Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Γ · Session Β› Sitting 54

1871.03.15

2,458 rows · 19,459 words · 3 tables · 115 turns

Date
1871.03.15
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Period
Γ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54

Τῆς 15 Μαρτίου 1871.

(Δευτέρα.)

Ὥρα 2 καὶ 10 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ν. Καρύδης. Μ. Χαριτάτος.
Ἐπ. Δεληγεώργης. Λ. Καραλίβανος.
Γ. Γουλιμῆς. Π. Τζαμάλας.
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. Περ. Καλαμογδάρτης.
Ἰω. Προβελέγγιος. Α. Μισυρλῆς.
Ἀ. Ῥαυτόπουλος. Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.
Μ. Δαμιράλης. Γ. Δ. Γεωργιάδης.
Κ. Κρίσπης. Γ. Μπούμπουλης.
Ἀ. Ῥοντήρης. Π. Σεβαστόπουλος.
Εὐθ. Πλαστήρας. Α. Βαφιαδάκης.
Γρηγ. Δημητριάδης. Ἰω. Ζαλλώνης.
Κλμ. Χριστοδούλου. Μ. Ε. Παρίσης.
Δ. Σαράβας. Σ. Σωτηρόπουλος.
Ἀ. Καπετανάκης. Σ. Κοριζῆς.
Μιχ. Καπετανάκος. Ν. Πιπῖνος.
Ἰω. Κατσάκος. Δ. Χατζῖσκος.
Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. Δ. Οἰκονόμου.
Π. Κωσταντᾶς. Κ. Πετσάλης.
Θ. Ῥωμαῖος. Κ. Νικόδημος.
Ν. Λοῦβρος. Ἰω. Κοτσιᾶς.
Σπ. Λεονταράκης. Ν. Καρύδης.
Ἰω. Σούλης Βάρκας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
Ἀνδρ. Αὐγερινός. Γ. Γουλιμῆς.
Ἐπ. Κρεστενίτης. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
Ἀναγ. Δημητρίου. Περ. Μποῦτος.
Κ. Δ. Πεταλᾶς. Ἰω. Προβελέγγιος.
Θρ. Ζαΐμης. Α. Ῥαυτόπουλος.
Ἀθ. Πετιμεζᾶς. Μ. Δαμιράλης.
Α. Διαμαντόπουλος. Κ. Κρίσπης.
Κ. Δαγρές. Δ. Σαράβας.
Α. Κοντόσταυλος. Μ. Κωνσταντᾶς.
Δ. Λένωσης. Θ. Ῥωμαῖος.
Ν. Μ. Κοζαδίνος. Ν. Λοῦβρος.
Ν. Ἀγγελίδης. Μ. Χαριτάτος.
Ἰ. Πολυλᾶς. Α. Μουρίκης.
Α. Παπαδάτος. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
Σπυρ. Νοταρᾶς. Α. Καραλίβανος.
Ἀν. Δημητριάδης. Π. Τζαμάλας.
Α. Μεταξᾶς. Περ. Καλαμογδάρτης.
Α. Μαντζαβῖνος. Γ. Πράτζικας.
Γ. Δρακονταειδής. Α. Μισυρλῆς.
Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Ἰ. Ἄννινος Καβαλιεράτος.
Κ. Πανάρετος. Ἰω. Δεστούνης.
Γ. Βακαλόπουλος. Γ. Α. Γεωργιάδης.
Ν. Βαρβιτζιώτης. Γ. Μπούμπουλης.
Ν. Θ. Λεώπουλος. Δ. Χρηστίδης.
Σπ. Κοπανίτσας. Π. Σεβαστόπουλος.
Γερ. Σέρβος. Ἰω. Ζαλλώνης.
Σπ. Βαλαωρίτης. Μ. Ε. Παρίσης.
Α. Σταματόπουλος. Σ. Σωτηρόπουλος.
Θ. Γεωργίου. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
Ἠλ. Φλέσσας. Στ. Κοριζῆς.
Ἀθ. Κατιβάνος. Ν. Πιπῖνος.
Ἰω. Πανούσης. Δ. Οἰκονόμου.
Γ. Μαλέας. Μ. Ἀβέρωφ.
Ν. Παγκράτης. Κ. Νικόδημος.
Κ. Κοκκινώρης.

Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῶν ἀδικουμένων ἀγωνιστῶν ὑποβάλλει ἀντίγραφον ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ὅπως συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῷ τέλει νὰ χορηγηθῇ μηνιαία χρηματικὴ βοήθεια.

§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§3ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΛΕΚΚΑΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἁπλῶς νὰ σταλῇ.

§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Εἰσάγεται ἓν νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας τῆς νήσου Ζακύνθου, ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν;

§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον ἐπαρχιακὸν τῆς Ἑπτανήσου. Περὶ πόρων τῶν δήμων ἐν Ἑπτανήσῳ.

§9ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁ κύριος ὑπουργὸς παρουσίασε περὶ διαφόρων τελωνειακῶν θέσεων συνεζητήθη εἰς δύω ἀναγνώσεις, ἐπειδὴ δὲ ἔφθασεν ὁ καιρὸς καθ’ ὃν ἀρχίζει ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἐνδιαφέρονται πολλαὶ ἐπαρχίαι, καθὼς ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ διὰ ἐκεῖνο τοῦ νὰ μὴ ζημιωθῶσιν καὶ τοῦτο τὸ ἔτος οἱ κάτοικοι Φοσκάρδου, παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καθ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχουν καὶ ἀντιῤῥήσεις.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι τέταρτον, πρέπει νὰ ὑποστηρίξουν τὴν πρότασίν του 10. (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10 βουλευτάς).

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μετὰ τὸν φορολογικὸν νόμον;

§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§13ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχαμεν ὁρίσει τὴν σήμερον διὰ τὴ σύμβασιν τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου, διότι ὁ καιρὸς παρέρχεται.

§14ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ καμμία συζήτησις.

§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι βουλευταὶ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται πίστωσις 20,000 δραχμῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν μετακομιδὴν τῶν λειψάνων τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὡς ἑξῆς (τὸ ἀναγινώσκει)· ἔκρινα περιττὸν νὰ συνοδεύσω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ ἔκθεσιν, διότι ἡ ἔκθεσις εἶναι ἐγκεχαραγμένη εἰς τὰς καρδίας ὅλων ἡμῶν.

§16ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰς πρώτην συζήτησιν.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ μίαν παρατήρησιν, εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔχομεν τὴν πεντηκονταετηρίδα τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν συμπληροῦται καὶ καὶ ἡ πεντηκονταετηρὶς τοῦ μαρτυρίου τοῦ μάρτυρος Πατριάρχου. Συμπίπτει κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τῆς πεντηκονταετηρίδος νὰ ἀνακομισθῶσιν τὰ ὀστᾶ τοῦ μάρτυρος αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐμαρτύρησεν. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως τὸ ἔξοδον αὐτὸ μὴ γείνῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ νὰ προσκαλέσῃ ὅλους τοὺς Ἕλληνας νὰ συνεισφέρουν οὐχὶ πλέον τῆς μιᾶς δραχμῆς, ἀλλὰ νὰ δεχθῶμεν καὶ τὰ πέντε καὶ δέκα λεπτὰ τοῦ πτωχοῦ ὅπως συναχθῇ τὸ ποσὸν, διὰ τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα τῆς ἀνακομιδῆς καὶ τοῦτο λέγω ὅπως ὅλον τὸ ἔθνος συμμετάσχῃ αὐτοῦ τοῦ ἐξόδου· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν θέλει συναχθῆ καὶ ὅτι θέλομεν ἑορτάσει τὴν ἑορτὴν τῆς πεντηκονταετηρίδος κατὰ τὴν 10ην Ἀπριλίου, ὅτε ὁ μάρτυς αὐτὸς ἀπηγχονίσθη. Αὐτὴν τὴν πρότασιν ὑποβάλλω εἰς τὴν βουλὴν.

§18ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, καὶ αὔριον μᾶς τὴν παρουσιάζετε, αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν λέγω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς τὴν μεταχειρισθῇ, ὅπως θέλει, ἐγὼ εἶπον μόνον νὰ προσκαλέσητε πάντας τοὺς συνεπαρχιώτας σας ὅπως καταβάλωσιν εἰς τὰ οἰκεῖα ταμεῖα, ἡ δὲ ἑορτὴ τῆς πεντηκονταετηρίδος τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας νὰ ἑορτασθῇ τὴν 10 Ἀπριλίου, ἐπέτειον ἡμέραν τοῦ μάρτυρος Γρηγορίου.

§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ σύνολον τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1871 καὶ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ σύνολον καὶ τὰ ἄρθρα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 1. Διὰ τὸ ἔτος 1871, ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ὁρίζονται ὡς ἀκολούθως· Περὶ τῶν δι’ ἐνοικιάσεως διατιθεμένων. Ἄρθρον 2. Οἱ δι’ ἐνοικιάσεως διατιθέμενοι ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας προσδιορίζονται· ά.) Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος 8%, δικαίωμα ἐπικαρπίας 15%. βʹ.) Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν ἔγγειος φόρος, ἐπὶ μὲν τοῦ ἐλαίου 10%, ἐπὶ δὲ τῶν ἐλαιῶν, ὅσαι χρησιμεύουσιν εἰς βρῶσιν ἢ παράγονται εἰς δήμους, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσιν ἐλαιοτριβεῖα, λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν. Δικαίωμα ἐπικαρπίας 10% εἰς ἔλαιον, καὶ λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῶν εἰς βρῶσιν χρησίμων ἐλαιῶν. Ὅταν ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἔγγειος φόρος εἰσπράττηται διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ὁρίζεται οὗτος εἰς λεπτὰ 12 τὴν ὀκᾶν. γʹ.) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων σταφιδαμπέλων 10%. δʹ.) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων συκοδένδρων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πυλίας καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρὸς δραχ. 1 καὶ λεπτὰ 50 κατὰ στατῆρα (καντάριον), εἰσπραττόμενον εἰς τὰ Τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν. Ἡ ἐνεργηθεῖσα κατὰ τὸ 1867 ἐκτίμησις τῶν παραχθέντων ἀπὸ ἰδιόκτητα συκόδενδρα σύκων κατὰ τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἰσχύει καὶ διὰ τὸ 1871. Ἐπιτρέπεται μ’ ὅλον τοῦτο τοῖς ἰδιοκτήταις νὰ ζητήσωσι νέαν ἐκτίμησιν, ἀναφερόμενοι ἐνώπιον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου. Γενικὴν ἢ καὶ σποραδικὴν ἐκτίμησιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ καὶ τὸ δημόσιον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΡΜΑʹ Νόμου καὶ ἐντὸς τῆς ὁριζομένης ὑπ’ αὐτοῦ προθεσμίας, ἥτις ἐν ἀνάγκῃ, τῇ προτάσει τοῦ ἐφόρου, δύναται νὰ παραταθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. έ.) Ἐπὶ τῆς ῥητίνης, κατράμης, ἀσβέστου καὶ λοιπῶν δασικῶν προϊόντων, πλὴν τοῦ πρινοκοκκίου, ἔγγειος φόρος 10%. Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῆς ἐξ ἐθνικῶν δασῶν παραγομένης ῥητίνης 15%. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ΣΟΖʹ νόμου προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τῆς ῥητίνης γίνεται κατὰ μῆνα, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ κατ’ αἴτησιν τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν τιμὴν ταύτην. ϛʹ.) Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν προσδιορίζεται εἰς 5%. ζʹ.) Ἐπὶ τῶν μεταλλείων 5%, ἐπὶ δὲ τῶν ὀρυχείων καὶ λατομείων 10%, ἁπάντων δὲ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧΛʹ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861. Ὁ προσδιορισμὸς τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλεται ὁ φόρος, κανονίζεται διὰ Β. Διατάγματος. Περὶ τῆς κατὰ δένδρον εἰσπραττομένης ἐπικαρπίας. Ἄρθρον 3. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων μωρεοδένδρων, τῶν συμπληρωσάντων τὸ 5 ἔτος τῆς ἡλικίας, ὁρίζεται εἰς λεπτὰ 5 κατὰ δένδρον. Περὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων. Ἄρθρον 4. Ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων κανονίζεται ἀναλόγως τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίας προσόδου ὡς ἑξῆς·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Δικαι-
Εἶδος κτήματος Κατὰ μέσον ὅρον ἐτησία Ἔγγειος ώμα ἐ-
ἢ προϊόντος. πρόσοδος τοῦ στρέμματος. φόρος πικαρ.
Δ.Λ. Δ.Λ.
Ἄμπελοι Μέχρι τῶν δρ. 10 70 70
Ἀπὸ δρ. 11 ἕως 20 150 150
» » 21 » 30 250 250
» » 31 » 40 350 350
» » 41 καὶ ἐπέκεινα 450 450
Περιβόλια Ἔλαττον τῶν δρ. 45 3 3
Ἀπὸ δρ. 45—74 6 6
» » 75»104 9 9
» » 105 καὶ ἐπέκεινα 12 12
Ἀμυγδαλέαι Ἄνευ διακρίσεως ποιότητος 2 2
Λαχανόκηποι, συκῶ- Ἔλαττον τῶν δρ. 45 240 450
νες, γεώμηλα, κρόμ-Ἀπὸ δρ. 45—64 440 825
μυα καὶ σκόροδα » » 65 καὶ ἐπέκεινα 640 12
Γρασίδια καὶ τρι- Ἔλαττον τῶν δρ. 30 160 3
φύλλια Ἀπὸ δρ. 30 καὶ ἐπέκεινα 280 525
Καπνὰ καὶ κοκκάρια Ἔλαττον τῶν δραχ. 30 2 375
Ἀπὸ δρ. 30 ἕως 49 320 6
» » 50 » 69 480 9
» » 70 καὶ ἐπέκεινα 640 12
Βαμβάκια Ἔλαττον τῶν δρ. 20 90
Ἀπὸ δρ. 20 ἕως 29 180
» » 30 » 39 270
» » 40 καὶ ἐπέκεινα 360

Περὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων φόρων. Ἄρθρον 5. Ὁ ἐπὶ τῶν κατωτέρω προϊόντων ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας κανονίζονται κατὰ τὸν ἑπόμενον πίνακα·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἶδος προϊόντος. Ἔγγειος Ἔγγειος φόρ. καὶ
φόρος δικ. ἐπικαρ.
Δ.Λ.Δ. Λ.
Σταφὶς δι’ ἑκάστην χιλιάδα ἐνετικῶν λιτρῶν,
διὰ μὲν τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης,
Πυλίας, Ὀλυμπίας καὶ Ἠλείας ἀνὰ δραχ. 11
ὁσάκις ἡ φόρτωσις γίνεται ἔν τινι λιμένι τῆς
ἐπαρχίας διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς
ἡ φόρτωσις τῆς σταφίδος τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμ-
πίας δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐν Κατακώλῳ τῆς
Ἠλείας.
Δι’ ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀνὰ δραχ. 13
Βαμβάκια κατὰ καντάριον.
Ἐπὶ μὲν τοῦ καθαροῦ 9
Ἐπὶ δὲ τοῦ ἀκαθαρίστου 3
Βαλανίδια ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου.
1. Διὰ τὴν Κέαν, Λακωνίαν, Λακεδαίμονα,
Ἀττικὴν καὶ Ἄνδρον 120
2. Δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους 2 50
Κικκίδια ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς. 25
Πρινοκόκκιον » » 3
Ῥιζάριον ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου 3
Ξηρὰ σῦκα » » 150
Λεμόνια ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος 1
Πορτοκάλλια καὶ μανταρίνια ἐφ’ ἑκάστης χιλ. 2
Κίτρα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 3
Κουκούλια » » 150
Οἶνος Θήρας καὶ Θηρασίας ἐφ’ ἑκάστης βαρέλας
ἐκ 48 ὀκάδων συγκειμένης 120
Καπνὸς τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους
ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 7

Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω οἴνου εἰσπράττεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν. Περὶ τῶν Λακωνικῶν προϊόντων. Ἄρθρον 6. Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν δύο ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου προσδιορίζεται ὡς ἐφεξῆς. 1. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου λεπτὰ 12 τὴν ὀκᾶν καὶ 2. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ γλεύκους (μούστου) ἢ οἴνου, 10% εἰς χρήματα κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμήν. Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ὡσαύτως κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν εἰς χρήματα 8%. Ἄρθρον 7. Ἐξαιροῦνται τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας· 1. Αἱ ἄμπελοι μέχρι 5 ἐτῶν συμπεπληρωμένων. 2. Αἱ μονοετῶς ἐνοικιαζόμεναι ἐθνικαὶ καὶ αἱ τῶν διαλελυμένων μοναστηρίων καὶ ἐπισκοπῶν περιελθοῦσαι εἰς τὸ δημόσιον ἄμπελοι. Ἄρθρον 8. Ἀπαλλάσσονται παντὸς ἐγγείου φόρου καὶ δικαιώματος ἐπικαρπίας· 1. Τὰ ἄχυρα. 2. Οἱ λαχανόκηποι τῶν γεωργῶν μέχρις ἑνὸς στρέμματος, ὅπου καὶ ἂν κεῖνται, τῇ ἐκλογῇ τοῦ γεωργοῦ. Τὰ περιβόλια δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην. 3. Τὰ σποράδην ὀπωροφόρα δένδρα, τὰ ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω στρέμματος, εἰς τὰς αὐλὰς, τοὺς ἰδιοκτήτους ἀγροὺς καὶ τὰς ἰδιοκτήτους ἢ ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπέλους ἢ σταφιδαμπέλους εὑρισκόμενα. 4. Τὰ ἀσταχολόγια ἀνὰ δύο μόνον κοιλὰ δι’ ἕκαστον ἀσταχολόγον. 5. Οἱ σπόροι τοῦ λιναρίου, καναβίου, ῥιζαρίου, τριφυλλίου καὶ κρομμύου. 6. Τὰ φύλλα τῶν ἰδιοκτήτων συκαμινομορεῶν. 7. Ἡ ῥόβη, ὁ βίκος καὶ τὰ ἀγριολάθουρα, ὅταν δὲν ἁλωνίζωνται. Ἄρθρον 9. Δὲν ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας οἱ ἀγοράσαντες παρὰ τοῦ δημοσίου ἐθνικὰ κτήματα ἢ γαίας, ἂν παρεδόθη εἰς αὐτοὺς τὸ παραχωρητήριον πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου 1871. Ἄρθρον 10. Τοὺς ἀγραμμάτους φορολογουμένους δι’ ὅλας τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου περιπτώσεις, ὡς καὶ τοὺς ἀρνουμένους νὰ ὑπογράψωσι τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων ἐν γένει, ὑπογράφουσι δύο μάρτυρες, ἐξ ὧν ὁ εἷς πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἱερεὺς τοῦ οἰκείου χωρίου ἢ δημοτικὸς σύμβουλος, ἢ δημαρχικὸς ἢ εἰδικὸς ἢ εἰρηνοδικειακὸς πάρεδρος. Οἱ ἐνοικιασταὶ ἀποστέλλοντες τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων εἰς τὸν οἰκον. ἔφορον κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου, ὑποχρεοῦνται νὰ συνοδεύωσι ταῦτα μὲ καταλόγους εἰς διπλοῦν, ἐξ ὧν τὸν ἕνα ὁ οἰκον. ἔφορος ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν ἁρμόδιον δήμαρχον, ἵνα δημοσιεύηται ἀμέσως εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα ἢ χωρίον πρὸς γνῶσιν τῶν φορολογουμένων. Αἱ κατὰ τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τῶν διπλοτύπων ἀνακοπαὶ ἀπευθύνονται κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἁρμόδια νὰ δικάσωσι τὰς ἀνακοπὰς εἰσὶ τὰ εἰρηνοδικεῖα τῆς περιφερείας, ἔνθα κεῖνται οἱ ἀγροί, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ ὀφείλουσιν ἐν τῷ τόπῳ τῶν δικαστηρίων τούτων νὰ διορίσωσιν ἀντίκλητόν των, γνωστοποιοῦντες τοῦτον εἰς τὸν γραμματέα τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδικείου· ἄλλως θεωρεῖται τοιοῦτος ὁ γραμματεὺς τοῦ ἰδίου δικαστηρίου. Ἡ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρω δικαστηρίου διαδικασία, μεταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν φορολογουμένων, γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου· ἡ δ’ ἐκδοθησομένη ἀπόφασις δὲν ἀποτελεῖ δεδικασμένον οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τοῦ δημοσίου. Οἱ ταμίαι, οἰκον. ἔφοροι καὶ εἰσπράκτορες ὀφείλουσι λογοδοσίαν πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς. Οἱ ἐνοικιασταὶ θεωροῦνται ὑπεύθυνοι καὶ καταδιώκονται οὐ μόνον διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματά των, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσους φόρους δὲν πληρώσωσι μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς οἱ φορολογούμενοι. Ἐν τούτοις πᾶς ἐνοικιαστὴς δημητριακῶν καρπῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν οἰκον. ἔφορον ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν τοιούτων καθυστερημάτων καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξις εἰς αὐτὸν ἢ εἰς ἄλλο ἐγγράμματον πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς του ὑπ’ εὐθύνην του. Ὁ κατάλογος ἐξελεγχθεὶς παρὰ τοῦ ἐφόρου κηρύσσεται ἐκτελεστὸς καὶ διευθύνεται πρὸς τὸν ταμίαν, ὅστις ὀφείλει νὰ διορίσῃ εἰσπράκτορα τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τὸν παρ’ αὐτοῦ προταθέντα· Ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος οὔτε μισθὸν λαμβάνει οὔτε ποσοστά. θεωρεῖται δὲ ὡς δημόσιος ὑπόλογος καὶ ὀφείλει νὰ ἐμβάζῃ τακτικῶς τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ὑποκείμενος διὰ πᾶσαν κατακράτησιν χρημάτων ἢ ἄλλην παράβασιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Διὰ τὰ τοιαῦτα καθυστερήματα χρεοῦνται οἱ φορολογούμενοι ὡς καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς πρωτοκόλλου τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν καὶ ὑπόκεινται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης εἰς τὸν τῆς ὑπερημερίας τόκον. Διὰ τὰ καθυστερήματα τῶν φορολογουμένων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπεστάλη ὀνομαστικὸς κατάλογος εἰς τὸν ταμίαν, ἀναστέλλεται ἡ καταδίωξις κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐπὶ πέντε μῆνας. Ἐὰν δὲ οὗτος ἢ ὁ παρ’ αὐτοῦ προταθεὶς δὲν κατορθώσῃ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο νὰ τὰ εἰσπράξῃ καὶ παραδώσῃ ὁλοσχερῶς εἰς τὸ ταμεῖον, καταδιώκεται διὰ τὸ ὑπόλοιπον. Ἄρθρον 11. Ἐὰν ἀποδειχθῇ διὰ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου, ὅτι ἄμπελοι ἢ περιβόλια ἐσημειώθησαν ἐπ’ ὀνόματι ἄλλου ἢ τὸν πραγματικὸν ἰδιοκτήτην ἢ κάτοχον, τὰ πρωτόκολλα τῆς καταμετρήσεως καὶ τῆς κατατάξεως αὐτῶν θεωροῦνται ἰσχυρὰ καὶ ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον. Ἄρθρον 12. Αἱ περὶ δηλώσεως διατάξεις τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου ἐφαρμόζονται καὶ διὰ τὰ ἐξ ἐθνικῶν γαιῶν παραγόμενα καπνὰ τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἡ διὰ ξηρᾶς μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ ἐκτὸς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων ἐπιτρέπεται μόνον τῇ ἐγγράφῳ ἀδείᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τῇ προηγουμένῃ πληρωμῇ τοῦ ἐγγείου φόρου. Πᾶσα παράβασις τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 47 τοῦ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1855 ΣΟΖʹ. νόμου. Ἄρθρον 13. Αἱ ἐπὶ τοῦ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1855 ΣΟΖʹ. νόμου ἐπελθοῦσαι τροποποιήσεις διὰ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1863 ψηφίσματος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ ἀπὸ 8 Ἰανουαρίου 1866 νόμου διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ, καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν παρόντα νόμον. Ἄρθρον 14. Ἡ ἔγγειος φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ διατηρεῖται οἵα κατὰ τὸ 1866. Ἐπιβάλλεται δὲ δασμὸς εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφορὰν ά) ἐπὶ τοῦ σάπωνος πρὸς λεπτὰ 6 κατ’ ὀκᾶν· βʹ.) ἐπὶ τῆς ἐλαιώδους ὕλης, ἥτις παράγεται δι’ ἀτμομηχανῶν ἀπὸ ἀχρήστους ἐλαιοπυρῆνας πρὸς λ. 2 κατ’ ὀκᾶν. Ἄρθρον 15. Ὁ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1867 ΣΙΗʹ. νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ μολύβδου καὶ τῶν σκωριῶν Λαυρίου ἰσχύει καὶ διὰ τὸ 1871. Ἄρθρον 16. Ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις καὶ κατὰ τὸ 1871.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχομεν εἰς τρίτην συζήτησιν τὴν σύμβασιν περὶ παραχωρήσεως εἰς ἐργολαβίαν τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου (ἀναγινώσκεται).

§23ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν παρελείφθη ἓν οὐσιῶδες, ἡ μὴ δημοσίευσις τῶν νοσολογικῶν παρατηρήσεων, τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν, ὅτι ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται καὶ ὀφείλει κατ’ ἔτος νὰ δημοσιεύῃ στατιστικὴν τῶν νοσολογικῶν παρατηρήσεων μετὰ τῶν ἀποτελεσμάτων.

§24ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τὸ συμφέρον τοῦ ἐργολάβου εἶναι νὰ τηρῇ ἐπιστημονικὰς σημειώσεις καὶ κατ’ ἔτος νὰ τὰς ἐκδίδῃ, ὥστε δὲν θὰ ἀπαντήσῃ καμμίαν δυσκολίαν.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζει ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη αὕτη εἰς τὰ πρακτικά;

§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνεται λοιπὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.

§28ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναγινώσκονται παρ’ οὐδενὸς, οὐδεὶς λαμβάνει γνῶσιν αὐτῶν, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ὡς ὑποχρέωσις· τὸ τοιοῦτον, κύριοι εἶναι, τὸ σπουδαιότερον πρᾶγμα.

§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατυπώσατε λοιπὸν τὴν πρότασίν σας, καὶ ἂς τεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνεται λοιπὸν ἡ σύμβασις μὲ τὴν προσθήκην αὐτὴν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.

ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.

Περὶ ἐπικυρώσεως τῆς περὶ παραχωρήσεως εἰς ἐργολαβίαν τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν Κύθνου συμβάσεως. Ἄρθρον 1. Ἡ συνημμένη ἐξ ἄρθρων 8 σύμβασις μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν καὶ τοῦ ἰατροῦ Ἀγγελῆ Χαντζάρα, περὶ παραχωρήσεως ἐπὶ εἰκοσαετίαν τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν Κύθνου, ἐπικυροῦται. Ἄρθρον 2. Ὑποχρεοῦται ὁ κ. Ἀγγελῆς Χαντζάρας νὰ δημοσιεύῃ κατ’ ἔτος διὰ τοῦ τύπου δι’ ἰδίας ἐκθέσεως τὰς ἐν τῇ συμβάσει ἀναφερομένας ἐπιστημονικὰς παρατηρήσεις καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκ τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν θεραπείας. Ἐν περιπτώσει παραλείψεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ὑπόκειται εἰς πεντακοσιάδραχμον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου πρόστιμον, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν.

§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ περὶ μετασχηματισμοῦ τελωνειακῶν θέσεων. Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ μετασχηματισμοῦ τελωνειακῶν θέσεων εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰ καθέκαστα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 1. ά. Προβιβάζονται. Τὰ Ὑποτελωνεῖα Βʹ. τάξεως Στυλίδος καὶ Γʹ. τάξεως Νησίου εἰς Ὑποτελωνεῖα Αʹ. τάξεως. Οἱ τελωνειακοὶ σταθμοὶ Λεωνιδίου, Βοιῶν, Ἀλιβερίου, Φισκάρδου, Φρικιῶν καὶ τὰ Φυλακεῖα Μαράθου καὶ Σιδαρίου εἰς Ὑποτελωνεῖα Γʹ. τάξεως. Τὸ φυλακεῖον Οἴας εἰς τελωνειακὸν σταθμόν. βʹ. Μετασχηματίζονται. Τὸ Βʹ. τάξεως Τελωνεῖον Λαμίας εἰς Τελωνεῖον Γʹ. τάξεως. Τὰ Αʹ. τάξεως Ὑποτελωνεῖα Κορίνθου, Κυλλήνης καὶ Πύλου εἰς Ὑποτελωνεῖα Γʹ. τάξεως. Τὸ Ὑποτελωνεῖον Ζαβέρδας εἰς τελωνειακὸν σταθμόν. Τὸ Ὑποτελωνεῖον Παλαιοχαλιὰ καὶ οἱ τελωνειακοὶ σταθμοὶ Μανδουκίου, Ἁγίου Νικήτα, Φρουρίου Ἀλεξάνδρου, Νέου Λιμένος, Ἀντικύῤῥας, Ἁγίου Ἀνδρέου καὶ Πυργίου εἰς Φυλακεῖα. γʹ. Συνιστῶνται. Τελωνεῖον Βʹ. τάξεως ἐν Λαυρίῳ. Τελωνειακὸς σταθμὸς ἐν Κιονίῳ. Τελωνειακὰ φυλακεῖα εἰς Λιθέρα καὶ Πόρον Κεφαλληνίας, Ἀλφειὸν Ὀλυμπίας, Παλούκιον Ἠλείας, Μπενίτζαν καὶ Ὕψον Κερκύρας, Κηρὶ καὶ Ἁλυκὰς Ζακύνθου, Ξυρόκαστρον Κορινθίας, Νηδρὶ, Σύβλια, Λευκάδος καὶ Νέων Ψαρῶν. Ἡ διεύθυνσις τῶν Γʹ. τάξεως Ὑποτελωνείων δύναται ν’ ἀνατεθῇ εἰς τελωνειακοὺς δεκάρχας, τῶν δὲ τελωνειακῶν σταθμῶν καὶ εἰς τελωνειακοὺς φύλακας. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 6 Μαρτίου 1871.

Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν

Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.

§33ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραδεχθῇ, ὅπως τὸ τελωνεῖον Λαυρίου κατασταθῇ ά. τάξεως διὰ λόγους σπουδαιοτάτους.

§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί μέτρον θὰ παραδεχθῶμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκβολάδων.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ βοηθείας τῶν λιμωττόντων κατοίκων τῆς Κύπρου. Περὶ συνδρομῆς δραχμ. 20,000 ὑπὲρ τῶν λιμωττόντων κατοίκων τῆς νήσου Κύπρου. Ἄρθρον 1. Ἐγκρίνεται νὰ χορηγηθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρηματικὸν ποσὸν ἐκ δραχμῶν εἰκοσακισχιλίων πρὸς περίθαλψιν τῶν ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας τοῦ παρελθόντος ἔτους λιμωττόντων κατοίκων τῆς νήσου Κύπρου. Ἄρθρον 2. Τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ ἡ διάθεσις ἀνατίθεται εἰς τὴν ὑπὸ τῶν κατοίκων Λάρνακος διορισθεῖσαν ἐπιτροπήν. Ἄρθρον 3. Χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 20,000, καταλογισθησομένη ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ τοῦ ἔτους 1871.

§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου τὸ σύνολον τῶν ἀναγνωσθέντων νομοσχεδίων· ἀλλὰ θὰ τ’ ἀντιγράψωμεν καὶ θὰ τὰ στείλωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων Λαυρίου.

§39ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν πρότασιν ἔχω νὰ κάμω.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν λόγον.

§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ποῖον κυρίως ζήτημα ἐγεννήθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου. Τὸ κυριώτερον ζήτημα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι τὰ χώματα περὶ τῆς φορολογίας τῶν ὁποίων πρόκειται, οἱ μὲν ἰσχυρίσθησαν ὅτι ταῦτα, ἐπειδὴ περιλαμβάνουν μόλυβδον καὶ ἄργυρον εἶναι μεταλλεῖον, ἄλλοι δὲ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι μεταλλεῖον, εἶναι γῆ ἄσχετος ἀπὸ τὸ μεταλλεῖον καὶ ἀνήκει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς. Ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἠθελήσαμεν ἐπὶ τῆς διαφωνίας ταύτης νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην νομομαθῶν, καὶ ἐκαλέσαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν κ. Κόκκινον τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε. Ὁ κ. Κόκκινος δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ τότε συγκροτηθὲν συμβούλιον. Γνωρίζετε δὲ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων ὅτι ἄλλοι νομικοί, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθημεν, ἀπεφάνθησαν ὅτι τὰ χώματα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν μεταλλεῖον, καὶ αὐτὴν τὴν γνωμοδότησιν παραδεχθέντες καὶ εἰς αὐτὴν στηριχθέντες, συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς καθυποβάλωμεν. Εἴδομεν δὲ ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ σας ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο παραδέχθη τὴν ἰδίαν λύσιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κατηγορίας τῶν χωμάτων. Ἀλλά, κύριοι, ἐνῷ εἴμεθα σήμερον ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει, πρὸ μιᾶς μόλις ὥρας ἦλθεν ὁ κ. Κόκκινος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μοὶ παρέδωκε πολύφυλλον ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσιάζω συγκειμένην ἀπὸ 7 ὁλόκληρα φύλλα στενῶς γεγραμμένα. Εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὑποστηρίζει ὁ κ. Κόκκινος, ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώματα δὲν εἶναι μεταλλεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, λέγει ὅτι εἶναι κινητὸν ἀδέσποτον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἀνήκει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ δημόσιον εἰς ὁποιανδήποτε ἰδιοκτησίαν καὶ ἂν εὑρίσκηται. Μόλις λαβὼν τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν πρὸ μιᾶς ὥρας δὲν ἠδυνήθην οὔτε κἂν νὰ τὴν ἀναγνώσω, ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ φέρω καμμίαν γνώμην. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἕως τώρα, τοὐτέστι τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώματα εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους καὶ ὑπόκεινται εἰς φόρον, ὅπως ἐνόησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅπως ἐνόησεν ἡ ἐπιτροπή σας, ἢ θέλει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου καὶ νὰ λάβωμεν καὶ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν; Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου, τότε πρέπει ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας, διότι θὰ σταλῇ ἀμέσως ἀπὸ τώρα εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ ἐντὸς τῆς αὔριον.

§42ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.

§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ γείνουν καὶ τὰ δύο συγχρόνως, ἐὰν θέλητε· διότι ὑπάρχουν δύο ἀντίτυπα.

§44ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§45ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, διατὶ τόσον πολύτιμοι ἐκθέσεις ἔρχονται τόσον ἐξώρας, καὶ μάλιστα τόσον πολύφυλλοι.

§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα μᾶς τὴν ἔδωσαν.

§47ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι· ὡς καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν ἐν συνόψει, μία ἰδέα περιέχεται ἐν ὅλῃ τῇ πολυφύλλῳ ταύτῃ ἐκθέσει διατετυπωμένη καθ’ ὅλους τοὺς νομικοὺς βεβαίως κανόνας, μία ἰδέα, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα συλλήβδην τοῦ Λαυριακοῦ ἐδάφους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, μήτε μεταλλεῖα, εἶναι ἀπαραχώρητα· ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα μήτε κατεκτήθη, μήτε δύναται νὰ κατακτηθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα. Ἀλλὰ περὶ τούτου εἰς τίνα ἀμφιβολίαι ἔμειναν μεθ’ ὅσας ἔχομεν μέχρι σήμερον ὑπ’ ὄψιν μας ἀποδείξεις; δὲν ἠκούσατε τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον νὰ σᾶς εἴπῃ εἰσάγον τὸ νομοσχέδιόν του, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα, ἤτοι ὁ θησαυρὸς οὗτος ὁ μυριοτάλαντος, ἀνήκει εἰς τὴν κυριότητα καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ δημοσίου;

§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἴπομεν αὐτό.

§49ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμολογίαν σας.

§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἴπομεν αὐτὸ ποτέ.

§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους.

§52ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, παραξενεύομαι τῇ ἀληθείᾳ πῶς ἐξετράπη τῆς ἀρχικῆς ὁδοῦ, τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ σκοποῦ, τὸ ζήτημα τὸ Λαυριακόν. Δὲν πρόκειται νὰ παραχωρήσωμέν τι, οὔτε σύμβασιν, οὔτε συμφωνίαν νὰ κάμωμεν περὶ παραχωρήσεώς τινος· πρόκειται νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν ἐπίθεσιν καὶ πάντα σφετερισμὸν αὐτοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὅλοι συμφωνεῖτε, καὶ ὅλος ὁ κόσμος συμφωνεῖ, καὶ ὅλοι παρεδέχθητε ὅτι εἶναι ἰδικόν μας, ὅτι εἶναι τοῦ ἔθνους, διότι ὅταν πρόκηται περὶ θησαυροῦ, ἐγὼ, χωρὶς νὰ ἦμαι νομικὸς καὶ χωρὶς νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν νομικὴν αὐτὴν σημερινὴν ἔκθεσιν, αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἐσχημάτισα ἔκτοτε, ὅτι προκειμένου περὶ θησαυροῦ, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἀρχαιοτήτων, ἢ περὶ δασῶν ἢ καὶ περὶ ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα αὐτοδικαίως ἀνήκουν εἰς τὴν κυριότητα καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ δημοσίου, μία λύσις εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ δικαία, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα δύναται νὰ ἔχῃ τις ἐπ’ αὐτοῦ.

§53ΔΑΓΡΕΣ. Περὶ ἀναβολῆς, κύριε, πρόκειται.

§54ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ταῦτα λέγω, ἐπειδὴ μία εἶναι ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ ἔκθεσις, ἅμα ἡ ἔκθεσις ἀναγνωσθῇ, εὐκόλως αὐτὴ ἡ ἰδέα θὰ νοηθῇ, καὶ λαμβάνουσα ἡ Βουλὴ καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἐπικρατύνῃ ἔτι περισσότερον τὴν ὁποίαν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ ὅτι καὶ νομικῶς ἀκόμη ἔχομεν δίκαιον. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ τὸ ἔθνος οὐδεμίαν νομικὴν, οὕτως εἰπεῖν, βλάβην, ἐὰν ἀποφασίσῃ οὕτω πως, ἐθνικῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς, ὅτι ὁ θησαυρὸς οὗτος τοῦ δημοσίου, ὅπου δήποτε καὶ ἂν κῆται, εἶναι τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι τὸ ἔθνος οὐδεμίαν ἄλλην λύσιν θεωρεῖ ἐφικτὴν, παρὰ τὴν εἰς χεῖράς του ἐμμονὴν καὶ διάθεσιν τοῦ θησαυροῦ του, ὅστις θὰ καλλιτερεύσῃ τὴν τύχην τῶν οἰκονομικῶν του πραγμάτων. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς, σᾶς λέγω δὲ ὅτι ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ πρότασις αὐτὴ, ἕως ὅτου τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις, εἶναι ἀναβολὴ δύο μηνῶν τοὐλάχιστον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἓξ, μέχρι δηλ. τῆς ἄλλης συνόδου· διότι τὴν ἐρχομένην Τετάρτην ἀναγκαίως ἕνεκα τῶν ἑορτῶν θ’ ἀρχίσῃ ἡ γενικὴ λειποταξία· βλέπετε εἴμεθα ἀκόμη ὅλοι ἐδῶ, καὶ δυσκολευόμεθα νὰ κάμωμεν ἀπαρτίαν. Ἐγὼ ἤρχισα νὰ ὑποπτεύωμαι....

§55ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ προχωρήσωμεν.

§56ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἀναβολὴν, καὶ δέχομαι ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.

§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς σταλῇ τὸ ἓν ἀντίτυπον εἰς τὸ τυπογραφεῖον, καὶ ἡ συζήτησις ἂς ἐξακολουθήσῃ.

§58ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἐκθέσεως εἰς τύπωσιν εἶναι μία ἀντίφασις, μία ματαιοπονία. Ἡ ἐπιτροπὴ, κ. πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐβασίσθη, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς κυριότητος τῶν χωμάτων, εἰς τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐξέτασε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἔφερε τὸν νόμον ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου, τὰς γνώσεις τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ πολὺ καὶ σέβομαι, διότι εἶναι γνωστὸς εἰς τὸ κοινὸν διὰ τὴν πολυμάθειαν καὶ πολυπειρίαν του, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις τῶν ὑπουργῶν...

§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀνεγνώσαμεν.

§60ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ;

§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἡμεῖς δὲν θέλομεν τίποτε, ἀφινόμεθα εἰς τὴν Βουλήν.

§62ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ, ποῖος εἶναι εἰς κατάστασιν ἀπὸ μίαν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν νὰ ἐννοήσῃ;

§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.

§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης....

§65ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κ. πρόεδρε, οἱ βουλευταὶ νὰ καθήσουν κάτω.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς θέσεις σας, κύριοι βουλευταί.

§67ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ στενογράφοι νὰ μένουν ἐλεύθεροι, διότι τοὺς στενοχωροῦν.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Δανόπουλος.

§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, κύριοι, ἡ ἰδέα μας ἦτο ὅτι τὰ χώματα ὡς παρακολούθημα ἀνήκουν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον οἱονδήποτε καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἐστηρίξαμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνομεν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴν τὴν ἰδέαν παρεδέχθη. Ἂν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἂν καὶ ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτὰ ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἰδιώτης οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐπ’ αὐτῶν, ἠθέλαμεν σᾶς παρουσιάσει βεβαίως ἄλλον νόμον μ’ ἄλλα ποσοστὰ καὶ ἄλλον τρόπον διαθέσεως. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, εἷς δικηγόρος τὸν ὁποῖον ἡμεῖς τιμῶμεν παρουσιάζει μίαν ἔκθεσιν διὰ τῆς ὁποίας αὐτὸς ἰσχυρίζεται ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον. Τὴν παρουσίασε καθ’ ἣν στιγμὴν ἤμεθα ἐδῶ καὶ δὲν ἠδυνήθημεν οὔτε νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν. Ἐὰν δὲν τὴν ὑπεβάλλομεν, βεβαίως ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ ἔπειτα ὅτι εἴχετε ἔκθεσιν ἡ ὁποία ἀπεδείκνυε τὸ ἐναντίον ἀφ’ ὅ,τι ὑπεστηρίξατε, καὶ δὲν τὴν παρουσιάζετε. Τὴν παρουσιάζομεν ὡς ἔκθεσιν ἑνὸς νομομαθοῦς διακεκριμένου, χωρὶς νὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν γνώμην ἐπ’ αὐτῆς, διότι δὲν τὴν ἀνεγνώσαμεν. Ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ τί πρέπει νὰ γείνῃ.

§70ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.

§71ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κ. πρόεδρε, θὰ ἦτο λίαν ἄτοπον, ἐὰν ἀνεβάλλομεν τὴν συζήτησιν δυνάμει ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον δὲν γνωρίζομεν, καὶ δὲν γνωρίζουν μήτε αὐτοὶ οἱ κύριοι ὑπουργοί. Λέγω λοιπὸν ἐν ὀλίγοις ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ν’ ἀναγνωσθῇ ἰδιαιτέρως ἀπό τινας τῶν κυρίων νομομαθῶν τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦνται νὰ φέρουν τὴν γνώμην των, ἐὰν τὸ κρίνουν ἄξιον τυπώσεως καὶ ἄξιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· διότι εἶναι πολὺ καλὸς ὁ κ. Κόκκινος καὶ εἰς τὰς ἰδέας του λίαν ἀξιότιμος, ἀλλὰ Κύριος οἶδεν ἂν δὲν ἀπεπλανήθη καὶ ἔγραψε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς.

§72ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.

§73ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶναι προτιμότερον ν’ ἀναγνωσθῇ, καὶ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας.

§74Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε. Ἡ ἀνάγνωσις τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ κ. Κοκκίνου εἶναι ἐντελῶς ἀνωφελὴς σήμερον· δὲν εἶναι δυνατόν, καθὸ περιέχουσα ἑπτὰ ὁλόκληρα φύλλα, ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ δυνηθῇ τις νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ συλλάβῃ κἂν τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος ὁ κ. Κόκκινος ὑποστηρίζει τὴν γνώμην του. Ἐναντιοῦμαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐναντιοῦμαι εἰς τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως. Λέγω δέ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται σήμερον νὰ μὴ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, νὰ σταλῇ ἀμέσως εἰς τύπωσιν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου νὰ ἐξακολουθῇ δὲ ἡ συζήτησις, διότι εἶναι ἀδύνατον σήμερον, κύριε πρόεδρε, νὰ τελειώσῃ αὕτη, διότι ἡ ἐπιτροπὴ μετέβαλε σπουδαίως τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως. Οἱ λόγοι δὲ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐκτίθενται εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἥτις εἶναι λίαν συνεπτυγμένη. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς θ’ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ διὰ ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν φορολογίαν ἀπὸ 10 εἰς 30%.

§75ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων βουλευτήν, καὶ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον καὶ γνώμη τοιαύτη φερομένη κατὰ πρῶτον βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἐμβριθῶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ προέλθῃ εἰς ἓν ὑγιὲς συμπέρασμα· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι νέον. Ὅπως εἴδατε εἰς τὴν ἔκθεσιν μειονοψηφία τις τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέβαλε καὶ ὑπεστήριξεν αὐτό. Ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ πολλοῦ ζήλου, μετὰ εὐρεῖαν συζήτησιν, παρεδέχθη τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε. Τὸ θέμα αὐτὸ ἐσυζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ὑποτίθεται λοιπόν, ὅτι τὸ γνωρίζει, τὸ ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ σκέπτεται ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ θέλει ἀναπτυχθῆ ἔτι· τώρα, λέγω, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ μὲ μόνην τὴν ἀνάγνωσιν τῆς γνώμης τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομομαθοῦς καὶ τὴν γενησομένην ἀνάπτυξιν δὲν δυνηθῇ νὰ προέλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν ὡρισμένην καὶ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναβάλῃ, εἶναι κυρίαρχος νὰ τὸ πράξῃ. Δυνάμεθα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ στείλωμεν τὸ ἓν ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως εἰς τύπωσιν, ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἕτερον, ν’ ἀκούσωμεν τὰς σκέψεις τῶν μειονοψηφούντων, καὶ εἷς τῶν μειονοψηφούντων εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἐὰν καὶ τότε ἐγείρηται ἡ ἀνάγκη τῆς τυπώσεως, ἔχετε πάντοτε τὴν κυρίαρχον ἐξουσίαν ν’ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπαινῶ τὴν κυβέρνησιν, διότι καὶ τοῦτο τὸ στοιχεῖον ἔφερεν ἐν μέσῳ ἡμῶν περὶ πολλοῦ ποιουμένη τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.

§77ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ περιπέσωμεν εἰς χάος ...

§78ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ποῖος εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς; ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως.

§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἰδοὺ διὰ ποίους λόγους. Ἡ ἐπιτροπή σας τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξήτασεν, ἦτον αὐτὸ, τουτέστιν ἂν αἱ ἐκβολάδες αὗται ἦναι ἐθνικὴ περιουσία ἢ οὔ· καὶ ἂν ἀποτελῶσι μέρος τῶν μεταλλείων. Ἐσυζήτησεν ἐπὶ ἱκανὰς ἡμέρας τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν μελῶν, παρεδέχθη τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὰς ἐκβολάδας αὐτὰς ὡς ἰδιοκτησίαν τῶν ἐχόντων τὰς γαίας. Τοῦτο παραδεχθεῖσα ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, διότι, μὴ παραδεχομένης τῆς βάσεως ταύτης, εἶναι περιττὸν νὰ ἐξετάσωμεν πόσον φόρον θὰ ἐπιβάλωμεν· διότι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις λέγει, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐθνικὰς ἐκβολάδας, ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διακρίνει δύο εἰδῶν ἐκβολάδας, ἐθνικὰς καὶ ἰδιωτικάς· καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ἰδιωτικῶν προσδιορίζει φόρον 10%, περὶ δὲ τῶν ἐθνικῶν ἀφίνει εἰς ἄλλον νόμον ν’ ἀποφασίσῃ. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχουν ἰδιόκτητοι καὶ ἦναι ὅλαι ἐθνικαὶ, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὅλως περιττὸν, καὶ ἀπορῶ μὲ τὸν φίλον μου κ. Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ὥστε ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀνεβίβασε τὸν φόρον ἀπὸ 10%, ὅσον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, εἰς 30%. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις ἀπέναντι τοῦ ἄλλου σπουδαίου ζητήματος, τουτέστιν ἐὰν αἱ ἐκβολάδες αὗται ἦναι ἐθνικὴ περιουσία, ὅπου καὶ ἂν κεῖνται. Δὲν εἶμαι, κύριοι, νομικὸς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τοῦ μεταλλείου, ἤτοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, παρακολουθοῦσι τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους, εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν ἀνήκῃ τοῦτο, εἴτε εἰς τὸ δημόσιον, εἴτε εἰς ἰδιώτας. Ἔρχεται σήμερον μία γνώμη ἑνὸς διακεκριμένου νομικοῦ, ὁ ὁποῖος, θέλων νὰ ὑπηρετήσῃ βεβαίως τὴν πατρίδα του, ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνόμισεν, ὅτι, προκειμένου λόγου νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ τόσον σπουδαίου ἀντικειμένου, πρέπει νὰ μελετήσωμεν καὶ τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ περιουσία. Καὶ ἅμα τοῦτο παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη κἂν κατ’ ἐμὲ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ περιουσία· ἠμπορεῖ νὰ φωτίσῃ τὴν Κυβέρνησιν παρατηροῦσα εἰς αὐτὴν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου, διότι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ βάλουν χεῖρα ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἀσπάζηται αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὀφείλει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, ἐὰν ὅμως δὲν τὴν ἀσπάζηται, ἐὰν τὴν ἀποκρούῃ, ἐὰν τυχὸν ὑποστηρίζῃ ὅλως τὸ ἐναντίον, ἡ ὑπόθεσις λαμβάνει ἕτερον χαρακτῆρα, καταντᾷ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ νομίζω, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσέλθῃ εἰς ἀπόφασίν τινα ἐπὶ ζητημάτων κυριότητος· τὰ δικαστήρια εἶναι εἰς τοῦτο ἁρμόδια. Νομίζω ὅτι ἐξηγήθην καὶ, ἐπειδὴ θεωρῶ λίαν σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον, διότι πρόκειται καὶ ἡ ἰδία κυβέρνησις νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν, πρέπει, νομίζω, νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου, νὰ μελετηθῇ καὶ νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὰς γνώσεις τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀξιέπαινος, διότι ἐξ αἰσθήματος πατριωτισμοῦ ἠθέλησε νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.

§80ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, εἰς ποῖον χάος θὰ περιπέσωμεν. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Κεχαγιᾶς, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ κατέστη, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, νομικόν· καὶ ἐννοεῖται ὅτι αὐτὸ τὸ νομικὸν ζήτημα δὲν ἠμπορεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἀξιωματικῶς πως νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Κόκκινος νὰ τὸ λύσῃ. Ἐννοεῖται λοιπὸν ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μελετηθῇ, πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ παύσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ Λαυριακοῦ. Ἐὰν δὲν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ μελετηθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κυρίου Κοκκίνου, ποῖος θὰ κρίνῃ ἐὰν ἔχῃ καλῶς ἢ ὄχι; Τουλάχιστον ἐγὼ κρίνω ὅτι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν νὰ τὴν κρίνω· κατὰ συνέπειαν θὰ ὑποβάλωμεν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν πάλιν ὑπὸ συζήτησιν μιᾶς μεγάλης ἐπιτροπῆς νομομαθῶν διὰ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Λοιπὸν βλέπω ὅτι τὸ ζήτημα ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν θέσιν του, καὶ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐὰν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου. Δύο ζητήματα ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα, ἢ ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καὶ τότε θὰ λάβῃ ἄλλην ὁδὸν, ἢ θὰ βαδίσῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀνεξαρτήτως αὐτῆς. Ἐὰν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου καὶ παραδεχθῶμεν τὴν ἔκθεσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν συζήτησιν ὁριστικὴν, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἦσαν κτήματα ἀναπαλλοτρίωτα ἐθνικὰ, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς ἄνευ συζητήσεως ἐκτεταμένης καὶ ἐξετάσεως ἀπὸ νομομαθεῖς ἀνθρώπους νὰ τὸ λύσωμεν. Κατὰ συνέπειαν, λέγω, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύσῃ πρότερον αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἔκθεσις πρέπῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· καὶ ἐὰν πρέπῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, τότε ἀναγκαίως καὶ ἀναμφισβητήτως ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, ἐκτὸς ἐὰν δὲν θέλητε νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν.

§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως δι’ ἕνα λόγον πολλὰ ἁπλοῦν. Ὅπως εἶπον ὅλοι οἱ προλαλήσαντες, τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων συνεζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ὅλοι παρετηρήσατε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς δύο γνώμας. Τί ἕπεται ἐκ τούτου; Ἕπεται ὅτι σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναποφεύκτως θέλομεν συζητήσει τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα ἄγνωστον, ὡς εἶπε καὶ ἄλλος πρὸ ἐμοῦ· δὲν εἶναι ζήτημα πρωτοφανὲς, διότι συνεπεία τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τῆς γνωμοδοτήσεως, ἣν κατέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἀποδίδω μεγάλην ἀξίαν εἰς τὰ φῶτα τοῦ ἀξιοτίμου δικηγόρου, ὅστις συνέταξε τὴν ἔκθεσιν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ διαχύσῃ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὴν θεωρήσῃ καὶ ἔχει καθῆκον νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς ἁπλῆν γνώμην. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν, μόνον διότι παρουσιάσθη μία ἔκθεσις, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, θὰ ὑποτεθῇ ὅτι κανεὶς δὲν ὑπέθετεν ὅτι αὐτὸς ὁ πλοῦτος ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ τότε ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ κάμωμεν πολλὰς ἀναβολὰς, διότι, προκειμένου περὶ ἰδιοκτησίας ἰδιωτικῆς, τὴν ὁποίαν μόνον παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου, πρόκειται νὰ τὴν ἀφαιρέσωμεν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε πράξει ἀδικίαν, ἂν πρὶν συζητήσῃ δὲν ἐχορήγει καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὸ δικαίωμα νὰ προσάξωσιν ἐκθέσεις ἐναντίας τῆς τοῦ κ. Κοκκίνου. Ἡ Βουλὴ ἂν μόνον καὶ μόνον ἐξ αἰτίας μιᾶς νομικῆς ἐκθέσεως πρόκηται νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ, ἐνῷ πρὶν ἐθεώρει τὸν ἐθνικὸν τοῦτον θησαυρὸν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν πρῶτον καταλαβόντα ἢ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας, ἤδη ζητεῖ ἐκ τῆς ἐκθέσεως νὰ μεταβάλῃ γνώμην, πρέπει ν’ ἀκούσῃ καὶ τοὺς ἐναντίους. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, διῃρέθη εἰς δύο γνώμας, ἀφοῦ συνεζήτησεν αὐτὸ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ λίαν μάλιστα ἐπισταμένως καὶ ἐμβριθῶς. Οἱ μὲν συνετάχθησαν μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ ηὔξησαν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου· οἱ δὲ ἀπέκρουσαν αὐτὸ ὑποστηρίξαντες ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶνε ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους. Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δύο γνώμας, καθὼς ἔχει δύο γνώμας ἡ ἐπιτροπὴ αὐτῆς, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἰσάγεται κατὰ πρῶτον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Κοκκίνου, ἀλλ’ ἐνυπάρχει εἰς τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς καὶ ἔχει τοὺς ὑπερασπιστὰς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅσον ἠμπορῶ, τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναβολῆς αὐτῆς. Ὑπάρχουν δύο ἀντίτυπα τῆς ἐκθέσεως, τὸ μὲν νὰ σταλῇ νὰ τυπωθῇ, τὸ δὲ νὰ ἀναγνωσθῇ· ἐπειδὴ δὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι τόσον σπουδαῖα, ἀμφιβάλλω ἂν καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες συνεδριάσεις θὰ ἐξαρκέσωσι, διότι περὶ πολλῶν καὶ σπουδαίων συμφερόντων πρόκειται, καὶ νομίζω ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐνδιατρίψωμεν ἀρκετὰ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν θὰ ἀπαντήσωμεν μόνον πρόσκομμα τὸ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα. Δὲν καταλαμβάνω λοιπὸν, ἀφ’ οὗ πρόκειται περὶ δημοσίου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, καὶ περὶ συζητήσεως, ἥτις θὰ ᾖναι μακρὰ, ἀφοῦ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι παρεσύρθη ἀλλ’ ὅτι ἔχει μόνον ὡς ἓν ἐπικουρικὸν βοήθημα τὴν ἐπιστημονικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου, ἀφ’ οὗ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς καὶ ἡ Βουλὴ, ἔχουσι δύο γνώμας καὶ ἡ μὲν μία γνώμη εἶναι ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία ἐθνικὴ, ἡ δὲ, ὅτι εἶναι ἰδιωτικὴ, ὡς ταῦτα εἶναι προφανῆ, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λείψῃ πᾶσα περὶ ἀναβολῆς πρότασις, καὶ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Εἶναι ἄλλη γνώμη ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς;

§83ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Λαυρίου.

§85ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις ὑποστηρίζει τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, νὰ ἀναγνωσθῇ.

§86ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφ’ οὗ ἐπετράπη ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐννοῶ, ἡ συζήτησις νὰ περιστραφῇ εἰς τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα, τουτέστιν, ἂν ᾖναι ἐθνικὴ περιουσία ἢ ὄχι αἱ ἐκβολάδες, διότι ἅμα ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ὅτι εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· διὰ τοῦτο, ἂς λάβουν τὸν λόγον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐναντίαν ἰδέαν.

§87ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις αὕτη θὰ μᾶς ἐπασχολήσῃ ἐπὶ ματαίῳ πολὺν χρόνον.

§89ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀναγνωσθῇ.

§90ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν γνωρίζομεν, ἀλλ’ αὐτὴ ἥτις εἶναι ἄγνωστος.

§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ κ. πρόεδρε, καὶ ἀμέσως ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.

§92ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου). Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Προσκληθεὶς ὁ ὑποφαινόμενος νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμὴν γνώμην ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀρχαίων ἐκβολάδων τῶν Λαυριωτικῶν μολυβδαργυρούχων χωμάτων, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον πρὸς ἀκριβεστέραν αὐτοῦ λύσιν νὰ διατυπώσω τὰ ἑπόμενα ζητήματα: καὶ νὰ ἐνασχοληθῶ εἰς τὴν λύσιν ἑκάστου αὐτῶν. Αʹ. Δύνανται οἱ λαβόντες τὴν παραχώρησιν μεταλλείου ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου ἐν Λαυρίῳ νὰ συμπεριλάβωσιν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς μεταλλεύσεως αὑτῶν καὶ τὰς ἀρχαίας ἐκβολάδας τῶν μολυβδαργυρούχων χωμάτων, τῆς αὐτῆς ἢ καὶ διαφόρου μεταλλικῆς βάσεως ἀπὸ τὴν τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων; Βʹ. Ἂν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκβολάδες θεωρηθῶσιν ὡς μέρος ἢ παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται, ποίαν ἔχει ἐπ’ αὐτῶν ἐξουσίαν ἡ διοίκησις, ποῖα δικαιώματα οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, καὶ ποῖα τὸ δημόσιον; Γʹ. Ἂν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκβολάδες ἀποτελῶσι μέρος ἢ παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους ἢ εἶναι κινητὸν πρᾶγμα καὶ εἰς τίνα ἀνήκει ἡ κυριότης αὐτῶν; Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀπαντήσω τὰ ἑπόμενα. Ἐπὶ τοῦ ά. ζητήματος. Ὁ περὶ μεταλλείων νόμος διακρίνει εἰς τρεῖς τάξεις τὰ ὀρυκτὰ, τὰ περιεχόμενα εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἢ εὑρισκόμενα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς, ἤτοι εἰς μεταλλεῖα (mines), εἰς ὀρυχεῖα (minieres) καὶ εἰς λατομεῖα (carrieres). Αἱ τάξεις αὗται διεκρίθησαν κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τοῦ τρόπου τῆς ἐξορύξεως, κατὰ μίμησιν τῶν διατάξεων τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς Γαλλίας τῆς 21 Ἀπριλίου 1810, καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τῆς ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1861 αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἣν οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κ. Κ. Ε. Α. Σίμος καὶ Χ. Χριστόπουλος ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσήγαγον τὸ περὶ μεταλλείων νομοσχέδιον. Δι’ ἑκάστην ἐκ τῶν τριῶν τούτων τάξεων ὡρίσθησαν ἄλλως οἱ τρόποι τῆς ἀποκτήσεως ὡς καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἀποκτήσεως τοῦ δικαιώματος ὁρίζεται περὶ μὲν τῶν μεταλλείων, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν ἐπιτρέπεται μόνον δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως (ἄρθρον 5 τοῦ νόμου), περὶ δὲ τῶν ὀρυχείων, ὅτι ἡ ἐξόρυξις αὐτῶν παραχωρεῖται μόνον δι’ ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, ὁριζούσης τὰ ὅρια καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξορύξεως (ἄρθ. 35), καὶ περὶ τῶν λατομείων, ὅτι ἡ λατόμησις αὐτῶν ἐνεργεῖται ἄνευ ἀδείας, ὑποκειμένη ὅμως ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν τῆς δι’ ὑπονόμων στοῶν ἐξορύξεως εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ (ἄρθρ. 41). Ἕνεκα τῶν ἀπαντωμένων ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τρόπου τῆς ἐξορύξεως πλειοτέρων ἢ ὀλιγωτέρων δυσχερειῶν καὶ ἐξόδων ὡρίσθη ἐπὶ μὲν τῶν μεταλλείων τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς εἰς μέρισμα, τὸ δὲ τοῦ δημοσίου εἰς χρηματικὸν ποσὸν οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος (ἄρθρ. 7 καὶ 30), ἐπὶ δὲ τῶν ὀρυχείων τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων συμβουλίου μὴ ὑποκείμενον εἰς τὸν περιορισμὸν ἀνωτάτου τινὸς ὅρου, ὁ δὲ πρὸς τὸ δημόσιον καταβαλλόμενος φόρος προσδιορίζεται εἰς χρηματικὸν ποσὸν, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 10% ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὁσάκις τὸ προϊὸν δὲν ὑπόκειται εἰς τέλος δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡρισμένον (ἄρθρον 39 καὶ 40). Ἡ λατόμησις τῶν λατομείων ὑπόκειται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου ὁριζομένου εἰς 10% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος (ἄρθρ. 42.) Ἐκ τούτων προκύπτει ἀνενδοιάστως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ μὲν προϊόντα τῶν μεταλλείων δὲν δύναται νὰ φορολογήσῃ παρὰ κατ’ ἀνώτατον ὅρον πρὸς 5% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ μόνον διὰ τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου, ἐν ᾧ τὰ προϊόντα τῶν ὀρυχείων δύναται νὰ φορολογήσῃ διὰ μὲν τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου εἰς 10% κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, δι’ εἰδικῶν δὲ νόμων καὶ κατ’ ἄλλο φορολογικὸν μέτρον. Ἐκτὸς τούτων ἀπαντῶνται καὶ ἄλλαι ἀκόμη διαφοραὶ ὡς πρὸς τὰς ἐννόμους συνεπείας τῶν διαφόρων τρόπων τῆς ἀποκτήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως, τὰς ὁποίας ὡς μικροτέρου λόγου ἀξίας παραλείπομεν. Οἱ πρὸς σύστασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως τῶν διαφόρων ὀρυκτῶν ὅροι διαφέρουσι κατὰ τὴν διαφορὰν τῶν περιπτώσεων. Ἐπὶ τῶν λατομείων παραχώρησις ἀδείας ἐξορύξεως δὲν λαμβάνει χώραν, ἑπομένως ἡ ἐξόρυξις ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὑποκείμενον μόνον εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ, ὁσάκις ποιεῖται δι’ ὑπονόμων στοῶν τὴν ἐξόρυξιν. Ἐπὶ τῶν ὀρυχείων ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ μετὰ προηγουμένην ἐκπλήρωσιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 22–25 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλείων τὸ δικαίωμα παραχωρεῖται διὰ τῆς ἐκδόσεως Β. διατάγματος. Ἐκ τούτων ἕπεται, ὅτι τὸ παραχωρηθὲν ὡς μεταλλεῖον δὲν δύναται νὰ ἐξορυχθῇ ἂν ἀποδειχθῇ ὀρυχεῖον, καὶ τἀνάπαλιν τὸ ὡς ὀρυχεῖον παραχωρηθὲν δὲν δύναται νὰ ἐξορυχθῇ, ἂν ἀποδειχθῇ μεταλλεῖον, παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικῆς παραχωρήσεως κατὰ τὰς σχετικὰς περὶ τῶν διαφόρων τούτων ἀντικειμένων διατάξεις τοῦ νόμου. Ἐρωτᾶται ἤδη, ἂν αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐκβολάδες τῶν ἀρχαίων μολυβδαργυρούχων χωμάτων δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι μέρος τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλλείων ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου, ὧν ἡ ἐκμετάλλευσις παρεχωρήθη εἰς διαφόρους. Καὶ ἐνταῦθα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑφ’ ἣν πραγματεύομαι τὸ προκείμενον ζήτημα, ἀποβαίνει ἄνευ ἐπιῤῥοῆς ἡ ταυτότης ἢ ἡ διαφορὰ τῆς μεταλλικῆς τῶν χωμάτων οὐσίας μὲ τὴν τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων. Ὅπως ἑρμηνεύουσι καὶ ἐφαρμόζουσιν ἐν Γαλλίᾳ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τῆς 21 Ἀπριλίου 1810, ἐξ οὗ ἠρύσθημεν καὶ τοῦ ἡμετέρου νόμου τὰς διατάξεις, ἡ δι’ ὑπογείων στοῶν καὶ φρεάτων ἐξόρυξις τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν, καὶ οὐχὶ ἡ ὀνομασία αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ μεταξὺ τῶν μεταλλείων καὶ τῶν ὀρυχείων κριτήριον, οὕτως ὥστε πᾶσα μεταλλικὴ οὐσία, μὴ δυναμένη νὰ ἐξορυχθῇ ἄλλως παρὰ δι’ ὑπογείων στοῶν καὶ φρεάτων, λογίζεται μεταλλεῖον καὶ παραχωρεῖται ἡ πρὸς ἐξόρυξιν αὐτῆς ἄδεια κατὰ τὰς περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων διατάξεις, αἱ δὲ μεταλλικαὶ οὐσίαι, ὧν ἡ ἐξόρυξις κατορθοῦται ἐν ὑπαίθρῳ, λογίζονται ὀρυχεῖα καὶ τὸ πρὸς ἐξόρυξιν αὐτῶν δικαίωμα διέπεται ὑπὸ ἄλλων ὁρισμῶν παρὰ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων. Αἱ ὀνομασίαι τῶν μετάλλων δὲν ἀποτελοῦσι κατὰ τὸ σύστημα τοῦ γαλλικοῦ νόμου νομικὰς κατηγορίας, ἀλλὰ μόνη ἡ διαφορὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐξορύξεως ἔχει ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τοὺς νομικοὺς ὁρισμοὺς τῶν μεταλλείων καὶ τῶν ὀρυχείων καὶ ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν τοῦ τρόπου τῆς παραχωρήσεως τοῦ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματος. Καὶ ἐν Ἑλλάδι ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ διὰ στοῶν καὶ φρεάτων ἐξόρυξις τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν ἀποτελεῖ τὸ μεταλλεῖον, ἡ δὲ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ ὀρυχεῖον. Τοῦτο προκύπτει οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς προμνημονευθείσης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ περὶ μεταλλείων νομοσχεδίου, φερούσης ἐπὶ λέξεως τὰ ἑξῆς· «Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1810, οἱ σωροὶ τῶν ὀρυκτῶν, οἱ περιεχόμενοι εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἢ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς κατατάσσονται ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐξορύξεως αὐτῶν εἰς τρεῖς τάξεις, εἰς μεταλλεῖα, εἰς ὀρυχεῖα καὶ εἰς λατομεῖα. Τὰς προεκτεθείσας ἀρχὰς τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ὡς καὶ τὴν διαίρεσιν τῶν ὀρυκτῶν εἰς τρεῖς τάξεις, παραδέχεται καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κτλ.» καὶ παρακατιὸν «ἡ ἐξόρυξις τῶν ὀρυχείων γινομένη ἐν ὑπαίθρῳ ἄνευ στοῶν καὶ φρεάτων, ἤτοι τεχνικῶν ἔργων, δὲν ὑπόκειται εἰς ἄλλον περιορισμὸν, ἢ τὸν τῆς ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, ἥτις ὁρίζει καὶ τὰ ὅρια καὶ τὸν τρόπον αὐτῆς·» ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πρὸς ἐξόρυξιν τῶν ὀρυχείων δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ἄδεια παύει καὶ ἡ ἐξόρυξις ἐπιτρέπεται μόνον κατὰ τοὺς διατεταγμένους διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων ὅρους, ά) ἐὰν κατασταθῇ ἀδύνατος ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις καὶ θεωρηθῇ ἀναγκαία ἡ κατασκευὴ ὑπονόμων στοῶν, φρεάτων καὶ τεχνικῶν ἔργων· βʹ) ἐὰν ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις ὑπάρχῃ μὲν ἐφικτὴ, ἀλλὰ πιθανολογηθῇ ὡς ὀλιγοχρόνιος καὶ ὡς μέλλουσα νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν μετὰ ταῦτα ἐξόρυξιν τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν δι’ ὑπονόμων, στοῶν καὶ φρεάτων. Καὶ ἡ ῥηθεῖσα αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὰς δύο ταύτας περιπτώσεις τὰ ὀρυχεῖα ἐξομοιοῦνται μὲ τὰ μεταλλεῖα καὶ ἀπαιτεῖται καὶ δι’ αὐτὰ πρᾶξις παραχωρήσεως ὁποία καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Ἐν Γαλλίᾳ οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 21 Ἀπριλίου 1810 ὄχι μόνον παραδέχονται ὅτι ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν ἡ διὰ στοῶν καὶ φρεάτων ἐξ ἑνὸς καὶ ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξ ἑτέρου ἐξόρυξις διακρίνει τὰ μεταλλεῖα ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα, ἀλλὰ καὶ θεωροῦσι τὰ ὀρυχεῖα, ὧν ἡ ἐξόρυξις δὲν δύναται νὰ γείνῃ παρὰ δι’ ὑπογείων τεχνικῶν ἔργων, ὡς μεταπίπτοντα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων καὶ τ’ ἀνάπαλιν τὰ μεταλλεῖα, ὧν ἡ ἐξόρυξις ἀποβαίνει κατορθωτὴ ἐν ὑπαίθρῳ, ὡς μεταπίπτοντα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὀρυχείων. Ἰδού τί λέγει περὶ τοῦ γαλλικοῦ τούτου νόμου εἷς ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων ἑρμηνευτῶν τῶν διοικητικῶν τῆς Γαλλίας νόμων, ὁ G. Dufour ἐν τῷ ἕκτῳ τόμῳ τῆς σοφῆς αὑτοῦ περὶ διοικητικοῦ δικαίου πραγματείας ἐν σελίδι 319, ἀρ. 365. Lorsque la destination d'une substance minérale lui donne assez de prix pour que l'administration sente le besoin d'en assurer l'exploitation par des règles particulières, l'attention doit se porter sur le mode d'exploitation, dont elle est susceptible pour decider s'il convient ou non de lui appliquer les dispositions préscrites pour les minières. les art. 63 et 59 qui declarent que les minérais d'alluvion ou les fers en filons ou couches tombent sous l'empire du régime des coucessions dès que l'exploitation a ciel ouvert cesse d'etre possible, indiquent clairement «que la nécessité d'une exploitation avec puits et galerie constitue le trait distinctif entre les mines et les minières au point de vue du regime légal au quel elles sont soumanises. Les minières exploitables par travaux souterrains sont concessibles comme les mines aux termes de l'art 68 de la loi du 21 avril 1810, lorsque les travaux souterrains doivent être permanentes et relugiers et de leur côté les mines sont assujetties au regimes des minières pour la partie des gites en filons ou en couches, «qui peut être exploitée à ciel ouvert. Ἕπεται ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ ἀρχαῖαι ἐκβολάδες τῶν μολυβδαργυρούχων χωμάτων εἴτε περιέχουσι τὴν αὐτὴν εἴτε καὶ ἄλλην μεταλλικὴν βάσιν παρὰ τὴν τοῦ παραχωρηθέντος μεταλλείου, ἅμα ἀποβαίνει κατορθωτὴ ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις αὐτῶν, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι ἐννόμως μέρος τοῦ μεταλλείου καὶ ὡς δυνάμεναι νὰ μεταλλευθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παραχωρηθέντος πρὸς μετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου δικαιώματος, ἀλλὰ πρέπει, ἂν θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι μέρος τοῦ ἀκινήτου, ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται, νὰ λογισθῶσιν ὡς ὀρυχεῖον, διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖται ἡ ἐφαρμογὴ διαδικασίας ἄλλης παρὰ τὴν διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων ὁριζομένην. Τῆς διαδικασίας ταύτης αἱ διατυπώσεις δὲν ἐξεπληρώθησαν οὔτε ἀπὸ τὸν κ. Σερπιέρην, οὔτε ἀπὸ ἄλλον τινὰ ἐκ τῶν λαβόντων παραχωρήσεις ἐπὶ τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλλείων ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου, ἑπομένως οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐξόρυξιν τῶν ἐν λόγῳ ἐκβολάδων. Ἐπὶ τοῦ β. ζητήματος. Ἂν αἱ ἀρχαῖαι ἐκβολάδες τῶν ἐν Λαυρίῳ μολυβδαργυρούχων χωμάτων λογισθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι μέρος ἢ παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται, ἐρωτᾶται ποίαν ἔχει ἐπ’ αὐτῶν ἐξουσίαν ἡ διοίκησις, ποῖα δικαιώματα οἱ ἰδιοκτῆται τῆς γῆς καὶ ποῖα τὸ δημόσιον. Ἀποδειχθέντος ἀνωτέρω, ὅτι ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις συνεπάγεται ἀπαραιτήτως τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν χωμάτων ὡς ὀρυχείων, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως αὐτῶν αἱ περὶ ὀρυχείων διατάξεις τῶν ἄρθρων 35–40 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ἡ ἐξόρυξις δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ παρὰ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτ. ὑπουργοῦ, παρεχούσης τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, καὶ ὁριζούσης τὰ ὅρια καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξορύξεως, καὶ μετὰ προηγουμένην ἐκπλήρωσιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 22, 23, 24 καὶ 25 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Καὶ τοιοῦτο μὲν τὸ ἡγεμονικὸν τῆς ἐξουσίας δικαίωμα ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν ὀρυχείων. Τὰ δὲ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους δικαιώματά εἰσι, 1) δικαίωμα προτιμήσεως εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ ὀρυχείου, 2) δικαίωμα μερίσματος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς τοῦ ὀρυχείου προσόδου, ὅταν ἐδόθη εἰς ἄλλον παρὰ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς ἡ τῆς ἐξορύξεως ἄδεια. Τὰ δὲ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ δικαιώματα συνίστανται εἴτε εἰς τέλος δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡρισμένον, ἤτοι εἰς τέλος, οὗτινος τὸ ποσὸν δύναται νὰ προσδιορισθῇ κατὰ τὸ δοκοῦν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ μέτρον, διὰ παγίου νόμου, εἴτε εἰς χρηματικὸν φόρον, προσδιοριζόμενον ἑκάστοτε διὰ τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου καὶ μὴ ὑπερβαίνοντα τὰ 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐρωτᾶται ἤδη, ἂν τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς, εἶναι ἀπόλυτον, ἂν, ἐν ἄλλοις λόγοις, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλῃ ἀναγκαίως καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ παραχωρήσῃ αὐτῷ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξορύξεως τοῦ ὀρυχείου ἀπέναντι παντὸς διαγωνιζομένου πρὸς αὐτὸν περὶ τῆς παραχωρήσεως. Φρονῶ, ὅτι ἡ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς προτίμησις δὲν δύναται νὰ ἐκληφθῇ παρὰ ὡς συνδεομένη μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου καὶ μὲ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ εἰς τὴν ἐπωφελεστέραν ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυχείου ἐγκειμένου κοινοῦ συμφέροντος, 1) διότι ἡ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 παραπομπὴ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου ἐπιτρέπει τὴν ὑπόθεσιν τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἐχόντων ἀξιώσεις εἰς ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυχείου πρὸς τὸν ζητήσαντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐξορύξεως ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ προτίμησις τοῦ ἰδιοκτήτου δὲν καθιεροῦται ἐν τῷ νόμῳ ὡς ἀπόλυτον, ἀλλὰ ὡς σχετικὸν μόνον δικαίωμα ἀπονεμόμενον ἐν περιπτώσει ἰσότητος τῶν ὅρων εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ 2) διότι ἐπὶ πλειοτέρων τοῦ τοιούτου εἴδους ὀρυχείων, ὧν πλεῖστα ὅσα ὑπάρχουσιν ἐν Λαυρίῳ, ἡ παραχώρησις αὐτῶν εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην, ὅταν μάλιστα οὗτος ἀποβλέπων νὰ περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸν ὡς μονοπώλιον ὅλα τὰ τοιαῦτα ὀρυχεῖα, προενησχολήθη ν’ ἀποκτήσῃ τὴν κυριότητα τοῦ ἐδάφους, ἤθελε καταστήσει προβληματικὴν τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐπὶ τῆς ὁποίας λογισθήσονται τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἐνῷ ἡ διανομὴ τῶν παραχωρήσεων εἰς πλειοτέρους καθίστησι πιθανώτερον τὸν ἔλεγχον τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ἀσφαλίζει πλειότερον τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀπὸ τῆς φορολογίας προσόδου τοῦ δημοσίου. Ἐπὶ τοῦ γʹ. ζητήματος. Τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα ἀνασκαφέντα ὑπὸ τῶν ἀρχαίων μεταλλευτῶν καὶ θεωρηθέντα ὡς ἄχρηστα ἐῤῥίπτοντο παρ’ αὐτῶν εἰς διάφορα τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἐδάφους μέρη καὶ βαθμηδὸν ἐπισωρευομένων ἐσχηματίσθησαν οἱ σημερινοὶ σωροί. Μεταξὺ τῶν δημοσιευθέντων καὶ ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγγράφων εὑρίσκεται ἐπιστολή τις τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως Κ. Κ. Προβελεγίου πρὸς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν Κ. Θ. Δηλιγιάννην, τῆς 26 Ἰουνίου 1870, διὰ τῆς ὁποίας τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα θεωροῦνται ἢ ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου, εἰς ὃ εὑρίσκονται, καὶ ἑπομένως ὡς ἀνήκοντα εἰς τοῦ ἀκινήτου τὸν κύριον, ἢ ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ μεταλλείου, καὶ ἀνήκοντα ἑπομένως εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ ἀδιαφόρως, ἂν ἐνυπῆρχον ἐξ ἀρχῆς ἐν τῷ χώρῳ τοῦ μεταλλείου, ἢ μετηνέχθησαν ὕστερον ἐκεῖ. Οἱ δὲ ὑπὲρ τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη γνωμοδοτήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι δὲν ἐδίστασαν νὰ θεωρήσωσι τὰ χώματα «ὡς συμπαγέντα μετὰ τῆς ἀρχικῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἅτε τῆς αὐτῆς μετὰ τῆς γῆς ὄντα οὐσίας, καὶ ἀπαρτίσαντα μετὰ τῆς ἐπιφανείας ἓν σύνολον, ἔχον ἐπιφάνειαν ἄλλην παρὰ τὴν ἀρχικὴν, μὴ δυναμένην πλέον νὰ διακριθῇ ἀπὸ τῆς ἐνεστώσης ἐπιφανείας, ἐφ’ ἧς φύονται πρὸ αἰώνων δένδρα καὶ ἄλλα φυτὰ, καὶ ν’ ἀποφανθῶσιν, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἀκινήτου, μεθ’ οὗ ὀργανικῶς συνηνώθησαν.» Θέλω ἐξετάσει πρῶτον τὴν ὑπὸ τοῦ πολυμαθοῦς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν ὑπὸ τῶν δικηγόρων τοῦ Κ. Σερπιέρη διατυπωθεῖσαν. Τὰ χώματα καθ’ ἑαυτὰ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου, ἐφ’ οὗ κεῖνται, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὰ ἐξορυχθέντα ἐκ τῶν μεταλλείων χώματα, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐτοποθετήθησαν, λογίζονται κινητὰ, καθὸ παυσάμενα διὰ τῆς ἐξορύξεως τοῦ ἀποτελεῖν μέρος τοῦ ἀκινήτου. Ὁ περὶ μεταλλείων νόμος κηρύττων διὰ τοῦ ἄρθρου 9 ὡς ἀκίνητα τὰ μεταλλεῖα, ῥητῶς παραδέχεται καὶ ἀναγνωρίζει ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 ὡς κινητὰ τὰς μεταλλευθείσας ὕλας. Μεταλλευθεῖσαι δὲ ὕλαι ἐννοοῦνται ἀναγκαίως οὐχὶ μόνον αἱ μετὰ τὴν ἐξόρυξιν καμινευθεῖσαι, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐξορυχθεῖσαι καὶ μήπω καμινευθεῖσαι, διότι καὶ οἱ ὄγκοι καὶ τὰ χώματα τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν, ἅμα ἐξορυχθῶσιν, ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον αὐτοτελὲς καὶ διακεκριμένον ἀπὸ τοῦ ἀκινήτου, μεθ’ οὗ ὑπῆρχον συνηνωμένα πρὸ τῆς ἐξορύξεως, καὶ δυνάμενον νὰ διατεθῇ καὶ ν’ ἀπαλλοτριωθῇ κατὰ τοὺς παραδεδεγμένους διὰ τὴν διάθεσιν καὶ ἐκποίησιν τῶν κινητῶν ἐνόμους τρόπους, ὡς ἀποδεικνύει ἡ καθημερινὴ πεῖρα, καὶ ὡς προκύπτει τοῦτο καθαρῶς καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη, δηλώσαντος ἐν τῇ ἀπὸ 30 Μαρτίου (11 Ἀπριλίου) 1870 ἀναφορᾷ αὐτοῦ πρὸς τὸν κύριον νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα παρεχωρήθησαν παρ’ αὐτοῦ ἀντὶ δραχμῶν δύο δι’ ἕκαστον τόνο εἰς τὴν ἑταιρίαν Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ Σας, ἀναδεχθεῖσαν τὴν μεταφορὰν αὐτῶν (ἤτοι μεταφορὰν πραγμάτων ἤδη ἐξωρυγμένων). Αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι γίνονται ἀναγκαίως διὰ τῆς ἐξορύξεως κινητὰ, ἀπαραλλάκτως ὅπως καὶ τὰ συμπαγῆ μετὰ τῆς γῆς δένδρα γίνονται κινητὰ διὰ τῆς ἐκκοπῆς. Ἡ ἰδιότης αὐτῶν ὡς κινητῶν, ἅμα χωρισθῶσιν ἐκ τῆς μετὰ τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς συναφείας, προκύπτει προσέτι καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ τε περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου (ἄρθρ. 5 καὶ 8, § 2) καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ὁποίου ἡ ἄμμος, ὁ γύψος καὶ τὰ τούτοις ὅμοια μετὰ τὴν ἐξόρυξιν, τὰ δένδρα, οἱ ἄνθρακες καὶ τὰ τοιαῦτα μετὰ τὴν ἐκκοπὴν, δὲν ἀποτελοῦσι πλέον μέρος τοῦ ἀκινήτου, ἤτοι τὰ λεγόμενα ruta et caesa (ἀποσπασθέντα καὶ τμηθέντα). Νόμος 17, § 6 τῶν Πανδεκτῶν de action eunti (19, 1). Ὁ Voet πραγματευόμενος περὶ τούτου ἀποφαίνεται, ὅτι τὰ μέταλλα, οἱ λίθοι, ἡ ἄμμος, ὁ γύψος καὶ ἅπαντα ἐν γένει τὰ μεταλλεῖα, ὀρυχεῖα καὶ λατομεῖα ὡς καὶ τὰ μετὰ τῆς γῆς συμπαγῆ δένδρα λογίζονται ὡς μέρη τοῦ ἐδάφους ἐναριθμούμενα τοῖς ἀκινήτοις ἅμα ὅμως ἐξορυχθῶσι καὶ ἐκκοπῶσι, παύουσι τοῦ λογίζεσθαι μέρος τοῦ ἐδάφους καὶ κατατάσσονται ἐν τοῖς κινητοῖς, μὴ μετέχοντα πλέον τῆς νομικῆς τοῦ ἀκινήτου ἰδιότητος, οὐδὲ περιερχόμενα ἑπομένως διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ ἀκινήτου εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἀγοραστοῦ, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐξῃρέθησαν ῥητῶς ἐπὶ τῆς πωλήσεως. «Simili modo metalla lapidesque, et arena et creta, et quiquid est in fodinis metallicis aut lapidicinis etc. arbores quoque fundo haerentes, immobilibus accensentur, ut partes praediorum, quae omnia, ubi ruta seu eruta et caesa fuerint, uti desinunt fundi partes esse, ita in posterum mobilibus annumeranda sunt, nec amplius fundi domusve jura sequuntur, nec praedio vendito ad emptorem pertinent, licet nominatim excepta non inveniantur.» 1. Voet ad Pandectas Liber I. titulus VIII. § 13. Ἑπομένως τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος Λαυριωτικὰ χώματα, καθ’ ἑαυτὰ θεωρούμενα, δὲν δύνανται νὰ λογισθῶσιν ὡς παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται. Ὡσαύτως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ μεταλλείου καὶ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν τοῦ μεταλλείου κύριον, διότι ἂν μὲν δὲν συνέχωνται μετὰ τοῦ ἐδάφους ἐν ἀναγκαίᾳ ἑνώσει, λογίζονται κινητά, καὶ ὡς τοιαῦτα δὲν ἀκολουθοῦσι τὴν νομικὴν τοῦ μεταλλείου τύχην, ἂν δὲ πάλιν θεωρηθῶσιν ὡς μέρος τοῦ ἐδάφους, παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὰ ἐκτεθέντα ἀνωτέρω πρὸς λύσιν τοῦ ὑπὸ στοιχ. Αʹ. ζητήματος, δὲν δύνανται νὰ λογισθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ μεταλλείου καὶ ἑπομένως ὡς συμπαραχωρηθέντα μετ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν τάξιν τῶν ὀρυχείων, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ δυνάμενα νὰ παραχωρηθῶσιν ἄλλως, παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν ὀρυχείων ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ νόμου διαδικασίας. Προσθέτω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ Κυρίου Προβελεγίου καὶ ἐπὶ τῆς ἰδέας, καθ’ ἣν ἐκλαμβάνει ὡς ὅλως ἀδιάφορον, ἂν ὁ μεταλλοῦχος χῶρος κατέστη τοιοῦτος διὰ μεταφορᾶς μεταλλούχου χώματος ἀπὸ ἄλλο μέρος ἢ καὶ ἄνευ τοιαύτης μεταφορᾶς. Τὸ κατ’ ἐμέ, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν πολὺ διαφέρει ἡ μία τῆς ἄλλης περιπτώσεως, διότι ἐν τῇ τελευταίᾳ ὑποθέσει, ὅταν δηλ. ἡ μεταλλικὴ δύναμις τοῦ χώρου εἶναι αὐθιγενής, τὸ ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν δικαίωμα μεταβιβάζεται ὡς ἀντικείμενον ἀκινήτου κτήσεως, ἐνῷ ἂν τὰ χώματα μετηνέχθησαν ἐξ ἄλλης θέσεως εἰς τὸν χῶρον, ἐφ’ οὗ νῦν κεῖνται, δὲν δύνανται παρὰ νὰ λογισθῶσιν ὡς φυλάξαντα, καὶ μετὰ τὴν μεταφοράν, ἣν ἐκτήσαντο διὰ τῆς πρώτης αὐτῶν ἐξορύξεως ἰδιότητα κινητοῦ πράγματος, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ ἀνήκοντα ἀναγκαίως εἰς τὸν τοῦ μεταλλείου κύριον. Τὴν παρατήρησιν ταύτην θεωρῶ τόσῳ ἀναγκαιοτέραν, ὅσῳ ἐνδίδοντες πιθανῶς εἰς τὴν αὐθεντίαν τῆς γνώμης τοῦ κυρίου Προβελεγγίου δὲν ἔλειψαν καὶ αἱ ἀξιότιμοι δικηγόροι τοῦ κ. Σερπιέρη νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει αὐτῶν, ὅτι ὁ τὴν κυριότητα μεταλλείου τινὸς ἀποκτήσας δύναται νὰ οἰκειοποιηθῇ οἱονεὶ αὐτοδικαίως ὅσας εὕρῃ ἐν αὐτῷ προεξωρυγμένας μεταλλικὰς οὐσίας εἴτε εἰς ὄγκους εἴτε εἰς χώματα ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἐν τῇ τοῦ μεταλλείου κυριότητι. Κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, αἱ τοιαῦται ἐξορύξεις, καθὸ κινητά, δὲν περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ νέου ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου, οὗτινος διὰ τῆς ἐξορύξεως ἔπαυσαν νὰ ἀποτελῶσι μέρος καὶ παρακολούθημα, ἀλλὰ μένουσιν εἰς τὸν πρῶτον ἰδιοκτήτην δυνάμενον νὰ τὰς διεκδικήσῃ κατὰ παντὸς κατόχου, ἐκτὸς μόνον ἂν διὰ τῆς εἰδοποιήσεως (τῆς καμινεύσεως) ἀπεκτήθη ἡ κυριότης τῆς ἐξορυχθείσης ὕλης ἀπὸ ἄλλον, παρὰ τὸν πρῶτον ἰδιοκτήτην. Ἄλλως ὁ νέος τοῦ μεταλλείου ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῆς ἐξωρυγμένης ὕλης, παρ’ ἂν ἀποκτήσῃ αὐτὰ παρὰ τοῦ πρώτου ἰδιοκτήτου. Καὶ ἂν οὗτος ἐγκαταλείψῃ τὰ ἐξορύγματα εἴτε διότι τὰ ἐθεώρησεν ὡς ἄχρηστα, εἴτε διότι οὕτως ἠθέλησε νὰ πράξῃ, πάλιν ἡ κυριότης αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος δικαίου δὲν περιέρχεται εἰς τὸν νέον τοῦ μεταλλείου κύριον, ἀλλὰ κύριος αὐτῶν γίνεται τὸ δημόσιον, ὡς κατωτέρω θέλω ἀποδείξει. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ἂν ἡ περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν Λαυριωτικῶν χωμάτων ὡς ἀκινήτου πράγματος θεωρία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη, εἶναι ὀρθοτέρα τῆς γνώμης τοῦ κ. Προβελεγίου. Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, «τὰ χώματα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἀκινήτου, μεθ’ οὗ ὀργανικῶς συνηνώθησαν, ὡς συμπαγέντα μετὰ τῆς ἀρχικῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἅτε τῆς αὐτῆς μετὰ τῆς γῆς ὄντα οὐσίας καὶ ἀπαρτίσαντα μετὰ τῆς ἐπιφανείας ἓν σύνολον, ἔχον ἐπιφάνειαν, ἐφ’ ἣν φύονται δένδρα καὶ ἄλλα φυτὰ καὶ μὴ δυναμένην πλέον νὰ διακριθῇ ἀπὸ τὴν ἀρχικὴν ἐπιφάνειαν». Δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους εἰς τὰ γεωλογικὰς, χημικὰς καὶ φυτολογικὰς αὐτῶν ἐρεύνας, διότι θεωρῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, στερούμεθα τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς λύσιν τῶν τοιούτων ζητημάτων ἁρμοδιότητος. Ἡ ἐξερεύνησις καὶ λύσις τῶν ζητημάτων τούτων ἀποτελεῖ βάσιν, ὅσῳ ἀναγκαίαν διὰ τὴν νομικὴν ἀπόφανσιν, τόσῳ καὶ ἀλλοτρίαν τῆς περιωρισμένης τῶν νομικῶν εἰδικότητος. Ἑπομένως θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἵνα ἐπιτροπὴ εἰδικῶν ἐπιστημόνων, συγκειμένη λόγου χάριν ἐκ τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου κυρίων Ἡρακλέους Μητσοπούλου, Θεοδ. Ὀρφανίδου καὶ Α. Χρηστομάνου καὶ ἄλλων ὁμοίων, ἀντιληφθῇ καὶ βεβαιώσῃ ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως ἐκθέτουσιν αὐτὰ οἱ ὑπὲρ τοῦ κυρίου Ι. Β. Σερπιέρη γνωμοδοτήσαντες, καὶ ἰδίως· 1) Ἂν τὰ χώματα συνεπάγησαν μετὰ τῆς ἀρχικῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς οὕτως, ὥστε ν’ ἀπαρτίσωσιν ἄλλην παρὰ τὴν ἀρχικὴν ἐπιφάνειαν, μὴ δυναμένην πλέον νὰ διακριθῇ ἀπὸ τῆς ἐνεστώσης ἐπιφανείας. 2) Ἂν ὅπου τοιοῦτοι σωροὶ ἀπαντῶνται, ὁ τῆς ἀρχαίας ἐπιφανείας φλοιὸς ἐῤῥύη καὶ διελύθη ἐκ τῶν ἐπισωρευθέντων χωμάτων. 3) Ποία εἶναι ἡ συνάφεια τῶν δένδρων μὲ τὴν γῆν τῶν ἀργυρομολυβδούχων χωμάτων, καὶ ποία ἡ μὲ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ μὲ τὰ ἔγκατα τοῦ ἀρχικοῦ ἐδάφους. 4) Εἶναι ἀληθῶς τῆς αὐτῆς οὐσίας μετὰ τῆς ἀρχικῆς γῆς τὰ ἐν Λαυρίῳ μολυβδαργυροῦχα χώματα; καὶ 5) Ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ τῆς οὐσίας ταὐτότης προῆλθεν ἐκ τῆς συναφείας καὶ συναλοιφῆς τῶν χωμάτων καὶ τοῦ ἀρχικοῦ ἐδάφους. Τοιαῦτα καὶ ἄλλα ζητήματα, ἅτινα πολὺ ἀσφαλέστερον ἡμῶν δύνανται νὰ διατυπώσωσιν, εἰσὶ δὲ οἱ μόνοι ἐν Ἑλλάδι ἁρμόδιοι νὰ ἐξετάσωσι καὶ νὰ λύσωσιν οἱ ῥηθέντες ἐν τῷ πανεπιστημίῳ συνάδελφοι, ἔπρεπε νὰ προαποφασισθῶσι, πρὶν ἐπέλθῃ ἡ ὑπὸ τῶν ὑπὲρ τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη γνωμοδοτησάντων δοθεῖσα λύσις εἰς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν χωμάτων, ὡς ἀναγκαίων τοῦ ἐδάφους μερῶν. Ἐπιτρέπω ἐν τούτοις ἐμαυτῷ νὰ παρατηρήσω μὲ ὅλην τῶν γνώσεών μου τὴν ἀνεπάρκειαν, ὅτι ἂν αἱ ῥίζαι τῶν κατὰ τοὺς δικηγόρους τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη ἀπαντωμένων ἐπὶ τῶν σωρῶν δένδρων δὲν διήκουσιν ὑπὸ τὸ ἀρχικὸν ἔδαφος, καταντᾷ ἀδύνατος ἡ ὑπ’ αὐτῶν ὑποστηριχθεῖσα συναλοιφὴ τῶν δύο ἐπιφανειῶν εἰς μίαν μόνην, καὶ μένει προβληματικὴ ἡ ἰδιότης τῶν δένδρων ὡς ἀκινήτων· τὰ δένδρα τότε θέλουσι λογισθῆ παρακολουθήματα τῶν χωμάτων, τούτων δὲ ὄντων κινητῶν, ἀναγκαίως καὶ αὐτὰ κινητὰ λογισθήσονται, ὅπως κινητὰ λογίζονται καὶ τὰ ἐντὸς τοῦ ἐν Λονδίνῳ κρυσταλλίνου παλατίου ὑπάρχοντα ὑψίκομα δένδρα. Οὔτε δύναται ν’ ἀντιταχθῇ, ὅτι τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον δὲν παραδέχεται παρακολουθήματα τῶν κινητῶν, διότι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι, συνῳδὰ δ’ αὐταῖς καὶ ὁ περὶ διακρίσεων κτημάτων νόμος (ἐν ἄρθρῳ 7), θεωροῦσιν ὡς παρακολούθημα πᾶν τὸ μετὰ κινητοῦ ἢ ἀκινήτου κτήματος εἰς διαρκῆ σύνδεσμον τεθειμένον, εἴτε ὡς προσαύξημα, εἴτε ὡς παράρτημα. Κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου οὔτε αἱ λέμβοι τῶν πλοίων δὲν λογίζονται παρακολουθήματα αὐτῶν, ἀλλ’ ἐκλαμβάνονται ὡς αὐτοτελῆ καὶ διακεκριμένα ἀπὸ τοῦ πλοίου πράγματα (Νόμος 44 τῶν Πανδ. de evictione (21, 2) Νόμος 29 τῶν Πανδ. (33, 7), ἐν ᾧ οὐδεὶς βεβαίως θέλει ἰσχυρισθῆ, ὅτι πωλουμένου σήμερον πλοίου τινὸς ὡς ἐστὶ καὶ εὑρίσκεται, δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν πώλησιν καὶ αἱ τοῦ πλοίου λέμβοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν τῶν δένδρων αἱ ῥίζαι ἔφθανον ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ἀρχαίου ἐδάφους, τὰ μὲν δένδρα ἀναγκαίως θὰ ἐγίνοντο ἀκίνητα, οἱ δὲ σωροὶ τῶν χωμάτων θὰ ἔμενον οὐχ ἧττον κινητὰ, δυνάμενα νὰ μεταφερθῶσιν ὅπου ἤθελε δόξει τῷ κυρίῳ αὐτῶν· τὰ δένδρα θὰ ἔμενον ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀρχαίου ἐδάφους, τῶν χωμάτων ὅμως ἡ νομικὴ τύχη δὲν θὰ ἦτο συνδεδεμένη μὲ τὴν τοῦ ἐδάφους καὶ τῶν παρακολουθημάτων αὐτοῦ. Ἂν θεωρηθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα ὡς μέρη τοῦ ἀκινήτου, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ περιέλθωσιν εἰς ἄμεσον καὶ διαρκῆ μετὰ τοῦ ἐδάφους ἕνωσιν οὕτως, ὥστε νὰ συναυξήσωσι μετ’ αὐτοῦ ὁλομερῶς καὶ ἀνεπαισθήτως εἰς σύνολόν τι, οὗτινος τὰ μέρη νὰ μὴ δύνανται νὰ διακριθῶσιν ἀπ’ ἀλλήλων, ἀπαραλλάκτως ὡς ἐπὶ τῆς προσχώσεως ἡ προσαύξησις γίνεται βαθμηδὸν καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δυνατὸν νὰ διακρίνῃ τις πόσον γῆς ἐν ἑκάστῃ στιγμῇ τοῦ χρόνου προσαυξάνει τῇ προϋπαρχούσῃ, § 20 τῶν εἰσηγήσεων de rerum divisione (2, 1). Μέρος τοῦ ἐδάφους τῶν ἀγρῶν δὲν λογίζεται κατὰ τὸν νόμον παρ’ ὅ,τι ὑπάρχει ἀναποσπάστως μετὰ τῆς γῆς συνηνωμένον, οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἄνευ βλάβης τῆς οὐσίας αὑτοῦ νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον (ἄρθρον 5 τοῦ περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου, καὶ νόμος 17 ἐν ἀρχῇ τῶν Πανδ. de act emti (19, 1) fundi nihil est, nisi quod terra se tenet, καὶ νόμος 241 τῶν Πανδ. de verb. signif. (50, 16). Τὰ ἐπὶ τῶν σωρῶν δένδρα καὶ φυτὰ δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μεταλλικὰς ὕλας εἰς ἀκίνητον, ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους θέσις τῶν χωμάτων τόσον ἀπεργάζεται αὐτὰ παρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου, ὅσον ἤθελε μεταβάλει εἰς ἀκίνητα σωροὺς χρυσῶν ἢ ἀργυρῶν νομισμάτων ἡ περίστασις ὅτι εὑρέθησαν κείμενοι ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἀγροτικοῦ τινος ἐδάφους. Ἑπομένως τὰ ἐν Λαυρίῳ μολυβδαργυροῦχα χώματα πρέπει ἀναγκαίως νὰ λογισθῶσι κινητὰ, ἂν δὲν βεβαιωθῇ, ὅτι περιῆλθον μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ ἐδάφους εἰς συμπαγῆ ἕνωσιν, συνουσιωθέντα μετ’ αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν φυσικῶν αἰτιῶν εἰς ἑνιαίαν καὶ ἀδιαίρετον φύσιν. Μέχρις ὅτου δὲν ἀποδειχθῇ τοιαύτη τις μεταβολὴ τῶν χωμάτων ἀπὸ κινητῶν εἰς ἀκίνητα (προκειμένου δὲ περὶ ἐξωρυγμένων χωμάτων, ἤτοι περὶ κινητῶν, ἡ τῆς μεταβολῆς αὐτῶν εἰς ἀκίνητον ἀπόδειξις ἐπιβαρύνει τὸν τὴν μεταβολὴν ἰσχυριζόμενον), τὰ χώματα πρέπει ἀναγκαίως νὰ λογίζωνται ὡς κινητά. Ἀναγκαίως ἔρχεται νῦν ἡ σειρὰ τοῦ ζητήματος, εἰς τίνα ἀνήκει ἡ κυριότης τῶν χωμάτων. Οἱ πάντες συμφωνοῦσιν, ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα ἐξαχθέντα ἐκ τῶν ἀρχαίων μεταλλείων ἐπεσωρεύθησαν ὅπου νῦν εὑρίσκονται, διότι θεωρηθέντα ὡς ἄχρηστα διὰ τὴν καμίνευσιν ἐγκατελείφθησαν ὑπὸ τῶν τότε μεταλλευτῶν. Τὰ οὕτως ἐγκαταλειφθέντα παύουσι τοῦ νὰ θεωρῶνται ὡς δεσποζόμενα ὑπὸ τοῦ ἐγκαταλείψαντος, καὶ γινόμενα ἀδέσποτα περιήρχοντο κατὰ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον εἰς τὴν κυριότητα ἐκείνου, ὅστις πρῶτος ἤθελε τὰ καταλάβει, «Res nullius cedit primo occupanti.» Ἀπεκτᾶτο δὲ ἡ κυριότης τῶν ἀδεσπότων πραγμάτων οὐχὶ διὰ μόνης τῆς εὑρέσεως ἢ τῆς γνώσεως τοῦ τόπου, ἐν ᾧ εὑρίσκοντο, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκ τοῦ τόπου τούτου μετακινήσεως καὶ τῆς ὁλομεροῦς τοῦ πράγματος καταλήψεως. Νόμος 1, § καὶ Νόμος 3, § 3 τῶν Πανδ. (42, 2). Τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον δὲν ἀναγνωρίζει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν ἀδεσπότων πραγμάτων. Ἀλλ’ ὁ περὶ διακρίσεως κτημάτων Νόμος διέταξεν ἐν ἄρθρῳ 16, ὅτι τὰ παρ’ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων μὴ δεσποζόμενα, ἤτοι ὅλα τὰ ἀδέσποτα κτήματα, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ περὶ διακρίσεως τῶν κτημάτων Νόμος ἐξεδόθη τὴν 21 Ἰουνίου 1837, ἐν δὲ τῇ ἐποχῇ ταύτῃ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα παρ’ οὐδενὸς κατείχοντο, οὔτε ἰδιώτου, οὔτε κοινότητος, ἑπομένως ἀμέσως μὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἐγένοντο τοῦ Δημοσίου. Ἦσαν δὲ ἀδέσποτα τὰ χώματα ὅτε ἐξεδόθη ὁ περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμος, 1) διότι ὡς κινητὰ δὲν ἠκολούθουν τὴν νομικὴν θέσιν τοῦ ἐδάφους, ἑπομένως ἡ κυριότης καὶ ἡ κατοχὴ τοῦ ἐδάφους δὲν ἐπεσπᾶτο καὶ τὴν τῶν χωμάτων, 2) διότι ὡς ἀδεσπότων κινητῶν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκτηθῇ ἡ κυριότης καὶ ἡ κατοχὴ τοῦ συνόλου αὐτῶν παρὰ δι’ ὁλομεροῦς σωματικῆς καταλήψεως, ὅθεν ἕπεται ὅτι τὰ χώματα, ὅσα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου δὲν εἶχον μετακινηθῆ παρ’ ὁποιουδήποτε ἐκ τῶν θέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔκειντο, καὶ ἀποτεθῆ εἰς μέρη τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς ἄλλου τινὸς τὴν ἐξουσίαν, λ. χ. εἰς πεφραγμένας οἰκίας, ἀποθήκας καὶ εἰς ἐντετειχισμένους χώρους, ἐγένοντο δημόσια, ἀφοῦ ἐδημοσιεύθη ὁ ῥηθεὶς περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμος. Τὰ χώματα ἑπομένως λογίζονται ὡς κινητὴ περιουσία ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον ἀνήκουσα, καθὸ περιελθοῦσα εἰς τὴν κυριότητα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1837. Παρατηρητέον δὲ, ὅτι τὸ δημόσιον ἀποκτᾷ τὴν κυριότητα τῶν ἀδεσπότων αὐτοδικαίως, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται παρ’ αὐτοῦ ἡ ὁλομερὴς καὶ σωματικὴ τῶν ἀδεσπότων κινητῶν κατάληψις. Ὅθεν ὄχι μόνον δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὸ δημόσιον τὰ τοῦ Λαυρίου μολυβδαργυροῦχα χώματα, ὅσα τυχὸν εὑρίσκονται εἰς τὴν κατοχὴν ἄλλων προσώπων, ἀλλὰ καὶ δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη ἣν ἔλαβεν οὗτος ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν χωμάτων καὶ τῶν καμινευμάτων αὐτῶν ὠφέλειαν, ἤτοι ἐφ’ ὅσον κατέστη πλουσιώτερος. Ἴδε Mühlenbruch doctrina Pandectarum, Τόμος Βʹ § 248. Ἀνηκούσης δὲ τῆς κυριότητος τῶν χωμάτων εἰς τὸ δημόσιον, ἕπεται, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ διαθέσῃ περὶ αὐτῶν, καθὼς καὶ πᾶς ἰδιώτης περὶ τῆς ἰδιοκτησίας του. Φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἂν ὁ κ. Ι. Β. Σερπιέρης δὲν κατορθώσῃ ν’ ἀποδείξῃ τὴν φυσικὴν τῶν χωμάτων μετὰ τοῦ ἐδάφους ἑνότητα, τὰ χώματα πρέπει ἀδιστάκτως νὰ λογισθῶσιν ὡς κινητὴ ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ περὶ αὐτῶν καθ’ οὓς εὕρει συμφερωτέρους ὅρους καὶ καθ’ ὃν λόγον καὶ καθ’ οὓς τρόπους διαθέτει καὶ ὁ ἔμπορος περὶ τοῦ σίτου ἢ τοῦ βάμβακος, ὃν ἔχει ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἢ προσδοκᾷ νὰ παραλάβῃ καὶ νὰ ἐναποθηκεύσῃ ἐντὸς ὀλίγου ἐν αὐταῖς. Ἀπαιτεῖται δὲ ἀναγκαίως νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἰδέα τῆς φορολογήσεως τῶν χωμάτων ὡς ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἐπ’ αὐτῶν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ἀνάγκη προσέτι νὰ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων διατάξεων καὶ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον ἀμφότερα στηρίζονται ἐπὶ τῆς διακρίσεως μεταξὺ ἰδιοκτήτων καὶ ἐθνικῶν χωμάτων κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τῶν κυρίων τῶν ἀκινήτων, ἐφ’ ὧν κεῖνται, ἐνῷ ἀπεδείχθη ὅτι τὰ ἀρχαῖα ἐξορύγματα τῶν χωμάτων εἰσὶ κινητὰ, καὶ ἑπομένως ἀνήκουσιν ἅπαντα εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ἄνευ διακρίσεως μεταξὺ ἰδιωτικῶν ἢ ἐθνικῶν γαιῶν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι καὶ ἂν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἀποδειχθῶσι τὰ χώματα ὡς ἀναγκαῖον μέρος τοῦ ἐδάφους, δὲν δύνανται κατὰ τὰ ἐκτεθέντα ἀνωτέρω ὑπὸ στοιχ. Αʹ. παρὰ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὀρυχεῖα, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ συμπεριλαμβανόμενα εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλλείων τοῦ ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου. Ἐπὶ τέλους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω ἐνταῦθα, ὅτι ἐσφαλμένως ἐξελήφθη καὶ ἐδημοσιεύθη, ὅτι ἐγὼ ἐγνωμοδότησα ἄλλοτε μετὰ τῶν Κ. Κ. Ν. Σαριπόλου, Π. Παπαῤῥηγοπούλου καὶ Α. Παΐκου περὶ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου. Γινώσκω, ὅτι δὲν εἶχον κληθῆ εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωμοδοτήσω. Ἀντ’ ἐμοῦ ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ὄνομα τοῦ λαβόντος μέρος ἐν τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος συμβουλίῳ Κυρίου Ἀρ. Κιάππε, ὅπερ παρελείφθη νὰ σημειωθῇ μετὰ τῶν ἄλλων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 14 Μαρτίου 1871.

Ὁ δικηγόρος

ΕΜΜ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ.

§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.

§94ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ νά ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσίς μου, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἀκούσατε.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ζητεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασίς του.

§96ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κρίνω εὔλογον, κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὴν προεισαγωγικὴν συζήτησιν περὶ τῶν Λαυριακῶν εἰς τὴν ὁποίαν εἰσερχόμεθα μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς νομικῆς αὐτῆς γνώμης τοῦ κ. Κοκκίνου, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν βουλὴν πρότασιν τινὰ, τὴν ὁποίαν καὶ ὡς βουλευτὴς εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κάμω, καὶ πολὺ περισσότερον ὡς μέλος μειονοψηφοῦν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μοὶ εἴχατε κάμει τὴν τιμὴν νὰ μὲ συγκαταλέξητε, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ σᾶς εἴπω, δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος, εἷς δὲ τούτων τῶν λόγων, ἦτον, ὅτι ἐξ ὑπαρχῆς ἤμην ἐναντίος πάσης ἀναβολῆς καὶ πάσης συστάσεως ἐπιτροπῆς, διότι ὅλα τὰ θέματα εἶχον ἐξαντληθῆ. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα ἤδη μειονοψηφῶν νὰ φέρω τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὴν βουλὴν ὡς συνᾴδουσαν μὲ τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ἠκούσατε τοῦ νομομαθοῦς κ. Κοκκίνου, καὶ τὴν ὁποίαν οὐδὲ ἐπρόβλεπον, οὐδὲ ἐγνώριζον, οὔτε ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ προγινώσκω· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν· κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι τοῦ νομοσχεδίου, νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀντιπρότασιν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι διετυπωμένη, εἰς τέσσαρα ἄρθρ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου «ἐνίσταμαι κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ά, διότι διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου, καὶ τούτου ἐν μέρει, ἐπικυροῖ δικαιώματα χρήσεως ἤτοι καμινεύσεως ἀργυρούχων χωμάτων τῇ ἑταιρίᾳ» (λέγω ἀργυρούχων χωμάτων καὶ οὐχὶ μολυβδούχων, διότι τὸ Λαύριον, κύριοι, ἦτο καὶ εἶναι μεταλλεῖον ἀργύρου)· λοιπὸν λέγω· «Αʹ. Διότι διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου, καὶ τούτου ἐν μέρει, ἐπικυροῖ δικαιώματα χρήσεως, ἤτοι καμινεύσεως ἀργυρούχων χωμάτων τῇ ἑταιρίᾳ ἣν καὶ νομικοὶ καὶ ἐπιστήμονες καὶ ὑπουργεῖον καὶ ἡ κοινωνία ἐκήρυξαν ἐκτὸς παντὸς δικαιώματος ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἀπολύτως (πλὴν τοῦ ἐπὶ τῶν παλαιῶν σκωριῶν, τῶν διὰ νόμου τῆς Βουλῆς αὐτῇ παραχωρηθεισῶν), ὡς ἐὰν ἦμεν ξένων δικαιωμάτων οἱ συνήγοροι, ἢ ὡς εἰ ἐκαλούμεθα σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν σύμβασιν, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐκφέρωμεν ἐπὶ τῶν τετελεσμένων ἀπόφασιν ἐθνικήν.» Συμφωνίαν δὲν ἐρχόμεθα νὰ συνάψωμεν μὲ κανένα, ἐρχόμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν εἶναι ἐθνικὴ ἢ οὔ. Βʹ. Διότι ἡ ἐπιτροπὴ διαχωρίζουσα μεταξὺ ἰδιοκτήτων καὶ ἐθνικῶν, προκειμένου περὶ θησαυροῦ, οὗ ἡ κυριότης καὶ διάθεσις ὑπάγεται πάντοτε εἰς τὸ δημόσιον, θεωρεῖ πλημμελῶς ὡς ἀμφισβητήσιμον τὴν τοιαύτην κυριότητα, ἢ ὡς ζήτημα διὰ τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἄλλοθεν, περὶ ἰδιοκτήτου τῶν δῆθεν ἀμφισβητουμένων γαιῶν οὐδεὶς ὑπάρχει καὶ οὐδεὶς μέχρι τοῦδε νόμιμος τίτλος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐπαρουσιάσθη.» Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν ταύτην διότι ἔχει σπουδαιότητα, καθόσον οἱ παραχωρήσαντες καὶ τὰς γαίας ἐφ’ ὧν καὶ τὰ χώματα, οὐδένα τίτλον εἶχον, οὐδένα τίτλον παρουσίασαν δικαιώματος ἰδιοκτησίας εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὅταν ἓν δικαστήριον δὲν εἶχε τὰ στοιχεῖα τῆς κυριότητος νὰ ἀποφασίσῃ, νομίζετε ὅτι σεῖς εἶσθε ὑποχρεωμένοι ν’ ἀνατρέξητε εἰς νομικὰ ἐπιχειρήματα ἵνα ἀποφασίσητε ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει τις ἐπ’ αὐτῶν; «Γʹ. Διότι καὶ ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος 30% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν ἑτοίμων ἀργυρούχων χωμάτων (ἐκβολάδων κατ’ εὐφημισμόν) ὑποβιβάζων τὴν ἀξίαν τούτων κάτω τῆς ἀξίας τῶν ἁπλῶν σκωριῶν (τῶν δὶς ἐκκαμινευμένων καὶ μὴ περιεχουσῶν ἄργυρον, καὶ μάλιστα τετραπλασίονος ἀξίας τοῦ μολύβδου, ὅπως τὰ χώματα, ἀπαιτουσῶν δὲ καὶ δαπάνην διπλασίαν διὰ τὴν τῆξίν των, ἢ ἡ ἁπλῆ ἀνάλυσις τῶν χωμάτων) εἶναί τι προφανῶς παράλογον πρὸς τὴν κοινὴν αἴσθησιν καὶ τὴν ἰδίαν ἑκάστου πεποίθησιν ἀπᾷδον. Τὸ δὲ 30% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου αὐτῶν ἰσοδυναμεῖ πρὸς 10 μόνον· ἐνῷ ἡ ἐν λόγῳ ἀργυροφόρος κόνις ἐν σωροῖς (ἧς δεῖγμα μικρὸν εἰς τὸ προεδρεῖον καταθέτω) περιέχει, κατὰ τὰ ἐνώπιόν μας ἐπίσημα ἐξαγόμενα, 90% ἀξίαν εἰς ἄργυρον καὶ μόλυβδον ὁμοῦ!! Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει προτιμοτέρα πάντως ἡ ἐξ ἡμισείας μετὰ τοῦ δημοσίου ἀνάλυσίς των. Προτιμοτέρα καὶ αὐτὴ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξωγκωμένων 20 ἑκατομμυρίων, ἣν ἡ ἑταιρία προτείνει, (σκεπαζομένη διὰ μετοχῶν ἐτησίας δόσεως) ὡς ἱκανοποιοῦσα ἠθικῶς τὸ ἔθνος.» Βεβαίως κύριοι, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἐμπλέξαμεν μὲ κακῆς πίστεως ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν τὴν περιουσίαν μας, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ὅλα τὰ περιστατικὰ συντρέχωσι πρὸς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ δώσουν μάκρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, εἰς τὸ νὰ συμβῇ ἐντεῦθεν μία μεγάλη διαδικασία, ἡ ἀξιοπρεπεστέρα λύσις εἶναι, νὰ εἴπῃ τὸ ἔθνος, ὅτι μοῦ ζητεῖτε εἴκοσιν, ἂν καὶ δὲν ὀφείλω οὔτε δύο, διότι μόνον τὰ καταστήματα εἶναι ἰδικά σας καὶ αἱ σκωρίαι, τὰς ὁποίας ἤδη ἐξεμεταλλεύσατε κατὰ τὸ πλεῖστον, σᾶς δίδω 25 καὶ νὰ φύγητε, διὰ νὰ ἀποκρούσω αὐτὸν τὸν ζυγόν, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου. «Δʹ. Διότι δύσκολος καὶ ὅλως ἀκατόρθωτος ἡ ἐπιτήρησις, καὶ δυσκολωτέρα ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἀξίας κατά τε τὴν (δι’ ὀργάνων τῆς ἑταιρίας) ἀνάλυσιν καὶ τὴν ἐξαγωγήν, δι’ ἄλλα τε πολλὰ καὶ διὰ τὸ ὅτι ἐν ἀναποχωρίστῳ καὶ διαλανθανούσῃ ἀναλογίᾳ συνεξάγεται μετὰ τοῦ μολύβδου ὁ ἄργυρος, καὶ συντήκονται σκωρίαι μετὰ χωμάτων· ἐκτὸς ἐὰν εἰς εἶδος λαμβάνηται τὸ τοῦ δημοσίου δικαίωμα. Εʹ. Διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὡρισμένως οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται πρὸς ἀσφάλειαν δι’ ἐγγυοδοσίας ἢ ἀπαγορεύσεως νομικῆς, ἢ ποινικῆς ῥήτρας ἐν ὑποτροπῇ, ἢ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς ἀπότισιν ὀφειλῆς καὶ ζημιῶν τοῦ δημοσίου, ἢ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν σφετερισθέντων πρὸ ἐτῶν, καθὼς μηδὲ περὶ τῆς καθυστερουμένης πληρωμῆς τοῦ ἐπὶ τῶν σκωριῶν φόρου τῆς ἐπικαρπίας, κατὰ τὰς ἀνεκτελέστους ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων». Οὐδὲν τούτων προβλέπει μηδὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ, μηδὲ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως, οὐ μόνον ὅλα ταῦτα μένουν ἀνεπίλυτα μεταξὺ ἔθνους καὶ ἑταιρίας, καὶ ἡ ἑταιρία, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι ἀσύδοτος, ἀλλ’ ἀκόμη καθυστερεῖ τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας τὸν ἐπὶ τῶν σκωριῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι διὰ νόμου καθιερωμένος, καὶ ἀπέναντι τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀνεκτέλεστοι. ΣΤʹ. Διότι προκειμένου περὶ 1000! ἴσως ἑκατομμυρίων ἑτοίμων, ἡ κοινὴ ἐπιθυμία οὐδεμίαν ἄλλην λύσιν παραδέχεται ὡς δικαίαν καὶ ὡς ἐθνικὴν, ἢ τὴν διὰ μεγάλης ἐθνικῆς βιομηχανίας, ὑπηρετουμένης δι’ Ἑλληνικῶν χειρῶν, ἐκδηλωθεῖσαν λύσιν, ὡς μὴ δυναμένης τῆς Βουλῆς ν’ ἀποκρούσῃ δι’ ἐξώσεως ἁπλοῦν ἐργολάβον κακῆς πίστεως διὰ βίας καὶ ἐξ ἀπάτης εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐγκαθιδρυθέντα, διαρπάζοντα τὰς προσόδους μας καὶ πάντοτε ἀθετήσαντα καὶ νόμους καὶ δικαστικὰς ἀποφάσεις, ὀχυρούμενον δὲ ἑκάστοτε ὄπισθεν τοῦ χρυσοῦ, ὃν ἀφειδῶς διαχέει, καὶ τῆς ἰσχυρᾶς προστασίας ξένης κυβερνήσεως (ὡς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως ὡμολογήθη). Ἄλλως δὲ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παρουσιαζομένου εἰς τὴν ἐπιψήφισίν της, ἡ Βουλὴ προδικάζει οἱονεὶ ὑπὲρ δικαίων τῆς ἑταιρίας, περὶ ὧν ἀπέσχον εἰσέτι νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια, δυνατὸν δὲ ταῦτα αὔριον, ἑπόμενα τῇ ἀποφάσει τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, προαναγνωριζούσῃ τοιαῦτα, ν’ ἀναγνωρίσωσι τῇ ἑταιρίᾳ ἰδιοκτησίας δίκαια ἐπὶ ἑλληνικῶν ἐν Λαυρίῳ γαιῶν, ἀφοῦ καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ἀμφισβητησίμῳ θέσει εὑρεθεῖσα ἐπέσχε νὰ ἐκφέρῃ τὴν ὑπερτάτην θέλησιν τοῦ ἔθνους ὁριστικῶς, μεθ’ ὅλας τὰς ἐνώπιόν της νομικὰς καὶ πραγματικὰς ἀποδείξεις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, μόνον καὶ μόνον διότι πρὸς δίδραχμον κατὰ στρέμμα χωρικοί τινες κάτοχοι μετεβίβασαν, ἀγορασθέντες, ἰδιοκτησίας δικαιώματα, εἰς οὐδένα τίτλον νόμιμον στηριζομένης ὑπὸ τὸν ἐν τοῖς δῆθεν συμβολαίοις ἀγοραπωλησίας ῥητῶς περιεχόμενον ὅρον «νὰ μὴ ὦσιν ὑπόχρεοι ἀποζημιώσεως διὰ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν τοῦ δημοσίου», (τοῦθ ὅπερ καὶ ἐγκληματικὴν ἐνοχὴν τεκμηριοῖ), τοιαύτη δὲ ἀναγνώρισις ποιεῖ τὴν Ἑλλάδα ἀποικίαν, χώραν, ὡς εἰπεῖν, κατακτήσεως νομιμοποιουμένης. Διὰ ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ ἐνιστάμενος κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ σχεδίου. Προτείνω αὖθις εἰς τὴν Βουλήν. 1. Νὰ κηρύξῃ ἀδιαίρετως πᾶν τὸ ἔδαφος τὸ λαυριακὸν καὶ πᾶσαν ἀργυροῦχον γῆν αὐτοῦ ἰδιοκτησίαν ἐθνικὴν ἀπαραχώρητον, περιοριζομένης τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ εἰς τὰ ἐπὶ τῶν σκωριῶν νόμιμα δικαιώματά της, καὶ ὑποχρεουμένης, ἐπὶ ἀπειλῇ ἐκπτώσεως αὑτῆς, εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ καθυστερουμένου φόρου ἐπικαρπίας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων. 2. Νὰ αἰτηθῇ ἀποζημίωσις διὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἄνευ νόμου καὶ δικαιώματος ἀφαιρεθέντα, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰς Λαύριον μεταβάσης ἐπιτροπῆς. 3. Νὰ ληφθῇ κυβερνητικῶς πρόνοια πρὸς σχηματισμὸν ἐν Λαυρίῳ βιομηχανίας ἀργυρομεταλλευτικῆς (περὶ ἧς καὶ ἀναφορὰ δίδεται εἰς τὴν Βουλήν.) καὶ 4. Νὰ σταθμεύῃ ἐκεῖ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα. Παρακαλῶ, κύριε, Πρόεδρε, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ πρότασίς μου. Ἐπιφυλάσσομαι, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω.

§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεῖγμα, Κ. Μιχαλόπουλε!

§98ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ἰδεῖ ἐν τῷ δείγματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐφρόντισα μεταξὺ ἄλλων 20 δειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἐδῶ, νὰ παρουσιάσω, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι ἔνθειος μολυβδοῦχος γῆ, ἢ ἐὰν ᾖναι ἄργυρος καθαρός. Εἶναι ἀπὸ τὸ Λαύριον· ἐγὼ τὸ ἔφερον· παρατηρήσατέ το. Πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν λαμβάνοντες τὸ δεῖγμα, τὸ παρατηροῦν μετὰ περιεργείας.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θέλει κανεὶς τὸν λόγον; Ἐγγεγραμμένος δὲν εἶναι κανείς.

§100ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε. Κύριοι βουλευταὶ καθίσατε.

§102ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι, θέλω περιορισθῆ στενώτατα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ ὁ ἐμβριθὴς κύριος Κόκκινος ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, καὶ τοῦτο διότι τῳόντι πρωτεύει ὅλων τῶν λοιπῶν ζητημάτων καὶ λυόμενον ὅπως ὁ σπουδαῖος οὗτος νομομαθὴς ἀναφέρει, ἀπαλάσσει ἡμᾶς τοῦ νὰ σκεφθῶμεν πάντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπή σας, κύριοι, ἐμφορουμένη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἐλαχίστη ἀδικία εἰς οὐδένα διὰ τῆς λύσεως τῶν ἀναφυομένων ζητημάτων ἐπὶ τῆς σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως, ἐφρόντισε μετὰ πολλῆς τῆς ἐμβριθείας νὰ ἐξετάσῃ καὶ συζητήσῃ εὐρέως τὰ δύο πρωτεύοντα ζητήματα, πρῶτον κύριοι, ἐὰν αἱ ἐκβολάδες, περὶ τῶν ὁποίων ὁ λόγος, παρεχωρήθησαν εἰς τρίτους, καὶ τοῦτο διότι εἰς διαφόρους παρεχώρησεν ἡ κυβέρνησις δικαιώματα ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ τῶν χώρων τοῦ Λαυρίου, ἐπί τινων τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἐκβολάδες, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀξίωσις ἔκ τινος τούτων, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αἱ κείμεναι ἐντὸς τοῦ χώρου ὅστις παρεχωρήθη εἰς αὐτὸν, ἰδίως δὲ, ὡς εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ἡ ἑταιρία τοῦ κυρίου Ἱλαρίωνος Ῥοῦ ἤγειρε καὶ τοιαύτην ἀξίωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὸν περὶ μεταλλείων νόμον, συνέλεξε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἀπὸ πάντας τοὺς περὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἰδήμονας, ἐβεβαιώθη καὶ παρεδέχθη ὁποία ἦτο ἡ ἰδιότης αὐτῶν, ὅτι τουτέστιν αἱ ἐκβολάδες αὗται εἶναι προϊὸν τῆς ἐργασίας τῶν ἀρχαίων ὅτι ἐξωρύχθησαν ἄλλοθεν καὶ μετηνέχθησαν ἔνθα ἤδη κεῖνται καὶ ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου· ἐν τῇ ἐκθέσει ὑπάρχουν οἱ ἐπιστημονικοὶ ὅροι τοὺς ὁποίους βεβαίως πάντες εἴδατε, πάντες ἀνεγνώσατε, καὶ περὶ τούτων οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, κατὰ τοὺς ὅρους τούτους τὸ ἀντικείμννον αὐτὸ δὲν ὑπάγεται εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ἐδέχθη λοιπὸν παμψηφεὶ ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται δὲν παρεχωρήθησαν εἰς οὐδένα διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξήγησα. Ἐνταῦθα κύριοι, περιορίζομαι ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, καὶ ἂν ἐπέλθῃ ἀνάγκη ἐπιφυλάσσομαι νὰ λαλήσω ἐκτενέστερον περὶ τούτου. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον. Μετὰ τὴν λύσιν τοῦ πρώτου αὐτοῦ ζητήματος ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ ὅστις ἠδίκησε κατ’ ἐμὲ τὴν ἐπιτροπὴν, διότι δὲν παρέστη ν’ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο οἵτινες ἠδύναντο ἴσως νὰ διαφωτίσουν ἐπὶ μᾶλλον ἡμᾶς καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἀσφαλέστερον συμπέρασμα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσυζήτησεν, ὡς εἶπον, μετὰ πολλῆς τῆς ἐμβριθείας, μετὰ πολλῆς περισκέψεως καὶ ἐπὶ τρεῖς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι συνεδριάσεις, τοῦτο ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων. Ἡ γνώμη αὕτη ὑπεστηρίχθη παρὰ τεσσάρων, πλὴν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς· τρία ἕτερα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἠρνήθησαν ψῆφον καὶ ἕτερα ἕνδεκα μέλη ἀπέῤῥιψαν αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε εἰς τὴν ἔκθεσιν ὑπάρχουν ὅλως συνεπτυγμένως οἱ λόγοι. Ἐπειδὴ, κύριοι, τυγχάνει ἀνήκων εἰς τὴν μειοψηφίαν θέλω ἐξηγήσει εἰς ὑμᾶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζω τὴν γνώμην ταύτην. Τοῦτο εἰς ἐμὲ εἶναι εὐχερέστερον ἤδη μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ πολυμαθοῦς καὶ σπουδαίου νομικοῦ κ. Κοκκίνου, καὶ ἐγὼ, κύριοι, ὡς ὁ κ. Κόκκινος στηρίζομαι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν φύσιν τοῦ ἀντικειμείου αὐτοῦ ὅτι τουτέστιν αἱ ἐκβολάδες αὗται εἶναι προϊὸν τῆς ἐργασίας τῶν ἀρχαίων, ἐξορυχθεῖσαι παρ’ αὐτῶν καὶ μετενεχθεῖσαι εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται σήμερον καὶ προδήλως ἀντικείμενον αὐτοτελὲς, κινητὸν, ἀποβαλὸν πλέον μετὰ τὴν ἐξόρυξιν τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀκινήτου. Αὗται κατ’ ἀναγκαίαν καὶ φυσικὴν, κύριοι, συνέπειαν στηριζομένην εἰς αὐτὸν τὸν λόγον, αἱ ἐκβολάδες δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ παρασταθῶσιν ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους οὐδὲν ἧττον αἱ ἐκβολάδες αὗται οὗται ἀντικείμενον αὐτοτελὲς κινητὸν, δὲν παύουσι τοῦ νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἀρχικοῦ κυρίου, ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἦτον. Ἐπὶ τῇ βάσει, κύριοι, ταύτῃ καὶ διότι ὑπεστήριζον ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεὶς ὑπάρχει νόμιμος λόγος ἢ, νὰ εἴπω κάλλιον, οὐδεὶς παρουσιάζεται νόμιμος τρόπος τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἀρχικοῦ κυρίου· διὰ τοῦτο ἐφρόνουν καὶ φρονῶ καὶ ἐγὼ ἀδιασείστως ὅτι εἶναι περιουσία τοῦ δημοσίου, καὶ εἶναι περιουσία τοῦ δημοσίου ἢ διότι ἀνήκει εἰς τοὺς ἀρχαίους προγόνους ἡμῶν, ἢ διότι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐξακολουθεῖ μένον ἀδέσποτον, ὅπως παραδέχεται καὶ ὁ κύρ. Κόκκινος, καὶ οὐδένα ἄλλον ἔχομεν νόμιμον τίτλον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ τοιοῦτος ἀπέκτησεν ἐπ’ αὐτοῦ ὡς κινητοῦ δικαιώματά τινα. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἐκτὸς τούτου δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω, λόγος δυνάμενος νὰ πείσῃ τινὰ, ὅτι ὁ μεταβιβάζων τὴν κυριότητα τῆς γῆς εἶχεν εἰς τὴν διάνοιάν του νὰ συμμεταβιβάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὡσαύτως καὶ τὴν κυριότητα αὐτοῦ τοῦ κινητοῦ· οὔτε εἰς τὸν ἀποκτῶντα δι’ οἱωνδήποτε νομίμων τρόπων, δι’ ἀγορᾶς, διὰ δωρεᾶς, διὰ κληρονομίας τὴν κυριότητα τῆς γῆς ὑπῆρχεν ἡ διάνοια νὰ συναποκτήσῃ καὶ τὴν κυριότητα τοῦ κινητοῦ αὐτοῦ, οὗ τινος καὶ τὴν ἰδιότητα ἠγνόει· καὶ ἐξηγοῦμαι, κύριοι ἁπλούστερον. Ὑποθέσατε ὅτι ἐπὶ μιᾶς ἅλωνος ὑπάρχει καρπὸς, ἡ ἅλων πωλεῖται δεκάκις καὶ ἀγοράζεται δεκάκις· ὁ πρῶτος καὶ ὁ δέκατος ἀγοραστὴς ἀνέχονται νὰ μένῃ ὁ σῖτος ἐπὶ τῆς ἁλῶνος. Ἐρωτῶ ὑμᾶς διὰ τῶν διαφόρων τούτων πωλήσεων ἀπέβαλε τὴν κυριότητα ὁ κύριος τοῦ σίτου; καθόλου δὲν ἔπαυσε πάντοτε νὰ ἦναι κύριος τοῦ σίτου. Ἴσως ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἦτο τοιαύτη οὐσία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ περικλεισθῇ ὅπως ἔκαμε μίαν ὑπόθεσιν καὶ ὁ κύριος Κόκκινος, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὴν οὐσίαν ταύτην τὴν περιέκλεισέ τις εἰς ἀποθήκην, τὴν παρέλαβεν, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐν τῇ πράξει αὐτῇ ὑπάρχει ἡ διάνοια τῆς ἀποκτήσεως τῆς κυριότητος, ἀλλ’ αἱ ἐκβολάδες αὗται ἐφέρθησαν ὑπὸ τῶν προγόνων ἡμῶν, ἐκεῖ ὅπου καὶ σήμερον εὑρίσκονται Μία μόνη, κύριοι, περίστασις, ἦτον ἴσως ἀξία νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἐξητάσθη, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀφορᾷ ἓν μέρος μικρὸν αὐτῶν τῶν ἐκβολάδων καὶ ποῖαι εἶναι αὗται; Ἐβεβαιώθη ὅτι ἐπί τινων σωρῶν ἐκβολάδων, ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου ἐπεσωρεύθησαν ἐκ φυσικῶν αἰτιῶν χώματα καὶ ἐπὶ τῶν χωμάτων αὐτῶν ὑπάρχουν θάμνοι ἢ καὶ δενδρύλλια· ἀλλὰ καὶ αἱ μὲν καὶ τὰ δὲ δὲν εἶναι εἰς καμμίαν ἑνότητα μὲ τὸ ἔδαφος τῆς γῆς, ἀλλὰ φθάνουν μέχρι τῶν σωρῶν. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἔχετε — καὶ πάλιν τὸ ἴδιον παράδειγμα ἠμπορῶ νὰ σᾶς φέρω — μίαν ἅλωνα σίτου, ἐπ’ αὐτῆς ῥίπτεται χῶμα, ἐπὶ τοῦ χώματος πίπτει βροχὴ, καὶ διὰ τῆς βροχῆς ἀναβλαστάνει ὁ κόκκος τοῦ σίτου. Ἡ τοιαύτη βλάστησις δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν νομικὴν ἰδιότητα τοῦ σίτου, καὶ ἀντὶ κινητοῦ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀκίνητον; Παντάπασιν. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει εἴς τινα μέρη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔδωκαν οἱ ἀντιληφθέντες τὰς ὀλίγας αὐτὰς ἐκβολάδας, οἱ ἐξετάσαντες καὶ δυνάμενοι νὰ κρίνωσιν ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων ὀρυκτολογικῶν καὶ γεωλογικῶν γνώσεων τὰς ὁποίας εἶχον τὸ ἀποτέλεσμα ἐπανέρχεται πάλιν τὸ αὐτό. Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω ὅτι βεβαίως κάπως θορυβεῖ ἡμᾶς ἡ ἰδέα ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς αἰῶνας, ἀλλὰ τοῦτο ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος δὲν ἔχει καμμίαν ἐνέργειαν, ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν περὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον σήμερον μέχρι τῆς αὔριον ἠδύνατο νὰ λάβῃ τοιαύτην φύσιν, τὸ αὐτὸ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς τοσαῦτα ἔτη, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀπόδειξιν ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ διὰ νομίμου τινὸς τρόπου περιῆλθεν ἡ ἀρχικὴ κυριότης εἰς τρίτον τινὰ, οὔτε διάνοια πρὸς τοῦτο ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν δὲν θελήσητε νὰ στηριχθῆτε εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν, ἐπέρχεται καὶ ὁ ἕτερος λόγος, ὁ λόγος τουτέστιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται ἀποτελοῦν αὐτοτελῆ ὅλως οὐσίαν, μηδεμίαν συγκοινωνίαν ἔχουσαι πρὸς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς ἐπὶ τῆς ὁποίας κεῖνται, οὔτε ἄλλως γεωλογικῶς ἑνοῦνται μετ’ αὐτοῦ, ὥστε οὐδόλως συνηνώθησαν διὰ προσχώσεως· διότι τῳόντι, ἐὰν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο πρόσχωσις, βεβαίως τὸ κινητὸν, τὸ ἀρχικὸν κινητὸν, τὸ προσχωθὲν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν διὰ τῆς προσχώσεως, καὶ νὰ γείνῃ ἀκίνητον. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει, κύριοι, τοιοῦτόν τι, διότι εἶναι διάφορος ὅλως αὐτὴ ἡ οὐσία, καὶ, ὡς εἶπον, ὑπάρχει μόνον εἰς μίαν ἐπαφὴν μετὰ τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς, οὐδαμῶς ὅμως καὶ εἰς ἑνότητα φυσικὴν ἢ γεωλογικὴν· ὑπάρχει εἰς ἐπαφὴν ὅπως δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ πᾶν κινητὸν ἀντικείμενον ἐπιῤῥιπτόμενον ἐπὶ τῆς γῆς· δὲν ἦλθεν εἰς καμίαν λοιπὸν φυσικὴν ἑνότητα μετὰ τῆς γῆς διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀπετελέσθη πρόσχωσις, οὔτε παραγραφὴ οἱαδήποτε, κτητικὴ ἢ ἀμνημόνευτος ὑπάρχει, διότι ἀμφότεραι ἐκτὸς ἄλλων προϋποθέτουσι φυσικὴν κατάληψιν τοῦ πράγματος· διὰ νὰ ὑπάρξῃ δὲ νομικὴ κατάληψις, πρέπει νὰ προϋπάρξῃ διάνοια πρὸς τοῦτο, καὶ διάνοια τοιαύτη, ὡς εἶπον δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ τὸν λόγον, ὡς εἶπον, τοῦ εἰδικοῦ νόμου καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ ἀρχαῖον δίκαιον, διότι περὶ τούτου ὀρθότατα λέγει καὶ ὁ κ. Κόκκινος· καὶ ὑποστηρίξας ἐγὼ ὅτι ἔχομεν νόμον εἰδικὸν καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν πᾶν ἀντικείμενον κινητὸν τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν κυριότητα ἢ καὶ κατοχὴν κοινότητος ἢ ἀτόμου, τοῦτο θεωρεῖται ἀδέσποτον, καὶ ἐπὶ τούτου ἔχει ἀπόλυτον κυριότητα τὸ δημόσιον· μολονότι καὶ κατὰ τοὺς Ῥωμαίους καὶ κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου ἐθεωροῦντο ὡς ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, καὶ κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν δίκαιον δὲν ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν μίαν τινὰ ἰδέαν, ἥτις ἐῤῥίφθη εἰς τὸ κοινὸν ἀπὸ δημοσιογράφους τινάς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνεζητήθη αὐτὴ ἡ ἰδέα, καὶ ἰδοὺ ποία εἶναι αὕτη. Ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ τις ἀντικείμενα προαιώνια περιελθόντα διὰ διαφόρων τρόπων εἰς διάφορα διαδοχικὰ πρόσωπα, δὲν ἀπέβαλον τὴν ἰδιότητά των τὴν ἀρχικὴν καὶ δὲν περιῆλθον εἰς ἑτέρου τινος τὴν κυριότητα; Ἀπόδειξιν περὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου, κύριοι, δὲν ἔχομεν καμμίαν, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀντιποιοῦνται ταῦτο, δὲν φέρουν τοιαύτην ἀπόδειξιν· ὑποστηρίζουν τὴν γνώμην των στηριζόμενοι εἰς τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸ ζήτημα τῆς ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κυριότητος, ἀλλὰ, ὡς ἐμβριθέστατα ὁ καθηγητὴς κ. Κόκκινος ἀνέφερε, καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ δὲν ὑπάγεται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Ἀφοῦ δὲν ἔχομεν, κύριοι, ἀπόδειξιν, δύνασθε ὑμεῖς νὰ ὑποθέσητε, ὅτι εἰς τὰς διαφόρους ἀγοροπωλησίας τῶν γαιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὗται αἱ ἐκβολάδες ὑπάρχουσι καὶ αἵτινες ἀγοροπωλησίαι ἔλαβον χώραν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, ὑπῆρχεν ἡ διάνοια καὶ εἰς τὸν πωλητὴν καὶ εἰς τὸν ἀγοραστὴν νὰ πωλήσῃ ὁ μὲν καὶ νὰ ἀγοράσῃ ὁ ἕτερος ἀντικείμενον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἦτο παντάπασιν εἰς αὐτὸν ἄγνωστος; ἐπὶ ἀγνώστου καὶ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἰδιότητα ἀντικειμένου εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ διάνοια κτήσεως, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅπως ἐνθυμεῖται καὶ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, εἰς τὸν ὁποῖον σπουδαῖος ὀρυκτολόγος εἶπεν, ἐὰν κύριε Καλλιφρονᾶ σᾶς ἐχάριζον αὐτὰς τὰς γαίας εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἦτον ἀδύνατον νὰ τὰς ἀγοράσητε, διότι εἰς οὐδὲν ἤθελον σᾶς χρησιμεύσει, ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ ἰδιότης αὕτη τῶν χωμάτων ἄγνωστος ἐντελῶς· εἶναι οὕτω κ. Καλλιφρονᾶ;

§103ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα.

§104ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐὰν, κύριοι, ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἀντικείμενον ἀγοραπωλησίας ἢ μεταβιβάσεως, δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα ἄλλου; μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον, καὶ ἐβάρυνον ὑμᾶς εἰπὼν πλειότερα, ἔπραξα τοῦτο μόνον καὶ μόνον διότι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀφορᾷ μεγάλα συμφέροντα καὶ, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων, πρέπει οἱ βουλευόμενοι νὰ ὑπερακριβολογοῦμεν. Ὀλίγα μόνον προσθέτω ἐπὶ ἄλλης ἰδέας δυναμένης νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα. Σπουδαῖοι ἄνθρωποι ἐξετάσαντες μετὰ πολλῆς ἀκριβείας, μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ μετὰ τῆς μετριοπαθείας ἐκείνης ἥτις ἁρμόζει εἰς τίμιον ἄνθρωπον, ὅστις ζητεῖ μόνον τὸ δίκαιον, οἱ τοιοῦτοι κύριοι εἶπον ὅτι ἐν γένει πᾶσα ἡ ἔκτασις ἐκείνη ἦτον ἀδύνατον νὰ ἀνῆκεν εἰς ἰδιώτην· διότι καὶ σήμερον ἀκόμη, κύριοι, φέρει τὸν ἀδιαφιλονείκητον χαρακτῆρα ὅτι ἀπετέλει δάσος, εἶπον μάλιστα ὅτι ἐδέησε διὰ νὰ ἐξετάσουν τὰς ἐκβολάδας, νὰ κάμουν δενδροκοπὰς ἐπὶ ἡμέρας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἴς τινα μέρη ἡ ἔκτασις εἶναι ἀσκεπὴς, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀσκεποῦς γῆς ὑπάρχουν στοιχεῖα γεωλογικὰ ἢ ἐνδείξεις γεωλογικαὶ αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουν ὅτι καὶ ἡ ἔκτασις αὐτὴ εἶναι ἐθνική. Αὐτὸ, κύριοι, τὸ ἀνέφερον διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἠδυνάμην ἀπὸ πεποίθησιν πεφυσιωμένην, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὸ ἀντικείμενον, νὰ προέλθω εἰς τοιαύτην γνώμην, χωρὶς νὰ συλλογισθῶ ἄλλο τίποτε. Ἔχω καθῆκον, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ ὁ ὁποῖος μετὰ τόσου ζήλου ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι ἔχω ἀδιάσειστον πεποίθησιν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν· ἐὰν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ἰδιοκτησία ἀπὸ ἄλλον, οὐδέποτε ἤθελον καταδεχθῆ ἐνώπιον τοιούτου σώματος, ὁποῖον εἶσθε ὑμεῖς, νὰ ὑποβάλω γνώμην τοιαύτην, διότι σέβομαι τὴν περιουσίαν παντὸς οἱουδήποτε· ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν γνώμην, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου· τοὐναντίον εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἀρχῆς τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων πάντων, καὶ ἂν ἤθελον ἔχει τὸν παραμικρὸν δισταγμὸν, ὅτι μία τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἠδύνατο, κύριοι, νὰ παραβλάψῃ δικαιώματα ἄλλων κεκτημένα, ἢ ὁπωσδήποτε ν’ ἀμφισβητήσῃ αὐτὰ, δὲν ἤθελον ποτὲ ἔλθει μὲ τοιαύτην πεποίθησιν νὰ ἐξηγήσω τὸ φρόνημά μου εἰς ὑμᾶς. Ἐπὶ τοῦ προταθέντος ζητήματος, ἐὰν τῳόντι δώσητε αὐτὴν τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς σας εἶναι περιττὰ, καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ἡ κυβέρνησίς του θέλουσι λάβει τὴν καλωσύνην νὰ σκεφθῶσι πῶς θὰ διαθέσωσι τὴν δημοσίαν περιουσίαν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε περὶ φόρου οὔτε περὶ ἄλλου νὰ κάμωμεν λόγον. Ἐνταῦθα τελειώνω ἐπιφυλαττόμενος μετὰ τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν θὰ φέρητε, νὰ ἐξετάσω τὰ λοιπὰ σπουδαῖα ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα θὰ προέλθουν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τῆς ἐπιτροπῆς, αἵτινες διατυποῦνται εἰς τὴν ἔκθεσίν της τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀνὰ χεῖρας.

§105ΖΑΛΩΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι, ὑπέβαλον μίαν πρότασιν, ἥτις ἀμέσως συσχετίζεται μὲ τὸ λαυριακὸν ζήτημα· ἡ πρότασις αὕτη ἀπαιτεῖ ἢ μᾶλλον κατ’ ἀρχὴν ὑποστηρίζει τὸ ἀκόλουθον, ὅτι Λαυριακὸν ζήτημα ἀμέσως συσχετίζεται μὲ τὸ ὅλως ἐπιστημονικὸν μέρος. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου ἐπὶ τέλους λέγει καὶ τὸ ἀκόλουθον, ὅτι ἐπιστήμονες πρέπει νὰ μεταβῶσι καὶ ἐπισκεφθῶσι τὰ μέρη, καὶ ἀποφανθῶσιν εἰς τρόπον, ὥστε καὶ τὸ νομικὸν ζήτημα ἀμέσως θέλει ἔλθει πρὸς λύσιν του Καὶ λυποῦμαι ὅτι μία τοιαύτη πρότασις τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον κάμει δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἥτις καθόλου εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Κοκκίνου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ τὴν τύπωσιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, καθόσον ἐπιμένω ὅτι ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐπιστημονικοῦ θὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν λύσιν τοῦ νομικοῦ.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρότασις ἀναβολῆς αὕτη;

§107ΖΑΛΩΝΗΣ. Ὄχι δὲν προτείνω τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ ἐπιμένω ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀ. δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐμὲ ν’ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς, διότι ἡ νομικὴ λύσις τοῦ ζητήματος συσχετίζεται μὲ τὴν ἐπιστημονικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις αὕτη τυπωθῇ καὶ ἀμέσως συζητηθῇ.

§108ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ὑπὸ τὴν πίεσιν μιᾶς ἰδέας, ἥτις θέλω ν’ ἀρθῇ ἀπὸ τὴν κεφαλήν μου, διότι ἐῤῥέθη ὑπό τινος συναδέλφου μου, ὅτι εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα ἡ Κυβέρνησις πιέζεται ἐξωτερικῶς, ἐπιθυμῶ διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ νὰ βεβαιωθῶ τοῦτο.

§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.

§110ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Οὐδεμία διακοίνωσις ὑπάρχει;

§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔγειναν διακοινώσεις, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς κανένα τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων.

§112ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπεθύμουν, κύριοι, ὁλοψύχως, ὅπως οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ὁ κ. Κόκκινος ἀνέπτυξεν εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ, ἐπεθύμουν, λέγω, οἱ λόγοι οὗτοι νὰ ἠδύναντο νὰ πείσωσι καὶ ἐμὲ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν σκέψεων καὶ συμπερασμάτων εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε, διότι πραγματικῶς τὸ συμπέρασμα τοῦτο συμφέρει ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ μὲ ὅλην, κύριοι, ταύτην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν, ὑπὲρ τοῦ συμπεράσματος καὶ τῆς γνώμης τοῦ εἰρημένου ἀξιοτίμου καὶ πολυμαθοῦς καθηγητοῦ, ἀρχαὶ θεμελιώδεις ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι ν’ ἀποσπασθῶ, δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ τὴν θεωρήσω ὀρθὴν καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξω. Τὸ πρωτεῦον ζήτημα, κύριοι, εἶναι τοῦτο, ἐὰν αἱ λεγόμεναι ἐκβολάδες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν μεταλεῖον, ναὶ ἢ ὄχι· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀπ’ ἀρχῆς ἤμην τῆς γνώμης, ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν μεταλλεῖον· ἀλλὰ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος περιέρχομαι εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, εἶναι περιττὸν νὰ τοὺς ἐξηγήσω, διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως δὲν προέκυψεν ἐναντία τις ἰδέα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιληφθῶ ἐγὼ τοῦ θέματος τούτου. Κατὰ τὰς ἀρχὰς, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὡς πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν εἰσήχθησαν οἱ περὶ μεταλλείων νόμοι, ἕκαστος ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους ἐθεωρεῖτο κύριος καὶ τῶν ἐπικειμένων, ὡς καὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς τὸ ἔδαφος τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς αὐτόν· αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἥτις οὐδαμοῦ ἔπαυσεν κατ’ ἀρχὴν ἰσχύουσα, ἀλλὰ μόνον περιωρίσθη διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, οἱ ὁποῖοι χορηγοῦντες καὶ μέρος τι τῆς προσόδου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας, ἀναγνωρίζουσιν οὕτω τὸ ἀρχικὸν αὐτοῦ δικαίωμα. Οἱ νόμοι οὗτοι περὶ μεταλλείων ἤρχισαν νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Εὐρώπην κατὰ τὸν Μεσαιῶνα, ὅτε ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ ἡ ἰδέα, ὅτε τὰ μεταλλεῖα σχετιζόμενα μετὰ τοῦ βασιλ. δικαιώματος τῆς νομισματοποιΐας, ὡς παρέχοντα εἰς αὐτὴν τὴν ὕλην, ἀπετέλουν καὶ αὐτὰ βασιλ. δικαίωμα, καὶ ἔπρεπε ἑπομένως νὰ θεωρῶνται ὡς ἀποτελοῦντα ἰδιοκτησίαν ἰδιαιτέραν καὶ κεχωρισμένην τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἐδάφους. Ἐντεῦθεν προέκυψαν οἱ περὶ μεταλλείων νόμοι, καὶ ἐκ τῶν νόμων αὐτῶν ἠρύσθημεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἰδικόν μας. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ὅπως εἶπον, ὅταν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν ὑπάρξωσιν ὀρυκτὰ ἢ μεταλλεῖα, ταῦτα θεωροῦνται ἀποτελοῦντα ἰδιοκτησίαν ἰδιαιτέραν, ὑπὸ τοῦ κράτους παραχωρουμένην, καὶ δὲν θεωροῦνται ἀνήκοντα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους, εἰ καὶ ἐν ἀρχῇ, ὡς ὑπέδειξα, διατηρεῖται οὐδὲν ἧττον ἀνεγνωρισμένον δικαίωμά τι αὐτοῦ μαρτυροῦν τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ πλήρη κυριότητα. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ μόνος περιορισμὸς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν εἰς τὸ ἔδαφος ὑποκειμένων κτήσεων. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ ἐπικείμενα, οὐδεὶς νεώτερος νόμος περιορίζει αὐτά, οὐδεὶς νεώτερος νόμος ὑπάρχει, ὅστις νὰ θέτῃ περιορισμὸν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους εἶναι καὶ κύριος τῶν ἐπικειμένων εἰς αὐτό· καὶ αἱ ἐκβολάδες, ἤτοι τὰ μεταλλοῦχα χώματα τοῦ Λαυρίου, δὲν δύνανται ἑπομένως νὰ θεωρηθῶσιν εἰμὴ ὡς ἐπικειμένη οὐσία εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκείνην, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκονται· ἄρα οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ τὰς ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου ἀνήκουσιν, ὡς ἀποτελοῦσαι τὴν καλλιεργουμένην ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. Ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι καὶ λεπτολογίαι, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Κόκκινος καὶ κατ’ αὐτὸν ὁ κύριος Ζέγγελης ἀνέπτυξαν, ἀποδεικνύουσι νομικὴν δεξιότητα καὶ εὐφυΐαν, δὲν δύνανται ὅμως νὰ κατισχύσωσι τῶν γενικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑπομνήσω, οὔτε ἀρκοῦν νὰ ἐπισκοτίσωσι τὰς σαφεῖς καὶ ἀδιαφιλονεικήτους ταύτας ἀρχάς. Ἄλλως τε κύριοι, αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν, ἀνατρέπουν ἄρδην καὶ ἄλλην ἀρχὴν ἀΐδιον, τὴν ὁποίαν συνεπάγει ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου, ὅστις καθιεροῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὰς δι’ αὐτοῦ ἐπερχομένας ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολάς. Διὰ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κυρίου Κοκκίνου καὶ τοῦ κυρίου Ζέγγελη, ἡ παραγραφή, ἡ ἐξ ἀμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, ἥτις ἐπὶ ἀνεξιχνιάστων γεγονότων· καὶ μὴ δυναμένων νὰ διευκρινισθῶσιν περιστάσεων, παραδέχεται ὡς ἐν δικαίῳ ὑφισταμένην τὴν τελευταίαν αὐτῶν κατάστασιν, ἡ παραγραφή, λέγω, αὕτη πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Διότι, κύριοι, δυσκολεύομαι νὰ ἐννοήσω πῶς δύνανται οἱ εἰρημένοι κύριοι ὑπερπηδῶντες χιλιάδας χρόνων, πλέον τῶν 2,000 ἐτῶν, νὰ συνάπτωσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τοὺς ἀρχαίους ἰδιοκτήτας τῶν μεταλλευμάτων, νὰ συνάπτωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ νῦν δημοσίου ἐναντίον τῶν κατόχων, οἵτινες ἐπὶ τόσας χιλιάδας ἔτη κατεῖχον τὰ κτήματα ταῦτα. Ἐπίσης, κύριοι, ἀκατάληπτον μοί εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ὅπως βεβαιώσωμεν τὴν κυριότητα τῶν δένδρων τῶν κειμένων ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἐδάφους, πρέπει ἀνασκάπτοντες τὸ ἔδαφος νὰ παρακολουθήτωμεν τὰς ῥίζας αὐτῶν, καὶ ἐὰν μὲν ἴδωμεν ὅτι ἔφθασαν μέχρι τοῦ δεῖνος σημείου, νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὸν Α, ἐὰν δὲ ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ δεῖνος νὰ τὰ θεωρήσωμεν ἀνήκοντα εἰς τὸν Β καὶ τὰ παρόμοια. Διακρίσεις τοιαῦται, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἐκτελέσιμοι, καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἐπιφέρουν ἀνατροπὴν εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου; Φρονῶ λοιπὸν ἀναντιῤῥήτως, ὅτι αἱ ἐκβολάδες πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἀνήκουσαι εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται. Τὸ νὰ ὑπερπηδᾷ τις χρονικὰ διαστήματα τόσων χιλιάδων ἐτῶν, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων συνέβησαν τόσαι μεταβολαὶ καὶ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, τὸ νὰ ὑπερπηδᾷ τις, λέγω, τοιαῦτα διαστήματα, εἶναι ἅλμα μέγα καὶ δεινόν, τὸ ὁποῖον δύνανται ὀλίγοι μόνον ἀκινδύνως νὰ ἐκτελέσωσιν, ἀλλ’ εἰς τὸ ὁποῖον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τοὺς παρακολουθήσω.

§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ὀλίγα εἶπεν, ἀλλ’ ἡ σημασία τῶν λόγων του εἶναι πολλή· πρῶτον μὲν διότι τὸν ἐκτιμῶ εἰς ἄκρον διὰ τὴν νομομάθειάν του, δεύτερον δὲ διότι πρόκειται περὶ πλούτου λίαν σημαντικοῦ· πρόκειται περὶ πλούτου, ὅστις κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐμπειροτεχνῶν τοὺς ὁποίους διωρίσαμεν, συμποσοῦται εἰς ἀκαθάριστον ἀξίαν 224,000,000 δραχμῶν, εἰς καθαρὰν δὲ πρόσοδον ἀξίας 130,000,000, καὶ εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐστήριξε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ἐδάφους τοῦ νὰ καταλάβωσι τὴν σημαντικὴν ταύτην περιουσίαν, εἰς δύο λόγους· α) εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν νομικὴν «εἴκει τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις,» β) εἰς τὴν ἀρχὴν «τῆς ἐξ ἀμνημονεύτου χρόνου παραγραφῆς.» Φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς πλανᾶται εἰς ἀμφότερα. Πλανᾶται ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, διότι ἄριστα γινώσκει ὅτι ἡ ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶν ὅ,τι ἐπίκειται ἐπί τινος ἀκινήτου ἀνήκει εἰς τὸν κύριον τοῦ κτήματος, δηλαδὴ εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, ἤτοι τῆς ἐπιφανείας, δὲν ἐφαρμόζεται παρὰ εἰς δύο περιστάσεις· εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐπικείμενον συνδέεται μετὰ τοῦ ἐδάφους δι’ ἐνοικοδομήσεως, διότι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὑπάρχει ἀληθὴς σύνδεσμος μετὰ τῆς ἐπιφανείας, καὶ εἰς τὴν περίστασιν τῆς φυτείας, ὁπότε συμβαίνει τὸ αὐτό. Ἄλλως, κύριοι, ἠθέλαμεν τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ χάνωμεν πολὺ συχνὰ τὴν περιουσίαν μας καὶ πολὺ εὐκολώτερον τὴν κατοχήν· ἕκαστος ἐννοεῖ ὅτι τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ χάσῃ τὴν κυριότητα τῆς ἀσβέστου, τῶν λίθων κτλ. καὶ ἐν γένει παντὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε ῥίψει εἰς ἔδαφος ξένον, ἐὰν ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τὴν ἀρχὴν «τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις.» Ἀπεναντίας εἶναι τοσοῦτον αὐστηρὸς ὁ ῥωμαϊκὸς νόμος ὡς πρὸς τοῦτο, ὥστε τὰ παραπήγματα τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς γῆς δὲν τὰ ὑποβάλλει εἰς αὑτὸν τὸν κανόνα· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οἰκοδομὴ συνδεομένη μετὰ τοῦ ἐδάφους καὶ συναποτελοῦσα ἓν σῶμα, πρὸς ἕνα σκοπὸν ὑπηρετούντων τοῦ τε ἐδάφους καὶ τῆς οἰκοδομῆς, ὅπως ὁ νόμος παραδεχθῇ ὅτι τὸ κινητὸν τὸ οἰκοδομηθὲν ἐπὶ ξένης γῆς μεταβαίνει εἰς τὴν κυριότητα τῆς γῆς ταύτης. Καθὼς ἐπίσης ὁ ῥωμαϊκὸς νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ φυτεία ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ ξένου, φυτεία ἡ ὁποία συνδέει τὰ φυτὰ μετὰ τῆς γῆς, ἥτις τὰ τρέφει καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἀπαραλλάκτως ὅπως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οἰκοδομὴ ἄνευ ἐδάφους. Καὶ μόνον ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἰσχύει ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ θὰ ἦτο ἀτοπώτατον νὰ ὑποθέσητε ὅτι τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον τὸ ὁποῖον οἱ νεώτεροι ὠνόμασαν «ὁ γραπτὸς λόγος,» τὸ ὁποῖον δίκαιον ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τοῦ δικαίου ὅλων τῶν ἔκτοτε αἰώνων καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον νὰ ᾖναι οὐχὶ μόνον βάσις, ἀλλὰ καὶ σχολιαστὴς καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ δικαίου, ὅτι τὸ δίκαιον τοῦτο παραδέχεται δόγμα ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ὑπεστήριξε. Κανεὶς ῥωμαϊκὸς νόμος καὶ οὐδεὶς σχολιαστὴς δὲν ἤθελε λύσει τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· οὐδεὶς ἤθελεν εἰπεῖ ὅτι ὁ κύριος ἑνὸς εὐτελοῦς ἐδάφους δύναται ν’ ἀποκτήσῃ 10 καὶ 15 ἑκατομμυρίων δρ. μέταλλα αὐτούσια, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου ἐπισωρευθέντα. Ἡ δὲ ἑτέρα ἀρχὴ, κύριοι, τῆς ἐξ ἀμνημονεύτου χρόνου παραγραφῆς δὲν ἐφαρμόζεται ἐπίσης ἐνταῦθα. Διότι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ὅτι θέλομεν παράξει τὰ σημερινὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἐκ τῶν δικαιωμάτων ἅτινα ἀνῆκον εἰς τὴν ἀρχαίαν δημοκρατίαν τῶν Ἀθηνῶν. Βασιζόμενος ἐπὶ τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουν, ἰσχυρίζομαι καὶ ὀφείλω νὰ ἰσχυρισθῶ, διότι εἶναι καλὸν νὰ πολιτευώμεθα κατὰ τοὺς νόμους, ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ ἰδιοκτησία αὕτη σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τούτους ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος. Ἡ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθεῖσα ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου δικηγόρου κ. Κοκκίνου εἶναι βεβαίως σπουδαιοτάτη. Ὁ κ. Κόκκινος ἐμελέτησε ἐξ ἐπίτηδες διὰ νὰ γράψῃ ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου, διὰ νὰ γράψῃ διὰ τὴν δημοσιότητα, διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, κατέναντι καὶ τῶν ἡμεδαπῶν καὶ τῶν ξένων· εἶναι νομομαθὴς διακεκριμένος καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι δὲν ἐβασάνισε μετὰ μεγίστης ἐμβριθείας τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἔφερον αὐτὸν εἰς μίαν λύσιν καὶ γνώμην. Ἀλλὰ παραδόξως, κύριοι, ἡ περιουσία αὐτὴ ἡ πολύτιμος, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχομεν ἀρκετὴν σύνεσιν νὰ περιμαζεύσωμεν, πολλὰ συνωμοτοῦν ὅπως μᾶς δοθῇ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ σύστημα τῶν συλλογισμῶν τοῦ κυρίου Κοκκίνου, ἀλλὰ καὶ αἱ νομοθεσίαι πλείστων κρατῶν παλαιῶν καὶ νέων, καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ συντήρησις καὶ ἡ ἰσότης καὶ τὸ ἀναμφισβήτητον δίκαιον, συμφέρον. Ὅλα ταῦτα, κύριοι, συνωμοτοῦν εἰς τὸ νὰ μᾶς δώσουν τὴν περιουσίαν ταύτην. Αἱ ἐκβολάδες, ὡς δὲν ὑπάρχει οὐδεμία σήμερον ἀμφισβήτησις, εἶναι ἡ μεταλλοῦχος γῆ τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχαῖοι ἀποχωρίσαντες τὸ πλουσιώτερον μέταλλον, ἀφῆκαν ἐπὶ τόπου, ἀπαραλλάκτως ὅπως θὰ συμβῇ καὶ τὴν σήμερον εἰς τοὺς μεταλλευτὰς οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ μεταλλευθῶσι τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου· διότι καὶ αὐτοὶ, εὑρόντες τὴν gallène ἐντὸς τῶν μεταλλούχων ὀρέων, θέλουν εὕρει αὐτὴν, ὅπως ἀπεδείχθη, μὲ χώματα μεταλλοῦχα ἀναμεμιγμένην ἀπαράλλακτα μὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον ὑπὸ τὸ ὄνομα ἐκβολάδες. Τὴν σήμερον ἡ τέχνη δίδει τὰ μέσα εἰς τὸν μεταλλευτὴν νὰ παραλείψῃ ἐκ τῶν ἐκβολάδων τούτων μέρος ἢ καὶ οὐδὲν μέρος· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὁπότε δύο περιστάσεις, μὴ συντρέχουσαι σήμερον, συνέτρεχον τότε, αἱ ἐκβολάδες ἦσαν πολλαὶ καὶ σώζονται διὰ τοῦτο πολλαί. Αἱ δύο περιστάσεις εἶναι, πρῶτον ἡ ἀτέλεια τῆς τέχνης καὶ αἱ περιωρισμέναι γνώσεις τῆς χημείας τῶν ἀρχαίων, καὶ δεύτερον ὁ πλοῦτος τὸν ὁποῖον περιεῖχον τὰ μεταλλεῖα ἐν ἀρχῇ. Διὰ τὸν δεύτερον δὲ τοῦτον λόγον βλέπομεν ὅτι οἱ ἀρχαῖοι, ἀφοῦ τὰς φλέβας τοῦ μεταλλείου τὰς πλησιαζούσας περισσότερον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἐξεμετάλλευσαν παντοῦ, προχωρήσαντες δὲ εὗρον τὰ μεταλλεῖα πτωχότερα καὶ ἀπήντησαν περισσοτέρας δυσκολίας πρὸς ἀνόρυξιν, ἐστράφησαν πάλιν πρὸς τὰ χώματα ἤτοι πρὸς τὰς ἐκβολάδας. Αἱ ἐκβολάδες λοιπὸν εἶναι καὶ αὐταὶ μεταλλεῖον, εἶναι χῶρος μεταλλοῦχος, ἀλλὰ διαφεύγει τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τοῦ 1861, διότι εἶναι χῶρος μεταλλοῦχος κείμενος οὐχὶ ὑπὸ, ἀλλ’ ὑπὲρ τὴν ἐπιφάνειαν, δὲν εἶναι δὲ μεταλλοῦχος φλὲψ, ἢ ὄγκος ἢ κοίτασμα ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν, ἐκεῖ τεθὲν ὑπὸ τῆς φύσεως, εἶναι ἔργον χειροποίητον· αὐταὶ δὲ αἱ δύο ἰδιότητες αἱ ὁποῖαι συνοδεύουσι τὰς ἐκβολάδας, ὅτι εἶναι μεταλλοῦχος χῶρος καὶ διαφέρει ἀποτόμως τῶν μεταλλείων περὶ ὧν προβλέπει ὁ νόμος περὶ παραχωρήσεως ἀποφασίζουσι περὶ τε τοῦ ζητήματος ἂν αἱ ἐκβολάδες δύνανται νὰ θεωρηθῶσι ποτὲ ὡς παραχωρηθεῖσαι καὶ συγχρόνως ἀποφασίζουσι περὶ τοῦ εἰς τίνα ἀνήκουσιν. Θέλω μιμηθῆ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης ὡς πρὸς τοῦτο, ὅστις παρέλειψε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν παρεχωρήθησαν εἰς κανένα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων. Τοῦ θέματος τούτου μὴ ἀμφισβητουμένου μεταβαίνω εἰς τὸ ἕτερον. Αἱ ἐκβολάδες, κύριοι, ἐξακολουθοῦν, ὡς προεῖπον, νὰ ἦναι μεταλλεῖον κείμενον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, κείμενον μάλιστα ἐν αὐτοῖς τοῖς μεταλλείοις τῶν ἀρχαίων· διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν καὶ κατὰ τοὺς μεταβάντας ἐπιτοπίως, τὰ μεταλλεῖα ταῦτα, αἱ ἐκβολάδες, εἶναι πέριξ τῶν φρεάτων· τὰ φρέατα γνωρίζετε ὅτι δὲν ἀνορύττονται, εἰμὴ ὅπου ὑπῆρχε μέταλλον διὰ νὰ φθάσῃ μέχρις ἑνὸς σημείου ὁ μεταλλευτὴς ὅθεν ν’ ἀρχίσῃ νὰ κατασκευάζῃ τὴν στοάν του. Πέριξ τῶν χειλέων τοῦ φρέατος τούτου τοῦ κατασκευασθέντος πρὸς μετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου ἐῤῥίφθησαν καὶ κεῖνται αἱ ἐκβολάδες ὡς ἀνεστραμμένοι κῶνοι, ἀληθὲς μεταλλεῖον, ἐξ οὗ ἐξώρυττον οἱ ἀρχαῖοι τοῦ Στράβωνος καὶ ἐχώνευον τὰ μεταλλοῦχα χώματά του, ὅπως οἱ πρὸ αὐτῶν τὴν gallène ἢ τὴν ἀργυρῖτιν. Εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ ἰδιοκτησία τῶν χωμάτων τῶν οὕτω πως ἐκεῖ ἐπισωρευθέντων, καὶ ἐκεῖ κειμένων; Μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὴν νομοθεσίαν τῶν Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων καὶ Βυζαντινῶν· διὰ τοῦτο ὀλίγας λέξεις θέλω προτάξει μόνον πρὸς τέρψιν περὶ τῆς τύχης τῶν μεταλλείων ἐπὶ τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ πάντες γνωρίζετε ὅτι τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ δημοκρατία τῶν Ἀθηναίων ἐνοικίαζεν αὐτὰ ἀϊδίως εἰσπράττουσα δύο φόρους, ὧν ὁ μὲν ἦτο ὁ τῆς εἰσόδου ἢ φόρος κατοχῆς, δηλαδὴ ὁ ἐνοικιαστὴς μετὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐνοικίασιν ἑνὸς μεταλλείου ἐπλήρωνε εἰς τὴν ἀθηναϊκὴν πολιτείαν ὡρισμένον τίμημα, μόνον καὶ μόνον ἵνα εἰσέλθῃ, κατόπιν δὲ ἐπλήρωνεν ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματός του 1/24 ἐκ τοῦ ἀκαθαοίστου. Οὐδαμοῦ ἀπαντᾶται εἰς τὰς πηγὰς τῶν ἀρχαίων, ὅτι ὑπῆρχον ἰδιωτικὰ μεταλλεῖα ἐπὶ τοῦ Λαυρίου. Τὰ μεταλλεῖα τῶν ἀρχαίων εἰς τὸ Λαύριον ἦσαν πολλὰ, διότι ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας βλέπομεν σήμερον. Τὰ μεταλλεῖα ἦσαν πολλὰ διότι χῶρον σμικρὸν ἕκαστος ἐνοικιαστὴς ἐλάμβανε κατὰ παραχώρησιν ἀπὸ τὸ δημόσιον. Ἐπὶ Ῥωμαίων δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ἐπὶ αὐτοκρατορίας δὲν ἐξηκολούθουν τὰ μεταλλεῖα νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ δημόσιον. Ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς αὐτοκρατορίας, κύριοι, τὰ μεταλλεῖα ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον τῆς Ῥώμης ἀπαραλλάκτως, ὅπως ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον τῶν Ἀθηνῶν, ὅπερ τὰ ἐνοικίαζε. Μάλιστα ὁ πολὺ ἐνδιατρίψας περὶ τὰ τοιαῦτα, ὁ διασημότατος καὶ φιλόλογος Βοίκιος κάμνει ταύτην τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ πνεύματος τῆς δημοσίας οἰκονομίας τῶν Ῥωμαίων καὶ τοῦ πνεύματος τῆς δημοσίας οἰκονομίας τῶν Ἀθηναίων, καὶ ἀποδίδει τὸ βραβεῖον εἰς τοὺς Ἀθηναίους. Οἱ Ἀθηναῖοι, λέγει, ἔδιδον τὰ μεταλλεῖα εἰς μίσθωσιν διὰ παντὸς, ἐνῷ οἱ Ῥωμαῖοι μόνον προσωρινῶς· ἐξετάζων δὲ τὴν διαφορὰν εὑρίσκει, ὅτι τὸ δεύτερον σύστημα τῶν Ῥωμαίων ἦτο ἐσφαλμένον δι’ οὓς λόγους ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι ὁ πρόσκαιρος μισθωτής, διότι ἐπιζητεῖ ταχύτερον νὰ κερδίσῃ ἐπιζητεῖ τὸ πλουσιώτερον μετάλλευμα, ἀμελεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἑπομένως ἀμελεῖ τὰς στοάς, τὰς θαλαμώσεις, κτλ. Δύναμαι μάλιστα νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ἔχει ἄδικον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, νὰ τὸν ὑπενθυμίσω τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Τιβέριος, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε ψήφισμα αὐτοκρατορικὸν δι’ οὗ ἀπηγόρευσε καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν πᾶσαν μετάλλευσιν ἐν μεταλλείοις. Οἱ μεταγενέστεροι αὐτοκράτορες ἔδιδον τὰ μεταλλεῖα εἰς μίσθωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνουν εἰς τὸ δημόσιον οἱ ἐνοικιασταὶ ὡρισμένον κανόνα. Ἐὰν ἄλλος τις ἐκ τῶν μὴ εἰδότων νομικὰ ἀγνοῇ τὴν σημασίαν τῆς διατάξεως ταύτης, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ τὴν ἀγνοῇ· διότι ἠξεύρει ὅτι ὁ κανὼν δὲν πληρώνεται παρὰ εἰς τὸν κύριον, εἶναι τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ ἐμφυτευτής, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ αὐτὸς μισθωτὴς ἀλλὰ μισθωτὴς διηνεκής. Αὐτό, κύριοι, τὸ δίκαιον τῶν αὐτοκρατόρων, πρὸ πάντων τῶν Βυζαντινῶν, ὅπως σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ τὸ γνωρίζωμεν, ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ μεταλλείων· διότι, ὡς ἠξεύρετε, οἱ Βυζαντινοὶ νόμοι ἴσχυον καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἰσχύουν μέχρι σήμερον. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τοὺς Βυζαντινοὺς καὶ Ῥωμαϊκοὺς νόμους διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν μεταλλείων ἐπὶ τουρκοκρατείας, διότι μᾶς προστατεύει ὁ νόμος ὁ τουρκικός. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ γνώμη ἐναντία, ὅτι κατὰ τοὺς τουρκικοὺς νόμους, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κατὰ τὴν βούλησιν τοῦ Σουλτάνου, ἡ ὁποία δὲν ὑπάγεται εἰς νόμον, οἱ κατακεκτημένοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι δικαίωμα ἐπὶ μεταλλείων. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἔθνους ἄλλου, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν Τούρκων, περὶ ἑτέρας καὶ οὐχὶ περὶ τῆς ἐπικρατείας τοῦ Σουλτάνου, ἴσως ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τοῦτο· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν Τούρκων δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐνδιατρίψωμεν πολύ, διότι κανεὶς δὲν θέλει ἀρνηθῆ ὅτι τὸ προέχον δίκαιον ἦτο ἡ αὐθαιρεσία τοῦ δεσπότου. Εὐτυχῶς μάλιστα, πλὴν ἄλλων μαρτυριῶν αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς Ἄγγλου Οὔτλερ ὀνομαζομένου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα περιώδευσεν εἰς τὴν Δαλματίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπεσκέφθη δὲ καὶ τὸ Λαύριον. «Ἐκεῖ, λέγει ὁ Οὔτλερ, δὲν γίνεται καμμία μετάλλευσις καί τοι κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τοσοῦτος πλοῦτος ἐξήγετο ἐκ τῶν ἐρήμων ἐκείνων τόπων, ὅπερ ἀποδεικνύεται, οὐ μόνον ἐκ τῆς ἱστορίας ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς στάκτης, τὴν ὁποίαν εὗρον ἐκεῖ. Ἔμαθον δὲ παρὰ τῶν κατοίκων ὅτι χρυσοχόοι τῶν Ἀθηνῶν ἤρχοντο κρυφὰ ἐνίοτε καὶ ἀπέκοπτον τεμάχια ἐκ τοῦ μεταλλείου, τὸ ὁποῖον κρυφὰ εἰς τὰ ἐργοστάσιά των ἀνέλυον καὶ ἐξῆγον ἄργυρον· τοῦτο δὲ ἔπραττον κρυφίως διότι ἐφοβοῦντο, ὅτι ἂν οἱ Τοῦρκοι ἤθελον μάθει ὅτι ἐκ τοῦ μετάλλου ἐκείνου προήρχετο ἄργυρος, ἤθελον καταδικάσει τοὺς κατοίκους εἰς τὴν δουλείαν τοῦ νὰ δουλεύωσιν ἐν τοῖς μεταλλείοις». Λοιπόν, κύριοι, αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες ἔκειντο ἐκεῖ νεκραὶ περὶ τὰ φρέατα τῶν ἀρχαίων, οὐδεὶς τὰς ἐπλησίαζεν, οὐδεὶς τὰς ἐμεταχειρίσθη, καὶ εἶναι θαῦμα πῶς κατώρθωσαν νὰ πλάσωσί τινες δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔθεσαν τὴν χεῖρα, δὲν ἐνήργησαν καμμίαν πρᾶξιν, οὔτε κατοχῆς, οὔτε ἰδιοκτησίας· ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι οὔτε κἂν εἶχον γνῶσιν ὅτι ὑπῆρχον τοιοῦτοι θησαυροὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Πρέπει κύριοι, νὰ κατεφρόνησαν ὁλοτελῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας οἱ ὀνομάσαντες αὐτὸ ἱερὸν, ἀποφασίσαντες νὰ περιβάλωσι μὲ τὸ ἱερὸν αὐτῆς ὄνομα ἓν δικαίωμα νόθον καὶ οὐτιδανόν, ὅπερ ἔπλασαν, δὲν ἠξεύρω πῶς, τινὲς ἐν τῇ Ἀττικῇ. Καθὼς ἠκούσατε ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ὁ κ. Κόκκινος προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξῃ διὰ τῆς θεωρίας περὶ ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τῶν κινητῶν τὸ πρόβλημά του, καὶ ἡ θεωρία αὐτοῦ εἶναι βεβαίως καὶ ἀναμφισβητήτως ὀρθή· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ἠθέλομεν περιορισθῆ ἐπὶ μόνης τῆς ἱστορικῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῆς τῶν μεταλλείων ἰδιοκτησίας, ἢ ἐὰν ἠθέλομεν καὶ νομικῶς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὴν θεωρίαν περὶ κυριότητος τῶν ἀκινήτων, πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα ἠθέλομεν φθάσει. Ὑποθέτω ὅτι παρουσιάζεταί τις καὶ μοὶ λέγει, ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτης αὐτῶν τῶν θησαυρῶν· ἤθελον τὸν ἐρωτήσει, «πότε τὸ ἔμαθες ὅτι εἶσαι ἰδιοκτήτης;» δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ μοὶ ἔλεγεν, ἐὰν ἡ ἀπάντησίς του ἦτο εἰλικρινής, «προχθές.» Ἐὰν παρουσιασθῇ εἷς χωρικὸς τοῦ Λαυρίου ἢ τῆς Κερατέας καὶ μοὶ ἔλεγεν «ὅτι εἶναι κύριος τοῦ σωροῦ τοῦ Κυπριανοῦ,» ἤθελον τὸν ἐρωτήσει «ἀπὸ πόσα στρέμματα σύγκειται καὶ πόσα ἐπλήρωσε νὰ τὸν ἀγοράσῃ;» Ἐὰν ἦναι εἰλικρινής, θέλει μοῦ ἀπαντήσει ὅτι ὁ ἄχρηστος οὗτος δι’ αὐτὸν σωρὸς ἐπὶ 135 στρεμμάτων κεῖται ἐντὸς 3 ζευγαρίων τὰ ὁποῖα ἠγόρασε διά τινας ἑκατοστυίας γρόσια, καὶ ὅτι προχθὲς ἔμαθεν ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ κεῖνται 14 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν σκωριῶν ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν ἐπώλησεν, ἤθελον τῷ εἴπει, ἐγνώριζεν ὅτι σοὶ πωλεῖ ἐκβολάδας; τί ἤθελε μοὶ ἀπαντήσει, ἐὰν ἦτο εἰλικρινής; ὅτι δὲν τὸ ἐγνώριζε καθὼς οὐδ’ αὐτὸς· διότι κανεὶς πλὴν τοῦ φρενοβλαβοῦς δὲν ἠδύνατο νὰ πωλήσῃ τὸν σωρὸν τοῦ Κυπριανοῦ ἀξίζοντα 14,000,000 δραχ. διὰ 1000 ἢ καὶ δισχίλια γρόσια ἐντὸς μιᾶς περιοχῆς τριῶν ζευγαρίων τόπου. Ἤθελον τὸν ἐρωτήσει, ἐὰν μοὶ ἔλεγεν ὅτι δὲν ἔχει μὲν τίτλον, ἀλλὰ διὰ τῆς χρησικτησίας ἐγένετο κύριος, «τί κατεῖχες;» θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ᾖναι εἰλικρινὴς, ὅτι «δὲν τὸ ἐγνώριζε ποτέ.» Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ νομοθεσία ἡ ὁποία μᾶς διέπει; ὅτι παραχωρεῖ τὴν κυριότητα, ἣν ὁ νόμος καλεῖ ἱερὰν, ὑπὸ τοιούτους ὅρους; ὅτι δίδει κατοχὴν καὶ κυριότητα εἰς τὸν ἄνθρωπον ὅστις δὲν γνωρίζει τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον βλέπει καὶ ὁ ὁποῖος οὐδέποτε τὸ μετεχειρίσθη, διότι εἰς οὐδεμίαν χρῆσιν ἠδύνατο νὰ τῷ χρησιμεύσῃ; Ἀλλ’ οἱ νόμοι, κύριοι, δὲν περιέβαλον τὴν ἱερὰν ἰδιοκτησίαν μὲ τόσον σαθρὰς ἰδιότητας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ συζητήσωμεν νομικὰ ζητήματα ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ· σᾶς ἀναφέρω ὅμως ἓν παράδειγμα, ἁπλῶς διὰ μίαν ἰδέαν. Κατὰ τὰς πηγὰς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἐστάλη τις διὰ νομίμου τρόπου εἰς τὴν κατοχὴν ἑνὸς ἀγροῦ· μετέβη εἰς τὸν ἀγρὸν καὶ τῳόντι τὸν κατέλαβε· τὸν κατέλαβε διότι εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν καὶ ἤρχισε νὰ τὸν καλλιεργῇ. Φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐγένετο ἀναμφισβητήτως κάτοχος· τί λέγουσιν ὅμως οἱ Ῥωμαῖοι; οὐδέποτε ἀπέκτησε τὴν κατοχήν· διότι καί τοι ἐστάλη εἰς τὸν ἀγρὸν νομίμως, καί τοι εἰσῆλθε, καί τοι τὸν καλλιεργεῖ, ἐν τῷ νῷ ὅμως εἶχεν, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς ἀγρὸν ἄλλον καὶ διὰ τοῦτο κάτοχος δὲν ἐγένετο. Τὸ παράδειγμα τοῦτο, κύριοι, τὸ παρουσιάζουν οἱ Ῥωμαῖοι νομοδιδάσκαλοι μὲ τὰ δύο ὀνόματα τοῦ Σεμπρωνίου καὶ τοῦ Κορνηλίου. Ἐστάλη τις εἰς τὴν κατοχὴν ἑνὸς ἀγροῦ Σεμπρωνιανοῦ· ὑπῆγεν εἰς τὸν ἀγρὸν καὶ τὸν κατέλαβε, φρονῶν ὅτι εἶναι ὁ Κορνηλιανὸς ἀγρός· ὅταν ἔφθασεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τὸ ζήτημα, αἱ ὑλικαὶ πράξεις τῆς κατοχῆς δὲν τῷ ἐχρησίμευσαν ἵνα τῷ δώσωσι τὴν κατοχήν· ὁ δικαστὴς ἀπεφάνθη, ὅτι τὸν ἀγρὸν αὐτὸν οὐδέποτε ἔλαβεν εἰς τὴν κατοχήν του, διότι ἡ διάνοιά του εὑρίσκετο εἰς πλάνην, καί τοι ὁ ἀγρὸς δὲν ἔπαυσε διὰ τοῦτο νὰ ᾖναι ὁ Σεμπρωνιανός, αὐτὸς ἐκεῖνος εἰς ὃν ἐστάλη καὶ τῆς καλλιεργείας τοῦ ὁποίου νομίμως ἐπελάβετο. Εἴτε λοιπὸν τὴν θεωρίαν τῆς κυριότητος τῶν κινητῶν θελήσητε νὰ ἀκολουθήσητε, ὡς ὁ κ. Κόκκινος, εἴτε τὴν θεωρίαν περὶ κυριότητος τῶν ἀκινήτων, δὲν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπεκτήθη δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, αἱ ὁποῖαι κεῖνται πέριξ τῶν φρεάτων τῶν ἀρχαίων μεταλλείων, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ἀνεγνωρισμένον, ὅτι οὐδέποτε οἱ κάτοικοι ἐποιήσαντο χρῆσιν αὐτῶν, οὐδέποτε εἶχον τὴν ἰδέαν καὶ τὴν γνῶσιν εἰς τί αὗται συνίστανται καὶ εἰς τί ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν, ἔκειντο δὲ πάντη ἄγνωστοι. Συγχωρῆσατέ μοι, κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα τῶν σπουδαίων αὐτῶν ζητημάτων δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς μία ἐπικράτεια οὕτω πως κρίνουσα περὶ αὐτοῦ τοῦ πλούτου, ἠδύνατό ποτε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε τὴν ἐγκαταλιμπάνει· ὅταν ἡ ἐπικράτεια λέγῃ σέβομαι, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ τὸ σέβομαι, διότι ὁ πρῶτος καταλαβὼν 200,000,000 δραχμῶν ἐν Λαυρίῳ εἶναι ἰδιοκτήτης αὐτῶν, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε ἔθνος ἔχον αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως θὰ εἰμπορέσῃ ποτὲ νὰ ἐννοήσῃ. Καθιερώθη αὐτὸς ὁ κανὼν διὰ τὸ πτηνὸν, τὸ ὁποῖον φονεύομεν, καθιερώθη διὰ τὸν ἰχθῦν, τὸν ὁποῖον ἀγρεύομεν, καθιερώθη διὰ τὰ εὐτελῆ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τῆς δυνάμεως ἑνὸς ἑκάστου νὰ συλλάβῃ· ἀλλὰ βεβαίως λείπει τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως ἀπὸ τὴν ἐπικράτειαν ἐκείνην, ἡ ὁποῖα ἤθελε σκέπτεσθαι περὶ τοιούτων ζητημάτων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καθ’ ὃν σκεπτόμεθα ἡμεῖς. Ἀντιβαίνει κύριοι, εἰς τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος ἡ διαγωγή μας, καὶ εἶναι ἐναντία πρὸς τοὺς νόμους μας, οἵτινες τὴν ἀποδοκιμάζουσιν. Οὐ μόνον πρὸ ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἀρχαίων, τόσον τῶν Ἑλλήνων ὅσον καὶ τῶν Ῥωμαίων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν συγχρόνων θέλετε ἀπαντήσει πολλὰ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα, προκειμένου περὶ σπουδαίων τοῦ πλούτου ζητημάτων καὶ εἰδικῶς περὶ τῶν ζητημάτων τῶν μεταλλείων, δὲν φέρονται μὲ αὐτὴν, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, τὴν ἐπιπολαιότητα. Ἐνῷ κατὰ τὴν ἱστορίαν ἀνέκαθεν καὶ χωρὶς διακοπῆς αὐτὰ τὰ μεταλλεῖα τῶν ἐκβολάδων ἀνῆκον εἰς τὸ ἔθνος, δηλαδὴ ἀνῆκον εἰς πάντας, βεβαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι ἐναντίον τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος θέλομεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὰ ἰδιοκτησίαν ἑνὸς ὁ ὁποῖος οὐδὲ ἐξώδευσεν, οὐδὲ ἐμόχθησεν, οὐδὲ ἐγίνωσκεν ὅ,τι ἔχει, οὐδὲ πώποτε μετεχειρίσθη, καὶ ταῦτα ἐν ᾧ πρόκειται περὶ μετάλλων, τὰ ὁποῖα εἰς ἔθνη πεφωτισμένα καὶ εὐνομούμενα ἐθεωρήθησαν καὶ εἶναι ἰδιοκτησία τῆς ἐπικρατείας. Ἀκούσατε, κύριε, τὰς νομοθεσίας. Ὁ νόμος ὁ αὐστριακὸς, ὁ νέος νόμος τῆς 23 Μαΐου 1854, οὐδὲν δικαίωμα ἀναγνωρίζει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας ἐπὶ τῶν μεταλλείων, διότι ἐπ’ αὐτῶν ὑπάρχει τὸ λεγόμενον droitrégalien· Droitrégalien εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ στέμματος· δικαίωμα δὲ τοῦ στέμματος πρέπει νὰ ἐννοήσητε ὡς συνήθως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας. Ἑπομένως οὐδὲν λαμβάνει ἐπὶ καθαροῦ ἢ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος τοῦ μεταλλείου ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας, ἁπλῶς δὲ μόνον ἀποζημίωσίν τινα λόγῳ τῆς κατοχῆς αὐτῆς. Εἰς τὴν Αὐστρίαν λοιπὸν, κύριοι, τὰ μέταλλα θεωροῦνται ἰδιοκτησία τῆς ἐπικρατείας ἢ τοῦ στέμματος, καὶ εἰς οὗτινος δήποτε ἰδιώτου τὴν ἰδιοκτησίαν ἀνακαλυφθῶσιν, ὑπὸ τὴν γῆν ἢ ἐπὶ τῆς γῆς, δηλαδὴ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ποσοστὸν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, εἰμὴ μόνον δικαίωμα ἔχει ν’ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν κατοχὴν, διότι θὰ τῷ ἀφαιρεθῇ τὸ γήπεδον ὑπὸ τὸ ὁποῖον εὑρέθη τὸ μέταλλον. — Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάγονται ἔτι καὶ σήμερον εἰς τὸ αὐτὸ δίκαιον, τὸ droitrégalien, ἅπαντα τὰ μέταλλα τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου. Σημειώσατε δὲ, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰσχύει ἡ ἀρχὴ ὅτι τὰ μέταλλα ἀνήκουσιν εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους. Ἐν τούτοις εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐν ᾗ ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, δὲν ὑπάρχει ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν μεταλλείων τοῦ ἀργύρου καὶ τοῦ χρυσοῦ· ἐκεῖ τὸ δικαίμα τῆς ἰδιοκτησίας ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι σεβαστόν. Ἐπίσης εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὰ μεταλλεῖα τοῦ μολύβδου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ Δέρβυσιρ ἀνήκουσιν εἰς τὸ στέμμα ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ droitrégalien. Τοιαῦτα ἦσαν ἄλλοτε πάντα τὰ μέταλλα, ἀλλ’ ἡ ἐπικράτεια παρῃτήθη τῶν ἄλλων μικρὸν κατὰ μικρόν. —Εἰς τὴν Σουηδίαν καὶ τὴν Νορβηγίαν ἐπικρατεῖ ἐπίσης ἡ ἀρχὴ τοῦ droitrégalien, ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἐδάφους δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοήν.—Ἐν Ἱσπανίᾳ ὡσαύτως ἡ ἰδιοκτησία τῶν μεταλλείων ἀνήκει εἰς τὸ κράτος, ἢ εἰς τὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος εἶχε πρὶν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ἐπὶ τῶν προϊόντων τοῦ μεταλλείου. Τὸ ἐννοῶ, κύριοι, εἰς τὰς νομοθεσίας ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας καθιστῶσι συμμέτοχον τῶν μετάλλων τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας καὶ τοῦ δίδουσιν εἴτε πολὺ εἴτε ὀλίγον ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου, τὸ 5%, ἢ τὸ 3 ἢ τὸ 2 τοῖς 100, ἐννοῶ κἄπως τὴν ἀμφισβήτησιν ἂν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἀποῤῥοφᾶται ἀπὸ τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπως εἰς τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερα, ἐκεῖ ὅπου οἱ ἰδιοκτῆται οὐδὲν λαμβάνουσιν ἐκ τῶν μεταλλείων τούτων, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἰδιοκτησία ἀνάγεται εἰς μικροτάτην τινὰ ἀποζημίωσιν, διότι ἀφαιρεῖται ἡ κατοχὴ τοῦ ἐδάφους, ἐκεῖ ἡ κυριότης τοῦ Κράτους εἶναι πλήρης καὶ ἀπὸ αὐτῆς ἀποῤῥέουσιν ὅλαι αἱ περὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων διατάξεις, ὡς εἶναι πλήρης καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ τὴν ὁποίαν δυστυχῶς μὲ τὰς θεωρίας τὰς ὁποίας ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἐντελῶς καταστρέφομεν. Καὶ τῳόντι, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὁποῖον λόγον δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅταν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ζητῶμεν νὰ παραχωρήσωμεν, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου πλούτου, πρὸς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι, καθὼς σᾶς προεῖπον, οὔτε ἐγνώριζον, οὔτε μετεχειρίσθησαν, οὔτε γνῶσιν ποτὲ εἶχον τῆς ἀξίας, τοῦ περιεχομένου, τῆς χρησιμότητος τοῦ ἀντικειμένου, τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν ἐπικράτειαν, εἰς ἣν ἀνῆκε πάντοτε, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκεν ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσχυε τὸ Βυζαντινὸν δίκαιον, ὅπερ ἰσχύει μέχρι καὶ τῆς σήμερον, καὶ μάλιστα μετὰ τὸ 1837, ἀπὸ τοῦ ὁποίου σὺν τοῖς ἄλλοις ἤρχισε νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀρχὴ ὅτι τὰ ἀδέσποτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν. Ἤθελον, κύριοι, ἀναγνωρίσει καὶ ἤθελον εὐχαρίστως παραχωρήσει, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, τὸ δικαίωμα εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον νὰ θησαυρίσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς θησαυροὺς καὶ ἐπὶ ἁπλαῖς μόνον ἐνδείξεσι δικαιώματος ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἂς παρεβιάζετο καὶ τὸ προνόμιον τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ κράτους καὶ τὸ δίκαιον τῆς ἰσότητος καὶ αὐτὸ τὸ δίκαιον τῆς συντηρήσεως, (διότι ἔχομεν παράδειγμα πρόσφατον ὅτι καὶ τὰς σκωρίας καὶ τὰς ἐκβολάδας εἰς χεῖρας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὰς παρεδώσαμεν χωρὶς νὰ προέρχεται εἰς αὐτοὺς κανὲν σχεδὸν ὄφελος, διότι, ὅπως εἴδομεν τὰς μετεπώλησαν ἐπὶ εὐτελεστάτῳ τιμήματι καὶ τὰς μετεπώλησαν διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι οὐδὲν ἐξώδευσαν, οὐδὲν ἐκοπίασαν διὰ νὰ τὰς ἀποκτήσουν, καὶ δεύτερον διότι δὲν ἐγνώριζον τὴν ἀξίαν των...) Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ὁποῖος νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι πρὸ τοῦ 1837 ἔγινεν ἐκμετάλλευσις, χώνευσις, ἀνασκαφὴ, ἐκτόπισις τῶν ἐκβολάδων; ὑπάρχει τις ὅστις δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὰς ἐκβολάδας τὰς περὶ τὰ φρέατα ἐν τοῖς μεταλλείοις τῶν ἀρχαίων τὰς ἐγνώριζε, τὰς μετεχειρίζετο, τὰς ἔκαμεν ἀντικείμενον κτήσεως; Ἐξ ἐναντίας ὅλαι αἱ παραδόσεις καὶ ὁλόκληρος ἡ ἱστορία τῶν παρελθόντων χρόνων ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ πάντες ἀπεῖχον ὡς ἀπὸ φοβεροῦ στοιχείου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ τοῖς προξενήσῃ μέγα κακὸν καὶ μέγαν κίνδυνον, αὐτὴν τὴν δουλείαν τοῦ ἐργάζεσθαι ἐν τοῖς μεταλλείοις πρὸς ὄφελος τοῦ κυριάρχου. Ἐννοῶ τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅταν ᾖναι πλήρης, ὅταν ἔχῃ ἅπαντα τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα παράγουν τὴν ἱερότητα ταύτην· ἀλλ’ ὅταν ἔρχεσθε καὶ ῥίπτετε τὴν ἰδιοκτησίαν τόσον χαμηλὰ, ὅταν ἔρχεσθε λέγοντες ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πρῶτος τὴν κατέλαβε διὰ τοῦ ὀφθαλμοῦ χωρὶς νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν καταλάβῃ ὡς φθοροποιὸν, καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ τὸ ἀποδείξῃ, διότι οὔτε χρῆσιν ἔκαμεν, οὔτε τὴν ἐγνώριζε κἂν, τότε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι τὸ οὕτω πως πολιτεύεσθαι δύναται νὰ ᾖναι ἄξιον ἡμῶν. Ἐὰν, κύριοι, αἱ ἰδέαι περὶ ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ὑπερισχύσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως παρουσιάζεται ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεως ἀμφοτέρων τῶν σχεδίων τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν· διότι καὶ τὰ δύο ταῦτα σχέδια προϋποθέτουσι κτῆσιν ἰδιωτικὴν καὶ κτῆσιν δημοσίαν, οὐδέτερον δὲ ἐξ αὐτῶν ἐνασχολεῖται νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου· φρονῶ δὲ ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ, ὤφειλε νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν περὶ διαθέσεως καὶ οὐχὶ περὶ φορολογίας· διότι αἱ ἐκβολάδες, ὡς σᾶς προεῖπον, δὲν εἶναι μεταλλεῖα ὅπως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παραχωροῦμεν ἐπὶ φόρῳ καὶ περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται ὁ νόμος τοῦ 1861. Ὁ νόμος τοῦ 1861 ἐκανόνισε περὶ μόνων τῶν ὑπὸ γῆν καὶ εἰς τὰ ἔγκατα ἢ καὶ ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ ἀλλ’ ὑπὸ τῆς φύσεως τεθειμένων ἐκεῖ μεταλλείων· ἔπρεπε δὲ νὰ ἔλθῃ συμπληρωτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος εἰδικῶς διὰ τὸ Λαύριον ἢ ἔστω καὶ δι’ ὁποιονδήποτε ἄλλο σημεῖον τῆς Ἑλλάδος ὅπου ἤθελον συμπέσει τὰ αὐτὰ πράγματα, ἤθελεν ἐπίσης κανονίσει· διότι αἱ ἐκβολάδες οὐδέποτε ἔχασαν τὸν χαρακτῆρά των τὸν ὁποῖον εἶχον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἦταν παράρτημα οὕτως εἰπεῖν τῶν μεταλλείων, διότι ἦταν αὐτὸ τοῦτο τὸ μεταλλεύεσθαι, καὶ, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε τοῦ Στράβωνος, ἔκαμαν χρῆσιν αὐτῶν, ὡς χειροποιήτου μεταλλείου, οἱ μεταγενέστεροι. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἷς νόμος συμπληρωτικὸς τοῦ γενικοῦ νόμου τοῦ 1861· καὶ ὁ νόμος οὗτος περὶ διαθέσεως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ταύτην τὴν ἰδέαν, ταύτην τὴν ἀρχὴν καὶ ταύτην τὴν βάσιν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες, ὡς ὑπ’ οὐδενὸς μεταλλευθεῖσαι, καὶ εἰς τὴν κυριότητα κατὰ συνέπειαν οὐδενὸς περιελθοῦσαι, καὶ προσέτι ὡς μέταλλα τὰ ὁποῖα ἀείποτε ἀνῆκον ὑπὸ ὅλους τοὺς δυνάστας αὐτοῦ τοῦ τόπου, ὑπὸ ὅλα τὰ συστήματα τὰ κυβερνητικὰ αὐτοῦ τοῦ τόπου, εἰς τὸ δημόσιον, δι’ ἀμφοτέρους τοὺς λόγους εἶναι περιουσία ἐθνικὴ, περιουσία τῆς ἐπικρατείας. Δὲν ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀμετάκλητος γνώμη τοῦ ὑπουργείου· ἐὰν ὅμως ᾖναι πραγματικῶς ἡ ἀμετάκλητος γνώμη τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἂν αὐτὴ ὑπερισχύσῃ, τότε μόνον θέλουσι παρουσιασθῆ τὰ λοιπὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα πραγματεύεται τόσον τὸ ἓν καθὼς καὶ τὸ ἄλλο σχέδιον, καὶ περὶ ὧν ἐν καιρῷ θέλω λάβει τὸν λόγον.

§114ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
2Τῆς 15 Μαρτίου 1871.
3(Δευτέρα.)
4Ὥρα 2 καὶ 10 Μ. Μ.
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέθη ἡ
6Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
7Ν. Καρύδης. Μ. Χαριτάτος.
8Ἐπ. Δεληγεώργης. Λ. Καραλίβανος.
9Γ. Γουλιμῆς. Π. Τζαμάλας.
10Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. Περ. Καλαμογδάρτης.
11Ἰω. Προβελέγγιος. Α. Μισυρλῆς.
12Ἀ. Ῥαυτόπουλος. Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος.
13Μ. Δαμιράλης. Γ. Δ. Γεωργιάδης.
14Κ. Κρίσπης. Γ. Μπούμπουλης.
15Ἀ. Ῥοντήρης. Π. Σεβαστόπουλος.
16Εὐθ. Πλαστήρας. Α. Βαφιαδάκης.
17Γρηγ. Δημητριάδης. Ἰω. Ζαλλώνης.
18Κλμ. Χριστοδούλου. Μ. Ε. Παρίσης.
19Δ. Σαράβας. Σ. Σωτηρόπουλος.
20Ἀ. Καπετανάκης. Σ. Κοριζῆς.
21Μιχ. Καπετανάκος. Ν. Πιπῖνος.
22Ἰω. Κατσάκος. Δ. Χατζῖσκος.
23Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. Δ. Οἰκονόμου.
24Π. Κωσταντᾶς. Κ. Πετσάλης.
25Θ. Ῥωμαῖος. Κ. Νικόδημος.
26Ν. Λοῦβρος. Ἰω. Κοτσιᾶς.
27Σπ. Λεονταράκης. Ν. Καρύδης.
28Ἰω. Σούλης Βάρκας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
29Ἀνδρ. Αὐγερινός. Γ. Γουλιμῆς.
30Ἐπ. Κρεστενίτης. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
31Ἀναγ. Δημητρίου. Περ. Μποῦτος.
32Κ. Δ. Πεταλᾶς. Ἰω. Προβελέγγιος.
33Θρ. Ζαΐμης. Α. Ῥαυτόπουλος.
34Ἀθ. Πετιμεζᾶς. Μ. Δαμιράλης.
35Α. Διαμαντόπουλος. Κ. Κρίσπης.
36Κ. Δαγρές. Δ. Σαράβας.
37Α. Κοντόσταυλος. Μ. Κωνσταντᾶς.
38Δ. Λένωσης. Θ. Ῥωμαῖος.
39Ν. Μ. Κοζαδίνος. Ν. Λοῦβρος.
40Ν. Ἀγγελίδης. Μ. Χαριτάτος.
41Ἰ. Πολυλᾶς. Α. Μουρίκης.
42Α. Παπαδάτος. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
43Σπυρ. Νοταρᾶς. Α. Καραλίβανος.
44Ἀν. Δημητριάδης. Π. Τζαμάλας.
45Α. Μεταξᾶς. Περ. Καλαμογδάρτης.
46Α. Μαντζαβῖνος. Γ. Πράτζικας.
47Γ. Δρακονταειδής. Α. Μισυρλῆς.
48Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Ἰ. Ἄννινος Καβαλιεράτος.
49Κ. Πανάρετος. Ἰω. Δεστούνης.
50Γ. Βακαλόπουλος. Γ. Α. Γεωργιάδης.
51Ν. Βαρβιτζιώτης. Γ. Μπούμπουλης.
52Ν. Θ. Λεώπουλος. Δ. Χρηστίδης.
53Σπ. Κοπανίτσας. Π. Σεβαστόπουλος.
54Γερ. Σέρβος. Ἰω. Ζαλλώνης.
55Σπ. Βαλαωρίτης. Μ. Ε. Παρίσης.
56Α. Σταματόπουλος. Σ. Σωτηρόπουλος.
57Θ. Γεωργίου. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
58Ἠλ. Φλέσσας. Στ. Κοριζῆς.
59Ἀθ. Κατιβάνος. Ν. Πιπῖνος.
60Ἰω. Πανούσης. Δ. Οἰκονόμου.
61Γ. Μαλέας. Μ. Ἀβέρωφ.
62Ν. Παγκράτης. Κ. Νικόδημος.
63Κ. Κοκκινώρης.
64Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
65συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
66§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῶν ἀδικουμένων ἀγωνιστῶν
67ὑποβάλλει ἀντίγραφον ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ὅπως
68συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῷ τέλει νὰ
69χορηγηθῇ μηνιαία χρηματικὴ βοήθεια.
70§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
71§3ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΛΕΚΚΑΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν
72Κυβέρνησιν.
73§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἁπλῶς νὰ σταλῇ.
74§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ.
75§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Εἰσάγεται ἓν νομοσχέδιον περὶ δια-
76νομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας τῆς νήσου Ζακύνθου, ἐπιτρέπει
77ἡ Βουλὴ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν;
78§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
79§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον ἐπαρχιακὸν τῆς
80Ἑπτανήσου. Περὶ πόρων τῶν δήμων ἐν Ἑπτανήσῳ.
81§9ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁ κύριος ὑπουρ-
82γὸς παρουσίασε περὶ διαφόρων τελωνειακῶν θέσεων συνεζητήθη
83εἰς δύω ἀναγνώσεις, ἐπειδὴ δὲ ἔφθασεν ὁ καιρὸς καθ’ ὃν ἀρχί-
84ζει ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἐνδιαφέρονται πολλαὶ ἐπαρχίαι,
85καθὼς ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ διὰ ἐκεῖνο τοῦ νὰ μὴ ζημιωθῶσιν
86καὶ τοῦτο τὸ ἔτος οἱ κάτοικοι Φοσκάρδου, παρακαλῶ νὰ
87ἔλθῃ καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καθ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχουν καὶ
88ἀντιῤῥήσεις.
89§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, ὅτι τὸ ἀντι-
90κείμενον αὐτὸ εἶναι τέταρτον, πρέπει νὰ ὑποστηρίξουν τὴν πρό-
91τασίν του 10. (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10 βουλευτάς).
92§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομο-
93σχέδιον αὐτὸ μετὰ τὸν φορολογικὸν νόμον;
94§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
95§13ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχαμεν ὁρίσει τὴν σήμερον διὰ τὴ
96σύμβασιν τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου, διότι ὁ καιρὸς παρέρχεται.
97§14ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ καμμία συζήτησις.
98§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι βουλευταὶ, λαμβά-
99νω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται
100πίστωσις 20,000 δραχμῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν μετακο-
101μιδὴν τῶν λειψάνων τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου. Τὸ νομοσχέ-
102διον ἔχει ὡς ἑξῆς (τὸ ἀναγινώσκει)· ἔκρινα περιττὸν νὰ συνο-
103δεύσω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ ἔκθεσιν, διότι ἡ ἔκθεσις εἶναι
104ἐγκεχαραγμένη εἰς τὰς καρδίας ὅλων ἡμῶν.
105§16ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰς πρώτην συζήτησιν.
106§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ μίαν παρατήρησιν,
107εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας
108ἔχομεν τὴν πεντηκονταετηρίδα τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν,
109κατὰ τὴν ὁποίαν συμπληροῦται καὶ καὶ ἡ πεντηκονταετηρὶς
110τοῦ μαρτυρίου τοῦ μάρτυρος Πατριάρχου. Συμπίπτει κατὰ τὸ
111ἔτος αὐτὸ τῆς πεντηκονταετηρίδος νὰ ἀνακομισθῶσιν τὰ ὀστᾶ
112τοῦ μάρτυρος αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐμαρτύρησεν.
113Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως τὸ ἔξοδον αὐτὸ μὴ γείνῃ
114ἀπὸ τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ νὰ προσκαλέσῃ ὅλους τοὺς Ἕλ-
115ληνας νὰ συνεισφέρουν οὐχὶ πλέον τῆς μιᾶς δραχμῆς, ἀλλὰ νὰ
116δεχθῶμεν καὶ τὰ πέντε καὶ δέκα λεπτὰ τοῦ πτωχοῦ ὅπως
117συναχθῇ τὸ ποσὸν, διὰ τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα τῆς ἀνακομιδῆς καὶ
118τοῦτο λέγω ὅπως ὅλον τὸ ἔθνος συμμετάσχῃ αὐτοῦ τοῦ ἐξόδου·
119δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν θέλει συναχθῆ καὶ ὅτι
120θέλομεν ἑορτάσει τὴν ἑορτὴν τῆς πεντηκονταετηρίδος κατὰ τὴν
12110ην Ἀπριλίου, ὅτε ὁ μάρτυς αὐτὸς ἀπηγχονίσθη. Αὐτὴν τὴν
122πρότασιν ὑποβάλλω εἰς τὴν βουλὴν.
123§18ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, καὶ αὔριον
124μᾶς τὴν παρουσιάζετε, αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν λέγω, ὅτι εἶμαι
125ὑπὲρ αὐτῆς.
126§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν
127Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς τὴν μεταχειρισθῇ, ὅπως θέλει, ἐγὼ εἶ-
128πον μόνον νὰ προσκαλέσητε πάντας τοὺς συνεπαρχιώτας σας
129ὅπως καταβάλωσιν εἰς τὰ οἰκεῖα ταμεῖα, ἡ δὲ ἑορτὴ τῆς πεν-
130τηκονταετηρίδος τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας νὰ ἑορτασθῇ τὴν 10
131Ἀπριλίου, ἐπέτειον ἡμέραν τοῦ μάρτυρος Γρηγορίου.
132§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
133§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ σύνολον τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
134Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορο-
135λογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1871 καὶ παρεδέχ-
136θη ἡ Βουλὴ τὸ σύνολον καὶ τὰ ἄρθρα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς
137ἑξῆς.
138Ἄρθρον 1.
139Διὰ τὸ ἔτος 1871, ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα
140τῆς ἐπικαρπίας ὁρίζονται ὡς ἀκολούθως·
141Περὶ τῶν δι’ ἐνοικιάσεως διατιθεμένων.
142Ἄρθρον 2.
143Οἱ δι’ ἐνοικιάσεως διατιθέμενοι ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δι-
144καίωμα τῆς ἐπικαρπίας προσδιορίζονται·
145ά.) Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος 8%,
146δικαίωμα ἐπικαρπίας 15%.
147βʹ.) Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν ἔγγειος φόρος, ἐπὶ μὲν
148τοῦ ἐλαίου 10%, ἐπὶ δὲ τῶν ἐλαιῶν, ὅσαι χρησιμεύου-
149σιν εἰς βρῶσιν ἢ παράγονται εἰς δήμους, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσιν
150ἐλαιοτριβεῖα, λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν. Δικαίωμα ἐπικαρπίας 10%
151εἰς ἔλαιον, καὶ λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῶν εἰς βρῶσιν χρησίμων
152ἐλαιῶν.
153Ὅταν ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἔγγειος φόρος εἰσπράττηται διὰ λο-
154γαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ὁρίζεται οὗτος εἰς λεπτὰ 12 τὴν ὀκᾶν.
155γʹ.) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊ-
156διοκτήτων σταφιδαμπέλων 10%.
157δʹ.) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊδιο-
158κτήτων συκοδένδρων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πυλίας
159καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρὸς δραχ. 1 καὶ λεπτὰ 50 κατὰ στα-
160τῆρα (καντάριον), εἰσπραττόμενον εἰς τὰ Τελωνεῖα κατὰ τὴν
161ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν.
162Ἡ ἐνεργηθεῖσα κατὰ τὸ 1867 ἐκτίμησις τῶν παραχθέν-
163των ἀπὸ ἰδιόκτητα συκόδενδρα σύκων κατὰ τὰς ἐπαρχίας Κα-
164λαμῶν, Μεσσήνης καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἰσχύει καὶ διὰ τὸ
1651871. Ἐπιτρέπεται μ’ ὅλον τοῦτο τοῖς ἰδιοκτήταις νὰ ζητή-
166σωσι νέαν ἐκτίμησιν, ἀναφερόμενοι ἐνώπιον τῆς διοικητικῆς ἀρ-
167χῆς μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου. Γενικὴν ἢ καὶ σποραδικὴν ἐκτί-
168μησιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ καὶ τὸ δημόσιον κατὰ
169τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΡΜΑʹ Νόμου καὶ ἐντὸς τῆς
170ὁριζομένης ὑπ’ αὐτοῦ προθεσμίας, ἥτις ἐν ἀνάγκῃ, τῇ προτάσει
171τοῦ ἐφόρου, δύναται νὰ παραταθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουρ-
172γείου τῶν Οἰκονομικῶν.
173έ.) Ἐπὶ τῆς ῥητίνης, κατράμης, ἀσβέστου καὶ λοιπῶν δασι-
174κῶν προϊόντων, πλὴν τοῦ πρινοκοκκίου, ἔγγειος φόρος 10%.
175Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῆς ἐξ ἐθνικῶν δασῶν παραγομέ-
176νης ῥητίνης 15%. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ΣΟΖʹ
177νόμου προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τῆς ῥητίνης γίνεται κατὰ μῆνα,
178τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ
179κατ’ αἴτησιν τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν τι-
180μὴν ταύτην.
181ϛʹ.) Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν προσδιορίζεται εἰς 5%.
182ζʹ.) Ἐπὶ τῶν μεταλλείων 5%, ἐπὶ δὲ τῶν ὀρυχείων
183καὶ λατομείων 10%, ἁπάντων δὲ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς
184προσόδου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧΛʹ νόμου τῆς 22 Αὐγού-
185στου 1861.
186Ὁ προσδιορισμὸς τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλεται
187ὁ φόρος, κανονίζεται διὰ Β. Διατάγματος.
188Περὶ τῆς κατὰ δένδρον εἰσπραττομένης ἐπικαρπίας.
189Ἄρθρον 3.
190Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων μωρεο-
191δένδρων, τῶν συμπληρωσάντων τὸ 5 ἔτος τῆς ἡλικίας, ὁρίζεται
192εἰς λεπτὰ 5 κατὰ δένδρον.
193Περὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων.
194Ἄρθρον 4.
195Ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν
196κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων κανονίζεται ἀναλό-
197γως τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίας προσόδου ὡς ἑξῆς·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
198 Δικαι-
199Εἶδος κτήματος Κατὰ μέσον ὅρον ἐτησία Ἔγγειος ώμα ἐ-
200ἢ προϊόντος. πρόσοδος τοῦ στρέμματος. φόρος πικαρ.
201 Δ.Λ. Δ.Λ.
202
203Ἄμπελοι Μέχρι τῶν δρ. 10 70 70
204 Ἀπὸ δρ. 11 ἕως 20 150 150
205 » » 21 » 30 250 250
206 » » 31 » 40 350 350
207 » » 41 καὶ ἐπέκεινα 450 450
208Περιβόλια Ἔλαττον τῶν δρ. 45 3 3
209 Ἀπὸ δρ. 45—74 6 6
210 » » 75»104 9 9
211 » » 105 καὶ ἐπέκεινα 12 12
212Ἀμυγδαλέαι Ἄνευ διακρίσεως ποιότητος 2 2
213Λαχανόκηποι, συκῶ- Ἔλαττον τῶν δρ. 45 240 450
214νες, γεώμηλα, κρόμ-Ἀπὸ δρ. 45—64 440 825
215μυα καὶ σκόροδα » » 65 καὶ ἐπέκεινα 640 12
216Γρασίδια καὶ τρι- Ἔλαττον τῶν δρ. 30 160 3
217φύλλια Ἀπὸ δρ. 30 καὶ ἐπέκεινα 280 525
218Καπνὰ καὶ κοκκάρια Ἔλαττον τῶν δραχ. 30 2 375
219 Ἀπὸ δρ. 30 ἕως 49 320 6
220 » » 50 » 69 480 9
221 » » 70 καὶ ἐπέκεινα 640 12
222Βαμβάκια Ἔλαττον τῶν δρ. 20 90
223 Ἀπὸ δρ. 20 ἕως 29 180
224 » » 30 » 39 270
225 » » 40 καὶ ἐπέκεινα 360
226Περὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων φόρων.
227Ἄρθρον 5.
228Ὁ ἐπὶ τῶν κατωτέρω προϊόντων ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δι-
229καίωμα τῆς ἐπικαρπίας κανονίζονται κατὰ τὸν ἑπόμενον πίνακα·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
230Εἶδος προϊόντος. Ἔγγειος Ἔγγειος φόρ. καὶ
231 φόρος δικ. ἐπικαρ.
232 Δ.Λ.Δ. Λ.
233
234Σταφὶς δι’ ἑκάστην χιλιάδα ἐνετικῶν λιτρῶν,
235διὰ μὲν τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης,
236Πυλίας, Ὀλυμπίας καὶ Ἠλείας ἀνὰ δραχ. 11
237ὁσάκις ἡ φόρτωσις γίνεται ἔν τινι λιμένι τῆς
238ἐπαρχίας διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς
239ἡ φόρτωσις τῆς σταφίδος τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμ-
240πίας δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐν Κατακώλῳ τῆς
241Ἠλείας.
242Δι’ ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀνὰ δραχ. 13
243Βαμβάκια κατὰ καντάριον.
244Ἐπὶ μὲν τοῦ καθαροῦ 9
245Ἐπὶ δὲ τοῦ ἀκαθαρίστου 3
246Βαλανίδια ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου.
2471. Διὰ τὴν Κέαν, Λακωνίαν, Λακεδαίμονα,
248Ἀττικὴν καὶ Ἄνδρον 120
2492. Δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους 2 50
250Κικκίδια ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς. 25
251Πρινοκόκκιον » » 3
252Ῥιζάριον ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου 3
253Ξηρὰ σῦκα » » 150
254Λεμόνια ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος 1
255Πορτοκάλλια καὶ μανταρίνια ἐφ’ ἑκάστης χιλ. 2
256Κίτρα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 3
257Κουκούλια » » 150
258Οἶνος Θήρας καὶ Θηρασίας ἐφ’ ἑκάστης βαρέλας
259ἐκ 48 ὀκάδων συγκειμένης 120
260Καπνὸς τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους
261ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 7
262Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω οἴνου εἰσπράττεται κατὰ
263τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν.
264Περὶ τῶν Λακωνικῶν προϊόντων.
265Ἄρθρον 6.
266Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν δύο ἐπαρχιῶν Οἰ-
267τύλου καὶ Γυθείου προσδιορίζεται ὡς ἐφεξῆς.
2681. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου λεπτὰ 12 τὴν ὀκᾶν καὶ
2692. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ
270γλεύκους (μούστου) ἢ οἴνου, 10% εἰς χρήματα κατὰ τὴν
271ἀγοραίαν τιμήν.
272Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ὡσαύτως κατὰ τὴν ἀγοραίαν
273τιμὴν εἰς χρήματα 8%.
274Ἄρθρον 7.
275Ἐξαιροῦνται τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς
276ἐπικαρπίας·
2771. Αἱ ἄμπελοι μέχρι 5 ἐτῶν συμπεπληρωμένων.
2782. Αἱ μονοετῶς ἐνοικιαζόμεναι ἐθνικαὶ καὶ αἱ τῶν διαλελυ-
279μένων μοναστηρίων καὶ ἐπισκοπῶν περιελθοῦσαι εἰς τὸ δημό-
280σιον ἄμπελοι.
281Ἄρθρον 8.
282Ἀπαλλάσσονται παντὸς ἐγγείου φόρου καὶ δικαιώματος ἐπι-
283καρπίας·
2841. Τὰ ἄχυρα.
2852. Οἱ λαχανόκηποι τῶν γεωργῶν μέχρις ἑνὸς στρέμματος,
286ὅπου καὶ ἂν κεῖνται, τῇ ἐκλογῇ τοῦ γεωργοῦ. Τὰ περιβόλια
287δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην.
2883. Τὰ σποράδην ὀπωροφόρα δένδρα, τὰ ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω
289στρέμματος, εἰς τὰς αὐλὰς, τοὺς ἰδιοκτήτους ἀγροὺς καὶ τὰς
290ἰδιοκτήτους ἢ ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπέλους ἢ σταφιδαμπέλους
291εὑρισκόμενα.
2924. Τὰ ἀσταχολόγια ἀνὰ δύο μόνον κοιλὰ δι’ ἕκαστον ἀστα-
293χολόγον.
2945. Οἱ σπόροι τοῦ λιναρίου, καναβίου, ῥιζαρίου, τριφυλλίου
295καὶ κρομμύου.
2966. Τὰ φύλλα τῶν ἰδιοκτήτων συκαμινομορεῶν.
2977. Ἡ ῥόβη, ὁ βίκος καὶ τὰ ἀγριολάθουρα, ὅταν δὲν ἁλωνί-
298ζωνται.
299Ἄρθρον 9.
300Δὲν ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας οἱ ἀγοράσαντες
301παρὰ τοῦ δημοσίου ἐθνικὰ κτήματα ἢ γαίας, ἂν παρεδόθη εἰς
302αὐτοὺς τὸ παραχωρητήριον πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου 1871.
303Ἄρθρον 10.
304Τοὺς ἀγραμμάτους φορολογουμένους δι’ ὅλας τὰς ἐν τῷ ἄρ-
305θρῳ 10 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου περιπτώσεις, ὡς καὶ τοὺς ἀρνουμέ-
306νους νὰ ὑπογράψωσι τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων τῆς φορολο-
307γίας τῶν προϊόντων ἐν γένει, ὑπογράφουσι δύο μάρτυρες, ἐξ ὧν
308ὁ εἷς πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἱερεὺς τοῦ οἰκείου χωρίου ἢ δημοτικὸς
309σύμβουλος, ἢ δημαρχικὸς ἢ εἰδικὸς ἢ εἰρηνοδικειακὸς πάρεδρος.
310Οἱ ἐνοικιασταὶ ἀποστέλλοντες τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων
311εἰς τὸν οἰκον. ἔφορον κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νό-
312μου, ὑποχρεοῦνται νὰ συνοδεύωσι ταῦτα μὲ καταλόγους εἰς
313διπλοῦν, ἐξ ὧν τὸν ἕνα ὁ οἰκον. ἔφορος ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ
314ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν ἁρμόδιον δήμαρχον, ἵνα δημοσιεύηται
315ἀμέσως εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα ἢ χωρίον πρὸς γνῶσιν τῶν φορο-
316λογουμένων.
317Αἱ κατὰ τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τῶν διπλοτύπων ἀνα-
318κοπαὶ ἀπευθύνονται κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἁρμόδια νὰ δικά-
319σωσι τὰς ἀνακοπὰς εἰσὶ τὰ εἰρηνοδικεῖα τῆς περιφερείας, ἔνθα
320κεῖνται οἱ ἀγροί, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ ὀφείλουσιν ἐν τῷ τόπῳ τῶν
321δικαστηρίων τούτων νὰ διορίσωσιν ἀντίκλητόν των, γνωστο-
322ποιοῦντες τοῦτον εἰς τὸν γραμματέα τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδικείου·
323ἄλλως θεωρεῖται τοιοῦτος ὁ γραμματεὺς τοῦ ἰδίου δικαστηρίου.
324Ἡ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρω δικαστηρίου διαδικασία, μεταξὺ
325τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν φορολογουμένων, γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ
326χάρτου· ἡ δ’ ἐκδοθησομένη ἀπόφασις δὲν ἀποτελεῖ δεδικασμέ-
327νον οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τοῦ δημοσίου.
328Οἱ ταμίαι, οἰκον. ἔφοροι καὶ εἰσπράκτορες ὀφείλουσι λογο-
329δοσίαν πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς.
330Οἱ ἐνοικιασταὶ θεωροῦνται ὑπεύθυνοι καὶ καταδιώκονται οὐ
331μόνον διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματά των, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσους
332φόρους δὲν πληρώσωσι μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς οἱ
333φορολογούμενοι.
334Ἐν τούτοις πᾶς ἐνοικιαστὴς δημητριακῶν καρπῶν ἔχει τὸ
335δικαίωμα ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς
336νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν οἰκον. ἔφορον ὀνομαστικὸν κατάλογον
337τῶν τοιούτων καθυστερημάτων καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνατεθῇ ἡ
338εἴσπραξις εἰς αὐτὸν ἢ εἰς ἄλλο ἐγγράμματον πρόσωπον τῆς
339ἐκλογῆς του ὑπ’ εὐθύνην του.
340Ὁ κατάλογος ἐξελεγχθεὶς παρὰ τοῦ ἐφόρου κηρύσσεται ἐκτε-
341λεστὸς καὶ διευθύνεται πρὸς τὸν ταμίαν, ὅστις ὀφείλει νὰ διο-
342ρίσῃ εἰσπράκτορα τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τὸν παρ’ αὐτοῦ προταθέντα·
343Ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος οὔτε μισθὸν λαμβάνει οὔτε ποσοστά.
344θεωρεῖται δὲ ὡς δημόσιος ὑπόλογος καὶ ὀφείλει νὰ ἐμβάζῃ τα-
345κτικῶς τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ὑποκείμε-
346νος διὰ πᾶσαν κατακράτησιν χρημάτων ἢ ἄλλην παράβασιν εἰς
347τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.
348Διὰ τὰ τοιαῦτα καθυστερήματα χρεοῦνται οἱ φορολογούμενοι
349ὡς καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματα, ἐπὶ τῇ βά-
350σει τοῦ ἰσχύοντος μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς
351πρωτοκόλλου τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν καὶ ὑπόκεινται ἀπὸ τῆς
352ἐποχῆς ταύτης εἰς τὸν τῆς ὑπερημερίας τόκον.
353Διὰ τὰ καθυστερήματα τῶν φορολογουμένων, διὰ τὰ ὁποῖα
354ἀπεστάλη ὀνομαστικὸς κατάλογος εἰς τὸν ταμίαν, ἀναστέλλε-
355ται ἡ καταδίωξις κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐπὶ πέντε μῆνας. Ἐὰν
356δὲ οὗτος ἢ ὁ παρ’ αὐτοῦ προταθεὶς δὲν κατορθώσῃ εἰς τὸ διά-
357στημα τοῦτο νὰ τὰ εἰσπράξῃ καὶ παραδώσῃ ὁλοσχερῶς εἰς τὸ
358ταμεῖον, καταδιώκεται διὰ τὸ ὑπόλοιπον.
359Ἄρθρον 11.
360Ἐὰν ἀποδειχθῇ διὰ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου,
361ὅτι ἄμπελοι ἢ περιβόλια ἐσημειώθησαν ἐπ’ ὀνόματι ἄλλου ἢ
362τὸν πραγματικὸν ἰδιοκτήτην ἢ κάτοχον, τὰ πρωτόκολλα τῆς
363καταμετρήσεως καὶ τῆς κατατάξεως αὐτῶν θεωροῦνται ἰσχυρὰ
364καὶ ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον.
365Ἄρθρον 12.
366Αἱ περὶ δηλώσεως διατάξεις τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου ἐφαρ-
367μόζονται καὶ διὰ τὰ ἐξ ἐθνικῶν γαιῶν παραγόμενα καπνὰ τῶν
368ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπι-
369καρπίας.
370Ἡ διὰ ξηρᾶς μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ ἐκτὸς τῶν ἐπαρχιῶν τού-
371των ἐπιτρέπεται μόνον τῇ ἐγγράφῳ ἀδείᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ
372ἐφόρου καὶ τῇ προηγουμένῃ πληρωμῇ τοῦ ἐγγείου φόρου. Πᾶσα
373παράβασις τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 47 τοῦ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου
3741855 ΣΟΖʹ. νόμου.
375Ἄρθρον 13.
376Αἱ ἐπὶ τοῦ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1855 ΣΟΖʹ. νόμου ἐπελθοῦσαι
377τροποποιήσεις διὰ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1863 ψηφίσματος τῆς
378Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ ἀπὸ 8 Ἰανουαρίου 1866 νόμου
379διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ, καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν παρόντα
380νόμον.
381Ἄρθρον 14.
382Ἡ ἔγγειος φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ διατηρεῖται οἵα κατὰ
383τὸ 1866. Ἐπιβάλλεται δὲ δασμὸς εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τε-
384λωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφορὰν
385ά) ἐπὶ τοῦ σάπωνος πρὸς λεπτὰ 6 κατ’ ὀκᾶν· βʹ.) ἐπὶ τῆς ἐλαι-
386ώδους ὕλης, ἥτις παράγεται δι’ ἀτμομηχανῶν ἀπὸ ἀχρήστους
387ἐλαιοπυρῆνας πρὸς λ. 2 κατ’ ὀκᾶν.
388Ἄρθρον 15.
389Ὁ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1867 ΣΙΗʹ. νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ
390μολύβδου καὶ τῶν σκωριῶν Λαυρίου ἰσχύει καὶ διὰ τὸ 1871.
391Ἄρθρον 16.
392Ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς
393Ἰονίοις Νήσοις καὶ κατὰ τὸ 1871.
394§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχομεν εἰς τρίτην συζήτησιν τὴν σύμβασιν
395περὶ παραχωρήσεως εἰς ἐργολαβίαν τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν
396τῆς Κύθνου (ἀναγινώσκεται).
397§23ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν παρελείφθη ἓν
398οὐσιῶδες, ἡ μὴ δημοσίευσις τῶν νοσολογικῶν παρατηρήσεων,
399τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν, ὅτι ὁ ἐρ-
400γολάβος ὑποχρεοῦται καὶ ὀφείλει κατ’ ἔτος νὰ δημοσιεύῃ
401στατιστικὴν τῶν νοσολογικῶν παρατηρήσεων μετὰ τῶν ἀπο-
402τελεσμάτων.
403§24ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τὸ συμφέρον τοῦ ἐργολάβου εἶναι νὰ τηρῇ
404ἐπιστημονικὰς σημειώσεις καὶ κατ’ ἔτος νὰ τὰς ἐκδίδῃ, ὥστε
405δὲν θὰ ἀπαντήσῃ καμμίαν δυσκολίαν.
406§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζει ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἡ προσθή-
407κη αὕτη εἰς τὰ πρακτικά;
408§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
409§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνεται λοιπὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
410§28ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακ-
411τικά. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναγινώσκονται παρ’ οὐδενὸς, οὐδεὶς
412λαμβάνει γνῶσιν αὐτῶν, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ὡς
413ὑποχρέωσις· τὸ τοιοῦτον, κύριοι εἶναι, τὸ σπουδαιότερον
414πρᾶγμα.
415§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατυπώσατε λοιπὸν τὴν πρότασίν σας,
416καὶ ἂς τεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον.
417§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνεται λοιπὸν ἡ σύμβασις μὲ τὴν προσθήκην
418αὐτὴν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
419ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
420Περὶ ἐπικυρώσεως τῆς περὶ παραχωρήσεως εἰς ἐργολαβίαν
421τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν Κύθνου συμβάσεως.
422Ἄρθρον 1.
423Ἡ συνημμένη ἐξ ἄρθρων 8 σύμβασις μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῶν
424Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν καὶ τοῦ ἰατροῦ
425Ἀγγελῆ Χαντζάρα, περὶ παραχωρήσεως ἐπὶ εἰκοσαετίαν τῆς
426χρήσεως τῶν λουτρῶν Κύθνου, ἐπικυροῦται.
427Ἄρθρον 2.
428Ὑποχρεοῦται ὁ κ. Ἀγγελῆς Χαντζάρας νὰ δημοσιεύῃ κατ’ ἔτος
429διὰ τοῦ τύπου δι’ ἰδίας ἐκθέσεως τὰς ἐν τῇ συμβάσει ἀνα-
430φερομένας ἐπιστημονικὰς παρατηρήσεις καὶ τ’ ἀποτελέσματα
431τῆς ἐκ τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν θεραπείας. Ἐν περιπτώσει
432παραλείψεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ὑπόκειται εἰς πεντακο-
433σιάδραχμον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου πρόστιμον, ἐπιβαλλό-
434μενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν.
435§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
436§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ περὶ μετασχηματισμοῦ τελω-
437νειακῶν θέσεων.
438Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ μετασχηματισμοῦ
439τελωνειακῶν θέσεων εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ παρεδέχθη κατ’
440ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰ καθέκαστα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἑξῆς·
441Ἄρθρον 1.
442ά. Προβιβάζονται.
443Τὰ Ὑποτελωνεῖα Βʹ. τάξεως Στυλίδος καὶ Γʹ. τάξεως Νησίου
444εἰς Ὑποτελωνεῖα Αʹ. τάξεως.
445Οἱ τελωνειακοὶ σταθμοὶ Λεωνιδίου, Βοιῶν, Ἀλιβερίου, Φισ-
446κάρδου, Φρικιῶν καὶ τὰ Φυλακεῖα Μαράθου καὶ Σιδαρίου εἰς
447Ὑποτελωνεῖα Γʹ. τάξεως.
448Τὸ φυλακεῖον Οἴας εἰς τελωνειακὸν σταθμόν.
449βʹ. Μετασχηματίζονται.
450Τὸ Βʹ. τάξεως Τελωνεῖον Λαμίας εἰς Τελωνεῖον Γʹ. τάξεως.
451Τὰ Αʹ. τάξεως Ὑποτελωνεῖα Κορίνθου, Κυλλήνης καὶ Πύλου
452εἰς Ὑποτελωνεῖα Γʹ. τάξεως.
453Τὸ Ὑποτελωνεῖον Ζαβέρδας εἰς τελωνειακὸν σταθμόν.
454Τὸ Ὑποτελωνεῖον Παλαιοχαλιὰ καὶ οἱ τελωνειακοὶ σταθμοὶ
455Μανδουκίου, Ἁγίου Νικήτα, Φρουρίου Ἀλεξάνδρου, Νέου Λιμένος,
456Ἀντικύῤῥας, Ἁγίου Ἀνδρέου καὶ Πυργίου εἰς Φυλακεῖα.
457γʹ. Συνιστῶνται.
458Τελωνεῖον Βʹ. τάξεως ἐν Λαυρίῳ.
459Τελωνειακὸς σταθμὸς ἐν Κιονίῳ.
460Τελωνειακὰ φυλακεῖα εἰς Λιθέρα καὶ Πόρον Κεφαλληνίας,
461Ἀλφειὸν Ὀλυμπίας, Παλούκιον Ἠλείας, Μπενίτζαν καὶ Ὕψον
462Κερκύρας, Κηρὶ καὶ Ἁλυκὰς Ζακύνθου, Ξυρόκαστρον Κορινθίας,
463Νηδρὶ, Σύβλια, Λευκάδος καὶ Νέων Ψαρῶν.
464Ἡ διεύθυνσις τῶν Γʹ. τάξεως Ὑποτελωνείων δύναται ν’ ἀνα-
465τεθῇ εἰς τελωνειακοὺς δεκάρχας, τῶν δὲ τελωνειακῶν σταθμῶν
466καὶ εἰς τελωνειακοὺς φύλακας.
467Ἐν Ἀθήναις, τὴν 6 Μαρτίου 1871.
468Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
469Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
470§33ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
471κονομικῶν νὰ παραδεχθῇ, ὅπως τὸ τελωνεῖον Λαυρίου κατασταθῇ
472ά. τάξεως διὰ λόγους σπουδαιοτάτους.
473§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί μέτρον θὰ παραδεχθῶμεν
474κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκβολάδων.
475§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν εἰς τρίτην
476συζήτησιν. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ βοηθείας τῶν λιμωττόν-
477των κατοίκων τῆς Κύπρου.
478Περὶ συνδρομῆς δραχμ. 20,000 ὑπὲρ τῶν λιμωττόντων κα-
479τοίκων τῆς νήσου Κύπρου.
480Ἄρθρον 1.
481Ἐγκρίνεται νὰ χορηγηθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρηματι-
482κὸν ποσὸν ἐκ δραχμῶν εἰκοσακισχιλίων πρὸς περίθαλψιν τῶν ἕ-
483νεκα τῆς ἀνομβρίας τοῦ παρελθόντος ἔτους λιμωττόντων κατοί-
484κων τῆς νήσου Κύπρου.
485Ἄρθρον 2.
486Τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ ἡ διάθεσις ἀνατίθεται εἰς τὴν ὑπὸ τῶν
487κατοίκων Λάρνακος διορισθεῖσαν ἐπιτροπήν.
488Ἄρθρον 3.
489Χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον ἔκτακτος
490πίστωσις ἐκ δραχμῶν 20,000, καταλογισθησομένη ἐν εἰδικῷ
491κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ τοῦ ἔτους 1871.
492§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
493§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· πιστεύω,
494ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου τὸ σύνολον τῶν ἀ-
495ναγνωσθέντων νομοσχεδίων· ἀλλὰ θὰ τ’ ἀντιγράψωμεν καὶ θὰ
496τὰ στείλωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν.
497§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν
498ἐκβολάδων Λαυρίου.
499§39ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν πρότασιν ἔχω νὰ
500κάμω.
501§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν λόγον.
502§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐνθυμεῖ-
503σθε ποῖον κυρίως ζήτημα ἐγεννήθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ
504Λαυρίου. Τὸ κυριώτερον ζήτημα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης
505εἶναι τὰ χώματα περὶ τῆς φορολογίας τῶν ὁποίων πρόκειται,
506οἱ μὲν ἰσχυρίσθησαν ὅτι ταῦτα, ἐπειδὴ περιλαμβάνουν μόλυ-
507βδον καὶ ἄργυρον εἶναι μεταλλεῖον, ἄλλοι δὲ εἶπον ὅτι δὲν
508εἶναι μεταλλεῖον, εἶναι γῆ ἄσχετος ἀπὸ τὸ μεταλλεῖον καὶ
509ἀνήκει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς. Ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν,
510ἠθελήσαμεν ἐπὶ τῆς διαφωνίας ταύτης νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώ-
511μην νομομαθῶν, καὶ ἐκαλέσαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
512νομικῶν μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν κ. Κόκκινον τὸν καθηγητὴν τοῦ
513Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε. Ὁ κ. Κόκκινος δὲν
514ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ τότε συγκροτηθὲν συμβούλιον.
515Γνωρίζετε δὲ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων ὅτι ἄλλοι νο-
516μικοί, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθημεν, ἀπεφάνθησαν ὅτι τὰ χώ-
517ματα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν μεταλλεῖον, καὶ αὐτὴν τὴν γνωμο-
518δότησιν παραδεχθέντες καὶ εἰς αὐτὴν στηριχθέντες, συνετάξαμεν
519τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς καθυπο-
520βάλωμεν. Εἴδομεν δὲ ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ σας ἡ ὁποία ἐξήτασε
521τὸ ἀντικείμενον τοῦτο παραδέχθη τὴν ἰδίαν λύσιν ὡς πρὸς τὸ
522ζήτημα τῆς κατηγορίας τῶν χωμάτων.
523Ἀλλά, κύριοι, ἐνῷ εἴμεθα σήμερον ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν
524τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει, πρὸ μιᾶς μόλις ὥρας
525ἦλθεν ὁ κ. Κόκκινος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
526μοὶ παρέδωκε πολύφυλλον ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσιάζω
527συγκειμένην ἀπὸ 7 ὁλόκληρα φύλλα στενῶς γεγραμμένα. Εἰς
528τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὑποστηρίζει ὁ κ. Κόκκινος, ὅτι τὰ περὶ ὧν
529πρόκειται χώματα δὲν εἶναι μεταλλεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ
530παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, λέγει ὅτι εἶναι κινητὸν ἀδέσπο-
531τον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἀνήκει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ δημόσιον
532εἰς ὁποιανδήποτε ἰδιοκτησίαν καὶ ἂν εὑρίσκηται. Μόλις λαβὼν
533τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν πρὸ μιᾶς ὥρας δὲν ἠδυνήθην οὔτε κἂν νὰ
534τὴν ἀναγνώσω, ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ φέρω καμμίαν
535γνώμην. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ
536συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλαμεν ἐπὶ τῇ
537βάσει τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἕως τώρα, τοὐτέστι
538τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται χώματα εἶναι παρακο-
539λούθημα τοῦ ἐδάφους καὶ ὑπόκεινται εἰς φόρον, ὅπως ἐνόησεν ἡ
540Κυβέρνησις καὶ ὅπως ἐνόησεν ἡ ἐπιτροπή σας, ἢ θέλει ν’ ἀνα-
541βληθῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκ-
542κίνου καὶ νὰ λάβωμεν καὶ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν; Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ
543νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου, τότε πρέπει
544ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας, διότι θὰ σταλῇ ἀμέσως
545ἀπὸ τώρα εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυ-
546πωθῇ ἐντὸς τῆς αὔριον.
547§42ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.
548§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ γείνουν καὶ τὰ δύο
549συγχρόνως, ἐὰν θέλητε· διότι ὑπάρχουν δύο ἀντίτυπα.
550§44ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
551§45ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, διατὶ τόσον πολύτιμοι
552ἐκθέσεις ἔρχονται τόσον ἐξώρας, καὶ μάλιστα τόσον πολύφυλλοι.
553§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα μᾶς τὴν ἔδωσαν.
554§47ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι· ὡς καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς σᾶς
555εἶπεν ἐν συνόψει, μία ἰδέα περιέχεται ἐν ὅλῃ τῇ πολυφύλλῳ
556ταύτῃ ἐκθέσει διατετυπωμένη καθ’ ὅλους τοὺς νομικοὺς βε-
557βαίως κανόνας, μία ἰδέα, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα συλλήβδην
558τοῦ Λαυριακοῦ ἐδάφους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι παρακολούθημα τοῦ
559ἐδάφους, μήτε μεταλλεῖα, εἶναι ἀπαραχώρητα· ἐπ’ αὐτῶν δι-
560καίωμα μήτε κατεκτήθη, μήτε δύναται νὰ κατακτηθῇ. Αὐτὴ
561εἶναι ἡ ἰδέα. Ἀλλὰ περὶ τούτου εἰς τίνα ἀμφιβολίαι ἔμειναν
562μεθ’ ὅσας ἔχομεν μέχρι σήμερον ὑπ’ ὄψιν μας ἀποδείξεις; δὲν
563ἠκούσατε τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον νὰ σᾶς εἴπῃ εἰσάγον τὸ νομοσχέ-
564διόν του, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα, ἤτοι ὁ θησαυρὸς οὗτος ὁ μυ-
565ριοτάλαντος, ἀνήκει εἰς τὴν κυριότητα καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ
566δημοσίου;
567§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἴπομεν αὐτό.
568§49ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι
569τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀπὸ τοῦ βή-
570ματος ὁμολογίαν σας.
571§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἴπομεν αὐτὸ ποτέ.
572§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι εἶναι παρακολούθημα τοῦ
573ἐδάφους.
574§52ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, παραξενεύομαι τῇ
575ἀληθείᾳ πῶς ἐξετράπη τῆς ἀρχικῆς ὁδοῦ, τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ
576σκοποῦ, τὸ ζήτημα τὸ Λαυριακόν. Δὲν πρόκειται νὰ παραχω-
577ρήσωμέν τι, οὔτε σύμβασιν, οὔτε συμφωνίαν νὰ κάμωμεν περὶ
578παραχωρήσεώς τινος· πρόκειται νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν ἐπίθε-
579σιν καὶ πάντα σφετερισμὸν αὐτοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὅλοι συμ-
580φωνεῖτε, καὶ ὅλος ὁ κόσμος συμφωνεῖ, καὶ ὅλοι παρεδέχθητε
581ὅτι εἶναι ἰδικόν μας, ὅτι εἶναι τοῦ ἔθνους, διότι ὅταν πρόκη-
582ται περὶ θησαυροῦ, ἐγὼ, χωρὶς νὰ ἦμαι νομικὸς καὶ χωρὶς νὰ
583ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν νομικὴν αὐτὴν σημερινὴν ἔκθεσιν, αὐτὴν
584τὴν πεποίθησιν ἐσχημάτισα ἔκτοτε, ὅτι προκειμένου περὶ θη-
585σαυροῦ, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἀρχαιοτήτων, ἢ περὶ δασῶν
586ἢ καὶ περὶ ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα αὐτοδικαίως ἀνήκουν
587εἰς τὴν κυριότητα καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ δημοσίου, μία λύσις
588εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ δικαία, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα δύναται νὰ
589ἔχῃ τις ἐπ’ αὐτοῦ.
590§53ΔΑΓΡΕΣ. Περὶ ἀναβολῆς, κύριε, πρόκειται.
591§54ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ταῦτα λέγω, ἐπειδὴ μία εἶναι ἡ
592ἰδέα τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ ἔκθεσις, ἅμα ἡ ἔκθεσις ἀναγνωσθῇ,
593εὐκόλως αὐτὴ ἡ ἰδέα θὰ νοηθῇ, καὶ λαμβάνουσα ἡ Βουλὴ καὶ
594τὴν ἰδέαν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἐπικρατύνῃ ἔτι περισσότερον τὴν
595ὁποίαν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ ὅτι καὶ νομικῶς ἀκόμη ἔχομεν
596δίκαιον. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ τὸ ἔθνος οὐδεμίαν νομι-
597κὴν, οὕτως εἰπεῖν, βλάβην, ἐὰν ἀποφασίσῃ οὕτω πως, ἐθνικῶς
598καὶ ἀξιοπρεπῶς, ὅτι ὁ θησαυρὸς οὗτος τοῦ δημοσίου, ὅπου δή-
599ποτε καὶ ἂν κῆται, εἶναι τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι τὸ ἔθνος οὐδεμίαν
600ἄλλην λύσιν θεωρεῖ ἐφικτὴν, παρὰ τὴν εἰς χεῖράς του ἐμμονὴν
601καὶ διάθεσιν τοῦ θησαυροῦ του, ὅστις θὰ καλλιτερεύσῃ τὴν
602τύχην τῶν οἰκονομικῶν του πραγμάτων.
603Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς, σᾶς λέγω δὲ
604ὅτι ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ πρότασις αὐτὴ, ἕως ὅτου τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις,
605εἶναι ἀναβολὴ δύο μηνῶν τοὐλάχιστον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἓξ,
606μέχρι δηλ. τῆς ἄλλης συνόδου· διότι τὴν ἐρχομένην Τετάρτην
607ἀναγκαίως ἕνεκα τῶν ἑορτῶν θ’ ἀρχίσῃ ἡ γενικὴ λειποταξία·
608βλέπετε εἴμεθα ἀκόμη ὅλοι ἐδῶ, καὶ δυσκολευόμεθα νὰ κάμω-
609μεν ἀπαρτίαν. Ἐγὼ ἤρχισα νὰ ὑποπτεύωμαι....
610§55ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ προχωρήσωμεν.
611§56ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἀναβολὴν, καὶ
612δέχομαι ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.
613§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς σταλῇ τὸ ἓν ἀντίτυπον εἰς τὸ τυπογραφεῖον,
614καὶ ἡ συζήτησις ἂς ἐξακολουθήσῃ.
615§58ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ νὰ προχωρήσῃ
616ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν ἀποστολὴν
617τῆς ἐκθέσεως εἰς τύπωσιν εἶναι μία ἀντίφασις, μία ματαιοπο-
618νία. Ἡ ἐπιτροπὴ, κ. πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐβασί-
619σθη, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς κυριότητος τῶν χωμάτων,
620εἰς τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐξέτασε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἔφερε
621τὸν νόμον ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου, τὰς
622γνώσεις τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ πολὺ καὶ σέβομαι, διότι εἶναι γνω-
623στὸς εἰς τὸ κοινὸν διὰ τὴν πολυμάθειαν καὶ πολυπειρίαν του,
624ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις τῶν ὑπουργῶν...
625§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀνεγνώσαμεν.
626§60ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ;
627§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἡμεῖς δὲν θέλομεν τίποτε, ἀφινό-
628μεθα εἰς τὴν Βουλήν.
629§62ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ, ποῖος εἶναι εἰς κατάστασιν ἀπὸ μίαν
630ἁπλῆν ἀνάγνωσιν νὰ ἐννοήσῃ;
631§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
632§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης....
633§65ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κ. πρόεδρε, οἱ βουλευταὶ νὰ καθήσουν κάτω.
634§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς θέσεις σας, κύριοι βουλευταί.
635§67ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ στενογράφοι νὰ μένουν ἐλεύθεροι, διότι
636τοὺς στενοχωροῦν.
637§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Δανόπουλος.
638§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, κύριοι, ἡ
639ἰδέα μας ἦτο ὅτι τὰ χώματα ὡς παρακολούθημα ἀνήκουν εἰς
640τὸ ἔδαφος καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐπιβάλω-
641μεν φόρον οἱονδήποτε καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἐστηρίξαμεν τὸ
642νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνομεν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴν
643τὴν ἰδέαν παρεδέχθη. Ἂν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἂν καὶ ἡμεῖς εἴχομεν
644τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτὰ ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον, ὅτι
645ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἰδιώτης οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐπ’ αὐτῶν, ἠθέλα-
646μεν σᾶς παρουσιάσει βεβαίως ἄλλον νόμον μ’ ἄλλα ποσοστὰ
647καὶ ἄλλον τρόπον διαθέσεως. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ συζη-
648τηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, εἷς δικηγόρος τὸν ὁποῖον ἡμεῖς τιμῶμεν
649παρουσιάζει μίαν ἔκθεσιν διὰ τῆς ὁποίας αὐτὸς ἰσχυρίζεται ὅτι
650αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον. Τὴν πα-
651ρουσίασε καθ’ ἣν στιγμὴν ἤμεθα ἐδῶ καὶ δὲν ἠδυνήθημεν οὔτε
652νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν. Ἐὰν δὲν τὴν ὑπεβάλλομεν, βεβαίως ἡ
653Βουλὴ ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ ἔπειτα ὅτι εἴχετε ἔκθεσιν ἡ ὁ-
654ποία ἀπεδείκνυε τὸ ἐναντίον ἀφ’ ὅ,τι ὑπεστηρίξατε, καὶ δὲν τὴν
655παρουσιάζετε. Τὴν παρουσιάζομεν ὡς ἔκθεσιν ἑνὸς νομομαθοῦς
656διακεκριμένου, χωρὶς νὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν γνώμην ἐπ’ αὐ-
657τῆς, διότι δὲν τὴν ἀνεγνώσαμεν. Ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ τί πρέπει
658νὰ γείνῃ.
659§70ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
660§71ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κ. πρόεδρε, θὰ ἦτο λίαν ἄτοπον, ἐὰν ἀνε-
661βάλλομεν τὴν συζήτησιν δυνάμει ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ ὁποίου τὸ
662περιεχόμενον δὲν γνωρίζομεν, καὶ δὲν γνωρίζουν μήτε αὐτοὶ
663οἱ κύριοι ὑπουργοί. Λέγω λοιπὸν ἐν ὀλίγοις ὅτι τὸ ἔγγραφον
664αὐτὸ ν’ ἀναγνωσθῇ ἰδιαιτέρως ἀπό τινας τῶν κυρίων νομομα-
665θῶν τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦνται νὰ
666φέρουν τὴν γνώμην των, ἐὰν τὸ κρίνουν ἄξιον τυπώσεως καὶ
667ἄξιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· διότι εἶναι πολὺ καλὸς ὁ κ. Κόκκινος
668καὶ εἰς τὰς ἰδέας του λίαν ἀξιότιμος, ἀλλὰ Κύριος οἶδεν ἂν δὲν
669ἀπεπλανήθη καὶ ἔγραψε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια τῆς
670προσοχῆς τῆς Βουλῆς.
671§72ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
672§73ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶναι προτιμότερον ν’ ἀναγνωσθῇ, καὶ νὰ
673μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας.
674§74Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε. Ἡ ἀνάγνωσις τῆς γνωμοδο-
675τήσεως τοῦ κ. Κοκκίνου εἶναι ἐντελῶς ἀνωφελὴς σήμερον· δὲν
676εἶναι δυνατόν, καθὸ περιέχουσα ἑπτὰ ὁλόκληρα φύλλα, ν’ ἀνα-
677γνωσθῇ καὶ νὰ δυνηθῇ τις νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ συλλάβῃ κἂν τοὺς
678λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος ὁ κ. Κόκκινος ὑποστηρίζει
679τὴν γνώμην του. Ἐναντιοῦμαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ
680δὲν ἐναντιοῦμαι εἰς τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως. Λέγω δέ, ὅτι
681ἡ Βουλὴ δύναται σήμερον νὰ μὴ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, νὰ
682σταλῇ ἀμέσως εἰς τύπωσιν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου νὰ ἐξα-
683κολουθῇ δὲ ἡ συζήτησις, διότι εἶναι ἀδύνατον σήμερον, κύριε
684πρόεδρε, νὰ τελειώσῃ αὕτη, διότι ἡ ἐπιτροπὴ μετέβαλε σπου-
685δαίως τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως. Οἱ λόγοι δὲ ἐπὶ τῶν
686ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐκτίθενται εἰς τὴν ἔκθεσιν
687αὐτῆς ἥτις εἶναι λίαν συνεπτυγμένη. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι ἓν
688ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς θ’ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος
689τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ διὰ ν’ ἀνα-
690βιβάσῃ τὴν φορολογίαν ἀπὸ 10 εἰς 30%.
691§75ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀ-
692νάγκην νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων βου-
693λευτήν, καὶ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότα-
694τον καὶ γνώμη τοιαύτη φερομένη κατὰ πρῶτον βεβαίως εἶναι
695ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἐμβριθῶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ προέλθῃ
696εἰς ἓν ὑγιὲς συμπέρασμα· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶ-
697ναι νέον. Ὅπως εἴδατε εἰς τὴν ἔκθεσιν μειονοψηφία τις τῶν με-
698λῶν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέβαλε καὶ ὑπεστήριξεν αὐτό. Ἡ ἐπιτροπὴ
699μετὰ πολλοῦ ζήλου, μετὰ εὐρεῖαν συζήτησιν, παρεδέχθη τὴν
700βάσιν τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε. Τὸ
701θέμα αὐτὸ ἐσυζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνή-
702μη, ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν της,
703ὑποτίθεται λοιπόν, ὅτι τὸ γνωρίζει, τὸ ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ σκέ-
704πτεται ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ θέλει ἀναπτυχθῆ ἔτι· τώρα, λέγω, ἐὰν
705ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ μὲ μόνην τὴν ἀνάγνωσιν τῆς γνώμης
706τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομομαθοῦς καὶ τὴν γενησομένην ἀνά-
707πτυξιν δὲν δυνηθῇ νὰ προέλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν ὡρισμένην καὶ
708εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναβάλῃ, εἶναι κυρίαρχος νὰ τὸ πρά-
709ξῃ. Δυνάμεθα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ στείλωμεν τὸ ἓν
710ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως εἰς τύπωσιν, ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἕτερον,
711ν’ ἀκούσωμεν τὰς σκέψεις τῶν μειονοψηφούντων, καὶ εἷς τῶν
712μειονοψηφούντων εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἐὰν καὶ τότε ἐγείρηται ἡ ἀνάγ-
713κη τῆς τυπώσεως, ἔχετε πάντοτε τὴν κυρίαρχον ἐξουσίαν ν’ ἀνα-
714βάλητε τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπαινῶ τὴν κυβέρνησιν, διότι καὶ
715τοῦτο τὸ στοιχεῖον ἔφερεν ἐν μέσῳ ἡμῶν περὶ πολλοῦ ποιου-
716μένη τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
717§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.
718§77ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν διὰ
719τὸν ἑξῆς λόγον, διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ περιπέσωμεν εἰς χάος ...
720§78ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ποῖος εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβο-
721λῆς; ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως.
722§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἰδοὺ διὰ
723ποίους λόγους. Ἡ ἐπιτροπή σας τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον
724ἐξήτασεν, ἦτον αὐτὸ, τουτέστιν ἂν αἱ ἐκβολάδες αὗται ἦναι
725ἐθνικὴ περιουσία ἢ οὔ· καὶ ἂν ἀποτελῶσι μέρος τῶν μεταλ-
726λείων. Ἐσυζήτησεν ἐπὶ ἱκανὰς ἡμέρας τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἡ
727πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν μελῶν, παρεδέχθη
728τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὰς ἐκβο-
729λάδας αὐτὰς ὡς ἰδιοκτησίαν τῶν ἐχόντων τὰς γαίας. Τοῦτο πα-
730ραδεχθεῖσα ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου,
731διότι, μὴ παραδεχομένης τῆς βάσεως ταύτης, εἶναι περιττὸν νὰ
732ἐξετάσωμεν πόσον φόρον θὰ ἐπιβάλωμεν· διότι τὸ νομοσχέδιον,
733τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις λέγει, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰς
734ἐθνικὰς ἐκβολάδας, ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ αὐτῶν.
735Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διακρίνει δύο εἰδῶν ἐκβολάδας, ἐθνικὰς
736καὶ ἰδιωτικάς· καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ἰδιωτικῶν προσδιορίζει φόρον
73710%, περὶ δὲ τῶν ἐθνικῶν ἀφίνει εἰς ἄλλον νόμον ν’
738ἀποφασίσῃ. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχουν ἰδιόκτητοι καὶ ἦναι ὅλαι
739ἐθνικαὶ, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὅλως περιττὸν, καὶ ἀπορῶ μὲ τὸν
740φίλον μου κ. Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ὥστε ἓν μέλος τῆς ἐπι-
741τροπῆς νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀνε-
742βίβασε τὸν φόρον ἀπὸ 10%, ὅσον προτείνει ἡ Κυβέρ-
743νησις, εἰς 30%. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις ἀπέναντι
744τοῦ ἄλλου σπουδαίου ζητήματος, τουτέστιν ἐὰν αἱ ἐκβολάδες
745αὗται ἦναι ἐθνικὴ περιουσία, ὅπου καὶ ἂν κεῖνται. Δὲν εἶμαι,
746κύριοι, νομικὸς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξα τὴν γνώμην,
747ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τοῦ μεταλλείου, ἤτοι δὲν ὑπά-
748γονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, παρακο-
749λουθοῦσι τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἐδάφους, εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν
750ἀνήκῃ τοῦτο, εἴτε εἰς τὸ δημόσιον, εἴτε εἰς ἰδιώτας. Ἔρχεται
751σήμερον μία γνώμη ἑνὸς διακεκριμένου νομικοῦ, ὁ ὁποῖος, θέλων
752νὰ ὑπηρετήσῃ βεβαίως τὴν πατρίδα του, ἐνόμισε καθῆκόν του
753νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνόμισεν, ὅτι, προ-
754κειμένου λόγου νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ τόσον σπουδαίου
755ἀντικειμένου, πρέπει νὰ μελετήσωμεν καὶ τὴν γνωμοδότησιν
756αὐτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ περιουσία.
757Καὶ ἅμα τοῦτο παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, εἶναι περιττὴ πᾶσα συ-
758ζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη κἂν κατ’
759ἐμὲ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ περιουσία· ἠμπορεῖ νὰ
760φωτίσῃ τὴν Κυβέρνησιν παρατηροῦσα εἰς αὐτὴν, ὅτι εἶναι πε-
761ριττὸν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου, διότι αἱ ἐκ-
762βολάδες εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπερα-
763σπισθῇ τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
764θέλουν νὰ βάλουν χεῖρα ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Ἐὰν ἡ κυ-
765βέρνησις ἀσπάζηται αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς,
766ὀφείλει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, ἐὰν ὅμως
767δὲν τὴν ἀσπάζηται, ἐὰν τὴν ἀποκρούῃ, ἐὰν τυχὸν ὑποστηρίζῃ ὅ-
768λως τὸ ἐναντίον, ἡ ὑπόθεσις λαμβάνει ἕτερον χαρακτῆρα, καταντᾷ,
769οὕτως εἰπεῖν, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ νομίζω, δὲν πρέ-
770πει ἡ Βουλὴ νὰ προσέλθῃ εἰς ἀπόφασίν τινα ἐπὶ ζητημάτων κυ-
771ριότητος· τὰ δικαστήρια εἶναι εἰς τοῦτο ἁρμόδια. Νομίζω ὅτι ἐξ-
772ηγήθην καὶ, ἐπειδὴ θεωρῶ λίαν σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον, διότι
773πρόκειται καὶ ἡ ἰδία κυβέρνησις νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν, πρέπει,
774νομίζω, νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου, νὰ μελετηθῇ καὶ
775νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὰς γνώσεις τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶ-
776ναι ἀξιέπαινος, διότι ἐξ αἰσθήματος πατριωτισμοῦ ἠθέλησε νὰ
777διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
778§80ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, εἰς ποῖον
779χάος θὰ περιπέσωμεν. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Κεχαγιᾶς, διότι τὸ ζή-
780τημα αὐτὸ κατέστη, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, νομι-
781κόν· καὶ ἐννοεῖται ὅτι αὐτὸ τὸ νομικὸν ζήτημα δὲν ἠμπορεῖ, οὕ-
782τως εἰπεῖν, ἀξιωματικῶς πως νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Κόκκινος νὰ τὸ λύσῃ.
783Ἐννοεῖται λοιπὸν ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μελετηθῇ,
784πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ παύσωμεν
785τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ Λαυριακοῦ. Ἐὰν δὲν
786ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ μελετηθῇ ἡ ἔκθεσις
787τοῦ κυρίου Κοκκίνου, ποῖος θὰ κρίνῃ ἐὰν ἔχῃ καλῶς ἢ ὄχι;
788Τουλάχιστον ἐγὼ κρίνω ὅτι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν ὑπὸ τὴν
789νομικὴν ἔποψιν νὰ τὴν κρίνω· κατὰ συνέπειαν θὰ ὑποβάλωμεν
790αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν πάλιν ὑπὸ συζήτησιν μιᾶς μεγάλης ἐπιτρο-
791πῆς νομομαθῶν διὰ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Λοιπὸν βλέπω ὅτι
792τὸ ζήτημα ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν θέσιν του, καὶ πρέπει νὰ ἀνα-
793βληθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐὰν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας
794καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου. Δύο ζητήματα ὑπάρχουσιν
795ἐνταῦθα, ἢ ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου ὑπὸ
796σπουδαίαν ἔποψιν, καὶ τότε θὰ λάβῃ ἄλλην ὁδὸν, ἢ θὰ βαδίσῃ
797εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀνεξαρτήτως αὐτῆς. Ἐὰν πρόκηται νὰ
798συζητήσωμεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου καὶ παραδεχθῶμεν
799τὴν ἔκθεσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν συζήτησιν ὁριστικὴν,
800καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἦσαν κτήματα ἀναπαλλοτρίωτα ἐθνικὰ,
801δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς ἄνευ συζητήσεως ἐκτεταμένης καὶ ἐξετά-
802σεως ἀπὸ νομομαθεῖς ἀνθρώπους νὰ τὸ λύσωμεν. Κατὰ συνέ-
803πειαν, λέγω, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύσῃ πρότερον αὐτὸ τὸ ζή-
804τημα, ἐὰν ἡ ἔκθεσις πρέπῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· καὶ ἐὰν πρέπῃ
805νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, τότε ἀναγκαίως καὶ ἀναμφισβητήτως ἡ
806ὑπόθεσις αὕτη πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, ἐκτὸς ἐὰν δὲν θέλητε νὰ τὴν
807λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
808§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως
809τῆς συζητήσεως δι’ ἕνα λόγον πολλὰ ἁπλοῦν. Ὅπως εἶπον
810ὅλοι οἱ προλαλήσαντες, τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν
811ἐκβολάδων συνεζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ὅλοι παρετηρή-
812σατε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς δύο γνώμας. Τί ἕπεται ἐκ
813τούτου; Ἕπεται ὅτι σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ
814ζήτημα τῶν ἐκβολάδων, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τῆς
815Κυβερνήσεως καὶ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναποφεύκτως θέλομεν συ-
816ζητήσει τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων. Δὲν εἶναι
817λοιπὸν ζήτημα ἄγνωστον, ὡς εἶπε καὶ ἄλλος πρὸ ἐμοῦ· δὲν εἶ-
818ναι ζήτημα πρωτοφανὲς, διότι συνεπεία τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν
819ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τῆς γνωμοδοτήσεως, ἣν κατέθηκεν ἡ
820ἐπιτροπὴ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἀποδίδω
821μεγάλην ἀξίαν εἰς τὰ φῶτα τοῦ ἀξιοτίμου δικηγόρου, ὅστις συν-
822έταξε τὴν ἔκθεσιν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ διαχύσῃ φῶς εἰς
823τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὴν θεωρήσῃ καὶ
824ἔχει καθῆκον νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς ἁπλῆν γνώμην. Ἐὰν δὲ θελή-
825σωμεν, μόνον διότι παρουσιάσθη μία ἔκθεσις, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν
826συζήτησιν, θὰ ὑποτεθῇ ὅτι κανεὶς δὲν ὑπέθετεν ὅτι αὐτὸς ὁ
827πλοῦτος ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ τότε ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ
828κάμωμεν πολλὰς ἀναβολὰς, διότι, προκειμένου περὶ ἰδιοκτησίας
829ἰδιωτικῆς, τὴν ὁποίαν μόνον παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν
830τοῦ κ. Κοκκίνου, πρόκειται νὰ τὴν ἀφαιρέσωμεν, νομίζω ὅτι ἡ
831Βουλὴ ἤθελε πράξει ἀδικίαν, ἂν πρὶν συζητήσῃ δὲν ἐχορήγει
832καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὸ δικαίωμα νὰ προσάξωσιν ἐκθέσεις
833ἐναντίας τῆς τοῦ κ. Κοκκίνου. Ἡ Βουλὴ ἂν μόνον καὶ μόνον ἐξ
834αἰτίας μιᾶς νομικῆς ἐκθέσεως πρόκηται νὰ μεταβάλῃ γνώμην
835καὶ, ἐνῷ πρὶν ἐθεώρει τὸν ἐθνικὸν τοῦτον θησαυρὸν ὡς ἀνήκοντα
836εἰς τὸν πρῶτον καταλαβόντα ἢ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας,
837ἤδη ζητεῖ ἐκ τῆς ἐκθέσεως νὰ μεταβάλῃ γνώμην, πρέπει ν’ ἀ-
838κούσῃ καὶ τοὺς ἐναντίους. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω. Ἡ
839ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον τῆς
840Κυβερνήσεως, διῃρέθη εἰς δύο γνώμας, ἀφοῦ συνεζήτησεν αὐτὸ
841ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ λίαν μάλιστα ἐπισταμένως καὶ ἐμβρι-
842θῶς. Οἱ μὲν συνετάχθησαν μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ ηὔξησαν τὸ
843ποσὸν τοῦ φόρου· οἱ δὲ ἀπέκρουσαν αὐτὸ ὑποστηρίξαντες ὅτι
844αἱ ἐκβολάδες εἶνε ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους. Ἐκ τούτου ἕπεται,
845ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δύο γνώμας, καθὼς ἔχει δύο γνώμας ἡ
846ἐπιτροπὴ αὐτῆς, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας
847δὲν εἰσάγεται κατὰ πρῶτον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Κοκκίνου,
848ἀλλ’ ἐνυπάρχει εἰς τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς καὶ ἔχει τοὺς ὑπερα-
849σπιστὰς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅσον ἠμπορῶ, τὴν ἐξα-
850κολούθησιν τῆς συζητήσεως, καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναβολῆς
851αὐτῆς. Ὑπάρχουν δύο ἀντίτυπα τῆς ἐκθέσεως, τὸ μὲν νὰ σταλῇ
852νὰ τυπωθῇ, τὸ δὲ νὰ ἀναγνωσθῇ· ἐπειδὴ δὲ τὰ νομοσχέδια ταῦ-
853τα τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι τόσον σπουδαῖα, ἀμ-
854φιβάλλω ἂν καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες συνεδριάσεις θὰ ἐξαρκέσωσι,
855διότι περὶ πολλῶν καὶ σπουδαίων συμφερόντων πρόκειται, καὶ
856νομίζω ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐνδιατρίψωμεν ἀρκετὰ εἰς
857τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν θὰ ἀπαντήσωμεν μόνον πρόσκομμα
858τὸ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα. Δὲν καταλαμβάνω λοιπὸν,
859ἀφ’ οὗ πρόκειται περὶ δημοσίου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον δὲν πρέ-
860πει νὰ ἀναβληθῇ, καὶ περὶ συζητήσεως, ἥτις θὰ ᾖναι μακρὰ,
861ἀφοῦ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι παρεσύρθη ἀλλ’
862ὅτι ἔχει μόνον ὡς ἓν ἐπικουρικὸν βοήθημα τὴν ἐπιστημονικὴν
863ἔκθεσιν τοῦ κ. Κοκκίνου, ἀφ’ οὗ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ,
864ὡς καὶ ἡ Βουλὴ, ἔχουσι δύο γνώμας καὶ ἡ μὲν μία γνώμη εἶ-
865ναι ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία ἐθνικὴ, ἡ δὲ, ὅτι εἶναι ἰδιωτικὴ, ὡς
866ταῦτα εἶναι προφανῆ, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λείψῃ πᾶσα περὶ ἀνα-
867βολῆς πρότασις, καὶ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
868§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου θέλει τυπωθῆ καὶ
869διανεμηθῆ. Εἶναι ἄλλη γνώμη ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς;
870§83ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
871§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομο-
872σχεδίου περὶ Λαυρίου.
873§85ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις ὑποστηρίζει τὴν γνώμην
874τῆς μειονοψηφίας, νὰ ἀναγνωσθῇ.
875§86ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφ’ οὗ ἐπετράπη ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου
876τούτου, ἐννοῶ, ἡ συζήτησις νὰ περιστραφῇ εἰς τὸ παρεμπῖπτον
877ζήτημα, τουτέστιν, ἂν ᾖναι ἐθνικὴ περιουσία ἢ ὄχι αἱ ἐκβολάδες,
878διότι ἅμα ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ὅτι εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, δὲν
879ὑπάρχει λόγος νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· διὰ τοῦτο,
880ἂς λάβουν τὸν λόγον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐναντίαν ἰδέαν.
881§87ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.
882§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις αὕτη θὰ μᾶς ἐπα-
883σχολήσῃ ἐπὶ ματαίῳ πολὺν χρόνον.
884§89ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀναγνωσθῇ.
885§90ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν γνωρίζομεν, ἀλλ’
886αὐτὴ ἥτις εἶναι ἄγνωστος.
887§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ κ. πρόεδρε, καὶ
888ἀμέσως ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
889§92ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
890(Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου).
891Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
892Προσκληθεὶς ὁ ὑποφαινόμενος νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμὴν γνώμην
893ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀρχαίων ἐκβολάδων τῶν Λαυριωτικῶν
894μολυβδαργυρούχων χωμάτων, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον πρὸς ἀκρι-
895βεστέραν αὐτοῦ λύσιν νὰ διατυπώσω τὰ ἑπόμενα ζητήματα:
896καὶ νὰ ἐνασχοληθῶ εἰς τὴν λύσιν ἑκάστου αὐτῶν.
897Αʹ. Δύνανται οἱ λαβόντες τὴν παραχώρησιν μεταλλείου ἐν-
898θείου ἀργυρούχου μολύβδου ἐν Λαυρίῳ νὰ συμπεριλάβωσιν εἰς
899τὰ ἀντικείμενα τῆς μεταλλεύσεως αὑτῶν καὶ τὰς ἀρχαίας ἐκ-
900βολάδας τῶν μολυβδαργυρούχων χωμάτων, τῆς αὐτῆς ἢ καὶ
901διαφόρου μεταλλικῆς βάσεως ἀπὸ τὴν τῶν παραχωρηθέντων
902μεταλλείων;
903Βʹ. Ἂν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκβολάδες θεωρηθῶσιν ὡς μέρος ἢ
904παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ὁποίου εὑ-
905ρίσκονται, ποίαν ἔχει ἐπ’ αὐτῶν ἐξουσίαν ἡ διοίκησις, ποῖα δι-
906καιώματα οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, καὶ ποῖα τὸ δημόσιον;
907Γʹ. Ἂν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκβολάδες ἀποτελῶσι μέρος ἢ
908παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους ἢ εἶναι κινητὸν πρᾶγμα καὶ εἰς
909τίνα ἀνήκει ἡ κυριότης αὐτῶν;
910Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀπαν-
911τήσω τὰ ἑπόμενα.
912Ἐπὶ τοῦ ά. ζητήματος.
913Ὁ περὶ μεταλλείων νόμος διακρίνει εἰς τρεῖς τάξεις τὰ ὀρυ-
914κτὰ, τὰ περιεχόμενα εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἢ εὑρισκόμενα εἰς
915τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς, ἤτοι εἰς μεταλλεῖα (mines), εἰς ὀρυχεῖα
916(minieres) καὶ εἰς λατομεῖα (carrieres).
917Αἱ τάξεις αὗται διεκρίθησαν κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τοῦ
918τρόπου τῆς ἐξορύξεως, κατὰ μίμησιν τῶν διατάξεων τοῦ περὶ
919μεταλλείων νόμου τῆς Γαλλίας τῆς 21 Ἀπριλίου 1810, καθ’
920ἃ προκύπτει ἐκ τῆς ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1861 αἰτιολογικῆς ἐκθέ-
921σεως, ἣν οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κ.
922Κ. Ε. Α. Σίμος καὶ Χ. Χριστόπουλος ὑπέβαλον εἰς τὴν Βου-
923λὴν, ὅτε εἰσήγαγον τὸ περὶ μεταλλείων νομοσχέδιον. Δι’ ἑκά-
924στην ἐκ τῶν τριῶν τούτων τάξεων ὡρίσθησαν ἄλλως οἱ τρόποι
925τῆς ἀποκτήσεως ὡς καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξο-
926ρύξεως. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἀποκτήσεως τοῦ δικαιώματος
927ὁρίζεται περὶ μὲν τῶν μεταλλείων, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν
928ἐπιτρέπεται μόνον δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως (ἄρθρον 5
929τοῦ νόμου), περὶ δὲ τῶν ὀρυχείων, ὅτι ἡ ἐξόρυξις αὐτῶν παρα-
930χωρεῖται μόνον δι’ ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ,
931ὁριζούσης τὰ ὅρια καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξορύξεως (ἄρθ. 35), καὶ
932περὶ τῶν λατομείων, ὅτι ἡ λατόμησις αὐτῶν ἐνεργεῖται ἄνευ
933ἀδείας, ὑποκειμένη ὅμως ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν τῆς δι’ ὑπο-
934νόμων στοῶν ἐξορύξεως εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλ-
935λείων μηχανικοῦ (ἄρθρ. 41). Ἕνεκα τῶν ἀπαντωμένων ὡς ἐκ
936τῆς διαφορᾶς τοῦ τρόπου τῆς ἐξορύξεως πλειοτέρων ἢ ὀλιγωτέ-
937ρων δυσχερειῶν καὶ ἐξόδων ὡρίσθη ἐπὶ μὲν τῶν μεταλλείων τὸ
938δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς εἰς μέρισμα, τὸ δὲ τοῦ
939δημοσίου εἰς χρηματικὸν ποσὸν οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ 5%
940ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος (ἄρθρ. 7 καὶ 30), ἐπὶ δὲ τῶν ὀ-
941ρυχείων τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ
942ἐπὶ τῶν μεταλλείων συμβουλίου μὴ ὑποκείμενον εἰς τὸν περι-
943ορισμὸν ἀνωτάτου τινὸς ὅρου, ὁ δὲ πρὸς τὸ δημόσιον καταβαλ-
944λόμενος φόρος προσδιορίζεται εἰς χρηματικὸν ποσὸν, ὅπερ δὲν
945δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 10% ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὁσά-
946κις τὸ προϊὸν δὲν ὑπόκειται εἰς τέλος δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡρι-
947σμένον (ἄρθρον 39 καὶ 40). Ἡ λατόμησις τῶν λατομείων ὑπό-
948κειται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου ὁριζομένου εἰς 10% ἐπὶ τοῦ
949καθαροῦ προϊόντος (ἄρθρ. 42.)
950Ἐκ τούτων προκύπτει ἀνενδοιάστως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ
951μὲν προϊόντα τῶν μεταλλείων δὲν δύναται νὰ φορολογήσῃ παρὰ
952κατ’ ἀνώτατον ὅρον πρὸς 5% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου,
953καὶ μόνον διὰ τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου, ἐν ᾧ τὰ προϊόν-
954τα τῶν ὀρυχείων δύναται νὰ φορολογήσῃ διὰ μὲν τοῦ ἐτησίου
955φορολογικοῦ νόμου εἰς 10% κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ τῆς κα-
956θαρᾶς προσόδου, δι’ εἰδικῶν δὲ νόμων καὶ κατ’ ἄλλο φορολογι-
957κὸν μέτρον.
958Ἐκτὸς τούτων ἀπαντῶνται καὶ ἄλλαι ἀκόμη διαφοραὶ ὡς πρὸς
959τὰς ἐννόμους συνεπείας τῶν διαφόρων τρόπων τῆς ἀποκτήσεως
960τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως, τὰς ὁποίας ὡς μικροτέρου λό-
961γου ἀξίας παραλείπομεν.
962Οἱ πρὸς σύστασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως τῶν δια-
963φόρων ὀρυκτῶν ὅροι διαφέρουσι κατὰ τὴν διαφορὰν τῶν περι-
964πτώσεων. Ἐπὶ τῶν λατομείων παραχώρησις ἀδείας ἐξορύξεως
965δὲν λαμβάνει χώραν, ἑπομένως ἡ ἐξόρυξις ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιο-
966κτήτην, ὑποκείμενον μόνον εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλ-
967λείων μηχανικοῦ, ὁσάκις ποιεῖται δι’ ὑπονόμων στοῶν τὴν ἐξό-
968ρυξιν. Ἐπὶ τῶν ὀρυχείων ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
969ρικῶν ὑπουργοῦ μετὰ προηγουμένην ἐκπλήρωσιν τῶν διατάξεων
970τῶν ἄρθρων 22–25 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, καὶ ἐπὶ τῶν
971μεταλλείων τὸ δικαίωμα παραχωρεῖται διὰ τῆς ἐκδόσεως Β.
972διατάγματος. Ἐκ τούτων ἕπεται, ὅτι τὸ παραχωρηθὲν ὡς με-
973ταλλεῖον δὲν δύναται νὰ ἐξορυχθῇ ἂν ἀποδειχθῇ ὀρυχεῖον, καὶ
974τἀνάπαλιν τὸ ὡς ὀρυχεῖον παραχωρηθὲν δὲν δύναται νὰ ἐξορυ-
975χθῇ, ἂν ἀποδειχθῇ μεταλλεῖον, παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικῆς παρα-
976χωρήσεως κατὰ τὰς σχετικὰς περὶ τῶν διαφόρων τούτων ἀντι-
977κειμένων διατάξεις τοῦ νόμου.
978Ἐρωτᾶται ἤδη, ἂν αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐκβολάδες τῶν ἀρ-
979χαίων μολυβδαργυρούχων χωμάτων δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς
980ἀποτελοῦσαι μέρος τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλλείων ἐνθείου ἀργυρού-
981χου μολύβδου, ὧν ἡ ἐκμετάλλευσις παρεχωρήθη εἰς διαφόρους.
982Καὶ ἐνταῦθα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω ἐξ ἀρχῆς, ὅτι
983ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑφ’ ἣν πραγματεύομαι τὸ προκείμενον ζήτημα,
984ἀποβαίνει ἄνευ ἐπιῤῥοῆς ἡ ταυτότης ἢ ἡ διαφορὰ τῆς μεταλ-
985λικῆς τῶν χωμάτων οὐσίας μὲ τὴν τῶν παραχωρηθέντων με-
986ταλλείων.
987Ὅπως ἑρμηνεύουσι καὶ ἐφαρμόζουσιν ἐν Γαλλίᾳ τὸν περὶ με-
988ταλλείων νόμον τῆς 21 Ἀπριλίου 1810, ἐξ οὗ ἠρύσθημεν καὶ
989τοῦ ἡμετέρου νόμου τὰς διατάξεις, ἡ δι’ ὑπογείων στοῶν καὶ
990φρεάτων ἐξόρυξις τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν, καὶ οὐχὶ ἡ ὀνομα-
991σία αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ μεταξὺ τῶν μεταλλείων καὶ τῶν ὀρυ-
992χείων κριτήριον, οὕτως ὥστε πᾶσα μεταλλικὴ οὐσία, μὴ δυνα-
993μένη νὰ ἐξορυχθῇ ἄλλως παρὰ δι’ ὑπογείων στοῶν καὶ φρεά-
994των, λογίζεται μεταλλεῖον καὶ παραχωρεῖται ἡ πρὸς ἐξόρυξιν
995αὐτῆς ἄδεια κατὰ τὰς περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων διατά-
996ξεις, αἱ δὲ μεταλλικαὶ οὐσίαι, ὧν ἡ ἐξόρυξις κατορθοῦται ἐν ὑ-
997παίθρῳ, λογίζονται ὀρυχεῖα καὶ τὸ πρὸς ἐξόρυξιν αὐτῶν δικαίω-
998μα διέπεται ὑπὸ ἄλλων ὁρισμῶν παρὰ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν
999παραχώρησιν τῶν μεταλλείων. Αἱ ὀνομασίαι τῶν μετάλλων δὲν
1000ἀποτελοῦσι κατὰ τὸ σύστημα τοῦ γαλλικοῦ νόμου νομικὰς κα-
1001τηγορίας, ἀλλὰ μόνη ἡ διαφορὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐξορύξεως ἔχει
1002ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τοὺς νομικοὺς ὁρισμοὺς τῶν μεταλλείων καὶ
1003τῶν ὀρυχείων καὶ ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν τοῦ τρόπου τῆς πα-
1004ραχωρήσεως τοῦ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματος. Καὶ ἐν Ἑλλάδι ὀφεί-
1005λομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ διὰ στοῶν καὶ φρεάτων ἐξόρυ-
1006ξις τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν ἀποτελεῖ τὸ μεταλλεῖον, ἡ δὲ ἐν
1007ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ ὀρυχεῖον. Τοῦτο προκύ-
1008πτει οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς προμνημονευθείσης αἰτιολογικῆς ἐκθέ-
1009σεως τοῦ περὶ μεταλλείων νομοσχεδίου, φερούσης ἐπὶ λέξεως
1010τὰ ἑξῆς· «Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1810, οἱ σωροὶ τῶν ὀρυκτῶν, οἱ
1011»περιεχόμενοι εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἢ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν
1012»ἐπιφάνειαν αὐτῆς κατατάσσονται ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς
1013»ἐξορύξεως αὐτῶν εἰς τρεῖς τάξεις, εἰς μεταλλεῖα, εἰς ὀρυχεῖα
1014»καὶ εἰς λατομεῖα. Τὰς προεκτεθείσας ἀρχὰς τοῦ Γαλλικοῦ
1015»νόμου, ὡς καὶ τὴν διαίρεσιν τῶν ὀρυκτῶν εἰς τρεῖς τάξεις,
1016»παραδέχεται καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κτλ.» καὶ πα-
1017ρακατιὸν «ἡ ἐξόρυξις τῶν ὀρυχείων γινομένη ἐν ὑπαίθρῳ ἄνευ
1018»στοῶν καὶ φρεάτων, ἤτοι τεχνικῶν ἔργων, δὲν ὑπόκειται εἰς
1019»ἄλλον περιορισμὸν, ἢ τὸν τῆς ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1020»ὑπουργοῦ, ἥτις ὁρίζει καὶ τὰ ὅρια καὶ τὸν τρόπον αὐτῆς·»
1021ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ περὶ μεταλλείων
1022νόμου, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πρὸς ἐξόρυξιν τῶν ὀρυχείων δοθεῖσα
1023ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ἄδεια παύει καὶ ἡ ἐξόρυξις ἐπιτρέπεται
1024μόνον κατὰ τοὺς διατεταγμένους διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν
1025μεταλλείων ὅρους, ά) ἐὰν κατασταθῇ ἀδύνατος ἡ ἐν ὑπαίθρῳ
1026ἐξόρυξις καὶ θεωρηθῇ ἀναγκαία ἡ κατασκευὴ ὑπονόμων στοῶν,
1027φρεάτων καὶ τεχνικῶν ἔργων· βʹ) ἐὰν ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις
1028ὑπάρχῃ μὲν ἐφικτὴ, ἀλλὰ πιθανολογηθῇ ὡς ὀλιγοχρόνιος καὶ
1029ὡς μέλλουσα νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν μετὰ ταῦτα ἐξόρυξιν
1030τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν δι’ ὑπονόμων, στοῶν καὶ φρεάτων.
1031Καὶ ἡ ῥηθεῖσα αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὰς δύο
1032ταύτας περιπτώσεις τὰ ὀρυχεῖα ἐξομοιοῦνται μὲ τὰ μεταλλεῖα
1033καὶ ἀπαιτεῖται καὶ δι’ αὐτὰ πρᾶξις παραχωρήσεως ὁποία καὶ
1034ἐπὶ τῶν μεταλλείων.
1035Ἐν Γαλλίᾳ οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς
103621 Ἀπριλίου 1810 ὄχι μόνον παραδέχονται ὅτι ὑπὸ τὴν νομι-
1037κὴν ἔποψιν ἡ διὰ στοῶν καὶ φρεάτων ἐξ ἑνὸς καὶ ἡ ἐν ὑπαίθρῳ
1038ἐξ ἑτέρου ἐξόρυξις διακρίνει τὰ μεταλλεῖα ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα,
1039ἀλλὰ καὶ θεωροῦσι τὰ ὀρυχεῖα, ὧν ἡ ἐξόρυξις δὲν δύναται νὰ
1040γείνῃ παρὰ δι’ ὑπογείων τεχνικῶν ἔργων, ὡς μεταπίπτοντα εἰς
1041τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων καὶ τ’ ἀνάπαλιν τὰ μεταλ-
1042λεῖα, ὧν ἡ ἐξόρυξις ἀποβαίνει κατορθωτὴ ἐν ὑπαίθρῳ, ὡς μετα-
1043πίπτοντα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὀρυχείων. Ἰδού τί λέγει περὶ
1044τοῦ γαλλικοῦ τούτου νόμου εἷς ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων ἑρμηνευτῶν
1045τῶν διοικητικῶν τῆς Γαλλίας νόμων, ὁ G. Dufour ἐν τῷ ἕκτῳ
1046τόμῳ τῆς σοφῆς αὑτοῦ περὶ διοικητικοῦ δικαίου πραγματείας
1047ἐν σελίδι 319, ἀρ. 365.
1048Lorsque la destination d'une substance minérale lui
1049donne assez de prix pour que l'administration sente le
1050besoin d'en assurer l'exploitation par des règles parti-
1051culières, l'attention doit se porter sur le mode d'ex-
1052ploitation, dont elle est susceptible pour decider s'il
1053convient ou non de lui appliquer les dispositions prés-
1054crites pour les minières. les art. 63 et 59 qui declarent
1055que les minérais d'alluvion ou les fers en filons ou
1056couches tombent sous l'empire du régime des cou-
1057cessions dès que l'exploitation a ciel ouvert cesse d'etre
1058possible, indiquent clairement «que la nécessité d'une
1059»exploitation avec puits et galerie constitue le trait
1060»distinctif entre les mines et les minières au point
1061»de vue du regime légal au quel elles sont soum-
1062anises. Les minières exploitables par travaux souter-
1063rains sont concessibles comme les mines aux termes
1064de l'art 68 de la loi du 21 avril 1810, lorsque les
1065travaux souterrains doivent être permanentes et re-
1066lugiers et de leur côté les mines sont assujetties au
1067regimes des minières pour la partie des gites en filons
1068ou en couches, «qui peut être exploitée à ciel ouvert.
1069Ἕπεται ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ ἀρχαῖαι ἐκβολά-
1070δες τῶν μολυβδαργυρούχων χωμάτων εἴτε περιέχουσι τὴν αὐτὴν
1071εἴτε καὶ ἄλλην μεταλλικὴν βάσιν παρὰ τὴν τοῦ παραχωρηθέντος
1072μεταλλείου, ἅμα ἀποβαίνει κατορθωτὴ ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις
1073αὐτῶν, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι ἐννόμως
1074μέρος τοῦ μεταλλείου καὶ ὡς δυνάμεναι νὰ μεταλλευθῶσιν ἐπὶ
1075τῇ βάσει τοῦ παραχωρηθέντος πρὸς μετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου
1076δικαιώματος, ἀλλὰ πρέπει, ἂν θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι μέρος
1077τοῦ ἀκινήτου, ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται, νὰ λογισθῶσιν ὡς ὀρυχεῖον, διὰ
1078τὴν παραχώρησιν τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖται ἡ ἐφαρμογὴ διαδικα-
1079σίας ἄλλης παρὰ τὴν διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων
1080ὁριζομένην. Τῆς διαδικασίας ταύτης αἱ διατυπώσεις δὲν ἐξεπλη-
1081ρώθησαν οὔτε ἀπὸ τὸν κ. Σερπιέρην, οὔτε ἀπὸ ἄλλον τινὰ ἐκ
1082τῶν λαβόντων παραχωρήσεις ἐπὶ τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλλείων ἐν-
1083θείου ἀργυρούχου μολύβδου, ἑπομένως οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔχει τὸ
1084δικαίωμα νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐξόρυξιν τῶν ἐν λόγῳ ἐκβολάδων.
1085Ἐπὶ τοῦ β. ζητήματος.
1086Ἂν αἱ ἀρχαῖαι ἐκβολάδες τῶν ἐν Λαυρίῳ μολυβδαργυρούχων
1087χωμάτων λογισθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι μέρος ἢ παρακολούθημα
1088τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται, ἐρωτᾶται ποίαν ἔχει ἐπ’
1089αὐτῶν ἐξουσίαν ἡ διοίκησις, ποῖα δικαιώματα οἱ ἰδιοκτῆται τῆς
1090γῆς καὶ ποῖα τὸ δημόσιον.
1091Ἀποδειχθέντος ἀνωτέρω, ὅτι ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξόρυξις συνεπά-
1092γεται ἀπαραιτήτως τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν χωμάτων ὡς ὀρυ-
1093χείων, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς πρὸς τὴν ἀπό-
1094κτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξορύξεως αὐτῶν αἱ περὶ ὀρυχείων
1095διατάξεις τῶν ἄρθρων 35–40 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου.
1096Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ἡ ἐξόρυξις δὲν δύναται νὰ ἐπι-
1097τραπῇ παρὰ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτ. ὑπουρ-
1098γοῦ, παρεχούσης τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, καὶ ὁριζούσης τὰ ὅρια
1099καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξορύξεως, καὶ μετὰ προηγουμένην ἐκπλή-
1100ρωσιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 22, 23, 24 καὶ 25 τοῦ περὶ
1101μεταλλείων νόμου. Καὶ τοιοῦτο μὲν τὸ ἡγεμονικὸν τῆς ἐξουσίας
1102δικαίωμα ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν ὀρυχείων. Τὰ δὲ τοῦ
1103ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους δικαιώματά εἰσι, 1) δικαίωμα προτιμή-
1104σεως εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ ὀρυχείου, 2) δικαίωμα μερίσμα-
1105τος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς τοῦ ὀρυχείου προσόδου, ὅταν ἐδόθη εἰς ἄλ-
1106λον παρὰ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς ἡ τῆς ἐξορύξεως ἄδεια.
1107Τὰ δὲ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ δικαιώματα συνίστανται εἴτε εἰς
1108τέλος δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡρισμένον, ἤτοι εἰς τέλος, οὗτινος τὸ ποσὸν
1109δύναται νὰ προσδιορισθῇ κατὰ τὸ δοκοῦν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ
1110μέτρον, διὰ παγίου νόμου, εἴτε εἰς χρηματικὸν φόρον, προσδιορι-
1111ζόμενον ἑκάστοτε διὰ τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου καὶ μὴ ὑπερ-
1112βαίνοντα τὰ 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
1113Ἐρωτᾶται ἤδη, ἂν τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως, τὸ ὁποῖον
1114καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς,
1115εἶναι ἀπόλυτον, ἂν, ἐν ἄλλοις λόγοις, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλῃ ἀνα-
1116γκαίως καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ παραχωρήσῃ αὐτῷ τὸ δι-
1117καίωμα τῆς ἐξορύξεως τοῦ ὀρυχείου ἀπέναντι παντὸς διαγωνιζο-
1118μένου πρὸς αὐτὸν περὶ τῆς παραχωρήσεως.
1119Φρονῶ, ὅτι ἡ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς προτίμησις δὲν δύναται
1120νὰ ἐκληφθῇ παρὰ ὡς συνδεομένη μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιω-
1121μάτων τοῦ δημοσίου καὶ μὲ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ εἰς τὴν ἐπωφελε-
1122στέραν ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυχείου ἐγκειμένου κοινοῦ συμφέροντος, 1)
1123διότι ἡ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 παραπομπὴ τοῦ ἄρθρου
112436 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου ἐπιτρέπει τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δια-
1125γωνισμοῦ τῶν ἐχόντων ἀξιώσεις εἰς ἐξόρυξιν τοῦ ὀρυχείου πρὸς τὸν
1126ζητήσαντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐξορύξεως ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, καὶ
1127ἑπομένως δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ προτίμησις τοῦ ἰδιοκτήτου
1128δὲν καθιεροῦται ἐν τῷ νόμῳ ὡς ἀπόλυτον, ἀλλὰ ὡς σχετικὸν μό-
1129νον δικαίωμα ἀπονεμόμενον ἐν περιπτώσει ἰσότητος τῶν ὅρων εἰς
1130τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ 2) διότι ἐπὶ πλειοτέρων τοῦ τοιούτου εἴδους
1131ὀρυχείων, ὧν πλεῖστα ὅσα ὑπάρχουσιν ἐν Λαυρίῳ, ἡ παραχώρησις
1132αὐτῶν εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην, ὅταν μάλιστα οὗτος ἀποβλέπων νὰ
1133περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸν ὡς μονοπώλιον ὅλα τὰ τοιαῦτα ὀρυχεῖα,
1134προενησχολήθη ν’ ἀποκτήσῃ τὴν κυριότητα τοῦ ἐδάφους, ἤθελε κα-
1135ταστήσει προβληματικὴν τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου,
1136ἐπὶ τῆς ὁποίας λογισθήσονται τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἐνῷ
1137ἡ διανομὴ τῶν παραχωρήσεων εἰς πλειοτέρους καθίστησι πιθα-
1138νώτερον τὸν ἔλεγχον τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ἀσφαλίζει πλειό-
1139τερον τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀπὸ τῆς φορολογίας προσόδου τοῦ δημο-
1140σίου.
1141Ἐπὶ τοῦ γʹ. ζητήματος.
1142Τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα ἀνασκαφέντα ὑπὸ τῶν ἀρχαίων
1143μεταλλευτῶν καὶ θεωρηθέντα ὡς ἄχρηστα ἐῤῥίπτοντο παρ’ αὐτῶν
1144εἰς διάφορα τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἐδάφους μέρη καὶ βαθμηδὸν ἐπι-
1145σωρευομένων ἐσχηματίσθησαν οἱ σημερινοὶ σωροί.
1146Μεταξὺ τῶν δημοσιευθέντων καὶ ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν
1147ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγγράφων εὑρίσκεται ἐπιστο-
1148λή τις τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως Κ. Κ. Προβελε-
1149γίου πρὸς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν Κ. Θ. Δηλι-
1150γιάννην, τῆς 26 Ἰουνίου 1870, διὰ τῆς ὁποίας τὰ περὶ ὧν
1151ὁ λόγος χώματα θεωροῦνται ἢ ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου,
1152εἰς ὃ εὑρίσκονται, καὶ ἑπομένως ὡς ἀνήκοντα εἰς τοῦ ἀκινήτου
1153τὸν κύριον, ἢ ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ μεταλλείου, καὶ ἀνή-
1154κοντα ἑπομένως εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ ἀδιαφόρως, ἂν ἐνυπῆρχον
1155ἐξ ἀρχῆς ἐν τῷ χώρῳ τοῦ μεταλλείου, ἢ μετηνέχθησαν ὕστερον
1156ἐκεῖ.
1157Οἱ δὲ ὑπὲρ τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη γνωμοδοτήσαντες ἀξιότιμοι
1158συνάδελφοι δὲν ἐδίστασαν νὰ θεωρήσωσι τὰ χώματα «ὡς συμπα-
1159»γέντα μετὰ τῆς ἀρχικῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἅτε τῆς αὐτῆς
1160»μετὰ τῆς γῆς ὄντα οὐσίας, καὶ ἀπαρτίσαντα μετὰ τῆς ἐπιφα-
1161»νείας ἓν σύνολον, ἔχον ἐπιφάνειαν ἄλλην παρὰ τὴν ἀρχικὴν, μὴ
1162»δυναμένην πλέον νὰ διακριθῇ ἀπὸ τῆς ἐνεστώσης ἐπιφανείας, ἐφ’
1163»ἧς φύονται πρὸ αἰώνων δένδρα καὶ ἄλλα φυτὰ, καὶ ν’ ἀποφαν-
1164»θῶσιν, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἀκινήτου,
1165»μεθ’ οὗ ὀργανικῶς συνηνώθησαν.»
1166Θέλω ἐξετάσει πρῶτον τὴν ὑπὸ τοῦ πολυμαθοῦς παρὰ τῷ
1167Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, καὶ μετ’ αὐτὴν
1168τὴν ὑπὸ τῶν δικηγόρων τοῦ Κ. Σερπιέρη διατυπωθεῖσαν.
1169Τὰ χώματα καθ’ ἑαυτὰ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πα-
1170ρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου, ἐφ’ οὗ κεῖνται, διὰ τὸν ἁπλούστατον
1171λόγον, ὅτι τὰ ἐξορυχθέντα ἐκ τῶν μεταλλείων χώματα, ὁπου-
1172δήποτε καὶ ἂν ἐτοποθετήθησαν, λογίζονται κινητὰ, καθὸ παυσά-
1173μενα διὰ τῆς ἐξορύξεως τοῦ ἀποτελεῖν μέρος τοῦ ἀκινήτου. Ὁ
1174περὶ μεταλλείων νόμος κηρύττων διὰ τοῦ ἄρθρου 9 ὡς ἀκίνητα
1175τὰ μεταλλεῖα, ῥητῶς παραδέχεται καὶ ἀναγνωρίζει ἐν τῷ ἄρθρῳ
117610 ὡς κινητὰ τὰς μεταλλευθείσας ὕλας. Μεταλλευθεῖσαι δὲ ὕ-
1177λαι ἐννοοῦνται ἀναγκαίως οὐχὶ μόνον αἱ μετὰ τὴν ἐξόρυξιν καμι-
1178νευθεῖσαι, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐξορυχθεῖσαι καὶ μήπω καμινευθεῖσαι, διό-
1179τι καὶ οἱ ὄγκοι καὶ τὰ χώματα τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν, ἅμα
1180ἐξορυχθῶσιν, ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον αὐτοτελὲς καὶ διακεκριμέ-
1181νον ἀπὸ τοῦ ἀκινήτου, μεθ’ οὗ ὑπῆρχον συνηνωμένα πρὸ τῆς ἐξο-
1182ρύξεως, καὶ δυνάμενον νὰ διατεθῇ καὶ ν’ ἀπαλλοτριωθῇ κατὰ
1183τοὺς παραδεδεγμένους διὰ τὴν διάθεσιν καὶ ἐκποίησιν τῶν κινη-
1184τῶν ἐνόμους τρόπους, ὡς ἀποδεικνύει ἡ καθημερινὴ πεῖρα, καὶ
1185ὡς προκύπτει τοῦτο καθαρῶς καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας τοῦ
1186κ. Ι. Β. Σερπιέρη, δηλώσαντος ἐν τῇ ἀπὸ 30 Μαρτίου (11
1187Ἀπριλίου) 1870 ἀναφορᾷ αὐτοῦ πρὸς τὸν κύριον νομάρχην Ἀτ-
1188τικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα παρεχω-
1189ρήθησαν παρ’ αὐτοῦ ἀντὶ δραχμῶν δύο δι’ ἕκαστον τόνο
1190εἰς τὴν ἑταιρίαν Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ Σας, ἀναδεχθεῖσαν τὴν
1191μεταφορὰν αὐτῶν (ἤτοι μεταφορὰν πραγμάτων ἤδη ἐξωρυγμέ-
1192νων). Αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι γίνονται ἀναγκαίως διὰ τῆς ἐξορύ-
1193ξεως κινητὰ, ἀπαραλλάκτως ὅπως καὶ τὰ συμπαγῆ μετὰ τῆς
1194γῆς δένδρα γίνονται κινητὰ διὰ τῆς ἐκκοπῆς. Ἡ ἰδιότης αὐτῶν
1195ὡς κινητῶν, ἅμα χωρισθῶσιν ἐκ τῆς μετὰ τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς
1196συναφείας, προκύπτει προσέτι καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ τε περὶ
1197διακρίσεως κτημάτων νόμου (ἄρθρ. 5 καὶ 8, § 2) καὶ τοῦ Ῥω-
1198μαϊκοῦ Δικαίου, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ὁποίου ἡ ἄμμος, ὁ γύ-
1199ψος καὶ τὰ τούτοις ὅμοια μετὰ τὴν ἐξόρυξιν, τὰ δένδρα, οἱ ἄν-
1200θρακες καὶ τὰ τοιαῦτα μετὰ τὴν ἐκκοπὴν, δὲν ἀποτελοῦσι πλέον
1201μέρος τοῦ ἀκινήτου, ἤτοι τὰ λεγόμενα ruta et caesa (ἀποσπα-
1202σθέντα καὶ τμηθέντα). Νόμος 17, § 6 τῶν Πανδεκτῶν de
1203action eunti (19, 1).
1204Ὁ Voet πραγματευόμενος περὶ τούτου ἀποφαίνεται, ὅτι τὰ
1205μέταλλα, οἱ λίθοι, ἡ ἄμμος, ὁ γύψος καὶ ἅπαντα ἐν γένει τὰ
1206μεταλλεῖα, ὀρυχεῖα καὶ λατομεῖα ὡς καὶ τὰ μετὰ τῆς γῆς συμ-
1207παγῆ δένδρα λογίζονται ὡς μέρη τοῦ ἐδάφους ἐναριθμούμενα τοῖς
1208ἀκινήτοις ἅμα ὅμως ἐξορυχθῶσι καὶ ἐκκοπῶσι, παύουσι τοῦ λο-
1209γίζεσθαι μέρος τοῦ ἐδάφους καὶ κατατάσσονται ἐν τοῖς κινητοῖς,
1210μὴ μετέχοντα πλέον τῆς νομικῆς τοῦ ἀκινήτου ἰδιότητος, οὐδὲ πε-
1211ριερχόμενα ἑπομένως διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ ἀκινήτου εἰς τὴν κυ-
1212ριότητα τοῦ ἀγοραστοῦ, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐξῃρέθησαν ῥητῶς ἐπὶ
1213τῆς πωλήσεως. «Simili modo metalla lapidesque, et arena
1214et creta, et quiquid est in fodinis metallicis aut lapidicinis
1215etc. arbores quoque fundo haerentes, immobilibus accensen-
1216tur, ut partes praediorum, quae omnia, ubi ruta seu eruta
1217et caesa fuerint, uti desinunt fundi partes esse, ita in po-
1218sterum mobilibus annumeranda sunt, nec amplius fundi
1219domusve jura sequuntur, nec praedio vendito ad emptorem
1220pertinent, licet nominatim excepta non inveniantur.» 1. Voet
1221ad Pandectas Liber I. titulus VIII. § 13.
1222Ἑπομένως τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος Λαυριωτικὰ χώματα, καθ’ ἑαυ-
1223τὰ θεωρούμενα, δὲν δύνανται νὰ λογισθῶσιν ὡς παρακολούθημα
1224τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται.
1225Ὡσαύτως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα μέρος
1226τοῦ μεταλλείου καὶ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν τοῦ μεταλλείου κύριον,
1227διότι ἂν μὲν δὲν συνέχωνται μετὰ τοῦ ἐδάφους ἐν ἀναγκαίᾳ ἑνώ-
1228σει, λογίζονται κινητά, καὶ ὡς τοιαῦτα δὲν ἀκολουθοῦσι τὴν νο-
1229μικὴν τοῦ μεταλλείου τύχην, ἂν δὲ πάλιν θεωρηθῶσιν ὡς μέρος
1230τοῦ ἐδάφους, παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὰ ἐκτεθέντα ἀνωτέρω πρὸς
1231λύσιν τοῦ ὑπὸ στοιχ. Αʹ. ζητήματος, δὲν δύνανται νὰ λογισθῶ-
1232σιν ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ μεταλλείου καὶ ἑπομένως ὡς συμ-
1233παραχωρηθέντα μετ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν τάξιν τῶν
1234ὀρυχείων, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ δυνάμενα νὰ παραχωρηθῶσιν ἄλ-
1235λως, παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν ὀρυχείων
1236ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ νόμου διαδικασίας. Προσθέτω, ὅτι δὲν δύνα-
1237μαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ Κυρίου Προβελεγίου καὶ ἐπὶ τῆς
1238ἰδέας, καθ’ ἣν ἐκλαμβάνει ὡς ὅλως ἀδιάφορον, ἂν ὁ μεταλλοῦ-
1239χος χῶρος κατέστη τοιοῦτος διὰ μεταφορᾶς μεταλλούχου χώ-
1240ματος ἀπὸ ἄλλο μέρος ἢ καὶ ἄνευ τοιαύτης μεταφορᾶς.
1241Τὸ κατ’ ἐμέ, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν πολὺ
1242διαφέρει ἡ μία τῆς ἄλλης περιπτώσεως, διότι ἐν τῇ τελευταίᾳ
1243ὑποθέσει, ὅταν δηλ. ἡ μεταλλικὴ δύναμις τοῦ χώρου εἶναι αὐ-
1244θιγενής, τὸ ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν δικαίωμα μεταβιβάζε-
1245ται ὡς ἀντικείμενον ἀκινήτου κτήσεως, ἐνῷ ἂν τὰ χώματα με-
1246τηνέχθησαν ἐξ ἄλλης θέσεως εἰς τὸν χῶρον, ἐφ’ οὗ νῦν κεῖνται,
1247δὲν δύνανται παρὰ νὰ λογισθῶσιν ὡς φυλάξαντα, καὶ μετὰ τὴν
1248μεταφοράν, ἣν ἐκτήσαντο διὰ τῆς πρώτης αὐτῶν ἐξορύξεως ἰδιό-
1249τητα κινητοῦ πράγματος, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ ἀνήκοντα ἀ-
1250ναγκαίως εἰς τὸν τοῦ μεταλλείου κύριον. Τὴν παρατήρησιν ταύ-
1251την θεωρῶ τόσῳ ἀναγκαιοτέραν, ὅσῳ ἐνδίδοντες πιθανῶς εἰς τὴν
1252αὐθεντίαν τῆς γνώμης τοῦ κυρίου Προβελεγγίου δὲν ἔλειψαν καὶ
1253αἱ ἀξιότιμοι δικηγόροι τοῦ κ. Σερπιέρη νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐν τῇ
1254γνωμοδοτήσει αὐτῶν, ὅτι ὁ τὴν κυριότητα μεταλλείου τινὸς ἀ-
1255ποκτήσας δύναται νὰ οἰκειοποιηθῇ οἱονεὶ αὐτοδικαίως ὅσας
1256εὕρῃ ἐν αὐτῷ προεξωρυγμένας μεταλλικὰς οὐσίας εἴτε εἰς ὄγκους
1257εἴτε εἰς χώματα ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἐν τῇ τοῦ μεταλλείου
1258κυριότητι. Κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, αἱ τοιαῦται ἐξορύξεις,
1259καθὸ κινητά, δὲν περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ νέου ἰδιο-
1260κτήτου τοῦ μεταλλείου, οὗτινος διὰ τῆς ἐξορύξεως ἔπαυσαν νὰ
1261ἀποτελῶσι μέρος καὶ παρακολούθημα, ἀλλὰ μένουσιν εἰς τὸν
1262πρῶτον ἰδιοκτήτην δυνάμενον νὰ τὰς διεκδικήσῃ κατὰ παντὸς
1263κατόχου, ἐκτὸς μόνον ἂν διὰ τῆς εἰδοποιήσεως (τῆς καμινεύ-
1264σεως) ἀπεκτήθη ἡ κυριότης τῆς ἐξορυχθείσης ὕλης ἀπὸ ἄλλον,
1265παρὰ τὸν πρῶτον ἰδιοκτήτην. Ἄλλως ὁ νέος τοῦ μεταλλείου ἰδιο-
1266κτήτης δὲν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῆς
1267ἐξωρυγμένης ὕλης, παρ’ ἂν ἀποκτήσῃ αὐτὰ παρὰ τοῦ πρώτου
1268ἰδιοκτήτου. Καὶ ἂν οὗτος ἐγκαταλείψῃ τὰ ἐξορύγματα εἴτε
1269διότι τὰ ἐθεώρησεν ὡς ἄχρηστα, εἴτε διότι οὕτως ἠθέλησε νὰ
1270πράξῃ, πάλιν ἡ κυριότης αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύον-
1271τος δικαίου δὲν περιέρχεται εἰς τὸν νέον τοῦ μεταλλείου κύριον,
1272ἀλλὰ κύριος αὐτῶν γίνεται τὸ δημόσιον, ὡς κατωτέρω θέλω
1273ἀποδείξει.
1274Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ἂν ἡ περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν Λαυριωτικῶν
1275χωμάτων ὡς ἀκινήτου πράγματος θεωρία τῶν ἀξιοτίμων συνα-
1276δέλφων, οἵτινες ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη, εἶναι
1277ὀρθοτέρα τῆς γνώμης τοῦ κ. Προβελεγίου.
1278Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, «τὰ χώματα ἀποτελοῦσι μέρος
1279»τοῦ ἀκινήτου, μεθ’ οὗ ὀργανικῶς συνηνώθησαν, ὡς συμπαγέντα
1280»μετὰ τῆς ἀρχικῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἅτε τῆς αὐτῆς μετὰ
1281»τῆς γῆς ὄντα οὐσίας καὶ ἀπαρτίσαντα μετὰ τῆς ἐπιφανείας
1282»ἓν σύνολον, ἔχον ἐπιφάνειαν, ἐφ’ ἣν φύονται δένδρα καὶ ἄλλα
1283»φυτὰ καὶ μὴ δυναμένην πλέον νὰ διακριθῇ ἀπὸ τὴν ἀρχικὴν
1284»ἐπιφάνειαν». Δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσω τοὺς ἀξιοτί-
1285μους συναδέλφους εἰς τὰ γεωλογικὰς, χημικὰς καὶ φυτολογικὰς
1286αὐτῶν ἐρεύνας, διότι θεωρῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ οἱ ἀξιότιμοι
1287συνάδελφοι, στερούμεθα τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς λύσιν τῶν τοι-
1288ούτων ζητημάτων ἁρμοδιότητος.
1289Ἡ ἐξερεύνησις καὶ λύσις τῶν ζητημάτων τούτων ἀποτελεῖ
1290βάσιν, ὅσῳ ἀναγκαίαν διὰ τὴν νομικὴν ἀπόφανσιν, τόσῳ καὶ
1291ἀλλοτρίαν τῆς περιωρισμένης τῶν νομικῶν εἰδικότητος. Ἑπο-
1292μένως θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἵνα ἐπιτροπὴ εἰδικῶν ἐπιστημόνων,
1293συγκειμένη λόγου χάριν ἐκ τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐθνικοῦ Πανε-
1294πιστημίου κυρίων Ἡρακλέους Μητσοπούλου, Θεοδ. Ὀρφανίδου
1295καὶ Α. Χρηστομάνου καὶ ἄλλων ὁμοίων, ἀντιληφθῇ καὶ βε-
1296βαιώσῃ ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως ἐκθέτουσιν αὐτὰ οἱ
1297ὑπὲρ τοῦ κυρίου Ι. Β. Σερπιέρη γνωμοδοτήσαντες, καὶ ἰδίως· 1)
1298Ἂν τὰ χώματα συνεπάγησαν μετὰ τῆς ἀρχικῆς ἐπιφανείας τῆς
1299γῆς οὕτως, ὥστε ν’ ἀπαρτίσωσιν ἄλλην παρὰ τὴν ἀρχι-
1300κὴν ἐπιφάνειαν, μὴ δυναμένην πλέον νὰ διακριθῇ ἀπὸ τῆς
1301ἐνεστώσης ἐπιφανείας. 2) Ἂν ὅπου τοιοῦτοι σωροὶ ἀπαν-
1302τῶνται, ὁ τῆς ἀρχαίας ἐπιφανείας φλοιὸς ἐῤῥύη καὶ διελύθη ἐκ
1303τῶν ἐπισωρευθέντων χωμάτων. 3) Ποία εἶναι ἡ συνάφεια τῶν
1304δένδρων μὲ τὴν γῆν τῶν ἀργυρομολυβδούχων χωμάτων, καὶ
1305ποία ἡ μὲ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ μὲ τὰ ἔγκατα τοῦ ἀρχικοῦ
1306ἐδάφους. 4) Εἶναι ἀληθῶς τῆς αὐτῆς οὐσίας μετὰ τῆς ἀρχικῆς
1307γῆς τὰ ἐν Λαυρίῳ μολυβδαργυροῦχα χώματα; καὶ 5) Ἂν ἐν
1308τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ τῆς οὐσίας ταὐτότης προῆλθεν ἐκ τῆς
1309συναφείας καὶ συναλοιφῆς τῶν χωμάτων καὶ τοῦ ἀρχικοῦ
1310ἐδάφους.
1311Τοιαῦτα καὶ ἄλλα ζητήματα, ἅτινα πολὺ ἀσφαλέστερον
1312ἡμῶν δύνανται νὰ διατυπώσωσιν, εἰσὶ δὲ οἱ μόνοι ἐν Ἑλλάδι
1313ἁρμόδιοι νὰ ἐξετάσωσι καὶ νὰ λύσωσιν οἱ ῥηθέντες ἐν τῷ πα-
1314νεπιστημίῳ συνάδελφοι, ἔπρεπε νὰ προαποφασισθῶσι, πρὶν
1315ἐπέλθῃ ἡ ὑπὸ τῶν ὑπὲρ τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη γνωμοδοτησάν-
1316των δοθεῖσα λύσις εἰς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν χω-
1317μάτων, ὡς ἀναγκαίων τοῦ ἐδάφους μερῶν.
1318Ἐπιτρέπω ἐν τούτοις ἐμαυτῷ νὰ παρατηρήσω μὲ ὅλην τῶν
1319γνώσεών μου τὴν ἀνεπάρκειαν, ὅτι ἂν αἱ ῥίζαι τῶν κατὰ τοὺς
1320δικηγόρους τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη ἀπαντωμένων ἐπὶ τῶν σω-
1321ρῶν δένδρων δὲν διήκουσιν ὑπὸ τὸ ἀρχικὸν ἔδαφος, κα-
1322ταντᾷ ἀδύνατος ἡ ὑπ’ αὐτῶν ὑποστηριχθεῖσα συναλοιφὴ
1323τῶν δύο ἐπιφανειῶν εἰς μίαν μόνην, καὶ μένει προβληματικὴ
1324ἡ ἰδιότης τῶν δένδρων ὡς ἀκινήτων· τὰ δένδρα τότε θέλουσι
1325λογισθῆ παρακολουθήματα τῶν χωμάτων, τούτων δὲ ὄντων
1326κινητῶν, ἀναγκαίως καὶ αὐτὰ κινητὰ λογισθήσονται, ὅπως κι-
1327νητὰ λογίζονται καὶ τὰ ἐντὸς τοῦ ἐν Λονδίνῳ κρυσταλλίνου πα-
1328λατίου ὑπάρχοντα ὑψίκομα δένδρα. Οὔτε δύναται ν’ ἀντιταχθῇ,
1329ὅτι τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον δὲν παραδέχεται παρακολουθήματα
1330τῶν κινητῶν, διότι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι, συνῳδὰ δ’ αὐταῖς
1331καὶ ὁ περὶ διακρίσεων κτημάτων νόμος (ἐν ἄρθρῳ 7), θεωροῦ-
1332σιν ὡς παρακολούθημα πᾶν τὸ μετὰ κινητοῦ ἢ ἀκινήτου κτήμα-
1333τος εἰς διαρκῆ σύνδεσμον τεθειμένον, εἴτε ὡς προσαύξημα, εἴτε
1334ὡς παράρτημα. Κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου οὔτε
1335αἱ λέμβοι τῶν πλοίων δὲν λογίζονται παρακολουθήματα αὐτῶν,
1336ἀλλ’ ἐκλαμβάνονται ὡς αὐτοτελῆ καὶ διακεκριμένα ἀπὸ τοῦ
1337πλοίου πράγματα (Νόμος 44 τῶν Πανδ. de evictione (21, 2)
1338Νόμος 29 τῶν Πανδ. (33, 7), ἐν ᾧ οὐδεὶς βεβαίως θέλει ἰσχυ-
1339ρισθῆ, ὅτι πωλουμένου σήμερον πλοίου τινὸς ὡς ἐστὶ καὶ εὑρί-
1340σκεται, δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν πώλησιν καὶ αἱ τοῦ
1341πλοίου λέμβοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν τῶν δένδρων αἱ ῥίζαι ἔφθανον ὑπὸ
1342τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ἀρχαίου ἐδάφους, τὰ μὲν δένδρα ἀναγκαίως
1343θὰ ἐγίνοντο ἀκίνητα, οἱ δὲ σωροὶ τῶν χωμάτων θὰ ἔμενον οὐχ
1344ἧττον κινητὰ, δυνάμενα νὰ μεταφερθῶσιν ὅπου ἤθελε δόξει τῷ
1345κυρίῳ αὐτῶν· τὰ δένδρα θὰ ἔμενον ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀρ-
1346χαίου ἐδάφους, τῶν χωμάτων ὅμως ἡ νομικὴ τύχη δὲν θὰ
1347ἦτο συνδεδεμένη μὲ τὴν τοῦ ἐδάφους καὶ τῶν παρακολουθημά-
1348των αὐτοῦ. Ἂν θεωρηθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα ὡς
1349μέρη τοῦ ἀκινήτου, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ περιέλθωσιν εἰς ἄμε-
1350σον καὶ διαρκῆ μετὰ τοῦ ἐδάφους ἕνωσιν οὕτως, ὥστε νὰ συν-
1351αυξήσωσι μετ’ αὐτοῦ ὁλομερῶς καὶ ἀνεπαισθήτως εἰς σύνολόν
1352τι, οὗτινος τὰ μέρη νὰ μὴ δύνανται νὰ διακριθῶσιν ἀπ’ ἀλλή-
1353λων, ἀπαραλλάκτως ὡς ἐπὶ τῆς προσχώσεως ἡ προσαύξησις γί-
1354νεται βαθμηδὸν καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δυνατὸν νὰ διακρίνῃ τις
1355πόσον γῆς ἐν ἑκάστῃ στιγμῇ τοῦ χρόνου προσαυξάνει τῇ προϋ-
1356παρχούσῃ, § 20 τῶν εἰσηγήσεων de rerum divisione (2, 1).
1357Μέρος τοῦ ἐδάφους τῶν ἀγρῶν δὲν λογίζεται κατὰ τὸν νό-
1358μον παρ’ ὅ,τι ὑπάρχει ἀναποσπάστως μετὰ τῆς γῆς συνηνωμέ-
1359νον, οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἄνευ βλάβης τῆς οὐσίας αὑτοῦ νὰ
1360μεταφερθῇ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον (ἄρθρον 5 τοῦ περὶ διακρίσεως
1361κτημάτων νόμου, καὶ νόμος 17 ἐν ἀρχῇ τῶν Πανδ. de act emti
1362(19, 1) fundi nihil est, nisi quod terra se tenet, καὶ νόμος
1363241 τῶν Πανδ. de verb. signif. (50, 16).
1364Τὰ ἐπὶ τῶν σωρῶν δένδρα καὶ φυτὰ δὲν δύνανται νὰ μετα-
1365βάλωσι τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μεταλλικὰς ὕλας εἰς ἀκίνητον, ἡ
1366δὲ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους θέσις τῶν χωμάτων τόσον ἀπεργάζεται
1367αὐτὰ παρακολούθημα τοῦ ἀκινήτου, ὅσον ἤθελε μεταβάλει εἰς
1368ἀκίνητα σωροὺς χρυσῶν ἢ ἀργυρῶν νομισμάτων ἡ περίστασις
1369ὅτι εὑρέθησαν κείμενοι ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἀγροτικοῦ τινος ἐδά-
1370φους. Ἑπομένως τὰ ἐν Λαυρίῳ μολυβδαργυροῦχα χώματα πρέ-
1371πει ἀναγκαίως νὰ λογισθῶσι κινητὰ, ἂν δὲν βεβαιωθῇ, ὅτι
1372περιῆλθον μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ ἐδάφους εἰς συμπαγῆ ἕνωσιν,
1373συνουσιωθέντα μετ’ αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν φυσικῶν αἰτιῶν εἰς
1374ἑνιαίαν καὶ ἀδιαίρετον φύσιν.
1375Μέχρις ὅτου δὲν ἀποδειχθῇ τοιαύτη τις μεταβολὴ τῶν
1376χωμάτων ἀπὸ κινητῶν εἰς ἀκίνητα (προκειμένου δὲ περὶ ἐξω-
1377ρυγμένων χωμάτων, ἤτοι περὶ κινητῶν, ἡ τῆς μεταβολῆς αὐ-
1378τῶν εἰς ἀκίνητον ἀπόδειξις ἐπιβαρύνει τὸν τὴν μεταβολὴν
1379ἰσχυριζόμενον), τὰ χώματα πρέπει ἀναγκαίως νὰ λογίζωνται
1380ὡς κινητά.
1381Ἀναγκαίως ἔρχεται νῦν ἡ σειρὰ τοῦ ζητήματος, εἰς τίνα ἀνή-
1382κει ἡ κυριότης τῶν χωμάτων.
1383Οἱ πάντες συμφωνοῦσιν, ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώματα
1384ἐξαχθέντα ἐκ τῶν ἀρχαίων μεταλλείων ἐπεσωρεύθησαν ὅπου
1385νῦν εὑρίσκονται, διότι θεωρηθέντα ὡς ἄχρηστα διὰ τὴν καμί-
1386νευσιν ἐγκατελείφθησαν ὑπὸ τῶν τότε μεταλλευτῶν. Τὰ οὕτως
1387ἐγκαταλειφθέντα παύουσι τοῦ νὰ θεωρῶνται ὡς δεσποζόμενα
1388ὑπὸ τοῦ ἐγκαταλείψαντος, καὶ γινόμενα ἀδέσποτα περιήρχοντο
1389κατὰ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον εἰς τὴν κυριότητα ἐκείνου, ὅστις
1390πρῶτος ἤθελε τὰ καταλάβει, «Res nullius cedit primo occu-
1391panti.» Ἀπεκτᾶτο δὲ ἡ κυριότης τῶν ἀδεσπότων πραγμάτων
1392οὐχὶ διὰ μόνης τῆς εὑρέσεως ἢ τῆς γνώσεως τοῦ τόπου, ἐν ᾧ
1393εὑρίσκοντο, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκ τοῦ τόπου τούτου μετακινήσεως
1394καὶ τῆς ὁλομεροῦς τοῦ πράγματος καταλήψεως. Νόμος 1, § καὶ
1395Νόμος 3, § 3 τῶν Πανδ. (42, 2). Τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον δὲν
1396ἀναγνωρίζει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν
1397ἀδεσπότων πραγμάτων. Ἀλλ’ ὁ περὶ διακρίσεως κτημάτων
1398Νόμος διέταξεν ἐν ἄρθρῳ 16, ὅτι τὰ παρ’ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτή-
1399των μὴ δεσποζόμενα, ἤτοι ὅλα τὰ ἀδέσποτα κτήματα, ἀνή-
1400κουσιν εἰς τὸ Δημόσιον.
1401Ὁ περὶ διακρίσεως τῶν κτημάτων Νόμος ἐξεδόθη τὴν 21
1402Ἰουνίου 1837, ἐν δὲ τῇ ἐποχῇ ταύτῃ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χώ-
1403ματα παρ’ οὐδενὸς κατείχοντο, οὔτε ἰδιώτου, οὔτε κοινότητος,
1404ἑπομένως ἀμέσως μὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἐγένοντο τοῦ
1405Δημοσίου.
1406Ἦσαν δὲ ἀδέσποτα τὰ χώματα ὅτε ἐξεδόθη ὁ περὶ διακρί-
1407σεως κτημάτων νόμος, 1) διότι ὡς κινητὰ δὲν ἠκολούθουν τὴν
1408νομικὴν θέσιν τοῦ ἐδάφους, ἑπομένως ἡ κυριότης καὶ ἡ κατο-
1409χὴ τοῦ ἐδάφους δὲν ἐπεσπᾶτο καὶ τὴν τῶν χωμάτων, 2) διότι
1410ὡς ἀδεσπότων κινητῶν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκτηθῇ ἡ κυριότης
1411καὶ ἡ κατοχὴ τοῦ συνόλου αὐτῶν παρὰ δι’ ὁλομεροῦς σωμα-
1412τικῆς καταλήψεως, ὅθεν ἕπεται ὅτι τὰ χώματα, ὅσα πρὸ τῆς
1413δημοσιεύσεως τοῦ περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου δὲν εἶχον
1414μετακινηθῆ παρ’ ὁποιουδήποτε ἐκ τῶν θέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων
1415ἔκειντο, καὶ ἀποτεθῆ εἰς μέρη τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς
1416ἄλλου τινὸς τὴν ἐξουσίαν, λ. χ. εἰς πεφραγμένας οἰκίας, ἀπο-
1417θήκας καὶ εἰς ἐντετειχισμένους χώρους, ἐγένοντο δημόσια, ἀφοῦ
1418ἐδημοσιεύθη ὁ ῥηθεὶς περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμος.
1419Τὰ χώματα ἑπομένως λογίζονται ὡς κινητὴ περιουσία ἀπο-
1420κλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον ἀνήκουσα, καθὸ περιελθοῦσα εἰς τὴν
1421κυριότητα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1837. Παρατη-
1422ρητέον δὲ, ὅτι τὸ δημόσιον ἀποκτᾷ τὴν κυριότητα τῶν ἀδε-
1423σπότων αὐτοδικαίως, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται παρ’ αὐτοῦ ἡ ὁλομερὴς
1424καὶ σωματικὴ τῶν ἀδεσπότων κινητῶν κατάληψις. Ὅθεν ὄχι
1425μόνον δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὸ δημόσιον τὰ τοῦ Λαυρίου μο-
1426λυβδαργυροῦχα χώματα, ὅσα τυχὸν εὑρίσκονται εἰς τὴν κατο-
1427χὴν ἄλλων προσώπων, ἀλλὰ καὶ δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ
1428τοῦ κ. Ι. Β. Σερπιέρη ἣν ἔλαβεν οὗτος ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν
1429χωμάτων καὶ τῶν καμινευμάτων αὐτῶν ὠφέλειαν, ἤτοι ἐφ’ ὅ-
1430σον κατέστη πλουσιώτερος. Ἴδε Mühlenbruch doctrina
1431Pandectarum, Τόμος Βʹ § 248.
1432Ἀνηκούσης δὲ τῆς κυριότητος τῶν χωμάτων εἰς τὸ δημόσιον,
1433ἕπεται, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ διαθέσῃ περὶ αὐτῶν, καθὼς καὶ
1434πᾶς ἰδιώτης περὶ τῆς ἰδιοκτησίας του.
1435Φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἂν ὁ κ. Ι. Β. Σερπιέρης δὲν
1436κατορθώσῃ ν’ ἀποδείξῃ τὴν φυσικὴν τῶν χωμάτων μετὰ τοῦ
1437ἐδάφους ἑνότητα, τὰ χώματα πρέπει ἀδιστάκτως νὰ λογισθῶ-
1438σιν ὡς κινητὴ ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα
1439νὰ διαθέσῃ περὶ αὐτῶν καθ’ οὓς εὕρει συμφερωτέρους ὅρους καὶ
1440καθ’ ὃν λόγον καὶ καθ’ οὓς τρόπους διαθέτει καὶ ὁ ἔμπορος
1441περὶ τοῦ σίτου ἢ τοῦ βάμβακος, ὃν ἔχει ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἢ
1442προσδοκᾷ νὰ παραλάβῃ καὶ νὰ ἐναποθηκεύσῃ ἐντὸς ὀλίγου ἐν
1443αὐταῖς.
1444Ἀπαιτεῖται δὲ ἀναγκαίως νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἰδέα τῆς φο-
1445ρολογήσεως τῶν χωμάτων ὡς ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἐπ’ αὐτῶν
1446κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ἀνάγκη προσέτι νὰ ἀντικατασταθῶσι
1447δι’ ἄλλων διατάξεων καὶ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
1448νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς τῆς
1449Βουλῆς, καθ’ ὅσον ἀμφότερα στηρίζονται ἐπὶ τῆς διακρίσεως
1450μεταξὺ ἰδιοκτήτων καὶ ἐθνικῶν χωμάτων κατὰ λόγον τῆς δια-
1451φορᾶς τῶν κυρίων τῶν ἀκινήτων, ἐφ’ ὧν κεῖνται, ἐνῷ ἀπεδείχθη
1452ὅτι τὰ ἀρχαῖα ἐξορύγματα τῶν χωμάτων εἰσὶ κινητὰ, καὶ ἑ-
1453πομένως ἀνήκουσιν ἅπαντα εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ἄ-
1454νευ διακρίσεως μεταξὺ ἰδιωτικῶν ἢ ἐθνικῶν γαιῶν.
1455Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι καὶ ἂν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἀπο-
1456δειχθῶσι τὰ χώματα ὡς ἀναγκαῖον μέρος τοῦ ἐδάφους, δὲν δύ-
1457νανται κατὰ τὰ ἐκτεθέντα ἀνωτέρω ὑπὸ στοιχ. Αʹ. παρὰ νὰ
1458θεωρηθῶσιν ὡς ὀρυχεῖα, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ συμπεριλαμβανό-
1459μενα εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλλείων τοῦ ἐν-
1460θείου ἀργυρούχου μολύβδου.
1461Ἐπὶ τέλους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω ἐνταῦθα, ὅτι
1462ἐσφαλμένως ἐξελήφθη καὶ ἐδημοσιεύθη, ὅτι ἐγὼ ἐγνωμοδότησα
1463ἄλλοτε μετὰ τῶν Κ. Κ. Ν. Σαριπόλου, Π. Παπαῤῥηγοπούλου
1464καὶ Α. Παΐκου περὶ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου. Γινώσκω, ὅτι
1465δὲν εἶχον κληθῆ εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, ἑπομένως δὲν ἠδυ-
1466νάμην νὰ γνωμοδοτήσω. Ἀντ’ ἐμοῦ ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ὄνομα
1467τοῦ λαβόντος μέρος ἐν τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος συμβουλίῳ Κυρίου
1468Ἀρ. Κιάππε, ὅπερ παρελείφθη νὰ σημειωθῇ μετὰ τῶν ἄλλων.
1469Ἐν Ἀθήναις, τῇ 14 Μαρτίου 1871.
1470Ὁ δικηγόρος
1471ΕΜΜ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ.
1472§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ
1473νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.
1474§94ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ νά ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσίς μου, διότι
1475εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἀκούσατε.
1476§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ζητεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ πρό-
1477τασίς του.
1478§96ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κρίνω εὔλογον, κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὴν
1479προεισαγωγικὴν συζήτησιν περὶ τῶν Λαυριακῶν εἰς τὴν ὁποίαν
1480εἰσερχόμεθα μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς νομικῆς αὐτῆς γνώμης
1481τοῦ κ. Κοκκίνου, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν βουλὴν πρότασιν τινὰ,
1482τὴν ὁποίαν καὶ ὡς βουλευτὴς εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κάμω, καὶ
1483πολὺ περισσότερον ὡς μέλος μειονοψηφοῦν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς
1484τὴν ὁποίαν μοὶ εἴχατε κάμει τὴν τιμὴν νὰ μὲ συγκαταλέξητε,
1485καὶ εἰς τὴν ὁποίαν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι τοῦ πα-
1486ρόντος καιροῦ νὰ σᾶς εἴπω, δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος, εἷς
1487δὲ τούτων τῶν λόγων, ἦτον, ὅτι ἐξ ὑπαρχῆς ἤμην ἐναντίος πά-
1488σης ἀναβολῆς καὶ πάσης συστάσεως ἐπιτροπῆς, διότι ὅλα τὰ θέ-
1489ματα εἶχον ἐξαντληθῆ. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα ἤδη μειονο-
1490ψηφῶν νὰ φέρω τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὴν βουλὴν ὡς συνᾴ-
1491δουσαν μὲ τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ἠκούσατε τοῦ νομομαθοῦς
1492κ. Κοκκίνου, καὶ τὴν ὁποίαν οὐδὲ ἐπρόβλεπον, οὐδὲ ἐγνώριζον,
1493οὔτε ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ προγινώσκω· παρακαλῶ λοιπὸν
1494τὴν βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν· κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν
1495τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι τοῦ νομοσχεδίου, νὰ λάβῃ
1496αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀντιπρότασιν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι διετυ-
1497πωμένη, εἰς τέσσαρα ἄρθρ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου «ἐνίσταμαι κατὰ
1498τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ά, διότι διὰ
1499τῆς ἐπιβολῆς φόρου, καὶ τούτου ἐν μέρει, ἐπικυροῖ δικαιώματα
1500χρήσεως ἤτοι καμινεύσεως ἀργυρούχων χωμάτων τῇ ἑταιρίᾳ»
1501(λέγω ἀργυρούχων χωμάτων καὶ οὐχὶ μολυβδούχων, διότι τὸ
1502Λαύριον, κύριοι, ἦτο καὶ εἶναι μεταλλεῖον ἀργύρου)· λοιπὸν λέγω·
1503«Αʹ. Διότι διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου, καὶ τούτου ἐν μέρει, ἐπι-
1504κυροῖ δικαιώματα χρήσεως, ἤτοι καμινεύσεως ἀργυρούχων χωμά-
1505των τῇ ἑταιρίᾳ ἣν καὶ νομικοὶ καὶ ἐπιστήμονες καὶ ὑπουργεῖον
1506καὶ ἡ κοινωνία ἐκήρυξαν ἐκτὸς παντὸς δικαιώματος ἐπ’ αὐτῶν
1507καὶ ἀπολύτως (πλὴν τοῦ ἐπὶ τῶν παλαιῶν σκωριῶν, τῶν διὰ
1508νόμου τῆς Βουλῆς αὐτῇ παραχωρηθεισῶν), ὡς ἐὰν ἦμεν ξένων
1509δικαιωμάτων οἱ συνήγοροι, ἢ ὡς εἰ ἐκαλούμεθα σήμερον νὰ νο-
1510μοθετήσωμεν σύμβασιν, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐκφέρωμεν ἐπὶ τῶν τε-
1511τελεσμένων ἀπόφασιν ἐθνικήν.» Συμφωνίαν δὲν ἐρχόμεθα νὰ
1512συνάψωμεν μὲ κανένα, ἐρχόμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν εἶναι ἐθνικὴ
1513ἢ οὔ. Βʹ. Διότι ἡ ἐπιτροπὴ διαχωρίζουσα μεταξὺ ἰδιοκτήτων καὶ
1514ἐθνικῶν, προκειμένου περὶ θησαυροῦ, οὗ ἡ κυριότης καὶ διάθε-
1515σις ὑπάγεται πάντοτε εἰς τὸ δημόσιον, θεωρεῖ πλημμελῶς ὡς
1516ἀμφισβητήσιμον τὴν τοιαύτην κυριότητα, ἢ ὡς ζήτημα διὰ τὴν
1517Βουλήν, ἐνῷ ἄλλοθεν, περὶ ἰδιοκτήτου τῶν δῆθεν ἀμφισβητου-
1518μένων γαιῶν οὐδεὶς ὑπάρχει καὶ οὐδεὶς μέχρι τοῦδε νόμιμος
1519τίτλος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐπαρουσιάσθη.» Λάβετε ὑπ’ ὄ-
1520ψιν τὴν παρατήρησιν ταύτην διότι ἔχει σπουδαιότητα, καθό-
1521σον οἱ παραχωρήσαντες καὶ τὰς γαίας ἐφ’ ὧν καὶ τὰ χώματα,
1522οὐδένα τίτλον εἶχον, οὐδένα τίτλον παρουσίασαν δικαιώματος
1523ἰδιοκτησίας εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὅταν ἓν δικαστήριον δὲν
1524εἶχε τὰ στοιχεῖα τῆς κυριότητος νὰ ἀποφασίσῃ, νομίζετε
1525ὅτι σεῖς εἶσθε ὑποχρεωμένοι ν’ ἀνατρέξητε εἰς νομικὰ ἐπιχειρή-
1526ματα ἵνα ἀποφασίσητε ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει τις ἐπ’ αὐτῶν;
1527«Γʹ. Διότι καὶ ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος 30% ἐπὶ τῆς καθα-
1528ρᾶς προσόδου τῶν ἑτοίμων ἀργυρούχων χωμάτων (ἐκβολάδων
1529κατ’ εὐφημισμόν) ὑποβιβάζων τὴν ἀξίαν τούτων κάτω τῆς
1530ἀξίας τῶν ἁπλῶν σκωριῶν (τῶν δὶς ἐκκαμινευμένων καὶ μὴ
1531περιεχουσῶν ἄργυρον, καὶ μάλιστα τετραπλασίονος ἀξίας τοῦ
1532μολύβδου, ὅπως τὰ χώματα, ἀπαιτουσῶν δὲ καὶ δαπάνην δι-
1533πλασίαν διὰ τὴν τῆξίν των, ἢ ἡ ἁπλῆ ἀνάλυσις τῶν χωμά-
1534των) εἶναί τι προφανῶς παράλογον πρὸς τὴν κοινὴν αἴσθησιν
1535καὶ τὴν ἰδίαν ἑκάστου πεποίθησιν ἀπᾷδον. Τὸ δὲ 30% ἐπὶ
1536τῆς καθαρᾶς προσόδου αὐτῶν ἰσοδυναμεῖ πρὸς 10 μόνον· ἐνῷ
1537ἡ ἐν λόγῳ ἀργυροφόρος κόνις ἐν σωροῖς (ἧς δεῖγμα μικρὸν εἰς
1538τὸ προεδρεῖον καταθέτω) περιέχει, κατὰ τὰ ἐνώπιόν μας ἐπί-
1539σημα ἐξαγόμενα, 90% ἀξίαν εἰς ἄργυρον καὶ μό-
1540λυβδον ὁμοῦ!! Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει προτιμοτέρα πάν-
1541τως ἡ ἐξ ἡμισείας μετὰ τοῦ δημοσίου ἀνάλυσίς των. Προτιμο-
1542τέρα καὶ αὐτὴ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξωγκωμένων 20 ἑκατομμυ-
1543ρίων, ἣν ἡ ἑταιρία προτείνει, (σκεπαζομένη διὰ μετοχῶν ἐτη-
1544σίας δόσεως) ὡς ἱκανοποιοῦσα ἠθικῶς τὸ ἔθνος.»
1545Βεβαίως κύριοι, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἐμπλέξαμεν μὲ κακῆς
1546πίστεως ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν τὴν
1547περιουσίαν μας, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ὅλα τὰ περιστατικὰ συν-
1548τρέχωσι πρὸς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ δώσουν μάκρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν,
1549εἰς τὸ νὰ συμβῇ ἐντεῦθεν μία μεγάλη διαδικασία, ἡ ἀξιοπρεπε-
1550στέρα λύσις εἶναι, νὰ εἴπῃ τὸ ἔθνος, ὅτι μοῦ ζητεῖτε εἴκοσιν, ἂν
1551καὶ δὲν ὀφείλω οὔτε δύο, διότι μόνον τὰ καταστήματα εἶναι
1552ἰδικά σας καὶ αἱ σκωρίαι, τὰς ὁποίας ἤδη ἐξεμεταλλεύσατε κατὰ
1553τὸ πλεῖστον, σᾶς δίδω 25 καὶ νὰ φύγητε, διὰ νὰ ἀποκρούσω
1554αὐτὸν τὸν ζυγόν, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου.
1555«Δʹ. Διότι δύσκολος καὶ ὅλως ἀκατόρθωτος ἡ ἐπιτήρησις, καὶ
1556δυσκολωτέρα ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἀξίας κατά τε τὴν (δι’ ὀργάνων
1557τῆς ἑταιρίας) ἀνάλυσιν καὶ τὴν ἐξαγωγήν, δι’ ἄλλα τε πολλὰ
1558καὶ διὰ τὸ ὅτι ἐν ἀναποχωρίστῳ καὶ διαλανθανούσῃ ἀναλογίᾳ
1559συνεξάγεται μετὰ τοῦ μολύβδου ὁ ἄργυρος, καὶ συντήκονται
1560σκωρίαι μετὰ χωμάτων· ἐκτὸς ἐὰν εἰς εἶδος λαμβάνηται τὸ τοῦ
1561δημοσίου δικαίωμα.
1562Εʹ. Διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὡρισμένως οὐδεμία πρόνοια
1563λαμβάνεται πρὸς ἀσφάλειαν δι’ ἐγγυοδοσίας ἢ ἀπαγορεύσεως
1564νομικῆς, ἢ ποινικῆς ῥήτρας ἐν ὑποτροπῇ, ἢ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς
1565ἀπότισιν ὀφειλῆς καὶ ζημιῶν τοῦ δημοσίου, ἢ πρὸς ἐξακρίβωσιν
1566τῶν σφετερισθέντων πρὸ ἐτῶν, καθὼς μηδὲ περὶ τῆς καθυστε-
1567ρουμένης πληρωμῆς τοῦ ἐπὶ τῶν σκωριῶν φόρου τῆς ἐπικαρπίας,
1568κατὰ τὰς ἀνεκτελέστους ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων».
1569Οὐδὲν τούτων προβλέπει μηδὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ,
1570μηδὲ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως, οὐ μόνον ὅλα ταῦτα μένουν
1571ἀνεπίλυτα μεταξὺ ἔθνους καὶ ἑταιρίας, καὶ ἡ ἑταιρία, οὕτως εἰ-
1572πεῖν, εἶναι ἀσύδοτος, ἀλλ’ ἀκόμη καθυστερεῖ τὸν φόρον τῆς ἐπι-
1573καρπίας τὸν ἐπὶ τῶν σκωριῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι διὰ νόμου καθιε-
1574ρωμένος, καὶ ἀπέναντι τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων ἀκόμη,
1575αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀνεκτέλεστοι.
1576ΣΤʹ. Διότι προκειμένου περὶ 1000! ἴσως ἑκατομμυρίων ἑ-
1577τοίμων, ἡ κοινὴ ἐπιθυμία οὐδεμίαν ἄλλην λύσιν παραδέχεται
1578ὡς δικαίαν καὶ ὡς ἐθνικὴν, ἢ τὴν διὰ μεγάλης ἐθνικῆς βιομη-
1579χανίας, ὑπηρετουμένης δι’ Ἑλληνικῶν χειρῶν, ἐκδηλωθεῖσαν
1580λύσιν, ὡς μὴ δυναμένης τῆς Βουλῆς ν’ ἀποκρούσῃ δι’ ἐξώσεως
1581ἁπλοῦν ἐργολάβον κακῆς πίστεως διὰ βίας καὶ ἐξ ἀπάτης εἰς τὰ
1582πρόθυρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐγκαθιδρυθέντα, διαρπάζοντα
1583τὰς προσόδους μας καὶ πάντοτε ἀθετήσαντα καὶ νόμους καὶ δι-
1584καστικὰς ἀποφάσεις, ὀχυρούμενον δὲ ἑκάστοτε ὄπισθεν τοῦ χρυ-
1585σοῦ, ὃν ἀφειδῶς διαχέει, καὶ τῆς ἰσχυρᾶς προστασίας ξένης κυ-
1586βερνήσεως (ὡς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως ὡμολογήθη).
1587Ἄλλως δὲ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παρουσιαζομένου εἰς τὴν
1588ἐπιψήφισίν της, ἡ Βουλὴ προδικάζει οἱονεὶ ὑπὲρ δικαίων τῆς ἑ-
1589ταιρίας, περὶ ὧν ἀπέσχον εἰσέτι νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των
1590τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια, δυνατὸν δὲ ταῦτα αὔριον, ἑπόμενα
1591τῇ ἀποφάσει τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, προαναγνωριζούσῃ τοι-
1592αῦτα, ν’ ἀναγνωρίσωσι τῇ ἑταιρίᾳ ἰδιοκτησίας δίκαια ἐπὶ ἑλ-
1593ληνικῶν ἐν Λαυρίῳ γαιῶν, ἀφοῦ καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ἀμφισβητη-
1594σίμῳ θέσει εὑρεθεῖσα ἐπέσχε νὰ ἐκφέρῃ τὴν ὑπερτάτην θέλησιν
1595τοῦ ἔθνους ὁριστικῶς, μεθ’ ὅλας τὰς ἐνώπιόν της νομικὰς καὶ
1596πραγματικὰς ἀποδείξεις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, μόνον καὶ
1597μόνον διότι πρὸς δίδραχμον κατὰ στρέμμα χωρικοί τινες κά-
1598τοχοι μετεβίβασαν, ἀγορασθέντες, ἰδιοκτησίας δικαιώματα, εἰς
1599οὐδένα τίτλον νόμιμον στηριζομένης ὑπὸ τὸν ἐν τοῖς δῆθεν συμ-
1600βολαίοις ἀγοραπωλησίας ῥητῶς περιεχόμενον ὅρον «νὰ μὴ ὦσιν
1601ὑπόχρεοι ἀποζημιώσεως διὰ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν τοῦ δημοσίου»,
1602(τοῦθ ὅπερ καὶ ἐγκληματικὴν ἐνοχὴν τεκμηριοῖ), τοιαύτη δὲ
1603ἀναγνώρισις ποιεῖ τὴν Ἑλλάδα ἀποικίαν, χώραν, ὡς εἰπεῖν, κα-
1604τακτήσεως νομιμοποιουμένης. Διὰ ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ ἐνι-
1605στάμενος κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ σχεδίου.
1606Προτείνω αὖθις εἰς τὴν Βουλήν.
16071. Νὰ κηρύξῃ ἀδιαίρετως πᾶν τὸ ἔδαφος τὸ λαυριακὸν καὶ
1608πᾶσαν ἀργυροῦχον γῆν αὐτοῦ ἰδιοκτησίαν ἐθνικὴν ἀπαραχώρη-
1609τον, περιοριζομένης τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ εἰς τὰ ἐπὶ τῶν σκωριῶν
1610νόμιμα δικαιώματά της, καὶ ὑποχρεουμένης, ἐπὶ ἀπειλῇ ἐκπτώ-
1611σεως αὑτῆς, εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ καθυστερουμένου φόρου ἐπι-
1612καρπίας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων.
16132. Νὰ αἰτηθῇ ἀποζημίωσις διὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἄνευ νόμου
1614καὶ δικαιώματος ἀφαιρεθέντα, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰς Λαύριον
1615μεταβάσης ἐπιτροπῆς.
16163. Νὰ ληφθῇ κυβερνητικῶς πρόνοια πρὸς σχηματισμὸν ἐν
1617Λαυρίῳ βιομηχανίας ἀργυρομεταλλευτικῆς (περὶ ἧς καὶ ἀναφο-
1618ρὰ δίδεται εἰς τὴν Βουλήν.) καὶ
16194. Νὰ σταθμεύῃ ἐκεῖ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα.
1620Παρακαλῶ, κύριε, Πρόεδρε, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνο-
1621μαστικῆς κλήσεως ἡ πρότασίς μου.
1622Ἐπιφυλάσσομαι, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω.
1623§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεῖγμα, Κ. Μιχαλόπουλε!
1624§98ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ἰδεῖ ἐν τῷ δείγματι τούτῳ, τὸ
1625ὁποῖον ἐγὼ ἐφρόντισα μεταξὺ ἄλλων 20 δειγμάτων, τὰ ὁποῖα
1626ἔφερον ἐδῶ, νὰ παρουσιάσω, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι ἔνθειος μολυβδοῦ-
1627χος γῆ, ἢ ἐὰν ᾖναι ἄργυρος καθαρός. Εἶναι ἀπὸ τὸ Λαύριον·
1628ἐγὼ τὸ ἔφερον· παρατηρήσατέ το.
1629Πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν λαμβάνοντες τὸ δεῖγμα, τὸ
1630παρατηροῦν μετὰ περιεργείας.
1631§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θέλει κανεὶς τὸν λόγον;
1632Ἐγγεγραμμένος δὲν εἶναι κανείς.
1633§100ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
1634§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε. Κύριοι βουλευταὶ καθίσατε.
1635§102ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι, θέλω περιορισθῆ στενώτατα ἐπὶ τοῦ
1636ζητήματος, περὶ οὗ ὁ ἐμβριθὴς κύριος Κόκκινος ἀνέφερεν ἐν τῇ
1637ἐκθέσει αὐτοῦ, καὶ τοῦτο διότι τῳόντι πρωτεύει ὅλων τῶν λοι-
1638πῶν ζητημάτων καὶ λυόμενον ὅπως ὁ σπουδαῖος οὗτος νομο-
1639μαθὴς ἀναφέρει, ἀπαλάσσει ἡμᾶς τοῦ νὰ σκεφθῶμεν πάντες ἐπὶ
1640τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς.
1641Ἡ ἐπιτροπή σας, κύριοι, ἐμφορουμένη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νὰ
1642μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἐλαχίστη ἀδικία εἰς οὐδένα διὰ τῆς λύσεως τῶν
1643ἀναφυομένων ζητημάτων ἐπὶ τῆς σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως,
1644ἐφρόντισε μετὰ πολλῆς τῆς ἐμβριθείας νὰ ἐξετάσῃ καὶ συζη-
1645τήσῃ εὐρέως τὰ δύο πρωτεύοντα ζητήματα, πρῶτον κύριοι, ἐὰν
1646αἱ ἐκβολάδες, περὶ τῶν ὁποίων ὁ λόγος, παρεχωρήθησαν εἰς
1647τρίτους, καὶ τοῦτο διότι εἰς διαφόρους παρεχώρησεν ἡ κυβέρ-
1648νησις δικαιώματα ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ τῶν χώρων τοῦ Λαυρίου,
1649ἐπί τινων τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἐκβολάδες, καὶ ἠδύνατο νὰ
1650ἐγερθῇ ἀξίωσις ἔκ τινος τούτων, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αἱ κείμεναι
1651ἐντὸς τοῦ χώρου ὅστις παρεχωρήθη εἰς αὐτὸν, ἰδίως δὲ, ὡς εἶναι
1652τοῖς πᾶσι γνωστόν, ἡ ἑταιρία τοῦ κυρίου Ἱλαρίωνος Ῥοῦ ἤγειρε
1653καὶ τοιαύτην ἀξίωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὸν
1654περὶ μεταλλείων νόμον, συνέλεξε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας
1655ἀπὸ πάντας τοὺς περὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἰδήμονας, ἐβε-
1656βαιώθη καὶ παρεδέχθη ὁποία ἦτο ἡ ἰδιότης αὐτῶν, ὅτι τουτέ-
1657στιν αἱ ἐκβολάδες αὗται εἶναι προϊὸν τῆς ἐργασίας τῶν ἀρχαίων
1658ὅτι ἐξωρύχθησαν ἄλλοθεν καὶ μετηνέχθησαν ἔνθα ἤδη κεῖνται
1659καὶ ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ περὶ μεταλλείων
1660νόμου· ἐν τῇ ἐκθέσει ὑπάρχουν οἱ ἐπιστημονικοὶ ὅροι τοὺς ὁποίους
1661βεβαίως πάντες εἴδατε, πάντες ἀνεγνώσατε, καὶ περὶ τούτων
1662οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, κατὰ τοὺς ὅρους τούτους τὸ
1663ἀντικείμννον αὐτὸ δὲν ὑπάγεται εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ περὶ
1664μεταλλείων νόμου. Ἐδέχθη λοιπὸν παμψηφεὶ ὅτι αἱ ἐκβολάδες
1665αὗται δὲν παρεχωρήθησαν εἰς οὐδένα διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁ-
1666ποίους ἐξήγησα. Ἐνταῦθα κύριοι, περιορίζομαι ὡς πρὸς τοῦτο
1667τὸ ἀντικείμενον, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, καὶ ἂν ἐπέλθῃ
1668ἀνάγκη ἐπιφυλάσσομαι νὰ λαλήσω ἐκτενέστερον περὶ τούτου.
1669Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον.
1670Μετὰ τὴν λύσιν τοῦ πρώτου αὐτοῦ ζητήματος ἡ ἐπιτροπὴ
1671ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰγια-
1672λείας βουλευτοῦ ὅστις ἠδίκησε κατ’ ἐμὲ τὴν ἐπιτροπὴν, διότι
1673δὲν παρέστη ν’ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρί-
1674ζετο οἵτινες ἠδύναντο ἴσως νὰ διαφωτίσουν ἐπὶ μᾶλλον ἡμᾶς
1675καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἀσφαλέστερον συμπέρασμα. Ἡ ἐπιτροπὴ
1676ἐσυζήτησεν, ὡς εἶπον, μετὰ πολλῆς τῆς ἐμβριθείας, μετὰ πολ-
1677λῆς περισκέψεως καὶ ἐπὶ τρεῖς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι συνεδριάσεις,
1678τοῦτο ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων. Ἡ γνώμη αὕτη
1679ὑπεστηρίχθη παρὰ τεσσάρων, πλὴν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, με-
1680λῶν τῆς ἐπιτροπῆς· τρία ἕτερα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἠρνήθησαν
1681ψῆφον καὶ ἕτερα ἕνδεκα μέλη ἀπέῤῥιψαν αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο
1682παρατηρεῖτε εἰς τὴν ἔκθεσιν ὑπάρχουν ὅλως συνεπτυγμένως οἱ
1683λόγοι.
1684Ἐπειδὴ, κύριοι, τυγχάνει ἀνήκων εἰς τὴν μειοψηφίαν θέλω
1685ἐξηγήσει εἰς ὑμᾶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζω τὴν γνώ-
1686μην ταύτην. Τοῦτο εἰς ἐμὲ εἶναι εὐχερέστερον ἤδη μετὰ τὴν
1687ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ πολυμαθοῦς καὶ σπουδαίου νομικοῦ
1688κ. Κοκκίνου, καὶ ἐγὼ, κύριοι, ὡς ὁ κ. Κόκκινος στηρίζομαι εἰς
1689τὴν ἰδιαιτέραν φύσιν τοῦ ἀντικειμείου αὐτοῦ ὅτι τουτέ-
1690στιν αἱ ἐκβολάδες αὗται εἶναι προϊὸν τῆς ἐργασίας τῶν
1691ἀρχαίων, ἐξορυχθεῖσαι παρ’ αὐτῶν καὶ μετενεχθεῖσαι εἰς ἣν
1692θέσιν εὑρίσκονται σήμερον καὶ προδήλως ἀντικείμενον αὐτοτελὲς,
1693κινητὸν, ἀποβαλὸν πλέον μετὰ τὴν ἐξόρυξιν τὴν ἰδιότητα τοῦ
1694ἀκινήτου. Αὗται κατ’ ἀναγκαίαν καὶ φυσικὴν, κύριοι, συνέ-
1695πειαν στηριζομένην εἰς αὐτὸν τὸν λόγον, αἱ ἐκβολάδες δὲν
1696ἠδύναντο πλέον νὰ παρασταθῶσιν ὡς παρακολούθημα τοῦ ἀκι-
1697νήτου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι
1698ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους οὐδὲν ἧττον αἱ ἐκβολάδες αὗται οὗται
1699ἀντικείμενον αὐτοτελὲς κινητὸν, δὲν παύουσι τοῦ νὰ ὑπάγωνται
1700εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἀρχικοῦ κυρίου, ὅστις δήποτε καὶ ἂν
1701ἦτον. Ἐπὶ τῇ βάσει, κύριοι, ταύτῃ καὶ διότι ὑπεστήριζον ὅτι
1702ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεὶς ὑπάρχει νόμιμος λόγος ἢ, νὰ εἴπω
1703κάλλιον, οὐδεὶς παρουσιάζεται νόμιμος τρόπος τῆς ἀλλαγῆς
1704τοῦ ἀρχικοῦ κυρίου· διὰ τοῦτο ἐφρόνουν καὶ φρονῶ καὶ ἐγὼ
1705ἀδιασείστως ὅτι εἶναι περιουσία τοῦ δημοσίου, καὶ εἶναι
1706περιουσία τοῦ δημοσίου ἢ διότι ἀνήκει εἰς τοὺς ἀρχαίους προ-
1707γόνους ἡμῶν, ἢ διότι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐξακολουθεῖ μένον
1708ἀδέσποτον, ὅπως παραδέχεται καὶ ὁ κύρ. Κόκκινος, καὶ οὐδένα
1709ἄλλον ἔχομεν νόμιμον τίτλον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ τοι-
1710οῦτος ἀπέκτησεν ἐπ’ αὐτοῦ ὡς κινητοῦ δικαιώματά τινα.
1711Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἐκτὸς τούτου δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν πεποί-
1712θησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω, λόγος δυνάμενος νὰ πείσῃ τινὰ,
1713ὅτι ὁ μεταβιβάζων τὴν κυριότητα τῆς γῆς εἶχεν εἰς τὴν διά-
1714νοιάν του νὰ συμμεταβιβάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὡσαύτως καὶ τὴν
1715κυριότητα αὐτοῦ τοῦ κινητοῦ· οὔτε εἰς τὸν ἀποκτῶντα δι’ οἱων-
1716δήποτε νομίμων τρόπων, δι’ ἀγορᾶς, διὰ δωρεᾶς, διὰ κληρο-
1717νομίας τὴν κυριότητα τῆς γῆς ὑπῆρχεν ἡ διάνοια νὰ συναπο-
1718κτήσῃ καὶ τὴν κυριότητα τοῦ κινητοῦ αὐτοῦ, οὗ τινος καὶ τὴν
1719ἰδιότητα ἠγνόει· καὶ ἐξηγοῦμαι, κύριοι ἁπλούστερον.
1720Ὑποθέσατε ὅτι ἐπὶ μιᾶς ἅλωνος ὑπάρχει καρπὸς, ἡ ἅλων
1721πωλεῖται δεκάκις καὶ ἀγοράζεται δεκάκις· ὁ πρῶτος καὶ ὁ
1722δέκατος ἀγοραστὴς ἀνέχονται νὰ μένῃ ὁ σῖτος ἐπὶ τῆς ἁλῶνος.
1723Ἐρωτῶ ὑμᾶς διὰ τῶν διαφόρων τούτων πωλήσεων ἀπέβαλε τὴν
1724κυριότητα ὁ κύριος τοῦ σίτου; καθόλου δὲν ἔπαυσε πάντοτε
1725νὰ ἦναι κύριος τοῦ σίτου. Ἴσως ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον ἐὰν
1726ὑποθέσωμεν ὅτι ἦτο τοιαύτη οὐσία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ περι-
1727κλεισθῇ ὅπως ἔκαμε μίαν ὑπόθεσιν καὶ ὁ κύριος Κόκκινος, ἐὰν
1728δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὴν οὐσίαν ταύτην
1729τὴν περιέκλεισέ τις εἰς ἀποθήκην, τὴν παρέλαβεν, ἠδυνάμεθα
1730νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐν τῇ πράξει αὐτῇ ὑπάρχει ἡ διάνοια τῆς ἀπο-
1731κτήσεως τῆς κυριότητος, ἀλλ’ αἱ ἐκβολάδες αὗται ἐφέρθησαν
1732ὑπὸ τῶν προγόνων ἡμῶν, ἐκεῖ ὅπου καὶ σήμερον εὑρίσκονται
1733Μία μόνη, κύριοι, περίστασις, ἦτον ἴσως ἀξία νὰ ἐξετασθῇ
1734καὶ ἐξητάσθη, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀφορᾷ ἓν μέρος μικρὸν αὐτῶν τῶν
1735ἐκβολάδων καὶ ποῖαι εἶναι αὗται; Ἐβεβαιώθη ὅτι ἐπί τινων
1736σωρῶν ἐκβολάδων, ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου ἐπεσω-
1737ρεύθησαν ἐκ φυσικῶν αἰτιῶν χώματα καὶ ἐπὶ τῶν χωμάτων
1738αὐτῶν ὑπάρχουν θάμνοι ἢ καὶ δενδρύλλια· ἀλλὰ καὶ αἱ μὲν
1739καὶ τὰ δὲ δὲν εἶναι εἰς καμμίαν ἑνότητα μὲ τὸ ἔδαφος τῆς
1740γῆς, ἀλλὰ φθάνουν μέχρι τῶν σωρῶν. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι
1741ἔχετε — καὶ πάλιν τὸ ἴδιον παράδειγμα ἠμπορῶ νὰ σᾶς φέρω
1742— μίαν ἅλωνα σίτου, ἐπ’ αὐτῆς ῥίπτεται χῶμα, ἐπὶ τοῦ
1743χώματος πίπτει βροχὴ, καὶ διὰ τῆς βροχῆς ἀναβλαστάνει
1744ὁ κόκκος τοῦ σίτου. Ἡ τοιαύτη βλάστησις δύναται νὰ μετα-
1745βάλῃ τὴν νομικὴν ἰδιότητα τοῦ σίτου, καὶ ἀντὶ κινητοῦ νὰ κα-
1746ταστήσῃ αὐτὸν ἀκίνητον; Παντάπασιν. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει
1747εἴς τινα μέρη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔδω-
1748καν οἱ ἀντιληφθέντες τὰς ὀλίγας αὐτὰς ἐκβολάδας, οἱ ἐξετά-
1749σαντες καὶ δυνάμενοι νὰ κρίνωσιν ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων ὀρυ-
1750κτολογικῶν καὶ γεωλογικῶν γνώσεων τὰς ὁποίας εἶχον τὸ ἀ-
1751ποτέλεσμα ἐπανέρχεται πάλιν τὸ αὐτό.
1752Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω ὅτι βεβαίως κάπως θορυβεῖ ἡμᾶς
1753ἡ ἰδέα ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς αἰῶνας, ἀλλὰ
1754τοῦτο ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος δὲν ἔχει καμμίαν ἐ-
1755νέργειαν, ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν περὶ ἀντικειμένου τὸ ὁ-
1756ποῖον σήμερον μέχρι τῆς αὔριον ἠδύνατο νὰ λάβῃ τοιαύτην φύ-
1757σιν, τὸ αὐτὸ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ ἀντικειμένου τὸ
1758ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς τοσαῦτα ἔτη, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν
1759καμμίαν ἀπόδειξιν ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ διὰ νομίμου τινὸς τρόπου
1760περιῆλθεν ἡ ἀρχικὴ κυριότης εἰς τρίτον τινὰ, οὔτε διάνοια πρὸς
1761τοῦτο ὑπῆρχεν.
1762Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν δὲν θελήσητε νὰ στηριχθῆτε εἰς τὴν
1763γνώμην αὐτὴν, ἐπέρχεται καὶ ὁ ἕτερος λόγος, ὁ λόγος τουτέστιν
1764ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται ἀποτελοῦν αὐτοτελῆ ὅλως οὐσίαν, μη-
1765δεμίαν συγκοινωνίαν ἔχουσαι πρὸς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς ἐπὶ τῆς
1766ὁποίας κεῖνται, οὔτε ἄλλως γεωλογικῶς ἑνοῦνται μετ’ αὐτοῦ,
1767ὥστε οὐδόλως συνηνώθησαν διὰ προσχώσεως· διότι τῳόντι, ἐὰν
1768ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο πρόσχω-
1769σις, βεβαίως τὸ κινητὸν, τὸ ἀρχικὸν κινητὸν, τὸ προσχωθὲν
1770ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν διὰ τῆς προσχώσεως, καὶ νὰ
1771γείνῃ ἀκίνητον. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει, κύριοι, τοιοῦτόν τι, διότι
1772εἶναι διάφορος ὅλως αὐτὴ ἡ οὐσία, καὶ, ὡς εἶπον, ὑπάρχει μόνον
1773εἰς μίαν ἐπαφὴν μετὰ τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς, οὐδαμῶς ὅμως καὶ
1774εἰς ἑνότητα φυσικὴν ἢ γεωλογικὴν· ὑπάρχει εἰς ἐπαφὴν ὅπως δύ-
1775ναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ πᾶν κινητὸν ἀντικείμενον ἐπιῤῥιπτόμενον
1776ἐπὶ τῆς γῆς· δὲν ἦλθεν εἰς καμίαν λοιπὸν φυσικὴν ἑνότητα μετὰ
1777τῆς γῆς διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀπετελέσθη πρόσχωσις, οὔτε πα-
1778ραγραφὴ οἱαδήποτε, κτητικὴ ἢ ἀμνημόνευτος ὑπάρχει, διότι
1779ἀμφότεραι ἐκτὸς ἄλλων προϋποθέτουσι φυσικὴν κατάληψιν τοῦ
1780πράγματος· διὰ νὰ ὑπάρξῃ δὲ νομικὴ κατάληψις, πρέπει νὰ
1781προϋπάρξῃ διάνοια πρὸς τοῦτο, καὶ διάνοια τοιαύτη, ὡς εἶπον
1782δὲν ὑπάρχει.
1783Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ τὸν λόγον, ὡς εἶ-
1784πον, τοῦ εἰδικοῦ νόμου καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν
1785εἰς τὸ ἀρχαῖον δίκαιον, διότι περὶ τούτου ὀρθότατα λέγει καὶ ὁ
1786κ. Κόκκινος· καὶ ὑποστηρίξας ἐγὼ ὅτι ἔχομεν νόμον εἰδικὸν καὶ
1787κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν πᾶν ἀντικείμενον κινητὸν τὸ ὁποῖον δὲν
1788εὑρίσκεται εἰς τὴν κυριότητα ἢ καὶ κατοχὴν κοινότητος ἢ ἀτό-
1789μου, τοῦτο θεωρεῖται ἀδέσποτον, καὶ ἐπὶ τούτου ἔχει ἀπόλυτον
1790κυριότητα τὸ δημόσιον· μολονότι καὶ κατὰ τοὺς Ῥωμαίους καὶ
1791κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου ἐθεωροῦντο ὡς
1792ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, καὶ κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν δίκαιον δὲν
1793ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως.
1794Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν
1795μίαν τινὰ ἰδέαν, ἥτις ἐῤῥίφθη εἰς τὸ κοινὸν ἀπὸ δημοσιογράφους
1796τινάς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνεζητήθη αὐτὴ
1797ἡ ἰδέα, καὶ ἰδοὺ ποία εἶναι αὕτη.
1798Ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ τις ἀντικείμενα προαιώνια περιελθόντα
1799διὰ διαφόρων τρόπων εἰς διάφορα διαδοχικὰ πρόσωπα, δὲν ἀ-
1800πέβαλον τὴν ἰδιότητά των τὴν ἀρχικὴν καὶ δὲν περιῆλθον εἰς
1801ἑτέρου τινος τὴν κυριότητα; Ἀπόδειξιν περὶ τούτου τοῦ ἀντι-
1802κειμένου, κύριοι, δὲν ἔχομεν καμμίαν, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι σή-
1803μερον ἀντιποιοῦνται ταῦτο, δὲν φέρουν τοιαύτην ἀπόδειξιν· ὑπο-
1804στηρίζουν τὴν γνώμην των στηριζόμενοι εἰς τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁ-
1805ποῖαι ἀφοροῦν τὸ ζήτημα τῆς ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κυριότητος,
1806ἀλλὰ, ὡς ἐμβριθέστατα ὁ καθηγητὴς κ. Κόκκινος ἀνέφερε, καὶ
1807ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ δὲν
1808ὑπάγεται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Ἀφοῦ δὲν ἔχομεν, κύριοι,
1809ἀπόδειξιν, δύνασθε ὑμεῖς νὰ ὑποθέσητε, ὅτι εἰς τὰς διαφόρους
1810ἀγοροπωλησίας τῶν γαιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὗται αἱ ἐκβολά-
1811δες ὑπάρχουσι καὶ αἵτινες ἀγοροπωλησίαι ἔλαβον χώραν κατὰ
1812διαφόρους ἐποχὰς, ὑπῆρχεν ἡ διάνοια καὶ εἰς τὸν πωλητὴν καὶ
1813εἰς τὸν ἀγοραστὴν νὰ πωλήσῃ ὁ μὲν καὶ νὰ ἀγοράσῃ ὁ ἕτερος
1814ἀντικείμενον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἦτο παντάπασιν εἰς αὐτὸν ἄ-
1815γνωστος; ἐπὶ ἀγνώστου καὶ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἰδιότητα ἀντι-
1816κειμένου εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ διάνοια κτήσεως, καὶ συγ-
1817χωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅπως ἐνθυμεῖται καὶ ὁ κ. Καλλι-
1818φρονᾶς, εἰς τὸν ὁποῖον σπουδαῖος ὀρυκτολόγος εἶπεν, ἐὰν κύριε
1819Καλλιφρονᾶ σᾶς ἐχάριζον αὐτὰς τὰς γαίας εἰς ἄλλην ἐποχὴν
1820ἦτον ἀδύνατον νὰ τὰς ἀγοράσητε, διότι εἰς οὐδὲν ἤθελον σᾶς
1821χρησιμεύσει, ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ ἰδιότης αὕτη τῶν χωμάτων
1822ἄγνωστος ἐντελῶς· εἶναι οὕτω κ. Καλλιφρονᾶ;
1823§103ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα.
1824§104ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐὰν, κύριοι, ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι τὸ ἀν-
1825τικείμενον αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἀντικείμενον ἀγοραπωλησίας
1826ἢ μεταβιβάσεως, δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν
1827κυριότητα ἄλλου; μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστα-
1828τον, καὶ ἐβάρυνον ὑμᾶς εἰπὼν πλειότερα, ἔπραξα τοῦτο μόνον καὶ
1829μόνον διότι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀφορᾷ μεγάλα συμφέροντα καὶ,
1830ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων, πρέπει οἱ βουλευόμενοι νὰ ὑπερα-
1831κριβολογοῦμεν. Ὀλίγα μόνον προσθέτω ἐπὶ ἄλλης ἰδέας δυναμέ-
1832νης νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα. Σπουδαῖοι ἄνθρωποι ἐξετά-
1833σαντες μετὰ πολλῆς ἀκριβείας, μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ μετὰ τῆς
1834μετριοπαθείας ἐκείνης ἥτις ἁρμόζει εἰς τίμιον ἄνθρωπον, ὅστις ζη-
1835τεῖ μόνον τὸ δίκαιον, οἱ τοιοῦτοι κύριοι εἶπον ὅτι ἐν γένει πᾶσα
1836ἡ ἔκτασις ἐκείνη ἦτον ἀδύνατον νὰ ἀνῆκεν εἰς ἰδιώτην· διότι καὶ
1837σήμερον ἀκόμη, κύριοι, φέρει τὸν ἀδιαφιλονείκητον χαρακτῆρα ὅτι
1838ἀπετέλει δάσος, εἶπον μάλιστα ὅτι ἐδέησε διὰ νὰ ἐξετάσουν τὰς
1839ἐκβολάδας, νὰ κάμουν δενδροκοπὰς ἐπὶ ἡμέρας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι
1840εἴς τινα μέρη ἡ ἔκτασις εἶναι ἀσκεπὴς, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς
1841ἀσκεποῦς γῆς ὑπάρχουν στοιχεῖα γεωλογικὰ ἢ ἐνδείξεις γεωλο-
1842γικαὶ αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουν ὅτι καὶ ἡ ἔκτασις αὐτὴ εἶναι ἐθνι-
1843κή. Αὐτὸ, κύριοι, τὸ ἀνέφερον διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἠδυ-
1844νάμην ἀπὸ πεποίθησιν πεφυσιωμένην, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὸ ἀντι-
1845κείμενον, νὰ προέλθω εἰς τοιαύτην γνώμην, χωρὶς νὰ συλλογισθῶ
1846ἄλλο τίποτε. Ἔχω καθῆκον, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ ὁ ὁποῖος
1847μετὰ τόσου ζήλου ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι ἔχω ἀδιά-
1848σειστον πεποίθησιν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀμφι-
1849βολίαν· ἐὰν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι πρόκειται ν’ ἀ-
1850φαιρεθῇ ἰδιοκτησία ἀπὸ ἄλλον, οὐδέποτε ἤθελον καταδεχθῆ ἐνώ-
1851πιον τοιούτου σώματος, ὁποῖον εἶσθε ὑμεῖς, νὰ ὑποβάλω γνώμην
1852τοιαύτην, διότι σέβομαι τὴν περιουσίαν παντὸς οἱουδήποτε· ὑπο-
1853στηρίζω αὐτὴν τὴν γνώμην, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου·
1854τοὐναντίον εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἀρχῆς τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμά-
1855των πάντων, καὶ ἂν ἤθελον ἔχει τὸν παραμικρὸν δισταγμὸν, ὅτι
1856μία τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἠδύνατο, κύριοι, νὰ παραβλά-
1857ψῃ δικαιώματα ἄλλων κεκτημένα, ἢ ὁπωσδήποτε ν’ ἀμφισβητήσῃ
1858αὐτὰ, δὲν ἤθελον ποτὲ ἔλθει μὲ τοιαύτην πεποίθησιν νὰ ἐξηγήσω
1859τὸ φρόνημά μου εἰς ὑμᾶς. Ἐπὶ τοῦ προταθέντος ζητήματος, ἐὰν
1860τῳόντι δώσητε αὐτὴν τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, ἀμφότε-
1861ρα τὰ νομοσχέδια καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς σας
1862εἶναι περιττὰ, καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ἡ κυβέρνησίς του
1863θέλουσι λάβει τὴν καλωσύνην νὰ σκεφθῶσι πῶς θὰ διαθέσωσι
1864τὴν δημοσίαν περιουσίαν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε περὶ φόρου
1865οὔτε περὶ ἄλλου νὰ κάμωμεν λόγον. Ἐνταῦθα τελειώνω ἐπιφυ-
1866λαττόμενος μετὰ τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν θὰ φέρητε, νὰ ἐξετάσω τὰ
1867λοιπὰ σπουδαῖα ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα θὰ προέλθουν ἐπὶ τῇ βά-
1868σει τῶν ἰδεῶν τῆς ἐπιτροπῆς, αἵτινες διατυποῦνται εἰς τὴν ἔκθε-
1869σίν της τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀνὰ χεῖρας.
1870§105ΖΑΛΩΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι, ὑπέβαλον μίαν πρότασιν,
1871ἥτις ἀμέσως συσχετίζεται μὲ τὸ λαυριακὸν ζήτημα· ἡ πρότασις
1872αὕτη ἀπαιτεῖ ἢ μᾶλλον κατ’ ἀρχὴν ὑποστηρίζει τὸ ἀκόλουθον,
1873ὅτι Λαυριακὸν ζήτημα ἀμέσως συσχετίζεται μὲ τὸ ὅλως ἐπιστη-
1874μονικὸν μέρος. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κοκκίνου
1875ἐπὶ τέλους λέγει καὶ τὸ ἀκόλουθον, ὅτι ἐπιστήμονες πρέπει νὰ με-
1876ταβῶσι καὶ ἐπισκεφθῶσι τὰ μέρη, καὶ ἀποφανθῶσιν εἰς τρόπον, ὥστε
1877καὶ τὸ νομικὸν ζήτημα ἀμέσως θέλει ἔλθει πρὸς λύσιν του
1878Καὶ λυποῦμαι ὅτι μία τοιαύτη πρότασις τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον
1879κάμει δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ἔλαβεν
1880ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἥτις καθόλου εἶναι σύμφωνος μὲ
1881τὰς ἰδέας τοῦ κ. Κοκκίνου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ
1882ζητήσῃ τὴν τύπωσιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, καθόσον ἐπιμένω
1883ὅτι ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐπιστημονικοῦ θὰ ἐπι-
1884φέρῃ καὶ τὴν λύσιν τοῦ νομικοῦ.
1885§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρότασις ἀναβολῆς αὕτη;
1886§107ΖΑΛΩΝΗΣ. Ὄχι δὲν προτείνω τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ ἐπιμένω
1887ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀ. δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐμὲ ν’ ἀποφανθῇ ὁρι-
1888στικῶς, διότι ἡ νομικὴ λύσις τοῦ ζητήματος συσχετίζεται μὲ
1889τὴν ἐπιστημονικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακα-
1890λέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις αὕτη τυ-
1891πωθῇ καὶ ἀμέσως συζητηθῇ.
1892§108ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι
1893ὑπὸ τὴν πίεσιν μιᾶς ἰδέας, ἥτις θέλω ν’ ἀρθῇ ἀπὸ τὴν κεφα-
1894λήν μου, διότι ἐῤῥέθη ὑπό τινος συναδέλφου μου, ὅτι εἰς τὸ
1895προκείμενον ζήτημα ἡ Κυβέρνησις πιέζεται ἐξωτερικῶς, ἐπιθυ-
1896μῶ διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ νὰ βεβαιωθῶ τοῦτο.
1897§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
1898§110ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Οὐδεμία διακοίνωσις ὑπάρχει;
1899§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔγειναν διακοινώσεις, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν
1900ἀναγνωρίζομεν εἰς κανένα τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς
1901τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων.
1902§112ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπεθύμουν, κύ-
1903ριοι, ὁλοψύχως, ὅπως οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ὁ κ. Κόκκινος ἀνέ-
1904πτυξεν εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ, ἐπεθύμουν, λέγω, οἱ λόγοι
1905οὗτοι νὰ ἠδύναντο νὰ πείσωσι καὶ ἐμὲ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν
1906σκέψεων καὶ συμπερασμάτων εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε, διότι
1907πραγματικῶς τὸ συμπέρασμα τοῦτο συμφέρει ὑπὸ οἰκονομικὴν
1908ἔποψιν εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ μὲ ὅλην, κύριοι, ταύτην τὴν καλὴν
1909θέλησιν, τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν, ὑπὲρ τοῦ συμπεράσματος καὶ
1910τῆς γνώμης τοῦ εἰρημένου ἀξιοτίμου καὶ πολυμαθοῦς καθηγητοῦ,
1911ἀρχαὶ θεμελιώδεις ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι ν’ ἀποσπα-
1912σθῶ, δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ τὴν θεωρήσω ὀρθὴν καὶ νὰ τὴν
1913ὑποστηρίξω.
1914Τὸ πρωτεῦον ζήτημα, κύριοι, εἶναι τοῦτο, ἐὰν αἱ λεγόμεναι
1915ἐκβολάδες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν μεταλεῖον, ναὶ ἢ ὄχι· ὡς
1916πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀπ’ ἀρχῆς ἤμην τῆς γνώμης, ὅτι δὲν
1917δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν μεταλλεῖον· ἀλλὰ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν
1918ὁποίων στηριζόμενος περιέρχομαι εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα,
1919εἶναι περιττὸν νὰ τοὺς ἐξηγήσω, διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε
1920συζητήσεως δὲν προέκυψεν ἐναντία τις ἰδέα καὶ ἑπομένως δὲν
1921εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιληφθῶ ἐγὼ τοῦ θέματος τούτου.
1922Κατὰ τὰς ἀρχὰς, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν καὶ ἐν Ἑλ-
1923λάδι, ὡς πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν
1924εἰσήχθησαν οἱ περὶ μεταλλείων νόμοι, ἕκαστος ἰδιοκτήτης τοῦ
1925ἐδάφους ἐθεωρεῖτο κύριος καὶ τῶν ἐπικειμένων, ὡς καὶ τῶν
1926ὑποκειμένων εἰς τὸ ἔδαφος τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς αὐτόν· αὐτὴ
1927εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἥτις οὐδαμοῦ
1928ἔπαυσεν κατ’ ἀρχὴν ἰσχύουσα, ἀλλὰ μόνον περιωρίσθη διὰ τῆς
1929εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, οἱ ὁποῖοι χορηγοῦντες
1930καὶ μέρος τι τῆς προσόδου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας,
1931ἀναγνωρίζουσιν οὕτω τὸ ἀρχικὸν αὐτοῦ δικαίωμα. Οἱ νόμοι οὗτοι
1932περὶ μεταλλείων ἤρχισαν νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Εὐρώπην κατὰ
1933τὸν Μεσαιῶνα, ὅτε ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ ἡ ἰδέα, ὅτε τὰ μεταλλεῖα
1934σχετιζόμενα μετὰ τοῦ βασιλ. δικαιώματος τῆς νομισματοποιΐας,
1935ὡς παρέχοντα εἰς αὐτὴν τὴν ὕλην, ἀπετέλουν καὶ αὐτὰ βασιλ.
1936δικαίωμα, καὶ ἔπρεπε ἑπομένως νὰ θεωρῶνται ὡς ἀποτελοῦν-
1937τα ἰδιοκτησίαν ἰδιαιτέραν καὶ κεχωρισμένην τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ
1938ἐδάφους. Ἐντεῦθεν προέκυψαν οἱ περὶ μεταλλείων νόμοι, καὶ ἐκ
1939τῶν νόμων αὐτῶν ἠρύσθημεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἰδικόν μας. Κατὰ τὸν
1940νόμον τοῦτον, ὅπως εἶπον, ὅταν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν ὑπάρξωσιν
1941ὀρυκτὰ ἢ μεταλλεῖα, ταῦτα θεωροῦνται ἀποτελοῦντα ἰδιοκτησίαν
1942ἰδιαιτέραν, ὑπὸ τοῦ κράτους παραχωρουμένην, καὶ δὲν θεωροῦν-
1943ται ἀνήκοντα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους, εἰ καὶ ἐν ἀρχῇ,
1944ὡς ὑπέδειξα, διατηρεῖται οὐδὲν ἧττον ἀνεγνωρισμένον δικαίω-
1945μά τι αὐτοῦ μαρτυροῦν τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ πλήρη κυριότητα.
1946Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ μόνος περιορισμὸς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
1947ἰδιοκτησίαν τῶν εἰς τὸ ἔδαφος ὑποκειμένων κτήσεων.
1948Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ ἐπικείμενα, οὐδεὶς νεώτερος νόμος
1949περιορίζει αὐτά, οὐδεὶς νεώτερος νόμος ὑπάρχει, ὅστις νὰ θέτῃ
1950περιορισμὸν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ τὴν ὁ-
1951ποίαν ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους εἶναι καὶ κύριος τῶν ἐπικειμένων
1952εἰς αὐτό· καὶ αἱ ἐκβολάδες, ἤτοι τὰ μεταλλοῦχα χώματα τοῦ
1953Λαυρίου, δὲν δύνανται ἑπομένως νὰ θεωρηθῶσιν εἰμὴ ὡς ἐπικει-
1954μένη οὐσία εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκείνην, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρί-
1955σκονται· ἄρα οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ τὰς ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν ἰ-
1956διοκτησίαν τοῦ ἐδάφους, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς
1957τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου ἀνήκουσιν, ὡς ἀποτελοῦσαι τὴν καλλιερ-
1958γουμένην ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. Ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι καὶ λεπτολο-
1959γίαι, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Κόκκινος καὶ κατ’ αὐτὸν ὁ κύριος Ζέγ-
1960γελης ἀνέπτυξαν, ἀποδεικνύουσι νομικὴν δεξιότητα καὶ εὐφυΐαν,
1961δὲν δύνανται ὅμως νὰ κατισχύσωσι τῶν γενικῶν ἀρχῶν, τὰς
1962ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑπομνήσω, οὔτε ἀρκοῦν νὰ ἐπι-
1963σκοτίσωσι τὰς σαφεῖς καὶ ἀδιαφιλονεικήτους ταύτας ἀρχάς. Ἄλ-
1964λως τε κύριοι, αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν, ἀνατρέπουν
1965ἄρδην καὶ ἄλλην ἀρχὴν ἀΐδιον, τὴν ὁποίαν συνεπάγει ἡ παρέ-
1966λευσις τοῦ χρόνου, ὅστις καθιεροῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὰς δι’ αὐτοῦ
1967ἐπερχομένας ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολάς. Διὰ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ
1968κυρίου Κοκκίνου καὶ τοῦ κυρίου Ζέγγελη, ἡ παραγραφή, ἡ ἐξ
1969ἀμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, ἥτις ἐπὶ ἀνεξιχνιάστων γεγο-
1970νότων· καὶ μὴ δυναμένων νὰ διευκρινισθῶσιν περιστάσεων, παρα-
1971δέχεται ὡς ἐν δικαίῳ ὑφισταμένην τὴν τελευταίαν αὐτῶν κατά-
1972στασιν, ἡ παραγραφή, λέγω, αὕτη πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν
1973ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Διότι, κύριοι, δυσκολεύομαι νὰ ἐννοήσω πῶς
1974δύνανται οἱ εἰρημένοι κύριοι ὑπερπηδῶντες χιλιάδας χρόνων,
1975πλέον τῶν 2,000 ἐτῶν, νὰ συνάπτωσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
1976ἀνῆκον εἰς τοὺς ἀρχαίους ἰδιοκτήτας τῶν μεταλλευμάτων, νὰ
1977συνάπτωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ νῦν
1978δημοσίου ἐναντίον τῶν κατόχων, οἵτινες ἐπὶ τόσας χιλιάδας ἔτη
1979κατεῖχον τὰ κτήματα ταῦτα. Ἐπίσης, κύριοι, ἀκατάληπτον
1980μοί εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ὅπως βεβαιώσωμεν τὴν κυριό-
1981τητα τῶν δένδρων τῶν κειμένων ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἐδάφους, πρέ-
1982πει ἀνασκάπτοντες τὸ ἔδαφος νὰ παρακολουθήτωμεν τὰς ῥίζας
1983αὐτῶν, καὶ ἐὰν μὲν ἴδωμεν ὅτι ἔφθασαν μέχρι τοῦ δεῖνος ση-
1984μείου, νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὸν Α, ἐὰν δὲ ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ
1985δεῖνος νὰ τὰ θεωρήσωμεν ἀνήκοντα εἰς τὸν Β καὶ τὰ παρόμοια.
1986Διακρίσεις τοιαῦται, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἐκτελέσιμοι, καὶ δὲν πρέ-
1987πει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἐπιφέρουν ἀνατροπὴν εἰς τὰς γενικὰς ἀρ-
1988χὰς τοῦ δικαίου; Φρονῶ λοιπὸν ἀναντιῤῥήτως, ὅτι αἱ ἐκβολάδες
1989πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἀνήκουσαι εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ
1990τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται. Τὸ νὰ ὑπερπηδᾷ τις χρονικὰ διαστήματα
1991τόσων χιλιάδων ἐτῶν, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων συνέβησαν
1992τόσαι μεταβολαὶ καὶ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου,
1993τὸ νὰ ὑπερπηδᾷ τις, λέγω, τοιαῦτα διαστήματα, εἶναι ἅλμα
1994μέγα καὶ δεινόν, τὸ ὁποῖον δύνανται ὀλίγοι μόνον ἀκινδύνως νὰ
1995ἐκτελέσωσιν, ἀλλ’ εἰς τὸ ὁποῖον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁμολογῶ,
1996ὅτι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τοὺς παρακολουθήσω.
1997§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ὀλίγα
1998εἶπεν, ἀλλ’ ἡ σημασία τῶν λόγων του εἶναι πολλή· πρῶτον μὲν
1999διότι τὸν ἐκτιμῶ εἰς ἄκρον διὰ τὴν νομομάθειάν του, δεύτερον
2000δὲ διότι πρόκειται περὶ πλούτου λίαν σημαντικοῦ· πρόκειται
2001περὶ πλούτου, ὅστις κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐμπειροτεχνῶν τοὺς
2002ὁποίους διωρίσαμεν, συμποσοῦται εἰς ἀκαθάριστον ἀξίαν 224,
2003000,000 δραχμῶν, εἰς καθαρὰν δὲ πρόσοδον ἀξίας 130,000,
2004000, καὶ εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον.
2005Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐστήριξε τὸ δικαίωμα, τὸ
2006ὁποῖον ἀποδίδει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ἐδάφους τοῦ νὰ κατα-
2007λάβωσι τὴν σημαντικὴν ταύτην περιουσίαν, εἰς δύο λόγους· α)
2008εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν νομικὴν «εἴκει τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκει-
2009μένοις,» β) εἰς τὴν ἀρχὴν «τῆς ἐξ ἀμνημονεύτου χρόνου πα-
2010ραγραφῆς.»
2011Φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς πλανᾶται εἰς ἀμφότερα.
2012Πλανᾶται ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, διότι ἄριστα γινώσκει ὅτι ἡ ἀρχὴ
2013κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶν ὅ,τι ἐπίκειται ἐπί τινος ἀκινήτου ἀνήκει
2014εἰς τὸν κύριον τοῦ κτήματος, δηλαδὴ εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδά-
2015φους, ἤτοι τῆς ἐπιφανείας, δὲν ἐφαρμόζεται παρὰ εἰς δύο περι-
2016στάσεις· εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐπικείμενον
2017συνδέεται μετὰ τοῦ ἐδάφους δι’ ἐνοικοδομήσεως, διότι εἰς τὴν
2018περίστασιν ταύτην ὑπάρχει ἀληθὴς σύνδεσμος μετὰ τῆς ἐπι-
2019φανείας, καὶ εἰς τὴν περίστασιν τῆς φυτείας, ὁπότε συμβαίνει
2020τὸ αὐτό. Ἄλλως, κύριοι, ἠθέλαμεν τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ χά-
2021νωμεν πολὺ συχνὰ τὴν περιουσίαν μας καὶ πολὺ εὐκολώτερον
2022τὴν κατοχήν· ἕκαστος ἐννοεῖ ὅτι τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ χάσῃ
2023τὴν κυριότητα τῆς ἀσβέστου, τῶν λίθων κτλ. καὶ ἐν γένει παν-
2024τὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε ῥίψει εἰς ἔδαφος ξένον, ἐὰν ὁ
2025κύριος τοῦ ἐδάφους δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τὴν ἀρχὴν «τὰ ἐπι-
2026κείμενα τοῖς ὑποκειμένοις.» Ἀπεναντίας εἶναι τοσοῦτον αὐστη-
2027ρὸς ὁ ῥωμαϊκὸς νόμος ὡς πρὸς τοῦτο, ὥστε τὰ παραπήγματα
2028τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς γῆς δὲν τὰ ὑποβάλλει εἰς αὑ-
2029τὸν τὸν κανόνα· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οἰκοδομὴ συνδεομένη μετὰ
2030τοῦ ἐδάφους καὶ συναποτελοῦσα ἓν σῶμα, πρὸς ἕνα σκοπὸν ὑπη-
2031ρετούντων τοῦ τε ἐδάφους καὶ τῆς οἰκοδομῆς, ὅπως ὁ νόμος
2032παραδεχθῇ ὅτι τὸ κινητὸν τὸ οἰκοδομηθὲν ἐπὶ ξένης γῆς μετα-
2033βαίνει εἰς τὴν κυριότητα τῆς γῆς ταύτης. Καθὼς ἐπίσης ὁ ῥω-
2034μαϊκὸς νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ φυτεία ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ
2035ξένου, φυτεία ἡ ὁποία συνδέει τὰ φυτὰ μετὰ τῆς γῆς, ἥτις τὰ
2036τρέφει καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἀπαραλ-
2037λάκτως ὅπως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οἰκοδομὴ ἄνευ ἐδάφους.
2038Καὶ μόνον ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἰσχύει ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον
2039ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης πρὸς λύσιν
2040τοῦ ζητήματος. Καὶ θὰ ἦτο ἀτοπώτατον νὰ ὑποθέσητε ὅτι τὸ
2041ῥωμαϊκὸν δίκαιον τὸ ὁποῖον οἱ νεώτεροι ὠνόμασαν «ὁ γραπτὸς
2042λόγος,» τὸ ὁποῖον δίκαιον ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τοῦ δικαίου
2043ὅλων τῶν ἔκτοτε αἰώνων καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον νὰ ᾖναι
2044οὐχὶ μόνον βάσις, ἀλλὰ καὶ σχολιαστὴς καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ δι-
2045καίου, ὅτι τὸ δίκαιον τοῦτο παραδέχεται δόγμα ὁποῖον ὁ ὑ-
2046πουργὸς τῆς δικαιοσύνης ὑπεστήριξε. Κανεὶς ῥωμαϊκὸς νόμος
2047καὶ οὐδεὶς σχολιαστὴς δὲν ἤθελε λύσει τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν
2048τὸν τρόπον· οὐδεὶς ἤθελεν εἰπεῖ ὅτι ὁ κύριος ἑνὸς εὐτελοῦς ἐδά-
2049φους δύναται ν’ ἀποκτήσῃ 10 καὶ 15 ἑκατομμυρίων δρ. μέ-
2050ταλλα αὐτούσια, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου ἐπισωρευθέντα.
2051Ἡ δὲ ἑτέρα ἀρχὴ, κύριοι, τῆς ἐξ ἀμνημονεύτου χρόνου παρα-
2052γραφῆς δὲν ἐφαρμόζεται ἐπίσης ἐνταῦθα. Διότι ποτὲ δὲν πρέπει
2053νὰ ὑποθέσῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ὅτι θέλομεν παράξει τὰ ση-
2054μερινὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἐκ τῶν δικαιωμάτων ἅτινα
2055ἀνῆκον εἰς τὴν ἀρχαίαν δημοκρατίαν τῶν Ἀθηνῶν. Βασιζόμενος
2056ἐπὶ τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουν, ἰσχυρίζομαι καὶ ὀφείλω
2057νὰ ἰσχυρισθῶ, διότι εἶναι καλὸν νὰ πολιτευώμεθα κατὰ τοὺς
2058νόμους, ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ ἰδιοκτησία αὕτη σύμφωνα μὲ τοὺς
2059νόμους τούτους ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος.
2060Ἡ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθεῖσα ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου δικηγό-
2061ρου κ. Κοκκίνου εἶναι βεβαίως σπουδαιοτάτη. Ὁ κ. Κόκκινος
2062ἐμελέτησε ἐξ ἐπίτηδες διὰ νὰ γράψῃ ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον
2063σπουδαίου, διὰ νὰ γράψῃ διὰ τὴν δημοσιότητα, διὰ τὴν Κυβέρ-
2064νησιν καὶ τὴν Βουλὴν, κατέναντι καὶ τῶν ἡμεδαπῶν καὶ τῶν
2065ξένων· εἶναι νομομαθὴς διακεκριμένος καὶ δὲν δύναμαι νὰ πι-
2066στεύσω ὅτι δὲν ἐβασάνισε μετὰ μεγίστης ἐμβριθείας τὰ ἐπιχει-
2067ρήματα τὰ ὁποῖα ἔφερον αὐτὸν εἰς μίαν λύσιν καὶ γνώμην.
2068Ἀλλὰ παραδόξως, κύριοι, ἡ περιουσία αὐτὴ ἡ πολύτιμος,
2069τὴν ὁποίαν δὲν εἴχομεν ἀρκετὴν σύνεσιν νὰ περιμαζεύσωμεν,
2070πολλὰ συνωμοτοῦν ὅπως μᾶς δοθῇ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ σύ-
2071στημα τῶν συλλογισμῶν τοῦ κυρίου Κοκκίνου, ἀλλὰ καὶ αἱ νο-
2072μοθεσίαι πλείστων κρατῶν παλαιῶν καὶ νέων, καὶ ἡ δικαιοσύνη
2073καὶ ἡ συντήρησις καὶ ἡ ἰσότης καὶ τὸ ἀναμφισβήτητον δίκαιον,
2074συμφέρον. Ὅλα ταῦτα, κύριοι, συνωμοτοῦν εἰς τὸ νὰ μᾶς δώσουν
2075τὴν περιουσίαν ταύτην. Αἱ ἐκβολάδες, ὡς δὲν ὑπάρχει οὐδεμία
2076σήμερον ἀμφισβήτησις, εἶναι ἡ μεταλλοῦχος γῆ τὴν ὁποίαν οἱ
2077ἀρχαῖοι ἀποχωρίσαντες τὸ πλουσιώτερον μέταλλον, ἀφῆκαν ἐπὶ
2078τόπου, ἀπαραλλάκτως ὅπως θὰ συμβῇ καὶ τὴν σήμερον εἰς τοὺς
2079μεταλλευτὰς οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ μεταλλευθῶσι τὰ μεταλ-
2080λεῖα τοῦ Λαυρίου· διότι καὶ αὐτοὶ, εὑρόντες τὴν gallène ἐντὸς
2081τῶν μεταλλούχων ὀρέων, θέλουν εὕρει αὐτὴν, ὅπως ἀπεδείχθη,
2082μὲ χώματα μεταλλοῦχα ἀναμεμιγμένην ἀπαράλλακτα μὲ αὐτὰ,
2083τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον ὑπὸ τὸ ὄνομα ἐκβολάδες. Τὴν σήμερον
2084ἡ τέχνη δίδει τὰ μέσα εἰς τὸν μεταλλευτὴν νὰ παραλείψῃ ἐκ
2085τῶν ἐκβολάδων τούτων μέρος ἢ καὶ οὐδὲν μέρος· ἀλλὰ κατὰ
2086τὴν ἀρχαιότητα ὁπότε δύο περιστάσεις, μὴ συντρέχουσαι σήμε-
2087ρον, συνέτρεχον τότε, αἱ ἐκβολάδες ἦσαν πολλαὶ καὶ σώζονται
2088διὰ τοῦτο πολλαί. Αἱ δύο περιστάσεις εἶναι, πρῶτον ἡ ἀτέλεια
2089τῆς τέχνης καὶ αἱ περιωρισμέναι γνώσεις τῆς χημείας τῶν ἀρ-
2090χαίων, καὶ δεύτερον ὁ πλοῦτος τὸν ὁποῖον περιεῖχον τὰ μεταλ-
2091λεῖα ἐν ἀρχῇ. Διὰ τὸν δεύτερον δὲ τοῦτον λόγον βλέπομεν ὅτι
2092οἱ ἀρχαῖοι, ἀφοῦ τὰς φλέβας τοῦ μεταλλείου τὰς πλησιαζούσας
2093περισσότερον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἐξεμετάλλευσαν παντοῦ, προ-
2094χωρήσαντες δὲ εὗρον τὰ μεταλλεῖα πτωχότερα καὶ ἀπήντησαν
2095περισσοτέρας δυσκολίας πρὸς ἀνόρυξιν, ἐστράφησαν πάλιν πρὸς
2096τὰ χώματα ἤτοι πρὸς τὰς ἐκβολάδας. Αἱ ἐκβολάδες λοιπὸν εἶναι
2097καὶ αὐταὶ μεταλλεῖον, εἶναι χῶρος μεταλλοῦχος, ἀλλὰ διαφεύ-
2098γει τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τοῦ 1861, διότι εἶναι χῶρος
2099μεταλλοῦχος κείμενος οὐχὶ ὑπὸ, ἀλλ’ ὑπὲρ τὴν ἐπιφάνειαν, δὲν
2100εἶναι δὲ μεταλλοῦχος φλὲψ, ἢ ὄγκος ἢ κοίτασμα ὑπὸ τὴν ἐπι-
2101φάνειαν, ἐκεῖ τεθὲν ὑπὸ τῆς φύσεως, εἶναι ἔργον χειροποίητον·
2102αὐταὶ δὲ αἱ δύο ἰδιότητες αἱ ὁποῖαι συνοδεύουσι τὰς ἐκβολάδας,
2103ὅτι εἶναι μεταλλοῦχος χῶρος καὶ διαφέρει ἀποτόμως τῶν με-
2104ταλλείων περὶ ὧν προβλέπει ὁ νόμος περὶ παραχωρήσεως ἀπο-
2105φασίζουσι περὶ τε τοῦ ζητήματος ἂν αἱ ἐκβολάδες δύνανται νὰ
2106θεωρηθῶσι ποτὲ ὡς παραχωρηθεῖσαι καὶ συγχρόνως ἀποφασί-
2107ζουσι περὶ τοῦ εἰς τίνα ἀνήκουσιν.
2108Θέλω μιμηθῆ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης ὡς
2109πρὸς τοῦτο, ὅστις παρέλειψε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ὅτι αἱ ἐκβο-
2110λάδες δὲν παρεχωρήθησαν εἰς κανένα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ
2111παραχωρήσεως μεταλλείων. Τοῦ θέματος τούτου μὴ ἀμφισβη-
2112τουμένου μεταβαίνω εἰς τὸ ἕτερον. Αἱ ἐκβολάδες, κύριοι, ἐξα-
2113κολουθοῦν, ὡς προεῖπον, νὰ ἦναι μεταλλεῖον κείμενον εἰς τὴν
2114ἐπιφάνειαν, κείμενον μάλιστα ἐν αὐτοῖς τοῖς μεταλλείοις τῶν
2115ἀρχαίων· διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν καὶ κατὰ τοὺς μεταβάντας
2116ἐπιτοπίως, τὰ μεταλλεῖα ταῦτα, αἱ ἐκβολάδες, εἶναι πέριξ τῶν
2117φρεάτων· τὰ φρέατα γνωρίζετε ὅτι δὲν ἀνορύττονται, εἰμὴ ὅπου
2118ὑπῆρχε μέταλλον διὰ νὰ φθάσῃ μέχρις ἑνὸς σημείου ὁ μεταλ-
2119λευτὴς ὅθεν ν’ ἀρχίσῃ νὰ κατασκευάζῃ τὴν στοάν του. Πέριξ
2120τῶν χειλέων τοῦ φρέατος τούτου τοῦ κατασκευασθέντος πρὸς
2121μετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου ἐῤῥίφθησαν καὶ κεῖνται αἱ ἐκβολά-
2122δες ὡς ἀνεστραμμένοι κῶνοι, ἀληθὲς μεταλλεῖον, ἐξ οὗ ἐξώρυτ-
2123τον οἱ ἀρχαῖοι τοῦ Στράβωνος καὶ ἐχώνευον τὰ μεταλλοῦχα
2124χώματά του, ὅπως οἱ πρὸ αὐτῶν τὴν gallène ἢ τὴν ἀργυρῖτιν.
2125Εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ ἰδιοκτησία τῶν χωμάτων τῶν οὕτω πως
2126ἐκεῖ ἐπισωρευθέντων, καὶ ἐκεῖ κειμένων; Μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ γνω-
2127ρίζωμεν ἀκριβῶς τὴν νομοθεσίαν τῶν Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων
2128καὶ Βυζαντινῶν· διὰ τοῦτο ὀλίγας λέξεις θέλω προτάξει μόνον
2129πρὸς τέρψιν περὶ τῆς τύχης τῶν μεταλλείων ἐπὶ τῶν ἀρχαίων
2130Ἀθηναίων.
2131Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ πάντες γνωρίζετε ὅτι τὰ μεταλλεῖα
2132τοῦ Λαυρίου ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ δη-
2133μοκρατία τῶν Ἀθηναίων ἐνοικίαζεν αὐτὰ ἀϊδίως εἰσπράττουσα
2134δύο φόρους, ὧν ὁ μὲν ἦτο ὁ τῆς εἰσόδου ἢ φόρος κατοχῆς, δη-
2135λαδὴ ὁ ἐνοικιαστὴς μετὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐνοικίασιν ἑνὸς με-
2136ταλλείου ἐπλήρωνε εἰς τὴν ἀθηναϊκὴν πολιτείαν ὡρισμένον τί-
2137μημα, μόνον καὶ μόνον ἵνα εἰσέλθῃ, κατόπιν δὲ ἐπλήρωνεν
2138ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματός του 1/24 ἐκ τοῦ ἀκαθαοίστου.
2139Οὐδαμοῦ ἀπαντᾶται εἰς τὰς πηγὰς τῶν ἀρχαίων, ὅτι ὑπῆρχον
2140ἰδιωτικὰ μεταλλεῖα ἐπὶ τοῦ Λαυρίου. Τὰ μεταλλεῖα τῶν ἀρ-
2141χαίων εἰς τὸ Λαύριον ἦσαν πολλὰ, διότι ἕκαστος δύναται νὰ
2142ἐννοήσῃ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὑπάρ-
2143χουν αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας βλέπομεν σήμερον.
2144Τὰ μεταλλεῖα ἦσαν πολλὰ διότι χῶρον σμικρὸν ἕκαστος ἐνοι-
2145κιαστὴς ἐλάμβανε κατὰ παραχώρησιν ἀπὸ τὸ δημόσιον.
2146Ἐπὶ Ῥωμαίων δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς
2147δικαιοσύνης, ὅτι ἐπὶ αὐτοκρατορίας δὲν ἐξηκολούθουν τὰ μεταλ-
2148λεῖα νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ δημόσιον. Ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς αὐτο-
2149κρατορίας, κύριοι, τὰ μεταλλεῖα ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον τῆς
2150Ῥώμης ἀπαραλλάκτως, ὅπως ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον τῶν Ἀθη-
2151νῶν, ὅπερ τὰ ἐνοικίαζε. Μάλιστα ὁ πολὺ ἐνδιατρίψας περὶ τὰ
2152τοιαῦτα, ὁ διασημότατος καὶ φιλόλογος Βοίκιος κάμνει ταύτην
2153τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ πνεύματος τῆς δημοσίας οἰκονομίας
2154τῶν Ῥωμαίων καὶ τοῦ πνεύματος τῆς δημοσίας οἰκονομίας τῶν
2155Ἀθηναίων, καὶ ἀποδίδει τὸ βραβεῖον εἰς τοὺς Ἀθηναίους. Οἱ Ἀ-
2156θηναῖοι, λέγει, ἔδιδον τὰ μεταλλεῖα εἰς μίσθωσιν διὰ παντὸς,
2157ἐνῷ οἱ Ῥωμαῖοι μόνον προσωρινῶς· ἐξετάζων δὲ τὴν διαφορὰν
2158εὑρίσκει, ὅτι τὸ δεύτερον σύστημα τῶν Ῥωμαίων ἦτο ἐσφαλ-
2159μένον δι’ οὓς λόγους ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι ὁ πρόσκαιρος μισθω-
2160τής, διότι ἐπιζητεῖ ταχύτερον νὰ κερδίσῃ ἐπιζητεῖ τὸ πλουσιώ-
2161τερον μετάλλευμα, ἀμελεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἑπομένως ἀμελεῖ
2162τὰς στοάς, τὰς θαλαμώσεις, κτλ. Δύναμαι μάλιστα νὰ ἐνθυμίσω
2163εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι
2164ἔχει ἄδικον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, νὰ τὸν ὑπενθυμίσω
2165τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Τιβέριος, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε ψή-
2166φισμα αὐτοκρατορικὸν δι’ οὗ ἀπηγόρευσε καθ’ ὅλην τὴν ἐπι-
2167κράτειαν πᾶσαν μετάλλευσιν ἐν μεταλλείοις. Οἱ μεταγενέστεροι
2168αὐτοκράτορες ἔδιδον τὰ μεταλλεῖα εἰς μίσθωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον
2169νὰ πληρώνουν εἰς τὸ δημόσιον οἱ ἐνοικιασταὶ ὡρισμένον κανόνα.
2170Ἐὰν ἄλλος τις ἐκ τῶν μὴ εἰδότων νομικὰ ἀγνοῇ τὴν σημασίαν
2171τῆς διατάξεως ταύτης, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης δὲν δύ-
2172ναται νὰ τὴν ἀγνοῇ· διότι ἠξεύρει ὅτι ὁ κανὼν δὲν πληρώνεται
2173παρὰ εἰς τὸν κύριον, εἶναι τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ ἐμ-
2174φυτευτής, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ αὐτὸς μισθωτὴς ἀλλὰ μισθωτὴς
2175διηνεκής.
2176Αὐτό, κύριοι, τὸ δίκαιον τῶν αὐτοκρατόρων, πρὸ πάντων
2177τῶν Βυζαντινῶν, ὅπως σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ
2178τὸ γνωρίζωμεν, ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ
2179μεταλλείων· διότι, ὡς ἠξεύρετε, οἱ Βυζαντινοὶ νόμοι ἴσχυον καὶ
2180κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἰσχύουν μέχρι σήμερον.
2181Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τοὺς
2182Βυζαντινοὺς καὶ Ῥωμαϊκοὺς νόμους διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα
2183περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν μεταλλείων ἐπὶ τουρκοκρατείας, διότι
2184μᾶς προστατεύει ὁ νόμος ὁ τουρκικός. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ
2185γνώμη ἐναντία, ὅτι κατὰ τοὺς τουρκικοὺς νόμους, ἢ μᾶλλον
2186εἰπεῖν κατὰ τὴν βούλησιν τοῦ Σουλτάνου, ἡ ὁποία δὲν ὑπάγε-
2187ται εἰς νόμον, οἱ κατακεκτημένοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι δι-
2188καίωμα ἐπὶ μεταλλείων. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἔθνους
2189ἄλλου, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν Τούρκων, περὶ ἑτέρας καὶ οὐχὶ περὶ
2190τῆς ἐπικρατείας τοῦ Σουλτάνου, ἴσως ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω
2191εἰς τοῦτο· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν Τούρκων δὲν ἔχομεν
2192ἀνάγκην νὰ ἐνδιατρίψωμεν πολύ, διότι κανεὶς δὲν θέλει ἀρνηθῆ
2193ὅτι τὸ προέχον δίκαιον ἦτο ἡ αὐθαιρεσία τοῦ δεσπότου. Εὐτυ-
2194χῶς μάλιστα, πλὴν ἄλλων μαρτυριῶν αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, ἔ-
2195χομεν τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς Ἄγγλου Οὔτλερ ὀνομαζομένου, ὁ
2196ὁποῖος κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα περιώδευσεν εἰς τὴν Δαλ-
2197ματίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπεσκέφθη δὲ καὶ τὸ Λαύριον.
2198«Ἐκεῖ, λέγει ὁ Οὔτλερ, δὲν γίνεται καμμία μετάλλευσις καί τοι
2199κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τοσοῦτος πλοῦτος ἐξήγετο ἐκ τῶν ἐρήμων
2200ἐκείνων τόπων, ὅπερ ἀποδεικνύεται, οὐ μόνον ἐκ τῆς ἱστορίας
2201ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς στάκτης, τὴν ὁποίαν εὗρον ἐκεῖ. Ἔμαθον δὲ
2202παρὰ τῶν κατοίκων ὅτι χρυσοχόοι τῶν Ἀθηνῶν ἤρχοντο κρυφὰ
2203ἐνίοτε καὶ ἀπέκοπτον τεμάχια ἐκ τοῦ μεταλλείου, τὸ ὁποῖον
2204κρυφὰ εἰς τὰ ἐργοστάσιά των ἀνέλυον καὶ ἐξῆγον ἄργυρον· τοῦτο
2205δὲ ἔπραττον κρυφίως διότι ἐφοβοῦντο, ὅτι ἂν οἱ Τοῦρκοι ἤθελον
2206μάθει ὅτι ἐκ τοῦ μετάλλου ἐκείνου προήρχετο ἄργυρος, ἤθελον
2207καταδικάσει τοὺς κατοίκους εἰς τὴν δουλείαν τοῦ νὰ δουλεύω-
2208σιν ἐν τοῖς μεταλλείοις». Λοιπόν, κύριοι, αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες
2209ἔκειντο ἐκεῖ νεκραὶ περὶ τὰ φρέατα τῶν ἀρχαίων, οὐδεὶς τὰς
2210ἐπλησίαζεν, οὐδεὶς τὰς ἐμεταχειρίσθη, καὶ εἶναι θαῦμα πῶς
2211κατώρθωσαν νὰ πλάσωσί τινες δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐκεῖ, ὅπου
2212δὲν ἔθεσαν τὴν χεῖρα, δὲν ἐνήργησαν καμμίαν πρᾶξιν, οὔτε κα-
2213τοχῆς, οὔτε ἰδιοκτησίας· ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι οὔτε κἂν εἶχον γνῶ-
2214σιν ὅτι ὑπῆρχον τοιοῦτοι θησαυροὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Πρέπει
2215κύριοι, νὰ κατεφρόνησαν ὁλοτελῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας
2216οἱ ὀνομάσαντες αὐτὸ ἱερὸν, ἀποφασίσαντες νὰ περιβάλωσι μὲ
2217τὸ ἱερὸν αὐτῆς ὄνομα ἓν δικαίωμα νόθον καὶ οὐτιδανόν, ὅπερ
2218ἔπλασαν, δὲν ἠξεύρω πῶς, τινὲς ἐν τῇ Ἀττικῇ.
2219Καθὼς ἠκούσατε ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ὁ κ. Κόκκινος προσπαθεῖ
2220ν’ ἀποδείξῃ διὰ τῆς θεωρίας περὶ ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τῶν
2221κινητῶν τὸ πρόβλημά του, καὶ ἡ θεωρία αὐτοῦ εἶναι βεβαίως
2222καὶ ἀναμφισβητήτως ὀρθή· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ἠθέλομεν
2223περιορισθῆ ἐπὶ μόνης τῆς ἱστορικῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος
2224τῆς τῶν μεταλλείων ἰδιοκτησίας, ἢ ἐὰν ἠθέλομεν καὶ νομικῶς
2225νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὴν θεωρίαν περὶ κυριότητος τῶν
2226ἀκινήτων, πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα ἠθέλομεν φθάσει.
2227Ὑποθέτω ὅτι παρουσιάζεταί τις καὶ μοὶ λέγει, ὅτι εἶναι ἰδιο-
2228κτήτης αὐτῶν τῶν θησαυρῶν· ἤθελον τὸν ἐρωτήσει, «πότε τὸ
2229ἔμαθες ὅτι εἶσαι ἰδιοκτήτης;» δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ μοὶ ἔλε-
2230γεν, ἐὰν ἡ ἀπάντησίς του ἦτο εἰλικρινής, «προχθές.» Ἐὰν πα-
2231ρουσιασθῇ εἷς χωρικὸς τοῦ Λαυρίου ἢ τῆς Κερατέας καὶ μοὶ ἔ-
2232λεγεν «ὅτι εἶναι κύριος τοῦ σωροῦ τοῦ Κυπριανοῦ,» ἤθελον τὸν
2233ἐρωτήσει «ἀπὸ πόσα στρέμματα σύγκειται καὶ πόσα ἐπλήρωσε
2234νὰ τὸν ἀγοράσῃ;» Ἐὰν ἦναι εἰλικρινής, θέλει μοῦ ἀπαντήσει ὅτι
2235ὁ ἄχρηστος οὗτος δι’ αὐτὸν σωρὸς ἐπὶ 135 στρεμμάτων κεῖται
2236ἐντὸς 3 ζευγαρίων τὰ ὁποῖα ἠγόρασε διά τινας ἑκατοστυίας
2237γρόσια, καὶ ὅτι προχθὲς ἔμαθεν ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ κεῖνται 14 ἑκα-
2238τομμύρια δραχμῶν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν σκωριῶν ἐ-
2239πιτροπῆς. Καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν ἐπώλησεν, ἤθελον τῷ εἴ-
2240πει, ἐγνώριζεν ὅτι σοὶ πωλεῖ ἐκβολάδας; τί ἤθελε μοὶ ἀπαν-
2241τήσει, ἐὰν ἦτο εἰλικρινής; ὅτι δὲν τὸ ἐγνώριζε καθὼς οὐδ’ αὐ-
2242τὸς· διότι κανεὶς πλὴν τοῦ φρενοβλαβοῦς δὲν ἠδύνατο νὰ πω-
2243λήσῃ τὸν σωρὸν τοῦ Κυπριανοῦ ἀξίζοντα 14,000,000 δραχ.
2244διὰ 1000 ἢ καὶ δισχίλια γρόσια ἐντὸς μιᾶς περιοχῆς τριῶν
2245ζευγαρίων τόπου. Ἤθελον τὸν ἐρωτήσει, ἐὰν μοὶ ἔλεγεν ὅτι
2246δὲν ἔχει μὲν τίτλον, ἀλλὰ διὰ τῆς χρησικτησίας ἐγένετο κύριος,
2247«τί κατεῖχες;» θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ᾖναι εἰλικρινὴς, ὅτι «δὲν
2248τὸ ἐγνώριζε ποτέ.»
2249Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ νομοθεσία ἡ
2250ὁποία μᾶς διέπει; ὅτι παραχωρεῖ τὴν κυριότητα, ἣν ὁ νόμος
2251καλεῖ ἱερὰν, ὑπὸ τοιούτους ὅρους; ὅτι δίδει κατοχὴν καὶ κυ-
2252ριότητα εἰς τὸν ἄνθρωπον ὅστις δὲν γνωρίζει τί εἶναι αὐτὸ τὸ
2253ὁποῖον βλέπει καὶ ὁ ὁποῖος οὐδέποτε τὸ μετεχειρίσθη, διότι
2254εἰς οὐδεμίαν χρῆσιν ἠδύνατο νὰ τῷ χρησιμεύσῃ; Ἀλλ’ οἱ νόμοι,
2255κύριοι, δὲν περιέβαλον τὴν ἱερὰν ἰδιοκτησίαν μὲ τόσον σαθρὰς
2256ἰδιότητας.
2257Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ συζητήσωμεν νομικὰ ζητή-
2258ματα ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ· σᾶς ἀναφέρω ὅμως ἓν παράδειγμα,
2259ἁπλῶς διὰ μίαν ἰδέαν. Κατὰ τὰς πηγὰς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δι-
2260καίου, ἐστάλη τις διὰ νομίμου τρόπου εἰς τὴν κατοχὴν ἑνὸς
2261ἀγροῦ· μετέβη εἰς τὸν ἀγρὸν καὶ τῳόντι τὸν κατέλαβε· τὸν
2262κατέλαβε διότι εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν καὶ ἤρχισε νὰ τὸν καλλιεργῇ.
2263Φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐγένετο ἀναμφισβητήτως κάτοχος· τί λέγουσιν
2264ὅμως οἱ Ῥωμαῖοι; οὐδέποτε ἀπέκτησε τὴν κατοχήν· διότι καί
2265τοι ἐστάλη εἰς τὸν ἀγρὸν νομίμως, καί τοι εἰσῆλθε, καί τοι τὸν
2266καλλιεργεῖ, ἐν τῷ νῷ ὅμως εἶχεν, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς ἀγρὸν ἄλ-
2267λον καὶ διὰ τοῦτο κάτοχος δὲν ἐγένετο. Τὸ παράδειγμα τοῦτο,
2268κύριοι, τὸ παρουσιάζουν οἱ Ῥωμαῖοι νομοδιδάσκαλοι μὲ τὰ δύο
2269ὀνόματα τοῦ Σεμπρωνίου καὶ τοῦ Κορνηλίου. Ἐστάλη τις εἰς
2270τὴν κατοχὴν ἑνὸς ἀγροῦ Σεμπρωνιανοῦ· ὑπῆγεν εἰς τὸν ἀγρὸν
2271καὶ τὸν κατέλαβε, φρονῶν ὅτι εἶναι ὁ Κορνηλιανὸς ἀγρός· ὅταν
2272ἔφθασεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τὸ ζήτημα, αἱ ὑλικαὶ πρά-
2273ξεις τῆς κατοχῆς δὲν τῷ ἐχρησίμευσαν ἵνα τῷ δώσωσι τὴν κα-
2274τοχήν· ὁ δικαστὴς ἀπεφάνθη, ὅτι τὸν ἀγρὸν αὐτὸν οὐδέποτε
2275ἔλαβεν εἰς τὴν κατοχήν του, διότι ἡ διάνοιά του εὑρίσκετο εἰς
2276πλάνην, καί τοι ὁ ἀγρὸς δὲν ἔπαυσε διὰ τοῦτο νὰ ᾖναι ὁ Σεμ-
2277πρωνιανός, αὐτὸς ἐκεῖνος εἰς ὃν ἐστάλη καὶ τῆς καλλιεργείας
2278τοῦ ὁποίου νομίμως ἐπελάβετο.
2279Εἴτε λοιπὸν τὴν θεωρίαν τῆς κυριότητος τῶν κινητῶν θελή-
2280σητε νὰ ἀκολουθήσητε, ὡς ὁ κ. Κόκκινος, εἴτε τὴν θεωρίαν
2281περὶ κυριότητος τῶν ἀκινήτων, δὲν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς
2282τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπεκτήθη δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν
2283ἐκβολάδων, αἱ ὁποῖαι κεῖνται πέριξ τῶν φρεάτων τῶν ἀρχαίων
2284μεταλλείων, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ἀνεγνωρισμένον,
2285ὅτι οὐδέποτε οἱ κάτοικοι ἐποιήσαντο χρῆσιν αὐτῶν, οὐδέποτε
2286εἶχον τὴν ἰδέαν καὶ τὴν γνῶσιν εἰς τί αὗται συνίστανται καὶ
2287εἰς τί ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν, ἔκειντο δὲ πάντη ἄγνωστοι.
2288Συγχωρῆσατέ μοι, κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ τρόπος
2289κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα τῶν σπουδαίων αὐ-
2290τῶν ζητημάτων δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς συν-
2291τηρήσεως, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσό-
2292τητος, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς μία ἐπικράτεια οὕτω
2293πως κρίνουσα περὶ αὐτοῦ τοῦ πλούτου, ἠδύνατό ποτε νὰ θεω-
2294ρηθῇ ὡς ἔχουσα τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως, τὸ ὁποῖον οὐδέ-
2295ποτε τὴν ἐγκαταλιμπάνει· ὅταν ἡ ἐπικράτεια λέγῃ σέβομαι,
2296τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ τὸ σέβομαι, διότι ὁ πρῶτος
2297καταλαβὼν 200,000,000 δραχμῶν ἐν Λαυρίῳ εἶναι ἰδιοκτή-
2298της αὐτῶν, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε ἔθνος
2299ἔχον αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως θὰ εἰμπορέσῃ ποτὲ νὰ
2300ἐννοήσῃ. Καθιερώθη αὐτὸς ὁ κανὼν διὰ τὸ πτηνὸν, τὸ ὁποῖον
2301φονεύομεν, καθιερώθη διὰ τὸν ἰχθῦν, τὸν ὁποῖον ἀγρεύομεν, κα-
2302θιερώθη διὰ τὰ εὐτελῆ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τῆς δυνά-
2303μεως ἑνὸς ἑκάστου νὰ συλλάβῃ· ἀλλὰ βεβαίως λείπει τὸ πνεῦμα
2304τῆς συντηρήσεως ἀπὸ τὴν ἐπικράτειαν ἐκείνην, ἡ ὁποῖα ἤθελε
2305σκέπτεσθαι περὶ τοιούτων ζητημάτων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
2306καθ’ ὃν σκεπτόμεθα ἡμεῖς. Ἀντιβαίνει κύριοι, εἰς τὸ αἴσθημα
2307τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος ἡ διαγωγή μας, καὶ εἶναι
2308ἐναντία πρὸς τοὺς νόμους μας, οἵτινες τὴν ἀποδοκιμάζουσιν.
2309Οὐ μόνον πρὸ ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἀρχαίων, τόσον τῶν Ἑλλήνων
2310ὅσον καὶ τῶν Ῥωμαίων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν συγχρόνων θέλετε ἀ-
2311παντήσει πολλὰ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα, προκειμένου
2312περὶ σπουδαίων τοῦ πλούτου ζητημάτων καὶ εἰδικῶς περὶ τῶν
2313ζητημάτων τῶν μεταλλείων, δὲν φέρονται μὲ αὐτὴν, συγχωρή-
2314σατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, τὴν ἐπιπολαιότητα. Ἐνῷ κατὰ τὴν
2315ἱστορίαν ἀνέκαθεν καὶ χωρὶς διακοπῆς αὐτὰ τὰ μεταλλεῖα τῶν
2316ἐκβολάδων ἀνῆκον εἰς τὸ ἔθνος, δηλαδὴ ἀνῆκον εἰς πάντας, βε-
2317βαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι ἐναντίον τοῦ αἰσθήματος
2318τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος θέλομεν νὰ καταστήσωμεν
2319αὐτὰ ἰδιοκτησίαν ἑνὸς ὁ ὁποῖος οὐδὲ ἐξώδευσεν, οὐδὲ ἐμόχθησεν,
2320οὐδὲ ἐγίνωσκεν ὅ,τι ἔχει, οὐδὲ πώποτε μετεχειρίσθη, καὶ ταῦτα
2321ἐν ᾧ πρόκειται περὶ μετάλλων, τὰ ὁποῖα εἰς ἔθνη πεφωτισμένα
2322καὶ εὐνομούμενα ἐθεωρήθησαν καὶ εἶναι ἰδιοκτησία τῆς ἐπι-
2323κρατείας.
2324Ἀκούσατε, κύριε, τὰς νομοθεσίας. Ὁ νόμος ὁ αὐστριακὸς, ὁ
2325νέος νόμος τῆς 23 Μαΐου 1854, οὐδὲν δικαίωμα ἀναγνωρίζει
2326εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας ἐπὶ τῶν μεταλλείων, διότι
2327ἐπ’ αὐτῶν ὑπάρχει τὸ λεγόμενον droitrégalien· Droitrégalien
2328εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ στέμματος· δικαίωμα δὲ τοῦ στέμμα-
2329τος πρέπει νὰ ἐννοήσητε ὡς συνήθως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρα-
2330τείας. Ἑπομένως οὐδὲν λαμβάνει ἐπὶ καθαροῦ ἢ ἀκαθαρίστου
2331εἰσοδήματος τοῦ μεταλλείου ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας, ἁ-
2332πλῶς δὲ μόνον ἀποζημίωσίν τινα λόγῳ τῆς κατοχῆς αὐτῆς.
2333Εἰς τὴν Αὐστρίαν λοιπὸν, κύριοι, τὰ μέταλλα θεωροῦνται ἰδιο-
2334κτησία τῆς ἐπικρατείας ἢ τοῦ στέμματος, καὶ εἰς οὗτινος δή-
2335ποτε ἰδιώτου τὴν ἰδιοκτησίαν ἀνακαλυφθῶσιν, ὑπὸ τὴν γῆν ἢ
2336ἐπὶ τῆς γῆς, δηλαδὴ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἐ-
2337πιφανείας, ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ
2338ποσοστὸν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, εἰμὴ μόνον δικαίωμα ἔχει ν’ ἀ-
2339ποζημιωθῇ διὰ τὴν κατοχὴν, διότι θὰ τῷ ἀφαιρεθῇ τὸ γήπε-
2340δον ὑπὸ τὸ ὁποῖον εὑρέθη τὸ μέταλλον. — Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάγον-
2341ται ἔτι καὶ σήμερον εἰς τὸ αὐτὸ δίκαιον, τὸ droitrégalien,
2342ἅπαντα τὰ μέταλλα τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου. Σημειώσατε
2343δὲ, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰσχύει ἡ ἀρχὴ ὅτι τὰ μέταλλα
2344ἀνήκουσιν εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους. Ἐν τούτοις εἰς τὴν Ἀγ-
2345γλίαν, ἐν ᾗ ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, δὲν ὑπάρχει ἰδιωτικὴ ἰδιο-
2346κτησία ἐπὶ τῶν μεταλλείων τοῦ ἀργύρου καὶ τοῦ χρυσοῦ· ἐκεῖ
2347τὸ δικαίμα τῆς ἰδιοκτησίας ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι σεβαστόν.
2348Ἐπίσης εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὰ μεταλλεῖα τοῦ μολύβδου ἐν τῇ ἐ-
2349παρχίᾳ τοῦ Δέρβυσιρ ἀνήκουσιν εἰς τὸ στέμμα ὡς ἀνήκοντα εἰς
2350τὸ droitrégalien. Τοιαῦτα ἦσαν ἄλλοτε πάντα τὰ μέταλλα,
2351ἀλλ’ ἡ ἐπικράτεια παρῃτήθη τῶν ἄλλων μικρὸν κατὰ μικρόν.
2352—Εἰς τὴν Σουηδίαν καὶ τὴν Νορβηγίαν ἐπικρατεῖ ἐπίσης ἡ ἀρ-
2353χὴ τοῦ droitrégalien, ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας
2354τοῦ ἐδάφους δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοήν.—Ἐν Ἱσπανίᾳ ὡσαύ-
2355τως ἡ ἰδιοκτησία τῶν μεταλλείων ἀνήκει εἰς τὸ κράτος, ἢ εἰς
2356τὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος εἶχε πρὶν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ὁ ἰδιο-
2357κτήτης τῆς ἐπιφανείας δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ἐπὶ τῶν προϊ-
2358όντων τοῦ μεταλλείου.
2359Τὸ ἐννοῶ, κύριοι, εἰς τὰς νομοθεσίας ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας
2360καθιστῶσι συμμέτοχον τῶν μετάλλων τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐ-
2361πιφανείας καὶ τοῦ δίδουσιν εἴτε πολὺ εἴτε ὀλίγον ἐκ τοῦ
2362προϊόντος τούτου, τὸ 5%, ἢ τὸ 3 ἢ τὸ 2 τοῖς
2363100, ἐννοῶ κἄπως τὴν ἀμφισβήτησιν ἂν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἀ-
2364ποῤῥοφᾶται ἀπὸ τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπως εἰς τὰ παρα-
2365δείγματα τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερα, ἐκεῖ ὅπου οἱ ἰδιοκτῆται
2366οὐδὲν λαμβάνουσιν ἐκ τῶν μεταλλείων τούτων, ἐκεῖ ὅπου ἡ
2367ἰδιοκτησία ἀνάγεται εἰς μικροτάτην τινὰ ἀποζημίωσιν, διότι
2368ἀφαιρεῖται ἡ κατοχὴ τοῦ ἐδάφους, ἐκεῖ ἡ κυριότης τοῦ Κρά-
2369τους εἶναι πλήρης καὶ ἀπὸ αὐτῆς ἀποῤῥέουσιν ὅλαι αἱ περὶ δια-
2370θέσεως τῶν μεταλλείων διατάξεις, ὡς εἶναι πλήρης καὶ παρ’ ἡ-
2371μῖν, καὶ τὴν ὁποίαν δυστυχῶς μὲ τὰς θεωρίας τὰς ὁποίας ἡμεῖς
2372θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἐντελῶς καταστρέφομεν.
2373Καὶ τῳόντι, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὁποῖον λόγον
2374δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅταν τὸ δικαίωμα τὸ
2375ὁποῖον ζητῶμεν νὰ παραχωρήσωμεν, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιο-
2376κτησίας ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου πλούτου, πρὸς ἀνθρώπους οἱ
2377ὁποῖοι, καθὼς σᾶς προεῖπον, οὔτε ἐγνώριζον, οὔτε μετεχειρί-
2378σθησαν, οὔτε γνῶσιν ποτὲ εἶχον τῆς ἀξίας, τοῦ περιεχομένου,
2379τῆς χρησιμότητος τοῦ ἀντικειμένου, τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἀ-
2380φαιροῦμεν ἀπὸ τὴν ἐπικράτειαν, εἰς ἣν ἀνῆκε πάντοτε, εἰς τὴν
2381ὁποίαν ἀνῆκεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκεν ἐπὶ
2382τῆς ἐπαναστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσχυε τὸ Βυζαντινὸν δί-
2383καιον, ὅπερ ἰσχύει μέχρι καὶ τῆς σήμερον, καὶ μάλιστα μετὰ
2384τὸ 1837, ἀπὸ τοῦ ὁποίου σὺν τοῖς ἄλλοις ἤρχισε νὰ ἰσχύῃ ἡ
2385ἀρχὴ ὅτι τὰ ἀδέσποτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν.
2386Ἤθελον, κύριοι, ἀναγνωρίσει καὶ ἤθελον εὐχαρίστως παραχω-
2387ρήσει, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, τὸ δικαίωμα εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον νὰ
2388θησαυρίσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς θησαυροὺς καὶ ἐπὶ ἁπλαῖς μόνον
2389ἐνδείξεσι δικαιώματος ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἂς πα-
2390ρεβιάζετο καὶ τὸ προνόμιον τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ κράτους καὶ
2391τὸ δίκαιον τῆς ἰσότητος καὶ αὐτὸ τὸ δίκαιον τῆς συντηρήσεως,
2392(διότι ἔχομεν παράδειγμα πρόσφατον ὅτι καὶ τὰς σκωρίας καὶ
2393τὰς ἐκβολάδας εἰς χεῖρας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὰς παρεδώ-
2394σαμεν χωρὶς νὰ προέρχεται εἰς αὐτοὺς κανὲν σχεδὸν ὄφελος,
2395διότι, ὅπως εἴδομεν τὰς μετεπώλησαν ἐπὶ εὐτελεστάτῳ τι-
2396μήματι καὶ τὰς μετεπώλησαν διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι
2397οὐδὲν ἐξώδευσαν, οὐδὲν ἐκοπίασαν διὰ νὰ τὰς ἀποκτήσουν, καὶ
2398δεύτερον διότι δὲν ἐγνώριζον τὴν ἀξίαν των...) Ἀλλ’ εἶναι δυ-
2399νατὸν νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ὁποῖος νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι πρὸ τοῦ 1837
2400ἔγινεν ἐκμετάλλευσις, χώνευσις, ἀνασκαφὴ, ἐκτόπισις τῶν ἐκ-
2401βολάδων; ὑπάρχει τις ὅστις δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὰς
2402ἐκβολάδας τὰς περὶ τὰ φρέατα ἐν τοῖς μεταλλείοις τῶν ἀρ-
2403χαίων τὰς ἐγνώριζε, τὰς μετεχειρίζετο, τὰς ἔκαμεν ἀντικεί-
2404μενον κτήσεως; Ἐξ ἐναντίας ὅλαι αἱ παραδόσεις καὶ ὁλόκληρος
2405ἡ ἱστορία τῶν παρελθόντων χρόνων ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ πάντες
2406ἀπεῖχον ὡς ἀπὸ φοβεροῦ στοιχείου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ τοῖς
2407προξενήσῃ μέγα κακὸν καὶ μέγαν κίνδυνον, αὐτὴν τὴν δουλείαν
2408τοῦ ἐργάζεσθαι ἐν τοῖς μεταλλείοις πρὸς ὄφελος τοῦ κυριάρχου.
2409Ἐννοῶ τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅταν ᾖναι πλήρης,
2410ὅταν ἔχῃ ἅπαντα τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα παράγουν τὴν ἱερό-
2411τητα ταύτην· ἀλλ’ ὅταν ἔρχεσθε καὶ ῥίπτετε τὴν ἰδιοκτησίαν
2412τόσον χαμηλὰ, ὅταν ἔρχεσθε λέγοντες ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἀνήκει
2413εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πρῶτος τὴν κατέλαβε διὰ τοῦ ὀφθαλμοῦ
2414χωρὶς νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν καταλάβῃ ὡς φθοροποιὸν, καὶ
2415χωρὶς νὰ δύναται νὰ τὸ ἀποδείξῃ, διότι οὔτε χρῆσιν ἔκαμεν,
2416οὔτε τὴν ἐγνώριζε κἂν, τότε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι τὸ
2417οὕτω πως πολιτεύεσθαι δύναται νὰ ᾖναι ἄξιον ἡμῶν.
2418Ἐὰν, κύριοι, αἱ ἰδέαι περὶ ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ὑπερι-
2419σχύσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως παρουσιάζεται ἀνάγκη μεταῤ-
2420ῥυθμίσεως ἀμφοτέρων τῶν σχεδίων τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπὸ συζή-
2421τησιν· διότι καὶ τὰ δύο ταῦτα σχέδια προϋποθέτουσι κτῆσιν
2422ἰδιωτικὴν καὶ κτῆσιν δημοσίαν, οὐδέτερον δὲ ἐξ αὐτῶν ἐνασχο-
2423λεῖται νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου· φρονῶ
2424δὲ ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ, ὤφειλε
2425νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν περὶ διαθέσεως καὶ οὐχὶ περὶ φορολο-
2426γίας· διότι αἱ ἐκβολάδες, ὡς σᾶς προεῖπον, δὲν εἶναι μεταλ-
2427λεῖα ὅπως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παραχωροῦμεν ἐπὶ φόρῳ καὶ περὶ
2428τῶν ὁποίων πραγματεύεται ὁ νόμος τοῦ 1861. Ὁ νόμος τοῦ
24291861 ἐκανόνισε περὶ μόνων τῶν ὑπὸ γῆν καὶ εἰς τὰ ἔγκατα ἢ
2430καὶ ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ ἀλλ’ ὑπὸ τῆς φύσεως τεθειμένων ἐκεῖ με-
2431ταλλείων· ἔπρεπε δὲ νὰ ἔλθῃ συμπληρωτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος
2432εἰδικῶς διὰ τὸ Λαύριον ἢ ἔστω καὶ δι’ ὁποιονδήποτε ἄλλο ση-
2433μεῖον τῆς Ἑλλάδος ὅπου ἤθελον συμπέσει τὰ αὐτὰ πράγματα,
2434ἤθελεν ἐπίσης κανονίσει· διότι αἱ ἐκβολάδες οὐδέποτε ἔχασαν
2435τὸν χαρακτῆρά των τὸν ὁποῖον εἶχον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἦταν πα-
2436ράρτημα οὕτως εἰπεῖν τῶν μεταλλείων, διότι ἦταν αὐτὸ τοῦτο
2437τὸ μεταλλεύεσθαι, καὶ, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τὴν ὁποίαν πάντες
2438γνωρίζετε τοῦ Στράβωνος, ἔκαμαν χρῆσιν αὐτῶν, ὡς χειροποιή-
2439του μεταλλείου, οἱ μεταγενέστεροι. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἷς νόμος
2440συμπληρωτικὸς τοῦ γενικοῦ νόμου τοῦ 1861· καὶ ὁ νόμος οὗ-
2441τος περὶ διαθέσεως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ταύτην τὴν ἰδέαν, ταύτην
2442τὴν ἀρχὴν καὶ ταύτην τὴν βάσιν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες, ὡς ὑπ’ οὐ-
2443δενὸς μεταλλευθεῖσαι, καὶ εἰς τὴν κυριότητα κατὰ συνέπειαν
2444οὐδενὸς περιελθοῦσαι, καὶ προσέτι ὡς μέταλλα τὰ ὁποῖα ἀεί-
2445ποτε ἀνῆκον ὑπὸ ὅλους τοὺς δυνάστας αὐτοῦ τοῦ τόπου, ὑπὸ
2446ὅλα τὰ συστήματα τὰ κυβερνητικὰ αὐτοῦ τοῦ τόπου, εἰς τὸ
2447δημόσιον, δι’ ἀμφοτέρους τοὺς λόγους εἶναι περιουσία ἐθνικὴ,
2448περιουσία τῆς ἐπικρατείας.
2449Δὲν ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀ-
2450ξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀμετάκλητος γνώμη
2451τοῦ ὑπουργείου· ἐὰν ὅμως ᾖναι πραγματικῶς ἡ ἀμετάκλητος
2452γνώμη τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἂν αὐτὴ ὑπερισχύσῃ, τότε μόνον
2453θέλουσι παρουσιασθῆ τὰ λοιπὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα πραγμα-
2454τεύεται τόσον τὸ ἓν καθὼς καὶ τὸ ἄλλο σχέδιον, καὶ περὶ ὧν
2455ἐν καιρῷ θέλω λάβει τὸν λόγον.
2456§114ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
2457§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2458Ὥρα 6 μ. μ.