιπὸν θὰ φύγουν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν· ἐγὼ πρῶτος.
§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, πρὶν σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς, νὰ θελήσῃ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἐμὲ ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ οὗ πρόκειται. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἀναμιγνύομαι εἰς τὰ δημόσια, οὐδέποτε εὑρέθην εἰς θέσιν τόσον δύσκολον, ὅσον ἐξ ὅτου ἠναγκάσθην νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀντικείμενον τῶν ἐκβολάδων. Δύω δὲ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν δύσκολον τὴν θέσιν μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου ἐξαιρετικῶς σπουδαίου, ἀντικειμένου μεγίστης ἀξίας· πρόκειται ὅπως μὲν λέγει ἡ ἐπιτροπὴ τῶν εἰδημόνων, ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς Λαύριον, περὶ 129,000,000 καθαρᾶς προσόδου, ὅπως δὲ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν τὴν γενομένην ἐν Παρισίοις, ἂν βεβαιωθῇ ὅτι εἶναι ἀκριβὴς, περὶ 500,000,000, καθὼς δὲ ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Βενδεδῆς, ἐν τῇ σήμερον ἀναγνωσθείσῃ ἀναφορᾷ του πρόκειται περὶ 600,000,000, ἐὰν πιστεύσωμεν ὅτι πραγματικῶς ἔχομεν πρόχειρον καὶ ἀξιόχρεων ἀγοραστὴν διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὰ χώματα περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται πρὸς 7 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Ἀφίνω δὲ ὅτι ὁ κύριος Ῥοντήρης ἀνεβίβασε τὴν ἀξίαν εἰς δισεκατομμύριον, καὶ ἐνδέχεται νὰ ᾖναι τοῦτο ἀληθές, διότι τὰ 129,000,000, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ ἐπιτροπὴ τῶν εἰδημόνων, περιορίζονται εἰς τὰ χώματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸν χῶρον τὸν παραχωρηθέντα εἰς τὸν κύριον Σερπιέρην, ἐν ᾧ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τοιαῦτα χώματα εὑρίσκονται εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη τῆς ἐπικρατείας. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀντικειμένου μεγίστης σημασίας, καὶ οὗτος εἶναι ὁ πρῶτος λόγος, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου· ὁ δεύτερος λόγος εἶναι, ὅτι διὰ τὴν ἐπιτυχῆ καὶ ἀκριβῆ λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἀπαιτοῦνται γνώσεις ἀναγόμεναι εἰς τὴν σφαῖραν ἐπιστημῶν, τῶν ὁποίων, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι κάτοχος. Γνωρίζετε, κύριοι, πόθεν καὶ πῶς ἔλαβεν ἀρχὴν τὸ προκείμενον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τόσας ἡμέρας τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον συγκινεῖ, καὶ δικαίως, ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν. Εἰς τὸν τόπον ὁ ὁποῖος παρεχωρήθη ἐντὸς τῆς Λαυριακῆς χώρας εἰς τὸν κύριον Σερπιέρην ὡς μεταλλεῖον ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου ἀνεκαλύφθησαν χώματα, τὰ ὁποῖα μετὰ πολλὰς ἐξετάσεις εὑρέθησαν περιέχοντα εἰς μεγάλην ποσότητα μόλυβδον καὶ ἄργυρον. Τὰ χώματα ταῦτα φαίνεται ὅτι μέχρι τινος ἦσαν ἄγνωστα εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κύριον Σερπιέρην. Πρῶτος ὁ ὁποῖος ἔδωκεν νύξιν περὶ τῆς ὑπάρξεως τούτων, φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ ὀρυκτολόγος Γώβανς, ὅστις ἀπεστάλη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Κυρίου Αὐγερινοῦ διὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς καθαρᾶς ποσότητος τῆς παραγομένης ἐκ τῶν σκωριῶν. Ὀλίγον βραδύτερον ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἦτον ὑποχρεωμένος ὁ κ. Σερπιέρης νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον εἰς τὴν κυβέρνησιν περὶ τῶν ἐνιαυσίων ἐργασιῶν του· ἀλλὰ κύριοι, εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ πρᾶγμα δὲν ἐθεωρήθη πολὺ σπουδαῖον, διότι ἀφοῦ καὶ τὰ χώματα ταῦτα περιείχοντο εἰς τὸν χῶρον, ὁ ὁποῖος παρεχωρήθη ὡς μεταλλεῖον, ἐθεωρήθησαν ὡς ὑπαγόμενα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων καὶ ἑπομένως ὡς συμπεριλαμβανόμενα εἰς τὸ μεταλλεῖον, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς τὸν κ. Σερπιέρην· ὀλίγον βραδύτερον ἤρχισε νὰ ἐγείρεται τὸ ζήτημα μὴ τυχὸν τὰ χώματα ταῦτα δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸ μεταλλεῖον, διότι κατὰ τὰς κρίσεις καὶ τὰς ἰδέας πολλῶν δὲν δύναται νὰ ᾖναι μεταλλεῖον ὅ,τι ἐξωρύχθη εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, καὶ εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς· διὰ νὰ ᾖναι μεταλλεῖον πρέπει νὰ κῆται εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς καὶ ν’ ἀπαιτοῦνται πολλαὶ ἐργασίαι, καὶ ἀβεβαίου ἐξαγομένου ἐπιχειρήσεις. Ἀλλ’ ἅμα ἐγένετο ἡ ἔνστασις αὕτη, τὴν ἀπέκρουσε μὲ ὅλην τὴν δύναμίν του ὁ κύριος Σερπιέρης. Ὅτε δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν νομικῶν, ὁ κ. Προβελέγγιος εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεφάνθη ὑπὲρ τοῦ κ. Σερπιέρη, τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην φαίνεται ὅτι εἶχε καὶ τότε ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Σαράβας, περιωρίσθη δὲ ἡ ἀμφισβήτησις εἰς ἕτερον ζήτημα, ὅτι δηλ. τὰ χώματα δὲν περιέχουν ἔνθειον ἀργυροῦχον μόλυβδον, ἀλλ’ ἀνθρακικὸν ἀργυροῦχον μόλυβδον. Βραδύτερον ἐστάλη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον προήδρευε ὁ κ. Δεληγεώργης· σημειωτέον ὅμως, ὅτι καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἂν καὶ ἔβλεπεν ὅτι ὁ κ. Σερπιέρης ἐξηκολούθει νὰ λαμβάνῃ χώματα καὶ νὰ τὰ συγκαμινεύῃ μὲ τὰς σκωρίας, δὲν ἔλαβε κανὲν μέτρον πρὸς παρεμπόδισιν αὐτοῦ, καὶ κατ’ ἐμὲ ἔπραξε τοῦτο πολὺ δικαίως καὶ πολὺ φρονίμως, διότι ἀφοῦ ἦτο εἰσέτι ἀμφισβητούμενον τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ τις θετικῶς ἂν ὁ κ. Σερπιέρης λαβὼν παραχώρισιν τοῦ μεταλλείου αὐτοῦ, ἦτο ἢ ὄχι κύριος τῶν χωμάτων αὐτῶν, ἤθελε θεωρηθῆ ὡς αὐθαιρεσία πᾶσα παρεμπόδισις αὐτοῦ περὶ τὴν χρῆσιν τῶν χωμάτων τούτων, καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς κυβερνήσεως ἤθελε δώσει δικαίωμα εἰς τὸν κ. Σερπιέρην νὰ σύρῃ τὸ δημόσιον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ νὰ ζητῇ ἀποζημιώσεις. Τί ἔπραξαν αἱ ἐπιτροπαί, καὶ ἰδίως ἡ τελευταία, ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς τὸ Λαύριον, κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἐπαναλάβω, διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσίν της.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ ποῖον ἐστάλη;
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ὑμᾶς. Εἰς τοιαύτην, κύριοι, κατάστασιν εὕρομεν τὰ πράγματα, ὅτε ἡμεῖς ἐπελήφθημεν τοῦ ζητήματος τούτου· ὅτε ἀπεφασίσαμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς λύσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν δύω γνώμας. Ἡ μία γνώμη ἦτο ἡ ὑποστηριζομένη ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀπὸ διαφόρους ἐξόχους νομικούς, καθ’ ἣν ἐχαρακτηρίζοντο τὰ χώματα ταῦτα ὡς μεταλλεῖον, καὶ ἐθεωροῦντο ὅτι δικαιώματι ἀνήκουσιν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶχε λάβει παραχωρητήριον πρὸς ἐκμετάλλευσιν ἐν τῷ χώρῳ ἐκείνῳ. Ἡ ἄλλη γνώμη ἦτο, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα, ἐπειδὴ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς καὶ ἐπειδὴ εἶναι προϊὸν ἀνθρωπίνης ἐργασίας ἐκτελεσθείσης ὑπὸ τῶν ἀρχαίων καὶ δὲν εἶναι συμφυῆ μὲ τὴν γῆν, δὲν ἀποτελοῦσι μεταλλεῖον, ἀλλ’ εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξαν διάφοροι νομομαθεῖς καὶ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης ἀπεκλίναμεν καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ συνεκαλέσαμεν τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξαίρεσιν ἐκάμαμεν νὰ λάβῃ μέρος ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλοι τινες νομικοί. Ἐνώπιον τοῦ μεγάλου τούτου συμβουλίου ἐξητάσθη τὸ ζήτημα ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ ὅλοι σχεδὸν συνεφωνήσαμεν, ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώματα δὲν εἶναι μεταλλεῖον, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι παραχωρημένα εἰς τὸν κ. Σερπιέρην, ἀλλ’ ὅτι εἶναι παρακολούθημα τῆς ἐπικρατείας καὶ δύναται τὸ δημόσιον νὰ ἐπιβάλῃ μὲν φόρον, ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς ἰδιόκτητον γῆν, νὰ τὰ διαθέσῃ δὲ, ὅπως ἤθελε κρίνει συμφερώτερον, ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς ἐθνικήν. Αὐτή, κύριοι, ἡ γνώμη ἐπεκράτησε εἰς τὸ συμβούλιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης αὐτῆς διετυπώσαμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάσαμεν. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγεν τὸ νομοσχέδιον. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀντικειμένου μεγάλης σπουδαιότητος, εἰς τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται γνώσεις γεωλογικαὶ καὶ ὀρυκτολογικαί, τὰς ὁποίας ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν ἔχομεν, καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ μεταξὺ τῶν εἰδημόνων διαφωνοῦσι περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὐχὶ ὡς πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας σκοπὸν ἔχομεν νὰ ἐπιμείνωμεν ἀμετατρέπτως, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ γνώμη, τήν ὁποίαν ἐκ τῶν ἐνόντων ἐσχηματίσαμεν καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην καὶ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν πᾶσαν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ προκύψῃ, συμβιβαζομένη μὲ τὸ δίκαιον καὶ μὲ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου. Τὸ νομοσχέδιόν μας ἐστάλη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ὁποίας ἐφρόντισεν ἡ Βουλὴ, δὲν ἠδιαφορήσαμεν δὲ καὶ ἡμεῖς, ὥστε νὰ συμπεριληφθῶσι τὰ καταλληλότερα ἐξ ὅλων τῶν ἀποχρώντων πρόσωπα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐβασάνισεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὸ ζήτημα, ἀφοῦ δὲ ἔλαβε διαφόρους πληροφορίας καὶ ἀφοῦ ἤκουσε τοὺς ὑπαλλήλους ὅλους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ φωτισθῇ, εὑρέθη, κύριοι, ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου μας, ἐξαιρέσει τεσσάρων μόνον προσώπων, παραδεχθεῖσα, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι μεταλλεῖον, ἀλλ’ εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους. Εἰς τὴν βάσιν ταύτην στηριχθεῖσα ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξεν ἴδιον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ὡς τροπολογία τοῦ ἡμετέρου, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐδὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας, εἰμὴ καθόσον ἡμεῖς παρεδέχθημεν, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον 10%, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἀνεβίβασε τοῦτον εἰς 30%. Ὅταν ἔλθωμεν, κύριοι, εἰς τὰ καθέκαστα, ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τότε θέλομεν σᾶς εἴπει διατί ἡμεῖς περιωρίσθημεν εἰς τὸ 10% καὶ θέλομεν ἐξετάσει, ἂν εἶχε δίκαιον ἡ ἐπιτροπή σας νὰ ἀναβῇ εἰς 30%. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ πράγματα εὑρίσκοντο εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιόν μας εἶχεν ἀναγνωσθῆ καὶ γείνει δεκτὸν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐπέκειτο δὲ ἡ τρίτη αὐτοῦ ἀνάγνωσις, τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν μίαν περίπου ὥραν πρίν ἀνοίξῃ ἡ Βουλὴ, ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὁ ἀξιότιμος δικηγόρος κύριος Κόκκινος καὶ μοὶ παρουσίασεν πολύφυλλον ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν μοὶ εἶπε συμπεραίνων, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, ὅπου γῆς καὶ ἂν κεῖνται, ἀνεξαρτήτως δηλαδὴ τῆς κυριότητος τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται. Ἐὰν, κύριοι, ἡ ἔκθεσις αὕτη προήρχετο ἀπὸ ἄλλον τινὰ δικηγόρον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ εἶχον ὀλιγωτέραν ὑπόληψιν, ἀφ’ ὅσην ἔχω εἰς τὸν κύριον Κόκκινον, ἢ ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου νὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀμετάτρεπτον γνώμην καὶ ἀπόφασιν, ἐὰν ἐξηρτᾶτο δηλαδὴ ἀπὸ τὸν κύκλον τῶν γνώσεών μας, βεβαιωθῆτε ὅτι τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἤθελον τὴν ἀφήσει εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου, ἀφοῦ μάλιστα τόσον ἀργὰ μοὶ ἐπεδόθη, ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς εἶπον, προήρχετο ἀπὸ τὸν κύριον Κόκκινον καὶ ἐπειδὴ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του καὶ ὡς ἐκ τῆς σημασίας του, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σταθερὰν γνώμην καὶ ὡρισμένην ἰδέαν, ἐνομίσαμεν καθῆκόν μας, νὰ τὴν φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λάβητε καὶ ὑμεῖς γνῶσιν αὐτῆς. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι βουλευταὶ, προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου ἀντικειμένου, ἡ Βουλὴ δὲν ἐδίστασε νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως καὶ συγχρόνως τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς, ἥτις καὶ ἐγένετο παραχρῆμα. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἔλαβον τὸν λόγον πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὸ περιεχόμενον αὐτῆς καὶ τὰς ἀγορεύσεις ὅλων τούτων ἤκουσα μετὰ μεγίστης προσοχῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπιτρέψατέ με νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὔτε ἐκ τῆς ἐκθέσεως, οὔτε ἐκ τῶν ἀγορεύσεων ἐστάθη δυνατὸν νὰ διασκεδασθῶσι πᾶσαι αἱ ἀμφιβολίαι μου, καὶ ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκόμη δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἔχω μίαν ἰδέαν ὡρισμένην, καὶ θέλετε δὲ μὲ δικαιώσει ἐλπίζω, ἐὰν σᾶς ἀναφέρω μέρη τινὰ τῆς τε ἐκθέσεως καὶ τῶν ἀγορεύσεων, τὰ ὁποῖα μὲ ἐνέβαλον εἰς μεγαλειτέρους δισταγμούς. Ἐν πρώτοις, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου δικηγόρου κυρίου Κοκκίνου περὶ τοῦ ὅτι τὰ χώματα τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὸ Λαύριον εἶναι κινητά. Μὴ ὢν νομικὸς καὶ κρίνων τὰ πράγματα μᾶλλον ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῶνται ὡς κινητὰ σωροὶ χωμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν δένδρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων σπείρονται σιτηρὰ, φύονται χόρτα, νέμονται πρόβατα. Ἄλλως τε μὲ θέτει εἰς μεγάλην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς, αὐτὸς ὁ ἴδιος κύριος Κόκκινος, διότι καὶ αὐτὸς λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι διὰ ν’ ἀποφανθῇ θετικῶς, ἂν τῳόντι τὰ χώματα ἦναι ἀκίνητα, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἀπὸ ὀρυκτολόγους καὶ γεωλόγους, καὶ νὰ βεβαιωθῇ παρ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἀνεμίχθησαν μὲ τὰ χώματα τῆς ἀρχικῆς ἐπιφανείας. Βλέπετε, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀμφιβάλλει περὶ τῆς θεωρίας του ταύτης. Ἐπίσης, κύριοι, εἶναι ἀκατάληπτος εἰς ἐμὲ ἡ θεωρία τοῦ κ. Κοκκίνου περὶ τοῦ ὅτι τὰ χώματα ταῦτα, καί τοι εὑρισκόμενα ἐντὸς ἰδιοκτήτων ἀγρῶν, εἶναι ἀδέσποτα· καὶ διατὶ, λέγει, εἶναι ἀδέσποτα; διότι, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 1837, περὶ διακρίσεως κτημάτων, δὲν τὰ κατεῖχε κανείς· καὶ πόθεν ἐξάγεται τοῦτο; διότι, λέγει, δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ κατέχῃ, ὡς μὴ δυνάμενος νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ. Ἀλλά, κύριοι, γνωρίζω, ὅτι ἐντὸς πολλῶν κτημάτων ὑπάρχουν σωροὶ λίθων, τοὺς ὁποίους ἄλλοι, κύριος οἶδε ἀπὸ ποίας ἐποχῆς, μετέφερον καὶ ἐσώρευσαν ἐκεῖ· ἐπὶ τῶν σωρῶν τούτων ὁ κύριος τοῦ ἀγροῦ συμβαίνει νὰ μὴ ἔκαμε χρῆσιν ποτὲ καὶ ὅμως δὲν πιστεύω νὰ διενοήθη τις, νὰ ἠμφισβήτησεν, ὅτι ὁ κύριος τοῦ ἀγροῦ δὲν εἶναι κύριος καὶ τοῦ σωροῦ τῶν λίθων, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ὁ σωρὸς τῶν λίθων δὲν εἶναι αὐτοφυής, ἀλλὰ μετεφέρθη, κύριος οἶδε ἀπὸ ποίας ἐποχῆς, εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην. Ἠκολούθησα, κύριοι, ὡς εἶπον, μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν αὐτὴν ἰδέαν· καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἐφωτίσθην ἀρκούντως. Σᾶς εἶπον πολλὰ περὶ τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων καὶ περὶ τῶν προνομίων τοῦ ἡγεμόνος καὶ ἠθέλησαν νὰ σᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην δίκαιον τὰ μέταλλα καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι ἀνήκει εἰς τὸν ἡγεμόνα· ἀλλά, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἂν ἦτον ἀμφισβητούμενον ἄλλοτε παρ’ ἡμῖν, σήμερον πλέον οὐδεὶς τὸ φιλονεικεῖ. Ὁ ἐπελθὼν νόμος τοῦ 1861 τὸ κατέστησεν ἀναμφισβήτητον, ἀποφαινόμενος, ὅτι πάντα τὰ μεταλλεῖα, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκωνται, ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον. Θεωρῶ λοιπὸν μὴ ἔχοντα καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνελίχθησαν ἐνώπιόν σας, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτησαν νὰ μᾶς πείσωσι περὶ τῶν ἀναμφισβητήτων καὶ ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων τοῦ ἡγεμόνος. Ἤθελον, κύριοι, ὁμολογήσει πολλὰς χάριτας εἰς τοὺς κυρίους τούτους, ἂν ἀντὶ νὰ κάμωσιν τόσον λόγον περὶ τῶν μεταλλείων, εὕρισκον εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ πολλὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἀνεδίφησαν, ὅτι ὑπῆρξαν εἰς κανὲν μέρος τῆς γῆς ἐκβολάδες, χώματα δηλαδὴ ὅμοια μὲ τὰ περὶ ὧν ἀπασχολούμεθα, καὶ ὅτι εἴτε διὰ τὸν ἕνα, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ἐθεωρήθησαν ὡς ἰδιοκτησία τοῦ κράτους. Ἀλλὰ περὶ τοιούτων χωμάτων οὐδεὶς ἔκαμε λόγον. Ὡμίλησαν, κύριοι, πολλὰ καὶ περὶ τοῦ κυριαρχικοῦ δικαιώματος τοῦ Σουλτάνου καὶ ἠθέλησαν νὰ σᾶς ἀποδείξουν, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον, καθὸ διάδοχον τοῦ Σουλτάνου, εἶναι κύριον τῶν χωμάτων αὐτῶν, διότι κύριος αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ Σουλτάνος δυνάμει τοῦ Κορανίου, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἡ θεωρία αὕτη δὲν μὲ πείθει διόλου· διότι ναὶ μὲν κατὰ τὸ Τουρκικὸν δίκαιον πᾶσα ἡ γῆ βασιλική, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔπεσεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος ἔλαβε τὰ ὅπλα καὶ ἐζήτησε τὴν ἀνεξαρτησίαν του. Ἡ πρώτη συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων ἠκύρωσε τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Σουλτάνου, καὶ ἐκήρυξε πλήρη ἰδιοκτησίαν πάντα τὰ κτήματα ὅσα κατείχοντο ἄνευ τινὸς ἄλλης ὑποχρεώσεως παρὰ ὑπὸ τὴν ψιλὴν κυριότητα τοῦ Σουλτάνου. Ἐκήρυξε δὲ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον μόνον τὰ κτήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἴτε εἰς ὀθωμανούς, εἴτε εἰς Βακούφια, εἴτε εἰς τὰς Σουλτάνας, καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοχοι, ἐκτὸς τοῦ ἐγγείου φόρου, ὅστις ἐδίδετο λόγῳ κυριαρχίας εἰς τὸν Σουλτάνον, ἐπλήροναν καὶ δικαιώματα ἐπικαρπίας. Ἄλλως τε, κύριοι, ἂν ὑφίστατο τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Σουλτάνου, τότε βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία ἰδιοκτησία εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι κατὰ τὸ ἀξίωμα αὐτό, πᾶσα ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸν Σουλτάνον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀναλογίαν καὶ τὸ παράδειγμα τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν· δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγὼ ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσω τὰ δικαιώματα καὶ τοὺς ἀγῶνας τῶν ἐμφυτευτῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, συνηγόρησα ὑπὲρ αὐτῶν μᾶλλον παντὸς ἄλλου καὶ εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅστις, ἂν καὶ δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ φυτειῶν νόμου, διὰ τῶν ὀλίγων ὅμως λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπεν περὶ αὐτῶν, φαίνεται, ὅτι δικαιολογεῖ τὴν ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν πρόνοιαν τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τῶν φυτειῶν δὲν ἔχει ὁμοιότητα μὲ τὴν γῆν ἐπὶ τῆς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ χώματα ταῦτα, διότι αἱ ἐθνικοϊδιόκτητοι φυτεῖαι ἐγένοντο ἐπὶ γῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Σουλτάνον λόγῳ κυριαρχικοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἀνῆκεν εἰς τοὺς Ὀθωμανούς. Πολλὰ σᾶς εἶπε καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας τὰ ὁποῖα ὅμως ἐγὼ, καθὸ μὴ νομικὸς, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω καὶ διὰ τοῦτο αἱ ἀμφιβολίαι μου ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῶσιν, ηὔξησαν. Τὰ διάφορα παραδείγματα τὰ ὁποῖα σᾶς ἔφερε περὶ τοῦ νίτρου καὶ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ ἡγεμόνες τῆς Εὐρώπης, δὲν λύουν κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα· διότι παρ’ ἡμῖν δὲν θεωροῦνται ἡγεμονικὰ δικαιώματα τὰ θεωρούμενα ὡς τοιαῦτα εἰς ἄλλα κράτη. Ὅπως ἀντικείμενόν τι καταταχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν νομημάτων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος ῥητὸς, καὶ ἐπειδὴ τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει, τὰ παραδείγματα τῶν ξένων ἐθνῶν δὲν δύνανται πολὺ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ μᾶς ὠφελήσωσιν Τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ ὁ κ. Ῥοντήρης ἐκ τοῦ ὀνόματος τῶν μεταλλείων, ἐκ τοῦ ὅτι δηλ. ὀνομάζονται καὶ ταῦτα νομήματα, καὶ τοῦτο ὀλίγον φῶς ἐπιχέει εἰς τὸ ζήτημα· εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλὰ πράγματα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀνομάζονται νομήματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Κ. Ῥοντήρη, ὅτι πᾶν, ὅ,τι εἶναι νόμημα, ἀνήκει αὐτοδικαίως εἰς τὴν ἐπικράτειαν, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀπαλλοτριωθῇ, διότι νομήματα θεωροῦνται καὶ τὰ δάση, καὶ ὅμως γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι ὑπάρχουν καὶ δάση ἰδιωτικὰ, νομήματα εἶναι καὶ τὰ μεταλλεῖα, ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐπῆλθεν νόμος, ὁ ὁποῖος τὰ ἐκήρυξεν ἀπαλλοτριωτέα καὶ παραχωρήσιμα· ὥστε δὲν ἕπεται ἐξ ἀνάγκης, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶναι νόμημα, ἀνήκει εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπαλλοτριωθῇ. Ἀκόμη, κύριοι, καὶ αὐταὶ αἱ ἁλικαὶ, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν ἐκράτει τὸ δημόσιον εἰς μονοπώλιον καὶ αὐταὶ δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἀνήκουσαι καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ ὅπου ἠγέρθη ἀμφισβήτησις, ὅτι ἁλική τις ἀνῆκεν εἰς ἰδιώτας, καὶ τὸ δημόσιον ὑπεχρεώθη ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ ἀπεζημίωσεν τοὺς ἰδιώτας διὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς. Τὰ διατάγματα τοῦ 1833, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὑπουργείων, δὲν ἠμποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἰσχυρόν τι ἐπεχείρημα πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος· διότι τὰ διατάγματα ἐκεῖνα διαλαμβάνουν, εἰς τίνος Ὑπουργοῦ δικαιοδοσίαν θ’ ἀνήκουν καὶ τὰ μέταλλα, ἀλλὰ καθόσον τὰ μέταλλα ταῦτα εἶναι κτῆμα τῆς ἐπικρατείας· ἐὰν ἀναγνώσητε τὰ διάφορα ἄρθρα τοῦ διατάγματος ἐκείνου, θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήκουν καὶ τὰ δάση καὶ τὰ κτήματα, ἀλλὰ καθόσον εἶναι ἐθνικά. Δὲν ἕπεται λοιπὸν, ὅτι ἐπειδὴ τὰ μέταλλα ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦτο κηρύττονται καὶ ἐθνικαὶ περιουσίαι. Οὐδὲ δύναμαι, κύριοι, νὰ συμμερισθῶ τὴν ἄλλην θεωρίαν τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέταλλα εἶναι νόμισμα, καὶ ἐπειδὴ μόνος ὁ ἡγεμὼν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κόπτειν νομίσματα, διὰ τοῦτο, πᾶν ὅ,τι εἶναι μέταλλον, ἀνήκει εἰς τὸν ἡγεμόνα. Αὐτὸ, κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὀρθὸν ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ἀφοῦ εἷς νομικὸς τὸ ἰσχυρίζεται, ἀλλὰ κατὰ τοὺς κανόνας ἄλλης ἐπιστήμης, τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τῆς ὁποίας δὲν εἶμαι ὅλως διόλου ἄπειρος, οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν· ἡ πολιτικὴ οἰκονομία δὲν παραδέχεται ὅτι πᾶσα ὕλη περιέχουσα μέταλλον εἶναι νόμισμα καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ἀλλὰ διατάσσει ὅτι ἐκρίθη εὔλογον νὰ κατασκευάζωνται τὰ νομίσματα ἀπὸ εἴδη τινὰ μετάλλων, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζετε, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ τοὺς ἐπαναλάβω ἐνταῦθα. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ἡ θεωρία αὕτη, καὶ ἐπήγαζεν ἐκ ταύτης τὸ ἐπὶ τῶν μετάλλων δικαίωμα τοῦ ἡγεμόνος ἢ τοῦ κράτους, ἔπρεπε νὰ ἐξαιρῶνται τὰ μέταλλα ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν κατασκευάζεται νόμισμα. Τοιαῦτα δὲ εἶναι ὁ μόλυβδος, ὁ σίδηρος, τὸ ἀντιμόνιον, τὸ καλάϊ, τὸ χρώμιον, οἱ γαιάνθρακες κτλ. Τέλος πάντων, κύριοι, ἀπὸ ὅλα ὅσα ἤκουσα καὶ ὅσα ἀνέγνωσα μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως, δὲν ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω μίαν ἰδέαν ὡρισμένην καὶ σταθερὰν περὶ τοῦ ὅτι τὰ χώματα, περὶ ὧν πρόκειται, δύνανται ἀναμφισβητήτως νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ, κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, δὲν πρόκειται περὶ ἀντικειμένου μικροῦ ἢ ἐλαχίστης ἀξίας, πρόκειται περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων. Καὶ ναὶ μὲν ἐξ ὅσων ἐμελετήσαμεν, ἐξ ὅσων ἐξετάσαμεν ἡμεῖς, καθὼς καὶ τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς σας, ἐσχηματίσαμεν τὴν πεποίθησιν, ἢ, νὰ εἴπω καλλίτερα, τὴν γνώμην, ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώματα δὲν ἠμποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐπικράτειαν. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ἄλλως, καὶ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀνήκουν τῳόντι εἰς τὴν ἐπικράτειαν ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους πολλοὶ ὑπεστήριξαν, βλέπετε, ὅτι τὸ δημόσιον πρόκειται νὰ ὑποστῇ μεγίστην ζημίαν· προκειμένου δὲ περὶ μιᾶς τοσοῦτον μεγάλης ζημίας, οἵ τε συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ δὲν τολμῶμεν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου μας. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου μέρους δυσκολευόμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἀπὸ τοῦδε ὡς ἀποδεδειγμένον καὶ βέβαιον, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, μὴ θεωροῦντες δὲ τοῦτο ὡς ἐντελῶς ἀποδεδειγμένον δυσκολευόμεθα νὰ σᾶς προτείνωμεν καὶ νὰ σᾶς συμβουλεύσωμεν, ὅπως τὰ κηρύξετε τοιαῦτα διὰ τοῦ νόμου, διότι ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, τότε ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν θὰ κάμητε, ὅσον παντοδύναμοι καὶ ἂν ἦσθε, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις αὐθαίρετος καὶ ἐκτὸς τῆς αὐθαιρεσίας, διὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως θέλετε κατακριθῆ, νομίζομεν, ὅτι ἡ πρᾶξίς σας αὕτη δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ δεόντως ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ πολίτευμα, διότι ἐὰν τῳόντι τὰ χώματα ταῦτα ἦναι ἰδιόκτητα, καὶ δι’ ἑνὸς νόμου κηρυχθῶσιν ὡς ἐθνικὰ, ὁ νόμος οὗτος θὰ περιλαμβάνῃ μίαν καθαρὰν δήμευσιν, καὶ ἡ δήμευσις κατὰ τὸ πολίτευμα δὲν ἐπιτρέπεται. Ὥστε ὄχι μόνον κύριοι, θὰ πράξητε μίαν πρᾶξιν ἄδικον, ἀλλὰ θὰ πράξετε καὶ μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία, νομίζομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν δικαστηρίων, καὶ ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ γεννήσῃ καὶ πολλὰς ἄλλας δυσκολίας· διὰ τοῦτο, κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἀφοῦ τὸ ζήτημα δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐξαντληθῇ, ὅσον ἔπρεπε, καὶ ἀφοῦ ὑπάρχουν τοσαῦται ἀμφιβολίαι, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχετε τὰς ἐκθέσεις διαφόρων ἐξόχων νομομαθῶν οἱ ὁποῖοι ἀποφαίνονται, ὅτι ταῦτα εἶναι μεταλλεῖα, καὶ ἑπομένως θεωροῦνται παρακεχωρημένα εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἤδη μία παραχώρησις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχετε τὴν γνώμην πολλῶν ἄλλων ἀξιοτίμων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δογματίζουσιν, ὅτι ταῦτα εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, καὶ ἀνήκουν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, καὶ ἐπὶ τέλους ἔχετε τὴν διὰ μακρῶν ὑποστηριχθεῖσαν ἐνώπιόν σας τελευταίαν γνώμην, περὶ τοῦ ὅτι τὰ χώματα ταῦτα ἀνεξαρτήτως τῆς κυριότητος καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τοσαύτης συγχύσεως, καὶ προκειμένου περὶ ἀντικειμένου τοσοῦτον μεγάλου καὶ τοσοῦτον σπουδαίου, νομίζω λέγω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου χωρὶς νὰ λύεται ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐξασφαλίζωνται προσηκόντως τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, διότι ἐὰν ἀναβάλλοντες νὰ λάβητε μέτρον τι, ἀφήσετε τὰ πράγματα νὰ τρέχουν, ὅπως τρέχουν σήμερον, βεβαίως τὰ χώματα ἀφαιροῦνται καὶ ἀφαιροῦνται μάλιστα τὰ πλουσιώτερα ἐξ αὐτῶν καὶ τὸ δημόσιον ζημιοῦται. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ εὕρωμεν τρόπον τινα διὰ τοῦ ὁποίου, ἐξασφαλίζοντες δεόντως καὶ πληρέστατα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, νὰ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα καιρὸν τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Διὰ τῆς ἀναβολῆς ταύτης, κύριοι, θὰ ἐξετασθῇ ἀκριβέστερον τὸ ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ἀφοῦ δυστυχῶς τοσοῦτον ἀμφισβητεῖται καὶ τοσαύτη διαφωνία περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, θέλομεν λάβει τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν τῶν χωμάτων αὐτῶν καὶ νὰ ἴδωμεν περὶ τίνος κυρίως πρόκειται· διότι μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι ἡ οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν χωμάτων τούτων δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐξηκριβωμένα, μὴ λησμονῆτε ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς γνωστὸν ἂν τὰ χώματα ταῦτα δύνανται νὰ ἐκκαμινευθῶσιν ἄνευ σκωριῶν· δὲν εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην βιομηχάνους οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ τὰ ἀγοράσουν καὶ νὰ γνωρίζουν τὸν τρόπον νὰ τὰ ἐκκαμινεύσωσι. (Ψιθυρισμοί). Μὴ ταράττεσθε διὰ τοῦτο. Βεβαίως αὐτὸ παθαίνουν ὅσοι δὲν ἀναγινώσκουν μὲ πολλὴν προσοχὴν τὰ ἔγγραφα, καὶ μὲ συγχωρεῖται διὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην. Ἐάν, κύριοι, ἀνεγινώσκετε ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου, εἶναι γνώμη τῶν ἐπιστημόνων...
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ δικηγόροι θὰ κρίνουν περὶ αὐτοῦ;
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, ἀφήσατε νὰ εἴπῃ τὰς ἰδέας του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἀκούει ἐπὶ τόσας ἡμέρας.
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη τῶν ἐπιστημόνων καὶ εἰδικῶν ἀνδρῶν εἰς τοὺς ὁποίους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνέθεσε τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Οἱ ἐπιστήμονες οὗτοι, κύριοι, θεωροῦν ὡς ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν τολμοῦν ν’ ἀποφανθοῦν ἐὰν τὰ χώματα ταῦτα δύνανται ἄνευ τῶν σκωριῶν νὰ τηχθῶσιν.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, κ. ὑπουργέ· ἐπειδὴ λέγετε ὅτι δὲν ἀνεγνώσαμεν τὰ ἔγγραφα. Ἡ ἔκθεσις λέγει ὅτι τὰ χώματα ταῦτα ἀπαιτοῦν μεγάλην θερμοκρασίαν, δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι μόνον μὲ τὰς σκωρίας ἠμποροῦν νὰ ἐκκαμινευθῶσιν.
§140ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διέκοψα δὲ, διότι τὸ ἐμετεχειρίσθητε ὡς ἐπιχείρημα διὰ μίαν γνώμην τόσον σπουδαίαν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν ἐπ’ ἀόριστον.
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις. «Ἐντεῦθεν γεννᾶται τὸ ζήτημα ὁποίαν τύχην τὰ περισσεύοντα χώματα θὰ ἔχωσι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν σκωριῶν κτλ. ἡ ἑταιρία Ῥοῦ οὐδένα δισταγμὸν, φαίνεται, ἔχουσα περὶ τῆς καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων.» Βλέπετε πῶς λύουν τὸ ζήτημα· ἐξετάζουν ἂν ἠμποροῦν ἄνευ τῶν σκωριῶν νὰ τηχθοῦν τὰ χώματα, καὶ ἀποφαίνονται. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ φαίνεται ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι ἠμποροῦν νὰ τηχθοῦν. Αὐτοὶ δὲν ἀποφαίνονται περὶ τούτου· καὶ προφορικῶς ἐρωτήσατέ τους διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν. Τέλος πάντων, κύριοι, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν μέτρον τι, τὸ ὁποῖον χωρὶς νὰ προδικάζῃ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος νὰ ἐξασφαλίζῃ ἐντελῶς τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν λύσιν αὐτὴν, τότε θέλομεν συζητήσει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ θέλομεν εὕρει τὸν καταλληλότερον τρόπον διὰ νὰ προφυλάξωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου.
§143ΔΑΓΡΕΣ. Ἐννοεῖτε ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀφαίρεσις;
§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν τοιοῦτον πρᾶγμα, εἴτε μὲ μίαν ἐγγύησιν, εἴτε μὲ μίαν ἀπαγόρευσιν.
§145ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖ ὅλη ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβληθῇ;
§147ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πολλοί). Ὑπάρχει διαφωνία εἰς τὸ προεδρεῖον. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πολλοί. Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§149ΤΙΝΕΣ. Νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον.
§150ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐκ δεξιῶν). Αὔριον! (παρατεταμένος θόρυβος).
§151ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ὅταν αὐτοὶ μᾶς ἐπιβάλλουν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ, διότι κατ’ ἐμὲ ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναβολὴ, τότε παρακαλῶ τὸν κ. ἀντιπρόεδρον νὰ ἔλθῃ, διότι ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν δὲν ἠμπορῶ νὰ διευθύνω. Νομίζω ὅτι προσβάλλω τὴν Βουλὴν, ἐὰν μείνω νὰ διευθύνω. Ἐννοῶ τὴν Βουλὴν, Βουλήν. Ὡς βουλευτὴς ὑποκύπτω εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ὡς πρόεδρος δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ συνεδριάσεις τὰς ὁποίας μοὶ ἐπιβάλλουν. Ἐνταῦθα ὁ πρόεδρος κ. Λομβάρδος καταβαίνει τῆς ἕδρας τοῦ προέδρου καὶ καταλαμβάνει αὐτὴν ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Σπυρίδων Νοταρᾶς.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀκολουθήσῃ;
§154ΠΟΛΛΟΙ. Ναί.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ συνεδρίασις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ πιεζομένη ὑπὸ τοῦ ἀκροατηρίου;
§156ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§157ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐκκενώσητε τὸ ἀκροατήριον οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων.
§158ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ὁμιλοῦν οὕτω εἰς τὸν πρόεδρον. Διὰ νὰ σεβασθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, πρέπει ν’ ἀποῤῥέῃ ἀπὸ ἐλευθέραν συνεδρίασιν· καὶ ἅμα ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ προέδρου ὅτι ἡ Βουλὴ πιέζεται, δὲν δύναται χωρὶς νὰ ἐκπέσῃ τῆς ἀξίας της νὰ προχωρήσῃ. Ἐὰν ἀμφιβάλλητε εἰς ἑαυτοὺς, ἀμφιβάλλετε εἰς τὰς πεποιθήσεις σας, συνειδήσεις σας, τὸν πατριωτισμόν σας. Ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον. (θόρυβος).
§159ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, θέλομεν ἀναντιῤῥήτως καὶ ἡμεῖς σεβασθῆ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡ πίεσις καὶ ἡ βία προεκάλεσεν. (θόρυβος).
§160ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§161ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν πιεζόμεθα.
§162ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί φωνάζετε, κύριοι; Θέλετέ τινες νὰ πωλήσητε πατριωτισμὸν περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ νομίζετε σεῖς, ὅτι προστατεύετε καλλίτερον τῶν ἄλλων τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου; Ἀποδείξατέ το! (θόρυβος).
§163ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανείς.
§164ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν τί φωνάζετε; Κύριε Ῥοντήρη, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μὲ παρεξηγῆτε· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερον τὰς πεποιθήσεις των μεμελετημένας· διόλου δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν, πρόκειται ὅμως περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ κραυγῶν θέλουν νὰ ἐπιδειχθῶσιν. Ὅλοι, κύριοι, ἔχομεν τὰ ἴδια δικαιώματα καὶ τὸν ἴδιον πατριωτισμόν· ἑπομένως κανεὶς δὲν δύναται σήμερον καὶ ποτὲ νὰ ἰδιοποιῆται τὸν πατριωτισμὸν πλέον τοῦ ἄλλου. Ἐὰν τῳόντι πρόκηται νὰ ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις ὑπὸ πίεσιν ἐξωτερικὴν, τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, ὁποία καὶ ἂν ᾖναι, ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὴν σεβασθῆ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀποφασίσητε, πρέπει προηγουμένως ν’ ἀσφαλίσητε τὴν ἀπόφασίν σας καὶ τὴν συζήτησίν σας ἀπὸ τὰς πιέσεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὴ ἠξεύροντες τί πράττουν, ἔρχονται ἐδῶ μόνον, διὰ νὰ κροτῶσι τὰς χεῖράς των καὶ τοὺς πόδας, τῶν ἀνθρώπων ἰδίως οἱ ὁποῖοι πωλοῦσι καὶ συνείδησιν καὶ ψῆφον δι’ ἓν τάλληρον. (Εὖγε).
§165Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος κύριος Ῥοντήρης, ἡ πεποίθησίς μου ἐκλονίζετο. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον προῄδρευον, ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ πεποίθησίς μου δὲν δύναται νὰ μορφωθῇ σταθερῶς καὶ ἑδραίως, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐκλονίζετο περὶ τῆς λύσεως· διότι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου· καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ὁ κ. Ῥοντήρης, εἶχον ἄλλην πεποίθησιν. Ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἂν δὲν διέσεισεν ἐντελῶς τὴν προτέραν πεποίθησίν μου, μὲ ἐκλόνισεν ὅμως σημαντικά. Ἔπειτα λοιπὸν, κύριοι, ἀπὸ μίαν τοιαύτην συζήτησιν, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων θέλετε νὰ μὴ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον; καὶ θέλετε, κύριοι, ὑπὸ τὴν πίεσιν, διότι τὸ ἀκροατήριον θέλει νὰ τελειώσῃ ἀπόψε, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ ἀπόψε;
§166ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι δι’ αὐτό.
§167ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ αὐτό.
§168Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω. Δὲν ἐπτοήθην, κύριοι, οὔτε ἀπὸ τὰς ἐπιδοκιμασίας, οὔτε ἀπὸ τὰς ταραχὰς τοῦ ἀκροατηρίου εἰς ἐποχὴν ἀναρχικήν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Ὄθωνος, ἤμην ἐναντίας τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς· ἡ πίεσις ἦτο μεγάλη· ὡπλισμένοι ἄνθρωποι ἵσταντο εἰς τὴν θύραν, ἵνα μᾶς ἐμποδίσουν νὰ ἐξέλθωμεν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξῆλθον. Δὲν φοβοῦμαι τὴν πίεσιν τοῦ ἀκροατηρίου καὶ μοι εἶναι ἀδιάφορον, εἴτε μὲ χειροκροτήσουν εἴτε μὲ ποδοκροτήσουν καὶ τοῖς τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε. Δὲν περιμένω νὰ σχηματισθῇ ἡ περὶ ἐμοῦ ὑπόληψις ἀπὸ χειροκροτήματα, ἢ ἀπὸ ποδοκροτήματα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαίου καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ σχηματίσω τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης κλονιζομένην πεποίθησίν μου, καὶ ἐν τούτοις σεῖς λέγετε· μεῖνε ἐδῶ νὰ σχηματίσῃς περὶ τὴν 8ην ὥραν τὴν πεποίθησίν σου. Εἶναι ὁ Κιουταχῆς πρὸ τῶν θυρῶν τῶν Ἀθηνῶν ἢ ὁ Χόβαρτ εἰς τὴν Σῦρον καὶ πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ γείνῃ ἀπόψε ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου; ἀπορῶ δὲ πῶς ἐμβριθὲς Σῶμα θέλει ἀπόψε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσω ἀπόψε, διότι δὲν ἔχω πεποίθησιν ἐσχηματισμένην περὶ τοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ ἀκόμη χρόνος ἀρκετός. Παρηκολούθησα μεθ’ ὅλης τῆς προσοχῆς ὅλην τὴν συζήτησιν, καὶ τὴν παρηκολούθησα διὰ νὰ σχηματίσω πεποίθησιν. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον ἀδιάσειστον πεποίθησιν περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐξελέχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπροχώρησεν, ἡ συζήτησις διεφώτισε πολλὰ πράγματα ἐφ’ ὧν ὠφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν καὶ σχηματίσαντες πεποίθησιν οἱανδήποτε νὰ ἔλθωμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν. Διὰ τοῦτο προτείνω καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀναβολήν.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι ν’ ἀναχωρήσωσι). Μάλιστα, μάλιστα.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 παρὰ 20′.