| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου | Ἀναγ. Δημητρίου. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Γʹ. Μ. Βαλλιάνος. | |
| 10 | Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | |
| 11 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 12 | Ν. Τσώκρης. | Γ. Παπαδαῖος. | |
| 13 | Α. Δανόπουλος. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | |
| 14 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Πεῤῥωτής. | |
| 15 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Δαγρές. | |
| 16 | Στυλ. Καλιάτσος. | Ἰω. Φλέσσας. | |
| 17 | Κ. Πλαπούτας. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 18 | Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | |
| 19 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 20 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Τοπάλης. | |
| 21 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἐπ. Καμπερόπουλος. | |
| 22 | Κωνστ. Κοσονάκος. | Σ. Α. Νοταρᾶς. | |
| 23 | Θεόδ. Τσανετάκης. | Ἀναστ. Δημητριάδης. | |
| 24 | Ἰω. Σαφάκας. | Α. Μεταξᾶς. | |
| 25 | Ν. Κατσικαπῆς. | Σ. Μονόπωλης. | |
| 26 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Λ. Μαντζαβίνος. | |
| 27 | Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 28 | Κ. Γιολδάσης. | Κ. Πανάρετος. | |
| 29 | Π. Μανωλίδης. | Γʹ. Βακαλόπουλος. | |
| 30 | Κ. Λομβάρδος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 31 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 32 | Σπ. Λεονταράκης. | Γερ. Σέρβος | |
| 33 | Α. Γκοῦσκος. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 34 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς. | Χ. Χρηστόπουλος· | |
| 35 | Λ. Κρεστενίτης. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 36 | Α. Πετραλιᾶς. | Ἡλ. Φλέσσας. | |
| 37 | Α. Κατσίνας. | Ἰω. Πανούσης. | |
| 38 | Γ. Μαλέας. | Α. Μισυρλῆς. | |
| 39 | Ν. Καρύδης. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 40 | Ἐπ. Δεληγιώργης. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 41 | Γ. Γουλιμής. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 42 | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Γ. Α. Γεωργιάδης. | |
| 43 | Περ. Μποῦτος. | Δ. Ι. Κουνουπιώτης. | |
| 44 | Ἰω. Προβελέγγιος. | Γ. Κούτσης. | |
| 45 | Ἰω. Ταταράκης. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 46 | Κ. Κρίσπης. | Α. Βαφιαδάκης. | |
| 47 | Α. Ῥοντήρης. | Μ. Παρίσης. | |
| 48 | Εὐθ. Πλαστήρας. | Ἰάκ. Παξιμάδης. | |
| 49 | Γρηγ. Δημητριάδης. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 50 | Κ. Εὐθυμιόπουλος. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 51 | Κιμ. Χριστοδούλου. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 52 | Μ. Καπετανάκης. | Στ. Κοριζῆς. | |
| 53 | Δ. Σαράβας. | Δ. Χατζίσκος. | |
| 54 | Α. Καπετανάκης. | Δ. Τσιριμώκος. | |
| 55 | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. | Γ. Δυοβουνιώτης. | |
| 56 | Θ. Ῥωμαῖος. | Κ. Ζουλούμης. | |
| 57 | Ν. Λούβρος. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 58 | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Κ. Νικόδημος. |
1871.01.16
1,861 rows · 15,256 words · 1 table · 203 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 16 Ἰανουαρίου 1871
(Σάββατον.)
Ὥρα 1 μ. μεσημβρίας.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν βουλευταὶ παρόντες οἱ ἑξῆς·
| Κ. Μ. Θεοδώρου | Ἀναγ. Δημητρίου. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Γʹ. Μ. Βαλλιάνος. |
| Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Ν. Τσώκρης. | Γ. Παπαδαῖος. |
| Α. Δανόπουλος. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Πεῤῥωτής. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Δαγρές. |
| Στυλ. Καλιάτσος. | Ἰω. Φλέσσας. |
| Κ. Πλαπούτας. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Τοπάλης. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἐπ. Καμπερόπουλος. |
| Κωνστ. Κοσονάκος. | Σ. Α. Νοταρᾶς. |
| Θεόδ. Τσανετάκης. | Ἀναστ. Δημητριάδης. |
| Ἰω. Σαφάκας. | Α. Μεταξᾶς. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Σ. Μονόπωλης. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Λ. Μαντζαβίνος. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Κ. Γιολδάσης. | Κ. Πανάρετος. |
| Π. Μανωλίδης. | Γʹ. Βακαλόπουλος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γερ. Σέρβος |
| Α. Γκοῦσκος. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς. | Χ. Χρηστόπουλος· |
| Λ. Κρεστενίτης. | Δ. Ζέγγελης. |
| Α. Πετραλιᾶς. | Ἡλ. Φλέσσας. |
| Α. Κατσίνας. | Ἰω. Πανούσης. |
| Γ. Μαλέας. | Α. Μισυρλῆς. |
| Ν. Καρύδης. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Ἐπ. Δεληγιώργης. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Γ. Γουλιμής. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Γ. Α. Γεωργιάδης. |
| Περ. Μποῦτος. | Δ. Ι. Κουνουπιώτης. |
| Ἰω. Προβελέγγιος. | Γ. Κούτσης. |
| Ἰω. Ταταράκης. | Δ. Χρηστίδης. |
| Κ. Κρίσπης. | Α. Βαφιαδάκης. |
| Α. Ῥοντήρης. | Μ. Παρίσης. |
| Εὐθ. Πλαστήρας. | Ἰάκ. Παξιμάδης. |
| Γρηγ. Δημητριάδης. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Κ. Εὐθυμιόπουλος. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Κιμ. Χριστοδούλου. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Μ. Καπετανάκης. | Στ. Κοριζῆς. |
| Δ. Σαράβας. | Δ. Χατζίσκος. |
| Α. Καπετανάκης. | Δ. Τσιριμώκος. |
| Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. | Γ. Δυοβουνιώτης. |
| Θ. Ῥωμαῖος. | Κ. Ζουλούμης. |
| Ν. Λούβρος. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Κ. Νικόδημος. |
Ἡ Βουλὴ εὑρέθη πλήρης. Οἱ δὲ κύριοι Ματζαβῖνος, Δεληγεώργης καὶ Γεωργιάδης ἦλθον μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνοίξουν τὰ θεωρεῖα (ἀνοίγουν καὶ πληροῦνται ἀκροατῶν)· ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά, κύριοι. (ἀναγινώσκονται). Εἶναι παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπικυροῦνται. — Οἱ κύριοι βουλευταὶ, οἱ προσερχόμενοι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου παρακαλοῦνται, ἐὰν θέλουν νὰ γράφωνται τὰ ὀνόματά των, νὰ εἰδοποιοῦν τοὺς στενογράφους διὰ νὰ γράφουν τὰ ὀνόματά των.
§4ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὥρας, κύριε πρόεδρε, καὶ εἴπομεν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 12ην καὶ δὲν κατωρθώσαμεν τοῦτο, παρακαλῶ νὰ ὁρίσωμεν ὁριστικῶς ἢ τὴν 12ην ἢ τὴν 1ην νὰ ἤμεθα ἐδῶ ἀκριβῶς, καὶ πᾶς ὅστις κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν δὲν εἶναι παρὼν νὰ θεωρῆται ἀπών.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι ἀκριβῶς, ὅτι τὴν 1ην ἀκριβῶς θὰ κάθηται τὸ προεδρεῖον, καὶ ἐὰν δὲν ᾖναι ἀπαρτία, τότε θὰ διαλύεται ἡ συνεδρίασις καὶ θὰ γράφωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων;
§6Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν βάλητε, ὅτι θ’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις εἰς τὴν 1, θ’ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 2, καὶ ἂν βάλητε εἰς τὰς 2 θ’ ἀρχίζῃ εἰς τὰς 3. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα εἰς τὴν 1 ἐδῶ, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὴν 12.
§7ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν τὸ συνεδριάζειν ἡμέραν, τὴν αὐγὴν ἢ εἰς τὰς 12, καὶ κοινοβουλευτικὸν εἶναι τὸ συνεδριάζειν εἰς τὰς 4 ἢ 5 καὶ ἰδίως τὴν νύκτα· (ἱλαρότης)· οἱ ἀκούοντες, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν γίνονται αἱ συνεδριάσεις τὴν νύκτα νομίζουσιν, ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἰδιοτροπία, ὄχι ὅμως, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη τοῦ πολιτεύματος. Δὲν θέλω νὰ σᾶς πείσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω μίαν τάσιν μεγάλην πρὸς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ ἀντικοινοβουλευτικῶς, διότι σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει τὸν λόγον του διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται τοῦτο· τὸ δὲ ἀστεῖον καὶ τὸ παραδοξότερον εἶναι, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς κάμῃ καὶ περισσότερον νὰ γελάσητε· ἐδῶ συνεδριάζομεν ἡμεῖς ὡς ἀριστοκράται, ἐνῷ οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀγγλίας συνεδριάζουσιν ὡς δημοκράται· αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξον. Ἐδῶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν εἶναι Βουλὴ ἀνήκουσα μόνον εἰς ἡμᾶς, εἶναι ὅλης τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἐδῶ ἐννοεῖται συνεδριάζει ὅλον τὸ πανελλήνιον καὶ παρίσταται διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, καὶ οἱ βουλευταὶ εἶναι ἀντιπρόσωποι, ἐπαναλαμβάνω, ἄλλης Βουλῆς λεγομένης ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνεδριάζῃ δημοσίᾳ διὰ νὰ βλέπῃ τὰς πράξεις της. Λέγω, λοιπὸν, ὅτι ὁ ἐργάτης δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἔλθῃ πρὸ τῆς 4ης καὶ ἐργάται εἶναι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐνδιαφέρομαι προσωπικῶς, ἐγὼ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ ἔλθω, ὅταν θέλητε, ὁ Κ. Ζέγγελης, ἐγὼ εἴμεθα ἐργάται. Τότε δύναται νὰ γίνῃ αὐτὸ, ὅταν ἡ Βουλὴ σύγκηται ἀπὸ ἀριστοκράτας, τῶν ὁποίων τὴν τήβεννον δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ σπιλόνωμεν· διὰ τοῦτο λοιπὸν λέγω, ὅτι μόνον ἀπὸ τὰς 4 εἰμπορεῖ νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ.
§8Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ γίνῃ προσθήκη εἰς τὸν κανονισμόν.
§9ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις εἶναι, ἡ μία πρότασις εἶναι ν’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις τὴν 1ην Μ. Μ. ἀκριβῶς καὶ μετὰ 10 λεπτὰ, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀπαρτία, τὸ προεδρεῖον νὰ διαλύῃ τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ σημειῇ τοὺς ἀπόντας.
§11ΤΙΝΕΣ. Ὄχι μετὰ 10 λεπτὰ, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν 1ην.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἄλλη πρότασις εἶναι νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 4. Λοιπὸν θέτω τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν, οἱ παραδεχόμενοι ὅτι τὴν 1 μ. μ. θ’ ἀρχίζωμεν ἀκριβῶς παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν 1 μ. μ. ν’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία νὰ σημειοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων.
§13ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριοι, ἡ συζήτησις χθὲς ἐτελείωσε μὲ σιωπήν· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω δύο τρεῖς λέξεις κατὰ τῆς σιωπῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἐτελείωσεν ἡ συνεδρίασις;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ κάθε ἄλλο παρὰ μὲ σιωπὴν ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις· διότι ὡμίλησάν τινες χθὲς, ἄλλοι δὲ ἐπεφυλάχθησαν νὰ ὁμιλήσωσιν ἄλλοτε· τώρα δὲν ἔχομεν συζήτησιν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, δὲν χάνεται ὅμως τὸ δικαίωμά σας, διότι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ θὰ ἐπανέλθῃ, ἂν οὐχὶ τρὶς τοὐλάχιστον δίς, διότι ἔμεινεν ἐκκρεμές.
§15ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Εἶναι ἓν ζήτημα οὐσιωδέστατον (θόρυβος).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπανέλθῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ τότε ὁμιλεῖτε.
§17ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐζήτητα, διὰ νὰ ἔχω τὸν λόγον.
§18ΦΙΛΩΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω· θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὶ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις, τὶ ἐργάζεται περὶ τοῦ ζητήματος τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὸ ἔθνος, εἶναι ἀπανθρωπία 7,000 ἄνθρωποι νὰ ῥίπτωνται εἰς τοὺς δρόμους, νὰ τοὺς ὑποσχώμεθα εἰς τὸ γῆράς των, ὅτι θὰ ἔχουν κἄτι τὶ καὶ νὰ μὴ ἔχουν τίποτε, εἶναι 8, 9 μῆνες ποῦ δὲν ἐπῆρε κανεὶς λεπτὸν, τοὺς βλέπει κανεὶς καὶ θλίβεται ἡ καρδία του καὶ σπαράττεται, αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον σπουδαῖον, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν καὶ ταχεῖαν σκέψιν.
§19Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπῆρχε λῃστρικὴ συμμορία ἔχουσα ἀρχηγὸν κατ’ ἀρχὰς μὲν τὸν Μάγειρον, κατόπιν δὲ τὸν Κουρκούμπα μαστίζουσα πολλὰ μέρη τῆς Πελοποννήσου. Ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ Νομάρχης Κυκλάδων Κ. Ἡλιόπουλος διορισθεὶς τοιοῦτος παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τοῦ ὅτι διαδίδει ἐνταῦθα ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν Τριπολιτῶν καὶ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἶναι λῃσταπάδοχοι καὶ τροφοδόται τῶν λῃστῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρέστησε ταῦτα κατηγορῶν τοὺς κατοίκους τῆς Τριπόλεως. Ἐπειδὴ ἐγὼ τυγχάνω νὰ ἦμαι βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας ταύτης, ὀφείλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ χρέος μου καὶ νὰ ἐξαλείψω τὴν βδελυρὰν συκοφαντίαν. Τούτου ἕνεκα, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων, καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ταύτης ἐξήλειψαν τὴν ληστείαν, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθὼς καὶ πρότερον μάλιστα. Παρακαλῶ, λοιπὸν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταβάλῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἂν ἐπιθυμῇ, νὰ μᾶς εἴπῃ λεπτομερῶς ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, εἴδ’ ἄλλως νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά.
§20ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου λαμβάνω γνῶσιν τῆς στυγερᾶς αὐτῆς συκοφαντίας, ἥτις ῥίπτεται κατὰ τῆς πατρίδος μου εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω. Ἐὰν δὲν εἶχον ἐνδοιασμὸν περὶ τῆς βεβαιότητος, ὅτι ἐξέφρασε τοιούτους λόγους, ὁ ἄλλως ἔντιμος κ. Νομάρχης Κυκλάδων, καὶ λέγω, ἐὰν δὲν εἶχον ἐνδοιασμόν, διότι ὁ συνάδελφός μου, λέγει, ὅτι ἔχει θετικὰς διαβεβαιώσεις, ἤθελον διαμαρτυρηθῆ ἐντόνως, καὶ ἠδυνάμην καὶ διὰ τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τῆς σημερινῆς καὶ διὰ τῆς προκατόχου ν’ ἀποδείξω ὅτι οἱ συμπατριῶταί μου, καθὼς καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες ἀποτροπιάζονται τὴν ληστείαν καὶ ὑπηρέτησαν τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους καὶ συνετέλεσαν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ληστρικῆς συμμορίας τοῦ Κουρκούμπα, τῆς ἄρτι ἐπ’ ἀγαθῷ γενομένης. Οἱ συμπατριῶταί μου ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐξόντωσιν αὐτῆς καὶ δύναμαι καὶ διὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ ἐγγράφων νὰ τὸ ἀποδείξω· λέγω ὑπὸ τοῦ ἐνδοιασμοῦ αὐτὸν κατεχόμενος, κρίνω ἀναγκαῖον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος πρέπει νὰ μᾶς διευκρινήσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἂν δὲ διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἀποδειχθῇ τις ἢ καί τινες ὡς σχέσιν σχόντες μὲ τοὺς λῃστάς, βεβαίως δὲν λαλῶ περὶ τῶν τοιούτων καθαρμάτων, τὰ ὁποῖα βδελύσσονται ἐπίσης, ὡς ἐγώ, πάντες οἱ συμπατριῶταί μου.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσω τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς καὶ περιμένομεν τὰ ἀποτελέσματα· ἡ ἔκθεσις περιέχει ὅλα αὐτά. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ Νομάρχης Κυκλάδων εἶναι ἄνθρωπος καὶ συνετὸς καὶ ἀξιοπρεπὴς καὶ ἐμβριθής, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ εἶπε, οὔτε νὰ ἔγραψε τὰ τοιαῦτα. Βεβαίως εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τροφοδοτοῦν τοὺς λῃστάς, διότι ἀλλέως δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι λησταί, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ἐκατηγόρησε τοὺς κατοίκους τῆς Τριπόλεως. Θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὁ κ. Ἡλιόπουλος δὲν ἀπεμακρύνθη τῆς ἀληθείας, διότι εἶπεν ὅτι καὶ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἵτινες ὑποστηρίζουν τὴν ληστείαν.
§22ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ θεμελιώδης Νόμος, ὁ καθιερώσας τὴν ἰσοβιότητα, ὑπέβαλεν αὐτὴν εἰς ἐγγυήσεις, εἰς τὴν ἐγγύησιν τοῦ κανονισμοῦ τῶν προσόντων τῶν δικαστῶν, καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ δύνανται νὰ ἀποβληθῶσι. Διότι ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων τούτων ἡ ἰσοβιότης δὲν ἐπετύγχανε τοῦ μεγάλου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Δίδονται ἐγγυήσεις εἰς τὸν ἰσόβιον δικαστὴν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν δίδονται καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἀποχρῶσαι ἐγγυήσεις, ὅτι τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα περιεβλήθησαν μὲ αὐτὴν τὴν προνομίαν εἶναι τῳόντι ἄξια αὐτῆς. Ἀτυχῶς, καθὼς ὅλα παρ’ ἡμῖν γίνονται ἀνάποδα, προηγήθη καὶ ἡ ἰσοβιότης τῶν ἐγγυήσεων τούτων. Ἡ ἰσοβιότης ἐπῆλθε καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις ἠννόησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προλάβῃ καὶ καθιερώσῃ τοὺς ὅρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ μέλλων νὰ περιβληθῇ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα. Τέλος πάντων, ὅ,τι ἔγεινεν, ἔγεινεν ἤδη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ, ἂς φροντίσωμεν λοιπὸν νὰ κάμωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ μέλλον. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶχον ἑτοιμάσει νόμον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ τὸν ὑποβάλω ἀμέσως ὡς βουλευτὴς, ἀλλὰ μολονότι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀπόλυτον καὶ δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ὁποιονδήποτε Νόμον, ἐπὶ ὀργανικῶν νόμων προτιμότερον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν εἰσαγωγήν· ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθε τοσοῦτος χρόνος καὶ δὲν εἰσήχθη τοιοῦτος νόμος.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν εἰσήχθη ἀκόμη.
§24ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχον συντάξει. Ὅταν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθὼς τώρα πληροφοροῦμαι, ὑποβάλῃ αὐτὸν, θέλουν παραπεμφθῆ ἀμφότεροι εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸν ὑπουργὸν, τὸ συνώδευσε μὲ μίαν ἔκθεσίν της, τὴν ὁποίαν, καθὼς καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὸ προεδρεῖον, ἂν τὸ ἐγκρίνῃ, διότι εἶναι καλὸν, προκειμένου νὰ γίνῃ μεταβολὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ ἐμπεριέχωνται καὶ οἱ λόγοι, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον πληροφοροῦμαι, ὅτι εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἔλαβον χώραν τροποποιήσεις τινὲς, καὶ δὲν εἶναι ὅπως τὸ συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἤθελον νὰ ἴδω τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ διατάξεις τινὰς, διότι οὕτως θὰ ᾖναι πληρέστερον τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον θέλει ὑποβάλει ἡ ὑμετέρα ἐπιτροπὴ εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συνέταξα καὶ ὑποβάλλω, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀναγνώσω.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνέταξε νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως ὄχι μόνον τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μελῶν ἐκείνων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἰσοβιότητα. Ἐὰν δὲν ὑπέβαλον αὐτὸ, τοῦτο συνέβη, διότι ἀρκετὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν καὶ δὲν ἐνόμισα ὅτι ἦτο καλὸν, νὰ ἐπιβαρύνω τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ εἶχεν ἀρκετὰς ἐργασίας.
§26ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ κυρίου Γουργούρη, ὅστις ἐξαιτεῖται νὰ γίνῃ λοχαγὸς, νὰ λάβῃ καὶ τὴν μισθοδοσίαν του ἀπὸ τοῦ 1862. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτροπήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Ζέγγελης σήμερον παρουσιάζει νέαν τροπολογίαν· ἐρωτῶ, ἐὰν αὐτὴ ἡ τροπολογία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλεν ἡ νέα τροπολογία, διότι δὲν ἔλαβα καιρὸν νὰ τὴν ἀναγνώσω, διότι τώρα μοὶ τὴν ἔδωκαν.
§28ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι αὐτοτελὴς, ἀφορᾷ μόνον αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§29ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Περὶ χαρακτηρισμοῦ διαιρέσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν φυτειῶν. Ἄρθρον 1. Οἱ μέχρι τέλους τοῦ 1870 ἐμφυτεύσαντες, ἀδείᾳ ἢ μὴ τῆς κυβερνήσεως ἢ τῶν πρώην ἰδιοκτητῶν ὀθωμανῶν, ἐπὶ γαιῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν, ἢ διαλελυμένων μονῶν, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους, ἐλαίας, μωρέας, ὀπωροφόρα δένδρα, συκέας ἢ ἀναμὶξ κλήματα ἀμπέλου, σταφιδαμπέλου, ὡς καὶ πᾶν εἶδος καρποφόρων δένδρων, ἀναγνωρίζονται ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἐνεστώσης ἀξίας τῆς ἐμφυτευθείσης γῆς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον· ἡ δὲ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη εἶναι·
§31ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τῶν ἐμφυτεύσεων. Ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου μετὰ τὰς λέξεις «ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν» νὰ προστεθῶσιν «ἂν αὗται ᾖναι πλήρεις», καὶ ἀντὶ τῶν λέξεων «ἐμφυτευθείσης γῆς» νὰ τεθῶσι «πεφυτευμένης γῆς». Νὰ προστεθῇ ὡς ἐδάφιον 1) τοῦ ά. ἄρθρου. «Πλήρης φυτεία θεωρεῖται ὅταν ἡ μὲν ἄμπελος ἢ σταφιδάμπελος περιέχῃ τοὐλάχιστον 400 κλήματα, αἱ ἐλαιοφυτεῖαι 13 ἐλαιόδενδρα, αἱ συκοφυτεῖαι 15 συκέας, αἱ μωρεοφυτεῖαι καὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων 25 καθ’ ἕκαστον βασιλικὸν στρέμμα, αἱ δ’ ἀναμὶξ φυτεῖαι περιέχωσιν ἀνάλογον πρὸς τ’ ἀνωτέρω ἀριθμόν.» Ὡς ἐδάφιον 2) «Οὐδεὶς τῶν ἐμφυτευτῶν δύναται νὰ λάβῃ ὡς πλήρη ἰδιοκτησίαν του πλέον τῶν 60 στρεμμάτων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου· τὸ πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκποιεῖται διὰ δημοπρασίας, καὶ τὸ τίμημα αὐτῶν διανέμεται εἰς δύο ἴσα μέρη, ἐξ ὧν τὸ μὲν λαμβάνει ὁ ἐμφυτευτής, τὸ δὲ ἕτερον τὸ δημόσιον.» Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Ἰανουαρίου 1871.
Ὁ Βουλευτὴς
Δ. Γ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ.
§32ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐμφυτευθείσης» νὰ τεθῇ ἡ λέξι «πεφυτευμένη,» νομίζω ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, διότι ἡ λέξις αὕτη εἶνε ἀκριβέστερα.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§34ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς, κύριε Πρόεδρε, εἶνε σύμφωνος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἴδωμεν τί θὰ εἴπῃ καὶ ἡ Βουλή.
§36Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (Βουλευτ. Κορινθίας). Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν εὐαρίθμων θεσμοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν ἐθεωρήθησαν πληροῦντα τοὺς πόθους καὶ τὰς ἐλπίδας τῆς κοινωνίας εἶνε καὶ τὸ περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ ἰδίως τῶν φυτειῶν. Τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νόμου εὐχαρίστως ἤκουσαν ἅπαντες καὶ ἀναγκαιοτάτην ἔκριναν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας, διὰ τῆς ὁποίας, ὅπως δογματίζει διάσημός τις πολιτικὸς, προήχθη ἡ πολιτικὴ κοινωνία, καὶ ἡ μὲν ὠμότης καὶ ἀγριόηθεια μετεβλήθησαν εἰς πρᾳότητα καὶ φιλανθρωπίαν, ἡ δὲ ἀμάθεια εἰς ἐπιστήμην καὶ ἡ βαρβαρότης εἰς πολιτισμόν. Τὸ περὶ φυτειῶν νομοσχέδιον, κύριοι, τὸ τόσον δημοτικὸν, κατέστη πρὸ δύω ἡμερῶν παραδόξως ἀντιδημοτικὸν καὶ κινδυνεύει νὰ καταπέσῃ ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ, ἕκαστος δὲ ἐρωτᾷ νὰ μάθῃ τὴν αἰτίαν, αἰτία εἶνε φρονῶ ἡ μὴ ἀκριβὴς ἀνάπτυξις τῆς ἱστορίας τῶν φυτειῶν ἐν τῇ πατρίδι μας καὶ τῆς νομικῆς σχέσεως αὐτῶν πρὸς τοὺς κατόχους, ἢ ἂν δὲν ᾖνε αὕτη, εἶναι ὅτι εἰσαγάγουσα τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, δὲν ἐμπνέει τὴν προσήκουσαν εὐλάβειαν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ἀμερόληπτον ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ψηφισθησομένων διατάξεων, ἄλλη τις αἰτία δὲν εἶνε δυνατὴ νὰ ὑπάρχῃ, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρξεν αἵρεσις κοινωνιστῶν ἢ ἄλλων ἀμφισβητούντων τὸ πρὸς ἰδιοκτησίαν δικαίωμα. Δύναμαι μάλιστα νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ αἵρεσις ἐκείνη, ἥτις ὠνόμασε τὴν ἰδιοκτησίαν κλοπὴν, ἢ πρεσβεύουσα, ὅτι ἂν ὅλοι οἱ αἰῶνες ἦσαν αἰῶνες ἰδιοκτησίας, ὁ 19 αἰὼν εἶνε αἰὼν τῆς κοινοκτημοσύνης, ἡ αἵρεσις αὕτη ἢ ἐξέλιπεν ἐν Εὐρώπῃ ἢ εὐαρίθμους ἔχει τοὺς ὀπαδοὺς, γενικῶς δὲ ἀναγνωρίζεται, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶνε αἴσθημα φυσικὸν αὐθαίρετον τοῦ ἀνθρώπου καὶ σκοπὸς μοναδικὸς τῆς κοινωνίας, ἄνευ ἰδιοκτησίας δὲν ἔχει ἔννοιαν, οὔτε τὸ τῆς πατρίδος ὄνομα. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν τῶν φυτειῶν, τὴν σχέσιν αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐμφυτευτὰς καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ ἀντιδημοτικότης τοῦ νομοσχεδίου εἶνε βάσιμος ἢ ἂν ἡ δυσπιστία τῶν ἀντιδοξούντων δικαία. Βεβαίως, κύριοι, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς γῆς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς 25 Μαρτίου 1821 ὅτε, πυροβοληθείσης τῆς κυριαρχίας τοῦ Σουλτάνου, ἡ παρὰ τῶν Τούρκων, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως κατεχομένη γῆ περιῆλθεν δικαιώματι τοῦ πολέμου εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τὴν δὲ κυριότητα ταύτην ἀνεγνώρισαν καὶ τὰ πρωτόκολλα τῶν προστατίδων δυνάμεων. Ἐπὶ μέρους τῶν γαιῶν τούτων διάφοροι ἐνήργησαν φυτείας κατὰ διαφόρους ἐποχὰς μέχρι τοῦδε, δαπανήσαντες πάμπολλα, καὶ οὐσιωδῶς τὸ δημόσιον ὠφελήσαντες, διότι γῆν χέρσον, ἄχρηστον, δυσειδῆ, κατέστησαν χρήσιμον καὶ παραγωγικὴν, ἀποδίδοντες εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον φόρον ἐπικαρπίας. Ἡ σχέσις αὕτη τῶν ἐμφυτευτῶν πρὸς τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει τῆς γῆς ἡ κυριότης, εἶνε σχέσις πραγματικὴ καὶ νόμιμος παράγουσα δικαίωμα εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν καὶ ἐπιβάλλουσα ὑποχρεώσεις εἰς τὸ δημόσιον. Τὴν σχέσιν ταύτην ὁ ἔντιμος ἐκ Ναυπακτίας βουλευτὴς κύριος Ῥοντήρης διὰ μακρῶν ἐπολέμησε καὶ μόλον ὅτι παραδέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ὑπέβαλεν ῥιζικὰς τροποποιήσεις, δι’ ὧν διακρίνει τὰς μέχρι τοῦ 1837 γενομένας φυτείας ὡς νομίμους, τὰς δὲ ἐφεξῆς μέχρι τοῦδε ὡς παρανόμους, καὶ ἀξιοῖ νὰ πληρωθῇ δι’ ἕκαστον στρέμμα ἀξία τῶν ἀπὸ τοῦ 1837 ἐμφυτευθεισῶν γαιῶν περιπλέον τῶν ἄλλων δραχμ. 50 κατὰ στρέμμα. Ἀποκαλεῖ τούτους ἅρπαγας κλπ. Ἡ διάκρισις αὕτη, ὅπως τὴν ὑποστηρίζει ὁ ἐκ Ναυπακτίας ἀντιπρόσωπος, δὲν μοὶ φαίνεται λογικὴ, διότι ὅλαι αἱ φυτεῖαι, αἵτινες ἐμορφώθησαν ἀπὸ τοῦ 1821 διατελοῦσαι εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ἐμφυτευτῶν ὁμοιομόρφως ἐκανονίσθησαν καὶ ἐφορολογήθησαν, εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὑπαχθεῖσαι νόμον εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν φορολογίαν ὑποκύψασαι. Ἡ διάκρισις εἰς φυτείας ἐν ἀδείᾳ καὶ ἄνευ ἀδείας καὶ ἡ προστίμησις τῶν ἄνευ ἀδείας δι’ ὑπερτιμήσεως ἑκάστου στρέμματος δὲν φαίνεται ἀντιστρατευομένη καὶ κατὰ τῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀκολουθῇ ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα, καὶ τοὺς ὁποίους κανόνας περὶ πολλοῦ ποιεῖται ὁ κ. Ῥοντήρης, καὶ οἵτινες μᾶς ἐπιτάσσουσι νὰ μὴν ἐκτρεπώμεθα τῆς αὐτῆς ἰδέας προσβάλλοντες συμφέροντα καὶ ἀδικοῦντες πολίτας; Δὲν εἶναι διόλου ἠθικὸν νὰ χαρακτηρίζωμεν ἅρπαγας τοὺς ἀπὸ τοῦ 1837 καὶ ἐφεξῆς ἐμφυτευτὰς τοὺς μὴ λαβόντας ἄδειαν, τοὺς καταλαβόντας τὸ ἄγονον καὶ ἄχρηστον ἔδαφος καὶ καταστήσαντες αὐτὸ γόνιμον καὶ παραγωγικὸν, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἕλη καὶ τὰ τέλματα τὰ ἐγονιμοποίησαν, καὶ δὲν ἔπραξαν αὐτὸ διὰ νὰ χρησιμοποιήσωσι μόνον τὸ ἄχρηστον ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ὠφελήσωσι τὸ δημόσιον, καὶ παρέξωσι καὶ εἰς ἑαυτοὺς τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των. Δὲν δύνασθε νὰ νομοθετήσητε τὸ τοιοῦτον, διότι τοὺς ἀνεγνώρισεν ἤδη ὁ νόμος ὡς συνιδιοκτήτας. Τί λέγουσιν οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι ψηφίζονται κατ’ ἔτος περὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων κτημάτων; ἀναγνώσατε τοὺς νόμους αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ 1836 καὶ ἐφεξῆς καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐξομοιώνει τὰς μὲ ἄδειαν ἐμφυτευθείσας γαίας, μὲ τὰς ἄνευ ἀδείας καὶ τὰς ὀνομάζει ἐθνικοϊδιοκτήτους. Ὁ νόμος αὐτὸς κατέστη πάγιος καὶ ἐξακολουθεῖ κυρούμενος καὶ ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιον κ. Ῥοντήρην. Λοιπὸν τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία κατέβαλε κεφάλαια, ἐνεφύτευσεν ἄνευ ἀδείας ἀλλ’ ἐπλήρωνεν τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας καὶ ἦλθε τὸ ἔθνος καὶ τὴν ἀνεγνώρισε, καὶ ἦλθε ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ ὡς πληρεξούσιος καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ τὴν ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς διὰ τῆς ψήφου του, πῶς ἔγειναν ἅρπαγες; ὄχι λέγω ἐγώ. Εἶναι δίκαιον, εἶναι ἠθικὸν καὶ νόμιμον, ὅσοι ἐφύτευσαν ἄνευ ἀδείας νὰ πληρώσουν πρόστιμον μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἐπῆραν ἄδειαν;....
§37ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀσήμαντον.
§38Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀσήμαντον ὀνομάζεις τὸν φιλόπονον, ὅστις ἐγονιμοποίησε τὸ δασῶδες, τὸ ἄγονον, καὶ τὸ κατέστησε γόνιμον καὶ χρήσιμον, καὶ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του, καὶ ἀξιοῖς νὰ τοῖς ἐπιβάλωμεν καὶ πρόστιμον, καὶ τοῦτο ποιοῦντες νὰ λέγωμεν ὅτι ἐξασφαλίζομεν τοὺς ἰδιοκτήτας, σώζομεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἀπομακρυνόμεθα τῆς ἠθικῆς ἰδέας ποιοῦντες τοιαύτην ἐξαίρεσιν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ δυνατὸν ν’ ἀνεύρωμεν τὴν διαφορὰν αὐτήν; ὁ νόμος τοῦ 1837 λέγει, ὅτι ὅσοι ἐφύτευσαν μέχρι τοῦ 1837 θεωροῦνται συνιδιοκτῆται τοῦ δημοσίου, εἴτε ἔλαβον ἄδειαν, εἴτε ἂν αἱ φυτεῖαι θὰ ἐξετασθῶσι κατὰ τὸ 1871 καὶ ὕστερον, ποῖον γνώρισμα ἔχομεν ὅτι ἓν τεμάχιον πεφυτευμένης γῆς αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας εἶναι μὲ ἄδειαν καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἄνευ ἀδείας; Θὰ μὲ εἰπῆτε ὅτι ἀρχίζομεν ἐρεύνας καὶ διαδικασίας καὶ ἀνοίγομεν δίκας καὶ διορίζομεν δικηγόρους κλπ.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι καλὸν δι’ ἐσᾶς τοὺς δικηγόρους.
§40ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πάλιν δι’ ἐσένα καλόν.
§41Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ὅταν πρόκηται νὰ συνεδριάζωμεν τὴν νύκτα κατὰ τὴν ἄρτι γενομένην πρότασίν σας, κύριε Ῥοντήρη, διότι τὴν ἡμέραν θὰ πηγαίνωμεν ν’ ἀγορεύωμεν εἰς τὸ δικαστήριον (γέλως). Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν δικαιοσύνην αὐτὴ ἡ διάκρισις, πρὸς τὴν δικαιοσύνην περὶ τῆς ὁποίας πολὺν λόγον ἔκαμεν ὁ κύριος Ῥοντήρης; εἶναι σύμφωνος αὐτὴ ἡ διάκρισις μὲ ὅσα ἐθεσμοθετήθησαν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου μέχρι τοῦδε; ἐγὼ ἀμφιβάλλω, κύριοι, καὶ ὀφείλομεν ὅλοι ν’ ἀμφιβάλλωμεν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ἤμεθα πεπεισμένοι περὶ τοῦ ἐναντίου. Ὅσοι ἐνομοθέτησαν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τοῦ 1835 δὲν ἐσκέφθησαν νὰ καταστήσουν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους οὔτε μουζίκους, οὔτε βωλοδούλους καὶ δουλοπαροίκους. Καὶ ὁ νόμος, κύριοι, ἠννόει νὰ τοὺς κάμῃ συνιδιοκτήτας· δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς ἀποξενώσῃ. Εἰς τὰ 1843 ἕτερος νόμος προσδιώρισε ποσοστόν τι γῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ προστεθῇ πρὸς ἐξόφλησιν οὔτε Κρητικῶν, οὔτε φαλαγγιτικῶν γραμματίων. Λοιπόν, ὅταν ἔρχεται σειρὰ πράξεων τοῦ ἔθνους ὑπὲρ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτὰς τὰς γαίας τὰς ἐβελτίωσαν, ἔχομεν ἐνδείξεις ὅτι εἶναι ἅρπαγες καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἀπογυμνώσωμεν καὶ τοὺς ὑποβάλλωμεν καὶ εἰς πρόστιμον; Ἐκτὸς τούτου καὶ ἂν δὲν ἀνεγνωρίσθη, κύριοι, διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου συνεταῖρος καὶ συνιδιοκτήτης ὁ ἐμφυτευτὴς, τί λέγουν οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰς σχέσεις τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου; Ἔχω ἓν οἰκόπεδον, πηγαίνει ἄλλος καὶ οἰκοδομεῖ ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχω δικαίωμα νὰ τὸν ἐνάξω καὶ τὸν ἐνάγω εἰς δίκην, τί λέγουν οἱ νόμοι; τί πράττουν τὰ δικαστήρια; Δυνάμει τῆς ἀρχῆς «τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις» εἶμαι κύριος καὶ δικαιοῦμαι νὰ λάβω τὴν οἰκοδομὴν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ πληρώσω ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἐπωφελεῖς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ὁ ἄλλος δυνάμει τῆς ἀρχῆς, καθ’ ἣν οὐδεὶς νὰ πλουτίσῃ δύναται τοῦ ἑτέρου ζημιουμένου, ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔχουσι δικαιώματα οἱ ἐμφυτευταί. Πρέπει, κύριοι, ἄλλως νὰ μὴ πρεσβεύσωμεν τὰς ἀρχὰς τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν νὰ ὑπάρχουν τιμαριοῦχοι ἄρχοντες καὶ προνομιοῦχοι συγκεντρωμένοι εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ τοιαύτη θέλησις δὲν ἐξεδηλώθη ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἐκήρυξεν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι αἴσθημα αὐθόρμητον παντὸς πολίτου· ἅμα ἀρνηθῇς τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀρνεῖσαι τὴν πατρίδα σου. Ἡ πολιτεία, αἱ πατρικαὶ κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἐνισχύουν τοὺς λαοὺς διὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν τάξιν διὰ τῆς ἐργασίας, διὰ τῆς ὁποίας μορφοῦται πλοῦτος καὶ στηρίζεται τὸ ἔθνος. Εἶσθε ἅρπαγες, λέγει, δὲν σᾶς δίδομεν τίποτε, καὶ ἂν σᾶς δώσωμέν τι θὰ σᾶς κάμωμεν χάριν λέγουσιν. Ὄχι, κύριοι, νὰ μὴ μᾶς κάμητε καμμίαν χάριν, νὰ μὴ μᾶς δώσητε τίποτε, ἀλλὰ μὴ θέλητε νὰ μᾶς πάρητε τὸ ἰδικόν μας λέγουσιν ὅσοι ἔχουν τοιαύτας γαίας, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω, διότι δὲν εἶμαι οὔτε κτηματίας, οὔτε γεωργὸς, κανεὶς δὲν δύναται νὰ κάμῃ χάριν εἰς τὸν ἄλλον. Μὴ μᾶς ἀρνῆσθε τὴν ἰδιοκτησίαν· δηλ. αὐτὸ τὸ ἄγονον, τὸ ὁποῖον ἐγονιμοποιήσαμεν διὰ τῆς ἐργασίας μας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν ἑνὸς λεπτοῦ ἀξίαν καὶ τὸ κατεστήσαμεν πολλῶν δραχμῶν καὶ τοσοῦτον αὐξήσαμεν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ὥστε σχεδὸν εἶναι ἑκατονταπλάσιος σήμερον. Ποίαν ἀξίαν εἶχεν εἰς τὰ 1835 ἡ γῆ τῆς Ἀττικῆς; Ἐνθυμοῦμαι, ἤμην μαθητὴς, ὅτε εἶχε 50 δραχμὰς τὸ στρέμμα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει ἀξίαν χιλιάδων δραχμῶν, διότι ηὔξησε τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ὁ πληθυσμὸς καὶ ἡ γῆ κατέστη οἰκόπεδον. Λοιπὸν τί θυσίαν κάμνει τὸ ἔθνος; καμμίαν, ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν; τί ζητοῦν νὰ πάρωσιν οὗτοι, διότι πρόκειται νὰ ἀποξενωθῇ ἐλπίδων, κύριοι! Σᾶς ἀναφέρω, ὡς παράδειγμα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τί εἰσόδημα παρέχουν τὰ ἐλαιόδενδρα ἐκποιηθέντα κατὰ τὸν νόμον περὶ φθαρτῶν κτημάτων; ὁ κάτοχος ἀποδίδει ἐτησίως φόρον εἰς τὸ δημόσιον, διότι ἐγένετο ἰδιοκτήτης κατὰ μέγα ποσόν. Πόσα λαμβάνει πρὸ τῆς πωλήσεως ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς; Διπλάσια, τριπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε πρίν· λαμβάνει μετὰ τὴν ἐκποίησιν;
§42ΔΑΓΡΕΣ. Ἐκ τῆς ἐγγείου φορολογίας......
§43Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βέβαια. Εἶναι λοιπὸν ἀκατανόητον καὶ ἄπορον ἓν νομοσχέδιον ἁπλούστατον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κανένα δόλιον σκοπὸν νὰ ἔρχωνται νὰ λέγουν, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸ σκέπτονται νὰ ἁρπάσουν. Ἀλλὰ, κύριοι, τί νομίζετε, ὅτι εἶναι αὐτά, αἱ γαῖαι αὐταὶ αἱ φυτεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐθάμβωσάν τινας καὶ τοὺς θαμβόνουν καὶ τοὺς κατέλαβε μία ὑδροφοβία τρόπον τινά; εἶναι, κύριοι, δὲν ὁμιλῶ περὶ συκοδένδρων καὶ μορεοδένδρων, διότι δὲν ἐπῆγα εἰς τὴν Μεσηνίαν ὅπου ὑπάρχουν, εἶναι πέντε, ἓξ στρέμματα, τὰ ὁποῖα κατέχει ἑκάστη οἰκογένεια διηρημένη καὶ ὑποδιηρημένη. Φωνάζουν οἱ ἀτυχεῖς ἐμφυτευταὶ, ἢ νὰ τὸ πάρῃ τὸ δημόσιον, ἢ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, διὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὰς καταδιώξεις, τὰς καταθλίψεις, τὰς βαρβαρότητας τῶν σπαχίδων. Ἔρχεται ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ λέγει τὸ ἥμισυ νὰ πάρῃ τὸ δημόσιον....ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἑνὸς τετάρτου;
§44ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅσα εἶναι ἀπὸ δέκα στρέμματα καὶ πέραν νὰ τὰ ἐξαιρέσωμεν τοῦ κανόνος.
§45Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὰ τοῦτο νὰ τὸ ἐξαιρέσωμεν, ἐκεῖνο νὰ τὸ ἐξαιρέσωμεν ποῖον θὰ ὑποβάλωμεν εἰς κανόνα;
§46ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ τὰ χαρίσωμεν.
§47Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί νὰ χαρίσωμεν; ὅποιος ἔχει ἂς χαρίσῃ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι θὰ τὰ φᾶμε καὶ τώρα θὰ μᾶς τὰ χαρίσητε. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς τροπολογίας. Ἐγὼ τὰς ἐκήρυξα ἀπαραδέκτους τὰς τροπολογίας, διότι παραδέχομαι τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται κηρύττονται ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἀξίας τῆς καλῆς γῆς, καὶ τὸ ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ διότι ἀπεχθαίνομαι τὸ φορολογικὸν σύστημα. Εἶναι σκληρὸν, κύριοι, τὸ φορολογικόν μας σύστημα, διότι εἶναι καταδικασμένον ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ μόνον ἡ Ἑλλὰς τὸ κρατεῖ Ποίαν ἀξίαν εἶχεν ἡ γῆ, κύριοι, εἰς τόπον ἀκατοίκητον εἰς τὰ 1836 μέχρι τοῦ 1840; Εἶχε πέντε δραχμὰς τὸ στρέμμα καὶ σήμερον ἡ ἀξία της εἶναι μεγίστη. Λοιπὸν ζημιοῦται τὸ δημόσιον; Καὶ ἂν παραδεχθῆτε, ὅτι εἶναι ζημία τοῦ δημοσίου, ὀφείλετε ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὅλαι αἱ πολιτεῖαι ἐνισχύουν τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν, διότι θέλουν νὰ ἐκταθοῦν. Ἀλλά, κύριοι, παραδεχθέντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον, ποίαν σημασίαν ἔχουν αἱ διακρίσεις αἱ ἄλλαι περὶ ἀδείας ἢ ἄνευ ἀδείας; Εἶναι αὐταὶ ἀσυμβίβαστοι πρὸς ἀλλήλας; Ὁ κύριος Ζέγγελης εἶπε νὰ προστεθῇ ἡ λέξις πεφυτευμέναι· καὶ τί ἔχει νὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον, ἂν ἡ φυτεία δὲν ᾖναι πλήρης; Ἀλλὰ διὰ τὸν καλλιεργητήν· ὁ καλλιεργητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ κάμῃ τὴν δήλωσίν του καὶ νὰ παραιτηθῇ. Ἅμα ἔχω δένδρα τινὰ εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἂν δὲν τὸ θέλω αὐτὸ τὸ κτῆμα, νὰ μὴ δηλώσω, ἂν τὸ θέλω νὰ πληρώσω τὴν ἀξίαν του. Λοιπὸν δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη. Αὐτὰ ἐθεώρησα ἀναγκαῖα νὰ ὑποβάλω, καὶ προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης εἶπον νὰ καταθέσωμεν τὸ τίμημα εἰς τὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη μας.
§48ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον κἄτι ἄλλο.
§49Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἴπατε νὰ κάμωμεν σιδηρόδρομον ἀπὸ τὰς Καλάμας ἕως εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς δὲν τὸ θέλομεν; Εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσδιορίζει κατ’ ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν· καταθέσετε καὶ ἄλλα, πλὴν οὐδὲν θὰ προκύψῃ.
§50ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ τὸ γλεντύσωμεν λοιπόν.
§51Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω γνώμην, ὅταν δὲν ἔχωμεν τίποτε, θὰ πᾶμε καλλίτερα (γέλως). Λοιπὸν προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν τροπολογιῶν· διότι δὲν εὑρίσκω κἀνὲν ἀποτέλεσμα εἰς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλετε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§52ΡΟΝΤΗΡΗΣ. ....... (θόρυβος).
§53ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸν Ῥοντήρην ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§54ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, προχθὲς ἐλάλησα διὰ μακρῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἠναγκάσθην νὰ διέλθω ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον. Πόθεν προῆλθε τοῦτο; Θὰ εἴπω τώρα πολλὰ ὀλίγα περὶ τοῦ τίτλου, καὶ κατόπιν θέλω προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ά. ἄρθρου καὶ τῆς τροπολογίας τῆς ἐμῆς. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, ἔχει ἀρχὴν τὴν διάθεσιν τῆς ἐθνικῆς γῆς τῆς πεφυτευμένης, ἀλλ’ ὁ τίτλος εἶναι λίαν γενικὸς καὶ ἀνεπτυγμένος, ἐμπεριέχει τὴν διάθεσιν διὰ τιμήματος, δι’ ἐκποιήσεως. Ἐγὼ δὲ ἀναλύων τὴν θέσιν καὶ τὴν οἰκονομίαν ὁλοκλήρου τοῦ νόμου ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀρχὴ εἶναι εἰκονικὴ, διότι ἡ ἐκποίησις εἶναι εἰκονικὴ, καθόσον περιέχει εἰκονικὸν τίμημα. Διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς; ὄχι, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐθνικὴ γῆ ὁλόκληρος, καὶ πολλῷ μᾶλλον ὡς φυτεύεται, ἀλλ’ ὁ τίτλος δὲν εἶναι ὡρισμένος, εἶναι εἰκονικὴ ἡ διάθεσις αὐτή. Ἀλλὰ γενικὸς τίτλος διαθέσεως ἐμπεριέχων μᾶλλον δωρεὰν ἢ ἐκποίησιν, τὸ ἐθεώρησα κακὸν καὶ καταστροφήν. Πᾶσα δωρεὰ εἶναι παραγωγὴ, καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω τι σκαιόν, ἀλλ’ οἱ οἰκονομολόγοι πολὺ ὀλίγον τὴν διακρίνουσιν ἀπὸ τὴν κλοπήν. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἰπῆτε, ἡ πρόθεσις τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι ἡ αὐτή; Ὄχι, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις ἄγει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· ὥστε ἡ ἔκθεσις εἶναι ἴση τῇ προθέσει. Δὲν ἐπέτυχε, νομίζω, ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ ὅλου πρὸς πλήρωσιν τῆς ἰδέας αὐτοῦ. Ἑπομένως παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καθὼς καὶ τὸ ἀκριβολόγον πνεῦμα τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα ἵνα μὴ ἡ ἔκθεσις ἀποβῇ εἰς ἣν ἐδήλωσα πρόθεσιν. Πρέπει νὰ εὕρωμεν τὴν ἀληθῆ τιμὴν καὶ τότε ν’ ἀποκόψωμέν τι ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν. Εἰσερχόμενος εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ά. ἄρθρου, κύριοι, εἶμαι ὑπόχρεως ν’ ἀνασκευάσω ἐπιχειρήματά τινα, τὰ ὁποῖα μόνος ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδύνατο ὄντως νὰ καταστήσῃ σπουδαῖα καὶ κατέστησε τοιαῦτα· ὄντως ἐπιχειρήματά τινα αὐτοῦ δὲν στηρίζονται σπουδαίως. Ἂν ἐπρόκειτο, κύριοι, ν’ ἀποδείξω, εἶχον ἀπειρίαν λόγου, ἀλλὰ πρόκειται νὰ πείσω, καὶ αἱ δυσχέρειαι εἶναι μεγάλαι. Μολοντοῦτο τὸ καθῆκόν μου εἶναι μόνον ν’ ἀποδείξω, καὶ εἶσθε κύριοι νὰ πεισθῆτε ἢ μή. Κύριοι, θέλω ἀνασκευάσει τέσσαρας λόγους τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ κατόπιν θέλω ὑποστηρίξει τοὺς ἐμούς.
§55ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἢ ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου συζητοῦμεν; ὁ ὑπουργὸς δὲν ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§56ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀνασκευάσω αὐτόν.
§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ βουλὴ εἶναι κυρία νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, ἂν θὰ γίνῃ συζήτησις τώρα ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου καὶ τότε θὰ ὁμιλήσωμεν ὅλοι· (θόρυβος).
§58ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, ἀναχωροῦντες ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ γαῖαι ἀνῆκον ἔκπαλαι καὶ εἰς τοὺς κατόχους, ἀπαντῶμεν εἰς τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν τίποτε, καὶ ὅτι ποσῶς, ἀδίκως διέδοσαν. Φαίνεται δὲ ὅτι μεγάλως ἐπηρεάζεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἐκ τοιούτων λόγων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν πρεσβεύω τοῦτο· νομίζω, ὅτι ἡ γῆ αὐτὴ ἀνήκει οὐ μόνον εἰς τοὺς κατοίκους καὶ τοὺς δημότας, ἀλλ’ εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας οὐ μόνον εἰς τοὺς πεδινοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὀρεινοὺς, καὶ ἰδίως ὑπὲρ τῶν ὀρεινῶν ἐνδιαφέρομαι. Δὲν θέλω νὰ κάμω ἀνάπτυξιν τοῦ πράγματος τούτου, διότι ὅλοι τὸ ἐννοεῖτε ὅτι πάντες μετέχομεν τῆς γῆς αὐτῆς, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ παραγκωνίζονται οἱ ὀρεινοὶ καὶ μένουν ἰσχυροὶ μόνον οἱ πεδινοὶ καὶ ἐκεῖνοι μόνον ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ ἔχουν γαίας. Δὲν ἀποκρούω νὰ ἔχουν προνόμιόν τι, ἀλλὰ μέχρι τινός. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι παραδέχομαι, λέγει, τὸ πρῶτον· ἰσχυρίζεται, ὅτι εἰς πάντας ἐξίσου ἀνήκει ἡ γῆ αὕτη, ἐὰν δὲ προτιμῶνται οἱ γείτονες, προτιμῶνται μέχρι τινὸς ὁρίου, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιφρονηθῶσιν ἐπαρχίαι μὴ ἔχουσαι ἐθνικὰς γαίας. Ἔρχομαι εἰς τὸν ἄλλον λόγον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὸν νόμον τοῦ 37 καὶ εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον, ἀποφασισμένον ἤδη, καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, εἶπον, ὅτι κυριότητα ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πλέον ἐπὶ τοῦ ὅλου, παρὰ μόνον ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, πῶς θὰ διαθέσωμεν τὸ ἥμισυ; Ὁ νόμος τοῦ 37 λέγει, «οἱ φυτεύσαντες μέχρι τοῦδε εἶναι κύριοι τοῦ ἡμίσεως τῆς γῆς,» τώρα ἡμεῖς λέγομεν ὄχι, εἴμεθα κύριοι τοῦ ὅλου τῆς γῆς καὶ τὴν πωλοῦμεν. Αὐτὸ, κύριοι, ἔχει συνεπείας πολλὰς καὶ ἐπιζημίους, καθὼς σᾶς εἶπον χθές, διὰ τὸ δημόσιον, διότι ἀδικεῖται τὸ δημόσιον 100,200 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ζέγγελης ὑπήνιξεν ἐδῶ, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ δίκαιον. Ὁ κύριος Ζέγγελης σᾶς ἀνέπτυξεν ἐκτενέστερον, ἀλλὰ σήμερον ἐφιστῶ πολὺ τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ θεωρήσωμεν τὸ δημόσιον κύριον τοῦ ὅλου τῆς γῆς. Αὐτὸ τὸ ὑποβάλλω μόνον, διότι πολλὰς ἄλλας ἔχει συνεπείας, ἀλλ’ ἔχει συνέπειαν καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ ἔχοντες ὑποθήκην ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν πρώτην, ἐὰν εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι γίνονται δεύτεροι, τοὺς ἀδικοῦμεν, ἐνῷ ἂν λάβωμεν τὸ ἥμισυ μόνον τῶν φυτειῶν, ἡ δυσχέρεια αὕτη δὲν ὑπάρχει. Ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 37 δὲν ἰσχύει, διότι ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, διὰ τί δὲν ἰσχύει; πῶς ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν; ποία ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου; καὶ τίνος δικαστηρίου ἐξεδόθη ποτὲ περὶ τούτου; δὲν τὸ εἶπε κανεὶς νόμος ποτέ, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κύριος Ζέγγελης εἶπεν, ὅτι δύνασθε νὰ εἰπῆτε ὅ,τι θέλετε, δύναται ἡ Κυβέρνησις, τὸ δημόσιον, τὸ κράτος νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν καὶ εἶναι ὅλον τὸ πεφυτευμένον ἰδικόν μου, τὰ δικαστήρια οὐδέποτε θὰ ἀκούσουν, οὔτε ἡμᾶς, οὔτε τὸ δημόσιον, οὔτε τὸ κράτος, οὔτε κανένα, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀφαιρεῖται ἄνευ ἀποζημιώσεως. Εἶναι πολὺ ὀλισθηρὸν τὸ βῆμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ καταργῆται νόμος τις μόνον διὰ δηλώσεως, ὅτι ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν. Μόνον τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ εἴπουν, ὅτι ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν· καὶ πίπτουν εἰς ἀχρηστίαν δι’ ἀντιθέτων πράξεων οἱ νόμοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐκτελεσθεισῶν. Κύριοι, παρετήρησα, ὅτι δὲν ἐννοήθην, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερον ὡς πρὸς τὴν κεντρικὴν ἐξ ἧς ἐλάβομεν. Ὅλοι νομίζουν ὅτι ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, καὶ πολλὰ ὀρθῶς, αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται ἐμμέσως ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σωστόν, δὲν ἐνδιαφέρομαι παντάπασιν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, δὲν θέλω νὰ λάβῃ τίποτε τὸ δημόσιον, τὸ ἐλατήριον εἶναι ἄλλο, ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῶν πολλῶν γεωργῶν κατὰ τῶν ὀλίγων τιμαριωτῶν τῶν καταλαβόντων τὴν ἐθνικὴν γῆν κατὰ στρέμματα πολλά. Ἐάν τις κατέλαβεν 100 στρέμματα ἐν τῷ δήμῳ Ὠλένης π. χ. καὶ τὰ ἐφύτευσεν, ἐγὼ λέγω εὐλογητὸς ὁ θεός· αὐτὸς πολὺ καλὰ ἔπραξεν ἐμφυτεύσας· ἀλλ’ ὅταν τὰ κατέλαβε καὶ τὰ ἐφύτευσε δαψιλῶς ἡμεῖς διὰ μεγάλης τιμῆς τοῦ τὰ δίδομεν· ἐπληρώθη πρὸς 300 πρὸς 500, πρὸς 900 τάληρα καὶ οὐδεὶς ἐζημιώθη, καὶ αἱ μεμψιμοιρίαι αἱ λεγόμεναι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ἐντελῶς ἄδικοι. Τώρα λέγω, ἐφύτευσες 100 στρέμματα, ἐξώδευσες 16 χιλιάδας δραχμὰς μέχρις ἀποκαταστάσεως, ἀλλὰ πόσας ἔλαβες κατὰ τὸ 55, 56, ἐὰν ἔκαμες 5 χιλ. σταφίδα, ἐὰν ἔκαμες 500 μόνον, 5 χιλ. τάληρα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν γῆν καὶ ἀπὸ τὴν καταβολὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμες τῶν 10, 15 χιλ. δραχμῶν. Τώρα ἡμεῖς μία φοῦκτα εἴμεθα, καὶ γνωριζόμεθα καὶ ἠξεύρομεν ἐὰν ὁ Ἕλλην ἐπιζητῇ μίαν καλλιέργειαν ἡ ὁποία δὲν τὸν ὠφελεῖ, καὶ πολλοὶ κατέστησαν πλουσιώτατοι, καὶ οὐδεὶς τὸ ἀγνοεῖ, ἐκ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν τὰς ὁποίας κατέλαβον, καὶ ἐπορίσαντο καὶ ἑαυτοῖς πλοῦτον, καὶ ὁμολογῶ, καὶ τῷ δημοσίῳ. Ἀλλὰ λέγω νὰ λάβωσιν αὐτοί, ἀλλὰ νὰ λάβωσιν καὶ οἱ ἄλλοι· διατί νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ ἄλλοι; μήπως οἱ τοιοῦτοι δὲν εἶναι Ἕλληνες; Τί λέγω ἐγώ λοιπόν; ἐκ τῶν 100 στρεμμάτων ὅπου ἔχεις, κύριε, σύ, νὰ λάβῃς τὰ 50 στρέμματα, τὰ δὲ ἄλλα 50 νὰ κατατμηθῶσιν εἰς 5 μερίδας, νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς δημοπρασίαν καὶ νὰ λάβῃ καὶ ὁ Τριπολιτσώτης καὶ ὁ Ἁγιοπετρίτης καὶ ὁ Κεφαλλὴν 5 στρέμματα γῆς καὶ νὰ γίνῃ καὶ ἐκεῖνος πολίτης· διότι, κύριοι, βγάλτε το ἀπὸ τὸν νοῦν σας, πολίτης μὴ ἔχων γῆν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, ἡ ψῆφος εἶναι παράρτημα τῆς γῆς, γέννημα τῆς γῆς καὶ οὐδὲν ἄλλο, καὶ ἄνευ ὑπάρξεως ψήφου, ὅταν δὲν ὑφίσταται ἰδιοκτησία, δὲν εἶναι πολίτης. Τί λοιπὸν ζητῶ ἐγώ; νὰ πάρωμεν ἡμεῖς τὰς γαίας νὰ τὰς κόψωμεν στὸν ὦμον καὶ τὰς φέρωμεν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον; ὄχι, καθόλου· νὰ τὰς λάβωσιν οἱ κάτοικοι, νὰ μὴ τὰς κατακτήσῃ ὅμως ὅλας ὁ καταλαβών. Τοῦ ἡμίσεως αὐτοῦ νὰ μεταλάβωσι καὶ οἱ ἄλλοι χωρικοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι κύριοι νὰ συναγωνισθῶσι διὰ πέντε διὰ δέκα στρέμματα, διότι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι μία τάξις ἀνθρώπων, ἡ χρησιμωτέρα εἶναι ἡ ἐμφυτευτικὴ τάξις· διότι ζῇ μὲ τὴν σκαπάνην, καὶ ἠξεύρω καλῶς ὅτι αἱ γαῖαι αὗται ὀφείλουσι μᾶλλον εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνάπτυξίν των ἢ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους τοὺς καταλαβόντας.
§59ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι κεφαλαιοῦχοι αὐτοί.
§60ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ ἀγωνίζομαι οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τοῦ φυτευτοῦ καὶ διότι εἶναι δίκαιον, καὶ διότι δὲν θέλω εἰς τὴν πατρίδα μου μία φυλὴ νὰ παρουσιάσῃ τὸ φοβερὸν θηρίον prolétaire· θέλω ἕκαστος πολίτης νὰ ἔχῃ μίαν σπιθαμὴν γῆς πεφυτευμένην ἢ μή, τὴν ὁποίαν νὰ ἐργάζηται ἐν τῷ ἱδρῶτί του πρὸς ζωάρκειαν, πρὸς εὐζωΐαν του, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ ὡς πραγματικὴν συνέπειαν τὴν ψῆφον καὶ νὰ φέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν κοινῶν τοῦ τόπου καὶ διὰ τῆς ψήφου νὰ διοικῇ καὶ ἐμέ. Κύριοι, ἐγὼ δὲν ἀφίνω πάλιν ἄνευ προνομίων τοὺς ἐμφυτευτάς, τοὺς κεφαλαιούχους, τοὺς ἐπιχειρηματίας· καὶ δὲν ἔχω καιρὸν νὰ σᾶς ἀναπτύξω τί ἐννοῶ ἐπιχειρηματίας· τοὺς ἐργολάβους αὐτούς, τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἐννοῶ αὐτοὺς νὰ τοὺς ἀφήσω νὰ συναγωνισθοῦν ὡς ἴσοι πρὸς ἴσους, πρὸς τὸν ἐργάτην, πρὸς τὸν γεωργόν. Τοῦ κάμνω μίαν ἔκπτωσιν 15% καὶ διὰ τοῦτο λέγω ἡ γῆ ἡ πεφυτευμένη διανέμεται εἰς δύο, τὸ ἓν λαμβάνει τὸ δημόσιον, τὸ ἕτερον ὁ ἐμφυτευτής· τὸ δὲ δημόσιον δὲν κρατεῖ τὴν γῆν αὐτὴν, ἀλλὰ τὴν πωλεῖ εἰς δημοπρασίαν κατὰ τεμάχια μικρά. Ἕκαστος συναγωνίζεται ἐπὶ μειώσει ἀπέναντι τοῦ κεφαλαιούχου 15% εἰς τὴν προσφοράν. Τί περισσότερα πλεονεκτήματα, κύριοι, θέλετε; τί περισσότερα προνόμια; διὰ τί νὰ μὴ γείνουν καὶ ἄλλοι κτηματίαι ἀδελφοί; διὰ τί οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι δουλεύουν τὰς γαίας σας νὰ μὴ ἔχουν πέντε στρέμματα ἰδικά των; διὰ τί οἱ Κεφαλλῆνες, οἱ Τριπολιτσιῶται, οἱ Γορτύνιοι νὰ μὴ ἔχουν; ὅλος ὁ πληθυσμὸς εἶναι χρησιμώτατος καὶ δὲν πρέπει νὰ παραγκωνίζεται. Ἐὰν ἔχω συμφέρον διὰ τὴν πατρίδα σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι μικρὸν, ἡμεῖς γαίας πλησίον δὲν ἔχομεν. Πολὺν λόγον ἔκαμε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ πολὺν, ἀλλὰ δριμύτερον καὶ ψυχρότερον σήμερον ὁ συνάδελφος, ὁ διπλοῦς συνάδελφος κ. Δημητριάδης διὰ τί νὰ ἀποκαλέσω παρανομίαν, διὰ τί νὰ ἀποκαλέσω ἁρπαγὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς τὴν παράνομον φύτευσιν. Ἡ λογικὴ, κύριοι, αὐτὸ διδάσκει.
§61Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποία λογική;
§62ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ἄρθρ. 271 καὶ 273. Ἐὰν ἔλλειπεν ἡ ἰδιότης τοῦ ἀκινήτου βεβαίως ἦτο κλοπὴ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀκίνητον δὲν εἶναι κλοπή. Ἀλλὰ δὲν θέλω αὐτὴν τὴν θεωρίαν, τυπικῶς ἔχω τὸ δικαίωμα.......
§63ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι.
§64ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Οὔτε τυπικῶς; ὁ νόμος λέγει νὰ μὴ καταλάβετε αὐτὰς τὰς γαίας, σεῖς ἠθετήσατε αὐτὸν τὸν νόμον καὶ πταίω ἐγὼ, ἐὰν εἴπω, ὅτι ἐπράξατε παρανομίαν; καὶ πταίω ἐγὼ, ἐὰν δίδω χαρακτῆρα τοιοῦτον κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτήν; πταίει ὁ νόμος αὐτός. Ἐὰν θέλετε νὰ καθιερώσωμεν, ὥστε οἱ νόμοι νὰ ἔχουν τυχαῖόν τι κῦρος, νὰ ἰσχύουν καὶ νὰ μὴ ἰσχύουν κατὰ τὰς περιστάσεις, σκεφθῆτε, κύριοι, πράττοντες ὅπως πράττετε, παραμορφώνοντες τοὺς νόμους τούτους καὶ μὴ λαμβάνοντες αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν, τί κάμνετε; Ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν δύναται μία ἄλλη Βουλὴ νὰ εἴπῃ τὰ χαλῶ, τὰ ῥίπτω κάτω, καὶ ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην δὲν δύναται νὰ κάμῃ τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, δύναται ἄλλον νόμον νὰ παραμορφώσῃ. Ὁ δὲ νόμος τί ἐστί; εἶναι ἡ θέλησις τῆς πατρίδος καὶ πρέπει νὰ τὴν σεβασθῇς, εἴτε καλὴ εἶναι εἴτε κακή. Ἀλλὰ θὰ ἀποδείξω, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι δικαιότατος. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξον. Δὲν εἶναι μόνον τύπος, κύριοι, ἡ ἀπαγόρευσις, διότι δὲν ἀπηγόρευσαν εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας νὰ φυτεύωσι, ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό· Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη λέγει τὰ ἑξῆς· πρέπει πάντες οἱ Ἕλληνες νὰ φυτεύωσι γαίας, ἀλλ’ οὐχὶ τινὲς, καὶ οἱ τινὲς σήμερον ἐμποδίζονται ἀπ’ ἐμὲ καὶ τοὺς ἐμποδίζω κατὰ καθῆκον, μολονότι ἔχω συμφέρον, οὐχὶ συμφέρον ἰδιοτελὲς, μάλιστα ἔχω συμφέρον νὰ φυτεύωνται αἱ γαῖαι ἀπὸ ὁποιονδήποτε, ἔστω καὶ ἀπὸ Τούρκους· καὶ οἱ Τοῦρκοι ἐὰν ἤρχοντο νὰ φυτεύσωσι τὰς γαίας αὐτὰς, θὰ ἐσύμφερε εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν εἶνε λοιπὸν αὐτὸ, δὲν λέγει μὴ ἁρπάζητε τὰς γαίας αὐτὰς ἀπὸ ἐμὲ, δὲν εἶπε μὴ μὲ ζημιώνετε διότι οὕτω ἁρπάζετε· λέγει, μὴ ἁρπάζετε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας τὴν νόμιμον αὐτὴν μερίδα. Αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις καὶ περὶ τούτου ἔχω ἐνδιαφέρον. Λοιπὸν λέγω ὅ,τι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψήφισεν, τοῦτο ὑπερασπίζω σήμερον, εἶμαι ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ στιγματίσω οὐδένα, λέγω, ὅτι παρηνόμησαν, λέγω ὅτι ἐστέρησαν ἐμὲ τῆς νομίμου μερίδος μου. Κύριοι παρετήρησα ὅτι ἔκαμεν ἐντύπωσιν τινὰ ἓν ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ὅτι ἐὰν μοιράσωμεν εἰς τὸ μέσον ἀδικοῦνται οἱ φυτεύσαντες γαίας κακάς, διότι αὐτοὶ ἐδαπάνησαν πολλά. Εἶπον τινὲς αὐτὸ εἶναι δεινόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐλέχθη τοῦτο διότι ἐσύμφερε νὰ λεχθῇ, διότι αἱ γαῖαι ἔχουν διάφορον τιμὴν κατὰ τὸ πάχος καὶ τὸ εἶδος αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει τὴν τιμὴν δὲν εἶνε τὸ πάχος εἶναι ἡ θέσις ἡ παρὰ τὴν ἀγορὰν, εἶναι ἡ ἔκθεσις ἡ πρὸς τὸν ἥλιον, εἶναι τὰ συστατικὰ στοιχεῖα, τὰ σταφιδοφόρα στοιχεῖα. Ὑπάρχουν γαῖαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι λεπτόγαιοι, καὶ ὑπάρχουν γαῖαι πρώτης ποιότητος, καὶ ἐν τούτοις αἱ λεπτόγαιοι γαῖαι ἔχουν 600 δραχμὰς εἰς κατάστασιν ψιλῆς γῆς καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο. Ὑπάρχουν γαῖαι μὴ πεφυτευμέναι, ξηραὶ καὶ ἄγονοι, ἔχουν 500 δραχμὰς, καὶ ὑπάρχουσι γαῖαι πεφυτευμέναι σταφίδα βαθύταται ἔχουσαι μόνον διακοσίας δραχμὰς· ὑπάρχουσι γαῖαι εἰς τὸ Αἴγιον καθὼς καὶ εἰς τὴν Κόρινθον πρὸς 500 δραχμάς· καὶ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸν Πύργον γαῖαι γονιμώτατοι πολλὰ κάῤῥονες, νὰ εἴπω οὕτω τῶν ἄλλων, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τόσον. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον· καὶ ἄν τις δαπανήσῃ πολλὰ, ἵνα φυτεύσῃ κακὴν γῆν, θὰ εἰπῇ ὅτι ἔχει συμφέρον. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν τῶν ἀδυνάτων κατὰ τῶν ἐργολάβων τῶν φυτειῶν αὐτῶν· θέλω νὰ καταστήσω καὶ τὸν ἁπλοῦν ἐργάτην τὸν σκαπανοφόρον, κτηματίαν, δὲν ἀφαιρῶ ἀπὸ κανένα τίποτε διὰ νὰ δώσω εἰς αὐτόν. Τοῦ ἐπιτρέπω μόνον ἐλεύθερον συναγωνισμὸν πρὸς ἐκεῖνον, ἐπὶ μειώσει, ἐπὶ προνομίῳ ὑπὲρ ἐκείνου· δὲν βλέπω τὸ ἄδικον· ἀλλὰ συμπίπτει τοῦτο νὰ ᾖναι καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ἐννοεῖται εἶμαι μέλος τῆς πολιτείας, μέλος τῆς κοινότητος αὐτῆς καὶ ἐνδιαφέρομαι καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου· ὥστε τετραπλασιάζεται ὁ λόγος· καὶ χάριν τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ διαθέσωμεν τὸ ἥμισυ τῶν γαιῶν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Κύριοι, ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, πρόκειται ἤδη νὰ ψηφίσητε τὰς προτάσεις ταύτας· ὁ ἐμφυτευτὴς τί θὰ πληρώσῃ; τὴν ψιλὴν γῆν ὁλόκληρον, τὴν πλήρη γῆν, ἢ θὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ τῆς φυτείας αὐτοῦ καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει συγκυριότητα; ἀλλὰ θὰ φέρω πρότασιν νὰ γίνῃ διάκρισις τῶν φυτειῶν μέχρι τοῦ 1837 καὶ ἄλλη διάκρισις ἀπὸ τοῦ 1837 μέχρι του 1862, καὶ ἄλλη διάκρισις, 1862 μέχρι τοῦ 1870. Ἀλλὰ δὲν φθάνει αὐτὸ, θὰ φέρω διάκρισιν ὡς πρὸς τὰς ἐλαίας, μωρέας καὶ συκαμινέας, διότι ἀπεφασίσατε τῳόντι νὰ διατεθῶσι καὶ αὗται, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι αἱ μωρέαι καὶ ἐλαῖαι θὰ διατεθῶσιν, ὅπως αἱ σταφίδες καὶ ἄμπελοι, διότι αἱ σταφίδες καὶ ἄμπελοι θέλουν πολλὰ κεφάλαια, καὶ πρέπει νὰ ἔχουν ἄλλην τέχνην, αἱ δὲ μωρέαι καὶ ἐλαῖαι πρέπει νὰ ἔχουν ἄλλην. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε, διότι θ’ ἀναφέρω ἓν σπουδαῖον παράδειγμα ὡς πρὸς τὰς μωρέας. Πολλάκις μοῦ ἐπῆλθεν, ὅτι ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ βήματος δὲν δύναμαι παρὰ νὰ λυπήσω, ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀναβαίνῃ τις εἰς τὸ βῆμα διότι ἀντιτάσσομαι κατὰ τῶν μωρεῶν καὶ ἐλαιῶν. Ὁ κύριος Ζέγγελης ἀπέδειξε διατὶ ἀνθίσταται καὶ αὐτὸς, καὶ ἔλαβε τὸν πρῶτον λόγον. Ἀντιτάσσομαι κατ’ αὐτῶν, διότι εἶναι λίαν ἐλαστικαὶ αἱ μωρέαι καὶ ἐλαῖαι, διότι ἐντὸς μιᾶς νυκτὸς εὑρίσκεις πεφυτευμένας γαίας ἀπείρους. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὶ συνέβη εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἄλλοτε εἰς τὰ 1864. Ἐκόπησαν ἄπειροι μωρέαι, ἐλαῖαι καὶ ἔμεινε γῆ ψιλὴ πεφυτευμένη· κατόπιν ἐφυτεύθησαν μίαν νύκτα, μὲ μωρεόδενδρα μικρὰ ὅλαι αὗται αἱ γαῖαι, ἤδη παρουσιάζονται ὡς φυτεῖαι, οὕτω ἐπληροφορήθην ἐγὼ καὶ οὕτω ἐπίστευσα, καὶ τὸ ποσὸν δὲν εἶνε ὀλίγον. Ὁ κύριος ὑπουργὸς εἰμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ περὶ τούτου καὶ εἰμπορεῖ νὰ μὲ βεβαιώσῃ μὲ μίαν λέξιν.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου προβλέπει ὁ βʹ § τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐθνικά, ἢ ἐκκλησιαστικὰ φθαρτὰ κτήματα, ἐδηλώθησαν καὶ παρεχωρήθησαν ὡς φυτεῖαι, ὁ πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις θεωρεῖται κακῆς πίστεως κάτοχος, καὶ ἀπόλλυσιν ὅ,τι ἀπέναντι τοῦ τιμήματος κατέβαλεν. Τὰ κτήματα, τῶν ὁποίων, ὡς λέγετε, ἐκόπησαν τὰ δένδρα, εἶνε φθαρτὰ κτήματα, ἑπομένως ἐάν τις ἐντὸς αὐτῶν κατέστησεν φυτείαν, δὲν ὠφελεῖται ἀπὸ τὸν ὑπὸ συζήτησιν νόμον αὐτόν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν εἶναι εὐκρινὲς τὸ ἄρθρον, διασαφίσατέ το ὅπως θέλετε· ἡ ἰδέα εἶναι ὅτι τὰ φθαρτὰ κτήματα ἐξαιροῦνται τῆς παραχωρήσεως.
§66ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Λέγω, κύριοι, ὅτι τὸ δημόσιον πρέπει νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ, καὶ νὰ τὸ διαθέσῃ ὅπως διετέθησαν καὶ τὰ φθαρτὰ κτήματα, καὶ ὅπως δηλῶ προηγουμένως· πολὺ συμφέρον ἔχει τὸ δημόσιον· ἀλλ’ ἐγὼ ἀδιαφορῶ περὶ τούτου· συμφέρον ἔχει ὁ μικρὸς χωρικός, ὁ ἀδύνατος.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§68ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ὁμιλίαν τὴν ὁποίαν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς. Βεβαίως, κύριοι, ἐκ τῆς ὁμιλίας ἐκείνης παρατηρεῖτε, ὅτι ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν σπουδαίων ζητημάτων τὰ ὁποῖα ὑπεκίνησαν οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ Κορινθίας καὶ Ναυπακτίας ἐξήγησα τὴν γνώμην μου· κατ’ αὐτὴν ἀντιτάσσομαι καθ’ ὅλου πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ναυπακτίας, καὶ τοῦτο πράττω μετὰ λύπης μὲν, ἀλλὰ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι εἶμαι ἐν τῷ δικαίῳ, συντάσσομαι δὲ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κορινθίας, πλὴν τοῦ μέρους τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐμὴν τροπολογίαν. Συνεπὴς κύριοι, ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν λόγων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὴν πεποίθησίν μου ταύτην. Τὸ σπουδαιότατον ἀντικείμενον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ῥοντήρη εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος, καὶ βεβαίως, κύριοι, αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον. Οὐδείς μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ ἐθνικὴ γῆ ἀνήκει πᾶσι τοῖς ἕλλησιν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται ἴσως νὰ ἐξετασθῇ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μετ’ οὐ πολὺ ὑποβληθὲν θέλει ἐξετασθῇ παρ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι φόβος ὑπάρχει μὴ τυχὸν ἀφοῦ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ἐπιμελεῖς αὐτοὶ συμπολῖται ἡμῶν, οἵτινες διὰ τῶν κεφαλαίων των τοσοῦτον συνετέλεσαν εἰς τὴν κανονικὴν πρόοδον καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, δὲν περισσεύσῃ ἡ ἀναγκαία μερὶς διὰ τοὺς λοιποὺς ἡμῶν συμπολίτας καὶ ἕνεκα τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ καὶ τοῦτο· λέγω καὶ ὑποστηρίζω ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ διάθεσιν ἐθνικῆς γῆς, ἀφορᾷ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, χαρακτηρισμὸν ἢ κανονισμὸν δικαιωμάτων ἐπὶ ἀκινήτου κτήματος. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὁ ἐμφυτευτὴς ἀποκτᾷ πραγματικὰ δικαιώματα, ἄρα δὲν ἔχομεν ἀνάγκην καθόλου νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἀλλὰ θέλομεν ἐξετάσει ὅταν συζητηθῇ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον δὲ πλειότερον καθ’ ὅσον ὁ ἔντιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ ὁποίου καὶ τῶν ἐμβριθῶν γνώσεων αὐτοῦ οὐδεὶς διστάζει, μᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι οὔτε φόβος τοιοῦτος ὑπάρχει, διότι ὑπάρχουν γαῖαι ἐθνικαὶ διὰ τῶν ὁποίων ἅπαντες οἱ συμπολῖται ἡμῶν καὶ πεδινοὶ καὶ ὀρεινοὶ θέλουσιν ἱκανοποιηθῆ· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐνδιατρίβω ἐπὶ πλέον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας ἐξάγει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς του αὐτῆς, φρονῶ ὅτι αὐταὶ δὲν συμβιβάζονται οὔτε πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἀρχήν του. Εἶναι προσέτι καθόλου ἐναντίαι καὶ πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας νόμους καὶ πρὸς τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρείδεται τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κορινθίας, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· ἐναντιοῦνται αἱ διακρίσεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας, διότι ἂν δὲν ὑπάρχῃ οὐδεὶς ἄλλος λόγος δύναται νὰ ἀντιταχθῇ ὁ ἑξῆς εἰς τὴν γνώμην αὐτήν. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκτὸς τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε καὶ ὑπεστήριξε σήμερον ἡ βουλὴ συνάγεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς τοιούτους ἄνδρας καὶ κατὰ συνέπειαν ἀναγνωρίζει, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα καὶ ὑπάρχουσι τῳόντι νόμοι τοῦ κράτους οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουσι ταῦτα· οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν κάμνουν διάκρισιν μεταξὺ ἐμφυτευτῶν ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ τῶν ἄλλων ἄνευ ἀδείας ἐμφυτευσάντων πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἡμεῖς τοιαύτην; Ἀλλά, κύριοι, ἡ γνώμη αὐτὴ ἐπίσης ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος ἡμῶν, ὅστις εἶναι, ὡς πολλάκις εἶπον, ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τοὺς τοιούτους ἄνδρας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν γνώμην, ἡ ὁποία τῳόντι ἔχει σπουδαίαν σημασίαν, τοῦ νὰ διανεμηθῶσιν αἱ φυτεῖαι αὗται ἐξ ἴσου μετὰ τοῦ δημοσίου καὶ ἐκποιηθῶσι καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Ῥοντήρης ἐφρόνει, καὶ πάλιν παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐξήγησα τὴν ἰδέαν μου· εἶπον δὲ ἐν τέλει, ὅτι συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ τοὺς δύο σπουδαιοτάτους λόγους, πρῶτον, διότι, καὶ πάλιν ἐπαναλέγω, κατ’ ἄλλον τρόπον ἠθέλαμεν ἐναντιωθῆ εἰς αὐτὴν τὴν κυρίαν αἰτίαν, τὸν κύριον λόγον ἐπὶ τοῦ ὁποίου αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται. Ποία εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου; βάσις εἶναι ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες τοὺς δρυμῶνας, τὰ δάση, τὰ ἕλη, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κορινθίας, τὰ τέλματα, τὴν χέρσον γῆν μετέβαλλον εἰς λειμῶνα καὶ κατέστησαν γόνιμον καὶ προσοδοφόρον. Ἂν οὕτως ἔχει, τότε, κύριοι, διὰ τῆς διακρίσεως αὐτῆς δὲν θέλομεν ἀδικήσει τοὺς τοιούτους; οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ γῆς πρὸς γῆν, ἐπαρχίας πρὸς ἐπαρχίαν, βελτιώσεως πρὸς βελτίωσιν, καλλιεργείας πρὸς καλλιέργειαν. Ἂν ὑμεῖς δεχθῆτε, ὅτι ἐπὶ πασῶν ἐν γένει τῶν ἐμφυτευθεισῶν γαιῶν πρέπει νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ τὸ δημόσιον καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ ὁ ἐμφυτευτής, δὲν ἀδικεῖτε τοὺς ἐπιμελεῖς τοὺς καταβαλόντας πραγματικὰ κεφάλαια; Ἰδοὺ ὁ πρῶτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντιτάσσομαι κατὰ τῆς γνώμης αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπέρχεται καὶ ὁ ἕτερος λόγος, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀντίκειται ῥιζικῶς εἰς τὴν δικανικὴν θεωρίαν, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πλουτῇ μὲ τὴν ζημίαν τοῦ ἄλλου, καὶ τοῦτο θὰ συμβῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐν γένει τὸ δημόσιον δὲν θὰ ζημιωθῇ, ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ἀδικία τοῦ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν φιλόπονον, ἀπὸ τὸν πολλαπλῶς καὶ πολυειδῶς κοπιάσαντα καὶ δαπανήσαντα πρὸς μόρφωσιν τοῦ κτήματος τὸ ἥμισυ αὐτοῦ καὶ θὰ ὠφεληθῇ ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς κατέλαβε μίαν ἐθνικὴν γῆν, ἔῤῥιψεν ὀλίγα κλήματα ἢ δένδρα καὶ μόνον διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὀλίγα ἐδαπάνησε, ὁπόση δὲ ἡ τοιαύτη ἀδικία ἂν οὗτος θὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ; ἔχῃ καὶ τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχῃ γαίας πρώτης ποιότητος; τότε ἡ ζημία θὰ ᾖναι καὶ διπλασία, συμβιβάζεται λοιπὸν μὲ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας; βεβαίως, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἀρκοῦσι ταῦτα διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Κύριοι, συντάσσομαι πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ βουλευτὴς Κορινθίας καὶ συντάσσομαι, διότι πράγματι αἱ ἀρχαὶ τὰς ὁποίας κατ’ ἐπαγωγὴν ἀνέφερον εἰς ὑμᾶς παραμαρτοῦσιν, ὡς εἰπεῖν, εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ οὐ μόνον εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλ’ ἴσως δύναμαι νὰ ἐπιπροσθέσω ἀκόμη, ὅτι τῷ ὄντι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἡ ἀσφαλεστέρα καὶ ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις δι’ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀτόμου καὶ τὴν κοινωνικὴν αὐτοῦ πρόοδον καὶ τὴν πολιτικὴν ἀνεξαρτησίαν του.
§69ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ συγκεντρόνηται ἡ ἰδιοκτησία εἰς ὀλίγους.
§70ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμον τὴν διάκρισιν καὶ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον ὅλοι οἱ πολῖται θέλουσι συμμετέσχει τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι ἀναντίῤῥητος. Ἀλλά, Κύριοι, ἀσπαζόμενος τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν εἶμαι ἀνακόλουθος ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς, καὶ φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ἢ ἄλλου πολίτου, διότι, τὸ ἐπαναλέγω, καὶ ὁ πολλὰ δαπανήσας ἐπὶ τῆς καλλιεργείας καὶ ἀναπτύξεως τοῦ κτήματός του, καὶ ὁ ὀλίγα δαπανήσας καθ’ ὅλου δὲν δύναται οὔτε νὰ ὠφεληθῇ οὔτε νὰ ζημιωθῇ, διότι τὸ δημόσιον θὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν ἀξίαν τῆς ἀσκεποῦς γῆς. Ἡ καλλιέργεια ἀκολουθεῖ τὴν τύχην τοῦ ἐμφυτευτοῦ· ἀλλά, Κύριοι, ποῖον λόγον εἶπον ὑμῖν ὡς ὁδηγήσαντά με εἰς τὴν ὑποστήριξιν αὐτήν; Εἶπον, Κύριοι, καὶ ὑποστηρίζω ἔτι, ὅτι τὰ θεσμοθετήματα τοῦ σοβαροῦ Σώματος, ὁποῖον εἶσθε ὑμεῖς, πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωσι τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται καὶ νὰ ᾖναι συνεπῆ· ὁ μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑμεῖς προβαίνετε εἰς τὴν θεσμοθέτησιν τοῦ ἐνεργητικωτάτου αὐτοῦ θεσπίσματος εἶναι νὰ ἱκανοποιήσητε τὸν ἐπιμελῆ ἐμφυτευτήν. Σᾶς ἐρωτῶ ἔχετε διάταξιν τοιαύτην ἐν τῷ νόμῳ, ὥστε νὰ χαρακτηρίζηται τοῦτο; ἐγὼ προκαλῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν, ἐγὼ ἐννοῶ μόνον αὐτὸν τὸν ἐπιμελέστερον συμπολίτην νὰ ἱκανοποιήσωμεν, ἂν θέλετε καὶ μὲ θυσίαν ἀκόμη τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀλλ’ οὐδέποτε συναινῶ ν’ ἀποδώσητε καὶ ἰδίας προνομίας καὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, ἀλλὰ πράγματι χαρακτηρίζεται ὡς ἅρπαξ, καὶ τοιοῦτον ἅρπαγα θεωρῶ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατέλαβε μίαν ἐθνικὴν γῆν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔκαμε φυτείας, οὔτε ἠννόησε νὰ κάμῃ, ἀλλ’ ἔῤῥιψε π. χ. 20 ἢ 30 κλήματα κατὰ στρέμμα, ἐφύτευσε 4 ἢ 5 μωρέας, ὁ τοιοῦτος, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἴσος πρὸς τὸν ἐπιμελῆ, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν. Καθόσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν ἐκτίμησιν, τὰς λεπτομερείας, δὲν ἐπιμένω ἂν π. χ. ὑμεῖς εὑρίσκετε, ὅπως εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ὅτι ἀκριβῶς δὲν περιλαμβάνεται τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον δύναται νὰ περιλάβῃ ἕκαστον στρέμμα ἐξ οἱουδήποτε εἴδους φυτείας, ἂς προσδιορισθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι συμφερώτερον διὰ τοὺς ἐμφυτευτάς, ἐγὼ μόνον θέλω νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις. Εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, ὅτι ἔχει τοῦτο τὸ ἐλαττωματικὸν ἂν γείνῃ δεκτή. Πῶς θὰ θεωρηθῶσιν αἱ ἄχρι τοῦδε τοιαῦται ἀτελεῖς πεφυτευμέναι γαῖαι, ἐγὼ λέγω, ὅτι θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν γαιῶν περὶ ὧν κάμνει λόγον τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ ταύτην λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὸ δημόσιον· διότι ἐνταῦθα καὶ τὸ κεφάλαιον καὶ ὁ τόκος εἶναι ἀνώτερος, ὁ λόγος αὐτὸς ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν, εἶναι τῳόντι ὀρθὸς λογικῶς, ἀλλὰ δὲν μὲ πείθει, διότι, ἂν πράγματι δὲν ὑπάρχει ἄλλο τι τὸ ἰδιαιτέρως πατροτρύνον ὑμᾶς εἰς τὸ νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸ ἐκείνου, τουλάχιστον ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὑπάρχει ὁ λόγος, ὅτι ἡμεῖς πρέπει ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν φιλοτιμίαν τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ ὅσον τὸ ταχύτερον νὰ λύσωμεν τὴν ἐκκρεμῆ αὐτὴν διαφοράν, διότι ὑπάρχει τοιαύτη· καὶ ὀρθῶς καὶ δικαίως κάμνομεν αὐτὴν τὴν προτίμησιν. Ἐγὼ ἐπιπροσθέτω καὶ ἕτερον· διότι ἔχω δισταγμόν, ἂν καὶ πότε θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον· εὔχομαι καὶ μάλιστα πιστεύω, ὅτι θὰ ἐπισπευθῇ, διστάζω ὅμως νὰ πιστεύσω ὅτι εἰς σύντομον χρόνον θὰ πραγματοποιηθῇ· καὶ ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν καὶ τό παρόν νομοσχέδιον εὔκολον φαίνεται νὰ ἐκτελεσθῇ, ὅταν ὅμως ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἴσως θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐπανειλημμένως νὰ ὑποβάλλωμεν ἐπερωτήσεις εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ ὁποία θὰ τυγχάνῃ, περὶ τῶν διαφόρων προσκομμάτων τὰ ὁποῖα θὰ παρεμβάλωνται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἀπὸ διαφόρους ἄλλας αἰτίας, τί δὲ θέλει συμβῇ ἐπὶ τοῦ ἄλλου; ὑμεῖς κρίνατε· μολονότι δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει μεγάλην ἐπιθυμίαν καὶ ἐπιμέλειαν διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ πάλιν θὰ ἐπέλθουν δυσχέρειαι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τὸν πράγματι δαπανήσαντα συμπολίτην μας, εἰς δὲ τὸν θελήσαντα νὰ περιγράψῃ τὰ εὐεργετήματα ἑνὸς νομοθετήματος, εἰς αὐτὸν ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐπικουρίαν μας, ν’ ἀρνηθῶμεν τοιαύτας προνομίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλω εἰς τὰς σκέψεις σας καὶ δὲν ἐπιμένω καθόλου ὡς πρὸς τὸν περιορισμὸν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ἂν δὲ ἦναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω καὶ δύο λέξεις ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν τροπολογίαν μου διὰ τῆς ὁποίας λέγω ὅτι δὲν συμφωνῶ νὰ δοθῶσι φυτεῖαι πλέον τῶν 60 στρεμμάτων, καὶ περὶ τούτου δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά, τότε θὰ σᾶς κάμω λόγον.
§71ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καί τοι πιστεύων, ὅτι ἡ Βουλὴ, μετὰ τὴν εὐκρινῆ, καθαρὰν καὶ εἰλικρινῆ ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπήγγειλεν εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι ἤδη πεπεισμένη. Ἀναγκάζομαι, διότι δυστυχῶς καὶ μετὰ τὴν ἀξιόλογον πρακτικὴν ταύτην ὁμιλίαν, καὶ μεθ’ ὅσα ἐγὼ αὐτὸς εἰς προηγουμένην μου ὁμιλίαν σᾶς εἶπον, ἐξακολουθοῦμεν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς σύγχισιν· ὅθεν ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω· ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας εἶπεν, ὅτι ἂν ἐπρόκειτο ν’ ἀρυσθῇ πληροφορίας καὶ ἐπιχειρήματα, εὐκολώτατον ἦτον νὰ ἀρυσθῇ ταῦτα, ἵνα πείσῃ ἡμᾶς. Νομίζω, ὅτι ἔσφαλε κατὰ τὴν θέσιν ἣν ὤφειλε νὰ λάβῃ καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ὑπεξήρεσε τὴν θέσιν μας, ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν βουλευτὴν Ναυπακτίας, ὅ,τι καὶ ἂν τῷ εἴπωμεν, δὲν θέλει πεισθῇ· καὶ διὰ νὰ ἀποφύγω πολυλογίαν, ἐπικαλοῦμαι τὸ ἀξίωμα τῶν προγόνων μας. «Οὐ μὲ πείσῃς κἂν μὲ πείσῃς». Ὁ κ. Ῥοντήρης ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ τῷ εἴπω, εὑρίσκεται εἰς φοβερὰν πλάνην, διότι συγχέει οὐσιωδῶς τὰ ἐθνικὰ κτήματα, τὰ ἀνήκοντα ἀπολύτως εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ διαχείρισιν τοῦ δημοσίου, ἀπὸ τὰ κτήματα τὰ λεγόμενα ἐθνικοϊδιόκτητα. Τὰ τῆς πρώτης κατηγορίας ὑπάγονται εἰς τὴν ἄμεσον ἐξουσίαν τοῦ δημοσίου, τὰ διέθετε ὡς καὶ τὰ διαθέτει, οὐδένα ἀναγνωρίζει, ὅτι ἔχει δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν, οὔτε ἐπὶ τοῦ ὅλου, οὔτε ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, τὰ ἐθνικοϊδιόκτητα περὶ ὧν πρόκειται καὶ πραγματεύεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πολὺ διαφέρουσι, κύριε Ῥοντήρη ἀπὸ αὐτὰ, καὶ λυποῦμαι, διότι εὑρίσκεσαι εἰς ἄγνοιαν, καὶ νομικὸς, ὅστις ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός σας πολλάκις συνεζήτησες τοιαύτας ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ δὲν δύνασαι ν’ ἀρνηθῇς, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ κατοχὴ, οὐ μόνον ἐπὶ τῶν φυτειῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀκάρπων γαιῶν, τοῦτο δὲ πιστεύω, ὅτι ἀναγνωρίζουν καὶ πάντες οἱ νομικοὶ, οἱ ὁποῖοι κατατρίβουσι τὸν καιρόν τους εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ συνεδριάζωμεν τὸ ἑσπέρας. Πῶς ἀγνοεῖτε τοῦτο; ποίαν ὑπόθεσιν νὰ κάμω; νὰ πιστεύσω, ὅτι οὕτως ἀγνοεῖτε τὴν διαφορὰν αὐτὴν; νὰ πιστεύσω, ὅτι εἰλικρινῶς εἴπατε, πῶς τὰ κτήματα ἐβουτήχθησαν εἰς τὸ αἷμα καὶ ἔχομεν νὰ λαμβάνωμεν ὅλοι, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ δημόσιον νὰ δημεύσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἀτόμου; ἔστω καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ κατὰ μικρὸν μέρος; Αἴ! κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἀγορεύοντες καὶ βουλευόμενοι, τότε θέλομεν φθάσει εἰς τὸν σκοπόν μας ὅταν ἤμεθα εὐθεῖς, ὅταν ὑποστηρίζωμεν ἀπ’ εὐθείας τὰς ἰδέας μας οὐχὶ πλαγίως καὶ διὰ διαφόρων σοφιστικῶν μέσων. Κύριοι, δύο εἰδῶν εἶναι αἱ φυτεῖαι τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων, καὶ εἶπε πολὺ καλὰ ὁ κ. ὑπουργός, εἶναι αἱ φυτεῖαι πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τῇ συγκαταθέσει τῶν Ὀθωμανῶν· αὗται ὑπάρχουσι καὶ σήμερον, πολλὰς δὲ τοιαύτας κατέστρεψαν οἱ Ὀθωμανοὶ αὐτοί, πιστεύοντες καὶ ἀναγνωρίζοντες κατὰ πόσον ἐνδιαφέρει τὸν ἄνθρωπον ἡ καταστροφὴ τῆς ἰδιοκτησίας του· καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι ἦτο τῶν πολιτῶν, καὶ ἐγένετο διὰ νὰ τοὺς πειθαναγκάσωσιν εἰς ὑποταγήν, τοὐλάχιστον αὐτὸ ἔλαβε χώραν ἐν Μεσσηνίᾳ· οὕτως ἐσκέφθη ὁ στρατάρχης τοῦ Σουλτάνου Ἰμβραήμης, ὃν ἐξελέξατο μεταξὺ τῶν στρατηγῶν του καὶ ἀπέστειλε ὅπως ὑποτάξῃ τὴν Ἑλλάδα· καὶ διὰ τοῦτο τὸ εἶπον προχθές, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐταράχθη ἡ χολὴ τινῶν πατριωτῶν σφόδρα ζηλοτύπων τῆς φιλοτιμίας τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐπαρχίας. Τί νομίζετε πῶς ἐλάμβανον παρ’ αὐτῶν τῶν ἐπὶ Τουρκίας ὑπαρχόντων δένδρων; ὄχι μόνον δὲν ἐλάμβανον πολλὰ καὶ ὅσα πληρώνουν δι’ ἐπικαρπίαν σήμερον, ἀλλ’ ἐλάμβανον ἐλάχιστον φόρον 15, 20, 25 τὸ πολὺ παράδες τὸ στρέμμα τὸ ὀθωμανικόν· καὶ ἂν ἦτο πολὺ προσοδοφόρον τὸ κτῆμα, 40 παράδες τὸ στρέμμα· διὰ τὰς ἐλαίας ὡρισμένον τὸ τίμημα, ὅπερ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προσδιώριζον οἱ προεστοὶ χριστιανοί· ἐπὶ δὲ τῶν συκοδένδρων ἐπὶ τῶν ὁποίων παρὰ πολὺ ἐπέστησε τὴν προσοχήν του ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Ῥοντήρης, ὁ δῆμος Θουρίας παράγει ἴσως κἄτι περισσότερα σήμερον καὶ ἠξεύρετε τί ἐπλήρωνε; παρήγαγεν ἓν ἑκατομμύριον ὁρμαθοὺς καὶ ἐπλήρωνε 26 χιλιάδας ὁρμαθοὺς ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ δικαίωμα ἐπικαρπίας, ἐκτὸς τοῦ φόρου τοῦ δεκάτου· καὶ σήμερον τί πληρώνομεν; θὰ ἰδῆτε ὅτι εἶναι δεκαπλάσιον. Σᾶς λέγω, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦτο τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ὀλίγη εἶναι ἡ διαφορά, διότι ἓν ἑκατομμύριον ἔκαμον καὶ τότε, τὸ ἴδιον δὲ ποσὸν κάμνουν καὶ τώρα, ἴσως κἄτι τι περισσότερον, διότι ὡς ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἣν οἱ Ἄραβες ἐπέφερον ἐξηφανίσθησαν πολλὰ συκόδενδρα· ἠξεύρετε ὅτι ὁ Ὀθωμανὸς ὁ ἐπιτρέπων εἰς τὸν Χριστιανὸν νὰ φυτουργήσῃ ὄχι μόνον δὲν ἐζήτει φόρον ὑπέρογκον, ἀλλὰ καὶ τὸν συνέτρεχεν δίδων εἰς αὐτὸν καὶ φυτὰ καὶ βόας, καὶ ἐδάνειζεν αὐτὸν νὰ συντηρηθῇ, ἐν ἀνάγκῃ· τοῦ ἐξῄρει δὲ τότε τῆς φορολογίας καὶ τὸν σπόρον, ἐνῷ τώρα ὁ δυστυχὴς ὅπου καλεῖται ἅρπαξ ἐμφυτευτὴς τῆς Ἑλλάδος κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐδανείσθη μὲ 60% ἵνα ἀγοράσῃ φυτὰ καλλιεργείας καὶ φυτουργίας τῆς πολυθρυλλήτου φυτείας, καὶ ἂν θέλετε νὰ μάθητε τοῦτο δύναμαι νὰ σᾶς παρουσιάσω στατιστικὴν τῶν ὑποθηκευμένων κτημάτων καὶ θέλετε ἐκπλαγῆ, διότι θὰ ἰδῆτε ὅτι εἶναι πολὺ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους νομίζετε ὡς εὐτυχεῖς, τοὐλάχιστον ἐν Μεσσηνίᾳ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὅλα τὰ τοιαῦτα κτήματα εἶναι βεβαρυμένα μὲ ὑποθήκας δανείων. Πρῶται λοιπὸν εἶπον εἶναι αἱ ἐμφυτεύσεις ἐπὶ Τουρκίας, δευτέρα κατηγορία εἶναι αἱ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐμφυτευθεῖσαι. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θέλω προσκρούσει ἂν σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Ἑλλὰς μέχρι τοῦ 1843 ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικήθη ὑπὸ ξένων, καὶ αὐτοὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ ὑποβάλωσι τὸν ἀποτρεπτικὸν αὐτὸν νόμον, τουτέστι ν’ ἀπαγορεύσωσι τὴν φυτείαν ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν· ἅμα ὅμως τὸ ἔθνος ἦλθε, κατήργησε τὸν νόμον αὐτόν· εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ τῆς συνηθείας, εἴτε διὰ τῆς ἀνοχῆς, ὁ νόμος αὐτὸς κατηργήθη, καὶ τοῦτο οὐχὶ μόνον δὲν ἔβλαψεν, ἀλλὰ καὶ ὠφέλησε τὸ δημόσιον κατὰ πολλά, καθόσον ἐὰν ἴσχυεν ὁ νόμος αὐτὸς βεβαίως σήμερον δὲν θὰ ἀπελάμβανε τὸ δημόσιον ὅσα ἀπολαμβάνει, καὶ βεβαίως αἱ γαῖαι αἱ ὁποῖαι σήμερον διὰ τῆς ἐμφυτεύσεως καθωραΐσθησαν καὶ εὐχαριστοῦν τοὺς περιηγητάς, ἤθελον τοὺς κάμνει ν’ ἀηδιάζουν, καὶ ἤθελον ἀντὶ νὰ περιφέρωνται πρὸς ἐπίσκεψιν τοῦ ἐδάφους ἡμῶν, ἤθελον τὸ ἀποφεύγουσι, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἰς πολλὰ μέρη ἦτον καὶ ἀδιάβατον. Ὁ κ. Ῥοντήρης, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκεται εἰς πλάνην καὶ εἰς σύγχισιν, διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι διακρίνει τὰς ἐλαιοφυτείας, μωρεοφυτείας καὶ συκοφυτείας ἀπὸ τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους, καθόσον αἱ δαπάναι αὐτῶν εἰσὶν ἀσήμαντοι, τὰς ὁποίας κατέβασε διὰ τὰς ἐλαιοφυτείας εἰς 4 δρ. 4 δραχ. δι’ ἕκαστον στρέμμα σᾶς εἶπεν ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καλλιέργειαν, ἐμφύτευσιν καὶ ἀνάπτυξιν ἑνὸς στρέμματος μέχρις οὗ σᾶς δώσῃ καρπὸν, καὶ σᾶς εἶπε προσέτι ὅτι ἡ γῆ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρυτουργήθησαν δύναται νὰ σπαρῇ καὶ νὰ παράγῃ γεννήματα· μὲ συγχωρεῖ καὶ διὰ τὸ πρῶτον καὶ διὰ τὸ δεύτερον νὰ τῷ εἴπω ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἐντελῆ ἄγνοιαν. Δύναταί τις νὰ σπείρῃ ἐπὶ τῆς γῆς πεφυτευμένης ἀπὸ τὰ ἀναφερόμενα δένδρα, ἀλλὰ ὀψίμους καρποὺς, διότι ἅμα σπείρῃ πρωΐμους καρποὺς βλάπτονται τὰ δένδρα καὶ ζαρόνουν, ἐννοεῖται οἴκοθεν ὅτι αἱ γαῖαι αἱ ποτιστικαὶ καὶ γόνιμοι δὲν φυτουργοῦνται τοιαῦτα δένδρα. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν τοιούτων δένδρων καλλιεργητὴς ὑπόκειται εἰς μεγαλειτέρας δαπάνας, διότι ἡ σταφιδάμπελος μετὰ 5–6 ἔτη δίδει εἰσόδημα, ἐνῷ αὐτὰ τὰ δένδρα μετὰ 10, καὶ 15· ἐὰν δὲ σπείρητε δὲν θὰ σᾶς δώσουν οὔτε εἰς 20–30 ἔτη καρπόν. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἐνόμισε ὅτι δύναται νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς κατοίκους τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, ἂς μάθῃ ὅτι τὰ Καλάβρυτα, ἡ Γορτυνία, ἡ Τρίπολις καθὼς καὶ ἄλλα πολλὰ μέρη ἔχουν πολὺ καλλίτερα δένδρα ἀπὸ τοὺς κατοίκους ἄλλων μερῶν· εἶπε καὶ ἐπανέλαβε ὅτι δὲν θέλει τὸν φεουδαλισμὸν, τουτέστι εἶναι πολέμιος τῶν κατεχόντων μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν, καὶ τοῦτο κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει νὰ ἔχῃ περισσότερα τῶν 60 στρεμμάτων κανεὶς καὶ ὅτι ἠμπορεῖ κανεὶς ἢ πολλὰ ὀλίγοι νὰ κατέχουν περισσότερον τῶν τῆς ἐκτάσεως ταύτης.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι δὲν γνωρίζω κανένα, διότι μάλιστα εἰξεύρω ἕνα ὅστις ἔχει καὶ περισσότερα.
§73ΔΑΓΡΕΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἐγὼ δὲν εἶμαι κάτοχος οὔτε δέκα στρεμμάτων, καὶ ἡ ἐπαρχία, ἣν ἀντιπροσωπεύω κατὰ τὰ ⅖ εἶναι ἰδιόκτητος, ὁ Δῆμος τῆς γυναικός μου μάλιστα εἶναι ὀρεινότερος καὶ δὲν ἔχει ἐθνικὰς ἰδιοκτήτους φυτείας. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ὁ πόλεμος δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, εἶναι κατὰ τοῦ λαοῦ, τί ἠθέλησεν ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ προτιμήσωμεν, τοὺς φυγοπόνους; καὶ φυγόπονοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀποκτήσωσιν, διότι ὅσοι ἠθέλησαν ἀπέκτησαν. Οἱ Γορτύνιοι, οἱ Τριπολῖται καὶ ἄλλοι ὅσοι ἐπροτίμουν τὰ κτήματα ἀπὸ τὸ ἐμπόριον καὶ τοκισμὸν ἔχουν ἀρκετὰ κτήματα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἀνήκοντα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἔχουν δίκαιον οἱ ἀντιλέγοντες. Νομίζω ὅτι καὶ ὑμεῖς ἐκουράσθητε, καὶ ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ ἀναπτυχθῶ περισσότερον. Ἓν ζήτημα δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω, τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς τῶν γαιῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε σήμερον τίς. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰργάσθη ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἱκανῶς ἐτροποποίησα αὐτὸ καὶ ὡς ἐργασθεὶς σπουδαίως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, σᾶς λέγω, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ σᾶς παρακαλῶ πολὺ, καὶ ἂς ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἂν θέλετε ἡ ἀξία ἡ σημερινὴ ἐπὶ τῆς γῆς ὡς πρὸς τοὺς κατόχους, ἐκτείνω πέραν τῶν ἑκατὸν ἢ 200 στρεμμάτων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν γεωργῶν, οἵτινες, 10 ἢ 20 στρέμματα μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου των ἀπέκτησαν, τρώγοντες ἐλαίας καὶ τὸν ἐσχάτης ποιότητος ἄρτον καθ’ ὃν καιρὸν σκάπτουν μὲ τὴν σκαπάνην, ὡς ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπανειλημμένως ἀνέφερεν ἐπὶ 12–14 ὥρας ἑκάστην ἡμέραν, ἐπ’ αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, διότι θὰ τοὺς ἀδικήσετε, διότι ἡ ἀξία τὴν ὁποίαν τώρα ἔχουν, δὲν ὀφείλεται εἰς τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τῆς γῆς, ὀφείλεται εἰς τὰ κεφάλαια, καὶ τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλον διὰ τὴν ἐμφύτευσιν καὶ καλλιέργειαν, καὶ λέγων τοῦτο, δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ τῆς ἐπαρχίας μου, λέγω μόνον ὅτι ὁ ἐμφυτευτὴς αὐτὸς ἔδωσε τὴν ἀξίαν καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀδικήσετε, πρέπει νὰ ἦσθε δίκαιοι διὰ νὰ ᾖναι σεβασταὶ αἱ ἀποφάσεις σας. Πρέπει ἡ κοινὴ συνείδησις νὰ σέβεται τὰς πράξεις σας. Ἓν ἄλλο φοβοῦμαι, μήπως πράττοντες τὸ ἐναντίον, ἀντὶ δικαιοσύνης ἀδικήσετε τὸν λαόν. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἓν δάσος, ἓν τέλμα, εἷς δρυμὼν, εἷς ἀγριότοπος, ποίαν ἀξίαν εἶχον πρὶν ἢ καλιεργηθῶσιν τὰ πέριξ αὐτοῦ, καὶ ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὅταν καλιεργηθῶσιν; Κύριοι, ὅταν πρόκηται νὰ νομοθετήσητε περὶ λαοῦ ὁλοκλήρου, περὶ τῆς ἐργατικῆς καὶ μεγάλης παραγωγικῆς τάξεως, πρέπει νὰ ἦσθε ἐπιεικέστεροι διὰ νὰ ἔχουν τοὺς προσδοκωμένους καρποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιζητεῖτε, τὰ νομοθετήματά σας· ἐὰν τοῦτο πράξετε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλετε κάμει νόμον, καὶ θέλετε ὠφελήσει τὸν λαὸν καὶ τὸ δημόσιον, ὅταν δὲν ἐπιβαρύνεται οὐσιωδῶς ὁ πτωχὸς λαός. Ὅταν ἀποφασίσετε οὕτω, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ ἔχετε ἀποτέλεσμα καλόν, καὶ εὐάρεστον δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη, ἂν δὲ τοὐναντίον, θὰ ἔχετε ἀποτελέσματα δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ προικοδοτήσεως νόμου, ποῖον δὲ ἦτον τὸ ἀποτέλεσμα; Νὰ ἔλθῃ τοιουτοτρόπως ἕνας νόμος εὐεργητικός, αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἐὰν δὲν πράξετε τοῦτο, κατόπιν θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ νομοθετήσετε ἕτερον εὐεργητικὸν νόμον. Ὅταν θελήσητε, νὰ στερήσητε τὴν παραγωγικὴν τάξιν ποῦ θὰ εὕρητε κατόπιν νὰ εἰσπράξητε; Ἐγὼ εἶχον πρότασιν σχετικὴν μὲ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀξίας τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐτόλμησα νὰ τὴν φέρω, διὰ νὰ ἀποφύγω πᾶσαν αἰτίασιν. Καταρτήσατε, κύριοι, πολίτας, τοὺς ἐμφυτευτὰς, ἀνεξαρτήτους, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὄχι μόνον δίκαιον θὰ πράξετε, ἀλλὰ καὶ θὰ κάμετε πολίτας ἐνδιαφερομένους περισσότερον, παρ’ ὅ,τι ἐνδιαφέρονται τώρα διὰ τὴν πατρίδα καὶ τὰς ἐλευθερίας.
§74Θ. ΖΑΪΜΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀρκετὰ ἐῤῥέθησαν κ. Πρόεδρε.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γεγραμμένος ὁ κ. Πετσάλης.
§76Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθύνω τὴν αὐτὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας ἀπεύθυνεν, ὅτι προκειμένου νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν παρόντα νόμον δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, προσωπικοὺς λόγους, ἢ τοπικὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἑπομένως τί πρέπει νὰ κάμωμεν; πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν συμφέρῃ ὁ νόμος εἰς τὸ δημόσιον· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν χαρακτῆρά του, ἂν ᾖναι προσωπικός, ἢ βλάπτῃ τὰ δικαιώματα ὁλοκλήρου τῆς ὁλομελείας τοῦ ἔθνους, διότι ἐδῶ δὲν πρέπει νὰ θυσιάσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς ὁλομελείας ὑπὲρ μιᾶς κλάσεως πολιτῶν, δὲν πρέπει νὰ τὸν παραδεχθῶμεν. Ἐγὼ, λέγω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι νόμος προσωπικὸς καὶ προνομιοῦχος ὑπὲρ μιᾶς κλάσεως ἀνθρώπων πρὸς ζημίαν τῆς ὁλομελείας. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, συμφωνῶ, ὅτι πρέπει νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν ἐμφυτευτῶν, συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ τοὺς καταστήσωμεν ἀμετακλήτους ἰδιοκτήτας, καὶ μὲ θυσίαν, ἂν θέλετε, ἀλλὰ πᾶσα θυσία πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἐφικτή· συμφωνῶ νὰ γίνουν ἰδιοκτῆται, νὰ ληφθῶσιν οἱ κόποι των ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τοῖς δώσωμεν καὶ τὸ ὅλον.
§77ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν δὲν θέλετε αὐτὰ, τότε νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον τοὺς κόπους, καὶ ἂς τὰ πάρῃ. Συμφωνοῦν νὰ χάσουν ἀκόμη οἱ ἰδιοκτῆται καὶ 20%, διότι ὁ κύριος Ῥοντήρης μᾶς ὕβρισε, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι θέλομεν νὰ φάγωμεν τοῦ δημοσίου τὴν περιουσίαν· τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
§78Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου δὲν ἐξασφαλίζονται. Τὸ δημόσιον, κύριοι, ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ, τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ τὸ φιλονεικήσῃ, ἤδη ὅμως δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου θυσιάζεται αὐτὸ τὸ κεκτημένον δικαίωμα.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον πολλοί.
§80Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον πολλοί, διότι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ στηρίζονται εἰς ἐσφαλμένας ἰδέας περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου. Ὅταν παραδέχεσαι ὅτι ὅλη ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐθνική, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἐθνικὴ ὁ ἐμφυτευτὴς δὲν εἶναι εἰμὴ συνεταῖρος τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ καθὼς ὁ ἰδιώτης ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ ἥμισυ, οὕτω καὶ τὸ δημόσιον ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ ἔχον κεκτημένον δικαίωμα τὸ δημόσιον κατὰ τὸ ἥμισυ, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διαθέσῃ. Διὰ τί οἱ ἐμφυτευταὶ ἔχουν τὸ ἥμισυ; Διότι ἔκαμαν κόπον, κατέβαλλον δαπάνας καὶ ἐνεφύτευσαν. Πῶς θέλετε νὰ τοὺς δώσωμεν τὸ ὅλον; Ποῦ στηρίζεται τοῦτο, ἀφοῦ τὸ κεφάλαιον τῆς γῆς εἶναι ἐθνικόν; Ἐγὼ θέλω ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ λάβουν ἀπὸ τὰς φυτείας, τοῦτο κατορθοῦται ἂν τὸ ἀνῆκον τοῦ δημοσίου δημοπρατηθῇ, καὶ ἕκαστος τῶν Ἑλλήνων συναγωνισθῇ. Ἀφοῦ δὲ οἱ ἰδιῶται λαμβάνουν αὐτὴν τὴν πρόνοιαν, καὶ ὁ μὲν ἐμφυτευτὴς λαμβάνει τὸ ἥμισυ, ὁ δὲ κύριος τῆς γῆς τὸ ἕτερον ἥμισυ, ἡμεῖς πρέπει νὰ φανῶμεν κατώτεροι τῶν ἰδιωτῶν βουλευόμενοι περὶ τῶν κοινῶν; Ἀφοῦ ὁ ἰδιώτης δὲν κάμνει θυσίαν, θέλετε νὰ κάμωμεν μεγαλειτέραν ἡμεῖς; Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι τὸ ταμεῖον τοῦ πλουσίου, εἶναι ταμεῖον πτωχοῦ, καὶ ὅποιον ἔθνος δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδέαν τὰ οἰκονομικά του δὲν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐκ τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλίας ἐκήρυξεν ὁ Thier, εἰπὼν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶναι ταμεῖον τῆς χήρας καὶ δέον νὰ φειδώμεθα καὶ τοῦ λεπτοῦ. Ὅθεν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου εἶναι κεκτημένον· στηρίζεται εἰς ἀποφάσεις τοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ πολέμου Ὅλης τῆς γῆς οὔσης ἐθνικῆς, τὸ δημόσιον ἔχει δικαίωμα τὸ ἥμισυ τῶν φυτειῶν νὰ λάβῃ ἐντούτοις καὶ νὰ τὸ δημοπρατήσῃ διὰ νὰ τὸ λάβουν ἄλλοι. Σᾶς κάμνω καὶ ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου τὸ δημόσιον θέλει χάσει καὶ μίαν πρόσοδον βεβαίαν, (ἐπιθυμῶ νὰ ψευσθῶ,) διότι, ἐνῷ εἰσπράτει 400 χιλιάδας, σήμερον ἐνῷ διατηρεῖ τὸ σημαντικὸν αὐτὸ κεφάλαιον φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἀποξενωθῶμεν καὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ καὶ τῆς προσόδου θὰ στερηθῶμεν, καὶ τότε πῶς θὰ τὴν ἀναπληρώσωμεν, διότι ἡ γῆ πόσον θέλετε νὰ πωληθῇ; ὄχι περισσότερον τῶν 15–20 δραχμῶν τὸ στρέμμα. Λοιπὸν πόσον θὰ φέρῃ κεφάλαιον; οὐχὶ πλέον τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διαιρούμενα θὰ ἔχωμεν μόλις τὸ ἥμισυ τῆς προσόδου ἀποξενούμενοι τοῦ κεφαλαίου διὰ παντὸς ἐπὶ μόνον εἴκοσιν ἔτη.
§81ΤΙΝΕΣ. 50.
§82Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. 50 δὲν πωλεῖται· ἐγὼ λαμβάνω τὸν μέσον ὅρον· καὶ ἐνῷ τὰ οἰκονομικά μας ἀνακρούουν πρύμναν, πῶς θὰ ἀναπληρώσωμεν αὐτὸ τὸ ἔλλειμα; Καὶ ὁποίους κινδύνους θὰ διατρέξωσι τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἐὰν στηριχθῶμεν ἐπὶ μόνης τῆς ὑποθήκης; διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ὑπαλλήλων διὰ νὰ τὴν ἐγγράψωσι καὶ θὰ ὑπόκηται εἰς μυρίας ἀκυρότητας. Καθ’ ἡμέραν βλέπομεν, ὅτι τὸ δημόσιον χάνει δικαιώματα, τούτου ἕνεκα ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία μου ἀρυσθεῖσα ἐκ τοῦ νόμου περὶ φθαρτῶν, ὅτι ἡ ὁριστικὴ ἰδιοκτησία δὲν μετέβη εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς ἢ ἀγοραστὰς πρὶν πληρώσουν τὸ τίμημα.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Καὶ λοιπὸν θέλετε δεχθῆ, κύριοι βουλευταὶ, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ δημοσίου νὰ πράξητε ὅ,τι δὲν πράττουν οἱ ἰδιῶται; Τοῦτο εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας. Μὲ ἄλλους λόγους ὅταν, κύριοι, ἔρχεσθε νὰ σκεφθῆτε περὶ τῶν σχέσεων τοῦ δημοσίου μὲ ἰδιώτας, πρέπει νὰ ἀναχωρῆτε καὶ σεῖς ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀναχωροῦν οἱ πλέον στρεψόδικοι καὶ οἱ μᾶλλον πλεονέκται ἰδιῶται. Βεβαίως, ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἂν συνέβαινε νὰ καταλάβῃ τὴν γῆν ἰδιώτου τινὸς ἄλλος καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀπ’ αὐτῆς φυτείαν, ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἤθελεν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν, νὰ σύρῃ τὸν πτωχὸν ἐμφυτευτὴν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ αἰτήσῃ τὴν ἔξωσίν του· ἀλλ’ ὅ,τι δύναται νὰ κάμῃ εἷς ἰδιώτης, νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ κάμῃ τὸ δημόσιον; φρονεῖτε, κύριοι, ὅτι ἔχετε τὴν ἄδειαν, προκειμένου νὰ κανονίσητε τὰς σχέσεις σας μὲ ἰδιώτας, νὰ ἀναχωρήσητε ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀρχήν; ἐγὼ τοῦτο δὲν τὸ παραδέχομαι, οὔτε ὡς βουλευτὴς, οὔτε ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου. Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον; συμπολῖται ἡμῶν ἐφύτευσαν δημοσίας γαίας, τὰς ὁποίας, ὡς σᾶς εἶπον, εἶχον δικαίωμα νὰ κατέχουν καὶ νὰ καλλιεργοῦν. Ἐπομένως δὲν τὰς ἥρπασαν, ἀλλὰ μετέβαλον τὴν καλλιέργειαν, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς μεταβολῆς σᾶς ἀπέδειξα, καὶ κανεὶς δὲν τὸ ἠρνήθη, ὅτι τὸ δημόσιον ὠφελήθη τὰ μέγιστα. Ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο οἱ ἐτήσιοι φορολογικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τὴν πρᾶξιν ταύτην τῶν ἐμφυτευτῶν, ἴσως θὰ ἠδύνατο τὸ δημόσιον νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὰς καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ παρ’ αὐτῶν τὰς ἐμφυτευθείσας γαίας. Σήμερον οἱ ἐμφυτευταὶ θεωροῦνται ὡς καλῆς πίστεως κάτοχοι. Τουλάχιστον ὁσάκις τὸ δημόσιον κατέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀπεφάνθησαν ταῦτα, ὅτι δικαιοῦται μὲν νὰ λάβῃ τὰς φυτείας ὡς ἔχουν, ἀλλὰ τὸ ὑπεχρέωσαν νὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς ὠφελίμους δαπάνας αἵτινες ἔγειναν. Καὶ γνωρίζω ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις διὰ τὰς ὠφελίμους δαπάνας εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε τὸ δημόσιον καὶ σήμερον ἀκόμη σκέπτεται ἂν πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων. Λοιπὸν, ἀφοῦ πρόκηται περὶ ἐθνικῶν γαιῶν τῶν ὁποίων οἱ κάτοχοι θεωροῦνται καλῆς πίστεως καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν παρ’ αὐτῶν τὰς γαίας, σκεπτόμενοι ἤδη κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δίκαιον νὰ δώσωμεν ἓν τέλος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ καταπαύσωμεν τὴν ἀβεβαιότητα εἰς ἣν εὑρίσκεται μία τοσοῦτον μεγάλη ἰδιοκτησία, ἐξετάζοντες ποῖον τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον μέρος καὶ ποῖον τὸ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν, εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἔχει ἄλλο μέρος παρὰ τὴν γῆν, καὶ ὅταν σᾶς προτείνεται νὰ πληρωθῇ τὴν γῆν κατὰ τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον δὲν ἐννοῶ τί ἄλλο δικαιότερον τούτου δύναται νὰ προταθῇ· ἀλλὰ λέγουσι τινὲς, ὅτι τῶν φυτειῶν αἱ ἀξίαι εἶναι μεγάλαι. Ἂν τοῦτο ἀληθεύῃ διά τινας φυτείας, ὀφείλεται εἰς τὰ κεφάλαια καὶ τὰς δαπάνας τῶν ἐμφυτευτῶν, καὶ δὲν εὑρίσκω καθόλου δίκαιον νὰ συμμερισθῇ τὰς ὠφελείας αὐτὰς καὶ τὸ δημόσιον εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει μόνον ἡ γῆ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πετσάλης, ὅτι οἱ ἰδιῶται παραχωροῦν εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς τὸ ἥμισυ μόνον τῆς φυτείας, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ τὸ λαμβάνουν αὐτοί. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν γίνεται τοῦτο εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον εἰς πάντα ἰδιοκτήτην, ἔχοντα ἀσκεπῆ γῆν, νὰ εὕρῃ ἐμφυτευτὰς μὲ τοιαύτας συμφωνίας· ἐρωτῶ μόνον τὸν κ. Πετσάλην, ἂν οἱ ἰδιῶται, ὅταν τρίτοι καταλαμβάνουν τὰς γαίας των καὶ τὰς σπείρουν μὲ δημητριακοὺς καρπούς, ἀποφασίζουν νὰ τὰς παραχωρήσουν κατ’ ἐκτίμησιν πρὸς αὐτούς; Εἶπεν, ὅτι ἂν ἐμφυτεύσῃ τις, λαμβάνει τὸ ἥμισυ τῆς φυτείας, ἂν ὅμως κρατῇ τὴν γῆν καὶ τὴν σπείρῃ, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν παραχωρήσῃ ὁ ἰδιώτης κατ’ ἐκτίμησιν εἰς τὸν καλλιεργητήν; ὄχι, ἀπεναντίας δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ τὸν ἀποβάλῃ ὁσάκις θέλει. Τὸ δημόσιον ὅμως δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν σήμερον. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπὶ τῶν γαιῶν, ὅσαι δὲν ἐμφυτεύθησαν ἀνεγνωρίσθη ἓν δικαίωμα κατοχῆς εἰς τοὺς γεωργοὺς, ὅτι προκειμένου νὰ κανονισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, οὐδεὶς ἄλλος τρόπος θεωρεῖται καταλληλότερος παρὰ τὴν παραχώρησιν κατ’ ἐκτίμησιν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν δὲν κάμνει τὸ δημόσιον ὅ,τι ὁ ἰδιοκτήτης, ἀφοῦ δὲν ἀποβάλῃ δηλαδὴ τοὺς γεωργοὺς, ἀλλὰ πρόκειται νὰ παραχωρήσῃ τὴν γῆν κατ’ ἐκτίμησιν, εἶναι λογικὸν νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν μετρᾷ καὶ τὸν ἐμφυτευτὴν μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον; ποῖον λόγον ἔχει; ἢ μήπως, διότι οὗτος διὰ τῆς ἐμφυτεύσεως τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν, ὠφέλησαν τὸ δημόσιον, πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσῃ; ὁ κ. Ῥοντήρης, ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ἀρκούντως τὴν τροπολογίαν του ἂν ἐπεκαλεῖτο μόνον τὸ τοῦ δημοσίου συμφέρον· σᾶς εἶπεν, ὅτι περὶ αὐτοῦ ἀδιαφορεῖ, φροντίζει δὲ μόνον περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν πολλῶν, διότι φρονεῖ, ὅτι τὰς ἐμφυτευθείσας γαίας κατέλαβον καὶ κατέχουν ὀλίγοι ἰσχυροὶ, ὁ δὲ λαὸς ὁ γεωργικὸς δὲν κατέχει τίποτε. Θέλει λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἓν μέρος παρ’ αὐτῶν διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ τὸ ἀποκτήσωσιν οἱ πτωχοὶ χωρικοί. Ἐὰν δὲν ἤμην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἤθελον συμμερισθῆ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἐὰν ἐπρότεινεν ὅσον μέρος τῶν φυτειῶν ἀφηρέσαμεν παρὰ τῶν ἐμφυτευτῶν νὰ τὸ δώσωμεν δωρεὰν εἰς τοὺς γεωργούς. Ἀφοῦ ὅμως πρόκειται κατὰ τὴν τροπολογίαν του νὰ πλειστηριασθῇ καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας κεφαλαιούχων, διότι οἱ πτωχοὶ δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἀγοράσωσιν. Ὥστε δὲν πιστεύω, ὅτι ἐκ τοῦ μέτρου τούτου δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἡ τάξις, ὑπὲρ τῆς ὁποίας φαίνεται ἐμπνεόμενος ὁ κύριος Ῥοντήρης ἀπὸ τοσοῦτον εὐγενῆ καὶ φιλάνθρωπα αἰσθήματα. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ὀφείλω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὡς ἄνθρωπος γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰς φυτείας καλλιεργοῦν καὶ κατέχουν οἱ κάτοικοι τῶν πεδινῶν ἐπαρχιῶν. Οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ πεδινὰ μέρη ἢ εἶχον ἰδιοκτησίας παλαιὰς καὶ τὰς ἐφύτευσαν, ἢ ἠγόρασαν γαίας κατὰ τὸν νόμον περὶ προικοδοτήσεως ἢ διὰ φαλαγγιτικῶν ἢ κρητικῶν γραμματίων. Οἱ ὀρεινοὶ εἶναι συνήθως οἱ ἐμφυτευταὶ, καὶ τοῦτο δύνανται νὰ τὸ βεβαιώσουν οἱ ἔντιμοι ἀντιπρόσωποι τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖ ὁ κ. Ῥοντήρης. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, οἱ πλεῖσται τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων σταφιδαμπέλων ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Ἀλωνιστιώτας, τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Πυλίαν, Ὀλυμπίαν, Ἠλείαν, ὅπου πολλαὶ γαῖαι ἐφυτεύθησαν ἀπὸ Δημητσανίτας.
§84ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Μαγουλιανῖται....
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Οἱ Ἁγιοπετρῖται ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἔκαμε τόσον λόγον ὁ κ. Ῥοντήρης δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχουν (θόρυβος), ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχουν πταίουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, διότι ποῖος τοὺς ἐμπόδιζε νὰ κάμουν; Αὐτοὶ οἱ Ἁγιοπετρῖται κατερχόμενοι εἰς τὰ πεδινὰ μέρη καλλιεργοῦν ὅλας τὰς γαίας· ἐὰν δὲν ἔκαμαν ἰδίας φυτείας, τοῦτο προέρχεται εἴτε διότι δὲν ἤθελον, εἴτε διότι δὲν εἶχον τὰ μέσα (θόρυβος). Πῶς τώρα θὰ εὕρουν κεφάλαια ὥστε νὰ ἔλθουν νὰ ἀγοράσουν; Αὐτὰ, κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω.
§86ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπες περὶ τῶν περιπλοκῶν αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται νὰ λάβουν χώραν ἀπὸ φυτείας, ἀπὸ τὰ 37......
§87Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν κάμνουν οἱ Νόμοι διάκρισιν.
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κἀμμία περιπλοκὴ δὲν ὑπάρχει, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Νόμος τοῦ 97 δὲν ἐξετελέσθη, καθόσον δὲν διαλαμβάνει ἀπολύτως, ὅτι παραχωρεῖται εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς τὸ ἥμισι, ἀλλὰ παραχωρεῖται αὐτὸ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι κατέστησαν πλήρη καὶ τελείαν φυτείαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἀπεδείχθη τότε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ σήμερον, καὶ φρονῶ, ὅτι οὐδεμία περιπλοκὴ δύναται νὰ συμβῇ. Αὐτὰ, κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω εἰς ὅσα προχθὲς εἶπον πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν σήμερον ἐναντίον τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλα, ἀπόκειται δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι ἐγκρίνετε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης.
§90ΘΡ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, κύριε Πρόεδρε!
§91ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν ὑπουργόν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ὅσοι τῶν κυρίων βουλευτῶν θέλουν νὰ ψηφίσουν, νὰ ἐξέλθουν τῶν δωματίων. — Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη· τὸ «πεφυτευμένης γῆς» ἀντὶ τοῦ «ἐμφυτευθείσης γῆς» τὸ παρεδέχθη ὁ κ. ὑπουργός.
§93ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται καὶ ἡ Βουλή;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ ἰδίου κυρίου Ζέγγελη. «Πλήρης φυτεία θεωρεῖται, ὅταν ἡ μὲν ἄμπελος ἢ σταφιδάμπελος περιέχῃ τοὐλάχιστον 400 κλήματα, αἱ ἐλαιοφυτεῖαι 13 ἐλαιόδενδρα, αἱ συκοφυτεῖαι 15 συκέας, αἱ μωρεοφυτεῖαι καὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων 25 καθ’ ἕκαστον βασιλικὸν στρέμμα, αἱ δὲ ἀναμὶξ φυτεῖαι περιέχωσιν ἀνάλογον πρὸς τ’ ἀνωτέρω ἀριθμόν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται).
§97ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε!
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε;
§99ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε νὰ ἐγερθῶσιν......
§100ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε. Χθὲς ἐπανελήφθη, καθὼς καὶ προχθές, καὶ διαρκεῖ ἐπὶ δύω ἡμέρας ἡ συζήτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ ἀτοπήματος. Ἅμα θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις, διότι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ. Μόνον ποία τροπολογία θὰ προηγηθῇ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις.....
§101ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. Λέγετε νὰ ἐγερθῶσιν οἱ παραδεχόμενοι, καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι οἱ πλεῖστοι λείπουν, καὶ δὲν εἶναι πολλοὶ ἐδῶ.
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάμνετε ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία;
§103ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τότε! (Θόρυβος).
§104Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρότασίν του ὁ κύριος Βακαλόπολος, κ. Πρόεδρε.
§105ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο παρατηρῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι χθὲς διὰ μίαν παρλάταν εἴμεθα ἐδὼ σὰν μελίσσι καὶ σήμερον ὅπου εἶναι διὰ σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, πολλὰ ὀλίγοι εἴμεθα ἐδῶ. (Διάλογοι).
§106ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον Βακαλόπουλον, καὶ ἐπειδὴ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι εἶναι πληρεστάτη ἡ Βουλή, καὶ παρακαλῶ κύριε πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§107Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπὶ μιᾶς τροπολογίας, κύριε Πρόεδρε, κάμετε μίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἦναι ἀπαρτία· (διάλογοι).
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξέρχονται τῶν δωματίων.
§109ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιμένει ὁ κ. Βακαλόπουλος.
§110ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μίαν παράκλησιν θὰ σᾶς ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε. Ὅταν θέτετε τὰ ζητήματα νὰ προειδοποιῆτε πρὶν τί ζήτημα πρόκειται νὰ ὑποβάλετε, καὶ ἔπειτα νὰ προκαλῆτε τὴν ψηφοφορίαν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ προσέξωσι, διότι καὶ ὁ κ. Ζέγγελης, ἐὰν ἐπρόσεχε, καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ προσέχῃ, ἤθελεν ἀκούσει· ἐγὼ εἰδοποίησα τὴν Βουλὴν περὶ τούτου· (διάλογοι). Ἑπομένως ἐννοεῖται μὴ παραδεχομένη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη «ἂν αὗται ᾖναι πλήρεις».
§112ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κ. Πετσάλη· «Τὸ δημόσιον διατηρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητός του μέχρι τῆς ὁλικῆς τοῦ τιμήματος πληρωμῆς».
§114ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι ἐδὼ ἡ θέσις της.
§115ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ ψηφοφορηθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, ἔχω τὸν λόγον, διότι πρέπει νὰ συζητηθῇ, καθόσον δὲν ἐζητήθη· φρονῶ ὅμως ὅτι δὲν ἔχει τὸ τόπον της αὐτοῦ.
§116ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχει τὸν τόπον της ἐδῶ.
§117ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τότε μάλιστα, ἂς μείνῃ. (Διάλογοι παρατεταμένοι).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥηγόπουλος προτείνει τὸ ἑπόμενον. Ὑποστηρίζεται αὐτὴ ἡ τροπολογία; (θόρυβος).
§119ΔΑΓΡΕΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. Ῥηγόπουλον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ κάμνει λόγον περὶ αὐτοῦ......
§120ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον αὐτό.
§121ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. (Διάλογοι)
§122ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὰς τροπολογίας εἶναι ὑπόχρεως νὰ φέρῃ, τὰ δὲ ζητήματα εἶναι ἔργον τοῦ προέδρου νὰ διατυπόνῃ. Ἐγὼ φέρω αὐτὰς τὰς τροπολογίας καὶ τὰ ζητήματα θὰ τὰ θέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος.
§123ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Γράψατέ τα.
§124ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἰδοὺ ποῖα ζητήματα προκύπτουν· εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται ὡς ἐμφυτεύσαντες... παρανόμως.
§125ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί παρανόμως; (θόρυβος).
§126ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἄνευ ἀδείας.
§127ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἄνευ ἀδείας λοιπόν, ὄχι παρανόμως.
§128ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἄνευ ἀδείας· λέγω λοιπόν, ὄχι παρανόμως (διάλογοι).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον ὀφείλει, κύριοι, νὰ καθυποβάλλῃ ζήτημα ὁσάκις εἶναι συζήτησις, ἥτις δὲν ἔχει ἀντικείμενον ἐνώπιόν της· ἀλλ’ ὅταν ᾖναι πρότασις ὡρισμένη, νομοσχέδιον, τροπολογία συζητηθεῖσα, ἀπὸ κάθε ἀγόρευσιν ἑκάστου βουλευτοῦ ἠμπορεῖ τὸ προεδρεῖον νὰ θέτῃ ζητήματα; Ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἂς εἴπῃ ὁ προτείνων, προτείνω τοῦτο ὡρισμένως, καὶ τότε ὀφείλει τὸ προεδρεῖον νὰ θέσῃ τὸ θέμα. Ὁ κανονισμὸς διατάσσει, ὅτι αἱ προτάσεις, αἱ τροπολογίαι διατυποῦνται ἐγγράφως καὶ κατατίθενται εἰς τὸ προεδρεῖον. Φέρετε λοιπὸν τροπολογίαν, ἐὰν θέλετε νὰ τὴν ὑποβάλωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§130Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρ. Ῥοντήρη διαφέρουσα τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τοῦτο, ὅτι διακρίνει τὰς ἐπ’ ἀδείᾳ γαίας, ἀπὸ τὰς ἄνευ ἀδείας, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον λέγει· «αἱ μὲ ἄδειαν καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως φυτευθεῖσαι.»
§131ΓΡΗΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμόν, ὁ πρόεδρος μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως θέτει τὰ ζητήματα, ἕκαστος βουλευτὴς τότε φέρει πρότασιν, ὁ κύριος πρόεδρος ἀκούει τὴν συζήτησιν καὶ ὑποβάλλει τὰς προτάσεις. Αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ῥοντήρη περιέχεται εἰς τὸ ἄρθρον.
§132ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος.
§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἔχει ἄδικον ὁ κύριος Ῥοντήρης ἰσχυριζόμενος, ὅτι αἱ ἰδέαι του αὗται δὲν ἐκτίθενται εὐκρινῶς καὶ σαφῶς εἰς τὴν τροπολογίαν του, διότι, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν του, βλέπει, ὅτι ἀρχίζει ἀπὸ τὰς φυτείας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακατιὸν εἰς τὸ βʹ. ἄρθρον ἀναφέρει τὰς ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως γενομένας· ἐγὼ δὲν ἐννοῶ πῶς ἔρχεται τώρα καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι πρέπει νὰ θέσητε οἴκοθεν ζητήματα.
§134ΤΙΝΕΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥοντήρη.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν τροπολογίαν. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία. «Αἱ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως γενόμεναι φυτεῖαι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν ἀνήκουσαι δυνάμει τοῦ νόμου κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς τὸ δημόσιον, διανέμονται μεταξὺ δημοσίου καὶ φυτευτοῦ κατὰ τὰ ἀκόλουθα ἄρθρα. Πωλεῖται ἐπὶ δημοπρασίας κατὰ τοὺς περὶ τούτων νόμους τὸ ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου ἑκάστης φυτείας, κατακυροῦται δὲ εἰς τὸν ὑπερθεματιστήν· οὗτος δὲ διεξάγει τὰ τῆς διανομῆς ἐφεξῆς κατὰ τοὺς νόμους τοῦ κράτους. Ἐὰν ὁ φυτευτὴς συναγωνίζεται καὶ μείνῃ αὐτὸς τελευταῖος ὑπερθεματιστής, ἔχει προνόμιον ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς προσφορᾶς 15%. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν φυτειῶν ὁρίζεται προτοῦ κατὰ στρέμμα ὑπὸ ἀρχῆς συγκειμένης ὑπὸ τοῦ νομάρχου, τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου, τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν τοῦ νομοῦ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν κατὰ καιροὺς πωλήσεων, κατὰ δήμους καὶ κατὰ χωρία.»
§136ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βλέπετε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὅλον, πρέπει νὰ γίνῃ διαίρεσις.
§137ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο ἀρχαὶ εἶναι, ἡ μία ὅτι παραχωρεῖται ἡ γῆ εἰς τοὺς φυτευτὰς, ὡς ἰδιοκτησία ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ ἀντιτίμου τῆς γῆς, ἡ ἄλλη λέγει διανομὴν, κοινοκτημοσύνην, δηλ. ἡ μία ἀρχὴ ἀντίκειται εἰς τὴν ἄλλην, ὥστε ὅταν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐγὼ θὰ δώσω τὸ ἀντίτιμον τῆς γῆς δὲν ἔχομεν πλέον κοινοκτημοσύνην.
§138ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ναί, ἀλλὰ ζητῶ τὴν διάκρισιν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥοντήρη κατὰ παράγραφον, ὑποστηρίζει κανεὶς τὴν πρώτην παράγραφον;
§140ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τώρα θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία πλέον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρώτην παράγραφον...
§142ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι δὲν εἶναι ἔτσι. Ὅταν εἰσάγεται μία πρότασις, τότε ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν τὴν ὑποστηρίζῃ, τώρα ψηφοφορεῖται.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι ......
§144ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ ζητήσω τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δεκαπέντε; (ἐγείρονται πέντε) πέντε εἶναι. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρώτην παράγραφον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ῥοντήρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Ἀναγινώσκεται ἡ 2α παράγραφος (θόρυβος).
§146ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. πρόεδρε, πρὸς Θεοῦ ἡ λογικὴ εἶναι τὸ πᾶν, ὅταν δὲ δεχώμεθα τὴν κοινοκτημοσύνην τί νὰ συμφωνήσωμεν περὶ διανομῆς; θὰ ἐξετάσουν τὰ ἔργα μας καὶ θὰ εἴπουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πόθεν ὡδηγοῦντο, δὲν εἶχον λογικήν;
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥοντήρη, ἀπεσύρατε τὴν πρότασίν σας περὶ ψηφοφορίας ἑκάστου ἄρθρου;
§148ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε. Τὸ σύστημά μου ἔπεπε, τώρα θὰ ψηφοφορηθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἆ! πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον......
§150ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ὄχι, ἐγὼ προτείνω ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ προσθήκη ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ διόλου δὲν ἐσυζητήθη, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κύριος Δαγρὲς, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ ἐπαναφέρετε τὴν συζήτησιν καὶ τότε ζητῶ τὸν λόγον.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Δαγρὲ, τὸ θέλετε;
§153ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιμένει.
§154ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα παραιτοῦμαι, καὶ παραιτοῦμαι μόνον διὰ τὸν λόγον, διότι φοβοῦμαι ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχύν.
§155ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς δὲν παραιτούμεθα, θέλομεν νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν. Ἡ ἐκτίμησις θὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἀξίαν ποίας ἐποχῆς;
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς ἐνεστώσης.
§157ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θέλω ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ· κατὰ τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ γῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δηλώσεως;
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ν’ ἀναγνωσθῇ νὰ τὸ ἀκούσητε Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ἄρθρον 1. Οἱ μέχρι τέλους τοῦ 1870 ἐμφυτεύσαντες, ἀδείᾳ ἢ μὴ τῆς κυβερνήσεως ἢ τῶν πρώην ἰδιοκτητῶν Ὀθωμανῶν, ἐπὶ γαιῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ διαλελυμένων μονῶν, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους, ἐλαίας, μωρέας, ὀπωροφόρα δένδρα, συκέας ἢ ἀναμὶξ κλήματα ἀμπέλου, σταφιδαμπέλου ὡς καὶ πᾶν εἶδος καρποφόρων δένδρων, ἀναγνωρίζονται ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἐνεστώσης ἀξίας τῆς πεφυτευμένης γῆς.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες) παρεδέχθη.
§160ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω κύριοι, ὅτι χάριν τῆς σαφηνείας καὶ πρὸς ἀποφυγὴν δικαστικῶν διενέξεων, εἶναι ἀνάγκη, νὰ σημειωθοῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον δύο ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ λάβουν θέσιν ἰδιαιτέρου ἄρθρου, ἀλλ’ ἠμποροῦν νὰ τεθοῦν καὶ ὡς παράγραφος τοῦ 1 ἄρθρου τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε. Αἱ ἐξαιρέσεις αὗται διαλαμβάνουν πρῶτον τὰς φυτείας τὰς γενομένας ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν, ἢ ἐπισκοπικῶν γαιῶν πολυετῶς ἐκμισθουμένων, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἐκμίσθωσις, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος διαλύσεως αὐτῆς.
§161ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν ἰδιαιτέραν, ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ θέσις.
§162ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἀφίνω νὰ γίνῃ χωριστὸν ἄρθρον. Πρῶτον λοιπὸν θεωρῶ ἀναγκαίαν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν. Δεύτερον θεωρῶ ἐπίσης ἀναγκαίαν μίαν ἄλλην ἐξαίρεσιν. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ δημόσιον ἐπώλησε πολλὰς γαίας κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων ἐν τῷ μεταξὺ ἐνεργήθησαν φυτεῖαι, ἀπὸ ἰδιώτας, καὶ οἱ ἀγορασταὶ, καὶ οἱ λαβόντες τὰ παραχωρητήρια, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐγκατασταθῶσι ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν, καὶ ὑφίσταται δίκη ἐκκρεμὴς μεταξὺ τῶν λαβόντων τὰ παραχωρητήρια καὶ τῶν ἐμφυτευτῶν, ἰσχυριζομένων τῶν ἐμφυτευτῶν, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ παραχώρησις καὶ ἑπομένως ὅτι αὕτη εἶναι ἄκυρος. Νομίζω ὅτι, διὰ νὰ προφυλάξωμεν τὸ δημόσιον ἀπὸ πᾶσαν ἀπαίτησιν ἀποζημιώσεως, εἶναι καλὸν νὰ προστεθῇ τοῦτο, ὅτι ἐξαιροῦνται αἱ φυτεῖαι αἱ γινόμεναι ἐπὶ γαιῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τρίτους, ἐκτὸς ἐὰν ἡ παραχώρησις ἀκυρωθῇ δικαστικῶς.
§163ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως.
§164ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰς ἐμφυτεύσεις τὰς γενομένας πρὸ τῆς παραχωρήσεως;
§165ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, καὶ χωρὶς νὰ γράψωμεν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν ἐννοεῖτε ὅτι, αἱ γαῖαι διὰ τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον ἔφθασεν ἤδη νὰ ἐκδώσῃ παραχωρητήρια, δὲν ὑπάρχουσι πλέον εἰς τὴν διάθεσίν μας, καὶ ἑπομένως νὰ δύνανται οἱ ἐμφυτευταὶ νὰ τὰς ζητήσωσιν ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀλλὰ πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως νομίζω ἀναγκαῖον νὰ διαλάβῃ ὁ νόμος ῥητῶς, ὅτι αἱ τοιαῦται φυτεῖαι ἐξαιροῦνται. Λοιπὸν παρακαλῶ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ὁ ἑξῆς παράγραφος. Ἐξαιροῦνται πρῶτον αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ γαιῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τρίτους, ἐκτὸς ἐὰν ἡ παραχώρησις ἀκυρωθῇ δικαστικῶς· δεύτερον αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν ἢ ἐπισκοπικῶν γαιῶν πολυετῶς ἐκμισθωμένων, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἐκμίσθωσις, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος διαλύσεως αὐτῆς.» Ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον νὰ χορηγήσω προθεσμίαν μεγαλητέραν εἰς τοὺς ἔχοντας ἐμφυτεύσεις πρὸς δήλωσιν, ἀρχομένην μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δικαστικῆς διενέξεως καὶ ἐκμισθώσεως.
§166ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐμφυτεύσεις τὰς γενομένας ἐπὶ μοναστηριακῶν ἢ ἐπισκοπικῶν κτημάτων ἔχω εἰδικὴν τροπολογίαν.
§167ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἡ θέσις ἐδῶ· τὸ ἔκαμα διὰ τὴν τάξιν, αἱ ἐξαιρέσεις πρέπει νὰ φαίνωνται ἀμέσως μετὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται ἡ προσθήκη ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου. «Ἐξαιροῦνται ά) αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ γαιῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τρίτους, ἐκτὸς ἐὰν ἡ παραχώρησις ἀκυρωθῇ δικαστικῶς· βʹ) αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν ἢ ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν πολυετῶς ἐκμισθωμένων, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἐκμίσθωσις, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος διαλύσεως αὐτῆς ν.
§169ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὄχι ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει λόγος διαλύσεως, ἐνόσῳ ὑπάρχει μίσθωσις, διότι θὰ ἐγερθῶσι δίκαια παράπονα.
§170ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ, ἂς διαγραφῇ αὐτό.
§171ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀντιλέγω εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διότι ἐὰν ἀληθεύῃ ὅτι τὸ δημόσιον ἐπεφυλάξατο νὰ διαλύῃ τὴν μίσθωσιν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις καὶ δεχθῶμεν ὅτι τότε μόνον δύνανται καὶ αὗται νὰ παραχωρηθοῦν, ὅταν πληρωθῇ ὁ χρόνος τῆς μισθώσεως, τότε βλάπτομεν τοὺς ἐμφυτευτὰς ἐνῷ κατὰ τὸν Κ. ὑπουργὸν ἐπίκειται τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ τοιοῦτοι δύνανται νὰ λάβουν τὰς γαίας, ἅμα ἐτέθη λόγος διαλύσεως.
§172ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τοῦτο, τότε ναί, ἀλλ’ ἰδοὺ τί θὰ συμβῇ, ἕνας ἰδιώτης στρεψόδικος θὰ ἐγείρῃ ἀγωγὰς καὶ θὰ εἴπῃ, ὑπάρχει λόγος τῆς διαλύσεως τῆς μισθώσεως. Ἐὰν σὺ δὲν ἐκίνησες αὐτὴν τὴν ἀγωγήν, τί πταίω ἐγώ; καὶ θὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν.
§173ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδυσκολεύθην νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, διότι ἀφοῦ πρὸ τῆς περιόδου, ἡ ὁποία κάμνει λόγον περὶ ὅρου τῆς διαλύσεως ὑπάρχει ἄλλη περίοδος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται δὲν παραχωροῦνται ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ μίσθωσις, ἅμα ὑπάρχῃ λόγος διαλύσεως, τότε τὸ δημόσιον θὰ φροντίσῃ νὰ κάμῃ τὴν διάλυσιν, καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ σημειωθῇ ἐδῶ· δὲν εἶναι ἀναγκαῖον τοὐλάχιστον.
§174ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Μὰ κύριε πρόεδρε, εἰς τὰ ἐνοικιαστήρια μεταξὺ τῶν ἐνοικιστῶν καὶ τοῦ δημοσίου ὑπάρχει ῥητὸς ὅρος, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἀποκλείεται τοῦ δικαιώματος νὰ διαθέσῃ ὅπως θέλει τὰς γαίας αὐτὰς, καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν ἔχει τὸ παραμικρὸν δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ, καθόσον οἱ ἐνοικιασταὶ ἐὰν ἔχουν τὰς γαίας αὐτὰς μέχρι τοῦ τέλους τῆς μισθώσεως, βεβαιωθῆτε ὅτι εἰς τὰ μέρη τὰ δικά μας οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν, διότι αἱ γαῖαι εἶναι σποράδην κείμεναι, καὶ δὲν ἀφίνουν ζῷα νὰ πατήσουν μέσα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θεωρῶ ἀναγκαῖον ἡ διάταξις αὕτη νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν νόμον.
§175ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν διόρθωσιν ἴσια ἴσια δι’ ὅσους λόγους ἀνέφερε ὁ προλαλήσας. Ἐὰν ἐννοῇ ἡ Βουλὴ ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ διαλύσωμεν ὅλας τὰς ἐνοικιάσεις καὶ νὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσωμεν πρῶτον εἰς ψηφοφορίαν τὴν προσθήκην τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἄνευ αὐτῆς τῆς προσθήκης, καὶ ἔπειτα μὲ τὴν προσθήκην καὶ τότε θὰ λάβητε ἱκανοποίησιν.
§177ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Τί ἱκανοποίησιν θὰ λάβω, τὴν διάλυσιν τὴν λέγει τὸ ἐνοικιαστήριον.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ψηφίσῃ.
§179ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Τοῦτο θέλω νὰ μὲ εἴπῃ ὁ ὑπουργός· ὅταν θέλῃ νὰ διαλύσῃ αὐτὴν καὶ δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον δύναται νὰ τὸ κάμῃ;
§180ΤΙΝΕΣ. Δύναται, μάλιστα.
§181ΔΑΓΡΕΣ. Ἐδῶ εὑρίσκομαι ἀναγκασμένος ν’ ἀντιταχθῶ. Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὸ μέτρον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τοῦ νὰ ἐκποιήσῃ τὰ κτήματα τὰ ἐθνικά· ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει τὸ δημόσιον νὰ ᾖναι κτηματίας. Τώρα ὑπάρχουν κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀξίαν, τὰ ὁποῖα εἶναι μισθωμένα πολυετῶς καὶ ἀνάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὰς ἐνοικιάσεις; ἐὰν ᾖναι βέβαιον, καὶ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὸ συμβόλαιον μεταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τοῦ δημοσίου ὑπάρχει ὅρος, ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ τὸ ἐκποιήσῃ., χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπαίτησιν πρὸς ἀποζημίωσιν, ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς νὰ διαλύσῃ τὴν συμφωνίαν, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀπαλλαγῇ δηλαδὴ τὸ δημόσιον ἀπὸ κτήματα.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συμπεραίνετε, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη.
§183ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου εἴπομεν, ὅτι καὶ οἱ φυτεύσαντες μὲ ἄδειαν καὶ οἱ μὴ φυτεύσαντες μὲ ἄδειαν ἔρχονται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον. Τώρα ὁ κ. Δαγρὲς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐὰν ἐνοικιασταὶ καλῆς πίστεως ἐνοικίασαν πολυετῶς κτήματα, ἔκαμον φυτείας, ἢ διέθεσαν εἰς τρίτους τὰς γαίας, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἐνοικίασαν, ἐπειδὴ ὑπάρχει, λέγει, εἰς τὸ συμβόλαιον ὅρος ῥητὸς, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν διαθέσει ἄλλως πως τὰς γαίας ταύτας τὸ δημόσιον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ, ἔκαμε μίαν ἐπιφύλαξιν ἡ κυβέρνησις, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἄλλως πως διαθέσει τὰς γαίας ταύτας. Σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι ἆρά γε καλῆς πίστεως ἔργον, εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνοικίασε πρὸ 5 ἐτῶν, νομίζων, ὅτι οὕτω πως θὰ τρέχουν τὰ πράγματα, καὶ ἐπεχείρισε νὰ κάμῃ φυτείαν, καὶ διέθεσεν ἄλλως πως, σήμερον νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλεις νὰ διαλύσῃς τὰς τοιαύτας ἐνοικιάσεις; Ὄχι, πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ νὰ φερθῇ ὡς ἄνθρωπος καλῆς πίστεως, ὡς τὸ παράδειγμα μάλιστα τῆς καλῆς πίστεως, ἐκείνας μόνον τὰς ἐνοικιάσεις πρέπει νὰ διαλύσῃ, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν ἐτήρησαν τοὺς ὅρους· εἰς ἐκείνας ὅμως εἰς τὰς ὁποίας ἐτήρησαν τοὺς ὅρους, ἐπλήρωσαν καὶ πληρώνουν ἀκριβῶς, εἶναι δίκαιον νὰ καταστρέψῃ τὸ συμβόλαιον, διότι ὑπάρχει συμπεφωνημένον, ἀλλὰ πᾶν τὸ συμπεφωνημένον μὴ νομίζητε, ὅτι ὁ ἐνδιαφερόμενος πρέπει νὰ τὸ κρατῇ, εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως. Διὰ τοῦτο ἀνθίσταμαι εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Δαγρὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διαλύσῃ ὅλα τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα περιέχουν τὸν ὅρον αὐτὸν, διότι εἶναι ἄδικον.
§184ΔΑΓΡΕΣ. Κ. Πρόεδρε, τώρα μάλιστα εὑρίσκομαι ἀναγκασμένος νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν, εἰς τὴν ἐπιμονήν μου δὲ ὑπάρχει καὶ εἷς λόγος ἠθικός· θέλω νὰ εὕρω ἀφορμὰς ἀπὸ τοὺς κ. ὑπουργοὺς οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τοὺς ἀναγκάσουν ἢ νὰ τοὺς φέρουν εἰς δυσχερῆ θέσιν. Ὁ ὅρος τὸν ὁποῖον θέτει ὁ βουλευτὴς Παρνασίδος κ. Κεχαγιᾶς εἶναι λίαν ἐλαστικὸς καὶ ἀφίνει ἀπόλυτον τὸν ὑπουργὸν, καὶ θὰ ἀναγκασθῇ ὅ,τι πράξῃ σήμερον ὑπὲρ τούτου νὰ πράξῃ αὔριον ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, τουτέστι εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν δέκα ἐνοικιασταὶ ἔχομεν ἐνοικιάσει ἔκτασιν ὡρισμένην, καὶ ἔχομεν τὸν αὐτὸν ὅρον, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις ὁσάκις θέλει, νὰ διαθέσῃ τὰς ἐνοικιασθείσας γαίας χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ ἔχωμεν δικαίωμα ἀπαιτήσεως, καὶ τότε ἐὰν παυθῇ ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἐνδεχόμενον αὐτὴ ἡ διάταξις νὰ γεννήσῃ ἀφορμὰς παραπόνων δικαίων. Διὰ τοῦτο ἢ ὅλας ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς νὰ ἀκυρώσῃ ἢ καμμίαν ἐξ αὐτῶν.
§185ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μίαν ἐρώτησιν ἔχω. Κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Μπαλάφα καὶ τοῦ κ. Δαγρὲ, νομίζω, ὅτι πρόκειται νὰ διατεθῶσι καὶ αἱ γενόμεναι ἐνοικιάσεις ἐθνικῶν γαιῶν, τουτέστι μετὰ τὴν διάλυσιν, ἢ σήμερον ἐὰν δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των οἱ ἐνοικιασταὶ, τὸ δημόσιον θὰ ἐξομοιώσῃ τοὺς τοιούτους ἐνοικιαστὰς πρὸς τοὺς ἐμφυτευτάς.
§186ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§187ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τὶ θέλετε λοιπόν; Νὰ διαλυθῇ ἡ συμφωνία διὰ νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ κτῆμα, καὶ νὰ τὸ διαθέσῃ ὅπως θέλει;
§188ΟΛΟΙ. Ναί.
§189ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἀλλὰ τότε θὰ γίνῃ, ὅταν ὑπάρχει λόγος διαλύσεως.
§190ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴν παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δαγρέ, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν πρότασίν του διὰ νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νομοσχέδιον, διότι εἰς κανὲν μέρος δὲν ἔχομεν χωριστὰ ἐκμισθωμένας ἀμπέλους ἢ φυτείας ἀνηκούσας εἰς μονάς. Αἱ ἄμπελοι καὶ αἱ φυτεῖαι εἶναι συνεκμισθωμέναι μὲ τὰς ἀσκεπεῖς γαίας, ἑπομένως ὁποιανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν περιλάβητε εἰς τὸν παρόντα νόμον, ἡ Κυβέρνησις ἀδυνατεῖ νὰ τὴν ἐκπληρώσῃ, διότι θὰ μείνουν αἱ ἀσκεπεῖς γαῖαι· ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίζω, ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ φυτεῖαι περὶ ὧν πρόκειται, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ μίσθωσις, δὲν δύνανται νὰ παραχωρηθῶσιν.
§191ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ προταθεῖσαι παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ παράγραφοι, εἰσὶν αἱ ἑξῆς· «ἐξαιροῦνται αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ γαιῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τρίτους, ἐκτὸς ἂν ἡ παραχώρησις ἀκυρωθῇ δικαστικῶς καὶ αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν ἢ ἐπισκοπικῶν γαιῶν πολυετῶς ἐκμισθωθῶσιν, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ μίσθωσις.
§193ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον δεύτερον ἀναγινώσκεται.
§195ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σπουδαῖον προτείνω τὴν ἀναβολήν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ δέκα;
§197ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς.
§198ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀνταλλάξωμεν ἰδέας ἵνα φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ, ἐρωτῶ, ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα βουλευτάς; οἱ ὑποστηρίζοντες νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι).
§200ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Προτείνω, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§201ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἕως ὅτου ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος θὰ νυκτώσῃ, προτιμοτέρα ἡ ἀναβολή.
§202ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 Μ. Μ.