| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ν. Κατσικαπῆς. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Δ. Τσιτσάρας. | |
| 10 | Ν. Π. Καΐρης. | Κ. Γιολδάσης. | |
| 11 | Α. Δανόπουλος. | Π. Μανωλίδης. | |
| 12 | Ἰω. Λέκας. | Κ. Λομβάρδος. | |
| 13 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | |
| 14 | Περ. Α. Πετράκης. | Σπ. Λεονταράκης. | |
| 15 | Στυλ. Κολιάτσος. | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | |
| 16 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | |
| 17 | Π. Πετιμέζης. | Ἐπ. Κρεστενίτης. | |
| 18 | Α. Μαγγίνας. | Ἀναγ. Δημητρίου. | |
| 19 | Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. | |
| 20 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | |
| 21 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 22 | Κ. Κοσονάκος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | |
| 23 | Α. Διαμαντόπουλος. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 24 | Γ. Παπαδαῖος. | Ἰ. Ν. Καρύδης. | |
| 25 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 26 | Γ. Πεῤῥωτῆς. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 27 | Κ. Δαγρές. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 28 | Ἰω. Φλέσσας. | Περ. Μποῦτος. | |
| 29 | Α. Κοντόσταυλος. | Εὐθ. Πλαστήρας. | |
| 30 | Δ. Λένωσης. | Δ. Σαράβας. | |
| 31 | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Α. Καπετανάκης. | |
| 32 | Ν. Ἀγγελίδης. | Μιχ. Καπετανάκος. | |
| 33 | Ἰω. Πολυλᾶς. | Ἰω. Κατσάκος. | |
| 34 | Α. Παπαδάτος. | Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. | |
| 35 | Σπυρ. Νοταρᾶς. | Π. Κωσταντᾶς. | |
| 36 | Ἀν. Δημητριάδης. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 37 | Α. Μεταξᾶς. | Μ. Χαριτάτος. | |
| 38 | Α. Μαντζαβῖνος. | Α. Μουρίκης. | |
| 39 | Γ. Δρακονταειδής. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 40 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 41 | Κ. Πανάρετος. | Γ. Πράτζικας. | |
| 42 | Α. Καρδαρᾶς. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 43 | Γ. Βακαλόπουλος. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 44 | Σπ. Κοπανίτσας. | Γ. Μπούμπουλης. | |
| 45 | Φ. Ἰ. Φίλωνος. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 46 | Γερ. Σέρβος. | Π. Σεβαστόπουλος. | |
| 47 | Σπ. Βαλαωρίτης. | Α. Βαφιαδάκης. | |
| 48 | Α. Σταματόπουλος. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 49 | Δ. Τσαμόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 50 | Θ. Γεωργίου. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 51 | Χ. Χρηστόπουλος. | Στ. Κοριζῆς. | |
| 52 | Δ. Ζέγγελης. | Θ. Γκίκας. | |
| 53 | Ἠλ. Φλέσσας. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 54 | Ἀθ. Κατριβάνος. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 55 | Ἰω. Πανούσης. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 56 | Γ. Μαλέας. | Κ. Νικόδημος. | |
| 57 | Ν. Παγκράτης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.03.16
1.792 στίχοι · 15.065 λέξεις · 1 πίνακας · 77 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
Τῆς 16 Μαρτίου 1871.
(Τρίτη)
Ὥρα 2 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ν. Κατσικαπῆς. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ν. Παπαμιχαλόπουλος. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Δ. Τσιτσάρας. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Κ. Γιολδάσης. |
| Α. Δανόπουλος. | Π. Μανωλίδης. |
| Ἰω. Λέκας. | Κ. Λομβάρδος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. |
| Περ. Α. Πετράκης. | Σπ. Λεονταράκης. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Ἰω. Σούλης Βάρκας. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. |
| Π. Πετιμέζης. | Ἐπ. Κρεστενίτης. |
| Α. Μαγγίνας. | Ἀναγ. Δημητρίου. |
| Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Κ. Κοσονάκος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. |
| Α. Διαμαντόπουλος. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Ἰ. Ν. Καρύδης. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Γ. Πεῤῥωτῆς. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Κ. Δαγρές. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Περ. Μποῦτος. |
| Α. Κοντόσταυλος. | Εὐθ. Πλαστήρας. |
| Δ. Λένωσης. | Δ. Σαράβας. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Α. Καπετανάκης. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Μιχ. Καπετανάκος. |
| Ἰω. Πολυλᾶς. | Ἰω. Κατσάκος. |
| Α. Παπαδάτος. | Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. |
| Σπυρ. Νοταρᾶς. | Π. Κωσταντᾶς. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Α. Μεταξᾶς. | Μ. Χαριτάτος. |
| Α. Μαντζαβῖνος. | Α. Μουρίκης. |
| Γ. Δρακονταειδής. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Λ. Καραλίβανος. |
| Κ. Πανάρετος. | Γ. Πράτζικας. |
| Α. Καρδαρᾶς. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Γ. Βακαλόπουλος. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Σπ. Κοπανίτσας. | Γ. Μπούμπουλης. |
| Φ. Ἰ. Φίλωνος. | Δ. Χρηστίδης. |
| Γερ. Σέρβος. | Π. Σεβαστόπουλος. |
| Σπ. Βαλαωρίτης. | Α. Βαφιαδάκης. |
| Α. Σταματόπουλος. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Δ. Τσαμόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Θ. Γεωργίου. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Χ. Χρηστόπουλος. | Στ. Κοριζῆς. |
| Δ. Ζέγγελης. | Θ. Γκίκας. |
| Ἠλ. Φλέσσας. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Ἀθ. Κατριβάνος. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Ἰω. Πανούσης. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Γ. Μαλέας. | Κ. Νικόδημος. |
| Ν. Παγκράτης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Ὁ κύριος Καβαλιεράτος κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπέβαλεν νομοσχέδιόν τι περὶ ἐπιβολῆς φόρου εἰς τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου· ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποβλέπει μεγάλα συμφέροντα καὶ πρόκειται περὶ τῶν δήμων τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τοῦτο ἤθελα παρακαλέσει ὅπως τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ σταλῇ αὐτὸ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§3ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§4ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Δεστούνης μόνον νὰ δημοκοπήσῃ ἠθέλησε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Εἶναι παρατηρήσεις εἰς τὰ πρακτικά;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι, ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐτελείωσε τὴν ἔκθεσίν της, θέλει σταλῆ εἰς τύπωσιν καὶ θέλει διανεμηθῆ, πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν τὴν ἀναγινώσκετε;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁλονὲν ἀντιγράφεται.
§10ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρώτης καὶ δευτέρας ἀναγνώσεως ἀντικείμενα.
§11ΦΙΛΩΝΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον εἰπεῖ καὶ ἐγώ· ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν συνταξιούχων.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς προτείνει τὸν ἑξῆς νόμον.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ.
Περὶ διανομῆς τῆς κοινῆς περιουσίας Κερκύρας καὶ διοικήσεως τῶν καθιδρυμάτων αὐτῆς. Ἄρθρ. 1. Ἡ κοινὴ περιουσία Κερκύρας, ἀφοῦ ἐγγραφῇ ὁριστικῶς εἰς εἰδικὸν βιβλίον καὶ ἐξ αὐτῆς ἀφαιρεθῇ ἡ εἰς τὰ καθιδρύματα ἀνήκουσα, διανέμεται εἰς τοὺς δήμους αὐτῆς ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου. Ἄρθρ. 2. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς κοινότητος τῆς νήσου ἐγγράφει εἰς εἰδικὸν βιβλίον ἅπασαν τῆς νήσου τὴν κοινὴν περιουσίαν εἰς οἱανδήποτε ὑπάγεται κατηγορίαν, καὶ ἀντίγραφον τοῦ βιβλίου τούτου ἐν ἀσήμῳ χάρτῃ ἐπιδίδει διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὅπως τὸ δημόσιον παριστῶν τὸ πρώην Ἡνωμένον Κράτος, ἔχον τυχὸν ἀντιῤῥήσεις, εἰσαγάγῃ τὴν ἀγωγὴν αὐτοῦ ἐντὸς τῆς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας ἑξήκοντα ἡμερῶν εἰς τὰ ἁρμόδια τῆς νήσου δικαστήρια. Ἄρθρ. 3. Ἡ διανομὴ ἐκτελεσθήσεται ὑπὸ ἐπιτροπῆς συνισταμένης ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ὡς προέδρου, καὶ δύο μελῶν ἐκλεχθησομένων μετ’ ἰσαρίθμων ἀναπληρωτῶν ὑπὸ τῶν δημοτικῶν συμβούλων πρὸς τοῦτο συγκαλεσθησομένων ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρ. 4. Τὰς ἀποφάσεις περὶ διανομῆς δικαιοῦνται αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, καθ’ ὅσον ἕκαστον ἠθικὸν πρόσωπον ἐνδιαφέρεται, νὰ ἀνακόψωσιν ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐπιδόσεως, ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τῶν πρωτοδικῶν. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως δὲ τούτου δύναται νὰ γείνῃ ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν, καθ’ ἧς δὲν ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις. Ἄρθρ. 5. Ἡ κοινότης τῆς νήσου, αἱ κῶμαι καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ λοιπὰ ἱδρύματα αὐτῶν διατηροῦντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των θέλουσι διαχειρίζεσθαι ὑπὸ ἐπιτροπῶν ἐκλεγομένων κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας ἢ ἐκδοθησομένους εἰδικοὺς κανονισμούς. Ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐπιτρόπων εἶναι ἄμισθος. Ἄρθρ. 6. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς κοινότητος τῆς νήσου εἶναι πενταμελὴς καὶ ἐκλέγεται ἀνὰ διετίαν, μετ’ ἰσαρίθμων ἀναπληρωτῶν, διὰ καλπῶν καὶ σφαιριδίων ὑφ’ ἁπάντων τῶν κατὰ δήμους καὶ κοινότητας συμβούλων, συγκαλουμένων κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος νόμου, ἐπὶ ποινῇ προστίμου 50–100 δραχμῶν ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ Νομάρχου εἰς τοὺς μὴ συνερχομένους κατὰ τὴν ταχθεῖσαν ὥραν καὶ ἡμέραν. Ἄρθρ. 8. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς κοινότητος τῆς νήσου ἐφορᾷ καὶ ἐξελέγχει τὴν διαχείρισιν τῶν εἰδικῶν ἱδρυμάτων καὶ διαχειρίζεται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Νομάρχου τὴν περιουσίαν, τὰ καθιδρύματα καὶ τὰ κληροδοτήματα, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς ἅπασαν τὴν νῆσον, καὶ ἐν ἀνάγκῃ ψηφίζει ἐμμέσους ἢ ἐπιπροσθέτους πόρους κατὰ τὸν περὶ δημοτικῶν προσόδων νόμον τοῦ κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς κοινότητος τῆς νήσου. Ἄρθρ. 9. Τὴν διοίκησιν τῆς κοινότητος τῆς νήσου καὶ τῶν λοιπῶν ἱδρυμάτων αὐτῆς δύναται νὰ κανονίζῃ ἢ νὰ τροπολογῇ ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ, ἐγκρίσει τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου, ἀλλὰ προηγουμένης ἀποφάσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων περιοδικῶς συνερχομένων εἰς συλλόγους πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς κεντρικῆς διαχειρίσεως κατὰ τὸν περὶ τούτου εἰδικὸν κανονισμόν. Ἄρθρ. 10. Πᾶσα ἀγωγὴ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς κοινότητος καὶ τῶν λοιπῶν ἱδρυμάτων τῆς νήσου, εἰσάγεται καὶ διεξάγεται ἐπὶ ἀσήμου χάρτου ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων εἰς ἃ ὑπάγονται καὶ οἱ κάτοικοι τῆς νήσου. Ἀντιπρόσωπος τῆς κοινότητος εἶναι ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπή. Ἄρθρ. 11. Αἱ περὶ εἰσπράξεως προσόδων τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους διατάξεις ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τὰς προσόδους καὶ τὸ λογιστικὸν τῆς κοινότητος τῆς νήσου καὶ τῶν ἱδρυμάτων αὐτῆς. Αἱ ταμιακαὶ δὲ τῶν κοινοτήτων καὶ ἱδρυμάτων ἐργασίαι ἀνατίθενται εἰς τὴν Ἀγαθοεργὸν Τράπεζαν τῆς νήσου (monte di pietà). Ἄρθρ. 12. Αἱ ὁδοὶ καὶ οἱ ἐκ τῶν νόμων περὶ ὁδοποιΐας πόροι αὐτῶν μετὰ τοῦ πρώην ὁδικοῦ δικαιώματος ἀνήκουσιν εἰς τὴν κοινότητα τῆς νήσου ὡς εἰδικὸν καθίδρυμα. Ἄρθρ. 13. Τὸ ὑπὲρ τῆς Ἀκαδημίας Κερκύρας ἐν Μαδράσῃ κληροδότημα ὑπάγεται εἰς τὰ κοινὰ κληροδοτήματα τῆς νήσου. Ἄρθρ. 14. Αἱ πρόσοδοι ἑκάστου τῶν ἐν Κερκύρᾳ δήμων συνίστανται ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς εἰς αὐτὸν περιεχομένης δημοτικῆς περιουσίας καὶ ἐκ τῶν δημοτικῶν φόρων ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτοῦ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν καταστημάτων καὶ ἐργαστηρίων παντὸς εἴδους, τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ τῶν ἀκινήτων κτημάτων, ψηφιζομένων ἀνὰ τετραετίαν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας δημοτικῆς Ἀρχῆς καὶ ἐγκρινομένων διὰ Β. Διατάγματος. Τὰ ἐπὶ τῶν ζώων καὶ ἁμαξῶν φορολογικὰ βάρη ψηφίζονται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κοινότητος τῆς νήσου ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας αὐτῆς. Ἄρθρ. 15. Καταργοῦνται τὰ ἄρθρα 10–15 τοῦ ΡΝʹ νόμου τοῦ ἔτους 1866 καὶ ΣΟΕʹ τοῦ ἔτους 1868, καὶ πᾶσα διάταξις νόμου ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα. Ἐν Ἀθήναις τὴν 16 Μαρτίου 1871.
Π. Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ.
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χθὲς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς πρώτην συζήτησιν, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κυρίου Γαήτα διὰ τὴν Ζάκυνθον· ἐπειδὴ δὲ ἐν ταῖς νήσοις τῆς Ἑπταννήσου ὑπάρχουν διαφοραὶ, τὰς ὁποίας ὁ χρόνος καθιέρωσεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ δι’ ἑκάστην νῆσον ἰδιαίτερος νόμος καὶ τοιοῦτον εἰσάγω σήμερον περὶ Κερκύρας. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἀλάνθαστον· πρέπει νὰ γείνουν παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ· ἂς ἀναγνωσθῇ ὅμως, ἂς τυπωθῇ καὶ θέλουν ἐπέλθει αἱ δέουσαι τροπολογίαι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ, ἢ τῆς τροπολογίας τῆς προτάσεως.
§14ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὥριμα ἀντικείμενα.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νὰ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ν’ ἀναγνωσθῶσιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἔπειτα· Περὶ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§18ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο νομοσχέδιον τῶν πολιτικῶν συντάξεων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄλλο νομοσχέδιον θὰ ἔλθῃ ὡς τροπολογία κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ὅ,τι θέλει παραδέχεται ἡ Βουλὴ — Ἐγένετο λοιπὸν δεκτόν. Δευτέρα συζήτησις περὶ τῆς προτάσεως τῆς κατὰ δῆμον διανομῆς τῶν κτημάτων τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου (Ἀναγινώσκεται). Εἶναι παρατηρήσεις;
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§22ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ καθάρσεως τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, τὸ ὁποῖον παρῆλθε τόσος χρόνος ἀφ’ ὅτου ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, κύριε πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§26ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τέλος πάντων ἂς τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πόρων τῶν δήμων ἐν Ἑπτανήσῳ.
§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸ ὑποβληθὲν χθὲς νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Ἑπτανησίων.
§29ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὑπογράψαντος.
§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπουργεῖον, εἴτε ὁ γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου, εἶχε κάμει μίαν σημείωσιν πρὸ ἡμερῶν περὶ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον νομίζει ὠφέλιμον διὰ νὰ πλάσῃ νέας προσόδους διὰ τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου· τὸ σχέδιον αὐτὸ ἐδόθη εἰς διαφόρους ἀντιπροσώπους τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως σκεφθῶσι, καὶ σκεφθέντες ἀποφασίσωσι μετὰ τοῦ γραμματέως τοῦ ὑπουργείου νὰ μεταβάλωσι τὰ πράγματα, ὅπως ἤθελον κρίνει ὠφελιμώτερον διὰ τὰς νήσους τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐνῷ προχθὲς ἔλαβον καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν σημείωσιν καὶ ἐπεφυλασσόμην νὰ σκεφθῶ καὶ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις μου μετὰ τῶν ἄλλων, ἐπληροφορήθην, ὅτι εἰσήγαγεν ὁ κ. Καβαλιερᾶτος αὐτὴν τὴν σημείωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρότασιν νόμου καὶ ὅτι χθὲς ἐνῷ ἤμην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπέρασεν εἰς πρώτην συζήτησιν. Παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐν Ἑπτανήσῳ διὰ τοῦ περὶ ὁδοποιΐας προγενεστέρου νόμου τὸ ἓν μὲν ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἀφίνετο διὰ τὰς ὁδούς· ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἡ συντάξασα τὸν περὶ ὁδοποιΐας νέον νόμον, μὴ γνωρίζουσα τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ πράγματα ἠθέλησε νὰ μεταβιβάσῃ αὐτὸν τὸν πόρον εἰς τοὺς δήμους καὶ οὕτως ἐγένετο κατὰ τὸν νόμον περὶ πόρων ὁδοποιΐας δεκτὸν τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐν τούτοις μένουν οἱ ὁδοὶ τῆς Ἑπτανήσου ἄνευ πόρων, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐντελὴς καταστροφὴ αὐτῶν. Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. νομάρχου Κερκύρας κυρίου Ῥωσσέτου, ὅστις περιγράφει τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν Κερκύρας ὧν ἐννέα ἢ ἕνδεκα γραμμαὶ ἐξέλιπον, αἱ δὲ λοιπαὶ εἶναι ἀδιάβατοι. Τὸ δημόσιον ἀρνεῖται νὰ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν ἐκεῖ ἐγγείων φόρων εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τῶν Ἰονίων νήσων. Διὰ δὲ τοῦ νόμου τούτου τὸ ½% μεταβιβάζεται καὶ πάλιν ἐντελῶς εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων καὶ ὡς ἐκ τούτου θέλουσι ἀποκαταστραφῆ αἱ ὁδοί. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν νὰ σκεφθῆτε αὐτὸ σπουδαίως, καὶ δώσητε καιρὸν νὰ μελετήσωσιν αὐτὸ καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι.
§31ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνετε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§33ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω δὲ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν καθόσον ὁ κ. Κωνσταντᾶς εἶπε ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ ἐγνώριζε κανείς, διότι ἐγὼ τὸ ἐγνώριζα. Λοιπὸν θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§35ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Δεστούνης θέλει νὰ μᾶς ἐνοχοποιήσῃ.
§36ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. Δεστούνης.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 20,000 διὰ τὴν μετακομιδὴν τῶν λειψάνων τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου (ἀναγινώσκεται). Εἶναι παρατήρησις;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν. Τώρα τί ἄλλο θέλετε κ. Χατζίσκε;
§40ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Σπερχειοῦ.
§41ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον διὰ τὸν Βουραϊκὸν ποταμὸν τῶν Καλαβρύτων, παρακαλῶ νὰ ἐπισπευθῇ καὶ ἡ τύπωσις καὶ ἡ ἔκθεσις διὰ νὰ συζητηθῇ καὶ αὐτό.
§42ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§43ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔμαθον ὅτι προσεκάλεσεν ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς, ὅπως ὑποβάλωσιν τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν εἰς αὐτούς. Ἀνήκων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς παιδείας ὡς εἰσηγητὴς αὐτῆς παρουσιάζομαι εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως μίαν ἔκθεσιν, ἀφορῶσαν τὴν ἐν γένει παιδείαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν κρίσιν τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, συντάσσουσα τὴν παρουσιαζομένην ἔκθεσίν της. Τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων εἰργάσθη ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἐπιτροπὴ εἶναι τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βακαλοπούλου, καὶ τὰ δύο νομοσχέδια τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν ἐκπαιδεύσεως κ. Σαράβα. Κύριοι! Μετ’ ἄλγους παρατηρεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἡ παιδεία ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ δὲν ἔχει τὰς δεούσας διαστάσεις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου στερεῖται τῶν κανονισμῶν ἐκείνων οἵτινες δύνανται νὰ ἀποδώσουν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν μίαν παιδείαν δυναμένην καὶ νὰ ἠθικοποιήσῃ καὶ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ φῶτα τοῦ τόπου συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναπτύξεως ὃν ἐπιδιώκει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ θερμῶς εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κράτους, διότι ὅπου ἡ παιδεία δὲν καλλιεργεῖται δεόντως, ἐκεῖ ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος δὲν βελτιοῦται, διότι σταματᾷ ἡ ἠθικὴ ἐν γένει τοῦ τόπου. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς παιδείας ἠμπορεῖ νὰ σπουδάσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τὸ τοσοῦτον κοινωφελές.
§44ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Κωνσταντᾶ θὰ τυπωθῇ;
§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, καὶ νά σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἀντιτείνω νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ γνωμοδοτήσῃ, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι πρόκειται περὶ τοπικῶν πραγμάτων. Τρεῖς βουλευταὶ δυτικοὶ, καὶ ἔχοντες γνώσεις τοπικὰς νὰ σχηματίσωσι ἐπιτροπὴν εἰδικὴν ὑπὸ τὸν πρόεδρον καὶ νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της.
§48ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ νὰ προκαλέσῃ ὅλους τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἑπτανήσου νὰ σκεφθῶσι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ τυπωθῇ;
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, καὶ ἔπειτα νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ νὰ διορισθῇ μία προθεσμία νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι δὲν θὰ τὴν φέρῃ ποτὲ, ἐντὸς 5 ἡμερῶν κ. πρόεδρε, νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπή.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§52ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν πρότασιν ἥτις θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῶν ἀφορώντων τὰ τοῦ δημοσίου καὶ θ’ ἀπομακρύνῃ πολλὰς ἐνοχλήσεις ἀπὸ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς καὶ ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς, εἶναι δὲ αὕτη.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον 1. Οὐδεὶς διορίζεται ἢ διατηρεῖται ὑπάρχων ἐν ὑπηρεσίᾳ, προϊστάμενος διοικητικῆς, οἰκονομικῆς καὶ δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται ὁ δῆμος, εἰς ὃν ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος. Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἐπεκτείνεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοὺς γραμματεῖς τῶν Νομαρχιῶν, Ἐπαρχείων, οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν καὶ Ταμείων. Ἄρθρον 2. Πρωτοδίκαι δὲν διορίζονται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν περιλαμβάνεται ὁ δῆμος, εἰς ὃν ἀνήκουσι. Ἄρθρον 3. Ἐξαιροῦνται· 1) Ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. 2) Οἱ πρόεδροι τῶν ἐφετείων. 3) Οἱ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ κράτους ὑπάλληλοι. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὴν λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, ἄλλως δὲν εἶναι ἰδέα ἰδική μου, δὲν θέλω οὐδὲ ἐσυνείθισα νὰ οἰκειοποιοῦμαι ἔργα ἄλλων, τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1864 κ. κ. Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου, ὑπουργείου προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ Ναυάρχου Κανάρη· τότε ἐξεδόθη ἓν διάταγμα. Λοιπὸν τὸ διάταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον τότε ἐξεδόθη παρὰ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει εἰς ἐφαρμογήν.
§53Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ καιροῦ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ.
§54ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς ἐφαρμογὴν, δὲν λέγω σήμερον ὅτι παρεβιάσθη, ἐν τούτοις περιῆλθεν εἰς ἀχρηστίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Λαυριακῶν.
§57ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου ἐδήλωσεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι εἰσάγει αὐτὸ ὡς ἀφετηρίαν σκέψεως καὶ συζητήσεως μᾶλλον παρὰ ὡς ὁριστικὸν νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀπόφασιν νὰ ἐπιμείνῃ. Ἐδήλωσεν ἑπομένως, ὅτι εἶναι ἑτοίμη νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι ὀρθότερον ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἡ ἀγόρευσις, κύριοι, ἡ χθὲς γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζέγγελη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνωμοδοτήσεως, ἥτις εἰσήχθη καὶ ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦ ἀξιοτίμου δικηγόρου καὶ καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου κυρίου Κοκκίνου, ἂν καὶ πλήρης εὐφυΐας καὶ μαρτυροῦσα εὐρυτάτην πολυμάθειαν, ὡς καὶ ἡ ῥηθεῖσα ἀξιόλογος ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Ζέγγελη, δὲν μὲ ἔπεισαν δυστυχῶς, παρὰ τὴν ὁποίαν ἄλλως εἶχεν ἐπιθυμίαν, περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἐκβολάδες αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐπὶ ἰδιωτικῶν γαιῶν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κτῆμα τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ οὔτε ἡ ἀγόρευσις, ἡ δεινὴ ἀληθῶς καὶ εὔγλωττος ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ἡ ὁποία βεβαίως ὡς ἐκ τοῦ ἐκδηλουμένου ἐν αὐτῇ πνεύματος ἠδύνατο νὰ προξενήσῃ θάμβος, οὔτε αὐτὴ, λέγω, ἡ ἀγόρευσις ἠδυνήθη νὰ ἐμποιήσῃ, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, πεποίθησιν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ἐννοῶ, κύριοι, καὶ συμμερίζομαι μάλιστα τὸ αἴσθημα ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτουν οἱ ἐξενεχθέντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰσχυρισμοὶ, ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης φαίνεται εἰς ἐμὲ πολλῷ ὑπέρτερον, καὶ εἰς τὸ αἴσθημα τοῦτο ὑπείκων ὡμίλησα καὶ χθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον τὴν αὐτὴν γνώμην ὑποστηρίζων. Τὸ δίκαιον, κύριοι, εἴτε ἐξ ἀντικειμένου, εἴτε ἐξ ὑποκειμένου, δηλ. ὡς δικαίωμα, ἐκλαμβανόμενον, πρέπει νὰ θεωρῆται καὶ νὰ ᾖναι πράγματι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, διότι τὸ δίκαιον ἀποτελεῖ τὴν κρηπῖδα τῆς πολιτείας, τὸ τέλος τῆς ὁποίας κεῖται εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ· τὸ δίκαιον ἑπομένως πρέπει νὰ προστατεύηται οὐ μόνον κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς παντοδυναμίας τῆς Πολιτείας καὶ πρέπει ἑπομένως ν’ ἀποκρούηται καὶ νὰ ἀπομακρύνηται ἀπ’ αὐτοῦ πᾶσα αὐθερεσία οὐ μόνον διοικητικὴ, ἀλλὰ καὶ νομοθετικὴ, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ περιπέσωμεν εἰς τὸν ἀπολυτισμὸν τὸν πλέον ὀλέθριον, εἰς τὴν τυραννίαν τὴν πλέον καταστρεπτικὴν, εἰς τὴν τυραννίαν δηλαδὴ ἐκείνην τῶν βαρβάρων χρόνων, ἡ ὁποία ἀποῤῥοφᾷ οὐ μόνον τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἀστικὴν ἐλευθερίαν, ἤτοι τὴν ἐν τῷ ἀστικῷ βίῳ δικαιοσύνην, τὸ ὁποῖον ἐκ παντὸς τρόπου πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν. Ὡς ἐκ τούτου, κύριοι, πρέπει νὰ ἁπτώμεθα μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς εὐλαβείας τῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ ἀστικὸν δίκαιον· ἓν δὲ τῶν πρωτίστων δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, τὸ ὁποῖον ταὐτοχρόνως εἶναι τὸ ἔρεισμα τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος ὁλοκλήρου, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει πρὸ πάντων νὰ προστατεύηται· διὰ δὲ τὴν σημασίαν του ταύτην τὸ θέτει ἐξαιρετικῶς καὶ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τὴν αἰγίδά του καὶ αὐτὸ τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ποιεῖται ἰδιαιτέρως περὶ αὐτοῦ μνείαν. Ὡς ἐκ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει μετὰ σεβασμοῦ νὰ ἐπιλαμβανώμεθα τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ νὰ μὴ θεωρῶμεν οὐδένα λόγον, ὅσον σπουδαῖος καὶ ἂν ᾖναι οὗτος, ἀντίῤῥοπον τοῦ ἱεροῦ τούτου δικαιώματος, ὅταν ὁ εἰρημένος λόγος τυγχάνῃ ἀλλότριος τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ὑπεστήριξα ὅτι, κατὰ τὸ ἀρχαῖον δίκαιον, τὸ ἰσχῦον πρὸ τῆς συντάξεως τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, ἴσχυεν ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους ἔχει δικαίωμα καὶ ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων καὶ ἐπὶ τῶν ἐπικειμένων, ἐντεῦθεν δὲ συνεπέρανα εἰς αὐτὸ, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη ἰσχύει ἔτι καὶ σήμερον, ἐφ’ ὅσον δὲν περιωρίσθη ὑπὸ τοῦ εἰρημένου νεωτέρου περὶ μεταλλείων νόμου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης προσέβαλεν ἐν μέρει τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἢ ἵνα εἴπω κάλλιον, τὴν μὲν ἀρχὴν ταύτην καθ’ ἑαυτὴν δὲν τὴν προσέβαλε, καθόσον μάλιστα ἐπανέλαβεν αὐταῖς λέξεσι τὰ ῥήματα τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἐκφράζεται, ἐπέφερεν ὅμως ἐξηγήσεις καὶ παρατηρήσεις τοιαύτας, ὥστε προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς οὐχὶ ἁρμόζουσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ πρῶτον μὲν ἰσχυρίσθη ὡς πρὸς τὰ ὑποκείμενα εἰς τὸ ἔδαφος πράγματα καὶ ἰδιαιτέρως τὰ μεταλλεῖα περὶ ὧν πρόκειται, ὅτι ταῦτα κατὰ τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον, ἦσαν δημόσια. Ὅτι ὑπῆρχον, κύριοι, δημόσια μεταλλεῖα παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ· ἀλλὰ τὰ δημόσια ταῦτα μεταλλεῖα ἔκειντο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τὰ μέρη τὰ κατακτηθέντα παρ’ αὐτῶν καὶ εἰς αὐτὰ ἀναφέρονται αἱ αὐτοκρατορικαὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος καὶ πολυμαθὴς κ. Δεληγεώργης ἐμνημόνευσεν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὑπάρχουν σαφεῖς καὶ ῥηταὶ διατάξεις τῶν Πανδεκτῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπαναλαμβάνονται καὶ εἰς τὰ Βασιλικὰ, καθ’ ἃς ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους ἔχει δικαίωμα ἀποκλειστικὸν ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἅτινα κεῖνται ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ εἰς τὴν κυριότητα αὐτοῦ ἀνήκοντος ἐδάφους, τοῦθ’ ὅπερ ἐγὼ ἰσχυρίσθην. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι γενικὴ καὶ ἴσχυε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας· ἴσχυεν ἐπίσης καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, καὶ ἐξηκολούθησεν ἰσχύουσα μέχρι τοῦ χιλιοστοῦ περίπου ἔτους μ. Χ. καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὡς διάδοχον τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας παρισταμένην Γερμανικὴν αὐτοκρατορίαν, διότι κατὰ πρῶτον ἀπὸ τοῦ Ὄθωνος τοῦ μεγάλου, περὶ τὸ 960 μ. Χ. ἤρχισε ν’ ἀναπτύσσηται ἡ ἰδέα, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀπετέλουν δικαίωμα βασιλικὸν ἤτοι Regalium κατὰ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη χθὲς ὁ κ. Δεληγεώργης, ὥστε ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμούς μου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπικείμενα, ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπ’ ἴσης δὲν ἠμφισβήτησε τὸν νομικὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθην, ἀλλ’ εἰσῆλθεν εἰς ἐξηγήσεις περὶ τῶν ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα ἐννοοῦνται ὡς ἐπικείμενα, καὶ ὡς ἐκ τούτου συμμερίζονται τὴν τύχην τοῦ κυρίου κτήματος· ἔκαμε διακρίσεις τινὰς καὶ, οὕτως ἠθέλησε νὰ μὲ ἐλέγξῃ ὡς μὴ καλῶς ἐφαρμόσοντα τὸν προκείμενον κανόνα. Βεβαίως, κύριοι, πᾶν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν κανόνα, ὃν ἐπεκαλέσθην· εἰς τὸν κανόνα τοῦτον ὑπόκεινται μόνον ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα διατελοῦν εἰς συνοχὴν, συνδέονται μονίμως καὶ παρίστανται οὕτως ὡς συμφυῆ μετὰ τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται, ὡς εἶναι αἱ οἰκοδομαὶ καὶ τὰ δένδρα, ὡς παρετήρησε τοῦτο λίαν ὀρθῶς ὁ κ. Δεληγεώργης. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφ’ οὗ ἡ βάσις εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἡνωμένον τὸ ἀντικείμενον περὶ οὗ πρόκειται μετὰ τοῦ ἐδάφους καὶ νὰ ᾖναι συναφὲς μετ’ αὐτοῦ, ἐρωτῶ, ἂν ᾖναι πλειότερον συναφὲς ἓν οἰκοδόμημα μετὰ τοῦ ἐδάφους ἐφ’ οὗ κεῖται, παρὰ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτὴν τοῦ ἐδάφους τούτου, ἥτις ἐσχηματίσθη διὰ τῆς συσσωρεύσεως χωμάτων, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν πρὸ αἰώνων· ἂν ἡ ἐκ τῆς ἀνοικοδομήσεως ἕνωσις ᾖναι μεγαλειτέρα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἕνωσιν, τὴν προκύπτουσαν ἐκ τῶν ἔστω καὶ ἐπεισάκτων χωμάτων τῶν ἀποτελούντων τὴν ὑπάρχουσαν ἐπιφάνειαν; βεβαίως ὄχι, διότι ἡ ἐπιφάνεια αὕτη ἀντεκατέστησε τὴν προτέραν ἐπιφάνειαν, τὴν ἐντεῦθεν ἀφαιρεθεῖσαν ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν ἐπιφάνειαν καρποῦται ἤδη ὁ ἰδιοκτήτης σπείρων αὐτὴν, βόσκων ἐν αὐτῇ τὰ ζῶά του, φυτεύων αὐτὴν κτλ. ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ ἀρχὴ ἣν ἐπεκαλέσθην ἐφαρμόζεται πληρέστατα καὶ πλειότερον μάλιστα ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, παρὰ ὡς πρὸς τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα τελευταῖα ὑπάρχουσι καὶ ἐπὶ τοῦ νέου ἐδάφους ἀποδεικνύοντα οὕτω σαφέστερον τὴν ἑνότητα αὐτοῦ μετὰ τοῦ παλαιοῦ ἐδάφους. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης προβαίνων εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὑπεστήριξεν ὅτι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκβολάδες ἀποτελοῦσι κινητὰ ἀντικείμενα καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀδέσποτοι Res nullius. Εἰς τὴν νομικὴν ἱστορίαν ἀνέγνων ὅτι ὑπῆρχόν που κατὰ τὸν μεσαίωνα ἐν Γερμανίᾳ τοπικά τινα ἔθιμα, καθ’ ἃ καὶ αἱ οἰκίαι αὐταὶ ἐθεωροῦντο ὡς κινητά· οὐδέποτε ὅμως οὐδαμοῦ ἀπήντησα ὅτι ἔδαφος τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη, ἔστω καὶ διὰ συσσωρεύσεως χωμάτων ἔξωθεν, ὅτι ἔδαφος, λέγω, τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖται καὶ σπείρεται καὶ φυτεύεται ἠδυνήθη ποτὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς κινητόν. Βεβαίως δὲ, κύριοι, τὰ χώματα ταῦτα, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἤτοι αἱ ἐκβολάδες, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι παρὰ ὡς χώματα, ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν αὐτὰ ἔμπλεα ἀργύρου, διότι δὲν εἶναι καθαρισμένος ἄργυρος, ἀλλὰ φυσικῶς συνηνωμένος, καὶ συμπεφυρμένος μετὰ χωμάτων ἀποτελούντων τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ πρέπει ἑπομένως νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τοιαῦτα. Ἄλλως, κύριοι, κατὰ τὸν περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμον ἡ ξυλεία καὶ ἡ φορβὴ θεωροῦνται ὡς ἀκίνητα, ἤτοι ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου, καὶ δυνάμεθα λοιπὸν νὰ θεωρῶμεν ὅτι τὸ χόρτον εἶναι ἀκίνητον, τὸ δ’ ἔδαφος ἐφ’ οὗ ἐβλάστησε καὶ ὅθεν ἐτράφη εἶναι κινητόν; ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ὡς κινητὰς ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας ταύτας καὶ ὡς ἀδεσπότους ἢ Res nullius, πολλῷ μᾶλλον ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὰς ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους παρὰ εἰς τὸ δημόσιον· κατὰ τὸν κανόνα τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου «quod nullius sit occupantis fit» ἤτοι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς οὐδένα ἀνήκει περιέρχεται εἰς τὸν καταλαβόντα αὐτό. Δὲν δύνανται δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶσι πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τὸν περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμον, διότι οὗτος εἶναι μεταγενέστερος τῆς καταλήψεως τῶν περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντικειμένων ὑπὸ τῶν κατοίκων χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζουσι τὰ δικαιώματά των εἰς προαιώνιον κατοχὴν ἀπὸ πατέρων εἰς τέκνα περιερχομένην· σκάπτοντες δὲ καὶ φυτεύοντες τὴν γῆν ταύτην καὶ κινητὴ ἂν θεωρηθῇ, εἶναι πρόδηλον ὅτι ἐνήργουν ἐπ’ αὐτῆς πράξεις καταλήψεως. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνέφερεν ἐπὶ τέλους τὰ ἀρχαῖα μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ταῦτα ἀπετέλουν ἰδιοκτησίαν τῆς πόλεως· τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον· πράγματι τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου ἐθεωροῦντο κοινὴ τῶν Ἀθηναίων ἰδιοκτησία. Ἀλλά, κύριοι, τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν θέλουσι νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶσιν, ἤτοι πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐκ διαδοχῆς περιελεύσεως τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης τῆς ἀρχαίας πόλεως εἰς τὸ νῦν δημόσιον, διότι, ὡς βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐπῆλθεν ἡ Νεαρὰ 46 τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ σοφοῦ, ἢ φιλοσόφου ἐπικαλουμένου, ὅστις ἐβασίλευσεν περὶ τὰ 900 μ. Χ. καὶ διὰ τῆς ὁποίας Νεαρᾶς ἐξέλιπον καὶ τὰ τελευταῖα λείψανα τῆς αὐτεξουσίου διοικήσεως τῶν πόλεων, τῆς διοικήσεως, ἑπομένως, τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῶν ἰδιοκτησίας. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἐκτὸς τούτου τὰ μεταλλεῖα ταῦτα ἂν καὶ ἦσαν ἰδιοκτησία τῆς πόλεως, ὡς λίαν ὀρθῶς ἐπίσης παρετήρησεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἡ πόλις ὅμως τὰ ἐμίσθονε διαρκῶς, καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη ἐλέγετο μὲν μίσθωσις, ἀλλὰ πράγματι ἦτο ἐκποίησις, διότι ὁ μισθωτὴς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀπαλλοτριεῖ, νὰ τὰ μεταβιβάζῃ εἰς τοὺς ἀπογόνους του καὶ νὰ τὰ διαθέτῃ, ὡς διέθετε τὴν ἰδιοκτησίαν του· ἑπομένως τὰ μεταλλεύματα ἅπερ ἐξώρυξεν ὁ μισθωτὴς καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰς ἐκβολάδας ἦσαν πλήρης καὶ τελεία ἰδιοκτησία αὐτοῦ καὶ οὐδαμῶς ἀνῆκον εἰς τὸν Δῆμον τῶν Ἀθηναίων. Τὰ μεταλλεύματα ταῦτα ἑπομένως ἀπετέλουν ἰδιωτικὴν περιουσίαν, καὶ ἡ περιουσία αὕτη πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν τύχην τῶν ἐν γένει ἰδιωτικῶν περιουσιῶν καὶ νὰ κριθῇ ὡς τοιαύτη. Ὡς ἐκ τῶν λόγων τούτων καὶ μὴ θέλων νὰ μακρηγορήσω περισσότερον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν γαιῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων κεῖνται. Ἀλλ’ ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ κυβέρνησις δὲν τὸ θεωρεῖ οὔτε κἂν ὡς ζήτημα ὑπουργικῆς φιλοτιμίας· τὸ ἀφίνει εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς ἥτις θέλει τὸ λύσει κατὰ τὴν κρίσιν της, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου συμφέροντος τὰ μάλιστα διαφέροντος ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τὸ ἡμέτερον ἔθνος.
§58Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων δὲν εἶναι τὸ δύσκολον καὶ τὸ δυσχερές, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι πῶς ἡμεῖς, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δυνάμεθα νὰ σώσωμεν αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας διὰ νόμου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, κύριοι, τὸ θεωρῶ ἀναντίῤῥητον καὶ ὑπὸ τὴν ἱστορικὴν καὶ ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν. Ἀφοῦ εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται μετέβαλον τὴν πρώτην των φύσιν διὰ τῆς ἀποχωρίσεως αὐτῶν ἀπὸ τὴν γῆν, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς αἱ ἐκβολάδες αὗται θεωροῦνται ὡς σῶμα ἀνεξαρτήτως διάφορον τοῦ κυρίου σώματος ἐξ οὗ ἐχωρίσθησαν, διάφορον τῆς πρώτης φύσεώς των, θεωροῦνται ὡς κινητὸν καὶ οὐ μόνον κατὰ τὸ δίκαιον τὸ Ῥωμαϊκόν, διότι ῥηταὶ διατάξεις ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ κατὰ τὰς ὁποίας ἐνόσω ὁ ἀγοραστὴς ὅστις ἠγόρασε δικαίωμα ἐκκοπῆς ἀπὸ ὀρυχεῖα μαρμάρων δὲν ἀπέκοψε τὰ μάρμαρα, ἡ ἰδιοκτησία ἀνήκει εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον περὶ μεταλλείων εἰς τὸ ἄρθρον 16. Λοιπὸν εἶναι κινητὸν ἀντικείμενον καὶ ἡ ἀπόκτησις αὐτῶν καὶ ἡ μεταβίβασις κανονίζεται κατὰ τὸν τρόπον τῆς μεταβιβάσεως τῶν κινητῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης διὰ νὰ κατατάξῃ αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας εἰς τὸ μεταλλεῖον προσέφυγεν εἰς ἕνα κανόνα τοῦ δικαίου ὅτι τὰ ἐπικείμενα ἀνήκουσι τοῖς ὑποκειμένοις. Πολὺ ὀρθῶς δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης τὸ ἀπέκρουσε, διότι αὐτὸς ὁ κανὼν εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις μόνον λαμβάνει χώραν, ὅταν τὸ κινητὸν ἦναι συμπαγὲς μὲ τὸ ἀκίνητον· ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἐγὼ μεταβαίνων εἰς Χαλκίδα ἄφησα τὸ κιβώτιόν μου εἰς ἕνα ἀγρόν· δύναται κανεὶς νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι ὁ κύριος τοῦ ἀγροῦ εἶναι καὶ κύριος τοῦ κιβωτίου μου; ὄχι· ἐν τούτοις κεῖται ἐπὶ τοῦ ἀγροῦ καὶ δὲν ἠμπορεῖ ὁ κύριος τοῦ ἀγροῦ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἐπειδὴ ἐπίκειται τοῦ ἀγροῦ του εἶναι ἰδικόν του. Ὁ Ῥωμαϊκὸς νόμος ἐφαρμόζει αὐτὸν τὸν κανόνα, ὅταν τὸ πρᾶγμα τὸ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας εἶναι συνδεδεμένον μετὰ τοῦ ἐδάφους ἢ ὅταν τὸ συνδεδεμένον λαμβάνῃ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὕπαρξίν του ἀπὸ τὸ ἔδαφος. Συνδεδεμένον θεωρεῖ τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον τὸ κτίριον, τοὺς καρποὺς, ἀλλ’ ἅμα οἱ καρποὶ ἀποχωρισθῶσι τοῦ ἐδάφους εἶναι βλασφημία νὰ ἔρχωνται νὰ σᾶς λέγουν ὅτι αὐτοὶ οἱ καρποὶ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἐδάφους· τὰ φυτὰ ἐνόσῳ εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὸ ἔδαφος θεωροῦνται ἀκίνητα, ἅμα ὅμως τὰ ἀποχωρίσητε καὶ τὰ ῥίψητε εἰς τὸ ἁλῶνι ἀποτελοῦν ἴδιον σῶμα, ἀνεξάρτητον, ἂν καὶ παρήχθησαν ἀπὸ τὸ ἔδαφος· ὅθεν, κύριοι, δὲν ἔχει καμμίαν ὀρθότητα ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις, διότι ἡ ἀρχὴ αὕτη περιλαμβάνει τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὸ ἔδαφος ἢ τὰ λαμβάνοντα ζωὴν ἀπὸ αὐτό· ἅμα ἀποχωρισθῶσι θεωροῦνται ἀνεξάρτητα τοῦ ἐδάφους, ἴδιον σῶμα ὑπαγόμενον εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἀκινήτων. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τί μᾶς χρησιμεύει ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ; διότι ἅμα παραδεχθῆτε ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ μεταλλείου τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς τὸν κ. Σερπιέρην διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ μὴ συμπεριλαμβανόμεναι εἰς τὴν παραχώρησιν αὐτὴν, αὐτὸς οὐδὲν δικαίωμα κέκτηται, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα· ἀλλ’ εἰς ποῖον ἀνήκουν; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ δεύτερον καὶ τὸ κυριώτερον. Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Δεληγεώργης παρετήρησεν ὅτι αὗται αἱ ἐκβολάδες δὲν ἠμποροῦν νὰ θεωρηθῶσιν εἰμὴ ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος· τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ σήμερον δὲν ἠμποροῦν νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ἀποτελοῦσιν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν ὅτι τοιαῦτα ἐχαρακτηρίσθησαν ἕνεκα τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ διὰ τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ ἀνάγω τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀρχήν του· αὐτὰ τὰ μεταλλεῖα σαφῶς ἀποδεικνύεται ὅτι, ποτὲ δὲν περιῆλθον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἐξουσίαν τὴν ἀτομικὴν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς πόλεως, εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ δημοσίου, εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ δήμου· ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διϊσχυρίζεται τὸ ἐναντίον πρέπει νὰ μᾶς φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν· ὅστις ἰσχυρίζεται ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα ἰδιοκτησίας πρέπει νὰ μᾶς φέρῃ ἀπόδειξιν, καὶ ἐνόσῳ δὲν φέρει τὰς ἀποδείξεις, ἡ πρόληψις τοῦ δικαίου εἶναι, ὅτι ἰδιοκτήτης εἶναι ὁ πρῶτος καταλαβὼν, ἔχομεν δὲ τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ὁ πρῶτος καταβαλὼν εἶναι τὸ δημόσιον. Αἱ ἐκβολάδες προέρχονται ἐξ ἐργασίας παλαιᾶς ἐποχῆς· οἱ χωρικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκτήσαντο τὰς γαίας ἀπέκτησαν καὶ αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας; ἰδοὺ τὸ ζήτημα· λέγω ὄχι, διότι ὁ Σουλτάνος καὶ ὅλα τὰ ἔθνη τὰ ἀνατολικὰ δὲν ἀναγνωρίζουν κυριότητα κατὰ τὰς ἰδέας τὰ σημερινὰς τοῦ πολιτισμοῦ ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ὁποίαν καὶ τὸ Ῥωμ. Δίκαιον. Παρ’ αὐτοῖς ἴσχυε τὸ ἀξίωμα πᾶσα γῆ βασιλικὴ, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἔχοντες αὐτὴν τὴν ἀρχὴν δὲν ἐχορήγουν εἰμὴ δικαίωμα χρήσεως καὶ καρπώσεως, δὲν ἐχορηγήθη δὲ ποτὲ δικαίωμα ἐκμεταλλεύσεως. Τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν διὰ ταπίου εἶναι δικαίωμα καλλιεργείας μόνον τῆς γῆς κατὰ τὸ Τουρκικὸν Δίκαιον· τὰ ἔγγραφά των περιορίζονται μόνον καὶ μόνον ὡς πρὸς τὴν καλλιέργειαν, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς κυριότητος εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς καλλιεργείας· ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ Ἀττικὴ νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, τότε ἐδόθη ἄδεια εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς νὰ πωλήσωσι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα καὶ αὐτοὶ εἶχον, ταῦτα ὅμως περιορίζονται εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς καὶ τὰ δικαιώματά των αὐτὰ μεταβίβασαν εἰς τοὺς ἀγοραστὰς οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἐγένοντο κύριοι τῶν ἐκβολάδων καὶ σᾶς μνημονεύω τινὰ περιστατικά. Ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος ἐστάλησαν τόσοι μηχανικοὶ διὰ νὰ ἐξετάσουν τὰ μεταλλεῖα αὐτά, οἱ δὲ χωρικοὶ δὲν παρουσιάσθησαν ν’ ἀντιποιηθῶσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι μὲ αὐτὰς τὰς σκωρίας ἔστρωσαν τὴν ὁδὸν τοῦ Αἰόλου, τὰς ὁποίας ἐπῆρε τὸ δημόσιον καὶ οὐδεὶς χωρικὸς παρουσίασεν ἀξιώσεις· ἀφοῦ ἦλθεν ἡ ἑταιρία Ῥοὺ καὶ κατέδειξε τὴν χρῆσιν τῶν σκωριῶν αὐτῶν, τότε καὶ αὐτοὶ συνέλαβον τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ τὸ δημόσιον δὲν ἀπέβαλε τὴν ἰδιότητα τοῦ κυρίου· διότι τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον διεδέχθη τὸ Τουρκικὸν, τὸ ὁποῖον διεδέχθη πάλιν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν· τὸ δημόσιον εἶχε κατασταθῆ κύριον αὐτῶν τῶν ἐκβολάδων διὰ τῶν πράξεών του, διότι ἔστειλεν ἀνθρώπους νὰ ἐξετάσουν τὰς σκωρίας, ἔλαβον ἀπὸ αὐτὰς, τὰς μετεχειρίσθησαν. Πῶς ἀποκτῶμεν, κύριοι, τὴν κυριότητα κατὰ τὸ φυσικὸν δίκαιον; Διὰ τῆς διανοίας καὶ διὰ τῆς πράξεως, καὶ ἐδὼ παρατηρεῖτε ὅτι ἡ διάνοια παρακολουθεῖ τὸ δημόσιον. Οἱ δὲ χωρικοὶ οὐδέποτε εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτὰ τὰ χώματα ἀνήκουν εἰς αὐτοὺς, τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ἀποδεικνύει ἡ συμπεριφορὰ του καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβε. Ἅμα λοιπὸν παραδεχθῶμεν, κύριοι, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται καὶ τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ ποτὲ δὲν ἐξεποιήθησαν εἰς τοὺς χωρικοὺς, ὅτι δὲν ἔχουν τίτλους, ὅτι δὲν φέρουν καμμίαν ἀρχαιοτέραν πρᾶξιν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἀντέταξε τὸ ἄρθρον, τὴν καλλιέργειαν, καὶ τὴν χρῆσιν ἣν ποιοῦνται τοῦ χόρτου, ἀλλ’ ὅλα ταῦτα οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχουσι ἐπὶ ἐκβολάδων θεωρουμένων ὡς σῶμα ἀνεξάρτητον τοῦ ἐδάφους, ἄλλως τε πῶς δύνανται νὰ θεωρηθῶσι ὡς κύριοι τῶν ἐκβολάδων ἀφοῦ οὔτε κἂν καλλιεργοῦντες τὴν γῆν εἶχόν τινα ἰδέαν περὶ τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ τῆς ἀξίας των μηδὲ τὴν θέλησιν νὰ τὰς ἀποκτήσωσι δύνανται νὰ ὑποτεθῶσι ὅτι εἶχον, διότι ὁ ἀγνοῶν δὲν ὑποτίθεται ὅτι βούλεται καὶ ὁ μὴ βουλόμενος δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ κυριότητα· διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τις κυριότητα ἀπαιτοῦνται δύω πράγματα, ἡ θέλησις καὶ ἡ πρᾶξις, καὶ διὰ νὰ θέλῃ πρέπει νὰ γνωρίζῃ. Αὐτοὶ λοιπὸν ἐνήργουν καὶ ἐξήσκουν τὴν αὐθεντείαν των ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ὄχι ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων καὶ πρὸς ἀπόκτησιν αὐτῶν, διότι εἶπον ὅτι εἶναι κινητὸν, καὶ ὅλοι παραδέχονται αὐτὰς ὡς κινητάς.
§59ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν ἐκαλλιέργουν καὶ τὰς ἐκβολάδας.
§60ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τόσον περισσότερον, ἐγὼ ἀναιρῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι τὸ ἔδαφος τὸ ἐκαλλιέργουν αὐτοί. Ἀπαιτεῖται ἡ διάνοια, ἀπαιτεῖται ὁ νοῦς, ἀπαιτεῖται ἡ θέλησις διὰ νὰ ἀποκτήσω, διὰ νὰ γείνω κύριος, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ πρᾶξις. Ὅταν δὲν ἔχω διάνοιαν, ὅταν ἀγνοῶ, δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀποκτήσω. Ἀλλὰ, καθὼς εἶπεν καὶ ὁ κ. βουλευτὴς τῶν Ἀθηνῶν, οὔτε κἂν εἰς ἐπαφὴν ἦλθον οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς ἐκβολάδας καὶ μὲ τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ, ὥστε νὰ τοὺς θεωρῆτε ἰδιοκτήτας. Κύριοι μεταβαίνομεν εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα. Τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως, τῆς συγχύσεως τῆς εἰδοποιήσεως. Μεταξὺ τῶν τρόπων τοὺς ὁποίους ὁ νόμος προσδιορίζει πρὸς ἀπόκτησιν τῆς κυριότητος εἶναι καὶ ἡ σύγχυσις καὶ ἡ ἕνωσις καὶ ἡ ἀνάμιξις.
§61ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε βουλευτὰ, αὐτὰ ἠγοράσθησαν.
§62ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§63ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸ εἶπεν ὁ κύριος διὰ νὰ πειράξῃ ἀλλὰ τὸ εἶπε σχετικῶς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας τῆς ἰδικῆς σας, δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα τόσον λεπτολόγοι.
§64ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν αὐτό.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον, σᾶς εἶπον, ἀναγνωρίζει ὡς τρόπους ἀποκτήσεως κυριότητος, τὴν σύγχυσιν τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ πάντοτε ὑποθέτει καὶ τότε ὅτι διὰ νὰ γείνῃ κύριος κανείς, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν διάνοιαν τῆς κτήσεως καὶ νὰ ᾖναι καὶ ἐν καλῇ πίστει. Ἄνευ διανοίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ κύριος διὰ συγχωνεύσεως. Ἐάν τυχὸν τὰ πρόβατά μου μὲ τὰ πρόβατα ἄλλου ἑνωθῶσιν, δὲν ἀποκτᾷ τὰ πρόβατά μου ὁ κύριος τῶν ἄλλων προβάτων· ἐὰν ὁ σῖτός μου ἀναμιχθῇ μετ’ ἄλλου σίτου, δὲν ἀποκτᾷ ἐκεῖνος τὸν ἰδικόν μου σῖτον. Ἐὰν δὲν ἠμπορῇ νὰ διαχωρισθῇ, λέγει ὁ νόμος, τὸν διαιροῦμεν καὶ παίρνει τὸ ἀνάλογον καθείς. Ἀλλὰ σήμερον αὐτὸ τὸ ζήτημα ὑπάρχει ἢ τὸ ὑποθέτομεν διὰ νὰ καταστήσωμεν δυσχερῆ τὴν λύσιν τοῦ κυρίου ζητήματος; Τάχα αἱ ἐκβολάδες αὗται δὲν ἠμποροῦν νὰ διαχωρισθῶσιν ἀπὸ τὸ ἔδαφος; ἀποκρίνομαι καταφατικῶς· διότι τὸ ἔδαφος δὲν περιέχει τὰς οὐσίας τῶν ἐκβολάδων, εἶναι σωρεῖαι αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν διὰ τῆς προσθέσεως αὐτῶν τῶν χωμάτων τῶν ἐκμεταλλευθέντων ἐντὸς τῶν στοῶν καὶ ἐντὸς τῶν φρεάτων, διαφέρουν ἀπὸ τὸ ἔδαφος τῆς ἐπιφανείας· καὶ εἶναι εὐδιάκριτοι καὶ εὐδιαχώριστοι. Ὅπου λοιπὸν δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις καὶ διαχώρισις τῶν ἐπιπροσθέτων αὐτῶν ἐκβολάδων ἀπὸ τὸ ἔδαφος, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἔγεινε τοιαύτη σύγχυσις, ὅτι ἔγεινε τοιαύτη ἀνάμιξις, ὥστε ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους νὰ γείνῃ καὶ κύριος αὐτῶν τῶν ἐκβολάδων. Τοὺς παραχωρῶ, κύριοι, καὶ αὐτό. Ἀλλ’ ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους δὲν θέλει νὰ τὰς ἔχῃ συνηνωμένας, διότι δὲν ἔχουν τοιοῦτον προορισμὸν, μὲ τὸ ἔδαφος, ἀλλὰ θέλει νὰ τὰς ἀποχωρίσῃ ἀπὸ αὐτὸ, διὰ νὰ τὰς ἐκμεταλλεύσῃ, καὶ ἀφοῦ θέλει οὗτος νὰ τὰ ἀφαιρέσῃ, ἠμπορεῖ ὁ νόμος ἀπὸ τοῦ κυρίου νὰ ἀποστερήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὅταν ἄνευ βλάβης τοῦ κυρίου πράγματος ἠμπορῇ νὰ τὸ πράξῃ; οὐχὶ, ἀλλὰ μοῦ δίδει ἐλευθερίαν ὁ νόμος καὶ ἄδειαν νὰ τὸ πράξω. Ὅταν ὅμως τοῦτο γίνεται μετὰ βλάβης, τότε μὲ ἐμποδίζει, καὶ ἐξετάζει ἐὰν ἡ ἕνωσις προῆλθε τυχαίως, ἢ ἐὰν προῆλθεν ἐκ κακῆς πίστεως, καὶ ἂν προῆλθεν ἐκ κακῆς πίστεως, ἔχω πᾶν δικαίωμα, πᾶσαν ἀγωγὴν, διὰ νὰ ἀποζημιωθῶ ἢ ἀφαιρέσω αὐτὸ, καί τοι δυναμένης τῆς ἀφαιρέσεως νὰ βλάψῃ τὸ κύριον ἀντικείμενον. Τὸ χόρτον λέγει διὰ τὶ νὰ ᾖναι τὸ κατέχον; Διότι τὸ χόρτον θεωρεῖται ὡς προϊὸν ὄχι τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ τοῦ ἐδάφους· καὶ ἐδὼ ἔκαμε ἄλλην σύγχυσιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θεωρήσας τὸ χόρτον ὡς ἀνῆκον εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, ὄχι λόγῳ τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ λόγῳ τῶν ἐκβολάδων. Τὸ ζήτημα λοιπὸν διατὶ τὸ χόρτον θεωρεῖται μέρος τοῦ ἐδάφους, καὶ αἱ ἐκβολάδες νὰ μὴ θεωρῶνται δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, ἀφοῦ παρεδέχθησαν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀποτελοῦν ἴδιον σῶμα. Τὸ χόρτον τὸ ὁποῖον φύεται ἄνωθεν αὐτῶν εἶναι τοῦ ἐδάφους, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι ἡ βάσις, ἐνῷ αἱ ἐκβολάδες θεωροῦνται κινηταί. Αἱ ἐκβολάδες θεωροῦνται κινητὰ πράγματα, καὶ ὁ περὶ μεταλλείων νόμος τὸ λέγει καὶ τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον. Ὅταν ἀποσπάσω ἄμμον ἀπὸ τὸ ὀρυκτὸν, ὅταν κόψω λίθους, μάρμαρα, ἀμέσως διὰ τῆς ἐκκοπῆς θεωροῦνται αὐτὰ κινητὰ, ἀποτελοῦν ἄλλο σῶμα. Ὅταν θερίσω τὸν ἀγρόν μου, θεωροῦνται τὰ ἀφαιρεθέντα, τὰ θερισθέντα ὡς ἄλλο σῶμα. Λοιπὸν τί συγχύζει τὸ χόρτον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς παρεπόμενον τοῦ ἐδάφους, μὲ τὰς ἐκβολάδας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ὅλως διόλου χωριστὸν σῶμα; Θέλει λοιπὸν τὰς ἐκβολάδας ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς μέρος τοῦ ἐδάφους; Τότε μόνον ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ὁ ἰσχυρισμός του ὀρθότητα, ὅταν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι καθὼς τὸ χόρτον ἀνήκει εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, οὕτω ἀνήκουν καὶ αἱ ἐκβολάδες. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ κανεὶς, διότι ἤθελε κάμει ἕνα παραλογισμόν. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ, ὅτι, τὸ ζήτημα, καθὼς σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ἅμα παραδεχθῶμεν, ὅτι αὐταὶ εἶναι κινητά. Πρὸς τούτοις ἅμα παραδεχθῶμεν, ὅτι αὐτὰ τὰ μεταλλεῖα πάντοτε ὑπῆρξαν δημόσια καὶ ποτὲ δὲν περιῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἰδιωτῶν, ἦσαν ἐξῃρημένα τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, ἅμα παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ κύριοι τοῦ ἐδάφους δὲν ἀπέκτησαν τὰ μεταλλεῖα, οὔτε ἐξεμεταλλεύθησαν τὰ μέταλλα, μήτε οἱ δικαιοπάροχοι πρώην ἰδιοκτῆται Ὀθωμανοὶ, μήτε οἱ ἐκδοχεῖς αὐτῶν χωρικοὶ, οἱ δύο κανόνες τοῦ δικαίου ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν γνώμην του ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογήν. Μεταξὺ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζεται, ἐπρότεινε καὶ τὴν παραγραφὴν, μάλιστα μᾶς ἀνεβίβασε εἰς 20 αἰώνων ἐποχήν. Πῶς, λέγει, εἶναι δυνατὸν νὰ διεκδικήσωμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπωλέσθησαν πρὸ 20 αἰώνων; Ἀλλὰ, κύριε, αὐτὴ ἡ πρότασις ἔχρῃζεν ὑποστηρίξεως· ἔπρεπε νὰ ἀποδειχθῇ πρῶτον, διὰ νὰ ᾖναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀντιποιοῦνται τὴν κατοχὴν αὐτὴν, ὅτι τὴν εἶχον οἱ δικαιοπάροχοί των καὶ ὅτι τὴν μεταφέρουν οὗτοι πρὸς αὐτούς. Ἄλλως ὑποθέτει ὁ νόμος, ὅτι ὁ ἀρχικὸς κύριος ὁ πρῶτος ἀποκτήσας, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι μέχρι σήμερον· διότι, πᾶν ὅ,τι εἶναι ἰδικόν μου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἄλλου ἄνευ τῆς πράξεώς μου, οἱ δὲ χωρικοὶ οὔτε ἠγόρασαν τὰς ἐκβολάδας καὶ τὰ μεταλλεῖα, οὔτε τὰς ἐπώλησε ὁ πρώην Ὀθωμανὸς, διότι οὔτε αὐτὸς ἦτο κύριος, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ κατὰ τὸ ὀθωμανικὸν δίκαιον. Κατὰ τὸ δίκαιον τοῦτο οὐδεμία κυριότης ἀπεκτᾶτο ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, εἰμὴ μόνον ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας δικαίωμα καλλιεργείας, τὸ ὁποῖον ὁ ἀποκτήσας ἂν δὲν τὸ ἐξήσκει δι’ ἑπτὰ ἔτη, ἀφῃρεῖτο καὶ παρεχωρεῖτο εἰς ἄλλους. Μὴ ἔχοντες τίτλον οἱ χωρικοὶ, μήτε παραγραφὴν ἐδύναντο νὰ ἀποκτήσωσι. Διὰ νὰ παραγράψῃς πρέπει νὰ ἔχῃς τὴν διάνοιαν πρῶτον νὰ τὸ κάμῃς ἰδικόν σου, καὶ δεύτερον νὰ τὸ καθέξῃς ἀποκλειστικῶς. Ποίαν πρᾶξιν κατοχῆς μᾶς φέρουν; Κᾀμμίαν· ἐξ ἐναντίας τὸ δημόσιον τὸ ὁποῖον ὑπερασπιζόμεθα ἡμεῖς, φέρει πρᾶξιν κατοχῆς, διότι ἔστειλε τοὺς μηχανικούς του, διότι ἔλαβε ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὕλην καὶ τὴν μετεχειρίσθη εἰς τὸ στρῶσιμον τῶν ὁδῶν. Αὐτοὶ δὲ οὔτε ἔλαβον κατοχὴν, οὔτε ἐξήγησαν τὴν διάνοιάν των, ὅτι θέλουν νὰ τὰς καταλάβουν. Ἄρα λοιπὸν λέγω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἀποδείξῃ ἀφοῦ ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ αὐτῶν τὴν παραγραφὴν, ν’ ἀποδείξῃ, ἢ ὅτι αὐτοὶ ἠγόρασαν τὰς ἐκβολάδας αὐτὰς, ἢ τὰς ἀπέκτησαν διὰ τοῦ φυσικοῦ τρόπου τῆς καταλήψεως. Πρέπει ν’ ἀποδείξῃς ὅτι ὅλην ἐκείνην τὴν ἐπιφάνειαν τὴν κατέλαβες πραγματικῶς καὶ ὅλα τὰ μέρη της, διότι πρόκειται περὶ ἀποκτήσεως διὰ καταλήψεως, ἐνῶ, διὰ πολιτικοῦ τρόπου, ἤτοι τῆς δωρεᾶς ἢ ἀγορᾶς, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ καταλάβῃς ὅλα τὰ μέρη ἑνὸς κτήματος, ἀλλὰ ἀρκεῖ νὰ ἐνεργήσῃς τὴν ἐπιῤῥοήν σου εἴς τι μέρος αὐτοῦ ἂν ἡ κατοχὴ ᾖναι κοινή. Κᾀμμίαν ἀπόδειξιν λοιπὸν δὲν μᾶς ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς, οὔτε πρᾶξιν, οὔτε θέλησιν, καὶ ἐπὶ ἀγνοουμένων πραγμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ παραγραφὴ, οὔτε κατοχή. Ὑφ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἐπόψεις, ὅπως καὶ ἂν θεωρηθῇ τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον. Ὑπῆρχε σήμερον ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑφίστανται δύω εἰδῶν ἰδιοκτησίαι, ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἐδάφους ἢ τῆς ἐπιφανείας, καὶ ἡ ἰδιοκτησία ἡ ὑπόγειος· καὶ ἡ μὲν πρώτη εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, ἡ δὲ οὐχί· ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος. Τὰ μεταλλεῖα λοιπὸν καὶ τὰ ὅμοια τούτων οὐδέποτε ἐθεωρήθησαν ὡς ἀποκλειστικὴ κτῆσις τοῦ κυρίου τοῦ ἐδάφους, ἢ ἂν ὑπῆρξε ἐποχή τις, εἶναι πολὺ ἀπομεμακρυσμένη· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτισμοῦ ὅλα τὰ ὑπὸ τὴν γῆν ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς περιουσία ὑπαγομένη εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον. Ἀλλὰ γεννᾶται ἡ μεγάλη δυσκολία, πῶς ἡμεῖς θὰ σώσωμεν τὴν περιουσίαν αὐτήν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει μὲ τρόπον, χωρὶς νὰ προδικάσῃ τὸ ζήτημα συγκεκριμένως, νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν ἑνὸς συμπληρωτικοῦ νόμου, τὸ ζήτημα τῆς συγκεκριμένης κυριότητος διόλου νὰ μὴ τὸ ἐφάψῃ, ἀλλὰ νὰ προστεθῇ μόνον ἓν ἄρθρον πρόσθετον εἰς τὸν περὶ μεταλλείων νόμον, ὅτι αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου καὶ τῶν ἄλλων μερῶν θέλουν διατεθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐθνικαί. Τότε ἐὰν τὸ δημόσιον εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν εὕρῃ πρόσκομμα, ἠμπορεῖ αὐτὸ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος περιποιεῖται δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τῆς νομίμου ἐξουσίας μας, νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὸν χαρακτῆρα μας εἰς δικαστήριον, ὅπως προληφθῇ πᾶσα σύγχυσις ἐξουσιῶν. Τοιοῦτος δὲ νόμος κανονιστικὸς δὲν ἐξέρχεται τῆς ἐξουσίας τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Πᾶσα ἐξουσία τοῦ κράτους πρέπει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐνέργειάν της ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα τὸ σύνταγμα τῆς διέγραψε, καὶ τοῦτο πράττοντες καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὸ ἔθνος ἐκπληροῦμεν καὶ τὴν ἐξουσίαν μας δὲν καταχρώμεθα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§68ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπίστευον, κύριοι βουλευταί, ὅτι μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ εὐφραδοῦς ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ, ἤθελε σήμερον ἐπιτρέψει αὖθις ἡ Βουλὴ νὰ καταβιβασθῇ ἀπὸ τὴν οἰκείαν θέσιν ζητήματος κυριαρχικοῦ τῆς ἐπικρατείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑψώθη τὸ λαυριακὸν ζήτημα, εἰς ζήτημα εἰρηνοδικείου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀφίνουσα ἐλευθέραν τὴν συζήτησιν, δὲν μετατρέπεται εἰς εἰρηνοδικεῖον, μένει Βουλή.
§70ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ καταδικάσητε, κ. πρόεδρε, πρὶν μὲ ἀκούσητε νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Λέγων ζήτημα εἰρηνοδικείου, ἐννοῶ εἰς ζήτημα νομικὸν, ἐνῶ ἐξ ὅσων ἠκούσατε χθὲς ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην, τὸ ζήτημα τὸ λαυριακὸν, εἶναι ζήτημα κυριαρχικὸν τῆς ἐπικρατείας, καὶ δὲν ὑπάγεται δὲν ἀνήκει πλέον, μήτε δικάζεται κατὰ τοὺς τετριμμένους τύπους τοῦ δικαίου τῶν Πανδεκτῶν, τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τῶν Νεαρῶν κτλ. ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἐκτάκτους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπικρατοῦσιν ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ζητημάτων εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα καὶ μὴ πεπολιτισμένα κράτη. Ἀλλὰ καὶ οὕτως, κύριοι βουλευταί, τίς τολμᾷ σήμερον ὑπὸ τὴν νομικωτέραν ἔποψιν τοῦ ζητήματος ν’ ἀμφισβητήσῃ πρὸς ἡμᾶς, πρὸς τὸ ἔθνος δηλονότι, δικαιώματα κυριότητος, οὐχὶ ἁπλῆς χρήσεως ἢ κατοχῆς τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ δικαιώματα κυριότητος; Ποῦ εἶναι, κύριοι, οἱ τίτλοι τῶν τοιαῦτα δικαιώματα ἀντιποιουμένων; καὶ δὲν σᾶς εἶπον, κύριοι, καὶ δὲν σᾶς ἐπανέλαβον μυριάκις, καὶ δὲν τὸ γνωρίζετε ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ δίδραχμον μετεπώλησαν δικαιώματα κυριότητος κατὰ στρέμμα εἰς τὴν ἑταιρία Ῥοῦ, προσκληθέντες ἐπανειλημμένως ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια νὰ παρουσιάσουν τοὺς ἐπ’ αὐτῶν τίτλους ἰδιοκτησίας, καὶ οὐχὶ ἁπλῆς νομικῆς κατοχῆς, ἠρνήθησαν, μηδὲ παρουσίασαν, διότι τοιούτους δὲν εἶχον; Βλέπετε, κύριοι, προφανῶς διατὶ εἶχον δίκαιον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διαφεύγει ἐντελῶς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων; διότι σήμερον δὲν ἔχομεν νὰ δικάσωμεν περὶ δικαιώματος ἰδιοκτησίας· ἀπεναντίας, κύριοι, ἐὰν θέλητε ψηλαφητὴν, ἐπίσημον τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία, οὐ μόνον τῶν ὀλίγων ἐκείνων στρεμμάτων γῆς ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν σήμερον ἐγκατατεθειμένοι ἀπὸ τὴν μεγάλην ἀρχαιότητα οἱ θησαυροὶ οὗτοι, ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, εἰς τὸ κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸ ἔδαφος τὸ λαυριακόν, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸ ἔδαφος τῆς Ἀττικῆς, ἔχετε τὸ ἱστορικὸν γεγονός, ὅτι μετὰ τὸν ἑλληνικὸν ἀγῶνα, ἐπειδὴ ἠμφισβητεῖτο ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Ἀττικῆς, τὸ ἔθνος ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Σουλτάνον 30,000,000 γροσίων, ὅπως ἐξαγοράσῃ ὁλόκληρον τὴν χώραν τῆς Ἀττικῆς ὅπου ἐμπεριέχεται καὶ τὸ Λαύριον. Ἰδοὺ ὁ ἐπίσημος τίτλος τοῦ ἔθνους. Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντιτάσσονται καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι ὑπάρχουν, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ἐπισήμου τοῦ μεγάλου τίτλου τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἔθνος, ὅτι ὑπάρχουσι τίτλοι ἰδιοκτησίας; Καὶ πῶς φενακίζεσθε ἀπὸ τοιαύτας μικρολόγους ἐνστάσεις; εἶχον λοιπόν, ἢ δὲν εἶχον δίκαιον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγκληματεῖτε καταβιβάζοντες τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν ἀληθῆ θέσιν του; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν δικαίωμα πραγματικὸν ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσβάλωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε τοιοῦτον, σᾶς παρακαλῶ, εἴμεθα ἡμεῖς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ λύσῃ τὸ τοιοῦτον ζήτημα; καὶ διὰ τοῦτο καλούμεθα σήμερον; καὶ τοῦτο πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν; πρόκειται νὰ συντάξωμεν συμφωνίας πρός τινα; οὐχί, κύριοι, καταγγελία ἐδόθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔγκλημα τελεῖται πρὸ τῶν θυρῶν τῆς πρωτευούσης, συνεδριαζούσης μάλιστα σήμερον ἐνταῦθα τῆς Βουλῆς, ὅτι διαρπάζονται θησαυροὶ τοῦ ἔθνους. Ἡ καταγγελία αὕτη εὐτυχῶς εὗρεν ἠχώ, καὶ οἱ ὑπουργοὶ προσκληθέντες συνωμολόγησαν μεθ’ ἡμῶν, ὅτι τῳόντι εἶναι ἐθνικὴ περιουσία τὰ διαρπαζόμενα, καὶ οἱ νομικοὶ ὅλοι συνομολογοῦν, ὅτι οὐδεὶς ἔχει δικαιώματα ἁρπαγῆς καὶ ἰδιοποιήσεως αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, καὶ ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες καὶ ὅλαι αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ σχηματισθεῖσαι, σᾶς λέγουν, ὅτι τῳόντι αὐτοὶ εἶναι θησαυροὶ ἀνήκοντες μόνον εἰς τὸ Κράτος. Κατόπιν ὅλων τούτων κύριοι, ἡμεῖς σκεπτόμεθα σήμερον ἐπὶ ἑνὸς θέματος κενοῦ, τὸ ὁποῖον τῳόντι, οὐ μόνον δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός μας, ἀλλ’ εἶναι ἀνάξιον τῆς προσοχῆς μας ὁλοτελῶς· διότι μὴ νομίζετε, ὅτι καὶ μεθ’ ἡμᾶς δὲν θὰ ὑπάρχουν τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια, καὶ ὅτι οἱ ἔχοντες δικαιώματα δὲν δύνανται νὰ καταφύγουν εἰς αὐτά. Εἶναι σοφίσματα, σοφίσματα ἀνάξια ἑνὸς βουλευτηρίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὑπέρτατος νόμος τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ ψῆφος πρέπει νὰ ᾖναι διοικητική, κυριαρχική. Δὲν ἀποκλείομεν οὐδενὸς τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ χρεωστοῦμεν νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὰς διαρπαγὰς τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, διότι διὰ τοῦτο ἐκλήθημεν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν οὐδὲν δικαίωμα νὰ προσβάλω, δὲν ἐννοῶ οὐδὲν νομικὸν ζήτημα ὑφιστάμενον, ἀλλ’ ἐννοῶ ζήτημα ἀπολύτου ἐθνικῆς κυριαρχίας, ζήτημα ἐπὶ ἰδιοκτησίας ἀνηκούσης εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὴν βασιλείαν. Καὶ ἐνταῦθα δὲν δυσκολεύομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ νομικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπὶ Τουρκίας καὶ σήμερον ἐπικρατεῖ, ὅτι «ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸν βασιλέα» (σήμερον δὲ εἰς τὸ Κράτος), ἐγὼ τὸ ἀνάγω ἔτι μακρότερα ὅτι «ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸν δημιουργὸν τοῦ παντός» (ἱλαρότης). Ἐξ αὐτοῦ τὴν κατέσχον οἱ πρόγονοί μας, ἐξ αὐτῶν περιῆλθε κατὰ κακὴν μοῖραν εἰς διαφόρους τοπάρχας καὶ δυνάστας, εἰς διαφόρους ζυγούς, καὶ τελευταῖον εἰς τὸν ζυγὸν τοῦ Σουλτάνου. Ἐξ αὐτοῦ λοιπὸν ἡμεῖς τὴν ἠγοράσαμεν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν. Προκαλῶ ὅλους τοὺς ἔχοντας ἐναντίους τίτλους, προκαλῶ καὶ ὅλους τοὺς συνηγόρους αὐτῶν, νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς ἀποδείξουν ποῖον δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἔχουν! Οὕτω πως πρέπει νὰ λύῃ ἡ Βουλὴ τὰ ζητήματα. Ὅθεν σᾶς λέγω δὲν ἀποκλείομεν ἡμεῖς σήμερον τὸ δικαίωμα τὸ νομικὸν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἡμεῖς μετεβλήθημεν εἰς εἰρηνοδικεῖον. Ἐὰν εἴπητε σήμερον ὅτι διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητά μας καὶ εἶναι τὸ ζήτημα νομικόν, ἐγὼ θὰ ἀντιστρατευθῶ κατὰ τῆς γνώμης ταύτης, καὶ μετ’ ἐμοῦ πιστεύω πολλοὶ θὰ παραδεχθοῦν, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ζήτημα νομικόν, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον, ἀλλὰ ζήτημα καθαρῶς κυριαρχικὸν, ζήτημα συντακτικῆς κυριαρχίας. Καὶ ἂν ἡμεῖς σήμερον κηρυχθῆτε ἀναρμόδιοι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ δικάσητε, ἐγὼ ἀποφαίνομαι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο δικαστήριον ἐννοῶ νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, παρὰ μία Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ὁποία θὰ λύσῃ καὶ τοῦτο καὶ ἄλλα πολλὰ ζητήματα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ, καὶ ἡ ἀπόφασίς της θὰ ᾖναι ἀξία ἑαυτῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἑλληνοπρεπὴς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐθνικὴ αὕτη περιουσία πανταχόθεν καὶ ἐπισήμως βεβαιουμένη δὲν ἀνήκει παρὰ εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν, καὶ τὴν κηρύττομεν ἀπαραχώρητον, μέχρις ὅτου δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας πῶς νὰ διατεθῇ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§72ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε τολμηρὸν εἶναι νὰ ἔλθῃ τις ἀνέτοιμος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του· ἀλλὰ καὶ διότι πάλιν εἶναι λίαν σπουδαῖον, ὁπωσδήποτε ὀφείλει νὰ διατυπώσῃ μίαν γνώμην, ἐὰν ἔχῃ πεποίθησίν τινα. Μακρὰς εἰδικὰς μελέτας ἔπρεπε νὰ κάμῃ τις διὰ νὰ εἴπῃ, τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως καὶ οὐχὶ ἄλλως· ἐγὼ δὲ δὲν ηὐτύχησα νὰ ἐνασχοληθῶ εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· διότι δυστυχῶς οὐδὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἤμην. Θέλω ἀσχοληθῆ λοιπὸν διὰ γενικῶν θεωριῶν, στηριζόμενος εἰς γενικὰς μελέτας νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ἄνευ ἀξιώσεων, ὅτι δὲν ἐπιδέχεται ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν ἐπιδέχεται ἀνασκευήν. Πολλὰ ζητήματα ἐμπίπτουσιν εἰς τὸ κύριον ζήτημα καὶ ἅπαντα λίαν σπουδαῖα καὶ ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, κύριοι, ἐμπίπτει ἡ ἐξέτασις τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου καὶ ἱστορικὸς πολλαχοῦ λόγος, καὶ ἡ ἐν τῇ φύσει κατάστασις καὶ ἄλλα πολλά. Μ’ ὅλον τοῦτο, ἐπελθόντος τοῦ χρόνου ὁπωσδήποτε, θέλω ἐκφράσει τὴν γνώμην μου. Τὸ πρῶτον, κύριοι, ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς· κατὰ τὸ δημόσιον δίκαιον ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου; μέχρι τίνος βαθμοῦ δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἐξουσία τοῦ κράτους; εἰς τοῦτο ἐμπίπτει τὸ ζήτημα τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας ἢ μᾶλλον ταυτίζεται. Καὶ ἐν πρώτοις ἐξετάζομεν πόσα εἴδη ἰδιοκτησιῶν ὑπῆρξαν; πῶς γενικῶς κατὰ πρῶτον διῃρέθησαν αἱ ἰδιοκτησίαι; Ὑπάρχουσι, κύριοι, δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἀπόλυτα καὶ δικαιώματα ἰδιοκτησίας σχετικά· ἐπὶ τῶν ἀπολύτων δὲν δύναται νὰ βάλῃ χεῖρα τὸ δημόσιον ἢ τὸ κράτος, ἐπὶ δὲ τῶν σχετικῶν καλῶς βάλλει τὴν χεῖρα, καὶ κανονίζει ταῦτα. Ἐὰν, κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ὑπάγεται εἰς τὰ ἀπόλυτα δικαιώματα τοῦ πολίτου, βεβαίως δὲν ἔχομεν οὐδὲν δικαίωμα, ἐὰν ὅμως ὑπάγεται εἰς τὰ σχετικά, ταῦτα ἀποῤῥέουσι κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ τοῦ κράτους ἤτοι ἀπὸ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο δύναται ἡ πολιτεία νὰ βάλῃ ἐπ’ αὐτῶν χεῖρα. Ἀπόλυτα δικαιώματα, κύριοι, εἶναι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ζωὴ, ἡ ἐλευθερία, ἡ ὑγεία καὶ ἡ ἰδιοκτησία μέχρι τινός. Δὲν ἐνασχολοῦμαι εἰς τὰ ἄλλα· ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ λέγω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐργασίας, τὰ δικαιώματα εἶναι ἀπόλυτα· ἐπὶ ἰδιοκτησίας, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐργασίας μου, ἔχω τόσα δικαιώματα ὅσα ἔχω ἐπ’ ἐμαυτοῦ, διότι ἡ τοιαύτη ἰδιοκτησία δὲν εἶναι εἰμὴ προσαύξησις ἐμοῦ αὐτοῦ, εἶναι ὁ βραχίων μου· τὸ νὰ καταστήσω τινὰ πράγματα ἐμφανιζόμενα ἐν τῇ φύσει διὰ τῆς ἐργασίας μου ἰδικά μου, οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ὅτι διατηρῶ τὴν κυριότητα τοῦ ἱδρῶτός μου. Αὐτὸ δὲ πολλὰ ὀλίγον διαφέρει τῆς ἐπὶ τοῦ σώματός μου κυριότητός μου. Ὅταν αὐτὸς παράγω τι, ἡ σχετικὴ ἐργασία μου αὕτη εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα καὶ εἶναι ἀπόλυτος καὶ ἡ ἰδιοκτησία μου· τὸ δὲ Κράτος δὲν δύναται νὰ βάλῃ χεῖρα· εἰς ταύτην τὴν κατηγορίαν κυρίως ὑπάγονται τὰ κινητὰ πράγματα. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν γῆν, δὲν εἶμαι αὐτῆς τῆς ἰδέας. Ὥστε τὸ ζήτημα θέλει λυθῆ ἐκ τούτου. Ἐὰν τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ᾖναι κινητὴ περιουσία, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ βάλωμεν χεῖρα, ἐὰν ὅμως ᾖναι ἀκίνητος, βεβαίως τὸ κράτος ἔχει δικαιώματά τινα, τὰ ὁποῖα κατόπιν θὰ ἴδωμεν. Εἶπον, κύριοι, διατί ἡ κινητὴ ἰδιοκτησία εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα, διότι δηλαδὴ ἡ παραγωγὴ μου εἶναι προσαύξησις ἐμοῦ αὐτοῦ, ὁ ἱδρώς μου εἶναι ἓν τῶν στοιχείων μου, καὶ τὸ ἀπέδειξα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν γῆν σᾶς ἐνθυμίζω, κύριοι, τὸ παράδειγμα ὕδατος καὶ ποταμοῦ διερχομένου ὑπὸ τοὺς πόδας μου εἰς βάθος 100 μέτρων. Ποῖος εἶναι ὁ κύριος; οὐσιώδης χαρακτὴρ τῆς κυριότητος εἶναι ἐξουσία τῆς καταναλώσεως, διότι κύριος εἶναι δεσπότης, καὶ ἡ δεσποτεία ἄγει μεθ’ ἑαυτῆς τὴν κατανάλωσιν, ἥτις εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀληθὴς χαρακτὴρ τῆς κυριότητος· ἐπὶ πράγματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει τις τὴν κατανάλωσιν δὲν ἔχει φύσει οὐδὲ κυριότητα· δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλα δικαιώματα, ἀλλὰ κυριότητα βεβαίως δὲν ἔχει, καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ κυριότητα, δὲν δύναται νὰ βάλῃ χεῖρα. Τὰ ἀκίνητα, κύριοι, καὶ διὰ νὰ εἴπω ὁριστικῶς καὶ εἰδικώτερον, ἡ γῆ, διότι πάντα τὰ ἀκίνητα ἔγκεινται ἐν τῇ γῇ, ἡ γῆ εἶναι ἀντικείμενον σχετικοῦ δικαιώματος. Ἐπὶ τῆς γῆς δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ κυριότητα, ἀλλὰ πεπερασμένην μέχρι τῆς ἐπιφανείας· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι αὐθαίρετον, διότι ἀποῤῥέει ἀπὸ τῆς φύσεως τῆς κυριότητος καὶ ἀπὸ τὸν περὶ αὐτῆς ὁρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔφθην εἰπών· διότι ἐπὶ μὲν τῆς ἐπιφανείας ἔχει τις ἐξουσίαν μέχρι καταναλώσεως καὶ αὐτῆς καὶ ἰδίως τῶν καρπῶν, τῶν ὁποίων γίνεται ὁ κύριος· βαθύτερον δ’ ἡ τῆς καταναλώσεως ἐξουσία ἐκλείπει. Ἐπεκράτησε γνώμη, καὶ παρ’ ἄλλοις ἐπικρατεῖ καὶ ἐν τῷ ῥωμαϊκῷ δικαίῳ, ὅτι ὁ κύριος τῆς ἐπιφανείας δικαιοῦται μέχρι τοῦ κέντρου καταβαίνων, καὶ μέχρι τοῦ οὐρανοῦ ἀναβαίνων. Τοῦτο ἐῤῥέθη, κύριοι, διότι οὐδεὶς ἦτο ὁ ἀντιλέγων, ἀλλὰ ἂν ἐξετάσητε αὐστηρότερον τὸ πρᾶγμα, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ κυριότης μου δὲν δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ κέντρου τῆς γῆς, διότι εἶναι φύσει ἀδύνατον· διότι κυριότητα ἔχων, ἔχω δικαίωμα καταναλώσεως καὶ ἐδῶ τοῦτο εἶναι φύσει ἀδύνατον καὶ ἀντίθετον· δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν ὁ κύριος τῆς γῆς ἑνὸς τεμαχίου νὰ ᾖναι κύριος μέχρι τοῦ κέντρου, μέχρι τῶν ἀντιπόδων, ἀλλὰ εἶναι μέχρι τινὸς βαθμοῦ, καὶ αἱ πολιτεῖαι δύνανται νὰ ὁρίζουν αὐτὸν τὸν βαθμὸν· ἡ γῆ εἶναι κύριον ἀντικείμενον ἰδιοκτησίας, διότι εἶναι χρήσιμος, καὶ ἂν δὲν ἦτο χρήσιμος, δὲν θὰ ἦτο ἀντικείμενον ἰδιοκτησίας· εἶναι δὲ χρήσιμος εἰς τὸν ἄνθρωπον πρωτευόντως ἰδίως, ὡς παραγωγὸς τροφῶν. Κύριοι, εἶναι ὅλως ἀκατάληπτος, ἐπαναλαμβάνω, ἡ θεωρία ὅτι ἡ κυριότης φθάνει μέχρι τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς, διότι, διὰ νὰ ᾖναί τις κύριος πράγματός τινος, ὡς εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας κύριος Πετσάλης χρειάζονται δύο τινὰ animus habendi, θέλησις τοῦ ἔχειν ὡς κύριον τὰ πράγματα, καὶ πράγματι κατοχὴ (detentio). Ὁ animus habendi, εἶναι ἀδύνατος διὰ νὰ θελήσῃ τις νὰ ἔχῃ τι πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ τί θέλει νὰ ἔχῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου διὰ νὰ ἀποκτήσω τι, ἔχω ἀνάγκην τῆς detentio, κατοχῆς ἥτις εἶναι ἀδύνατος εἰς τὸν ἐπιφανειοῦχον. Ὁ κατέχων τὴν ἐπιφάνειαν οὐδεμίαν ἔχει ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ κέντρου τῆς γῆς· ὅθεν εἶναι φύσει ἀδύνατον νὰ ἀποκτήσῃ τὴν κυριότητα μέχρι τοῦ κέντρου. Ἐλέχθη ἄλλοτε, κύριοι, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐγὼ ὁ ἐδῶ ἱστάμενος, ἢ εἰς ἄλλο μέρος, εἶμαι κύριος ποταμοῦ τινος, λ. χ. διερχομένου 2, 3, καὶ 4000 μέτρα κατὰ βάθος ὑπὸ τοὺς πόδας μου, ἐν ᾧ εἶμαι εἰς παντελῆ ἄγνοιαν αὐτοῦ· ἐν ᾧ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἔλθω εἰς ἐπαφὴν οὐδεμίαν, οὐδὲ νὰ λάβω οὐδεμίαν ἀπ’ αὐτὸν σταγόνα ὕδατος. Αὐτὴ εἶναι μία ἔννοια παρὰ φύσιν, καὶ ὡς τοιαύτη ἑπομένως εἶναι τρανὸν ψεῦδος· καὶ δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ πολίτης ὁ κατέχων ἓν τεμάχιον γῆς εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, εἶναι κύριος μέχρι τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἀπολύτως τὰ ἀκίνητα δὲν ὑπάγονται εἰς τὰ δικαιώματα τ’ ἀπόλυτα, ὑπάγονται εἰς τὰ δικαιώματα τὰ σχετικὰ, τὰ ὁποῖα διέπονται ὑπὸ τοῦ κράτους, ἀλλὰ τοῦτο ἀληθὲς καὶ διὰ λόγους δημοσίας τάξεως. Κύριοι, ὑποθέτω ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἀκίνητον πρᾶγμα, ὑποθέτω ὅτι εἶναι μεταλλεῖον, προβαίνω δὲ κατόπιν ν’ ἀποδείξω ὅτι τὸ κράτος μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα κατ’ ἀρέσκειαν νὰ διαθέσῃ ταύτας. Εἶπον, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ κράτος νὰ διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶναι ἀκίνητα, κατόπιν θὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι ἀκίνητα. Ἀλλὰ ἔρχομαι τώρα νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ᾖναι μεταλλεῖον, καὶ τί δικαίωμα ἔχει τὸ κράτος νὰ τὸ διαθέσῃ. Τὸ μεταλλεῖον, κύριοι, εἶπον, διατί δὲν ἀνήκει εἰς τὸν πολίτην ἑπομένως εἰς οὐδένα ἀνήκει, ἑπομένως ἀνήκει εἰς τὸ κράτος, καὶ δύναται νὰ τὸ διαθέσῃ. Ταῦτα ἐκ τοῦ λόγου ὅτι κεῖται τὸ μέταλλον ἐν τοῖς ἐγκάτοις τῆς γῆς. Τώρα προχωρῶ εἰς τὸν πολιτικὸν λόγον. Ὁ πολιτικὸς λόγος εἶναι, κύριοι, τοιοῦτος, ὥστε καὶ ἐὰν πολίτης τις φθάσῃ νὰ ἀποκτήσῃ διὰ καταλήψεως μεταλλεῖον, πάλιν τὸ μεταλλεῖον μεταβιβάζεται εἰς τὸ κράτος. Ὁ λόγος, κύριοι, εἶναι ὁ ἑξῆς. Τὸ μέταλλον εἶναι δύναμις· διότι εἶναι νόμισμα, ἤτοι ἡ πρώτη ὕλη τοῦ νομίσματος· τὸ δὲ νόμισμα εἶναι ἓν ἐκ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ κράτους. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει, κύριοι, τὴν ἀσφάλειαν τοῦ κράτους, ἢ συντελεῖ οὐσιωδῶς πρὸς τὸν κοινωνικὸν σκοπὸν, δὲν δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς ἓν ἄτομον. Τὸ μέταλλον, κύριοι, μάλιστα τὴν μεγάλην του ἀξίαν ἐκ τῆς πολιτείας λαμβάνει, ἤτοι ἐκ τοῦ νόμου· ὁ δὲ νόμος πάλιν εἶναι προϊὸν τῆς πολιτείας· τὸ μέταλλον ἄρα δικαίως σχετίζεται στενῶς μετὰ τῆς πολιτείας, ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως νὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο ἐκανονίσθη πανταχοῦ, ὅτι κύριος τοῦ νομισματοποιεῖν εἶναι τὸ κράτος, τὰ μέταλλα δὲ χρησιμεύουσι πρὸς τοῦτο, ὅπου δίδοται δικαίωμα, δίδονται καὶ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα· ἄρα τὸ κράτος πρέπει νὰ ᾖναι κύριον τῶν μεταλλείων. Ὁ κάτοχος τοῦ μετάλλου εἶναι κύριος τοῦ νομίσματος, ὁ δὲ κύριος τοῦ νομίσματος εὐκόλως γίνεται κύριος τοῦ κράτους· ἄρα οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχει τὸ κράτος, κρατούσης τῆς ἀντιθέτου θεωρίας. Πᾶσα οὐσία, κύριοι, τῆς ὁποίας δύναταί τις ποιῶν χρῆσιν νὰ γείνῃ κύριος τοῦ κράτους δὲν δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτόν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εὑρίσκεται αὐτοφυὴς θαυματουργός τις πυρίτης εἴς τι μέρος, τοῦ ὁποίου κύριος εἶναι εἷς μόνος πολίτης, ἡ οὐσία αὕτη δι’ ἧς γίνεται κύριος ὁ πολίτης οὗτος τοῦ κράτους δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὸν, διότι εἶναι ἄρσις τοῦ κοινωνικοῦ σκοποῦ τῆς πολιτείας, καὶ ὅ,τι αἴρει τὸν κοινωνικὸν σκοπὸν δὲν ἐπιτρέπεται. Τὸ κράτος, κύριοι, ἰδιοποιεῖται καὶ δικαίως διὰ λόγον κοινῆς σωτηρίας πᾶν ὅ,τι ἐπηρεάζει σπουδαίως τὴν συντήρησιν αὐτοῦ· καὶ τὸ μέταλλον εἶναι τοιοῦτον. Τὸ μέταλλον, κύριοι, εἶπον, ἔλαβε τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ κράτους, ἀπὸ τοῦ νόμου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ξένον τὸ κράτος τῆς διαθέσεως τοῦ μεταλλείου, ἀφοῦ δηλαδὴ τὴν μεγίστην ἀξίαν του τὴν ἔχει ἐκ τοῦ νομίσματος, τουτέστι ἀπὸ τοῦ νόμου; Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπιστρέφων θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς φανῇ πολὺ παράδοξον, διότι διὰ τοῦ ἀτόπου αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῆ πόσον ὀρθὴ εἶναι ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑποστηρίζω. Θὰ σᾶς εἴπω πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ἐννοούμενον ἀποδεικνύει ἀναντιῤῥήτως ἀδύνατον τὴν ἔννοιαν τοῦ κράτους. Οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης γῆς τινος εἶναι κύριος μέχρι τῶν ἐγκάτων αὐτῆς, βεβαίως ὑποστηρίζουσιν ὅτι ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν ἕκαστος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους του ὅσον ἐπὶ τῆς ἄλλης του περιουσίας. Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ κράτος συνῄνεσέ ποτε νὰ παραχωρήσῃ τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς κανένα; εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἕκαστος ἔχει τοιαύτην ἐπὶ τῆς γῆς του κυριότητα! Ἐὰν ὑποτεθῇ τὸ τοιοῦτον, τὸ κράτος διαλύεται, εἶναι δὲ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γείνῃ, τὸ ὁποῖον καὶ φυσικῶς εἶναι ἀδύνατον καὶ πολιτικῶς παράλογον· διότι τότε θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἕκαστος κύριος γηπέδου τινος δύναται νὰ τὸ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου μέχρι τῶν ἀντιπόδων, ὡς ἀπέρχομαι ἐγὼ ἐντεῦθεν αἴρων τὸ ἔνδυμά μου ἐπὶ τῶν ὤμων μου. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἐν τῇ φύσει δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ κυριότης, ὡς ἐκ τούτου ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ ἔδαφος ἀνήκει εἰς τὴν ἐθνικότητα· διότι ἡ γῆ εἶναι ὁ ἐθνικὸς οἶκος, εἶναι στοιχεῖον τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Ἡ γῆ λοιπὸν δὲν εἶναι ὅπως κοινῶς θεωρεῖται· δὲν ἀνήκει ἕκαστον τεμάχιον εἰς τὴν κυριότητα ἑκάστου κατέχοντος, διότι εἶναι ἕκαστον τεμάχιον κοινὴ τάσις τῆς ἐθνικότητος, καὶ τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀδιάφορον. Διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα ὅτι ἐπὶ τῆς γῆς δὲν ἔχομεν ἀπόλυτον δικαίωμα. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι οὐτοπία αὐτὴ ἡ θεωρία ὑπάρχουσα ἐν Τουρκίᾳ μόνῃ καὶ δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν· τὸ παράδοξον τοῦτο κρατεῖ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ· καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ ἀνήκει ἡ γῆ εἰς τὸ στέμμα. Καὶ βεβαίως, τοῦτο φαίνεται κατὰ πρώτην ἔποψιν προσβάλλον τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου· ἀλλ’ ἐξεταζόμενον βαθύτερον εὑρίσκεται, ὅτι τοῦτο εἶναι πρᾶγμα καὶ δικαιότατον καὶ λογικώτατον· διότι ἡ ὑποκειμένη γῆ εἶναι στοιχεῖον τῆς ἐθνικότητος. (θόρυβος). Πάντα ταῦτα, κύριοι, εἶπον διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου ἐπὶ τῶν ἀκινήτων εἶναι περιωρισμένον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Προβαίνω δ’ εἰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι φαίνονται μὲν τολμηραὶ, ἀλλὰ εἶναι ψηλαφητὴ ἡ ἀλήθεια αὐτῶν. Ἐὰν, κύριοι, αἱ ἐκβολάδες ᾖναι ἀκίνητον κτῆμα, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ δημόσιον δίκαιον σᾶς χορηγεῖ δικαιώματα διαθέσεως καὶ κανονισμοῦ, καὶ δὲν εἴχατε ἀνάγκην νὰ ἐξετάσητε ζητήματα τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἀλλὰ αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἀκίνητον κτῆμα; ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἐξετάσωμεν, κύριοι, ἱστορικοὺς λόγους, εὑρίσκομεν ὅτι εἶναι κινητὸν, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν φυσικὴν αὐτῶν κατάστασιν, εὑρίσκομεν ὅτι εἶναι ἀκίνητον· ἐδῶ θὰ κρίνετε σεῖς ποῖον πρέπει νὰ ὑπερισχύσῃ, ἐγὼ, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται ἀπὸ 3 χιλιάδων ἐτῶν ἐξορυττόμεναι δὲν εἶναι πλέον ἐκβολάδες οὔτε γῆ, ἀλλὰ γῆ ἀργυρίτης, γῆ μεταλλοῦχος. Μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι λέγω τερατῶδες τι, ὅτι πράγματα κινητὰ γίνονται ἀκίνητα. Πρὶν ἔλθω εἰς τὸ εἰδικὸν ζήτημα, σᾶς λέγω ὅτι ἦσαν ἄλλοτε πράγματά τινα κινητὰ, τώρα δὲ εἶναι ἀκίνητα. Τί θέλω, νὰ ὑποστηρίξω μὲ τοῦτο; ὅτι ὁ ἱστορικὸς λόγος ὡς πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν ματαιοῦται· δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ποτὲ ἦσαν κινητὰ, ἀλλὰ ἐὰν σήμερον ᾖναι κινητά. Ἐὰν, κύριοι, ἐνασχοληθῶ εἰδικώτερον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, δύναμαι νὰ σᾶς φέρω πολλὰ παραδείγματα ἐκ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τὰ ὁποῖα ὑπέμνησεν ὁ κύριος Πετσάλης. Ὑπάρχουν κατηγορίαι τίτλων ἀποκτήσεως δικαιωμάτων διὰ προσθέσεως, συμμίξεως, στερεοποιήσεως, προσαυξήσεως· ὅλα ἐκεῖνα τὰ παραδείγματα καὶ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ἀναγράφει, ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται ἐπὶ τῆς προκειμένης εἰδικῆς περιπτώσεως. Ἀλλ’ ἡ ὑποκειμένη ἔννοια ἐν ἐκείναις ταῖς περιπτώσεσιν, ὡς βάσις καὶ λόγος τοῦ νόμου, ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν· διότι δηλαδὴ οὐχὶ ἡ πρώτη, ἀλλ’ ἡ ἑκάστοτε κατάστασις ἐξετάζεται πάντοτε, ὡς πρός τε τὴν κυριότητα καὶ ὡς πρὸς τὸ εἶδος. Τὰ χώματα, κύριοι, ὅταν ἐξαχθῶσιν ᾖναι κινητὰ, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρξῃ μεταποίησις, εἶναι ἀκίνητα. Ἀπέδειξα, κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην μου ὅτι ἐπὶ τῶν ἀκινήτων εἶναι πεπερασμένον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅτι περιορίζεται μέχρι τῆς ἐπιφανείας, ὅτι τὸ ἐφεξῆς μέχρις ἐγκάτων ἀνήκει εἰς τὸ κράτος, ὅτι ἰδίως διὰ τὰ μεταλλεῖα ὑπάρχει καὶ ἐξαιρετικὸς λόγος κοινῆς ἀσφαλείας καὶ ὅτι ἀνήκουσι καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἰς τὸ κράτος· ὑπεστήριξα κατόπιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἔχουσι τὸ ὄνομα αὐτὸ ψευδῶς, ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν νῦν εὑρίσκονται. Ἡ πραγματικὴ κατάστασις σήμερον τῶν ἐκβολάδων εἶναι μεταλλοῦχος γῆ, γῆ διαφέρουσα παντάπασιν πάσης ἄλλης γῆς μεταλλούχου· ὁ δὲ λόγος ὁ ἱστορικὸς δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ κατατάξωμεν τὰς ἐκβολάδας εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον πρότερον. Ἡ ἐργασία εἶναι ἀπόῤῥοια ἐμοῦ, προσαύξησις ἐμοῦ· ἔχω τόσα δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς, ὅσα ἐπὶ τοῦ σώματός μου. Τί δὲ γίνεται ἡ ἐργασία τῶν προγόνων ἡμῶν; Ὡς πρὸς τοῦτο ἀπαντῶ· ἡ ἐργασία γεννᾷ δικαιώματα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται· μετὰ παρέλευσιν χιλιάδων ἐτῶν, ὅτε μετεβλήθη ἡ οὐσία τῆς ἐργασίας, ὅτε ἐργασία δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑφίσταται, δὲν παρακωλύει, δὲν ἐλαττοῖ καθόλου τὰ ἀρχικὰ δικαιώματα τῶν προκτητόρων ἤτοι τοῦ ἔθνους· διότι αἱ συνέπειαι τῆς ἐργασίας ἐξέλιπον πρὸ πολλῶν χιλιάδων ἐτῶν· λέγω πρὸ πολλῶν χιλιάδων ἐτῶν, διότι δὲν ἠξεύρω ποῦ, εἰς τὸν Οἰκονομικόν, ἢ εἰς ἄλλον τινὰ λόγον λέγει ὁ Ξενοφῶν, ὅτι πολλοὺς αἰῶνας πρὸ αὐτοῦ ὑπῆρχον αὐταὶ αἱ λεγόμεναι ἐκβολάδες· ἀμνημόνευτος εἶναι ὁ χρόνος, ἐξ ὧν ὑπῆρχον αἱ ἐκβολάδες ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, καὶ εἶναι ἔδαφος. Κύριοι, κατέχομεν τὴν ἱστορίαν μέχρι 1000 ἐτῶν π. Χ. Ἀλλ’ ἂν νέα τις ἱστορικὴ ἀνακαλυφθῇ πηγή, δύνανται νὰ ἀναχθῶσι αἱ ἱστορικαὶ ἡμῶν γνώσεις μέχρι 5000 ἐτῶν π. Χ.—Ἀλλ’ ἂν τότε ἰσχυρισθῇ ἱστορικός τις, ὅτι ὁ Ταΰγετος ἦν ποτε χειροποίητος, θὰ διαχειρισθῶμεν τὸ ὄρος μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ μετάλλων ὡς κινητὸν πρᾶγμα; Δὲν εἶναι ποσῶς τὰ τοιαῦτα σπουδαῖα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσωμεν εἶναι ἡ κατάστασις καὶ οὐχὶ ἡ καταγωγή, ἡ φύσις ὡς ἔχει καὶ οὐχὶ ὁ ἱστορικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ πάντοτε ν’ ἀμφισβητηθῇ· αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἀκίνητοι, διότι συνεμίγησαν μὲ τὴν γῆν καὶ ἔγειναν ἓν σῶμα καὶ δὲν διαφέρουσι τῆς λοιπῆς γῆς· ἡ ἐργασία δὲν μᾶς ἐπιβάλλει τὸν πρὸς αὐτὴν ὀφειλόμενον σεβασμόν, διότι ἐγένετο πρὸ χιλιάδων ἐτῶν καὶ δὲν ἐναπέμεινεν οὐδὲν ἴχνος ἐπὶ τῆς ἐργασίας ἐκείνης. Ὡς πρὸς αὐτό, κύριοι, ἂς ἀναφέρω παράδειγμα ἐκ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ἐμμέσως καὶ πλαγίως λύον τὸ ζήτημα. Κατὰ τὸ Ῥωμ. Δίκ. τὰ ἄγρια ζῶα, ἡ ἔλαφος, ἡ δορκὰς ἀνήκουσι τῷ πρώτῳ καταλαβόντι· δηλαδὴ δυνάμει ἀνήκουσι τοῖς πᾶσιν, ἀλλὰ κυρίως τῷ πρώτῳ καταλαβόντι· τί σεβαζόμεθα ἐνταῦθα ὅταν παραδεχώμεθα ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν πρῶτον συλλαβόντα; Ὑπάρχει τι ἱερὸν δικαίωμα καλύπτον τὴν δορκάδα, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἐργασία, ὁ κόπος τὸν ὁποῖον κατέλαβεν ὁ θηρευτὴς πρὸς σύλληψιν, καὶ ὁ κόπος τῆς τιθασσεύσεως, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ κυνηγοῦ δὲν ἀλλοιοῦται καὶ δὲν ἐξαφανίζεται, ἐφ’ ὅσον τὸ ἄγριον ζῶον εἶναι τετιθασσευμένον καὶ μένει παρὰ τῷ πρώτῳ συλλαβόντι, ἅμα ὅμως φύγῃ, γίνεται πάλιν ἐλεύθερον, δηλαδὴ κοινὸν τοῖς πᾶσι καὶ γίνεται τοῦ πρώτου πάλιν καταληψομένου, διότι ἡ ἐργασία ἦτο τιθάσσευσις, ῥητῶς λέγει τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον· τὰ ζῶα αὐτὰ τὰ ἄγρια ἅμα ἀπολέσωσι τὴν ἕξιν τῆς παλινοστήσεως, ἤτοι τῆς ὑποστροφῆς διαφεύγουσι πλέον τὴν κυριότητα τοῦ πρώτου καταλαβόντος. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ὅταν παρῆλθον τόσαι χιλιάδες χρόνοι, ὥς τε ἡ ἐργασία ἐξηλείφθη, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν σεβασθῶμεν· καὶ ἡ ἱστορία βεβαιόνει ὅτι παρῆλθον χιλιάδες ἐτῶν καὶ εἶναι ψηλαφητὸν ὅτι ἐξηλείφθη ἡ ἐργασία, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο τότε ἐξωρωρυγμένον, ἦτο κινητὸν, σήμερον ὅμως εἶναι ἀνάγκη νέας ἐξορύξεως, ἵνα κάμῃ τις χρῆσιν αὐτοῦ. Σήμερον, κύριοι, ἡ ἐκβολὰς συνεμίγη μετὰ τῆς γῆς, οὕτως, ὥς τε κατήντησεν ὀργανικὴ οὐσία τῆς γῆς, διότι καὶ χόρτον ἐφύτρωσεν ἐπ’ αὐτῆς καὶ δένδρα, καὶ κατόπιν ἐπῆλθε γῆ διὰ τῆς προσχώσεως καὶ ἐκαλύφθη, διότι ἐγένοντο ἄπειροι μεταβολαὶ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς γῆς καὶ ἐγένετο ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα· ὅταν δὲ πρᾶγμά τι συνενωθῇ μετά τινος ἄλλου πράγματος, κύριος γίνεται τῶν δύω τούτων ὁ κύριος τοῦ ἐπικρατεστέρου· κύριος δὲ τοῦ ἐπικρατεστέρου ἐνταῦθα εἶναι τὸ δημόσιον· οἱ δὲ λοιποὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα παρὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας· δὲν σημαίνει, κύριοι, τίποτε ἂν αἱ ἰδέαι αὗται δὲν ἐκανονίσθησαν ἢ δὲν ἐσυστηματοποιήθησαν ἐπιστημονικῶς ἐν Εὐρώπῃ, διότι τὰ ἀποτελέσματα τὰ βλέπομεν· ὅπου ἐπαρουσιάσθησαν μεταλλεῖα ἔβαλε τὸ χέρι του τὸ κράτος. Ἀλλά, κύριοι, ἔχει δικαίωμα τὸ κράτος νὰ διαθέσῃ αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας; Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ μήπως ἤδη εἶναι κεκανονισμένον διὰ τοῦ συντάγματος ἢ τοῦ νόμου τοῦ 1861; ὡς πρὸς τὸ σύνταγμα ἀνάγεται ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα· ὡς πρὸς δὲ τὸν νόμον τοῦ 1861 σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς. Ὁ νόμος τοῦ 1861 καθιστᾷ περιττὴν ὅλην τὴν θεωρίαν, ἣν ἀνέπτυξα, διότι καὶ παρ’ ἡμῖν καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος. Τὸ κράτος δίδει μόνον κᾄτι τι εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλ’ εἶναι μία redevence, δικαίωμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ ἐπιεικὲς δίκαιον· Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1861 μήπως διέθεσεν ἤδη τὸ περὶ ἐκβολάδων; λέγω ὄχι, διότι ἡ ἔννοια αὐτῶν δὲν ὑπῆρχε καὶ διότι τὸ ἀντικείμενον δὲν ἦτο γνωστόν, ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι γενικώτερος λόγος. Μεταβαίνω εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὁ νόμος γνωρίζει τρεῖς καταστάσεις μεταλλείων, ὅτι τὰ μεταλλεῖα εὑρισκόμενα ἐν τοῖς ἐγκάτοις τῆς γῆς εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν φλεβῶν ἢ εἰς κοιτάσματα ἢ εἰς σωρούς. Φλέβες τὰ χώματα δὲν εἶναι, κοιτάσματα δὲν εἶναι· δύναται ἴσως νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι σωροί· εἶναι ὅμως εὐτυχῶς ἐξηγημένον κάλλιστα τί ἐστὶ σωρός· ὁ ὁρισμὸς τοῦ σωροῦ εἶναι, ὅτι σωρὸς εἶναι ὄγκος φυσιοποιήτων οὐσιῶν εὑρισκομένων ἐν τοῖς ἐγκάτοις τῆς γῆς. Ἐγὼ ἐν συνειδήσει σᾶς λέγω, ὅτι εἰς καμμίαν ἐκ τῶν τριῶν κατηγοριῶν τῶν μεταλλείων, τὰς ὁποίας παραδέχεται ὁ νόμος τοῦ 1861 δὲν εὗρον νὰ ὑπαγάγω τὴν ἀργυρῖτιν γῆν, διότι φλέψ δὲν εἶναι, κοίτασμα δὲν εἶναι, σωρὸς δὲν εἶναι. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνήκει κυρίως εἰς τὴν ὀρυκτολογίαν, ἀλλ’ ἐξ ὅσων καὶ ἐγὼ ἀνέγνωσα ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Amos λέγουν οἱ Γάλλοι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται καὶ εἰς τὰς φλέβας, ὅταν λείπῃ ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ συνέχεια αὐτοῦ. Αἱ ἐκβολάδες δὲν ὑπάγονται εἰς καμμίαν τῶν τριῶν κατηγοριῶν καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι περὶ τούτων τῶν ἐκβολάδων, τὰς ὁποίας ὀνομάζομεν οὕτω χάριν ἱστορικῶν λόγων δὲν ἔχει τι διατάξει ὁ νόμος· δυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ διατάξωμεν σήμερον πᾶν ὅ,τι θελήσωμεν. Συμπεραίνω λοιπόν, ὅτι οὐδένα ἀδικοῦμεν ἂν διαθέσωμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν ἀργυρῖτιν γῆν καὶ τὴν λέγω ἀργυρῖτιν, διότι, ὡς ἀκούω, ὁ Ξενοφῶν τὴν ὀνομάζει οὕτω. Δὲν ἀδικοῦμεν κανένα, διότι οἱ ἰδιοκτῆται οὐδὲν δικαίωμα ἀπέκτησαν ὡς προεῖπον. Πρὸς δὲ καὶ διότι οὐδέποτε εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ καλλιεργήσωσι μεταλλεῖα. Τοῦτο τὸ σύστημα τὸ στηρίζει καὶ ἡ raison d’ état, καὶ οὗτος εἶναι ὁ ἀνέκαθεν ἐπικρατήσας λόγος. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ πολίτης κάτοχος διλιονίων, διότι τοῦτο εἶναι ὡς νὰ μὴ ἔχωμεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι καμμίαν ἐλευθερίαν, καὶ θὰ καταντήσῃ νὰ γίνωσι πάντες οἱ ἄλλοι ἀνδράποδα ἑνός, καὶ τοῦτο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Κράτους. Ὑποστηρίζω λοιπὸν κατεπειγόντως νὰ γίνῃ ψήφισμα, ἤτοι νόμος νὰ ἀπαγορευθῇ πᾶσα διάθεσις τῆς ἀργυρίτιδος γῆς καὶ πᾶσα ἐκμετάλλευσις μεχρισοῦ ψηφισθῇ νόμος κανονιστικὸς ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἀπήντησε σήμερον εἰς τὰ χθὲς ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων λεχθέντα, προτάξας μίαν παρακέλευσιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας· ἐσύστησεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν πιστεύω κανεὶς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων χθὲς νὰ παρεγνώρισε τὴν ἀρχὴν ταύτην· εἰδικῶς μάλιστα πολὺν λόγον ἔκαμον περὶ αὐτῆς, καὶ ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο ἠγωνίσθην μετ’ ἐπιμονῆς εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι εἶμαι ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν ὡς πρὸς τὸ περὶ τίνος ἰδιοκτησίας πρόκειται, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, οἱανδήποτε γνώμην σχηματίσῃ περὶ ἰδιοκτησίας εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, χρεωστεῖ νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτὴν ἀναλόγως τῆς ἱερότητός της. Οὐδεμία παραχώρησις, οὐδεμία συγκατάβασις πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς ἀδικίαν τοῦ ἰδιοκτήτου. Τὸ ζήτημα εἶναι, τίς ὁ ἰδιοκτήτης; Βεβαίως ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐννοεῖ, καθὼς δὲν ἐννοεῖ κανεὶς τὴν σήμερον, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἑνὸς μόνον εἴδους. Ἡ ἰδιοκτησία εἰς μίαν γενικὴν διαίρεσιν εἶναι διττή· ἰδιοκτησία τοῦ ἀτόμου καὶ ἰδιοκτησία τῆς ἐπικρατείας· εἶναι δὲ ἀμφότεραι ἐξίσου ἱεραὶ, διότι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ὡς πηγὴν ἔχουσι τὴν συντήρησιν, ἥτις εἶναι δικαίωμα συγγεννώμενον μετὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἥτις εἶναι δικαίωμα συγγεννώμενον μετὰ τῆς πολιτείας. Δύναμαι μάλιστα νὰ προσθέσω, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ πράξω, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῆς ἐπικρατείας ἐκηρύχθη πάντοτε καὶ εἶναι μέχρι τῆς σήμερον ἡ ἐπικρατεστέρα, διότι πάντοτε καὶ τὴν σήμερον ἡ ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία ἀφαιρεῖται, χάριν τῆς κοινωνίας, προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἡ πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ πολίτου πᾶσαν θυσίαν, καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ αἵματος. Ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη καὶ οἱ λόγοι εἶναι πάντη ἀνωφελεῖς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν· τοὺς ἀναφέρω μόνον διὰ νὰ ἡσυχάσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν, φοβηθέντα μήπως παρεκτραπῶμεν εἰς νομοθετικὰς αὐθαιρεσίας. Τὸ νομοθετικὸν Σῶμα εἶναι παντοδύναμον, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ συμμορφοῦται μὲ τὸν Χάρτην· ὅταν δὲ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦτον τῆς δικαιοδοσίας, οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει αὐθαιρεσίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δύο εἶναι τὰ εἴδη τῆς ἰδιοκτησίας, ἱερὸν καθῆκον τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ προστατεύῃ καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δέ. Οὕτως ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης νὰ μὴ παραγνωρίσῃ εἰς ὅλην τὴν εὐρύτητά της τὴν ἀρχὴν ἥτις καθιερώθη παρ’ ἡμῖν ὅτι τὰ ἀδέσποτα ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον, θεσμὸν ὁ ὁποῖος λίαν καταφανῶς ἀποδεικνύει τὴν ὑπερτέραν θέσιν τῆς ἰδιοκτησίας τῆς πολιτείας συγκρινομένης πρὸς τὴν τοῦ ἀτόμου. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς προεῖπον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἰδιοποιῆται τὴν κτίσιν, διότι ἡ κτίσις ἐπλάσθη δι’ αὐτόν· ἔχει ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσῃ φανερὰν τὴν ἰδιοποίησιν ταύτην, ἵνα δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὁ σεβασμὸς τῶν ἄλλων πρὸς αὐτήν· χρεωστεῖ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν σφραγίδα τῆς ἰδιοποιήσεως ἐπὶ τοῦ μέρους ἐκείνου τῆς κτίσεως τὸ ὁποῖον ἀπέσπασεν ἀπὸ τὸ ὅλον· ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἰδιοποιηθῇ ἓν τεμάχιον γῆς, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ τὸ φαντασθῇ· διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοποιήσεως, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ χρᾶσθαι τῇ κτίσει ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀκένωτος πηγὴ αὐθαιρεσίας, ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ φαντάζεται περὶ τῆς ἰδιοκτησίας του. Εἶναι ὅμως σεβαστὴ ἡ πρᾶξίς μου, ὅταν ἐπὶ τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς κτίσεως, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἰδιοποιηθῶ, ἐπιθέσω τὴν σφραγίδα τῆς ἰδιοποιήσεως. Ὅταν καταλάβω ἓν τεμάχιον ἀγροῦ τὸ ὁποῖον εὗρον μεστὸν λίθων καὶ βράχων, δένδρων ἀγρίων καὶ παρασίτων χόρτων καὶ τὸ καλλιεργήσω, τὸ προφυλάξω ἀπὸ τὰς πλημμύρας, ἀπὸ τὰ ζῶα, τὸ σπείρω, τὸ φυτεύσω, ἰδοὺ ὁ τύπος τῆς ἰδιοποιήσεως, ἰδοὺ τὸ σημεῖον τῆς ἰδιοκτησίας, ἰδοὺ τὸ μέσον δι’ οὗ ἡ ἰδιοκτησία γίνεται σεβαστή. Δὲν εἶχον ἀνάγκην, κύριοι, χθὲς ὑποστηρίζων τὰ δικαιώματα τῆς ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ περὶ κατοχῆς καὶ κυριότητος· τὸ ἔκαμον μόνον διότι εἶδον τοὺς ἀντιφρονοῦντας ὀχυρουμένους περὶ τοὺς κανόνας τούτους καὶ ἐπραγματεύθην τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, διότι καὶ ὑπ’ αὐτὴν εἰς τὸ αὐτὸ φθάνομεν ἀποτέλεσμα. Τὸ ἐπραγματεύθην καὶ οὕτως, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἡ ἱερότης μὲ τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ περιβάλωσι τὰς ψευδεῖς καὶ ἀνυπάρκτους καὶ αὐθαιρέτους ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων μᾶς παρουσιάζουσι σήμερον, μὲ τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἱερὰ εἰμὴ ὅταν περιέχῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερον, καὶ ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀποστερηθῇ ἀπὸ τοῦ ὅλου τῶν πολιτῶν τῶν ἀποτελούντων μίαν κοινωνίαν διὰ μόνης τῆς φαντασίας τοῦ ἀτόμου, ἦτο ψιμμύθιον τῆς αὐθαιρεσίας, ἦτο αὐτόχρημα ἡ ἀδικία. Χθὲς, κύριοι, ὑπερασπίσθην τὸ δικαίωμα τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων διὰ δύω θεωριῶν. Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι ἡ ἐπικράτεια πάντοτε, ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἐν Λαυρίῳ ἡ μετάλλευσις τῶν μεταλλείων μέχρι σήμερον, ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ ἀποκλειστικὸν τοῦ μεταλλεύεσθαι τὰ μεταλλεῖα. Ταύτην τὴν θεωρίαν ὑποστηρίζων δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ προσφύγω εἰς τὴν ἑτέραν θεωρίαν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἰδιωτικῆς κτήσεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ ἐπικράτεια ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μεταλλεύεται τὰ μεταλλεῖα· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς ἠρνήθη τὴν θεωρίαν ταύτην, θέλω προσπαθήσει ν’ ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶχον ἄδικον. καὶ ὅτι τὸ ἄδικον κεῖται εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὑποστηρίζων τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας χθὲς, εἶπον ὅτι οἱ Ῥωμαϊκοὶ καὶ οἱ Βυζαντινοὶ νόμοι εἶναι σπουδαιότατοι εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, καὶ ἰσχυρίσθην ὅτι κατὰ τοὺς νόμους τούτους ἡ ἐπικράτεια εἶχε πάντοτε τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι τὰ μεταλλεῖα. Τοῦτο δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ, ὅστις ἔχει μίαν γνώμην ἐναντίαν, ἀλλὰ σεβαστήν· ἠννόησεν εὐκόλως ὅτι ἡ γνώμη του δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ χωρὶς νὰ συντρίψῃ τὴν θεωρίαν ταύτην. Θαυμάζω δὲ διὰ τί, ὁμιλήσας περὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς καὶ Βυζαντινῆς νομοθεσίας, παρέλειψε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς τουρκικῆς, ἡ ὁποία ἦτο νεωτέρα. Ἀνταγωνιζόμενος πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς ἄνδρα νομομαθῆ, ὀφείλω βεβαίως νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ἄνευ τῶν βοηθημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται μεταξὺ τῆς γνώμης του καὶ τῆς γνώμης μου ν’ ἀποφασίσωσι. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη ὅτι πάντοτε ἐπεκράτει παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις ἡ ἀρχὴ ὅτι ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους εἶναι κύριος καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸ μεταλλείων. Τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἀληθὲς, καὶ θέλω σᾶς ἀναφέρει τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Dalloz ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. «Ἡ σύστασις εἰδικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν μεταλλείων εἶναι ἀρχαιοτάτη· ὁ φόρος οὗτος ὑπάρχει ἀνέκαθεν κατὰ τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον· πολλὰ τεμάχια τῶν πανδεκτῶν ἀναφέρουσιν αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν παρουσιάζεται τόσον εὐκρινῶς διατετυπωμένος ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ὁ φόρος οὗτος, εἰμὴ εἰς τὸ δίκαιον τῶν αὐτοκρατόρων, δηλονότι εἰς τὸν κώδικα τὸν Θεοδοσιανὸν καὶ εἰς τὸν κώδικα τὸν ἰουστινιάνειον, ὅπου ὁ νομοθέτης προσκολλᾷ αὐτὸν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ αὐτοκράτορος ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Κατὰ τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον θεωρούμενον εἰς τὴν τελευταίαν αὐτοῦ κατάστασιν ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἔχει ὡς χαρακτηριστικὸν εὐκρινέστατα κεκηρυγμένον, τὸ νὰ ἦναι ὁ φόρος οὗτος ἡ ἐκδήλωσις τοῦ droit régalien, τοῦ προνομίου τοῦ στέμματος. Νόμος δὲ τοῦ αὐτοκράτορος Γρατιανοῦ ὥρισε τὸν φόρον εἰς τὸ δέκατον τοῦ ἀκαθαρίστου κτλ.» Κρίνατε τώρα ὑμεῖς, κύριοι βουλευταὶ, μεταξὺ τῆς γνώμης μου καὶ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ! Κρίνατε καὶ ἀποφασίσατε, ἐὰν ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν ἀληθῆ καὶ τὴν σύμφωνον πρὸς τὴν νομοθεσίαν γνώμην, ἢ ὁ κ. ὑπουργός! Κρίνατε, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπὶ τῶν Ῥωμαίων καὶ τῶν Βυζαντινῶν ἴσχυεν ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὁ κύριος τῆς ἐπιφανείας εἶναι κύριος καὶ τῶν μετάλλων,» ἢ «ἐὰν δὲν ᾖναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἀπὸ τῶν αὐτοκρατόρων καθιερώθη τὸ δικαίωμα τοῦ αὐτοκράτορος, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν πολιτείαν, τοῦ νὰ ἔχῃ αὐτὸς τὴν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τῶν μετάλλων!» Οἱ δὲ ζητοῦντες τὰς αἰτίας καὶ τὰς πηγὰς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾶται σήμερον εἴς τινας ἐπικρατείας, εἰς πολλὰς, τοῦ δικαιώματος, λέγω, ν’ ἀνήκωσι τὰ μέταλλα εἰς τὸ στέμμα ἢ εἰς τὴν ἐπικράτειαν, οἱ ἀναζητοῦντες τὰς πηγὰς ταύτας ἀνευρίσκουσιν, ὅτι αὗται κατάγονται ἀπὸ τῶν Ῥωμαϊκῶν καὶ Βυζαντινῶν νόμων, καὶ παρατηροῦσιν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἀποκλειστικὸν τοῦ αὐτοκράτορος, τὸ ἀποκλειστικὸν τῆς Πολιτείας, φανερώτερον διατυποῦται ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν αὐτοκρατόρων μᾶλλον ἢ εἰς τὴν πρὸ αὐτῶν ἐποχήν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς πρὸ ἐποχῆς· διότι δὲν πρόκειται νὰ συγγράψωμεν ἱστορίαν· πρόκειται νὰ ἀνεύρωμεν τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον διεῖπεν ἐπὶ τῆς ἐπὶ τῶν Τούρκων δουλείας καὶ τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον διέπει ἀκόμη ἡμᾶς. Σᾶς προσθέτω ἤδη, κύριοι, μίαν ἐξήγησιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον καὶ χθὲς ἀνέφερα καὶ ἤδη ἀναφέρω καὶ πάλιν θέλω ἀναφέρει, τοῦ δικαιώματος τοῦ ὀνομαζομένου droit régalien. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐξηγήσεως ταύτης διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Βυζαντινοῦ καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον, ὅπως σᾶς προεῖπον, καθαρῶς διατυπόνει τὸ δικαίωμα τὸ ἀποκλειστικὸν τοῦ στέμματος καὶ τῆς ἐπικρατείας ἐπὶ ὅλων τῶν μετάλλων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλω σᾶς ἀναφέρει μετ’ ὀλίγον καὶ νομοθεσίας νεωτέρας, αἱ ὁποῖαι βασίζονται ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τούτου, θέλω σᾶς ἐξηγήσει εἰς τί ὁ ὅρος οὗτος συνίσταται, καὶ τί ἡ ἔκφρασις αὕτη περιλαμβάνει, ἵνα λάβωσιν οἱ πάντες μίαν ἀκριβῆ ἰδέαν τοῦ πράγματος. «Εἰς τὸ droit régalien (τὸ δικαίωμα τοῦ στέμματος) ἡ θεωρία τῆς καταβολῆς μιᾶς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν μεταλλείων εἶναι λίαν ἁπλῆ· (c’ est à titre de propriétaire, que le souverain, qui représente l’ état, y a droit.....) Ὁ Βασιλεὺς, ὁ ἡγεμὼν, ἔχει δικαίωμα εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου ὡς ἰδιοκτήτης, διότι τὰ μεταλλεῖα κατὰ τὸ droit régalien, ἐξομοιοῦνται μὲ πᾶν ἄλλο ἀντικείμενον περιεχόμενον εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐπικρατείας.» Ἔχομεν ἤδη, κύριοι, ἀκριβεστάτην ἰδέαν τοῦ τί ἴσχυε παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις καὶ τοῖς Βυζαντινοῖς καὶ ἔχομεν συγχρόνως ἀκριβεστάτην ἰδέαν εἰς τί συνίσταται τὸ τῶν νεωτέρων χρόνων droit régalien, τοῦ ὁποίου ἡ βάσις καὶ ἡ πηγὴ ἀπαντᾶται καθ’ ὅλην αὑτῆς τὴν ἔκτασιν εἰς τὸ βυζαντινὸν καὶ τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον. Συγχωρήσατέ μοι νὰ προσθέσω καὶ ἑτέραν γνώμην. Ἐξακολουθῶ δὲ νὰ προσθέτω γνώμας ἀπὸ σέβας πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· προσέτι δὲ διὰ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου· τρίτον διὰ τὴν εἰδικότητά του. Καὶ ἐννοῶ μὲν, ὅτι τὸ παραθέτειν τοιαύτας παραθέσεις εἰς ἄλλας περιστάσεις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἢ σχολαστικὸν ἢ ἄλλο τι, εἰς τὴν προκειμένην ὅμως ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐπιθυμητὸν παρὰ πάντων ὑμῶν. Ὁ Εἰνέκιος, ὅστις συνέγραψε περὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ῥωμαίων, παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς. Ἀφοῦ ἐκθέτει τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους εἰσπράττει ἡ ἐπικράτεια διὰ διαφόρους ἄλλους λόγους προσθέτει καὶ τὰ ἀκόλουθα. Σᾶς ἐνθυμίζω δὲ ὅ,τι εἶπον χθὲς, ὅτι κανὼν κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς εἶναι τὸ τέλος τὸ ὁποῖον πληρόνεται ὑπὸ τοῦ μισθωτοῦ πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην. «Καὶ ἄλλους κανόνας ἀπῄτησαν οἱ Ῥωμαῖοι· οἱ Ἱσπανοὶ ἠναγκάζοντο νὰ δίδωσι μεγάλους κανόνας ἐκμεταλλευόμενοι τὸν σίδηρον, τὸν ἄργυρον καὶ αὐτὸν τὸν χρυσόν. Ἐν Ἀφρικῇ ἐπλήρονον κανόνας, λατομοῦντες τὰ μάρμαρα ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων. Ἡ Μακεδονία, ἡ Ἰλλυρία, ἡ Θράκη, ἡ Βρεττανία, ἡ Σαρδηνία κατέβαλλον κανόνας εἰς τὸ Κράτος. Ἡ ἐξουσία τοῦ μεταλλεύεσθαι ἐδίδετο εἰς τοὺς ἰδιώτας, πρὶν τοῖς τὴν ἀφαιρέσει ὁ Τιβέριος. Εἰς πολλὰς πόλεις καὶ πολλοὺς ἰδιώτας ὁ Τιβέριος ἀφεῖλε τὴν ἐξουσίαν τοῦ μεταλλεύεσθαι ἐπὶ καταβολῇ κανόνος, ὅπως καὶ τὸ νέμεσθαι τὰ ἄλλα κτήματα τοῦ κράτους. Ἀπέδωκαν ὅμως οἱ μεταγενέστεροι αὐτοκράτορες εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας τοῦτο τὸ εὐεργέτημα beneficium, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ καταβάλλωσι διὰ τοῦτο ὡρισμένον μεταλλικὸν κανόνα περὶ οὗ πραγματεύονται οἱ νόμοι δεῖνα καὶ δεῖνα.» Οὕτω, κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ μένῃ εἰς κανένα ἐξ ὑμῶν ἡ ἀμφιβολία ὅτι ἐπὶ τῆς πολιτείας τῶν Ῥωμαίων καὶ τῶν Βυζαντινῶν ἡ ἐπικράτεια ἀντιπροσωπευομένη ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος εἶχε τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι τὰ μέταλλα ὅτι πολλάκις παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἰδιώτας ἐπὶ συμφωνίᾳ νὰ πληρόνουν ἐκεῖνοι τὸν κανόνα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πληρόνουν ἐπὶ πάσης μισθώσεως καὶ ἐπὶ πάσης νομῆς ἀκινήτων οἱ μισθωταὶ πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ ὅτι ἦτο τοσοῦτον ἀπόλυτος κύριος ὁ αὐτοκράτωρ, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐπικράτειαν ἐπί τε Ῥωμαίων καὶ Βυζαντινῶν, ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ὥστε ὁ Τιβέριος καὶ ἀπηγόρευσεν ὁλοτελῶς καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν τὸ ἐκμεταλλεύεσθαι. Ἔχουσι δὲ σημασίαν, καθὼς εἶπον καὶ πρὶν, αἱ διατάξεις τῆς Βυζαντινῆς πρὸ πάντων νομοθεσίας, διότι καὶ διὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἰσχυρίζονται σήμερον ὅτι ἀπεκτήθησαν τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων μᾶς χρησιμεύει πλησίον τοῦ ἰσχύοντος τουρκικοῦ δικαίου καὶ μέχρι σήμερον πλησίον τοῦ ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας δικαίου. Ὑπάρχει δὲ εἷς λόγος μεγαλείτερος διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ τουρκικοῦ δικαίου, διότι ὁ κύριος ὑπουργὸς οὐδόλως ἐμνήσθη αὐτοῦ. Ἀκούσατε τί λέγει περὶ αὐτοῦ ὁ Dalloz. «Ὁ Θεὸς μόνος κατὰ τὸ Κοράνιον εἶναι ὁ ἀληθὴς καὶ ἀπόλυτος κύριος τῆς γῆς· οἱ δὲ ἄνθρωποι δὲν εἶναι εἰ μὴ κάτοχοι καὶ ἐπικαρπωταὶ αὐτῆς. Τὸ μιρὶ, ἤτοι τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθ’ ὃ ἔχον ἐκ Θεοῦ τὴν δύναμιν, διεκδικεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους· ὁ δὲ Σουλτάνος διοικεῖ τὰ κατ’ αὐτό. Οὕτω κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον τὸν ἐπὶ τοῦ κορανίου βασιζόμενον, τὸ ἔδαφος θεωρεῖται ὡς ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ἡ δὲ ἰδιότης αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπί τε τῆς ἐπιφανείας καὶ ὑπ’ αὐτήν. Τὸ τοῦ στέμματος ἑπομένως, ἤτοι τὸ τῆς ἐπικρατείας δίκαιον, droit rēgalien, ἀνυψωθὲν εἰς δόγμα θρησκευτικὸν ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν βάσιν ἐν Τουρκίᾳ πάσης περὶ μεταλλείων νομοθεσίας. Ὁ Σουλτάνος, καθ’ ὃ ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, εἶναι ὁ κύριος, ὁ ἰδιοκτήτης ἁπάντων τῶν ἐν τῇ αὐτοκρατορίᾳ μετάλλων, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκμεταλλεύεσθαι αὐτὰ πρὸς ἴδιον ἑαυτοῦ λογαριασμόν. Τοῦτο δὲ γίνεται πράγματι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων. Ὁ Σουλτάνος, ὡς πᾶς κοινὸς ἰδιοκτήτης, διαθέτει κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ μεταλλεῖα, τὰ ἐν Ἡρακλείῳ ἐκ γαιανθράκων. Τοιαῦτα μεταλλεῖα ἅτινα κατὰ πρῶτον ἀνῆκον αὐτῷ ὁλοτελῶς, διεμοιράσθησαν κατόπιν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς 24 μέρη, ὧν τὰ δύο τρίτα ἐκράτησε δι’ ἑαυτὸν, παρεχώρησε δὲ μόνον τὸ ἕτερον τρίτον εἰς τοὺς ἀνωτάτους αὑτοῦ ὑπαλλήλους, διατηρήσας ὅμως πάντοτε τὴν ἐπίβλεψιν καὶ ἀνωτάτην διεύθυνσιν πάσης μεταλλεύσεως.» Οὕτως ἐχόντων τῶν νόμων, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ ποῦ εὗρον αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ σεβαστοὶ καὶ ἱεροὶ, ποῦ εὗρον χῶρον μεταλλοῦχον διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἰδιοποιηθῶσιν αὐτὸν συμφώνως μὲ τοὺς νόμους, χωρὶς νὰ κρεμασθοῦν, χωρὶς νὰ φυλακισθοῦν, χωρὶς νὰ ἀποβληθοῦν; Ὁποία στιγμὴ ἐμεσολάβησε, ποία διακοπὴ τῶν δύο νόμων παρενέπεσε, ποῖον μέσον περιῆλθεν εἰς χεῖράς των, ὅπως καταστρέψωσι τὰς διατάξεις καὶ τῶν βυζαντινῶν καὶ τῶν τουρκικῶν νόμων, καὶ προέλθωσιν εἰς τὴν κατοχὴν, εἰς τὴν κυριότητα, εἰς τὴν ἰδιοποίησιν τῶν μεταλλούχων χωμάτων, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλην τὴν Λαυριωτικὴν, Κύριος οἶδεν, εἰς πόσα ἑκατομμύρια ἀναβιβάζονται, εἰς δὲ μόνην τὴν χώραν, περὶ ἧς σκεπτόμεθα, εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει μία καὶ μόνη παραχώρησις εἰς τὴν ἑταιρίαν Σερπιέρη, ἡ ἀξία των ἀναβιβάζεται εἰς πλέον τῶν 200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων, πότε τὸ δίκαιον αὐτὸ κατηργήθη; Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅστις καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὡμίλησε, περιωρίσθη μόνον νὰ λαλήσῃ περὶ τῆς θεωρίας τῆς ἀφορώσης τὰ ἀδέσποτα· δὲν ἔλαβεν ὅμως ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσῃ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικρατείας, περὶ οὗ λαλῶ, διότι τὸ ἠρνήθη, ἀλλὰ τὸ ἠρνήθη αὐθαιρέτως, ἂς μοι συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις. Σήμερον δὲ ὁπότε, πιστεύω, δὲν μένει καμμία ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ, διότι μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν σᾶς παρουσίασα ὅλας τὰς ἀποδείξεις περὶ τούτου (καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι σᾶς παρουσίασα ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ τὰς ἀποδείξεις ταύτας, διότι δὲν ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχον ἐναντίαι ἤθελον παρουσιασθῆ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ) σήμερον, λέγω, ὁπότε τοῦτο ἀπεδείχθη, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔλθῃ νὰ μοὶ δείξῃ, πότε διεκόπη τὸ δίκαιον τοῦτο; Βεβαίως, κύριοι, δὲν διεκόπη ποτὲ τὸ δίκαιον τοῦτο, τὸ δίκαιον δηλονότι τῆς ἐπικρατείας τοῦ νὰ μεταλλεύηται, τὰ μέταλλα· τὸ δίκαιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦν ἰδιαιτέραν ἰδιοκτησίαν, τῆς ὁποίας τὴν χρῆσιν δὲν δύναται τὸ ἄτομον νὰ ἀποκτήσῃ χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τῆς ἐξουσίας καὶ χωρὶς νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, πληρόνον κανόνα, ὄχι τὸ δικαίωμα τῆς κυριαρχίας, ἐκ τοῦ ὁποίου δικαιώματος τῆς κυριαρχίας ἀποῤῥέει ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος τῆς ἐπικρατείας, ὅπως ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας ὁ μισθόνων τὰς σταφίδας καὶ τὰς ἀμπέλους τὰς ἀνηκούσας εἰς τὸ δημόσιον, ἢ καὶ τὰς γαίας. Καὶ δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πῶς κρίνονται ἄξιοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, διὰ τοὺς ὁποίους, ὡς σᾶς προεῖπον, οὐδέποτε παρουσιάσθη τὸ κενὸν διὰ νὰ ἐπιθέσουν τὴν σφραγῖδα τῆς ἰδιοκτησίας των, οὐδέποτε παρουσιάσθη τὸ κενὸν, διότι ἀείποτε τὸ ἀπηγόρευεν ἡ νομοθεσία, πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δύνανται νὰ παρουσιάζωνται σήμερον μὲ τὰ δικαιώματα τῆς ἱερότητος τῆς ἰδιοκτησίας! Εἴχομεν πρὸ μικροῦ, κύριοι, ἓν ἄλλο ἀντικείμενον, περὶ τὸ ὁποῖον ἐνησχολήθημεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, εἴχομεν τὸ ζήτημα τῶν φυτειῶν, καὶ πῶς ὠνομάζομεν αὐτοὺς τοὺς πολίτας Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὰς γαίας ταύτας, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ κανονίσωμεν; Αὐθαιρέτους φυτευτάς. Καὶ τί ἔκαμον αὐτοὶ οἱ αὐθαίρετοι φυτευταί; Νομίζω, ὅτι ἔχυσαν ἀφθόνους σταγόνας ἱδρῶτος ἐπάνω εἰς αὐτὴν τὴν γῆν, ἥτις ἀνῆκεν εἰς τὸ δημόσιον, τὴν ὁποίαν μετεμόρφωσαν, τὴν μετεποίησαν, ἤλλαξαν τὴν ὄψιν της, τὴν κατέστησαν γόνιμον, τὴν κατέστησαν παραγωγὸν, καὶ μολαταῦτα ἐξακολουθοῦμεν νὰ τοὺς ὀνομάζωμεν αὐθαιρέτους κατόχους· καὶ κανεὶς ἐξ ὅσων παρουσιάζονται σήμερον ἕνα βῶλον δὲν μετεκίνησεν ἐκ τῶν σωρῶν τούτων, ἐκ τῶν ἀνεστραμμένων αὐτῶν κώνων, οἱ ὁποῖοι περιέχουν ἐν τῷ μέσῳ ἓν φρέαρ· καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τοσούτῳ ὑποδεέστεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὀνομάζομεν αὐθαιρέτους ἐμφυτευτὰς, ἐπικαλοῦνται σήμερον τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ μὲ αὐτὴν ἐμφανίζονται ἐνώπιόν μας, καὶ ὄχι διὰ νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν τινὰ στρέμματα γῆς, οὔτε καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ νὰ τὰ καταστήσωσι παραγωγά· διότι οὐδὲν κοπιάσαντες, καὶ οὐδὲν μοχθήσαντες, καὶ οὐδὲν ἐξοδεύσαντες, οὐδέποτε ἐννόησαν τὴν ἀξίαν αὐτῶν, καὶ δι’ ἓν τεμάχιον ἄρτου τὰ παρεχώρουν πότε εἰς τὸν μὲν, πότε εἰς τὸν δέ. Ἔλλειψις ἐντελῶς δικαιοσύνης ἐκ μέρους μας, δικαιοσύνης πρὸς τὴν ἐπικράτειαν, δικαιοσύνης πρὸς τὸ ἔθνος, δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὰ ἄτομα (διότι ἐξ ἀτόμων τὰ ἔθνη σύγκεινται), ἀναίρεσις ὅλων τῶν κανόνων καὶ ὅλων τῶν νόμων καὶ πάσης ἀρχῆς ἰσότητος, πλάσματα καὶ τεχνάσματα μόνον, ἀναζητήσεις σχολαστικαὶ μὴ ἔχουσαι τὸν τόπον των, αὐταὶ εἶναι αἱ πηγαὶ ἐκ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ μορφωθῇ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτόχρημα ἡ ἀδικία. Καί τοι, κύριοι, ἀποδείξας τὰ κατὰ τὴν βυζαντινὴν καὶ τὴν τουρκικὴν νομοθεσίαν, ὡς ἀποκλείοντα πᾶσαν ἰδιωτικὴν κτῆσιν ἐπὶ τῶν μεταλλείων ὡς αὐθαίρετον, καί τοι, τούτου τεθέντος, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας οὐδέποτε καταργηθὲν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται καὶ νὰ ὑπάρχῃ, θέλω προσφύγει εἰς τελευταίαν τινὰ ἀπόδειξιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεωρίαν ταύτην κειμένην ἐντὸς τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἡμεῖς οἱ ἴδιοι κατεσκευάσαμεν. Ἡ Βαυαρία, κύριοι, ἔχει τὸ droit régalien τὸ ὁποῖον ἔχουν ὅλαι σχεδὸν αἱ γερμανικαὶ ἐπικράτειαι. Εἰς τὴν Βαυαρίαν εἶναι δίκαιον τοῦ στέμματος, δίκαιον τῆς ἐπικρατείας τὸ μεταλλεύεσθαι πάντα τὰ μεταλλεῖα καὶ πάσας τὰς μεταλλοφόρους οὐσίας, καὶ ἦτο ἀδύνατον οἱ ἄνδρες τοῦ 1833, οἱ κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ μεταφέρωσι παρ’ ἡμῖν τὴν ἀρχὴν ταύτην, καὶ ἂν ἠγνόουν ἐντελῶς τὸ ὑπάρχον παρ’ ἡμῖν δίκαιον τῶν Βυζαντινῶν, καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο περιττὸν, μολονότι ἀμφότεραι αἱ αἰτίαι αὗται καθίστων πᾶσαν νέαν νομοθεσίαν ἀνωφελῆ. Ὁ νόμος περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Γραμματείας τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκδοθεὶς τὴν 3 Ἀπριλίου 1833 διαλαμβάνει ἐν ἄρθρῳ 2 ὅτι «εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείας ὑπάγονται· «ἐδ. 7 ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλικῶν τῆς ἐπικρατείας, ἡ βελτίωσις τοῦ προϊόντος καὶ ἡ αὔξησις τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν· ἐδ. 10 τὰ ἐργοστάσια τῆς ἐπικρατείας· 11 τὸ νομισματοποιεῖον τῆς ἐπικρατείας καὶ τὰ ἑνωθησόμενα μὲ αὐτὸ καταστήματα κτλ. ἐδ. 8. (Ἰδοὺ ἡ ἀκριβὴς μετάφρασις τοῦ γερμανικοῦ κειμένου τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπίσημον). «Εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείας ὑπάγεται τὸ τῆς ἐπικρατείας δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι, ἡ ἐπέκτασις καὶ ἐπωφελὴς καλλιέργεια· ἡ φύλαξις καὶ χρησιμοποίησις ταύτης τῆς τοῦ στέμματος προνομίας τοῦ μεταλλεύεσθαι (berg-regals ἤτοι droit régalien). Ἐνταῦθα ὁ ἀγορεύων δίδει τὸ ἀνὰ χεῖράς του βιβλίον εἰς τοὺς παρὰ τῇ τραπέζῃ ὑπουργοὺς ὅπως τὸ παρατηρήσωσι.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ μετάφρασις μὲ τὸ πρωτότυπον.
§75ΠΕΤΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Εἶναι κακὴ ἡ ἐν τῷ κειμένῳ μετάφρασις. Τὸ πρωτότυπον λέγει Bergregals.
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι κακὴ ἡ μετάφρασις καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔνοχος κανεὶς ὑπουργὸς ὅτι δὲν τὸ ἐφήρμοσε. Βεβαίως, κύριοι, δὲν ἠδύναντο, λέγω, οἱ γερμανοὶ οἱ συντάξαντες τοὺς νόμους τοῦ 1833, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ πατρίδι των εἶχον αὐτὸ τὸ ἀποκλειστικὸν δίκαιον τῆς ἐπικρατείας, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ μέταλλα ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐπικράτειαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀνακηρύξωσι τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἐπικρατοῦντα πανταχοῦ τῆς Γερμανίας, ἐπικρατοῦντα ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Λαυρίῳ ἀπὸ τοῦ 5. π. Χ. αἰῶνος μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀνακηρύξωσι τὴν ἀρχὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χρεωστεῖ νὰ φροντίζῃ «διὰ τὴν ἐπέκτασιν καὶ ἐπωφελῆ καλλιέργειαν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ τῆς ἐπικρατείας δικαιώματος τοῦ μεταλλεύεσθαι, διὰ τὴν φύλαξιν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν χρησιμοποίησιν αὐτοῦ τοῦ βασ. προνομίου.» Νομίζω, κύριοι, διὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἐντελῶς πλέον ἀποδεδειγμένον, ὅτι οὐδέποτε ἡ ἐπικράτεια ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ὅτι οὐδεμία κτῆσις, οὐδὲν δικαίωμα ἰδιωτικόν, οὔτε ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ, οὔτε κατήργησεν, οὔτε τὸ ἐλάχιστον ἀπὸ τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας. Διὰ νὰ ἀναπαύσω τὴν συνείδησιν ἐκείνων, οἵτινες ἀτελῆ ἴσως γνῶσιν ἔχοντες τοῦ τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα κράτη, πολλὰ δικαιολογημένως αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην, νομοθετοῦντες περὶ ἀντικειμένου σπουδαιότητα μεγίστην ἔχοντος, νὰ γνωρίζωσι τί γίνεται παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι, σᾶς ἀνέφερον ἀπὸ χθές, ὅτι τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζομεν, ὅτι τὸ μεταλλεύεσθαι καὶ τὰ μέταλλα καὶ τὰ μεταλλεῖα ἃ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, εἶναι καθιερωμένον καὶ διέπει τὴν σήμερον πλεῖστα ἔθνη εὐρωπαϊκά· σᾶς παρέθεσα χθὲς τὴν Αὐστρίαν, τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Σουηδίαν καὶ Νορβηγίαν, τὴν Ἱσπανίαν· προσθέτω σήμερον τὴν Πορτογαλλίαν, τὴν Σαρδηνίαν (νόμος τῆς Σαρδηνίας εἶναι τῆς 20 Νοεμβρίου 1859), τὴν Βαυαρίαν, τὴν Βυρτεμβέργην, τὸ Ἀνόβερ, τὴν Βάδην, τὴν Ἕσσην κτλ. Ἀλλὰ καίτοι, κύριοι, οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει πρὸς περαιτέρω ὑποστήριξιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς ἐπικρατείας τοῦ νὰ θεωρῆται ἰδιοκτήτης τῶν μετάλλων, θέλω πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἐξετάσει ἐὰν τῷ ὄντι ἀποκτᾶται δικαίωμά τι ἰδιωτικὸν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων. Δὲν ὀφείλω ὅμως τίποτε ἄλλο νὰ πράξω εἰμὴ μόνον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς ἑκάστην ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμεν. Εἶπεν ὅτι ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον ἔθεσε χθὲς, ἤτοι τὰ ἐπικείμενα εἴκει τοῖς ὑποκειμένοις, ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων. Τοῦτο ἠρνήθην χθὲς διὰ δύο λόγους· πρῶτον διότι ἔδαφος δὲν ὑπάρχει. Τὰ ἐπικείμενα, λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὑποχωροῦν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ ὑποτάσσονται εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐπικρατείας· ἀλλὰ ἐπιφάνεια δὲν ὑπάρχει· αὕτη πρὸ 2,000 ἢ 2,500 ἐτῶν ἐξέλιπεν· ὁ ἀγρὸς ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται τὰ χώματα ἐκαλύφθη· ἀγρὸς δὲν ὑφίσταται. Δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε δι’ οἱασδήποτε θεωρίας θελήσητε τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ποτέ· διότι ἔδαφος καὶ ἐπιφάνεια δὲν ὑφίστανται. Ὁ δεύτερος λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ῥωμαϊκοὺς, οἱ ὁποῖοι καθιέρωσαν αὐτὸν τὸν κανόνα, ὁ κανὼν αὐτὸς δὲν ἐφαρμόζεται εἰμὴ εἰς δύο περιστάσεις, ὅταν τὸ ἐπικείμενον ἦναι οἰκοδόμημα, ἢ ὅταν τὸ ἐπικείμενον ἦναι φυτεία. Δὲν θέλει εὕρει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὔτε ἕνα νόμον, οὔτε ἕνα συγγραφέα, κανένα νομοδιδάσκαλον, ὁ ὁποῖος νὰ ἰσχυρίζηται τὸ ἐναντίον. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον παρετήρησε σήμερον, ὅτι ἀνεμίχθησαν τὰ κάτω χώματα μὲ τὰ ἄνω καὶ ἀπετέλεσαν ἓν κρᾶμα, ὅσον αὐθαίρετον ἄλλο τόσον σόλοικον εἶναι· διότι οὔτε κἂν νὰ τὸ φαντασθῆτε δύνασθε ὅτι τὰ χώματα τοῦ κάτω ἐδάφους αὐτὰ ἐκοσκινίσθησαν μὲ τὰς ἐκβολάδα τοῦ Λαυρίου καὶ συναπετέλεσαν ἓν μίγμα. Ἀλλὰ διατί δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν; διατί δὲν πραγματεύεσθε τὰ πράγματα ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ὅπως δυνηθῶμεν νὰ τὰ ἐνοήσωμεν; τί μεταλλείου ἐπιφάνειαν λέγετε; ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὰ μεταλλεῖα καὶ ὁ χῶρος αὐτῶν ἦτο ἐθνικὴ περιουσία τῆς δημοκρατίας τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία τὰ ἐμίσθωνε καὶ ὁ μισθόνων αὐτὰ ἐξῆγε τὸ μετάλλευμα τὸ χρήσιμον, ὅ,τι δὲ δὲν τοῦ ἐχρησίμευε τὸ ἄφινε. Τί σχέσιν ἔχει ἡ θεωρία τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας; ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει· διότι ποτὲ δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ὅτι τὸ Λαύριον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ πλουσιωτάτη πηγὴ τῶν πόρων τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον παρεχωρεῖτο εἰς πλῆθος μεταλλευτῶν, ὅτι αὐτὸ ἦτο ἰδιοκτησία ἰδιωτικὴ, ἐκεῖ ὅπου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐθνικοῦ μεταλλείου ἦτο ἀνάγκη νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἰδιωτικὴ κτῆσις· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσητε ὅτι ὑπῆρχε, δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἀπεζημιώθη καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἔκτοτε ἀπεχώρησεν. Ἀλλὰ ταῦτα προτείνοντες τὰ ἐπιχειρήματα τί λέγουν οἱ κατηγοροῦντες; ὁ ἰδιοκτήτης, λέγουν, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ καθήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας νὰ παραχωθῇ ὑπὸ τὰς ἐκβολάδας· ὑπεξέφυγε καὶ ἀναῤῥιχώμενος ἔφθασεν ἐπὶ τῆς νέας ἐπιφανείας, καὶ ἐκεῖ εἶναι ἡ ἰδιοκτησία του. Ἀλλὰ πρὸς τὸν αὐθαίρετον συλλογισμὸν, κύριοι, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἔλθωμεν εἰς φιλονεικίας. Σᾶς ἀρνοῦμαι ὅτι εἶχε κανεὶς τὸ δικαίωμα καὶ τὴν τόλμην νὰ πλησιάσῃ κἂν ἐκεῖ, ὅπου ὑπῆρχε μεταλλοῦχος γῆ· καὶ οἱ χρυσοχόοι τῶν Ἀθηνῶν οἱ ὁποῖοι κρύφα ἐπήγαινον καὶ ἔκλεπτον αὐτὴν κρύφα, ἔτρεμον τὸν τοῦρκον καὶ ἐφοβοῦντο μὴ ὑποστῶσι τὰ δεινὰ τῆς δουλείας· ἔτρεμον ἀπέναντι τῆς τουρκικῆς αὐθερεσίας τοῦ σουλτάνου, ὅτε ἰσχὺν νόμου εἶχεν ἡ θέλησις τοῦ κατακτητοῦ. Λοιπὸν ὅπου καὶ ἂν θελήσητε νὰ θέσητε σήμερον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἰδιοκτητῶν, εἶναι αὐθαιρεσία· διότι αὐτοὶ τότε δὲν ἠδύναντο ἐκεῖ νὰ πλησιάσωσι· προσέτι οὔτε ἰδιοκτησίαν εἶχον, οὔτε ἔδαφος ἰδιωτικὸν ὑπῆρχε, τὸ ὁποῖον αἱ ἐκβολάδες ἐσκέπασαν· ὥστε ἐὰν συμβουλευθῶμεν τοὺς νόμους, οὐδεὶς ἀπέκτησεν ἰδιοκτησίαν οὔτε ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων οὔτε ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Γῆ μεταλλοῦχον ἔχουσα φύσιν καὶ σχῆμα κωνικὸν καὶ ἐν τῷ μέσῳ φρέαρ, εἴπατε σεῖς, οἵτινες γνωρίζετε ἀπὸ καλλιέργειαν καὶ ἔμπειροι περὶ τὰ τοιαῦτα, κατὰ τί δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ὅτι ἐδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ τῷ ἀνθρώπῳ ὅστις ἤθελε νὰ πλησιάσῃ τὸ κατασκεύασμα τοῦτο; ἀλλὰ φαντασθῆτε ὅτι ἡ γῆ αὕτη, ἥτις εἶναι μέταλλον, αὐτὴ μόνον διὰ τοῦ τσαπίου δύναται νὰ σκαλισθῇ· εἰς τί ἠδύνατο σᾶς χρησιμεύσῃ; ἀλλ’ οὔτε τὸ συμφέρον τῆς μεταλλεύσεως ἐπέτρεπέ τινι νὰ πλησιάσῃ ἐκεῖ, διότι καὶ οἱ νόμοι τὸ ἀπηγόρευον καὶ ὁ φόβος τοῦ δυνάστου· παρεκτὸς τούτου, κύριοι, μὲ ὅσον ἐνδιαφέρον καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὰ ληρήματα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀντιποιουμένων ἰδιοκτησίαν, δὲν θέλετε εὕρει νόμους τοσοῦτον σκαιοὺς, ὥστε ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ καθιερώσουν ποτὲ δικαιώματα ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς. Κατὰ τοὺς Ῥωμαϊκοὺς μάλιστα νόμους, οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουν καὶ τοὺς ὁποίους, ὡς σᾶς εἶπον χθὲς, δὲν ἔπαυσεν ἡ ἀνθρωπότης νὰ θαυμάζῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τι, ὅτι ἠμποροῦν ν’ ἀποκτήσουν οἱονδήποτε δικαίωμα σεβαστὸν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκαμον ποτὲ χρῆσιν τοῦ πράγματος, δὲν ἔκαμον χρῆσιν διὰ νὰ τὸ ἔχωσιν ὡς ἰδιοκτησίαν των καὶ δὲν ἐγνώριζον ὁποῖος εἶναι ὁ προορισμός του· ἡ ἄγνοια τοῦ τί ἐστὶ καὶ εἰς τί χρησιμεύει· ἡ ἔλλειψις πάσης ἐπενεργείας ἐπὶ τοῦ πράγματος, αὐταὶ αἱ δύο σφραγῖδες τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ μὲν προερχομένη ἐκ τῆς διανοίας, ἡ δὲ ἐκ τῶν σχετικῶν μὲ αὐτὴν πράξεων, δὲν δίδουν κατὰ τὸν ῥωμαϊκὸν νόμον δικαίωμα οὐδέν. Τὸ ἐννοῶ, κύριοι, ἐὰν τυχόν που εἰς αὐτὰ τὰ μέρη ἐβλάστησεν ἓν δένδρον, τὸ ἐννοῶ εἰς περίοδον χρόνου μακρὰν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς πλήρη ἀχρηστίαν ὑπῆρχον οἱ σωροὶ αὐτοὶ, τινὲς νὰ ἐπλησίαζον ἐκεῖ καὶ τὰ πρόβατά των νὰ ἐβόσκησαν· τίποτε ὅμως δὲν δύναται νὰ πλάσῃ τὴν αὐθαίρετον ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον θέλουν νὰ μορφώσωσι. Δὲν δύναται νὰ πλάσῃ τοιοῦτον δικαίωμα, διότι ἀπηγορεύετο ἀπὸ τοὺς νόμους τοῦ Σουλτάνου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγνωρίζουν κανὲν δικαίωμα ἐπὶ τῶν χωμάτων, τὰ ὁποῖα περιέχουν μέταλλον· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου οὔτε κἂν τὴν ἰδέαν τῆς ἀντιποιήσεως εἶχον, διότι δὲν ἐγνώριζον τὰ μεταλλεῖα. Ἐὰν μάλιστα ᾖναι ἐκεῖ δάσος, τοῦτο εἶναι εἰς περιπλέον λόγος ἐναντίον των, διότι τὸ δάσος κατὰ τὸν σημερινὸν νόμον δὲν δύνανται νὰ ἐξουσιάζωσιν ἐκτὸς ἐὰν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ νόμου, ἐπαρουσίασαν τοὺς τίτλους των. Ἐὰν ὑπῆρχέ τις, κύριοι, ὅστις ἤθελεν ἰσχυρισθῆ ὅτι κατά τινα ἐποχὴν τοῦ παρελθόντος ἐγένοντο οἱαιδήποτε μεταλλεύσεις καὶ χρήσεις τῶν μεταλλούχων χωμάτων, οἱ λόγοι μου ἠδύναντο ν’ ἀμφισβητηθῶσιν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἤθελον ὑπερισχύσει· ἀλλ’ οὐδεὶς, κύριοι, τὸ ἰσχυρίσθη, οὔτε θέλει τὸ ἰσχυρισθῆ ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν πρὸ 2000 ἐτῶν ὑπῆρχε τὸ μεταλλεῖον καὶ οἱ σύγχρονοι τοῦ Στράβωνος ἐμεταλλεύοντο τὰ χώματά του καὶ ἡ ἀξία του ἦν γνωστὴ, κᾀνεὶς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον ἔκτοτε παρῆλθεν ὄχι μόνον δὲν ἐγνώριζε πλέον τὴν ἀξίαν τῶν χωμάτων καὶ δὲν τὰ ἐπλησίαζεν, ἀλλὰ καὶ ἀπηγορεύετο ἀπὸ τοὺς νόμους νὰ τὰ πλησιάσῃ· πῶς δυνάμεθα λοιπὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἐμορφώθη ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥρα 6 παρὰ ¼