| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ν. Κατσικαπῆς. | |
| 8 | Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἰω. Καπιτσίνης. | |
| 9 | Ν. Π. Καΐρης. | Ἀ. Σ. Μήτσας. | |
| 10 | Μ. Μ. Καΐρης Ὀρφανός. | Κ. Γιολδάσης. | |
| 11 | Ν. Τσώκρης. | Π. Μανωλίδης. | |
| 12 | Ἀ. Δανόπουλος. | Κ. Δομβάρδος. | |
| 13 | Ἰω. Λέκκας. | Ἀ. Γαΐτας φωσκάρδης. | |
| 14 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Σπ. Λεονταράκης. | |
| 15 | Περ. Πετράκης. | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | |
| 16 | Στυλ. Κολιάτσος. | Ἀ. Γκοῦσκος. | |
| 17 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | |
| 18 | Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Ἐπ. Κρεστενίτης. | |
| 19 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἀναγ. Δημητρίου. | |
| 20 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. | |
| 21 | Κ. Κοσονάκος. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | |
| 22 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 23 | Μ. Παΐζης. | Ν. Καρύδης. | |
| 24 | Θρ. Ζαΐμης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 25 | Ἀ. Διαμαντόπουλος. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 26 | Γ. Παπαδαῖος. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 27 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Περ. Μποῦτος. | |
| 28 | Κ. Δαγρές. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 29 | Ἰω. Φλέσσας. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 30 | Δ. Λένωσης. | Μ. Δαμιράλης. | |
| 31 | Γ. Παπανικολάου. | Εὐθ. Πλαστήρας. | |
| 32 | Μ. Μ. Κοζαδίνος. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 33 | Ν. Ἀγγελίδης. | Ἀ. Καπετανάκης. | |
| 34 | Ἰ. Πολυλᾶς. | Μιχ. Καπετανάκος. | |
| 35 | Ἀ. Παπαδάτος. | Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. | |
| 36 | Ἰω. Τοπάλης. | Μ. Κωνσταντᾶς. | |
| 37 | Ἰω. Δεληγιάννης. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 38 | Ἀν. Δημητριάδης. | Ν. Λοῦβρος. | |
| 39 | Ἀ. Μεταξᾶς. | Μ. Χαριτάτος. | |
| 40 | Ἀ. Μαντζαβῖνος. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 41 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Γ. Πράτζικας. | |
| 42 | Κ. Πανάρετος. | Ἀ. Μισυρλῆς. | |
| 43 | Θ. Θερμογιάννης. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλιεράτος. | |
| 44 | Γ. Βακαλόπουλος. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 45 | Ν. Βαρβιτζιώτης. | Γ. Ἀ. Γεωργιάδης. | |
| 46 | Ν. Θ. Λεώπουλος. | Γ. Μπούμπουλης. | |
| 47 | Γ. Λάππας. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 48 | Φ. Ἰ. Φίλωνος. | Π. Σεβαστόπουλος. | |
| 49 | Γερ. Σέρβος. | Ἰω. Ζαλλώνης. | |
| 50 | Σπ. Βαλαωρίτης. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 51 | Ἀ. Σταματόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 52 | Δ. Τσαμόπουλος. | Στ. Κοριζῆς. | |
| 53 | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Θ. Γκίκας. | |
| 54 | Χ. Χρηστόπουλος. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 55 | Δ. Ζέγγελης. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 56 | Ἠλ. Φλέσσας. | Κ. Πετσάλης. | |
| 57 | Γ. Μαλέας. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 58 | Ν. Παγκράτης. | Κ. Νικόδημος. |
1871.03.08
2,583 rows · 21,688 words · 1 table · 190 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
Τῆς 8 Μαρτίου 1871.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθέντων παρόντων βουλευτῶν τῶν ἑξῆς,
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ν. Κατσικαπῆς. |
| Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἰω. Καπιτσίνης. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Ἀ. Σ. Μήτσας. |
| Μ. Μ. Καΐρης Ὀρφανός. | Κ. Γιολδάσης. |
| Ν. Τσώκρης. | Π. Μανωλίδης. |
| Ἀ. Δανόπουλος. | Κ. Δομβάρδος. |
| Ἰω. Λέκκας. | Ἀ. Γαΐτας φωσκάρδης. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Σπ. Λεονταράκης. |
| Περ. Πετράκης. | Ἰω. Σούλης Βάρκας. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Ἀ. Γκοῦσκος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. |
| Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Ἐπ. Κρεστενίτης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἀναγ. Δημητρίου. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. |
| Κ. Κοσονάκος. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Μ. Παΐζης. | Ν. Καρύδης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Ἀ. Διαμαντόπουλος. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Περ. Μποῦτος. |
| Κ. Δαγρές. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Δ. Λένωσης. | Μ. Δαμιράλης. |
| Γ. Παπανικολάου. | Εὐθ. Πλαστήρας. |
| Μ. Μ. Κοζαδίνος. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Ἀ. Καπετανάκης. |
| Ἰ. Πολυλᾶς. | Μιχ. Καπετανάκος. |
| Ἀ. Παπαδάτος. | Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. |
| Ἰω. Τοπάλης. | Μ. Κωνσταντᾶς. |
| Ἰω. Δεληγιάννης. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Ν. Λοῦβρος. |
| Ἀ. Μεταξᾶς. | Μ. Χαριτάτος. |
| Ἀ. Μαντζαβῖνος. | Λ. Καραλίβανος. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Γ. Πράτζικας. |
| Κ. Πανάρετος. | Ἀ. Μισυρλῆς. |
| Θ. Θερμογιάννης. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλιεράτος. |
| Γ. Βακαλόπουλος. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ν. Βαρβιτζιώτης. | Γ. Ἀ. Γεωργιάδης. |
| Ν. Θ. Λεώπουλος. | Γ. Μπούμπουλης. |
| Γ. Λάππας. | Δ. Χρηστίδης. |
| Φ. Ἰ. Φίλωνος. | Π. Σεβαστόπουλος. |
| Γερ. Σέρβος. | Ἰω. Ζαλλώνης. |
| Σπ. Βαλαωρίτης. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Ἀ. Σταματόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Δ. Τσαμόπουλος. | Στ. Κοριζῆς. |
| Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Θ. Γκίκας. |
| Χ. Χρηστόπουλος. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Δ. Ζέγγελης. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Ἠλ. Φλέσσας. | Κ. Πετσάλης. |
| Γ. Μαλέας. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Ν. Παγκράτης. | Κ. Νικόδημος. |
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Βαρβιτσιώτης καὶ Χριστόπουλος προτείνουν σχέδιον νόμου, ὅπως ἡ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Σπάρτης ἄγουσα ὁδὸς χαρακτηρισθῇ ὡς ἐθνικὴ καὶ κατασκευασθῇ κατὰ προτίμησιν.
§2Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες γνωρίζουσι, καὶ ἰδίως οἱ βουλευταὶ τῆς Πελοποννήσου, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἡ δημοσιωτέρα, καὶ πάντες ἐπίσης γνωρίζουσι καὶ ἰδίως ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη κατέστη ἀδιάβατος καὶ ἐν καιρῷ χειμῶνος συμβαίνουν μεγάλα δυστυχήματα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ τὴν τύπωσιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς τυπωθῇ πρῶτον, καὶ ἀφοῦ τυπωθῇ σήμερον, τότε κάμετε αὔριον τὴν πρότασιν νὰ ἐγγραφῇ. Ἀπόμαχοί τινες ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των νὰ μὴ διαλυθῇ τὸ σῶμά των. Γεώργιος...
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Παρετηρήθη, ὅτι καθ’ ὅλων τῶν ἐλαττώσεων παραπονοῦνται, ἔρχονται καὶ ζητοῦν νὰ μὴ γείνῃ ἐλάττωσις οὐδεμία, ὡς ἐκ τούτου ἡ κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς μεγίστην δυσκολίαν, ἐὰν μάλιστα μετὰ 6 μῆνας ἐπιψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, τότε ὁ προϋπολογισμὸς θὰ χάσῃ τὴν ἀξίαν του· διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ὅσον εἶναι τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἔρχονται οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ ἀπόμαχοι καὶ ζητοῦν νὰ μὴ γείνῃ ἐλάττωσις, κατόπιν θὰ ἔλθουν καὶ ἄλλοι, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἐπιτροπή· δὲν ἔχω παράπονον κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὴν παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσῃ, διότι ἐὰν ἀργήσωμεν ὁ προϋπολογισμὸς θὰ χάσῃ τὴν ἀξίαν του καὶ αἱ ἐλαττώσεις θέλουσιν ματαιωθῆ.
§5ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἐργασθῆ, καὶ ἐργάζεται εἰς τὴν προεξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε ἐπιθυμεῖ, οὔτε συμφέρον ἔχει νὰ παρεμβάλῃ τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐῤῥέθη καὶ παρεδέχθη ὅτι, διὰ νὰ κατασταθῇ πραγματικὸν καὶ ὑποχρεωτικὸν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ προσδιορισθῶσιν αἱ θέσεις αἱ ἀναγκαῖαι· ἐζητήθη τρίτην καὶ τετάρτην φοράν, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φέρῃ νόμον κανονιστικὸν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φέρει μίαν σημείωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει, τόσοι εἶναι ὑποστράτηγοι, τόσοι συνταγματάρχαι καὶ λοχαγοί, καὶ λοιποὶ βαθμοφόροι, καὶ τοῦτο ὁμολογῶ ἦτο ἀναγκαῖον, ἀλλὰ ὁ νόμος δυστυχῶς αὐτὸς δὲν ἦλθε. Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν συγκατετέθη νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ κατάλογος αὐτὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν ὁρισθῇ ἡ ὑπηρεσία ἑκάστης τάξεως βαθμοφόρων καὶ ὁρισθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν διαφόρων κλάδων, ἄλλως τε βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν, καθὼς καὶ ἡ Βουλή, νὰ σκεφθῇ νὰ κάμῃ τι διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες μισθοδοτοῦνται χωρὶς νὰ ἔχουν ὑπηρεσίαν, ἐὰν τοιοῦτοι ὑπάρχωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοὐλάχιστον νομίζει ὅτι ἂν δὲν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν αὐτὸς ὁ νόμος, εἶναι περιττὴ πᾶσα προεπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις αὐτοῦ. Διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι, διαφόρους πιστώσεις ἐκτάκτους καὶ παραπληρωματικὰς, καὶ εἰς τὰς πιστώσεις αὐτὰς θέλετε ἰδεῖ πάντοτε καὶ παντοῦ εἰς ὅλα τὰ κεφάλαια ἢ τὰ πλεῖστα τουλάχιστον, ποσὰ καθ’ ὑπέρβασιν· ἐὰν καὶ ἐφέτος δὲν λάβωμεν τὰ μέτρα μας, τότε νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἐγὼ ὤφειλον νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου εὐσυνειδήτως.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρουσίασε σημείωσιν εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν ὑποθέτῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖται δι’ αὐτῆς τῆς σημειώσεως, ἂς συνέλθῃ, καὶ ἂν διαφωνήσῃ, τότε φέρεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ Κ. Δαγρὲς ὁμιλῇ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι ἢ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπιτροπῆς· ἂς συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπή, καὶ ἂν διαφωνήσῃ, τότε ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις.
§7ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ διάφορα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἦσαν καὶ μέλη εἰς τὴν ἄλλην ἐπιτροπήν, διὰ τοῦτο ἐμποδίσθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον της.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλει ἡ Βουλή; Νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§9ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, θέλω νὰ εἴπω τοῦτο· παρατηρῶ ὅτι κἄπως πνεῦμα ἀψίκορον ὑπάρχει καὶ ἐπικρατεῖ κατὰ τὰς συζητήσεις, καὶ πρέπει αὐτὸ τὸ ἀψίκορον καὶ ἡ ἀμέλεια τὴν ὁποίαν δεικνύομεν νὰ λείψῃ, διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν ὅλοι μετὰ ζήλου νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ ὑψηλά μας καθήκοντα, καὶ μάλιστα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἐρχώμεθα ἀπὸ τῆς 10 διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν· λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα, καὶ δὲν εἶμαι μόνος ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§10ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, χαίρω, διότι ἐκεῖνο ὅπερ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου ἐζήτησα (θόρυβος). Ἱκετεύω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐννοήσῃ· ἐννοεῖται ἤδη εὐτυχῶς καὶ πολλοὶ φίλοι καὶ συνάδελφοι εἶδον τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, τὴν στρεβλὴν πορείαν εἰς ἣν πρὸ πολλοῦ βαίνομεν. Ὁ σήμερον ἐπαξίως διέπων τὰ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ φέρῃ ἡ κυβέρνησις διοργανισμὸν τοῦ στρατοῦ εἶναι πρᾶξις διοικητικὴ, ἑπομένως τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀπαίτησις μὴ ἔχουσα βάσιν. Ναὶ, κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς· ἀπὸ τὴν βουλὴν ζητεῖται πάντοτε ἡ ἔγκρισις τῆς δαπάνης διὰ τὸν στρατὸν καὶ ὑποβάλλεται συνήθως μία σημείωσις ὁμοία μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βαθμολόγων. Ἀλλὰ ποῦ; εἰς ἄλλα ἔθνη τακτικὰ, εἰς ἔθνη εἰς ἃ οἱ ἄρχοντες ἐκπληροῦν πιστῶς τὸ καθῆκόν των. Ναὶ, ἡ διοργάνωσις τοῦ στρατοῦ εἶναι διοικητικὴ πρᾶξις, ἀλλὰ ποῦ κύριοι; ἐκεῖ ὅπου ὁ στρατὸς ὑπάρχει εἰς τὴν τεταγμένην βάσιν εἰς τὴν μὴ ἐνδεχομένην συνεχῶν μεταβολῶν κατάστασιν· ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ πολιτισμένου κόσμου τῆς Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς ἔχουσι κανονισμένας βάσεις ἐφ’ ὧν στηρίζουσι τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἀναλογίαν τοῦ στρατοῦ· δυστυχῶς εἰς τὸ ἔθνος μας δὲν εὑρίσκομεν αὐτὴν τὴν τάξιν· αὐτὸ θέλει ἡ ἐπιτροπὴ, ἐὰν ἐνόησα καλῶς, αὐτὸ θέλει ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν θέλει νὰ ἐξέλθῃ τῶν καθηκόντων της, οὐδὲ θέλει νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, θέλει ὅμως νὰ μὴν ἐπιτραπῇ οὐδεμία παρέκβασις, καὶ τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν· ὁ ἤδη ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εἶνα ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀνετράφη καὶ ἔζησεν ἐν τῇ στρατιωτικῇ τάξει, τῇ αὐστηρᾷ, ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις καὶ ἡ Βουλὴ βαρυνθεῖσα τὴν ἀταξίαν θέλει, ἀφοῦ οὐδεμία κυβέρνησις εὑρέθη νὰ φέρῃ τάξιν ἐν τῷ στρατῷ, θέλει αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν. Ἅπασαι αἱ τακτικαὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Μαραθῶνος, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ξενοφῶντος, ἢ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἂν θέλητε τῆς Φραγκικῆς τάξεως, ἀναγνωρίζουσι συμβάσεις ἐν τῷ στρατῷ, ἀναλογίας σταθερὰ, καὶ ἀμεταβλήτους ἐν αὐτῷ, σᾶς λέγουν, ἔχομεν μονάδα τὸ πεζικὸν, κατὰ συνέπειαν λογίζουν τὸ ἕκτον ἢ τὸ δέκατον τοῦ πεζικοῦ διὰ τὸ ἱππικὸν, τὸ 18ον, τὸ 28ον διὰ τὸ πυροβολικὸν, τὸ 36ον, τὸ 40ὸν διὰ τὸ μηχανικόν· θέλει πλέον νὰ ἴδῃ καὶ αὐτὸ τὸ δυστυχὲς ἔθνος τοιαύτην τάξιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον παρουσιάζουν οἱ κ. ὑπουργοὶ ἔχει κἄτι ἄλλο ὄχι μόνον αὐθαίρετον, Μακρὰν τούτου ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω πῶς νὰ τὸ ὀνομάσω. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ βλέπετε δύο συνταγματάρχας εἰς τὸ πυροβολικὸν, ἕνα συνταγματάρχην τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ δύο τοῦ ἀτάκτου εἰς τὸ πεζικὸν, οὐδένα ἀντισυνταγματάρχην εἰς τὸ ἱππικὸν, ἓξ ἀντισυνταρματάρχας εἰς τὸ μηχανικόν· αὐτὰ ἡ Βουλὴ βλέπουσα ἤρχισε νὰ ἐνδιαφέρηται καὶ ἐξετάζῃ ὁποίου εἴδους τάξις ὑπάρχει εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, ἄραγε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν τάξιν τῶν ἄλλων ἐθνῶν; Ναί· εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ φαίνεται ἡ δύναμίς του, ἀλλὰ τί παρατηρεῖτε ἐκεῖ; τακτοποίησιν, ἀναλογίαν, δικαιοσύνην; οὐδὲν τούτων. Ἔρχεται εἷς ὑπουργὸς καὶ σᾶς λέγει, ἔχω καταστατικὰ, σᾶς ὑποβάλλω προϋπολογισμὸν, καὶ ζητῶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· ἤδη σᾶς ἐρωτῶ, διὰ τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ λόγου χάριν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀξίαν του, καὶ ἂν θέλητε νὰ μὲ ἐννοήσητε καλλίτερον, σᾶς λέγω καὶ ὀνόματα, σᾶς λέγω ὅτι ὁ Μουσουδάκης, ὁ Βουγιούκας ἔχουν τὴν θέσιν των, λαμβάνουν τὸν μισθὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. Ῥώμας, ὃν ἡ ἐξουσία μετέφερε, διότι ἤθελεν, εἰς τοὺς ὑποτελεῖς, τὸν προεβίβασε ταγματάρχην διαθέσιμον μὲ τὸν μισθὸν τοῦ λοχαγοῦ χωρὶς νὰ κάμνῃ καμμίαν ἐργασίαν, εἶναι ἐκτὸς τῶν νόμων τῆς τάξεως. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐξέλθωμεν ἀπ’ αὐτὴν πλέον τὴν δυσχέρειαν, νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῷ στρατῷ· θέλω νὰ ἐννοήσητε τὴν ἰδέαν τῆς Βουλῆς· τῆς ἐπιτροπῆς· θέλει τὴν τάξιν, τοὺς κανονισμούς, καὶ ν’ ἀποδίδηται εἰς ἕνα ἕκαστον ἡ ὀφειλομένη δικαιοσύνη καὶ ἀμοιβὴ ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἱκανότητός του. Κραυγάζει ἡ κοινωνία, προβιβασμοὶ ἐν τῷ στρατῷ, ἡ Ἑλλὰς θὰ καταστραφῇ, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἄτομα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπηρετοῦν, ἀλλ’ αἱ τοιαῦται ἔκτακτοι προαγωγαὶ εἶναι ἀποτελέσματα εὐνοίας τῶν ἀρχόντων μας. Κύριοι, πιστεύσατε, καὶ σᾶς τὸ λέγω μὲ θλίψιν τῆς καρδίας μου, ὅτι ἀντισυνταγματάρχης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν θὰ ἦτο ἁπλοῦς λοχαγός, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν φυσικήν του προαγωγὴν τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἡ μικρὰ Ἑλλάς· ὁ κ. Βαλτινὸς θὰ ἦτο λοχαγὸς ἐπίσης, διότι καὶ ὁ Λεβίδης καὶ ὁ Τουρνάκης εἶναι εἰσέτι λοχαγοί· θέλω νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ στρατιώτης, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸν τόπον του νὰ ὑποστηρίζω τὴν προαγωγὴν τὴν προερχομένην ἐξ εὐνοίας. Αὐτὸ θέλει ἡ Βουλὴ καὶ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγώ, κκ. ὑπουργοί, καὶ τότε θὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ ἔθνος· διότι προβιβαζομένου σήμερον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου χάριν εὐνοίας, καταστρέφεται ἡ ὑπηρεσία. Λοιπόν, κύριοι, ἰδοὺ τί λέγω ἐν συνόλῳ, κατὰ καθῆκον, βλέπων τὴν σιγὴν ἡμῶν καὶ εὐχαριστούμενος, διότι αὐτὸ θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιδοκιμάζετε τὰ λεγόμενά μου.
§11ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΛΕΚΚΑΣ. Θέλει τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ τὸ ἀνάλογον πεζικόν, ἱππικόν, πυροβολικόν, μηχανικὸν κτλ. νὰ μὴ ἀδικῆται οὐδείς, ὅστις σᾶς ὑπηρετεῖ εἰλικρινῶς· ἔχετε ὑπερβάσεις πολλάς, θέσατε εἰς ἀργίαν ἐκείνους, οἵτινες μένουν ἔξω καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά των. Ἠξεύρετε, κύριοι, τὶ κακὰ προέρχονται ἀπὸ τὴν εὔνοιαν τῆς προαγωγῆς; ἡ ἐρυθρὰ μελάνη σᾶς ἔδωκε συνταγματάρχην, εἷς πρώην λογιστικὸς ὑπάλληλος ἔφθασε ν’ ἀποβιώσῃ στρατηγός· ἐὰν ἔβλεπον στρατηγὸν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν γυμνασίων, στρατηγὸν κατὰ τῆς λῃστείας ἢ κατὰ τῆς ἀνταρσίας, τὸ ὑπέφερον, ἀλλὰ στρατηγὸς καθήμενος καὶ πέρνων μισθὸν διὰ νὰ γράφῃ ὡραίας σελίδας, ποῦ ἠκούσθη ἓν τοιοῦτον, καὶ εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου; Θέλω, κύριοι, τὰ δικαιώματα τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ προαγωγὴ τοῦ στρατοῦ δέον νὰ πηγάζῃ ἐκ τῆς ἀξίας, δὲν θέλω τὴν προαγωγὴν τῆς εὐνοίας. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, καίτοι δυσχερὲς, νὰ λάβωσι τὴν τόλμην νὰ τὸ τακτοποιήσωσι καὶ τότε θὰ ἐκτιμήσω τὴν Κυβέρνησιν, τότε ἔσομαι φίλος της, καὶ τὴν ὑπόσχομαι νὰ τὴν ὑποστηρίζω, ὅταν εἴπῃ καθαρῶς αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία, αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματά σου βαθμοφόρε, τοῦτο πρέπει νὰ κάμῃς ἐσύ, ἐκεῖνο ὁ ἄλλος καὶ τὰ λοιπά.»
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι θεωρία αὐτή.
§14ΛΕΚΚΑΣ. Ὄχι κύριοι, ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ καὶ σᾶς εὐχαριστῶ ὅτι ἐγείνατε αἰτία νὰ εἴπω τι περὶ αὐτοῦ. Τί δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ δαπανήσῃ; 5, 8, 18 ἑκατομ. Πολὺ καλά, ἀναλογία λοιπὸν εἰς τὰς δαπάνας· δέκα τάγματα πεζικοῦ, ἀνάλογον πυροβολικόν, μηχανικόν, ἱππικόν. Τάγματα πλήρη, ὄχι τάγματα καθὼς θὰ ἴδητε. Σᾶς παρουσιάζονται κύριοι, τέσσαρα τάγματα τῶν εὐζώνων μὲ 1000 περίπου στρατιώτας, ἐνῷ ἐγὼ θέλω 1000 στρατιώτας νὰ ἔχῃ τὸ τάγμα, ἕκαστος δὲ λόχος 150 ἄνδρας, ἐξ ὧν οἱ 100 νὰ ὑπηρετοῦν καὶ οἱ πεντήκοντα ἐπ’ ἀδείᾳ νὰ συναλλάζωνται, καὶ νὰ πληρώνωμεν μόνον 100 ἄνδρας ἔχοντες 150 εἰς ἑκάστην ἀνάγκην τῆς πατρίδος· νὰ ἐπέλθῃ ἡ τακτοποίησις εἰς τὸ πεζικόν, καὶ ἀφοῦ τοποθετηθῶσιν οἱ ἀναγκαιοῦντες βαθμοφόροι, οἱ ἐπίλοιποι νὰ τεθῶσιν εἰς ἀργίαν καὶ ἂς περιμένουν ὅταν εὑρεθῶσι θέσεις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι θὰ πάθουν ἄτομα, ἀλλὰ ἐδῶ δὲν ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν τοῦτο, ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ δίδωμεν χρήματα καὶ νὰ ζητῶμεν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην τοῦ στρατοῦ· τότε μόνον δύνασθε νὰ ἔχητε στρατὸν, ὅταν δύνασθε νὰ δαπανήσητε, καὶ ὑπάρχει περίστασις νὰ δαπανήσητε, καὶ ἀκόμη περισσότερα, καὶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, ἀντὶ 8 ἑκατομμύρια ν’ ἀναβιβάσητε τὸ ποσὸν εἰς 10 πλὴν αὐτὰ τὰ 10 οὐχὶ νὰ τὰ ῥίψητε εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλ’ ἀντὶ 10 ταγμάτων νὰ ἔχητε 12 τάγματα πλήρη καὶ ἐξ 8 λόχων· ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν ἄτιμον ἰδέαν τῆς ἀντικαταστάσεως, τῆς δουλείας αὐτῆς, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ στρατοῦ, καὶ μετὰ τρία ἔτη νὰ ἔχητε 15, 20 χιλιάδας. Ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τακτοποιήσητε τὸν στρατὸν, θὰ ἔχητε 50 καὶ 60 χιλιάδας Ἕλληνας γυμνασμένους.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὰ λόγια;
§16ΛΕΚΚΑΣ. Χαίρομαι, διότι ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν φράσιν, «μὲ τὰ λόγια·» ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, «μὲ τὰ λόγια·» ἀλλ’ ἐγὼ κ. πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δείξω αὐτὸ μὲ τὰ πράγματα. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, πληρώνει μισθοὺς ἁδροτάτους εἰς πολλοὺς χωρὶς νὰ κάμνουν καμμίαν ὑπηρεσίαν, πληρόνετε 8 ἑκατομμύρια χωρὶς νὰ γίνηται σχεδὸν τίποτε, καὶ χωρὶς νὰ ἔχητε τάξιν καὶ ἀναλογίαν ἐν τῷ στρατῷ, ἐνῷ ὅταν τακτοποιήσητε τὸν στρατὸν δύνασθε νὰ ἔχητε 15 χιλιάδας ἄνδρας, καὶ τοῦτο νομίζω, κύριοι, δὲν εἶναι ἰδέαι ἀφηρημέναι, ἰδέαι πραγματικαί. Σήμερον συμβαίνει τὸ ἄτοπον ὅτι, ὅταν συμπληρώνεται ἓν τάγμα, αὐτὸ νὰ σύγκηται ἀπὸ ἓξ λόχους καὶ ἕκαστος λόχος ἀπὸ ἑξήκοντα ἄνδρας. Ἀλλ’ ὅταν κάμητε ὥστε τὸ τάγμα νὰ ἔχῃ ὀκτὼ λόχους καὶ ἕκαστος λόχος 150 ἄνδρας τοὺς 50 εἰς ἀένναον ἄδειαν τοὺς 100 ὑπηρετοῦντας, ἐπανερχόμενοι δὲ οἱ 50 νὰ δύνανται νὰ ἀπαρτίζουν τὴν πλήρη δύναμιν τῶν 150 θὰ ἔχητε 16, 18 χιλιάδας ἀνδρῶν μὲ τὴν δαπάνην, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὰς 12. Εἰς τὴν πρώτην τριετίαν τοῖς λέγετε «δὲν σᾶς θέλω, δὲν δέχομαι τὴν δουλικὴν ὑπηρεσίαν.»
§17ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§18ΛΕΚΚΑΣ. Διότι εἶναι ἀντικαταστάται. Ἡ ἀντικατάστασις δὲν εἶναι ἔντιμον πρᾶγμα· ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι μισθοφόρος τοῦ μεσαιῶνος, οὐδὲ Γενίτσαρος ἢ λιάπης, εἶναι ὁ εὐγενέστερος πολίτης τῆς πατρίδος· δὲν τὰ ἐννοοῦμεν βεβαίως, ἔπρεπε νὰ κάμῃ θαύματα ὁ στρατὸς, ν’ ἀναστήσῃ ἐκεῖνον τὸν Ἀθηναῖον τὸν φιλόσοφον καὶ ἐκεῖνον τὸν Σπαρτιάτην τὸν Λυκοῦργον διὰ νὰ μᾶς δείξουν ὅτι ὁ στρατιώτης εἶν’ ἀνώτερος τοῦ πολίτου ἐν τῇ κοινωνίᾳ (θόρυβος). Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, διότι εἶναι τὸ ὂν, ὃ δίδει τὴν ζωήν του διὰ νὰ ἔχῃς τοῦ λόγου σου τὰς ἀναπαύσεις σου, τὸ ἐμπόριόν σου, ὅλα τὰ καλά σου.
§19ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πολίτης εἶναι πολίτης.
§20ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ στρατιώτης εἶν’ ἀνώτερος αὐτοῦ, καὶ πήγαινε νὰ διαβάσῃς τὴν ἱστορίαν διὰ νὰ μάθῃς (θόρυβος)!
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κύριοι.
§22ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ δαιμόνιος ἐκεῖνος θνητὸς, ὁ Ἀθηναῖος, εἰς τοὺς ὑπερανθρώπους νόμους του λέγει ὅτι ὁ στρατιώτης εἶν’ ἀνώτερος τοῦ πολίτου, διότι εἶναι καὶ πολίτης καὶ στρατιώτης, καὶ ἂν δὲν ἐμάθατε ἱστορίαν, πηγαίνετε νὰ μάθητε εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον.
§23ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Γαλλία τὸ ἀπέδειξε.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μή διακόπτητε, κύριε Μιχαλόπουλε.
§25ΛΕΚΚΑΣ. Λοιπὸν, ὅταν μὲ τὴν δαπάνην τῶν 8 τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἔχετε οὐχὶ 12 χιλιάδας ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἐν ἐνεργείᾳ 14 ἢ 15 καὶ 5 ἢ 6 ἐν ἀδείᾳ, τὸ ὅλον 20· καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς τριετοῦς θητείας ἢ τῆς διετοῦς, ἂν θέλητε, διότι ὁ Ἕλλην πνευματώδης φύσει δὲν ἔχει ἀνάγκην τριῶν ἐτῶν καὶ εἰς δύο ἔτη γίνεται στρατιώτης, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω μετὰ τρία ἔτη ἐὰν τὸν στείλητε εἰς τὰς ἑστίας του, εἰς τὴν πρώτην τριετίαν, ἔχετε 20,000 ἀνδρῶν γυμνασμένων, τὴν δευτέραν τριετίαν ἔχετε ἄλλους 20, καὶ εἰς ἓξ ἔτη θὰ ἔχητε 40 χιλιάδας Ἑλλήνων γεγυμνασμένων καὶ 20 χιλιάδας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἡ μόνη δυσκολία, κύριοι, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ φέρουν καὶ τὴν ὁποίαν ἠξεύρω, τὴν λέγω, τὴν ὁμολογῶ, εἶναι τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῆς ἐνδυμασίας. Ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ 35 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, δὲν εἶναι δυνατόν, ὕστερον μάλιστα ἀφοῦ ἐξεποιήσαμεν τὰς ἐθνικὰς γαίας, ἐξεποιήσαμεν τὰς φυτείας ἐλπίζομεν ἀπὸ τὸ Λαύριον, ἐνομοθετήσαμεν νόμους δρακοντείους διὰ τὰς εἰσπράξεις, δὲν δεχόμεθα οὔτε βουλευτὴν, οὔτε δήμαρχον, ἐὰν δὲν πληρώσῃ τὰ καθυστερούμενα, δὲ εἶναι δυνατὸν κατὰ τρία ἔτη νὰ ἠμπορῇ νὰ προμηθεύσῃ 10 καὶ 15 χιλιάδας ὅπλων; πιστεύω, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούσω ἀπὸ οὐδένα οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν. Ὅταν δαπανήσητε 3,000,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἔχετε καὶ τὸν ὁπλισμὸν καὶ τὰς στολάς. Δὲν βλέπω τὸ δύσκολον. Αὐτὸ σᾶς λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, αὐτὸ σᾶς λέγει ἡ Βουλὴ. Ἐν ἄλλαις λέξεσι σᾶς λέγει, ἄρχοντές μου θὰ σᾶς δώσω τὴν ψῆφόν μου, εἰς ὅ,τι θέλετε διὰ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, νὰ μεταβληθῶσι τὰ πάντα πρὸς τὸ βέλτιον. Δὲν ὁμιλῶ σήμερον πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, εἶμαι ἴσως λίαν εὐχαριστημένος παρ’ αὐτῆς, τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα σήμερον διέπουν τὸ ἔθνος, καὶ τὴν θέλησιν ἔχουν καὶ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ πάντα, ἀλλὰ τὸ πλημμελὲς τῆς ὁδοῦ τοὺς ἔφερε καὶ αὐτοὺς ἐδῶ. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν σήμερον καὶ καλὰ τὴν ἐντέλειαν, οὐχ ἧττον ὅμως, διότι εὑρέθησαν, ἡ τύχη των εἶναι τοιαύτη καὶ τοὺς κάμνει τιμὴν νὰ γείνουν ἀρχὴ τοῦ καλοῦ αὐτοῦ, αὐτοὶ πρέπει νὰ κάμνουν τὴν ἀρχὴν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν τάξιν, διότι εἴμεθα εἰς κυκεῶνα, ὅστις τὶ πότε ἄλλο δὲν μᾶς δεικνύει, παρ’ ὅτι ὅστις δύναται νὰ λάβῃ βαθμὸν νὰ τὸν λαμβάνῃ δι’ ὁποιωνδήποτε μέσων, οὐχὶ δι’ ὑπηρεσίας πολυετοῦς καὶ ἐπιπόνου. Τὰ ὀλίγα τελευταῖα τὰ προσέθηκα συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως γενομένης μοι, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ προχωρήσω περισσότερον, ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐμμείνῃ ἢ μή· ἐγὼ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προέτεινα, καὶ ὁ τότε κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφός μας εἶπε νὰ φέρῃ ἐν τῇ Βουλῇ τοιοῦτον διοργανισμὸν, ἂν εἶχεν ἕτοιμον, διὰ ταῦτα ἂν καὶ παραδεχώμεθα τὸ τοιοῦτον, ἡ ἀνάγκη ὅμως ἀπαιτεῖ τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ πολλὴν δυσκολίαν. Δυστυχῶς, καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Χατζίσκος περὶ τῶν καθυστερούντων καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἦτον ὀφειλέτης. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασίς μας· οἱ πάντες εὑρέθημεν εἰς πλημμελῆ θέσιν, καὶ δὲν δυνάμεθα εὐκόλως νὰ ἐξέλθωμεν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ παραιτηθῶμεν ταύτης τῆς καταστάσεως, καὶ ἐγὼ εὐγνωμονῶ τὴν Βουλὴν, διότι ἐμμένει εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν θὰ προσθέσῃ νέον δικαίωμα ἐπ’ ἐκείνου ὃ ἕως τώρα ἐκέκτητο ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν εἰσάξῃ τὴν τάξιν δι’ ἧς νὰ γνωρίζῃ ἕκαστος ποῦ εἶναι ἡ θέσις του ἐν τῷ στρατῷ καὶ νὰ μὴ τὴν ὀφείλῃ εἰς τὴν εὔνοιαν καὶ τὰς περιστάσεις.
§26ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἦτο καλὸν νὰ μὴ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀφοῦ ὅμως ἦλθεν, ἐπίσης θεωρῶ καλὸν νὰ μὴ μείνουν μέρη τινὰ σκοτεινὰ, διότι ἐνδεχόμενον νὰ προξενήσουν σκάνδαλα εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ ὑποκώφως λέγεται ὅτι γίνονται καταχρήσεις ἐν τῷ στρατῷ ὅτι ἀποῤῥοφᾷ μέγα μέρος τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐσκανδάλισε τὴν κοινωνίαν. Τὰ σήμερον λεχθέντα ἴσως ἀναπτύξουν τὸ σκάνδαλον αὐτὸ, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν κανὲν συμφέρον νὰ σχηματίσωμεν εἰς τὸν τόπον μας δύω ἐχθρικὰ στρατόπεδα συγκείμενα ἀπὸ τὸν στρατὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸν λαὸν ἀφ’ ἑτέρου. Εἶναι καλὸν ἡ κοινωνία νὰ μάθῃ πράγματά τινα, καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσῃ ἢ τὴν μομφὴν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ τὴν ἀποδώσῃ. Κύριοι, ἐπειδὴ τυγχάνω νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀναθέσῃ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὸ Σῶμα διὰ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸ τί πρέπει νὰ ζητήσῃ διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ.
§27ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
§28ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἄλλα θὰ εἴπω. Κατὰ τὴν ἐξέτασιν καὶ τὰς ἐρεύνας ἃς ἔκαμα ἀνεκάλυψα τ’ ἀκόλουθα, ὅτι οὐδεμία παράβασις νόμου ἐγένετο διὰ τοὺς προβιβασμοὺς ἐν τῷ στρατῷ, καθ’ ὅσον κατὰ τὸ 61 ἐπεψηφίσθη ἀπὸ τὴν βουλὴν εἷς νόμος δι’ οὗ ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ 550 κατωτέρους ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ 100 ἐν διαθεσιμότητι. Παρετήρησα ὅτι αἱ θέσεις αὗται δὲν εἶναι πλήρεις ἤδη· ἀλλ’ ἐγένοντο δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων καταχρήσεις. Εὐτυχῶς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς τὰς καταχρήσεις αὐτὰς οὐδόλως ἡ σημερινὴ κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς ἐνέχεται. Ἰδοὺ ἐδὼ ποῖοι εἶναι οὗτοι· π. χ. εἰς τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ὡρίσθη κατ’ ἀρχὰς διὰ διατάγματος τοῦ 33 καὶ 36 ὁ ἀριθμὸς εἰς ἕνα ταγματάρχην, εἰς δύο ὑπολοχαγοὺς καὶ τρεῖς ἀνθυπολοχαγούς, σήμερον φέρει 28 ἀξιωματικούς. Διὰ τοῦτο νομίζω ἐγὼ ὅτι ὁ νόμος ὁ ὀργανικός, ὃν ζητοῦμεν, δὲν μᾶς ὠφελεῖ οὔτε μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας ὡς βουλευταί, διότι καμμίαν δυσκολίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅταν θελήσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὸ σῶμα τῶν ἐπιτελῶν ἢ τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν ἢ τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν· καὶ ἐὰν ἔλεγον ὑμῖν τὰ καθήκοντα τὰ ἀφορῶντα ἕκαστον τῶν σωμάτων τούτων ἠθέλατε φρίξει. Ἄλλως τε ἡ σύνταξις καὶ ἡ ὑποβολὴ τοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι λίαν δύσκολος καὶ χρήζει χρόνου πολλοῦ· καθὼς σήμερον ἔχει ἡ ἀνάπτυξις τοῦ στρατοῦ ἐν τῇ Εὐρώπῃ, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ συμβουλευθῇ ὅλους τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν Εὐρωπαϊκῶν στρατῶν καὶ νὰ φέρῃ ἐντελέστερον νόμον. Ἓν πρᾶγμα δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν σήμερον, καὶ τὸ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς βουλῆς διὰ νὰ τὸ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν, νόμον κανονίζοντα τὴν διαχείρησιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ. Μία καλλιτέρα διαχείρισις, σᾶς διαβεβαιῶ ἀπὸ τοῦδε, θὰ μᾶς φέρῃ οἰκονομίαν 500,000 τοὐλάχιστον δραχμῶν. Τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι περιττά.
§29ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὀφείλω νὰ εἴπω δύω λέξεις ἀπέναντι ὅλων ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν προλαλησάντων. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἧς εἶμαι μέλος, συνῆλθεν· ὁ κύριος πρόεδρος αὐτῆς τὴν διῄρεσε εἰς τρία τμήματα καὶ εἰς ἓν ἕκαστον αὐτῆς ἔδωκεν ἀνὰ δύο προϋπολογισμοὺς ὅπως ἐπεξεργασθῶσιν αὐτοὺς καὶ κατόπιν ἐν πλήρει συνεδριάσει τοὺς μελετήσῃ· ἡμεῖς εἴμεθα βεβαίως ἕτοιμοι· ἀπαιτεῖται νὰ συνέλθῃ ὅλη ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ συζητήσωμεν αὐτοὺς καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ συνταχθῇ ἡ ἔκθεσις. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ συνέβη ὥστε ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ᾖναι μέλος τῆς ἄλλης ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Λαυριακῶν, διὰ τοῦτο καὶ ἀνεβλήθη ἡ συνεδρίασις καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἰσχυρότερος λόγος τῆς ἀναβολῆς· αὔριον ὅμως μέλλομεν νὰ συνέλθωμεν ἐκ νέου καὶ νὰ φέρωμεν τὸ ἀποτέλεσμα.
§30ΔΑΓΡΕΣ. Προχθὲς εἰς τί κατέληξεν ἡ ἐπιτροπή;
§31ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κατέληξεν εἰς μίαν διαφωνίαν, ἥτις ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ κ. Δαγρὲ καὶ τοῦ προέδρου καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν. Ὁ κ. Δαγρὲς ἐφρόνει, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ πρῶτον εἷς ὀργανικὸς νόμος τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν, ἄλλος δ’ εἶχεν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰς κἀνὲν ἀποτέλεσμα καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι ἀνεβάλαμεν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προχωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις..........
§33ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ἣν παρεπέμφθη εἷς νόμος τῶν ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως διὰ τὴν εἰς ἐργολαβίαν παραχώρησιν τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου, ἐξήτασε τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως καὶ συνίστησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχὴν αὐτῆς. Καταθέτω λοιπὸν τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ προεδρεῖον.
§34ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις σήμερον, διότι ἐπείγει ἡ πρότασις, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν πρώτην Μαΐου ἄρχονται τὰ λουτρά.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον;
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου Πειραιῶς, ὅπερ θὰ προηγηθῇ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν λοιπὸν εἰς τὴν διακοπεῖσαν συζήτησιν τῆς χθές. Ὁ κ. Ζαΐμης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ κ. Πετσάλη προηγεῖται.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· «Ἄρθρον 70. Οἱ ἐργολάβοι ὀφείλουσι νὰ εἰσπράξουν τὰ εἰς αὐτοὺς ἀνατεθέντα ἔσοδα ἐντὸς προθεσμίας 5 ἐτῶν ἀφ’ ἧς κατέστησαν ἀπαιτητά. Μετὰ παρέλευσιν τῆς προθεσμίας ταύτης παραγράφεται τὸ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν δικαίωμά των. Ἡ παραδοχὴ αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν φόρων διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 71 καὶ ἐντεῦθεν καθυστερήματα τῶν φορολουμένων.» Θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀμέσως;
§42ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀντίῤῥησις.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καταγράφεται ὡς 7 ἄρθρον τοῦ νόμου. Ὁρίσατε, κ. Ζαΐμη.
§44ΘΡ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀνεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν τῆς προλαβοῦσης συνεδριάσεως τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἑαυτόν μου καὶ εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν τὶ ὀφείλω νὰ εἴπω. Ἐσυζητήσαμεν ἐπὶ 15 ὅλας ἡμέρας νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους. Μετὰ τὴν συζήτησιν δὲ τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νόμου παρουσιάζεται αἴφνης πρᾶγμά τι, διότι δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ ὀνομάσω τὸ καλούμενον «πρότασις συμπληρωτικὴ Δ. Χατζίσκου ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου.» Εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦτο τροπολογία τοῦ νόμου; εἶναι πρότασις ἀνεξάρτητος καὶ αὐτοτελής, ναὶ ἢ ὄχι; καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εὑρέθην, κύριοι, ἐντελῶς εἰς ἀπορίαν· διότι ἐνόμιζον, ὅτι πρότασις τοιαύτη ἀποτελεῖ αὐθύπαρκτον καὶ αὐτοτελῆ πρότασιν, ὄχι δ’ ὅτι πρότασις τοιαύτη ἠμπορεῖ νὰ κολλήσῃ εἰς τὸν περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους Κώδηκα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀπορία μου δὲ αὕτη ἐγένετο ἔτι μεγαλειτέρα, ὅταν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὑρέθη εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν μὲ ἐμὲ, καὶ ἐνῷ εἴχομεν ἐπιψηφίσει κατὰ τὸν κανονισμὸν τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου τούτου περὶ τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην εἰς τὸ τέλος τοῦ νόμου νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς ἄλλης προτάσεως· καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐψηφίσαμεν τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως, τῆς τροπολογίας τῆς συμπληρωτικῆς προτάσεως, καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὴν ὀνομάσω, δηλ. ἐπεψηφίσαμεν ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου τούτου καὶ μίαν ἄλλην ἀρχὴν ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, εἰς ποῖον χάος νομοθετικὸν εὑρέθημεν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶχον πολὺ δίκαιον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαφορᾶς, ἥτις συνταγματικῶς ὑπάρχει μεταξὺ τροπολογίας καὶ προτάσεως νόμου· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐπέστησε δεόντως τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῆς διακρίσεως αὐτῆς, ἥτις εἶναι λίαν σπουδαία· διότι δύναται νὰ ἔχῃ ἄπειρα ἄτοπα. Ὅταν δὲν θελήσητε νὰ καταστήσητε τὴν συνταγματικὴν διαφορὰν μεταξὺ τροπολογίας καὶ προτάσεως νόμου δὲν δύνασθε νὰ προσδιορίσητε τὸ σημεῖον, εἰς ὃ δύνασθε νὰ εὑρεθῆτε κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Ἡ τροπολογία ἑνὸς νομοσχεδίου σημαίνει μεταβολὴν διατάξεώς τινος, περιεχομένης ἐν ἄρθρῳ τοῦ νόμου ἢ προσθήκην ἔχουσαν συνέπειαν μετά τινος διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ τροπολογία, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ νόμου εἶναι ὅλως διόλου διαφορετικὸν πρᾶγμα· καὶ διὰ τοῦτο ἡ πρότασις τοῦ νόμου ὑποβάλλεται εἰς ἄλλας διατυπώσεις παρὰ τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὰς τροπολογίας. Αἱ προτάσεις τοῦ νόμου ἔχουν διαδικασίαν ἐκτεταμένην· πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ νὰ συζητηθῶσιν ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις, ἐνῷ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ὁ κανονισμὸς δὲν καθιεροῖ τοῦτο. Δὲν ἐννοῶ δὲ ποία ἀνάγκη ὑποχρεόνει τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος νὰ συγχύζῃ τὰς τροπολογίας μὲ τὰς προτάσεις τῶν νόμων. Ἄλλοτε εἰς ἓν ἄλλο ἔθνος μέγα καὶ ἔνδοξον, ὅτε εἰσήγετο κατὰ πρῶτον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο δὲν καθιέρωνεν ὑπὲρ τῶν βουλευτικῶν σωμάτων τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων. Ἐζήτουν λοιπὸν τότε ἐκεῖ διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς τροπολογίας νὰ δυνηθοῦν νὰ εἰσάξουν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ὑπὲρ τῆς Βουλῆς, ὅταν τοῦ δικαιώματος τούτου καθ’ ἑκάστην γίνεται χρῆσις, διότι δὲν παρέρχεται ἡμέρα χωρὶς νὰ κατατεθῶσι προτάσεις νόμων δύω καὶ τρεῖς, δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ βλαπτικώτατον· ὄχι μόνον εἶναι βλαπτικὸν κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς νομοθετοῦντας, νὰ τοὺς ἐκθέσῃ σημαντικά. Σᾶς ἐρωτῶ· τί θὰ εἴπῃ τις γνωρίζων ὁπωσοῦν τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ πεπειραμένος περὶ τὴν σύνταξιν τῶν νόμων, ὅταν ἴδῃ εἰς ἓν νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καθιερουμένας πολιτικὰς ἀνικανότητας, ὅταν εἰς ἕνα νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, ἴδῃ ἀνατρεπόμενον τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν; Ποία, κύριοι, ἡ σχέσις, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ καθιερώσεως πολιτικῆς ἀνικανότητος πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων; καὶ τότε διὰ ποῖον λόγον εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς τροπολογίαν νὰ μὴ κολλήσουν οἱ Πανδέκται τοῦ κυρίου Βακαλοπούλου περὶ δημοσίας ἐκπαιδεύσεως; Τὴν αὐτὴν σχέσιν ἔχουν αἱ προτάσεις τοῦ κυρίου Βακαλοπούλου περὶ παιδείας, ὁποίαν σχέσιν ἔχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Βλέπετε, κύριοι, εἷς σολοικισμὸς συνταγματικὸς ποῖα ἄτοπα δύναται νὰ ἔχῃ; Καὶ διὰ τοῦτο αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, πρέπει νὰ ἐξετάζωνται αὐστηρῶς, διὰ νὰ πείθηται ἡ Βουλὴ, ὅτι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὡς τροπολογίαι, εἶναι τροπολογίαι καὶ ὄχι προτάσεις ἀνεξάρτητοι, αὐτοτελεῖς. Καὶ ἂν ἐξακολουθήσωμεν, κύριοι, νομοθετοῦντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, βεβαιωθῆτε ὅτι μετὰ 20 ἔτη πάνσοφος ἄνθρωπος θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ γνωρίζῃ τὴν νομοθεσίαν τὴν ἑλληνικήν· θὰ χρειάζηται κόπος καὶ διδασκαλία μεγάλη ν’ ἀνατρέχωμεν διὰ νὰ εὕρωμεν εἰς νόμον περὶ εἰσπράξεως πολιτικὰς ἀνικανότητας καθιερουμένας καὶ μεταβολὰς τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ποσῶς πῶς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τοῦ κ. Χατζίσκου δύναται νὰ κολλήσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, καὶ ἂν παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν, ὡς παρεδέχθη αὕτη κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ αὐτοτελῆ νόμον, καὶ ὄχι παράρτημα τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων. Μετὰ ταῦτα, κύριοι, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν οὐσίαν τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν. Δύο ἰδέαι παρουσιάσθησαν ὡς πρὸς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα. Ἡ γνώμη τοῦ νὰ καθιερώσωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀνικανότητα διὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἡ γνώμη νὰ καθιερωθῇ κατὰ τῶν μελλόντων νὰ καθυστερήσωσιν. Ἀποκρούω πάσῃ δυνάμει τὴν ἀνικανότητα, ἥτις πρόκειται νὰ πηγάσῃ ἐκ καθυστερήσεων τοῦ παρελθόντος. Ἐν γένει, εἰς πᾶν πολίτευμα ἐλεύθερον, αἱ ἀνικανότητες πρέπει νὰ ᾖναι λίαν περιωρισμέναι. Ἡ πρώτη γνώμη σκοπεῖ νὰ στερήσῃ πολιτικῶν τινων δικαιωμάτων τοὺς ἀπὸ τὸ 1821 ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἡ δὲ δευτέρα τοὺς ἀπὸ τοῦ 1871. Πᾶσα καθιέρωσις ἀνικανοτήτων εἶναι μέτρον αὐστηρὸν τὸ ὁποῖον τόσον εὐκόλως δὲν πρέπει νὰ γίνεται δεκτὸν, ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου· οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ αἱ καθυστερήσεις κατὰ δυστυχίαν ἐνυπάρχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπειδὴ διὰ τῶν καθυστερήσεων ἀδικεῖται τὸ κράτος, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐπικράτησιν τοιαύτης ἀρχῆς διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ καθυστερήσωσι φορολογουμένους. Ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν ταύτην διὰ τοὺς καθυστεροῦντας κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι τὴν πρότασιν ταύτην θεωρῶ ἀντικειμένην οὐ μόνον πρὸ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἐπιείκειαν, καὶ διότι ἡ πρότασις δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας κακὰς διὰ τὸν τόπον. Ὅταν, κύριοι, θέλητε νὰ καθιερώσητε ποινήν τινα, καὶ ποινὴν καθιεροῖ ἡ πρώτη γνώμη, διότι ἡ στέρησις πολιτικῆς ἱκανότητος καί τοι περιωρισμένη, ἂν δὲν ᾖναι σωματικὴ, εἶναι ὅμως ἠθικὴ ποινὴ, ὅταν πρόκηται νὰ καθιερώσητε ποινὰς, δὲν δύνασθε νὰ τὰς καθιερώσητε διὰ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ δώσητε ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τοιαύτην ἠθικὴν ποινὴν, διότι ὁ φορολογούμενος ὁ καθυστερήσας ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ ἐφεξῆς, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι, ἂν καθυστέρει τὸν φόρον του, ἤθελεν ὑποστῆ τοιαύτην ἠθικὴν ποινὴν, τὴν στέρησιν πολιτικῆς ἱκανότητος. Εἶναι λοιπὸν, κύριοι, ὁ νόμος ἄδικος· ἀλλὰ ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν προκαλεῖται ὁ νόμος οὗτος; τί σᾶς λέγουν πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐκκεντρικῆς καὶ ἐκτάκτου αὐτῆς διατάξεως; ὅτι ἡ καθυστέρησις τοῦ φόρου ἠδίκησε τὸ κράτος· τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀληθὲς, διότι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του πρὸς τὴν ἐπικράτειαν, βεβαίως τὴν ἠδίκησεν. Ἂν ὅμως παραδεχθῆτε ὡς οὐσιώδη λόγον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς φέρουν πρὸς παραδοχὴν τῆς προτάσεως, νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ σταματήσητε ἐδῶ; Καὶ δὲν φοβεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἄλλη πρότασις, ἐπίσης ἐκκεντρικὴ, δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα καθυστέρησις φόρου, ἡ καθυστέρησις τοῦ φόρου τοῦ αἵματος καὶ ὅτι αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποδίδουσι τοὺς κληρούχους πρέπει καὶ αὐταὶ νὰ τιμωρηθῶσι, διότι καθυστεροῦν τὸν σπουδαιότερον φόρον, τὸν λεγόμενον φόρον τοῦ αἵματος; Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὀλιγώτερον κακὸν κάμνουν κατὰ τοῦ δημοσίου οἱ ἐγείροντες δίκας κατὰ τοῦ δημοσίου, οἱ ἐγείροντες δίκας κατ’ αὐτοῦ καὶ καταδικαζόμενοι ἀκολούθως; Μήπως αὐτοὶ δὲν ἔβλαψαν τὸ δημόσιον; καὶ ἐὰν τὸ δημόσιον αὐτὸ, ἢ καὶ καθὼς ἔλεγεν ὁ κ. Μίλυσης τὸν φίσκον (Fiscus) θελήσητε νὰ τὸ περιβάλητε μὲ ὅλην τὴν ἀγριότητα, μ’ ὅλην τὴν ἀπανθρωπίαν τοῦ Ἀττίλα καὶ Ἰμπραΐμη, θὰ ὠφελήσητε τὸ ἔθνος, θὰ ὠφελήσητε τὴν ἐπικράτειαν; Ὁμολογεῖται παρ’ ὅλων ἡμῶν, ὅτι δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐσυνηθίσαμεν νὰ μὴ ἐκπληρῶμεν τὰς πρὸς τὸ δημόσιον ὑποχρεώσεις· ὑπάρχει δὲ καὶ ἕτερον δυστύχημα, τὸ ὅτι τὸ περισσότερον μέρος τῶν κατοίκων θεωροῦν τὸ δημόσιον ὡς ἐχθρόν των. Ὅταν λοιπὸν αὐτὸ τὸ δημόσιον τὸ περιβάλλητε μὲ ὅλον τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀγριότητος καὶ ἀπανθρωπίας, δὲν εἶναι φόβος μήπως κατασταστήσητε τὴν κατάστασιν ἔτι χειροτέραν διὰ τοιαύτης διατάξεως, ἀπαδούσης πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἐπιείκειαν; Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, καμμία ἀμφιβολία. Ἐνομοθετήσαμεν, καὶ ἤμην σύμφωνος εἰς τοῦτο, διατάξεις αὐστηρὰς κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου καὶ τὰς ἐψήφισα εὐχαρίστως, διότι ἐπιθυμῶ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τακτικῶς, ἀλλ’ ὡς ἐῤῥέθη καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἡ αὐστηρότης αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὅριά της. Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ καταστήσητε 200,000 λαὸν Παρίας καὶ νὰ θέσητε ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτῶν τὴν πολιτικὴν ἀνικανότητα; Καὶ νομίζετε ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ μόνοι ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν; Ἴσως εἶναι, κύριοι, 150,000 Ἕλληνες, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀφαιρέσητε τὴν πολιτικὴν ἱκανότητα. Ἔχω παρ’ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων πληροφορίας, ὅτι οἱ φόροι τοῦ 1836, 37, 38 καὶ 39 δὲν ὀφείλονται παρ’ ἐνοικιαστῶν, ἀλλὰ παρὰ φορολογουμένων. Πρόκειται λοιπὸν ὅλους αὐτοὺς νὰ τοὺς καταστήσητε Παρίας καὶ νὰ τοὺς εἴπητε, ὅτι «δὲν ἔχετε δικαίωμα οὐδὲ εἰδικοὶ πάρεδροι εἰς τὸ χωρίον σας νὰ γίνητε, διότι καθυστερεῖτε. Καὶ εἶναι, κύριοι, πολλοὶ οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦσι, βεβαίως ἐξ ἰδιοτελείας, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἰς τὰς καθυστερήσεις δὲν πταίει τὸ δημόσιον κατὰ μέγα μέρος, διότι ἐγκαίρως δὲν κατεδίωξε; Λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐγγράψητε κατὰ πολυπληθοῦς τάξεως προγραφήν; Καὶ πρέπει, κύριοι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ κλείσητε τὰ δικαστήρια, διότι ἄλλην ἐργασίαν δὲν θὰ ἔχουν παρὰ αὐτὰς τὰς 150,000 νὰ δικάζουν καὶ ἀποκλείουν ἀπὸ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα· ἰδοὺ δὲ νέον ταμιευτικὸν μέσον, διότι ἠμπορεῖ νὰ καταναλωθῇ καὶ χαρτόσημον, ὡς ἀκούω νὰ λέγῃ ὁ κ. Δανόπουλος· καὶ εἶναι, κύριοι, διατάξεις σπουδαῖαι αὗται; Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς δύω συνελεύσεις ἀνεφάνη τὸ ζήτημα τοῦτο, πρῶτον εἰς τὴν ἐθνικὴν συνέλευσιν τῆς 3ης Σεπτεμβρίου, ὅπου παρεκάθηντο οἱ σημαντικώτεροι ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ χεὶρ καὶ ὁ νοῦς ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἀνίδρυσιν τοῦ ἐλευθέρου οἰκοδομήματος, τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνομεν τὰ πλεονεκτήματα. Ἐκεῖ ἤδρευεν ὁ Κωλέττης, καὶ ὁ Μαυροκορδᾶτος καὶ ὁ Μεταξᾶς καὶ ὁ Λόντος καὶ ὁ Ζωγράφος καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐπιτελεῖς τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, καὶ ἡ πρότασις αὕτη οὔτε ὑπὸ σκέψιν ἐλήφθη· ἦλθε δεύτερον εἰς τὴν Βαν ἐνταῦθα συγκροτηθεῖσαν συνέλευσιν ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ἀπεῤῥίφθη, διότι ἐθεωρήθη ὡς ἀντικειμένη εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας καθιερώνει τὸ σύνταγμα. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκτεταμένα τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ περὶ τούτου. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Χατζίσκον ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ μέλλον· ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον τὴν θεωρῶ διὰ τὴν Ἑλλάδα λίαν αὐστηρὰν, ἰδίως μετὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπεψηφίσατε περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐδώσαμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν προηγουμένων νόμων δὲν εἶχε. Ἐχορηγήσαμεν εἰς τὸ δημόσιον τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ τράπεζα διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων. Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν νομοθεσίαν εἶναι βεβαίως αὐστηρὰ ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὴν παραδέχομαι διὰ τὸ μέλλον· καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς ἄλλο μέγα καὶ πολιτισμένον ἔθνος ὑπάρχει ὁμοία διάταξις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖ δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ψηφοφορῇ τις ἂν δὲν παρουσιάσῃ τὰς ἀποδείξεις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν εἴσπραξιν, ὅτι δὲν καθυστερεῖ τοὺς φόρους του· ἀλλὰ ποία σύγκρισις μεταξὺ ἑνὸς πλουσίου, μεγάλου καὶ πολιτισμένου ἔθνους καὶ τῆς πτωχῆς Ἑλλάδος! Ἐκεῖ, κύριοι, δὲν ἔχουσι τὴν πάνδημον καὶ καθολικὴν ψηφοφορίαν, δὲν ἔχουσι δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῶσι παρὰ τάξις τις ἀνθρώπων πλουσίων καὶ εὐπόρων· ποία ὅμως σύγκρισις μεταξὺ τοῦ ἔθνους ἐκείνου καὶ τῆς πτωχῆς Ἑλλάδος; Προχθὲς ἐψηφίσατε νομοσχέδιον 100,000 δραχ. διὰ νὰ δώσητε ἄρτον εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν· καὶ ὅταν δίδητε ἀφ’ ἑνὸς ἔλεος, ἂν εἴχετε τὸν Χατζίσκειον νόμον ἠθέλετε στερήσει τὴν Ἀκαρνανίαν τοῦ δικαιώματος τῆς πολιτικῆς ἱκανότητος· εἶναι, κύριοι, τοῦτο ὀρθόν; Νομίζετε, ὅτι νομοθετεῖτε διὰ τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὴν Ἀμερικήν; Βλέπετε, ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ὅτι διάταξις τοιαύτη ἀποβλέπουσα τὸ παρελθὸν εἶναι ἄδικος καὶ ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιεικείας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἄδικος καὶ ἀνεπιεικὴς, δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας πολὺ ὀδυνηράς· διότι δὲν δύνασθε, ὡς σᾶς εἶπον, κατὰ 150,000 πολιτῶν ἐνεργῶν νὰ θέσητε τὸ στίγμα τῆς πολιτικῆς ἀνικανότητος. Θέλετε νὰ ἦσθε αὐστηροὶ διὰ τὸ μέλλον, συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν, διότι τοὐλάχιστον ὁ φορολογούμενος θὰ γνωρίζῃ ὅτι, ἂν δὲν πληρώσῃ τὸν φόρον του, τὸν ἀπειλεῖ ποινὴ ἠθικὴ καὶ δύναται νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του. Καὶ διὰ τὸ μέλλον, ὡς εἶπον, ἡ ποινὴ εἶναι αὐστηρὰ, οὐχ ἧττον διὰ τὸ μέλλον δύναμαι ν’ ἀναγνωρίσω τὸ κῦρος αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀποφύγετε, κύριοι, νὰ ψηφοφορήσητε πρότασιν διὰ τὸ παρελθὸν, διότι θὰ ἔχῃ συνεπείας ὀδυνηρὰς, καὶ θέλει προκαλέσει ὅ,τι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ διὰ τὸ μέλλον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ διακόψω τὸν ἀγορεύοντα. Ἤδη, ὅτε ἐτελείωσε, κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ὅστις εἶπεν, ὅτι δῆθεν ἡ πρότασις εἰσήχθη ἐξ ἀπροόπτου, ὅτι ἀπατᾶται. Ἡ πρότασις εἰσήχθη ἀπὸ τὰ 67, εἰσήχθη καὶ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς· ἤδη ὁ κ. Ζαΐμης λέγει, ὅτι εἰσήχθη καὶ εἰς τὰς δύο προηγουμένας συνελεύσεις. Ὄχι μόνον δὲν εἰσήχθη ἐξ ἀπροόπτου, ἀλλὰ μεγαλοφώνως ἠρώτησα τὸν κ. Χατζίσκον, ἂν ἐπιμένῃ ἢ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, καὶ ὁ κ. Χατζίσκος εἶπεν «ἐπιμένω, ζητῶ τὸν λόγον.» Μετὰ ταῦτα, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, διότι σιγὴ βαθεῖα ἐπεκράτει, ἐζήτησα πανταχόθεν ἐπανειλημμένως ἂν ἔχῃ τις ἀντίῤῥησιν, ὅλη δὲ ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ παρεδέχθη τὴν πρότασιν, οὐδενὸς ἀντιτείναντος· τότε καὶ ἐγὼ ἐκήρυξα τὸ «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη παμψηφεὶ τὴν πρότασιν· δὲν ἔχει λοιπὸν κανεὶς δικαίωμα νὰ παραπονῆται, οὔτε τὸ προεδρεῖον πταίει, ἂν ὁ κύριος Ζαΐμης δὲν ἔκαμε κατὰ τῆς προτάσεως χθὲς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε σήμερον. Μάλιστα ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κύριος Χατζίσκος νὰ εἴπω τί μοὶ εἶπε κατόπιν ἰδιαιτέρως, ὅτι δηλ. ἐφάνην μερολήπτης κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Χατζίσκου, ὥστε νὰ ζητῶ νὰ προκαλέσω ἀντιῤῥήσεις εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὥστε ὁ κ. Χατζίσκος μοὶ εἶπε, «κ. πρόεδρε, πολὺ ἐπροσπαθήσατε νὰ φέρητε ἀντιῤῥήσεις εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν». Καθ’ ὅσον δ’ ἀποβλέπει τὴν δευτέραν παρατήρησιν, ὅτι εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν ὁ πρόεδρος καὶ ἔθεσεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν παρατηρῶ, ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο πρώτην φορὰν ἐπὶ προτάσεων ἐφ’ ὧν ἔρχονται διάφοροι τροπολογίαι ἀντίθετοι ἡ μία τῆς ἄλλης. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐγένετο ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σαράβα, ἐγὼ εἶπον σταθῆτε, σκεφθῆτε πρῶτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς πρόκειται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου θὰ ὑστερηθῶσι τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων».
§47Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ προσβάλω τὸ προεδρεῖον, ἠθέλησα νὰ παραστήσω καθαρῶς εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὸ μέλλον νὰ συγχύζωμεν τὰς τροπολογίας μὲ τὰς προτάσεις τῶν Νόμων. Ὑμεῖς, κύριε πρόεδρε, εἶσθε ὅλως διόλου ἀθῶος.
§48Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ γίνηται ἔνστασις, ὁσάκις δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον.
§49ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀπορίαν, κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ φίλος μου κύριος Ζαΐμης, εὑρέθην καὶ ἐγώ· διότι δὲν λησμονεῖ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐκτὸς ἂν ἔλλειπεν ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐσυζητήθη ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων καὶ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον, ὅτι, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὑποστηρίξας καὶ ἐγὼ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, ὑπέβαλον παραχρῆμα καὶ τὴν πρότασιν ἣν εἶχον ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1867, καὶ τὴν ὑπέβαλλον οὐχὶ πλέον ὡς πρότασιν αὐτοτελῆ, ἀλλ’ ὡς συμπληρωτικὴν, ὅπως ἀποτελέσῃ μέρος ἀναπόσπαστον εἰς τὸ σχετικὸν τοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἄλλην ἀρχὴν, κύριε Ζαΐμη, εἰμὴ τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ὥστε δὲν ἦτον ἀλλοτρία πρότασις, οὐδ’ ἐσκόπει κατ’ ἀρχὴν ἕτερον ἀντικείμενον παρ’ ἐκεῖνο ὅπερ εἶχε τὸ νομοσχέδιον· ἐκ τούτων βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξῆλθον ἀπὸ τὸν κανονισμὸν, οὔτε ἡ Βουλὴ συνεζήτησεν αἰφνιδίως καὶ λάθρα τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ Βουλὴ ἦτον ἐν γνώσει, διέταξε νὰ τυπωθῇ, ὡς καὶ ἐτυπώθη ὁλόκληρον τὸ προταθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ἀκροτελεύτιον ἕβδομον κεφάλαιον μὲ τὰ ἐν αὐτῷ ἄρθρα, καὶ διενεμήθη ἔκτοτε εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ὁ δὲ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς καλῶς ποιῶν ἔφερεν εἰς τὴν συζήτησιν τὸ ἀκροτελεύτιον τοῦτο κεφάλαιον πρὶν ἐπιψηφισθῇ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ σχετικοῦ νόμου. Κατόπιν ὁ κ. Ζαΐμης ἐκτός τινων εἰρωνειῶν ἃς παρένειρεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀγαπῶ ν’ ἀπαντῶ, παρέστησε καὶ τὴν πρότασίν μου ταύτην ὡς βανδαλικὴν· Παρίας σᾶς εἶπεν θὰ κάμητε 150,000 λαοῦ ὀφείλοντος εἰς τὸ δημόσιον διὰ τῆς παραδοχῆς τοιούτων διατάξεων. Καὶ ὅμως εὐτυχῶς ἡ πρότασίς μου αὕτη, κύριοι, σκοπὸν δὲν ἔχει νὰ καταδικάζῃ τὸν λαὸν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ περιποιηθῇ αὐτὸν, ὁ λαὸς δὲν ὀφείλει, ἀλλὰ δυστυχῶς ὀφείλει μία τάξις ἀνθρώπων ἥτις ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἰσχύει ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ διὰ τῶν πολιτικῶν μέσων αὐτῆς παρατείνει τὰς πληρωμὰς τῶν φόρων καὶ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον. Μακρὰν λοιπὸν τοῦ νὰ ὦσιν αἱ διατάξεις τῆς προτάσεώς μου ταύτης βανδαλικαὶ καὶ αὐστηραὶ, ἀπεναντίας εἰσὶν σεβασταὶ καὶ ἑλληνικώταται· Τὰς διατάξεις ταύτας τὰς εὑρίσκομεν ἔτι αὐστηροτέρας, ἀλλὰ καὶ ἠθικωτέρας καὶ εἰς τὸ ἀρχαῖον ἑλληνικὸν δίκαιον. Εἰς τὸ σύνταγμα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ σοφοῦ καὶ παγκοσμίου νομοθέτου Σόλωνος· ἀκούσατε, κύριοι, ἄρθρα τινὰ σχετικὰ διὰ νὰ κρίνητε τὴν διαφορὰν τῶν σημερινῶν διατάξεων ἀπὸ τὰς τῶν προγόνων μας. Ἄρθρον 215. «Ὁ μὴ ἐξοφλήσας τὸ χρέος του μέχρι τῆς ἐννάτης πρυτανείας θέλει πληρώνει τὸ διπλοῦν.» Ἄρθρον 216. «Οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου δὲν δύνανται νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας.» Ἄρθρον 217. «Ὁ κατηγορηθεὶς ὅτι ὁμιλεῖ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ χρεώστης ὢν τοῦ δημοσίου παραδίδεται εἰς τοὺς ἕνδεκα.» Εἰς τοὺς ἐπιστάτας δηλαδὴ τῶν εἱρκτῶν.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅστις παρουσίαζε νόμον ὁ ὁποῖος δὲν ἀπερνοῦσε τί ἐπάθαινε;
§51ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸν ἐξώριζον· ἀλλ’ ἀκούσατε, ἂν θέλητε, καὶ ἄλλα δύω ἀκόμη ἄρθρα σχετικὰ καὶ πράξατε κατόπιν ὅ,τι θέλετε. Ἄρθρον 218. «Ὁ ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου θεωρεῖται ὡς καταδικασμένος εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀτιμίας, ἕως οὗ πληρώσῃ.» Ἄρθρον 219. «Ἐὰν ὀφειλέτης τις τοῦ δημοσίου τελευτήσῃ, τὰ τέκνα του ὀφείλουν νὰ πληρώσουν τὸ χρέος, ἄλλως θεωροῦνται ἄτιμα, ἕως οὗ τὸ πληρώσουν.» Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, πολὺ αὐστηροτέρας καὶ πολὺ ἠθικωτέρας διατάξεις· καὶ παρὰ ποίων, κύριοι; παρὰ τῶν προπατόρων ἡμῶν. Οἱ ἔνδοξοι προπάτορες ἡμῶν ἐπὶ τῇ σοφίᾳ καὶ μεγαλοφυΐᾳ τῶν ὁποίων ἡμεῖς σεμνυνόμεθα, ἐγκαυχώμεθα, ὠφελούμεθα, ζῶμεν, οὕτως εἰπεῖν, κύριοι πολιτικῶς, τοιούτους αὐστηροὺς νόμους εἶχον, καὶ ἐκεῖθεν ἔπρεπε καὶ πρέπει καὶ ἡμεῖς ν’ ἀρχίσωμεν τοὺς νόμους μας. Πρέπει νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ μάλιστα τῶν ἠθικῶν, διότι ἡ καθυστέρησις ὑπερέβη πᾶν ὅριον ὑπομονῆς καὶ συγκαταβάσεως· ὀφείλονται, ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, ἐπέκεινα τῶν 70 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ τὸ κακὸν τοῦτο ἂς σταματήσῃ τουλάχιστον ἕως ἐδὼ, ἂς θέσωμεν ἐν τῷ νόμῳ καὶ αὐτὸν τὸν τελευταῖον ἠθικὸν φραγμὸν, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ ᾖναι ἀποτελεσματικώτερος.
§52Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριοι, ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ζαΐμης, εἶναι τόσον λογικὴ καὶ τόσον ὀρθὴ, ὥστε ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἤθελον ἐγερθῆ γνῶμαι ἐναντίαι αὐτῆς. Εἶναι λογικὴ, κύριοι, καὶ ὀρθὴ, διότι ἡ πρότασις ἐφέρθη ἀπὸ τὸν κ. Χατζίσκον ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, ἀλλ’ εἶναι ὅλως ἄσχετος μὲ τὸν ἐπιψηφισθέντα νόμον· καὶ ὄχι μόνον εἶναι ἄσχετον, ἀλλὰ καὶ ἂν ψηφισθῇ, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἰσχύν. Τί λέγει εἰς τὴν τροπολογίαν του ὁ κ. Χατζίσκος; πᾶς ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς, π. χ. τί λέγει τὸ 70 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; (τὸ ἀναγινώσκει). Ὁποιονδήποτε λοιπὸν νόμον καὶ ἂν κάμητε, ὁποιουσδήποτε ἄλλους νόμους, ἐὰν δὲν τοὺς συνδέσητε μὲ τοὺς νόμους τοὺς ἐκλογικοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε πολίτην Ἕλληνα νὰ γείνῃ βουλευτής. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι σήμερον ἡμεῖς ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ διαστρέψωμεν ἢ νὰ παρερμηνεύσωμεν, ἢ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος; Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ νομοθέτημα τοῦ κ. Χατζίσκου, ὅτι τίς ἐξ ἡμῶν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς τὴν παράβασιν ταύτην, ἐγὼ νομίζω ὅτι, διότι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ διότι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος προβλέπει μόνον τὰς ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου προβλεπομένας ἀπαγορεύσεις, δὲν δύναται νὰ ἀποπέμψῃ ἐκλεχθέντα βουλευτήν· οἱ δὲ ἐκλογικοὶ νόμοι προβλέπουν τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς κατεδικάσθη τις ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας ὁ νόμος θεωρεῖ ἀτιμωτικὰς καὶ συνεπάγεται τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν δύνασθε σεῖς σήμερον νὰ συνδέσητε τὸν νόμον τοῦ κ. Χατζίσκου μὲ τὸν περὶ εἰσπράξεως νόμον· διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, εἶναι αὐτοτελὴς καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ, καθὼς ὑποβάλλονται ὅλα τὰ νομοσχέδια εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα καὶ ψηφίζονται· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ νόμου αὐτοῦ οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ τροπολογία, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐπιβάλλει πολιτικὰς ποινὰς καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐπεψηφίσαμεν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας· διότι πρῶτον ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, ἂν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου ᾖναι ἢ δὲν ᾖναι αὐτοτελής. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Χατζίσκος νὰ μὴ συμφωνήσω μ’ αὐτὸν, διότι λέγει, ὅτι ἡ κοινωνία πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσῃ δύω χιλιάδας ἔτη διὰ νὰ παραδεχθῇ τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς ὁποίους εἶχον τότε, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μάθῃ ὁ κ. Χατζίσκος, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας τότε ὑπῆρχον πολῖται ἐλεύθεροι καὶ ἄνδρες δοῦλοι· τότε δὲν ἦσαν ἐλευθερίαι, ὅπως τὰς ἐννοεῖ ὁ νεώτερος πολιτισμὸς, τότε εἶχον πολίτας ὀλίγους καὶ τὸ πλεῖστον μέρος ἦσαν δοῦλοι, καὶ οἱ νόμοι καὶ αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Χατζίσκος δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι σήμερον· διότι ἂν ὤφειλεν ὁ κ. Χατσίσκος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ, ἠδύναντο νὰ ἀνάψωσι μίαν πυρὰν καὶ νὰ τὸν καύσωσι κατὰ τοὺς παλαιοὺς νόμους, ὅπου εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ δανειστὴς νὰ καύσῃ τὸν ὀφειλέτην. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ζαΐμην ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι αὐτοτελὴς καὶ δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§53ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.
§55ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀποσύρομαι, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς παιδείας μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου τούτου, καθόσον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ συντάγματος ἤθελον στηρίξει τὸν λόγον μου.
§56Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται σήμερον, κύριοι, νὰ κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ζαΐμη κατὰ πρῶτον, καὶ δεύτερον ἐπὶ τῆς τοῦ ἀπαραδέκτου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας προτάσεως· Ὁ κ. Ζαΐμης ἰσχυρίσθη μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου περὶ οὗ ἡ συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ὁ κανών, ὅστις ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ, καὶ τηρεῖται εἰς ἓν κοινοβούλιον περὶ τροπολογιῶν κλπ. καὶ ἐπὶ τέλους συνῄνεσεν, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς πρὸς τὸ μέλλον τὸ κατ’ ἀρχὴν ψηφισθὲν ἄρθρον. Ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἴδιος κ. Ζαΐμης, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς πλέον νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου, διότι ἐπεψηφίσθη παρ’ ἡμῶν ὅλων, παρούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀκολουθεῖ ἀντίθετον γνώμην· ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἰσήχθη τακτικῶς· — τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἐπεψηφίσθη καὶ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα, ἂν ὑποτεθῇ ψηφισθέν· καὶ δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὕπαρξιν, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ ἡ Βουλή. Ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ προτείνῃ τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἄρθρου, ψηφισθέντος κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεώς τινος· νομίζω, ὅτι θὰ ἀδικήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἑαυτόν του ὁ κ. ὑπουργὸς, προσκαλῶν αὐτὴν ν’ ἀλλάξῃ γνώμην, ἢ συνείδησιν. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη καὶ ἀπεφασίσθη, καὶ μόνον ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐξεδήλωσεν ἐναντίαν ἰδέαν ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου διὰ τὸ παρελθόν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρολογήσω ἐπὶ τούτου, διότι ὑπάρχουν τὰ πρακτικὰ, καὶ αὐτὰ ἀποδεικνύουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν· ἠμπορεῖ νὰ ἐπικαλῆται τις τὴν μνήμην του, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ἐπικρατήσουν τὰ πρακτικὰ τῆς μνήμης τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἵτινες λέγουν, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη. (θόρυβος). Ἡμεῖς ἐπιμένομεν ὅτι τὸ ἄρθρον κατ’ ἀρχὴν ἐψηφίσθη, καὶ δὲν θὰ μᾶς πείσητε περὶ τοῦ ἐναντίου. Σᾶς ἐρωτῶμεν, εἶναι βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐπιβάλλει ποινὴν, καὶ ἡ ποινὴ αὕτη, ἥτις ἀπειλεῖται, ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα; πόθεν ἀντλεῖ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς διατάξεως ὁ κύριος ὑπουργός; εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος προσδιορίζονται τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ βουλευτής; Μᾶς λέγει, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος (ἄρθ. 72) εὑρίσκει, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀπαγόρευσις ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ, ὁποιαδήποτε ἄλλη ἄλλως ἀπειλουμένη ἀπαγόρευσις καὶ ἂν γείνῃ, δὲν ἰσχύει· νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνον οὔτε μὲ τὸ Σύνταγμα, οὔτε μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, καὶ ἂν γείνῃ νόμος τις ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ποινάς, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸν νόμον τοῦτον. Ἀλλὰ, κύριοι, προσέθεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι εὑρίσκει τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ποινῆς ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους δυνάμει τοῦ Συντάγματος τοῦ κηρύξαντος αὐτοὺς ἀμετακινήτους. Δὲν συμφωνῶ, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἀπειλήσῃ ποινὰς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς ἠθικῆς ἰδέας. Ἀνέφερε καὶ ὑπεστήριξε μετὰ πολλῆς θερμότητος ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς καὶ ὑπουργὸς τὸ ἀνάρμοστον τῆς διατάξεως, διότι εἶπε, τί πρόκειται νὰ κάμωμεν; οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ προσαρτήσωμεν εἰς τὸ περὶ καθυστερούντων νομοσχέδιον καὶ ποινικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἔντιμος βουλευτής, ὅτι ἐψήφισε ποινὰς μεγαλειτέρας ἀπ’ αὐτήν, εἰς τὸν νόμον τοῦτον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων; ἐψήφισε τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὴν θεωρῶ μεγαλειτέραν ἀπ’ αὐτὴν, ἐπεψήφισε καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐργολάβον διὰ εἴκοσι καὶ τριάκοντα δραχμὰς νὰ σύρῃ εἰς τὰς φυλακὰς τὸν τιμιώτερον φορολογούμενον διὰ νὰ λάβῃ αὐτὰ τὰ ὀλίγα χρήματα· ἠπείλησε ποινὰς εἱρκτῆς καὶ δεσμῶν ἐναντίον τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἤθελε παραβιάσει τὴν ὑποχρέωσίν του πρὸς τὸ δημόσιον καὶ τραπῇ εἰς φυγήν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτας ποινὰς, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιψηφίσῃ καὶ μεγαλειτέρας ἀπειλὰς διὰ νὰ δώσῃ κῦρος εἰς τὸν νόμον. Διατὶ ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν, καὶ βλέπομεν ὅλους τοὺς νόμους παραβιαζομένους; διότι δὲν εἴχομεν τὴν φρόνησιν νὰ θέτωμεν κύρωσιν· ἔχομεν ἀπείρους νόμους, ἀλλὰ τοὺς ἀφήσαμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἄνευ κυρώσεως καὶ δὲν ἔφερον κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ἠπειλήσαμεν ποινὰς, δὲν ἐθέσαμεν τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον μόνον αἱ ποιναὶ περιέχουσι. Ἐπαναλαμβάνει, ὅτι τοῦτο τὸ εὑρίσκει ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλ’ ὅμως ὁμολογεῖ ὅτι δὲν τὸ εὑρίσκει τοιοῦτον καὶ διὰ τὸ μέλλον· ἀλλὰ πρόκειται, κύριοι, περὶ καθυστερούντων μελλόντων; Αὐτὸς ὁ νόμος λέγει πρὸς τοὺς καθυστεροῦντας ὀφειλέτας, ὅτι ἦλθεν εἷς νόμος, ὅστις σᾶς ἐπέτρεψε νὰ πληρώσητε, σᾶς ἔδωκε χάριτας καὶ εὐκολίας, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώσατε, ἠδικήσατε καὶ ἐκεῖνον, ὅστις ἐδείχθη ἐπιμελής. Σᾶς συγχωρῶ, σᾶς εἶπε, σᾶς χαρίζω καὶ τοὺς τόκους, καὶ νέαν σᾶς δίδω προθεσμίαν, πληρώσατε ἤδη τοὐλάχιστον· τοὺς ὑπέμεινεν, ἀλλὰ ματαίως. Ἐψήφισε νέον νόμον, ὅστις ἐπανέλαβε ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἠμπορέσατε νὰ πληρώσητε, σᾶς δίδομεν νέαν προθεσμίαν 20 ἐτῶν, ἔλθετε, πληρώσατε, διότι ἡ καθυστέρησις καταστρέφει τοὺς ἄλλους φορολογουμένους, καταστρέφει τὴν δημόσιον οἰκονομίαν, διότι ἔχει ἀνάγκας νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἔθνος, ἄλλως θὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους· ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι περιφρονήσαντες καὶ τὸν νόμον αὐτὸν, προκαλοῦσι τὸν τῆς ἀνικανότητος νόμον, λοιπὸν πταίει ἡ πολιτεία, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐμπαιζομένη, ἀναγκάζεται ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς ἀπίστους τούτους τὴν δημοσίαν λειτουργίαν; Περὶ δικαιοσύνης ὡμίλησεν ὁ Κύριος Θ. Ζαΐμης· δικαιοσύνην ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπονείμῃ, καὶ ταύτην ἐννοῦμεν ν’ ἀπονέμωμεν ἀναγνωρίζοντες ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὁ κυρίαρχος τοῦ κόσμου καὶ ἡ δικαιοσύνη μᾶς ἐπιτάττει τοὺς ἀπίστους ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου τοὺς ὑποτροπιάσαντας κατὰ τὴν ἀπιστίαν νὰ τοὺς μισήσωμεν καὶ νὰ μὴ τοὺς θέλωμεν δημοσίους λειτουργούς· ἀλλὰ μᾶς ἀντιτάττουν ὅτι προσβάλλομεν τὸ σύνταγμα, δίδοντες ἀναδρομικὴν ἰσχὺν εἰς νόμον, ὅστις πρέπει ν’ ἀφορᾷ τὸ μέλλον. Ποῦ εὑρίσκετε τὸν ἀντισυνταγματισμόν; Βεβαίως, κύριοι, οἱ νόμοι δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, ἐκτὸς ὅταν συμπληρῶσι παλαιὸν νόμον· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν παραμικρὰν ἔννοιαν ἡ ἰδέα τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τῶν νόμων, διότι δὲν πρόκειται περὶ νόμου ὅστις ἐπιβάλλει τοὺς φόρους, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων αὐτῶν, πρόκειται περὶ δικαστικῶν τύπων, περὶ μέσων ἐκτελέσεως ἐπικρατεστέρων παντὸς προγενεστέρου. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι εἰς τὰ 1833 ὑπῆρξεν εἰς ἐφαρμογὴν ἡ διαδικασία τοῦ Καποδιστρίου ἥτις κατηργήθη διὰ τῆς πολ. δικονομίας· δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι διὰ τὰς παλαιὰς δίκας, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ δικονομία μετὰ τὴν ἐπιψήφισίν της; (διάλογοι). Ἔχω, κύριοι, τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εὑρίσκεται κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νόμου ἢ τὸ ἀναδρομικὸν ἢ, ἂν εὑρίσκηται, ἔχει ἄλλον λόγον. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ νόμου διαδικαστικοῦ, ὁ φόβος περὶ ἀναδρομικῆς ἰσχύος δὲν ἔχει τὴν παραμικρὰν σημασίαν, διότι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐκτελεσθῇ ὁ διαδικαστικὸς νόμος.
§57ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὸς ὅστις χρεωστεῖ εἰς τὸ παρελθὸν, χρεωστεῖ καὶ σήμερον;
§58ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἐξακολουθῇ ἀθετῶν τὸν περὶ πληρωμῆς νόμον. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, διατὶ ὑποπτεύομεν τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν. Παραπονέθη ὁ κ. Ζαΐμης, διότι καταντῶμεν δούλους 150,000 πολίτας· διατί; σεῖς ὅπου φωνάζετε δὲν χρεωστεῖτε, ἀλλ’ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν προσόδων οἱ ὁποῖοι εἶναι 150,000, 300 ἢ 500 χιλ. Πρόκειται ν’ ἀπαγγείλωμεν τὰς ποινὰς ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν ἐκκαθαρισμένα καὶ ἀναμφισβήτητα χρέη, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ πληρώσουν, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι παραβιάζομεν τὸ σύνταγμα, διότι καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ τὸ σύνταγμα ἐπιβάλλουν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ἐκεῖνον ὅστις χρεωστεῖ νὰ πληρόνῃ. Εἶναι τινὲς, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ πληρώσουν, τί τοὺς πταίομεν ἡμεῖς; Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους τοῦ Σόλωνος, ὅστις ἀπήγγειλε τὴν ἀτιμίαν, ἐξετάζω ἂν ὁ νόμος τοῦ Σόλωνος πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ κράτος ἐδοκίμασε, τοὺς εἶδε, τοὺς ἔδωκε τὰ μέσα καὶ τὰς εὐκολίας νὰ πληρώσωσι καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ μὴ ἐμπιστευθῇ πλέον τὴν διαχείρησιν· διότι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται ἠθέτησαν τοὺς νόμους, πῶς θὰ ἔλθουν νὰ τοὺς ἐφαρμόσουν; Ἀπορῶ μὲ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὀπαδὸν τῆς ἀποκεντρώσεως, πῶς θέλει αὐτοὶ οἱ ὀφειλέται ν’ ἀνέλθουν εἰς τὴν ἐξουσίαν; ὅταν, κύριοι, εἷς χρεωστῇ εἰς τὸ δημόσιον, δὲν εἶναι ὑποτεταγμένος εἰς τὴν ἐξουσίαν πάντοτε; τοῦ λέγω λοιπὸν ἐγὼ νὰ μὴ χρεωστῇ, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ πληρώσῃ. Ἀλλ’ εἶναί τινες φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ὀφείλουν ὀλίγα ποσὰ ἀπὸ δικαιολογημένην αἰτίαν, τούτους πρέπει ν’ ἀποκλείσωμεν τῆς ἱκανότητος τοῦ πολίτου; Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἐξαιροῦνται, ὅσοι χρεωστοῦν 300 δραχμὰς, εἴπατε ἤδη 500. Αὐτὰ, κύριοι, τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν μέχρι τοῦδε, δὲν ἀφοροῦν τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας, ἀλλὰ τοὺς φορολογουμένους. Ἐναντίον αὐτῶν λοιπὸν ἐψηφίσατε τὰ φοβερώτερα, καὶ ἔρχεσθε νὰ συμπαθῆτε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν τοὺς νόμους καὶ κατακρατοῦν τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, λέγοντες ἄνευ αἰδοῦς, ὅτι πρέπει νὰ πληρώνετε σεῖς διὰ ν’ ἀπολαμβάνωμεν τὰ ἀγαθὰ τῆς κοινωνίας ἡμεῖς! Διότι διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα χρεωστοῦν καὶ ἐπληρώσαμεν ἡμεῖς, ἔγεινεν αὐτὴ ἡ πολιτεία. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας περὶ ἀποψηφίσεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζίσκου, ὡς δῆθεν ἀντιβαινούσης εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸ ἀνυπόστατον τῆς ἑτέρας προτάσεως τοῦ κυρίου Ζαΐμη, καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει. Ἀντὶ τῶν 300 δραχμῶν ἂς προστεθοῦν 500 ἢ 1000. Ἂς προσθέσωμεν 2 ἔτη, 3 ἔτη, μετὰ τὰ ὁποῖα ἐὰν οἱ καθυστεροῦντες δὲν πληρώσουν, νὰ ἐφαρμόζωνται κατ’ αὐτῶν αὗται αἱ διατάξεις, διότι ἅμα εἰς τοὺς νόμους δὲν δώσητε κύρωσιν, πιστεύσατε ὅτι δὲν κάμνετε τίποτε.
§59ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῶν ἄκρων, μὲ ἀρέσκουν τὰ μέσα. (θόρυβος), μὲ ἀρέσκουν οἱ συμβιβασμοί. Κύριοι, προχθὲς, εἶναι ἀλήθεια, ὅτι συζητουμένου ἐν τέλει τοῦ νόμου περὶ καθυστερούντων, εἷς τῶν συναδέλφων μας ἔφερε πρότασίν τινα ὡς συμπληρωτικὴν τοῦ νόμου, καὶ ἐπίσης βέβαια, ὅτι ἐν ἀρχῇ οἱ πάντες τὴν παρεδέχθημεν, καὶ καλῶς ἔπραξεν ἡ Βουλή· διότι, ὅτε διὰ τὸν συμπολίτην μας ἐπετρέψαμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ 3, 5, 10 δραχμὰς νὰ τίθεται εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ μὴ τῷ δίδεται καιρὸς νὰ πωλήσῃ ἓν κοιλὸν γέννημα διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του, ὅταν τὸν συμπολίτην μας τὸν ἐδώσαμεν εἰς τὴν πίεσιν οὐχὶ μόνον τοῦ νόμου καὶ τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἰς τὴν πίεσιν ἑνὸς ἀνθρώπου τοκογλύφου, πρὸς ὃν ἡ εὔνοια τῆς τύχης παρέσχε πολλὴν τὴν ὕλην, πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ φρονίμως ποιοῦσα παρεδέχθη ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ, οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ θέλοντες ν’ ἀπολαύσωσι τῶν δημοσίων ἐπαγγελμάτων πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερούντων. Κατὰ πεποίθησιν, κύριοι, λέγω, ὅτι διὰ τὸ μέλλον εἶμαι ἀμείλικτος, καὶ σᾶς ὑπόσχομαι, ἂν δὲν παραδεχθῇ ἡ ἀρχὴ, νὰ μὴ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου. Εὑρίσκω πράγματι καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος, καὶ ὡς Ἕλλην, καὶ ὡς ἄνθρωπος, κάποιαν δυσκολίαν ἢ τραχύτητα εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι εἶμαι εἰς τὸ σημεῖόν μου, θέλω νὰ κατακρίνω τὸ παρελθὸν, θέλω νὰ μάθῃ ἡ Ἑλλὰς, ὅτι ἦτο πλημμελὲς καὶ ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι τὰ πλημμελήματα τοῦ παρελθόντος πρέπει νὰ γείνωσι μαθήματα, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τοιοῦτον ἄρθρον εἰς τὸν νόμον. Τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, ἂν εἰς τὸ 1860, 1862, 1863 καὶ 1864 ἐκεῖνοι οἱ πατριῶται εἶχον τὸν πατριωτισμὸν νὰ εἴπουν, ὅτι ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἐπιτρέπονται καθυστερούμενα, δὲν θὰ εἴχομεν τοιαῦτα σήμερον. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἐμβαίνωμεν εἰς τὴν τάξιν, ἑπομένως ἀδιστάκτως διὰ τὸ μέλλον οὐδεὶς δὲν ἀναγνωρίζει καθυστερήσεις. Κύριοι, λυποῦμαι, διότι ἤμην παρὼν ὅταν εἷς τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἠγόρευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέγνωσεν ἕνα χάρτην, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔκαμε ἂν ὄχι νὰ κλαύσητε, διότι τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς Ἕλληνα, τοὐλάχιστον νὰ συντριβῇ ἡ καρδία σας. Ἡ χήρα τοῦ Κριεζῆ, τοῦ Κολοκοτρώνη, δὲν ἠξεύρω τίνος ἀγωνιστοῦ ἔλαβε μικρὸν τεμάχιον ἄρτου, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ταμεῖον εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, πρέπει νὰ τῇ κόψω τὸ μικρὸν τεμάχιον καὶ ἂς ἀποθάνῃ, δὲν μὲ μέλει. Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὴν ὀφειλὴν πρὸς τὸ δημόσιον; μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντίθετον.
§60ΤΙΝΕΣ. Ποῖος τὸ εἶπε αὐτό;
§61ΛΕΚΚΑΣ. Οὐδεὶς τὸ εἶπε.—Πρέπει, λέγω, νὰ ἐπέλθῃ νέος νόμος, αἱ ἀναβολαὶ τὸ ἠξεύρετε καλλίτερα ἀπὸ ἐμὲ, διότι ἐγὼ εἶμαι νεοσύλλεκτος εἰς τὸ βουλευτήριον, σεῖς εἶσθε παλαιότεροί μου, τὸ Πάσχα θὰ ἀναχωρήσητε, ἴσως ἔλθετε ἢ δὲν ἔλθετε, ἴσως γείνῃ ἀπαρτία ἢ ὄχι διὰ τὸν προϋπολογισμὸν, πότε θὰ συνταχθῇ ὁ νόμος αὐτός; Θέλετε λοιπὸν καὶ τὸ 1871 νὰ ἔχῃ καθυστερήματα; Λοιπὸν σήμερον δὲν δίδομεν τὸν νόμον ἐὰν δὲν μᾶς δώσητε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀρχήν· διὰ τὸ παρελθὸν σύμφημι· πλημμελεῖς ταμίαι, ἀρχαὶ, τὰ πάντα. Οἱ νόμοι ἐνταῦθα δευτερεύουσαν ἰσχὺν ἔχουν καὶ ὄχι τὴν πρωτότυπον. Καμμίαν ἡμέραν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ χαρίσητε τὴν εὔνοιαν νὰ σᾶς διαγράψω θέμα ἐμπαιγμοῦ τῶν νόμων ἐν τῇ Ἑλλάδι, καὶ ὅταν δὲν τὸ ἀποδείξω, τότε ἔχετε δίκαιον νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε· δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ. (Θόρυβος). Λοιπὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θὰ ᾖναι πικρὸν, θὰ ᾖναι σκληρὸν, εἶναι ὀλίγον δύσκολον, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχον χρέη ἀκαθάριστα, ἐνδέχεται νὰ εὑρεθοῦν περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας ἓν ἄτομον νὰ δύναται ν’ ἀντιστῇ. Ὅλα αὐτὰ ὡς φρόνιμοι ἀντιπρόσωποι νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ὅταν εἰς τὸν ἀπρόσεκτον ἰατρὸν ὅστις ἀφίνει τὸν ἀσθενῆ καὶ ἔρχεται εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ἐπιτρέπεται ν’ ἀρχίσῃ αὐστηρὰ φάρμακα διὰ νὰ τὸν θεραπεύσῃ, εἶναι κίνδυνος μήπως ἐπέλθῃ τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, ὁ θάνατος· ὡς ἐκ τούτου, ἀφοῦ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν μὲν νὰ δώσωμεν προθεσμίαν ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν τῆς παρελθούσης ἐποχῆς, προθεσμίαν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, οὐχ ἧττον νὰ ὑπάρχῃ ἀρχὴ, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων δύναται νὰ ὀφείλῃ εἰς τὸ δημόσιον οὐδὲ ὀβολόν, διότι καὶ τὰ παρελθόντα χρέη, ὅταν καθαρισθοῦν, θεωροῦνται χρέη, καθὼς ἐκεῖνα τοῦ 1871. Κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς συναλλαγὰς οἱ πάντες, ἢ σήμερον ἀγοράσητε ἕνα ἐμπόρευμα ἢ ἀναγνωρίσητε ὅτι τὸ ὀφείλετε πρὸ 3 ἐτῶν, δὲν εἶναι χρέος;
§62ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν τὸ δημόσιον ὀφείλῃ;
§63ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ ἐμπεριέχεται εἰς τὸν ἐμπαιγμὸν τῶν νόμων, εἶναι μικρὰ ὑποδιαίρεσις καὶ ἔχει αὔριον τὴν θέσιν της· (θόρυβος). Λοιπὸν τελειόνων, κύριοι, εἶμαι τῆς γνώμης, οὐχὶ νὰ ἀντιλέξω εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα, ἀλλ’ ὡς βουλευτὴς ἐκφράζω καθαρὰν τὴν πεποίθησίν μου, στηριζομένην εἰς τὸ ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ οὐδεμία ἐξαίρεσις, παρὰ ἡ μικρὰ ποσότης τῶν 100 δραχμῶν· διὰ δὲ τὸ παρελθὸν νὰ καθαρισθῇ πᾶν χρέος καὶ δοθῇ προθεσμία τις· οὐχ ἧττον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἕλλην, ὅστις νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποτίσῃ τὴν ὀφειλήν του εἰς τὸ ταμεῖον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαράβας.
§65ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ἔδειξα ἁπλότητα, ὁπόταν τὸ Σάββατον ἐνέδιδον μετὰ τοσαύτης εὐκολίας εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς· ὅ,τι γίνεται σήμερον, μὲ κάμνει νὰ πιστεύσω, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, ὅτι οὐχὶ ἄνευ λόγου ἐζητήθη ἡ ἀναβολή. Ἐπροτάθη, κύριοι, σήμερον, ὡς ἠκούσατε, τὸ ἀπαράδεκτον, ἡ λεγομένη question prealable, κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζίσκου, τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἥτις τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐγένετο τοσοῦτον ἐμφαντικῶς κατ’ ἀρχὴν δεκτὴ, ὥστε μηδὲ εἷς νὰ εὑρεθῇ ὅστις νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον κατ’ αὐτῆς ἢ ν’ ἀντιτείνῃ εἰς τὴν παραδοχήν της. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἶχον λάβει τὸν λόγον, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι παραιτοῦμαι, ἀφοῦ δὲν εὑρίσκεται οὔτε εἷς μὲ ἐναντίαν ἰδέαν. Καὶ, κύριοι, τί εἶναι ἡ πρότασις, ἥτις ἐν μέρει ὑπεδείχθη ἀπὸ τὸν σεβαστὸν φίλον μου κ. Ζαΐμην, ῥητῶς δὲ διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως; εἶναι τὸ ἀπαράδεκτον μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὴ, χωρὶς οὐδὲ εἷς ν’ ἀντιτείνῃ, τουτέστι ἀντὶ νὰ πολεμηθῇ κατὰ μέτωπον, πολεμεῖται πλαγίως. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ προσεκτικὴ ὁσάκις τῇ προτείνονται ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου. Ὅλοι ὅσοι ἔγραψαν περὶ δημοσίου δικαίου καὶ ἰδίως περὶ τῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὰς ἐργασίας τῶν νομοθετικῶν σωμάτων συνιστῶσι τὴν εἰς ὅσον σπανιωτέρας περιστάσεις παραδοχὴν τοιούτων προτάσεων· διότι τὸ ἀπαράδεκτον δύναται νὰ ᾖναι πολλάκις μία ἄμεσος προσβολὴ κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς πρωτοβουλίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος βουλευτής. Μία πλειονοψηφία καταπιεστικὴ δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπὸ τοὺς μειονοψηφοῦντας προτάττουσα τὸ ἀπαράδεκτον. Προτείνουν τὸ ἀπαράδεκτον κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Χατζίσκου σήμερον, ἀφ’ οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτὴ, ἀφοῦ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ ἀντείπῃ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Καὶ ἂς μὴ μὲ εἴπωσι κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ ψηφίζεται ἐπὶ νομοσχεδίων καὶ οὐδέποτε ἐπὶ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἓν ὅλον συνδεόμενον μὲ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐκφράζουν μίαν ἰδιαιτέραν ἰδέαν, συμπληροῦσαν τὸν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου διωκόμενον σκοπόν· διότι τί εἶναι ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου; Εἶναι ὁ νοῦς αὐτοῦ, εἶναι ὁ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενος σκοπός· καθὼς δὲ ἓν νομοσχέδιον ἔχει μίαν ἀρχὴν, οὕτω καὶ ἓν κεφάλαιον αὐτοῦ δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἀρχὴν ὑπηρετικὴν τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ σύνολον τῶν διατάξεων αἵτινες ἀφορῶσι τὴν εἰς ἐργολάβους παραχώρησιν τῆς εἰσπράξεως τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ δημοσίου ἀποτελοῦσι κεφάλαιον αὐτοῦ τοῦ περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων νόμου. Σᾶς ἐρωτῶ· δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ὅπως ἀποφύγῃ ματαίας συζητήσεις ἐπὶ τῶν καθέκαστα, ἂν δὲν παραδέχετο τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου ἀπαιτήσεις δὲν πρέπει νὰ παραχωρῶνται εἰς ἐργολάβους ἢ τραπεζίτας; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι μόνον τῶν νομοσχεδίων ἡ ἀρχὴ δύναται νὰ ψηφισθῇ, οὐδέποτε δὲ καὶ τῶν κεφαλαίων.
§66ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω κ’ ἐγὼ (θόρυβος).
§67ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρεδέχθη λοιπὸν ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως, ὡς ἰδιαιτέρου κεφαλαίου, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· καὶ τόσον εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε ἡ τροπολογία τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος τοιαύτην τινὰ ἐπιγραφὴν φέρει. Παρεδέχθη λοιπὸν ἡ ἀρχὴ καὶ μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς ἐρχόμεθα σήμερον καὶ συζητοῦμεν τί; τὸ ἀπαράδεκτον, τοὐτέστι τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως παρεδέξατο ἡ Βουλὴ, χωρὶς οὐδεὶς νὰ εὑρεθῇ ὅστις ν’ ἀντείπῃ. Ἂς ἴδωμεν τέλος πάντων, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον εἰς τί συνίσταται; Ἂν ἀληθῶς ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ προσέξῃ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου παρεδέξατο ὡς τροπολογίαν ἓν νομοσχέδιον, μηδεμίαν σχέσιν ἔχον μὲ τὸ συζητούμενον, ἐναντίον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ θεμελιώδους νόμου, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, δύναται σήμερον, ἀναγνωρίζουσα τὴν πλάνην της, ἀφοῦ μάλιστα ἐμεσολάβησε μία ἡμέρα, καὶ ἐδόθη καιρὸς νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα ὡριμώτερον ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν της. Δὲν εἶναι τροπολογία, λέγουν, ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χατζίσκου καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ συγκολληθῇ μὲ ἕνα νόμον μὲ τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς φίλος μου κύριος Ζαΐμης ὅταν ἐξέφρασεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ἔῤῥιψεν ἐν παρόδῳ, ἂν ἐνόμιζεν ὅμως ὅτι ἤθελε τὴν ἁρπάσει ὁ συνάδελφός του, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς διὰ νὰ τὴν διατυπώσῃ εἰς ῥητὴν πρότασιν, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ἤθελε τὴν ἐκφράσει· διότι ἐπὶ τέλους τὸ συμπέρασμά του ἦτο νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον.
§68ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἔλθῃ νόμος αὐτοτελὴς, εἶπεν ὁ κύριος Ζαΐμης.
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂν καλῶς ἐννόησα, κύριοι, πρότασιν δὲν διετύπωσεν. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς φίλος μου κύριος Ζαΐμης ἔκαμε καὶ σήμερον τὰς πολὺ ὀρθὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας· ὁπόταν ἐπροτάθη ἡ μεταβολὴ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν στρατιωτικῶν, ὑπεστήριζε τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς ἓν νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ εἰσέρχωνται προτάσεις ὑπὸ τὸν τύπον τῶν τροπολογιῶν οὐδεμίαν ἔχουσαι σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, τὴν ὀρθότητα τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ φίλου μου κυρίου Ζαΐμη καὶ συνομολογῶ ὅτι δὲν πρέπει ὑπὸ τὸν τύπον τῆς τροπολογίας νὰ εἰσάγωνται νομοσχέδια ὁλόκληρα καὶ συγκολλῶνται μὲ νόμον μὲ τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν, διότι τοῦτο ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὰς διὰ τε τοῦ συντάγματος καὶ τοῦ κανονισμοῦ καθιερωμένας ἀρχὰς περὶ τῆς προεξεργασίας τῶν προτάσεων. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅσῳ αὐτὴ ἡ ἰδέα κατὰ θεωρίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, τόσῳ εἰς τὰ καθέκαστα ἀπαντᾷ τὰς μεγαλειτέρας δυσκολίας· διότι ὅ,τι ὁ εἷς θεωρεῖ ἁπλῆν τροπολογίαν, ὁ ἄλλος δύναται νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς μηδεμίαν ἔχον σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τότε διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ δεσμεύσητε ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ ἀπαραδέκτου τὸ δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας νὰ εἰσάγῃ οἵας ἂν ἤθελε κρίνει χρησίμους προτάσεις. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου. Τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συνεζητήσαμεν σπουδαίως τὸ ζήτημα ἐὰν δύναται ἡ πλειοψηφία προτάττουσα ἑκάστοτε τὸ ἀπαράδεκτον ν’ ἀφαιρῇ ὡς καὶ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν. Εἰς τοῦτο θέλομεν καταντήσει ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν διάκρισιν ἡ ὁποία προὐτάθη, τουτέστι νὰ δύναται ἡ πλειοψηφία νὰ λέγῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνεις δὲν τολμῶ νὰ τὸ ἐξετάσω κατ’ οὐσίαν, διότι θὰ δυσκολευθῶ νὰ ἐκφράσω διάφορον γνώμην ἀπὸ τὴν τῆς μειοψηφίας, καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, τὸ ἀποῤῥίπτω κατὰ τύπον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον θέλομεν καταντήσει, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν νὰ κρίνηται ἑκάστη τροπολογία, ἐὰν δύναται νὰ ἔλθῃ ὡς τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον ἢ ἐὰν ᾖναι αὐτοτελὴς πρότασις, ἀληθὴς λογοκρισία, ἐξασκουμένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τῆς μειονοψηφίας. Τί βλάπτει, κύριοι, ἐρωτῶ, ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἰδέαν ὅτι πρότασις οἱαδήποτε δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλὰ κυρία πρότασις τὴν ἀποῤῥίψουν κατ’ οὐσίαν; Ὅταν ὅμως δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ἀποῤῥίψουν κατ’ οὐσίαν, ἔρχονται καὶ τὴν ἀποῤῥίπτουν κατὰ τύπον. Αὐτὸ, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, δὲν εἶναι γενναῖον, δὲν ἀνήκει εἰς σῶμα τὸ ὁποῖον συναισθάνεται τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράσῃ τὰς πεποιθήσεις του.
§70Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ ἔχω πάντοτε τὴν γενναιότητα νὰ ἐκφράζω τὴν πεποίθησίν μου· σοφίσματα μὴ φέρητε.
§71ΣΑΡΑΒΑΣ. Φίλος ὁ Πλάτων, φιλτάτη δὲ ἡ ἀλήθεια. Δὲν δύναμαι νὰ ἀνταλλάξω τὰς πεποιθήσεις μου ἀντὶ οὐδενός. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§72ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐφαρμόσατε, παρακαλῶ, κατὰ γράμμα τὸν κανονισμόν· ἡ βουλὴ δὲν ταράττεται βεβαίως οὔτε ἀπὸ χειροκροτήματα, οὔτε ἀπὸ συρίγματα· οἱ χειροκροτήσαντες εἶναι παιδιὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κρίνουν, πρέπει νὰ γείνουν πρῶτον ἄνθρωποι.
§73ΣΑΡΑΒΑΣ. Εὐτυχῶς, κύριοι, ὑπάρχουν στενογραφήματα καὶ τὸ κοινὸν θὰ κρίνῃ ἐὰν οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους εἶπον ἀξίζουν τὰς διαμαρτυρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τὸν θόρυβον τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσαν. Νομίζω ὅτι δύναται πᾶς βουλευτὴς νὰ ἐκφράζῃ τὰς σκέψεις καὶ ἰδέας του περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παραδοχῆς οἱασδήποτε γνώμης χωρὶς οὐδεὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ παραπονῆται ὅτι ἀναφέρεται εἰς αὐτόν· λυποῦμαι πολὺ ὅτι ζητήματα τοσοῦτον γενικὰ, ἰδέας τοσοῦτον ἀφῃρημένας θέλουν τινὲς νὰ ὑπολαμβάνωσιν ἀναφερομένας εἰς ὡρισμένα πρόσωπα. Ὅταν λέγω ὅτι ὅσοι θέλουν τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου εἰς καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις κατ’ οὐσίαν καὶ δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράζουν τὴν γνώμην των, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ παραπονεθῇ ὅτι ἀνάγεται εἰς αὐτόν· εἶναι ἰδέα γενικὴ τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω παντοῦ καὶ πάντοτε. Τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ὑπερασπίσητε σεῖς, κύριοι, τὰ σέβομαι πολὺ περισσότερον ἀπὸ σᾶς· ἀλλὰ τὰ σέβομαι σεβόμενος τὰς πεποιθήσεις των, καθὼς καὶ αὐτὰ σέβονται τὰς ἰδικάς μου. Ἐσυλλογίσθην ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐν ᾧ εὑρίσκωμαι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου καὶ ἀρχηγὸν τῆς μερίδος εἰς ἣν ἀνήκω κ. Ζαήμην· ἀλλὰ ἐνώπιον πεποιθήσεων αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν μέρος τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεώς μου, τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ ἀναχαιτίσῃ. Ἐπανέρχομαι. Δὲν εἶναι σωστὸν εἶπον, κύριοι, νὰ θέτωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν πρότασίς τις ᾖναι τροπολογία ἢ διάταξις ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ τὴν ἀποῤῥίπτωμεν ὡς ἀπαράδεκτον, καὶ σᾶς ὑπέδειξα τὰς συνεπείας καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ τοιούτου συστήματος. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἐν τῇ οὐσίᾳ της, αὐτὴ ἡ τροπολογία εἶναι τῳόντι νόμος ἰδιαίτερος, ὅλως ἄσχετος μὲ τὸν συζητούμενον νόμον, ἢ συνδέεται ἀναποσπάστως μετ’ αὐτοῦ, καὶ θέλετε ἴδει ὅτι μ’ ὅλας τὰς θεωρίας αἱ ὁποῖαι ἐξηγήθησαν, μ’ ὅλα τὰ ἀπαράδεκτα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν, ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ἄμεσον συνάφειαν, εἶναι στενότατα συνδεδεμένη μὲ τὸν περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων νόμον. Τί λέγει, κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χατζίσκου τοῦ ἐκ φθιώτιδος βουλευτοῦ; Εἶναι ἀνίκανοι νὰ διαχειρίζωνται οἱανδήποτε θέσιν ὅσοι εἶναι ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον, εἶναι ἀνίκανοι νὰ διαχειρίζωνται τὰ κοινὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν ὅτι δὲν γνωρίζουν οὐδὲ συναισθάνονται τὴν πρώτην, τὴν ἱερωτέραν τῶν ὑποχρεώσεών των, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των ἀπέναντι τῆς πολιτείας.
§74ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαιρέτως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κ. Μιχαλόπουλε.
§76ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι θὰ ὁμιλήσω ἔπειτα.
§77ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρόνουν φόρους.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
§79ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε ἐμὲ, σᾶς λέγω ὅτι πληρόνω πενταπλάσια, καὶ δεκαπλάσια ἴσως, ἀφ’ ὅσα πληρόνετε σεῖς, ἐὰν ἐννοῆτε ἄλλον, εἰς αὐτὸν ἀπόκειται νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ. Κύριοι! Ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ φύσις τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χατζίσκου, σᾶς ἐρωτῶ ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων ἢ ὄχι; Δὲν θέλω νὰ τὴν ἐξετάσω μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐὰν συμβάλῃ μεγάλως εἰς τὸν κυριώδη σκοπὸν δι’ ὃν ψηφίζομεν νέον νόμον περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐκείνου πνεύματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ τελευταῖον κεφάλαιον τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοὐτέστιν νὰ ἐπικρέμαται ὡς μία ἀπειλὴ κατὰ παντὸς ὁ ὁποῖος πειράζεται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἁρπάσῃ τὴν δημοσίαν περιουσίαν, ὅτι ἐὰν ὑποκύψῃ εἰς τὸν πειρασμὸν βεβαίως τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι νὰ στερηθῇ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Δὲν θέλω νὰ τὴν ἐξετάσω μόνον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, κυριώτερον δικαιολογεῖται τὸ κεφάλαιον τοῦ περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων νόμου διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ μεταβιβάζῃ εἰς τραπεζίτας ἢ ἐργολάβους τὰς διαφόρους πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλὰς, τοὐτέστιν ὡς μέσον προληπτικὸν ἐν τῷ μέλλοντι καθυστερήσεως. Ὁ λόγος ὁ κύριος ὁ ὁποῖος μὲ παρεκίνησε νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου ἦτο ἡ προληπτικὴ δύναμις, τὴν ὁποίαν διώρων ἐν αὐτῷ. Αὐτὴν τὴν δύναμιν τὴν προληπτικὴν τῶν καθυστερήσεων τὴν βλέπω καὶ ἐν τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χατζίσκου. Παραλείπω ὅμως αὐτὴν τὴν ἔποψιν, καὶ ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην τυπικωτέραν, διὰ νὰ ἴδητε ψηλαφητῶς πόσην ἀναλογίαν καὶ πόσην σχέσιν ἔχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Παρατηρήσατε τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν τὰς συνεπείας τῆς ὑπερημερίας τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Μεταξὺ τῶν πολλῶν ἄλλων συνεπειῶν ἃς ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 48, εἶναι καὶ ἡ ἀκόλουθος «οἱ καθυστεροῦντες πρὸς τὸ δημόσιον χρέη ληξιπρόθεσμα καὶ οἱ ἐγγυηταὶ αὐτῶν δὲν εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰς ἐπὶ πιστώσει δημοπρασίας τῶν ἐθνικῶν προσόδων καὶ κτημάτων, ὅταν τὸ χρέος των ὑπερβαίνῃ τὰς 300 δραχμάς.» ἰδοὺ, κύριοι, μία ἀνικανότης, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸν νόμον αὐτόν.
§80ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς ἐνοικιαστάς.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
§82ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποφερτόν· ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἐνοικιαστῶν, καὶ ἐδῶ εἶναι στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα ἔρχεσθε καὶ λέγετε ὅ,τι θέλετε.
§84ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν, κύριοι, εἰς ἕνα νόμον ὑπάρχῃ κεφάλαιον χωριστὸν εἰς τὸ ὁποῖον ὁρίζονται αἱ συνέπειαι τῆς ὑπερημερίας τῶν ὀφειλετῶν καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἡ ἀνικανότης εἰς τὰς ἐπὶ πιστώσει δημοπρασίας κτημάτων ἢ προσόδων, νομίζετε ὅτι ἀνικανότης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ βασιζομένη λόγου, ἀλλ’ ἐπεκτεινομένη ἐπὶ ἄλλας λειτουργίας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ θέσιν εἰς τὸν αὐτὸν νόμον; Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κύριον Χατζίσκον τὰ ἄρθρα τῆς προτάσεώς του νὰ ἔλθουν κατ’ ἐξακολούθησιν τοῦ ἄρθρου 48, διότι δι’ αὐτῶν οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 48 ἀνικανότητα. «Ὅστις ἅπαξ, λέγει τὸ ἄρθρον 48, διεχειρίσθη τὴν δημοσίαν περιουσίαν καὶ δὲν ἐφάνη ἀκριβὴς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του δὲν τὸν θεωρῶ ἐκ νέου ἱκανὸν νὰ τὴν διαχειρισθῇ.» Ἡμεῖς ἐκτείνοντες τὴν ἀνικανότητα αὐτὴν λέγομεν, ὅστις διεχειρίσθη τὴν δημόσιον περιουσίαν ἀπίστως, ὅστις δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ἱερωτέραν τῶν ὑποχρεώσεών του, τὸν θεωροῦμεν ἀνίκανον ἀκόμη νὰ διαχειρισθῇ οἱανδήποτε ἐξουσίαν. Ἐκεῖ τὸν θεωροῦμεν ἀνίκανον νὰ διαχειρισθῇ τὴν ὑλικὴν περιουσίαν, ἐδῶ τὸν θεωροῦμεν ἀνίκανον νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἠθικὴν περιουσίαν τῆς πολιτείας.
§85ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ καταδικασθῇ εἰς θάνατον.
§86ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ῥηγόπουλε, ἐὰν δὲν ἠμπορῶμεν νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἀρκετὰ εἶπον, κύριοι, καὶ πλέον τοῦ δέοντος ἴσως, ὅπως ἀντικρούσω δύο ἰδέας· πρῶτον, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου δὲν εἶναι τροπολογία, καὶ δεύτερον ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον. Ἀπέδειξα, ὑποθέτω, ὅτι καὶ τροπολογία εἶναι καὶ στενωτάτην σχέσιν ἔχει μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ μὲ τὰς ῥητὰς αὐτοῦ διατάξεις. Ἐὰν αὕτη ψηφισθῇ μαζὺ μὲ τὰς ἄλλας προληπτικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν ἴδει τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερε μία ἄλλη ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπίσης τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξω εἰς ἓν ἄλλο σῶμα, καὶ ἡ ὁποία διήγειρε καὶ αὕτη πολλὰς φωνὰς τότε· ἀλλὰ σήμερον καὶ αὐτοὶ οἱ πολεμήσαντες αὐτὴν, ἀναγκάζονται νὰ ὁμολογήσουν ὅτι ὑπῆρξε σωτηρία ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, ἡ ἀρχὴ τοῦ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀμνηστεία. Τὰς αὐτὰς φωνὰς ἀπήντησα καὶ τότε, ὄχι βεβαίως ὑπὸ τῶν αὐτῶν προσώπων. Ὁπόταν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ παρουσιάσω τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἡ πλειονοψηφία τῆς συνελεύσεως τὴν παρεδέχθη, καὶ σήμερον μετὰ ὀκτὼ ἔτη, ὅλος ὁ κόσμος ἀναγκάζεται νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐὰν ἡ ληστεία θὰ ἐξαλειφθῇ, εἷς ἐκ τῶν λόγων, δὲν θέλω νὰ εἴπω οὔτε ὁ μόνος, οὔτε ὁ πρῶτος, εἷς ὅμως ἐκ τῶν λόγων θέλει εἶσθαι ἡ μεγάλη ἀρχὴ τὴν ὁποίαν, τὸ λέγω ὑπερηφάνως, τῇ ἐμῇ πρωτοβουλίᾳ, καθιέρωσεν εἰς τὸ σύνταγμα ἡ τελευταία συνέλευσις, ἡ ἀρχὴ τοῦ ν’ ἀπαγορεύηται ἀμνηστεία δι’ ἐγκλήματα μὴ πολιτικά. Ἕνα τοιοῦτον σκοπὸν ἐπιδιώκει τόσον τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπέμνησα, καθὼς καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου. Τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον εὐεργετικοὺς νόμους, δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον ἀμνηστείας χρεῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ αὐτὸ γίνεται κάλλιστα διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Χατζίσκου. (Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§87ΔΑΓΡΕΣ. Κ. πρόεδρε, ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ πρῶτον ὁ κ. ὑπουργός.
§89ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ὑποχωρῶ εἰς τὸν κ. ὑπουργόν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ, ὁσάκις ζητήσουν τὸν λόγον, δύνανται νὰ ὁμιλήσουν.
§91Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Ὅταν θέλωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ὀπισθενεργὸν δύναμιν τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον, ὑποστηρίζομεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι δικονομία· ὅταν θέλωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἄλλας ἰδέας, λέγομεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐπιβάλλει ποινὰς, καὶ ὡς ἐπιβάλλων ποινὰς δὲν δύναται νὰ ᾖναι δικονομία. Αὐτὸ τοῦτο ἠκολούθησε καὶ ὁ κ. Σαράβας εἰς τὴν ἀγόρευσίν του εἰπὼν ὅτι δὲν τολμοῦν νὰ φέρουν κατ’ οὐσίαν τὰς ἐνστάσεις των ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἔφεραν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνουν τὸ ἀπαράδεκτον· δὲν ἐνεθυμήθη ὅμως ὁ κ. Σαράβας ὅτι ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι ἡ πρότασις ἢ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Χατζίσκος ἀποτελεῖ ἓν πλῆρες κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ προσκολλήσῃ εἰς τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Σαράβας, ὅτι διὰ νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος ἀπαιτοῦνται κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος τρεῖς ἀναγνώσεις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Λοιπὸν ἢ εἶναι τροπολογία ἢ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Χατζίσκος, καὶ ὤφειλε νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ σχέσιν ἔχοντα ἄρθρα τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐπεψηφίσαμεν, ἢ εἶναι αὐτοτελὴς πρότασις, αὐτοτελὴς νόμος καὶ πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ σύνταγμα. Καὶ ὅταν, κύριοι, ὁ κ. πρόεδρος προχθὲς ἠρώτησε τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἐναντία εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως ἢ τοῦ κεφαλαίου τοῦ νόμου αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Χατζίσκον τί ἐνόει μὲ τοῦτο; ἔδειξεν ὅτι δὲν ἦτο εἰς καιρὸν νὰ συζητήσῃ ὡρίμως τὸ ἀντικείμενον αὐτό· ἐπεφυλάττετο ὅμως τὸ δικαίωμά της νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ δευτέραν καὶ τρίτην φοράν. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι νόμος, ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, αὐτοτελής, ὁ προτεινόμενος ἀπὸ τὸν κ. Χατζίσκον; Εἶναι νόμος αὐτοτελὴς αὐτοτελέστατος, διότι, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπέκυψε καὶ ὑπεβλήθη εἰς πλείστας τροπολογίας, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἔρχονται ἄρθρα πρόσθετα, κεφάλαιον πρόσθετον ἐπιβάλλον ποινὰς καὶ ποινὰς αὐστηράς. Τόσον ὁ κ. Ζαΐμης, καθὼς καὶ ἐγὼ, ὅταν εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος τόπος εἰς τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προσκολλήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐφέραμεν οὐσιαστικοὺς λόγους, δὲν ἀνεπτύχθημεν ὅμως ἐκτεταμένως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διότι ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἡ Βουλὴ προκαταρκτικῶς, καὶ σᾶς τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος ῥητῶς, ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Χατζίσκος, δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ποῦ λοιπὸν εἶδεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὅτι ἡμεῖς δὲν τολμῶμεν νὰ φέρωμεν παῤῥησίᾳ τὰς ἰδέας μας; Δὲν ἀνῄρεσα ὅμως ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ ἄξιον μεγάλης μελέτης. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφέρθη ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως τοῦ 1862 τῆς ὁποίας ὁ κ. Σαράβας ἀπετέλει μέρος ὡς πληρεξούσιος. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔφερεν ὁ κ. Σαρίπολος εἰς τὸ ἄρθρον 70 τοῦ συντάγματος, καὶ ἰδοὺ τὸ ἄρθρον ὅπως ὁ κ. Σαρίπολος τὸ εἶχε τότε διατυπώσει. Ἰδοὺ πῶς εἶναι· «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπολαμβάνων τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα πρὸ πέντε τοὐλάχιστον ἐτῶν, καὶ πρὸς ταῦτα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα, νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 30 τῆς ἡλικίας του ἔτος, νὰ μὴ ὀφείλῃ πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ καθαρῶν καὶ ληξιπροθέσμων ὀφειλῶν πλέον τῶν 1,000 δραχμῶν». Ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεως αὐτῆς τοῦ κ. Σαριπόλου ἔλαβε χώραν ἐκτεταμένη συζήτησις, καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς δύο ἢ τρεῖς περιστάσεις τὴν ἐπανέφερεν ὁ κ. Σαρίπολος, καὶ ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ συντάγματος ἡ συνέλευσις δι’ ἀναστάσεως ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασίν του. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ στενογραφημένα πρακτικά·
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ προβαίνωμεν ἐν τάξει θὰ ἐρωτήσω τὴν συνέλευσιν ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον μέρος νὰ μὴ ὀφείλῃ πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ καθαρῶν καὶ ληξιπροθέσμων ὀφειλῶν πλέον τῶν 1,000 δραχμῶν.
§93ΤΙΝΕΣ. Τὸ ὅλον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ τελευταῖον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Σαριπόλου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀποῤῥίπτεται ἡ πρότασις. Καὶ νομίζετε ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον νὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅπως σᾶς ἀνέφερε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, ὅταν ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία εἶχεν ὅλην τὴν κυριαρχίαν εἰς τὰς χεῖράς της, ἀπεφάνθη οὕτω πως; Νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν νόμους τόσον αὐστηροὺς μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντας μάλιστα μὲ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐπεψηφίσαμεν καὶ νὰ τοὺς προσκολλήσωμεν ὡς μίαν τροπολογίαν; Τί λέγει ὁ κ. Χατζίσκος εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔχει κάμει; ἰδοὺ, κύριοι· «Πρότασις συμπληρωτικὴ Δ. Χατζίσκου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπαναφέρων τὴν κατὰ τὸ 1867 εἰσαχθεῖσαν καὶ παραδεχθεῖσαν δὶς πρότασίν μου περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, προτείνω νὰ τεθῇ συμπληρωτικῶς εἰς τὸν συζητούμενον ἤδη περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου νόμον, αἱ δὲ ἐν αὐτῇ διατάξεις νὰ τεθῶσιν ὡς ἀκροτελεύτια ἄρθρα, ἐν κεφαλαίῳ Ζʹ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ.
Ἄρθρον 69. Οἱ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ἐφεξῆς ληξιπρόθεσμοι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου καὶ τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν καταδιώξεων εἰς ἃς ὑπόκεινται κατὰ τὰς ἐν τῷ παρόντι νόμῳ διατάξεις, στεροῦνται μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς νομίμου προθεσμίας, καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ διατελῶσιν ὡς βουλευταί, ἢ δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι· ἂν δὲ ὦσι στρατιωτικοί, τίθενται εἰς ἀργίαν καὶ δὲν δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν. Ἄρθρον 70. Οἱ ταμίαι καὶ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες ὀφείλουσιν ἐπὶ ποινῇ παύσεως νὰ κοινοποιῶσιν εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἐμπροθέσμως καὶ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τοῦ χρέους των. Παρελθούσης ἐπὶ ματαίῳ καὶ τῆς τριμήνου ταύτης προθεσμίας τῆς ἐν τῷ ἀνωτέρω ἄρθρῳ ὁριζομένης, ὁ ταμίας ὀφείλει νὰ καταγγείλῃ πάραυτα εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα τοὺς μὴ πληρώσαντας τὰ χρέη των καὶ διατελοῦντας εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ὀφειλέτας· ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς νὰ εἰσαγάγῃ τούτους ἀπευθείας καὶ ἄνευ προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν πρωτοδικῶν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἀνεκκλήτως τὴν κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον τοῦ παρόντος νόμου στέρησιν. Ἄρθρον 71. Ἐξαιροῦνται τῶν συνεπειῶν τοῦ παρόντος νόμου οἱ ὀφειλέται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀδυνατοῦσι ν’ ἀποτίσωσιν ἐμπροθέσμως τὴν ὀφειλήν των, ἕνεκα θεομηνίας, πυρκαϊᾶς καὶ ἐν γένει ἕνεκα σπουδαίας βλάβης τῆς περιουσίας αὑτῶν, προελθούσης ἐξ ἐκτάκτου καὶ πασιγνώστου περιστατικοῦ. Αἱ περιστάσεις αὗται προτείνονται παρὰ τῶν ὀφειλετῶν ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ Πρωτοδικείου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ δίκης. Ἄρθρον 72. Οἱ ἔχοντες δυνάμει τοῦ νόμου δικαίωμα τοῦ διορίζειν ἢ προβιβάζειν καὶ διατηρεῖν ἐν ὑπηρεσίᾳ πρόσωπα, στερηθέντα τοῦ δικαιώματος τούτου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, τιμωροῦνται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῇ καταγγελία οἱουδήποτε πολίτου μὲ χρηματικὴν ποινὴν 100–1000 δραχμῶν. Εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν ὑπάγονται καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς, ὅσοι δὲν ἤθελον εἰσαγάγει εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν Πρωτοδικῶν τοὺς καταγγελθέντας ὀφειλέτας ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς καταγγελίας. Ἄρθρον 73. Οἱ ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου ὀφειλέται τοῦ δημοσίου ἐκ προικοκτησιῶν, ἐξ ἐνοικιάσεων προσόδων, ἐξ ἀγορᾶς φθαρτῶν κτημάτων, ἐξ ἐλλειμμάτων ὑπαλλήλων ὑπολόγων καὶ ἐξ ἄλλων σχετικῶν χρεῶν, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, καθόσον κατὰ συνέπειαν προεκδοθέντων εὐεργετικῶν νόμων δὲν ἐκανονίσθησαν νέαι προθεσμίαι, μήπω λήξασαι διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Οἱ δὲ ὀφειλέται ἐκ τῶν αὐτῶν αἰτιῶν ὑπαχθήσονται εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, ἀφοῦ εἰδικὸς νόμος ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν τούτων καὶ τὰς ἐποχὰς τῆς πληρωμῆς αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 16 Φεβρουαρίου 1871. Δ. Χατζίσκος.» Τί εἶναι λοιπόν; εἶναι εἷς νόμος αὐτοτελὴς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Χατζίσκος ἔφερεν ἀπὸ τὸ 1867 καὶ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε· ποῖα ἄρθρα ἔφερε, κύριοι; 69, 70, 71, 72 καὶ 73. Τοιαῦτα ἄρθρα ἔχομεν ἡμεῖς εἰς τὸν περὶ εἰσπράξεως νόμον. Ἡμεῖς κατελήξαμεν, νομίζω, εἰς τὸ ἄρθρον 68. Τώρα τροπολογία τοῦ κ. Χατζίσκου δὲν εἶναι· διότι δὲν τροπολογεῖται τὸ ἄρθρον τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Εἶναι λοιπὸν αὐτοτελὴς νόμος. Ὡς αὐτοτελὴς λοιπὸν νόμος ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τρεῖς συζητήσεις. Δὲν ἔχει λοιπὸν δίκαιον ὁ κ. Σαράβας νὰ χολωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ νὰ εἴπῃ......
§95ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἐχολώθην.
§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν τολμῶμεν νὰ συζητήσωμεν, διότι ὁ κ. Σαράβας συνέπραξε τόσον μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, καθὼς καὶ μὲ ἐμὲ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, καὶ γνωρίζει μετὰ πόσης πεποιθήσεως ὑποστηρίζομεν πάντοτε τὰς ἰδέας μας.
§97ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὴ τὸ παίρνετε ἐπάνω σας. Ἐγὼ ἐξηγήθην ἀρκούντως σαφῶς, ἐξέφρασα μίαν ἰδέαν γενικὴν, ὅτι, ὅταν τίθενται ζητήματα ἀπαράδεκτα, δὲν πρέπει νὰ τίθενται, διότι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι τὰ θέτουν, ὑπολαμβάνονται, ὅτι δὲν ἐκφράζονται μετὰ θάῤῥους· ὡς ἀρχὴν γενικὴν τὸ ἔθεσα.
§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀρχὴν γενικήν· ἀλλὰ σεῖς τὴν ἐφέρετε εἰδικῶς· διότι τὴν ἐπρότεινεν ὁ κ. Ζαΐμης, καὶ διότι τὴν ὑπεστήριξα ἐγὼ, καὶ ἑπομένως ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§99ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀφοῦ ἡρμήνευσα τὴν ἰδέαν μου, εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ἑρμηνεύσητε σεῖς. Ἐγὼ εἶμαι ὁ καταλληλότερος.
§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, κύριοι, ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ ἐπιψηφισθέντος νόμου, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς αὐτοτελὴς νόμος.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρές.
§103ΔΑΓΡΕΣ. Ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι πρῶτον ὁ κ. Ζαΐμης, καὶ δεύτερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μὲ ἀπήλλαξαν τοῦ κόπου νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὸ μέρος αὐτὸ ἀρκετὰ καὶ ν’ ἀγωνισθῶ καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς πείσω. Ὅτι ἡ προηγουμένη πρότασις ἐθεωρήθη αὐτοτελὴς δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐκτὸς ὅλων, ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἠκολούθησεν εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας, εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐψήφισε, θὰ ἴδητε ὅτι, ἅμα ἔφθανεν εἰς τὸ τέλος αὐτῶν, ἀπεῖχε νὰ ψηφίσῃ τὸ σύνολον μέχρις οὗ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Τοῦτο ἔπραξεν ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, τοῦτ’ αὐτὸ ὑποστηρίζει ἡ θέσις τοῦ ζητήματος παρὰ τοῦ κ. προέδρου καὶ ἡ ψῆφος τῆς βουλῆς ψηφισάσης τὴν πρότασιν αὐτὴν κατ’ ἀρχὴν, διότι τὴν ἐθεώρησεν ὡς πρότασιν αὐτοτελῆ· ἐψηφίσατε τοσαῦτα σπουδαῖα καὶ μεγάλα νομοσχέδια, φέρετέ μοι ἓν παράδειγμα ἐάν που ἐψηφίσατε ἓν κεφάλαιον ἀποτελοῦν μέρος νόμου ἢ μίαν πρότασιν ἀναπόσπαστον κατ’ ἀρχήν. Ἐψηφίσατε προτάσεις, ἐψηφίσατε τροπολογίας, ἀλλ’ ἐψηφίσατε ἐπὶ ἄρθρων εἰδικῶν. Ὅταν, κύριοι, ἐδέχθητε καὶ ἐψηφοφορήσατε τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἀναγκαία συνέπεια εἶναι ὅτι ἐδέχθητε αὐτὴν ὡς αὐτοτελῆ πρότασιν. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν ὅτι ψηφίσαντες τὴν ἀρχὴν αὐτῆς δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ τὴν ὑπαγάγητε εἰς τὸν κανονισμὸν καὶ ν’ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνάγνωσις καὶ ψηφοφορία αὐτῆς τρὶς, σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἰδέας τοῦ ἀπαραδέκτου, ὡς πειστικώτατα ἀνέπτυξαν οἱ προαγορεύσαντες, νομίζετε ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστερήσετε τὴν κοινωνίαν ἑνὸς μεγάλου πλεονεκτήματος, ἑνὸς μεγάλου δικαιώματος ὅτι ἀπέναντι ἑνὸς συντάγματος καὶ ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ συνέλευσις ἐψήφισε, δύνασθε ν’ ἀντιταχθῆτε δι’ ἑνὸς ἐκτάκτου νόμου, οἷος εἶναι ὁ προκείμενος; ἀνεχωρήσατε ἀπὸ ἐσφαλμένην ἰδέαν, καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κορινθίας καὶ ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ὅλως διόλου ἐσύγχυσαν τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἀτόμου πρὸς τὴν πολιτείαν, ἐθεώρησαν ὡς δικαίωμα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι εἰς τὴν βουλευτικὴν, δημαρχικὴν ἢ παρεδρικὴν θέσιν, ὅπερ δὲν εἶναι· κύριοι, τὸ τοιοῦτον δικαίωμα εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ ἀτόμου, τὸ ἄτομον ἀνήκει εἰς τὴν πολιτείαν, οὐχὶ ἡ πολιτεία εἰς τὸ ἄτομον, καὶ τοῦτο ἀναγράφει τὸ δημοτικὸν σύστημα· καὶ τολμᾶτε νὰ στερήσητε τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ὁλοκλήρου κοινωνίας, καὶ νομίζετε ὅτι δὲν ὑποπίπτετε ὡς ἐκ τούτου εἰς ἕνα συνταγματικὸν σολοικισμόν; Ἀλλὰ, κύριοι, δυστυχῶς εὑρισκόμεθα εἰς ἕνα τόπον, ὅπου ἡ δημοκοπία ἔχει πέρασι καὶ νομίζουν τινὲς ὅτι συσταίνονται καταφερόμενοι κατὰ μιᾶς τάξεως πολιτῶν. Ἡ δημοτικότης ἀποκτᾶται, ὅταν στηρίζηται εἰς τὸ δίκαιον, καὶ πᾶσα δημοτικότης ἀποκτωμένη ἐναντίον τοῦ δικαίου γίνεται μῖσος, ἐπερχόμενον κατόπιν. Ἐξερχόμενον, κύριοι βουλευταὶ, προχθὲς τοῦ βουλευτηρίου διάφοροι πολῖται εἰς τοὺς ὁποίους ἔκαμε ἐντύπωσιν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις παρὰ τοῦ κ. Χατζίσκου μὲ ἠρώτησαν περὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, τοὺς εἶπον ὅτι ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν καὶ παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ αὐτῆς. Μοὶ εἶπον πῶς δὲν εὑρέθη τις ν’ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, εἶπον δὲν ἦτον τελειωτικὴ ἡ ἐπιψήφισις ἡ χθεσινὴ τῆς προτάσεως αὐτῆς, διότι τοιαύτην ἰδέαν εἶχον ἔκτοτε, καὶ ἂν εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ χθεσινὴ ψήφισις αὐτῆς ἦτο ἡ τελευταία καὶ τελειωτικὴ, ἂς μάθῃ ὁ προλαλήσας ὅτι ἤθελον ἔχει τὴν τόλμην νὰ τὴν ἀποκρούσω (χωρὶς νὰ δειλιάσω, ὡς ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς πολλοὺς) ἀλλ’ οὔτε ἔχω τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ οἰκειοποιηθῶ μόνος πρᾶξιν ἀνήκουσαν εἰς πολλούς. Μοὶ εἶπον, δὲν εὑρέθησαν ἄλλοι βουλευταὶ ν’ ἀντικρούσουν τὴν πρότασιν ταύτην; ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἐδέχθησαν, εἶπον, τὴν πρότασιν αὐτὴν ὁμοφώνως κατ’ ἀρχὴν, καὶ μοὶ λέγουν, καὶ πῶς δὲν εὑρέθησαν ἄλλοι βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς προνομιούχους τινὰς ἐπαρχίας ν’ ἀποκρούσουν τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἐγκολάπτει στίγμα εἰς μέγαν ἀριθμὸν κατοίκων ἐπαρχιῶν, εἰς τὸν μεγαλείτερον πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ πληρόνῃ διπλᾶ καὶ τριπλᾶ βάρη σχετικῶς μὲ τοὺς λαοὺς τῶν ἐπαρχιῶν οὓς ἀντιπροσωπεύουν οἱ κύριοι οὗτοι; ὑπάρχουν βουλευταὶ ἐξ Ἑπτανήσου, τῶν ὁποίων αἱ ἐπαρχίαι εὑρίσκονται εἰς κἄποιαν ἐξαιρετικὴν θέσιν, ὡς εἶναι καὶ τῆς Λακωνίας, καὶ οὗτοι ὤφειλον νὰ λάβουν τὸν λόγον, καὶ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι, ὅταν μοὶ ἔγεινεν ἡ παρατήρησις αὐτὴ, μοὶ ἦλθε πικρία τις καὶ παράπονον, καὶ σήμερον ἐπερίμενα νὰ ἴδω τοὺς βουλευτὰς Ἑπτανήσου καὶ Λακωνίας νὰ λάβουν τὸν λόγον καὶ ἐλυπήθην, ὅταν εἶδον ἕνα ἐξ αὐτῶν καὶ σήμερον, ὡς καὶ προχθὲς, λαλήσαντα μὲ πολὺ πάθος καὶ ἐνδιαφέρον ἐναντίον τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν ταῦτα εἰπόντων μοι πολιτῶν. Ἤθελον ἐννοήσει καὶ αὐτὸν καὶ τὸν κύριον Χατζίσκον τὸν ὑποστηρίζοντα μετὰ τοσούτου ἐνδιαφέροντος τὴν πρότασίν του, ἂν ἔλεγον ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ συμπεριλάβουν πᾶσαν ἄρνησιν εἰσφορᾶς καὶ καθυστέρησιν ἢ καὶ πάντα σφετερισμὸν δημοσίου περιουσίας εἰς τὴν ποινὴν ἣν προβλέπει ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις. Τί ἤδη θέλει νὰ τιμωρήσῃ τοὺς τασπαταλεύσαντας τὰς δημοσίας προσόδους τοὺς μὴ συνεισενεγκόντας εἰς τὰ δημόσια βάρη· καὶ νομίζετε ὅτι οἱ χρηματικοὶ φόροι μόνον εἶναι δημόσιον βάρος καὶ ἡ στρατολογία δὲν εἶναι; καὶ ὅταν ἡ πατρὶς εὑρίσκεται εἰς κίνδυνον, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν, τὴν προσωπικὴν, καὶ τὴν ὑλικὴν θυσίαν ἑνὸς ἑκάστου πολίτου, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις καὶ ὁπόταν ἡ Ἑλλὰς διεξήγαγε τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα ἐπλούτουν μακρὰν αὐτῆς δὲν εἶναι ἄξιον πάσης μομφῆς, ἀφοῦ διὰ τοῦ προκειμένου νόμου τιμωρεῖτε καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως τοὺς υἱοὺς τῶν ἐγγυητῶν τῶν ὀφειλετῶν, ὄχι λέγουν, ἀλλ’ οἱ φορολογούμενοι καὶ ἐκεῖνοι ἐκ τῶν φορολογουμένων οἵτινες πληρώνουν 25 καὶ 30% καὶ ὄχι οἱ πληρώνοντες ἐκ τοῦ περισσεύματος 5 ἢ 10%. Μοὶ ἐγένετο δὲ ἡ παρατήρησις ὅτι οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων κατὰ τῶν ὁποίων τοσαῦτα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀπευθύνθησαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑβρίσθησαν καὶ ἐῤῥαπίσθησαν κατὰ μέτωπον δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναχαιτίσουν τὰ παρὰ τῶν ἄλλων βουλευτῶν τῶν προνομιούχων ἐπαρχιῶν λεχθέντα. Ἐὰν ἐθέτατε εἰς ἴσην μοῖραν τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς λαοὺς ἐνόουν νὰ καθιερώσετε τοιαύτας αὐστηρὰς καὶ ἀντιπολιτευτικὰς διατάξεις. Καὶ δὲν ἔφερον τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νὰ κεντήσω κανένα, οὔτε ἐρεθίσω ἐπαρχιακὰ πάθη· σᾶς φέρω μόνον παράδειγμα διὰ νὰ σᾶς καταστήσω δικαίους καὶ νὰ ἴδητε ὅτι ὅσον θέλετε ψηφίσατε δρακοντείους νόμους, ὅσον θέλετε ἐγκολάψετε στίγμα εἰς ὡρισμένην τάξιν ἀνθρώπων, ἐν ὅσῳ ἔχετε σύστημα τοιοῦτον φορολογικὸν, δὲν θὰ παύσουν αἱ καθυστερήσεις καὶ δὲν θὰ κάμητε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ στερήσητε τὸν λαὸν τὴν ἐλευθερίαν, καὶ νὰ κάμητε, ὥστε ἂν εὑρεθῇ ποτὲ ἐξουσία διεφθαρμένη, νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας τοῦ λαοῦ· ἐπαναλαμβάνω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω παράπονόν τι κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν, διότι δὲν ἦλθον ν’ ἀποκρούσουν μίαν τοιαύτην ἄδικον καὶ αὐθάδη πρότασιν, καὶ ἄδικον αἰτίασιν κατὰ τῶν λαῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συνεισφέρουν, συνεισέφερον, καὶ θὰ συνεισφέρουσι διπλοῦς καὶ τριπλοῦς φόρους. Κύριοι, εἶσθε δίκαιοι; Εἶσθε εὐθεῖς; Δικαιοσύνην θέλομεν, καὶ ὑποβαλλόμεθα εἰς οἱανδήποτε ποινὴν θέλετε, ἀλλὰ νὰ μεταβληθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁμοιόμορφον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ πῶς, κύριοι, βουλευταὶ τῆς Στερεᾶς καὶ Πελοποννήσου ἀνέχεσθε τοὺς ἐντολεῖς σας νὰ τεθοῦν εἰς θέσιν δουλοπαροίκου, καὶ ἄλλοι εἰς θέσιν ἐλευθέρου πολίτου; τὶ πληρώνετε; 10% καὶ περισσότερον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον καταβάλλετε διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς καὶ τῶν κόπων σας. Ὅλα φορολογοῦνται, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ κατάστασίς τις ἡ ὁποία δύναται νὰ προέλθῃ ἐξ ἀτμοσφαιρικῶν μεταβολῶν, ἐξ ἀφορίας γενικῆς, ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν. Τὶ πληρώνουν κύριοι αἱ ἐπαρχίαι Ἑπτανήσου καὶ Λακωνίας; Πληρώνουν μόνον ἐπὶ τοῦ περισσεύματός των. Προσέξατε κύριοι, ἐκ τοῦ περισσεύματος μόνον πληρόνουν. Ἐπὶ τοῦ περισσεύματος, ἐπαναλαμβάνω.
§104ΛΑΠΑΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ ἀντικείμενον· τί θέλετε αὐτά; Τί θέλετε νὰ μᾶς χωρίσητε εἰς δύο στρατόπεδα;
§105ΔΑΓΡΕΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐπαρχία ἡ ὁποία στέλλει τὸν ἀντιπρόσωπόν της διὰ νὰ τηρῇ αὐτὴν εἰς μειονεκτικὴν θέσιν (θόρυβος); Διὰ τί ταράττεσθε; Διὰ τί ἐξεγείρεσθε;
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴν ὑποκινῆτε τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα.
§107ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε! Ἔπρεπε διὰ νὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ λέγετε ταῦτα, καὶ διὰ νὰ ἦσθαι συνεπεῖς εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν νὰ σᾶς ἰδῶ καταβαίνοντα ἀπὸ τὴν ἕδραν σας καὶ λαμβάνοντα τὸν λόγον ἢ κατὰ τῆς κακοήθους ταύτης προτάσεως ἥτις διαιρεῖ τὸν λαὸν εἰς δύο μέρει δουλοπαροίκων καὶ ἐλευθέρων.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατε αὐτὰ τὰ πράγματα (θόρυβος).
§109ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ καταδικάζω τὸ πλημμελὲς σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται εἰς τὴν πατρίδα (θόρυβος). Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχετε ὑπομονὴν νὰ μὴ ἐξεγείρεσθε, ἀλλὰ νὰ ἀκούετε· θέλω τὴν κατάργησιν τοῦ τοιούτου συστήματος τῆς φορολογίας καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἰς τὸ σύστημα τοῦτο ὀφείλονται αἱ τοιαῦται καθυστερήσεις. Εἰς τὴν Μεσσηνίαν τὴν ὁποίαν πάντοτε ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου ὅστις φέρει καίριον τραῦμα κατὰ τῆς ἐπαρχίας ἣν ἀντιπροσωπεύω, ὁ ἔγγειος φόρος τῶν σύκων εἰσπράττεται εἰς τὰ τελωνεῖα, καὶ ἠξεύρετε πόσον εἶναι τὸ ποσόν; 350,000 κατ’ ἔτος· ἐκεῖ, καθὼς καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Πελοποννήσου εἰσπράττεται ὁ ἔγγειος φόρος τοῦ σταφιδοκαρποῦ εἰς τὰ τελωνεῖα καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον· ἐξετάσετε ἂν ὀφείλεται ἓν λεπτὸν ἀπὸ τὸν φόρον αὐτόν; ἀπαντήσατε παρακαλῶ. Τί ἀποδεικνύει αὐτό, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ καθ’ αὑτὸ εἶναι πλημμελές, αὐτὸ τὸ σύστημα ἔκαμε τὰς καθυστερήσεις. Διὰ τί οἱ κάτοικοι τῆς Πελοπονήσου οἱ πληρώνοντες ἀμέσους φόρους βεβαιουμένους διὰ διπλοτύπων καὶ πρωτοκόλλων κατὰ πολὺ πλαστῶν καὶ ἀνυπάρκτων φαίνονται, ὅτι καθυστεροῦν, ἐνῷ οἱ αὐτοὶ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων αἵτινες πληρώνουν τὸν φόρον των εἰς τὰ τελωνεῖα, δὲν φαίνονται ὀφειλέται οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ, τί σημαίνει τοῦτο; ἐξετάσατε τὸ τοιοῦτον καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν εἶναι παρὰ συνέπεια ἀναπόφευκτος τοῦ ἐπικρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνόσῳ ἔχετε, δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται, οὔτε τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν νὰ ψηφίσετε. Καὶ ἐγὼ δικαιοῦμαι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα περὶ καθυστερούντων ν’ ἀποκαλέσω ἄδικον, καὶ ἀνάξιον τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐσυζητήθη. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι μόνον εἰς τὴν φορολογίαν ὀφείλουν τὰ καθυστεροῦντα; ὄχι. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κακὴν διαχείρισιν καὶ εἰς τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· δυστυχῶς τοιοῦτοι εἴμεθα. Δὲν ὑπάρχει ὅσον ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ συναίσθησις καθήκοντος· ὁ ταμίας καταδιώκει τὸν μὲν, καὶ ἀφίνει τὸν δὲ, καὶ ἅμα τοῦτο γίνῃ ἀρχίζει ἡ καθυστέρησις, διότι καὶ ὁ καταδιωκόμενος περιμένει μίαν ἡμέραν νὰ μείνῃ ἥσυχος χωρὶς νὰ πληρώσῃ· οἱ μὴ καταδιωκόμενοι δὲν πληρώνουν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ χρέη τὰ ὁποῖα βλέπετε εἶναι πραγματικά; ὄχι· τὰ πλεῖστα εἶναι ἀνύπαρκτα. Τὸ πλεῖστον τούτων εἶναι πληρωμένον, καὶ ὅμως εἶναι σημειωμένα, διότι εὑρέθησαν καὶ ὑπάλληλοι καταχρασταί. Ἔχετε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξετε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀτίμους; Πρέπει διὰ νὰ ἦσθε πιστευτοὶ νὰ ἦσθαι δίκαιοι, καὶ διὰ νὰ ἦσθαι δίκαιοι δὲν πρέπει νὰ συντρέχετε τὴν κατάχρησιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιζητήσετε παντοῦ τὴν δικαιοσύνην, ὅπως τὰ νομοθετήματά σας ἔχουσι τὸ αὐθεντικὸν κῦρος, πρέπει νὰ ἐπιζητήσετε τὴν ἰσότητα, καὶ τότε μόνον δύνασθε νὰ διατάξητε ποινὰς, ὅταν μεταβάλλετε τὸ φορολογικὸν σύστημα, ὅταν κάμετε ὥστε ὁ φορολογούμενος νὰ γνωρίζῃ τί πληρώνει· ὅταν ἡ φορολογία πανταχοῦ ᾖναι ἴση καὶ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, τότε, καὶ μόνον τότε θὰ συμφωνήσω μαζύ σας. Ἐγώ, κύριοι, δὲν παραδέχομαι τὴν πρότασιν ταύτην, οὔτε διὰ τὸ παρελθόν, οὔτε διὰ τὸ μέλλον. Ἀποφασίσετε ὅ,τι θέλετε.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§111ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ἐβαρύνθην, διότι ἐπὶ πολὺ ἐξετάθη ἡ συνεδρίασις, ὅθεν ἐγὼ θέλω εἶσθαι σύντομος ὅσον τὸ δυνατόν. Πρῶτον περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, ἐλέχθησαν πολλοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι μάταιοι, διότι ἡ πρότασις καθαρῶς ἐκφράζεται καὶ ἐπιγράφεται τί εἶναι. Δὲν εἶναι, κύριοι, τροπολογία, εἶναι αὐτοτελὴς πρότασις, ὅπως πολὺ φρονίμως τὴν ὠνόμασεν ὁ προτείνας αὐτήν, καὶ τοιαύτην τὴν ἐξετίμησεν ἡ Βουλή, διότι ἐὰν δὲν ἦτο τοιαύτη, ἤθελεν ἐρωτήσει ὁ κύριος Πρόεδρος περὶ τῆς ἀρχῆς. Τῶν τροπολογιῶν δὲν ψηφίζεται ἡ ἀρχή· τοῦτο δὲν ἐχρειάζετο πολὺς καιρὸς καὶ τόση συζήτησις διὰ ν’ ἀποδειχθῇ· ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τώρα ἀρκοῦμαι εἰς ὀλίγα λόγια. Κύριοι βουλευταί, ἤμην συμφωνότατος ἂν ἠμπορούσαμεν καὶ τὰ 50,000,000 ἢ 60,000,000 νὰ εἰσεπράτταμεν διὰ νὰ τὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ ταμεῖον καὶ νὰ τὸ πλουτίσωμεν, ἀλλά, κύριοι, πᾶς νόμος δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν κοινωνίαν, νὰ ἐπανορθώσῃ μίαν κακῶς ἔχουσαν κατάστασιν, νὰ συμπληρώσῃ μίαν ἔλλειψιν, νὰ εὐκολύνῃ πᾶν μεσολαβοῦν ἐμπόδιον. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, εἰς τὴν παραγωγήν, πόθεν προῆλθον. Μᾶς λέγουν ὅτι τὰ 50 παρελθόντα ἔτη ἄφησαν καθυστερήματα 50,000,000, ὅ ἐστὶ 1,000,000 κατ’ ἔτος. Ἔρχομαι εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη· ἀπὸ τὰ 1865 ἕως τὰ 1867 καθυστερήθησαν ἀπὸ 2,000,000 κατ’ ἔτος· εἰς τὰ 1867 ἐγένετο προσθήκη φόρων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐδόθησαν καὶ περισσότερα μέσα εἰς τὴν καταδίωξιν, καὶ ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα; ταῦτα ἦσαν αὔξησις τῶν καθυστερημάτων ἀπὸ 2,000,000 εἰς 3,000,000 κατ’ ἔτος. Πότε ἐφθάσαμεν εἰς τὸ μεγαλείτερον ποσόν; Ὅταν ἐπροσθέσαμεν φόρους. Ἡ δυστροπία τῶν φορολογουμένων μήπως ηὔξησε ἢ μήπως ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ περισσότερα τῶν 30,000,000; Ὁ γεωργικὸς λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει τραπέζας νὰ δανεισθῇ, δὲν ἔχει μέσα, ἔχομεν μίαν τράπεζαν, ἀλλ’ εὐθὺς ἔγεινε ὀνοματική, δὲν δανείζει παρὰ τοὺς ἐμπόρους. Προσέξετε, κύριοι, μὴ συγχίσετε τὰ παλαιὰ μὲ τὰ νέα καθυστεροῦντα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑπάρχῃ δυστροπία νὰ λάβωμεν μέτρα, ἂν δὲ ᾖναι ἀλλοῦ ἀφορμὴ, νὰ φροντίσωμεν νὰ τὴν ἐξαλείψωμεν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ προηγηθῇ σκέψις· δὲν πρέπει νὰ συγχίσωμεν δύω πράγματα, τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα, πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα ὡρίμως καὶ νὰ προβῶμεν ἐσκεμμένως.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω κύριοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ παρεξήγησις ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν προχθὲς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς ἀναβολῆς· δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐπροτάθη τότε ἀπὸ σκοποῦ καὶ νὰ ἀποκρουσθῇ σήμερον ὁ νόμος ὁ ὁποῖος χθὲς παμψηφεὶ παραδέχθη ὡς ἀρχὴ, διότι οὐδεὶς ἐτόλμησεν ν’ ἀντιταχθῇ δῆθεν εἰς τὴν ὁρμὴν τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν· εἶμαι ὀπαδὸς πλήρης τοῦ Κυρίου Χατζίσκου καὶ τοῦ μακαρίτου Σόλωνος, ἀλλὰ δέχομαι πλήρη τὴν ἰδέαν τοῦ Σόλωνος καὶ ἠξεύρετε ποία ἦτο αὕτη; Οἱ νόμοι νὰ ὦσι κατάλληλοι διὰ τὰ ἔθνη διὰ τὰ ὁποῖα γίνονται. Θέλω ἐξετάσει τώρα ἂν ὁ νόμος περὶ οὗ πρόκειται εἶναι τῳόντι κατάλληλος νὰ νομοθετηθῇ. Ἡ ἀρχὴ κύριοι, εἶναι ἀξιέπαινος, ἀμέσως παραδεκτὴ ὡς ἀναγκαία· καὶ σωτηρία ἡ παραδοχὴ νόμου τοιούτου, μελετηθέντος ὅμως καὶ ἐφαρμοζομένου εἰς τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας· θέλει ἔχει ἀναντιῤῥήτως συνεπείας ὡραίας καὶ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν φορολόγων καὶ τῶν φορολογομένων. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ, καὶ κατά τινα τρόπον ἐφαρμοζομένη δύναται νὰ ἔχῃ τὰς συνεπείας αὐτάς; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Καὶ ἂν τοῦτο δύναται σήμερον ν’ ἀναπτυχθῇ, καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ ὡς προτείνεται, ἡ γνώμη ἐμοῦ εἶναι νὰ δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν ἀμέσως. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ βεβαιότης ὅτι οὐχὶ ἡ ἀρχὴ, ἀλλ’ αἱ λεπτομέρειαι θέλουσιν ἔχει ἐναντίας συνεπείας, τότε δὲν πρέπει ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν ἀρχὴν, τοῦτο ποτὲ δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμητε, ἀλλὰ νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, νὰ κανονίσητε τὰς λεπτομερείας καὶ νὰ φθάσητε οὕτω εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε. Πρῶτον, κύριοι, ἵνα ἐννοήσητε, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ὄχι ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, πρέπει νὰ ἐξετάσητε ποῖον τὸ παρελθὸν καὶ ποῖοι οἱ ὀφειλέται τοῦ παρελθόντος. Κύριοι, οἱ ὀφειλέται τοῦ παρελθόντος ἀρχίζουν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίτου Καποδιστρίου καὶ πρὶν ἴσως. Ἡ φυσικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀγῶνος ἦτο ἐρείπιον καὶ σποδός· οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ αἵματός των καὶ διὰ θυσιῶν ἀνυπολογίστων ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα αὐτὴν εὑρέθησαν, ἅμα περαιωθέντος τοῦ ἀγῶνος, ἄστεγοι, γυμνοὶ καὶ μὴ ἔχοντες τὸν ἐπιούσιον ἄρτον· ἰδοὺ ἡ πρώτη αἰτία, ἡ ὁποία πολλοὺς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες συνείθισαν εἰς τὸν πόλεμον καὶ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων τόσα ἔτη καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν ἀμέσως εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ἀξίνης, ἔκαμεν, ἵνα θεραπεύσωσιν τὰς ἀνάγκας των νὰ σπεύσωσι νὰ γείνωσιν ἐνοικιασταὶ, ὅπως εὕρωσι τροφὴν καὶ στέγην εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἔζησαν προσπορισθέντες ἀπὸ τὰς ἐνοικιάσεις. Ἰδοὺ, κύριοι, μία κατηγορία τῶν χρεῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μετὰ τὴν ἄφιξιν τῆς Βασιλείας ......
§113ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ προκαταρκτικοῦ ζητήματος.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα οὕτω πως ἀνεπτύχθη· ὁ κ. Ζαΐμης ὡμίλησεν ἐν γένει. Ἐγὼ θέλω ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα, ὅπως ἐγὼ τὸ ἐννοῶ.
§115ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν ἀνέβην νὰ ὁμιλήσω, ὁ κύριος πρόεδρος μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἰς ἐκεῖνο ἀπήντησε.
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἄφιξιν τῆς βασιλείας, κύριοι, οἱ νόμοι περὶ καταδιώξεως καὶ περὶ εἰσπράξεως ἦταν ὅλως ἀτελεῖς, ἀτελέστατοι· αἱ ἐνοικιάσεις ἔκτοτε ὑφίστανται, καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ, κύριοι, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, τότε ἄφησαν τὰ μεγαλείτερα καθυστερήματα· οἱ κάτοικοι ἠρνοῦντο νὰ πληρώσωσι, δὲν εἶχον τὰ μέσα οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ εἰσπράξωσι, τὰ μέσα τότε τοῦ καταναγκασμοῦ ἦσαν ἀτελῆ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ δευτέρα κατηγορία τῶν καθυστερημάτων καὶ πόθεν αὐτὰ ἐπήγασαν. Τρίτον ἦλθεν ὁ νόμος ὁ καταστρεπτικὸς τῆς προικοδοτήσεως, νόμος ὅστις κατέστρεψε τὰς πλείστας οἰκογενείας, καὶ ὅσαι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξέλθωσι τῶν δικτύων αὐτοῦ εἰσὶν ἐπιβεβαρυμέναι μὲ χρέη ὑπέρογκα, ὄχι συνεπείᾳ καταχρήσεων, ἀλλὰ συνεπείᾳ τοῦ κακοῦ τούτου νόμου, ὅστις κατηράσθη διὰ τοῦτο ἀπὸ τὸ ἔθνος καὶ ἐγκατελείφθη ἔκτοτε. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ τρίτη κατηγορία τῶν καθυστερήσεων αὐτῶν. Μετὰ ταῦτα ἔλαβον χώραν διάφοροι ἐνοικιάσεις πολυετεῖς φθαρτῶν κτημάτων, αἱ ἐνοικιάσεις αὗται ἀπέτυχον διὰ τὸν ἐκ τῆς δημοπρασίας ἐρεθισμὸν καὶ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ἡ κυβέρνησις κατὰ συνέπειαν ἠναγκάσθη νὰ διαῤῥήξῃ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνάψει μὲ τοὺς ἐνοικιαστὰς, διότι εἶδεν ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσιν ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς ἐνοικιάσεως· τοὺς ἀφῄρεσε λοιπὸν τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα πολυετῶς ἐνοικίασεν εἰς αὐτοὺς πρὶν λήξῃ ἡ προθεσμία. Ἰδοὺ καὶ ἄλλη κατηγορία ὀφειλετῶν καὶ καθυστερημάτων. Προσθέσατε δὲ τώρα τὰ καθυστερήματα, τὰ προερχόμενα ἀπὸ τὴν κακὴν βεβαίωσιν καὶ ψευδῆ ἐγγραφὴν, διότι πολλάκις συμβαίνουν τὰ τοιαῦτα· γνωρίζομεν καὶ ψευδῆ καὶ πλαστὰ διπλότυπα· χθὲς μάλιστα ἀνέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν κατόπιν τῶν δηλώσεων. Ὅσοι, κύριοι, διεχειρίσθητε τὰ δημόσια ἐπὶ τοῦ κλάδου αὐτοῦ καὶ οἱ ἐπαρχιῶται ἡμεῖς, οἵτινες κατοικοῦμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, γνωρίζομεν, ὅτι πολλὰ χρέη ἔμειναν ἀνεξόφλητα ἐκ καταχρήσεων τῶν εἰσπρακτόρων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ εἴσπραξις αὐτῶν, καὶ ἐσφετερίζοντο τὰ χρήματα. Δὲν λέγω, ὅτι αὐτὰ μόνον εἶναι τὰ καθυστερήματα, εἶναι καὶ ἄλλα κακῆς πίστεως καὶ ἄλλαι καταχρήσεις ἔλαβον χώραν ἐξ ἐκείνων τῶν διαχειριστῶν, οἵτινες ὁπωσδήποτε σφετερίζονται τὰ δημόσια. Κύριοι, θέλετε νὰ ὑποβάλητε εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὅλους τοὺς ὁπωσδήποτε ὀφειλέτας; εἶναι ἀδύνατον· καὶ ἂν τὸ ἀποφασίσητε, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ ἐντελέσητε. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, νὰ ἐφαρμόσητε ἕνα νόμον ἄδικον κατ’ οὐσίαν, δὲν θὰ ὑποκύψωσιν οἱ ἀδικηθέντες, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμόσητε τοιοῦτον νόμον, ἠθικῶς ἀδύνατον ἐνώπιον τοῦ δικαίου. Ὅθεν, κύριοι, πρέπει νὰ διακρίνητε τοὺς κακῆς πίστεως ὀφειλέτας· εἶναι δυνατὸν τοῦτο, εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ ἀμέσως καὶ τυχαίως, ὅπως προτείνεται; μοὶ φαίνεται ὄχι· πολλὰ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἐλησμόνησα ὅτι ὑπάρχει καὶ ἓν ἕτερον μέγιστον ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη εἰς τὸν νόμον, ὅστις ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν καὶ ἐπεψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι τοῦ 1861, καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἀρκεῖ μία ἔνστασις νὰ παρουσιασθῇ δι’ ἓν χρέος ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου καὶ ἡ καταδίωξις παύει, διότι τὸ χρέος κηρύττεται ἀμφισβητήσιμον, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ. Κύριοι, ὁ νόμος αὐτὸς κατέστρεψε τὸ ἀπαιτητὸν τῶν παλαιῶν χρεῶν, καὶ τὸ κατέστρεψεν ὡς μὴ ὤφειλε· διότι αὐτὸς ἐκ τῶν προτέρων ἠρνήθη τὴν ἀλήθειάν του ἐνώπιον μιᾶς ἐνστάσεως ἢ παραπόνου τοῦ ὀφειλέτου. Τώρα, κύριοι, τί θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις; καὶ μὴ νομίσητε ὅτι τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προτείνετε εἶναι ἁπλοῦν, εἶναι τὸ σπουδαιότερον τοῦ πολίτου δικαίωμα, νὰ εἴπητε εἰς αὐτὸν σὲ στερῶ τοῦ πολιτικοῦ δικαιώματος ἐπὶ συμβεβηκότων ὅσα σᾶς ἐξέθεσα, δὲν εἶναι δίκαιον. Κύριοι, τὰ προταθέντα ἐπιχειρήματα καὶ δὲν εἶναι ἐπιχειρήματα σπουδαῖα, αἱ ἐνστάσεις αὐταὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως τῆς τελευταίας ἐκτεταμένως, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν συζήτησιν τῆς συνελεύσεως ἐκείνης ἡ ὁποία περιεῖχε, ἂς τὸ εἴπωμεν διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶμεν, πολλὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀφείλουν, διότι δὲν ἦτο ἀπὸ ἐπαρχίας αἱ ὁποῖαι κατὰ δυστυχίαν θεωροῦνται ὡς ὀφειλέτιδες, ἡ συνέλευσις τότε εἶπεν, «διὰ τὸ παρελθὸν δὲν παραδέχομαι τὴν πρότασιν,» καὶ δὲν ἐδέχθη τοιαύτας ποινὰς κατ’ ὀφειλετῶν τοιούτων. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ποῦ φθάνει ἡ ἀδικία σας, ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν καὶ τοὺς ἐγγυητάς; εἰς βαθμὸν εἰς τὸν ὁποῖον οὔτε Ἀβυσσινὴ νομοθεσία δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ, καὶ τοὺς ἐγγυητὰς νὰ ὑποβάλετε εἰς αὐτὴν τὴν ποινήν; κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐγγυητὰς δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκτὸς τῆς περιουσίας του τὴν ὁποίαν θέτει πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου ὑπέγγυον, ἤθελε ζητηθῆ καὶ ἡ τιμή του· δὲν ἐλέγατε εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ τιμή σας κινδυνεύει· αὐτὸ ἂν ἐλέγατε, δὲν ἤθελον δόσει τὴν ἐγγύησίν των. Κύριοι, καὶ ὡς πρὸς τὸ μέλλον ὑπάρχουν ἐπίσης δυσκολίαι, ἀλλ’ εἶναι ἀποῤῥιπτέα καὶ ὡς πρὸς τὸ μέλλον ἀπολύτως ἡ διάταξις αὕτη; ὄχι, λέγω, κύριοι, ὄχι, ὡς πρὸς τὸ μέλλον λέγω ὄχι· ἀλλὰ ὅπως παρουσιάζεται ἡ πρότασις ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη; ἔχετε, κύριοι, βεβαιότητα διατηρουμένου τοῦ ὑπάρχοντος φορολογικοῦ συστήματος, ὅτι τὰ πρωτόκολλα τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς παρουσιάσουν διὰ τὰς ἐκτιμήσεις τῶν ἀμπέλων λ. χ. εἶναι εἰλικρινῆ, καὶ ἠμπορεῖτε ἐπ’ αὐτῶν νὰ στηρίξετε τὴν καταδίκην; ἐγὼ νομίζω οὐχί. Ἔχετε βεβαιότητα ὅτι τὸ πρωτόκολλον τῆς ἀπαριθμήσεως εἶναι εἰλικρινές; καὶ τέλος πάντων δὲν ἔχετε τὸν φόβον ὅτι ὁ ἐργολάβος ὃν παραδέχεσθε διὰ τὴν εἴσπραξιν, ἠμπορεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου σας νὰ πλάσῃ πολιτικὴν δολοπλοκίαν; ἐκτὸς ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ διὰ ποίων; τῶν ποινικῶν ἢ πολιτικῶν; εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια δὲν δύνασθε νὰ ἀναθέσητε τοῦτο, διότι θέλουσι γεννηθῇ πολλὰ πολιτικὰ ζητήματα· ἐὰν καταφύγετε εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια τότε ὁ νόμος εἶναι μάταιος, διότι δὲν θὰ λυθῶσι ἀναμφισβητήτως μήτε μετὰ 10 ἔτη, καὶ τότε δὲν θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τίποτε. Ἀλλὰ, κύριοι, πῶς θὰ εἰσπράξωμεν τὰ καθυστερούμενα, λέγει ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου;
§117ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην νὰ κάμῃ 10 ἔτη εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ ν’ ἀποφανθοῦν, ὅτι εἶναι ὀφειλέτης, τότε δὲν θὰ εἰσπράξητε τίποτε.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, διότι ἴσως δὲν γνωρίζετε τί συμβαίνει. Πιστεύετε ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οἱ ὀφειλέται εἶναι κακῆς πίστεως· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἔχομεν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς οὐδένα εἶσαι ἄτιμος, διότι ὀφείλεις· ἡ ποινὴ τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε εἶναι μεγίστη, εἶναι ποινὴ, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν, ἀφοῦ προηγουμένως βεβαιωθῶμεν ἀναντιῤῥήτως, ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι ἄξιος αὐτῆς· διὰ δὲ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον προτείνεται, τῶν δικαστηρίων, δὲν θὰ κατορθώσωμεν, ὅπως προτείνεται, τίποτε. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ παρατηρήσητε καὶ ἓν ἕτερον πολὺ οὐσιῶδες· πόθεν προέρχονται αἱ μεγάλαι καθυστερήσεις; προέρχονται ἀπὸ τοὺς φόρους οἵτινες πληρώνονται εἰς εἴδη ἢ ἀπὸ τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι πληρόνονται εἰς χρήματα; Προέρχεται τοῦτο ἐκ κακῆς προθέσεως ἢ ἐκ τῆς ἐλλείψεως χρημάτων; αὐτὸ δὲν τὸ ἐξετάζω ἤδη, ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη ὑπάρχει, οἱ ὀφειλέται ὑπάρχουν καὶ οἱ ὀφείλοντες περισσοτέρους φόρους εἰσὶν οἱ ὀφείλοντες νὰ πληρώσωσιν αὐτοὺς εἰς χρήματα. Ἀλλὰ τί ζητοῦμεν πάντοτε; μεταβολὴν φορολογικοῦ συστήματος· ἠξεύρετε τί ἐννοεῖτε λέγοντες τοῦτο· νὰ καταργήσωμεν τὰς ἐνοικιάσεις, νὰ καταργήσωμεν τὴν φορολογίαν εἰς εἶδος, καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν διὰ τῆς πληρωμῆς εἰς χρήματα. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ συστήματος τούτου, ἐὰν εὐτυχήσωμεν νὰ τὸ ἴδωμεν ἐφαρμοζόμενον εἰς τὸν τόπον, οἱ ὀφειλέται θέλουσιν εἶσθαι φορολογούμενοι, δὲν θέλομεν πλέον ἔχει ἐνοικιαστὰς, θέλομεν ἔχει φορολογουμένους· δυνάμεθα ἀνεξετάστως καὶ αὐθαιρέτως νὰ τιμωρήσωμεν ὅλους τοὺς πολίτας νὰ μὴ ᾖναι πολῖται;
§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Τότε τὸν μεταβάλλομεν.
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς παρουσιάσεως ἑνὸς νόμου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι παραδέχομαι ἕνα νόμον ὅστις εἶναι ἀντιφατικὸς, διότι ἐπιφυλλάττομαι νὰ τὸν διορθώσω· ἔκτοτε ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, πρῶτον ἐνοικιασταὶ δὲν θέλουσιν ὑπάρχει, φορολογούμενοι θέλουσι μένει καὶ ὁ νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ μέτρα κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ὄχι τῶν φορολογουμένων. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ μέτρον αὐτὸ μήπως βλάπτῃ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος; Ἐὰν, κύριοι, τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα μέλλῃ νὰ κινδυνεύσῃ ἕνεκα τόσων ἄλλων αἰτίων, προσέξατε μήπως προσθέτοντες καὶ τὴν πολιτικὴν ἀτιμίαν ἐν γένει καὶ ὅπως προτείνεται, βλάψετε περισσότερον τὴν μεταβολὴν, τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖτε. Προβλέπων ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν καὶ παραδεχθῶμεν τὸν νόμον, ὅπως τὸν παρουσιάζωσι, καὶ διότι μετ’ ὀλίγον θὰ κατασταθῇ περιττὸς καὶ ἀνεφάρμοστος, καὶ διότι ἠμπορεῖ νὰ παρεμβάλῃ δυσχερείας μεγάλας ὡς πρὸς πᾶσαν μεταβολὴν φορολογικοῦ συστήματος. (θόρυβος). Κύριοι, νομίζω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἔχουν δίκαιον οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν νόμον νὰ περιλάβητε ἰδέας ἀντιφατικάς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τροπολογιῶν νὰ ἔρχωνται διατάξεις καὶ νόμοι ἄλλης φύσεως ἰδιαιτέρας ὅλως διόλου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι οὕτω ἡ νομοθεσία μας θὰ καταντήσῃ χάος, τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν θὰ ἐννοῇ· γνωρίζετε δὲ ὅτι πρώτη βάσις μιᾶς καλῆς νομοθεσίας εἶναι τὸ ὁμοιόμορφον καὶ γνωστὸν εἰς ὅλους. Ὅταν ὅμως νομοθετῆτε ἀναμὶξ διατάξεις διαφόρου εἴδους καὶ θέτετε ποινάς, δὲν κάμνετε νομοσχέδιον, κάμνετε τραγέλαφον, καὶ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος θέλετε τὸ θέσει εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην τῶν ἀρχαίων, εἰς τὴν ὁποίαν μόνοι οἱ ἱερεῖς ἐγνώριζον τοὺς νόμους· διὰ τὸν λαὸν δὲν ἦτο δυνατόν, διότι ἦτο τοιαύτη ἡ νομοθεσία, ὥστε ἀπῃτοῦντο αἰῶνες διὰ νὰ τὴν σπουδάσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἰδέαι ἀντίθετοι νὰ ταχθῶσιν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν νόμον. Κύριοι, αὐταὶ αἱ νέαι διατάξεις εἶναι τοιαῦται ἢ ὄχι; ὁ κ. Σαράβας ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετοι, διότι καὶ αὐταὶ εἶναι μέσα καταναγκασμοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, σᾶς εἶπε· κατὰ τί διαφωνοῦμεν; Ἐδέχθητε τὴν προσωρινὴν κράτησιν, τὴν ἐκποίησιν κινητῶν καὶ ἀκινήτων, καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν μέσον καταναγκασμοῦ, ἀποκλείετε τοὺς ὀφειλέτας ἐνοικιαστὰς νὰ προσφέρωσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν, δὲν ἔχει ὅμως οὕτω καὶ ὡς πρὸς τὰς νέας διατάξεις. Ὁ ἐνοικιαστὴς μὴ πληρώσας δὲν κρίνεται ἄξιος πίστεως διὰ νέαν συναλλαγὴν, ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὁ πολίτης δι’ αὐτοῦ κηρύττεται ἀπολύτως ἄτιμος, εἶναι μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ τούτων, ὁ ἀποκλεισμὸς εἶναι ἀτιμία, εἶναι μία ποινὴ καὶ οὐχὶ ἁπλῆ ἄρνησις πίστεως, ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ νὰ εἴπω εἰς τὸν πολίτην, ἐπειδὴ δὲν ἐπλήρωσες, δὲν σὲ δέχομαι νὰ συναλλαχθῶ μετὰ σοῦ, δὲν σὲ δέχομαι ἐνοικιαστὴν, ἀπὸ τὸ νὰ τοῦ εἴπω, εἶσαι ἄτιμος, δὲν εἶσαι πολίτης.
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λέγω, δὲν σὲ θέλω ὑπάλληλόν μου.
§122ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἴπητε αὐτὸ, δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε ὀρθῶς· μετ’ ὀλίγον, κύριοι, οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ ἐκλείψουν, θὰ ἐκλείψουν αἱ κατηγορίαι καὶ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλουν ὑπάρχει κατηγορίαι. Φορολογούμενοι χρεωστοῦν φόρους ἐπιτηδευμάτων, οἰκιῶν, καὶ πρῶτος ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἤθελεν αἰσθανθῆ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου καὶ αὐτὸ θέλομεν.
§123ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν χρεωστῶ, οὔτε ἡ ἐπαρχία μου.
§124ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι πληρώνουν ἐλάχιστα, ἐλάχιστα καὶ ὀφείλουν, καὶ δὲν ὀφείλουν οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι πρὸ πάντων, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν προπάντων, προπάντων ὅσοι εἶναι ὑπάλληλοι, νὰ συλληφθῶσι καὶ καταδιωχθῶσι.
§125ΛΕΚΚΑΣ. Λοιπὸν καλὸν εἶναι νὰ τοὺς στιγματίσωμεν.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραδέχεσθε νὰ κηρύξω ἀτίμους τοὺς ἔχοντας πολυαρίθμους οἰκίας καὶ μὴ πληρόνοντας τὸν φόρον των;
§127ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§128ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ νὰ κηρύξωμεν ἄτιμον καὶ ἀνεξετάστως ἐκεῖνον ὅστις δὲν ἐπλήρωσε τὸν φόρον, ὅστις στηρίζεται εἰς μίαν πλαστὴν ἐκτίμησιν, αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ παραδεχθῶ· ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐφαρμόσωμεν τοῦτο τὸ μέτρον, πρέπει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν μετὰ προηγούμενον ἔλεγχον καὶ κατὰ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι βεβαίως καθυστεροῦν.
§129ΛΕΚΚΑΣ. Οὐδενὸς ἐξαιρουμένου.
§130ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πόσα καθυστεροῦνται ἀπὸ οἰκοδομάς;
§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρω ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἂν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἡ καταδίωξις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τῶν φόρων ἐκείνων ........
§132ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας καθυστεροῦν;
§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Ἀθηνῶν, κύριοι· δὲν ὡμίλησε κανεὶς διὰ τὰς Ἀθήνας, καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω διακρίσεις, διότι δὲν συγχωροῦνται διακρίσεις, καὶ δὲν πρέπει νὰ συγχωρῶνται, εἴμεθα ἔθνος ἀδιαίρετον, κύριοι, ἐγὼ εὔχομαι ἡ Ἀττικὴ ν’ ἀπολαύσῃ πλούτη, ἀλλ’ ἡ Ἀττικὴ δὲν ὑποφέρει τὰ πάντα, ἐνῷ ἀπολαμβάνει ἀρκετά, καὶ χαίρω διότι ἀπολαμβάνει. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι σήμερον, τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν τροπολογίαν, ὅπως παρουσιάζεται. Δὲν δέχομαι κατ’ οὐδένα λόγον νὰ κηρύξωμεν ἄτιμον πάντα οἱονδήποτε καὶ ἀνεξετάστως.
§134ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§135Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μὲ ἀκούσητε, διότι δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ συνταγματικὸν ἢ μὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐάν παραδεχθῆτε τὸν περιορισμὸν τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν οἱ προλαλήσαντες Κ. Ζαΐμης καὶ ἄλλοι ὑπεστήριξαν, τότε θὰ καταστήσητε τὸ Σύνταγμα μονόφθαλμον. Τῳόντι, κύριοι, λυποῦμαι, διότι διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν γνώμην αὐτὴν μετὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἔθεσαν μεταξὺ τροπολογίας καὶ προτάσεως νόμου, οὐδεμίαν ἀξίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ παρ’ ἡμῖν. Εἰς ὅλα τὰ συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισαν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἰς τοὺς βουλευτάς, ἐκεῖ ἡ τροπολογία δὲν ἔχει τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ζαΐμης. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς διαστολῆς μεταξὺ προτάσεως καὶ τροπολογίας, εἶχε τὴν ἀξίαν της, διότι τὸ σύνταγμα τοῦ 1814 δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς προτάσεως διόλου. (Θόρυβος).
§136ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε πρόεδρε, νὰ γείνῃ ἡσυχία.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι!
§138Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αἰσθάνεσθε, ὅτι πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς; εἶναι σπουδαιότατον καὶ μὴ τὸ ἐκλαμβάνητε ὡς παράλογον, ἂς φιλοτιμηθῶμεν νὰ τὸ διατηρήσωμεν σῶον ὁποῖον μᾶς τὸ ἐχορήγησε τὸ πολίτευμα. Λέγω λοιπόν, ὅτι παρ’ ἡμῖν καμμίαν ἀξίαν δὲν ἔχει ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς προτάσεως καὶ τροπολογίας. Ἐκεῖ ὅπου τὸ σύνταγμα δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων, ἐκεῖ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ζαΐμης, διότι ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ διακριθῇ ἂν ἡ τροπολογία φέρῃ τὸν χαρακτῆρα αὐτῆς, ἢ τῆς ἐντελοῦς προτάσεως. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, εἰς οὐδένα περιορισμὸν δὲν ὑπόκειται ἡ τροπολογία. Καὶ δὲν εἶναι ἐδική μου γνώμη αὐτή· ἂς ἀναγνώσῃ ὁ Ζαΐμης τὸν Ῥώσσην περὶ συνταγματικοῦ δικαίου διὰ νὰ ἴδῃ αὐτὴν τὴν θεωρίαν, διότι, ἀφ’ οὗ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ μεῖζον τῆς προτάσεως τῶν νόμων, ἔχει τὸ ἔλασσον τῆς τροπολογίας. Τί εἶναι τροπολογία; δὲν εἶναι ἡ περιωρισμένη ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀλλ’ εἶναι πᾶσα προσθήκη, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐκτείνεται, καθὼς λέγει ὁ τελευταῖος συγγραφεὺς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ὥστε δύναται καὶ νὰ μεταβάλῃ καὶ τὴν φύσιν τοῦ νόμου. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὸν νόμον ἀλλοιωθέντα διὰ τῆς τροπολογίας, κυρόνει αὐτόν, ἄλλως δὲν τὸν κυρόνει. Καὶ, κύριοι, ὄχι μόνον κατὰ θεωρίαν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὰ συντάγματα ἅπερ παρέχουσιν εἰς τὰς Βουλὰς τὴν πρότασιν τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν κανονισμὸν μὴ ὑποβάλλοντα εἰς οὐδένα περιορισμὸν τὸ δικαίωμα τῆς τροπολογίας. Ἐπροσδιόρισέ που ὁ κανονισμὸς τὴν φύσιν τῆς τροπολογίας, ἐπροσδιόρισέ που τὴν ἰδιότητα τῆς τροπολογίας; Ὄχι. Ἄρα λοιπὸν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα. Μὴ ἀντιτάσσητε ὅτι τότε αἱ τροπολογίαι αἱ αὐτοτελεῖς δὲν ἤθελον διαφεύγει τὴν δοκιμασίαν εἰς τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ὑποβάλλονται· ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι μόνον εὐπρόσωπον διότι, μὴ διακρίνοντος τοῦ νόμου μεταξὺ σχετικῆς καὶ μὴ σχετικῆς πρὸς τὸν συζητούμενον νόμον τροπολογίας, ἂν ἡ τροπολογία δὲν ἔχῃ σχέσιν μὲ τοῦτον, νὰ μὴ ἀνεχθῆτε ἕνα περιορισμὸν εἰς ἓν μέγα δικαίωμα τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν τὸ σύνταγμα· Τῳόντι, κύριοι, δύναται νὰ συμβῇ ἢ προέλθῃ ἀνωμαλία, ἂν ἡ τροπολογία ἤθελεν ἀπομακρύνεσθαι τῆς φύσεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου αὐτοῦ δικαιώματος μᾶλλον προτιμῶ τὴν ἀνωμαλίαν, ἥτις ἰδανικῶς δύναται νὰ συμβῇ, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ σχέσις μεταξὺ τοῦ συζητουμένου νόμου καὶ τῆς τροπολογίας, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τὴν δεχθῇ, παρὰ τὸν περιορισμὸν αὐτόν. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τοῦ προτείνοντος νὰ κρίνῃ ἂν ἔχῃ σχέσιν ἡ τροπολογία μὲ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀναπληρῇ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, τὸ Σῶμα ἀποῤῥίπτει αὐτήν· ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ ἀπαλλοτριωθῶμεν ἑνὸς μεγάλου καὶ συνταγματικοῦ δικαιώματος καὶ νὰ περιορίσωμεν αὐτὸ διὰ λόγους σχολαστικοὺς ἀφοῦ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀποῤῥίπτεται κατ’ οὐσίαν, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς ἀπαράδεκτον· ἡ μόνη διάκρισις μεταξὺ προτάσεως αὐτοτελοῦς καὶ προτάσεως σχετικῆς συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν τροπολογία εἰσάγεται, συζητουμένου νομοσχεδίου τινὸς, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ μέρος αὐτοῦ καὶ νὰ τροποποιήσῃ διατάξεις του, ἡ δὲ αὐτοτελὴς πρότασις, ὅταν ἀνεξαρτήτως καὶ ἀσχέτως παντὸς συζητουμένου νόμου, ὅτε πρέπει νὰ διέλθῃ τὰς δοκιμασίας περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων. Ὑποβάλλοντες εἰς περιορισμὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὸ σημεῖον ὅπου θὰ σταματήσωμεν· διότι δύναται μία πλειοψηφία πιεστικὴ νὰ στερῇ τὴν μειοψηφίαν τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς τροπολογίας ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι ἀποτελεῖ αὐτοτελῆ πρότασιν καὶ νὰ τῆς ἀφαιρῇ τὸν λόγον καὶ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας μὴ τολμῶσα νὰ πολεμήσῃ τὴν τροπολογίαν κατ’ οὐσίαν. Τὸ δὲ κοινὸν θέλει διατελεῖ εἰς ἐντελῆ ἄγνοιαν περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς τροπολογίας, ἐνῷ, ἂν ἀπεῤῥίφθη κατ’ οὐσίαν, ἡ κοινὴ γνώμη, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ ποία τῶν δύο μερίδων ἔχει τὸ δίκαιον. Λοιπὸν ὡς ἡ πρότασις τῶν νόμων εἶναι ἀπόλυτος, δὲν ἔχει ὅριον, οὕτω καὶ τῆς τροπολογίας ἡ χρῆσις ἥτις εἶναι συναφής· καὶ οὐδὲν ἄτοπον γεννᾶται ἂν δὲν ἔχῃ ἡ τελευταία σχέσιν, διότι ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτει αὐτήν. Ἔχομεν, κύριοι, καὶ ἓν ζήτημα δικονομικὸν, καὶ ἐδῶ πάλιν νομίζω ὅτι ἔκαμε μίαν σύγχυσιν μεγάλην. Εἶπεν ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος, ὅστις καθιεροῖ τινὰς ἀνικανότητας, παραβιάζει τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ὀπισθενεργείας τῶν νόμων. Κύριοι, ἀπορῶ πῶς ἐξ αὐτοῦ τοῦ βήματος τοιαύτας ἰδέας σφαλερὰς ἐξεφράσθη. Αἱ ἀνικανότητες, κύριοι, αὗται δὲν καθιεροῦνται διὰ τὸ παρελθόν· τότε ἤθελεν ἐφαρμόζεσθαι ὀπισθενεργικῶς ὁ νόμος, ἂν ἐλέγομεν ὅτι ἡ ἀνικανότης ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη τὸ χρέος· ἀλλ’ ἡμεῖς εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον καὶ βουλόμενοι, εἰς τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐγένετο ἕκαστος χρεώστης, διότι τὸ παρελθὸν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ λέγομεν ἀπὸ σήμερον. Οἱ δὲ χρεῶσται δὲν ἐσυμφώνησαν μὲ τὴν πολιτείαν νὰ μὴ πληρώσωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀπὸ σήμερον ἀρχόμενοι· ἂν δὲν ἐπλήρωσαν μέχρι τοῦδε, ὀφείλουν ὅμως νὰ πληρώσωσι εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ τὸν καταναγκασμὸν τοῦτον προτίθεται ἡ πρότασις. Δὲν ὑποτίθεται δὲ ὅτι ἐξέρχεται τῆς ἐξουσίας τοῦ νομοθέτου, ἀφοῦ ἐθεώρησεν ἀνεπαρκῆ τὰ μέχρι τοῦδε ἀναγκαστικὰ μέτρα νὰ προσθέσῃ καὶ νέα, καὶ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα κεκτημένον ἐπὶ τῶν καταναγκαστικῶν μέτρων. Ἔκαμαν λοιπὸν σύγχυσιν οἱ διϊσχυριζόμενοι ὅτι πρόκειται περὶ ἀντενεργείας νόμου, διότι οὐδενὸς κεκτημένου δικαιώματος μὴ ὑπάρχοντος νὰ μὴ πληρώσωσιν, οὔτε προσβολὴ δύναται νὰ ἐπάρξῃ. Ὁ ἐκ νόμου διάδοχος προσδοκᾷ νὰ κληρονομήσῃ τὸν πατέρα του, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει κεκτημένον δικαίωμα, καὶ ὁ νομοθέτης νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι πρὶν ἀποθάνῃ ἐκεῖνος δὲν δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὸν τρόπον τῆς διαδοχῆς. Εἰς τὴν ἐξουσίαν λοιπὸν τοῦ νομοθέτου ἔγκειται ἡ μεταβολὴ τῶν μέσων τοῦ καταναγκασμοῦ, καὶ δύναται νὰ εἰσαγάγῃ νέα, χωρὶς νὰ προσβάλλῃ τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ὀπισθενεργείας τῶν νόμων. Ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς τὸ τρίτον.
§139ΤΙΝΕΣ. Ἄ! Ἄ! (θόρυβος).
§140ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ἀπαράδεκτον μᾶς εἶπον ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀντιτάσσω ἄλλο ἀπαράδεκτον, ὅτι πλέον ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, οὐδὲ ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ, διότι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν, καὶ ἅμα γίνεται παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου, παύει πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιῤῥοὴν διὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον, νομίζω πῶς κακῶς θέλει νὰ τοὺς ἐκτείνῃ. Ἠμποροῦν, εἶπε, τὰ διπλότυπα νὰ ᾖναι πλαστὰ καὶ αἱ ἐκτιμήσεις νὰ μὴ ᾖναι ἀκριβεῖς· ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ διπλότυπα τὰ θεωροῦν μέχρι πλαστογραφίας ἀποδεικνύοντας νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ λέγουν ὅτι ἠμποροῦν νὰ ᾖναι πλαστὰ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνικανότητος, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνακόλουθοι. Πρέπει λοιπὸν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰ τὴν αὐτὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν τοῖς ἀπονέμομεν, προκειμένου λόγου περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ φορολογουμένου καὶ χρεώστου· ἂν λοιπὸν τὰ διπλότυπα ἀποδεικνύωσι διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, ἡ πίστις των εἶναι ἀδιαίρετος, ἢ πρέπει νὰ ἀποδεικνύουν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνικανότητα, ἥτις μόνον προσκαίρως θὰ ἰσχύῃ, διότι ἅμα πληρώσωσι παύει ἡ ἀνικανότης. Κύριοι, ἕκαστος λαὸς ἔχει τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς ἐλλείψεις του, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει πολλὰς ἀρετὰς, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἐλλείψεις, ὄχι ὅλος ὁ λαὸς, ἀλλὰ μία τάξις ἀνέπτυξε πρὸ πολλοῦ τάσιν εἰς σφετερισμὸν τοῦ δημοσίου πρὸς ζημίαν τῆς πολιτείας. Ἑπομένως ἀφοῦ οἱ πατέρες μας διὰ νόμου ἠθέλησαν νὰ περιορίσουν ταύτας, καὶ εἶπον «τὸν ὀφείλοντα τῷ δημοσίῳ μὴ πολιτεύεσθαι» πρέπει νὰ δείξωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι δὲν εἴμεθα ἁπλοῖ μιμηταὶ μόνον τῶν ξένων θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν προγονικῶν, ὠφελούμενοι ἀπὸ τὴν ἱστορίαν. Ἐὰν λοιπὸν αἱ δημοκρατούμεναι πολιτεῖαι δὲν ἐθεώρησαν ἀσυμβίβαστον τὴν ἀνικανότητα ταύτην μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, δὲν ἐθεώρησαν ἀνελεύθερον, ἄδικον, οὔτε ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ τὴν θεωρήσωμεν· διότι εἰς αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ γένεσις τόσων μεγάλων ἀνδρῶν, ἡ πρόοδος τοῦ πολιτικοῦ βίου, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε θαυμάζεται· ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ τιμωρήσωμεν τὸν φορολογούμενον λαὸν, ἀλλὰ νὰ σώσωμεν χάριν αὐτοῦ τὴν δημοσίαν περιουσίαν διὰ τοῦτο τοὐλάχιστον λέγω ὡς πρὸς τὸ μέλλον νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§141ΤΙΝΕΣ. (Ἐγειρόμενοι πρὸς ἀναχώρησιν). Αὔριον.
§142ΕΤΕΡΟΙ. Τόρα, τόρα. (θόρυβος).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι νὰ ὁμιλήσουν ὁ κ. Δανόπουλος, ὁ κ. Χατζίσκος, ὁ κ. Δημητριάδης........
§144ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, εἶμαι κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς διὰ τὸ μέλλον· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ αὐτὴν ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω. Κατὰ τὸ 1863, ἤμην συντεταγμένος μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Συνέλευσιν. Μήτε ἐκεῖνοι, μήτε ἐγὼ δὲν εἴχομεν ἀποκτήσει πολλὴν πολιτικὴν πεῖραν διὰ νὰ τὸ χωρίσωμεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν, καὶ τὸ ἐφέραμεν ἀπόλυτον, καὶ ἐχάθη τότε ἐν τῇ συνελεύσει. Σήμερον λοιπὸν πρέπει νὰ χωρισθῇ, καὶ πρέπει νὰ χωρισθῇ διὰ λόγους σοβαρούς. Πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ μέλλον, ἂν καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ λόγοι προερχόμενοι ἀπὸ τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, ἀπὸ τὰς ψευδεῖς καὶ πλαστὰς βεβαιώσεις φόρων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τεθῶσιν ὡς ἐμπόδιον, νὰ γεννήσωσιν ἀδικίας τινάς· ἀλλὰ πρέπει τοὐλάχιστον ν’ ἀρχίσωμεν νὰ σώσωμεν τὸ μέλλον. Μεγάλη, κύριοι, εἶναι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ, καὶ πρέπει νὰ τὴν καθιερώσωμεν, διότι συμφωνῶ πρὸς τοῦτο μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ὅτι θὰ ἠθικοποιηθῇ ὁ λαὸς, καὶ δὲν θὰ μείνουν καθυστεροῦντα. Καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιτύχει τὸ 1863, δὲν ἤθελον εἶσθαι ἐπηυξημένα τὰ καθυστεροῦντα. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω ἂν ἀδικοῦμεν τὸν μέγαν πολίτην καὶ μεγαλόπνοα Σόλωνα, ἂν ὑποστηρίζωμεν, ὅπως τινὲς, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωμεν ἀτίμους τοὺς ὀφείλοντας εἰς τὸ δημόσιον· καὶ λέγω δὲν ἠξεύρω, διότι ἐκεῖνος ὁ μέγας νοῦς, καί τοι ὑπαρχούσης τῆς διαιρέσεως τῆς κοινωνίας εἰς ἐλευθέρους καὶ εἰς θήτας, δὲν ἤθελε τὸ εἴπει καὶ ἀφαιρέσει τὴν τιμὴν τοῦ πολίτου, ἂν δὲν ἦτο βεβαιωμένος, ὅτι ἦτο πράγματι ὀφειλέτης. Δὲν εἰξεύρω, ἂν ἐκεῖνος ὁ μέγας νοῦς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον περὶ ἀτιμώσεως τοῦ πολίτου. Καὶ πιστεύω, ὅτι πολὺ περισσότερον, οὔτε ἐκεῖνος οὔτε ἡμεῖς οἱ μικροὶ δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν παραβιάζοντες μίαν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, ὅτι πρέπει οἱ νόμοι νὰ ἔχουν ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν. Ζητοῦν, κύριοι, καθαρῶς νὰ κηρύξωμεν ἀτίμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον, ζητοῦν δηλαδὴ νὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι, ἂν καὶ κατὰ τὸ σύνταγμα ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχητε ἴσην μετοχὴν εἰς τὰ δημόσια πράγματα, ἡμεῖς δὲν σᾶς δεχόμεθα, μὲ ἄλλας λέξεις, τὸ δικαίωμα αὐτὸ σᾶς τὸ ἀφαιροῦμεν. Καὶ διατὶ, κύριοι, τοὺς κηρύττομεν ἀτίμους; Καὶ ὅταν ἓν νομοθετικὸν σῶμα εἴπῃ εἰς τὸν πολίτην σὲ θεωρῶ ἄτιμον, τί ἄλλο κάμνει παρὰ θέτει ἕνα νόμον ποινικόν; ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ποινικὸς δύναται νὰ καταδιώξῃ τοὺς ὀφείλοντας ἐκ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς καὶ πρότερον; ὄχι βέβαια. Σᾶς τὸ λέγω, κύριοι, ὄχι, διότι εἶμαι ὑπόχρεως ἐκ τοῦ δικαίου νὰ σεβασθῶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἔχουν ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Κύριοι, ἠξεύρετε, ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ὀπισθενέργειαν εἰς ποῖον ἀτόπημα ἐρχόμεθα; ἀκούσατε· ἄντικρυς ἐρχόμεθα τοῦ συντάγματος, τὸ παραβιάζομεν. Καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἡ βουλὴ ὡς ἐντολοδόχος τῆς κυριάρχου ἐξουσίας ἐκείνης τῆς συνελεύσεως, δὲν δύναται παρὰ νὰ σεβασθῇ τὰ θεμέλια ἐκείνης, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ οἰκοδομήσῃ. Ἂν παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, θὰ εἴπητε ὅτι ἂν αὔριον πολίτης τις ὀφείλῃ, εἶναι ἄτιμος, στερεῖται τῆς θέσεώς του, ὢν ἐφέτης, ὢν πρωτοδίκης· ὅλοι πρέπει νὰ παύσουν.
§145ΤΙΝΕΣ. Ἂς πληρώσουν.
§146ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐννοήσητε. Δύνασθε νὰ κάμητε τοῦτο; ὄχι, διότι παραβιάζετε τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἰσόβιοι (θόρυβος.) Ἔχομεν τὸ δικαίωμα, κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπον, νὰ νομοθετήσωμεν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ὅμως νὰ παραβιάσωμεν ἡμεῖς τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ ἐπικαλούμεθα ὡς ἄλλο εὐαγγέλιον, μετὰ τὸ θρησκευτικὸν εὐαγγέλιον (διάλογοι θορυβώδεις). Τί θέλετε νὰ εἴπητε; δὲν ἐπλήρωσα ἐγὼ ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐφέτης καὶ χρεωστῶ (ἐγὼ δὲν χρεωστῶ ὅμως, σᾶς τὸ λέγω), ἠμπορῆτε ἐναντίον τοῦ συντάγματος νὰ προχωρήσητε; ἄλλως τε, κύριοι, ἂν σήμερον προσκληθῆτε ὡς ἔνορκοι δικασταὶ ν’ ἀποφασίσητε περὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ νὰ ἐπιβάλητε τὴν ποινὴν τῆς ἀτιμώσεως, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀποφασήσητε, χωρὶς νὰ σχηματίσητε τελείαν καὶ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὀφειλέται; Ὄχι, βέβαια. Καὶ ἔργον δικαστοῦ, καὶ ἔργον εὐσυνειδήτου πολίτου ἂν ἀναλάβητε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι ὀφειλέτης. Διότι ὅπως πολὺ λεπτομερέστερον καὶ ἰσχυρότερον σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, πολλὰ χρέη πηγάζουν ἀπὸ πολλὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι φιλονεικοῦνται, καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ σχηματίσητε καμμίαν πεποίθησιν. Φρονῶ λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς κηρύξετε ἀτίμους διὰ τὸ παρελθὸν, διὰ τὸ μέλλον ὅμως ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, καὶ (ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ οἱ ὁμόδοξοί του), ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τῆς ἐνστάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, ἡμεῖς προχθὲς τὸ σάββατον δὲν ἐφέραμεν πρότασιν, ὁ κ. Χατζίσκος ἔφερε τροπολογίαν, ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ μαζὺ μὲ τὸν νόμον. Τοῦτο καὶ ἐγένετο, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα ἂν παραδέχηται τὴν ἀρχὴν εἶπεν ὅτι παραδέχεται, οὐδεὶς ὁ ἀντειπὼν, οὐδεὶς ὁ ἔχων ἔνστασιν. Πῶς ἠμποροῦμεν λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῶν τῶν δύο ἀποφάσεων, νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος αὐτὴ ἡ πρότασις; ἡμεῖς εἴπομεν νὰ τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ μαζύ· ἐγένετο τοῦτο, ἐπῆλθεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἀπαραδέκτου.
§147ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς ἀπαράδεκτον.
§148Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔρχομαι τώρα ν’ ἀναιρέσω καὶ αὐτὸν τὸν λόγον. Πρῶτον διὰ τοὺς δύο πρώτους λόγους δὲν ὑφίσταται τὸ ἀπαράδεκτον.
§149Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἀπαράδεκτον, (διάλογοι).
§150Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅπως θέλετε βαπτίσατέ το, τὸ ἀπαράδεκτον εἶναι. Ποῖον τὸ ἀντικείμενον τοῦ νόμου περὶ καθυστερούντων; νὰ δώσωμεν μέσα πλειότερα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστεροῦντα. Σκοπὸς εἶναι ἡ εἴσπραξις διὰ μέσων λίαν αὐστηρῶν. Τί σκοπὸν ἔχει ἡ ποινὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλωμεν; θὰ ἐπιβάλωμεν ποινὴν ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι, πᾶς τις θὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους του. Ἡ εἴσπραξις φόρων εἶναι· ἀδιάφορον ἂν ᾖναι καθυστεροῦντα, ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὸν φορολογικὸν νόμον. Τί ἔχει τοῦτο ἀντικείμενον; τὸ ἴδιον ἀντικείμενον, ὁ ἴδιος σκοπὸς μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα θέλομεν δώσει εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἤδη προσθέτομεν καὶ ἓν ἄλλο μέσον. Ὥστε κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἐπειδὴ διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον καὶ διὰ τῶν αὐτῶν μέσων τὸ αὐτὸ σκοπεῖ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου, δὲν βλέπω ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ τροπολογία αὐτή. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔνστασις τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν ἔχει ὑπόστασιν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἕκαστος ὀφείλει νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους του, ἄλλως θὰ ᾖναι ἄτιμος.
§151ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅστις δὲν ἐπλήρωσεν ἕως τώρα εἶναι ἄτιμος, καὶ ὅστις δὲν πληρώσῃ εἶναι δὶς ἄτιμος, καὶ ὅστις οὔτε ἐπλήρωσε οὔτε θὰ πληρώσῃ ποτὲ εἶναι τρὶς ἄτιμος.
§152ΛΑΠΑΣ. Κάθησαι κάτω μὴ φωνάζεις.
§153ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθένας κ. Λάππα, εἶναι ἐλεύθερος νὰ εἴπῃ τὴν ἰδέαν του...... (θόρυβος μέγας).
§154ΛΑΠΑΣ. Ὁρίστε ἀπὸ τὸ βῆμα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ἡσυχάσατε.
§156ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον κ. πρόεδρε. Κύριοι βουλευταί. «ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν δίκαιον ἀπὸ τὸ σπαθί μου», εἶπεν ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς ἐν τῇ καθέδρᾳ τῆς Πελοποννήσου, τῇ Τριπόλει, ὅταν....
§157ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προοίμια ἱστορικά.
§158ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§159ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅλους σας οἱ ὁποῖοι φλυαρεῖτε ὁλημέρα καὶ ποτὲ δὲν σᾶς διακόπτω· καὶ ἂν δὲν ἔχουν οἱ λόγοι μου βάσιν καὶ οὐσίαν, ποδοκροτήσατέ με. Λοιπὸν «ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν δίκαιον ἀπὸ τὸ σπαθί μου, εἶπε, κτυπήσας τρὶς τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ξίφους τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς, ὅταν οἱ πρόκριτοι τῆς Πελοποννήσου ὑπῆγαν κατὰ τὰ εἰωθότα νὰ τὸν χαιρετήσουν πρώτην φορὰν ἐλθόντα τοπάρχην εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ὁ Θεὸς, λέγω, τώρα, κύριοι, νὰ φυλάξῃ τὸν δίκαιον λαὸν ἀπὸ τὸ σπαθί σας, ἀπὸ τὸ σπαθὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοὺς ὁποίους ἔστειλε νὰ ὑπερασπισθοῦν ἐδῶ τὰ δικαιώματά του.
§160ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§161ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδέαι μου. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ἀπολύτως, ἀνεξαιρέτως. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἐὰν θελήσητε νὰ τὴν ὑπαγάγητε εἰς ἐξαιρέσεις τόσον ἀδίκους, ὅσον εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἰσχύουσαν διὰ τοὺς ὀφειλέτας οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ καθυστερήσουν, ἀμνηστεύουσαν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε καθυστέρησαν. Διὰ τούτου θέλετε κάμει τὸν λαὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι νομοθετοῦντες νομοθετεῖτε διὰ τοὺς ἄλλους, οὐδέποτε δι’ ὑμᾶς αὐτούς. Διὰ ποίους λόγους, κύριοι, φιλονεικεῖτε καὶ ἀποτυγχάνει μία τοιαύτη ἀρχή; διὰ ποίους λόγους διαιρεῖτε οὕτω πως τὸ ζήτημα μεταξὺ παρελθόντων ὀφειλετῶν, παρελθόντων ἀδικητῶν τοῦ δημοσίου καὶ μελλόντων; διὰ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἀπέτυχε καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐθνοσυνέλευσιν, διότι καὶ τότε ἡμεῖς, τινὲς, ἡμεῖς αὐτοὶ ἐνομοθετοῦμεν, καὶ σήμερον ἡμεῖς νομοθετοῦμεν, νομίζοντες, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετοῦμεν μόνον διὰ τὸν πτωχὸν λαὸν, οὐδέποτε διὰ τὸν ἑαυτόν μας· διότι, κύριοι, δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸ εἴπω, ὅλα τὰ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὸ παρελθὸν, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὀφείλομεν ἡμεῖς τινες, ἡμεῖς ὅλοι, ἐὰν θέλετε, οὐδέποτε ὁ πεντάδραχμος καὶ ὁ πεντηκοντάδραχμος φορολογούμενος (θόρυβος, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§163ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα, κύριοι, προτάξας, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφοφορήσω, καὶ οὐδέποτε θὰ δώσω δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ψῆφον νὰ ἔχῃ μελλοντικὴν δύναμιν ὁ νόμος αὐτὸς, ἀλλὰ ἢ θὰ ἔχῃ ἀπόλυτον δύναμιν δι’ ὅλους, ἢ δὲν θὰ τὸν ψηφίσω, ἔρχομαι εἰς ἕνα συμβιβασμὸν, καὶ λέγω· ἐπειδὴ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν τὸν δρακόντειον τῳόντι νόμον, τὸν νόμον τοῦ θανάτου, τὸν νόμον τῆς ἀτιμίας, καὶ νὰ τὸν ψηφίσωμεν πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διευκολύνωμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερημάτων, καθυστερήματα δὲ μέλλοντα εἶναι σόλοικον νὰ εἴπωμεν, καθυστερήματα παλαιὰ ἔχομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ προδικάσωμεν ποῖον τὸ μέλλον, διὰ ταῦτα, καὶ ἐπειδὴ ἀκόμη ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιῤῥοὴν κατ’ ἐκείνων κατὰ τῶν ὁποίων ἐφηρμόσαμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, διότι τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἐφηρμόσαμεν μόνον κατὰ τῶν μικρῶν ὀφειλετῶν, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιῤῥοὴν, ἡ στέρησις τουτέστι τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου μικροῦ λαοῦ, διότι αὐτὸς οὔτε ὑπάλληλος δημόσιος εἶναι, οὔτε ἐκλέγεται, τὸ πολὺ ἔχει ἓν δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου ὀλίγον θὰ συντρέξῃ διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν φιλοτιμίαν ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ ἀνθρώπου τοῦ μὴ ἔχοντος νὰ πληρώσῃ νὰ εὕρῃ χρήματα διὰ νὰ σᾶς πληρώσῃ· διὰ τοῦτο, ἐὰν ἔχῃ κἄποιαν ἀξίαν καὶ κἄποιαν ἐφαρμογὴν ὁ νόμος αὐτὸς, κἄποιαν ἐξανάγκασιν, δύναται νὰ τὴν ἔχῃ δι’ ἐκείνους τῶν ὁποίων θέλομεν ἴσα ἴσα δι’ αὐτοῦ νὰ διερεθίσωμεν κἄπως τὴν φιλοτιμίαν, διὰ νὰ πληρώσουν κἄτι τι, (διότι τίς τοὺς ἐμποδίζει, ὅταν πληρώσουν ν’ ἀποκτήσουν αὖθις τὸ δικαίωμα αὐτό;) Ἀλλ’ ἔστω· θέλετε ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ψηφισθῇ καὶ διὰ τὸ μέλλον, διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὴν ὁμαλωτέραν καὶ εὐκολωτέραν εἴσπραξιν τῶν φόρων· ἔστω, ὅτι θέλετε ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὅλων (διότι τοῦτο εἶναι τὸ δικαιότερον) καὶ ἀπολύτως (τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ διὰ νὰ μὴ τῷ δώσητε ἀναδρομικὴν, ὡς λέγετε, δύναμιν· μολονότι σᾶς εἶπον μέλλοντα χρέη δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβλέψῃ ὁ νόμος, εἶναι διὰ τὰ παλαιά), τοῦτο μόνον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν· ψηφίζοντες τὸν νόμον αὐτὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τότε θέλει ἐφαρμοσθῆ, ὅταν ἐκκαθαρισθῶσιν ὅλα τὰ χρέη καὶ ὑπαχθῶσι κατὰ δόσεις μακρὰς καὶ μικρὰς εἰς τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους· ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς οὕτω θέλει εἶσθαι μία ἀπειλὴ εἰς τὸ μέλλον, μεχρισότου ἓν ὑπουργεῖον, μία κυβέρνησις ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη ταῦτα, καὶ τότε θὰ ἐφαρμόζηται ἐπὶ ὅλων ἐξίσου, διότι παρελθόντα δὲν θὰ ὑπάρχουν.
§164ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε ὅτι τὰ χρέη τὰ ὑφιστάμενα μέχρι τοῦδε δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ἐκτὸς ἂν ἀνανεωθοῦν καὶ ὑπαχθοῦν εἰς τὰς μελλούσας χρήσεις, τότε εἶσθε ἐντελῶς σύμφωνος καὶ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι θὰ ἰσχύῃ διὰ τὸ μέλλον· διότι ἂν τῳόντι ἀνανεωθοῦν τὰ χρέη αὐτὰ, θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰς μελλούσας χρήσεις.
§165ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸν νόμον περὶ ἐκκαθαρίσεως ὅλων τῶν χρεῶν ἀμέσως, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν παρόντα προτεινόμενον, ἐὰν δὲν ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη πάντα.
§166ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. ὑπυυργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν τῳόντι ἡμεῖς ἤμεθα ὀφειλέται τοῦ δημοσίου (θόρυβος), ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ δὲν δίδῃ τὴν προσήκουσαν ἀξίαν εἰς ἑαυτήν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος.
§168ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶμαι θιασώτης τῆς ἀρχῆς, μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ μεγάλου νομοθέτου Σόλωνος καὶ τοῦ Χατζίσκου· ἠδίκησε πολὺ τὸν μέγαν τοῦ κόσμου νομοθέτην, τὸν Σόλωνα, νὰ τὸν συγκρίνῃ μὲ ἐμὲ, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ συχώρησιν ἀπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ. Εἶμαι ἐκ πεποιθήσεως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς καὶ τὴν πρεσβεύω, εἶπεν ἐν τέλει ὁ κ. πρωθυπουπουργὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ μελετηθῇ. Ὁ αὐτὸς κ. πρωθυπουργὸς ἦτο καὶ κατὰ τὸ 1867 πρωθυπουργὸς, ὅτε παρουσίασα τοιαύτην πρότασιν, καὶ τότε ἦτο τῳόντι πρότασις αὐτοτελὴς· πρότασις δηλονότι νόμου· ἐσυζητήθη, κύριοι, ἀνεγνώσθη δὶς καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως παρεδέχθη, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ παραδοχὴν, πολλοὶ τότε τῶν κυρίων βουλευτῶν οἵτινες ὑπερεψήφισαν μ’ ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, νὰ τὴν ἀφήσωμεν διὰ τὴν ἄλλην σύνοδον, νὰ σκεφθῶμεν, νὰ σκεφθῇ τὸ κοινὸν, νὰ σκεφθῇ ἡ κυβέρνησις, νὰ σκεφθῇ ὁ κόσμος, καὶ πραγματικῶς ἐπῆλθεν μετ’ ὀλίγον ἡ λῆξις τῆς συνόδου καὶ ἔμεινε διὰ τὴν ἄλλην σύνοδον· ἐπῆλθεν μετὰ ταῦτα ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ ἔμεινε· ἤδη κύριοι, τὴν παρουσίασα, ὡς σᾶς προεῖπε καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπλίου κ. Δημητριάδης, οὐχὶ ὡς πρότασιν ἀλλ’ ὡς συμπληρωτικὰ ἄρθρα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, καὶ ὅτε ἐσυζητεῖτο ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ ἐπίστευσα, ὅπως ἐπίστευσε βεβαίως καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ αὐτὴ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου διέπει καὶ τὴν πρότασίν μου, δηλονότι τίνι τρόπῳ νὰ εἰσπράξωμεν τοὺς φόρους καὶ τίνι τρόπῳ νὰ εἰσπράξωμεν τὰ καθυστερούμενα.
§169ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Χατζῖσκε, μίαν παρατήρησιν νὰ σᾶς κάμω.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
§171ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ, ὅταν ὁμιλῆτε κανενὸς δὲν λέγω λέξιν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Χατζίσκος.
§173ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω διὰ τὶ τὴν ὠνομάσατε πρότασιν.
§174ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὴν ὠνόμασα πρότασιν κατὰ τὸ 1867 ἤδη ὅμως τὴν ἐπαρουσίασα καὶ παρουσιάζω αὐτὴν ὡς συμπληρωτικὰ ἄρθρα εἰς τὸν ἐπιψηφισθησόμενον νόμον καὶ ὁμιλήσας τότε ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλον τὰ ἄρθρα ταῦτα ἵνα ἀποτελέσωσι μέρος εἰς τὸν νόμον, ἡ δὲ Βουλὴ ἀμέσως διέταξε τὴν τύπωσιν τῶν συμπληρωτικῶν αὐτῶν ἄρθρων. Σᾶς παρακαλῶ τότε δὲν ἔπρεπεν τοὐλάχιστον εἷς βουλευτὴς νὰ μοῦ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι συμπληρωτικὰ ἄρθρα, ἀλλ’ εἶναι ἰδία πρότασις νόμου; ἀλλὰ διὰ τῆς σιωπῆς της ἡ βουλὴ παρεδέχθη, καὶ δικαίως, ὅτι ἡ αὐτὴ ἀρχὴ διέπει, καὶ διέταξε τὴν τύπωσιν αὐτῶν. Τώρα δὲν καταλαμβάνω τὸν τρόπον τῆς σημερινῆς συζητήσεως, βλέπω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ συμπληρωτικοῦ ἄρθρου τοῦ 69 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἄρθρον τί λέγει; Λέγει ὅτι οἱ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ληξιπρόθεσμοι ὀφειλέται ὑπάγονται καὶ τὰ λοιπά... Ἐσυζητήθη, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἄρθρον καὶ παρεδέχθη. Ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὸ δεύτερον, εἰς τὸ τρίτον, εἰς τὸ τέταρτον; οὐχί· ἀλλ’ οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες ἤρχισαν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὸ τελευταῖον ἄρθρον ὅπερ κάμνει λόγον περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ παρελθόντος, τὴν δὲ τακτικὴν των ταύτην δὲν τὴν ἐννοῶ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον, τότε βλέπομεν, ἐὰν ἤμεθα σύμφωνοι νὰ τοὺς ὑπαγάγωμεν καὶ ἐκείνους εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ἢ ὄχι. Τὸ 69 ἄρθρον τοῦ νόμου δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὸν σκοπὸν τῶν φορολογουμένων καὶ ἐν γένει τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου ἐν τῷ μέλλοντι· ἂς προχωρήσωμεν λοιπὸν κανονικῶς διὰ νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει τί νὰ ψηφιφορήσωμεν. Λοιπὸν διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν βουλὴν εἰς πολλὰς καὶ ἐκτεταμένας συζητήσεις, καθόσον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶμαι καὶ εἰς κατάστασιν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὁμιλήσω πολὺ, ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 69 ἄρθρου. Τὸ παραδεκτὸν ἢ τὸ ἀπαράδεκτον, ὅπερ προτείνεται δὲν εἶναι οἰκεῖον, δὲν μᾶς κάμνει τιμὴν, διότι ἡ βουλὴ ἡ ἰδία παραδέχθη αὐτὸ ὡς τροπολογίαν, δὲν τὸ παρεδέχθη δὲ ὡς πρότασιν νόμου.
§175ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε τὸν λόγον αὐτὸν ἐπὶ ἑνὸς γεγονότος· ἡ βουλὴ εἶπεν ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως καὶ μόνης τῆς ἀρχῆς παρεδέχθη ὅτι εἶναι πρότασις αὐτοτελὴς, ἀνεξάρτητος. Δὲν σᾶς δίδει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζετε ἔτσι, νὰ λέγητε ὅτι δὲν κάμνει τιμήν.
§176ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρω νὰ ὑβρίζω· ὅπως ἐννοεῖτε ὑμεῖς ὅτι ἡ βουλὴ, διότι παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν ὑπέθεσεν ἢ ἐνόησεν ὅτι εἶναι ἰδιαιτέρα πρότασις νόμου, οὕτως ἐννοῶ καὶ ἐγὼ ἐν τῷ δικαιώματί μου, καὶ ἔχω περισσότερον δίκαιον, ὅτι ἡ βουλὴ, ὅταν ἐσυζήτει τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ τοῦ νόμου πρὸ 15 ἡμερῶν εἶπε, δέχομαι τὰ ἄρθρα αὐτὰ ὡς συμπληρωτικὰ τοῦ νόμου.
§177ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§178ΛΕΚΚΑΣ. Ἔχομεν πολλοὶ τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης Κορινθίας, ὁ κύριος Πετσάλης, ὁ κύριος Λέκκας εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν.
§180ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§181ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τελειώσῃ.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ βουλὴ.
§183ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἐγερθοῦν οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, (ἐγείρονται πλείονες τῶν εἴκοσι.) Κύριοι, δέχεσθε τὴν ἀναβολὴν; διότι μὲ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν θὰ χάσωμεν ἡμίσειαν ὥραν·
§185ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§186ΛΕΚΚΑΣ. Καλὰ· ἕως τὸ πρωΐ θὰ καθίσωμεν;
§187ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βέβαια, διὰ τὶ νὰ μᾶς πιέζητε σεῖς οἱ εἴκοσι;
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Ἐὰν ἀναβληθῇ, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὔριον.
§189ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι καλλίτερον ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον. (Ἐγείρονται πάντες.)
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα ἑβδόμη Μ. Μ.