§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 12 Ἰανουαρίου 1871.
(Τρίτη)
Ὥρα 1 καὶ 10|60 μ. μ.
Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σῶμα ἐπὶ τέλους εἶναι πλῆρες· παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ λάβουν τὰς θέσεις των οἱ δὲ μὴ βουλευταὶ νὰ ἐξέλθωσι. Σᾶς ἀναγινώσκω, κύριοι, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ κανονισμοῦ. «Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν 10 ὥραν π. μ. ὀφείλουσι δὲ νὰ παρευρίσκωνται κατ’ αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους πάντες οἱ βουλευταί· οἱ ὅπως δήποτε κωλυόμενοι νὰ παρευρεθῶσι εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων, οἱ ἀναγκαζόμενοι διαρκούσης αὐτῆς ν’ ἀποχωρήσωσι, γνωστοποιοῦσιν εἰς τὸν πρόεδρον, οἱ μὲν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, οἱ δὲ ἐν καιρῷ, τὰ ἑαυτῶν κωλύματα. Τὰ ὀνόματα τῶν ἄνευ τοιαύτης γνωστοποιήσεως μὴ ἐμφανιζομένων, ἢ ἀποχωρούντων τῶν συνεδριάσεων, δημοσιεύονται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς. Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ Αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις βουλευταὶ, καλούμενοι παρὰ τοῦ προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσιν θεωροῦνται παρόντες». Τώρα νομίζω, ὅτι ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα νὰ τηρῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ, ἐὰν δὲ μέχρι τοῦδε ἐτηρήθη ἢ ὄχι, κρίνετε ὑμεῖς, ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ ἐφαρμόσω τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ καθῆκον μοῦ ἐπιβάλλει τὰ στενογραφήματα καθ’ ἑκάστην ν’ ἀρχίζωσι μὲ τὴν σημείωσιν τῆς ὥρας τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως καὶ τῶν παρόντων καὶ ἀπόντων ἐκ τῶν βουλευτῶν· αὐτὸ νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκόν μου.
§2ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίας ὥρας;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς ἀναφέρει τὴν δεκάτην, κατόπιν παρεδέχθημεν τὴν ἑνδεκάτην, ἐσχάτως δὲ τὴν δωδεκάτην. Τὴν δωδεκάτην λοιπὸν θέλει κάθηται τὸ προεδρεῖον μέχρι τῆς 1. μ. μ.· καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία θέλει διαλύει τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν ἑπομένην.
§4ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅταν περιμένωμεν μέχρι τῆς μιᾶς μ. μ. εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν, ὅτι τὴν μίαν μ. μ. ἄρχεται ἡ συνεδρίασις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι θ’ ἀρχίζωμεν τὴν 12· ἀλλὰ διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ποινικὴν ῥήτραν, ἢ διὰ νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, πρέπει νὰ παρέλθῃ μία ὥρα. Θέλετε νὰ φανῶμεν αὐστηρότεροι; ἀποφασίσατε ὑμεῖς.
§6ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπειδὴ θέλομεν ἡμεῖς νὰ θέσωμεν ὅλην τὴν Ἑλλάδα εἰς σημεῖον τακτικὸν, ὀφείλομεν, νομίζω, πρῶτοι νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα· τὴν 12 ἀκριβῶς νὰ ἤμεθα ὅλοι ἐδῶ, τὸ δὲ προεδρεῖον νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τοῦ δίδει ὁ κανονισμός.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον δὲν ἔχει ἄλλα μέτρα· κατ’ ἀρχὰς θέλει σημειόνεσθαι ἡ ὥρα καὶ ποῖοι εἶναι παρόντες ἐκ τῶν βουλευτῶν καὶ ποῖοι ἀπόντες. Ἐὰν τώρα νομίζητε, ὅτι τὴν 12 ὀφείλει τὸ προεδρεῖον νὰ πράξῃ τοῦτο, νὰ τὸ εἴπητε. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ μείνωμεν, καὶ ἡ εὐθύνη ἂς πέσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν παρευρίσκονται.
§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸ δὲν πειράζει ἂν θὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ὀνόματα τῶν μὴ παρόντων πρέπει νὰ καταχωρῶνται, ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ εἴς τινα τῶν ἄλλων ἐφημερίδων. Ποῖον εἶναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἐὰν μόνον σημειῶνται εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Βουλῆς; ἐδῶ ἐρχόμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν καθῆκον, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸν εἰς τὴν κοινωνίαν κατὰ πόσον τὸ ἐκπληροῦμεν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον νομίζει, ὅτι ἡ ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς θέλει ἔχει ταχεῖαν καὶ εὐρεῖαν κυκλοφορίαν· τώρα ὅποιος βουλευτὴς θέλει, ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ τὸ ἄλλο. Καθημερινῶς θέλει παρουσιάζεται ἡ ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς, διότι τὸ προεδρεῖον θέλει καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ᾖναι εἰς κυκλοφορίαν ἡ προηγουμένη συνεδρίασις. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς ἑξῆς. «Ἀπαρτίας γενομένης περὶ ὥραν 1 Μ. Μ. ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν μετά τινα διόρθωσιν· ἀκολούθως ὁ Πρόεδρος ἀνήγγειλεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν διέταξε τὴν μετάφρασιν τῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δηλίου ἐγγράφων, πιστεύει ὅμως, ὅτι δὲν θὰ περαιωθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἐργασία μέχρι τῆς Παρασκευῆς· ἕτερος ἀπήντησε πρὸς ταῦτα ὅτι ἡ περὶ τοῦ Δηλιακοῦ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὴν Παρασκευὴν· διότι ὀλίγα ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων εἰσὶν ἀναγκαῖα πρὸς φωτισμὸν τῆς συζητήσεως».
§10ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν Παρασκευὴν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§11Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὴν Παρασκευὴν νὰ γείνῃ συζήτησις, χωρὶς νὰ τυπωθῶσιν καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα;
§12ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε χθὲς ἐδῶ, Κύριε Πετζάλη (θόρυβος.)
§13ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Χθές, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικά, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, κύριε πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα νὰ τυπωθῶσιν τὰ ἔγγραφα· ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι θεωρῶ περιττὴν τὴν τύπωσιν, καὶ εἶναι περιττὴ ἡ μετάφρασις. Τὰ μεταφρασθέντα νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ βουλόμενος νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν. Οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην μου, νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν μετάφῤῥσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις τὴν Παρασκευήν. Οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐγένετο· κατόπιν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ κύριος Παράσχος πλησιάσας ὑμᾶς, εἶπεν ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πληροφορεῖται, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἔστειλεν ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν πρὸς τύπωσιν, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὁμοφώνως, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιῤῥήσεως, νὰ γίνῃ συζήτησις τὴν Παρασκευήν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σημειωθῇ ἡ ἀπόφασις εἰς τὰ πρακτικά.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ τελειώσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἕως τὸ βράδυ· αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις νὰ τὰς ὑποβάλητε εἰς τὸ τέλος τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν.
§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν πειράζει, Κ. πρόεδρε, διότι χθὲς ἐπετρέψατε εἰς τὸν Κ. Χατζῖσκον νὰ κάμῃ εὐθὺς τὴν διόρθωσιν.
§16Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζετε, ὅτι τὸ σῶμα θὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις καὶ νόμους....
§17ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠξεύρετε τίποτε, κύριε Πετζάλη· δὲν ἦσθε χθὲς ἐδῶ.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀδιάφορον· δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§19ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἦσθε χθὲς ἐδῶ· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε τίποτε (θόρυβος).
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως δὲν ἀπεφάσισεν τίποτε ἡ Βουλή· τὸ εἶπεν ὁ προαγορεύσας (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι, κύριε, χθὲς ἐγὼ ἀφ’ ἑαυτοῦ μου σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν νὰ γείνῃ τὴν Παρασκευὴν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Δήλεσι μὲ τὸ νὰ ᾖναι τυπωμένα τὰ ἔγγραφα. Ἐγὼ σᾶς εἶπα, ἐὰν ἐννοῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι τυπωμένα μέχρι τῆς Παρασκευῆς, περὶ τούτου ἀμφιβάλλω, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἔχει νὰ τὰ τακτοποιήσῃ, νὰ τὰ μεταφράσῃ καὶ νὰ τὰ στείλῃ εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Δὲν ἠξεύρω λοιπὸν, ἐὰν θὰ ᾖναι μέχρι τῆς Παρασκευῆς τυπωμένα. Ὁ κύριος Ζαΐμης εἶπεν νὰ τὰ μεταφράσῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προσθέσωμεν ὑπαλλήλους, καὶ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τὴν Παρασκευήν· αὐτὴ ἦτο γνώμη τοῦ Κ. Ζαΐμη, ἀπόφασις ὅμως τῆς Βουλῆς δὲν ἔγεινε.
§22ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ ἐννόησα, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει (θόρυβος). Ἀφίνετε νὰ τελειώσω; Δὲν ἔθεσα ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἄνευ τῶν ἐγγράφων, δύναται τώρα νὰ τὸ ἀποφασίσῃ. Ἐγὼ δὲν ἐννοοῦσα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τοῦτο, οὔτε ζήτημα ἔθεσα. Νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀπεφάσισε; ἂς τὸ εἴπῃ τώρα.
§24ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, διότι εἶναι ἀποφασισμένον. Ἡ Βουλὴ εἶπεν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι τὴν Παρασκευὴν θὰ ἐργασθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπροτάθη ἀόριστος ἀναβολὴ καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπέῤῥιψε· τώρα ἐγένετο ἡ ὑποψία εἰς τὸ προεδρεῖον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον μέχρι τῆς Παρασκευῆς νὰ μὴ ᾖναι τυπωμένα τὰ ἔγγραφα. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ τὸ μάθῃ τότε, καὶ τότε, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ τύπωσις τῶν ἐγγράφων.....
§25ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§26ΔΑΓΡΕΣ. Ἐν τῷ μέσῳ ὅμως τῆς ἐποχῆς αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Δαγρὲ, ἐὰν ἐρωτᾶτε τὴν γνώμην μου, ἐγὼ τὴν εἶπα καὶ προχθὲς, ὅτι, ἐὰν ὁ κύριος Ζαΐμης ἐπιμένῃ νὰ δώσουν λόγον, κἀνεὶς δὲν τοὺς ἐμποδίζει· ἐνθυμήθητε ὅμως προχθὲς, τί ἐλέγαμεν; ἄλλοι τὸ σάββατον, ἄλλος ἐφώναζε τὴν δευτέραν, καὶ καθεξῆς. Τί θέλει τώρα ἡ Βουλή; Τὴν παρασκευήν; Ἡ παρασκευὴ εἶναι ὡρισμένη. Τὸ προεδρεῖον μόνον κατέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ περιστατικὸν, ὅτι ἴσως τὰ ἔγγραφα δὲν θὰ ᾖναι τυπωμένα μέχρι τῆς παρασκευῆς. Εἰς τὴν Βουλὴν μένει ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ τὸ προεδρεῖον ν’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ μίαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§28ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε εἴπετε, ὅτι πιθανὸν τὰ ἔγγραφα νὰ μὴ τυπωθῶσι.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τυπωμένα, ἠμπορεῖ καὶ νὰ μὴν ᾖναι, δὲν τὸ ἐγγυῶμαι.
§30ΖΑΪΜΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μὴ ᾖναι τυπωμένα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σωστὰ, καὶ τὸ λέγω καὶ σήμερον.
§32ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπα κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν δὲν δυνηθῇ νὰ κάμῃ τὴν μετάφρασιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, νὰ προσκαλέσητε μεταφραστὰς νὰ τὰ μεταφράσωσιν· καὶ ἐπειδὴ ἡ ἡμέρα προσδιωρίσθη ῥητῶς ἡ Παρασκευὴ, τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ ᾖναι μεταφρασμένα καὶ κατατεθειμένα, ὥστε νὰ τὰ συμβουλευθῇ πᾶς ὁ βουλόμενος. Ἐπιμένω λοιπὸν διὰ τὴν Παρασκευὴν, ὡς ἡμέραν ἀφεύκτως ὁρισθεῖσαν διὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν. Τὴν πρότασιν τὴν ἐδικήν μου δὲν τὴν ἀντέκρουσε κανείς. Καὶ βεβαίως δὲν ἐπροκαλέσατε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἀντίῤῥησις δὲν ἐγένετο. Λοιπὸν ἐκ μέρους οὐδενὸς ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι ἐὰν δὲν τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐῤῥέθη· ἑπομένως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ δὲν ἐξετελέσθη δι’ ἀναστάσεως, οὐχ ἧττον ὅμως φανερῶς ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὴν Παρασκευὴν ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ χώραν ἡ συζήτησις. Αὐτὸ ἐγένετο. Θέλετε σήμερον νὰ προκαλέσητε μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς;
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἐπαναλαμβάνετε ὅ,τι εἴπατε χθές· ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι μεταφρασμένα καὶ τυπωμένα τὰ ἔγγραφα μέχρι τῆς Παρασκευῆς, καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐγγυᾶται τὸ Προεδρεῖον, ὅτι θὰ ᾖναι τυπωμένα. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα.
§34ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔχει εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχ ἧττον ὅμως τὴν Παρασκευὴν θὰ γείνῃ συζήτησις.
§35ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προκαλέσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι.
§37Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θέλω νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις. Πρώτην φορὰν βλέπω, ὅτι προκαλοῦμαι νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου χωρὶς νὰ ᾖμαι κάτοχος....
§38ΤΙΝΕΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔλθετε.
§39ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πετσάλης δὲν ἔρχεταί ποτε δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ ν’ ἀκολουθῇ τὰς διαθέσεις του.
§40ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ λογικῶς. Πρώτην φορὰν βλέπω, ὅτι δύναταί τις νὰ θέσῃ ζήτημα, καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος ἄλλου, πρὶν φωτισθῇ, πρὶν κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα.
§42ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Χωρὶς νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ἔγγραφα δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω καμμίαν ψῆφον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη, εἶναι ὅτι τὴν Παρασκευὴν, τυπωθοῦν ἢ δὲν τυπωθοῦν, δημοσιευθοῦν ἢ ὄχι τὰ ἔγγραφα, πρέπει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις περὶ Δήλεση, οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν τὴν πρότασιν νὰ ἐγερθῶσι, (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη. — Ἐμπρός, τὰ πρακτικά.
§44ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Κοσσονάκος). (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν ὡς ἑξῆς). «Μετὰ τοῦτον ἄλλος παρετήρησεν ὅτι, ἀφοῦ οἱ μετασχόντες τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη ἀπεδέχθησαν σιωπηλῶς τὴν μομφὴν, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ κύριος Χατζΐσκος, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἐσχηματίσθη ἀντικοινοβουλευτικῶς, ἕπεται ὅτι ἡ μομφὴ εἶναι ἀληθής. Ὀφείλουσιν, εἶπεν, ν’ ἀναιρέσωσι τὴν κατηγορίαν, διότι δεικνύουσιν ἐνοχὴν διὰ τῆς σιωπῆς των. Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, ἀναλαμβάνον τὴν ἐξουσίαν, ὀφείλει λόγον εἰς τὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν· ἄλλοι δύνανται νὰ σιωπῶσι, ἀλλ’ ἡ σιωπὴ δὲν ἁρμόζει εἰς πολιτικὸν, ὑποσχόμενον μέχρι τοῦδε διὰ τὰ φιλελεύθερα αὐτοῦ φρονήματα.»
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπίσημα πρακτικὰ εἶναι αὐτὰ κ. Πρόεδρε, ἢ στενογραφημένα;
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι βλέπω πολλὴν λεπτομέρειαν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνατε τὴν συντομίαν.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν προτείνω τίποτε· αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ ἐπιτηροῦντος προέδρου. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ἐξήντλησε καὶ τὰ τελευταῖα μέσα πρὸς παράτασιν τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπίεσε τὸν Βασιλέα, ἵνα χορηγήσῃ αὐτῷ τὴν διάλυσιν, ἣν, ὡς διέδωσεν, εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Βασιλεύς. Ἐν τούτοις, εἷς τῶν μετριοφρονεστέρων βουλευτῶν....»
§50ΛΕΚΚΑΣ. Διατί αὐταὶ αἱ διακρίσεις κ. Πρόεδρε; Τί θὰ εἰπῇ εἷς τῶν μετριοφρονεστέρων βουλευτῶν; Πῶς τὸν ὠνόμασεν μετριοφρονέστερον αὐτὸν τὸν βουλευτὴν ὁ κ. Δαγρὲς, ὅστις ἀπάνω κάτω ἀπὸ ἐμὲ δὲν εἶναι πλέον μετριόφρων.
§51ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν τὸ ἐννοήσατε (θόρυβος).
§52ΛΕΚΚΑΣ. Διατί αὐτὰ τὰ συγκριτικὰ, μετριοφρονέστερος κτλ.; αὐτὰ πρέπει νὰ λείψουν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ πρέπει νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτατα, εἰς ἄλλας Βουλὰς δὲν περιέχουν τὰ ἐπίσημα πρακτικά, παρὰ τὰς προτάσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις· θέλετε τοῦτο;
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλομεν τίποτε. Συνεργάζεσθε δέκα χρόνους μαζύ μας, καὶ γνωρίζετε τὴν τακτικήν. Αὐτὰ εἶναι ζωγραφιαῖς, δὲν εἶναι πρακτικά. Εἶναι ὡς ἐὰν ὁ ζωγράφος ἔκαμε μίαν εἰκόνα.
§55ΛΕΚΚΑΣ. Νὰ μὴ ὑπάρχῃ τολμηρὸς βουλευτής, μετριόφρων βουλευτής. Τί θὰ εἰποῦν αὐτὰ κ. πρόεδρε;
§56ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν ἐννοῇ ἐμὲ ὁ ἔντιμος βουλευτής, καὶ μοῦ ἔδωσε τὸν τίτλον τοῦ μετριόφρονος, τὸν εὐγνωμονῶ, καὶ παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ ἐξαλειφθῇ.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΛΕΚΑΣ. Ἁπλῶς εἴμεθα ὅλοι ἴσοι.
§58ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπον χθὲς, ὅταν εἷς ἐκ τῶν μετριοφρονεστέρων βουλευτῶν προσηγόρευσε τὰ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἀντικοινοβουλευτικόν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον παρὸν σιωπᾷ, θὰ εἰπῇ ὅτι ἀποδέχεται τὰς αἰτιάσεις· εἶπον δὲ καὶ ἀνέφερα τὸ μετριόφρων, διότι γνωρίζω τῳόντι τὸν μετριόφρονα χαρακτῆρα τοῦ κ. Χατζίσκου, καὶ δὲν προῆλθεν μήτε ἐκ πάθους, μήτε ἐξ ἄλλου τινός. Διὰ τοῦτο τὸ ἀνέφερα, καὶ πρέπει νὰ μείνῃ.
§59ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι, καὶ ὅπως τῷ εἶπε νὰ μείνῃ. «(Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν). Ἕτερος ἐνδιαφερόμενος πρώην ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται ὡς ὀρθὸν βεβαίως, πᾶν ὅ,τι ἕκαστος λέγει ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος. Δὲν ἀπηντήσαμεν ἡμεῖς οἱ περὶ τὸν Δεληγεώργην, διότι ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου ὑπουργείου. Ἔπρεπεν, ἠκολούθησεν ὁ ῥήτωρ, νὰ δοθῇ καιρός, νὰ ὑποβληθῇ ἐπερώτησις, καὶ οὐχὶ νὰ γίνῃ ἐξ ἐφόδου κατηγορία. Ἡ κυβέρνησις τοῦ Δεληγεώργη ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, διότι ἡ προκάτοχος αὐτῆς εἶχε λόγους παραιτήσεως, καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸν Βασιλέα. Ἕκαστος ὑπουργὸς, δύναται νὰ ὑποβάλῃ οἱουσδήποτε ὅρους ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων. Οὕτως ἔπραξεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Καὶ ἐν τούτοις λέγουσιν, ὅτι ἐπιέσαμεν τὸν Βασιλέα. Ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὴ, καὶ οὐχὶ οἱ ὅροι· διότι τέλος, οὐδεὶς γινώσκει τί συνεφωνήθη, οὐδὲ δύναται νὰ δικάσῃ τὴν διάνοιαν καὶ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο πράγματα. Εἴμεθα, ὡς λέγουσι, προσέθηκεν ὁ ῥήτωρ, ἀντικοινοβουλευτικοί, ἐπειδὴ δὲν εἴχομεν πλειονοψηφίαν. Πλὴν τίς εἶχε τοιαύτην ἐκτὸς τοῦ παραιτηθέντος ὑπουργείου; Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς οὐδὲν περιέχει ἀντισυνταγματικόν, διότι ἡ ἀναβάπτισις τῆς Βουλῆς κατὰ συντομωτέρας περιόδους, παγιοῖ τὸ Σύνταγμα. Ἄλλως τε τὸ ἡγεμονικὸν δικαίωμα τοῦ διαλύειν εἶναι ἀπόλυτον, ἡ δὲ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη, ἄνευ ἐλευθέρας ἐνεργείας εἶναι σολοικισμός· ἕκαστος ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐλευθέρως, δίδων κατόπιν λόγον εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐδέχθημεν λοιπὸν τὴν ἀρχὴν κοινοβουλευτικώτατα καὶ συνταγματικώτατα. Θέλομεν δὲ δώσει προθύμως λόγον τῶν πράξεών μας, ἀπαντῶντες συνάμα καὶ εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ.»
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἐκτεταμένη καὶ αὐτὴ ἡ ὁμιλία. «Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. Ἕτερος πρώην πρωθυπουργὸς λαβὼν τὸν λόγον εἶπεν, ὅτι δὲν ἐκπλήττεται διὰ τὴν πρότασιν. Εἰς ὁμοίας περιστάσεις, τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη κατηγοροῦντες, ὑπῆρξαν σύμφωνοι· ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ὦσι γενναῖοι οἱ ἀθῶοι, ὅπως φέρωσι τοιαύτην πρότασιν. Κατὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, ἐσκόπουν ν’ ἀπολογηθῶ διὰ τὰς πράξεις μου.»
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου, κατὰ τὸ συνταγματικὸν ἔθιμον.
§62ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ Χατζίσκος δὲν εἶπε τίποτε, διότι ἀπέσυρεν ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις του· ὅταν τὸν ἠρώτησα, εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει οὔτε λέξις νὰ γίνῃ περὶ παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου. Τὰ πρακτικὰ ὑπάρχουν. Πῶς λοιπὸν αὐτὰ εὑρίσκονται;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διορθωθῇ.
§64ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς κάμω ἀντιπρόσωπόν μου, κύριε Λέκα. (θόρυβος).
§65ΛΕΚΚΑΣ. Καθ’ ἑκάστην φέρομεν ζητήματα προσωπικά, ἐνῷ ἔχομεν τόσα ἀντικείμενα σπουδαῖα, ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἀντικείμενον τῆς λῃστείας, τῶν φυτειῶν καὶ τόσα ἄλλα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριε Λέκα (θόρυβος). Εἰς τὴν τάξιν κύριε Λέκα.
§67ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύετε ἄλλοτε τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, κύριε Λέκα.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ διορθοῦνται ὡς ἑξῆς, κ. Δεληγεώργη· «ἐσκόπουν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου.» Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Ἐν τούτοις αὕτη ἀνεβλήθη. Πλὴν οὐδέποτε ἀπήντησα πρότασιν, ὁμοίαν τῆς σήμερον ὑποβληθείσης. Μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα τοιαύτης ἐπερωτήσεως, οὐχὶ δὲ ἁπλοῦς βουλευτής.»
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Μόνον ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ συζητήσῃ τοιοῦτον λόγον, οὐχὶ δὲ μόνος ὁ βουλευτής.» (διορθοῦνται οὕτω). Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Ἡ παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ πρόσκλησις δικαίωμα τοῦ Βασιλέως. Καὶ οἱ μὲν λόγοι τῆς παραιτήσεως εὐκόλως ἐξηγοῦνται, ἐνῷ οἱ τῆς προσκλήσεως οὐχὶ, διότι ὁ παραιτηθεὶς ὑπουργὸς δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον τὸν Βασιλέα. Εἶμαι πρόθυμος λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω ἐκτιθέμενος τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ.»
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, τοῦτο εἶπον· διὰ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως εἶμαι πρόθυμος νὰ τοὺς ἐκθέσω, διὰ δὲ τὸ ἕτερον ζήτημα, προθύμως θέλω δώσει λόγον, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ζητήσῃ· νὰ διορθωθῇ λοιπὸν οὕτω. «Εἶμαι πρόθυμος λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω ἐκτιθέμενος τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου, ὡσαύτως δὲ νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως καὶ εἰς τὴν ἑτέραν πρότασιν, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ διατάξῃ.» (διορθοῦνται οὕτω). Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις ...... «Ἐπὶ τούτοις ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προέδρου παρεδέχθη νὰ ἀναβληθῇ ἡ πρότασις κατὰ τὴν 21 Ἰανουαρίου.»
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ Βουλὴ δὲν προῆλθεν εἰς καμμίαν ἀπόφασιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ποτὲ δὲν λέγω ψεῦμα· ἠρώτησα τὴν Βουλήν· κύριοι δὲν εἶναι οὕτω;
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀκούσατε σεῖς καλὰ κύριε Δεληγιώργη.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦτο περιττὸν νὰ μοῦ ἀντιτάξητε τὴν τιμήν σας, διότι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀντιτάξω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου, καὶ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, διότι ἐλησμονήσατε τὴν περίστασιν. Πραγματικῶς, εἴπατε ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ σᾶς εἶπεν, ὄχι ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ μόνος ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα ἠρώτησα τὸν κ. Κεχαγιᾶν.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοῦ εἶναι πάντῃ ἀδιάφορον, ἀλλὰ σᾶς ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι παρεξηγεῖτε τὰ πάντα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι μοῦ εἴπατε, ὅτι δὲν ἠρωτήσατε.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὰ σπουδαῖα ζητήματα εἶναι καλὸν νὰ λείψῃ, καὶ ἡ καλὴ πίστις τὸ ἀπαιτεῖ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὁμιλοῦμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις μᾶς ἤκουσε χθές.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ προκαλῆτε τὰς ἀποφάσεις τακτικὰ, διὰ νὰ μὴ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε ὕστερον, ὡς ἐπεκράτησε· ἅμα δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις θὰ εἰπῇ ὅτι δικαιοῦνται, ὅσοι δὲν προσεκλήθησαν νὰ ψηφοφορήσουν, νὰ ἀμφιβάλουν. Λοιπὸν ἐγὼ ἐρωτῶ τί ἀπεφάσισε χθὲς ἡ Βουλή; Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠξεύρω εἶναι ὅ,τι λέγει ὁ κανονισμὸς, ὅταν κάμῃ τις ἐπερώτησιν, προσδιορίζει τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, οὐχὶ ὅτι ἡ Βουλὴ τὴν προσδιορίζει. Μὲ προσκαλεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθω ν’ ἀπολογηθῶ; Προσδιωρίσθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις; Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος.
§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος νὰ προσδιορίζῃ τὴν ἡμέραν, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὄχι. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν σκέπτεται, ἐὰν ἔχῃ καιρὸν, ἐὰν ἡ προτεινομένη ἡμέρα ᾖναι κατάλληλος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν δεῖνα ἡμέραν νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀπαράλλακτα, καὶ ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν κάμνουν ἐπερωτήσεις, προτείνουν ἡμέραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὴν ἡμέραν, ὅπως χθὲς παρεδέχθη τὴν εἰκοστὴν πρώτην.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω, ὡς πρόεδρος, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ τῆς ὑπενθυμίσω πότε εἶναι σοβαρὰ τὰ ζητήματα, καὶ πότε δὲν εἶναι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν σοβαρότητα τοῦ σώματος, ἔπραξα καὶ θέλω πράξει πάντοτε· ὁσάκις πρόκειται οἱονδήποτε ζήτημα, καὶ λέγω, ἡ βουλὴ παραδέχεται τοῦτο, καὶ κανεὶς δὲν ἀπαντᾷ, ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐν πλήρει σοβαρότητι ἡ βουλὴ, ὅτι τὸ παρεδέχθη. Ὅστις νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν, ἠμπορεῖ νὰ σηκωθῇ νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ἀναστάσεως, ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θεωρῶ ὡς σοβαροτάτας τὰς ἀποφάσεις τῆς βουλῆς, ὁσάκις τὸ προεδρεῖον ἐρωτᾷ, «ἡ βουλὴ παραδέχεται τοῦτο», καὶ δὲν γίνεται καμμία ἀντίῤῥησις· θὰ εἰπῇ ὅτι ἡ βουλὴ τὸ παραδέχεται παμψηφεί. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Ἀνεγνώσθησαν κατόπιν δύο ἀναφοραί.»
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς ἔχει λοιπόν;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐπὶ τούτοις ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου παρεδέχθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ πρότασις κατὰ τὴν 21 Ἰανουαρίου.» Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις. «... συνέστησε δὲ (ὁ Πρόεδρος) καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν μισθὸν, τὴν ἱκανοποίησιν ἑνὸς ἐπιμελοῦς καὶ ἱκανοῦ στενογράφου. Ἐπὶ δὲ τῆς συστάσεως ταύτης πολλοὶ εἶπον νὰ διορθωθῇ.»
§86ΛΕΚΚΑΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐδῶ, διότι ἀφορᾷ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εἷς στενογράφος εὑρισκόμενος εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κάμνει εἰς ἄλλην περίστασιν.
§88ΛΕΚΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ.......
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι περίστασις τώρα· ἐδῶ πρόκειται νὰ δηλωθῇ ὅ,τι ἔγεινε χθές.
§90ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ λόγος εἶναι νὰ μὴ φαινώμεθα ὅτι μεροληπτοῦμεν. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Ἀκολούθως ἕτερος βουλευτὴς ὑπέβαλε 4 προτάσεις νόμων περὶ παιδείας καὶ ἐκκλησίας.»
§91ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «Καὶ κληροδοτημάτων» ἀντὶ «ἐκκλησίας» (διορθοῦται). Ἐξακολουθεῖ καὶ τελειόνει ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπικυροῦνται. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκ δευτέρου ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος δόσεως.
§95Κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, ἔχω κἄτι νὰ εἴπω.
§97ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριοι, εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλα μερικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐσυζητήθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν. Ἤδη τὰ ὑποβάλλω ἐκ νέου διὰ νὰ λάβουν τὸν τακτικόν των δρόμον.
§98ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§99ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Καὶ πρῶτον εἶναι μία ἔκθεσις, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ λεπτομέρειαν διηγοῦμαι καὶ γνωμοδοτῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐγκρίνῃ τὴν γνώμην μου, νὰ τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ διορίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ καὶ στρατιωτικοὺς τῆς ὀχυρωματικῆς, νὰ περιέλθουν καὶ ἐξετάσουν τοὺς καταλλήλους λιμένας τοῦ ναυστάθμου· καὶ ἀφ’ οὗ ἐγκριθῇ ὁ ναύσταθμος διὰ νόμου, τότε ὑποβάλλω μίαν ἄλλην ἔκθεσιν μὲ νομοσχέδιον περὶ ἐνάρξεων τῆς κατασκευῆς τοῦ ναυστάθμου, καὶ τὰ χρηματικὰ μέσα. Δεύτερον, ἔκθεσις μὲ νομοσχέδιον. Ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει, μήτε προϋπολογισμὸν ἐψήφισε, μήτε ἀπολογισμὸν ἐγνώρισε. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον διορθόνει αὐτὴν τὴν τάξιν. Ἰδοὺ διὰ νὰ σᾶς διανεμηθοῦν καὶ λάβετε γνῶσιν (τὰ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον) Ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τοὺς ἀνδραγαθήσαντας κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα πυρπολιστάς· καὶ ἄλλο, περὶ τῶν ἐπιζώντων ἀνδραγαθησάντων πυρπολιστῶν, καὶ τῶν χηρῶν τῶν ἀποθανόντων νὰ δοθῇ μία σύνταξις.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀγωνιστῶν.
§101ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον περὶ τὴν λῆξιν αὐτῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ἐθνικὴ ὁδὸς, ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν Νέας Πέλης, ἤτοι τοῦ Ἐπινείου Ἀταλάντης μέχρι τῆς πρωτευούσης, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐθεωρήθη ὡς κατεπεῖγον, καὶ παρεδέχθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν πρὶν ἢ τυπωθῇ. Συνεζητήθη δίς. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ κανονισμοῦ, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ νὰ λάβῃ τὸν τακτικόν του δρόμον.
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§104ΖΑΪΜΗΣ. Δύναται, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατόπιν τῶν ἄλλων ἀντικειμένων.
§107ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς λῃστείας.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Παρνασσίδος· εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις (ἀναγινώσκεται).
§109ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ, κ. πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπάγονται οἱ ὀφειλέται εἰς τὴν πληρωμὴν τόκου.
§110ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ αὐτὴ θὰ ἦναι ἡ εὐεργεσία.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐννοεῖται.
§112ΛΕΚΚΑΣ. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ μὴ ἔχοντος νὰ λάβωμεν, τί θὰ κάμωμεν;
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ χρέη αὐτὰ δὲν ὑπόκεινται εἰς τόκον, παρὰ ἀπὸ τῆς λήξεως ἑκάστης δόσεως, ὅταν λοιπὸν ἡ λῆξις μεταφέρεται ἀπὸ μίαν ἐποχὴν εἰς ἄλλην, ἐννοεῖται, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα, τόκος δὲν ἔχει νὰ πληρωθῇ.
§114Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.
§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν βλάπτει, κ. πρόεδρε, νὰ προστεθῇ ὁ ἑξῆς παράγραφος· «διὰ τὴν ἀναβολὴν οἱ ὀφειλέται δὲν θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὴν τόκου.» Ἐννοεῖται, ἂν ἐπέλθῃ ἄλλη, ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν τόκου.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Ἔχομεν δεύτερον ἀντικείμενον τοῦ νόμου περὶ φυτειῶν καὶ ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, πρώτη ἀνάγνωσις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς;
§118ΠΟΛΛΟΙ. Περιττόν. «Περὶ τῆς γενομένης ἐμφυτεύσεως ἐπὶ ἐθνικῶν ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκουσῶν γαιῶν». (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον.)
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§120ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
§121ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§122ΛΕΚΚΑΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ζητῶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ζητεῖτε τὸν λόγον κ. Ζέγγελη;
§124ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἐτελείωσεν, ἡ ἀρχὴ ἔγινεν παραδεκτή.
§126ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν βλάπτει, δὲν εἶμαι ἐναντίος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἐπιτρέψω, εἶναι ἀταξία, ἠρώτησα εἶναι ἀντίῤῥησις εἰς τὸ 1 ἄρθρον; εἴπατε ὄχι· τώρα εἴμεθα εἰς τὸ 2. Ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, ἐγὼ δὲν εἰμπορῶ.
§128ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, περὶ τῆς ἀρχῆς δὲν ἔγεινεν ἐρώτησις.
§129ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ παρεδέχθη τὸ 1 ἄρθρον.
§130ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ.
§131ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι· ἡ Βουλὴ ἤθελε συναινέσει ἐὰν δὲν εἶχε πλέον στάδιον νὰ ὁμιλήσῃ· ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ καὶ σήμερον εἰς τὸ σύνολον, καὶ αὔριον εἰς τὰ καθέκαστα καὶ μεθαύριον, διατί νὰ γίνῃ παράβασις;
§132ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν βλάπτει νὰ γίνῃ καὶ σήμερον ἀνάπτυξις.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπὸν, κύριε Ζέγγελη!
§134ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τῶν Νομοσχεδίων ἐπεκράτησε τῳόντι ἡ συνήθεια νὰ μὴ γίνηται οὐδεμία ἀνάπτυξις, οὔτε συζήτησις. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ Ναυπακτίας καὶ Τριφυλίας διαφωνήσαντες κατὰ τὰ λοιπὰ, παρεδέχθησαν ὅτι τοῦτο καὶ τὸ ἕτερον Νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὴν διάθεσιν ἢ διανομὴν, κατὰ τὸν βουλευτὴν Ναυπακτίας, τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἀμφότερα εἶναι σπουδαῖα καὶ σκοποῦσι τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἔθνους, χρῄζουσι δὲ ἕνεκα τούτου εὐρυτάτης συζητήσεως. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἀπεφάσισα ἐπὶ τῆς πρώτης συζητήσεως, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐμβριθῆ σκέψιν ὑμῶν παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, διὰ νὰ τὰς ἐξετάσητε μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν τὸ σῶμα τοῦτο ἐμβρίθειαν καὶ μελετήσαντες λάβητε αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, ὥστε κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν δυνηθῆτε νὰ δώσητε ὁριστικὴν ψῆφον. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου δύνανται ν’ ἀναφυῶσι διάφορα οἰκονομικὰ ζητήματα, καθὼς π. χ. ὁποίαν δύναμιν ἀσκοῦσι τὰ κεφάλαια ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ὁποία δύναται νὰ ᾖναι ἡ σχετικὴ ἀξία τούτων, πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, καὶ ἄλλα ἴσως, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1865 εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη ὅμοιον Νομοσχέδιον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Δυνάμεθα ἴσως νὰ προσθέσωμεν ἤδη, ὅτι ἀναφύεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἔῤῥιψεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας. Καθόσον ἀφορᾶ, κύριοι, τὰ οἰκονομολογικὰ ζητήματα ἀπέχω νὰ κάμω λόγον, διότι φρονῶ ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ῥοντήρη ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλω φέρει τὴν ἰδικήν μου. Κατὰ συνέπειαν θέλω περιορισθῆ ἐπὶ μόνων ἐκείνων τῶν μερῶν τοῦ Νομοσχεδίου, ὅσα σχετίζονται πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω πρὸς ὑμᾶς. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι, δὲν διαφωνῶ καθόλου πρὸς τὸ Νομοσχέδιον, τοὐναντίον ὁμολογῶ καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ δίκαιον εἶναι καὶ ἀναγκαῖον, πληροῖ δὲ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν καὶ παρελθοῦσαι Βουλαὶ καὶ ἡ Συνέλευσις ἐξέφρασε, καὶ ἕνεκα τούτου ὁμολογῶ κ’ ἐγὼ χάριτας εἰς τὸν ἔντιμον Κ. ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Εἶναι τῳόντι, κύριοι, δίκαιον, διότι ἐνόσῳ δὲν ἐκκαθαρισθῇ ἡ ἐκκρεμὴς θέσις τῶν ἐμφυτευτῶν πρὸς τὸ δημόσιον, οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῆς περιουσίας των, τῆς καταβολῆς τῶν κεφαλαίων των, διότι οὔτε νὰ δανεισθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν δύνανται, οὔτε νὰ ὑποθηκεύσωσιν αὐτά. Εἶναι ἐπίσης, κύριοι, ἀναγκαῖον, διότι ὡς καλῶς παρετήρησαν ἀμφότεραι αἱ ἐπιτροπαὶ, οἱ ἐμφυτευταὶ οὗτοι, τοὐλάχιστον οἱ ἐπιμελεῖς, παρακωλύονται εἰς τὸ νὰ βελτιώσουν τὸ κτῆμα, καὶ ν’ ἀναπτύξουν τὴν ἐπ’ αὐτῶν καλλιέργειαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ εἶναι ἐλάσσων, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ οὗτοι ζημιοῦνται, καὶ τὸ δημόσιον βλάπτεται, ἀλλ’ ὅσον, κύριοι, εἶναι ἀληθῆ ταῦτα, τοσοῦτον κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου χρῄζει ἐμβριθοῦς σκέψεως, καὶ ἐμβριθοῦς μελέτης διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ζητούμενον σκοπὸν, ὅστις κατ’ ἐμὲ εἶναι ν’ ἄρωμεν μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐκκρεμῆ αὐτὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ τελοῦσιν ἤδη οἱ ἐμφυτευταὶ ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ τρόπου, ὅστις νὰ μὴ ἐπιφέρῃ ἀδικίαν οὔτε εἰς αὐτοὺς οὔτε εἰς τὸ δημόσιον. Ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ναυπακτίας δὲν δύναμαι νὰ φέρω κατηγορητικὴν γνώμην, διότι δὲν εἶδον τοὺς λόγους ἐφ’ ὧν στηρίζεται, λέγω μόνον ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖνε, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἤδη, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ παραχώρησιν δικαιωμάτων, ἀλλὰ κανονισμὸν τοιοῦτον τῶν ἐμφυτευτῶν, οὗτοι δὲ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ἔχουσιν αὐτοτελὲς δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν ἐμφυτευθέντων. Ἐὰν, κύριοι, εἴχομεν στατιστικὴν ἀκριβῆ, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ προσέγγισιν ἐμφαίνουσαν τὴν ἐπίτασιν τῶν φυτειῶν κατὰ δήμους, ἢ κατὰ χωρία, τὸ εἶδος τῶν φυτειῶν τούτων, τὴν ἀξίαν αὐτῶν, τὴν ἀξίαν τῶν παρακειμένων γαιῶν, καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς ἐτησίας προσόδου ἑκάστου στρέμματος, τὸ πρᾶγμα ἦτο εὐχερέστερον· ἠδυνάμεθα, ὡς φρονῶ, νὰ φθάσωμεν εἰς ἀκριβῆ λύσιν, καὶ εἰς ἀκριβῆ δικαιοσύνην. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1865 εἶναι τῳόντι ἔργον σπουδαῖον· ἐπαινῶ τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὡς μελετήσαντα ὅλα τ’ ἀναφυέντα ζητήματα, ὡς ἐργασθέντα σπουδαίως. Ἡ ἔκθεσις ἀποδεικνύει προσέτι, ὅτι τὰ μέλη ταῦτα εἶχον σπουδαίας οἰκονομολογικὰς ἰδέας, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη φρονῶ εἰς οὐδὲν συμβάλλει, διότι τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει ἡ ἔκθεσις ἐκείνη δὲν ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν δὲν εἴπω, ὅτι κατ’ οὐδὲν συμβάλλει, δύναμαι τοὐλάχιστον νὰ εἴπω, ὅτι ἐπ’ ὀλίγον συμβάλλει. Αἱ ἐν αὐτῷ σκέψεις, ἄλλαι μὲν ὑγιεῖς καθ’ ἑαυτὰς καὶ ὀρθαὶ ὑπὸ οἰκονομολογικὴν ἔποψιν, δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καθόσον π. χ. ὅταν λίαν ὀρθῶς ἐξετάζοντες, ποίαν ὠφέλειαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ καλλιτέρα καλλιέργεια καὶ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν καὶ εἰς τὸ δημόσιον, λαμβάνοντες ὡς βάσιν, ὅτι ὁ ἐπιμελὴς κτηματίας καταβάλλων διακοσίας δραχμὰς διὰ τὴν καλλιέργειαν, δύναται νὰ ἔχῃ διακοσίας πεντήκοντα εἰς παραγωγὴν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰκοσιπέντε δραχμὰς τόκον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν καταβαλλομένων διὰ τὴν καλλιέργειαν δαπανῶν αὐτοῦ, ἀπέχει ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ φόρου, διότι ἐλθὸν τὸ δημόσιον αὔριον θὰ λάβῃ τὰ εἴκοσι τοῖς ἑκατόν, τοὐτέστιν ἐπὶ τῶν 250 δραχμῶν τὰς 50 δραχμὰς, καὶ ἰδοὺ δὲν ἔχει ὠφέλειαν, καὶ ἀποτρέπεται ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν· ἀλλὰ, λέγω, ἡ σκέψις αὕτη, ἡ ὑγιὴς καὶ στηριζομένη εἰς ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν δὲν συμβάλλει· διότι τὸ πολὺ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὁρίσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ τοιούτου εἴδους τῶν κτημάτων. Ἄλλαι σκέψεις, ἐπίσης ὀρθόταται, τῆς ἐντίμου ταύτης ἐπιτροπῆς δὲν ἀντιπροσωπεύουν ἀληθείας κατ’ ἐμὲ, στηρίζονται εἰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας διστάζω νὰ παραδεχθῶ π. χ. ἀναφέρεται, ὅταν θέλωσι ν’ ἀποκρούσωσι τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ διανεμηθῇ τὸ ἐμφυτευθὲν εἰς ἴσον μέρος πρὸς τὸ δημόσιον, λέγουν ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἄδικον· ἐμφυτευταὶ, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον μεγάλα κεφάλαια, καὶ πολλαπλῶς ὠφέλησαν τὸ δημόσιον διὰ τῆς μεγάλης παραγωγῆς, ἐμφυτεύσαντες εἰς ἐκτάσεις γαιῶν ἀξίας πέντε καὶ δέκα, ἢ δεκαπέντε δραχμῶν κατὰ στρέμμα, νὰ ἔλθωσιν ἤδη νὰ διανείμωσιν αὐτὰς μὲ τὸ δημόσιον. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἔχουσι τοιαύτην ἀξίαν, καὶ ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν φέρω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ αὐθαίρετος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὅταν δὲν φέρωσι καὶ τὴν ἐναντίαν ἀπόδειξιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀτυχῶς δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς πρὸς τὴν λύσιν· ἄλλοθι λοιπὸν πρέπει νὰ ζητήσωμεν βοηθητικὰ στοιχεῖα· καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, δύο, ὡς εἶναι ἡμῖν τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ἐπεκράτησαν ἰδέαι· ἡ μία, τὴν ὁποίαν κυρίως ἀντιπροσωπεύει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1865 τοῦ νὰ διανεμηθῶσι αἱ ἐμφυτεύσεις εἰς δύο ἴσα μέρη καὶ λάβῃ τὸ ἕτερον ὁ ἐμφυτευτὴς καὶ τὸ ἕτερον τὸ δημόσιον, καὶ οἱ ἐμφυτευταὶ μείνουν κύριοι τοῦ ἡμίσεως καὶ πληρώσουν τὸ ἕτερον ἥμισυ κατ’ ἐκτίμησιν, ἢ διὰ πλειστηριασμοῦ· καὶ ἡ δευτέρα, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατὰ τὴν ὁποίαν γνωμοδοτεῖ νὰ πληρώσῃ ὁ ἐμφυτευτὴς τὴν ἀξίαν τῆς γῆς. Δὲν θέλω, Κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει τὸ νομοσχέδιον τοῦ 65 συμβιβάζεται ἀκριβῶς μάλιστα πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομολογίας, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι τοσοῦτον ἀποῤῥιπτέα, ὅπως ἐθεώρησεν αὐτὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 65, καὶ παρέργως ἴσως, ἢ ἐμμέσως ἡ ἐπιτροπὴ ἡ σημερινὴ, καὶ ἰδοὺ διατί. Διότι πάντες ἡμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐπεκράτησε τοῦτο τὸ σύστημα νὰ γίνωνται ἐμφυτεύσεις ἐπὶ ἰδιωτικῶν κτημάτων, καὶ τοιαῦται γίνονται ἢ κατὰ σύστημα μοναστηριακὸν λεγόμενον, καὶ τοῦτο συμβαίνει ὁσάκις γίνονται ἐμφυτεύσεις ἐπὶ μοναστηριακῶν κτημάτων, καὶ ἡ τοιαύτη ἐμφύτευσις ἔχει τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ λαμβάνῃ ὁ κύριος τοῦ κτήματος τὸ τρίτον τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, οὐδεμίαν κυριότητα νὰ ἔχῃ ὁ ἐμφυτευτὴς, ἀλλὰ νὰ καρποῦται τὸ κτῆμα ἐνόσῳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ φυτεία, ὅταν δὲ ἐκχερσωθῇ, νὰ ἐπανέρχεται ἡ ὅλη κυριότης εἰς τὴν Μονήν· καὶ τὸ ἕτερον νὰ καταβάλλῃ τὰ ἔξοδα ὁ ἐμφυτευτὴς καὶ μετὰ παρέλευσιν, ἐὰν ᾖναι ἄμπελος π. χ. πέντε ἐτῶν, νὰ διανέμουν ἐξίσου. Ἡ τοιαύτη συνήθεια δὲν εἶναι ὅλως διόλου ἀναξία προσοχῆς· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ ἰδιῶται δὲν καταβάλλουν τὴν πρέπουσαν πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὴς κατ’ ἐμὲ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1865, ὅτι τοῦτο μόνον ἐπικρατεῖ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἔνθα αἱ γαῖαι εἶναι μείζονος ἀξίας. Τοὐναντίον ἐγὼ δύναμαι νὰ φέρω παραδείγματα, καὶ πολλοὺς ἐξ ὑμῶν δύναμαι νὰ προσκαλέσω μάρτυρας, τὸν κ. Πετσάλην, καὶ ἄλλους καὶ τοὺς βουλευτὰς Ἀττικῆς, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι καὶ ἐν τῇ Ἀττικῇ καὶ ἐν ταῖς Θήβαις, ἔνθα ὡς πάντες γνωρίζετε, ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν εἶναι πάντοτε μικρὰ, τὸ σύστημα τοῦτο ἐπικρατεῖ, ὥστε ἔχομεν πάντοτε μίαν πιθανότητα, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὲρ τοῦ ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι δικαία τοὐλάχιστον, ἂν καὶ δὲν συμβιβάζηται πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομολογίας. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐντελῶς δὲν ἀποκρούεται, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς οἰκονομολογίας, διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ πάλιν ἀναφέρομαι εἰς τὴν κρίσιν καὶ εἰς τὰς γνώσεις ὑμῶν, ἀπαντᾶται ὅτι καὶ εἰς τὰ μέρη καὶ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἔνθα ἡ γῆ ἔχει τιμὴν μεγαλειτέραν, καὶ αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας εἶναι μεγαλήτεραι, δὲν κάμνει τὰς αὐτὰς δαπάνας ὁ ἐμφυτευτὴς ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς μέρη ἔνθα ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν εἶναι μικροτέρα, ἄλλως τε συμβιβάζηται τὸ σύστημα τοῦτο καὶ πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1837, ὥστε καὶ ἡ καταβολὴ τῶν δαπανῶν δὲν εἶναι ἴση μὲ ἐκεῖνον, ὅστις κατοικεῖ εἰς μέρη, ἔνθα ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν εἶναι μεγαλητέρα, ἀλλ’ ὅπου ἡ ἀξία τῶν γαιῶν εἶναι μεγαλητέρα ἐκεῖ καὶ αἱ δαπάναι εἶναι μεγαλήτεραι, ἔνθα δὲ ἡ ἀξία τῶν γαιῶν εἶναι μικροτέρα, ἐκεῖ καὶ αἱ δαπάναι εἶναι μικρότεραι, Ἀλλά, κύριοι, καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἀποκλίνω νὰ παραδεχθῶ μᾶλλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, διότι, τῳόντι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο συνάδει πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τὰς ἐπιστημονικάς, καὶ προλαμβάνει μίαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ συμβῇ, καὶ ἰδοὺ ποία εἶναι αὕτη. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν καὶ ἡ ποιότης κατὰ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας εἶναι διάφοροι, καὶ ἡ καλλιέργεια ἐπίσης, ἡ φυτεία κατὰ τοὺς διαφόρους ἐμφυτευτὰς εἶναι ἐπίσης διάφορος. Κατὰ συνέπειαν ἐὰν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὸ πρῶτον σύστημα, τότε, κύριοι, τὸ μὲν δημόσιον δὲν ἤθελεν ἀδικηθῆ, διότι ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν φυτειῶν ἤθελε λάβει τὸ ἥμισυ, ἤθελον ἀδικηθῆ ὅμως οἱ ἐπιμελέστεροι τῶν ἐμφυτευτῶν ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑμεῖς σκεπτόμεθα, τοὐτέστιν ἐμφυτευτής, ὅστις κατέβαλεν 100 δραχμὰς ὑποθέσατε κατὰ στρέμμα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς φυτείας του, ὁ τοιοῦτος ἤθελε δικαιωθῆ ἐξίσου μὲ ἕνα ἄλλον, ὁ ὁποῖος κατέβαλε μόνον 10, διότι ἐνεφύτευσεν ὀλίγας ἐλαίας, ἢ κλήματα, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον δένδρον. Διὰ ν’ ἀποφύγωμεν λοιπὸν τοῦτο, φρονῶ ὅτι συμφέρει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Κ. ὑπουργός. Τί ὅμως θαυμάζω ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ; Καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε σπουδαίως τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, διότι ἐδῶ κεῖται τὸ μεγαλείτερον ἴσως παράπονόν μου. Δὲν εὑρίσκω, κύριοι, οὐδεμίαν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀντιπροσωπεύουσαν τὸν κύριον λόγον, ὁ ὁποῖος καὶ τὰς ἄλλας Βουλὰς, καὶ τὴν ἐθνοσυνέλευσιν καὶ τὸν κύριον ὑπουργὸν καὶ ἡμᾶς ἴσως προσήγαγεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ θεραπευθῇ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος αὐτός; πολλάκις τὸν ἀνεφέραμεν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζονται ὅλαι αἱ σκέψεις καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ νομοσχεδίου· τοὐτέστιν ἄδικον εἶναι τοὺς ἐμφυτευτὰς τοὺς ἐπιμελεῖς τοὺς καταβαλόντας τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν προαγωγὴν εἰς τὴν μόρφωσιν αὐτῶν τῶν κτημάτων νὰ μὴ τοὺς ἱκανοποιήσωμεν, νὰ μὴ τοὺς δικαιώσωμεν. Καὶ δὲν βλέπω, κύριοι, τοιαύτην διάταξιν, διότι δὲν ἀναφέρεται ποῖοι εἶναι οὗτοι οἱ ἐπιμελεῖς ἐμφυτευταὶ, δηλ. δὲν χαρακτηρίζεται ἡ ἰδιότης τῆς φυτείας, καὶ τοιαύτην ἐμφαίνει ἡ πλήρης φυτεία. Κύριοι, δυνάμεθα τότε νὰ εἴμεθα συνεπεῖς μὲ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ἐὰν χαρακτηρίσωμεν ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ τοιαύτη φυτεία καὶ τότε πράγματι ἀπονέμομεν δικαιοσύνην εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν καὶ ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐὰν εἴπωμεν πᾶσαι αἱ φυτεῖαι ἐν γένει ἀπὸ τοῦ 1837, εἴτε πρότερον καὶ μέχρι τοῦ 1870 νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν αὐτὸν νόμον, τοὐτέστι νὰ πληρώσουν οἱ ἐμφυτεύσαντες τὴν ἀξίαν τοῦ ἡμίσεως, ἀποδειχθῇ δὲ, ὅτι τινὲς, εἴτε πολλοὶ, δὲν ἐξετάζω, οὔτε ἀναλαμβάνω νὰ ὁρίσω τὸν ἀριθμὸν ἔστω καὶ τινὲς, δὲν ἔκαμαν ἐμφυτεύσεις, ἀλλ’ εἰς ἓν στρέμμα γῆς ἔῤῥιψαν 50 ἢ 100 κλήματα, ἔῤῥιψαν 5 κλωνάρια, 20 φυτώρια μωρεῶν ἢ ἄλλων δένδρων, οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ὑπαινίτεσθε; συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι οἱ τοιοῦτοι μᾶλλον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἅρπαγες· δὲν ἀξιοῦτε, ὅτι ὑμεῖς θέλετε νὰ μεριμνήσητε περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον νὰ ῥίψουν, ὡς εἶπον, ὀλίγα τινὰ κλήματα, ἢ ὀλίγα τινὰ κλωνάρια, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν. Ἴσως ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἄλλος τις ἐξ ὑμῶν· καὶ ποία εἶναι ἡ ἐντεῦθεν βλάβη, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ; ἡ γῆ θὰ ἐκτιμηθῇ, τὴν γῆν θὰ πληρώσῃ· ὁποία δήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ φυτεία, θὰ ᾖναι διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Ἀλλά, κύριοι, οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προάγει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχετε σκοπὸν νὰ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς τοὺς μεριμνήσαντας ν’ ἀναπτύξουν τὰ κεφάλαια τῆς κοινωνίας, καὶ τὰ ἴδια ἑαυτῶν ἐννοεῖται, καὶ διὰ τοῦτο προετάξατε αὐτὸ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς· οἱ μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν δὲν εἶναι ἄξιοι αὐτῆς τῆς προνοίας, καὶ ἄλλως τε μήπως λανθάνει ὑμᾶς, ὅτι πολλὰ παράπονα θὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτήν; μάλιστα ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς μετὰ πολλῆς περινοίας, προσεπάθησε ν’ ἀσφαλίσῃ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος τὰ δημόσια συμφέροντα· ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργόν, μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς ἀκριβείας, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, διστάζω ἂν ὁ σκοπὸς θὰ ἐπιτύχῃ. Μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην εὑρίσκω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀσαφὴς κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ὡς πρὸς ἓν οὐσιῶδες μέρος, ἀναγνωρίζονται λέγει ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἀξίας τῆς ἐμφυτευθείσης γῆς, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποίαν ἀξίαν ἐννοεῖ ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωσιν οἱ ἐμφυτευταί; τὴν σημερινὴν ἢ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐμφυτεύσεως;
§135ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν σημερινήν.
§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι σχετικὸν μὲ τὸ περὶ διανομῆς τῆς γῆς.
§137ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὴν σημερινὴν ἐννοῶ καὶ ἐγώ. Ἀνάγκη λοιπὸν ἐπὶ τούτου νὰ γείνῃ διάκρισις· δὲν θέλω νὰ ἔμβω εἰς λεπτομερείας, καὶ ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἀνάγκῃ νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι μοι φαίνεται ὅτι καί τινες ἄλλαι διατάξεις χρήζουσι καλλιτέρας ἐρεύνης, μίαν μόνην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τὴν ἑξῆς. Ἐν τῇ τελευταίᾳ διατάξει τροποποιῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1865 ὁ κ. ὑπουργὸς δέχεται, ὅτι πρέπει νὰ παραχωρηθῶσιν ἐπὶ τόκῳ εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς αἱ φυτευθεῖσαι γαῖαι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἔκτασίς των, δὲν μένει ἐπὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἑξήκοντα στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἀφίνει ἀπόλυτον τὴν ἔκτασιν, φέρει δὲ ὡς λόγον, ὅτι καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν τὸ ἐναντίον ἡ τοιαύτη διάταξις θὰ περιγραφῇ διὰ τοῦ συνήθους τρόπου. Οἱ ἐμφυτευταὶ ἔχουν συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ θὰ διανείμωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν φυτείαν των, καὶ δὲν θὰ φθάσωσιν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τοῦτο ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δυνάμεθα νὰ τὸ προλάβωμεν δι’ ἀπαγορευτικῆς διατάξεως, ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα, ἔχει τοῦτο τὸ συμφέρον αὐτὸς ὁ περιορισμός, ὅτι οἱ τοιοῦτοι συγγενεῖς καὶ οἰκεῖοι θὰ ἀποκλεισθῶσιν αὔριον ἀπὸ τὴν μερίδα, ἡ ὁποία θὰ παραχωρηθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν παραχώρησιν τῆς ἐθνικῆς γῆς· καὶ λέγω τοῦτο, διότι θέλει εἶσθαι ἄδικον νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, καὶ ἂν τυχὸν δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐπιμελεστέρων, 150 καὶ 200 στρέμματα, καὶ αὔριον νὰ δυσκολευθῶμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸν ἄλλον πολίτην, ὅστις δικαίως πρέπει νὰ προικοδοτηθῇ καὶ νὰ λάβῃ μίαν μερίδα. Ταῦτα ἐν ὀλίγοις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει τροπολογίας ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων;
§139ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον· πρόκειται περὶ μεγάλου ποσοῦ δημοσίου πλούτου, ἑπομένως πᾶς βουλευτὴς, προτείνων μίαν ἰδέαν, μίαν τροπολογίαν, πρέπει νὰ τὴν διατυπόνῃ διὰ νὰ τὴν μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ὥστε ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ μὴ προέλθῃ σύγχισις, ἄλλως τε ἐκ τοῦ προχείρου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς τροπολογίας, ἑπομένως προτείνω αἱ διάφοροι τροπολογίαι νὰ τυπωθῶσιν.
§140Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μίαν παράκλησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλοι γνωρίζετε τὴν σπουδαιότητα τοῦ προκειμένου νόμου, πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἂν αὐτὸς ὁ νόμος συμφέρῃ ἢ μή. Ἔχω ἀνάγκην μερικῶν πληροφοριῶν, θέλω νὰ μάθω τί εἰσπράττει τὸ δημόσιον ἀπὸ αὐτὰς τὰς φυτείας, ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω μίαν ἔγγραφον κατάστασιν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ τὴν φέρῃ.
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§146ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ συζητούμενος, κύριοι, νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐμφυτευθεισῶν γαιῶν εἶναι ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, ὡς πρὸς τὸ μέτρον, εἰς τὴν οὐσίαν ὅμως μὲ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, μεταβιβάζει τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς τῆς πεφυτευμένης ἢ ἀφυτεύτου πρὸς τοὺς πολίτας, ἀγαθὸν τὸ ἔργον· λέγετε ὅμως, κύριοι, διανομὴν, λέγετε διάθεσιν, ἀλλὰ, κύριοι, ἐν πράγματι εἶναι ἐκποίησις, διάφορος δὲ εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκποιήσεως ἀπὸ τὸν συνήθη, ἀντὶ διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ γίνεται δι’ ἐκτιμήσεως, καὶ διάφορος εἶναι ὡς πρὸς τὰς προθεσμίας τῆς πληρωμῆς, διότι τῶν μὲν ἐμφυτευθεισῶν γαιῶν ἐξοφλεῖται εἰς 18 ἔτη, μὲ ἀνώτερον τόκον 8% εἶναι χρεώλυτρον καὶ τόκος, καὶ διὰ τοῦτο ἐξοφλεῖται καὶ ταχύτερον, ἡ δὲ τῆς διανομῆς ἐξοφλεῖται μετὰ 20 ἔτη καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόκος εἶναι 5% κατώτερος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήματος καὶ τὴν προθεσμίαν, ἀφίνει ὅμως τὸ τίμημα νὰ καταναλίσκηται εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Γνωστὸν εἶναι, κύριοι, ὅτι ἡ γῆ αὐτὴ τῆς ὁποίας πρόκειται ἡ διάθεσις εἶναι λάφυρον τοῦ πολέμου, εἶναι ἀπόκτησις τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος.
§147ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ πρόκειται νὰ τὴν πάρουν οἱ Ἰνδοὶ ἢ οἱ Κινέζοι;
§148ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς περιουσίας αὐτῆς κατετέθησαν μεγάλαι δαπάναι, μεγάλαι θυσίαι, καὶ προσωπικαὶ καὶ χρηματικαί. Αὐτὴ ἡ περιουσία ἐπιστώθη ἔκτοτε μὲ τὴν ὠφέλειαν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Δημόσιον εἰς ἀμοιβὴν αὐτῶν τῶν θυσιῶν, αὐτῶν τῶν καταβολῶν καὶ τῶν δανείων, ἑπομένως προῆλθον καὶ δάνεια, δάνεια κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, δάνεια μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν, τὰ ὁποῖα ἐπιστώθησαν ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιουσίας. Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐκ πείρας λυπηρᾶς, καὶ δοκιμασίας λυπηροτάτης καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπροτάθη, εἶναι ὅτι τοῦ λοιποῦ μὴ δυνάμενοι μήτε δάνεια νὰ κάμωμεν, διότι δὲν ἔχομεν πόθεν νὰ δανεισθῶμεν, μήτε φόρους νὰ προσθέσωμεν, θέλομεν διοικηθῇ ἄνευ δανείων, καὶ ἄνευ φόρων, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν. Ἀλλ’ ἤδη διὰ τοῦ παρόντος νόμου, καὶ δαπανῶντες τὸ τίμημα εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν, φαίνεται ὅτι θέλομεν διοικηθῆ δι’ ἐκποιήσεων, διότι τί θὰ τὰ κάμητε τὰ χρήματα; ἐκποιοῦντες αὐτὴν τὴν περιουσίαν, ποῦ μένουν αὐτὰ τὰ βάρη; θὰ μοὶ εἴπητε εἰς τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ἂν βαδίζωμεν ὡς βαδίζομεν, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, δὲν ἐπαρκοῦμεν. Βλέπομεν ὅτι μ’ ὅλα τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν μὲ ὅλους τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐπεβάλαμεν, καὶ ἐδιπλασιάσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἔτι καὶ δανείων, καὶ δανείων νέων πλησίον εἰς τὰ ἐπιβαρύνοντα ἡμᾶς ἀρχαῖα δάνεια. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 4 πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι «τὸ τίμημα τῶν παραχωρουμένων φυτειῶν παρακατατίθεται εἰς τὴν τράπεζαν ἐντόκως πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δημοσίου χρέους» διὰ νὰ μὴ καταναλωθῇ ὅπως καταναλώθησαν ὅλα, καὶ ἐμείναμεν μόνον μὲ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀποτίσωμεν.
§149ΤΙΝΕΣ. Νὰ διατυπωθῇ καὶ ἡ πρότασις αὕτη καὶ νὰ τυπωθῇ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§151ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§152ΤΙΝΕΣ. Τί λέγει ἡ ἐπιτροπή; (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται καὶ ἡ παρατήρησις τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 4 ἔχουσα ὡς ἑξῆς.) Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 § 2 προτείνει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· ἀντὶ «τοῦ προέδρου τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου» «ἑνὸς ἐκ τῶν εὐϋποληπτοτέρων καὶ νοημονεστέρων δημοτῶν ἐκλεγομένου ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 νὰ προστεθῇ ὅτι «δύναται ἕκαστος εἰς ὁποιανδήποτε ἐποχὴν θέλει νὰ πληρόνῃ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῆς ὀφειλῆς αὑτοῦ ἀτόκως». Μετὰ ταῦτα ἀνεγνώσθησαν τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπεψηφίσθησαν ἓν ἕκαστον εἰδικῶς, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§154ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατήρησις τῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσα ὡς ἑξῆς). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 νὰ προστεθῇ ὅτι «ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ δημάρχου, ὅπως βεβαιώσῃ τὴν ταυτότητα καὶ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δηλοῦντος, ὁ δηλῶν κοινοποιεῖ τὴν δήλωσίν του διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις ὀφείλει ἐπὶ ἀποδείξει νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν δηλοῦντα ἐντὸς δύο ἡμερῶν προσυπογεγραμμένην τὴν δήλωσίν του. Ἥ τε κοινοποίησις καὶ τὸ ἐπιδοτήριον συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Ἀναγινώσκεται πρὸς τούτοις καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 παρατήρησις τῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσα ὡς ἑξῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ἀντὶ «τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης» νὰ τεθῇ «ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας». Ἐπὶ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 11 ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη, οἱ μὲν ὑπεστήριξαν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, οἱ δὲ ἐπρότειναν νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἀκολούθως. «Ἂν δικαιωθῇ ἕτερος δικαστικῶς παρὰ τὸν λαβόντα, τὸ παραχωρητήριον ἀκυροῦται, ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸ ἀπόλλυσι μὲν τὴν προκαταβολὴν, δικαιοῦται ὅμως διὰ τὰς πληρωθείσας δόσεις ἀπὸ τὸν δικαστικῶς δικαιωθέντα». Μετὰ ταῦτα ἐπεψηφίσθησαν δι’ εἰδικῆς ἐξ ἑκάστου ψηφοφορίας καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ ἄρθρα 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, καὶ 19 ἐν τῷ μεταξὺ δὲ προσανεγνώσθησαν καὶ αἱ παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 ἔχουσαι ὡς ἑξῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 νὰ προστεθῇ, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δηλώσεως δὲν κοινοποιηθῶσιν εἰς τοὺς δηλώσαντας τὰ παραχωρητήρια, δὲν δικαιοῦται τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας εἰς τὸ μέλλον. Τὸ ἄρθρον 15 νὰ τροποποιηθῇ ἀντὶ «ἐντὸς 15 ἡμερῶν» εἰς «ἐντὸς ἑνὸς μηνός.» Μέλη τινὰ ἐπρόσθεσαν νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις. «Αἱ ἀνεγνωρισμέναι ἐθνικοϊδιόκτητοι γαῖαι ἐπὶ ὡρισμένων τινῶν χωρίων θέλουσι πληρόνει τὸ ἥμισυ τῆς ἐκτιμήσεως.»
§159ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, τὸ ἀντικείμενον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὸ ἀντικείμενον τῆς ληστείας, βεβαίως εἶνε ἡ πρώτη μέριμνα, καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον τῆς παρούσης ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης. Τούτου ἕνεκα ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Ζαΐμη συνέταξε νόμον περὶ ληστείας, ἐκείνη τοῦ κυρίου Δεληγεώργη μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἔδειξεν ὅτι ἀναποφεύκτως ὄχι μόνον νόμον προετίθετο νὰ βάλῃ τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ διὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν πόσον ἐμερίμνησε ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας. Διότι ὁμολογουμένως ἐκ τῶν ἐνεργειῶν της ἐπῆλθον εὐχάριστα ἀποτελέσματα κατὰ τῆς ληστείας. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, εὐθὺς ἐκ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὑπέβαλε Νομοσχέδιον κατὰ τῆς ληστείας. Ἐπειδὴ πολλὰ νομοσχέδια ἐπεσωρεύθησαν εἰς τὸ γραφεῖον, ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κύριος Σαράβας παρεκάλεσε νὰ προηγηθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἓν Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς παιδείας περὶ τῶν κληροδοτημάτων, ἐπειδὴ ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸς τρίτην συζήτησιν εὑρισκόμενον Νομοσχέδιον τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, ἐπειδὴ καὶ ὁ κύριος Νικόδημος καὶ ἕτερος συνάδελφός μας, μᾶς ὑπέμνησαν πολλὰ Νομοσχέδια περὶ ναυτικοῦ καὶ παιδείας, διὰ νὰ μὴ συμβῇ ὅ,τι συνέβη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ διέλθῃ καὶ αὕτη χωρὶς οὔτε κἂν νὰ γένῃ λόγος περὶ ληστείας.
§160ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Περὶ ληστείας εἶναι λόγος.
§161ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα συμφωνῶ, ἔγεινε λόγος, ἀλλὰ χωρὶς νὰ δοθῇ εἷς νόμος κατὰ τῆς ληστείας ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, διεκόπη ἡ σύνοδος Κοινοβουλίου εἰς τόπον, ὅπου τὸ ἓν τρίτον τῆς Ἑλλάδος καταστρέφεται ὑπὸ τῆς μάστιγος ταύτης. Διὰ νὰ μὴν εὑρεθῶμεν δὲ εἰς τὴν ἰδίαν περίστασιν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ πρὸ πάσης ἐργασίας νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§163ΛΕΚΚΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας.
§165ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ εἰσέτι δὲν ἔχει καταρτίσει τὴν ἔκθεσίν της, διὰ νὰ μὴ φανῶ, ὅτι θέλει νὰ φέρω στενοχωρίαν τινὰ, καὶ ἐπειδὴ διὰ τὴν δεκάτην πέμπτην καὶ διὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην ὑπάρχουσιν ὡρισμένα ἀντικείμενα, παρακαλῶ ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὥστε ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν σήμερον, εὐθὺς νὰ ἔλθῃ μετὰ τὰς ἀνωτέρω συζητήσεις ἡ σειρὰ τοῦ νόμου περὶ ληστείας. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κύριοι, βουλευταί;
§167ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ συζητηθῇ.
§168Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ φροντίσητε κύριε, πρόεδρε, νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κύριοι, ἔχομεν συνεδρίασιν, καὶ πρῶτον ἀντικείμενον εἶνε εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τῆς Παρνασίδος, καὶ εἰς δευτέραν τὸ νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν. Ἄλλο ἀντικείμενον δὲν ἔχομεν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 3 καὶ 10|60 μ. μ.
2Τῆς 12 Ἰανουαρίου 1871.
3(Τρίτη)
4Ὥρα 1 καὶ 10|60 μ. μ.
5Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
6§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σῶμα ἐπὶ τέλους εἶναι πλῆρες· παρακαλῶ
7τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ λάβουν τὰς θέσεις των οἱ δὲ μὴ βου-
8λευταὶ νὰ ἐξέλθωσι.
9Σᾶς ἀναγινώσκω, κύριοι, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ κανονισμοῦ. «Αἱ
10»συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν 10 ὥραν π. μ. ὀφείλουσι
11»δὲ νὰ παρευρίσκωνται κατ’ αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέ-
12»λους πάντες οἱ βουλευταί· οἱ ὅπως δήποτε κωλυόμενοι νὰ πα-
13»ρευρεθῶσι εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων, οἱ ἀναγκαζόμενοι διαρ-
14»κούσης αὐτῆς ν’ ἀποχωρήσωσι, γνωστοποιοῦσιν εἰς τὸν πρόε-
15»δρον, οἱ μὲν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, οἱ δὲ ἐν
16»καιρῷ, τὰ ἑαυτῶν κωλύματα. Τὰ ὀνόματα τῶν ἄνευ τοιαύτης
17»γνωστοποιήσεως μὴ ἐμφανιζομένων, ἢ ἀποχωρούντων τῶν
18»συνεδριάσεων, δημοσιεύονται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βου-
19»λῆς. Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ Αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων
20»δωματίοις βουλευταὶ, καλούμενοι παρὰ τοῦ προέδρου διὰ
21»τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἂν
22»δὲν ἐπανέλθωσιν θεωροῦνται παρόντες».
23Τώρα νομίζω, ὅτι ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα νὰ τηρῶμεν ἐκεῖνο, τὸ
24ὁποῖον ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ, ἐὰν δὲ μέχρι τοῦδε ἐτηρήθη
25ἢ ὄχι, κρίνετε ὑμεῖς, ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ ἐφαρμόσω τὸ
26ἄρθρον αὐτὸ, τὸ καθῆκον μοῦ ἐπιβάλλει τὰ στενογραφήματα
27καθ’ ἑκάστην ν’ ἀρχίζωσι μὲ τὴν σημείωσιν τῆς ὥρας τῆς ἀρχῆς
28τῆς συνεδριάσεως καὶ τῶν παρόντων καὶ ἀπόντων ἐκ τῶν βου-
29λευτῶν· αὐτὸ νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκόν μου.
30§2ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίας ὥρας;
31§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς ἀναφέρει τὴν δεκάτην, κατόπιν
32παρεδέχθημεν τὴν ἑνδεκάτην, ἐσχάτως δὲ τὴν δωδεκάτην. Τὴν
33δωδεκάτην λοιπὸν θέλει κάθηται τὸ προεδρεῖον μέχρι τῆς 1.
34μ. μ.· καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία θέλει διαλύει τὴν συνε-
35δρίασιν διὰ τὴν ἑπομένην.
36§4ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅταν περιμένωμεν μέχρι τῆς μιᾶς μ. μ. εἶναι
37ὡσὰν νὰ λέγωμεν, ὅτι τὴν μίαν μ. μ. ἄρχεται ἡ συνεδρίασις.
38§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι θ’ ἀρχίζωμεν τὴν 12· ἀλλὰ
39διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ποινικὴν ῥήτραν, ἢ διὰ νὰ διαλύσω-
40μεν τὴν συνεδρίασιν, πρέπει νὰ παρέλθῃ μία ὥρα. Θέλετε νὰ
41φανῶμεν αὐστηρότεροι; ἀποφασίσατε ὑμεῖς.
42§6ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπειδὴ θέλομεν ἡμεῖς νὰ θέσωμεν ὅλην τὴν Ἑλλάδα
43εἰς σημεῖον τακτικὸν, ὀφείλομεν, νομίζω, πρῶτοι νὰ δώσωμεν
44τὸ παράδειγμα· τὴν 12 ἀκριβῶς νὰ ἤμεθα ὅλοι ἐδῶ, τὸ δὲ
45προεδρεῖον νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τοῦ δίδει ὁ κα-
46νονισμός.
47§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον δὲν ἔχει ἄλλα μέτρα· κατ’ ἀρ-
48χὰς θέλει σημειόνεσθαι ἡ ὥρα καὶ ποῖοι εἶναι παρόντες ἐκ τῶν
49βουλευτῶν καὶ ποῖοι ἀπόντες. Ἐὰν τώρα νομίζητε, ὅτι τὴν 12
50ὀφείλει τὸ προεδρεῖον νὰ πράξῃ τοῦτο, νὰ τὸ εἴπητε. Ἡμεῖς
51ὀφείλομεν νὰ μείνωμεν, καὶ ἡ εὐθύνη ἂς πέσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτι-
52νες δὲν παρευρίσκονται.
53§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸ δὲν πειράζει ἂν θὰ διαλύηται ἡ
54συνεδρίασις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ὀνόματα τῶν μὴ παρόντων
55πρέπει νὰ καταχωρῶνται, ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Βου-
56λῆς, ἀλλὰ καὶ εἴς τινα τῶν ἄλλων ἐφημερίδων. Ποῖον εἶναι τὸ
57πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἐὰν μόνον σημειῶνται εἰς τὴν ἐφημερίδα
58τῆς Βουλῆς; ἐδῶ ἐρχόμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν καθῆκον, καὶ
59πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸν εἰς τὴν κοινωνίαν κατὰ πόσον τὸ ἐκ-
60πληροῦμεν.
61§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον νομίζει, ὅτι ἡ ἐφημερὶς τῆς
62Βουλῆς θέλει ἔχει ταχεῖαν καὶ εὐρεῖαν κυκλοφορίαν· τώρα ὅποιος
63βουλευτὴς θέλει, ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ τὸ ἄλλο. Καθημερινῶς
64θέλει παρουσιάζεται ἡ ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς, διότι τὸ προε-
65δρεῖον θέλει καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, τὴν ἐπιοῦσαν νὰ
66ᾖναι εἰς κυκλοφορίαν ἡ προηγουμένη συνεδρίασις.
67Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
68Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
69σεως, ὡς ἑξῆς.
70«Ἀπαρτίας γενομένης περὶ ὥραν 1 Μ. Μ. ἀνεγνώσθησαν τὰ
71πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν μετά τινα διόρθω-
72σιν· ἀκολούθως ὁ Πρόεδρος ἀνήγγειλεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξω-
73τερικῶν διέταξε τὴν μετάφρασιν τῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ
74Δηλίου ἐγγράφων, πιστεύει ὅμως, ὅτι δὲν θὰ περαιωθῇ ἡ ἐπ’
75αὐτῶν ἐργασία μέχρι τῆς Παρασκευῆς· ἕτερος ἀπήντησε πρὸς
76ταῦτα ὅτι ἡ περὶ τοῦ Δηλιακοῦ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακο-
77λουθήσῃ κατὰ τὴν Παρασκευὴν· διότι ὀλίγα ἐκ τῶν ἐγγράφων
78ἐκείνων εἰσὶν ἀναγκαῖα πρὸς φωτισμὸν τῆς συζητήσεως».
79§10ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν
80Παρασκευὴν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
81§11Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὴν Παρασκευὴν νὰ γεί-
82νῃ συζήτησις, χωρὶς νὰ τυπωθῶσιν καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ
83ἔγγραφα;
84§12ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε χθὲς ἐδῶ, Κύριε Πετζάλη
85(θόρυβος.)
86§13ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Χθές, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρα-
87κτικά, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, κύριε πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
88νατὸν εἰς τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα νὰ τυπωθῶσιν τὰ ἔγγραφα·
89ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι θεωρῶ περιττὴν τὴν τύπωσιν,
90καὶ εἶναι περιττὴ ἡ μετάφρασις. Τὰ μεταφρασθέντα νὰ κατα-
91τεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ βουλόμενος νὰ λαμ-
92βάνῃ γνῶσιν. Οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην μου,
93νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν μετάφῤῥσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ
94νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις τὴν Παρασκευήν. Οὐδεμία ἀντίῤ-
95ῥησις ἐγένετο· κατόπιν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ κύριος
96Παράσχος πλησιάσας ὑμᾶς, εἶπεν ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πλη-
97ροφορεῖται, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἔστειλεν ἐκ
98τῶν ἐγγράφων αὐτῶν πρὸς τύπωσιν, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη
99ὁμοφώνως, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιῤῥήσεως, νὰ γίνῃ συζήτησις
100τὴν Παρασκευήν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σημειωθῇ ἡ ἀπόφασις
101εἰς τὰ πρακτικά.
102§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ τελειώσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἕως
103τὸ βράδυ· αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις νὰ τὰς ὑποβάλητε εἰς τὸ
104τέλος τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν.
105§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν πειράζει, Κ. πρόεδρε, διότι χθὲς ἐπε-
106τρέψατε εἰς τὸν Κ. Χατζῖσκον νὰ κάμῃ εὐθὺς τὴν διόρθωσιν.
107§16Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζετε, ὅτι τὸ σῶμα θὰ ἐκδίδῃ ἀποφά-
108σεις καὶ νόμους....
109§17ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠξεύρετε τίποτε, κύριε Πετζάλη· δὲν ἦσθε
110χθὲς ἐδῶ.
111§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀδιάφορον· δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
112§19ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἦσθε χθὲς ἐδῶ· δὲν
113ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε τίποτε (θόρυβος).
114§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως δὲν ἀπεφάσισεν τίποτε ἡ
115Βουλή· τὸ εἶπεν ὁ προαγορεύσας (θόρυβος).
116§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι, κύριε, χθὲς ἐγὼ ἀφ’ ἑαυτοῦ
117μου σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν
118συνεδρίασιν νὰ γείνῃ τὴν Παρασκευὴν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Δή-
119λεσι μὲ τὸ νὰ ᾖναι τυπωμένα τὰ ἔγγραφα. Ἐγὼ σᾶς εἶπα, ἐὰν
120ἐννοῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι τυπωμένα μέχρι τῆς Παρα-
121σκευῆς, περὶ τούτου ἀμφιβάλλω, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτε-
122ρικῶν ἔχει νὰ τὰ τακτοποιήσῃ, νὰ τὰ μεταφράσῃ καὶ νὰ τὰ
123στείλῃ εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Δὲν ἠξεύρω λοιπὸν, ἐὰν θὰ ᾖναι
124μέχρι τῆς Παρασκευῆς τυπωμένα. Ὁ κύριος Ζαΐμης εἶπεν νὰ τὰ
125μεταφράσῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προσθέσωμεν ὑπαλλήλους, καὶ νὰ γείνῃ
126ἡ συζήτησις τὴν Παρασκευήν· αὐτὴ ἦτο γνώμη τοῦ Κ. Ζαΐμη,
127ἀπόφασις ὅμως τῆς Βουλῆς δὲν ἔγεινε.
128§22ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη.
129§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ ἐννόησα, ὅτι ἡ Βουλὴ
130θέλει (θόρυβος). Ἀφίνετε νὰ τελειώσω; Δὲν ἔθεσα ζήτημα ἐνώ-
131πιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν
132συζήτησιν ἄνευ τῶν ἐγγράφων, δύναται τώρα νὰ τὸ ἀποφασίσῃ.
133Ἐγὼ δὲν ἐννοοῦσα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τοῦτο, οὔτε ζήτημα
134ἔθεσα. Νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀπεφάσισε; ἂς τὸ εἴπῃ τώρα.
135§24ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφο-
136φορίαν, διότι εἶναι ἀποφασισμένον. Ἡ Βουλὴ εἶπεν εἰς προη-
137γουμένην συνεδρίασιν, ὅτι τὴν Παρασκευὴν θὰ ἐργασθῇ εἰς αὐτὸ
138τὸ ἀντικείμενον· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπροτάθη ἀόριστος ἀναβολὴ
139καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπέῤῥιψε· τώρα ἐγένετο ἡ ὑποψία εἰς τὸ
140προεδρεῖον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον μέχρι τῆς Παρασκευῆς νὰ μὴ
141ᾖναι τυπωμένα τὰ ἔγγραφα. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον
142ἡ Βουλὴ θὰ τὸ μάθῃ τότε, καὶ τότε, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι εἶναι
143ἀπαραίτητος ἡ τύπωσις τῶν ἐγγράφων.....
144§25ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
145§26ΔΑΓΡΕΣ. Ἐν τῷ μέσῳ ὅμως τῆς ἐποχῆς αὐτοῦ δὲν ἠμπο-
146ρεῖτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη.
147§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Δαγρὲ, ἐὰν ἐρωτᾶτε τὴν
148γνώμην μου, ἐγὼ τὴν εἶπα καὶ προχθὲς, ὅτι, ἐὰν ὁ κύριος
149Ζαΐμης ἐπιμένῃ νὰ δώσουν λόγον, κἀνεὶς δὲν τοὺς ἐμποδίζει·
150ἐνθυμήθητε ὅμως προχθὲς, τί ἐλέγαμεν; ἄλλοι τὸ σάββατον,
151ἄλλος ἐφώναζε τὴν δευτέραν, καὶ καθεξῆς. Τί θέλει τώρα ἡ
152Βουλή; Τὴν παρασκευήν; Ἡ παρασκευὴ εἶναι ὡρισμένη. Τὸ
153προεδρεῖον μόνον κατέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ περι-
154στατικὸν, ὅτι ἴσως τὰ ἔγγραφα δὲν θὰ ᾖναι τυπωμένα μέχρι
155τῆς παρασκευῆς. Εἰς τὴν Βουλὴν μένει ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ τὸ
156προεδρεῖον ν’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ μίαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει
157ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
158§28ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε εἴπετε, ὅτι πιθανὸν τὰ ἔγγραφα
159νὰ μὴ τυπωθῶσι.
160§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τυπωμένα, ἠμπορεῖ καὶ νὰ
161μὴν ᾖναι, δὲν τὸ ἐγγυῶμαι.
162§30ΖΑΪΜΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μὴ ᾖναι τυπωμένα.
163§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σωστὰ, καὶ τὸ λέγω καὶ σήμερον.
164§32ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπα κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον
165τῶν ἐξωτερικῶν δὲν δυνηθῇ νὰ κάμῃ τὴν μετάφρασιν τῶν ἐγ-
166γράφων αὐτῶν, νὰ προσκαλέσητε μεταφραστὰς νὰ τὰ μεταφρά-
167σωσιν· καὶ ἐπειδὴ ἡ ἡμέρα προσδιωρίσθη ῥητῶς ἡ Παρασκευὴ,
168τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ ᾖναι μεταφρασμένα καὶ κατατεθειμένα,
169ὥστε νὰ τὰ συμβουλευθῇ πᾶς ὁ βουλόμενος. Ἐπιμένω λοιπὸν
170διὰ τὴν Παρασκευὴν, ὡς ἡμέραν ἀφεύκτως ὁρισθεῖσαν διὰ τὴν
171συζήτησιν αὐτήν. Τὴν πρότασιν τὴν ἐδικήν μου δὲν τὴν ἀντέ-
172κρουσε κανείς. Καὶ βεβαίως δὲν ἐπροκαλέσατε ἀπόφασιν τῆς
173Βουλῆς, διότι ἀντίῤῥησις δὲν ἐγένετο. Λοιπὸν ἐκ μέρους οὐδενὸς
174ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι ἐὰν δὲν τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα πρέπει
175ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐῤῥέθη· ἑπομένως ἡ
176ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ δὲν ἐξετελέσθη δι’ ἀναστάσεως,
177οὐχ ἧττον ὅμως φανερῶς ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὴν Παρασκευὴν
178ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ χώραν ἡ συζήτησις. Αὐτὸ ἐγένετο.
179Θέλετε σήμερον νὰ προκαλέσητε μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς;
180§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἐπαναλαμβάνετε ὅ,τι εἴπατε χθές· ὅτι πρέ-
181πει νὰ ᾖναι μεταφρασμένα καὶ τυπωμένα τὰ ἔγγραφα μέχρι
182τῆς Παρασκευῆς, καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐγγυᾶται τὸ
183Προεδρεῖον, ὅτι θὰ ᾖναι τυπωμένα. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα.
184§34ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔχει εὐθύ-
185νην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχ ἧττον ὅμως τὴν Παρασκευὴν θὰ
186γείνῃ συζήτησις.
187§35ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προκαλέ-
188σητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
189§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι.
190§37Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βου-
191λῆς θέλω νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις. Πρώτην φορὰν βλέπω,
192ὅτι προκαλοῦμαι νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου χωρὶς
193νὰ ᾖμαι κάτοχος....
194§38ΤΙΝΕΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔλθετε.
195§39ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πετσάλης δὲν ἔρχεταί ποτε δὲν εἶναι ὑ-
196ποχρεωμένη ἡ Βουλὴ ν’ ἀκολουθῇ τὰς διαθέσεις του.
197§40ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ λογικῶς. Πρώτην φορὰν βλέπω,
198ὅτι δύναταί τις νὰ θέσῃ ζήτημα, καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος ἄλλου,
199πρὶν φωτισθῇ, πρὶν κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα.
200§41ΤΙΝΕΣ. Κατετέθησαν.
201§42ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Χωρὶς νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ἔγγραφα δὲν ἠμπο-
202ρῶ νὰ δώσω καμμίαν ψῆφον.
203§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη, εἶ-
204ναι ὅτι τὴν Παρασκευὴν, τυπωθοῦν ἢ δὲν τυπωθοῦν, δημοσιευ-
205θοῦν ἢ ὄχι τὰ ἔγγραφα, πρέπει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις περὶ Δή-
206λεση, οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν τὴν πρότασιν νὰ ἐγερθῶσι, (ἐγεί-
207ρονται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη. — Ἐμπρός, τὰ πρακτικά.
208§44ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Κοσσονάκος). (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνά-
209γνωσιν τῶν πρακτικῶν ὡς ἑξῆς). «Μετὰ τοῦτον ἄλλος παρετή-
210ρησεν ὅτι, ἀφοῦ οἱ μετασχόντες τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη
211ἀπεδέχθησαν σιωπηλῶς τὴν μομφὴν, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ κύριος
212Χατζΐσκος, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἐσχηματίσθη ἀντι-
213κοινοβουλευτικῶς, ἕπεται ὅτι ἡ μομφὴ εἶναι ἀληθής. Ὀφείλουσιν,
214εἶπεν, ν’ ἀναιρέσωσι τὴν κατηγορίαν, διότι δεικνύουσιν ἐνοχὴν
215διὰ τῆς σιωπῆς των. Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βου-
216λῆς, ἀναλαμβάνον τὴν ἐξουσίαν, ὀφείλει λόγον εἰς τὴν κοινω-
217νίαν, εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν· ἄλλοι δύνανται νὰ σιωπῶσι,
218ἀλλ’ ἡ σιωπὴ δὲν ἁρμόζει εἰς πολιτικὸν, ὑποσχόμενον μέχρι
219τοῦδε διὰ τὰ φιλελεύθερα αὐτοῦ φρονήματα.»
220§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπίσημα πρακτικὰ εἶναι αὐτὰ κ. Πρόεδρε,
221ἢ στενογραφημένα;
222§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσημα.
223§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι βλέπω πολλὴν λεπτομέρειαν εἰς αὐτὸ
224τὸ μέρος.
225§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνατε τὴν συντομίαν.
226§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν προτείνω τίποτε· αὐτὸ εἶναι ἔρ-
227γον τοῦ ἐπιτηροῦντος προέδρου.
228Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Τὸ ὑπουργεῖον
229Δεληγεώργη, ἐξήντλησε καὶ τὰ τελευταῖα μέσα πρὸς παράτασιν
230τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπίεσε τὸν Βασιλέα, ἵνα χορηγήσῃ
231αὐτῷ τὴν διάλυσιν, ἣν, ὡς διέδωσεν, εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Βασι-
232λεύς. Ἐν τούτοις, εἷς τῶν μετριοφρονεστέρων βουλευτῶν....»
233§50ΛΕΚΚΑΣ. Διατί αὐταὶ αἱ διακρίσεις κ. Πρόεδρε; Τί θὰ εἰπῇ
234εἷς τῶν μετριοφρονεστέρων βουλευτῶν; Πῶς τὸν ὠνόμασεν
235μετριοφρονέστερον αὐτὸν τὸν βουλευτὴν ὁ κ. Δαγρὲς, ὅστις
236ἀπάνω κάτω ἀπὸ ἐμὲ δὲν εἶναι πλέον μετριόφρων.
237§51ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν τὸ ἐννοήσατε (θόρυβος).
238§52ΛΕΚΚΑΣ. Διατί αὐτὰ τὰ συγκριτικὰ, μετριοφρονέστερος κτλ.;
239αὐτὰ πρέπει νὰ λείψουν.
240§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ πρέπει νὰ ᾖναι
241ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτατα, εἰς ἄλλας Βουλὰς δὲν περιέ-
242χουν τὰ ἐπίσημα πρακτικά, παρὰ τὰς προτάσεις καὶ τὰς ἀπο-
243φάσεις· θέλετε τοῦτο;
244§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλομεν τίποτε. Συνεργάζεσθε δέκα
245χρόνους μαζύ μας, καὶ γνωρίζετε τὴν τακτικήν. Αὐτὰ εἶναι
246ζωγραφιαῖς, δὲν εἶναι πρακτικά. Εἶναι ὡς ἐὰν ὁ ζωγράφος ἔ-
247καμε μίαν εἰκόνα.
248§55ΛΕΚΚΑΣ. Νὰ μὴ ὑπάρχῃ τολμηρὸς βουλευτής, μετριόφρων
249βουλευτής. Τί θὰ εἰποῦν αὐτὰ κ. πρόεδρε;
250§56ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν ἐννοῇ ἐμὲ ὁ ἔντιμος βουλευτής, καὶ μοῦ
251ἔδωσε τὸν τίτλον τοῦ μετριόφρονος, τὸν εὐγνωμονῶ, καὶ πα-
252ρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ ἐξαλειφθῇ.
253§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΛΕΚΑΣ. Ἁπλῶς εἴμεθα ὅλοι ἴσοι.
254§58ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπον χθὲς, ὅταν εἷς ἐκ τῶν μετριοφρονεστέρων
255βουλευτῶν προσηγόρευσε τὰ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἀντικοι-
256νοβουλευτικόν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον παρὸν σιωπᾷ, θὰ εἰπῇ ὅτι
257ἀποδέχεται τὰς αἰτιάσεις· εἶπον δὲ καὶ ἀνέφερα τὸ μετριόφρων,
258διότι γνωρίζω τῳόντι τὸν μετριόφρονα χαρακτῆρα τοῦ κ. Χα-
259τζίσκου, καὶ δὲν προῆλθεν μήτε ἐκ πάθους, μήτε ἐξ ἄλλου τι-
260νός. Διὰ τοῦτο τὸ ἀνέφερα, καὶ πρέπει νὰ μείνῃ.
261§59ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι, καὶ ὅπως τῷ εἶπε νὰ μείνῃ.
262«(Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν).
263Ἕτερος ἐνδιαφερόμενος πρώην ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἡ Βουλὴ
264δὲν παραδέχεται ὡς ὀρθὸν βεβαίως, πᾶν ὅ,τι ἕκαστος λέγει ἐκ
265τοῦ βουλευτικοῦ βήματος. Δὲν ἀπηντήσαμεν ἡμεῖς οἱ περὶ τὸν
266Δεληγεώργην, διότι ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἐπρόκειτο περὶ
267ἄλλου ὑπουργείου. Ἔπρεπεν, ἠκολούθησεν ὁ ῥήτωρ, νὰ δοθῇ και-
268ρός, νὰ ὑποβληθῇ ἐπερώτησις, καὶ οὐχὶ νὰ γίνῃ ἐξ ἐφόδου κα-
269τηγορία. Ἡ κυβέρνησις τοῦ Δεληγεώργη ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν,
270διότι ἡ προκάτοχος αὐτῆς εἶχε λόγους παραιτήσεως, καὶ δὲν
271ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸν Βασιλέα. Ἕκα-
272στος ὑπουργὸς, δύναται νὰ ὑποβάλῃ οἱουσδήποτε ὅρους ἐντὸς
273τῶν συνταγματικῶν ὁρίων. Οὕτως ἔπραξεν ὁ κ. Δεληγεώργης.
274Καὶ ἐν τούτοις λέγουσιν, ὅτι ἐπιέσαμεν τὸν Βασιλέα. Ἡ φράσις
275αὕτη εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὴ, καὶ οὐχὶ οἱ ὅροι· διότι τέλος,
276οὐδεὶς γινώσκει τί συνεφωνήθη, οὐδὲ δύναται νὰ δικάσῃ τὴν
277διάνοιαν καὶ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο πράγματα. Εἴ-
278μεθα, ὡς λέγουσι, προσέθηκεν ὁ ῥήτωρ, ἀντικοινοβουλευτικοί,
279ἐπειδὴ δὲν εἴχομεν πλειονοψηφίαν. Πλὴν τίς εἶχε τοιαύτην
280ἐκτὸς τοῦ παραιτηθέντος ὑπουργείου; Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς
281οὐδὲν περιέχει ἀντισυνταγματικόν, διότι ἡ ἀναβάπτισις τῆς
282Βουλῆς κατὰ συντομωτέρας περιόδους, παγιοῖ τὸ Σύνταγμα.
283Ἄλλως τε τὸ ἡγεμονικὸν δικαίωμα τοῦ διαλύειν εἶναι ἀπόλυ-
284τον, ἡ δὲ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη, ἄνευ ἐλευθέρας ἐνεργείας εἶ-
285ναι σολοικισμός· ἕκαστος ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐλευθέ-
286ρως, δίδων κατόπιν λόγον εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἐδέχθημεν
287λοιπὸν τὴν ἀρχὴν κοινοβουλευτικώτατα καὶ συνταγματικώ-
288τατα. Θέλομεν δὲ δώσει προθύμως λόγον τῶν πράξεών μας,
289ἀπαντῶντες συνάμα καὶ εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ νῦν πρωθυ-
290πουργοῦ.»
291§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἐκτεταμένη καὶ αὐτὴ
292ἡ ὁμιλία.
293«Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
294Ἕτερος πρώην πρωθυπουργὸς λαβὼν τὸν λόγον εἶπεν, ὅτι δὲν
295ἐκπλήττεται διὰ τὴν πρότασιν. Εἰς ὁμοίας περιστάσεις, τὸ
296ὑπουργεῖον Δεληγεώργη κατηγοροῦντες, ὑπῆρξαν σύμφωνοι· ἀλλὰ
297ἔπρεπε νὰ ὦσι γενναῖοι οἱ ἀθῶοι, ὅπως φέρωσι τοιαύτην πρό-
298τασιν. Κατὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, ἐσκόπουν
299ν’ ἀπολογηθῶ διὰ τὰς πράξεις μου.»
300§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν
301Βουλὴν τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου, κατὰ τὸ συνταγμα-
302τικὸν ἔθιμον.
303§62ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ Χατζίσκος δὲν εἶπε τίποτε, διότι ἀπέσυρεν ὅ-
304λας τὰς ἐπερωτήσεις του· ὅταν τὸν ἠρώτησα, εἶπεν, ὅτι δὲν
305θέλει οὔτε λέξις νὰ γίνῃ περὶ παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου. Τὰ
306πρακτικὰ ὑπάρχουν. Πῶς λοιπὸν αὐτὰ εὑρίσκονται;
307§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διορθωθῇ.
308§64ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς κάμω ἀντιπρόσωπόν μου, κύριε
309Λέκα. (θόρυβος).
310§65ΛΕΚΚΑΣ. Καθ’ ἑκάστην φέρομεν ζητήματα προσωπικά, ἐνῷ
311ἔχομεν τόσα ἀντικείμενα σπουδαῖα, ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἀντικείμε-
312νον τῆς λῃστείας, τῶν φυτειῶν καὶ τόσα ἄλλα.
313§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριε Λέκα (θόρυβος). Εἰς τὴν τάξιν
314κύριε Λέκα.
315§67ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύετε ἄλλοτε τὰς ἰδέας
316τῶν ἄλλων, κύριε Λέκα.
317§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ διορθοῦνται ὡς ἑξῆς, κ.
318Δεληγεώργη· «ἐσκόπουν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς
319λόγους τῆς παραιτήσεώς μου.»
320Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Ἐν τούτοις αὕτη
321ἀνεβλήθη. Πλὴν οὐδέποτε ἀπήντησα πρότασιν, ὁμοίαν τῆς σή-
322μερον ὑποβληθείσης. Μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα τοιαύτης ἐ-
323περωτήσεως, οὐχὶ δὲ ἁπλοῦς βουλευτής.»
324§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Μόνον ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ συζη-
325τήσῃ τοιοῦτον λόγον, οὐχὶ δὲ μόνος ὁ βουλευτής.» (διορθοῦν-
326ται οὕτω).
327Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Ἡ παραίτη-
328σις εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ πρόσκλησις δικαίωμα
329τοῦ Βασιλέως. Καὶ οἱ μὲν λόγοι τῆς παραιτήσεως εὐκόλως ἐξη-
330γοῦνται, ἐνῷ οἱ τῆς προσκλήσεως οὐχὶ, διότι ὁ παραιτηθεὶς ὑ-
331πουργὸς δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον τὸν Βασιλέα. Εἶμαι πρόθυ-
332μος λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω ἐκτιθέμενος τοὺς λόγους τῆς παραι-
333τήσεώς μου, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ.»
334§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ. Παρακαλῶ,
335κ. πρόεδρε, τοῦτο εἶπον· διὰ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως εἶ-
336μαι πρόθυμος νὰ τοὺς ἐκθέσω, διὰ δὲ τὸ ἕτερον ζήτημα, προ-
337θύμως θέλω δώσει λόγον, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ζητήσῃ· νὰ διορθωθῇ
338λοιπὸν οὕτω. «Εἶμαι πρόθυμος λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω ἐκτιθέμε-
339νος τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου, ὡσαύτως δὲ νὰ ἀπαν-
340τήσω ἀμέσως καὶ εἰς τὴν ἑτέραν πρότασιν, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ δια-
341τάξῃ.» (διορθοῦνται οὕτω).
342Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις ...... «Ἐπὶ τούτοις ἡ Βουλὴ
343ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προέδρου παρεδέχθη νὰ ἀναβληθῇ ἡ πρό-
344τασις κατὰ τὴν 21 Ἰανουαρίου.»
345§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀ-
346κριβές. Ἡ Βουλὴ δὲν προῆλθεν εἰς καμμίαν ἀπόφασιν.
347§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ποτὲ δὲν λέγω ψεῦμα· ἠρώ-
348τησα τὴν Βουλήν· κύριοι δὲν εἶναι οὕτω;
349§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
350§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀκούσατε σεῖς καλὰ κύριε Δεληγιώργη.
351§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦτο περιττὸν νὰ μοῦ ἀντιτάξητε τὴν τι-
352μήν σας, διότι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀντιτάξω καὶ ἐγὼ τὴν
353ἰδικήν μου, καὶ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, διότι ἐλησμονήσατε
354τὴν περίστασιν. Πραγματικῶς, εἴπατε ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποφα-
355σίσῃ, καὶ σᾶς εἶπεν, ὄχι ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ μόνος ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
356§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα ἠρώτησα τὸν κ. Κεχαγιᾶν.
357§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοῦ εἶναι πάντῃ ἀδιάφορον, ἀλλὰ σᾶς ἔ-
358καμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι παρεξηγεῖτε τὰ πάντα.
359§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι μοῦ εἴπατε, ὅτι δὲν ἠρωτήσατε.
360§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὰ
361σπουδαῖα ζητήματα εἶναι καλὸν νὰ λείψῃ, καὶ ἡ καλὴ πίστις
362τὸ ἀπαιτεῖ.
363§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὁμιλοῦμεν ἐνώπιον τῆς Βου-
364λῆς, ἥτις μᾶς ἤκουσε χθές.
365§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ προκαλῆτε τὰς ἀποφάσεις τακτι-
366κὰ, διὰ νὰ μὴ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε ὕστερον, ὡς ἐπεκρά-
367τησε· ἅμα δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις θὰ εἰπῇ ὅτι δικαιοῦνται, ὅσοι δὲν
368προσεκλήθησαν νὰ ψηφοφορήσουν, νὰ ἀμφιβάλουν. Λοιπὸν ἐγὼ ἐ-
369ρωτῶ τί ἀπεφάσισε χθὲς ἡ Βουλή; Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, ἐκεῖνο
370τὸ ὁποῖον ἠξεύρω εἶναι ὅ,τι λέγει ὁ κανονισμὸς, ὅταν κάμῃ τις
371ἐπερώτησιν, προσδιορίζει τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, οὐχὶ ὅτι ἡ
372Βουλὴ τὴν προσδιορίζει. Μὲ προσκαλεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθω ν’ ἀπο-
373λογηθῶ; Προσδιωρίσθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις; Αὐτὸ εἶναι
374δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος.
375§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος νὰ προσ-
376διορίζῃ τὴν ἡμέραν, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὄχι. Ἐν τούτοις ἡ Βου-
377λὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν σκέπτεται, ἐὰν ἔχῃ καιρὸν, ἐὰν ἡ
378προτεινομένη ἡμέρα ᾖναι κατάλληλος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφα-
379σίσαμεν πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν δεῖ-
380να ἡμέραν νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀπαράλλακτα, καὶ ὅσοι ἐκ τῶν
381κυρίων βουλευτῶν κάμνουν ἐπερωτήσεις, προτείνουν ἡμέραν ἐνώπιον
382τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὴν ἡμέραν, ὅπως χθὲς
383παρεδέχθη τὴν εἰκοστὴν πρώτην.
384§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλή-
385σω, ὡς πρόεδρος, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ τῆς ὑπενθυ-
386μίσω πότε εἶναι σοβαρὰ τὰ ζητήματα, καὶ πότε δὲν εἶναι. Ἐγὼ
387νομίζω, ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν σοβαρότητα τοῦ σώματος, ἔπραξα
388καὶ θέλω πράξει πάντοτε· ὁσάκις πρόκειται οἱονδήποτε ζήτημα,
389καὶ λέγω, ἡ βουλὴ παραδέχεται τοῦτο, καὶ κανεὶς δὲν ἀπαντᾷ,
390ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐν πλήρει σοβαρότητι ἡ βουλὴ, ὅτι τὸ παρεδέχθη.
391Ὅστις νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν, ἠμπορεῖ νὰ σηκωθῇ νὰ εἴπῃ,
392ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ἀναστάσεως, ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
393ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θεωρῶ ὡς σοβαροτάτας τὰς ἀποφά-
394σεις τῆς βουλῆς, ὁσάκις τὸ προεδρεῖον ἐρωτᾷ, «ἡ βουλὴ παραδέχε-
395ται τοῦτο», καὶ δὲν γίνεται καμμία ἀντίῤῥησις· θὰ εἰπῇ ὅτι ἡ βου-
396λὴ τὸ παραδέχεται παμψηφεί.
397Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
398«Ἀνεγνώσθησαν κατόπιν δύο ἀναφοραί.»
399§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς ἔχει λοιπόν;
400§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐπὶ τούτοις ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ
401Προέδρου παρεδέχθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ πρότασις κατὰ τὴν 21 Ἰα-
402νουαρίου.»
403Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις. «... συνέστησε δὲ (ὁ Πρόεδρος)
404καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν μισθὸν, τὴν ἱκανοποίησιν ἑνὸς ἐπιμελοῦς καὶ
405ἱκανοῦ στενογράφου. Ἐπὶ δὲ τῆς συστάσεως ταύτης πολλοὶ εἶπον
406νὰ διορθωθῇ.»
407§86ΛΕΚΚΑΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν
408ἐδῶ, διότι ἀφορᾷ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι
409εἷς στενογράφος εὑρισκόμενος εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν.
410§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κάμνει εἰς ἄλλην περίστασιν.
411§88ΛΕΚΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ.......
412§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι περίστασις τώρα· ἐδῶ πρόκειται νὰ
413δηλωθῇ ὅ,τι ἔγεινε χθές.
414§90ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ λόγος εἶναι νὰ μὴ φαινώμεθα ὅτι μεροληπτοῦμεν.
415Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. «Ἀκολούθως ἕ-
416τερος βουλευτὴς ὑπέβαλε 4 προτάσεις νόμων περὶ παιδείας καὶ
417ἐκκλησίας.»
418§91ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «Καὶ κληροδοτημάτων» ἀντὶ «ἐκκλη-
419σίας» (διορθοῦται).
420Ἐξακολουθεῖ καὶ τελειόνει ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
421§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
422§93ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
423§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπικυροῦνται.
424Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκ δευτέρου ἀνάγνωσις τοῦ νο-
425μοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων
426Παρνασίδος δόσεως.
427§95Κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, ἔχω κἄτι νὰ εἴπω.
428§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
429§97ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριοι, εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλα
430μερικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐσυζητήθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν.
431Ἤδη τὰ ὑποβάλλω ἐκ νέου διὰ νὰ λάβουν τὸν τακτικόν των
432δρόμον.
433§98ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
434§99ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Καὶ πρῶτον εἶναι μία ἔκθεσις, εἰς τὴν ὁποίαν
435μὲ λεπτομέρειαν διηγοῦμαι καὶ γνωμοδοτῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν
436ἐγκρίνῃ τὴν γνώμην μου, νὰ τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν,
437καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ διορίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἀξιωματικοὺς
438τοῦ ναυτικοῦ καὶ στρατιωτικοὺς τῆς ὀχυρωματικῆς, νὰ περιέλ-
439θουν καὶ ἐξετάσουν τοὺς καταλλήλους λιμένας τοῦ ναυστάθμου·
440καὶ ἀφ’ οὗ ἐγκριθῇ ὁ ναύσταθμος διὰ νόμου, τότε ὑποβάλλω
441μίαν ἄλλην ἔκθεσιν μὲ νομοσχέδιον περὶ ἐνάρξεων τῆς κατασκευῆς
442τοῦ ναυστάθμου, καὶ τὰ χρηματικὰ μέσα. Δεύτερον, ἔκθεσις μὲ
443νομοσχέδιον. Ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει, μήτε προϋπολογισμὸν ἐψή-
444φισε, μήτε ἀπολογισμὸν ἐγνώρισε. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον διορ-
445θόνει αὐτὴν τὴν τάξιν. Ἰδοὺ διὰ νὰ σᾶς διανεμηθοῦν καὶ λάβετε
446γνῶσιν (τὰ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον) Ἕτερον νομοσχέδιον
447περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τοὺς ἀνδραγαθήσαντας κατὰ τὸν
448ἱερὸν ἀγῶνα πυρπολιστάς· καὶ ἄλλο, περὶ τῶν ἐπιζώντων ἀν-
449δραγαθησάντων πυρπολιστῶν, καὶ τῶν χηρῶν τῶν ἀποθανόντων
450νὰ δοθῇ μία σύνταξις.
451§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀγω-
452νιστῶν.
453§101ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν παρελ-
454θοῦσαν Σύνοδον περὶ τὴν λῆξιν αὐτῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
455βάλω πρότασιν νόμου, τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ἐθνικὴ ὁδὸς, ἀπὸ
456τὴν πρωτεύουσαν Νέας Πέλης, ἤτοι τοῦ Ἐπινείου Ἀταλάντης
457μέχρι τῆς πρωτευούσης, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας. Τὸ
458νομοσχέδιον αὐτὸ ἐθεωρήθη ὡς κατεπεῖγον, καὶ παρεδέχθη εἰς
459πρώτην ἀνάγνωσιν πρὶν ἢ τυπωθῇ. Συνεζητήθη δίς. Δυνάμει
460τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ κανονισμοῦ, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν
461ἡμερησίαν διάταξιν διὰ νὰ λάβῃ τὸν τακτικόν του δρόμον.
462§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
463§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
464§104ΖΑΪΜΗΣ. Δύναται, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ.
465§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ πότε;
466§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατόπιν τῶν ἄλλων ἀντικειμένων.
467§107ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς λῃστείας.
468§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Παρνασσίδος·
469εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις (ἀναγινώσκεται).
470§109ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ, κ. πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπά-
471γονται οἱ ὀφειλέται εἰς τὴν πληρωμὴν τόκου.
472§110ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ αὐτὴ θὰ ἦναι ἡ εὐεργεσία.
473§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐννοεῖται.
474§112ΛΕΚΚΑΣ. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ μὴ ἔχοντος νὰ λάβωμεν,
475τί θὰ κάμωμεν;
476§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ χρέη αὐτὰ
477δὲν ὑπόκεινται εἰς τόκον, παρὰ ἀπὸ τῆς λήξεως ἑκάστης δό-
478σεως, ὅταν λοιπὸν ἡ λῆξις μεταφέρεται ἀπὸ μίαν ἐποχὴν εἰς
479ἄλλην, ἐννοεῖται, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα, τόκος δὲν ἔχει νὰ
480πληρωθῇ.
481§114Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.
482§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν βλάπτει, κ. πρόεδρε, νὰ προστεθῇ ὁ ἑξῆς
483παράγραφος· «διὰ τὴν ἀναβολὴν οἱ ὀφειλέται δὲν θέλουσιν ὑπο-
484βληθῆ εἰς πληρωμὴν τόκου.» Ἐννοεῖται, ἂν ἐπέλθῃ ἄλλη, ὑπο-
485βάλλονται εἰς πληρωμὴν τόκου.
486§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Ἔχομεν δεύτερον ἀντικείμε-
487νον τοῦ νόμου περὶ φυτειῶν καὶ ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ
488νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, πρώτη ἀνάγνωσις.
489§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς;
490§118ΠΟΛΛΟΙ. Περιττόν.
491«Περὶ τῆς γενομένης ἐμφυτεύσεως ἐπὶ ἐθνικῶν ἐπισκοπικῶν ἢ
492εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκουσῶν γαιῶν».
493(Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον.)
494§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
495§120ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
496(Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
497§121ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
498§122ΛΕΚΚΑΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ζητῶ
499ἐγὼ τὸν λόγον.
500§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ζητεῖτε τὸν λόγον κ. Ζέγγελη;
501§124ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
502§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἐτελείωσεν, ἡ ἀρχὴ ἔγινεν παραδεκτή.
503§126ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν βλάπτει, δὲν εἶμαι ἐναντίος.
504§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἐπιτρέψω, εἶναι ἀταξία,
505ἠρώτησα εἶναι ἀντίῤῥησις εἰς τὸ 1 ἄρθρον; εἴπατε ὄχι· τώρα εἴ-
506μεθα εἰς τὸ 2. Ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, ἐγὼ δὲν εἰμ-
507πορῶ.
508§128ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, περὶ τῆς ἀρχῆς δὲν ἔγεινεν
509ἐρώτησις.
510§129ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ παρεδέχθη τὸ 1 ἄρθρον.
511§130ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ.
512§131ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι· ἡ Βουλὴ ἤθελε συναινέσει ἐὰν δὲν εἶχε πλέον
513στάδιον νὰ ὁμιλήσῃ· ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ καὶ σήμερον εἰς τὸ σύνολον,
514καὶ αὔριον εἰς τὰ καθέκαστα καὶ μεθαύριον, διατί νὰ γίνῃ παρά-
515βασις;
516§132ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν βλάπτει νὰ γίνῃ καὶ σήμερον ἀνάπτυξις.
517§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπὸν, κύριε Ζέγγελη!
518§134ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τῶν Νομοσχε-
519δίων ἐπεκράτησε τῳόντι ἡ συνήθεια νὰ μὴ γίνηται οὐδεμία ἀ-
520νάπτυξις, οὔτε συζήτησις. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν οἱ
521ἔντιμοι βουλευταὶ Ναυπακτίας καὶ Τριφυλίας διαφωνήσαντες
522κατὰ τὰ λοιπὰ, παρεδέχθησαν ὅτι τοῦτο καὶ τὸ ἕτερον Νομο-
523σχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὴν διάθεσιν ἢ διανομὴν, κατὰ τὸν βουλευ-
524τὴν Ναυπακτίας, τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἀμφότερα εἶναι σπουδαῖα
525καὶ σκοποῦσι τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἔθνους, χρῄζουσι δὲ ἕνεκα
526τούτου εὐρυτάτης συζητήσεως. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἀπεφά-
527σισα ἐπὶ τῆς πρώτης συζητήσεως, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐμβρι-
528θῆ σκέψιν ὑμῶν παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τού-
529του, διὰ νὰ τὰς ἐξετάσητε μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν τὸ σῶμα
530τοῦτο ἐμβρίθειαν καὶ μελετήσαντες λάβητε αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν,
531ὥστε κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν δυνηθῆτε νὰ δώσητε ὁριστι-
532κὴν ψῆφον. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου δύνανται ν’ ἀ-
533ναφυῶσι διάφορα οἰκονομικὰ ζητήματα, καθὼς π. χ. ὁποίαν
534δύναμιν ἀσκοῦσι τὰ κεφάλαια ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωρ-
535γίας, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ὁποία δύναται νὰ ᾖναι ἡ σχετικὴ
536ἀξία τούτων, πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, καὶ ἄλλα ἴσως, τῶν ὁ-
537ποίων τὰ πλεῖστα ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1865 εἰς τὴν
538ὁποίαν ὑπεβλήθη ὅμοιον Νομοσχέδιον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Δυνά-
539μεθα ἴσως νὰ προσθέσωμεν ἤδη, ὅτι ἀναφύεται καὶ τὸ ζήτημα
540τῆς κυριότητος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἔῤῥι-
541ψεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας.
542Καθόσον ἀφορᾶ, κύριοι, τὰ οἰκονομολογικὰ ζητήματα ἀπέχω
543νὰ κάμω λόγον, διότι φρονῶ ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ
544ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ῥοντήρη
545ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλω φέρει τὴν ἰδικήν μου. Κατὰ συνέ-
546πειαν θέλω περιορισθῆ ἐπὶ μόνων ἐκείνων τῶν μερῶν τοῦ Νο-
547μοσχεδίου, ὅσα σχετίζονται πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας λαμβά-
548νω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω πρὸς ὑμᾶς. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι, δὲν
549διαφωνῶ καθόλου πρὸς τὸ Νομοσχέδιον, τοὐναντίον ὁμολογῶ καὶ
550ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ δίκαιον εἶναι καὶ
551ἀναγκαῖον, πληροῖ δὲ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν καὶ
552παρελθοῦσαι Βουλαὶ καὶ ἡ Συνέλευσις ἐξέφρασε, καὶ ἕνεκα τού-
553του ὁμολογῶ κ’ ἐγὼ χάριτας εἰς τὸν ἔντιμον Κ. ὑπουργόν, ὁ
554ὁποῖος ἔσπευσε νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Εἶναι τῳόντι,
555κύριοι, δίκαιον, διότι ἐνόσῳ δὲν ἐκκαθαρισθῇ ἡ ἐκκρεμὴς θέσις
556τῶν ἐμφυτευτῶν πρὸς τὸ δημόσιον, οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἔχω-
557σιν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῆς περιουσίας των, τῆς καταβολῆς
558τῶν κεφαλαίων των, διότι οὔτε νὰ δανεισθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν δύ-
559νανται, οὔτε νὰ ὑποθηκεύσωσιν αὐτά. Εἶναι ἐπίσης, κύριοι, ἀ-
560ναγκαῖον, διότι ὡς καλῶς παρετήρησαν ἀμφότεραι αἱ ἐπιτρο-
561παὶ, οἱ ἐμφυτευταὶ οὗτοι, τοὐλάχιστον οἱ ἐπιμελεῖς, παρακω-
562λύονται εἰς τὸ νὰ βελτιώσουν τὸ κτῆμα, καὶ ν’ ἀναπτύξουν τὴν
563ἐπ’ αὐτῶν καλλιέργειαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ εἶναι
564ἐλάσσων, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ οὗτοι ζημιοῦνται, καὶ τὸ δη-
565μόσιον βλάπτεται, ἀλλ’ ὅσον, κύριοι, εἶναι ἀληθῆ ταῦτα, το-
566σοῦτον κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητή-
567ματος τούτου χρῄζει ἐμβριθοῦς σκέψεως, καὶ ἐμβριθοῦς μελέτης
568διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ζητούμενον σκοπὸν, ὅστις κατ’ ἐμὲ
569εἶναι ν’ ἄρωμεν μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐκκρεμῆ αὐτὴν κατάστασιν,
570ἐν τῇ ὁποίᾳ τελοῦσιν ἤδη οἱ ἐμφυτευταὶ ἀπέναντι τοῦ δημο-
571σίου, ἀλλὰ νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ τρόπου, ὅστις νὰ μὴ ἐπιφέρῃ
572ἀδικίαν οὔτε εἰς αὐτοὺς οὔτε εἰς τὸ δημόσιον. Ἐπὶ τῆς ἰδέας
573τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ναυπακτίας δὲν δύναμαι νὰ φέρω κατη-
574γορητικὴν γνώμην, διότι δὲν εἶδον τοὺς λόγους ἐφ’ ὧν στηρί-
575ζεται, λέγω μόνον ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖνε, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν
576ἤδη, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ παραχώρησιν δι-
577καιωμάτων, ἀλλὰ κανονισμὸν τοιοῦτον τῶν ἐμφυτευτῶν, οὗτοι
578δὲ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ἔχουσιν αὐτοτελὲς δικαίωμα κυριότητος
579ἐπὶ τῶν ἐμφυτευθέντων.
580Ἐὰν, κύριοι, εἴχομεν στατιστικὴν ἀκριβῆ, ἢ τοὐλάχιστον
581κατὰ προσέγγισιν ἐμφαίνουσαν τὴν ἐπίτασιν τῶν φυτειῶν κατὰ
582δήμους, ἢ κατὰ χωρία, τὸ εἶδος τῶν φυτειῶν τούτων, τὴν ἀξίαν
583αὐτῶν, τὴν ἀξίαν τῶν παρακειμένων γαιῶν, καὶ τὸν μέσον ὅρον
584τῆς ἐτησίας προσόδου ἑκάστου στρέμματος, τὸ πρᾶγμα ἦτο
585εὐχερέστερον· ἠδυνάμεθα, ὡς φρονῶ, νὰ φθάσωμεν εἰς ἀκριβῆ λύ-
586σιν, καὶ εἰς ἀκριβῆ δικαιοσύνην. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
5871865 εἶναι τῳόντι ἔργον σπουδαῖον· ἐπαινῶ τὰ ἔντιμα μέλη
588τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὡς μελετήσαντα ὅλα τ’ ἀναφυέντα ζη-
589τήματα, ὡς ἐργασθέντα σπουδαίως. Ἡ ἔκθεσις ἀποδεικνύει
590προσέτι, ὅτι τὰ μέλη ταῦτα εἶχον σπουδαίας οἰκονομολογικὰς
591ἰδέας, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη φρονῶ εἰς οὐδὲν συμβάλλει, διότι
592τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει ἡ ἔκθεσις ἐκείνη
593δὲν ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν δὲν εἴπω, ὅτι κατ’
594οὐδὲν συμβάλλει, δύναμαι τοὐλάχιστον νὰ εἴπω, ὅτι ἐπ’ ὀλίγον
595συμβάλλει. Αἱ ἐν αὐτῷ σκέψεις, ἄλλαι μὲν ὑγιεῖς καθ’ ἑαυτὰς
596καὶ ὀρθαὶ ὑπὸ οἰκονομολογικὴν ἔποψιν, δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέ-
597σιν μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καθόσον π. χ. ὅταν λίαν ὀρθῶς ἐξε-
598τάζοντες, ποίαν ὠφέλειαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ καλλιτέρα
599καλλιέργεια καὶ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν καὶ εἰς τὸ δημόσιον, λαμ-
600βάνοντες ὡς βάσιν, ὅτι ὁ ἐπιμελὴς κτηματίας καταβάλλων δια-
601κοσίας δραχμὰς διὰ τὴν καλλιέργειαν, δύναται νὰ ἔχῃ διακο-
602σίας πεντήκοντα εἰς παραγωγὴν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰκοσιπέντε
603δραχμὰς τόκον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν καταβαλλομένων διὰ
604τὴν καλλιέργειαν δαπανῶν αὐτοῦ, ἀπέχει ἕνεκα τῆς καταστά-
605σεως τοῦ φόρου, διότι ἐλθὸν τὸ δημόσιον αὔριον θὰ λάβῃ τὰ
606εἴκοσι τοῖς ἑκατόν, τοὐτέστιν ἐπὶ τῶν 250 δραχμῶν τὰς 50
607δραχμὰς, καὶ ἰδοὺ δὲν ἔχει ὠφέλειαν, καὶ ἀποτρέπεται ἀπὸ
608τὴν καλλιέργειαν· ἀλλὰ, λέγω, ἡ σκέψις αὕτη, ἡ ὑγιὴς καὶ
609στηριζομένη εἰς ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν δὲν συμβάλλει· διότι
610τὸ πολὺ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὁρίσωμεν
611τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ τοιούτου εἴδους τῶν κτημάτων. Ἄλλαι σκέ-
612ψεις, ἐπίσης ὀρθόταται, τῆς ἐντίμου ταύτης ἐπιτροπῆς δὲν ἀν-
613τιπροσωπεύουν ἀληθείας κατ’ ἐμὲ, στηρίζονται εἰς ὑποθέσεις,
614τὰς ὁποίας διστάζω νὰ παραδεχθῶ π. χ. ἀναφέρεται, ὅταν
615θέλωσι ν’ ἀποκρούσωσι τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ διανεμηθῇ τὸ ἐμφυ-
616τευθὲν εἰς ἴσον μέρος πρὸς τὸ δημόσιον, λέγουν ἤθελεν εἶσθαι
617ἐντελῶς ἄδικον· ἐμφυτευταὶ, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον μεγάλα κε-
618φάλαια, καὶ πολλαπλῶς ὠφέλησαν τὸ δημόσιον διὰ τῆς μεγάλης
619παραγωγῆς, ἐμφυτεύσαντες εἰς ἐκτάσεις γαιῶν ἀξίας πέντε καὶ
620δέκα, ἢ δεκαπέντε δραχμῶν κατὰ στρέμμα, νὰ ἔλθωσιν ἤδη νὰ
621διανείμωσιν αὐτὰς μὲ τὸ δημόσιον. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν παραδέ-
622χομαι, ὅτι ἔχουσι τοιαύτην ἀξίαν, καὶ ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν
623φέρω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ αὐθαίρετος,
624ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὅταν δὲν φέρωσι καὶ τὴν ἐναντίαν ἀπό-
625δειξιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀτυχῶς δὲν δύ-
626ναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς πρὸς τὴν λύσιν· ἄλλοθι λοι-
627πὸν πρέπει νὰ ζητήσωμεν βοηθητικὰ στοιχεῖα· καθόσον ἀφορᾷ
628τὸ ζήτημα τοῦτο, δύο, ὡς εἶναι ἡμῖν τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ἐπε-
629κράτησαν ἰδέαι· ἡ μία, τὴν ὁποίαν κυρίως ἀντιπροσωπεύει τὸ
630νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1865 τοῦ νὰ διανεμηθῶσι
631αἱ ἐμφυτεύσεις εἰς δύο ἴσα μέρη καὶ λάβῃ τὸ ἕτερον ὁ ἐμφυ-
632τευτὴς καὶ τὸ ἕτερον τὸ δημόσιον, καὶ οἱ ἐμφυτευταὶ μείνουν
633κύριοι τοῦ ἡμίσεως καὶ πληρώσουν τὸ ἕτερον ἥμισυ κατ’ ἐκτί-
634μησιν, ἢ διὰ πλειστηριασμοῦ· καὶ ἡ δευτέρα, τὴν ὁποίαν ἀντι-
635προσωπεύει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατὰ τὴν ὁποίαν γνω-
636μοδοτεῖ νὰ πληρώσῃ ὁ ἐμφυτευτὴς τὴν ἀξίαν τῆς γῆς. Δὲν θέλω,
637Κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἀντιπροσω-
638πεύει τὸ νομοσχέδιον τοῦ 65 συμβιβάζεται ἀκριβῶς μάλιστα
639πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομολογίας, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν δυνά-
640μεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι τοσοῦτον
641ἀποῤῥιπτέα, ὅπως ἐθεώρησεν αὐτὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 65,
642καὶ παρέργως ἴσως, ἢ ἐμμέσως ἡ ἐπιτροπὴ ἡ σημερινὴ, καὶ ἰδοὺ
643διατί. Διότι πάντες ἡμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐπεκράτησε
644τοῦτο τὸ σύστημα νὰ γίνωνται ἐμφυτεύσεις ἐπὶ ἰδιωτικῶν κτη-
645μάτων, καὶ τοιαῦται γίνονται ἢ κατὰ σύστημα μοναστηριακὸν
646λεγόμενον, καὶ τοῦτο συμβαίνει ὁσάκις γίνονται ἐμφυτεύσεις ἐπὶ
647μοναστηριακῶν κτημάτων, καὶ ἡ τοιαύτη ἐμφύτευσις ἔχει τοῦτο
648τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ λαμβάνῃ ὁ κύριος τοῦ κτήματος τὸ τρίτον
649τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, οὐδεμίαν κυριότητα νὰ ἔχῃ ὁ ἐμφυ-
650τευτὴς, ἀλλὰ νὰ καρποῦται τὸ κτῆμα ἐνόσῳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ
651φυτεία, ὅταν δὲ ἐκχερσωθῇ, νὰ ἐπανέρχεται ἡ ὅλη κυριότης εἰς
652τὴν Μονήν· καὶ τὸ ἕτερον νὰ καταβάλλῃ τὰ ἔξοδα ὁ ἐμφυτευ-
653τὴς καὶ μετὰ παρέλευσιν, ἐὰν ᾖναι ἄμπελος π. χ. πέντε
654ἐτῶν, νὰ διανέμουν ἐξίσου. Ἡ τοιαύτη συνήθεια δὲν εἶναι ὅλως
655διόλου ἀναξία προσοχῆς· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν,
656ὅτι οἱ ἰδιῶται δὲν καταβάλλουν τὴν πρέπουσαν πρόνοιαν ὑπὲρ
657τῶν συμφερόντων, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὴς κατ’ ἐμὲ ἡ γνώμη τῆς
658ἐπιτροπῆς τοῦ 1865, ὅτι τοῦτο μόνον ἐπικρατεῖ εἰς τὰ μέρη
659ἐκεῖνα, ἔνθα αἱ γαῖαι εἶναι μείζονος ἀξίας. Τοὐναντίον ἐγὼ δύ-
660ναμαι νὰ φέρω παραδείγματα, καὶ πολλοὺς ἐξ ὑμῶν δύναμαι
661νὰ προσκαλέσω μάρτυρας, τὸν κ. Πετσάλην, καὶ ἄλλους καὶ τοὺς
662βουλευτὰς Ἀττικῆς, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι καὶ ἐν τῇ Ἀττικῇ καὶ ἐν
663ταῖς Θήβαις, ἔνθα ὡς πάντες γνωρίζετε, ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν εἶναι
664πάντοτε μικρὰ, τὸ σύστημα τοῦτο ἐπικρατεῖ, ὥστε ἔχομεν πάν-
665τοτε μίαν πιθανότητα, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὲρ τοῦ ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη
666εἶναι δικαία τοὐλάχιστον, ἂν καὶ δὲν συμβιβάζηται πρὸς τὰς
667ἀρχὰς τῆς οἰκονομολογίας. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐντελῶς δὲν
668ἀποκρούεται, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς οἰκονο-
669μολογίας, διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ πάλιν ἀναφέρομαι εἰς
670τὴν κρίσιν καὶ εἰς τὰς γνώσεις ὑμῶν, ἀπαντᾶται ὅτι καὶ εἰς τὰ
671μέρη καὶ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἔνθα ἡ γῆ ἔχει τιμὴν μεγαλει-
672τέραν, καὶ αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας εἶναι μεγαλήτεραι, δὲν
673κάμνει τὰς αὐτὰς δαπάνας ὁ ἐμφυτευτὴς ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς
674μέρη ἔνθα ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν εἶναι μικροτέρα, ἄλλως τε συμβι-
675βάζηται τὸ σύστημα τοῦτο καὶ πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1837,
676ὥστε καὶ ἡ καταβολὴ τῶν δαπανῶν δὲν εἶναι ἴση μὲ ἐκεῖνον,
677ὅστις κατοικεῖ εἰς μέρη, ἔνθα ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν εἶναι μεγα-
678λητέρα, ἀλλ’ ὅπου ἡ ἀξία τῶν γαιῶν εἶναι μεγαλητέρα ἐκεῖ
679καὶ αἱ δαπάναι εἶναι μεγαλήτεραι, ἔνθα δὲ ἡ ἀξία τῶν
680γαιῶν εἶναι μικροτέρα, ἐκεῖ καὶ αἱ δαπάναι εἶναι μικρότεραι,
681Ἀλλά, κύριοι, καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἀπο-
682κλίνω νὰ παραδεχθῶ μᾶλλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ Κ.
683ὑπουργοῦ, διότι, τῳόντι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο συνάδει
684πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τὰς ἐπιστημονικάς, καὶ προλαμβάνει μίαν
685ἀδικίαν, ἡ ὁποία δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ συμβῇ, καὶ
686ἰδοὺ ποία εἶναι αὕτη. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ὑμεῖς
687γνωρίζετε, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν γαιῶν καὶ ἡ ποιότης κατὰ τὰς
688διαφόρους ἐπαρχίας εἶναι διάφοροι, καὶ ἡ καλλιέργεια ἐπίσης,
689ἡ φυτεία κατὰ τοὺς διαφόρους ἐμφυτευτὰς εἶναι ἐπίσης διάφο-
690ρος. Κατὰ συνέπειαν ἐὰν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὸ πρῶτον σύστη-
691μα, τότε, κύριοι, τὸ μὲν δημόσιον δὲν ἤθελεν ἀδικηθῆ, διότι
692ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν φυτειῶν ἤθελε λάβει τὸ ἥμισυ, ἤθελον
693ἀδικηθῆ ὅμως οἱ ἐπιμελέστεροι τῶν ἐμφυτευτῶν ὑπὲρ τῶν ὁποίων
694ὑμεῖς σκεπτόμεθα, τοὐτέστιν ἐμφυτευτής, ὅστις κατέβαλεν
695100 δραχμὰς ὑποθέσατε κατὰ στρέμμα εἰς τὴν πραγματο-
696ποίησιν τῆς φυτείας του, ὁ τοιοῦτος ἤθελε δικαιωθῆ ἐξίσου μὲ
697ἕνα ἄλλον, ὁ ὁποῖος κατέβαλε μόνον 10, διότι ἐνεφύτευσεν
698ὀλίγας ἐλαίας, ἢ κλήματα, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον δένδρον. Διὰ
699ν’ ἀποφύγωμεν λοιπὸν τοῦτο, φρονῶ ὅτι συμφέρει νὰ παρα-
700δεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Κ. ὑπουργός.
701Τί ὅμως θαυμάζω ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ; Καὶ παρακα-
702λῶ νὰ ἐπιστήσητε σπουδαίως τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, διότι
703ἐδῶ κεῖται τὸ μεγαλείτερον ἴσως παράπονόν μου. Δὲν εὑρίσκω,
704κύριοι, οὐδεμίαν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀντιπρο-
705σωπεύουσαν τὸν κύριον λόγον, ὁ ὁποῖος καὶ τὰς ἄλλας Βουλὰς,
706καὶ τὴν ἐθνοσυνέλευσιν καὶ τὸν κύριον ὑπουργὸν καὶ ἡμᾶς ἴσως
707προσήγαγεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ θεραπευθῇ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη.
708Καὶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος αὐτός; πολλάκις τὸν ἀνεφέραμεν, καὶ
709ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζονται ὅλαι αἱ σκέψεις καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ
710τοῦ νομοσχεδίου· τοὐτέστιν ἄδικον εἶναι τοὺς ἐμφυτευτὰς τοὺς
711ἐπιμελεῖς τοὺς καταβαλόντας τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν προ-
712αγωγὴν εἰς τὴν μόρφωσιν αὐτῶν τῶν κτημάτων νὰ μὴ τοὺς
713ἱκανοποιήσωμεν, νὰ μὴ τοὺς δικαιώσωμεν. Καὶ δὲν βλέπω,
714κύριοι, τοιαύτην διάταξιν, διότι δὲν ἀναφέρεται ποῖοι εἶναι
715οὗτοι οἱ ἐπιμελεῖς ἐμφυτευταὶ, δηλ. δὲν χαρακτηρίζεται ἡ ἰδιό-
716της τῆς φυτείας, καὶ τοιαύτην ἐμφαίνει ἡ πλήρης φυτεία. Κύ-
717ριοι, δυνάμεθα τότε νὰ εἴμεθα συνεπεῖς μὲ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν,
718ἐὰν χαρακτηρίσωμεν ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ τοιαύτη φυτεία
719καὶ τότε πράγματι ἀπονέμομεν δικαιοσύνην εἰς τοὺς συμ-
720πολίτας ἡμῶν καὶ ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομο-
721σχεδίου. Κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐὰν εἴπωμεν πᾶσαι αἱ φυτεῖαι ἐν
722γένει ἀπὸ τοῦ 1837, εἴτε πρότερον καὶ μέχρι τοῦ 1870 νὰ
723ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν αὐτὸν νόμον, τοὐτέστι νὰ πληρώσουν οἱ ἐμ-
724φυτεύσαντες τὴν ἀξίαν τοῦ ἡμίσεως, ἀποδειχθῇ δὲ, ὅτι τινὲς,
725εἴτε πολλοὶ, δὲν ἐξετάζω, οὔτε ἀναλαμβάνω νὰ ὁρίσω τὸν ἀριθ-
726μὸν ἔστω καὶ τινὲς, δὲν ἔκαμαν ἐμφυτεύσεις, ἀλλ’ εἰς ἓν στρέμ-
727μα γῆς ἔῤῥιψαν 50 ἢ 100 κλήματα, ἔῤῥιψαν 5 κλωνάρια, 20
728φυτώρια μωρεῶν ἢ ἄλλων δένδρων, οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς
729ὁποίους ὑμεῖς ὑπαινίτεσθε; συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι οἱ τοι-
730οῦτοι μᾶλλον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἅρπαγες· δὲν ἀξιοῦτε,
731ὅτι ὑμεῖς θέλετε νὰ μεριμνήσητε περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον
732νὰ ῥίψουν, ὡς εἶπον, ὀλίγα τινὰ κλήματα, ἢ ὀλίγα τινὰ κλωνάρια,
733καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν. Ἴσως ἠμπορεῖ νὰ
734εἴπῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἄλλος τις ἐξ ὑμῶν· καὶ
735ποία εἶναι ἡ ἐντεῦθεν βλάβη, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ;
736ἡ γῆ θὰ ἐκτιμηθῇ, τὴν γῆν θὰ πληρώσῃ· ὁποία δήποτε καὶ
737ἂν ᾖναι ἡ φυτεία, θὰ ᾖναι διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐμφυτευτοῦ.
738Ἀλλά, κύριοι, οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προάγει ἡμᾶς εἰς
739τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχετε σκοπὸν νὰ ἀπο-
740δώσητε δικαιοσύνην εἰς τοὺς μεριμνήσαντας ν’ ἀναπτύξουν τὰ
741κεφάλαια τῆς κοινωνίας, καὶ τὰ ἴδια ἑαυτῶν ἐννοεῖται, καὶ διὰ
742τοῦτο προετάξατε αὐτὸ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν
743διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς· οἱ μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν κατηγορίαν
744αὐτὴν δὲν εἶναι ἄξιοι αὐτῆς τῆς προνοίας, καὶ ἄλλως τε μήπως
745λανθάνει ὑμᾶς, ὅτι πολλὰ παράπονα θὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν
746ἐκτίμησιν αὐτήν; μάλιστα ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς μετὰ
747πολλῆς περινοίας, προσεπάθησε ν’ ἀσφαλίσῃ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ
748μέρος τὰ δημόσια συμφέροντα· ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν τὴν
749ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργόν, μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν
750τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς ἀκριβείας, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς
751εἴπω, διστάζω ἂν ὁ σκοπὸς θὰ ἐπιτύχῃ.
752Μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην εὑρίσκω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς
753εἶναι ἀσαφὴς κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ὡς πρὸς ἓν οὐσιῶδες μέρος, ἀνα-
754γνωρίζονται λέγει ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν ἐπὶ πληρωμῇ τῆς
755ἀξίας τῆς ἐμφυτευθείσης γῆς, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ καὶ ἐπιθυμῶ
756νὰ μάθω, ποίαν ἀξίαν ἐννοεῖ ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι πρέπει νὰ πλη-
757ρώσωσιν οἱ ἐμφυτευταί; τὴν σημερινὴν ἢ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐμ-
758φυτεύσεως;
759§135ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν σημερινήν.
760§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι σχετικὸν
761μὲ τὸ περὶ διανομῆς τῆς γῆς.
762§137ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὴν σημερινὴν ἐννοῶ καὶ ἐγώ. Ἀνάγκη λοιπὸν
763ἐπὶ τούτου νὰ γείνῃ διάκρισις· δὲν θέλω νὰ ἔμβω εἰς λεπτομε-
764ρείας, καὶ ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἀνάγκῃ νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι
765μοι φαίνεται ὅτι καί τινες ἄλλαι διατάξεις χρήζουσι καλλιτέ-
766ρας ἐρεύνης, μίαν μόνην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω καὶ παρα-
767καλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τὴν ἑξῆς. Ἐν τῇ
768τελευταίᾳ διατάξει τροποποιῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1865 ὁ
769κ. ὑπουργὸς δέχεται, ὅτι πρέπει νὰ παραχωρηθῶσιν ἐπὶ τόκῳ
770εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς αἱ φυτευθεῖσαι γαῖαι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν
771ᾖναι ἡ ἔκτασίς των, δὲν μένει ἐπὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἑξήκοντα
772στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἀφίνει
773ἀπόλυτον τὴν ἔκτασιν, φέρει δὲ ὡς λόγον, ὅτι καὶ ἂν θελήσωμεν
774νὰ εἴπωμεν τὸ ἐναντίον ἡ τοιαύτη διάταξις θὰ περιγραφῇ διὰ
775τοῦ συνήθους τρόπου. Οἱ ἐμφυτευταὶ ἔχουν συγγενεῖς καὶ φίλους
776καὶ θὰ διανείμωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν φυτείαν των, καὶ δὲν θὰ φθά-
777σωσιν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τοῦτο ἀπὸ σήμερον καὶ
778εἰς τὸ ἑξῆς δυνάμεθα νὰ τὸ προλάβωμεν δι’ ἀπαγορευτικῆς δια-
779τάξεως, ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα, ἔχει τοῦτο
780τὸ συμφέρον αὐτὸς ὁ περιορισμός, ὅτι οἱ τοιοῦτοι συγγενεῖς καὶ
781οἰκεῖοι θὰ ἀποκλεισθῶσιν αὔριον ἀπὸ τὴν μερίδα, ἡ ὁποία θὰ
782παραχωρηθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν παρα-
783χώρησιν τῆς ἐθνικῆς γῆς· καὶ λέγω τοῦτο, διότι θέλει εἶσθαι
784ἄδικον νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, καὶ ἂν τυχὸν δὲν εἶναι
785ἐκ τῶν ἐπιμελεστέρων, 150 καὶ 200 στρέμματα, καὶ αὔριον νὰ
786δυσκολευθῶμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸν ἄλλον πολίτην, ὅστις
787δικαίως πρέπει νὰ προικοδοτηθῇ καὶ νὰ λάβῃ μίαν μερίδα.
788Ταῦτα ἐν ὀλίγοις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς
789καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
790§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει τρο-
791πολογίας ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων;
792§139ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον· πρόκειται περὶ με-
793γάλου ποσοῦ δημοσίου πλούτου, ἑπομένως πᾶς βουλευτὴς, προ-
794τείνων μίαν ἰδέαν, μίαν τροπολογίαν, πρέπει νὰ τὴν διατυπόνῃ
795διὰ νὰ τὴν μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ὥστε ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν
796τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ μὴ προέλθῃ σύγχισις, ἄλλως τε ἐκ τοῦ
797προχείρου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς τροπολογίας, ἑπο-
798μένως προτείνω αἱ διάφοροι τροπολογίαι νὰ τυπωθῶσιν.
799§140Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μίαν παράκλησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. ὑ-
800πουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλοι γνωρίζετε τὴν σπουδαιότητα
801τοῦ προκειμένου νόμου, πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἂν
802αὐτὸς ὁ νόμος συμφέρῃ ἢ μή. Ἔχω ἀνάγκην μερικῶν πληροφο-
803ριῶν, θέλω νὰ μάθω τί εἰσπράττει τὸ δημόσιον ἀπὸ αὐτὰς τὰς
804φυτείας, ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω μίαν ἔγγραφον κατάστασιν.
805§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ τὴν
806φέρῃ.
807§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
808§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
809Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
810§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
811§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
812§146ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ συζητούμενος, κύριοι, νόμος περὶ διαθέ-
813σεως τῶν ἐμφυτευθεισῶν γαιῶν εἶναι ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, ὡς
814πρὸς τὸ μέτρον, εἰς τὴν οὐσίαν ὅμως μὲ τὸν νόμον περὶ διανομῆς
815τῶν ἐθνικῶν γαιῶν τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, με-
816ταβιβάζει τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς τῆς πεφυ-
817τευμένης ἢ ἀφυτεύτου πρὸς τοὺς πολίτας, ἀγαθὸν τὸ ἔργον· λέ-
818γετε ὅμως, κύριοι, διανομὴν, λέγετε διάθεσιν, ἀλλὰ, κύριοι, ἐν
819πράγματι εἶναι ἐκποίησις, διάφορος δὲ εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκ-
820ποιήσεως ἀπὸ τὸν συνήθη, ἀντὶ διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ γί-
821νεται δι’ ἐκτιμήσεως, καὶ διάφορος εἶναι ὡς πρὸς τὰς προθε-
822σμίας τῆς πληρωμῆς, διότι τῶν μὲν ἐμφυτευθεισῶν γαιῶν ἐξο-
823φλεῖται εἰς 18 ἔτη, μὲ ἀνώτερον τόκον 8% εἶναι χρεώλυτρον
824καὶ τόκος, καὶ διὰ τοῦτο ἐξοφλεῖται καὶ ταχύτερον, ἡ δὲ τῆς
825διανομῆς ἐξοφλεῖται μετὰ 20 ἔτη καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόκος εἶναι
8265% κατώτερος.
827Τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήμα-
828τος καὶ τὴν προθεσμίαν, ἀφίνει ὅμως τὸ τίμημα νὰ καταναλί-
829σκηται εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Γνωστὸν εἶναι, κύριοι, ὅτι ἡ γῆ
830αὐτὴ τῆς ὁποίας πρόκειται ἡ διάθεσις εἶναι λάφυρον τοῦ πολέ-
831μου, εἶναι ἀπόκτησις τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος.
832§147ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ πρόκειται νὰ τὴν πάρουν οἱ Ἰνδοὶ ἢ οἱ Κινέζοι;
833§148ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς περιουσίας
834αὐτῆς κατετέθησαν μεγάλαι δαπάναι, μεγάλαι θυσίαι, καὶ προ-
835σωπικαὶ καὶ χρηματικαί. Αὐτὴ ἡ περιουσία ἐπιστώθη ἔκτοτε
836μὲ τὴν ὠφέλειαν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Δημόσιον εἰς ἀμοιβὴν
837αὐτῶν τῶν θυσιῶν, αὐτῶν τῶν καταβολῶν καὶ τῶν δανείων, ἑ-
838πομένως προῆλθον καὶ δάνεια, δάνεια κατὰ τὴν ἐπανάστασιν,
839δάνεια μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν, τὰ ὁποῖα ἐπιστώθησαν ἐπ’
840αὐτῆς τῆς περιουσίας.
841Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐκ πείρας λυπηρᾶς, καὶ δοκιμα-
842σίας λυπηροτάτης καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπροτάθη, εἶ-
843ναι ὅτι τοῦ λοιποῦ μὴ δυνάμενοι μήτε δάνεια νὰ κάμωμεν, διό-
844τι δὲν ἔχομεν πόθεν νὰ δανεισθῶμεν, μήτε φόρους νὰ προσθέσω-
845μεν, θέλομεν διοικηθῇ ἄνευ δανείων, καὶ ἄνευ φόρων, καὶ τοῦτο
846εἶναι τὸ ὀρθὸν, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν. Ἀλλ’ ἤδη
847διὰ τοῦ παρόντος νόμου, καὶ δαπανῶντες τὸ τίμημα εἰς τὴν
848κοινὴν χρῆσιν, φαίνεται ὅτι θέλομεν διοικηθῆ δι’ ἐκποιήσεων,
849διότι τί θὰ τὰ κάμητε τὰ χρήματα; ἐκποιοῦντες αὐτὴν τὴν
850περιουσίαν, ποῦ μένουν αὐτὰ τὰ βάρη; θὰ μοὶ εἴπητε εἰς τὸ Ἔ-
851θνος, ἀλλ’ ἂν βαδίζωμεν ὡς βαδίζομεν, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁ-
852ποῖον ἐλάβομεν, δὲν ἐπαρκοῦμεν. Βλέπομεν ὅτι μ’ ὅλα τὰ εἰσοδήμα-
853τα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν μὲ ὅλους τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐ-
854πεβάλαμεν, καὶ ἐδιπλασιάσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἔτι καὶ
855δανείων, καὶ δανείων νέων πλησίον εἰς τὰ ἐπιβαρύνοντα
856ἡμᾶς ἀρχαῖα δάνεια. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 4 πρέπει
857νὰ προστεθῇ, ὅτι «τὸ τίμημα τῶν παραχωρουμένων φυτειῶν
858παρακατατίθεται εἰς τὴν τράπεζαν ἐντόκως πρὸς ἀπόσβεσιν
859τοῦ δημοσίου χρέους» διὰ νὰ μὴ καταναλωθῇ ὅπως κατανα-
860λώθησαν ὅλα, καὶ ἐμείναμεν μόνον μὲ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα δὲν εἴ-
861μεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀποτίσωμεν.
862§149ΤΙΝΕΣ. Νὰ διατυπωθῇ καὶ ἡ πρότασις αὕτη καὶ νὰ τυπωθῇ.
863§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
864§151ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
865§152ΤΙΝΕΣ. Τί λέγει ἡ ἐπιτροπή; (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται καὶ
866ἡ παρατήρησις τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς τῆς Βου-
867λῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 4 ἔχουσα ὡς ἑξῆς.)
868Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 § 2 προτείνει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς·
869ἀντὶ «τοῦ προέδρου τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου» «ἑνὸς ἐκ τῶν
870εὐϋποληπτοτέρων καὶ νοημονεστέρων δημοτῶν ἐκλεγομένου ὑπὸ
871τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου».
872Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 νὰ προστεθῇ ὅτι «δύναται ἕκαστος εἰς
873ὁποιανδήποτε ἐποχὴν θέλει νὰ πληρόνῃ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῆς
874ὀφειλῆς αὑτοῦ ἀτόκως».
875Μετὰ ταῦτα ἀνεγνώσθησαν τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 τοῦ νομο-
876σχεδίου καὶ ἐπεψηφίσθησαν ἓν ἕκαστον εἰδικῶς, ἄνευ ἀντιῤῥή-
877σεως.
878§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
879§154ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη καὶ ἡ
880ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατήρησις τῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσα ὡς
881ἑξῆς).
882Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 νὰ προστεθῇ ὅτι «ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως
883τοῦ δημάρχου, ὅπως βεβαιώσῃ τὴν ταυτότητα καὶ τὸ γνήσιον
884τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δηλοῦντος, ὁ δηλῶν κοινοποιεῖ τὴν δήλωσίν
885του διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις ὀφείλει
886ἐπὶ ἀποδείξει νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν δηλοῦντα ἐντὸς δύο ἡμερῶν
887προσυπογεγραμμένην τὴν δήλωσίν του. Ἥ τε κοινοποίησις καὶ
888τὸ ἐπιδοτήριον συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
889§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
890§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
891§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
892§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Ἀναγινώ-
893σκεται πρὸς τούτοις καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 παρατήρησις
894τῆς ἐπιτροπῆς ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
895Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ἀντὶ «τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης»
896νὰ τεθῇ «ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας».
897Ἐπὶ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 11 ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη, οἱ μὲν ὑπε-
898στήριξαν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, οἱ δὲ ἐπρότειναν νὰ τροποποιηθῇ ὡς
899ἀκολούθως. «Ἂν δικαιωθῇ ἕτερος δικαστικῶς παρὰ τὸν λαβόν-
900τα, τὸ παραχωρητήριον ἀκυροῦται, ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸ ἀπόλλυσι
901μὲν τὴν προκαταβολὴν, δικαιοῦται ὅμως διὰ τὰς πληρωθείσας
902δόσεις ἀπὸ τὸν δικαστικῶς δικαιωθέντα».
903Μετὰ ταῦτα ἐπεψηφίσθησαν δι’ εἰδικῆς ἐξ ἑκάστου ψηφοφο-
904ρίας καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ ἄρθρα 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18,
905καὶ 19 ἐν τῷ μεταξὺ δὲ προσανεγνώσθησαν καὶ αἱ παρατηρή-
906σεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 ἔχουσαι ὡς ἑξῆς.
907Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 νὰ προστεθῇ, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς ἓξ μηνῶν
908ἀπὸ τῆς δηλώσεως δὲν κοινοποιηθῶσιν εἰς τοὺς δηλώσαντας
909τὰ παραχωρητήρια, δὲν δικαιοῦται τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ δικαίω-
910μα ἐπικαρπίας εἰς τὸ μέλλον.
911Τὸ ἄρθρον 15 νὰ τροποποιηθῇ ἀντὶ «ἐντὸς 15 ἡμερῶν» εἰς
912«ἐντὸς ἑνὸς μηνός.»
913Μέλη τινὰ ἐπρόσθεσαν νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις. «Αἱ ἀνε-
914γνωρισμέναι ἐθνικοϊδιόκτητοι γαῖαι ἐπὶ ὡρισμένων τινῶν χω-
915ρίων θέλουσι πληρόνει τὸ ἥμισυ τῆς ἐκτιμήσεως.»
916§159ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, τὸ ἀντικείμενον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας,
917τὸ ἀντικείμενον τῆς ληστείας, βεβαίως εἶνε ἡ πρώτη μέριμνα,
918καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον τῆς παρούσης
919ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης. Τούτου ἕνεκα ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου
920Ζαΐμη συνέταξε νόμον περὶ ληστείας, ἐκείνη τοῦ κυρίου Δελη-
921γεώργη μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἔδειξεν ὅτι ἀναποφεύκτως ὄχι
922μόνον νόμον προετίθετο νὰ βάλῃ τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ διὰ τῶν
923πραγμάτων αὐτῶν πόσον ἐμερίμνησε ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας. Διότι
924ὁμολογουμένως ἐκ τῶν ἐνεργειῶν της ἐπῆλθον εὐχάριστα ἀπο-
925τελέσματα κατὰ τῆς ληστείας. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, εὐθὺς
926ἐκ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὑπέβαλε Νομοσχέδιον κατὰ τῆς ληστείας.
927Ἐπειδὴ πολλὰ νομοσχέδια ἐπεσωρεύθησαν εἰς τὸ γραφεῖον,
928ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κύριος Σαράβας παρεκάλεσε
929νὰ προηγηθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἓν Νομοσχέ-
930διον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς παιδείας περὶ τῶν κληροδοτημάτων,
931ἐπειδὴ ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
932πρὸς τρίτην συζήτησιν εὑρισκόμενον Νομοσχέδιον τῆς στρατιω-
933τικῆς σχολῆς, ἐπειδὴ καὶ ὁ κύριος Νικόδημος καὶ ἕτερος συνά-
934δελφός μας, μᾶς ὑπέμνησαν πολλὰ Νομοσχέδια περὶ ναυτικοῦ
935καὶ παιδείας, διὰ νὰ μὴ συμβῇ ὅ,τι συνέβη κατὰ τὴν παρελθοῦ-
936σαν σύνοδον, καὶ διέλθῃ καὶ αὕτη χωρὶς οὔτε κἂν νὰ γένῃ λόγος
937περὶ ληστείας.
938§160ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Περὶ ληστείας εἶναι λόγος.
939§161ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα συμφωνῶ, ἔγεινε λόγος, ἀλλὰ χωρὶς νὰ
940δοθῇ εἷς νόμος κατὰ τῆς ληστείας ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, διε-
941κόπη ἡ σύνοδος Κοινοβουλίου εἰς τόπον, ὅπου τὸ ἓν τρίτον τῆς
942Ἑλλάδος καταστρέφεται ὑπὸ τῆς μάστιγος ταύτης. Διὰ νὰ μὴν
943εὑρεθῶμεν δὲ εἰς τὴν ἰδίαν περίστασιν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν
944νὰ ὁρίσῃ πρὸ πάσης ἐργασίας νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
945§162ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ποῖον;
946§163ΛΕΚΚΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας.
947§164ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μάλιστα.
948§165ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ εἰσέτι δὲν ἔχει καταρτίσει τὴν
949ἔκθεσίν της, διὰ νὰ μὴ φανῶ, ὅτι θέλει νὰ φέρω στενοχωρίαν
950τινὰ, καὶ ἐπειδὴ διὰ τὴν δεκάτην πέμπτην καὶ διὰ τὴν εἰκο-
951στὴν πρώτην ὑπάρχουσιν ὡρισμένα ἀντικείμενα, παρακαλῶ ὅπως
952ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὥστε ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
953ἐψηφίσαμεν σήμερον, εὐθὺς νὰ ἔλθῃ μετὰ τὰς ἀνωτέρω συζητή-
954σεις ἡ σειρὰ τοῦ νόμου περὶ ληστείας. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε
955πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
956§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κύριοι, βουλευταί;
957§167ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ συζητηθῇ.
958§168Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ φροντίσητε κύριε, πρόεδρε, νὰ ἔλθῃ
959ἡ ἔκθεσις.
960§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κύριοι, ἔχομεν συνεδρίασιν, καὶ πρῶτον
961ἀντικείμενον εἶνε εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τῆς
962Παρνασίδος, καὶ εἰς δευτέραν τὸ νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν.
963Ἄλλο ἀντικείμενον δὲν ἔχομεν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
964Ὥρα 3 καὶ 10|60 μ. μ.