| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ν. Π. Καΐρης. | |
| 8 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Α. Δανόπουλος. | |
| 9 | Ἰω. Λέκας. | Θ. Θερμογιάννης. | |
| 10 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 11 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Δ. Σαῤῥιγιάννης. | |
| 12 | Περ. Ἀ. Πετράκης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 13 | Στυλ. Κολιάτσος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 14 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Φ. Ἰ. Φίλωνος. | |
| 15 | Π. Πετιμεζῆς. | Γερ. Σέρβος. | |
| 16 | Ἀ. Μαγγίνας. | Ἀ. Σταματόπουλος. | |
| 17 | Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 18 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Θ. Γεωργίου. | |
| 19 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 20 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 21 | Γ. Μίλησης. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 22 | Ἀ. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Πανούσης. | |
| 23 | Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Μαλέας. | |
| 24 | Π. Μανωλίδης. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 25 | Κ. Λομβάρδος. | Ἰ. Ν. Καρύδης. | |
| 26 | Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 27 | Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 28 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Π. Μποῦτος. | |
| 29 | Ἀ. Γκοῦσκος. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 30 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἀ. Ῥαυτόπουλος. | |
| 31 | Ἐπ. Κρεστενίτης. | Κ. Κρίσπης. | |
| 32 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Δ. Σαράβας. | |
| 33 | Σπ. Μαλασπίνας. | Ἀ. Καπετανάκης. | |
| 34 | Μ. Βαλιάνος. | Μιχ. Καπετανάκος. | |
| 35 | Μ. Παΐζης. | Π. Κωσταντᾶς. | |
| 36 | Θ. Ζαΐμης. | Ν. Λοῦβρος. | |
| 37 | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Μ. Χαριτάτος. | |
| 38 | Γ. Παπαδαῖος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 39 | Γ. Πεῤῥωτῆς. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 40 | Γ. Δαγρές. | Γ. Πράτζικας. | |
| 41 | Ἰω. Φλέσσας. | Ἀ. Μισυρλῆς. | |
| 42 | Ἀ. Κοντόσταυλος. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 43 | Γ. Παπανικολάου. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 44 | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Γ. Κούτσης. | |
| 45 | Ν. Ἀγγελίδης. | Μ. Σεβαστόπουλος. | |
| 46 | Ἰω. Πολυλᾶς. | Ἰω. Ζαλλώνης. | |
| 47 | Ἰω. Τοπάλης. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 48 | Σ. Ἀ. Νοταρᾶς. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 49 | Ἀν. Δημητριάδης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 50 | Ἀ. Μεταξᾶς. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 51 | Ἀ. Μαντζαβῖνος. | Θ. Γκίκας. | |
| 52 | Γ. Δρακονταειδής. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 53 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 54 | Κ. Πανάρετος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 55 | Ἀ. Καρδαρᾶς. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.03.04
1,876 rows · 14,936 words · 1 table · 215 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
Τῆς 4 Μαρτίου 1871.
(Πέμπτη.)
Ὥρᾳ 1½ Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθέντων παρόντων βουλευτῶν τῶν ἑξῆς,
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ν. Π. Καΐρης. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Α. Δανόπουλος. |
| Ἰω. Λέκας. | Θ. Θερμογιάννης. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Δ. Σαῤῥιγιάννης. |
| Περ. Ἀ. Πετράκης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Φ. Ἰ. Φίλωνος. |
| Π. Πετιμεζῆς. | Γερ. Σέρβος. |
| Ἀ. Μαγγίνας. | Ἀ. Σταματόπουλος. |
| Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Θ. Γεωργίου. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Γ. Μίλησης. | Δ. Ζέγγελης. |
| Ἀ. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Πανούσης. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Μαλέας. |
| Π. Μανωλίδης. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Κ. Λομβάρδος. | Ἰ. Ν. Καρύδης. |
| Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Π. Μποῦτος. |
| Ἀ. Γκοῦσκος. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἀ. Ῥαυτόπουλος. |
| Ἐπ. Κρεστενίτης. | Κ. Κρίσπης. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Δ. Σαράβας. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Ἀ. Καπετανάκης. |
| Μ. Βαλιάνος. | Μιχ. Καπετανάκος. |
| Μ. Παΐζης. | Π. Κωσταντᾶς. |
| Θ. Ζαΐμης. | Ν. Λοῦβρος. |
| Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Μ. Χαριτάτος. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Γ. Πεῤῥωτῆς. | Λ. Καραλίβανος. |
| Γ. Δαγρές. | Γ. Πράτζικας. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Ἀ. Μισυρλῆς. |
| Ἀ. Κοντόσταυλος. | Ἰ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Γ. Παπανικολάου. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Γ. Κούτσης. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Μ. Σεβαστόπουλος. |
| Ἰω. Πολυλᾶς. | Ἰω. Ζαλλώνης. |
| Ἰω. Τοπάλης. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Σ. Ἀ. Νοταρᾶς. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Ἀ. Μεταξᾶς. | Ν. Πιπῖνος. |
| Ἀ. Μαντζαβῖνος. | Θ. Γκίκας. |
| Γ. Δρακονταειδής. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Δ. Κριεζώτης. |
| Κ. Πανάρετος. | Κ. Νικόδημος. |
| Ἀ. Καρδαρᾶς. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται.—Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ νὰ λάβῃ οἰκείαν θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοποθετήσεως ἀνθυπασπιστῶν, ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§4ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ 16ον.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπῆγεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει νὰ λάβῃ θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι θὰ ἀργήσῃ νὰ ἔλθῃ· θὰ ᾖναι 16ον ἀντικείμενον.
§8ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κωλύει τι τοῦτο· ἂς ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐν ταυτῷ ἂς σταλῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναί τις ἐναντίος νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι Ἀθηνῶν ὑπέβαλον ἀναφορὰν ἐξαιτούμενοι ὅπως ψηφισθῇ νόμος περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν ἐκ τῶν οἰκιῶν· ὑπάρχει δὲ καὶ πρότασις νόμου, αὕτη βεβαίως θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§12ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι τὰ περισσότερα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι ὑπογεγραμμένα εἰς τὴν πρότασιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Serpieri καθυποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν διεβίβασεν εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§14ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ διοικητικὴν ἐνέργειαν· ἐὰν ὁ κ. Serpieri νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε νὰ καθυποβάλῃ ἰδιαιτέραν ἀναφορὰν καὶ ὄχι ἀντίγραφον, ἐναπόκειται δὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐὰν θέλῃ, νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην.
§15ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν δυνάμεθα νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§16ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶναι ἐκτεταμένη;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τέσσαρα χαρτόσημα.
§18ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ, διότι εἶχε προαποσταλῆ καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Serpieri εἶχεν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ στείλῃ ἀναφορὰν· δὲν χάνετε τίποτε ἐὰν τὴν ἀκούσητε.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1871. Εἶναι τρίτη συζήτησις.— Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§24ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρον 1. Ὁ ἐπὶ τῶν ζώων φόρος καὶ τῶν μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1871 προσδιορίζεται· 1) Ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων πρὸς λεπτὰ 30 κατὰ κεφαλήν. 2) Ἐπὶ τῶν ὄνων πρὸς λεπτὰ 70 κατὰ κεφαλήν. 3) Ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων καὶ χοίρων πρὸς δραχ. 1 καὶ λεπτὰ 20 κατὰ κεφαλήν. 4) Ἐπὶ τῶν μελισσίων πρὸς λεπτὰ 25 κατὰ κυψέλην.»
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου;
§26ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρ. 2. Δὲν ὑπάγονται εἰς φόρον· 1) Τὰ θηλάζοντα τῶν αἰγῶν, προβάτων καὶ χοίρων. 2) Οἱ πῶλοι τῶν ὄνων, ἵππων, καμήλων, οἱ μόσχοι τῶν βοῶν καὶ τῶν βουβαλίων μέχρις ἡλικίας δύω ἐτῶν συμπεπληρωμένων, εἴτε θηλάζουσιν εἴτε ὄχι. 3) Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐν γένει. 4) Εἷς οἰκόσιτος χοῖρος δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, ὅπου καὶ ἂν διαιτᾶται. 5) Τὰ ζῶα ἐν γένει καὶ τὰ μελίσσια τῶν Ἰονίων νήσων.»
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατηρήσεις;
§30ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ πέμπτον ἐδάφιον, ἡ ἐξαίρεσις αὐτή; εἶναι καμμία συνθήκη μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἰονίων Νήσων; μόνον ἡμεῖς ἔχομεν ζῶα καὶ οἱ Ἰόνιοι δὲν ἔχουν; Ὄχι ὅτι φθονῶ τοὺς Ἰονίους, ἀλλὰ δὲν ἐμπορῶ νὰ καταλάβω πῶς ἔρχεται αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις. Μόνον ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς καὶ ἡ Πελοπόννησος ἔχει ζῶα; Ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ δοθῇ αὐτὴ ἡ πληροφορία διὰ ποῖον λόγον γίνεται ἡ ἐξαίρεσις.
§31ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐσυζητήθη καὶ ἐν καιρῷ τῆς Συνελεύσεως καὶ κατόπιν, δηλαδὴ νὰ ἀφομοιώσωμεν τὴν Ἑπτάνησον καὶ κατὰ τὴν φορολογίαν· ἀλλὰ εἰσέτι δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἐπιθυμία αὐτή. Παρετηρήθη δὲ ὅτι, μολονότι δὲν ὑποβάλλονται πολλὰ εἴδη εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται εἰς ἡμᾶς, μολαταῦτα παρετηρήθη, ὅτι τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, συνίσταται εἰς τὴν πληρωμὴν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς 18 καὶ 20 περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἐξαιροῦνται, ἐνῷ ἐδῶ πληρώνωμεν 8%, τοιουτοτρόπως συμψηφίζεται ὁ φόρος αὐτὸς μὲ τοὺς ἄλλους φόρους.
§32Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Γουλιμῆς ὡμίλησε περὶ καταργήσεως.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, ὡμίλησε περὶ τῆς ἐξαιρέσεως ἢ τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τὴν φορολογίαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον.
§34ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω πῶς συμβιβάζεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἓν μέρος τοῦ Κράτους νὰ ἔχῃ ἄλλην φορολογίαν; Ὄχι, δὲν φθονῶ ἐγὼ τοὺς Ἰονίους δι’ αὐτό, ἀλλὰ λέγω, ἐπειδὴ ἦλθον καὶ οἱ Ἰόνιοι καὶ ἔγιναν ἕνα, ἢ αὐτοὶ νὰ ἔλθουν μὲ ἡμᾶς, ἢ ἡμεῖς νὰ πάμε μὲ αὐτούς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
§36ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη παρατήρησις;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν γίνεται δεκτὸν τὸ 2 ἄρθρον.
§40ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρ. 3. Ὁ ἀριθμὸς τῶν συνοδευόντων τὸν ἐπὶ τῆς ἀπαριθμήσεως οἰκονομικὸν ὑπάλληλον ὁπλοφόρων κανονίζεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Δήμαρχος, παραπέμπων τὰ στελέχη τῶν δηλώσεων, ὀφείλει νὰ διορίζῃ καὶ κοινοποιῇ ταὐτοχρόνως εἰς τὸν ἔφορον, τὸν πάρεδρον ἢ τὸν δημοτικὸν σύμβουλον, ὅστις μέλλει νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν κατὰ τὸ ἄρθρον 6ον τοῦ ΥΜʹ. Νόμου. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος ἀμελήσῃ νὰ κάμῃ τὴν γνωστοποίησιν ἢ ὁ διορισθεὶς πάρεδρος ἢ ὁ δημοτικὸς σύμβουλος ἀρνηθῇ ἢ ἀναβάλῃ τὴν σύμπραξίν του, ὁ ἔφορος ἢ ὁ ἀντιπρόσωπός του ἐνεργεῖ μόνος τὴν ἀπαρίθμησιν, τὰ δὲ πρωτόκολλα, ὑπογεγραμμένα παρ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ κτηνοτρόφου ἢ μελισσοκόμου, ἔχουσιν ἰσχὺν δημοσίου ἐγγράφου καὶ ἐκτελοῦνται διοικητικῶς, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἁπλοῦν φόρον καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως. Ἐὰν ὁ κτηνοτρόφος ἢ ὁ μελισσοτρόφος ἦναι ἀγράμματοι, τόσον δὲ οὗτος καθὼς καὶ ὁ συμπράττων δημοτικὸς ὑπάλληλος ἀρνηθῶσι νὰ ὑπογράψωσι, γίνεται περὶ τούτου μνεία εἰς τὸ πρωτόκολλον».
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατηρήσεις;
§42ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§44ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μάλιστα θὰ ἔλθω ἐπ’ αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸν ἁρμόδιον ἀπαριθμητὴν μετὰ ὁπλοφόρων, ἔχω νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Κατὰ τὰ 1844, ὅταν ἦλθε τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος, ἐκάμαμεν ἕνα νόμον, καὶ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ, ὅτι αὐτὰς τὰς διατάξεις τὰς εἶχεν οὗτος, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἢ ὁ ἀντιπρόσωπός του μαζὺ μὲ τὸν δημοτικὸν ὑπάλληλον ἔκαμνον τὴν ἀπαρίθμησιν καὶ τὸ πρωτόκολλον ἐκεῖνο ἦτο ὑπογεγγραμμένον καὶ ἀπὸ τὸν δημοτικὸν ὑπάλληλον· καὶ τότε εἶχεν ἰσχὺν δημοσίου ἐγγράφου. Μετὰ ταῦτα, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀφῃρέθη αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ ἀπὸ τότε ἔγινον πολλὰ κακὰ καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας ἔδωκα μπαξίσι εἰς τὸν ἀπαριθμητὴν νὰ μὴ μὲ κόψῃ ἕνα πρωτόκολλον. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸν, ἂν θέλετε, νὰ τὸ ἀφαιρέσητε καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν θὰ τὸ παραδεχθῇ αὐτό.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμω;
§46ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νὰ παραδεχθῇς, ὁ ὑπάλληλος ὅστις συνοδεύει τὸν ἔφορον ἢ τὸν ἀπαριθμητὴν, αὐτὸς νὰ ὑπογράφηται εἰς τὸ πρωτόκολλον διὰ νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, ἄλλως νὰ ᾖναι ἄκυρον, ἐὰν δὲν ὑπογράψῃ καὶ αὐτὸς, δηλ. ὁ δημοτικὸς ὑπάλληλος, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχουν ἐγγύησιν οἱ κτηνοτρόφοι.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν θέλῃ νὰ ὑπογράψῃ ὁ δημοτικὸς ὑπάλληλος;
§48ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἆ! Τότε εἶναι ψεύματα αὐτὰ, ὅπου θέλει ὁ ἀπαριθμητής.
§49ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα, καλὰ ὁμιλεῖτε.
§50Κ. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι ὀρθὰ καὶ ἅγια αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελειώσατε, κύριε Γουλιμή;
§52ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Στάσου, ἀδελφὲ, δὲν εἶναι μικρὰ πράγματα αὐτὰ, δὲν πιστεύω νὰ μὴ τὸ παραδεχθῇ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς «διὰ πᾶσαν ἀπαρίθμησιν συντάσσεται διπλοῦν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον θεωρεῖται ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἁπλοῦ φόρου. Ὅθεν ἅμα συγκεντρωθῶσιν εἰς τὴν ἐφορίαν τὰ πρωτόκολλα ταῦτα, συντάσσεται καὶ διευθύνεται εἰς τὸν ταμίαν ἕτερος χρηματικὸς κατάλογος πρὸς εἴσπραξιν τοῦ ἁπλοῦ φόρου τῶν ἀνακαλυφθέντων ζώων, τὰ δὲ πρωτόκολλα παραπέμπονται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τῶν κτηνοτρόφων. Ἐὰν ὁ ἀνακαλυφθεὶς φόρος δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 20 δραχμὰς, ἡ πρᾶξις λογίζεται πταῖσμα καὶ δικάζεται ἀπὸ τὸ πταισματοδικεῖον, ἐὰν ὅμως ᾖναι ἀνώτερος τῆς ποσότητος ταύτης, ἡ ὑπόκρυψις χαρακτηρίζεται πλημμέλημα καὶ ἡ κατηγορία γίνεται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἀποστέλλεται πρὸς ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως δικαστικὸς κλητὴρ, ὁ δὲ φορολογούμενος, ἀφίνων τὰς ἐργασίας του, τρέχει εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πταισματοδικείου, ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου, εὑρίσκει δικηγόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνει διὰ νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ καὶ διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του, καλεῖ μάρτυρας, τοὺς ὁποίους ἐπίσης πληρόνει καὶ διατρέφει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀπαριθμητῶν εἶναι δημόσια ἔγγραφα καὶ ὡς τοιαῦτα ἀποτελοῦσι κατὰ νόμον πλήρη ἀπόδειξιν, ἡ δίκη ἀποβαίνει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τοῦ φορολογουμένου, ὅστις καταδικάζεται εἰς πρόστιμον ἢ χρηματικὴν ποινὴν ἴσην μὲ τὸ τριπλοῦν τοῦ φόρου καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης· ὥστε ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ὁ φόρος ᾖναι δίκαιος ἢ ἄδικος, μεγάλος ἢ μικρὸς, διὰ μόνην τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ ὁ φορολογούμενος εἶναι ὑπόχρεος νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου διὰ νὰ παρουσιάσῃ διπλῆν δήλωσιν τὴν ὁποίαν πληρόνει ἄλλους νὰ γράψουν, καὶ τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς ἀπαριθμήσεως, νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ νὰ καταδικασθῇ εἰς βαρείας ποινάς.» Βλέπεις ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον; Ὅταν ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ἐχάλασαν ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Αὐτὸ τὸ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλά· εἶχε τὸν κ. Τρικούπην συνάδελφον· ἄρα κ. Κουμουνδοῦρε, πρέπει νὰ ἀποδώσῃς ὀπίσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐχάλασες φέρετε τὸν νόμον τῶν ζώων, νὰ ἰδῆτε πῶς εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦ φόρου τῶν ζώων εἰς τὰ 1844. Καὶ τί λέγει ἕνας τίμιος ἄνθρωπος καὶ καλός; λέγει εἶναι καλλήτερον νὰ μὴν ἔχῃ ζῶα διὰ τὰ κακὰ τῆς ἀπαριθμήσεως, καὶ εἶναι ἐδὼ μέσα καὶ θὰ τὸν εἴπω.
§53Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὰ ’ποῦ διαβάζεις εἶναι τοῦ κ. Σωτηροπούλου;
§54ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἶναι ἐδῶ μέσα. «Τὰ μέχρι τοῦδε ἔργα τῶν ἀπαριθμητῶν καὶ τῶν ἀπεσταλμένων τῶν δήμων κατεκρίθησαν πολλαχοῦ ὡς πλημμελῆ, διότι ἐγένετο χρῆσις προσώπων ἀνικάνων καὶ κακῆς πίστεως, ἐφ’ ᾧ καὶ πλεῖστα πρωτόκολλα προσεβλήθησαν ὡς πλαστὰ καὶ ἄλλα, παρατύπως συνταχθέντα ἐξ ἀνικανότητος τῶν ἀπαριθμητῶν, ἠκυρώθησαν παρὰ τῶν δικαστηρίων ὕστερον ἀπὸ πολλὰς ἐνοχλήσεις καὶ περιδρομὰς τῶν κτηνοτρόφων, ὑποστάντων ἐπίσης οὐκ ὀλίγας ζημίας· οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν δήμων λαμβανόμενοι ἐκ τυχαίων ἀνθρώπων εἰργάζοντο οὐχὶ εἰλικρινῶς, διότι ἢ προειδοποίουν τοὺς ἔχοντας ἀδήλωτα ζῶα κτηνοτρόφους νὰ τὰ ἀπομακρύνωσιν κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀπαριθμήσεως, ὠφελούμενοι παρ’ αὐτῶν ἐμμέσως, ἢ ὑπηρετοῦντες τὰς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας τοῦ προϊσταμένου τοῦ δήμου, ἐφυγάδευον μὲν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον τὰ ζῶα τῶν φίλων αὐτῶν, ἐνέγραφον δὲ εἰς τὰ πρωτόκολλα τοιαῦτα τῶν ἀντιθέτων μὴ ὑπαρκτά, ἢ ἀριθμοῦ τῶν εὑρεθέντων ὑπερβάλλοντος. Ἐφ’ ᾧ καὶ ἐπὶ τοιαύταις ἀφορμαῖς πολλοὶ διατελοῦσιν ὑπὸ τὸ βάρος ἀνακρίσεων. Πέποιθα ἑπομένως, ὅτι ἐνεργουμένης ἀπαριθμήσεως ὑπὸ τοῦ ἐφόρου καὶ τῶν δημοτικῶν παρέδρων καὶ τὸ δημόσιον καὶ οἱ κτηνοτρόφοι θέλουσιν ἀπαντήσει ἀσφαλεστέρας ἐγγυήσεις». Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι βέβαιον ὅτι ἠλάττωσε τὸ κακόν, ἀλλὰ δὲν ἴσχυσε καὶ νὰ τὸ ἐξαλείψῃ ἐντελῶς, διότι οἱ μὲν δημοτικοὶ ὑπάλληλοι δὲν εἶναι πάντοτε ἀνώτεροι συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν, οἱ δὲ ἔφοροι ἀναθέτουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν ἀπαρίθμησιν εἰς ἀντιπροσώπους ἰδιώτας καὶ ὁπλοφόρους, οἵτινες λαμβάνονται συνήθως μεταξὺ τῶν παραφυλασσόντων τὰς θύρας τῶν ὑπαλλήλων ἀέργων προσώπων. Ἡ σωτηρία τῶν κτηνοτρόφων συνίσταται εἰς τὸ ὅτι τὸ δημόσιον, ἀρκούμενον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν δηλώσεων, ἀποφεύγει τὰς ἀπαριθμήσεις, ἀλλ’ ὅμως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ὑφίστανται, καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ κακὴν τῶν δηλώσεων ἐκτίμησιν, ἀπὸ τὴν θέλησιν τέλος τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου νὰ διαταχθῇ ἀπαρίθμησις καὶ νὰ ἐκτεθῇ ὁ φορολογούμενος εἰς τὰς ἀνωτέρω συνεπείας, μόνη ἡ ἰδέα αὕτη ἀρκεῖ ν’ ἀποθαῤῥύνῃ ἕκαστον καὶ νὰ τὸν κάμῃ νὰ συλλογισθῇ ἂν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ τρέφῃ ζῶα. Βλέπεις, κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὐτὸς ὁ ὅρος, καὶ σὺ, κ. Κουμουνδοῦρε, νὰ ἐπαναφέρῃς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, διότι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἠναγκάσθην καὶ ἔδωσα μπαξίσι εἰς τὸν ἀπαριθμητὴν διὰ νὰ μὴ μὲ κάμῃ πρωτόκολλον, τοῦ ἔδωσα πεσκέσι· τί νὰ κάμω, ἀφοῦ εἶναι κύριος ὁ ἀπαριθμητὴς νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει; Λοιπὸν ἐὰν τὸ πρωτόκολλον δὲν ᾖναι ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν δημοτικὸν ὑπάλληλον νὰ ᾖναι ἄκυρον.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κ. Γουλιμή, τί θὰ κάμωμεν;
§56ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καθὼς ἦτον εἰς τὸν νόμον τοῦ 1844 καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τὸν ἐχάλασαν.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ βιβλίον ἔγραφε πρὶν χαλάσῃ τὸ ἄρθρον.
§58ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὄχι, εἶναι μετὰ ταῦτα.
§59ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ βιβλίον; εἰπὲ τὸ ὄνομά του.
§60ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τώρα τὸ λέγω, εἶναι ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ καθὼς ὁ νόμος περὶ τῶν φυτειῶν καὶ ὁ περὶ τῶν γαιῶν εἶναι πολὺ καλὸς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς κάμνει πολλὰ καλὰ πράγματα, θὰ κάμῃ καὶ τοῦτο, δηλ. θὰ παραδεχθῇ νὰ διορθώσωμεν αὐτὸ τὸ κακόν.
§61ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὡς δικηγόρος ὑπερασπίσθην ἄλλοτε φορολογουμένους καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας μὲ τὴν ἀφελῆ καὶ τὴν εἰλικρινῆ γλῶσσάν του, εἶναι ἀληθέστατα καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον. Συνήθως, ὅλοι γνωρίζομεν τίνες εἶναι οἱ διοριζόμενοι ἀπαριθμηταί· εἶναι τὰ κοπέλια, διὰ νὰ εἴπω καθαρά, τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, εἴτε ὑπαλλήλου εἴτε ἔχοντος κοινωνικήν τινα θέσιν· διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀναδεχθῇ τὸ ἔργον αὐτό, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον εἰς ἄλλους δήμους στέλλονται· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι διορίζουν ἀνθρώπους πτωχοὺς καὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἡ βεβαίωσις ἀποτελεῖ βεβαίωσιν δημοσίου ἐγγράφου. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (τὸ ἀναγινώσκει). Τώρα τί συνήθως συμβαίνει; αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι λαμβάνοντες ὁπωσδήποτε αὐτὸ τὸ ἀξίωμα τρέχουν καὶ φορολογοῦν, τίποτε περισσότερον δὲν κάμνουν· πολλοὶ ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των, οἱ ἄλλοι τρέχουν καὶ φορολογοῦν τοὺς ποιμένας. Καὶ συμβαίνει καὶ ἄλλο ἀκόμη κατὰ τὴν δήλωσιν, καὶ πρέπει ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ προλάβωμεν, ἐγὼ δηλώνω τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ἔχω, μετὰ ταῦτα ἑνόνω τὰ πρόβατά μου μὲ ἄλλα, καὶ αὐτὸ συνήθως γίνεται. Πηγαίνει ὁ ἀπαριθμητὴς εὑρίσκει ζῶα εἰς ἕνα ποιμένα, τὰ καταλογίζει ὅλα εἰς βάρος του, καὶ τὰ μὴ ἀνήκοντα αὐτῷ, ἀλλ’ εἰς διαφόρους, οἵτινες τὰ ἐδήλωσαν· ἐὰν δὲ τοῦ δώσῃ τὸ μπαξίσι δὲν κάμνει τὸ πρωτόκολλον· καὶ συνήθως οἱ ἀπαριθμηταὶ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ αὐτοῦ δήμου, εἶναι ἐκ τῆς πρωτευούσης τῶν ἐπαρχιῶν.
§62ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατεργαραῖοι.
§63ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ πρωτόκολλα θέλετε παρατηρήσει ὅτι ἀναφέρουν, ὅτι ἐν ἐλλείψει τοῦ παρέδρου μὴ ἐμφανισθέντος, προέβημεν μόνοι εἰ τὴν ἀπαρίθμησιν, διότι λέγουν, τί νὰ τρέχωμεν νὰ παρακαλοῦμεν τὸν δήμαρχον νὰ μᾶς στέλλῃ ὑπάλληλον, καὶ διατί νὰ ἔχωμεν ἕνα ἐλεγκτὴν τῆς διαγωγῆς μας; Τώρα τί θὰ ἀπαιτήσωμεν; βεβαίως δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ καλὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, καὶ ἐγὼ θὰ ἀπαιτήσω μετὰ τοῦ προλαλήσαντος πάντοτε τὴν παρουσίαν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν δὲ οὗτοι δὲν θέλουσι νὰ λάβωσι μέρος, τότε θέσατε αὐστηροτέρας ποινὰς, βαρυτέρας ποινὰς, καὶ μὴ ἀφήσετε εἰς μόνους τοὺς ἀπαριθμητὰς νὰ συντάττουν πρωτόκολλα, διότι κατ’ ἐμὲ αὐτὸ εἶναι μία αἰτία νὰ ἔχωμεν καθυστερήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτοῦμεν νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι πρέπει ἀφεύκτως νὰ παρουσιάζωνται οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι οἵτινες τιμωροῦνται ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας ἐὰν ἀρνηθῶσι νὰ λάβωσι μέρος. Δὲν ἀρκοῦν αἱ ποιναὶ, θέσατε βαρυτέρας.
§64ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν καὶ δὲν ἀνεπτύχθη ἀρκούντως, οὐδὲν ἧττον μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐννοήθη περὶ τίνος πρόκειται. Τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον οἱ κύριοι βουλευταὶ τῶν Ἐπαρχιῶν γνωρίζουν τί συμβαίνει καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ κύριος Γουλιμῆς ὑπάρχουν καὶ ἐπαρχίαι μὴ φορολογούμεναι εἰς ὅλα τὰ προϊόντα, καὶ τοιαῦται δὲν εἶναι μόνον τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλαι. Ἐν πρώτοις βεβαίως θὰ ἐκφράσω τὴν εὐχὴν τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κύριος Γουλιμῆς ἐξέφρασεν, καὶ ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν, νὰ ἐφαρμόζεται ἓν φορολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι ἀνεκτὸν, καὶ δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐχὴν καὶ ν’ ἀπαιτήσωμεν, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτὸ τῆς Ἑπτανήσου τὸ σύστημα. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἂν καὶ δὲν ἀνεπτύχθη ἀρκούντως, ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν συμβαίνουν πολλὰ ἐγκλήματα. Ὑπεβάλλοντο εἰς ζημίας ἀδίκους ὡς ἐκ τῆς κακῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων οἱ δυστυχεῖς κτηνοτρόφοι εἰς πληρωμὴν φόρων μὴ ὑπαρχόντων, καὶ διὰ τοῦτο τῳόντι ἐπέτυχε τὸ ὡραῖον τῳόντι σύστημα τῶν δηλώσεων, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ δηλώσῃ μόνος του ἄνευ στενοχωρίας τὰ κτήνη του. Τώρα, κύριοι, πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν, πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἄρωμεν τὰς ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουν τὰς καταχρήσεις. Κατ’ ἐμὲ, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ν’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἡ συμμετοχὴ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ἠμπορεῖ νὰ προφυλάξῃ τοὺς φορολογουμένους. Δυστυχῶς φοβοῦμαι, ὡς ἔχουσιν ἤδη τὰ πράγματα, ὅτι θὰ βλάψῃ τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ἂν ἔχετε ἕνα ἀπαριθμητὴν καὶ πέντε ὁπλοφόρους εἰς μίαν περιφέρειαν, προστίθενται καὶ πέντε ὑπάλληλοι οἵτινες εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελοῦν ἢ νὰ συμφωνοῦν νὰ συντάξουν πρωτόκολλα παραβλέποντες τὸν ἕνα καὶ ἐπιβαρύνοντες τὸν ἕτερον. Λοιπὸν κατ’ ἐμὲ αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἀποτελεσματικὴ, διότι οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται, ὡς δὲν ἐπεβλήθη μέχρι τοῦδε κατὰ τῶν κακῶς ἐκτελούντων τὸ καθῆκόν των, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κακὴ ἐκτέλεσις τῶν νόμων τῆς φορολογίας, καὶ τῶν ἐκλογικῶν ἐδίδαξε τὴν πρὸς τοὺς νόμους ἀσέβειαν τῶν πολιτῶν, διότι αἱ δύο αὗται νομοθεσίαι ἐφαρμοζόμεναι καλῶς ἠθικοποιοῦν, ἄλλως ἐξαχρειώνουν τὸν λαόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντες οἱ δήμαρχοι γνωρίζουσιν ἀκριβῶς τὰ δηλωθέντα ἢ μὴ ζῶα· καὶ ἂν εἰλικρινῶς θελήσωσιν νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ τὴν κοινωνίαν τῆς ὁποίας προΐστανται καὶ τὸ δημόσιον ἠμποροῦν ἀμέσως νὰ καταδείξωσιν αὐτὰ, ἀλλ’ οὐδέποτε δήμαρχος ἐτιμωρήθη, ἐὰν δὲν ἐσημείωσε τὰ μὴ δηλωθέντα ζῶα καὶ διὰ τοῦτο αὐτοὶ σημειώνουν τὰ ζῶα τῶν ἐχθρῶν των καὶ παραλείπουν τὰ τῶν φίλων των. Νομίζω ὅτι ἡ περίστασις αὕτη καὶ ἂν ἐτίθετο ῥητὴ διάταξις κατὰ τῶν ἀπαριθμητῶν καὶ τῶν ὑπολειπουσῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἤθελε φέρει μετριωτέρας τοὐλάχιστον τὰς καταχρήσεις.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ, κύριοι, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν ἀπαριθμητῶν καὶ ὁπλοφόρων, οὔτε νὰ ὑπερασπισθῇ τὰς διαφόρους καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τοῦ δημοσίου. Ὅλα ταῦτα τὰ κατέκρινα πολλάκις καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως καὶ τὰ κατέκρινα μάλιστα μὲ πολλὴν πικρίαν καὶ αὐστηρότητα διὰ τὴν ὁποίαν κατεκρίθην ἀπό τινας. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι συμβαίνουν πολλὰ ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν μικρῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζονται εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ζώων, καθὼς καὶ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους μεταχειρίζονται εἰς τὰς διαφόρους ἐπιστασίας τῶν προσόδων, ἀλλ’ ἐνόσῳ ἔχομεν τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα, αὐτὰ θὰ συμβαίνουν ἐξ ἅπαντος καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερον, ὕστερον ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Καλαμῶν κυρίου Δαγρὲ, ἥτις παρέστησε λίαν εὐλόγως, ὅτι ἐὰν θελήσητε σύμπραξιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, τὸ κακὸν δὲν θεραπεύεται, διότι καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουν τὰς συμπαθείας καὶ τὰς ἀντιπαθείας των. Ὅταν συνετάχθη κατ’ ἀρχὰς ὁ νόμος αὐτὸς, ἀπῃτεῖτο ὑποχρεωτικῶς ἡ σύμπραξις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ παρετηρήθησαν δύω τινὰ, πρῶτον ὅτι οἱ συμπράξαντες δημοτικοὶ ὑπάλληλοι ὤθουν τοὺς ἀπαριθμητὰς καὶ ὁπλοφόρους νὰ καταπιέζουν τοὺς ἐναντίους των καὶ νὰ προφυλάττουν τοὺς φίλους των καὶ δεύτερον εὑρέθησαν πολλοὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν σύμπραξίν των καὶ ἐκ τούτου τὸ δημόσιον ἔτρεξε τὸν κίνδυνον νὰ χάσῃ τοὺς φόρους. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τοῦτο πρὸ τινων ἐτῶν ἐλήφθη τὸ μέτρον οὐχὶ βεβαίως νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς δημάρχους καὶ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους νὰ λαμβάνουν μέρος εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν, ἀλλὰ νὰ θεωρῶνται ἄκυρα τὰ πρωτόκολλα, εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ὁποίων αὐτοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ λάβουν μέρος. Ἐὰν θελήσητε τώρα νὰ ἀκυρώσητε τὴν μεταβολὴν αὐτὴν, συλλογισθῆτε, ὅτι ἠμποροῦν νὰ κινδυνεύσουν σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα νὰ ἐξακολουθήσουν καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὅπως ἐγίνοντο ἕως τώρα, καθ’ ὅσον ὁπωσδήποτε εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μόνον πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν τοιούτων ἀτοπημάτων, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μάταια καὶ προσωρινὰ καὶ ἀπὸ αὐτὰ τελείαν θεραπείαν δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐλπίζωμεν.
§66ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Λέγω νὰ ἀναβληθῇ ἕως αὔριον ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου.
§67ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἓν προφανὲς ἀδίκημα δὲν ἐμποροῦμεν νὰ διορθώσωμεν, τότε τί καθήμεθα ἐδὼ; ἀπὸ τὰ 44 ἕως τὰ 65 αὐτὸς ὁ κόσμος πῶς ἔζησεν; δὲν ἠμποροῦμεν περισσότερον νὰ πληρώνωμεν τοὺς κατεργαρέους, δι’ ὄνομα θεοῦ, εὕρετε ἕνα τρόπον νὰ διορθωθῇ αὐτό! Λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, ἔχω αὐτὸ τὸ θάρος καὶ αὐτὴν τὴν ἐντολήν. Μοῦ εἶπον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔστειλαν βουλευτὴν, ὅτι ἐὰν δὲν λείψῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νὰ πληρώσω παραπάνω ὄχι νὰ βάλλῃς ἕνα κατεργάρη νὰ μὲ σκοτώσῃ καὶ νὰ ἔχω καὶ τὸν ἔφορον ἐχθρὸν καὶ τὸν νομάρχην ἐχθρὸν, μὰ δι’ ὄνομα τοῦ θεοῦ ποῦ εἴμεθα!
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον ἐννοήσει τὸν κ. Γουλιμῆν, ἐὰν προέτεινε νέον τι μέσον θεραπείας τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῇ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον πρό τινων ἐτῶν ἀπέτυχε καὶ κατεκρίθη ὡς δίδον χώραν εἰς μεγάλας καταχρήσεις καὶ τὰς ζημίας τοῦ δημοσίου, νομίζω ὅτι εἶνε οὐ μόνον ἀνακόλουθον, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἄτοπον. Ἐὰν ἔχῃ τις νὰ προτείνῃ ἄλλο τρόπον θεραπείας, εὐχαρίστως θέλω τὸν δεχθῇ.
§69ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἕως αὔριον, νὰ φέρωμεν τροπολογίας.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν, ἂς ἀναβληθῇ, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐννοηθῇ τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἴδιον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν. Ἐὰν ἔχητε ἄλλο τι μέσον, φέρετέ το.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον;
§72ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§73ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν βλέπω τόσον οὐσιαστικὸν καὶ τόσον μέγα τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον· εἶναι ἓν ζήτημα ἁπλούστατον, τὸ ὁποῖον ἡ πεῖρα εὗρεν ὡς ὀρθόν. Οὐδέποτε παρουσιάσθησαν παράπονα ὅτι δὲν ἐβεβαιώθησαν οἱ φόροι ὅταν δημοτικὸς ὑπάλληλος ἐλάμβανε μέρος. Συμβαίνει, κ. Πρόεδρε, ὥστε πολλάκις νὰ πηγαίνουν δημοτικοὶ πάρεδροι μὲ τὸν ἀπαριθμητὴν καὶ νὰ κάμνουν καταχρήσεις, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 44 εἶχε καὶ ἄλλην προσθήκην, νὰ λαμβάνουν μέρος οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι καὶ τότε ὁ εἰδικὸς πάρεδρος ὁ κατοικῶν εἰς τὸ αὐτὸ χωρίον μὲ τὸν φορολογούμενον ἐγνώριζε πόσα ζῶα εἶχον ἅπαντες καὶ ἔβλεπεν, ἐὰν πράγματι ὑπέκρυψεν ἢ ὄχι, καὶ τοιουτοτρόπως καθιεροῦτο ἡ ἀλήθεια, ὥστε κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν· δὲν εἶναι τὸ ζήτημα μέγα διὰ νὰ ἀναβληθῇ.
§74ΤΙΝΕΣ. Εἴπομεν αὔριον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καραγιαννόπουλε, περὶ ἀναβολῆς πρόκειται πάντοτε, νὰ ἐνθυμηθῆτε.
§76ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, εἶναι ἁπλούστατον, εἰς πέντε λεπτὰ ἠμποροῦν οἱ κύριοι νὰ συντάξουν μίαν τροπολογίαν νὰ τελειώσῃ.
§77ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς διὰ τοὺς ἑξῆς μάλιστα λόγους. Ἤμην καὶ δήμαρχος καὶ ἔπαρχος καὶ οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην βλέπω εἰς τὰ δημοτικὰ ὄργανα. Οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι οὐδόλως συντρέχουν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ φόρου αὐτοῦ καὶ εὑρίσκω περισσοτέραν πεποίθησιν εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Μένει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον μέχρι τοῦ 4 ἄρθρου Ἀναφορὰ κατοίκων Τριφυλίας. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Βʹ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τριφυλίας αἰτούντων ὅπως τὰ ἐν Τριφυλίᾳ συμβάντα κατὰ τὸν χρόνον τῆς μεσοβασιλείας χαρακτηρισθῶσιν ὡς πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ διαλαμβάνει περὶ ὑποθέσεως εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια ἤδη παραπεμφθείσης καὶ ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ὑπ’ ὄψιν ληφθείσης κατὰ τὸ 1867, ὡς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐδήλωσεν ὁ τότε καὶ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κύριος Κουμουνδοῦρος, ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει κατάλληλον νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὅπως τοῦτο αὖθις ἐπιλάβηται τοῦ ἀντικειμένου αὐτῆς καὶ ἐξενέγκῃ οἵαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνώμην κρίνει ὀρθήν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ κανεὶς τὸν λόγον;
§81ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ.— Κύριοι, ἐπειδὴ καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐπαλαίωσεν, ἐνόμισα καθῆκόν μου, διότι ἐστάλη ἡ ἀναφορὰ ἐδὼ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας μου, νὰ ὁμιλήσω ὀλίγα λόγια πρὸς διασάφησιν καὶ πρὸς πληροφορίαν τοῦ σώματος· Κύριοι, γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ἐγένετο μία μεταβολὴ ῥιζικὴ, τουτέστι κατηργήθη ἡ Βασιλεία, κατηργήθησαν θεμελιωδῶς ὅλα τὰ καθεστῶτα. Ἡ ἰσχύουσα τότε δύναμις ἐδὼ ἐσύστησε μίαν Κυβέρνησιν, Μεσοβασιλείαν, καὶ ὑπουργεῖον, ταὐτοχρόνως προσεκάλεσε τὸ ἔθνος εἰς ἐθνικὴν συνέλευσιν διὰ νὰ καθιδρύσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Τότε ἤρχισαν αἱ διαιρέσεις εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ οἱ μὲν δεσποτίσκοι οἱ συμπαθοῦντες μὲ τὴν τότε ἐξουσίαν δήμαρχοι διῃρέθησαν καὶ ἔλεγον ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν σήμερον συνέλευσιν, διότι αὔριον θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν Γαλλίαν Βασιλεὺς, μετὰ δέκα ἡμέρας ἔλεγον θὰ ἔλθῃ ὀπίσω ὁ Ὄθων, οἱ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι θέλουν συνέλευσιν, καὶ τότε ἤρχισαν ἐμφύλιοι διενέξεις καὶ εἰς τὸν νομὸν τῆς Μεσσηνίας, προκαλῶ σᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε βουλευταὶ, τρεῖς μῆνας ἦτο ὁ ἐμφύλιος πόλεμος εἰς τὴν Λακωνίαν, μὲ τὸ πειρούνιον ἔβγαλαν ’μμάτια τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτὰ ἔγειναν εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους ἐκτὸς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω πῶς ἐστάθη τότε ἥσυχος. Λοιπὸν τὸ πρᾶγμα ἄναψε τότε πολὺ περισσότερον, διότι ἄναψεν ἀπὸ ἐδὼ ἡ φωτιὰ πλέον, εἰς τὰ Ἰουνιακὰ ἐδὼ ἐπιάστικαν. Ὑπῆρχεν ἡ συνέλευσις καὶ ἐζήτουν οἱ μὲν νὰ κρημνίσουν τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν. Ἄνοιξεν ἐδὼ ἐμφύλιος πόλεμος ἐσκοτώθησαν 200 ἕως 300 ἄνθρωποι, στρατιῶται, ἐθνοφύλακες, πολῖται. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Τριφυλλίας, κύριοι, διῃρέθησαν εἰς δύο τὰ κόμματα, τὸ μὲν ἓν ἔκαμεν ἀναφορὰς ἐπὶ ἀναφορῶν, ἐφώναζεν ὅτι πληρεξουσίους δὲν θέλομεν νὰ βάλωμεν εἰς τὴν συνέλευσιν, ἐγὼ ὅστις ἤμην ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς ἐκείνης, ἔλεγα ἐδὼ ὠνομάσθη μὲν συνέλευσις καὶ μία ἐπαρχία τοιαύτη ἱστορικὴ, ἡ ὁποία ἔχει τόσα δικαιώματα, τόσους φόρους δὲν πρέπει νὰ λάβῃ μέρος; ἐδὼ ἄνοιξε πλέον ἡ πάλη. Παρατρέχω, κύριοι, τί ἔγεινε μέσα εἰς τὴν πόλιν, ἔκαμον τόσα πράγματα παρατράγωδα, ὥστε μεταξὺ τῶν ἄλλων δήμων τῆς ἐπαρχίας καὶ τῆς πόλεως νὰ γείνῃ διαζύγιον· ἀπὸ τὸν ποταμὸν καὶ ἔξω ’στὰ χωριὰ δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ ἔβγουν οἱ πολῖται, οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τὸν ποταμὸν καὶ μέσα εἰς τὴν πόλιν δὲν ἤρχοντο. Ἡμεῖς ἐκάμαμεν τότε μίαν ἀναφορὰν καὶ προσκαλοῦμεν τὸν τότε ὑπουργὸν τὸν μακαρίτην Ῥοῦφον, ὁ ὁποῖος διέταξε τὸν νομάρχην νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν διὰ τοὺς πληρεξουσίους· ὁ ἔπαρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐδῶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν, ἦτο ἔπαρχος καὶ φίλος μου πολιτικὸς, ἔκαμε μιὰ ἔκθεσιν καὶ λέγει πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴ τῶν πληρεξουσίων, διότι ἐνόσῳ διαρκεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις θὰ καταντήσῃ ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Θὰ γείνουν τρομακτικὰ πράγματα, προκαλῶ τὸν κύριον βουλευτὴν τοῦ Ναυπλίου τὸν κ. Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος ἦτον νομάρχης καὶ τὸν κύριον βουλευτὴν Κορινθίας κ. Δημητριάδην, διότι εἶναι δικηγόρος, νὰ ὁμολογήσουν περὶ τούτων. Ἔρχομαι τώρα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αὐτὸ ἦτον ἕνα αἴσθημα εὐγενοῦς συμφέροντος πολιτικοῦ, ἔπεσαν εἰς φιλοτιμίαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ ἐξώκειλαν καὶ ἐλέγανε «δὲν θέλομεν πληρεξουσίους.» Ἐστάλη λοιπὸν ἕνας ὑπομοίραρχος μὲ δύναμιν καὶ μὲ 45 ἱππεῖς καὶ διετάχθη νὰ περιέλθῃ τοὺς δήμους τοὺς ὀρεινοὺς νὰ ἴδῃ ἂν ᾖναι ἀληθῆ τὰ ἀναφερόμενα, ὅτι ἂν διαταχθῇ ἡ ἐκλογὴ θὰ γείνουν 2 χιλιάδες φονικά. Αὐτὸς λοιπὸν ἐβγῆκεν εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους, περιῆλθεν αὐτοὺς, ἐπέστρεψεν καὶ εἶπεν ὅτι εὗρεν ἄκραν τάξιν, ἡσυχίαν καὶ πειθαρχίαν, καὶ δὲν εὑρῆκε τίποτε. Τότε οἱ ἀντίθετοι βάζουν καὶ σκοτόνουν ἑπτὰ ἕνα ἄνθρωπον μὲ τὸ παιδί του καὶ τ’ ἀνίψιδια του καὶ ὅλην τὴν οἰκογένειαν. Οἱ ἑπτὰ αὐτοὶ, ἀνῆκον ἔξω εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους. Ἀναρχία πληρεστάτη. Ὥρμησαν οἱ χωρικοὶ καὶ ἐμὲ μὲ εἶχον κλεισμένον, καὶ ἀκόμη τὰ βόλια εἶναι μέσα εἰς τὴν σάλαν τοῦ σπητιοῦ μου, ἔπεσαν μέσα τρεῖς χιλιάδες χωρικοὶ, καὶ ἐννοεῖται τί ἔκαμον ἐν καιρῷ ἀναρχίας. Ἐννοεῖ τὸ σεβαστὸν σῶμα τῆς Βουλῆς νὰ θεωρήσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα πολιτικὸν ἢ ἐγκληματικόν; Πῶς θὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα τὸ οὐσιῶδες; Εἶναι πολλὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐκκρεμῆ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συμπεράσματος τῆς ἐπιτροπῆς τί λέγετε;
§83ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλα πρότασιν. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Γρηγοριάδου.
§84ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 62 εἰς πολλὰς γωνίας τοῦ Κράτους συνέβησαν λυπηρὰ γεγονότα. Μία ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας ἡ ὁποία ἔπαθε δεινῶς εἶναι καὶ ἡ Τριφυλία. Οὐδεὶς φρονῶ, ὑπάρχει ὁ νομίζων ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα ἐν ἐκείνῃ τῇ ἐπαρχίᾳ ἐπήγασαν ἐκ ποινικῶν διαθέσεων καὶ πεποιθήσεων, πάντες δὲ γνωρίζετε ἀπ’ ἐναντίας ὅτι πολιτικοὶ λόγοι ἠνάγκασαν τὸν τόπον ἐκεῖνον νὰ διαιρεθῇ εἰς μερίδας καὶ νὰ ἐπέλθουν ὅσα ἐπῆλθον δυστυχήματα· καὶ αἱ Ἀθῆναι, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι τότε ἐγένοντο θέατρον ἐλεεινοτήτων ἔτι δεινοτέρων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι συνέβησαν εἰς τὰς Καλάμας καὶ ἀλλαχοῦ ὅπου διηρπάγησαν χωρία ὁλόκληρα. Δὲν ἠξεύρω δὲ πῶς συνέβη ὥστε ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη, ἡ ὅλως πολιτικὴ, νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ποινική. Τὸ ἀπὸ μέρους μου φρονῶ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι συνετὸν ἡ ὑπόθεσις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὡρίμως σκεπτόμενον νὰ μᾶς παρουσιάσῃ Νόμον ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ νὰ δοθῇ οὕτω ἓν πέρας δίκαιον εἰς τὴν σκανδαλώδη ταύτην ὑπόθεσιν.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει σήμερον νὰ μείνῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὑπόθεσις δὲν ἐξεδικάσθη, ἀνεκρίθη ἀπὸ τὰ συμβούλια τὰ Δικαστικὰ, εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ, οὔτε ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα, ὅπως φέρεται· ἡ Βουλὴ βεβαίως φρονεῖ, καὶ ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της θέλει πράξει, ἂν ἀποστείλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἵνα ἴδωμεν ἂν μᾶς ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ πράξωμέν τι, διότι κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ἀνέχεται νὰ πάσχωσιν ἀδίκως καὶ νὰ τυραννοῦνται συμπολῖται μας, δὲν πρέπει δὲ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ παραβιάζωμεν τοὺς νόμους καὶ τὰ καθέκαστα, ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ παρατήρησις τῆς ἐπιτροπῆς· «ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ διαλαμβάνει περὶ ὑποθέσεως εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια ἤδη παραπεμφθείσης καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου ὑπ’ ὄψιν ληφθείσης κατὰ τὸ 1867, ὡς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐδήλωσεν ὁ τότε καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως Κ. Κουμουνδοῦρος, ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει κατάλληλον νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅπως τοῦτο αὖθις ἐπιλάβηται τοῦ ἀντικειμένου αὐτῆς, καὶ ἐξενέγκῃ οἵαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνώμην κρίνει ὀρθὴν». Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Γρηγοριάδου τροπολογεῖ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§87ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπιμένω, Κ. Πρόεδρε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ συμπεράσματος τῆς ἐπιτροπῆς;
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, εἶχε μείνει ἐκκρεμὲς τὸ ἄρθρον 31 ὅπως συνταχθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, προχωροῦμεν ὅμως εἰς τὸ 51 ὅπου εἴχομεν μείνει. «Ἄρθρον 51. Τὰ τακτικὰ δικαστήρια εἰσὶν ἀναρμόδια νὰ ἐπεμβῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ ἐκτελεστικῆς τινος πράξεως ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐνεργηθείσης πρὸς εἴσπραξιν καθαρῶν, ἤτοι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους βεβαιωμένων δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου. Τὰ δικαστήρια τότε μόνον δύνανται ν’ ἀκυρώσωσι τὴν διοικητικὴν ἐκτέλεσιν, ὅταν κατ’ αὐτὴν παραλειφθῇ ἐντελῶς πρᾶξίς τις ἐκτελέσεως, ἥτις κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ.»
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶν, κύριοι, νὰ καταστήσω ὅσον τὸ δυνατὸν εὐκρινεστέρας καὶ σαφεστέρας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου καὶ νὰ δώσω εἰς τοὺς ὀφειλέτας δικαιώματα διὰ νὰ καταφεύγουν καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὁσάκις πράγματι ἀδικοῦνται καὶ ὁσάκις δὲν πράττουν τοῦτο ἀπὸ μόνον τὸν σκοπὸν νὰ παρεμβάλωσι προσκόμματα εἰς τὴν εἴσπραξιν, ὕστερον ἀφ’ ὅσα ἤκουσα ἐπὶ τοῦ 32 ἄρθρου καὶ ἀπὸ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ 24 ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ μεταβάλω τὸ ἄρθρον 51 ὡς ἐφεξῆς, «Ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου εἶναι δεκτὴ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων εἰς τὰς ἑξῆς περιπτώσεις· ά) ἐὰν ὁ ὀφειλέτης ἰσχυρίζηται ὅτι δὲν ὀφείλει ἢ ὅτι ἐξώφλησεν τὸ χρέος δι’ ὃ καταδιώκεται. Ἡ περὶ ἐξωφλήσεως ἔνστασις πρέπει νὰ ᾖναι ἐκκαθαρισμένη. Ἐπὶ παντὸς μέτρου ἐκτελέσεως δύναται νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν ὅτι δὲν ὀφείλει ἢ ὅτι ἐξώφλησεν τὸ χρέος του· βʹ) ἐὰν ἰσχυρίζηται ὅτι παρελείφθη ἐντελῶς πρᾶξις τις ἐκτελέσεως ἥτις κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ. Ἀκυρότης κατὰ τῶν τοιούτων πράξεων δύναται νὰ προταθῇ μόνον ἂν ἀποδεικνύηται ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως· γʹ) ἂν ἐπὶ ἀκινήτων προτείνεται ὅτι ἔλαβεν χώραν ἀταξία τις ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 31 τοῦ παρόντος νόμου.» Τότε τὸ ἄρθρον 31 δύναται νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ἐπὶ τέλους δὲ ἡ ἀνακοπὴ δὲν ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν ἀλλὰ προκειμένης ἐκτελέσεως ἐπὶ τῆς κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου δύναται τὸ δικαστήριον γενομένης αἰτήσεως νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ.»
§92ΣΑΡΑΒΑΣ. Τότε τὸ ἄρθρον 23 εἶναι περιττόν.
§93ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναπτύξατε, κύριε ὑπουργὲ, καλλίτερον τὴν πρότασίν σας, τί ἐννοεῖτε περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἀταξία;
§94ΣΑΡΑΒΑΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις διὰ νὰ τὴν μελετήσωμεν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει λοιπὸν ἐκκρεμὲς καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ μέχρις οὗ τυπωθῇ ἡ πρότασις. «Ἄρθρον 52. Ὅσα ὁ παρὼν νόμος διαλαμβάνει περὶ τῶν ὀφειλετῶν ἐφαρμόζονται, 1) κατὰ τῶν ἐγγυητῶν καὶ 2) κατὰ τῶν κληρονόμων τῶν ὀφειλετῶν καὶ ἐγγυητῶν, ἐκτὸς ἂν οἱ κληρονόμοι ᾖναι ἐξ ἀπογραφῆς.»
§96ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό;
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω.
§98ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐβίασαν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ θέσῃ τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, τοὐτέστιν νὰ τιμωρῶνται οἱ κληρονόμοι δι’ ἔλλειψιν ὑποχρεώσεως καλῆς πίστεως τῶν γονέων.
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο πάντα τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιεροῦνται, ἐφαρμόζονται πρῶτον κατὰ τῶν ἐγγυητῶν, περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ δεύτερον κατὰ τῶν κληρονόμων τῶν ἐγγυητῶν καὶ ὀφειλετῶν· τὰ μέτρα τῆς ἐκτελέσεως εἶναι, καθὼς γνωρίζετε, τέσσαρα, κατάσχεσις ἀκινήτων, κατάσχεσις κινητῶν, κατάσχεσις εἰς χεῖρας τρίτων καὶ προσωπικὴ κράτησις· διὰ τὰ τρία πρῶτα δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ἀντίῤῥησις ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται καὶ κατὰ τῶν κληρονόμων· τὰ κινητὰ καὶ ἀκίνητα τοῦ κληρονόμου καθὼς καὶ τὰ εἰς χεῖρας τρίτου εὑρισκόμενα πράγματα αὐτῶν, εἶσθε ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ κατάσχωνται, καθὼς ἐὰν ἦσαν αὐτοὶ ἀπ’ εὐθείας ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον μέτρον, τὸ τῆς προσωρινῆς κρατήσεως, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω γείνεται ὅλος ὁ θόρυβος καὶ ὅλαι αἱ ἀντιῤῥήσεις. Ἐν πρώτοις εἶναι καλὸν νὰ μάθητε, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη, εἶναι ζήτημα μεταξὺ τῶν νομικῶν, ἐὰν ἐπιτρέπηται ἢ ὄχι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἰς τοὺς κληρονόμους τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου· καὶ διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἰδική μου ἰδέα, σᾶς παρουσιάζω ἔκθεσιν ὑπογεγραμμένην ἀπὸ ἐπισήμους νομικοὺς τὸν κ. Ῥάλλην, τὸν κ. Κόκκινον καὶ τὸν κ. Οἰκονομίδην, τὸν δικαστικὸν σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποφαίνονται, ὅτι ἐπειδὴ οἱ ὑπάρχοντες νόμοι δὲν ἐξαιροῦν τοὺς κληρονόμους ἀπὸ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, καὶ ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἀποβίωσιν τοῦ πρωτοφειλέτου, ὁ κληρονόμος καθίσταται ὀφειλέτης πρὸς τὸ δημόσιον, δύναται τὸ δημόσιον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ κατ’ αὐτοῦ· ὥστε ἠδυνάμην νὰ παραλείψω καθολοκληρίαν τὸ μέρος τοῦτο ἀπὸ τὸν ὑπὸ συζήτησιν νόμον, καὶ ν’ ἀφήσω νὰ ᾖναι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ζήτημα, ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς εἶπον εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν, ἐπιθυμῶ οἱ νόμοι νὰ ᾖναι εὐκρινεῖς καὶ νὰ μὴ ἔχωσι τίποτε δυνάμενον ν’ ἀμφισβητηθῇ, διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ περιλάβω τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὸν νόμον καὶ νὰ τὴν θέσω ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως. Ἀλλ’ ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν ἰδέαν τῶν νομικῶν καὶ πολλῶν ἄλλων προσώπων τὰ ὁποῖα διατείνονται, ὅτι κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους ἐπιτρέπεται ἡ κράτησις τῶν κληρονόμων· ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν οὐσίαν του, ἵνα ἴδωμεν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβάλληται προσωπικὴ κράτησις καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους· γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν χρεῶν ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν ἐπιτρέπει τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν εἰμὴ μόνον εἰς ἐξαιρετικάς τινας περιστάσεις· ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν τὰς περιστάσεις ταύτας, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι εἶναι ἐκεῖναι, καθ’ ἃς τὸ χρέος πηγάζει ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ εἰδικότερον, ἡ νομοθεσία ἐπιβάλλει τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς τὸν ὀφειλέτην ά. ὅταν τὸ χρέος του προέρχηται ἐξ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔπραξε καὶ βʹ, ὅταν προέρχεται ἐξ ἐπιχειρήσεώς τινος εἰς τὴν ὁποίαν ἀπερισκέπτως ἐξετέθη ὁ ὀφειλέτης, ὡς εἶναι τὰ ἐμπορικά· ὥστε ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νά τιμωρήσῃ τρόπον τινὰ τὸν ὀφειλέτην, διότι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν γέννησιν τοῦ χρέους εἴτε ἕνεκα ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἔπραξε, εἴτε δι’ ἀπερισκεψίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἐπειδὴ ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπιβάλλεται ὡς ποινὴ εἰς τὸν ὀφειλέτην, εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν κληρονόμον, διότι εἶναι ἄδικον οὗτος νὰ ὑφίσταται ποινὴν διὰ τὰ λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ὁ κληρονομηθείς. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου συμβαίνει τὸ αὐτό; προέρχονται δηλ. ἀπὸ ἀδίκημα, ἢ ἀπὸ ἀπερισκεψίαν τινα αὐτοῦ; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ὁ φόρος τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν εἶναι ὑποχρέωσις ἱερὰ, καὶ ὑποχρέωσις ἡ ὁποία μᾶς ἐπιβαρύνει, οὐχὶ διὰ κανὲν ἀδίκημα τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν, οὐχὶ δι’ ἀπερισκεψίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετέθημεν, ἀλλ’ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιβάλλει ἡ πολιτεία ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἵνα συντηρηθῇ. Ἡ προσωπικὴ λοιπὸν κράτησις κατὰ τοῦ ὀφειλέτου τοῦ δημοσίου ἐπιβάλλεται δι’ ἄλλον λόγον, οὗτος δὲ εἶναι, διότι ἐθεωρήθη καὶ θεωρεῖται πάντοτε αὕτη ὡς τὸ δραστικώτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον μέσον πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, καὶ ἐπειδὴ τὸ κράτος ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ εἰσπράττῃ ἐγκαίρως καὶ ἀμέσως τὰ εἰσοδήματά του, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης ᾠκειοποιήθη δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχουν οἱ ἰδιῶται. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται προσωπικὴ κράτησις διὰ τὰ ἰδιωτικὰ χρέη, καὶ ἄλλος ὁ συγχωρῶν ταύτην καὶ διὰ τὰ δημόσια· τούτου δοθέντος, σᾶς ἐρωτῶ, ὑπάρχει ἐπὶ τῶν δημοσίων χρεῶν ἡ περίστασις, ἡ ὁποία ἀπαλλάττει τοὺς κληρονόμους; Ὄχι· διότι ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν χρεῶν ἀπαλλάττονται οἱ κληρονόμοι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ εὐθύνωνται αὐτοὶ καὶ νὰ ὑποφέρουν διὰ τὰ ἀδικήματα καὶ τὰς ἀπερισκεψίας τῶν κληρονομηθέντων· ἐπὶ τῶν χρεῶν ὅμως τοῦ δημοσίου οἵ τε πρωτοφειλέται καὶ οἱ κληρονόμοι ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ἂν ὁ πατήρ μου ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον 100,000 δρ. καὶ δὲν ἐπρόφθασε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἦλθον δ’ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν του καὶ κατέλαβον πᾶσαν τὴν περιουσίαν του, δὲν πρέπει τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ κατ’ ἐμοῦ τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ αὐτὸ μέσον διὰ νὰ μὲ ἐκβιάσῃ εἰς τὴν πληρωμήν; πρέπει, διότι ἀπέθανεν ὁ πατήρ μου, νὰ μὴ μεταχειρισθῇ τὸ δημόσιον τὸ μέτρον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρεῖται δραστικώτερον καὶ συντελεστικώτερον εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημάτων, καὶ νὰ τρέχῃ κατόπιν κατασχέσεως κινητῶν καὶ ἀκινήτων ἡ ὁποία ἐπιφέρει μυρίας ἀναβολὰς καὶ δίδει χώραν εἰς στρεψοδικίας; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συγχωρηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν κληρονόμων, οἱ ὁποῖοι, ἂν δὲν θέλουσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ, δύνανται νὰ παραιτήσωσι τὴν κληρονομίαν, ὅτε κανεὶς δὲν θέλει τοὺς ἐνοχλήσει.
§100ΘΡ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπεστήριξα πάσῃ δυνάμει τὸ νομοσχέδιον ὅπερ πρόκειται εἰς συζήτησιν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας· ἐπιθυμῶ ὥστε τὰ δημόσια ἔσοδα νὰ εἰσέρχωνται ἀκριβῶς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι νομίζω ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων δὲν εἶναι ἁπλῶς βάρος τῶν πολιτῶν. Εἰς ἐποχὴν, κύριοι, ἄκρας ἐλευθερίας εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς σύνταγμα δημοκρατικὸν ἐτέθη ἡ διάταξις, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς τιμῆς νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους του· ἐθεώρησα λοιπὸν οὐ μόνον βάρος, ἀλλὰ καθῆκον τοῦ πολίτου τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι περιέχοντος διατάξεις αὐστηράς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει εἰς ὅλα τὰ πράγματα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν αὐστηρότητα τοῦ δημοσίου κατὰ τοῦ ὀφειλέτου νὰ ὑπάρχῃ ὅριόν τι, τὸ ὁποῖον οὔτε ἡ δικαιοσύνη, οὔτε ἡ φιλανθρωπία ἐπιτρέπει ἡμῖν νὰ ὑπερπηδήσωμεν· ἀπεδέχθημεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Ἐνῷ τὸ κοινὸν δίκαιον παρ’ ἡμῖν δὲν καθιεροῖ τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰμὴ εἰς ἐξαιρετικά τινὰς περιπτώσεις, τὴν ἀπεδέχθημεν ὅμως, διότι ἐθεωρήσαμεν αὐτήν ὡς τὸ μέσον τὸ πλέον τελεσφόρον εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ κατὰ τῶν ἐγγυητῶν καὶ τῶν κληρονόμων τῶν ὀφειλετῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι βάρβαρον· σᾶς λέγω καθαρὰ τὴν λέξιν, μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο. Μέχρι τοῦδε ἐθεωρήθη καὶ θεωρεῖται ζήτημα ἀμφισβητούμενον μεταξὺ τῶν νομομαθῶν, ἂν κατὰ τὴν καθεστῶσαν νομοθεσίαν ἐπιτρέπεται ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν κληρονόμων τῶν ὀφειλετῶν. Εἶναι νομομαθεῖς τινὲς λίαν σπουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν ἐγγράφως, ὅτι κατὰ τὴν καθεστῶσαν νομοθεσίαν ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπιτρέπεται, καὶ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου προχθὲς μοὶ ἔδωσε τοιαύτην γνωμοδότησιν τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη ὅλων τῶν νομομαθῶν τοῦ τόπου· ὑπάρχουν ἄλλοι ἐπίσης σπουδαῖοι νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦν τοῦτο· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα ἀμφισβητούμενον, τοὐλάχιστον εἰς τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων, ἔρχεται νὰ τὸ λύσῃ δι’ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, τοῦ νόμου τούτου ὑπερβαίνει καὶ τὰ ὅρια τοῦ δικαίου, ὡς εἶπον, καὶ τὰ ὅρια τῆς φιλανθρωπίας. Ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, διότι κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κληρονόμους. Ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς φιλανθρωπίας, διότι εἶναι σκληρὸν νὰ τιμωρήσητε τὸν κληρονόμον δι’ αὐτὴν τὴν ὑπαιτιότητα τοῦ κληρονομηθέντος παρ’ αὐτοῦ. Δὲν σᾶς φαίνεται, κύριοι, ὅτι εἶναι ἔκτακτον, ἀπότομον νὰ θελήσητε νὰ τιμωρήσητε τὸν κληρονόμον διὰ τὴν ὑπαιτιότητα τοῦ παρ’ αὐτοῦ κληρονομηθέντος; Καὶ, κύριοι, βεβαίως πρέπει τὰ δημόσια ἔσοδα, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ πρῶτος ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει δι’ ὅλων τῶν αὐστηρῶν μέτρων νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους του, διότι τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς πολιτείας εἶναι ἡ συντήρησις τοῦ κράτους, καὶ ἄνευ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ κράτος· ἀλλὰ τοῦτο, ὡς εἶπον, πρέπει νὰ ἔχῃ ὅρια τινά. Σήμερον, ὅτε βλέπομεν τάσιν εἰς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ ἔθνη πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ πρὸ ὀλίγου ἡ αὐτοκρατουμένη Γαλλία κατήργησεν αὐτὴν, θέλετε νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν ἡμεῖς καὶ κατὰ τῶν κληρονόμων καὶ τῶν συγγενῶν αὐτῶν; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ἔκτακτος, ὅλως διόλου ἔκκεντρος, καὶ ἤλπιζα ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἤθελεν ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀφοῦ ἐπεψηφίσαμεν, καὶ θὰ ἐπιψηφίσωμεν ἴσως διατάξεις λίαν αὐστηράς. Εἶναι κακὸν ἄνευ μεγίστης καὶ ὑπερτάτης ἀνάγκης νὰ ᾖναι καθιερωμέναι ἐντὸς τῆς νομοθεσίας μας ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀπὸ τὰ πεφωτισμένα ἔθνη ἀποκρούονται. Ἐθεωρήθη ἡ προσωπικὴ κράτησις, καὶ θεωρεῖται ἀναγκαία κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, καὶ τὴν ἀπεδέχθημεν, ἀλλὰ, διότι τὴν ἀπεδέχθημεν κατ’ αὐτῶν, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν καὶ κατὰ τῶν κληρονόμων αὐτῶν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ θεωρίαν παράδοξον· ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ τοὺς κληρονόμους ὡς συνέχειαν τῶν κληρονομουμένων ὡς πρὸς τὴν ὑπαιτιότητα. Μοὶ ἐφάνη, κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη τοῦ ποινικοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πρωτοφανής. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν· ἂν ὅμως ἐπιμείνῃ, τὸ κατ’ ἐμὲ, θέλω ψηφίσει ἐναντίον τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ θέλω παρακαλέσει καὶ τοὺς ἐντίμους φίλους μου νὰ ψηφίσωσι κατ’ αὐτῆς.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα, ἐγώ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιεικείας ἢ τῆς φιλανθρωπίας. Ὡς πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὑπὸ τὴν δευτέραν ἔποψιν ἐξετάσας τὸ ζήτημα, δὲν θέλω ἐγὼ νὰ τοὺς ἀνασκευάσω, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ἴσως ἀπορήσητε πῶς ἐνῷ, ὅταν ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, μ’ εἶχε κάμει κακὴν ἐντύπωσιν, ἤδη ἔρχομαι νὰ τὸ ὑποστηρίξω ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἡ ἐξάλειψις τῆς κακῆς ἐντυπώσεως μὲ ὑπεχρέωσε νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ ἐπείσθην, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν διόλου δὲν προσβάλλει τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης οὔτε τῆς δικαιοσύνης.
§103ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους θὰ συζητήσητε, ἢ ὡς νομοθέται;
§104ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ὑπὸ τὰς δύω ἐπόψεις, ἀκούσατε πρῶτον. Ἡ προσωπικὴ κράτησις, κύριοι, ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν νομοθεσίαν, ἢ ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑποχρεώσεως, ἢ ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἀτόμου. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ συγχέωμεν τὴν δευτέραν περίστασιν μὲ τὴν πρώτην, ὅταν ἡ φύσις τῆς ὑποχρεώσεως συνεπάγῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν· πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ κατὰ τῶν κληρονόμων, διότι δὲν μεταβάλλεται ἡ φύσις τῆς ὑποχρεώσεως, περιερχομένης εἰς αὐτὸν, διότι αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ αὐτὸ πρόσωπον μὲ τὸν κληρονόμον, αὐτὸς εἶναι ὁ διάδοχος ὁλοκλήρων τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ.
§105ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε. Δὲν μᾶς ἀναφέρετε ἓν παράδειγμα. (Διάλογοι).
§106Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σεῖς ἔρχεσθε καὶ ὁμιλεῖτε μὲ τὸν νοῦν σας ἀπρομελετήτως, ἐγὼ δὲ ἔρχομαι μὲ τὰς γνώμας τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων.
§107ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ κανένα νομικὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§108ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ κληρονόμος εἶναι διάδοχος εἰς τὸ σύνολον τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἀποθανόντος, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀνώτερον, παρ’ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον κληρονομεῖ. Ὅταν λοιπὸν ἡ φύσις τῆς ὑποχρεώσεως συνεπιφέρῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δὲν ὑπάρχει οὔτε νομικὸς λόγος, οὔτε λόγος φιλανθρωπίας νὰ μὴ ὑπαχθῇ καὶ αὐτὸς εἰς αὐτὴν, διότι εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν του νὰ γείνῃ ἢ νὰ μὴ γείνῃ κληρονόμος, καὶ οὐδεὶς τὸν ἀναγκάζει· ἀφ’ ἑτέρου ὁ νόμος τοῦ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπεισέρχηται μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπογραφῆς καὶ τότε οὔτε τὸ πρόσωπόν του ὑποχρεοῖ, οὔτε τὴν περιουσίαν του.
§109ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν μᾶς φέρετε ἓν παράδειγμα;
§110ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν δὲν ἐννοῆτε, δὲν ἔρχομαι εἰς συνδιαλέξεις μαζύ σας. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ φύσις τῆς ὑποχρεώσεως.....
§111ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἓν παράδειγμα....
§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ δημόσια ἔσοδα καὶ ἀποζημιώσεις προερχόμεναι ἀπὸ οἱονεὶ ἀδικήματα ἐξ ἀντιδανεισμοῦ κλ.
§113ΤΙΝΕΣ. Ἄ! τώρα μάλιστα. (Διάλογοι).
§114ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τώρα ἔρχομαι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ὅταν τὸ δημόσιον συμφέρον ὑπαγορεύῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὡς ἀναγκαστικὸν μέτρον ὑπὲρ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἄνευ φόρων, τότε ἡ προσωπικὴ κράτησις δίδεται ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν ὁ ὀφειλέτης παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν περιουσίαν, τὸ δημόσιον παραιτεῖται ἀπὸ τὴν προσωπικὴν κράτησιν;
§116ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι αὐτό· διότι οὐδεὶς ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως ἐκ τῆς κληρονομίας.
§117ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§118ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσω ἀκολούθως, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τώρα.
§119ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ καταδιωχθῇ, λέγει ὁ ὑπουργός.
§120ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου θέλει νὰ μάθῃ πότε εἰς τὸ πρόσωπον ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις; Δὲν ἐλπίζω νὰ τὸ ἀγνοῇ· ὡς νομικός· καὶ εἰς τὸ πρόσωπον ἐπιβάλλεται, ὡς λόγου χάριν, ἐπὶ ἐμπόρων μόνον καὶ μόνον διότι ἔχουσι τοιοῦτον ἐπάγγελμα. Τώρα ἔρχομαι εἰς τοὺς κληρονόμους. Σᾶς εἶπον ὅτι ὁ κληρονόμος ἀντιπροσωπεύει τὸ πρόσωπον τοῦ ὀφειλέτου, αὐτὸς εἶναι διάδοχος τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του, καὶ ἑπομένως ἑκουσίως ὑπεισερχόμενος εἰς αὐτὰς, δὲν ἔχει οὐδὲν δίκαιον νὰ ἀμφισβητῇ τὸ πρὸς ἀπότισιν αὐτῶν ἐνυπάρχον ἀναγκαστικὸν μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, μήτε νὰ ζητῇ νὰ ἐξαιρεθῇ αὐτῆς.
§121ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑποθέσατε, κύριε Πετσάλη, ὅτι εἷς καταδικάζεται εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, ἐξέρχεται τῆς φυλακῆς καὶ ἐννοεῖται ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει νὰ λάβῃ ἔξοδα δικαστικὰ, διατροφῆς κλπ. καὶ ἀποθνήσκει· τώρα ὁ κληρονόμος, ὅστις δὲν ἐδήλωσεν ὅτι ἀποδέχεται καὶ δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὴν κληρονομίαν, φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ προσωποκρατηθῇ;
§122ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου δὲν ἀποκρούεται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτε ἐσυζητήθη ὁ νόμος περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ὡς πρὸς τοὺς κληρονόμους.....
§123ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτοκρατουμένην Γαλλίαν.
§124Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς λέγω περὶ τοῦ νόμου, ὅστις εἰσήχθη κατὰ τὸ 1835 περὶ προσωπικῆς κρατήσεως· τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐκεῖ ἐγέννησεν ἀμφισβητήσεις, ὑπερισχυσάσης τῆς γνώμης ὅτι χάριν τῆς φιλανθρωπίας νὰ μὴ ἐφαρμόζηται κατὰ τῶν κληρονόμων· ἀλλ’ ὅμως ἡμεῖς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, διότι ἐκεῖ ὁ Γάλλος προθύμως πληρόνει τοὺς φόρους του ἄνευ καταδιώξεως, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν καθυστεροῦνται 60 ἑκατομμύρια. Ὅταν λοιπὸν δὲν δώσωμεν τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, θὰ καθυστεροῦνται περισσότερα, τὸ χρέος θὰ αὐξήσῃ. Ὡς πρὸς τοὺς φόρους ὅμως καὶ ἐκεῖ ἐφαρμόζεται καὶ ἡ προσωπικὴ κράτησις, καὶ συγχωροῦν τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ εἴς τινας πολιτικὰς δίκας, καὶ πρὸ πάντων διὰ τὰ χρέη τῶν φόρων. Ἔχουν λάθος οἱ συγχέοντες τὴν κατάργησιν, ἡ ὁποία ἔγεινεν ὑπὸ Αὐτοκράτορος Γάλλων μὲ ἐκείνην τῶν φόρων, διότι αἱ κρατήσεις ἐξακολουθοῦν ἰσχύουσαι μέχρι σήμερον. Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ ἀπὸ φιλανθρωπίαν τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὰ χρέη, διότι προσβάλλει ἐν γένει ὅλην τὴν κλάσιν τῶν φορολογουμένων, τοὐλάχιστον, καθὼς ἄλλοτε εἶπεν ὁ ὑπουργός τῆς Οἰκονομίας, νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἤθελον προέλθει ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ φυτειῶν καὶ τοῦ νόμου περὶ διανομῆς ἐθνικῆς γῆς, διότι ἀφοῦ θὰ καρποῦται ὁ κληρονόμος τὸ κτῆμα, ταυτίζεται μὲ τὸν πρωτότυπον ἀγοραστὴν, καθίσταται προσωπικὸν τὸ χρέος καὶ ὑπόκειται εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Λοιπὸν ὡς πρὸς αὐτὸ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ λόγου λέγω, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ διάταξις, περιοριζομένη εἰς τὰς καθυστερήσεις ὡς ἐκ τῶν νόμων περὶ φυτειῶν καὶ διανομῆς ἐθνικῆς γῆς, διότι ὁ κληρονόμος ἐκεῖ ὠφελεῖται, ἔχει τὸ πρᾶγμα, δὲν τὸ θέλει, ἂς παραιτηθῇ.
§125ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅσα ἤκουσα, κύριοι, ἀπὸ τοὺς ἐντίμους προαγορεύσαντας σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετά διὰ νὰ μεταβάλλουν τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέφρασα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· εἶναι ὅμως εἷς ἄλλος λόγος, ὅστις δύναται νὰ προταθῇ, καὶ ὁ λόγος εἶναι οὗτος, ὅτι ἂς φροντίζῃ τὸ δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ ἐγκαίρως τὰ εἰσοδήματα καὶ ἂς μὴ ἀφίνῃ νὰ διαιωνίζωνται τὰ χρέη, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ καταδιώκῃ τοὺς κληρονόμους. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἀρκετὰ οὐσιώδης καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, πέποιθα ὅτι θέλουν ἐκλείψει τὰ καθυστερούμενα, δὲν ἐπιμένω νὰ νομοθετηθῇ ἀπολύτως τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν κληρονόμων. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ χρέος συνωμολογήθη μὲν ἀπὸ τὸν ἀρχικὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπραχθῇ ἐγκαίρως ἀπ’ αὐτὸν, καθὼς εἶναι τὰ ἀπὸ τῶν νόμων περὶ φυτειῶν καὶ διανομῆς ἐθνικῆς γῆς προερχόμενα χρέη, καθὼς καὶ τὰ ἀνανεούμενα. Διὰ τὰ χρέη ταῦτα οἱ νόμοι τάττουν μακρὰς προθεσμίας, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθοῦν πάντοτε ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν κληρονόμων, διότι ἄλλως θέλομεν διατρέξει πολὺ σπουδαῖον κίνδυνον. Ὑποθέσατε ὅτι ὅλοι οἱ κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν γαιῶν θέλουν σπεύσει νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, καὶ θέλουν καταστῆ ὀφειλέται ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως δὲν θέλουν ζῇ, ἢ πολλὰ ὀλίγοι θὰ ζοῦν, ἑπομένως, ἐὰν οἱ κληρονόμοι δὲν ὑπόκηνται εἰς τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ δημόσιον θέλει εὑρεθῆ εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν.
§126ΤΙΝΕΣ. Πωλήσατε τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπέγγυον.
§127Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι τὸ κτῆμα θὰ ἦναι ὑποθηκευμένον εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ὅτι θὰ ἔχῃ τοῦτο πλήρη ἀσφάλειαν, ἀλλὰ μέχρις οὗ ἐνεργηθῇ κατάσχεσις καὶ πλειστηριασμὸς, θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπουν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Ὥστε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Δηλαδὴ δι’ ὅσα ἔληξαν, ζῶντος τοῦ ἀρχικοῦ ὀφειλέτου, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ προσωπικὴ κράτησις, διότι ἂς ἐφρόντιζε τὸ δημόσιον νὰ ἐκβιάσῃ τὸν ἀποθανόντα. Ἀλλὰ δι’ ὅσα λήγουν μετὰ τὸν θάνατον, δι’ αὐτὰ ὀφειλέτης εἶναι ὁ κληρονόμος, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ἡ προσωπικὴ κράτησις κατ’ αὐτοῦ. Ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, παρακαλῶ νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§128ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ αὐτὸ, διὰ τὰ χρέη τὰ προερχόμενα ἀπὸ τὸν νόμον περὶ φυτειῶν καὶ ἐθνικῆς γῆς, ἀλλὰ τὸ ἄλλο διὰ τὰ ἀνανεωμένα χρέη, μᾶς δίδετε ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι καὶ μᾶς παίρνετε ἀπὸ τὸ ἄλλο. (διάλογοι).
§129ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂς ἐξαλειφθῇ αὐτὸ καὶ ἂς μείνῃ μόνον διὰ τὰς φυτείας καὶ τὴν διανομήν.
§130ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκούσας τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη κατὰ τῶν μέτρων τῶν προτεινομένων περὶ προσωπικῆς κρατήσεως καὶ τῶν κληρονόμων ἀκόμη τῶν ὀφειλετῶν, ὅτι ἤθελεν ἀποσύρει ἐντελῶς τὴν γνώμην του καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ σταθμίζουσα τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη θέλει ἴδει ὅτι αὐτοὶ καὶ μόνοι εἶναι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν ἀπόῤῥιψιν ἑνὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον πολὺ εὐφυῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης ἀπεκάλεσε βάρβαρον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνδιδοὺς εἰς τὴν φωνὴν τοῦ δικαίου καὶ εἰς τὴν φωνὴν τῆς φιλανθρωπίας ἐδέχθη ἐν μέρει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου προσθεὶς τροποποίησίν τινα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς χρέη τινὰ, καὶ τοῦτο, ὅπως σᾶς εἶπεν, μεταβάλλων τὴν γνώμην του, διότι ὑπάρχει εἷς ἕτερος λόγος, ὅτι δῆθεν τὸ δημόσιον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ ἐγκαίρως τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων, ἑαυτὸ καὶ μόνον ὀφείλει νὰ αἰτιᾶται, ἐὰν παρημέλησε νὰ εἰσπράξῃ τὰς ἀπαιτήσεις του ἐγκαίρως καὶ πρὶν ἢ ὁ ὀφειλέτης ἀποθάνῃ... Ἀλλ’ ἂν ὁ λόγος αὐτὸς ᾖναι ἀληθὴς κατά τι, (ἐγὼ δὲν τὸν παραδέχομαι διόλου) τότε ἐφαρμόζεται ἐφ’ ὅλων τῶν χρεῶν, τῶν μήπω πληρωθέντων, διότι ὅπως ἐκεῖ, οὕτω καὶ ἐνταῦθα, ἡ καθυστέρησις δύναται νὰ προέρχηται ἐξ ἀμελείας τοῦ δημοσίου περὶ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν, ἄλλως τε δὲ ἂν ᾖναι ἀληθής, διατὶ νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν χρεῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλει ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ ἐξαιρέσῃ; (Διάλογοι). Ἀλλά, ὅπως σᾶς εἶπον, τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν ἀποκρούεται ἀπὸ τὸν λόγον τῆς ἀμελείας τῶν δανειστῶν, αὐτὸς εἶναι ὅλως ἐπουσιώδης λόγος· ὁ νόμος ὑποθέτει ὅτι ὁ δανειστὴς ἐπιδιώκει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαιωμάτων, ὅτι οὗτος ἀπαντᾷ προσκόμματα καὶ τῷ χορηγεῖται τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς τὸ δραστικώτερον μέτρον πρὸς εἴσπραξιν τῆς ὀφειλῆς, ὥστε ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν λῆψιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ δὴ ἐπὶ μὲν τοῦ ἐμπορίου ἡ ἀνάγκη τῆς τυχαίας κυκλοφορίας τῶν συναλλαγῶν, ἐπὶ δὲ τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου ἡ συντήρησις τοῦ Κράτους κλπ. Ἀλλά, κύριοι, πάντοτε καὶ ἀνέκαθεν ἀπεκρούσθη ὑπὸ πολλῶν καὶ μετὰ λόγου καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι, ὅπως πάντες κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ τιμαλφέστερον καὶ κυριώτερον ἀγαθὸν τῶν ἀνθρώπων. Προκειμένου περὶ συναλλαγῶν αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὡς ἀντικείμενον εἰμὴ τὴν ὕλην καὶ νὰ μὴ ᾖναι εἰμὴ μέρη τῆς περιουσίας καὶ μάλιστα περιουσίας μεταβιβαζομένης ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἄλλον, ὀφείλομεν νὰ κρατῶμεν ἀπομεμακρυσμένην ἀπ’ αὐτῆς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ περιουσία, καὶ μόνη ἡ περιουσία ὑπέγγυος καὶ ὑπόχρεως πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν, ἡ δὲ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὰς χρηματικὰς δοσοληψίας· ὡς ἀγαθὸν δ’ ἀναπαλλοτρίωτον μένει ἐκτὸς πάσης συναλλαγῆς καὶ οὐδέποτε δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν χρηματικῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων· μόνον δ’ ἔκτακτοι λόγοι ἠνάγκασαν τοὺς νομοθέτας νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ μέτρον αὐτό, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται, ὡς εἶπον, μέτρον βίαιον καὶ μέτρον ἀντικείμενον ἐν γένει εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ ἐφήρμοσαν, ὡς εἶπον, ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν, ἐπὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ δημοσίου ἐπὶ ἀποζημιώσεων προερχομένων ἐξ ἀδικήματος κλπ. Ἀλλά, κύριοι, ἡ χρῆσις τοῦ μέτρου τούτου ἀντικειμένου εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ἐν γένει, πρέπει νὰ γίνηται ὅσον τὸ δυνατὸν περιωρισμένως, πρέπει δὲ νὰ μὴ ἐπεκτείνηται ἀδίκως. Ἂν δ’ ἡ Βουλὴ παρεδέξατο τὴν χρῆσιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν ἀμέσων ὀφειλετῶν πρὸς τὸ δημόσιον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν αὐτῶν δὲν ἐνόει παντάπασιν νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῶν κληρονόμων τῶν ὀφειλετῶν καὶ τῶν ἐγγυητῶν ἀκόμη. Δὲν εἶδον τὴν γνωμοδότησιν τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτήν, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀντίκειται ὅλως εἰς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων μου ἐπικαλοῦμαι τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἀπήγγειλαν τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν κληρονόμων τῶν ὀφειλετῶν ἢ τῶν ἐγγυητῶν αὐτῶν· ἡ σταθερὰ δ’ αὕτη καὶ διαρκὴς νομολογία ἀρκεῖ πρὸς ἀναίρεσιν τῆς γνωμοδοτήσεως ἐκείνης καὶ πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἰδέας ὅτι κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν νομοθεσίαν ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους τῶν ὀφειλετῶν. Ὁ δὲ λόγος ὃν ἀνέφερεν ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος ὅτι δῆθεν ὁ κληρονόμος διαδεχόμενος τὸν ὀφειλέτην ὑπεισέρχεται καὶ εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀληθής. Πράγματι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκ τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς ἀποῤῥεούσας ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα, βεβαίως ὁ κληρονόμος ὑπεισέρχεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ κληρονομουμένου, ἀλλὰ τὰς προσωπικάς, τὰς μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ὀφειλέτου συνδεδεμένας, οὐδέποτε ὁ κληρονόμος διαδέχεται, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Ὑποτεθείσθω ὅτι τοὺς φόρους τοῦ δημοσίου τοὺς ὀφείλει μία γυνή. Κατὰ νόμον αἱ γυναῖκες ἀπαλλάττονται τῆς προσ. κρατήσεως· οὕτω δὲ κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος, οἱ κληρονόμοι αὐτῆς δὲν ὑπόκεινται εἰς προσωπικὴν κράτησιν καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, καθ’ ὃ καὶ κατὰ τῶν κληρονόμων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου ἀπαγγέλλεται ἡ προσωπικὴ κράτησις· διότι ἀφοῦ ἡ ὀφειλὴ τῆς γυναικὸς δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ, ῥιπτομένης αὐτῆς εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, ἕπεται ὅτι καὶ οἱ κληρονομήσαντες ταύτην ἄῤῥενες δὲν δύνανται νὰ προσωποκρατηθῶσιν, ἂν καὶ τὸ ῥηθὲν ἄρθρον ἀπαγγέλλει προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν τοῦ δημοσίου ὀφειλετῶν καὶ τῶν κληρονόμων αὐτῶν· καὶ ὅμως κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον οὐδεὶς νομικὸς θὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐπειδὴ ἡ γυνὴ δὲν ὑπάγεται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, καὶ οἱ κληρονόμοι αὐτῆς ἀπαλλάττονται τοῦ μέτρου τούτου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ οὖσαι στενῶς συνδεδεμέναι μετὰ τοῦ προσώπου τοῦ ὀφειλέτου δὲν κληρονομοῦνται ὑπὸ τοῦ διαδόχου αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀποῤῥέουσι καθαρῶς ἐξ αὐτῆς· οὕτω τὰ βάρη τῆς ὑποθήκης, οἱ τόκοι καὶ ἐν γένει ὅσαι ὑποχρεώσεις εἶναι συνδεδεμέναι μὲ τὴν οὐσίαν καὶ τὴν φύσιν τῆς ἀπαιτήσεως, οὐχὶ δὲ καὶ αἱ ἀποῤῥέουσαι ἐκ τῆς προσωπικῆς ἰδιότητος τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ ἄλλο παράδειγμα· ποῖος νόμος, ποῖος ἄνθρωπος δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι καὶ ὁ κληρονόμος, διότι ἔπραξεν ὁ πατήρ του ἔγκλημα, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ; Καὶ ὅμως οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον καθιεροῖ παρὰ ἡ ἄδικος, ἀπάνθρωπος καὶ βάρβαρος αὐτὴ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς νομοθέτης περιέλαβεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ του, τὴν τιμωρίαν δηλαδὴ τοῦ κληρονόμου διὰ τὰ ἐγκλήματα τοῦ κληρονομουμένου, διὰ τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις τοῦ πατρός. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω περισσότερον καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀποστροφὴν τῆς κοινωνίας κατὰ τοῦ μέσου τούτου καὶ τὴν κατακραυγὴν αὐτῆς, ἀλλὰ ἐπικαλοῦμαι αὐτὸ καὶ μόνον, τὴν συνείδησίν σας, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θελήσητε νὰ μολύνητε τὴν νομοθεσίαν μας δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐξετάσθη ἢ δὲν ἐτέθη ὅπου κυρίως ἔπρεπε νὰ τεθῇ· ὅπως ἐσυζητήθη, εἶναι καὶ φαίνεται παράλογον τὸ ἄρθρον· ἐὰν ἐπιμένῃ τις, ὅτι ὁ κληρονόμος ὑπόκειται εἰς προσωπικὴν κράτησιν ὡς κληρονόμος, πλανᾶται, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο, δὲν πρόκειται περὶ κληρονόμου, ἀλλὰ περὶ καρπουμένου ἐθνικὴν περιουσίαν. Ἰδοὺ πῶς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα· ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχηται αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν, ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι εἶναι ὀρθότερον· ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ διαστρέφουν ἀδίκως. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἵτινες ἀπολαμβάνουν ἤδη καὶ καρποῦνται ἐθνικὰ κτήματα καὶ γαίας, ὑποχρεοῦνται νὰ δώσωσι λόγον ἕνεκα τούτου ἢ ὄχι; Δὲν πρόκειται ἀκόμη, καὶ περὶ τῶν κληρονόμων τῶν ἐγγυητῶν.
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια· δὲν ὑπάρχουν εἰμὴ ἐγγυηταί.
§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπον, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπιτρέπεται διὰ κατεπειγούσας τινὰς ἀνάγκας, ὅτι τὸ βάρβαρον αὐτὸ μέτρον ἡ κοινωνία τὸ παραδέχεται εἰς περίστασιν καθ’ ἣν συμφέροντα κινδυνεύουν· εἰς τοὺς ἐμπόρους ἐπιτρέπει τοῦτο διὰ νὰ μὴ πάθουν τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου, τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ἐλευθέρα κίνησις αὐτοῦ τοῦ κλάδου, διότι ἐὰν παρεμποδισθῇ ἡ κίνησις αὕτη, τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα πάσχουν· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων ἐπέλθῃ δυσκολία, ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μεγαλείτερος; ὅταν πάσχουν τὰ συμφέροντα τὰ γενικὰ ὁ κίνδυνος εἶναι σπουδαιότερος ἢ ὅταν πάσχουν τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐμπορικά; Λοιπὸν ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι τὰ γενικώτερα καὶ σπουδαιότερα συμφέροντα δὲν διατρέχουν κίνδυνον, ὅταν ἐπέλθῃ δυσκολία περὶ τὴν εἴσπραξιν. Ὅταν τὸ δημόσιον δὲν ἠμπορῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας του, κινδυνεύει, καὶ ὁ κίνδυνος αὐτὸς εἶναι μεγαλείτερος παρὰ ἐὰν εἷς ἔμπορος σταματήσῃ τὸ ἔργον του. Εἷς πολίτης ἠγόρασεν ἐθνικὰ κτήματα, ὁ πολίτης οὗτος ἀπέθανεν, ὁ υἱός του κατέχει καὶ καρποῦται τὰ ἐθνικὰ κτήματα, ἀπολαμβάνει ἤδη ὅ,τι ἀπέκτησεν ἀπὸ τὸ δημόσιον. Διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐκ τούτου καθυστερούντων δὲν πρέπει νὰ καταδιωχθῇ αὐτός; δὲν πρέπει ὁ ὀφειλέτης ὅστις κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν καρποῦται τὸ κτῆμα νὰ καταδιωχθῇ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως, μὴ πληρόνων; Τὸ δημόσιον δὲν δύναται εἰμὴ νὰ μεταχειρισθῇ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα εἶναι συντελεστικώτερα. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ζητήματος. Ὁ ὀφειλέτης ὑποχρεοῦται, καταδιώκεται καὶ ζητεῖται νὰ πληρώσῃ ἀπέναντι ἐκείνων τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἀπολαμβάνει, καὶ ὄχι ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ πατρός του· ἰδοὺ ποῖον τὸ ζήτημα.
§134ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν πολλοὶ κληρονόμοι, καὶ τὸ κτῆμα τὸ κατέχῃ εἷς, θὰ πιάσητε καὶ τὸν ἄλλον;
§135ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Αὐγερινὲ, ἐὰν ἀγαπᾶτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν. Ἀκούσατε, παρακαλῶ «προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐπιβάλλεται κατὰ τῶν κληρονόμων, εἰμὴ διὰ χρέη προερχόμενα ἀπὸ τὰς ἐνιαυσίους δόσεις τῶν καρπουμένων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων ὅσαι ἔληξαν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ κληρονομουμένου»
§136ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται διὰ τὰ παλαιά;
§137ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὰ παλαιὰ καὶ ἄλλα χρέη οἱαδήποτε δὲν προβλέπει ἡ παροῦσα τροπολογία.
§138ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας ὁ νόμος περιέχει, ἀλλὰ εἰς κἄποιαν ἐπέκτασιν, καὶ ἡ ἐπιμονὴ ἡμῶν τῳόντι κατέληξεν εἰς ἓν συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον πλησιάζομεν νὰ συμφωνήσωμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἔκθεσίν του σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ χρέη ἐκ τῆς παραχωρήσεως γαιῶν καὶ κτημάτων προερχόμενα· τὴν διάταξιν αὐτὴν ἔτρεξεν νὰ τὴν εὕρῃ εἰς τὸν μεσαιῶνα καὶ τὸ κατώρθωσε· ἐδανείσθη μίαν διάταξιν τὴν ὁποίαν ξένη ἐξουσία καθιέρωσεν ἐν Ἑλλάδι, ἐξουσία ἥτις ἐθεώρησε τὴν Ἑλλάδα ὡς κτῆμά της. Δὲν ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι αὕτη δυστυχῶς παρεδέχθη ἀφοῦ ἀρκετὰ εὐγλώττως καὶ ἐπιστημονικώτατα ὡμίλησαν ὁ βουλευτὴς Τριπόλεως καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ ἄλλοι, ἂν καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ προσωπικὴ κράτησις, διότι ἔχετε διαφόρους τρόπους καὶ μέσα ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ, ὡς καθιερώσαντες τὴν πρώτην ὑποθήκην διὰ τὰ χρέη τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν παραχωρουμένων γαιῶν ἢ φυτειῶν, ἥτις ὑποθήκη βεβαίως σᾶς παρέχει πλήρη ἀσφάλειαν, ἐδώσατε τὸ δικαίωμα τῆς κατασχέσεως τῶν κινητῶν καὶ τὸ δικίωμα τῆς κατασχέσεως εἰς χεῖρας τρίτων κινητῶν ἢ χρημάτων τοῦ ὀφειλέτου καὶ σὺν τούτοις ἐπετρέψατε τὴν κατάσχεσιν καὶ ἐγγραφὴν, καὶ αὐτὴ νὰ γείνηται λίαν σύντομος καὶ συνοπτικὴ, καὶ μετὰ ταῦτα ἐκλείσατε εἰς πάντα ὀφειλέτην τὰς θύρας τῶν δικαστηρίων καὶ ἤδη ἤλθατε νὰ καθιερώσετε τὸ ἔσχατον αὐτὸ μέσον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ὀφειλέτου καὶ ἐγγυητῶν.
§139ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχομεν ἐγγυητάς.
§140ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ κ. πρόεδρος ὡμίλησε τῳόντι ἐπιτυχέστερα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν· ἐφρόντισε νὰ καθαρίσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ τὸ φέρῃ εἰς ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ σᾶς κάμῃ νὰ τὸ παραδεχθῆτε. Συγχωρήσατέ μοι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἐμὲ δὲν με ἔπεισεν καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ μὴ τὸ δεχθῆτε, ὡς ἐτέθη, διότι ὄχι μόνον δὲν θὰ ὠφελήσητε, ἀλλὰ θὰ βλάψητε τὸ δημόσιον. Δὲν μοὶ λέγετε πῶς θὰ κανονισθοῦν τὰ χρέη τῶν τέκνων τῶν ὀφειλετῶν καὶ ἐγγυητῶν μετὰ τὸν θάνατον αὐτῶν; Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς πατὴρ ἀφῆκε πέντε τέκνα καὶ αὐτὰ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου κληρονομοῦν τὴν περιουσίαν τοῦ πατρὸς ἐξίσου, μεταξὺ τῶν πέντε τέκνων ἓν εἶναι ἀνήλικον καὶ τὰ ἄλλα εἶναι κοράσια ἢ ἀνήλικα ἢ ὑπανδρεύθησαν λαβὸν ἕκαστον τὸ ἀναλογοῦν κτηματικὸν μερίδον· αὐτὸς θεωρεῖται καὶ εἶναι ὑπόχρεως διὰ τὸ ὅλον τῆς ὀφειλῆς τοὐτέστιν ὁ μεγαλείτερος ἄῤῥην; Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ διαχειριζόμενος ὅλην τὴν περιουσίαν.
§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δὲν στηρίζομεν τὴν καταδίωξιν εἰς τὸ κληρονομικὸν δίκαιον, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀπόλαυσιν· θὰ καταδιώκηται ὁ λαμβάνων τὸ κτῆμα.
§142ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ οἱ πέντε τὸ λαμβάνουν.
§143ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε καὶ οἱ πέντε θὰ καταδιωχθοῦν.
§144ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν συμφωνεῖτε νὰ διατυπωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ; διὰ τὴν ὀφειλὴν ὅλων δὲν θὰ καταδιώξητε τὸν ἕνα, ἀλλ’ ἕκαστον κατὰ τὸ μερίδιον ὅπερ ἔλαβε ἐκ τῆς πατρικῆς περιουσίας καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ληξάσας δόσεις μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός. Νομίζω ὅτι ἂν οὕτω δὲν διατυπώσετε, τὴν διάταξιν ταύτην, θὰ φέρητε δυσκολίας εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι οἱ ταμίαι δὲν θὰ καταφύγουν εἰς ἄλλον μέσον παρὰ εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὡς προσφορώτερον καὶ εὐκολώτερον μέσον, καὶ ἅμα τεθῇ εἰς προσωπικὴν κράτησιν, θὰ πληρώσῃ τὸ χρέος καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς, καθ’ ὅσον δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τὰ δικαστήρια προσφυγή. Πολὺ καλὰ, ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ λοιπὸν, ὅτι οἱ κληρονόμοι τοῦ ἀποθανόντος ἐκ παραχωρήσεως ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν πληρόνουν ἕκαστος τὴν ἀναλογίαν του καὶ ὑποχρεόνονται διὰ τὴν ἀναλογίαν αὐτὴν εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν.
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς σημειωθῇ αὐτό.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ. κ. Ζέγγελης καὶ κατόπιν ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§147ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω ἂν ἡ γνώμη ἐκ τῆς ὁποίας ἐγεννήθησαν δισταγμοί τινες ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἦναι ὀρθὴ, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἐξετάζομεν λοιπὸν τὸ πρᾶγμα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν φέρεται ἐνώπιόν μας. Ὁ ἡμέτερος νομοθέτης, κύριοι, κατὰ γενικὸν κανόνα εἶναι κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ὅπου εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις παραδέχεται τὴν προσωπικὴν κράτησιν, πάντοτε προέρχεται εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὅταν ὑπάρχουν σπουδαιότερα καὶ γενικώτερα συμφέροντα, ὅπως τοῦτο συμβαίνει ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων καὶ ἐπὶ τῶν ἐξ ἀδικήματος πράξεων· ἀλλὰ, κύριοι, εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις ταύτας πάντοτε ὁ νομοθέτης ἐπιβάλλει τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς ἐννόμου σχέσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται αὕτη καὶ εἶναι ὑπαίτιος· ὁ ἀδικήσας τινὰ βεβαίως, κύριοι, νὰ τεθῇ εἰς προσωπικὴν κράτησιν, διότι ἔπραξεν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν· οὐδαμοῦ ὅμως τοῦ νόμου ἀπαντῶμεν διάταξίν τινα κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐπιβάλλεται καὶ κατὰ τοῦ κληρονόμου, τοῦ μὴ λαβόντος τουτέστι μέρος εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς ἐννόμου σχέσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ νομοθέτης ἀπήγγειλε τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ἐννοεῖται λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ αὕτη· ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ κ. πρωθυπουργὸς παρετήρησεν εἰς ἡμᾶς ὅτι δὲν ζητεῖ τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν κληρονόμων διὰ πράξεις αἱ ὁποῖαι ἐτελέσθησαν παρὰ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν κληρονομηθέντος, θέλει ὅμως νὰ ἀπαγγέλληται προσωπικὴ κράτησις καὶ κατὰ τῶν κληρονόμων διὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτοὶ καρποῦνται, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῆς τροπολογίας ἔκαμε τὴν διάκρισιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἐπανέλαβεν. Ἐγώ, κύριοι, εὑρίσκω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν μὴ στηριζομένην εἰς λόγον σπουδαῖον, καὶ ἂν θέλητε, δὲν εἶμαι σύμφωνος οὔτε ὡς πρὸς τὴν βάσιν αὐτῆς. Δὲν εἶναι σπουδαῖος ὁ λόγος, διότι τὸ δημόσιον ἐκτὸς τῆς ἀσφαλείας τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπ’ αὐτῶν τῶν κτημάτων, ἐκτὸς τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐψηφίσατε καὶ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῆς περιουσίας του, ἔχει, κύριοι, καὶ τοῦτο, καὶ τὴν περιουσίαν τῶν κληρονόμων ὑπέγγυον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους. Ἐὰν λοιπὸν δεχθῶμεν ὅτι ὁ κληρονόμος εὑρίσκεται εἰς θέσιν καλὴν, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τότε ἀπειλοῦνται τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ τὸ λέγω τοῦτο, διότι, ἐὰν τῳόντι τὰ δημόσια συμφέροντα ἠπειλοῦντο, ἤθελα συμφωνήσει· ἀλλά, κύριοι, εἶναι καὶ εἷς ἄλλος λόγος· ἰδοὺ ποῖος. Κατὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν ὁ ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος δὲν ὑποβάλλεται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, δὲν εἶναι οὕτω, κ. ὑπουργέ;
§148ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς.
§149ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος δὲν ὑποβάλλεται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, εἰς οὐδὲν μέσον καταδιώξεως, ἐνῷ οὗτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καρποῦται τὸ κτῆμα καὶ δύναται νὰ τὸ καρποῦται. Λοιπόν, λέγει, ὁ καρπούμενος ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος τὴν περιουσίαν τοῦ πατρός του δὲν ὑποβάλλεται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, ὁ δὲ κληρονόμος ὁ μὴ ἐξ ἀπογραφῆς τοῦ ὁποίου ἡ περιουσία προστίθεται εἰς τὴν πατρικὴν καὶ καθίσταται ὑπέγγυος, καὶ ἡ περιουσία αὕτη νὰ ὑπόκηται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, δὲν εἶναι ἀνακόλουθον αὐτό; ἐδῶ, κύριοι, εἶναι τὸ ἄτοπον κατ’ ἐμέ· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἀντὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ διάταξις αὕτη τὸ δημόσιον, δὲν φοβεῖσθε μήπως συμβῇ τὸ ἐναντίον, τοὐτέστιν ὁ κληρονόμος ὅστις λαμβάνει τὴν περιουσίαν τοῦ πατρός του διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν θὰ δεχθῇ τὴν κληρονομίαν ἐξ ἀπογραφῆς; καὶ τότε ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀπαλλάσσει καὶ τὴν ἰδιαιτέραν του περιουσίαν, ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν καὶ ἡ περιουσία τοῦ κληρονόμου εἶναι ἐπίσης ὑπέγγυος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι πείθουσιν ἐμὲ ὅτι οὐδένα κίνδυνον εὑρίσκω διὰ νὰ παραδεχθῶ τὴν τροπολογίαν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μιχαλόπουλος.
§151ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα διὰ νὰ ὁμιλήσω· ἔχω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας...
§152ΤΙΝΕΣ. Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια οἱ βουλευταὶ, ὑπάρχει ἀπαρτία.
§153Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κύριος Μιχαλόπουλος μοὶ παραχωρεῖ τὸν λόγον.
§154ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ κατόπιν ὁμιλῶ ἐγώ.
§155Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅπως ἐτροπολόγησε, κύριοι, ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τὴν τροπολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν παραδεχθῶ, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας μας. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἀπέβλεπε κυρίως εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν κληρονόμων, ἀλλ’ ὁ κάτοχος ὁ λαμβάνων ἔκτασίν τινα γαιῶν, ἅμα δεχθῇ τὴν κληρονομίαν ἐννοοῦμεν ὅτι εἶναι προσωπικῶς ὑπόχρεως διὰ τὴν πληρωμὴν, ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ κυρίου προέδρου τοῦ ὑπουργείου καὶ ἡμῶν. Τὸ ζήτημα ἦτο νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ χρέη παρελθόντα τοῦ πατρὸς, ὥστε δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν τροπολογίαν, ἥτις περιέχει τὴν γνώμην ἡμῶν.
§156ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι, κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα ἀπεπλανήθη· ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ οἱ προλαλήσαντες ἀντὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν θέσιν του τὸ ἀπεμάκρυναν ἐπὶ μᾶλλον· ἐγὼ ἐν ὀλίγαις λέξεσι θέλω τὸ ἐπαναφέρει. Τινὲς, κύριοι, τῶν δικανικῶν ἔπιασαν, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν οὐρὰν καὶ κατήντησαν νὰ συζητῶσι κατὰ τίνων καὶ ὑπὲρ τίνων καθιεροῦται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Ἐγὼ δὲ λέγω ἢ καθ’ ὅλων ἢ κατ’ οὐδενὸς νὰ ἐπιβληθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις. Κύριοι! οἱ νόμοι δὲν πρέπει νὰ ἦναι παράλογοι· ἠξεύρω, ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀκούσητε· ἀλλ’ ὅταν θὰ τὸ ἐννοήσητε, θὰ τὸ παραδεχθῆτε. Οἱ νόμοι, κύριοι, κατὰ γενικὸν κανόνα ἔγειναν διὰ τοὺς κακούς· οἱ νόμοι, καθιερώσαντες τὸν καταναγκασμὸν κατὰ τὴν εἴσπραξιν, ἐδόθησαν εἰς χεῖρας πάσης κυβερνήσεως καὶ παντὸς δημοσίου κατὰ τῶν κακῆς πίστεως ὀφειλετῶν· καὶ ὅπου οἱ νόμοι δὲν ἐπαρκοῦν, ὅπου ὁ καταναγκασμὸς δὲν ἐπαρκεῖ, ἐδόθη ὡς ἐπίμετρον ὁ ἔσχατος νόμος, τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς προσωποκρατήσεως, ἥτις δὲν ἀλλάζει φύσιν, ἐφαρμοζομένη εἴτε κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, εἴτε κατὰ τῶν κληρονόμων· ὅ,τι συμβαίνει ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν χρεῶν, τοῦτο δὲν συμβαίνει ἐπὶ τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου. Εἶναι, κύριοι, ἔγκλημα ἀπὸ μέρους τοῦ δημοσίου κατὰ τῶν κακῆς πίστεως ὀφειλετῶν, τῶν ἀντιστρατευομένων κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου τοῦτο; Οὐχὶ τώρα, ποῖοι εἶναι οἱ κακῆς πίστεως ὀφειλέται; εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους συμπεριλαμβάνει ἡ τροπολογία; ὄχι. Τὰ χρέη τοῦ μικροῦ λαοῦ τοῦ φορολογουμένου εἶναι χρέη παρόντα ζῶντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἐξουσία ὅλα τὰ μέσα νὰ μὴ τὰ ἀφήσῃ νὰ γείνουν ἀποθανόντα, νὰ παραγραφοῦν, νὰ παλαιώσουν, ὥστε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσῃ ὅλα τὰ ἄλλα μέσα, καὶ τὴν Δρακόντειον διάταξιν τῆς προσωποκρατήσεως· ἄλλως τε εἶναι ἄδικον διὰ τοὺς τοιούτους νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον τῆς προσωποκρατήσεως, οἵτινες πολλάκις, εἴτε ἐξ ἀφορίας ἢ θεομηνίας, εἴτε διότι δὲν τοῖς ἐζητήθησαν ἐννόμως, εἴτε καὶ διότι ἠμέλησαν ἐξ ἀνεχείας, εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ἂν δὲν ἔχωσιν οὗτοι περιουσίαν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδικώτατον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατ’ αὐτῶν, καθὸ μὴ κακῆς πίστεως, ἀφοῦ δὲν εὑρέθησαν εἰς κατάστασιν ἐπὶ στιγμὴν νὰ πληρώσουν. Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔχετε σήμερον εἰς χεῖράς σας, τὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, εἶναι ἄδικον, διότι ἡ προσωποκράτησις χρήματα δὲν φέρει· δὲν εἶναι δὲ κακὴ πρόθεσις τοῦ ὀφειλέτου νὰ μὴ ἔχῃ χρήματα, ἢ νὰ εὑρέθη εἰς ἔκτακτον περίστασιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ. Ποῖοι εἶναι οἱ κακῆς πίστεως ὀφειλέται; εἶναι ἐκείνη ἡ τάξις, ἡ ὁποία ὀφείλει τὰ 65,000,000 καὶ κατ’ ἐκείνων ἔπρεπε νὰ στραφῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία, διότι, ποῖον ἕτερον μέσον ἔχετε πρὸς εἴσπραξιν ἐκείνων τῶν καθυστερουμένων; Τοὺς πρωτοφειλέτας; ἀλλ’ οὗτοι ἀπῆλθον εἰς τὰς αἰωνίους μονάς· τὰς ἰδιοκτησίας; ἀλλὰ τοιαύτας δὲν ἔχουν· μετεβιβάσθησαν δεκάκις· καὶ ἄν που ὑπάρχῃ τις, ἅμα ἴδῃ ψηφιζόμενον τὸν νόμον θέλει τὴν μεταβιβάσει εἰς τρίτον καὶ τέταρτον πρόσωπον. Τί θέλετε πάρει λοιπὸν; Ἐγὼ ἤθελον ν’ ἀνανεωθῇ ἐκεῖνος ὁ παλαιὸς νόμος, ἐκεῖνος ὁ τῳόντι βάρβαρος νόμος εἰς χεῖρας σήμερον τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἄλλοτε ὁ δανειστὴς τὸ κατατέμνειν, τὸ σῶμα τοῦ ἀποβιώσαντος ὀφειλέτου· ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ὀφειλετῶν τῶν 65,000,000, ἤθελον εἴπει, τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ δικαίωμα καὶ ἐπὶ τῶν σωμάτων των· διότι, κύριοι, τίποτε δὲν ἔχετε νὰ πάρητε ἀπὸ αὐτοὺς, ἂν δὲν ἔχητε εἰς χεῖρας τὸ δικαίωμα τῆς προσωποκρατήσεως. Τί; θέλετε νὰ τοὺς ἀμνηστεύσητε; εὔκολοι εἶσθε εἰς τὰς ἀμνηστείας, ἀλλὰ συλλογισθῆτε τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε· ἂν δύνασθε νὰ τὸ κάμητε, κάμετέ το. Ὁ κ. Χατζῖσκος εἰς μίαν προλαβοῦσαν σύνοδον ἔφερε, καὶ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον ἀνενέωσε πρότασιν ἵνα καταναγκάσῃ τοὺς κακῆς πίστεως ὀφειλέτας, ἵνα τοὺς φιλοτιμήσῃ νὰ πληρώσουν κἄτι τι (διότι τώρα ἐκακοσυνείθισαν εἰς τὰς ἀμνηστείας) ὅπως στεροῦνται τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων των, καὶ νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ νὰ γίνωνται νομάρχαι, ἔπαρχοι, δήμαρχοι κτλ. Τοῦτο εἶναι δικαιότατον· οἱ παλαιοὶ ἔλεγον «ἄτιμος ἔστω ὁ ὀφείλων εἰς τὸ δημόσιον». Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι κακῆς πίστεως ὀφειλέτης, ἐνόσῳ δὲν ἄρητε τὸν βαρὺν κλοιὸν, ὁ ὁποῖος τὸν βαρύνει, τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, καὶ δὲν ἀνανεώσητε τὸν παλαιὸν νόμον νὰ στερηθοῦν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων των οἱ μεγάλοι ὀφειλέται τῶν 65,000,000, τοῦτο πρέπει νὰ πράξητε, ἂν θέλητε νὰ ἦσθε τίμιοι καὶ δίκαιοι, καὶ ἀληθεῖς νομοθέται. Μὴ ἐφαρμόσητε νόμον ἐκ μονομερείας, διότι εἶναι παράλογον, καὶ οἱ νόμοι δὲν πρέπει νὰ περιέχουν παραλογισμούς. Διὰ ταῦτα ἀποκρούω τὴν πρότασιν καὶ λέγω, ὅτι ἂν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, πρὸ πάντων ἂς ἐφαρμοσθῇ καὶ κατὰ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις ὀφείλει τὰ 65,000,000. Δὲν δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε δύο μέτρα πρὸς εἴσπραξιν. Εἶπόν τινες ὅτι κατηργήθη ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἡ καταπίεσις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Διὰ χρέη ἰδιωτικὰ βέβαια· διότι ὁ δανείζων ἐπὶ τόκῳ, πολλάκις ἔχει λάβει τὸ κεφάλαιον καὶ κερδοσκοπεῖ, καὶ πρέπει νὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τῆς κερδοσκοπίας· τὸ δημόσιον ὅμως λαμβάνει τόκον ἀπὸ κανέναν; ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἄδικος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου; Δὲν πρέπει, λέγω, νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις οὔτε διὰ τὰ καθυστερήματα τῶν φυτειῶν, τὰς ὁποίας ἐχαρίσαμεν, οὔτε διὰ τὰς τῶν γαιῶν, πολὺ ὀλιγώτερον διὰ τὰ μεγάλα καὶ παλαιὰ καθυστεροῦντα, πλὴν μόνον διὰ τὸν μικρὸν φορολογούμενον.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτομεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§158ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν, ἂν θέλῃ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν καθαριζομένων, τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§159ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τοῦτο χρειάζεται νόμος, καὶ τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ἔλθῃ τοιοῦτος νόμος, θέλει προβλέψει καὶ περὶ τούτου.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω λοιπὸν τὸ ἄρθρον ὡς κατηρτίσθη· «Ὅσα ὁ παρὼν νόμος διαλαμβάνει περὶ τῶν ὀφειλετῶν, ἐφαρμόζονται πρῶτον κατὰ τῶν ἐγγυητῶν, καὶ δεύτερον κατὰ τῶν κληρονόμων, τῶν ὀφειλετῶν καὶ ἐγγυητῶν, ἐκτὸς ἂν οἱ κληρονόμοι ᾖναι ἐξ ἀπογραφῆς. Προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐπιβάλλεται κατὰ τῶν κληρονόμων εἰμὴ διὰ χρέη ἀπὸ τὰς ἐνιαυσίους δόσεις τῶν ἐκποιουμένων ἐθνικῶν γαιῶν τῶν κτημάτων, ὅσαι ἔληξαν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ κληρονομουμένου». Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη;
§161ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ τ’ ἄρθρα 53, 54, 55, 56, 57 καὶ 58 δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἔχοντα ὡς ἑξῆς)· «Ἄρθρον 53. Δι’ ὅσα ἐπλήρωσαν οἱ ἐγγυηταὶ ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι παρὰ τοῦ ταμίου τὴν διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν πληρωθέντων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 54. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοσίων προσόδων καὶ κτημάτων ὡς πρὸς τοὺς ὑπενοικιαστὰς καὶ τοὺς φορολογουμένους, καὶ οἱ ὑπενοικιασταὶ ὡς πρὸς τοὺς φορολογουμένους ἔχουσι τὰ αὐτὰ μὲ τὸ δημόσιον δικαιώματα καὶ δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσι παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τὴν ἐφαρμογὴν πάντων τῶν ἐν τῷ Κεφ. Βʹ. τοῦ παρόντος νόμου διαλαμβανομένων καταναγκαστικῶν μέσων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐὰν γεννηθῶσι διενέξεις, ὅλαι αἱ ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως ταύτης δικαστικαὶ ἀνακοπαὶ, προκλήσεις καὶ ἀποφάσεις ἀπευθύνονται μόνον κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ ὑπενοικιαστοῦ, διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖται ἡ καταδίωξις, ἄνευ τινὸς εὐθύνης τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον 55 Οἱ ἐγγυηταὶ ὀφειλετῶν πρὸς τὸ δημόσιον δὲν ἔχουν τὸ τῆς διζήσεως εὐεργέτημα. Ἐγγυηταὶ ὑπογράψαντες ὡς τοιοῦτοι εἰς πρακτικὰ δημοπρασίας δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς ἐγγυήσεως καὶ ἂν εἰς τὰς ὁμολογίας ὑπογράψωσιν ἄλλοι ὡς ἐγγυηταί.
ΚΕΦ. Εʹ.
Ποινικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 56. Δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες κατὰ ἐκτέλεσιν τῶν διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς καθηκόντων ἤθελον δείξει ἀσύγγνωστον ῥᾳθυμίαν, τιμωροῦνται πειθαρχικῶς παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ δραχ. 25 μέχρι 200. Οἱ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑπάλληλοι ὑπόκεινται προσέτι εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον 57. Οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῶν προϊσταμένων ταμιῶν, ἐὰν δὲν εἰσπράξωσιν ἐμπροθέσμως ὅλους τοὺς φόρους, τὰ ποινικὰ ἔξοδα καὶ τὸ πρόστιμα, τῶν ὁποίων ἀνετέθη αὐτοῖς ἡ εἴσπραξις. Οἱ ταμίαι προσδιορίζουσιν ἑκάστοτε τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλουσιν οἱ εἰσπράκτορες νὰ ἀποπερατώσωσι τὴν εἴσπραξιν· ἐὰν δὲ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας μείνωσι καθυστερήματα, καταλογίζονται εἰς βάρος τῶν εἰσπρακτόρων ἐκτὸς ἐὰν δυνηθῶσι νὰ τὰ δικαιολογήσωσι κατὰ τὰ ἄρθρα 153 καὶ 154 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου· ἐπὶ τῶν δικαιολογημάτων ἀποφασίζουσιν οἱ ταμίαι, ἐφαρμοζομένων κατὰ πάντα τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1857 ΥΚΑʹ νόμου. Εἰσπράκτωρ μὴ πληρώσας τὰ καταλογισθέντα εἰς βάρος του ἐλλείμματα, ἀποβάλλεται τῆς ὑπηρεσίας, καταδιώκεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου πρὸς ἀπότισιν αὐτῶν. Ἄρθρον 58. Δεσμοφύλαξ πολιτ. φυλακῆς, ὅστις ἤθελεν ἀπολύσει ὀφειλέτην παραδοθέντα αὐτῷ καὶ κρατούμενον διὰ χρέος πρὸς τὸ δημόσιον, τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον δρ. 100–300, ὑπόκειται δὲ προσέτι καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τὸ ἄρθρ. 181 τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ δημοσίου.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 59 κεφάλαιον ΣΤʹ. Περὶ τῆς διὰ τραπεζιτῶν ἢ ἐργολάβων εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἄρθρον 59. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραχωρήσῃ διὰ δημοπρασίας καὶ ἐπὶ ἀμοιβῇ οὐχὶ ἀνωτέρᾳ τῶν 10% εἰς τραπεζίτας ἢ ἐργολάβους τὴν εἴσπραξιν· ά.) Τῶν παρὰ τῶν φορολογουμένων ὀφειλομένων φόρων. βʹ.) Τῶν ἐνιαυσίων δόσεων τῶν ἐκποιουμένων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων καὶ τῶν ἀνανεουμένων δημοσίων χρεῶν καὶ γʹ.) Τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, τῶν προστίμων, ἐξόδων ἀπαριθμήσεως καὶ ἄλλων τοιούτων.»
§163ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὸ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ χρεῶν ἀναγομένων εἰς τὰς πρὸ τοῦ 1871 χρήσεις.
§164ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ, κύριε πρόεδρε, εἶναι μάχαιρα δίστομος εἰς χεῖρας καλοῦ ὑπουργοῦ καὶ τιμίου, δίδει τὰ μέσα ν’ ἀγαθοποιῇ, ἐνῷ εἰς χεῖρας ἑνὸς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κάμνῃ κακὴν χρῆσιν δίδει τὰ μέσα νὰ κακοποιῇ. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν καὶ νὰ δώσῃ εἰς ἐργολαβίαν φόρους, οὓς περιγράφει τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑπόχρεως κατὰ τὸ ἄρθρον νὰ τὸ πράξῃ δι’ ὅλον τὸ κράτος, καὶ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Τοῦτο ἔχει καὶ τὸ καλὸν καὶ τὸ κακόν. Τὸ καλὸν εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι μία κυβέρνησις θέλουσα νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν φόρους τῶν παρελθόντων ἐτῶν δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ ἐπαρχίας, αἵτινες ἔπαθον ὡς π. χ. ἡ Βόνιτσα καὶ τὸ Ξηροχώριον ἢ ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν βλάβην ἀπὸ βροχὰς ἀπὸ πλημμύρας, ἢ ἀπὸ ἄλλας ζημίας. Τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς εἷς καλὸς ὑπουργὸς βεβαίως θέλει τὰς ἐξαιρέσει. Ὑποθέσατε κακὸν ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν δημοτικῶν ἢ βουλευτικῶν, ἐκθέτει τοὺς φόρους ὡρισμένων ἐπαρχιῶν εἰς δημοπρασίαν.—Εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου μου, κάμνω μίαν παρέκβασιν ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν οὔτε ἄλλην τινα ὡρισμένην, λέγω μόνον τί εἶναι ἐνδεχόμενον, διότι μὲ εὐχαρίστησίν μου παρατηρῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι πρώτην φορὰν ἀφ’ ἧς ἔγεινα βουλευτὴς, καὶ εἶμαι εἷς τῶν ἀρχαίων βουλευτῶν, ἀπήντησα συζητήσεις ὅλως διόλου ἐλευθέρας φατριασμοῦ, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποβλέπουν εἰμὴ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τοῦτο ἐλευθέρως ἀναφέρω τὴν ἰδέαν μου καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ παρεξηγηθῶ.—Λέγω λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἷς ὑπουργὸς δύναται νὰ κάμνῃ καὶ καλὸν καὶ κακόν, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς πρότασίν μου, διὰ τῆς ὁποίας θέλω νὰ δεσμεύσω τρόπον τινὰ νὰ μὴ γίνηται ποτὲ τὸ κακόν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐπαρχίαι τινὲς, δι’ οὓς λόγους εἶπον, τὸ τοιοῦτον ἀποφασίζεται ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, καὶ νὰ ἐκδίδηται καὶ κανὲν διάταγμα νὰ ἐκτίθενται οἱ λόγοι τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Α ἢ Β.
§165ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κύριον βουλευτὴν Ἄργους νὰ διατυπώσῃ τὴν τροπολογίαν του, καὶ ἴσως δὲν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν παραδεχθῶ. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα εἰμὴ περὶ μισθώσεως καὶ, καθὼς εἰς ὅλας τὰς μισθώσεις ἡ κατακύρωσις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, οὕτω καὶ ἐνταῦθα ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, ὅταν φρονῇ ὅτι εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἢ ἕνα δῆμον οἱ τελευταῖοι πλειοδόται δὲν εἶναι φερέγγυοι, ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος, οὔτε δύνασθε νὰ τὸν ὑποχρεώσητε νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κατακύρωσιν, ὅπως γίνεται καὶ ἐπὶ τῶν προσόδων, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐγκρίνῃ τὸ ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν δημοπρασιῶν, ἀλλ’ ὅσας νομίζῃ ὅτι εἶναι συμφέρουσαι ἐπίσης καὶ εἰς τὰς ἐκποιήσεις τῶν κτημάτων, διατάττει μὲν ὁ νόμος νὰ γίνηται δημοπρασία, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὴν ἐγκρίνῃ;
§166ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννόησα αὐτό. Εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ, νὰ ᾖναι ὅμως φανερὸν διατὶ δὲν ἐγκρίνει. Ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ κράτους τοὺς φόρους, νὰ μᾶς δίδῃ ὅμως τὸν λόγον, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀναβάλῃ εἴς τινας ἐπαρχίας. (Διάλογοι).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μείνῃ λοιπὸν ἐκκρεμὲς καὶ αὐτό;
§168ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ζήτημα ὅπερ χρῄζει ἐξετάσεως. Δὲν βλέπω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ καθιερώσωμεν ἓν νέον σύστημα, χωρὶς ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὸ πλημμελὲς σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως καὶ δίδωμεν εἰς τοὺς ἐργολάβους δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δίδομεν καὶ εἰς τοὺς εἰσπράκτορας. Οἱ ταμίαι θὰ προτιμήσουν ἐκείνους καὶ θὰ ἀφήσουν τοὺς ἄλλους κατὰ τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας των. Θέτει ὁ ὑπουργὸς τὴν προκαταβολὴν ὁρίζων αὐτὴν εἰς τὸ εἰκοστημόριον· τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἐὰν ὑπῆρχον τραπεζῖται εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ κεφάλαιον νὰ ἀναβληθῇ, διότι, μὴ σᾶς φαίνηται παράδοξον, συζητοῦμεν περὶ νομοσχεδίου λίαν σπουδαίου, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει πολλὰς διατάξεις τῆς ἐν γένει καθεστηκυίας νομοθεσίας μας, καὶ τὸ συζητοῦμεν μετὰ τινος σπουδῆς καὶ ταχύτητος. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ ἐκθέσω τὴν ἰδέαν μου καὶ θέλω νὰ σημειωθῇ ὅτι θὰ βλάψωμεν ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους. Τί ἠξεύρομεν ὅτι θὰ κάμῃ ἕνας ταμίας; ἐσύναξε 15 χιλιάδας δραχμάς· τί θὰ τοῦ κάμῃς; νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ὅλον τὸ ἄρθρον αὐτὸ διὰ νὰ σκεφθῶμεν καλλίτερα.
§169ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Διὰ τοῦ κεφαλαίου τούτου δὲν προτιθέμεθα ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας διὰ προσώπων ἄλλων τὰ ὁποῖα νὰ δίδουν καὶ περισσοτέραν ἐγγύησιν καὶ νὰ ἔχουν καὶ περισσοτέραν εὐθύνην διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Τὰ χρέη τὰ ὁποῖα διαλαμβάνονται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰσπράττονται σήμερον διὰ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ εἰσπράκτορες εἶναι ἄνθρωποι ἀνήκοντες εἰς τὰ ἐπιτόπια κόμματα, συμβαίνει ὡς ἐκ τούτου νὰ μὴ ἐνεργοῦν τὸ καθῆκόν των μὲ ἀμεροληψίαν καὶ διὰ τοῦτο ἐξογκοῦνται τὰ καθυστεροῦντα· δὲν συμβαίνει ὅμως καὶ τὸ ἄλλο κακὸν τὸ ὁποῖον φοβοῦνται πολλοὶ, ὅτι καταχρῶνται τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν, διότι καταδιώκονται ποινικῶς καὶ διὰ τοῦτο σπανιώτατον εἶναι εἰς εἰσπράκτωρ νὰ καταχρασθῇ δημόσια χρήματα· ἐὰν λοιπὸν ἀντικαταστήσωμεν τοὺς εἰσπράκτορας διὰ τῶν ἐργολάβων, δὲν εἶναι φόβος, ὅτι θὰ κατακρατοῦν ὅσα εἰσπράττουν, διότι ὁ νόμος τοὺς κηρύττει δημοσίους ὑπολόγους καὶ ὑπόκεινται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Τί δὲ καλὸν θέλει προέλθει ἐκ τοῦ νέου αὐτοῦ συστήματος; ἀντὶ νὰ ἦναι ἀνατεθειμένα εἰς εἰσπράκτορας, εἰς δημόσια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρὰ, δὲν αἰσθάνονται πολλάκις τὴν εὐθύνην, θέλει ἀνατεθῶσι εἰς ἐργολάβους. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐφηρμόσθη, κύριοι, εἰς πολλὰ μέρη τῆς Εὐρώπης καὶ ἔφερε τὰ καλλίτερα ἀποτελέσματα. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναβολή. Παραδέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δανοπούλου, καὶ ἂς προχωρήσωμεν, καὶ ἂν γεννηθῇ ἄλλη ἀντίῤῥησις, τότε σκεπτόμεθα· (διάλογοι).
§170ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἀφίνετε, Κε ὑπουργὲ, ὅλον τὸ κεφάλαιον νὰ τὸ συζητήσωμεν αὔριον καλλίτερον;
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τὴν ὑποστηρίζει ἄλλος; (θόρυβος).
§172ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 60 (ἀναγινώσκει).
§173ΔΑΓΡΕΣ. (Διακόπτων τὴν ἀνάγνωσιν). Εἴπαμεν, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὑποστηρίζεται ἡ ἀναβολή.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐρώτησα, καὶ δὲν ἀπεκρίθη ἄλλος. Διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ σᾶς συμβιβάσωμεν, νὰ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ τὰ ἄρθρα αὐτὰ μέχρι τοῦ 68 καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χατζίσκου. (διάλογοι θορυβώδεις)
§175ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂς προχωρήσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς;
§177ΤΙΝΕΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ νὰ ἀναβληθῇ.
§178ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι, ὅλον τὸ κεφάλαιον.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡσυχάσετε, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς δι’ αὔριον ὅλου τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἀπεῤῥίφθη. Μένει ὅμως ἐκκρεμὲς τὸ ἄρθρον 59.
§180ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§181ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Βέβαια, διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δανοπούλου. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ τρίτην φορὰν τὰ ἄρθρα 60 καὶ 61 ἔχοντα ὡς ἕπεται. «Ἄρθρον 60. Ἡ ἀμοιβὴ τοῦ ἐργολάβου συνίσταται εἰς ποσοστὸν τῶν παραχορουμένων πρὸς εἴσπραξιν φόρων καὶ χρεῶν. Ἡ παραχώρησις τῆς εἰσπράξεως γίνεται εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε κατὰ τὴν δημοπρασίαν προσενεχθῆ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἴπραξιν ἐπὶ μικροτέρᾳ ἀμοιβῇ. Ἄρθρον 61. Οἱ ὅροι τῶν δημοπρασιῶν κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.»
§182ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 62. Ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται νὰ προκαταβάλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν κατὰ τὴν πρὸς αὐτὸν παράδοσιν ἑκάστου καταλόγου τὸ εἰκοστημόριον τοῦ ἐν αὐτῷ διαλαμβανομένου εἰσπρακτέου ποσοῦ.»
§183ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸ ἀναβιβάσωμεν.
§184ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂς ᾖναι τὸ δεκατημόριον.
§185ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, ὁ πολὺς ζῆλος θὰ σᾶς κάμῃ νὰ καταστήσητε δυσκολωτέραν τὴν εἴσπραξιν. Βάλετε μίαν προθεσμίαν τοὐλάχιστον. Αὐτὸς δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν εἰσπράκτορα, διότι ὁ εἰσπράκτωρ δίδει ἐγγύησιν..... (διάλογοι).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ἀντὶ τοῦ εἰκοστημόριον, δεκατημόριον;
§187ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ τρίτην φορὰν τὸ ἄρθρον 63 ἔχον ὡς ἕπεται. «Ἄρθρ. 63. Ἐν τῇ διακηρύξει τῆς δημοπρασίας προσδιορίζονται αἱ προθεσμίαι καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην προθεσμίαν ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ παραδίδῃ εἰς τὸ ταμεῖον.»
§188ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρ. 64. Ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται νὰ εἰσάγῃ τοὐλάχιστον κατὰ δεκαήμερον εἰς τὸ Ταμεῖον τὰ εἰσπραττόμενα παρ’ αὐτοῦ χρήματα. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης τῶν ταχθεισῶν προθεσμιῶν δὲν συμπληρώσῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὤφειλε νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ ἐξ ἰδίων του τὸ ἐλλεῖπον· ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, χρεοῦται μὲ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνεδέχθη νὰ εἰσπράξῃ, καὶ καταδιώκεται πρὸς ἀπότισιν αὐτοῦ ὡς ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου, ὁ δὲ ταμίας δύναται νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον τῆς ἐργολαβίας καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν εἴσπραξιν διὰ δημοσίων εἰσπρακτόρων εἰς λογαριασμὸν τοῦ ἐκπτώτου, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου λογίζονται οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπρακτόρων ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα.
§189ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, νὰ προστεθῇ.
§190ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὸν θέλετε πάλιν τὸν ἔπαρχον; (διάλογοι).
§191ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριε πρόεδρε, νὰ προστεθῇ χάριν περισσοτέρας ἀσφαλείας, μετὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς.
§192ΤΙΝΕΣ. Ἂν διαφωνήσουν;
§193ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ποτὲ δὲν διεφώνησαν (θόρυβος).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη παρατήρησις; Δεκτόν· (διάλογοι).
§195ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρ. 65. Οἱ ἐργολάβοι θεωρούμενοι ὡς δημόσιοι ὑπόλογοι ἔχουσι τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ὅσαι ἐπιβάλλονται κατὰ τὸν παρόντα Νόμον εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας. Ὀφείλουσιν ἑπομένως· 1) Νὰ δώσωσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν χρεῶν των ἐγγύησιν εἰς κτήματα ἢ τίτλους τῶν δύο ἑλληνικῶν τραπεζῶν ἀξίας ἴσης μὲ τὸ δεκατημόριον τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν εἴσπραξιν ἀνεδέχθησαν, 2) Νὰ ὑποβάλωσι τὰ βιβλία των καὶ λοιπὰ ἔγγραφά των ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ταμίου καὶ πάσης ἄλλης ἁρμοδίας ἀρχῆς,»
§196ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Αὐτὸ πρέπει νὰ λείψῃ τώρα, ἀφοῦ εἴπομεν ἀνωτέρω τὸ δεκατημόριον. Νὰ διαγραφῇ τὸ πρῶτον ἐδάφιον καὶ νὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον οὕτω· «οἱ ἐργολάβοι θεωρούμενοι ὡς δημόσιοι ὑπόλογοι ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσι τὰ βιβλία των κτλ.»
§197ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει)· «Νὰ ἐνεργῶσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεών των τὰς πληρωμὰς, ὅσας ὁ ἁρμόδιος ταμίας ἤθελε παραγγείλει καὶ 4) Νὰ παραδίδωσιν εἰς πᾶσαν πρόσκλησιν τοῦ ταμίου τὰ ἀνὰ χεῖράς των χρήματα. Ἐν περιπτώσει κατακρατήσεως δημοσίων χρημάτων ἐφαρμόζονται κατὰ τῶν ἐργολάβων αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 199 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἐπιφυλαττομένης κατ’ αὐτῶν ποινικῆς καταδιώξεως.»
§198ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον τὸ μέτρον τὸ νὰ δίδωμεν εἰς ἐργολάβους ἓν ποσὸν 100 ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν εἰσπρακτέων καὶ ἀπὸ τὸν ἐργολάβον αὐτὸν νὰ ἀρκούμεθα νὰ λαμβάνωμεν μίαν προκαταβολὴν τοῦ δεκάτου, τοὐτέστι, τοῦ παραχωροῦμεν τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς καταλόγου 100 χιλιάδων δραχμῶν καὶ ζητοῦμεν 10 χιλιάδας ἐγγύησιν. Αὐτὸς θὰ εἰσπράξῃ 100, ἂν εἰσπράξῃ 20 καὶ θέλει νὰ κατακρατήσῃ τὰς 10, διότι 10 μόνον κατέθεσεν, ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἔχομεν ποινικὴν καταδίωξιν κατ’ αὐτῶν ὅπως κατὰ τῶν εἰσπρακτόρων· νομίζω διαφέρει τὸ πρᾶγμα· ὁ εἰσπράκτωρ διορίζεται τῇ προτάσει τοῦ ταμίου, ἑπομένως εἶναι ὑπάλληλος τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία λαμβάνει πληροφορίας περὶ τοῦ ἀξιοχρέου αὐτοῦ· ἀλλ’ ἕνας ἐργολάβος παρουσιαζόμενος εἰς μίαν δημοπρασίαν καὶ ὑποχρεούμενος εἰς τὴν προκαταβολὴν τοῦ δεκατημορίου, νομίζω πῶς δὲν δίδει ἱκανὰς ἐγγυήσεις διὰ τὸ δημόσιον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὅ,τι ἐκάμαμεν διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν προσόδων τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωμεν καὶ ἐνταῦθα, πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸν ἐργολάβον ὅπως καὶ τὸν ταμίαν, διότι ὁ ταμίας εἶναι πρόσωπον τὸ ὁποῖον διορίζει ἡ κυβέρνησις, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ διορίζῃ μὴ τίμια πρόσωπα, ἐνῷ εἰς τὴν δημοπρασίαν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὁ τυχών· προφθάνει, εἰσπράττει 20 ἢ 30 χιλιάδας καὶ μετὰ ταῦτα θέλει νὰ καταχρασθῇ τὰς ὑπολοίπους. Μόλα ταῦτα ἔχει τὰς δυσκολίας του, διότι ἐδῶ εἰς τὴν Ἀττικὴν ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν ἀναβαίνει εἰς 400 χιλιάδας δραχμὰς, εἶναι μέγα τὸ ποσὸν, νὰ ζητήσωμεν μίαν ἐγγύησιν τόσον μεγάλην, ἔχει τὰς δυσκολίας του αὐτό. Διὰ τοῦτο ἂς συζητήσωμεν αὔριον τὸ ἀντικείμενον αὐτό.
§199ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂς μείνῃ.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει καὶ τὸ 65 ἄρθρον δι’ αὔριον.
§201ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§202ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 66. Πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων χρημάτων οἱ ἐργολάβοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ποιῶνται χρῆσιν πάντων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ παρὼν νόμος χορηγεῖ εἰς τὸ δημόσιον, δυνάμενοι νὰ ἐνεργῶσιν αὐτοπροσώπως ὅσα καὶ οἱ εἰσπράκτορες δύνανται κατὰ τὸν παρόντα νόμον νὰ ἐνεργήσωσιν. Οἱ ταμίαι ὀφείλουσιν ἄνευ τινὸς ἀντιῤῥήσεως νὰ ἐκτελῶσιν ὑπὲρ τῶν ἐργολάβων τὰ διὰ τῶν ἄρθρων 8, 13, 24, 26, 37 καὶ 42 ἐπιβαλλόμενα αὐτοῖς καθήκοντα, ἰδίως δὲ, 1) νὰ διορίζωσιν ἐπὶ τῇ προτάσει παντὸς ἐργολάβου τοὺς ἀναγκαίους κατασχετὰς, τῶν ὁποίων ὅμως ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνώτερος τῶν τριῶν κατὰ δῆμον· καὶ 2) νὰ ἐκδίδωσι καὶ νὰ παραδίδωσιν εἰς τὸν ἐργολάβον τὰ ζητούμενα παρ’ αὐτοῦ ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐπὶ πλειστηριασμοῦ κινητῶν ὁ ἐργολάβος δύναται νὰ πλειστηριάσῃ· ἡ δὲ ἐκποίησις καθίσταται ὁριστικὴ διὰ τῆς κατακυρώσεως, μὴ ἐφαρμοζομένων τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 16–18 διαλαμβανομένων.»
§203ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, τί ἐννοεῖ ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου; (τὸν ἀναγινώσκει). Ἠξεύρετε τί λέγουν αὐτὰ τὰ ἄρθρα 16 ἕως 18; (τὰ ἀναγινώσκει) Ἐδὼ εἴδατε ὅτι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν εἰσπράκτορα τοῦ ἐργολάβου νὰ ἐνεργῇ κατασχέσεις ἐπὶ τῶν κινητῶν ἢ ἀκινήτων πραγμάτων καὶ νὰ ἐνεργῇ τὸν πλειστηριασμόν, τί δὲ λέγει εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 66; (τὴν ἀναγινώσκει) ἐννοεῖτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ταμία διὰ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς δημοπρασίας, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ εἷς εἰσπράκτωρ ἐργολάβου, καὶ ἂν ᾖναι πλέον τῶν 1000 δραχμῶν, νομίζετε ὅτι δὲν ἐπίκειται κίνδυνος; δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου.
§204ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὅταν οἱ ἰδιῶται ἐνεργοῦν κατασχέσεις καὶ πλειστηριασμοὺς, καὶ βλέπουν ὅτι κινδυνεύει νὰ λάβῃ ἄλλος τὸ πλειστηριαζόμενον, προσφέρουν αὐτοὶ ἀνωτέραν τιμήν. Προκειμένου ὅμως περὶ πλειστηριασμοῦ ἐνεργουμένου εἰς λογαριασμὸν τοῦ ταμία, ὁ ταμίας καὶ οἱ εἰσπράκτορες δὲν ἔχουν τοιοῦτον δικαίωμα, δὲν τοὺς εἶναι δηλαδὴ ἐπιτετραμμένον νὰ πλειστηριάζουν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον, ὥστε νὰ κατακυρωθοῦν τὰ πλειστηριαζόμενα δι’ εὐτελεστάτην τιμὴν εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἔξαφνα ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι συνενοημένος μὲ τὸν ὀφειλέτην. Διὰ τοῦτο ἐφροντίσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 16 καὶ ἐπέκεινα νὰ τεθοῦν διατυπώσεις τινες ἐξασφαλίζουσαι κατὰ τοῦτο τὸ δημόσιον, κατ’ αὐτῶν δὲ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν, ἤτοι δὲν κατακυροῦται ἀμέσως, ἀλλ’ ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ταμίου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἐὰν δὲ καὶ κατ’ αὐτὴν δὲν προσφερθῇ ἀνάλογος τιμὴ, αἱ ἀρχαὶ ἠμποροῦν νὰ ἀναβάλουν τὴν δημοπρασίαν διὰ νὰ τὴν κάμουν μετὰ ἕνα μῆνα ἢ μετὰ δύο. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως τὸ δημόσιον δὲν ἔχει πλέον καμμίαν εὐθύνην ἐὰν τὰ κινητὰ πράγματα τοῦ ὀφειλέτου πωληθοῦν εἰς μεγάλην ἢ μικρὰν τιμὴν, διότι ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸ χρέος, καὶ αὐτὸς ἔχει τὸ προσωπικὸν συμφέρον νὰ μὴ κατακυρωθοῦν τὰ πράγματα εἰς εὐτελῆ τιμήν. Ὡς ἐκ τούτου ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι ὄχι μόνον περιττὸν, ἀλλὰ ἴσως καὶ ἐπιζήμιον ἤθελεν εἶσθαι νὰ θέσωμεν τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐθέσαμεν ἐκεῖ. Ἐδὼ ὁ ἐργολάβος εἶναι ἰδιώτης, καὶ ὅπως ἕκαστος ἰδιώτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πλειστηριάζῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, τὸ αὐτὸ δύναται νὰ πράττῃ καὶ ὁ ἐργολάβος.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου;
§206ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§207ΓΡΗΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς παραδέχομαι, συμφωνοῦν καὶ μὲ τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ὁ ὀφειλέτης θελήσῃ νὰ μεταθέσῃ τὸν πλειστηριασμὸν, προκαταβάλλων τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεως εἰς ἄλλον τόπον, ὅπου δύναται νὰ πωλήσῃ καλλίτερον, τούτου τοῦ δικαιώματος δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου στερεῖται. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προστεθῇ, ὅτι δύναται καὶ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ προκαταβάλλων τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεως, νὰ ζητήσῃ τὴν μετάθεσιν εἰς ἄλλον τόπον.
§208ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν δικονομίαν.
§209Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Βλέπω, ὅτι καμμία ἐγγύησις δὲν λαμβάνεται ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν κατὰ τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ ὁ ἐνοικιαστὴς αὐτὸς νὰ κάμῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ αὐτοὺς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ νὰ σημειώσωμεν, ὅτι καταδιώκονται ἐπὶ καταπιέσει ἀφομοιούμενοι μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας ὡς πρὸς παρανόμους εἰσπράξεις.
§210ΔΑΓΡΕΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ πάλιν δὲν προσέξαμεν εἰς τὸ ἄρθρον. Ἀφίνω αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πετσάλης, ὅτι τῳόντι παντοῦ καὶ πάντοτε πρόνοιαν λαμβάνομεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ οὐδόλως προσέχομεν περὶ τοῦ πολίτου, καθ’ ὅσον οὐδαμοῦ διάταξις ἐτέθη ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου. Τώρα τὸν ὀφειλέτην τὸν παραδίδετε εἰς τὴν ἀπληστίαν τοῦ ἐργολάβου, καὶ ἐργολάβος ἐν Ἑλλάδι θὰ εἰπῇ τοκογλύφος, καὶ διὰ τῆς προκειμένης διατάξεως δὲν παραδέχεσθε ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ ὀφειλέτης νὰ λείπῃ μακρὰν, καὶ ὁ ἐργολάβος κατάσχῃ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, καὶ ὕστερον ποῦ θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιον του αὐτός, ἂν ἀδικικηθῇ οὐσιωδῶς; εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὅπως ὁ ἰδιώτης ἐκποιεῖ τὸ κτῆμα τοῦ ὀφειλέτου του, οὕτω καὶ τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ὁ ἰδιώτης ὀφειλέτης εἶναι μὲ τὸν πιστωτήν του ἀπέναντι τοῦ δικαστηρίου εἰς ἴσην μοῖραν, καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἐναγάγῃ καὶ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, ἀλλ’ ὁ ὀφειλέτης πρὸς τὸ δημόσιον δὲν εἶναι, καὶ ὅταν λαμβάνετε πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξασφαλίσητε καὶ τὸν πτωχὸν, τὸν ἀπροστάτευτον, τὸν ἀδύνατον φορολογούμενον. Μὲ τὸν νόμον αὐτὸν θὰ καταντήσητε νὰ τοὺς ἀπογυμνώσητε, καὶ πάλιν θὰ μὲ συγχωρήσηται νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν τοῖς παρέχετε τὰ μέσα τοῦ δανείζεσθαι, ἠμπορούσατε νὰ θέσητε αὐτὰς τὰς διατάξεις, ἀλλ’ ἀφοῦ ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ὁ χωρικὸς δὲν θὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ σήμερον ὀλιγώτερον τῶν 20 καὶ 30%, καὶ αὔριον μὲ τὴν ἐκποίησιν τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων κτημάτων τῶν φυτειῶν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ μὲ τὸν νόμον αὐτὸν τὸν δρακόντειον, θὰ αὐξήσουν μὲ 40%, 50 οἱ τόκοι, διὰ τοῦτο μὴ τὸ θεωρῆτε ὡς ἀνάξιον προσοχῆς, δὲν εἶναι δύσκολον ὁ ἐργολάβος νὰ διαφθείρῃ ἕνα συμβολαιογράφον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ. Κανεὶς δὲν ὁρμᾶται ἀπὸ πνεῦμα πλάγιον καὶ ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ νὰ τὸ σημειώσητε. Ὁ προκείμενος νόμος εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἠθικοποίησιν ἢ τὴν ἐξαχρείωσιν τῆς κοινωνίας.
§211ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ τὸ δεχόμεθα.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό.
§213Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου. Ὁ ἀναδεξάμενος τὴν εἴσπραξιν τῶν βεβαιωθέντων φόρων καὶ χρεῶν τοῦ δημοσίου ὡς καὶ ὁ εἰσπράττων διὰ τὰς γενομένας κατὰ τῶν φορολογουμένων καταπιέσεις τιμωρεῖται κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον.
Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ.
Ἀναγινώσκεται τὸ 67. Ἄρθρον 67. Ὁ ἐργολάβος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν κατὰ τὸν εἰς αὐτὸν παραδοθέντα κατάλογον εἰσπρακτέων φόρων, ὅταν ἀποδείξῃ κατὰ τὸ ἄρθρον 44 τοῦ παρόντος νόμου, ὅτι εἷς ἢ καὶ πλείους ἐκ τῶν εἰς τὸν κατάλογον συμπεριληφθέντων φορολογουμένων ἢ δὲν ὑπῆρξαν ἢ εἶναι ἐστερημένοι πάσης κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας, εἰς τρόπον καθιστῶντα ματαίαν πᾶσαν κατ’ αὐτῶν καταδίωξιν.
§214ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 20 Μ. Μ.