Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Γ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 51

1871.03.11

1.997 στίχοι · 15.912 λέξεις · 2 πίνακες · 136 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1871.03.11
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Περίοδος
Γ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51

Τῆς 11 Μαρτίου 1871.

(Πέμπτη)

Ὥρα 2 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Ν. Βαρβιτζιώτης.
Ἀντ. Βενιζέλος. Ἰω. Βαλασόπουλος.
Ν. Π. Καΐρης. Ν. Θ. Λεώπουλος.
Μ. Μ. Καΐρης Ὀρφανός. Γερ. Σέρβος.
Α. Δανόπουλος. Δ. Τσαμόπουλος.
Ἰω. Λέκκας. Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.
Περ. Πετράκης. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
Στυλ. Κολιάτσος. Χ. Χριστόπουλος.
Α. Ἴσκος. Ν. Παγκράτης.
Ἰω. Καραγιαννόπουλος. Κ. Κοκκινώρης.
Π. Πετιμέζης. Ν. Καρύδης.
Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Ἐπ. Δεληγεώργης.
Χ. Ῥηγόπουλος. Γ. Γουλιμῆς.
Κ. Λαμπρυνόπουλος. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
Κ. Κοσονάκος. Περ. Μποῦτος.
Ν. Κατσικαπῆς. Ἰω. Προβελέγγιος.
Π. Μανωλίδης. Α. Ῥαυτόπουλος.
Εὐθ. Γουβέλης. Μ. Δαμιράλης.
Κ. Λομβάρδος. Κ. Κρίσπης.
Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. Κλμ. Χριστοδούλου.
Σπ. Λεονταράκης. Δ. Σαράβας.
Ἰω. Σούλης Βάρκας. Α. Καπετανάκης.
Α. Γκοῦσκος. Μιχ. Καπετανάκος.
Σπ. Μαλασπίνας. Ζαρ. Ζαρειφόπουλος.
Γ. Μ. Βαλλιάνος. Μ. Κωνσταντᾶς.
Κ. Δ. Πεταλᾶς. Θ. Ῥωμαῖος.
Θρ. Ζαΐμης. Ν. Λοῦβρος.
Ἀθ. Πετιμεζᾶς. Μ. Χαριτάτος.
Α. Διαμαντόπουλος. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
Γ. Παπαδαῖος. Δ. Καραλίβανος.
Ἰω. Σοφιανόπουλος. Π. Τζαμάλας.
Γ. Πεῤῥώτης. Περ. Καλαμογδάρτης.
Κ. Δαγρές. Γ. Πράτζικας.
Α. Κοντόσταυλος. Α. Μισυρλῆς.
Δ. Λέγνωσης. Ι. Ἄννινος Καβαλιεράτος.
Γ. Παπανικολάου. Ἰω. Δεστούνης.
Ν. Ἀγγελίδης. Γ. Α. Γεωργιάδης.
Ι. Πολυλᾶς. Γ. Μπούμπουλης.
Α. Παπαδᾶτος. Μ. Ε. Παρίσης.
Ἰω. Τοπάλης. Σ. Σωτηρόπουλος.
Ἄν. Δημητριάδης. Στ. Κορτζῆς.
Α. Μεταξᾶς. Ν. Πιπῖνος.
Α. Μαντζαβῖνος. Δ. Χατζῖσκος.
Γ. Δρακονταειδής. Δ. Οἰκονόμου.
Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Μ. Ἀβέρωφ.
Κ. Πανάρετος. Κ. Νικόδημος.
Α. Καρδαρᾶς. Ἰω. Κοτσίκας.
Γ. Βακαλόπουλος.

(Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπηύθυνε τὸ ἑπόμενον ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον), δι’ οὗ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰδοποιεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ κ. Γεώργιος Ῥοῦφος (βουλευτὴς Πατρῶν) ἐξελέχθη δήμαρχος Πατρῶν, καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του. — Ὑποβάλλεται ἱκετήριος ἀναφορὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος Νικολάου Χατζῆ Γεωργίου περὶ θεραπείας δικαίων παραπόνων, ἤτοι νὰ προβιβασθῇ, ὡς ἀδικηθεὶς, ἢ τοποθετηθῇ εἰς δημοσίαν τινα ὑπηρεσίαν.

§2ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Παπανικολάου καὶ Ζουλούμης ζητοῦσιν τριακονθήμερον ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν χορηγοῦνται τοιαῦται ἄδειαι, θὰ μείνωμεν ἄνευ ἀπαρτίας. — Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγεν νομοσχέδιον περὶ συνδρομῆς 20,000 δρ. ὑπὲρ τῶν λιμωττόντων πολιτῶν τῆς νήσου Κύπρου.

§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ κατεπείγει, ἕνεκα ἀνομβρίας πολυετοῦς ἐπῆλθεν εἰς τὴν Κύπρον μέγας λιμὸς, καὶ οἱ κάτοικοι, ἀφ’ οὗ ἐζήτησαν βοηθείας πανταχόθεν, ἱκέτευσαν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ μικράν τινα συνδρομήν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ βοηθείας 20,000 δρ. εἰς τοὺς κατοίκους τῆς νήσου Κύπρου).

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§7ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ μετασχηματισμοῦ διαφόρων τελωνειακῶν θέσεων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐνδιαφέρει τὰ μέγιστα πολλὰς τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ συμφέρον ἔχει τὸ δημόσιον καὶ ἡ ἐπαρχία αὕτη μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ λιμὴν τοῦ Φισκάρδου περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρομαι, διότι πρόκειται περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ ἐμπορίου, τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.

§8ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις ἡ ἀφορῶσα τὰ λουτρὰ τῆς Κύθνου εὑρίσκεται εἰς τρίτην συζήτησιν· πρέπει νὰ τὰ ἐπισπεύσωμεν, διότι πολλοὶ πάσχουν ἐκ τῶν ἐλλείψεων τῶν λουτρῶν αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ὅπως ἔχῃ καιρὸν ὁ ἐργολάβος νὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις· θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν κατὰ προτίμησιν νὰ συζητήσῃ σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.

§9ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου νὰ ἔλθῃ αὐτὴ ἡ σύμβασις.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουν δέκα τὴν πρότασιν;

§11ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐγειρόμενοι) Μάλιστα, μάλιστα.

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! Πρῶτον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκκρεμὲς τὸ περὶ τῶν δημοσίων ὀφειλετῶν 2) τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ 3) τὴν σύμβασιν αὐτὴν περὶ τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου.

§13ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Καὶ τὸν νόμον περὶ προσόντων.

§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§15ΛΕΚΚΑΣ. Ἀπεφασίσαμεν τέσσαρα ἀντικείμενα. Εἶναι ὅμως δεκατέσσαρα εἰς τρίτην συζήτησιν, ὥστε ὄχι μόνον μέχρι τοῦ Πάσχα, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἕνα μῆνα δὲν τελειώνομεν· τοῦ Λαυρίου λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις πότε; τοῦ χρόνου; Ἐργάζονται εἰς τὸ Λαύριον, κύριοι.

§16ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μετασχηματισμοῦ τελωνειακῶν τινων θέσεων. (Ἀναγινώσκεται).

§18ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Λαυρίου θὰ θεωρήσωμεν τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς τροπολογίαν· λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κ. ὑπουργοῦ περὶ Λαυρίου εἰς πρώτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται).

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλετῶν ἀπὸ πάσης δημοσίας λειτουργίας.

§21ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι βουλευταί! ἔρχομαι ν’ ἀποκρούσω κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος Κ. Χατσίσκου, καὶ ἔρχομαι μὲ τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ἡ πεποίθησις καὶ ἡ εἰλικρίνεια. Δὲν θὰ ἐμποδισθῶ, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιληφθῶ ἀντικειμένου τόσον ἀκροσφαλοῦς ἀπὸ τὰς παρεξηγήσεις, αἵτινες ἐνδεχόμενον νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ὁμιλίαν μου, ἐν ὅσῳ φέρω τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέφρασα. Ἑνὸς πράγματος ἔχω ἀνάγκην καὶ τοῦτο ζητῶ, ἔχω ἀνάγκην τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἀνοχῆς σας, καὶ σᾶς ἱκετεύω νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀκούσητε, διότι, ἂν συμβῇ τοὐναντίον, ἂν δὲν δυνηθῶ δῆλον ὅτι νὰ μεταδώσω ἢ νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θὰ φέρω πάντοτε μετ’ ἐμοῦ τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ ὅτι ἐμποδίσθην ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον λίαν σπουδαῖον, λίαν ἱερόν· ἐὰν ὅμως εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀκροασθῆτε μεθ’ ὑπομονῆς, θὰ φέρω τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι μου δὲν ἦσαν ἄξιαι τῆς ἀποδοκιμασίας σας, ὅπερ θὰ μὲ καταστήσῃ τῷ ὄντι εὐτυχῆ. Κύριοι βουλευταί. Δὲν ἔχω μήτε τὴν πρόθεσιν, μήτε τὴν δύναμιν νὰ σᾶς ἐμποδίσω ἀπὸ τοῦ ν’ ἀποβάλητε ἀπὸ τὸ μέτωπον τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὸ μέτωπον τοῦ πολίτου Ἕλληνος τὴν σφραγίδα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ δημιουργὸς ἔθεσεν εἰς αὐτὸν, διὰ νὰ τὸν διακρίνῃ ἀπὸ τὰ λοιπὰ ζῶα καὶ νὰ θέσητε τὴν σφραγίδα τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ, τὴν σφραγίδα τῆς ἀποκτηνώσεως. Εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε, ἀρκεῖ ὅμως νὰ πεισθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ τὸ πράξητε. Δὲν θὰ προσπαθήσω ποσῶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία εἶναι κακῆς πίστεως, διότι βεβαίως εἶναι κακῆς πίστεως, εἶναι φύσει ἄτιμος πολίτης ἐκεῖνος, ὅστις ὀφείλει εἰς οἱονδήποτε, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν πατρίδα του καὶ δὲν πληρόνει τὴν ὀφειλήν του, χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἓν ἰσχυρὸν δικαιολόγημα. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σεῖς σήμερον νὰ χαρακτηρίσητε τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, αὐτὸς εἶναι χαρακτηρισμένος ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Δὲν ἔχω συμφέρον, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ἐμποδίσω ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν πρότασιν αὐτὴν ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε, τοῦτο μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, καθόσον ἐγὼ δὲν θὰ φέρω καμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτήν. Εἶμαι, τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας, ἐναντίος. Ἔχω ὅμως ἓν ἄλλο συμφέρον πολὺ μεγαλείτερον, πολὺ ὑψηλότερον καὶ πολὺ ἱερώτερον, τὸ συμφέρον τοῦ νὰ ἄρω τὰς συκοφαντίας ἐκείνας, αἵτινες ἀπεδόθησαν κατὰ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, καὶ αἵτινες πρόκειται διὰ νόμου νὰ ὁμολογηθῶσιν ἐπισήμως. Πολλοί, κύριοι, καὶ οὗτοι εἶναι λίαν ἀξιότιμοι καὶ ὀφείλω νὰ προλάβω πᾶσαν παρεξήγησιν, διότι ἐκτιμῶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὅσων ὑπεστήριξαν τὴν πρότασιν αὐτὴν, δὲν ἀμφισβητῶ διόλου τὴν εἰλικρίνειαν, ἡ ὁποία τοὺς ὠθεῖ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω εἰς αὐτοὺς, ὅτι καὶ ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ εἰλικρίνεια τυγχάνουν, νὰ ὦσι πεπλανημένα. Πολλοὶ λοιπὸν καὶ τὸ κοινὸν αὐτὸ ἐπίστευσε σχεδὸν, ὅτι ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν καθυστερήσεων, τουτέστι διὰ νὰ ᾖναι ὁποία εἶναι ἡ σημερινὴ οἰκονομική μας κατάστασις συνετέλεσεν εἰς τοῦτο ἡ κακοήθεια τοῦ φορολογουμένου κόσμου καὶ μάλιστα τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Τοῦτο παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἤκουσα καὶ ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ λίαν ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Σωτηροπούλου. Τοῦτο ἔρχομαι ν’ ἀποκρούσω.

§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεξηγήσατε.

§23ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἴπατε τινὲς τῶν πολιτευομένων δὲν πληρόνουν τοὺς φόρους των.

§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ ἀπὸ δυστροπίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπῆγαν νὰ τοῖς τὰ ζητήσουν.

§25ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον, αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Κύριοι! Εἶμαι εἷς τῶν πρὸ εἰκοσιπενταετίας πολιτευομένων, εἶμαι δὲ καὶ υἱὸς πατρὸς, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ἦτο πολιτευόμενος. Λέγω καὶ διακηρύττω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ προσκαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ εἴτε τηλεγραφικῶς, εἴτε ταχυδρομικῶς πληροφορίας ἀπὸ τὸ ταμεῖον Δωρίδος διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ οἰκογένειά μου ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχμὰς 55 καὶ λεπτὰ 34. Ὡς κάτοικος καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος λέγω, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δωρίδος καθυστερεῖ ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως τὰ 1856 70,000 δραχμῶν ἀπὸ ἐνοικιάσεις δημοσίων φόρων. Ἐκ τῶν 70,000 δραχμῶν τὰς 42 ὀφείλει ὁ αἰώνιος πολιτικὸς ἀντίπαλός μου καὶ πρώην γερουσιαστὴς κ. Παπαπολίτης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐ μόνον δὲν βλάπτει ἐμὲ, οὐ μόνον δὲν βλάπτει τοὺς πολιτικούς μου φίλους ἡ ἐπιψήφισις αὐτῆς τῆς προτάσεως, ἀλλὰ μάλιστα βλάπτει τοὺς πολιτικούς μου ἀντιπάλους. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μήτε ὁ Παπαπολίτης, ὁ αἰώνιος αὐτὸς πολιτικός μου ἀντίπαλος, ὀφείλει τὰς 42,000 δραχμὰς, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε εἰς τοῦτο θὰ σᾶς ἐκθέσω τὴν ἱστορίαν τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς, διότι ἡ ἱστορία τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐν γένει καθυστερήσεων. Ἐνοικιάζοντο, κύριοι, αἱ δημόσιοι πρόσοδοι τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος, παρεστάθησαν εἰς τὸ στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ τὰ δύο κόμματα. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ μακαρίτης πατήρ μου, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἑνὸς κόμματος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Παπαπολίτης, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἑτέρου κόμματος. Ἕκαστον τῶν κομμάτων τούτων, κύριοι βουλευταὶ, ἤθελε νὰ γείνῃ κύριον τῶν δημοσίων προσόδων, τὸ μὲν διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν τυχὸν κερδῶν, τὸ δὲ διὰ νὰ πιέσῃ τὸ ἀντίπαλον κόμμα.

§26ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ νὰ σχηματίσῃ τοὺς μᾶλλον φορολογουμένους.

§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μάλιστα, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἀνεδεικνύοντο οἱ δήμαρχοι. Τὰ δύο ταῦτα κόμματα ἠρεθίσθησαν ἐν τῷ διαγωνισμῷ, καὶ ὑπάρχει παροιμιῶδες μέχρι σήμερον, ὅτι, ἐνῷ αἱ πραγματικαὶ πρόσοδοι τῆς ἐπαρχίας ἔφθανον μόλις εἰς 100,000, εἰς τὸν συναγωνισμὸν ἔφθασαν εἰς 125,000, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Διοβουνιώτης, γαμβρὸς τοῦ Παπαπολίτου, ὅστις τότε εἶπε ἑκατὸν τεσσαράκοντα, ἀλλὰ νὰ μὴ τὰ πάρουν αὐτοί. Ἀκόμη παροιμιωδῶς λέγεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὸ ἑξῆς. Ὅταν ἔλαβον τὴν ἔγκρισιν καὶ συνῆλθον ἵνα ἴδουν τί πρόκειται νὰ εἰσπράξουν, καὶ ἔκαμον τοὺς ὑπολογισμούς των ηὔξησαν τὰ ποσὰ τὰ ἐνδεχόμενα νὰ εἰσπραχθῶσι· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἤρκεσαν νὰ καλύψουν τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐνοικιάσεως, ηὔξησαν τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων, καὶ τέλος πάντων ἐπῆλθεν ἡ ζημία οὐχὶ τῶν 42,000 δραχμῶν, ἀλλὰ 60,000· ὑπέστησαν πολλὰς καταδιώξεις, μυρίας κατασχέσεις καὶ ἐπλήρωσαν τὰς 20 ἐξ αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἱστορία τῶν χρεῶν ἐκείνων, ἡ ὁποία, ὡς ἕκαστος ὑμῶν ἐννοεῖ, εἶναι ἡ ἱστορία τῶν καθυστερήσεων ἐν γένει. Ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω περαιτέρω, ἐγὼ λέγω, ὅτι αἱ καθυστερήσεις ἐν γένει προῆλθον ἕνεκα τῆς δυστροπίας τῶν ὀφειλετῶν. Ἀλλὰ ποῖαι δυστροπίαι, καὶ μέχρι τινος σημείου ἔφθασεν ἡ δυστροπία τῶν ὀφειλετῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ δυστροπία αὐτὴ ᾖναι ἀξία ὅπως στιγματισθῇ μὲ τὴν σφραγῖδα τῆς ἀποκτηνώσεως καὶ τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ; Ποία κυβέρνησις, κύριοι, ἰσχυρίσθη ἢ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι καθ’ ὃν χρόνον στέλλει τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα ἵνα εἰσπράξῃ τοὺς δημοσίους φόρους, τοὺς κατασχετὰς, ἵνα κατάσχῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου ὅτι φορολογούμενός τις ἀντέστη διὰ τῶν ὅπλων εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων; οὐδέποτε παρουσιάσθη τοιοῦτόν τι· ἄρα ἡ κυβέρνησις δὲν εὑρέθη εἰς ἀδυναμίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν καθυστερούντων. Θὰ συνέβη λοιπὸν ἓν τῶν δύο ἢ ἡ κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὸ ἀδύνατον νὰ πληρώσουν οἱ ὀφείλοντες τὰ χρέη των, ἢ τὰ ἐχάρισε πρὸς αὐτούς· εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἄλλο ὑποτεθῇ ὡς ἀληθὲς, κατὰ τί εἶναι ἄξιοι ἀτιμίας καὶ ἀτιμίας μέχρις ἐξανδραποδισμοῦ οἱ καθυστεροῦντες; Ἂν τὸ πρῶτον, ἡ κυβέρνησις πολὺ φιλανθρώπως καὶ πολὺ καλῶς ἔπραξεν, ἂν τὸ δεύτερον, εἶναι ἡ κυβέρνησις ὑπαιτία ὅλων τούτων τῶν καθυστερήσεων. Ἀλλὰ κύριοι, δὲν ἐνδιαφέρομαι πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκ δυστροπίας, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκ κακῆς πίστεως, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκ παραγνωρίσεως τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν προῆλθεν ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ἀδιαφορῶ ἂν τοὺς ὀφειλέτας αὐτοὺς, θὰ τοὺς τιμωρήσητε, ἢ θὰ τοὺς κρεμάσητε. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τώρα αὐτὴ ἡ κακὴ τῳόντι οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν καθυστερήσεων ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προῆλθον αὗται;

§28ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Κατσικαπῆ, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Πολεμεῖτε ἐπίσης καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος;

§29ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Βέβαια.

§30ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζίσκος συγκατετέθη, ἵνα ἡ πρότασίς του, συγχωνευθῇ εἰς ἐκείνην τοῦ κ. Σωτηροπούλου.

§31ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πολεμῶ τὴν ἀρχήν.

§32ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφορᾷ τὸ μέλλον, καὶ ὄχι τὸ παρελθόν.

§33ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον αὐτό. Ἂς ἐξετάσωμεν λέγω κύριοι, ἐὰν ἡ παροῦσα τῳόντι κακίστη οἰκονομικὴ τοῦ ἔθνους κατάστασις προέκυψεν ἐκ τῶν καθυστερήσεων, καὶ ἂν εὕρωμεν τοῦτο ἀληθὲς, ἂς στιγματίσωμεν, ἂς ἐξανδραποδίσωμεν τοὺς ὑπαιτίους, διότι πρέπει τῳόντι οἱ ὑπαίτιοι αὐτῆς τῆς καταστάσεως νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἡ καθυστέρησις, λέγουν, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν παροῦσαν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἐγὼ λέγω, ὄχι. Ἐγὼ λέγω, πᾶν ἄλλο, ἢ αἱ καθυστερήσεις αὗται ἐδημιούργησαν τὴν παροῦσαν κακὴν τοῦ ἔθνους οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ καθυστερήματα εἰσήρχοντο ἐγκαίρως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐχ ἧττον ἡ οἰκονομική μας κατάστασις ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὁποία εἶναι. Προβαίνων περαιτέρω, λέγω, ἐὰν καὶ διπλάσιοι φόροι, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος πληρώνει, εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλλάδος οὐχ ἧττον ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὁποία εἶναι, καὶ περιπλέον, ἐὰν ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῶν φορολογουμένων, ὁλόκληρος ἡ περιουσία τῶν φορολογουμένων εἰσήρχετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὁποία εἶναι καὶ σήμερον, καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἀπόδειξις. Ἀπὸ τοῦ 1828, μέχρι τοῦ 1833, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μέχρι τοῦ 1835 ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικεῖτο μὲ 6,000,000 φοινίκων, ἢ δραχμῶν δαπάνην, καὶ ἡ Ἑλλὰς τότε εἶχε καὶ καλλίτερον καὶ μεγαλείτερον στρατὸν, καὶ ἡ Ἑλλὰς τότε εἶχε διοίκησιν, ἐὰν ὄχι καλλιτέραν, τοὐλάχιστον οὐχὶ χειροτέραν τῆς παρούσης, καὶ ἡ Ἑλλὰς τότε εἶχε δικαιοσύνην, ἂν ὄχι καλλιτέραν, οὐχὶ χειροτέραν τῆς παρούσης. Ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1848 μέχρι τοῦ 1848, ἡ ἀτομικὴ δραστηριότης τοῦ Ἕλληνος κατώρθωσεν ὥστε ν’ αὐξηθῇ ἡ ἰδιωτικὴ περιουσία, καὶ ἑπομένως ν’ αὐξηθῇ καὶ ἡ ἐθνικὴ περιουσία ἤτοι τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους ἀπὸ 6 εἰς 14 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικεῖτο ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1848 μὲ 14,000,000 δραχμῶν δαπάνην καὶ ἡ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος........

§34ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς διορθώσω ἓν λάθος, εἰς τὰ 1844 εἰς τὴν πρώτην Βουλὴν ὅπου ἤμην τὰ ἔξοδα ἦσαν 12½ ἑκατομμύρια· εἰς τὰ 1847 ἔγειναν 13½ καὶ ἐξανέστη ἡ Βουλὴ συζητήσασα ἐπὶ δύο μῆνας τὸν προϋπολογισμόν.

§35ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἠκούσατε λοιπὸν ὅτι μέχρι τοῦ 1845 ἐδιοικεῖτο τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος μὲ 12 μόνον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ἡ διοίκησις τοῦ τόπου τότε, ἐὰν δὲν ἦτο πολὺ καλλιτέρα, δὲν ἦτο ὅμως πολὺ χειροτέρα τῆς παρούσης. Ἀλλ’ ἡ ἀτομικὴ πρόοδος προέβαινεν, ἡ ἀτομικὴ ἐργασία τοῦ Ἕλληνος ἀνεπτύσσετο καὶ ἀνέπτυσσε συνάμα καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ κράτους καὶ ἀπὸ τὰ 1848 μέχρι τοῦ 1858 τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους ἀνέβησαν εἰς 23,000,000 καὶ αἱ δαπάναι τοῦ κράτους ἀνέβησαν εἰς 23,000,000. Ἀπὸ τότε μέχρι τοῦδε, κύριοι, τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους ἀνέβησαν εἰς 35,000,000 καὶ αἱ δαπάναι τοῦ κράτους ἀνέβησαν εἰς 37,000,000.

§36ΔΑΓΡΕΣ. 45.

§37ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀφίνω τὰ ἔκτακτα, τὰ τακτικὰ μόνον. Τί προσετέθη κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδά μας, τί προσετέθη εἰς τὰς δαπάνας μας, εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐκανονίσθησαν ἀπὸ τοῦ 1828, τί προσετέθη ὑπὲρ τῆς κοινωνίας ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον; Κύριοι, δὲν θέλω νὰ λυπήσω κανένα, τὸ λέγω μόνον πρὸς δόξαν τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου ἐκείνου ἀνδρὸς τοῦ Καποδιστρίου, ὅτι τότε μάλιστα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους ἦσαν κονδύλια ὑπὲρ τῆς κοινωνίας καὶ τὰ κονδύλια ἐκεῖνα ἐπραγματοποιοῦντο καὶ ἂν ἀπαντᾶται σήμερον κανὲν δημόσιον κατάστημα εἰς τὰς Ἐπαρχίας, τοῦτο ἀνηγέρθη ἀπὸ τοῦ 1828. Οὐδεμία λοιπὸν δαπάνη προσετέθη, τείνουσα εἰς τὴν εὐημερίαν, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν εἰς τὴν συγκοινωνίαν, εἰς τὴν πρόοδον ἐν γένει τοῦ ἔθνους, προσετέθησαν ὅμως δαπάναι, αἵτινες ἀνέβησαν εἰς 37,000,000 καὶ αἱ δαπάναι αὗται εἰς πᾶν ἄλλο συνετέλεσαν ἢ εἰς τὸ νὰ καλλιτερεύσουν τὴν τύχην καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Βλέπετε λοιπὸν διατὶ σᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἂν ὅλαι αἱ καθυστερήσεις εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἤθελον ἀποῤῥοφηθῆ, χωρὶς νὰ καλλιτερεύσουν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν. Βλέπετε διὰ τί σᾶς εἶπον, ὅτι καὶ ἂν ἐδιπλασιάζοντο οἱ φόροι, καὶ αὐτοὶ ἤθελον σπαταληθῆ χωρὶς τὸ παράπαν νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὸ νὰ καλλιτερεύσουν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν, καὶ ἐὰν δὲν σᾶς πείθουν οἱ λόγοι, πιστεύω, ὅτι τὰ ἀκαταμάχητα παραδείγματα, τὰ ἀκαταμάχητα πράγματα θέλουν σᾶς πείσει. Ηὔξησαν οἱ φόροι καὶ σχεδὸν ἐδιπλασιάσθησαν ἀπό τινος καιροῦ, καὶ ὅμως ἀπεῤῥοφήθησαν. Ταῦτα λέγων, κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι εἴτε ἐγὼ, εἴτε κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐγείρῃ κατηγορίαν κατὰ τῶν κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ μάλιστα δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀδικήσω κανένα ἐκ τῶν κυβερνώντων τὴν Ἑλλάδα. Ἐνίοτε ἐν τῇ ἐξάψει τῶν παθῶν μας ἀποδίδομεν τὰς αἰτίας τῶν δεινῶν μας ἐκεῖ ἴσως ὅπου δὲν πρέπει. Σήμερον μᾶς ἔσφαλεν ὁ Καποδίστριας, καὶ τὸν ἐδολοφονήσαμεν, αὔριον ὁ Ὄθων, καὶ τὸν ἐδιώξαμεν, ἔπειτα ἴσως ἄλλος καὶ οὕτω καθεξῆς, ἐνῷ ὅλα αὐτὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν δὲν εἶναι σωστά· ἐδημιουργήθη τῳόντι εἰς τὸν τόπον μας ἓν σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν καμμίαν ἄλλην ὀνομασίαν, παρὰ τὴν ὀνομασίαν τῆς σπατάλης καὶ τῆς διαφθορᾶς δυστυχῶς. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν τὸ ἐδημιούργησαν τὰ πρόσωπα, οὔτε τὰ κυβερνῶντα, οὔτε τὰ πολιτευόμενα, τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν τόπον, ἐνόσῳ ὁ τόπος μας εἶναι ὅπως εἶναι, τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ἐδημιούργησαν αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη μετὰ τὴν ἀτυχῆ, ἂς τὸ ὀνομάσωμεν, ἀνεξαρτησίαν της.

§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀτελῆ.

§39ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὐχὶ ἀτελῆ, ἀλλὰ ἀτυχῆ, ἐπαναλαμβάνω, ἀνεξαρτησίαν.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν του.

§41ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της ἡ Ἑλλὰς ἦτο, εἶναι καὶ θὰ ᾖναι δυστυχής.

§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ὅρια.

§43ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι βεβαίως δυστυχὴς, ὅπως ἦτο ὑπὸ τὴν ἀγρίαν τυραννίαν τοῦ Τούρκου. Ἦτο, εἶναι καὶ θὰ ᾖναι δυστυχής, κύριοι, διότι ἡ ὕπουλος καὶ πονηρὰ διπλωματία τῆς Εὐρώπης κάμνουσα τὴν Ἑλλάδα ἀνεξάρτητον, ἐσκέπτετο συνάμα καὶ πῶς νὰ τὴν καταστήσῃ, ὅπως τὴν κατέστησε τῳόντι, δυστυχῆ, καὶ ἐνῷ ἦτο ἐν γνώσει ἡ διπλωματία, ὅτι ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν γένος, ἦλθε καὶ ἀπηλευθέρωσε ἓν πολλοστημόριον αὐτοῦ, καὶ ἐπάνω εἰς τὸ πολλοστημόριον τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἔῤῥιψε τὰς δικαίας, τὰς νομίμους ἀξιώσεις τῆς ὅλης Ἑλλάδος· ἡ ἀτυχὴς λοιπὸν αὕτη ἐλευθερωθεῖσα Ἑλλὰς ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ νὰ ἀμείψῃ τὸν ἀγῶνα τῆς ὅλης Ἑλλάδος· δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ οὔτε εἰς τὴν Κρήτην, οὔτε εἰς τὴν Σάμον, οὔτε εἰς τὴν Θρᾴκην, οὔτε εἰς τὴν Ἤπειρον, οὔτε εἰς τὴν Θεσσαλίαν, οὔτε εἰς τὴν Μακεδονίαν, οὔτε εἰς τὰ γενναῖα Ψαῤῥὰ, οὔτε εἰς κανένα ἐκ τῶν ἑλληνικῶν ἐκείνων τόπων, οἵτινες ἤγειραν τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου καὶ οἵτινες ἔφεραν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν ἠδύνατο, λέγω, ν’ ἀρνηθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ ἀμοιβὴν καὶ περίθαλψιν καὶ πόρον ζωῆς· ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, αἱ ἀνάγκαι, ἰδοὺ αἱ ὑποχρεώσεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἐδημιούργησαν τὴν παροῦσαν κατάστασιν, καὶ ἥτις θὰ ὑφίσταται, ἐν ὅσῳ τοὐλάχιστον ὑφίσταται ἡ μικρὰ τῆς Ἑλλάδος περιφέρεια. Καὶ ὕστερον, κύριοι, ἀπὸ ὅλα ταῦτα, φέρετε εἰς τὸ μέσον μίαν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν κακὴν, τὴν ἀθλίαν, τὴν οἰκτρὰν τῳόντι θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε εἰς τὸν δυστυχῆ φορολογούμενον λαὸν, καὶ θέλετε νὰ εἴπητε εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ ἔλλειψις ἡ ἐδική σου ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρῇς τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις σου ἀπέναντι τῆς πολιτείας, ἔφερε αὐτὴν τὴν κατάστασιν; καὶ θέλετε νὰ θέσητε εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ τὴν σφραγῖδα τῆς ἀτιμώσεως, τὴν σφραγῖδα τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ; καὶ πλὴν τῶν ὅσων μέχρι τοῦδε σᾶς εἶπον δὲν θὰ σᾶς ἐμποδίσουν τοὐλάχιστον εἰς αὐτὸ ἄλλοι λόγοι ἔτι ἐγγύτεροι, ἔτι καταληπτότεροι εἰς ὅλους ἡμᾶς; Τὶ λέγομεν μεταξὺ μας πάντοτε; Τί λέγομεν πολλάκις δημοσίᾳ ἐντεῦθεν; ὅτι τῶν κοινῶν ἡ διαχείρισις δὲν γίνεται μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας, καὶ ὅταν χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ φόρος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι βαμμένος καὶ μὲ αἷμα καὶ μὲ θερμὸν ἱδρῶτα δὲν διαχειρίζεται καλῶς, ἔρχεσθε νὰ τιμωρήσητε τὸν μὴ ἐκπληροῦντα μίαν ὑποχρέωσιν ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἔπαυσε πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι ὑποχρέωσις. Ναὶ, κύριοι, ἔπαυσε τοῦ νὰ ᾖναι ὑποχρέωσις, σημειώσατέ το καλῶς, καὶ ἰδοὺ διατί.

§44Α. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐβγῆκες ἔξω πολύ.

§45ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τώρα, κύριοι, αἱ κοινωνίαι συμβάλλονται μὲ τὰς κυβερνήσεις καὶ λέγουν πρὸς αὐτάς, σᾶς χορηγοῦμεν τὸ ⅒ τῶν εἰσοδημάτων μας, σᾶς χορηγοῦμεν μέρος τῆς προσωπικῆς μας ἐλευθερίας, σᾶς χορηγοῦμεν αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα ἀπέναντι ὑμῶν πρὸς τὸ τέλος τοῦ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσητε, νὰ μᾶς ἔχητε διοίκησιν, δικαιοσύνην καὶ ἀσφάλειαν, τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας. Ὁ Ἕλλην, κύριοι, ἀπέκτησε τὴν ἀσφάλειαν αὐτὴν διὰ τὴν ὁποίαν δίδει μέρος τῆς περιουσίας του καὶ μέρος τῶν δικαιωμάτων του. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, διότι ὅλοι ὑμεῖς κάλλιον ἐμοῦ καὶ τὸ γνωρίζετε καὶ τὸ αἰσθάνεσθε. Ὅταν ἀναφαίνονται οἱ λησταὶ εἰς καμμίαν γωνίαν τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἕλλην, τὸ ἄτομον, ὁ φορολογούμενος καλεῖται νὰ σπεύσῃ πρὸς καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν αὐτῶν, καὶ ὅταν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ φορολογούμενος πληρόνει, ἐξέρχωνται πρὸς καταδίωξιν, πάλιν ἀπὸ αὐτὸν τὸν φορολογούμενον τρέφονται, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπομνήσω ἐγώ, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδώκαμεν πίστωσιν 100,000 δραχμῶν εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ νὰ περιθάλψῃ ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον καὶ κατεστράφησαν ἀπὸ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα; Καὶ ὕστερον ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάῤῥηξιν τοῦ συμβολαίου, ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάῤῥηξιν τῆς συμβάσεως μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ λαοῦ, νομίζετε, ὅτι εἶναι πλέον ὑπόχρεως αὐτὸς νὰ τηρῇ τὰς ἰδικάς του ὑποχρεώσεις;

§46ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ δέχεται ἡ κυβέρνησις αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε;

§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μὴ ὠφελῆσθε αὐτοῦ, διότι δὲν ἀφορᾷ τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν.

§48ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπειδὴ λέγομεν διάῤῥηξις τῆς συμβάσεως ἀφορᾷ τὸ μέλλον βεβαίως, εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν ἀναφέρεται.

§49ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν, κύριοι, νὰ ἔλθω καὶ εἰς λεπτομερείας διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους των, καλῶς ἔπραξαν μὴ πληρώσαντες αὐτούς· (ἀνησυχίαι).

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἰδέαν του.

§51ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι ἀκόμη τεταραγμένος ἐξελθὼν ἀπὸ τὸ δωμάτιον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρίαζε ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος. Αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, κύριοι βουλευταὶ, αἵτινες ἴσως ἐντὸς τῆς αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον θὰ ἀναγνωσθῶσι ἐντεῦθεν θέλουν σᾶς δώσει νὰ ἐννοήσητε, πῶς καὶ τίνι τρόπῳ σπαταλῶνται οἱ φόροι ἐκεῖνοι, οἵτινες συγκεντρόνονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον βαμμένοι ἀπὸ τὸ αἷμα, καὶ ὑγροὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ φορολογουμένου, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ἐξανδραποδίσητε. Ἐξοπλίζονται πλοῖα ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δαπανῶνται 250,000 δραχμῶν. Μᾶς φέρουν προϋπολογισμοὺς καὶ μᾶς ἀπατοῦν ἐντεῦθεν λέγοντες, ὅτι ἐξεκένωσαν θέσεις, καὶ αἱ θέσεις αὗται εὑρίσκονται πλήρεις. Κενοῦνται θέσεις καὶ αἱ θέσεις αὗται ἐναντίον τῆς ἀποφάσεώς σας, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πληροῦνται μετὰ ταῦτα. Κεφάλαια μεταφέρονται εἰς ἄλλας χρήσεις, καὶ τοιαῦτα διαπράττονται, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς σύμπας, ἤθελε καὶ ὤφειλε μάλιστα, ν’ ἀρνηθῇ τοὺς φόρους του. Πρὶν λοιπόν, κύριοι, βεβαιωθῆτε, πρὶν πεισθῆτε, ὅτι ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος, θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἀπειράκις νὰ τὸ λέγω, εἶναι βαμμένος μὲ αἷμα, διαχειρίζεται καλῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, πῶς ἔρχεσθε μονομερῶς νὰ καταδικάσητε τὸν δυστυχῆ αὐτὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος τοσαῦτα παθὼν ὅσα πολλάκις σᾶς συνεκίνησαν, εἴτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἴτε ἐν Ἀθήναις εὑρισκομένους, καὶ ἀφοῦ εἴχετε τὴν πρόνοιαν νὰ τιμωρήσητε ἐκεῖνον, ὅστις τῳόντι κακῶς ποιῶν δὲν πληρόνει τοὺς φόρους του, ἐὰν πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχῃ ἐμπόδιον ἰσχυρὸν, πῶς δὲν λαμβάνετε τὴν πρόνοιαν νὰ τιμωρῆτε καὶ ἐκεῖνον, ὅστις κακῶς διαχειρίζεται τοὺς φόρους αὐτούς;

§52Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φέρετε νομοσχέδιον.

§53ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τελευτῶν, κύριοι, σᾶς λέγω· δὲν σᾶς ἐμποδίζω ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιψηφίσητε ἕνα νόμον ὁποῖος εἶναι ὁ ὑπὸ συζήτησιν. Κάμετέ το, ἀλλὰ συλλογισθῆτε ὅτι ἐρχόμενοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐνταῦθα, εἴτε ὡς βουλευταὶ, εἴτε ὡς ἰδιῶται θὰ λάβητε ἀφορμὰς νὰ αἰσθανθῆτε πολλάκις τὴν τύψιν τῆς συνειδήσεως, διότι θὰ βλέπητε καταφανῆ τὴν σπατάλην τῶν φόρων σας· θὰ βλέπητε ἐντεῦθεν ἓν ἀνάκτορον, τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη ἀπὸ τοὺς φόρους σας, καὶ ἐκεῖθεν ἴσως ἕνα πολιτικῶς ἀποθαμμένον. Ἀλλὰ τί λέγω πολιτικῶς ἀποθαμμένον; δὲν θὰ ἴδωμεν πολιτικῶς ἀποθαμμένον κανένα, διότι ὁ Ἕλλην εἶναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων του καὶ δὲν θὰ συγκατατεθῇ ποτὲ νὰ κηρυχθῇ πολιτικῶς ἀποθαμμένος· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ κηρυχθῇ πολιτικῶς ἀποθαμμένος, ἠξεύρετε τί θὰ κηρυχθῇ; θὰ κηρυχθῇ ἐπαίτης, θὰ κηρυχθῇ φερέοικος, θὰ κηρυχθῇ ἀκτήμων· διότι θ’ ἀναγκασθῇ, διὰ νὰ μὴ δεχθῇ τὸ στίγμα αὐτὸ τῆς ἀτιμώσεως εἰς τὸ μέτωπον, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν του εἰς οἱανδήποτε τιμὴν, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην, διὰ νὰ ἀποτίσῃ τὸ πρὸς τὸ δημόσιον χρέος του. Δὲν ἀφορᾷ, λέγουν, τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸ μέλλον· καὶ νομίζει, τοῦτο λέγων ὁ κ. Σαράβας, ὅτι κολάζει τὴν πρότασιν, κολάζει τὸν νόμον αὐτὸν, μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ; Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι κατωρθώσατε πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως αὐτῆς ἢ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ἐξασφαλίσητε διὰ τὸ μέλλον τὴν καλὴν χρῆσιν τῶν φόρων σας; δεύτερον, ἐξησφαλίσατε ἤδη τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων καὶ τὴν ἐξησφαλίσατε δι’ ἑνὸς νόμου λίαν ἰσχυροῦ, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἤδη εἰς τὰ καθέκαστα καὶ πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἐν συνόλῳ. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐδώκατε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ φυλακίζῃ τὸν δυστροποῦντα ὀφειλέτην, νὰ ἐκποιῇ τὴν περιουσίαν του ἄνευ διατυπώσεως καὶ ἐν τέλει νὰ τὸν παραδίδητε εἰς ἐργολάβον, εἰς τὴν διάθεσιν ἑνὸς κερδοσκόπου, καὶ ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις ἔρχεσθε μὲ μίαν πρότασιν ὁποία εἶνε ἡ ὑπὸ συζήτησιν νὰ κηρύξητε ἄτιμον τὸν μὴ πληρόνοντα· τί ἐξηγεῖ τοῦτο; Ἐκτὸς τῆς μομφῆς τὴν ὁποίαν θέλετε ν’ ἀποδώσητε εἰς τὸν φορολογούμενον λαὸν, ὅτι εἶναι ὁ αἴτιος τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐνῷ νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι πᾶς ἄλλος εἶναι ὑπαίτιος τῆς παρούσης καταστάσεως παρὰ ὁ λαὸς αὐτὸς, ἐκτὸς τούτου δεικνύετε καὶ μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ λέγετε τέλος πάντων πρὸς αὐτὴν ὅτι, ἂν καὶ σοὶ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ φυλακίζῃς, ἂν καὶ σοὶ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιῇς τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, ἂν καὶ σοὶ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παραδίδῃς εἰς χεῖρας ἑνὸς κερδοσκόπου, δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι ὅμως, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ θελήσῃς νὰ ἐφαρμόσῃς τὸν νόμον αὐτὸν ἢ νὰ χαρισθῇς εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, καὶ θέλω ἐγὼ ἡ ἰδία Βουλὴ νὰ ἀναλάβω τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων, καὶ τὴν ἀναλαμβάνει ψηφίζουσα ἕνα τοιοῦτον νόμον καὶ ἐπιβάλλουσα ἀπ’ εὐθείας, ἄνευ προηγουμένης διαδικασίας μίαν ποινὴν, τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, ὅτι δυσπιστεῖτε πρὸς τὴν κυβέρνησιν, καὶ βεβαίως τίποτε ἄλλο δὲν ἐξηγεῖ ἡ πρότασις αὕτη παρὰ μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ὅμως πρὸς αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν δυσπιστεῖτε, παραδίδετε τὴν ἠθικὴν τοῦ πολίτου ὕπαρξιν.

§54ΣΑΡΑΒΑΣ. Λησμονεῖτε, κ. Κατσικαπῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει τὸν νόμον αὐτόν.

§55ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ προλάβῃ ἓν μέγα κακὸν, νὰ προέλθῃ εἰς ἓν μικρότερον. Μὴ λέγητε Κυβέρνησις, διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν παρουσιάσθη ὡς κυβέρνησις, παρουσιάσθη ὡς ἄτομον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ὁ λίαν ἀγαπητός μου φίλος κ. Πετιμεζᾶς εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὅτι ἡ πρότασίς σας οὐχὶ μόνον εἶναι ἄλογος, οὐχὶ μόνον εἶναι ἀποτρόπαιος, ἀλλ’ εἶναι συνάμα καὶ ἀντισυνταγματικὴ, καὶ ἐλυπήθην, κύριοι, ὅταν ἤκουσα τινὰς μεμφομένους τὸν κ. Πετιμεζᾶν ὡς εἰπόντα τοῦτο, ἐνῷ εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ τὸ εἴπῃ· καὶ λέγων τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Συνελεύσει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος. Καὶ τότε, κύριοι, παρουσιάσθη μία πρότασις τοιαύτη, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐνόησε τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησεν ἐκεῖνον, ὅστις ὑπέβαλε τὴν πρότασιν αὐτήν· καὶ ἡ Συνέλευσις συζητήσασα ἐπὶ πολὺ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἀκούσασα πολλὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ αὐτῆς εἶπε, τὴν ἀποῤῥίπτω, δὲν τὴν θεωρῶ συνταγματικήν. Πᾶσα λοιπὸν πρότασις, ἥτις ἦλθε κατὰ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἥτις δὲν εὑρέθη ἀξία νὰ λάβῃ θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική; Καὶ δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ εἴπῃ, ὅτι πλὴν τῶν ἄλλων εἶναι καὶ ἀντισυνταγματική; Ὁ δὲ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τί σᾶς ἀπέδειξεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου; τὸ ἄδικον καὶ τὸ ἀδύνατον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατιδὼν τὸν ὀργασμὸν, ὅστις πολλάκις ἠπείλησε πολλὰ κακὰ καὶ παρέσυρε τὰ νομοθετικὰ σώματα νὰ πράξωσιν ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ, ἐνθυμούμενος τὸν ὀργασμὸν, ὅστις μᾶς ἐπίεσε καὶ κατέστησε τελευταῖον ἐλεεινὴν τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπροσώπου, ὁ κ. ὑπουργός, λέγω, ἠθέλησε νὰ προλάβῃ ἓν μεγαλείτερον κακὸν δι’ ἑνὸς μικροτέρου. Καὶ ὅταν λέγω ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, ὅτι δυσπιστεῖτε πρὸς μίαν κυβέρνησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τὸν νόμον ἔρχεσθε νὰ δώσητε τοιοῦτον δικαίωμα καὶ ἔρχεσθε τέλος πάντων σεῖς νὰ γίνητε δημόσιοι εἰσπράκτορες ἢ ἐργολάβοι; Τί ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνετε, παρὰ νὰ ἀναδεχθῆτε σεῖς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων; Κύριοι, δὲν ἔχω εἰπεῖν περισσότερα. Προσέξατε μὴ παρασυρθῆτε ἀπὸ τὸ ῥεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐχαρακτήρισα, προσέξατε, κύριοι, νὰ μὴ δώσητε λαβὴν σὺν τοῖς ἄλλοις εἰς τὸν ἔξω κόσμον νὰ χαρακτηρίσωσι τοὺς Ἕλληνας ἀγριωτέρους ἀφ’ ὅ,τι τοὺς θεωροῦν. Ἀρκετὰ, κύριοι, ἀρκετὰ λέγονται ἐν Εὐρώπῃ καθ’ ἡμῶν, ἀρκετὰς κατηγορίας ἔπλασαν οἱ ἐχθροί μας καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, μὴ ἔρχησθε δι’ ἑνὸς τοιούτου νόμου νὰ πιστοποιήσητε τὰς κατηγορίας αὐτάς, τὰς ἀδίκους κατηγορίας· μὴ ἔρχησθε νὰ εἴπητε πῶς ἡ Ἑλλὰς δὲν εὐημερεῖ, δὲν εὐδαιμονεῖ δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον, παρὰ διότι τὰ τέκνα της ἀγνοοῦν ἢ, καίτοι γινώσκοντα, ἀρνοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ πρὸς τὴν πατρίδα, τὴν μητέρα των, καθήκοντα.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος.

§57ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀδυνατῶ ἢ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν προλαλήσαντα, θέλω μόνον, κύριοι, ὁμιλήσει διὰ τελευταίαν φορὰν, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θέλω ἐπαναλάβει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι καλῶς ἐνόησα τί συμβαίνει παρ’ ὑμῖν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον καὶ σχετικῶς μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασίν μου. Θέλω σᾶς διηγηθῆ ἐντοσούτῳ μετὰ πολλῆς συντομίας τὸ ἱστορικὸν αὐτῆς ταύτης τῆς πολυθρυλλήτου προτάσεως, ἀφ’ ἧς ἡμέρας συνέλαβον τὴν ἰδέαν μέχρι τῆς σήμερον· ἀκούσατε. Κατὰ τὸ 1869, κύριοι, ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρουσίασεν ἓν συντομώτατον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεφορτίζοντο ἀποκλειστικῶς οἱ ταμίαι τοῦ κράτους τὴν εἴσπραξιν καὶ καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν. Οἱ ταμίαι τοῦ κράτους, μᾶς εἶπεν ὁ τότε ὑπουργὸς, εἶναι ὑπεύθυνοι συμφώνως καὶ μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον διὰ τὴν εἴσπραξιν, πρέπει συνάμα δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ κατασταθοῦν ὑπεύθυνοι καὶ διὰ τὴν καταδίωξιν, καὶ τοσούτῳ περισσότερον καθίσταται ἀναγκαῖον τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἐπρόσθεσε, καθόσον ἔχει ἀνάγκην ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐνοχλῆται συχνὰ ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, μὲ ἀπαιτήσεις ὑπὲρ τῶν φίλων των καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν· ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητος, πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ μὴ ἔχῃ τοιαύτας ἐνοχλήσεις. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἴπομεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τότε, καὶ ἂν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠμπορῇ ν’ ἀντισταθῇ κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας ὑπὲρ τῶν φίλων των καὶ ἑαυτῶν, οἱ ταμίαι καὶ οἱ εἰσπράκτορες οἵτινες θὰ διορισθοῦν ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας δύνανται ἆρά γε νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ συστάσεις ὑπὲρ τῶν φίλων τῶν προστατῶν, οὕτως εἰπεῖν, ἰσχυρῶν; οὐχὶ βεβαίως. Τότε, κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, μοὶ ἐπῆλθε ἡ ἰδέα ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν καὶ τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν ταμίαν καὶ τὸν εἰσπράκτορα καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὄχι μόνον ὁ ἰσχυρὸς τῆς ἡμέρας νὰ μὴ ἐνοχλῇ τὸν ὑπουργὸν ἢ τὸν ταμίαν ἢ τὸν εἰσπράκτορα ὑπὲρ τῶν φίλων του, ἀλλὰ νὰ σκέπτηται τίνι τρόπῳ νὰ σώσῃ ἑαυτὸν καὶ νὰ μὴ δύναται ἄλλως εἰμὴ διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους του. Ἡ ἰδέα αὕτη, κύριοι, μὲ ἔφερε τὴν ἄλλην, νὰ παρουσιάσω τὴν ἐν λόγῳ πρότασιν τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέβαλον ἔκτοτε εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἐπειδὴ ἤμην μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἂν καὶ μικρὰ τότε ἦτο αὕτη, ὑπεστήριξεν ὅμως τὴν πρότασιν. Τὸ ὑπουργεῖον προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου ἔκαμε τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν, ὡς ἐπίστευον καὶ πιστεύω καὶ ἀδιαφόρησεν· ἐγένετο κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ πρώτη συζήτησις, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγένετο καὶ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ σύνολον μὲ πλειονοψηφίαν 5–10 ψήφων. Ἐπλησίαζεν ἐν τούτοις ἡ λῆξις τῆς Συνόδου· πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες ὑπερεψήφισαν, μ’ ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον, ὅπως συζητηθῇ ἡ ἐν λόγῳ πρότασις καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ συνείδησιν· οὕτως εἶχον τὰ πράγματα πρὸ τῆς παρούσης Συνόδου. Κατὰ δὲ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ἐσκέφθην νὰ τὴν ἐπαναφέρω καὶ εἰς τὰς σκέψεις μου ταύτας πολλὰς ἐνθαῤῥυντικὰς πεποιθήσεις εἶχον ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως· διότι παρετήρησα εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ἓν πνεῦμα κοινῆς συμπράξεως ὑπὲρ τοῦ καλοῦ, καθαρὰν, ἐλευθέραν, συνείδησιν καὶ πεποίθησιν εἰς ὅλους τοὺς κυρίους βουλευτάς. Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τοιαύτας ἀρχὰς ὑπέδειξε, καὶ ἡ Βουλὴ τοιαύτας παρεδέχθη καὶ ἠκολούθησε· καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, αὐτὴ ἡ Σύνοδος ἐπεψήφισε νομοσχέδια σπουδαῖα. Ἐνῷ, κύριοι, ἠτοιμαζόμην νὰ ἐπαναφέρω τὴν πρότασίν μου αὐτοτελῆ, ὡς ἄλλοτε, μ’ ἐπῆλθεν ἄλλη τις πρακτικωτέρα ἰδέα· καὶ εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν, ὅτι διὰ καλὸν καὶ διὰ κακὸν καλῶς θὰ πράξω νὰ τὴν προσκολλήσω εἰς τὸ γενικὸν νομοσχέδιον (ἱλαρότης). Ἂς ἀφήσω, εἶπον καὶ πάλιν κατ’ ἐμαυτὸν, κύριοι, κατὰ μέρος τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ ἂς προσαρτήσω τὴν πρότασίν μου ταύτην εἰς τὸ γενικὸν νομοσχέδιον. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ γενικὸν τοῦτο νομοσχέδιον, κύριοι, δὲν εἶχεν οὐδ’ ἔχει ἄλλην ἀρχὴν, παρὰ τὴν ἀρχὴν τίνι τρόπῳ νὰ εἰσπράττωνται οἱ φόροι καὶ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ δημόσιον, καὶ μάλιστα κατὰ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων των, διὰ τῆς στερήσεως τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, διὰ τόσων ἄλλων μέτρων. Καὶ, κύριοι, δὲν εἰσὶν σκληρότεραι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὰς ἐμπεριεχομένας ἐν τῇ προτάσει μου; Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι σχετικῶς εἰσὶν ἠπιώτεραι καὶ ἠθικώτεραι αἱ διατάξεις τῆς προτάσεώς μου ἀπὸ τὰς τοῦ νομοσχεδίου. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι προτιμότερον, κύριοι, νὰ καταδικασθῇ τις οὐχὶ ἐπὶ ἀτιμίᾳ, ὥς τινες ἠθέλησαν μὲ λέξεις ἀνοικείους νὰ καταπολεμήσουν τὴν πρότασιν, προτιμότερον, λέγω, νὰ καταδικασθῇ τις ἀπὸ τὸ δικαστήριον τοῦ νὰ στερηθῇ τὴν πολιτικὴν, τὴν βουλευτικήν του θέσιν διὰ 5 ἢ 6 μῆνας ἢ καὶ δι’ ἓν ἔτος, ἕως ὅτου πληρώσῃ τὸ χρέος του παρὰ νὰ πωλήσουν τὰ κτήματά του καὶ ἀφήσῃ τὰ τέκνα του ἄνευ ἄρτου. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν μέτρων τῶν συντελεστικῶν πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τῶν ὀφειλομένων εἶναι τὰ ἠθικῶς ἀποτελεσματικώτερα τὰ ἐμπεριεχόμενα εἰς τὴν πρότασίν μου, χωρὶς νὰ καταστρέφεται ὑλικῶς ὁλόκληρος οἰκογένεια μὲ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων αὐτῆς. Δὲν λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐσυζητεῖτο ἡ ἀρχὴ τοῦ γενικοῦ νομοσχεδίου, ἔλαβον τὸν λόγον, εἶπον ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἐκηρύχθην ὑπὲρ αὐτῆς καὶ συνάμα σᾶς ἐπαρακάλεσα νὰ τεθῇ ὡς ἀκροτελεύτιον κεφάλαιον τοῦ νόμου ἡ πρότασίς μου. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ διέταξε τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τὴν ἔκτοτε διανομὴν εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς, ἐτελείωσε τὸ γενικὸν νομοσχέδιον καὶ πρὶν ἢ συζητηθῇ ἀκροτελεύτιόν τι ἄρθρον ὅπερ ὑπέβαλλεν ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς, συμφώνως μὲ τὸ καθῆκόν του, εἶπε, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενος, ὅτι ἔχομεν ἤδη τὴν τροπολογίαν τοῦ Χατζίσκου καὶ οὕτω κατὰ τὸν κανονισμὸν μὲ προσκαλεῖ διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον· ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω καὶ ὡμίλησα καθὼς ἐνθυμεῖσθε ἱκανὴν ὥραν, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἐκολακεύθην νὰ πιστεύω, ὅτι ἰσχυροὺς λόγους πρὸς ὑποστήριξιν σᾶς ἀνέπτυξα, καὶ τὸ πιστεύω τοῦτο, διότι οὐδεὶς ἀντεῖπεν· ὁ δὲ κ. πρόεδρος ἠρώτησεν ἅπαξ καὶ δὶς ἐὰν ἔχῃ τις τὸν λόγον· οὐδείς, πολλοὶ μάλιστα εἶπον ἐν μεγάλῃ φωνῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· τότε ἀντὶ ὁ κ. πρόεδρος νὰ διατάξῃ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ ἀκροτελευτίου κεφαλαίου, λέγει τὸ, παραδέχεται ἡ ἀρχή; καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος παρεδέχθη τὴν ἀρχήν.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι παρουσιάσθη ὑποτροπολογία.

§59ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. Σαράβας.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, πρὶν εἶχε γείνῃ αὐτό.

§61ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιθανὸν· ἔρχεται ἐν τούτοις ὁ κ. Σαράβας, ὅστις ἔφερε ὑποτροπολογίαν τινὰ, διότι ἡ ἰδική μου πρότασις ἐθεωρεῖτο τότε ὡς τροπολογία τοῦ γενικοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγινώσκεται ἡ ὑποτροπολογία ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. Σαράβα, παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ ἀνεβλήθη διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως. Κατὰ δὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας, πρῶτος λαμβάνει τὸν λόγον ὁ φίλος μου κ. Ζαΐμης, ὅστις παρ’ ἐλπίδα καὶ καταπολεμεῖ τυπικῶς τε καὶ οὐσιαστικῶς τὴν πρότασιν, καὶ παραδόξως προσπαθεῖ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδεχομένη τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐνόησεν, ὅτι παραδέχεται ἀρχὴν αὐτοτελοῦς προτάσεως καὶ οὐχὶ προσθέτου κεφαλαίου ἐν τῷ γενικῷ νομοσχεδίῳ. Καὶ ἀληθῶς ἡ ἀνέλπιστος αὕτη καταφορὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, ἔφερε κἄποια καρδιοκτυπήματα περὶ τῆς τύχης τῆς προτάσεως. Κατόπιν τοῦ κ. Ζαΐμη ἀναβαίνει τὸ βῆμα ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐπιπίπτει λάβρος καὶ αὐτὸς κατὰ τῆς προτάσεως μὲ τὸ δόγμα του, τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἀπαραδέκτου. (θόρυβος). Τότε τὸ ὁμολογῶ ηὔξησαν τὰ καρδοκτυπήματα περὶ τύχης τῆς προτάσεώς μου, οὐχὶ διότι μᾶς ἔφεραν λόγους ἰσχυροὺς πρὸς ἀντίκρουσι αὐτῆς ἀμφότεροι οἱ προλαλήσαντες, ἀλλὰ διὰ τὸ βάρος τῆν φωνῆς καὶ τῆς ψήφου αὐτῶν, τοῦ μὲν δηλονότι ὡς ἀρχηγοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ δὲ ὡς ὑπουργοῦ. Κατόπιν ἀναβαίνουσι τὸ βῆμα ἀλληλοδιαδόχως οἱ εὔγλωτοι ῥήτορες, φίλοι τῆς ἐν τῇ προτάσει ἐμπεριεχομένης ἰδέας, καὶ φίλοι τῶν πεποιθήσεών των, οἱ κύριοι Σαράβας, Δημητριάδης, Πετσάλης, Μιχαλόπουλος, Λέκας καὶ ἄλλοι καὶ ὑπερησπίσθησαν δι’ ἰσχυρῶν λόγων τὴν πρότασιν. Ὅταν ὅμως ἀκολούθως ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. πρωθυπουργὸς μὲ τὴν πανοπλίαν του, καὶ ἀπηύθυνεν τὰ μυδροβόλα του ὡς ἄλλος Μόλτκε κατὰ τῆς ἐνστάσεως, τότε δὴ τότε, τὸ ὁμολογῶ, σχεδὸν ἀπηλπίσθην περὶ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως, ἀλλὰ καὶ παραχρῆμα ἠδιαφόρησα ἐντελῶς· εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν ὅτι τὸ καθῆκόν μου ἐξεπλήρωσα, ἡ δὲ ἐν λόγῳ πρότασίς μου εἶναι πλέον κτῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει καὶ ὅ,τι νομίζει συμφέρον διὰ τὴν πατρίδα. Τὴν ἐπαύριον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως συσκεφθεὶς μετὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων κυρίων ὑπουργῶν, ἦλθεν ἐνώπιόν σας καὶ ἀναβὰς τὸ βῆμα ἐπαρουσίασε τροπολογίαν, ἥτις δὲν διαφέρει τῆς ἐδικῆς μου κυρίας προτάσεως εἰμὴ κατὰ λέξεις τινάς. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἐπαρουσίασεν τροπολογίαν ἀπαράλλακτον τῆς προτάσεώς μου, ὡς προεῖπον, ἀλλ’ ὑπεσχέθη ἐν ὀνόματι τῆς κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι, κύριοι, καὶ ἐνώπιον ὅλων τῶν κυρίων ὑπουργῶν παρόντων, ὅτι θέλει ὑποστηρίξει τὴν τροπολογίαν ἢ, ὡς τὴν ὠνόμασεν, ὑπουργικὴν πρότασιν, θέλει τὴν ὑποστηρίξει ἐπρόσθεσεν ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς κύρωσιν αὐτῆς.

§62ΤΙΝΕΣ. Ἐνώπιον τίνος;

§63ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὅταν βεβαίως ἡ Βουλὴ τὴν παραδεχθῇ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· τοῦτο ἐν τέλει μόνον σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι συγχαίρω τοὺς κυρίους ὑπουργούς, καὶ τοὺς συγχαίρω ἐκ καρδίας, διὰ τὴν σημερινήν των εὐνοϊκὴν διάθεσιν ὑπὲρ τῆς ἐν λόγῳ προτάσεώς μου· καὶ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ὀλίγον, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὅλην πρότασιν· ἀρκοῦμαι, λέγω, νὰ τεθῇ φραγμὸς τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον, καὶ θέλει εἶσθαι μεγίστη πρόοδος, ἐνῷ καὶ διὰ τὰ παρελθόντα μεγάλα καθυστερήματα θὰ ἔλθῃ ἀφεύκτως νόμος ἵνα ὑποχρεώσῃ καὶ τοὺς παλαιοὺς ὀφειλέτας εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν των, καὶ τότε φυσικὴ συνέπεια εἶναι νὰ ὑπαχθῶσι καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὰς διατάξεις τῆς παρούσης προτάσεως, ὅταν ἐπιψηφισθῇ καὶ κατασταθῇ νόμος τοῦ κράτους· εὐάρεστα, εὐτυχῆ, ὑλικώτατα ἀποτελέσματα θέλει ἔχει· τοὺς συγχαίρω, λέγω, καὶ ἐγὼ δι’ ἐκείνην τὴν πρότασιν καὶ τὴν κηρύττω ἀπὸ σήμερον, ὅτι εἶναι πρότασις τοῦ ὑπουργείου καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, τὴν δὲ ἐδικήν μου πρότασιν τὴν συγχωνεύω μὲ ἐκείνην καὶ τὴν ἀποσύρω.

§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν ἱστορίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθεσεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, τὸ ὑπουργεῖον μετὰ πολλὰς συζητήσεις ἔφερε τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζίσκου καὶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει τὴν ὑποστηρίξει καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος. Εἰς τὴν ἀπόφασίν του ταύτην ἐμμένει τὸ ὑπουργεῖον, ὑποστηρίζει τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερε, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ. Ὡς ἁρμόδιος δὲ ὑπουργὸς νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τι περισσότερον, διότι ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κατσικαπῆς οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν πρότασίν μου, διότι δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀκατάλληλος, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς ὀφείλοντας εἰς τὸ δημόσιον, καὶ τοὺς ἐδικαιολόγησε μὲ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω. Σᾶς εἶπεν, ὅτι, καὶ ἂν ἐπλήροναν τοὺς φόρους, ἡ οἰκονομική μας κατάστασις δὲν θὰ ἦτο καλλιτέρα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράττωμεν ὅλους τοὺς φόρους, δίκαιον ἦτο νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους. Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔγεινε καλὴ χρῆσις τῶν φόρων τούτων· νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἥτις ἔχει ἐντολὴν ἀπὸ τὸ σύνταγμα νὰ ἐξελέγχῃ τὴν χρῆσιν ὅλων τῶν δαπανῶν αἱ ὁποῖαι γίνονται. Τὰ ποσά, κύριοι, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται κατ’ ἔτος τὰ ψηφίζει ἡ Βουλή. Αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους γίνονται τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲ συμβῇ ὑπουργεῖον νὰ κάμῃ δαπάνας περισσοτέρας, ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ λόγον. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ τις, ὅλοι οἱ φόροι ἐξοδεύονται κακὴν κακῶς καὶ οὐδεὶς ἔλεγχος ὑπάρχει. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε, νομίζω, νὰ λεχθῶσιν ἐνώπιόν σας, διότι ὅλοι γνωρίζετε τίνι τρόπῳ γίνονται αἱ δαπάναι, καὶ τίνι τρόπῳ προσδιορίζονται. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ εἴπω περισσότερα, λέγω ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν, διότι βλέπω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτῆς εὐάρεστα ἀποτελέσματα.

§65Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐάν τις χρεωστῇ 5 δραχμάς, καὶ αὐτὸς θὰ ὑπάγηται, δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἐξαίρεσις;

§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐξαίρεσις, διότι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ ἔχωμεν ἐνοικιαστὰς, θὰ ἔχωμεν μόνον φορολογουμένους, καὶ πᾶς φορολογούμενος πρέπει νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον του, καὶ ἂν δὲν τὸν πληρώσῃ πρέπει νὰ ὑφίσταται τὴν στέρησιν.

§67ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγομεν ὅτι ὁ νόμος ἀφορᾷ τὸ μέλλον, αὐτὸ δεχόμεθα, ἀλλ’ ἔχομεν ὀφειλὰς παρελθούσας, τὰ χρέη ὅμως αὐτὰ θὰ κατασταθοῦν καὶ θὰ γείνουν μετὰ 2, 3 ἔτη ἀπαιτητά· ὑπάγονται αὐτὰ εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν;

§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§69ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου θὰ ἔχωμεν ὀφειλέτας ἀπὸ τὰς ἀγορὰς φθαρτῶν κτημάτων, αὐτὰ τὰ χρέη θὰ ἦναι ἀπαιτητά;

§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰς δόσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔληξαν, καὶ θὰ λήξουν ἀπὸ τὸ 1871.

§71ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι καθυστέρησαν καὶ εἶναι ἀπαιτητὰ καὶ περὶ αὐτῶν θὰ γείνῃ αὐτό;

§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ χρέη τὰ ὁποῖα καθυστεροῦνται ἀνάγονται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἑπομένως δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, διότι αὐτὸς θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰ χρέη τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν.

§73ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων δὲν ὑπάγονται;

§74ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§75ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα μέσα θὰ ἔχητε διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν παλαιῶν καθυστερημάτων;

§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ὅσα ἐψηφίσαμεν.

§77ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦσαν ἐπαρκῆ, δὲν θὰ προεβαίναμεν εἰς αὐτό.

§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.

§79ΔΑΓΡΕΣ. Ἐνῷ ἔβλεπον, κύριοι, ἀγορεύοντα ἐκ τοῦ βήματος τούτου τὸν προτελευταῖον ἀγορεύσαντα, εἰς τὴν φαντασίαν μου ἐπαρουσιάσθη σκιὰ ἑνὸς τῳόντι σεβαστοῦ πατριώτου καὶ μεγάλου πολίτου τῆς Ἑλλάδος τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὸ ἀνάστημα φέρει ὁ ἔντιμος οὗτος προαγορεύσας· μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶδον καὶ τὰ σχήματα καὶ τὰ βήματά του, καὶ ἐν γένει μοὶ ἐφάνη ὅτι τὸν ὡμοίαζεν· ἀλλ’ εἰς τὴν ὁμιλίαν του αὐτὴν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, μοὶ φαίνεται ὅτι οὗτος ἐξέφερε κατηγορητήριον κατ’ αὐτοῦ τούτου, τὸν ὁποῖον ὁμοιάζει καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ μιμῆται. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀγορεύων σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος ἐξελθόντες ἐξ ἑνὸς μακροῦ πολέμου καὶ παραγκωνισθέντες παρὰ τῆς τότε ἐξουσίας, ἡ ὁποία δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ὀλίγον ἐσχετίσθη μὲ τὸν τόπον, καὶ ὀλίγην προσοχὴν ἔδωκε πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀγῶνος, ἐτράπησαν εἰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας, κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ εἰς τὰς ἐνοικιάσεις τῶν προσόδων πολλοὶ αὐτῶν ἔμειναν ὀφειλέται· μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ Ἰωάννης Κωλέτης, ὑπῆρξεν ὀφειλέτης καὶ μετὰ τὸν θάνατόν του ἐδέησε νὰ ἔλθουν οἱ κληρονόμοι του νὰ προκαλέσουν νόμον εἰδικὸν περὶ τοῦ χρέους τούτου, ὅπως ἀπαλλαχθῇ καὶ μείνῃ ἐλευθέρα ἡ περιουσία του, καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦλθεν ὁ νόμος οὗτος ὁ ὁποῖος ἐχάρισε τὰ χρέη ἀξίως τῶν μεγάλων ἐκδουλεύσεων τοῦ ἀνδρός. Οὐδὲν ἧττον ὑπῆρξεν ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαλλάξητε αὐτὸν τοῦ στίγματός του καὶ τῶν ὕβρεων τὰς ὁποίας ἀπευθύνατε καθ’ ὅλων τῶν ὀφειλετῶν· οὐδεὶς ἐδέησε νὰ ἀμνηστεύσῃ τοὺς ὀφειλέτας τῆς κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκείνους οἵτινες ὑπέκυψαν εἰς ἀκαταμάχητον ἀνάγκην, εἰς τυχαῖα γεγονότα, εἴτε ἀπὸ εἰλικρινῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των πρὸς τὸ δημόσιον, ἢ ἐξ ἄλλων οἱωνδήποτε λόγων. Δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς πείσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ, διότι οὔτε αὐτός, οὔτε ἡ ἐπαρχία τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὀφείλουν μεγάλα ποσά. Ἐθαύμασα μὲ τὸ θάῤῥος τοῦ κ. βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ὅστις ἦλθε νὰ ἐκφέρῃ κατηγορίας κατὰ τοσούτου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων, ἐνῷ ὤφειλε νὰ συλλογισθῇ ὅτι εἰς τὸν σύλλογον τῶν ἁρπάγων, τῶν λῃστῶν, ὡς εἶχε τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκαλέσῃ τοὺς ὀφειλέτας, ὑπάρχει σημειωμένον πρόσωπον τοῦ ὁποίου καὶ συγγενὴς καὶ κληρονόμος ὑπῆρξε. Μᾶς κακίζουσι, μᾶς παρεξηγοῦσι, παραμορφώνουσι τὰς ἰδέας μας, ὅταν ἐρχώμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν ὑβριστικὰς προτάσεις, προτάσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάρμοστοι καὶ ἀνοίκειοι εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχήν, προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἔρχονται νὰ καταπολεμήσωσι ἓν σύνταγμα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἑδρεύετε ἐνταῦθα, προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἔρχονται νὰ πολεμήσωσι τὰς βάσεις τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρείδεται ἡ ἐκλογή σας· ὅταν εὑρίσκουν οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι συνηγόρους ἐκείνους, οἵτινες μετέρχονται τὸν φιλελεύθερον, καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι διὰ τοιούτων νόμων ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου καὶ ἡ ἀνεξαρτησία του καθίσταται προβληματική. Καὶ περιορίσατε εἰς οἱανδήποτε τάξιν θέλετε, κύριοι, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, μὴ ὑπάγετε εἰς τὰς 150,000 ἀριθμὸν ὁ ὁποῖος σᾶς ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν, ἔλθετε εἰς 3 εἰς 5 εἰς τὴν τοῦ πολιτευομένου τάξιν, τὴν κατά τινας μόνην ὀφείλουσαν. Ὅταν εὑρίσκωνται ἄνθρωποι ἐξ αὐτῆς τῆς τάξεως νὰ ἐπιῤῥίπτουν μομφὰς κατ’ αὐτῆς, τί περιμένετε νὰ σᾶς εἴπουν ἄλλοι; καὶ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι δὲν περιστοιχίζεσθε οὐδὲ ἀπὸ ὀφειλέτας, ἀλλ’ οὐδὲ ἀπὸ φορολογουμένους ἢ ἀπὸ πολλὰ ὀλίγους ἀλλὰ ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ἔχουν τὸ βλέμμα των παρὰ εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον· αὐτοὶ οὗτοι καθήμενοι εἰς ἀκροατήρια καὶ μὴ μισθοδοτούμενοι θὰ σᾶς ἀποδοκιμάζουν ἢ ἐπιδοκιμάζουν Παράδοξα ἐφάνησαν τὰ παρὰ τοῦ κ. Κατσικαπῆ λεχθέντα, καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὰ ἀναιρέσῃ. Οὐδὲν ἧττον ὅμως τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἐπηλήθευσαν κατὰ πολύ, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ὅλον. Καὶ τίς δύναται, κ. ὑπουργέ, νὰ μοὶ ἀρνηθῇ ὅτι οὐδέποτε ἡ κυβέρνησις κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, προέβλεψεν ἓν ποσὸν διὰ παραγωγικὰ ἔργα καὶ εὐκολίαν τινὰ τοῦ λαοῦ; Καὶ ποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ φόρος ὁ πληρονόμενος ἀπὸ τὸν πολίτην εἶναι μία συνεισφορά, ἡ ὁποία ἀνταλάσσεται ὄχι μόνον μὲ τὸ προσωπολόγιον τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας, μὲ τὴν εὐκολίαν τοῦ δανείζεσθαι, μὲ τὴν εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας; Ἂν ὅλα τὰ ἔθνη οὕτω διοικοῦνται, διὰ νὰ πληρώνομεν μόνον φόρους καὶ μάλιστα φόρους τοὺς ὁποίους πληρώνουν ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν ἐννοῶ τόσον τὸ ὑπέρογκον, ὅσον τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ διά τινας ἐπαρχίας περὶ ὧν πρόκειται καὶ ὄχι περὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι ὁ γεωργὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ζητεῖτε τὸ ὄγδοον, τὸ πέμπτον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου περιουσίας του, δὲν ἀπολαμβάνει τὴν ἀσφάλειαν, τὴν συγκοινωνίαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τῆς καλῶς ἐννοουμένης εὐνομίας; Καὶ δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὸν ἀκαταμάχητον λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπε ὁ βουλευτὴς Δωρίδος; ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτος ὁ προϋπολογισμὸς, τουτέστιν μισθολόγιον ἀέργων; ἂν ἀμφιβάλητε, μεταβῆτε εἰς τὰ καφφενεῖα, εἰς τοὺς περιπάτους, εἰς τὰς πλατείας, ἐκεῖ θὰ εὕρητε μισθοφόρους ἄνδρας, θὰ εὕρητε ἓν πλῆθος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ εἰς τὴν κατόπιν, ὡς καὶ εἰς τὰς παρελθούσας, ἀνθρώπους περιφερομένους μὲ πλήρη μισθοδοσίαν, ἐνῷ ἡ θέσις των εἶναι ἀλλοῦ, ἢ καὶ πολλοὶ εἶναι λόγῳ ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ἔχουν πράγματι ὑπηρεσίαν ἐδῶ. Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ σκεφθῆτε περὶ τῶν τοιούτων; ἢ νομίζετε ὅτι ἀποστολή σας εἶναι νὰ παραδώσητε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐργολάβου καὶ εἰσπρακτόρων τὸν πολίτην καὶ δὲν ἔχετε ἄλλο τι νὰ σκεφθῆτε, τοὐλάχιστον πῶς διαχειρίζονται τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐν αἵματι ὁ φορολογούμενος λαὸς ἀπολαμβάνει καὶ σᾶς ἀποδίδει;

§80ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.

§81ΔΑΓΡΕΣ. Μᾶς ἐπιτιμοῦν, κύριοι, καὶ μᾶς λέγουν, καὶ πῶς τολμᾶτε νὰ ὑπερασπισθῆτε τοὺς ἅρπαγας αὐτοὺς, τοὺς λῃστάς; πῶς δὲν ἀφίνετε νὰ τοὺς πωλήσωμεν, νὰ φέρωμεν χρήματα ἐν ἀφθονίᾳ διὰ νὰ δαπανῶμεν καὶ νὰ ζῶμεν ἐν ἀνέσει καὶ ἡδυπαθείᾳ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν, κύριοι, ὁλόκληρος ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχει, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὰ ἀποτελέσματα τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, σᾶς ἠνάγκασαν νὰ δώσητε τελευταῖον ἐλεημοσύνην εἰς χιλιάδας οἰκογενείας, καὶ αἱ οἰκογένειαι αὗται εἰς τὰς ὁποίας ἐδώσατε μιᾶς ἑβδομάδος ἄρτον, σᾶς λέγουν ψηφίσατε νόμον διὰ νὰ τοὺς καταστήσητε ἀνικάνους νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν κοινῶν τοῦ δήμου των κτλ.; Καὶ ἂν εὑρεθῆτε εἰς ὁμοίαν θέσιν δι’ ἓν ἄλλο τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, ὅτε θὰ σᾶς ὀφείλουν καὶ θ’ ἀδυνατοῦν νὰ σᾶς πληρώσουν τὰ χρέη των, σᾶς ἐρωτῶ, τί θὰ εἴπητε περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ; πῶς θὰ δικαιολογηθῆτε εἰς τὴν ἱστορίαν τοὐλάχιστον; ἐνῶ εἰς τὴν αὐτὴν σύνοδον, εἰς τὴν αὐτὴν ἑβδομάδα κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίζετε 100,000 δραχμῶν διὰ νὰ διανεμηθῶσι εἰς τοὺς ἀπόρους καταστάντας ὡς ἐκ τῆς διοικήσεώς σας κατοίκους 3, 5 ἐπαρχιῶν ὅπως ἐπαρκέσουν εἰς μιᾶς ἑβδομάδος τροφὴν, εἰς τὴν αὐτὴν ἡμέραν ψηφίζετε ἕνα νόμον, οἷος ὁ προκείμενος, ἀποκλείοντες τοῦ τιμαλφεστέρου αὐτῶν δικαιώματος τοὺς ἐλευθέρους πολίτας. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι δὲν ἐνόησα ὅτι ἠμπορεῖ νά μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι, ἀφοῦ δὲν κάμνουσιν, δὲν πληρώνουν· εἶναι φόροι οἱ ὁποῖοι, καὶ ἂν καταστραφῶσι, πληρώνονται, καθὼς εἶναι τῶν ἀμπέλων καὶ ἐν γένει τῶν κατὰ στρέμμα, τῶν ζώων καὶ λοιπῶν. Ἀλλά, κύριοι, δὲν λέγω ἀπηνεῖς, λίαν αὐστηροὶ ἐφάνητε κατὰ τοῦ λαοῦ εἰς τὸν ὁποῖον τίποτε δὲν παραχωρεῖτε, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ τοῦ παραχωρήσητε ἐπ’ ἀμοιβῇ, δὲν ἐπείσθητε νὰ τοῦ χορηγήσητε εὐκολίαν τινα νὰ δανείζηται εὐκόλως, ὅπως πληρώνῃ τὰς πρὸς τὸ ταμεῖον ὀφειλάς του, ὡς σᾶς ἐπροτείναμεν, καὶ ἐσκέφθητε εἰς τὴν ἀπόφασίν σας νὰ τὸν κηρύξητε ἀνίκανον νὰ ἐκλέγῃ καὶ νὰ ἐκλέγηται, ἐσκέφθητε τοὐλάχιστον ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς δύο συνελεύσεις προταθὲν ἀπεῤῥίφθη ἀποτόμως; ἐσκέφθητε ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν τὸν ὀφειλέτην, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, οὐδὲ εἰς τὸ σύνταγμα τοιαύτη διάταξις; Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἓν πνεῦμα κατὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, εἰς τὴν ὁποίαν πολλοὶ δὲν ἀρέσκονται, ἐν οἷς καὶ ὁ φίλος μου ὁ κ. Χατζίσκος, διότι νομίζουν ὅτι οἱ κάτοχοι περιουσιῶν μεγάλων, ὅτι πλουτοκρατία πρέπει νὰ ἐγκαθιδρυθῇ εἰς τὰ δημόσια πράγματα, εἰς ἕνα τόπον εἰς τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἐπεκράτησε, καὶ ἀείποτε κατεδικάσθη; μήπως μᾶς ἐδόθησαν κἂν δείγματα τοῦ ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ τῶν πλουσίων καὶ τοῦ μὴ πατριωτισμοῦ τῶν πτωχῶν; Μὲ φέρουν τὴν ἔνστασιν, καὶ ἂν δὲν τὴν ἔφεραν, θέλουν τὴν φέρει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ μέλλοντος· περὶ αὐτῶν ὁμιλῶ καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἂν ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε, ὅτι αἱ ὀφειλαὶ δὲν θέλουν λείψει, ἐφ’ ὅσον ἔχετε τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα. Θέλετε ὡς ποινὴν μετὰ τὰς τοσαύτας δρακοντείους διατάξεις τὰς ὁποίας καθιερώσατε, νὰ θέσητε καὶ τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τοὐτέστι θέτετε μίαν ποινὴν, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἀναγνωρίζετε ὅτι οἱ ὀφειλέται εἰς τὸ μέλλον θὰ ἦναι ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, καὶ πρέπει ἐκτὸς τῶν ἄλλων καταδιώξεων νὰ ὑποκύψωσι καὶ εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, καὶ λέγω ἐσχάτην, διότι διὰ τὸν πολίτην ἐλευθέρου κράτους, δι’ ἐκεῖνον ὅστις ἀνέκτησε διὰ τοῦ αἵματός του τὴν ἐλευθερίαν του, αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ποινὴ, ὅπως διὰ τὸν φυσικὸν ἄνθρωπον ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι δὲν εἶναι οἱ κάτοικοι ἐπαρχιῶν τινῶν, οὔτε τῆς ἐπαρχίας α, οὔτε τῆς ἐπαρχίας ω, οὔτε ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς α, β, γ, δ, ε, εἶναι στρεψόδικοι καὶ κακῆς πίστεως, οὐδὲ ὅμοιοι μὲ τοὺς κατοίκους τῆς ω, ψ καὶ υ· ἀλλ’ εἶναι τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ φορολογικὸν, διότι, ἂν μελετήσητε, θέλετε εὕρει, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου εἰσπράξεως εἴτε πρὸς τὸ δημόσιον, εἴτε πρὸς τὴν κοινότητα, εἴτε πρὸς τὸν δῆμον, παντοῦ ἀφίνει καθυστερήματα, καὶ ἀναντιῤῥήτως ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἀφοῦ ἔφερε πρότασιν, καὶ ἀπέσυρε τὴν ἰδικήν του ὁ κ. Χατζίσκος, ὀφείλει, καὶ ὀφείλετε καὶ σεῖς, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσητε καὶ περὶ τῶν δήμων καὶ περὶ τῶν κοινοτήτων, δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι εἶναι εἰς χειροτέραν κατάστασιν τὰ δημοτικὰ ταμεῖα ἀπὸ τὰ τῶν δήμων, καὶ περὶ ἐκείνων πρέπει νὰ προβλέψητε. Εἶναι, κύριοι, εἴς τινας ἐπαρχίας ἄλλαι περιουσίαι, αἱ ἐγχώριοι λεγόμεναι, ὅπως εἰς τὴν Ἑπτάνησον, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ μὴ γνωρίζητε ἀκριβῶς, οὐχ ἧττον ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται, καὶ αὐτὰς διαχειρίζεται μία ἐπιτροπὴ δι’ ἀγαθοεργὰ καταστήματα καὶ ἄλλα κοινωφελῆ ἔργα.

§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι φόροι, εἶναι εἰσοδήματα......

§83ΔΑΓΡΕΣ. Περιουσίαι ἀνήκουσαι εἰς τὴν κοινότητα.

§84ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§85ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ χρησιμεύουν πρὸς κοινὸν καλὸν τοῦ τόπου. (διάλογοι θορυβώδεις). Τῷ ὄντι, κύριοι, νὰ θέσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου πρέπει, τὸν πολίτην, ἂν θέλῃ νὰ ᾖναι πολίτης ἐλευθέρου κράτους· διότι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ τὰ ἀγαθὰ ἐλευθέρας πολιτείας δὲν προσκτῶνται ἄνευ θυσιῶν ὑλικῶν, ἄνευ θυσιῶν προσωπικῶν· ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφέρῃ τὸ ἄτομον, ὀφείλει καὶ τὸ αἷμά του καὶ τὴν ὕπαρξίν του χάριν τῆς πατρίδος του· ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ καὶ ἐκ τῆς περιουσίας του. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν μίαν ἀκαταμάχητον ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, διότι δυστυχῶς ἐῤῥίφθη ἡ ἰδέα τῶν ἀμερίμνων εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ μόλις ἐκ τῶν σπαργάνων ἐξέλθῃ εἷς νέος ζητεῖ θέσιν διὰ νὰ ζήσῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ποῦ ὀφείλεται τοῦτο; βεβαίως εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰ κοινά. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Κέρκυραν χρεωστοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐγχωρίου διαχειρίσεως 8, 10 ἢ καὶ περισσότερα ἑκατομμύρια βεβαιούμενα καὶ διαχειριζόμενα διὰ δημοπρασίας; Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς ποῦ ὑπάγονται οὗτοι, εἰς ποῖον σημεῖον; Λοιπὸν ποῦ θέτετε τοὺς ὀφειλέτας τῆς νήσου Κερκύρας; Οἱ νόμοι, κύριοι, δὲν φέρουν ἀποτέλεσμα, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι αὐστηροί, διότι τὸ κακὸν ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τοῦ χρέους, εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Καὶ μὴ ἀμφιβάλητε ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχετε εἰς ἐνέργειαν τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα, θὰ ἔχητε καὶ καθυστερούμενα, διότι δὲν εἶναι ἴσον πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας· τί ἐζήτησαν οἱ βουλευταὶ Κερκύρας! διὰ τοὺς τοιούτους ὀφειλέτας; τὴν πρότασίν των, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ, νὰ ἀναγνώσω. Ἡ Κέρκυρα ἔχει φόρους εἰσπραττομένους ἀμέσως καὶ ἐμμέσως.

§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κτήματα..... (θόρυβος).

§87ΔΑΓΡΕΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὀφειλῆς, ἂς ᾖναι οἱασδήποτε πηγῆς καὶ αἰτίας. Εἶναι ἡ πρόσοδος κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν κοινότητα τῆς νήσου Κερκύρας, ὡς εἶναι καὶ τὰ πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφειλόμενα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ποινῶν ἐτέθη εἰς ἕνα νόμον κατὰ τὸ 1867 καὶ ἡ προσωπικὴ κράτησις. Οἱ ἀξιότιμοι καὶ ἀξιέπαινοι βουλευταὶ Κερκύρας, καὶ ἀξιέπαινοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες μεριμνῶσι διὰ νὰ καταστήσωσι ὀλιγώτερον ἐπαχθῆ τὴν κατάστασιν τῶν συμπολιτῶν των· δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν ἠμπορῇ τις νὰ μεμφθῇ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν· παραβαλλόμεναι πρὸς ἄλλας καὶ τριπλασίους πληρόνουσι φόρους, καὶ κακῶς βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται οὗτοι· οὐδὲν ἧττον κατ’ αὐτῶν ἀπευθύνονται ὅλαι αἱ ὕβρεις καὶ συκοφαντίαι. Τὶ ἐπρότειναν οἱ βουλευταὶ Κερκύρας πέρυσι; Ἰδοὺ τὶ λέγουν αἱ διατάξεις.... Ποῖοι δὲ ἦσαν βουλευταί; Οἱ Κ. Ν. Παπαδάτος καὶ Πολυλᾶς, οἱ ὁποῖοι, μοὶ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν καλὴν πίστιν νὰ εἴπω, ἅμα ἦλθεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου, ἐκηρύχθησαν κατ’ αὑτῆς, χωρὶς ἴσως νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των τοῦτο. Σᾶς εἶπον προχθὲς, κύριοι, ὅτι ᾐσθάνθην λύπην τινα, ὅταν ἐῤῥέθησαν πολλὰ κατὰ τῶν λαῶν ἐπαρχιῶν τινων, διότι δὲν εἶδον ἕνα τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς καλλιτέραν θέσιν ν’ ἀναιρέσουν τὰς ἀπευθυνθείσας κατηγορίας καὶ ἀποκρούσουν τὰς ὑβριστικὰς προτάσεις· διότι ἐνόμιζον, καὶ ἐξακολουθῶ καὶ θέλω ἐξακολουθήσει νὰ νομίζω, ὅτι ἦτον ἔργον συνειδήσεως ν’ ἀναλάβουν τὸν ἀγῶνα οἱ κύριοι οὗτοι. Εἶπον, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Κέρκυραν ὑπάρχουν δύω εἰδῶν φόροι οἱ ἄμεσοι καὶ οἱ ἔμμεσοι· διὰ τοὺς πρώτους δὲν θέλετε εὕρει οὐδὲ ἓν λεπτὸν καθυστερούμενον, ἐπὶ τῶν δευτέρων ὑπάρχουν πολλαὶ καὶ κατέστη ἀδύνατος ἡ εἴσπραξίς των καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν λίαν εὐεργετικῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων εἰς προγενεστέραν ἐποχήν. Δὲν ἀμφισβητεῖ κανεὶς τὴν θέλησιν καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῶν φορολογουμένων λαῶν τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Ἔρχομαι τώρα νὰ παραβάλω καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῶν φορολογουμένων ὀφειλετῶν τῆς ἐπαρχίας ἀ. τοὐτέστι τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν θέλετε εὕρει πολλοὺς, πλείστους φόρους, ἀλλὰ ἔχετε καὶ φόρους ἐμμέσως εἰσπραττομένους, εἰς τὰ τελωνεῖα, μεταξὺ δὲ τούτων, κύριοι, εἶναι καὶ φόροι τινὲς ἰδανικοὶ ὡς τῶν γρασιδίων ἐν Μεσσηνίᾳ. Εἷς γεωργὸς π. χ. ἔχει ἓν περιβόλι συκέας, μωρέας καὶ ἄλλα δένδρα. Ὑπὸ τὰ δένδρα δὲν γίνεται τίποτε, ῥίπτει ὀλίγην κριθὴν τὴν ὁποίαν τρώγουν τὰ βόδιά του καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀροτριᾷ τὴν γῆν. Ἐν τούτοις ἔρχεται ὁ δημόσιος ὑπηρέτης καὶ μανθάνει ἀπὸ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ὁ δεῖνα εἶχε γρασίδι καὶ τὸ ἔκοψε. Ἐκδίδει ἓν πρωτόκολλον· ὁ φορολογούμενος δὲν ἠξεύρει ὁ δυστυχὴς τίποτε, καὶ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ λέγει, πλήρωσε, (ὁ εὐγενὴς εἰσπράκτωρ) τὸν φόρον σου, ἄλλως ὑπάγεις εἰς τὰς φυλακὰς καὶ....

§88ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (θόρυβος).

§89ΔΑΓΡΕΣ. Ναὶ, ἀλλὰ ἂν ἐκάθησθε εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας, εἰς τὴν Καρυὰ ἢ εἰς τὴν Κορινθίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἠθέλατε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν καὶ Μεσσήνῃ, ἡ ὁποία ἔχει φόρους κατὰ μέσον ὅρον 1,000,000 δραχμῶν περίπου εἰσπραττομένων ἀμέσως, μοὶ φαίνεται, ἔχει καὶ ἐμμέσους 600,000 περίπου, ὁ λαὸς οὗτος, κύριοι, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλεσαν ἅρπαγα ἐκεῖνοι, οἵτινες ὀφείλουν ὅ,τι ἔχουν εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν, τινὲς τοὐλάχιστον, ὁ λαὸς ἐκεῖνος σᾶς πληρώνει ἓν ἑκατομμύριον καὶ 700,000 κατ’ ἔτος. Ὁ λαὸς οὗτος, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, μένει ὀφειλέτης ἀπὸ τί; ἀπὸ τὸν φόρον αὐτὸν, ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ζώων, ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, τῶν γεννημάτων καὶ οὕτω καθεξῆς. Τί εἶναι οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ἀναφέρουν, ἂν οὐχὶ τὸ ὅλον τὸ πλεῖστον μέρος ὀφείλεται ἐκ πλαστῶν διπλοτύπων, καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἑκάστοτε ἐψηφίζετε ἀρκεῖ νὰ συνταχθῇ διπλότυπον καθ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου ἢ πρωτόκολλον καὶ λαμβάνει ἰσχὺν συναλλάγματος πληρωτέου ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει. Πιστεύσατε, κύριοι, ἐπὶ ἓξ συνεχῆ ἔτη καὶ συναπτὰ ἑνὸς φορολογουμένου συνέταξα τὴν ἀναφορὰν περὶ τῆς ἐκριζωθείσης ἀμπέλου, ζητήσαντος τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου αὐτῆς, τὸ ἔκαμα ἵνα ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ βεβαιώσω ἐνώπιόν σας, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἓξ ὁλόκληρα ἔτη κατ’ ἔτος ἐδήλου ὅτι τὴν ἄμπελόν του ἐξεῤῥίζωσε καὶ παρεκάλει τὸν ἔφορον νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου δὲν τὸ κατώρθωσε· τοιοῦτοι εἶναι οἱ πλεῖστοι φόροι ἐκ τῶν ἀμπέλων, ποιμνίων καὶ τῶν λοιπῶν. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ἓν ἑκατομμύριον 700 χιλιάδας, ἐξ ὧν 600 χιλιάδες εἰσπράττονται ἐμμέσως εἰς τὰ τελωνεῖα καὶ δὲν μένει οὐδὲ λεπτὸν ὀφειλέτης διὰ τὰ ἐμμέσως εἰσπραττόμενα, μόνον διὰ τὰ ἀμέσως ἀπὸ τοὺς φόρους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, τώρα σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, πταίει ἡ κακὴ πίστις τοῦ λαοῦ ἐκείνου; διατί τὰ ἐμμέσως πληρωνόμενα εἰς τὰ τελωνεῖα δὲν καθυστεροῦνται; ἴσως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοι εἴπῃ δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς, ἐδῶ χρειάζεται ἡ νομοθετικὴ περίνοια, νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος, ὥστε ὁ φορολογούμενος νὰ μὴ καθυστερῇ τοὺς φόρους, καὶ ὁ πρῶτος ὅρος εἶναι νὰ ᾖναι ὁ φόρος ἴσος καὶ δίκαιος, ἀλλ’ ὅταν τὸν πτωχὸν φορολογούμενον τὸν ἐπιβάλητε νὰ πληρόνῃ 10 καὶ 25% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ ὅταν δὲν ἀσφαλίζητε τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν ἁρπακτικὴν χεῖρα τοῦ ἀπαριθμητοῦ, τοῦ εἰσπράκτορος, τοῦ ἐνοικιαστοῦ, τοῦ μεταβατικοῦ, τί περιμένετε, κύριοι; ἔχετε τὸ θάῤῥος, σᾶς τὸ ἐπιτρέπει ἡ συνείδησις νὰ ψηφίσητε νόμον καὶ εἴπητε, ὅτι ἂν ἡ μερὶς αὐτοῦ τοῦ λαοῦ δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὰ πλαστὰ πρωτόκολλα, τὰ πλαστὰ ἔγγραφα τῶν ἀπαριθμητῶν καὶ λοιπῶν ὀργάνων νὰ στερῆται τῶν δικαιωμάτων της τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι; Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ἐφαρμόσητε τὸν νόμον αὐτὸν, ποίαν βεβαιότητα ἔχετε, ὅτι ἂν ὁ ταμίας εἰς τὸν ὁποῖον ἐδώσατε ὅλην τὴν ἐξουσίαν νὰ συντάξῃ κατὰ τὸν νόμον κατάλογον καὶ ἐνεργήσῃ τὰς καταδιώξεις δὲν ἐπίκειται ὁ ἐξανδραποδισμὸς καὶ ἡ τύχη τοῦ δουλοπαροίκου κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Ἂν ὁ ταμίας λάβῃ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος 50 καὶ ἀφήσῃ τοὺς 150 ἀπὸ τὸ ἄλλο, νομίζετε ὅτι θὰ ὠφελήσητε τὸ δημόσιον ταμεῖον; Καὶ δὲν ἀρκοῦσι, κύριοι, αἱ διατάξεις αἱ φοβεραὶ τὰς ὁποίας ἔχετε εἰς τὸν νόμον περὶ καθυστερούντων δι’ ὧν ἔχετε τὸ δικαίωμα τῆς συντόμου καὶ εὐκόλου κοινοποιήσεως, καθὼς καὶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὴν ὁποίαν ἀφίνετε εἰς ἕνα ταμίαν καὶ τόσα ἄλλα, ἀφοῦ μάλιστα κατά τινα τρόπον ἐκλείσατε καὶ τὴν θύραν τῶν δικαστηρίων; δὲν εἶναι ἀρκετὸς οὗτος διὰ νὰ εἰσπράξητε τοὺς φόρους; καὶ νομίζετε ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐνῷ ἔχετε τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος ὁλοκλήρου ὡς ὁδηγὸν, ὅταν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον ὑπάρχουν τόσαι καὶ τοσαῦται καθυστερήσεις, νομίζετε, ὅτι θὰ φέρητε ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον ἐὰν παραπέσητε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ χωροφύλακος, τοῦ κλητῆρος τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου; πιστεύσατε ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ὀφειλετῶν, πολλὰ ὀλίγοι, ὀλίγιστοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ὠφελήθησαν ἐκ τῆς καθυστερήσεως, τὸ ὅλον δὲ τῶν ὠφελουμένων τὰ 9|10 καταδιώκονται ἀδίκως, καὶ λέγων ἀδίκως δὲν ἐννοῶ νομικῶς, οὐσιαστικῶς· ὑπέκυψαν εἰς χρέη καὶ καθυστερήσεις, καὶ ἀφοῦ ὑπέπεσαν εἰς μίαν καθυστέρησιν δὲν ἦτο εὔκολον νὰ πληρώσουν τὰς ὀφειλάς των. Λοιπόν, κύριοι, σᾶς συμβουλεύω καὶ σᾶς προτρέπω νὰ μὴ ἐπιψηφίσητε τὸν νόμον αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλητε τὴν ἐφαρμογήν του ἕως οὗ ἔλθῃ νέον φορολογικὸν σύστημα στηριζόμενον ἐπὶ ὑγιειεστέρων βάσεων, δι’ οὗ νὰ φορολογῶμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον καὶ ὄχι τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ κεφάλαια.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθυπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος.

§91Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, μεταξὺ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χατζίσκου καὶ τῆς τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει διαφορὰ καὶ εἶναι αὕτη, ὅτι κατὰ μὲν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡμεῖς, στεροῦνται τῆς ἱκανότητος τοῦ πολιτεύεσθαι ὅσοι ἀναφέρονται εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόλυτος δι’ ὅσους κατασταθοῦν ὑπερήμεροι περὶ τὴν πληρωμὴν τῶν δημοσίων χρεῶν κατὰ τὸν περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων νόμον, ἐξαιρουμένων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν ὀλιγώτερον τῶν 300 δραχμῶν· κατὰ δὲ τὴν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπειλοῦνται μὲ στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων οἱ τῶν ἀπὸ τοῦ 1871 χρήσεων ὀφειλέται. Τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου τὴν ἐπολέμησαν τινὲς καὶ μᾶς ἀπέδωσαν τὴν μομφὴν, ὅτι θέλομεν δι’ αὐτῆς νὰ προγράψωμεν τὸν λαὸν, νὰ ἐξυβρίσωμεν τὸν ἀγῶνα, ὅτι θέλομεν νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι ἀρνούμεθα τὰς περὶ ἐλευθερίας ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐπρεσβεύαμεν. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἂν τῳόντι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς παραβιάζηται τὸ Σύνταγμα, ἂν προγράφηται ὁ λαὸς καὶ ἂν δεσμεύηται ἡ σώφρων ἐλευθερία. Βεβαίως, κύριοι, τίποτε δὲν περιέχει ἡ πρότασις αὕτη ἐξ ὅλων τούτων, πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ οὐχὶ τὸν ἀγῶνα, οὐχὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν ἐκ παλαιῶν ἀβέβαια καὶ ἀνεκκαθάριστα χρέη πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν· ἡ πρότασις ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ καταναγκάσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν ἐκκαθαρισμένα καὶ βέβαια χρέη, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβον προθεσμίας καὶ εὐκολίας πολλὰς καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν καὶ δὲν πληρώνουν, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ ἀγὼν, οὔτε ἡ ἐλευθερία ἔδωκαν ἄδειαν νὰ ἀρνηθῶσι τὰ χρέη των· ὑπεστηρίξαμεν τὴν πρότασιν ταύτην καλῇ τῇ πίστει καὶ εἰλικρινῶς φρονοῦντες, ὅτι δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν πράγματι ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, ἥτις κατέστη ἀξιοθρήνητος ἕνεκα ἀδικαιολογήτων καθυστερήσεων καὶ οὐχὶ νὰ προγράψωμεν τὸν λαὸν, οὐχὶ νὰ ἐξυβρίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν καθολικὴν ψῆφον καὶ τὰς περὶ ἐλευθερίας ἰδέας μας, ὑπεστηρίξαμεν τὴν πρότασιν ταύτην διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταναγκάσωμεν τοὺς δυστροποῦντας τοὺς ἀπίστους ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου νὰ συνεισφέρουν εἰς τὴν πολιτείαν, ὅπως ὅλοι συνεισφέρουν. Δὲν ἠξεύρομεν ὑπὸ ποίου πειρασμοῦ ὠθούμενος ἔρχεται ὁ κ. Χατζίσκος καὶ ρίπτει τὰ ὅπλα καίτοι πρὸ πολλοῦ ἀγωνιζόμενος ἐμόχθησε πρὸς καθιέρωσιν τῆς μεγάλης ἀρχῆς τοῦ νὰ ἀποκλείωνται πάσης δημοσίας λειτουργίας οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου. Ναὶ κατέθεσε τὰ ὅπλα ὁ κύριος Χατζίσκος καὶ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ. Ἐὰν, κύριοι, ὁ κύριος Χατζίσκος δὲν θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς, δὲν μᾶς δεσμεύει· ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιμείνωμεν, εὑρίσκοντες τὴν πρότασιν ταύτην εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἰδίως κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ δὲν καθιστᾷ ἀνικάνους τοῦ πολιτεύεσθαι, εἰμὴ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀρνηθῆ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους τοὺς μετὰ τὸ 1871, ἡμεῖς ὅμως τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν παραδεχθῶμεν, διότι δὲν τὴν θεωροῦμεν λυσιτελῆ, οὔτε τὴν εὑρίσκομεν δικαίαν, διότι κανὲν δεῖγμα δυσπιστίας ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων δὲν μᾶς παρουσιάσθη μέχρι τοῦδε. Τὰ ὀγκώδη καθυστερήματα εἶναι ἀρχαιότερα τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀνέρχονται εἰς ὀγδοήκοντα ἑκατομμύρια ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ δὲν ὀφείλονται κυρίως ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ὁ κ. Κατσικαπῆς ἀνέπτυξε καὶ ὁ κ. Δαγρὲς ἐπανέλαβε δύνανται ἐξαίρετα νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι οἱ φορολογούμενοι οὐδέποτε ἠρνήθησαν τὴν πληρωμὴν φόρου βεβαίου καὶ ἀνεπιδέκτου ἀμφισβητήσεως. Εἶναι ἀληθές, εἶναι παραδεδεγμένον κοινῶς, ὅτι ὅλοι οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι ψηφίζονται κατ’ ἔτος εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράττωνται κατ’ ἔτος, καὶ πρὸ πάντων παρ’ ἡμῖν ὅπου οἱ φόροι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς, δὲν εἶναι βέβαιοι, ἀλλὰ πολλαπλοῖ καὶ ἀβέβαιοι, ὅπου καὶ μέσα πρόχειρα δὲν ὑπάρχουσιν ἀποχρῶντα, ὥστε καὶ ὅταν ἔχωμεν καθυστερήσεις φορολογουμένων, δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα. Λοιπόν, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διότι δὲν τὴν εὑρίσκομεν δικαίαν καὶ λυσιτελῆ· δὲν τὴν εὑρίσκομεν δικαίαν, διότι ψηφίζοντες αὐτὴν θὰ προσθέσωμεν μίαν νέαν σκληρότητα ἐναντίον τῶν φορολογουμένων ἐκτὸς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων περιέχει, καὶ συγχρόνως θὰ χορηγήσωμεν λεληθότως ἀμνηστείαν καὶ ὑπεράσπισιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τρανὰ δείγματα ἀπειθείας, ἀθετήσεως τῆς ὑποσχέσεως τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ὅτι θὰ πληρώσουν πρὸς τὸ δημόσιον ὅ,τι χρεωστοῦν. Δὲν εὑρίσκομεν λυσιτελῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ κατὰ τῶν φορολογουμένων εἰς τὸ μέλλον, διότι δὲν προβλέπομεν καταπληκτικὰς καθυστερήσεις ἀξίας αὐστηρᾶς τιμωρήσεως. Ἐπιμένομεν λοιπὸν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ αὐτὴν, ὅπως ἀρχῆθεν διετυπώθη, δηλ. καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1871 ὀφειλέτας ἀλλὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διαβεβαιοῦμεν τὴν βουλὴν ὅτι θέλομεν ἀποψηφίσει αὐτήν. (εὖγε, εὖγε.)

§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλω εἴπει ὀλίγα, διότι τὸ ζήτημα σχεδὸν ἐξηντλήθη. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰ περὶ διαχειρίσεως, διότι ἂν ἡ διαχείρισις ὑπῆρχεν ὁποία περιγράφεται, ἐνῷ ὑμεῖς εἶσθε ἐδὼ ἵνα ἐξελέγχητε τὴν διαχείρισιν, καὶ ἐντούτοις ὡς ἀδιαφορεῖτε, παραβιάζετε τὸ καθῆκόν σας, ἀρνεῖσθε τὴν ὕπαρξίν σας ἐνῷ λέγουν ἀπὸ ὑμᾶς τὸ ἔθνος ἐζήτησεν ἐγγύησιν, ἀπεστάλητε ἐδῶ ἵνα προσέχητε εἰς τὴν διαχείρησιν, τὴν ἐξελέγχητε καὶ τὴν τακτοποιῆτε. Δὲν συγχωρῶ μομφὴν τοιαύτην, ἰδίως ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαρκῶς δὲν ἔμειναν εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ διαρκῶς δὲν ἐξήλεγξαν τὴν κακὴν διαχείρισιν τυχὸν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ πολλὰς κυβερνήσεις ἠκολούθησαν καὶ διὰ τῆς ψήφου των ὑπεστήριξαν· δὲν δύνανται λοιπὸν σήμερον νὰ φέρωσι τοιαύτην πρότασιν ἢ μομφὴν κατὰ τῆς διαχειρίσεως, ἡ διαχείρισις, μὴ τὸ λησμονῆτε, δὲν ἀποβλέπει μόνον τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ ἐνώπιόν σας, διότι διὰ τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν ὑπουργῶν εὐθύνεσθε καὶ ὑμεῖς, ἂν δὲν πράττητε τὸ χρέος σας, δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοὶ μόνοι· ἐγὼ ὅμως ἀρνοῦμαι τὰς μομφὰς αἱ ὑπερβολικὰς, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ εἰς τοῦτο, διότι δὲν σκοπεύω νὰ ἀρνηθῶ ἀπολύτως καὶ ἀταξίας τινὰς, ἀλλ’ αὗται δὲν δύνανται νὰ σχηματίσωσι μίαν γενικὴν κατηγορίαν, οὔτε παραδέχομαι, κύριοι, οὔτε παραδέχεσθε, οὔτε εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ὑπῆρξαν ἀποτελέσματα τῆς ἀπληστείας καὶ τῆς σπατάλης μόνον, οὔτε εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ 1830 μέχρι τοῦδε δὲν προώδευσε πολλαπλῶς, καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς πραγματικὰς ἀνάγκας, δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς προόδου καὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ τόπου· δὲν εἶναι ἀκριβῆ λοιπὸν, κύριοι, ὅσα ἐῤῥέθησαν· καὶ δὲν εἶναι οὔτε πατριωτισμὸς μεγάλος, οὔτε ἀποδεικνύει σέβας πρὸς τὴν ἀλήθειαν νὰ ζητῶμεν ὅλα νὰ τὰ μεμφθῶμεν καὶ νὰ τὰ καταβιβάσωμεν. Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν ὅλων ἡμῶν εἶναι ὅτι ἡ πατρὶς δὲν ὀπισθοδρομεῖ, ὅτι ἀπεναντίας προοδεύει διὰ τῆς συμπράξεως ὅλων ἡμῶν, ἡ πρόοδος τῶν ἐσόδων εἶναι ἀπόδειξις τῆς προόδου τοῦ τόπου ἡ δὲ τῶν ἐξόδων δὲν ἀποδεικνύει τὴν κακὴν ἡμῶν κατάστασιν· ἂν τὸ ἐναντίον ἦτο ἐν γένει, καὶ ὡς λέγουσιν, ἀληθὲς, ἀλλοίμονον εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διεχειρίσθησαν ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων ἵνα θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας των. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καλὸν δὲν εἶναι ἄνευ μελέτης ἐμβριθοῦς, ἄνευ σκέψεως νὰ φέρωνται ἐνώπιόν σας ἰδέαι αἱ ὁποῖαι οὔτε ἀκριβεῖς, οὔτε ἀληθεῖς εἶναι, ὁ λαὸς εἰς ἀντάλλαγμα τῶν φόρων τοὺς ὁποίους δίδει δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε, λέγουσι; ἂν ἦτο ἀληθὲς, δὲν θὰ ὑπῆρχε κοινωνία, δὲν θὰ ὑφίστατο πρόοδος.

§93ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ὑπάρχει, ἀλλ’ εἰς κακὴν κατάστασιν.

§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε βουλευτὰ, νὰ μὴ μὲ ἀναγκάσητε εἰς ἐξηγήσεις. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς προτάσεως ἡμῶν καὶ τῆς τοῦ κυρίου Χατζίσκου εἶναι μεγίστη. Ὁ κ. Χατζίσκος καθ’ ἡμᾶς ἐπρότεινε μέτρα σκληρὰ, τὰ ὁποῖα, ὅπως προτείνονται, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, πρέπει πρῶτον τὸ πταῖσμα νὰ ἦναι βέβαιον, νὰ ἦναι ἀληθὲς, καθόσον καὶ ἡ ποινὴ μέλλει νὰ ἦναι βεβαία. Ἰδοὺ διὰ τί ἐπολεμήσαμεν τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Χατζίσκου καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθόν. Δὲν δυνάμεθα ἀναμφισβητήτως ἡμεῖς, προκειμένου νὰ φέρωμεν τὴν ψῆφον μας καὶ ὡς βουλευταὶ, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ ὀφειλέται τοῦ παρελθόντος εἶναι ἀληθεῖς ὀφειλέται καὶ ἔνοχοι τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ πρότασις, καὶ συγχαίρω καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Χατζίσκον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ὀρθὰς καὶ εἰλικρινεῖς ἰδέας ὁρμώμενος ἐνώπιον τῆς ἀμφιβολίας ἐσταμάτησε καὶ δὲν ἐπέμεινε. Ἀλλὰ, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται ἤδη; Ἡ κοινωνία ὅπως ὑπάρξῃ, σᾶς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος πρόεδρός σας, ἔχει ἀνάγκην τῆς συνεισφορᾶς ὅλων ἡμῶν, καὶ ἕκαστος ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ τὴν ἀναλογίαν του, διότι ἄνευ τῆς συνεισφορᾶς αὐτῆς ἡ κοινωνία δὲν ὑφίσταται, λοιπὸν ἡ ἄρνησις τοῦ φόρου εἶναι ἄρνησις τῆς ὑπάρξεως τῆς κοινωνίας· τὸ δ’ ἔγκλημα εἶναι μεγαλείτερον, ὅταν ἕτερός τις διαχειριζόμενος τοὺς φόρους αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ὁ πολίτης προσφέρει εἰς τὴν κοινωνίαν τοὺς καταχρᾶται καὶ ἀντὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον, τοὺς σφετερίζεται, οὕτω δὲ πράττει διπλοῦν ἔγκλημα. Κύριοι, τὸ ἔγκλημα αὐτὸ δύναται ἀναντιῤῥήτως νὰ τιμωρηθῇ εἰς τὸ μέλλον, ἂν πράξῃ τις ἐναντίον τοῦ νόμου, ὅστις ζητεῖται, ἐὰν δὲν πληρώσῃ τοὺς φόρους του ἢ σφετερισθῇ αὐτοὺς, δύνασθε νὰ εἴπητε ἐκτὸς τῶν ἄλλων καταδιώξεων, ὁ παραβάτης ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Καὶ ποία εἶναι ἡ ποινὴ αὕτη; Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλλομεν; ἰδοὺ τί ζητοῦμεν. Ὁ πολίτης ὁ ἀρνούμενος τὴν ὕπαρξιν τῆς πολιτείας, διότι ἀρνεῖται νὰ συνεισφέρῃ τὰ μέσα τοῦ ζῆν, ὁ πολίτης ὁ ὁποῖος διεχειρίσθη τὰ δημόσια χρήματα κακῶς καὶ κακῇ τῇ πίστει, αὐτὸς νὰ μὴ δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ διαχειρισθῇ δημοσίαν ἐξουσίαν, δημοσίαν ὑπηρεσίαν· αὐτὸ λέγει ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν παρουσιάσαμεν, αὕτη ἀρνεῖται εἰς τὸν τοιοῦτον πολίτην δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὸν θεωρεῖ ἀνάξιον πίστεως, διότι ἔδωσε δείγματα κακῆς πίστεως εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν πολιτείαν καθήκοντός του. Καὶ ποῦ εἶναι, κύριοι αἱ καταστροφαὶ, οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι περιμένουν τὸν λαὸν ἐκ τούτου, τὸν λαὸν αὐτὸν περὶ τοῦ ὁποίου δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν καμμίαν καὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε νὰ χειροτερεύσητε τὴν τύχην, ὡς λέγουσιν; ἐκεῖνοι μεταξὺ αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἐκτελέσουν τὸ χρέος των ἐκεῖνοι ἀδικοῦν τὸν λαὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ· διὰ τοῦ νόμου τούτου οἱ τοιοῦτοι δὲν παύουν μὲν τοῦ νὰ ᾖναι πολίται, παύουν ὅμως νὰ ᾖναι ἄρχοντες. Καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, τὴν ἐπιείκειάν σας, ἂν θέλητε, καὶ τὴν μέριμνάν σας ἐπὶ τοῦ κακοῦ τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὸν λαόν. Τὸν λαὸν, κύριοι, δὲν ὑστεροῦμεν ἡμεῖς τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἀλλὰ τοὺς ἀναφανέντας κακοὺς διαχειριστὰς στεροῦμεν τοῦ δικαιώματος νὰ διαχειρίζωνται ἐκ νέου, ἡμεῖς λοιπὸν προστατεύομεν τὸν λαὸν, τὸν ἀπαλλάττομεν ἀπίστων ἀρχόντων. Καὶ τοῦτο, κύριοι, γίνεται αὐθαιρέτως ἐκ μέρους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς; ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἄνευ οὐδενὸς χαλινοῦ; Ὄχι· τί ζητοῦμεν; μήπως ἀρνούμεθα ἐκ τῶν προτέρων καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ καθέξῃ μίαν ὁποιανδήποτε θέσιν; ὄχι· ἀλλὰ τί ζητοῦμεν; Ὁ ὀφείλων εἰδοποιηθεὶς νὰ πληρώσῃ, καὶ μὴ πληρώσας νὰ καταγγέλληται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, νὰ δικαιολογήσῃ ἐνώπιον αὐτοῦ διατί δὲν πληρόνει, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀδίκως ζητεῖται, οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, ἂν δὲ τοὐναντίον, θέλομεν νὰ παύῃ τοῦ νὰ ᾖναι ἄρχων· ἄνθρωπος τοιαύτης διαγωγῆς εἶναι ἀνάξιος νὰ σᾶς διοικήσῃ, νὰ εἰσπράξῃ φόρους, νὰ διαχειρισθῇ· ἂν νομίζητε σεῖς ὅτι εἶναι ἄξιος, πράξατέ το, καθιερώσατε ἐπισήμως τὴν κατάχρησιν, ὡς δικαίωμα κατακτήσεως τῆς ἐξουσίας.

§95ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ διατί πρὸ καιροῦ δὲν καθιερώνομεν τὸ τοιοῦτον;

§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κακῶς δὲν ἐγένετο, ἔπρεπε νὰ γείνῃ· ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι καλὸν, δύναται νὰ γείνῃ σήμερον, πρέπει νὰ τὸ πράξητε, καὶ μὴ λέγητε, ὅτι δὲν τὸ πράττετε, διότι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένετο. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ἀνάγκην μακροτέρας συζητήσεως. Νομίζω, ὅτι ὅ,τι ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐῤῥέθη ἄνευ σκοποῦ τινος καὶ ἐκτὸς τοῦ θέματος· οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει, οὐδεὶς πρόκειται νὰ καταπιεσθῇ· ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἱδρῶτός του διατηρεῖ καὶ δίδει ζωὴν καὶ ὕπαρξιν εἰς τὴν πολιτείαν, δὲν ἀπειλεῖται, ὁ λαὸς προστατεύεται ἀπεναντίας· διότι, κύριοι, εἰς τὸν λαὸν αὐτὸν λέγομεν ἐκ τῶν προτέρων, ἔσο βέβαιος ὅτι τὸ χρῆμά σου δὲν θέλει διαχειρισθῆ τοῦ λοιποῦ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὸ κατεχράσθη (χειροκροτήματα). Κύριοι, κατὰ δυστυχίαν ἡ πατρίς μας εὑρίσκεται εἰς τόσον δύσκολον κατάστασιν, ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλωμεν προσθέτους ποινὰς διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς λυπῇ, ἀντὶ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ χειροκροτῶμεν, ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ ἀποδεικνύει ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἰσχυρῶν κέντρων διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν ὅ,τι ὠφείλαμεν ὡς τίμιοι ἄνθρωποι καὶ ἀγαθοὶ πολῖται, νὰ τὸ ἐκτελῶμεν ἄνευ προτροπῆς· λοιπὸν ἂς λυπούμεθα ἀντὶ νὰ χειροκροτῶμεν. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν πρόκειται διόλου νὰ πάθῃ ὁ λαὸς, ἀλλὰ νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἄλλως, κύριοι, δὲν συμφέρει καὶ δι’ ἄλλον πολλὰ σπουδαῖον λόγον νὰ μὴ παραδεχθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως καὶ παμψηφεὶ μάλιστα· δὲν συμφέρει, κύριοι, νὰ εἴπουν ὅτι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας βουλευτὰς ἐζητήθη ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας οἱ κακῆς πίστεως ἄνθρωποι, διότι εἶναι πλέον βεβαιωμένον, ὅτι κακῆς πίστεως εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἐξητήθη ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τῆς διοικήσεως, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἶπεν ὄχι, θέλω νὰ μένωσι καὶ νὰ μὲ διοικῶσι· θέλει εἶσθαι ὀδυνηρὰ ἡ ἐντύπωσις, θὰ βλάψωμεν καὶ τὴν τιμήν μας καὶ τὰ συμφέροντά μας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ διαφωνῆτε περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς προτάσεως, καὶ διὰ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, νομίζω ὅτι παμψηφεὶ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀρχήν. Ἴσως ὑπάρχουν διάφοροι γνῶμαι ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, ἴσως τινὲς ἀμφισβητῶσιν, ὅτι αἱ ἀπαγορεύσεις αὗται δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι γενικὴν ἐφαρμογὴν, διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καί τινας γενικὰς ἀρχάς· τοῦτο θέλομεν τὸ ἐξετάσει, ἀλλ’ οἱ καταχρασταὶ, οἱ ἀρνούμενοι τοὺς φόρους των δὲν πρέπει νὰ διοικῶσι, δὲν πρέπει ἡ ἰδέα αὕτη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδεμίαν ἀντίστασιν· κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῆτε, κατόπιν βλέπομεν διὰ τὰς λεπτομερείας.

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς.

§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀμφισβητεῖτε, ἀλλά, ἐπαναλέγω, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε κατὰ τῆς ἀρχῆς, οὐδεὶς εἰ δυνατὸν.

§99ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ μὲ παρεξήγησαν, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω πέντε λόγια.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐσημείωσα, ὁ κ. Δανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§101ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κ. πρόεδρε, ἐγκαρδίως, καὶ πιστεύω ὅτι μετ’ ἐμοῦ λυποῦνται οἱ πάντες, διότι περιήλθομεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ψηφίζωμεν ἀπό τινος χρόνου νόμους τῆς ἀνάγκης· ὡς νόμων τῆς ἀνάγκης θεωρουμένων ὀφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν· ἓν μόνον θέλω ν’ ἀποκρούσω, ὅτι εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην προσερχόμεθα ἕνεκα ὑπαιτιότητος τῆς παραγωγοῦ τάξεως. Οἱ Ἀθηναῖοι εἶχον πολλὰς ἑορτὰς, ἐν μιᾷ τῶν ὁποίων ἐτέλουν τὸ ἑξῆς. ᾘσθάνοντο τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων καὶ ἤθελον νὰ τὰ ἀποβάλουν· ἔφερον ἕνα τράγον, τὸν ὁποῖον ὠνόμαζον τράγον ἀποδιοπομπαῖον, καὶ ὑπέθετον ὅτι, ἐὰν ἔῤῥιπτον τότε τὰ ἁμαρτήματά των καὶ τόν ἀπέπεμπον ἀπηλλάττοντο ἀπὸ τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν. Εὕρομεν τὸν τράγον τὸν ἀποδιοπομπαῖον, τὴν τάξιν τὴν παραγωγικὴν καὶ ἐπιῤῥίπτομεν ὅλα τὰ ἁμαρτήματα καὶ νομίζομεν ὅτι μᾶς ἀπαλλάττει τοῦ βάρους εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ τάξις τῶν διοικούντων. Ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν αὐτὸν τὸν νόμον, κ. πρόεδρε. Ἔγειναν εἰς τὴν ἐπικράτειαν αὐτὴν πολλαὶ ἐνέργειαι, καὶ πολλὰ κινήματα ἔκνομα ἐν τῇ πρωτευούσῃ τεκταινόμενα, τὰ ὁποῖα προὐκάλεσαν σπουδαίας δαπάνας εἰς τὴν ἐπικράτειαν, προβιβασμοὺς καὶ βαθμοὺς καὶ κινήσεις στρατευμάτων. Ἐντεῦθεν ἡ ἐλάττωσις τῶν πόρων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἔνοχοι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὰ βάρη. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἂν χρεωστοῦνται, ἡ ὀφειλὴ ἡ ὑπολειπομένη εἶναι ἄδικος, εἶναι ὅμως νόμιμος, καὶ ἄλλο νόμιμον καὶ ἄλλο δίκαιον. Θέλετε νὰ πάρητε τὸ δίκαιόν σας ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας; πρέπει νὰ θέσητε ὄχι τὸν νόμον, ἀλλὰ τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας εἰς ἐνέργειαν, καὶ ἀπατᾶται ὅστις πιστεύει ὅτι μία ἀπηνὴς καταδίωξις πρὸς εἴσπραξιν εἶναι τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας· τοιαῦτα μέτρα ἀποξηραίνουν τὰς πηγὰς τῆς παραγωγῆς. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ἤμην νομάρχης εἰς τὰς Πάτρας· ἔγεινεν ὁ νόμος ὁ εὐεργετικὸς τότε περὶ καθυστερούντων· προσεκάλεσα λοιπὸν τοὺς ὀφείλοντας, μεταξὺ πολλῶν ἦλθε καὶ ἕνας Θαλῆς ἀπὸ τὸν Πύργον ὁ ὁποῖος ἐφύτευσε 700 στρέμματα σταφίδος· ἐνδιαφερόμην νὰ μάθω πόσου ποσοῦ εἶναι ὀφειλέτης αὐτὸς καὶ πόσον φόρον δίδει· πληροφοροῦμαι ὅτι ἐχρεώστει 50,000 περίπου δραχμὰς καὶ ὅτι ἔδιδε φόρον εἰς τὸ δημόσιον 15–20 χιλιάδας δραχμὰς τὸ ἔτος· τουτέστιν ἐπλήρωνεν ἑκάστοτε τὴν ἀρχικὴν ἀξίαν τῆς γῆς ἣν κατεῖχεν· αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους θέλουν νὰ δικάσουν μὲ τὴν μάχαιραν τοῦ νόμου εἰς χεῖρας καὶ ὄχι μὲ τὴν στάθμην τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Κύριε πρόεδρε, ἐμμένω θεωρῶν τὸν νόμον αὐτὸν ὡς περιττὸν διὰ τὰς ἑξῆς σκέψεις. Τὸν νόμον αὐτὸν θεωρῶ ὡς ἄγριον, τὸν θεωρῶ ὡς ἀπάδοντα εἰς τὴν σημερινὴν πρόοδον· δὲν εἶμαι φίλος τῶν καθυστερήσεων καὶ δὲν καθυστερῶ· δὲν μὲ ἀρέσκει ὅμως εἰς τὰ 1871 κατόπιν τόσης προόδου ἡμεῖς νὰ ἐρχώμεθα σήμερον νὰ λέγωμεν δὲν σὲ θέλω βουλευτὴν, διότι χρεωστεῖς 50 δραχμάς· βουλευτὴν ἢ ὑπάλληλον ἢ νομάρχην· ἐνῷ διὰ νὰ σᾶς ἀνακρίνουν μόνον πρέπει νὰ πάρουν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς· φαντασθῆτε εἰς πόσην κατάπτωσιν ἔρχεται τὸ βουλευτικὸν σῶμα· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ παραιτῶ· τί θέλετε τὸν νόμον αὐτὸν, ἀφοῦ ἐπήρατε ἕνα ἄλλον νόμον, καλῶς ποιοῦντες, περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, ὁ ὁποῖος νόμος, ὅταν καλῶς ἐννοηθῇ, διότι ἔγεινεν ἀπὸ νοῦν πολὺ πεπειραμένον καὶ τὸν ἐπαινῶ διὰ τοῦτο, ἠξεύρετε τί ὁμοιάζει; ὁμοιάζει μίαν μηχανὴν ἀτμοκίνητον ἐκκοκιστικήν· σὰν τὸ βαμβάκι θὰ παραδιδόμεθα καὶ θὰ μᾶς παίρνουν ὅ,τι ἔχουν νὰ πάρουν. Θέτων ἐργολαβίας κλπ. ἐννοεῖτε καλῶς ὁποῖαι θὰ ὦσιν αἱ συνέπειαι, ὁσάκις ὁ ταμίας θὰ ἀναθέτῃ εἰς τὸν εἰσπράκτορα τὴν εἴσπραξιν ὡρισμένων φόρων καὶ τάξῃ προθεσμίαν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας θὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος τοῦ εἰσπράκτορος τὰ μὴ εἰσπραχθέντα. Ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ αὐτό; θὰ φουρκίσῃ τὸν κόσμον διὰ νὰ εἰσπράξῃ. Δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ἡ κυβέρνησις εἰσπράττει ὅλους τοὺς φόρους, πρέπει νὰ ᾖναι τῆς ἐσχάτης ἀνικανότητος μὲ τὸν νόμον αὐτὸν νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, ὁ νόμος αὐτὸς θὰ τεθῇ εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεὰς ὡς γνώρισμα μαρτυροῦν τὴν κατάπτωσιν τῆς ἐποχῆς, ὅπως τίθεται ὡς γνώρισμα περὶ τῆς καταπτώσεως τοῦ μεγαλείου τῶν Ἀθηναίων τὸ ἑξῆς. Τί ἦτο ὁ Δημοσθένης, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ πρὸ πάντων εἰς ὅσους ἐπῆγαν εἰς τὰ σχολεῖα· ὑπῆρξεν ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον ἐθαύμασαν ὅλοι διὰ τὴν εὐγλωττίαν, διὰ τὸν πατριωτισμόν του· τοσοῦτον ταχεῖα ὑπῆρξεν ἡ κατάπτωσις τῶν Ἀθηναίων, γράφει ἱστορικός τις, ὥστε τὸ ψήφισμα περὶ ἀποθεώσεως Δημητρίου τοῦ πολιορκητοῦ τὸ ἔγραψεν ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Δημοσθένους. Φέρετε αὐτὸν τὸν νόμον ὡς σημεῖον τῆς καταπτώσεως καὶ αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ θὰ ἀναγνώσουν αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς ἀπαγορεύσεως, τῆς ἀνικανότητος καὶ θὰ εἴπουν ὅτι περιήλθομεν εἰς τοιαύτην θέσιν νὰ ὑποβάλωμεν ἡμᾶς εἰς τοιαῦτα μέτρα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάρμοστα εἰς ἔθνος πολιτισμένον, θὰ εἴπουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἰς τοσοῦτον βαθμὸν ταπεινώσεως ἦλθον, ὥστε ἐψήφισαν ἕνα νόμον τῆς ἀνάγκης περὶ ληστείας τοιοῦτον καὶ ἕνα ἄλλον νόμον τῆς ἀνάγκης περὶ εἰσπράξεως· διότι τί λείπει ἀπὸ τὸν νόμον; δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἔχει τόσα μέσα; Ἡ Βουλὴ ἐν συνόλῳ ἰσοδυναμεῖ, καὶ κάτι πλέον ἴσως, μὲ τὴν βασιλείαν· αὐτὸ τὸ Σῶμα θέλουν νὰ τὸ ἐξευτελίσουν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, καὶ διώξουν τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τὸ βουλευτήριον, διότι εἶναι ὀφειλέτης· αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὸ ὕψος τῆς ὑπάρξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν θέλω ἐξαιρετικὰ προνόμια διὰ τοὺς βουλευτὰς, θέλω ἡ Βουλὴ νὰ μένῃ εἰς τὸ ὕψος της. Τελευτῶν δὲ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἰδέας ἡ ὁποία ἐγείρεται ὅτι περιήλθομεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν τοιούτους νόμους, ἕνεκεν ὑπαιτιότητος τῶν παραγωγῶν. Δὲν εἶναι αὐτοὶ ὑπαίτιοι, εἶναι ἄλλοι· ἀλλ’ ἔκ τινων λόγων οὓς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν μοι συγχωρεῖται νὰ προβῶ εἰς περισσοτέραν ἀνάπτυξιν· ὑπαίτιος εἶναι ἡ πρωτεύουσα, ἀναμνήσθητε τῶν περιστάσεων τὰς ὁποίας ἐνήργησε καὶ τὸ ἔθνος ἐπεκύρωσεν. Ὑπεκίνησαν τόσας ἀνταρσίας, ἄλλοι ὑπῆγαν νὰ τὰς καταστείλουν, ἄλλοι ἔφτιασαν καταλόγους ψευδεῖς, καὶ κατεσπαταλῶντο τὰ χρήματα. Δὲν εἶναι ὀφειλέται κατὰ δικαιοσύνην, καὶ ἂν θέλητε νὰ τοὺς στενοχωρήσητε, σκεφθῆτε καλῶς, μὴ τοὺς στιγματίσητε, διότι θὰ σᾶς χρησιμεύσωσι.

§102ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸ μέλλον.

§103ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολεμῶ τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι ἤλθομεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νόμον, ἔστω καὶ διὰ τὸ μέλλον, διότι ἡ παραγωγικὴ τάξις εἶναι τὸ θῦμα τοιαύτης ἀγρίας νομοθεσίας. Εἴμεθα πράγματι εἰς στενόχωρον θέσιν· πράγματι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται, ἀλλ’ ἐὰν ζητήσητε, θὰ εὕρητε τοὺς ὑπαιτίους εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, τοὺς βουλευτὰς καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, οἱ ὁποῖοι τοὺς λέγουν μὴ πληρόνητε. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ἐὰν ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος, δὲν θέλω νὰ ὑπάρχῃ ἡ παραγωγικὴ τάξις ὡς αἰτία, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς τὴν θέσιν νὰ ψηφίσωμεν τοιούτους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀπάδουν εἰς τὴν σημερινὴν πρόοδον καὶ τὴν σημερινὴν πολιτικήν.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος.

§105ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγα θὰ προτάξω, κύριοι, μετ’ εὐλαβείας εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν κατὰ τὰ 1867 ἀγόρευσιν τοῦ ἰδίου πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἰδίας ταύτης προτάσεως, ἢ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἰδίας ταύτης προτάσεως τῆς σήμερον ἐνώπιόν σας ὑπ’ ἄλλην ὄψιν ἐμφανισθείσης· πρῶτον μὲν προταθείσης καὶ διατυπωθείσης ὑπὸ τὴν καθαρὰν αὐτῆς ἔποψιν, ὕστερον δὲ τροποποιηθείσης, ὅπως ἤδη παρουσιάζεται. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι λαλῶν τότε ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις, ὡς εἰπεῖν, ὑπῆρχεν ἐν ὁμοφροσύνῃ γενικῇ, διότι ἐδὼ ἤμην καὶ ἐγὼ τότε, καὶ σύμφωνος ἤμην ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· εἶπε, Κύριοι βουλευταί! καὶ ἐὰν σεῖς ὅλοι θελήσητε νὰ ἐπικυρώσητε μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν λαοκτόνον, δολοφόνον, ἐγὼ δὲν θέλω ποτὲ συναινέσει νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ βασιλέως, διότι τὴν θεωρῶ δολοφόνον.

§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον πολεμῶ πάντοτε.

§107ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ τότε· σήμερον δὲν ἠξεύρω τί μετέβαλεν ἡ πρότασις αὕτη διὰ νὰ ᾖναι λαοπόθητος, ἀναγκαία, διὰ νὰ ᾖναι συνεπὴς καὶ μὲ τὴν λογικὴν καὶ μὲ τὸ δίκαιον καὶ μὲ τοὺς συνταγματικοὺς νόμους τοῦ κράτους ἀκόμη· διότι θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἀντιστρατεύεται καὶ κατὰ τοῦ ἰδίου συντάγματος, ὅπως σήμερον ἔρχεται. Μηδὲν, κύριοι, μετεβλήθη ἐν τῇ προτάσει παρὰ τοῦτο· ἔλαβεν ἴσα ἴσα ἡ πρότασις μονομερῆ ὅλως διόλου τύπον, ἐφαρμογὴν ὅλως διόλου μελλοντικήν. Ἐνῷ μήτε οἱ ἀρχαῖοι νομοθέται, μήτε οἱ νόμοι τοῦ κράτους ἐνόησαν ποτὲ νὰ ἐπιβάλωσι μελλοντικὰς ποινάς, ἀλλὰ πάντοτε αἱ ποιναὶ ἐπιβάλλονται διὰ νὰ προλάβουν εἰς τὸ μέλλον παρελθόντα ἀδικήματα, εἴτε κατὰ τοῦ δημοσίου, εἴτε κατὰ τῆς πολιτείας. Ἐὰν δὲ νόμος τις ἔρχηται διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς εἰς ἀδικήματα μελλοντικῆς φύσεως καὶ σημασίας, ὁ νόμος αὐτὸς οὐδεμίαν ἔχει πραγματικὴν ὑπόστασιν, πραγματικὴν βάσιν, οὐδὲν πραγματικὸν δίκαιον διὰ νὰ ψηφισθῇ. Τώρα ἐρχόμενος νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον ὁ νόμος αὐτὸς, καινοτομεῖ καὶ παρουσιάζεται ὡς νέος, εἰς τὸ ὅτι ἐδόθη εἰς αὐτὸν σημασία τις καὶ διεύθυνσις ἄλλη καὶ προορισμὸς ἄλλος, παρὰ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τώρα καὶ ἄλλοτε, παρὰ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔχουν ὅλοι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν ποινὰς ἢ ἀμοιβάς, παρὰ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ οἱ νόμοι τῶν προγόνων μας, ὅταν ἐπέβαλον τὴν ποινὴν ταύτην τῆς ἀτιμώσεως εἰς τοὺς καθυστεροῦντας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη δὲν ἐπέβαλον τὴν ποινὴν αὐτὴν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ καθυστερήσουν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον μέχρι τότε καθυστερήσει, καὶ ὤφειλον ἑκατομμύρια, ὅπως καὶ ἡμεῖς σήμερον οἱ ἀπόγονοί των, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν ἐκ παντὸς τρόπου νόμον τινὰ ἄλλον νεωτεριστικόν, τὴν λεγομένην σεισάχθειαν, ἥτις ὕστερον ἐπὶ τῆς διαφθορᾶς καὶ παρακμῆς τῆς Ἑλλάδος ἐψηφίσθη, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπεκρούσθησαν, ἀπεψηφίσθησαν, διεγράφησαν ὅλα τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα χρέη· τοῦτ’ αὐτὸ φοβοῦμαι μήπως καὶ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ πράξωμεν, καὶ τὸ φοβοῦμαι, τόσῳ περισσότερον, καθόσον τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία φέρεται, ἔχει οὕτω’ — τὴν παρατήρησιν δὲ ταύτην κάμνω δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι δύναται ποτὲ νὰ εὑρεθῇ δικαιοτέρα ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ νόμος οὗτος νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶς ἀδικησάντων τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ταμεῖον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδέποτε τὸν νόμον τοῦτον θὰ δυνηθῆτε, ὅπως παρουσιάζεται σήμερον, νὰ τὸν ἐφαρμόσητε, ἐπὶ ἐκείνων τοὺς ὁποίους εἴχετε, (καὶ ἂν ἔχητε τὸ θάῤῥος, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσητε,) εἴχετε τὴν πρόθεσιν νὰ τιμωρήσητε, ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν εἰσηγάγετε αὐτὸν τὸν νόμον. —Τί λέγει τὸ πρῶτον ἄρθρον; «Οἱ φορολογούμενοι καὶ λοιποὶ πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλέται ἐκ χρεῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν χρήσεις, ὅσοι δὲν ἤθελον πληρώσει τὸ χρέος των κτλ.» Καὶ πῶς θέλετε δυνηθῆ, κύριοι, αὔριον νὰ εἴπητε εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦ 32 καὶ ἐντεῦθεν καθυστεροῦντας, καὶ ἂν ἤθελεν εὑρεθῇ κυβέρνησις ἔχουσα τὴν καλωσύνην αὐτὴν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη των, πῶς θέλετε τοὺς εἴπει, ὅτι δύνανται καὶ ὀφείλουν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, τὸν ὁποῖον σήμερον ψηφίζετε, ἀφοῦ διαῤῥήδην εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοὺς ἐξαιρεῖτε; διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει μόνον περὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν χρήσεις. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἐσκόπει νὰ πράξῃ καὶ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς ἀρχικῆς προτάσεως, τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἐπιτυγχάνεται, ἀλλ’ ἡ θέσις τῶν πραγμάτων χειροτερεύει· ἐξασφαλίζει σωστὰ σωστὰ μίαν σεισάχθειαν, μίαν παραγραφὴν ὅλων τῶν μέχρι τοῦ 1871 ὀφειλομένων. Καὶ διὰ τί λέγω παραγραφήν; διότι, σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ δημοσίου, καταναγκάζων τὸν μὲν ὑπουργὸν ὅσον τάχιστα νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα καθαρισμὸν τῶν χρεῶν αὐτῶν διὰ τοὺς ὀφειλέτας ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ φιλοτιμία ἤθελε δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου προσβληθῆ, τοὺς δὲ ὀφείλοντας νὰ συνδράμωσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸν ἐκκαθαρισμόν, ποτὲ δὲν ἔχετε νὰ ἐλπίζητε, ὅτι τὰ χρέη αὐτὰ δύνανται νὰ γείνωσιν ἀπαιτητὰ, δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἢ νὰ πληρωθῶσι· διότι μήτε τοὺς ὀφειλέτας ἔχετε, μήτε τὰς ἰδιοκτησίας των, μήτε τὸ δικαίωμα τῆς προσωποκρατήσεως, μήτε οὐδὲν μέσον. Ἐὰν λοιπὸν παρίσταται ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ νόμου, δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν τάξιν παρίσταται, τὴν ὁποίαν ἐξαιρεῖτε. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῶν παρατηρήσεών μου, τὸ περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῆς προτάσεως, ὅπως ἔρχεται. Ἡ χρῆσις, κύριοι, τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τοὐτέστι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, τοῦ ἐκλογέως καὶ τοῦ ἐκλεξίμου, ἀποῤῥέει ἐξ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ θεμελιώδους νόμου. Οὐδεὶς δύναται δι’ ἑνὸς νόμου νέου, διὰ μιᾶς τοιαύτης τροπολογίας, νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἀπὸ τὸν λαὸν δι’ οἱονδήποτε λόγον· ἀντιστρατεύεται δὲ ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς καθολικότητος τῆς ψήφου, συμβιβάσατέ τα τώρα σεῖς ἐν τῇ συνειδήσει σας, ἐν τῇ νομομαθείᾳ σας, ἐν τῇ συνταγματικότητι σας αὐτὰ τὰ πράγματα· καὶ ἐὰν, κύριοι, ἐφηρμόζοντο ἐπὶ ὅλων τῶν τάξεων πρὸς ἕνα σκοπὸν τοῦ νὰ διασώσωμεν τὰς μεγάλας ὀφειλὰς τοῦ κράτους καὶ νὰ τὰς συγκεντρώσωμεν εἰς τὸ δημόσιον, σήμερον ὅτε πρόκειται περὶ τῶν ὅλων, εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, προθύμως ἠθέλομεν εἴπει ὅλοι, ὅτι ἂς δώσωμεν ἕνα νόμον εἰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ ὁποίου θὰ συγκεντρωθοῦν τὰ καθυστερήματα εἰς τὸ δημόσιον, καὶ θέλομεν ἐξέλθει τῆς δυσχεροῦς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας. Ἀλλ’ ὄχι! θέλομεν κάμει ἓν κακὸν ἴσως, ἄνευ ἀνάγκης, διότι καὶ ἄνευ τούτου οἱ φόροι τοῦ μικροῦ λαοῦ θέλουν εἰσπραχθῆ, διότι ἔχετε ἀπηνῆ ἄλλα μέσα τὰ ὁποῖα ἐδώσατε· θέλομεν λοιπὸν κάμει ἓν κακὸν, χωρὶς νὰ διορθώσωμεν τὸ κακὸν τὸ ὑπάρχον. Τὰ ἑκατομμύρια τὰ καθυστερούμενα θὰ μείνουν ἑκατομμύρια, καὶ ἂν ἡ κυβέρνησίς ποτε θελήσῃ νὰ τὰ κανονίσῃ καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τακτικὰς δόσεις, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ ὑπαγάγῃ εἰς αὐτὸν τὸν νόμον δυνάμει αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ψηφίζετε σήμερον. Κύριοι βουλευταὶ, μίαν τελευταίαν παρατήρησιν θὰ κάμω· ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε προχθὲς (καὶ τὴν παρατήρησιν ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀνήκει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς κωμῳδίας τῶν νόμων τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη προχθὲς ὁ κ. Λέκκας ὁμιλῶν), ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγω, εἶπε προχθὲς ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον, ποῖοι θὰ κληθοῦν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του; Ἐδῶ, κύριοι, εἶναι ἡ Συνταγματικὴ αὐτὴ κωμῳδία, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁ ἐμπαιγμὸς καὶ ἡ κωμῳδία τῶν νόμων. Θὰ καταντήσῃ νὰ κάθηνται ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ ταμίου, ἐπὶ τῆς τοῦ ἐφόρου, ἐπὶ τῆς τοῦ Νομάρχου, ἐπὶ τῆς τοῦ βουλευτοῦ, θὰ διαχειρίζωνται τοὺς φόρους ὡς ἐνοικιασταὶ, ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἄνθρωποι καθ’ ὁλοκληρίαν χρεωκόποι, ἄνθρωποι ὀφείλοντες πολλὰς ἴσως χιλιάδας εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἐκδίδουν φετφάδες περὶ στερήσεως τῶν πολιτικῶν καὶ ἄλλων δικαιωμάτων τοῦ ἁπλοῦ φορολογουμένου Δὲν εἶναι, κύριοι, τοῦτο ἐμπαιγμὸς τοῦ νόμου; Θέλετε νὰ νομοθετήσετε καὶ νὰ σᾶς πιστεύσῃ καὶ ὁ λαὸς ὅτι νομοθετεῖτε ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι νομοθετεῖτε καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν σας καὶ διὰ τὸν λαόν; κάμετε τὸν νόμον γενικὸν, ὑποβάλετε εἰς αὐτὸν ὅλας τὰς τάξεις, ὅλας τὰς ὀφειλὰς, ὅλους τοὺς κακῆς πίστεως ὀφειλέτας, ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι σήμερον, καὶ τότε εἶσθε ἐντὸς τοῦ δικαιώματός σας. Ἐὰν δέ τινες ἐκ τούτων ἤθελον παραπονεθῆ ὅτι τὰ χρέη των δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν, θέλετε τοὺς εἴπει· καὶ ποῖος σᾶς ἐμπόδισε νὰ ζητήσετε τὸν ἐκκαθαρισμόν των; Ἐὰν δέ τινες τούτων παραπονεθῶσι καὶ εἴπωσιν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωμεν, θέλετε τοὺς ἀπαντήσει· καὶ διὰ τί δὲν ἐπληρώνετε τότε, ὅταν εἴχετε εἰς χεῖράς σας τὰ ἑκατομμύρια, τὰς χιλιάδας τὰς ὁποίας ἀφηρέσατε ἀπὸ τὸ δημόσιον; καὶ διὰ τί δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσετε 200, 300 ἢ 500 δραχμάς; (διότι εἶπον, καὶ ἡ δικαιοσύνη οὕτω θέλει, νὰ κανονισθῶσι κατὰ μικρὰς καὶ μακρὰς δόσεις τὰ χρέη ταῦτα), διὰ τί δὲν εἶσθε, θέλετε τοὺς ἀπαντήσει εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσητε 200 ἢ 500 δραχμὰς τὸ ἔτος εἰς τὸ δημόσιον ἄνευ τόκου; ὅπερ εἶναι καὶ ἄλλο νέον προνόμιον τῆς πληρωμῆς των. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, ἢ θὰ ψηφίσετε ἕνα νόμον γενικὸν καθ’ ὅλων, ἢ τὸν νόμον αὐτὸν πρέπει νὰ τὸν ἀποκρούσητε καθ’ ὅλων. Κύριοι, ὑποβάλλω εἰς τὸ σεβαστὸν Προεδρεῖον μίαν μικρὰν τροπολογίαν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ, ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη γείνῃ δεκτὴ, ὃ μὴ γένοιτο, ἀπὸ τὴν Βουλήν.

§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βουλευτὰ, νὰ σᾶς δώσω μίαν διασάφησιν. Ἐξ ὅσων εἴπατε, ὑποθέτω ὅτι ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ καθυστερούμενα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων πρέπει νὰ καθαρισθοῦν, ν’ ἀνανεωθοῦν καὶ νὰ πληρωθοῦν εἰς προθεσμίας βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι ἐὰν ἀποφασισθῇ νὰ γείνῃ τοῦτο συμφώνως μὲ τὴν ἰδέαν σας, τότε εἶναι βέβαιον καὶ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζετε, διότι βλέπω ὅτι τὸ ἀγνοεῖτε, ὅτι αἱ δόσεις τῶν χρεῶν τούτων θέλουν καταταχθῆ εἰς τὰς μελλούσας χρήσεις· ὅ,τι θὰ πληρώσῃ ὁ χρεώστης κατὰ τὸ 1871, θὰ θεωρῆται χρέος τῆς χρήσεως τοῦ 1871. Τὸ αὐτὸ θὰ γίνηται καὶ διὰ τὴν δόσιν τοῦ 1872 καὶ καθεξῆς. Ἑπομένως ἡ ἰδέα σας θὰ πραγματοποιηθῇ πληρέστατα καὶ κανὲν κώλυμα δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Τὸ κώλυμα συνίσταται εἰς τοῦτο, μήπως δὲν χορηγηθοῦν προθεσμίαι διὰ τὰ χρέη αὐτὰ, ἀλλ’ ἐὰν χορηγηθοῦν, τότε βεβαίως θὰ κατασταθοῦν μέλλοντα.

§109ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι μὲ ὅλον τὸ σέβας τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὸ ἄτομον καὶ τὴν παιδείαν σας, σᾶς βεβαιῶ ὅτι πολλὰ πράγματα δὲν ἐννοῶ καὶ ἄλλα πλεῖστα ἐννοῶ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος, θὰ γείνῃ δυσχερὲς, καὶ ἀνανεούμενα, ἐκκαθαριζόμενα ἀκόμη τὰ χρέη αὐτὰ, νὰ πληρωθῶσι, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ 1 ἄρθρον.

§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι, ὅπως εἶναι συντεταγμένη ἡ πρότασις εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν σας.

§111ΔΑΓΡΕΣ. Προσέξατε, κύριοι βουλευταὶ, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, δὲν πρόκειται περὶ μικρᾶς τάξεως, πρόκειται περὶ μεγάλης, δὲν πρόκειται περὶ ὀλίγων, πρόκειται περὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, τὸν ὁποῖον χάριν τοῦ ἀργυρίου θέλουν νὰ καταστήσουν δουλοπάροικον· μᾶς ἤλεγξεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Πρωθυπουργὸς ἐμὲ καί τινας τῶν προαγορευσάντων, διότι μετά τινος μετριότητος ἀνεφέραμεν τὴν κακὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων· εἶπον ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ μομφὴ αὕτη, εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπροώδευσεν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Ἡ Ἑλλὰς ἐπροώδευσεν, λέγω καὶ ἐγὼ, καὶ μεγάλως, ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἡ ἀτομικὴ ἐνέργεια· θαυμασία, τεραστία, εἶναι ἡ πρόοδος τῆς ἀτομικῆς ἐνεργεία τοῦ Ἕλληνος· ὁ Ἕλλην ἐν τῇ δραστηριότητί του, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ του, προώδευσε τῷ ὄντι, τὸ ὀφείλει ὅμως εἰς τὴν δραστηριότητά του καὶ οἰκονομίαν καὶ διὰ τῆς ἐργασίας του, εἶναι ἀληθὲς ἀληθέστατον, ἀλλὰ παρακολουθεῖ παραλλήλως καὶ ἡ πρόοδος ἡ διοικητικὴ, ἡ κυβερνητικὴ τῆς Ἑλλάδος; Σᾶς ἐρωτῶ, καὶ δὲν σᾶς ἐρωτῶ, ἀφίνω νὰ κρίνητε. Μᾶς ἐμέμφθησαν καὶ δι’ ἄλλον λόγον κύριοι, πῶς, εἶσθε ἐν τοῖς πράγμασι, κατέχετε μίαν ἕδραν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, καὶ δὲν ὑπήρξατε πάντοτε ἀντιπολιτευόμενοι, τουτέστιν ἐγκρίνετε τὴν διαχείρισιν ἐκείνων, οὓς μέμφεσθε, ἀλλ’ ὑπήρξατε καὶ συμπολιτευόμενοι; Ἀγνοεῖ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ κυβερνώμενοι δὲν διδάσκουν, ἀλλὰ τιμωροῦν ἐνίοτε καὶ ὅτι τὰς πρώτας βάσεις τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς τὰς ἔθεσαν ξένοι ὄντες ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἄνθρωποι ὅλως διόλου ἀγνοοῦντες τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; ἀγνοεῖ ὅτι οἱ ξένοι εἰσήγαγον εἰς τὴν πολιτείαν τὴν διαφθοράν; ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως τοῦ 43 ἡ Ἑλλὰς παρὰ ξένων ἐδιοικήθη; ἐὰν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς παραδέχηται, ὅτι ἡ μομφὴ εἶναι ἄδικος ἀπευθυνομένη κατὰ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, διατὶ ἡ τρίτη Σεπτεμβρίου; καὶ ἂν παραδέχηται, ὅτι αἱ μομφαὶ εἶναι ἄδικοι διατὶ αἱ τοσαῦται ἀνταρσίαι αἱ πρὸ τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου; Πρὸς τί ἡ 10 Ὀκτωβρίου; Καὶ ἐὰν, κ. Πρωθυπουργὲ, δικαιοῦσθε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι σᾶς ἐμέμφθημεν, δὲν δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, προσέξατε καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ πτωχοῦ λαοῦ; κάμετε καλὴν χρῆσιν αὐτῶν, ῥίψατε μία ’μματιὰ καὶ πρὸς αὐτὸν, ὅστις μὲ τὸ αἷμά του καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτά του ἀποκτᾷ αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς δίδει. Εἶναι μομφὴ αὐτή; καὶ διατὶ νομίζεις κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπερασπισθῇς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὰ 1833 καὶ ἐντεῦθεν; Καὶ δὲν εἶναι δικαία ἡ μομφὴ αὐτή; ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κακὴν ἤδη ὑπάρχουσαν κατάστασιν, αὕτη κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι κατὰ τῶν διαχειρισαμένων. Ἐρωτῶ, ἡμεῖς διατὶ κατεδικάσαμεν κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου τὴν διαχείρισιν τῆς προηγουμένης ἐξουσίας; οἱ ἐνεργήσαντες εἰς τὴν τότε κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο καλὴ ἡ διαχείρισις τοῦ παρελθόντος, εἰς ἣν εἴχετε μέρος, ὄχι ὡς Βουλευτὴς, ἀλλὰ ὡς ὑπουργὸς, καὶ ἀφ’ οὗ αὕτη ἔφθασε εἰς τὸ μὴ περαιτέρω ὀφείλετε καὶ εἴχατε καθῆκον νὰ διορθώσητε καὶ θεραπεύσητε τὸ κακὸν καὶ διὰ τοῦτο ἐφροντίσατε νὰ σταματήσητε αὐτὸ πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, καὶ μὴ δυνηθέντες διὰ λόγου ἐλάβετε μέρος καὶ συνεπράξατε μετ’ ἄλλων εἰς τὴν μεταβολὴν, εἰς ἀνατροπὴν τῆς τότε ἐξουσίας· νομίζετε ὅτι τοῦτο πράξαντες ἐφάνητε ἀσυνεπεῖς; Καὶ ὅταν σεῖς δὲν ἦσθε εἰς θέσιν ἀσυνεπῆ, νομίζετε ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ πτωχὸς βουλευτὴς ὅστις εἶπε, προσέξατε μὴ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ δρακοντείου θὰ συνάξητε διατεθῶσι κακῶς, δὲν εἶναι συνεπής; Ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὲ εἴπῃ ἐὰν τὰ δαπανώμενα χρήματα προαποφασίζωνται, ὅλα προεξελέγχωνται ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἢ μόλις ἀπέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐντεῦθεν, ἀρχίζουν νὰ δαπανῶνται καθ’ ὑπέρβασιν τῶν προϋπολογισθέντων ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ.

§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καταδικάσατε τότε τὸν ὑπουργόν.

§113ΔΑΓΡΕΣ. Καταδικάσετέ τον, μὲ λέγει εἷς βουλευτὴς καὶ ὑπάρξας ὑπουργός. Νὰ καταδικασθῇ, κύριοι, καὶ πρέπει νὰ καταδικασθῇ εἷς ὑπουργὸς, ὡς καὶ πολλοὶ, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ μίαν ἀλήθειαν ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ῥηθῇ ἐντεῦθεν καὶ τὴν ὁποίαν ἀφίνω νὰ ἐννοήσητε ὅτι καὶ μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ Δωρίδος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ καταδίκη, ἂν καὶ πιστεύω νὰ εὑρεθῆτε εἰς τοιοῦτον σημεῖον σύντομα. Καὶ ὅταν, κ. βουλευταὶ, ἔχητε παραδείγματα τοιαῦτα, ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράξωμεν, καὶ ἀσχάλλον ἄν τις ἐξ ἡμῶν τολμήσῃ νὰ εἴπῃ προσέξατε μὴ σπαταλᾶτε τὰ δημόσια χρήματα. Ἐγὼ, κύριοι βουλευταὶ, διὰ τὰς ἐλευθερίας αὐτὰς τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ καταδικάσητε σήμερον καὶ τὰς ὁποίας ἀπέκτησαν οἱ πατέρες μας ἐπὶ ἐννέα χρόνους ἀγωνιζόμενοι καὶ πολεμῶντες ἐναντίον ἰσχυρῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ αἱ ὁποῖαι διὰ νὰ πραγματοποιηθῶσι ἐδέησε νὰ ἔλθῃ νὰ τὰς ἐγκαθυδρύσῃ ἡ 3 Σεπτεμβρίου καὶ νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ ἡ 10 Ὀκτωβρίου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιαι τοιαύτης τύχης καὶ τιμῆς. Καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν ἐπανάστασιν καὶ τοσούτους ἄλλους ἀγῶνας προηγουμένους, ἔρχεται ἡ Βουλὴ τοῦ 1871 καὶ προβαίνει εἰς δύο νομοθετήματα καὶ τὰ δύο νομοθετήματα ταῦτα, ἂς μὲ συγχωρηθῇ ν’ ἀποκαλέσω ἀσεβῆ, τὸ τῆς ληστείας καὶ τὸ περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν· ἐὰν ἡ ἱστορία καὶ εἷς Θουκυδίδης γεννηθῇ μετὰ 100 ἔτη καὶ φιλολογήσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαχειρισαμένων τὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτῆς δὲν ἔχει νὰ καταφύγῃ εἰς ἄλλο ἢ νὰ φιλολογήσῃ αὐτά. Τί θὰ εἴπῃ, κύριοι, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ πρόοδος τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι φαινομενικὴ, εἶναι ἀληθινὴ, πραγματική; Ἐὰν ἡ ἠθικὴ πρόοδος τῆς Ἑλλάδος μετὰ τοσαύτας ἐνόπλους διαμαρτυρήσεις καὶ ἀγῶνας κατέληξεν εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ληστείας νόμου καὶ τοῦ περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν, ἂς λείψῃ ἡ ἐλευθερία, ἂς λείψῃ τὸ Σύνταγμα, αὐτὸ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα ἡμῶν, διότι θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ κακὴ διοίκησις ἐπέφερεν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ὥστε ἡ ἠθικὴ κατάστασις τοῦ λαοῦ νὰ ᾖναι τοιαύτη, ἀξία τοιούτων νομοθετημάτων. Ἐὰν τὸ πρῶτον, μεταβάλετέ το σεῖς, πιστεύσατε εἰς τὴν ἀκαταμάχητον ἀλήθειαν, ἐὰν τὸ δεύτερον, ἔλθετε μὲ τὸ θάῤῥος τὸ ὁποῖον σᾶς πρέπει νὰ προτείνητε ἀναγκαῖα καὶ συμφέροντα, διότι εἶσθε ἄνθρωποι τυχόντες ἐξαιρετικῆς ὑποστηρίξεως καὶ τιμῆς παρ’ ἡμῶν, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὰς ἰδέας μας, θέλομεν κάμει αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς εἴπετε. Ἔπρεπε νὰ ἔλθητε, λέγω, καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ὑπάγῃ ἐμπρὸς, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράξωμεν χρήματα καὶ δὲν δυνάμεθα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπε, συνηγορεῖτε ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, καὶ ποῖος σᾶς προσβάλλει τὸν λαόν; Σᾶς εἶπεν τίς ἐργάζεται κατὰ τοῦ λαοῦ, δὲν πρόκειταί τι κατ’ αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε τί εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ λαοῦ, πρόκειται περὶ τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά, ὁ λαὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ, ἀλλ’ ἅμα καθυστερήσῃ τοὺς φόρους του, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγηται, καὶ νὰ διορίζηται εἰς δημοσίαν θέσιν, καὶ τὸ νοῆμον καὶ φιλελεύθερον ἀκροατήριον τὸν ἐπεκρότησεν· αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ λαὸς ἐάν πραγματικῶς ἦτο ὁ λαός· βεβαίως τὸν ἀσχημίζει ἡ στιγμὴ αὕτη, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνοι ὁ λαὸς, εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν ἠξεύρουσι παρὰ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον (ποδοκροτήματα εἰς τὸ δωμάτιον τῶν ὁμογενῶν.) Τοιοῦτοι δύνανται νὰ ποδοκροτῶσιν ὅσον θέλουν, δὲν θέλουν μεταβάλει γνώμην (θόρυβος καὶ κίνησις καὶ σάλος μέγιστος ἐν τῇ Βουλῇ).

§114ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄτιμος, εἶναι προδότης ὅστις ἐποδοκρότησεν.

§115ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε τὸν βουλευτὴν, κ. πρόεδρε, (ἐξακολουθεῖ ὁ σάλος) ἐὰν δὲν τὸν μάθητε, ἡμεῖς θὰ φύγωμεν.

§116ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὁ ἴδιος ὅστις ἐχειροκρότησε καὶ ἐποδοκρότησεν.

§117Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ εὑρεθῇ καὶ νὰ τιμωρηθῇ, κ. πρόεδρε.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, δὲν δίδω τὸ δικαίωμα νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§119Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιμένει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ὑβρίζηται, πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ Βουλή.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖος εἶναι; ποῦ τὸν ἠξεύρω ἐγώ;

§121ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀσέβεια (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ ἡσυχάσατε μίαν στιγμήν, ἡ ἀταξία δὲν προῆλθε παρὰ ἀπὸ ἕνα ἢ δύο (θόρυβος) ἀλλ’ ἐπειδὴ δὶς ἐπανελήφθη ἡ ἀταξία ἀπὸ τὸ ἴδιον ἀκροατήριον, χωρὶς νὰ προσβληθῶσιν οἱ μὴ ἀτακτήσαντες παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ κενώσω τὸ ἀκροατήριον καὶ θέλει φροντίσει τὸ προεδρεῖον διὰ τοῦ φρουράρχου νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀτακτήσαντας.

§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Ἐσεῖς, δὲν πταίετε κύριοι, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναχωρήσητε ὅλοι (κενοῦται τὸ ἀκροατήριον τῶν ὁμογενῶν.)

§125ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ φρόνιμοι τῶν ἀκροατῶν τί πταίουν;

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. βουλευτὰ, καθήσατε, πρέπει νὰ ἦσθε εὐχαριστημένος. Ἀπαιτῶ καὶ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς νὰ μὴ προκαλῶμεν αὐτὰ, καὶ ν’ ἀπευθύνωμεν τὴν φωνήν μας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μὴ προσέχωμεν εἰς τὸ ἀκροατήριον, αὐτὴν τὴν φροντίδα ἂς τὴν ἀφήσωμεν.

§127ΔΑΓΡΕΣ. Λέγω ὅτι κακῶς τοποθετοῦνταί τινες ἄνθρωποι εἰς τὸ ἀκροατήριον ὅπου ἄλλοι πρέπει νὰ τοποθετῶνται ἢ οἱ τοποθετούμενοι. — Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο ὅτι, ὅσα μέτρα καὶ ἂν λάβητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψωσι αἱ καθυστερήσεις, πρὶν λείψῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει.

§128ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ ψηφοφορήσωμεν, θὰ ψηφισθῇ διὰ τρίτην καὶ τελευταίαν φορὰν ἡ ἀρχή.

§130ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶσθε 15 (ἐγείρονται περὶ τοὺς 15).

§132ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμα;

§133ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε κατάλογον. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν δύο ψηφολέκται. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν......

§135Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποίου νομοσχεδίου; τοῦ Χατζίσκου; Ἐὰν πρόκηται νὰ παραδεχθῶμεν τοῦ Σωτηροπούλου, ἐπειδὴ ἔχει ἀπὸ τὰ 71, εἶμαι ἐναντίον, ἀλλὰ ἐὰν πρόκηται ἁπλῶς νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν, ἐὰν οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον..... εἶμαι σύμφωνος.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀρχὴν ἐν γένει λέγουσι Ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι Ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν Δαγρὲ καὶ Κολιάτσου). Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν. Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως περὶ πολιτικῆς ἀνικανότητος τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλετῶν, ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου Ν Α. Κρεστενίτης
Α. Κ. Μιχαλόπουλος Ο Θ. Δαραλέξης
Ἀντ. Βενιζέλος Ἐπ. Κρεστενίτης
Ἀναγ. Γιαννουλίδης Α. Πετραλιᾶς
Ν. Π. Καΐρης Ν Δ. Κλίμακας
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός Ο Δ. Κατσίνας
Ν. Τσώκρης Ν Ἀναγν. Δημητρίου
Α. Ζαΐμης Γ. Δελένδας
Α. Δανόπουλος Ο Σπ. Μαλασπίνας Ν
Ἰω. Λέκκας Ν Γ. Μ. Βαλλιάνος
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Κ. Δ. Πεταλᾶς Ν
Σκαρλ. Σοῦτσος Μ. Παΐζης
Περ. Α. Πετράκης Ν Θρ. Ζαΐμης Ν
Στυλ. Κολιάτσος Ν Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
Α. Ἴσκος Ο Α. Διαμαντόπουλος Ν
Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ο Γ. Παπαδαῖος
Δ. Γρίβας Ν Ἰω. Σοφιανόπουλος Ν
Π. Πετιμέζης Ν Γ. Πεῤῥωτῆς Ο
Α. Μαγγίνας Κ. Δαγρές Ο
Θ. Π. Δηλιγιάννης Ἰω. Φλέσσας Ο
Κ. Πλαπούτας Α. Κοντόσταυλος
Α. Ἀντωνόπουλος Ο Δ. Λένως Ο
Χ. Ῥηγόπουλος Ο Γ. Παπανικολάου
Ἰω. Ῥοϊλός Ἰω. Μπαλάφας
Κ. Λαμπρυνόπουλος Ο Ν. Μ. Κοζαδῖνος
Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Σ. Ἀγγελίδης Ν
Θεόδ. Βρανετάκη Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
Ἰωάν. Σαφάκας Α. Παπαδάτος Ο
Ν. Κατσικαπῆς Ο Ἰω. Τοπάλης
Ἀριστ. Λιδωρίκης Ἰω. Δεληγιάννης
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ἐπ. Καμπερόπουλος
Ἰω. Καπιτσίνης Ἀνδ. Νοταρᾶς
Γ. Μίλησης Σ. Α. Νοταρᾶς
Α. Σ. Μήτσας Ἀναστά. Δημητριάδης Ν
Δ. Τσιτσάρας Α. Μεταξᾶς Ο
Κ. Γιολδάσης Ο Σ. Μονόπωλης
Π. Μανωλίδης Ν Αγ. Μαντζαβῖνος Ο
Εὐθ. Γουβέλης Ν Γ. Δρακονταειδής Ν
Κ. Λομβάρδος Ν Δ. Ῥαπτάκης
Α. Γαΐτας Φωσκάρδης Ν Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΝ
Σπ. Λεονταράκης ἀρν.Κ. Πανάρετος Ν
Ἰωάννης Σούλης Βάρκαςἀρν.Α. Καρδαρᾶς Ν
Α. Γκοῦσκος ἀρν.Θ. Θερμογιάννης
Ἀνδρ. Αὐγερινός Γ. Βακαλόπουλος Ν
Δ. Σαῤῥιγιάννης Θ. Ῥωμαῖος Ο
Ν. Βαρβιτζιώτης Ν. Λοῦβρος Ο
Ἰω. Βαλασόπουλος Γ. Ἰακωβάτος
Ν. Θ. Λεώπουλος Ο Χ. Ἰακωβάτος
Ἀναστ. Κοφιωτάκης Μ. Χαριτάτος ἀρν.
Σπ. Κοπανίτσας Α. Μουρίκης
Τ. Λάππας Ν Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
Φ. Ἰ. Φίλωνος Λ. Καραλίβανος
Γερ. Σέρβος Ο Π. Τζαμάλας Ο
Σπυρ. Βαλαωρίτης Περ. Καλαμογδάρτης Ο
Α. Σταματόπουλος Ο Δ. Κανακάρης
Δ. Τσαμόπουλος Ν Γ. Ῥοῦφος
Θ. Γεωργίου Ο Γ. Πράτσικας Ν
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ἀθ. Μισυρλῆς Ν
Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Δ. Τριγγέτας
Χ. Α. Χρηστόπουλος Ο Γ. Δελλαπόρτας
Δ. Ζέγγελης Ν Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Ν
Π. Κ. Μανέτας Ν Ἰω. Δεστούνης ἀρν.
Ἠλ. Φλέσσας Κ. Ἐπιφανίου
Ἀθ. Κατριβάνος Ο Γ. Α. Γεωργιάδης
Ἰω. Πανούσης Δ. Ἰ. Κουνουπιώτης
Γ. Μαλέας Γ. Κούτσης
Ν. Παγκράτης Ο Γ. Μπούμπουλης ἀρν.
Κ. Κοκκινώρης Ο Δ. Χρηστίδης
Ν. Καρύδης ἀρν.Π. Σεβαστόπουλος Ν
Ἐπ. Δεληγεώργης Α. Βαφιαδάκης
Γ. Γουλιμῆς Ν Ἰω. Ζαλλώνης
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν Μ. Ε. Παρίσης Ν
Περ. Μποῦτος Ν Ἰάκ. Παξιμάδης
Σ. Σωτηρόπουλος Ν
Ἰω. Προβελέγγιος Ο Δ. Ν. Πονηρόπουλος
Ἰω. Ταταράκης Ἀθ. Γρηγοριάδης
Ἀ. Ῥαυτόπουλος Ν Β. Σκαλτσοδῆμος
Μ. Ἀσμιράλης Ν Κ. Στεργιαλόπουλος
Κ. Κρίσπης Ν Στ. Κοριζῆς Ν
Ν. Φαρμάκης Ν. Πιπῖνος Ν
Ἀθ. Ῥοντήρης Δ. Γ. Βούλγαρης
Εὐθ. Πλαστήρας Ο Ἰω. Καλογιάννης
Γρηγ. Δημητριάδης Ν Θ. Κ. Γκίκας Ν
Κ. Εὐθυμιόπουλος Δ. Χατζῖσκος Ν
Δ. Τσιριμῶκος
Κίμων Χριστοδούλου Γ. Δυοβουνιώτης
Δ. Σαράβας Ν Γ. Ζουλούμης
Α. Καπετανάκης Ν Δ. Κριεζώτης
Μιχ. Καπετανάκος Ν Δ. Οἰκονόμου Ν
Ἰω. Κατσάκος Κ. Πετσάλης Ν
Χ. Χριστόπουλος Μ. Ἀβέρωφ
Ζαφ. Ζαρειφόπολος Ο Κ. Νικόδημος Ν
Α. Παπαλέξης Ν Ἰω. Κοτσιᾶς
Π. Κωσταντᾶς ἀρν.

Κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 98, 54 εἶπον Ναὶ, 36 εἶπον Ὄχι, 8 ἠρνήθησαν, ἄρα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως διὰ ψήφων 54 κατὰ 36, 8 ἀρνηθέντων. — Δι’ αὔριον πλέον. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ ¼ Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
2Τῆς 11 Μαρτίου 1871.
3(Πέμπτη)
4Ὥρα 2 Μ. Μ.
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ
6εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
7Κ. Μ. Θεοδώρου. Ν. Βαρβιτζιώτης.
8Ἀντ. Βενιζέλος. Ἰω. Βαλασόπουλος.
9Ν. Π. Καΐρης. Ν. Θ. Λεώπουλος.
10Μ. Μ. Καΐρης Ὀρφανός. Γερ. Σέρβος.
11Α. Δανόπουλος. Δ. Τσαμόπουλος.
12Ἰω. Λέκκας. Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.
13Περ. Πετράκης. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
14Στυλ. Κολιάτσος. Χ. Χριστόπουλος.
15Α. Ἴσκος. Ν. Παγκράτης.
16Ἰω. Καραγιαννόπουλος. Κ. Κοκκινώρης.
17Π. Πετιμέζης. Ν. Καρύδης.
18Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Ἐπ. Δεληγεώργης.
19Χ. Ῥηγόπουλος. Γ. Γουλιμῆς.
20Κ. Λαμπρυνόπουλος. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
21Κ. Κοσονάκος. Περ. Μποῦτος.
22Ν. Κατσικαπῆς. Ἰω. Προβελέγγιος.
23Π. Μανωλίδης. Α. Ῥαυτόπουλος.
24Εὐθ. Γουβέλης. Μ. Δαμιράλης.
25Κ. Λομβάρδος. Κ. Κρίσπης.
26Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. Κλμ. Χριστοδούλου.
27Σπ. Λεονταράκης. Δ. Σαράβας.
28Ἰω. Σούλης Βάρκας. Α. Καπετανάκης.
29Α. Γκοῦσκος. Μιχ. Καπετανάκος.
30Σπ. Μαλασπίνας. Ζαρ. Ζαρειφόπουλος.
31Γ. Μ. Βαλλιάνος. Μ. Κωνσταντᾶς.
32Κ. Δ. Πεταλᾶς. Θ. Ῥωμαῖος.
33Θρ. Ζαΐμης. Ν. Λοῦβρος.
34Ἀθ. Πετιμεζᾶς. Μ. Χαριτάτος.
35Α. Διαμαντόπουλος. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
36Γ. Παπαδαῖος. Δ. Καραλίβανος.
37Ἰω. Σοφιανόπουλος. Π. Τζαμάλας.
38Γ. Πεῤῥώτης. Περ. Καλαμογδάρτης.
39Κ. Δαγρές. Γ. Πράτζικας.
40Α. Κοντόσταυλος. Α. Μισυρλῆς.
41Δ. Λέγνωσης. Ι. Ἄννινος Καβαλιεράτος.
42Γ. Παπανικολάου. Ἰω. Δεστούνης.
43Ν. Ἀγγελίδης. Γ. Α. Γεωργιάδης.
44Ι. Πολυλᾶς. Γ. Μπούμπουλης.
45Α. Παπαδᾶτος. Μ. Ε. Παρίσης.
46Ἰω. Τοπάλης. Σ. Σωτηρόπουλος.
47Ἄν. Δημητριάδης. Στ. Κορτζῆς.
48Α. Μεταξᾶς. Ν. Πιπῖνος.
49Α. Μαντζαβῖνος. Δ. Χατζῖσκος.
50Γ. Δρακονταειδής. Δ. Οἰκονόμου.
51Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Μ. Ἀβέρωφ.
52Κ. Πανάρετος. Κ. Νικόδημος.
53Α. Καρδαρᾶς. Ἰω. Κοτσίκας.
54Γ. Βακαλόπουλος.
55(Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
56σεως καὶ ἐνεκρίθησαν).
57§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπηύθυνε τὸ
58ἑπόμενον ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον),
59δι’ οὗ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰδοποιεῖ τὸν κ. Πρόεδρον
60τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ κ. Γεώργιος Ῥοῦφος (βουλευτὴς Πατρῶν) ἐξε-
61λέχθη δήμαρχος Πατρῶν, καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του. —
62Ὑποβάλλεται ἱκετήριος ἀναφορὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ τῆς ἐνεργοῦ
63φάλαγγος Νικολάου Χατζῆ Γεωργίου περὶ θεραπείας δικαίων
64παραπόνων, ἤτοι νὰ προβιβασθῇ, ὡς ἀδικηθεὶς, ἢ τοποθετηθῇ εἰς
65δημοσίαν τινα ὑπηρεσίαν.
66§2ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
67§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Παπανικολάου καὶ Ζουλού-
68μης ζητοῦσιν τριακονθήμερον ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ πά-
69λιν ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν χορηγοῦνται τοιαῦ-
70ται ἄδειαι, θὰ μείνωμεν ἄνευ ἀπαρτίας. — Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
71κονομικῶν εἰσήγαγεν νομοσχέδιον περὶ συνδρομῆς 20,000 δρ.
72ὑπὲρ τῶν λιμωττόντων πολιτῶν τῆς νήσου Κύπρου.
73§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ
74νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ
75κατεπείγει, ἕνεκα ἀνομβρίας πολυετοῦς ἐπῆλθεν εἰς τὴν Κύπρον
76μέγας λιμὸς, καὶ οἱ κάτοικοι, ἀφ’ οὗ ἐζήτησαν βοηθείας παντα-
77χόθεν, ἱκέτευσαν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν
78ἔθνος. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ μι-
79κράν τινα συνδρομήν.
80(Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ βοηθείας 20,000 δρ.
81εἰς τοὺς κατοίκους τῆς νήσου Κύπρου).
82§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
83§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
84§7ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρε-
85στήθη νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ μετασχηματισμοῦ δια-
86φόρων τελωνειακῶν θέσεων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐτυπώθη καὶ
87διενεμήθη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτοῦ.
88Ἐπειδὴ δὲ ἐνδιαφέρει τὰ μέγιστα πολλὰς τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ
89συμφέρον ἔχει τὸ δημόσιον καὶ ἡ ἐπαρχία αὕτη μεταξὺ τῶν
90ὁποίων εἶναι καὶ ὁ λιμὴν τοῦ Φισκάρδου περὶ τοῦ ὁποίου ἐν-
91διαφέρομαι, διότι πρόκειται περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ ἐμπορίου,
92τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ σήμερον ἡ
93πρώτη ἀνάγνωσις.
94§8ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις ἡ ἀφορῶσα τὰ λουτρὰ
95τῆς Κύθνου εὑρίσκεται εἰς τρίτην συζήτησιν· πρέπει νὰ τὰ ἐπι-
96σπεύσωμεν, διότι πολλοὶ πάσχουν ἐκ τῶν ἐλλείψεων τῶν λου-
97τρῶν αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύ-
98τερον, ὅπως ἔχῃ καιρὸν ὁ ἐργολάβος νὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας
99βελτιώσεις· θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν κατὰ προτί-
100μησιν νὰ συζητήσῃ σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
101§9ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ μετὰ
102τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου νὰ ἔλθῃ αὐτὴ
103ἡ σύμβασις.
104§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουν δέκα τὴν πρότασιν;
105§11ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐγειρόμενοι) Μάλιστα, μάλιστα.
106§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! Πρῶτον νομίζω, ὅτι πρέπει
107νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκκρε-
108μὲς τὸ περὶ τῶν δημοσίων ὀφειλετῶν 2) τὸν φορολογικὸν
109νόμον καὶ 3) τὴν σύμβασιν αὐτὴν περὶ τῶν λουτρῶν τῆς
110Κύθνου.
111§13ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Καὶ τὸν νόμον περὶ προσόντων.
112§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
113§15ΛΕΚΚΑΣ. Ἀπεφασίσαμεν τέσσαρα ἀντικείμενα. Εἶναι ὅμως
114δεκατέσσαρα εἰς τρίτην συζήτησιν, ὥστε ὄχι μόνον μέχρι τοῦ
115Πάσχα, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἕνα μῆνα δὲν τελειώνομεν· τοῦ Λαυρίου
116λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις πότε; τοῦ χρόνου; Ἐργάζονται εἰς τὸ Λαύ-
117ριον, κύριοι.
118§16ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
119§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομο-
120σχέδιον περὶ μετασχηματισμοῦ τελωνειακῶν τινων θέσεων.
121(Ἀναγινώσκεται).
122§18ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
123§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Λαυρίου θὰ θεωρήσω-
124μεν τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς τροπολογίαν· λοιπὸν
125ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κ. ὑπουργοῦ περὶ Λαυρίου
126εἰς πρώτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται).
127§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως περὶ
128ἀποκλεισμοῦ τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλετῶν ἀπὸ πάσης δη-
129μοσίας λειτουργίας.
130§21ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι βουλευταί! ἔρχομαι ν’ ἀποκρούσω
131κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Φθιώ-
132τιδος Κ. Χατσίσκου, καὶ ἔρχομαι μὲ τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
133ἐμπνέει ἡ πεποίθησις καὶ ἡ εἰλικρίνεια. Δὲν θὰ ἐμποδισθῶ,
134κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιληφθῶ ἀντικειμένου τόσον
135ἀκροσφαλοῦς ἀπὸ τὰς παρεξηγήσεις, αἵτινες ἐνδεχόμενον νὰ
136παρακολουθήσωσι τὴν ὁμιλίαν μου, ἐν ὅσῳ φέρω τὴν πεποίθησιν,
137τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέφρασα. Ἑνὸς πράγματος ἔχω ἀνάγκην καὶ
138τοῦτο ζητῶ, ἔχω ἀνάγκην τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἀνοχῆς σας,
139καὶ σᾶς ἱκετεύω νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀκούσητε, διότι, ἂν
140συμβῇ τοὐναντίον, ἂν δὲν δυνηθῶ δῆλον ὅτι νὰ μεταδώσω ἢ
141νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου
142τούτου, θὰ φέρω πάντοτε μετ’ ἐμοῦ τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ ὅτι
143ἐμποδίσθην ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον λίαν σπουδαῖον,
144λίαν ἱερόν· ἐὰν ὅμως εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀκροασθῆτε μεθ’ ὑπο-
145μονῆς, θὰ φέρω τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι μου δὲν ἦσαν
146ἄξιαι τῆς ἀποδοκιμασίας σας, ὅπερ θὰ μὲ καταστήσῃ τῷ ὄντι
147εὐτυχῆ.
148Κύριοι βουλευταί. Δὲν ἔχω μήτε τὴν πρόθεσιν, μήτε τὴν
149δύναμιν νὰ σᾶς ἐμποδίσω ἀπὸ τοῦ ν’ ἀποβάλητε ἀπὸ τὸ
150μέτωπον τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὸ μέτωπον τοῦ πολίτου Ἕλληνος
151τὴν σφραγίδα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ δημιουργὸς ἔθεσεν εἰς αὐτὸν,
152διὰ νὰ τὸν διακρίνῃ ἀπὸ τὰ λοιπὰ ζῶα καὶ νὰ θέσητε τὴν σφρα-
153γίδα τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ, τὴν σφραγίδα τῆς ἀποκτηνώσεως.
154Εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε, ἀρκεῖ ὅμως νὰ πεισθῆτε, ὅτι πρέ-
155πει νὰ τὸ πράξητε. Δὲν θὰ προσπαθήσω ποσῶς, κύριοι συνάδελ-
156φοι, νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία
157εἶναι κακῆς πίστεως, διότι βεβαίως εἶναι κακῆς πίστεως, εἶναι
158φύσει ἄτιμος πολίτης ἐκεῖνος, ὅστις ὀφείλει εἰς οἱονδήποτε, πολὺ
159δὲ περισσότερον εἰς τὴν πατρίδα του καὶ δὲν πληρόνει τὴν ὀφει-
160λήν του, χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἓν ἰσχυρὸν δικαιολόγημα.
161Δὲν πρόκειται λοιπὸν σεῖς σήμερον νὰ χαρακτηρίσητε τὸν ἄν-
162θρωπον αὐτὸν, αὐτὸς εἶναι χαρακτηρισμένος ἀπὸ τοὺς νόμους
163τῆς φύσεως.
164Δὲν ἔχω συμφέρον, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ἐμποδίσω ἀπὸ
165τοῦ νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν πρότασιν αὐτὴν ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε,
166τοῦτο μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, καθόσον ἐγὼ δὲν θὰ φέρω
167καμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτήν. Εἶμαι, τὸ λέγω
168μετὰ παῤῥησίας, ἐναντίος. Ἔχω ὅμως ἓν ἄλλο συμφέρον πολὺ
169μεγαλείτερον, πολὺ ὑψηλότερον καὶ πολὺ ἱερώτερον, τὸ συμ-
170φέρον τοῦ νὰ ἄρω τὰς συκοφαντίας ἐκείνας, αἵτινες ἀπεδόθησαν
171κατὰ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, καὶ αἵτινες πρόκειται διὰ νό-
172μου νὰ ὁμολογηθῶσιν ἐπισήμως. Πολλοί, κύριοι, καὶ οὗτοι
173εἶναι λίαν ἀξιότιμοι καὶ ὀφείλω νὰ προλάβω πᾶσαν παρεξή-
174γησιν, διότι ἐκτιμῶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὅσων ὑπεστήριξαν
175τὴν πρότασιν αὐτὴν, δὲν ἀμφισβητῶ διόλου τὴν εἰλικρίνειαν,
176ἡ ὁποία τοὺς ὠθεῖ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω
177εἰς αὐτοὺς, ὅτι καὶ ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ εἰλικρίνεια τυγχά-
178νουν, νὰ ὦσι πεπλανημένα. Πολλοὶ λοιπὸν καὶ τὸ κοινὸν αὐτὸ
179ἐπίστευσε σχεδὸν, ὅτι ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ
180κράτους εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν καθυστερήσεων, τουτέστι διὰ νὰ
181ᾖναι ὁποία εἶναι ἡ σημερινὴ οἰκονομική μας κατάστασις συνετέ-
182λεσεν εἰς τοῦτο ἡ κακοήθεια τοῦ φορολογουμένου κόσμου καὶ
183μάλιστα τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Τοῦτο παρὰ πᾶσαν προσδο-
184κίαν ἤκουσα καὶ ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ λίαν ἀξιοτίμου καὶ
185σεβαστοῦ φίλου μου κ. Σωτηροπούλου. Τοῦτο ἔρχομαι ν’ ἀπο-
186κρούσω.
187§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεξηγήσατε.
188§23ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἴπατε τινὲς τῶν πολιτευομένων δὲν πλη-
189ρόνουν τοὺς φόρους των.
190§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ ἀπὸ δυστροπίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπῆγαν
191νὰ τοῖς τὰ ζητήσουν.
192§25ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον, αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω καὶ
193ἐγώ. Κύριοι! Εἶμαι εἷς τῶν πρὸ εἰκοσιπενταετίας πολιτευομέ-
194νων, εἶμαι δὲ καὶ υἱὸς πατρὸς, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς
195ἦτο πολιτευόμενος. Λέγω καὶ διακηρύττω ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
196του καὶ προσκαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ
197εἴτε τηλεγραφικῶς, εἴτε ταχυδρομικῶς πληροφορίας ἀπὸ τὸ
198ταμεῖον Δωρίδος διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ
199οἰκογένειά μου ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχμὰς 55
200καὶ λεπτὰ 34. Ὡς κάτοικος καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρ-
201χίας Δωρίδος λέγω, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δωρίδος καθυστερεῖ ἀπὸ τοῦ
2021833 ἕως τὰ 1856 70,000 δραχμῶν ἀπὸ ἐνοικιάσεις δημο-
203σίων φόρων. Ἐκ τῶν 70,000 δραχμῶν τὰς 42 ὀφείλει ὁ αἰώ-
204νιος πολιτικὸς ἀντίπαλός μου καὶ πρώην γερουσιαστὴς κ. Πα-
205παπολίτης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐ μόνον δὲν βλάπτει ἐμὲ, οὐ
206μόνον δὲν βλάπτει τοὺς πολιτικούς μου φίλους ἡ ἐπιψήφισις
207αὐτῆς τῆς προτάσεως, ἀλλὰ μάλιστα βλάπτει τοὺς πολιτικούς
208μου ἀντιπάλους. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μήτε ὁ Πα-
209παπολίτης, ὁ αἰώνιος αὐτὸς πολιτικός μου ἀντίπαλος, ὀφείλει
210τὰς 42,000 δραχμὰς, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε εἰς τοῦτο θὰ σᾶς ἐκ-
211θέσω τὴν ἱστορίαν τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς, διότι ἡ ἱστορία τῆς ὀφει-
212λῆς αὐτῆς ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐν γένει καθυστε-
213ρήσεων. Ἐνοικιάζοντο, κύριοι, αἱ δημόσιοι πρόσοδοι τῆς ἐπαρ-
214χίας Δωρίδος, παρεστάθησαν εἰς τὸ στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ
215τὰ δύο κόμματα. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ μακαρίτης πατήρ μου, ὡς ἀρχη-
216γὸς τοῦ ἑνὸς κόμματος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Παπαπολίτης, ὡς
217ἀρχηγὸς τοῦ ἑτέρου κόμματος. Ἕκαστον τῶν κομμάτων τούτων,
218κύριοι βουλευταὶ, ἤθελε νὰ γείνῃ κύριον τῶν δημοσίων προσόδων,
219τὸ μὲν διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν τυχὸν κερδῶν, τὸ δὲ διὰ νὰ
220πιέσῃ τὸ ἀντίπαλον κόμμα.
221§26ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ νὰ σχηματίσῃ τοὺς μᾶλλον φορο-
222λογουμένους.
223§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μάλιστα, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἀνεδεικνύοντο
224οἱ δήμαρχοι. Τὰ δύο ταῦτα κόμματα ἠρεθίσθησαν ἐν τῷ δια-
225γωνισμῷ, καὶ ὑπάρχει παροιμιῶδες μέχρι σήμερον, ὅτι, ἐνῷ αἱ
226πραγματικαὶ πρόσοδοι τῆς ἐπαρχίας ἔφθανον μόλις εἰς 100,000,
227εἰς τὸν συναγωνισμὸν ἔφθασαν εἰς 125,000, καὶ λυποῦμαι,
228διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Διοβουνιώτης, γαμβρὸς τοῦ Παπαπο-
229λίτου, ὅστις τότε εἶπε ἑκατὸν τεσσαράκοντα, ἀλλὰ νὰ μὴ τὰ
230πάρουν αὐτοί. Ἀκόμη παροιμιωδῶς λέγεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν
231τὸ ἑξῆς. Ὅταν ἔλαβον τὴν ἔγκρισιν καὶ συνῆλθον ἵνα ἴδουν τί
232πρόκειται νὰ εἰσπράξουν, καὶ ἔκαμον τοὺς ὑπολογισμούς των ηὔ-
233ξησαν τὰ ποσὰ τὰ ἐνδεχόμενα νὰ εἰσπραχθῶσι· καὶ ἐπειδὴ δὲν
234ἤρκεσαν νὰ καλύψουν τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐνοικιάσεως, ηὔξησαν
235τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων, καὶ τέλος πάντων ἐπῆλθεν ἡ ζημία
236οὐχὶ τῶν 42,000 δραχμῶν, ἀλλὰ 60,000· ὑπέστησαν πολλὰς
237καταδιώξεις, μυρίας κατασχέσεις καὶ ἐπλήρωσαν τὰς 20
238ἐξ αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἱστορία τῶν χρεῶν ἐκείνων, ἡ
239ὁποία, ὡς ἕκαστος ὑμῶν ἐννοεῖ, εἶναι ἡ ἱστορία τῶν καθυστερή-
240σεων ἐν γένει. Ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω περαιτέρω, ἐγὼ λέγω, ὅτι
241αἱ καθυστερήσεις ἐν γένει προῆλθον ἕνεκα τῆς δυστροπίας τῶν
242ὀφειλετῶν. Ἀλλὰ ποῖαι δυστροπίαι, καὶ μέχρι τινος σημείου
243ἔφθασεν ἡ δυστροπία τῶν ὀφειλετῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ δυσ-
244τροπία αὐτὴ ᾖναι ἀξία ὅπως στιγματισθῇ μὲ τὴν σφραγῖδα
245τῆς ἀποκτηνώσεως καὶ τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ; Ποία κυβέρνησις,
246κύριοι, ἰσχυρίσθη ἢ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι καθ’ ὃν χρόνον
247στέλλει τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα ἵνα εἰσπράξῃ τοὺς δημοσίους
248φόρους, τοὺς κατασχετὰς, ἵνα κατάσχῃ τὴν περιουσίαν τοῦ
249ὀφειλέτου ὅτι φορολογούμενός τις ἀντέστη διὰ τῶν ὅπλων εἰς
250τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων; οὐδέποτε παρουσιάσθη τοιοῦτόν τι·
251ἄρα ἡ κυβέρνησις δὲν εὑρέθη εἰς ἀδυναμίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν
252τοῦ νόμου, περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν καθυστερούντων. Θὰ
253συνέβη λοιπὸν ἓν τῶν δύο ἢ ἡ κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὸ ἀδύ-
254νατον νὰ πληρώσουν οἱ ὀφείλοντες τὰ χρέη των, ἢ τὰ ἐχάρισε
255πρὸς αὐτούς· εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἄλλο ὑποτεθῇ ὡς ἀληθὲς, κα-
256τὰ τί εἶναι ἄξιοι ἀτιμίας καὶ ἀτιμίας μέχρις ἐξανδραποδισμοῦ
257οἱ καθυστεροῦντες; Ἂν τὸ πρῶτον, ἡ κυβέρνησις πολὺ φιλαν-
258θρώπως καὶ πολὺ καλῶς ἔπραξεν, ἂν τὸ δεύτερον, εἶναι ἡ κυ-
259βέρνησις ὑπαιτία ὅλων τούτων τῶν καθυστερήσεων.
260Ἀλλὰ κύριοι, δὲν ἐνδιαφέρομαι πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, μοὶ
261εἶναι ἀδιάφορον· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκ δυστροπίας, ἐγὼ λέγω, ὅτι
262ἐκ κακῆς πίστεως, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκ παραγνωρίσεως τοῦ πρὸς
263τὴν πατρίδα καθήκοντος ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν προῆλθεν ἡ
264κατάστασις αὕτη, καὶ ἀδιαφορῶ ἂν τοὺς ὀφειλέτας αὐτοὺς, θὰ
265τοὺς τιμωρήσητε, ἢ θὰ τοὺς κρεμάσητε. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τώρα
266αὐτὴ ἡ κακὴ τῳόντι οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους εἶναι
267ἀποτέλεσμα τῶν καθυστερήσεων ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προῆλθον
268αὗται;
269§28ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Κατσικαπῆ, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτη-
270σιν; Πολεμεῖτε ἐπίσης καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
271βαλεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος;
272§29ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Βέβαια.
273§30ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ.
274Χατζίσκος συγκατετέθη, ἵνα ἡ πρότασίς του, συγχωνευθῇ εἰς ἐ-
275κείνην τοῦ κ. Σωτηροπούλου.
276§31ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πολεμῶ τὴν ἀρχήν.
277§32ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑ-
278πουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφορᾷ τὸ μέλλον, καὶ ὄχι τὸ παρελ-
279θόν.
280§33ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον αὐτό. Ἂς ἐξετάσωμεν
281λέγω κύριοι, ἐὰν ἡ παροῦσα τῳόντι κακίστη οἰκονομικὴ τοῦ
282ἔθνους κατάστασις προέκυψεν ἐκ τῶν καθυστερήσεων, καὶ ἂν εὕ-
283ρωμεν τοῦτο ἀληθὲς, ἂς στιγματίσωμεν, ἂς ἐξανδραποδίσωμεν
284τοὺς ὑπαιτίους, διότι πρέπει τῳόντι οἱ ὑπαίτιοι αὐτῆς τῆς κα-
285ταστάσεως νὰ τιμωρηθῶσιν.
286Ἡ καθυστέρησις, λέγουν, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν παροῦσαν κακὴν
287οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἐγὼ λέγω, ὄχι. Ἐγὼ λέγω, πᾶν ἄλλο,
288ἢ αἱ καθυστερήσεις αὗται ἐδημιούργησαν τὴν παροῦσαν κακὴν
289τοῦ ἔθνους οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι
290καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ καθυστερήματα εἰσήρχοντο ἐγκαίρως εἰς
291τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐχ ἧττον ἡ οἰκονομική μας κατάστασις
292ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὁποία εἶναι. Προβαίνων περαιτέρω, λέγω,
293ἐὰν καὶ διπλάσιοι φόροι, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος πλη-
294ρώνει, εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ κατάστασις ἡ οἰ-
295κονομικὴ τῆς Ἑλλάδος οὐχ ἧττον ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὁποία
296εἶναι, καὶ περιπλέον, ἐὰν ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῶν φορολογουμέ-
297νων, ὁλόκληρος ἡ περιουσία τῶν φορολογουμένων εἰσήρχετο εἰς
298τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἤ-
299θελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὁποία εἶναι καὶ σήμερον, καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ἡ
300ἀπόδειξις.
301Ἀπὸ τοῦ 1828, μέχρι τοῦ 1833, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι,
302μέχρι τοῦ 1835 ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικεῖτο μὲ 6,000,000 φοινίκων,
303ἢ δραχμῶν δαπάνην, καὶ ἡ Ἑλλὰς τότε εἶχε καὶ καλλίτερον καὶ
304μεγαλείτερον στρατὸν, καὶ ἡ Ἑλλὰς τότε εἶχε διοίκησιν, ἐὰν
305ὄχι καλλιτέραν, τοὐλάχιστον οὐχὶ χειροτέραν τῆς παρούσης, καὶ
306ἡ Ἑλλὰς τότε εἶχε δικαιοσύνην, ἂν ὄχι καλλιτέραν, οὐχὶ
307χειροτέραν τῆς παρούσης. Ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1848
308μέχρι τοῦ 1848, ἡ ἀτομικὴ δραστηριότης τοῦ Ἕλληνος κα-
309τώρθωσεν ὥστε ν’ αὐξηθῇ ἡ ἰδιωτικὴ περιουσία, καὶ ἑπομένως
310ν’ αὐξηθῇ καὶ ἡ ἐθνικὴ περιουσία ἤτοι τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους
311ἀπὸ 6 εἰς 14 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικεῖτο
312ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1848 μὲ 14,000,000 δραχμῶν
313δαπάνην καὶ ἡ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος........
314§34ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς διορθώσω ἓν λάθος, εἰς τὰ
3151844 εἰς τὴν πρώτην Βουλὴν ὅπου ἤμην τὰ ἔξοδα ἦσαν 12½
316ἑκατομμύρια· εἰς τὰ 1847 ἔγειναν 13½ καὶ ἐξανέστη
317ἡ Βουλὴ συζητήσασα ἐπὶ δύο μῆνας τὸν προϋπολογισμόν.
318§35ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἠκούσατε λοιπὸν ὅτι μέχρι τοῦ 1845
319ἐδιοικεῖτο τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος μὲ 12 μόνον ἑκατομμυρίων δραχ-
320μῶν, καὶ ἡ διοίκησις τοῦ τόπου τότε, ἐὰν δὲν ἦτο πολὺ καλ-
321λιτέρα, δὲν ἦτο ὅμως πολὺ χειροτέρα τῆς παρούσης. Ἀλλ’ ἡ
322ἀτομικὴ πρόοδος προέβαινεν, ἡ ἀτομικὴ ἐργασία τοῦ Ἕλληνος
323ἀνεπτύσσετο καὶ ἀνέπτυσσε συνάμα καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ
324κράτους καὶ ἀπὸ τὰ 1848 μέχρι τοῦ 1858 τὰ ἔσοδα τοῦ
325κράτους ἀνέβησαν εἰς 23,000,000 καὶ αἱ δαπάναι τοῦ κρά-
326τους ἀνέβησαν εἰς 23,000,000.
327Ἀπὸ τότε μέχρι τοῦδε, κύριοι, τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους ἀνέβη-
328σαν εἰς 35,000,000 καὶ αἱ δαπάναι τοῦ κράτους ἀνέβησαν
329εἰς 37,000,000.
330§36ΔΑΓΡΕΣ. 45.
331§37ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀφίνω τὰ ἔκτακτα, τὰ τακτικὰ μόνον. Τί
332προσετέθη κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδά μας, τί προσετέθη εἰς τὰς δα-
333πάνας μας, εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐκανονίσθησαν
334ἀπὸ τοῦ 1828, τί προσετέθη ὑπὲρ τῆς κοινωνίας ἀπὸ τότε
335μέχρι σήμερον; Κύριοι, δὲν θέλω νὰ λυπήσω κανένα, τὸ λέγω
336μόνον πρὸς δόξαν τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου ἐκείνου ἀνδρὸς τοῦ
337Καποδιστρίου, ὅτι τότε μάλιστα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
338κράτους ἦσαν κονδύλια ὑπὲρ τῆς κοινωνίας καὶ τὰ κονδύλια
339ἐκεῖνα ἐπραγματοποιοῦντο καὶ ἂν ἀπαντᾶται σήμερον κανὲν
340δημόσιον κατάστημα εἰς τὰς Ἐπαρχίας, τοῦτο ἀνηγέρθη ἀπὸ τοῦ
3411828. Οὐδεμία λοιπὸν δαπάνη προσετέθη, τείνουσα εἰς τὴν
342εὐημερίαν, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν εἰς
343τὴν συγκοινωνίαν, εἰς τὴν πρόοδον ἐν γένει τοῦ ἔθνους, προσε-
344τέθησαν ὅμως δαπάναι, αἵτινες ἀνέβησαν εἰς 37,000,000 καὶ
345αἱ δαπάναι αὗται εἰς πᾶν ἄλλο συνετέλεσαν ἢ εἰς τὸ νὰ καλ-
346λιτερεύσουν τὴν τύχην καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου.
347Βλέπετε λοιπὸν διατὶ σᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἂν ὅλαι αἱ καθυστε-
348ρήσεις εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἤθελον ἀποῤῥοφηθῆ,
349χωρὶς νὰ καλλιτερεύσουν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατά-
350στασιν. Βλέπετε διὰ τί σᾶς εἶπον, ὅτι καὶ ἂν ἐδιπλασιάζοντο
351οἱ φόροι, καὶ αὐτοὶ ἤθελον σπαταληθῆ χωρὶς τὸ παράπαν νὰ
352χρησιμεύσουν εἰς τὸ νὰ καλλιτερεύσουν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τό-
353που κατάστασιν, καὶ ἐὰν δὲν σᾶς πείθουν οἱ λόγοι, πιστεύω,
354ὅτι τὰ ἀκαταμάχητα παραδείγματα, τὰ ἀκαταμάχητα πράγμα-
355τα θέλουν σᾶς πείσει. Ηὔξησαν οἱ φόροι καὶ σχεδὸν ἐδιπλασιά-
356σθησαν ἀπό τινος καιροῦ, καὶ ὅμως ἀπεῤῥοφήθησαν.
357Ταῦτα λέγων, κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι εἴτε ἐγὼ,
358εἴτε κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐγείρῃ κατηγορίαν κατὰ τῶν κυβερνή-
359σεων τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ μάλιστα δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀδικήσω κα-
360νένα ἐκ τῶν κυβερνώντων τὴν Ἑλλάδα. Ἐνίοτε ἐν τῇ ἐξάψει τῶν
361παθῶν μας ἀποδίδομεν τὰς αἰτίας τῶν δεινῶν μας ἐκεῖ ἴσως
362ὅπου δὲν πρέπει. Σήμερον μᾶς ἔσφαλεν ὁ Καποδίστριας, καὶ τὸν
363ἐδολοφονήσαμεν, αὔριον ὁ Ὄθων, καὶ τὸν ἐδιώξαμεν, ἔπειτα ἴσως
364ἄλλος καὶ οὕτω καθεξῆς, ἐνῷ ὅλα αὐτὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου
365πεποίθησιν δὲν εἶναι σωστά· ἐδημιουργήθη τῳόντι εἰς τὸν τόπον
366μας ἓν σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν
367καμμίαν ἄλλην ὀνομασίαν, παρὰ τὴν ὀνομασίαν τῆς σπατάλης
368καὶ τῆς διαφθορᾶς δυστυχῶς. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν τὸ
369ἐδημιούργησαν τὰ πρόσωπα, οὔτε τὰ κυβερνῶντα, οὔτε τὰ πολι-
370τευόμενα, τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ
371ὑπάρχῃ εἰς τὸν τόπον, ἐνόσῳ ὁ τόπος μας εἶναι ὅπως εἶναι, τὸ
372σύστημα τοῦτο τὸ ἐδημιούργησαν αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι
373καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη μετὰ
374τὴν ἀτυχῆ, ἂς τὸ ὀνομάσωμεν, ἀνεξαρτησίαν της.
375§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀτελῆ.
376§39ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὐχὶ ἀτελῆ, ἀλλὰ ἀτυχῆ, ἐπαναλαμβάνω,
377ἀνεξαρτησίαν.
378§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν του.
379§41ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της ἡ Ἑλλὰς ἦτο,
380εἶναι καὶ θὰ ᾖναι δυστυχής.
381§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ὅρια.
382§43ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι βεβαίως δυστυχὴς, ὅπως ἦτο ὑπὸ τὴν
383ἀγρίαν τυραννίαν τοῦ Τούρκου. Ἦτο, εἶναι καὶ θὰ ᾖναι δυστυχής,
384κύριοι, διότι ἡ ὕπουλος καὶ πονηρὰ διπλωματία τῆς Εὐρώπης
385κάμνουσα τὴν Ἑλλάδα ἀνεξάρτητον, ἐσκέπτετο συνάμα καὶ πῶς
386νὰ τὴν καταστήσῃ, ὅπως τὴν κατέστησε τῳόντι, δυστυχῆ, καὶ
387ἐνῷ ἦτο ἐν γνώσει ἡ διπλωματία, ὅτι ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἐλευ-
388θερίας ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν γένος, ἦλθε
389καὶ ἀπηλευθέρωσε ἓν πολλοστημόριον αὐτοῦ, καὶ ἐπάνω εἰς τὸ πολ-
390λοστημόριον τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἔῤῥιψε τὰς δικαίας, τὰς νομίμους ἀξι-
391ώσεις τῆς ὅλης Ἑλλάδος· ἡ ἀτυχὴς λοιπὸν αὕτη ἐλευθερωθεῖσα Ἑλ-
392λὰς ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ νὰ ἀμείψῃ τὸν ἀγῶνα τῆς
393ὅλης Ἑλλάδος· δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ οὔτε εἰς τὴν Κρήτην,
394οὔτε εἰς τὴν Σάμον, οὔτε εἰς τὴν Θρᾴκην, οὔτε εἰς τὴν Ἤπειρον,
395οὔτε εἰς τὴν Θεσσαλίαν, οὔτε εἰς τὴν Μακεδονίαν, οὔτε εἰς
396τὰ γενναῖα Ψαῤῥὰ, οὔτε εἰς κανένα ἐκ τῶν ἑλληνικῶν ἐκείνων
397τόπων, οἵτινες ἤγειραν τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου καὶ οἵτινες
398ἔφεραν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν ἠδύνατο, λέγω, ν’ ἀρνηθῇ εἰς
399αὐτοὺς καὶ ἀμοιβὴν καὶ περίθαλψιν καὶ πόρον ζωῆς· ἰδοὺ λοι-
400πὸν, κύριοι, αἱ ἀνάγκαι, ἰδοὺ αἱ ὑποχρεώσεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἐ-
401δημιούργησαν τὴν παροῦσαν κατάστασιν, καὶ ἥτις θὰ ὑφίστα-
402ται, ἐν ὅσῳ τοὐλάχιστον ὑφίσταται ἡ μικρὰ τῆς Ἑλλάδος πε-
403ριφέρεια.
404Καὶ ὕστερον, κύριοι, ἀπὸ ὅλα ταῦτα, φέρετε εἰς τὸ μέσον
405μίαν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν
406κακὴν, τὴν ἀθλίαν, τὴν οἰκτρὰν τῳόντι θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε
407εἰς τὸν δυστυχῆ φορολογούμενον λαὸν, καὶ θέλετε νὰ εἴπητε εἰς
408αὐτὸν ὅτι ἡ ἔλλειψις ἡ ἐδική σου ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρῇς τὰς νο-
409μίμους ὑποχρεώσεις σου ἀπέναντι τῆς πολιτείας, ἔφερε αὐτὴν
410τὴν κατάστασιν; καὶ θέλετε νὰ θέσητε εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ
411τὴν σφραγῖδα τῆς ἀτιμώσεως, τὴν σφραγῖδα τοῦ ἐξανδραποδι-
412σμοῦ; καὶ πλὴν τῶν ὅσων μέχρι τοῦδε σᾶς εἶπον δὲν θὰ σᾶς ἐμ-
413ποδίσουν τοὐλάχιστον εἰς αὐτὸ ἄλλοι λόγοι ἔτι ἐγγύτεροι, ἔτι
414καταληπτότεροι εἰς ὅλους ἡμᾶς;
415Τὶ λέγομεν μεταξὺ μας πάντοτε; Τί λέγομεν πολλάκις δη-
416μοσίᾳ ἐντεῦθεν; ὅτι τῶν κοινῶν ἡ διαχείρισις δὲν γίνεται μετὰ τῆς
417προσηκούσης εὐλαβείας, καὶ ὅταν χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν
418ὅτι ὁ φόρος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι βαμμένος καὶ μὲ αἷμα καὶ μὲ
419θερμὸν ἱδρῶτα δὲν διαχειρίζεται καλῶς, ἔρχεσθε νὰ τιμωρήσητε
420τὸν μὴ ἐκπληροῦντα μίαν ὑποχρέωσιν ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἔπαυ-
421σε πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι ὑποχρέωσις. Ναὶ, κύριοι, ἔπαυσε τοῦ
422νὰ ᾖναι ὑποχρέωσις, σημειώσατέ το καλῶς, καὶ ἰδοὺ διατί.
423§44Α. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐβγῆκες ἔξω πολύ.
424§45ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τώρα, κύριοι, αἱ κοινωνίαι συμβάλλονται μὲ
425τὰς κυβερνήσεις καὶ λέγουν πρὸς αὐτάς, σᾶς χορηγοῦμεν τὸ
426⅒ τῶν εἰσοδημάτων μας, σᾶς χορηγοῦμεν μέρος τῆς προ-
427σωπικῆς μας ἐλευθερίας, σᾶς χορηγοῦμεν αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ δι-
428καιώματα ἀπέναντι ὑμῶν πρὸς τὸ τέλος τοῦ νὰ μᾶς ἐξασφα-
429λίσητε, νὰ μᾶς ἔχητε διοίκησιν, δικαιοσύνην καὶ ἀσφάλειαν, τῆς
430τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας. Ὁ Ἕλλην, κύριοι, ἀπέ-
431κτησε τὴν ἀσφάλειαν αὐτὴν διὰ τὴν ὁποίαν δίδει μέρος τῆς
432περιουσίας του καὶ μέρος τῶν δικαιωμάτων του. Τοῦτο δὲν
433εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, διότι ὅλοι ὑμεῖς κάλλιον ἐμοῦ
434καὶ τὸ γνωρίζετε καὶ τὸ αἰσθάνεσθε.
435Ὅταν ἀναφαίνονται οἱ λησταὶ εἰς καμμίαν γωνίαν τῆς Ἑλ-
436λάδος, ὁ Ἕλλην, τὸ ἄτομον, ὁ φορολογούμενος καλεῖται νὰ σπεύ-
437σῃ πρὸς καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν αὐτῶν, καὶ ὅταν ἐκεῖνοι,
438τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ φορολογούμενος πληρόνει, ἐξέρχωνται
439πρὸς καταδίωξιν, πάλιν ἀπὸ αὐτὸν τὸν φορολογούμενον τρέ-
440φονται, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπομνήσω ἐγώ, ὅτι πρὸ ὀλίγων
441ἡμερῶν ἐδώκαμεν πίστωσιν 100,000 δραχμῶν εἰς τὴν κυβέρ-
442νησιν διὰ νὰ περιθάλψῃ ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον καὶ κατε-
443στράφησαν ἀπὸ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα; Καὶ ὕστερον ἀπὸ
444αὐτὴν τὴν διάῤῥηξιν τοῦ συμβολαίου, ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάῤῥηξιν
445τῆς συμβάσεως μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ λαοῦ, νομίζετε, ὅτι
446εἶναι πλέον ὑπόχρεως αὐτὸς νὰ τηρῇ τὰς ἰδικάς του ὑποχρεώ-
447σεις;
448§46ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ δέχεται ἡ κυβέρνησις αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε;
449§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μὴ ὠφελῆσθε αὐτοῦ, διότι δὲν ἀφορᾷ τὴν
450σημερινὴν κυβέρνησιν.
451§48ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπειδὴ λέγομεν διάῤῥηξις τῆς συμβάσεως ἀφορᾷ
452τὸ μέλλον βεβαίως, εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν ἀναφέρεται.
453§49ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν, κύριοι, νὰ ἔλθω καὶ εἰς
454λεπτομερείας διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν ἐπλή-
455ρωσαν τοὺς φόρους των, καλῶς ἔπραξαν μὴ πληρώσαντες αὐτούς·
456(ἀνησυχίαι).
457§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἰδέαν του.
458§51ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι ἀκόμη τεταραγμένος ἐξελθὼν ἀπὸ τὸ
459δωμάτιον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρίαζε ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ
460προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος. Αἱ
461ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, κύριοι βουλευταὶ, αἵτινες ἴσως ἐντὸς τῆς
462αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον θὰ ἀναγνωσθῶσι ἐντεῦθεν θέλουν σᾶς
463δώσει νὰ ἐννοήσητε, πῶς καὶ τίνι τρόπῳ σπαταλῶνται οἱ
464φόροι ἐκεῖνοι, οἵτινες συγκεντρόνονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
465βαμμένοι ἀπὸ τὸ αἷμα, καὶ ὑγροὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τοῦ δυστυ-
466χοῦς αὐτοῦ φορολογουμένου, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ἐξανδραπο-
467δίσητε. Ἐξοπλίζονται πλοῖα ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δαπανῶνται
468250,000 δραχμῶν. Μᾶς φέρουν προϋπολογισμοὺς καὶ μᾶς
469ἀπατοῦν ἐντεῦθεν λέγοντες, ὅτι ἐξεκένωσαν θέσεις, καὶ αἱ
470θέσεις αὗται εὑρίσκονται πλήρεις. Κενοῦνται θέσεις καὶ αἱ θέσεις
471αὗται ἐναντίον τῆς ἀποφάσεώς σας, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως
472τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πληροῦνται μετὰ ταῦτα. Κεφάλαια
473μεταφέρονται εἰς ἄλλας χρήσεις, καὶ τοιαῦτα διαπράττονται,
474κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς
475σύμπας, ἤθελε καὶ ὤφειλε μάλιστα, ν’ ἀρνηθῇ τοὺς φόρους του.
476Πρὶν λοιπόν, κύριοι, βεβαιωθῆτε, πρὶν πεισθῆτε, ὅτι ὁ φόρος
477αὐτός, ὁ ὁποῖος, θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἀπειράκις νὰ τὸ λέγω, εἶναι
478βαμμένος μὲ αἷμα, διαχειρίζεται καλῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον
479τῆς πολιτείας, πῶς ἔρχεσθε μονομερῶς νὰ καταδικάσητε τὸν
480δυστυχῆ αὐτὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος τοσαῦτα παθὼν ὅσα
481πολλάκις σᾶς συνεκίνησαν, εἴτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἴτε ἐν Ἀθή-
482ναις εὑρισκομένους, καὶ ἀφοῦ εἴχετε τὴν πρόνοιαν νὰ τιμωρή-
483σητε ἐκεῖνον, ὅστις τῳόντι κακῶς ποιῶν δὲν πληρόνει τοὺς φό-
484ρους του, ἐὰν πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχῃ ἐμπόδιον ἰσχυρὸν, πῶς
485δὲν λαμβάνετε τὴν πρόνοιαν νὰ τιμωρῆτε καὶ ἐκεῖνον, ὅστις
486κακῶς διαχειρίζεται τοὺς φόρους αὐτούς;
487§52Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φέρετε νομοσχέδιον.
488§53ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τελευτῶν, κύριοι, σᾶς λέγω· δὲν σᾶς ἐμπο-
489δίζω ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιψηφίσητε ἕνα νόμον ὁποῖος εἶναι ὁ ὑπὸ
490συζήτησιν. Κάμετέ το, ἀλλὰ συλλογισθῆτε ὅτι ἐρχόμενοι ἐκ
491τῶν ἐπαρχιῶν ἐνταῦθα, εἴτε ὡς βουλευταὶ, εἴτε ὡς ἰδιῶται θὰ
492λάβητε ἀφορμὰς νὰ αἰσθανθῆτε πολλάκις τὴν τύψιν τῆς συνει-
493δήσεως, διότι θὰ βλέπητε καταφανῆ τὴν σπατάλην τῶν φόρων σας·
494θὰ βλέπητε ἐντεῦθεν ἓν ἀνάκτορον, τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη ἀπὸ τοὺς
495φόρους σας, καὶ ἐκεῖθεν ἴσως ἕνα πολιτικῶς ἀποθαμμένον. Ἀλλὰ
496τί λέγω πολιτικῶς ἀποθαμμένον; δὲν θὰ ἴδωμεν πολιτικῶς ἀπο-
497θαμμένον κανένα, διότι ὁ Ἕλλην εἶναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμά-
498των του καὶ δὲν θὰ συγκατατεθῇ ποτὲ νὰ κηρυχθῇ πολιτικῶς ἀπο-
499θαμμένος· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ κηρυχθῇ πολιτικῶς ἀποθαμμένος,
500ἠξεύρετε τί θὰ κηρυχθῇ; θὰ κηρυχθῇ ἐπαίτης, θὰ κηρυχθῇ
501φερέοικος, θὰ κηρυχθῇ ἀκτήμων· διότι θ’ ἀναγκασθῇ, διὰ νὰ
502μὴ δεχθῇ τὸ στίγμα αὐτὸ τῆς ἀτιμώσεως εἰς τὸ μέτωπον, θ’
503ἀναγκασθῇ νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν του εἰς οἱανδήποτε
504τιμὴν, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην, διὰ νὰ ἀποτίσῃ τὸ πρὸς τὸ δημόσιον
505χρέος του.
506Δὲν ἀφορᾷ, λέγουν, τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸ μέλλον·
507καὶ νομίζει, τοῦτο λέγων ὁ κ. Σαράβας, ὅτι κολάζει τὴν πρό-
508τασιν, κολάζει τὸν νόμον αὐτὸν, μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα
509αὐτοῦ; Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι κατωρθώσατε πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως
510τῆς προτάσεως αὐτῆς ἢ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ἐξασφαλίσητε διὰ
511τὸ μέλλον τὴν καλὴν χρῆσιν τῶν φόρων σας; δεύτερον, ἐξη-
512σφαλίσατε ἤδη τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων καὶ
513τὴν ἐξησφαλίσατε δι’ ἑνὸς νόμου λίαν ἰσχυροῦ, τὸν ὁποῖον ἐψη-
514φίσαμεν ἤδη εἰς τὰ καθέκαστα καὶ πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσωμεν
515ἐν συνόλῳ. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐδώκατε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
516ἐξουσίαν νὰ φυλακίζῃ τὸν δυστροποῦντα ὀφειλέτην, νὰ ἐκποιῇ
517τὴν περιουσίαν του ἄνευ διατυπώσεως καὶ ἐν τέλει νὰ τὸν
518παραδίδητε εἰς ἐργολάβον, εἰς τὴν διάθεσιν ἑνὸς κερδοσκόπου,
519καὶ ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις ἔρχεσθε μὲ μίαν πρό-
520τασιν ὁποία εἶνε ἡ ὑπὸ συζήτησιν νὰ κηρύξητε ἄτιμον τὸν μὴ
521πληρόνοντα· τί ἐξηγεῖ τοῦτο; Ἐκτὸς τῆς μομφῆς τὴν ὁποίαν
522θέλετε ν’ ἀποδώσητε εἰς τὸν φορολογούμενον λαὸν, ὅτι εἶναι ὁ
523αἴτιος τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐνῷ νομίζω ὅτι
524ἀπέδειξα, ὅτι πᾶς ἄλλος εἶναι ὑπαίτιος τῆς παρούσης κατα-
525στάσεως παρὰ ὁ λαὸς αὐτὸς, ἐκτὸς τούτου δεικνύετε καὶ μίαν
526δυσπιστίαν πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ λέγετε τέλος πάντων πρὸς
527αὐτὴν ὅτι, ἂν καὶ σοὶ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ φυλακίζῃς, ἂν καὶ
528σοὶ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιῇς τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφει-
529λέτου, ἂν καὶ σοὶ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παραδίδῃς εἰς
530χεῖρας ἑνὸς κερδοσκόπου, δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι ὅμως, διότι ἐν-
531δέχεται νὰ μὴ θελήσῃς νὰ ἐφαρμόσῃς τὸν νόμον αὐτὸν ἢ νὰ
532χαρισθῇς εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, καὶ θέλω ἐγὼ ἡ ἰδία
533Βουλὴ νὰ ἀναλάβω τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων, καὶ
534τὴν ἀναλαμβάνει ψηφίζουσα ἕνα τοιοῦτον νόμον καὶ ἐπιβάλ-
535λουσα ἀπ’ εὐθείας, ἄνευ προηγουμένης διαδικασίας μίαν ποινὴν,
536τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, ὅτι δυσ-
537πιστεῖτε πρὸς τὴν κυβέρνησιν, καὶ βεβαίως τίποτε ἄλλο δὲν
538ἐξηγεῖ ἡ πρότασις αὕτη παρὰ μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὴν κυβέρ-
539νησιν, καὶ ὅμως πρὸς αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν
540δυσπιστεῖτε, παραδίδετε τὴν ἠθικὴν τοῦ πολίτου ὕπαρξιν.
541§54ΣΑΡΑΒΑΣ. Λησμονεῖτε, κ. Κατσικαπῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
542παρουσιάζει τὸν νόμον αὐτόν.
543§55ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ προλάβῃ
544ἓν μέγα κακὸν, νὰ προέλθῃ εἰς ἓν μικρότερον. Μὴ λέγητε Κυ-
545βέρνησις, διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν πα-
546ρουσιάσθη ὡς κυβέρνησις, παρουσιάσθη ὡς ἄτομον, καὶ ἀπόδει-
547ξις εἶναι, ὅτι ὁ λίαν ἀγαπητός μου φίλος κ. Πετιμεζᾶς εἶχε
548τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὅτι ἡ πρότασίς
549σας οὐχὶ μόνον εἶναι ἄλογος, οὐχὶ μόνον εἶναι ἀποτρόπαιος,
550ἀλλ’ εἶναι συνάμα καὶ ἀντισυνταγματικὴ, καὶ ἐλυπήθην, κύριοι,
551ὅταν ἤκουσα τινὰς μεμφομένους τὸν κ. Πετιμεζᾶν ὡς εἰπόντα
552τοῦτο, ἐνῷ εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὑπουργὸς τῆς
553Παιδείας νὰ τὸ εἴπῃ· καὶ λέγων τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν
554συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Συνελεύσει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 70
555τοῦ Συντάγματος. Καὶ τότε, κύριοι, παρουσιάσθη μία πρότασις
556τοιαύτη, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐνόησε τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησεν
557ἐκεῖνον, ὅστις ὑπέβαλε τὴν πρότασιν αὐτήν· καὶ ἡ Συνέλευσις
558συζητήσασα ἐπὶ πολὺ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἀκούσασα πολλὰ
559ὑπὲρ καὶ κατὰ αὐτῆς εἶπε, τὴν ἀποῤῥίπτω, δὲν τὴν θεωρῶ συν-
560ταγματικήν. Πᾶσα λοιπὸν πρότασις, ἥτις ἦλθε κατὰ τῶν ἄρ-
561θρων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἥτις δὲν εὑρέθη ἀξία νὰ λάβῃ θέσιν
562ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική; Καὶ δὲν εἶχε
563δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ εἴπῃ, ὅτι πλὴν τῶν ἄλ-
564λων εἶναι καὶ ἀντισυνταγματική; Ὁ δὲ πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
565σεως τί σᾶς ἀπέδειξεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου; τὸ ἄδικον καὶ
566τὸ ἀδύνατον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατιδὼν τὸν
567ὀργασμὸν, ὅστις πολλάκις ἠπείλησε πολλὰ κακὰ καὶ παρέσυρε
568τὰ νομοθετικὰ σώματα νὰ πράξωσιν ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ, ἐνθυ-
569μούμενος τὸν ὀργασμὸν, ὅστις μᾶς ἐπίεσε καὶ κατέστησε τελευ-
570ταῖον ἐλεεινὴν τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπροσώπου, ὁ κ. ὑπουργός, λέ-
571γω, ἠθέλησε νὰ προλάβῃ ἓν μεγαλείτερον κακὸν δι’ ἑνὸς μικρο-
572τέρου. Καὶ ὅταν λέγω ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, ὅτι δυσπιστεῖτε
573πρὸς μίαν κυβέρνησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τὸν νόμον
574ἔρχεσθε νὰ δώσητε τοιοῦτον δικαίωμα καὶ ἔρχεσθε τέλος πάν-
575των σεῖς νὰ γίνητε δημόσιοι εἰσπράκτορες ἢ ἐργολάβοι; Τί
576ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνετε, παρὰ νὰ ἀναδεχθῆτε σεῖς
577τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων; Κύριοι, δὲν ἔχω εἰπεῖν
578περισσότερα. Προσέξατε μὴ παρασυρθῆτε ἀπὸ τὸ ῥεῦμα ἐκεῖνο,
579τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐχαρακτήρισα, προσέξατε, κύριοι, νὰ μὴ
580δώσητε λαβὴν σὺν τοῖς ἄλλοις εἰς τὸν ἔξω κόσμον νὰ χαρα-
581κτηρίσωσι τοὺς Ἕλληνας ἀγριωτέρους ἀφ’ ὅ,τι τοὺς θεωροῦν.
582Ἀρκετὰ, κύριοι, ἀρκετὰ λέγονται ἐν Εὐρώπῃ καθ’ ἡμῶν, ἀρκε-
583τὰς κατηγορίας ἔπλασαν οἱ ἐχθροί μας καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλ-
584λάδος, μὴ ἔρχησθε δι’ ἑνὸς τοιούτου νόμου νὰ πιστοποιήσητε
585τὰς κατηγορίας αὐτάς, τὰς ἀδίκους κατηγορίας· μὴ ἔρχησθε νὰ
586εἴπητε πῶς ἡ Ἑλλὰς δὲν εὐημερεῖ, δὲν εὐδαιμονεῖ δι’ οὐδένα
587ἄλλον λόγον, παρὰ διότι τὰ τέκνα της ἀγνοοῦν ἢ, καίτοι γινώ-
588σκοντα, ἀρνοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ πρὸς τὴν πατρίδα, τὴν
589μητέρα των, καθήκοντα.
590§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος.
591§57ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀδυνατῶ ἢ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρακολουθήσω
592τὸν προλαλήσαντα, θέλω μόνον, κύριοι, ὁμιλήσει διὰ τελευταίαν
593φορὰν, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θέλω ἐπαναλάβει τὸν λόγον
594ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι καλῶς ἐνόησα τί συμβαίνει παρ’
595ὑμῖν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον καὶ σχετικῶς μὲ τὴν ὑπὸ
596συζήτησιν πρότασίν μου. Θέλω σᾶς διηγηθῆ ἐντοσούτῳ μετὰ πολ-
597λῆς συντομίας τὸ ἱστορικὸν αὐτῆς ταύτης τῆς πολυθρυλλήτου
598προτάσεως, ἀφ’ ἧς ἡμέρας συνέλαβον τὴν ἰδέαν μέχρι τῆς σήμερον·
599ἀκούσατε. Κατὰ τὸ 1869, κύριοι, ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, ὁ
600κ. Κεχαγιᾶς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρουσίασεν ἓν συντο-
601μώτατον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεφορτίζοντο ἀποκλειστι-
602κῶς οἱ ταμίαι τοῦ κράτους τὴν εἴσπραξιν καὶ καταδίωξιν τῶν
603ὀφειλετῶν. Οἱ ταμίαι τοῦ κράτους, μᾶς εἶπεν ὁ τότε ὑπουργὸς,
604εἶναι ὑπεύθυνοι συμφώνως καὶ μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ
605νόμον διὰ τὴν εἴσπραξιν, πρέπει συνάμα δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ κα-
606τασταθοῦν ὑπεύθυνοι καὶ διὰ τὴν καταδίωξιν, καὶ τοσούτῳ
607περισσότερον καθίσταται ἀναγκαῖον τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἐπρό-
608σθεσε, καθόσον ἔχει ἀνάγκην ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐνοχλῆται συ-
609χνὰ ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, μὲ ἀπαιτήσεις ὑπὲρ τῶν
610φίλων των καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν· ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ ᾖναι ἀνεξάρ-
611τητος, πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ μὴ ἔχῃ τοιαύτας ἐνοχλήσεις.
612Ἡμεῖς δὲ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἴπομεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τότε,
613καὶ ἂν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠμπορῇ ν’ ἀντισταθῇ κατὰ τῶν ἀπαιτή-
614σεων τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας ὑπὲρ τῶν φίλων των καὶ ἑαυτῶν,
615οἱ ταμίαι καὶ οἱ εἰσπράκτορες οἵτινες θὰ διορισθοῦν ὑπὸ τῶν
616ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας δύνανται ἆρά γε νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὰς
617ἀπαιτήσεις καὶ συστάσεις ὑπὲρ τῶν φίλων τῶν προστατῶν, οὕ-
618τως εἰπεῖν, ἰσχυρῶν; οὐχὶ βεβαίως. Τότε, κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ
619εἰλικρινῶς, μοὶ ἐπῆλθε ἡ ἰδέα ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ ἀπαλλά-
620ξωμεν καὶ τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν ταμίαν καὶ τὸν εἰσπράκτορα
621καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὄχι μόνον
622ὁ ἰσχυρὸς τῆς ἡμέρας νὰ μὴ ἐνοχλῇ τὸν ὑπουργὸν ἢ τὸν ταμίαν
623ἢ τὸν εἰσπράκτορα ὑπὲρ τῶν φίλων του, ἀλλὰ νὰ σκέπτηται
624τίνι τρόπῳ νὰ σώσῃ ἑαυτὸν καὶ νὰ μὴ δύναται ἄλλως εἰμὴ
625διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους του. Ἡ ἰδέα αὕτη, κύριοι, μὲ
626ἔφερε τὴν ἄλλην, νὰ παρουσιάσω τὴν ἐν λόγῳ πρότασιν τὴν
627ὁποίαν καὶ ὑπέβαλον ἔκτοτε εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἐπειδὴ
628ἤμην μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἂν καὶ μικρὰ τότε ἦτο αὕτη,
629ὑπεστήριξεν ὅμως τὴν πρότασιν. Τὸ ὑπουργεῖον προεδρευό-
630μενον ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου ἔκαμε
631τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν, ὡς ἐπίστευον καὶ πιστεύω καὶ
632ἀδιαφόρησεν· ἐγένετο κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ πρώτη συζήτησις,
633καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγένετο καὶ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις καὶ συζή-
634τησις, κατὰ τὴν ὁποίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐγένετο παρα-
635δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ σύνολον μὲ πλειονοψηφίαν 5–10 ψήφων.
636Ἐπλησίαζεν ἐν τούτοις ἡ λῆξις τῆς Συνόδου· πολλοὶ τῶν κυρίων
637βουλευτῶν, οἵτινες ὑπερεψήφισαν, μ’ ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν
638νὰ ἀναβάλωμεν τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν διὰ τὴν ἑπομένην
639Σύνοδον, ὅπως συζητηθῇ ἡ ἐν λόγῳ πρότασις καὶ ἀπὸ τὴν
640κοινὴν γνώμην καὶ συνείδησιν· οὕτως εἶχον τὰ πράγματα πρὸ
641τῆς παρούσης Συνόδου. Κατὰ δὲ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ἐσκέ-
642φθην νὰ τὴν ἐπαναφέρω καὶ εἰς τὰς σκέψεις μου ταύτας πολλὰς
643ἐνθαῤῥυντικὰς πεποιθήσεις εἶχον ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτά-
644σεως· διότι παρετήρησα εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς
645Συνόδου ἓν πνεῦμα κοινῆς συμπράξεως ὑπὲρ τοῦ καλοῦ,
646καθαρὰν, ἐλευθέραν, συνείδησιν καὶ πεποίθησιν εἰς ὅλους τοὺς
647κυρίους βουλευτάς. Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τοιαύτας
648ἀρχὰς ὑπέδειξε, καὶ ἡ Βουλὴ τοιαύτας παρεδέχθη καὶ ἠκολού-
649θησε· καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, αὐτὴ ἡ Σύ-
650νοδος ἐπεψήφισε νομοσχέδια σπουδαῖα.
651Ἐνῷ, κύριοι, ἠτοιμαζόμην νὰ ἐπαναφέρω τὴν πρότασίν μου
652αὐτοτελῆ, ὡς ἄλλοτε, μ’ ἐπῆλθεν ἄλλη τις πρακτικωτέρα ἰδέα·
653καὶ εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν, ὅτι διὰ καλὸν καὶ διὰ κακὸν καλῶς θὰ
654πράξω νὰ τὴν προσκολλήσω εἰς τὸ γενικὸν νομοσχέδιον (ἱλα-
655ρότης). Ἂς ἀφήσω, εἶπον καὶ πάλιν κατ’ ἐμαυτὸν, κύριοι, κατὰ
656μέρος τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ ἂς προσαρτήσω τὴν πρότασίν μου
657ταύτην εἰς τὸ γενικὸν νομοσχέδιον. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον
658τὸ γενικὸν τοῦτο νομοσχέδιον, κύριοι, δὲν εἶχεν οὐδ’ ἔχει
659ἄλλην ἀρχὴν, παρὰ τὴν ἀρχὴν τίνι τρόπῳ νὰ εἰσπράττωνται
660οἱ φόροι καὶ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ δημόσιον, καὶ μάλιστα κατὰ
661τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων των, διὰ
662τῆς στερήσεως τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, διὰ τόσων ἄλ-
663λων μέτρων. Καὶ, κύριοι, δὲν εἰσὶν σκληρότεραι αἱ διατάξεις
664τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὰς ἐμπεριεχομένας ἐν τῇ προτάσει μου;
665Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι σχετικῶς εἰσὶν ἠπιώτεραι καὶ ἠθι-
666κώτεραι αἱ διατάξεις τῆς προτάσεώς μου ἀπὸ τὰς τοῦ νομο-
667σχεδίου. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι προτιμότερον, κύριοι, νὰ καταδικα-
668σθῇ τις οὐχὶ ἐπὶ ἀτιμίᾳ, ὥς τινες ἠθέλησαν μὲ λέξεις ἀνοικείους
669νὰ καταπολεμήσουν τὴν πρότασιν, προτιμότερον, λέγω, νὰ κα-
670ταδικασθῇ τις ἀπὸ τὸ δικαστήριον τοῦ νὰ στερηθῇ τὴν πολι-
671τικὴν, τὴν βουλευτικήν του θέσιν διὰ 5 ἢ 6 μῆνας ἢ καὶ δι’ ἓν
672ἔτος, ἕως ὅτου πληρώσῃ τὸ χρέος του παρὰ νὰ πωλήσουν τὰ
673κτήματά του καὶ ἀφήσῃ τὰ τέκνα του ἄνευ ἄρτου. Βλέπε-
674τε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν μέτρων τῶν συντελεστικῶν
675πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τῶν ὀφειλομένων εἶναι τὰ ἠθι-
676κῶς ἀποτελεσματικώτερα τὰ ἐμπεριεχόμενα εἰς τὴν πρότασίν
677μου, χωρὶς νὰ καταστρέφεται ὑλικῶς ὁλόκληρος οἰκογένεια μὲ
678τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων αὐτῆς. Δὲν λησμονεῖτε, κύριοι,
679ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐσυζητεῖτο ἡ ἀρχὴ τοῦ γενικοῦ
680νομοσχεδίου, ἔλαβον τὸν λόγον, εἶπον ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τῆς
681ἀρχῆς, ἐκηρύχθην ὑπὲρ αὐτῆς καὶ συνάμα σᾶς ἐπαρακάλεσα νὰ
682τεθῇ ὡς ἀκροτελεύτιον κεφάλαιον τοῦ νόμου ἡ πρότασίς μου.
683Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ διέταξε τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τὴν ἔκτο-
684τε διανομὴν εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς, ἐτελείωσε τὸ γενικὸν νομο-
685σχέδιον καὶ πρὶν ἢ συζητηθῇ ἀκροτελεύτιόν τι ἄρθρον ὅπερ ὑπέ-
686βαλλεν ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ κ. πρόεδρος
687τῆς Βουλῆς, συμφώνως μὲ τὸ καθῆκόν του, εἶπε, πρὸς τὴν Βου-
688λὴν ἀπευθυνόμενος, ὅτι ἔχομεν ἤδη τὴν τροπολογίαν τοῦ Χα-
689τζίσκου καὶ οὕτω κατὰ τὸν κανονισμὸν μὲ προσκαλεῖ διὰ νὰ
690λάβω τὸν λόγον· ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω καὶ ὡμίλησα καθὼς
691ἐνθυμεῖσθε ἱκανὴν ὥραν, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἐκολακεύθην νὰ
692πιστεύω, ὅτι ἰσχυροὺς λόγους πρὸς ὑποστήριξιν σᾶς ἀνέπτυξα,
693καὶ τὸ πιστεύω τοῦτο, διότι οὐδεὶς ἀντεῖπεν· ὁ δὲ κ. πρόεδρος
694ἠρώτησεν ἅπαξ καὶ δὶς ἐὰν ἔχῃ τις τὸν λόγον· οὐδείς, πολλοὶ
695μάλιστα εἶπον ἐν μεγάλῃ φωνῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις·
696τότε ἀντὶ ὁ κ. πρόεδρος νὰ διατάξῃ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ πρῶτον
697ἄρθρον τοῦ ἀκροτελευτίου κεφαλαίου, λέγει τὸ, παραδέχεται ἡ
698ἀρχή; καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος παρεδέχθη τὴν ἀρχήν.
699§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι παρουσιάσθη ὑποτροπολογία.
700§59ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. Σαράβας.
701§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, πρὶν εἶχε γείνῃ αὐτό.
702§61ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιθανὸν· ἔρχεται ἐν τούτοις ὁ κ. Σαράβας,
703ὅστις ἔφερε ὑποτροπολογίαν τινὰ, διότι ἡ ἰδική μου πρότασις
704ἐθεωρεῖτο τότε ὡς τροπολογία τοῦ γενικοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγι-
705νώσκεται ἡ ὑποτροπολογία ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. Σαράβα, παρῆλθεν
706ἡ ὥρα, καὶ ἀνεβλήθη διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἡ ἐξακολού-
707θησις τῆς συζητήσεως.
708Κατὰ δὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας, πρῶτος λαμβάνει
709τὸν λόγον ὁ φίλος μου κ. Ζαΐμης, ὅστις παρ’ ἐλπίδα καὶ κα-
710ταπολεμεῖ τυπικῶς τε καὶ οὐσιαστικῶς τὴν πρότασιν, καὶ πα-
711ραδόξως προσπαθεῖ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδεχομένη
712τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐνόησεν, ὅτι πα-
713ραδέχεται ἀρχὴν αὐτοτελοῦς προτάσεως καὶ οὐχὶ προσθέτου κε-
714φαλαίου ἐν τῷ γενικῷ νομοσχεδίῳ. Καὶ ἀληθῶς ἡ ἀνέλπιστος
715αὕτη καταφορὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, ἔφερε κἄποια καρδιοκτυπήματα
716περὶ τῆς τύχης τῆς προτάσεως. Κατόπιν τοῦ κ. Ζαΐμη ἀναβαί-
717νει τὸ βῆμα ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐπιπίπτει
718λάβρος καὶ αὐτὸς κατὰ τῆς προτάσεως μὲ τὸ δόγμα του, τὸ ἀ-
719παράδεκτον τοῦ ἀπαραδέκτου. (θόρυβος). Τότε τὸ ὁμολογῶ ηὔ-
720ξησαν τὰ καρδοκτυπήματα περὶ τύχης τῆς προτάσεώς μου,
721οὐχὶ διότι μᾶς ἔφεραν λόγους ἰσχυροὺς πρὸς ἀντίκρουσι αὐτῆς
722ἀμφότεροι οἱ προλαλήσαντες, ἀλλὰ διὰ τὸ βάρος τῆν φωνῆς
723καὶ τῆς ψήφου αὐτῶν, τοῦ μὲν δηλονότι ὡς ἀρχηγοῦ πο-
724λιτικοῦ κόμματος, τοῦ δὲ ὡς ὑπουργοῦ. Κατόπιν ἀναβαί-
725νουσι τὸ βῆμα ἀλληλοδιαδόχως οἱ εὔγλωτοι ῥήτορες, φί-
726λοι τῆς ἐν τῇ προτάσει ἐμπεριεχομένης ἰδέας, καὶ φίλοι τῶν
727πεποιθήσεών των, οἱ κύριοι Σαράβας, Δημητριάδης, Πετσάλης,
728Μιχαλόπουλος, Λέκας καὶ ἄλλοι καὶ ὑπερησπίσθησαν δι’ ἰσχυ-
729ρῶν λόγων τὴν πρότασιν. Ὅταν ὅμως ἀκολούθως ἦλθεν εἰς τὸ
730βῆμα ὁ κ. πρωθυπουργὸς μὲ τὴν πανοπλίαν του, καὶ ἀπηύθυνεν
731τὰ μυδροβόλα του ὡς ἄλλος Μόλτκε κατὰ τῆς ἐνστάσεως, τότε
732δὴ τότε, τὸ ὁμολογῶ, σχεδὸν ἀπηλπίσθην περὶ τῆς παραδοχῆς
733τῆς προτάσεως, ἀλλὰ καὶ παραχρῆμα ἠδιαφόρησα ἐντελῶς· εἶ-
734πον κατ’ ἐμαυτὸν ὅτι τὸ καθῆκόν μου ἐξεπλήρωσα, ἡ δὲ ἐν
735λόγῳ πρότασίς μου εἶναι πλέον κτῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἂς ἀπο-
736φασίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει καὶ ὅ,τι νομίζει συμφέρον διὰ τὴν πα-
737τρίδα. Τὴν ἐπαύριον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως
738συσκεφθεὶς μετὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων κυρίων ὑ-
739πουργῶν, ἦλθεν ἐνώπιόν σας καὶ ἀναβὰς τὸ βῆμα ἐπαρουσίασε
740τροπολογίαν, ἥτις δὲν διαφέρει τῆς ἐδικῆς μου κυρίας προτάσεως
741εἰμὴ κατὰ λέξεις τινάς. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἐπαρουσίασεν
742τροπολογίαν ἀπαράλλακτον τῆς προτάσεώς μου, ὡς προεῖπον,
743ἀλλ’ ὑπεσχέθη ἐν ὀνόματι τῆς κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος
744τούτου ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι, κύριοι, καὶ ἐνώπιον ὅλων τῶν
745κυρίων ὑπουργῶν παρόντων, ὅτι θέλει ὑποστηρίξει τὴν τροπο-
746λογίαν ἢ, ὡς τὴν ὠνόμασεν, ὑπουργικὴν πρότασιν, θέλει τὴν ὑ-
747ποστηρίξει ἐπρόσθεσεν ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ
748ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς κύρωσιν αὐτῆς.
749§62ΤΙΝΕΣ. Ἐνώπιον τίνος;
750§63ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὅταν βεβαίως ἡ Βουλὴ
751τὴν παραδεχθῇ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ἀντικεί-
752μενον τοῦτο· τοῦτο ἐν τέλει μόνον σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι συγ-
753χαίρω τοὺς κυρίους ὑπουργούς, καὶ τοὺς συγχαίρω ἐκ καρδίας,
754διὰ τὴν σημερινήν των εὐνοϊκὴν διάθεσιν ὑπὲρ τῆς ἐν λόγῳ
755προτάσεώς μου· καὶ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ὀλίγον, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα
756νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὅλην πρότασιν· ἀρκοῦμαι, λέγω, νὰ τεθῇ
757φραγμὸς τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον, καὶ θέλει εἶσθαι μεγίστη
758πρόοδος, ἐνῷ καὶ διὰ τὰ παρελθόντα μεγάλα καθυστερήματα
759θὰ ἔλθῃ ἀφεύκτως νόμος ἵνα ὑποχρεώσῃ καὶ τοὺς παλαιοὺς
760ὀφειλέτας εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν των, καὶ τότε φυ-
761σικὴ συνέπεια εἶναι νὰ ὑπαχθῶσι καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὰς διατάξεις
762τῆς παρούσης προτάσεως, ὅταν ἐπιψηφισθῇ καὶ κατασταθῇ νό-
763μος τοῦ κράτους· εὐάρεστα, εὐτυχῆ, ὑλικώτατα ἀποτελέσματα
764θέλει ἔχει· τοὺς συγχαίρω, λέγω, καὶ ἐγὼ δι’ ἐκείνην τὴν πρό-
765τασιν καὶ τὴν κηρύττω ἀπὸ σήμερον, ὅτι εἶναι πρότασις τοῦ
766ὑπουργείου καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, τὴν
767δὲ ἐδικήν μου πρότασιν τὴν συγχωνεύω μὲ ἐκείνην καὶ τὴν
768ἀποσύρω.
769§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν ἱστορίαν τὴν ὁποίαν
770σᾶς ἐξέθεσεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, τὸ ὑπουργεῖον μετὰ πολ-
771λὰς συζητήσεις ἔφερε τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ.
772Χατζίσκου καὶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει
773τὴν ὑποστηρίξει καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἡγε-
774μόνος. Εἰς τὴν ἀπόφασίν του ταύτην ἐμμένει τὸ ὑπουργεῖον, ὑ-
775ποστηρίζει τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερε, καὶ παρακαλεῖ
776τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ. Ὡς ἁρμόδιος δὲ ὑπουργὸς
777νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τι περισσότερον, διότι ὅσα
778εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κατσικαπῆς οὐδεμίαν ἔχουσι
779σχέσιν μὲ τὴν πρότασίν μου, διότι δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πρό-
780τασίς μου εἶναι ἀκατάλληλος, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ
781τοὺς ὀφείλοντας εἰς τὸ δημόσιον, καὶ τοὺς ἐδικαιολόγησε μὲ
782τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω. Σᾶς εἶπεν, ὅτι, καὶ ἂν
783ἐπλήροναν τοὺς φόρους, ἡ οἰκονομική μας κατάστασις δὲν θὰ
784ἦτο καλλιτέρα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράττωμεν
785ὅλους τοὺς φόρους, δίκαιον ἦτο νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους.
786Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔγεινε καλὴ χρῆσις τῶν φόρων τούτων·
787νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
788ἥτις ἔχει ἐντολὴν ἀπὸ τὸ σύνταγμα νὰ ἐξελέγχῃ τὴν χρῆσιν
789ὅλων τῶν δαπανῶν αἱ ὁποῖαι γίνονται.
790Τὰ ποσά, κύριοι, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται κατ’ ἔτος τὰ ψηφίζει
791ἡ Βουλή. Αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους γίνονται τῇ συναινέσει τῆς
792Βουλῆς, ἐὰν δὲ συμβῇ ὑπουργεῖον νὰ κάμῃ δαπάνας περισσο-
793τέρας, ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ λόγον. Δὲν
794εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ τις, ὅλοι οἱ φόροι ἐξο-
795δεύονται κακὴν κακῶς καὶ οὐδεὶς ἔλεγχος ὑπάρχει. Αὐτὰ εἶναι
796πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε, νομίζω, νὰ λεχθῶσιν ἐνώπιόν
797σας, διότι ὅλοι γνωρίζετε τίνι τρόπῳ γίνονται αἱ δαπάναι,
798καὶ τίνι τρόπῳ προσδιορίζονται. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ εἴπω
799περισσότερα, λέγω ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν, διότι
800βλέπω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτῆς εὐάρεστα ἀπο-
801τελέσματα.
802§65Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐάν τις χρεωστῇ 5 δραχμάς, καὶ
803αὐτὸς θὰ ὑπάγηται, δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἐξαίρεσις;
804§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐξαίρεσις, διότι πρέπει νὰ
805λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ ἔχωμεν ἐνοικιαστὰς,
806θὰ ἔχωμεν μόνον φορολογουμένους, καὶ πᾶς φορολογούμενος
807πρέπει νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον του, καὶ ἂν δὲν τὸν πληρώσῃ
808πρέπει νὰ ὑφίσταται τὴν στέρησιν.
809§67ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγομεν ὅτι ὁ νόμος ἀφορᾷ τὸ μέλλον, αὐτὸ
810δεχόμεθα, ἀλλ’ ἔχομεν ὀφειλὰς παρελθούσας, τὰ χρέη ὅμως αὐ-
811τὰ θὰ κατασταθοῦν καὶ θὰ γείνουν μετὰ 2, 3 ἔτη ἀπαιτητά·
812ὑπάγονται αὐτὰ εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν;
813§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
814§69ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου θὰ ἔχωμεν
815ὀφειλέτας ἀπὸ τὰς ἀγορὰς φθαρτῶν κτημάτων, αὐτὰ τὰ χρέη
816θὰ ἦναι ἀπαιτητά;
817§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰς δόσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔληξαν, καὶ
818θὰ λήξουν ἀπὸ τὸ 1871.
819§71ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι καθυστέρησαν καὶ εἶναι ἀπαιτητὰ καὶ
820περὶ αὐτῶν θὰ γείνῃ αὐτό;
821§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ χρέη τὰ ὁποῖα καθυστεροῦνται
822ἀνάγονται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἑπομένως δὲν ὑπά-
823γονται εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, διότι αὐτὸς θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰ
824χρέη τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν.
825§73ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων δὲν ὑπά-
826γονται;
827§74ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
828§75ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα μέσα θὰ ἔχητε διὰ τὴν εἴσπραξιν
829τῶν παλαιῶν καθυστερημάτων;
830§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ὅσα ἐψηφίσαμεν.
831§77ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦσαν ἐπαρκῆ, δὲν θὰ προεβαίναμεν
832εἰς αὐτό.
833§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
834§79ΔΑΓΡΕΣ. Ἐνῷ ἔβλεπον, κύριοι, ἀγορεύοντα ἐκ τοῦ βήματος
835τούτου τὸν προτελευταῖον ἀγορεύσαντα, εἰς τὴν φαντασίαν μου
836ἐπαρουσιάσθη σκιὰ ἑνὸς τῳόντι σεβαστοῦ πατριώτου καὶ
837μεγάλου πολίτου τῆς Ἑλλάδος τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ἐνδυμασίαν
838καὶ τὸ ἀνάστημα φέρει ὁ ἔντιμος οὗτος προαγορεύσας· μοὶ
839ἐφάνη ὅτι εἶδον καὶ τὰ σχήματα καὶ τὰ βήματά του, καὶ ἐν γέ-
840νει μοὶ ἐφάνη ὅτι τὸν ὡμοίαζεν· ἀλλ’ εἰς τὴν ὁμιλίαν του αὐτὴν,
841ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, μοὶ φαίνεται ὅτι οὗτος ἐξέφερε κατη-
842γορητήριον κατ’ αὐτοῦ τούτου, τὸν ὁποῖον ὁμοιάζει καὶ ἐπιθυμεῖ
843νὰ μιμῆται. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος
844πρωθυπουργὸς ἀγορεύων σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος
845ἐξελθόντες ἐξ ἑνὸς μακροῦ πολέμου καὶ παραγκωνισθέντες παρὰ
846τῆς τότε ἐξουσίας, ἡ ὁποία δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ὀλίγον ἐσχετίσθη
847μὲ τὸν τόπον, καὶ ὀλίγην προσοχὴν ἔδωκε πρὸς τὰ δικαιώματα
848τοῦ ἀγῶνος, ἐτράπησαν εἰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας, κατὰ συνέπειαν δὲ
849καὶ εἰς τὰς ἐνοικιάσεις τῶν προσόδων πολλοὶ αὐτῶν ἔμειναν ὀφει-
850λέται· μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ Ἰωάννης
851Κωλέτης, ὑπῆρξεν ὀφειλέτης καὶ μετὰ τὸν θάνατόν του ἐδέησε
852νὰ ἔλθουν οἱ κληρονόμοι του νὰ προκαλέσουν νόμον εἰδικὸν περὶ
853τοῦ χρέους τούτου, ὅπως ἀπαλλαχθῇ καὶ μείνῃ ἐλευθέρα ἡ περιου-
854σία του, καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦλθεν ὁ νόμος οὗτος ὁ ὁποῖος ἐ-
855χάρισε τὰ χρέη ἀξίως τῶν μεγάλων ἐκδουλεύσεων τοῦ ἀν-
856δρός. Οὐδὲν ἧττον ὑπῆρξεν ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου, καὶ δὲν ἠμ-
857πορεῖτε νὰ ἀπαλλάξητε αὐτὸν τοῦ στίγματός του καὶ τῶν ὕβρεων
858τὰς ὁποίας ἀπευθύνατε καθ’ ὅλων τῶν ὀφειλετῶν· οὐδεὶς ἐδέησε
859νὰ ἀμνηστεύσῃ τοὺς ὀφειλέτας τῆς κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκείνους
860οἵτινες ὑπέκυψαν εἰς ἀκαταμάχητον ἀνάγκην, εἰς τυχαῖα γεγονό-
861τα, εἴτε ἀπὸ εἰλικρινῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των πρὸς
862τὸ δημόσιον, ἢ ἐξ ἄλλων οἱωνδήποτε λόγων. Δὲν ἔπρεπε νὰ
863σᾶς πείσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ, διότι οὔτε αὐ-
864τός, οὔτε ἡ ἐπαρχία τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὀφείλουν μεγάλα
865ποσά. Ἐθαύμασα μὲ τὸ θάῤῥος τοῦ κ. βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ὅστις
866ἦλθε νὰ ἐκφέρῃ κατηγορίας κατὰ τοσούτου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων,
867ἐνῷ ὤφειλε νὰ συλλογισθῇ ὅτι εἰς τὸν σύλλογον τῶν ἁρπάγων,
868τῶν λῃστῶν, ὡς εἶχε τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκαλέσῃ τοὺς ὀφειλέτας,
869ὑπάρχει σημειωμένον πρόσωπον τοῦ ὁποίου καὶ συγγενὴς καὶ κλη-
870ρονόμος ὑπῆρξε. Μᾶς κακίζουσι, μᾶς παρεξηγοῦσι, παραμορφώνου-
871σι τὰς ἰδέας μας, ὅταν ἐρχώμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν ὑβριστικὰς προ-
872τάσεις, προτάσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάρμοστοι καὶ ἀνοίκειοι εἰς
873τὴν παροῦσαν ἐποχήν, προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἔρχονται νὰ καταπο-
874λεμήσωσι ἓν σύνταγμα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἑδρεύετε ἐν-
875ταῦθα, προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἔρχονται νὰ πολεμήσωσι τὰς βάσεις
876τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρείδεται ἡ ἐκλογή σας·
877ὅταν εὑρίσκουν οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι συνηγόρους ἐκείνους, οἵτινες
878μετέρχονται τὸν φιλελεύθερον, καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι διὰ τοιούτων
879νόμων ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου καὶ ἡ ἀνεξαρτησία του καθίσταται προ-
880βληματική. Καὶ περιορίσατε εἰς οἱανδήποτε τάξιν θέλετε, κύριοι,
881τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, μὴ ὑπάγετε εἰς τὰς 150,000
882ἀριθμὸν ὁ ὁποῖος σᾶς ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν, ἔλθετε εἰς 3 εἰς 5
883εἰς τὴν τοῦ πολιτευομένου τάξιν, τὴν κατά τινας μόνην ὀφείλουσαν.
884Ὅταν εὑρίσκωνται ἄνθρωποι ἐξ αὐτῆς τῆς τάξεως νὰ ἐπιῤῥίπτουν
885μομφὰς κατ’ αὐτῆς, τί περιμένετε νὰ σᾶς εἴπουν ἄλλοι; καὶ
886δὲν ἠξεύρετε, ὅτι δὲν περιστοιχίζεσθε οὐδὲ ἀπὸ ὀφειλέτας, ἀλλ’
887οὐδὲ ἀπὸ φορολογουμένους ἢ ἀπὸ πολλὰ ὀλίγους ἀλλὰ ἀπὸ ἀνθρώ-
888πους οἱ ὁποῖοι οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ἔχουν τὸ βλέμμα των παρὰ εἰς
889τὸ κεντρικὸν ταμεῖον· αὐτοὶ οὗτοι καθήμενοι εἰς ἀκροατήρια
890καὶ μὴ μισθοδοτούμενοι θὰ σᾶς ἀποδοκιμάζουν ἢ ἐπιδοκιμάζουν
891Παράδοξα ἐφάνησαν τὰ παρὰ τοῦ κ. Κατσικαπῆ λεχθέντα, καὶ
892εἶχε δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὰ ἀναιρέσῃ. Οὐδὲν ἧττον ὅμως
893τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἐπηλήθευσαν κατὰ πολύ, ἂν ὄχι κατὰ
894τὸ ὅλον. Καὶ τίς δύναται, κ. ὑπουργέ, νὰ μοὶ ἀρνηθῇ ὅτι
895οὐδέποτε ἡ κυβέρνησις κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ψήφισιν τοῦ
896προϋπολογισμοῦ, προέβλεψεν ἓν ποσὸν διὰ παραγωγικὰ ἔργα
897καὶ εὐκολίαν τινὰ τοῦ λαοῦ; Καὶ ποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι
898ὁ φόρος ὁ πληρονόμενος ἀπὸ τὸν πολίτην εἶναι μία συνεισφορά, ἡ
899ὁποία ἀνταλάσσεται ὄχι μόνον μὲ τὸ προσωπολόγιον τοῦ ἐτη-
900σίου προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτη-
901σίας, μὲ τὴν εὐκολίαν τοῦ δανείζεσθαι, μὲ τὴν εὐκολίαν τῆς
902συγκοινωνίας; Ἂν ὅλα τὰ ἔθνη οὕτω διοικοῦνται, διὰ νὰ πλη-
903ρώνομεν μόνον φόρους καὶ μάλιστα φόρους τοὺς ὁποίους πληρώνουν
904ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν ἐννοῶ τόσον τὸ ὑπέρογκον, ὅσον τὸ σύστη-
905μα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ διά τινας ἐπαρχίας περὶ
906ὧν πρόκειται καὶ ὄχι περὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, δύνασθε ν’ ἀρνη-
907θῆτε ὅτι ὁ γεωργὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ζητεῖτε τὸ ὄγδοον, τὸ πέμ-
908πτον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου περιουσίας του, δὲν ἀπολαμβάνει τὴν
909ἀσφάλειαν, τὴν συγκοινωνίαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τῆς καλῶς
910ἐννοουμένης εὐνομίας; Καὶ δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὸν ἀκαταμά-
911χητον λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπε ὁ βουλευτὴς Δωρίδος; ὅτι
912δὲν εἶναι τοιοῦτος ὁ προϋπολογισμὸς, τουτέστιν μισθολόγιον
913ἀέργων; ἂν ἀμφιβάλητε, μεταβῆτε εἰς τὰ καφφενεῖα, εἰς τοὺς
914περιπάτους, εἰς τὰς πλατείας, ἐκεῖ θὰ εὕρητε μισθοφόρους ἄν-
915δρας, θὰ εὕρητε ἓν πλῆθος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ εἰς
916τὴν κατόπιν, ὡς καὶ εἰς τὰς παρελθούσας, ἀνθρώπους περιφερο-
917μένους μὲ πλήρη μισθοδοσίαν, ἐνῷ ἡ θέσις των εἶναι ἀλλοῦ, ἢ
918καὶ πολλοὶ εἶναι λόγῳ ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ἔχουν πράγματι
919ὑπηρεσίαν ἐδῶ. Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ σκε-
920φθῆτε περὶ τῶν τοιούτων; ἢ νομίζετε ὅτι ἀποστολή σας εἶναι νὰ
921παραδώσητε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐργολάβου καὶ εἰσπρακτόρων
922τὸν πολίτην καὶ δὲν ἔχετε ἄλλο τι νὰ σκεφθῆτε, τοὐλάχιστον
923πῶς διαχειρίζονται τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐν αἵματι ὁ φορολο-
924γούμενος λαὸς ἀπολαμβάνει καὶ σᾶς ἀποδίδει;
925§80ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
926§81ΔΑΓΡΕΣ. Μᾶς ἐπιτιμοῦν, κύριοι, καὶ μᾶς λέγουν, καὶ πῶς τολ-
927μᾶτε νὰ ὑπερασπισθῆτε τοὺς ἅρπαγας αὐτοὺς, τοὺς λῃστάς; πῶς
928δὲν ἀφίνετε νὰ τοὺς πωλήσωμεν, νὰ φέρωμεν χρήματα ἐν ἀφθονίᾳ διὰ
929νὰ δαπανῶμεν καὶ νὰ ζῶμεν ἐν ἀνέσει καὶ ἡδυπαθείᾳ εἰς ἐποχὴν
930καθ’ ἣν, κύριοι, ὁλόκληρος ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχει,
931εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὰ ἀποτελέσματα τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ
932τόπου, σᾶς ἠνάγκασαν νὰ δώσητε τελευταῖον ἐλεημοσύνην εἰς
933χιλιάδας οἰκογενείας, καὶ αἱ οἰκογένειαι αὗται εἰς τὰς ὁποίας
934ἐδώσατε μιᾶς ἑβδομάδος ἄρτον, σᾶς λέγουν ψηφίσατε νόμον διὰ
935νὰ τοὺς καταστήσητε ἀνικάνους νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν κοινῶν
936τοῦ δήμου των κτλ.; Καὶ ἂν εὑρεθῆτε εἰς ὁμοίαν θέσιν δι’ ἓν
937ἄλλο τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, ὅτε θὰ σᾶς ὀφείλουν καὶ θ’ ἀδυνατοῦν
938νὰ σᾶς πληρώσουν τὰ χρέη των, σᾶς ἐρωτῶ, τί θὰ εἴπητε περὶ
939τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ; πῶς θὰ δικαιολογηθῆτε εἰς
940τὴν ἱστορίαν τοὐλάχιστον; ἐνῶ εἰς τὴν αὐτὴν σύνοδον, εἰς τὴν
941αὐτὴν ἑβδομάδα κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίζετε 100,000 δραχμῶν
942διὰ νὰ διανεμηθῶσι εἰς τοὺς ἀπόρους καταστάντας ὡς ἐκ τῆς
943διοικήσεώς σας κατοίκους 3, 5 ἐπαρχιῶν ὅπως ἐπαρκέσουν εἰς
944μιᾶς ἑβδομάδος τροφὴν, εἰς τὴν αὐτὴν ἡμέραν ψηφίζετε ἕνα νό-
945μον, οἷος ὁ προκείμενος, ἀποκλείοντες τοῦ τιμαλφεστέρου αὐτῶν
946δικαιώματος τοὺς ἐλευθέρους πολίτας. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι δὲν
947ἐνόησα ὅτι ἠμπορεῖ νά μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι, ἀφοῦ δὲν κάμνουσιν, δὲν
948πληρώνουν· εἶναι φόροι οἱ ὁποῖοι, καὶ ἂν καταστραφῶσι,
949πληρώνονται, καθὼς εἶναι τῶν ἀμπέλων καὶ ἐν γένει τῶν κατὰ
950στρέμμα, τῶν ζώων καὶ λοιπῶν. Ἀλλά, κύριοι, δὲν λέγω ἀπη-
951νεῖς, λίαν αὐστηροὶ ἐφάνητε κατὰ τοῦ λαοῦ εἰς τὸν ὁποῖον τί-
952ποτε δὲν παραχωρεῖτε, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα
953θὰ τοῦ παραχωρήσητε ἐπ’ ἀμοιβῇ, δὲν ἐπείσθητε νὰ τοῦ χορη-
954γήσητε εὐκολίαν τινα νὰ δανείζηται εὐκόλως, ὅπως πληρώνῃ
955τὰς πρὸς τὸ ταμεῖον ὀφειλάς του, ὡς σᾶς ἐπροτείναμεν, καὶ ἐ-
956σκέφθητε εἰς τὴν ἀπόφασίν σας νὰ τὸν κηρύξητε ἀνίκανον νὰ
957ἐκλέγῃ καὶ νὰ ἐκλέγηται, ἐσκέφθητε τοὐλάχιστον ὅτι τὸ ζή-
958τημα αὐτὸ εἰς δύο συνελεύσεις προταθὲν ἀπεῤῥίφθη ἀποτόμως;
959ἐσκέφθητε ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε εἰς ἐξαιρετι-
960κὴν θέσιν τὸν ὀφειλέτην, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν ἐκλογικὸν
961νόμον, οὐδὲ εἰς τὸ σύνταγμα τοιαύτη διάταξις; Νομίζετε, ὅτι
962δὲν εἶναι ἓν πνεῦμα κατὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, εἰς τὴν
963ὁποίαν πολλοὶ δὲν ἀρέσκονται, ἐν οἷς καὶ ὁ φίλος μου ὁ κ. Χα-
964τζίσκος, διότι νομίζουν ὅτι οἱ κάτοχοι περιουσιῶν μεγάλων,
965ὅτι πλουτοκρατία πρέπει νὰ ἐγκαθιδρυθῇ εἰς τὰ δημόσια πράγ-
966ματα, εἰς ἕνα τόπον εἰς τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἐπεκράτησε, καὶ
967ἀείποτε κατεδικάσθη; μήπως μᾶς ἐδόθησαν κἂν δείγματα τοῦ
968ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ τῶν πλουσίων καὶ τοῦ μὴ πατριω-
969τισμοῦ τῶν πτωχῶν; Μὲ φέρουν τὴν ἔνστασιν, καὶ ἂν δὲν τὴν
970ἔφεραν, θέλουν τὴν φέρει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόν-
971τος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ μέλλοντος· περὶ
972αὐτῶν ὁμιλῶ καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἂν ἔχητε τὴν ὑπομονὴν
973νὰ μὲ ἀκούσητε, ὅτι αἱ ὀφειλαὶ δὲν θέλουν λείψει, ἐφ’ ὅσον ἔ-
974χετε τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα. Θέλετε ὡς ποινὴν μετὰ
975τὰς τοσαύτας δρακοντείους διατάξεις τὰς ὁποίας καθιερώσατε,
976νὰ θέσητε καὶ τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τοὐ-
977τέστι θέτετε μίαν ποινὴν, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἀναγνωρίζετε
978ὅτι οἱ ὀφειλέται εἰς τὸ μέλλον θὰ ἦναι ἄνθρωποι κακῆς πί-
979στεως, καὶ πρέπει ἐκτὸς τῶν ἄλλων καταδιώξεων νὰ ὑποκύ-
980ψωσι καὶ εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, καὶ λέγω ἐσχάτην, διότι
981διὰ τὸν πολίτην ἐλευθέρου κράτους, δι’ ἐκεῖνον ὅστις ἀνέκτησε
982διὰ τοῦ αἵματός του τὴν ἐλευθερίαν του, αὐτὴ εἶναι ἡ τελευ-
983ταία ποινὴ, ὅπως διὰ τὸν φυσικὸν ἄνθρωπον ἡ ποινὴ τοῦ θανά-
984του. Θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι δὲν εἶναι οἱ κάτοικοι ἐπαρχιῶν τι-
985νῶν, οὔτε τῆς ἐπαρχίας α, οὔτε τῆς ἐπαρχίας ω, οὔτε ὅτι οἱ κά-
986τοικοι τῆς α, β, γ, δ, ε, εἶναι στρεψόδικοι καὶ κακῆς πίστεως,
987οὐδὲ ὅμοιοι μὲ τοὺς κατοίκους τῆς ω, ψ καὶ υ· ἀλλ’ εἶναι τὸ
988σύστημα αὐτὸ τὸ φορολογικὸν, διότι, ἂν μελετήσητε, θέλετε
989εὕρει, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου εἰσπράξεως εἴτε πρὸς τὸ δη-
990μόσιον, εἴτε πρὸς τὴν κοινότητα, εἴτε πρὸς τὸν δῆμον, παντοῦ
991ἀφίνει καθυστερήματα, καὶ ἀναντιῤῥήτως ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ μοὶ
992ἐπιτρέψῃ, ἀφοῦ ἔφερε πρότασιν, καὶ ἀπέσυρε τὴν ἰδικήν του ὁ
993κ. Χατζίσκος, ὀφείλει, καὶ ὀφείλετε καὶ σεῖς, καὶ ὁ κ. ὑπουρ-
994γὸς νὰ μεριμνήσητε καὶ περὶ τῶν δήμων καὶ περὶ τῶν κοινο-
995τήτων, δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι εἶναι εἰς χειροτέραν κα-
996τάστασιν τὰ δημοτικὰ ταμεῖα ἀπὸ τὰ τῶν δήμων, καὶ περὶ
997ἐκείνων πρέπει νὰ προβλέψητε. Εἶναι, κύριοι, εἴς τινας ἐπαρ-
998χίας ἄλλαι περιουσίαι, αἱ ἐγχώριοι λεγόμεναι, ὅπως εἰς τὴν
999Ἑπτάνησον, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ μὴ γνωρίζητε ἀκριβῶς,
1000οὐχ ἧττον ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται, καὶ αὐτὰς διαχει-
1001ρίζεται μία ἐπιτροπὴ δι’ ἀγαθοεργὰ καταστήματα καὶ ἄλλα
1002κοινωφελῆ ἔργα.
1003§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι φόροι, εἶναι εἰσοδήματα......
1004§83ΔΑΓΡΕΣ. Περιουσίαι ἀνήκουσαι εἰς τὴν κοινότητα.
1005§84ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
1006§85ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ χρησιμεύουν πρὸς κοινὸν καλὸν τοῦ τόπου. (διά-
1007λογοι θορυβώδεις). Τῷ ὄντι, κύριοι, νὰ θέσωμεν εἰς τὸ σημεῖον,
1008ὅπου πρέπει, τὸν πολίτην, ἂν θέλῃ νὰ ᾖναι πολίτης ἐλευθέρου κρά-
1009τους· διότι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ τὰ ἀγαθὰ ἐλευ-
1010θέρας πολιτείας δὲν προσκτῶνται ἄνευ θυσιῶν ὑλικῶν, ἄνευ θυ-
1011σιῶν προσωπικῶν· ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφέρῃ τὸ ἄτο-
1012μον, ὀφείλει καὶ τὸ αἷμά του καὶ τὴν ὕπαρξίν του χάριν τῆς
1013πατρίδος του· ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ καὶ
1014ἐκ τῆς περιουσίας του. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν μίαν
1015ἀκαταμάχητον ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός,
1016διότι δυστυχῶς ἐῤῥίφθη ἡ ἰδέα τῶν ἀμερίμνων εἰς τὴν κοινω-
1017νίαν, καὶ μόλις ἐκ τῶν σπαργάνων ἐξέλθῃ εἷς νέος ζητεῖ θέ-
1018σιν διὰ νὰ ζήσῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ποῦ ὀφείλεται τοῦτο; βεβαίως
1019εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰ κοινά. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν
1020Κέρκυραν χρεωστοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐγχωρίου διαχειρί-
1021σεως 8, 10 ἢ καὶ περισσότερα ἑκατομμύρια βεβαιούμενα καὶ
1022διαχειριζόμενα διὰ δημοπρασίας; Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον πρόε-
1023δρον τῆς Βουλῆς ποῦ ὑπάγονται οὗτοι, εἰς ποῖον σημεῖον;
1024Λοιπὸν ποῦ θέτετε τοὺς ὀφειλέτας τῆς νήσου Κερκύρας; Οἱ
1025νόμοι, κύριοι, δὲν φέρουν ἀποτέλεσμα, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι αὐ-
1026στηροί, διότι τὸ κακὸν ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τοῦ χρέους, εἰς
1027τὴν βάσιν αὐτοῦ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Καὶ μὴ ἀμφι-
1028βάλητε ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχετε εἰς ἐνέργειαν τὸ ὑπάρχον φορολογι-
1029κὸν σύστημα, θὰ ἔχητε καὶ καθυστερούμενα, διότι δὲν εἶναι ἴσον
1030πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας· τί ἐζήτησαν οἱ βουλευταὶ Κερκύρας!
1031διὰ τοὺς τοιούτους ὀφειλέτας; τὴν πρότασίν των, ἃς μοὶ ἐπι-
1032τραπῇ, νὰ ἀναγνώσω. Ἡ Κέρκυρα ἔχει φόρους εἰσπραττομένους
1033ἀμέσως καὶ ἐμμέσως.
1034§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κτήματα..... (θόρυβος).
1035§87ΔΑΓΡΕΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὀφειλῆς, ἂς ᾖναι οἱασδήποτε
1036πηγῆς καὶ αἰτίας. Εἶναι ἡ πρόσοδος κτημάτων ἀνηκόντων εἰς
1037τὴν κοινότητα τῆς νήσου Κερκύρας, ὡς εἶναι καὶ τὰ πρὸς
1038τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφειλόμενα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ποι-
1039νῶν ἐτέθη εἰς ἕνα νόμον κατὰ τὸ 1867 καὶ ἡ προσωπικὴ
1040κράτησις. Οἱ ἀξιότιμοι καὶ ἀξιέπαινοι βουλευταὶ Κερκύρας,
1041καὶ ἀξιέπαινοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες μεριμνῶσι διὰ νὰ κα-
1042ταστήσωσι ὀλιγώτερον ἐπαχθῆ τὴν κατάστασιν τῶν συμπο-
1043λιτῶν των· δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν ἠμπορῇ τις νὰ μεμφθῇ τοὺς
1044ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς κακὴν
1045κατάστασιν· παραβαλλόμεναι πρὸς ἄλλας καὶ τριπλασίους πλη-
1046ρόνουσι φόρους, καὶ κακῶς βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται οὗτοι·
1047οὐδὲν ἧττον κατ’ αὐτῶν ἀπευθύνονται ὅλαι αἱ ὕβρεις καὶ συ-
1048κοφαντίαι. Τὶ ἐπρότειναν οἱ βουλευταὶ Κερκύρας πέρυσι; Ἰδοὺ
1049τὶ λέγουν αἱ διατάξεις....
1050Ποῖοι δὲ ἦσαν βουλευταί; Οἱ Κ. Ν. Παπαδάτος καὶ Πολυ-
1051λᾶς, οἱ ὁποῖοι, μοὶ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν καλὴν πίστιν νὰ εἴπω,
1052ἅμα ἦλθεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου, ἐκηρύχθησαν κατ’ αὑ-
1053τῆς, χωρὶς ἴσως νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των τοῦτο. Σᾶς εἶπον προχ-
1054θὲς, κύριοι, ὅτι ᾐσθάνθην λύπην τινα, ὅταν ἐῤῥέθησαν πολλὰ
1055κατὰ τῶν λαῶν ἐπαρχιῶν τινων, διότι δὲν εἶδον ἕνα τῶν ἀν-
1056τιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς
1057καλλιτέραν θέσιν ν’ ἀναιρέσουν τὰς ἀπευθυνθείσας κατηγορίας καὶ
1058ἀποκρούσουν τὰς ὑβριστικὰς προτάσεις· διότι ἐνόμιζον, καὶ ἐξ-
1059ακολουθῶ καὶ θέλω ἐξακολουθήσει νὰ νομίζω, ὅτι ἦτον ἔργον
1060συνειδήσεως ν’ ἀναλάβουν τὸν ἀγῶνα οἱ κύριοι οὗτοι. Εἶπον, κύ-
1061ριοι, ὅτι εἰς τὴν Κέρκυραν ὑπάρχουν δύω εἰδῶν φόροι οἱ ἄμεσοι
1062καὶ οἱ ἔμμεσοι· διὰ τοὺς πρώτους δὲν θέλετε εὕρει οὐδὲ ἓν λε-
1063πτὸν καθυστερούμενον, ἐπὶ τῶν δευτέρων ὑπάρχουν πολλαὶ καὶ
1064κατέστη ἀδύνατος ἡ εἴσπραξίς των καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν
1065τῶν λίαν εὐεργετικῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων εἰς προγενεστέ-
1066ραν ἐποχήν. Δὲν ἀμφισβητεῖ κανεὶς τὴν θέλησιν καὶ τὴν καλὴν
1067πίστιν τῶν φορολογουμένων λαῶν τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Ἔρχο-
1068μαι τώρα νὰ παραβάλω καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῶν φορολογου-
1069μένων ὀφειλετῶν τῆς ἐπαρχίας ἀ. τοὐτέστι τῆς ἐπαρχίας Κα-
1070λαμῶν τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Εἰς τὴν
1071ἐπαρχίαν αὐτὴν θέλετε εὕρει πολλοὺς, πλείστους φόρους, ἀλλὰ
1072ἔχετε καὶ φόρους ἐμμέσως εἰσπραττομένους, εἰς τὰ τελωνεῖα,
1073μεταξὺ δὲ τούτων, κύριοι, εἶναι καὶ φόροι τινὲς ἰδανικοὶ ὡς τῶν
1074γρασιδίων ἐν Μεσσηνίᾳ. Εἷς γεωργὸς π. χ. ἔχει ἓν περιβόλι συ-
1075κέας, μωρέας καὶ ἄλλα δένδρα. Ὑπὸ τὰ δένδρα δὲν γίνεται τί-
1076ποτε, ῥίπτει ὀλίγην κριθὴν τὴν ὁποίαν τρώγουν τὰ βόδιά του
1077καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀροτριᾷ τὴν γῆν. Ἐν τούτοις ἔρχεται ὁ δημό-
1078σιος ὑπηρέτης καὶ μανθάνει ἀπὸ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ὁ δεῖνα εἶχε γρα-
1079σίδι καὶ τὸ ἔκοψε. Ἐκδίδει ἓν πρωτόκολλον· ὁ φορολογούμενος
1080δὲν ἠξεύρει ὁ δυστυχὴς τίποτε, καὶ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ λέ-
1081γει, πλήρωσε, (ὁ εὐγενὴς εἰσπράκτωρ) τὸν φόρον σου, ἄλλως ὑπά-
1082γεις εἰς τὰς φυλακὰς καὶ....
1083§88ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (θόρυβος).
1084§89ΔΑΓΡΕΣ. Ναὶ, ἀλλὰ ἂν ἐκάθησθε εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας,
1085εἰς τὴν Καρυὰ ἢ εἰς τὴν Κορινθίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἠθέλατε
1086συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν
1087καὶ Μεσσήνῃ, ἡ ὁποία ἔχει φόρους κατὰ μέσον ὅρον 1,000,000
1088δραχμῶν περίπου εἰσπραττομένων ἀμέσως, μοὶ φαίνεται, ἔχει
1089καὶ ἐμμέσους 600,000 περίπου, ὁ λαὸς οὗτος, κύριοι, τὸν ὁ-
1090ποῖον ἀπεκάλεσαν ἅρπαγα ἐκεῖνοι, οἵτινες ὀφείλουν ὅ,τι ἔχουν
1091εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν, τινὲς τοὐλάχιστον, ὁ λαὸς ἐκεῖνος σᾶς πλη-
1092ρώνει ἓν ἑκατομμύριον καὶ 700,000 κατ’ ἔτος. Ὁ λαὸς οὗτος,
1093ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, μένει ὀφειλέτης ἀπὸ τί; ἀπὸ τὸν
1094φόρον αὐτὸν, ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ζώων, ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀμπέ-
1095λων, τῶν γεννημάτων καὶ οὕτω καθεξῆς. Τί εἶναι οἱ φόροι τοὺς ὁ-
1096ποίους ἀναφέρουν, ἂν οὐχὶ τὸ ὅλον τὸ πλεῖστον μέρος ὀφείλεται ἐκ
1097πλαστῶν διπλοτύπων, καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἑκάστοτε ἐ-
1098ψηφίζετε ἀρκεῖ νὰ συνταχθῇ διπλότυπον καθ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου ἢ πρω-
1099τόκολλον καὶ λαμβάνει ἰσχὺν συναλλάγματος πληρωτέου ἐπὶ τῇ
1100ἐμφανίσει. Πιστεύσατε, κύριοι, ἐπὶ ἓξ συνεχῆ ἔτη καὶ συναπτὰ ἑνὸς
1101φορολογουμένου συνέταξα τὴν ἀναφορὰν περὶ τῆς ἐκριζωθείσης
1102ἀμπέλου, ζητήσαντος τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου
1103αὐτῆς, τὸ ἔκαμα ἵνα ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ βεβαιώσω ἐνώ-
1104πιόν σας, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἓξ ὁλόκληρα ἔτη
1105κατ’ ἔτος ἐδήλου ὅτι τὴν ἄμπελόν του ἐξεῤῥίζωσε καὶ παρε-
1106κάλει τὸν ἔφορον νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου
1107δὲν τὸ κατώρθωσε· τοιοῦτοι εἶναι οἱ πλεῖστοι φόροι ἐκ τῶν
1108ἀμπέλων, ποιμνίων καὶ τῶν λοιπῶν. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι,
1109καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ὁ λαὸς
1110τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ἓν
1111ἑκατομμύριον 700 χιλιάδας, ἐξ ὧν 600 χιλιάδες εἰσπράττον-
1112ται ἐμμέσως εἰς τὰ τελωνεῖα καὶ δὲν μένει οὐδὲ λεπτὸν ὀφει-
1113λέτης διὰ τὰ ἐμμέσως εἰσπραττόμενα, μόνον διὰ τὰ ἀμέσως
1114ἀπὸ τοὺς φόρους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον,
1115τώρα σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, πταίει ἡ κακὴ πίστις τοῦ λαοῦ ἐκεί-
1116νου; διατί τὰ ἐμμέσως πληρωνόμενα εἰς τὰ τελωνεῖα δὲν κα-
1117θυστεροῦνται; ἴσως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοι εἴπῃ
1118δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς,
1119ἐδῶ χρειάζεται ἡ νομοθετικὴ περίνοια, νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος,
1120ὥστε ὁ φορολογούμενος νὰ μὴ καθυστερῇ τοὺς φόρους, καὶ ὁ
1121πρῶτος ὅρος εἶναι νὰ ᾖναι ὁ φόρος ἴσος καὶ δίκαιος, ἀλλ’ ὅταν
1122τὸν πτωχὸν φορολογούμενον τὸν ἐπιβάλητε νὰ πληρόνῃ 10 καὶ
112325% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ ὅταν δὲν ἀσφαλί-
1124ζητε τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν ἁρπακτικὴν χεῖρα τοῦ ἀπαριθμητοῦ,
1125τοῦ εἰσπράκτορος, τοῦ ἐνοικιαστοῦ, τοῦ μεταβατικοῦ, τί περι-
1126μένετε, κύριοι; ἔχετε τὸ θάῤῥος, σᾶς τὸ ἐπιτρέπει ἡ συνείδησις
1127νὰ ψηφίσητε νόμον καὶ εἴπητε, ὅτι ἂν ἡ μερὶς αὐτοῦ τοῦ λαοῦ
1128δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὰ πλαστὰ πρωτόκολλα, τὰ πλαστὰ
1129ἔγγραφα τῶν ἀπαριθμητῶν καὶ λοιπῶν ὀργάνων νὰ στερῆται
1130τῶν δικαιωμάτων της τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι; Ἀλλ’ ἐὰν,
1131κύριοι, ἐφαρμόσητε τὸν νόμον αὐτὸν, ποίαν βεβαιότητα ἔχετε,
1132ὅτι ἂν ὁ ταμίας εἰς τὸν ὁποῖον ἐδώσατε ὅλην τὴν ἐξουσίαν νὰ
1133συντάξῃ κατὰ τὸν νόμον κατάλογον καὶ ἐνεργήσῃ τὰς κατα-
1134διώξεις δὲν ἐπίκειται ὁ ἐξανδραποδισμὸς καὶ ἡ τύχη τοῦ δου-
1135λοπαροίκου κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Ἂν ὁ ταμίας λάβῃ ἀπὸ
1136τὸ ἓν μέρος 50 καὶ ἀφήσῃ τοὺς 150 ἀπὸ τὸ ἄλλο, νομίζετε
1137ὅτι θὰ ὠφελήσητε τὸ δημόσιον ταμεῖον; Καὶ δὲν ἀρκοῦσι,
1138κύριοι, αἱ διατάξεις αἱ φοβεραὶ τὰς ὁποίας ἔχετε εἰς τὸν νόμον
1139περὶ καθυστερούντων δι’ ὧν ἔχετε τὸ δικαίωμα τῆς συντόμου
1140καὶ εὐκόλου κοινοποιήσεως, καθὼς καὶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν,
1141τὴν ὁποίαν ἀφίνετε εἰς ἕνα ταμίαν καὶ τόσα ἄλλα, ἀφοῦ μά-
1142λιστα κατά τινα τρόπον ἐκλείσατε καὶ τὴν θύραν τῶν δικα-
1143στηρίων; δὲν εἶναι ἀρκετὸς οὗτος διὰ νὰ εἰσπράξητε τοὺς
1144φόρους; καὶ νομίζετε ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐνῷ ἔχετε
1145τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος ὁλοκλήρου ὡς ὁδηγὸν, ὅταν ἐπὶ
1146τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου
1147θὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον ὑπάρχουν τόσαι καὶ τοσαῦται καθυ-
1148στερήσεις, νομίζετε, ὅτι θὰ φέρητε ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον
1149ἐὰν παραπέσητε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ χωροφύλακος, τοῦ κλη-
1150τῆρος τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου; πιστεύσατε
1151ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ὀφειλετῶν, πολλὰ ὀλίγοι, ὀλίγιστοι εἶναι
1152ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ὠφελήθησαν ἐκ τῆς καθυστε-
1153ρήσεως, τὸ ὅλον δὲ τῶν ὠφελουμένων τὰ 9|10 καταδιώ-
1154κονται ἀδίκως, καὶ λέγων ἀδίκως δὲν ἐννοῶ νομικῶς, οὐσια-
1155στικῶς· ὑπέκυψαν εἰς χρέη καὶ καθυστερήσεις, καὶ ἀφοῦ ὑπέ-
1156πεσαν εἰς μίαν καθυστέρησιν δὲν ἦτο εὔκολον νὰ πληρώ-
1157σουν τὰς ὀφειλάς των. Λοιπόν, κύριοι, σᾶς συμβουλεύω καὶ
1158σᾶς προτρέπω νὰ μὴ ἐπιψηφίσητε τὸν νόμον αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ
1159ἀναβάλητε τὴν ἐφαρμογήν του ἕως οὗ ἔλθῃ νέον φορολογικὸν
1160σύστημα στηριζόμενον ἐπὶ ὑγιειεστέρων βάσεων, δι’ οὗ νὰ φορο-
1161λογῶμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον καὶ ὄχι τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ
1162κεφάλαια.
1163§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς
1164τῶν Οἰκονομικῶν καθυπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ νέου
1165φορολογικοῦ συστήματος.
1166§91Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, μεταξὺ τῆς προτάσεως
1167τοῦ κυρίου Χατζίσκου καὶ τῆς τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν
1168Οἰκονομικῶν ὑπάρχει διαφορὰ καὶ εἶναι αὕτη, ὅτι κατὰ μὲν
1169τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν
1170καὶ ἡμεῖς, στεροῦνται τῆς ἱκανότητος τοῦ πολιτεύεσθαι ὅσοι
1171ἀναφέρονται εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόλυτος
1172δι’ ὅσους κατασταθοῦν ὑπερήμεροι περὶ τὴν πληρωμὴν τῶν
1173δημοσίων χρεῶν κατὰ τὸν περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστε-
1174ρούντων νόμον, ἐξαιρουμένων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν ὀλι-
1175γώτερον τῶν 300 δραχμῶν· κατὰ δὲ τὴν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ
1176τῶν Οἰκονομικῶν ἀπειλοῦνται μὲ στέρησιν πολιτικῶν δικαιω-
1177μάτων οἱ τῶν ἀπὸ τοῦ 1871 χρήσεων ὀφειλέται. Τὴν πρότασιν
1178τοῦ κυρίου Χατζίσκου τὴν ἐπολέμησαν τινὲς καὶ μᾶς ἀπέδωσαν
1179τὴν μομφὴν, ὅτι θέλομεν δι’ αὐτῆς νὰ προγράψωμεν τὸν λαὸν,
1180νὰ ἐξυβρίσωμεν τὸν ἀγῶνα, ὅτι θέλομεν νὰ παραβιάσωμεν τὸ
1181Σύνταγμα καὶ ὅτι ἀρνούμεθα τὰς περὶ ἐλευθερίας ἰδέας, τὰς
1182ὁποίας ἐπρεσβεύαμεν. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἂν
1183τῳόντι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς παραβιάζηται τὸ Σύνταγμα,
1184ἂν προγράφηται ὁ λαὸς καὶ ἂν δεσμεύηται ἡ σώφρων
1185ἐλευθερία.
1186Βεβαίως, κύριοι, τίποτε δὲν περιέχει ἡ πρότασις αὕτη ἐξ
1187ὅλων τούτων, πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ οὐχὶ τὸν ἀγῶνα, οὐχὶ
1188ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν ἐκ παλαιῶν ἀβέβαια καὶ ἀνεκκα-
1189θάριστα χρέη πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ
1190πληρώσουν· ἡ πρότασις ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ καταναγκάσῃ ἐκεί-
1191νους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν ἐκκαθαρισμένα καὶ βέβαια χρέη, καὶ
1192οἱ ὁποῖοι ἔλαβον προθεσμίας καὶ εὐκολίας πολλὰς καὶ εἶναι εἰς
1193κατάστασιν νὰ πληρώσουν καὶ δὲν πληρώνουν, καὶ εἰς τοὺς
1194ὁποίους οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ ἀγὼν, οὔτε ἡ ἐλευθερία
1195ἔδωκαν ἄδειαν νὰ ἀρνηθῶσι τὰ χρέη των· ὑπεστηρίξαμεν τὴν
1196πρότασιν ταύτην καλῇ τῇ πίστει καὶ εἰλικρινῶς φρονοῦντες,
1197ὅτι δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν πράγματι ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς
1198καταστάσεως τοῦ ἔθνους, ἥτις κατέστη ἀξιοθρήνητος ἕνεκα
1199ἀδικαιολογήτων καθυστερήσεων καὶ οὐχὶ νὰ προγράψωμεν τὸν
1200λαὸν, οὐχὶ νὰ ἐξυβρίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν καθολικὴν
1201ψῆφον καὶ τὰς περὶ ἐλευθερίας ἰδέας μας, ὑπεστηρίξαμεν τὴν
1202πρότασιν ταύτην διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταναγκάσωμεν τοὺς
1203δυστροποῦντας τοὺς ἀπίστους ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου νὰ συνει-
1204σφέρουν εἰς τὴν πολιτείαν, ὅπως ὅλοι συνεισφέρουν. Δὲν ἠξεύ-
1205ρομεν ὑπὸ ποίου πειρασμοῦ ὠθούμενος ἔρχεται ὁ κ. Χατζίσκος
1206καὶ ρίπτει τὰ ὅπλα καίτοι πρὸ πολλοῦ ἀγωνιζόμενος ἐμόχθησε
1207πρὸς καθιέρωσιν τῆς μεγάλης ἀρχῆς τοῦ νὰ ἀποκλείωνται
1208πάσης δημοσίας λειτουργίας οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου. Ναὶ
1209κατέθεσε τὰ ὅπλα ὁ κύριος Χατζίσκος καὶ ἀπεδέχθη τὴν πρό-
1210τασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ.
1211Ἐὰν, κύριοι, ὁ κύριος Χατζίσκος δὲν θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν
1212πρότασίν του, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς, δὲν μᾶς δε-
1213σμεύει· ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιμείνωμεν, εὑρίσκοντες τὴν πρό-
1214τασιν ταύτην εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ
1215ἰδίως κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ δὲν
1216καθιστᾷ ἀνικάνους τοῦ πολιτεύεσθαι, εἰμὴ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι
1217ἤθελον ἀρνηθῆ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους τοὺς μετὰ τὸ 1871,
1218ἡμεῖς ὅμως τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι
1219ἀδύνατον νὰ τὴν παραδεχθῶμεν, διότι δὲν τὴν θεωροῦμεν
1220λυσιτελῆ, οὔτε τὴν εὑρίσκομεν δικαίαν, διότι κανὲν δεῖγμα
1221δυσπιστίας ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων
1222δὲν μᾶς παρουσιάσθη μέχρι τοῦδε. Τὰ ὀγκώδη καθυστερήματα
1223εἶναι ἀρχαιότερα τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀνέρχονται εἰς ὀγδοή-
1224κοντα ἑκατομμύρια ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ δὲν ὀφείλονται
1225κυρίως ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων οἱ λόγοι
1226τοὺς ὁποίους ὁ κ. Κατσικαπῆς ἀνέπτυξε καὶ ὁ κ. Δαγρὲς ἐπα-
1227νέλαβε δύνανται ἐξαίρετα νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι οἱ φορολογού-
1228μενοι οὐδέποτε ἠρνήθησαν τὴν πληρωμὴν φόρου βεβαίου καὶ
1229ἀνεπιδέκτου ἀμφισβητήσεως. Εἶναι ἀληθές, εἶναι παραδεδεγ-
1230μένον κοινῶς, ὅτι ὅλοι οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι ψηφίζονται κατ’ ἔτος
1231εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράττωνται κατ’ ἔτος, καὶ πρὸ πάντων
1232παρ’ ἡμῖν ὅπου οἱ φόροι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς, δὲν εἶναι βέβαιοι,
1233ἀλλὰ πολλαπλοῖ καὶ ἀβέβαιοι, ὅπου καὶ μέσα πρόχειρα δὲν ὑ-
1234πάρχουσιν ἀποχρῶντα, ὥστε καὶ ὅταν ἔχωμεν καθυστερήσεις
1235φορολογουμένων, δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα.
1236Λοιπόν, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πρότα-
1237σιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διότι δὲν τὴν εὑρίσκομεν δικαίαν καὶ λυ-
1238σιτελῆ· δὲν τὴν εὑρίσκομεν δικαίαν, διότι ψηφίζοντες αὐτὴν θὰ
1239προσθέσωμεν μίαν νέαν σκληρότητα ἐναντίον τῶν φορολογουμέ-
1240νων ἐκτὸς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ καταδιώ-
1241ξεως τῶν καθυστερούντων περιέχει, καὶ συγχρόνως θὰ χορηγήσωμεν
1242λεληθότως ἀμνηστείαν καὶ ὑπεράσπισιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι
1243ἔδωσαν τρανὰ δείγματα ἀπειθείας, ἀθετήσεως τῆς ὑποσχέσεως
1244τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ὅτι θὰ πληρώσουν πρὸς τὸ δημόσιον ὅ,τι χρε-
1245ωστοῦν. Δὲν εὑρίσκομεν λυσιτελῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ
1246κατὰ τῶν φορολογουμένων εἰς τὸ μέλλον, διότι δὲν προβλέπομεν
1247καταπληκτικὰς καθυστερήσεις ἀξίας αὐστηρᾶς τιμωρήσεως.
1248Ἐπιμένομεν λοιπὸν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἐν περιπτώ-
1249σει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ αὐτὴν, ὅπως ἀρχῆθεν διετυ-
1250πώθη, δηλ. καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1871 ὀφειλέτας ἀλλὰ θέσῃ
1251εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διαβεβαιοῦμεν τὴν
1252βουλὴν ὅτι θέλομεν ἀποψηφίσει αὐτήν. (εὖγε, εὖγε.)
1253§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλω εἴπει ὀλίγα,
1254διότι τὸ ζήτημα σχεδὸν ἐξηντλήθη. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν
1255θὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰ περὶ διαχειρίσεως, διότι ἂν ἡ διαχείρισις
1256ὑπῆρχεν ὁποία περιγράφεται, ἐνῷ ὑμεῖς εἶσθε ἐδὼ ἵνα ἐξελέγ-
1257χητε τὴν διαχείρισιν, καὶ ἐντούτοις ὡς ἀδιαφορεῖτε, παραβιάζετε
1258τὸ καθῆκόν σας, ἀρνεῖσθε τὴν ὕπαρξίν σας ἐνῷ λέγουν ἀπὸ ὑμᾶς
1259τὸ ἔθνος ἐζήτησεν ἐγγύησιν, ἀπεστάλητε ἐδῶ ἵνα προσέχητε εἰς
1260τὴν διαχείρησιν, τὴν ἐξελέγχητε καὶ τὴν τακτοποιῆτε. Δὲν
1261συγχωρῶ μομφὴν τοιαύτην, ἰδίως ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁ-
1262ποῖοι διαρκῶς δὲν ἔμειναν εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως
1263καὶ διαρκῶς δὲν ἐξήλεγξαν τὴν κακὴν διαχείρισιν τυχὸν τῶν
1264πραγμάτων, ἀλλὰ πολλὰς κυβερνήσεις ἠκολούθησαν καὶ διὰ τῆς
1265ψήφου των ὑπεστήριξαν· δὲν δύνανται λοιπὸν σήμερον νὰ φέρω-
1266σι τοιαύτην πρότασιν ἢ μομφὴν κατὰ τῆς διαχειρίσεως, ἡ δια-
1267χείρισις, μὴ τὸ λησμονῆτε, δὲν ἀποβλέπει μόνον τοὺς ὑπουργοὺς,
1268οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ ἐνώπιόν σας, διότι διὰ τὴν
1269ἀτιμωρησίαν τῶν ὑπουργῶν εὐθύνεσθε καὶ ὑμεῖς, ἂν δὲν πράττη-
1270τε τὸ χρέος σας, δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοὶ μόνοι· ἐγὼ
1271ὅμως ἀρνοῦμαι τὰς μομφὰς αἱ ὑπερβολικὰς, δὲν ἔχω ἀνάγκην
1272νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ εἰς τοῦτο, διότι δὲν σκοπεύω νὰ ἀρνη-
1273θῶ ἀπολύτως καὶ ἀταξίας τινὰς, ἀλλ’ αὗται δὲν δύνανται νὰ
1274σχηματίσωσι μίαν γενικὴν κατηγορίαν, οὔτε παραδέχομαι,
1275κύριοι, οὔτε παραδέχεσθε, οὔτε εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν
1276φόρων, ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ὑπῆρξαν ἀποτελέ-
1277σματα τῆς ἀπληστείας καὶ τῆς σπατάλης μόνον, οὔτε εἶναι ἀληθὲς
1278ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ 1830 μέχρι τοῦδε δὲν προώδευσε πολλαπλῶς,
1279καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς πραγματικὰς
1280ἀνάγκας, δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς προόδου
1281καὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ τόπου· δὲν εἶναι ἀκριβῆ λοιπὸν, κύ-
1282ριοι, ὅσα ἐῤῥέθησαν· καὶ δὲν εἶναι οὔτε πατριωτισμὸς μεγάλος,
1283οὔτε ἀποδεικνύει σέβας πρὸς τὴν ἀλήθειαν νὰ ζητῶμεν ὅλα νὰ
1284τὰ μεμφθῶμεν καὶ νὰ τὰ καταβιβάσωμεν. Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν
1285ὅλων ἡμῶν εἶναι ὅτι ἡ πατρὶς δὲν ὀπισθοδρομεῖ, ὅτι ἀπεναν-
1286τίας προοδεύει διὰ τῆς συμπράξεως ὅλων ἡμῶν, ἡ πρόοδος τῶν
1287ἐσόδων εἶναι ἀπόδειξις τῆς προόδου τοῦ τόπου ἡ δὲ τῶν ἐξόδων
1288δὲν ἀποδεικνύει τὴν κακὴν ἡμῶν κατάστασιν· ἂν τὸ ἐναν-
1289τίον ἦτο ἐν γένει, καὶ ὡς λέγουσιν, ἀληθὲς, ἀλλοίμονον εἰς τὰ
1290ἔθνη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διεχειρίσθησαν ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομ-
1291μυρίων ἵνα θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας των. Ἐννοεῖτε λοιπὸν,
1292κύριοι, ὅτι καλὸν δὲν εἶναι ἄνευ μελέτης ἐμβριθοῦς, ἄνευ σκέ-
1293ψεως νὰ φέρωνται ἐνώπιόν σας ἰδέαι αἱ ὁποῖαι οὔτε ἀκριβεῖς,
1294οὔτε ἀληθεῖς εἶναι, ὁ λαὸς εἰς ἀντάλλαγμα τῶν φόρων τοὺς
1295ὁποίους δίδει δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε, λέγουσι; ἂν ἦτο ἀληθὲς,
1296δὲν θὰ ὑπῆρχε κοινωνία, δὲν θὰ ὑφίστατο πρόοδος.
1297§93ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ὑπάρχει, ἀλλ’ εἰς κακὴν κατάστασιν.
1298§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε βουλευτὰ, νὰ μὴ μὲ
1299ἀναγκάσητε εἰς ἐξηγήσεις. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς προτάσεως
1300ἡμῶν καὶ τῆς τοῦ κυρίου Χατζίσκου εἶναι μεγίστη. Ὁ κ. Χα-
1301τζίσκος καθ’ ἡμᾶς ἐπρότεινε μέτρα σκληρὰ, τὰ ὁποῖα, ὅπως προ-
1302τείνονται, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, πρέπει πρῶτον τὸ
1303πταῖσμα νὰ ἦναι βέβαιον, νὰ ἦναι ἀληθὲς, καθόσον καὶ ἡ
1304ποινὴ μέλλει νὰ ἦναι βεβαία. Ἰδοὺ διὰ τί ἐπολεμήσαμεν τὴν
1305ἰδέαν τοῦ κ. Χατζίσκου καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθόν. Δὲν δυνά-
1306μεθα ἀναμφισβητήτως ἡμεῖς, προκειμένου νὰ φέρωμεν τὴν ψῆ-
1307φον μας καὶ ὡς βουλευταὶ, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ ὀφειλέται
1308τοῦ παρελθόντος εἶναι ἀληθεῖς ὀφειλέται καὶ ἔνοχοι τῆς ποινῆς,
1309τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ὡς
1310πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ πρότασις, καὶ συγχαίρω
1311καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Χατζίσκον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ὀρθὰς καὶ εἰλι-
1312κρινεῖς ἰδέας ὁρμώμενος ἐνώπιον τῆς ἀμφιβολίας ἐσταμάτησε
1313καὶ δὲν ἐπέμεινε. Ἀλλὰ, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται ἤδη; Ἡ
1314κοινωνία ὅπως ὑπάρξῃ, σᾶς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος πρόεδρός σας, ἔχει
1315ἀνάγκην τῆς συνεισφορᾶς ὅλων ἡμῶν, καὶ ἕκαστος ὀφείλει νὰ
1316συνεισφέρῃ τὴν ἀναλογίαν του, διότι ἄνευ τῆς συνεισφορᾶς αὐ-
1317τῆς ἡ κοινωνία δὲν ὑφίσταται, λοιπὸν ἡ ἄρνησις τοῦ φόρου
1318εἶναι ἄρνησις τῆς ὑπάρξεως τῆς κοινωνίας· τὸ δ’ ἔγκλημα εἶναι
1319μεγαλείτερον, ὅταν ἕτερός τις διαχειριζόμενος τοὺς φόρους αὐ-
1320τοὺς τοὺς ὁποίους ὁ πολίτης προσφέρει εἰς τὴν κοινωνίαν τοὺς
1321καταχρᾶται καὶ ἀντὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον, τοὺς
1322σφετερίζεται, οὕτω δὲ πράττει διπλοῦν ἔγκλημα. Κύριοι, τὸ
1323ἔγκλημα αὐτὸ δύναται ἀναντιῤῥήτως νὰ τιμωρηθῇ εἰς τὸ μέλ-
1324λον, ἂν πράξῃ τις ἐναντίον τοῦ νόμου, ὅστις ζητεῖται, ἐὰν
1325δὲν πληρώσῃ τοὺς φόρους του ἢ σφετερισθῇ αὐτοὺς, δύ-
1326νασθε νὰ εἴπητε ἐκτὸς τῶν ἄλλων καταδιώξεων, ὁ παραβά-
1327της ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Καὶ ποία
1328εἶναι ἡ ποινὴ αὕτη; Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς κατὰ τὴν πρότασιν,
1329τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλλομεν; ἰδοὺ τί ζητοῦμεν. Ὁ πολίτης ὁ
1330ἀρνούμενος τὴν ὕπαρξιν τῆς πολιτείας, διότι ἀρνεῖται νὰ συ-
1331νεισφέρῃ τὰ μέσα τοῦ ζῆν, ὁ πολίτης ὁ ὁποῖος διεχειρίσθη τὰ
1332δημόσια χρήματα κακῶς καὶ κακῇ τῇ πίστει, αὐτὸς νὰ μὴ δύ-
1333ναται τοῦ λοιποῦ νὰ διαχειρισθῇ δημοσίαν ἐξουσίαν, δημοσίαν
1334ὑπηρεσίαν· αὐτὸ λέγει ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν παρουσιάσα-
1335μεν, αὕτη ἀρνεῖται εἰς τὸν τοιοῦτον πολίτην δημοσίαν ὑπηρε-
1336σίαν, τὸν θεωρεῖ ἀνάξιον πίστεως, διότι ἔδωσε δείγματα κα-
1337κῆς πίστεως εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν
1338πολιτείαν καθήκοντός του. Καὶ ποῦ εἶναι, κύριοι αἱ καταστρο-
1339φαὶ, οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι περιμένουν τὸν λαὸν ἐκ τούτου,
1340τὸν λαὸν αὐτὸν περὶ τοῦ ὁποίου δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν
1341καμμίαν καὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε νὰ χειροτερεύσητε τὴν
1342τύχην, ὡς λέγουσιν; ἐκεῖνοι μεταξὺ αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν
1343θέλουν νὰ ἐκτελέσουν τὸ χρέος των ἐκεῖνοι ἀδικοῦν τὸν
1344λαὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ· διὰ τοῦ
1345νόμου τούτου οἱ τοιοῦτοι δὲν παύουν μὲν τοῦ νὰ ᾖναι πο-
1346λίται, παύουν ὅμως νὰ ᾖναι ἄρχοντες. Καὶ εἰς τοῦτο
1347ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, τὴν ἐπιείκειάν σας, ἂν θέλητε,
1348καὶ τὴν μέριμνάν σας ἐπὶ τοῦ κακοῦ τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὸν
1349λαόν. Τὸν λαὸν, κύριοι, δὲν ὑστεροῦμεν ἡμεῖς τῶν δικαιωμά-
1350των τοῦ πολίτου, ἀλλὰ τοὺς ἀναφανέντας κακοὺς διαχειριστὰς
1351στεροῦμεν τοῦ δικαιώματος νὰ διαχειρίζωνται ἐκ νέου, ἡμεῖς
1352λοιπὸν προστατεύομεν τὸν λαὸν, τὸν ἀπαλλάττομεν ἀπίστων
1353ἀρχόντων. Καὶ τοῦτο, κύριοι, γίνεται αὐθαιρέτως ἐκ μέρους
1354τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς; ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἄνευ οὐ-
1355δενὸς χαλινοῦ; Ὄχι· τί ζητοῦμεν; μήπως ἀρνούμεθα ἐκ τῶν
1356προτέρων καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ καθέξῃ μίαν
1357ὁποιανδήποτε θέσιν; ὄχι· ἀλλὰ τί ζητοῦμεν; Ὁ ὀφείλων εἰ-
1358δοποιηθεὶς νὰ πληρώσῃ, καὶ μὴ πληρώσας νὰ καταγγέλληται
1359ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, νὰ δικαιολογήσῃ ἐνώπιον αὐτοῦ διατί
1360δὲν πληρόνει, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀδίκως ζητεῖται, οὐδὲν
1361ἔχει νὰ φοβηθῇ, ἂν δὲ τοὐναντίον, θέλομεν νὰ παύῃ τοῦ νὰ ᾖναι
1362ἄρχων· ἄνθρωπος τοιαύτης διαγωγῆς εἶναι ἀνάξιος νὰ σᾶς
1363διοικήσῃ, νὰ εἰσπράξῃ φόρους, νὰ διαχειρισθῇ· ἂν νομίζητε σεῖς
1364ὅτι εἶναι ἄξιος, πράξατέ το, καθιερώσατε ἐπισήμως τὴν κατά-
1365χρησιν, ὡς δικαίωμα κατακτήσεως τῆς ἐξουσίας.
1366§95ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ διατί πρὸ καιροῦ δὲν καθιερώνομεν
1367τὸ τοιοῦτον;
1368§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κακῶς δὲν ἐγένετο, ἔπρεπε νὰ γείνῃ·
1369ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι καλὸν, δύναται νὰ γείνῃ σήμερον, πρέπει νὰ τὸ
1370πράξητε, καὶ μὴ λέγητε, ὅτι δὲν τὸ πράττετε, διότι καὶ εἰς
1371τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένετο.
1372Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ἀνάγκην μα-
1373κροτέρας συζητήσεως. Νομίζω, ὅτι ὅ,τι ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήμα-
1374τος, ἐῤῥέθη ἄνευ σκοποῦ τινος καὶ ἐκτὸς τοῦ θέματος· οὐδεὶς
1375κίνδυνος ὑπάρχει, οὐδεὶς πρόκειται νὰ καταπιεσθῇ· ὁ λαὸς ἐκεῖ-
1376νος, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἱδρῶτός του διατηρεῖ καὶ δίδει ζωὴν καὶ
1377ὕπαρξιν εἰς τὴν πολιτείαν, δὲν ἀπειλεῖται, ὁ λαὸς προστατεύε-
1378ται ἀπεναντίας· διότι, κύριοι, εἰς τὸν λαὸν αὐτὸν λέγομεν ἐκ
1379τῶν προτέρων, ἔσο βέβαιος ὅτι τὸ χρῆμά σου δὲν θέλει δια-
1380χειρισθῆ τοῦ λοιποῦ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὸ κατεχράσθη (χει-
1381ροκροτήματα). Κύριοι, κατὰ δυστυχίαν ἡ πατρίς μας εὑρίσκε-
1382ται εἰς τόσον δύσκολον κατάστασιν, ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
1383ἐπιβάλωμεν προσθέτους ποινὰς διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθη-
1384κόντων μας, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς λυπῇ, ἀντὶ νὰ μᾶς κάμῃ
1385νὰ χειροκροτῶμεν, ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ ἀποδεικνύει ὡς ἐκ
1386περισσοῦ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἰσχυρῶν κέντρων διὰ νὰ ἐκτελέ-
1387σωμεν ὅ,τι ὠφείλαμεν ὡς τίμιοι ἄνθρωποι καὶ ἀγαθοὶ πολῖται,
1388νὰ τὸ ἐκτελῶμεν ἄνευ προτροπῆς· λοιπὸν ἂς λυπούμεθα ἀντὶ
1389νὰ χειροκροτῶμεν.
1390Λοιπὸν, κύριοι, δὲν πρόκειται διόλου νὰ πάθῃ ὁ λαὸς, ἀλλὰ
1391νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἄλλως, κύριοι, δὲν συμφέρει καὶ δι’ ἄλλον
1392πολλὰ σπουδαῖον λόγον νὰ μὴ παραδεχθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς προτά-
1393σεως καὶ παμψηφεὶ μάλιστα· δὲν συμφέρει, κύριοι, νὰ εἴπουν
1394ὅτι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας βουλευτὰς ἐζητήθη ν’ ἀπομακρυνθῶσιν
1395ἀπὸ τῆς ἐξουσίας οἱ κακῆς πίστεως ἄνθρωποι, διότι εἶναι πλέον
1396βεβαιωμένον, ὅτι κακῆς πίστεως εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἐξη-
1397τήθη ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τῆς διοικήσεως, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ
1398Βουλὴ εἶπεν ὄχι, θέλω νὰ μένωσι καὶ νὰ μὲ διοικῶσι· θέλει
1399εἶσθαι ὀδυνηρὰ ἡ ἐντύπωσις, θὰ βλάψωμεν καὶ τὴν τιμήν μας
1400καὶ τὰ συμφέροντά μας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ διαφωνῆτε περὶ τῆς
1401παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς προτάσεως, καὶ διὰ τὴν τιμὴν τῆς πα-
1402τρίδος καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, νομίζω ὅτι παμψηφεὶ
1403πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀρχήν. Ἴσως ὑπάρχουν διάφοροι
1404γνῶμαι ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, ἴσως τινὲς ἀμφισβητῶσιν,
1405ὅτι αἱ ἀπαγορεύσεις αὗται δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι γενικὴν ἐφαρ-
1406μογὴν, διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καί τινας
1407γενικὰς ἀρχάς· τοῦτο θέλομεν τὸ ἐξετάσει, ἀλλ’ οἱ καταχρα-
1408σταὶ, οἱ ἀρνούμενοι τοὺς φόρους των δὲν πρέπει νὰ διοικῶσι,
1409δὲν πρέπει ἡ ἰδέα αὕτη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδεμίαν
1410ἀντίστασιν· κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῆτε, κατόπιν
1411βλέπομεν διὰ τὰς λεπτομερείας.
1412§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς.
1413§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀμφισβητεῖτε, ἀλλά, ἐπαναλέγω,
1414δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε κατὰ τῆς ἀρχῆς, οὐδεὶς εἰ δυνατὸν.
1415§99ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ μὲ παρεξήγησαν, ἐπιθυμῶ
1416νὰ εἴπω πέντε λόγια.
1417§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐσημείωσα, ὁ κ. Δανόπουλος ἔχει τὸν
1418λόγον.
1419§101ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κ. πρόεδρε, ἐγκαρδίως, καὶ πι-
1420στεύω ὅτι μετ’ ἐμοῦ λυποῦνται οἱ πάντες, διότι περιήλθομεν
1421εἰς τὸ σημεῖον νὰ ψηφίζωμεν ἀπό τινος χρόνου νόμους τῆς ἀ-
1422νάγκης· ὡς νόμων τῆς ἀνάγκης θεωρουμένων ὀφείλομεν νὰ ὑπο-
1423χωρήσωμεν· ἓν μόνον θέλω ν’ ἀποκρούσω, ὅτι εἰς τὴν ἀνάγκην
1424ταύτην προσερχόμεθα ἕνεκα ὑπαιτιότητος τῆς παραγωγοῦ τά-
1425ξεως. Οἱ Ἀθηναῖοι εἶχον πολλὰς ἑορτὰς, ἐν μιᾷ τῶν ὁποίων
1426ἐτέλουν τὸ ἑξῆς. ᾘσθάνοντο τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων καὶ
1427ἤθελον νὰ τὰ ἀποβάλουν· ἔφερον ἕνα τράγον, τὸν ὁποῖον ὠνό-
1428μαζον τράγον ἀποδιοπομπαῖον, καὶ ὑπέθετον ὅτι, ἐὰν ἔῤῥιπτον
1429τότε τὰ ἁμαρτήματά των καὶ τόν ἀπέπεμπον ἀπηλλάττοντο
1430ἀπὸ τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν. Εὕρομεν τὸν τράγον τὸν
1431ἀποδιοπομπαῖον, τὴν τάξιν τὴν παραγωγικὴν καὶ ἐπιῤῥί-
1432πτομεν ὅλα τὰ ἁμαρτήματα καὶ νομίζομεν ὅτι μᾶς ἀπαλ-
1433λάττει τοῦ βάρους εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ τάξις τῶν
1434διοικούντων. Ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν αὐτὸν τὸν νόμον, κ. πρόεδρε.
1435Ἔγειναν εἰς τὴν ἐπικράτειαν αὐτὴν πολλαὶ ἐνέργειαι, καὶ πολλὰ
1436κινήματα ἔκνομα ἐν τῇ πρωτευούσῃ τεκταινόμενα, τὰ ὁποῖα
1437προὐκάλεσαν σπουδαίας δαπάνας εἰς τὴν ἐπικράτειαν, προβι-
1438βασμοὺς καὶ βαθμοὺς καὶ κινήσεις στρατευμάτων. Ἐντεῦθεν ἡ
1439ἐλάττωσις τῶν πόρων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι
1440ἔνοχοι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὰ βά-
1441ρη. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἂν χρεωστοῦνται, ἡ ὀφειλὴ ἡ ὑπολει-
1442πομένη εἶναι ἄδικος, εἶναι ὅμως νόμιμος, καὶ ἄλλο νόμιμον
1443καὶ ἄλλο δίκαιον. Θέλετε νὰ πάρητε τὸ δίκαιόν σας ἀπὸ τοὺς
1444ὀφειλέτας; πρέπει νὰ θέσητε ὄχι τὸν νόμον, ἀλλὰ τὸ δίκαιον
1445καὶ τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας εἰς ἐνέργειαν, καὶ ἀπατᾶται
1446ὅστις πιστεύει ὅτι μία ἀπηνὴς καταδίωξις πρὸς εἴσπραξιν εἶναι
1447τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας· τοιαῦτα μέτρα ἀποξηραίνουν τὰς
1448πηγὰς τῆς παραγωγῆς. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ἤμην
1449νομάρχης εἰς τὰς Πάτρας· ἔγεινεν ὁ νόμος ὁ εὐεργετικὸς τότε
1450περὶ καθυστερούντων· προσεκάλεσα λοιπὸν τοὺς ὀφείλοντας, με-
1451ταξὺ πολλῶν ἦλθε καὶ ἕνας Θαλῆς ἀπὸ τὸν Πύργον ὁ ὁποῖος
1452ἐφύτευσε 700 στρέμματα σταφίδος· ἐνδιαφερόμην νὰ μάθω πό-
1453σου ποσοῦ εἶναι ὀφειλέτης αὐτὸς καὶ πόσον φόρον δίδει· πλη-
1454ροφοροῦμαι ὅτι ἐχρεώστει 50,000 περίπου δραχμὰς καὶ ὅτι
1455ἔδιδε φόρον εἰς τὸ δημόσιον 15–20 χιλιάδας δραχμὰς τὸ
1456ἔτος· τουτέστιν ἐπλήρωνεν ἑκάστοτε τὴν ἀρχικὴν ἀξίαν τῆς
1457γῆς ἣν κατεῖχεν· αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους θέλουν νὰ δι-
1458κάσουν μὲ τὴν μάχαιραν τοῦ νόμου εἰς χεῖρας καὶ ὄχι μὲ τὴν
1459στάθμην τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους.
1460Κύριε πρόεδρε, ἐμμένω θεωρῶν τὸν νόμον αὐτὸν ὡς περιττὸν
1461διὰ τὰς ἑξῆς σκέψεις. Τὸν νόμον αὐτὸν θεωρῶ ὡς ἄγριον, τὸν
1462θεωρῶ ὡς ἀπάδοντα εἰς τὴν σημερινὴν πρόοδον· δὲν εἶμαι φί-
1463λος τῶν καθυστερήσεων καὶ δὲν καθυστερῶ· δὲν μὲ ἀρέσκει ὅ-
1464μως εἰς τὰ 1871 κατόπιν τόσης προόδου ἡμεῖς νὰ ἐρχώμεθα
1465σήμερον νὰ λέγωμεν δὲν σὲ θέλω βουλευτὴν, διότι χρεωστεῖς
146650 δραχμάς· βουλευτὴν ἢ ὑπάλληλον ἢ νομάρχην· ἐνῷ διὰ νὰ
1467σᾶς ἀνακρίνουν μόνον πρέπει νὰ πάρουν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς·
1468φαντασθῆτε εἰς πόσην κατάπτωσιν ἔρχεται τὸ βουλευτικὸν σῶ-
1469μα· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ παραιτῶ· τί θέλετε τὸν νόμον αὐτὸν, ἀφοῦ
1470ἐπήρατε ἕνα ἄλλον νόμον, καλῶς ποιοῦντες, περὶ εἰσπράξεως
1471τῶν φόρων, ὁ ὁποῖος νόμος, ὅταν καλῶς ἐννοηθῇ, διότι ἔγεινεν
1472ἀπὸ νοῦν πολὺ πεπειραμένον καὶ τὸν ἐπαινῶ διὰ τοῦτο, ἠξεύ-
1473ρετε τί ὁμοιάζει; ὁμοιάζει μίαν μηχανὴν ἀτμοκίνητον ἐκκοκι-
1474στικήν· σὰν τὸ βαμβάκι θὰ παραδιδόμεθα καὶ θὰ μᾶς παίρνουν
1475ὅ,τι ἔχουν νὰ πάρουν. Θέτων ἐργολαβίας κλπ. ἐννοεῖτε καλῶς
1476ὁποῖαι θὰ ὦσιν αἱ συνέπειαι, ὁσάκις ὁ ταμίας θὰ ἀναθέτῃ εἰς
1477τὸν εἰσπράκτορα τὴν εἴσπραξιν ὡρισμένων φόρων καὶ τάξῃ προ-
1478θεσμίαν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας θὰ καταλογίσῃ εἰς
1479βάρος τοῦ εἰσπράκτορος τὰ μὴ εἰσπραχθέντα. Ἠξεύρετε τί θὰ
1480εἴπῃ αὐτό; θὰ φουρκίσῃ τὸν κόσμον διὰ νὰ εἰσπράξῃ. Δυνάμει
1481τοῦ νόμου αὐτοῦ ἡ κυβέρνησις εἰσπράττει ὅλους τοὺς φόρους,
1482πρέπει νὰ ᾖναι τῆς ἐσχάτης ἀνικανότητος μὲ τὸν νόμον αὐτὸν
1483νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, ὁ νόμος αὐτὸς θὰ τεθῇ
1484εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεὰς ὡς γνώρισμα μαρτυροῦν τὴν κατά-
1485πτωσιν τῆς ἐποχῆς, ὅπως τίθεται ὡς γνώρισμα περὶ τῆς κατα-
1486πτώσεως τοῦ μεγαλείου τῶν Ἀθηναίων τὸ ἑξῆς. Τί ἦτο ὁ Δημο-
1487σθένης, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ πρὸ πάντων εἰς
1488ὅσους ἐπῆγαν εἰς τὰ σχολεῖα· ὑπῆρξεν ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον
1489ἐθαύμασαν ὅλοι διὰ τὴν εὐγλωττίαν, διὰ τὸν πατριωτισμόν
1490του· τοσοῦτον ταχεῖα ὑπῆρξεν ἡ κατάπτωσις τῶν Ἀθηναίων,
1491γράφει ἱστορικός τις, ὥστε τὸ ψήφισμα περὶ ἀποθεώσεως Δη-
1492μητρίου τοῦ πολιορκητοῦ τὸ ἔγραψεν ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Δημοσθέ-
1493νους. Φέρετε αὐτὸν τὸν νόμον ὡς σημεῖον τῆς καταπτώσεως
1494καὶ αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ θὰ ἀναγνώσουν αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς
1495ἀπαγορεύσεως, τῆς ἀνικανότητος καὶ θὰ εἴπουν ὅτι περιήλθομεν
1496εἰς τοιαύτην θέσιν νὰ ὑποβάλωμεν ἡμᾶς εἰς τοιαῦτα μέτρα τὰ
1497ὁποῖα εἶναι ἀνάρμοστα εἰς ἔθνος πολιτισμένον, θὰ εἴπουν ὅτι
1498οἱ ἄνθρωποι εἰς τοσοῦτον βαθμὸν ταπεινώσεως ἦλθον, ὥστε ἐψή-
1499φισαν ἕνα νόμον τῆς ἀνάγκης περὶ ληστείας τοιοῦτον καὶ ἕνα
1500ἄλλον νόμον τῆς ἀνάγκης περὶ εἰσπράξεως· διότι τί λείπει ἀπὸ
1501τὸν νόμον; δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως,
1502δὲν ἔχει τόσα μέσα; Ἡ Βουλὴ ἐν συνόλῳ ἰσοδυναμεῖ, καὶ κάτι
1503πλέον ἴσως, μὲ τὴν βασιλείαν· αὐτὸ τὸ Σῶμα θέλουν νὰ τὸ
1504ἐξευτελίσουν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, καὶ διώξουν τὸν βουλευτὴν
1505ἀπὸ τὸ βουλευτήριον, διότι εἶναι ὀφειλέτης· αὐτὸ ἀντίκειται
1506εἰς τὸ ὕψος τῆς ὑπάρξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν θέλω
1507ἐξαιρετικὰ προνόμια διὰ τοὺς βουλευτὰς, θέλω ἡ Βουλὴ νὰ μέ-
1508νῃ εἰς τὸ ὕψος της. Τελευτῶν δὲ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἰδέας
1509ἡ ὁποία ἐγείρεται ὅτι περιήλθομεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφί-
1510σωμεν τοιούτους νόμους, ἕνεκεν ὑπαιτιότητος τῶν παραγωγῶν.
1511Δὲν εἶναι αὐτοὶ ὑπαίτιοι, εἶναι ἄλλοι· ἀλλ’ ἔκ τινων λόγων
1512οὓς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν μοι συγχωρεῖται νὰ προβῶ εἰς
1513περισσοτέραν ἀνάπτυξιν· ὑπαίτιος εἶναι ἡ πρωτεύουσα, ἀναμνή-
1514σθητε τῶν περιστάσεων τὰς ὁποίας ἐνήργησε καὶ τὸ ἔθνος ἐπε-
1515κύρωσεν. Ὑπεκίνησαν τόσας ἀνταρσίας, ἄλλοι ὑπῆγαν νὰ τὰς
1516καταστείλουν, ἄλλοι ἔφτιασαν καταλόγους ψευδεῖς, καὶ κατε-
1517σπαταλῶντο τὰ χρήματα. Δὲν εἶναι ὀφειλέται κατὰ δικαιο-
1518σύνην, καὶ ἂν θέλητε νὰ τοὺς στενοχωρήσητε, σκεφθῆτε κα-
1519λῶς, μὴ τοὺς στιγματίσητε, διότι θὰ σᾶς χρησιμεύσωσι.
1520§102ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸ μέλλον.
1521§103ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολεμῶ τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι ἤλθομεν εἰς τὴν
1522ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νόμον, ἔστω καὶ διὰ τὸ μέλλον,
1523διότι ἡ παραγωγικὴ τάξις εἶναι τὸ θῦμα τοιαύτης ἀγρίας νομο-
1524θεσίας. Εἴμεθα πράγματι εἰς στενόχωρον θέσιν· πράγματι ὑ-
1525πάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται, ἀλλ’ ἐὰν ζητήσητε, θὰ
1526εὕρητε τοὺς ὑπαιτίους εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, τοὺς βουλευτὰς καὶ
1527δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, οἱ ὁποῖοι τοὺς λέγουν μὴ πληρόνητε.
1528Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ἐὰν ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος, δὲν θέλω νὰ
1529ὑπάρχῃ ἡ παραγωγικὴ τάξις ὡς αἰτία, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς
1530τὴν θέσιν νὰ ψηφίσωμεν τοιούτους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀπάδουν
1531εἰς τὴν σημερινὴν πρόοδον καὶ τὴν σημερινὴν πολιτικήν.
1532§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
1533§105ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγα θὰ προτάξω, κύριοι, μετ’ εὐλαβείας
1534εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου
1535τὴν κατὰ τὰ 1867 ἀγόρευσιν τοῦ ἰδίου πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς
1536ἰδίας ταύτης προτάσεως, ἢ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. πρωθυ-
1537πουργοῦ ἐπὶ τῆς ἰδίας ταύτης προτάσεως τῆς σήμερον ἐνώπιόν
1538σας ὑπ’ ἄλλην ὄψιν ἐμφανισθείσης· πρῶτον μὲν προταθείσης καὶ
1539διατυπωθείσης ὑπὸ τὴν καθαρὰν αὐτῆς ἔποψιν, ὕστερον δὲ τρο-
1540ποποιηθείσης, ὅπως ἤδη παρουσιάζεται. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι λαλῶν
1541τότε ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,
1542ἥτις, ὡς εἰπεῖν, ὑπῆρχεν ἐν ὁμοφροσύνῃ γενικῇ, διότι ἐδὼ ἤμην
1543καὶ ἐγὼ τότε, καὶ σύμφωνος ἤμην ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο·
1544εἶπε, Κύριοι βουλευταί! καὶ ἐὰν σεῖς ὅλοι θελήσητε νὰ ἐπικυ-
1545ρώσητε μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν λαοκτόνον, δολοφόνον, ἐγὼ δὲν
1546θέλω ποτὲ συναινέσει νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ βα-
1547σιλέως, διότι τὴν θεωρῶ δολοφόνον.
1548§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ παρελθόντος, τὸ
1549ὁποῖον πολεμῶ πάντοτε.
1550§107ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι τοῦ κυρίου
1551πρωθυπουργοῦ τότε· σήμερον δὲν ἠξεύρω τί μετέβαλεν ἡ πρό-
1552τασις αὕτη διὰ νὰ ᾖναι λαοπόθητος, ἀναγκαία, διὰ νὰ ᾖναι συ-
1553νεπὴς καὶ μὲ τὴν λογικὴν καὶ μὲ τὸ δίκαιον καὶ μὲ τοὺς συν-
1554ταγματικοὺς νόμους τοῦ κράτους ἀκόμη· διότι θὰ σᾶς ἀποδείξω,
1555ὅτι ἀντιστρατεύεται καὶ κατὰ τοῦ ἰδίου συντάγματος, ὅπως σή-
1556μερον ἔρχεται. Μηδὲν, κύριοι, μετεβλήθη ἐν τῇ προτάσει παρὰ
1557τοῦτο· ἔλαβεν ἴσα ἴσα ἡ πρότασις μονομερῆ ὅλως διόλου τύπον,
1558ἐφαρμογὴν ὅλως διόλου μελλοντικήν. Ἐνῷ μήτε οἱ ἀρχαῖοι νο-
1559μοθέται, μήτε οἱ νόμοι τοῦ κράτους ἐνόησαν ποτὲ νὰ ἐπιβάλωσι
1560μελλοντικὰς ποινάς, ἀλλὰ πάντοτε αἱ ποιναὶ ἐπιβάλλονται διὰ
1561νὰ προλάβουν εἰς τὸ μέλλον παρελθόντα ἀδικήματα, εἴτε κατὰ
1562τοῦ δημοσίου, εἴτε κατὰ τῆς πολιτείας. Ἐὰν δὲ νόμος τις ἔρχη-
1563ται διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς εἰς ἀδικήματα μελλοντικῆς φύσεως
1564καὶ σημασίας, ὁ νόμος αὐτὸς οὐδεμίαν ἔχει πραγματικὴν ὑπό-
1565στασιν, πραγματικὴν βάσιν, οὐδὲν πραγματικὸν δίκαιον διὰ νὰ
1566ψηφισθῇ. Τώρα ἐρχόμενος νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον ὁ νόμος αὐτὸς,
1567καινοτομεῖ καὶ παρουσιάζεται ὡς νέος, εἰς τὸ ὅτι ἐδόθη εἰς αὐ-
1568τὸν σημασία τις καὶ διεύθυνσις ἄλλη καὶ προορισμὸς ἄλλος, παρὰ
1569ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τώρα καὶ ἄλ-
1570λοτε, παρὰ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔχουν ὅλοι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι
1571ἐπιβάλλουν ποινὰς ἢ ἀμοιβάς, παρὰ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον εἶχον
1572καὶ οἱ νόμοι τῶν προγόνων μας, ὅταν ἐπέβαλον τὴν ποινὴν
1573ταύτην τῆς ἀτιμώσεως εἰς τοὺς καθυστεροῦντας. Γνωρίζετε, κύ-
1574ριοι, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη δὲν ἐπέβαλον τὴν ποινὴν αὐτὴν εἰς
1575τοὺς μέλλοντας νὰ καθυστερήσουν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶ-
1576χον μέχρι τότε καθυστερήσει, καὶ ὤφειλον ἑκατομμύρια, ὅπως
1577καὶ ἡμεῖς σήμερον οἱ ἀπόγονοί των, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν ἐκ
1578παντὸς τρόπου νόμον τινὰ ἄλλον νεωτεριστικόν, τὴν λεγομένην
1579σεισάχθειαν, ἥτις ὕστερον ἐπὶ τῆς διαφθορᾶς καὶ παρακμῆς τῆς
1580Ἑλλάδος ἐψηφίσθη, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπεκρούσθησαν, ἀπεψη-
1581φίσθησαν, διεγράφησαν ὅλα τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα χρέη· τοῦτ’ αὐτὸ
1582φοβοῦμαι μήπως καὶ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ πράξωμεν, καὶ τὸ
1583φοβοῦμαι, τόσῳ περισσότερον, καθόσον τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νό-
1584μου τούτου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολο-
1585γίας, ἡ ὁποία φέρεται, ἔχει οὕτω’ — τὴν παρατήρησιν δὲ ταύτην
1586κάμνω δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι δύναται ποτὲ νὰ
1587εὑρεθῇ δικαιοτέρα ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ νόμος οὗτος νὰ ἐπεκταθῇ
1588καὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶς ἀδικησάντων τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ
1589ταμεῖον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδέποτε τὸν νόμον τοῦτον θὰ δυνη-
1590θῆτε, ὅπως παρουσιάζεται σήμερον, νὰ τὸν ἐφαρμόσητε, ἐπὶ ἐ-
1591κείνων τοὺς ὁποίους εἴχετε, (καὶ ἂν ἔχητε τὸ θάῤῥος, πρέπει
1592νὰ τὸ ὁμολογήσητε,) εἴχετε τὴν πρόθεσιν νὰ τιμωρήσητε, ὅταν
1593κατὰ πρώτην φορὰν εἰσηγάγετε αὐτὸν τὸν νόμον. —Τί λέγει τὸ
1594πρῶτον ἄρθρον; «Οἱ φορολογούμενοι καὶ λοιποὶ πρὸς τὸ δημό-
1595σιον ὀφειλέται ἐκ χρεῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς ἀπὸ τοῦ 1871
1596καὶ ἐντεῦθεν χρήσεις, ὅσοι δὲν ἤθελον πληρώσει τὸ χρέος των
1597κτλ.» Καὶ πῶς θέλετε δυνηθῆ, κύριοι, αὔριον νὰ εἴπητε εἰς τοὺς
1598ἀπὸ τοῦ 32 καὶ ἐντεῦθεν καθυστεροῦντας, καὶ ἂν ἤθελεν εὑρεθῇ
1599κυβέρνησις ἔχουσα τὴν καλωσύνην αὐτὴν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη
1600των, πῶς θέλετε τοὺς εἴπει, ὅτι δύνανται καὶ ὀφείλουν νὰ ὑ-
1601παχθῶσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, τὸν ὁποῖον σήμερον ψηφί-
1602ζετε, ἀφοῦ διαῤῥήδην εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοὺς ἐξαιρεῖτε;
1603διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει μόνον περὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς
1604τὰς ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν χρήσεις. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι,
1605ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἐσκόπει νὰ πράξῃ καὶ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς ἀρχικῆς
1606προτάσεως, τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἐπιτυγχάνεται, ἀλλ’ ἡ θέσις
1607τῶν πραγμάτων χειροτερεύει· ἐξασφαλίζει σωστὰ σωστὰ μίαν
1608σεισάχθειαν, μίαν παραγραφὴν ὅλων τῶν μέχρι τοῦ 1871 ὀφει-
1609λομένων. Καὶ διὰ τί λέγω παραγραφήν; διότι, σᾶς εἶπον καὶ
1610ἄλλοτε, ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ δημο-
1611σίου, καταναγκάζων τὸν μὲν ὑπουργὸν ὅσον τάχιστα νὰ φέρῃ
1612ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα καθαρισμὸν τῶν χρεῶν αὐτῶν διὰ τοὺς
1613ὀφειλέτας ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ φιλοτιμία ἤθελε δι’ αὐτοῦ τοῦ
1614νόμου προσβληθῆ, τοὺς δὲ ὀφείλοντας νὰ συνδράμωσι καὶ αὐτοὶ
1615εἰς τὸν ἐκκαθαρισμόν, ποτὲ δὲν ἔχετε νὰ ἐλπίζητε, ὅτι τὰ χρέη
1616αὐτὰ δύνανται νὰ γείνωσιν ἀπαιτητὰ, δύνανται νὰ κανονισθῶ-
1617σιν ἢ νὰ πληρωθῶσι· διότι μήτε τοὺς ὀφειλέτας ἔχετε, μήτε
1618τὰς ἰδιοκτησίας των, μήτε τὸ δικαίωμα τῆς προσωποκρατήσεως,
1619μήτε οὐδὲν μέσον. Ἐὰν λοιπὸν παρίσταται ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ
1620νόμου, δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν τάξιν παρίσταται, τὴν ὁποίαν
1621ἐξαιρεῖτε.
1622Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῶν παρατηρή-
1623σεών μου, τὸ περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῆς προτάσεως, ὅπως
1624ἔρχεται. Ἡ χρῆσις, κύριοι, τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τοὐ-
1625τέστι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, τοῦ ἐκλο-
1626γέως καὶ τοῦ ἐκλεξίμου, ἀποῤῥέει ἐξ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ θεμελιώ-
1627δους νόμου. Οὐδεὶς δύναται δι’ ἑνὸς νόμου νέου, διὰ μιᾶς τοιαύ-
1628της τροπολογίας, νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἀπὸ τὸν λαὸν δι’ οἱονδήποτε
1629λόγον· ἀντιστρατεύεται δὲ ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦ δικαιώματος
1630τῆς καθολικότητος τῆς ψήφου, συμβιβάσατέ τα τώρα σεῖς ἐν τῇ
1631συνειδήσει σας, ἐν τῇ νομομαθείᾳ σας, ἐν τῇ συνταγματικότητι
1632σας αὐτὰ τὰ πράγματα· καὶ ἐὰν, κύριοι, ἐφηρμόζοντο ἐπὶ ὅλων
1633τῶν τάξεων πρὸς ἕνα σκοπὸν τοῦ νὰ διασώσωμεν τὰς μεγά-
1634λας ὀφειλὰς τοῦ κράτους καὶ νὰ τὰς συγκεντρώσωμεν εἰς τὸ
1635δημόσιον, σήμερον ὅτε πρόκειται περὶ τῶν ὅλων, εἰς τὴν οἰκονο-
1636μικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, προθύμως ἠθέλο-
1637μεν εἴπει ὅλοι, ὅτι ἂς δώσωμεν ἕνα νόμον εἰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας
1638διὰ τοῦ ὁποίου θὰ συγκεντρωθοῦν τὰ καθυστερήματα εἰς τὸ
1639δημόσιον, καὶ θέλομεν ἐξέλθει τῆς δυσχεροῦς οἰκονομικῆς κα-
1640ταστάσεώς μας. Ἀλλ’ ὄχι! θέλομεν κάμει ἓν κακὸν ἴσως, ἄνευ
1641ἀνάγκης, διότι καὶ ἄνευ τούτου οἱ φόροι τοῦ μικροῦ λαοῦ θέ-
1642λουν εἰσπραχθῆ, διότι ἔχετε ἀπηνῆ ἄλλα μέσα τὰ ὁποῖα ἐδώ-
1643σατε· θέλομεν λοιπὸν κάμει ἓν κακὸν, χωρὶς νὰ διορθώσωμεν τὸ
1644κακὸν τὸ ὑπάρχον. Τὰ ἑκατομμύρια τὰ καθυστερούμενα θὰ μεί-
1645νουν ἑκατομμύρια, καὶ ἂν ἡ κυβέρνησίς ποτε θελήσῃ νὰ τὰ κα-
1646νονίσῃ καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τακτικὰς δόσεις, δὲν θὰ δυ-
1647νηθῇ νὰ τὰ ὑπαγάγῃ εἰς αὐτὸν τὸν νόμον δυνάμει αὐτοῦ τού-
1648του τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ψηφίζετε σήμερον.
1649Κύριοι βουλευταὶ, μίαν τελευταίαν παρατήρησιν θὰ κάμω·
1650ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε προχθὲς (καὶ τὴν παρα-
1651τήρησιν ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀνήκει εἰς τὸ
1652μέρος ἐκεῖνο τῆς κωμῳδίας τῶν νόμων τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη
1653προχθὲς ὁ κ. Λέκκας ὁμιλῶν), ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγω,
1654εἶπε προχθὲς ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον, ποῖοι θὰ
1655κληθοῦν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του; Ἐδῶ, κύριοι, εἶναι ἡ Συνταγ-
1656ματικὴ αὐτὴ κωμῳδία, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁ ἐμπαιγμὸς καὶ ἡ
1657κωμῳδία τῶν νόμων. Θὰ καταντήσῃ νὰ κάθηνται ἐπὶ τῆς ἕδρας
1658τοῦ ταμίου, ἐπὶ τῆς τοῦ ἐφόρου, ἐπὶ τῆς τοῦ Νομάρχου, ἐπὶ
1659τῆς τοῦ βουλευτοῦ, θὰ διαχειρίζωνται τοὺς φόρους ὡς ἐνοικια-
1660σταὶ, ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἄνθρωποι καθ’ ὁλοκληρίαν χρεω-
1661κόποι, ἄνθρωποι ὀφείλοντες πολλὰς ἴσως χιλιάδας εἰς τὸ δη-
1662μόσιον, καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἐκδίδουν φετφάδες περὶ στερήσεως τῶν
1663πολιτικῶν καὶ ἄλλων δικαιωμάτων τοῦ ἁπλοῦ φορολογουμένου
1664Δὲν εἶναι, κύριοι, τοῦτο ἐμπαιγμὸς τοῦ νόμου; Θέλετε νὰ
1665νομοθετήσετε καὶ νὰ σᾶς πιστεύσῃ καὶ ὁ λαὸς ὅτι νομοθετεῖτε
1666ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι νομοθετεῖτε καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν σας καὶ διὰ
1667τὸν λαόν; κάμετε τὸν νόμον γενικὸν, ὑποβάλετε εἰς αὐτὸν
1668ὅλας τὰς τάξεις, ὅλας τὰς ὀφειλὰς, ὅλους τοὺς κακῆς πίστεως
1669ὀφειλέτας, ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι σήμερον, καὶ τότε εἶσθε ἐντὸς
1670τοῦ δικαιώματός σας. Ἐὰν δέ τινες ἐκ τούτων ἤθελον παραπο-
1671νεθῆ ὅτι τὰ χρέη των δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν, θέλετε τοὺς εἴπει·
1672καὶ ποῖος σᾶς ἐμπόδισε νὰ ζητήσετε τὸν ἐκκαθαρισμόν των;
1673Ἐὰν δέ τινες τούτων παραπονεθῶσι καὶ εἴπωσιν, ὅτι δὲν εἴμεθα
1674εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωμεν, θέλετε τοὺς ἀπαντήσει· καὶ διὰ
1675τί δὲν ἐπληρώνετε τότε, ὅταν εἴχετε εἰς χεῖράς σας τὰ ἑκατομ-
1676μύρια, τὰς χιλιάδας τὰς ὁποίας ἀφηρέσατε ἀπὸ τὸ δημόσιον;
1677καὶ διὰ τί δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσετε 200, 300
1678ἢ 500 δραχμάς; (διότι εἶπον, καὶ ἡ δικαιοσύνη οὕτω θέλει,
1679νὰ κανονισθῶσι κατὰ μικρὰς καὶ μακρὰς δόσεις τὰ χρέη ταῦτα),
1680διὰ τί δὲν εἶσθε, θέλετε τοὺς ἀπαντήσει εἰς κατάστασιν νὰ
1681πληρώσητε 200 ἢ 500 δραχμὰς τὸ ἔτος εἰς τὸ δημόσιον ἄνευ
1682τόκου; ὅπερ εἶναι καὶ ἄλλο νέον προνόμιον τῆς πληρωμῆς των.
1683Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, ἢ θὰ ψηφίσετε ἕνα νόμον γενικὸν καθ’ ὅ-
1684λων, ἢ τὸν νόμον αὐτὸν πρέπει νὰ τὸν ἀποκρούσητε καθ’ ὅλων.
1685Κύριοι, ὑποβάλλω εἰς τὸ σεβαστὸν Προεδρεῖον μίαν μικρὰν
1686τροπολογίαν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ, ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη γείνῃ δε-
1687κτὴ, ὃ μὴ γένοιτο, ἀπὸ τὴν Βουλήν.
1688§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε βου-
1689λευτὰ, νὰ σᾶς δώσω μίαν διασάφησιν. Ἐξ ὅσων εἴπατε, ὑποθέτω
1690ὅτι ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ καθυστερούμενα τῶν παρελθουσῶν
1691χρήσεων πρέπει νὰ καθαρισθοῦν, ν’ ἀνανεωθοῦν καὶ νὰ πληρω-
1692θοῦν εἰς προθεσμίας βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Σᾶς λέγω λοι-
1693πὸν ὅτι ἐὰν ἀποφασισθῇ νὰ γείνῃ τοῦτο συμφώνως μὲ τὴν ἰδέαν
1694σας, τότε εἶναι βέβαιον καὶ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζετε, διότι βλέ-
1695πω ὅτι τὸ ἀγνοεῖτε, ὅτι αἱ δόσεις τῶν χρεῶν τούτων θέλουν
1696καταταχθῆ εἰς τὰς μελλούσας χρήσεις· ὅ,τι θὰ πληρώσῃ ὁ χρεώ-
1697στης κατὰ τὸ 1871, θὰ θεωρῆται χρέος τῆς χρήσεως τοῦ 1871.
1698Τὸ αὐτὸ θὰ γίνηται καὶ διὰ τὴν δόσιν τοῦ 1872 καὶ καθεξῆς.
1699Ἑπομένως ἡ ἰδέα σας θὰ πραγματοποιηθῇ πληρέστατα καὶ
1700κανὲν κώλυμα δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Τὸ κώλυμα συνίσταται εἰς
1701τοῦτο, μήπως δὲν χορηγηθοῦν προθεσμίαι διὰ τὰ χρέη αὐτὰ,
1702ἀλλ’ ἐὰν χορηγηθοῦν, τότε βεβαίως θὰ κατασταθοῦν μέλλοντα.
1703§109ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι μὲ ὅλον τὸ σέβας τὸ
1704ὁποῖον ἔχω εἰς τὸ ἄτομον καὶ τὴν παιδείαν σας, σᾶς βεβαιῶ
1705ὅτι πολλὰ πράγματα δὲν ἐννοῶ καὶ ἄλλα πλεῖστα ἐννοῶ. Ἐγὼ
1706σᾶς εἶπον ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος, θὰ γείνῃ δυσχερὲς, καὶ ἀ-
1707νανεούμενα, ἐκκαθαριζόμενα ἀκόμη τὰ χρέη αὐτὰ, νὰ πληρω-
1708θῶσι, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ὡς εἶναι συντε-
1709ταγμένον τὸ 1 ἄρθρον.
1710§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι, ὅπως εἶναι
1711συντεταγμένη ἡ πρότασις εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν σας.
1712§111ΔΑΓΡΕΣ. Προσέξατε, κύριοι βουλευταὶ, ἐπικαλοῦμαι τὴν
1713προσοχήν σας, δὲν πρόκειται περὶ μικρᾶς τάξεως, πρόκειται
1714περὶ μεγάλης, δὲν πρόκειται περὶ ὀλίγων, πρόκειται περὶ τοῦ
1715φορολογουμένου λαοῦ, τὸν ὁποῖον χάριν τοῦ ἀργυρίου θέλουν
1716νὰ καταστήσουν δουλοπάροικον· μᾶς ἤλεγξεν ὁ ἀξιότιμος Κ.
1717Πρωθυπουργὸς ἐμὲ καί τινας τῶν προαγορευσάντων, διότι
1718μετά τινος μετριότητος ἀνεφέραμεν τὴν κακὴν διαχείρισιν τῶν
1719δημοσίων χρημάτων· εἶπον ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ μομφὴ αὕτη,
1720εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπροώδευσεν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὁ προϋ-
1721πολογισμὸς τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Ἡ Ἑλλὰς ἐπροώδευσεν,
1722λέγω καὶ ἐγὼ, καὶ μεγάλως, ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἡ ἀτομικὴ
1723ἐνέργεια· θαυμασία, τεραστία, εἶναι ἡ πρόοδος τῆς ἀτομικῆς
1724ἐνεργεία τοῦ Ἕλληνος· ὁ Ἕλλην ἐν τῇ δραστηριότητί του, ἐν τῇ
1725ἐνεργείᾳ του, προώδευσε τῷ ὄντι, τὸ ὀφείλει ὅμως εἰς τὴν
1726δραστηριότητά του καὶ οἰκονομίαν καὶ διὰ τῆς ἐργασίας του,
1727εἶναι ἀληθὲς ἀληθέστατον, ἀλλὰ παρακολουθεῖ παραλλήλως καὶ
1728ἡ πρόοδος ἡ διοικητικὴ, ἡ κυβερνητικὴ τῆς Ἑλλάδος; Σᾶς
1729ἐρωτῶ, καὶ δὲν σᾶς ἐρωτῶ, ἀφίνω νὰ κρίνητε. Μᾶς ἐμέμφθη-
1730σαν καὶ δι’ ἄλλον λόγον κύριοι, πῶς, εἶσθε ἐν τοῖς πράγμασι,
1731κατέχετε μίαν ἕδραν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, καὶ δὲν ὑπήρξατε
1732πάντοτε ἀντιπολιτευόμενοι, τουτέστιν ἐγκρίνετε τὴν διαχεί-
1733ρισιν ἐκείνων, οὓς μέμφεσθε, ἀλλ’ ὑπήρξατε καὶ συμπο-
1734λιτευόμενοι; Ἀγνοεῖ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ κυβερνώμενοι
1735δὲν διδάσκουν, ἀλλὰ τιμωροῦν ἐνίοτε καὶ ὅτι τὰς πρώτας
1736βάσεις τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς τὰς ἔθεσαν ξένοι ὄντες ἐν τῇ
1737ἐξουσίᾳ, ἄνθρωποι ὅλως διόλου ἀγνοοῦντες τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα
1738καὶ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; ἀγνοεῖ ὅτι οἱ ξένοι
1739εἰσήγαγον εἰς τὴν πολιτείαν τὴν διαφθοράν; ἀγνοεῖτε, κύριοι,
1740ὅτι ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως τοῦ 43 ἡ Ἑλλὰς παρὰ ξένων ἐδιοικήθη;
1741ἐὰν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς παραδέχηται, ὅτι ἡ μομφὴ εἶναι ἄδικος
1742ἀπευθυνομένη κατὰ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν κοινῶν,
1743διατὶ ἡ τρίτη Σεπτεμβρίου; καὶ ἂν παραδέχηται, ὅτι αἱ μομφαὶ
1744εἶναι ἄδικοι διατὶ αἱ τοσαῦται ἀνταρσίαι αἱ πρὸ τῆς τρίτης
1745Σεπτεμβρίου; Πρὸς τί ἡ 10 Ὀκτωβρίου; Καὶ ἐὰν, κ. Πρωθυ-
1746πουργὲ, δικαιοῦσθε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι σᾶς ἐμέμφθημεν, δὲν δι-
1747καιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, προσέξατε καὶ εἰς τὴν διαχεί-
1748ρισιν τῶν χρημάτων τοῦ πτωχοῦ λαοῦ; κάμετε καλὴν χρῆσιν
1749αὐτῶν, ῥίψατε μία ’μματιὰ καὶ πρὸς αὐτὸν, ὅστις μὲ τὸ αἷμά
1750του καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτά του ἀποκτᾷ αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ
1751ὁποῖα σᾶς δίδει. Εἶναι μομφὴ αὐτή; καὶ διατὶ νομίζεις κ.
1752Πρωθυπουργὲ, ὅτι εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπερασπισθῇς τὴν
1753διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὰ 1833 καὶ
1754ἐντεῦθεν; Καὶ δὲν εἶναι δικαία ἡ μομφὴ αὐτή; ἐπιτρέψατέ
1755μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὴν
1756κακὴν ἤδη ὑπάρχουσαν κατάστασιν, αὕτη κατὰ τὸ πλεῖστον
1757εἶναι κατὰ τῶν διαχειρισαμένων. Ἐρωτῶ, ἡμεῖς διατὶ κατε-
1758δικάσαμεν κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου τὴν διαχείρισιν τῆς προη-
1759γουμένης ἐξουσίας; οἱ ἐνεργήσαντες εἰς τὴν τότε κατάστασιν
1760τῶν πραγμάτων, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο καλὴ ἡ διαχείρισις τοῦ
1761παρελθόντος, εἰς ἣν εἴχετε μέρος, ὄχι ὡς Βουλευτὴς, ἀλλὰ ὡς
1762ὑπουργὸς, καὶ ἀφ’ οὗ αὕτη ἔφθασε εἰς τὸ μὴ περαιτέρω ὀφείλε-
1763τε καὶ εἴχατε καθῆκον νὰ διορθώσητε καὶ θεραπεύσητε
1764τὸ κακὸν καὶ διὰ τοῦτο ἐφροντίσατε νὰ σταματήσητε αὐτὸ
1765πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, καὶ μὴ δυνηθέντες διὰ λόγου ἐλάβετε
1766μέρος καὶ συνεπράξατε μετ’ ἄλλων εἰς τὴν μεταβολὴν, εἰς ἀνα-
1767τροπὴν τῆς τότε ἐξουσίας· νομίζετε ὅτι τοῦτο πράξαντες ἐφά-
1768νητε ἀσυνεπεῖς; Καὶ ὅταν σεῖς δὲν ἦσθε εἰς θέσιν ἀσυνεπῆ, νο-
1769μίζετε ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ πτωχὸς βουλευτὴς ὅστις εἶπε, προσέξατε
1770μὴ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ δρακον-
1771τείου θὰ συνάξητε διατεθῶσι κακῶς, δὲν εἶναι συνεπής; Ἐγὼ
1772ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὲ εἴπῃ ἐὰν τὰ δαπανώμενα χρή-
1773ματα προαποφασίζωνται, ὅλα προεξελέγχωνται ἀπὸ τὴν Βου-
1774λὴν, ἢ μόλις ἀπέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐντεῦθεν, ἀρχίζουν νὰ δαπανῶνται
1775καθ’ ὑπέρβασιν τῶν προϋπολογισθέντων ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ.
1776§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καταδικάσατε τότε τὸν ὑπουργόν.
1777§113ΔΑΓΡΕΣ. Καταδικάσετέ τον, μὲ λέγει εἷς βουλευτὴς καὶ
1778ὑπάρξας ὑπουργός. Νὰ καταδικασθῇ, κύριοι, καὶ πρέπει νὰ κα-
1779ταδικασθῇ εἷς ὑπουργὸς, ὡς καὶ πολλοὶ, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις
1780ν’ ἀρνηθῇ μίαν ἀλήθειαν ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ῥηθῇ ἐντεῦθεν
1781καὶ τὴν ὁποίαν ἀφίνω νὰ ἐννοήσητε ὅτι καὶ μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος
1782ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ Δωρίδος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ
1783καταδίκη, ἂν καὶ πιστεύω νὰ εὑρεθῆτε εἰς τοιοῦτον σημεῖον
1784σύντομα. Καὶ ὅταν, κ. βουλευταὶ, ἔχητε παραδείγματα τοιαῦ-
1785τα, ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσ-
1786πράξωμεν, καὶ ἀσχάλλον ἄν τις ἐξ ἡμῶν τολμήσῃ νὰ
1787εἴπῃ προσέξατε μὴ σπαταλᾶτε τὰ δημόσια χρήματα. Ἐγὼ,
1788κύριοι βουλευταὶ, διὰ τὰς ἐλευθερίας αὐτὰς τὰς ὁποίας
1789πρόκειται νὰ καταδικάσητε σήμερον καὶ τὰς ὁποίας ἀπέκτησαν
1790οἱ πατέρες μας ἐπὶ ἐννέα χρόνους ἀγωνιζόμενοι καὶ πολεμῶν-
1791τες ἐναντίον ἰσχυρῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ αἱ ὁποῖαι διὰ νὰ πραγ-
1792ματοποιηθῶσι ἐδέησε νὰ ἔλθῃ νὰ τὰς ἐγκαθυδρύσῃ ἡ 3 Σεπτεμ-
1793βρίου καὶ νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ ἡ 10 Ὀκτωβρίου, νομίζω
1794ὅτι δὲν εἶναι ἄξιαι τοιαύτης τύχης καὶ τιμῆς. Καὶ μετ’ αὐτὴν
1795τὴν ἐπανάστασιν καὶ τοσούτους ἄλλους ἀγῶνας προηγουμένους,
1796ἔρχεται ἡ Βουλὴ τοῦ 1871 καὶ προβαίνει εἰς δύο νομοθετή-
1797ματα καὶ τὰ δύο νομοθετήματα ταῦτα, ἂς μὲ συγχωρηθῇ ν’ ἀ-
1798ποκαλέσω ἀσεβῆ, τὸ τῆς ληστείας καὶ τὸ περὶ καταδιώ-
1799ξεως τῶν ὀφειλετῶν· ἐὰν ἡ ἱστορία καὶ εἷς Θουκυδίδης γεν-
1800νηθῇ μετὰ 100 ἔτη καὶ φιλολογήσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὰ ἀπο-
1801τελέσματα τῶν διαχειρισαμένων τὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν διοι-
1802κητικὴν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτῆς δὲν ἔχει νὰ κα-
1803ταφύγῃ εἰς ἄλλο ἢ νὰ φιλολογήσῃ αὐτά. Τί θὰ εἴπῃ, κύριοι,
1804ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ πρόοδος
1805τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι φαινομενικὴ, εἶναι ἀληθινὴ, πραγματική;
1806Ἐὰν ἡ ἠθικὴ πρόοδος τῆς Ἑλλάδος μετὰ τοσαύτας ἐνόπλους δια-
1807μαρτυρήσεις καὶ ἀγῶνας κατέληξεν εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν
1808διατάξεων τοῦ περὶ ληστείας νόμου καὶ τοῦ περὶ καταδιώξεως
1809τῶν ὀφειλετῶν, ἂς λείψῃ ἡ ἐλευθερία, ἂς λείψῃ τὸ Σύνταγμα,
1810αὐτὸ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα ἡμῶν, διότι θὰ εἴπῃ ὅτι
1811ἡ κακὴ διοίκησις ἐπέφερεν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ὥστε ἡ ἠ-
1812θικὴ κατάστασις τοῦ λαοῦ νὰ ᾖναι τοιαύτη, ἀξία τοιούτων νο-
1813μοθετημάτων. Ἐὰν τὸ πρῶτον, μεταβάλετέ το σεῖς, πιστεύσατε
1814εἰς τὴν ἀκαταμάχητον ἀλήθειαν, ἐὰν τὸ δεύτερον, ἔλθετε μὲ
1815τὸ θάῤῥος τὸ ὁποῖον σᾶς πρέπει νὰ προτείνητε ἀναγκαῖα καὶ συμ-
1816φέροντα, διότι εἶσθε ἄνθρωποι τυχόντες ἐξαιρετικῆς ὑποστηρίξεως
1817καὶ τιμῆς παρ’ ἡμῶν, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὰς ἰδέας
1818μας, θέλομεν κάμει αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς εἴπετε. Ἔπρεπε νὰ ἔλθητε,
1819λέγω, καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ὑπάγῃ ἐμπρὸς, διότι
1820ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράξωμεν χρήματα καὶ δὲν δυνάμεθα. Ὁ
1821κ. πρωθυπουργὸς εἶπε, συνηγορεῖτε ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ὑπὲρ
1822τοῦ λαοῦ, καὶ ποῖος σᾶς προσβάλλει τὸν λαόν; Σᾶς εἶπεν τίς
1823ἐργάζεται κατὰ τοῦ λαοῦ, δὲν πρόκειταί τι κατ’ αὐτοῦ. Ἐπα-
1824ναλαμβάνω, κύριοι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε τί εἶπεν
1825ὁ κ. πρωθυπουργὸς, σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ λαοῦ,
1826πρόκειται περὶ τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά, ὁ λαὸς ἔχει τὸ
1827δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ, ἀλλ’ ἅμα καθυστερήσῃ τοὺς φόρους του,
1828δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγηται, καὶ νὰ διορίζηται εἰς δη-
1829μοσίαν θέσιν, καὶ τὸ νοῆμον καὶ φιλελεύθερον ἀκροατήριον τὸν
1830ἐπεκρότησεν· αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ λαὸς ἐάν πραγματικῶς ἦτο ὁ
1831λαός· βεβαίως τὸν ἀσχημίζει ἡ στιγμὴ αὕτη, ἀλλὰ δὲν εἶναι
1832ἐκεῖνοι ὁ λαὸς, εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν ἠξεύρουσι παρὰ τὸ
1833κεντρικὸν ταμεῖον (ποδοκροτήματα εἰς τὸ δωμάτιον τῶν ὁμο-
1834γενῶν.) Τοιοῦτοι δύνανται νὰ ποδοκροτῶσιν ὅσον θέλουν, δὲν
1835θέλουν μεταβάλει γνώμην (θόρυβος καὶ κίνησις καὶ σάλος
1836μέγιστος ἐν τῇ Βουλῇ).
1837§114ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄτιμος, εἶναι προδότης ὅστις ἐποδο-
1838κρότησεν.
1839§115ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε τὸν βουλευτὴν, κ. πρόεδρε,
1840(ἐξακολουθεῖ ὁ σάλος) ἐὰν δὲν τὸν μάθητε, ἡμεῖς θὰ φύγωμεν.
1841§116ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὁ ἴδιος ὅστις ἐχειροκρότησε καὶ ἐποδοκρότησεν.
1842§117Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ εὑρεθῇ καὶ νὰ τιμωρηθῇ, κ. πρόεδρε.
1843§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, δὲν δίδω τὸ δικαίω-
1844μα νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις.
1845§119Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιμένει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ὑβρίζηται,
1846πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ Βουλή.
1847§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖος εἶναι; ποῦ τὸν ἠ-
1848ξεύρω ἐγώ;
1849§121ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀσέβεια (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
1850§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ ἡσυχάσατε μίαν στιγμήν, ἡ
1851ἀταξία δὲν προῆλθε παρὰ ἀπὸ ἕνα ἢ δύο (θόρυβος) ἀλλ’ ἐπειδὴ
1852δὶς ἐπανελήφθη ἡ ἀταξία ἀπὸ τὸ ἴδιον ἀκροατήριον, χωρὶς νὰ
1853προσβληθῶσιν οἱ μὴ ἀτακτήσαντες παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
1854μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ κενώσω τὸ ἀκροατήριον καὶ θέλει
1855φροντίσει τὸ προεδρεῖον διὰ τοῦ φρουράρχου νὰ τιμωρήσῃ τοὺς
1856ἀτακτήσαντας.
1857§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1858§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Ἐσεῖς, δὲν πταίετε κύ-
1859ριοι, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναχωρήσητε ὅλοι (κενοῦται τὸ ἀκροατή-
1860ριον τῶν ὁμογενῶν.)
1861§125ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ φρόνιμοι τῶν ἀκροατῶν τί πταίουν;
1862§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. βουλευτὰ, καθήσατε, πρέπει νὰ
1863ἦσθε εὐχαριστημένος. Ἀπαιτῶ καὶ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς
1864νὰ μὴ προκαλῶμεν αὐτὰ, καὶ ν’ ἀπευθύνωμεν τὴν φωνήν μας
1865πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μὴ προσέχωμεν εἰς τὸ ἀκροατήριον,
1866αὐτὴν τὴν φροντίδα ἂς τὴν ἀφήσωμεν.
1867§127ΔΑΓΡΕΣ. Λέγω ὅτι κακῶς τοποθετοῦνταί τινες ἄνθρωποι εἰς
1868τὸ ἀκροατήριον ὅπου ἄλλοι πρέπει νὰ τοποθετῶνται ἢ οἱ το-
1869ποθετούμενοι. — Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς
1870τοῦτο ὅτι, ὅσα μέτρα καὶ ἂν λάβητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκ-
1871λείψωσι αἱ καθυστερήσεις, πρὶν λείψῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα
1872τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει.
1873§128ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.
1874§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ ψηφοφορήσωμεν, θὰ ψη-
1875φισθῇ διὰ τρίτην καὶ τελευταίαν φορὰν ἡ ἀρχή.
1876§130ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1877§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶσθε 15 (ἐγείρονται περὶ τοὺς 15).
1878§132ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα δὲν
1879εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς μίαν τροπολογίαν
1880τὴν ὁποίαν ἔκαμα;
1881§133ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
1882§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε κατάλογον. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν δύο
1883ψηφολέκται. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν......
1884§135Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποίου νομοσχεδίου; τοῦ Χατζίσκου;
1885Ἐὰν πρόκηται νὰ παραδεχθῶμεν τοῦ Σωτηροπούλου, ἐπειδὴ ἔχει
1886ἀπὸ τὰ 71, εἶμαι ἐναντίον, ἀλλὰ ἐὰν πρόκηται ἁπλῶς νὰ ψη-
1887φίσωμεν τὴν ἀρχὴν, ἐὰν οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον.....
1888εἶμαι σύμφωνος.
1889§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀρχὴν ἐν γένει
1890λέγουσι Ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι Ὄχι. (Γίνεται δι’
1891ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφο-
1892λεκτῶν τῶν βουλευτῶν Δαγρὲ καὶ Κολιάτσου).
1893Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν.
1894Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
1895Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως περὶ πολιτικῆς
1896ἀνικανότητος τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλετῶν,
1897ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1898Κ. Μ. Θεοδώρου Ν Α. Κρεστενίτης
1899Α. Κ. Μιχαλόπουλος Ο Θ. Δαραλέξης
1900Ἀντ. Βενιζέλος Ἐπ. Κρεστενίτης
1901Ἀναγ. Γιαννουλίδης Α. Πετραλιᾶς
1902Ν. Π. Καΐρης Ν Δ. Κλίμακας
1903Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός Ο Δ. Κατσίνας
1904Ν. Τσώκρης Ν Ἀναγν. Δημητρίου
1905Α. Ζαΐμης Γ. Δελένδας
1906Α. Δανόπουλος Ο Σπ. Μαλασπίνας Ν
1907Ἰω. Λέκκας Ν Γ. Μ. Βαλλιάνος
1908Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Κ. Δ. Πεταλᾶς Ν
1909Σκαρλ. Σοῦτσος Μ. Παΐζης
1910Περ. Α. Πετράκης Ν Θρ. Ζαΐμης Ν
1911Στυλ. Κολιάτσος Ν Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
1912Α. Ἴσκος Ο Α. Διαμαντόπουλος Ν
1913Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ο Γ. Παπαδαῖος
1914Δ. Γρίβας Ν Ἰω. Σοφιανόπουλος Ν
1915Π. Πετιμέζης Ν Γ. Πεῤῥωτῆς Ο
1916Α. Μαγγίνας Κ. Δαγρές Ο
1917Θ. Π. Δηλιγιάννης Ἰω. Φλέσσας Ο
1918Κ. Πλαπούτας Α. Κοντόσταυλος
1919Α. Ἀντωνόπουλος Ο Δ. Λένως Ο
1920Χ. Ῥηγόπουλος Ο Γ. Παπανικολάου
1921Ἰω. Ῥοϊλός Ἰω. Μπαλάφας
1922Κ. Λαμπρυνόπουλος Ο Ν. Μ. Κοζαδῖνος
1923Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Σ. Ἀγγελίδης Ν
1924Θεόδ. Βρανετάκη Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
1925Ἰωάν. Σαφάκας Α. Παπαδάτος Ο
1926Ν. Κατσικαπῆς Ο Ἰω. Τοπάλης
1927Ἀριστ. Λιδωρίκης Ἰω. Δεληγιάννης
1928Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ἐπ. Καμπερόπουλος
1929Ἰω. Καπιτσίνης Ἀνδ. Νοταρᾶς
1930Γ. Μίλησης Σ. Α. Νοταρᾶς
1931Α. Σ. Μήτσας Ἀναστά. Δημητριάδης Ν
1932Δ. Τσιτσάρας Α. Μεταξᾶς Ο
1933Κ. Γιολδάσης Ο Σ. Μονόπωλης
1934Π. Μανωλίδης Ν Αγ. Μαντζαβῖνος Ο
1935Εὐθ. Γουβέλης Ν Γ. Δρακονταειδής Ν
1936Κ. Λομβάρδος Ν Δ. Ῥαπτάκης
1937Α. Γαΐτας Φωσκάρδης Ν Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΝ
1938Σπ. Λεονταράκης ἀρν.Κ. Πανάρετος Ν
1939Ἰωάννης Σούλης Βάρκαςἀρν.Α. Καρδαρᾶς Ν
1940Α. Γκοῦσκος ἀρν.Θ. Θερμογιάννης
1941Ἀνδρ. Αὐγερινός Γ. Βακαλόπουλος Ν
1942Δ. Σαῤῥιγιάννης Θ. Ῥωμαῖος Ο
1943Ν. Βαρβιτζιώτης Ν. Λοῦβρος Ο
1944Ἰω. Βαλασόπουλος Γ. Ἰακωβάτος
1945Ν. Θ. Λεώπουλος Ο Χ. Ἰακωβάτος
1946Ἀναστ. Κοφιωτάκης Μ. Χαριτάτος ἀρν.
1947Σπ. Κοπανίτσας Α. Μουρίκης
1948Τ. Λάππας Ν Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
1949Φ. Ἰ. Φίλωνος Λ. Καραλίβανος
1950Γερ. Σέρβος Ο Π. Τζαμάλας Ο
1951Σπυρ. Βαλαωρίτης Περ. Καλαμογδάρτης Ο
1952Α. Σταματόπουλος Ο Δ. Κανακάρης
1953Δ. Τσαμόπουλος Ν Γ. Ῥοῦφος
1954Θ. Γεωργίου Ο Γ. Πράτσικας Ν
1955Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ἀθ. Μισυρλῆς Ν
1956Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Δ. Τριγγέτας
1957Χ. Α. Χρηστόπουλος Ο Γ. Δελλαπόρτας
1958Δ. Ζέγγελης Ν Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Ν
1959Π. Κ. Μανέτας Ν Ἰω. Δεστούνης ἀρν.
1960Ἠλ. Φλέσσας Κ. Ἐπιφανίου
1961Ἀθ. Κατριβάνος Ο Γ. Α. Γεωργιάδης
1962Ἰω. Πανούσης Δ. Ἰ. Κουνουπιώτης
1963Γ. Μαλέας Γ. Κούτσης
1964Ν. Παγκράτης Ο Γ. Μπούμπουλης ἀρν.
1965Κ. Κοκκινώρης Ο Δ. Χρηστίδης
1966Ν. Καρύδης ἀρν.Π. Σεβαστόπουλος Ν
1967Ἐπ. Δεληγεώργης Α. Βαφιαδάκης
1968Γ. Γουλιμῆς Ν Ἰω. Ζαλλώνης
1969Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν Μ. Ε. Παρίσης Ν
1970Περ. Μποῦτος Ν Ἰάκ. Παξιμάδης
1971 Σ. Σωτηρόπουλος Ν
1972Ἰω. Προβελέγγιος Ο Δ. Ν. Πονηρόπουλος
1973Ἰω. Ταταράκης Ἀθ. Γρηγοριάδης
1974Ἀ. Ῥαυτόπουλος Ν Β. Σκαλτσοδῆμος
1975Μ. Ἀσμιράλης Ν Κ. Στεργιαλόπουλος
1976Κ. Κρίσπης Ν Στ. Κοριζῆς Ν
1977Ν. Φαρμάκης Ν. Πιπῖνος Ν
1978Ἀθ. Ῥοντήρης Δ. Γ. Βούλγαρης
1979Εὐθ. Πλαστήρας Ο Ἰω. Καλογιάννης
1980Γρηγ. Δημητριάδης Ν Θ. Κ. Γκίκας Ν
1981Κ. Εὐθυμιόπουλος Δ. Χατζῖσκος Ν
1982 Δ. Τσιριμῶκος
1983Κίμων Χριστοδούλου Γ. Δυοβουνιώτης
1984Δ. Σαράβας Ν Γ. Ζουλούμης
1985Α. Καπετανάκης Ν Δ. Κριεζώτης
1986Μιχ. Καπετανάκος Ν Δ. Οἰκονόμου Ν
1987Ἰω. Κατσάκος Κ. Πετσάλης Ν
1988Χ. Χριστόπουλος Μ. Ἀβέρωφ
1989Ζαφ. Ζαρειφόπολος Ο Κ. Νικόδημος Ν
1990Α. Παπαλέξης Ν Ἰω. Κοτσιᾶς
1991Π. Κωσταντᾶς ἀρν.
1992Κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 98, 54 εἶπον Ναὶ, 36
1993εἶπον Ὄχι, 8 ἠρνήθησαν, ἄρα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν
1994τῆς προτάσεως διὰ ψήφων 54 κατὰ 36, 8 ἀρνηθέντων. —
1995Δι’ αὔριον πλέον.
1996Λύεται ἡ Συνεδρίασις.
1997(Ὥρα 6 καὶ ¼ Μ. Μ.)