| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Κ. Πανάρετος. | |
| 8 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Θ. Θερμογιάννης. | |
| 9 | Ν Π. Καΐρης. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 10 | Ν. Τσώκρης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 11 | Ἀ. Δανόπουλος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 12 | Ἰω. Λέκκας. | Γ. Λάππας. | |
| 13 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Φ. Ἰ. Φίλωνος. | |
| 14 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γερ. Σέρβος. | |
| 15 | Περ. Ἀ. Πετράκης. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 16 | Στυλ. Κολιάτσος. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | |
| 17 | Π. Πετιμέζης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 18 | Ἀ. Μαγγίνας. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 19 | Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 20 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Π. Κ. Μανέτας. | |
| 21 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἠλ. Φλέσσας. | |
| 22 | Π. Μανωλίδης. | Ἀθ. Κατριβάνος. | |
| 23 | Κ. Δομβάρδος. | Ν. Παγκράτης. | |
| 24 | Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 25 | Σπ. Λεονταράκης. | Ν. Καρύδης. | |
| 26 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 27 | Ἀ. Γκοῦσκος. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 28 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 29 | Ἐπ. Κρεστενίτης. | Πε. Μποῦτος. | |
| 30 | Ἀναγν. Δημητρίου. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 31 | Σπ. Μαλασπίνας. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 32 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Ἀ. Ῥαυτόπουλος. | |
| 33 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 34 | Μ. Παΐζης. | Κλμ. Χριστοδούλου. | |
| 35 | Θρ. Ζαΐμης. | Δ. Σαράβας. | |
| 36 | Ἀ. Διαμαντόπουλος. | Ἀ. Καπετανάκης. | |
| 37 | Γ. Παπαδαῖος. | Ἀ. Παπαλέξης. | |
| 38 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Π. Κωσταντᾶς. | |
| 39 | Κ. Δαγρές. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 40 | Ἰω. Φλέσσας. | Ν. Λοῦβρος. | |
| 41 | Ἀ. Κοντόσταυλος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 42 | Δ. Λένωσης. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 43 | Γ. Παπανικολάου. | Π. Τζαμάλας. | |
| 44 | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Γ. Πράτζικας. | |
| 45 | Ν. Ἀγγελίδης. | Ἀ. Μισυρλῆς. | |
| 46 | Ἰ. Πολυλᾶς. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 47 | Ἀ. Παπαδάτος. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 48 | Ἰω. Τοπάλης. | Δ. Ἰ. Κουνουπιώτης. | |
| 49 | Σπυρ. Νοταρᾶς. | Γ. Κούτσης. | |
| 50 | Ἀν. Δημητριάδης. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 51 | Ἀ. Μεταξᾶς. | Π. Σεβαστόπουλος. | |
| 52 | Ἀ. Μαντζαβῖνος. | Ἰω. Ζαλλώνης. | |
| 53 | Γ. Δρακονταειδής. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 54 | Σ. Σωτηρόπουλος. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 55 | Κ. Στεργιαλόπουλος. | Κ. Πετσάλης. | |
| 56 | Θ. Γκίκας. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 57 | Δ. Χατζῖσκος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 58 | Γ. Κ. Ζουλούμης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.03.06
1,284 rows · 9,703 words · 1 table · 153 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
Τῆς 6 Μαρτίου 1871.
(Σάββατον).
Ὥρα 2 25 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Κ. Πανάρετος. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Θ. Θερμογιάννης. |
| Ν Π. Καΐρης. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Ν. Τσώκρης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Ἀ. Δανόπουλος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Ἰω. Λέκκας. | Γ. Λάππας. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Φ. Ἰ. Φίλωνος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γερ. Σέρβος. |
| Περ. Ἀ. Πετράκης. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. |
| Π. Πετιμέζης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Ἀ. Μαγγίνας. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Δ. Ζέγγελης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Π. Κ. Μανέτας. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἠλ. Φλέσσας. |
| Π. Μανωλίδης. | Ἀθ. Κατριβάνος. |
| Κ. Δομβάρδος. | Ν. Παγκράτης. |
| Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Ν. Καρύδης. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Ἀ. Γκοῦσκος. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Ἐπ. Κρεστενίτης. | Πε. Μποῦτος. |
| Ἀναγν. Δημητρίου. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Ἀ. Ῥαυτόπουλος. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Μ. Παΐζης. | Κλμ. Χριστοδούλου. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Δ. Σαράβας. |
| Ἀ. Διαμαντόπουλος. | Ἀ. Καπετανάκης. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Ἀ. Παπαλέξης. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Π. Κωσταντᾶς. |
| Κ. Δαγρές. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Ν. Λοῦβρος. |
| Ἀ. Κοντόσταυλος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Δ. Λένωσης. | Λ. Καραλίβανος. |
| Γ. Παπανικολάου. | Π. Τζαμάλας. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Γ. Πράτζικας. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Ἀ. Μισυρλῆς. |
| Ἰ. Πολυλᾶς. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Ἀ. Παπαδάτος. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ἰω. Τοπάλης. | Δ. Ἰ. Κουνουπιώτης. |
| Σπυρ. Νοταρᾶς. | Γ. Κούτσης. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Δ. Χρηστίδης. |
| Ἀ. Μεταξᾶς. | Π. Σεβαστόπουλος. |
| Ἀ. Μαντζαβῖνος. | Ἰω. Ζαλλώνης. |
| Γ. Δρακονταειδής. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Σ. Σωτηρόπουλος. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Κ. Στεργιαλόπουλος. | Κ. Πετσάλης. |
| Θ. Γκίκας. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Δ. Χατζῖσκος. | Κ. Νικόδημος. |
| Γ. Κ. Ζουλούμης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς δυνάμεως τοῦ ἔτους 1871. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθυποβάλλει νομοσχέδιον περὶ μετασχηματισμοῦ τελωνιακῶν θέσεων, ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἀποδόσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ἐπιτροπὴ καθυποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἕως τοῦ 1871. Ὡσαύτως ὑποβάλλεται ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κύριος Μιχαλόπουλος προτείνει γραπτὴν ἐπερώτησιν, ὁπωσοῦν ἐκτεταμένην, ἡ ὁποία συμπεραίνει εἰς τὰς ἀκολούθους τρεῖς αἰτήσεις (ἀναγινώσκει). Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην;
§2Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα δώσῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον.
§3ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰ δυνατὸν νὰ διατάξητε ὁλόκληρον τὴν ἀνάγνωσιν ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐν πλήρει γνώσει.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λεχουρίου τοῦ δήμου Ψωφίδος ἐξαιτοῦνται χρηματικήν τινα ἐκ τοῦ δημοσίου συνδρομὴν πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῆς πυρποληθείσης ἐκκλησίας τοῦ χωρίου των «τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου»· καθ’ ὅσον μένουσιν ἄνευ ἐκκλησίας. Ὁ Ἀγγ. Οἰκονόμου. Ἐκθέτων τὰ ὑπὲρ πατρίδος ἀγῶνάς του, ἐξαιτεῖται νὰ τῷ δοθῇ ὁ ἐν τῷ μητρῴῳ σημειούμενος βαθμὸς τοῦ ὑπολοχαγοῦ. Διάφοροι κάτοικοι κτηματίαι Μεσσήνης παραπονοῦνται, διότι τοῖς ἐπιβάλλεται φόρος διοδίων, καὶ ὅταν μεταβαίνωσιν εἰς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, καὶ μάλιστα ὡσὰν διήρχοντο ὅλην τὴν ἀπὸ Μεσσήνης μέχρι Καλλαμῶν ὁδὸν, ὅπερ καὶ ἄδικον εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου.
§5ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔκαμα λόγον περὶ τούτου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ ὥστε νὰ φέρῃ θεραπείαν. Ἂς σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§6ΛΕΚΚΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ δι’ ὁμοίαν τινα περίστασιν, ἥτις συμβαίνει εἰς τὴν Ἀττικὴν, ἵνα εὐαρεστήσουν τὰς Α. Α. Μ. Μ. ἠναγκάσθησαν πρὸ ἐτῶν νὰ χαρακτηρίσουν τὴν ὁδὸν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Κηφησίας, ὡς ἐθνικὴν, καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ τοῦ Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου μέχρι Κηφησίας πηγαίνοντες εἰς τὰ κτήματά των, πληρώνουν διόδιον, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ φέρῃ θεραπείαν
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κύριος Διαμαντόπουλος εἰσάγει νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς κοίτης τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ.
§8ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοὺς δύο ὑπουργοὺς, τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσουν ἐπισήμως τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν του τὸ ἔδαφος ἐν Καλαβρύτοις, καθὼς καὶ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίου ὑγείας· ἐπειδὴ τοιαύτας πληροφορίας μέχρι τοῦδε δὲν μᾶς ἔφεραν οἱ εἰρημένοι, παρακαλῶ νὰ τὰς φέρουν, ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου.
§9ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καταθέτω εἰς τὸ σεβαστὸν προεδρεῖον πρότασίν τινα περὶ οἰκονομιῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἐν καιρῷ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς. Τὸ τοιοῦτον ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ἐπειδὴ ἓν ἐκ τῶν διαφόρων κονδυλίων ἐφ’ ὧν κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν δύνανται νὰ γείνουν οἰκονομίαι εἶναι καὶ τὸ περὶ δικαστικοῦ συμβούλου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τούτῳ παρουσίασα ἔγγραφον ᾐτιολογημένην ἔκθεσιν ἢ μᾶλλον αἴτησιν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκει τὴν αἴτησίν του ἔχουσαν ὡς ἑξῆς)· Πρὸς τὴν Βουλὴν. Κατὰ τὸ ἔτος 1867 ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμον, δι’ οὗ διωρίσθη παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ 5 ἔτη δικαστικὸς σύμβουλος ἀντὶ μισθοῦ 800 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσαγαγὼν τὴν πρότασιν ᾐτιολόγησεν αὐτὴν διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως περὶ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τοῦ δικαστικοῦ τμήματος καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ διακεκριμένος νομομαθὴς, ὁ ὑποβαλλόμενος ἐπὶ πενταετίαν εἰς τόσα βάρη τῆς θέσεως ταύτης θὰ ὠφελήσῃ πολλαχῶς τὸ δημόσιον καὶ ξεδουλεύσῃ τὴν ὑπέρογκον μισθοδοσίαν του, ἀπαλλάσσων τὸ δημόσιον παραλόγων δικῶν, ἐξασφαλίζων διὰ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του πρὸς τοὺς δικηγόρους καὶ τὸν ὑπουργὸν τὰς κατ’ ἀνάγκην κινουμένας δίκας καὶ λύων τὰ νομικὰ ζητήματα. Ἡ Βουλὴ γινώσκουσα τὴν πληθὺν τῶν δικῶν καὶ τὰς μεγάλας ἐκ τούτων ζημίας ἕνεκα τῆς ἀμαθοῦς καὶ ἀνειλικρινοῦς ἐπιτηρήσεως τῶν διευθυνόντων τὸ δικαστικὸν τμῆμα ἐψήφισε τότε ἀσυζητητὶ τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ ὁ νομομαθὴς σύμβουλος ἐγκαθιδρύθη. Ἔκτοτε παρῆλθον 4 ἔτη, ὁ σύμβουλος ἔλαβε 38,400 δραχ. ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον· τί ἐκέρδησε τὸ δημόσιον ἐκ τῆς ὑπερόγκου ταύτης δαπάνης; Παρατηρῶ κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σημειοῦται στερεοτύπως. Δι’ ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων 250,000 δραχμὰς, δι’ ἀμοιβὴν δικηγόρων 60,000 δραχμὰς, εἰς τὸ τέλος δὲ ἑκάστου ἔτους ψηφίζομεν 50 καὶ 100 χιλιάδας ἀκόμη συμπληρωτικάς. Ἀκούω ὅτι τὰ δυνάμει ἀποφάσεων χρέη τοῦ δημοσίου ἀνέρχονται εἰς 2,500,000 δραχμάς. Εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις πληρόνει τόκον 12% κατ’ ἔτος καὶ εἰς τοὺς δικηγόρους ὀφείλει πάντοτε (εἴς τινας καὶ ἐντόκως) 4 καὶ 5,000 δραχμάς. Διατί ὅλα ταῦτα; Πῶς γεννῶνται κατ’ ἔτος τόσαι δίκαι, καὶ χρειάζεται τὸ δημόσιον διὰ τοὺς δικηγόρους, μόνον διὰ τοὺς δικηγόρους, τόσας χιλιάδας δραχμῶν; Ἐσκέφθησαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ περὶ τούτων; Ἐσκέφθη ὁ ἁδρῶς πληρονόμενος σύμβουλος; Διατί δὲν προτείνουν τρόπον ἐξοφλήσεως τοῦ μεγάλου καὶ τοκογλυφικοῦ τούτου χρέους καὶ τρόπον ἀπαλλαγῆς τῆς χολέρας ταύτης τῶν δικῶν; Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, διεκδικοῦν τὰ δίκαιά του κατ’ ὀφειλετῶν στρεψοδίκων καὶ δυστρόπων; Ἔρχεται τὸ δημόσιον εἰς τὰ δικαστήρια, ἢ ἀποκρούει ἀπαιτήσεις παραλόγους καὶ ἁρπακτικάς; ἢ τέλος δυστροπεῖ καὶ ἀρνεῖται παραλόγως τὰς ὑποχρεώσεις του μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ γεννῶνται δίκαι καὶ τρέφωνται δικηγόροι; ὑποπτεύομαι τὸν τελευταῖον λόγον, διότι τότε μόνον δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν 80,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος εἰς δικηγόρους. Ὁ ἔχων δίκαιον κερδίζει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν ἔχῃ ἕνα νομομαθῆ σύμβουλον καὶ δύναται νὰ προσλαμβάνῃ τοὺς καλλιτέρους δικηγόρους. Πρὸς τούτοις εἰς τὸν κερδίζοντα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου πληρόνονται αἱ δαπάναι. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅμως τῶν ἐσόδων δὲν βλέπω νὰ σημειοῦται ἀνάλογον ποσὸν πρὸς τὰ πληρονόμενα πρὸς τοὺς δικηγόρους. Ὁπωσδήποτε τὰ πράγματα τοῦ δικαστικοῦ τμήματος εἶναι πολλὰ συγκεχυμένα, καὶ ὡς νομίζομεν, εἶναι καὶ ἐδῶ μεγάλη καταβάθρα, τὴν ὁποίαν πρέπει τὸ ταχύτερον, κύριοι βουλευταί, νὰ κλείσωμεν, καὶ ἀσύγγνωστοι θὰ ἤμεθα, ἂν δὲν τὸ πράξωμεν εἰς τὰς παρούσας οἰκονομικὰς τοῦ ἔθνους περιστάσεις. Ἄλλως τε, κύριοι, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὁ διὰ τόσων θυσιῶν καὶ τόσων μόχθων ἀποθησαυρίζων κατ’ ἔτος εἰς δημοσίας ἀνάγκας τόσα ἑκατομμύρια, ἔχει δικαίωμα νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς ὅλους τοὺς λόγους καὶ τῆς ἐλαχίστης δαπάνης· Βουλὴ δὲ συναισθανομένη εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντα αὑτῆς, ὀφείλει, ἔχει ἀπαράβατον ὑποχρέωσιν νὰ διευκολύνῃ εἰς τὸν λαὸν τὴν γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν του. Κύριοι! Προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν μετ’ ὀλίγον διὰ τὸ μέλλον, θὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. 1) Τί ὀφείλει τὸ δημόσιον δυνάμει ἀποφάσεων, καὶ τί δυνάμει ἀποφάσεων δικαιοῦται νὰ λάβῃ. 2) Πόσα ὀφείλει εἰς δικηγόρους. 3) Πόσας δίκας ἔχει ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν διαφόρων δικαστηρίων τοῦ κράτους, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ εἰρηνοδικεῖα· καὶ ἰδίως πόσας εὗρεν ἐκκρεμεῖς ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, πόσαι ἐκινήθησαν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του ὑπὸ τοῦ δημοσίου καὶ κατὰ τοῦ δημοσίου, πόσαι ἐξεδικάσθησαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, πόσαι κατὰ, πόσαι συνεβιβάσθησαν ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως κατηργήθησαν. Τὸ δικαστικὸν τμῆμα ἔχει, καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ τακτικὰ βιβλία δικῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν σαφεῖς καὶ εἰλικρινεῖς τὰς πληροφορίας ταύτας.
Ὁ βουλευτὴς
Α. ΜΙΧΑΔΟΠΟΥΛΟΣ.
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κύριος Μιχαλόπουλος μὲ διευκολύνει τὰ μέγιστα εἰς μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν εἶχον σκοπὸν νὰ κάμω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ὅπερ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνόδου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον δὲν ηὐτύχησε μέχρι σήμερον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν οὔτε τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς· ἐννοῶ ἓν μικρὸν νομοσχέδιον δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ πληρώνῃ ἀπὸ τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων· διότι ἡ ἀταξία αὕτη, κύριοι, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν ἀπό τινος καιροῦ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀφορμμὴ τῆς γεννήσεως τῶν πολλῶν δικῶν, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ δημόσιον καὶ τῆς ἐξογκώσεως τῶν ποσῶν τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ πολλάκις κάμνουν ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον διὰ πᾶσαν ὑπέρβασιν ἔπρεπε νὰ ζητῆται εἰδικὴ πίστωσις παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα μανθάνῃ καὶ αὐτὴ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐγένετο ἡ ὑπέρβασις καὶ ν’ ἀποφασίζῃ ἂν πρέπει νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἢ ὄχι. Ἀπό τινος ὅμως καιροῦ οἱ ὑπουργοὶ ἀντὶ νὰ ὑποβάλλωσι τοιαύτας αἰτήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν πληρόνουσι τοὺς δικαιούχους, οὗτοι δὲ καταφεύγουσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἅμα κάμουν αἴτησιν θεραπείας ἢ ἅμα λάβουν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἡ γενομένη δαπάνη ἀντὶ νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ, μεταφέρεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων· ἐκ τούτου προέρχοντο δύω κακά. 1) Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ ἡ Βουλὴ διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις δὲν ἐξαρκεῖ· διότι ἐνῷ δίδονται κατ’ ἔτος 250 ἕως 300,000 δραχ. ἔχομεν ὀφείλομεν ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον· καί, ὅπερ κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ χειρότερον, ἡ Βουλὴ δὲν λαμβάνει γνῶσιν τῶν ὑπερβάσεων, καὶ οὕτω: ὁ προϋπολογισμὸς καθίσταται εἷς ἁπλοῦς τύπος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὥστε νὰ ἐγγράψῃ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ τὸ συζητήσῃ μεταξὺ τῶν πρώτων, διότι τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§11Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν, ἂν γνωρίζετε πόσαι δίκαι ἐγεννήθησαν ἐκ τῶν μὴ πληρωμῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν.......
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν ἐσωτερικῶν, διότι ὅστις ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ οἱονδήποτε ὑπουργεῖον ἔξοδα κλεισμένων χρήσεων ἢ ἔξοδα προερχόμενα ἀπὸ ὑπερβάσεις πιστώσεων, καταφεύγει εἰς τὸ δικαστήριον καὶ τότε μεταφέρεται ἡ ἀπαίτησίς του εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων· οὕτω δὲ ὅλαι αἱ ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων ἐκαλύπτοντο χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ ἡ Βουλή.
§13ΔΑΓΡΕΣ. Κάμνω ἔφεσιν εἰς τὸν πατριωτισμόν σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ φέρητε νομοθέτημα, ὥστε νὰ καταστῇ ἀλήθεια ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ μὴ μηδενίζηται.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ νόμος οὗτος θέλει συντελέσει.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ προϋπολογισμός, κύριοι, κατήντησεν ὁλωσδιόλου ἄσκοπος· εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ κεφάλαια αὐτοῦ παρουσιάζονται ὑπερβάσεις· δὲν ἐννοῶ διατί νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ἢ κάλλιον νὰ δίδῃ εἰς ἕκαστον ὑπουργεῖον ἕνα ποσόν, τόσα ἑκατομμύρια, ὅπου ἐφέρατε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, τόσα διὰ τὸ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Τί ποτε, κύριοι, δὲν εἶναι πλέον σεβαστόν, περιφρονοῦνται αἱ ἀποφάσεις σας τσαλαπατοῦνται· ὁσάκις ἔρχεται ἓν ὑπουργεῖον, διακηρύττει, ὅτι εὗρε τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ὑπέρβασιν καὶ σπατάλην, εὗρε τόσον ὑπεραρίθμους ὑπαλλήλους τοὺς παύει, ἀλλὰ κατόπιν τοὺς ἐπαναφέρει διπλασίους τὸν ἀριθμὸν καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ συμπληρωτικῶν πιστώσεων αἵτινες ἐξουδετερόνουν τοὺς προϋπολογισμούς; καὶ ἀδιακόπως συζητοῦμεν ἐπὶ πιστώσεων παραπληρωματικῶν, συμπληρωματικῶν, ἐκτάκτων, διότι πρὶν ἡμεῖς τὰς ἐγκρίνωμεν, πληρόνονται. Ἐγὼ ἤθελα παρακαλέσει τὸν κύριον ὑπουργόν, εἰ δυνατὸν νὰ καταργήσῃ ἄρθρα τινὰ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, δι’ ὧν ἐπιτρέπει νὰ δαπανῶνται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καλλίτερον νὰ ἐξογκώσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ μὴ ἐξέρχηται τῶν ὁρίων αὐτοῦ οὐδεὶς τῶν ὑπουργῶν.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε βουλευτά, τὸ ζήτημα τῶν ἔκτακτων καὶ συμπληρωματικῶν πιστώσεων διαφέρει τὰ μέγιστα ἀπὸ τὸ ζήτημα ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ, διότι τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων λαμβάνει πάντοτε γνῶσιν ἡ Βουλή, καὶ εἶναι κυρία, ὅταν φέρηται ἐνώπιόν της μία πίστωσις, εἴτε ἔκτακτος εἴτε ἀναπληρωματική, νὰ μὴ τὴν παραδεχθῇ, ἀλλὰ νὰ τὴν καταλογίσῃ εἰς βάρος τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις διέταξε τὴν πληρωμήν. Ἐνταῦθα θέλομεν μόνον νὰ προλάβωμεν τὴν κατάχρησιν, ἥτις γίνεται χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§17Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ζητῶ τὴν ἄδειαν ν’ ἀναγνώσω ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις δὲν δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, καθ’ ὅσον σχετίζεται μὲ ζήτημα, οὗ τινος ἐπελήφθη ἤδη ἡ Βουλή· Πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας, ἥτις ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου εἰς τὰς συντάξεις. Εἶναι ἀναφορὰ χηρῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσιν ὁλόκληρον τὴν ἀξιομνημόνευτον ἐκείνην ἐποχήν· εἶναι ὑπογεγραμμέναι αἱ χῆραι τῶν στρατηγῶν Κολοκοτρώνη, Γρίβα, Τσαβέλλα, Μαμούρη, Βλαχοπούλου καὶ τοῦ ναυάρχου Κριεζῆ. Ἰδοὺ ἡ ἀναφορά· «Ἐπειδὴ διὰ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τ. ἔ. ἡ Κυβέρνησις προτείνει ὅπως ἐκ τῶν γλίσχρων ἡμῶν συντάξεων ἐνεργεῖται κράτησις 10% κατὰ μῆνα, νομίζομεν ὅτι δικαιούμεθα νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν ὅπως μὴ ἀποδεχθῇ τὴν κράτησιν ταύτην. Ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες καὶ σήμερον τὸ ἔθνος δὲν θέλουσι λησμονήσει τὰς πολλάκις ἐκφρασθείσας εὐχὰς τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων καὶ Βουλῶν περὶ ἀξιοπρεποῦς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀνδρῶν οἵτινες διὰ τῶν ἐνδόξων καὶ ἀκαμάτων αὑτῶν ἀγώνων ἀπεκατέστησαν Ἑλλάδα ἐλευθέραν, καὶ περὶ περιθάλψεως τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν αὐτῶν.» Φωτεινὴ Κολοκοτρώνη, Κυριακοῦλα Κριεζῆ, Χήρα Γρίβα, Βασιλικὴ Τσαβέλλα, Ἐπιστήμη Ι. Μαμούρη, Ἀναστασία Ἀλεξίου Βλαχοπούλου. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ κράτησιν ἐφ’ ὅλων τῶν συντάξεων. Ὅταν δυστυχῶς εἰς ἕνα τόπον τὸ ταμεῖον περιέρχηται εἰς τοιαύτην κατάστασιν εἰς οἵαν εὑρέθη τὸ ἑλληνικὸν ταμεῖον, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ λάβωσι χώραν ἀδικήματα. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω κανὲν ζήτημα πολιτικὸν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης· ἐξ ἐναντίας νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων κατ’ ἀρχὴν ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ μέτρον, ὃ ἐλήφθη διὰ τὴν φορολογίαν αὐτῶν τῶν συντάξεων, εἶναι ὀλίγον σκληρόν· διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὴν κυβέρνησιν ἂν ᾖναι δυνατόν, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἤδη ἐγένετο ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, νὰ σκεφθῇ, εἰ δυνατόν, ἡ μικρὰ οἰκονομία, ἥτις πηγάζει ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῶν τῶν συντάξεων ν’ ἀναπληρωθῇ δι’ ἑτέρου τρόπου, διότι πραγματικῶς, ὡς εἶπον, τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι σκληρόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐξακολούθησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεων τῶν καθυστερούντων. «Ἄρθρον 65. Οἱ ἐργολάβοι θεωρούμενοι ὡς δημόσιοι ὑπόλογοι ἔχουσι τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ὅσαι ἐπιβάλλονται κατὰ τὸν παρόντα νόμον εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας. Ὀφείλουσιν ἑπομένως· 1) νὰ δώσωσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν χρεῶν των ἐγγύησιν εἰς κτήματα ἢ τίτλους τῶν δύω ἑλληνικῶν τραπεζῶν ἀξίας ἴσης μὲ τὸ δεκατημόριον τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν εἴσπραξιν ἀνεδέχθησαν· 2) νὰ ὑποβάλλωσι τὰ βιβλία των καὶ λοιπὰ ἔγγραφά των ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ταμίου καὶ πάσης ἄλλης ἁρμοδίας ἀρχῆς· 3) νὰ ἐνεργῶσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεών των τὰς πληρωμὰς, ὅπως ὁ ἁρμόδιος ταμίας ἤθελε παραγγείλει, καὶ 4) νὰ παραδίδωσιν εἰς πᾶσαν πρόσκλησιν τοῦ ταμίου τὰ ἀνὰ χεῖράς των χρήματα. Ἐν περιπτώσει κατακρατήσεως δημοσίων χρημάτων ἐφαρμόζονται κατὰ τῶν ἐργολάβων αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἐπιφυλαττομένης κατ’ αὐτῶν ποινικῆς καταδιώξεως.» Ἐδῶ ἐγένοντο διάφοροι τροπολογίαι, πρῶτον τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι εἰς τὴν ἐγγύησιν νὰ προστεθοῦν καὶ αἱ ὁμολογίαι τῶν ἐθνικῶν δανείων τῶν ἐνεργηθέντων ἀπὸ τοῦ 1862 ὅπως πλατυνθῇ ὁ κύκλος.
§19ΤΑΜΒΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπερ χθὲς μᾶς ἀπησχόλησεν εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις ἢ νὰ μίνῃ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει. Ὁ κ. Κολιάτσος, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐνόμισεν ὅτι τὸ ἓν δέκατον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ἀφορᾷ τὸ ἓν δέκατον τοῦ ποσοῦ, τοῦ πρὸς εἴσπραξιν παραδιδομένου αὐτῷ καταλόγου, καὶ οὐχὶ τὸ δέκατον τοῦ ὅλου εἰς εἴσπραξιν ἀναδεχθέντος ποσοῦ, ἡ γνώμη του δὲν εἶναι ὀρθή, ἐὰν ἀντιπαραβάλλωμεν τὸ 65 καὶ 62 ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον 65 ὁρίζει ῥητῶς τὸ δέκατον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναδέχεται νὰ εἰσπράξῃ, οὐχὶ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε, διότι εἶναι δυναμικὴ ἡ εἴσπραξις· ὅταν λοιπὸν δὲν θὰ λαμβάνῃ ὅλους τοὺς καταλόγους δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἐπικείμενος ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἐγγύησις ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ, καθ’ ὅσον οἱ ταμίαι θὰ δίδουν ἀναλόγως τοὺς πρὸς εἴσπραξιν καταλόγους, καθ’ ὅσον μάλιστα δὲν καθίστανται ἅπαντες ταὐτοχρόνως ἀπαιτητοί. Δὲν ὑπάρχει, λέγω, κίνδυνος νὰ αὐξήσωμεν τὰς ἐγγυήσεις, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐγγυήσεων θέλομεν σμικρύνει ἂν δὲν θέλωμεν ματαιώσῃ ὅλως τὸν συναγωνισμόν, ὅθεν ὑποστηρίζω τὴν γνώμην νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον μᾶς παρέχει καὶ πλήρη ἀσφάλειαν, καὶ ἔκτασιν συναγωνισμοῦ.
§20Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον οὐδὲν ἄλλο περιέχει, ἢ τὴν διαδικασίαν περὶ ἐκτελέσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, τῶν ψηφισθέντων καὶ ψηφιζομένων. Ἡ διαδικασία αὕτη, κύριοι, τὴν ὁποίαν περιέχει αὐτὸς ὁ νόμος, εἶναι ἡ φοβερωτέρα ὅλων τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐνομοθετήθησαν καθ’ ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ καθ’ ὅλους τοὺς τόπους. Δὲν ἐννοεῖ, κύριοι, ἡ ἐξουσία νὰ καταδιώξῃ τὸν ἄπιστον ὀφειλέτην, δὲν ἐννοεῖ νὰ καταδιώξῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ ἐννοεῖ νὰ καταδιώξῃ τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι ἢ δὲν ὀφείλουν, ἢ ὀφείλουν ἐλάχιστα. Κανεὶς δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς βουλῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσπράττωνται οἱ φόροι, ἐξ ἐναντίας, κύριοι, ὅπως ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἀνάγκην τῶν φόρων, τοιουτοτρόπως ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσπράξεως, ἀλλὰ ὄχι διὰ καταπιέσεων, ὄχι διὰ χρήσεως μέτρων, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ βάρβαροι ἀκόμη, κύριοι, δυσκολεύονται νὰ μεταχειρισθοῦν. Τρεῖς ἀνάγκας, κύριοι, θεραπεύουσιν οἱ ψηφιζόμενοι νόμοι, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν παλαιῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἔθνους, διότι ἔζησε καὶ ἔχει ὑποχρεώσεις, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν, διότι ζῇ καὶ ἔχει ἀνάγκας, τὴν προκαταβολὴν διὰ μέλλον ἀγαθόν, διότι θὰ ζήσῃ. Τρεῖς λόγοι ὑπάρχουν ἐπιβάλλοντες τὴν εἴσπραξιν, ὁ οἰκονομικός, ὁ πολιτικὸς καὶ ὁ τῆς ἠθικότητος. Ὁ οἰκονομικός, διότι τὸ ἔθνος τὸ ὁποῖον ψηφίζει φόρους πρέπει νὰ ἠξεύρῃ ὅ,τι ἔχει, καὶ πρέπει νὰ τοὺς αἰτῇ· ὁ πολιτικός, διότι δὲν πρέπει μία κυβέρνησις νὰ κρατῇ ἕνα λαὸν ὑποχείριον ἐκ τῆς καθυστερήσεως, καὶ τὸν ἔχῃ ὑπὸ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους· καὶ ὁ τῆς ἠθικότητος· ὅστις ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ, δὲν εἶναι τίμιος πολίτης ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ πληρώνῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι «τὸν ἐποφείλοντα τῷ δημοσίῳ μὴ πολιτεύεσθαι» καὶ τὸν ἐθεώρουν ἄτιμον, ὅστις δὲν ἐπλήρωνε, καὶ τὴν ἀτιμίαν μετεβίβαζον καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους, καὶ ἡ καθυστέρησις συνειθίζει τὸν ὀφειλέτην εἰς στρεψοδικίαν, εἰς τὸ νὰ λησμονῇ τὰ χρέη, καὶ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἢ νὰ ἐπικαλῆται τὴν ἔνστασιν τοῦ Μενίππου ἢ νὰ λέγῃ, «πάρτε τὸ πετσὶ τῆς καππώτας μου», καὶ αὐτὸς ὁ ὀφειλέτης ὁ ἄτιμος τοῦ ὁποίου τὴν κακὴν πίστιν ὑποθάλπει ἡ ἐξουσία, ἀναγκάζεται νὰ γείνῃ ἀφορμὴ νὰ αὐξήσουν οἱ φόροι. Ὅταν λοιπὸν ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνομεν σήμερον, συντελεστικὸν εἰς τὴν πράγματι, τὴν ἀληθῆ εἴσπραξιν τῶν φόρων αὐτῶν; Τίποτε δὲν ἐκάμαμεν παρὰ νὰ μεταθέσωμεν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἄτομα τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀπὸ εἰσπράκτορας οἱ ὁποῖοι ὡρκίσθησαν ὑπὸ τῆς πολιτείας καὶ ἦλθον μὲ ἐγγυήσεις νὰ εἰσπράξωσι τὰ καθυστεροῦντα, παραδίδομεν τὸν πολίτην εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἰδιωτῶν, τὸν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν διάκρισιν αὐτοῦ τοῦ ἐργολάβου, ὡς κερδοσκοπικὴν ὕλην ἄνευ κυρώσεως καμμιᾶς. Ὁ κ. ὑπουργὸς δικαιολογῶν τὴν δι’ ἐργολαβίας εἴσπραξιν τοῦ φόρου ὡς μέτρον κατάλληλον, προσέθηκεν ὅτι εἶναι μέτρον τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζουσι καὶ ἄλλα κράτη καὶ τὸ μεταχειρίζονται. Ἐπειδὴ ἐψηφίσθη ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐπιμένω ἀποδεικνύων τὸν ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε παραχωρεῖται αὐτὸ τὸ μέγα δικαίωμα, τοῦ νὰ συλλαμβάνῃ ἕνα φορολογούμενον πολίτην, γεωργὸν, εἷς ἀνάλγητος καὶ ἀσυμπαθὴς κερδοσκόπος καὶ νὰ τὸν καθείργῃ ἐντὸς τῶν φυλακῶν ἄσιτον, ὀφείλομεν νὰ ἀπαιτήσωμεν ἐγγυήσεις. Συμβουλευθῆτε, μᾶς λέγουσι, τὰ παραδείγματα ἄλλων πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες μὲ τ’ ἄλλα ἔθνη· διότι ἔχουν καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ἔχουν φόρους παγίους, ἀσφαλεῖς, βεβαιουμένους μὲ σύστημα ἐντελὲς, καὶ ὄχι μὲ τὸ βάρβαρον τὸ ἐδικόν μας. Ἐκεῖ ὑπάρχουν δανεισταὶ κεφαλαίων διάφοροι καὶ προκαταβάλλουν τοὺς εἰσπρακτέους φόρους ἐπὶ τόκῳ, καὶ ἔπειτα τοὺς εἰσπράττουν ὠφελούμενοι μόνον τοὺς τόκους, ὥστε δὲν χρειάζεται καὶ ἐγγύησις· ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα πρῶτον δὲν ἔχομεν φορολογικὸν σύστημα τοιοῦτον, ὥστε οἱ φόροι νὰ ἦναι καθαροί· ἂν λάβητε ὡς παράδειγμα τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ γραμματοσήμου, δύνασθε νὰ τοὺς εἰσπράξητε ἄνευ ἐργολαβίας καὶ ἄνευ ἐγγυήσεως, νὰ τοὺς μεταβιβάσητε εἰς τρίτους· ἀλλὰ τῶν λοιπῶν φόρων τὴν εἴσπραξιν κρίνετε ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς χεῖρας ἐργολαβικὰς, κερδοσκοπικὰς ἄνευ κινδύνων. Ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι λόγος νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἐγγύησίν τινα ἢ μικράν; Τὰ μέχρι τοῦδε ἐλλείματα, κύριοι, τί εἶναι; καθυστερήσεις ἐνοικιαστῶν, τοὺς ὁποίους παρέσυρεν ὁ φατριασμὸς νὰ παρουσιασθοῦν νὰ πλειοδοτήσουν καὶ νὰ μὴ δυνηθοῦν κατόπιν νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των. Τὸ ἴδιον θὰ συμβῇ καὶ εἰς αὐτοὺς, ἂν δὲν δίδουν ἐγγύησιν ἀποχρῶσαν. Ἔχοντες, κύριοι, τοιοῦτον σύστημα δὲν ὑπηρετοῦμεν τοὺς σκοποὺς τῶν φορολογουμένων, δὲν ἐξασφαλίζομεν τὰ δημόσια εἰσοδήματα παρέχοντες αὐτὰ εἰς ἐργολάβους ἄνευ ἐγγυήσεων. Ἢ πρέπει νὰ μὴ παραχωρήσωμεν εἰς τοιούτους, ἢ πρέπει νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς προσφέρουν πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ ταμεῖον· διότι θὰ ἔχωμεν πάλιν καθυστεροῦντα μεγαλεῖτερα καὶ ἡ ἐσχάτη πλάνη ἔσται χείρων τῆς πρώτης. Εἶναι καιρὸς νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἄλλας διατάξεις, ὅτι ὅσοι χρεωστοῦν περισσότερον τῶν 500 ἢ 1000 δραχμῶν νὰ στεροῦνται καὶ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συνάξωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τὰ χρήματα, νὰ μὴ ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς δανειστὰς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τίποτε. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει νὰ δώσουν ἐγγύησιν ἀποχρῶσαν, ἴσην μὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἤθελε παραχωρηθῆ εἰς αὐτούς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ;
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βέβαια.
§23ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὸ νομοσχέδιον, οὔτε μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνα καὶ τὰ δύο. Φρονῶ ὅτι θὰ καταστήσῃ ὅλως διόλου ἄχρηστον τὸ νομοσχέδιον ἡ πρότασις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ κινδυνεύουν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ ἐργολάβος νὰ δώσῃ ἐγγύησιν, ἀλλ’ οὐχὶ ἴσην μὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ τῷ χορηγηθῇ νὰ εἰσπράξῃ, νὰ δώσῃ μίαν ἐγγύησιν κτηματικὴν κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβῃ νὰ εἰσπράξῃ. Φρονῶ ὅτι τότε τὸ δημόσιον ἐξασφαλίζεται ἂν δώσῃ χρηματικὴν ἐγγύησιν ἀντὶ τῶν 100,000 τὰς ὁποίας θὰ εἰσπράξῃ 50,000, καὶ τὸ νομοσχέδιον τότε δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἑπομένως κάμνω αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ προκαλῶ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς.
§24ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ἀσφάλεια, κύριοι, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ δὲν εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὅσην ἐκ πρώτης ὄψεως τὴν ἐξέλαβόν τινες, διότι, ἂν ἀναγνώσητε μὲ προσοχὴν τὸ ἄρθρον 65, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι κατ’ αὐτὸ οἱ ἐργολάβοι ὀφείλουν νὰ δίδουν ἐγγύησιν ἀξίας ἴσης μὲ τὸ δεκατημόριον, (σημειώσατε δὲ ὅτι διὰ μεταγενεστέρας τροπολογίας ἡ ἐγγύησις ηὐξήθη εἰς δύο δεκατημόρια τὰ 2/10, τοῦ ποσοῦ τοῦ ὁποίου ἀνεδέχθησαν τὴν εἴσπραξιν.) Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον, θὰ ἐκτίθεται ἡ δημοπρασία καὶ εἴσπραξις τῶν φόρων ἑνὸς δήμου ἢ μιᾶς ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς ἕνα κατάλογον. Ἑπομένως ὅταν ὑποχρεώσωμεν τὸν ἐργολάβον νὰ δώσῃ ἐγγύησιν ἴσην μὲ τὰ 2/10 τοῦ ὅλου ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀνεδέχθη, θὰ συμβῇ ἐνίοτε ὥστε ἡ ἐγγύησις νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει νὰ εἰσπράξῃ. Ἂς λάβωμεν ἓν παράδειγμα τοὺς φόρους τῆς Ἀττικῆς· αὐτοὶ περιλαμβάνουν καὶ ἐπιτηδεύματα καὶ οἰκοδομὰς καὶ ἄλλα διάφορα ἅτινα δὲν ἐμπεριέχονται εἰς τὸν αὐτὸν κατάλογον· ἐὰν τὸ σύνολον τῶν καταλόγων περιλαμβάνῃ 200,000, ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ ἐγγύησιν 40,000, ἐν τούτοις δὲν θὰ λάβῃ διὰ μιᾶς καὶ τῶν 200,000 δραχμῶν τοὺς καταλόγους, ἀλλὰ σήμερον θὰ λάβῃ 5,000 κατάλογον, αὔριον ἄλλον καὶ οὕτω καθεξῆς. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐγγύησις, ὅπως εἶναι εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὅσον ἐκλαμβάνεται. Μολαταῦτα ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ πλείονα ἀσφάλειαν καὶ θέλῃ ν’ ἀπαιτήσῃ ἐγγύησιν ἴσην μὲ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ καταλόγου, ὁ ὁποῖος παραδίδεται εἰς χεῖράς του, τότε δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, ἀλλὰ νὰ τὸ τροπολογήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ εἴπῃ δηλ. ὅτι νὰ δίδωσιν ἐγγύησιν οἱ ἐργολάβοι εἰς κτήματα ἢ τίτλους τῶν δύο ἑλληνικῶν τραπεζῶν, ἢ δημοσίων δανείων συνομολογηθέντων ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν ἴσην μὲ τὰ 9|10 τοῦ περιεχομένου ποσοῦ εἰς τοὺς παραδιδομένους εἰς αὐτοὺς καταλόγους καὶ οὐχὶ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου ἀνεδέχθησαν τὴν εἴσπραξιν.
§25ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν (διάλογοι).
§26ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§28ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν τράπεζαν γραμμάτια ἔντοκα· εἰς λογαριασμὸν τίνος τρέχει ὁ τόκος;
§29ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου· αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χρηστόπουλος ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του;
§31ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, «νὰ δίδωσιν ἐγγύησιν εἰς κτήματα ἢ τίτλους τῶν δύω Ἑλληνικῶν τραπεζῶν ἢ δημοσίων δανείων συνομολογηθέντων ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν, ἀξίας ἴσης μὲ τὰ 9|10 τοῦ εἰσπρακτέου ποσοῦ τοῦ περιεχομένου εἰς τοὺς παραδιδομένους εἰς αὐτοὺς καταλόγους.»
§33ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτή.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ 66 ἄρθρον, κύριε πρόεδρε, εἶναι ἐκκρεμές.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔμεινε, κύριοι, καὶ τὸ 66 ἄρθρον ἐκκρεμὲς, διότι ὁ κύριος Δαγρὲς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν χθὲς ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου, ὅτι θὰ ᾖναι ἐπιζήμιον διὰ τὸν ὀφειλέτην νὰ παραδεχθῶμεν, ὥστε πάντοτε ὁ πλειστηριασμὸς, ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖται ἐπὶ τῆς κινητῆς περιουσίας νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸς καὶ νὰ ἐπέρχηται ἡ κατακύρωσις ἀμέσως, ἐνῷ ὅταν τὸν ἐνεργῇ τὸ δημόσιον, ἐδόθησαν μερικαὶ ἀναβολαὶ καὶ εὐκολίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς ὄφελος τοῦ ὀφειλέτου. Παρετήρησα προχθὲς ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ, ὅταν ὁ πλειστηριασμὸς τῶν κινητῶν ἐνεργῆται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ δημόσιον, καὶ ὅταν ἐνεργῆται εἰς λογαριασμὸν τοῦ ἐργολάβου. Ὅταν ἐνεργῆται ἀπὸ τὸ δημόσιον, οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ ταμίαι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ πλειστηριάζουν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν ἀρχῶν, ὥστε νὰ μὴ ζημιοῦνται οἱ ὀφειλέται καὶ μένῃ καὶ τὸ δημόσιον ἐκτεθειμένον. Ὅταν ὅμως ἐνεργῇ τὸν πλειστηριασμὸν ὁ ἐργολάβος, τότε συμβαίνουν δύω τινὰ, πρῶτον ἔχει οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ πλειστηριάζῃ καὶ δὲν θέλει ἀφήσει νὰ κατακυρωθοῦν εἰς τρίτον κινητὰ τοῦ ὀφειλέτου ἐπὶ εὐτελεῖ τιμῇ, καὶ δεύτερον τὸ δημόσιον δὲν ζημιώνεται, διότι ὑπεύθυνος εἶναι ὁ ἐργολάβος. Μ’ ὅλα ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ζημιώνωνται οἱ ὀφειλέται, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν μετὰ τὰς λέξεις, ὅτι ἡ ἐκποίησις καθίσταται ὁριστικὴ διὰ τῆς κατακυρώσεως, καὶ τὰ ἑξῆς, «ἐκτὸς ἂν ὁ ὀφειλέτης ζητήσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὅτε ἐνεργοῦνται τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 διαλαμβανόμενα.» (διαλέγεται μετὰ τοῦ κ. Ἐπ. Κρεστενίτη).
§38Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 65 ἔχει μίαν ἔλλειψιν· λέγει, «ἐπιφυλαττομένης κατ’ αὐτοῦ ποινικῆς καταδιώξεως». Ὁ ποινικὸς νόμος ἔχει τὴν κλοπὴν, τὴν ὑπεξαίρεσιν καὶ ἄλλας ποινὰς, ποίαν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀπειλήσωμεν;
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Προσθέσατε τὴν αὐστηροτέραν.
§40Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ εἴπωμεν ἐπιφυλαττομένης κατ’ αὐτῶν ποινικῆς καταδιώξεως κατὰ τὸ ἄρθρον 394 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκον.). Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ γίνηται κατ’ αὐτῶν, ὅ,τι κατὰ τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων.
§42ΤΙΝΕΣ. Ἂς μνημονευθῇ καὶ τὸ ἄρθρον.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκον.). Πολὺ καλὰ, δὲν ἀντιτείνω.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου μετὰ τὰς λέξεις, «ἐπιφυλαττομένης κατ’ αὐτῶν ποινικῆς καταδιώξεως,» «ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 394 τοῦ ποινικοῦ νόμου.» Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη αὐτή;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτή. Ὁ κύριος ὑπουργὸς προσθέτει εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 66, «ἐκτὸς ἂν ὁ ὀφειλέτης ζητήσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὅτε ἐνεργοῦνται τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 διαλαμβανόμενα.» Γίνεται δεκτὸν τοῦτο;
§47ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§48ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 67. Ὁ ἐργολάβος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν κατὰ τὸν εἰς αὐτὸν παραδοθέντα κατάλογον εἰσπρακτέων φόρων, ὅταν ἀποδείξῃ κατὰ τὸ ἄρθρον 44 τοῦ παρόντος νόμου, ὅτι εἷς ἢ καὶ πλείους ἐκ τῶν εἰς τὸν κατάλογον συμπεριληφθέντων φορολογουμένων ἢ δὲν ὑπῆρξαν ἢ εἶναι ἐστερημένοι πάσης κινητῆς ἢ καὶ ἀκινήτου περιουσίας, εἰς τρόπον καθιστῶντα ματαίαν πᾶσαν κατ’ αὐτῶν καταδίωξιν.
§49ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐδέχθημεν τὸν ἐργολάβον, πρέπει νὰ τὸν ἐξασφαλίσωμεν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν· δηλ. ἐπειδὴ εἰσέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ὁ ἐργολάβος, πρέπει νὰ ἔχῃ τόσα δικαιώματα, ὅσα ἔχει καὶ τὸ δημόσιον. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, κ. πρόεδρε, ὁ ἐργολάβος δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ ποσοῦ τόσου, ὅσου εἶναι ὀφειλέτης τις ἄπορος ἐντελῶς, ἐὰν ἀποδείξῃ ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι ἄπορος; διὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπαλλάσεται. Ἀλλὰ εἶναι καὶ δύο ἄλλαι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀπαλλάσεται ὁ ὀφειλέτης ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, αἵτινες δὲν ἀναφέρονται ἐδῶ, ἡ περίστασις τοῦ ἀχρεωστήτου, καὶ ἡ περίστασις τῆς πληρωμῆς. Ὁ ἐργολάβος ἀπαλλάσεται τῆς πληρωμῆς, δι’ ἐκεῖνον ὅστις εἶναι ἐντελῶς ἄπορος, ἀλλὰ εἶναι καὶ δύο ἄλλαι περιστάσεις ὅμοιαι τῆς τοῦ ἀπόρου, ἡ πρώτη εἶναι ὅταν τις δὲν χρεωστῇ, ἡ δευτέρα ὅταν ἐπλήρωσεν, ἑπομένως προτείνω νὰ τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς «... ἢ ὅτε κατὰ τὰ ἄρθρα 23 καὶ 51 τοῦ παρόντος νόμου δὲν ὀφείλει ἢ καὶ ἐπλήρωσεν.»
§50Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἴς τινας περιστάσεις δὲν ὑπάρχουσιν ὅλως διόλου φορολογούμενοι, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἔχομεν πολλὰ ἰδανικὰ ὀνόματα.
§51ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος δὲν ἀναφέρει περὶ αὐτῶν, ἀναφέρει μόνον δύο περιπτώσεις ὑπὲρ τῶν καταδιωκομένων τὰς ὁποίας πρέπει νὰ τὰς καθιερώσωμεν καὶ ὑπὲρ τῶν ἐργολάβων, ὁ νόμος λέγει ὅτι ἀπαλλάσσεται ὅστις δὲν χρεωστεῖ καὶ ὅστις ἐπλήρωσεν, πρέπει λοιπὸν ν’ ἀπαλλαχθῇ καὶ ὁ ἐργολάβος, ἀφοῦ δὲν θὰ λάβῃ χρήματα παρ’ αὐτῶν.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν ὁ Κ. βουλευτὴς Ἄργους δὲν θ’ ἀπαλλάσεται ὁ ἐργολάβος, ἀλλὰ θεωρῶ περιττὴν αὐτὴν τὴν σημείωσιν, διότι δὲν πιστεύω ποτὲ, τὸ δημόσιον νὰ ᾖναι τόσον ἄδικον, ὥστε, ὅταν ἀποδείξῃ ὁ φορολογούμενος ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἐξωφλημένος, νὰ μὴ ἀπαλλάξῃ τὸν ἐργολάβον, καθὼς καὶ ὅτι ἐγένετο κακὴ βεβαίωσις καὶ δὲν ὠφείλετο ὁ φόρος. Ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου εἶναι ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν ἐργολάβον κυρίως εἰς δύο περιπτώσεις ά. ὅταν ὁ ἐργολάβος ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι τὰ ποσὰ ᾖναι ἰδανικὰ, διότι καὶ τοῦτο γίνεται δυστυχῶς ἐνίοτε· πρέπει ἑπομένως ν’ ἀπαλλάσηται, ὅταν δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ διὰ πιστοποιητικῶν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ὅτι τοιαῦτα πρόσωπα δὲν ὑπάρχουσιν, καὶ βʹ. ὅταν ὁ ὀφειλέτης ᾖναι ἐντελῶς ἀκτήμων· εἰς τὰς δύω αὐτὰς περιπτώσεις δικαιοῦται ὁ ἐργολάβος νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν τῶν ποσῶν. Τώρα ἐπέρχονται καὶ αἱ δύο ἄλλαι περιστάσεις, ἐὰν ὁ ἐργολάβος ἀπαιτήσῃ τὸν φόρον ἀπό τινα ὀφειλέτην καὶ αὐτὸς ἀποδείξῃ ἢ ὅτι ἐπλήρωσεν ἢ ὅτι δὲν ὤφειλεν, καὶ τότε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θ’ ἀπαλλαχθῇ. Διὰ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐναντιοῦμαι κατ’ οὐσίαν, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη εἰς τὸν νόμον, καὶ ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§53Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου ὁ παραχωρητὴς ἐγγυᾶται περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ χρέους, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τοῦ ἀξιοπίστου αὐτοῦ· ἐδῶ τί ἔρχεσθε καὶ παραδέχεσθε. Τὸ ἐναντίον· ἐγγυᾶσθε ὄχι διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ χρέους, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ ἀτόμου τὸ ὁποῖον ἐννοεῖται, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀφερέγγυον, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπέναντι τοῦ ταμείου, ἐνῷ κατὰ τὸν πολιτικὸν νόμον δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Τώρα τί ἐννοεῖτε; ἀναφέρεσθε εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον ἢ ὄχι; νὰ τὸ εἴπητε, διότι ἰσχύει κανὼν, καθ’ ὃν ἡ παραδοχὴ τοῦ ἑνὸς ἀποκλείει τὸ ἄλλο· αὐτὸ πρέπει νὰ σημειωθῇ ῥητῶς.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαλλάσεται προσέτι καὶ ὅταν τὸ χρέος δὲν ὑπάρχῃ ἢ ἐξωφλήθη.
§55Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑποπτεύετε, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος ἐξ αὐτοῦ ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀφερεγγύων, τῶν μὴ προθύμων εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ τιμήματος, σκεφθῆτε αὐτὸ καλῶς, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν εἰς στρεψοδικίαν.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δημόσιον θὰ σκεφθῇ, καὶ ὅταν ἠμπορῇ νὰ κάμῃ καὶ κατὰ τῶν ἀκτημόνων διπλότυπα.
§57ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μένει τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, καὶ ἀφοῦ φθάσωμεν εἰς τὴν λέξιν «καταδίωξιν» προσθέτομεν. «Ἢ κατὰ τὰ ἄρθρα 23 καὶ 51 τοῦ παρόντος νόμου δὲν χρεωστοῦσιν ἢ ἐπλήρωσαν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν προφορικὰς τροπολογίας.
§59ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δανοπούλου νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου φρονῶ ὅτι ἡ περίπτωσις ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ νόμου «ἢ εἶναι ἐξηρημένος πάσης περιουσίας......» πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ Κ. Δημητριάδης. Ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀναδειχθῇ τὴν ἐργολαβίαν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἑνὸς τμήματος, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι γνωρίζει ποῖοι εἶναι ἀφερέγγυοι, ἄποροι ἐντὸς αὐτοῦ, καὶ ὅταν θὰ λάβῃ τὴν ἐργολαβίαν, θὰ προσφέρῃ ἀναλόγους τιμάς, ἐνῷ ἐὰν ἀφήσητε εἰς τὸν νόμον αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ὁ ἐργολάβος θὰ προσάγῃ ἀποδείξεις ὅτι πολλοὶ τῶν φορολογουμένων εἶναι ἐστερημένοι πάσης περιουσίας καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς φορολογουμένους αὐτοὺς θὰ λαμβάνῃ ὄχι τὸ ὅλον, τοὐλάχιστον, τὸ ⅓, τὰ ⅔, ὅ,τι δυνηθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διαγράψητε τὴν τελευταίαν περίπτωσιν «ἢ ἐὰν ἦναι ἐστερημένος πάσης περιουσίας».
§60ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅλως διόλου περιττὴν τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, καθόσον ἀποβαίνει ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ ὁ ἐργολάβος πόσοι εἶναι ἄποροι καὶ ἀφερέγγυοι, ἑπομένως εἶναι σκληρὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἀνθρώπων, ὅταν ἅπαξ ἀποδείξωσιν ὅτι ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὴν ὑποχρέωσιν ἀναδέχθησαν, δὲν ἔχει τίποτε, καθόσον ὁ ἐργολάβος δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τοῦτο, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀναγκαῖον εἶναι νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἀποδείξεως.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος αὐτὸς ἐκανονίσθη εἰς τὸ ἄρθρ. 44.
§62ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη περίστασις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις εἶναι· μία διαγραφῆς καὶ μία προσθήκης· πρώτη εἶναι ἡ τοῦ Κ. Κολιάτσου ὅστις προτείνει νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ἐὰν ἦναι ἐστερημένος πάσης περιουσίας» οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Δανόπουλος προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς «ἢ ὅτι κατὰ τὰ ἄρθρα 23 καὶ 51 τοῦ παρόντος νόμου δὲν ὀφείλουσιν ἢ ἐπλήρωσαν».
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§68ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 68. Ἡ διὰ τῆς ἐγκριθείσης δημοπρασίας ὁρισθεῖσα ἀμοιβὴ τοῦ ἐργολάβου ἐκπίπτεται κατ’ ἀναλογίαν ἐκ τῶν παραδιδομένων ὑπ’ αὐτοῦ ποσοτήτων ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεώς του.»
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατηρήσεις;
§70ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη νομίζω νὰ προσθέτωμεν ἓν τελευταῖον ἄρθρον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ εἴπωμεν ὅτι, «Ἐπὶ τῶν χρεῶν τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις ἀνετέθη εἰς ἐργολάβους πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως προκαταβάλλονται παρὰ τῶν ἐργολάβων κατὰ τῶν ὁποίων ἀπευθύνονται καὶ πᾶσαι αἱ ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν ἀνακοπαὶ, προσκλήσεις καὶ ἀντιφάσεις ἄνευ εὐθύνης τινος τοῦ δημοσίου» ἐκεῖνοι πρέπει νὰ κάμωσι τὰ ἔξοδα καὶ ὄχι τὸ δημόσιον.
§73ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§75ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν.
§77Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, καὶ εἰς αὐτὸ ἐπεθύμουν νὰ ᾖναι σύμφωνος καὶ ὁ ὑπουργὸς, εἰς τὴν παραδοχὴν μιᾶς προτάσεως λίαν ἀναγκαίας, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον. Ἕως τώρα ἐπὶ τριάκοντα ἔτη οἱ φορολογούμενοι ἐξακολουθοῦν νὰ ᾖναι ὑπόχρεοι εἰς τὴν εἰς διπλότυπα στηριζομένην ὑποχρέωσίν των, καὶ ἐνῷ ἐπλήρωσαν αὐτὴν, ἀπολέσαντες τὰ διπλότυπά των ὑπεχρεώθησαν εἰς νέας πληρωμάς. Πολλοὶ ἐκ τῶν χωρικῶν, καὶ ἐγὼ αὐτὸς πληρώνω διαφόρους φόρους καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ φυλάττω ὅλα τὰ διπλότυπα. Πρέπει λοιπὸν νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῆς ἰσχύος τῶν διπλοτύπων καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὸν χρόνον ὅστις ἰσχύει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τὴν παραγραφὴν τῶν φόρων. Προτείνω λοιπὸν «τὰ χρέη τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις ἀνετέθη εἰς ἐργολαβίας ἢ διὰ τὰ ὁποῖα εὐθύνονται οἱ ἐνοικιασταὶ παραγράφονται μετὰ 5 ἔτη ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατέστησαν ἀπαιτητὰ», προσέτι δὲ «ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ χρεῶν ἀρχαιοτέρων τοῦ 1871.»
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς εἶναι ἡ παραγραφὴ ἢ μόνον διὰ τοὺς φορολογουμένους;
§79Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ ἐνοικιασταὶ εὐθύνονται πρὸς τὸ δημόσιον, τὰ χρέη δὲ παραγράφονται ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, τὸ δὲ δημόσιον δὲν βλάπτεται, διότι ἔχει ὑπευθύνους τοὺς ἐνοικιαστάς.
§80ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅσα εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἀπὸ εἰσπράκτορας.
§82Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ἀναγινώσκει τὴν προσθήκην του).
§83ΤΙΝΕΣ. 70.
§84ΕΤΕΡΟΙ. 71.
§85ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς εἶναι 70.
§86Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν.
§87Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη εἶναι σπουδαία, καὶ εἶναι δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της· κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀτελής. Εἶναι σπουδαία διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Πετσάλης, καὶ πρὸ πάντων διὰ τοὺς ἐφεξῆς. Πρῶτον τὸ δημόσιον ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν καὶ χρησιμεύει ὡς παράδειγμα καλῆς πίστεως· τοῦτο ὑπέβαλε τὰς πιστώσεις τῶν πολιτῶν εἰς σύντομον, συντομωτάτην παραγραφήν. Γνωρίζετε τὸν λογιστικὸν νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν τις μετὰ πενταετίαν παρουσιασθῇ ὡς ἔχων ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ δημοσίου, τὸ δημόσιον προτείνει τὴν παραγραφήν· ἀφοῦ λοιπὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει τὸ δημόσιον, διατί νὰ μὴ θέλῃ νὰ ὑποκύψῃ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν ἀπέναντι τοῦ φορολογουμένου; ἐντὸς πενταετίας, ἢ νὰ φροντίσῃ νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, ἢ ἄλλως, ὅπως καὶ ἐκεῖνο ἐπικαλεῖται παραγραφὴν, δικαιοῦνται καὶ οἱ πολῖται νὰ ἐπικαλῶνται τὴν διάταξιν ταύτην. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν ηὔξησαν τὰ καθυστερήματα, ἐὰν ὑπερεπλεόνασαν, καὶ ἐπῆλθον φοβεραὶ ζημίαι εἰς τὸ δημόσιον διὰ τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν χρῆσιν τοῦ ἐκτάκτου νόμου, τοῦτο συνέβη, κύριοι, ἐξ αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας ἢ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀμελείας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν. Καὶ εἰς τὰ ἄλλα χρέη, κύριοι, μετὰ δεκαετίαν, ὅσα εἰσεπράχθησαν, καλῶς, ὅσα δὲν εἰσπραχθῶσι νὰ εἴπωμεν παραγράφονται. Οἱ Ῥωμαῖοι, κύριοι, εἶχον τεκμήριον συντόμου παραγραφῆς, ἐπρότειναν δὲ αὐτήν· ὅταν τὸ δημόσιον ἐζήτει τοὺς φόρους λ. χ. τοῦ 1871, ἀπεκλείετο τοῦ δικαιώματος νὰ ζητήσῃ τοὺς φόρους τῶν προηγουμένων ἐτῶν, διότι ὑπῆρχε τὸ τεκμήριον, ὅτι ἀφοῦ τὸ δημόσιον εἰσέπραξε τὸν φόρον τοῦ 1871 δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ χωρὶς νὰ εἰσπράξῃ τὰς τῶν δύω προηγουμένων ἐτῶν. Βλέπετε, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι συντελεστικωτάτη καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὠφελεῖ δὲ καὶ τὴν διοίκησιν, διότι δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀφίνῃ τὰ χρέη, ἀλλ’ ὑποχρεοῖ νὰ φροντίζῃ νὰ εἰσπράττῃ ἐγκαίρως αὐτά. Νομίζω, ὅτι τὸ δημόσιον νὰ ζητῇ τοὺς φόρους ἐγκαίρως, καὶ πρέπει νὰ μὴ ἐπιθυμῇ τοὺς φορολογουμένους νὰ σχηματίσουν ἀρχεῖα διπλοτύπων, διότι ἔχομεν πολλαπλοῦς φόρους, ἀπείρους, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχομεν ἄπειρα διπλότυπα· ὅταν ἀναγκαζόμεθα ἐπὶ τριακονταετίαν νὰ τηρῶμεν αὐτὰ θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ κάμωμεν ἀρχεῖα. Αὐτὸ, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς ἡμᾶς· εἰς τὸ ἑξῆς λοιπὸν θέσατε πενταετῆ τὴν παραγραφὴν, εἰς δὲ τὰ ἄλλα δεκαετῆ, διότι εἰς κανὲν κράτος δὲν ὑπάρχει ἐπάπειρον, παρὰ μόνον μέχρι δεκαετίας. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι νομίζω ἡ κατάλληλος ὥρα διὰ νὰ σκεφθῶμεν σήμερον ἐὰν πρέπῃ νὰ παραγράφωνται τὰ πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλόμενα καὶ μετὰ παρέλευσιν πόσων ἐτῶν, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἶναι τὸ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετσάλη, καθ’ ἣν, ἂν ἐνόησα καλῶς, ἡ παραγραφὴ ἀφορᾷ μόνον τὸν ἐργολάβον οὐχὶ δὲ καὶ τὸ δημόσιον· τὸ δημόσιον ἀνέθηκε π. χ. εἰς ἐργολάβον τὴν εἴσπραξιν δημοσίων φόρων 100,000 δραχμῶν· ὁ ἐργολάβος ὀφείλει ἐντὸς 5 ἐτῶν νὰ τοὺς εἰσπράξῃ· ἐὰν δὲν τοὺς εἰσπράξῃ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, τὸ δημόσιον ὅμως διατηρεῖ ἀνέπαφα τὰ δικαιώματά του ἀπέναντι τοῦ ἐργολάβου· τὸ αὐτὸ ἐννοοῦμεν καὶ διὰ τοὺς ἐνοικιαστάς· ἠξεύρετε ὅτι τὸ δημόσιον ἐνοικιάζει τοὺς φόρους εἰς ἐνοικιαστὰς καὶ εἰσπράττει αὐτοὺς ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῶν φορολογουμένων· δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παραγράψωμεν αὐτοὺς μετὰ παρέλευσιν 5 ἐτῶν· ἡ ὑποχρέωσις ὅμως τῶν ἐνοικιαστῶν δὲν πρέπει νὰ παραγραφῇ.
§89ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν τὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον νὰ εὐθύνηται ὁ ἐνοικιαστής; ἐὰν δὲν δύναται τὸ δημόσιον ἢ ἀμελεῖ νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, διατί νὰ εὐθύνηται ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ πληρώσῃ;
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου αὐτὴν τὴν ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ ἐγὼ ὅστις τὴν παραδέχομαι εἶμαι συνεπὴς, διότι, ἂν ἀναγνώσητε τὸν ἐπέτειον φορολογικὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἔφερα, θέλετε ἴδει ὅτι δίδω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ν’ ἀναδέχηται ἀπ’ εὐθείας τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων.
§91ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον λέγετε «δύναται».
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κάμνομεν «ὑποχρεοῦται»· καὶ ὅταν τὸ ἐσυζητήσαμεν ἰδιαιτέρως σᾶς ἐξέθεσα αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Ἐγὼ θέλω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ, ὅταν συζητήσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος διὰ τὸ σύνολον τοῦ χρέους. Ἐὰν ὅμως οἱ φορολογούμενοι δὲν πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ κατάλογον τῶν καθυστερούντων καὶ ὁ ταμίας νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ διορίζῃ αὐτοὺς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἢ τοὺς ἀντιπροσώπους των διὰ νὰ εἰσπράξουν τοὺς φόρους παρ’ ἐκείνων ὅσοι δὲν ἐπλήρωσαν· ὅταν δίδωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς, τοὺς καθιστῶμεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐργολάβους. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν, ἐὰν παραδέχηται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετσάλη, ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου διὰ τὴν αὔριον, διότι προχείρως δὲν πιστεύω νὰ ἠμπορῇ νὰ τὴν διατυπώσῃ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν πᾶσαν παρεξήγησιν.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§94Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ὑποβάλλω καὶ ἄλλην πρότασιν. Ἕκαστος νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς ποινάς του. Ἐτέθησαν ποιναὶ κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, ἐχορηγήθησαν εἰς τὸν ἐργολάβον πολλὰ δικαιώματα, ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἐργολάβος αὐτὸς καταπιέζῃ τὸν φορολογούμενον, εἰσπράττῃ περιπλέον τοῦ ὀφειλομένου, διατί νὰ μὴ ἐφαρμοσθοῦν κατ’ αὐτοῦ αἱ περὶ καταπιέσεων διατάξεις;
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἐννοεῖται.
§96ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν) Ἐτελειώσαμεν τέλος πάντων, Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν με τὸ λαύριον.
§97ΣΑΡΑΒΑΣ. (εἰσερχόμενος μετὰ τοῦ κυρίου Χρηστίδου) Αἰσίως διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 48 εἴπομεν ὅτι οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον ἐπέκεινα τῶν 300 δραχμῶν, καθὼς καὶ οἱ ἐγγυηταὶ αὐτῶν, δὲν εἶναι δεκτοὶ τοῦ λοιποῦ εἰς δημοσίους πλειστηριασμούς. Ἀλλὰ τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημόσιον ἀνέρχονται μέχρι τοῦ 1833 καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, καὶ πολλὰ τῶν ὀφειλομένων εἶναι ἀκαθάριστα καὶ φιλονεικούμενα, διὰ τοῦτο εἶναι φόβος μήπως, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον, ἀποκλεισθῶσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πράγματι δὲν εἶναι ὀφειλέται ἢ τοὐλάχιστον τῶν ὁποίων τὰ χρέη δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένα, καὶ ἐκ τούτου θὰ γεννηθῶσι δύο κακά· 1) ἀποκλεισθῶσιν μερικοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰς ἐργολαβίας αὐτὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλπίζουν νὰ εὕρουν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἢ μίαν ὠφέλειαν καὶ 2) ζημιωθῇ καὶ τὸ Δημόσιον καθόσον θὰ περιορισθῇ καὶ ὁ διαγωνισμός. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ προσθέσωμεν ἀκροτελεύτιον ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον «τὸ ἄρθρ. 48 τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ χρεῶν, ἀναγομένων εἰς τὰς πρὸ τοῦ 1867 χρήσεις,» διότι ἀπὸ τοῦ 1867 καὶ ἐντεῦθεν τὰ χρέη εἶναι ἐκκαθαρισμένα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν, κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου, πρότασιν συμπληρωτικὴν ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου.
§100ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ἀκροτελεύτιον, κύριοι, προταθὲν τοῦτο ἕβδομον κεφάλαιον, ἢ μᾶλλον τὰ ἐν αὐτῷ ἐμπεριεχόμενα ἄρθρα προτείνονται, ἵνα ἀποτελέσωσι μέρος εἰς τὸ ἐπιψηφισθὲν ἤδη νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἵνα καταρτισθῇ ὁ νόμος οὗτος ἀνθρωπίνως τελειότερος καὶ ἀποτελεσματικώτερος. Τὰ ἄρθρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ νὰ τροποποιηθῶσιν, ὅπως ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἤθελε τὸ ἐγκρίνει, ἔχουν, ὡς βλέπετε, σχετικὴν μὲν, ἀλλ’ ἰδίαν ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώσουν· σκοποῦσι νὰ νουθετήσωσι, νὰ ὑποχρεώσουν τάξιν τινὰ τῶν πολιτῶν προνομιοῦχον, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν τῶν φόρων καὶ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον προνομιοῦχον, οὐχὶ εὐτυχῶς διὰ νόμου καὶ διὰ διαταγμάτων, προνομιοῦχον ὡς ἐκ τῆς κακῆς πολιτικῆς καταστάσεώς μας καὶ ὡς ἐκ τῶν κακῶν ἕξεών μας. Διὰ τῆς παραδοχῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων τούτων, τῶν διατάξεων τούτων, θέλομεν κατορθώσει, κύριοι, νὰ ἔχῃ θέσιν καθαρὰν καὶ συνείδησιν ὁ νομοθέτης, καθὼς καὶ ὁ ἐκτελεστὴς τῶν νόμων. Τότε δὲ ἔχει θέσιν καθαρὰν καὶ συνείδησιν ὁ νομοθέτης κατ’ ἐμὲ, ὅταν νομοθετῶν σκέπτηται τίνι τρόπῳ νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὸς ἑαυτὸν εἰς τὰ κοινὰ βάρη, καὶ τότε ἔχει θέσιν καθαρὰν καὶ συνείδησιν ὁ ἐκτελεστὴς τῶν νόμων, ὅταν ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελέσῃ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτὸς πρῶτος εἰς τὸν ἑαυτόν του. Διὰ τῆς παραδοχῆς, κύριοι, καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν διατάξεων τούτων θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι πράγματι ἀγαπῶμεν τὸν λαὸν, τὸν γεωργικὸν λαὸν, τὸν πτωχὸν λαὸν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἑκάστοτε ὑψόνομεν φωνὰς συγκινητικὰς, καὶ θέλομεν τὸν ἀγαπήσει, διότι θὰ τῷ εἴπωμεν μεγαλοφώνως· ἰδοὺ λαὲ· ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι ἀρχίζοντες ἀπὸ τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς ἐπιδιώκοντας τὰς δημαρχικὰς θέσεις, ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς ἐπιδιώκοντας τὰς βουλευτικὰς ἕδρας, ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἐπιδιώκοντας τὰς θέσεις τῶν ὑπαλλήλων, τέλος ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ἐπιδιώκοντας τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας· ἰδοὺ, λαὲ, ἡμεῖς, ἐνῷ ὑπαγόμεθα, ὡς καὶ Σὺ, λαὲ, εἰς τὰς αὐτὰς αὐστηρὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὰς λεγομένας Δρακοντείους, τιθέμεθα καὶ εἰς ἰδιαιτέρας αὐστηροτέρας διατάξεις, εἰς τὰς ὁποίας Σὺ, λαὲ, δὲν ἔχεις μέρος, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἕως οὗ καλλιτερεύσῃ ἡ κατάστασίς σου. Διὰ τῆς παραδοχῆς, κύριοι, καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν διατάξεων τούτων θὰ βεβαιώσωμεν τὸν λαὸν, τὸν πολυπόθητον λαὸν, ὅτι πληρόνομεν ἐγκαίρως τοὺς φόρους μας, ὅτι πληρόνομεν τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημόσιον. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, κύριοι, ἠξεύρετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι εἶναι νοήμων λαὸς, ἐξετάζει ὁ εὐλογημένος καὶ τὸν ταμίαν καὶ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς χωροφύλακας καὶ μανθάνει τὴν ἀλήθειαν καὶ διὰ τοῦτο δυστροπεῖ καὶ αὐτὸς νὰ πληρώσῃ. Ὅταν ὅμως παραδεχθῶμεν αὐτὰς τὰς διατάξεις, θέλει μάθει καὶ τότε τὴν ἄλλην ἀλήθειαν καὶ θὰ ἰδῆτε τότε αὐτὸν τὸν λαὸν νὰ σπεύδῃ νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους του, διότι παραδειγματίζεται ἀπὸ τὴν διαγωγὴν τὴν ἰδικήν μας καὶ θὰ θεωρῇ τοὺς φόρους αὐτοὺς ἱεροὺς, ὅπως καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἱεροί. Διὰ τῆς παραδοχῆς τέλος πάντων τῶν διατάξεων τούτων θέλομεν βεβαιώσει τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, ὅτι περὶ πολλοῦ ποιούμεθα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, καὶ βεβαίως, ὅταν πληρώσωμεν καὶ πληρόνωμεν, τότε θὰ ἔχωμεν καὶ περισσότερον θάῤῥος νὰ καταπολεμῶμεν τὰς καταχρήσεις καὶ τὴν σπατάλην. Μὴ νομίζητε, κύριοι, ὅτι ἐγὼ ὁ προτείνας ταῦτα κατὰ τὰ 1867, καὶ ὁ ὁποῖος τὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, εἶμαι ξένος τῶν κακῶν ἕξεων. Ὄχι, κύριοι, ὀφείλω ὡς ἐγγυητὴς ἐνοικιαστῶν κατὰ τὸ 1842 δεκαπέντε καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας δραχμῶν. Μετὰ τῶν συνεταίρων μου ἐκείνων ἐκάμαμεν ἔκτοτε τὰς ἀναγκαίας καὶ δικαιολογημένας ἐνστάσεις μας, αἱ ὁποῖαι μένουν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς· ὤφειλον, καὶ ὀφείλω ἴσως ἀκόμη φόρους οἰκοδομῶν, λειβαδίων καὶ ἀμπέλων τοῦ προπαρελθόντος ἔτους καὶ τοῦ ἀμέσως παρελθόντος· καὶ ἠξεύρετε τί μοι συνέβη; Ἀκούσατε! Πρὸ ἓξ μηνῶν ὁ ταμίας Φθιώτιδος κύριος Σακελλαρόπουλος ἔκαμε κατάσχεσιν εἰς τὰ ἐνοίκια τῶν ἐν Λαμίᾳ μαγαζείων μου καὶ λαμβάνει ἔκτοτε τὰ ἐνοίκια. Τὸν ἔγραψα παραπονούμενος, καὶ τὸν ἔγραψα μεθ’ ὅλης τῆς λεπτότητος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς λέξεις τῆς τετριμμένης πολιτικῆς. Μὲ ἀπήντησε παραχρῆμα, ὅτι μὲ λύπην του προέβη εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, ὅτι ἠναγκάσθη ἀπὸ τὴν πλήρη ἀνέχειαν τοῦ ταμείου καὶ ἀπὸ τὰς ἐπανειλημμένας αὐστηρὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργείου, ὅτι θὰ φροντίσῃ νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ μὲ θυσίαν του ἀκόμη, ἀλλὰ μοὶ ἐπρόσθεσεν ὅτι ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω εἰς τὸ πρὸς αὐτὸν γράμμα μου καὶ τὴν πρότασίν μου, τὴν ὁποίαν καθυπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ 1867. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ γράμματός του μ’ ἔκαμε νὰ σιωπήσω καὶ νὰ παραδεχθῶ τὴν πρᾶξίν του ὡς καλῶς ἔχουσαν· σᾶς τὸ λέγω δὲ σήμερον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ ὑποθέσητε, ὅτι ἡ πρότασίς μου ἔχει σκοπὸν νὰ ἐγγίζῃ φιλοτιμίας κανενός. Αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ ν’ ἀποφύγω τὰς παρεξηγήσεις καὶ προσωπικὰς αἰτιάσεις μὲ ἔκαμε νὰ σᾶς διηγηθῶ καὶ τὸ ἱστορικὸν αὐτὸ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. ταμία Φθιώτιδος. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριοι, ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς μου. Εἰς τὴν σύνεσίν σας, εἰς τὸν πατριωτισμόν σας ἐναπόκεινται τὰ περαιτέρω.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
§102ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι οἱ χρεοφειλέται τοῦ δημοσίου ἀποκλείονται.
§104ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὡς συμπληρωτικὰ ἄρθρα τὰ ἰδικά μου κεφάλαιον 7 ἄρθρ. 69.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ;
§106ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν συζήτησιν. Προτείνεται ἡ ἀρχή· οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου δὲν δύναται νὰ ᾖναι βουλευτικοὶ, δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§110ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἰς τὰ καθέκαστα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ προσπαθῶ νὰ ἴδω, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Ἰδού, κύριοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ.
Ἄρθρον 69. «Οἱ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ἐφεξῆς ληξιπρόθεσμοι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου καὶ τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν καταδιώξεων εἰς ἃς ὑπόκεινται κατὰ τὰς ἐν τῷ παρόντι νόμῳ διατάξεις, στεροῦνται, μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς νομίμου προθεσμίας, καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ διατελῶσιν ὡς βουλευταὶ ἢ δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι· ἂν δὲ ὦσι στρατιωτικοὶ, τίθενται εἰς ἀργίαν καὶ δὲν δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν.» Εἶναι ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§112ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτή. Προχωροῦμεν εἰς τὰ καθέκαστα.
§114ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀναγινώσκω, κύριοι, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω κάμει ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χατζίσκου. Χαίρω πολὺ, διότι ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος δὲν εὑρέθη οὐδὲ εἷς βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ν’ ἀντιλέξῃ, χαίρω πρὸ πάντων καὶ εἶμαι ὑπερήφανος, διότι ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία καθιέρωσεν ὁμοψήφως αὐτὴν τὴν εἰς σπουδαίας συνεπείας γόνιμον ἀρχήν. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνυψώσῃ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ, εἶναι βεβαίως ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν τόσῳ ἐμφαντικῶς ἐψηφίσαμεν σήμερον κατ’ ἀρχήν. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω περισσότερα κατόπιν τῶν ὅσων ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζίσκος καὶ ἀρκοῦμαι μόνον ν’ ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν μου. «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 47 ὑπερήμεροι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου, καθίστανται, ἀφ’ οὗ κλεισθῇ ἡ χρῆσις ἑκάστου ἔτους, ἀνίκανοι νὰ λάβωσιν οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν καὶ θέσιν εἴτε δημοσίαν, εἴτε δημοτικήν, εἴτε ἐξ ἐκλογῆς προερχομένην, καὶ ἂν κατέχουν τοιαύτην, γίνονται ἔκπτωτοι αὐτῆς. Ἐξαιροῦνται οἱ ὀφειλέται τῶν ὁποίων τὸ χρέος δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχμὰς 300.»
§115Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. 500 βάλετε.
§116ΛΑΠΑΣ. Ὅλως διόλου· νὰ μὴ χρεωστῇ τίποτε.
§117ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε, κύριοι, τὴν τροπολογίαν ἕως τέλους καὶ κατόπιν, ὅταν ἔλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, δύναμαι νὰ παραδεχθῶ οἱασδήποτε παρατηρήσεις. «Ἄρθρον 70. Ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἀνικανότης ἢ ἔκπτωσις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τῶν πλημμελειοδικῶν.» «Ἄρθρον 71. Οἱ ἐπαρχιακοὶ ταμίαι ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον παρὰ πρωτοδίκαις εἰσαγγελέα ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν τῆς χρήσεως τοῦ προηγουμένου ἔτους, συνδεόμενον συνάμα μὲ τὰς προσηκούσας ἀποδείξεις, ὅτι ἐγένοντο αἱ κατὰ τὸν νόμον προσκλήσεις πρὸς πληρωμήν.» «Ἄρθρον 72. Τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 69–71 δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῶν πρὸ τοῦ 1871 καθυστερούντων.»
§118ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§119ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἔχασε ὅλην τὴν ἀξίαν του.
§120ΛΑΠΑΣ. Τὰ ἐμπέρδευσες τώρα· νὰ πληρώσουν ὅλοι.
§121ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἐπιμένω, κύριοι, εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον. Σᾶς ἐξομολογοῦμαι μάλιστα ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ παρεκίνησε νὰ βάλω αὐτὴν τὴν διάταξιν, δὲν ἦτο κυρίως ὁ λόγος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἀναδρομικὴν δύναμιν, τοὐτέστι νὰ δημιουργήσωμεν σήμερον ἀνικανότητα, ἐρειδομένην εἰς μίαν παράλειψιν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ παρελθὸν, διότι ἡ παράλειψις αὕτη ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἐφ’ ὅσον ὁ ὀφειλέτης δὲν πληρόνει τὸ χρέος του, εἶναι δηλαδὴ συνεχὴς· ὁ ἴδιος λόγος σᾶς ἐξομολογοῦμαι ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ἦτο ὁ φόβος μὴ τυχὸν, ἄνευ αὐτῆς τῆς διατάξεως, δὲν περάσῃ ἡ τροπολογία.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Θὰ περάσῃ.
§123ΣΑΡΑΒΑΣ. Λοιπὸν εὐγνωμονῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τῷ ὄντι θέλῃ νὰ ἀπαλείψῃ τὴν τελευταίαν διάταξιν.
§124ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§125ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὴν ἀπαλείφω.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ἀπαλείψετε, διότι καὶ τοῦ κ. Χατσίσκου ὁ νόμος οὕτως εἶναι, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως, λέγει.
§127ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατσίσκου δὲν περιέχει τὴν ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου τελευταίαν διάταξιν· φαίνεται μὲν ἐν ἀρχῇ ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τὴν ἀνάγει εἰς τὸ παρελθόν. Ἰδοὺ τὶ λέγει. «Οἱ ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου ὀφειλέται τοῦ δημοσίου ἐκ προικοκτησιῶν, ἐξ ἐνοικιάσεων προσόδων, ἐξ ἀγορᾶς φθαρτῶν κτημάτων, ἐξ ἐλλειμμάτων ὑπαλλήλων ὑπολόγων καὶ ἐξ ἄλων σχετικῶν χρεῶν, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, καθ’ ὅσον κατὰ συνέπειαν προεκδοθέντων εὐεργετικῶν νόμων δὲν ἐκανονίσθησαν νέαι προθεσμίαι, μήπω λήξασαι διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν.»
§128ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὴν τύπωσιν αὐτῆς τῆς προτάσεως, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατσίσκου, τὴν ἀρχὴν τῆς ὁποίας ἀπεδέχθημεν, ἔχει πολλὰς ἀτελείας, καὶ πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμένα αὐτὰ τὰ χρέη, ὅτι πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πληρώσῃ ἕνας ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου καὶ τὰ τοιαῦτα.
§129ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Κατριβάνος προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατσίσκου, ὡς ἐξακολούθησιν τοῦ νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν· ἐὰν ὅμως ἐννοῇ, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ὡς ἰδιαίτερος νόμος καὶ νὰ ὑποστῇ τὰ τοῦ κανονισμοῦ, τότε ἀνθίσταμαι πάσῃ δυνάμει.
§130ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§131Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἀναβολὴν, εἴμεθα ἐναντίοι.
§132ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂν θὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, δὲν προχωρῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς τροπολογίας μου.
§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ λυθῇ ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἀμέσως νὰ ἀποφανθῇ τις ποῖαι ποιναὶ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς ὀφειλέτας, οἵτινες πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ ᾖναι καὶ ὀφειλέται ἢ νὰ μὴ ᾖναι κύριοι αἴτιοι τοῦ ἐλαττώματος δι’ ὃ κατηγοροῦνται. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, κύριοι, θεωρῶ ἀναγκαῖον τὸ τοιοῦτον Νομίζω ὅτι τὸ χρέος τοῦ φόρου πρὸς τὸ δημόσιον εἶναι ἱερὸν καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, ὑπάρχουν τῳόντι μερικαὶ τάξεις ἀνθρώπων, τὰς ὁποίας ἡ καταδίωξις δὲν φθάνει, πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι, διὰ νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον των. Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν ὅμως τὸ ζήτημα ἀλλάσσει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν σήμερον, διότι, κύριοι, καὶ ὡς βουλευταὶ καὶ ὡς Κυβέρνησις σᾶς λέγομεν ὅτι πολὺ θέλομεν δυσκολευθῆ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως νόμον, ὅστις, ὅπως παρουσιάζεται, παραβιάζει ἴσως ὅλας τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ ὅλα τὰ αἰσθήματα τῆς ἐπιεικείας· διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὑπάρχουσί τινες ὑποστηρίζοντες τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, κηρύσσομαι ἀπὸ τοῦδε ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτῆς. Ἂν τῳόντι, κύριοι, ἡ ἰδέα αὕτη, πρόκηται νὰ συζητηθῇ, τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ σήμερον, πρέπει νὰ συζητηθῇ πρῶτον καὶ καθαρισθῇ. Ἂν ὅμως τὸ ζήτημα ᾖναι μόνον διὰ τὸ μέλλον, ἂς ἐξακολουθήσωμεν νὰ τελειώσωμεν σήμερον.
§134ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, κάθε ἡμέραν ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι τὰ ἀπὸ τοῦ 33 μέχρι σήμερον καθυστερούμενα μικρὰ ἢ μεγάλα πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἴς τινα κανονισμὸν καὶ κατὰ μικρὰς καὶ μακρὰς δόσεις νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους. Δὲν βλέπω πλέον, ὅτι ὑφίστανται παλαιὰ καθυστεροῦντα, ὅλα ἐγένοντο νέα. (θόρυβος). Ἀπὸ σήμερον ἄρχεται ἡ πληρωμὴ κατὰ μικρὰς καὶ μακρὰς δόσεις (θόρυβος). Δὲν θέλετε, κύριοι, μοὶ ἐπιβάλλει τὰς ἰδέας σας, θέλω ἐκθέσει τὰς ἰδικάς μου ὅπως τὰς αἰσθάνομαι, καὶ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν τὰς παραδέχησθε ἢ ὄχι. Ἐγὼ λέγω ἡ διαστροφὴ ἔγκειται εἰς τὴν ἰδέαν αὐτήν· πῶς θέλετε ὅλα τὰ παλαιὰ χρέη νὰ μείνουν ἐν τῇ μεταιωρότητι; εἶναι ὡς νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐξοφλοῦνται, ὅτι συμψηφίζονται, ὅτι εἰσάγεται συσάχθεια δι’ αὐτά· ἂν αὐτὰ τὰ χρέη ᾖναι ἀπαιτητὰ, ἂν ἔχωμεν νὰ λάβωμεν πολλὰ ἢ ὀλίγα δὲν ἠξεύρω, ἡ πρώτη φροντὶς, ἡ πρώτη σκέψις εἶναι νὰ κανονισθῶσι κατὰ τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτοὺς, καὶ νὰ εἰσπράττωνται κατὰ μικρὰς καὶ μακρὰς δόσεις, ὅπως γίνεται καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν καὶ διὰ τὰς φυτείας καὶ διὰ τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ διὰ τόσα ἄλλα. Λοιπὸν ποῦ ὑφίστανται παλαιὰ καὶ νέα χρέη; διὰ τοῦτο ἀξιολογωτάτη εἶναι καὶ περιεκτικωτάτη ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου.
§135ΤΙΝΕΣ. Περὶ ἀναβολῆς πρόκειται.
§136ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι δουλειὰ ἰδική μου· ἐγὼ ὁμιλῶ ὡς πρὸς τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἡ ἀναβολὴ εἶναι δουλειὰ ἰδική σας.
§137Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον, διότι δὲν πρόκειται ἢ νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα· ὁ φόβος ὅμως, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶναι μάταιος, διότι δὲν πρόκειται ἢ περὶ μέτρου τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων· οἱ δικονομικοὶ νόμοι δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐμπεριέχει παρὰ διατάξεις δι’ ὧν προσκαλοῦνται οἱ ὀφείλοντες νὰ πληρώσουν, καὶ λέγει, ὅτι ἂν δὲν πληρώσουν μετὰ τρεῖς μῆνας, δὲν θὰ ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ ᾖναι δημόσιοι λειτουργοὶ καὶ νομοθέται, διότι ἐκεῖνος ὅστις δὲν πληρώνει τὰ χρέη του καὶ παραβιάζει ὅλους τοὺς νόμους, πῶς θὰ ἔλθῃ νὰ συντάξῃ νόμους; ὥστε δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς φόβος νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐξερχόμεθα τῆς ἠθικῆς ἰδέας καὶ ὅτι καθιεροῦμεν ἀρχὴν ἀναδρομικήν, διότι τὸ χρέος ὑπάρχει. Μὰ εἶναι φόβος μήπως ἐξωσθῶσι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως πρόσωπα μὴ ὀφείλοντα καθόλου· ἂς ὁρίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ τὰ ἐκκαθαρισμένα χρέη, μὴ θέλουν νὰ ἐξαιρέσουν τοὺς ὀφείλοντας ἀπὸ τὰ 53 ἕως τὰ 58, δὲν εἶναι δύσκολον καὶ τοῦτο, ἀλλὰ ποτὲ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅσα ἀπὸ τοῦ 58 καὶ 62 ὀφείλονται καὶ ὀφείλονται κυρίως 70 ἑκατομμύρια καὶ ἐρχόμεθα καθ’ ἑκάστην μὲ βαρεῖς φόρους κατὰ τοῦ λαοῦ, δὲν δυνάμεθα εἰπεῖν νὰ μὴ εἰσπραχθῶσι.
§138ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπῆγαν πολλοὶ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐδικαιώθησαν.
§139Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅσοι δικαιωθοῦν, ἂς ἀπαλλαχθῶσιν. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐμβριθεστέρα σκέψις, ἂς ἀναβάλῃ τὴν περαιτέρω συζήτησιν· ὁ φόβος ὅμως, ὅτι θὰ ἐκτραπῶμεν τῆς ἠθικῆς ἰδέας ἀναγνωρίζοντες ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον δὲν ὑφίσταται.
§140ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι δὲν ὀφείλω εἰς τὸ δημόσιον οὔτε ἐγὼ οὔτε συγγενής μου τις καὶ ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἴπατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἐσυζητεῖτο ἡ νομιμότης τῆς ἐκλογῆς σας, ἐδῶ εἶναι τὸ σύρμα, καὶ κτυπᾶτε, τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ, κτυπᾶτε καὶ θὰ μάθετε, ἂν ὀφείλω. Ζήτημα τόσον σπουδαῖον, θίγον ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, δὲν δύνασθε νὰ τὸ λύσητε ἀμέσως. Θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι σωτῆρες τοῦ ἔθνους οἱ καλλιεργηταὶ, οἱ ἐνοικιασταὶ· οὗτοι δὲν ἐζημίωσαν τὸ ἔθνος (Θόρυβος).
§141ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶναι ἅρπαγες, μὴ ὑπερασπίζεσθε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. (Θόρυβος)
§142ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μὲ βιάσητε ν’ ἀναφέρω τὰ διπλότυπα, ἂς φέρωσιν τὰ διπλότυπα τῆς πληρωμῆς ἑκάστου· ἀλλ’ ἂς ᾖναι, ἄλλη ὥρα. Ἐγὼ λέγω νὰ παρακαλέσῃ ἡ Βουλὴ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ ἕνα νόμον περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν· (θόρυβος) τὰ παλαιὰ χρέη ἅμα καθαρισθοῦν, ἂς ἔλθουν νὰ ἐπιβάλουν ὅλας τὰς καταδιώξεις· διὰ τὸ μέλλον δὲν εἶμαι ἐναντίος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα, ἂς προσθέσω δὲ ὅτι μὴ νομίσητε ὅτι ταῦτα εἶναι σωστικὰ, καὶ ὅτι διὰ παντὸς τρόπου καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸν τόπον. Προτείνω λοιπὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ φέρῃ νόμον περὶ πληρωμῆς τῶν παλαιῶν χρεῶν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τὴν δευτέραν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς διὰ τὴν δευτέραν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Ἡ πρότασις θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον. Ὁ Κύριος Μανέτας ἔχει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Λαυριακῶν.
§144ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Λαυρίου εἰδικὴ ἐπιτροπή σας ἐπελήφθη τῆς ἐργασίας της καὶ ἀπεπεράτωσεν αὐτήν. Ἠκολούθησε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ φορολογίας ἐκβολάδων μέ τινας τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἔκρινεν εὔλογον νὰ ἐπενέγκῃ· τὸ οὕτω πως καταρτισθὲν νομοσχέδιον ἔρχομαι ἤδη νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ὑποβληθῇ κατόπιν, διότι ἐχρειάζετο εἰσέτι ὀλίγος καιρὸς. (ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον)
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ φορολογίας τῶν ἐκβολάδων. Ἄρθρον 1. Ἐπὶ τοῦ ἀργυρούχου μολύβδου τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τῶν παλαιῶν ἐκβολάδων, ἤτοι τῶν μεταλλούχων χωμάτων τῶν ἐξορυχθέντων παρὰ τῶν ἀρχαίων καὶ εὑρισκομένων ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, εἴτε μόνα ἐκκαμινεύονται ταῦτα, εἴτε ἀναμὶξ μετὰ σκωριῶν ἢ ἄλλων οἱωνδήποτε οὐσιῶν καὶ καθ’ ὁποιανδήποτε ἀναλογίαν, ἐπιβάλλεται φόρος 30% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἄρθρον 2. Ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐξαγομένου ἀργυρούχου μολύβδου προσδιορίζεται ἐν ἀρχῇ ἑκάστου ἔτους ὑπὸ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὡς πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, τοὺς προέδρους τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δύο καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, διοριζομένους διὰ Β. Διατάγματος. Ἡ ἐξακρίβωσις τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐπαναλαμβάνεται ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὁσάκις ἡ κυβέρνησις τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον. Διὰ τὸν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῶν διὰ τὸ 1871 ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐξαχθησόμενον μόλυβδον, θέλουν λαμβάνεσθαι λόγῳ προκαταβολῆς δραχμαὶ 90 κατὰ τόνον. Ἄρθρον 3. Ἡ ἀνωτέρω ἐπιτροπὴ θέλει ἐξακριβώσει τὸ ποσὸν τῶν μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἀναμιχθεισῶν μετὰ τῶν σκωριῶν καὶ καμινευθεισῶν ἐκβολάδων καὶ προσδιορίσει τὴν ἐκ τῆς ἀναμίξεως ταύτης προελθοῦσαν αὔξησιν εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐξαχθέντος μολύβδου, διὰ νὰ ληφθῇ καὶ ἐπὶ ταύτης ὁ ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ φόρος. Ἄρθρον 4. Ὁ ἀνωτέρω φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης μεταφοράν. Ἄρθρον 5. Ὁ αὐτὸς φόρος ἐπιβάλλεται καὶ ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἢ μεταφερομένων ἐκβολάδων· ἡ καθαρὰ τούτων πρόσοδος προσδιορίζεται ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περιεχομένου εἰς αὐτὰς μολύβδου καὶ ἀργύρου. Ἄρθρον 6. Αἱ ἐπὶ ἐθνικῶν καὶ μοναστηριακῶν γαιῶν κείμεναι ἐκβολάδες θέλουσι διατεθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται πᾶσα αὐτῶν χρῆσις, τῶν δὲ ἐπὶ ἐπιδίκων κειμένων ἐκβολάδων ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις, ἐὰν, ἐκτὸς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 1 πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν 30 τοῖς ἑκατὸν, ὁ ποιούμενος χρῆσιν αὐτῶν δώσῃ ἀξιόχρεων ἐγγύησιν ὅτι θέλει συμμορφωθῆ μὲ τὸν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκδοθησόμενον εἰδικὸν νόμον. Ἀθῆναι, 6 Μαρτίου 1871.
Ὁ πρόεδρος
Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.
Τὰ μέλη Δ. Γ. Ζέγγελης. Δ. Σαράβας, Δ. Καλλιφρονᾶς, Ἀ. Δ. Αὐγερινὸς, Α. Κ. Μεταξᾶς, Α. Δανόπουλος, Α. Ν. Κατριβάνος, Ι. Ἀ. Λέκας, Σ. Λεονταράκης, Π. Β. Κωνσταντᾶς, Ε. Κεχαγιᾶς, Γ. Σέρβος, Π. Κ. Μανέτας, Σ. Κολιάτσος, Ἰάκ. Πολυλᾶς.
§145ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε. Ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον μέρος καὶ εἶπον τοὺς λόγους· εἶχον ὅμως ὑποβάλει εἰς τὸ προεδρεῖον πρότασιν ἰδίαν, τοὐτέστιν ἀντιπρότασιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τὴν ἔλαβε ποσῶς ὑπ’ ὄψιν.
§146ΜΑΝΕΤΑΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Μιχαλόπουλος. Ἐγὼ ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, εἶπον ὅτι ἠκολουθήσαμεν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὑποβληθέν· ἀλλ’ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ἀμφότερα προτιμήσαντες νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Τοῦτο δὲ δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι παρείδομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, διότι ἡ πρότασίς του ἐσυζητήθη καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει γίνεται μακρὸς λόγος, καὶ ἐκτίθενται οἱ λόγοι δι’ οὓς ἡ ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε τὸ ἕτερον νομοσχέδιον.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον. Σχέδιον νόμου περὶ τῆς ἐπὶ δεκαετίαν ἔτι παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 9 Αὐγούστου 1848 ΡΒʹ. νόμου· (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§148ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ κατασκευῆς τῆς ἐκ Θουρίας μέχρι Μεγαλοπόλεως ὁδοῦ.
§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἀναβληθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον.
§152ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 5 παρὰ ¼.