| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ι. Πολυλᾶς. | |
| 8 | Δ. Δαγόπουλος. | Α. Παπαδάτος. | |
| 9 | Ἰω. Δέκας. | Ἀν. Δημητριάδης. | |
| 10 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Α. Μεταξᾶς. | |
| 11 | Στυλ. Κολιάτσος. | Α. Μαντζαβῖνος. | |
| 12 | Α. Ἴσκος. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 13 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 14 | Α. Δ. Ἀντωνόπουλος. | Κ. Πανάρετος. | |
| 15 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Α. Καρδαράς. | |
| 16 | Κ. Λαμπρινόπουλος. | Θ. Θερμογιάννης. | |
| 17 | Κ. Κοσονάκος. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 18 | Ν. Κατσικαπῆς. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 19 | Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Βαλασόπουλος. | |
| 20 | Κ. Γιολδάσης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 21 | Π. Μανωλίδης. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 22 | Εὐθ· Γουβέλης. | Γερ. Σέρβος. | |
| 23 | Κ. Λομβάρδος. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 24 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Θ. Γεωργίου. | |
| 25 | Σπ. Λεονταράκης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 26 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 27 | Α. Γκοῦσκος. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 28 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἠλ. Φλέσσας. | |
| 29 | Ἐπ. Κρεστενίτης. | Ν. Παγκράτης. | |
| 30 | Ἀναγν. Δημητρίου. | Ν. Καρύδης. | |
| 31 | Σπ. Μαλασπίνας. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 32 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Περ. Μποῦτος. | |
| 33 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 34 | Μ. Πατζῆς. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 35 | Θρ. Ζαΐμης. | Α. Ῥαυτόπουλος. | |
| 36 | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Μ. Δαμιράλης. | |
| 37 | Α. Διαμαντόπουλος. | Κ. Κρίσπης. | |
| 38 | Γ. Παπαδαῖος. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 39 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Κλμ. Χριστοδούλου. | |
| 40 | Κ. Δαγρές. | Δ. Σαράβας. | |
| 41 | Ἰω. Φλέσσας. | Α. Καπετανάκης. | |
| 42 | Δ. Λέγωσης. | Ζορ. Ζαφειρόπουλος. | |
| 43 | Γ. Παπανικολάου. | Α. Παπαλέξης. | |
| 44 | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Π. Κωνσταντᾶς. | |
| 45 | Ν. Ἀγγελίδης. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 46 | Ν. Λοῦβρος. | Π. Σεβαστόπουλος. | |
| 47 | Μ. Χαριτάτος. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 48 | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 49 | Λ. Καραλίβανος. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 50 | Π. Τζαμάλας. | Β. Σκαλτσοδῆμος. | |
| 51 | Περ. Καλαμογδάρτης. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 52 | Γ. Πράτζικας. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 53 | Ἀ. Μισυρλῆς. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 54 | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 55 | Ἰω. Δεστούνης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. | |
| 56 | Γ. Μπούμπουλης. |
1871.03.09
1.651 στίχοι · 13.420 λέξεις · 1 πίνακας · 163 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 9 Μαρτίου 1871.
(Τρίτη).
Ὥρα 2 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ι. Πολυλᾶς. |
| Δ. Δαγόπουλος. | Α. Παπαδάτος. |
| Ἰω. Δέκας. | Ἀν. Δημητριάδης. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Α. Μεταξᾶς. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Α. Μαντζαβῖνος. |
| Α. Ἴσκος. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Α. Δ. Ἀντωνόπουλος. | Κ. Πανάρετος. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Α. Καρδαράς. |
| Κ. Λαμπρινόπουλος. | Θ. Θερμογιάννης. |
| Κ. Κοσονάκος. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Βαλασόπουλος. |
| Κ. Γιολδάσης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Π. Μανωλίδης. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Εὐθ· Γουβέλης. | Γερ. Σέρβος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Θ. Γεωργίου. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Α. Γκοῦσκος. | Δ. Ζέγγελης. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἠλ. Φλέσσας. |
| Ἐπ. Κρεστενίτης. | Ν. Παγκράτης. |
| Ἀναγν. Δημητρίου. | Ν. Καρύδης. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Περ. Μποῦτος. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Μ. Πατζῆς. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Α. Ῥαυτόπουλος. |
| Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Μ. Δαμιράλης. |
| Α. Διαμαντόπουλος. | Κ. Κρίσπης. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Κλμ. Χριστοδούλου. |
| Κ. Δαγρές. | Δ. Σαράβας. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Α. Καπετανάκης. |
| Δ. Λέγωσης. | Ζορ. Ζαφειρόπουλος. |
| Γ. Παπανικολάου. | Α. Παπαλέξης. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Π. Κωνσταντᾶς. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Ν. Λοῦβρος. | Π. Σεβαστόπουλος. |
| Μ. Χαριτάτος. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Λ. Καραλίβανος. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Π. Τζαμάλας. | Β. Σκαλτσοδῆμος. |
| Περ. Καλαμογδάρτης. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Γ. Πράτζικας. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Ἀ. Μισυρλῆς. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | Κ. Νικόδημος. |
| Ἰω. Δεστούνης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
| Γ. Μπούμπουλης. |
Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (ὑπουργ. στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ δύναται νὰ γείνῃ τροποποίησις ἱκανοποιοῦσα τὴν Βουλήν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι Κρῆτες φέροντες πληγὰς καὶ ἀνίκανοι πρὸς ἐργασίαν, ὡς λέγουσιν, ὑπέβαλον ἀναφορὰν δι’ ἧς ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τοῖς χορηγηθῇ μηνιαία τακτικὴ συνδρομή.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ οὗ ἀπαγορεύεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληρόνῃ ἀπὸ τὰς τακτικὰς ἀποζημιώσεις τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι καὶ ὅσα εἶναι διὰ πρώτην συζήτησιν.
§7ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται λοιπὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§9ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπ’ αὐτοῦ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§11ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει σπουδαίας μεταβολάς, ἐπειδὴ δὲ παρέλειψέ τι, τὸ ὁποῖον νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σημειωθῇ, κάμνω ἀπὸ τοῦδε τὴν πρότασιν, ὅτι, ἐπειδὴ μία τάξις μένει σχεδὸν ἀφορολόγητος, ἡ τάξις τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, καὶ τῶν τοκιστῶν, προτείνω ἵνα καὶ οὗτοι κατὰ τὸν κύκλον τῆς διαχειρίσεώς των πληρώνουν ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσετε τὴν πρότασίν σας. Πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀνθυπασπιστῶν. (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Πρώτη ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν.)
§13Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀπεφασίσθη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ δικαστήρια διὰ νὰ γνωμοδοτήσουν.
§14Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν γνωμοδότησιν τῶν δικαστηρίων, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως τῶν εἰς κεκλεισμένας χρήσεις χρεῶν (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω σχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ ἡμῶν καὶ μιᾶς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν ἡ σύμβασις περὶ τῶν ἐν Κύθνῳ λουτρῶν, καθὼς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν, ἑλῶν καὶ τελμάτων.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰω. Σκαλτσούνης πληρεξούσιος τῆς ἑταιρίας τοῦ ἐνταῦθα σιδηροδρόμου ὑποβάλλει ἀναφοράν, καθὼς καὶ ὁ δήμαρχος Πειραιῶς διάφορα ἔγγραφα περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως τοῦ σιδηροδρόμου. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, κατὰ τὴν χθεσινὴν πολύωρον συζήτησιν δύω ζητήματα ἐγεννήθησαν ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως. Πρῶτον, ἐὰν ἀποτελῇ αὐτοτελῆ πρότασιν νόμου, ἢ πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ δεύτερον, ἐὰν τῷ ὄντι ᾖναι ἀναγκαῖον νὰ νομοθετηθῇ στέρησις πολιτικῶν τινων δικαιωμάτων διὰ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου. Ἀφίνω ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, κατὰ πόσον θεωρῶ ἀναγκαῖον ἢ μὴ νὰ ἐπιβληθῇ μία τοιαύτη στέρησις εἰς τοὺς ὀφείλοντας πρὸς τὸ δημόσιον. Ἐπικρατεῖ, κύριοι, ἰδέα ὅτι πολλοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καὶ πρὸ πάντων πολλοὶ τῶν ἐξ ἐκλογῆς προερχομένων, ἤτοι βουλευταί, δήμαρχοι, δημοτικοὶ σύμβουλοι καὶ ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι εἶναι ὀφειλέται μεγάλων ποσοτήτων εἰς τὸ δημόσιον. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐξήτασα πολλάκις αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος διαλαμβάνει μεγάλας ὑπερβολάς. Ἐν πρώτοις οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης δὲν εἶναι καθόλου ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον, διότι αὐτοὶ σπανίως ἀγοράζουν κτήματα, καὶ οὐδέποτε μετέρχονται τὸν ἐνοικιαστήν. Τὸ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀναμίγνυται εἰς τοιοῦτον ἔργον καὶ ἑπομένως δὲν ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πολιτευομένους, εἶναι μεγάλη ὑπερβολὴ τὸ νὰ ἰσχυρίζωνταί τινες ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν δημάρχων εἶναι ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες εἰσέρχονται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἴσως οὔτε δέκα δὲν ἀνεμίχθησαν εἰς ἐνοικιάσεις. Τὸ αὐτὸ θὰ ἰσχύῃ ὡς ἔγγιστα καὶ διὰ τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους· ὥστε εἶναι ὑπερβολή, καὶ ὑπερβολὴ μεγάλη, τὸ νὰ ἰσχυρίζωνταί τινες, ὅτι ὁ ὄγκος τῶν καθυστερημάτων, ὃν βλέπομεν, προέρχεται ἀπὸ τοὺς πολιτευομένους καὶ τοὺς δημοσίους ἢ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους· ὅ,τι ὅμως εἶναι ἀληθὲς εἶναι τοῦτο, ὅτι τόσον οἱ πολιτευόμενοι, καθὼς καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, μετὰ δυσκολίας πληρόνουν τοὺς μικροὺς φόρους, οὓς συμβαίνει νὰ χρεωστοῦν, ὅσοι ἐξ αὐτῶν εἶναι φορολογούμενοι ἀπὸ ἀμπέλους, οἰκοδομὰς, περιβόλια κτλπ. τοῦτο δὲ γίνεται ὄχι τόσον ἐκ δυστροπίας, ὅσον διότι οἱ ἐπιφορτιζόμενοι τὴν εἴσπραξιν δὲν ἀπαιτοῦν συνήθως παρ’ αὐτῶν τοὺς φόρους, διατηροῦν δηλ. κάποιαν ἀνασκοπὴν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἑπτανησιακὴν ἔκφρασιν, ἀπέναντι τῶν προσώπων τούτων, καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνει ἡ καθυστέρησις. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως, ἥτις συζητεῖται, πρέπει πρὸ πάντων νὰ λάβῃ τὸ μέτρον τοῦτο διὰ τοὺς φορολογουμένους. Δὲν ἐννοῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρέσῃ καὶ τοὺς ἄλλους ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον διὰ τοὺς φορολογουμένους, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ φόρος εἶναι ἡ ἱερὰ ἐκείνη ὑποχρέωσις, ἥν τινα ὀφείλει πᾶς πολίτης νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον καὶ ὁ πολίτης, ὅστις ἀρνεῖται τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν τοῦ φόρου του ἀρνεῖται τὴν ἐκπλήρωσιν σπουδαιοτάτου καθήκοντος εἰς τὴν πατρίδα. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἶμαι σύμφωνος ὅτι κατὰ τοῦ φορολογουμένου εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἂν ἀνήκῃ, πρέπει ἡ πολιτεία νὰ λαμβάνῃ ὅλα τὰ δραστήρια, ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέτρα διὰ νὰ κατορθώνῃ τὴν εἴσπραξιν, ἐπιμένω δ’ εἰς τοῦτο ἀκόμη περισσότερον, διότι ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν ὥστε οἱ φορολογούμενοι νὰ πληρώνουν τοὺς φόρους των, δυσκόλως θέλομεν δυνηθῆ νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν ῥιζικὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ δυσκόλως θέλομεν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἐνοικιαστάς, δὲν λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μὴ ἦναι καὶ κατ’ αὐτῶν αὐστηρὸν τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐκτελεῖ μίαν πρᾶξιν ἐμπορικὴν μετὰ τοῦ δημοσίου, τὸ δὲ δημόσιον, ὅταν ἀποφασίζῃ νὰ μεταβιβάσῃ τὴν εἴσπραξιν ἢ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων εἰς ἐνοικιαστάς, ἐκτελεῖ μίαν πρᾶξιν ἐμπορικήν, καὶ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ ὑποφέρῃ ὅλας τὰς συνεπείας καὶ ὅλας τὰς ἐμπορικὰς περιπετείας. Παρατηρήσατε, κύριοι, τί συμβαίνει εἰς τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐκμισθώσουν ἢ νὰ ἐνοικιάσουν τὴν περιουσίαν των. Ὁ ἰδιώτης, ὅταν ἀποφασίζῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἢ ἀπαιτεῖ, ὥστε ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐνοικιάσῃ τὴν πρόσοδον ἢ θὰ ἀγοράσῃ τὴν περιουσίαν του νὰ πληρώσῃ ἐπὶ χεῖρας τὸ τίμημα, καὶ τότε εἶναι μὲν βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ κᾀμμίαν καθυστέρησιν, ἀλλὰ τρέχει ἀφ’ ἑτέρου τὸν κίνδυνον νὰ ἐλαττωθῇ τὸ τίμημα, διότι ὅταν ζητῶμεν ἐπὶ χεῖρας τὰ χρήματα, ὀλίγοι ἀγορασταὶ καὶ ὀλίγοι ἐνοικιασταὶ ἠμποροῦν νὰ παρουσιασθοῦν, ἢ ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ ἰδιώτης καὶ θέλει νὰ πωλήσῃ τὴν πρόσοδόν του ἢ τὸ κτῆμά του ἐπὶ πιστώσει, τότε βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ περισσότερα ποσά, ἀλλὰ τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἔχῃ καὶ καθυστερήσεις. Ὁ κανὼν αὐτὸς ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων. Ὁσάκις τὸ δημόσιον ἀποφασίζει νὰ ἐνοικιάσῃ τὰς προσόδους του, ἐὰν ἤθελε νὰ μὴ ἔχῃ καθυστερήσεις, ἔπρεπε νὰ ἀπαιτῇ ἐπὶ χεῖρας τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθώματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἔπραττε τοῦτο, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ βεβαιόνῃ ἴσως οὔτε τὰ τρία τέταρτα τῶν ἤδη βεβαιουμένων. Εἰς πολλὰς περιστάσεις δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἴσως οὔτε τὸ ἥμισυ. Ἀποφασίζει λοιπὸν νὰ ἐκμισθόνῃ τὰς προσόδους ἐπὶ πιστώσει, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὰς δημοπρασίας δὲν καταβάλλει μεγάλην προσοχὴν περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, δέχεται τὸν τυχόντα, διὰ νὰ ἔχῃ μεγάλα ἀποτελέσματα. Ἀφοῦ πράττει τοῦτο, εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ἔχῃ καὶ καθυστερήσεις. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον, τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν φροντίζω τόσον περὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, διότι τὴν ἐνοικίασιν τὴν θεωρῶ ὡς μίαν ἐμπορικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ δημόσιον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει ὅσον ἔνεστι τάχιστα νὰ λείψῃ μεταβάλλον τὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ λαμβάνον πρόνοιαν νὰ εἰσπράττῃ κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους τοὺς φόρους του. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον περὶ εἰσπράξεως καθυστερούντων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομοθετήσαμεν διάφορα μέτρα κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον αὐστηρὰ σκοποῦντα εἰς τὴν ἐντελῆ εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου, νομίζω, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἐπειδὴ οἱ πολιτευόμενοι, καὶ οἱ δημόσιοι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι πρὸ πάντων, ὁσάκις εἶναι φορολογούμενοι δὲν πληρόνουν ἑτοίμως τοὺς φόρους των, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, νὰ ἀπειλήσωμεν αὐτοὺς καὶ μὲ μίαν στέρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ διατελοῦν εἰς δημοσίαν λειτουργίαν, ἐὰν δὲν θελήσωσι νὰ πληρώσωσι ἐγκαίρως τοὺς φόρους των. Ἀλλά, κύριοι, αὐτὸ τὸ μέτρον οὗ τινος τὴν αὐστηρότητα κᾀνεὶς βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι λογικὸν, ἂς μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, νὰ λάβῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι οἱονδήποτε χαρακτῆρα καὶ ἂν θελήσωμεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν, δὲν εἶναι μία ποινὴ καὶ αἱ ποιναὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς πράξεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅστις ἔγεινεν ἐνοικιαστὴς τῶν δημοσίων προσόδων εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἐὰν ἤθελε καθυστερήσει εἰς τὸ δημόσιον, δὲν ἠδύνατο τοῦτο νὰ τὸν ἐκβιάσῃ εἰμὴ διὰ τῶν γνωστῶν μέτρων. Ἀφ’ οὗ σήμερον θέλετε νὰ προσθέσητε καὶ νέον μέτρον αὐστηρότερον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο εἰς τὸ παρελθὸν, διότι, ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ μέτρον τοῦτο, ἴσως δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἔλθῃ εἰς καμμίαν συναλλαγὴν μὲ τὸ δημόσιον. Καὶ ἐπὶ ἰδιωτικῶν χρεῶν βλέπομεν, ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ δανεισθῇ τις ἀπὸ ἄλλον, ἐὰν ὁ δανειστὴς ἀπαιτήσῃ συνάλλαγμα, διὰ νὰ ὑπόκηται ὁ ὀφειλέτης εἰς προσωπικὴν κράτησιν, ἠμπορεῖ οὗτος νὰ μὴ θελήσῃ νὰ δανεισθῇ· διότι δὲν θέλει νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν προσωπικήν του ἐλευθερίαν καὶ πηγαίνει εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τοῦ δανείσῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ τῆς περιουσίας του. Συλλογισθῆτε δὲ πόσον ἄτοπον, πόσον σκληρὸν θὰ ἦτο, ἀφ’ οὗ ἐδανείσθη τις ἀπὸ ἕνα ἰδιώτην ἐπὶ ὑποθήκῃ τῆς περιουσίας του μόνον καὶ ἐπλήρωσεν εἰς αὐτὸν ἴσως τόκον πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἤθελε πληρώσει εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἀπῄτει νὰ ἔχῃ ὑπόχρεων καὶ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, νὰ ἔλθετε μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι καὶ ὁ πρῶτος δανειστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐκβιάσῃ διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ διὰ τὸ παρελθόν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ διὰ μόνον τὸ μέλλον. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ πολὺ τοῦ νὰ ἔχῃ κάποιαν ἰσχύν· ἀλλ’ ἰσχὺν εὔλογον, ἰσχὺν λογικὴν καὶ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, διότι, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημόσιον ὑπὲρ τὸ 15000000, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθοῦν ταῦτα διαμιᾶς, ὅσα μέτρα ἐκβιαστικὰ καὶ ἂν φιλοτιμηθῶμεν νὰ λάβωμεν, καὶ ὅτι θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς μίαν ἐκκαθάρισιν καὶ εἰς μίαν ἀνανέωσιν αὐτῶν τῶν χρεῶν, καὶ τότε τὰ χρέη ἐκκαθαριζόμενα καὶ ἀνανεούμενα θὰ καταστηθῶσι μέλλοντα, διότι θέλομεν ἀποφασίσει νὰ πληρωθοῦν εἰς δόσεις μακρὰς, καὶ αἱ δόσεις αὗται θὰ ἐξακολουθήσουν τὴν χρῆσιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἑκάστη τῆς δόσεως θὰ ᾖναι ληξιπρόθεσμος, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ὑπάγωνται καὶ αὗται εἰς τὸ μέλλον. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως, φρονῶ, δηλ. ὅτι καλὸν εἶναι νὰ νομοθετηθῇ, ἀλλὰ νὰ νομοθετηθῇ διὰ τὸ μέλλον, χωρὶς νὰ λάβῃ καμμίαν ἐφαρμογὴν διὰ τὰ χρέη τὰ παρελθόντα. Ἀφοῦ, κύριοι, σᾶς ἐξέθεσα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω καὶ ποίαν γνώμην ἔχω ὡς πρὸς τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα· καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους βουλευτὰς, ὅσοι ὑπεστήριξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ὡς τροπολογία, οὐδὲ νὰ συγκολληθῇ μὲ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Πρέπει, κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ὡς μία πρότασις αὐτοτελὴς καὶ, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη αὐτὴν ἅπαξ κατ’ ἀρχὴν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν ταύτην σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ αὔριον νὰ τὴν παραδεχθῶμεν εἰς τρίτην, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ πρότασις αὕτη θέλει εἶσθαι ἐψηφισμένη παρὰ τῆς Βουλῆς, πρὶν ἀκόμη ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ, παραδεχομένη τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως ταύτης, εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζω ἐγὼ σήμερον, τότε ἀναλαμβάνω, κύριοι, ἐν ὀνόματι τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξω καὶ νὰ συμβουλεύσω εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα καὶ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, τοῦτο δὲ λέγω, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ εἰς τὸν νοῦν κανενὸς ἡ ἀμφιβολία ὅτι θέλομεν νὰ ματαιώσωμεν τὴν πρότασιν. Τοιοῦτος δὲν εἶναι ὁ σκοπός μας, θέλομεν μόνον λόγῳ τάξεως νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ ὡς τροπολογία τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἐσόδων, ἀλλ’ ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, νὰ ψηφισθῇ καὶ αὐτὸς, καὶ ἡμεῖς, καθὼς εἶπον, ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὴν κύρωσιν τόσον τοῦ ἑνὸς καθὼς καὶ τοῦ ἄλλου νόμου. Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν. Περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλετῶν ἀπὸ πάσης δημοσίας λειτουργίας. Ἄρθρον 1. Οἱ φορολογούμενοι καὶ λοιποὶ πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλέται ἐκ χρεῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν χρήσεις, ὅσοι δὲν ἤθελον πληρώσει τὸ χρέος των ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἢ τῆς ἐπιδόσεως τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 1 καὶ 2 διαλαμβανομένων προσκλήσεων, στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ διατελῶσι βουλευταὶ, ἐπαρχιακοὶ ἢ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἢ εἰς ὁποιανδήποτε δημοσίαν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν· ἐὰν δὲ ὦσιν ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, τίθενται εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως. Τῆς στερήσεως ταύτης ἀπαλλάσσονται ὅσοι ἀποδείξωσιν, ὅτι ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσιν ἕνεκα ἐμπρησμοῦ, θεομηνίας ἢ ἄλλου τινὸς συμβάντος. Ἄρθρον 2. Ἡ ἀνωτέρω στέρησις ἐπιβάλλεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ πλημμελειοδικείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κατοικεῖ ὁ ὀφειλέτης. Ἐπὶ τούτῳ ὁ μὲν ταμίας ὀφείλει ἅμα τῇ λήξει τῶν ἓξ μηνῶν νὰ καταγγείλῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τὸν ὀφειλέτην, ὅστις τυγχάνει διατελῶν εἰς δημοσίαν λειτουργίαν, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ὑποχρεοῦται νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἔνθα ὁ ὀφειλέτης προτείνει, ἐὰν ἔχῃ δικαιολογήματα, διὰ τὴν καθυστέρησιν. Τὸ δικαστήριον ἀπαλλάττει τὸν κατηγορούμενον, ἐὰν εὕρῃ ἰσχυρὰ τὰ δικαιολογήματά του ἢ ἐὰν παρουσιάσῃ οὗτος ἀπόδειξιν περὶ πληρωμῆς τοῦ χρέους του. Ἄρθρον 3. Ἐὰν δὲ πληρωθῇ τὸ χρέος ἐντὸς δύο μηνῶν, ἀφ’ ἧς κατασταθῇ τελεσίδικος ἡ ἐπιβάλλουσα τὸν ἀποκλεισμὸν ἀπόφασις τῶν πλημμελειοδικῶν, ὁ μὲν ἀξιωματικὸς θεωρεῖται αὐτοδικαίως ἐν ἀργίᾳ, ὁ δὲ πολιτικὸς λειτουργὸς λογίζεται πεπαυμένος καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰμὴ δυνάμει νέας ἐκλογῆς ἢ νέου διορισμοῦ μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους του. Ἄρθρον 4. Ὁ ταμίας ὅστις δὲν ἤθελε καταγγείλει ἀμέσως τὸν ἐν δημοσίᾳ λειτουργίᾳ διατελοῦντα ὀφειλέτην, καθὼς καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς, ὅστις δὲν ἤθελεν εἰσαγάγει αὐτὸν εὐθὺς εἰς τὸ ἀκροατήριον, τιμωροῦνται μὲ χρηματικὴν ποινὴν 100–1000 δραχμῶν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 9 Μαρτίου 1871.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΔΟΣ.
§20ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν ἐξήγησιν. Εἰς τὴν πρότασίν του ὁ κύριος Χατζίσκος περιλαμβάνει καὶ τοὺς ὀφείλοντας εἰς τὰ δημοτικὰ ταμεῖα.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν δὲν κάμνω λόγον.
§22ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλῆς, κύριε ὑπουργέ;
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι δραχμῆς. Διὰ τὸν γαϊδαρόν του νὰ πληρώσῃ τὰ 50 λεπτὰ, ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δήμαρχος, εἶναι ἀνάξιος.
§24ΔΑΓΡΕΣ. Εἴς τινας ἐπαρχίας εἶναι καὶ ἄλλα τινα χρέη κοινοτικά. Περὶ αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια;
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι αὐτὰ νὰ τὰ φέρω ἐδῶ.
§26ΔΑΓΡΕΣ. Ἐνθυμοῦμαι τὸ παρελθὸν ἔτος ἦλθε πρότασις περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δι’ ὀφειλέτας κοινοτικῶν χρεῶν... Τοιαῦτα χρέη δὲν ἠξεύρω ἐὰν ᾖναι εἰς τὴν πρῴην ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὑπάρχουν ὅμως εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Καὶ περὶ τῶν δημοτικῶν ὡσαύτως πρέπει νὰ προβλέψητε.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή.
§28ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ αὐτὸ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§31Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι· θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ χθεσινὴ συζήτησις.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· πρῶτος εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Δημητριάδης Κορινθίας.
§33ΛΑΠΑΣ. Da capo θ’ ἀρχίσωμεν;
§34Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι βουλευταὶ, ὀλίγας λέξεις νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας κατόπιν τῆς ζωηρᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποῖα ἔλαβε χώραν χθὲς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χατζίσκου, περὶ ἀποστερήσεως τῆς πολιτικῆς ἱκανότητος τῶν ὀφειλόντων πρὸς τὸ δημόσιον ἐξ οἵων δήποτε αἰτιῶν, διότι πολλοὶ παρεξήγησαν καὶ ἐμέμφθησαν ἡμᾶς, διότι ἀνελάβαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι μὲν ἐκήρυξαν ἀντισυνταγματικὴν, ἄλλοι ἐθεώρησαν ὡς πρότασιν, ἡ ὁποία προγράφει 200,000 πολιτῶν, ἄλλοι ὠνόμασαν αὐτὴν ὡς βανδαλικὴν καὶ ἄλλοι εἶπον ὅτι εἶναι καταστρεπτικωτάτη, δὲν ἐφείσθησαν δὲ οὔτε τῆς ὑπολήψεως ἡμῶν ὀνομάσαντες ἡμᾶς δημοκόπους εὐτελεῖς. Ὀφείλομεν νὰ ἐξηγηθῶμεν. Δὲν ἐλαυνόμεθα ὑπὸ δημοκοπίας· σεβόμεθα ὅπως σέβονται πάντες καὶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν πόλεων· θέλομεν ὅμως νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ καχεκτικὴ, ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ ἔθνος, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μας οὐσιῶδες μέρος τῆς ἐλεεινῆς αὐτῆς καταστάσεώς μας χρεωστεῖται εἰς τὴν μὴ εἴσπραξιν καὶ τὴν καθυστέρησιν τῶν φόρων τοὺς ὁποίους ἡ πολιτεία ἔταξεν διὰ τὴν εὐνομίαν, διὰ τὴν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν προπαρασκευὴν μέλλοντος ἀγαθοῦ αὐτῆς τῆς Πατρίδος ἀρχῆθεν. Ἐπιστεύσαμεν καὶ πιστεύομεν, κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος αὐτὸς περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων ἀπειλεῖ, δὲν δύνανται νὰ συντελέσουν, ὅσον δύναται νὰ συντελέσῃ μία ἀπειλὴ ἄλλη, περὶ ἀποστερήσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ πολιτεύεσθαι ἐκείνων ἐκ τῶν ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν κακῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν θέλητε, δὲν ἐστεροῦντο χρημάτων, ἀλλ’ ἐστεροῦντο προθέσεως νὰ πληρώσουν, καὶ οἱ ὁποῖοι τρανὰ ἔδωσαν δείγματα τῆς ἀπιστίας των πρὸς τὸ δημόσιον. Εὑρίσκουσι τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ μᾶς ἐχλεύασαν μάλιστα, τὴν εὑρίσκουν ἀντισυνταγματικωτάτην, τὴν εὑρίσκουσι φοβερὰν, ἀνάρμοστον εἰς τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Ἡμεῖς, κύριοι, εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι δὲν εἶναι διόλου ἀντισυνταγματικωτάτη, ἀλλὰ τὴν εὑρίσκομεν μάλιστα συνταγματικωτάτην, ἀποῤῥέουσαν ἐξ αὐτοῦ τοῦ συντάγματος, διότι δὲν ἀπαγορεύει τὴν ποινὴν τὸ σύνταγμα. Τὸ σύνταγμα εἶπεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον νὰ μὴ πληρώσουν; Ἐξ ἐναντίας τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ συντάγματος λέγει ῥητῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι ὅλοι ὀφείλουν νὰ συνεισφέρουν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Ἔχομεν ἀποδείξεις, ἔχομεν στοιχεῖα ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐμυκτήρισαν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ δὲν θέλουν νὰ τὴν ἐκτελέσουν. Τί νὰ κάμωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Τοὺς ἐδώσαμεν προθεσμίας ἐπὶ προθεσμιῶν, εὐκολίας ἐπὶ εὐκολιῶν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ σεβασθῶσι τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Τί πρέπει νὰ κάμωμεν αὐτούς; Μᾶς εἶπον, θὰ ἀρχίσωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 1821, θὰ καταδείξωμεν ἀνθρώπους τοῦ 1840 καὶ 1845, οἱ ὁποῖοι συνηλλάγησαν μετὰ τοῦ δημοσίου, χωρὶς νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν ἀπειλήν; Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπαιτήσεις ἀπὸ τοῦ 1821 ἕως τὸ 1835, οὐδεὶς δύναται νὰ γείνῃ λόγος, διότι αἱ ἀπαιτήσεις αὗται διέπονται ἀπὸ ἄλλα θεσμοθετήματα καὶ δὲν ἀνήκουν εἰς τοὺς φόρους. Ἐπίσης καθόσον ἀφορᾷ τὰ χρέη ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι 1043, καὶ αὐτὰ ἐπειδὴ, ὅπως ἐξήγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς, εἶναι εἰς ἀμφισβήτησιν, εἶναι ἀνεκκαθάριστα, δυνάμεθα νὰ τὰ ἐξαιρέσωμεν. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ, διατί, κύριοι, νὰ τὰ ἐξαιρέσωμεν; οἱ ἔκτοτε ὑπερήμεροι ὀφειλέται ἔκαμαν καμμίαν συμφωνίαν εἴτε ὡς ἐνοικιασταὶ, εἴτε ὡς φορολογούμενοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους των εἰς τὸ δημόσιον, ἔκαμαν καμμίαν συμφωνίαν μὲ τὸ ἔθνος νὰ μὴ πληρώσουν; ἀπέκτησαν δικαίωμα κεκτημένον τὸ ὁποῖον ὁ νέος νόμος ἐρχόμενος πρέπει νὰ σεβασθῇ περὶ τῆς μὴ πληρωμῆς; Πῶς ψηφίζομεν κατ’ ἔτος ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ παλαιὰ καθυστερούμενα; τί εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει αὐτὰ ὡς ἔσοδα; ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἠθέτησαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθησαν νὰ πληρώσουν τὸ χρέος αὐτὸ, ἠθέτησαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μόνον τὰς ὑποσχέσεις των; ὄχι, κύριοι, αὐτοὶ ἤρχισαν τὴν ἀθέτησιν ἔκτοτε καὶ ἐξακολουθοῦν ν’ ἀθετοῦν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τοῦδε, διηνεκῆ ἄρνησιν, διηνεκῆ δυσπιστίαν, διηνεκῆ περιφρόνησιν τῶν νόμων δεικνύοντες. Τὸ ἔγκλημα τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσαν αὐτοὶ εἶναι διηνεκὲς, ἤρξατο καὶ ἐξακολουθεῖ ἐκτελούμενον, λοιπὸν ἓν ἔγκλημα τοιοῦτον ἀρξάμενον καὶ ἐξακολουθοῦν, πραττόμενον καθ’ ἡμέραν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ τιμωρήσῃ εἷς νόμος; καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ὅστις εὑρίσκει ἔγκλημα ἢ παράλειψιν διηνεκῆ καὶ τὴν τιμωρεῖ, δύναται νὰ κατακριθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὸς, ὡς ἐκτρεπόμενος τῆς γενικῆς ἰδέας ὅτι λαμβάνει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν; Ὄχι, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸν κατακρίνετε ὡς τοιοῦτον, διότι ἡ ἄρνησις ἤρξατο, ἐξακολουθεῖ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ· εἶναι διηνεκής· διότι τί λέγομεν εἰς τοὺς ὀφειλέτας; μετὰ δύω ἔτη, μετὰ τρία ἔτη, ἐὰν δὲν θελήσητε νὰ πληρώσητε, θὰ ὑποκύψητε εἰς τὴν ποινὴν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τούτου, σᾶς εἴπομεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν λέγοντες, καμμίαν ἰσχὺν δὲν ἔχουν τὰ νομοθετήματα ἡμῶν, ἐὰν δὲν περιβληθοῦν μὲ μίαν κύρωσιν. Τί ὠφελοῦν ὅλοι οἱ νόμοι καὶ ὁ θεμελιώδης ἀκόμη καὶ ὁ μὴ θεμελιώδης, ὁπόταν δὲν ἔχουν τὸ κῦρος; τί σᾶς χρησιμεύει εἷς νόμος ὅστις σᾶς λέγει ὅτι ὀφείλων ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ πληρώσῃ; καὶ ἂν δὲν πληρώσῃ; διὰ τοῦτο εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον ἡ ποινή. Τί μᾶς προσθέτετε σήμερον; ἡ ἀπείθεια τῶν φορολογουμένων εἶναι ἀξία τιμωρήσεως καὶ κατ’ αὐτῶν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν ποιναὶ, αἱ σχέσεις ὅμως τῶν ἐνοικιαστῶν εἶναι πράξεις ἐμπορικαὶ, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πράξητε τὸ αὐτό· χθὲς ἐλέγατε, θέλετε νὰ καταδιώξητε 150 χιλ. ἀνθρώπους, καὶ σήμερον φέρετε ἕνα νόμον καὶ εἰς αὐτὸν ἐξαιρεῖτε τοὺς ἐνοικιαστὰς τιμωροῦντες ὁλόκληρον λαὸν μὴ ἀπειθήσαντα!
§35ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐξάγεται ἀπὸ τὰ καθυστερούμενα;
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰ 6½ ἑκατομ. 1,200,000 προέρχονται ἀπὸ τὰς ἐνοικιάσεις, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι ἄμεσοι φόροι.
§37Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω. (θόρυβος). Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ κατὰ τὸ πολιτικὸν δίκαιον καὶ ὡς ἔμποροι ἂν θεωρηθοῦν, δὲν ὑπόκεινται εἰς καμμίαν ποινήν; μολονότι ἐγὼ θεωρῶ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου ὡς ἐγκριθεῖσαν.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τότε ἔχω ἐγὼ περὶ ἀναβολῆς πρότασιν ἐν γένει (θόρυβος).
§39Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδικαιολόγητος ποινή, ἄσχετος νόμος, ἀλυσιτελής, φοβερός, εἶναι ὁ νόμος τῆς κυβερνήσεως ἐναντίον τῶν φορολογουμένων, διότι αὐτοὶ δὲν καθυστέρησαν. (θόρυβος). Ἀποδείξατέ το ὅτι καθυστέρησαν.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ (δεικνύει καταστατικὸν πίνακα).
§41Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δημόσια βιβλία δὲν περιέχουν τὴν ἀλήθειαν; (θόρυβος).
§43Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ ὑβρίσω κανένα· μὲ τὸν λόγον, μὲ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς πολιτευομένους, εἰς κοινοβουλευτικοὺς ἀνθρώπους, ὀφείλετε νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ νὰ μὲ ἀποκρούσητε. Δὲν ὑπάρχουν, κύριοι, καθυστερήματα ἑξήκοντα πέντε ἑκατομμύρια ἐκ μέρους τοῦ φορολογουμένου λαοῦ· ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ φορολογουμένων καθυστερήματα, νὰ καθυστέρησαν πολῖταί τινες, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἐλάχιστα ἀπέναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκ τῶν ἐνοικιάσεων καὶ ἄλλων δημοσίων ὑπολόγων οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν ἀνάξιοι τῆς μακροθυμίας τοῦ ἔθνους καὶ ἐπεκάθισαν ἀγέρωχοι χλευασταὶ τῆς κοινωνίας. Αὐτοὺς ἤλθαμεν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους νὰ καταγγείλωμεν, αὐτοὺς ζητοῦμεν νὰ περιορίσωμεν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἵνα πληρώσωσι. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀφορμὴν κατὰ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ τὸν ὁποῖον ἀρκούντως ἐπεβαρύναμεν καὶ τὸν ὁποῖον ἐδώσαμεν εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς ἐργολάβου νὰ τὸν καταστρέψῃ καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ δυστυχῆ. Θέλετε νὰ τὸν προγράψητε; τὸ ἐπροτείνατε, κύριοι, ὄχι διότι εἶναι λυσιτελές, ἀλλὰ διὰ νὰ ματαιώσητε τὴν ἄλλην πρότασιν ἥτις ἀφορᾷ τοὺς ἐνοικιαστάς, οἵτινες δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς συμπαθείας σας, διότι παρέβησαν τὸν νόμον τοῦ 1833, τὸν νόμον τοῦ 1858 καὶ οἵτινες περιφρονοῦν τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους κατ’ ἔτος ψηφίζετε περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μοι τὸν κατάλογον τὸν ὁποῖον παρουσίασεν ὁ ὑπουργὸς καὶ εἶδον, ὅτι ὑπάρχουν καθυστερήματα τοῦ 69, τοῦ 70 ἢ τοῦ 68 ἀπὸ φόρους, ἀλλὰ τὰ καθυστερήματα αὐτὰ εἶναι μικρά, μικροῦ λόγου ἄξια, διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς ἓν ἔτος ὅλα νὰ εἰσπραχθῶσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι λόγος, διότι καθυστεροῦν 5% οἱ φορολογούμενοι νὰ τοὺς θέσητε εἰς προγραφήν, ἐγὼ δὲν θέλω ψηφίσει ποτὲ τοῦτο, κύριοι. Τί εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς χθές; ἐθέσατε εἰς προγραφὴν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὸν ἀγῶνα.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπα τοῦτο.
§45Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἐῤῥέθη, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν (θόρυβος)· ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο παρὰ ὅποιος χρεωστεῖ καὶ ἔχει ἐκκαθαρισμένα καὶ ἀναμφισβήτητα χρέη καὶ δὲν θέλει νὰ τὰ πληρώσῃ, αὐτὸς νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐνώπιον τῆς κοινωνίας νὰ λειτουργήσῃ, ὄχι διότι θέλω ἡ πολιτεία νὰ τοὺς κηρύξῃ νεκροὺς πολιτικούς, νὰ τοὺς θέσῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου ἀλλὰ νὰ μὴ τοῖς ἐπιτρέπῃ τοῦτο, νὰ μὴ τοὺς ἐμπιστεύηται. Μεγαλείτερος, κύριοι, θὰ γείνῃ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐκεῖνος ἢ ὁ ὀφειλέτης ἀπὸ ἕνα πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι; Ὄχι· τί θὰ κάμῃ τότε; θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ σπῆτί του καὶ θὰ ἐπιμεληθῇ τὰ κτήματά του (θόρυβος). Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἔμποροι, καὶ ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ποινήν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι καὶ ὁ ἔμπορος, ἐὰν δὲν ἐξακολουθήσῃ τὰς πληρωμάς του, ἔρχεται ὁ ἐμπορικὸς νόμος ἅμα παύσῃ τὰς πληρωμάς, ἔστω καὶ 20 καὶ 25 δραχμῶν, καὶ τὸν κηρύττει εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν στερεῖται τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποκλείσωμεν; διὰ 25 δραχμὰς ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ἡμεῖς δὲν θέλετε νὰ τὸν ἀπειλήσωμεν μὲ αὐτὴν τὴν ποινὴν τῆς στερήσεως διὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, μέ τινας ἐγγυήσεις; Ἐγὼ λοιπὸν ἐπιμένω, καὶ ἀπορῶ πῶς εἰς ἀποφασισμένα πράγματα ἔρχεται ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ παραδέχηται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ θεωρῇ τὸ ἰδικόν του νομοσχέδιον ὡς αὐτοτελές. Ἐὰν θέλητε, ὁ κ. προεδρεύων χθὲς δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀμφισβήτησιν μιᾶς προτάσεως, ἥτις παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν, εἴτε πρότασις εἶναι εἴτε τροπολογία, εἴτε πρόσθετον ἄρθρον εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐγένετο παραδεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ μένουν τὰ καθέκαστα μόνον νὰ συζητηθῶσι.
§46ΤΙΝΕΣ. Τροπολογία εἶναι.
§47Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. πρόεδρος νὰ ἐπιτρέψῃ συζήτησιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προκαλῶν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου, νὰ παραδεχθῇ δὲ ὡς αὐτοτελῆ νόμον τὸν ἰδικόν του, προκαλεῖ τὴν Βουλὴν ν’ ἀλλάξῃ συνείδησιν καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ ὅ,τι ἐπεψήφισε καὶ νὰ ἔλθῃ ὡς νέα πρότασις ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄλλως σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε θέλω ἐπιψηφίσει τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ ἐξαιρέσω ἐκείνους, οἵτινες χρεωστῶν ἀπὸ τὸ 1840, 53, 58, καὶ νὰ προγράψω ἀνθρώπους τῶν ὁποίων τὴν δυστροπίαν δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα νὰ πιστεύσω. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου καὶ ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (θόρυβος).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο παρατήρησις περὶ τακτοποιήσεως τῆς συζητήσεως (θόρυβος). Νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε παραδεχθῆ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου, διότι ὑπάρχουν διάφοροι γνῶμαι.
§49ΔΑΓΡΕΣ. Τί ἠμποροῦν νὰ φρονοῦν οἱ κύριοι καὶ ἡμεῖς αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρῇ ὡς αὐτοτελῆ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ, καὶ πάλιν ὅταν παραδεχθῇ ὅτι εἶναι τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, καὶ τότε πάλιν ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ, ἀλλὰ τακτοποιεῖται.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κόψωμεν οὕτως τὸ ζήτημα· τόρα ἂν θέλετε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὁ κ. Δημητριάδης ὅστις ἔλαβε προηγουμένως δὶς τὸν λόγον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§51ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν τὸ θεωρῇ ὡς τροπολογίαν ἢ αὐτοτελῆ νόμον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν κανεὶς θέλῃ τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μὴ τὸν δώσωμεν.
§53Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπροτάνθη, κύριοι, ἓν ἀπαράδεκτον κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Χατζίσκου, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον ἀπεκρούσθη δι’ ἄλλου ἀπαραδέκτου· ἢ ἀντενστάσεως, διὰ νὰ ἐκφρασθῇ καλλίτερον. Ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν τὸ ἀπαράδεκτον χαρακτηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου ὡς αὐτοτελῆ, ἤθελον ν’ ἀποκλείσωσι ἀπὸ τὴν βουλὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς τῆς προτάσεως, ὤφειλαν πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν αὐτῆς νὰ τὸ πράξωσιν. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπροχώρησεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως καὶ παρεδέχθη αὐτὴν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἀπαραδέκτου, διότι τότε καμμία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἔχῃ κῦρος, ἂν ἐπανερχώμεθα κατ’ αὐτῆς. Ὁ κανονισμὸς τῆς βουλῆς ἐμποδίζει, κύριοι, τὴν ἐπάνοδον κατὰ πάσης προτάσεως καὶ κατὰ παντὸς ἄρθρου τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ἡ βουλή. Ἀφοῦ λοιπὸν κατ’ οὐσίαν παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν, οὐδόλως δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ ἐξετάσωμεν ὀπισθοδρομικῶς τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς, διότι παραδεχομένη τὴν ἀρχὴν ἡ βουλὴ ἑνὸς νομοσχεδίου ἐπιλαμβάνεται τῆς οὐσίας, καὶ ἀφοῦ παραδεχθῇ τὴν οὐσίαν, δὲν δύναται νὰ προταθῇ τὸ ἀπαράδεκτον, διότι τότε θὰ παραβιάσωμεν ὅλους τοὺς κανονισμοὺς, οἵτινες διέπουν τὰ βουλευτικὰ σώματα, καὶ θὰ ᾖναι μέγας ὁ κίνδυνος, κύριοι, ἂν ὑπολογίσητε τὰς συνεπείας αἵτινες θέλουν ἐπέλθει, καθιερούντων ἡμῶν τοιοῦτον προνόμιον, διότι τὰ βουλευτικὰ σώματα μὲ προηγούμενα κανονίζουν τὰς ἐργασίας των, καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον ὁποιανδήποτε καὶ ἂν ἔχητε γνώμην ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῆτε καὶ ὡς πρὸς τὸ προδικαστικὸν ζήτημα, διότι θέλει μᾶς δεσμεύσει καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπαραδέκτου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ. (θόρυβος.)
§56Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. «Ἀκολούθως ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ φθιώτιδος ἐγένετο δεκτή.» (θόρυβος.) Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι τροπολογία. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, σήμερον εἶσθε εἰς καιρὸν νὰ χαρακτηρίσητε αὐτὴν τὴν πρότασιν ἄλλως παρ’ ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ἡ βουλή; δὲν θὰ παραβιάσητε τὰ πρακτικὰ αὐτά; Τί εἴπατε; ὅτι εἶναι τροπολογία. Σήμερον τί θὰ εἰπῆτε; εἶναι πρότασις αὐτοτελής· τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὰ ἀποφασισμένα, καὶ δὲν συγχωρεῖται. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία κλείει αὐτὴν τὴν συζήτησιν· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν τὸν χωρισμὸν αὐτῆς τῆς προτάσεως ἀπὸ τὸ Νομοσχέδιον, ἢ θέλουν τὴν ἀναβολὴν, δὲν δύνανται νὰ τὸ ἐπιτύχουν, εἰμὴ ἀποφασιζούσης τῆς Βουλῆς τὴν οὐσίαν καὶ ἀποῤῥιπτούσης αὐτήν. Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἂν ᾖναι πρότασις, καὶ, τοιαύτης οὔσης, ἂν ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν χωρίσητε. Ἐγὼ, κύριοι, καὶ χθὲς ἀπέκρουσα πᾶσαν διάκρισιν μεταξὺ προτάσεως αὐτοτελοῦς καὶ προτάσεως σχετικῆς, οὐχὶ στηριζόμενος εἰς ἰδίαν μου γνώμην, ἀλλ’ εἰς γνώμας ἐκείνων, οἵτινες διδάσκουσι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀποδοκιμάζοντες τὰς τοιαύτας διακρίσεις. Κατὰ τὸ συνταγματικόν μας πολίτευμα ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, ἕκαστος βουλευτὴς, συζητουμένου ἑνὸς νόμου, ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ ἀδιακρίτως καὶ ἀπεριορίστως πᾶσαν τροπολογίαν καὶ ἀκόμη μεταβάλλουσαν καὶ τὴν φύσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἡ δὲ κυβέρνησις δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα παρὰ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ νόμου. Ἡ διάκρισις τὴν ὁποίαν κάμνουν, κύριοι, μεταξὺ προτάσεως καὶ τροπολογίας εἶναι αὐθαίρετος, οὔτε εἰς τὸ σύνταγμα ὑπάρχει, οὔτε εἰς τὸν κανονισμὸν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν διάκρισιν μεταξὺ σχετικῆς καὶ ἀπολύτου τροπολογίας, αὐτοὶ περιορίζουν τὰ δικαιώματά των δημιουργοῦντες περιορισμοὺς αὐθαιρέτους ὅπου δὲν ὑπάρχουν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἔρχησθε αὐθαιρέτως καὶ νὰ λέγητε ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐπειδὴ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον, διότι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἄρνησιν τοῦ βουλευτοῦ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἢ μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1814 ὅπου οἱ βουλευταὶ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ἡ διάκρισις εἶχε τὸν τόπον της, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἄτοπος, διότι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἶναι ἀπόλυτον εἰς ἕκαστον βουλευτήν. Κατὰ θεωρίαν τὸ ζήτημα αὐτὸ λύεται ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν διάκρισιν μεταξὺ σχετικῆς καὶ ἀπολύτου τροπολογίας δὲν ἔχουσι δίκαιον. Ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἂς ἀποῤῥιφθῇ.
§57ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κ. πρόεδρε.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τίθεται λοιπὸν τὸ ζήτημα— (θόρυβος).
§59ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ 1869 τὴν εἰσῆξα ὡς πρόθετον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων φόρων· ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας αὐτὰ τὰ πρόσθετα ἄρθρα ἔμενον εἰς τὴν Βουλὴν, ἦσαν κτῆμα τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲ ἐξεπλήρωσα ἓν καθῆκον καὶ μίαν πεποίθησιν, ἡ δὲ Βουλὴ ἦτο κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Ἐκεῖνο ὅμως, κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω εἶναι ὅτι μέχρι τῆς δευτέρας ἐξακολουθοῦμεν καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν νὰ θεωρῶμεν τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο ὡς ἀκροτελεύτιον κεφάλαιον τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων χρεῶν. Χθὲς παρουσιάσθη ἡ ἔνστασις ὅτι εἶναι πρότασις αὐτοτελὴς καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐννοούσαμεν καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα, κύριοι, διὰ νὰ προβῶμεν πρέπει νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· θεωρεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι πρότασις αὐτοτελής; ἢ ὅτι ἀπεφάσισεν ὅτι εἶναι ἀκροτελεύτιον ἄρθρον; Ἂς ἐπέλθῃ λοιπὸν μία ψηφοφορία καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι θεωρεῖ αὐτοτελῆ τὴν πρότασιν τότε........
§60Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ.
§61ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὅτι εἶναι ἀκροτελεύτιον κεφάλαιον. Ἐπειδὴ θὰ ψηφοφορήσωμεν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ποίας βεβαιότητας ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν. Ἦλθε μία πρότασις ἥτις γράφεται «πρότασις συμπληρωτικὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου» οὔτε εἰσήχθη ὡς πρότασις, ὁ πρόεδρος μάλιστα μᾶς ἠρώτησε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τροπολογίας καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν τροπολογιῶν δὲν ψηφοφορεῖται. (Θόρυβος).
§62ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τὰ πρακτικὰ λέγουν «τροπολογία.»
§63ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπὶ τροπολογιῶν δὲν ἐρωτᾶται ἡ ἀρχὴ, διότι ἡ τροπολογία εἶναι σύμφωνος, εἶναι παράρτημα τοῦ νόμου τοῦ συζητουμένου. Διὰ νὰ γείνῃ δὲ παραδεκτὴ μία ἀρχὴ ἀπαιτεῖται νὰ ψηφοφορηθῇ τρίς· ἐγένετο ἡ πρώτη ψηφοφορία καὶ παρεδέχθη χθὲς, πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἡ δευτέρα, καὶ ὅταν γείνῃ ἡ τρίτη, τότε θὰ ᾖναι θετικῶς παραδεδεγμένη.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Τσαμόπουλος).
§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, κατέβην εἰς τὸ βῆμα, διότι ἂν οὐχὶ τὰ παράπονα, αἱ παρατηρήσεις περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ προεδρείου ἐξηκολούθησαν καὶ σήμερον. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος Κ. Ζαΐμης, ἂν οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ ἐμμέσως εἶπεν, ὅτι ἐξ ἀπροόπτου εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀφηρπάγη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς.
§66ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, εἶπον ὅτι εὑρέθητε εἰς ἀμηχανίαν.
§67Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο ἀκόμη, κύριε Ζαΐμη, θέλω ν’ ἀντικρούσω, ὅτι δὲν εὑρέθην εἰς ἀμηχανίαν. Σήμερον ὁ κύριος Δημητριάδης ἐπ’ ἴσης ἂν ὄχι παράπονα, παρατηρήσεις ἔκαμεν, ὅτι τὸ προεδρεῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ χθὲς νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις. Ἐκ μέρους λοιπὸν τῶν πολεμούντων τὴν πρότασιν τοῦ κυρ. Χατζίσκου παράπονα κατὰ τοῦ προεδρείου καὶ ἐκ μέρους τῶν ὑποστηριζόντων τὴν πρότασιν παράπονα ἐπίσης· τὸ προεδρεῖον λοιπὸν δικαιοῦται νὰ εἴπῃ ὅτι τῳόντι ἐστάθη εἰς τὴν θέσιν του.
§68Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸ σᾶς ἱκανοποιεῖ.
§69Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ ἱκανοποιεῖ, κύριε Ζαΐμη, ἐνόσῳ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κάθημαι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ δὲ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κύριοι, πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν πῶς ἔτρεξαν τὰ πράγματα, τόσον περισσότερον, καθ’ ὅσον γίνεται παρατήρησις περὶ ἀμηχανίας τοῦ προεδρείου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ περὶ περιορισμῶν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς ἐξ ἄλλου. Ἂς εἴπωμεν, κύριοι, καθαρὰ καθαρὰ τὴν ἀλήθειαν· πρόκειται περὶ ζητήματος μεγάλου, περὶ ἀρχῆς μεγάλης παρουσιαζούσης δυσκολίας εἰς τὴν ἐφαρμογήν της, πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσήχθη, κ. Ζαΐμη, ἐξ ἀπρόπτου τὸ Σάββατον· καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐξακολούθησιν, δὲν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀμηχανίαν τὸ προεδρεῖον ἂν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ ὄχι, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος παρουσιασθέντος εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς τοῦ 1867. Προέκειτο περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ὁ κύριος Χατζίσκος εἰσήγαγεν ἐν ὅλῃ τῇ πομπῇ καὶ πανηγύρει, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποφασισθῆ ὡς πρότασις συμπληρωτικὴ, ἢ ὡς τροπολογία τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἰσήχθη οὐχὶ ἐξ ἀπροόπτου, δὲν εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν τὸ προεδρεῖον, ὅτε εἰσήχθη ἐν ὅλῃ τῇ παρατάξει ἡ μεγάλη ἀρχὴ, ὅτι πρέπει ὁ πολίτης νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους του. Ἐνώπιον τῆς μεγάλης ταύτης ἀρχῆς, κύριοι, τὸ παρελθὸν Σάββατον οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του νὰ ἀντισταθῇ· δὲν ἤθελε, δὲν ἐμποροῦσε, δὲν ἠδύνατο.
§70ΔΑΓΡΕΣ. Διότι τὸ ἐθέσατε διὰ πρώτην φοράν.
§71Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἡ ὑπόκυψις τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τῆς μεγάλας ἀρχῆς τὴν τιμᾷ, ὡς εἶπε καὶ ὁ κύριος Σαράβας· τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐψηφίσθη τὸ ζήτημα ἐν ἀρχῇ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ. Τὴν δευτέραν ἦλθε τὸ περὶ ἐφαρμογῆς περὶ τῆς ἐκτελέσεως, ἐδῶ αἱ δυσκολίαι διὰ τὰς ὁποίας ὁ καθεὶς προέτεινε τὴν ἰδέαν του· εἶχε δικαίωμα τὸ προεδρεῖον νὰ ἀντιτείνῃ εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ φέρουν τὰς διαφόρους ἰδέας των ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ζητήματος; καὶ λέγω τὸ ζήτημα μέγα, καθότι ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος δὲν πληρόνει τοὺς φόρους του, ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξιν τῆς πολιτείας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται· ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὸ μικρὸν αὐτὸ τεμάχιον τῆς συνδρομῆς του ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως, ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῆς κοινωνίας, δίδει τὴν ὑπόνοιαν κατ’ αὐτοῦ, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀναγκῶν τῆς πατρίδος δὲν θὰ ἔχῃ τὴν διάθεσιν νὰ κάμῃ μεγαλειτέρας θυσίας, λέγω μέγα τὸ ζήτημα τοῦτο, καθότι εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ προσέξουν πολὺ οἱ διευθύνοντες τὴν τύχην τοῦ ἔθνους. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τῆς ἀρνήσεως δηλ. τῆς προσφορᾶς ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀνεπτύχθη καὶ ἀναπτύσσεται καθ’ ἑκάστην ἐκείνη ἡ τάσις, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ φέρει εἰς δύσκολον θέσιν πάντοτε τὰς κυβερνήσεις τοῦ τόπου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, κύριοι, πῶς καὶ πόθεν ἐπήγασαν τὰ καθυστεροῦντα. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς μᾶς εἶπε τὴν πρώτην κατηγορίαν τῶν καθυστερούντων, ὅτι πηγάζουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀγῶνος, δὲν ἐπεμβαίνω εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, συμφωνῶ κἀγὼ ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν διὰ τὸν τόπον, ἔπρεπε νὰ λάβουν μέσα ὑπάρξεως, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐκ τούτου ἀνεπτύχθη ἡ τάσις νὰ θεωρῶσιν ἄλλοι τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ θεωρῶσι τὸ κοινὸν ὡς ὑπόχρεων νὰ τοὺς συντηρῇ, ἀνεπτύχθη ἡ τάσις εἰς ἄλλους, ὅτι οὐχὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ συνεισφέρωσιν ὑπὲρ τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἡ πολιτεία ὑπὲρ αὐτῶν νὰ συνεισφέρῃ. Ὁ μαθητὴς τοῦ γυμνασίου μόλις λάβῃ τὸ ἀπολυτήριον αὐτοῦ, δὲν εὐχαριστεῖ τὴν πολιτείαν ὅτι τοῦ ἔχει ἕτοιμον γυμνάσιον, καὶ ὅτι πηγαίνει καὶ φωτίζεται, ἀλλὰ παρουσιάζεται εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ τῷ λέγει «ἐτελείωσα τὸ γυμνάσιον, δός μοι θέσιν.» Ὁ μαθητὴς τοῦ Πανεπιστημίου μόλις ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, δὲν εὐχαριστεῖ τὴν πολιτείαν ὅτι τῷ παρέσχε τὰ μέσα νὰ φωτισθῇ περισσότερον παρὰ εἰς τὸ γυμνάσιον, ἀλλὰ παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ καὶ λέγει «ἐτελείωσα τὰ νομικὰ, κάμε με δικαστὴν», καὶ ἂν τυχὸν ὁ ὑπουργὸς τοῦ δείξῃ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον τοῦ λέγει νὰ κάμῃ ἓν ἔτος πρακτικὴν, οὔτε αὐτὸ δὲν ὑποφέρει καὶ λέγει «τοῦτο δὲν ἐτηρήθη ποτὲ, ἐξῆλθα ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, ἔγεινα διδάκτωρ, κάμε με δικαστήν.» Προχωρήσατε περισσότερον, ἐνθυμήθητε ὅσα εἶπε χθὲς ὁ κ. Δέκκας περὶ τοῦ στρατοῦ πόθεν προέρχεται ἡ κατάστασις αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λέκκας εὐγλώττως καὶ σαφῶς παρέστησε, διότι καὶ ἐκεῖ εἰσήχθη ἡ ἰδέα, ὅτι οὐχὶ αὐτοὶ ἐργάζονται ὑπὲρ τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἡ πολιτεία δι’ αὐτοὺς, καὶ ἑπομένως ἐξ αὐτοῦ προῆλθεν ἡ ἐπιδίωξις τῆς εὐνοίας καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Λέκκας. Ἐνθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ζαΐμην τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον τὸν φίλον μου, ὅστις σήμερον δὲν εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅστις ἐκυβέρνησε τὸν τόπον, καὶ γρήγορα ἢ ἀργὰ θὰ τὸν κυβερνήσῃ πάλιν, καὶ ὅστις πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἰς ἐκεῖνο τὸ δωμάτιον ἐνώπιον πολλῶν μᾶς ἔλεγε «ποῦ τρέχομεν; ἡ ἐπαρχία Α ἀφίνει 80% καθυστεροῦντα, ἡ ἐπαρχία Β μιμεῖται τὸ παράδειγμά της, ἡ Γ μιμεῖται καὶ τὰς δύο, ἡ Δ δὲν πληρόνει τίποτε, ἡ ἐπαρχία Ε πληρώνει, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ θὰ μιμηθῇ τὰς ἄλλας· εἶναι αὐτὸ συνταγματικὴ ἰσότης; προσέθηκεν ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος, ποῦ τρέχομεν μὲ αὐτὴν τὴν τάσιν, ἡ ὁποία ἐνέπνευσεν εἰς τὴν κεφαλὴν μας ὅτι δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ ἐργαζώμεθα διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὸ Κράτος δι’ ἡμᾶς;» Ἰδοὺ ἡ μεγάλη ἀρχὴ ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑπέκυψεν ἐν τῇ συνειδήσει της ἡ Βουλὴ τὸ Σάββατον καὶ παμψηφεὶ, ἐνῷ ὁ πρόεδρος ἐπανειλημμένως ἠρώτα τὸ ἓν μέρος καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἀντίῤῥησις; ἀπεκρίνετο ὄχι! Λοιπὸν παραδέχεται παμψηφεὶ καὶ παμψηφεὶ παρεδέχθη.
§72ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀναφέρομαι εἰς τὴν εὐθύτητά σας καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ διαβεβαιώσητε ὡς τίμιος ἄνθρωπος ὅπου εἶσθε, ἂν ἐψηφίσθη ποτὲ ἐν τέλει τῆς συνεδριάσεως πρότασις ἢ τροπολογία ἢ ἀρχὴ, καὶ δεύτερον κηρύτεσθε ὑπὲρ μιᾶς μεγάλης ἀρχῆς, ἣν ἀναφέρατε· θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσητε καὶ ἑτέραν ἀρχὴν ἐπίσης μεγάλην, ἀρχὴν μεγίστην, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα καθιεροῦται, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, ὀφείλουν νὰ συνεισφέρουν εἰς τὰ δημόσια βάρη, κατὰ συνέπειαν οἱ κάτοικοι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν περιφερειῶν. Προκαλεῖτε ἤδη τὴν συζήτησιν καὶ μὴ λησμονήσητε ποτὲ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάματε εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν περὶ ἀναζωπυρήσεως τοῦ ἐπαρχιακοῦ πνεύματος.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλω ἔλθει εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ κ. Δαγρὲ ἀκολούθως, καθόσον ἀποβλέπει τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως, διότι τώρα μὲ διακόπτει· δὲν θέλω ὅμως ἔλθει εἰς τὴν δευτέραν παρατήρησίν του, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ἐπανέλαβε, διὰ νὰ δοθῇ αἰτία εἰς ὑποκινήσεις ἐπαρχιακῶν ζητημάτων καὶ ἐπαρχιακῶν ἐρίδων, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν ὑπόθαλψιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ πνεύματος, καθότι ἡ ἱστορία μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ὅπου καὶ εἰς ὁποιονδήποτε μέρος τοῦ κόσμου αἱ ἐπαρχιακαὶ αὗται τάσεις ὑπερίσχυσαν, ἐγένοντο αἰτία ὅλων τῶν δυστυχιῶν καὶ ὅλων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ὑπερίσχυσαν, καθότι καὶ ἡ ἰδική μας ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα, ἐστάθη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σήμερον τὸ αἴτιον ὅλων τῶν δυστυχιῶν τῆς Ἑλλάδος· δὲν εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὰ τοιαῦτα. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ σταματήσωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον, ἂς ὁμολογήσωμεν, ἀνεπτύχθη μεταξὺ τῆς νεολαίας, ὅτι δηλαδὴ ὄχι ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἡ πολιτεία ὑπὲρ ἡμῶν ἔχει ὑποχρεώσεις, καὶ τὸν πρῶτον φραγμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ εἰς αὐτὸ τὸ πνεῦμα εἶναι νὰ δοθῇ παράδειγμα, ὅτι ὁ ὀφειλέτης ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὴν πολιτείαν ὑποχρεώσεις του. Πρώτη βαθμὶς εἶναι ἀπότισις τῶν φόρων· πῶς θὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν κύριοι; ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου. Αἱ δυσκολίαι τῆς ἐφαρμογῆς ἀνεπτύχθησαν χθὲς ἐκ μέρους τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναιρέσω, ὅτι ἂν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν σήμερον ἀμέσως τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα ἐναντίον ὅλων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, ἐναντίον τῶν καθυστερούντων καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης θὰ προσκόψωμεν εἰς δυσκολίας καὶ δυσκολίας μεγάλας, θὰ ἐφαρμοσθῇ λοιπὸν ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς· ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ κύριοι, ὅτι ἐδίσταζα μέχρι πρὸ ὀλίγου, οὐχὶ καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ τὸ μέσον τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἐκτελέσεως, ἐδίσταζα μέχρι πρὸ ὀλίγου, διότι ἡ ἰδέα ἡ ὁποία μὲ ἐκυρίευσε ἦτον αὕτη, ποῖα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμόζωσι τὴν ποινὴν αὐτὴν, τὴν αὐστηρὰν τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων; ποῖα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀνεξαρτήτως παντὸς ζητήματος περὶ τοῦ καλοῦ ἢ κακοῦ αὐτῆς τῆς ποινῆς, (διότι ὄντως εἶναι ἡ σκληροτέρα τῶν ποινῶν), ποῖα τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμόσωσι τὴν ποινὴν αὐτὴν σύμφωνα πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ σκοπεῖ νὰ καθιερώσῃ καὶ οὐχὶ πρὸς ἐπικράτησιν πολιτικῆς ἢ φατριασμοῦ; Ἐδίστασα, κύριοι, ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σήμερον ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅτι ναὶ μὲν ὑπάρχουν τὰ καθυστερήματα τὰ παλαιὰ, τὰ ὑπὸ τῶν ἐνοικιάσεων χρέη πρὸς τὸ δημόσιον, πολλοὶ ὀλίγοι ὅμως ἐκ τῶν πολιτευομένων εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, ἀλλὰ καθόσον ἀποβλέπει τοὺς φόρους πρὸ πάντων οἱ πολιτευόμενοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦσι, καὶ λέγων πολιτευομένους ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐννοεῖ βεβαίως καὶ τοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς φίλους τῶν βουλευτῶν, ἐννοεῖ τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους· ἔπειτα λέγω ἀπὸ τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτι πρὸ πάντων ἡμεῖς εἴμεθα οἱ καθυστεροῦντες τοὺς φόρους, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀπαλείψωμεν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας πᾶσαν ὑποψίαν, διὰ τῆς ἀποτίσεως τῶν φόρων πρὸς τὴν πολιτείαν, ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὅπως εἰς τὴν γυναῖκα τοῦ Καίσαρος, δὲν ἐπετρέπετο οὔτε ὑποψία, νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἀνώτεροι καὶ τῆς ὑποψίας καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Βουλῆς νὰ μὴ λέγωσιν, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἰσερχόμεθα ἐντὸς τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κανονίσωμεν τὰς πρὸς τὸ δημόσιον φορολογικὰς δοσοληψίας μας. Οἱ δισταγμοὶ λοιπὸν μοὶ ἀφῃρέθησαν, καθόσον ἀποβλέπει τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν φορολογουμένων δὲν διστάζω καθόλου νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἔρχεται ἤδη τὸ ζήτημα, καὶ ἐδὼ εἶμαι εἰς τὰς διαταγάς σας, κύριε Δαγρὲ, ἂν ἡ πρότασις ἐπροτάθη ὡς τροπολογία ἢ ὑποτροπολογία. Ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χατζίσκου ἐψηφίσθη χθὲς, ὡς διατείνεται δὲ ὁ κ. Δημητριάδης, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι δεσμευμένη ἀπὸ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν. Δὲν ἐτέθη, κύριοι, εἰς ψηφοφορίαν χθὲς ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χατζίσκου· ἡ Βουλὴ προσεκλήθη παρὰ τοῦ προέδρου νὰ ἐκφρασθῇ ἁπλῶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν παρίστανεν ἡ τροπολογία, διότι ἂν ἐψηφίζετο κατ’ ἄρθρον, ἴσως καὶ ἐγὼ ἤθελον εὑρεθῇ εἰς τὴν περίστασιν νὰ κάμω παρατηρήσεις. Ἀλλὰ ὑποθέσατε, κύριοι, διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἐψηφίσθησαν καὶ τὰ ἄρθρα τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Χατζίσκου (καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιτείνουν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, μὲ τὴν ἰδέαν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, διότι, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἐπιθυμῶ εἰς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κάθημαι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ λεχθῇ, ὅτι εἴτε ἐγὼ συνέτεινα, εἴτε σεῖς νὰ περιορισθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς), ἀλλ’ ἔστω κύριοι, καὶ ἂν ἐψηφίσθησαν ὅλα τὰ ἄρθρα τῆς προτάσεως ταύτης δεσμεύει ἡ συζήτησις τροπολογιῶν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ἢ τὰ ἐπεκτείνῃ; Ἂν ὅ,τι ἐλέχθη σήμερον, βλέπομεν ὅτι αὔριον δὲν στέκει, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ καταργήσωμεν; τοῦτο εἶναι περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς ἢ ἐξασφάλισις; Ἡ Βουλὴ εἶδεν ὅτι ἔκαμεν ἕνα λάθος καὶ παρέθεσεν ἐντὸς τοῦ νόμου διατάξεις μὴ ὀρθάς. Τὸ σύνολον ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη· νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἀφαιρέσωμεν καὶ νὰ τὰς ψηφίσωμεν ὡς ἰδιαίτερον νόμον; Μετὰ δὲ τὴν δήλωσιν τῶν κυρίων ὑπουργῶν, ὅτι ἀναδέχονται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καθυποβάλωσιν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, ἀφαιρεῖται πᾶς δισταγμὸς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ κατασταθῇ νόμος. Δὲν περιωρίσθησαν λοιπὸν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐξασφαλίσθησαν περισσότερον. Τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς τοὐναντίον περιορίζονται ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγουν εἰς τὴν Βουλὴν ἐψήφισες χθὲς, δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ κάμῃς σήμερον περισσότερον.
§74Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς παρεδέχθη ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου ἀπὸ τὸν νόμον καὶ νὰ συνταχθῇ νέον νομοσχέδιον (θόρυβος)
§75ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν, ὑπεστήριξα δὲ τὴν εἰς τὸ μέλλον ἐφαρμογὴν καὶ εἶπον νὰ γείνῃ αὐτοτελὴς νόμος. Ὁ κ. Πετσάλης ἀφοῦ ἐλάλησεν ἐναντίον τῆς γνώμης μου, σήμερον τὴν παραδέχεται.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, θεωρεῖ ἡ βουλὴ τὴν πρότασιν ὡς αὐτοτελῆ ἢ ὡς.... (θόρυβος.)
§77ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν δύνασθε τοιαύτην πρότασιν νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν. (θόρυβος.)
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πολλοὶ βουλευταί.)
§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐνοήσαμεν.
§80ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15 ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν).
§81ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ζητοῦμεν τὸν χωρισμὸν τοῦ ζητήματος. (θόρυβος).
§82ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§83ΔΑΓΡΕΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.
§84ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, δυνάμεθα νὰ συμβιβασθῶμεν, τιθεμένου τοῦ ζητήματος, καθὼς τὸ ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος: ἐὰν δὲν δέχησθε τοῦτο, τότε προκαλοῦμεν τὴν κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορίαν, ἐὰν ᾖναι τροπολογία ἢ πρότασις αὐτοτελὴς, μὴ δυναμένη ν’ ἀσφαλίσῃ μέρος τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου.
§85ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα· ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐὰν ἐνόησα τοὺς κυρίους, οἱ μὲν θέλουν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου νὰ ψηφοφορηθῇ ὡς αὐτοτελὴς νόμος, οἱ δὲ θέλουν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου νὰ ψηφισθῇ χωριστὰ ἀπὸ τὸν νόμον.
§87ΣΑΡΑΒΑΣ. Θέλομεν, ὡς προεῖπον, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ συμπέρασμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. προέδρου. (θόρυβος).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαράβας διετύπωσε τὴν ἑξῆς πρότασιν «ἡ βουλὴ ἀποφασίζει νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὸ περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων νομοσχέδιον ἢ περὶ ἀνικανότητος κτλ. τροπολογία τοῦ κ. Χατζίσκου διὰ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὡς ἰδιαίτερος νόμος.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς, θέλουν νὰ ὁμολογήσωμεν δῆθεν, καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμαν τὴν πρότασιν, ὅτι ἡμεῖς παρεδέχθημεν τὴν πρότασιν ἡνωμένην καὶ τώρα συγκατετέθημεν νὰ τὴν χωρίσωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν ἰδέαν μας, διότι ἐξ ἀρχῆς ἔχομεν τὴν ἰδέαν νὰ συζητηθῇ χωριστά.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἐνταῦθα ὁ πρόεδρος τῆς βουλῆς κ. Λομβάρδος καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε λοιπόν.
§93ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐθεωρήθη κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὡς εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τώρα θέλετε νὰ τυπωθῇ, καὶ αὔριον νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§96ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν βουλὴν ἐὰν παρεδέχθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· παρεδέχθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ στέλλεται νὰ τυπωθῇ, ὅπως αὔριον συζητηθῇ εἰς τρίτην.
§98Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί ἀπεφασίσατε ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζίσκου;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χατζίσκου θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὴ αὔριον εἰς τρίτην συζήτησιν.
§100Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, ὡς ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ καθυστερούντων (θόρυβος).
§101ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι τροπολογία εἰς τὴν πρότασίν μου.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως θέλετε. Εἶναι τροπολογία τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χατζίσκου. Ἐτελείωσε.
§103ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, τί διόρθωσις γίνεται; Εἶναι κακῆς πίστεως, ὅστις μεταβάλλει τὰ ἔργα του μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Βουλῆς.
§104ΣΑΡΑΒΑΣ. «Μαστίγωσον· ἐγὼ γὰρ ὀργίζομαι·» τοῦτο ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι, ὁσάκις παρήγγελλον νὰ μαστιγώσουν τὰ ἀνδράποδά των.
§105ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, χρεωστεῖ νὰ ἐξηγηθῇ ποῖον ἐνόησε.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἐννόησε κανένα.
§107ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶπεν ἀνδράποδα, ὕβρισεν ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. (θόρυβος).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ πρόεδρος δὲν ἤθελεν ἐπιτρέψει νὰ ὑβρίσῃ.
§109ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ. (θόρυβος).
§110ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε· ἠξεύρετε τί εἶπον; τὸ ὁποῖον τὸ λέγω πάντοτε, καὶ τὸ συνιστῶ εἰς τὸν κύριον πρόεδρον. Εἶπον «μαστίγωσον, ἐγὼ γὰρ ὀργίζομαι.» Τοῦτο ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι, ὁσάκις παρήγγελλον νὰ μαστιγώσουν τὰ ἀνδράποδά των. (Εὖγε· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§111ΔΑΓΡΕΣ. Βεβαίως τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ῥητοῦ τὸ ἐφαρμόζει εἰς ἑαυτόν.
§112ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι. Εἰς τὸν κύριον Δαγρὲν δὲν ἀπαντῶ, διότι φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει πολὺ δίκαιον· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κύριος Δαγρὲς ἐξέφρασε μίαν ἰδέαν, ὅτι παραμορφόνεται ἡ πρότασις, λέγω ὅτι δὲν παρεμορφώθη· ἐπρόκειτο περὶ τῆς συντάξεως τῆς προτάσεως. Ἡ σύνταξις καὶ ἡ λογικὴ ἀπαιτεῖ, καὶ ὅλοι ἐνοήσαμεν ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν καθυστερούντων. Λοιπὸν ἡ συμπλήρωσις αὕτη δὲν εἶναι παραμόρφωσις, κύριε Δαγρέ.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ἔχετε δίκαιον.
§114ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, ὅταν ἀπευθύνετε μομφὰς, νὰ ἦσθε προσεκτικώτεροι.
§115ΔΑΓΡΕΣ. Εἶμαι προσεκτικὸς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λάβητε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ προέδρου, καμμία διόρθωσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, (θόρυβος) μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν μιᾶς ἑκάστης προτάσεως.
§116ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μᾶς θέλει ἀγραμμάτους καὶ ἀσυντάκτους ὁ κ. Δαγρές.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί εἶναι· λέγει «νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τοῦ περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων τροπολογία» θέλει «νομοσχέδιον». (θόρυβος). Ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἢ τελευταῖον μάλιστα προτείνεται τὸ ἑπόμενον· «ἀκυροῦνται πᾶσαι αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸν παρόντα νόμον διατάξεις, καὶ ἰδίως τὰ ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1835, 14 Ἰουνίου 1837, 20 Ἰουλίου 1838 καὶ 1 Μαρτίου 1838 Β. Διατάγματα καὶ ὁ ἀπὸ 7 Μαΐου 1855 νόμος»· δεκτόν;
§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ συναρμολογηθῇ τὸ σύνολον, νὰ τυπωθῇ, καὶ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν νὰ ψηφισθῇ. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἄλλα ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δεύτερον ἀντικείμενον ἔρχεται ἡ συζήτησις περὶ τῆς ὁδοῦ τῆς Μεγαλοπόλεως· ἀλλ’ αὐτοῦ ἐπροτάθη ἡ ἀναβολή. Ἔρχεται τὸ περὶ σιδηροδρόμου.
§120ΛΕΚΚΑΣ. Ν’ ἀναβληθῇ· δὲν ἠμποροῦμεν σήμερον.
§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν ἀναβάλλεται, δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἀναβληθῇ. Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον. «Ἄρθρον μόνον. Ἐγκρίνονται μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἑταιρίας τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ σιδηροδρόμων ἀφ’ ἑτέρου αἱ συνομολογηθεῖσαι συμβάσεις τῆς 10 Ἀπριλίου 1870 καὶ ἡ τῆς 3 Φεβρουαρίου 1871 ἐξ ἄρθρων 2 ὧν τὰ κείμενα ἕπονται.»
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρῶτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§123ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§124ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐσὺ εἶχες ὄρεξιν νὰ ὁμιλήσῃς, καὶ ἤθελες ν’ ἀναβάλῃς!
§125ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν ὕστερον ἀπὸ τὴν συγκίνησιν αὐτήν.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί συγκίνησιν;
§127ΛΕΚΚΑΣ. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ἡ σκηνὴ αὕτη μᾶς κάμνει ἐντροπὴν καὶ ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ ὁ πρόεδρος τὴν συνεδρίασιν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ διακόψῃ, ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ.
§129ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον περὶ ἐγκαταστάσεως νέας σιδηροδρομικῆς γραμμῆς εἰς τὸν τόπον μας, ἐμφορούμενος καὶ ἐγὼ ἀπὸ τας ἀρχὰς, ὑφ’ ὧν καὶ ὑμεῖς ἐμφορεῖσθε, ὅτι ἡ συγκοινωνία ἑνὸς τόπου εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ, ἤθελον δώσει πρῶτος τὴν ψῆφόν μου· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· σήμερον θὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφός σας διὰ νὰ δοθῶσι καὶ πάλιν νέα δῶρα πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῆς μικρᾶς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἔλθουν οἱ βουλευταί.
§131ΛΕΚΚΑΣ. Ὁρίστε, κύριε πρωθυπουργέ, ἴδετε ἐὰν ᾖναι συζήτησις αὐτή, ἐβαρέθηκαν οἱ ἄνθρωποι καὶ θέλουν ν’ ἀναχωρήσωσι.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μὴ ἀναχωρῆτε· καταλάβετε τὰς θέσεις σας.
§133ΛΕΚΚΑΣ. Λοιπὸν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, καθ’ ἣν ζητεῖται ἡ ψῆφός μας πρὸς παραχώρησιν νέων δώρων ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας πάσχουν, ὅτι ἡ ἑταιρία κινδυνεύει, ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθῇ τὸ τοιοῦτον, σᾶς ὑπόσχομαι καὶ πάλιν πρῶτος νὰ τὴν ὑπερασπισθῶ. Ἴδωμεν λοιπὸν ἄν αἱ αἰτιάσεις τῆς ἑταιρίας ᾖναι πραγματικαὶ, ἄν ᾖναι δίκαιαι ἢ ἁπλῶς προφάσεις. Κύριοι! Πρὸ ἐτῶν ἐγκατεστάθη, ὡς γνωρίζετε, ἡ μικρὰ αὕτη σιδηροδρομικὴ γραμμή. Διὰ ν’ ἀποφανθῶμεν εἰλικρινῶς καὶ ἐν πεποιθήσει περὶ τοῦ πρακτέου τῆς ἡμέρας πρέπει ἀπαθῶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς δαπάνας τῆς ἑταιρίας, τὰ κέρδη αὐτῆς, καὶ ἐκ τοῦ ἐξαγομένου νὰ ἐπιφέρωμεν εὐσυνειδότως τὴν ψῆφόν μας. Ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἐκτείνεται, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς 8 καὶ ½ χιλιάδας μέτρα. Διότι ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς τοῦ Πειραιῶς εἶναι ἀκριβῶς 8 στάδια, ἤτοι 8 χιλιόμετρα, ἤτοι 8,000 μέτρα. Ἐπειδὴ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ σχηματίζει μικρὰν καμπύλην ἀκολουθοῦσα τὴν αὐτὴν διεύθυσιν, εἶναι τὸ πολὺ 8½ χιλιάδας μέτρα· ἐγένετο κατόπιν καὶ ἡ γραμμὴ τοῦ Φαλήρου ἡ ὁποία ἐκτείνεται εἰς 450 περίπου μέτρα. Λέγω τὸ ὅλον τοῦ μήκους 9,000 μέτρα, τοιαύτη σιδηροδρομικὴ γραμμὴ, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν ἀτελεστέρων τῆς ὑφηλίου, δηλαδὴ εἶναι οὐχὶ πλέον τρίτης τάξεως, ἀλλὰ τετάρτης. Εἶναι σιδηρομικὴ γραμμὴ, τὴν ὁποίαν, πρὶν ἀρχίσῃ τὴν ἐνέργειάν της, ἐπεθεώρησαν εἰδήμονες, καὶ τὴν εὗρον πλημμελεστάτην, ἀλλὰ διότι εἶναι γραμμὴ εἰς τὸν τόπον μας, διότι εἶναι ἰδική μας, ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν δεχθῆτε, ὡς καλὴν, ὡς τρίτης τάξεως. Διὰ τοιαύτην σιδηροδρομικὴν γραμμὴν δὲν δαπανῶνται πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἐγὼ, διότι εἶναι ἰδική μας γραμμὴ, τὴν ἀναβιβάζω εἰς 60, ἑπομένως 6Χ9=54 δηλ. 540,000 δραχμῶν.
§134ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Περιλαμβανομένων τῶν σταθμῶν;
§135ΛΕΚΚΑΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν, κύριε συνάδελφε, διότι σᾶς εἶχον καὶ ἄλλοτε συνάδελφον εἰς τὸ μηχανικόν. Δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω κανένα, ἀλλ’ οὔτε νὰ δωρήσω. Λοιπὸν 540,000 δραχμῶν. Κατόπιν ἔρχεται ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον ἡ ὁδὸς κατέλαβεν· ἡ ἑταιρία ἐπλήρωσε 100 δραχμὰς τὸ στρέμμα, 120, 180 καὶ εἴς τινα μέρη, εἰς τὴν ὁδὸν Φαλήρου καὶ 500 δραχμὰς, διότι ἦτο ῥιζαρότοπος. Ἐπειδὴ θέλω νὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπολογίζω πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας ὅλην τὴν ἔκτασιν εἰς 500 δραχμὰς, ὃ ἐστὶ τὰ 1000 τετραγωνικὰ μέτρα, τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρέμματος, καὶ ἡμίσειαν δραχμὴν ἑπομένως τὸ τετραγωνικὸν μέτρον. Ἡ ἔκτασις τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ τὸ μῆκος εἶπον ὅτι εἶναι 9 χιλ. μέτρα, τὸ πλάτος εἶναι 5 καὶ 40. Ὅταν ληφθῇ ἓν μέτρον ἑκατέρωθεν διὰ τὰς τάφρους ἔχετε 7,480 μέτρα ἢ 8 μέτρα πλάτους ἑπομένως ἐπιφάνειαν 8Χ9000=72,000 πρὸς ἡμίσειαν δραχμὴν γίνονται 36,000 δραχμῶν. Ἔχομεν λοιπὸν μέχρι τοῦδε δαπάνην 576,000 δραχμῶν. Προβαίνω ἀκόμη. Χαρίζω εἰς τὴν ἑταιρίαν ἰδιαίτερα ἔξοδα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν γεφυρῶν 54,000 δραχμῶν. Καὶ ἔχω τὸ ποσὸν 630,000 δραχ. Ἀναβιβάζω προσέτι τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τῆς ἰσοπεδώσεως εἰς 700,000 δραχμῶν, καὶ ἐδὼ εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔξοδον τῆς ἑταιρίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς, διότι ὁ τόπος μας κατὰ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ῥήσεις τῶν ξένων θεωρεῖται ὡς λεβάντης, ἔρχονται ὅλοι εἰς τὴν ἀνατολὴν διὰ νὰ χλευάζουν μὲ ἡμᾶς, καὶ νὰ ἐμπορεύωνται, καὶ λαμβάνοντες ἓν διάταγμα, τὸ μεταφέρουν ἀπὸ χεῖρα εἰς χεῖρα ἕως οὗ φθάσουν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ νὰ εὕρουν χρήματα. Γνωρίζων τοῦτο, δὲν εἶμαι φειδωλὸς, ἀλλὰ γενναῖος ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, καὶ παραδέχομαι ἀκόμη 150,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ ἑταιρία ὡς μετοχὰς εἰς τὸν Πίκεριν. Ἔχομεν 850,000 δραχμῶν. Ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσετε ἑτέρας 150,000 δραχ. διὰ τὰς μηχανὰς, τὰς ἁμάξας κτλ. ἔχομεν τὴν ὅλην δαπάνην, πολυτελῶς ὑπολογισμένην ἀναβαίνουσαν εἰς 1,000,000 δραχ. ποῖα εἶναι τὰ κέρδη της; ἀναμφισβητήτως ταῦτα, τὸν μὲν χειμῶνα ἔρχονται κάτωθεν τῶν 1000 δραχμῶν εἰς 800, τὸ θέρος εἰς 1300–1500 τὴν ἡμέραν (διάλογοι).
§136ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ ἑταιρία μάλιστα τὸ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν της.
§137ΛΕΚΚΑΣ. Παρακαλῶ. — Ἐγὼ λοιπὸν λαμβάνω τὸν μέσον ὅρον (δὲν ἀναβιβάζω τὸ ποσὸν πλέον τῶν 1000 δρ., ἐνῷ καὶ εἰς 1200 δρ. τὴν ἡμέραν, ἂν ἀνεβίβαζον αὐτὸ, θὰ ἤμην ἐντὸς τῆς ἀληθείας) 1000 δρ. τὴν ἡμέραν, ἑπομένως 365,000 δρ. τὸν χρόνον καθαρὸν εἰσόδημα (θόρυβος). Ὅ,τι θέλετε ἀφαιρέσατε ἐξ αὐτοῦ, 60, 80, 100, 150, 165, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον, 200,000 δρ. μένουν καθαρὸν κέρδος, 20% καθαρὸν κέρδος τὸ ἔτος. Καὶ ἂν ὑποθέσητε ὅτι αἱ νέαι ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρίας ἀνέρχονται εἰς ἥμισυ καὶ εἰς 1,000,000, καὶ τὸ ὅλον φθάσει καὶ εἰς 2,000,000 δαπάνην, θὰ ἔχητε πάλιν 10% πρόσοδον. Μὰ, εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου κερδίζουν 10% εἰς τὰ χρήματά των, καὶ τὸ θεωροῦν καταστροφὴν τῶν συμφερόντων των; Κύριοι, προτάξας ἐν ἀρχῇ ὅτι προσκαλούμεθα διὰ νὰ παρέξωμεν νέας παραχωρήσεις, σᾶς ἱκετεύω νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ οὐδεὶς, ὅτι θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αἱ κυβερνήσεις χαρίζονται, ὅτι αἱ κυβερνήσεις δὲν ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸν αὐτὸν μ’ ἡμᾶς πατριωτισμόν· Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ δυστυχεῖς, οἱ καθήμενοι εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα ἔχουν πολλὰς πιέσεις, διάφορα εἴδη πιέσεων· καθ’ ἑκάστην οἱ λεγόμενοι Δαναοὶ τοῖς ψιθυρίζουσι εἰς τὰ ὦτά τι; Πάντοτε κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὑπὲρ ἐκείνων οἵτινες ἔρχονται νὰ λαμβάνουν τοὺς ἱδρῶτας τοῦ Ἕλληνος καὶ νὰ τοὺς μεταφέρουν εἰς τοὺς τόπους των (χειροκροτήματά τινα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον!
§139ΛΕΚΚΑΣ. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ τόπος, ὅστις δὲν ἀγαπᾷ τὰ κεφάλαια τοῦ συνεταιρισμοῦ. Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἔχει τοιαύτην τάσιν; τί κεφάλαια ἔφερεν ὁ σιδηρόδρομος; Ὅλα τὰ κεφάλαια ἔμειναν εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦλθον 100 ἢ 200 χιλιάδες δραχμῶν, καὶ εἰς 70 ἔτη θὰ ἐξέλθουν 14 ἑκατομμύρια (διάλογοι θορυβώδεις). Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, σᾶς λέγει, εὑρέθη ἡ ἑταιρία εἰς δυσχερείας ἀπὸ τὸν δῆμον τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ καταπαύσῃ τὰς δυσχερείας· ἀλλὰ δὲν ἕπεται μὲ τοῦτο ὅτι ὁ δῆμος δὲν θὰ ἐπαναλάβῃ τὸ ἴδιον αὔριον, εἰς ἄλλην ἐποχήν. Εὑρέθη ἐπίσης ἡ ἑταιρία εἰς δυσχερείας μὲ τὸν δῆμον τοῦ Πειραιῶς· ἂς ἴδωμεν ἂν καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές.
§140Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε!
§141ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ὅτε ἐν ἀρχῇ ἐδόθη ἡ πρώτη βάσις τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, οἱ τότε εὐλογημένοι μηχανικοὶ ἐφιλοτιμήθησαν, ἐζήλευσαν τὴν δόξαν ἄλλων μηχανικῶν προηγουμένων, ἐπιστήμονες μὲν, ἀλλὰ χερσαῖοι Γερμανοὶ, οἵτινες, ἀντὶ νὰ αὐξήσωσι τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς, τὸν ἐμάκρυναν διὰ νὰ σχηματίσουν οἰκόπεδα εἰς τὴν παραλίαν. Καὶ αὐτοὶ οἱ εὐλογημένοι εἶπον εἰς τὴν ἑταιρίαν τὰ καταστήματά σου θὰ τὰ ἀνεγείρῃς εἰς τὸν λιμένα τῆς Ζέας, χωρὶς νὰ ἐρωτήσουν τὸν δῆμον παντελῶς, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεὶς γνῶσιν. Ὅταν ἔμαθον οἱ κάτοικοι τὸ περιστατικὸν τοῦτο, ἀνεφέρθησαν τακτικῶς εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς. Ἡ κυβέρνησις ἀνεγνώρισε πραγματικῶς τὸ μέγα σφάλμα, καὶ εἷς τῶν πρώτων πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ τότε κυβερνήτης, Δημήτριος ὁ Βούλγαρης, ἰδοὺ τί γράφει εἰς τὸν Πίκεριν (ἀναγινώσκει). Εὐθὺς τὸ σφάλμα τὸ ἐγνώρισεν ὁ φρόνιμος κυβερνήτης τῆς τότε ἐποχῆς, τὸ παρέστησε καὶ εἰς τὸν ξένον, καὶ τὸ ἐνόησε καὶ ὁ ξένος ἀκόμη· διότι ἂν τὰ καταστήματα ἐγίνοντο ἐκεῖ, δὲν θὰ τοὺς ἐπήρκουν μόνον διὰ τὰ θεμέλια 100,000 δραχμῶν. Τὴν ἀξίαν τῆς θέσεως τοῦ ὅρμου τῆς Ζέας βεβαίως οἱ χερσαῖοι Γερμανοὶ δὲν δύνανται νὰ τὴν ἐννοήσωσι, καθὼς δὲν ἐνόησαν καὶ τὸ πρῶτον σφάλμα, δὲν ἠδύναντο νὰ φθάσουν εὐκόλως εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀλκιβιάδου, τοῦ Κίμωνος· ἐπιστήμονες ἄνθρωποι, ἀλλὰ στενὰ κεφάλια. Μόνον οἱ πολιτικοὶ ἐννοοῦν τοὺς ἐκτάκτους ἄνδρας τοῦ κόσμου. Εὐτυχῶς ὅμως ἐνοήθη τὸ σφάλμα ἐγκαίρως, καὶ πάραυτα γίνεται πρότασις εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλην θέσιν, ἔξω τῆς πόλεως. (Εἶχον χθὲς, κύριοι, τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ὅλοι οἱ συναγωνισμοί. Τὸ ἐκρέμασα ἐκεῖ (δεικνύει παραπλεύρως τὸν τοῖχον) διὰ νὰ τὸ ἰδοῦν, ὅσοι θέλουν· δυστυχῶς ἀφῃρέθη. Βέβαια οἱ ὑπηρέται δὲν τὸ ἀφῄρεσαν· ἐγὼ δὲν τὸ ἐπῆρα, κἄποιος δαίμων τὸ ἀφῄρεσε, ἔστω καὶ αὐτὸ ὡς ἐπεισόδιον). Λοιπὸν ἡ νέα σιδηροδρομικὴ γραμμὴ εἰς τὸν Πειραιᾶ εἰσερχομένη, δὲν διέσχιζε τὴν πόλιν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἔξω μέρους ἔφθανεν, εἰς ὃ ἦτο προωρισμένη. Γίνεται πρότασις εἰς τὴν ἑταιρίαν ν’ ἀναχωρήσῃ τῆς θέσεως. Ἡ ἑταιρία λέγει «τότε πηγαίνω, ὅταν ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀναδεχθῇ τὴν πλάτυνσιν μιᾶς ὁδοῦ ἀγούσης πρὸς τὴν πλατεῖαν τοῦ Ὄθωνος», καὶ ἥτις ἤθελε φέρει δαπάνην εἰς τὸν δῆμον πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν.» Ὁ δῆμος ἀρνεῖται, ὡς εἴδοτε ἐν τοῖς ἐγγράφοις, καὶ ἡ ἄρνησις τοῦ δήμου πέμπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἑταιρία παραιτουμένη, ἂν τὸ κρίνῃ εὔλογον.... ἂν τὸ θέλῃ.» (ὅρα φυλλάδιον δημάρχου Πειραιῶς). Οὐδεὶς ἐβίασε τὴν ἑταιρίαν νὰ μεταβῇ, ὅπου μετέβη, μάλιστα ἂν θέλῃ τῆς εἶπον. Ἡ ἑταιρία εἶπε τὸ θέλω. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει πολλὰς ἐκτάσεις, βιάζομαι νὰ τὴν διέλθω τροχάδην· ἀφίνω πολλὰ τεμάχια. Ἡ ἑταιρία διασχίζει τὴν πόλιν εἰς δύο μέρη, κόπτουσα τὴν συγκοινωνίαν· γίνονται παρατηρήσεις ἀπὸ τοὺς ἔχοντας συμφέρον. Ἄνοιξον τὰς ὁδοὺς τῆς λέγουν, σχημάτισον εἰς Μουνυχίαν τὰ λουτρά, μὴ ἀδικεῖς τὴν κοινότητα τοῦ Πειραιῶς. Ἡ ἑταιρία ἀπαντᾷ τὰ πάντα διὰ τὸν ἑαυτόν μου, τὰ θέλω, δὲν παραχωρῶ τίποτε εἰς οὐδένα. Τότε ἐβιάσθη καὶ ὁ δῆμος νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει μία ἔκθεσις ἑνὸς ἀρίστου νομομαθοῦς τοῦ κυρίου Παπαῤῥηγοπούλου ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας· ὑπάρχει ὅμως καὶ ἔκθεσις ἄλλη τεσσάρων ἑτέρων νομομαθῶν ἴσων, ἂν ὄχι καλλιτέρων, τοῦ κυρίου Μπαλάνου, τοῦ κυρίου Ῥάλλη, τοῦ κυρίου Σαριπόλου καὶ τοῦ κυρίου ......, λεγόντων ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ δῆμος, καὶ ἡ κυβέρνησις, ἂν καὶ εἶπον οἱ νομομαθεῖς ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ δῆμος, ἀναδέχεται τὰ βάρη τῆς ἑταιρίας. Διατί αὐτὸ τὸ δυστυχὲς ἔθνος νὰ ὑποστῇ νέα βάρη; Ἔσφαλεν ὁ δῆμος; ἂς διέλθῃ ἡ ὑπόθεσις τὴν ὁδὸν τῶν δικαστηρίων, καὶ ἂς πάθῃ· πρὸς τί νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἔθνος; Μᾶς λέγουν δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ δῆμος νὰ κερδήσῃ· καὶ πῶς δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἀφοῦ τέσσαρες νομομαθεῖς λέγουν εἶναι δυνατόν; Ἂς ἀφήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὸν ῥοῦν των, καὶ ἀφοῦ εἶναι πεπεισμένη ἡ κυβέρνησις, ὅτι ὁ δῆμος ἔχει ἄδικον, ἂς καταδικασθῇ. Ἴσως, καὶ ἄδικον ἂν ἔχῃ, ἐνδεχόμενον νὰ καταδικασθῇ ἡ ἑταιρία. Διατί πρὸς χάριν τῆς ἑταιρίας νὰ ἀναδεχθῶμεν ἡμεῖς τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα; Ἐκ πάντων τούτων βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἑταιρία, καθόσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον τοῦ Πειραιῶς, δὲν ἔχει οὐδὲν δίκαιον παράπονον· οὐδεὶς τὴν ἤγγιξε, πάντοτε εὐκολίαι τῇ ἐγένοντο· αὐτὴ δὲν παραχωρεῖ τίποτε. Ἐσχάτως μόνον διὰ τῆς συμβάσεως ἔδωκε 1,000 δραχμὰς ἐτησίως ἐπὶ δέκα ἔτη διὰ τὸ νοσοκομεῖον. Τί εἶναι 10,000 δραχμαί; θυσία μεγάλη ἐθεωρήθη.
§142ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀντὶ τίνος ὠφελήματος;
§143ΛΕΚΚΑΣ. Ἀντὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ παντός! ἀντὶ τῶν ὠφελημάτων τοῦ νὰ καθέξῃ οἰκόπεδα· ζητεῖ νὰ κερδήσῃ ἀκόμη ἡ ἑταιρία. (Πρέπει νὰ ἠξεύρητε τὰς λεπτομερείας· δι’ αὐτὸ λυποῦμαι· ἂν ἐξακολουθήσω βῆμα πρὸς βῆμα θὰ παρέλθῃ πολλὴ ὥρα)· Ἐκτὸς τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἔχει περιφράξει, καὶ ἄλλας ἐκτάσεις, ἃς φυλάττουν σιγῶντες ἕως νὰ ἐπέλθῃ ἡ ψῆφός σας, καὶ θὰ τὰς ἐκποιήσουν πρὸς ὄφελός των, ἢ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν φίλων των.
§144ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν;
§145ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα.
§146ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου δὲν ἔχετε ἀκριβεῖς πληροφορίας, καὶ ὅταν ὁμιλήσω, θέλετε ἰδεῖ ὅτι δὲν εἶναι ὅπως λέγετε.
§147ΛΕΚΚΑΣ. Πολὺ καλά· ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ ἐξαχθῇ ἡ ἀλήθεια. (θόρυβος). Πιθανὸν ἀκόμη νὰ ᾖναι ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἕξεις ἀφελεῖς· οὐχ ἧττον θέλομεν νὰ λάβωμεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλο τίποτε ἡ ἑταιρία, παρ’ ὅ,τι ἔχει περιφραγμένον. Κύριοι, ἐγκαταλείπω τὸν Πειραιᾶ, διότι εἶδα μικρὰν στενοχωρίαν· ἔρχομαι εἰς Ἀθήνας, καὶ κατὰ καλὴν μου τύχην ἔρχομαι μὲ τὸν σιδηρόδρομον, ἀκολουθῶν τὸν Ἡγεμόνα. Τυχαίως φθάνομεν εἰς τὸν σταθμὸν καὶ ἰδοὺ πρᾶξις, ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν, μὲ θέτει εἰς τὴν στενοχωρίαν, διότι δὲν γνωρίζω τί νὰ συλλογισθῶ. Αἱ βασιλικαὶ ἅμαξαι δὲν ἀκολουθοῦν τὴν Ἑρμαϊκὴν ὁδόν, ἀλλὰ λοξεύουσι καὶ διὰ τῆς Πειραϊκῆς ὁδοῦ καὶ τῆς Πλατείας τῆς Ὁμονοίας μεταβαίνουσιν εἰς τὰ Βασίλεια. Ἐπί τινα καιρὸν πράγματι ἔμεινα ἐκστατικός, τί νὰ σκεφθῶ μὴ δυνάμενος· τέλος, εἶπον κατ’ ἐμαυτόν, ἂν ᾖναι ἀληθές, ὅτι ἓν βλέμμα, εἷς λόγος, μία φράσις βασιλικὴ μαρτυροῦσι πολλά, αὐτὴ ἡ βασιλικὴ πρᾶξις εἶναι ἐπίπληξις κατὰ τῶν Ἑλλήνων, κατὰ τῶν δημάρχων, κατὰ τῶν Βουλευτῶν, κατὰ τῶν κυβερνήσεων. Ἡ ἡγεμονικὴ καρδία τοῦ προσφιλοῦς Βασιλέως μας παύουσα νὰ ᾖναι Δανική, ἀφ’ ὅτου ἀνέπνευσε τὸν Ζέφυρον τοῦ Αἰγαίου, δὲν δύναται ὡς ἡ ἰδική μας νὰ βλέπῃ ἀπαθῶς τὴν ἀθλιωτάτην κατάστασιν τῆς εἰσόδου τῆς πρωτευούσης τοῦ βασιλείου τῆς Ἀνατολῆς. Δὲν ἐπιθυμεῖ ἡ βασιλικὴ καρδία τοῦ ἡγεμόνος νὰ κάμῃ, ὥστε περιφανεῖς ξένοι, εἰς τῶν ὁποίων τὴν ἀπόφασιν ἔγκειται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος πολλάκις πρώτην φορὰν εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Μητρόπολιν νὰ βλέπωσιν τὴν εἴσοδον ὡς πόλιν χοίρων. Καὶ διατί τοῦτο, κύριοι, καὶ διατί φαινόμεθα τόσον ἀπαθεῖς; Πρὸς τί; πρὸς ὅ,τι πολύτιμον ἔχομεν, τὸ Θησεῖον, τὸ Γυμνάσιον τοῦ Πτολεμαίου, τὴν Ποικίλην στοάν, τὴν Ἀγορὰν κτλ. Πρὸς τί δὲν ἐγένοντο πλατεῖαι καὶ δὲν ἐφυτεύθησαν μὲ δένδρα, πρὸς τί δὲν ἠνοίχθησαν δρόμοι; Τὸ πιστεύετε διὰ τί; τὸ ὑποθέτετε πρὸς τί; Νά, διὰ αὐτὸν τὸν σιδηρόδρομον. Εἶχεν ἀρχίσει, κύριοι, ἡ χάραξις ὁδῶν, καὶ ἰδίως ἡ τοῦ Ἑρμοῦ, καὶ μάρτυς εἶναι, ὅτι πλεῖσται οἰκίαι κατεδαφίσθησαν διὰ νὰ πλατυνθῇ. Ἡ φιλόκαλος βασίλισσα ἐκείνη κῆπον ἐφύτευσε περὶ τὸ Θησεῖον· ἀλλ’ ἀνεφάνη ἡ ὑπόθεσις τοῦ σιδηροδρόμου διὰ νὰ καταῤῥεύσωσιν ὅλα τὰ οἰκήματα, καὶ ἡ ἀποζημίωσις τοῦ σιδηροδρόμου νὰ ᾖναι ἐλαχίστη. Εἶπον, σεῖς οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως μείνατε εἰς τὸν βόρβορον, διότι τοῦτο ἔγκειται εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§149ΛΕΚΚΑΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. Φίλοι μου, (ἀπευθύνεται εἰς τό ἀκροατήριον) καὶ ἄλλοτε σᾶς παρεκάλεσα αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ τὸν λησμονήσητε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀπευθύνησθε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι εἰς τὸ ἀκροατήριον (θόρυβος).
§151ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν τὸ θέλω· διότι αἱ χειροκροτήσεις φέρουν καὶ ποδοκροτήσεις. Θὰ εἴπωμεν τὸ δίκαιόν μας, ὑπάρχει καιρός· δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον (θόρυβος). Λοιπὸν ταῦτα πάντα πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, οὕτως εἰπεῖν, γίνονται. Κύριοι, ἠξεύρετε κάλλιον ἐμοῦ, διότι οἱ πλεῖστοι πολλὰ ἔτη ζῆτε εἰς τὰς Ἀθήνας, τί ἐστι τέταρτον τμῆμα. Ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων εἶναι ἴσον σχεδὸν μὲ πολλὰς πρωτευούσας νομῶν τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ κατὰ τὸν πληθυσμόν. Τὸ τέταρτον τμῆμα δὲν εἶναι χωρίδιον, οὐδὲ ἀγροτικὴ συνοικία! Τὸ τέταρτον μέρος τῆς πόλεως τῆς ἀπεράντου, ὑπὸ ἑλληνικὴν ἔποψιν, τῆς ἀπεράντου πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, αὐτὸ τὸ τμῆμα ὁλόκληρον ὑποφέρει, πιέζεται, βασανίζεται, στερεῖται. Διατί, κύριοι, νὰ μὴ ᾖναι ὡς τὸ δεύτερον τμῆμα καὶ τὸ τέταρτον; Καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ πολῖται Ἕλληνες· ἐκεῖ ἂν θέλετε εἶναι ὅλοι βιομήχανοι, ὅλοι ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἐργάζονται ἀενάως καὶ δὲν ἀπολαμβάνουν, ἐνῷ εἰς τὸ δεύτερον πολλοὶ ἀπολαμβάνουν, ἐκεῖ ὅλοι παρέχουν. Κύριοι, τί ἀκόμη; Δυστυχὴς πολίτης ἔχων οἰκίαν ἀξίας ἴσως 30,000 δραχμῶν, διότι ἐπὶ δέκα ἔτη δὲν τῷ ἐπετράπη ἡ ἐπισκευὴ αὐτῆς, ἀπεκατέστη ἑτοιμόῤῥοπος. Ἐπειδὴ δὲ εἶχε δανεισθῆ μικρὸν ποσὸν 2 ἢ 3,000 δραχμῶν, τὸ χρέος ἐτριπλασιάσθη, ἡ οἰκία δὲν ἦτο τῶν 30,000 πλέον, ἀλλὰ τῶν 5, 6 ἢ 8,000 ἐξεποιήθη. Ὁ δυστυχὴς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνθέξῃ· διότι μόλις ἐπληρώθη ὁ δανειστής, ἀπεβίωσε, καὶ τέκνα, καὶ οἰκογένεια ὁλόκληρος τρέχει εἰς τὰς ὁδούς δίκην ἐπαίτου! Αὐτὰ ὅλα προέκυψαν ἀπὸ τὴν κακὴν θέλησιν τῶν κυρίων ἐκείνων, οἵτινες ἦλθον νὰ συμβιβασθοῦν μὲ ἡμᾶς. Μία συνθήκη, ἡ ὁποία τοὺς ἔφεραν εἰς τὸ δίκαιον ποτὲ δὲν ἐτηρήθη. Ὑπῆρξε συνθήκη λέγουσα ῥητῶς, ἡ ἑταιρία ὀφείλει ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ ἐγκατασταθῇ ὁριστικῶς καὶ ἐν συνόλῳ· πρὸς χάριν αὐτῶν ὑπεχωρήσαμεν, ὑπῆρχε ῥήτρα, ἐπληρώθη αὕτη; ὄχι· ἀλλ’ ἁπλῶς ἐκ νέου νέα προθεσμία· παρῆλθε καὶ ἡ νέα προθεσμία· τί κατόπιν; πλάγιαι δωρεαί· ἀντὶ νὰ ἔλθῃ ὁ σταθμὸς εἰς τὸ Μεγάλο Μοναστῆρι, διεγράφη ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς πέντε θέσεις, εἰς τὸ θέατρον, εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Τραπέζης, εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας κτλ. Τί ἀκόμη ζητεῖ; νὰ μείνῃ ἐκεῖ ὅπου εἶναι σήμερον· πρὸς Θεοῦ! συναλλαγὴ εἶναι αὕτη; ποῦ ἠκούσατε τοιοῦτον εἶδος συναλλαγῆς; μοῦ δίδετε τὸ κτῆμα, σᾶς δίδω αὐτὰ τὰ χρήματα, μίαν περιουσίαν ὁλόκληρον, σᾶς δίδω ἓν προνόμιον τόσων ἐτῶν πρὸς δὲ τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῇς τὸν λαὸν μὲ τόσην μεγάλην ἀξίαν τῶν θέσεων τῶν διοδίων· διατί; διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ σταθμὸς εἰς τὸ Μεγάλο Μοναστῆρι· κατόπιν ζητοῦν νὰ ἔλθῃ εἰς ἄλλην θέσιν, καὶ τέλος φαίνονται νέαι ἀπαιτήσεις νὰ μείνῃ ἐκεῖ ὅπου εἶναι. Τί νὰ κάμωμεν αὐτὸν τὸν κόσμον ὅλον, ὁ ὁποῖος περιμένει; τοῦ ὁποίου ἐσταμάτησαν τὰ συμφέροντα ἐπὶ δεκαετίαν; τί ἀκόμη, κύριοι;
§152ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν; Ἐπιθυμῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§153ΛΕΚΚΑΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω καὶ ἔπειτα συζητεῖτε τοῦτο.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε ἀφοῦ ἔγεινεν ἔνστασις.
§155ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἂς τελειώσῃ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθουν οἱ κύριοι βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια.
§157ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, τί ἀκόμη σᾶς λέγουν διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν συνεχῆ καί συναφῆ τῶν παραχωρήσεων χάριτα; οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων τῶν οἰκιῶν, ἐξ ὅσων θὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ μέχρι τοῦ μοναστηρίου, τοὺς βιάζουν εἰς τοῦτο. Μὰ, κύριοι, αὐτὰ τὰ πράγματα πιστεύω δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωνται εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἔχομεν λευκὰς τρίχας, οὔτε εἰς βουλευτὰς, οἵτινες γνωρίζουν τὰς συνθήκας καὶ τοὺς νόμους, τοὺς διαγράφοντας τὴν ἀποζημίωσιν· ἡ ἀποζημίωσις δὲν θὰ γείνῃ κατὰ τὴν θέλησιν ἑνὸς ἑκάστου, ὅπως γίνεται εἰς ἄλλα μέρη· ἐδῶ ὁ νόμος τοῦ 1867 ὁρίζει, ὅτι θὰ ἦναι εἷς πραγματογνώμων τῆς ἑταιρίας, εἷς τοῦ δημοσίου καὶ εἷς πραγματογνώμων τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ ὅπως ἀποφασίσουν αὐτοὶ, οὕτω θὰ κατατεθῇ τὸ τίμημα. Ἠξεύρετε ὅμως ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς τῶν φωνῶν αἰτία; διότι θέλουν 600 χιλιάδας δραχμὰς, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν ἔχουν σκοπὸν, παρὰ νὰ πέρνουν κατ’ ἔτος 300 χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας νὰ στέλνουν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὕτη, καὶ δὲν θὰ τὴν ἀνεχθῆτε. Ἐκτὸς τούτου ἐπιτρέπετε σεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐγερθῇ ἄθλιον οἰκοδόμημα πλησίον τοῦ Θησείου; Γνωρίζετε ὅτι ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους πράγματι ἡ φύσις εἶχε κατασκευάσει καλλιτέρους, ἤθελον τὰ οἰκοδομήματα ταῦτα νὰ ἦναι περίβλεπτα, χωρὶς νὰ ἔχουν πλησίον των οἰκοδομήματα, τὰ ὁποῖα νὰ τὰ βλάπτουν μὲ τὰ χρώματα καὶ τὸν καπνόν τους. Τί θὰ εἴπῃ ὁ περιηγητὴς, τί θὰ εἴπῃ ἰδίως ὁ καλλιτέχνης ἐκεῖνος, ὅταν ἴδῃ τοῦτο; Ἐπειδὴ λοιπὸν θὰ καλλιτερεύσῃ ἡ θέσις τοῦ τετάρτου τμήματος, ἐπειδὴ δὲν πρέπει νὰ καταστραφῇ τὸ Θησεῖον, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, σᾶς παρακαλῶ, νὰ ἀποῤῥίψητε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ μείνωμεν εἰς τὰς συνθήκας μας· καὶ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον γνωρίζομεν ἐκ προηγουμένων ὅτι ἂν οἱ ἐναντίοι μας εἶχον ὑπὲρ αὐτῶν τὸ δίκαιον, δὲν ἤθελον τὸ ζητήσει μὲ συνθήκας καὶ νόμους, ἤθελον μεταβῆ εἰς τοὺς πρέσβεις των, καὶ δι’ αὐτῶν μᾶς στενοχωρήσει, ὅπως πάντοτε. Ζητεῖται μία παραχώρησις, σᾶς λέγω τέλος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ τὴν δεχθῆτε, ἀλλὰ πράξατε ὅ,τι τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν καὶ τὸ τοῦ τόπου ἀπαιτεῖ, δίδοντες τὸ δίκαιον εἰς ὅντινα ἀνήκει.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζαΐμης.
§159Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι· Ἡ σύμβασις, τῆς ὁποίας σήμερον ζητεῖται ἡ κύρωσις, εἶναι ἔργον δύω κυβερνήσεων, ἔργον ἐμοῦ καὶ ἔργον τοῦ ἤδη πρωθυπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ τοῦ νὰ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου. Μοὶ εἶναι, κύριοι, δύσκολον νὰ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Λέκκαν εἰς τὰ ὕψη, εἰς τὰ ὁποῖα σήμερον ἀνῆλθεν, ἀνακαλῶν εἰς τὴν μνήμην σας τοὺς ἀρχαίους χρόνους τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ ἀρχαῖα οἰκοδομήματα αὐτῆς· εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἀντικρούσω κατὰ πρῶτον τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς μικρᾶς δαπάνης, ἥτις κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του ἐχρειάσθη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ. Σᾶς ὑπελόγισεν ὁ κ. Λέκκας, ὅτι ἕκαστον χιλιόμετρον σιδηροδρόμου τοιούτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, μόλις κουστίζει 60 χιλιάδας φράγκα. Θὰ ἦτον εὐτυχὴς ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἠδύνατο διὰ 60 χιλιάδων φράγκων νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρομικὰς γραμμὰς δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον. Καί τοι μὴ μηχανικὸς, ἐνησχολήθην πολὺ ἐσχάτως, καὶ ἰδίως, ὅτε ἤμην εἰς τὰ δημόσια πράγματα, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐσπούδασα τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κ. Λέκα εἶναι ἐσφαλμένος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην πρό τινος κατεσκευάζοντο σιδηρόδρομοι διὰ μικρῶν ποσῶν, ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. Λέκκας, ἀλλ’ οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι κατασκευάζονται ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων αὐτῶν δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἐξομαλύνσεως τοῦ ἐδάφους. Εὑρίσκουν τὸ ἔδαφος ἕτοιμον καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὔτε ἐπιχωματώσεως οὔτε τεχνικῶν ἔργων. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων παρ’ ἡμῖν ἴσως δι’ 80 χιλιάδων δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἐὰν κατεσκευάζομεν τὰς γεφύρας, καὶ ἐκάμνομεν ὅλα τὰ τεχνικὰ ἔργα, καὶ δὲν ἐπρόκειτο, παρὰ νὰ τεθῶσιν αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς λοιπὸν ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κυρίου Λέκκα διὰ τὸν σιδηρόδρομον ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ· δὲν εἶναι ἐπίσης ἀκριβεῖς αἱ ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ὑπελόγισεν εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ κυβέρνησις, ἡ ἑταιρία ἐπλήρωσε ὑπὲρ τὰς 200 χιλιάδας δραχμὰς διὰ τὰς γαίας, τὰς ὁποίας κατέλαβεν. Καὶ ἐνῷ ἐπλήρωσε 200 χιλ. δραχμὰς, ἔχει ἐναντίον αὐτῆς 95 περίπου δίκας. Μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικῶν τούτων, εἶναι πραγματικῶς τινὲς, αἱ ὁποῖαι διεγείρουν τὴν ἀγανάκτησιν· διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ ὄχι μόνον προσκόπτει, ἀλλὰ καὶ κατατρύχεται. Ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, κύριοι, προσήχθησαν αἱ ἀγωγαὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἀποζημίωσιν, διότι ὁ καπνὸς τοῦ σιδηροδρόμου ἔβλαπτε τὸν χρωματισμὸν τῶν οἰκιῶν των· ἐζήτησαν καὶ ζητοῦν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν διὰ τὴν παραλίαν καὶ τὰ ὕδατα τοῦ Φαλήρου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀλλ’ ἔῤῥιξα, ὅταν ἐφέρθησαν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου οἱ κατάλογοι τοῦ χαρτοσήμου τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία αὕτη ἐπλήρωσε διὰ τὰς δίκας κατὰ τὸ 1869. Ἡ ἑταιρία λοιπὸν, κύριοι, δὲν ἐδαπάνησε τόσον μικρὸν ποσὸν, ὅσον ὁ κ. Λέκκας σᾶς εἶπεν· ἡ ἑταιρία εὑρέθη ἀπέναντι πολυαρίθμων δικῶν τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ αἱ δίκαι γνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ εὐθηναὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐνῷ, κύριοι, ἡ ἑταιρία εἶχε μὲ ἰδιώτας δίκας, παρουσιάζονται καὶ οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ζητοῦντες κολοσσιαίας καὶ ἀδίκους ἀποζημιώσεις. Ὁ δῆμος τῶν Ἀθηνῶν, ζητεῖ παρὰ τῆς ἑταιρίας 250 χιλ. δραχμῶν δι’ οἰκόπεδα προφανῶς ἐθνικὰ, διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ὁποίων, ὡς ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο, τὸ δημόσιον εἶχε δαπανήσει 140 χιλιάδας δραχμάς· εἶναι προφανὲς ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ μολαταῦτα ἐνόμισεν ὁ δῆμος ὅτι ἠμπορεῖ ἐξ αὐτῶν νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του. Καὶ ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς ἐκίνησεν ἀγωγὴν ζητῶν ἀποζημίωσιν 500 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἐνδεχομένην πλατεῖαν. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί εἶναι ἡ πλατεῖα διὰ τὴν ὁποίαν ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς ζητεῖ 500 χιλιάδας δραχμῶν; ἐὰν ἠκούετε τὸν ἔντιμον δήμαρχον τοῦ Πειραιῶς, ἕνα τῶν ἀρίστων δημάρχων, πλούσιον καὶ δραστήριον, ἐὰν ἠκούετε νὰ σᾶς παριστᾷ τὴν πλατεῖαν αὐτὴν, θὰ ἐνομίζετε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας τῶν Παρισίων, ἢ τῆς πλατείας τοῦ ἁγίου Μάρκου· καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι ἡ πλατεῖα; τέλμα, ἕλος εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον συναθροισθῆ ὅλαι αἱ ἀκαθαρσίαι τῶν ζώων καὶ ἀνθρώπων, τέλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν κάτοικοι οἱ ποντικοὶ, οἱ βάτραχοι καὶ τὸ δυσῶδες ζῶον βρωμομαρία (ἱλαρότης). Αὐτὴ εἶναι ἡ ὡραία πλατεῖα, διὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦν 500 χιλιάδων δραχμῶν ἀποζημίωσιν. Ἀπέναντι λοιπὸν τοιούτων ἀπαιτήσεων, ὄχι μόνον ἀδίκων, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὰς χαρακτηρίσω ἄλλως, ἀγρίων, τί περιεμένατε, κύριοι, νὰ γείνῃ; οἱ μέτοχοι δὲν κατέβαλον τὸ ἀντίτιμον τῶν μετοχῶν των κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον, καὶ ἦτον ἤδη καὶ ἕτοιμοί τινες νὰ ἐξαγοράσωσι τὸν σιδηρόδρομον, καὶ ὑπῆρχον καὶ φίλοι μου, οἵτινες ἔτεινον εἰς τοῦτο· ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψω εἰς τοὺς φίλους, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψω καὶ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὁ τόπος εἶχε, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἑταιρίαν. Προσεπάθησα, κύριοι, ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβάσω τὴν ὑπόθεσιν μετὰ τοῦ δημάρχου τοῦ Πειραιῶς· κατῆλθον εἰς Πειραιᾶ, διέμεινα 4 ὅλας ὥρας, ἐπεσκέφθημεν τὴν πλατεῖαν. Εἶπον εἰς τὸν δήμαρχον, ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὰς πλησίον τῆς πλατείας τοῦ Λουδοβίκου γαίας· ἀλλ’ ὁ ἔρως τοῦ δημάρχου Πειραιῶς πρὸς τὴν πλατεῖαν αὐτὴν ἦτον ἀνέκφραστος καὶ δὲν ἀπεφάσιζε νὰ παραχωρήσῃ τὴν πλατεῖαν παρὰ διὰ 500 χιλιάδας δραχμὰς, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ 500 χιλιάδων δραχμῶν δύναται νὰ καλλωπίσῃ τὸν Πειραιᾶ. Ἀλλὰ ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως τῆς ἑταιρίας νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν αὐτῆς διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν χρεωκοπίαν. Ἐὰν, κύριοι, ἐχρεωκόπει ἡ πρώτη ἑταιρία, ἥτις κατέστησε σιδηροδρομικὴν γραμμὴν ἐν Ἑλλάδι, τοῦτο ἤθελεν ἀποθαῤῥύνει πᾶσαν ἑταιρίαν, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ παραχωρήσεων εἰς ξένας ἑταιρίας, ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ἀδιάσειστος, ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται μεγάλαι θυσίαι διὰ νὰ ἐφελκύσωμεν τὰ ξένα κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μὴ ἐλπίζετε, ὅτι διὰ τῶν ἰδικῶν μας κεφαλαίων δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν φυσιογνωμίαν τοῦ τόπου. Μὴ λησμονήσητε ποῖος πάταγος ἔγεινε κατὰ τὸ 1867 διὰ τὴν Κωπαΐδα· ἤμην εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὅταν ἐπεξεργαζώμεθα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· μὲ περιεκύκλωσαν πολλοὶ θέλοντες νὰ μεταβάλωμεν τὴν σύμβασιν, διότι ἔλεγον χάνεται ὁ πλοῦτος ὁ ἐθνικός! ἦτο δὲ σύμβασις, κύριοι, ὑπουργοῦ, ἀνωτέρου τοιούτων συκοφαντιῶν· μὴ ἀφήσετε τὴν Κωπαΐδα, μυλιούνια χάνονται! Αἴ, κύριοι, ἡ ἑταιρία μὲ ὅλας τὰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἔβλεπον ὑπερβολικὰς καὶ ὑπερόγκους, τί ἔγεινε; ἔχετε, κύριοι, τὴν Κωπαΐδα μὲ τὰ χέλια της, μὲ τοὺς περιοδικοὺς πυρετούς της, μὲ τὰς δυσώδεις ἀναθυμιάσεις της· ἂς τὴν χαίρωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον ὅτι ἐχάνετο ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος. Πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίζωμεν τὰ ξένα κεφάλαια, ὅταν ἔρχωνται πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου. Εἶναι ἀδύνατον νὰ πολιτισθῶμεν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, ἐὰν ἑταιρίαι δὲν ἔλθουν νὰ ἀναλάβουν τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ κάμωμεν θυσίας, ἂς μείνωμεν νὰ βαδίζωμεν, ὅπως ἐβάδιζεν ὁ Αἴας, ἂς εὐχαριστηθῶμεν εἰς τὰς κρημνώδεις ὁδοὺς τῶν Καλαβρύτων, εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Σοφικοῦ, καὶ τὰς προκατακλυσμιαίας ὁδοὺς τῆς Εὐρυτανίας· καὶ θὰ μείνωμεν, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ ξένα κεφάλαια. Ἐπρόκειτο πράγματι νὰ χρεωκοπήσῃ ἡ ἑταιρία, καὶ μία κυβέρνησις, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦτον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομήν της. Δὲν εἶναι, κύριοι, μόνον συμφέρον ὑλικὸν τοῦ τόπου ἡ ἄφιξις κεφαλαίων ξένων, ἔχει καὶ σκοπὸν ὑψηλότερον. Τὰ ξένα κεφάλαια δύνανται νὰ διαθέσωσιν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν Εὐρώπην, καὶ βλέπετε τὴν ὅμορον δύναμιν εἰς ποίας θυσίας ὑποβάλλεται διὰ νὰ προσελκύσῃ ὄχι μόνον ξένα κεφάλαια, ἀλλὰ διὰ νὰ συνδέσῃ τὴν τύχην αὐτῆς μετὰ τῶν ξένων. Καὶ αὐτὴ ἡ μικρὰ γραμμὴ, ἥτις ἐγένετο, ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμά της· εἰς τὴν μανίαν ἐκείνην, ἥτις ὑπῆρχεν εἰς τὸ Λονδῖνον καθ’ ἡμῶν, μόνος ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἑταιρίας αὐτῆς ἐτόλμησεν ἐγγράφως νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν Ἑλλάδα. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι μία κυβέρνησις δὲν εἶχε καθῆκον νὰ παράσχῃ πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἀφοῦ ἔβλεπεν αὐτὴν εἰς τοιαύτην θέσιν; Ἀλλὰ ὑπογράψας τὴν σύμβασιν ταύτην, κύριοι, δὲν προεθέμην τυφλῶς καὶ ἀπερισκέπτως νὰ ὑπηρετήσω τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας, ὑπέγραψα δὲ τὴν σύμβασιν ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ὅτι δὲν θὰ βλάψω τὸ δημόσιον. Ἄρχομαι ἤδη ἀπὸ τοῦ Πειραιῶς. Ὅτε, κύριοι, ἔγεινεν ἡ ἑταιρία, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος διὰ συμβάσεως εἶχε προσδιορίσει τὴν Ζέαν διὰ νὰ κατασκευασθῇ ἐκεῖ ὁ σιδηροδρομικὸς σταθμός· τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ὅμως καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Πειραιῶς ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς τοποθετήσεως τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ὑπεχρέωσαν τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην των καὶ νὰ προσδιορίσῃ ὡς σταθμὸν τοῦ Πειραιῶς τὴν λεγομένην πλατεῖαν τοῦ Λοδοβίκου, διὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦσι 500,000 δραχμῶν. Ὁ κύριος Βούλγαρης ἐδέχθη τοῦτο· καὶ ἐπειδὴ ἡ ἑταιρία ἤθελε νὰ οἰκοδομήσῃ τὸν σταθμὸν εἰς Ζέαν, δὲν ὑποχρεοῦτο εἰς καμμίαν ἀποζημίωσιν· ὁ δήμαρχος ὑπέθετεν, ὅτι εἰς τὴν πλατεῖαν εὕρισκε τὸ Ἐλδοράτον, αὐτὴν τὴν Καλλιφρονίαν, καὶ ἤθελε νὰ μεταβάλωσι τὸν σταθμόν. Τότε ὁ κύριος Βούλγαρης, καλῇ τῇ πίστει, ἔχων πεποίθησιν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ Πειραιῶς, ἔγραψεν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ σιδηροδρόμου κύριον Πίκεριγκ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδυσκολεύθη ὁ δήμαρχος νὰ δημοσιεύσῃ. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἔγραψεν ὁ κύριος Βούλγαρης κατὰ τὴν 16 Μαρτίου 1868. «Πρὸς τὸν κύριον Πίκεριγκ. Ἀριθ. 8346. Πρὸς τὸν Κύριον Πίκεριγκ πρόεδρον τῆς ἑταιρίας τοῦ Σιδηροδρόμου ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ. Κύριε, Εἰς τὸ ἄκουσμα ὅτι ἕνεκα τῶν ἔργων τοῦ Σιδηροδρόμου ἐπίκειται νὰ χερσωθῇ μέρος τοῦ ἀρχαίου νεωρίου Ζέας ἐξηγέρθησαν ζωηρότατα παράπονα ἐκ μέρους τῶν κατοίκων καὶ τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν Πειραιῶς· τὰ παράπονα ταῦτα, καθ’ ὃ βάσιμα, τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ σεβασθῇ, τὸ αὐτὸ συμφέρον ἔχετε καὶ ὑμεῖς, κύριε, εἰς τὸ νὰ σεβασθῆτε, ἔστω καὶ τὰς προλήψεις τῶν κατοίκων, μεθ’ ὧν ἤλθατε εἰς τὸν τόπον τοῦτον νὰ συνδέσητε συμφέροντα τόσῳ μᾶλλον εὐχαρίστως καὶ προθύμως, ὅσῳ τὰ συμφέροντα δὲν πρόκειται νὰ πάθωσι τὴν ἐλαχίστην ζημίαν μεταφερομένης τῆς τοποθεσίας τοῦ σταθμοῦ της ἀπὸ τῆς ἤδη ἐγκριθείσης θέσεως ἐπὶ τῆς πλατείας Λουδοβίκου, τὴν συγκοινωνίαν τῆς ὁποίας μὲ τὴν παραλίαν γραμμὴν θέλομεν φροντίσει νὰ διευκολύνωμεν διὰ τῆς πλατύνσεως τῆς ἀνωνύμου ὁδοῦ τῆς ἀγούσης εἰς τὴν πλατεῖαν Ὄθωνος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαρτίου 1868.
Ὁ ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ.
Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ κυβέρνησις εὑρίσκετο οἱονεὶ δεσμευμένη. Ὁ κύριος Βούλγαρης οὐδέποτε ἐφαντάζετο ὅτι ὁ δήμαρχος Πειραιῶς θὰ ἐζητοῦσε διὰ τὴν πλατεῖαν 500,000 δραχμῶν· ἔγραφεν εἰς τὸν κύριον Πίκεριγκ νὰ μεταβάλῃ τὸν σταθμὸν, διότι ἐξ αὐτοῦ τὰ συμφέροντά του δὲν θέλουν πάθει. Καὶ μόλα ταῦτα, κύριοι, ἔπειτα ἀπὸ ἓν ἔτος ὁ δήμαρχος Πειραιῶς καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἔκαμον τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως 500,000 δραχμῶν. Οὐδένα ἔχω δισταγμὸν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ δήμου Πειραιῶς εἶναι ἄδικος, διότι καὶ ἐγὼ γνωρίζω νομικὰ καὶ πολλοὺς συγγραφεῖς ἔχω ἀναγνώσει· ἀπέκτησα δὲ πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιῶς ἔχει ἄδικον ζητῶν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν πλατεῖαν αὐτὴν ἡ ὁποία δὲν εἶναι πλατεῖα, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς διατάγματος ἐχαρακτηρίζετο εἰς τὸ μέλλον τοιαύτη. Πρότερον σᾶς εἶπον τὶ ἦτο, διότι, ὅστις κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιᾶ, βεβαίως δὲν διήρχετο ἀπὸ τὴν πλατεῖαν αὐτὴν φοβούμενος μὴ πάθῃ ἡ ὑγεία του· εἶχον λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς, διότι ἡ πλατεῖα αὐτὴ εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος. Μ’ ὅλα ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ συμβουλευθῶ καὶ ἕνα τῶν παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, τὸν κ. Παππαῤῥηγόπουλον. Οὗτος ἐγνωμοδότησε περὶ τῆς ἀδίκου ἀπαιτήσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς, ἐνῷ ἄλλοι νομομαθεῖς, καὶ περισσότεροι τοῦ ἑνὸς, ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τοῦ δήμου· ἀλλὰ εἶναι ἀδιάφορον τοῦτο, καὶ ὁ κ. Λέκκας πιστεύω, ὅτι εἰς τὴν πληθὺν δὲν δίδει μεγάλην αὐθεντείαν, διότι τὸν βλέπω ἀνθιστάμενον κατὰ 10 ἢ 12 νομομαθῶν εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν, ἀλλὰ τόσον ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Παππαῤῥηγοπούλου καὶ ἡ ἐμὴ εἶναι ὀρθὴ, ὥστε τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν μετ’ ὀλίγον ἐξέδωκεν ἀπόφασιν καὶ ἐστερέωσε πληρέστατα τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἀνελάβομεν δι’ ἡμᾶς τὴν δίκην τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, διότι ἤμην πεπεισμένος ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ πάθῃ. Μετ’ ὀλίγον καιρὸν ὁ Δήμαρχος Ἀθηνῶν συνησθάνθη, καθὼς καὶ τὸ Δημοτικὸν συμβούλιον, τὴν ἀδικίαν τῆς ἀπαιτήσεως καὶ παρῄτησε τὴν δίκην. Ὡς πρὸς τὸν Δῆμον Πειραιῶς εἴχομεν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἐκθέτομεν τὸ Δημόσιον εἰς οὐδένα κίνδυνον καὶ ἀνελάβομεν ἐπίσης τὴν δίκην καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐδικαίωσε τὴν γνώμην μας. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπεχρέωσαν νὰ κάμωμεν τὰς παραχωρήσεις αὐτὰς εἰς τὴν ἑταιρίαν ἵνα σώσωμεν αὐτὴν ἀπὸ προφανῆ χρεωκοπίαν. Τὸ ζήτημα τοῦ σταθμοῦ δὲν τὸ ἠγγίξαμεν, ἐχορηγήσαμεν μόνον προθεσμίαν λίαν ἐκτεταμένην, δεκαετῆ, καὶ διετηρήσαμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ ἐκλεκτικὸν αὐτῆς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε δυνάμει τῆς συμβάσεως τοῦ 1869 ἐπὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κυρίου Βούργαρη, τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα μεταξὺ 5 θέσεων, τὰς ὁποίας γνωρίζετε· ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι ἡ ἑταιρία παρέστησε ὅτι ἂν ἐπρόκειτο νὰ κατασκευάσῃ τὸν σταθμὸν εἰς τὸ μεγάλο Μοναστηράκι, ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ τοσαύτας ἀποζημιώσεις, ὥστε ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀνθέξῃ· ἀφήσαμεν δὲ τὴν προθεσμίαν λίαν ἐκτεταμένην διὰ νὰ ἐννοήσουν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ ὁ σιδηρόδρομος, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι μετριώτεροι εἰς τὰς ἀπαιτήσεις των. Ἀληθῶς, κύριοι, καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν τὸ 4ον τμῆμα, τὸ ὁποῖον περιέχει βιομηχάνους ἐκλογεῖς καὶ ἐνεργοὺς πολίτας, νὰ προστατευθῇ καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος· εἶπον, ἂς δοθῇ προθεσμία τις ὅπως οἱ ἰδιοκτῆται συναισθανθῶσιν, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις των εἶναι λίαν ὑπερβολικαὶ καὶ νὰ φανῶσιν μετριώτεροι· διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, ἐγένετο λόγος, ὅτι διὰ μίαν οἰκίαν ἐζήτουν 300,000 δραχμῶν, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι μᾶς εἶπον ποσὸν τὸ ὁποῖον μᾶς ἐξέπληξε.
§160ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 300,000 ἐζήτουν.
§161ΖΑΪΜΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐδώσαμεν τὴν προθεσμίαν αὐτήν. Τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον τὴν μετέβαλλε καὶ ἀντὶ 10 ἐτῶν ἐχορήγησε προθεσμίαν τριῶν ἐτῶν· μετέβαλεν ὅμως δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως τὸν τόπον τοῦ σταθμοῦ καὶ προσδιώρισεν ὡς ὁριστικὸν τὸν προσωρινὸν ἤδη σταθμόν· καὶ βεβαίως, κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἔκαμε διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν καὶ ἐγὼ παρεδέχθην ἐκτεταμένην προθεσμίαν· τὸ ἔκαμε, διότι ἐπείσθη ὅτι ἡ ἑταιρία εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἰδιοκτητῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουν εἰς μέγα ποσόν. Δὲν βλέπω δὲ μέγα ἄτοπον, διότι προσδιωρίσθη ἐκεῖ ὁ σταθμός· ἓν μόνον μὲ λύπην μου παρατηρῶ ὅτι οἰκοδόμημα τοῦ ὁριστικοῦ σταθμοῦ μέγα, δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν θέαν ἑνὸς τῶν ὡραιοτέρων μνημείων τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ ναοῦ τοῦ Θησέως. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ νὰ μὴ ὑψωθῇ πολὺ καὶ ἀποκρύψῃ οὕτω τὴν θέαν τοῦ λαμπροῦ τούτου οἰκοδομήματος. Ἰδού, κύριοι, οἱ λόγοι, διὰ τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθην νὰ συνάψω τὴν σύμβασιν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς ὁποίας προσκαλεῖσθε. Πιστεύω ὅτι ἐπείσθητε ὅτι ὠφείλαμεν νὰ προσέξωμεν, διὰ νὰ σώσωμεν ἀπὸ φανερὰν χρεωκοπίαν τὴν ἑταιρίαν διότι, ὡς προεῖπον, ἂν ἡ ἑταιρία αὕτη ἐχρεωκόπει, ἔπρεπε νὰ εἴπητε adieu εἰς πᾶσαν ἑταιρίαν ἡ ὁποία εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐπιχειρίσῃ οἱαδήποτε ἔργα ἐν Ἑλλάδι.
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον αὔριον.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 παρὰ ¼.