| 1490 | Ἀντώνιος Βενιζέλος | Α. Ῥαυτόπουλος | |
| 1491 | Σκαρλάτος Σοῦτσος | Κ. Κρίσπης | |
| 1492 | Π. Πετιμέζης | Ν. Φαρμάκης | |
| 1493 | Κ. Πλαπούτας | Κίμ. Χριστοδούλου | |
| 1494 | Ἰω. Σαφάκας | Μ. Καπετανάκης | |
| 1495 | Εύθ. Γουβέλης | Α. Καπετανάκης | |
| 1496 | Σπ. Λεονταράκης | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος | |
| 1497 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Α. Παπαλέξης | |
| 1498 | Λ. Πετραλιᾶς | ΙΙ. Κωσταντᾶς | |
| 1499 | Ν. Μ. Κοζαδίνος | Θ. Ῥωμαῖος | |
| 1500 | Ἰω. Τοπάλης | Ν. Λοῦβρος | |
| 1501 | Γ. Δρακονταιεδῆς | Λ. Μισυρλῆς | |
| 1502 | Ν. Βαρβιτσιώτης | Γ. Κούτσης | |
| 1503 | Φ. Ι. Φίλωνος | Α. Βαφιαδάκης | |
| 1504 | Α. Σταματόπουλος | Δ. Τσιριμώκος | |
| 1505 | Π. Κ. Μανέτας | Δ. Οἰκονόμου | |
| 1506 | Ἰω. Παπατσώνης |
1871.01.11
1,507 rows · 12,402 words · 1 table · 212 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 11 Ἰανουαρίου 1871.
(Δευτέρα).
Ὥρα 1 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ κ. Χατζῖσκος μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπεν, ὅπως ἀκριβῶς ἐνθυμοῦμαι, μετὰ τὴν ἱστορίαν τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ζαΐμη, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἦλθεν ἀντικοινοβουλευτικῶς, ὁ δὲ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν «καλῶς ἦλθε». εἰς τὰ πρακτικὰ δὲ φαίνεται ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀντικοινοβουλευτικῶς ἦλθεν, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Χατζῖσκος εἶπεν ὅτι καλῶς ἦλθεν.
§3ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι τὸ ἐνθυμοῦνται αὐτό.
§4ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ εἶπον τέλος ἦλθεν καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καλῶς ἦλθε (γίνεται ἡ διόρθωσις).
§5Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς τὰ στενογραφήματα θὰ εὕρητε τὸ ἐναντίον.
§6ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ ἡ μαρτυρία τῆς Βουλῆς βεβαιοῖ τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν τὸ ἐναντίον;
§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἐπιδιορθωθὲν μέρος).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη παρατήρησις;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§11Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι καὶ τὰ στενογραφημένα πρακτικά. (ἀναγινώσκεται τὸ σχετικὸν μέρος.)
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὐτὸ συσχετίζεται μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἔκαμεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καταγίνεται εἰς τὴν τακτοποίησιν καὶ μετάφρασιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσι τὴν παρασκευὴν, ἀλλ’ ἀφοῦ, ἐὰν θὰ ᾖναι τελειωμένη ἡ μετάφρασις ἕως τότε, γίνῃ ἡ τύπωσις.
§13ΤΙΝΕΣ. Δὲν βλάπτει καὶ ἂν δὲν τυπωθῶσιν ὅλα, ἀρκεῖ νὰ ᾖναι τελειωμένη ἡ μετάφρασις.
§14ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ κ. Χατζῖσκος φαίνεται εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη ἦλθεν ἀντισυνταγματικῶς καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἀνῄρεσεν αὐτὰ παροῦσα, ἄρα ἀποδέχεται τὴν γνώμην αὐτήν. Τοῦτο ἐγὼ οὕτω τὸ ἐξηγῶ. Κύριοι, ὅταν κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως ῥίπτηται μία αἰτίασις, καὶ αὕτη δὲν τὴν ἀναιρεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦτο.
§15Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔμεινε σύμφωνος τὴν Παρασκευὴν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις· ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ γίνῃ ἡ μετάφρασις τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ὥστε κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ τὰ ἔχωμεν. Ἐὰν δὲ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὸ κάμῃ αὐτὸ εἰς μίαν ἡμέραν, ἂς παραλάβῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ταχεῖαν μετάφρασιν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον θέλει προσπαθήσει νὰ γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ τελειότερον.
§17Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὴν Παρασκευὴν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
§18ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἤκουσα καλῶς τί εἶπεν ἐδῶ ὁ κ. Δαγρές.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ δὲν ἀνῄρεσε τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη τὴν αἰτίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦλθε καὶ ἀπῆλθεν ἀντισυνταγματικῶς ἄρα ἀποδέχεται αὐτήν.
§20ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἀκριβὲς τοῦτο· ἐδῶ γράφεται ὅ,τι λέγεται ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν εἶναι ὅμως ἑπόμενον καὶ βέβαιον ὅτι παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὅ,τι λέγεται ἐδῶ, εἰδ’ ἄλλως λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ λέγω χίλια ἐγκλήματα δι’ ὅποιον θέλω· ὅταν ὑποτίθεται ὅτι παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὅ,τι λέγει ἕνας ἀντιπρόσωπος, ὁ ἀντιπρόσωπος ἐκφράζει τὸ φρόνημά του. Ὁ κ. Χατζίσκος εἶναι ἐλεύθερος νὰ φρονῇ, ὅτι τὸ δεῖνα Ὑπουργεῖον ἦλθεν ἀντισυνταγματικῶς, ἀντικοινοβουλευτικῶς ἢ νομίμως· αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἀληθές· δηλονότι, ὅταν τίς δὲν ἀπαντᾷ μὴ ἐρωτώμενος, δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῇ ὅτι παραδέχεται.
§21ΔΑΓΡΕΣ. Ἐὰν κατηγορῆται,....
§22ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι· δὲν ἐκατηγορήθημεν, καὶ ὅταν θέλητε, φέρετε κατηγορίαν.
§23ΔΑΓΡΕΣ. Ὅταν ῥίπτωνται τοιαῦται αἰτιάσεις, ὀφείλετε νὰ τὰς ἀναιρέσητε· διότι ἡ σιωπὴ ὑμῶν τίποτε ἄλλο δὲν σημαίνει εἰμὴ τὴν ἀποδοχὴν τῆς μομφῆς τῆς αἰτιάσεως αὐτῆς. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ὅστις ἀνέρχεται καὶ κατέρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν ὀφείλει νὰ δίδῃ καὶ τὸν λόγον τῆς ἀνόδου καὶ τῆς καθόδου· τοῦτο δὲν τὸ ἔπραξε, καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ μυστικισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου μοῦ ἐξεγείρει τὴν περιέργειάν μου· διότι παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν συναδέλφων του δὲν δύναμαι νὰ περιμένω συνέπειαν, διότι ἀλλάζουν φρονήματα καὶ ἰδέας ὅπως ἀλλάζῃ ἡ ἀτμοσφαῖρα, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν, ὅστις εἰς ἐμὲ εἶχε τὸ θάῤῥος ἄλλοτε νὰ κάμῃ παρατηρήσεις σχετικὰς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὤφειλε νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες τὸν ἔφεραν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες τὸν ἔκαμαν νὰ παραιτηθῇ, διότι δὲν γνωρίζω, οὐδὲ πιστεύω νὰ ὑπάρχουν ἰσχυροὶ κοινοβουλευτικοὶ λόγοι, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ παρουσίασε τὴν Βουλὴν ὡς πρόσκομα τῶν ἀγαθῶν προθέσεών του. Νομίζετε ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν τὸν λόγον; ἐὰν παραδέχεται τὴν ἰδέαν ὅτι ἦλθεν ἀντικοινοβουλευτικῶς; ἀφοῦ σιωπᾷ, ἡ σιωπή του δὲν σημαίνει ἐνοχήν; Μὴ λησμονήσητε, κ. Χριστίδη, τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι ἡ λαλιά σου δῆλόν σε ποιεῖ (ἱλαρότης).
§24ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ γελᾶτε, κύριοι, δὲν εἶναι συζήτησις κοινοβουλευτικὴ αὐτή. Οἱ περισσότεροι εἰμποροῦν νὰ γελοῦν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχουν δίκαιον.
§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγώ, κ. πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐὰν ᾖναι συζήτησις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀρχίσητε εἶναι αὕτη· καὶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν πρώτην ἔπρεπε νὰ προτάξουν. Λείπετε, κύριοι βουλευταί, καὶ λείπετε δεκατρεῖς μῆνας, ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ παρατείνουν τὴν ἀπουσίαν σας, ἐξήντλησαν, καθὰ λέγεται, καὶ διέδοσαν διὰ τῶν ὀργάνων των καὶ τὴν τελευταίαν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν ἓν κοινοβουλευτικὸν ὑπουργεῖον δύναται ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν ἄρχοντα, τουτέστι ἐπίεσαν τὸν Ἡγεμόνα νὰ λάβουν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Εἶμαι συνεπὴς καὶ εἶμαι ὀπαδὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε εἶπον, τῆς εἰλικρινοῦς πολιτικῆς, τῆς καλῆς πίστεως. Διέδοσαν, κύριοι, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν τοῖς εἶχε ὑποσχεθῇ τὴν διάλυσιν διὰ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ τοῦτο ὡς μία πίεσις; ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ χωρὶς νὰ λεχθῇ τίποτε εἰς τοὺς λόγους τοῦ τῳόντι μετριοπαθοῦς βουλευτοῦ κ. Χατζίσκου, καὶ ἐνῷ ῥίπτεται μία ἰδέα, ἥτις παριστᾷ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ ἄλλοτε φιλελεύθερον, ὡς ἀντικοινοβουλευτικῶς, ἐλθὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν, σιωποῦν, ἐνῷ εἶναι παρόντα ἱκανὰ μέλη, καὶ αὐτὸς ὁ πρωθυπουργὸς δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσω τί σημαίνει ἡ σιωπὴ αὕτη! εἶναι ἀποδοχὴ ναὶ ἢ ὄχι; καὶ ἔρχονται νὰ μὲ ἐπιπλήξωσι, καὶ ποῖος; ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις ἐχρησίμευσεν ὡς πρόεδρος ἑνὸς κόμματος εἰς ὃ καὶ ἐγὼ ἀνήκω, καὶ ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του καὶ ἐδέχθη ὑπουργεῖον ὑπὸ ἄλλον ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου ἦτο ἐναντίος. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ δεχθῇ καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες τὸν ἔκαμαν νὰ παραιτηθῇ. Δὲν ἐμβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, δὲν ἐμβαίνω εἰς τὰ περιᾳδόμενα, θέλω μόνον νὰ ἐξετάσω, ὁποῖοι λόγοι ἔφεραν αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα, καὶ ποῖοι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεώς του· διότι ἐὰν τὸ ἓν ᾖναι σωστόν, τὸ ἄλλο δὲν εἶναι σωστόν· ἐὰν δὲ ἀμφότερα εἶναι ἀντικοινοβουλευτικά, τί λόγον θὰ δώσῃ ὁ κύριος Χρηστίδης.
§26ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὡς βουλευτὴς ἢ ὡς ὑπουργός;
§27ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα ὡς ὑπουργός· ὑπῆρξες καὶ πρόεδρος καὶ ἐγκατέλειψας τὸ κόμμα, εἰς ὃ ἀνῆκες, καὶ σήμερον κάθεσαι εἰς τὰς ἕδρας αὐτάς.
§28ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ κυβέρνησις, ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης, εἶναι ἀντικοινοβουλευτική, εἶπεν ἕνας λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐκφράζων τὸ φρόνημά του χωρὶς νὰ ζητήσῃ νὰ δώσουν καμμίαν ἀπάντησιν. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος, κύριοι, ἀναβαίνων τὸ βῆμα τοῦτο νὰ εἴπῃ ὅ,τι νομίζει ὀρθόν, ὅ,τι νομίζει νόμιμον. Δὲν ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς μίαν τοιαύτην ἰδέαν, ἐκφρασθεῖσαν ἀπὸ ἕνα βουλευτήν, τόσον μᾶλλον, καθόσον ἐπρόκειτο ἡ λογοδοσία ἑνὸς ἄλλου προκατόχου ὑπουργείου. Ἠθέλαμεν, κύριοι, εἶσθαι οἱ μηδαμινώτεροι τῶν ἀνθρώπων, ἂν δὲν λάβωμεν τὸν λόγον, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά μας· κανένα δὲν ἐντρεπόμεθα, κύριοι. Μὴ στενοχωρῆσθε, κ. Κεχαγιᾶ.
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, παντάπασιν· ἔχετε λάθος.
§30ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐπληρώσαμεν ἀείποτε τὸ καθῆκόν μας μὲ εἰλικρίνειαν, μὲ καθαρὸν τὸ μέτωπον· καὶ ἂν ἤμεθα σήμερον ἐννέα, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν συνείδησιν, τὴν εἰλικρίνειαν, τὴν εὐθυδικίαν τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἀπαντῶμεν, δίδομεν λόγον· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν λόγον, δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς βιάσωσι· μᾶς ἐζήτησαν, κύριοι, λόγον, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν, κ. Δαγρὲ, ὅταν πρόκηται περὶ λογοδοσίας ἑνὸς ὑπουργείου, καὶ ὅταν λείπῃ ὁ πρόεδρος αὐτοῦ, νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα· εὐχαριστεῖσαι κ. Δαγρὲ, νὰ κάμῃς ἐπερώτησιν; κάμε την τακτικά. Ἂς προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν θέλομεν δώσει λόγον. Κύριε Δαγρὲ, κ. βουλευτὰ ἐκ Καλαμῶν, μὴ ἔχετε αὐτὸ τὸ θάῤῥος, διότι στηρίζεσθε εἰς πολλοὺς σήμερον, αὔριον θὰ στηρίζησαι εἰς ὀλίγους, καὶ θὰ εὑρεθῇς εἰς δύσκολον θέσιν. Κύριοι, οἱ βουλευταὶ δὲν ῥίπτουν τοὺς λόγους ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ὅταν πρόκηται περὶ μιᾶς κυβερνήσεως, ἥτις ἦλθε καὶ δὲν παρῆλθεν; ὡς λέγει ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος· ἦλθε μία Κυβέρνησις, ἥτις ἦτο ὁμολογουμένως συνεπὴς, καὶ ἂν λέγῃς ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῆς προλαβούσης ἦλθε καὶ συνετάχθη ὑπὸ ἄλλον, ἀπαντῶ, ὅτι μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη συνειργάσθην ἐκ πεποιθήσεως καὶ κατὰ τὸ 1866 καὶ 1865· μετ’ αὐτοῦ συνειργάσθην, μετ’ αὐτοῦ ἦλθον πάλιν, διότι εἶδον, ὅτι ὁ ἀνὴρ αὐτὸς ἔχει τὰς ἀρχὰς ἐκείνας τὰς οἰκονομικὰς, τὰς ὁποίας καὶ ἐγώ· ἕνεκα λοιπὸν τῶν οἰκονομικῶν ἔλαβον μέρος· καὶ ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν εἰμπορῶ νὰ λάβω τὸν λόγον πάλιν (ψιθυρισμός). Σᾶς εἶπον μὴ στενοχωρῆσθε, εἶσθε πολλοὶ, εἴμεθα ὀλίγοι.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς κάθε ἄλλον εἰμπορεῖτε νὰ τὸ εἴπητε, εἰς ἐμὲ ὄχι ὅμως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριοι, ἔχετε κατόπιν τὸν λόγον.
§33ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ παρατηρεῖ μὲ ποίαν εὐκολίαν ἀνέβην τὸ βῆμα. Ἡμεῖς ἤλθομεν καὶ εἰργάσθημεν μετ’ εἰλικρινείας, μεθ’ ἧς πάντοτε θέλομεν ἐργάζεσθαι, καὶ δὲν φοβούμεθα, διότι ἐζητήσαμεν πάντοτε ὅ,τι εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον διὰ τὴν πατρίδα, χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ θέσωμεν τὸν ἑαυτόν μας ὑπεράνω ἄλλων. Ἤλθατε ὑπουργοὶ ἀντισυνταγματικοί, εἴπατε. Κύριοι, αὐτὸ εἶναι μία φράσις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸν τόπον της. Κύριοι, ἐκαλέσθημεν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δὲν ἐῤῥαδιουργήσαμεν, ἐκαλέσθημεν, ὅταν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον εἶχε λόγον νὰ παραιτηθῇ καὶ παρῃτήθη· δὲν ἐπήγαμεν, κύριοι, νὰ ῥαδιουργήσωμεν, οὐδὲ ἐγνωρίζομεν, ἐὰν κανεὶς ἐπρόκειτο νὰ παραιτηθῇ. Ὁ ἡγεμὼν τοῦ τόπου μᾶς ἐκάλεσε καὶ ἐχρεωστούσαμεν νὰ προσέλθωμεν· ποῦ εἶναι τὸ ἀντισυνταγματικόν; ἤλθαμεν συνταγματικώτατα· δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, βουλευταὶ ὄντες, τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βασιλέα, τὸν ἡγεμόνα, ὅταν μᾶς ἐκάλεσε, καὶ ὅταν δὲν ἐπρόκειτο νὰ καταῤῥαδιουργήσωμεν κανένα, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν καθῆκον· ἀλλά, λέγει, ἐζητήσατε ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα ὅ,τι δὲν σᾶς ἔπρεπε, ἐξηντλήσατε ὅλας τὰς πιέσεις, ἐκάματε ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ κάμετε. Εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου, κύριοι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἕνας ὑπουργὸς ὅταν καλῆται νὰ κάμῃ τοὺς ὅρους του; ἂς ἀπαντήσωσιν οἱ ἀξιοῦντες νὰ ἦναι ἄνδρες κοινοβουλευτικοί· δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ κανεὶς ὑπὸ ποίους ὅρους δέχεται ἕνας ὑπουργός, καὶ πρέπει νὰ βάλῃ ὅρους πάντοτε ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων, διότι αὐτὸς ἀναλαμβάνει μίαν εὐθύνην καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην. Ὅταν παρουσιάζηται ἕνας εἰς τὸν ἡγεμόνα του, πρέπει νὰ τῷ εἰπῇ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου. Εἴμεθα λέγουν μειονοψηφοῦντες, καὶ ποῖοι ἦσαν πλειονοψηφοῦντες; πλειονοψηφοῦντες ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἦσαν μειονοψηφοῦντες· ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸν τὸν τόπον ἀδιοίκητον καὶ ἄνευ κυβερνήσεως; αὐτὸ εἶναι κοινοβουλευτικόν; αὐτὸ ἀπαιτούσατε παρ’ ἡμῶν; ἐπιέσαμεν, λέγει, τὸν βασιλέα· αὐτὸ εἶναι μία φράσις ἀντικοινοβουλευτική. Εἴπομεν εἰς τὸν βασιλέα τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων· ἐξηγήσαμεν ποῖαι εἶναι αἱ δυνάμεις μας. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ ἤδη κύριοι, ἐνῷ ἔπρεπεν ἄλλος νὰ ἔχῃ τὸ βῆμα, ἀλλ’ αὐτὸς δυστυχῶς εἶναι ἀπών, διότι αὐτὸς ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ ὅταν ἐδέχθη νὰ κυβερνήσῃ, εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ὅλην τὴν διοίκησιν· ἀλλ’ ἐγὼ προσκληθεὶς νὰ λάβω μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐδέχθην, διότι ἐγνώριζον τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐδέχθη τὸ ὑπουργεῖον ὁ πρωθυπουργός, καὶ δὲν εἶδον οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν αὐτοῖς, οὐδὲν τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν. Καὶ ἐὰν ἐσυμφωνήθη κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἀρέσκει εἰς ὅλους μας, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ συμφωνηθὲν δὲν ἦτο συνταγματικόν. Καὶ ἔπειτα τίς οἶδε τὶ ἐσυμφωνήθη; Δὲν δύνασθε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν διάνοιαν, νὰ ἐξετάσητε, τί ἐῤῥέθη καὶ τί ἠδύνατο νὰ ῥηθῇ καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐῤῥέθη. Δύνασθε νὰ ἐξετάσητε τὰ πράγματα αὐτὰ τὰ ψηλαφητά, τὴν διαγωγήν μας ὁλόκληρον, μάλιστα· ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ κάμητε μεταφοράν, allusion, εἰς ἰδέας αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν εἰς τὴν αἴσθησίν σας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔγειναν πράγματα. Καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελε συμφωνηθῆ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, κύριοι, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρώτερα, τί ἀντισυνταγματικὸν περιέχει ἡ πρᾶξις αὕτη, αὐτὴ ἡ ἰδέα; Ἐμένα, ἄν μὲ ἐρωτήσητε αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὸ φρόνημά μου εἶναι, ὅτι ἡ ἀναβάπτισις τῆς Βουλῆς κατὰ συντομωτέρας περιόδους παγιώνει τὸ Σύνταγμα (ἱλαρότης).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§35ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, δὲν μοῦ ταράττετε τὰς ἰδέας μου· βλέπετε, ὅτι δὲν σᾶς ὁμιλῶ ἐσκεμμένως, προητοιμασμένος, σᾶς ὁμιλῶ ἐξ ἐφόδου, ὅπως ἐξ ἐφόδου ἐπήλθετε, καὶ βλέπετε ὅτι αἱ ἰδέαι μου δὲν εἶναι καθαραί. Ἂν ἐνθυμῆσθε, ὅταν εἷς τῶν βουλευτῶν, ὅστις δὲν εἶναι παρὼν, διότι δὲν εἶναι ἤδη βουλευτὴς, ἐφώναζε πλησίον τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ ἔλεγεν, ἡ διάρκεια τῆς Βουλῆς τέσσαρα ἔτη, ἀλλ’ ἐγὼ ἔλεγα δύω ἔτη. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἀλλάξωμεν τὴν τάξιν τῶν πραγμάτων, νὰ τροποποιήσωμεν τὸ Σύνταγμα, ὄχι· ἓν ἐρωτῶ μόνον, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, τὸ προνόμιον τοῦ διαλύειν τὴν Βουλήν;
§36ΔΑΓΡΕΣ. Ἀπὸ ποῖον;
§37ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα.
§38ΔΑΓΡΕΣ. Τὰ δικαιώματα ὑπάρχουν ὡρισμένα, καί τινα εἶναι ἀπόλυτα, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ οἱονδήποτε καὶ αὐτὸς θὰ κρίνῃ ἐὰν συμφέρῃ· εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος. Ἐγὼ δὲν ἔφερα εἰς συζήτησιν τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ σᾶς ἐπροκάλεσα νὰ εἴπητε, ἐὰν εἴχετε τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ ἂν κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἤλθετε καὶ ἀπήλθετε, ἢ μὴ νομίζετε ὅτι θὰ ἔλθουν οἱ Μαλτέζοι. Ἐνθυμεῖσθε, ὅταν τὸ εἴπετε τότε αὐτό· τότε ἐγὼ δὲν σᾶς ἐσυλλογίσθην, πολλῷ μᾶλλον σήμερον.
§39ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὲ τὰς λέξεις περὶ Μαλτέζων θέλετε νὰ μὲ περιπλέξητε (ἱλαρότης). Ἐπειδὴ ὁ κ. Δαγρὲς δὲν μοὶ ὁμιλεῖ σοβαρῶς, ἀλλὰ μὲ ἓν εἶδος ἀνωμαλίας.... (γέλως). Γελᾶτε, κύριοι, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτὴ (γέλως). Γελᾶτε, γελᾶτε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ.....
§41ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Πρόεδρον). Ἀλλ’ ἡ εὐγενεία σου ἐθύμωσες, ὅταν ὁ πρόεδρος πέρυσι δὲν εἶδε τόσον μακρὰν, διότι δὲν εἶχε τὰ ’μάτια τὰ ἰδικά σας, ὥστε νὰ ἐξετάσῃ τί κάμνει ἕνας μέσα εἰς τὴν ἄλλον κοιτῶνα. Λοιπὸν λέγετε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι καλόν!
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον δύναμαι....
§43ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ εἶπον τότε, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐπείθετο. — Περὶ αὐτῶν τῶν Μαλτέζων καὶ ἕνας ἄλλος ὑπουργὸς ἔκαμε μνείαν ἄλλοτε εἰς ἕνα ἄλλον περίβολον καὶ ἤκουσε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἔκτοτε δὲν ἀνέφερε πλέον περὶ αὐτῶν. Ὥστε αὐτὸ τὸ παρεμπίπτον ζήτημα σᾶς τὸ ἀφίνω, κύριε Δαγρὲ, διὰ λογαριασμόν σας, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἰδικόν μου. — Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ εἶπον καὶ λέγω, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ Συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἡγεμὼν, εἶναι ἀπόλυτον ναὶ ἢ ὄχι; Ὁ κύριος Δαγρὲς ἀπήντησε ναὶ (διάλογοι). Μὴ στενοχωρῆσθε.
§44ΔΑΓΡΕΣ. Τὰ παιγνίδια τὰ παλαιὰ νὰ τ’ ἀφήσωμεν, οὐδεὶς ψέγει τὸν Ἡρακλέα.
§45ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐπίεσαν τὸν Βασιλέα, ὅτι ἐξηντλήσαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν διάλυσιν, πῶς τώρα ἀρνεῖσθε, ὅ,τι εἴπετε· ἐδὼ θὰ ἀπαντήσω. Δὲν ἀληθεύει ὅτι ἐπιάσαμεν κανένα, δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἐξηντλήσαμεν καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν τοῦ Συντάγματος, παντάπασιν· ἐρωτῶ μόνον, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀπόλυτον καὶ ἡ εὐθύνη βαρύνει τοὺς ὑπουργοὺς, τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀνάγκη, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχῃ πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας, ναὶ ἢ ὄχι; Εὐθύνη ὑπουργικὴ ἄνευ ἐλευθερίας πλήρους ἐνεργείας εἶναι ψεῦδος, εἶναι εἰρωνεία, εἶναι σολοικισμός. Τὸ ὑπουργεῖον, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν καλεῖται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, ἀφοῦ ἔχασε τὴν ἐμπιστοσύνην της, εἶναι ἐλεύθερον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν τρόπων, τῶν μέτρων, εἶναι ἐλεύθερον νὰ διαχαράξῃ τὴν διεύθυνσίν του, τοὺς διαφόρους σταθμοὺς τῆς πορείας του· ὁ μὴ ἐλεύθερος ὑπουργὸς, κύριοι, εἶναι δεσμώτης, δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος, καὶ τότε ἡ κοινωνία χάνει τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μία ἐξαιρετικὴ εὐφυΐα δύναται νὰ περιποιήσῃ εἰς τὸν τόπον Ἐδέχθημεν λοιπὸν τὴν ἐξουσίαν συνταγματικώτατα· εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν λόγον κοινοβουλευτικώτατα. Ἡ τάξις δὲν ἀπαιτοῦσι νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ σήμερον, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ παρασκευὴ, τὴν ὁποίαν μόνον σεῖς ἐπροσδιωρίσατε καὶ ἀπεμακρύνατε καὶ ἀνεβάλετε τὴν λογοδοσίαν τοῦ προκατόχου ἡμῶν ὑπουργείου μέχρι τῆς παρασκευῆς, καὶ μετὰ τὴν παρασκευὴν ἔρχεται ἡ ἐδική μας σειρά, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ τότε καὶ πάντοτε νὰ σᾶς πληροφορήσωμεν εἰς ὅ,τι ἔχετε χρείαν νὰ μάθητε. Μὴ νομίσετε, ὅτι θὰ ἀφήσωμεν ἀνεξέλεγκτον τὸ πρόγραμμα τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς· ὄχι, θὰ εἴπωμεν τί ἐπράξαμεν, καὶ τί ἐσκεπτόμεθα νὰ πράξωμεν, θὰ εἴπωμεν μέχρι τίνος ἐπροοδεύσαμεν εἰς τὰς σκέψεις μας περὶ ὅλου τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἴχαμεν ἐν τῷ νῷ, καὶ ἐν σχεδίῳ, ἂν μᾶς ἐρωτήσητε, θὰ εἴπωμεν ὅ,τι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν· ποτὲ ὅμως δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν καθόσον ἀφορᾷ τὴν κοινοβουλευτικήν μας θέσιν. Τότε θὰ σᾶς εἴπωμεν, κύριε βουλευτὰ ἐκ Καλαμῶν, ἂν ἀληθεύῃ, ὅτι ἐφάγαμεν καὶ τὸ τελευταῖον λεπτὸν τοῦ ταμίου.
§46ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖος σᾶς εἶπε αὐτό.
§47ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τότε θὰ ἰδῆτε ὅ,τι ἐπράξαμεν, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμή. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐχρεώστουν ἐγὼ, ἀπόντος τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἀποφεύγομεν τὴν συζήτησιν εἰς ὅ,τι μᾶς ἀφορᾷ. Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ εἴπητε, ὅτι θέλετε, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἀποδίδετε εἰς ἡμᾶς τί εἶπον ἐν τοῖς ὁδοῖς, τί εἶπεν ὁ τύπος, τί εἶπον οἱ λίβελοι κλπ. Εἰς αὐτὰ δὲν ἐνεχόμεθα· ἐνεχόμεθα εἰς τὴν διοίκησίν μας, ἡ ὁποία εἶναι συνταγματικωτάτη καὶ κοινοβουλευτικωτάτη. Ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν εἶναι τακτικῶς καὶ ἐν καιρῷ, νὰ προσδιορίσητε, τί ἔχετε νὰ ἐρωτήσητε, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων πρώην πρωθυπουργὸς εἰς τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν του· εἰπέτε ὡρισμένως τί μᾶς ζητεῖτε, ὄχι λόγια ἀορίστως· θέλετε νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας; αὐτὸ θέλετε; Ὄχι, δὲν ἐννοοῦμεν αὐτὸ, ἀλλ’ ὅ,τι ἔχετε ἕτοιμον νὰ τὸ φέρητε. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεώπουλος.
§49ΤΙΝΕΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Κεχαγιᾶς.
§50ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἀδίκως παραπονεῖται ὁ κ. Χρηστίδης.
§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πάλιν Χρηστίδης.
§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα, ἐγὼ θέλω νὰ μὲ ὀνομάζητε Κεχαγιᾶ. Ἂς ᾖναι λοιπὸν, ὁ Κ. βουλευτὴς Σύρου ἀδίκως παραπονεῖται, ὅτι ἐξ ἐφόδου κατηγορήθη ὡς ἀντισυνταγματικὴ ἡ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος· λέγω ἀδίκως, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος κύριος Χατζίσκος, ὅταν ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν, εἰδικῶς εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μάθῃ τοὺς λόγους δι’ οὓς ἀπεσύρθη ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Εἶναι λοιπὸν ἐξ ἐφόδου κατηγορία, ὡς εἶπε, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Χατζίσκος, ὅτι ἀντικοινοβουλευτικῶς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη; Καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης παρὼν καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ μέρη ἐσιώπησε. Εἶχε πολὺ δίκαιον σήμερον ὁ Κ. Δαγρὲς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ σιωπὴ σημαίνει παραδοχήν. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, διότι τίποτε δὲν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀληθείας. Ὅταν, κύριοι, ἤκουσα τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Κ. Χατζίσκου εὐχαριστήθην τὰ μέγιστα, διότι παρετήρησα, ὅτι ὁ σκοπός του ἦτο νὰ ἐξετάσῃ, ὄχι μόνον τὰς πράξεις μιᾶς κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον τοῦ σχηματισμοῦ ἑκάστης Κυβερνήσεως. Εἶναι ἓν ἐκ τῶν πρωτίστων καθηκόντων τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐξετάζῃ τὶ ἔπραξεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ ἂν ἐπλήρωσε καὶ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κατηγορῇ τὰ ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτήρησαν τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐξ ἐφόδου ἡ κατηγορία, καὶ ἔπρεπεν ὁ κ. Χρηστίδης...
§53ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πάλιν Χρηστίδης.
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου νὰ ᾖναι προπαρεσκευασμένα, καὶ ὄχι μόνον διότι τοὺς ἐγένετο ἐπερώτησις, παρὰ διότι ἔπρεπε νὰ ἔχουν τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, νὰ ἀπολογηθοῦν εἰς μίαν τηλικαύτην κατηγορίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐν τῷ προγράμματί του, ὅτι προσκόμματα παρεμβάλλονται εἰς τὸ πολίτευμα καὶ πρέπει ὅλοι οἱ πολιτικοὶ νὰ ἀπομακρύνετε αὐτὰ καὶ τότε δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ ὁ φόβος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ λάβουν τοῦ λοιποῦ μέρος εἰς τὴν συνταγματικὴν τροχιὰν ξενικὰ καὶ παράσιτα ὄντα. Τῷ ὄντι, κύριε, ἂν ἤμεθα ζηλωταὶ τοῦ πολιτεύματός μας, ἂς προσέξωμεν νὰ τιμωρῶμεν τοὺς παραβιάζοντας τὸ πολίτευμα, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι οὐδεὶς θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ ἄνευ τῆς θρησκευτικῆς τηρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Χρηστίδης εἶπεν, ἀνήλθομεν συνταγματικώτατα· διότι ἐκλήθημεν, ὠφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἡ ἐξέτασις, κύριοι, τοῦ ζητήματος τούτου μὴ νομίσετε, ὅτι προσβάλλει ὁλοτελῶς τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν εἰς τὸν Ἡγεμόνα διὰ τοῦ Συντάγματος. Οὐδόλως· διότι τῷ ὄντι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀπόλυτον, νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν, νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς ὑπουργούς.
§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίποτε ἀπόλυτον δὲν εἶναι εἰς τὸν κόσμον διότι καὶ ὁ κόσμος σχετικὸς εἶναι. (Διάλογοι).
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ οὐδεμία πρᾶξις δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπευθύνων. Λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοί. Μὴ ζητοῦν νὰ προβοῦν ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου. Εἶναι δειλοὶ ζητοῦντες νὰ καταφύγουν εἰς αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα. Ὁ Βασιλεὺς καὶ διαλύει τὴν Βουλὴν καὶ διορίζει καὶ παύει τὰ ὑπουργεῖα ὁπότε τὸ κρίνει συμφέρον διὰ τὸν τόπον. Ἀλλ’ οἱ διοριζόμενοι οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνην, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ πολίτευμα, δὲν συμφωνοῦν νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, ἢ δὲν συμφωνοῦν ν’ ἀλλάξῃ ἡ Κυβέρνησις; Ὁ ἐλάχιστος τῶν ὑπαλλήλων διοριζόμενος ἐρωτᾶται ἂν δέχηται τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα θέσιν, καὶ εἷς ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴ ἡ πρᾶξις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς ἀρχάς μου, παραβιάζεται τὸ πολίτευμα, δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ; Ἀλλ’ ὁ κ. Χρηστίδης εἶπεν, ἐδέχθημεν, διότι ἐνομίζομεν ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον καὶ προσεφέρομεν ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα. Ἓν δέχεται νὰ ἔχῃ δίκαιον, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ τὶ διαφέρει ἡ ἀπόλυτος κυβέρνησις ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν κυβέρνησιν; τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀπόλυτος ἔχει ἀνάγκην μόνης τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, ἡ δὲ συνταγματικὴ ἔχει ἀνάγκην καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Εἶναι ἀληθὲς ἀληθέστατον, ὅτι μία συνταγματικὴ κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἐκλήθητε εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἡ βουλὴ ἀπουσίαζε, ἐγνωρίζατε ἐκ τῶν προτέρων, ὅπως ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς βουλῆς, τί ἔπρεπε νὰ κάμητε διὰ νὰ εἶσθε συνταγματικοί; ἔπρεπε νὰ εἴπητε εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅ,τι ἠθέλετε εἴπει σήμερον, ἂν π. χ. ἐκαλεῖσθε, τουτέστι δὲν δυνάμεθα νὰ διαχειρισθῶμεν τὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν ἐνεστῶσαν Βουλὴν, διότι δὲν ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἑπομένως ζητοῦμεν τὴν διάλυσιν καὶ ἀμέσως νὰ ἐνεργήσητε τὴν διάλυσιν, ὄχι ἐπὶ πέντε μῆνας νὰ διαχειρισθῆτε τὴν ἐξουσίαν, καὶ μετὰ ταῦτα ν’ ἀπέλθετε· καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί παρετήρησα ὡς ἐκ συμπτώσεως; φαίνεται τὸ καθιέρωσαν ὡς ἀρχὴν, τέσσαρα μέλη τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πλειονοψηφίαν, εἰς τὰ 1866, διεχειρίσθησαν τὴν ἐξουσίαν ἓξ μῆνας, καὶ εἰς τὴν ἐμφάνισιν τῆς βουλῆς ἔφυγαν, ὁ Χρηστίδης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Ζιμβρακάκης καὶ ὁ Δρόσος· ἐνθυμεῖσθε εἰς τὰ 1866 αὐτὰ τὰ ἴδια πρόσωπα διεχειρίσθησαν τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ἓξ μῆνας, καὶ ἅμα ἦλθεν ἡ βουλὴ ἀπῆλθον. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι τοῦτο ἐφαρμογὴ συνταγματικοῦ πολιτεύματος; Παρούσης τῆς Βουλῆς εἴμεθα συνταγματικοί, ἀπούσης τῆς Βουλῆς διοικοῦμεν ὅπως θέλομεν. Ἂν π. χ. ἤρχετο εἰς διάστασιν ἡ παροῦσα κυβέρνησις μετὰ τοῦ ἡγεμόνος καὶ παραιτεῖτο, καὶ ἐκάλει τὸν Χρηστίδην νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, τί ἤθελε εἰπεῖ; ὅτι μὲ τὴν παροῦσαν Βουλὴν δὲν δύναμαι νὰ ἐργασθῶ, πρέπει νὰ τὴν διαλύσητε καὶ σᾶς τὸ συμβουλεύω, διότι καθὼς εἶπεν, παγιοῦται οὕτω τὸ πολίτευμα (γέλως).
§57ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ ὑπαγορεύετε, κύριε πρόεδρε.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέμνησα μόνον.....
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν αὐτὸ ἤθελεν εἴπει ἐν τῇ συνέσει του εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ἑπομένως ἤθελε θέσει τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ὑπάρξεώς του μὲ αὐτὴν τὴν διάλυσιν. Ἂν ἀπουσίαζεν ὅμως τί ἤθελε κάμει; Ἤθελεν εἰπεῖ, μάλιστα λαμβάνω. Καὶ πῶς λοιπὸν, ὅταν εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ θὰ ἤμεθα συνταγματικοί, καὶ ὅταν ἀπουσιάζῃ πρέπει νὰ ἤμεθα ἀπόλυτοι; Ἐδῶ παρακαλῶ νὰ διδαχθῆτε ἀπὸ τὰς διαχειρήσεις ἐπὶ 6 μῆνας ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ὅπως σᾶς παρετήρησα, δὶς ἐπαναλαμβάνετε τὸ τοιοῦτον· καὶ εἰς τὰ 1866 ὁ κ. Χρηστίδης ἐπὶ 6 μῆνας διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ἄνευ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ 1870. Λοιπὸν, ἂς μὴ θέλουν οἱ κύριοι νὰ καλύπτωνται ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου τοῦ Ἡγεμόνος, διότι, ὅπως καὶ πάλιν προηγουμένως σᾶς εἶπον, ὁ Ἡγεμὼν εἶναι ἀνεύθυνος, ἀλλὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοὶ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Ἡγεμόνος ἰσχύει ἂν δὲν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς θεωρία.
§61ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ παράδοξον εἶναι, κύριοι, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ κυβερνητικὸν σύστημά των, τὸ καθαρῶς ἀπόλυτον, ἐμόρφωσαν καὶ σύστημα ἐκθέσεων, ἁρμόζον εἰς δεσποτικὴν κυβέρνησιν. Εἴδετε ἔκθεσιν οἰκονομικὴν καὶ εἰς τὰ 1866 καὶ τώρα εἰς τὰ 1870 ἀπὸ τοὺς κυρίους αὐτοὺς ὑπουργοὺς πρὸς τὸν Βασιλέα. Αἱ ἐκθέσεις αὐταὶ βεβαίως δύνανται νὰ γίνουν πρὸς τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα εἰς πᾶσαν περίστασιν· ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις τῶν κυρίων αὐτῶν στεροῦνται πάσης ἀκριβείας, κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο εἰς ὡρισμένην ἡμέραν θέλω σᾶς ἀποδείξει ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, ἂν ὑπάρχουν τοιαῦτα, θέλω σᾶς ἀποδείξει αὐτὰς πάντοτε ἀπομεμακρυσμένας τῆς ἀληθείας· ἀλλὰ τοὺς συμφέρει νὰ τὰ παραστήσουν τὰ πράγματα ὅπως θέλουν. Καὶ θὰ ἀπορήσητε, ἂν εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, ὅπως πιστεύω νὰ γίνῃ, ἂν ἰδῆτε δύο ἐκθέσεις τοῦ κ. Χρηστίδου κατὰ τὰς ὁποίας εἰς μὲν τὴν εἴσοδον ἐν τῇ κυβερνήσει φέρει τὸν κατακλυσμὸν, χρεωκοπία, φωνάζει, μετὰ διοίκησιν δὲ 5 μηνῶν ἄνθη, ῥόδα, ἀφίνει περίσσευμα, ἐλάττωσιν δημοσίου χρέους, καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν του εἰς τὰ 1870 λέγει, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἶχεν ἔλλειμμα 2½ ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἐξερχόμενος τότε τῆς ἐξουσίας ἔλεγεν, ὅτι ἠλαττώθη κατὰ 2½ ἑκατομμύρια. Ἐννοεῖτε; 5 ἑκατομμύρια διαφορά! Τὰ ἔλεγεν αὐτὰ, διότι ἡ Βουλὴ ἀπουσίαζε, ποῖος ἤθελε τὸν ἐξελέγξει; (ψιθυρισμοί). Ὄχι, κ. Χρηστίδη, γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον πρέπει νὰ βεβαιοῦνται αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν συνισταμένην, νομίζω, ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ὁ νόμος ἠθέλησε πᾶν ὅ,τι γράφεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ βεβαιοῦται. Ἀλλὰ θὰ ἀπορήσητε, κύριοι, ὅτι εἶναι γέννημα τοῦ νοός του, διότι δυστυχῶς αὐτὰ τὰ δημόσια βιβλία δὲν εἶναι ἐνήμερα, καὶ δυστυχῶς δὲν ἐξελέγχονται ἀπ’ αὐτά. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, εἶναι συνέπεια τῶν τοιούτων εἰδῶν κυβερνήσεων, τῶν συγκροτουμένων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς καὶ μὴ ἐχουσῶν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς· διότι, βέβαια, τοιαύτας ἐκθέσεις δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Χρηστίδης. Ὁ κύριος Χρηστίδης εἶπεν, ὅτι ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, ἐνῷ ἡ πρωτοβουλία τοῦ σχηματισμοῦ τῆς κυβερνήσεως ἀνήκει εἰς ἄλλον, καὶ ἑπομένως ἄλλος ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς τὴν θέσιν του. Ἂν θέλῃ ὁ κύριος Χρηστίδης, καὶ τὸ θεωρῶ καὶ ἐγὼ πολὺ ὀρθὸν, ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ῥητὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ν’ ἀπαντήσῃ, ἂν ἡ διαχείρισις ἐπὶ πέντε μῆνας τῆς ἐξουσίας, ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἐγνώριζεν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ ταῦτα παρῃτήθη, στηρίζεται εἰς τὸ σύνταγμα ἢ ὄχι. Καὶ ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι τοῦ κυρίου Χατζίσκου καὶ τοῦ κυρίου Δαγρὲ οἱ λόγοι εἶναι γνώμη βουλευτῶν, ἐγὼ τὸ γενικεύω, προκαλῶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν συζήτησιν, ἐὰν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκτύπησε κακῶς εἰς τὰς ἀκοάς σας, τὸ προφερθὲν ἐκ μέρους τοῦ κ. Δαγρὲ καὶ τοῦ κ. Χατζίσκου, εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι. Ἐπιμένετε λοιπὸν νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Τὸ δέχομαι, ἐγὼ ἀναλαμβάνω καὶ θέτω οὕτω πως τὸ ζήτημα.
§62ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Χρηστίδης θὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν καὶ τὸ εὑρίσκω πολὺ φυσικόν, διότι θέλει νὰ ἦναι παρὼν καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης. Ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις ἂν δὲν παρευρεθῇ ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§64ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ συζητῶ.
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θέλετε, κύριε Χρηστίδη, διὰ νὰ μὴν παραπονῆσθε καὶ νὰ μὴν παραπονεθῇ καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι ἐξ ἐφόδου ἡ Βουλὴ προέβη εἰς μίαν ἀπόφασιν, θέλετε τὴν ἀναβολὴν, ἢ θέλετε νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος;
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὰ δὲν ἠμποροῦμεν!...
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα καὶ ἐγὼ τὸ εἶπον. Δὲν εἶναι γενναῖον, ἀπόντος τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, νὰ προβῶμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§68ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἄλλην Δευτέραν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεώπουλος.
§70ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δύω λέξεις.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρεῖτε, κ. Λεώπουλε;
§72ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω πρότασιν ὑπὲρ τοῦ κανονισμοῦ. Τί συζητοῦμεν τώρα;
§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἀκούσετε, θὰ κρίνητε.
§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιθυμοῦσα νὰ μάθω τώρα. Ἐγὼ ἦλθα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συζητήσω ἄλλα ἀντικείμενα, αἴφνης προβαίνομεν εἰς ἄλλο· καταλαμβάνετε ποῦ εὑρισκόμεθα;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι ὁ λόγος τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀπεριόριστος. Ὑπεκινήθη μία ἰδέα ἀπὸ τὸν κ. Δαγρὲ, ἀνεπτύχθη ἀπὸ ἄλλον βουλευτὴν, εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀναπτυχθῶσιν, ἕως ὅτου δὲν ἐγίνετο ἡ ἔνστασις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε τώρα. Ἐπροτείνατε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα, προτείνω ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, νὰ διατυπωθῇ διὰ προτάσεως ῥητῆς καὶ καθαρᾶς, καὶ αὐτὴ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· αὐτὸ εἶναι τὸ τακτικόν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγίνετο ἕως τώρα εἶναι ἄτακτον, εἶναι ἀκατανόητον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
§79ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὥρα ἀκόμη. Ὡμίλησε καὶ ἀπετάνθη εἰς ἐμέ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐζήτησα τὸν λόγον, τὸν ἔλαβον καὶ θὰ ὁμιλήσω. Ἔπειτα ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε λοιπόν· ὁ κ. Χρηστίδης ἀναλαμβάνει τὸν λόγον ὡς πρώην ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ δώσῃ λόγον, καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀκούσητε.
§81ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα καὶ πράγματι τὰ ἐμπέρδεψε ὅλα, καὶ ἔχει δίκαιον ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κρανιδίου νὰ μὴ ἠξεύρῃ περὶ τίνος πρόκειται, τί συζητοῦμεν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Παρνασίδος εἰς τὴν πορείαν του τὴν ῥαγδαίαν, νὰ τὴν ὀνομάσω οὕτω, μᾶς ἀνέφερε δύω συστήματα· τὸ ἓν λέγει, τὸ δέχομαι πλῆρες, τὸ συνταγματικόν. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λύῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν ἑνώνῃ, ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως. Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα πρωτοφανές. Συνεζητήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε τὴν γνώμην τὴν ἐδικήν μου ῥητῶς γεγραμμένην, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει ἐν πᾶσι καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ λεγόμενα προνόμια τῆς οὐσίας τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπαντᾷ, διότι εἶναι ὑπεύθυνος· λοιπὸν τί ζητεῖτε σήμερον περὶ συστημάτων; Ἔχετε κατηγορίαν ῥητὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου τούτου; Δὲν ἔπρεπε, λέγει, νὰ ἔλθητε εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀντισυνταγματικῶς.
§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ διαχειρισθῆτε, ὄχι ν’ ἀναλάβητε.
§83ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀφήσατε παρακαλῶ· τὸ ἐκατάλαβα, τὸ ἐννοῶ.
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἄλλο ἦτο δικαίωμα τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ νὰ διαχειρισθῆτε ἐπὶ πέντε μῆνας.
§85ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐπὶ δέκα, ἐπὶ τριάκοντα. Ὅταν, κύριοι, σᾶς εἶπον καὶ δὲν ἐπροσέξατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους ἔμεινε χηρεύουσα· διότι παρῃτήθη, οὐχὶ ἄλλος, ἀλλὰ ὁ πλειονοψηφῶν, καὶ δὲν ὑπῆρχον εἰμὴ μειονοψηφοῦντες, καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ πράξωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς λέγετε ἐχρειάζετο πάντοτε ἕνας καιρὸς, ἤγουν τρεῖς μῆνες, τέσσαρες μῆνες. Δὲν διαλύεται ἡ Βουλὴ ἀμέσως.
§86ΤΙΝΕΣ. Διατί;
§87ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Οὕτως ἐσκέφθην ἐγὼ καὶ δὲν ἔχω ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι δὲν δύνασαι νὰ κυβερνήσῃς μὴ ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως.
§88ΤΙΝΕΣ. Βουλῆς.
§89ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ Κυβερνήσῃς. Τί νὰ κάμνω λοιπόν; Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἤκουσε, δὲν ἠξεύρω ποῦ, διότι αὐτὸ μέσα εἰς τὰ γράμματα τὰ συνταγματικὰ δὲν εἶνε γεγραμμένον, καὶ ἐπειδὴ πολλάκις ἐδῶ ὁμιλοῦμεν συχνὰ πυκνὰ Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ, Κυβέρνησις Συνταγματικὴ, ἐγὼ τὰ ἔχω χαμένα, κύριοι, διότι μέσα εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἔχω ὑπογεγραμμένον, δὲν βλέπω πούποτε δύω εἰδῶν Κυβερνήσεις μίαν Κοινοβουλευτικὴν καὶ μίαν συνταγματικήν. Ἡ λέξις, ἢ μᾶλλον ἡ φράσις Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, μὲ ἀναγκάζει, νὰ κάμω καὶ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν· εἶναι μεταφυτευμένη παρ’ ἡμῖν, ἀπὸ μίαν ἄλλην ὁμοίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐπανελάμβανον εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, gouvernement parlementaire, χωρὶς ποτὲ νὰ τὴν ἐγκαινιάσωσιν παρ’ αὐτοῖς, διότι καὶ αὐτοὶ τὴν ἐδανείσθησαν ἀπὸ ἄλλον τόπον, ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, κύριοι, ὑπάρχει parlement. Τὸ parlement θέλει νὰ εἴπῃ Βουλὴ καὶ Γερουσία, εἶναι Κυβέρνησις· θέλετε νὰ σᾶς εἴπω κάτι τι περισσότερον; Εἶναι συνέλευσις διαρκὴς καὶ ὅ,τι πράττεται ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν εἰμπορεῖ νὰ πραχθῇ εἰς κἀνὲν ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου, προπάντων εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην, τῆς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν μέρος, διότι τὰ συντάγματα τὰ Ἠπειρωτικὰ εἶναι περιωρισμένα. Ἄκουε, κύριε Κεχαγιᾶ, ἀφοῦ μὲ ἐξέβαλες ἀπὸ τὸ σύστημά μου. Τὰ Ἠπειρωτικὰ συντάγματα εἶναι λίαν περιωρισμένα· εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἔχουν σύνταγμα, ἔχουν 3, 4, 5 πράξεις καὶ τὸν μέγαν Χάρτην, ὁ ὁποῖος δὲν λέγει τίποτε, διότι ἡ Βουλὴ τῆς Ἀγγλίας, τὸ parlement τῆς Ἀγγλίας, εἶναι, σᾶς εἶπον, Κυβέρνησις, συνέλευσις διαρκής. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, αὐτὸς τὸ ἠξεύρει· διότι, σᾶς εἶπον, εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρ’ ἡμῖν, κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ὁποίαν τὴν ἐννοοῦν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ὑπάρχει. Ἔχομεν τὸ σύνταγμά μας σαφέστατον καὶ καθαρώτατον καὶ ἐκεῖ δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν νὰ συμβουλευθῶμεν, καὶ νὰ πολιτευθῶμεν ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, μοῦ λέγει ὁ κύριος βουλευτής, πῶς ἦλθες εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐνῷ ἤξευρες, ὅτι δὲν ἔχεις πλειονοψηφίαν, καὶ τὸ ἀποδεικνύεις σήμερον, ὅτε ἐρχομένης τῆς Βουλῆς σὺ ἀποσύρεσαι. Ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἔπρεπε νὰ ἔλθω. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ κυβερνήσῃς μόνος σου, λέγεις, καὶ πῶς ἐδέχθης μέσα εἰς τὸ σύνταγμα, κύριε, τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἥτις λέγει· τρεῖς μῆνας εἰμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ ἡ Βουλή; Οἱ ἄλλοι ἐννέα μῆνες πῶς κυβερνῶνται; πρέπει νὰ ἔλθῃ λοιπὸν ἑκάστοτε ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλή; Μάλιστα· αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἔντιμε κύριε βουλευτὰ Παρνασίδος, πρέπει νὰ τὴν βάλῃς εἰς τὸ σύνταγμα.
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ......
§91ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ διακόπτῃς· νὰ τὴν βάλῃς εἰς τὸ σύνταγμα· διότι δὲν εἶναι. Εἰμπορεῖ νὰ διοικήσῃ ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ 9 ὁλοκλήρους μῆνας· εἰμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς ν’ ἀναβάλῃ καὶ ἐπὶ 40 ἡμέρας, εἰμπορεῖ καὶ ἔπειτα νὰ διακόψῃ τὴν Βουλήν, εἰμπορεῖ καὶ ἔπειτα νὰ τὴν διαλύσῃ. (θόρυβος) Παρακαλῶ.......
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι!
§93ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τότε, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπῆρχε κἀμμία πλειονοψηφία· δὲν ἦτο καιρὸς νὰ γίνῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Αἱ περιστάσεις δὲν τὸ ἐπέτρεπον. Ἐπιμένετε λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν χηρεύουσαν τὴν κυβέρνησιν; Ὄχι βεβαίως. Δὲν μὲ ὑποχρεοῖ λοιπὸν πούποτε τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μόνον εἶναι ὁ ὁδηγός, καὶ πρέπει νὰ ᾖνε ὁ ὁδηγὸς ὁλονέν. Πᾶσα λοιπὸν συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία.
§94ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σπουδαιοτάτη.
§95ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἔχετε νὰ ἐξελέγξητε· ἐπειδὴ εἴπατε, ὅτι ἐκάμαμεν ἐκθέσεις καὶ ἠξεύρω ποίας ἐκθέσεις λέγετε· τοῦ 66.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ αὐτὰς ἔτι περισσότερον.
§97ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι αὐταί· περὶ ἐκείνων λέγετε· λοιπὸν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασίδος ἦλθεν ὑπουργός, διατὶ δὲν τὰς ἐξήλεγχεν; Τὰς ἐξήλεγξεν καὶ ἔλαβε τὴν ἀπάντησίν του.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πότε ἤλθατε εἰς τὴν Βουλήν; Ἐγράφετε μόνον εἰς τὸν Ἐθνοφύλακα. Ἐδῶ, κατ’ ἀντιμωλίαν νὰ συζητήσωμεν, ὄχι νὰ λέγητε λόγια, νὰ γράφητε εἰς τὸν ἀέρα.
§99ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ ταράττεσθε. Ἐπειδὴ δὲν ἤμην ἐδῶ, σᾶς ἀπήντησα ἀλλοῦ.
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐδῶ.
§101ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ τύπος εἶναι ἓν βῆμα πράγματι. Τὸν καταφρονεῖτε· διότι σᾶς ἐτιμώρησε.
§102ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ ἐτιμώρησεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔγραφε ψεύματα καὶ θὰ σᾶς ἀποκαλέσω ψεύστην (θόρυβος).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε βουλευτά.
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀνακαλῶ· μοὶ ἐξέφυγεν· ἀλλὰ ἀναδέχομαι νὰ ἀποδείξω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐδημοσιεύσατε ψευδεῖς, μὴ συμφωνοῦντας μὲ τὰ δημόσια βιβλία.
§105ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἔχομεν βιβλία, τώρα λέγει νὰ τὸ ἀποδείξῃ μὲ τὰ βιβλία!
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σὲ ἐσύμφερε νὰ τὰ γράψῃς αὐτά. Ἐδῶ δὲν εἶναι ὅμως.
§107ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὲ ἐσὲ συζητῶ πέντε μιλιούνια χρόνια (ἱλαρότης). Ἐκρύφθητε, λέγει, ὄπισθεν τοῦ Ἡγεμόνος, εἶσθε δειλοὶ καὶ δὲν ἔρχεσθε νὰ δικαιολογηθῆτε. Ὄπισθεν τοῦ Ἡγεμόνος ποτὲ δὲν ἐστάθημεν ἡμεῖς, καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος εἴπομεν τὴν ἀλήθειαν καὶ μακρὰν τοῦ Ἡγεμόνος εἴπομεν τὴν ἀλήθειαν. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ποτὲ δὲν ἔκρυψα τὸ φρόνημά μου, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα καὶ ἂς ὁμολογήσουν, ὅσοι ἐνθυμοῦνται μίαν σειρὰν ἐτῶν, ἐὰν ἐπολιτεύθην νομίμως καὶ ἀκριβῶς. Ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος εἴπομεν τὰς ἀνάγκας μας καὶ ἐδέχθημεν, ἀφοῦ ἐκάμαμεν τὰς συμφωνίας μας, καὶ ἐδῶ εἴχομεν δίκαιον νὰ τὸ κάμωμεν. Ἐνεργήσαμεν λοιπὸν ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τώρα τὰς πράξεις μας, εἴμεθα ἕτοιμοι εἰς ὅ,τι θέλετε, εἴτε εἰς τὴν συνταγματικὴν, εἴτε εἰς τὴν λογιστικὴν, εἴτε εἰς τὴν οἰκονομικὴν, εἴτε εἰς τὴν πολιτικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, εἰς ὅ,τι θέλετε ν’ ἀπαντήσωμεν. Καμμία προθεσμία δὲν χρειάζεται, οὔτε Δευτέρα, οὔτε Τρίτη, οὔτε Τετάρτη. Ἐδῶ εἴμεθα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν.
§108ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ πάλιν ὑψώνω φωνὴν ὑπὲρ τοῦ κανονισμοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται περαιτέρω συζήτησις.
§109ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δύω λέξεις πρέπει νὰ εἴπω.
§110ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντιπρόσωπος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατεκρίθη ὡς ἀντικοινοβουλευτική, ἦλθε καὶ ἐξέθεσεν ἐν ὀλίγοις ἓν σύστημα πλῆρες· δὲν ἠθέλησεν εἰς τὸ στόμα του νὰ βάλῃ κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ ὁ κ. Χατζῖσκος εἴπαμεν Σύνταγμα. Σύνταγμα ἀπὸ σύνταγμα διαφέρει· ἄλλως ἐφαρμόζεται εἰς τὸν ἕνα τόπον, ἄλλως εἰς τὸν ἄλλον· ἄλλας ἀρχὰς καθιεροῖ τὸ ἓν, ἄλλας τὸ ἄλλο. Ὁ κ. Χρηστίδης ἀνέπτυξε σύστημα πλῆρες, ἀντιστρατευόμενον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὅλως κατὰ τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος. Πρέπει λοιπὸν νὰ συζητηθῇ. Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀναιρέσεως αὐτὰς τὰς ἰδέας τοῦ κυρίου Χρηστίδου.
§111ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σταθῆτε μίαν στιγμήν, σᾶς παρακαλῶ. Πράγματι ἕως τώρα ἐξηκολούθει ἓν ἀπ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγεται συναναστροφὴ πρὸς ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν, ἤδη ὅμως ἐπέρχεται πρότασις ῥητὴ ἐκ μέρους τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος κυρίου Κεχαγιᾶ, ζητοῦσα νὰ ταχθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν καὶ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς του, διὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ ἀναλυθοῦν ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν τώρα. Ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ εἰς ἄλλην ἡμέραν, ἐννοεῖ νὰ τὴν συζητήσῃ ἀμέσως; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ συζητηθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, τότε ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθεὶς θέλει νὰ ἀναπτύξῃ σήμερον, ὅπου δὲν πρόκειται νὰ ἔλθῃ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀναπτύσσονται εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν σήμερον ἀμέσως, τότε ἐννοῶ νὰ προβῶμεν.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ σήμερον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς τὸ εἴπῃ ἡ Βουλή. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἐὰν ἀναβάλωμεν, εἶναι πρότασις ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ νὰ παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ νὰ ἀπαντήσῃ· — δὲν ἐνθυμοῦμαι καλὰ τὴν πρότασιν· εἰπέτε, κ. Κεχαγιᾶ.
§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν ἡ διαχείρισις ἐπὶ πέντε μῆνας τῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη ἦτο κοινοβουλευτική, ναὶ ἢ ὄχι.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ἓν ζήτημα ὡρισμένον, τὸ ὁποῖον θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ συζητήσῃ ἀμέσως;
§117ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐλθὼν ἤκουσα, ὅτι γίνεται λόγος περὶ τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ Προεδρεύω· δὲν ἐκπλήττομαι δὲ ὅτι ἐκ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ ἐκ τῆς περιόδου ἐκείνης, οὐδεμίαν ἄλλην ἐντύπωσιν ἐκράτησαν τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἰς τὴν μνήμην των, παρὰ μόνον τὸ διατὶ εἰσήλθομεν εἰς τὰ πράγματα. Δὲν ἀπορῶ, λέγω, διότι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου εἶναι βεβαίως θέσις ὅλως ἐξαιρετικὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἦτο λίαν ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶσι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ κατακρίνουν καὶ νὰ καταδιώξουν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἦλθον ἄλλα προγενέστερα ὑπουργεῖα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπερεμάχησαν καὶ συνηγόρησαν καὶ κατεκόπησαν. Ἀλλὰ κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι περισσότερον γενναῖοι καὶ νὰ φείδωνται περισσότερον ἑαυτῶν. Ὁ βουλευόμενος πρέπει νὰ ᾖναι πάντοτε συνεπὴς ἐκτὸς ἐὰν πράξῃ τόσον βαρὺ ἔγκλημα, ὥστε νὰ αἰσθάνεται ὁ ἴδιος ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ σώζων τὴν τιμήν του· καὶ τότε προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ἢ ὅπου δήποτε ἄλλοθι ὀφείλει καὶ ἐκφράζει τὴν μετάνοιάν του, καὶ μόνον τότε δύναται ν’ ἀποσυρθῇ ἐντίμως ἀπὸ τῆς πρώτης γνώμης του, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης διαγωγῆς του. Ἀκούω μετ’ εὐχαριστήσεως, κύριοι, ὅτι πρόκειται νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ὅπως εἰδικῶς ἐξετασθῇ ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἰσῆλθε παραβιάζον τοὺς κοινοβουλευτικοὺς νόμους ἢ χωρὶς νὰ παραβιάσῃ αὐτούς· διότι κατὰ τὸ εὐρὺ ἐκεῖνο στάδιον τῆς συζητήσεως ἐλπίζω, ὅτι πολλαὶ ἀλήθειαι θὰ ἐπανέλθουν καὶ πάλιν εἰς τὸ μέσον, καὶ ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἐξ ὧν πάντες μὲν συζῶμεν ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ 1869, οἱ πλεῖστοι δὲ ἀπὸ τόσων ἐτῶν, καὶ διαχειριζόμεθα τὰς ὑποθέσεις τῆς πατρίδος μας, θέλομεν δώσει λόγον ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, μίαν φορὰν ἀκόμη θέλομεν δώσει λόγον ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ὁποίαν εὐθύνην φέρομεν, ὁποίαν εὐθύνην φέρομεν διὰ τὸ παρελθὸν, διὰ τὸ παρὸν, καὶ ὁποίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνομεν διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν δὲ ἔρχωμαι, κύριοι, νὰ κάμω παρατηρήσεις περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ μικροῦ ἀπαγγελλομένην ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασίδος, τὸ κάμνω μόνον καὶ μόνον, διότι ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι σοβαρὰ καὶ νὰ βαδίζῃ ἐντὸς τῶν ἕξεων καὶ ἐντὸς τῶν κοινοβουλευτικῶν ὁρίων.
§119ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν, κύριοι, λίαν εὐτυχῶς νὰ ζητῆται λόγος κατ’ ἐπερώτησιν βουλευτοῦ ἀπὸ τὰ παραιτούμενα ὑπουργεῖα, διατὶ παραιτήθησαν. Τὸ ἔθιμον τοῦτο εἶναι εὐαρεστότατον καὶ εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον ἡμῶν, διότι πολλάκις ἐφηρμόσθη καὶ σχεδὸν πάντοτε. Διὰ τοῦτο, κύριοι, γενομένης τοιαύτης ἐπερωτήσεως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Φθιώτιδος πρό τινων ἡμερῶν διὰ ποίους λόγους παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη, καὶ διὰ ποίους λόγους παρῃτήθη τὸ ἡμέτερον, εἶχον σκοπὸν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης νὰ δώσω λόγον προσερχόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως ὤφειλον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἐγκατελείφθη, ἐὰν ὄχι διὰ παντὸς ἀλλὰ προσκαίρως· δὲν ἐνόμισα δὲ νὰ διακόψω τὴν συζήτησιν ἥτις εἶχε λάβει ἄλλον χαρακτῆρα καὶ ἐπεδίωκεν ἄλλον σκοπόν. Ποτὲ ὅμως δὲν ἤκουσα ἐπερώτησιν τοιαύτην, «Νὰ δικαιολογήσῃς ἐὰν ἦλθες συνταγματικῶς ἢ δὲν ἦλθες συνταγματικῶς». Εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω λόγον τοιοῦτον· τὸ ἐπιθυμῶ καὶ εὐχαριστῶ τοὺς προτείναντας, λέγω ὅμως ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος δὲν εἶναι διόλου τρόπος κοινοβουλευτικός. Ἔθιμον τοιοῦτον, κύριοι, δὲν ἀπαντᾶται οὐδαμῶς εἰς κανὲν κοινοβούλιον· μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ τοιαῦτα ζητήματα, ὄχι ὁ βουλευτής. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον. Δέχομαι ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα, τὴν παρακαλῶ μάλιστα νὰ τὸ θέσῃ· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπολαμβάνῃ ὅ,τι ἐκπληροῖ ἁπλῶς τυπικὸν καθῆκον καὶ νὰ ὑπολαμβάνῃ ὅτι ἐπειδὴ ἕνας βουλευτὴς ἔκαμε τοιαύτην ἐπερώτησιν, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὴν δεχθῇ. Τὸ ζήτημα θὰ τεθῇ ὡς ζήτημα εἰδικὸν τῆς Βουλῆς· τουτέστι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καλέσῃ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο καὶ νὰ τοῦ ζητήσῃ λόγον διὰ τοιοῦτον θέμα· δύναται νὰ τοῦ εἴπῃ· δόσε λόγον ὅτι εἰσῆλθες ἀντικοινοβουλευτικῶς δηλ. παραβιάζον τοὺς νόμους, παραβιάζον τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα τῆς Ἑλλάδος· δὲν δύναται ὅμως ὁ βουλευτὴς ν’ ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἀλλὰ μόνον τὴν ἑτέραν «διὰ ποίους λόγους τὸ ὑπουργεῖον παρῃτήθη». Νὰ εἴπῃ δι’ ἁπλῆς ἐπερωτήσεως διὰ ποίους λόγους ἀπῆλθεν. Ἡ παραίτησις εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν ὑπουργούντων, ἀλλ’ ἡ πρόσκλησις εἰς τὰ πράγματα εἶναι πρᾶξις προκαλουμένη καὶ ἐπιτηρουμένη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως· οὔτε εἶναι πιστευτὸν νὰ ὑποθέσητε ὅτι ὑπουργὸς, προσκαλούμενος νὰ εἴπῃ διατὶ ἦλθε εἰς τὰ πράγματα δύναται νὰ ὁμιλήσῃ μόνον περὶ ἑαυτοῦ· θέλει ὁμιλήσει περὶ τοῦ Βασιλέως καὶ περὶ τῶν διατρεξάντων μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνου; νὰ ἐκφέρῃ μὲν τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ εἶναι πλῆρες τοῦ παραιτηθέντος δικαίωμα, νὰ ὁμιλήσῃ δὲ περὶ Βασιλέως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα· διότι ὑπάρχει ἀπέναντι αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸν Βασιλέα, μία τοιαύτη ὄρεξις ἐξαρτωμένη ἐκ μόνης τῆς ἁπλῆς θελήσεως ἑνὸς βουλευτοῦ ἤθελε φέρει ὑπὸ συζήτησιν πράγματα, τὰ ὁποῖα μόνον μετὰ ἀπόφασιν τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ ἔθνος Σώματος ἠμποροῦν νὰ τεθῶσιν ὑπὸ συζήτησιν καὶ νὰ συζητηθῶσιν ἀβλαβῶς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀποκρούω τὴν συζήτησιν ταύτην· καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν διατάξητε· ἀλλὰ σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν, ἵνα γνωρίσητε ὅτι, ὅ,τι διατάξατε, θὰ τὸ διετάξατε σεῖς, καὶ δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν. Ὅπως δ’ ἐὰν ἤθελεν ἡ πλειονοψηφία εἴπῃ εἰς τὸν Κ. Χατσῖσκον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπερωτήσῃ τὸ ὑπουργεῖον διατὶ παρῃτήθη; ὁ κ. Χατσῖσκος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι στερεῖται δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς αὐτὸν, ἀπαράλλακτα εἰς τὸν βουλευτὴν τὸν ἀπευθύναντα τὴν ἐπερώτησιν, ὅτι ὁ παραιτηθεὶς Ὑπουργὸς πρέπει νὰ δώσῃ λόγον, διατὶ ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν τοῦ Βασιλέως καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὰ πράγματα; ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ ἐγὼ θὰ τὸ ἀποφασίσω. Εἶμαι προθυμότατος νὰ εἴπω εἰς τὴν βουλὴν, διατὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἅμα ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἔλθει εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς προτείνει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ....
§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπρότεινα τὴν ἀναβολήν· ἂν ὁ Κ. Δεληγεώργης τὴν δέχεται, ἵνα μὴ μᾶς εἴπῃ, ὡς ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι ἐξ ἐφόδου ἐρχόμεθα νὰ ῥίψωμεν μομφὰς κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἐξαρτᾶται λοιπὸν ἀπὸ τὸν κύριον Δεληγεώργην, ἂν δέχηται τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ μελετήσῃ ἢ διὰ νὰ σκεφθῇ.
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, τί ζητεῖτε· διατὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν; ἢ πῶς διεχειρίσθη;
§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διατὶ διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ πέντε μῆνας ἀντικοινοβουλευτικῶς, κατ’ ἐμέ· καὶ θὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην, ὅπως ἐξηγηθῶ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπουργοὺς, νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν, ὑπεύθυνοι ὅμως διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος εἶναι οἱ ὑπουργοὶ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἔχει κῦρος, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ δικαίωμα αὐτοῦ ἦτο ὡσαύτως νὰ καλέσῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸν κ. Δεληγεώργην. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μία ἀπόλυτος Κυβέρνησις διαφέρει ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν ἔχει ἀνάγκην μόνον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἡγεμόνος, ἡ δὲ προσαπαιτεῖ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους· ἄνευ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ ἐγνώριζεν αὐτὸ ὁ Βασιλεύς.
§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πάλιν τὸν Βασιλέα. Συχνὰ, πυκνὰ ἀναφέρετε τὸ ἱερὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως! Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος· ὡς εἶπον δὲ προηγουμένως ὁ ἐλάχιστος τῶν ὑπαλλήλων διοριζόμενος ἐρωτᾶται, ἂν δέχηται τὴν θέσιν, πόσον μᾶλλον ἕνας πρωθυπουργὸς, προσκαλούμενος, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ δέχομαι ἢ δὲν δέχομαι; ἀνεδέχθης τὴν εὐθύνην, ὀφείλεις νὰ δώσῃς λόγον, ἂν διεχειρίσθης κοινοβουλευτικῶς τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ πέντε μῆνας. Ἠδύνασθε νὰ συμβουλεύσητε εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅταν ἐβλέπατε, ὅτι δὲν συμβιβάζεσθε μὲ τὴν ἀντιπροσωπείαν, τὴν διάλυσιν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης ὅτι θεωρεῖ συμφέρον εἰς τὴν ἐπικράτειαν τὸ νὰ διαλύωνται συχνὰ Βουλαὶ, διότι οὕτω παγιοῦται τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο. Ἔπρεπε νὰ εἴπητε εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅ,τι ἠθέλατε εἰπεῖ σήμερον, ἂν π. χ. ἐκαλεῖσθε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐργασθῆτε μὲ τὴν ὑπάρχουσαν Βουλὴν καὶ ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ· νὰ ἐνεργήσητε τὴν διάλυσιν καὶ νὰ φέρετε οὕτω Βουλὴν, ἥτις νὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι σπουδαῖον αὐτὸ, ἂς θέσῃ τὸ ζήτημα.
§128ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἠμπορῶ νὰ σιωπήσω μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ κ. Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς προσκαλούμενος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ δώσῃ λόγον, ἀφ’ ἑτέρου ἠξεύρετε τί λέγει; Προσέξετε καλὰ, συλλογισθῆτε ἂν πρέπῃ νὰ μοὶ ζητήσητε λόγον, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν, πρέπει νὰ σκεφθῇ ὡς σῶμα. Ἐγὼ, κύριοι, χαίρω πολὺ, διότι ἡ κοινωνία φωτίζεται τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ ἐγὼ ἐφωτίσθην ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης κηρύσεται ὀπαδὸς τοῦ συστήματος τοῦ κ. Χρηστίδου, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπεν, δὲν ἐννοεῖ τί ἐστὶ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ἀλλ’ ἐννοεῖ συνταγματικόν. Τὸ σύνταγμα ἡμῶν, κύριοι, δὲν ὁμοιάζει τῶν ἄλλων ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ μερικὰς πρωτοτύπους ἀρχὰς καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ταύτας παρεδέχετο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ὅστις εἶχε λάβει μέγα μέρος τότε, ἀλλὰ ἴσως τότε ἄλλα ἐπηρέαζον αὐτὸν καὶ ἄλλα σήμερον. Ἀναγκάζομαι νὰ τὸ παρατηρήσω, διότι μᾶς ἤλεγξεν εἰς ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν δυσανασχετῶν διὰ τὰς συνταγματικὰς ἀνωμαλίας· μᾶς εἶπεν ἤδη ὅτι οἱ βουλευόμενοι πρέπει νὰ ᾖναι συνεπεῖς, ἀλλ’ οἱ πολιτευόμενοι κύριε, Δεληγεώργη, τί πρέπει νὰ ᾖναι; Καὶ οἱ μεταβάλλοντες γνώμας καὶ ἰδέας σχετικῶς μὲ τὰς ἐποχὰς τοῦ χρόνου, καὶ μὲ τὰς φάσεις τῆς Σελήνης τί εἶναι; Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν καθιέρωσιν μιᾶς πρωτοτύπου ἀρχῆς, ἐν τῷ Πολιτεύματί μας συνετέλεσεν τὰ μάλιστα ὁ κύριος Δεληγεώργης, ποία εἶναι αὕτη; Τὸ πολίτευμα καθιέρωσε τὴν πρωτότυπον ἀρχὴν, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἐκ τοῦ λαοῦ ἀποῤῥέουν. Ἐρωτῶ τὸν πολύπειρον κύριον Χρηστίδην, τὸν πρὸ τριάκοντα ἐτῶν κηρυχθέντα συνταγματικὸν, τί σημαίνει αὐτὴ ἡ συνταγματικὴ ἀρχή; Ἢ θέλετε σύνταγμα ἁπλοῦν ὡς τῆς Πρωσσίας, τῆς Αὐστρίας, καὶ τὸ πρό τινος καιροῦ ὑπάρχον ἐν Γαλλίᾳ, ὅπερ ἔφερε τοὺς ἀγλαοὺς καρποὺς, οὓς βλέπετε, τὴν αἰχμαλωσίαν στρατῶν ὁλοκλήρων καὶ αὐτοκράτορος; θέλετε τοιοῦτον πολίτευμα εἰς τὴν πατρίδα σας; Ὁ κύριος Δεληγεώργης ὤφειλε νὰ ἐξηγηθῇ εὐκρινέστερον· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω καὶ νὰ τῷ παρατηρήσω κατὰ συνείδησιν, ὅτι δὲν στέκει νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τοιαῦτα τοιαῦτα πράγματα, ἅτινα ἐξέφερον ἄλλοι οὓς ἀπεδοκίμασεν. Ἠδυνάμην ν’ ἀκούσω τὸ τοιοῦτον ἀπὸ τὸν κύριον Χρηστίδην, ὁ ὁποῖος σήμερον ἠθέλησε δικαιολογούμενος νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ἐρειδόμενος ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας ἔφερον τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν. Ὁ κύριος Χρηστίδης μὲ ἠδίκησε, διότι εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἦτο πανίσχυρος, καθ’ ἣν ἔδενε καὶ ἔλυε, καὶ καθ’ ἣν πᾶσα πρότασις ἐναντίον γνώμης ὑπουργοῦ ἐθεωρεῖτο ἀπόγνωσις, μὲ ἐγνώρισε, δὲν ἔστεκεν ὡσαύτως εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην, ὁ ὁποῖος εἶπε πέρυσι πρὸς κυβέρνησιν, ἐρειδομένην ἐπὶ μεγάλης πλειονοψηφίας «σᾶς ἠνέχθην», καὶ λέγων τοῦτο δὲν ἀδικῶ τὸν κύριον Δεληγεώργην διὰ τὴν ἐγωϊστικήν του αὐτὴν ἔκφρασιν. Τότε ἦτο ἀπόῤῥοια τῶν πεποιθήσεών του, διότι ἐφρόνει κοινοβουλευτικῶς, καὶ τὸ εἶπεν ἐρειδόμενος ἐπὶ τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας διέθετε ἐν τῇ Βουλῇ. Σήμερον τί σᾶς λέγει; μὴ φέρετε ὑπὸ συζήτησιν τὸν διορισμόν μου ὡς ὑπουργοῦ, διότι οὕτω φέρετε εἰς συζήτησιν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἡγεμόνος καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, καὶ διακρίνων τὸν διορισμὸν ἀπὸ τὴν παραίτησιν εἶπεν, δικαίωμα ἔχετε νὰ μάθετε τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ παραιτηθῶ· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ὁμιλήσω περὶ Ἡγεμόνος. Μᾶς ἔσεισε πάλιν τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως, δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῇς, κύριε Δεληγεώργη, ὅτι οὐδὲν μυστικὸν ὑπάρχει διὰ τὸν δημόσιον ἄνθρωπον, ὁ διαχειριζόμενος τὰ κοινὰ ὑπὸ πολίτευμα συνταγματικόν, τίποτε δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μυστικὸν, καὶ δὲν σᾶς εἶναι συγχωρημένον νὰ ἔρχεσθε ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, νὰ λέγετε, ὅτι δὲν ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσετε τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως. Τὸ ἔθνος γνωρίζει, ὅτι ὅταν ἤλθατε εἰς τὴν ἐξουσίαν διεδώσατε ὅτι ἐσυμφωνήσατε μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐστείλατε πράκτορας εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως προκαλέσουν αὐτόσε συνδυασμοὺς βουλευτικούς. Εἶναι συνταγματικὰ αὐτά; Εἶναι πρᾶξις πολιτευομένων συνεχῶς; ἤλθατε, παρήλθατε, διεχειρίσθητε τὴν ἐξουσίαν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους, τῶν ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἠθέλατε νὰ ἐφαρμόσητε καὶ καθιερώσητε, διότι καὶ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας δὲν ἐδημοσιεύσατε κανὲν σύστημα, ὅπως ἐπαναλαμβάνατε διὰ τῶν ὀργάνων σας, ἀναμορφωτικὸν, ἀπεπειράθητε νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν τὴν διελύσατε καὶ ἐξηντλήσατε τὴν ὑπομονὴν τοῦ Ἡγεμόνος, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἵνα μείνετε περισσότερον χρόνον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· σήμερον μᾶς λέγετε μὴ ζητῆτε λόγον, διότι εἰς τὴν συζήτησιν ὑπάρχουν ἡγεμονικὰ δικαιώματα καὶ θὰ φέρωμεν ταῦτα εἰς συζήτησιν, καὶ λέγει ταῦτα ποῖος; ὁ κύριος Δεληγεώργης ὁ συνεπῶς πολιτευόμενος! Ἂν τοῦτο ᾖναι συνέπεια πολιτικὴ ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν σας καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, ὀφείλετε δὲ λόγον, ἐὰν ἦσθε συνεπεῖς, ὄχι μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἔθνος· ὀφείλετε νὰ δικαιολογηθῆτε. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν ἀνακάλυψιν αὐτὴν περὶ ὑμῶν, διότι δὲν ἤλπιζον νὰ ἴδω τοιαύτην ἀσυνέπειαν ἀπὸ τὸν νέον πολιτικὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἡ νέα γεννεὰ ἀπέβλεπε καὶ πολλὰ παρ’ αὐτοῦ ἤλπιζε.
§129ΑΘΑΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μίληση. Ἡ συζήτησις μέχρι τοῦδε σχεδὸν ἐγένετο ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ὅταν ἐφέρθη πρότασις ἀπὸ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, διὰ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ῥητὴ, ἵνα συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις, νομίζω, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις ἦτο περιττὴ, περιττὴ δὲ καὶ ἡ γνωμοδότησις τῆς Βουλῆς, διότι ῥητῶς ὁ κανονισμὸς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον, νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ποίαν ἡμέραν θέλει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἂς παύσῃ λοιπὸν ἡ περαιτέρω συζήτησις, καὶ ἂς ὁρισθῇ ἡμέρα, ἵνα ἤμεθα ἐν γνώσει, διότι θὰ λάβωσι καὶ ἄλλοι τὸν λόγον, καὶ δὲν θὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις μόνον εἰς τοὺς δύω ἢ τρεῖς, οἵτινες ὡμίλησαν, διότι ἐγὼ π. χ. ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι ὁ κύριος Χρηστίδης εἶχε δικαίωμα νὰ γίνῃ ὑπουργὸς, διότι ἐλήφθη ἐκ τῆς πλειονοψηφίας.
§130ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν μου, ὅτε εἶπον περὶ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, καλῶς ἦλθε, τὸ εἶπον ὡς χαιρετισμόν.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς εἶπεν ὁμιλῶν, ὅτι ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν, ὑποθέτων, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ ἑτοιμασθῶ, εἴτε νὰ σκεφθῶ· χρεωστῶ λοιπὸν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ζητῶ ἀναβολὴν, καὶ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω λόγον περὶ οἱουδήποτε ζητήματος, ἀφορῶντος τὰς πράξεις μου. Καὶ περὶ αὐτῆς τῆς προσελεύσεώς μου εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ διατάξῃ. Περὶ τῆς παραιτήσεώς μου σᾶς εἶπον ὅτι εἶχον σκοπὸν κατὰ μίαν τῶν συνεδριάσεων νὰ κάμω λόγον, ὡς πρὸς δὲ τὴν προσέλευσίν μου, εἶμαι πρόθυμος, ἅμα ἡ Βουλὴ τὸ διατάξῃ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ ἀναβολήν· εἶμαι προθυμώτατος νὰ δώσω λόγον ἀμέσως.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ταχθῇ ῥητὴ ἡμέρα;
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν λοιπὸν ὁρίζει ὁ κ. Κεχαγιᾶς;
§135ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν εἰκοστὴν πρώτην.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν 21 Νοεμβρίου νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἔχομεν ἀναφοράς. Μίαν τῶν κατοίκων Τριφυλίας, οἱ ὁποῖοι ἐξαιτοῦνται, τὰ κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν διαπραχθέντα ἐκεῖ ἐγκλήματα, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πολιτικά.
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ, δύω νέων στενογράφων.
§139ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§140ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰπέτε μας μόνον τὴν περίληψιν. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορὰ δύο νέων στενογράφων ἐξαιτουμένων νὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς στενογράφοι).
§141ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε πέρυσι, εἰς μίαν συνεδρίασιν, πόσος ἐκτεταμένος λόγος ἐγένετο περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, προκληθεὶς, ἐκ μέρους τοῦ ἐντίμου Προέδρου, ὅπως ἔχωμεν ἐγκαίρως τὰ ξενογραφημένα καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἡ βουλὴ τότε ἐπεψήφισε πίστωσιν καὶ ἔδωσε τὴν ἄδειαν εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅπως ἐπαυξήσῃ τὸ προσωπικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Μ’ ὅλον τοῦτο εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1871 καὶ τὰ ξενογραφημένα πρακτικὰ τοῦ 1868 οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔλαβε, διότι δὲν ἐξετυπώθησαν. Τώρα ἐρωτῶ ὑμᾶς νὰ μᾶς εἴπητε, πρὸς τί χρειάζεται τὸ ἔξοδον αὐτὸ; ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὴ ἡ ὑπηρεσία τῶν στενογράφων· διότι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον παρεδέχθημεν ἐν τῇ συνελεύσει τὴν ὕπαρξιν στενογραφίας ἦτο νὰ ἔχωμεν τὰ πρακτικὰ ἐγκαίρως, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐξέλιπε, διότι παρῆλθον τέσσαρα ἔτη, καὶ δὲν ἔχομεν τὰ στενογραφήματα τοῦ 1868. Τὸ Προεδρεῖον λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὀφείλει πρῶτον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν τύπωσιν τῶν ἐναπολειπομένων στενογραφημένων πρακτικῶν, καὶ δεύτερον, ἂν νομίζῃ ὅτι τὸ προσωπικὸν, τόσον τῶν ξενογράφων, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ὅπως ἔχωμεν ἐγκαίρως τὰ ξενογραφημένα πρακτικὰ, νὰ προτείνῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν εἰς τὴν βουλὴν διὰ νὰ τῷ χορηγηθῇ, διότι τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ πρὸ πάντων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδίδωνται, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ὅπως διαφωτίζεται ἡ κοινωνία καὶ οἱ ἐντολεῖς μας, περὶ τῶν λόγων καὶ περὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐνεργοῦμεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἂν δὲ τοῦτο δὲν ἐκπληρωθῇ, νομίζω ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἔχωμεν ἔξοδα διὰ στενογράφους, καὶ τόσους ἄλλους ὑπαλλήλους. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ἂν ᾖναι ἀναγκαία ἡ προσθήκη αὐτῶν τῶν ξενογράφων νὰ τοὺς προσθέσῃ· καὶ εἶναι ἀναγκαία, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἔχομεν παρὰ τοὺς πέντε αὐτοὺς στενογράφους, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν ὡς ἄνθρωποι νὰ λείψουν δι’ ὁποιονδήποτε λόγον. Ποῦ λοιπὸν θὰ ἔχωμεν στενογράφους, ἵνα ἀναπληρώσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας; διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν ἀναφοράν, καὶ φέρω τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἂν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ἕως τώρα δὲν ἐτυποῦντο ἐγκαίρως, ἡ ἔλλειψις δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἀλλὰ ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον, εἴτε διότι δὲν εἶχε ἱκανοὺς ἐργάτας, εἴτε διότι οἱ ὑπάρχοντες δὲν εἰργάζοντο, ἐβράδυνεν ἡ ἐργασία. Τὴν πρώτην ἡμέραν καθ’ ἣν ἐσυστήθη τὸ Προεδρεῖον, ἠρώτησα τοὺς στενογράφους, ἂν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν, ὅπως ἐγκαίρως τὴν ἐπιοῦσαν ἐκτυποῦνται τὰ πρακτικὰ, καὶ αὐτοὶ τὸ ἀνεδέχθησαν. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι καλὴ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Πετιμεζᾶ νὰ προσληφθῶσι καὶ μαθητευόμενοι, ὅπως προετοιμασθῶσιν εἰς τὴν τέχνην, ἀλλὰ καθόσον ἀποβλέπει τοὺς ὑπάρχοντας στενογράφους, δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἀποδώσω καμμίαν ἔλλειψιν. Ἓν ἀδίκημα συμβαίνει εἰς ἕνα ἐκ τῶν στενογράφων, ὁ ὁποῖος ἔχει μισθοδοσίαν ὀλιγωτέραν τῶν ἄλλων, ἐνῷ ἔχει καὶ ἐπιμέλειαν καὶ ἱκανότητα ὡς οἱ ἄλλοι.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διορθωθῇ.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τύπωσιν τῶν πρακτικῶν τὸ Προεδρεῖον ἐζήτησε νὰ λάβῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον ἵνα τῷ παρέξῃ πάσας τὰς εὐκολίας ὅπως τὴν ἐπιοῦσαν ἐκτυποῦνται. Παρὰ τὰς πρώτας προτάσεις του τὸ Τυπογραφεῖον μᾶς παρουσίασεν ἤδη καὶ ἄλλας, ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς βοηθήσῃ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.
§145ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ κάμωμεν ἀπὸ ἀλλοῦ οἰκονομίας, ἔχομεν περιττοὺς κλητῆρας καὶ ὑπαλλήλους εἰς τὴν βιβλιοθήκην.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς στενογράφους, δὲν ἔχομεν ποσῶς ἀφορμὴν νὰ παραπονούμεθα. Ἂν δὲν φροντίσωμεν ὅμως ἤδη νὰ ἐκτυπῶνται ἐγκαίρως τὰ στενογραφήματα, καὶ ἂν ἀφήσωμεν νὰ παρέλθωσιν ἓξ ὀκτὼ συνεδριάσεις θὰ πάθωμεν τὰ τοῦ 1868.
§147ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ καὶ ἕτερον πρᾶγμα, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸν κανονισμόν μας ἀπαγορεύεται ῥητῶς ὁ γραπτὸς λόγος, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ κανονισμοῦ, δὲν ἐκπληροῦται, κύριε πρόεδρε, διότι πολλάκις ἀνέγνωσα εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπηγγέλθησαν ποσῶς ἐντὸς τῆς βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως μετὰ τὴν μεταγραφὴν τῶν στενογραφημάτων, γίνωνται διορθώσεις μέν τινες ἐπὶ τῶν λόγων, διότι ἐνδεχόμενον νὰ λείπῃ καμμία λέξις, ἢ ἡ σύνταξις νὰ μὴν ᾖναι ὀρθὴ, ἀλλ’ ὄχι ὅμως νὰ μεταβάλλεται καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ λόγος. Πολλάκις, κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα λόγους ἐντὸς τῆς βουλῆς, καὶ μετὰ ταῦτα τοὺς ἀνέγνωσα εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ καὶ εἶδον πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβον χώραν, διότι ηὗρον π. χ. «εὖγε» «χειροκροτήματα πανταχόθεν δεξιὰ καὶ ἀριστερά.» Πρέπει λοιπὸν τὰ στενογραφήματα ν’ ἀντιπροσωπεύωσι καθαρῶς τὰς συζητήσεις, ὅπως γίνονται, διότι, ὅπως μετὰ ταῦτα μεταβάλλονται, δὲν εἶναι ἡ καθαρὰ συζήτησις, καὶ παραβιάζεται τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, διότι ὁ λόγος γίνεται γραπτὸς ὄχι ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι ἀναβαίνω εἰς τὸ βῆμα καὶ κάμνω ἕνα λόγον, κατόπιν τὸν διορθόνω, τυποῦται, καὶ φαίνομαι ὅτι εἶμαι καὶ τοῦ Ἰσοκράτους δεινότερος ῥήτωρ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι αἱ διορθώσεις πρέπει νὰ γίνωνται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ γραφείου, καὶ μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅπως τυπόνωνται ἐγκαίρως τὰ πρακτικὰ καὶ ἀναγινώσκωνται, ὅτε εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐνθυμώμεθα, τί εἶπεν ἕκαστος, καὶ οὕτως ἂν ὁ ὑπάλληλος ἔλλειψεν ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸν κάμωμεν προσεκτικώτερον.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐγίνετο δὲν ἠξεύρω, ἰδοὺ τί γίνεται, καὶ τί θὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐπειδὴ οἱ λόγοι πρέπει νὰ τυπόνωνται ἐγκαίρως, πρέπει οἱ ῥήτορες νὰ προσέρχωνται εἰς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον καὶ διορθόνουν ἀμέσως τοὺς λόγους των ὡς πρὸς τὸ λεκτικόν. Παρηγγέλθησαν δὲ αὐστηρῶς οἱ στενογράφοι νὰ μὴ ἐπιτρέπουν καμμίαν ἀλλοίωσιν τῶν στενογραφημάτων· τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γνωρίζωσι καὶ οἱ ἀγορεύοντες ὅτι εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς.
§149ΤΙΝΕΣ. Νὰ φέρῃ τὸ προεδρεῖον τὴν γνώμην του.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§151ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπήν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βακαλόπουλος θὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον.
§153ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί! Πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤκουσα καὶ ὑπουργοὺς καὶ βουλευτὰς δίδοντας εἰς ὑποβαλλόμενα ὑπ’ αὐτῶν νομοσχέδια ὅλην τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ νῦν ἐπιζητῶ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἅπασαι αἱ προκύψασαι ὠφέλειαι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν περιορίζονται ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἓν νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τῆς παιδείας καὶ τῆς ἐκκλησίας ἀφορᾷ τὸ συμφέρον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους· διότι ἡ μὲν ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα, ἡ δὲ παιδεία ἡ τροφή. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ὑποβάλλω τέσσαρα νομοσχέδια περὶ ἐκπαιδεύσεως συνδεόμενα ἀπὸ ἔκθεσιν, ἥτις ἐμπεριέχει τοὺς λόγους, δι’ οὓς συνετάχθησαν τὰ νομοσχέδια αὐτά.
§154ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν.
§155ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι κἄπως ἐξαιρετικὴ ἡ θέσις μου, κύριοι, διότι καὶ ἐξαιρετικὸν καθῆκον ἴδιον εἰς ἐμὲ μ’ ἀναγκάζει ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἡ τελευταία ἔσχε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ περὶ τῶν φυτειῶν· ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις ἀπεφάσισαν τὴν διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς, περὶ φυτειῶν ὅμως δὲν ἠξεύρω ἂν ἐμερίμνησαν, ἀλλ’ ἰδίως ἡ τελευταία Συνέλευσις δὲν διετύπωσεν ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, διετύπωσε πρότασιν νόμου, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι εἰσηγητὴς υἱοθετῶ τὴν πρότασιν αὐτὴν τῆς πρωτοβουλίας τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν εἰσαγάγω σήμερον. Ἐγένετο λόγος τότε περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ τότε καθὼς πάντοτε ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ γίνῃ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ καὶ διατυπώσῃ μίαν γνώμην. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω μέρος, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει διωρίσθην εἰσηγητής. Εἰσήχθη ὁ νόμος αὐτὸς, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐπελθόντων πολλῶν καὶ σπουδαίων ζητημάτων ἔμεινε. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀκούσητε τὸ νομοσχέδιον.
§156ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§157ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, διότι θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐν πρώτοις ἀναγινώσκεται· καὶ οὐ μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ γίνεται καὶ μικρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται.
§158ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§159ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον. — Σᾶς λέγω τοῦτο ὅμως, ὅτι ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως εἶναι διάθεσις τῆς ἐθνικῆς γῆς· ἡ δὲ γνώμη τῆς Συνελεύσεως εἶναι διανομὴ, πρᾶγμα πάντη ἄλλο, διότι ἡ διάθεσις διαφέρει πολὺ τῆς διανομῆς· καὶ κατ’ ἐμὲ ἤδη εἶναι ἀποφασισμένον, ὅτι διανομὴ ὀφείλει νὰ γίνῃ καὶ ὄχι διάθεσις, καὶ σεῖς δὲν ἔχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλητε αὐτό· διότι εἶναι ζήτημα ἰδιοκτησίας, διότι ἡ ἰδιοκτησία αὕτη σήμερον, κύριοι, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, εἰς τὸ κράτος, ἀλλ’ εἰς ἕνα ἕκαστον, καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία εἶναι μία ἐκ τῶν ὑπάτων ἐξουσιῶν, ὑπάτη ἀρχὴ, δὲν εἶναι ἐξουσία δυναμένη νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ τῶν ἀπολύτων δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ὅτι ἡ διανομὴ τῆς γῆς εἶναι ἀποφασισμένη καὶ πρόκειται μόνον περὶ τούτου νὰ λάβῃ ἕκαστος ἓν τεμάχιον, ἓν μέρος, αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον. Αὐτὴ ὅμως ἡ γῆ εἶναι χρεωμένη μὲ διακόσια πενῆντα ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἔγειναν ἑκατὸν, διακόσια. Λοιπὸν λαμβάνετε πρόνοιαν περὶ τοῦ χρέους αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ τὸ χρέος αὐτὸ εἶναι πάγιον, ἀπέναντι τοῦ παγίου αὐτοῦ χρέους ὁρίζονται καὶ πάγιαι δόσεις, ἑπομένως ἡ διανομὴ τῆς γῆς γίνεται εἰς πάντας τοὺς ἕλληνας, ἀλλὰ μέχρι ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν αὐτῶν. Κύριοι, θὰ εἴπητε, πῶς θὰ γίνῃ ἡ διανομή; Ἡ δικονομία τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἔχει λελυμένον, ἐὰν δὲν ἀρκῇ τὸ πρᾶγμα, ἀρκεῖ ἡ ἀξία· διανομὴ λοιπὸν τῆς ἐθνικῆς γῆς θέλει γίνει διὰ γραμματίων, εἴκοσι στρεμμάτων γῆς διὰ πάντα ἕλληνα· καὶ ἕκαστος ἐπὶ τῆς γῆς, ἣν ἔχει ἢ εὑρίσκει, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἕκαστος ἕλλην εἶναι κύριος ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ ἑπομένως ἄξιος κατὰ τὴν ἀξίαν νὰ λάβῃ ἓν μέρος (ἀναγινώσκει) τὸ 1ον ἄρθρον, κύριοι, δὲν εἰμπορεῖ νὰ μένῃ ὅπως ἔχῃ, διότι ἐμπεριλαμβάνονται οἱ ἑπτανήσιοι ἐν αὐτῷ· ἰδοὺ ποία ἰδέα ὑπηγόρευσε τότε, ὥστε εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἑπτανήσιοι· ἡ ἕνωσις εἶχε γίνει κατ’ ἀρχὴν, ἀλλ’ οἱ πληρεξούσιοι τῆς ἑπτανήσου δὲν εἶχον ἔλθη, ἔγεινε μέγα ζήτημα ἐὰν ἡμεῖς πρὶν ἔλθωσι καὶ καθήσωσιν εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα δόσωμεν δικαίωμα εἰς αὐτοὺς, αὐτοὶ δὲ δὲν δεχθῶσι τὸ ὑπέρογκον χρέος, ὅπερ ἔχει ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς. Τί ἐγένετο; ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ συνετάχθη τὸ πρῶτον ἄρθρον, εἰς ὃ βεβαίως ἀντιτάσσομαι καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου, διότι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγένετο ἡ παράλειψις δὲν ὑφίσταται ἤδη, διότι ἐγένετο ἀφομοίωσις ἐντελὴς καὶ πλήρης. Ἡ αὐτὴ πρότασις τῆς συνελεύσεως προνοεῖ περὶ τῶν φυτειῶν κατὰ τρόπον ἁπλούστατον καὶ ἐν τῇ αὐτῇ προτάσει θεραπεύεται καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ προσθέσω καὶ μερικὰς τροποποιήσεις· διότι ἰδοὺ τί λέγει ὁ πολίτης ὅστις κατέχει γραμμάτια, δύναται νὰ τὰ ἐκπληρώσῃ καὶ οὕτω λύεται καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα. Παραδεχόμεθα ὅμως ἐδῶ ὅτι τέσσαρα γραμμάτια χρειάζονται καὶ ὄχι ἓν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν, καὶ ὑποστηρίζω ὅτι ἡ γῆ θὰ ᾖναι τετραπλασίως βεβαρυμένη. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν σπουδαίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδοὺ διατὶ, διότι τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν εἶναι οὔτε οἰκονομικὸν οὔτε διοικητικὸν, οὔτε πολιτικὸν, καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐθνικόν.
§160ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἐθνικὸν, εἶναι τὸ ἐθνικώτερον ὅλων.
§161ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐννοῶ ὅτι εἶναι κοινωνικὸν ζήτημα, διότι ἀφορᾷ τὴν ἐξουσίαν τὴν βάσιν τῆς κοινωνίας· διατὶ εἶναι σπουδαῖον, διότι πάντα τ’ ἄλλα εἶναι μεταβατικά· ὅλα οἰκονομοῦνται ἐὰν γίνῃ λάθος, διότι ὅτι προκύπτει διὰ τοῦ νόμου, διὰ τοῦ νόμου πάλιν θεραπεύεται. Αἱ κοινωνικαὶ ὅμως βάσεις δὲν θεραπεύονται. Ὥστε εἶχε κἄποιον δίκαιον ὁ φίλος μου Κ. Κατσικαπῆς, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ ὅτι εἶναι ἐξόχως ἐθνικὸν ζήτημα αὐτὸ, διότι ἀφορᾷ τὰ αἰώνια τοῦ ἔθνους συμφέροντα· λοιπὸν ἰδοὺ διατὶ ἔκαμα αὐτὴν τὴν προσθήκην, διότι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ συζητηθῇ διαφορετικά. 1) Δὲν εἰμπορεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὔτε πολιτικὴ χροιὰ, οὔτε ὑπουργικὴ, οὔτε ἀντιπολίτευσις, οὔτε οὐδεὶς χρωματισμὸς ὅταν πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας. 2) Λέγω ὅτι πρέπει ἡ προεπεξεργασία τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ μὴ γίνῃ ὅπως γίνεται σήμερον· ἐσκέφθην νὰ φέρω πρότασιν, ἥτις νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὴν συζήτησιν παντὸς νομοσχεδίου ὁμοίου μὲ τὸ παρὸν, διότι ἐγὼ νομίζω ὅπως συζητοῦμεν τοὺς νόμους ἐν τῇ Βουλῇ δὲν κάμνομεν παρὰ μόνον συζήτησιν καὶ ψήφισιν· διάσκεψις δὲν γίνεται ἡ διάσκεψις ἔχει μέγαν καὶ κύριον σκοπὸν, ἐν τῇ διασκέψει ἕκαστος πρέπει νὰ φέρῃ τὴν ψῆφόν του πρῶτον συμβουλευτικὴν, καὶ ἔπειτα ἀποφασιστικὴν αὐτὸ γίνεται εἰς τὰ δικαστήρια· ἐδῶ τί γίνεται; ὁ λέγων λέγει πολλὰ, οἱ ἀκούοντες ἀκούουν, καὶ ἔπειτα ἕκαστος ψηφίζει· ἡ διάσκεψις δὲν λαμβάνει χώραν. Τὸ σπουδαιότερον πάντων δὲν εἶναι ἡ συζήτησις, εἶναι ἡ διάσκεψις, διότι ὁ δικαστὴς ἀφοῦ πρῶτον φέρει ψήφους συμβουλευτικοὺς ἐν τῇ διασκέψει, ἔπειτα ἀποφασίζει, τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται καὶ παρ’ ἡμῖν· πρέπει νὰ ληφθῇ σπουδαῖα σκέψις περὶ διασκέψεως, καὶ πρὸ πάντων διότι δὲν ἔχομεν καὶ δεύτερον Σῶμα τὴν γερουσίαν ὅπου νὰ δύναται ν’ ἀναθεωρηθῇ ὁ νόμος, λέγω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου, ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπῶν, δὲν εἶναι τὸ κατάληλον· διότι ἐκεῖ σκέπτονται δύο ἢ τρεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἔρχεται ἐξ ἐφόδου καὶ τελειώνει τὸ ζήτημα, ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει διὰ νόμους περὶ ἰδιοκτησίας, δι’ ἄλλους νόμους κατεπείγοντας δὲν θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον, καὶ δι’ ἄλλα σπουδαῖα ζητήματα ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὰ τμήματα, καὶ πάντες οἱ βουλευταὶ νὰ δύνανται νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των, τώρα τί συμβαίνει κύριοι; Μόνον οἱ λέγοντες ἐκφράζουσι γνώμην, ἡ γνώμη πάντοτε λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἄπειροι πεῖραι ἐντὸς τῆς Βουλῆς μένουσιν ἄγονοι, διότι οἱ ἔχοντες αὐτὰς δὲν ἔχουν τρόπον πῶς νὰ ἐκφράσουν τὰς ἰδέας των, ὁ ἔχων ἀσθενῆ λόγον ἢ μὴ ἔχων τόλμην, δὲν ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, τί συμβαίνει λοιπόν; Ἡ πολύτιμος αὐτὴ πεῖρα, καὶ αἱ γνώσεις αὐτοῦ μένουσιν ἄγνωστοι.
§162ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἔχει ψῆφον; ἐκφράζεται τὴν ἰδέαν του διὰ τῆς ψήφου.
§163ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θέλω νὰ φωτίσῃ καὶ ἐμέ, καθὼς καὶ ἐγὼ ἀναλαμβάνω εὐθύνην ἀγορεύων, ἔχω δικαίωμα καὶ ἐγὼ νὰ μὲ φωτίσῃ καὶ ὁ ἄλλος. Ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν οἱ λέγοντες ἢ οἱ μὴ λέγοντες εἶναι ἐμπειρότεροι, εἶναι ζήτημα ἐὰν πρέπῃ νὰ ᾖναι ὑπὲρ τῶν λαλούντων, ἐγὼ μάλιστα κρίνω περισσότερον νὰ πιστεύσω ὅτι μείζων πεῖρα μένει κεκρυμμένη, καὶ δὲν ὑπάρχει τόπος νὰ ἐκδηλωθῇ, μόνον διότι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ σύστημα. Λέγω λοιπὸν ὅτι οἱ σπουδαιότεροι νόμοι πρέπει νὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὰ τμήματα, ἵνα ἕκαστος βουλευτὴς, δυνάμενος λέγειν ἢ μὴ, ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του, καὶ οὕτω σχηματίζεται ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ κοινὴ πεποίθησις. Κύριοι, δὲν εἶναι κακὸν αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ὑποστηρίξω· καθὼς μοὶ προέλαβεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν ἦτον καὶ ἄλλοτε, ἡ Βουλὴ διαιρεῖτο κατὰ τμήματα, καὶ ἐκεῖ ἐγίνετο ἡ συζήτησις αὕτη, οὐδεμία ἀγόρευσις ἐγίνετο, καὶ κυρίως ἐν τῇ δευτέρᾳ ψηφοφορίᾳ ἐγένετο ἡ διάσκεψις πάντων τῶν βουλευτῶν, καθ’ ἣν ἕκαστος βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα, κύριοι, θὰ φέρω αὔριον πρότασιν, νὰ τροποποιηθῇ ὁ κανονισμὸς, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἐμποδίζῃ τοῦτο καὶ σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὰ τμήματα τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§164ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ καὶ δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
§165ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρετήρησα, ὅτι ὁ νόμος τῆς κυβερνήσεως περὶ διανομῆς καὶ φυτειῶν, τὸν ὁποῖον παρεπέμψατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης εἶχε μεγάλην σχέσιν, ἀλλὰ δὲν παρεπέμφθη ἐκεῖ, ἐθεωρήθη δηλ. ὡς πρόσοδος τοῦ κράτους. Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι δὲν δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα, παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τῶν οἰκονομικῶν συγχρόνως. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι εἶναι ζήτημα ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου καὶ ὄχι τοῦ ἔθνους, τοῦ Κράτους, νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἄλλως. Αὐτὸ θέλω νὰ ἐννοηθῇ ἀπὸ τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ὁρίζει οὐδὲ κόκκον ἐκ τῆς ἐθνικῆς γῆς, τὴν ὁρίζει ἕκαστος πολίτης, καὶ τὸ τριακοσιακισχιλιοστὸν, ἀνήκει ὡς ἀπόλυτος ἰδιοκτησία δι’ ἕκαστον πολίτην, καὶ ἤδη πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Βουλὴ ὡς πρωτοδικεῖον· ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ ἐξασκήσῃ ἐξουσίαν, θὰ κάμῃ ἕναν νόμον, ὅστις οὐδέποτε μέλλει νὰ ὀνομασθῇ lex constitutionis, δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὁ νόμος τὸν ὁποῖον θὰ κάμετε, εἶναι, lex declarativus, νόμος κανονιστικὸς, καθὼς ὑπάρχουν τρεῖς ἀδελφοὶ, καὶ ἔχουν χίλια στρέμματα γῆς, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἔχει διὰ τὸν ἑαυτόν του, τότε τί γίνεται; Ἐὰν ἀποφασισθῇ νὰ λάβῃ τριακόσια τόσα στρέμματα, δὲν διανέμεται τίποτε διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ μόνον καθαρίζεται, καὶ λαμβάνει ὡρισμένην ὑπόστασιν ἡ ἰδιοκτησίαν, διὰ τοῦτο λέγω, μόνον ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπὴ ἔχει σχέσιν μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Κύριοι, σᾶς εἶπον τὴν ἀφορμὴν ἐξ ἧς ὡρμήθην, καὶ ὤφειλον πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ φέρω τὸν λόγον μου, σᾶς εἶπον, ὅτι χρειάζεται νὰ ληφθῇ ἐξαιρετικὴ πρόνοια, καὶ ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ σταλῇ εἰς τὰ τμήματα, νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης. Παρακαλῶ δὲ πάντας τοὺς βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀφαιρεῖται, κανονίζεται μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐάν τις εἴπῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει μοι δεδομένον δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἑνὸς τεμαχίου, οὐδεμία δύναμις τῆς γῆς δύναται νὰ μοὶ τὸ ἀφαιρέσῃ, καὶ ἂν τὸ πράξῃ θὰ τὸ πράξῃ ἄνευ δικαιώματος.
§166ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. (διάλογοι) Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἐγὼ ἂν ἐγνώριζα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥοντήρης ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν, ἤθελα τὸν παρακαλέσει πολὺ κατ’ ἰδίαν νὰ μὴ παρουσιάσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἓν σκάνδαλον, κύριοι, διότι ἡ φράσις «διανομὴ ἐθνικῆς γῆς» προξενεῖ καλήν τινα ἠχὼ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ ἔξω κόσμου, ἡ ἑτέρα φράσις ἴσως δὲν εἶναι τόσον καταληπτὴ, ἑπομένως πρέπει νὰ γίνῃ καὶ αὐτὴ καταληπτὴ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶμεν (θόρυβος).
§167ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, κάμετε ὅ,τι ἀπαιτεῖ ὁ κανονισμός· δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§168ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω τίποτε, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον...... (θόρυβος).
§169ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν λόγον ὁ κ. Κατσικαπῆς, διότι, ἀφοῦ εἰσάγεται ἓν νομοσχέδιον δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἰμὴ ὅ,τι λέγει ὁ κανονισμός.
§170ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸ εἶναι καθῆκον τοῦ προέδρου.
§171ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, εἶναι τοῦ κανονισμοῦ, καὶ εἶναι παντὸς βουλευτοῦ.
§172ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἀφοῦ γίνεται μία πρότασις ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν, ἡ ὁποία ἔχει σχέσιν μὲ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν, κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἄλλην διεύθυνσιν ἡ πρότασις αὐτὴ παρὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προηγεῖται. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, πρὶν φέρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐθνικῆς γῆς, καὶ τότε θὰ ἦτο ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ τεθῇ αὐτὴ ὡς βάσις, ἢ ἄλλο νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καταλληλότερον· ἀφοῦ ὅμως δὲν ἔσπευσεν ὁ κύριος Ῥοντήρης καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπακούσασα εἰς τὰς ἐθνικὰς διατάξεις τῶν Συνελεύσεων ἔσπευσε νὰ φέρῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον περὶ λύσεως τοῦ μεγίστου τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μένουν ἐκκρεμῆ, νομίζω ὅτι ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὅστις ἔχει οἱανδήποτε ἰδέαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὀφείλει νὰ φέρῃ τὴν ἰδέαν του διὰ τροπολογίας· καὶ ἂν ἤθελε σπεύσει νὰ τὴν φέρῃ ἐνόσῳ τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκετο εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς, εἶχε καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τὰς παρατηρήσεις της. Ἀφοῦ ὅμως ἐξῆλθε τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ πρόκειται νὰ συζητηθῇ, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος εἰμὴ ὅστις ἔχει ἐναντίαν γνώμην πρέπει νὰ τὴν φέρῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν θέλει γίνει ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρεῖα, διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ κύριος Ῥοντήρης, δὲν πρόκειται περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, ὥστε νὰ ἐνδιαφέρεται ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη ἀπόχρωσις τῆς Βουλῆς· πρόκειται περὶ ζητήματος ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιμένει τὴν ἀποκατάστασίν του, περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θέλει εὐκολύνει εἰς τὴν λύσιν τοῦ φορολογικοῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκπληρώσῃ πολλὰς καὶ ἱερὰς ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὰ χρήματά των καὶ πρὸς πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ὅσα συνεισέφεραν κατὰ τὸν ἀγῶνα. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις θέλει εἶσθαι εὐρεῖα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ῥοντήρην νὰ φέρῃ διὰ τροπολογίας τὰς ἐνστάσεις του. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διανομῆς ἐθνικῆς γῆς προτάσεις του, νομίζω ὅτι δύναται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπου εἶναι καὶ ἡ ἄλλη.
§173ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ περὶ ἐθνικῆς γῆς δὲν συμφωνεῖτε; (Διάλογοι παρατεταμένοι).
§174ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐπιτροπὴν ἂν παραπεμφθῇ, κύριε Ῥοντήρη, δὲν μὲ μέλλει· αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπιτροπὰς (θόρυβος).
§176ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσαχθῇ ὡς τροπολογία· ἔχει ὁλωσδιόλου διαφορετικὰς βάσεις τὸ ἓν τοῦ ἄλλου.
§177ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἓν.
§178ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἓν, αἱ βάσεις εἶναι διάφοροι. Ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν διάλυσιν, πρόκειται μόνον περὶ κανονισμοῦ, περὶ ἐξευρέσεως τῆς ἀδιαιρέτου κυριότητος ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ἑκάστου πολίτου. Λοιπὸν ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὰς ἐναντίος τοῦ νόμου τοῦ εἰσαγομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ὅπως ἔχῃ, θέλω νὰ γίνῃ ἡ διανομή· θέλω τὸν Νόμον, ἀλλὰ τὸν ἀντικαθιστῶ. Διὰ τοῦτο λέγω νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὰς δύω ἐπιτροπάς.
§179ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἴμεθα σύμφωνοι· ὁ κύριος Ῥοντήρης δὲν ἐννοεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τροπολογία, ἀλλὰ φέρει μίαν πρότασιν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀπαιτεῖ νὰ παραπεμφθῇ εἰς δύω ἐπιτροπάς· ἐγὼ δύναμαι νὰ συναινέσω καὶ εἰς πέντε ἐπιτροπὰς νὰ παραπεμφθῇ, φθάνει μόνον νὰ συμφωνήσῃ καὶ αὐτὸς νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ νομοσχέδιόν μου τὴν τακτικήν του πορείαν, καὶ ἂν πέσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τότε ἡ Βουλὴ θέλει συζητήσει τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ῥοντήρη· ἂν γίνῃ ὅμως δεκτὸν τὸ τῆς κυβερνήσεως, δὲν θὰ ᾖναι λόγος νὰ συζητηθῇ τὸ τοῦ κυρίου Ῥοντήρη.
§180ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§181ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἐκαθαρίσαμεν τίποτε, βλέπω, ἀκόμη.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ νομοσχεδίου· θέλετε λοιπὸν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν;
§183ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν....
§185ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ νὰ προλάβῃ τις νὰ φέρῃ μίαν πρότασιν δὲν ἀποκλείει ἄλλον τινά. Ὁ ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε, πρὶν ὡριμάσῃ τὸ νομοσχέδιόν του νὰ φέρω ἐγὼ τὴν πρότασιν· ὄχι, εἰς πᾶσαν περίστασιν....
§186ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα· ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον του καθέν.
§187ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Λοιπὸν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε πρότασιν ἀναβολῆς· κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα βουλευτῶν. Ὑποστηρίζεται, κύριοι, ὑπὸ δέκα ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς;
§189ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶσθε εἰς καιρὸν νὰ κάμετε τὴν πρότασιν αὐτήν.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί;
§191ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διότι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων εἶναι καθιερωμένον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν Βουλήν· ὅπως τὸ ὑπουργεῖον, τοιουτοτρόπως καὶ πᾶς βουλευτὴς δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἓν νομοσχέδιον. Λοιπὸν κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν παρουσιάζονται δύο συνάμα, διότι εἶναι συνδεδεμένα, ὀλίγην διαφορὰν ἔχει τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο· ἂν θέλετε, καμμίαν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ἐκποίησις προτείνεται καὶ μὲ τὸ ἓν καὶ μὲ τὸ ἄλλο.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον 29 τοῦ κανονισμοῦ λέγει «ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις... ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίζωσι καὶ δέκα ἄλλοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.» Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑποστηρίζουν δέκα τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς; ἂς ἐγερθῶσιν. (οὐδεὶς ἐγείρεται)
§193ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τί θὰ γίνῃ; δὲν τὴν ὑποστηρίζει κανεὶς τὴν πρότασιν αὐτήν;
§194ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§195ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ περίστασις τοῦ κανονισμοῦ, κύριε πρόεδρε.
§196ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ῥοντήρη, ὅπως καὶ πάντοτε γίνεται, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ὁ κύριος Ῥοντήρης ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ τὸ φέρῃ ὡς ἴδιον νόμον· ἂν τὸ φέρῃ ὡς ἴδιον νόμον, ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ, τότε ἂς ὑπάγῃ καὶ εἰς τὰς ἐπιτροπάς, καὶ ἂς διατρέξῃ ὅλα τὰ στάδια τοῦ κανονισμοῦ· δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐμποδισθῶμεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ὡρίμασε καὶ κατετάχθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ νομίζει ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του πρέπει νὰ συζητηθῇ συγχρόνως μὲ τὸ τοῦ ὑπουργοῦ; ἂν τοῦτο νομίζῃ, πρέπει νὰ τὸ φέρῃ ὡς καθαρὰν τροπολογίαν διὰ νὰ συζητηθῇ μαζύ.
§197ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καὶ εἰς τοιαύτην περίστασιν τί γίνεται; Τυποῦται, διανέμεται καὶ ἔρχεται εἰς συζήτησιν.
§198ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§199ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ εἶναι φυσική.
§200ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐὰν προβῇ ὁ νόμος τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, κύριε πρόεδρε, καὶ γίνῃ δεκτός, καὶ κατόπιν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιόν μου, ἔχει τίποτε νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τότε;
§201ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τί δὲν ἔχει; (θόρυβος).
§202ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ποῖος ἐμποδίζει τὸν ἔντιμον βουλευτὴν τῆς Ναυπάκτου νὰ φέρῃ ὅλα τὰ δυνατὰ ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιόν μου; Τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ θέλει τὰ ἀρυσθῆ ἐκ τῆς ἐκθέσεώς του, θέλει τὰ ἀρυσθῆ ἐκ τῆς προτάσεώς του· δὲν εἶναι ἀνάγκη ὅταν θέλῃ νὰ ἀναβληθῇ ἓν νομοσχέδιον, νὰ φέρῃ ἓν ἄλλο διὰ νὰ τὸ ματαιώσῃ· τοῦτο εἶναι μία ὑπεκφυγὴ, ἥτις ὅταν καθιερωθῇ, θέλει κάμει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συζητῇ ποτὲ ἓν νομοσχέδιον. Ὑποθέσατε ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται, ὑπάγει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐξέρχεται αὐτῆς, καθίσταται ὥριμον πρὸς συζήτησιν, συζητεῖται ἅπαξ, δὶς, καὶ κατὰ τὴν τρίτην φορὰν ἔρχεται ἕνας ἄλλος καὶ ὑποβάλλει ἕτερον ὅμοιον, καὶ ζητεῖ νὰ ἀναβληθῇ τὸ πρῶτον, τότε ἀλλοίμονον. Τὸ νομοσχέδιον, κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν κανονισμένην πορείαν· ὅστις νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, πρέπει νὰ ἔλθῃ νὰ τὸ πολεμήσῃ καὶ ἀναφέρῃ τὰ ἐπιχειρήματά του, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, θέλει ἀποῤῥίψει τὸ πρῶτον ἢ καὶ τὸ ἀναβάλει. (Διάλογοι).
§203ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἂς παραπεμφθῇ τὸ περὶ διανομῆς καὶ προχωρήσῃ τὸ περὶ φυτειῶν.
§204ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα, κύριοι βουλευταὶ, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκ τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασίδος δόσεως, εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§207ΤΙΝΕΣ. Τὸν κατάλογον, κύριε Πρόεδρε (Θόρυβος).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν κατάλογον θὰ ἀναγνώσωμεν, μάλιστα, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν μετὰ τὴν ἔνστασιν αὐτὴν (Διάλογοι). Νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τῶν δωματίων οἱ κύριοι βουλευταί.
§209ΤΙΝΕΣ. Καὶ ὅσοι εἶναι εἰς τὰ δωμάτια, παρόντες θεωροῦνται κατὰ τὸν κανονισμόν. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀπαρτία δὲν εἶναι.
§211ΤΙΝΕΣ. Νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Συνεδρίασιν ἔχομεν αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 4 καὶ 20/60. μ. μ.
ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
Τῶν ἀποσυρθέντων Βουλευτῶν ἀπὸ τὴν Συνεδρίασιν ἐννάτην, τῆς 11 Ἰανουαρίου 1871.
| Ἀντώνιος Βενιζέλος | Α. Ῥαυτόπουλος |
| Σκαρλάτος Σοῦτσος | Κ. Κρίσπης |
| Π. Πετιμέζης | Ν. Φαρμάκης |
| Κ. Πλαπούτας | Κίμ. Χριστοδούλου |
| Ἰω. Σαφάκας | Μ. Καπετανάκης |
| Εύθ. Γουβέλης | Α. Καπετανάκης |
| Σπ. Λεονταράκης | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Α. Παπαλέξης |
| Λ. Πετραλιᾶς | ΙΙ. Κωσταντᾶς |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος | Θ. Ῥωμαῖος |
| Ἰω. Τοπάλης | Ν. Λοῦβρος |
| Γ. Δρακονταιεδῆς | Λ. Μισυρλῆς |
| Ν. Βαρβιτσιώτης | Γ. Κούτσης |
| Φ. Ι. Φίλωνος | Α. Βαφιαδάκης |
| Α. Σταματόπουλος | Δ. Τσιριμώκος |
| Π. Κ. Μανέτας | Δ. Οἰκονόμου |
| Ἰω. Παπατσώνης |
ΠΑΡΟΡΑΜΑ. Σελὶς 54 Γουβέλης ἀντὶ Πιπῖνος.