| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | |
| 8 | Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Μ. Παΐζης. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 10 | Ν. Π. Καΐρης. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | |
| 11 | Ν. Τσώκρης. | Ἀ. Διαμαντόπουλος. | |
| 12 | Ἀ. Δανόπουλος. | Κ. Δαγρές. | |
| 13 | Ἰω. Λέκκας. | Ἀ. Κοντόσταυλος. | |
| 14 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Παπανικολάου. | |
| 15 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Μ. Μ. Κοζαδίνος. | |
| 16 | Περ. Πετράκης. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 17 | Στυλ. Κολιάτσος. | Ἀ. Παπαδάτος. | |
| 18 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἰω. Τοπάλης. | |
| 19 | Ἀ. Μαγγίνας. | Σπυρ. Νοταρᾶς. | |
| 20 | Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Ἀν. Δημητριάδης. | |
| 21 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἀ. Μαντζαβῖνος. | |
| 22 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 23 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Δ. Ῥαπτάκης. | |
| 24 | Ἰω. Καπιτσίνης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 25 | Δ. Τσιτσάρας. | Κ. Πανάρετος. | |
| 26 | Π. Μανωλίδης. | Θ. Θερμογιάννης. | |
| 27 | Κ. Λομβάρδος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 28 | Ἀ. Γαΐτας φωσκάρδης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 29 | Σπ. Λεονταράκης. | Γερ. Σέρβος. | |
| 30 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Σπ. Βαλαωρίτης. | |
| 31 | Ἀ. Γκοῦσκος. | Ἀ. Σταματόπουλος. | |
| 32 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 33 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Θ. Γεωργίου. | |
| 34 | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Μ. Χαριτάτος. | |
| 35 | Χ. Χρηστόπουλος. | Ἀ. Μουρίκης. | |
| 36 | Δ. Ζέγγελης. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 37 | Π. Κ. Μανέτας. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 38 | Ἠλ. Φλέσσας. | Γ. Πράτζικας. | |
| 39 | Ἀθ. Κατριβάνος. | Ἀ. Μισυρλῆς. | |
| 40 | Ἰω. Πανούσης. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλιεράτος. | |
| 41 | Γ. Μαλέας. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 42 | Κ. Κοκκινώρης. | Γ. Ἀ. Γεωργιάδης. | |
| 43 | Ἐπ. Δεληγεώργης. | Γ. Κούτσης. | |
| 44 | Γ. Γουλιμῆς. | Π. Σεβαστόπουλος. | |
| 45 | Περ. Μποῦτος. | Ἀ. Βαφιαδάκης. | |
| 46 | Ἰω. Προβελέγγιος. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 47 | Ἀ. Ῥαυτόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 48 | Κ. Κρίσπης. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 49 | Γρηγ. Δημητριάδης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 50 | Δ. Σαράβας. | Στ. Κοριζῆς. | |
| 51 | Ἀ. Καπετανάκης. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 52 | Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 53 | Μ. Κωνσταντᾶς. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 54 | Θ. Ῥωμαῖος. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 55 | Ν. Λοῦβρος. | Κ. Νικόδημος. |
1871.03.05
1,614 rows · 13,056 words · 1 table · 192 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 5 Μαρτίου 1871.
(Παρασκευή).
Ὥρα 2. Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη πλήρης, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. |
| Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Μ. Παΐζης. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. |
| Ν. Τσώκρης. | Ἀ. Διαμαντόπουλος. |
| Ἀ. Δανόπουλος. | Κ. Δαγρές. |
| Ἰω. Λέκκας. | Ἀ. Κοντόσταυλος. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Παπανικολάου. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Μ. Μ. Κοζαδίνος. |
| Περ. Πετράκης. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Ἀ. Παπαδάτος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Ἰω. Τοπάλης. |
| Ἀ. Μαγγίνας. | Σπυρ. Νοταρᾶς. |
| Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Ἀν. Δημητριάδης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἀ. Μαντζαβῖνος. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Δ. Ῥαπτάκης. |
| Ἰω. Καπιτσίνης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Κ. Πανάρετος. |
| Π. Μανωλίδης. | Θ. Θερμογιάννης. |
| Κ. Λομβάρδος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Ἀ. Γαΐτας φωσκάρδης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γερ. Σέρβος. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Σπ. Βαλαωρίτης. |
| Ἀ. Γκοῦσκος. | Ἀ. Σταματόπουλος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Θ. Γεωργίου. |
| Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Μ. Χαριτάτος. |
| Χ. Χρηστόπουλος. | Ἀ. Μουρίκης. |
| Δ. Ζέγγελης. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Π. Κ. Μανέτας. | Λ. Καραλίβανος. |
| Ἠλ. Φλέσσας. | Γ. Πράτζικας. |
| Ἀθ. Κατριβάνος. | Ἀ. Μισυρλῆς. |
| Ἰω. Πανούσης. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλιεράτος. |
| Γ. Μαλέας. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Κ. Κοκκινώρης. | Γ. Ἀ. Γεωργιάδης. |
| Ἐπ. Δεληγεώργης. | Γ. Κούτσης. |
| Γ. Γουλιμῆς. | Π. Σεβαστόπουλος. |
| Περ. Μποῦτος. | Ἀ. Βαφιαδάκης. |
| Ἰω. Προβελέγγιος. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Ἀ. Ῥαυτόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Κ. Κρίσπης. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Γρηγ. Δημητριάδης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Δ. Σαράβας. | Στ. Κοριζῆς. |
| Ἀ. Καπετανάκης. | Ν. Πιπῖνος. |
| Ζαφ. Ζαρειφόπουλος. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Μ. Κωνσταντᾶς. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Θ. Ῥωμαῖος. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Ν. Λοῦβρος. | Κ. Νικόδημος. |
Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μονόπωλης στέλλει ἀποδεικτικὸν ἰατροῦ ὅτι ἀσθενεῖ καὶ δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ πρὶν παρέλθουν 15 ἡμέραι, ὁ κ. Στεργιαλόπουλος ζητεῖ ὡσαύτως ἄδειαν μηνιαίαν, ὁ κύριος Ῥαπτάκης δεκαπενθήμερον.
§2ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον πόσοι εἶναι ἐν τῇ πρωτευούσῃ βουλευταί; διότι ἂν ἐξακολουθήσωμεν δίδοντες ἄδειαν, θὰ μείνωμεν ἄνευ ἀπαρτίας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοὺς 150 βουλευταὶ ὑπάρχουν ἐν Ἀθήναις. Ὁ κύριος Θερμογιάννης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ὑπουργοὶ μὴ παραχωρῶσι συνδρομήν, εἴτε βοηθείας εἰς ἐφημερίδας. (ἐπιδοκιμασίαι).
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα τυπωθῇ, τὸ ἐγγράφομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχεν εἰσαχθῆ νομοσχέδιον περὶ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, ἐσυζητήθη δὲ δίς, καὶ δὲν ἔμεινε παρὰ ἡ τρίτη συζήτησις· θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν σκέπτηται νὰ φέρῃ νέον νομοσχέδιον, τοῦτο λέγω, διότι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν κάμνουν ἰδικούς των ὀργανισμοὺς τοὺς ὁποίους μεταβάλλουν ἀπὸ ἔτος εἰς ἔτος. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως κανονισθῇ τὸ κατάστημα αὐτὸ διὰ νόμου, δι’ οὗ νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν καθηγητῶν καὶ ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν σχολὴν αὐτήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ἐδῶ.
§8ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Νὰ γνωστοποιηθῇ λοιπὸν εἰς αὐτὸν ἡ παρατήρησίς μου, διότι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῆς καὶ θὰ φέρῃ νόμον, ἐὰν δὲ δὲν φέρῃ τότε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Συνεπείᾳ ἀναφορᾶς διαφόρων κατοίκων ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπέβαλα καὶ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐτυπώθη περὶ ἐξώσεως τῶν δυστρόπων ἐνοικιαστῶν ἀπὸ τῶν οἰκιῶν· θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν αὐτῆς εἶναι ὑπογεγραμμένα· ἂν παρασταθῇ ἀνάγκη, δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§11Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος, διότι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις εἰς τὰ δικαστήρια, ἵνα γνωμοδοτήσουν· διότι ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη, ὁσάκις παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦται τῆς νομοθεσίας μεταβολαὶ δι’ ὧν τροποποιεῖται ἡ δικονομία ἡ ὁποία ἐπὶ 30 ἔτη μᾶς διέπει, πρέπει νὰ παραπέμπηται εἰς τὰ δικαστήρια διὰ νὰ φέρουν γνώμην, διότι πιθανὸν κατόπιν νὰ μετανοήσωμεν ἂν ἐκ συναρπαγῆς ἐπιψηφίσωμεν τοιαύτην πρότασιν· εἰς πᾶσαν τροποποίησιν τοῦ ἀστυκοῦ νόμου πρέπει νὰ προηγῆται ἡ γνωμοδότησις τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐφετείων· πρὸ ταύτης, εἶμαι γνώμης νὰ μὴ καταχωρισθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὔτε νὰ συζητηθῇ, τόσον αὕτη, ὅσον καὶ πᾶσα ἄλλη σχετική.
§12ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν ἀνέπτυξα τοὺς λόγους τοῦ κατεπείγοντος, διότι ἐμπεριέχονται εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου· εἶπον ἁπλῶς νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω ἀναπτύξει τοὺς λόγους οἵτινες μὲ ἔπεισαν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον. Τότε δὲ ὁ κ. Δημητριάδης δύναται ν’ ἀναφέρῃ ὅσα ἀνέφερε, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ἀναγκαίαν τὴν γνώμην τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, τότε ἂς παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς αὐτά· ἀπὸ τοῦδε ὅμως νὰ προτείνῃ τοιαύτην πρότασιν ὁ κ. Δημητριάδης, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τακτικόν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὴν θέσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα συζήτησις, τότε ἂς ἀναπτύξῃ ὁ κ. Δημητριάδης τοὺς λόγους του, φρονῶ ὅμως, ὅτι θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη γνωμοδοτήσεως τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων.
§13Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Πιστεύω, ὅτι καὶ αἱ δύω γνῶμαι δύνανται νὰ συμφωνήσουν. Ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει δίκαιον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειροῦμεν ἐγχειρήσεις εἰς τὴν νομοθεσίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μάουερ μᾶς ἐπροίκισε· δυστυχῶς ἀπεδείχθημεν, οὐχὶ πολὺ ἱκανοὶ περὶ τὸ νομοθετεῖν, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ κάμωμεν ἐγχειρήσεις εἰς τὴν νομοθεσίαν, πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοί. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει πληρέστατον δίκαιον ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ οὐδεμία τοιαύτη τροποποίησις ἐπὶ τῆς νομοθεσίας ἄνευ τῆς γνώμης τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων τὰ ὁποῖα περιέχουν ἄνδρας νομομαθεῖς καὶ ἐμπειροτέρους ἡμῶν. Ἡ νομοθεσία εἶναι σύνολόν τι, ἓν ὅλον, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τροποποιῶμεν σήμερον μίαν καὶ αὔριον ἄλλην διάταξιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Κολιάτσος ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐγὼ λέγω νὰ ἐγγραφῇ μὲν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἡμέρης, καθ’ ἣν φθάσῃ ἡ συζήτησις ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ ἐφετείου τῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως ταύτης τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ὅταν δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν καὶ τὰς δύο γνώμας, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν καλλιτέραν αὐτῶν, ἤτοι νὰ παρακληθῇ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ νομομαθὴς νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τὴν γνώμην τῶν δικαστηρίων.
§14ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Συμφωνῶ ἐντελῶς μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, καθότι, προκειμένου λόγου περὶ τροποποιήσεως τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν· ἡ σπουδὴ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἀτοπήματα, διότι ἡ νομοθεσία ἀποτελεῖ ἓν ὀργανικὸν ὅλον, καὶ ἡ ταχίστη τροπολογία ἐπιφερομένη ὡς πρὸς μίαν διάταξιν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιβλαβῆ ἐπὶ τοῦ συνόλου ἐπιῤῥοήν. Ἄνευ σπουδαίας καὶ περιεσκεμμένης, καὶ ἐπιστημονικῆς ἑπομένως ἐργασίας, οὐδεμίαν τοιαύτην τροπολογίαν πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν. Ἄλλως τε ὅταν φέρωνται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τὰ μέλη τῆς κυβερνήσεως δὲν πρόκειται νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἀτομικὴν γνώμην των, διότι αὕτη εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἔχῃ καὶ ἀξίαν· πρόκειται νὰ παρασταθοῦν ὡς κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ πρέπει ἑπομένως νὰ παρουσιασθοῦν φέροντες τὰ ἀποτελέσματα τῆς πείρας, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς περὶ ἧς πρόκειται νομοθεσίας. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀναβολὴν, διότι ἐὰν σήμερον ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φορὰν, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, ἥτις θὰ ἔλθῃ ἐντὸς ὀλίγου, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ὥστε ἡ κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας καὶ γνωμοδοτήσεις τῶν δικαστηρίων ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις καὶ γνωμοδοτήσεις τῶν δικαστηρίων ἐπ’ αὐτοῦ.
§15ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἐγγραφῇ, καὶ ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ μᾶς φέρητε τὴν γνωμοδότησιν.
§16ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἶναι μικρὸν τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα.
§17ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τότε ἀναβάλλομεν.
§18Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ ἀποκρούοντες τὸ κατεπεῖγον ἐστηρίχθησαν εἰς λόγους οὐσιαστικοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν μηδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κολιάτσου. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ὅταν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν οὐσιαστικὸν νόμον, πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ, διότι πᾶς νόμος ἐν ὅλῳ συσχετίζεται, καὶ καθὼς ἀπὸ ἓν οἰκοδόμημα δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν λίθον χωρὶς νὰ διασείσωμεν αὐτὸ, οὕτω καὶ ἀπὸ τὸν νόμον. Εἰς πᾶσαν νομοθεσίαν προεδρεύει μία ἀρχὴ, καὶ ὅλαι αἱ καθεστῶσαι διατάξεις εἶναι ἀπόῤῥοια αὐτῆς. Μόνον κατὰ δυστυχίαν αὐτὸς ὁ κανὼν δὲν φυλάττεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ὅλοι οἱ νόμοι τοὺς ὁποίους συνετάξαμεν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς νομοθεσίας μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπροίκισεν ἡ ἀντιβασιλεία ὁμοιάζουν μὲ τὰ γοτθικὰ κτίρια, ὅπου δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ συμμετρία οὔτε ἡ ἀναλογία. Ἀλλὰ, κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται περὶ οὐσιαστικοῦ νόμου, πρόκειται μόνον περὶ ἁρμοδιότητος. Ἐπειδὴ ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι αὐταὶ αἱ διαφοραὶ δικαζόμεναι ἀπὸ τὰ δικαστήρια ἀπέτυχον τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθέτου διὰ τὴν βραδύτητα καὶ τὰς παρακολουθούσας δαπάνας· διότι ὅταν εἷς ἰδιοκτήτης ἀναγκάζεται ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ βασανίζηται ν’ ἀνακτήσῃ τὴν νομὴν τοῦ κτήματός του, ἀνάγκη νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τῆς κοινωνίας ἀπαιτούσης τὴν συνδρομήν μας, καὶ δὲν ἔχομεν χρόνον διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τοῦ κατεπείγοντος· ὅλαι αἱ νομοθεσίαι τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐπιβάλλουσι εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διότι αἱ διαφοραὶ αὗται ἀπαιτοῦν ταχύτητα ἐκτελέσεως, ἐνῷ σήμερον ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ἠναγκασμένος νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον τῶν πρωτοδικῶν, ἵνα ἀποβάλῃ ἕνα δύστροπον ἐνοικιαστὴν καὶ μετὰ ἔτη ὁλόκληρα κατορθοῖ ν’ ἀνακτήσῃ τὸ κτῆμά του. Ἔχομεν σήμερον τὰς λοιπὰς νομοθεσίας αἱ ὁποῖαι μᾶς διδάσκουν ποῦ πρέπει νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὰς τὰς διαφοράς· καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τὰς ὑπαγάγωμεν εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας ἢ εἰς τὸν πρόεδρον διὰ νὰ ἐκδικάζωνται ταχέως, διότι ἄλλως ὁ ἰδιοκτήτης ὕστερον ἀπὸ 3 ἔτη, ἐνῷ χάνει καὶ τὰ ἐνοίκια, ὑποβάλλεται καὶ εἰς δαπάνας δικαστικάς· ὅθεν εἶμαι σύμφωνος νὰ κηρυχθῇ ἡ πρότασις αὕτη κατεπείγουσα, διότι πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ δὲ ζήτημα δὲν εἶναι δύσκολον, ὥστε ν’ ἀπαιτῇ σπουδαίαν σκέψιν διὰ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, ἀφοῦ ὅλαι αἱ νομοθεσίαι τὸ ἔλυσαν, ὑπαγαγοῦσαι τὰ ζητήματα ταῦτα εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα.
§19ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δύω λέξεις περὶ τοῦ κατεπείγοντος. Ἐπεβλήθη βαρὺς φόρος εἰς τοὺς κυρίους τῶν οἰκιῶν, καὶ ὅμως αὐτοὶ δὲν εἶναι κύριοι τῆς ἰδιοκτησίας των, ἐνοικιάζουν πολλάκις τὰς οἰκίας των εἰς δυστρόπους ἐνοικιαστάς. Δύω τρόπους ἐνοικιάσεως ἔχομεν, ἢ τὴν διὰ συμβολαίου, ἢ τὴν προφορικήν. Ἐὰν ὑπάρχῃ συμβόλαιον, οἱ δύστροποι ἐνοικιασταὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἐπῆλθε προφορικὴ συμφωνία, διὰ τῆς ὁποίας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐνοικιάσεως διωμολογήθη νέα προθεσμία, ἂν δὲ ἡ ἐνοικίασις γείνῃ ἄνευ συμβολαίου, ἔχομεν παραδείγματα ἐνοικιαστῶν οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν καὶ τὴν κυριότητα τοῦ κτήματος. Τότε τί συμβαίνει; οἱ δυστυχεῖς κύριοι τῶν οἰκιῶν ἀναγκάζονται πολλάκις ν’ αὐτοδικῶσι, καὶ καθεκάστην, ἐναντίον τῶν καθηκόντων, της ἡ ἀστυνομία παρεμβαίνει καὶ εἰδοποιεῖ τοὺς ἐνοικιαστὰς ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς οἰκίας, καὶ ἂν δὲν ἀπομακρυνθῶσι, τότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἀναγκάζεται ν’ αὐτοδικήσῃ. Ὑπάρχουν παραδείγματα, κ. πρόεδρε, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν πῦρ εἰς τὰς στέγας τῆς οἰκίας των διὰ νὰ ἐξώσουν τὸν ἐνοικιαστήν, ὑπάρχουν παραδείγματα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τὰς κλίμακας τῆς οἰκίας των, καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι δυστυχῶς ἐτιμωρήθησαν ἐπὶ αὐτοδικίᾳ· διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι κατεπεῖγον, καὶ παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἂς τὸ μελετήσῃ καὶ ἂς ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν σπουδαίων νομομαθῶν μας, καὶ τότε τὸ συζητοῦμεν· ἂν δὲ τότε παρασταθῇ ἀνάγκη ἀναβολῆς, τὸ ἀναβάλλομεν. Κατὰ τὴν συζήτησιν θ’ ἀποδειχθῇ ἂν ἦναι σύμφωνον μὲ τὴν δικονομίαν, καὶ πιστεύω ὅτι εἶναι σύμφωνον, διότι εἶναι ὑπογεγραμμένον παρὰ διαφόρων σπουδαίων νομομαθῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ βουλὴ νὰ τεθῇ μὲ αὐτὰς τὰς ἐπιφυλάξεις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδιον ἀφορῶν τὰ διπλᾶ ἐπιτηδεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάγονται κάτοικοι τινὲς τοῦ βασιλείου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐπεξειργάσθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπεβλήθη κατόπιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε τότε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν διά τινας ἡμέρας, διότι τὸ ἐθεώρησε σπουδαῖον καὶ συνδεόμενον μὲ ἑτέρας ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἔκτοτε μένει ἐκκρεμές. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν βουλὴν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἔλθῃ ἐκ νέου εἰς συζήτησιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, νὰ τὸ ἴδωμεν.
§25ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τυπωμένον, ἀλλὰ ἐὰν ἐξηντλήθη, ἂς τυπωθῇ ἐκ νέου καὶ ἂς ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§27ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε μίαν σύμβασιν, περὶ πολυετοῦς ἐνοικιάσεως τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου· ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἂν πραγματικῶς τελειώσῃ ἡ σύμβασις αὕτη μετὰ τοῦ ἰατροῦ, τοῦ κυρίου Νικολάου Χαντσάρα, περὶ τοῦ ὁποίου κάμνει μνείαν ἡ σύμβασις αὐτὴ, τότε θέλουν διορθωθῆ τὰ λουτρὰ, τὰ ὁποῖα ὅσον οὔπω εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀρχίσουν τὰς ἐργασίας των, καὶ τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἀντὶ νὰ προσελκύωσι τοὺς ἀσθενεῖς, ἀπεναντίας τοὺς ἀπωθοῦσι. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἐπειδὴ τὸ διάστημα εἶναι ὀλίγον, διότι τὴν 13 Μαΐου ἀρχίζουν τὰ λουτρὰ, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὅπως συζητηθῇ καὶ λάβῃ καιρὸν ὁ ἐργολάβος νὰ διορθώσῃ τὰ λουτρά. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι δίκαιον νὰ θεωρηθῇ κατεπείγουσα, διότι ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις, τὰ λουτρὰ ὑπόσχονται πολλὰς ὠφελείας.
§28ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ προτιμηθῇ, διότι πραγματικῶς ἡ ὑπόθεσις εἶναι κατεπείγουσα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ τὸ θέσωμεν μετὰ τὸ τέλος τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν;
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§31ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§33ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Δύναται νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἀμέσως, διότι εἶναι πολὺ κατεπεῖγον, τοὐλάχιστον ἐντὸς δύω ἡμερῶν.
§34ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, πρότασίν τινα πολὺ ἀναγκαίαν. Ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν τὴν πρότασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ προτάσεις δίδονται εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἀνακοινοῦνται.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν περίληψιν ν’ ἀκούσωμεν τῆς προτάσεως.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ τὴν ἀνάγνωσιν;
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§39ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, κύριοι, ἡ πρότασίς μου. Πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἐνεργούσης ὡς ἐξουσίας νομοθετικῆς, συνταχθεὶς δημαιρεσιακὸς νόμος, ὁρίσας τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημάρχων τετραετῆ ἐσκόπει νὰ δεσμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον πᾶσαν κατ’ αὐτῶν κυβερνητικὴν ἐπίθεσιν. Ἡ ἐπίσημος αὕτη καὶ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων καὶ ἀνεξαρτησίας ἀπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ, ὅταν τὴν περὶ τῆς τετραετοῦς διαρκείας διάταξιν δύνανται νὰ συντομεύσωσιν αἱ κυβερνήσεις, παρερμηνεύουσαι τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦ μετασχηματισμοῦ δήμου τινὸς διατάσσουσαι νέας ἐκλογάς. Καὶ οὐ μόνον παραβιάζεται τότε ὁ παρὶ διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων νόμος, ἀλλὰ καὶ εἷς ἕτερος, σπουδαῖος, ὁ περὶ τοῦ συγχρόνου τῶν ἐκλογῶν καθ’ ὅλον τὸ κράτος. Διότι οἱ οὕτω διὰ διαιρέσεως καὶ μετασχηματισμοῦ ἐκ νέας ἐκλογῆς προερχόμενοι δημοτικοὶ ἄρχοντες, ἢ δὲν θέλουν διανύσει τὸ τετραετὲς διάστημα κατὰ τὸν νόμον, ἢ θέλουσι παρατείνει τὴν ὑπηρεσίαν των πέραν τοῦ γενικοῦ ὁρίου, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ τοῦ συγχρόνου τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· τότε δὲ μόνον ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν οἱ τοιοῦτοι, ὅτι δὲν ἐξελέχθησαν διὰ τετραετίαν, ὅταν ἤθελον διαδεχθῆ δήμαρχον παυόμενον, τοῦ ὁποίου, καθὸ διάδοχοι, δέον νὰ διανύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς τετραετοῦς ὑπηρεσίας ἐκείνου διάστημα. Καὶ δὲν δύναται μὲν ἡ Βουλὴ νὰ ἀναχαιτίσῃ τὰς κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν δήμων, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὰς ἐκ τῆς παρερμηνείας νόμου τινὸς τελουμένας ἀντινομίας καὶ ὑπερβάσεις, τὰς θυσιαζούσας πᾶν δημοτικὸν δικαίωμα καὶ πάσας τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας μετὰ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Ἐὰν λοιπὸν θέλητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δοθῇ ἐλευθερία ἐνεργείας τοῖς δημάρχοις, μείζων τοὐλάχιστον τῆς τῶν ἐπάρχων καὶ ὑγειονομοσταθμαρχῶν, ἔλθετε εἰς ἐπικουρίαν τῶν νόμων διὰ μιᾶς ὀρθῆς καὶ λογικῆς διατάξεως ἐπὶ τῶν συνεπειῶν τῆς παρεξηγήσεως τοῦ πνεύματος ἑνὸς τῶν οὐσιωδεστάτων. Ἐπὶ τῇ δικαίᾳ πεποιθήσει ταύτῃ, διατυπῶ ὡς ἐφεξῆς τὴν πρότασιν, ἧς τὴν παραδοχὴν ἐξαιτοῦμαι ἀπὸ τὴν συνετὴν καὶ πατριωτικὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. «Ὁ μετασχηματισμὸς τῶν δήμων δὲν συνεπάγεται νέαν ἐκλογὴν πρὸ τῆς διανύσεως τῆς τετραετίας τῶν ὑπαρχουσῶν δημοτικῶν ἀρχῶν.» Ἐν Ἀθήναις, τὴν 5 Μαρτίου 1871.
Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι πρότασις νόμου, θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. — Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ ἐκτελῶμεν τὰς ἀποφάσεις μας καὶ νὰ μὴ τὰς παραβιάζωμεν καθ’ ἡμέραν.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη φιλονεικία καὶ τὸ ἀνεβάλομεν διὰ νὰ σκεφθῶμεν καλλίτερα. Ἐσκέφθημεν καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ κύριοι βουλευταί, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν, καὶ εὕρομεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἶναι τὸ νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ δήμαρχος, ὁ πάρεδρος ἢ σύμβουλος ἀρνοῦνται, νὰ ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀπαριθμητὴς νὰ καλῇ καὶ τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, καὶ τούτου ἀρνουμένου, νὰ προβαίνῃ αὐτὸς μόνος. Τὸ νὰ παραδεχθῶμεν ἀπολύτως, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ δημαρχικὸς ὑπάλληλος ἀρνηθῇ τὴν σύμπραξίν του, τὸ πρωτόκολλον εἶναι ἄκυρον......
§43ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, νὰ τεθῇ ἓν πρόστιμον.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ μὴ θέλωμεν νὰ βεβαιώσωμεν τὸν φόρον. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ πράγματα σήμερον, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ φιλονεικήσῃ, ὅτι θὰ εὑρεθοῦν πολλοὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀρνηθοῦν τὴν σύμπραξίν των· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἀφίνω ὑμᾶς νὰ κρίνητε περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων. (διάλογοι).
§45ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, οἱ πιστεύοντες ὅτι αὐτὴ ἡ μικρὰ προσθήκη μᾶς φέρει εἰς ἕνα λιμένα ἀσφαλῆ ἢ ἀπατῶνται, ἢ θέλουν ν’ ἀπατήσωσι.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον ἴσως, τὸ δεύτερον δὲν στέκει.
§47ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ τὸ ἀνακαλῶ. — Τὸ μαρτυρολόγιον τῶν παθημάτων τῶν φορολογουμένων εἶναι πλῆρες, ἐλέχθησαν πολλά· δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα, θέλω μόνον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι ὅ,τι καὶ ἂν κάμῃ, δὲν θὰ εὕρῃ τὸ σωστὸν, πρέπει ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία ὑποβάλλεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτικῆς, ὄχι αὐτοὺς τοὺς νόμους, ἀλλὰ 300 ἄρθρα ἂν ψηφίσητε, εἶναι ἀδύνατον νὰ προλάβητε τὰ κακά. Ὅταν ὁ Ἔφορος ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ χρῆσιν προσώπων τὰ ὁποῖα τοῦ ἐσύστησα ἐγὼ καὶ ὁ ἄλλος, τὰ κακὰ θὰ αὐξήσουν, καὶ ἂν τὸ βιβλίον ἀπαρτίζεται ἀπὸ 100 σελίδας κακῶν, τοῦ χρόνου θὰ ἔχῃ 200. Ἐγὼ θέλω ἐνίσχυσιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀπαλλαγὴν τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Πιστεύσατε ὅτι ὁ Ἔφορος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμνῃ κἄτι τι, καὶ ἂν θέλῃ νὰ κάμῃ, διότι τὸ θέλω κ’ ἐγὼ, δὲν θὰ κάμῃ τίποτε. Ὁ ὑπουργὸς γνωρίζει τίνος ἕνεκεν συμβαίνουν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν προσώπων ἐπιβαλλομένων ἀπὸ τὴν πολιτικήν· ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑπάγῃ ὁ Ἔφορος, ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας, αὐτοὶ ἔχουν εὐθύνην καὶ κάπως αἰδοῦνται καὶ φοβοῦνται τὰς συνεπείας μιᾶς παρανομίας τὴν ὁποίαν κάμνουν. Ὁσάκις ὁ Ἔφορος ἢ ὁ γραμματεὺς ἢ ἄλλος ὑπάλληλος ἐπῆγαν, τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν πληρέστατα. Ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ τοιοῦτος ὑπάλληλος· ὅταν ἠθέλησα νὰ κάμω, ἔκαμα πολλὰ, ὅταν δὲν εἶχον πίεσιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις· κανὲν μέσον σωτηρίας δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς πολιτικῆς.
§48ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν προσθήκην τοῦ ὑπουργοῦ, μὲ τὴν διαφορὰν αὐτήν. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν μετῆλθε τὸ σύστημα τῆς ἀπαριθμήσεως, προσλαμβανομένων δημοτικῶν ὑπαλλήλων, θὰ φέρῃ καλὰ ἀποτελέσματα, διότι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐγένετο ὁ νόμος μέχρι τῆς καταργήσεως τοῦ νὰ λαμβάνῃ μέρος ὁ πρόεδρος ἢ ὁ σύμβουλος παρῆλθον 11 ἔτη, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις ἀσφαλεστέρα καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τὸν φορολογούμενον. Ὥστε ἡ ἰδέα νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ δημοτικὸς ὑπάλληλος, νὰ μὴ λαμβάνῃ μέρος, θὰ ζημιώσῃ τὸ δημόσιον. Διαφωνῶ, λέγω, μὲ τὸν ὑπουργὸν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς ἐκτέλεσις τοῦ νόμου καὶ ὄχι εἰκονική, ὡς εἶναι μέχρι τοῦδε, διότι τὸ νὰ εἴπῃ ὁ νόμος ὅτι προσκαλεῖται ὁ δήμαρχος, ὅταν ὑποβάλῃ τὸν κατάλογον νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὅτι προσδιορίζεται τὸ δεῖνα πρόσωπον ν’ ἀκολουθήσῃ, ἀλλ’ ἂν αὐτὸς ἀρνηθῇ, προχωρεῖ μόνος του. Ὁ δήμαρχος ὑποβάλλει τὸν κατάλογον καὶ ὑποτεθείσθω, ὅτι διωρίσθην ἐγὼ ν’ ἀκολουθήσω, ὁ δὲ ἔφορος ἐμπνεόμενος ἀπὸ ζῆλον νὰ τελειώσῃ μίαν ὥραν ἀρχίτερα, δὲν εἰδοποιεῖ τὴν ὥραν, ἐξέρχεται μόνος του, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πρωτοκόλλων γράφει «Ἀρνηθέντος τοῦ παρέδρου, συνετάχθη τὸ παρὸν πρωτόκολλον κτλ.». καὶ κατόπιν εἰς τὸ τέλος γίνεται μνεία ἢ ὅτι ὁ φορολογούμενος ἦτο ἀπών, ἢ ὅτι εἶναι ἀγράμματος, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχονται ὅλα τὰ κακά. Θέλω λοιπὸν νὰ καταστῇ τοῦτο πρᾶγμα καὶ νὰ προστεθῇ αὐτὸ εἰς τὸν νόμον, ὥστε ἂν κωλύεται ὁ σύμβουλος ἢ ὁ πάρεδρος, ὄχι μόνον ὁ δήμαρχος, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος νὰ εἰδοποιῇ τὸν δημοτικὸν σύμβουλον ἢ πάρεδρον τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν καθ’ ἣν θὰ ἐξέλθῃ, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε νὰ ἀκολουθήσῃ, τότε ἐξερχόμενος ὁ ἀντιπρόσωπος νὰ εἰδοποιῇ τὸν πάρεδρον. Ὁ ὑπουργὸς ἀφίνει ἐλεύθερον τὸν ἀντιπρόσωπον νὰ καλῇ τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἐγὼ λέγω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ νὰ τὸν καλῇ ἐπὶ ἀποδείξει. Ἄλλως ἂν ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἴχομεν καὶ μὲ τὸν πάρεδρον καὶ μὲ τὸν σύμβουλον, δὲν κάμνομεν τίποτε. Λοιπὸν θέλω νὰ τεθῇ «ἐπ’ ἀποδείξει.»
§49ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ποῖος νὰ συντάττῃ τὸ ἐπιδοτήριον, καὶ ποῖος νὰ τὸ ὑπογράφῃ;
§50ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς ἄλλος ἄνθρωπος, ἢ εἷς ἱερεύς. Τέλος πάντων θὰ εὑρεθῇ κανεὶς εἰς χωρίον ὅπου κατοικοῦν 50,100, 200 ἄνθρωποι, θὰ εὑρεθῇ εἷς ὁ ὁποῖος νὰ ἠξεύρῃ νὰ ὑπογράφῃ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὅπου γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις ὅλοι παρευρίσκονται ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πάντα γίνονται ἐν κρυπτῷ καὶ εἰκονικότητι.
§51ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ ἀπόδειξις;
§52ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπουργὸς διὰ νὰ τὸ κάμω αὐτό (θόρυβος).
§53ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἶπον, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐφόρου ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος τὴν ἀπαρίθμησιν, ἂν δὲν τὸν ἀκολουθήσῃ ὁ ὁρισθεὶς δημοτικὸς ὑπάλληλος, θέλει καλεῖ τὸν εἰδικὸν πάρεδρον διὰ νὰ προβαίνῃ. Τώρα λέγει ὁ κ. Καραγιαννόπουλος ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὸ ἐπὶ ἀποδείξει. Πῶς θὰ συντάττεται αὐτὴ ἡ ἀπόδειξις; ὁ ἀριθμητὴς αὐτὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ κάμῃ πλαστήν. Ἂν θέλητε νὰ ὑπογράφῃ ὁ πάρεδρος εἰς τὴν πρόσκλησιν, ὁ πάρεδρος δύναται ν’ ἀρνηθῇ, καὶ τότε;
§54ΤΙΝΕΣ. Δύο μάρτυρες, ὁ ἱερεὺς καὶ εἷς ἄλλος.
§55ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ ἂν δὲν θέλουν οἱ δύο μάρτυρες; Τότε ὁ ἴδιος θὰ τὰ κάμῃ αὐτὰ ὅλα.
§56ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ θὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἐπῆγε εἰς τὸν πάρεδρον, δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπογράψῃ, προσεκάλεσε δύο μάρτυρας καὶ δὲν ἠθέλησαν. Τότε ἔχουν ἰσχὺν τοιαῦτα ἐπιδοτήρια κατὰ τὸν νόμον (διάλογοι). Κανονίσατέ το τοὐλάχιστον διὰ τοῦ διατάγματος.
§57ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μὰ πῶς;
§58ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διὰ τῶν ὁδηγιῶν.
§59ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Διὰ τῶν ὁδηγιῶν μάλιστα, ὅλα θὰ γίνουν.
§60ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν ἐκ τῶν δύο νομίζω πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, διότι, ἢ πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ βεβαιώσῃ τοὺς φόρους χωρὶς νὰ λάβῃ μέρος ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, καὶ τότε ν’ ἀφήσωμεν τὸ βάρος εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἢ ἄλλως, ἂν θέλωμεν νὰ συμπράξῃ καὶ ἡ δημοτικὴ, πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν πράγματι καὶ ὄχι λόγῳ. Ἂν θέλετε τὸ πρῶτον ἐγὼ, δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐφόρων εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καταχρασταί. Λοιπὸν πρέπει νὰ θέσωμεν ἓν πρόσκομμα διὰ νὰ μὴ προβῇ ἡ κατάχρησις αὐτή. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δέχομαι τὴν ἄλλην ἀρχὴν, νὰ βεβαιοῦται ὁ φόρος ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου ἢ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐφόρου, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ πράγματι καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι παροῦσα, καὶ διὰ τοῦτο ἂν ἀρνηθῇ ὁ πάρεδρος ἢ ὁ σύμβουλος, νὰ προσλαμβάνηται ὁ εἰδικὸς πάρεδρος, ὅστις ἔχει ὅλα τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει ὁ ἄλλος, καὶ ἂν ἰδῇ ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος παρεκτρέπεται, θὰ τοῦ εἴπῃ «στάσου, ἄδικα ἔγραψες τὸν ἄλφα καὶ τὸν βῆτα» (διάλογοι). Δὲν δέχομαι, κ. Δανόπουλε, ὅτι πάντες θὰ συνωμόσουν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου, διότι τότε μὴ κάμνητε τὸν νόμον.
§61ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀκόμη δὲν ἔγιναν εἰδικοὶ πάρεδροι, μολονότι παρῆλθον ἓξ ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου.
§62ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν παρέδρους, ἡ ἐκλογὴ ἐβράδυνε νὰ γείνῃ, ἀλλὰ ἔγεινε μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, (διάλογοι θορυβώδεις).
§63ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι θεωρῶ τὴν συμμετοχὴν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ὄχι ὠφέλιμον, μᾶλλον ἐπιβλαβῆ. Ἡ συμμετοχὴ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα, δὲν ἔχει κανὲν ἀποτέλεσμα παρὰ νὰ αὐξάνῃ τὰς καταθλίψεις τοῦ ἐναντίου της καὶ ἐλαφρύνῃ τοὺς φίλους της, ἢ κάμνῃ συμμετόχους περισσοτέρους τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν. Ἐγὼ εἶπον χθὲς, ὅτι οὐδαμοῦ ἀλλοῦ εὑρίσκω ἐγγύησιν παρὰ εἰς τὴν εἰλικρινῆ συνδρομὴν τοῦ δημάρχου, ὅστις, ὅταν θέλῃ, δύναται, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, νὰ φέρῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Ὅλοι οἱ δῆμοι διαιροῦνται εἰς δύο κόμματα, ἡ μία μερὶς εἶναι δημοτικὴ, ἡ ἄλλη ἀντιδημοτική. Θὰ παραδώσητε λοιπὸν τὴν ἀντιδημοτικὴν μερίδα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν.
§64ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀπέναντι τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Δαγρὲ, τοῦ ἀπαντῶ, ὅτι βγάλε ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον ὅπου λέγει, «ὁ δωροδοκῶν καὶ ὁ δωροδοκούμενος τιμωροῦνται» καὶ εἶμαι σύμφωνος, διότι ἂν τὸν καταμηνύσω, μὲ βάζει καὶ ἐμένα εἰς τὴν φυλακήν. Ἐδῶ ἐρχόμεθα πῶς νὰ τὸ διορθώσωμεν. Βγάλε μου αὐτὸ ἀπὸ τὸν νόμον καὶ ἐγὼ τὸν καταμηνύω αὐτὸν, ἀλλὰ θὰ μὲ βάλουν καὶ ἐμένα στὴ φυλακή. Λοιπὸν ἀσφάλισε καὶ ἐμὲ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ σὲ πληρώνομεν παραπάνω, ἀντὶ 30 δίδομεν 40 καὶ θέλω τὴν ἰσχὺν τοῦ ἀπαριθμητοῦ· ἔχω, δὲν ἔχω νὰ μοῦ πετάῃ ἓν πρωτόκολλον καὶ νὰ μὲ φορολογῇ, ἂς μὲ ἀκούσῃ καὶ τὸ ἀκροατήριον. Ὅταν δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ διορθωθῶμεν, ἀπὸ ποῖον περιμένομεν νὰ μᾶς διορθώσῃ;
§65ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ κακὸν δὲν ἔγκειται εἰς τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ τοῦ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διατάσσονται ἀπὸ μέρους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς νὰ ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των, καὶ δὲν τὸ ἐκπληροῦν, διότι ἀείποτε οἱ ἐπιφορτισμένοι αὐτὸ τὸ ἔργον εἶναι παιδάρια ἀκόμη. Πρέπει νὰ διορισθοῦν δι’ αὐτὸ οἱ γραμματεῖς τῶν ἐπαρχείων, οἱ γραμματεῖς τῶν ἐφόρων καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν ταμιῶν ἢ καὶ ὁ εἰρηνοδίκης ἀκόμη, καὶ οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν νὰ ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν των. Καὶ ἠξεύρω εἰς τὰ Καλάβρυτα ὑπάλληλον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν μερίδα μου, ἀλλ’ εἰς ἐκείνην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι ἦτο τίμιος, δὲν ἔγεινε οὐδεμία κλοπή· ἐνῷ ἄλλοτε ὅτε ἦτο εἷς ἄλλος ὁ ὑπηρετῶν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον, δὲν ἐδηλώθησαν οὔτε τὰ ἡμίση. Φέρω λοιπὸν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. (Διάλογοι). Καὶ σᾶς φέρω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω πλήρη πεποίθησιν. Ἐγὼ ἔχω εἰς τὸν δῆμόν μου ἕνα βουνὸ τὸ ὁποῖον ἐνοικιάζομεν κατ’ ἔτος καὶ τὰ χρήματα χρησιμεύουν πρὸς συντήρησιν ἑνὸς σχολείου. Εἰς αὐτὸ ὑπάρχουν 5 χιλ. πρόβατα καὶ δὲν δηλόνονται παρὰ 2,500. Καὶ τὸ ἠξεύρω, διότι διοίκησα τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ τοῦτο συμβαίνει, διότι πηγαίνουν παιδάρια, καὶ διότι διανέμουν μεταξύ των τὰ κέρδη.
§66Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς ψηφοφορίαν τώρα, κύριε πρόεδρε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Διαμαντοπούλου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς· «ἡ ἀπαρίθμησις γίνεται κατ’ ἐπαρχίαν ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν νομίμων αὐτῶν ἀναπληρωτῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Διαμαντοπούλου νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καραγιαννοπούλου «προσκαλεῖ ἐπὶ ἀποδείξει τὸν εἰδικὸν πάρεδρον ἑκάστου χωρίου καὶ προβαίνει εἰς ἀπαρίθμησιν» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται πολλοί). Τὸ προεδρεῖον ἀμφιβάλλει, ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. — Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἄρα παρεδέχθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καραγιαννοπούλου.—Εἶναι ἀντίῤῥησις εἰς τὸ σύνολον τοῦ Νόμου;
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγένετο δεκτόν.
§70ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμον μίαν προσθήκην, ἥτις ἔρχεται κατόπιν τῆς παραγράφου τρίτης. Εἶπον, ὅτι διὰ νὰ ἦναι πράγματι ἀπαρίθμησις, πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ εἷς δημοτικὸς ὑπάλληλος, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασίν μου, ἀλλὰ διὰ νὰ ἤμεθα βεβαιωμένοι, ὅτι τῷ ὄντι θὰ προσκαλοῦνται πράγματι οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι, διότι εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐὰν ὁ δήμαρχος ἐπιστρέψῃ τοὺς καταλόγους τῶν δηλώσεων μετὰ τῶν στελεχῶν αὐτῶν καὶ εἰδοποιεῖ συγχρόνως, ὅτι προσδιώρισε τὸν Α ἢ Β πάρεδρον ἢ δημοτικὸν σύμβουλον, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν ὑπάλληλον· διὰ τοῦτο λέγω νὰ γείνῃ μία προσθήκη, ὡς τελευταία παράγραφος. «Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος πρὸ τριῶν ἡμερῶν νὰ εἰδοποιῇ τὸν δήμαρχον, ὅτι τὴν δεῖνα ἡμέραν τὸ προσωπικὸν τῆς ἀπαριθμήσεως ἐξέρχεται καὶ εἰδοποιήσατε τὸν ὑπάλληλον» (θόρυβος). Ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς ἠγέρθη ἀμέσως θόρυβος, χωρὶς νὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου καὶ πάντες εἴπατε, ὅτι συνώμοσα μετὰ τῶν ποιμένων· δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν καὶ ἐγὼ πληρόνω τοὺς φόρους μου, καὶ ἐγὼ ἀπαρτίζω ὡς ἄτομον μέρος ὑμῶν καὶ δὲν θέλω νὰ γίνεται κλοπὴ καὶ δὲν ἐπρότεινα τὴν ἰδέαν μου ταύτην, διὰ νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα· δὲν εἶπον λοιπόν, κύριοι, τὴν ἰδέαν αὐτὴν διὰ νὰ εἰδοποιοῦνται οἱ ποιμένες νὰ μεταφέρουν τὰ ζῶά των ἀπὸ τόπον εἰς τόπον, καὶ ἀπὸ δῆμον εἰς δῆμον, εἶπον μόνον, ὅτι πρέπει νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ δήμαρχος, ὅστις νὰ εἰδοποιῇ τὸν ὑπάλληλόν του νὰ παρευρεθῇ κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν. Καὶ νομίζετε, ὅτι οἱ ποιμένες περιμένουν νὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ ὁ δήμαρχος, καὶ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ μὴ δηλώσαντες, δὲν ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ ἠξεύρωσι ποῖος διωρίσθη, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ὁπλοφόροι; Νομίζετε, ὅτι εἶναι ζῶα καὶ κτήνη καὶ δὲν ἦναι ἄνθρωποι πονηροὶ νὰ γνωρίζουν ποῖοι θὰ ἐξέλθουν; ὥστε καὶ ἂν κάμουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε, θὰ τὸ κάμουν, ὄχι διότι ὁ ἔφορος εἰδοποίησε τὸν δήμαρχον. Σᾶς βεβαιῶ λοιπόν, ὅτι ἐγὼ τὸ εἶπον μόνον διὰ νὰ γνωρίζῃ τὴν ἡμέραν ὁ δήμαρχος καὶ εἰδοποιήσῃ τὸν πάρεδρον· δὲν τὸ δέχεσθε, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει.
§71ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα τοῦ κανονισμοῦ τὰ ἀφορῶντα τὴν συναρμολόγησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου).
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ,» δὲν ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν τύπωσιν, ἀλλ’ εἰς ὅλας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ἄρθρον καὶ ἡ πρακτικὴ τοῦτο καθιέρωσεν, ὁσάκις ἡ Βουλὴ ἠθέλησε, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου, καὶ ἔπραξε τοῦτο, ὅταν δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη συναρμολογίας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιψηφίζεται ἀπόψε τὸ σύνολον;
§75ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶναι δυνατόν;
§77ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καθυστερούντων. Ἔχουν μείνει ἐκκρεμῆ τὸ 31, τὸ 51, καὶ 59 ἄρθρον.
§79ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ 31 ἄρθρον, διότι ἀκόμη δὲν ἐλάβομεν τὴν τροπολογίαν.
§80ΣΑΡΑΒΑΣ. Κατόπιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς ἀποσύρω τὴν ὁποίαν εἶχα νὰ κάμω ἀντίῤῥησιν, διότι ἡ τροπολογία αὕτη ἐμπεριέχει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐξέφρασα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία, Κύριοι.
§82ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει) Ἄρθρον 51. Ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου εἶναι δεκτὴ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων εἰς τὰς ἑξῆς περιπτώσεις. 1) Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης ἰσχυρίζηται, ὅτι δὲν ὀφείλει ἢ ὅτι ἐξώφλησε τὸ χρέος δι’ ὃ καταδιώκεται. Ἡ περὶ ἐξοφλήσεως ἔνστασις πρέπει νὰ ἦναι ἐκκαθαρισμένη. 2) Ἐὰν ἰσχυρίζηται, ὅτι παρελείφθη ἐντελῶς πρᾶξις τις ἐκτελέσεως, ἥτις κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ. Ἀκυρότης κατὰ τῶν τοιούτων πράξεων δύναται νὰ προταθῇ μόνον ἂν ἀποδεικνύηται ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως. 3) Ἐὰν ἐπὶ ἀκινήτων προτείνηται, ὅτι ἔλαβε χώραν ἀταξία τις ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 31 τοῦ παρόντος νόμου. Ἡ ἀνακοπὴ δὲν ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν· ἀλλὰ προκειμένης ἐκτελέσεως ἐπὶ τῆς κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου δύναται τὸ δικαστήριον, γενομένης αἰτήσεως, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ.
§83ΣΑΡΑΒΑΣ. Οὕτω τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν ἀνακοπὴν ἐπὶ κατασχέσεως κινητῶν, ἠμπορεῖ ν’ ἀπαλειφθῇ ὡς ἐμπεριεχόμενον εἰς τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐγκρίνῃ, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§85ΣΑΡΑΒΑΣ. Διότι, ἂν μείνῃ, ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ ἀμφισβητήσεις.
§86Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καταργεῖται ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐχορηγήθη. Τουτέστι μὲ τὴν μίαν χεῖρα μᾶς ἐδόθη τὸ δικαίωμα, καὶ μὲ τὴν ἄλλην μᾶς ἀφαιρεῖται καὶ καθίσταται τότε ὅλως περιττόν· διατί; Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης διϊσχυρίζεται, ὅτι δὲν ὀφείλει ἢ ἐξώφλησε τὸ χρέος του περιορίζεται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά του. Εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν φέρει ἐκκαθαρισμένον τὸν ἰσχυρισμόν του, δὲν ἐννοῶ αὐτὸν τὸν περιορισμόν. Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν περὶ ἐκτελέσεως, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν χρεῶν, ἀλλὰ περὶ εἰσπράξεως φόρων ἥτις γίνεται δυνάμει τῶν διπλοτύπων εἰς τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν δύναμιν ἐκτελεστὴν, ἑπομένως πρέπει νὰ τῷ χορηγήσωμεν καὶ τὰ μέσα νὰ ὑπερασπισθῇ, ὅταν πρόκηται περὶ δημοσίων δικαιωμάτων, δὲν ἔχομεν παρὰ μόνον ἀνακοπὴν συγχωνευομένων ἀμφοτέρων καὶ τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐκτελέσεως, ὅθεν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς, διότι ἄλλως δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Ἐγὼ νομίζω μάλιστα, ὅτι πολὺ καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μὴ δώσωμεν εἰς τὰ δικαστήρια εἰς καμμίαν περίστασιν τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀναστέλλουν τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν τοῦ δικαστηρίου εἰς τὸν πολίτην νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του. Λέγω λοιπόν, ὅτι προτιμῶ ν’ ἀφαιρεθῇ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς, καὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἄδειαν τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως, ἀντὶ νὰ κλείωμεν τὰς θύρας τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν πολίτην, ἀπαλειφομένου τοῦ περιορισμοῦ.
§87ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἔχει πολὺ δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Πετσάλης, νὰ ὑποθέτῃ ὅτι ὁ τιθέμενος περιορισμὸς ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἐξοφλήσεως, τῆς προτασσομένης ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου, παραβλάπτει τὰ δίκαια αὐτοῦ. Ὅταν εἰς νόμον ἐξαιρετικὸν, οἷος εἶναι ὁ συζητούμενος, ἀφίνωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ καταδιωκτέου ὀφειλέτου ἀκέραια, ὅπως εἶναι εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον καθιερωμένα, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται. Κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον, ὁσάκις ὀφειλέτης τις καταδιωκόμενος παραπονεῖται, ὅτι τὸ χρέος του τὸ ἔχει πληρώσει, ὀφείλει νὰ προσενέγκῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐξοφλήσεως ἀμέσως κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ τοῦτο θὰ εἰπῇ νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμένη ἡ περὶ ἐξοφλήσεως ἔνστασις, τοὐτέστιν ἀποδεδειγμένη· διότι, ἀφοῦ τὸ χρέος εἶναι ἀποδεδειγμένον διὰ δημοσίου ἐγγράφου, ἀναντιῤῥήτως δὲν πρέπει νὰ παρεμποδίζηται ἡ ἐκτέλεσις, διότι ἰσχυρίζεται ὁ ὀφειλέτης ὅτι ἐξώφλησε χωρὶς νὰ δύναται ν’ ἀποδείξῃ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμόν του ἀμέσως. Ὁ τοιοῦτος δὲ περιορισμὸς ὁ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸν ὀφειλέτην, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὸν ὀφειλέτην τοῦ δημοσίου, ὥστε δὲν βλέπω τί ἄτοπον ἔχει. Προσθέτω μάλιστα ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ἐνστάσεως, ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ ὁ ὀφειλέτης ἕτοιμα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, διότι ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ δὲν παραδέχεται πρὸς ἀπόδειξιν τῆς γενομένης πληρωμῆς οὐδὲν ἄλλο μέσον παρὰ τὸ τῶν διπλοτύπων. Ὥστε ὁ ὀφειλέτης, ὅστις διϊσχυρίζεται, ὅτι ἐξώφλησε τὸ χρέος του, ἐὰν πράγματι τὸ ἐξώφλησε, δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν νὰ παρουσιάσῃ τὴν προσήκουσαν ἀπόδειξιν. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, τί ἄτοπον ἐνυπάρχει εἰς τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν.
§88Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Σαράβας, ἐσύγχισε δύο πράγματα διακεκριμένα, τὴν ἀπόδειξιν μὲ τὰς ἐκκαθαρισμένας ἐνστάσεις, ὃ καὶ διὰ τοῦτο τὰ συμπεράσματά του δὲν ἦσαν σύμφωνα μὲ τὰ ἰδικά μου. Δὲν ἔλυσε δὲ τὴν ἀπορίαν μου, καὶ προκαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ἂν ἐκτὸς τῆς ἀνακοπῆς ὁ ὀφειλέτης μὴ προσφέρων ἐκκαθαρισμένας ἐνστάσεις δύναται τότε νὰ εἰσαγάγῃ ἀγωγὴν, διότι ἐν τῷ νόμῳ οὐδένα λόγον, οὐδεμίαν ἐπιφύλαξιν ἀπαντῶ. Ἐὰν τώρα θέλῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς μένει ἀνοικτὸν καὶ ὁμοῦ αἱ θύραι τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν πολίτην, τότε ἔχει καλῶς. Τί δὲ μὲ παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σαράβας; ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ τὸ διάταγμα τοῦ 1833, πᾶσα πληρωμὴ πρέπει νὰ ἀποδεικνύηται διὰ τῶν διπλοτύπων· οὐδεὶς τὸ φιλονεικεῖ· ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι ἔχασα τὸ διπλότυπον· τότε ἐὰν μοῦ ἀπαιτοῦσι δευτέραν πληρωμὴν, θὰ μοῦ ἦναι κλεισμέναι αἱ θύραι τῆς δικαιοσύνης, διότι δὲν δύναμαι κατὰ τὴν ἀνακοπὴν νὰ προτείνω τὴν ἀπώλειαν;
§89ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀγωγῆς, σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ συγχίσεως καὶ συγχέετε αὐτὰ τὰ δύω.
§90Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι μία διαδικασία, δὲν ἔχομεν δύο διαδικασίας ἐπὶ τῶν χρεῶν, πηγαζόντων ἐκ φόρων, διότι ὅλα τὰ χρέη τοῦ δημοσίου εἶναι ἐκτελεστὰ, καὶ μία μόνον ἀνακοπὴ προσβάλλει τὸ δικαίωμα καὶ τοὺς τύπους, καὶ ἀποφασίζει τὸ δικαστήριον. Ὅταν λοιπὸν τὸ δημόσιον δὲν ὑποκύπτῃ εἰς ἀγωγὴν, διότι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον μόνον περὶ ἀνακοπῆς ὁμιλεῖ, τότε ἀρνεῖσθε δικαιοσύνην εἰς τὸν πολίτην. Ἂς εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς, καὶ τότε παραιτοῦμαι.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύσκολον εἶναι τῳόντι εἰς ἐμὲ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, προκειμένου περὶ νομικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ δύω διακεκριμένοι νομομαθεῖς διαφωνοῦσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ἦμαι ὑπουργὸς καὶ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, πῶς ἐννοῶ τὰ ἄρθρα αὐτά. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Χαλκίδος συγχέει τὴν ἀνακοπὴν μὲ τὴν ἀγωγήν· ἄλλο πρᾶγμα εἶναι τὸ ἓν, καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρόκειται περὶ ἀνακοπῆς κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν βιαίων μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων δικαιωμάτων. Καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὅταν δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπλήρωσε, πρέπει νὰ ἦναι ἐκκαθαρισμένη ἡ ἔνστασις, τοὐτέστι ὀφείλει νὰ παρουσιάζῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τοιαύτην ἀπόδειξιν, ἡ ἔνστασίς του δὲν εἶναι δεκτή. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ παρέλθῃ ἡ ἐκτέλεσις, ἡ ἀγωγὴ εἶναι πάντοτε ἐλευθέρα ἐκ μέρους τοῦ πολίτου κατὰ τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀγωγὴ ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν, τότε τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι ἁρμόδια, διότι οἱ φορολογικοὶ νόμοι καθιεροῦν ἐξαιρετικὰς διατυπώσεις, καθ’ ἃς βεβαιόνονται οἱ φόροι τοῦ δημοσίου, καὶ τὰ δικαστήρια δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπέμβουν. Π. χ. ὅταν πληρώσῃ τις ἓν ποσὸν λόγῳ λαθρεμπορίου, τὰ δικαστήρια δὲν θὰ τὸν ἀκούσουν, ἐὰν εἴπῃ ὅτι κακῶς κατεδικάσθη, διότι ἐπ’ αὐτῶν ἀποφαίνονται αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαὶ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν ἢ μὴ, πάντοτε ἡ θύρα τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἀνοικτὴ, καὶ δύναται δι’ ἀγωγῆς ὅστις ἐπλήρωσε δὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων καὶ πιστεύω ὅτι, οὔτε τὰ δικαστήρια οὔτε ὁ ὑπουργὸς θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπιστροφὴν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσέ τις κακῶς.
§92ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιμένει ὁ κ. Πετσάλης.
§93Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ἔγεινεν αὐτὴ ἡ ἐξήγησις, δὲν ἐπιμένω, ἀλλὰ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία.
§94ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 31 εἶναι εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸ ἄρθρον 51, ἢ πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ 31, ἢ πρέπει νὰ γείνῃ ἐδάφιον τοῦ 31 τὸ 51· διότι εἰς αὐτὸ γίνεται λόγος περὶ ἀνακοπῆς.
§95Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι, εἶναι ἀναγκαιότατα τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα.
§96ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ ἄρθρον 23 ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 51, λοιπὸν δυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν, καὶ δύναται κάλλιστα νὰ ἀπαλειφθῇ.
§97Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 31 εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ δὲν πρέπει διόλου νὰ διασεισθῇ, διότι προβλέπει ἄλλας περιστάσεις παρὰ τὸ ἄρθρον 51. Τὸ ἄρθρον 23 τῳόντι εἶναι περιττόν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, προτείνεται ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 23.
§99ΣΑΡΑΒΑΣ. Μάλιστα, ν’ ἀπαλειφθῇ. Τὰ δύο ἄρθρα ἐψηφίσθησαν. Διὰ νὰ ἐκφράσωμεν ὅμως σαφῶς τὴν ἰδέαν τῆς Βουλῆς ὀφείλομεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπανάληψιν. Λοιπὸν εἰς τὴν συναρμολογίαν δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ, τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν, τὸ ἄρθρ. 23.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀπαλείψῃ, τό ἐννοῶ, ἀλλ’ εἰς τὴν συναρμολογίαν νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ τὸ γραφεῖον δὲν ἠμπορεῖ.
§101ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, θέλω τοὐλάχιστον νὰ δικαιολογήσω ὅσα εἶπον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοιαῦτα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνηται τῆς συζητήσεως τοσούτῳ μεγάλων νομοσχεδίων ἄνευ προμελέτης, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ἀσάφεια. Εἶναι καὶ ἄλλη ἀσάφεια, καὶ παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἀταξίαι τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ ἄρθρον 31.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προγράμματος.
§103ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 26, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀπαλείψητε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ 23, ὄχι τοῦ 26.
§105ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι ἐψηφίσθη.
§106Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὴν συναρμολογίαν, κ. πρόεδρε, νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν, δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀφήσωμεν γελοῖα πράγματα, διότι τὰ ἐψηφίσαμεν.
§107ΔΑΓΡΕΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀπαλείψητε.
§108Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν εἶναι ἀνώτερος τῆς λογικῆς.
§109ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπάλειψις· διότι ἡ ἀπάλειψις ἑνὸς ἄρθρου θὰ εἴπῃ, ὅταν ἀφαιρῆται ἀπὸ τὸν νόμον ἡ οὐσιαστικὴν διάταξις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅταν αὐτὴ ἡ διάταξις περιλαμβάνηται εἰς ἓν ἄρθρον μεταγενέστερον πλέον ἐκφραστικὴ, τότε δὲν εἶναι ἀπάλειψις.
§110Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι ὅμοια τὰ δύο ἄρθρα, τὸ ἓν ἄρθρον λέγει, ὅτι ἡ περὶ ἐξοφλήσεως ἔνστασις πρέπει νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμένη καὶ δὲν ἀφίνει νὰ τὸ ἐξετάσῃ τὸ δικαστήριον αὐτό.
§111ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι καθιερόνουν μίαν ἐπανάληψιν, καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τὸ συνταγματικὸν, ἐὰν δυνάμεθα ἡμεῖς ν’ ἀπαλείψωμεν ἓν ἄρθρον ἤδη παραδεδεγμένον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται νῦν περὶ ἀπαλείψεως ἢ καταργήσεως διατάξεως παραδεχθείσης, διότι ὁ κανονισμὸς λέγει ὅτι συναρμολογοῦνται αἱ διάφοροι παραδεχθεῖσαι διατάξεις καὶ ἐν τῇ συναρμολογίᾳ ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις, ὥστε μία ἐπανάληψις νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τοῦτο. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ συντάκτου αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἐκεῖνος ὅστις συνέταξε αὐτὸν τὸν νόμον ἀνέφερεν εἰς τὸ ἄρθρον 22 μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἦτο ἀνάγκη νὰ ῥηθῇ, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 51. Λέγει ὅτι προκειμένου περὶ διαδικασίας διοικητικῆς, δικαιοῦται ἐξαιρετικῶς ὁ ὀφειλέτης νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Τὴν ἐπίκλησιν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων τὴν ἀναφέρει ἄλλο ἄρθρον; Οὐχὶ βεβαίως. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 23 μία διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 51. Δεύτερον, ὑπάρχει κἄτι τι εἰς τὸ ἄρθρον 23, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εὕρητε εἰς τὸ ἄρθρον 51. Κατὰ τὸ ἄρθρον 51 ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ παραπονεθῇ κατὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη, ὅτι τὸ πρόγραμμα δὲν ἐγένετο κατὰ τοὺς τύπους τοῦ νόμου, οἱ τρίτοι δὲν προσεκλήθησαν νομίμως καὶ τὰ παρεπόμενα, καὶ ν’ ἀκυρώσωσιν αὐτὰς τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μετὰ ἢ ἄνευ ἀναστολῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 23 αὐτὸς δικαιοῦται νὰ φέρῃ ἀνακοπὴν καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς κατασχέσεως, ἂν π. χ. ἡ δάμαλις, ἥτις δὲν κατάσχεται, ἡ κλίνη ἥτις δὲν κατάσχεται, κατεσχέθησαν· δύναται νὰ φέρῃ ἀνακοπὴν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 51, ἐὰν τοῦ κατεσχέθη ἡ κλίνη; Οὐχὶ βεβαίως· διότι τὸ ἄρθρον 51 προνοεῖ περὶ ἀνακοπῆς τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ τῶν παρεπομένων πράξεων, οὐχὶ ὅμως τῶν προηγουμένων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ὑπάρχουν δύω διαφοραὶ οὐσιώδεις εἰς τὸ ἄρθρον 23, δηλ. ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ ὀφειλέτου εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 51, καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 23 δικαιοῖ τὸν ὀφειλέτην νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ κατὰ τῆς κατασχέσεως δι’ ἀνακοπῆς, φρονῶ ὅτι δύναται χωρὶς ἀτόπημα ν’ ἀφεθῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23.
§112ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§113ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ προαγορεύσας δὲν ἔχει δίκαιον.
§114ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ ἡ οὐσία τῆς προτάσεως αὐτῆς, καθόσον προετέθη τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀπαλείψεως. Κατ’ ἐμὲ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ κατὰ τὸν κανονισμόν της νὰ τὸ ἀπαλείψῃ.
§115ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὲ ὀλίγας λέξεις, κύριοι, θέλω σᾶς πείσει, ὅτι τὸ 51 ἄρθρον ἐμπεριέχει τὸ ἄρθρον 23 καὶ μέ τινας προσθήκας ἀκούσατε ποίας ἰδέας περιέχει τὸ ἄρθρον 23. Τρεῖς ἰδέας περιέχει· δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν καταδιωκόμενον ὀφειλέτην, ὅταν πρόκηται περὶ κινητῶν νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν, ἐὰν ἀμφισβητῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ χρέος, ἢ ἂν ἰσχυρίζεται ὅτι ἐξώφλησεν. Αὐτὰ τὰ δύο δικαιώματα δίδει εἰς τὸν καταδιωκόμενον ὀφειλέτην, ὅταν πρόκηται περὶ κατασχέσεως κινητῶν. Τρίτον δικαίωμα δίδει νὰ δύναται τὸ δικαστήριον ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Τώρα ἀκούσατε, ἐὰν αἱ τρεῖς αὗται ἰδέαι αἱ ἐμπεριεχόμεναι εἰς τὸ ἄρθρον 23 εὑρίσκωνται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 51. «Ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου εἶναι δεκτὴ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων εἰς τὰς ἑξῆς περιπτώσεις· «ἐὰν ὁ ὀφειλέτης ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ὀφείλει, ἢ ὅτι ἐξώφλησε τὸ χρέος δι’ ὃ καταδιώκεται»· αὗται κατὰ λέξιν αἱ ἰδέαι ἐκφράζονται εἰς τὸ 23 ἄρθρον. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 51 περιέχει προσέτι ὅτι «ἡ ἀνακοπὴ δὲν ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν, ἀλλά, προκειμένης ἐκτελέσεως ἐπὶ κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου, δύναται τὸ δικαστήριον, γενομένης αἰτήσεως, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ». Λοιπὸν, ὡς παρατηρεῖτε, τὸ ἄρθρον 51 περιέχει καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 23, προσέθεσε δὲ δύο ἄλλους ὁρισμοὺς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν ἐπὶ ἀκινήτων, ὁ ἄλλος ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ κατασχέσεως κινητῶν. Οἱ ὁρισμοὶ εἶναι ὅτι ἡ ἔνστασις τῆς ἐξοφλήσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμένη, καὶ τοῦτο ἐνοεῖται πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ὄχι μόνον ἐπὶ κατασχέσεως ἀκινήτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κατασχέσεως κινητῶν. Προσθέττει ὅμως ἓν ἄλλο δικαίωμα οὐσιῶδες. «Ἐὰν ἰσχυρίζηται, λέγει, ὅτι παρελείφθη ἐντελῶς πρᾶξίς τις ἐκτελέσεως ἥτις κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ». Λοιπόν, ἐρωτῶ τώρα, τί διάφορον περιέχει τὸ ἄρθρον 51 ἀπὸ τὸ ἄρθρον 23 ὥστε νὰ ἐπιμένουν ὅτι πρέπει νὰ μείνουν καὶ τὰ δύο; ἐνοεῖτε πολὺ καλὰ ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν θὰ βλάψῃ τίποτε, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἔργα τὰ ὁποῖα δίδουν ἀφορμάς, βεβαίως εἰς εὐλόγους ἐπικρίσεις, ἀρκετὰ εἶναι πολλὰ ἄλλα σφάλματα τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην περιέχουν οἱ νόμοι τοὺς ὁποίους ἄνευ τῆς προαπαιτουμένης ἐξετάσεως ψηφίζομεν, αὐτὰ τοὐλάχιστον τὰ ὁποῖα κτυποῦν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς δὲν πρέπει νὰ τ’ ἀφήσωμεν, οὔτε δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἐπειδὴ ἐψηφίσθησαν δὲν δυνάμεθα ἐν τῇ συναρμολογίᾳ ν’ ἀπαλείψωμεν ἓν ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει κατὰ λέξιν μίαν ἄλλην διάταξιν ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ εὑρισκομένην. Ἐὰν ἦτο τοῦτο ἀληθὲς, τότε ἔπρεπε, ὁσάκις δύο λέξεις ἐπαναλαμβάνονται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, οὔτε αὗται νὰ μὴ δύνανται νὰ διαγραφῶσιν, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο καθ’ ἡμέραν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου καὶ ἡ σύνταξις, καὶ τὸ λεκτικὸν, καὶ ὅλα διορθόνονται.
§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μένουν ὡς ἐψηφίσθησαν τὰ δύο ἄρθρα διὰ νὰ τελειώσουν (διάλογοι) (θόρυβος).
§117ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν θὰ εἶναι δεκταί, ἐπὶ μὲν τῶν ἀκινήτων ἐνστάσεις ἐκκαθαρισμέναι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ δὲ τῶν κινητῶν, ὁποιαιδήποτε ἐνστάσεις; τοῦτο δὲν εἶναι ἄτοπον; Ἐὰν ἀφήσετε τὸ ἄρθρον 23, τότε θὰ προτείνω εἰς γενικὴν διάταξιν αἱ ἐνστάσεις ἅπασαι νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμέναι. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. ὑπουργὸς αἱ μὲν νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμέναι, αἱ δὲ μὴ, τότε ἂς μείνῃ καὶ τὸ 23, καὶ τὸ 21, ἄλλως τε ἂν ἐννοῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23 αἱ ἐνστάσεις νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμέναι τότε πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ὡς εἶπεν ὁ κ. Σαράβας τὸ 23 ἄρθρον δὲν περιέχει παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 51, διακρίνεται δὲ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐπὶ μὲν τῶν κινητῶν δὲν ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ κατὰ τῶν ἀταξιῶν τῆς διαδικασίας, καὶ εἰς τοῦτο ἔσφαλεν ὁ κ. Σαράβας ἰσχυρισθεὶς τὸ ἐναντίον (θόρυβος καὶ διάλογοι). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 23, διότι εἶναι περιττὸν, καὶ ἂν μείνῃ, θὰ γεννηθῇ ἡ ἀμφισβήτησις εἰς τὰ δικαστήρια ἂν ἐπιτρέπωνται καὶ μὴ ἐκκαθαρισμέναι ἐνστάσεις εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν κινητῶν, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ ἦτον εἰς τὴν ἰδέαν κανενός. Ἐπιμένω, κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἐξέφερα ἐκ τῆς θέσεώς μου, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ δεδικασμένον, δύναται ν’ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον 23, διότι ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάνθη καὶ ἀπεφάνθη διὰ τῆς τροπολογίας της, ὅτι τὸ δικαστήριον δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἄρα οὐχὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Τὴν ἀναστολὴν διατάττει ὁ πρόεδρος καὶ ὁρίζει προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας δικάζεται ἡ ἀνακοπὴ, ἐπὶ τούτου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν ἐδέχθη ἡ ἀναστολὴ νὰ διατάσσεται παρὰ τοῦ προέδρου, ἀλλὰ παρὰ τοῦ δικαστηρίου, διαφέρει λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπὸ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν. Περὶ τοῦ ἄρθρου 51 κάμετε ὅτι θέλετε, τὸ 23 ὅμως δὲν δύνασθε ν’ ἀπαλείψητε. Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν κανονισμὸν διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μεταβάλλετε ψηφισθέντα ἄρθρα, ἀλλ’ ἢ νὰ καταψηφίσητε τοῦ συνόλου ἢ νὰ τὸ παραδεχθῆτε ὅπως ἔχῃ. Τὰ τοιαῦτα εἶναι συνέπεια τῆς σπουδῆς μὲ τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν. Τί λέγει, κύριοι, ὁ κανονισμός; ὅτι μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἑκάστης κατ’ ἄρθρον συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῆς προτάσεως ὁ πρόεδρος συναρμόζει τὰς παραδεχθείσας τροπολογίας καὶ ὑποτροπολογίας πρὸς τὸ σχέδιον, ὁ πρόεδρος οὐχὶ ἡ Βουλὴ· κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ συνόλου οὐδεμία νέα πρότασις συγχωρεῖται ἢ μεταβολὴ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, διότι ἄλλως κύριοι, οὐδέποτε θὰ τελειώνουν νομοθετικαὶ ἐργασίαι. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀπαλείψωμεν τὸ ἄρθρον.
§118Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Δαγρὲς, νομίζω, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ οὐδεμία γίνεται ἐκ τῆς ἀπαλείψεως παραβίασις τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι βεβαίως δὲν ἐννόησεν ὁ κανονισμὸς, ἀπαγορεύσας τὴν τροποποίησιν τῶν ἤδη παραδεδεγμένων διατάξεων, δὲν ἐννόησε τὰς λέξεις, ἀλλὰ τὰς ἰδέας τὰς περιεχομένας εἰς τὰς λέξεις. Ὅταν λοιπὸν καὶ ἡ μία διάταξις καὶ ἡ ἄλλη περιέχει τὰς αὐτὰς ἰδέας, νομίζω ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι μᾶς ἐμποδίζει ὁ κανονισμὸς, νὰ ἄρωμεν τὰς ἐπαναλήψεις τῶν αὐτῶν ἰδεῶν, ἐμπεριεχομένων εἰς δύω διαφόρους διατάξεις ἑνὸς νομοσχεδίου. Ὅθεν τὸ ἀπροχώρητον αὐτὸ δὲν ἔχει βάσιν, διότι σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἔννοια εἰς ἀμφοτέρας τὰς διατάξεις κατ’ οὐσίαν εἶναι ἡ αὐτή. Οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς διατάξεως 23 καὶ τῆς διατάξεως 51, καὶ διαφορὰ ἂν ὑπάρχῃ ὑφίσταται μόνον εἰς τὴν ἔκφρασιν· παραβάλλετε καὶ τὸ 23 καὶ τὸ τελευταῖον, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἀκριβῶς περιέχουν τὰς αὐτὰς ἰδέας· τὸ ἀπροχώρητον λοιπὸν δὲν ὑφίσταται, ἀντίφασις δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω ἄρθρων καὶ διὰ νὰ ἤμεθα λογικοὶ, πρέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ παραλειφθῇ.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 51;
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος καὶ διάλογοι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, δὲν ἐννοούμεθα.
§122ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂν τὸ ἄρθρον 51 δὲν ἐψηφίσθη, ἐπαναφέρω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 31 ἐπρότεινα, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἔμεινεν ἐκκρεμὲς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο· ἐπρότεινα νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τὸ ἀκόλουθον· «κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ κατασχέσεως ἀκινήτων τὸ ἄρθρον 23».
§123ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Τὸ ἄρθρον 23 ἐψηφίσθη ἤδη ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἂν ἐψηφίσθη καὶ τὸ ἄρθρον 51 ὁριστικῶς, τότε μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ, ἂν ᾖναι πλέον λεκτικὴ καὶ γραμματικὴ διόρθωσις νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ πρῶτον· ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 51 δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 23. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι τὸ ἄρθρον 51 ἐψηφίσθη· λοιπὸν καμμία ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει μετὰ τὰς διασαφήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πετσάλης.
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§125ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν ψηφίζεται ἢ ὄχι.
§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρότασιν, ἣν ἔκαμα, διότι δὲν θέλω νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην ὅτι ἐσιώπησα, ἐνῷ ἔβλεπον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ διάταξις, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὸν νόμον, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, γελοῖον· διότι εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν νόμον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ αὐτὰ πράγματα τοῦτο εἶναι τῳόντι ἄξιον τοῦ ὀνόματος τοῦ γελοίου. Ἐγὼ προτείνω, κύριε πρόεδρε, νὰ συγχωνευθοῦν τὰ δύω ἄρθρα εἰς ἓν, τὸ 51· κάμνω δὲ καὶ τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 51 δίδει εἰς τὸν καταδιωκόμενον ὀφειλέτην διὰ τῆς κατασχέσεως τῶν κινητῶν πραγμάτων του, ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν τοῦ δίδει τὸ ἄρθρον 23, δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 51 ἐπεκτείνει κατὰ ἓν τὰ δικαιώματα τοῦ καταδιωκομένου ὀφειλέτου εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν κινητῶν καὶ ἑπομένως πλανῶνται ὅσοι νομίζουν, ὅτι προστατεύουν τὰ συμφέροντα τοῦ καταδιωκομένου ὀφειλέτου ἐπιμένοντες εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου 23.
§127ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰς δυσκολίας δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τοῦτο· νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 23 ὡς ἔχει, νὰ ἐννοῆται τὸ κινητὸν, ἐπὶ δὲ τοῦ 51 νὰ προσθέσωμεν τὸ ἑξῆς. «ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου ἐπὶ κατασχέσεως ἀκινήτων, ἢ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι δεκτὴ εἰς τὰς ἑξῆς περιπτώσεις κτλ.» καὶ τότε μένει καὶ τὸ ἄρθρον 23.
§128ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ βελτιώσω τὴν θέσιν τοῦ ὀφειλέτου, οὐχὶ νὰ τὴν χειροτερεύσω.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία ὡς τὴν ἠκούσατε.
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὴν ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§131ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, σήμερον νὰ τελειώσωμεν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου ἐπὶ κατασχέσεως ἀκινήτων ἢ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι δεκτὴ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων κτλ.»
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 59.
§135ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει.) «Ἄρθρον 59.
§136ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔδωκα ἐγὼ μίαν προσθήκην.
§137ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἔχει καὶ ὁ ὑπουργὸς μίαν ἄλλην, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ πρὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1871 χρέη. (διάλογοι).
§138ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προταχθῇ ἡ ἐδική μου.
§139ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὀλίγας λέξεις θέλω σᾶς εἴπει, ἀπὸ τὰς ὁποίας θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δανοπούλου ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μία σύστασις εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ λάβῃ θέσιν ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἡ κυβέρνησις παρουσιάσασα νόμον περὶ καταδιώξεως περιέλαβε διατάξεις, δι’ ὧν νομίζει, ὅτι δύναται νὰ εἰσπράξῃ καλλίτερον, εὐκολώτερον καὶ ἀκριβέστερον. Τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσατε ἕως τώρα, διαλαμβάνουν πολλὰ καταδιωκτικὰ μέτρα, ἅτινα θέλουν ἐφαρμόζεσθαι διὰ τῶν ὀργάνων τῆς κυβερνήσεως, τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ οὔτε ὑμεῖς συνελάβατε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ καταργήσῃ καθολοκληρίαν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐλήφθη φροντὶς νὰ περιληφθῶσι αὐστηρότεραι ποιναὶ κατὰ ταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον εἰς ἐνέργειαν, ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ μεταχειρίζηται εἴς τινας περιστάσεις καὶ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ κεφαλαίου ἕκτου, ἤτοι τὰς παραχωρήσεις εἰς ἐργολάβον· ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι γενικόν, ἀλλὰ θέλει τὸ ἐνεργεῖ, ὅταν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ δι’ αὐτοῦ ἐπιτυχέστερον καὶ εὐκολώτερον εἰς τὸν σκοπόν της. Δὲν δύναται δὲ νὰ ᾖναι γενικὸν τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν ἐργολάβων εἰσπράξεως, διότι ἐνδέχεται εἴς τινας ἐπαρχίας νὰ ᾖναι ὀλίγοι οἱ ὀφειλέται, ἐνδέχεται εἴς τινας ἐπαρχίας νὰ μὴ ἀπαντᾷ προσκόμματα τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα τῆς εἰσπράξεως, καὶ ὑπάρχουν τοιαῦται ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας διατί νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ εὐκολώτερον καὶ μᾶλλον ἄνετον διὰ τοὺς φορολογουμένους· δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ καθιερώσητε τὸ σύστημα αὐτό, παρέχοντες εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ τὸ μεταχειρίζηται ὅταν καὶ ὅπου τὸ νομίσῃ καταλληλότερον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δανοπούλου.
§140ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγνοῶ ποίους λόγους ὁ κύριος ὑπουργὸς ἔχει ν’ ἀλλάξῃ γνώμην ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον. Χθὲς παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν μου καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ τὴν διατυπώσω· ἐγὼ τότε εἰς συγκίνησιν ὢν δὲν τὴν διετύπωσα γραπτήν.
§141ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν τὴν παρεδέχθην, εἶπον νὰ σκεφθῶ.
§142ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀνεβάλομεν χθὲς διὰ νὰ σκεφθῶμεν.
§143ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ ἐπαναλάβω τὰς σκέψεις μου. Εἶπον χθές, ὅτι ἡ διάταξις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου εἶναι μία δίστομος μάχαιρα εἰς χεῖρας καλοῦ ὑπουργοῦ, δίδει τὸ μέσον νὰ πράξῃ τὸ καλόν, δυνάμενος νὰ ἀποφύγῃ τὸ κακόν, ἀλλ’ ἐπίσης εἰς χεῖρας κακοῦ ὑπουργοῦ δίδει τὸ μέσον νὰ κάμῃ κακὸν ἄνευ συμφέροντος τοῦ τόπου. Εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐκθέσῃ εἰς ἐργολαβίαν τοὺς φόρους ἐπαρχιῶν τινων κατ’ ἐκλογήν, ὅπου θέλει. Τοῦτο ἔχει τὸ καλὸν, ὅταν γείνῃ καλὴ χρῆσις, καὶ γίνεται καλὴ χρῆσις, ὅταν ἡ ἐξαίρεσις θὰ ἔχῃ ἕνα λόγον, τὸν λόγον τοῦ ἀγαθοποιεῖν. Εἶπεν προχθὲς ἡ Βουλή, ὅτι ἐξαιρεῖ τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Βάλτου, Ξηροχωρίου καὶ καθεξῆς· διότι αἱ ἐπαρχίαι αὗται περιέπεσαν εἰς ἀνάγκην, ἐκ σεισμῶν καὶ ἄλλων αἰτιῶν, περιέπεσαν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ὥστε ἐγὼ δὲν δικαιοῦμαι ὡς ἔθνος, ὡς πατὴρ νὰ ἐπισπεύσω τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτάς· ἀλλὰ ἔδωκε τὸν λόγον διατὶ τὸ ἔκαμε. Ἐνῶ ἂν μείνῃ ὁ νόμος εἰς χεῖρας κακοῦ ὑπουργοῦ ἢ πιεζομένου ὑπὸ τῶν περιστάσεων θὰ κάμῃ κακὴν χρῆσιν. Ἔρχονται οἱ φίλοι του καὶ τοῦ λέγουν μετὰ 3 μῆνας ἔχομεν ἐκλογὰς, ἀνάβαλε τὰς ἐργολαβίας εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτάς. Εἶπον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ νὰ πράττῃ τὸ ἀγαθὸν, καὶ τὸ πράττει, ὅταν πράξῃ τὸ ἑξῆς· θέλει νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς ἐπαρχίας Α, Β καὶ καθεξῆς; φέρει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἐκθέτει τοὺς λόγους ἕνεκεν τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι εἶναι συμφέρουσα εἴς τινας ἐπαρχίας μία καταδίωξις, προκαλεῖ πρᾶξιν, καὶ οὕτω μανθάνει καὶ ὁ κόσμος ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Ἄργους π. χ. δὲν διατάττει τὴν εἴσπραξιν δι’ αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Λέγω λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραχωρήσῃ κτλ. «ἐκ τοῦ μέτρου τούτου, ὅπερ θέλει ἐφαρμόζεσθαι συγχρόνως καθ’ ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ μία ἢ καὶ πλειότεραι ἐπαρχίαι διὰ πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, κυρουμένης διὰ Βασιλ. διατάγματος.» Ὁ ὑπουργὸς τότε δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ του νὰ ἐξαιρέσῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλ’ ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον ὅλου τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἔχει εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, καὶ ἐρωτᾶται καὶ ὁ Βασιλεύς. Λοιπὸν ὅπου θέλει νὰ πράξῃ τὸ καλὸν, ἐξαιρεῖ αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν, δὲν τοῦ μένει ὅμως δικαίωμα νὰ ἐπισπεύσῃ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ὄχι, διότι τοῦ τὸ ἐπιτρέπει ὁ νόμος.
§144ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζετε, ὅτι πράττει τὸ καλὸν, ὅταν δὲν ἐνοικιάσῃ· ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ τότε τὸ σύστημα τῶν εἰσπρακτόρων; Καὶ διὰ τῶν εἰσπρακτόρων δύναται νὰ πιέσῃ περισσότερον.
§145ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ εἴσπραξις διὰ τῶν ὀργάνων τοῦ δημοσίου, δὲν ἤθελε καταφύγει εἰς τὴν ἐργολαβίαν. (διάλογοι).
§146ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὅσοι πληρόνουν εἰς τοὺς εἰσπράκτορας, διατὶ νὰ τοὺς δώσωμεν εἰς τοὺς ἐργολάβους; νὰ πληρόνωμεν ½%;
§147ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§148ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μ’ ὅλον ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ ἐπρόλαβε, μ’ ὅλα ταῦτα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Πρῶτον δὲν ἦτον ἀκριβὲς, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Δανόπουλος, ὅτι χθὲς ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη.....
§149ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς, εἶπον.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀδιάφορον, ἡ Βουλὴ δὲν τὸ παρεδέχθη, ἔμεινεν ὑπὸ σκέψιν, ὅπως καὶ ἓν ἄλλο ἀντικείμενον εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως δὲν ἀπεφασίσαμεν τίποτε· ἀνεβάλομεν τὴν συζήτησιν διὰ σήμερον. Ὁ βουλευτὴς Ἄργους λέγει, ὅτι τὸ δι’ ἐργολάβων εἰσαγόμενον σύστημα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων εἶναι μάχαιρα δίστομος, καὶ δύναται μία κακὴ κυβέρνησις νὰ τὸ μεταχειρισθῇ εἰς ἐπαρχίας τινὰς, τὰς ὁποίας θέλει νὰ πιέσῃ διὰ πολιτικοὺς σκοπούς. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ τὸ νέον τοῦτο σύστημα τὸ εὑρίσκει καταθλιπτικὸν, τὸ δὲ ἐν ἰσχύϊ εὐεργετικόν; Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων αὐτῆς εὐκολώτερον δύναται νὰ πιέζῃ διὰ πολιτικοὺς σκοποὺς, ἐνῷ οἱ ἐργολάβοι ἐπιδιώκουσι τὸ συμφέρον των μόνον. Πῶς εὑρίσκει λοιπὸν ὁ κ. Δανόπουλος, ὅτι τὸ μέτρον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων δι’ ἐργολάβων εἰς ἐπαρχίας τινὰς εἶναι γνώρισμα δυσμενείας; τὸ ἐναντίον εἶναι γνώρισμα μάλιστα εὐνοίας, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀποβάλλει τὰ μέσα, δι’ ὧν δύναται νὰ πιέσῃ τὴν ἀντικυβερνητικὴν μερίδα. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν περιορισμοὺς ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου εἴς τινας ἢ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Ἂν τὸ ὑπουργεῖον τὸ δοκιμάσῃ καὶ τὸ εὕρῃ συντελεστικὸν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, μὴ ἀμφιβάλλητε ὅτι θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ εἰς ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τὰς εἰσπράξεις. Εἰς τὴν Εὐρώπην εἶναι ἐπιχειρηματίαι οἱ ὁποῖοι ἀναδέχονται τὴν εἴσπραξιν λαμβάνοντες εἰς ἀποζημίωσίν των ἓν ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραττομένων φόρων. Αὐτοὶ ἐπιμελοῦνται δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰς εἰσπράξεις, διότι ἔχουσιν ἰδίαν ὠφέλειαν· ἐνῷ εἰς τὸν εἰσπράκτορα, τὸν ταμίαν εἶναι ἀδιάφορον, ἂν γίνωσι πολλαὶ ἢ ὀλίγαι εἰσπράξεις. Μεταβάλετε τὸν τακτικὸν μισθὸν τοῦ ταμίου εἰς ποσοστὸν, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θ’ αὐξήσουν. Οἱ ἐργολάβοι βλέποντες, ὅτι τὸ συμφέρον των ἔγκειται εἰς τὴν ταχυτέραν εἴσπραξιν, ἐργάζονται μετὰ ζήλου καὶ ἀόκνως. Ἐγὼ μάλιστα, ὅταν ἐσυζητεῖτο αὐτὴ ἡ ἰδέα, εἶπον, ὅτι ἂν μεταβληθῇ καὶ ἡ μισθοδοσία καὶ τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ταμιῶν εἰς ποσοστὸ, ἄμεσος θέλει εἶσθαι ἡ συνέπεια, ὅτι θὰ γείνουν ἀνώτεραι αἱ εἰσπράξεις. Τότε ὁ βουλευτὴς δὲν θὰ λέγῃ εἰς τὸν ταμίαν μὴ καταδιώξῃ τὸν δεῖνα, διότι ἡ μὴ καταδίωξις αὐτὸν τὸν ταμίαν ζημιώνει, ἐνῷ τώρα πληρώνονται οἱ εἰσπράκτορες εἴτε εἰσπράττουν, εἴτε ὄχι. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῶν ἐργολάβων δὲν εἶναι γνώρισμα δυσμενείας κατὰ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ αὐτὸ τὸ μέτρον, διότι ἡ κυβέρνησις, ἐνῷ δὲν δύναται νὰ μεταχειρισθῇ πίεσιν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ δύναται ἀπεναντίας νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς ταμίας καὶ τοὺς εἰσπράκτορας οἱ ὁποῖοι ἐξαρτῶνται ἀπὸ αὐτήν. Ὅταν, λέγω, μία κυβέρνησις κακῆς προθέσεως, θέλῃ νὰ πιέσῃ μίαν ἐπαρχίαν, παραγγέλλει εἰς τὸν ταμίαν νὰ ἐνεργήσῃ καὶ δι’ ὅλων τῶν ἀναγκαστικῶν μέσων εἰσπράξεις, ἀπειλοῦσα ἄλλως αὐτὸν διὰ παύσεως. Ἑπομένως πολὺ καταπιεστικώτερον βλέπω τὸ σύστημα τῆς ἀπ’ εὐθείας εἰσπράξεως διὰ τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων, παρὰ τὸ σύστημα τῶν ἐργολάβων.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δανοπούλου.
§152ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑποστηρίζεται, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀποσύρω.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει τὸ ἄρθρον, καθὼς εἶναι, μὲ τὴν προσθήκην τοῦ ὑπουργοῦ· εἶναι ἀντίῤῥησις;
§154ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα γίνεται δεκτόν. Προχωροῦμεν εἰς τὸ ἄρθρον 65, ἀναγινώσκεται.
§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χθὲς παρετήρησα, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου δύνανται νὰ διατρέξουν κίνδυνον, ἂν τὸ δημόσιον δὲν λάβῃ ἐγγύησιν διὰ τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ εἰσπρακτέου ποσοῦ, διότι διὰ τὸ ἓν δέκατον παρεδέχθημεν εἰς τὸ ἄρθρον 62 τὴν προκαταβολὴν εἰς χρήματα, ἐννέα δέκατα δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένα διὰ τοῦ ἄρθρου 65, τὸ νομοσχέδιον ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δεύτερον δέκατον, πάλιν μένουν τὰ ὀκτὼ δέκατα ἄνευ ἐγγυήσεως. Ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαῖον ὁ ἐργολάβος νὰ ἐξασφαλίζῃ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τὰ 8|10 εἴτε μὲ ὑποθήκην εἴτε καὶ μὲ προσωπικὴν ἐγγύησιν ἀξιοχρέων ἐγγυητῶν. Τὸ ἀξιόχρεων βέβαια θὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ὁ ταμίας ἢ ὁ ὑπουργός· ἀλλὰ τὴν ἔλλειψιν πάσης ἐγγυήσεως διὰ τὰ 8/10 θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον, διότι διὰ τῆς δημοπρασίας θὰ ἀναδειχθῇ ἐργολάβος ὁ ἀναδεχόμενος τὴν εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου μὲ ὀλιγώτερον ποσοστὸν (διάλογοι θορυβώδεις). Ἑπομένως οἱ ἐπιφορτισμένοι τὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθοῦν ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἀναδεχθῇ μὲ ὀλιγωτέραν ἀμοιβήν. Ἂν εἷς βλέπῃ ὅτι πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργολαβίαν τῆς εἰσπράξεως 100,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν νόμον εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταθέσῃ 10 νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δημόσιον κατὰ τὸ ἄρθρον 66, κατ’ ἄλλας 10 ἢ 20, πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἴσπραξιν 100,000, διὰ τὰς 80 ἔχομεν καμμίαν ἐγγύησιν; Ὄχι· φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει καὶ διὰ τὰ 8/10 νὰ ζητήσωμεν ἐγγύησιν, εἴτε ὑποθήκης κτημάτων εἴτε προσωπικὴν ἐγγύησιν, ὅπως πράττομεν καὶ διὰ τοὺς ἐνοικιαστάς·
§157ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅταν τὸ δημόσιον παραχωρῇ τὰς προσόδους του εἰς ἐνοικιαστὰς, φροντίζει νὰ λαμβάνῃ κτηματικὴν ἐγγύησιν ἴσην μὲ τὸ ὅλον τῆς τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν παραχωρεῖ· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι, ὅταν τὸ δημόσιον παραχωρῇ τὰς προσόδους εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς, οὗτοι εἶναι κύριοι νὰ διαθέσουν αὐτὰς, καὶ ἂν τὰς κατακρατήσουν δὲν ὑπόκεινται εἰς καμμίαν ποινὴν, θεωροῦνται μόνον ὡς ὀφειλέται τοῦ δημοσίου καὶ καταδιώκονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως λάβετε παρακαλῶ ὑπ’ ὄψιν, πρῶτον, ὅτι οἱ ἐργολάβοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξουν διὰ μιᾶς ὅλους τοὺς φόρους, τῶν ὁποίων ἀναλαμβάνουν τὴν εἴσπραξιν· ἂν ἀναλάβουν π. χ. νὰ εἰσπράξουν 10,000 δραχμὰς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θέλουν φέρει εἰς πέρας τὸ ἔργον ἐντὸς 10 ἡμερῶν· ἔπειτα διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν καὶ τὴν ἐπαγρύπνησιν τοῦ ταμία, καὶ ὄχι μόνον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εἰσάγουν τὸ παραχθὲν ποσὸν καθ’ ὡρισμένας περιόδους, ἀλλὰ καὶ ὁ ταμίας θέλει ἐξελέγχει τὰς πράξεις καὶ λαμβάνει ὅλα τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν. Ἐκτὸς τούτου, ἂν κατακρατήσουν ἐν μέρει, δὲν εἶναι μόνον ὀφειλέται τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ πράττουν καὶ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ κακούργου.
§158Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατί;
§159ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου θεωροῦνται ὑπόλογοι καὶ καταδιώκονται ποινικῶς (διάλογοι). Οἱ ἐργολάβοι λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλοῖ μισθωτοὶ, οὔτε διὰ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα δὲν παρέδωσαν θεωροῦνται ὡς ἁπλοῖ ὀφειλέται, ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς δημοσίους ὑπολόγους, τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς ταμίας. Καὶ σήμερον, ὅτε ἔχομεν εἰς ἐνέργειαν ταμίας καὶ εἰσπράκτορας, δὲν ἀπαιτοῦμεν παρ’ αὐτῶν εἰμὴ ἐλαχίστας ἐγγυήσεις, καὶ ὅμως σπανιώτατον εἶναι νὰ εὑρεθῇ εἰσπράκτωρ, ὅστις ἀπεφάσισε νὰ κρατήσῃ ὅσα εἰσέπραξε, διότι ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅτι διαγράφεται πλέον ἀπὸ τὴν βίβλον τῶν ζώντων. Λοιπὸν διαφέρει ἡ θέσις τῶν ἐργολάβων ἀπὸ ἐκείνην τῶν μισθωτῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν πλείονας ἐγγυήσεις, διότι δὲν θὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ δώσουν τοιαύτας ἐγγυήσεις, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἂν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, τὸ σύστημα αὐτὸ θέλει ἀποτύχει. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν δεχθῶμεν εἰς τὴν δημοπρασίαν ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ ἐπὶ χεῖρας τὸ δέκατον, ἂν ζητήσωμεν καὶ μίαν κτηματικὴν ἐγγύησιν ἴσην μὲ ἓν δέκατον, νομίζω ὅτι εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι· διότι ὅστις ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ τὸ δέκατον καὶ δύναται νὰ δώσῃ καὶ μίαν ἄλλην ἐγγύησιν ἴσην μὲ 2/10, ὁ τοιοῦτος δὲν θέλει ἀποφασίσει νὰ ἐκπατρισθῇ ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς φυλακάς. Τοὐλάχιστον βλέπω, ὅτι οἱ ταμίαι καὶ εἰσπράκτορες σήμερον, καίτοι δίδοντες μικρὰν ἐγγύησιν, δὲν κατέφυγον εἰς τοιοῦτόν τι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ τροπολογήσωμεν τὸ ἄρθρον, λέγοντες ὅτι θὰ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ δώσουν ἐγγύησιν εἰς μίαν τῶν τραπεζῶν ἴσην μὲ τὰ 2/10 ἢ ἐὰν θέλετε 3/10.
§160Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξομοιώσωμεν τοὺς ἐργολάβους μὲ τοὺς ἐνοικιαστάς; αὐτοὶ δίδουν μικρὰν μὲν ἐγγύησιν, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι μόνον νὰ δηλώνουν τοὺς φόρους, καὶ τὰ διπλότυπα νὰ τὰ δίδουν εἰς τὸ δημόσιον, ἔχομεν τόσα παραδείγματα ὅτι ἐπῆραν τὰ χρήματα καὶ ἔφυγον τόσοι ὑπάλληλοι, δὲν θέλω νὰ σᾶς φέρω λυπηρὰ παραδείγματα. Οἱ ὀφειλέται πρέπει νὰ πληρώνουν εἰς τὸν ταμίαν, καὶ ὁ ταμίας νὰ δίδῃ τὰ διπλότυπα νὰ τὰ φέρουν εἰς τοὺς ἐργολάβους, διὰ νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς καταδίωξιν.
§161ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ὅταν μακρὰ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν καθυστερήσεων προέρχονται ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς, οἵτινες καὶ ὑποθήκας προσέφερον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῆς ἐνοικιάσεως, ἀπορῶ, κύριοι, πῶς δὲν θεωρεῖτε ἀναγκαῖον νὰ ζητήσητε ἐγγυήσεις δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ἐκχωρούμενον εἰς ἐργολάβους, οἵτινες δύνανται νὰ ὦσι καὶ ὅλως τυχαῖοι καὶ ἀφερέγγυοι. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ ταμίας θὰ τὸν ἐπιτηρῇ καὶ ὅτι, καθόσον προβαίνουν αἱ εἰσπράξεις του, θὰ ζητῇ νὰ κατατίθενται εἰς τὸ ταμεῖον τὰ εἰσπραχθέντα. Πῶς ὁ τοιοῦτος ὅρος καίτοι νενομοθετημένος δὲν ἐτηρήθη ἐπὶ τῶν ἐνοικιαστῶν; καὶ ἐν τούτοις διήρπασαν οἱ πλεῖστοι τὸ δημόσιον, ὅπερ ἔχει νὰ λάβῃ τόσα ἑκατομμύρια, ὡς σᾶς εἶπον, ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἡ ἐπιτήρησις τοῦ ταμίου ἐνομοθετήθη καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοικιάσεων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ ἐν τούτοις τὰ ἔλαια ἐπωλοῦντο καὶ οἱ ταμίαι εἶχον ἠσφαλισμένας τὰς ἀποθήκας. Σᾶς φέρω, κύριοι, καὶ ἓν παράδειγμα, εἷς ἐργολάβος ἀναδέχεται τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἑνὸς δήμου, τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἢ ἄλλων ὁποιονδήποτε, τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 10,000· ὁ ἐργολάβος ἀπὸ τὰς 10,000, καταθέτει τὰ 1000 δραχμὰς, ἐξασφαλίζει τὸ δημόσιον καὶ δι’ ἄλλων 1000 δραχ. ἢ 2000, τὸ ὅλον 3000, μένει νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον ἄλλας 7000· ἐὰν εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατόπιν τοῦ ἐργολάβου νὰ τρέχῃ ὁ ταμίας καὶ νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, ἐὰν εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὸν ἐργολάβον, φύγῃ δ’ οὗτος ἀμέσως, πρέπει νὰ τρέχῃ ὁ ταμίας νὰ τὸν φέρῃ ἵνα λάβῃ τὸ ὑπόλοιπον; Ἐπειδὴ, κύριοι, ἴσα ἴσα, πρώτην φορὰν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ αὐτὸ τὸ σύστημα, πρέπει νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα τά ἐξασφαλίζοντα τὸ δημόσιον, διότι, ἐὰν συμβοῦν ὄχι καταχρήσεις, ἀλλὰ κλοπαὶ, τότε θὰ εἴπωμεν «τὸ σύστημα ἀπέτυχε, καὶ τὰ μέτρα ἦσαν ἀνεπαρκῆ, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν.» Διὰ τοῦτο, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν πρέπει νὰ ἐξασφαλίζηται τὸ δημόσιον, ἀποφεύγομεν τὰς συνεπείας ταύτας, τοὐλάχιστον αὑτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου.
§162ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχομεν ἀσφάλειαν καμμίαν.
§163Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἀγαθὴ εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἡ διάθεσις τῆς κυβερνήσεως νὰ εἰσπράττῃ τοὺς φόρους καὶ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους· ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀναφαίνεται εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐδῶ εἰς τὸν τόπον μας τί ἄλλοτε συνέβη, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο ἄνευ ζημίας τοῦ δημοσίου, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ζητήσωμεν ἐγγυήσεις ἢ ἀσφαλείας. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω παραδείγματα δημοσίων ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι κατεχράσθησαν καὶ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, οὔτε γραμματέων δικαστηρίων οἱ ὁποῖοι κατεχράσθησαν δικαστικὰς παρακαταθήκας, θέλω μόνον νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι ἄλλοτε ἐσυζητήθη εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο. Ὅταν ὑπῆρχε τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως, οἱ ἐνοικιασταὶ μὲ ὀλίγας ἐγγυήσεις ἐλάμβανον τὰ εἰσοδήματα τοῦ δημοσίου καὶ εἶναι οἱ μεγαλείτεροι ὀφειλέται αὐτοῦ, δὲν ἔχετε νὰ κάμητε ἄλλο, παρὰ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τοὺς καταλόγους τῶν καθυστερουμένων, καὶ θὰ ἰδῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, ὅτι εἶναι ἀληθές. Διὰ τοῦτο ἀπεφασίσθη, ὅταν ἐνοικιάζῃ τὸ δημόσιον φόρους, νὰ δίδουν οἱ ἐνοικιασταὶ ἐγγύησιν κτηματικὴν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τίποτε νὰ μὴ παίρνουν, νὰ πηγαίνουν νὰ βεβαιώνουν τοὺς φόρους, καὶ τὰ διπλότυπα αὐτὰ θὰ τὰ φέρωσιν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἂν κάμῃ νὰ λάβουν, νὰ λάβουν, ἂν δὲ κάμῃ νὰ δώσουν, νὰ δώσουν. Ὅταν, κύριοι, μακρὰ πεῖρα καὶ ἀπόφασις τοῦ κοινοβουλίου μᾶς ἔπεισαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῶμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν ἔχωμεν τὰ πράγματα ψηλαφητά, καὶ τὴν ἀλήθειαν καθαρὰν ἐκ τῆς πείρας, τί ἄλλο περισσότερον θέλομεν; πρέπει νὰ φροντίσητε, διότι παραδίδομεν τὸν λαὸν εἰς χεῖρας ἑνὸς ἐργολάβου, ὅστις θὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα τὰ καταδιωκτικά, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφίσωμεν νὰ φάγῃ τὰ χρήματα. Τί θὰ ὠφεληθῶμεν ἡμεῖς, ἐὰν ὑπάγῃ εἰς τὰς φυλακάς; ἡμεῖς θέλομεν χρήματα, τὸ δημόσιον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ βασανίσῃ ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὰς φυλακὰς, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτό, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῶν ἐνοικιάσεων τῶν φόρων, τουτέστι πᾶς ὀφειλέτης θὰ λαμβάνῃ διπλότυπον τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους του, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνῃ εἰς τὸν ταμίαν, τὸ δὲ διπλότυπον θὰ χρησιμεύῃ ὡς μετρητὰ εἰς τὸν ἐργολάβον.
§164ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα.
§165Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ἀγοράσῃ τοὺς φόρους ὁ ἐργολάβος 100,000 δραχμάς, κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ θὰ καταθέσῃ 10,000 δραχμὰς εἰς τὸν ταμίαν, ἐὰν συνάξῃ 40–50 χιλιάδας δραχμὰς αὐταὶ τῷ ἀρκοῦν ἐὰν θέλῃ νὰ φύγῃ. Τί λέγω ἐγώ; θὰ παρουσιασθῇ ὁ ἐργολάβος· θὰ καταδιώκῃ τοὺς ὀφειλέτας, ἕκαστος ὀφειλέτης θὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν ταμίαν νὰ πληρώνῃ τὰ χρήματα, νὰ παίρνῃ ἓν διπλότυπον ἀπὸ τὸν ταμίαν, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ εἰς τὸν ἐργολάβον· (διάλογοι). Λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν ἠμπόρεσα νὰ κάμω καταληπτὴν τὴν ἰδέαν μου. Ἔρχεται ὁ ἐργολάβος καὶ μοὶ λέγει νὰ πληρώσω τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον χρεωστῶ, θὰ ὑπάγω εἰς τὸν ταμίαν νὰ τὸν πληρώσω καὶ θὰ δώσω εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ διπλότυπον. (θόρυβος). Ἐὰν δὲν θέλητε τὸ ἓν σύστημα, τότε ἐξ ἀνάγκης θὰ παραδεχθῆτε νὰ ἐξασφαλίζηται διὰ χρημάτων τὸ δημόσιον δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§166ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μήπως ἐννοῆτε τὸν ἐργολάβον νὰ τὸν παρακολουθῇ ὑπάλληλος;
§167Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βέβαια.
§168ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἰδέαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ὁ ἐργολάβος θὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν ταμίαν· ὑποθέσατε ἐμὲ ἐργολάβον ἐπὶ 20,000 δραχμῶν, ὁ ταμίας δὲν μοῦ δίδει τὰ μέσα νὰ εἰσπράξω διὰ μιᾶς ὅλον τὸ ποσόν, θὰ ἀρχίσω νὰ εἰσπράττω, καὶ ἅμα εἰσπράξω τόσον ποσόν, ὅσον ἔχω καταβάλει, τότε θὰ μοῦ δώσῃ ἄλλο βιβλίον, ἀφοῦ ἐμβάσω αὐτὰ τὰ χρήματα· ἐξ αὐτοῦ ἕπεται, ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ, εἰμὴ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, καὶ πᾶσα πληρωμὴ γενομένη δι’ ἄλλης ἀποδείξεως εἶναι ἄκυρος· ὁ φορολογούμενος τὸ ἠξεύρει, ὅτι θὰ πληρώσῃ καὶ θὰ πάρῃ τὸ διπλότυπον. Λοιπόν, αὐτὸ τὸ μέσον νομίζω, ὅτι θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς φόβους, ὅταν εἴπωμεν εἰς τὸν νόμον, ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν δύναται νὰ λάβῃ περισσότερον ποσὸν διπλοτύπων τῆς προκαταβολῆς του.
§169ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι σωστόν.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ταμπακόπουλος.
§171ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Δανόπουλον, προσθέτω δὲ ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον, διότι ὁ ταμίας εἶναι ἐλεύθερος νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, καὶ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσόν τὰ διπλότυπα, διότι τὸ ἄρθρον προσδιορίζει προθεσμίας, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον τοῦτον.
§172ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐνθυμεῖσθε ὅτι νομοθετοῦμεν δι’ ἓν ἔτος; δὲν εἶναι ἔτσι;
§173ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, εἶναι πάγιος νόμος αὐτό;.
§174ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἤμεθα συνεπεῖς εἰς τὰς ὑποσχέσεις μας· ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι προτίθεται νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ πάντας τοὺς νόμους αὐτούς.
§175ΤΙΝΕΣ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι αὐτό.
§176ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, τί ἐννοοῦμεν λέγοντες μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος; (θόρυβος). Διαμαρτύρομαι, κύριοι, κατὰ τῆς ἀσεβείας αὐτῆς τῶν διακοπῶν!
§177ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀσεβεῖ ὁ κανονισμὸς, κ. πρόεδρε.
§178ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοοῦμεν ὅτι ἀντὶ τοῦ συστήματος τῆς προσωπικῆς εἰσπράξεως, τῆς διὰ τῶν δικαστηρίων, εἰσπρακτόρων, ἐργολάβων καὶ λοιπῶν, θέλει ἐπέλθει κατάστασις πραγμάτων τοιαύτη, ὥστε οἱ φόροι θέλουν εἰσπράττεσθαι ἄνευ τοιούτων ὀργάνων, ἀντικατάστασις δηλαδὴ τοῦ προσωπικοῦ συστήματος διὰ συστήματος πραγματικοῦ· ἐγὼ οὕτω τὸ ἐννοῶ. Λοιπὸν ὅ,τι νομοθετοῦμεν σήμερον εἶναι ἐφήμερον, ἐὰν πρόκηται νὰ ἔλθῃ νέον σύστημα. Ἐὰν δὲ δὲν θὰ ἔλθῃ, τότε ὅ,τι ἂν καὶ νομοθετήσητε εἶναι ὡσὰν νὰ κτίζητε ἐπὶ ἄμμου, καὶ τοῦτο δὲν θὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὰς καταχρήσεις. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Χθὲς, ἐνθυμεῖσθε; εἶπον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὸ Δρακόντειον, καὶ ἀνελεύθερον, καὶ βάρβαρον μέτρον τῆς προσωποκρατήσεως κατὰ παντὸς ὀφειλέτου καὶ μάλιστα κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, οἵτινες μέλλουν νὰ καθυστερήσουν, ὅπερ ἀδικώτατον, διότι ἀπὸ τοῦδε χαρακτηρίζομεν τὸν λαὸν κακῆς πίστεως. Ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ μέτρου, ἀντιθέτως ἀφ’ ὅ,τι πράττει ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ σήμερον λέγομεν, ἐνοικιάζομεν εἰς ἐργολάβον τοὺς φόρους τῶν διαφόρων δήμων καὶ ἐπαρχιῶν, ἐμπιστευόμενοι εἰς χεῖρας ἑνὸς ἀτόμου, ἢ ἑταιρίας, χιλιάδας καὶ ἑκατομμύρια δραχμῶν· αὐτὸ λέγομεν σήμερον. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀσφαλέστερον διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν φόρων; ἀσφαλίζει καλλίτερα τοὺς φόρους τοὺς δημοσίους, εἶναι καλλίτερον, ἐπιτυχέστερον μέσον ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον, ὡς πρὸς τοὺς κατ’ ἄτομον πολίτας, ὅταν αὐτοὶ ὀφείλουν ἄλλος 50, ἄλλος 60 καὶ ἄλλος 100 δραχμάς; αὐτὸ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κατανοήσω. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι θέλετε νὰ θεραπεύσητε τὸ κακὸν καὶ θὰ καταντήσητε εἰς χειρότερον. Τὰ χρήματα αὐτὰ θὰ τὰ φάγουν ὀλίγοι καὶ τὰ 63,000,000 θὰ γένουν 120,000,000. Τώρα τὶ θέλετε νὰ εἴπω; ἔρχεται ὁ νόμος αὐτός· ἐὰν ᾖναι δι’ ἓν ἔτος, προκειμένου νὰ ἐπέλθῃ ῥιζικὴ μεταβολὴ, τὶ ὠφέλειαν θὰ ἔχωμεν νὰ καθιερώσωμεν προσωρινῶς ἔκτακτον νόμον πρὸς φορολογίαν καὶ εἴσπραξιν, ἀφοῦ ἔχωμεν ἕνα νόμον ἐφέτος (καλὸν, κακὸν), ἕως ὅτου νὰ ἐπέλθῃ ῥιζικὴ μεταβολὴ καὶ βελτίωσις; διότι ἄλλως φοβοῦμαι μήπως καθὼς εἶπον τὰ 60,000,000 γείνουν 120,000,000, διότι, ἀφ’ οὗ κατήντησε τοιουτοτρόπως εἰς τὴν Ἑλλάδα «ἅρπαξε νὰ φᾶς καὶ κλέψε νὰ ἔχῃς» δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ ὁ τιμιώτερος ἄνθρωπος θὰ ἀνθέξῃ· «καλὸν εἶναι (θὰ εἴπῃ καὶ αὐτὸς) ἀφοῦ κατήντησαν εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν τὰ πράγματα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς βελτιώσεως νὰ κλέψω τώρα ὅπου δύναμαι, αὔριον φεύγω, ἀδιάφορον ἂν δὲν ἐπανέλθω εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις κατήντησε εἰς ἀπόγνωσιν καὶ βλακείαν. Τί γίνεται εἰς τὰς ἐπαρχίας, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ἀφερέγγυον; εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ ἄλλα μέρη ἠξεύρω ὅτι ἐνοικιάζουν φόρους 80 καὶ περισσοτέρων χιλιάδ. δραχμῶν, ἄνθρωποι ἐντελῶς ἀκτήμονες καὶ μὴ δυνάμενοι διὰ τῆς περιουσίας των νὰ ἐξασφαλίσουν τὸ δημόσιον. Τώρα, ἐὰν ἔχουν τὴν καλὴν διάθεσιν, θὰ πληρώσουν· ἐὰν ὅμως τὴν κακὴν διάθεσιν, τί ἔχει νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον; διότι παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος τί δύνασαι νὰ λάβῃς; διὰ τοῦτο λέγω πολλὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐλήφθησαν, διὰ νὰ πληρώσουν οἱ φορολογούμενοι μὲ διάφορα βάσανα· ἀλλὰ νὰ τοὺς βάλετε καὶ νέον χαβαλὲ μεγαλείτερον, τοὺς ἐργολάβους, αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι καὶ τοὺς ἰδιώτας θὰ ζημιώσητε, καὶ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ χάσῃ τὸ ὅλον. Τὸ κακὸν, βλέπετε, ὅτι δὲν θεραπεύεται, ὁ δὲ ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ φέρῃ εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον ἓν νομοσχέδιον, περὶ νέου φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν. Πῶς θὰ ἐμπιστευθῶμεν καλλίτερα εἰς 200 ἐργολάβους καὶ ὄχι εἰς ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον ἀνθρώπων; Εἶναι προσβολὴ αὐτὸ, κύριοι· κανεὶς μικρὸς ὀφειλέτης δὲν καθυστερεῖ τὸν φόρον του, ὅλοι πληρόνουν καὶ διπλάσια καὶ τριπλάσια καὶ δεκαπλάσια· ὅταν ὁ λαὸς πληρόνῃ, ἠμπορεῖτε νὰ δυσπιστήσητε ὑμεῖς εἰς τὴν προθυμίαν αὐτὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ; καὶ ἐὰν πρὸς αὐτὸν δυσπιστήσωμεν διὰ τὰ ποσὰ αὐτὰ τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα θὰ αὐξήσουν μετὰ τὴν παραχώρησιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, πῶς νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ εἰς χεῖρας ὀλίγων; Ποῖοι μέχρι τοῦδε καθυστεροῦν; οἱ ἐνοικιασταὶ, οἱ ἐργολάβοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιθυμοῦμεν νὰ δώσωμεν τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, καὶ οὐχὶ ὁ λαός. Ἐννοήσατε τοῦτο καλῶς καὶ μὴ προβαίνητε· ἐὰν συμβαίνουν ἀδικήματα ἐκ τοῦ προσωπικοῦ συστήματος τῶν εἰσπράξεων, φέρετε εἰς τὸ μέσον καλλίτερον σύστημα· ὁ λαὸς πληρόνει καὶ θὰ πληρώσῃ, κύριοι. Μὴ θελήσετε λοιπὸν νὰ σηκώσητε τὴν ἐμπιστοσύνην σας ἀπὸ τὸν λαὸν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ χάσητε τυχὸν εἰμὴ πολλὰ ὀλίγα, καὶ νὰ τὴν δώσητε εἰς χεῖρας ὀλίγων ἑταιριῶν καὶ κερδοσκόπων, οἵτινες διὰ διαφόρους λόγους, διὰ παντοίων μέσων θὰ γίνωνται ἐπίτηδες ἐνοικιασταὶ καὶ δὲν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς καμμίαν ἐγγυοδοσίαν, καὶ ἑπομένως αὐτὰ τὰ χρήματα θὰ κινδυνεύουν, καὶ θὰ χάσητε τὸ ὅλον. Ἐφέτος λοιπὸν νὰ μείνῃ, ὅπως εἶναι τὸ πρᾶγμα, νὰ φροντίσωμεν δὲ ἀπὸ τοῦ νῦν διὰ τὸ μέλλον νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακὸν διὰ φορολογικοῦ συστήματος ἀνθρωπίνου (θόρυβος). Κύριοι! ἐὰν θέλητε νὰ ἀκούσητε περὶ τούτου, θὰ ἔλθῃ ὁ οἰκεῖος τόπος καὶ καιρὸς, καὶ θὰ ἀκούσητε καὶ κρίνητε. Θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ σχέδιόν τι φορολογικοῦ συστήματος, καὶ ἴσως ἔκαμα ἄλλοτε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν περὶ τούτου παρατηρήσεις τινὰς, κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μου, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην παρὰ ὀλιγίστων οἰκονομικῶν ὀργάνων.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§180ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέληξα, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ, καὶ ὅτι δέον νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ ἐφέτος οἱ φόροι, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν.
§181ΔΑΓΡΕΣ. Διὰ ν’ ἀποτύχῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὁ νόμος αὐτὸς, δὲν ἐχρειάζετο ἄλλο, παρὰ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἔφερε· τοὐτέστιν ἀφοῦ ὑποχρεώνετε τὸν ἐργολάβον νὰ δίδῃ τὸ δεκατημόριον εἰς μετρητὰ τῆς ποσότητος, τῆς ὁποίας τὴν εἴσπραξιν ἀνέλαβε δι’ ἐγγυήσεως τραπεζικῶν τίτλων, τοὐτέστι ὁμολογιῶν, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐργολάβον διὰ τοῦ νόμου ὑποβάλλητε εἰς ὑποχρέωσιν νὰ παραδίδῃ εἰς τὸν ταμίαν κατὰ δεκαημερίαν τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα, ἐνῷ συγχρόνως τὸν ὑποβάλλετε, ὄχι μόνον εἰς τὰς ποινὰς τοῦ περὶ εἰσπράξεων νόμου, ἀλλὰ καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως χρημάτων, τώρα σᾶς ἐρωτῶ, καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν καὶ προτείνωμεν, νὰ ἤμεθα ἐὰν ὄχι εὐθεῖς, τοὐλάχιστον νὰ ὁμιλῶμεν συγκεκριμένως,—σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι εὔκολος ἡ εἴσπραξις χρημάτων διὰ τῆς ἐργολαβίας, παραδεχομένης τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ; Ὄχι, εἶναι ἀδύνατος. Μόνον τότε ἠμποροῦσε νὰ ᾖναι ἀποτελεσματικὴ, ὅταν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας εἴχομεν τραπέζας. Τοιαύτας δὲν ἔχομεν· ὅπως ἀναλάβωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ὅλων. Ἐὰν πρόκηται νὰ παραδώσωμεν τὴν εἴσπραξιν εἰς τραπέζας, τὸ ἐννοῶ, ἄλλως ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα;
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἡ κτηματικὴ ἐγγύησις.
§183ΔΑΓΡΕΣ. Αἱ ἐγγυήσεις, κύριοι, τὸ γνωρίζετε ἐκ μακρᾶς πείρας εἰς οὐδὲν ὠφέλησαν, τὸ ἀξιόχρεων τοῦ προσώπου φέρει πάντοτε τὸ ἀποτέλεσμα· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐκποιήσετε τὰ κτήματα ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ κτηματικὴ λοιπὸν ἐγγύησις εἶναι δευτέρου λόγου ἀξία. Ἡ ἐξασφάλισις τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ἀνάγεται εἰς τὴν προσοχήν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ταμίας καὶ εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ ἐπιτυχῆ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐὰν ᾖναι ὀλίγον νὰ καταβάλλεται τὸ δεκατημόριον εἰς μετρητὰ καὶ τὰ δύο εἰς ἐγγύησιν κτηματικήν, καὶ ὅταν βεβαίως ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Δανόπουλος βουλευτὴς Ἄργους, ἔστω ἂς μὴ τεθῇ εἰς τὸν νόμον, παρὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, δὲν τρέχει κανένα κίνδυνον. Ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῇ, διότι θὰ ἔχητε ἐνοικιαστὰς ἐπὶ ἐνοικιαστῶν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κολιάτσος.
§185ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας εἶναι δύσκολος ἡ εἴσπραξις, τὸ νομοσχέδιον εἰσήγαγε τὴν δι’ ἐργολαβίας εἴσπραξιν. Τώρα, κατ’ ἐμέ, ὁ ἐργολάβος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐνοικιαστής· κατὰ τὸ νομοσχέδιον μάλιστα ἐλαττοῦται τὸ δημόσιον τῶν ἐγγυήσεων τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ ἐνοικιαστής. Ὁ ἐνοικιαστὴς πρέπει νὰ ᾖναι φερέγγυος, ἔλεγον οἱ νόμοι περὶ ἐγγείων φόρων. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπαιτεῖ τοῦτο· ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἐργολάβον τὸν ἀναδεχθέντα τὴν εἴσπραξιν μὲ μικροτέραν ὠφέλειαν. Τί ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιόν μας παρὰ τοῦ ἐργολάβου αὐτοῦ; Ὄχι, καθὼς εἶπον οἱ προλαλήσαντες, τὸ δεκατημόριον τοῦ τιμήματος διὰ τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν εἴσπραξιν, ἀλλὰ μόνον τὸ δεκατημόριον τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον τοῦ παραδίδει ὁ ταμίας. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἐργολάβος ἀναλαμβάνει διὰ 100,000 δραχμῶν τὴν εἴσπραξιν ἑνὸς φόρου, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ 10,000 δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον τὸ δέκατον τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε ὁ ταμίας τοῦ παραδώσῃ.
§186ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεκατημόριον τοῦ ὅλου καταλόγου.
§187ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐξηγοῦμαι καθαρώτερον. Ἐγὼ ἀνεδείχθην ἐργολάβος ὅλων τῶν φόρων μιᾶς ἐπαρχίας· δὲν θὰ μοῦ δώσουν ὅλους τοὺς καταλόγους, θὰ μοῦ δώσουν τὸν κατάλογον ἑνὸς δήμου. Ἐγὼ θὰ καταθέσω μόνον τὸ δεκατημόριον τοῦ καταλόγου ἐκείνου, θὰ δώσω ἐκτὸς τούτου ἐγγύησιν ἢ ὑποθήκην 10,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν. Ὑποθέσατε ὅτι μὲ κατεστήσατε ἐργολάβον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῶν Ἀθηνῶν, εἰς πέντε ἡμέρας θὰ συνάξω ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν· θὰ σᾶς δώσω μόνον τὸ δέκατον, καὶ μίαν ὑποθήκην μόνον 10,000 δραχμῶν. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, τί ἄλλο ἔχετε σεῖς πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου; Ἔχετε, λέγετε, καὶ τὰς μεγάλας ποινάς· τὸν κατεστήσαμεν δημόσιον ὑπόλογον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν τί συμβαίνει συνήθως εἰς τὴν πρακτικήν. Αὗται αἱ ἐνοικιάσεις, καὶ μάλιστα ὅταν ᾖναι ἐργολαβία, πῶς θὰ γίνωνται; θὰ συνέρχωνται πέντε ἢ δέκα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποφασίζουν νὰ ἀναλάβουν τὴν ἐργολαβίαν· τὸν ἧττον φερέγγυον, τὸν μὴ ἔχοντα οὐδεμίαν περιουσίαν, δύνανται κάλλιστα νὰ τὸν καταστήσουν ἐργολάβον. Οἱ ἄλλοι θὰ καταθέσουν τὸ δέκατον ὡς προκαταβολὴν καὶ μίαν ἐγγύησιν· εἰς τὸ τέλος οἱ μὲν ἐνοικιασταί, οἱ σύντροφοι, δὲν θὰ φαίνωνται, θὰ ἀπολαύσουν ὅ,τι ἔμελλον νὰ ἀπολαύσουν, καὶ τότε τί θὰ ἔχετε σεῖς; Θὰ ἔχετε νὰ λάβετε τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα κατὰ τοῦ ὅλως ἀφερεγγύου, κατὰ τοῦ ὑπευθύνου συντάκτου, ἂς μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν αὐτήν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ἀντ’ ἄλλων, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἔφορον νὰ ἀποδιώξῃ κανένα ἐργολάβον.
§188ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Οἱ ὅροι τῶν δημοπρασιῶν κανονισθήσονται διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος». Δὲν θὰ ὑπάγῃ κανεὶς νὰ τὰ πετάξῃ ἔτσι αὐτὰ τὰ χρήματα.
§189ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καλὰ λοιπόν. — Καθὼς σᾶς εἶπον προηγουμένως τὰ μεγαλεῖτερα καθυστερούμενα εἶναι τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο παρὰ φέρετε τὴν ἐνοικίασιν ἐπὶ τοῦ παρόντος μὲ ἥττονας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, νομίζοντες ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐκφοβίσεως ἕνεκα τῆς ἀπειλῆς αὐστηρῶν ποινῶν θὰ κατορθώσητε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσητε. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἔχομεν ταμίας, ἔχομεν εἰσπράκτορας, καὶ ὅμως δὲν ἀπαιτοῦμεν παρ’ αὐτῶν μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Ναὶ ἀπαιτῶ, κύριε ὑπουργέ· ἀλλ’ ὁ ταμίας ἐννοεῖται ὅτι διετέλεσε προηγουμένως εἰς θέσεις, εἶναι ἄνθρωπος τῆς ἐμπιστοσύνης σας, τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅμως καὶ οἱ ταμίαι σας πῶς ἐφάνησαν; τινὲς ἐφάνησαν καταχρασταί. Ἔχετε προξένους· προχθὲς ἐπληροφορήθημεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι πρόξενός τις ἀφῄρεσε τὰς παρακαταθήκας καὶ ἀνεχώρησεν. Ἔχετε ἄλλους ὑπολόγους, τοὺς ὁποίους διορίζετε σεῖς, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καὶ ἐκεῖνοι ἐφάνησαν καταχρασταί. Ἀλλ’ ὁ κύριος Δανόπουλος εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἢ ἐν τῷ νόμῳ ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος θεραπείας, νὰ μὴ παραδίδωνται ὅλα τὰ διπλότυπα ἀμέσως εἰς τὸν ἐργολάβον, ἀλλὰ ἓν μόνον μέρος. Τοῦτο δὲν εἶναι πρακτικὸν κατ’ ἐμέ. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, εἰς μίαν ἐπαρχίαν δὲν εἰσπράττεται εὐκόλως, καὶ ἀνατίθεται εἰς ἐργολάβον· θέλετε νὰ δώσητε χωριστά, ὀνόματά τινα μόνον φορολογουμένων, ἢ ὅλα; θὰ τὰ δώσητε ὅλα διὰ μιᾶς, διότι τὸ ἕτερον σύστημα θὰ ᾖναι καταθλιπτικόν, καὶ ὅμως σεῖς οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχετε. Τώρα κάμνω μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν προαγορεύσαντα κ. Μιχαλόπουλον· ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ νομοθετήσωμεν ἐφέτος τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεσχέθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τότε ἀκριβῶς θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ νόμου, διότι διὰ τῶν νόμων ἐκείνων, δὲν θὰ ἔχωμεν ἐνοικιαστάς, οὔτε ποινήτορας· θὰ γίνηται ἡ εἴσπραξις ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τῶν φορολογουμένων, καὶ ἐὰν αὐτοὶ δυστροποῦσι τότε θὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἐργολαβίαν, ἥτις εἶναι μὲν αὐστηρά, ἀλλ’ ἐὰν δὲν μεταχειρισθῶμεν αὐστηρὰ μέτρα θὰ εὑρισκώμεθα αἰωνίως ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀναγκαίων ἐκείνων καὶ τυραννικῶν διὰ τοὺς φορολογουμένους διατάξεων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Ἂς μὴ μοῦ εἴπωσι δέ, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ μονοπωλεῖον, ὅτι ἐδῶ ὁποῦ ὑπάρχῃ τράπεζα, αὐτὴ θὰ τὰ λαμβάνῃ. Ὄχι, κ. Δαγρὲ, διότι τὰς ἐργολαβίας, δὲν θὰ τὰς ἀναλάβῃ εἷς μόνον, θὰ τὰς ἀναλάβουν πολλοί. Συχνὰ πυκνὰ βλέπομεν τὶ γίνεται εἰς τὰς ἐνοικιάσεις· παρουσιάζονται πέντε, δέκα καὶ ἀναλαμβάνουν τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου. Τέλος παρατηρῶ, ὅτι αἱ ὑποθῆκαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἀσφαλίζουσιν οὔτε τὸ δεκατημόριον, διότι ζητοῦνται μὲν κτήματα ἀξίας ἴσης τοῦ δεκατημορίου ἀλλὰ εἰς τὴν πρᾶξιν συνήθως γνωρίζετε, ὅτι ὑπερτιμῶνται τὰ κτήματα τὰ διδόμενα εἰς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου, κατὰ τὸ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον, ὥστε δὲν θὰ ἔχητε οὐδεμίαν ἐγγύησιν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἐπιμένω, νὰ δίδηται ὑποθήκη. Ἐὰν θέλετε παραδεχθῆτε καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, τοῦ νὰ ὑπάρχωσι τοὐλάχιστον ἀξιόχρεοι ἐγγυηταί.
§190ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν τροπολογίαν μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρόσθεσα ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐγγυήσεων, νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ὁμολογίαι τῶν ἐθνικῶν δανείων ἀπὸ τὰ 1862 καὶ ἐντεῦθεν, τοὐτέστι τῶν 28,000,000 τῶν 9,000,000 καὶ τῶν 6,000,000.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταμπακόπουλος.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 6 Μ. Μ.