1871.01.08
2,513 rows · 21,932 words · 141 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
τῆς 8 Ἰανουαρίου 1871
(Παρασκευή).
Ὥρα 12 τῆς μεσημβρίας.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατηρήσεις εἰς τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Κύριοι, ἐκπληρῶ θλιβερὸν καθῆκον ἀναφέρων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν θλιβερὰν ἀγγελίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἡμῶν συνάδελφος βουλευτὴς Ξηροχωρίου Κ. Ἀθανάσιος Πετσάλης ἀπεβίωσε. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν συμμερίζεται τὴν λύπην, ἣν αἰσθάνεται καὶ τὸ προεδρεῖον, καὶ ὅτι, ὅπως τιμήσωμεν τὴν μνήμην τοῦ συναδέλφου ἡμῶν, αὔριον δὲν πρέπει νὰ συνεδριάσωμεν, ὅπως παρακολουθήσωμεν εἰς τὴν κηδείαν αὐτοῦ.
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ ποίαν ὥραν;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλάβομεν εἰδοποίησιν· ἐξωδίκως ὅμως ἐμάθομεν τὴν 1 μ. μ. ἐὰν δὲν λάβητε ἄλλην εἰδοποίησιν, τὴν 1 μ. μ. θὰ γενῇ ἡ ἐκφορά· ἐὰν δὲ προσδιορισθῇ ἄλλη ὥρα, θέλομεν εἰδοποιήσει τοὺς κ. βουλευτάς. Νὰ προσέλθωσι νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ νέοι βουλευταὶ, ἐὰν ᾖναι παρόντες.
§6ΤΙΝΕΣ. Εἶναι παρόντες.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προσέλθῃ καὶ ὁ ἱερεὺς ἐὰν ᾖναι ἐδῶ. (Προσέρχονται οἱ βουλευταὶ Καπετανάκης καὶ Κούτσης οἵτινες ἐνώπιον τοῦ ἱερέως δίδουσι τὸν νενομισμένον ὅρκον). Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Πολυλᾶς, κύριοι, δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν παραίτησίν του, ἑπομένως οὔτε λόγος παραιτήσεως ὑπάρχει, οὔτε ἀντικείμενον συζητήσεως.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια. Ἡ μεγάλη πρέσβευσις, κύριοι, παρουσιάσθη εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα κατὰ τὴν 1 τοῦ νέου ἔτους. Ὁ πρόεδρος ἐν ὀνόματι τῶν ἄλλων ἐξεφώνησε τάδε. «Λογίζομαι εὐτυχὴς διερμηνεύων μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς μεγάλης πρεσβείας τὰς κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους εὐχὰς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως, τῆς Βασιλίσσης καὶ ἁπάσης τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας.» Ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησε τὰ ἑπόμενα. «Ἀποδεχόμενος μετὰ χαρᾶς τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ, ὑπὲρ τῆς Βασιλίσσης καὶ τῆς λοιπῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας μου συγχαρητηρίους ὑμῶν εὐχὰς, ἐκ καρδίας ἀντεύχομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους πᾶσαν εὐδαιμονίαν, ἣν πέποιθα ὅτι γλυκυτέραν καὶ πληρεστέραν θέλουσιν εὑρεῖ εἰς τὰς εἰλικρινεῖς αὐτῶν προσπαθείας ὑπὲρ τῆς γενικῆς τῆς πατρίδος εὐημερίας». Κύριοι βουλευταὶ, ἀπεφασίσατε διὰ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ καὶ μᾶς ἐδώκατε τὴν ἄδειαν νὰ τυπόνωμεν χίλια πεντακόσια ἀντίτυπα· συνεννοήθη τὸ προεδρεῖον μὲ τὸ τυπογραφεῖον, ὅπως τὴν ἐπιοῦσαν δημοσιεύωνται αἱ τῆς προτεραίας συζητήσεις, τοὐτέστιν αὔριον Μ. Μ. νὰ ᾖναι ἕτοιμος ἡ σημερινή· ἀλλὰ τὸ τυπογραφεῖον μᾶς ἐζήτησε προσθήκην τεσσάρων ἐργατῶν περισσότερον. Ἡ προσθήκη δὲν θὰ ἀναβιβάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργατῶν εἰς περισσοτέρους τῶν τεσσάρων, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν θὰ ᾖναι ὁ αὐτὸς μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ πέρυσι· μᾶς ἀνέφερε δὲ ὁ διευθυντὴς τοῦ τυπογραφείου, ὅτι διὰ ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἐργασίαν πρέπει ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐργατῶν νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν, διὰ νὰ ᾖναι καλοί. Ἐγὼ δὲν ἐδίστασα εἰς τοῦτο καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δυσκολίαν δι’ αὐτὴν τὴν μικρὰν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἴσως καλύψωμεν καὶ μὲ περίσσευμα, διότι ἀντὶ 1500 ἀντιτύπων, ἐὰν τυπωθῶσι 2000 καὶ ἐγγραφῶσι συνδρομηταὶ πρὸς 6 δραχμὰς, θὰ εὕρωμεν 200 καὶ 300 τοιούτους, καὶ δυνάμεθα οὕτω νὰ καλύψωμεν καὶ τὸ ἔξοδον αὐτό. Τὸ ἐπιτρέπει ἡ Βουλή;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι ἐλπίζομεν, ὅτι ἐὰν θελήσωμεν θὰ εὕρωμεν συνδρομὰς καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἔχωμεν καὶ περίσσευμα. Ἔχομεν, κύριοι, διαφόρους ἀναφοράς· μίαν τοῦ κ. Γούδα, ὅστις προσφέρει δύο τόμους εἰς ἕκαστον τῶν κκ. βουλευτῶν καὶ αἰτεῖται νὰ διορισθῇ ἕδρα διδασκαλίας ἰδία ἐν τῷ ἐθνικῷ πανεπιστημίῳ δι’ αὐτὸν τῆς Νέας Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἑτέραν ἀναφορὰν τοῦ κ. ἀνθυπασπιστοῦ Δρακοπούλου, ὅστις αἰτεῖται τὸν βαθμόν του. Καὶ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἡ ἐπερώτησις, ἢ μᾶλλον αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Χατζίσκου, ὅστις ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ τὸν ἔχει.
§13ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθυποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐμφυτεύσεων. (Καταθέτει αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔχουσαν ὡς ἕπεται).
ΕΚΘΕΣΙΣ
Τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς. Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῶν γενομένων ἐμφυτεύσεων ἐπὶ γῆς ἐθνικῆς, εὐχαρίστως βλέπει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνῶσα περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, εἰσήγαγε τοιοῦτον σχέδιον νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν χρησιμότητα ἀναγνωρίζει, διότι ἐκτάσεις φυτειῶν μεγάλαι, τῶν ὁποίων ἡ τύχη ἦτο ἀμφίβολος μέχρι τοῦδε, ἡ δὲ καλλιέργεια ἀνεπαρκὴς ἕνεκεν τῆς μετεώρου θέσεως τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἤδη διὰ τοῦ εἰσαγομένου τούτου νομοσχεδίου παραχωροῦνται εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς, τὸ δὲ μέτρον τοῦτο βεβαίως θέλει συντελέσει εἰς τὴν τῆς καλλιεργείας βελτίωσιν καὶ ἑπομένως εἰς τὴν τῆς παραγωγῆς αὔξησιν, διὸ θεωρεῖ περιττὸν νὰ μακρηγορήσῃ ἐπὶ ζητήματος διὰ τὸ ὁποῖον τοσαῦτα καὶ ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν· ἄλλως τε ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου ἐπιβάλλεται διὰ διαφόρων ἀποφάσεων τοῦ ἔθνους, καθόσον ὁσάκις τοῦτο συνῆλθεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ εἴτε ὡς Συνέλευσις εἴτε ὡς οἱονδήποτε Σῶμα ἐθνικόν, στερεοτύπως καὶ ὡς εἷς ἄνθρωπος ἀπεφάνθη καὶ διέταξε διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς· ἐνίοτε δὲ ὑπεσχέθη ὡρισμένην ἔκτασιν εἰς ἕκαστον στρατιώτην, ὑπαξιωματικὸν καὶ ἀξιωματικὸν ἀντὶ μισθῶν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα πολυχρονίους ὑπηρεσίας του· ὅλοι δὲ ἀναγνωρίζομεν ὅτι πάντες οἱ ἐνήλικες Ἕλληνες τότε ὑπηρέτουν στρατιωτικῶς. Δυστυχῶς αἱ μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Βασιλείας Κυβερνήσεις, αἵτινες καὶ τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν εἶχον νὰ ἐκτελῶσι τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἔθνους, οὐδέποτε ἐμερίμνησαν περὶ τούτου· ἐξ ἐναντίας διὰ πολλῶν μέσων ἐπροσπάθησαν νὰ ἐμποδίσουν πᾶσαν φυτείαν ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν, μέτρον ὅπερ ἂν ἤθελεν ἰσχύσει, ἠθέλαμεν βλέπει καὶ σήμερον ἕλη, τέλματα καὶ δάση, τὰς θαλλούσας ἤδη ἐκτάσεις φυτειῶν, παρ’ ὧν καὶ οἱ ἐμφυτευταὶ συντηροῦνται καὶ τὸ δημόσιον οὐκ ὀλίγα ἀπολαμβάνει. Ἐν τούτοις καί τοι τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μὴ ἀφορῶντος τὴν διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἀλλὰ παραχώρησιν αὐτῆς ἐπὶ ἀντιτίμῳ εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς, τοὐτέστιν εἰς ἐκείνους πρὸς οὓς ἔπρεπε δωρεὰν νὰ παραχωρηθῶσιν αἱ διὰ τοῦ αἵματός των ἀπελευθερωθεῖσαι γαῖαι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπιφυλάσσεται ἡ Ἐπιτροπή σας νὰ ἀναπτυχθῇ ἐκτενέστερον εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ὅπερ ἐπεξεργάζεται. Παραδεχομένη ἡ Ἐπιτροπή σας κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφέρει τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἡ Ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς δύω γνώμας, καθόσον οἱ μὲν προτείνουν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εἰς τέσσαρας τάξεις κατάταξιν τῶν γαιῶν, οἱ δὲ, καί τοι ἀναγνωρίζοντες τὸ δίκαιον τῆς τοιαύτης κατατάξεως, παραδέχονται τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, φοβούμενοι περιπλοκὰς κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Εἰς δὲ τὴν διαίρεσιν θέλει ληφθῆ ὡς βάσις ἡ γονιμότης τῶν γαιῶν καὶ ἡ τιμὴ τῶν καρπῶν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 § 2 προτείνει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: ἀντὶ «τοῦ προέδρου τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου» «ἑνὸς ἐκ τῶν εὐϋποληπτοτέρων καὶ νοημονεστέρων δημοτῶν ἐκλεγομένου ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 νὰ προστεθῇ ὅτι «δύναται ἕκαστος εἰς ὁποιανδήποτε ἐποχὴν θέλει νὰ πληρόνῃ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῆς ὀφειλῆς αὐτοῦ ἀτόκως». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 νὰ προστεθῇ ὅτι «ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ δημάρχου, ὅπως βεβαιώσῃ τὴν ταυτότητα καὶ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δηλοῦντος, ὁ δηλῶν κοινοποιεῖ τὴν δήλωσίν του διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις ὀφείλει ἐπὶ ἀποδείξει νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν δηλοῦντα ἐντὸς δύω ἡμερῶν προσυπογεγραμμένην τὴν δήλωσίν του. Ἥ τε κοινοποίησις καὶ τὸ ἐπιδοτήριον συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ἀντὶ «τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης» νὰ τεθῇ «ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας». Ἐπὶ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρ. 11 ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη, οἱ μὲν ὑπεστήριξαν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, οἱ δὲ ἐπρότειναν νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἀκολούθως. «Ἂν δικαιωθῇ ἕτερος δικαστικῶς παρὰ τὸν λαβόντα, τὸ παραχωρητήριον ἀκυροῦται, ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸ ἀπόλλυσι μὲν τὴν προκαταβολὴν, δικαιοῦται ὅμως διὰ τὰς πληρωθείσας δόσεις ἀπὸ τὸν δικαστικῶς δικαιωθέντα». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 νὰ προστεθῇ ὅτι «ἐὰν ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δηλώσεως δὲν κοινοποιηθῶσιν εἰς τοὺς δηλώσαντας τὰ παραχωρητήρια, δὲν δικαιοῦται τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας εἰς τὸ μέλλον». Τὸ ἄρθρον 15 νὰ τροποποιηθῇ ἀντὶ «ἐντὸς 15 ἡμερῶν» εἰς «ἐντὸς ἑνὸς μηνός». Μέλη τινὰ ἐπρόσθεσαν νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις. «Αἱ ἀνεγνωρισμέναι ἐθνικοϊδιόκτητοι γαῖαι ἐπὶ ὡρισμένων τινῶν χωρίων θέλουσι πληρόνει τὸ ἥμισυ τῆς ἐκτιμήσεως». Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης δίδουσα τέλος ἡ ἐπιτροπὴ, συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰς ἀνωτέρω τροποποιήσεις. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 5 Ἰανουαρίου 1871. Ἡ ἐπιτροπὴ Κ. Δαγρὲς, πρόεδρος, Τὰ μέλη Σπ. Νοταρᾶς, Ι. Καβαλιεράτος. Ἰω. Μπαλάφας, Ἰωάννης Α. Σοφιανόπουλος, Σ. Μαλασπίνας, Θ. Θερμογιάννης, Ι. Β. Ῥοϊλὸς, Ὁ εἰσηγητὴς Δ. Ν. Πονηρόπουλος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Χατζίσκος ἔχει τὸν λόγον.
§15ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν προηγεῖται ἡ εἰσαγωγὴ νομοσχεδίων;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§17ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν σχέδιον νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῶν βλαχοποιμένων. Μακρὰ καὶ κινδυνώδης ἀσθένεια μ’ ἐμπόδισε νὰ φέρω τὸν νόμον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μὲ τὸν νόμον περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας· καὶ ὄχι μόνον ἀναποσπάστως συνδεδεμένον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ ἐξάλειψις τῆς λῃστείας. Ὁ συνοικισμὸς εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ λῃστεία. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας ἴσως φέρει ἀποτελέσματα προσωρινά, δυστυχῶς ὅμως οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀπαλλαγῇ αὐτῆς. Ἤδη δὲ, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὑποβάλλω αὖθις τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ ἐξαιτοῦμαι νὰ διατάξῃ ἡ Βουλὴ παρὰ πόδας τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ τεθῇ καὶ τὸ παρὸν, καὶ ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§18ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§19ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ σταλῇ, διότι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι ὑποβάλλω τέλειόν τι, ἀλλὰ λέγω νὰ ἐγγραφῇ, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε Νόμον, ὅστις προσωρινῶς θὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἔχῃ καὶ τὸ πλεονέκτημα νὰ ἐκπολιτίσῃ τόσας χιλιάδας ἀνθρώπων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς Κ. Ὑπουργοὺς, οἵτινες διατείνονται ὅτι ὑπάρχουν προσκόμματα ἀνυπέρβλητα, νὰ ᾖναι ἕτοιμοι νὰ μᾶς παρουσιάσωσιν αὐτὰ τὰ προσκόμματα, διότι φρονῶ, ὅτι ἐὰν θέλησις ὑπάρχῃ, ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐκποδόν.
§20ΤΙΝΕΣ. Τὸ Νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας δὲν ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λοιπὸν συγχρόνως ν’ ἀναγραφῶσι.
§22ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸ φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ μαζὺ μὲ τὸ ἄλλο.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Χατζίσκος ἔχει τὸν λόγον.
§24ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οὐδεὶς ἀγορεύων διακόπτεται, λέγει ῥητῶς ὁ κανονισμός.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ φοβῆσθε, κ. Χατζῖσκε.
§26ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ, ἀπαιτῶ, δὲν ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόψῃ οὐδεὶς, καὶ βεβαίως ὁ σεβόμενος τὸν κανονισμὸν, ὁ σεβόμενος τὸν ἑαυτόν του δὲν θὰ μὲ διακόψῃ. Ἡ αἰχμαλωσία τῶν ἐπισήμων ξένων καὶ ἡ μετ’ ὀλίγον ἀπάνθρωπος σφαγὴ τῶν εὐγενῶν ἐκείνων πλασμάτων μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Διέμενον, κύριοι, ἐν τῇ Λαμίᾳ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ καὶ τῆς ἐπαρχίας εἰς ἣν ἀνήκω, ὅτε περὶ τὰ τέλη Μαρτίου παρελθόντος ἔτους, ἠκούσαμεν μετὰ βαθυτάτης λύπης τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν εὐγενῶν ξένων Binner, Herbert, Loyd, Boyl, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἠκούσαμεν μετὰ φρίκης καὶ ἀλγεινῆς λύπης καὶ ἀγανακτήσεως τὸν φρικώδη ἐκεῖνον θάνατον. Συνέπεσε κατὰ τὰς λυπηρὰς ἐκείνας ἡμέρας καὶ τὸ Πάσχα. Τὸ Πάσχα, ὡς ἠξεύρετε, κύριοι, εἶναι ἡ ἐπισημοτέρα καὶ ἡ λαμπροτέρα ἡμέρα τοῦ ἔτους διὰ πάντα χριστιανὸν, διὰ πάντα ἕλληνα. Θρησκευτικαὶ ὑποχρεώσεις, θρησκευτικαὶ παραδόσεις ἐπιβάλλουσι τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν εἰς πάντας κατὰ τὰς ὀκτὼ πρὸ πάντων ἡμέρας τοῦ Πάσχα νὰ λαμπροφορῶσι καὶ νὰ λησμονῶσι πᾶσαν λύπην, νὰ διασκεδάζωσι, νὰ εὐθυμῶσι. Καὶ ὅμως, κύριοι, οὐδὲ αὐταὶ αἱ θρησκευτικαὶ ὑποχρεώσεις, οὐδὲ αὐταὶ αἱ θρησκευτικαὶ παραδόσεις ἴσχυσαν νὰ μεταβάλωσι τὴν γενικὴν κατήφειαν, τὸ γενικὸν πένθος, τὴν γενικὴν λύπην! Ὅσοι ἦσθε εἰς Ἀθήνας εἴδατε καὶ τὸν λαὸν τῆς πρωτευούσης νὰ πενθῇ καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασίλισσαν. Διατί, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἔκτακτον φαινόμενον; διότι καὶ τὸ κακούργημα ἦτο τρομερὸν, καὶ παρὰ πάντων ἐθεωρήθη ὡς ἐθνικὴ συμφορά. Πιστεύσατε, πιστεύσατε, ἀφοῦ καὶ σεῖς τὰ αὐτὰ εἴδετε εἰς τὰς πατρίδας σας, πιστεύσατε, λέγω, ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας οἱ κάτοικοι δὲν εἶχον διάθεσιν οὐδὲ εἰς τὰ ἔργα των νὰ ἐπιδοθοῦν, καὶ ἔβλεπέ τις πανταχοῦ συναθροίσεις ἐπὶ συναθροίσεων, συζητήσεις ἐπὶ συζητήσεων μὲ κεκλιμένην κεφαλὴν, καὶ ἔλεγον, ἦλθον ἆρά γε εἰς τὸν τόπον μας οἱ εὐγενεῖς ξένοι νὰ ἐμπορευθῶσιν καὶ τοῖς συνέβη τὸ θλιβερὸν δυστύχημα; Ὄχι· ἦλθον ἀπὸ αἴσθημα φιλελληνισμοῦ, ἀπὸ σέβας καὶ περιέργειαν νὰ ἴδωσιν ἐκ τοῦ πλησίον τοὺς ἐνδόξους βράχους τῶν προγόνων μας, ἦλθον νὰ ἐπισκεφθῶσι τὴν πατρίδα μας, ὅπως ἐπισκέπτονται φίλοι φίλους, οἴκαδε καὶ νὰ τοῖς συμβῇ αὐτὸ τὸ τρομερὸν δυστύχημα! τοῦτο μᾶς εἶναι ἀνυπόφορον· ἡ ἠθικὴ θέσις μας, ἡ λυπηρὰ θέσις μας, δὲν διαφέρει τῆς θέσεως τῶν ἀτυχῶν γονέων καὶ συγγενῶν, τῶν φίλων καὶ συμπατριωτῶν τῶν σκληρῶς ἀπολεσθέντων· ἔχομεν ἀνάγκην, ἔλεγον, ἠθικῆς παρηγορίας, πρέπει νὰ ἐκδικήσωμεν τὸ ἀθῶον, τὸ εὐγενὲς αἷμα τῶν ξένων μὲ τὸ αἰσχρὸν αἷμα παντὸς κακούργου. Τινὲς ἔλεγον, καὶ τί ἄλλο κακὸν θὰ πάθωμεν ἆρα ὡς ἐκ τοῦ συμβάντος τούτου ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν εὐεργέτιδα Ἀγγλίαν; οἱ δὲ περισσότεροι ἀντεπαρετήρουν ὅτι, ὅ,τι κακὸν καὶ ἂν πάθωμεν, ὅπερ εἰς τὴν φύσιν του θὰ ᾖναι ἄδικον, ἠθικῶς χειρότερον διὰ τὴν πατρίδα μας δὲν θὰ ᾖναι.» Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασαν τὰ πρῶτα φύλλα τῆς Εὐρώπης καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας, ἔνθα εἶδον μετ’ ἐκπλήξεως, θαυμασμοῦ, ἀπορίας καὶ λύπης, ὕβρεις ἐπὶ ὕβρεων, σκληρὰ ἐπίθετα ἐπὶ σκληρῶν ἐπιθέτων, ἐπιῤῥιπτομένων καθ’ ὅλου τοῦ ἔθνους, ὥστε ἀνέκραξαν, κύριοι, ἐν μιᾷ φωνῇ ἅπαντες «τὸ κακὸν οὐκ ἔρχεται μόνον». Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀντὶ τοῦ μάννα χολὴ, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος· δὲν ἐξετιμήθησαν τὰ αἰσθήματά μας, ἢ φαίνεται δὲν ἐδόθησαν αἱ δέουσαι πληροφορίαι περὶ αὐτῶν καὶ τῆς καταστάσεώς μας. Τινὲς, κύριοι, εἶπον, ἰδοὺ ἓν δυστυχὲς μέσον, ἰδοὺ μία δυσάρεστος εὐκαιρία ὅπως μετριασθῇ κἄπως ἡ λυπηρὰ θέσις μας ὡς ἐκ τοῦ δυστυχήματος τούτου, ἀφοῦ δὲν ἐξετιμήθησαν τὰ αἰσθήματα καὶ ἡ λύπη μας· ἄλλοι ἀντεπαρετήρησαν, ὅτι, ναὶ, ἄδικοι αἱ ὕβρεις, σκληρὰ τὰ ἐπίθετα, ἀνοίκεια καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ἐκείνους ὅπου τὰ ἔγραψαν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ ἡ ἄδικος αὕτη καταφορὰ εὐγενῆ ἔχει καταγωγὴν· ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἶπον οἱ καταπικραθέντες καὶ καταλυπηθέντες εὐγενεῖς ξένοι, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὸ πολιτικὸν ἡμῶν τέκνον, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὸν πυρῆνα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς προόδου τῆς ἀνατολῆς, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐν καιρῷ τῶν δυστυχημάτων της, συνεισεφέραμεν ἁδρὰς συνεισφορὰς, ἐξεχύσαμεν ἄπειρον αἴσθημα, ἐχύσαμεν αἷμα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας της, εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ συμβῇ αὐτὸ τὸ τρομερὸν δυστύχημα! μᾶς εἶναι ἀνυπόφορον. Εἰς πᾶν ἄλλο ἔθνος ἐὰν ἐλάμβανε χώραν τοῦτο, δὲν ἠθέλαμεν τὸ ἐξετάσει μὲ τοιαύτην ὑπερβολὴν, μὲ τοιαύτην ἀγανάκτησιν. Εἰς τρόπον ὥστε μόνον ἀπὸ τὸν χρόνον, ἀπὸ τὸν πανδαμάτορα χρόνον καὶ ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστείας ἐπεριμένετο ἡ διασκέδασις τῆς λύπης. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ἡ εἰλικρινὴς ἱστορικὴ ἔκθεσις τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους ἕνεκα τοῦ θλιβεροῦ ἐκείνου συμβάντος. Ἂς ἔλθωμεν τώρα, κύριοι, εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος αὐτῆς τῆς θλιβερᾶς περιστάσεως. Πρόσωπα ὑψηλῆς περιωπῆς ἐξασκοῦντα πολιτικὴν ἐν Ἑλλάδι διὰ τῆς λῃστείας συνετέλεσαν, εἶπαν......
§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λέγουν οἱ ξένοι.
§28ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ, μὴ μὲ διακόπτετε· ἐν ἄλλαις λέξεσιν αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, εἶπον, περιλαμβάνουν καὶ πολιτικὴν ἐξασκουμένην διὰ τῆς λῃστείας. Τρομερὸν, κύριοι, καὶ τὸ ἄκουσμα ἀκόμη αὐτὸ καθ’ ἑαυτό· αὐτὸς ὁ αἰσχρὸς τίτλος, αὐτὸς ὁ ἀνόσιος πολιτικὸς χρωματισμὸς διὰ τὴν πατρίδα μας μᾶς ἔλειπεν εἰς ἐπίμετρον καὶ συμπλήρωσιν ὅλων τῶν ἄλλων δυστυχημάτων! Ἀλλ’ ἆρα γε ὠνειρεύθησαν οἱ ἐκφράσαντες ἐν δημοσίοις καὶ ἐν ἰδιαιτέροις κύκλοις τὴν σατανικὴν ταύτην ἰδέαν, ἢ τὴν ἐξέφρασαν χαιρεκακίας ἕνεκεν; Ὄχι, κύριοι, ἂς ἤμεθα τοὐλάχιστον ἡμεῖς δίκαιοι οἱ ἀδύνατοι καὶ ἀδικημένοι· καὶ, βεβαίως, ἐξέφρασαν τὴν σατανικὴν ταύτην ἰδέαν μὲ θλίψιν τῆς ψυχῆς των. Ἡ ἄδικος αὕτη μομφὴ ὀφείλεται κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς τὰ ἄθλια τῆς Ἑλλάδος ὅρια. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ ὑψηλῆς περιωπῆς πρόσωπα τὰ ἀείποτε ἐξασκοῦντα τὴν πολιτικήν των διὰ τῆς λῃστείας ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ κατὰ δεύτερον λόγον, κύριοι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, κατὰ δεύτερον λόγον ὀφείλεται ἡ μομφὴ αὕτη καὶ εἰς εἰσηγήσεις καὶ αἰτιάσεις ἀνθρώπων ἀνάνδρων, ἀνικάνων καὶ μὴ ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των, εἰς ἀνθρώπους ἐπιτηδείους νὰ συκοφαντῶσι μᾶλλον ἢ νὰ λέγουν τὴν ἀλήθειαν, εἰς ἀνθρώπους πεπλανημένων πεποιθήσεων καὶ λίαν ἐπιπολαίων. Καὶ ὅμως κατὰ δυστυχίαν ἡ τακτικὴ αὕτη ἔχει τὰ προηγούμενά της, καὶ τὰ προηγούμενα αὐτῆς ταύτης τῆς τακτικῆς βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον μᾶς ἔφεραν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, εἰς τὸν βαθμὸν αὐτόν· Ἂς ἐξηγηθῶμεν καθαρώτερον, κύριοι, διὰ νὰ μάθῃ ὁ κόσμος τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, διὰ νὰ μάθῃ ὁ κόσμος τὴν ἀληθῆ κατάστασίν μας. Κατ’ ἀρχὰς ἀπεδόθη σχέσις τῶν λῃστῶν μετὰ κατοίκων· οἱ κάτοικοι, εἶπον, τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑποκρύπτουν τοὺς λῃστάς, ὑποθάλπουν καὶ τροφοδοτοῦν αὐτούς. Ἔκτακτα λοιπὸν μέτρα, ἡ δὲ ἐκτίμησις καὶ ἐφαρμογὴ τῶν ἐκτάκτων τούτων μέτρων ἐπ’ ἐσχάτων ἀφέθη καὶ εἰς τὸν στρατιώτην καὶ εἰς τὸν χωροφύλακα καὶ εἰς τὸν ἁπλοῦν κλητῆρα· προϊόντος τοῦ χρόνου τινές, τινῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἀποτυχόντες, εἶπον καὶ ἔγραψαν, ὅτι τῇ συνδρομῇ τῆς λῃστείας ἐπέτυχε ὁ δεῖνα, ὁ δεῖνα, ὁ δεῖνα δήμαρχος· τινὲς, τινῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἀποτυχόντες, εἶπαν ἀσυστόλως καὶ ἔγραψαν, τῇ συνδρομῇ τῆς λῃστείας ἐπέτυχεν ὁ δεῖνα, ὁ δεῖνα, ὁ δεῖνα βουλευτικὸς συνδυασμός. Ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ὡς ἐῤῥέθη πρὸ πολλοῦ· συνέβη δηλονότι αὐτὸ τὸ τρομερὸν δυστύχημα πέριξ τῆς Ἀττικῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Νομοῦ τῆς Πρωτευούσης· εἶπαν· πρόσωπα ὑψηλῆς περιωπῆς συνετέλεσαν. Καὶ ἰδοὺ, ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἕπονται. Ἰδοὺ, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα πεπλανημένων πεποιθήσεων ὡς καὶ ἡ ἐπιπολαιότης, ἐνεθάῤῥυναν τοὺς λῃστὰς, ἀπεθάῤῥυναν τοὺς κατοίκους, μᾶς κατεστιγμάτισαν ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης. Ἂς ἐξετάσωμεν εἰλικρινῶς, διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ δι’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἂν ὑφίσταται, ἂν ἔχῃ ὑπόστασιν αὐτὴ ἡ ἄδικος μομφή. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑποκρύπτουν τοὺς λῃστάς!!! ὑποκρύπτουν τοὺς λῃστάς; Καὶ ὁ λόγος; καὶ τὸ συμφέρον; διατί; Ἡ ἀπάντησις ἁπλουστάτη, καθαρὰ, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐξαγομένη. Διὰ νὰ αἰχμαλωτίζωνται ἀγεληδόν, διὰ νὰ φονεύωνται συχνὰ πυκνὰ, ποτὲ μὲν ὡς καταδεῖκται λῃστρικῶν συμμοριῶν, ἄλλοτε φεύγοντες τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ ἄλλοτε εἰς τὰς συμπλοκὰς μετὰ τῶν λῃστῶν· διὰ νὰ πληρώνουν λύτρα ἐπὶ λύτρων, καὶ λύτρα πέραν πολὺ τῆς καταστάσεώς των· διὰ νὰ παρασύρουν τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, ἄλλους μὲν μὲ δάνεια ἀνεπιστρεπτεὶ, καὶ ἄλλους μὲ συνεισφορὰς ὑποχρεωτικὰς, ὅπως παρασύρουν οἱ χρεωκόποι τοὺς πιστωτάς των. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑποθάλπουν τοὺς λῃστάς!!! Ὑποθάλπουν τοὺς λῃστάς; ὁ λόγος; τὸ συμφέρον; διατί; Καὶ ἐδῶ, κύριοι, ἁπλουστάτη ἡ ἀπάντησις, καθαρὰ, ἀδιαφιλονείκητος. Διὰ νὰ μὴ καλλιεργοῦν ἐν δέοντι χρόνῳ καὶ εἰς κατάλληλον ὥραν τοὺς πλησίον ἀγρούς των, τοὺς δὲ ἀποκέντρους οὐδέποτε, διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων· διὰ νὰ μὴ συλλέγουν ἐν δέοντι χρόνῳ καὶ καταλλήλῳ ὥρᾳ τοὺς καρπούς των διὰ τοὺς ἰδίους φόβους, καὶ διότι οἱ κάτοικοι ἀναγκάζονται νὰ διαμένουν ἑβδομάδας εἰς περιπολίας καὶ ἀγγαρείας, — διὰ νὰ πληρώνουν λύτρα ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, διὰ νὰ μὴ καύσουν οἱ λῃσταὶ ταῖς θυμωνιὲς τοῦ σίτου, τῆς κριθῆς, καὶ τὰς καλύβας τῶν ἀραβοσίτων των, διὰ νὰ μὴ ἔρχωνται ἔμποροι μὲ χρήματα νὰ κρούουν τὰς θύρας των διὰ ν’ ἀγοράζουν τὰ προϊόντα των, καὶ ἂν ἔρχεταί τις, νὰ ἔρχηται ἄνευ χρημάτων καὶ μετὰ πολλῆς προφυλάξεως, ὥστε νὰ ᾖναι ἠναγκασμένοι νὰ ἐξοδεύουν καὶ ἄλλα χρήματα διὰ τὴν ἀσφάλειαν μεταφορᾶς χρημάτων. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τροφοδοτοῦν τοὺς λῃστάς!!! Τροφοδοτοῦν τοὺς λῃστάς; Καὶ ὁ λόγος; διατί; Ἁπλουστάτη καὶ πασίγνωστος ἡ ἀπάντησις διὰ νὰ συνειθίσουν νὰ τροφοδοτοῦν τὰ ὁροθετικὰ ἀποσπάσματα, Νομάρχας περιοδεύοντας, Ἐπάρχους περιοδεύοντας, Ἀνακριτὰς, Εἰσπράκτορας, τοὺς, τοὺς, τοὺς, ὥστε ἀμφιβάλλω ἂν δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἔχουν καταλύματα πολλάκις ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, καὶ νὰ τρέχουν, κύριοι, μαζὺ μὲ τοὺς μεταβατικοὺς εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ τοὺς μένῃ οὔτε μία ἡμέρα ἐλευθέρα! Θὰ σᾶς φέρω, κύριοι, ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἐμὲ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐβράδυνα ν’ ἀναχωρήσω ἀπὸ Λαμίαν, ἐνύκτωσα, ἠθέλησα νὰ διανυκτερεύσω εἰς ἓν χωρίον, καὶ ἐπῆγα εἰς ἑνὸς φίλου μου, ὅστις τὴν προτεραίαν εἶχε ἕνα λοχαγὸν, ὡς κονάκι, ἠθέλησε νά μὲ περιποιηθῇ ὅπως οἱ φίλοι ὑμῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Ἐγὼ, ἐπειδὴ εἶχον δέκα περίπου ὁπλοφόρους εἰς τὴν συνοδείαν μου, (διότι τὸ κυριώτερον ἔξοδον, ὅπερ κάμνω, ὅταν μεταβαίνω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, εἶναι τὸ τῆς ἀσφαλείας μου), ἔστειλα, ἀγόρασα ἕνα ἀρνί. Ὁ οἰκοδεσπότης ἠθέλησε νὰ τηγανίσῃ ὀλίγα αὐγά. Ἐπειδὴ εἰς τὸ ἄλλο δωμάτιον ἠκούετο μικρὸς θόρυβος, ἔρχεται εἷς ἐκ τῆς συνοδίας μου καὶ μὲ λέγει ἔλα νὰ ἀκούσῃς· ἐπῆγα καὶ ἔμενα εἰς τὴν θύραν, ἤκουσα δὲ μὲ δάκρυα νὰ κάμνουν παρατηρήσεις τρία ἕως τέσσαρα τέκνα, ἀπὸ ἑπτὰ ἕως δώδεκα ἐτῶν, εἰς τὴν μητέρα καὶ τὸν πατέρα, καὶ τοὺς ἔλεγαν μὴ χαλᾶτε τὰ αὐγά, τὰ κοτοπούλια, διότι σᾶς χρειάζονται διὰ τὸ κονάκι καὶ δὲν ὑποφέρομεν νὰ σᾶς βλέπωμεν νὰ σᾶς δέρνουν καθ’ ἑκάστην. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ φρίκη τὰ κατέλαβε, βλέποντα τοὺς γονεῖς νὰ δέρνωνται, διότι δὲν ἔχουν νὰ δώσουν τὴν καλὴν τροφὴν εἰς τὰ ἀποσπάσματα!! Ἐκ τῶν ὀλιγίστων ἐκτεθέντων, κύριοι, πραγμάτων καὶ ὄχι λόγων, παρατηρεῖτε, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ λαὸς εἰς τὸν κόσμον, λαὸς, ὅστις ἀποτροπιάζεται, ἀποστρέφεται, τρέμει νὰ ἀκούσῃ λῃστὴν, εἶναι ὁ Ἑλληνικός, εἶναι ὁ λαὸς τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ ὅμως, κύριοι, μακάριοι οἱ λαλοῦντες εἰς ὦτα ἀκουόντων! Ἔρχεται τόρα μία ἄλλη ἰδέα, κύριοι, σχετική. Τί θέλουν οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς; θέλουν νὰ θέσωμεν ἀπὸ ἕνα στρατιώτην εἰς ἕκαστον δένδρον διὰ νὰ τοὺς φυλάττουν; δὲν ἔχομεν. Ὄχι, κύριοι, δὲν θέλουν τοῦτο. Ἐδῶ εἰς τὸ ὄχι δὲν θέλουν τοῦτο, ὀφείλω ὡς τίμιος ἄνθρωπος νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρέκβασιν, ὀφείλω ν’ ἀπονείμω τὸν ἀνήκοντα ἔπαινον εἰς ἀρχηγοὺς, εἰς Νομάρχας, Ἐπάρχους, διοικητάς, μοιράρχους, ὑπομοιράρχους, ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, εἰς τὰ πραγματικὰ παλληκάρια, κύριοι, εἰς τοὺς πράγματι ἱκανοὺς, οἵτινες καὶ λῃστείαν ἠξεύρουν νὰ καταδιώκουν καὶ λῃστὰς νὰ συλλαμβάνωσι, καὶ λῃστὰς νὰ φονεύουν, καὶ οἱ ὁποῖοι, κύριοι, γνωρίζουν καὶ τὸ καθῆκόν των νὰ ἐκπληροῦν, καὶ πειθαρχίαν νὰ φυλάττουν, καὶ νὰ σέβωνται τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Ὀφείλω δὲ νὰ ἀποστρέψω τὸ πρόσωπόν μου, καὶ νὰ καταρασθῶ τοὺς ἔχοντας τὰ ἀντίθετα ὅλως προσόντα· καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ, κύριοι, αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις τοὺς γνωρίζουν, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν, ἐνῷ τοὺς μὲν δὲν ἀμείβουν καθὼς πρέπει, τοὺς δὲ δὲν τιμωροῦν, καὶ δὲν τοὺς ἀποπέμπουν! Ἔρχεται, κύριοι, τώρα μία ἄλλη ἰδέα σχετικὴ, πικρὰ καὶ φαρμακερά, καὶ ἰδέα, μάλιστα καθιερωμένη δι’ ἐγκυκλίων, ὑπουργικῶν διαταγῶν, «Κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, κάτοικοι τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, δήμαρχοι, συντρέξατε εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας», καὶ ἠξεύρετε πῶς μεθερμηνεύεται ἡ λέξις «συντρέξατε,»; ἀκούσατε, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς τῆς δευτέρας κατηγορίας πολιτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐπιτετραμμένους τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας τοὺς κουμπάρους τῶν κουμπάρων, ταῖς κουμπάραις τοῦ κουμπάρου λῃστοῦ, τοὺς συμπεθέρους τῶν συμπεθέρων, ταῖς συμπεθέραις τοῦ συμπεθέρου λῃστοῦ ἢ λῃσταποδόχου συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν συγγενῶν μέχρις ἑβδόμου βαθμοῦ, διατάττεσθε στρατιῶται νὰ τοὺς φέρετε ἐνώπιον τοῦ ἐπιτετραμμένου ἢ τοῦ πολιτικοῦ ὑπαλλήλου. Τί θέλετε, κύριε ἐπιτετραμμένε, ἐρωτοῦν οἱ οὕτω καλούμενοι; θέλω τὸν λῃστὴν ἢ τοὺς λῃστάς. Σεῖς ἔχετε τὸ καθῆκον, ἀπαντοῦν οἱ καλούμενοι, ὑμεῖς μισθοδοτεῖσθε, ὑμεῖς ἔχετε ἠθικὰς ἀμοιβάς, ἡμεῖς νὰ σᾶς συντρέξωμεν· ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι ἡ τάξις ἡ ἀσφάλεια· ἡμεῖς εἰς τὰς συμπλοκὰς προθυμώτατοι, διὸ καὶ πολλοὶ φονεύονται, καὶ ὅμως δὲν ἠκούσαμεν σᾶς νὰ διανυκτερεύσητε εἰς ἄγνωστον θέσιν, οὔτε νὰ ξημερώσητε εἰς ἄλλην ἐπίφοβον, ἀλλὰ σᾶς ἠκούσαμεν νὰ μένετε εἰς τὴν ἕδραν σας, ἢ νὰ περιφέρεσθε ἀπὸ χωρίον εἰς χωρίον μὲ κόττα πίτα. Εἰς τὰς τοιαύτας δὲ ἀπαντήσεις πρὸς ἀμοιβὴν ξυλοφορτόνονται οἱ κεκλημένοι, φυλακίζονται καὶ στέλλονται εἰς Λαμίαν, Μεσολόγγιον, εἰς τὸ Καρπενῆσι, ἀγεληδὸν ὡς κτήνη, καὶ κύριος οἶδε πότε ἔχουν καιρὸν οἱ ἀνακριταὶ νὰ τοὺς ἐξετάζουν. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, ἐάν τις θέλῃ νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας, ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι μὴ ὁμιλῆτε κατὰ τῶν ἐκτάκτων μέτρων καὶ ἕκαστος ἀναγκάζεται νὰ σιωπᾷ, μέχρις οὗ παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου. Καλοῦνται συνάμα καὶ οἱ δήμαρχοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ζητοῦν ἐπίσης λῃστὰς νὰ συλλάβουν καὶ καταστρέψουν· εἰς μάτην ἀντιτάσσουν καὶ οὗτοι, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας τὸ αὐτὸ συμφέρον καὶ περισσότερον ἔχομεν ἡμεῖς οἱ δήμαρχοι ἀπὸ ὑμᾶς τὸν Νομάρχην καὶ ἔπαρχον καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ὑπουργὸν, διότι ἔχομεν ἄμεσον συμφέρον εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου καὶ προσωπικὴν φιλοτιμίαν παρὰ τοῖς συνδημόταις μας, καὶ ὅμως δήμαρχοί τινες ἔλαβον τὴν ἀτυχίαν νὰ τιτλοφορηθῶσι διὰ βασ. Διατάγματος μὲ τὸν τίτλον τοῦ λῃσταποδόχου, καὶ, κύριος οἶδε, ὁποίους λόγους δίδουσι πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅπως τοῦ ἀποσπάσουν τὴν ὑπογραφὴν χωρὶς νὰ ἔχουν τὸ θάῤῥος τῆς εὐσυνειδησίας των νὰ τοὺς διευθύνουν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἅτινα εἰσὶν ἁρμόδια νὰ δικάσωσι τὴν ἀντιπάθειαν τῶν μὲν, τὴν συμπάθειαν τῶν δέ, καὶ τἀνάπαλιν. Ἀλλά, κύριοι, διατὶ νὰ σᾶς βασανίζω μὲ τοιαύτας ὀλιγίστας ἐκ τῶν πολλῶν λυπηροτάτων λεπτομερειῶν; Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κάτω, κάτω τῆς γραφῆς τοῦ μέτρου τούτου. Κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, κάτοικοι τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, δήμαρχοι συντρέξατε εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας, τοὐτέστι καταδιώξατε σεῖς καὶ ἐξαλείψατε σεῖς· καὶ δὲν μᾶς λέγουν ποίαν λῃστείαν! Διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ! μὲ τὰς ἰδέας, αἵτινες διέπουν καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς ξένους; Τὴν λῃστείαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δύο κυβερνήσεις, μία Αὐτοκρατορικὴ τῆς Τουρκίας καὶ μία συνταγματικὴ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὄγκοι διπλωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ καταστρέψουν! Καὶ τὴν ζητοῦν ἀπὸ τοὺς κατοίκους καὶ δημάρχους οἵτινες δὲν ὀφείλουν εἰμὴ τοὺς φόρους των νὰ πληρόνωσι καὶ ν’ ἀπαιτῶσι πλήρη ἀσφάλειαν ἀπὸ τὰς κυβερνήσεις των. Καὶ τὴν ζητοῦν διὰ τοιούτων καταθλιπτικῶν καὶ βανδαλικῶν μέτρων ἀπὸ τοὺς κατοίκους καὶ τοὺς δημάρχους. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μία ἐπίσημος αἰτίασις ἐκ μέρους ἰσχυρῶν, ἀλλ’ ἀνικάνων κατὰ ἀδυνάτων ἀλλὰ ἀθώων; δὲν εἶναι τοῦτο μία ἀνίσχυρος, μία ἀβάσιμος δικαιολόγησις κυβερνήσεων ἐνώπιον τῶν Ἡγεμόνων των καὶ ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης; Ἀλλ’ ἂν δὲν ᾖναι ταῦτα, κύριοι, δὲν εἶναι κἂν τὰ ἄθλια τῆς Ἑλλάδος ὅρια, αὐτοὶ οἱ ἀπότομοι βράχοι, ἐνώπιον τῶν ὁποίων κατασυντρίβονται ἑκάστοτε ὑπολήψεις κυβερνήσεων, διπλωματῶν, στρατῶν, λαῶν, καταλυποῦν τοὺς σχετικοὺς Ἡγεμόνας, καταταράττουν τὴν Εὐρώπην, καὶ φεῦ! Ποίαν λῃστείαν κύριοι, παρουσιάζουν τὴν ἀθώαν τὴν λευκοφόρον Ἑλλάδα ὡς ἔνοχον, ὡς ἐνδεδυμένην ῥυπαρὰ καὶ πενιχρὰ ῥάκη, καὶ ὡς τεταπεινωμένην μὲ ἐσταυρωμένας χεῖρας ἐνώπιον τοῦ ἐξευγενισμένου κόσμου, τοῦ κόσμου ἐκείνου τὸν ὁποῖον αὐτὴ πρώτη ἡ Ἑλλὰς ἐξευγένισε; Αἴ, κύριοι, ὁ Θεὸς, ὁ μέγας Θεὸς, θὰ προστατεύσῃ μίαν ἡμέραν καὶ τοὺς ἀδυνάτους, καὶ τοὺς ἀδικημένους. Προκειμένου, κύριοι, περὶ ὁρίων, περὶ τῆς ἀθλιότητος τῶν ὁποίων ἀπὸ τὰ 1833 ὑπάρχουν τόσα διπλωματικὰ ἔγγραφα διὰ τῶν ὁποίων εἰμποροῦν νὰ σχηματισθοῦν ὁλόκληρα βιβλία, ἀλλὰ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω μίαν περίεργον ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ ὀλίγων μηνῶν, σπουδαίαν καὶ πρακτικωτάτην ἰδέαν. Ἤμην εἰς τὴν Φθιώτιδα. Ἔχω ἓν κτῆμα πλησίον τῆς γραμμῆς· ἤθελον μίαν ἡμέραν νὰ προγευματίσω εἰς μίαν θέσιν, ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς· μετέβην ἐκεῖ. Προγευματίζων μετὰ διαφόρων φίλων μου χωρικῶν ἔκαμα λόγον περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν χριστιανῶν ὑπηκόων τῆς Τουρκίας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ παρεδέχθημεν μεγάλην διαφορὰν ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων. Μετὰ ταῦτα ἔγεινε λόγος περὶ ληστείας. Ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ σπουδάσω τὰ πνεύματα καὶ τὸν τρόπον τῆς σκέψεώς των· ἐξέφερα λοιπὸν ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως τὴν τετριμμένην ἰδέαν, κύριοι, ὅτι τότε θὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ληστεία, ὅταν συμπράξουν τὰ δύω συνεχόμενα γειτονικὰ κράτη. Μεταξὺ τῶν χωρικῶν ἐκείνων εἷς χωρικὸς ἐγέλασε, καὶ ἐγέλασε χωριάτικα μὲ καγχασμόν. Ἐγὼ εὐλόγως ἐπειράχθην· διὰ τὶ γελᾷς τοῦ λέγω; γελῶ, λέγει, μὲ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχετε σεῖς οἱ πολιτικοὶ τῶν Ἀθηνῶν. Εἶπες ὅτι, ὅταν συμπράξουν τὰ δύω κράτη. Ἀκόμη, λέγει, πιστεύετε, ὅτι εἶναι δύω τὰ συνεχόμενα γειτονικὰ κράτη· εἶναι τρία, καὶ τρία ἔγειναν ἀπ’ ἀρχῆς, ἓν Τουρκικόν, ἓν ληστρικὸν καὶ ἓν Ἑλληνικόν. Πολλάκις, προσέθηκε, κατεστράφη ἡ λῃστεία ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἡμέραν ἀπὸ τὰ τουρκικὰ ὅρια, καὶ ὄχι ὅτι δὲν θέλουν οἱ τοῦρκοι νὰ καταδιώξουν τὴν λῃστείαν, ἀλλὰ δὲν δύνανται, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι εἶναι πολιτικώτεροι οἱ τοῦρκοι ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ κάμνουν τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν, συνθηκολογοῦν μὲ τὰς ἐγχωρίους Κυβερνήσεις τοῦ λῃστρικοῦ κράτους καὶ διὰ τοῦτο δὲν συμβαίνουν τόσα δυστυχήματα εἰς τὸ τουρκικὸν κράτος, ὅσα συμβαίνουν εἰς τὸ ἑλληνικόν· εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἔμεινα ἐμβρόντητος, μὲ τὸ στόμα ἀνοικτόν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καθαρωτέρας καὶ πρακτικωτέρας ἰδέας ἔχουν οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τὰς ἰδικάς μας. Σᾶς εἶπον, κύριοι, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἡ ἠθικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ἡ λυπηρὰ θέσις τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὸ τρομερὸν ἐκεῖνο δυστύχημα, δὲν διαφέρει τῆς λυπηρᾶς θέσεως τῶν γονέων, συγγενῶν, φίλων καὶ συμπατριωτῶν τῶν εὐγενῶν ἐκείνων θυμάτων, καὶ σᾶς εἶπον, κύριοι, μίαν σεβαστὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφιλονείκητον· ἀλλὰ σᾶς ἐπρόσθεσα καὶ μίαν ἄλλην, σᾶς ἐπρόσθεσα, ὅτι ὁ λαὸς περίεμενε εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς ἠθικὴν παρηγορίαν. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ποίαν ἠθικὴν παρηγορίαν ἤλπιζε νὰ λάβῃ; Ἀκούσατε· περίεμενε συλλυπητήριον ἐπιστολὴν, ἁρμοδίως διευθυνομένην εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ λέγῃ οὕτω· «δυστυχισμένη Ἑλλὰς, τί σὲ ἔμελλε νὰ ἰδῇς· τὸ τρομερὸν κακούργημα, ὅπερ ἐπράχθη πέριξ τοῦ ἱστορικοῦ Ὠρωποῦ κατὰ τὸ Δήλεσι, κατεπίκρανε καὶ κατελύπησε τὴν καρδίαν μας καθὼς καὶ τὴν ἰδικήν σου· ἡμεῖς μὲν, διότι εἴχομεν τὴν ἀτυχίαν νὰ στερηθῶμεν πολυτίμων τέκνων, πολυτίμων καὶ ἀγαθῶν συγγενῶν, φίλων καὶ συμπατριωτῶν, σὺ δὲ, ὦ τάλαινα Ἑλλάς, εἶχες τὴν ἀτυχίαν νὰ μιανθῶσι τὰ ἔνδοξα, τὰ ἱερὰ ἐδάφη σου ἀπὸ μιαρὰς χεῖρας κακούργων· ποίων κακούργων; ξένων, ὑποθαλπομένων, ἐκτὸς τῶν ὁρίων· ἦλθον, ἔπραξαν τὸ κακούργημα καὶ παρευθὺς ἀνεχώρησαν διὰ τὰς φωλεάς των, ὅπου ἔφθασαν τὰ ὀλίγα λείψανα τῆς αἰσχρᾶς ἐκείνης συμμορίας, ὅσα διεσώθησαν ἀπὸ τὸ ξίφος τοῦ ἕλληνος στρατιώτου· θάρσει ὦ Ἑλλὰς εἰς τὸν Θεόν, θάρσει εἰς τὰ δίκαιά σου, θάρσει, εἰς τὴν εἰλικρινῆ σύμπραξιν καὶ προστασίαν μας». Τοιαύτην περιέμενεν ὁ λαὸς συλλυπητήριον ἐπιστολὴν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ· καὶ τοιαύτην ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Μαύρη μοῖρα, κύριοι, μαύρη καὶ σκοτεινὴ μοῖρα ἐπεκράτησε καὶ διηύθυνε ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους αὐτὴν τὴν λυπηρὰν περίστασιν. Ἀλλά, κύριοι, καὶ τίς ἄνθρωπος, τίς θνητὸς δύναται νὰ ἐξετάσῃ, νὰ μάθῃ τὰς ἀνεξερευνήτους βουλὰς τοῦ Ὑψίστου; Τὸ πρῶτο κανόνι, ὅπερ ἐῤῥίφθη εἰς τὸ Ναβαρῖνον, ἦτο τὸ ἀγγλικόν, καὶ ἀπ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἡ Ἑλλὰς ἔγεινε κράτος ἀνεξάρτητον καὶ βασίλειον. Αἷμα ἀθῶον, αἷμα εὐγενές, αἷμα ἀγγλικὸν ἐχύθη κατὰ τὸ Δήλεσι καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐξαλείφεται ἡ λῃστεία ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἤθελον, κύριοι, νὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ περὶ τῶν σκανδαλωδεστάτων ζητημάτων τῶν ἀνακρίσεων, ἀλλ’ ἡ θέσις τοῦ ἀδυνάτου καὶ πολὺ περισσότερον ἡ θέσις τοῦ εὐγνώμονος μοὶ ἐπιβάλλει τὴν σιωπήν, καὶ χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς σιωπῆς παρατρέχω καὶ τὰς ἐν Ἑλλάδι σχετικὰς ὑπουργικὰς παρεκτροπάς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ σιωπήσω, δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω μίαν μικρὰν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸ μικρὸν τοῦτο βῆμα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν τῆς μεγάλης Βρετανίας, τὸν εἰπόντα ἀπὸ τὸ τῳόντι σεβαστὸν καὶ μέγα βῆμα τοῦ ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου, ὅτι ἂν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ προστατευώμεθα καὶ οὐχὶ τὴν ἀτυχίαν νὰ προστατεύωμεν τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οἱ Ἕλληνες ἤθελον θέσει εἰς τὰ θυλάκιά των τοὺς νόμους μας. (ψιθυρισμοί). Ἤθελον εἴπει, κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ὅτι οὐδέποτε ἤλπιζον, οὐδέποτε ἐπερίμενον ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν θέσιν εὐγενοῦς βουλευτοῦ τῆς μεγάλης Βρετανίας τοιαύτην πικρὰν εἰρωνίαν, τοιαύτην σκληρὰν περιφρόνησιν διὰ τὸ ἀδύνατον μέν, ἀλλὰ πάντοτε ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἐγώ, κύριοι, δὲν λυποῦμαι, καὶ ἀναλογιζόμενος τὴν θέσιν μου, μετριοπαθῶ τόσον διὰ τὰς λυπηρὰς ἐκείνας λέξεις, καθὼς καὶ διὰ τὰς σχετικὰς ἐνεργείας ἰσχυρῶν κατὰ ἀδυνάτων. Ἀλλ’ ἆρά γε, δὲν ἐλυπήθησαν, δὲν ἐταράχθησαν αἱ σκιαὶ τῶν προπατόρων ἡμῶν, ὡς τοῦ Ἀριστοτέλους, τοῦ Πλάτωνος, τοῦ Ὁμήρου καὶ τόσων ἄλλων σοφῶν, παλαιῶν τε καὶ νεωτέρων ἡρώων, καὶ δὲν θὰ εἴπουν σιωπηλῶς εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν τάδε, «Μή, Κύριε Βουλευτὰ τῆς Μεγάλης Βρετανίας, τοιαύτην πικρὰν εἰρωνίαν, τοιαύτην σκληρὰν περιφρόνησιν εἰς τοὺς ἀτυχεῖς συγγενεῖς μας, εἰς τοὺς δυστυχεῖς συμπατριώτας μας, εἰς τοὺς καταβασανισμένους ἀπογόνους μας· μή, διότι ἀδικεῖτε ἄντικρυς τὸ αἴσθημα ὅλης τῆς Ἀγγλίας καὶ πάσης τῆς Εὐρώπης· μή, εἰδικῶς μάλιστα ἐπὶ τῆς προκειμένης λυπηρᾶς περιστάσεως, καθ’ ἣν καὶ οἱ λίθοι κράζουσι, καὶ ἡμεῖς, ἡμεῖς αἱ σκιαὶ εἴμεθα αὐτόπται μάρτυρες τῆς μεγάλης λύπης, τοῦ γενικοῦ πένθους, τῆς γενικῆς συγκινήσεως καὶ τῆς αὐθορμήτου ἀποφάσεως ὅλων νὰ ἐκδικήσωσι τὸ ἀθῶον καὶ εὐγενὲς αἷμα τῶν συγγενῶν Σου, τῶν φίλων Σου, τῶν συμπατριωτῶν Σου.» Ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα καθῆκον νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν σας, ὅπως μάθῃ ὁ κόσμος ὅλος, ὅπως μάθῃ ἅπασα ἡ Εὐρώπη ἀπ’ αὐτὸ τὸ μικρὸν βῆμα τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ἀθῶον, ὅτι συκοφαντεῖται, ὅτι τὸ ἔθνος προοδεύει κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν πολιτισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐπιστήμας καὶ τέχνας· ὅπως μάθωσιν αἱ εὐεργέτιδες τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις, ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ἔθνους τοῦ ἑλληνικοῦ, ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ Ἕλληνος ὑπάρχει καὶ ἔσεται ἀκμαῖον τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς εὐεργέτιδας Δυνάμεις τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ῥωσσίαν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως γράψῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα παρακαλέσῃ τοὺς εὐγενεῖς γονεῖς νὰ διαγράψωσιν ἐκ τοῦ μαρμάρου τῶν τάφων, τῶν εὐγενῶν ἐκείνων θυμάτων, αἱ λέξεις ὅτι ἐσφάγησαν παρ’ ἑλλήνων λῃστῶν, καὶ γραφῶσιν αἱ λέξεις ἐσφάγησαν παρὰ λῃστῶν· διότι καὶ τὸ ἔθνος ἀθῶον εἶναι καὶ Ἕλληνες δὲν ἔβαλον χεῖρα ἐγκληματικὴν καὶ φονικὴν ἐπὶ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων ξένων. Τελευτῶν δὲ διατυπῶ τὴν ἑξῆς πρότασιν «ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν βαθεῖαν θλίψιν της ἐπὶ τῷ ἀπαισίῳ συμβάντι τῶν ἀτυχῶν ξένων· τὴν ἔκφρασιν τῆς θλίψεώς της ταύτης νὰ διαβιβάσῃ ὁ Κύριος Πρόεδρος πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τὰς συζύγους τῶν εὐγενῶν θυμάτων». Ἤδη, Κύριοι, μεταβαίνω εἰς τὰ ὅλως ἐσωτερικά μας ἵνα ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἐλπίζω νὰ ἐνθυμηθῆτε τὴν παράκλησίν μου, καὶ τώρα μάλιστα ἔχω ἀνάγκην περισσοτέραν νὰ τὴν ἐνθυμηθῆτε, διότι τὰ ἐσωτερικὰ εἶναι καὶ ὀλίγον ὀχληρά, καὶ νὰ μὴ μὲ διακόψῃ κανείς.
§29ΤΙΝΕΣ. Δὲν σᾶς διέκοψε κανεὶς μέχρι τοῦδε.
§30ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος, ἀλλὰ καὶ πάλιν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε ἄνευ διακοπῆς. Ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματός μας εἶναι συνταγματική, εἶναι κοινοβουλευτική. Ἀλλ’ ὄχι λέγουσιν ἄλλοι. Ἀλλοία τις ἐφαρμογὴ εἶναι συνταγματικωτέρα, κοινοβουλευτικωτέρα τῆς πρώτης· καὶ πάλιν ὄχι, λέγουσιν. Ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ εἶναι μὲν συνταγματική, ἀλλ’ ὄχι καὶ κοινοβουλευτική, ἢ εἶναι κοινοβουλευτική, ἀλλὰ δὲν εἶναι συνταγματική. Ἰδοὺ ἡ πρώτη τροφὴ τῶν συζητήσεών μας, τῶν ἀντεγκλήσεων καὶ διαπληκτισμῶν. Ἰδοὺ ἡ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πολιτικὴ ἱκανότης ἡμῶν, τῶν περὶ τὰ κοινὰ βουλευομένων. Ἰδοὺ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν νὰ εἰσπηδήσωμεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ἢ νὰ διατηρώμεθα εἰς αὐτήν. Τὰ δὲ πράγματα σχεδόν, ἵνα μὴ εἴπω πάντοτε, τὰ ἀφίνομεν νὰ ἕπωνται πολὺ μακράν. Ὅταν δὲ τὰ πράγματα ἔρχωνται καὶ διαψεύδουν τὰς δοξασίας μας, τὰς ἰδέας μας, τὰς λέξεις μας, δὲν δυσκολευόμεθα νὰ συγχωνευθῶμεν εἰς τὰς ἐπικρατεστέρας τῆς ἡμέρας, ἢ νὰ τὰς ἀπαρνηθῶμεν ὅλως διόλου, ἢ νὰ οἰκειοποιηθῶμεν ξένας δοξασίας, καὶ νὰ τὰς ὑποστηρίζωμεν ὡς ἐδικάς μας, ἀρκεῖ νὰ ἐπιτυγχάνῃ ὁ πολιτικὸς σκοπός. Διὰ δὲ τῆς εὐμεταβλήτου ταύτης πολιτικῆς καὶ τῆς διαφοροτρόπου ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν δὲν τὸ καταντήσαμεν ἕως τώρα, θὰ τὸ καταντήσωμεν τὸ πολίτευμα ὡς τὸν πίθον τοῦ Διογένους. Ἠξεύρετε, Κύριοι, καλλίτερά μου πολύ, ὅτι ὁ φιλόσοφος Διογένης κατώκει εἰς τὸν πίθον του, καὶ ὁ διαβάτης ἀφοῦ τὸν ἐχαιρέτα τῷ ἔλεγε, κακὰ τὸν ἔχεις πρὸς ἀνατολὰς ἐστραμμένον· ἀλλὰ πῶς καλλίτερα, ἠρώτα, νὰ τὸν ἔχω; πρὸς μεσημβρίαν. Τὸν ἔστρεφε πρὸς μεσημβρίαν. Ἔρχεται ὁ δεύτερος, τὸν ἐχαιρέτα καὶ τῷ ἔλεγε, κακὰ τὸν ἔχεις πρὸς μεσημβρίαν. Ἀλλὰ πῶς; πρὸς ἄρκτον. Τὸν ἔστρεφε πρὸς ἄρκτον· καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἐξηγοῦμαι, Κύριοι, καὶ θέλω ἐξηγηθῆ ἐπὶ συγκεκριμένων περιστάσεων καὶ προσφάτων πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀμφιβολιῶν τοῦ χρόνου. Καὶ θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν φίλον μου Κύριον Ζαΐμην. Ὁ φίλος μου Κύριος Ζαΐμης προγνωρίσας τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, πρὸ πάντων δὲ ὡς ἐκ τῆς ἀδιορθώτου διαφωνίας τῶν Κ.Κ. συναδέλφων του ἐσκέφθη καὶ περὶ διαδόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἐκαλλιέργει τὴν ἰδέαν τῆς ἐλεύσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ μὲν, διότι ἐθεώρει τὴν πορείαν του ταύτην συνταγματικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν, τὸ δὲ, διότι ἐπίστευεν, ἴσως καὶ ἐπεθύμει, ὅτι ἤθελεν ἔλθει ἡ πλειοψηφία τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ὑπέπεσε κατ’ ἐμὲ εἰς ἓν λάθος· εἰς ποῖον λάθος; Ἐλησμόνησε τὸ «ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ θεός, συνταγματικῶς, κελεύει.» Ἦλθεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης. Ἡ ἰδέα τοῦ Κυρίου Ζαΐμη ὁπωσδήποτε ἐπραγματοποιήθη, ἑπομένως ὁ πίθος τοῦ Διογένους ἐστράφη πρὸς δυσμάς. Ἦλθεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, καὶ ἀπῆλθε, μοὶ φαίνεται, ἀντικοινοβουλευτικῶς. Τέλος ἦλθεν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος· καλῶς ἦλθε· καὶ ἰδοὺ ἡ ἰδέα τοῦ φίλου μου Κυρίου Ζαΐμη συνεπληρώθη, ὁ δὲ πίθος τοῦ Διογένους, ἐννοεῖται, ἐστράφη πρὸς ἄρκτον. Ἐγώ, κύριοι, εἶχον ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης τοῦ Κυρίου Ζαΐμη, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα ἔκτοτε εἰς πολλοὺς φίλους μου, καὶ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Κύριον Ζαΐμην. Ἀλλὰ τί νὰ σᾶς εἴπω; δὲν εἶχα νὰ τὴν καλλιεργήσω οὔτε τὸ ἐγχώριον ἄροτρον τοῦ Ἡσιόδου, οὔτε τὸ Εὐρωπαϊκόν. Ποία ἦτο ἡ ἰδέα μου ἐκείνη; Ἡ ἰδέα μου ἦτο ἡ ἑξῆς. Κατὰ τὰ παραδεδεγμένα, καὶ καθὼς ᾄδεται καὶ λέγεται, ὅτι ἔχομεν κοινοβουλευτικὴν κυβέρνησιν, ὑποστηριζομένην ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὑποδεικνυομένην ἀπ’ αὐτὴν, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἦτο ἡ τότε συμπολίτευσις, καὶ τοσοῦτον περισσότερον, καθόσον ἀπουσίαζεν ἡ Βουλή. Ἔπρεπε λοιπὸν κατὰ τὴν ἐδικήν μου γνώμην νὰ ἔλθῃ, ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν τότε πλειονοψηφίαν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ ἢ ἤθελεν ὑποστηρίξει τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἢ ἤθελεν ὑποδείξει μίαν ἄλλην· καὶ ἂν, Κύριοι, ἡ γνώμη μου ἐκείνη ἐπραγματοποιεῖτο, βεβαίως ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ, ὅτι σήμερον ἐγκαινιάζεται ὁριστικῶς τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα· διότι ἤθελεν εὑρεῖ τὸν πίθον τοῦ Διογένους πρὸς ἀνατολὰς, ὅπου τὸν εἴχομεν ἀφήσει ἐν ἀρχῇ. —Τότε ὅμως, Κύριοι, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ γνώμη τοῦ φίλου μου Κ. Ζαΐμη ὀρθοτέρα τῆς ἐδικῆς μου, ὅταν παραδεχθῶμεν δύω τινὰ, ἢ ὅτι ἡ τότε πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἦτο σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς, καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων τοῦ τότε Κυρίου πρωθυπουργοῦ, καὶ οὐχὶ μιᾶς πολιτικῆς ἰδέας, ἢ ὅτι ἄλλα μέρη ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως ἐκείνης δὲν ἦσαν ἱκανὰ νὰ φέρουν ὑπὸ τὴν μασχάλην των ὑπουργικὰ χαρτοφυλάκια. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν, Κύριοι, τὴν μίαν εἴτε τὴν ἄλλην πλάνην ὡς ἀλήθειαν, τότε, Κύριοι, ὑποπίπτομεν εἰς ἓν ἄλλο ὀλεθριώτερον σύστημα· εἰς ποῖον; εἰς τὸ σύστημα τῶν προσωπικῶν κυβερνήσεων τῶν κάτω κύκλων· καὶ ὅταν φθάσωμεν, Κύριοι, εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ, τότε ἂς ἔλθῃ ὁ νοημονέστερος νὰ μοὶ ὑποδείξῃ τὸ στερεὸν ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπὶ πολὺ κυβέρνησιν ἐν Ἑλλάδι· ἂς ἔλθῃ νὰ μοῦ ὑποδείξῃ τὸ στερεὸν ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ διανύσῃ ἡ Βουλὴ τὴν τετραετίαν, ἂς ἔλθῃ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ στερεὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ πίθος τοῦ Διογένους δύναται νὰ μένῃ ἐπὶ πολὺ χωρὶς νὰ συχνοστριφογυρίσῃ, καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι τὰ συχνοστριφογυρίσματα δύνανται καὶ νὰ τὸν τσακίσουν. Ἔχομεν, Κύριοι, ἑπτὰ γνωστοὺς πρωθυπουργοὺς ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσιν ἐντεῦθεν, καὶ ὁ μακαρίτης Ῥοῦφος ὀκτώ· καὶ, κύριοι, σύμφωνα μὲ τὴν πολιτικήν μας κατάστασιν ἐν μετριότητι πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἄλλους ἑπτὰ, οἱ ὁποῖοι καραδοκοῦν τὴν στιγμὴν καὶ τὴν ὥραν νὰ εἰσπηδήσουν εἰς τὴν πρωθυπουργίαν· γίνονται 14 ἢ 15 πρωθυπουργοί. Ἔχομεν 100 καὶ ἐπέκεινα ὑπουργοὺς ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσιν καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ πάλιν, κύριοι, ἐν μετριότητι πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἄλλους 100, οἱ ὁποῖοι περιμένουν τὴν στιγμὴν καὶ τὴν ὥραν νὰ λάβουν τὰ ὑπουργικὰ χαρτοφυλάκια· γίνονται διακόσιοι. Δόσατε τώρα, κύριοι, ἀναλογίαν ὑπαλλήλων εἰς ὅλους αὐτοὺς ἐκ τῶν ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐκ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι φθάνομεν εἰς ἕνα ἀναρίθμητον ἀριθμὸν πρωθυπουργῶν, ὑπουργῶν καὶ ὑπαλλήλων. Τότε λοιπὸν δὲν εἶναι πρότυπον συνταγματικὸν βασίλειον οὐχὶ ἐν τῇ ἀνατολῇ, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ ὑφηλίῳ; Ἐνταῦθα ἐνθυμήθην, κύριοι, τὴν πρώτην προκήρυξιν τοῦ Βασιλέως, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ἅμα ἐπάτησε τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, τὴν νέαν πατρίδα του. «Περιστοιχίσατέ με, εἶπεν, ὁ νεαρὸς Βασιλεὺς μὲ τὰς γνώσεις σας οἱ ἄριστοι τοῦ ἔθνους πάσης πολιτικῆς ἀποχρώσεως, διδάξατε, συμβουλεύσατε, τὴν νεότητα, τὴν ἀπειρίαν, τὰ πρῶτα μαθήματα ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος καὶ τοῦ θρόνου». Ναί, Βασιλεῦ, εἴπομεν πολλοὶ ἐνδομύχως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅλοι καὶ ἐγγίξω φιλοτιμίας, ναὶ, εἴπομεν, σὲ περιστοιχίζομεν προθυμότατα· πῶς ὅμως; μὲ τὰς ἀπαιτήσεις μας τὰς ἀθεραπεύτους· πῶς ὅμως; μὲ τὸν φατριασμόν μας τὸν ματαιότατον δι’ ἐκείνους, οἵτινες τὸν ἐξασκοῦσι καὶ τὸν ἐπιβλαβέστατον διὰ τὴν πατρίδα καὶ τὸν θρόνον· πῶς ὅμως μὲ τὴν ἐγωϊσμόν μας καὶ τὴν φιλαρχίαν μας ἐνώπιον τῶν ὁποίων οὐδὲ ἀρχαὶ οὐδὲ δοξασίαι οὐδὲ ἰδέαι, οὐδὲ λέξεις, οὐδὲ αὐτὴν τὴν Βουλὴν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν. Ἰδοὺ τὰ πρῶτα μαθήματα! Σᾶς εἶπα, κύριοι, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἀναρίθμητον ἀριθμὸν πρωθυπουργῶν, ὑπουργῶν καὶ ὑπαλλήλων· καὶ εἰς ποίαν ἐποχὴν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις; εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία, ὁ ἀτμὸς, οἱ σιδηρόδρομοι, ὁ τηλέγραφος, ἡ δημοσιογραφία, μᾶς ἔχει ἐνημέρους τί γίνεται εἰς ὅλα τὰ κράτη καὶ εἰς κράτη ἔχοντα 10, 20, 30, 40, 50 ἑκατομμύρια λαοῦ. Τί βλέπομεν ἐκεῖ κύριοι; βλέπομεν νὰ φιλονεικοῦν ἕνας ἢ δύο τὴν πρωθυπουργίαν, 10 ἢ 20 τὴν ὑπουργικὴν ἕδραν· καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τάξιν πραγμάτων καὶ ἐθνικὴν πολιτικὴν ἐξωτερικὴν, πολιτικὴν ἐσωτερικὴν, τάξιν, κανονικότητα ὑπαλλήλων καὶ εὐνομίαν λαοῦ. Ἴσως, κύριοι, καὶ τί λέγω ἴσως; βεβαίως, κύριοι, κατὰ τῆς γνώμης ταύτης θὰ ἐπιπέσῃ λάβρος ἡ ἀντίθετος ἰδέα καὶ θὰ μοῦ εἴπῃ, τί θέλεις; θέλεις νὰ περιορίσῃς τὰ ἀξιώματα τῆς πολιτείας εἰς τοὺς Κοτζαμπάσιδες καὶ εἰς τὰ γαλάζια αἵματα; Δὲν βλέπεις τὴν Ἀμερικήν; Μετέβημεν τώρα εἰς τὸ ἄλλο ἡμισφαίριον. Εἷς ἔντιμος ἐργοστασιάρχης ὁ κύριος Γράντ εἶναι πρόεδρος τῆς δημοκρατίας τῶν Ἡνωμένων πολιτειῶν. Ναί, κύριοι, τὸ βλέπω καὶ συγχαίρω μάλιστα ἐκ καρδίας καὶ τὸν ἔξοχον αὐτὸν ἄνδρα, καὶ τὴν πατρίδα του, καὶ τὸν συγχαίρω πολὺ περισσότερον, διότι δὲν ἔχει μόνον τὸ προσὸν τοῦ νὰ ἀναδειχθῇ, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὸ προσὸν νὰ διατηρῆται ἐπὶ πολὺ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος του. Ἀλλά, κύριοι, τί ζητοῦμεν νὰ ταξειδεύωμεν εἰς τὴν Ἀμερικήν; νὰ ταξειδεύωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀπεράντους καὶ ἐπικινδύνους ὠκεανούς, διὰ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν Ἀμερικήν; τοιοῦτον παράδειγμα καὶ ἀσυγκρίτῳ λόγῳ μεγαλείτερον ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔχομεν τὸν ἀείμνηστον Καραϊσκάκην, τὸν ἔνδοξον στρατάρχην τῆς ἱερᾶς ἐπαναστάσεώς μας, καὶ τὸν ἐνδόξως πεσόντα, ἀλλὰ καὶ τὸν υἱὸν μιᾶς καλογραίας· ὁ σπάνιος παλληκαρισμὸς, αἱ μεγάλαι πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις, τὰ ἔξοχα προτερήματα, ὁ ἔξοχος νοῦς του τὸν ἐπέβαλον καὶ εἰς τὸν κοτζαμπασισμὸν καὶ εἰς τὰ γαλάζια αἵματα καὶ εἰς τὸν καπετανισμόν. Καὶ εἰς ποίαν ἐποχήν; εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἤκμαζον αὐταὶ αἱ ἰδέαι. — Σήμερον ἐν Ἑλλάδι, σήμερον, κύριοι, δὲν ὑπάρχει οὐδὲ κοτζαμπασισμὸς, οὐδὲ γαλάζια αἵματα, οὐδὲ καπετανισμὸς, οὐδὲ τσαρλατανισμὸς, οὐδὲ ἀγυρτισμὸς, οὐδὲ τραμπουκισμός. Τίποτε δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ χάος, βαβυλωνία γλωσσῶν, ἰδεῶν καὶ λέξεων· ὁ σταθμάρχης θέλει νὰ γείνῃ ὑγειονόμος, ὁ ὑγειονόμος νομάρχης, ὁ νομάρχης πρωθυπουργός· τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον. Προκειμένου περὶ Καραϊσκάκη, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑποβάλω ἓν ἐλάχιστον περιστατικὸν, ὅπερ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνθυμήθην καὶ τὸ ὁποῖον εἶδα ἰδίοις ὄμμασι καὶ ἤκουσα ἰδίοις ὠσί. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1827 ἦλθον ἐδῶ εἰς τὸ Κερατσίνι καὶ ἔμεινα ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ στρατηγοῦ Χατζῆ Πέτρου, θείου μου, ἀδελφοῦ τῆς μητρός μου· ὁ ἔνδοξος Καραϊσκάκης ἠγάπα πολὺ τὸν Χατζῆ Πέτρον, καὶ τὸν ὠνόμαζε μάλιστα βλάχμπεην, διότι ἦτο πολυδάπανος καὶ ἀξιοπρεπής· συχνὰ λοιπὸν ἐπεσκέπτετο τὸν Χατζῆ Πέτρον. Μίαν τῶν ἡμερῶν συνέβη νὰ συγχισθῇ ὁ ἀρχηγὸς Καραϊσκάκης μὲ δύω καπετανέους, ἀξιωματικοὺς πρώτης τάξεως· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν Λεπενιωτάκης καὶ Καραβίδας ἢ Καῤῥίτσας· ἡ σύγχυσις εἶχε φθάσει εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε περιεμένετο κάποια ῥῆξις ἐπικίνδυνος, ἀλλ’ ὁ Καραϊσκάκης ἤρχισε νὰ ὑποχωρῇ καὶ διὰ τῆς ὑποχωρήσεως διασκεδάζει τὴν σύγχυσιν εἰς τρόπον, ὥστε ἀκολούθως δι’ ἀστεϊσμῶν διεσκεδάσθη ὅλως διόλου. Ὁ Χατζηπέτρος, ἀφοῦ ἀνεχώρησαν ἐκ τῆς σκηνῆς οἱ ἀξιωματικοί, λέγει πρὸς τὸν ἀρχηγὸν Καραϊσκάκην· ἀρχηγὲ, ἐὰν ἤμην ἐγώ, ἤθελα τοὺς τιμωρήσει καὶ ἤθελα τοὺς ἀποβάλει, δὲν ἤθελον ὑποφέρει αὐτὴν τὴν αὐθάδειαν. Ὁ Καραϊσκάκης τότε ἐγέλασε καὶ τοῦ λέγει, αἴ Βλάχμπεη, Βλάχμπεη! ἐὰν θέλῃς νὰ ἦσαι ἀρχηγὸς πρέπει νὰ ἔχῃς καλλίτερα παλικάρια ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου, ἱκανωτέρους συντρόφους· διότι ὅταν ἀρχίζῃ ὁ πόλεμος, φωνάζω, ποῦ εἶσαι Λεπενιωτάκη, ποῦ εἶσαι Καραβίδα, καὶ πηγαίνουν αὐτοὶ πρῶτοι εἰς τὰ ταμπούρια τὰ Τουρκικὰ καὶ ὕστερον πηγαίνω ἐγώ· σύρουν τὰ σπαθιὰ καὶ πηδοῦν πρῶτοι αὐτοὶ εἰς τὰ Τουρκικὰ ταμπούρια. Τότε λέγει ὁ στρατηγὸς Χατζηπέτρος, ἔχεις δίκαιον, ἀρχηγέ. Τί συμβαίνει ὅμως παρ’ ἡμῖν σήμερον; —καὶ διαμαρτύρομαι, ὅτι δὲν τὰ λέγω διὰ τοὺς μέχρι τοῦδε πρωθυπουργοὺς, τὰ λέγω πρὸς ὁδηγίαν τῶν μελλόντων.—Καλεῖται ὁ πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἀνάκτορα, λαμβάνει ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Βασιλέα, δέχεται τὴν ἐντολὴν, ἐπανέρχεται εἰς τὸν οἶκόν του, καὶ πρώτη ἰδέα, ἡ ὁποία τοῦ ἐπέρχεται εἶναι περίπου l’ état c'est moi! τὸ κράτος εἶμαι ἐγώ! Κλείεται εἰς τὸ δωμάτιόν του, συντάττει ἕνα πίνακα, τὸν διαιρεῖ εἰς τάξεις· πρώτη τάξις εἶναι οἱ σύντροφοι, καλλίτεροί του ὅμοιοί του· δευτέρα τάξις φίλοι, τουτέστιν ὀπαδοί· τρίτη τάξις εἶναι οἱ συγγενεῖς. Ἀντὶ λοιπὸν, κύριοι, νὰ μεταβῇ, νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς καλλιτέρους του, τοὺς ὁμοίους του, ἢ ἂν ἔχῃ ἰδιότητας ταύτας νὰ τοὺς καλέσῃ εἰς τὸν οἶκόν του, νὰ συσκεφθῇ μετ’ αὐτῶν, καὶ νὰ εἴπῃ, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ἂς σκεφθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ τὴν λέξιν Κράτους νὰ εἴπῃ μὲ μεγάλην φωνὴν, τί κάμνει; ἀφίνει τὴν πρώτην τάξιν τοῦ καταλόγου, πέρνει τοὺς βολικωτέρους του ἀπὸ τὰς δύο δευτέρας τάξεις, στέλλει οὕτω τὸν κατάλογον τῶν ὑπουργῶν, ὁ δὲ Βασιλεὺς συνεπὴς εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην του τὸν ἐγκρίνει· σχηματίζεται τὸ ὑπουργεῖον, ὁρκίζεται καὶ ἀναλαμβάνει τὴν διοίκησιν· ἡ πρώτη φωνὴ εἰς τὸ κοινὸν, ὤδυνεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν· δευτέρα φωνὴ, μᾶς ἦλθε καὶ ἄλλος μαστρογιάννης μὲ τὰ κοπέλια του. Αἴ, κύριοι; ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην ἰδέαν τοῦ κοινοῦ, πιστεύετε ἀνάλογον σέβας καὶ πεποίθησιν ἐκ μέρους τοῦ κοινοῦ; ἐγὼ τοὐλάχιστον δυσκολεύομαι νὰ τὸ πιστεύσω· ἐν τούτοις ἀκούει τὰς φήμας ταύτας ὁ πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ πλέον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν καὶ νὰ τὰς θεραπεύσῃ· κοιμᾶται, καὶ εἰς τὸν ὕπνον του παρουσιάζεται τὸ κράτος καὶ τοῦ λέγει· εὐλογημένε ἄνθρωπε, δὲν σὲ ἐπίεσε τὸ βάρος μου, αἱ ὑποθέσεις μου αἱ ἐξωτερικαὶ, αἱ ἐσωτερικαὶ δὲν σὲ συνεκίνησαν; τί ἐπίστευσες; ἐλησμόνησες, ὅτι ἡ πρωθυπουργία σήμερον εἶναι ἰδική σου, αὔριον ἄλλου καὶ οὐδέποτε κανενός; τί μὲ ἐνόμισες; διὰ νομὸν ἢ δι’ ἐπαρχίαν; Τὸν ἀφίνει, ἀναχωρεῖ καὶ οὕτως ἀρχίζει ὁ πρῶτος ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως. Τὴν ἄλλην ἑσπέραν ἐμφανίζεται εἰς τὸν ὕπνον του ἡ Ἀθηνᾶ καὶ τοῦ λέγει· εὐλογημένε πολῖτα, ποῦ ἡ φρόνησίς σου, ποῦ ἡ ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων, τὴν ὁποίαν ἔκαμες ἐν ἰδιαιτέροις καὶ ἐπισήμοις κύκλοις; Ἐλησμόνησες τὸ οὐ παντὸς πλεῖν εἰς Κόρινθον; καὶ δὲν ἐσυλλογίσθης κἄν, ὅτι τὸ παράδειγμά σου ἠμπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ μία ἀπειρία εἰσέτι καὶ νὰ μὴ πολυσκεφθῇ περὶ πρωθυπουργοῦ; δεύτερος ἔλεγχος συνειδήσεως· καὶ ἠξεύρετε, ὅταν ἀρχίζῃ εἰς ἕνα ἀρχηγὸν τῆς κυβερνήσεως, εἰς ἕνα πρόεδρον, ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως, σᾶς ἀφίνω νὰ στοχασθῆτε, ἂν ἠμπορῇ νὰ προβῇ μὲ πεποιθήσεις καὶ ἐπιτυχίαν εἰς τὴν ἀποστολήν του. Οὕτω πολιτευόμενοι, κύριοι, πιστεύετε διόρθωσιν καταστάσεως πραγμάτων, ἐὰν δὲν ἐπανέλθῃ τὸ «γνῶθι σαυτὸν» εἰς τὴν πατρίδα του, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔφυγε κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ περιοδεύει εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται αἱ μεταφράσεις τῆς ῥήσεως ταύτης; Οὕτω πολιτευόμενοι, κύριοι, πιστεύετε καλλιτέρευσιν καταστάσεως πραγμάτων ἐκείνης τῆς παρελθούσης δυναστείας, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὸν πρὸς τὴν Βουλὴν εὐχαριστήριον λόγον του ἐμνημόνευσε μετὰ πικρίας; Καὶ πότε, κύριοι; μετὰ ὀκταετῆ πεῖραν. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ὡς ἁπλοῦς πολίτης Ἕλλην, ἀφοῦ ἠσπάσθην τὸ νέον πολίτευμα καὶ ὡρκίσθην ἐπ’ αὐτοῦ, εἶμαι θιασώτης, εἶμαι εἰλικρινὴς ὑποστηρικτὴς αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου νὰ ἀσεβῶ εἰς παρελθὸν ἐπενεγκὸν πολλὰ ἀγαθά εἰς τὴν Πατρίδα. Ἐνταῦθα, κύριοι, σκοπὸν εἶχον νὰ τελειώσω τὸν λόγον μου, ἀλλὰ φωνὴν ὑπόκωφον ἀκούω, φωνὴν ἱερὰν, ἥτις μοὶ λέγει νὰ ἐξακολουθήσω καὶ νὰ σᾶς προσθέσω ἓν ἀκροτελεύτιον μέρος αὐτοῦ, σπουδαιότατον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Ὁμολογῶ ἐν πρώτοις, ὅτι παρέλειψα μέχρι τοῦδε ἓν τῶν ἱερωτέρων καθηκόντων μου πρὸς τὴν πατρίδα, πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Ὄθωνα· ὁμολογῶ, ὅτι μὲ τύπτει ἡ συνείδησις, διότι δὲν ἐξέθεσα ἕως σήμερον ὅ,τι συνέπεσεν ἐγὼ νὰ γνωρίζω καὶ ὑμεῖς νὰ μὴ γνωρίζητε· ἀλλὰ πιστεύσατε, κύριοι, ὁσάκις ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω, ὁσάκις ἠθέλησα νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα αὐτὸ, μοὶ παρουσιάζετο ἐνώπιόν μου ὁ ἰατρὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε μὲν τὸ ἀναγκαῖον φάρμακον, δὲν ἐτόλμα ὅμως νὰ τὸ δώσῃ ὡς ἐκ τῆς πυρετώδους καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο ὁ ἀσθενὴς, φοβούμενος μὴ βλάψῃ καὶ ἐκεῖνον καὶ τὸν ἑαυτόν του. Ἤμην, κύριοι, ὡς ἠξεύρετε ὅλοι, εἷς τῶν τελευταίων ὑπουργῶν τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος· εἶμαι μάρτυς, δυστυχὴς μάρτυς τῶν τελευταίων στιγμῶν τῆς βασιλείας του, τοῦ πολιτικοῦ του μαρτυρίου. Ἐπανερχόμενοι ἐκ τῶν Καλαμῶν τῆς Πελοποννήσου μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Αἰγίνης, εἴδομεν δύο λέμβους νὰ ἔρχωνται πρὸς ἡμᾶς, ἔφθασεν ἡ μία καὶ πρῶτος ὁ Βασιλεὺς ἀνεγνώρισε τὸν ναύαρχον τῆς Γαλλίας, τὸν κ. Τουσάρ· μᾶς λέγει· ὁ ναύαρχος τῆς Γαλλίας ἔρχεται· βεβαίως σπουδαῖα γεγονότα θὰ συνέβησαν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἂς ὑπάγωμεν, (ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βασίλισσαν), εἰς τὴν μεγάλην αἴθουσαν τοῦ πλοίου νὰ τὸν ὑποδεχθῶμεν, ὡς καὶ ἐγένετο. Ἐγὼ ἔμεινα εἰς τὸ κατάστρωμα, μετ’ ὀλίγον ἔφθασεν ἡ δευτέρα λέμβος ἐντὸς τῆς ὁποίας ἦτο ὁ μακαρίτης Κουτσοῦκος, πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Πειραιῶς, ἐπιφορτισμένος ἀπὸ τὸν τότε δήμαρχον Πειραιῶς κ. Λ. Ῥάλλην νὰ μᾶς γνωστοποιήσῃ τὰ συμβάντα καὶ νὰ μᾶς φέρῃ καὶ τὰ τηλεγραφήματα τῆς τότε Προσωρινῆς Κυβερνήσεως· καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἦλθε· μοὶ ἔφερε τὰ τηλεγραφήματα, τὸν ἠρώτησα τί γίνεται· μοὶ λέγει, αὐτὴν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐμβαρκαριζόμην ἐφονεύετο ὁ λοχαγὸς φρούραρχος Πειραιῶς Καραγιαννόπουλος καὶ ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀνώμαλος· μὲ ἠρώτησε τί νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν δήμαρχον· τὸν εἶπον δὲν ἔχω κἀμμίαν παραγγελίαν, εὐχὰς μόνον ἔχω καὶ ὁ Θεὸς ἂς σώσῃ καὶ ταύτην τὴν φορὰν τὴν πατρίδα μας. Μετ’ ὀλίγον ἐξῆλθεν ὁ ναύαρχος τῆς αἰθούσης καὶ διέταξεν ὁ Βασιλεὺς νὰ παρουσιασθῶ· ἐπαρουσιάσθην· μοὶ λέγει, ἔμαθες τὰ συμβάντα; ἀπήντησα μάλιστα, ἰδοὺ καὶ τὰ τηλεγραφήματα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως. Ποίαν γνώμην ἔχετε, μοὶ λέγει; ἀπήντησα, νὰ ἀναχωρήσωμεν παρευθὺς δι’ ἄλλον λιμένα τοῦ Κράτους. Ναί, ἀλλὰ περιμένω τοὺς πρέσβεις· οἱ πρέσβεις, Μεγαλειότατε, ἀπεκρίθην δὲν ἀναμιγνύονται εἰς τὰ ἐσωτερικά μας, καὶ ἑπομένως περιττὸν νὰ τοὺς περιμένωμεν. Ἠναγκάσθην νὰ δώσω ὑπόσχεσιν εἰς τὸν ναύαρχον, εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι παρὰ νὰ τοὺς περιμένω. Τότε ἀνταπήντησα, ἀφοῦ θὰ τοὺς περιμένετε, ζητήσατε τοὐλάχιστον δύο πλοῖα νὰ μᾶς συνοδεύσουν. Καλὴ ἡ γνώμη σου, εἶπεν ὁ Βασιλεύς. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασαν οἱ πρέσβεις, ἀπεσύρθην ἐγώ· ἔμεινε μετὰ τῶν πρέσβεων ἐπὶ μίαν καὶ ἐπέκεινα ὥραν· ἐξῆλθον οἱ πρέσβεις, διέταξε νὰ παρουσιασθῶ καὶ πάλιν, ἐπαρουσιάσθην ἐκ νέου, μὲ πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι, καὶ μοῦ λέγει, ἀποχαιρετῶ τὸν τελευταῖον ὑπουργὸν, ἀπεφάσισα νὰ ἀναχωρήσω διὰ τὴν Εὐρώπην. Λέγω, Βασιλεῦ, ἔχω εὐθύνην ἐνώπιόν Σου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους’ ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ μὴ φύγετε. Λέγει, ἔχετε δίκαιον, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἀσθένεια ἀτυχῶς εἶναι φθασμένη σήμερον εἰς ὑψηλὸν βαθμὸν καὶ ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνον διὰ νὰ θεραπευθῇ, καὶ ἐγὼ χρῆσιν ἄλλων μέσων δὲν δύναμαι, οὔτε θέλω νὰ κάμω· ἂς ἰδοῦν καλὸν οἱ Ἕλληνες. Μοὶ ἐπρόσθεσεν ἔπειτα ὅτι ἡ πρωτεύουσα εἶναι εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν, καὶ δύνασθε νὰ μεταβῆτε νὰ μὴ πάθῃ ἡ οἰκογένειά σας ἀπὸ τὴν ἀπουσίαν σας. Λέγω, Βασιλεῦ, ἡ συνείδησις καὶ τὸ καθῆκον δὲν μοῦ τὸ ἐπιτρέπουν νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ πλησίον Σου εἰς τοιαύτας στιγμὰς καὶ τὴν οἰκογένειάν μου ὁ Θεὸς ἂς τὴν προστατεύσῃ. Μὲ εὐχαρίστησε. Κατόπιν ἔκραξεν ἕνα πρὸς ἕνα ἐκ τῆς βασιλικῆς συνοδείας, καὶ πιστεύω, εἶπε τὰ αὐτά. Πρὸς τὸ ἑσπέρας ἠγκυροβολήσαμεν εἰς τὸ Ἀμπελάκι, τὸν λιμένα τῆς Σαλαμῖνος· περὶ τὸ μεσονύκτιον ἠγκυροβόλησε τὸ μὲν Ἀγγλικὸν ἐκ δεξιῶν, τὸ δὲ Γαλλικὸν ἐξ εὐωνύμων. Τὴν ἐπαύριον περὶ τὴν δεκάτην πρὸ μεσημβρίας ἐπεβιβάσθημεν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν ὅπου ἐχαιρετήθη ἡ ἐπιβίβασις τοῦ Βασιλέως διὰ τοῦ συνήθους κανονοβολισμοῦ. Ἐμείναμεν ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκείνην· τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὄρθρου βαθέως, ἀνεχωρήσαμεν διὰ τὴν Εὐρώπην. Ἔξω τῶν ὑδάτων τῆς Ἀττικῆς ἀπηντήσαμεν τρία δίκροτα Ἀγγλικά· ἐπλησίασαν, ἐστάθησαν ἐπὶ τοῦ ἀτμοῦ, ἐχαιρέτησαν διὰ τῶν συνήθων κανονοβολισμῶν τοὺς Βασιλεῖς, ἦλθεν ὁ ναύαρχος μὲ τὸ ἐπιτελεῖόν του, παρουσιάσθη εἰς τὸν Βασιλέα, ἐτέθη εἰς τὰς διαταγάς Του νὰ τὸν μεταφέρῃ ὁ ἴδιος. Ὁ Βασιλεὺς τὸν εὐχαρίστησε, διέταξε καὶ ἔμεινεν εἰς τὸ πρόγευμα. Ἀφοῦ ἐπρογεύθημεν, ἡμεῖς μὲν ἀνεχωρήσαμεν διὰ τὴν Εὐρώπην, τὰ δὲ Ἀγγλικὰ πλοῖα ὅπου εἶχον διαταχθῇ. Περιττὸν τώρα, κύριοι, νὰ σᾶς διηγηθῶ τὰς ὑποδοχὰς τῶν λαῶν ὅπου καὶ ἂν διήλθομεν, τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν συμπάθειαν τὴν γενικὴν, πολὺ περισσοτέραν παρὰ εἰς ἡγεμόνα, καὶ ἐπίσης ὀφείλω νὰ εὐγνωμονήσω καὶ εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Βαυαρίας, ἥτις μᾶς ὑπεδέχθη ὅλους ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων καὶ μᾶς ἐφιλοξένησε ἐπὶ πολλοὺς μῆνας· δὲν ἤκουσα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὅ ἤμην πλησίον τοῦ Βασιλέως οὐχὶ μίαν λέξιν κατὰ τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὲρ, ἀλλ’ οὔτε κἄν μίαν λέξιν κατ’ οὐδενὸς προσώπου, καὶ πιστεύσατε διετέλουν εἰς διηνεκῆ ἔκστασιν διὰ τὸ ἀνεξίκακον τοῦ Βασιλέως.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. πρόεδρε;
§32ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ναί, εἶναι συνέχεια· ἡσύχασε. Τί δὲ ἤκουσα, κύριοι, νὰ λέγῃ ὁ βασιλεὺς Ὄθων;
§33ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμὸν, κ. πρόεδρε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσῃ.
§35ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὶ δὲ ἤκουσα νὰ λέγῃ ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ὡς ἀπευθυνόμενος εἰς τὸν διάδοχον τοῦ ἑλληνικοῦ θρόνου, ὡς ἀπευθυνόμενος εἰς τὸν Γεώργιον; τί ἀντελήφθην; τὶ ἔμαθον; Ἀκούσατε, κύριοι; ἀκούσατέ τα μετὰ προσοχῆς, σᾶς παρακαλῶ. «Γεώργιε, ἡ θεία πρόνοια αἱ εὐεργέτιδες τῆς Ἑλλάδος δυνάμεις, αὐτὸ τὸ ἀγαπητόν μας ἔθνος. Σὲ ἐκάλεσαν διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους· ἐγώ, Γεώργιε, ἐπὶ τριάκοντα καὶ ἐπέκεινα ἔτη ἐξεπλήρωσα πατρικῶς τὰ βασιλικά μου καθήκοντα, ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἀναπαυμένην καὶ ἐλευθέραν, μὲ τὴν παρατήρησιν πάντοτε ὅτι οὐδεὶς ἀναμάρτητος ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, καὶ μὲ τὴν ἄλλην παρατήρησιν ὁ ἀναμάρτητος βαλέτω τὸν λίθον· ἐφώτισα Γεώργιε, τὴν Ἑλλάδα, καί τινα ἄκρα τινὰ τῆς ἀνατολῆς, καθόσον αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους τὸ ἐπέτρεπον καὶ ἡ διανοητικὴ κατάστασις τῆς ἐποχῆς τὸ ἐσυγχώρει. Εἴθε, Σύ, Γεώργιε, νὰ φωτίσῃς μὲ καθαρώτερον φῶς ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν· Γεώργιε, φώτιζε μὲ καθαρώτερον φῶς τὰ ἑλληνικὰ ἐδάφη· ἀλλὰ καὶ καθάριζε αὐτὰ διὰ τοῦ νόμου πάντοτε ἀπὸ τὰς ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ὅταν καὶ ὅπου τὰς ἀπαντήσῃς. Γεώργιε, ἡ ἐπιείκεια εἶναι, ναί, δῶρον βασιλικὸν, καὶ κάμνε χρῆσιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ πέραν τοῦ δέοντος ἐπιείκεια εἶναι ἔργον μᾶλλον τῶν πνευματικῶν. Γεώργιε, τὸ ὄνειρόν μου ἦτο ἡ Μεγάλη Ἑλλάς, εἴθε Σὺ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃς.—Ἄκουσον καὶ ταῦτα. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἀγαπητοί μας ἕλληνες εἶναι φιλοβασιλεῖς, ἀγαποῦν τὸν βασιλέα των μεθ’ ὅλης τῆς ψυχῆς, καρδίας καὶ διανοίας, ἀλλ’ ἀγαποῦν ἐπίσης, Γεώργιε, καὶ τὸ πολίτευμά των, τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων των καὶ τὴν ἔγκαιρον, ἀμερόληπτον, καὶ ἀνεπηρέαστον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης μεθ’ ὅλης τῆς ψυχῆς, καρδίας, καὶ διανοίας. Μὴ, Γεώργιε, δίδῃς πολλὴν ἀκρόασιν εἰς αὐλοκόλακας, καὶ κακοὺς ὑπουργοὺς, διότι οἱ τοιοῦτοι, ἐνῷ ἠξεύρουν νὰ παρανομοῦν καὶ νὰ φατριάζουν, ὅταν ὅμως ἀπομακρύνωνται ἀπὸ πλησίον σου, ὅταν ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὰ πράγματα, ἔχουν τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ ἐπιῤῥίπτουν τὰ σφάλματά των εἰς σέ». Αὐτὰ ἔλεγε, κύριοι, ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, ὁ πρῶτος μετὰ τετρακόσια καὶ ἐπέκεινα ἔτη βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, αὐτὰ ταῦτα συνεμερίζετο καὶ ἡ φιλόκαλος Ἀμαλία, ἡ πρώτη μετὰ τετρακόσια καὶ ἐπέκεινα ἔτη βασίλισσα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ ἔλεγον διαμένοντες εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ ὑπερήφανα ὄρη τῆς Γερμανίας ὡς ξένοι εἰς ξένους τόπους. Κύριοι, θέλετε καὶ ἐπιθυμεῖτε βεβαίως νά ἀκούσητε καὶ τὰς τελευταίας ὀλίγας λέξεις του, τὰ παραλαλήματά του πρὸ τοῦ θανάτου του. Ἐπικαλοῦμαι δι’ αὐτὰ, κύριοι, τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου στρατηγοῦ Νοταρᾶ, τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου ταγματάρχου καὶ νῦν ὑποφρουράρχου Ἀθηνῶν κ. Δράκου, τοῦ ἐντίμου λοχαγοῦ καὶ πρώην βουλευτοῦ Καραϊσκάκη, καὶ ἄλλων παρευρεθέντων ἐκεῖ τότε. Ἔβλεπε, φαίνεται, κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς ζωῆς του στάσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐφώναζε μὲ διακεκομμένην φωνὴν θανάτου. «Μὴ Ἕλληνες στάσεις! νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν Γεώργιον, νὰ μὴ χάσωμεν τὴν Κρήτην» καὶ μετ’ ὀλίγας στιγμὰς συνελθὼν καὶ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμούς του, εἶδε περὶ ἑαυτὸν τὴν τεθλιμμένην βασίλισσαν δακρυῤῥοοῦσαν «Ἀμαλία, μὴ λυπῆσαι· δὲν ἀποθνήσκω· ἀλλ’ ἐὰν ἀποθάνω, νὰ μὲ ἐνδύσητε τὸ Ἑλληνικὸν φόρεμα καὶ νὰ θέσητε ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης μου τὴν Ἑλληνικὴν σπάθην»· μετ’ ὀλίγον δὲ ἀπεδήμησεν εἰς Κύριον, ἡ δὲ ψυχὴ Αὐτοῦ παρακαθημένη ἤδη πλησίον τῶν ἀγγέλων τοῦ θεοῦ εὔχεται ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τοῦ Γεωργίου. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήσεις).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λέκας ἐζήτησε τὸν λόγον.
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐγείρονται ἐκ τῶν θέσεών των).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναπαυθῇ ἐπὶ πέντε λεπτὰ;
§39ΤΙΝΕΣ. Ναί.
§40ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ καθίσητε ὅσοι δὲν θέλετε διακοπὴν, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ ἀποχωρήσουν εἰς τὰ δωμάτια.
§42ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδίας τὸν προλαλήσαντα ἔντιμον συνάδελφόν μας, διότι μὲ ἐξέβαλε, ἀπὸ δεινὴν, δεινοτάτην θέσιν. Τραγικὸν συμβὰν ἔλαβε χώραν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ σας, ὅπερ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἐν σιγῇ· ἰδίως δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ κάμωσι μνείαν αὐτοῦ, νὰ κάμωσι καταφανὲς τοῦτο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν τὸ συμβὰν ἐγένετο· τὸν εὐχαριστῶ ἐπαναλέγω, διότι στρατιώτης τυγχάνων, ἐνόμιζον μέγα τόλμημα πρῶτος ἐγὼ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ ἀντικειμένου ἀποβλέποντος τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὑπεράσπισιν τῆς φίλης πατρίδος. Ἡ καταστροφὴ τοῦ Δηλεσίου δυστυχῶς ἐπῆλθε, πᾶσα πλαγία διάψευσις αὐτῆς ματαία. Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω κατὰ πόδας τὸν πολύπειρον πολιτικὸν τὸν προαγορεύσαντα, καὶ τροχάδην, οὕτως εἰπεῖν, θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ πρᾶγμα αὐτό. Ἡ αἰχμαλωσία τοῦ Πικερμίου εἶναι γεγονὸς, ἡ καταστροφὴ τοῦ Δηλεσίου εἶναι πρᾶγμα, δὲν πρόκειται σήμερον, φρονῶ, περὶ τοῦ ἱστορικοῦ τῶν πεπραγμένων, πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἦναι ὑπεύθυνος ἢ δὲν ἦναι· τοῦτο εἶναι καθῆκον τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ Ἑλλὰς παρέστη εἰς τὸν ἐξευγενισμένον κόσμον τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ὡς λαὸς ἄγριος καὶ βάρβαρος, ὡς τόπος εἰς ὃν μόλις πατήσει ὁ ποῦς ἑνὸς ἐξευγενισμένου ξένου, εὐθὺς τὸν περιμένει ὁ τάφος. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; Ἐνταῦθα ἔγκειται, κύριοι, τὸ μόνον μέλημά μας. Ἐγὼ λέγω μετὰ θάῤῥους, ὄχι. Ἡ ὕπαρξις ληστείας δυστυχῶς εἰς ἕνα τόπον, βεβαίως δὲν εἶναι καλὸν συστατικὸν, δὲν ἐπιμαρτυρεῖ μεγάλην πρόοδον εἰς τὸν πολιτισμόν· δυστυχῶς τὸ κακὸν τοῦτο εἰς τὸν τόπον κἄποτε ἀναφαίνεται, ἀλλὰ ποῦ τὸ αἴτιον; εἰς τὴν φύσιν τῶν κατοίκων; εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῶν; εἰς τὴν προστασίαν τῶν αἰσχρῶν ὄντων, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὸν ὀρεσίβιον καὶ τὸν ληστρικὸν βίον; Ἂς ἴδωμεν. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, εἶναι τόπος εὐάγωγος, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ζύμης ἀρίστης, οἱ διευθύνοντες αὐτὸν ποτὲ δὲν τὸν παρώτρυναν, οὐδὲ τὸν προέτρεψαν καὶ ἐπέτρεψαν νὰ βαδίσῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην σκολιὰν ὁδόν. Ποῦ ἔγκειται λοιπὸν τὸ κακόν; (Ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. πρόεδρον). Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ μοὶ φέρουν τὸν χάρτην τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Πρῶτον ἔγκειται εἰς τὴν ἀθλίαν ὁροθετικὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσαν οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας μεταξὺ τῶν δύω ὁμόρων ἐπικρατειῶν (δεικνύει τὸν χάρτην). Αὐτὸς εἶναι ὁ χάρτης τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Τὸ ὅριον ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, καὶ λήγει εἰς τὸν Μαλιακὸν, διότι οὕτως ἔγινεν πρὶν ἐπέλθῃ ἡ εὐτυχὴς ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑπτανήσου. Αἱ κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν ἐπαρχίαι, τόσον τῆς μιᾶς ἐπικρατείας, καθὼς καὶ τῆς ἑτέρας, δυστυχῶς κατοικοῦνται ἀπὸ ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουν θρησκείαν, ἐκκλησίαν, πολιτισμὸν, βίον ἀνθρώπινον, εἶναι σκηνῖται ὀρεσίβιοι, ζῶντες εἰς τὰ αἵματα τῶν ζώων, εἰς τοὺς δρυμῶνας καὶ εἰς τὰ τραγούδια τῶν λῃστῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνατροφὴ πλείστων ἀθλίων καὶ πεπλανημένων ὄντων, θηριώδους καρδίας. Ταῦτα ἐπωφελοῦνται καθ’ ἑκάστην ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν. Ἠξεύρετε τί ἐστὶ ὁροθετικὴ γραμμή; Σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, εἰς ὅσους δὲν τὴν γνωρίζετε, μ’ ὅλον ὅτι ὅλοι τὴν γνωρίζετε, ἄρχεται ἐκ τοῦ Μαλιακοῦ κόλπου, ὡς προεῖπον, ἐκ τῆς νέας Μιντζέλης, τῆς Σούρβας καὶ Κλεισβοῦ· εἶναι ὅριον, τὸ ὁποῖον καὶ ὀρνίθια δύνανται ἀβλαβῶς νὰ διέλθωσιν. Ὑποθέσατε ἂν αὐτὰ τὰ ἀνθρωπόμορφα τέρατα δύναται τοιαύτη ὁροθετικὴ γραμμὴ νὰ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὸν ἅγιον Ἰωάννην, τῆς Σαββαβρύσεως, καὶ Ἀντωνίτσης. Εἰς τὴν Δερβὲν Φούρκαν καὶ Καριαῖς ὑπάρχουσι μικρὰ ῥευματίδια, τὰ ὁποῖα μόνον τοὺς λῃστὰς ὠφελοῦν, καὶ καὶ οὐδένα φέρουν εἰς αὐτοὺς φραγμὸν ἐκ τῆς Δραμπέλης, τῆς Γαννιτσᾶς καὶ τῶν Πτελεῶν τὸ ἔδαφος εἶναι βατὸν ὡς αἱ ὁδοὶ τῶν Ἀθηνῶν, ἐκεῖ οἱ χωρικοὶ τοῦ ἑνὸς μέρους μὲ τὸ ἄλλο ἐμπορεύονται τὰς Κυριακὰς, εἶναι συγγενεῖς, ἀπὸ τὴν Καρύτσαν μέχρι τῆς Πλατανιᾶς καὶ Χελείας εἶναι δρυμῶνες τινὲς, προσφορώτατοι εἰς τοὺς λῃστὰς καὶ ὄχι ἐμπόδιον αὐτῶν. Ἔρχομαι εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον, οἱ εὐλογημένοι ὁροθέται, δὲν ἠθέλησαν νὰ μεταχειρισθῶσι τὴν θάλασσαν, καὶ τὴν ἀκτὴν ὡς ὅριον. Εἰς τοιαύτας ἀγρίας φύσεις καὶ πρὸς περιστολὴν τῆς θηριώδους τάσεως αὐτῶν, ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶχε καὶ εἴκοσι χιλιάδας στρατιώτας ὡς σκοποὺς, δὲν ἠδύνατο διὰ τῶν ὁρίων τούτων νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ νὰ εἰσέρχωνται καὶ ἐξέρχωνται εὐκόλως, σχηματιζόμενοι εἰς τὴν γείτονα δύναμιν, καὶ εἰσβάλωσιν ἑπομένως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι, πρὶν προχωρήσω, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐμφοροῦμαι ὑπὸ δύω ἀρχῶν. Πρῶτον ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς Ἕλλην ὀφείλει, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐπὶ ἀντικειμένων μάλιστα, σχετικῶν μὲ τὸ σημερινὸν ὑπὸ συζήτησιν, νὰ ἔχῃ πρῶτον ἄπειρον σέβας, πρὸς τὰς εὐεργέτιδας δυνάμεις, καὶ ἰδίως πρὸς τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις διὰ τοῦ πολυστίου δάσους της εἰς τὸ Ναβαρῖνον, διὰ τῶν Ἀστίγκων καὶ τῶν Βυρώνων, καὶ κατόπιν διὰ τῆς εὐτυχοῦς ἀποδόσεως τῶν ἑπτὰ ὡραίων Νήσων μας, ὑπάρχουσιν οἱ προστάται μας, οἱ δημιουργοί μας. Δεύτερον, ὅτε ὁμιλῶν περὶ ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀποστρέφομαι ἐκείνας τὰς ἰδέας, αἵτινες ἀκαίρως καταστρέφουσι πάντοτε τὸ ἔθνος μας, τὸ λέγω, κύριοι, καὶ τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ὅτι ὀφείλομεν, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, νὰ θέσωμεν πέτραν εἰς τὴν καρδίαν μας, νὰ μὴν ἀκούσωμεν τὰ παράπονα, τὰ δεινὰ τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, νὰ κωφεύσωμεν εἰς τοὺς κλαυθμοὺς τῆς Σάμου, καὶ εἰς τὰς οἰμωγὰς τῆς αἱματοφύρτου Κρήτης, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν προηγουμένως νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, νὰ γυμνάσωμεν τὸν Ἕλληνα, νὰ φέρωμεν κάποιον ὑλικόν, καὶ τότε, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, νὰ ἐνθυμηθῶμεν τοὺς δυστυχεῖς ἀδελφούς μας· ἕως ὅτου τοὺς ἐνθυμούμεθα, ὅπως τοὺς ἐνθυμούμεθα πάντοτε ἀπαρασκεύαστοι, αὐξάνομεν τὰ δεινὰ καὶ ἐκείνων καὶ τὰ ἰδικά μας. Ἐκ τῶν ἀρχῶν τούτων ὁρμώμενος λέγω, ὅτι ἡ ὕπαρξις μιᾶς συμμορίας, μιᾶς ὁμάδος τεράτων, καταρτισθεῖσα εἰς τὴν γείτονα δύναμιν, ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ τότε κυβέρνησις εἶχε τὸ θάῤῥος διὰ φυλλαδίου, νὰ καταδείξῃ εἰς πάντα τὸν κόσμον τὴν καταδίωξιν ὅσον ἦτο δυνατὸν μὲ τὰ μικρὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ πάντοτε τ’ ἀνθρώπινα εἶναι ἀτελῆ καὶ ἀθλία ὁροθετικὴ γραμμὴ ἔκαμεν ὥστε τὰ τέρατα αὐτὰ νὰ διαφύγωσι τὴν προσοχὴν τῶν ἀρχῶν, καὶ νὰ φθάσωσι μέχρις ἐδῶ πολὺ πλησίον μας. Εὐγενεῖς ξένοι, ποθοῦντες νὰ ἴδωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸν ἱστορικὸν τόπον μας, ἦλθον ἐδῶ, λυπηρὸν κακόν, ἄμποτε νὰ μὴ συνέβαινε, μετέβησαν εἰς τὸν Μαραθῶνα, οἱ εὐλογημένοι δὲν ἤθελον νὰ τοὺς ἀκολουθήσῃ οὐδεμία στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ ἄνοδος ἦτον εὐτυχής, ἡ κάθοδος ἀτυχής, τί πταίει ἡ Ἑλλάς; Στρατιῶται ἐζήτησαν νὰ τοὺς συνοδεύσωσι, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τοὺς ἀκολουθήσωσιν, ὅμως αὐτοὶ ἐφ’ ἁμάξης βαίνοντες, τὰ τέρατα τοὺς ἀπήντησαν πρὸς τὸ Πικέρμι, ἡ αἰχμαλωσία ἐγένετο. Οἱ ὀλίγοι Χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πλησίον των, ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των ὁμολογουμένως, ὡς δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ διαπράξῃ ὁ καλλίτερος στρατιώτης τοῦ πλέον ἐξευγενισμένου ἔθνους, οἱ κατόπιν ἐρχόμενοι δὲν ἐπρόφθασαν, καὶ ὅταν ἔφθασαν δὲν ἦτο πλέον καιρός. Ἡ αἰχμαλωσία εἶχε γίνει καὶ οἱ Ἄγγλοι εἶπον, μὴ κτυπᾶτε διότι κινδυνεύομεν, τοῦτο δὲ ἐστὶ δυστύχημα τοῦ Πικερμίου, ἐδῶ εἶναι κύριοι τὸ λεπτὸν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ τὰ τέρατα αὐτὰ ὅσον ἐξηγριωμένα καὶ ἂν ᾖναι, ἔχουν ἀρχὰς, ἔχουν ὅρια, καὶ ἡ σύγχρονος ἱστορία ἀποδεικνύει, ὅτι πράγματι αὐτὰ τ’ ἄθλια ὄντα οὐδέποτε ἠθέτησαν τὸν λόγον των. Ἐζήτησαν λύτρα καὶ πλησίον εἰς τὰ λύτρα τοὺς ἐπῆλθε καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἀμνηστείας, τὸ ἓν ἦτον εὔκολον, τὸ ἕτερον ἀδύνατον· ὅσον ἀμαθῆ καὶ ἂν ἦσαν τὰ ὄντα ταῦτα, ἤθελον ἐννοήσει ἐπὶ τέλους, ὅτι τὸ περὶ ἀμνηστείας ἦτον ἀδύνατον, καὶ ἤθελον περιορισθῆ εἰς τὸ πρῶτον· ἀλλὰ δυστυχῶς διάσημος ξένος ἀντιπρόσωπος μεγάλης προστάτιδος δυνάμεως ἐπακούων καὶ αὐτὸς εἰς τὸν πόνον τῆς καρδίας του διὰ τοὺς συμπολίτας του ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ πᾶν πρόσφορον μέτρον πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν· κατὰ συνέπειαν, κάπως ἂν δὲν ἐπίεσε ἢ ἐστενοχώρησε τοὺς τότε ἄρχοντας, δὲν ἄφησεν ὅμως τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐλευθέρας· ἄλλοτε συνελήφθη λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ Γάλλος, ἀλλ’ ὁ διοικῶν τότε εἶπεν εἰς τὸν Ναύαρχον, Κύριε στῆθι· ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄρχων, ἐγὼ θὰ πράξω σύμφωνα μὲ τὸ συμφέρον τῶν Ἑλλήνων· τότε κατὰ καλὴν τύχην εἰσηκούσθησαν, σήμερον δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθησαν οἱ ὑπουργοί μας· δεινὴ ἡ θέσις των· ὅστις, κύριοι, ἐξ ὑμῶν καὶ ἂν ἦτο ἂν παρουσιάζετο Πρέσβυς μεγάλης δυνάμεως, καὶ ἔλεγε, λάβε αὐτὰ τὰ μέτρα, πρὸς σωτηρίαν τῶν συμπολιτῶν μου, βεβαίως δὲν ἤθελε τολμήσει συλλογιζόμενος τ’ ἀποτελέσματα τῆς αὔριον, ν’ ἀναδεχθῇ τοιαύτην εὐθύνην· ἂν ἐπήρχετο καὶ ἡ σφαγὴ τί θὰ ἐγίνετο ἡ Κυβέρνησις; Τί θὰ ἐγίνετο ἡ Ἑλλάς; Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ ὅ,τι ἐγένετο. Τὸ σφάλμα λοιπὸν δὲν εἶναι Ἑλληνικόν· μᾶς ἐπροίκισαν μὲ τοιαύτην ὁροθετικὴν γραμμὴν, δὲν μᾶς ἄφησαν τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, νὰ ἐργασθῶμεν μὲ τὸν νοῦν μας καὶ τὰ συμφέροντά μας, καὶ πταίει ἡ Ἑλλάς; Ἐπῆλθεν ἡ ὀδυνηρὰ σφαγὴ, καὶ καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ἡ μεγάλη ἑβδομὰς τῶν παθῶν, τοῦ θεανθρώπου Σωτῆρος ὑμῶν ἦτον διὰ τὴν Ἑλλάδα νέον μαρτύριον· ὁ πολυπόθητος Ἡγεμὼν ἡμῶν κάτωχρος, ὁ ἀδάμας τοῦ Ἑλληνικοῦ στέμματος, τὸ πρωτότυπον τῆς Βασιλικῆς ἀρετῆς, ὁ ἄγγελος ἐκεῖνος ὅστις μακρὰν τῆς πολιτικῆς τύρβης, δὲν γνωρίζει τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Κράτους, παρ’ ὅταν πηγαίνωσι νὰ τῷ προσφέρωσιν οὗτοι τὰ σεβάσματά των, δακρυῤῥοῶν. Ἅπασα δὲ ἡ πόλις ἐκ τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐκ τῶν βωμῶν, ἠκολούθει τὰ φέρετρα τῶν εὐγενῶν ξένων, πάντες ἐθρήνουν, πάντες ἐκόπτοντο, καὶ πάντες ἤθελον ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἡ εὐγένεια δὲν λείπει. Ἐπῆλθεν ἡ ἐκδίκησις καὶ εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως, ἐκρεμάσθησαν ἢ κατέπεσον αἱ κεφαλαὶ τῶν τεράτων ἐκείνων, ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; Αἱ πολλαὶ κεφαλαὶ τῶν κακούργων ἐκείνων δὲν ἐξισοῦντο βεβαίως πρὸς τὰς τῶν θυμάτων των. Ἀλλὰ τί νὰ κάμῃ ἡ Ἑλλάς; ὅλον τὸν στρατόν της τὸν ἔχει εἰς ἐνέργειαν, χρήματα δαπανᾷ διὰ τὴν ἀσφάλειαν, τί θέλετε νὰ κάμῃ περιπλέον; Καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἀλλ’ ὡς εὑρίσκεται πιεζομένη μὲ τὰ ὅριά της δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τι. Δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος, Κύριοι, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν ἐπὶ ἀντικειμένων λαβόντων χώραν εἰς κοινοβούλιον μεγάλου ἔθνους. Δυστυχῶς δὲν ἐδιδάχθην τὴν πολιτικὴν ἐπιστήμην, εἶμαι στρατιώτης καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ μέρος ὅπερ ἔθιξε ὁ ἔντιμος προλαλήσας περὶ τῶν συμβάντων εἰς τὰ κοινοβούλια τοῦ μεγάλου ἔθνους τῶν Ἄγγλων, σχετικῶς μὲ τὴν πατρίδα μας, ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου. Διὰ νὰ μὴν ἀπασχολήσω δὲ τὰς πολυτίμους στιγμάς σας, ἀποπερατῶν τὸν λόγον μου, φρονῶ ὅτι, ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ σκεφθῇ, παραλείπουσα κατ’ ἐμὲ τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν, ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφός μου, διὰ ποῖον λόγον παρετήθησαν δύω ἀλλεπάλληλοι Κυβερνήσεις.
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοιοῦτον θέμα δὲν ἐτέθη.
§44Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ἐγκατέλειψε.
§45ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ. Ἤδη μόνον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Δηλεσίου καὶ νὰ ἐκφράσῃ ἡ βουλὴ τῆς Ἑλλάδος τὴν λύπην της διὰ τὸ δυστυχὲς συμβὰν, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πάντῃ ἀνεύθυνος, καὶ ὅτι τὸ δυστύχημα ἦτο ὅλως δυστυχὲς συμβὰν, τοῦ ὁποίου τὴν προγενεστέραν γνῶσιν, καὶ τὴν πρόληψιν, ἦτο ἀδύνατον νὰ προγνωρίζῃ, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο, καὶ ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως εἰς ἣν διετέλει. Ἰδοὺ τὸ συμπέρασμά μου. Αʹ. Ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν βαθεῖαν λύπην αὑτῆς διὰ τὰ κατὰ τὸ Δήλεσι θλιβερὰ συμβάντα. Βʹ. Ἡ Βουλὴ δὲν θεωρεῖ ὅτι τὸ ἔθνος ἐνέχεται κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὰ συμβάντα ταῦτα, ἅπερ μιᾷ φωνῇ κατεδίκασε.
§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχω εἰμὴ δύο λέξεις νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Ἤκουσα, κύριε πρόεδρε, μετὰ προσοχῆς ἀμφοτέρους τοὺς προλαλήσαντας· τῇ ἀληθείᾳ δ’ εὑρίσκομαι εἰς θέσιν πολὺ δύσκολον, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν κατώρθωσα ἕως τώρα νὰ ἐννοήσω τὸν σκοπὸν τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Ἂν ὁ κύριος Χατζίσκος ἤθελε νὰ μάθῃ τί συνέβη ἐπὶ τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης ὑποθέσεως τῆς Πικέρμης, ἂν ἤθελε ν’ ἀναζητήσῃ τοὺς πράγματι ὑπευθύνους διὰ τὴν ἐθνικὴν ἐκείνην συμφορὰν, ἂν τέλος πάντων ἤθελε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, μοὶ φαίνεται ὅτι ὤφειλε τότε νὰ πράξῃ ὅ,τι θὰ ἀναγκασθῶ ἐγὼ νὰ πράξω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, πρὸ πάντων τῶν ἐγγράφων τῶν σχετικῶν μὲ τὴν ὑπόθεσιν· θέλομεν νὰ μάθωμεν τί ἐνήργησεν ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔλαβε χώραν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀπαίσιον γεγονός· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ποῖα ἔγγραφα διημείφθησαν μεταξὺ τῆς ἡμετέρας κυβερνήσεως καὶ τῶν ξένων, ν’ ἀκούσωμεν δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς τότε κυβερνήσεως, διὰ νὰ τεθῶμεν οὕτως εἰς θέσιν νὰ φέρωμεν ἐν γνώσει τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων. Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συνηγορήσωμεν ἐν γένει καὶ καθόλου ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ν’ ἀρθῶμεν εἰς ὕψος ἀφῃρημένων αἰσθημάτων καὶ δικαίων καὶ μικρολόγων παραπόνων, ὄχι· ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μάθωμεν πρὸ πάντων τί συνέβη, καὶ αὐτὸ θέλομεν καὶ πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν ἐκ τῶν ἐγγράφων. Προτείνω λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, νὰ παρακληθῇ δὲ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ νὰ προσδιορισθῇ ἄλλη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀφοῦ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα, νὰ ἠξεύρωμεν καὶ τί θὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τί θὰ ἀποφασίσωμεν.
§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Μίλησης δὲν ἔχει ποσῶς δίκαιον νὰ ζητῇ ὅ,τι ἐζήτησεν ἤδη, δηλαδὴ κατάθεσιν ἐγγράφων καὶ ἀνάπτυξιν συζητήσεως ἐπὶ θέματος μὴ ὑπάρχοντος κατ’ ἐμὲ, διότι ὁ κύριος Χατζίσκος ἀπ’ ἀρχῆς εἶπεν, ὅτι δὲν κάμνει καμμίαν ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐξέφρασε τὴν πρόθεσιν ἣν εἶχε νὰ ἐκθέσῃ ἀκριβῶς μερικὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ τῳόντι εἴδατε τὸν κύριον Χατζίσκον, ὅστις ἔκαμε μίαν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἀπέῤῥιψέ τινας μομφὰς, αἵτινες ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν Στερεὰν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, καὶ ἀφοῦ εἶπε πολλὰ τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀληθῆ ἢ σεβαστὰ, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ συστήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν προσπάθειαν ὥστε νὰ πεισθῶσιν οἱ συγγενεῖς τῶν Ἄγγλων νὰ ἀπαλείψωσιν ἀπὸ τῶν τάφων τῶν συγγενῶν των λέξεις τινάς. Ἐγὼ δὲν ἀποκρούω τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοῦ Χατζίσκου ἀλλὰ βλέπω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως· οἱ ὑπουργοὶ ἤκουσαν αὐτὰ, δύνανται νὰ ἐργασθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἐδῶ δὲν ἐσυζητήσαμεν νὰ ἀνακαλύψωμεν ἐνόχους, αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής. Ἐὰν ὁ κύριος Μίλησης ἐπιθυμῇ νὰ γίνῃ εἰδικὴ περὶ τούτου συζήτησις, δύναται νὰ φέρῃ νέαν ἐπερώτησιν καθαρῶς διατυπωμένην, καθ’ ὅσον ἡ ἐδική μου πρότασις δὲν ἀποκλείει τὴν περὶ τούτου συζήτησιν. Ἐπίσης δὲν συμμερίζομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λέκα τοῦ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της διὰ τὸ λυπηρὸν δρᾶμα τοῦ Δήλεσι, καθ’ ὅσον ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ συνετὴ ἡμῶν Ἄνασσα, καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀρκετὰ ἐκφραστικῶς ἐξεδήλωσεν ἐπικαίρως τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ λύπην, ἐπὶ τοῖς θλιβεροῖς συμβήμασι, καὶ πᾶσα νέα ἔκφρασις τοιαύτης λύπης μακρὰν τοῦ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς Ἄγγλους, ἐλαττόνει τὸ μέγεθος τῆς ἐκδηλωθείσης λύπης, καὶ ταπεινοῖ τὸ ἔθνος ἀπέναντι ὠργισμένων παθόντων. Δι’ ὅλα ταῦτα ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀκολούθου προτάσεως «Ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§48ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δύο λέξεις. Ἡ μὲν πρώτη ἰδέα τῆς ἐξαλείψεως τῶν λέξεων ἐκ τοῦ μαρμάρου τῶν εὐγενῶν θυμάτων δὲν εἶναι πρότασις, εἶναι ἁπλῆ σύστασις· ἡ καθ’ αὑτὸ πρότασις εἶναι νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της διὰ τὸ λυπηρὸν συμβὰν καὶ ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ν’ ἀπευθύνῃ εἰς τοὺς συγγενεῖς τὴν λύπην τῆς Βουλῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ συζητηθῇ τώρα ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ.
§50Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω καὶ προτείνω αὐτὰ τὰ πρακτικὰ ν’ ἀντιγραφοῦν ἕως αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ νὰ σταλλῶσι εἰς τοὺς συγγενεῖς καὶ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της διὰ τὸ ἀτυχὲς συμβὰν διότι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀνέχηται νὰ κατηγορῆται τὸ ἔθνος.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ τε Κ. Κατσικαπῆ καὶ τοῦ προλαλήσαντος ἀνάγονται εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος· τί θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅταν ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας, εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἐγὼ ἐν τούτοις ὑπέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν τώρα χωρὶς νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα καὶ ἀκούσωμεν τὰ μέλη τῆς τότε κυβερνήσεως οὔτε νὰ συζητήσωμεν, οὔτε νὰ ἐκφέρωμεν ἀπόφασιν. Τὸ δυστύχημα τῆς Πικέρμης κατετάραξε τὸ ἔθνος καὶ ἐξήγειρεν ὅλην τὴν Εὐρώπην καθ’ ἡμῶν, καὶ τώρα ἐπιλαμβανόμενοι τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, τί ζητοῦμεν νὰ κάμωμεν; Χωρὶς ν’ ἀναγνώσωμεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, χωρὶς ν’ ἀκούσωμεν κἂν τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς τότε κυβερνήσεως, θέλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἐπαίνους, εἰς διθυράμβους ὑπὲρ τῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τέλει νὰ εἴπωμεν «ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν λύπην της εἰς τοὺς συγγενεῖς τῶν θυμάτων.» Αὐτό, κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖον· ἢ δὲν ἔπρεπε διόλου νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου, ἢ, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αὕτη σεβομένη τὸν ἑαυτόν της, ὀφείλει νὰ μὴ τὸ ἀντιπαρέλθῃ μὲ αὐτὸν τὸν παιδαριώδη τρόπον. Δὲν παίζομεν ἐδῶ. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει ἐγγύτατα αὐτὴν τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, ἔχω ἀνάγκην, πρέπει νὰ ἴδω τὰ ἔγγραφα, καὶ ν’ ἀκούσω συζήτησιν εὐρυτάτην, στηριζομένην ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ τιμὴ καὶ τὰ ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
§52ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διετύπωσα ἀκριβῶς τὴν ἰδέαν μου· εἶπον ὅτι δύο τινα πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή. Α) νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της εἰς τοὺς συγγενεῖς τῶν θυμάτων τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ξένων κλπ. Β) Ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν παραδέχεται ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἔστω καὶ ἰδανικῶς, ἔνοχος. Ἐν τῇ δευτέρᾳ εἶναι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῇ ἔγγραφα, διότι κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν, ἐγὼ ἴσως, διότι ἤμην εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶμαι πεπεισμένος, οἱ ἄλλοι ὅμως ἔχουν ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων, διότι ἴσως δὲν εἶναι πεπεισμένοι. Λοιπὸν τὸ μὲν πρῶτον μέρος εἶναι τι ἀσθενὲς διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸ δεύτερον εἶναι σπουδαῖον. Δὲν παραδέχεται ἡ Ἑλλὰς καμμίαν μομφὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη ἂς ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἴσον τῷ μηδενί, εἶναι μία ἁπλῆ εὐγένεια, τὸ δεύτερον εἶναι οὐσιωδέστατον.
§53Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄπορον μοί εἶναι, κύριε πρόεδρε, πῶς καθόλου γίνεται ζήτημα σήμερον ἐὰν πρέπῃ ἡ Βουλὴ ὡς σπουδαῖον Σῶμα σπουδαίως νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐξετάσεως ἑνὸς τόσον μεγάλου συμβάντος, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ διασκεδάσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μὲ τὴν συζήτησιν ἥτις ἐγένετο σήμερον. Καὶ λέγω ἄπορον, κύριε πρόεδρε, διότι τόσον σπουδαία καὶ μεγάλη ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις τῶν συμβάντων κατὰ τὴν Πικέρμην, ὥστε ἓν μέγα μέρος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δημοσιογραφικὸν ἀντιπροσωπεῦον ἴσως ὅλα τὰ τμήματα τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως ἐθεώρησε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τόσον μέγα, ὥστε εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκαλεσθῇ ἐκτάκτως ἡ Βουλή· καὶ ἀφοῦ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐθεωρήθη ἐπίσης σπουδαῖον ἀπὸ τοὺς τότε διευθύνοντας τὰ πράγματα, τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ εἰς ἓν μέγα κοινοβούλιον τῆς Εὐρώπης τρὶς ἔλαβε χώραν συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ αἱ συζητήσεις αὐτοῦ, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἀδίκως κατέληξαν εἰς συμπεράσματα, ὅτι διακεκριμένα πολιτικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρακάθηνται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου αὐτοῦ καὶ πλεῖστα ἐκτὸς τοῦ περιβόλου αὐτοῦ ἐπίσης ἔντιμα πρόσωπα, καὶ ἡ ἰδέα αὕτη καθ’ ὅλην τὴν χώραν ἐκείνην καὶ καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, διότι οἱ φίλοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι λίαν ἀσθενεῖς ἀπέναντι τῶν λίαν σοβαρῶν τῆς Ἀγγλίας λόγων, ἡ ἰδέα αὕτη καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην ἐθεωρήθη ἔχουσα τὸν λόγον της, ἂν καὶ ὄχι ἐντελῶς, ἀλλὰ κατὰ τὰ 9[10, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, κύριοι, νομίζετε, ὅτι σήμερον μετὰ ὀκτὼ ἢ δέκα μῆνας, ἀφοῦ συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ τὸ παρέλθωμεν, ὅπως εἶπεν ὁ φίλος μου κ. Λέκας, ἂν καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ζήτημα σπουδαῖον; Μοὶ φαίνεται, κ. πρόεδρε, ὅτι οὐδεὶς θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θέλομεν διέλθει τροχάδην ἐπὶ τοιούτου ζητήματος θέλει βεβαιώσει, θέλει ἐπικυρώσει τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ξένων καὶ θέλει πεισθῆ ὅλος ὁ κόσμος ἐκ τῆς σιωπῆς, διότι πῶς θέλομεν ἀποδείξει τὴν ἀθωότητα τοῦ τόπου, τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, τὸν ὁποῖον ἀνέμιξαν εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα, πῶς θέλομεν ἀποδείξει τὴν ἀθωότητά μας; ἐὰν δὲ σιωπήσωμεν καὶ δὲν φέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς σπουδαίαν συζήτησιν, θέλομεν βεβαίως ἐπικυρώσει βεβαιότατα, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν καθ’ ἡμῶν εἶναι ἀληθῆ, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Προκαταβολικῶς γνωρίζω καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς τῶν πολιτικῶν, οὐδεὶς ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου εἶναι ἀναμεμιγμένος εἰς τὸ τρομερὸν καὶ ἀποτρόπαιον ἔγκλημα τῆς Πικέρμης. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν λίαν ἀνεπτυγμένως ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὸ ἔθνος, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἔνοχοι, ἢ δὲν δύνανται νὰ ᾖναι ἔνοχοι εἰς τοιοῦτον ἀποτρόπαιον καὶ βδελυρὸν ἔγκλημα. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μίληση, καὶ συμφωνῶ, ὅτι ἐπειδὴ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τῶν ξένων Κυβερνήσεων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολλὰ καὶ ἀπαιτοῦν πολὺν καιρὸν ὅπως μελετηθῶσιν, ἡ ἀναβολὴ νὰ γίνῃ, καὶ ἂς γίνῃ ὡς ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ 10 καὶ 15 καὶ 20 ἡμέρας. Τὸ δὲ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ κληθῇ νὰ παρακαταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν αὐτήν, καὶ τὸ προεδρεῖον νὰ διατάξῃ ἐντόνως καὶ κατεπειγόντως τὴν τύπωσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, ὅπως οἱ βουλευταὶ καὶ σύμπασα ἡ κοινωνία καὶ ὁ ἑλληνικὸς κόσμος γνωρίσῃ αὐτὰ, διότι εἰς μίαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑβρίζεται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, συμφέρει καὶ εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ διαγωγὴ τῶν διευθυνόντων τὰ πράγματα καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι βεβαίως ὑπάρχουν ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων αἱ πεποιθήσεις δύνανται νὰ κλονισθῶσι. Καὶ παρατηρήσατε, κύριοι, τί συμβαίνει εἰς τὸ ἀληθῶς συνταγματικὸν κράτος τῆς Ἀγγλίας· ἐκεῖ μόλις ἐγεννήθη τὸ ζήτημα καὶ οἱ ὑπουργοὶ μόλις ἐλάμβανον τὸ τελευταῖον τηλεγράφημα ἢ διπλωματικὸν ἔγγραφον τὸ ἐδημοσίευον· καὶ διατί; πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖ ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀντλήσῃ τὴν δύναμίν της ἀπὸ τῆς δημοσίας γνώμης, ἐνῷ ἡμεῖς, οἵτινες πρὸ πάντων ἔχομεν τὸ συμφέρον, ἀπὸ τότε ἕως τώρα μ’ ὅλον ὅτι ἤλλαξαν τρεῖς Κυβερνήσεις, δὲν γνωρίζομεν εἰμὴ ὅσα ἐδημοσίευσαν αἱ εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μίληση εἶναι ὀρθωτάτη, ἂς δοθῇ ἀναβολὴ ὅσην θέλετε 40, 15, 8 ἡμερῶν· πρέπει ὅμως νὰ ἔλθῃ πρὸς τιμὴν καὶ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ.
§54ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ἐκφράζω τὴν βαθυτάτην μου λύπην, διότι κατὰ πρώτην φορὰν φαίνομαι διαφωνῶν μὲ τοὺς ἐντίμους προαγορεύσαντας Πετιμεζᾶν καὶ Μίλησην, ἀλλὰ εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ εἴπω, ὅτι καὶ νῦν δὲν διαφωνοῦμεν, τοὐναντίον, ἐνῷ εἴμεθα συμφωνότατοι εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς, διαφωνοῦμεν εἰς τὸ συμπέρασμα. Καὶ πότε σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι τὸ ἀντικείμενον δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὅσον σεῖς τὸ παριστᾶτε, ἐνῷ ἐγὼ παρεδέχθην ἴσως ὅτι εἶναι σπουδαιότερον παρ’ ὅ,τι σεῖς τὸ παριστᾶτε; καὶ κατὰ τί ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου ἀποκλείει πᾶσαν ζήτησιν ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου; Ἐγὼ, κύριοι, συνεπὴς εἰς τὰ σήμερον γενόμενα, ἐξήγαγον ὡς ἀναμφισβήτητον συμπέρασμα τὴν πρότασίν μου· ἐγένετο ἐπερώτησις; ἐσυζητήσαμεν περὶ τῶν ζητημάτων ἐν Δήλεσι; ὄχι· ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις; ὄχι· ὁ Κύριος Χατζίσκος τί σᾶς ἐζήτησε σήμερον; τίποτε, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τὴν ὑπόθεσιν· ὁ Κύριος Χατζίσκος εἶπέ τινα σχετικὰ πρὸς τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου του· ὁ Κύριος Λέκας ἐπρότεινε νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της, καὶ ὕστερα ἀπὸ ποίας ἐξηγήσεις; ὕστερα ἀπὸ ποίαν συζήτησιν; Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας, ἤθελον σᾶς εἴπει νὰ μὴ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας· καὶ διατί; διότι ἐὰν ἡ ἐκφρασθεῖσα λύπη, ἡ πραγματικὴ τοῦ ἔθνους λύσις δὲν συνετέλεσε νὰ μαλακώσῃ τὴν καρδίαν ἐκείνων, οἵτινες τοσοῦτον σκληρὰ μᾶς κατηγόρησαν, θὰ μαλακώσῃ τὴν καρδίαν αὐτῶν μία ἔκφρασις λύπης ἥτις θέλει μᾶλλον μᾶς φέρει εἰς τὴν ταπείνωσιν; Ζητεῖτε ἱκανοποίησιν προσβληθείσης ὑπολήψεως, καὶ ἡ ὑπόληψις αὕτη δὲν ἱκανοποιεῖται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰ δικαστήρια; τί ζητεῖτε περισσότερον;
§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην ζητοῦμεν.
§56ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θὰ ζητήσωμεν, λέγει ὁ Κύριος Μίλησης, κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν ἐπερώτησιν.
§57ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κύριος Κατσικαπῆς ἔκαμε πρότασιν «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν·» αὐτὴ ἀφορᾷ αὐτὰ ὅπου ἐλέχθησαν. Ἐὰν πρόκηται λοιπὸν νὰ παρουσιάσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἔκαμε μίαν συνεδρίασιν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐῤῥέθη τίποτε καὶ ἔκαμε μίαν πρότασιν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶπε τίποτε καὶ ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς τίποτε, τότε νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτό.
§58ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸ νὰ χαριεντίζεταί τις εἶναι εὔκολον πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὰ πράγματα κατὰ τὸ πρῶτον μέρος εἶναι ὅπως εἴπατε, ὄχι ὅμως καὶ κατὰ τὸ δεύτερον, καὶ σᾶς εἶπα τί ἐννοῶ.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅτι δὲν ἐῤῥέθη τίποτε, διότι δὲν ἔχομεν ἔγγραφα.
§60ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ διατί δὲν κάμνετε πρότασιν ὡρισμένην.
§61ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί εἶναι αὐτὸ ὅπου ἐκάμαμεν;
§62ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐὰν κάμητε νέαν ἐπερώτησιν παραιτοῦμαι τῆς ἐδικῆς μου προτάσεως.
§63ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σὲ λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐδική μας εἶναι φανερὰ καὶ δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ ἀπὸ τίποτε. Ὁ κύριος Χατζίσκος ἔκαμεν ἐπερώτησιν καὶ ἀπέβλεπε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι καὶ τὴν ἀλλαγὴν τῶν Κυβερνήσεων· αὐτὸ πλέον εἶναι ἐπερώτησις· ἦλθε σήμερον, ἀκούσαμεν τὸν Κύριον Χατζίσκον καὶ διὰ τοῦ λόγου του περιωρίσθη εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦ Πικέρμη. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἔγγραφα· ἐπρόσθεσα δὲ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς Πικέρμης μὲ τὴν συζήτησιν ἥτις ἔλαβε χώραν σήμερον χωρὶς νὰ ἐνοχοποιήσωμεν ἑαυτοὺς καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους καὶ μεγάλου μέρους τῆς Εὐρώπης, διότι, καί τοι κατηγορούμενοι ὡς συνένοχοι τῆς πράξεως αὐτῆς, διήλθομεν ὅμως τὴν ὑπόθεσιν ἐν σιγῇ καὶ σιωπῇ. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὅταν τις κατηγορεῖται καὶ σιωπᾷ, θεωρεῖται, καὶ δικαίως, παρ’ ὅλης τῆς κοινωνίας ὡς ἔνοχος. Πρὸ ὀλίγου χρόνου καὶ σὺ Κύριε Κατσικαπῆ καὶ ἐγὼ ἐκατηγορήθημεν καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἐπιοῦσαν εἶδον διὰ σχοινοτενοῦς ἄρθρου νὰ διαψεύδῃς τὰς συκοφαντίας, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἀτόμου σου πράττεις αὐτό· καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ὑπολήψεως ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ αὐτό; Θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἀναγκαιότατον νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ τὸ κοινὸν καὶ ἡ Βουλὴ ὅλης τῆς ἀλληλογραφίας, ἥτις διημείφθη μεταξὺ τῆς ἡμετέρας κυβερνήσεως καὶ τῶν ξένων, ὅπως ἔλθωμεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ μελετημένοι νὰ συζητήσωμεν· ἐὰν θελήσωμεν ἄλλως νὰ πράξωμεν, καὶ ἔνοχοι θὰ θεωρηθῶμεν βεβαίως ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον.
§64ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ Κύριος Χατζίσκος μᾶς ἔῤῥιψεν εἰς σκότος, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν· ὅ,τι λέγεται καὶ σεῖς λέγω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἱκετεύσῃ τοὺς συγγενεῖς τῶν φονευθέντων ν’ ἀπαλείψωσι τὰς λέξεις «Ἕλληνες λῃσταί»; τοὐλάχιστον δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι ὡμίλησεν ὁ κύριος Χατζίσκος. Φέρετε λοιπὸν ἄλλην πρότασιν, ὅτι θέλομεν νὰ ἀνακαλύψωμεν τοὺς ἠθικῶς εὐθύνους, μάλιστα τὸ ἐννοῶ, τὸ καταλαμβάνω. Ποῖα ἔγγραφα θὰ φέρῃ σήμερον, προκειμένης τῆς προτάσεως τοῦ νὰ παρακληθῶσιν οἱ συγγενεῖς τῶν φονευθέντων ν’ ἀπαλείψωσιν αὐτὰς τὰς λέξεις; Συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἀγανάκτησιν ὅπως καὶ τὴν διπλῆν ὕβριν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν, ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν εἶναι σήμερον λόγος περὶ τούτου. Φέρετε τὸν λόγον ῥητῶς περὶ τούτου καὶ δὲν θὰ φανῇ κανεὶς κατώτερος ὑμῶν κατὰ τὴν φιλοτιμίαν. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Τσιριμῶκος.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θ’ ἀνασκευάσω τὸν κ. Κατζικαπῆν, διότι δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ ἐκτιμήσω τὴν βαρύτητα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἔφερε, θὰ παρακαλέσω μόνον τοὺς Κ. Ὑπουργοὺς, νὰ ἐκφρασθῶσι ἂν δέχωνται ἢ δὲν δέχωνται νὰ καταθέσωσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ζητῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ ἄλλην ἡμέραν. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τί φρονοῦν περὶ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα θὰ ὁμιλήσωμεν.
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὡς βουλευτὴς ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ᾖνε ἕτοιμον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ἂν ἀρνῆται νὰ τὰ καταθέσῃ, θέλω νὰ μάθω ποῖοι οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν τοιαύτην ἄρνησιν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω πράξει τοῦτο ὅταν ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις.
§69ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀφοῦ ὁ κύριος Χατζίσκος ὡμίλησεν περὶ τὰς δύο ὥρας, νὰ λέγουν ὅτι περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ εἴπῃ λόγια· ἐδικαιολόγησε τὰ αἴτια· ἀλλ’ εἶπον, ἐπειδὴ εἴς τινας ἐπαρχίας δὲν ὑπάρχει ἐπαρχιακὸν συμβούλιον ν’ ἀναφερθοῦν, ἀλλ’ ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν, ν’ ἀναφερθῶμεν εἰς αὐτὸ, διὰ νὰ δείξωμεν εἰς τὸ ἔθνος τί συμπεραίνομεν. Καὶ ὁ κ. Δέκας εἶπεν εἰς ποίαν ἀνάγκην ἤθελεν εὑρεθῇ ὅστις καὶ ἂν ἦτο τοιοῦτος ὑπουργός. Ἐδῶ πρόκειται, κύριοι, ἂν τὸ ἔθνος αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τὴν ἀποδοκιμάζῃ. Ἐδῶ ζητεῖ ὁ κύριος Χατζίσκος νὰ ἐκφέρῃ τὸ ἔθνος διὰ τοῦ Προέδρου του τὴν λύπην του διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ Δήλεσι κατὰ τῶν κακούργων τοὺς ὁποίους ἀποτροπιάζεται, ὅταν τοὺς ἀκούῃ. Προσθέτω διὰ τὴν ἀναβολὴν, ὅτι ἡ κατάστασίς μας δὲν εἶναι εὐάρεστος. Ἡ ἡλικία μου εἶναι φιλειρηνικὴ καὶ πρέπει νὰ ἴδωμεν τί πρέπει νὰ γίνῃ, καὶ ὄχι τί ἔγεινε καὶ νὰ ῥίπτουν εἰς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον τὴν αἰτίαν· τὸ θέμα εἶναι νὰ δείξῃ τὸ ἔθνος τὴν λύπην του διὰ τὸ συμβάν αὐτό. Ἐνθυμεῖσθε ὁ Κύριος Δεληγεώργης προχθὲς εἶπεν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα· εἶπαν ὅταν θέλωμεν τὰ ζητοῦμεν. Τώρα περιορίζομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ κυρίου Χατζίσκου· τὸν συγχαίρω, διότι ὡμίλησεν ἐπιτυχέστατα. Τὸ πνεῦμα εἶνε αὐτό, ἡ Ἑλλὰς ὅλη διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της συμμερίζεται τὰς συκοφαντίας τινῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μακρὰν καὶ δὲν βλέπουν, ἢ ἀποδοκιμάζει τὰ πάντα καὶ ἀποτροπιάζεται τοὺς λῃστὰς καθὼς τὸ ἔδειξε; καθόσον καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ λαὸς ἐπῆρε τὰ ὅπλα καὶ ἴδετε τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἔφερε. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κύριος Χατζίσκος καὶ αὐτὰ συμμερίζομαι καὶ ἐγώ. (θόρυβος).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰμπορῶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συνεννοηθῆτε καὶ ὑποβάλετε ἔγγραφον μὲ τὸν κύριον Χατζίσκον τὴν πρότασιν;
§71Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ Χατζίσκος εἶπε νὰ ἐκφράσῃ διὰ τοῦ Προέδρου τὸ ἔθνος εἰς τοὺς συγγενεῖς τὴν λύπην του. Τὸ δὲ ἄλλο εἶναι περὶ τοῦ μαρμάρου, τὸ ὁποῖον ἐσύστησε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κάμῃ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι, καθότι ἐκ τῶν προταθεισῶν, οὐχὶ προτάσεων, ἀλλ’ ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ προαγορεύσαντες προκαλοῦσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον δὲν ἔχω συνείδησιν νὰ ψηφίσω ὑπὲρ οὐδεμιᾶς αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε νὰ τὰς προτείνω κἂν δύναμαι πρὸς ὑμᾶς ἀπὸ τῆς ἕδρας ἐκείνης, καὶ προκαλέσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν. Περὶ τίνος συζητοῦμεν; καὶ διάφορα.... ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, δὲν λέγω τίποτε ἄλλο, διάφορα ἐπιχειρήματα ἐπροτάνθησαν διὰ νὰ κάμουν τὸν κόσμον νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν ἠξεύρει περὶ τίνος σήμερον συζητεῖ. Φέρετε πρότασιν, εἶπεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, φέρετε ἐπερώτησιν ὡρισμένην, ἐπρόσθεσεν ἕτερος νὰ μὴ ἐξετάσωμεν τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ τὸ μέλλον. Ἂν θέλητε τί περισσότερον φέρετέ τι ὡρισμένον, ἐπανέλαβον ἄλλοι. Λοιπὸν δὲν γνωρίζομεν περὶ τίνος συζητοῦμεν; ἀλλὰ ἂν δὲν τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς, τὸ γνωρίζει τὸ ἔθνος. Τὸ ὄνομα, ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος διασύρονται ἀπὸ τὴν μίαν ἕως τὴν ἄλλην ἄκραν τοῦ κόσμου διὰ τὰ συμβάντα τοῦ Δήλεσι καὶ σήμερον ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιόν μας καὶ πρέπει νὰ τὸ περάσωμεν ἀβρόχοις ποσὶν, καὶ νὰ περιορισθῶμεν νὰ ἐπιφορτίσωμεν τὸ προεδρεῖον νὰ ἐκφράσῃ πρὸς τοὺς συγγενεῖς τῶν θυμάτων τὴν λύπην μας; Ἔχομεν μὲ Ἄγγλους νὰ κάμωμεν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄνδρες, καὶ τοὺς ἄνδρας σέβονται, τὰ δὲ γυναικεῖα δάκρυα τὰ περιφρονοῦν. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθὼς παρεκάλεσα καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ προέδρου, τὰ ἀκροατήρια νὰ κρατοῦν ἡσυχίαν· θὰ μᾶς ἐπικρίνετε ἢ ἐπαινέσητε οὐχὶ ἐντὸς ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, ἂν ὀλίγον ἐξάπτωμαι, εἶναι ὁ χαρακτήρ μου τοιοῦτος, ἡ φύσις μου· προσεπάθησα καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ μείνω ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ἓν ἔτος ἐξυβρίσθη μὲ τὰ πλέον χειρότερα ἐπίθετα, καὶ ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν περὶ τίνος πρόκειται; ἤθελον συμφωνήσει νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ ζήτημα σήμερον, ἴσως ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν ὀλίγας ἡμέρας, ἀλλ’ ἐφέρθη, καὶ ἐφέρθη οὐχὶ ἀπὸ ἐξημμένον νεανίαν, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν λευκότριχα καὶ σεβαστὸν κύριον Χατζίσκον. Καὶ ἐκεῖνος δὲν εἰμπόρεσε νὰ τὸ ἀναβάλῃ, τὸ ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον, καὶ ἔρχεται ἐνώπιόν μας τὸ ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ Δήλεσι, κύριοι, καὶ δὲν ἠξεύρομεν περὶ τίνος πρόκειται καὶ ζητοῦμεν πρότασιν ὡρισμένην, καὶ λέγομεν νὰ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, καὶ ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ διαβατικοῦ τινος ζητήματος μᾶς ἐπροτάνθη νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ περὶ τίνος ν’ ἀσχοληθῶμεν ἀφίνοντες τὸ Δήλεσι; περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν 20,000 δραχμῶν! Δὲν πιστεύω, ὅτι μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον, οὐ μόνον ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ κόσμου. Ἂν τιμὴν ἔχῃ ἡ Ἀγγλία, τιμὴν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ἂν αὐτὴ ἦναι μεγάλη καὶ ἰσχυρὰ, καὶ ἡμεῖς μικροὶ καὶ ἀδύνατοι, προκειμένου ὅμως περὶ τιμῆς, σεβόμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν ἐδικήν μας μεθ’ ὅσης ἰσχύος καὶ ἐκείνη τὴν ἰδικήν της. Ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ ἀνάκρισις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, καὶ ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν περὶ τίνος πρόκειται; δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον. Αἰσθάνομαι τὸν ἐρεθισμόν μου, καὶ δὲν θέλω νὰ προβῶ περισσότερον. Εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν πρέπει νὰ λάβωσι μέρος ὅλοι ὅσοι δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ ὄχι ἔπειτα ἀπὸ τὸν ἄλλως ἀξιολογώτατον καὶ εὐφραδέστατον, λόγον τοῦ κυρίου Χατζίσκου, καὶ τοῦ κυρίου Λέκα, νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλο τί νὰ προσθέσωμεν καὶ ἀρκούμεθα εἰς τὰ λεχθέντα.— Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ πρέπει νὰ παρουσιασθοῦν, πιστεύω, ὅτι εἶναι τοιαῦτα, ἀλλ’ ἂν ἡ κυβέρνησις στοχάζεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἢ τὸ ὅλον ἢ μέρος, ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν· ὀφείλει νὰ περιμείνῃ, ἔστω δέκα, δεκαπέντε, εἴκοσι ἡμέρας, ἕνα μῆνα, ἀλλ’ ὄχι νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν μὲ τὸ νὰ ἐπιφορτίσωμεν τὸν πρόεδρον νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του εἰς τοὺς συγγενεῖς. Περὶ τούτου δὲν φροντίζει ἡ Ἀγγλία νὰ τὸ μάθῃ· περισσοτέραν ἔκφρασιν λύπης δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν παρ’ ὅση ἐγένετο ἄλλοτε εἰς τὴν πρωτεύουσαν ταύτην, ὅτε ἐπὶ τέλους ὁ βασιλεὺς ἡ βασίλισσα ἐπηκολούθησαν πεζοὶ τοὺς φονευθέντας· περισσοτέρας ἐκφράσεις θέλετε; νὰ εἴπωμεν λέγουν ὅτι δὲν συμμεριζόμεθα· ὅτι καταδικάζομεν τὸ κακούργημα· αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι προσβολὴ εἰς ὅλους ἡμᾶς; δὲν εἶναι προσβολὴ νὰ τίθεται ζήτημα ἂν καταδικάζεται ἢ ὄχι τὸ κακούργημα; Ἰδοὺ διατί ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι δὲν εἰμποροῦσα οὐχὶ μόνον νὰ ψηφίσω, ἀλλ’ οὔτε νὰ θέσω κἂν εἰς ψηφοφορίαν τοιαῦτα ζητήματα, ἑπομένως ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν νὰ μὴ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν. Μὴ ἀπατώμεθα· μᾶς ἔχουν ὑποδίκους οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι, τὸ ἐπαναλέγω, εἶναι ἄνδρες καὶ σέβονται τοὺς ἄνδρας, ἐνῷ περιφρονοῦν τὰς γυναῖκας. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἂν ἔπταισεν ὁ Ζαΐμης ἢ ὁ Δεληγεώργης ἢ περισσότερον ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν ἂν εἰς τὰ βήματα, τὰ ὁποῖα ἔπραξεν καὶ ἐπαπειλεῖ ἡ Ἀγγλία, ἔχει δίκαιον ἢ ὄχι. Εἶναι ἰσχυρὰ ναί· ἂς κάμῃ χρῆσιν τῆς ἰσχύος της, ἀλλὰ νὰ ζητῇ νὰ ἐνεργήσῃ μὲ τὸ χέρι μας, μὲ τὴν συγκατάθεσιν, ἢ μὲ τὴν ὑποχώρησίν μας, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν. Καὶ προτιμῶ μίαν πίεσιν, μίαν τελείαν ὑποδούλωσιν, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, παρὰ μίαν ἀνεξαρτησίαν καθὼς ἐκείνην, καθ’ ἣν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἓξ μῆνας εἶναι ὑποκειμένη καὶ ἡ Κυβέρνησίς μας καὶ τὰ δικαστήριά μας εἰς τοὺς ξένους (εὖγε). Σᾶς εἶπα δὲν θέλω νὰ προχωρήσω, διότι ἴσως παρεκτραπῶ, πιστεύω ὅμως νὰ μὴν κλεισθῇ ἡ συζήτησις, ἂς μείνῃ ἀνοικτὴ ὅπως ἡ Κυβέρνησις παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ἂς τὰ παρουσιάσῃ, ὁπότε τὸ γενικὸν συμφέρον δὲν ἐμποδίζει. Κατ’ ἐμὲ θέλω καταψηφίσει τὰς προτάσεις διὰ τῶν ὁποίων μᾶς προτείνουσι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὰς δύο ἀγορεύσεις τὰς καλάς, τὰς ῥητορικάς, τὰς εὐφραδεστάτας τῶν κ. κ. Χατζίσκου καὶ Λέκα, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο περὶ Δήλισι νὰ κάμωμεν, παρὰ νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ ἐπαναλάβωμεν ἐκφράσεις λύπης.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως θὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας.
§77ΥΠΟΥΡΓ. ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Κύριοι βουλευταὶ, λυποῦμαι ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐδόθη ἡ πορεία ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους ἔφθασεν· ἂν ἐλάμβανε τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν τινὲς κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ὥρας, ἠθέλομεν γνωρίζει μέχρι τοῦδε τί ἐμέλλομεν νὰ πράξωμεν. Δυστυχῶς οἱ προαγορεύσαντες, μετὰ πολλῆς εὐφραδίας ἀναντιῤῥήτως καὶ μετὰ πολλῆς θλίψεως διὰ τὸ ἀποτρόπαιον τοῦ Δηλίου συμβὰν ἐλάλησαν, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν κυρίων ζητημάτων οὐδὲν ἐλάλησαν. Μετὰ τὸ τέλος τῶν ἀγορεύσεων ἐπῆλθον προτάσεις τινές, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ἐπηρεάζουν παντάπασι τὸ κύριον ζήτημα. Ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφοφορήσῃ εἴτε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, εἴτε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λέκα, εἴτε ἐπὶ τέλους τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ, καὶ ὅμως τὸ ζήτημα νὰ μένῃ πάντοτε ὀρθὸν καὶ ἀκέραιον. Κύριοι, ὡς ἀντιπολίτευσις ἠγανακτήσαμεν κατὰ τοῦ ἀποτροπαίου συμβάντος ἐκείνου, καὶ ἐπαραπονέθημεν, διότι ἐκατηγορήθημεν ἀτόπως. Ὡς Κυβέρνησις δὲν δυνάμεθα παντάπασι νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸν αὐτὸν δρόμον, καὶ νὰ μὴ ζητήσωμεν μίαν εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· οὐχὶ ὅπως ζητήσωμεν τὴν καταδίκην τινός, οὐδὲ τὴν κατάκρισιν, ἀλλ’ ὅπως διὰ τῆς συζητήσεως γνωρίσῃ ὁ τόπος, τί ἔτρεξε κατὰ τὰς θλιβερὰς παρελθούσας ἡμέρας. Παρεστάθη, κύριοι, ἀπό τινας τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅπως ἡ συζήτησις λάβῃ τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ σπουδαιότης τῆς ὑποθέσεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν πρὸς τοῦτο, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ, ἀλλὰ θὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ὅσα δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος, καθ’ ὅσον ὑπάρχουσι διπλωματικαί τινες διενέξεις ἐκκρεμεῖς εἰσέτι ἐπὶ ζητημάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἐκαθαρίσθησαν. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ζητήσῃ τὴν παρουσίασιν τῶν ἐγγράφων, ἡ Κυβέρνησις ἅμα φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ὑποθέτει ὅτι μετά τινας ἡμέρας θέλει φθάσει, θέλει σᾶς παρουσιάσει τὰ ἔγγραφα οἴκοθεν, διότι δὲν θέλει ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν γνώσεων καὶ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, νὰ πορεύεται ἐπὶ τῶν σπουδαίων ζητημάτων τοῦ κράτους. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως ἦτον νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν παρουσίασιν τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, ἀλλὰ νὰ τὰ παρουσιάσῃ, ὅπως μάθῃ τὸ κοινὸν τί ἔπραξαν αἱ κυβερνήσεις καὶ συνάμα διὰ τῆς συζητήσεως ἐνισχυθῇ ἡ κυβέρνησις εἰς τὰς ἐνεργείας της.
§78ΤΙΝΕΣ. Μετὰ πόσας ἡμέρας; (ψιθυρισμοί).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Μίλησης. Τώρα ζητεῖτε ν’ ἀγορεύσητε, κύριε Μίληση ἐπειδὴ εἶσθε ἐγγεγραμμένος μετὰ τοῦ τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἢ νὰ προηγηθῇ ὁ κύριος Καλιφρονᾶς.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς, ὡς γεροντότερος.
§81ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω προτήτερα, ἀλλ’ ὡμίλησεν ὁ κύριος Λομβάρδος μὲ τὸν ὁποῖον συμφωνῶ, διότι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα ὅπερ ἐῤῥίφθη, χωρὶς ν’ ἀποβλέψωμεν ποῖος ἔχει τὴν ἐνοχήν, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα νὰ τρέξῃ τὸν δρόμον του. Διὰ τοῦτο ἡ βουλὴ πρέπει μετὰ σκέψεως νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν γνώμην. Αὐτὰ τὰ κυβερνητικὰ δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ σοβαρὸν τοῦ σώματος.
§82ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε...................
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτην φορὰν θ’ ἀγορεύσητε καὶ πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν βουλήν, κύριε Κατσικαπῆ.
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχω εἰμὴ μόνον νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ εἰς ἡμέραν ὅμως ὡρισμένην, τακτήν. Παρακαλῶ δὲ τὸ ὑπουργεῖον νὰ σκεφθῇ πότε πείθεται, ὅτι θὰ ᾖνε εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλλῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ μᾶς βοηθήσῃ οὕτως εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἡμέρας. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἄμεσον ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων, ἀφοῦ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θεωρῇ ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ ὑποβάλλῃ ἀπὸ τοῦδε, θὰ παρακαλέσω ὅμως καὶ τὴν βουλὴν νὰ μὴ ἀποφανθῇ τίποτε περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀλλὰ ν’ ἀναβάλῃ ταύτην εἰς τακτὴν ἡμέραν. Ἂν θέλῃ, παραδείγματος χάριν, ἂς ὁρίσῃ τὴν εἰκοστὴν πέμπτην τρέχοντος, ἢ τὴν πρώτην Φεβρουαρίου, ἢ τὴν πέμπτην ἢ τὴν δεκάτην τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἀδιάφορον. Διατυπώνω λοιπὸν πρότασιν ἀναβολῆς εἰς ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ ἦνε προκατατεθειμένα τὰ ἔγγραφα.
§85ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κάμνω ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Μίλησην νὰ μὴ σκέπτεται πολὺ ν’ ἀνασκευάζῃ τὰς ἰδέας μου, διότι ἐγὼ σκέπτομαι πολὺ χαμηλά, καὶ δὲν τοῦ εἶνε δύσκολον τοῦτο. Κατόπιν, κύριοι, μολονότι δὲν βλέπω διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἰδέας μου καὶ τοῦ κυρίου Μίληση, διότι νομίζω, ὅτι συμφωνεῖ μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, ὅτι ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεώς μου δὲν ἐμποδίζει τὴν βουλὴν νὰ συζητήσῃ ἐκ νέου καὶ ἀποφασίσῃ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον διατὶ τὴν ὑπέβαλον. Πρὸ πολλοῦ ὁ κύριος Χατζίσκος ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι προτίθεται νὰ ὁμιλήσῃ ἀκαδημαϊκῶς, ἐγένετο μάλιστα καὶ πρότασις ἀπὸ μέρους τοῦ κυρίου Δεληγεώργη περὶ ὑποβολῆς ἐγγράφων, καὶ ὅμως ἡ βουλὴ εἶπεν δὲν εἶναι ἀναγκαῖα τοιαῦτα ἔγγραφα, θὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ὁ κύριος Χατζίσκος διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ἀπαιτῆται ἡ κατάθεσις, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως. Ἔρχεται λοιπόν, κύριοι, ὁ κ. Χατζίσκος, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι πατριωτικώτατα καὶ λογικώτατα ὡμίλησεν, ἀλλὰ δὲν προεκάλεσεν καμμίαν συζήτησιν, καὶ ἂν ὁ κ. Λέκας δὲν ἤθελε συμπληρώσει μέρη τινὰ τοῦ λόγου τοῦ κ. Χατζίσκου καὶ ἐκθέσει ἰδέας τινὰς ἀκαδημαϊκῶς, ἡ συζήτησις ἦτο κεκλεισμένη (Θόρυβος). Βλέπετε πόσον ἐντελῶς συμφωνῶ μὲ ὅλους, ἰδίως δὲ μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, ὅστις εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ οὔτε ὡς βουλευτὴς, οὔτε ὡς πρόεδρος ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς βουλῆς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου περὶ ἐκφράσεως λύπης. Καὶ δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη μᾶς φέρει εἰς τὴν πλέον ταπεινὴν θέσιν; πῶς λοιπὸν θὰ κλείσει ἡ συζήτησις ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐπροκάλεσαν συζήτησιν μᾶλλον ἐκτεταμένην Ἠξεύρουν οἱ κύριοι Πετιμεζᾶς, Μίλησης καὶ Λομβάρδος ὅτι ἔχω προβλεπτικὸν πνεῦμα διὰ νὰ μὴ ὑποβάλλω τοιαύτας προτάσεις. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν τὴν ἀποσύρω ποσῶς, καθ’ ὅσον νομίζω ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου ποσῶς δὲν εἶναι ἐναντία τῆς προτάσεως τῆς ἰδικῆς σας, διότι εἰς πᾶσαν περίστασιν, ὅπως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπε, θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀνεξαρτήτως τῆς συζητήσεως, καὶ ὅτι μὴ νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ σᾶς παρακολουθήσουν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἂν δὲν σᾶς ὑπερβοῦν, δὲν θὰ φανοῦν κατώτεροί σας κατὰ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ ὄχι μόνον σήμερον ὅσην ἀνάπτυξιν καὶ ἂν λάβῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή, δὲν θὰ περατωθῇ, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει Βουλὴ, ἡ συζήτησις θὰ ᾖναι ἀνοικτὴ, καὶ εἰς κάθε περίστασιν θὰ ἐπιλαμβάνεται καθεὶς τῆς εὐκαιρίας νὰ ἱκανοποιῇ καὶ τὴν ἀτομικήν του τιμὴν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους. Δι’ ὅλα αὐτὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεώς μου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς ὑποχωρεῖ εἰς τὸν κ. Ζαΐμην;
§87ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα.
§88Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου, κ. πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐνδιαφέρεται εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ὀδυνηροῦ δράματος τοῦ Δηλίου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸ ἐνδιαφέρον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τὸ κατανοεῖ ἅπασα ἡ Βουλή, ἐπιθυμοῦμεν πλατυτάτην καὶ εὐρυτάτην συζήτησιν περὶ τῆς διαγωγῆς μας. Ὅταν τις ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ προσηκόντως, δὲν δύναται, κύριοι, νὰ πτοηθῇ ἀπὸ τὴν δημοσίαν συζήτησιν. Ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούομεν συζήτησιν ἐκτενῆ καὶ εὐρεῖαν περὶ τοῦ ὀδυνηροῦ αὐτοῦ δράματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιθυμοῦμεν. Μίαν μόνην παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν· οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν, ὁ κ. Μίλησης, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς δὲν εἶναι, κύριοι, σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς συζητήσεως αὐτῆς· δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἢ μετὰ 20 ἡμέρας θέλομεν συζητήσει περὶ τοῦ Δηλίου, διότι οὕτω καὶ ἡ 8η Ἰανουαρίου εἶχε προσδιορισθῆ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν Δηλιακῶν, ἀλλ’ οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν δὲν εὑρέθησαν σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως· ἀνάγκη δὲ εἶναι νὰ διατυπωθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις ἀκριβῶς καὶ σαφῶς, νὰ προσδιορισθῶσι τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις καλεῖται νὰ ἀπολογηθῇ. Κατὰ τὸ δρᾶμα τοῦτο, κύριοι, ὑπάρχουσι διάφοροι περίοδοι, ὑπάρχει ἡ περίοδος καθ’ ἣν ἐπράχθη ἡ ληστεία, ὑπάρχει ἡ περίοδος τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς ἀπολύτρωσιν τῶν εὐγενῶν ξένων· τρίτον, ὑπάρχει τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως. Θέλουσιν ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν σταδίων τὴν ἀπολογίαν τῆς κυβερνήσεως; Δὲν ἀποκρούω, κύριοι, οὐδόλως τὴν συζήτησιν ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ προσδιορίσουν ἐπὶ τίνος ἐκ τῶν σταδίων αὐτῶν ἐπιθυμοῦν τὴν συζήτησιν· ἐν ἄλλαις λέξεσι πρέπει νὰ ὁρισθῶσι τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ προκληθῇ ἡ τότε κυβέρνησις, ἥτις παρητήθη τὴν 9 Ἰουλίου, νὰ δώσῃ λόγον· διότι ἡ ἀόριστος αὕτη ἔκφρασις νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τῶν Δηλιακῶν, ἡ ἀόριστος αὕτη ἔκφρασις λέγει πάλιν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς φέρῃ εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία νὰ ὁμοιάζῃ τὴν σημερινὴν· ἐπειδὴ δὲ παρετήρησα μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. προέδρου ἰδίως καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ λαλησάντων φίλων του ἀσυμφωνίαν τινὰ, ἤθελα παρακαλέσει τοὺς προτείναντας τὴν ἀναβολὴν νὰ μᾶς διατυπώσωσι καθαρῶς καὶ ὡρισμένως τὰ ἀντικείμενα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ ἀπαντήσωμεν.
§89ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, κ. πρόεδρε, ἔχει δίκαιον, εἶναι εἰς θέσιν μάλιστα, καθὸ πρόεδρος τῆς τότε κυβερνήσεως, νὰ γνωρίζῃ πολὺ καλὰ ὅλας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἠκολούθησαν εἰς τὸ δυστυχὲς συμβὰν τοῦ Πικερμίου. Ἡμεῖς λέγοντες, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ γίνῃ εὐρεῖα καὶ πλατεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐννοοῦμεν ὅτι, καὶ ἐννοεῖ, πιστεύω ὅλη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἡ εὐρεῖα ἢ ἡ πλατεῖα θέλει γίνει καθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ στάδια ἐκτεταμένη, τοὐτέστι κατὰ τὰ συμβάντα πρὸ τῶν διαπραγματεύσεων, κατὰ τὰ συμβάντα μετὰ τὰς διαπραγματεύσεις, κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἀνακρίσεων καὶ καθεξῆς· διότι ὁσάκις λέγομέν τι περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δήλεσι καὶ Πικερμίου, ἐννοοῦμεν ὅλα τὰ ὁποῖα συνώδευσαν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Εἴμεθα λοιπὸν πληρέστατα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ ἡμεῖς διετυπώσαμεν πολὺ καλὰ καὶ ὡρισμένως τὰς ἐπερωτήσεις μας, ἀφήσαμεν δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς κυβερνήσεως, πολὺ δὲ περισσότερον μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι εὑρίσκεται σήμερον ἡ κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις ἢ εἰς διαμοιβάς ἐγγράφων καὶ διακοινώσεων, καὶ ἀφήσαμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ κρίνῃ μέχρι ποίας ἐποχῆς θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ μίαν εὐρεῖαν συζήτησιν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμέραν· διότι καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ὁ κ. Μίλησης καὶ ἐγὼ εἴπομεν ὅτι, ἂν τὸ ὑπουργεῖον θέλῃ μετὰ 10, 15 ἡμέρας ἢ 20 ἢ 40, εἴμεθα σύμφωνοι· ἐκεῖνο ὅμως εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένομεν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ὅτι πρέπει νὰ παρουσιασθοῦν ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσι μάλιστα ἐπ’ αὐτῆς τῆς μεγάλης ὑποθέσεως, ἀφοῦ ἐτυπώθησαν ἄλλα ἔγγραφα πολὺ ὀλιγωτέρας ἢ μηδεμιᾶς ἀξίας εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, πρέπει νὰ τυπωθοῦν εἰς χιλιάδας τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, καὶ νὰ διανεμηθοῦν ὄχι μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, νὰ σταλοῦν ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς, διὰ νὰ ἴδουν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου οἱ λαοὶ, οἱ ὁποῖοι πληρώνουν τοὺς φόρους, καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον ὑβρίζονται ὡς λῃσταὶ, καὶ ὑβρίζονται καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν καὶ οἱ ὑπουργοὶ αὐτῶν, τίποτε ὀλιγώτερον. Πρέπει λοιπὸν νὰ τυπωθοῦν, νὰ διανεμηθοῦν τὰ ἔγγραφα, νὰ μελετηθοῦν ἐμβριθῶς, καὶ τότε νὰ γείνῃ μία σπουδαία συζήτησις· διότι ἡ συζήτησις αὐτὴ, κ. πρόεδρε, πρόκειται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἄλλην συζήτησιν σπουδαιοτάτην καὶ σοβαρωτάτην τοῦ κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας. Ἐνθυμεῖσθε ὅταν ὡμίλει ὁ Κλάρενδων καὶ ὁ Βοῦλβερ εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας, ποῖοι λόγοι ἐλέγοντο, καὶ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι ἀντηχοῦν εἰς τὰ δύο ἡμισφαίρια. Εἴμεθα λοιπὸν πληρέστατα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ ἂς κανονίσουν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§90Θ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, κ. πρόεδρε, ὅτι εἴμεθα εἰσέτι εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως· ὅταν τὴν πρώτην φορὰν ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἡ ἐπερώτησις περὶ Δηλίου, ἐπροτάθη ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς χαρακτῆρας, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καὶ σήμερον ἄγεται. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων τότε, ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων, διότι εὗρεν ἐν τῇ γενικότητι τῆς ἐπερωτήσεως, ἴσως ἐν τῇ ἐλλείψει τῆς γνώσεως ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, τὸ ἀδύνατον τῆς ἐξακολουθήσεως συζητήσεως μεμελετημένης· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τότε μηδεμίαν δοῦσα προσοχὴν εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων, προσδιώρισε τὴν 8 Ἰανουαρίου πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ βραδύτης, ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου, ἐσκόπει νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ φωτισθῶσι περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ καιρὸς αὐτὸς παρῆλθε μάτην, σήμερον δ’ ἤρξατο ἡ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν ἀπολήγει εἰς ἀποτέλεσμα, διότι τὰ λεχθέντα ἐφάνησαν μὴ ἀρκοῦντα καὶ ἀπὸ τοὺς κυρίους Μίλησην καὶ Πετιμεζᾶν, ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ δύο διαφόρους λόγους. Ἐκ τῶν προτεινόντων νῦν τὴν ἀναβολὴν ἐκ νέου, καὶ ζητούντων τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, οἱ μὲν κύριοι Μίλησης καὶ Πετιμεζᾶς εὗρον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καμμία πρότασις, διότι πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην. Ἐπειδὴ δὲ ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη ἔχει ἀντικείμενον τοὺς ὑπευθύνους πράκτορας, ἡμεῖς εἴχομεν καθῆκον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἀξίωσιν τῶν κυρίων αὐτῶν διὰ νὰ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐθεώρησεν ἀρκοῦντα τὰ λεχθέντα διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, διὰ νὰ διεκδικηθῶσι διὰ τῆς συζητήσεως τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος κατὰ πάσης ἐξωτερικῆς ἀξιώσεως, ἥτις δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου. Βλέπετε, ὅτι οἱ ἐπερωτῶντες διαφωνοῦσι. Δι’ ἄλλον λόγον ἐζήτησεν ὁ κ. Μίλισης καὶ ἀπῄτησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ὁ δὲ λόγος οὗτος δὲν ἔχει κανὲν κοινὸν μὲ τὴν ἀξίωσιν τοῦ κυρίου προέδρου. Ἐν τούτοις ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν σκοποῦν νὰ ἐπιζητήσουν, δὲν δύναται νὰ ἐπιζητηθῇ διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων καὶ τῆς μελέτης αὐτῶν. Διότι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Δήλεσι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διαιρεῖται εἰς διάφορα στάδια, εἰς τὸ στάδιον τῆς προλήψεως τοῦ ἐγκλήματος, εἰς τὸ στάδιον τῆς διαπράξεως αὐτοῦ, εἰς τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς ἀπολύτρωσιν τῶν αἰχμαλωτισθέντων, εἰς τὸ στάδιον τῆς καταστολῆς τῆς πράξεως, εἰς τὸ στάδιον τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως. Τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον στάδιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἐγγράφων· τὸ πρῶτον μάλιστα στάδιον διεφωτίσθη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τῆς δημοσιεύσεως φυλλαδίου περιέχοντος καὶ καταδεικνύοντος εἰς τὴν κοινωνίαν ὅλας τὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας ἔκαμε κατὰ τῶν λῃστῶν· ἑπομένως ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων, δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ φωτίσῃ τὴν βουλὴν, διότι οὐδεμίαν νεωτέραν ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ἀρυσθῇ πληροφορίαν, πλὴν ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔχει καὶ νῦν. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὰ δ’ ἔγγραφα θέλουσι χρησιμεύσει, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιζητηθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Προέδρου καὶ οὐχὶ τοῦ κ. Πετμεζᾶ καὶ Μίληση· ἑπομένως ἡμεῖς ὀφείλοντες νὰ δώσωμεν λόγον ἐπὶ πάσης πράξεως ἡμῶν, δὲν ἀντιλέγομεν νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν εὐρεῖα συζήτησις, ἀλλὰ θεωροῦμεν ματαίαν τὴν ἀναβολὴν πρὸς προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δύω πρώτων σταδίων τῆς ὑποθέσεως. Ὀφείλοντες δ’ ὡς εἶπον καὶ ὡς μέλη τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ὡς ὑπεύθυνοι ὑπουργοὶ νὰ δώσωμεν λόγον, δὲν ἐπιθυμοῦμεν οὐδ’ ἀνεχόμεθα τὴν ἀναβολήν. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν βουλὴν ὑποβάλλων εἰς αὐτὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως θέλουσι πάντες ἀδιστάκτως κρίνει ὡς εὔλογον, ἡ μὲν συζήτησις περὶ τῶν δύο πρώτων σταδίων νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπὸ τῆς αὔριον, ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν σκοποῦσαν τὴν ἐπιζήτησιν τῶν σκοπῶν τοῦ κ. Λομβάρδου, ὥστε μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐπὶ τῶν δύω πρώτων σταδίων συζητήσεως νὰ προβῇ ἡ βουλὴ εἰς τὴν ἄλλην. Ἡ συζήτησις οὕτω θέλει διαιρεθῆ εἰς δύο στάδια τῆς ἐσωτερικῆς ἐνεργείας καὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον μετὰ τὸ συμβὰν τοῦ Δήλεσι.
§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, Κύριε Πρόεδρε,....
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν κυβέρνησιν δὲν ἀκούει, Κύριε Μίληση, ὥστε καταβᾶτε εἰς τὸ βῆμα.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, Κύριοι, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἐμὲ, τὸν κ. Πετμεζᾶν καὶ τὸν κ. Λομβάρδον διαφωνοῦντας πρὸς ἀλλήλους, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχε, μοὶ φαίνεται· εἶνε πρόδηλον ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ γείνῃ πλήρης καὶ τελεία συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπαισίου δράματος τοῦ Δήλεσι· ἰδοὺ ἡ οὐσία τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἀπὸ κοινοῦ καὶ οἱ τρεῖς ὑποστηρίζομεν. Δὲν εἶναι δὲ ἀμφιβολία ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ συμπεριλάβωμεν εἰς τὴν γενησομένην συζήτησιν ὅλα τὰ στάδια, τὰ ὁποῖα προανέφερεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς τότε κυβερνήσεως καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· δηλ. θέλομεν νὰ συζητηθῶσι α) τὰ αἴτια τὰ παραγαγόντα τὴν ἐν Δηλίῳ μυσαρὰν λῃστοπραξίαν, β) τὸν τρόπον καθ’ ὃν διενεργήθησαν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀπολυτρώσεως τῶν αἰχμαλώτων· γ) ἓν ἕτερον γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀπορῶ διατὶ λησμονεῖται, ἐνῷ εἶναι προδήλως τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ στυγεροῦ δράματος, δηλ. ἡ πηγὴ ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ φοβερὰ κατηγορία κατὰ τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ὑποκινησάντων δῆθεν τοὺς λῃστὰς, ὅπως ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀμνηστείαν, καὶ δʹ) ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἡ ἀνάκρισις. Ἰδοὺ τὶ συνιστᾷ τὸ ὅλον δρᾶμα τοῦ Δηλίου, καὶ ἐπὶ τούτων ἁπάντων ἐννοοῦμεν νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις. Ἐὰν δὲν ἦμαι τυχὸν σαφὴς, παρακαλῶ τὸν κ. Δεληγιάννην νὰ μοὶ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ γείνω ἔτι σαφέστερος.
§94Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν σταδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐγγράφων, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν· θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὴν πρότασίν σας ὁ κ. Δεληγιάννης ἐνόμισεν, ὅτι διαφωνοῦμεν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον, διότι ὁ κ. Λομβάρδος παρέστησεν ὡς σκοπὸν τῆς εὐρείας συζητήσεως τὴν διεκδίκησιν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ἐν ᾧ ἡμεῖς κατεδείξαμεν ἄλλον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπιδιώκομεν, τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Βεβαίως εἷς τῶν κυρίων σκοπῶν τῆς συζητήσεως ταύτης εἶναι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος· πρέπει νὰ μάθωμεν τί συνέβη, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐξετέλεσαν αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν των· ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταδείξῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι εἶχε προκαταδειχθῆ παρ’ ἀμφοτέρων ἡμῶν, ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ· διὰ τοῦτο ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ καταδείξῃ αὐτὸς τὸν ἄλλον σκοπὸν, τὴν διεκδίκησιν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Διὰ τοῦτο ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Λομβάρδου; Τῇ ἀληθείᾳ ἐγὼ δὲν βλέπω τὴν διαφωνίαν ταύτην. Τώρα καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ νὰ διατμηθῇ ἡ συζήτησις δίχα, μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἐν συνόλῳ καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς ὄψεις. Τί πειράζει, παρακαλῶ, νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ δεκαπέντε, εἴκοσιν ἡμέρας τὴν συζήτησιν; καὶ ὅταν ὑποβληθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου, τότε νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν κλείσωμεν ἅπαξ διὰ παντός; Δὲν ἐννοῶ τὴν πρακτικὴν χρησιμότητα τοῦ διαχωρισμοῦ ἑνὸς ζητήματος εἰς δύο διακεκριμένα μέρη· τοὐναντίον βλέπω ἐν τούτῳ σύγχυσιν ἀδικαιολόγητον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, ἀφ’ οὗ προηγουμένως τὸ ὑπουργεῖον δηλώσῃ ἐντὸς πόσου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ν’ ἀναβάλῃ δὲ τὴν συζήτησιν εἰς τακτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ γείνῃ καὶ τελειώσῃ αὕτη ἅπαξ διὰ παντός.
§96ΔΑΓΡΕΣ. Ὅτε κατὰ πρῶτον, κ. πρόεδρε, ἐφέρθη ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος, εἶπον, ὅτι προτείνας τότε τὴν ἀναβολὴν, ἐννόουν, ὅτι ἐπειδὴ τὸ λυπηρὸν αὐτὸ συμβὰν ἔλαβε χώραν εἰς μίαν προγενεστέραν ἐποχὴν, ἤθελεν εἶσθαι εὐχῆς ἔργον, ἂν ἀνεβάλλετο εἰς μίαν ἄλλην ἡμέραν μετὰ παρέλευσιν δώδεκα, δεκατριῶν ἡμερῶν, ἀφ’ οὗ ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς σπουδαῖα νομοσχέδια, ἀφορῶντα μεγάλα συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Δυστυχῶς ἦλθε σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀδιάφορον, ἂν δὲν κατέληξεν εἰς συμπέρασμα, ἐν τούτοις ἦλθε, καὶ ἡ Βουλὴ ἔρχεται εἰς μίαν ὑποχρέωσιν ἀπαραίτητον, ὀφείλει ἅμα ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη νὰ τὴν συζητήσῃ, νὰ τὴν ἐξετάσῃ· καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον πρὶν ἀκόμη ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ζαΐμης, διότι ἤθελα νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν τῆς εὐρείας συζητήσεως, καὶ ἤδη ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν τῆς εὐρείας συζητήσεως, ἀλλὰ μὲ τοῦτο, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ προλαλήσαντες νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ κανένα ἄλλον παρὰ μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τί σᾶς εἶπε, κύριοι, περὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἐγγράφων διαμειφθέντων μεταξὺ τῆς τῆς ἡμετέρας κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς σχετικῶς μὲ τὸ λυπηρὸν δρᾶμα τοῦ Δήλεσι. Σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ παρουσιάσῃ σήμερον ἔγγραφα καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπερωτήσεως, ὅταν αὐτὸς νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ τὰ παρουσιάσῃ, διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἐντὸς ὀλίγου εἰς ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν σύμπραξιν καὶ τὴν ψῆφόν σας διὰ τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὕτως ὡμίλησεν κ. ὑπουργός. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα διατελεῖ ἀκόμη ἐν ἐκκρεμότητι, ἀλλὰ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ προλαλήσαντες ἐζήτησαν νὰ μάθωσι καὶ φωτισθῶσι· καὶ δικαίως ἐζήτησαν καὶ πρέπει νὰ ζητήσωσι νὰ φωτισθῶσι, πρὶν ἐκφέρωσι ψῆφον. Τὸ ζήτημα τοῦ Δήλεσι εἶναι γεγονὸς δυσάρεστον καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, διότι σύμπασα ἡ Ἑλλὰς συνεκινήθη καὶ ἐλυπήθη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν στέκῃ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειάν της νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκφράσῃ λύπην· ἂν καὶ ἀνάκην πρέπει νὰ δικαιολογηθῇ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἴσως διαμείβονται καὶ τὴν σημερινὴν ἡμέραν περὶ τῆς λύσεως ἐκκρεμῶν ζητημάτων, ἀποῤῥεόντων ὅμως ἐκ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Φρονῶ, Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀκόμη νομίζω, ὅτι συμμετέχω, ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, τῆς εὐθύνης, καθὸ ὑποστηρίξας τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας ἔλαβε χώραν τὸ δυστυχὲς αὐτὸ δρᾶμα, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεπτύχθη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναβληθῇ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ὅτι καὶ διὰ τὸ ἔθνος καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ὑπευθύνους παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ εὐθύνη, καὶ δικαίως, καὶ ὀφείλουν αὐτὴν, βλέπετε, ὅτι ἔρχονται νὰ δώσωσι λόγον τῆς εὐθύνης των, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν χωρὶς νὰ περιμένωμεν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς ὑποβάλλῃ τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως ἢ λύσεως ζητημάτων, ἀλλὰ περὶ τῶν πεπραγμένων, περὶ τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ὑποβληθοῦν ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἄλλως τε κύριοι, ἅπαξ ῥιφθείσης τῆς ἰδέας ὅτι ὀφείλουν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τὰ ὄργανα τῆς κοινωνίας νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ ἡμέρας τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως. Τέλος προτείνω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν αὐτήν......
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Δεληγιάννην.
§98ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἂν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀρχὴν ἤμην ἐναντίος, ἀλλ’ ἀφοῦ ἦλθεν ἅπαξ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναβληθῇ, διότι εἶναι μεγίστη σπουδαιότης.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ἔχει τι νὰ εἴπῃ;
§100ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, Κύριε Πρόεδρε.
§101ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τὶ εἶχα νὰ εἰπῶ, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται περὶ γεγονότων, καὶ οὐχὶ λύσεως πολιτικῆς, τοὐτέστι ποία ἐκ τῶν δύο κυβερνήσεων εἶχε τὸ δίκαιον εἰς τὸ συμβὰν ἐν Ἑλλάδι καὶ διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος δυστύχημα, ἡ Ἀγγλικὴ ἢ Ἑλληνικὴ, μᾶς εἶναι περιττὴ παντάπασιν ἡ διαληφθεῖσα ἀλληλογραφία. Προβαίνομεν λοιπὸν ὅπως οἱ πάντες ἐπιθυμοῦσιν εἰς τὴν κοινὴν ἐξέτασιν τῶν γεγονότων, περὶ τῶν ὁποίων ὅλοι ἐθρηνήσαμεν, τόσῳ περισσότερον, ὅσῳ ἡ τότε Κυβέρνησις ἔχει τὴν γενναιότητα νὰ δεχθῇ τὴν πρόκλησιν καὶ νὰ εἴπῃ, δὲν θέλω τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ θέλω νὰ μὲ δικάσητε.
§102ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε, κύριε Πετιμεζᾶ, νὰ διατυπώσητε τὴν γνώμην σας.
§104ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναγκάζομαι, κ. Πρόεδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Δεληγιάννη ἥτις εἶναι νέα πρότασις ἐκείνης, ἥτις συζητεῖται σήμερον· ὁ κ. Δεληγιάννης εἶπε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τόσον ὁ κ. Δεληγιάννης καὶ καθὼς καὶ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐξεπλήρωσαν πληρέστατα τὸ καθῆκόν των· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου· ἡμεῖς πρόκειται ὡς βουλευταὶ νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ καθ’ ὅλα τὰ στάδια τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Δὲν συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὸν κ. Δεληγιάννην ὅτι δηλ. ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ νὰ ἀναβληθῇ ἢ νὰ διατμηθῇ εἰς δύο τμήματα, καὶ τὸ μὲν νὰ συζητηθῇ σήμερον, τὸ δὲ εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν. Ὑποθέσατε, κύριοι, αὐτὸν τὸν παραλληλισμὸν ἐφαντάσθην ἐγώ· ὑποθέσατε ὅτι εἴχαμεν ἓν μέρος ἐπιφανείας γῆς, πέντε σταδίων ἀνώμαλον, καὶ ἐζητεῖτο νὰ τὸ ἰσοπεδώσωμεν, καὶ ἀφ’ οὗ τὸ ἰσοπεδώσωμεν, νὰ τὸ διατρέξωμεν ὅλοι. Ὁ κύριος Δεληγιάννης μᾶς λέγει, ὅτι ἀφοῦ ἰσοπεδώσωμεν τὸ πρῶτον στάδιον, πρέπει νὰ τὸ διατρέξωμεν, καὶ ἀφοῦ ἰσοπεδωθῇ καὶ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ διατρέχομεν ὁλόκληρον, διότι ἡ ὑπόθεσις τῆς Πικέρμης, ὡς γνωρίζετε, κύριε πρόεδρε, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἢ ἀπὸ τῆς νυκτὸς καθ’ ἣν ἔφθασεν ἡ εἴδησις εἰς τὴν πρωτεύουσαν ὅτι συνελήφθησαν οἱ εὐγενεῖς ξένοι, ἀπὸ τῆς νυκτὸς ἐκείνης ἤρχισαν πλέον διαμειβόμενα τὰ ἔγγραφα μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου καὶ τῶν πρεσβειῶν τῶν κυβερνήσεων τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἰταλίας. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἅμα γνωσθὲν τὸ συμβὰν αὐτὸ, ἀμέσως τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ τὰ ἔγγραφα νὰ διαμείβωνται μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῶν ξένων κυβερνήσεων. Ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Δεληγιάννης; νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ κυβέρνησις εἶχε λάβει ὅλα τὰ προληπτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ, ὅπως μὴ γίνῃ ποσῶς τὸ ἔγκλημα, καὶ ἐὰν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Αὐγερινὸς, διότι ὁ κ. Ζαΐμης τότε συνώδευε τὴν Α. Μ. καὶ ἔλιπεν εἰς Σύρον, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καθ’ ὅλην αὑτοῦ τὴν ἔκτασιν, καὶ ὅτι τὰ περιστατικὰ ταῦτα εἶναι γνωστὰ, λέγει ὁ κ. Δεληγιάννης. Πρέπει νὰ μάθωμεν καὶ διὰ τί εἶναι γνωστά· διότι, ὑποθέτω, ὁ τότε ὑπουργὸς ἔσπευσε διὰ φυλλαδίου νὰ δημοσιεύσῃ τὰ διάφορα τηλεγραφήματα τὰ ἀναγόμενα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς καταδιώξεως τῆς ληστρικῆς συμμορίας τῶν Ἀρβανιταίων. Ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Δεληγιάννης, ὁ ὁποῖος εἶναι κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ καὶ ὁ ὁποῖος πολὺ καλὰ γνωρίζει τὰ ἔθιμα καὶ τὰς συνηθείας καὶ τὰς διατάξεις τὰς Συνταγματικάς, ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐτυποῦτο καὶ ἐδημοσιεύετο τὸ φυλλάδιον ἐκεῖνο, Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν· ἑπομένως ἐπισήμως ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς οὐδεμία πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως, ἀφορῶσα τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὑπάρχει. Δύναται ὁ κ. βουλευτὴς Δεληγιάννης ἢ ὁ Πετμεζᾶς ἢ ὅστις δήποτε νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐξωτερικῶς περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, νὰ τὸ γνωρίζῃ ἐντελέστατα, ἀλλ’ αἱ γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε δὲν εἶναι ἐπίσημοι, δὲν φέρουν τὴν αὐθεντείαν, τὴν ὁποίαν φέρουν τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐντὸς τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐπὶ πάσης ὑποθέσεως διὰ νὰ μελετηθοῦν, καὶ μετὰ τὴν μελέτην αὐτὴν νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις. Τὸ φυλλάδιον ἐκεῖνο τότε ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ τυπώσουν καὶ νὰ τὸ διανείμουν εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπως ἡσυχάσουν τὴν κοινὴν γνώμην· ἀλλὰ τὸ φυλλάδιον ἐκεῖνο, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ πέντε ἕκτα τῶν βουλευτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπεδήμουν τότε, δὲν τὸ γνωρίζουν. Ἄλλως παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Δεληγιάννην, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ τὰ προληπτικὰ μέτρα τῆς τότε κυβερνήσεως ποσῶς δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, διότι πᾶσα κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ πόθεν ἐπέρασαν καὶ πόθεν ἦλθον οἱ λῃσταί· διότι εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ εἰς ὅλας τὰς κυβερνήσεις οἱ λῃσταὶ ἠδυνήθησαν νὰ διαλάθουν τὴν προσοχὴν τῶν ἀρχῶν, ὥστε δὲν εἶναι αὐτὸ ἔγκλημα, οὔτε ἔλλειψις δύναται νὰ θεωρηθῇ, διότι εἴδατε προχθὲς ὅτι λῃσταὶ μετέβησαν εἰς τὴν Λεβαδείαν, ὑπῆγαν εἰς τοῦ Φίλωνος, ἐκτύπησαν τὴν θύραν καὶ ὁ Φίλων τοὺς εἶπεν entrez καὶ οἱ λῃσταὶ εἰσῆλθον, τὸν ἐπῆραν καὶ ἐπλήρωσε 55 χιλ. δραχμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοῦτο τὸ σπουδαῖον· ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος ἄρχεται ἀπὸ τῆς συλλήψεως τῶν αἰχμαλώτων μέχρι σήμερον, ὥστε δὲν ἐννοῶ διατί, οὔτε πιστεύω νὰ ᾖναι ἀνάγκη, νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§105Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μοὶ φαίνεται παράδοξος ἡ γνώμη τῶν πρὸ ὀλίγου λαλησάντων! Ἐνῷ ζητοῦσι κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς ὁποίους ζητοῦν τὴν κοινοβουλευτικὴν ταύτην εὐθύνην παρουσιαζόμεθα προθυμότατα νὰ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας, καὶ ζητοῦμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο τὸ ταχύτερον, αὐτοὶ θέλουν νὰ βραδύνωμεν. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον. Διῃρέσαμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τρία διακεκριμένα στάδια. Τὸ τρίτον στάδιον ἢ τὸ τέταρτον κατὰ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μίλησης, τὸ τῆς ἀνακρίσεως, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἄλλα δύω ἢ τρία προηγούμενα στάδια. Ἔγγραφα ἀποβλέποντα εἰς τὸ τρίτον στάδιον, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ δημοσιευθῶσι, δὲν ὑπάρχουν ἄλλα ἐκτὸς τῶν ἤδη δημοσιευθέντων. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖον νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀνάκρισιν τοῦ κακουργήματος. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ἤδη· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἐν δέοντι ἴσως λάβῃ ἀνάγκην μόνος νὰ τὰ καταθέσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ ἤδη τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς ὅλην τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ δικαστικὴ ἀνάκρισις, κύριοι, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τῆς ἀπολυτρώσεως τῶν αἰχμαλώτων. Κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο ὀλίγιστα ἔγγραφα διημείφθησαν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι οὐδόλως οὐσιώδη. Νομίζομεν λοιπὸν, ὅτι ἠμπορεῖ κάλλιστα νὰ διατμηθῇ ἡ συζήτησις καὶ αὔριον νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις περὶ τῶν δύω σταδίων· ἀκολούθως δὲ, ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νομίσῃ κατάλληλον τὴν ὥραν νὰ καταθέσῃ τὰ ἄλλα ἔγγραφα, τότε νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὸ τρίτον αὐτοῦ στάδιον. Σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀποβλέποντα τὴν δικαστικὴν ἀνάκρισιν καὶ τὴν μετὰ ταῦτα ἐνέργειαν, διότι ὑπάρχουν ζητήματα ἐκκρεμῆ· ἡ Κυβέρνησις ἴσως πιέζεται, ὡς ἐπιέσθημεν καὶ ἡμεῖς, καὶ πιέζεται ἴσως περισσότερον, ἔχει ἀνάγκην νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἡ διπλωματικὴ, καὶ ἐὰν δὲν τελειώσῃ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχει πληρέστατα δίκαιον. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀνακρίσεως καὶ περὶ τῆς μετὰ ταῦτα πορείας οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ προηγούμενα στάδια. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον οἱ κύριοι αὐτοὶ ἐναντιοῦνται εἰς τὸ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ αὔριον ἡ συζήτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ διὰ ποῖον λόγον θέλουν νὰ μᾶς ὑποχρεώσουν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ ἄπειρον. Διὰ τοῦτο, κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ τὴν δευτέραν πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς τάξεως διὰ τὴν αὔριον;
§107ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι· νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁρίστε, κύριε Λομβάρδε.
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡτοιμαζόμην, κύριε πρόεδρε, νὰ συγχαρῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ζαΐμην (τώρα θὰ σᾶς ἐξηγήσω διὰ τὶ εἶπα, ὅτι ἠτοιμαζόμην) καὶ ἐχαιρόμην καὶ ἐγὼ μὲ τὸν ἑαυτόν μου, ἰδὼν, ὅτι μόλις ὁ κύριος Ζαΐμης ἤκουσε προφερομένην τὴν λέξιν κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη, ἀνέλαβε νὰ εἴπῃ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ὅπως ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὡς ὑπουργὸς ἔπραξεν οὕτως ἢ ἄλλως. Συγχαίρω τὸν κύριον Ζαΐμην καὶ χαίρομαι μὲ τὸν ἑαυτόν μου, καθότι πρεσβεύω, ὅτι ἑωσότου ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη πλήρης πραγματικὴ καὶ εἰλικρινὴς δὲν κατορθωθῇ, κυβέρνησιν οἵαν τὴν ἐννοοῦμεν, δυναμένην νὰ ἐνεργήσῃ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ ἡμῶν αὐτῶν δὲν θὰ ἔχωμεν. Εἶπον ὅμως ἡτοιμαζόμην νὰ συγχαρῶ τὸν κύριον Ζαΐμην, ἀλλὰ δὲν τὸν συγχαίρομαι, καθότι ἡ τελευταία ὑποσημείωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, μὲ σταματᾷ. Ἡ ὑποσημείωσις, ὅτι τώρα ἀμέσως ἀπόψε πρέπει νὰ τελειώσωμεν, μὲ ἐνθυμίζει κἄποιας ἄλλας ἐποχὰς, κἄποια ἄλλα συμβάντα παρελθόντα ὄχι τόσον εὐχάριστα.
§110ΖΑΪΜΗΣ. Ἐννοοῦσα δηλαδὴ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἅμα ὁ κύριος Ζαΐμης νομίζει, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπολιτεύθη οὕτως ἢ ἄλλως, δὲν δυνάμεθα βεβαίως ὄχι μόνον νὰ τῷ ἐναντιωθῶμεν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ τὸν ἐνισχύσωμεν. Ἡ ἔννοια τῶν ἀξιοτίμων Πετιμεζᾶ καὶ Μίληση, ἐὰν καλῶς τοὺς ἐνόησα, δὲν ἦτον ἀντίθετος· οἱ κύριοι Πετιμεζᾶς καὶ Μίλησης εἶπον, ὅτι ἔγγραφα δὲν ἔχομεν, ἀνάγκη νὰ τὰ ἴδωμεν, ἀνάγκη νὰ ἀνατυπωθῶσιν ἢ νὰ διανεμηθῶσιν ἐκ νέου τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κύριος Ζαΐμης θὰ βασίσῃ τὴν ἀπολογίαν αὑτοῦ· νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἔνστασις εἶναι λογικὴ λογικωτάτη· ἐγὼ αὐτὸς αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τότε ἐτυπώθησαν, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν τὰ εἶδον· ἦλθον εἰς τὴν Ζάκυνθον ἓν ἢ δύω ἀντίτυπα, ἀλλὰ δὲν τὰ εἶδον, καὶ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν θὰ ἦναι καὶ ἄλλοι βουλευταί. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κύριος Ζαΐμης φέρῃ τὴν πρότασιν, αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ λέγῃ, ζητῶ τὸν λόγον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν τί ἐγένετο, δὲν τῷ ἀντιτείνομεν, ἀλλὰ ἐὰν ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς συζητήσεως φανῇ ἡ ἀνάγκη τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τότε ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ζητήσωμεν· δὲν βλέπω δὲ, κύριε πρόεδρε, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω διὰ τί νὰ θέλωμεν νὰ δείξωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ τυπωθοῦν καὶ νὰ δημοσιευθοῦν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη δημοσιευμένα ἀπ’ αὐτὴν τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ἐδημοσιεύθησαν ἐν Ἀγγλίᾳ 18, 19 σειραὶ τοιούτων ἐγγράφων, τόσα ὅσα δὲν πιστεύω νὰ ἐδημοσίευσεν ἡ κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας ἐπὶ τῶν πολέμων τοῦ πρώτου Ναπολέοντος, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ δημοσιευθέντα ἔγγραφα δὲν ἠμποροῦν νὰ ὠφελήσουν τίποτε, διότι εἶναι γεγραμμένα Ἀγγλιστί. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔγγραφα εἶναι ἀναγκαῖα, ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ζαΐμης ἐπιμένῃ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμέσως, ἐγὼ δὲν ἐναντιοῦμαι· καὶ διὰ τὶ, κ. πρόεδρε; διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπον πρότερον, καὶ διότι ἐμὲ, καὶ νομίζω, καὶ τὴν Βουλὴν ἅπασαν δὲν ἐνδιαφέρει τόσον σήμερον νὰ ἴδῃ τίνες εἶναι ὑπεύθυνοι ὁ κ. Ζαΐμης ἢ ὁ κ. Δεληγιάννης ἢ ἄλλος ἀπὸ ἡμᾶς· ἀλλ’ ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ νὰ ἀκούσῃ ὁ κόσμος πρὸ πάντων, ἐὰν ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς κατηγόρησαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἀληθῆ ἢ ὄχι, ἔχουν ὑπόστασιν ἢ ὄχι.
§112Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ζητοῦμεν, ἀλλὰ νὰ γίνῃ τώρα.
§113Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριε πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν, νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λομβάρδε, ἐλᾶτε εἰς τὸ βῆμα, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔχουν ἀνάγκην νὰ σᾶς βλέπουν.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ἤθελον δὲ παρακαλέσει καὶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ζαΐμην καὶ τὸν κ. Δεληγιάννην καὶ τοὺς ἀξιοτίμους Πετιμεζᾶν καὶ Μίλησην νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ζητοῦν νὰ χωρίσωσιν, εἶναι φύσει ἀχώριστα. Ἅμα ἀνοιχθῇ ἡ συζήτησις ποῦ θέλετε, εἰς ποῖον σημεῖον τοῦ Δήλεσι θέλετε νὰ σταθῆτε; Ἐὰν ἀνοιχθῇ ἡ συζήτησις θὰ προβῇ ἐξ ἀνάγκης εἰς ὅλα. Χαίρομαι, διότι ὁ κύριος Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ λόγον ὅλων τῶν πράξεών του. Ἐξ ὅλης δὲ τῆς ἱστορίας τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι καὶ Πικέρμι ἐνδιαφέρομαι περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον νὰ μάθω, καὶ τοῦτο βεβαίως θὰ μᾶς τὸ εἴπῃ, καὶ τὸ λέγω ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ μὴ μᾶς εἴπουν τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ὅτι δὲν τὸ προείπομεν καὶ δὲν προετοιμάσθησαν, ἐπεθύμουν λέγω νὰ μάθω, πῶς καὶ πόθεν ἦλθεν ἡ συκοφαντία, ὅτι οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος ἔχουσιν ὡς μέσον προαγωγῆς τῆς πολιτικῆς των τὴν λῃστείαν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀκόμη καὶ θὰ τὸ μάθω, διότι ἐλπίζω θὰ μᾶς τὸ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ζαΐμης, πόθεν καὶ πῶς καὶ διὰ τὶ ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις σύσσωμος τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε κἀνεὶς κοινοβουλευτικὸς, καθόσον ἡμεῖς γνωρίζομεν, κανεὶς πολιτικὸς λόγος διὰ νὰ παραιτηθῆτε. Κάμνω αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν, καθότι ὡς ἀντιπολιτευθεὶς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ τὴν ὑποστηρίξω, ἐὰν ἴσως ἴδω, ὅτι οὐχὶ συνταγματικὸς λόγος, ἀλλ’ ἀντισυνταγματικὸς ἔφερε τὴν πτῶσιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης· πολὺ δὲ περισσότερον ἔχουν αὐτὸ τὸ καθῆκον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπεστήριξαν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι φαίνεται ὅτι διαφέρομεν, ἀλλὰ δὲν διαφέρομεν εἰς τὰς γνώμας. Εἰς τοῦτο μόνον διαφέρομεν εἰς τὸ νὰ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀμέσως τώρα· εἰς τοῦτο, πιστεύω, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κύριος Ζαΐμης, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος Δηλιγιάννης. Ὁρίσατε μίαν ἡμέραν τακτικήν· ἀγαπᾶτε τὴν δευτέραν, ἀγαπᾶτε τὴν τετάρτην, εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλὰ τώρα, ἀπόψε νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν γίνεται.
§116ΤΙΝΕΣ. Ὄχι νὰ ἀποφασισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως!
§117ΔΑΓΡΕΣ. Θέλετε νὰ μάθετε τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου Ζαΐμη μόνον ἢ καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἀνόδου τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη καὶ τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ; Διατυπώσατε, διότι ἄλλως θὰ διατυπώσω ἐγώ.
§118ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Δαγρέ, τὴν στιγμὴν ταύτην συζητοῦμεν μετὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη· τοῦτο δὲν ἐμποδίζει κανένα, ἐμὲ πρῶτον, σᾶς δεύτερον νὰ φέρετε καὶ ἐκεῖνα τὰ ζητήματα.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγιάννης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§120Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ βουλευτικὸν δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν εἶναι τοσοῦτον κοινὸν, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι δὲν μένει εἰς κανένα τῶν συναδέλφων ἀμφιβολία περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται χρῆσις αὐτοῦ. Οὐδεὶς ὑπεύθυνος ἔρχεται αὐτόκλητος νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Οἱ ὑπεύθυνοι καλοῦνται νὰ δώσωσι λόγον καὶ καλοῦνται προσδιοριζομένων τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας νομίζουσιν οἱ καλοῦντες ὅτι ἔπραξαν, ἢ τῶν παραβάσεων, τὰς ὁποίας νομίζουν οἱ καλοῦντες ὅτι ἐξετέλεσαν. Ἕκαστος τῶν κκ. βουλευτῶν δύναται νὰ καλέσῃ ἕνα τῶν κκ. ὑπουργῶν εἰς ἐπερώτησιν, ὑποδεικνύων τὴν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς ἔπραξε ἢ τὴν παράβασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν γνώμην του· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ μόνοι των νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ λέγωσι, κύριοι δὲν ἐπράξαμεν καμμίαν ἔλλειψιν, καμμίαν παράλειψιν, ὅταν οὐδεὶς καλῇ αὐτοὺς ἢ αἰτιᾶται αὐτῶν, νομίζω, δὲν εἶναι τοῦτο ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν. Ἰδοὺ διατί ἐν ἀρχῇ δὲν συνέπεσε νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ἐὰν ὁ κ. Ζαΐμης θέλει νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, ἂς ἔλθῃ, τὸν δεχόμεθα εὐχαρίστως, ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δήλεσι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν τώρα· διότι ἔχομεν ἀνάγκην ἐγγράφων! Ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἐγγράφων ἦτο πραγματικὴ, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν φέρει ἀντίῤῥησιν, διότι εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦμεν νὰ διαφωτίσωμεν τὰ μέρη τοῦ δράματος τούτου καὶ νὰ κατασταθῇ προσιτωτάτη εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν πολιτῶν ἡ ἔννοια πασῶν τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῶν ἐγγράφων νομίζω, ὅτι εἶναι φαινομένη· διότι νομίζουσιν ἴσως οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι βουλευταὶ ἐκ Ζακύνθου, ἐκ Καλαβρύτων καὶ ἐξ Ἑρμιόνης ζητοῦντες ἔγγραφα, ἐνῷ ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐγγράφων, νομίζουσι λέγω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, ἐνῷ ἔγγραφα τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουν. Τίνων ἐγγράφων τὴν κατάθεσιν ἐζήτησεν ὁ κ. Μίλησης, ὁ πρῶτος τὴν πρότασιν ὑποβαλὼν; ἐζήτησεν ἵνα ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐν τοῖς ἀρχείοις αὑτοῦ εὑρισκόμενα περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δήλεσι. Τὰ ἔγγραφα τὰ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν εὑρισκόμενα νομίζει, ὅτι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν τῆς ἐξουσίας πρὸς πρόληψιν καὶ καταδίωξιν τῶν κακούργων;
§121ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἂν περὶ τῆς συκοφαντίας τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος διήμειψεν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἔγγραφα μὲ τὴν Ἀγγλικὴν, καὶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐὰν ὑπάρχωσιν, ᾖναι ἀνάγκη νὰ τὰ γνωρίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος.
§122Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν παρεξήγησιν, ἥτις ἐγένετο λόγων προφορικῶν μεταξὺ τοῦ τότε προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου πρεσβευτοῦ τῆς κυβερνήσεως τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἐξετέθησαν τότε ἐν πλάτει διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀνταλλαγεισῶν τότε ἐπιστολῶν· ἐὰν ὑπῆρχεν ἄλλο ἔγγραφον ἐπίσημον, τοῦτο βεβαίως θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προσαχθῇ, καὶ τοῦτο θὰ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ὑπάρχῃ, καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλην τὴν προθυμίαν νὰ φωτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, βεβαίως δύναται νὰ τὸ καταθέσῃ. Ἀλλὰ μολονότι δὲν θεωρεῖται ἔχουσα πλῆρες κῦρος κατάθεσις μὴ ἐπίσημος ἐγγράφου, εἴμεθα ὅμως πρόθυμοι νὰ καταθέσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἐν χερσὶν ἡμῶν ὑπάρχον ἀντίγραφον τοῦ ὑπάρχοντος περὶ τούτου ἐγγράφου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελε κατατεθῆ τὸ πρωτότυπον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλὰ διὰ τὰ δύω στάδια τῆς προλήψεως καὶ καταδιώξεως τοῦ ἐγκλήματος δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα. Ἐπὶ τέλους ὅμως εὐτυχῶς συνέπεσε νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ὁ κύριος Λομβάρδος ὑπέλαβε τελευταῖον, ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε τὸ ζήτημα καὶ νὰ θέσωμεν ἀπόψε τὸ θέμα εἰς ψηφοφορίαν. Ὄχι, ἡμεῖς δὲν ἠννοοῦμεν τοῦτο, ἀλλ’ ἠννοοῦμεν νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ σήμερον ἀπόφασιν ὁριστικὴν περὶ τοῦ τί θὰ γίνῃ· ἐπεθυμοῦμεν δὲ νὰ προβῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν δύω πρώτων σταδίων, καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς ἀπεβίωσεν εἷς τῶν συναδέλφων ἡμῶν, ὅστις κηδεύεται αὔριον, καὶ δὲν θέλει συγκροτηθῆ πιθανῶς αὔριον συνεδρίασις, ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀρχίσῃ τὴν περὶ τούτου συζήτησιν μεθαύριον, τὴν Δευτέραν.
§123ΜΙΛΗΣΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ φράσις «κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη» παρεξηγήθη καὶ ὑπελήφθη, ὅτι ἐζήτησα νὰ θέσω ὑπὸ δίκην τὴν τότε κυβέρνησιν, ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Δεληγιάννης καὶ Ζαΐμης ἔδοσαν ὑπερβάλλουσαν ἔννοιαν εἰς τὴν φράσιν ταύτην. Ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη συμπίπτει ἐν γένει μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Οὔτε ἐζήτησα, οὔτε διενοήθην ποτὲ νὰ ζητήσω νὰ τεθῶσιν ὑπὸ δίκην οἱ τότε ὑπουργοί, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἓν μόνον ζητοῦμεν. Θέλομεν νὰ μάθωμεν, θέλομεν νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τί συνέβη ἐπὶ τοῦ ὀδυνηροῦ ἐκείνου δράματος καὶ τί ἔπραξεν ἡ τότε κυβέρνησις. Ἐὰν δὲ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη καθυστέρησε τῶν καθηκόντων της, ἕπεται κατόπιν καὶ ἡ κατάκρισις ἡ ἐμὴ καὶ τῆς Βουλῆς ἡ ἀπόφασις. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦδε, οὔτε διενοήθην ποτὲ νὰ θεωρήσω τὴν τότε κυβέρνησιν ὡς ὑπόδικον, καὶ μὲ παρεξήγησαν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι μετὰ τόσον μακρὰν συζήτησιν πλησιάζομεν νὰ συννενοηθῶμεν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι δύναται διαχωρίζουσα τὸ ζήτημα, νὰ προβῇ εἰς ἄμεσον συζήτησιν, ἂς τὸ πράξῃ· μολονότι ἐγὼ φρονῶ πάντοτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ τὴν κάμωμεν ὁλόκληρον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἂς ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τὴν προσεχῆ δευτέραν, ἢ ἄλλην τινὰ ἡμέραν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος.
§124ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§125ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιμένω ὅμως εἰς τὴν πρώτην πρότασίν μου, θέλω νὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ τρίτον ἢ τέταρτον στάδιον τοῦ δράματος, τουτέστι τὸ ἀφορῶν τὴν γενομένην ἀνάκρισιν. Τοῦτο εἶναι ἀναντιῤῥήτως τὸ σπουδαιότερον μέρος τῆς ὑποθέσεως μετὰ τὴν συκοφαντίαν κατὰ τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πλέον μαύρην αὑτῆς κηλίδα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον νὰ δηλώσῃ πότε θὰ δυνηθῇ νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς γενομένης ἀνακρίσεως.
§126ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι πολὺ πότε θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὸν ζήτημα. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὰ ἔγγραφα εἶναι ἀναγκαῖα, διότι ἄνευ ἀποδείξεων οὐδεὶς δύναται νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν. Τὸ ζήτημα μοι φαίνεται, ὅτι ἐτέθη καλῶς, ἀλλὰ κατόπιν ἀπεπλανήθη, καὶ ἀπεπλανήθη ἐν τῇ διατυπώσει, καὶ δίκαιον εἶχε καὶ εἰς τὸ ἀληθὲς εὑρίσκετο ὁ κύριος Χατζίσκος· ἐνέσκηψε συμφορὰ εἰς τὸ ἔθνος ἐν τῇ ἀπουσίᾳ ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μάθωμεν πῶς συνέβη, πόθεν προέκυψε, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ προληφθῇ, ποίας συνεπείας εἶχε. Κατ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸ ζήτημα, εἶναι ζήτημα πληροφοριῶν. Δὲν πρόκειται περὶ κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, οὔτε περὶ κατηγορίας, ὡσαύτως δὲν πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν, περὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς μίαν μεγάλην δύναμιν, ἀλλὰ μόνον νὰ πληροφορηθῶμεν περὶ τῆς μεγάλης αὐτῆς συμφορᾶς· ἀλλ’ ἐπωάζουσι παρεμπίπτοντα ζητήματα, ἅπερ προέκυψαν εἰς διαφόρους προτάσεις, ἐπωάζει ἡ διαγωγὴ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἂν ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, ἡ σχέσις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐπωάζει ἡ σχέσις ἡμῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, πρὸς τὴν δύναμιν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ ἠδίκησεν ἡμᾶς, ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ νὰ ἠδικήθη· ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ κρίνωμεν ἀμέσως, θὰ μάθωμεν πρῶτον πῶς συνέβη ἡ πρᾶξις, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν· ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ μάθωμεν χρειαζόμεθα πάντα τὰ ἔγγραφα. Ἀλλά, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον θέλω νὰ ὑποστηρίξω εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν εἰς δύο ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δρᾶμα, διότι τὸ πρῶτον μέρος προσδιορίζει τὸ δεύτερον, τὸ δεύτερον ἀντανακλᾷ εἰς τὸ πρῶτον, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι καθ’ ὑπόθεσιν ἡ Ἀγγλία ἠδίκησεν ἡμᾶς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δεύτερον στάδιον, ἂν δὲν ἐξετάσωμεν τὸ πρῶτον. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνήργησε τὸ καθῆκόν της, ὅπως ἴδωμεν, ἐὰν ἡ Ἀγγλία ἠδίκησε. Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀδυνάτου εἶναι τὸ δίκαιον καὶ οὐδὲν πλέον. Τὰ ζητήματα λοιπὸν ταῦτα εἶναι ἀλληλένδετα, ἡ σχέσις ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν Ζαΐμη πρέπει νὰ ἐξετασθῇ συγχρόνως μὲ τὴν σχέσιν ἡμῶν πρὸς μίαν μεγάλην δύναμιν. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἤδη γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐμεσολάβησεν εἰς τὴν ἀνάκρισιν δι’ ἰδίων αὐτῆς ὑπαλλήλων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἄκρα μόνον τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν βλέπομεν. Ἡ Ἀγγλία παρενέβη εἰς τὰ δικαστήρια χρωμένη τῷ δικαιώματι τοῦ ἰσχυροτέρου, καὶ δὲν γνωρίζομεν τίποτε ἄλλο· δύνανται δὲ νὰ ᾖναι πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ διάθεσιν νὰ τὰ ἐξετάσῃ. Λέγω λοιπόν, ὅτι τὰ στάδια, εἰς τὰ ὁποῖα διῄρεσεν ἡ τότε Κυβέρνησις αὐθεκάστως τὸ δρᾶμα αὐτό, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς, ἡ τοιαύτη διαίρεσις δύναται νὰ συμφέρῃ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν· διότι ὑπέθετεν, ὅτι κατηγορεῖτο, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ πληροφορηθῶμεν καὶ ὄχι νὰ δικάσωμεν, δὲν συμφέρει. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν τὸ ὅλον διὰ μιᾶς συζητήσεως. Τίς εἶπεν εἰς τὸν κύριον Ζαΐμην, ὅτι πρόκειται περὶ κατηγορίας, ἢ περὶ κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης; Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μάθῃ τὰ συμβάντα, καὶ τότε θὰ διατυπώσῃ μίαν πρότασιν, ἢ ὅτι μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ ὅτι ὁ ἰσχυρὸς ἔκαμε κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰσχυροτέρου, ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἢ μή. Ἀντιτάσσομαι λοιπὸν ἰδίως εἰς τὴν διαίρεσιν τῆς συζητήσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθε τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν, καὶ πρέπει νὰ παρακληθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, ὅσα ἔγγραφα δύναται νὰ φέρῃ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν δύο ἰδέαι ἀνεπτύχθησαν, περὶ τῆς ἀναβλητικῆς προτάσεως, ἡ μία εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Δεληγιάννη κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὰ διάφορα στάδια, ὅπως τὰ ἐννοεῖ ὁ κύριος βουλευτής. Ἡ ἑτέρα εἶναι ἀπολύτως νὰ ἀναβληθῇ, ὑποστηριζομένη ὑπὸ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, Μίληση καὶ κυρίου Ῥοντήρη. Τὸ προεδρεῖον νομίζει, ὅτι ἡ τελευταία αὕτη πρότασις εἶναι ἀπωτέρω καὶ ἐμπεριέχει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κύριος Δεληγιάννης. Οἱ παραδεχόμενοι.......
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἐσυμφώνησε... (ψιθυρισμοί);
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐν τούτοις ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ῥοντήρη.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις (θόρυβος)......
§131ΑΘΑΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ τὸ προεδρεῖον διὰ νὰ ἐννοήσωμεν. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἀναβολὴν ἀόριστον, τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ὑπουργεῖον. Ὁ κύριος Ῥοντήρης καὶ ἐγὼ, καὶ ὁ κύριος Μίλησης ὑπεστηρίξαμεν καθαρῶς, ὅτι συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ ἐγγράφων, διότι θὰ ἦτον ἄνευ σκοποῦ. Ὀφείλετε λοιπὸν νὰ θέσετε τὸ ζήτημα οὕτως, «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Πικερμίου, ἄνευ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων νὰ ἐγερθῶσιν (θόρυβος)......
§132Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταὶ, τὸ φρόνημά του τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἐξηγήθη πρὸ ὀλίγου δι’ ἐμοῦ· σᾶς εἶπον, ὅτι ἐὰν ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα ὅσα ὑπάρχουν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὰ ὑποβάλλω, ἐπεφυλαξάμην ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ τινα ζητήματα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς πρεσβείας τῆς Ἀγγλικῆς, καὶ ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ σᾶς τὰ παρουσιάσω, οὔτε δύναμαι νὰ δεχθῶ ὑποχρέωσιν προθεσμίας περὶ τοῦ πότε νὰ σᾶς τὰ παρουσιάσω. Ἂν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ νὰ παρουσιάσωμεν πάντα τὰ ἔγγραφα μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν παρῃτήθη ὁ κύριος Δεληγεώργης δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ζητοῦμεν.
§134Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, παρακαταθέτω αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἐννοεῖται δέ, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ τυπωθῶσι καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν νὰ μεταφρασθῶσι, ἂς λάβῃ δὲ εἰς βάρος του τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὴν τύπωσιν, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μετάφρασιν, τὸ ὑπουργεῖον ἀναδέχεται αὐτὴν, διότι εἶναι καθῆκόν του. Μοὶ φαίνεται ὅτι οὕτω ἐφθάσαμεν εἰς μίαν λύσιν, καὶ ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ, ἀρκεῖ νὰ προσδιορίσητε ποίαν ἡμέραν θέλετε νὰ συζητήσητε μετὰ τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χρειάζεται χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ ἑπομένως τὴν δευτέραν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις.
§136Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι μένει ἀκεραία ἡ πρότασίς μου καὶ μετὰ τὸ συμβεβηκὸς τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πρώτων σταδίων τῆς ὑποθέσεως Πικερμίου· ἡ συζήτησις αὐτῶν ἠμπορεῖ ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς αὔριον, ἐνῷ συγχρόνως ἐκτυποῦνται καὶ τὰ ἔγγραφα.
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν γίνεται αὐτό.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει τὰ διάφορα στάδια. Ἂν ἐγκρίνῃ ἡ βουλὴ, νὰ προσδιορίσῃ τὴν παρασκευὴν μετὰ τὴν διανομὴν τῶν ἐγγράφων.
§139Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις ἂς ἀρχίσῃ τὴν τετάρτην, ἀλλ’ οὐδέποτε συναινοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ἐγγράφων, ὧν ἡ τύπωσις δύναται νὰ διαρκέσῃ τρεῖς μῆνας.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν παρασκευήν!
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι τῶν κυρίων βουλευτῶν ἠγόρευσαν νὰ προσέλθωσιν ἀπόψε εἰς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον νὰ διορθώσωσι τοὺς λόγους των. Ἡ ἐκφορὰ τοῦ λειψάνου τοῦ μακαρίτου Πετσάλη θὰ γείνῃ αὔριον τὴν 10 π. μ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5½ Μ. Μ.)