§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 13 Ἰανουαρίου 1871.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 1 παρὰ 10|60 Μ. Μ. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος καὶ εὑρίσκονται παρόντες οἱ ἑξῆς 99 βουλευταί.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
§1ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει)... «Ἕτερος εἶπεν ἐπίσης ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλε πρότασιν νόμου, ἥτις καὶ παρεδέχθη δὶς, ὅπως χαρακτηρισθῇ ἐθνικὴ ὁδὸς ἡ φέρουσα ἀπὸ Νέας Πέλλης μέχρις Ἀταλάντης, ἐπρότεινε δὲ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ συζηθῇ κατόπιν τῶν εἰσαχθέντων νομοσχεδίων τῆς κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν»....
§2ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, κατόπιν τοῦ περὶ λῃστείας νομοσχεδίου, εἶπεν ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη (θόρυβος). Εἰσέρχεται ὁ κύριος Κεχαγιᾶς.
§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καλὰ εἶναι τὰ πρακτικά· μετὰ τὰ εἰσαχθέντα ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νομοσχέδια, εἴπομεν νὰ συζητηθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις.
§4ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, δὲν μένει παρὰ μία ἀνάγνωσις νὰ γείνῃ ἀκόμη· δὲν ἔχει πολλὴν συζήτησιν (θόρυβος)
§5ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διετάξετε, κύριε πρόεδρε, ἕνα κλητῆρα νὰ ὁμιλήσῃ τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§7ΛΕΚΚΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κ. Λέκα, νὰ ἐρωτήσω πρῶτον, ὑπάρχει καμμία παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν; Εἰσέρχεται ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§9ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴδατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα παρατήρησιν, ὅτι περὶ τῶν πρακτικῶν δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος· διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ κἄποιαν ὑπόληψιν εἰς τὸ γραφεῖον, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς δὲν γράφει ἓν οὐσιῶδες ἀντικείμενον. Ἐγὼ μετὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως χθὲς τοῦ νομοσχεδίου, παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν καὶ παρεδέχθη, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ λῃστείας συζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, δηλ. μετὰ τὴν 21ην, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη. Περὶ αὐτοῦ δὲν ἤκουσα τίποτε.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ διορθωθῇ. Διορθοῦται τὸ σχετικὸν μέρος τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, προστιθεμένων μετὰ τὰς λέξεις «ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,» τῶν λέξεων «Μετὰ ταῦτα εἷς βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ λῃστείας συζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, ἤγουν μετὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην Ἰανουαρίου ε. ε.»
§11ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιμένω νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιόν μου μετὰ τὸ περὶ λῃστείας.
§12ΛΕΚΚΑΣ. Εἶπον, κύριε πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ λῃστείας μετὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην, διότι ἀκόμη δὲν εἶναι ἑτοίμη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς νὰ ἐπισπεύσουν. (Διάλογοι.)
§14ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ λῃστείας θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου.
§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Περὶ τῆς λῃστείας παρῆλθεν ὁ χρόνος. Εἴπομεν ἂν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν δὲν φέρῃ τὴν ἔκθεσιν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ παράτασιν, ἂς δώσῃ. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο τώρα. Λυποῦμαι διότι θὰ λυπήσω τὸν φίλον μου. Κύριοι, ν’ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα περὶ διαθέσεως ἐθνικῆς γῆς, τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τ’ ἄλλα καὶ νὰ ἐνασχοληθῶμεν δι’ ἓν ἰδιαίτερον; Χθὲς μία φωνὴ τὸ εἶπεν αὐτὸ, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι εἴπομεν καὶ ἀπεφασίσθη μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν, τοῦ περὶ λῃστείας καὶ τοῦ περὶ προσόντων, μετ’ αὐτὰ ἂς ἔλθῃ καὶ αὐτό. Τοῦ ὑπουργείου πρέπει νὰ προηγηθοῦν (διάλογοι).
§16ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μία παροιμία λέγει, ὅτι «ὁ χορτάτος δὲν πιστεύει τὸν νηστικόν·» ἔχουν δίκαιον, διότι μὲ τὰ χρήματα τῆς Λοκρίδος γίνονται........ Διὰ μίαν ἀνάγνωσιν ν’ ἀναβάλλεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τί σημαίνει αὐτό;
§17ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπαντῶ, ὅτι τὰ χρήματα συνάζονται ἕως 100,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος καὶ μὲ αὐτὰς γίνεται...... (θόρυβος).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσαμόπουλε, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ διάθεσιν νὰ τὸ συζητήσῃ, χωρὶς νὰ τὸ ἐγγράψωμεν, θὰ τὸ συζητήσῃ· εἰ δὲ ἄλλως ὅ,τι γράψωμεν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ σβύσῃ.—Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ ὅπως ἐδιορθώθησαν;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλων μὲ εἶπε νὰ καθυποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ αἴτιον τῆς χθεσινῆς ἀποχῆς του ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν ἦτο, διότι ἦτον ἀσθενής. Τοῦτο τὸν τιμᾷ, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον θὰ φροντίσωμεν, νὰ μὴ παραλύωμεν τὰς συνεδριάσεις. — Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι τὸ περὶ Παρνασσίδος.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πρῶτον καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν χθὲς ζητηθεῖσαν σημείωσιν τῆς εἰσπραττομένης ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς γῆς φυτειῶν καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν. Σημείωσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπικαλούμενης ἐπὶ τῶν ἐθν. γῆς φυτειῶν καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν.
Παρατηρήσεις ά. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων ἐλαιοδένδρων συνενοικιάζεται μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν οὔτε τὸ ποσὸν, οὔτε ἡ ἔκτασις. Βʹ. Ἡ ἔκτασις τῶν μὲν ἀμπέλων καὶ περιβολίων ἐξήχθη ἀπὸ τὰ ἐν τῷ ὑπουργείῳ κρατούμενα βιβλία, τῶν δὲ λοιπῶν ἐσημειώθη κατὰ τὰς ἐσχάτως ληφθείσας πληροφορίας τῶν ἀρχῶν, διότι οὐδέποτε ἐγένετο καταμέτρησις ἢ ἄλλη τις ἐξακρίβωσις τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν. Γʹ. Μέχρι τοῦ 1865 τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν συκοδένδρων ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεως, ἀπὸ δὲ τοῦ 1866 εἰς τὰ τελωνεῖα. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Ἰανουαρίου 1871. Οἱ Τμηματάρχαι τοῦ Αʹ καὶ Βʹ Τμήματος.
Ε. ΧΙΟΝΟΥΔΑΚΗΣ.
Α. ΛΑΜΠΡΙΔΗΣ.
Δεύτερον ἀναγινώσκω τὴν ἑξῆς πίστωσιν, νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν διακοσίων ἐννενήκοντα χιλιάδων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1870 πρὸς βοήθειαν τῆς χήρας Λόϋδ. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις δραχ. διακοσίων ἐννενήκοντα χιλιάδων, ἀριθ. 290,000, πρὸς πληρωμὴν δέκα χιλιάδων λιρῶν εἰς τὴν χήραν Λόϋδ, καταλογιζομένων ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον, «βοήθεια τῆς χήρας Λόϋδ». Ἡ πίστωσις αὕτη συνοδεύεται ἐν πρωτοτύπῳ μὲ τὰ ἑξῆς ἔγγραφα· ά) τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ὑπὸ ἡμερομηνίαν 10 Αὐγούστου· βʹ) ἀπάντησιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν αὐτὸν πρέσβυν, καὶ γʹ) ἀπάντησιν τοῦ πρέσβεως τούτου ὑπὸ ἡμερομηνίαν 29 Ὀκτωβρίου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ θὰ τυπωθοῦν;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μεταφρασμένα ὅλα;
§25ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι, μοὶ φαίνεται.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μεταφρασθῇ καὶ αὐτὴ, καὶ θὰ τυπωθοῦν καὶ θὰ διανεμηθοῦν ὅλα;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίζεται ἡμέρα συζητήσεως, ἢ ἐπιφυλάττεται ἡ Βουλή;
§29ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν βλέπομεν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν τὸ περὶ Παρνασίδος. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§32Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὸ λεκτικὸν, νὰ λεχθῇ «παύει ὁ τόκος».
§33ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται.
§34ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1870 λήξασα δόσις ἐκ τιμήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος, κατὰ τοὺς ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1863 καὶ 31 Ὀκτωβρίου 1869 ΙΖʹ. καὶ ΤΛΘʹ. νόμους πληρωθήσεται τὴν πρώτην Δεκεμβρίου τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας δόσεως ἑπομένου ἔτους. Διὰ τὴν ἀνωτέρω ἀναβολὴν οἱ ὀφειλέται δὲν θέλουσι ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὴν τόκου.
§35ΦΙΛΩΝΟΣ. Οἱ σεισμοὶ, κ. πρόεδρε, ἐξετάθησαν καὶ εἰς τὴν Βοιωτίαν καὶ ἑξακόσιαι οἰκογένειαι ἔπαθον ὅ,τι ἡ Ἄμφισσα καὶ τὸ Χρυσὸ· οἱ χωρικοὶ ἠγόρασαν ἐλαιόδενδρα. Λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ὅσα ἠγόρασαν, εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς Παρνασίδος. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ αὐτό.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις καὶ ἑπομένως .....
§38ΤΙΝΕΣ. Νὰ προστεθῇ «καὶ Ἀραχώβης».
§40ΦΙΛΩΝΟΣ. «Οἱ ἀγορασταὶ τῶν ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων ἐπὶ Παρνασίδος Ἀραχωβῖται»· αὐτὸ νὰ προστεθῇ, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἐθνικὰ ἐλαιόδενδρα ἀλλὰ ἐδικάτων.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, περιλαμβάνει ὅλους τοὺς ἀγοραστὰς, ἀδιάφορον ἂν ᾖναι Παρνασίδος ἢ Ἀραχώβης κάτοικοι. Ἡμεῖς ὑποθέτομεν, ὅτι εἶναι τῶν πέριξ μερῶν ὅπου ἔπαθον. Ἑπομένως εἶναι περιττὸν ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Φίλων, διότι ὅ,τι εἶπεν νὰ προστεθῇ, περιλαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§42ΦΙΛΩΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὡς τὸ φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ ζήτημα, διότι ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἀγορασταὶ ἐλαιοδένδρων ἐν Παρνασίδι ἀλλὰ δὲν ὑπέφερον, διατὶ νὰ ἔχουν αὐτὸ τὸ εὐεργέτημα; Ὁ λόγος εἶναι διὰ τοὺς παθόντας, καὶ μόνον ἡ Ἀράχωβα ἔπαθε, ἥτις ἔχει ἀγοράσει ἐλαιόδενδρα ἐκεῖ· διότι ὑποθέσατε ὁ κάτοικος τῆς Λεβαδείας δὲν ἔπαθεν ἀλλ’ ἠγόρασε, διατὶ λοιπὸν νὰ ᾖναι καὶ δι’ αὐτὸν τὸ εὐεργέτημα;
§43Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς. «Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1870 λήξασα δόσις ἐκ τιμήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς καὶ τοῦ δήμου Ἀραχώβης.»
§44ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂν ὑπάρχουν ἀγορασταὶ μὴ κάτοικοι Παρνασίδος ἢ Ἀραχώβης αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὸ εὐεργέτημα αὐτό.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριε, προσέξατε. Εἶναι ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἐτροποποιήθη; δηλ. μὲ τὴν προσθήκην;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε δεκτόν. «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1870 λήξασα δόσις ἐκ τιμήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος, διὰ τοὺς κατοίκους αὐτῆς, καὶ τοῦ δήμου Ἀραχώβης, κατὰ τοὺς ἀπὸ 20 10βρίου 1862, καὶ 31 8βρίου 1863, ΙΖʹ. καὶ ΤΛΘʹ. νόμους, πληρωθήσεται τὴν πρώτην Δεκεμβρίου τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας δόσεως ἑπομένου ἔτους. Διὰ τὴν ἀνωτέρω ἀναβολὴν, οἱ ὀφειλέται δὲν θέλουν ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὴν τόκου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι κἀμμία παρατήρησις; Εἰσέρχεται ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ παραδεχόμενοι......
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν δὲν ᾖναι ἀντίῤῥησις, ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι παρεδέχθη παμψηφεί.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἔτσι εἶναι. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ περὶ ἐμφυτεύσεων, ἐπὶ ἐθνικῶν κλπ. γαιῶν νομοσχεδίου, καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ δευτέραν φορὰν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἔχει.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον παραδέχεται; ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§56ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ποῦ ἀναγινώσκεται τώρα, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ. Ἀναγινώσκεται ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. (Εἰσέρχονται οἱ Κύριοι Πετιμεζᾶς καὶ Κολιάτσος).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι κἀμμία παρατήρησις;
§58ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δύω ψῆφοι εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μία ὑπὲρ τῶν πολιτῶν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς δευτέρας παραγράφου. Καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν εἶναι δύω ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως. Λέγω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ᾖναι μία ψῆφος ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως.
§59ΦΙΛΩΝΟΣ. Ἡ τοῦ ἐφόρου εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ τοῦ ἄλλου εἶναι συμβιβαστικὴ μεταξὺ τῶν δύω μερῶν· καὶ ἂν θέλετε νὰ γίνῃ ἄλλως, ἂς γίνῃ, ἀλλὰ τὸ δημόσιον τρέχει μέγιστον κίνδυνον.
§60ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέτασε ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν καὶ ἐκτεταμένην συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, ἀλλ’ ἐπροτίμησε τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένων καταχρήσεων· ἐκηρύχθη ζωηρῶς ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐνδιαφερομένη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, ἀπέφυγε νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, τόσον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Ἐφρόντισε ἡ ἐπιτροπὴ πῶς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ ἀποκρουσθῇ πᾶσα κακὴ πίστις. Ἐπίστευσεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι καὶ ὁ ἔφορος καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, θέλουσι βασισθῆ εἰς τὸ συμφέρον τῆς δημοσίου οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἔγκειται εἰς τὴν εὐημερίαν τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ δεχθῇ καὶ ὁ συνάδελφός μας, καὶ ἡ Βουλὴ, ὅπως ἔχει.
§61Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οἱ φόβοι τῶν συναδέλφων μας εἶναι ὅλως διόλου ἄτοποι. Δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς εὐεργετικοῦ νόμου, δι’ οὗ τὸ δημόσιον μεταβιβάζει τὰ δικαιώματά του εἰς τοὺς πολίτας, ὥστε δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰς φορολογίας. Ὅστις δὲν θέλει τὴν γῆν, δύναται νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἄλλη ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου;
§64ΖΑΪΜΗΣ. Μία παρατήρησις πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον. (Ἀναγινώσκει αὐτὴν). Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ «ἐντὸς τῆς ἀνωτέρας προθεσμίας τῶν δέκα ἡμερῶν» διότι ἄλλως μένει ἡ προθεσμία ἀπροσδιόριστος. (Εἰσέρχονται οἱ κύριοι Μίλησης καὶ Γουβέλης).
§66ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου πρέπει νὰ προστεθῇ κἄτι τι. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§67ΤΙΝΕΣ. Καὶ εἰς τὰ παρεδρεῖα.
§68ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι εἰς ὅλα τὰ παρεδρεῖα. Μὴ θέτωμεν περιπλοκὰς εἰς τὸν νόμον· ἂν ὁ Κ. Κρεστενίτης ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν του, καὶ κατ’ ἐμὲ ἔχει δίκαιον, πρέπει νὰ τεθῇ «εἰς τὸ οἰκεῖον παρεδρεῖον» Διότι ὁ κατάλογος συντάσσεται κατὰ χωρίον, λοιπὸν πρέπει νὰ εἰδοποιηθοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἑκάστου χωρίου. Ἑπομένως νὰ τεθῇ «καὶ τὸ οἰκεῖον Παρεδρεῖον» ἄλλως τὸ «εἰς ὅλα τὰ Παρεδρεῖα» θὰ φέρῃ μίαν δυσκολίαν μεγάλην.
§69Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ γίνῃ εἰς ὅλα; Ἐγὼ δίδω περισσοτέραν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται καὶ ἀπὸ τὴν καλὴν πίστιν.
§70ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι καθόλου ἐναντίος εἰς τὸ νὰ λάβῃ μεγαλειτέραν δημοσιότητα τὸ Πρωτόκολλον τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν διαφόρων χωρίων, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι τὸ ἁπλούστερον εἶναι νὰ διευθυνθοῦν εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις εἶναι ὁ φυσικὸς ἀντιπρόσωπος ὅλων τῶν δημοτῶν, ἀφοῦ δὲ τὰ λάβῃ αὐτὸς, ἀπόκειται εἰς αὐτὸν νὰ κάμῃ ὁποιανδήποτε κοινοποίησιν ἐγκρίνει διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν καὶ οἱ δημόται. Νομίζω λοιπὸν καλὸν νὰ μὴ περιπλέξωμεν τὸν Νόμον μὲ πολλὰς διατυπώσεις. (εἰσέρχεται ὁ κ. Ῥοντήρης).
§71ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν πρόκειται ἡ ἐκτίμησις νὰ μείνῃ μυστικὴ, πρόκειται νὰ γείνῃ γνωστὴ καὶ νὰ μάθουν οἱ κάτοικοι περὶ τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία προσδιωρίσθη εἰς τὴν ὅλην περιφέρειαν τῆς κοινότητος. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ μείνῃ μυστικὴ, ὁ νόμος τὰ τοιαῦτα διατυπόνει ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον, καὶ πᾶς νόμος ὅσον ἁπλοῦς καὶ ἂν ᾖναι, τοσοῦτον καλλίτερον ἐννοεῖται, ὅσον πολλαπλασιάζομεν τὰς διατάξεις, τοσοῦτον καθιστῶμεν δυσχερεστέραν τὴν ἐφαρμογήν. Τοῦτο ἐξετάσθη καὶ συνεζητήθη πολυειδῶς, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις ὡρμήθη ἀπὸ πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς τοὺς δημάρχους, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν φατριασμὸν αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ φατριασμὸς ναυαγεῖ, διότι δὲν πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων ἑνὸς ἢ δύο ἀτόμων ἐχθρῶν, αὐτοῦ πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων ὁλοκλήρου κοινότητος, καὶ δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν κατάχρησις.
§72ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐμείναμεν σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ζαΐμην νὰ τεθῇ «εἰς τὸ ἁρμόδιον δημαρχεῖον καὶ οἰκεῖον παρεδρεῖον.»
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεννοηθῆτε λοιπὸν μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ φέρετε μίαν τροπολογίαν.
§74ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ οἰκεῖον παρεδρεῖον».
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§77ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ τεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «καὶ τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου», αἱ λέξεις «τῆς τελευταίας συνόδου»·
§78ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος πρόεδρος. Παρακαλῶ μόνον νὰ τεθῇ, ὅτι ἐν ἐλλείψει, εἴτε ἕνεκα θανάτου, εἴτε ἐξ ἄλλης αἰτίας τοῦ προέδρου, τὸν ἀναπληροῖ ὁ ἀντιπρόεδρος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 4ον. (ἀναγινώσκεται μετὰ τῶν σχετικῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου παρατηρήσεων τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς). Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ἡ ἑξῆς· «Εἰς τὸ τέλος τοῦ 4ου ἄρθρου νὰ προστεθῇ, τὸ τίμημα καταβάλλεται εἰς τὴν Τράπεζαν ἐντόκως, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἀπόσβεσιν τοῦ δημοσίου χρέους».
§82ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν παρατήρησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἑπομένως πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παραδέχεται.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ γείνῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ;
§84ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μένει ὑπὸ συζήτησιν.
§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μείνῃ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ λοιπόν, διότι ἵνα τὴν φέρω αὔριον εἰς γʹ. συζήτησιν πρέπει σήμερον νὰ γείνῃ δεκτή.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἔλθῃ λοιπὸν εἰς συζήτησιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν γείνῃ σήμερον δεκτή, δὲν θὰ εἰπῇ, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ὁριστικῶς (θόρυβος). Ἐνῷ, ἂν σήμερον ἀποῤῥιφθῇ, αὔριον δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ τὸν κύριον Καλλιφρονᾶν, ἐπιμένει νὰ συζητηθῇ σήμερον;
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπιμένετε, κύριε Καλλιφρονᾶ, ἢ τὴν ἀποσύρετε;
§90ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπιμένω. Ἂν ὑπάρχουν λόγοι ν’ ἀντικρουσθῇ, ἂς τὴν ἀντικρούσῃ ὁ ἔχων ἐναντίαν ἰδέαν.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν κ. Καλλιφρονᾶν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν του, διότι ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει πολὺ μεγαλείτερα ποσὰ πρὸς πληρωμὴν δημοσίου χρέους παρὰ τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἐτησίως θὰ λαμβάνωμεν, θεωρῶ λοιπὸν περιττὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸν Νόμον, ἀφοῦ τὸ δημόσιον ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν τούτων καὶ νὰ ἐγγράφῃ τὰ πληρωτέα ποσά. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν.
§92ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ δημόσιον εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς οἰκονομικὰς γνώσεις ἔχω πολὺν ὑπόληψιν, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπανῶνται πολὺ μεγαλείτερα ποσὰ ἀπὸ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, πρὸς πληρωμὴν χρεῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ παρὼν Νόμος ἔπρεπε νὰ συνοδεύηται καὶ μὲ τὸν προϋπολογισμόν, διότι συνδέεται μὲ τὴν περιουσίαν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ δημοσίου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπαιτεῖτο ἐκτενεστέρα μελέτη καὶ βαθυτέρα σκέψις, διότι πρόκειται περὶ διαθέσεως ἅπαξ διὰ παντὸς, καὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας. Τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν συνδέονται μὲ τὴν παροῦσαν περιουσίαν. Εἶπον ἀπὸ χθὲς, ὅτι ἡ περιουσία αὕτη τῆς ἐθνικῆς γῆς εἶναι λάφυρον τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ γίνῃ, κατεβλήθησαν θυσίαι, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ δημόσιον· τὰς θυσίας ταύτας εἶναι ἐπιφορτισμένον νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ νὰ ἀνταμείψῃ καθὼς καὶ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ ἀγών· Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ χρέη εἶναι ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά. Γνωρίζετε, ὅτι αἱ Συνελεύσεις ἀνεγνώρισαν καὶ εἶπον, ὅτι αἱ θυσίαι τοῦ ἀγῶνος πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσι, τόσον προσωπικαὶ, ὅσον καὶ ὑλικαί. Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀναγνώρισις; Εἰς δέκα ὀκτὼ ἑκατομμύρια ἀναβαίνει ἡ ναυτικὴ δαπάνη κατὰ τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ στόλου, καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ ξηρὰ ἔχει ὀλιγώτερα; τὸ διπλάσιον, εἰς καταθέσεις, ὁμολογίας, ἀναγνωρίσεις χρεῶν κτλ. Τὸ δημόσιον ἐξωτερικὸν δάνειον εἶναι 60 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῆς ἀνεχείας περιωρίσθη νὰ πληρώνωμεν ἓν ἑκατομμύρ. κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἀρχὰς τίποτε. Εἰς τὰ 1862 εἶχον ἀπαιτήσει τὴν ὅλην πληρωμὴν αἱ δυνάμεις καὶ προσδιώρισαν τὰ τελωνεῖα, τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, τῆς σμύριδος καὶ τῶν ζώων ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπότισιν τῶν χρεωλύτρων καὶ τοῦ τόκου τοῦ δανείου τούτου. Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 3 7βρίου, ἐγκατέστη τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ ἡ κυβέρνησις τότε εἶπεν, «ἔχω ἀνάγκην νὰ διοικήσω τὸν τόπον, θὰ ἴδω περὶ τῶν δανείων» αἱ δυνάμεις ἐπείσθησαν καὶ τὸ ἄφησαν, ἐπῆλθεν κατόπιν νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπληρόνετο ἓν ἑκατομμύριον ἀπέναντι τόκων καὶ χρεωλύτρου, ἀλλὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ πότε θὰ γίνῃ ἡ ἀπόσβεσις; Αὐτὴ ἡ περιουσία ἅπαξ ἐκποιουμένη, μετὰ δεκαοκτὼ ἔτη δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἔθνος εἶχε τὴν περιουσίαν αὐτὴν, καὶ εἴτε πολλὰ ἀπελάμβανεν εἴτε ὀλίγα εἶχε καὶ μίαν πίστιν πρὸς τοὺς πιστωτάς του καὶ πρὸς πᾶσαν περίστασιν ἧς ἤθελε λάβει ἀνάγκην. Δὲν μνημονεύω ἐνταῦθα ἑτέρου δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν διελύετο ἡ Βουλὴ τοῦ 1867, ἤθελεν εἶναι ψηφισμένον ἕνα ποσὸν ἵνα χορηγῆται ἐξ 800 χιλιάδων δραχμῶν διὰ χρεώλυτρα καὶ τόκον. Τὸ χρέος τοῦτο εἶχε γίνει κατὰ τὰ 1824 καὶ 1825· ἡ Κυβέρνησις δὲ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν εἶχε λάβει ἀνάγκην νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, ἀλλ’ ἡ τοῦ 1867 ἀπεφάσισε νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, ἡ Βουλὴ ὅμως τότε διελύθη καὶ δὲν ἐπῆλθε κανὲν ἀποτέλεσμα. Βλέπετε ὅτι ἔχομεν χρέη ἄγνωστα καὶ γνωστά. Ἂν ἡ περιουσία αὕτη ἐκποιηθῇ καὶ τὸ τίμημα δαπανηθῇ εἰς τὴν προσωρινὴν χρῆσιν ἣν ἐν ἐνεργείᾳ, ἐξαλείφεται, τὰ δὲ χρέη συλλογισθῆτε πόθεν θὰ πληρωθοῦν; ποίους θὰ ἐπιβαρύνουν; σήμερον ἐπιβαρύνουν αὐτὴν τὴν περιουσίαν, ὅταν ὅμως διατεθῇ, εἰς ποίους θὰ μείνουν; εἰς τοὺς πολίτας θὰ εἴπητε. Συλλογισθεῖτε ὅμως τὸ βάρος. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουρ. τῶν Οἰκονομ., ὅτι τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ προϋπολογισμὸς, εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὴν πρόσοδον αὐτὴν, αὐτὸ τοῦτο μᾶς κάμνει νὰ συλλογισθῶμεν καλλίτερα; καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ χρέη. Εἶναι χρέη, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία, αὐτὴ ἡ ἀχόρταγος ὑπηρεσία, ἡ ὁποία, ἀφοῦ κατατρώγει τὰ εἰσοδήματα ὅλου τοῦ Κράτους, δὲν ἐπαρκεῖ· ἔλαβε μεγάλους φόρους, τοὺς ἐδιπλασίασεν εἰς βαθμὸν, ὅπου δὲν δύνανται νὰ ἀναβιβασθοῦν· ἔλαβε δάνεια ἐπὶ δανείων, τὰ ὁποῖα ἐξησφάλισε διὰ τῶν τελωνείων, διότι ἀπὸ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, ἡ τρέχουσα τὰ ἐπῆρε καὶ ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία θὰ τὰ ἀποδώσῃ· ἀλλὰ δὲν ἔχουν σχέσιν τὰ δάνεια ταῦτα μὲ τὰ τοῦ ἀγῶνος, ὁ ἀγὼν ἐκέρδισεν αὐτὴν τὴν περιουσίαν, καὶ ὁ ἀγὼν ἔχει δικαίωμα ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία ἔχει τὰ δάνειά της, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰ ἴδια αὑτῆς, ἀλλὰ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται δὲν εἶναι κανονισμὸς χρεῶν· νὰ πάρωμεν καὶ ταῦτα, ὅπως ἐπῆρε τοὺς φόρους, ὅπως ἐπῆρε τὰ δάνεια, καὶ τὰ κατηνάλωσε, αὐτὴ εἶναι ἡ λεγομένη ὑπηρεσία τῆς περιουσίας; Ὑπηρεσία θὰ εἰπῇ, ὑπηρεσία ὑπηρετοῦσα πρὸς αὔξησιν καὶ βελτίωσιν τῆς περιουσίας τῆς ἐθνικῆς. Ὑπηρεσία κατατρώγουσα τὴν περιουσίαν εἶναι σπατάλη, εἶναι παραλυσία, καὶ πρέπει νὰ συλλογισθῇ τὸ ἔθνος· ἂν δὲν συλλογισθῇ, ποῦ θὰ βαδίσωμεν; Παρατηρήσατε, ὅτι ὁσάκις ἐδιοικήθημεν μὲ δάνεια, κακῶς ἐδιοικήθημεν· ὁσάκις δὲ ἄνευ δανείων, περιορισθέντες εἰς τὰ εἰσοδήματα τοῦ τόπου καὶ ἐπηρκέσαμεν καὶ σεβαστότεροι ἤμεθα ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, καὶ σᾶς μνημονεύω. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης, ἦλθεν ἡ βασιλεία τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, καὶ τότε παρεκάθισαν εἰς τὴν ἐξουσίαν μέλη ξενικῶν ἰδεῶν, παρὰ τοπικῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην, εἶπον, χρημάτων καὶ αὐτὴ ἡ βασιλεία τότε ἐρχομένη ἔφερε δάνειον 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἔξωθεν διεπραγματεύθη καὶ ἀπεφασίσθη. Ἐκεῖνο τὸ δάνειον, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ἐγέννησε τὰς χρυσᾶς στολὰς, τὰς χρυσᾶς ἐπωμίδας, τὰς δυσαναλόγους μὲ τὰς προσόδους τοῦ κράτους, καὶ κατηναλώθη, ὑπηρετοῦν καὶ τότε τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν· εἶχον πρὸς τούτοις τὰ εἰσοδήματα τοῦ τόπου, διέλυσαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς μονὰς καὶ ἔλαβον τὴν περιουσίαν των, καὶ ὅμως κατηναλώθη καὶ ἡ τοπικὴ πρόσοδος, κατηναλώθη καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐν τῷ διαστήματι μιᾶς ἐννεαετίας, εἰς τὸ τέλος τῆς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, καταναλωθέντος τοῦ δανείου, εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν, κατέφυγεν εἰς οἰκονομίας, ἀλλ’ οἰκονομίας βιαίας, διέλυσε μέρος τοῦ στρατοῦ· τέσσαρα ἦσαν τὰ τάγματα τοῦ πεζικοῦ, διέλυσε τὰ δύω, δύω ἦσαν αἱ ἴλαι τοῦ ἱππικοῦ, διέλυσε τὴν μίαν καὶ ἐπώλησε τοὺς ἵππους καὶ τὰ ἐφίππια, διέλυσε τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ, διέλυσε καὶ κατήργησε πολλὰς θέσεις, ἐκράτησε τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων 15% ἕως 20%, καὶ αὐτὴν τὴν βασιλικὴν ἐπιχορήγησιν κατεβίβασεν ἀπὸ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς 800 χιλιάδας, καὶ μολαταῦτα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῆς ἀμηχανίας, διότι, ἅμα εἰσῆλθον εἰς τοιοῦτον σύστημα, δὲν ἠδύναντο νὰ ὀπισθοδρομήσωσι· καὶ εἰς τοιοῦτον τρόπον εἰσῆλθεν ἡ καχεξία, ὥστε κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος τὸ 43, ὅτε ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν αἱ πρόσοδοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων τοιοῦτος ἐγένετο ἄλλοτε συναγωνισμὸς, οὐδεὶς τότε ἐνοικιαστὴς καὶ ἐγγυητὴς ἐπαρουσιάσθη, διότι ἡ καταδίωξις ἦτο τρομερὰ κατ’ ἀνάγκην. Δὲν εὑρέθη κἀνεὶς νὰ ἐνοικιάσῃ τὰς δημοσίας προσόδους, παρατηρήσατε τὶ νέκρωσις εἶχεν ἐπέλθει εἰς τὸν τόπον, οὕτως ἐτελείωσε μία ἀπερίσκεπτος διαχείρησις, ἐνεκρώθησαν τὰ πάντα, καὶ ἡ κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ εἰσπράττῃ τότε δι’ ἐπιστατῶν. Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 3 Σεπτεμβρίου, διότι ἐθεωρήθη ἀνίκανος ἡ μοναρχία νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐμαρτύρει τὴν ἀνικανότητά της, δὲν ἦτο ἱκανὴ αὐτὴ ἡ μορφὴ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Ἑλλάδα· δυστυχῶς φαίνεται, ὅτι ἡ μοναρχία ἀφίνει τοιαῦτα προηγούμενα, καὶ τοιαύτας ἀναμνήσεις. Ἐζητήθη ἑτέρα μορφὴ, καὶ εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν, ἡ συνταγματικὴ πολιτεία, ἐζητήθη νὰ ἔλθουν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ φέρουν τὰς ἰδέας των, τὰς τοπικὰς γνώσεις των, καὶ μὲ τὰς τοπικὰς γνώσεις, τοπικῶς νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος. Ἐδιοικήθη; Ἂς ἴδωμεν. Ἡ κατάστασις ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, σᾶς εἶπον, πῶς εὑρίσκετο· ἦλθεν ἡ μεταβολὴ, κατεστάθη ἀντιπροσωπικὴ κυβέρνησις, καὶ μετὰ τὰς ἰδέας τοῦ τόπου ἤρχισε τὰ ἐπιδιορθώνῃ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εὗρεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ πῶς ἤρχισε; μὲ δάνεια; ὄχι· μὲ φόρους; ὄχι· διὰ ν’ ἀναλάβῃ ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία ἐπὶ τοσοῦτον ὠπισθοδρόμησεν, ἐπὶ τοσοῦτον εἶχε νεκρωθῆ ἡ κίνησίς της, ἐπανῆλθεν εἰς οἰκονομίας, κατεβίβασε, κύριοι, τοὺς φόρους· 10% ἦτο ὁ φόρος τῶν ἰδιοκτήτων ἀμπέλων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται τώρα· ἐκτὸς τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐλαιώνων καὶ σταφιδαμπελώνων τοὺς κατεβίβασε εἰς 5%· τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ 7 κατεβίβασαν εἰς 4%· τὴν μέταξαν, τὰ πάντα· ἐκήρυξαν ἀφορολόγητα ὅλα τὰ σποράδην κείμενα δένδρα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ τότε ἐφορολογεῖτο καὶ ἡ σταφὶς καὶ ἡ ἄμπελος πρὸς 10%, ἐγένετο ἐκτίμησις καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ πάρῃ σταφυλὴν πρὶν ὁ ἐκτιμητὴς ἐκτιμήσῃ τὴν ἄμπελον, τότε δὲ ἐκτιμοῦσε καὶ τὴν συκῆν καὶ τὴν ἐλαίαν καὶ ὅλα τὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν αὐτῇ· καταβιβασθείσης λοιπὸν οὕτω τῆς φορολογίας, καὶ ὅλα τὰ σποράδην ἐν αὐτῇ δένδρα ἐκηρύχθησαν εἰς ἀτέλειαν. Καὶ μὅλα ταῦτα, κύριοι, ἐκείνη ἡ συνταγματικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχε τὴν αὐτὴν ἀνάγκην ν’ ἀνορθώσῃ, ἀφοῦ κατεβίβασεν οὕτω τοὺς φόρους, ἐκανόνισε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν διὰ νέων καταστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἔφερον τοιαύτην βελτίωσιν, ὥστε ἐπανέφερεν τὸν διαλυθέντα στρατὸν, συνεπλήρωσε καὶ τὸ ἱππικὸν, ὅπως καὶ τὸ πεζικὸν, καὶ ἀντὶ 50 ἢ 60 δραχμῶν, ἀντὶ τῶν ὁποίων ἐπωλήθησαν οἱ ἵπποι, κατὰ τὴν διάλυσιν τοῦ ἱππικοῦ, ἠγόρασεν ἄλλους πρὸς 500 καὶ 600 δραχμὰς τὸν ἕνα.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐνοεῖτε;
§94ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς τὰ 1845, 46 καὶ 47 ἕως 50.
§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπλήρωναν καὶ τὰς τρεῖς δυνάμεις τότε;
§96ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶχον τὴν δύναμιν καὶ τὴν βαρύτητα τότε νὰ εἴπουν καὶ εἰς τὰς δυνάμεις, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδώσατε, ἠξεύρετε σεῖς ποῦ ἐχρησίμευσε· λοιπὸν ἀφοῦ δὲν ἐχρησίμευσε διὰ τὸν τόπον ἄφησέ με νὰ τακτοποιηθῶ, καὶ ἐκεῖναι ἐσεβάσθησαν τὸν λόγον της καθὼς σέβεται πᾶς τις ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κάμνει ἔργα σεβαστά.
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι ἔστειλαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐλεγκτὰς διὰ νὰ ἐξετάσουν τὴν κατάστασίν μας, καὶ ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρόνῃ 1 ἑκατομύριον κατ’ ἔτος;
§98ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πότε; Δὲν τὸ λησμονῶ, κύριε, βουλευτά· νὰ μοῦ εἴπητε καὶ τὰς χρονολογίας, διότι ἐγὼ σᾶς λέγω τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ μοναρχικοῦ εἰς συνταγματικὸν ἐπὶ μίαν δεκαετηρίδα, ὅτι μία δεκαετηρὶς ἔφερε τὰ πράγματα ἐπὶ τῆς μοναρχίας εἰς αὐτὴν τὴν πτῶσιν, καὶ μία δεκαετηρὶς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς συνταγματικῆς πολιτείας ἀνεβίβασε τὰ πράγματα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἣν ἀνέφερον. Τώρα ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέραν ἤρχισαν πάλιν ἐκ νέου νὰ εἰσδύωσιν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα βαθμηδὸν ἔσυραν τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται σήμερον. Οἱ ἐλεγκταὶ, κύριε, Κεχαγιᾶ, ἦλθον πολὺ ἀργὰ, ἦλθον εἰς τὰ 56
§100ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔστω, εἶπον ὅτι μετὰ τὴν δεκαετηρίδα ἐκείνην, ὅταν τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἤρχισε πάλιν νὰ λαμβάνῃ ἄλλον χαρακτῆρα καὶ νὰ τρέχῃ εἰς τὰς παλαιάς του ἕξεις. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος πολιτικὴ συζήτησις διὰ ν’ ἀναπτυχθῶμεν περὶ αὐτοῦ περισσότερον. Λέγω μόνον, ὅτι αὐτὸ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ἐκείνῃ δεκαετηρίδι τῆς ἀπολύτου μοναρχίας τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, τὰ πάντα κατηναλώθησαν, καὶ ἐξωδεύθη καὶ δάνειον ἐξ 60 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅταν ἐπῆλθε τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶπε, θὰ διοικήσω μὲ τὰ μέσα τοῦ τόπου, καὶ ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ, κατεβίβασε τοὺς φόρους κατὰ τὸ ἥμισυ, καθὼς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ 7 εἰς 4%, τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ σταφίδων ἀπὸ 10 εἰς 5%.....
§101ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μόνον δύο φόρους ἠλάττωσε, τῶν ζώων καὶ τῶν οἰκοδομῶν.
§102ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καλὰ προσδιορίζομεν μίαν ἡμέραν καὶ φέρομεν τὰ πρακτικὰ καὶ βλέπομεν τὰς ἐποχὰς, λέγω λοιπὸν ὅτι τότε ἐπαρκοῦσαν εἰς τὴν διοίκησιν. Τὰ παρελθόντα δὲν λέγονται χάριν τῆς ἱστορίας, λέγονται ὡς συνδεόμενα μὲ τὰ παρόντα καὶ τὰ μέλλοντα, καὶ τότε μόνον ἔχουν ἀξίαν. Ὁσάκις ἐδιοικήθη ἡ ἐπικράτεια μὲ δάνεια δὲν ἐπροόδευσεν, ἐπροόδευσε καὶ ἐμεγάλωσε καὶ ἐστάθη σεβαστὴ ὅταν ἐδιοίκησε μὲ οἰκονομίας, καὶ τότε τὰ εἰσοδήματά της ἦσαν ἐπαρκῆ. Σᾶς λέγω, δείξατέ μοι ἐὰν ἴσως μετὰ τὰ 1843 ὅπου ἐτελείωσεν αὐτὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων μέχρι τοῦ 1853 μετὰ μίαν δεκαετηρίδα, ἂν ἐχρειάσθη δάνειον νέον. Εἰς τὰ 1854 ἐπῆλθε κυβερνητικὴ γνώμη νὰ γίνῃ νόμος καὶ ἐψηφίσθη περὶ ἑνὸς δανείου ἐκ 5 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ἐλήφθησαν μόνον 500 ἢ 600 χιλιάδες δραχμῶν, ὕστερον εἰς τὰ 1860 καὶ 1861 ἄρχεται ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ τοῦ δανείου. Λοιπὸν βλέπετε ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1853 κάλλιστα ἐδιοικήθη τὸ Κράτος, ἄνευ δανείων, ἀνεπλήρωσεν ὅσα προτήτερα εἶχον καταργηθῆ, διότι καὶ τὰ τάγματα ἐσύστησε καὶ τὸ ἱππικὸν συνεπλήρωσεν ἐκ νέου, τὸ ὁποῖον εἶχε διαλυθῆ καὶ τοῦ βασιλέως τὴν ἐπιχορήγησιν ἐξησφάλισε διὰ μίαν δεκαετηρίδα εἰς 1 ἑκατομμύριον, ἐνῷ τὴν εἶχε καταβιβάσει εἰς 800 χιλιάδας, καὶ τὰς κρατήσεις τῶν ὑπαλλήλων κατήργησε, καὶ οὔτε ἰδέα ἦτο περὶ δανείου, οἱ προϋπολογισμοὶ συνετάττοντο ἐπὶ τῶν καθαρῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, ἐδαπανῶντο καὶ ἄφινον καὶ περίσσευμα, οὔτε λόγος ἐγένετό ποτε περὶ δανείων. Τώρα λοιπὸν λέγω, ὅτι εἰς τὸ χάος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθησαν ὅλα ταῦτα τὰ νέα δάνεια, νὰ μὴ πέσῃ καὶ ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, αὕτη ἡ περιουσία ἔχει ἱερὰς ὀφειλὰς, ἔχει ἱερὰς ὑποχρεώσεις νὰ πληρώσῃ, καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς ἐκπλήρωσιν ἐκείνων. Ὅταν ἤθελεν ἐκπληρώσει αὐτὰ κ’ ἤθελεν ἔχει περίσσευμα, τότε μάλιστα.
§103ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν πρότασίν σας περὶ δημοσίου χρέους;
§104ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δημόσια χρέη ἐννοῶ ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ, τὰ ὁποῖα ἔγειναν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος. Ἔχετε μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐξετάζει τὰ τοῦ ἀγῶνος, 25 χιλιάδες ὀνόματα εἶναι εἰς βαθμολογίαν, 22 χιλιάδες ἐβαθμολογήθησαν ἕως τώρα· 18 ἑκατομμύρια ἔχουν ἀπαιτήσεις αἱ ναυτικαὶ νῆσοι διὰ τὰς δαπάνας τοῦ στόλου, ἄλλα τόσα καὶ περισσότερα εἶναι τῆς ξηρᾶς δι’ ὁμολογιῶν ἀπὸ τὰς συνελεύσεις καὶ τὰς τότε κυβερνήσεις πιστοποιημένα· τί νὰ τὰ κάμωμεν αὐτά; νὰ τὰ φορτώσωμεν εἰς τὴν περιουσίαν τὴν ἰδιωτικήν; Τὰ δάνεια ἔκαμαν τὴν ὑπηρεσίαν πολυτελῆ καὶ ἀνοικονόμητον, δὲν εἰμπορεῖ πλέον νὰ περιορισθῇ, ἡ περιουσία λοιπὸν αὕτη εἶναι πιστωμένη ἀπὸ ὅλα τὰ δάνεια, ἀπὸ ὅλα τὰ ἱερὰ χρέη καὶ δὲν εἰμποροῦμεν νὰ τὰ ἀποφύγωμεν καὶ νὰ μείνουν χωριστά.
§105ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Δαγρές.
§107ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν, λέγω, ὅτι τὸ τίμημα θὰ καταβάλληται καὶ θὰ φυλάττηται διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν χρεῶν.
§108ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατέ με.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Δαγρέ.
§110ΔΑΓΡΕΣ. Ἐσύστησα εἰς τὸν φίλον μου κύριον Καλλιφρονᾶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεώς του διὰ τὴν αὔριον, ὅτε πιστεύω θὰ λάβῃ χώραν πλέον εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἐσύστησα τοῦτο, διότι ἐκτιμῶ πολὺ τὸν κύριον Καλλιφρονᾶν, καὶ διότι ὑπώπτευον, ὅτι ἡ πρότασίς του ἀπέβλεπεν ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὸν ὁποῖον βλέπω ἤδη ὅτι ἐπιδιώκει. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔχει τὸν καιρόν της, καὶ ἂν ἤρχετο ἁρμοδίως, ἴσως ἤθελεν εὕρει κ’ ἐμὲ σύμφωνον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πρότασις ἦλθεν ἀκαίρως καὶ ἀκαταλλήλως, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς προτάσεως αὐτῆς δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπόν, παρὰ τὴν περιπλοκὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω καὶ σήμερον πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ σπουδαία συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὄντος σπουδαίου τούτου ζητήματος. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς συνιστῶ θερμῶς νὰ μὴ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ προσωπικοὺς λόγους, νὰ μὴ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ τοπικὰ συμφέροντα, νὰ μὴ λάβουν ὑπ’ ὄψιν των τὴν ἰδιότητα τῶν κτημάτων τῆς ἰδίας ἑαυτῶν ἐπαρχίας, τὴν ἰδιότητα τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος κατέχει· ἀλλ’ ὡς ἄνθρωποι ἀδιάφοροι καὶ ὡς ἐμπρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξετάσωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα. Λάφυρα τοῦ πολέμου, σᾶς εἶπεν ὁ κύριος βουλευτής, εἶναι αἱ ἐθνικοϊδιόκτητοι φυτεῖαι, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους, σᾶς εἶπεν ἕτερος, εἶναι· τίς αἱ φυτεῖαι, τὰς ὁποίας μυριάδες οἰκογενειῶν κατέχουν ἀπὸ πότε; πλεῖστοι πρὸ αἰώνων. Κεφάλαιον πιστωτικόν, σᾶς εἶπεν ἄλλος, εἶναι ἡ περιουσία τοῦ λαοῦ ἐπὶ χρεῶν ἱερῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεται, οὐχὶ ἐπαρχία ὡρισμένη, οὐχὶ ἡ Πελοπόννησος, οὐχὶ ἡ ἐλευθέρα Στερεὰ Ἑλλάς, οὐχὶ αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, οὐχὶ ἡ Ἑπτάνησος, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται καὶ θεωρεῖται ὑπόχρεως ὅλος ὁ ἑλληνισμὸς ὁ ἐξεγερθεὶς κατὰ τὰ 1821. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω, κύριοι, εἰς τοπικὰς διακρίσεις διὰ νὰ μὴ ἐρεθίσω τοπικὰς καὶ προσωπικὰς φιλοτιμίας, ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλεται καθῆκον ἱερὸν καὶ ὑπέρτατον, καθόσον ἀντιπροσωπεύω μίαν ἐπαρχίαν, ἥτις ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος μάρτυς τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία προσέφερε, οὐχὶ αἵματα, οὐχὶ οἰκίας, οὐχὶ περιουσίας, τί προσέφερεν, κύριοι, εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, τί νομίζετε ὅτι προσέφερεν; ὅ,τι σήμερον σᾶς ζητεῖ νὰ δώσητε ἐπὶ ἀντιτίμῳ· καὶ διὰ ν’ ἀνυψώσω τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν ἀνήκουσαν θέσιν του ὀφείλω νὰ ἀναφέρω μίαν περίστασιν, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἐντίμους γέροντας τοῦ ἀγῶνος ν’ ἀναφέρουν καὶ ἄλλα ὅμοια περιστατικά. Ὅτε ὡς ἕδρα τῆς φοβερᾶς στρατιᾶς τοῦ Ἰμβραΐμ ὑπῆρξεν ἡ Πελοπόννησος, καὶ πρὸ πάντων ἡ Μεσσηνία, γνωρίζετε εἰς ποῖα μέσα κατέφυγε πρὸς ἐξόντωσιν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Γνωρίζετε, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἐνδόξων ὁπλαρχηγῶν τοῦ μέρους ἐκείνου ἐσώθη ἀπὸ τὴν μάχαιραν τῶν Ἀλβανῶν καὶ ἀπὸ τὴν καραβίναν τῶν Ἀράβων, ἐσώθησαν ὀλίγα τινα λείψανα, τινὰ τῶν ὁποίων παρακάθηνται, καὶ τῶν ὁποίων τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι. Μία μόνον περίστασιν θὰ σᾶς ἀναφέρω· καὶ ὁμιλῶν, ὁμιλῶ περὶ λαοῦ, αὐτοῦ τὰ συμφέροντα μὲ ἐπασχολοῦν, δὲν εἶμαι φεουδαλιστής, καθότι ἀποκρούω τὸν φεουδαλισμόν, τὸν τοπικὸν καὶ τὸν προσωπικὸν πάντοτε. Ὅταν ἀκούσητε ταῦτα, εἶσθε κύριοι νὰ εἰπῆτε ἂν τὰς γαίας αὐτὰς παραχωρῆτε δωρεὰν ἢ ἐπ’ ἀμοιβῇ. Αὕτη εἶναι μία ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν μοὶ φαίνεται πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε, ὡς καὶ τὴν ἀπάντησιν τῶν προκρίτων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας εἰς τὸν Ἰμβραΐμην. Ὅταν ὁ Ἰμβραΐμ ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐξοντώσεως, ὅτε εἶχε καταστρέψει τὰ δένδρα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφασίσητε, κόπτων ταῦτα εἰς τὴν βάσιν των, τῶν κατοίκων πεισματωδῶς ἐπιμενόντων εἰς τὴν ἀντίστασιν, τί τοῦ ἀπήντησαν οἱ πρὸ αἰώνων κάτοχοι αὐτῶν τῶν ἐν λόγῳ φυτειῶν; (ἐὰν σφάλλω, παρακαλῶ εἷς τῶν ἐντίμων ἀγωνιστῶν ἐκ τῶν παρόντων, νὰ μὲ διορθώσῃ). Ὁ Ἰμβραΐμ ἀπηύθυνε μίαν πρόσκλησιν καὶ εἶπε· «τί περιμένετε πλέον; ἐὰν ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος περιμένουν νὰ σωθῶσιν, ὁ νομός τῆς Μεσσηνίας, ἡ Πελοπόννησος τέλος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ, οἰκία δὲν σᾶς ἔμεινε, στέγη δὲν σᾶς ἔμεινε ζῶον δὲν σᾶς ἔμεινε, τὸ πλεῖστον τῶν γυναικῶν καὶ τῶν τέκνων σας κατήντησαν ἀνδράποδα καὶ στέλλονται σωρηδὸν καὶ ἀγεληδὸν ὡς αἰχμάλωτοι εἰς τὴν Αἴγυπτον» καὶ ἀκόμη αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκ Πελοποννήσου καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος βεβαίως ὑπάρχουν εἰς Ἀραβίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ εἰς τὰ δύο ἡμισφαίρια πολλοὶ τοιοῦτοι» τί περιμένετε; τὰ δένδρα αὐτὰ τὰ ἐκόψαμεν, τί κάμνετε; παραδοθῆτε ἵνα διασώσητε κάτι τί· τί ἀπήντησαν οἱ εὐγενεῖς, οἱ ἐνάρετοι, οἱ ἀξιότιμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὰς εἰκόνας ὅλοι ὡς ἐγκόλπια ὀφείλομεν νὰ φέρωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεισφέραμεν, οὔτε ἠγωνίσθημεν, οὔτε ἐγεύθημεν τὰς πικρίας τοῦ ἀγῶνος; Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ἡ ἀπάντησις ἦτο αὐτή· «ὅτι εἶσαι κύριος καὶ τῆς περιουσίας μας, εἶσαι κύριος καὶ τῶν τέκνων μας, εἶσαι κύριος καὶ τῆς ζωῆς μας, ἑνὸς μόνου δὲν θὰ σὲ καταστήσωμεν κύριον ἑκουσίως, τῆς ἐλευθερίας μας.» Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, κύριοι; μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀληθές! διότι ἴσως ἔχουν ὑπογράψει τινὲς τῶν ὧδε παρακαθημένων μὲ ἡμᾶς. Τί δὲ εἶχε τρέξει; εἶχε λάβει τὸ μέτρον ὁ Ἰμβραήμης καὶ ἔκοψεν ὅλα τὰ ὑπάρχοντα ἐν Μεσσηνίᾳ δένδρα· οἱ περίφημοι ἐλαιῶνες τῆς Πυλίας, οἱ περίφημοι συκιῶνες τῆς Μεσσηνίας κατεστράφησαν· καὶ ἂν σήμερον ὑπάρχουν ἐκεῖ δένδρα, εἶναι παραφυάδες τῶν ἐκκοπέντων δένδρων. Τότε λοιπὸν τὰ τοιαῦτα κτήματα, τὰ ὁποῖα κατεῖχον οἱ πατέρες μας πρὶν ἴσως ἔλθῃ ἡ ὀθωμανικὴ ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὰ ὁποῖα χάριν τῆς ἐλευθερίας ἡμῶν ὅλων ἀπεφασίσαμεν νὰ θυσιάσωμεν, αὐτὰ σήμερον μᾶς λέγετε καὶ χρησμοδοτεῖτε ὡς περιουσίαν, ὡς λάφυρον τοῦ πολέμου; καὶ νὰ τὸ λέγῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς; λησμονεῖ, ὅτι διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἀττικῆς κάτι τι συνεισέφερον καὶ οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ κάτοχοι τῶν φυτειῶν, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι σᾶς παρακαλοῦν, σᾶς λέγουν κάμετέ μας ἰδιοκτήτας, δώσατέ μας τὸ δικαίωμα νὰ δανειζώμεθα εὐκόλως, βεβαιώσατέ μας ὅτι εἴμεθα κύριοι τοῦ μέρους αὑτοῦ, διὰ νὰ τὸ καλλιεργήσωμεν καλλίτερον, νὰ συνεισφέρωμεν πρὸς συντήρησιν τοῦ δημοσίου ταμείου περισσότερον, καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἡ περιουσία αὕτη εἶναι κτῆμα τοῦ ἔθνους, ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ναυπάκτου ὁ κ. Ῥοντήρης χθὲς σᾶς εἶπε;
§111ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§112ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ δώσω ἀφορμὴν, καὶ ἂν μὲ δώσουν ἀφορμὴν θὰ μάθωσιν ὅτι οἱ πωλοῦντες σήμερον ὡς τσόχαν βελούδου μίαν γωνίαν γῆς, ἡ ὑπερτιμημένη αὕτη γῆ ἐξηγοράσθη παρ’ ὅλων ἡμῶν.
§113ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὴ τὸ ἐπαναλαμβάνετε πολὺ, κύριε.
§114ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην, διότι στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν.
§115ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ εἰπῆτε λοιπὸν, ὅτι σεῖς μόνον ἐπολεμήσατε εἰς τὸν ἀγῶνα; νὰ τὸ ἴδωμεν.
§116ΛΕΚΚΑΣ. Ποῖος ἔφερεν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐπαναστάσεως, κ. Δαγρὲ; δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ δημοκοπήσητε σήμερον, ὑβρίζετε τὸν Ζαίμην σήμερον, ὑβρίσατε τὸν Δεληγεώργην χθὲς, δημοκοπεῖτε, ἀλλὰ δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ δημοκοπήσητε, εἶσθε βουλευτὴς καὶ τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ ἡσυχάσατε.
§118ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κατ’ ἐπαρχίας νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἀγῶνα· νὰ μετρηθῶσιν οἱ ἀγῶνες μὲ τὸ αἷμα ἑκάστου.
§119ΛΕΚΚΑΣ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή; δὲν τὸ ἀνέχομαι, σᾶ. παρακαλῶ νὰ βιάσητε τὸν κ. Δαγρὲ νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὸ (θόρυβος)
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε παρακαλῶ.
§121ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, θὰ φέρω πρότασιν νὰ διανεμηθῇ ἀναλόγως τῶν ἀγώνων ἑκάστης ἐπαρχίας (θόρυβος).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι.
§123ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν τὸ ἀνέχομαι, καὶ σεῖς μὴ ἀνέχεσθε νὰ ὑβρίζησθε (θόρυβος). Εἶπεν ὅτι ἡ ἐπαρχία του ἠγωνίσθη καὶ αἱ ἄλλαι δὲν ἔκαμαν τίποτε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κ. Λέκκα, παρακαλῶ.
§125ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν ζητεῖτε μόνον νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία μας, ἀλλὰ μᾶς ἐπιβάλλετε καὶ ἓν στίγμα ὅτι δὲν συνεισφέραμεν εἰς τὸν ἀγῶνα (θόρυβος).
§126ΛΕΚΚΑΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ.
§127ΔΑΓΡΕΣ. Πρῶτον ὁ κ. Λέκκας ν’ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπε, καὶ ἐγὼ ἔπειτα θὰ δώσω ἐξηγήσεις· καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Ῥοντίρης δὲν πιστεύω νὰ θυμώνῃ μὲ τὰ σωστά του, θέλει ἴσως νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς περιστάσεως. Ὁ κ. Λέκκας μοὶ ἀπέδωκε ἰδιότητα.
§128ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν εἶναι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες εἵλωτες.
§129ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διακόψητε, καὶ κάθε ἄλλος παρὰ σεῖς, διότι τότε δὲν εἶσθε ἄξιος τοῦ ἐπαγγέλματός σας. Λοιπὸν ὁ κ. Λέκκας μοὶ ἀπέδωκεν ἰδιότητα τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω, οὐδένα ὕβρισα, πολὺ ὀλιγώτερον ἐπαρχίαν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ.
§130ΛΕΚΚΑΣ. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐκεῖ· εἴπατε ὅτι ἡ ἐπαρχία σας ἔδωκε χρήματα διὰ νὰ ἐλευθερωθῇ ἡ ἐπαρχία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, νὰ προσέχετε εἰς τὰς ἐκφράσεις σας (θόρυβος).
§131ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ ὁρίσητε τὴν λέξιν τὴν ὁποίαν εἶπα.
§132ΛΕΚΚΑΣ. Εἴπατε καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας σας ἐπλήρωσαν καὶ ἠλευθερώθησαν ἄλλαι ἐπαρχίαι καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ·
§133ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; (θόρυβος).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ παρακαλῶ, κύριοι.
§135ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀφοῦ λέγει ὅτι δὲν τὸ εἶπε, ἡμεῖς εἴμεθα ἱκανοποιημένοι.
§136ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσβλητικόν, τὸ ὁποῖον ἠρέθισε δύο τῶν κ. βουλευτῶν, διότι εἶπον ὅτι ἡ τάξις τῶν ἐμφυτευτῶν, οἱ κάτοικοι τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, οἱ ἔχοντες δικαιώματα ἐπὶ τοῦ τόπου των, σᾶς ζητοῦν οὐχὶ δῶρον, ἀλλ’ ἐπὶ ἀμοιβῇ, ἐπὶ πληρωμῇ, νὰ παραχωρήσητε τὰ κτήματα ὅλα τὰ ὁποῖα κατεῖχον πρὸ αἰώνων; Εἶναι ὕβρις; σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι προσβολή; καὶ δὲν ἠξεύρουν οἱ κύριοι, οἱ ἐρεθισθέντες, ὅτι ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν, ἥτις κατὰ ⅘ δὲν ἔχει ἐθνικὰς γαίας, ἀλλ’ ἔχει ἰδιοκτήτους γαίας; Καὶ δὲν ἠξεύρουν, ὅτι ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ πολλοστημορίου τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ὁμιλῶν ὑπὲρ τοῦ πολλοστημορίου ὑβρίζω τὰ ⅘, ὑβρίζω τ’ ἄλλα μέρη; ὕβρις εἶναι ἐὰν εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀναγέννησίν της, εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ὡς κράτος ἀνεξάρτητον, εἶπεν, ἀφίνω τὴν μίαν ἐπαρχίαν διὰ νὰ πάρω τὴν ἄλλην; καὶ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον νὰ τὸ εἴπω ἐὰν ᾖναι ἀληθές, καὶ διότι εἶναι ἀληθές, νὰ ὑπερασπισθῶ καὶ τῶν συμπολιτῶν μου τὰ δικαιώματα, διότι οὐδένα διέκρινα; Διαμαρτύρομαι λοιπόν, εἶπον ὅτι οἱ Ἕλληνες ὅλοι ἠγωνίσθησαν· ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν γαιοκτημόνων, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
§137ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ θέμα, κ. Δαγρέ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε, ἐγὼ θὰ τοῦ τὸ εἴπω αὐτό.
§139ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν σήμερον πρόκειται νὰ ἐκποιήσητε κτήματα κατεχόμενα, ἐπαναλαμβάνω, καὶ θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω αἰωνίως, καὶ ἂς θυμόνουν ὅσον θέλουν, κατεχόμενα τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἀπὸ τοὺς κατόχους ἢ τοὺς πατέρας των πρὸ αἰώνων.
§140ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Τώρα πρόκειται νὰ εἴπωμεν ἐὰν τὰ χρήματα πρέπῃ νὰ κατατεθῶσι εἰς τὴν Τράπεζαν, ἢ νὰ τὰ μεταχειρισθῇ τὸ Δημόσιον δι’ ἀνάγκας του.
§141ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς δὲν εἶναι ἐναντίος εἰς τὸ Νομοσχέδιον, ἀλλὰ λέγει μόνον ποῦ πρέπει νὰ χρησιμεύσωσι τὰ χρήματα.
§142ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, λάφυρον τοῦ πολέμου, ἐγὼ τοῦτο δὲν τὸ δέχομαι, καὶ λέγω ὅτι διὰ διαφόρων ἐπὶ Τουρκοκρατίας συμφωνιῶν, καὶ συνεπεία συμβάσεων διαφόρων, ἐκαλλιέργουν οἱ ἐμφυτευταὶ αὐτὰς τὰς γαίας μὲ μόνον μίαν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ὅπερ, ὡς ἀργότερον θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ἦτον ἐλάχιστον εἰς τοὺς Ὀθωμανούς. Τώρα ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξητε, ἔχουν μίαν διάταξιν εἰς τὸν Νόμον αὐτόν, πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν, εἰς ἐξόφλησιν δανείων, καὶ ὅπως χρησιμεύσωσιν διὰ τὸ Δημόσιον, ὡς περιουσία τοῦ Δημοσίου.
§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, καὶ πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς δημοσίους ἀνάγκας.
§144Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου ἡ προερχομένη ἀπὸ πόλεμον εἶναι λάφυρον.
§145ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι οὔτε λάφυρον, οὔτε ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου, εἶναι περιουσία εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέχει μὲν καὶ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀναφαίρετος ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας, τώρα πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ τὸ ἀνάλογον εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως τοῦτο συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν ἐπὶ δημοσίων γαιῶν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κατσικαπῆς.
§147ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Καλλιφρονᾶ καὶ Δαγρὲ μὲ ἔφερον ἀναγκαίως εἰς τὸ βῆμα, διότι νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος ἦσαν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅπως καὶ ὅλοι ἡμεῖς, ὅτι ἐπολέμουν ἰσχυρισμοὺς μὴ ὑπάρχοντας. Δηλ. ὁ μὲν κύριος Καλλιφρονᾶς ἔκαμε μίαν θεωρίαν κατὰ τῶν δανείων ἐν γένει· καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκην αὐτήν, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου της εἶπεν, ὅτι ἐναντιοῦται εἰς τὰ δάνεια, ἡ δὲ Βουλὴ ἐφάνη συμμερισθεῖσα τὴν ἰδέαν αὐτοῦ. Ὁ κ. Δαγρὲς ὡμίλησεν ὡσὰν νὰ ὡμίλει περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν αὐτὸ οὐδεὶς ἐπολέμησεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐῤῥίφθησαν ἰδέαι τινὲς, ἀνάγκη νὰ διασαφηνισθῶσιν αἱ ἰδέαι αὗται διὰ νὰ μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται νὰ κάμωμεν χάριν, νὰ λάβωμεν καὶ νὰ δώσωμεν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδεμίαν χάριν πρόκειται νὰ κάμωμεν εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς, ἀλλὰ λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καθὼς ἐγένετο τοῦτο καὶ ἄλλοτε διὰ νόμου ὁμοίας φύσεως, ἐπὶ τῶν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς οἰκοδομησάντων. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἐπειδὴ αἱ κυβερνήσεις αἱ προλαβοῦσαι, τὸ σύστημα τὸ παρελθὸν, ἐναντιοῦτο εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Ἕλληνος, καὶ ὁ Ἕλλην κατεπάτησε τοὺς νόμους, καὶ ἐνεφύτευσε καὶ ᾠκοδόμησεν ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν, τείνων εἰς τὴν πρόοδον, ἦλθεν ὁ νόμος περὶ τῶν οἰκοδομῶν πρὸ πολλοῦ, ὅστις εἶπεν, δίδομεν δικαίωμα νὰ λάβωσι τὴν γῆν αὐτὴν ἐπὶ ἐκτιμήσει. Ἐρχόμεθα ἤδη νὰ πράξωμεν τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν ἐμφυτεύσεων, δὲν κάμνομεν θυσίαν οὐδὲ χάριν, ὑπὲρ οὐδεμιᾶς τάξεως, λαμβάνομεν πρόνοιαν διὰ τὸ δημόσιον, καὶ ἂν δὲν προλάβωμεν, δὲν θά ἔχωμεν κατόπιν τίποτε, διότι μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ ἔχωμεν τοιαύτας γαίας, διότι αἱ πλεῖσται τῶν γαιῶν αὐτῶν ἐξησφαλίσθησαν. Τὸ κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρχον πολλαὶ γαῖαι, ἤδη ὑπάρχουσιν ὀλίγαι, μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ὅλως διόλου, λοιπὸν πρὸς τί ἡ θεωρία τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ περὶ δανείων, ὡς καὶ οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Δαγρέ; Συζητοῦμεν ἤδη ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν πρότασιν περὶ τοῦ, εἰς τί θέλουν χρησιμεύσει τὰ χρήματα. Ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς νομίζει ὅτι, τὰ εἰσπραχθησόμενα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ χρήματα, πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν δημοσίων χρεῶν. Οὕτως ἐκφράζεται, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του δὲν ἐκφράζεται οὕτω, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασίν του. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐφάνη ὑποκρύπτων σκοπόν τινα, καὶ σᾶς ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν τὸν σκοπόν του, τὴν πληρωμὴν τῶν δημοσίων χρεῶν. Διότι σᾶς εἶπεν ὅτι, τὰ λοιπὰ δημόσια χρέη τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, τῶν ἐξ ἑκατομμυρίων, τῶν εἴκοσι ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, τῶν ἐντόκων γραμματίων, εἶναι τῆς συνήθους ὑπηρεσίας, χρέη δὲ ἱερὰ εἶναι τὰ εἰς τὸν ἀγῶνα ἀναφερόμενα. Κύριοι, πολλὰ θὰ ἐῤῥέθησαν πολλάκις περὶ ἀγῶνος καὶ ἀγωνιστῶν ἀκαίρως καὶ παραλόγως· κύριοι, ἂς κάμωμεν μετὰ πλειοτέρου σεβασμοῦ λόγον περὶ τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν ἀγωνιστῶν· σώζονται τινὰ λείψανα καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὰ ἱερὰ αὐτὰ λείψανα τὰ πραγματικὰ, ἐὰν ἤθελον μᾶς ἀπαντήσει θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀξίωσιν, ὅπως τῳόντι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίωσιν, ὅστις ἠξεύρει νὰ ἐκπληρῇ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Εἶναι καλὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, ἴσως εὑρεθῶμεν ἄλλοτε εἰς θέσιν νὰ τὸ συζητήσωμεν, εἶνε καλὸν νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κατάχρησιν, ἥτις γίνεται εἰς τὸν ἀγῶνα. Καὶ θὰ πιστεύσῃ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖται ὁ ἀγὼν καὶ αἱ θυσίαι· μὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπραχθῆ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ἱκανοποιεῖται δι’ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς ὁ ἱερὸς ἀγὼν τοῦ 1821, αὐτὸς δύναται δι’ ἑνὸς μόνου τρόπου νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡμέραν παρ’ ἡμέραν γίνεται δυσκολώτερον, εἴθε ἡ φροντὶς ἡμῶν καὶ ἡ θεία ἀρωγὴ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ ἀγῶνος, διότι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ δὲν ἦτο νὰ περικλεισθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἕνα τόπον τόσον στενὸν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν εἰμπορεῖ παρὰ νὰ σκάσῃ ἐπὶ τέλους. Διὰ τοῦτο, κύριοι, καὶ μόνον τοῦτο, (διότι εἶναι περιστάσεις, ὥστε μερικὰ πράγματα πρέπει νὰ σιωπῶνται διὰ νὰ μὴ προξενῶσι σκάνδαλα·) Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κύριον Καλλιφρονᾶν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, καὶ ὅπως ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς, οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ πάντες οἱ σκεπτόμενοι περὶ τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι περισσότερον σκέπτεται καὶ ἐνδιαφέρεται ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς. Ἂς προβῶμεν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν χαρίζομεν εἰς κανένα, καὶ ὅτι ἐξασφαλίζομεν τὰ δημόσια συμφέροντα.
§148ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπαντήσω καὶ ἀνασκευάσω τὸν προλαλήσαντα κύριον Δαγρέν. Ἡ Βουλὴ εἶναι μάρτυς τῶν λεχθέντων αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ καὶ ὁ ἴδιος εἰς τὴν πρότασίν του καὶ τοὺς λόγους εἰς τοὺς ὁποίους ἐστήριξε τὴν πρότασίν του.
§149ΔΑΓΡΕΣ. Εἴπατε τοὺς λόγους καὶ ἂν εἶπα τὸ τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ μοῦ ἀναιρέσητε, τότε νὰ τὸ ἀναιρέσω.
§150ΛΕΚΚΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἡ Μεσσηνία ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα.... (θόρυβος).
§151ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἰπέτε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον.
§152ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Αἱ Ἀθῆναι, ἡ Ὕδρα, τὸ Μεσολόγγιον αὐτὰ εἶναι οὐδέν.
§153ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ (θόρυβος).
§154ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν αὐτὰ αὔριον ἔτι εὐρύτερον, διότι νομίζω, ὅτι ὅταν ἀδικῆταί τις (θόρυβος).
§155ΛΕΚΚΑΣ. Εἶναι ἐκεῖ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ καὶ θὰ ἴδητε· θὰ τὰ μεταφράσω καὶ ἐγὼ, διότι ἠξεύρω στενογραφίαν, κύριε Δαγρέ.
§156ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μὴ νομίζετε ποτὲ, ὅτι μόνον δι’ ἀποζημιώσεως καθαρίζεται ἡ ἰδιοκτησία. Ἐγὼ, κύριοι βουλευταὶ, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε (θόρυβος).
§157ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἀνέφερον ὅλα τὰ τμήματα, τὴν Πελοπόννησον, τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα κλπ.
§158ΛΕΚΚΑΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ ἰδῆτε, κύριε, τί εἴπατε, τί ἐννοούσατε· μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις.
§159ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν, χάριν τῆς προσβαλλομένης ἀληθείας· ὁρίσατε, κύριε Λέκα, ἔχετε τὸ θάῤῥος;
§160ΛΕΚΚΑΣ. Εἴπατε, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, ἐπληρώθησαν δι’ ἄλλας ἐπαρχίας ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν σας ἐκ τοῦ δανείου ἢ ἀπὸ τοὺς κατόχους τῶν φυτειῶν.
§161ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι γελοῖον· αὐτὸ δὲν τὸ εἶπα (θόρυβος).
§162ΤΙΝΕΣ. Ὅταν τὸ λέγῃ, ὅτι δὲν τὸ εἶπε.
§163ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ὑπερασπίσθην ὅλους τοὺς ἐμφυτευτὰς τῆς Ἑλλάδος, ἐγὼ δὲν ὑπερασπίσθην ἰδιαιτέρως τινὰς ἐκ τῶν ἐμφυτευτῶν (θόρυβος).
§164ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἐγὼ, ὅστις φαίνομαι ἀντιτασσόμενος, ἐκαυχήθην καὶ ἐφώναζα ἄλλοτε κατὰ τὸ 1854 καὶ δὲν ἔπαυσα ἡμέραν καθ’ ἡμέραν νὰ δίδω ὤθησιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ παύσῃ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ ἰδιωτικὴ, καὶ διὰ τοῦτο προεθέμην νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου ὡς πολίτης Ἕλλην εἰς τὸν κύριον Σωτηρόπουλον ὡς ὑπουργὸν καὶ ὡς πολίτην, ὅτι πάντοτε ὤθησε πρὸς τὰ ἐμπρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ πρὸς τὴν λύσιν του. Λοιπὸν κατὰ τῆς λύσεως δὲν εἶμαι· ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, νομίζω δὲ, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ, ἴσως καὶ μέγα μέρος, ἐμπνέονται ἀπὸ αἴσθημα ἐπιεικείας, ἀλλὰ τὸ ἐπιεικὲς ἔχει ὅρια, καὶ ἐδῶ εἶναι ὁ ἀγὼν, δι’ αὐτὸ ἡ συζήτησις. Ἐγὼ λοιπὸν ἔχω τροπολογίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν θὰ τὴν ἀναπτύξω, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ ἡ Βουλὴ τὴν τύπωσιν νὰ συζητηθῇ αὔριον, τώρα μόνον θὰ τὴν ἀναγνώσω· «Αἱ ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως γενόμεναι φυτεῖαι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν, ἀνήκουσαι δυνάμει τοῦ νόμου κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς τὸ δημόσιον, διανέμονται μεταξὺ δημοσίου καὶ φυτευτοῦ κατὰ τὰ ἀκόλουθα ἄρθρα. Πωλεῖται ἐπὶ δημοπρασίας κατὰ τοὺς περὶ τούτων νόμους τὸ ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου ἑκάστης φυτείας, κατακυροῦται δὲ εἰς τὸν ὑπερθεματιστήν· οὗτος δὲ διεξάγει τὰ τῆς διανομῆς ἐφεξῆς κατὰ τοὺς νόμους τοῦ κράτους. Ἐὰν ὁ φυτευτὴς συναγωνίζεται καὶ μείνῃ αὐτὸς τελευταῖος ὑπερθεματιστής, ἔχει προνόμιον ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς προσφορᾶς 15%. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν φυτειῶν ὁρίζεται προτοῦ κατὰ στρέμμα ὑπὸ ἀρχῆς συγκειμένης ὑπὸ τοῦ νομάρχου, τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου, τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν τοῦ νομοῦ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν κατὰ καιροὺς πωλήσεων, κατὰ δήμους καὶ κατὰ χωρία. Ἄρθρ. 4. Κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων δύναται νὰ γείνῃ ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄρθρ. 5. Ὁ φυτευτὴς δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον κατὰ κυριότητα, ἐὰν ἀναδέχεται νὰ πληρώσῃ τίμημα διὰ τὴν φυτείαν, εἰ μέν ἐστὶν ἄμπελος, δρ. 200, εἰ δ’ ἐστὶν σταφιδάμπελος, δρ. 400. Ἄρθρ. 6. Οἱ ἄνευ ἀδείας τῆς κυβερνήσεως φυτεύσαντες γίνονται καὶ αὐτοὶ κύριοι τοῦ ἡμίσεως· τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν κατὰ τ’ ἀνωτέρω· δὲν ἔχουν δὲ τ’ ἀνωτέρω προνόμια, ἤτοι συναγωνίζονται ἐπὶ ἴσοις μετὰ τῶν ἄλλων πωλητῶν· ἐὰν δὲ θέλωσι νὰ κρατήσωσι τὰς φυτείας, κρατοῦσιν αὐτὰς ἐπὶ τιμήματι δραχ. 250 διὰ τὰς ἀμπέλους, καὶ 450 διὰ τὰς σταφίδας. Ἄρθρ. 7 Ἡ καθυστέρησις δύο δόσεων φέρει τὴν ἀπώλειαν τῆς κυριότητος μεταβαινούσης εἰς πάντα πολίτην, ὅστις πρῶτος καταθέσει εἰς συμβολαιογράφον τινα τοῦ κράτους τὰς δύο καθυστερουμένας δόσεις καὶ δύο ἔτι δόσεις. Ἄρθρ. 8. Ἐκ τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων τῶν εἰσπραττομένων κατ’ ἔτος μία μὲν μερὶς εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἴση μὲ τὰς μέχρι τοῦδε εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας· ἑτέρα δὲ μερὶς κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ δαπανηθῇ παραγωγικῶς ἢ εἰς σύστασιν γεωργικῶν τραπεζῶν, ἢ εἰς ἐγγύησιν προσόδου σιδηρᾶς ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου μέχρι Λαμίας.
Ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας
Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ.»
Αὐτὴ ἡ τροπολογία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Νὰ τυπωθῇ.
§165ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἶχον σκοπὸν παντάπασι νὰ λαλήσω. Διότι, ἂν καὶ ἐσπούδασα αὐτὸ, μοὶ ἔμενεν ἀμφιβολίαι πολλαὶ, τὰς ὁποίας ἐπερίμενον νὰ λύσω ἀπὸ τὴν πεῖραν καὶ τὰ ἰδιαίτερα φῶτα τῶν ἐργασθέντων, τῶν εὑρισκομένων εἰς σχέσιν μὲ τὸ ἀντικείμενον αὐτό. Περίστασις ὅμως λυπηρὰ, ὅλως ἀπρόβλεπτος, δυναμένη οὐχὶ μόνον καρδίας ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ξύλον νὰ συγκινήσῃ, μὲ βιάζει νὰ λάβω καὶ ἄκων τὸν λόγον. Ὁ συνάδελφος ἡμῶν κύριος Καλλιφρονᾶς χθὲς ἔφερε μίαν τροπολογίαν ἁπλῆν, ἁπλουστάτην, μικρὰν, σύντομον, σήμερον δὲ, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, ἐμνημόνευσεν ἱστορικῶς κυβερνήσεως καὶ ἐξουσιῶν, αἵτινες μὴ διαχειρισθεῖσαι καλῶς τὰς τακτικὰς δαπάνας, ἐπολλαπλασίασαν τὰς ἀνάγκας, δι’ ἐκτάκτων μισθοδοσιῶν καὶ δανείων, ὑπέφερον ἐκ τῆς στενοχωρίας ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐνέπεσον καὶ ἔφερον οὕτως τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Παρ’ ἐλπίδα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν, ἀντὶ νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸ νομοσχέδιον, χάριν τῆς ἐπιθυμίας ν’ ἀνασκευάσῃ τὸ ἱστορικὸν τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ, ὁ εὐλογημένος ἐκέντησε τὴν ἱεροτέραν χορδήν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι μετεφρασμένον ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ὁμιλίας του διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὸ λέξιν πρὸς λέξιν, τὸ ὁποῖον θέλω κάμει αὔριον.
§166ΤΙΝΕΣ. Ὄχι αὔριον, σήμερον.
§167ΛΕΚΚΑΣ. Σήμερον, καλά. ἔντιμοι βουλευταὶ, ποῖος ἀμφισβήτησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ δικαιώματα τῆς Μεσσηνίας;
§168ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπα αὐτὸ (θόρυβος).
§169ΛΕΚΚΑΣ. Ποῖος, κύριοι, ἀμφισβήτησε ποτὲ τοὺς ἀγῶνας τῆς Πελοποννήσου; Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα.... (θόρυβος).
§170ΔΑΓΡΕΣ. Προσθέτετε εἰς τὸν λόγον μου ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον (θόρυβος). Νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅταν τις ἀγορεύων δίδῃ εἰς τὸν λόγον του ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν εἶπεν, τότε δὲν ἔχει καθῆκον ν’ ἀπαντήσῃ (θόρυβος).
§171ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Φέρετε τὰ πρακτικὰ, κύριε πρόεδρε.
§172ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ σημειωθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ τότε ἂς εἴπῃ ὅ,τι θέλει, ἂς εἴπῃ καὶ τώρα πῶς εἶναι μεσάνυκτα.
§173ΛΕΚΚΑΣ. Οὐδεὶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀμφισβήτησε τὰ δικαιώματα οὐδεμιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν· πῶς δὲ σεῖς, κύριε Δαγρὲ, ἀντιλέγοντες εἰς τὸν Κ. Καλλιφρονᾶν, ἐνθυμήθητε τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἀττικῆς, ἐνῷ ἐγὼ ἀπεναντίας, ἂν ἐνθυμῆσθε καλῶς, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, μικρᾶς περιστάσεως δοθείσης, εἶχον τὴν τόλμην ἀπὸ τοῦ βήματος πολλὰ νὰ εἴπω, καὶ τὰ πρῶτα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἦσαν τῆς χήρας τοῦ Παπαφλέσα, τὰ ὀνόματα τῶν Καλαβρύτων, τῆς Μεσήνης καὶ κατόπιν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Πρῶτον ἐνθυμήθην τὴν χήραν τοῦ Κρεββατᾶ, ἡ ὁποία λαμβάνει τὰς 70 δραχμὰς, καὶ κατόπιν ἐκείνας τῆς Στερεᾶς..... Παρ’ ἐλπίδα ὅμως σήμερον ἀκούω, ὅτι μία ἐπαρχία ἔδωκε χρήματα διὰ νὰ πληρωθῶσι δι’ ἄλλας ἐπαρχίας. Ναὶ, κύριοι, εἶναι δυστυχῶς ἱστορία λυπηρὰ, ἀναφέρει ἡ ἱστορία, ὅτι ἐδόθησαν χρήματα, ἀλλὰ γνωρίζετε πότε; ὅταν ὅλος σχεδὸν ὁ ἑλληνισμὸς ἐτάφη ἐδῶ εἰς ἐκείνην τὴν πεδιάδα μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἐνδόξου Καραϊσκάκη, καὶ ὅταν προηγουμένως ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων.
§174ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανείς.
§175ΛΕΚΚΑΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε αὐτὸ, ὅταν ἠκούσατε νὰ λέγεται, ὄχι τώρα· μὴ διακόπτητε παρακαλῶ. Ναὶ, κύριοι, ἐπληρώθησαν χρήματα διά τινας ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἠξεύρετε τί λέγει προσέτι ἡ ἱστορία. Ἡ ἔνδοξος φρουρὰ ἐκείνου τοῦ περιδόξου βράχου δὲν ὑπέκυψε εἰς 170,000 τακτικοῦ στρατοῦ, μὲ 4,000 πυροβόλα, ἀλλ’ ἔκαμαν τὸν Κιουταχῆν νὰ δεχθῇ τὴν συνθήκην της καὶ ἐντίμως νὰ ἐξέλθουν. Εἰς τοιούτους ἡρωϊσμοὺς, πρέπει ἐδῶ εἰς τὸ κοινοβούλιον ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπράξαμεν τίποτε δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὸ πᾶν, ὡς καὶ τὴν ὕπαρξίν των ἀκόμη, νὰ τοὺς λέγωμεν, ὅτι σᾶς ἐδώσαμεν χρήματα καὶ ἀγοράσαμεν τὸν τόπον σας; εἶναι αἶσχος, εἶναι ἐντροπὴ, κύριοι! Χαίρω, καὶ πιστεύσατε ὅτι, ὡς μόνη μου παρηγορία μοὶ μένει ὅ,τι ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου δὲν ἐπέμεινε· καὶ ἐπιθυμῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ γραφῇ, ὅτι δὲν ἐῤῥέθη τὸ τοιοῦτον, καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἔθνους, ὅτι δὲν ἐῤῥέθη ἐνταῦθα οὐδὲν σκανδαλῶδες· ἐπαναλαμβάνω νὰ μὴν ὑπάρξῃ τίποτε γεγραμμένον ἐπ’ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, ἥτις νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γενομένη. Τοιαύτη ἀπρεπὴς ὁμιλία, παρασύρασα ἴσως καὶ ἐμὲ πέραν τοῦ δέοντος, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξαφανισθῇ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐμμένω καὶ ἐγὼ, τὴν ὑποστηρίζω, οὐχὶ, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ δοθῇ εἰς τοὺς κατοίκους ἐκείνους τῶν ἐπαρχιῶν ὅπου ἔχουν φυτείας οὐδὲν δικαίωμα, σύμφημι νὰ τοὺς δεχθοῦν. Ἐμμένω μόνον εἰς τὸ ὅτι τὰ συναζόμενα ποσὰ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ κατατεθῶσι εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ, ἂν ἐννόησα τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, ὁ λόγος του δὲν ἦτο ἁπλοῦς, εἶχε ῥίζας, εἶχε βάσεις. Τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος μᾶς φέρει εἰς πολλὰ, μᾶς φέρει εἰς τρόμον. Ἠξεύρετε, κύριοι, καθαρῶς ἂν ἠννόησε ὁ συνάδελφός μου τί ἤθελε νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἄρχοντας, ὄχι τοὺς σημερινοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς αὐριανοὺς καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας, κἄπως ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ χρήματα θὰ λάβουν, καθὼς καὶ ὅσα εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον· εἰς προικοδοσίας καὶ δάνεια ἐδαπανήθησαν ἅπαντα σχεδὸν ἀσκόπως. Δὲν θέλω ὑμεῖς νὰ ἔχητε αὐτὰ τὰ χρήματα, διότι τὰ θέλω πρός τινα ἐθνικὸν σκοπόν. Ἠδύνατο κάλλιστα ἐνταῦθα εἷς συνήγορος τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὲ εἴπῃ, μήπως τὸ χρεώλυτρον διὰ τὰ 60,000,000 δὲν εἶναι ἐθνικὸς σκοπὸς, δὲν εἶναι ἰδία ὑπόθεσις; Ὄχι, κύριοι, δὲν εἶναι ἰδία ὑπόθεσις· ἐγὼ θέλω ἡ Κυβέρνησις, οἱ ἄρχοντές μας νὰ περιορισθοῦν εἰς ὅ,τι μᾶς δίδει ἡ φύσις, ἢ ὁ Θεὸς, οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν, ὅ,τι ἔχομεν περιπλέον ἀπ’ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δι’ αὐτοῦ νὰ πληρώσωμεν ἓν μέρος τοῦ δανείου, νὰ ναυπηγήσωμεν πλοῖα, νὰ προμηθευθῶμεν ὑλικὸν, ὅπλα κλπ. ἀλλὰ νὰ τὸ ἔχητε εἰς τὸ ταμεῖον καὶ νὰ τὸ δαπανᾶτε, καθὼς ἐδαπανήσατε ὅσα μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ ἔθνος, δὲν σᾶς τὸ δίδομεν· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει νὰ μένουν τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐξ ἧς πάλιν ἡ κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ τοὺς τόκους τοὐλάχιστον.
§176ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§177ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μετὰ τὴν διασάφισιν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι ἐννοεῖ νὰ κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ χρησιμεύῃ πρὸς πληρωμὴν, οὐχὶ τῶν χρεῶν τοῦ ὑποβαλλομένου σήμερον, ἀλλὰ ἄλλων ἐπίσης ἱερῶν καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μὴ φαινομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον, νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ. Ἂν, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ κἄποιας χρηματίσεως, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀπελάμβανεν πόρον τὸ Δημόσιον, ἠδύνατο νὰ γίνῃ σκέψις τις. Τὸ αὐτὸ ἂν ἐπρόκειτο νὰ καταβληθῇ τὸ τίμημα ὁλόκληρον ἐπὶ χεῖρας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ διαθέσωμεν κτήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον οὐδεμίαν λαμβάνει πρόσοδον, ἢ νὰ λάβωμεν ὁλόκληρον τὸ τίμημα, πρόκειται νὰ μεταβιβάσωμεν, ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἰδιοκτήτην τὸν ἰδιώτην, κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πλήρη ἐνέργειαν καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον λαμβάνει σήμερον μίαν ἐπικαρπίαν, καὶ ὄχι ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ τίμημα, ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσωμεν προθεσμίαν διὰ πολυετεῖς δόσεις. Ὥστε πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἐπικαρπίαν, ἥτις πληρόνεται ἀπὸ τοὺς ἐμφυτευτὰς σήμερον καὶ κατόπιν ἀπὸ τοὺς κατόχους τῆς ἐθνικῆς γῆς εἰς ἕνα σταθερὸν κανόνα, εἰς τὸν ὁποῖον θέλομεν συμπεριλαμβάνει καὶ ἓν ποσὸν ὡς χρεωλύσιον. Λοιπὸν πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ στερηθῇ ἑνὸς πόρου, ὅστις χρησιμεύει εἰς τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν. Λέγω λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπιφέρωμεν, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ κανὼν τὸν ὁποῖον θὰ εἰσπράττωμεν εἰς τὸ μέλλον θὰ ᾖναι ἀνώτερος τῆς ἐπικαρπίας τῆς σημερινῆς. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ σκεφθῇ ἂν ἔχῃ περίσσευμα, εἰς τὶ χρησιμεύει, νὰ εἴπῃ ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι ὡσὰν νὰ εἴπῃ, θέλω νὰ στερήσω τὸ δημόσιον αὐτὴν τὴν συνδρομήν. Ἄλλως τε ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι πολὺ ἐξευτελιστικὸν εἰς τὸ ἔθνος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ προσδιορίζω αὐτὴν τὴν πρόσοδον δι’ αὐτὸ καὶ δι’ αὐτό. Ἂν ἐπρόκητο διὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦν, τοῦτο τὸ κάμνει διὰ τὴν δημοσίαν πίστιν· καὶ ἂν δὲν προσδιορίσωμεν ἕνα τόκον διὰ χρεωλύσιον, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν δάνειον, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ κηρύττωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀναξίους πάσης πίστεως. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κατατίθεται εἰς τὸ ταμεῖον, ἐπιφυλαττομένου, ἂν παρουσιασθῇ περίσσευμα, ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ.
§179ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ προλαλήσαντες δὲν ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς τροπολογίας, διότι φαίνεται τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο ἦτο ἀσθενὲς διὰ νὰ τοὺς στηρίξῃ καὶ κατέφυγον εἰς ἄλλον ὅλως ξένον ἀγῶνα· ἐγὼ δὲν φέρω τὸν ἀγῶνα, διότι μήπως δὲν εἶναι ὁ ἀγὼν ὁ πιστωτὴς καὶ ὁ κατακτητὴς αὐτῆς τῆς περιουσίας; Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν δανειστῶν, εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅστις εἶπεν, ὅτι λησμονοῦνται.
§180ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό!
§181ΔΑΓΡΕΣ. Διὰ τὸν ἑαυτόν του, κύριε Καλλιφρονᾶ, ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ κανεὶς ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ὄχι ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὸν ἄλλον ὅ,τι θέλει καὶ ὅ,τι ἄλλος δὲν εἶπε (θόρυβος μέγας).
§182ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ ταμεῖον μέχρι τοῦδε ἀπολαμβάνει τὴν ἐπικαρπίαν, καὶ ὅτι ὁ παρὼν νόμος τί ἄλλο κάμνει εἰμὴ μεταβάλλει τὴν ἐπικαρπίαν; ἀντὶ τῆς ἐπικαρπίας θὰ πληρόνωνται αἱ κανονισμέναι δόσεις. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν εἶναι μεταβολὴ τῆς ἐπικαρπίας, οὔτε ἔχει τι κοινὸν μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν δανείων. Λοιπὸν δὲν εἶναι μεταβολὴ τῆς ἐπικαρπίας, εἶναι μεταβολὴ τῆς ἰδιοκτησίας· τὸ δημόσιον δὲν ἔχει κἀμμίαν κυριότητα ἐπ’ αὐτῶν (θόρυβος). Ὁ κύριος ὑπουργὸς αὐτὸ λέγει, ὅτι δι’ αὐτῶν ἔχω νὰ ἱκανοποιήσω δάνεια, τὰ ὁποῖα σήμερον πληρόνω καὶ ὅ,τι περισσεύσει θέλει διατεθῆ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτακτοποιήθησαν. Δὲν ἠξεύρω τί εἶπεν, ἐγὼ εἶπον ὅτι τὰ παρόντα δάνεια ἔχουν τὴν πίστωσιν........ Τὰ παρόντα δάνεια δὲν πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τούτων τῶν δόσεων· εἶναι πεπιστευμένα ἐπὶ τῶν τελωνείων καὶ ἄλλων εἰσοδημάτων. Τὰ δὲ πολλὰ δάνεια, περὶ τῶν ὁποίων ἂν δὲν ἔχωμεν τὴν τακτοποίησιν, εἶναι μία ἔλλειψις, διότι μήπως ἔχομεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ διαθέσωμεν γνωστόν; Εἶπον πρότερον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ πλέον κατηρτισμένον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ἴδωμεν εἰς ποίας ἀνάγκας εὑρισκόμεθα, τί πληρόνομεν καὶ τί ὀφείλομεν, ἀλλ’ ἦλθεν μεμονωμένον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία ἦτο ἀναγκαία διὰ νὰ κανονίσῃ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Ἐπειδὴ δι’ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία ἦτον ἕως ὥρας τοῦ δημοσίου καὶ θὰ γίνῃ ἰδιωτικὴ, ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιουσίας εἶχε πιστωθῆ δάνειον· ἔχομεν ὀφειλὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸ δημόσιον, καὶ τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ. Λέγω, ὅτι τὸ τίμημα αὐτὸ πρέπει νὰ κατατεθῇ διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς ἀποζημίωσιν ἐκείνου, διότι ἂν δὲν κατατεθῇ, θὰ γίνουν μεγάλαι αὐξήσεις χρεῶν, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον πόθεν νὰ τὰς ἀποτίσῃ. Ἂν σήμερον δὲν ἠμπορεῖ μὲ τὰ παρόντα μέσα νὰ ἱκανοποιηθῇ, ταχιὰ ὅπου θὰ ἔλθουν ὅλα αὐτὰ ἐπάνω της πῶς θὰ τ’ ἀποδώσῃ; Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν; Ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὴν τύχην· μὰ ἡ τύχη εἶναι τυφλή· ἡ τύχη δὲν ὁδηγεῖ, ἡ πρόνοια ὁδηγεῖ. Λέγω λοιπὸν, ἐπειδὴ ἐκποιεῖται σήμερον ἡ περιουσία ἡ ἐθνικὴ, ὀφείλει εἰς τὸ ταμεῖον νὰ κατατεθῇ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰ χρέη, τὰ ὑπάρχοντα ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν θέλετε; Δείξατε πόθεν ἄλλοθεν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης.
§184Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Καλλιφρονᾶς σήμερον...;
§186Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς τροπολογίας αὐτῆς· διὰ τὸν μέγαν λόγον τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Ἐνώπιον τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους εἶναι ὅλοι οἱ νόμοι. Ἂν ἦτο ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Καλλιφρονᾶς καὶ ἤξευρε ὅτι ἔχουν νὰ πληρωθοῦν οἱ στρατιῶται..... Κύριοι, ἐπιφυλάττομαι νὰ τοῦ ἀποδείξω ὅτι διὰ τὰς ἐποχὰς ὅπου λέγει ἦσαν πολὺ τὸ ἐναντίον παρὰ ὁποῦ λέγει. Εἰς τὰ 1847 ἦτον 16· τὴν ἄλλην ἐποχὴν ὅπου εἶπε ἦτον 35. Λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφασίσωμεν, διότι τότε θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξοδεύσῃ, πληρόνον τοὺς τόκους καὶ ἐξοδεῦον εἰς τὰ ἀναγκαῖα. Λοιπὸν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ καὶ τότε ν’ ἀποφασίσωμεν. Δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι τὸ εἰσόδημα ὁλονὲν τὸ ἔχω. Καὶ ἂς ᾖναι βέβαιοι οἱ κύριοι, ὅτι ὅπως ἀγοράσουν θὰ ἰδῇ ὅτι δὲν χάνει τὸ δημόσιον. Δὲν εἶναι καθὼς αἱ σταφίδες ὅπου εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης· 800 στρέμματα εἰς τὰ στρέμματα τοῦ Ἀλῆ καὶ τοῦ Βελῆ, καὶ ἐπειδὴ τὰ ἔσοδα δὲν ἔφθαναν μὲ τὰ ἔξοδα ἔγιναν χέρσαι γαῖαι. Καὶ ταῦτα ἂν μείνουν εἰς τὸ δημόσιον θὰ γείνουν χέρσαι γαῖαι ὕστερον ἀπὸ ὀλίγα ἔτη. Τὸ δημόσιον ἐξασφαλίζεται, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς, κάμνει δὲν κάμνει, θὰ πληρώσῃ. Περισσότερα ὠφελεῖται ἀπ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ δημόσιον παρὰ οἱ κάτοχοι. 300 στρέμματα καλλιεργῶ καὶ ἐπῆρα τὸ ⅓ τῶν ἐξόδων μου. Δὲν ὠφελεῖ κανένα κάτοχον παρὰ τὸ δημόσιον.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ;
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἐξέλθουν τῶν δωματίων διὰ νὰ ψηφίσωμεν.
§190ΤΙΝΕΣ. Αὔριον (διάλογοι).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν (δὲν προσκαλῶ ἀκόμη) τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ νὰ ἐγερθῶσι. Προσκαλῶ τώρα λοιπόν.
§192ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι, κ. πρόεδρε.
§193ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι νὰ φέρω τὴν διαίρεσιν αὐτήν (θόρυβος).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη.
§195ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀντιστρόφως, κ. πρόεδρε.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὅσοι δὲν παραδέχονται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία. — Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 5. Ἀναγινώσκεται.
§197ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ κάμω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 σήμερον χωρὶς νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τὴν κάμνω ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ καὶ σκεφθῶσι. Κύριε πρόεδρε, ἡ διάταξις τοῦ 5 ἄρθρου, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω, ἔχει οὕτω «Πρὸς ἐξασφάλισιν... συμφώνως μὲ τὸν ἀπὸ 15|27 Ἰανουαρίου 1837 νόμον.» Κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον τὸ ἥμισυ ἐθεωρεῖτο ἰδιοκτησία τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ τὸ ἄλλο τοῦ δημοσίου. Τί λέγει περὶ αὐτῶν; ὅτι καὶ αὗται ἕπονται, ἀλλ’ ἐπεκτείνονται ἐπὶ τοῦ ὅλου κτήματος, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ μηδέν. Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη ἐξασφαλίζει τὸ δημόσιον καὶ τὸ προφυλάττει ἀπὸ πολλὰς δίκας μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἐχόντων δικαίωμα ὡς ἐκ τῆς ἐγγραφείσης ὑποθήκης. Ἀλλὰ προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα, κλονίζει ἐκ θεμελίων τὴν κτηματικὴν πίστιν, τῆς ὁποίας πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχομεν ἀνάγκην ἐν Ἑλλάδι· διότι δίδει ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς ἀκύρωσιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἴσως εἴπῃ, ὅτι ἀπέκτησαν τὰ δικαιώματα ταῦτα παρανόμως. Δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ᾖναι παράνομον ἢ νόμιμον· τὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια, ἐὰν αἱ ἐγγεγραμμέναι ὑποθῆκαι ἔχουν κῦρος ἢ ὄχι. Πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐνεγράφησαν αἱ ὑποθῆκαι ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισε κατὰ τὸ ἥμισυ ἰδιοκτήτας τοὺς ἐμφυτευτάς. Ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν ὑποθήκην νὰ τὴν μεταβάλῃ μὲ τὴν διαφορὰν νὰ τὴν ἐπεκτείνῃ ἐπὶ τοῦ ὅλου. Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ ἐπέκτασις ἐπὶ τοῦ ὅλου, ὅταν δι’ ὁλόκληρον τὸ τίμημα προηγεῖται ἡ ὑποθήκη τοῦ δημοσίου; τὸν ἀφίνεις εἰς ἐπισφαλῆ θέσιν τὸν δανειστήν, ὁ ὁποῖος καλῇ τῇ πίστει ἐδάνεισεν ἐπὶ ὑποθήκῃ ἑνὸς κτήματος, τὸ ὁποῖον νόμος εἰδικὸς ἔλεγεν, ὅτι κατὰ τὸ ἥμισυ ἀνήκει εἰς τὸν ἐμφυτευτήν. Δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃς τὰ συμφέροντα καὶ νὰ τοῦ εἴπῃς· «ἔχεις ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως· τώρα σοῦ δίδω ἐπὶ τοῦ ὅλου, ἀλλὰ νὰ προηγῆται τὸ δημόσιον.» Εἶναι αὐθαίρετος πρᾶξις. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, χωρὶς νὰ προκαλέσω, εἶπον, σήμερον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτῶν τῶν διατάξεων· διότι κατὰ τὴν κρίσιν μου προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα.
§198ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ σκεφθῇ καλλίτερον ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς αὔριον διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω καὶ ἐγὼ ὀλίγας παρατηρήσεις, διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ περιλάβω τὰς διατάξεις, περὶ ὧν πρόκειται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καθὼς ἠξεύρετε, καὶ καθὼς ἠκούσατε οἱ μὴ ἠξεύροντες ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης συζητήσεως, οἱ ἐμφυτεύσαντες ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ἀπὸ τοῦ 1837 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἔχουν κεκτημένον κἀνὲν δικαίωμα, καὶ τὸ δημόσιον, κατὰ τὰς ἰδέας τῶν πολλῶν, δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ ὅλον τῆς φυτείας, διότι τὸ δημόσιον ὄχι μόνον δὲν ἐπέτρεψε τὰς τοιαύτας ἐμφυτεύσεις, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας προσεπάθησε πολλάκις νὰ τὰς ἐμποδίσῃ, ἐξεῤῥίζωσε κλήματα, ἐνήγαγε τοὺς ἐμφυτευτὰς εἰς τὰ δικαστήρια κτλ. Οἱ ἐμφυτεύσαντες μέχρι τοῦ 1837 ἔχουν κεκτημένον δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, διότι κατὰ τὸ 1837 ἐξεδόθη νόμος περὶ φυτειῶν, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει, ὅτι οἱ ἐμφυτεύσαντες ἐθνικὴν γῆν ἀναγνωρίζονται ἰδιοκτῆται τοῦ ἡμίσεως, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ μεταβαίνει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Σήμερον πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐμφυτευτῶν ἀπέναντι τοῦ δημοσίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, αὐτοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσουν τὴν ἀξίαν ὁλοκλήρου τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐφύτευσαν, καὶ ἐπειδὴ ἡ πληρωμὴ αὐτὴ, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ ἐπὶ χεῖρας, ἀλλ’ εἰς δόσεις, τὸ δημόσιον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἀσφάλειαν διὰ τὴν πληρωμὴν, καὶ ὡς τοιαύτην ἐθεώρησα τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐγγράφῃ πρώτην ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς φυτείας. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι, ἂν καὶ οἱ ἐμφυτεύσαντες ἀπὸ τοῦ 1837 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἔχουν κανὲν κεκτημένον δικαίωμα ἐπὶ τῶν φυτειῶν, οὐδὲν ἧττον, ἐπειδὴ τὸ δημόσιον ἠνέχθη τὰς φυτείας αὐτὰς, εὑρέθησαν πιστωταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τὰ κτήματα ταῦτα εἰς ὑποθήκην καὶ ἔδωκε δάνεια. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι προσέφερον τὰς τοιαύτας ὑποθήκας καθὼς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐδέχθησαν, ἠννόουν πάντοτε, ὅτι λαμβάνουν εἰς ὑποθήκην τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς, ἢ τοὐλάχιστον ἠννόουν, ὅτι διὰ τῶν πράξεών των αὐτῶν δὲν παραβλάπτονται τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἐντούτοις ὑποθῆκαι ὑφίστανται, καὶ διὰ νὰ μὴ γεννηθοῦν περιπλοκαὶ πολλαὶ, ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον, ἀφοῦ διέλαβε τὴν διάταξιν, ὅτι τὸ δημόσιον θὰ ἐγγράψῃ πρώτην ὑποθήκην, νὰ ὁρισθῇ, ὅτι πᾶσα ἄλλη ὑποθήκη, ἡ ὁποία ἤθελεν εὑρεθῆ ἐγγεγραμμένη ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὑποθήκην τοῦ δημοσίου. Φρονῶ δὲ ὅτι ἐὰν δὲν εἴπῃ τοῦτο ὁ νόμος, ὅσοι ἔχουν ἔτι τώρα ἐγγεγραμμένας ὑποθήκας, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ζημιωθοῦν, διότι τὰ δικαστήρια θὰ ἀποφανθοῦν, ὅτι κακῶς ἐνεγράφησαν αἱ ὑποθῆκαι, καὶ εἶναι ἐντελῶς ἄκυροι· τοιουτοτρόπως δὲ οὐχὶ μόνον δὲν θὰ παγιωθῇ ἡ κτηματικὴ πίστις, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἀλλὰ θὰ κλονισθῇ ἐκ βάθρων· διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδάνεισε τὰ χρήματα, ἴσως θὰ εὑρεθῇ ἄνευ ὑποθήκης· ἐνῷ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ὅτι αἱ ὑποθῆκαι αὗται θὰ διατηρήσουν τὸ κῦρος των, ἑπόμεναι ὅμως τῆς ὑποθήκης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐγγράψῃ τὸ δημόσιον καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὰς φυτείας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦ 1837, τὸ πρᾶγμα ἀλλάσσει· δὲν ἐδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ὑποθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐνεγράφησαν ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τῆς φυτείας θὰ λάβουν τάξιν δευτέραν· διότι καθὼς σᾶς προεῖπον, ὁ νόμος τοῦ 1837 ἀναγνωρίζει τοὺς ἐμφυτευτὰς ἰδιοκτήτας ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, καὶ ἑπομένως αἱ ὑποθῆκαι αὗται εἶναι ἰσχυραὶ καὶ νόμιμοι. Ἀλλὰ τὸ ἔκαμον διὰ τὸ ὁμοιόμορφον, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον πρώτην ὑποθήκην ἐπὶ τῆς ὅλης φυτείας, ἀλλὰ ἐξ ἄλλου μέρους τὴν ὑποθήκην, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, καὶ ἡ ὁποία γίνεται δευτέρα, τὴν ἐπεκτείνω ἐπὶ τοῦ ὅλου κτήματος, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐχὶ μόνον δὲν βλάπτω τοὺς πιστωτὰς, ἀλλὰ τοὺς ἐξασφαλίζω ἔτι μᾶλλον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Κεχαγιᾶς νομίζῃ, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς φυτείας ἔχει ὀλιγωτέραν ἀξίαν ἢ τὸ ὅλον τῆς γῆς· ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι γίνεται μέγας θόρυβος, καὶ πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅτι δηλ. διὰ τὰς περισσοτέρας φυτείας εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἀξία τοῦ ἡμίσεως τῆς φυτείας ἀπὸ τὴν ἀξίαν ὁλοκλήρου τῆς γῆς. Διὰ τοῦτο οἱ ἔχοντες ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, διόλου δὲν θὰ βλαφθοῦν, ἐὰν ἡ ὑποθήκη των λάβῃ μὲν τὴν θέσιν δευτέρας ὑποθήκης, ἐπεκταθῇ δὲ ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς φυτείας. Αὐτὰ, νομίζω, ἀρκοῦν, ὅπως προδιαθέσωσιν ὑμᾶς διὰ τὴν αὐριανὴν συζήτησιν.
§199Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀσφαλίζεται ἀποχρώντως τὸ δημόσιον, ἐὰν ἀπαλειφθῶσιν αὐτὰ τὰ ἄρθρα καὶ σημειωθῇ, ὅτι καίτοι καταβαλόντος τοῦ ἀγοραστοῦ δόσεις, οὐχ ἧττον τὸ κτῆμα μένει εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου μέχρι τῆς καταβολῆς τοῦ ὅλου ποσοῦ;
§200ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἀτελὴς κυριότης.
§201ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι· τελεία· ἀλλ’ εἶναι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ τιμήματος.
§202ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος· δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀτελοῦς κυριότητος.
§203Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν. «Αἱ φυτεῖαι, αἱ μεταβιβαζόμεναι εἰς τοὺς ἐμφυτευτάς, δὲν θὰ περιέρχωνται ἀμετακλήτως εἰς αὐτούς, εἰμὴ μετὰ τὴν ὁλικὴν πληρωμὴν τῆς ἀξίας αὐτῶν». Ἰδοὺ τί τρέχει. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος εἶναι δικαιοτάτη καὶ ὀρθοτάτη. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις τοῦ δημοσίου ὡς συναλλασσομένου μετὰ τῶν ἐμφυτευτῶν. Ἀπέκτησαν λοιπὸν δικαίωμα ἀμετάκλητον αὐτοί, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἥμισυ τῶν ἐμφυτευτικῶν αὐτῶν κτημάτων, καὶ τοὺς δανειστάς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ χρήσει τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐδάνεισαν τὰ χρήματά των, σήμερον τί τοὺς κάμνομεν; Τοὺς λέγομεν, ὅτι σεῖς, ἂν καὶ ἐπιστεύσατε εἰς τὸν νόμον, πρέπει νὰ χάσετε τὰ χρήματά σας, πρέπει νὰ λάβετε δευτέραν ὑποθήκην μετ’ ἐμέ. Ἑπομένως λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τοῦτο, διότι προσβάλλομεν δικαιώματα κεκτημένα, καὶ δικαιώματα κεκτημένα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προσβάλωμεν. Τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργός, διόλου δὲν βλέπω συμφώνους μὲ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τοῦ νόμου· διότι τί μᾶς λέγει; Μᾶς λέγει, ὅτι δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ δικάσουν τοὺς μετὰ τὸ 1837 ἐμφυτευτὰς ὡς μὴ ἔχοντας δικαίωμα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὡμολόγησαν, ὅτι δυνάμει τῶν φορολογικῶν νόμων τὸ ἔθνος καὶ αἱ Βουλαὶ σιωπηλῶς ἀνεγνώρισαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἀφοῦ κατὰ τὸ ἥμισυ εἶναι ἐμφυτευταί, κατὰ τὸ ἥμισυ ἠμποροῦν νὰ δεχθοῦν ὑποθήκην. Διὰ νὰ συμβιβάσωμεν λοιπὸν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου μὲ τὰ δικαιώματα τῶν τρίτων, νομίζω, ὅτι ἀσφαλέστερον εἶναι νὰ θέσωμεν εἰς τὸν νόμον αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Αὐτὸ ἔρχεται καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων. Ἔκαμε δύο δίκας ὁ κ. ὑπουργός ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δὶς ἐκερδήσαμεν. Λέγει ἡ τροπολογία, ὅτι «αἱ φυτεῖαι αἱ μεταβιβαζόμεναι εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς δὲν θὰ περιέρχωνται ἀμετακλήτως εἰς αὐτούς, εἰμὴ μετὰ τὴν ὁλικὴν πληρωμὴν τῆς ἀξίας αὐτῶν.» Ὁ νόμος, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων περιέχει τὴν αὐτὴν διάταξιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ Ναύπλιον εἶχε πωληθῆ ἓν κτῆμα, ἀλλ’ ὁ ἀγοραστὴς δὲν εἶχε πληρώσει τὸ τίμημα· Οἱ δανεισταί του εἶχον λάβει ὑποθήκην. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα, διότι ὁ τίτλος τοῦ ἀγοραστοῦ ἦτο τοιοῦτος, ὥστε καθίστα αὐτὸν τέλειον ἰδιοκτήτην μετὰ τὴν ὁλόκληρον πληρωμὴν τῆς ἀξίας, καὶ ἑπομένως, τὸ δημόσιον διετήρησεν εἰς ἑαυτὸ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τῆς ἰδιοκτησίας μέχρι τῆς ὁλικῆς πληρωμῆς. Λοιπὸν δὲν προσβάλλομεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἐὰν παραιτηθῶμεν ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ὑποθήκης· διότι ἠμποροῦν καὶ πολλὰ ἄλλα νὰ συμβαίνουν προσκόμματα. Τὸ δημόσιον δὲν ἀπώλεσε δικαιώματα, διότι ἠμέλησεν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος τακτικῶς νὰ ἐγγράψῃ, καὶ οἱ μεταγενέστεροι δανεισταὶ ν’ ἀποκλείσουν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἀσφαλίζεται λοιπὸν τὸ δημόσιον· ἀφ’ ἑτέρου εἴμεθα εὐσεβεῖς πρὸς τὰ κεκτημένα δικαιώματα.
§204ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον! Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο παραδεκτόν. (Ἀναγινώσκεται τὸ 7 ἄρθρον.)
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις;
§210ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι. Ζητῶ 6 μηνῶν προθεσμίαν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. ὑπουργὲ δέχεσθε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γουλιμῆ;
§213ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον! Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν συζήτησιν τὰ ἄρθρα 8, 9, 10, 12, 16, 13, 14, 15, 16, 47 καὶ 48.
§214ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας ὑπάρχουν χωρία ἐθνικοϊδιόκτητα, τὰ ὁποῖα κατέχονται ἐξ ἡμισείας ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ τοὺς κατοίκους καὶ πληρώνουν διπλοῦν φόρον. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἔχομεν διατάξει νὰ τεθῇ ὡς τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νόμου, ὅτι τὰ ἀναγνωρισμένα ἐθνικοϊδιόκτητα χωρία θὰ πληρώτουν τὸ ἥμισυ τῆς ἐκτιμήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι σύμφωνος.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον ψηφίζεται.
§216ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Κ. ὑπουργὲ, εἴπομεν, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ἰδιόκτητα χωρία νὰ πληρώνουν τὸ ἥμισυ.
§217ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διετυπώσατε τὴν πρότασίν σας;
§218ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Εἶναι διατετυπωμένη.
§219ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὔριον βλέπομεν. Ἀναγινώσκεται τὸ 19 ἄρθρον.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου εἶναι παρατήρησις;
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Αὔριον ἐξακολουθοῦμεν τὴν τρίτην.
§225ΦΛΕΣΣΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς· ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν ἔκθεσιν;
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 4 παρὰ τέταρτον μ. μ.
2Τῆς 13 Ἰανουαρίου 1871.
3(Τετάρτη.)
4Ὥρα 1 παρὰ 10|60 Μ. Μ.
5Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος καὶ εὑρίσκονται πα-
6ρόντες οἱ ἑξῆς 99 βουλευταί.
57Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
58§1ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει)... «Ἕτερος εἶπεν ἐπίσης ὅτι
59κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλε πρότασιν νόμου, ἥτις
60καὶ παρεδέχθη δὶς, ὅπως χαρακτηρισθῇ ἐθνικὴ ὁδὸς ἡ φέρουσα
61ἀπὸ Νέας Πέλλης μέχρις Ἀταλάντης, ἐπρότεινε δὲ νὰ ἐγγραφῇ
62εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ συζηθῇ κατόπιν τῶν εἰσαχθέν-
63των νομοσχεδίων τῆς κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν
64πρότασιν»....
65§2ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, κατόπιν τοῦ περὶ
66λῃστείας νομοσχεδίου, εἶπεν ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις
67αὕτη (θόρυβος).
68Εἰσέρχεται ὁ κύριος Κεχαγιᾶς.
69§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καλὰ εἶναι τὰ πρακτικά· μετὰ τὰ εἰσαχ-
70θέντα ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νομοσχέδια, εἴπομεν νὰ συζητηθῇ
71αὐτὴ ἡ πρότασις.
72§4ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, δὲν μένει παρὰ μία ἀ-
73νάγνωσις νὰ γείνῃ ἀκόμη· δὲν ἔχει πολλὴν συζήτησιν (θόρυβος)
74§5ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διετάξετε, κύριε πρόεδρε, ἕνα κλητῆρα νὰ
75ὁμιλήσῃ τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
76§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
77§7ΛΕΚΚΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε.
78§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κ. Λέκα, νὰ ἐρωτήσω πρῶτον, ὑπάρχει
79καμμία παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
80Εἰσέρχεται ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
81§9ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴδατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα
82παρατήρησιν, ὅτι περὶ τῶν πρακτικῶν δὲν πρέπει νὰ γίνεται
83λόγος· διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ κἄποιαν ὑπόληψιν εἰς τὸ
84γραφεῖον, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς δὲν γράφει ἓν οὐσιῶδες ἀντι-
85κείμενον. Ἐγὼ μετὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως χθὲς τοῦ νομο-
86σχεδίου, παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν καὶ παρεδέχθη, ὅπως τὸ νο-
87μοσχέδιον περὶ λῃστείας συζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὰς πολιτικὰς
88συζητήσεις, δηλ. μετὰ τὴν 21ην, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη.
89Περὶ αὐτοῦ δὲν ἤκουσα τίποτε.
90§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ διορθωθῇ.
91Διορθοῦται τὸ σχετικὸν μέρος τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν
92τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, προστιθεμένων μετὰ τὰς λέξεις
93«ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,» τῶν λέξεων «Μετὰ ταῦτα
94εἷς βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως τὸ νομο-
95σχέδιον περὶ λῃστείας συζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὰς πολιτικὰς
96συζητήσεις, ἤγουν μετὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην Ἰανουαρίου ε. ε.»
97§11ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιμένω νὰ συζητηθῇ τὸ
98νομοσχέδιόν μου μετὰ τὸ περὶ λῃστείας.
99§12ΛΕΚΚΑΣ. Εἶπον, κύριε πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον
100περὶ λῃστείας μετὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην, διότι ἀκόμη δὲν εἶ-
101ναι ἑτοίμη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
102§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς νὰ ἐπι-
103σπεύσουν. (Διάλογοι.)
104§14ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι μετὰ
105τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ λῃστείας θὰ συζητηθῇ
106ἡ πρότασίς μου.
107§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Περὶ τῆς λῃστείας παρῆλθεν ὁ χρόνος.
108Εἴπομεν ἂν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν δὲν φέρῃ τὴν ἔκθεσιν ἡ ἐπιτρο-
109πὴ θὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ
110παράτασιν, ἂς δώσῃ.
111Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο τώρα. Λυποῦμαι διότι θὰ λυπήσω τὸν
112φίλον μου. Κύριοι, ν’ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα περὶ διαθέσεως
113ἐθνικῆς γῆς, τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων,
114καὶ τ’ ἄλλα καὶ νὰ ἐνασχοληθῶμεν δι’ ἓν ἰδιαίτερον; Χθὲς μία
115φωνὴ τὸ εἶπεν αὐτὸ, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι εἴπομεν καὶ ἀπεφασίσθη
116μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν, τοῦ περὶ λῃστείας καὶ
117τοῦ περὶ προσόντων, μετ’ αὐτὰ ἂς ἔλθῃ καὶ αὐτό. Τοῦ ὑπουρ-
118γείου πρέπει νὰ προηγηθοῦν (διάλογοι).
119§16ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μία παροιμία λέγει, ὅτι «ὁ
120χορτάτος δὲν πιστεύει τὸν νηστικόν·» ἔχουν δίκαιον, διότι μὲ
121τὰ χρήματα τῆς Λοκρίδος γίνονται........ Διὰ μίαν ἀνάγνωσιν
122ν’ ἀναβάλλεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τί σημαίνει αὐτό;
123§17ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπαντῶ, ὅτι τὰ χρήματα
124συνάζονται ἕως 100,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος καὶ μὲ αὐτὰς
125γίνεται...... (θόρυβος).
126§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσαμόπουλε, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ διάθεσιν
127νὰ τὸ συζητήσῃ, χωρὶς νὰ τὸ ἐγγράψωμεν, θὰ τὸ συζητήσῃ· εἰ
128δὲ ἄλλως ὅ,τι γράψωμεν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ σβύσῃ.—Ἐγ-
129κρίνονται τὰ πρακτικὰ ὅπως ἐδιορθώθησαν;
130§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
131§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλων μὲ εἶπε νὰ καθυποβάλω εἰς τὴν
132Βουλὴν, ὅτι τὸ αἴτιον τῆς χθεσινῆς ἀποχῆς του ἀπὸ τὴν συνε-
133δρίασιν ἦτο, διότι ἦτον ἀσθενής. Τοῦτο τὸν τιμᾷ, καὶ πιστεύω,
134ὅτι ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον θὰ φροντίσωμεν, νὰ μὴ παραλύωμεν
135τὰς συνεδριάσεις. — Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατά-
136ξεως εἶναι τὸ περὶ Παρνασσίδος.
137§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πρῶτον κατα-
138θέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν χθὲς ζητηθεῖσαν σημείωσιν τῆς εἰσ-
139πραττομένης ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς γῆς φυτειῶν
140καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν.
141Σημείωσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπικαλούμενης ἐπὶ τῶν ἐθν. γῆς φυτειῶν καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν.
153Παρατηρήσεις
154ά. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων ἐλαιοδένδρων συνενοικιάζεται μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν οὔτε τὸ ποσὸν, οὔτε ἡ ἔκτασις.
155Βʹ. Ἡ ἔκτασις τῶν μὲν ἀμπέλων καὶ περιβολίων ἐξήχθη ἀπὸ τὰ ἐν τῷ ὑπουργείῳ κρατούμενα βιβλία, τῶν δὲ λοιπῶν ἐσημειώθη κατὰ τὰς ἐσχάτως ληφθείσας πληροφορίας τῶν ἀρχῶν,
156διότι οὐδέποτε ἐγένετο καταμέτρησις ἢ ἄλλη τις ἐξακρίβωσις τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν.
157Γʹ. Μέχρι τοῦ 1865 τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν συκοδένδρων ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεως, ἀπὸ δὲ τοῦ 1866 εἰς τὰ τελωνεῖα.
158Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Ἰανουαρίου 1871.
159Οἱ Τμηματάρχαι τοῦ Αʹ καὶ Βʹ Τμήματος.
160Ε. ΧΙΟΝΟΥΔΑΚΗΣ.
161Α. ΛΑΜΠΡΙΔΗΣ.
162Δεύτερον ἀναγινώσκω τὴν ἑξῆς πίστωσιν, νομοσχέδιον περὶ χο-
163ρηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν διακοσίων ἐννενήκοντα
164χιλιάδων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1870 πρὸς βοήθειαν τῆς χήρας
165Λόϋδ.
166Ἄρθρον μοναδικόν.
167Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν
168Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἔκτα-
169κτος πίστωσις δραχ. διακοσίων ἐννενήκοντα χιλιάδων, ἀριθ.
170290,000, πρὸς πληρωμὴν δέκα χιλιάδων λιρῶν εἰς τὴν χήραν
171Λόϋδ, καταλογιζομένων ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον, «βοήθεια τῆς
172χήρας Λόϋδ». Ἡ πίστωσις αὕτη συνοδεύεται ἐν πρωτοτύπῳ
173μὲ τὰ ἑξῆς ἔγγραφα· ά) τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ὑπὸ
174ἡμερομηνίαν 10 Αὐγούστου· βʹ) ἀπάντησιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξω-
175τερικῶν ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν αὐτὸν πρέσβυν, καὶ
176γʹ) ἀπάντησιν τοῦ πρέσβεως τούτου ὑπὸ ἡμερομηνίαν 29 Ὀ-
177κτωβρίου.
178§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ θὰ τυπωθοῦν;
179§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
180§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μεταφρασμένα ὅλα;
181§25ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ
182τῶν ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι, μοὶ φαίνεται.
183§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μεταφρασθῇ καὶ αὐτὴ, καὶ θὰ τυπωθοῦν
184καὶ θὰ διανεμηθοῦν ὅλα;
185§27ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
186§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίζεται ἡμέρα συζητήσεως, ἢ ἐπιφυλάττεται
187ἡ Βουλή;
188§29ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν βλέπομεν.
189§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ συζή-
190τησιν τὸ περὶ Παρνασίδος. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
191§31ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
192§32Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὸ λεκτικὸν, νὰ λεχθῇ «παύει ὁ τόκος».
193§33ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται.
194§34ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
195Ἄρθρον μοναδικόν.
196«Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1870 λήξασα δόσις ἐκ
197τιμήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος,
198κατὰ τοὺς ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1863 καὶ 31 Ὀκτωβρίου 1869
199ΙΖʹ. καὶ ΤΛΘʹ. νόμους πληρωθήσεται τὴν πρώτην Δεκεμβρίου
200τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας δόσεως ἑπομένου
201ἔτους. Διὰ τὴν ἀνωτέρω ἀναβολὴν οἱ ὀφειλέται δὲν θέλουσι
202ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὴν τόκου.
203§35ΦΙΛΩΝΟΣ. Οἱ σεισμοὶ, κ. πρόεδρε, ἐξετάθησαν καὶ εἰς τὴν
204Βοιωτίαν καὶ ἑξακόσιαι οἰκογένειαι ἔπαθον ὅ,τι ἡ Ἄμφισσα καὶ
205τὸ Χρυσὸ· οἱ χωρικοὶ ἠγόρασαν ἐλαιόδενδρα. Λοιπὸν νομίζω
206ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ὅσα
207ἠγόρασαν, εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς Παρνασίδος. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ
208αὐτό.
209§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
210§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις καὶ ἑπομένως .....
211§38ΤΙΝΕΣ. Νὰ προστεθῇ «καὶ Ἀραχώβης».
212§39ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
213§40ΦΙΛΩΝΟΣ. «Οἱ ἀγορασταὶ τῶν ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων ἐπὶ Παρ-
214νασίδος Ἀραχωβῖται»· αὐτὸ νὰ προστεθῇ, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουν
215ἐθνικὰ ἐλαιόδενδρα ἀλλὰ ἐδικάτων.
216§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπως εἶναι συν-
217τεταγμένον τὸ ἄρθρον, περιλαμβάνει ὅλους τοὺς ἀγοραστὰς,
218ἀδιάφορον ἂν ᾖναι Παρνασίδος ἢ Ἀραχώβης κάτοικοι. Ἡμεῖς
219ὑποθέτομεν, ὅτι εἶναι τῶν πέριξ μερῶν ὅπου ἔπαθον. Ἑπομένως
220εἶναι περιττὸν ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Φίλων, διότι ὅ,τι εἶπεν νὰ προ-
221στεθῇ, περιλαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον.
222§42ΦΙΛΩΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὡς τὸ φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ
223ζήτημα, διότι ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἀγορασταὶ ἐλαιοδένδρων ἐν
224Παρνασίδι ἀλλὰ δὲν ὑπέφερον, διατὶ νὰ ἔχουν αὐτὸ τὸ εὐερ-
225γέτημα; Ὁ λόγος εἶναι διὰ τοὺς παθόντας, καὶ μόνον ἡ Ἀράχωβα
226ἔπαθε, ἥτις ἔχει ἀγοράσει ἐλαιόδενδρα ἐκεῖ· διότι ὑποθέσατε ὁ
227κάτοικος τῆς Λεβαδείας δὲν ἔπαθεν ἀλλ’ ἠγόρασε, διατὶ λοιπὸν
228νὰ ᾖναι καὶ δι’ αὐτὸν τὸ εὐεργέτημα;
229§43Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς.
230«Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1870 λήξασα δόσις ἐκ τι-
231μήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος
232εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς καὶ τοῦ δήμου Ἀραχώβης.»
233§44ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂν ὑπάρχουν ἀγορασταὶ μὴ
234κάτοικοι Παρνασίδος ἢ Ἀραχώβης αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὸ εὐεργέ-
235τημα αὐτό.
236§45ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
237§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριε, προσέξατε. Εἶναι ἀντίῤῥησις ἐπὶ
238τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἐτροποποιήθη; δηλ. μὲ τὴν προσθήκην;
239§47ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
240§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε δεκτόν.
241«Ἄρθρον μοναδικόν.
242Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1870 λήξασα δόσις ἐκ τι-
243μήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος,
244διὰ τοὺς κατοίκους αὐτῆς, καὶ τοῦ δήμου Ἀραχώβης, κατὰ
245τοὺς ἀπὸ 20 10βρίου 1862, καὶ 31 8βρίου 1863, ΙΖʹ. καὶ
246ΤΛΘʹ. νόμους, πληρωθήσεται τὴν πρώτην Δεκεμβρίου τοῦ ἀμέ-
247σως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας δόσεως ἑπομένου ἔτους.
248Διὰ τὴν ἀνωτέρω ἀναβολὴν, οἱ ὀφειλέται δὲν θέλουν ὑπο-
249βληθῆ εἰς πληρωμὴν τόκου.
250§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως
251εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν. Ἐπὶ
252τῆς ἀρχῆς εἶναι κἀμμία παρατήρησις;
253Εἰσέρχεται ὁ κύριος Δεληγεώργης.
254§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
255§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ παραδεχόμενοι......
256§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν δὲν ᾖναι ἀντίῤῥησις, ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι πα-
257ρεδέχθη παμψηφεί.
258§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἔτσι εἶναι.
259Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ περὶ ἐμφυτεύσεων,
260ἐπὶ ἐθνικῶν κλπ. γαιῶν νομοσχεδίου, καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ
261δευτέραν φορὰν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἔχει.
262§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον παραδέχεται; ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
263§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
264Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον.
265§56ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομο-
266σχεδίου αὐτοῦ, εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ποῦ ἀναγινώσκεται τώρα,
267παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ.
268Ἀναγινώσκεται ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς.
269(Εἰσέρχονται οἱ Κύριοι Πετιμεζᾶς καὶ Κολιάτσος).
270§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι κἀμμία παρατήρησις;
271§58ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δύω ψῆφοι εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ
272μία ὑπὲρ τῶν πολιτῶν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς δευτέρας
273παραγράφου. Καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν εἶναι δύω ὑπὲρ
274τῆς κυβερνήσεως. Λέγω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ᾖναι μία ψῆφος
275ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως.
276§59ΦΙΛΩΝΟΣ. Ἡ τοῦ ἐφόρου εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ τοῦ
277ἄλλου εἶναι συμβιβαστικὴ μεταξὺ τῶν δύω μερῶν· καὶ ἂν θέ-
278λετε νὰ γίνῃ ἄλλως, ἂς γίνῃ, ἀλλὰ τὸ δημόσιον τρέχει μέγι-
279στον κίνδυνον.
280§60ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέτασε ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν
281καὶ ἐκτεταμένην συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, ἀλλ’ ἐπρο-
282τίμησε τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἀποφυγὴν ἐνδεχομέ-
283νων καταχρήσεων· ἐκηρύχθη ζωηρῶς ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὲρ τῆς ἀρ-
284χῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐνδιαφερομένη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν,
285ἀπέφυγε νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, τόσον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς
286καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Ἐφρόντισε ἡ ἐπιτροπὴ πῶς νὰ ἐξασφαλίσῃ
287τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ ἀποκρουσθῇ πᾶσα κακὴ
288πίστις. Ἐπίστευσεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι καὶ ὁ ἔφορος καὶ ἡ διοικη-
289τικὴ ἀρχὴ, καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, θέλουσι
290βασισθῆ εἰς τὸ συμφέρον τῆς δημοσίου οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἔγ-
291κειται εἰς τὴν εὐημερίαν τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ
292ἐδέχθη τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ δεχθῇ
293καὶ ὁ συνάδελφός μας, καὶ ἡ Βουλὴ, ὅπως ἔχει.
294§61Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οἱ φόβοι τῶν συναδέλ-
295φων μας εἶναι ὅλως διόλου ἄτοποι. Δὲν πρόκειται περὶ φορο-
296λογίας, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς εὐεργετικοῦ νόμου, δι’ οὗ τὸ δημόσιον
297μεταβιβάζει τὰ δικαιώματά του εἰς τοὺς πολίτας, ὥστε δὲν
298πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνον-
299ται εἰς τὰς φορολογίας. Ὅστις δὲν θέλει τὴν γῆν, δύναται νὰ
300τὴν ἐγκαταλείψῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὰ δικαιώ-
301ματα τοῦ δημοσίου.
302§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἄλλη ἐπὶ τοῦ δευτέρου
303ἄρθρου;
304§63ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
305§64ΖΑΪΜΗΣ. Μία παρατήρησις πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὴν δευτέραν
306παράγραφον. (Ἀναγινώσκει αὐτὴν). Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη
307νὰ τεθῇ «ἐντὸς τῆς ἀνωτέρας προθεσμίας τῶν δέκα ἡμερῶν» διότι
308ἄλλως μένει ἡ προθεσμία ἀπροσδιόριστος.
309(Εἰσέρχονται οἱ κύριοι Μίλησης καὶ Γουβέλης).
310§65ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
311§66ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου πρέπει νὰ προ-
312στεθῇ κἄτι τι. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
313§67ΤΙΝΕΣ. Καὶ εἰς τὰ παρεδρεῖα.
314§68ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι εἰς ὅλα τὰ παρεδρεῖα. Μὴ θέτωμεν περιπλοκὰς
315εἰς τὸν νόμον· ἂν ὁ Κ. Κρεστενίτης ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν του, καὶ
316κατ’ ἐμὲ ἔχει δίκαιον, πρέπει νὰ τεθῇ «εἰς τὸ οἰκεῖον παρεδρεῖον»
317Διότι ὁ κατάλογος συντάσσεται κατὰ χωρίον, λοιπὸν
318πρέπει νὰ εἰδοποιηθοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἑκάστου χωρίου. Ἑ-
319πομένως νὰ τεθῇ «καὶ τὸ οἰκεῖον Παρεδρεῖον» ἄλλως τὸ «εἰς
320ὅλα τὰ Παρεδρεῖα» θὰ φέρῃ μίαν δυσκολίαν μεγάλην.
321§69Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ γίνῃ εἰς ὅλα; Ἐγὼ δίδω
322περισσοτέραν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται καὶ ἀπὸ τὴν καλὴν
323πίστιν.
324§70ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι καθόλου ἐναν-
325τίος εἰς τὸ νὰ λάβῃ μεγαλειτέραν δημοσιότητα τὸ Πρωτόκολ-
326λον τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν διαφόρων χωρίων, ἀλλ’
327ἐνόμισα ὅτι τὸ ἁπλούστερον εἶναι νὰ διευθυνθοῦν εἰς τὸν δήμαρ-
328χον, ὅστις εἶναι ὁ φυσικὸς ἀντιπρόσωπος ὅλων τῶν δημοτῶν,
329ἀφοῦ δὲ τὰ λάβῃ αὐτὸς, ἀπόκειται εἰς αὐτὸν νὰ κάμῃ ὁποιαν-
330δήποτε κοινοποίησιν ἐγκρίνει διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν καὶ οἱ δη-
331μόται. Νομίζω λοιπὸν καλὸν νὰ μὴ περιπλέξωμεν τὸν Νόμον
332μὲ πολλὰς διατυπώσεις. (εἰσέρχεται ὁ κ. Ῥοντήρης).
333§71ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν πρόκειται ἡ ἐκτίμησις νὰ μείνῃ μυστικὴ, πρό-
334κειται νὰ γείνῃ γνωστὴ καὶ νὰ μάθουν οἱ κάτοικοι περὶ τῆς
335τιμῆς, ἡ ὁποία προσδιωρίσθη εἰς τὴν ὅλην περιφέρειαν τῆς κοι-
336νότητος. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ μείνῃ μυστικὴ, ὁ νόμος τὰ
337τοιαῦτα διατυπόνει ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον, καὶ πᾶς νόμος ὅσον
338ἁπλοῦς καὶ ἂν ᾖναι, τοσοῦτον καλλίτερον ἐννοεῖται, ὅσον πολ-
339λαπλασιάζομεν τὰς διατάξεις, τοσοῦτον καθιστῶμεν δυσχερε-
340στέραν τὴν ἐφαρμογήν. Τοῦτο ἐξετάσθη καὶ συνεζητήθη πολυει-
341δῶς, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις ὡρμήθη ἀπὸ πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς
342τοὺς δημάρχους, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν φατριασμὸν αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ
343φατριασμὸς ναυαγεῖ, διότι δὲν πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων
344ἑνὸς ἢ δύο ἀτόμων ἐχθρῶν, αὐτοῦ πρόκειται περὶ τῶν συμφερόν-
345των ὁλοκλήρου κοινότητος, καὶ δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν
346κατάχρησις.
347§72ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐμείναμεν σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ζαΐμην νὰ
348τεθῇ «εἰς τὸ ἁρμόδιον δημαρχεῖον καὶ οἰκεῖον παρεδρεῖον.»
349§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεννοηθῆτε λοιπὸν μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ
350φέρετε μίαν τροπολογίαν.
351§74ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τε-
352θῶσιν αἱ λέξεις «καὶ οἰκεῖον παρεδρεῖον».
353§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
354§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
355§77ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ τεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «καὶ τοῦ προέδρου
356τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου», αἱ λέξεις «τῆς τελευταίας συν-
357όδου»·
358§78ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος πρόεδρος. Παρακαλῶ μόνον νὰ
359τεθῇ, ὅτι ἐν ἐλλείψει, εἴτε ἕνεκα θανάτου, εἴτε ἐξ ἄλλης αἰ-
360τίας τοῦ προέδρου, τὸν ἀναπληροῖ ὁ ἀντιπρόεδρος.
361§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις;
362§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
363§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 4ον. (ἀναγινώσκε-
364ται μετὰ τῶν σχετικῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου παρατηρήσεων
365τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς).
366Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ἡ ἑξῆς· «Εἰς
367τὸ τέλος τοῦ 4ου ἄρθρου νὰ προστεθῇ, τὸ τίμημα καταβάλλε-
368ται εἰς τὴν Τράπεζαν ἐντόκως, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἀπόσβεσιν
369τοῦ δημοσίου χρέους».
370§82ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν παρατήρησιν τῆς
371ἐπιτροπῆς, ἑπομένως πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παραδέ-
372χεται.
373§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ γείνῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ;
374§84ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μένει ὑπὸ συζήτησιν.
375§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μείνῃ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν.
376§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ λοιπόν, διότι ἵνα τὴν φέρω αὔ-
377ριον εἰς γʹ. συζήτησιν πρέπει σήμερον νὰ γείνῃ δεκτή.
378§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἔλθῃ λοιπὸν εἰς συζήτησιν.
379§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν γείνῃ σήμερον δεκτή, δὲν θὰ εἰπῇ, ὅτι ἐγέ-
380νετο δεκτὴ ὁριστικῶς (θόρυβος). Ἐνῷ, ἂν σήμερον ἀποῤῥιφθῇ,
381αὔριον δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ
382τὸν κύριον Καλλιφρονᾶν, ἐπιμένει νὰ συζητηθῇ σήμερον;
383§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπιμένετε, κύ-
384ριε Καλλιφρονᾶ, ἢ τὴν ἀποσύρετε;
385§90ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπιμένω. Ἂν ὑπάρχουν λόγοι ν’ ἀντι-
386κρουσθῇ, ἂς τὴν ἀντικρούσῃ ὁ ἔχων ἐναντίαν ἰδέαν.
387§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Μὲ ὅλην τὴν ὑπό-
388ληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν κ. Καλλιφρονᾶν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν
389ἀνάγκην νὰ μὴ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν του, διότι ὁ προϋπολο-
390γισμὸς περιέχει πολὺ μεγαλείτερα ποσὰ πρὸς πληρωμὴν δη-
391μοσίου χρέους παρὰ τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἐτησίως θὰ λαμβά-
392νωμεν, θεωρῶ λοιπὸν περιττὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸν Νόμον, ἀφοῦ τὸ
393δημόσιον ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν
394χρεῶν τούτων καὶ νὰ ἐγγράφῃ τὰ πληρωτέα ποσά. Διὰ τοῦτο
395δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν.
396§92ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ δημόσιον εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν
397Οἰκονομικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς οἰκονομικὰς γνώσεις ἔχω
398πολὺν ὑπόληψιν, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπανῶνται πολὺ
399μεγαλείτερα ποσὰ ἀπὸ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ διά-
400ταξις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, πρὸς πληρωμὴν χρεῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι
401ἀκριβὲς καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ παρὼν Νόμος ἔπρεπε νὰ
402συνοδεύηται καὶ μὲ τὸν προϋπολογισμόν, διότι συνδέεται μὲ
403τὴν περιουσίαν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ δημοσίου. Εἶναι ἀληθές,
404ὅτι ἀπαιτεῖτο ἐκτενεστέρα μελέτη καὶ βαθυτέρα σκέψις, διότι
405πρόκειται περὶ διαθέσεως ἅπαξ διὰ παντὸς, καὶ ἀπαλλοτριώ-
406σεως τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας.
407Τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς,
408δὲν συνδέονται μὲ τὴν παροῦσαν περιουσίαν. Εἶπον ἀπὸ
409χθὲς, ὅτι ἡ περιουσία αὕτη τῆς ἐθνικῆς γῆς εἶναι λάφυρον
410τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ γίνῃ, κατεβλήθησαν θυ-
411σίαι, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ δημόσιον·
412τὰς θυσίας ταύτας εἶναι ἐπιφορτισμένον νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ
413νὰ ἀνταμείψῃ καθὼς καὶ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ ἀγών·
414Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ χρέη εἶναι ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά.
415Γνωρίζετε, ὅτι αἱ Συνελεύσεις ἀνεγνώρισαν καὶ εἶπον, ὅτι αἱ
416θυσίαι τοῦ ἀγῶνος πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσι, τόσον προσωπικαὶ,
417ὅσον καὶ ὑλικαί. Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀναγνώρισις; Εἰς δέκα
418ὀκτὼ ἑκατομμύρια ἀναβαίνει ἡ ναυτικὴ δαπάνη κατὰ τὸν ἀ-
419γῶνα διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ στόλου, καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ
420ξηρὰ ἔχει ὀλιγώτερα; τὸ διπλάσιον, εἰς καταθέσεις, ὁμολογίας,
421ἀναγνωρίσεις χρεῶν κτλ. Τὸ δημόσιον ἐξωτερικὸν δάνειον εἶναι
42260 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῆς ἀνεχείας περιωρίσθη
423νὰ πληρώνωμεν ἓν ἑκατομμύρ. κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἀρχὰς τίποτε.
424Εἰς τὰ 1862 εἶχον ἀπαιτήσει τὴν ὅλην πληρωμὴν αἱ δυνά-
425μεις καὶ προσδιώρισαν τὰ τελωνεῖα, τὸν φόρον τοῦ χαρτοσή-
426μου, τῆς σμύριδος καὶ τῶν ζώων ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπότισιν
427τῶν χρεωλύτρων καὶ τοῦ τόκου τοῦ δανείου τούτου.
428Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 3 7βρίου, ἐγκατέστη τὸ συνταγ-
429ματικὸν πολίτευμα καὶ ἡ κυβέρνησις τότε εἶπεν, «ἔχω ἀνάγ-
430κην νὰ διοικήσω τὸν τόπον, θὰ ἴδω περὶ τῶν δανείων» αἱ δυ-
431νάμεις ἐπείσθησαν καὶ τὸ ἄφησαν, ἐπῆλθεν κατόπιν νομοσχέ-
432διον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπληρόνετο ἓν ἑκατομμύριον ἀπέναντι τό-
433κων καὶ χρεωλύτρου, ἀλλὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ πότε θὰ γίνῃ
434ἡ ἀπόσβεσις;
435Αὐτὴ ἡ περιουσία ἅπαξ ἐκποιουμένη, μετὰ δεκαοκτὼ ἔτη
436δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἔθνος εἶχε τὴν περιουσίαν αὐτὴν, καὶ εἴτε
437πολλὰ ἀπελάμβανεν εἴτε ὀλίγα εἶχε καὶ μίαν πίστιν πρὸς τοὺς
438πιστωτάς του καὶ πρὸς πᾶσαν περίστασιν ἧς ἤθελε λάβει ἀ-
439νάγκην. Δὲν μνημονεύω ἐνταῦθα ἑτέρου δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον,
440ἐὰν δὲν διελύετο ἡ Βουλὴ τοῦ 1867, ἤθελεν εἶναι ψηφισμένον
441ἕνα ποσὸν ἵνα χορηγῆται ἐξ 800 χιλιάδων δραχμῶν διὰ χρεώ-
442λυτρα καὶ τόκον. Τὸ χρέος τοῦτο εἶχε γίνει κατὰ τὰ 1824
443καὶ 1825· ἡ Κυβέρνησις δὲ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν εἶχε λάβει
444ἀνάγκην νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, ἀλλ’ ἡ τοῦ 1867 ἀπεφάσισε νὰ τὸ
445ἀναγνωρίσῃ, ἡ Βουλὴ ὅμως τότε διελύθη καὶ δὲν ἐπῆλθε κα-
446νὲν ἀποτέλεσμα. Βλέπετε ὅτι ἔχομεν χρέη ἄγνωστα καὶ
447γνωστά.
448Ἂν ἡ περιουσία αὕτη ἐκποιηθῇ καὶ τὸ τίμημα δαπανηθῇ εἰς
449τὴν προσωρινὴν χρῆσιν ἣν ἐν ἐνεργείᾳ, ἐξαλείφεται, τὰ δὲ χρέη
450συλλογισθῆτε πόθεν θὰ πληρωθοῦν; ποίους θὰ ἐπιβαρύνουν; σήμε-
451ρον ἐπιβαρύνουν αὐτὴν τὴν περιουσίαν, ὅταν ὅμως διατεθῇ, εἰς
452ποίους θὰ μείνουν; εἰς τοὺς πολίτας θὰ εἴπητε. Συλλογισθεῖτε ὅμως
453τὸ βάρος. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουρ. τῶν Οἰκονομ., ὅτι τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα
454ἀναφέρει ὁ προϋπολογισμὸς, εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὴν πρό-
455σοδον αὐτὴν, αὐτὸ τοῦτο μᾶς κάμνει νὰ συλλογισθῶμεν καλ-
456λίτερα; καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ χρέη. Εἶναι χρέη, τὰ ὁποῖα
457ἔκαμεν ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία, αὐτὴ ἡ ἀχόρταγος ὑπηρεσία, ἡ
458ὁποία, ἀφοῦ κατατρώγει τὰ εἰσοδήματα ὅλου τοῦ Κράτους, δὲν
459ἐπαρκεῖ· ἔλαβε μεγάλους φόρους, τοὺς ἐδιπλασίασεν εἰς βαθμὸν,
460ὅπου δὲν δύνανται νὰ ἀναβιβασθοῦν· ἔλαβε δάνεια ἐπὶ δανείων,
461τὰ ὁποῖα ἐξησφάλισε διὰ τῶν τελωνείων, διότι ἀπὸ τῆς τρε-
462χούσης ὑπηρεσίας, ἡ τρέχουσα τὰ ἐπῆρε καὶ ἡ τρέχουσα ὑπη-
463ρεσία θὰ τὰ ἀποδώσῃ· ἀλλὰ δὲν ἔχουν σχέσιν τὰ δάνεια ταῦτα
464μὲ τὰ τοῦ ἀγῶνος, ὁ ἀγὼν ἐκέρδισεν αὐτὴν τὴν περιουσίαν,
465καὶ ὁ ἀγὼν ἔχει δικαίωμα ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία
466ἔχει τὰ δάνειά της, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰ ἴδια αὑ-
467τῆς, ἀλλὰ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται δὲν εἶναι κανονισμὸς
468χρεῶν· νὰ πάρωμεν καὶ ταῦτα, ὅπως ἐπῆρε τοὺς φόρους, ὅπως
469ἐπῆρε τὰ δάνεια, καὶ τὰ κατηνάλωσε, αὐτὴ εἶναι ἡ λεγομένη
470ὑπηρεσία τῆς περιουσίας; Ὑπηρεσία θὰ εἰπῇ, ὑπηρεσία ὑπηρε-
471τοῦσα πρὸς αὔξησιν καὶ βελτίωσιν τῆς περιουσίας τῆς ἐθνικῆς.
472Ὑπηρεσία κατατρώγουσα τὴν περιουσίαν εἶναι σπατάλη, εἶναι
473παραλυσία, καὶ πρέπει νὰ συλλογισθῇ τὸ ἔθνος· ἂν δὲν συλ-
474λογισθῇ, ποῦ θὰ βαδίσωμεν; Παρατηρήσατε, ὅτι ὁσάκις ἐδιοι-
475κήθημεν μὲ δάνεια, κακῶς ἐδιοικήθημεν· ὁσάκις δὲ ἄνευ δα-
476νείων, περιορισθέντες εἰς τὰ εἰσοδήματα τοῦ τόπου καὶ ἐ-
477πηρκέσαμεν καὶ σεβαστότεροι ἤμεθα ἐσωτερικῶς καὶ ἐξω-
478τερικῶς, καὶ σᾶς μνημονεύω. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὴν
479ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης, ἦλθεν ἡ βασιλεία τοῦ μακαρίτου
480Ὄθωνος, καὶ τότε παρεκάθισαν εἰς τὴν ἐξουσίαν μέλη ξενικῶν
481ἰδεῶν, παρὰ τοπικῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην, εἶπον, χρημάτων καὶ
482αὐτὴ ἡ βασιλεία τότε ἐρχομένη ἔφερε δάνειον 60 ἑκατομμυρίων,
483τὸ ὁποῖον ἔξωθεν διεπραγματεύθη καὶ ἀπεφασίσθη. Ἐκεῖνο τὸ δά-
484νειον, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ἐγέννησε τὰς χρυσᾶς στολὰς, τὰς χρυσᾶς
485ἐπωμίδας, τὰς δυσαναλόγους μὲ τὰς προσόδους τοῦ κράτους,
486καὶ κατηναλώθη, ὑπηρετοῦν καὶ τότε τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν·
487εἶχον πρὸς τούτοις τὰ εἰσοδήματα τοῦ τόπου, διέλυσαν τὰς
488ἐκκλησιαστικὰς μονὰς καὶ ἔλαβον τὴν περιουσίαν των, καὶ
489ὅμως κατηναλώθη καὶ ἡ τοπικὴ πρόσοδος, κατηναλώθη καὶ ἡ
490ἐκκλησιαστικὴ ἐν τῷ διαστήματι μιᾶς ἐννεαετίας, εἰς τὸ τέλος
491τῆς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, καταναλωθέντος τοῦ δανείου,
492εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν, κατέφυγεν εἰς οἰκονομίας, ἀλλ’ οἰκονο-
493μίας βιαίας, διέλυσε μέρος τοῦ στρατοῦ· τέσσαρα ἦσαν τὰ
494τάγματα τοῦ πεζικοῦ, διέλυσε τὰ δύω, δύω ἦσαν αἱ ἴλαι τοῦ
495ἱππικοῦ, διέλυσε τὴν μίαν καὶ ἐπώλησε τοὺς ἵππους καὶ τὰ
496ἐφίππια, διέλυσε τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ, διέλυσε καὶ κα-
497τήργησε πολλὰς θέσεις, ἐκράτησε τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων
49815% ἕως 20%, καὶ αὐτὴν τὴν βασιλικὴν ἐπιχορήγησιν
499κατεβίβασεν ἀπὸ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς 800 χιλιάδας, καὶ
500μολαταῦτα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῆς ἀμηχανίας, διότι, ἅμα
501εἰσῆλθον εἰς τοιοῦτον σύστημα, δὲν ἠδύναντο νὰ ὀπισθοδρομή-
502σωσι· καὶ εἰς τοιοῦτον τρόπον εἰσῆλθεν ἡ καχεξία, ὥστε κατ’
503ἐκεῖνο τὸ ἔτος τὸ 43, ὅτε ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν αἱ
504πρόσοδοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων τοιοῦτος ἐγένετο ἄλλοτε συναγωνι-
505σμὸς, οὐδεὶς τότε ἐνοικιαστὴς καὶ ἐγγυητὴς ἐπαρουσιάσθη,
506διότι ἡ καταδίωξις ἦτο τρομερὰ κατ’ ἀνάγκην. Δὲν εὑρέθη κἀ-
507νεὶς νὰ ἐνοικιάσῃ τὰς δημοσίας προσόδους, παρατηρήσατε τὶ
508νέκρωσις εἶχεν ἐπέλθει εἰς τὸν τόπον, οὕτως ἐτελείωσε μία ἀ-
509περίσκεπτος διαχείρησις, ἐνεκρώθησαν τὰ πάντα, καὶ ἡ κυβέρ-
510νησις ἠναγκάσθη νὰ εἰσπράττῃ τότε δι’ ἐπιστατῶν.
511Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 3 Σεπτεμβρίου, διότι ἐθεωρήθη
512ἀνίκανος ἡ μοναρχία νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, καὶ ἡ κατάστασις
513αὐτὴ ἐμαρτύρει τὴν ἀνικανότητά της, δὲν ἦτο ἱκανὴ αὐτὴ ἡ
514μορφὴ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Ἑλλάδα· δυστυ-
515χῶς φαίνεται, ὅτι ἡ μοναρχία ἀφίνει τοιαῦτα προηγούμενα, καὶ
516τοιαύτας ἀναμνήσεις. Ἐζητήθη ἑτέρα μορφὴ, καὶ εἶναι αὐτὴ
517τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν, ἡ συνταγματικὴ πολιτεία, ἐζητήθη
518νὰ ἔλθουν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ φέρουν τὰς ἰδέας των,
519τὰς τοπικὰς γνώσεις των, καὶ μὲ τὰς τοπικὰς γνώσεις, τοπι-
520κῶς νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος. Ἐδιοικήθη; Ἂς ἴδωμεν. Ἡ κατάστα-
521σις ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, σᾶς εἶπον, πῶς εὑρίσκετο·
522ἦλθεν ἡ μεταβολὴ, κατεστάθη ἀντιπροσωπικὴ κυβέρνησις,
523καὶ μετὰ τὰς ἰδέας τοῦ τόπου ἤρχισε τὰ ἐπιδιορθώνῃ τὴν
524ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εὗρεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ
525πῶς ἤρχισε; μὲ δάνεια; ὄχι· μὲ φόρους; ὄχι· διὰ ν’ ἀνα-
526λάβῃ ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία ἐπὶ τοσοῦτον ὠπισθοδρόμησεν, ἐπὶ
527τοσοῦτον εἶχε νεκρωθῆ ἡ κίνησίς της, ἐπανῆλθεν εἰς οἰκονομίας,
528κατεβίβασε, κύριοι, τοὺς φόρους· 10% ἦτο ὁ φόρος τῶν
529ἰδιοκτήτων ἀμπέλων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται τώρα· ἐκτὸς
530τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐλαιώνων καὶ σταφιδαμπελώνων τοὺς κα-
531τεβίβασε εἰς 5%· τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ 7 κατε-
532βίβασαν εἰς 4%· τὴν μέταξαν, τὰ πάντα· ἐκήρυξαν ἀφορολό-
533γητα ὅλα τὰ σποράδην κείμενα δένδρα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ
534τότε ἐφορολογεῖτο καὶ ἡ σταφὶς καὶ ἡ ἄμπελος πρὸς 10%,
535ἐγένετο ἐκτίμησις καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ
536πάρῃ σταφυλὴν πρὶν ὁ ἐκτιμητὴς ἐκτιμήσῃ τὴν ἄμπελον, τότε
537δὲ ἐκτιμοῦσε καὶ τὴν συκῆν καὶ τὴν ἐλαίαν καὶ ὅλα τὰ δένδρα,
538τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν αὐτῇ· καταβιβασθείσης λοιπὸν οὕτω τῆς φορο-
539λογίας, καὶ ὅλα τὰ σποράδην ἐν αὐτῇ δένδρα ἐκηρύχθησαν εἰς
540ἀτέλειαν. Καὶ μὅλα ταῦτα, κύριοι, ἐκείνη ἡ συνταγματικὴ
541Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχε τὴν αὐτὴν ἀνάγκην ν’ ἀνορθώσῃ, ἀφοῦ
542κατεβίβασεν οὕτω τοὺς φόρους, ἐκανόνισε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν
543διὰ νέων καταστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἔφερον τοιαύτην βελτίωσιν,
544ὥστε ἐπανέφερεν τὸν διαλυθέντα στρατὸν, συνεπλήρωσε καὶ τὸ
545ἱππικὸν, ὅπως καὶ τὸ πεζικὸν, καὶ ἀντὶ 50 ἢ 60 δραχμῶν,
546ἀντὶ τῶν ὁποίων ἐπωλήθησαν οἱ ἵπποι, κατὰ τὴν διάλυσιν τοῦ
547ἱππικοῦ, ἠγόρασεν ἄλλους πρὸς 500 καὶ 600 δραχμὰς τὸν
548ἕνα.
549§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐνοεῖτε;
550§94ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς τὰ 1845, 46 καὶ 47 ἕως 50.
551§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπλήρωναν καὶ τὰς τρεῖς δυνάμεις τότε;
552§96ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶχον τὴν δύναμιν καὶ τὴν βαρύτητα τότε
553νὰ εἴπουν καὶ εἰς τὰς δυνάμεις, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδώσατε,
554ἠξεύρετε σεῖς ποῦ ἐχρησίμευσε· λοιπὸν ἀφοῦ δὲν ἐχρησίμευσε
555διὰ τὸν τόπον ἄφησέ με νὰ τακτοποιηθῶ, καὶ ἐκεῖναι ἐσεβάσθη-
556σαν τὸν λόγον της καθὼς σέβεται πᾶς τις ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος
557κάμνει ἔργα σεβαστά.
558§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι ἔστειλαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν
559ἐλεγκτὰς διὰ νὰ ἐξετάσουν τὴν κατάστασίν μας, καὶ ἀπὸ ἐκεί-
560νης τῆς ἐποχῆς ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρόνῃ 1 ἑκα-
561τομύριον κατ’ ἔτος;
562§98ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πότε; Δὲν τὸ λησμονῶ, κύριε, βουλευτά·
563νὰ μοῦ εἴπητε καὶ τὰς χρονολογίας, διότι ἐγὼ σᾶς λέγω τὰ
564ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος
565ἀπὸ μοναρχικοῦ εἰς συνταγματικὸν ἐπὶ μίαν δεκαετηρίδα, ὅτι
566μία δεκαετηρὶς ἔφερε τὰ πράγματα ἐπὶ τῆς μοναρχίας εἰς
567αὐτὴν τὴν πτῶσιν, καὶ μία δεκαετηρὶς μετὰ τὴν ἀποκατάστα-
568σιν τῆς συνταγματικῆς πολιτείας ἀνεβίβασε τὰ πράγματα εἰς
569αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἣν ἀνέφερον. Τώρα ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέραν
570ἤρχισαν πάλιν ἐκ νέου νὰ εἰσδύωσιν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ
571ἀπὸ τὸ ἄλλο ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα βαθμηδὸν ἔσυραν τὴν
572διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται σήμερον.
573Οἱ ἐλεγκταὶ, κύριε, Κεχαγιᾶ, ἦλθον πολὺ ἀργὰ, ἦλθον εἰς τὰ 56
574§99ΤΙΝΕΣ. 57.
575§100ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔστω, εἶπον ὅτι μετὰ τὴν δεκαετηρίδα
576ἐκείνην, ὅταν τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἤρχισε πάλιν νὰ λαμβάνῃ
577ἄλλον χαρακτῆρα καὶ νὰ τρέχῃ εἰς τὰς παλαιάς του ἕξεις. Δὲν
578εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος πολιτικὴ συζήτησις διὰ ν’ ἀναπτυχθῶ-
579μεν περὶ αὐτοῦ περισσότερον. Λέγω μόνον, ὅτι αὐτὸ εἶναι βέ-
580βαιον, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ἐκείνῃ δεκαετηρίδι τῆς ἀπολύτου
581μοναρχίας τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, τὰ πάντα κατηνα-
582λώθησαν, καὶ ἐξωδεύθη καὶ δάνειον ἐξ 60 ἑκατομμυρίων, καὶ
583ὅταν ἐπῆλθε τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶπε, θὰ διοικήσω
584μὲ τὰ μέσα τοῦ τόπου, καὶ ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ, κατεβίβασε τοὺς
585φόρους κατὰ τὸ ἥμισυ, καθὼς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ
5867 εἰς 4%, τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ σταφίδων ἀπὸ 10
587εἰς 5%.....
588§101ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μόνον δύο φόρους ἠλάττωσε, τῶν ζώων καὶ
589τῶν οἰκοδομῶν.
590§102ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καλὰ προσδιορίζομεν μίαν ἡμέραν καὶ φέ-
591ρομεν τὰ πρακτικὰ καὶ βλέπομεν τὰς ἐποχὰς, λέγω λοιπὸν
592ὅτι τότε ἐπαρκοῦσαν εἰς τὴν διοίκησιν. Τὰ παρελθόντα δὲν λέ-
593γονται χάριν τῆς ἱστορίας, λέγονται ὡς συνδεόμενα μὲ τὰ παρόν-
594τα καὶ τὰ μέλλοντα, καὶ τότε μόνον ἔχουν ἀξίαν. Ὁσάκις ἐδιοι-
595κήθη ἡ ἐπικράτεια μὲ δάνεια δὲν ἐπροόδευσεν, ἐπροόδευσε καὶ ἐ-
596μεγάλωσε καὶ ἐστάθη σεβαστὴ ὅταν ἐδιοίκησε μὲ οἰκονομίας, καὶ
597τότε τὰ εἰσοδήματά της ἦσαν ἐπαρκῆ. Σᾶς λέγω, δείξατέ μοι ἐὰν
598ἴσως μετὰ τὰ 1843 ὅπου ἐτελείωσεν αὐτὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκα-
599τομμυρίων μέχρι τοῦ 1853 μετὰ μίαν δεκαετηρίδα, ἂν ἐχρειάσθη
600δάνειον νέον. Εἰς τὰ 1854 ἐπῆλθε κυβερνητικὴ γνώμη νὰ γίνῃ νό-
601μος καὶ ἐψηφίσθη περὶ ἑνὸς δανείου ἐκ 5 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ἐ-
602λήφθησαν μόνον 500 ἢ 600 χιλιάδες δραχμῶν, ὕστερον εἰς τὰ
6031860 καὶ 1861 ἄρχεται ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ τοῦ δανείου.
604Λοιπὸν βλέπετε ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1853 κάλλιστα ἐδιοι-
605κήθη τὸ Κράτος, ἄνευ δανείων, ἀνεπλήρωσεν ὅσα προτήτερα εἶχον
606καταργηθῆ, διότι καὶ τὰ τάγματα ἐσύστησε καὶ τὸ ἱππικὸν συν-
607επλήρωσεν ἐκ νέου, τὸ ὁποῖον εἶχε διαλυθῆ καὶ τοῦ βασιλέως τὴν
608ἐπιχορήγησιν ἐξησφάλισε διὰ μίαν δεκαετηρίδα εἰς 1 ἑκατομμύ-
609ριον, ἐνῷ τὴν εἶχε καταβιβάσει εἰς 800 χιλιάδας, καὶ τὰς κρα-
610τήσεις τῶν ὑπαλλήλων κατήργησε, καὶ οὔτε ἰδέα ἦτο περὶ δα-
611νείου, οἱ προϋπολογισμοὶ συνετάττοντο ἐπὶ τῶν καθαρῶν εἰσοδη-
612μάτων τοῦ Κράτους, ἐδαπανῶντο καὶ ἄφινον καὶ περίσσευμα, οὔτε
613λόγος ἐγένετό ποτε περὶ δανείων. Τώρα λοιπὸν λέγω, ὅτι εἰς τὸ
614χάος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθησαν ὅλα ταῦτα τὰ νέα δάνεια, νὰ μὴ
615πέσῃ καὶ ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, αὕτη
616ἡ περιουσία ἔχει ἱερὰς ὀφειλὰς, ἔχει ἱερὰς ὑποχρεώσεις νὰ πληρώσῃ,
617καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς ἐκπλήρωσιν ἐκείνων. Ὅταν ἤθελεν
618ἐκπληρώσει αὐτὰ κ’ ἤθελεν ἔχει περίσσευμα, τότε μάλιστα.
619§103ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν πρότασίν σας περὶ δημο-
620σίου χρέους;
621§104ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δημόσια χρέη ἐννοῶ ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ καὶ
622ἐξωτερικὰ, τὰ ὁποῖα ἔγειναν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος. Ἔχετε μίαν ἐπιτρο-
623πὴν, ἡ ὁποία ἐξετάζει τὰ τοῦ ἀγῶνος, 25 χιλιάδες ὀνόματα εἶ-
624ναι εἰς βαθμολογίαν, 22 χιλιάδες ἐβαθμολογήθησαν ἕως τώρα· 18
625ἑκατομμύρια ἔχουν ἀπαιτήσεις αἱ ναυτικαὶ νῆσοι διὰ τὰς δαπάνας
626τοῦ στόλου, ἄλλα τόσα καὶ περισσότερα εἶναι τῆς ξηρᾶς δι’ ὁμο-
627λογιῶν ἀπὸ τὰς συνελεύσεις καὶ τὰς τότε κυβερνήσεις πιστοποιη-
628μένα· τί νὰ τὰ κάμωμεν αὐτά; νὰ τὰ φορτώσωμεν εἰς τὴν περιου-
629σίαν τὴν ἰδιωτικήν; Τὰ δάνεια ἔκαμαν τὴν ὑπηρεσίαν πολυτελῆ
630καὶ ἀνοικονόμητον, δὲν εἰμπορεῖ πλέον νὰ περιορισθῇ, ἡ περιουσία
631λοιπὸν αὕτη εἶναι πιστωμένη ἀπὸ ὅλα τὰ δάνεια, ἀπὸ ὅλα τὰ ἱε-
632ρὰ χρέη καὶ δὲν εἰμποροῦμεν νὰ τὰ ἀποφύγωμεν καὶ νὰ μείνουν
633χωριστά.
634§105ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
635§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Δαγρές.
636§107ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν, λέγω, ὅτι τὸ τίμημα θὰ καταβάλ-
637ληται καὶ θὰ φυλάττηται διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν χρεῶν.
638§108ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατέ με.
639§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Δαγρέ.
640§110ΔΑΓΡΕΣ. Ἐσύστησα εἰς τὸν φίλον μου κύριον Καλλιφρονᾶν νὰ
641ἀναβάλῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεώς του διὰ τὴν αὔριον,
642ὅτε πιστεύω θὰ λάβῃ χώραν πλέον εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ
643προκειμένου· ἐσύστησα τοῦτο, διότι ἐκτιμῶ πολὺ τὸν κύριον
644Καλλιφρονᾶν, καὶ διότι ὑπώπτευον, ὅτι ἡ πρότασίς του ἀπέβλεπεν
645ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὸν ὁποῖον βλέπω ἤδη ὅτι ἐπιδιώκει. Ἡ
646πρότασις τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔχει τὸν και-
647ρόν της, καὶ ἂν ἤρχετο ἁρμοδίως, ἴσως ἤθελεν εὕρει κ’ ἐμὲ σύμ-
648φωνον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πρότασις ἦλθεν ἀκαίρως καὶ ἀκαταλλή-
649λως, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς προτάσεως αὐτῆς δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ
650ἄλλον σκοπόν, παρὰ τὴν περιπλοκὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου,
651διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω καὶ σήμερον πρὶν ἢ ἀρχίσῃ
652ἡ σπουδαία συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὄντος σπουδαίου τούτου ζητή-
653ματος. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς συνιστῶ θερ-
654μῶς νὰ μὴ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ προσωπικοὺς λόγους, νὰ μὴ ἐπη-
655ρεασθοῦν ἀπὸ τοπικὰ συμφέροντα, νὰ μὴ λάβουν ὑπ’ ὄψιν των
656τὴν ἰδιότητα τῶν κτημάτων τῆς ἰδίας ἑαυτῶν ἐπαρχίας, τὴν
657ἰδιότητα τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος κατέχει· ἀλλ’ ὡς
658ἄνθρωποι ἀδιάφοροι καὶ ὡς ἐμπρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξετάσωμεν
659τὸ προκείμενον ζήτημα.
660Λάφυρα τοῦ πολέμου, σᾶς εἶπεν ὁ κύριος βουλευτής, εἶναι αἱ
661ἐθνικοϊδιόκτητοι φυτεῖαι, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ὑπὸ συζή-
662τησιν νομοσχέδιον· ἰδιοκτησία τοῦ ἔθνους, σᾶς εἶπεν ἕτερος,
663εἶναι· τίς αἱ φυτεῖαι, τὰς ὁποίας μυριάδες οἰκογενειῶν κατέχουν
664ἀπὸ πότε; πλεῖστοι πρὸ αἰώνων. Κεφάλαιον πιστωτικόν, σᾶς
665εἶπεν ἄλλος, εἶναι ἡ περιουσία τοῦ λαοῦ ἐπὶ χρεῶν ἱερῶν, διὰ
666τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεται, οὐχὶ ἐπαρχία ὡρισμένη, οὐχὶ ἡ Πελο-
667πόννησος, οὐχὶ ἡ ἐλευθέρα Στερεὰ Ἑλλάς, οὐχὶ αἱ νῆσοι τοῦ Αἰ-
668γαίου Πελάγους, οὐχὶ ἡ Ἑπτάνησος, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται καὶ θεω-
669ρεῖται ὑπόχρεως ὅλος ὁ ἑλληνισμὸς ὁ ἐξεγερθεὶς κατὰ τὰ 1821.
670Δὲν θέλω νὰ ἔλθω, κύριοι, εἰς τοπικὰς διακρίσεις διὰ νὰ μὴ ἐ-
671ρεθίσω τοπικὰς καὶ προσωπικὰς φιλοτιμίας, ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλ-
672λεται καθῆκον ἱερὸν καὶ ὑπέρτατον, καθόσον ἀντιπροσωπεύω
673μίαν ἐπαρχίαν, ἥτις ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος μάρτυς τῆς ἀναγεννήσεως
674τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία προσέφερε, οὐχὶ αἵματα, οὐχὶ οἰκίας, οὐχὶ
675περιουσίας, τί προσέφερεν, κύριοι, εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος,
676τί νομίζετε ὅτι προσέφερεν; ὅ,τι σήμερον σᾶς ζητεῖ νὰ δώσητε
677ἐπὶ ἀντιτίμῳ· καὶ διὰ ν’ ἀνυψώσω τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν
678ἀνήκουσαν θέσιν του ὀφείλω νὰ ἀναφέρω μίαν περίστασιν, καὶ
679παρακαλῶ τοὺς ἐντίμους γέροντας τοῦ ἀγῶνος ν’ ἀναφέρουν καὶ
680ἄλλα ὅμοια περιστατικά. Ὅτε ὡς ἕδρα τῆς φοβερᾶς στρατιᾶς
681τοῦ Ἰμβραΐμ ὑπῆρξεν ἡ Πελοπόννησος, καὶ πρὸ πάντων ἡ Μεσ-
682σηνία, γνωρίζετε εἰς ποῖα μέσα κατέφυγε πρὸς ἐξόντωσιν τοῦ
683λαοῦ αὐτοῦ. Γνωρίζετε, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἐνδόξων ὁπλαρχηγῶν τοῦ
684μέρους ἐκείνου ἐσώθη ἀπὸ τὴν μάχαιραν τῶν Ἀλβανῶν καὶ ἀπὸ
685τὴν καραβίναν τῶν Ἀράβων, ἐσώθησαν ὀλίγα τινα λείψανα, τινὰ
686τῶν ὁποίων παρακάθηνται, καὶ τῶν ὁποίων τὴν μαρτυρίαν ἐπι-
687καλοῦμαι. Μία μόνον περίστασιν θὰ σᾶς ἀναφέρω· καὶ ὁμιλῶν,
688ὁμιλῶ περὶ λαοῦ, αὐτοῦ τὰ συμφέροντα μὲ ἐπασχολοῦν, δὲν εἶ-
689μαι φεουδαλιστής, καθότι ἀποκρούω τὸν φεουδαλισμόν, τὸν το-
690πικὸν καὶ τὸν προσωπικὸν πάντοτε. Ὅταν ἀκούσητε ταῦτα, εἶ-
691σθε κύριοι νὰ εἰπῆτε ἂν τὰς γαίας αὐτὰς παραχωρῆτε δωρεὰν ἢ
692ἐπ’ ἀμοιβῇ. Αὕτη εἶναι μία ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν μοὶ φαίνεται
693πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε, ὡς καὶ τὴν ἀπάντησιν τῶν προ-
694κρίτων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας εἰς τὸν Ἰμβραΐμην. Ὅταν ὁ Ἰμβραΐμ
695ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐξοντώσεως, ὅτε εἶχε καταστρέ-
696ψει τὰ δένδρα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφα-
697σίσητε, κόπτων ταῦτα εἰς τὴν βάσιν των, τῶν κατοίκων πει-
698σματωδῶς ἐπιμενόντων εἰς τὴν ἀντίστασιν, τί τοῦ ἀπήντησαν
699οἱ πρὸ αἰώνων κάτοχοι αὐτῶν τῶν ἐν λόγῳ φυτειῶν; (ἐὰν σφάλ-
700λω, παρακαλῶ εἷς τῶν ἐντίμων ἀγωνιστῶν ἐκ τῶν παρόντων,
701νὰ μὲ διορθώσῃ). Ὁ Ἰμβραΐμ ἀπηύθυνε μίαν πρόσκλησιν καὶ εἶπε·
702«τί περιμένετε πλέον; ἐὰν ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος περιμένουν νὰ
703σωθῶσιν, ὁ νομός τῆς Μεσσηνίας, ἡ Πελοπόννησος τέλος δὲν εἶναι
704δυνατὸν νὰ σωθῇ, οἰκία δὲν σᾶς ἔμεινε, στέγη δὲν σᾶς ἔμεινε
705ζῶον δὲν σᾶς ἔμεινε, τὸ πλεῖστον τῶν γυναικῶν καὶ τῶν τέ-
706κνων σας κατήντησαν ἀνδράποδα καὶ στέλλονται σωρηδὸν καὶ
707ἀγεληδὸν ὡς αἰχμάλωτοι εἰς τὴν Αἴγυπτον» καὶ ἀκόμη αὐτὴν
708τὴν στιγμὴν ἐκ Πελοποννήσου καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος
709βεβαίως ὑπάρχουν εἰς Ἀραβίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ εἰς τὰ δύο ἡ-
710μισφαίρια πολλοὶ τοιοῦτοι» τί περιμένετε; τὰ δένδρα αὐτὰ
711τὰ ἐκόψαμεν, τί κάμνετε; παραδοθῆτε ἵνα διασώσητε κάτι τί·
712τί ἀπήντησαν οἱ εὐγενεῖς, οἱ ἐνάρετοι, οἱ ἀξιότιμοι ἐκεῖνοι ἄν-
713δρες, τῶν ὁποίων τὰς εἰκόνας ὅλοι ὡς ἐγκόλπια ὀφείλομεν
714νὰ φέρωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεισφέραμεν, οὔτε ἠγωνίσθη-
715μεν, οὔτε ἐγεύθημεν τὰς πικρίας τοῦ ἀγῶνος; Ἐὰν δὲν ἀπατῶ-
716μαι ἡ ἀπάντησις ἦτο αὐτή· «ὅτι εἶσαι κύριος καὶ τῆς περιου-
717σίας μας, εἶσαι κύριος καὶ τῶν τέκνων μας, εἶσαι κύριος καὶ
718τῆς ζωῆς μας, ἑνὸς μόνου δὲν θὰ σὲ καταστήσωμεν κύριον ἑκου-
719σίως, τῆς ἐλευθερίας μας.» Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, κύριοι; μοὶ φαί-
720νεται, ὅτι εἶναι ἀληθές! διότι ἴσως ἔχουν ὑπογράψει τινὲς τῶν
721ὧδε παρακαθημένων μὲ ἡμᾶς. Τί δὲ εἶχε τρέξει; εἶχε λάβει
722τὸ μέτρον ὁ Ἰμβραήμης καὶ ἔκοψεν ὅλα τὰ ὑπάρχοντα ἐν Μεσ-
723σηνίᾳ δένδρα· οἱ περίφημοι ἐλαιῶνες τῆς Πυλίας, οἱ περίφημοι
724συκιῶνες τῆς Μεσσηνίας κατεστράφησαν· καὶ ἂν σήμερον ὑπάρ-
725χουν ἐκεῖ δένδρα, εἶναι παραφυάδες τῶν ἐκκοπέντων δένδρων.
726Τότε λοιπὸν τὰ τοιαῦτα κτήματα, τὰ ὁποῖα κατεῖχον οἱ πατέ-
727ρες μας πρὶν ἴσως ἔλθῃ ἡ ὀθωμανικὴ ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι, καὶ
728τὰ ὁποῖα χάριν τῆς ἐλευθερίας ἡμῶν ὅλων ἀπεφασίσαμεν νὰ θυ-
729σιάσωμεν, αὐτὰ σήμερον μᾶς λέγετε καὶ χρησμοδοτεῖτε ὡς πε-
730ριουσίαν, ὡς λάφυρον τοῦ πολέμου; καὶ νὰ τὸ λέγῃ ὁ ἀξιότι-
731μος βουλευτὴς Ἀττικῆς; λησμονεῖ, ὅτι διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν
732τῆς Ἀττικῆς κάτι τι συνεισέφερον καὶ οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ κάτο-
733χοι τῶν φυτειῶν, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι σᾶς παρακαλοῦν, σᾶς λέγουν
734κάμετέ μας ἰδιοκτήτας, δώσατέ μας τὸ δικαίωμα νὰ δανειζώ-
735μεθα εὐκόλως, βεβαιώσατέ μας ὅτι εἴμεθα κύριοι τοῦ μέρους αὑ-
736τοῦ, διὰ νὰ τὸ καλλιεργήσωμεν καλλίτερον, νὰ συνεισφέρωμεν
737πρὸς συντήρησιν τοῦ δημοσίου ταμείου περισσότερον, καὶ ἔχετε
738τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἡ περιουσία αὕτη εἶναι κτῆμα τοῦ
739ἔθνους, ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ναυπάκτου ὁ κ. Ῥοντή-
740ρης χθὲς σᾶς εἶπε;
741§111ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
742§112ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ δώσω ἀφορμὴν, καὶ ἂν μὲ
743δώσουν ἀφορμὴν θὰ μάθωσιν ὅτι οἱ πωλοῦντες σήμερον ὡς τσό-
744χαν βελούδου μίαν γωνίαν γῆς, ἡ ὑπερτιμημένη αὕτη γῆ ἐξη-
745γοράσθη παρ’ ὅλων ἡμῶν.
746§113ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὴ τὸ ἐπαναλαμβάνετε πολὺ, κύριε.
747§114ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην, διότι
748στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν.
749§115ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ εἰπῆτε λοιπὸν, ὅτι σεῖς μόνον ἐπολεμήσατε
750εἰς τὸν ἀγῶνα; νὰ τὸ ἴδωμεν.
751§116ΛΕΚΚΑΣ. Ποῖος ἔφερεν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐπαναστά-
752σεως, κ. Δαγρὲ; δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ δημοκοπήσητε σήμε-
753ρον, ὑβρίζετε τὸν Ζαίμην σήμερον, ὑβρίσατε τὸν Δεληγεώργην
754χθὲς, δημοκοπεῖτε, ἀλλὰ δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ δημοκοπήσητε,
755εἶσθε βουλευτὴς καὶ τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος.
756§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ ἡσυχάσατε.
757§118ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κατ’ ἐπαρχίας νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἀγῶνα· νὰ
758μετρηθῶσιν οἱ ἀγῶνες μὲ τὸ αἷμα ἑκάστου.
759§119ΛΕΚΚΑΣ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή; δὲν τὸ ἀνέχομαι, σᾶ.
760παρακαλῶ νὰ βιάσητε τὸν κ. Δαγρὲ νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὸ (θόρυβος)
761§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε παρακαλῶ.
762§121ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, θὰ φέρω πρότασιν νὰ διανεμηθῇ ἀναλό-
763γως τῶν ἀγώνων ἑκάστης ἐπαρχίας (θόρυβος).
764§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι.
765§123ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν τὸ ἀνέχομαι, καὶ σεῖς μὴ ἀνέχεσθε νὰ ὑβρί-
766ζησθε (θόρυβος). Εἶπεν ὅτι ἡ ἐπαρχία του ἠγωνίσθη καὶ αἱ ἄλ-
767λαι δὲν ἔκαμαν τίποτε.
768§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κ. Λέκκα, παρακαλῶ.
769§125ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν ζητεῖτε μόνον νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτη-
770σία μας, ἀλλὰ μᾶς ἐπιβάλλετε καὶ ἓν στίγμα ὅτι δὲν συνεισ-
771φέραμεν εἰς τὸν ἀγῶνα (θόρυβος).
772§126ΛΕΚΚΑΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ.
773§127ΔΑΓΡΕΣ. Πρῶτον ὁ κ. Λέκκας ν’ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπε, καὶ
774ἐγὼ ἔπειτα θὰ δώσω ἐξηγήσεις· καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ
775κ. Ῥοντίρης δὲν πιστεύω νὰ θυμώνῃ μὲ τὰ σωστά του, θέλει
776ἴσως νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς περιστάσεως. Ὁ κ. Λέκκας μοὶ ἀπέ-
777δωκε ἰδιότητα.
778§128ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν εἶναι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες εἵλωτες.
779§129ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διακόψητε,
780καὶ κάθε ἄλλος παρὰ σεῖς, διότι τότε δὲν εἶσθε ἄξιος τοῦ ἐπαγ-
781γέλματός σας. Λοιπὸν ὁ κ. Λέκκας μοὶ ἀπέδωκεν ἰδιότητα τὴν
782ὁποίαν δὲν ἔχω, οὐδένα ὕβρισα, πολὺ ὀλιγώτερον ἐπαρχίαν, καὶ
783παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ.
784§130ΛΕΚΚΑΣ. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐκεῖ· εἴπατε ὅτι ἡ ἐπαρχία σας
785ἔδωκε χρήματα διὰ νὰ ἐλευθερωθῇ ἡ ἐπαρχία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ,
786νὰ προσέχετε εἰς τὰς ἐκφράσεις σας (θόρυβος).
787§131ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ ὁρίσητε τὴν λέξιν τὴν ὁποίαν εἶπα.
788§132ΛΕΚΚΑΣ. Εἴπατε καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς
789ἐπαρχίας σας ἐπλήρωσαν καὶ ἠλευθερώθησαν ἄλλαι ἐπαρ-
790χίαι καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ·
791§133ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; (θόρυβος).
792§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ παρακαλῶ, κύριοι.
793§135ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀφοῦ λέγει ὅτι δὲν τὸ εἶπε, ἡμεῖς εἴμεθα ἱκα-
794νοποιημένοι.
795§136ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσβλητικόν, τὸ ὁποῖον ἠρέθισε δύο
796τῶν κ. βουλευτῶν, διότι εἶπον ὅτι ἡ τάξις τῶν ἐμφυτευτῶν,
797οἱ κάτοικοι τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, οἱ
798ἔχοντες δικαιώματα ἐπὶ τοῦ τόπου των, σᾶς ζητοῦν οὐχὶ δῶ-
799ρον, ἀλλ’ ἐπὶ ἀμοιβῇ, ἐπὶ πληρωμῇ, νὰ παραχωρήσητε τὰ κτή-
800ματα ὅλα τὰ ὁποῖα κατεῖχον πρὸ αἰώνων; Εἶναι ὕβρις; σᾶς
801ἐρωτῶ· εἶναι προσβολή; καὶ δὲν ἠξεύρουν οἱ κύριοι, οἱ ἐρεθισθέν-
802τες, ὅτι ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν, ἥτις κατὰ ⅘ δὲν ἔχει
803ἐθνικὰς γαίας, ἀλλ’ ἔχει ἰδιοκτήτους γαίας; Καὶ δὲν ἠξεύρουν,
804ὅτι ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ πολλοστημορίου τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ
805ὁμιλῶν ὑπὲρ τοῦ πολλοστημορίου ὑβρίζω τὰ ⅘, ὑβρίζω τ’ ἄλλα
806μέρη; ὕβρις εἶναι ἐὰν εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀναγέν-
807νησίν της, εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη
808ὡς κράτος ἀνεξάρτητον, εἶπεν, ἀφίνω τὴν μίαν ἐπαρχίαν διὰ νὰ
809πάρω τὴν ἄλλην; καὶ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον νὰ τὸ εἴπω
810ἐὰν ᾖναι ἀληθές, καὶ διότι εἶναι ἀληθές, νὰ ὑπερασπισθῶ καὶ
811τῶν συμπολιτῶν μου τὰ δικαιώματα, διότι οὐδένα διέκρινα;
812Διαμαρτύρομαι λοιπόν, εἶπον ὅτι οἱ Ἕλληνες ὅλοι ἠγωνίσθησαν·
813ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν γαιοκτημόνων, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
814§137ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ θέμα, κ. Δαγρέ.
815§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε, ἐγὼ θὰ τοῦ τὸ εἴπω αὐτό.
816§139ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν σήμερον πρόκειται νὰ ἐκποιήσητε κτήματα
817κατεχόμενα, ἐπαναλαμβάνω, καὶ θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω αἰωνίως,
818καὶ ἂς θυμόνουν ὅσον θέλουν, κατεχόμενα τὰ πλεῖστα αὐτῶν
819ἀπὸ τοὺς κατόχους ἢ τοὺς πατέρας των πρὸ αἰώνων.
820§140ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Τώρα πρόκειται νὰ εἴπωμεν ἐὰν τὰ χρή-
821ματα πρέπῃ νὰ κατατεθῶσι εἰς τὴν Τράπεζαν, ἢ νὰ τὰ μετα-
822χειρισθῇ τὸ Δημόσιον δι’ ἀνάγκας του.
823§141ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς δὲν εἶναι ἐναντίος εἰς τὸ
824Νομοσχέδιον, ἀλλὰ λέγει μόνον ποῦ πρέπει νὰ χρησιμεύσωσι
825τὰ χρήματα.
826§142ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, λάφυρον
827τοῦ πολέμου, ἐγὼ τοῦτο δὲν τὸ δέχομαι, καὶ λέγω ὅτι διὰ
828διαφόρων ἐπὶ Τουρκοκρατίας συμφωνιῶν, καὶ συνεπεία συμβά-
829σεων διαφόρων, ἐκαλλιέργουν οἱ ἐμφυτευταὶ αὐτὰς τὰς γαίας
830μὲ μόνον μίαν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπι-
831καρπίας, ὅπερ, ὡς ἀργότερον θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ἦτον ἐλάχιστον
832εἰς τοὺς Ὀθωμανούς. Τώρα ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ἔρχεται καὶ σᾶς
833λέγει, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξητε, ἔχουν
834μίαν διάταξιν εἰς τὸν Νόμον αὐτόν, πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν,
835εἰς ἐξόφλησιν δανείων, καὶ ὅπως χρησιμεύσωσιν διὰ τὸ Δημό-
836σιον, ὡς περιουσία τοῦ Δημοσίου.
837§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ
838συμφωνῶ, ὅτι εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, καὶ πρέπει νὰ χρη-
839σιμεύσῃ διὰ τὰς δημοσίους ἀνάγκας.
840§144Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου ἡ προερχομένη
841ἀπὸ πόλεμον εἶναι λάφυρον.
842§145ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι οὔτε
843λάφυρον, οὔτε ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου, εἶναι περιουσία εἰς τὴν
844ὁποίαν συμμετέχει μὲν καὶ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀναφαίρετος ἀπὸ
845τοὺς ἰδιώτας, τώρα πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ τὸ ἀνάλογον εἰς τὸ
846Δημόσιον, ὅπως τοῦτο συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι
847ἠγέρθησαν ἐπὶ δημοσίων γαιῶν.
848§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κατσικαπῆς.
849§147ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Καλλιφρονᾶ καὶ
850Δαγρὲ μὲ ἔφερον ἀναγκαίως εἰς τὸ βῆμα, διότι νομίζω, κύριοι,
851ὅτι καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος ἦσαν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου,
852καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅπως καὶ ὅλοι ἡμεῖς, ὅτι ἐπολέμουν ἰσ-
853χυρισμοὺς μὴ ὑπάρχοντας. Δηλ. ὁ μὲν κύριος Καλλιφρονᾶς ἔ-
854καμε μίαν θεωρίαν κατὰ τῶν δανείων ἐν γένει· καὶ ἡ Βουλὴ
855καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκην αὐτήν, καθ’ ὅσον ἡ
856Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου της εἶπεν, ὅτι ἐναντιοῦται εἰς τὰ
857δάνεια, ἡ δὲ Βουλὴ ἐφάνη συμμερισθεῖσα τὴν ἰδέαν αὐτοῦ. Ὁ
858κ. Δαγρὲς ὡμίλησεν ὡσὰν νὰ ὡμίλει περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
859σχεδίου, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν αὐτὸ οὐδεὶς ἐπολέμησεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
860ἐῤῥίφθησαν ἰδέαι τινὲς, ἀνάγκη νὰ διασαφηνισθῶσιν αἱ ἰδέαι
861αὗται διὰ νὰ μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται νὰ κάμωμεν
862χάριν, νὰ λάβωμεν καὶ νὰ δώσωμεν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδεμίαν
863χάριν πρόκειται νὰ κάμωμεν εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς, ἀλλὰ λαμ-
864βάνομεν πρόνοιαν περὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καθὼς ἐγένε-
865το τοῦτο καὶ ἄλλοτε διὰ νόμου ὁμοίας φύσεως, ἐπὶ τῶν ἐπὶ
866ἐθνικῆς γῆς οἰκοδομησάντων. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἐπειδὴ αἱ
867κυβερνήσεις αἱ προλαβοῦσαι, τὸ σύστημα τὸ παρελθὸν, ἐναντιοῦ-
868το εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Ἕλληνος, καὶ ὁ Ἕλλην κατεπάτησε τοὺς
869νόμους, καὶ ἐνεφύτευσε καὶ ᾠκοδόμησεν ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν,
870τείνων εἰς τὴν πρόοδον, ἦλθεν ὁ νόμος περὶ τῶν οἰκοδομῶν πρὸ
871πολλοῦ, ὅστις εἶπεν, δίδομεν δικαίωμα νὰ λάβωσι τὴν γῆν
872αὐτὴν ἐπὶ ἐκτιμήσει. Ἐρχόμεθα ἤδη νὰ πράξωμεν τὸ αὐτὸ καὶ
873ἐπὶ τῶν ἐμφυτεύσεων, δὲν κάμνομεν θυσίαν οὐδὲ χάριν, ὑπὲρ
874οὐδεμιᾶς τάξεως, λαμβάνομεν πρόνοιαν διὰ τὸ δημόσιον, καὶ ἂν
875δὲν προλάβωμεν, δὲν θά ἔχωμεν κατόπιν τίποτε, διότι μετ’ οὐ
876πολὺ δὲν θὰ ἔχωμεν τοιαύτας γαίας, διότι αἱ πλεῖσται τῶν
877γαιῶν αὐτῶν ἐξησφαλίσθησαν. Τὸ κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρχον πολλαὶ
878γαῖαι, ἤδη ὑπάρχουσιν ὀλίγαι, μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ ὑπάρχωσιν
879ὅλως διόλου, λοιπὸν πρὸς τί ἡ θεωρία τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ
880περὶ δανείων, ὡς καὶ οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Δαγρέ;
881Συζητοῦμεν ἤδη ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν πρότασιν περὶ τοῦ,
882εἰς τί θέλουν χρησιμεύσει τὰ χρήματα. Ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς
883νομίζει ὅτι, τὰ εἰσπραχθησόμενα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ χρή-
884ματα, πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν δημοσίων
885χρεῶν. Οὕτως ἐκφράζεται, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του δὲν
886ἐκφράζεται οὕτω, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασίν του.
887Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐφάνη
888ὑποκρύπτων σκοπόν τινα, καὶ σᾶς ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν τὸν σκο-
889πόν του, τὴν πληρωμὴν τῶν δημοσίων χρεῶν. Διότι σᾶς εἶπεν
890ὅτι, τὰ λοιπὰ δημόσια χρέη τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, τῶν
891ἐξ ἑκατομμυρίων, τῶν εἴκοσι ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, τῶν ἐντόκων
892γραμματίων, εἶναι τῆς συνήθους ὑπηρεσίας, χρέη δὲ ἱερὰ εἶναι
893τὰ εἰς τὸν ἀγῶνα ἀναφερόμενα. Κύριοι, πολλὰ θὰ ἐῤῥέθησαν πολ-
894λάκις περὶ ἀγῶνος καὶ ἀγωνιστῶν ἀκαίρως καὶ παραλόγως· κύ-
895ριοι, ἂς κάμωμεν μετὰ πλειοτέρου σεβασμοῦ λόγον περὶ τοῦ ἀγῶ-
896νος καὶ τῶν ἀγωνιστῶν· σώζονται τινὰ λείψανα καὶ εἶμαι πε-
897πεισμένος, ὅτι τὰ ἱερὰ αὐτὰ λείψανα τὰ πραγματικὰ, ἐὰν ἤθε-
898λον μᾶς ἀπαντήσει θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀ-
899ξίωσιν, ὅπως τῳόντι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίωσιν, ὅστις ἠξεύρει νὰ
900ἐκπληρῇ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Εἶναι καλὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ
901παρόντος καιροῦ, νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, ἴσως
902εὑρεθῶμεν ἄλλοτε εἰς θέσιν νὰ τὸ συζητήσωμεν, εἶνε καλὸν νὰ
903τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κατάχρησιν, ἥτις γίνεται εἰς τὸν ἀγῶνα.
904Καὶ θὰ πιστεύσῃ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖται ὁ
905ἀγὼν καὶ αἱ θυσίαι· μὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσ-
906πραχθῆ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ἱκανοποιεῖται δι’ οὐδεμιᾶς ἀ-
907μοιβῆς ὁ ἱερὸς ἀγὼν τοῦ 1821, αὐτὸς δύναται δι’ ἑνὸς μόνου
908τρόπου νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡμέραν παρ’ ἡμέραν γί-
909νεται δυσκολώτερον, εἴθε ἡ φροντὶς ἡμῶν καὶ ἡ θεία ἀρωγὴ νὰ
910ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ ἀγῶνος, διότι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ δὲν
911ἦτο νὰ περικλεισθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἕνα τόπον τόσον στενὸν, εἰς τὸν
912ὁποῖον δὲν εἰμπορεῖ παρὰ νὰ σκάσῃ ἐπὶ τέλους. Διὰ τοῦτο, κύ-
913ριοι, καὶ μόνον τοῦτο, (διότι εἶναι περιστάσεις, ὥστε μερικὰ
914πράγματα πρέπει νὰ σιωπῶνται διὰ νὰ μὴ προξενῶσι σκάνδαλα·)
915Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κύριον Καλλιφρονᾶν νὰ μὴ ἐπιμένῃ
916εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, καὶ ὅπως ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς, οὕτω
917καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ πάντες οἱ σκεπτόμενοι περὶ τοῦ ἀγῶνος καὶ
918ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν,
919ὅτι περισσότερον σκέπτεται καὶ ἐνδιαφέρεται ὁ κύριος Καλλι-
920φρονᾶς. Ἂς προβῶμεν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν χαρίζομεν εἰς
921κανένα, καὶ ὅτι ἐξασφαλίζομεν τὰ δημόσια συμφέροντα.
922§148ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπαντήσω καὶ ἀνασκευάσω
923τὸν προλαλήσαντα κύριον Δαγρέν. Ἡ Βουλὴ εἶναι μάρτυς τῶν
924λεχθέντων αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ
925καὶ ὁ ἴδιος εἰς τὴν πρότασίν του καὶ τοὺς λόγους εἰς τοὺς
926ὁποίους ἐστήριξε τὴν πρότασίν του.
927§149ΔΑΓΡΕΣ. Εἴπατε τοὺς λόγους καὶ ἂν εἶπα τὸ τοιοῦτον, τὸ
928ὁποῖον θέλετε νὰ μοῦ ἀναιρέσητε, τότε νὰ τὸ ἀναιρέσω.
929§150ΛΕΚΚΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἡ Μεσσηνία ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα....
930(θόρυβος).
931§151ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἰπέτε τοὺς λόγους, τοὺς
932ὁποίους εἶπον.
933§152ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Αἱ Ἀθῆναι, ἡ Ὕδρα, τὸ Μεσολόγγιον αὐτὰ εἶ-
934ναι οὐδέν.
935§153ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ (θόρυβος).
936§154ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν αὐτὰ αὔριον ἔτι εὐρύτερον, διότι
937νομίζω, ὅτι ὅταν ἀδικῆταί τις (θόρυβος).
938§155ΛΕΚΚΑΣ. Εἶναι ἐκεῖ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ καὶ θὰ
939ἴδητε· θὰ τὰ μεταφράσω καὶ ἐγὼ, διότι ἠξεύρω στενογραφίαν,
940κύριε Δαγρέ.
941§156ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μὴ νομίζετε ποτὲ, ὅτι μόνον δι’ ἀποζημιώσεως
942καθαρίζεται ἡ ἰδιοκτησία. Ἐγὼ, κύριοι βουλευταὶ, σᾶς παρα-
943καλῶ ν’ ἀκούσητε (θόρυβος).
944§157ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἀνέφερον ὅλα τὰ τμήματα, τὴν Πελοπόννησον,
945τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα κλπ.
946§158ΛΕΚΚΑΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ ἰδῆτε, κύ-
947ριε, τί εἴπατε, τί ἐννοούσατε· μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις.
948§159ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ
949τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν, χάριν τῆς προσβαλλομένης ἀληθείας·
950ὁρίσατε, κύριε Λέκα, ἔχετε τὸ θάῤῥος;
951§160ΛΕΚΚΑΣ. Εἴπατε, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν,
952ἐπληρώθησαν δι’ ἄλλας ἐπαρχίας ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν σας ἐκ τοῦ
953δανείου ἢ ἀπὸ τοὺς κατόχους τῶν φυτειῶν.
954§161ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι γελοῖον· αὐτὸ δὲν τὸ εἶπα (θόρυβος).
955§162ΤΙΝΕΣ. Ὅταν τὸ λέγῃ, ὅτι δὲν τὸ εἶπε.
956§163ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ὑπερασπίσθην ὅλους τοὺς ἐμφυτευτὰς τῆς Ἑλ-
957λάδος, ἐγὼ δὲν ὑπερασπίσθην ἰδιαιτέρως τινὰς ἐκ τῶν ἐμφυ-
958τευτῶν (θόρυβος).
959§164ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἐγὼ, ὅστις φαίνομαι ἀντιτασσόμενος, ἐκαυχήθην
960καὶ ἐφώναζα ἄλλοτε κατὰ τὸ 1854 καὶ δὲν ἔπαυσα ἡμέραν
961καθ’ ἡμέραν νὰ δίδω ὤθησιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ παύσῃ
962ἡ ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ ἰδιωτικὴ, καὶ
963διὰ τοῦτο προεθέμην νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου ὡς
964πολίτης Ἕλλην εἰς τὸν κύριον Σωτηρόπουλον ὡς ὑπουργὸν καὶ
965ὡς πολίτην, ὅτι πάντοτε ὤθησε πρὸς τὰ ἐμπρὸς τὸ ζήτημα
966αὐτὸ πρὸς τὴν λύσιν του. Λοιπὸν κατὰ τῆς λύσεως δὲν εἶμαι·
967ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, νομίζω δὲ, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ,
968ἴσως καὶ μέγα μέρος, ἐμπνέονται ἀπὸ αἴσθημα ἐπιεικείας, ἀλλὰ
969τὸ ἐπιεικὲς ἔχει ὅρια, καὶ ἐδῶ εἶναι ὁ ἀγὼν, δι’ αὐτὸ ἡ συζή-
970τησις. Ἐγὼ λοιπὸν ἔχω τροπολογίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν θὰ τὴν
971ἀναπτύξω, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ ἡ Βουλὴ τὴν τύπωσιν νὰ συζη-
972τηθῇ αὔριον, τώρα μόνον θὰ τὴν ἀναγνώσω·
973«Αἱ ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως γενόμεναι φυτεῖαι ἐπὶ ἐθνικῶν
974γαιῶν, ἀνήκουσαι δυνάμει τοῦ νόμου κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀ-
975διαιρέτου εἰς τὸ δημόσιον, διανέμονται μεταξὺ δημοσίου καὶ
976φυτευτοῦ κατὰ τὰ ἀκόλουθα ἄρθρα.
977Πωλεῖται ἐπὶ δημοπρασίας κατὰ τοὺς περὶ τούτων νόμους
978τὸ ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου ἑκάστης φυτείας, κατακυροῦται δὲ εἰς
979τὸν ὑπερθεματιστήν· οὗτος δὲ διεξάγει τὰ τῆς διανομῆς ἐφε-
980ξῆς κατὰ τοὺς νόμους τοῦ κράτους.
981Ἐὰν ὁ φυτευτὴς συναγωνίζεται καὶ μείνῃ αὐτὸς τε-
982λευταῖος ὑπερθεματιστής, ἔχει προνόμιον ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς
983προσφορᾶς 15%.
984Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν φυτειῶν ὁρίζεται
985προτοῦ κατὰ στρέμμα ὑπὸ ἀρχῆς συγκειμένης ὑπὸ τοῦ νομάρ-
986χου, τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου, τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων
987τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν τοῦ νομοῦ, λαμβανομένων
988ὑπ’ ὄψιν τῶν κατὰ καιροὺς πωλήσεων, κατὰ δήμους καὶ κατὰ
989χωρία.
990Ἄρθρ. 4. Κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων δύναται νὰ γείνῃ ἔφεσις
991ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
992Ἄρθρ. 5. Ὁ φυτευτὴς δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ
993δημόσιον κατὰ κυριότητα, ἐὰν ἀναδέχεται νὰ πληρώσῃ τίμημα
994διὰ τὴν φυτείαν, εἰ μέν ἐστὶν ἄμπελος, δρ. 200, εἰ δ’ ἐστὶν
995σταφιδάμπελος, δρ. 400.
996Ἄρθρ. 6. Οἱ ἄνευ ἀδείας τῆς κυβερνήσεως φυτεύσαντες γί-
997νονται καὶ αὐτοὶ κύριοι τοῦ ἡμίσεως· τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ ἐξ ἀ-
998διαιρέτου ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν κατὰ τ’ ἀνωτέρω· δὲν ἔχουν
999δὲ τ’ ἀνωτέρω προνόμια, ἤτοι συναγωνίζονται ἐπὶ ἴσοις μετὰ τῶν
1000ἄλλων πωλητῶν· ἐὰν δὲ θέλωσι νὰ κρατήσωσι τὰς φυτείας, κρα-
1001τοῦσιν αὐτὰς ἐπὶ τιμήματι δραχ. 250 διὰ τὰς ἀμπέλους, καὶ
1002450 διὰ τὰς σταφίδας.
1003Ἄρθρ. 7 Ἡ καθυστέρησις δύο δόσεων φέρει τὴν ἀπώλειαν
1004τῆς κυριότητος μεταβαινούσης εἰς πάντα πολίτην, ὅστις πρῶ-
1005τος καταθέσει εἰς συμβολαιογράφον τινα τοῦ κράτους τὰς δύο
1006καθυστερουμένας δόσεις καὶ δύο ἔτι δόσεις.
1007Ἄρθρ. 8. Ἐκ τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων τῶν εἰσπραττο-
1008μένων κατ’ ἔτος μία μὲν μερὶς εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον τα-
1009μεῖον, ἴση μὲ τὰς μέχρι τοῦδε εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τῆς
1010ἐπικαρπίας· ἑτέρα δὲ μερὶς κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
1011πεζαν ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ δαπανηθῇ παραγωγικῶς ἢ εἰς σύ-
1012στασιν γεωργικῶν τραπεζῶν, ἢ εἰς ἐγγύησιν προσόδου σιδηρᾶς
1013ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου μέχρι Λαμίας.
1014Ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας
1015Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ.»
1016Αὐτὴ ἡ τροπολογία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Νὰ
1017τυπωθῇ.
1018§165ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ
1019συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἶχον σκοπὸν παντάπασι νὰ λαλήσω.
1020Διότι, ἂν καὶ ἐσπούδασα αὐτὸ, μοὶ ἔμενεν ἀμφιβολίαι
1021πολλαὶ, τὰς ὁποίας ἐπερίμενον νὰ λύσω ἀπὸ τὴν πεῖραν καὶ τὰ
1022ἰδιαίτερα φῶτα τῶν ἐργασθέντων, τῶν εὑρισκομένων εἰς σχέσιν
1023μὲ τὸ ἀντικείμενον αὐτό. Περίστασις ὅμως λυπηρὰ, ὅλως ἀ-
1024πρόβλεπτος, δυναμένη οὐχὶ μόνον καρδίας ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ
1025ξύλον νὰ συγκινήσῃ, μὲ βιάζει νὰ λάβω καὶ ἄκων τὸν λόγον.
1026Ὁ συνάδελφος ἡμῶν κύριος Καλλιφρονᾶς χθὲς ἔφερε μίαν
1027τροπολογίαν ἁπλῆν, ἁπλουστάτην, μικρὰν, σύντομον, σήμερον
1028δὲ, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, ἐμνημόνευσεν ἱστορικῶς κυβερ-
1029νήσεως καὶ ἐξουσιῶν, αἵτινες μὴ διαχειρισθεῖσαι καλῶς τὰς
1030τακτικὰς δαπάνας, ἐπολλαπλασίασαν τὰς ἀνάγκας, δι’ ἐκτάκ-
1031των μισθοδοσιῶν καὶ δανείων, ὑπέφερον ἐκ τῆς στενοχωρίας ἐν
1032τῇ ὁποίᾳ ἐνέπεσον καὶ ἔφερον οὕτως τὴν κατάστασιν εἰς τὴν
1033ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Παρ’ ἐλπίδα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κα-
1034λαμῶν, ἀντὶ νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸ νομοσχέδιον, χάριν τῆς ἐ-
1035πιθυμίας ν’ ἀνασκευάσῃ τὸ ἱστορικὸν τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ,
1036ὁ εὐλογημένος ἐκέντησε τὴν ἱεροτέραν χορδήν. Λυποῦμαι ὅτι
1037δὲν εἶναι μετεφρασμένον ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν
1038τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ὁμιλίας του διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὸ
1039λέξιν πρὸς λέξιν, τὸ ὁποῖον θέλω κάμει αὔριον.
1040§166ΤΙΝΕΣ. Ὄχι αὔριον, σήμερον.
1041§167ΛΕΚΚΑΣ. Σήμερον, καλά.
1042ἔντιμοι βουλευταὶ, ποῖος ἀμφισβήτησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1043του τὰ δικαιώματα τῆς Μεσσηνίας;
1044§168ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπα αὐτὸ (θόρυβος).
1045§169ΛΕΚΚΑΣ. Ποῖος, κύριοι, ἀμφισβήτησε ποτὲ τοὺς ἀγῶνας τῆς
1046Πελοποννήσου; Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα.... (θόρυβος).
1047§170ΔΑΓΡΕΣ. Προσθέτετε εἰς τὸν λόγον μου ἰδέας, τὰς ὁποίας
1048δὲν εἶπον (θόρυβος). Νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅταν
1049τις ἀγορεύων δίδῃ εἰς τὸν λόγον του ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν
1050εἶπεν, τότε δὲν ἔχει καθῆκον ν’ ἀπαντήσῃ (θόρυβος).
1051§171ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Φέρετε τὰ πρακτικὰ, κύριε πρόεδρε.
1052§172ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ σημειωθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ τότε ἂς
1053εἴπῃ ὅ,τι θέλει, ἂς εἴπῃ καὶ τώρα πῶς εἶναι μεσάνυκτα.
1054§173ΛΕΚΚΑΣ. Οὐδεὶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀμφισβήτησε τὰ
1055δικαιώματα οὐδεμιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν· πῶς δὲ σεῖς, κύριε Δαγρὲ,
1056ἀντιλέγοντες εἰς τὸν Κ. Καλλιφρονᾶν, ἐνθυμήθητε τὴν ἀπε-
1057λευθέρωσιν τῆς Ἀττικῆς, ἐνῷ ἐγὼ ἀπεναντίας, ἂν ἐνθυμῆσθε
1058καλῶς, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, μικρᾶς περιστάσεως δο-
1059θείσης, εἶχον τὴν τόλμην ἀπὸ τοῦ βήματος πολλὰ νὰ εἴπω,
1060καὶ τὰ πρῶτα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἦσαν τῆς χήρας
1061τοῦ Παπαφλέσα, τὰ ὀνόματα τῶν Καλαβρύτων, τῆς Μεσήνης
1062καὶ κατόπιν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Πρῶτον ἐνθυμήθην τὴν χή-
1063ραν τοῦ Κρεββατᾶ, ἡ ὁποία λαμβάνει τὰς 70 δραχμὰς, καὶ
1064κατόπιν ἐκείνας τῆς Στερεᾶς..... Παρ’ ἐλπίδα ὅμως σήμερον
1065ἀκούω, ὅτι μία ἐπαρχία ἔδωκε χρήματα διὰ νὰ πληρωθῶσι δι’
1066ἄλλας ἐπαρχίας. Ναὶ, κύριοι, εἶναι δυστυχῶς ἱστορία λυπηρὰ,
1067ἀναφέρει ἡ ἱστορία, ὅτι ἐδόθησαν χρήματα, ἀλλὰ γνωρίζετε
1068πότε; ὅταν ὅλος σχεδὸν ὁ ἑλληνισμὸς ἐτάφη ἐδῶ εἰς ἐκείνην
1069τὴν πεδιάδα μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἐνδόξου Καραϊσκάκη, καὶ
1070ὅταν προηγουμένως ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων.
1071§174ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανείς.
1072§175ΛΕΚΚΑΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε αὐτὸ, ὅταν ἠκούσατε νὰ
1073λέγεται, ὄχι τώρα· μὴ διακόπτητε παρακαλῶ. Ναὶ, κύριοι,
1074ἐπληρώθησαν χρήματα διά τινας ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς Ἑλλά-
1075δος· ἀλλ’ ἠξεύρετε τί λέγει προσέτι ἡ ἱστορία. Ἡ ἔνδοξος φρου-
1076ρὰ ἐκείνου τοῦ περιδόξου βράχου δὲν ὑπέκυψε εἰς 170,000
1077τακτικοῦ στρατοῦ, μὲ 4,000 πυροβόλα, ἀλλ’ ἔκαμαν τὸν Κιου-
1078ταχῆν νὰ δεχθῇ τὴν συνθήκην της καὶ ἐντίμως νὰ ἐξέλθουν. Εἰς
1079τοιούτους ἡρωϊσμοὺς, πρέπει ἐδῶ εἰς τὸ κοινοβούλιον ἡμεῖς οἱ ἄλ-
1080λοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπράξαμεν τίποτε δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐθυσί-
1081ασαν τὸ πᾶν, ὡς καὶ τὴν ὕπαρξίν των ἀκόμη, νὰ τοὺς λέγωμεν,
1082ὅτι σᾶς ἐδώσαμεν χρήματα καὶ ἀγοράσαμεν τὸν τόπον σας; εἶναι
1083αἶσχος, εἶναι ἐντροπὴ, κύριοι! Χαίρω, καὶ πιστεύσατε ὅτι,
1084ὡς μόνη μου παρηγορία μοὶ μένει ὅ,τι ὁ ἔντιμος συνάδελφός
1085μου δὲν ἐπέμεινε· καὶ ἐπιθυμῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ γραφῇ, ὅτι δὲν
1086ἐῤῥέθη τὸ τοιοῦτον, καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ πρὸς τι-
1087μὴν τοῦ Ἔθνους, ὅτι δὲν ἐῤῥέθη ἐνταῦθα οὐδὲν σκανδαλῶδες·
1088ἐπαναλαμβάνω νὰ μὴν ὑπάρξῃ τίποτε γεγραμμένον ἐπ’ αὐτῆς
1089τῆς συζητήσεως, ἥτις νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γενομένη. Τοιαύτη
1090ἀπρεπὴς ὁμιλία, παρασύρασα ἴσως καὶ ἐμὲ πέραν τοῦ δέοντος,
1091φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξαφανισθῇ.
1092Καθόσον ἀφορᾷ τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς προτάσεως τοῦ
1093ἐντίμου συναδέλφου ἐμμένω καὶ ἐγὼ, τὴν ὑποστηρίζω, οὐχὶ,
1094ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ δοθῇ εἰς
1095τοὺς κατοίκους ἐκείνους τῶν ἐπαρχιῶν ὅπου ἔχουν φυτείας οὐ-
1096δὲν δικαίωμα, σύμφημι νὰ τοὺς δεχθοῦν. Ἐμμένω μόνον εἰς τὸ
1097ὅτι τὰ συναζόμενα ποσὰ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ κατατεθῶσι εἰς
1098τὴν Τράπεζαν, καὶ, ἂν ἐννόησα τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, ὁ
1099λόγος του δὲν ἦτο ἁπλοῦς, εἶχε ῥίζας, εἶχε βάσεις. Τὸ παρά-
1100δειγμα τοῦ παρελθόντος μᾶς φέρει εἰς πολλὰ, μᾶς φέρει εἰς
1101τρόμον. Ἠξεύρετε, κύριοι, καθαρῶς ἂν ἠννόησε ὁ συνάδελφός
1102μου τί ἤθελε νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἄρχοντας, ὄχι τοὺς σημερινοὺς,
1103ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς αὐριανοὺς καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας, κἄπως
1104ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ χρήματα θὰ λάβουν, καθὼς καὶ ὅσα
1105εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον· εἰς προικοδοσίας καὶ δάνεια ἐδαπα-
1106νήθησαν ἅπαντα σχεδὸν ἀσκόπως. Δὲν θέλω ὑμεῖς νὰ ἔχητε
1107αὐτὰ τὰ χρήματα, διότι τὰ θέλω πρός τινα ἐθνικὸν σκοπόν.
1108Ἠδύνατο κάλλιστα ἐνταῦθα εἷς συνήγορος τοῦ νομοσχεδίου νὰ
1109μὲ εἴπῃ, μήπως τὸ χρεώλυτρον διὰ τὰ 60,000,000 δὲν εἶναι
1110ἐθνικὸς σκοπὸς, δὲν εἶναι ἰδία ὑπόθεσις; Ὄχι, κύριοι, δὲν εἶναι
1111ἰδία ὑπόθεσις· ἐγὼ θέλω ἡ Κυβέρνησις, οἱ ἄρχοντές μας νὰ
1112περιορισθοῦν εἰς ὅ,τι μᾶς δίδει ἡ φύσις, ἢ ὁ Θεὸς, οἱ φόροι τοὺς
1113ὁποίους ἐπιβάλλομεν, ὅ,τι ἔχομεν περιπλέον ἀπ’ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ
1114ἑξῆς δι’ αὐτοῦ νὰ πληρώσωμεν ἓν μέρος τοῦ δανείου, νὰ ναυ-
1115πηγήσωμεν πλοῖα, νὰ προμηθευθῶμεν ὑλικὸν, ὅπλα κλπ. ἀλλὰ
1116νὰ τὸ ἔχητε εἰς τὸ ταμεῖον καὶ νὰ τὸ δαπανᾶτε, καθὼς ἐδα-
1117πανήσατε ὅσα μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ ἔθνος, δὲν σᾶς τὸ δίδομεν·
1118ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει νὰ μένουν τὰ
1119χρήματα ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐξ ἧς πάλιν ἡ κυ-
1120βέρνησις νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ τοὺς τόκους τοὐλάχιστον.
1121§176ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
1122§177ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μετὰ τὴν διασάφισιν τοῦ κ.
1123Καλλιφρονᾶ καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι ἐννοεῖ νὰ κατατί-
1124θεται εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ χρησιμεύῃ πρὸς πληρωμὴν, οὐχὶ τῶν
1125χρεῶν τοῦ ὑποβαλλομένου σήμερον, ἀλλὰ ἄλλων ἐπίσης ἱερῶν
1126καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μὴ φαινομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀναγ-
1127κάζομαι νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον, νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις, διὰ
1128τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία
1129τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ. Ἂν, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ κἄποιας χρη-
1130ματίσεως, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀπελάμβανεν πόρον τὸ Δημόσιον,
1131ἠδύνατο νὰ γίνῃ σκέψις τις. Τὸ αὐτὸ ἂν ἐπρόκειτο νὰ κατα-
1132βληθῇ τὸ τίμημα ὁλόκληρον ἐπὶ χεῖρας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται
1133νὰ διαθέσωμεν κτήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον οὐδεμίαν
1134λαμβάνει πρόσοδον, ἢ νὰ λάβωμεν ὁλόκληρον τὸ τίμημα, πρό-
1135κειται νὰ μεταβιβάσωμεν, ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἰδιοκτήτην τὸν
1136ἰδιώτην, κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πλήρη ἐνέργειαν καὶ ἀπὸ
1137τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον λαμβάνει σήμερον μίαν ἐπικαρπίαν,
1138καὶ ὄχι ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ τίμη-
1139μα, ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσωμεν προθεσμίαν διὰ πολυετεῖς δό-
1140σεις. Ὥστε πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἐπικαρπίαν,
1141ἥτις πληρόνεται ἀπὸ τοὺς ἐμφυτευτὰς σήμερον καὶ κα-
1142τόπιν ἀπὸ τοὺς κατόχους τῆς ἐθνικῆς γῆς εἰς ἕνα στα-
1143θερὸν κανόνα, εἰς τὸν ὁποῖον θέλομεν συμπεριλαμβάνει καὶ ἓν
1144ποσὸν ὡς χρεωλύσιον. Λοιπὸν πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ στερηθῇ
1145ἑνὸς πόρου, ὅστις χρησιμεύει εἰς τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν.
1146Λέγω λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν πρόκειται
1147νὰ ἐπιφέρωμεν, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ κανὼν τὸν ὁποῖον θὰ
1148εἰσπράττωμεν εἰς τὸ μέλλον θὰ ᾖναι ἀνώτερος τῆς ἐπικαρπίας
1149τῆς σημερινῆς. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ σκεφθῇ ἂν ἔχῃ περίσσευμα,
1150εἰς τὶ χρησιμεύει, νὰ εἴπῃ ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ κατατίθενται
1151εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι ὡσὰν νὰ εἴπῃ, θέλω νὰ στερήσω τὸ δη-
1152μόσιον αὐτὴν τὴν συνδρομήν. Ἄλλως τε ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι
1153πολὺ ἐξευτελιστικὸν εἰς τὸ ἔθνος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ προσδιορίζω
1154αὐτὴν τὴν πρόσοδον δι’ αὐτὸ καὶ δι’ αὐτό. Ἂν ἐπρόκητο διὰ
1155δάνεια, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦν, τοῦτο τὸ κάμνει διὰ τὴν δη-
1156μοσίαν πίστιν· καὶ ἂν δὲν προσδιορίσωμεν ἕνα τόκον διὰ χρε-
1157ωλύσιον, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν δάνειον, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν
1158νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ κηρύττωμεν ἡμᾶς
1159αὐτοὺς ἀναξίους πάσης πίστεως. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν τρο-
1160πολογίαν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κατατίθεται εἰς τὸ
1161ταμεῖον, ἐπιφυλαττομένου, ἂν παρουσιασθῇ περίσσευμα, ν’ ἀπο-
1162φασίσῃ περὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ.
1163§178ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά!
1164§179ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ προλαλήσαντες δὲν ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ
1165κειμένου τῆς τροπολογίας, διότι φαίνεται τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο
1166ἦτο ἀσθενὲς διὰ νὰ τοὺς στηρίξῃ καὶ κατέφυγον εἰς ἄλλον ὅλως
1167ξένον ἀγῶνα· ἐγὼ δὲν φέρω τὸν ἀγῶνα, διότι μήπως δὲν εἶναι
1168ὁ ἀγὼν ὁ πιστωτὴς καὶ ὁ κατακτητὴς αὐτῆς τῆς περιουσίας;
1169Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν δανειστῶν, εἶπεν
1170ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅστις εἶπεν, ὅτι λησμονοῦνται.
1171§180ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό!
1172§181ΔΑΓΡΕΣ. Διὰ τὸν ἑαυτόν του, κύριε Καλλιφρονᾶ, ἠμπορεῖ
1173νὰ λέγῃ κανεὶς ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ὄχι ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὸν ἄλλον
1174ὅ,τι θέλει καὶ ὅ,τι ἄλλος δὲν εἶπε (θόρυβος μέγας).
1175§182ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν,
1176ὅτι τὸ ταμεῖον μέχρι τοῦδε ἀπολαμβάνει τὴν ἐπικαρπίαν, καὶ
1177ὅτι ὁ παρὼν νόμος τί ἄλλο κάμνει εἰμὴ μεταβάλλει τὴν ἐπι-
1178καρπίαν; ἀντὶ τῆς ἐπικαρπίας θὰ πληρόνωνται αἱ κανονισμέναι
1179δόσεις. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν εἶναι μεταβολὴ τῆς ἐπικαρπίας, οὔτε
1180ἔχει τι κοινὸν μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν δανείων. Λοιπὸν δὲν
1181εἶναι μεταβολὴ τῆς ἐπικαρπίας, εἶναι μεταβολὴ τῆς ἰδιοκτησίας·
1182τὸ δημόσιον δὲν ἔχει κἀμμίαν κυριότητα ἐπ’ αὐτῶν
1183(θόρυβος). Ὁ κύριος ὑπουργὸς αὐτὸ λέγει, ὅτι δι’ αὐτῶν
1184ἔχω νὰ ἱκανοποιήσω δάνεια, τὰ ὁποῖα σήμερον πληρόνω καὶ
1185ὅ,τι περισσεύσει θέλει διατεθῆ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα
1186δὲν ἐτακτοποιήθησαν. Δὲν ἠξεύρω τί εἶπεν, ἐγὼ εἶπον ὅτι τὰ
1187παρόντα δάνεια ἔχουν τὴν πίστωσιν........ Τὰ παρόντα
1188δάνεια δὲν πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τούτων τῶν δόσεων·
1189εἶναι πεπιστευμένα ἐπὶ τῶν τελωνείων καὶ ἄλλων εἰσοδημάτων.
1190Τὰ δὲ πολλὰ δάνεια, περὶ τῶν ὁποίων ἂν δὲν ἔχωμεν τὴν τα-
1191κτοποίησιν, εἶναι μία ἔλλειψις, διότι μήπως ἔχομεν τὸ ποσὸν,
1192τὸ ὁποῖον θὰ διαθέσωμεν γνωστόν; Εἶπον πρότερον, ὅτι ἔπρεπε
1193νὰ ἔλθῃ πλέον κατηρτισμένον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἔχωμεν
1194ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ἴδωμεν εἰς ποίας ἀνάγκας εὑ-
1195ρισκόμεθα, τί πληρόνομεν καὶ τί ὀφείλομεν, ἀλλ’ ἦλθεν μεμο-
1196νωμένον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία ἦτο ἀναγκαία διὰ νὰ
1197κανονίσῃ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα πηγά-
1198ζουν ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Ἐπειδὴ δι’ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν
1199περιουσίαν, ἡ ὁποία ἦτον ἕως ὥρας τοῦ δημοσίου καὶ θὰ γίνῃ
1200ἰδιωτικὴ, ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιουσίας εἶχε πιστωθῆ δάνειον· ἔχο-
1201μεν ὀφειλὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸ δημόσιον, καὶ τὰς ὁποίας
1202τὸ δημόσιον δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ. Λέγω, ὅτι τὸ τίμημα αὐτὸ
1203πρέπει νὰ κατατεθῇ διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς ἀποζημίωσιν ἐκείνου, διότι
1204ἂν δὲν κατατεθῇ, θὰ γίνουν μεγάλαι αὐξήσεις χρεῶν, τὰς ὁ-
1205ποίας δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον πόθεν νὰ τὰς ἀποτίσῃ. Ἂν σή-
1206μερον δὲν ἠμπορεῖ μὲ τὰ παρόντα μέσα νὰ ἱκανοποιηθῇ, ταχιὰ
1207ὅπου θὰ ἔλθουν ὅλα αὐτὰ ἐπάνω της πῶς θὰ τ’ ἀποδώσῃ; Δὲν
1208πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν; Ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὴν τύχην· μὰ
1209ἡ τύχη εἶναι τυφλή· ἡ τύχη δὲν ὁδηγεῖ, ἡ πρόνοια ὁδηγεῖ.
1210Λέγω λοιπὸν, ἐπειδὴ ἐκποιεῖται σήμερον ἡ περιουσία ἡ ἐθνικὴ,
1211ὀφείλει εἰς τὸ ταμεῖον νὰ κατατεθῇ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἀ-
1212παιτήσεις καὶ τὰ χρέη, τὰ ὑπάρχοντα ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν θέλετε;
1213Δείξατε πόθεν ἄλλοθεν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
1214§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης.
1215§184Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Καλλιφρονᾶς σήμερον...;
1216§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
1217§186Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς τροπολογίας αὐτῆς·
1218διὰ τὸν μέγαν λόγον τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Ἐνώπιον τῆς
1219ὑπάρξεως τοῦ Κράτους εἶναι ὅλοι οἱ νόμοι. Ἂν ἦτο ὑπουργὸς
1220τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Καλλιφρονᾶς καὶ ἤξευρε ὅτι ἔχουν νὰ
1221πληρωθοῦν οἱ στρατιῶται..... Κύριοι, ἐπιφυλάττομαι νὰ
1222τοῦ ἀποδείξω ὅτι διὰ τὰς ἐποχὰς ὅπου λέγει ἦσαν πολὺ τὸ
1223ἐναντίον παρὰ ὁποῦ λέγει. Εἰς τὰ 1847 ἦτον 16· τὴν ἄλ-
1224λην ἐποχὴν ὅπου εἶπε ἦτον 35. Λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀ-
1225ποφασίσωμεν, διότι τότε θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸ
1226ὑπουργεῖον νὰ ἐξοδεύσῃ, πληρόνον τοὺς τόκους καὶ ἐξοδεῦον εἰς τὰ
1227ἀναγκαῖα. Λοιπὸν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ καὶ τότε ν’ ἀποφασίσω-
1228μεν. Δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως, διότι,
1229ὡς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι τὸ εἰσόδημα ὁλονὲν τὸ ἔχω. Καὶ
1230ἂς ᾖναι βέβαιοι οἱ κύριοι, ὅτι ὅπως ἀγοράσουν θὰ ἰδῇ ὅτι δὲν
1231χάνει τὸ δημόσιον. Δὲν εἶναι καθὼς αἱ σταφίδες ὅπου εἶπεν
1232ὁ κ. Ῥοντήρης· 800 στρέμματα εἰς τὰ στρέμματα τοῦ Ἀλῆ
1233καὶ τοῦ Βελῆ, καὶ ἐπειδὴ τὰ ἔσοδα δὲν ἔφθαναν μὲ τὰ ἔξοδα
1234ἔγιναν χέρσαι γαῖαι. Καὶ ταῦτα ἂν μείνουν εἰς τὸ δημόσιον θὰ
1235γείνουν χέρσαι γαῖαι ὕστερον ἀπὸ ὀλίγα ἔτη. Τὸ δημόσιον
1236ἐξασφαλίζεται, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς, κάμνει δὲν κάμνει, θὰ πληρώσῃ.
1237Περισσότερα ὠφελεῖται ἀπ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ δημόσιον
1238παρὰ οἱ κάτοχοι. 300 στρέμματα καλλιεργῶ καὶ ἐπῆρα τὸ
1239⅓ τῶν ἐξόδων μου. Δὲν ὠφελεῖ κανένα κάτοχον παρὰ τὸ
1240δημόσιον.
1241§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ
1242κ. Καλλιφρονᾶ;
1243§188ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
1244§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἐξέλ-
1245θουν τῶν δωματίων διὰ νὰ ψηφίσωμεν.
1246§190ΤΙΝΕΣ. Αὔριον (διάλογοι).
1247§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν (δὲν προσκαλῶ ἀκόμη)
1248τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ νὰ ἐγερθῶσι. Προσκαλῶ τώρα
1249λοιπόν.
1250§192ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι, κ. πρόεδρε.
1251§193ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθῇ αὐτὸ τὸ ζή-
1252τημα· ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι νὰ φέρω τὴν διαίρεσιν αὐτήν (θόρυβος).
1253§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου
1254Καλλιφρονᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη.
1255§195ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀντιστρόφως, κ. πρόεδρε.
1256§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὅσοι δὲν παραδέχονται τὴν τρο-
1257πολογίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πε-
1258ρισσότεροι). Ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία. — Μεταβαίνομεν εἰς τὸ
1259ἄρθρον 5.
1260Ἀναγινώσκεται.
1261§197ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ κάμω παρατήρησίν τινα
1262ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 σήμερον χωρὶς νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν
1263τῆς Βουλῆς περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι
1264κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τὴν κάμνω ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ λά-
1265βουν γνῶσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ καὶ σκεφθῶσι.
1266Κύριε πρόεδρε, ἡ διάταξις τοῦ 5 ἄρθρου, τὴν ὁποίαν ἐπι-
1267τρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω, ἔχει οὕτω «Πρὸς ἐξασφάλισιν...
1268συμφώνως μὲ τὸν ἀπὸ 15|27 Ἰανουαρίου 1837 νόμον.» Κατ’
1269αὐτὸν τὸν νόμον τὸ ἥμισυ ἐθεωρεῖτο ἰδιοκτησία τοῦ ἐμφυτευτοῦ
1270καὶ τὸ ἄλλο τοῦ δημοσίου. Τί λέγει περὶ αὐτῶν; ὅτι καὶ αὗται
1271ἕπονται, ἀλλ’ ἐπεκτείνονται ἐπὶ τοῦ ὅλου κτήματος, τὸ ὁποῖον ἰσο-
1272δυναμεῖ μὲ τὸ μηδέν. Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη ἐξασφαλίζει τὸ
1273δημόσιον καὶ τὸ προφυλάττει ἀπὸ πολλὰς δίκας μεταξὺ τοῦ δη-
1274μοσίου καὶ τῶν ἐχόντων δικαίωμα ὡς ἐκ τῆς ἐγγραφείσης ὑπο-
1275θήκης.
1276Ἀλλὰ προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα, κλονίζει ἐκ θε-
1277μελίων τὴν κτηματικὴν πίστιν, τῆς ὁποίας πρὸ παντὸς ἄλλου
1278ἔχομεν ἀνάγκην ἐν Ἑλλάδι· διότι δίδει ὀπισθενεργὸν δύναμιν
1279εἰς ἀκύρωσιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑ-
1280πουργὸς ἴσως εἴπῃ, ὅτι ἀπέκτησαν τὰ δικαιώματα ταῦτα πα-
1281ρανόμως. Δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ᾖναι παράνο-
1282μον ἢ νόμιμον· τὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια, ἐὰν αἱ ἐγγεγραμ-
1283μέναι ὑποθῆκαι ἔχουν κῦρος ἢ ὄχι. Πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν
1284δευτέραν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐνεγράφησαν αἱ ὑποθῆκαι ἐπὶ τῇ
1285βάσει ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισε κατὰ τὸ ἥμισυ ἰδιοκτή-
1286τας τοὺς ἐμφυτευτάς. Ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν ὑποθήκην νὰ τὴν
1287μεταβάλῃ μὲ τὴν διαφορὰν νὰ τὴν ἐπεκτείνῃ ἐπὶ τοῦ ὅλου.
1288Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ ἐπέκτασις ἐπὶ τοῦ ὅλου, ὅταν δι’ ὁλόκληρον
1289τὸ τίμημα προηγεῖται ἡ ὑποθήκη τοῦ δημοσίου; τὸν ἀφίνεις
1290εἰς ἐπισφαλῆ θέσιν τὸν δανειστήν, ὁ ὁποῖος καλῇ τῇ πίστει ἐ-
1291δάνεισεν ἐπὶ ὑποθήκῃ ἑνὸς κτήματος, τὸ ὁποῖον νόμος εἰδικὸς
1292ἔλεγεν, ὅτι κατὰ τὸ ἥμισυ ἀνήκει εἰς τὸν ἐμφυτευτήν. Δὲν
1293ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃς τὰ συμφέροντα καὶ νὰ τοῦ εἴ-
1294πῃς· «ἔχεις ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως· τώρα σοῦ δίδω ἐπὶ τοῦ
1295ὅλου, ἀλλὰ νὰ προηγῆται τὸ δημόσιον.» Εἶναι αὐθαίρετος πρᾶξις.
1296Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, χωρὶς νὰ προκα-
1297λέσω, εἶπον, σήμερον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιφυλάσ-
1298σομαι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν
1299αὐτῶν τῶν διατάξεων· διότι κατὰ τὴν κρίσιν μου προσβάλ-
1300λονται κεκτημένα δικαιώματα.
1301§198ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ σκεφθῇ
1302καλλίτερον ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς αὔριον διὰ τῆς προτάσεως τοῦ
1303κυρίου Κεχαγιᾶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω καὶ ἐγὼ ὀλίγας παρα-
1304τηρήσεις, διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνό-
1305μισα ἀναγκαῖον νὰ περιλάβω τὰς διατάξεις, περὶ ὧν πρόκειται
1306εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
1307Καθὼς ἠξεύρετε, καὶ καθὼς ἠκούσατε οἱ μὴ ἠξεύροντες ἐκ
1308τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης συζητήσεως, οἱ ἐμφυτεύσαντες ἐπὶ
1309ἐθνικῆς γῆς ἀπὸ τοῦ 1837 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἔχουν κεκτημένον
1310κἀνὲν δικαίωμα, καὶ τὸ δημόσιον, κατὰ τὰς ἰδέας τῶν πολλῶν,
1311δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ ὅλον τῆς φυτείας, διότι
1312τὸ δημόσιον ὄχι μόνον δὲν ἐπέτρεψε τὰς τοιαύτας ἐμφυτεύσεις,
1313ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας προσεπάθησε πολλάκις νὰ τὰς ἐμποδίσῃ, ἐξεῤ-
1314ῥίζωσε κλήματα, ἐνήγαγε τοὺς ἐμφυτευτὰς εἰς τὰ δικαστήρια
1315κτλ. Οἱ ἐμφυτεύσαντες μέχρι τοῦ 1837 ἔχουν κεκτημένον
1316δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, διότι κατὰ τὸ 1837
1317ἐξεδόθη νόμος περὶ φυτειῶν, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει, ὅτι οἱ ἐμφυ-
1318τεύσαντες ἐθνικὴν γῆν ἀναγνωρίζονται ἰδιοκτῆται τοῦ ἡμίσεως,
1319τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ μεταβαίνει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου.
1320Σήμερον πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐμφυ-
1321τευτῶν ἀπέναντι τοῦ δημοσίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
1322ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, αὐτοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώ-
1323σουν τὴν ἀξίαν ὁλοκλήρου τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐφύτευσαν,
1324καὶ ἐπειδὴ ἡ πληρωμὴ αὐτὴ, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ προηγουμέ-
1325νως, δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ ἐπὶ χεῖρας, ἀλλ’ εἰς δόσεις, τὸ δη-
1326μόσιον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἀσφάλειαν διὰ τὴν πληρωμὴν, καὶ ὡς
1327τοιαύτην ἐθεώρησα τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐγγράφῃ πρώτην ὑπο-
1328θήκην ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς φυτείας. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κύριοι,
1329ὅτι, ἂν καὶ οἱ ἐμφυτεύσαντες ἀπὸ τοῦ 1837 καὶ ἐντεῦθεν δὲν
1330ἔχουν κανὲν κεκτημένον δικαίωμα ἐπὶ τῶν φυτειῶν, οὐδὲν ἧττον,
1331ἐπειδὴ τὸ δημόσιον ἠνέχθη τὰς φυτείας αὐτὰς, εὑρέθησαν πι-
1332στωταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τὰ κτήματα ταῦτα εἰς ὑποθήκην καὶ
1333ἔδωκε δάνεια. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι προσέφερον τὰς
1334τοιαύτας ὑποθήκας καθὼς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐδέχθησαν,
1335ἠννόουν πάντοτε, ὅτι λαμβάνουν εἰς ὑποθήκην τὸ μέρος, τὸ ὁ-
1336ποῖον ἀνήκει εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς, ἢ τοὐλάχιστον ἠννόουν, ὅτι
1337διὰ τῶν πράξεών των αὐτῶν δὲν παραβλάπτονται τὰ δικαιώ-
1338ματα τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἐντούτοις ὑποθῆκαι ὑφίστανται, καὶ
1339διὰ νὰ μὴ γεννηθοῦν περιπλοκαὶ πολλαὶ, ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον,
1340ἀφοῦ διέλαβε τὴν διάταξιν, ὅτι τὸ δημόσιον θὰ ἐγγράψῃ πρώ-
1341την ὑποθήκην, νὰ ὁρισθῇ, ὅτι πᾶσα ἄλλη ὑποθήκη, ἡ ὁποία ἤ-
1342θελεν εὑρεθῆ ἐγγεγραμμένη ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν, νὰ ἀκο-
1343λουθήσῃ τὴν ὑποθήκην τοῦ δημοσίου. Φρονῶ δὲ ὅτι ἐὰν δὲν
1344εἴπῃ τοῦτο ὁ νόμος, ὅσοι ἔχουν ἔτι τώρα ἐγγεγραμμένας ὑπο-
1345θήκας, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ζημιωθοῦν, διότι τὰ δικαστήρια θὰ
1346ἀποφανθοῦν, ὅτι κακῶς ἐνεγράφησαν αἱ ὑποθῆκαι, καὶ εἶναι ἐν-
1347τελῶς ἄκυροι· τοιουτοτρόπως δὲ οὐχὶ μόνον δὲν θὰ παγιωθῇ ἡ
1348κτηματικὴ πίστις, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἀλλὰ θὰ κλονι-
1349σθῇ ἐκ βάθρων· διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδάνεισε τὰ χρήματα,
1350ἴσως θὰ εὑρεθῇ ἄνευ ὑποθήκης· ἐνῷ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ὅτι αἱ
1351ὑποθῆκαι αὗται θὰ διατηρήσουν τὸ κῦρος των, ἑπόμεναι ὅμως
1352τῆς ὑποθήκης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐγγράψῃ τὸ δημόσιον καὶ τὴν
1353ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην.
1354Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὰς φυτείας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι
1355τοῦ 1837, τὸ πρᾶγμα ἀλλάσσει· δὲν ἐδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι αἱ
1356ὑποθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐνεγράφησαν ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τῆς φυτείας
1357θὰ λάβουν τάξιν δευτέραν· διότι καθὼς σᾶς προεῖπον, ὁ νόμος
1358τοῦ 1837 ἀναγνωρίζει τοὺς ἐμφυτευτὰς ἰδιοκτήτας ἐπὶ τοῦ
1359ἡμίσεως, καὶ ἑπομένως αἱ ὑποθῆκαι αὗται εἶναι ἰσχυραὶ καὶ νό-
1360μιμοι. Ἀλλὰ τὸ ἔκαμον διὰ τὸ ὁμοιόμορφον, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ
1361τὸ δημόσιον πρώτην ὑποθήκην ἐπὶ τῆς ὅλης φυτείας, ἀλλὰ
1362ἐξ ἄλλου μέρους τὴν ὑποθήκην, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως,
1363καὶ ἡ ὁποία γίνεται δευτέρα, τὴν ἐπεκτείνω ἐπὶ τοῦ ὅλου κτή-
1364ματος, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐχὶ μόνον δὲν βλάπτω
1365τοὺς πιστωτὰς, ἀλλὰ τοὺς ἐξασφαλίζω ἔτι μᾶλλον, ἐκτὸς ἐὰν
1366ὁ κ. Κεχαγιᾶς νομίζῃ, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς φυτείας ἔχει ὀλιγω-
1367τέραν ἀξίαν ἢ τὸ ὅλον τῆς γῆς· ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι γίνεται
1368μέγας θόρυβος, καὶ πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγ-
1369μα, ὅτι δηλ. διὰ τὰς περισσοτέρας φυτείας εἶναι μεγαλειτέρα
1370ἡ ἀξία τοῦ ἡμίσεως τῆς φυτείας ἀπὸ τὴν ἀξίαν ὁλοκλήρου τῆς
1371γῆς. Διὰ τοῦτο οἱ ἔχοντες ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως, διόλου
1372δὲν θὰ βλαφθοῦν, ἐὰν ἡ ὑποθήκη των λάβῃ μὲν τὴν θέσιν δευ-
1373τέρας ὑποθήκης, ἐπεκταθῇ δὲ ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς φυτείας. Αὐτὰ,
1374νομίζω, ἀρκοῦν, ὅπως προδιαθέσωσιν ὑμᾶς διὰ τὴν αὐριανὴν συ-
1375ζήτησιν.
1376§199Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀσφαλίζεται ἀποχρώντως τὸ δημό-
1377σιον, ἐὰν ἀπαλειφθῶσιν αὐτὰ τὰ ἄρθρα καὶ σημειωθῇ, ὅτι καίτοι
1378καταβαλόντος τοῦ ἀγοραστοῦ δόσεις, οὐχ ἧττον τὸ κτῆμα μέ-
1379νει εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου μέχρι τῆς
1380καταβολῆς τοῦ ὅλου ποσοῦ;
1381§200ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἀτελὴς κυριότης.
1382§201ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι· τελεία· ἀλλ’ εἶναι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς
1383ἐξοφλήσεως τοῦ τιμήματος.
1384§202ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος· δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς
1385ἀτελοῦς κυριότητος.
1386§203Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν. «Αἱ φυτεῖαι,
1387αἱ μεταβιβαζόμεναι εἰς τοὺς ἐμφυτευτάς, δὲν θὰ περιέρχωνται
1388ἀμετακλήτως εἰς αὐτούς, εἰμὴ μετὰ τὴν ὁλικὴν πληρωμὴν τῆς
1389ἀξίας αὐτῶν». Ἰδοὺ τί τρέχει. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ
1390ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος εἶναι δικαιοτάτη καὶ ὀρθο-
1391τάτη. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὸ
1392γενικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κανονίσωμεν
1393τὰς σχέσεις τοῦ δημοσίου ὡς συναλλασσομένου μετὰ τῶν ἐμ-
1394φυτευτῶν. Ἀπέκτησαν λοιπὸν δικαίωμα ἀμετάκλητον αὐτοί,
1395καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἥμισυ τῶν ἐμφυτευτικῶν αὐτῶν κτημάτων,
1396καὶ τοὺς δανειστάς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ χρήσει τοῦ νόμου αὐτοῦ
1397ἐδάνεισαν τὰ χρήματά των, σήμερον τί τοὺς κάμνομεν; Τοὺς
1398λέγομεν, ὅτι σεῖς, ἂν καὶ ἐπιστεύσατε εἰς τὸν νόμον, πρέπει νὰ
1399χάσετε τὰ χρήματά σας, πρέπει νὰ λάβετε δευτέραν ὑποθήκην
1400μετ’ ἐμέ. Ἑπομένως λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τοῦτο,
1401διότι προσβάλλομεν δικαιώματα κεκτημένα, καὶ δικαιώματα
1402κεκτημένα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προσβάλωμεν. Τὰς παρατηρήσεις,
1403τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργός, διόλου δὲν βλέπω συμφώνους
1404μὲ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τοῦ νόμου· διότι τί μᾶς λέγει; Μᾶς λέγει,
1405ὅτι δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ δικάσουν τοὺς μετὰ τὸ 1837
1406ἐμφυτευτὰς ὡς μὴ ἔχοντας δικαίωμα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὡμολό-
1407γησαν, ὅτι δυνάμει τῶν φορολογικῶν νόμων τὸ ἔθνος καὶ αἱ
1408Βουλαὶ σιωπηλῶς ἀνεγνώρισαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἀφοῦ κατὰ
1409τὸ ἥμισυ εἶναι ἐμφυτευταί, κατὰ τὸ ἥμισυ ἠμποροῦν νὰ δεχθοῦν
1410ὑποθήκην.
1411Διὰ νὰ συμβιβάσωμεν λοιπὸν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου
1412μὲ τὰ δικαιώματα τῶν τρίτων, νομίζω, ὅτι ἀσφαλέστερον εἶ-
1413ναι νὰ θέσωμεν εἰς τὸν νόμον αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Αὐτὸ ἔρχεται καὶ εἰς
1414τὸν νόμον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων. Ἔκαμε
1415δύο δίκας ὁ κ. ὑπουργός ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου
1416Πάγου καὶ δὶς ἐκερδήσαμεν. Λέγει ἡ τροπολογία, ὅτι «αἱ φυ-
1417τεῖαι αἱ μεταβιβαζόμεναι εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς δὲν θὰ περιέρ-
1418χωνται ἀμετακλήτως εἰς αὐτούς, εἰμὴ μετὰ τὴν ὁλικὴν πλη-
1419ρωμὴν τῆς ἀξίας αὐτῶν.» Ὁ νόμος, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἐκ-
1420ποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων περιέχει τὴν αὐτὴν διάτα-
1421ξιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ Ναύπλιον εἶχε πωληθῆ ἓν κτῆμα,
1422ἀλλ’ ὁ ἀγοραστὴς δὲν εἶχε πληρώσει τὸ τίμημα· Οἱ δανεισταί
1423του εἶχον λάβει ὑποθήκην. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχετε
1424δικαίωμα, διότι ὁ τίτλος τοῦ ἀγοραστοῦ ἦτο τοιοῦτος, ὥστε
1425καθίστα αὐτὸν τέλειον ἰδιοκτήτην μετὰ τὴν ὁλόκληρον πληρω-
1426μὴν τῆς ἀξίας, καὶ ἑπομένως, τὸ δημόσιον διετήρησεν εἰς ἑαυτὸ
1427τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τῆς ἰδιοκτησίας μέχρι τῆς ὁλικῆς πληρωμῆς.
1428Λοιπὸν δὲν προσβάλλομεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἐὰν
1429παραιτηθῶμεν ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ὑποθήκης· διότι ἠμποροῦν
1430καὶ πολλὰ ἄλλα νὰ συμβαίνουν προσκόμματα. Τὸ δημόσιον δὲν
1431ἀπώλεσε δικαιώματα, διότι ἠμέλησεν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος τα-
1432κτικῶς νὰ ἐγγράψῃ, καὶ οἱ μεταγενέστεροι δανεισταὶ ν’ ἀπο-
1433κλείσουν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἀ-
1434σφαλίζεται λοιπὸν τὸ δημόσιον· ἀφ’ ἑτέρου εἴμεθα εὐσεβεῖς πρὸς
1435τὰ κεκτημένα δικαιώματα.
1436§204ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον!
1437Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον.
1438§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
1439§206ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
1440§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο παραδεκτόν.
1441(Ἀναγινώσκεται τὸ 7 ἄρθρον.)
1442§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις;
1443§209ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
1444§210ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι. Ζητῶ 6 μηνῶν προθεσμίαν.
1445§211ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον!
1446§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. ὑπουργὲ δέχεσθε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
1447Γουλιμῆ;
1448§213ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον!
1449Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς
1450δευτέραν συζήτησιν τὰ ἄρθρα 8, 9, 10, 12, 16, 13, 14, 15,
145116, 47 καὶ 48.
1452§214ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας ὑπάρχουν χωρία ἐθνικοϊ-
1453διόκτητα, τὰ ὁποῖα κατέχονται ἐξ ἡμισείας ἀπὸ τὸ δημόσιον
1454καὶ τοὺς κατοίκους καὶ πληρώνουν διπλοῦν φόρον. Εἰς τὴν ἔκ-
1455θεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἔχομεν διατάξει νὰ τεθῇ ὡς τελευταῖον ἄρ-
1456θρον τοῦ νόμου, ὅτι τὰ ἀναγνωρισμένα ἐθνικοϊδιόκτητα χωρία
1457θὰ πληρώτουν τὸ ἥμισυ τῆς ἐκτιμήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι
1458σύμφωνος.
1459§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον ψηφίζεται.
1460§216ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Κ. ὑπουργὲ, εἴπομεν, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ἰδιόκτητα
1461χωρία νὰ πληρώνουν τὸ ἥμισυ.
1462§217ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διετυπώσατε τὴν πρότασίν σας;
1463§218ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Εἶναι διατετυπωμένη.
1464§219ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὔριον βλέπομεν.
1465Ἀναγινώσκεται τὸ 19 ἄρθρον.
1466§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
1467§221ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
1468§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου εἶναι παρατήρησις;
1469§223ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
1470§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν εἰς δευτέραν
1471ἀνάγνωσιν. Αὔριον ἐξακολουθοῦμεν τὴν τρίτην.
1472§225ΦΛΕΣΣΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ
1473διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς· ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν ἔκθεσιν;
1474§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1475Ὥρα 4 παρὰ τέταρτον μ. μ.