| 8 | Κ. Μ. Θεοδώρου | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | |
| 9 | Λ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Κωνστ. Κοσυνάκος. | |
| 10 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Θεόδ. Τσανετάκης. | |
| 11 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Ἰω. Σαφάκος. | |
| 12 | Ἰω. Λέκας. | Ν. Κατσικαπῆς. | |
| 13 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | |
| 14 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Μίλησης. | |
| 15 | Λ. Μαγγίνας. | Δ. Τσιτσάρας. | |
| 16 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Κ. Γιολδάσης. | |
| 17 | Π. Μανωλίδης. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 18 | Κ. Λομβάρδος. | Π. Κ. Μανέτας. | |
| 19 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἠλ. Φλέσσας. | |
| 20 | Σπ. Λεονταράκης. | Ἰω. Πανούσης. | |
| 21 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Γ. Μαλέας. | |
| 22 | Α. Γκοῦσκος. | Ν. Παγκράτης. | |
| 23 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς. | Ν. Καρύδης. | |
| 24 | Λ. Κρεστενίτης. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 25 | Α. Πετραλιᾶς. | Ἀλέξ. Κουμουνδούρος. | |
| 26 | Α. Κατσίνας. | Περ. Μποῦτος. | |
| 27 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Ἰω. Παπατσώνης. | |
| 28 | Σπ. Μαλασπίνας. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 29 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 30 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Κ. Κρίσπης. | |
| 31 | Θρ. Ζαΐμης. | Α. Ῥοντήρης. | |
| 32 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Εὐθ. Πλαστήρας. | |
| 33 | Γ. Πεῤῥωτής. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 34 | Γ. Δαγρές. | Κ. Εὐθυμιόπουλος. | |
| 35 | Ἰω. Φλέσσας. | Α. Καπετανάκης. | |
| 36 | Γ. Παπανικολάου. | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. | |
| 37 | Ἰω. Μπαλάφας. | Π. Κωνσταντᾶς. | |
| 38 | Ν. Μ. Κοζαδίνης. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 39 | Ν. Ἀγγελίδης. | Ν. Λούβρος. | |
| 40 | Ι. Πολυλᾶς. | Α. Μισυρλῆς. | |
| 41 | Ἰω. Τοπάλης. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 42 | Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 43 | Σ. Α. Νοταρᾶς. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 44 | Ἀναστ. Δημητριάδης. | Γ. Α. Γεωργιάδης. | |
| 45 | Α. Μεταξᾶς. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 46 | Σ. Μονόπωλης. | Μ. Παρίσης. | |
| 47 | Α. Μαντζαβίνος. | Ἰάκ. Παξιμάδης. | |
| 48 | Γ. Δρακονταειδῆς. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 49 | Δ. Ῥαπτάκης. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 50 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 51 | Γ. Βακαλόπουλος. | Στ. Κοριζής. | |
| 52 | Ν. Βαρβιτζιώτης. | Δ. Τσιριμώκος. | |
| 53 | Ν. Θ. Λεώπουλος. | Γ. Δυοβουνιώτης. | |
| 54 | Γερ. Σέρβος. | Κ. Ζουλούμης. | |
| 55 | Δ. Τσαμόπουλος. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 56 | Θ. Θεωργίου. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 57 | Χ. Χρηστόπουλος | Κ. Νικόδημος. |
1871.01.14
2,031 rows · 16,893 words · 1 table · 174 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 14 Ἰανουαρίου 1871.
(Πέμπτη).
Ὥρα 1 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθέντων παρόντων 100 βουλευτῶν κατὰ τὸν ἑπόμενον κατάλογον ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως.
| Κ. Μ. Θεοδώρου | Κ. Λαμπρυνόπουλος. |
| Λ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Κωνστ. Κοσυνάκος. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Θεόδ. Τσανετάκης. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Ἰω. Σαφάκος. |
| Ἰω. Λέκας. | Ν. Κατσικαπῆς. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ἀριστ. Λιδωρίκης. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Μίλησης. |
| Λ. Μαγγίνας. | Δ. Τσιτσάρας. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Κ. Γιολδάσης. |
| Π. Μανωλίδης. | Δ. Ζέγγελης. |
| Κ. Λομβάρδος. | Π. Κ. Μανέτας. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἠλ. Φλέσσας. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Ἰω. Πανούσης. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Γ. Μαλέας. |
| Α. Γκοῦσκος. | Ν. Παγκράτης. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς. | Ν. Καρύδης. |
| Λ. Κρεστενίτης. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Α. Πετραλιᾶς. | Ἀλέξ. Κουμουνδούρος. |
| Α. Κατσίνας. | Περ. Μποῦτος. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Ἰω. Παπατσώνης. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Κ. Κρίσπης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Α. Ῥοντήρης. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Εὐθ. Πλαστήρας. |
| Γ. Πεῤῥωτής. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Γ. Δαγρές. | Κ. Εὐθυμιόπουλος. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Α. Καπετανάκης. |
| Γ. Παπανικολάου. | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Π. Κωνσταντᾶς. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνης. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Ν. Λούβρος. |
| Ι. Πολυλᾶς. | Α. Μισυρλῆς. |
| Ἰω. Τοπάλης. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Σ. Α. Νοταρᾶς. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ἀναστ. Δημητριάδης. | Γ. Α. Γεωργιάδης. |
| Α. Μεταξᾶς. | Δ. Χρηστίδης. |
| Σ. Μονόπωλης. | Μ. Παρίσης. |
| Α. Μαντζαβίνος. | Ἰάκ. Παξιμάδης. |
| Γ. Δρακονταειδῆς. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Δ. Ῥαπτάκης. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Γ. Βακαλόπουλος. | Στ. Κοριζής. |
| Ν. Βαρβιτζιώτης. | Δ. Τσιριμώκος. |
| Ν. Θ. Λεώπουλος. | Γ. Δυοβουνιώτης. |
| Γερ. Σέρβος. | Κ. Ζουλούμης. |
| Δ. Τσαμόπουλος. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Θ. Θεωργίου. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Χ. Χρηστόπουλος | Κ. Νικόδημος. |
Οἱ κύριοι Παπατσώνης καὶ Γουβέλης ἀνήγγειλον εἰς τὸ προεδρεῖον, ὅτι ἀσθενοῦσιν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν (ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά.
§5ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὔριον, κύριοι, πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δηλίου, ἐντούτοις ἐγὼ δὲν εἶδον κανὲν ἔγγραφον, καὶ ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶδεν ἔγγραφόν τι οὔτε ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν, τῶν διαμειφθέντων μεταξὺ τῆς ἡμετέρας κυβερνήσεως καὶ τῶν λοιπῶν εὐρωπαϊκῶν κυβερνήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, οὔτε ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν, οὔτε αὐτὸ κἂν τὸ βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν πλημμελειοδικῶν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κύριον πρόεδρον καὶ ζητῶ νὰ μάθω τί τρέχει; Τὰ ἔγγραφα μετεφράσθησαν, ἐτυπώθησαν, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ τὰ ἔχωμεν σήμερον; ἢ τοὐλάχιστον μίαν ὥραν κἂν πρὸ τῆς συζητήσεως; ναὶ ἢ ὄχι; Τουτέστιν ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν ἡ προκαταρκτικὴ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν τὴν πρώτην ἡμέραν, καὶ ἥτις ἔληξεν μὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ἦτο σπουδαία, ναὶ ἢ ὄχι;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον δὲν ἔλλειψε νὰ καταβάλλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ᾖναι τυπωμένα, εἰ δυνατὸν αὔριον, καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀργὰ ἐπορεύθην ὁ ἴδιος εἰς τὸ τυπογραφεῖον· οἱ τυπογράφοι εἰργάζοντο, ὁ ἐργοστασιάρχης μᾶς εἶπεν, ὅτι αὔριον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι τελειωμένη ἡ ἐργασία, ἴσως μέχρι τῆς Δευτέρας. Καθόσον ἀποβλέπει τὸ βούλευμα τὸ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπανειλλημένως ἐγράψαμεν ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἐλάβαμεν τὰ βουλεύματα, ἅμα τὰ λάβωμεν θὰ τὰ διανείμωμεν εἰς τοὺς βουλευτάς.
§7ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ν’ ἀρχίσῃ αὔριον ἡ συζήτησις, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν κανὲν ἔγγραφον; αὐτὸ θὰ ᾖναι πρωτοφανές.
§8ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσιν, νὰ παρακατατεθῶσι εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅστις ἀγαπᾷ, ἂς τὰ μελετήσῃ, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ αὔριον ἡ συζήτησις εἴτε τυπωθῶσι εἴτε δὲν τυπωθῶσι. (θόρυβος.)
§9ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ τύπωσις· εἶναι ἁπλῆ σπατάλη.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ τύπωσις ἤδη, θέλετε νὰ ἔλθουν ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα;
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρέπει νὰ τυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν ἄνευ ἐγγράφων. (θόρυβος).
§12ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἂς γίνεται τακτικωτέρα· μὲ αὐτὸν τὸν θόρυβον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τίποτε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, συνεφώνησε νὰ προβῇ ἡ συζήτησις, διὰ τοῦτο μὴ λογομαχῆτε· τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν θέλετε νὰ σταματήσῃ ἡ τύπωσις, ἡ ὁποία ἤρχισε καὶ νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα ἐδῶ διὰ νὰ τὰ μελετήσητε, ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τύπωσις.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ βούλευμα τοὐλάχιστον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν;
§15ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὅστις θέλει ἂς δώσῃ μίαν δραχμὴν νὰ τὸ ἀγοράσῃ ὅπως τὸ ἠγοράσαμεν καὶ ἡμεῖς.
§16ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ βούλευμα ἐδημοσιεύθη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὸ ἀνέγνωσαν ὅλοι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, τί τρέχει περὶ βουλεύματος. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τυπωθῇ, μοὶ εἶπεν ὁ Διευθυντὴς τοῦ τυπογραφείου, οἱ τυπογράφοι ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ τυπώσουν ἕνα ἀριθμὸν ἀντιτύπων, στοχαζόμενοι, ὅτι θὰ ὠφεληθῶσιν, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι, εἴτε διότι διενεμήθησαν πολλὰ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε δι’ ἄλλην αἰτίαν, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τὰ πωλήσουν· καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶχον ταῦτα μίαν δραχμὴν, σήμερον ὅμως ζητοῦσι 50 λεπτὰ· ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῖς εἶπεν, ὅτι ἀναδέχεται νὰ τὸ ἀγοράσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ τὸ διανείμῃ εἰς τοὺς βουλευτάς.
§18Δ. ΚΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ τὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον; τ’ ἀγοράζομεν ἡμεῖς.... (θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὔριον δύνανται νὰ ᾖναι τυπωμένα πολλὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων.........
§20ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἐπιστήσητε πολὺ τὴν προσοχήν σας, ἵνα μάθητε τί τρέχει. Ἡ πρώτη συζήτησις μοὶ φαίνεται ἔγεινε τὴν εἰκοστὴν τετάρτην Δεκεμβρίου.....
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον αὐτά.
§22ΔΑΓΡΕΣ. Ἔστω. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τέλος πάντων πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ ὁ Διευθυντὴς σᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι αὔριον. Περὶ τούτου ἔγεινεν ἐκτεταμένη συζήτησις καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συλλογισθῶ κἄπως διαφορετικά. Τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ μᾶς διενεμήθησαν, πῶς ἐτυπώθησαν αὐτά; Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἐμεσολάβησαν ἡμέραι, καθ’ ἃς δὲν εἰργάσθη ἡ Βουλὴ, μήπως δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα ἐπιμέλεια πρὸς τύπωσιν τῶν ἐγγράφων; τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἔνστασις δευτέρας καὶ τρίτης ἀναβολῆς. Εἰς τοῦτο παρακαλῶ προσέξατε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος χθὲς ἀργὰ ἐπορεύθην ἵνα ζητήσω τὶ ἔγεινεν περὶ ἐγγράφων καὶ ἔλαβον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σᾶς λέγω.
§24ΜΙΛΗΣΗΣ. Χθὲς εἴπατε, ὅτι μετέβητε εἰς τὸ τυπογραφεῖον· ἐστάλησαν εἰς αὐτὸ ὅλαι αἱ μεταφράσεις;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί. Ὅλα τὰ ἔγγραφα εἶναι μεταφρασμένα. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει νὰ στείλῃ καὶ ἄλλα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει εἶναι ἕως 7, 8. Ἐπῆλθεν ὅμως μικρὰ βραδύτης ἕνεκα τῆς μεταφράσεως, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ γίνῃ· ἀλλὰ τέλος πάντων τὰ περισσότερα εἶναι μεταφρασμένα, ἕως τὴν δευτέραν θὰ ᾖναι ἕτοιμα, τέλος πάντων θέλετε νὰ τὰ φέρωμεν αὔριον ἢ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ νὰ σταματήσῃ ἡ ἐργασία;
§26ΛΕΚΚΑΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛ. Αὔριον τὸ πρωΐ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, τὸ πρωΐ, ὅτε θὰ ᾖναι καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν τυπωμένα.
§28ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀδικοῦμεν καὶ τὰ καταστήματά μας καὶ τοὺς ὑπαλλήλους μας, τὸ προσωπικὸν ἴσως δὲν ἐπαρκεῖ.
§29ΠΛΕΣΣΑΣ. Δὲν παραπονούμεθα κατὰ τῶν παιδιῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν γέρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφεραν τὰ χαρτιά.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς ὑποβάλλω, κύριοι, τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον. «Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 9 Αὐγούστου 1848 τοῦ ΡΒʹ. «Νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρων πρὸς βελτίωσιν τοῦ λιμένος Πει«ραιῶς παραταθεῖσα διὰ μεταγενεστέρου τοιούτου μέχρι τῆς «31 Δεκεμβρίου τοῦ 1870 παρατείνεται ἐπὶ ἑτέραν δεκαετίαν.» Ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου τούτου ἦτον ἀναπόφευκτος, κύριοι, διότι ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως..................
§32ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὶς ἐγένετο λόγος, κύριε πρόεδρε, περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληστείας, ὡς νὰ μὴ ἐγένετο ἐργασία εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ εἰργάσθησαν, καὶ τὴν τελευταίαν Κυριακὴν εἰργάσθησαν ἐπὶ πέντε ὥρας καὶ ἐπεραιώθη ἡ ἐργασία των· ὁ κύριος Μανέτας ἐπεφορτίσθη νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν, ἥτις εἶναι ἑτοίμη πρὸ δύω ἡμερῶν, παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσδιορίσητε μίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ συνέλθωσιν αἱ ἐπιτροπαί, ὅπως περαιώσωσι τὸ ἔργον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο θὰ τὸ προσδιορίσητε ὑμεῖς.
§34ΣΟΥΤΣΟΣ. Τὸ Σάββατον λοιπὸν τὴν ἐννάτην.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Σάββατον τὴν ἐννάτην ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ, ὅπως περαιώσῃ τὸ ἔργον.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τί ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς;
§37ΔΑΓΡΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη πολὺ καὶ ἔκαμε ὅλας τὰς σημειώσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἶχεν ὅμως ἀνάγκην προφορικῶν τινων ἐξηγήσεων ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πρὸς τοῦτο προσδιώρισεν αὔριον τὴν ἐννάτην, καὶ τότε ἡ ἔκθεσις εἶναι ἑτοίμη εἴτε διὰ τὴν αὔριον, εἴτε τὴν πρώτην μετὰ τὴν αὔριον συνεδρίασιν.
§38ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερον ἐγώ.
§39ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§40ΤΟΠΑΛΗΣ. Περὶ ἄρτου εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ περὶ δικαιοσύνης εἰς τὰ δικαστήρια ἐφώναζον ποτὲ οἱ Ἑνετοί· καὶ δικαίως, κ. πρόεδρε, τὸ πρᾶγμα δὲν ἀναγκαιοῖ ἀποδείξεως. Ἐν γνώσει καὶ ἐγὼ περὶ ὑπάρξεως δικαστικῶν τινων θέσεων κενῶν μετὰ τὴν ἐνταῦθα ἄφιξίν μου ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ ἂν πράγματι αὐταὶ αἱ κεναὶ θέσεις ἤθελον πληρωθῆ, ναὶ ἢ ὄχι. Δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ προσώπων ἀλλὰ περὶ τῆς ἀρχῆς. Μὲ ἔπεισαν, ὅτι δὲν ἤθελον γίνει δικαστικοὶ διορισμοὶ πρὶν ἢ εἰσαχθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ νόμος περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ νόμος αὐτὸς, κ. πρόεδρε, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, διεβιβάσθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐτυπώθη, διενεμήθη εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ ὅσον οὔπω ὀφείλει νὰ συζητηθῇ. Ἐν τούτοις μανθάνω, δὲν τὸ πιστεύω, ὅτι διάφοροι δικαστικοὶ διορισμοὶ ἐγένοντο· μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι προσβολὴ κατὰ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου τὸ τοιοῦτον. Οἱ πρωτοδίκαι εἶναι πλέον ἰσόβιοι. Ἐγένοντο διορισμοὶ πέντε ἢ ὀκτὼ, καὶ ὅταν πληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν, φθάνει ὁ νόμος, συζητεῖται, καὶ θὰ μείνῃ βεβαίως διὰ τοὺς κληρονόμους. Ἐρωτῶ λοιπὸν νὰ μάθω ἂν πράγματι διορισμοὶ ἐγένοντο; διὰ ποῖον λόγον; ἐνῷ ὑπάρχει ὁ νόμος ἀκόμη ἀσυζήτητος, ποῖοι; εἰς ποίας ἐπαρχίας;
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἤλπιζα, κύριοι, μομφὴν, διότι ἐξετελέσθη διάταξις τοῦ συντάγματος· καὶ τὴν ἀγαθὴν αὐτὴν πρᾶξιν ζητοῦν νὰ στρέψουν καθ’ ἡμῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε νόμον περὶ προσόντων, εἶχε δὲ ἀμετάθετον ἀπόφασιν νὰ μὴ διορίσῃ κανένα μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, καὶ ὅμως διάφοροι πρόεδροι δικαστηρίων ἔγραψαν πρὸς αὐτὸν διαμαρτυρόμενοι, ὅτι ἐὰν ἐπιμένῃ ἀναβάλλων ἀκόμη τὸν διορισμὸν δικαστῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν δικαστηρίων τινῶν ἐπαρχιῶν, ἡ δικαιοσύνη εἰς αὐτὰς, ἔλεγον, θὰ παραλύσῃ, καὶ ὅτι, ἑπομένως, κηρύσσονται ἀπηλλαγμένοι πάσης εὐθύνης διὰ τοῦτο ἐπιῤῥίπτουσι ταύτην εἰς τὸν ὑπουργὸν. Πρὸς ταῖς παρατηρήσεσι ταύταις τῶν προέδρων, διάφοροι ἀναφοραὶ τῶν καταδιωκόντων τὴν λῃστείαν ἦλθον πρὸς τὸν ὑπουργὸν διὰ τῶν ὁποίων παρεπονοῦντο, διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀνακριτῶν. Χθὲς ἔλαβον ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς μοὶ ἔλεγεν, ὅτι εἷς ἀνακριτὴς ἀξίζει περισσότερον τῶν ἑκατὸν στρατιωτῶν, ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας διὰ τὰς ἐπαρχίας. Μετὰ τὰ παράπονα ταῦτα, ὁ ὑπουργὸς ἐσκέφθη, ἂν δὲν τῷ ἦτον ἐπιτετραμμένον, τηρῶν αὐστηρῶς τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας πρὸς χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας. Ἐνόμισε δὲ ὁ ὑπουργὸς, ὅτι οὔτε πρὸς τὸν νόμον, οὔτε πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ, οὔτε πρὸς τὸ σέβας τὸ πρὸς τὴν Βουλὴν ὀφειλόμενον ἀντίκειται νὰ θεραπεύσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, μὴ ἀπομακρυνόμενος τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἀπαιτῶν δηλ. ὅλα ἐκεῖνα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπήτει. Δὲν εἶμαι ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὕτω ἔχουσι τὰ πράγματα. Συνέβη εἷς δικαστὴς, μὴ ἔχων τὰ προσόντα, νὰ διορισθῇ ἀλλ’ οὗτος, ὡς ἤκουσα, παρῃτήθη μόνος του, διότι κατὰ λάθος εἶχε διορισθῆ· ἰδοὺ τὰ διατρέξαντα, ἀφοῦ δὲ ἡ ἀπαίτησις τῆς δικαιοσύνης χάριν τῆς κοινωνίας ἱκανοποιήθη οὐδεὶς ἄλλος διορισμὸς θέλει γίνει μέχρις οὗ ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος, διότι θέλουν διορισθῆ εἴκοσι νομίζω δικασταὶ, ἀλλὰ θὰ διορισθοῦν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου.
§42ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ εἴπω τίποτε μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐζήτησα τὸν λόγον θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὁ κύριος Τοπάλης ἤρχισε καλῶς ἀπὸ ἀληθοῦς βάσεως, ἀλλὰ ἀπέληξεν εἰς ἀντίφασιν. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῆς κοινωνίας. Ὅσον εἶναι ἀναγκαία ἡ τροφὴ διὰ τὸ σῶμα, τόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης διὰ τὴν κοινωνίαν, διότι ἐπέρχεται τὸ ἀντίθετον, ἡ αὐθαιρεσία, ἡ αὐτοδικία, τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου. Τὸ Κράτος δὲν ἐκπληροῖ μόνον συμφέρον, ἀλλὰ καθῆκον εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐγὼ μάλιστα ἠδυνάμην νὰ διατυπώσω μακρὰν κατηγορίαν κατὰ τοῦ στέμματος, ἐννοῶ κατὰ τοῦ Κράτους, διότι δὲν ἀπονέμεται δικαιοσύνη ἐν καιρῷ· ἀφίνω τὸ ἀκριβές, διότι τοῦτο, δὲν εἶναι καθῆκον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ ἀπαραίτητον καθῆκον εἶναι ν’ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη ἐν καιρῷ· δικαιοσύνη κατ’ ἐμὲ ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει, οὐχὶ διότι δὲν ἀπονέμεται, ἀλλὰ διότι ὁ ἀδικηθεὶς μετὰ εἴκοσι ἔτη δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ. Τὰ ἐφετεῖα ἔχουν νὰ συζητήσουν ὑποθέσεις ἀπὸ τὸ 1867. Εὑρέθη δὲ ὁ κύριος Τοπάλης εἰς ἀντίφασιν, διότι ἔπρεπε νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν ὑπουργὸν, ὅταν ἤκουσε, ὅτι ἐπέσπευσε τὸν διορισμὸν δικαστῶν, διὰ νὰ γίνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνήμερα τὰ δικαστήρια, καὶ μὴ παραλύσῃ ἡ δικαιοσύνη ἔτι μᾶλλον, καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο τοῦτο, θὰ ἦτον εἶδος παραπτώματος καὶ ἔγκλημα ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς τὸ ἄτομον. Τώρα ὁ κ. Τοπάλης εἶχε δίκαιον κατά τι ἐν μέρει, διότι ἐνόμιζεν ὅτι πᾶς Νόμος, εἰσαγόμενος εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι καὶ Νόμος· ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ εἰσαγωγῆς Νόμου καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως. Πολὺς χρόνος κατατρίβεται, καὶ πολλάκις ναυαγεῖ ὁ νόμος, λοιπὸν τὸ κράτος πρέπει νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν νόμον; Ὀφείλει νὰ λειτουργῇ, διότι ἡ παῦσις τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης εἶναι παῦσις τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἐξέφερε, ὅτι εἰσαγομένου τινος νόμου, πρὶν ἢ ψηφισθῇ, πρέπει νὰ τηρῆται ὁ νόμος.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς ἀρχήν του ἐθεώρησε τοῦτο ὁ ὑπουργὸς, ἠθέλησε νὰ θέσῃ κανόνα τῆς διαγωγῆς του.
§44ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας λυποῦμαι, διότι δὲν συνεπλήρωσε τὰς κενὰς θέσεις τῶν ἐφετείων καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον περὶ τούτου, διότι καὶ πέρισυ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς παρέστησα τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.
§45ΤΟΠΑΛΗΣ. Μίαν λέξιν παρακαλῶ. Δὲν ἐνόμισα, ὅτι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ἤθελε χαρακτηρίσει ὡς μομφὴν τὴν παρατήρησίν μου. Ἰδοὺ ὁ λόγος. Ἐβεβαιώθην, ὅτι δὲν ἤθελον γίνει διορισμοὶ, καὶ ὡς βουλευτὴς ἔγραψα εἰς διαφόρους φίλους μου, ὅτι διορισμοὶ δὲν θέλουν γίνει, ἀφοῦ ὅμως μάθουν ὅτι ἔγιναν, τί θὰ εἴπουν δι’ ἐμέ;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ δώσω μίαν πληροφορίαν πρὸ τούτου.
§48ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὸν νόμον, κατὰ τὸ ἄρθρον 97 ἢ 98 τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἰδιαίτερος νόμος θέλει ἀποφασίσει τὸ περὶ ἀποχωρίσεως ἰσοβίων δικαστῶν.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τὸν φέρωμεν.
§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διότι νομίζω νόσημα νὰ διατάττεται εἷς δικαστὴς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ αὐτὸς νὰ λέγῃ δὲν πηγαίνω.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς δώσω μερικὰς πληροφορίας, διότι θέλω ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τί γίνεται. Μὲ ἠρώτησεν ὁ κύριος βουλευτὴς Ἀττικῆς, τί γίνονται οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀποσταλέντες εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ προμήθειαν ὅπλων. Δὲν σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τὴν γνωρίζετε· ὅπλα δὲν ἔχομεν, οὔτε ἐλπὶς εἶναι νὰ ἔχωμεν, συνεπείᾳ τῶν διαφόρων ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐκάμαμεν, διότι ἐπῆλθεν ὁ Πρωσσογαλλικὸς πόλεμος, καὶ τὰ ὅπλα ζητοῦνται, καὶ ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἔχομεν συμφωνήσει νὰ μᾶς δώσῃ ὅπλα, ἀρνεῖται νὰ μᾶς τὰ δώσῃ καὶ ἡμεῖς ἀδυνατοῦμεν νὰ τοῦ ζητήσωμεν ἀποζημίωσιν, διότι δὲν ἐστείλαμεν τὰ χρήματα, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ μᾶς ἐκόστισε ἑξῆντα χιλιάδας δραχμάς. Τέλος πάντων, κύριοι, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἀπεστάλησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀγοράσουν ὅπλα ὅσον τὸ δυνατὸν εὐθηνότερα, καὶ δεύτερον τὰ καλλίτερα. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχον αἱ διάφοραι ἀποστολαί. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἀπέστειλε διαφόρους ἀξιωματικούς, ἀλλὰ τὰ πράγματα μᾶς ἔφεραν εἰς αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα. Λοιπὸν ἐγὼ εὗρον αὐτὴν τὴν κατάστασιν, παρήγγειλα εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ὅστις εἶναι ἐκεῖ, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀξιωματικὸς πολὺ ἐντριβής, πολὺ ἱκανός, ὁ κ. Φιντικλῆς, νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν εὑρίσκωμεν ὅπλα ἐπίσης καλὰ κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον καὶ εὐθηνότερα, καὶ νὰ διαπραγματευθῇ περὶ αὐτῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἠμπορῇ νὰ προμηθευθῇ μετὰ καιρόν τινα ἀπὸ τὰ περισσεύσοντα ὅπλα, τῶν ὁποίων κάμνουν τώρα χρῆσιν, καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔμεινεν αὐτὸς ἐκεῖ· οἱ ἄλλοι διετάχθησαν νὰ ἔλθουν. Περὶ διοργανισμοῦ, σᾶς λέγω, ὅτι αἱ οἰκονομίαι τὰς ὁποίας προτιθέμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, βασίζονται εἰς τὸν ὑπάρχοντα διοργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ δὲ δὲν ἐργάζομαι παρὰ οἰκονομικῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ὁ διοργανισμὸς θέλει βεβαίως συζητηθῆ, συνταχθῆ ἀπ’ ἀνθρώπους εἰδικωτέρους· ὁμολογῶ ὅτι οἰκονομίαι ἀληθεῖς ἀναντιῤῥήτως δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν, παρὰ μεταβαλλομένων καὶ τῶν διοργανισμῶν, ἑπομένως δὲν εἶναι βέβαιαι καὶ ἀσφαλεῖς. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ πιεζόμεθα ἀπὸ οἰκονομικὰς δυσχερείας μεγάλως, καὶ ἐπειδὴ καιρὸς δὲν ὑπάρχει νὰ φέρωμεν μεταβολὰς ἐπὶ τῶν διοργανισμῶν, ἀσχολούμεθα νὰ φέρωμεν οἰκονομίας ὅσον τὸ δυνατὸν χωρὶς νὰ βλάψωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, ἴσως βλαφθῶσι μερικὰ ἄτομα, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγίστη.
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς εὐχαριστήσωμεν, ἐὰν ἐκπληρώσητε τὰς κατ’ ἔτος εὐχὰς τῶν Βουλῶν καὶ ὑποβάλετε τὴν λαβυρινθώδη αὐτὴν κατάστασιν τῆς οἰκονομίας τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον.
§53ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐρχόμενος ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἐλάμβανον μίαν πικρίαν, διότι ἡ ὑγεία τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως δὲν ἐπέτρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς παρ’ ἐμοῦ ζητηθείσας πληροφορίας. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ὀφείλω μεγάλην εὐγνωμοσύνην, διότι ταύτας ἔδωκε σήμερον, καὶ τὰς ἔδωκεν ἀνδρικῶς. Ἡ ἀλήθεια ὅταν ἀφελῶς λέγεται, τότε ἔχει τὴν ἀξίαν της. Ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπε, μάθετε σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅτι δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε φροντίς, καὶ ἂν ἐγένετο ἡ φροντίς, ἐγένετο μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ Ἐπιμηθέως καὶ ποτὲ τοῦ Προμηθέως. Ἔχομεν πρέσβεις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ τοὺς πληρόνομεν πολὺ ἁδρῶς, ποτὲ δὲν τοὺς ἐρωτήσαμεν ἂν ᾖναι δυνατὸν εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Αὐστρίαν, τὴν Πρωσσίαν, εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ ὑπάρχουν εἴτε εἰς ἐθνικά, εἴτε εἰς ἴδια τινὰ καταστήματα, ἀφ’ ὧν νὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν ὀλίγας ἑκατοντάδας ὅπλων, διότι δυστυχῶς, μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ λάβωμεν πολλά. Τὰ μέσα μας εἶναι μικρά. Μετέβησαν οἱ ἀξιωματικοί, ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος. Τώρα βεβαίως, ἀλήθεια εἰλικρινής, ποῖος σᾶς δίδει ὅπλα, ὅταν οἱ διαμαχόμενοι στρατοὶ καὶ ἀνάγκην ἔχουν, καὶ ἑκατομμύρια ἔχουν νὰ δαπανήσουν καὶ προμηθευθῶσιν τὰ ὅπλα τῶν ἄλλων ἐθνῶν; τὸ ἐννοῶ σήμερον. Πρὸ ἑνὸς ἔτους, πρὸ δύο ἐτῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ἄραγε τὸ τοιοῦτον νὰ γείνῃ; Ἰδού, κύριοι, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἰδοὺ ἡ κατάστασις ἡ ἐθνική. Λάβετε μέτρα περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι θὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ μεταμεληθῶμεν, καὶ περίστασις, καθ’ ἣν πᾶσα μεταμέλεια ἔσεται ματαία. Δὲν εἶναι λοιπόν, κύριοι, δίκαιον ἓν ἔθνος μικρόν, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσας μεγάλας ἰδέας εἰς τὴν κεφαλήν του, διότι ἔχει τὸ δίκαιον τῆς ἐθνικῆς φυλῆς, ἥτις συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐν μέρει νὰ ᾖναι ὡπλισμένον, τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ εἰς τὰς ἀποθήκας του ἐὰν ὄχι ἄλλο παρὰ ὅπλα, παρὰ ὑλικὸν πολέμου, καὶ πότε; εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ὅλος ὁ κόσμος εὑρίσκεται, κάθεται ἄνωθεν καμίνου, καθ’ ἣν ἐστεμμέναι κεφαλαὶ εἰς τὰ ἀπώτατα τῆς Εὐρώπης λέγουν εἰς τὰ κοινοβούλιά των, ὅτι πρέπει νὰ ἑτοιμασθῶμεν, διότι δὲν ἠξεύρομεν τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα; Ἐνταῦθα εἰσέρχονται εἰς τὴν αἴθουσαν οἱ βουλευταὶ κύριοι Κ. Πετσάλης καὶ Θερμογιάννης. Ἡμεῖς οἱ ἔχοντες τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι εἴμεθα ὁ πυρὴν τοῦ ἑλληνισμοῦ.....
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως αὐτά;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
§56ΛΕΚΚΑΣ. Ἡμεῖς οἵτινες ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα ὁ πυρὴν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, καὶ ὅτι ἐνδεχομένου πολέμου ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐσόμεθα ὁ πρῶτος λαός, ὁ ὁποῖος κατὰ καθῆκον ὀφείλει νὰ δεχθῇ ἕνα ἐθνικὸν πόλεμον, νὰ λέγωμεν σήμερον δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι; Δὲν αἰτιῶμαι οὐδένα, διότι δὲν συνειθίζω νὰ ξέω πληγάς. Βλέπετε, ὅτι οἱ πάντες πταίουν, παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς μικράς μου παρατηρήσεις· καὶ ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ λησμονήσωμεν τὰς κακὰς ἕξεις τοῦ παρελθόντος, διότι ἐὰν πολιτευθῶμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καθὼς καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, ἐνόσῳ ἕνας λόχος ἀπὸ ἑκατὸν ἄνδρας θὰ ἔχῃ τριῶν εἰδῶν ὅπλα, ἐνόσῳ θὰ ἐμπαίζωμεν τὴν ἱερὰν ἰδέαν τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ἀδελφῶν μας, ἐνεργοῦντες οὕτω πραξικοπήματα, θὰ δυστυχῶμεν, θὰ καταστρέψωμεν καὶ ἐκείνους καὶ ἡμᾶς αὐτούς. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης μὲ εἰλικρίνειαν καὶ μὲ τὸν μεγαλείτερον πατριωτισμὸν σᾶς ἐξέθεσεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τί νὰ κάμω ἐγὼ ὁ πολίτης μὲ ὅλην τὴν διάθεσίν μου, μὲ ὅλον τὸν πατριωτισμόν μου, ὁ ὁποῖος ἦλθον σήμερον εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ ἐμὲ ζητεῖτε ὀργανισμούς; ἀπὸ ἐμὲ ζητεῖτε τακτοποίησιν τῶν πάντων; δὲν δύναμαι ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι συμφώνως μὲ τὴν ἐθνικὴν θέλησιν θὰ τείνῃ εἰς οἰκονομίας. Τίποτε ὡραιότερον, τίποτε εὐχαριστώτερον, καὶ δι’ ἕκαστον ἐξ ἡμῶν καὶ σύμπασαν τὴν Βουλήν· βεβαίως τὸ πνεῦμα πρέπει νὰ ᾖναι ἡ οἰκονομία, διότι τὰ οἰκονομικά μας ἔφθασαν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω τοῦ κακοῦ· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξετε εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας του. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς φέρουν θὰ ἔχῃ οἰκονομίας· ἠξεύρετε ποίας οἰκονομίας; ἀπὸ ἐκείνας ὅπου φέρουν οἱ κακοὶ χειρουργοὶ, οἵτινες, ὅταν δὲν δύνανται νὰ θεραπεύσουν τὴν χεῖρα, τὴν κόπτουν· δηλαδὴ θὰ σᾶς εἴπουν πάλιν, ἀφαιρέσατε θέσεις, ἀφαιρέσατε μισθοδοσίας, ἀφαιρέσατε «δὲν εἰξεύρω τί.» Μά, κύριοι, ἡ ἰδέα μου δὲν ἦτο αὕτη, ἐγὼ πρῶτος ἀσπάζομαι τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ θέλω πλέον, πρὸς Θεοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ παραδεχθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς διὰ Νόμου· θέλω τόσον πεζικόν, μηχανικόν, ἱππικόν, πυροβολικόν· ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Νόμου νὰ ταχθῇ τὸ προσωπικόν, καὶ ὅστις μείνει μακράν, ἂς ὑπομείνῃ τὴν τύχην του, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασίς μας· ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω ποσῶς δίκαιον αἱ οἰκονομίαι νὰ γίνωνται διὰ τὰ ὀνόματα, καὶ ἡ ἐρυθρὰ μελάνη πάλιν νὰ ἔχῃ τὴν ἐργασίαν της πρὸς μόνην καταστροφήν· τοῦτο εἶναι καὶ κακὸν μέγα· θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν πολὺ ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμός νὰ μὴ τὸ δεχθῆτε, νὰ εἰπῆτε διὰ νόμου· θέλω 10, 5, 3 χιλιάδας πεζικὸν, νὰ μὴ δύναται ὁ ἄρχων νὰ τοὺς κάμνῃ οὔτε 8, οὔτε 2, ὁ ἄρχων ὑπουργὸς νὰ μὴ δύναται νὰ πάρῃ τὸν εὐνοούμενον εἰς τὸν στρατὸν νὰ τοῦ δίδῃ βαθμοὺς μὲ τὴν πικρίαν, μὲ τὴν βλάβην τοῦ ἐπιμελοῦς, τοῦ ἱκανοῦ τοῦ δραστηρίου, καὶ μὲ τὴν προαγωγὴν τοῦ φίλου, τοῦ ἀμελοῦς. Αὐτὰ θέλω, καὶ αὐτὰ εἶναι λυπηραὶ ἀλήθειαι, καὶ τὰς ἠξεύρετε ὅλοι. Δὲν ἐγνώριζα ὅτι θὰ εἶχον αὐτὴν τὴν τύχην νὰ μὲ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς σήμερον, ἄλλως ἤθελα λάβει τὸν κατάλογον τῆς ἀρχαιότητος τῶν κ. ἀξιωματικῶν καὶ ἤθελον σᾶς δείξει ὀνομαστὶ ὅτι ὑπάρχουν ἀντισυνταγματάρχαι καὶ ταγματάρχαι ἐντὸς τοῦ στρατοῦ μὴ ἐνεργοῦντες οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν, λαμβάνοντες μισθοὺς, καὶ τί ἀκόμη κύριοι; νεώτεροι ἀπὸ τοὺς λοχαγοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ. Βλέπετε, κύριοι, τί ἄδικον! ἀντισυνταγματάρχαι καὶ ταγματάρχαι λαμβάνοντες μισθοδοσίαν ταγματαρχῶν καὶ λοχαγῶν, μὴ ἐνεργοῦντες οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν διὰ τὸ ἔθνος· προετιμήθησαν εἰς τὴν προαγωγὴν ἀπὸ τοὺς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντας λοχαγοὺς καὶ ταγματάρχας τοὺς ἔχοντας περισσότερα δικαιώματα αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ διαρκῶς εὑρισκομένους ἐν αὐτῇ; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ ἀγανακτήσω· βλέπων μολοντοῦτο τὴν διεύθυνσιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ προέδρου αὐτῆς, ἐλπίζω οἱ ἀγῶνες νὰ μὴ μείνουν ἀτελεσφόροι. Ὑπάρχει μία τάξις ἐπιτηδείων ἐν τῇ ἑλλ. κοινωνίᾳ οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὰ πάντα νὰ καταστρέψουν πρὸς τὸ ἑαυτῶν συμφέρον. Ἐλπίζω νὰ ἐκλείψῃ πλέον αὐτὴ ἡ κατάστασις, αὐταὶ αἱ καταχρήσεις· καὶ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω πάλιν περὶ τούτου, ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμός. Δὲν ἐζήτησα ποτὲ δικαιώματα διὰ τὸν στρατὸν, ζητῶ μόνον τὰ φυσικά του δικαιώματα. Θέλω τὴν ἀταξίαν νὰ τιμωρήσητε. Θέλω νὰ εὕρητε ποῦ κατασπαταλᾶται τὸ ὑλικόν. Θέλω νὰ ἰδῆτε τί γίνονται τὰ περισσεύματα τῶν ἀδειῶν. Θέλω νὰ ἐξετάσητε μίαν φορὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ εἶπεν, τί γίνεται περὶ δαπάνης νοσηλείας; Τότε εἶπον ὅτι εἶναι μία προκαταβολὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπανέρχεται, διότι πληρόνεται ἀπὸ τοὺς στρατιώτας· τί γίνονται ὅλα αὐτά; Ἐζήτησα δι’ ἑνὸς μονίμου κανονισμοῦ τὴν τακτοποίησιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀταξιῶν καὶ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Ἐλπίζω ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ξανανταμωθῶμεν, καὶ τότε ἀπὸ τὴν καλωσύνην σας, ἀπὸ τὴν εὐμένειάν σας, ἀπὸ τὰ φῶτά σας, ἐλπίζω νὰ συντρέξητε τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος, ἅμα ἐξαιρέσητε μερικὰς καταχρήσεις, βεβαιωθῆτε ὅτι ἀξίζει τῆς εὐμενείας σας, διότι κοπιάζει ὁμολογουμένως, καὶ διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε καὶ ἀποκτᾷ δὲν εἶναι πολὺ, καθότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλέπετε ὡς πολὺ, εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἀταξιῶν, τῆς εὐνοίας καὶ οὐχὶ τῆς προαγωγῆς τῆς προερχομένης ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· τρίτη ἀνάγνωσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν· ἔχει τις παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§58ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐὰν ἡ ἀρχὴ ᾖναι ἡ ἐκποίησις, καὶ πιστεύω αὐτὴ εἶναι, βεβαίως δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐδήλωσα καὶ χθὲς καὶ ἄλλοτε τοῦτο. Ἀλλὰ, ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, εἶμαι ἐναντίος ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ Νόμου τούτου, τοὐτέστι τὸν τρόπον τῆς ἀπαλλοτριώσεως, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ταὐτίζεται μὲ τὴν ἀρχήν. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξω ὅλας μου τὰς ἰδέας ἐπ’ αὐτοῦ, ἀνασκευάζων τὸν Νόμον ἐκεῖ ὅπου πρέπει ν’ ἀνασκευασθῇ, καὶ ὑποστηρίζων τὰς τροπολογίας μου. Ἐγὼ, κύριοι, ἐν πρώτοις σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ ὁ Νόμος αὐτὸς κεχωρισμένος ἀπὸ τὸν Νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἑνὸς μόνου Νόμου. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ μόνος ὁ Νόμος αὐτός. Προτάττω τὴν ἰδέαν μου ταύτην, διότι κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου, θέλω ἀντιταχθῆ πάλιν λέγων, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου πρέπει ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νομοσχεδίου, διότι εἶναι ἀναποσπάστως μ’ αὐτὸ συνδεδεμένον. Κύριοι, κατὰ τὸν κανονισμὸν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει ὁ κύριος ὑπουργὸς καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς του, διότι ἡ ἀπάντησις ἕπεται τῆς προτάσεως, καὶ ἡ ὑπεράσπισις τῆς εἰσαγωγῆς. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι συνήθεια ἐπεκράτησεν οἱ ἀνθιστάμενοι πρῶτοι νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον, ὥστε ὑποχρεοῦμαι νὰ κάμω ἀρχήν.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν σᾶς ἀρκεῖ ἡ ἔκθεσίς μου; ἐὰν δὲν ἀρκῇ, δύναμαι ν’ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου περισσότερον.
§60ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν μὲ ἀρκεῖ. — Κύριοι βουλευταὶ, εἶμαι πολὺ μακρὰν τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ δημόσιον πρέπει νὰ ἔχῃ ἰδιοκτησίαν. Κατὰ θεωρίαν ἐγὼ ἔχω ἄλλας ἰδέας, ὅτι ὅλη ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸ κράτος, ἀλλὰ κατὰ πρᾶξιν δὲν θέλω νὰ ἔχῃ τὴν διαχείρισιν ἢ τὴν φαινομένην δεσποτείαν οὐδενὸς μορίου ἐθνικῆς γῆς, διότι τὸ δημόσιον εἶναι κάκιστος διαχειριστής. Τὸ κράτος μόνον τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν ἐπιμελεῖται καλῶς, εἰς πάντα τ’ ἄλλα χωλαίνει. Λοιπὸν δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὸ νὰ παύσῃ ἡ συνιδιοκτησία τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν φυτειῶν μετὰ τῶν ἐμφυτευτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παύσῃ διὰ διανομῆς, δι’ ἀπαλλοτριώσεως, δι’ ἐκποιήσεως ἢ διὰ δωρεᾶς· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται νὰ παύσῃ. Φαίνεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλει δωρεὰν, ἀλλ’ ἀπολήγει εἰς δωρεὰν κατὰ τὰ 70%. Ἐγὼ, κύριοι, ἤθελον ἐξετάσει πρῶτον τί ἐστὶ δίκαιον ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, τί ἐστὶ νόμιμον, καὶ ταῦτα, λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶναι κατὰ τῶν ἐμφυτευτῶν· τί ἐστὶν ἐπιεικὲς, καὶ σπεύδω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν. Δὲν θέλω ἐξετάσει μόνον τί ἐστὶ δίκαιον, νόμιμον, ἐπιεικὲς ὡς πρὸς τὴν προκειμένην περίστασιν, ἀλλὰ θέλω ἐξετάσει ἀκόμη ἂν ἡ γῆ αὕτη ᾖναι κεφάλαιον ἢ πρόσοδος, καὶ ἐὰν δυνάμεθα ὡς πρόσοδον νὰ τὴν διαθέσωμεν. Θέλω ἐξετάσει ἀκόμη τὰ χρέη τοῦ κράτους, ἐὰν παρά τισι βουλευταῖς ἐπικρατῇ ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι εἰς κατάστασιν δαψιλῶς νὰ χορηγήσῃ δωρεὰς εἴς τινας συμπολίτας μας, καὶ θὰ ἤμεθα πολὺ ἠπατημένοι εἰς τοῦτο, διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι τὸ κράτος ὀφείλει πολλὰ καὶ ὅτι ἡ κατάστασίς του δὲν εἶναι ἀνθηρὰ, διὰ νὰ προβῇ εἰς δωρεὰς, καὶ ναὶ μὲν πρέπει νὰ ἐμπνεώμεθα πάντες ἀπὸ εὐμένειαν πρὸς τοὺς ἐμφυτευτὰς, ἀλλὰ μέχρι τινὸς ὅρου. Σᾶς εἶπον ποῖον δίκαιον ἀπολύτως πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἐμφυτευθείσης, τοῦτο λύεται, ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ γῆ. Εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ γῆ αὕτη, αὐτὸ ἐσυζητήθη χθὲς καὶ δὲν νομίζω καλὸν νὰ τὸ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν· αὐτὸ ἐννοεῖται εὐκόλως, καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δηλώσῃ ὅτι τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἀκολουθεῖ, ὅτι ἡ γῆ αὕτη εἶναι δημοσία, πάντες οἱ Ἕλληνες κατέχουσιν αὐτὴν ἐξίσου, καὶ διὰ τοῦτο δυσὶ λέξεσι θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Αἱ γαῖαι αὗται ἐλήφθησαν, κύριοι, ἀπὸ τὸν Τοῦρκον, δικαιώματι πολέμου, διὰ νὰ ληφθῶσι δὲ ἀπὸ τὸν Τοῦρκον αἱ γαῖαι αὗται ἐλούσθη εἰς τὸ αἷμα αὐτῆς ὁλόκληρος μία κοινότης σύσωμος, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ὁλόκληρος· πάντες οἱ πανέλληνες καὶ ἰδίως ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς σύσσωμος· διότι πάντες, κύριοι, ἀντελάβοντο τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ, μετὰ κινδύνου ζωῆς, τοῦ ἐθελουσίου καὶ μεγάλου ἀγῶνος. Οὐδεμία διάκρισις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, διότι δὲν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ τὶς πλέον τοῦ ἄλλου συνεισέφερεν, ἀφ’ ἑτέρου διεκρίθησαν βεβαίως ἄνδρες τινὲς, οἵτινες συνετέλεσαν περισσότερον· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις τῶν ἀγωνιστῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται σήμερον, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ ἐζητήθη πρόνοια, καὶ ἐνδέχεται νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις. Ἐδῶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ὡς βάσις παρὰ μόνον ἡ ἀκριβὴς ἰσότης, ἡ ἀδελφωσύνη πάντων ἡμῶν. Δὲν φθάνει, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ δικαίου, ὅτι ἡ γῆ αὐτὴ ἀνήκει εἰς πάντας ἡμᾶς, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διότι πάντες οἱ Ἕλληνες, ἐπαναλέγω, ἠγωνίσθησαν καὶ οἱ νῦν ἐλεύθεροι καὶ οἱ μὴ ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, καθ’ ὃν ἐπίσης ἡ γῆ ἐξίσου ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Ἡ γῆ αὕτη, κύριοι, εἶναι χρεωμένη, βεβαρυμένη μὲ 200 ἢ 300 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ καθὼς τὰ χρέη αὐτὰ εἶναι πάντων ἡμῶν, οὕτω καὶ ἡ γῆ ἀνήκει εἰς πάντας ἡμᾶς, καὶ δὲν εἰμπορεῖτε δυστυχῶς παρὰ μόνον ἐὰν εὑρεθῶσι τινὲς νὰ εἴπωσιν, ὅτι θὰ πληρώσωσι 200 ἑκατομμύρια δραχμῶν, μόνον τότε δύναται νὰ γίνῃ ζήτημα, ἄν τινες πρέπῃ νὰ προτιμηθῶσιν. Ἀληθῶς, κύριοι, φυσικὴ πρόνοια, ἰδίως φυσικὸν μονοπώλιον ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν ἢ τοῦ δήμου, εἰς ὃν ἀνήκουσιν αὗται, ἀλλὰ τοῦτο συμφωνεῖ μὲ τὸν λόγον τῆς ἐπιεικείας, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναπτύξω, καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν (Ἐνταῦθα ὁ κ. Λ. Καπετανάκης ἀνήγγειλεν εἰς τὸν πρόεδρον, ὅτι θὰ ἀναχωρήσῃ)· Δίκαιον, λέγω, οἱ ἐμφυτευταὶ ἐπὶ τῆς γῆς αὑτῶν δὲν ἔχουσιν ἰδιοκτησίας, κυριότητος, ἀλλὰ μόνον ἓν δίκαιον, χρήσεως, καλλιεργείας· καὶ τοῦτο πάλιν θέλω τὸ ἀμφισβητήσει· ἀλλὰ τώρα, κύριοι, τὴν χρῆσιν αὐτὴν τοῦ νὰ νέμωνται τοὺς καρποὺς τῶν κτημάτων τὴν ἔχωσι καὶ νέμονται ἐλευθέρως, καὶ εἶναι ἐλεύθεροι εἰς τὴν ἐξάσκησιν, ἀλλὰ δὲν θέλουσι τοῦτο, θέλουσι πλέον, ἰδιοκτησίαν. Ἡ ἰδιοκτησία ἀνήκει εἰς πάντας ἐξίσου, ἂν καὶ ἡ χρῆσις δύναται ν’ ἀνήκῃ ἕνεκα περιστάσεων ἰδιαιτέρων εἰς τὸν ἕνα καὶ ὄχι εἰς τὸν ἄλλον· καὶ δι’ αὐτὸ λοιπὸν δὲν ἔχουσι δικαίωμα περισσότερον νὰ λάβωσι τὰς γαίας αὐτάς· ἔχουσιν ὅμως δικαίωμα διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέβαλον εἰς τὴν ἐμφύτευσιν. Ἐνταῦθα, κύριοι, ἔρχονται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ διερευνῶντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους περὶ τῶν ἐμφυτευτῶν, οἱ μὲν ἔχουσι δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῆς ἡμισείας φυτείας, ἐπὶ τῆς ἡμισείας ἐμφυτευθείσης γῆς, οἱ δὲ δὲν ἔχουσι οὐδὲν δικαίωμα. Ἐὰν συνέταττον ἐγὼ τὸν νόμον, ἤθελον κάμει αὐστηροτέραν διάταξιν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἐφύτευσαν καὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες παρανόμως ἥρπασαν χώρας ἐθνικάς. Περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐφύτευσαν ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει μὲν ὁ νόμος 1837, ὅστις ἐξ ἀναλογίας δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τούτους. Θὰ σᾶς εἴπω τί διδάσκει ὁ νόμος τοῦ 1837· κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν οἱ φυτεύσαντες εἶναι κύριοι τοῦ ἡμίσεως τῆς γῆς τὴν ὁποίαν ἐφύτευσαν, τὸ δὲ ἐπίλοιπον ἥμισυ ἀνήκει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ μόνον οἱ ἐμφυτεύσαντες μέχρι τοῦ 1837, καὶ οὗτοι, οὔτε διὰ τοῦ νόμου, οὔτε ἡ ἐθνικὴ αὐτὴ συνέλευσις ἂν ἦτο παροῦσα, δύνανται νὰ ἀποξενωθῶσι τῆς κυριότητος αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ συνηγορῶ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀντιτάσσομαι ὅλῃ ψυχῇ καὶ ὅλαις δυνάμεσι κατὰ τῶν ἁρπασάντων τὴν ἐθνικὴν· διότι τοῦτο ἔχει ἀπείρους συνεπείας. Τοῦτο τὸ ἀντικείμενον ὡς πρὸς τὴν γῆν καὶ τὰς ἀξίας δὲν ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἴσως, διότι τὸ δημόσιον πρόκειται νὰ χάσῃ φυτείαν καὶ εἰς τὴν μίαν περίστασιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην, ἀλλὰ εἶναι μεγάλη, πολλὰ μεγάλη, καὶ πολλὰ κακὴ ἡ καθιέρωσις τῆς ἁρπαγῆς. Ὑπάρχει νόμος ἀπαγορεύων τὴν ἁρπαγὴν καὶ ἂν εἴπωμεν ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἄκυρος, εἶναι ἐμπαιγμὸς τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἰμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν, διότι ἡμεῖς πρέπει πρῶτοι νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ ἀναιρῶμεν τοὺς νόμους. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον δὲν εἶναι αὐτό, τὸ σπουδαιότερον εἶναι ἄλλο, κ. βουλευταί· τὸ μὴ κύριον εἶναι ἕνας νόμος καθιστῶν πάντας ἀκύρους, καὶ τοὺς παρόντας καὶ τοὺς μέλλοντας, καὶ ἂν ὄχι πράγματι τοὐλάχιστον ἠθικῶς, διότι ἐὰν ἀκυρώσωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὸν ἕνα νόμον, διατί ἄλλοι βουλευταὶ δὲν θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρέσωσιν αὐτόν; ἐγὼ, κύριοι, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐπιμείνω πολὺ εἰς τὴν διάταξιν καὶ διάκρισιν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως ἐνεφύτευσαν μέχρι τοῦ 1837 καὶ ἐκείνων οἵτινες ἐνεφύτευσαν μέχρι τοῦ 1864 καὶ ἐκείνων οἵτινες ἐφύτευσαν μέχρι σήμερον, καὶ ἐκείνων οἵτινες ἐμφυτεύσωσι ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς· ἐγὼ εἶπον ὅτι οἱ ἐμφυτεύσαντες ἀπὸ τοῦ 1837 μέχρι τοῦ 1865 ἔκαμαν παρανομίας καὶ ἑπομένως δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν τῶν γαιῶν, μὲ τοῦτο τί ἐννοῶ; ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει τοῦ δικαιώματός μας, καὶ νὰ ἐξεύρωμεν τὰ ὅρια μέχρι τίνος θὰ φθάσῃ ἡ πληρωμὴ μεταξὺ τῆς μιᾶς πράξεως καὶ τῆς ἄλλης. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν δὲν εἶχον ἐπίσης καὶ οἱ ἐμφυτεύσαντες μετὰ τὸ 1865, δὲν εἶμαι ὅμως τῆς αὐτῆς γνώμης καὶ διὰ τοὺς ἐμφυτευτὰς ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐφεξῆς καθὼς καὶ διὰ τοὺς ἐμφυτευτὰς ἀπὸ τοῦ 1870 καὶ κατόπιν. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Σ. Νοταρᾶς. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπεστήριξε τὴν διανομὴν τῶν φυτειῶν κατὰ τὴν πρώτην θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, δηλ. νὰ λάβῃ ὁ ἐμφυτευτὴς τὸ ἥμισυ, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ νὰ μείνῃ εἰς τὸ δημόσιον, ὁ δὲ κ. Σωτηρόπουλος, ἢ ὡς πληρεξούσιος ἢ ὡς ὑπουργός, ὑπεστήριξε τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἐγὼ σᾶς ἀνέπτυξα, ὅτι ὅστις ἐνεφύτευσεν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἔχει νὰ λάβῃ, τότε δὲ δύναται νὰ λάβῃ τὴν φυτείαν, ὅταν πληρώσῃ τὸ τίμημα, ἀλλὰ ποῖον τίμημα; τὸ τίμημα τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ τὸ 1830–35. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐὰν ἀπὸ τὰ 1837 ἕως τὰ 1864, ἴσως αἱ γαῖαι αὗται ἐφυτεύθησαν διὰ νὰ φυτευθῶσι, διὰ νὰ γίνωνται πρόσοδοι εἰς τὸ κράτος, ἀπὸ τὸ 1865 καὶ ἐντεῦθεν αἱ φυτεῖαι αὗται εἶναι ἁρπαγαί, ἐγένοντο φυτεῖαι μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ αὐστηρὰ διάταξις. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, κύριοι, εἰς τοῦτο, διὰ νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς τρεῖς διακρίσεις τὰς ὁποίας εἶπον, καθῆκον ὅμως θεωρῶ νὰ σημειωθῇ καὶ διὰ τὰς φυτείας τὰς μετὰ τὸ 1870. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι μετὰ τὸ 1870, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἐμφυτεύσεις, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐθνικὴ γῆ. Τοῦτο ἰδίως μὲ ἔκαμε νὰ εἴπω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν ἡνωμένοι καὶ οἱ δύο νόμοι, καὶ ὁ περὶ φυτειῶν, καὶ ὁ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς εἰς ἕνα, διότι τὸ ἓν εἶναι ἀναγκαῖον στοιχεῖον πρὸς ὕπαρξιν τοῦ ἄλλου. Τώρα ὅμως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, τί θὰ γίνῃ λοιπὸν μετὰ ταῦτα; Ἂν παραδεχθῶμεν τὸν νόμον ὡς ἔχει, εἶναι ὡς νὰ λέγῃ ἡ Βουλὴ ἂς ἁρπάσουν οἱ δυνάμενοι, οἱ ἰσχυροί. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν πρᾶγμα. Ὅλαι αὗται αἱ δυσχέρειαι νομίζω, ὅτι οἰκονομοῦνται διὰ τοῦ δικαίου, καὶ αὐτὸ ἐπεζήτησα διὰ τῶν τροπολογιῶν. Ἐὰν ἡ ἰδιοκτησία ἐπληρώνετο μετά τινος συγκαταβάσεως εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἡ ἁρπαγὴ ὀλιγωτέρα θὰ ᾖναι καὶ θεραπεύεται καὶ τὸ παρελθόν, καὶ τὸ ἐνεστὸς καὶ τὸ μέλλον, διότι ὅ,τι φοβοῦμαι εἶναι ἡ καθαρὰ ἁρπαγή. Κύριοι, πρὶν ὑποστηρίξω τὰς ἰδικάς μου τροπολογίας εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνασκευάσω τὸ νομοσχέδιον. Αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι, εἶναι περίπου αἱ ἑξῆς. Αἱ φυτεῖαι ὅλαι θεωροῦνται μία κατηγορία, ἄμπελοι, σταφιδάμπελοι, μωρέαι, συκαῖ, ἐλαῖαι, ἢ μᾶλλον μωρεόδενδρα νέα, ἐλαιόδενδρα νέα, καὶ συκόδενδρα νέα· μία βάσις· ἄλλη βάσις. Αἱ γαῖαι κεκαλυμμέναι ὑπὸ τῶν φυτειῶν γίνονται ἰδιοκτησίαι τῶν κατόχων πληρονόντων τίμημα. Ἄλλη βάσις. Τὸ τίμημα αὐτὸ ἐξευρίσκεται· δὲν εἶναι ἡ ἀγοραία τιμὴ, ἀλλ’ ἡ ἐκτίμησις. Ἐδῶ εἶναι μέγα πρᾶγμα· ἡ ἐκτίμησις ἐπὶ τῶν ἰδίων. Τρίτη βάσις, ἄλλη βάσις. Αἱ γαῖαι αὗται, τὸ τίμημα αὐτὸ, εἶναι πρόσοδος τοῦ δημοσίου· θέλω πολεμήσει καὶ τὰ τέσσαρα καὶ κατόπιν θέλω ὑποστηρίξει τὰς τροπολογίας μου. Ἐγὼ, κύριοι, διὰ τὰς ἀμπέλους καὶ τὰς φυτείας εἶμαι μᾶλλον εὔκολος. Τέλος πάντων ἂς εὑρεθῇ μία ἔκφρασις· μᾶλλον εὐδιάθετο; μάλιστα· εἶπον νὰ παύσῃ ἡ συγκυριότης καὶ νομίζω τὸ ζήτημα εἶναι προκείμενον εἰς τὴν μελέτην τοῦ κοινοῦ. Καθόσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς συκέας, τὰς μωρέας, τὰς ἐλαίας εἶμαι ἐν μεγίστῳ δισταγμῷ, ἂν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν· διατί; Αἱ ἄμπελοι, κύριοι, καὶ σταφιδάμπελοι, ἔχω ἤδη ἐν αὐταῖς τὴν ἀπόδειξιν τῶν δαπανῶν· μόνον διότι ὑπάρχει, εἶναι ἀποδεδειγμένος ὁ βαθμὸς τοῦ δικαίου· διότι ἠξεύρομεν διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἄμπελος, ἠξεύρομεν τί χρειάζεται, καὶ ὁ φυτεύων δὲν φυτεύει διὰ νὰ ἁρπάσῃ, ὅσον διὰ νὰ καλλιεργήσῃ. Ἐπίσης ὅστις ἔχει σταφιδάμπελον ἔχω τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι διανοεῖται νὰ δημιουργήσῃ ἰδιοκτησίαν ἑαυτῷ καὶ τῷ δημοσίῳ. Ἐδῶ διαφέρει τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰς μωρέας, τὰς ἐλαίας καὶ τὰς συκέας, δὲν ἠξεύρω. Ἡ φύτευσις ἑνὸς στρέμματος ἐλαίας κουστίζει ἕως 4 δραχμάς.
§61ΔΑΓΡΕΣ. Πόσον;
§62ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἕως 6 (διάλογοι).
§63ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ στρέμμα;
§64ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Τὸ στρέμμα (διάλογοι παρατεταμένοι). Μὴ διακόπτετε, θὰ τὸ ἀναλύσω. Δὲν φθάνει αὐτὸ, αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον, τὸ σπουδαῖον εἶναι ἄλλο, καὶ αὐτὸ ὅπου εἶπον θὰ τὸ ἀποδείξω, θὰ ἀναφέρω ὀνόματα, πράγματα, γαίας φυτευθείσας (ἐξακολουθοῦν οἱ διάλογοι).
§65ΤΙΝΕΣ. Ἂς παύσουν οἱ διάλογοι, κ. πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§67ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι, ἐπρόλαβα νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσωμεν περὶ ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ περὶ φυτειῶν, ἐλαιῶν, συκειῶν, μωρεῶν δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ τὸ ἠξεύρει ὅστις ἔχει ἐλαίας ....
§68ΛΑΠΑΣ. Εἰς τὸν Πλάτανο ἔχεις ἐλαίας Σὺ (γέλως).
§69ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Αὐτοῦ δὲν ἐπέτυχες. Ἂς ᾖναι λοιπόν· λέγω, ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν καὶ δὲν γνωρίζει κἀνεὶς πόσον κουστίζει, πολὺ ὀλιγώτερον γνωρίζομεν τί κουστίζει ἡ μωρέα (παρατεταμένοι διάλογοι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν Λάπα, Κατζίνα καὶ Δαγρέ). Παρακαλῶ, κύριοι.
§70Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ συμφωνῶ μαζή σας, κ. Ῥοντίρη.
§71ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Τὸ σπουδαιότερον, κύριε, εἶναι, ὅτι ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ δύναταί τις νὰ καταλάβῃ ἢ ἁρπάζων ἢ καλλιεργῶν μὲ πεντήκοντα ἐργάτας χίλια στρέμματα (διάλογοι).
§72ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχετε πεῖραν, κ. Ῥοντίρη (θόρυβος).
§73ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσωμεν κύριοι.
§74ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Διατὶ κάμνω τὴν διάκρισιν αὐτήν; διότι λέγω, ὅτι, ἂν ἀπὸ τὰ 1865 ἕως τώρα, ἤξευρόν τινες ὅτι πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς δὲν θὰ ἔμενεν οὐδὲ σπιθαμή· θὰ ἦτο πεφυτευμένη δι’ ἐλαιῶν καὶ μωρεῶν, διότι εἶναι ἀδάπανος ἡ ἐμφύτευσις. Ἰδοὺ διατὶ θεωρῶ τὴν ἐλαίαν μηδὲν κοστίζουσαν. Ἕκαστον στρέμμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ πλέον τῶν 16 ἐλαιῶν.
§75ΤΙΝΕΣ. Δώδεκα.
§76ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Εἶπον δεκαὲξ διὰ νὰ ἦμαι ἐντός. Δεκαὲξ ἐλαῖαι, κύριοι, τὶ εἶναι; Θὰ γείνουν δεκαὲξ λάκκοι ἔχοντες βάθος τρεῖς σπιθαμάς.
§77ΤΙΝΕΣ. Τέσσαρες (θόρυβος).
§78ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Κύριε Πρόεδρε, φέρετε τὴν τάξιν.
§79ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρει ἀπ’ αὐτὰ τίποτε (Διάλογοι).
§80ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν, κ. Πρόεδρε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι!
§82ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἰδίως ἐπιθυμῶ ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τοῦτο, εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς ἐξαπλώσεως. Ἀλλ’ ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω καὶ τὸ ἔξοδον, διότι ἐγὼ ἐφύτευσα. Ἰδοὺ τὶ κάμνομεν ἡμεῖς· δὲν φυτεύομεν ἐλαίας ἡμεῖς εἰς Μεσολόγγιον παρὰ εἰς γῆν φυτευμένην ἄμπελον ἢ σταφιδάμπελον.
§83ΛΑΠΑΣ. Δὲν λέγεις τίποτε γιὰ ὄνομα θεοῦ (διάλογοι παρατεταμένοι).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λάπα ἡσυχάσατε, καὶ ἔρχεσθε εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀντικρούετε.
§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ προστατεύσητε τὸν ἀγορεύοντα, κύριε Πρόεδρε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δαγρὲ, ἔρχεσθε κατόπιν εἰς τὸ βῆμα, μὴ διακόπτετε.
§87ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Αὐτὰ ὅπου λέγετε ἀποδεικνύουν αὐτὸ ὅπου λέγω ἐγώ. Λοιπὸν ἀφοῦ ἐφύτευσα τὴν σταφίδα ἢ τὴν ἄμπελον ἐφύτευσα καὶ ἐλαίας. Κοστίζει δέκα λεπτὰ τὸ καντάρι διὰ νὰ τὴν φέρῃ τὴν ἐλαίαν...... ἢ πεντήκοντα λεπτὰ ἥμερον ἐλαίαν ἐκ Πυλίας. Ἀλλ’ ἐννοεῖται εἰς τὴν Μεσσηνίαν δὲν κοστίζει τόσον. Εἷς δὲ ἄνθρωπος συμπεραίνω ὅτι φθάνει πλέον τῶν πεντήκοντα (θόρυβος) Ἔστω τριάκοντα. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος Κ. Λομβάρδος. Τόσον ἠξεύρω. Αὐτὰ ὅπου λέγω εἶναι ἀληθῆ, ἐκεῖνα ὅπου κρίνετε εἶναι ἄλλα πράγματα. (θόρυβος). Εἶπον ὅτι δώδεκα ἢ δεκαὲξ κουστίζει; ἓν ἡμερομίσθιον κουστίζει 1, 20. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἰς ἡμᾶς κουστίζει 4 δραχ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν αὐτὸ ὅπου θὰ εἴπω. Διατὶ εἰς Μεσολόγγιον ὅπου εἶναι ἰδιόκτητοι γαῖαι δὲν φυτεύονται εἰμὴ ἐπὶ ἀμπέλων ἢ σταφιδαμπέλων, ἐπὶ ψιλῆς γῆς ὄχι· ἐπὶ γῆς ψιλῆς, ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι καλαμποχώραφα, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ φυλαχθῇ, διότι ἐξέρχεται ὁ χόρτος καὶ τὰ στερεύει, διότι.... διότι... διότι. Εἰς ἄλλα μέρη λοιπὸν φυτεύουν χάριν τῆς γῆς, καὶ οὐχὶ χάριν τῆς ἐλαίας, χάριν τῆς ἰδιοκτησίας τῆς γῆς, χάριν τῆς καταλήψεως τῆς κυριότητος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὕποπτον τὸ μέτρον αὐτό· διότι αὐτὸ δὲν εἶναι δοκιμὴ, δὲν ἀρέσκεται παρὰ ἐντὸς τῶν φυτειῶν, καὶ δὲν συμφέρει νὰ φυτευθῇ ἐκτὸς αὐτῶν. Περὶ συκιῶν δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάπτυξιν. Περὶ μωρεῶν τ’ αὐτά. Πολίτης τις εἰς τὸ Χάνι ἔχει φυτευμένας ἕνδεκα χιλιάδας ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, οὕτως ἐπληροφορήθην, εἰς τὰ 1855· ἀλλὰ δὲν τὰς ἐφύτευσε διὰ νὰ τὰς ἁρπάσῃ, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐμφύτευσις τῆς ἐλαίας, μωρέας, τῆς συκῆς, καὶ τὴν μεγάλην δυσκολίαν τῆς σταφιδαμπέλου καὶ ἀμπέλου, καὶ ἐννοῶ νὰ γίνῃ αὐστηρὰ διάκρισις μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο. Διὰ τοῦτο θέλω ὑποστηρίξει τὸν χωρισμὸν τῶν κτημάτων αὐτῶν ἀπὸ τὰς σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους, καὶ ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον συζητούμενον, ὡς πρὸς ἐμαυτὸν μόνον, ὡς πρὸς τὰς σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θέλω ὑποστηρίξει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζέγγελη, ἡ ὁποία, ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου ὡρμωμένη, πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος φέρει. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως. Εἶπον πρῶτον, ὅτι τὸ εἶδος εἶναι αἱ ἄμπελοι καὶ σταφιδάμπελοι, νὰ χωρισθῇ δὲ τὸ ἄλλο. Παρεδέχθην ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ δημόσιον, νὰ παύσῃ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, καὶ εἶμαι σύμφωνος νὰ παύσῃ ἀντὶ δόσεώς τινος. Τὸ δημόσιον πρέπει κἄτι νὰ λάβῃ. Συζήτησις λοιπὸν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαφέρομεν. Ἡ πρότασίς μου λέγει νὰ πληρωθῇ ὁ φυτευτὴς, νὰ γίνῃ κύριος ὅλης τῆς φυτείας πληρώνων τὸ τίμημα ὄχι τῆς φυτείας, ἀλλὰ τῆς γῆς. Τώρα ἀναφέρομαι εἰς ὅσα εἶπον πρότερον. Αὐτὸ δίκαιον δὲν εἶναι, νόμιμον δὲν εἶναι· δίκαιον, λέγω, δὲν εἶναι, νόμιμον πρὸ πάντων δὲν εἶναι, διότι ὁ νόμος ἐκήρυξεν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου τὸ ἥμισυ· σήμερον κατὰ τὸ Ἀστικὸν δίκαιον τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν, τὸ δημόσιον εἶναι κύριον ὄχι γῆς ἀλλὰ φυτείας, εἶναι κύριον τῆς σταφίδος, τῆς ἀμπέλου τῆς πεφυτευμένης, ὄχι τῆς γῆς, καὶ εἶναι κύριον ὄχι τοῦ ὅλου, ἀλλὰ τοῦ ἡμίσεως, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα τὸ δημόσιον. Τώρα τί γίνεται τὸ νομοσχέδιον; μᾶς δίδει ψιλὴν γῆν διὰ νὰ τοῦ δώσωμεν σταφίδα· ἐπὶ εἴκοσι στρεμμάτων φυτείας, ἡμεῖς εἴμεθα κύριοι κατὰ δέκα στρέμματα. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον μᾶς κάμνει κυρίους καὶ κατὰ εἴκοσι στρέμματα. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὅμως καὶ κατὰ εἴκοσι, ἀλλὰ μόνον κατὰ δέκα, ἀλλ’ εἴμεθα κύριοι καὶ τῆς φυτείας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι κατὰ νόμον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος περὶ τιμήματος ὁλοκλήρου τῆς ψιλῆς γῆς, διότι ἡμεῖς δικαίωμα περαιτέρω τῶν δέκα δὲν ἔχομεν, διότι αὐτὸ κατὰ νόμον μετεβιβάσθη ἤδη εἰς τὸν φυτευτήν. Διετύπωσα τὸν λόγον μου ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ βάλωμεν χεῖρα βέβηλον ἐπὶ στρέμματος γῆς, περαιτέρω τοῦ ἡμίσεως, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει δικαίωμα ἱερὸν τοῦ φυτευτοῦ, ἐνδέχεται εἰς ἕνα ἰδιώτην νὰ μὴ συμφέρῃ αὐτό· πῶς θὰ σὲ πληρώσῃ διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ νόμου ἀπέκτησε; Ὁμιλῶ, κύριοι, πάντοτε περὶ τῶν ἐπ’ ἀδείᾳ, διότι εἶναι καθαρὸν τὸ ζήτημα, διὰ δὲ τὰς παρανόμους ἐννοῶ νὰ τὰς ὑπαγάγω εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν, ἐννοεῖται δὲ ὅ,τι λέγω περὶ τῶν ἐπ’ ἀδείᾳ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς ἄνευ ἀδείας φυτεύσαντας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ πρότασις τοῦ νόμου, ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ δίκαιον, καὶ εἰς τὸν νόμον, καὶ εἰς τὸ σύνταγμα, διότι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἀναφαίρετος καὶ εἶναι ἀποφασισμένον διὰ νόμου, ὅτι κατὰ τὸ ἥμισυ εἶναι κύριος. Λέγω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι παράνομον· σπουδαιοτάτη εἶναι ἡ ὄψις. Τὸ δημόσιον εἶναι κύριον δέκα στρεμμάτων φυτείας πεφυτευμένης γῆς, διὰ τί νὰ χάσῃ τὴν κυριότητά του; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι κύριον; Καὶ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς, διότι ἂν ᾖναι κύριος αὐτοῦ τοῦ ἡμίσεως, περὶ αὐτοῦ πρόκειται, περὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ θὰ σκεφθῶμεν. Ἐγὼ λοιπὸν πιστεύω ὅτι μόνον τὸ ἥμισυ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσα τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ἕως τώρα εἶπον, ὅτι ἔχει δύω ἐλλείψεις ὁ νόμος, πρῶτον ὅτι ἀναμιγνύει τὰς ὄντως φυτείας μὲ τὰς φυτείας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἴμεθα πληροφορημένοι· δεύτερον, ὅτι ἐπὶ εἴκοσι στρεμμάτων πεφυτευμένης γῆς, μᾶς καθιστᾷ κυρίους καὶ τῶν εἴκοσι στρεμμάτων, ἐνῷ εἴμεθα μόνον τῶν δέκα, καὶ οὕτω προσβάλλεται τὸ ἀστικὸν δικαίωμα τοῦ πολίτου, ἐκτὸς δὲ τούτου, διότι καλύπτει δωρεὰν, ἂν τὸ εἴπω καθαρὰ δὲν πειράζει τίποτε. Δωροῦμεν τὴν φυτείαν, ἀλλὰ δὲν λέγομεν δωροῦμεν, ἀλλὰ πωλοῦμεν· ἀντὶ δέκα στρεμμάτων φυτείας, μᾶς δίδει εἴκοσι στρέμματα γῆς ψιλῆς. Τὸ δημόσιον ζημιοῦται, διότι ἓν στρέμμα ψιλῆς γῆς ἔχει πενῆντα ἕως διακοσίας δραχμὰς, ἀλλὰ πεφυτευμένη σταφίδα ἔχει τριακοσίας ἕως χιλίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει νὰ πληρώσωμεν ἀπὸ εἴκοσι στρέμματα πρὸς πεντήκοντα, καὶ νὰ λάβωμεν χίλια, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω νὰ πληρώσωμεν δέκα στρέμματα τοὐλάχιστον πρὸς διακοσίας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἐλαττοῖ τὴν ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν κατὰ τὸ ἥμισυ ἀδίκως, καὶ ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, καὶ παρανόμως, ἐγὼ μάλιστα λέγω καὶ ἀντισυνταγματικῶς, διότι ἠμπορεῖ ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου. Τί νομίζετε, ὅτι εἶναι χίλιαι δραχμαὶ μόνον; ἴσως εἶναι 50,000,000 δραχμῶν ἡ διαφορά. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταὶ, νὰ σκεφθῆτε σπουδαίως ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεώς μου, νὰ τὴν ἐξετάσητε κατὰ βάθος· δὲν εἶναι ἀδιάφορον ἂν ζημιοῦται 50,000,000 τὸ κράτος. Ἁπλούστατον τὸ ποσὸν κύριοι· κατὰ τὰς σημειώσεις τῶν ἰδίων, τῆς ὑπηρεσίας, διακόσιαι εἴκοσι χιλιάδες στρέμματα γῆς εἶναι πεφυτευμένα δι’ ἀδειῶν καὶ παρανόμως. Αὐτὰς τὰς γαίας κατὰ μέσον ὅρον ἂν τὰς ἐκτιμήσωμεν ἀπὸ 300 δραχμὰς, ἐνῷ ἔχουν 1,000, ἐνῷ ψιλὴ γῆ ἔχει πεντακοσίας δραχμὰς εἰς πολλὰ μέρη, γίνονται 60,000,000. Ἀλλ’ ἠξεύρετε ποίαν ἰδέαν ἔχω ἐγώ; ὅτι εἶναι 500,000 ἡ πεφυτευμένη· διατί; Διότι, κύριοι, στατιστικὰς ἀκριβεῖς πληροφορίας δὲν ἔχομεν, διότι βιβλία τακτικὰ δὲν ἔχομεν· διότι, κύριοι, αἱ ἐπ’ ἀδείᾳ (διατί εἶπον νὰ χωρισθοῦν αἱ ἐπ’ ἀδείᾳ;) διότι αὐταὶ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι γνωσταὶ, ἀλλ’ αἱ ἄνευ ἀδείας πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι γνωσταί; Πόθεν; ὁ ἐπ’ ἀδείᾳ κάμνει δήλωσιν καὶ λέγει προτίθεμαι, κ. ἔφορε, νὰ φυτεύσω εἴκοσι στρέμματα γῆς εἰς τὴν θέσιν ἔξω χωρία κτλ. Ἀλλ’ ὅστις ἁρπάζει, καὶ ἁρπάζει πολλάκις νύκτα, δὲν δηλοῖ τίποτε· αὐτὸς μάλιστα ἔχει συμφέρον νὰ ᾖναι ἄγνωστον, εἰ δυνατὸν, ὄχι τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ἡ φυτεία ἐν γένει. Βλέπετε πόσον σπουδαία διαφορὰ εἶναι μεταξὺ τῶν ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ ἄνευ ἀδείας φυτευσάντων. Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον προσήνεγκεν μίαν σημείωσιν τῶν τμηματαρχῶν περὶ τῶν φυτειῶν. Παρετήρησα, ὅτι σημειόνουν οἱ δύω ἐπὶ τῶν δημοσίων κτημάτων τμηματάρχαι ὁ κ. Λαμπρίδης καὶ ὁ κ. Χιονουδάκης· «αἱ γαῖαι αἱ πεφυτευμέναι εἰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ ἄνευ ἀδείας εἶναι ὁμοῦ 22,000 στρέμματα, ἀλλ’ αἱ γαῖαι αἱ πεφυτευμέναι εἰς ἐλαίας, μωρέας, καὶ τὰ λοιπὰ εἶναι ἄγνωστοι.» Ἀλλὰ παραδεχόμενος αὐτὴν τὴν σημείωσιν τὴν ὑπὲρ ἐμοῦ νομίζουσιν ὅτι παραδέχομαι καὶ τὴν καὶ τὴν κατ’ ἐμοῦ; ὄχι· καὶ ἰδοὺ διατί. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων ἐλαιοδένδρων συνενοικιάζεται μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου, καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν οὔτε τὸ ποσὸν οὔτε ἡ ἔκτασις. Λοιπὸν εἰς τὰ τυφλὰ θὰ ὑπάγωμεν; Οὕτω θὰ θυσιάσσωμεν χιλιάδας χιλιάδων στρεμμάτων ἐθνικῆς γῆς χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν τοὐλάχιστον τί δίδομεν; ἂς ἠξεύραμεν τί δίδομεν! «Ἡ ἔκτασις τῶν γαιῶν ἀμπέλων καὶ περιβολίων ἐξάγεται ἀπὸ τὰ εἰς τὰ ὑπουργεῖα κρατούμενα βιβλία, τῶν δὲ λοιπῶν». Βλέπετε πάντοτε σκοντάπτομεν ἅμα ἐξέλθωμεν τῶν ἀμπέλων καὶ περιβολίων. «Τῶν δὲ λοιπῶν ἐσημειώθη κατὰ τὰς ἐσχάτως ληφθείσας πληροφορίας τῶν ἀρχῶν, διότι οὐδέποτε ἐγένετο καταμέτρησις. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, οὐδέποτε ἐγένετο καταμέτρησις. Πῶς σήμερον λοιπὸν γνωρίζετε, ὅτι εἶναι τόσα ἢ τόσα τὰ στρέμματα; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίσητε νὰ θυσιάσητε πλοῦτον τηλικοῦτον χωρὶς νὰ ἠξεύρετε τοὐλάχιστον ὁπόσος εἶναι; «Μέχρι τοῦ 1865 τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεων, ἀπὸ δὲ τοῦ 1866 εἰς τὰ τελωνεῖα.» Πόσαι φυτεῖαι ἐγένοντο κατόπιν, εἶναι ἄγνωστοι. Προτήτερα διεκρίνοντο διὰ τῆς ἐνοικιάσεως καὶ δηλώσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ 1866 καὶ ἐδὼ δὲν δεικνύεται πλέον, ὥστε εἴμεθα εἰς ἄγνοιαν ἐντελῆ. Ταῦτα εἶπον, κύριοι, διότι ἐπαναλαμβάνω ὡς πρὸς τὰ ἀμφίβολα αὐτὰ ἀντικείμενα ἐγὼ θέλω διατυπώσει πρῶτον νὰ χωρισθῇ ὁ νόμος καὶ νὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἠξεύρῃ τὸ ποσὸν, τὴν θέσιν, τὴν περιοχὴν τῆς φυτεύσεως, τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα χρειάζονται πρὸς ἐμφύτευσιν κλπ. Ἠθέλησα μόνον νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ εἴδη δὲν εἴμεθα καθ’ ὅλου ἐνήμεροι καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς παραχώρησιν. Εἶπον, κύριοι, καὶ διὰ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀπολυτρώσεως. Ἐπολέμησα τὴν θεωρίαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὸ τίμημα, διότι εἶπον, ὅτι τὸ τίμημα πρέπει νὰ ᾖνε τίμημα τοῦ ἡμίσεως τῆς φυτείας καὶ ὄχι τοῦ τῆς ὁλικῆς γῆς. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν, καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαιότερον, διότι ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν ἐπὶ τέλους νὰ δώσωμεν, ἀλλ’ ἀφοῦ παραδεχώμεθα, καὶ παραδέχονται καὶ οἱ κάτοχοι, νὰ λάβωμεν κἄτι τι, πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν ἀξίαν, κατὰ τὰς βάσεις τὰς ὁποίας θέτει ὁ νόμος. Ἄρθρ. 2. Αἱ γαῖαι ἐφ’ ὧν ὑπάρχουσιν αἱ φυτεῖαι, διαιροῦνται κατὰ χωρίον εἰς δύο τάξεις, εἰς ποτιστικὰς καὶ ξηρικάς. Διὰ τὰς γαίας ἑκάστης τάξεως προσδιορίζεται κατὰ χωρίον καὶ κατὰ στρέμμα ἓν μόνον τίμημα ὑπὸ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ἐδῶ εἶναι ὅλον τὸ ναυάγιον. Ἐπαναλαμβάνω ἐδῶ εἶναι ὅλον τὸ ναυάγιον ὅλου τοῦ ποσοῦ. Προτήτερα εἶπον, ὅτι κινδυνεύομεν νὰ ζημιωθῶμεν πεντήκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλ’ ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει τούτου τοῦ ἄρθρου λέγω, ὅτι ζημιονόμεθα τὸ ὅλον. Ἄρα πρώτη ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμε τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁ ἀγοραστὴς νὰ προσδιορίσῃ τὸ τίμημα ὁ ἴδιος καὶ νὰ δώσῃ ὅ,τι θέλει· πόθεν τοῦτο; εὔκολον εἶναι νὰ ἐννοηθῇ. Ἡ τιμὴ προσδιορίζεται κατὰ χωρία ἢ κατὰ δήμους, καὶ προσδιορίζεται ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Τώρα ποῦ τὴν εὑρίσκεις τὴν δημοτικὴν ἀρχήν; ἀσυγκειμένη ἐκ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ ἐπάρχου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ὁποία θὰ ὁρίσῃ τὴν τιμὴν κατὰ δήμους καὶ χωρία, σύγκειται ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου μοὶ φαίνεται εἶναι διάδικον μέλος καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸν τόπον του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι συνεπὴς εἰς τὰς ἀποκεντρωτικὰς ἰδέας, λέγω, ὅτι καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος εἶναι τοπικὴ ἀρχὴ δημοτικὴ καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, δημοτικὴ ἀρχὴ κατὰ τὰς ἰδέας μου, διότι πρεσβεύω ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ διοικῆται ὑπὸ τοῦ τόπου, καὶ ἂν σήμερον δὲν διοικῆται ὑπὸ τοῦ τόπου, ἡ ἐπαρχία ὑπὸ τῆς ἐπαρχίας, αὐτὸ εἶναι μία πλημμέλεια, ἓν ἐλλάττωμα, τὸ ὁποῖον θὰ λείψῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι καὶ σήμερον διοικεῖται ὁ τόπος ὑπὸ τοῦ τόπου, νομίζω ὅτι καὶ σήμερον ἡ αὐτοδιοίκησις δὲν λείπει, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ ἔπαρχος διὰ τῆς ἐπαρχίας διορίζονται, ἢ τῇ ἀνοχῇ αὐτῆς, καὶ εἶναι δημοτικοί, ἐπαρχιακοὶ ὑπάλληλοι, καὶ σπεύδω νὰ εἴπω ὅτι οὕτω πρέπει νὰ ᾖναι, διότι ἡ διοίκησις τῶν τοπικῶν ἀνήκει εἰς τὸν τόπον καὶ οὐχὶ εἰς τὸ κράτος κατὰ τὰς ἰδέας μου. Λοιπὸν ἐγὼ βλέπω ἐδῶ, ὅτι οἱ φυτευταὶ ἀντὶ νὰ πληρώσουν φυτείαν πληρώνουν ξηρὰν γῆν καὶ ἀντὶ νὰ πληρώνουν τίμημα ἀγοραίας ἀξίας, πληρώνουν τίμημα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ προσδιορίζουν διὰ τῶν ἀντιπροσώπων των. Αὐτό, κύριοι, εἶναι μία αὐτοδικία, αὐτὸ δὲν εἶναι συνάλλαγμα μεταξὺ πωλητοῦ καὶ ἀγοραστοῦ· ὁ ἀγοραστὴς αὐτοδικῶν λαμβάνει τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Λοιπὸν ἐν ἀρχῇ, λέγω, ὅτι ἡμεῖς, δηλαδὴ, ἡ Βουλὴ, τὸ ἔθνος, δεχόμεθα νὰ λάβωσι τὰς γαίας, ἀλλὰ νὰ πληρώσωσι τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν οἱ ἐμφυτευταὶ μὲ ἔκπτωσιν σημαντικωτάτην, μὲ εὐκολίας μεγάλας, μὲ ἐπιείκειαν, ἀλλὰ νὰ ἀσφαλισθῶμεν τοὐλάχιστον διὰ τὸ ποσὸν, καὶ ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι ὅλην τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Εἶπον ν’ ἀσφαλισθῇ οὐχὶ ἐπὶ ἐκτιμήσει, καὶ ἐπὶ ἐκτιμήσει τοιαύτῃ μάλιστα, ἡ ὁποία φθάνει εἰς αὐτοδικίαν, ἡ ὁποία φθάνει εἰς πώλησιν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ δημοσίου πλούτου, κατὰ περίστασιν οὐχὶ κατὰ πρόθεσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγοραίας τιμῆς. Τώρα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδείξω τί ἐστὶν ἀγοραία τιμή. Ἡ ἀγοραία τιμὴ εἶναι ἡ τιμὴ ἡ διδομένη ἐν τῇ ἀγορᾷ κατὰ τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς συναλλαγῆς· ἡ ἀγοραία τιμὴ κατὰ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν δικονομίαν θεωρεῖται ἡ ἐπὶ πλειστηριασμῷ διδομένη. Πολεμῶ λοιπὸν τὸ σύστημα αὐτὸ καί, λέγω, ὅτι ἡ τιμὴ πρέπει νὰ προσδιορισθῇ καὶ ἐξευρεθῇ διὰ πλειστηριασμοῦ τοῦ ἡμίσεως ἤτοι τοῦ μέρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ εἶναι δεινὸν πρᾶγμα νὰ συναγωνισθῇ ὁ φυτευτὴς μὲ τὸν κεφαλαιοῦχον.
§88Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῦ εὑρέθησαν;
§89ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, ἐν πρώτοις —ἴσως μὲ ἐπρόλαβέ τις εἰπὼν ποῦ εὑρέθησαν οἱ κεφαλαιοῦχοι— δὲν ἔχει νὰ συναγωνισθῇ μὲ ἐκεῖνον, θὰ συναγωνισθῇ ὁ ἔχων 100, 200 στρέμματα, ὁ τιμαριώτης οὗτος μὲ τὸν γεωργὸν, μὲ τὸν χωρικὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει πέντε, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ὅλως διόλου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κεφαλαιοῦχος, καὶ ὅστις λαμβάνει τὴν μερίδα ταύτην νομίμως διὰ πλειστηριασμοῦ, θὰ τὴν καταστήσῃ προσοδοφορωτέραν, καλλιτέραν. Ἀλλὰ δίδει πάλιν εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν τὸ προνόμιον νὰ ἐκπέσῃ 15% τοῦτο δὲ, διότι ἀκούω παραπονουμένους τινὰς, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν φυτειῶν αὐτῶν θὰ ὑπερβῇ τὴν ἰδίαν ἀξίαν ἕνεκα τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν, ἢ ἕνεκα τῆς φυτικῆς ἐξάψεως ἐν τῷ διαγωνισμῷ, ἢ τῷ πλειστηριασμῷ, τοῦ ὁποίου δυστυχῶς ἔχομεν παραδείγματα. Πρῶτον ὅμως ἀσφαλίζω ἐγὼ τὸν ἐμφυτευτὴν, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἐναντίος νὰ συναγωνισθῇ ἐν ἐξάψει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μὲ τὸν ἐμφυτευτὴν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν avantage τόσον μέγα 150/0 3X5=45. Ἐὰν προσφέρῃ ὁ μὲν ξένος 300 δραχμὰς ὁ δὲ ἐμφυτευτὴς 250 κατὰ στρέμμα προτιμᾶται ὁ ἐμφυτευτὴς καὶ ἐπὶ 20 στρεμμάτων ἔχει 1000 δραχμὰς κέρδος καὶ ἐπὶ 60 ἔχει 3000. Λοιπὸν ἐὰν προκαλέσῃ συναγωνισμὸν ἐλεύθερον ἐπίσης μεταξὺ τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ τοῦ μὴ ἐμφυτευτοῦ καὶ λέγει ὁ νόμος εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν, ὅτι ἂν μείνῃ εἰπὲ θὰ σοὶ δώσῃ 3000 δραχμὰς καὶ τὰς ἔχει ἑτοίμους νὰ τὰς πληρώσῃ, τὶς τολμᾷ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὸν ἐμφυτευτὴν; καὶ ἂν συναγωνισθῇ θὰ συναγωνισθῇ μέχρι μέτρου, οὐχὶ μέχρι ἐξάψεως. Καὶ ἂν συναγωνισθῇ, θὰ συναγωνισθῇ οὐχὶ μόνον μέχρι δικαίου μέτρου, μέχρι μετρίου, καὶ μέχρι ὅρου κατωτέρου τοῦ μετρίου Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐμπνέομαι ἐξ αἰσθήματος οὐ μόνον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀγάπης πρὸς τοὺς φυτευτὰς, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς ἐν ἀδείᾳ φυτεύσαντας πρὸς τοὺς ὁποίους ἀφομοιῶ καὶ τοὺς ἄλλους. Εἰσέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῆς διαθέσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν χρημάτων τούτων. Τὸ περὶ εἰσπράξεως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐσυλλογίσθην. Μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι τὸ ἔχειν λαμβάνειν συμαίνει λαμβάνειν, μεγάλη διαφορά. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἔχομεν νὰ λάβωμεν 60,000,000 ἐκ καθυστερημάτων, ὥστε ἔχειν λαμβάνειν δὲν σημαίνει λαμβάνειν. Ὥστε δὲν πρόκειται σήμερον νὰ δώσωμεν τὰς φυτείας καὶ νὰ προσδιορίσῃ τὴν τιμὴν αὐτὴ ἡ ἀγορὰ, ἀλλὰ πρόκειται καὶ αὐτὴν τὴν τιμὴν νὰ μὴν τὴν λάβωμεν, διότι οὐδεμία ἢ μικρά τις μόνον πρόνοια λαμβάνεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου· ἕνεκα τούτου, κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν διατετυπωμένας τινὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας κατόπιν θὰ ἀναπτύξω σκοπούσας τὴν βεβαίαν εἴσπραξιν, ἀλλ’ ὑπάρχει μία περίστασις, κύριοι, καθ’ ἣν καλλίτερον νὰ μὴ εἰσπράξωμεν διόλου, καλλίτερον νὰ μένουν εἰς τὸν γεωργόν· καὶ ταύτην ἐξετάζω, καὶ ἐδῶ συναντῶμαι μὲ τὸν ἔντιμον φίλον μου βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Καλλιφρονᾶν· συναντῶμαι κατ’ ἀρχὴν, διαφωνῶ δὲ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν. Εἶπον, ὅτι τὰ ὀφειλόμενα δὲν εἶναι εἰσπραχθέντα καὶ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, ἵνα μὴ τὰ 60,000,000 τὰ καθυστεροῦντα γίνουν 120,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν λαμβάνειν, τουτέστι μηδέν· ἀλλὰ λέγω, καὶ ἂν τὰ λάβωμεν, τί πρέπει νὰ γίνουν τὰ χρήματα ταῦτα; Ἄπειροι ἀνάγκαι ὑπάρχουσι, καὶ ἄπειρος ἔσται ἡ παραγωγὴ αὐτῶν, ἂν παραγωγικῶς δαπανηθῶσιν, ὅτε δυνάμεθα καὶ νὰ λησμονήσωμεν τὸ ἀπολωλός. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν προβλέπει, ὁ νόμος θεωρεῖ τὸ τίμημα ὡς πρόσοδον, ἀλλὰ τί ἐστὶ πρόσοδος; τί ἐστὶ κεφάλαιον; Ὁ καλλιεργῶν σταφίδα καὶ λαμβάνων τὸν καρπὸν, καταναλίσκει αὐτὸν, καταναλίσκει πρόσοδον, ὁ πωλῶν σταφίδα καὶ τρώγων καὶ πίνων ἐξ αὐτῆς καταναλίσκει κεφάλαιον καὶ ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Ὁ καταναλίσκων τὰ κεφάλαιά του ὁμοιάζει τὸν τρώγοντα τὰς σάρκας του· τρώγει ἐκ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ζωῆς, ἐκ τῆς ἰδίας συντηρήσεως, ὁ φρόνιμος οἰκογενειάρχης καταναλίσκει τὰς προσόδους καὶ μόνον μέχρι τινὸς, τὰ κεφάλαια κύριοι, δὲν πρέπει νὰ καταναλίσκωνται, ἀλλ’ ἀπολύτως; Ὄχι· ἡ κατανάλωσίς των νὰ ᾖναι παραγωγική. Ὅθεν ὁ μὲν κύριος Καλλιφρονᾶς διετύπωσε πρότασιν, καθ’ ἣν κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ τίμημα ὅλον.
§90ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἤλθατε εἰς τὰ καθέκαστα.
§91ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τοῦ νόμου.
§92ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν βάσεων, καὶ ὡς βλέπετε, ἐγὼ πολεμῶ τὴν θεωρίαν τοῦ ὑπουργοῦ ὡς ἔχει ἐν συνόλῳ. Ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς εἶπε νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰ δημόσια χρέη· ἐγὼ εἶμαι ἐγωϊστικώτερος καὶ δικαιότερος καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ· δὲν συμφωνῶ ὅλον τὸ ποσὸν νὰ κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν θέλω νὰ μειώσω τοὺς πόρους τοῦ κράτους, προσδιώρισα ὅθεν τὸ τίμημα ἢ οἱ εἰσπραττόμενοι τόκοι νὰ γίνωνται δύο μερίδες ἡ μία νὰ ἔρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, καὶ ἡ ἄλλη, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ κεφάλαιον, νὰ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἐπιφυλάττεται, κύριοι, ἢ διὰ τὴν συγκοινωνίαν, ἢ διὰ μίαν γεωργικὴν Τράπεζαν, ἐτόλμησα μόνον νὰ διατυπώσω, ὅτι πρέπει νὰ δαπανηθῇ παραγωγικῶς, ἢ εἰς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης, ἢ σύστασιν σιδηρᾶς ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου μέχρι Λαμίας. Φαίνεται, ὅτι δὲν προνοῶ περὶ τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ προνοῶν περὶ αὐξήσεως τῆς κοινωνικῆς προσόδου, προνοεῖ καὶ περὶ τῶν χρεῶν. Ἂν προαχθῇ ἡ συγκοινωνία, ἂν προαχθῇ ἡ γεωργία διὰ τῶν γεωργικῶν τραπεζῶν, εὔκολον εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν χρεῶν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἠξεύρω εἶναι, ὅτι τὰ κεφάλαια δὲν πρέπει νὰ δαπανῶνται εἰς τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, εἰς βαθμούς, εἰς συντάξεις, εἰς περιττὰς θέσεις, εἰς ἁδροὺς μισθούς, διότι ὅλα αὐτὰ παρέρχονται ἀσκόπως ἄνευ προόδου, εἶναι βάρη, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄδικα, ὡς ἔχει ὁ παρ’ ἡμῖν ὀργανισμός. Ὑποθέσατε, ὅτι εἴχομεν τὰ 60,000,000 δραχμῶν καὶ τὰ τῆς ἐθνικῆς γῆς τὸ ὅλον 150,000,000, τί ὡραιότερον; Τὸ κεφάλαιον ὑπάρχει, μόνον ἡ μεταμόρφωσις λείπει διὰ νὰ γίνῃ νόμισμα, καὶ ἂν ἦτο εἰς νόμισμα ἠδύνατο νὰ κάμῃ θαύματα εἰς χεῖρας τοῦ παρόντος ὑπουργείου, τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει. Διὰ τί λοιπὸν νὰ μὴν τὰ μεταβάλωμεν εἰς χρήματα; δὲν εἰμποροῦμεν σήμερον, ἂς καταβληθῇ μετὰ εἴκοσιν ἔτη· θὰ εὑρεθῶσιν καὶ ἄλλοι πολλοὶ πολῖται ὡς τοὺς σημερινούς, οἱ ὁποῖοι πρυτανεύουσι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εὕρωσιν ἀποτεθειμένον τὸ κεφάλαιον αὐτὸ καὶ νὰ κάμουν καὶ ἓν βῆμα εἰς τὸν πολιτισμὸν εἰς μάτην λέγομεν, ὅτι εἴμεθα ἀπόγονοι ἐκείνων, ὅτι προήχθημεν εἰς τὸν πολιτισμὸν, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν συγκοινωνίαν, ἐν ὅσῳ ὁ γεωργὸς δανείζεται πρὸς 25%, εἰς μάτην περιμένομεν πρόοδον, καὶ ὡς πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον. Ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος προοδεύει, ὅταν προοδεύῃ καὶ ὁ ἰδιωτικὸς καὶ τανάπαλιν· παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδιωτικὴ πρόοδος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τίποτε· μία σιδηρὰ ὁδὸς ἀπὸ Γύθειον ἕως Λαμίας, μία ἑτέρα ἀπὸ Ἀθηνῶν μέχρι Ἀντιῤῥίου διερχομένη ἐκ διαφόρων μερῶν, ἐσυμπλήρωσεν ὅλα αὐτὰ καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μὲ τίποτε γίνεται. Ἐὰν εἶχες 50,000,000 δραχ. κύριε Σωτηρόπουλε, τὸ ἔκαμνες αὐτὸ εἶμαι βέβαιος, δὲν τὰ ἔχομεν σήμερον, ἂς τὰ ἔχωμεν μετὰ δέκα ἔτη καὶ τότε θὰ εἴπωμεν, δεῦτε ἑταιρίαι τῆς Εὐρώπης, δεῦτε τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ τιμῶνται πρὸς 2%, ἀντλήσατε θησαυροὺς, ἐκμεταλλεύσατε τὴν παρθένον αὐτὴν γῆν. Ὅσον ἀνθίσταμαι, κύριοι, ὡς πρὸς ὅλας τὰς ἄλλας βάσεις, δεκαπλασίως ἀνθίσταμαι εἰς ταύτην τὴν ἔλλειψιν τοῦ νόμου, ὅτι δὲν κάμνει διάκρισιν τῆς προσόδου, ἀπὸ τὸ κεφάλαιον, καὶ ὅτι δὲν καταβάλλεται τὸ κεφάλαιον εἰς παραγωγικὴν δαπάνην. Ἡ τροπολογία μου, κύριοι, προβλέπει πάσας τὰς δυσχερείας ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν· ἰδοὺ τί ἀντιτάσσω. «Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν φυτειῶν» ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν γίνει πλειστηριασμὸς, «ὁρίζεται προτοῦ κατὰ στρέμμα ὑπὸ ἀρχῆς συγκειμένης ὑπὸ τοῦ νομάρχου, τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου, τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν τοῦ νομοῦ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν κατὰ καιροὺς πωλήσεων κατὰ δήμους καὶ κατὰ χωρία» καὶ οὐ μόνον νὰ συνέλθουν, διότι δὲν ἀρκεῖ, ἀλλὰ νὰ φέρωσι καὶ τὰ πωλητήρια τὰ γενόμενα εἰς τοὺς συμβαλαιογράφους, καὶ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ τρέχουσα τιμὴ καὶ νὰ καταβιβασθῇ εἴκοσι καὶ 30%, δὲν θέλω νὰ ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ ἀπὸ τὸν ἀγοραστήν. Ἄρθρον 4. «Κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων δύναται νὰ γίνῃ ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἄρθρον 5. Ὁ φυτευτὴς δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον κατὰ κυριότητα, ἐὰν ἀναδέχεται νὰ πληρώσῃ τίμημα διὰ τὴν φυτείαν, εἰ μὲν ἐστὶν ἄμπελος δραχ. 200, εἰ δὲ ἐστὶν σταφιδάμπελος δραχ. 400».
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τί προσδιωρίσατε τὸ ποσόν; δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς;
§94ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ τελευταῖος ὅρος νομίζω καλλίτερον ὅτι εἶναι νὰ προσδιορισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ ἐλάχιστος ὅρος;
§96ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐκεῖνος χρησιμεύει διὰ τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν σας.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἰδέα σας εἶναι ἄλλη, θέλετε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις εἰς τὴν δημοπρασίαν ἐκεῖνος ὁ ὅρος.
§98ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἔχετε δίκαιον· αὐτὸς θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις, ὡς τελευταῖος ὅρος, ἀλλ’ ἐγὼ ἐδυσπίστησα καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν τελευταῖον ὅρον· ὁ τελευταῖος ὅρος, ὁ προσδιορισθησόμενος ὑπὸ τῆς τοπικῆς ἀρχῆς θὰ ᾖναι δίκαιος· ἂν δὲν ᾖναι δίκαιος, διορθοῦται τὸ πρᾶγμα, διότι ἔρχεται ὁ συναγωνισμὸς καὶ ἡ ἀγοραία τιμή. Τέλος, κύριοι, ὅλα τὰ δεινὰ δὲν δύνανται νὰ προληφθῶσιν, ὅταν προλαμβάνωμεν τὰ δεινὰ μέχρι τινὸς ὅρου, ἀρκετὸν εἶναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ προσδιορισθῇ ἀπ’ ἐδῶ ὁ ὅρος; διὰ τοῦτο λέγω· «ἄρθρον 5. Ὁ φυτευτὴς δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον, κατὰ κυριότητα, ἐὰν ἀναδέχεται νὰ πληρώσῃ τίμημα διὰ τὴν φυτείαν, εἰ μὲν ἐστὶν ἄμπελος δραχμ. 200, εἰ δὲ σταφιδάμπελος δραχμ. 400». Χθὲς ἀναγινωσκομένου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶδον σκανδαλιζομένους πολλοὺς, τοὺς ἐφάνη ἡ τιμὴ μεγάλη. Σήμερον ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ σκανδαλισθέντες εἶχον δίκαιον διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἔττατον μεγάλην τιμὴν εἰς τὴν ψιλὴν γῆν· ἀλλὰ δίδω τὴν ἐξήγησιν, λέγων ὅτι τοῦτο ἐκ τῆς ἀναγνώσεως φαίνεται πόσον εἶναι σαφές. Ἐγὼ δίδω τιμὴν εἰς τὴν σταφίδα.
§99ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς πωλῶ τὴν σταφίδα μου δι’ ὀλιγώτερα.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα αὐτὰ ἀναπτύσσετε καλλίτερον.
§101ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ σᾶς ἡ τιμὴ, καὶ εἶναι ἐπαρχίαι ὅπου ἡ τιμὴ εἶναι μικρά. Κύριοι σπουδαῖον θεωρῶ νὰ εἴπω δύω λέξεις καὶ διὰ τὴν εἴσπραξιν, ὅτι ὅστις καθυστερεῖ δύο δόσεις ν’ ἀπαλλάσσεται, καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν λαμβάνῃ ἕκαστος πολίτης, ὅστις πρῶτος καταθέσει εἰς συμβολαιογράφον τοῦ κράτους τὰς δύο καθυστερουμένας δόσεις, καὶ ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὸν κακῆς πίστεως ὀφειλέτην. Ὁ νόμος οὗτος, κύριοι, εἶναι εὐεργετικὸς καὶ εἶναι σκάνδαλον νομίζω νὰ ὑπάρχουν καθυστερήματα. Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν καὶ μελέτην αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου οὐδαμῶς ἐπηρεάσθην ὑπὸ οὐδενὸς συμφέροντος, πάθους, καὶ φατριασμοῦ, οὐδέποτε ἐθεώρησα τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ὡς ζήτημα, ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, πολιτικὸν, κομματικόν. Εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουν καλῶς τὶ ἐστὶ ἀλληλεγγύη καὶ τὶ κοινωνικὴ πρόοδος, ἥτις ἀποκλείει πάντα φθόνον. Ἡ πρόοδος τοῦ γείτονός μου εἶναι καὶ πρόοδος ἰδική μου καὶ ἀνάπαλιν. Μία φοῦχτα ἄνθρωποι εἴμεθα. Ἀλλ’ ὅλα τὰ πράγματα ἔχουν ὅρια. Βέβαια ἀγαπῶ τὸν ἀδελφόν μου ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν μου δὲν δίδω ὁλόκληρον εἰς αὐτὸν, ἀγαπῶ νὰ τὸν βοηθήσω, νὰ τὸν συνδράμω εἰς τὴν νόσον του, εἰς τὰς ἀνάγκας του ἀλλὰ δὲν συγχωνεύομαι ἐν αὐτῷ. Ἀλλὰ, τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον κατὰ μέγα μέρος τῶν προσόδων τοῦ κράτους, τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἔχουν μέγιστον προορισμὸν, φθείρονται, διασκεδάζονται εἰς συμφέροντα ἀτομικὰ, χάνουν τὴν παραγωγικήν των δύναμιν, διότι ἐπαναλαμβάνω ἡ συγκέντρωσις εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου 50 ἢ 100 ἑκατομμυρίων παραγωγικῶς δαπανωμένη εἶναι διπλασίως παραγωγικωτέρα παρὰ τὴν διασκέδασιν αὐτῶν εἰς μικρὰς λεπτομερείας τῶν καθέκαστα ἀτόμων. Δὲν ἐννόησα παρὰ νὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου. Σᾶς ἐνθυμίζω δὲ, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐσυζητήθη πολὺ καὶ θὰ δώσητε τὴν ψῆφον σας χωρὶς νὰ μὲ φωτίσετε, ἐγὼ ἔχω ἐπιθυμίαν νὰ μὲ φωτίσετε, πάντες νὰ εἴπετε τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ τμηματικὴ διάσκεψις, ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν ἐγένετο. Ὥστε τὰ πράγματα συντρέχουσιν εἰς τὸ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἐπείγει ἀφ’ ἑνὸς, ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου δὲν εἶναι ὥριμος, ἐπείγει πρὸς διάσκεψιν, δι’ ἀποδοχὴν δὲν εἶναι ὥριμος. Ἂν εἶχον ἐξουσίαν ἤθελον ἑνώσει τὴν συζήτησιν αὐτὴν μὲ τὴν ἐπὶ τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ ἤθελον προκαλέσει διάσκεψιν συμπάσης τῆς Βουλῆς διὰ τῆς εἰς τμήματα διαιρέσεως, διότι σήμερον θ’ ἀποφανθῇ ἕκαστος προσάγων τὸ κῦρος τῆς ψήφου του χωρὶς νὰ φέρῃ γνώμην. Ἡ ψῆφος εἶναι τύπος ἁπλοῦς, δὲν εἶναι γνώμη· ἡ ψῆφος λέγει, οὕτως θέλω ἐγὼ, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρέπει νὰ φωτίσετε καὶ ἐμὲ καὶ τὸ κοινόν. Ζητῶ συγγνώμην ἂν ἐκούρασα τὴν Βουλὴν, νομίζω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον ἦτο σπουδαῖον. Καὶ παρακαλῶ ἕκαστον ὑμῶν, ὅστις ἔχει γνώμην νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μᾶς φωτίσῃ. Ἐπιμένω πολὺ εἰς τὴν διαίρεσιν, ἣν προηγουμένως ἔκαμον.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔσφαλα μὴ λαβὼν πρῶτος τὸν λόγον εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ ἀναπτύξω ἐκτενέστερον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἂν ἔπραττον τοῦτο, ἴσως ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμπνέεται, καθὼς σᾶς εἶπεν, ὑπ’ οὐδενὸς πάθους, ἢ φατριασμοῦ, ἤθελεν ἀπαλλαγῆ τοῦ κόπου τοῦ νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ ἐπὶ τοσαύτην ὥραν δι’ ὑπολογισμῶν καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πολλὴν σχέσιν μὲ τὸν προκείμενον νόμον· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἐν τῇ εὐσυνειδησίᾳ του δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐκφέρῃ μὲ τοσαύτην εὐκολίαν ἐπίθετα τοσοῦτον προσβλητικὰ διὰ μίαν πολυπληθῆ τάξιν συμπολιτῶν μας, ἡ ὁποία οὐδόλως ἠδίκησε τὸ δημόσιον ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὸ ὠφέλησε πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως. Λαμβάνων τὸν λόγον, θέλω προσπαθήσει νὰ σᾶς ἐκθέσω, ὅσον εἶναι δυνατὸν συντόμως τί εἶναι αἱ λεγόμεναι ἐθνικοϊδιόκτητοι φυτεῖαι, πῶς ἔλαβον ἀρχὴν καὶ μέχρι τίνος προήχθησαν, εἰς ποίαν τάξιν τῆς κοινωνίας ἀνήκουσι κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος οἱ ἐμφυτευταί, ὁποῖα ἔσχον ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ τέλος διὰ ποῖον λόγον παραδέχθημεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλον, τὸ μέτρον τοῦ νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ κυριότης ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἀξίας τῆς ἐμφυτευθείσης γῆς. Ἐθνικοϊδιόκτητοι φυτεῖαι, κύριοι, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι ὅλαι αἱ φυτεῖαι ὅσαι ἐγένοντο ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς; Τί δὲ εἶναι ἡ ἐθνικὴ γῆ; Γνωρίζετε ὅτι, ὅταν οἱ Ὀθωμανοὶ κατέκτησαν τὴν Ἑλλάδα, ὅλη ἡ γῆ ἐκηρύχθη ἰδιοκτησία τοῦ Σουλτάνου, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ οἱ λεγόμενοι Σπαχίδες εἶχον τὸ δικαίωμα, ὄχι μόνον νὰ λαμβάνουν τὸ δέκατον, ἀλλὰ καὶ νὰ παραχωροῦν τὰς γαίας εἰς ἐκείνους οἵτινες ἠδύναντο νὰ τὰς καλλιεργῶσι τακτικῶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ψιλῆς κυριότητος, ἥτις ἐπεφυλάχθη εἰς τὸν Σουλτάνον, παρέλαβον τὴν πραγματικὴν κατοχὴν οἱ ἰσχυροὶ ὀθωμανοὶ, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκαζον τοὺς καλλιεργητὰς χριστιανοὺς νὰ ἀποδίδωσιν, ἐκτὸς τοῦ δεκάτου, τὸ ὁποῖον ἔδιδον εἰς τὸν Σουλτάνον ἢ Σπαχὴν, καὶ ἕτερον δικαίωμα τὸ ὁποῖον αὐτοὶ προσδιώριζον. Ὀλίγον δὲ κατ’ ὀλίγον ἡ κυριαρχία αὐτῶν ἐπεξετάθη εἰς τὸ πλεῖστον μέρος τῆς γῆς, καὶ ὅταν ἠγέρθη ὁ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγών, ὅλαι σχεδὸν αἱ εὔφοροι γαῖαι κατείχοντο παρὰ Ὀθωμανῶν, δὲν ἔμενον δὲ εἰς τοὺς χριστιανοὺς εἰμὴ μόνον αἱ ὀρειναὶ καὶ ἄγονοι γαῖαι, καὶ ὀλίγαι ἄλλαι σποραδικαὶ ἰδιοκτησίαι κείμεναι εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν πόλεων καὶ κωμοπόλεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπετρέπετο νὰ γίνουν τσιφλίκια. Ἀφοῦ ἠγέρθη ἡ ἐπανάστασις, μία ἰδέα ἐπεκράτησεν εἰς ὅλων τῶν χριστιανῶν τὰς κεφαλὰς, ἤτοι τὸ μὲν δικαίωμα τῆς κυριότητος τοῦ Σουλτάνου ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ, καὶ πάντες οἱ κατέχοντες γῆν μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸν Σουλτάνον τὸ δέκατον, νὰ λάβωσι τὴν κυριότητα αὐτῆς, ὅλη δὲ ἡ γῆ ὅση κατείχετο ἀπὸ Τούρκους νὰ περιέλθῃ δικαιώματι τοῦ πολέμου εἰς τὸ ἔθνος. Καὶ ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα ἰδέα νὰ διανεμηθῇ ἡ γῆ αὕτη, ὑπῆρχεν εἰς ὅλους τοὺς ἕλληνας, οἵτινες ἔλαβον τὰ ὅπλα καὶ ἐπολέμησαν, καθ’ ὅσον οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄνδρες ἠνόησαν ὅτι πραγματικὴ ἐλευθερία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν ἤρκεσαν μόνοι οἱ βραχίονες τῶν Ἑλλήνων ὅπως ἔλθῃ εἰς πέρας ὁ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγών, ἐχρειάσθησαν καὶ πολλὰ χρήματα καὶ μέσα, ἐξ ὧν ἄλλα μὲν εὑρέθησαν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ἄλλα δὲ ἐλήφθησαν ἔξωθεν, ἑπομένως ἦτον ἀνάγκη πρὶν γίνῃ ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς γῆς, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀποτίσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν ἄνευ τῶν ὁποίων ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ μέγας σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐκινήθη ἡ ἐπανάστασις. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὅλαι αἱ συνελεύσεις αἱ ὁποῖαι συνεκροτήθησαν εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἀγῶνος, ἂν καὶ ἀπεφάσισαν τὴν διανομήν, μολαταῦτα δὲν ἐτόλμησαν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς, καὶ τὴν ἀνέβαλον μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἀγῶνος. Μετὰ τὴν κατάπαυσιν τοῦ πολέμου ἡ κυβέρνησις τοῦ Καποδιστρίου ἐφάνη ἐμπνεομένη ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἰδέας· καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι, ὅτε ἀπεφάσισεν νὰ δώσῃ ἀπὸ ἓν τεμάχιον γῆς εἰς τοὺς Κρῆτας, τοὺς Σαμίους καὶ ἄλλους ὁμογενεῖς, οἵτινες ἐπροτίμησαν νὰ κατοικήσωσιν εἰς τὴν ἀπελευθερωθεῖσαν γωνίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς τὴν κυριότητα, ἀλλὰ τοὺς ἔδωκεν ἁπλῶς τὴν κατοχὴν ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ ἀκολούθως εἰς τὰ γενικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ληφθῆ δι’ ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἠννόει κάλλιστα ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς περισσότερα προνόμια ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Μετὰ τὴν ἔλευσιν ὅμως τῆς Ἀντιβασιλείας, αἱ ἰδέαι ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν μετεβλήθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν. Οἱ τότε κυβερνῶντες τὸν τόπον, λησμονοῦντες ὅτι τὴν τιμὴν ἑκάστου ἀντικειμένου προσδιορίζει ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, καὶ στηριζόμενοι εἰς ὑπολογισμοὺς φαντασιώδεις καὶ τοπικοὺς, ἐστοχάσθησαν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ γῆ ἦτο μεταλλεῖον πλούτου ἀνεξάντλητον· ὑπελόγισαν, ὅτι ἡ γῆ τῆο Ἑλλάδος ἠδύνατο νὰ διαιρεθῇ εἰς πέντε κατηγορίας, καὶ εἰς μὲς τὴν πρώτην κατηγορίαν ἀπέδοσαν ἀξίαν 212 δραχμὰς τὸ στρέμμα (βλέπετε ὅτι διὰ τὴν ἀκρίβειαν δὲν μετεχειρίζοντο στρογγυλοὺς ἀριθμοὺς), εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν 143 δραχμὰς, εἰς τὴν τρίτην 77, εἰς τὴν τετάρτην 33, καὶ εἰς τὴν πέμπτην, τὴν ὁποίαν ὠνόμαζον ἀχρείαν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν περιελάμβανον, ὡς φαίνεται, τὴν ἀνεπίδεκτον καλλιεργείας γῆν, 16 δραχμάς. Ἀπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς ἀναχωροῦντες ἐξέδωκαν τὸν περὶ προικοδοτήσεως νόμον, καθ’ ὃν ἑκάστη οἰκογένεια ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ μέχρι τῶν 120 στρεμμάτων γῆν ἐπὶ πιστώσει· ἐπειδὴ δὲ ἐπίστευσαν ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἡ ἀξία τῆς παραχωρητέας γῆς ἔμελλε νὰ ἦναι 100 δραχμαὶ, ὑπελόγιζον, ὅτι πᾶσα οἰκογένεια ἔμελλε νὰ χρεωθῇ μὲ δώδεκα χιλ. δραχμὰς, διὰ τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ πληρόνῃ ἐτησίως διὰ μὲν τὰς δύο χιλιάδας, αἵτινες ἀπετέλουν τὴν προικοδοτέαν πίστωσιν 6% διὰ χρεωλύσιον καὶ τόκον, διὰ δὲ τὰς ἑπομένας 4 χιλιάδας αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐπὶ δεκαετεῖ πιστώσει μὲ τόκον 6% 16%, διὰ δὲ τὰς ὑπολοίπους 6 χιλιάδας πρὸς 18%· ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ὤφειλε νὰ πληρόνῃ καὶ τρεῖς τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ τιμήματος δι’ ἔγγειον φόρον, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ σύνολον τῆς ἐτησίας πληρωμῆς ἀνέβαινεν εἰς δύο χιλιάδας διακοσίας δραχμὰς, ἐπειδὴ δὲ ὁ τόπος εἶχε, τότε τοὐλάχιστον, ἑκατὸν πενῆντα χιλιάδας οἰκογενείας, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον αἱ 50 χιλιάδες ἤθελον σπεύσει νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὸν εὐεργετικὸν αὐτὸν νόμον, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελεν εἰσπράττει 110 ἑκατομμύρια δραχμὰς κατ’ ἔτος ἀπὸ τὴν διάθεσιν τῆς ἐθνικῆς γῆς, δηλ. 700 ἢ 800 χιλιάδες ψυχαὶ, ἐξελθοῦσαι μόλις ἀπὸ ἕναν καταστρεπτικώτατον πόλεμον, μὴ ἔχουσαι οὔτε οἰκίας, οὔτε ἔπιπλα, οὔτε πλοῖα θὰ ἦσαν εἰς κατάστασιν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν κυβερνώντων, νὰ πληρώνωσι κατ’ ἔτος, ἐκτὸς τῶν συνήθων φόρων, καὶ 110 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ νὰ γίνουν ἰδιοκτῆται. Ἀλλὰ, καθὼς ὅλοι γνωρίζετε, ὁ νόμος αὐτὸς ἀπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ οἰκτρῶς· οἱ μὲν γεωργοὶ ἀπέστρεψαν μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ πρόσωπόν των, καὶ δὲν ἠθέλησαν παντάπασι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ αὐτοῦ. Εὑρέθησαν δὲ ἄλλοι, οἵτινες, εἴτε ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ γίνωσιν ἰδιοκτῆται, εἴτε θέλοντες νὰ βλάψωσι τοὺς κατόχους, ἐζήτησαν καὶ ἐξέθεσαν εἰς δημοπρασίαν γαίας τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν εἰς τιμὰς μυθώδεις. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἐγράφησαν μεγάλαι ποσότητες εἰς τὰ βιβλία τοῦ δημοσίου, ὀλίγισται ἐπληρώθησαν καὶ κατὰ τὰ 1855 ἠναγκάσθη ἡ κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ εὐεργετικὸν νόμον, ὅστις καὶ αὐτὸς ὀλίγον ὠφέλησε. Καὶ ἂν θέλετε νὰ μάθητε εἰς πόσον ἀναβαίνει τὸ σύνολον τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων ἀπὸ χρεωλύσια καὶ τόκους τῶν ἐπὶ προικοδοτήσει διατεθεισῶν γαιῶν, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι μόλις ἀνέρχεται εἰς 3 ἑκατομμύρια ἀντὶ τῶν 110 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζον, ὅτι θὰ ἐλαμβάνοντο κατ’ ἔτος· ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ διαταράξῃ τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ καταστήσῃ τινὰς χωρικοὺς δυστυχεῖς, διότι ἀπεξενώθησαν ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῶν γαιῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐπορίζοντο τὰ πρὸς ζῆν. Ἐκ τῆς ἀποτυχίας τοῦ περὶ προικοδοτήσεως νόμου προέκυψεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ πεισθῶμεν ἅπαντες, ὅτι ὁ μόνος τρόπος τῆς ἐπωφελοῦς διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς εἶναι τὸ νὰ παραχωρηθῇ κατ’ ἐκτίμησιν, προτιμωμένων τῶν κατόχων. Δὲν πρόκειται ὅμως σήμερον εἰδικῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἔμβω εἰς περισσοτέρας λεπτομερείας, ἤθελον ὅμως ἀδικήσει ὅλους ὑμᾶς, μὴ ἐξαιρουμένου οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἐὰν ἔθετον εἰς ἀμφιβολίαν, ὅτι εὑρίσκεται σήμερον ἕλλην, ἔχων ἐναντίαν γνώμην. Πιστεύω, ὅτι ἡ ἐμβριθὴς ἐργασία τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας τοῦ 1865, καὶ ἡ ἐκτενὴς ἔκθεσις, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δὲν ἀφίνει καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ γῆ πρέπει νὰ διατεθῇ κατ’ ἐκτίμησιν, καὶ πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν οἱ κάτοχοι, μετὰ ταῦτα δὲ οἱ λοιποὶ πολῖται ἕλληνες. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὰς ἐμφυτεύσεις, καὶ θέλω ἐξετάσει εἰς ποίαν τάξιν ἀνθρώπων ἀνήκουσιν οἱ ἐμφυτευταὶ καὶ ἐκ ποίας ἀνάγκης ἐκινήθησαν εἰς τοῦτο. Αἱ φυτεῖαι, κύριοι, ἔχουν τὴν ἀρχήν των ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς τουρκοκρατείας. Οἱ κύριοι τῆς γῆς Ὀθωμανοὶ ἐπέτρεπον εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ φυτεύωσιν ὁλόκληρα στρέμματα ἀμπέλων. Καὶ οἱ μὲν πλεῖστοι καὶ γενναιότεροι ἐξ αὐτῶν δὲν κατεδέχοντο νὰ λαμβάνωσιν οὔτε λεπτὸν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς, οἱ δὲ πτωχότεροι ἐλάμβανον τίμημα ὡρισμένον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνώτατον ἀνέβαινεν εἰς ἓν γρόσι κατ’ ἔτος τὸ στρέμμα. Αἱ περισσότεραι δὲ τῶν ἀμπέλων, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ὡς ἐθνικοϊδιόκτητοι, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτήν. Ἀφοῦ ἠγέρθη ἡ ἐπανάστασις, ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς ἐμφυτεύσεις εἰς γῆν ὀθωμανικὴν, διότι οὐδεὶς ἀπηγόρευσεν οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀπαγορεύσῃ τοῦτο. Ἡ κυβέρνησις τοῦ Καποδιστρίου ὄχι μόνον δὲν ἀπηγόρευσε τὰς φυτείας, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐνεθάῤῥυνε, διότι ἐφρόνει, καὶ δικαίως, ὅτι ἦτο ὠφελιμώτερον καὶ εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ ἐμφυτεύωνται αἱ γαῖαι, παρὰ νὰ μένουν ἀφύτευται, καθόσον ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος δίδει μεγαλήτερον εἰσόδημα ἐμφυτευομένη, παρὰ σπειρομένη. Κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς πρώτης Βασιλικῆς δυναστείας ἐπετράπη ἐπίσης ἡ ἐμφύτευσις, καὶ ὅστις ἤθελεν ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ προσερχόμενος ἐλάμβανεν ἄδειαν διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ οἱανδήποτε ἤθελε φυτείαν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ ὁ νόμος τῆς προικοδοτήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ διατεθῇ διὰ δημοπρασίας ἡ ἐθνικὴ γῆ, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀπαγορευθῶσι καὶ αἱ ἐμφυτεύσεις, ἐξεδόθη λοιπὸν ἐπὶ τούτῳ τὸ Διάταγμα τοῦ 1837, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίζετο, ὅτι αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι μετὰ τὸ 1821 (διότι τὰς ἐπὶ Τουρκοκρατείας ἐθεώρησαν ἄδικον νὰ ἐγγίσωσι) αἱ φυτεῖαι λέγω αἱ γενόμεναι μετὰ τὸ 1821, ἔπρεπε νὰ διαιρεθοῦν εἰς δύο ἴσα μέρη, καὶ τὸ μὲν ἓν μέρος νὰ μείνῃ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν, τὸ δὲ ἄλλο νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον, καὶ νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν πρὸς ἐκποίησιν. Ἀφοῦ ἀπέτυχεν ὁ νόμος τῆς προικοδοτήσεως, ἑπόμενον ἦτο νὰ μὴ τολμήσῃ κανεὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ οὕτως ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν. Διότι ἡ κοινωνία καταξανέστη κατ’ αὐτοῦ καὶ ἡ ἐφαρμογή του ἤθελε γεννήσει ἄτοπον πολὺ μεγαλήτερον ἀφ’ ὅσον ἐγέννησεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τῆς προικοδοτήσεως. Ἐν τούτοις αἱ φυτεῖαι καὶ μετὰ τὸ 1837 δὲν ἔπαυσαν, διότι παρουσιάσθησαν ἐποχαὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἡ τιμὴ τῶν προϊόντων ὑψώθη ἐπαισθητῶς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἦλθεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ σταφιδοκαρπὸς ἐπωλεῖτο πρὸς 100 τάλληρα, τὰ δὲ σῦκα σπουδαίως ὑπερετιμήθησαν. Τότε ἐγεννήθη ἀκατάσχετος νόσος πρὸς τὰς φυτείας πολλῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κάτοχοι ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ τὰς ἔσπειραν δημητριακοὺς καρποὺς, καὶ μετέτρεψαν αὐτὰς εἰς φυτείας. Ἐπικαλοῦμαι ὡς παράδειγμα τὴν παραλίαν τῆς Κορινθίας καὶ πρὸ πάντων τὴν Βόχαν, ἥτις παρῆγεν ἄλλοτε ἀξιόλογον σῖτον καὶ ἰδίως τὸν ὡραῖον σῖτον Ζουλίτσας, καὶ ἥτις μετὰ τὴν ὑπερτίμησιν, τοῦ σταφιδοκαρποῦ ἐκαλύφθη μὲ σταφιδαμπέλους, διότι οἱ γεωργοὶ ἐθεώρησαν συμφέρον ν’ ἀφήσωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν σιτηρῶν καὶ νὰ μεταβάλλωσι τὰς γαίας εἰς φυτείας· ὥστε κυρίως ἐμφυτευταὶ εἶναι οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπὸ τουρκοκρατίας ἀκόμη εἶχον δικαίωμα νὰ κατέχουν καὶ νὰ σπείρουν τὰς γαίας, τὰς ὁποίας μετέτρεψαν εἰς φυτείας. Εἰς τὴν Μεσσηνίαν μέχρι τοῦ 1854 δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κλῆμα σταφίδος, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν συκοδένδρων ἦτον λίαν περιωρισμένος; αἱ πλεῖσται δὲ τῶν γαιῶν ἐχρησίμευσαν εἰς σπορὰν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων οἱ κάτοχοι γεωργοὶ ἐφύτευσαν τὸ μεγαλήτερον μέρος. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι κυρίως ἐμφυτευταὶ εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κατέχουν καὶ καλλιεργοῦν αὐτὰς μὲ δημητριακοὺς καρπούς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, δὲν εἶναι καὶ ἄλλοι μὴ κάτοχοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεφύτευσαν; μάλιστα εἶναι καὶ ἄλλοι τινές, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ᾖναι πρότερον γεωργοὶ καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι διόλου γαίας εἰς τὴν κατοχήν των, ἠθέλησαν καὶ αὐτοὶ νὰ γενῶσιν ἐμφυτευταί, ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι κατέλαβον γαίας ἀκαλλιεργήτους, ἐφ’ ὧν οὐδεμίαν ἐλάμβανε πρόσοδον τὸ δημόσιον, καὶ ἔπραξαν τοῦτο, διότι δὲν τοῖς ἦτον εὔκολον νὰ τὰς ἀγοράσωσιν· εἰς αὐτοὺς συμφερώτερον ἦτο ν’ ἀγοράσωσι προηγουμένως ἀπὸ τὸ δημόσιον τὴν γῆν, ἀλλὰ ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν παρεῖχε κἀμμίαν εὐκολίαν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν· ὁ θέλων ν’ ἀγοράσῃ ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ νὰ γίνῃ πρῶτον καταμέτρησις, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας παρήρχετο ἐνίοτε καὶ ἔτος ὁλόκληρον, μετὰ τοῦτο ἀπαιτεῖτο νὰ ἐνεργηθῇ δημοπρασία εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο βέβαιος ὁ ζητήσας τὴν καταμέτρησιν, ὅτι ἤθελε κατορθώσει νὰ μείνῃ τελευταῖος πλειοδότης, ἐνίοτε δὲ συνέβαινε νὰ μὴ ἐκδίδωνται ταχέως τὰ παραχωρητήρια. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον οἱ θελήσαντες νὰ ἐμφυτεύσωσι κατελάμβανον τὴν γῆν, καὶ ἀφοῦ διὰ πολλῶν ἐξόδων τῶν ἐξεχέρσωναν τὴν ἐνεφύτευον, ἀλλὰ καὶ εἰς τούτους οὐδόλως ἁρμόζει ὁ τίτλος τοῦ ἅρπαγος, διότι καὶ οὗτοι, καθὸ πολῖται Ἕλληνες, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβωσι οἱονδήποτε τεμάχιον ἐθν. γῆς καὶ νὰ τὸ καλλιεργῶσι μὲ δημητριακοὺς καρπούς, καθόσον ἡ τοιαύτη κατάληψις τῶν ἐθν. γαιῶν οὐδέποτε ἀπηγορεύθη. Ἤδη ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ὁποῖα ὑπῆρχον τὰ ἀποτελέσματα τῶν φυτειῶν, ὡς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἀσκεπὴς γῆ δὲν καλλιεργεῖται κατ’ ἔτος, καὶ ὅτι ἡ ἐξ αὐτῆς πρόσοδος τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ποσοστὰ τῶν παραγομένων καρπῶν, δὲν εἶναι μεγάλη, ὅταν ὅμως ἡ γῆ μεταβληθῇ εἰς φυτείας, διὰ τὰς ὁποίας εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσι πολλὰ κεφάλαια, τότε ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου πολλαπλασιάζεται, καθ’ ὅσον τοῦτο, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δαπανηθέντα κεφάλαια, ἐξακολουθεῖ νὰ λαμβάνῃ ἔγγειον φόρον καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν παραγομένων καρπῶν. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ μέγεθος τῆς ὠφελείας τοῦ δημοσίου ἐκ τῶν φυτειῶν, ἀρκεῖ, νομίζω, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπὸ τὴν Μεσσηνίαν, ἐξ ἧς πρότερον μόλις 250 ἕως 300 χιλιάδων δραχμῶν εἰσέπραττε τὸ δημόσιον, σήμερον εἰσπράττει ὑπὲρ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ὁ δὲ ἐν Τριφυλίᾳ δῆμος τῆς Ἐράνης, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκω, καὶ τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα εἶναι τὰ Φιλιατρά· κατὰ τὰ 1834 καὶ 1835, δὲν ἀπέδιδεν εἰς τὸ δημόσιον πλέον τῶν 18 ἕως 25 χιλιάδων δραχμῶν, σήμερον πληρώνει ἐτησίως ὑπὲρ τὰς 300 χιλιάδας δραχμῶν. Σημαντικὰ λοιπὸν ὠφελήθη τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς φυτειῶν, ἀφοῦ δὲ ὠφελήθη σημαντικά, ποῖος λόγος ὑπάρχει ὥστε νὰ ὀνομάζωμεν τοὺς ἐμφυτευτὰς ἅρπαγας, καὶ νὰ ζητῶμεν νὰ λάβωμεν κατ’ αὐτῶν μέτρα αὐστηρά; Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας νομίζω, κύριοι, δὲν μένει εἰς κανένα ἐξ ὑμῶν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ἐμφυτευταὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν δὲν ἐσφετερίσθησαν τὴν γῆν τοῦ δημοσίου, οὔτε τὴν ἥρπασαν, ἀλλὰ ἔχοντες δικαίωμα νὰ κατέχουν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν καλιεργοῦν μὲ δημητριακοὺς καρποὺς τὴν ἐφύτευσαν, διὰ τῆς ἐμφυτεύσεως δὲ ταύτης ὠφέλησαν σημαντικὰ τὸ δημόσιον Δὲν πρόκειται δὲ σήμερον εἰμὴ περὶ τακτοποιήσεως τῆς κοινῆς ταύτης ἰδιοκτησίας, διότι τὸ δημόσιον διατηρεῖ ἐπὶ τῶν γαιῶν τὴν κυριότητα, καὶ ἑπομένως οἱ ἐμφυτευταὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν πλήρη καὶ τελείαν χρῆσιν αὐτῆς. Ἐθεωρήθη δὲ ἀναγκαῖον πρὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ τελειώσῃ ὁριστικῶς ἡ ὑπόθεσις, νὰ καθαρισθῇ ἡ ἀμφίβολος καὶ ἐκκρεμὴς ἰδιοκτησία καὶ νὰ λάβῃ ἕκαστον τῶν μερῶν ὅ,τι εἰς αὐτὸ ἀνήκει. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῆς κοινῆς ταύτης ἰδιοκτησίας εἰς μὲν τὸ δημόσιον ἀνήκει ἡ γῆ, εἰς δὲ τὸν ἐμφυτευτὴν ἡ βελτίωσις αὐτῆς καὶ ἡ φυτεία, δὲν ἔχετε, νομίζω, ἀνάγκην ἄλλων λόγων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνετε νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον τὴν ἀξίαν τῆς γῆς του καὶ νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν τὴν πλήρη κυριότητα τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ἐνῷ τὸ πρᾶγμα φαίνεται τόσον ἁπλοῦν, γνωρίζετε, ὅτι ἐκυκλοφόρησεν ἡ ἰδέα, ὅτι ὀρθότερον ἦτο, ἀντὶ τοῦ τοῦ τιμήματος τῆς γῆς, νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον τὸ ἥμισυ τῆς φυτείας. Καὶ ἄλλοι μὲν φρονοῦσιν, ὅτι τὸ δημόσιον πρέπει νὰ διαθέσῃ τὸ μέρος του διὰ δημοπρασίας, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἐν ἀχρηστίᾳ περιπεσόντος νόμου τοῦ 1837, ἄλλοι δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ καὶ τὸ μέρος τοῦ δημοσίου εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ πληρώσωσι κατ’ ἐκτίμησιν, ὥστε ἀντὶ νὰ λάβωμεν τὸ τίμημα τοῦ ὅλου τῆς γῆς, νὰ λάβωμεν τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῆς φυτείας. Ἐγὼ ἀντετάχθην πάντοτε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς διανομῆς διότι τὴν εὑρίσκω ἐντελῶς ἄδικον καὶ ἀποκλίνουσαν πρὸς ὄφελος τῶν ἐλάχιστα δαπανησάντων· ὅλη ἡ γῆ δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος οὔτε ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν· ἐπίσης καὶ αἱ φυτεῖαι δὲν εἶναι ὅλαι τῆς αὐτῆς τάξεως οὔτε ἀπαιτοῦσι τὰς αὐτὰς δαπάνας διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των. Ἑπομένως ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον τῆς διανομῆς, τί θέλει συμβῆ; ὅστις κατέστησε φυτείαν ἐξαίρετον, θέλει ἀδικηθῆ, διότι τὸ ἥμισυ τῆς φυτείας ἀξίζει περισσότερον ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς γῆς, καθόσον τὰ καταβληθέντα ἔξοδα εἶναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὸ τίμημα τῆς γῆς. Ὅπου ὅμως συνέβη τὸ ἐναντίον, ὅπου δηλ. ἡ γῆ ἦτο καλῆς ποιότητος, διὰ δὲ τὴν φυτείαν δὲν κατεβλήθησαν μεγάλαι δαπάναι, ἐκεῖ θέλει ζημιωθῆ τὸ δημόσιον. Ἐὰν μάλιστα ἦναι ἀκριβεῖς οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κυρίου Ῥοντίρη, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἐμφυτευταὶ τῶν ἐλαιοδένδρων καὶ συκοδένδρων ἐλάχιστα ἐδαπάνησαν, τὸ δημόσιον θὰ χάσῃ ἀδίκως τὴν γῆν του, διότι ἀντὶ νὰ πληρωθῇ τὴν ὅλην αὐτῆς ἀξίαν θέλει λάβει μόνον τὸ ἥμισυ τμήματος τῆς μηδαμινῆς φυτείας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι θὰ ἀδικηθῶσι πάντες ὅσοι κατέβαλον μεγάλας δαπάνας, καὶ θὰ ὠφεληθῶσιν οἱ τὸ ἐναντίον πράξαντες. Ἀλλὰ, ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ ἦναι ἀποφασισμένον εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ ἔθνους, ἂν παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον τοῦ νὰ παραχωρηθῇ ἡ μὴ ἐμφυτευθεῖσα γῆ ἐπὶ ἐκτιμήσει, θέλομεν πράξει τὴν μεγαλητέραν ἀνακολουθίαν, ἐνῷ ἐξῃρέσαμεν τοῦ μέτρου τούτου τοὺς ἐμφυτευτάς. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀπέθανεν ὁ πατὴρ καὶ ἀφῆκεν εἰς τοὺς δύω υἱούς του ἑκατὸν στρέμματα ἀσκεποῦς ἐθνικῆς γῆς, καὶ ὅτι οἱ υἱοὶ ἐμοίρασαν αὐτὴν, καὶ ἔλαβεν ἕκαστος ἀνὰ πεντήκοντα στρέμματα, ὑποθέσατε, ὅτι ὁ πρῶτος ἐφύτευσε τὸ τεμάχιόν του καὶ κατέστησε αὐτὸ μίαν ἄμπελον, σταφιδάμπελον, συκοπερίβολον κτλ. ὁ δὲ ἄλλος τὴν ἔχει ἀκόμη ἀφύτευτον. Ἀπὸ τὸν πρῶτον λαμβάνει τὸ δημόσιον μέγα εἰσόδημα, ἐνῷ ἀπὸ τὸν ἄλλον ἄλλοτε μὲν δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε καὶ ἄλλοτε εἰσπράττει πολὺ ὀλίγα· ἐὰν ἤδη παραδεχθῶμεν τὴν διανομὴν τῶν φυτειῶν, ὁ μὴ ἐμφυτεύσας θέλει εὑρεθῆ εἰς κρείττονα θέσιν τοῦ ἐμφυτεύσαντος, διότι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ τεμάχιόν του κατ’ ἐκτίμησιν, ἐνῷ ὁ ἄλλος θέλει ἀπολέσει τὸ ἥμισυ τῆς φυτείας. Ἐπιβάλλοντες εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς βαρυτέρας ὑποχρεώσεις, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ τοὺς κυβερνήσαντας τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν κατὰ τὸν ἄλλον αἰῶνα ξένους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζοντες πόσον ὠφέλιμον ἦτο νὰ ἐμφυτευθῇ ἡ γῆ, ὄχι μόνον δὲν ἐμπόδιζον τὴν ἐμφύτευσιν, ἀλλ’ ἔδιδον καὶ ἓν δουκάτον διὰ πᾶν ἐλαιόδενδρον τὸ ὁποῖον ἐφυτεύετο, καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ὀφείλεται ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἐλαιώνων ἐπὶ τούτου δὲ συνέβη νὰ φυτευθῶσι πολὺ πυκνὰ τὰ ἐλαιόδενδρα, διότι οἱ ἐμφυτευταὶ ἐφύτευον πλειότερα τοῦ δέοντος διὰ νὰ λαμβάνωσι τὴν ἀμοιβήν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ἄλλη λύσις, παρὰ νὰ πληρώσουν οἱ ἐμφυτευταὶ τὸ τίμημα τῆς γῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠθέλησα νὰ δώσω καὶ τὸν ὁρισμὸν τί ἐστὶ φυτεία, ἐνῷ τὰ προηγούμενα νομοσχέδια ἐχαρακτήριζον τί ἐστὶ πλήρης φυτεία, καὶ δηλουμένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δένδρων ἢ κλημάτων, τὰ ὁποῖα ἕκαστον στρέμμα πρέπει νὰ περιέχῃ. Κατ’ ἐμὲ τοῦτο εἶναι περιττὸν, διότι ἀρκεῖ νὰ ἐφύτευσέ τις ἐθνικὴν γῆν καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἔβαλε πολλὰ ἢ ὀλίγα δένδρα ἢ κλήματα, διότι, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐβελτίωσε τὴν γῆν καὶ τὴν ἔκαμε νὰ ἔχῃ ἤδη περισσοτέραν ἀξίαν. Ἀφοῦ δὲ εἰς τὸν μὴ ἐμφυτεύσαντα καθόλου, πρόκειται νὰ τοῦ παραχωρήσωμεν κατ’ ἐκτίμησιν, δὲν ἐννοῶ διατί νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἐφύτευσεν αὐτὴν, ἔστω καὶ ἀτελῶς. Ἐγὼ μάλιστα ἤθελον εὐχαριστηθῆ πολὺ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ὅλη ἡ ἐθνικὴ γῆ νὰ δηλωθῇ καὶ νὰ παραχωρηθῇ ὡς φυτείας, διότι κατὰ τὸ ὑπ’ ὄψιν σας νομοσχέδιον, οἱ μὲν κάτοχοι τῆς ἀσκεποῦς γῆς θέλουν πληρώσει τὸ τίμημα εἰς 25 ἔτη μὲ 2% καὶ 3% χρεωλύσιον ἐν ὅλῳ 5%. Οἱ δὲ ἐμφυτευταὶ εἰς 18 δόσεις μὲ 4% τόκον καὶ τέσσαρα χρεωλύσιον, ἤτοι ἐν ὅλῳ ὀκτώ. Τὸ μόνον ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐκ τούτου δύναται νὰ συμβῇ εἶναι, ὅτι ἐπειδὴ ἐπὶ τῶν φυτειῶν δὲν περιορίζεται ἡ παραχωρητέα ἔκτασις ὡς γίνεται ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, ἀλλὰ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς πάντα ἐμφυτευτὴν νὰ λάβῃ ὅλην τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἐφύτευσε, ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι, δι’ ὀλίγα δένδρα ἢ κλήματα τὰ ὁποῖα ἐφύτευσαν, νὰ ζητήσουν νὰ τοῖς παραχωρηθῇ μεγάλη ἔκτασις. Ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ, ἀλλὰ δὲν ἐλπίζω ὅτι θέλει εὑρεθῆ κανεὶς νὰ ὑποβάλλῃ τὸν ἑαυτόν του εἰς μεγαλειτέρας θυσίας διὰ νὰ κατορθώσῃ τὴν τοιαύτην παραχώρησιν, τοῦ εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἀποκτήσῃ τὴν γῆν καὶ δι’ ἄλλου πολίτου, ὅστις δὲν εἶναι κάτοχος. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, εἶναι σπανία ἐξαίρεσις τὸ νὰ ἔχῃ τις φυτείαν ἀνωτέραν τῶν 60 στρεμμάτων, διότι εἶναι πλάνη, ὅτι οἱ ἰσχυροὶ καὶ οἱ πλούσιοι, καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν. Οἱ ἰσχυροὶ, καὶ οἱ ἔχοντες κεφάλαια δὲν ἦσαν ἀνόητοι νὰ φυτεύσουν ἐθνικὰς γαίας διὰ νὰ πληρόνωσι δικαίωμα ἐπικαρπίας καὶ νὰ ἀκούουν καθ’ ἑκάστην τοιαύτας ὕβρεις καὶ προσβολάς. Αὐτοὶ ἠγόραζον τὴν γῆν καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἐξετάθησαν τὰ Κρητικὰ γραμμάτια τὰ ὁποῖα ἐπωλοῦντο πρὸς 10, 15 ἕως 25 δραχμαὶ κατὰ στρέμμα. Ἐμφυτευταὶ τῆς ἐθνικῆς γῆς εἶναι, κύριοι, ὡς σᾶς προεῖπον, οἱ πρῴην κάτοχοι τῶν γαιῶν, οἱ ὁποῖοι εὗρον συμφέρον νὰ μεταβάλωσι τὰς κατεχομένας γαίας εἰς φυτείας· εἶναι δὲ τῳόντι ἄξιον ἀπορίας, πῶς αὐτὴ ἡ τάξις τῶν κατόχων, ἡ ὁποία μετέβαλεν ἁπλῶς τὸν τρόπον τῆς καλλιεργείας καὶ ὠφέλησε τὸ δημόσιον, πῶς, λέγω, κατωρθώθη νὰ δυσφημισθῇ ἐπὶ τοσοῦτο, καὶ πῶς εὑρίσκονται ἀκόμη καὶ σήμερον ἄνθρωποι, ἄλλως ἀξιότιμοι, καὶ πολλὰ φῶτα ἔχοντες, νὰ τοὺς ὑβρίζουν καὶ τοὺς θεωροῦν ὡς ἅρπαγας· τὶ ἥρπασαν κύριοι ἢ τὶ ἐπῆραν; ἤθελον ἐννοήσει τὴν μομφὴν ταύτην ἐὰν ἐσφετερίζοντο τὴν ἐθνικὴν γῆν καὶ ἠρνοῦντο τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος τοῦ δημοσίου. Ἤθελον ἐπίσης ἐννοήσει, ἐὰν τοὐλάχιστον δὲν εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ κατέχουν τὴν γῆν· ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχον τὴν κατοχὴν ἔπραξαν ἔγκλημα, ἐὰν, ἀντὶ νὰ τὴν καλλιεργοῦν μὲ δημητριακοὺς καρποὺς, τὴν κατέστησαν μᾶλλον προσοδοφόρον; Ἡ κατὰ τῶν ἐμφυτευτῶν καταφορὰ ἐπεκτείνεται καὶ κατὰ τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ αὐτῶν, ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ συνέπεσε πολλάκις νὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ πράξω τοῦτο ἔγεινα ἀντικείμενον ἐπιθέσεως πολλῶν πολιτῶν. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὸ 1864 μὲ ἀπεκάλεσαν φυτειοφάγον (γέλως)· διὰ νὰ ἐξασθενίσουν δὲ τὸ κῦρος τῶν λόγων μου, ἔγραψαν ὅτι εἶμαι ἐμφυτευτὴς 400 στρεμμάτων ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν· ὁμολογῶ κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἐθεώρουν καθόλου ὡς ἐντροπὴν ἐὰν συνέπιπτε νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ ἐθνικοϊδιοκτήτους φυτείας, ἀλλὰ δὲν ἔχω οὔτε σπιθαμὴν καὶ δὲν ἔχω, διότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου τὸ εὑρίσκω λίαν ἐπιζήμιον. Ἑπομένως ὅτε ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ ἀποκτήσω ἓν μικρὸν κτῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπαθον τὴν μεγάλην συμφορὰν τῆς αἰχμαλωσίας, ἠγόρασα προηγουμένως τὴν γῆν ἀπὸ τὸ δημόσιον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅσα σᾶς εἶπον, ἀρκοῦν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὰ καθέκαστα νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης.
§105ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον ὑπουργόν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· Λοιπὸν θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Παρακαλοῦνται οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν.......
§107ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ δωμάτια οἱ κύριοι βουλευταί! (Ἐξέρχονται τινὲς βουλευταὶ ἐκ τῶν δωματίων).
§108ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον δὲν προσβάλλεται καθόλου· ἡ ἀρχὴ τίθεται μόνον εἰς ψηφοφορίαν περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς· κατόπιν βλέπομεν ἂν τὸ ὅλον ἢ τὸ ἥμισυ.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§112ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρον 1. Οἱ μέχρι τέλους τοῦ 1870 ἐμφυτεύσαντες, ἀδείᾳ ἢ μὴ τῆς κυβερνήσεως ἢ τῶν πρώην ἰδιοκτητῶν Ὀθωμανῶν, ἐπὶ γαιῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν, ἢ διαλελυμένων Μονῶν, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους, ἐλαίας, μωρέας, ὀπωροφόρα δένδρα, συκέας, ἢ ἀναμὶξ κλήματα ἀμπέλου, σταφιδαμπέλου, ὡς καὶ πᾶν εἶδος καρποφόρων δένδρων, ἀναγνωρίζονται ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἀξίας τῆς ἐμφυτευθείσης γῆς.» Ὑπάρχει καὶ μία τροπολογία τοῦ κυρίου Ζέγγελη.
§113ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ.......
§114ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ· ἔχω νὰ ὑποβάλλω μίαν πρότασιν. Κύριοι, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τὴν τοσοῦτον ἐκτεταμένην τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς, φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ τὴν αὔριον πρὸς ἐξέτασιν ἀκριβεστέραν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, καθόσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὡς εἶπον χθὲς, καθόλου δὲν διαφωνῶ, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, οὔτε ὡς πρὸς τὸν λόγον, οὔτε ὡς πρὸς τὴν αἰτίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοσοῦτον ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργός· εἶμαι συμφωνότατος. Διαφωνῶ δὲ ἐπὶ τοῦ μέρους τῆς τροπολογίας. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἄτοπον ἐπὶ τοιούτου σπουδαίου ἀντικειμένου νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν ἐπὶ μίαν συνεδρίασιν, ἀφοῦ καὶ ἡ ὥρα προεχώρησεν.
§115ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, κ. πρόεδρε, αὔριον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσω, ὑποστηρίζουν 10 τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς;
§117ΤΙΝΕΣ (ἐγειρόμενοι νὰ ἀναχωρήσωσιν). Μάλιστα αὔριον.
§118ΔΑΓΡΕΣ. Κ. πρόεδρε, βεβαίως ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἀναβολὴ, ἤθελον συμφωνήσει, ἀλλὰ καθόσον ἀνεπτύχθησαν διάφοροι ἰδέαι, ἐῤῥέθησαν ἱκανὰ, ὅπως φωτίσωσιν ἕκαστον, ἡ διὰ τὴν αὔριον ἀναβολὴ, εἶναι ἀναβολὴ διὰ πολλὰς ἡμέρας· διότι, ὡς γνωρίζετε ὅλοι, αὔριον ἔχομεν προσδιορίσει νὰ συζητήσωμεν ἄλλο ἀντικείμενον σπουδαιότατον, (πολλοὶ ἵστανται ὄρθιοι· θόρυβος). Αὔριον, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἔχομεν ἀποφασίσει ἄλλο ζήτημα νὰ συζητήσωμεν· ὥστε ἡ ἀναβολὴ θὰ ᾖναι διὰ πολλὰς ἡμέρας, ἴσως διὰ μίαν ἑβδομάδα (θόρυβος).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, κύριοι, νὰ σᾶς ἐρωτήσω διὰ τὴν ἀναβολήν.
§120ΤΙΝΕΣ. Νὰ καθίσουν κ. πρόεδρε κάτω, ὅσοι στέκονται ὄρθιοι (θόρυβος).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλάβετε τῆς θέσεις σας, κύριοι.
§122ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχομεν ἀκόμη ὥραν, κ. πρόεδρε.
§123ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, τὸ πρῶτον ἄρθρον....
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. βουλευτὰ, νὰ ἐρωτήσω πρῶτον διὰ τὴν ἀναβολήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι).
§125ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§126ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν παρεδέχθη.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσα ὡς ἕπεται. «Ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου μετὰ τὰς λέξεις «ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν» νὰ προστεθῶσιν «ἂν αὗται ᾖναι πλήρεις», καὶ ἀντὶ τῶν λέξεων «ἐμφυτευθείσης γῆς» νὰ τεθῶσι «πεφυτευμένης γῆς». Νὰ προστεθῇ ὡς ἐδάφιον 1) τοῦ ά. ἄρθρου. «Πλήρης φυτεία θεωρεῖται ὅταν ἡ μὲν ἄμπελος ἢ σταφιδάμπελος περιέχῃ τοὐλάχιστον 400 κλήματα, αἱ ἐλαιοφυτεῖαι 13 ἐλαιόδενδρα, αἱ συκοφυτεῖαι 15 συκέας, αἱ μωρεοφυτεῖαι καὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων 25 καθ’ ἕκαστον βασιλικὸν στρέμμα, αἱ δ’ ἀναμὶξ φυτεῖαι περιέχωσιν ἀνάλογον πρὸς τ’ ἀνωτέρω ἀριθμόν.» Ὡς ἐδάφιον 2) «Οὐδεὶς τῶν ἐμφυτευτῶν δύναται νὰ λάβῃ ὡς πλήρη ἰδιοκτησίαν του πλέον τῶν 60 στρεμμάτων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου· τὸ πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκποιεῖται διὰ δημοπρασίας, καὶ τὸ τίμημα αὐτῶν διανέμεται εἰς δύο ἴσα μέρη, ἐξ ὧν τὸ μὲν λαμβάνει ὁ ἐμφυτευτὴς, τὸ δὲ ἕτερον τὸ δημόσιον,»
§128Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει..... ἐδῶ θὰ πληρωθῇ ἡ γῆ, αὐτὴ θὰ ἐκτιμηθῇ· ἂν δὲν ᾖναι καλὰ φυτευμένη βέβαια χάνει τὸ δημόσιον...... (διάλογοι).
§129ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, προηγεῖται ἡ τροπολογία ἡ ἐδική μου.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, ποῦ εἶναί την.
§131ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν εἶναι γραμμένη, τὴν εἶπα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατέ την.
§133ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὕτη εἶναι, νὰ διακριθῇ τὸ......
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γράψε την.
§135ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὴν ἔφερα σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος.
§136ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γράψε την! «Αἱ ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως γενόμεναι φυτεῖαι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν ἀνήκουσαι δυνάμει τοῦ νόμου κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς τὸ δημόσιον, διανέμονται μεταξὺ δημοσίου καὶ φυτευτοῦ κατὰ τὰ ἀκόλουθα ἄρθρα». Πρόκειται μόνον περὶ ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, ζητῶ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν (θόρυβος).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;
§138Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι κανείς. Ἐγείρονται 6–7.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥοντήρη νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος).
§140ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ τοῦ κ. Ζέγγελη δὲν ἀπεῤῥίφθη, ἐζήτησε τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσῃ.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γίνεται τοιουτοτρόπως, δὲν εἰμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν.
§142ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐρωτῶ ὑμεῖς ὑποβάλλετε .....
§143ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριε πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ οὐσιῶδες, καὶ ἂν δὲν ἐζήτησε τὸν λόγον προηγουμένως ὁ κύριος Ζέγγελης νὰ τοῦ τὸν δώσητε. (θόρυβος).
§144Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ συζήτησις καὶ ἀπόφασις δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν, ὅπως ζητηθῇ. (θόρυβος.)
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι!
§146Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διότι ὑπάρχει νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον βάσιν ἔχει τὴν διάθεσιν διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ψιλῆς γῆς· αἱ τροπολογίαι ἔχουν ἄλλην βάσιν. Λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, ποίας βάσεις παραδέχεται ἡ Βουλὴ, τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου ἢ τὰς βάσεις τῶν τροποποιήσεων; Ὅταν παραδεχθῶμεν τὰς τροποποιήσεις τῶν ἄλλων, τότε ἠμποροῦμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔχει τὸν κανόνα, ὅτι θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ γῆ κατ’ ἐκτίμησιν τῆς ψιλῆς γῆς καὶ ὄχι τῆς πεφυτευμένης, καὶ κάμνει τὴν διάκρισιν μεταξὺ φυτείας μὲ ἄδειαν καὶ φυτείας ἄνευ ἀδείας.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ὅσον τὸ δυνατὸν ἡσυχίαν καὶ τάξιν. Ἡμεῖς ἀνεγνώσαμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ Ζέγγελη πλήρη καὶ ἀκεραίαν καὶ δὲν ἔγεινε καμμία παρατήρησις.
§148ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε. Ἐπιτρέπει ἡ βουλὴ νὰ ὁμιλήσῃ;
§150ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§151ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀπορῶ καὶ λυποῦμαι, διότι ἐπεμείνατε.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀγαπᾶτε κύριοι, νὰ κρατήσωμεν ἡσυχίαν;
§153ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀπορῶ τῳόντι, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος πιστεύει, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν, ἀνεγνώσθη καὶ ἀπεῤῥίφθη. Ἐπεθύμουν τοὐλάχιστον νὰ μάθω ἐγὼ ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ταύτην τὴν πλάνην, καὶ ἰδοὺ διατὶ ἀπορῶ. Ὅτε ὁ κ. Γραμματεὺς ἀνέγνωσε τὴν τροπολογίαν μου, τότε ἐνθυμεῖσθε, πρῶτος ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ παρεκάλεσα ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀναβληθῇ, ἐὰν θέλῃ, ἡ ἐπὶ τὰ καθέκαστα συζήτησις μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν τόσον ἀκριβῆ τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ, καὶ διότι ἡ ὥρα ἦτο προκεχωρημένη καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῶν σπουδαίων αὐτῶν παρατηρήσεων· διότι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι, ὡς εἶπον, σπουδαιότατον. Μετὰ τοῦτο, ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Ῥοντήρης ἐζήτησε νὰ προταχθῇ ἡ ἰδική του τροπολογία, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἐγένετο τοῦτο. Ἐν τούτοις, κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος λέγει, ὅτι ἀνεγνώσθη ἡ τροπολογία μου καὶ ἀπεῤῥίφθη.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι ζήτημα τώρα!
§155ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σημειώσατε καὶ ἐμὲ, κ. Πρόεδρε.
§156ΤΙΝΕΣ. Ἐξακολουθήσατε!
§157ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀπαντῶ ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἐντίμου φίλου μου καὶ βουλευτοῦ Κορινθίας· εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν, ἐὰν ἀσπαζώμεθα ἢ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθετο τὸ νομοσχέδιον, ἢ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον οἱ κ. βουλευταὶ Ναυπακτίας καὶ Μαντινείας. Ὑποθέτω, ὅτι τοὐλάχιστον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγὼ, δὲν ἀνέγνωσεν, διότι δὲν ἦτο παρὼν προχθὲς, ὅτε ἀνέπτυξα αὐτὴν· καὶ διὰ τοῦτο περιῆλθεν εἰς τὴν πλάνην αὐτὴν, καὶ τοῦτο λέγω, διότι ἡ τροπολογία ἡ ἐμὴ, κύριοι, στηρίζεται εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ταύτην. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς συμπληρῶ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἰδέαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει ὁ Κ. Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιόν του. Συμφωνῶ κατὰ πάντα μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ χάριτας ὁμολογῶ εἰς ἐκείνους τῶν συμπολιτῶν μας, οἵτινες διὰ τῶν κεφαλαίων αὐτῶν καὶ τῆς μερίμνης των καὶ εἰς ἑαυτοὺς καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, χρήσιμοι ἐγένοντο, καὶ ὑπὲρ τῶν τοιούτων παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ σκεφθῇ καὶ μεριμνῶ διὰ τῆς τροπολογίας μου, καὶ θὰ ἀποδείξω τοῦτο. Ἀλλὰ, κύριοι, διαφωνῶ μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν βάσιν κατὰ τοῦτο· ὁ μὲν κ. ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι πᾶς ὅστις κατέλαβε γῆν καὶ ἔῤῥιψεν ἐπ’ αὐτῆς κλωνάριά τινα δένδρων, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ὁ τοιοῦτος κατέβαλε κεφάλαια, καὶ ὁ τοιοῦτος εἶναι ἄξιος μερίμνης, καὶ ὁ τοιοῦτος ὠφέλησε τὸ δημόσιον. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν κατὰ τοῦτο, καὶ διαφωνῶ δικαίως, διότι μοὶ φαίνεται, πάντες ὑμεῖς ἐννοεῖτε, ὁ τοιοῦτος ὄχι μόνον δὲν ἐχρησίμευσε καὶ δὲν ὠφέλησε τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἴσως ἐγένετο καὶ πρόσκομμα τοῦ νὰ καλλιεργηθῇ αὐτὴ ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν διὰ τοιούτου τρόπου κατέλαβεν καὶ ἐστέρησε τὸ δημόσιον τοῦ ἐγγείου φόρου, τὸν ὁποῖον ἤθελε λάβει, ἐὰν ἐκείνη ἡ γῆ ἦτο ἐλευθέρα καὶ ἐφύοντο δημητριακοὶ καρποί. Καὶ τέλος σοβαρὸν Σῶμα, ὡς ἡμεῖς, φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀνταποκρίνηται διὰ τῶν ἀποφάσεών του πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας θέτει ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, νὰ ᾖναι ἐν ἄλλαις λέξεσι συνεπές· καὶ ἐὰν δὲν γείνῃ διάκρισις, δὲν εἶναι συνεπές. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, καὶ εἶπον καὶ εἰς τὴν ὁμιλίαν τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως, ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ζημίας ἢ ὠφελείας, οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει, καὶ ἀσπάζομαι τῳόντι τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθετο ὁ κ. ὑπουργὸς, τοῦ ν’ ἀποζημιώσουν οἱ ἐμφυτευταὶ αὐτοὶ τὸ δημόσιον διὰ τὴν ἀξίαν τῆς γῆς· ἂν δὲ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ἐβελτίωσαν τὸ κτῆμα, τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ὡς πρὸς τὴν ὠφέλειαν, ἔχει σημασίαν μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν τροπολογίαν, περὶ τῆς ὁποίας νομίζω δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, καλὸν εἶναι τὸ σῶμα νὰ ἀποφασίσῃ. Ζητῶ ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐμφυτευθείσης γῆς» νὰ τεθῇ «πεφυτευμένης γῆς» καὶ τοῦτο πρὸς ἀκριβῆ ἑρμηνείαν, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ πληρώσουν οἱ ἐμφυτευταὶ τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δηλώσεως.
§158ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὸ ἀποδέχομαι.
§159ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐὰν δεχθῆτε τό νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, θὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία, διότι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ ἐμφυτευτής· «ἐγὼ ὑποχρεοῦμαι διὰ τοῦ νόμου ν’ ἀποζημιώσω τὸ δημόσιον διὰ τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐφύτευσα· ἑπομένως πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τῆς γῆς ὅτε κατέλαβον,» καὶ κατὰ δεύτερον λόγον, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προτείνῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐγκώμια, τὰ ὁποῖα, ἐννοεῖται, ἁρμόζουν εἰς ἕνα ἐπιμελῆ ἐμφυτευτὴν, ὅτι ηὔξησε τὰ κοινωνικὰ κεφάλαια, ἐγένετο χρήσιμος εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν φόρων καὶ εἰσοδημάτων τοῦ δημοσίου καὶ ἀποκατάστασιν ἑαυτοῦ, καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐμμέσως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐν γένει πρόοδον τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ τεθῇ ἡ λέξις αὕτη Καθόσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, καὶ τοῦτο παρέργως τὸ λέγω, ἔντιμος βουλευτὴς, καὶ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του, ὁ κύριος Δαγρὲς, μοὶ παρετήρησεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, τότε εὑρίσκει αὐτὴν λίαν αὐστηρὰν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν ἢ τὸ εἶδος τῶν διαφόρων ἐμφυτευθέντων ἀντικειμένων, μάλιστα ὡς πρὸς τὰς σταφιδαμπέλους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὴν τροπολογίαν μου, ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, διότι ὁμολογῶ εἰς πάντας γενικῶς, ὅτι καὶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἐσπευσμένως ἔδωκα διότι δὲν εἶχον καὶ τοιαύτην ἰδέαν, ἔδωκα δὲ, κατ’ ἀπαίτησιν ἰδίως τοῦ ἐντίμου κυρίου Κεχαγιᾶ καὶ Σωτηροπούλου, διότι τὸ ἀπῄτησαν· καὶ δὲν ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ ἀκριβολογήσω καὶ μάθω, πόσα κλήματα σταφιδαμπέλου δύναται νὰ χορηγήσῃ ἓν στρέμμα· ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ἔλαβον πληροφορίας τινάς· ὡς πρὸς τὰς συκέας ἠρώτησα τὸν ἴδιον κύριον πρωθυπουργὸν, καὶ αὐτὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι τόσαι φυτεύονται εἰς ἕκαστον στρέμμα· καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἀμπέλους, γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐσημείωσα, εἶναι μᾶλλον ἔλαττον· διότι ὅλοι γνωρίζουν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 400 κλημάτων δὲν εἶναι ὑπερβολικόν. Ὑπάρχουν στρέμματα παλαιὰ, τὰ ὁποῖα περιέχουν 700 καὶ 800 κλήματα· ἐὰν λοιπὸν ζητήσωμεν, νὰ περιέχῃ τὸ βασιλικὸν στρέμμα 400, δὲν εἶναι πολύ. Θὰ εἴπω ἀκόμη ὀλίγας λέξεις καὶ διὰ τὴν ἑτέραν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς ἔχει. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀσχοληθὲν ἐμβριθῶς ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1865, τοῦ ὁποίου πρόεδρος ἦτο ὁ ἴδιος, ἔθεντο, εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὡς θέλει. Ἐκεῖνοι, κύριοι ἐδέχθησαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῶσι πλέον τῶν 60 στρεμμάτων· εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν παραχώρησιν ἢ διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ λέγουν· ὁ λαβὼν ἐθνικὰς γαίας πεφυτευμένας τοιαύτης ἐκτάσεως, ὁ τοιοῦτος ἀποκλείεται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ λάβῃ ἑτέρας γαίας, καὶ τοῦτο εἶναι λογικὸν, τώρα ἐγὼ κατ’ ἀντίθετον λόγον λέγω διατὶ νὰ δώσωμεν 200 στρέμματα εἰς τὸν τυχὸν τοιαῦτα ἐμφυτεύσαντα, καὶ τοιουτοτρόπως αὔριον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τοὺς λοιποὺς συμπολίτας ἡμῶν ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν, καὶ εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ὀφείλομεν, νὰ μεριμνήσωμεν καὶ τόσον πλειότερον, καθ’ ὅσον ὅλοι ἐννοοῦμεν ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων στοιχείων τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν; Κατὰ τοσοῦτον περισσότερον φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον, καὶ παρακαλῶ ἡμᾶς νὰ δεχθῆτε τοῦτο καθ’ ὅσον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι ὀλίγοι οἱ τοιοῦτοι, δηλ. οἱ ἔχοντες φυτείας πλέον τῶν 60 στρεμμάτων, ἄρα δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν περιπλοκὰς εἰς τάξιν πολυπληθῆ, τόσον δὲ περισσότερον, καθ’ ὅσον δὲν ἐννοῶ νὰ ἀδικήσωμεν αὐτοὺς κατ’ ἄλλον τρόπον, διότι δεχόμεθα ὅπως παρατηρεῖτε νὰ ἀπολαύωσιν οἱ τοιοῦτοι τὴν δαπάνην των διὰ τῆς ἐκποιήσεως, καὶ μοὶ φαίνεται ἐνταῦθα καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἠδυνάμεθα πολὺ καλὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τοῦ 1867 ὡς πρὸς μίαν ἄλλην περίστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω εἰς τὴν τροπολογίαν μου.
§160ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Τὸν λόγον κ. πρόεδρε.
§161ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Καὶ ἰδοὺ ποία εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός. Ἔχομεν νόμον κατὰ τὸ 1837, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζεται τὸ δημόσιον κύριον ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τῶν γενομένων μέχρι τότε φυτειῶν, καὶ ἀναγνωρίζονται συνάμα καὶ οἱ ἐμφυτευταὶ κύριοι ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ἡσυχία· δὲν ἀκούομεν διόλου.
§163ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Διὰ τοῦ σημερινοῦ νόμου, κύριοι, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ συμφώνως μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι ἐρχόμεθα εἰς μεγαλειτέραν βοήθειαν τῶν τοιούτων ἀγαθῶν ἀνδρῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ, ἐὰν ᾖναι τοιοῦτοι, ὁμολογῶ χάριτας· ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τις ἐξ αὐτῶν δι’ οἱονδήποτε λόγον, διότι δὲν τὸν συμφέρει, ζητήσῃ νὰ προτιμήσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῆς φυτείας του ὁ νόμος τοῦ 1837, νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνάξιον μερίμνης; Λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, ἀλλὰ πάντοτε ὑπ’ ἔποψιν, ὡς εἶπον, Κυβερνητικὴν, διοικητικήν· ἐὰν ὅμως γίνῃ ἀντικείμενον δικαστικῆς συζητήσεως, ὁ πολίτης στηριζόμενος εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκτήσατο διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, δὲν θὰ δικαιωθῇ; Ἐγὼ παραδέχομαι, κύριοι, ὅτι θὰ δικαιωθῇ· καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν εἶναι, νομίζω, εὔκολον νὰ προνοήσωμεν καὶ προλάβωμεν αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν καὶ θέτοντες μίαν τινα διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρίσωμεν ἐάν τις τῶν πρὸ τοῦ 1837 ἐμφυτευσάντων θελήσῃ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά του, ὡς εἶπον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου καὶ δηλώσῃ εἰς τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν θὰ ὁρίσωμεν, ἐπὶ τοῦ τοιούτου ἂς ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος· ἐὰν ὅμως δὲν θέλῃ, τότε ἂς ὑπαχθῇ καὶ οὗτος εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον σήμερον ψηφίζομεν. Μελετήσατέ το, κ. ὑπουργὲ, διὰ νὰ μὴ γίνει ἀντικείμενον δικῶν.
§164ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀμφιβολία κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, προτείνω νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐννοῶ τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῆς πεφυτευμένης ἢ ἐμφυτευθείσης γῆς, νομίζω δὲ ὅτι αἴρεται πᾶσα ἀμφιβολία, ἐὰν πρὸ τῆς λέξεως ἀξίας σημειωθῇ ἡ λέξις σημερινῆς ἢ ἐνεστώσης.
§165ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§166ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· καλλίτερον εἰς τὸν νόμον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐκουράσθημεν νὰ παύσωμεν, εἰ δὲ μὴ νὰ ἐργασθῶμεν.
§168ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§169ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τώρα δύω λέξεις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Ζέγγελη. Διὰ τῆς πρώτης τροπολογίας ζητεῖ ὁ κ. Ζέγγελης νὰ θέσῃ περιορισμὸν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν φυτειῶν, δηλαδὴ νὰ ὁρίσῃ τί ἐστὶ φυτεία. Εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς της ἐπιτυγχάνει ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ζέγγελης ἐπιδιώκει. Ἀλλ’ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς θὰ συμβῇ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἀφ’ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ. Ὁ κ. Ζέγγελης θέλει ὥστε νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ νόμου αἱ ἀτελεῖς φυτεῖαι, αἱ μὴ ἔχουσαι δηλ. ὡρισμένον ἀριθμὸν κλημάτων ἢ δένδρων, διότι σᾶς εἶπεν, ἐὰν παραχωρήσωμεν καὶ ταύτας, θέλομεν βάλλει εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὀλίγα ἐδαπάνησαν, μὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν πολλὰ καὶ κατέστησαν πλήρεις φυτείας. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζέγγελη, θέλομεν βάλει τοὺς πρώτους εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν ἀπὸ τοὺς δευτέρους· διότι ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ὁ ἐμφυτεύσας ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ὀλίγα δένδρα ἢ κλήματα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ φυτειῶν, ὁ τοιοῦτος θὰ ζητήσῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νὰ λάβῃ τὴν γῆν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι ἀφοῦ δὲν εἶναι φυτεία θὰ ᾖναι βεβαίως ἐκ προικοδοτήσεως γῆ· Ἑπομένως ὅταν λάβῃ τὴν ἀτελῆ ταύτην φυτείαν ὡς γῆν, θὰ εὑρεθῇ εἰς πολὺν καλλιτέραν θέσιν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν τὴν γῆν ὡς φυτείαν, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, οἱ μὲν λαμβάνοντες ἁπλῶς γῆν, θέλουν πληρόνει 5% οἱ λαμβάνοντες φυτείαν 8% ἐπὶ τοῦ τιμήματος. Δι’ αὐτὸ δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη, διότι παρατηρῶ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, ἀφ’ ὅ,τι αὐτὸς ἐπιδιώκει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῆς παραχωρητέας ἐκτάσεως εἰς 60 μόνον στρέμματα, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ καὶ τοῦτο, ἐὰν εὑρίσκετο τρόπος τις περὶ εὐκολωτέρας καὶ πρακτικωτέρας διαθέσεως τοῦ ὑπολοίπου, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν εὑρεθῆ ὑπόλοιπον, διότι κατ’ ἐμὲ δὲν θὰ εὑρεθῇ κανὲν ὑπόλοιπον. Οἱ πλεῖστοι, ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐμφυτευταί, ἔχουν φυτείας μικροτέρας τῶν 60 στρεμμάτων, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ καί τις ὁ ὁποῖος ἐνεφύτευσε περισσότερον, αὐτὸς θὰ παρουσιάσῃ τὸν ἀδελφόν του, τὸν ἐξάδελφόν του, τὸν ὑπηρέτην του ὡς κάτοχον τῆς φυτείας καὶ θὰ τὴν πάρῃ. Ἀλλά, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν θὰ συμβῇ τοῦτο, καὶ ἤθελε παρουσιασθῆ τις καὶ δηλώσει 100, 120 στρέμματα, ἐὰν τῷ ἀφήσωμεν μόνον τὰ 60, τί θέλομεν κάμει τ’ ἄλλα; ὁ κ. Ζέγγελης λέγει νὰ τὰ ἐκθέσωμεν εἰς δημοπρασίαν καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς τὸ ἥμισυ τοῦ τιμήματος. Ἀλλὰ συμφέρει νὰ δημοπρατήσωμεν ἐξ ἀδιαιρέτου μίαν γωνίαν ἑνὸς μεγάλου κτήματος; τὸ εὑρίσκετε εὔκολον τοῦτο; Θεωρεῖτε δίκαιον, διότι ἐνεφύτευσέ τις περισσότερα ἀπὸ 60 στρέμματα νὰ τὸν ἐμβάλλητε εἰς δίκας μὲ τὸν πολιτικόν του ἐχθρόν, μὲ τὸν ἀντίπαλόν του, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν νὰ γίνῃ ἀγοραστής; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ μόνον δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ καὶ τὴν ἑτέραν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη... Ἐπανέλαβεν ὁ Κ. Ζέγγελης νὰ κάμῃ ἀρκετὸν λόγον περὶ τοῦ διατάγματος τοῦ 1837, περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ εἶπεν ὁ κ. Ῥοντίρης. Ἀλλ’ οἱ λαλοῦντες περὶ τοῦ διατάγματος τούτου, ἄλλοτε μὲν σᾶς λέγουν, ὅτι, ἐὰν δὲν τὸ φυλάξωμεν, θὰ ζημιώσωμεν τὸ δημόσιον, ἄλλοτε δέ, ἐὰν τὸ παραβιάσωμεν, θὰ ζημιώσωμεν τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι ἴσως ζητήσωσι δικαστικῶς νὰ μᾶς ὑποχρεώσωσιν εἰς τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον τὸ περὶ ζημίας τοῦ δημοσίου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος, διότι τὸ δημόσιον, ὁσάκις ἠθέλησε διὰ νέων νόμων νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις του μετὰ τῶν πολιτῶν, οὐδέποτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὑφισταμένους νόμους, διότι ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι περιττὸς ὁ νέος νόμος, ὅστις δὲν γίνεται εἰμὴ διὰ νὰ ἀκυρώσῃ τὸν προϋπάρχοντα.
§170ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Εἶναι κεκτημένα δικαιώματα.
§171ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ δημόσιον ἐννοῶ. Δύο πράγματα, κύριοι, θὰ διακρίνωμεν. Θὰ διακρίνωμεν τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἰδιωτῶν, ἐὰν ὁ νέος νόμος ἐλαττώσῃ τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησε τὸ δημόσιον διὰ τοῦ παλαιοῦ, οὐδεὶς ἔχει νὰ παραπονεθῇ, καθόσον τοῦτο γίνεται καθ’ ἑκάστην. Μήπως ὅταν δίδωμεν μακροτέραν προθεσμίαν διὰ τὴν πληρωμὴν χρέους, ἢ ὅταν χαρίζωμεν τόκους δὲν προσβάλλομεν κεκτημένα τοῦ δημοσίου δικαιώματα; Ὅταν χθὲς ἐψηφίσατε τὸν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου συμπαθοῦντες εἰς τὰ δεινὰ τῶν Παρνασσίων ἀπεφασίσατε, ὥστε ἡ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος λήξασα δόσις νὰ πληρωθῇ μετὰ πέντε ἢ ἓξ ἔτη, δὲν ἐκάματε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς ὑπάρχοντα νόμον; Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ἰδιώτας ὁμολογῶ, ὅτι ἐὰν ἔχουν κεκτημένα δικαιώματα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1837 δύνανται τῷ ὄντι νὰ τὰς ἐπικαλεσθῶσι, δὲν εἶναι δίκαιον διὰ νεωτέρου νόμου νὰ τὰ καταργήσωμεν ἀλλὰ νομίζω πρῶτον, ὅτι οἱ ἐμφυτεύσαντες μέχρι τοῦ 1837, ἐπειδὴ δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, κατὰ τὰς ὁποίας ὤφειλαν νὰ ἀποδείξουν, ὅτι κατέστησαν πλήρη καὶ τελείαν φυτείαν, εἶναι ἔκπτωτοι παντὸς δικαιώματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ πλέον σήμερον, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διὰ νὰ δύνανται νὰ τὰς ἐπικαλεσθῶσιν. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ εὑρίσκω, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν σήμερον, εἶναι εὐεργετικώτερος καὶ ὠφελιμώτερος διὰ τοὺς ἐμφυτευτὰς ἀπὸ τὸν νόμον ἐκεῖνον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ κανεὶς νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ 1837.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δαγρές.
§173ΠΟΛΛΟΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα· νὰ ἀναβάλωμεν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5 μ. μ.).