1870.12.28
726 στίχοι · 5.807 λέξεις · 101 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 28 Δεκεμβρίου 1870.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12 τῆς Μεσημβρίας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. «... Κατόπιν ὑπέβαλε καὶ ὑπεστήριξε βουλευτής τις τὴν ἀναφορὰν τοῦ Ν. Δάσκα, ἐξαιτουμένου τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς του, κατὰ τὸν τελευταῖον περὶ τῶν πρώην Ἰονίων χωροφυλάκων νόμον, παραπεμφθεῖσαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.»
§1ΤΟΠΑΛΗΣ. Αἰτοῦντος ὄχι αὔξησιν τῆς συντάξεώς του, ἀλλὰ σύνταξιν, δηλ. νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν νόμον (διορθοῦνται τὰ πρακτικὰ ὡς ἑξῆς «ἐξαιτουμένου σύνταξιν»). Ἐξακολουθεῖ καὶ τελειόνει ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικά;
§3ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. πρόεδρε, νὰ γίνῃ μία διασάφησις εἰς τὸ μέρος τὸ ἀποβλέπον τὸν χωροφύλακα Δάσκαν· αὐτὸς δὲν διατείνεται σύνταξιν κατὰ τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος παρεβίασε τὸ δικαίωμά του, ἀλλὰ διόρθωσιν.
§4Μ. ΠΑΡΙΣΣΗΣ (Γραμματεύς). Διωρθώθη.
§5ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὄχι κατὰ τὸν νόμον, ἀλλ’ ὁ νόμος παρεβίασε τὸ δικαίωμα αὐτοῦ.
§6Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ φανῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὸ, καὶ θὰ συζητηθῇ ὅταν φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§7ΤΟΠΑΛΗΣ. Αὐτὸς δὲν παρουσιάζεται κατὰ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἰσχυρίζεται, ὅτι παρεβίασεν ὁ νόμος τὸ δικαίωμά του.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἰδοὺ πῶς διωρθώθη. «Κατόπιν ὑπέβαλε καὶ ὑπεστήριξε βουλευτής τις τὴν ἀναφορὰν τοῦ Ν. Δάσκα, ἐξαιτουμένου σύνταξιν κατὰ τὸν τελευταῖον περὶ τῶν Ἰονίων χωροφυλάκων νόμον.» Εἶναι ἄλλη παρατήρησις;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Κύριοι, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, τὸ προεδρεῖον ἐζήτησε καὶ ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα· ἡ παρουσίασις ἐγένετο τὴν παρελθοῦσαν πέμπτην τὴν ἡμίσειαν μ. μ. Ἡ προσφώνησις τοῦ προέδρου εἶναι αὕτη· Μεγαλειότατε! Τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καταρτισθὲν παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Υ. Μεγαλειότητος, ὅπως προσφέρῃ Αὐτῇ τὰ σεβάσματά του. Ὠφελούμενον δὲ τῆς περιστάσεως συγχαίρει τὴν Υ. Μεγαλειότητα ἐπὶ τῇ αἰσίᾳ γεννήσει τῆς Βασιλόπαιδος, καὶ εὔχεται, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ ἅπασαν τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν.» Ἡ ἀντιφώνησις εἶναι ἡ ἑπομένη, Κύριοι! «Εὐχαρίστως ἀποδέχομαι τὰς συγχαριτηρίους εὐχὰς, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος αὐτὴν προεδρείου μοὶ ἀποτείνει. Εὐχαρίστως δὲ καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ὅπως δηλώσω ἣν ἔχω πρὸς αὐτὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἐργαζομένη καὶ πρὸς τὴν εὐημερίαν αὐτῆς σκοποῦσα, θέλει μετὰ ζήλου καὶ εἰλικρινῶς συμπράξει μετὰ τῆς κυβερνήσεώς μου, λαμβάνουσα ὑπὸ ἐμβριθῆ σκέψιν καὶ ψηφίζουσα τὰ ἐπιβληθησόμενα αὐτῇ σπουδαῖα νομοσχέδια, πρὸς θεραπείαν τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Τὸ ἁρμόδιον τμῆμα ἐξεπεραίωσε τὴν ἐργασίαν του καὶ συνέταξε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου. Νομίζω πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· εἶναι περιττόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸ βῆμα.
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἐξ ὀνόματος, κύριοι, τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὴ δυναμένου νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. (Τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§16ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Διαμαντόπουλος ζητεῖ δεκαπενθήμερον ἄδειαν ἀπουσίας.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§20ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐτυπώθη πρὸ πολλοῦ, κ. πρόεδρε, καὶ διενεμήθη εἰς διαφόρους ὁ ἐπιθυμητὸς ἀστυκὸς κώδιξ τῆς Ἑλλάδος. Φρονῶ καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει φέρει τὸν νόμον αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν διαρκούσης τῆς ἐνεστώσης συνόδου. Τὸ ἔργον εἶναι σπουδαῖον.....
§21ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καὶ τὸ περὶ πτωχεύσεως.
§22ΤΟΠΑΛΗΣ. Τὸ ἔργον χρῄζει σπουδῆς μακρᾶς καὶ ἐμβριθοῦς. Καθυποβάλλω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διανεμηθοῦν ἀντίτυπα εἰς τὴν Βουλήν.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΤΟΠΑΛΗΣ. Νὰ διανεμηθῇ πρὸς τούτοις καὶ τὸ βούλευμα τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν διὰ τὸ κακούργημα τοῦ Ὠρωποῦ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ληφθῆ σημείωσις δι’ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ. Παρατηρῶ ὡς πρὸς τὸ βούλευμα, ὅτι τὸ προεδρεῖον ἐφρόντισε καὶ παρεκάλεσε τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅστις, νομίζω, νὰ ἔστειλε σήμερον ἀντίτυπα, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς βουλευτάς.
§26ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§28ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§29ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ πρῶτον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται, κύριοι.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 23,418 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως 1870. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχ. εἴκοσι τριῶν χιλιάδων τετρακοσίων δέκα ὀκτὼ, ἀριθ. 23,418, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρον 5 «Γαιάνθρακες». Ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Δεκεμβρίου 1870.
Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργὸς
Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ.
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικ. ὑπουργὸς
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Ὁρίστε, κ. Νικόδημε. Ὁ κ. Νικόδημος ἀναβαίνει εἰς τὸ βῆμα.
§31ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, κ. πρόεδρε, παρεπέμφθησαν εἰς τὰς ἐπιτροπάς;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§33ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀλλὰ νομίζω δὲν κατηρτίσθησαν ἀκόμη.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σκοπεύομεν ἀμέσως νὰ τὰς καλέσωμεν νὰ προχωρήσωσι τὸ ταχύτερον εἰς τὰς ἐργασίας των.
§35ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡ ὥρα· πότε; αὔριον κατὰ τὰς δέκα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε μετὰ τὴν συνεδρίασιν σήμερον ἢ αὔριον;
§37ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς ᾖναι μετὰ τὴν συνεδρίασιν.
§38ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε,......
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πιασμένον τὸ βῆμα.
§40ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μίαν λέξιν μόνον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§42ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν θεωρῶ ὡς ἀναγκαῖον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ εἰς τοῦτο, στατιστικὴν ἐμφαίνουσαν, εἰ δυνατὸν, κατὰ δήμους ἢ κατ’ ἐπαρχίαν τὴν ἔκτασιν, διότι ὅπως παρετήρησα, μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάκρισις..... Ἐπὶ τῆς συζητήσεως ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ κάμῃ λόγον, ἀλλ’ ἂν ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε.
§43ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε· ὅλαι αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ὑπάρχουν καταχωρημέναι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1865. Παρακαλῶ λοιπὸν ἡ ἔκθεσις αὐτή, ὅπως λέγω καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν μου, νὰ τυπωθῇ, διότι εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὄχι μόνον τοιαῦται πληροφορίαι περιέχονται, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου.
§44ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν δὲν τὴν ἔχομεν λοιπὸν νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46Κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριοι, ἐξετάσας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ναυτικοῦ εὗρον ἐπὶ τοῦ προκειμένου κεφαλαίου 200 χιλιάδας δραχ., ἐξετάσας καὶ τὸ φύλλον τῆς λεπτομερείας....
§47ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐθεωρήθη κατεπεῖγον. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§49ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι πίστωσις ἀναπληρωτική.
§50ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Νὰ παραπεμφθῇ μάλιστα.
§51ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κᾀμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§53ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κατὰ πᾶσαν ἀνάγνωσιν δύναται νὰ γείνῃ παραπομπή.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἐξαντλήσωμεν τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ τὸ παραπέμπομεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§55ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις.
§56ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἐνεκρίθη ἡ πληρωμὴ ἂς ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του τὸ νομοσχέδιον.
§57ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἂς ἐξακολουθήσῃ ὁ λαλῶν καὶ ὕστερον γίνονται παρατηρήσεις.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται μία παρατήρησις περὶ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν· εἶναι παρεμπῖπτον τὸ ζήτημα. Κάμνετε πρότασιν, κ. Λεονταράκη;
§59ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ πρέπει νὰ ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα.
§61ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μάλιστα εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§62ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἐφαρμογὴ τοῦ κανονισμοῦ, κύριε πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς χρεωστεῖτε νὰ κάμητε καὶ πρέπει νὰ τὸ παραπέμψητε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸ συζητήσωμεν σήμερον. Κάμνετε πρότασιν ἀναβολῆς· ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι δέκα.
§64ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἦτο κατεπεῖγον, ἀλλὰ ἂς παραπεμφθῇ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὸ παραπέμψῃ καὶ ὄχι ἐγώ.
§66ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§67ΤΙΝΕΣ. Ἂς τελειώσῃ ὁ λαλῶν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις ἀναβολῆς καὶ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὴν ὑποστηρίζει κανείς;
§69ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ (ἐγειρόμενος). Μάλιστα. (Ἐγείρεται καὶ εἷς ἄλλος μόνον).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται ἡ ἀναβολὴ καὶ ἀποῤῥίπτεται. Ἐμπρός.
§71ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Ἐξετάσας, λέγω, καὶ τὸ φύλλον τῆς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὗρον ὅτι ἔχει 4,000 τόνους καὶ 160,000 δραχμὰς πίστωσιν δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων· αἱ 32,000 δραχμαὶ εἶναι εἰς ἄλλα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν γαιανθράκων, ἀλλά, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ναυτικῶν κατέδειξα τὸ ἀνεξέλεγκτον τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν γαιανθράκων, καὶ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὴν ἐρχομένην Σύνοδον νὰ φέρουν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ποῦ δαπανῶνται τὰ χρήματα. Ὁ ὑπουργὸς ὁ ἀγοράσας τοὺς γαιάνθρακας δὲν ἐφρόντισε καθόλου νὰ ἴδῃ τί θὰ εἰπῇ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ἐπροχώρησε καὶ ἔκαμε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀγοράσῃ τοὺς γαιάνθρακας χωρὶς συλλογισθῇ τὴν Βουλὴν καθόλου. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν ἀγοράν. Βλέπω ὅτι ἡ ἀγορὰ αὐτὴ δὲν ἔχει κἀμμίαν δικαιολόγησιν νόμιμον· ἀλλὰ βλέπω πρὸ τούτοις τὸ ἑξῆς. «Ἐξετάσαντες λέγει ὁ κύριος ὑπουργός, ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ πρὸς τοῦτο ἀναγκαία πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ λήγοντος ἔτους, ἐπληροφορήθημεν ὅτι αὕτη ἐξηντλήθη ἤδη, ἀλλ’ ὅτι ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς ἀπεφάσισε τὴν ἀγορὰν ἕνεκα τῆς εὐθηνίας καὶ τῆς τῶν γαιανθράκων καλῆς ποιότητος.» Αὐτὴ ἡ δικαιολόγησις, κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ἀδικαιολόγητος, διότι ἐχρεωστοῦσεν ὁ ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τῶν ἀγορῶν τῶν γαιανθράκων καὶ πιστεύω ὅτι τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὁ πρωθυπουργός, ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔκαμαν μεγάλας παρατηρήσεις· νὰ τῷ εἴπωσι, ά) ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ λάβωμεν αὐτοὺς τοὺς γαιάνθρακας; ποία ἦτο ἡ πίστωσις αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου; νὰ μείνῃ ἡ ἀγορὰ τῶν γαιανθράκων. Ἔπειτα εἰς ἓν ἔτος νὰ ἐξοδευθοῦν 2,000 τόνοι! ἡ χρῆσις τοῦ 1870 δὲν παρετάθη ἐπὶ 10 μῆνας, ὁ ἐχθρὸς δὲν εἶναι εἰς τὰ πρόθυρα, δὲν κινδυνεύει τὸ κράτος, δὲν ἔχομεν κἀμμίαν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ νὰ καταδείξῃ τὴν ἀνάγκην, ἔκαμε τὴν ἀγορὰν καὶ παρὰ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου, καὶ παρεβίασε καὶ τοὺς νομίμους τύπους, καὶ ὑπερέβη καὶ τὴν πίστωσιν τοῦ 1870. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὀλίγον φροντίζουν περὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ὀλίγον σκέπτονται ἂν ἔχουν νὰ δώσουν λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν πρέπει νὰ συναισθανθῇ τὴν ἀξίαν της καὶ νὰ δώσῃ μάθημα εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργούς, νὰ μὴ περιφρονῆται ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἀποφάσεις της. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ὑπουργούς· σᾶς δίδομεν, κύριοι ὑπουργοί, τὸν προϋπολογισμόν· δαπανᾶτέ τον νομίμως, ἀλλὰ θέλετε καὶ χρεωστεῖτε νὰ φέρετε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν συγχρόνως, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ὁποίαν χρῆσιν κάμνετε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν παρεβίασε τὸν νόμον εἷς ὑπουργός, ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξελέγξῃ, καὶ θὰ καταλογίσῃ τὸ βάρος ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ τὸν τιμωρήσῃ κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ πράξῃ οὕτω. Διότι, κύριοι, ὁ δρόμος ὁποῦ βαδίζομεν, ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ διατηρηθῶμεν ἐὰν δὲν ἐμβῇ ἕνας φραγμὸς εἰς αὐτὴν τὴν κακὴν διαχείρισιν τοῦ Δημοσίου. Ὅταν φθάσῃ εἴτε ἔθνος, εἴτε κοινωνία, εἴτε οἰκογενειάρχης, εἴτε ἄρχων εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, σκέπτεται πῶς νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματά του, πῶς νὰ βαδίσῃ εἰς τὸ μέλλον· καὶ διὰ νὰ βαδίσῃ εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ σκεφθῇ τὸ παρελθόν· καὶ τὸ παρελθὸν ἀφ’ οὗ τὸ σκεφθῇ, θὰ τῷ δώσῃ πορείαν καλλιτέραν διὰ τὸ μέλλον. Δὲν εἶμαι, κύριοι, κάτοχος γνώσεων περισσοτέρων, νὰ εἴπω περισσότερον ἀκόμη· ἀλλ’ ὡς μέλος τῆς κοινωνίας, ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς βουλευτὴς σκέπτομαι τοῦτο. Κατὰ τὸ 1854 ἢ 1865 ἔγεινεν ἕνας προϋπολογισμός, ὡς γνωρίζετε, 23 ἢ 24 ἑκατομμυρίων τῶν ἐσόδων μὲ ἔξοδα περισσότερα· ἀπὸ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἕως τὸ 1870 τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέβησαν εἰς 34 ἑκατομμύρια καὶ 100 τόσαις χιλιάδες, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 34 ἑκατομμύρια καὶ τόσα. Τὰ μὲν ἔσοδα δὲν συνάζονται ποτέ· τὸ ἠξεύρετε ὅλοι, ὅτι πάντοτε ὀλιγώτερα συνάζονται· τὰ δὲ ἔξοδα τὰ προϋπολογισμένα ὑπερβαίνουν. Ἔκτοτε, κύριοι, ἐδαπανήθησαν καὶ τὰ προϋπολογισμένα, καὶ δάνεια καὶ φόροι καὶ τόσα· καὶ ἂν ἀριθμήσητε αὐτὴν τὴν δαπάνην, θὰ περάσῃ τὰ 200 ἑκατομμύρια. Ἀπολογισμὸς κανεὶς δὲν ἐδόθη, νὰ ἴδῃ τὸ ἔθνος ποῦ ἐδαπανήθησαν, ποῦ εὑρισκόμεθα· ἀλλά, κύριοι, ἐδαπανήθησαν εἰς παραγωγικὰ ἔργα; ὄχι· ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν κτλ; ὄχι· ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν γεωργίαν, τὴν ναυτιλίαν; ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ; δὲν γνωρίζω· ἐδαπανήθησαν εἰς τὸν σχηματισμὸν στόλου; ὄχι· ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν ναυστάθμων; οὔτε· ἀλλὰ ποῦ ἐδαπανήθησαν ὅλα αὐτά; ἡ Βουλὴ δὲν ἠξεύρει, ποῦ· ἐφθάσαμεν εἰς μίαν θέσιν μὴ περαιτέρω. Ἂν δὲν τεθῇ φραγμός, κύριοι, εἰς τὴν ὁδὸν ὁποῦ τρέχομεν, εἴμεθα δυστυχῶς εἰς ἀπώλειαν. Ὁ φραγμὸς λοιπόν, ὅπου πρέπει νὰ τεθῇ, εἶναι ἐκεῖνο ὅπου εἶπα, ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ἔρχεται συγχρόνως μὲ τὸν ἀπολογισμόν, καὶ νὰ μὴ ἐπιψηφίζεται προϋπολογισμὸς ἂν δὲν ἔλθῃ ἀπολογισμός. Ἐν τούτοις, κύριοι, ὁ πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ χρεωκοπία ἔχει καὶ τὰ ὅριά της· ἀλλ’ ἐδῶ ὅπου ἐφθάσαμεν, ὅρια δὲν ἔχομεν, διότι ὅλα ὅσα εἶπεν ἡ κυβέρνησις, τὰ τελωνεῖα καὶ ἄλλα, τὰ ὑποθήκευσε διὰ δάνεια. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄλλος τρόπος· ὁ φραγμὸς πρέπει νὰ τεθῇ. Καὶ διὰ νὰ τεθῇ ὁ φραγμός, πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν, κύριοι, αὐτὴν τὴν περικοπήν, ὅπου λέγει ὁ πρωθυπουργός· ἐδῶ· κ’ ἄλλα διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπὸν αὐτόν, πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν πολὺν κόσμον εἰς θυσίας σκληρὰς καὶ μεγάλας· πιστεύω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ὑποστήριξίς σας δὲν θὰ μᾶς λείψῃ, διότι ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας καὶ ἐξακολουθήσωμεν διὰ φόρων καὶ διὰ δανείων νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν, τὸ ἀποτέλεσμα βράδιον ἢ θᾶττον θέλει εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν». Ἡ παροῦσα λοιπὸν Βουλὴ ἔχει αὐτὸ τὸ καθῆκον νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ μαζῆ μὲ τὴν κυβέρνησιν αὐτὸν τὸν φραγμόν, καὶ ἂν ἀλλάξῃ αὐτὴν τὴν πορείαν ὅπου τρέχομεν, θὰ εὐεργετήσῃ μεγάλως τὸ ἔθνος, καὶ θὰ χαράξῃ μίαν ἄλλην ὁδόν· νὰ πορευθῶμεν εἰς τὸ βέλτιον, καὶ μετ’ ὀλίγον χρόνον ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν μίαν τάξιν καλλιτέραν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον νὰ δώσωμεν συνδρομὴν εἰς τὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι φέρουν πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ συνδράμῃ. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, μὲ ὅλην τὴν ἀδυναμίαν τῆς φωνῆς μου καὶ τῆς ἀπειρίας μου, λέγω τοῦτο· ὅτι ἕκαστος νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του, καὶ ἡ κυβέρνησις ἡ μέλλουσα ἂς μαζόνῃ τὸ καλόν, καὶ ὅπου δὲν τὸ βλέπει, νὰ τὰ ἀφίνῃ. Λέγω λοιπὸν καὶ βάζω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἕνας μισθοδοτικὸς πίναξ, καὶ αὐτὸν τὸν μισθοδοτικὸν πίνακα πρέπει νὰ τὸν τακτοποιήσωμεν. Καὶ λέγω πρὸ πάντων, ὅτι ὁ διοικητικὸς ὀργανισμὸς τοῦ κράτους ἐτέθη κατὰ τὸ 1854 κατὰ τὸν πληθυσμὸν ὅπου ὑπῆρχε τότε, καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἐνομοθετήθησαν ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καταλλήλως. Προϊόντος τοῦ χρόνου, αὐξανομένου τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἀναπτυχθείσης τῆς ὑπηρεσίας, ἔλαβον χώραν καὶ πολλαὶ μεταβολαὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, καὶ ἐφθάσαμεν σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ζητεῖ μόνη της ἡ ὑπηρεσία τὴν ἀναμόρφωσιν, τὴν ἀναδιοργάνωσιν. Μεταξὺ τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος μεταβολαὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἐπέφεραν καὶ τὴν μεταβολὴν τοῦ προσωπικοῦ· π. χ. καὶ ὁ διοικητικὸς κλάδος ἔχει νομάρχας, ἐπάρχους κτλ. καὶ τὰ δικαστήρια, καὶ ὅλα αὐτά. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι ἀνάγκη νὰ σταθμίσῃ ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα, καὶ νὰ φέρῃ τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα ἐδῶ δι’ ὅλα ὅσα εἶναι ἀνάγκη· ὡς ἀρχαὶ, συνάμα καὶ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν διὰ νὰ ἐκλείψουν οἱ ὑπεράριθμοι εἰς ἕκαστον ὑπουργεῖον, διότι ὡς παρατηρεῖται εἰς τὰς ἐφημερίδας, κάθε ὑπουργεῖον ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν παύει τοὺς ὑπεραρίθμους τοῦ προκατόχου του καὶ διορίζει ἐδικούς του· καὶ ἀφ’ οὗ νομοθετηθῇ μία τοιαύτη τάξις, ἕνας τοιοῦτος ὀργανισμὸς, φρονῶ ὅτι θὰ ἀλλάξωμεν τὴν ὁδὸν καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ καλλίτερον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Λέκας.
§73ΛΕΚΚΑΣ. Ἀναδεχόμενος τὸν καλὸν γέροντα συνάδελφον Ναύαρχον Νικόδημον, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἅπασαι αἱ παρατηρήσεις του προέρχονται ἀπὸ τὴν καρδίαν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τοῦ 21, οἵτινες μὲ τὴν γραμματικὴν τῶν πηδαλιούχων πυρπολιστῶν, οἵτινες θαλασσόβρεκτοι καὶ πυρίκαυστοι ὡμίλουν καθὼς ὡμίλησε σήμερον, ὁ ῥηθεὶς γέρων Ναύαρχος. Θὰ τὸν παρακαλέσω ὅμως θερμῶς νὰ παραδεχθῇ, ὅτι αἱ εἰλικρινέσταται, αἱ βάσιμοι, αἱ πραγματικαὶ παρατηρήσεις του, ἀλλοῦ ἔχουν τὴν θέσιν των, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τίποτε εἰλικρινέστερον, ὡραιότερον ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τοῦ Κ. Ναυάρχου. Ἅπαντες, κύριοι, μέχρι τοῦδε οἱ ἄρχοντες ἐξαιρέσει οὐδενὸς, ὡς πρῶτον μέλημα εἶχον ποτὲ νὰ μὴ παρουσιάσουν ἀπολογισμὸν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἰς οἱανδήποτε κοινωνίαν ἢ ἑταιρίαν, ἢ οἰκογένειαν δὲν ὑπάρχει ἀπολογισμὸς τῆς δαπάνης, πολὺ καλῶς ἠξεύρει ὁ πεφωτισμένος νοῦς σας καὶ ὁ γνωστὸς πατριωτισμός σας, ὁποῖον ἔσεται αὐτῆς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον κρίσιν, δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἂς λάβῃ τὴν ὑπομονὴν ὁ σεβαστὸς γέρων, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς, θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι οἵτινες θὰ ἀπαιτήσουν καὶ θὰ ἀποδείξουν, ὅτι κατὰ τὴν φρόνησιν αὐτῶν, ἔστω ἴσως καὶ ἰδιότροπον, ἡ ἐρυθρὰ μελάνη ἀμφοτέρων τῶν κλάδων, καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν, πολὺ ἰδιοτρόπως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλως πως, ἐργάζεται. Ἀλλὰ σήμερον περὶ ἄλλου, νομίζω, πρόκειται· πρόκειται περὶ τῆς δευτέρας συζητήσεως νομοσχεδίου ὑποβληθέντος ἀπὸ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν ναυτικῶν, περὶ τῆς ἀγορᾶς ἢ τῆς προμηθείας γαιανθράκων παρὰ τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ἐννόησα, μὰ τὸν θεὸν, πῶς ὑπεισῆλθον αἱ δευτερεύουσαι συζητήσεις καὶ αἱ προτάσεις. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς, κύριοι, ὅτι ἤμην ὁ πρῶτος, ὅστις ὑπεστήριξα τὴν πρότασιν ταύτην· διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὄχι μόνον μία κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦν ἄτομον ἐρχόμενον εἰς συναλλαγὴν μετὰ δευτέρου ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν συναλλαγήν. Ὅταν σᾶς παρεκάλεσα νὰ παραδεχθῆτε, εἰ δυνατὸν, ἀσυζητητὶ τὸ νομοσχέδιον, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅταν ἓν ἄτομον δὲν εἰμπορῇ ν’ ἀθετήσῃ τὸν λόγον του, μία κυβέρνησις ἑνὸς ἔθνους, βεβαίως ἀκόμη ὀλιγώτερον πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο. Πρὸς ποῖον λόγον ἀναβολὰς καὶ τὰ παρόμοια; Ἐὰν ὑπῆρχε πίστωσις ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε νὰ ζητηθῇ νέα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι δὲν χρήζει τὰς πολυτίμους στιγμάς σας μία τόσον τὸν κόπον νὰ δαπανᾷ ἄσημος ὑπόθεσις, καὶ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀρχὴν τῶν σκανδάλων, καὶ διότι εἴπομεν ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ῥίψωμεν εἰς τὸν βωμὸν τοῦτον τὸ πάθος μας, φρονῶ ὅτι ἐπικυρουμένου τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔληγε μία μικρὰ ἀταξία. Ἔχομεν εἰς τὰς πολλὰς πιστώσεις τοῦ 1,700,000 τῶν δαπανῶν παρὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς δύω παρελθούσας κυβερνήσεις, καιρὸν, καὶ ἐκεῖ δύναται ἕνας ἕκαστος νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην του, νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἰδέας του, ἢ δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ εἴπω καθαρώτερα, νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς συμπαθείας του καὶ ἀντιπαθείας του. Τόσον ταχέως ν’ ἀρχίσωμεν τοὺς πολέμους! φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον· ὑλικὸν ἠγοράσθη μικρᾶς ἀξίας· εἴπομεν νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις· εὐτυχῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ πληρώσῃ τὸν ἔμπορον νὰ μὴ ἐπιφέρῃ ζημίας καὶ σταλίας καὶ τὰ τοιαῦτα. Δὲν ἐννοῶ τὴν περαιτέρω συζήτησιν· ἂς λάβῃ τέλος αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις καὶ μεθαύριον μετὰ τὰς ἑορτὰς εὑρίσκομεν τὸν λογαριασμὸν τῶν πεπραγμένων παρά τε τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ζαΐμη καὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Δεληγεώργη καὶ ἐκεῖ τελειώνομεν τὰς ὑποθέσεις μας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§75ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§76ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε, πρόεδρε! Νομίζω ὅτι ὁ συνάδελφός μου εἰς τὸ συμπέρασμά του δὲν ἦτο σύμφωνος, διότι εἶπε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς παραβάσεως, ἤδη καταλήγει λέγων, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς πιστώσεως μετὰ τῶν ἄλλων πιστώσεων. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω διατὶ χωρίζει τὰς ἄλλας πιστώσεις· ὑπέρβασις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐκεῖναι, ὑπέρβασις εἶναι καὶ αὗται· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰς μετρήσωμεν μὲ διάφορα μέτρα· μὲ ἓν μέτρον πρέπει νὰ μετρηθῇ ἡ ὑπηρεσία. Ἡ ἐξουσία ἔχει τὰ πάντα· ἔχει τὴν εἴσπραξιν, ἔχει τοὺς βαθμούς, τὰ πάντα. Κατὰ τὸ Σύνταγμά μας, Κύριοι, ἡ πολιτεία συνίσταται ἐκ δύο δυνάμεων, τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Ὁ Βασιλεὺς καλεῖ τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργούς, λαμβάνουσιν τὰ ἔργα των καὶ ἔχουν τόσα μέσα· ἡ δὲ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ἰσόνομος ἐξουσία, ἓν μόνον δικαίωμα ἔχει, τὸ νὰ διορίζῃ κατ’ ἔτος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνουν τὸ κράτος. Ὅταν, κύριοι, καὶ τοῦτο δὲν ὑπάρχῃ, τί εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ τί χρησιμεύει; ἐπέστη τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν εἶναι παρὰ συνάθροισις, περὶ παύσεων καὶ διορισμῶν δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα· μάλιστα καὶ κατηγορεῖται καὶ ἀδίκως κατηγορεῖται, διότι ὁ λαμβάνων τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνήσεως παύει ὅπως θέλει καὶ διορίζει ὅπως θέλει. Λοιπὸν δὲν ἔχει τὰ μέσα ἡ Βουλή. Ἐὰν ἴσως ἕνας συσταίνῃ καὶ ἀκούηται, εἶναι ἰδιαίτερον, εἶναι τῆς φιλίας, τὴν ὁποίαν ἔχει μὲ τὸν ὑπουργόν, ἢ ὡς κόμμα, ἢ ὁπωσδήποτε· ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς τὴν ἁρμοδιότητά του. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα, καὶ τὸ ἰσχυρότερον εἶναι τοῦτο, τὸ νὰ διορίζῃ τὰ ἔξοδα καὶ νὰ ἐπιψηφίζῃ τοὺς φόρους. Ὅταν καὶ τοῦτο δὲν τηρῆται, δὲν βλέπω, τί ἔχει. Ὅταν καὶ τοῦτο σφετερίζηται, ὅπως καλῶς εἶπεν ὁ συνάδελφός μου ἐδῶ, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀντὶ συνταγματικῆς καθίσταται ἀπόλυτος ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ της, κατὰ δὲ τὸ ὄνομα συνταγματική. Λέγω λοιπὸν διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ παροῦσα πίστωσις δὲν ἔχει διάφορόν τι ἀπὸ τὰς ἄλλας· διότι ὑπέρβασις εἶναι καὶ ἐκεῖνο καὶ τοῦτο. Ἐδώσαμεν χθὲς τὴν γνώμην μας πρὸς παραδοχήν, ἵνα ὁ τρίτος δικαιωθῇ· διότι κατὰ δυστυχίαν βλέπετε τὸ ἄτοπον τὸ ἓν φέρει ἄλλο. Ἡ παράβασις αὕτη ἔφερε καὶ τὴν ἀνάγκην, νὰ ὑποστῶμεν δαπάνην ὑπερημερίας εἰς τὸν ξένον. Ὁ ξένος λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐξοφληθῇ καὶ ἐξωφλήθη· ἡ δὲ παροῦσα πίστωσις πρέπει νὰ θεωρηθῇ συνάμα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων πιστώσεων. Ἀπαντῶ λοιπόν, ἐπειδὴ ὡς εἶπεν ὁ κ. ναύαρχος, ὅτι τὸ σύντομον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὴν τὴν πίστωσιν, δὲν φέρει καμμίαν χρονολογίαν· λέγω, ὅτι ἠγοράσθησαν παρὰ τοῦ προκατόχου καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνθρακες ἀξίας 22,300 τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὸν ξένον, ὅστις τοὺς ἐπώλησεν· ἠγοράσθησαν δέ, διότι ἐθεωρήθησαν ὡς εὔθηνοι καὶ ὡς καλῆς ποιότητος. Λέγω λοιπόν, ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μᾶς διασαφίσῃ· αὐτὴ ἡ καλὴ ἰδιότης πῶς ἀπεδείχθη; διότι οἱ ἄνθρακες δὲν εἶναι ὅλοι μιᾶς ποιότητος. Εἶναι γνωστόν, ὅτε ἓν ἀνθρακωρυχεῖον εἶναι καλὸν, τὸ Νιουκάστελ· τὰ ἄλλα εἶναι κατωτέρας ἀξίας. Ἐὰν εἶναι ἐκείνου τοῦ ἀνθρακωρυχείου, ἠμποροῦμεν νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι εἶναι καλόν· ἐὰν ᾖναι τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὴν ἡμίσειαν ἀξίαν, τότε δὲν εἶναι. Καὶ δεύτερον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουν 4000 τόνοι. Λοιπὸν ἐδαπανήθησαν αὐτοί, ἢ μένουν εἰς τὰς ἀποθήκας; ἔχομεν ἀποθήκας εἰς τὸν Πόρον. Νὰ μᾶς φέρουν αὔριον πληροφορίας, ἐὰν αἱ 4000 τόνοι ὑπάρχουν ἢ ὄχι, καὶ ἐκ ποίου ἀνθρακωρυχείου προῆλθον, διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ποιότητος, καὶ ἐὰν καμμία ἐπιτροπὴ τοὺς ἐξέτασε· διότι ὑπάρχουν ἀνθρακωρυχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν, ἀλλὰ ἐξορύττουν μόνον διὰ νὰ εὕρουν καλλιτέρους.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι παρὼν καὶ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ πληροφορίας.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει πρωτόκολλον.
§79ΛΕΚΚΑΣ. Κ. πρόεδρε, ἀτομικὸν τὸ ζήτημα καὶ δικαιοῦμαι τοῦ λόγου. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφός μου, νομίζω, ὅτι δὲν μὲ ἐννόησε. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν ἐξηγήθην, κάλλιστα, εἶμαι καὶ ἔσομαι πάντοτε ἐναντίον τῶν καταχρήσεων· ἐπροχώρησα, ἂν θέλετε, ἐκεῖ, ὅπου ὁ συνάδελφός μου δὲν ἤθελε νὰ προχωρήσῃ· εἶπον, ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀπολογισμόν. Θὰ ἰδῆτε ἀκόμη, κύριοι, τὸ τί συμβαίνει εἰς ἰδιαίτερα κονδύλια, ὅταν ὁ κ. πρόεδρός μας κατὰ τὸ παρελθὸν συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχεν ἐπερωτήσει περὶ μιᾶς δαπάνης ἐπὶ ἀντικειμένου τῆς νοσηλείας, ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶχον ἀναδεχθῆ ἐν μέρει τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξήγησα τί ἐστὶ τὸ τοιοῦτον. Ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τότε θὰ ζητήσω ῥητῶς, ἡ πίστωσις αὕτη, ἥτις δίδεται καὶ ἀφαιρεῖται κατόπιν ἀπὸ τοὺς στρατιώτας, τί γίνεται ἐπὶ τόσα ἔτη; Βλέπετε λοιπὸν, πόσον δικαίωμα ἔχω παραπόνων κατὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς ἀσυνεπῆ. Ἔσομαι πάντοτε ὁ αὐτὸς καὶ συνεπέστατος, ὅπου θὰ ὑπάρξῃ ἡ κατάχρησις ἢ ἡ ἀταξία· ἀλλ’ ὅταν σεῖς παρεδέχθητε ὅλοι προχθὲς εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν τὸ παρεπέμψατε, δὲν τοῦ ἐδώκατε τὴν τύχην τῶν ἄλλων πιστώσεων, σήμερον πρὸς τί αὐτὰ τὰ προσκόμματα; δὲν τὸ ἐννοῶ. Ὑπάρχει κἄποια ἄλλη βάσις, ἄλλο πνεῦμα, ἢ φαινόμενον εἰς τὴν γενικὴν πολιτικήν σας; Καθαρῶς νὰ ἐξηγηθῶμεν. Ἐγένετο εἰσήγησις, ὁ κ. ὑπουργὸς βεβαίως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐπλήρωσε τὸν ἔμπορον. Κύριοι, μεθαύριον, ὅταν θὰ ἔχητε τὰ πολλὰ, τότε θὰ ἴδω τοὺς ἀνδρικοὺς χαρακτῆρας, τότε θὰ συζητήσω ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, πόθεν προῆλθον αἱ ἀταξίαι. Βεβαίως, αἱ 23,000 δραχμαὶ δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ καλύψουν τὰς ἀταξίας, ἀλλ’ αἱ 1,740,000, αἱ δαπανηθεῖσαι ἐναντίον τοῦ προυπολογισμοῦ, ἐγὼ τίποτε ἄλλο δὲν ἤθελον νὰ εἴπω σήμερον, παρὰ, ὅτι δὲν ἐννόουν τὸν πολὺν θόρυβον καὶ πάταγον, διότι ἠγοράσθησαν ἄνθρακες. Ἔστω αὐτὸς ὁ εὐλογημένος ὁ ὑπουργὸς Δρόσος ἔσφαλε, δὲν ἐζημίωσεν ὅμως τὴν Ἑλλάδα ἑκατομμύρια. 23, χιλ. δραχ. ἐδαπανήθησαν καὶ ἄνθρακες ἠγοράσθησαν, πρὸς τί λοιπὸν ὁ τόσος θόρυβος; φρονῶ, ὅτι τόσον μικρὰ ὑπόθεσις δὲν ἤξιζε τὸ κόπον τοιαύτης συζητήσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης.
§81ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κ. πρόεδρε, εἶναι προσωπικόν. Λυποῦμαι, διότι ἡ ὁμιλία μου παρεξηγήθη ἀπὸ τὸν συνάδελφον, ἐγὼ δὲν ὡμίλησα διὰ νὰ προσβάλω τοὺς λόγους, τὰς σκέψεις του, τὰς ὁποίας ἀπεναντίας ἐννοῶ καὶ ἀγαπῶ. Ἀλλὰ πάλιν, λέγω ὅτι εἴτε μεγάλη εἶναι ἡ πίστωσις, εἴτε μικρὰ, πρέπει νὰ συζητηθῶσι μὲ τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα, θέλετε ἐπιείκειαν, θέλετε ἠπιότητα, θέλετε, ὅπως θέλετε· πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐπίσης καὶ νὰ μετρηθῶσι μὲ τὸν ἴδιον πῆχυν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν παράπονα. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ παροῦσα πίστωσις πραγματικῶς πρέπει ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ μαζῆ μὲ τὰς ἄλλας πιστώσεις, διότι καὶ τὰ δύο εἶναι ὑπέρβασις, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ παροῦσα πίστωσις πραγματικῶς πρέπει νὰ ἀναβληθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ μὲ τὰς ἄλλας πιστώσεις.
§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐῤῥέθησαν πολλὰ καὶ ποικίλα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἐξετάσθη μόνον ὑπὸ τὴν θέσιν τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ. Τὰ αὐτὰ ζητήματα παρουσιάσθησαν καὶ ἄλλοτε εἰς ἄλλας περιστάσεις. Δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὸν λόγον τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, οὔτε μὲ τὸν ἀντίθετον, οὔτε μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλει πᾶσα κυβέρνησις νὰ τηρῇ τὰς ὑποσχέσεις της ἀπέναντι τῶν τρίτων, ἐὰν αὐταὶ αἱ ὑποσχέσεις συνεφωνήθησαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον, οὔτε πάλιν, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τόσον ἁπλοῦν. Ὁ κανὼν εἶναι σχετικός. Ἐὰν ἡ πληρωμὴ ἐγένετο εἰλικρινῶς, δὲν παρεβιάσθη κανὲν συμφέρον τοῦ ἔθνους, τότε εἰς τὴν Ἀγγλίαν παρουσιάζεται ὑπουργεῖον μὲ ἓν νομοσχέδιον ἀθῳότητος (bill d’ indemnité), τὸ ὁποῖον λέγει, ἔκαμον τὴν πληρωμὴν παρὰ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ὑπῆρξεν ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα λόγος, καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία φαίνεται, ὅτι κατὰ πλειονοψηφίαν ἀνήκει εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δέχεται τὴν πίστωσιν. Ἔχομεν ὅμως παραδείγματα ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδικάσθησαν διὰ τὰς ἰδίας ὑπερβάσεις, ὥστε φρονῶ, ὅτι μὲ τὰς βάσεις αὐτὰς ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δειχθῇ αὐστηρὰ εἰς τὰς ὑπερβάσεις τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, εἰς τὰς ὑπερβάσεις τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέρος, καὶ ἐν γένει εἰς τὰς ὑπερβάσεις, νὰ φανῇ, λέγω, αὐστηρὰ καὶ νὰ μὴ τὰς παραδεχθῇ, ἀλλὰ νὰ πέμψῃ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, τὴν ἐκδίκασιν εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος. Εἷς ἐκ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων δίδουν εὐθύνας οἱ ὑπουργοί, δικάζονται, εἶναι καὶ ἡ πληρωμὴ παρὰ τὰς διατυπώσεις, ὑπὲρ τὸν προϋπολογισμόν. Λοιπὸν ἐγὼ παραδέχομαι αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει αὐτὰς τὰς ὑπερβάσεις νὰ τὰς στείλῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, καὶ νὰ ἐρευνήσῃ, ἐὰν αἱ ὑπερβάσεις αὗται ἐγένοντο πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου ἢ χωρὶς βλάβην αὐτοῦ. Ἄλλως, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, πρὸς τί ἡ Βουλή; πρὸς τί ὁ προϋπολογισμὸς, ἐὰν ἕκαστος ὑπουργὸς δύναται νὰ δαπανᾷ παρὰ τὸν προϋπολογισμόν; Διότι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὁ ὑπουργὸς σφετερίζεται ἓν δικαίωμα ξένον, τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει· δι’ αὐτὸν τὸν σφετερισμὸν λοιπὸν εἶναι ἀξιοκατάκριτος. Ἐπομένως φρονῶ, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὑπέρβασιν, αὕτη πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον, νὰ σταλῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ λόγον κατὰ τὸ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§84ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἐδῶ εἶναι δύω ζητήματα, ἢ πρέπει νὰ δοθῇ συγγνώμη, ἢ πρέπει νὰ δώσῃ ὁ ὑπουργὸς λόγον. Ἐὰν ᾖναι τὸ δεύτερον, πρέπει νὰ δώσῃ τὸν λόγον εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία; Ἐὰν παραδέχεσθε, συγγνώμην, τότε εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Λοιπὸν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπέρβασιν.
§85ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου λαλήσας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἀφορῶντος μὲν τὴν πίστωσιν τὴν ζητουμένην ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐκτεθέντος ἐφ’ ὅλων τῶν πιστώσεων, ἐνόμισεν ὅτι εὗρε μίαν παράβασιν τῶν κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν τὴν ὑπέρβασιν, παράβασιν δίδουσαν χώραν εἰς τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ εἰς παραπομπὴν εἰς δίκην· εἶναι βέβαιον, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγένοντο ὑπερβάσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἢ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη; τί ματαιοπονεῖτε συζητοῦντες καλῶς ἢ κακῶς ἐγένοντο; ὁ δρόμος εἶναι καθαρὰ διαγεγραμμένος ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος. Στείλατε τοὺς ὑπουργοὺς νὰ δικασθῶσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἠπόρησα ἀκούσας τὸν κύριον Πετσάλην, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐκτιμῶμεν διὰ τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας γνώσεις του καὶ ἰδίως τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, νὰ λέγῃ, καί τοι ἐχρημάτισε πολλάκις ὑπουργὸς, ὅτι ὑπέρβασις πιστώσεως δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως παρὰ κατηγορία ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὰ, κύριοι, δεικνύουσιν, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἄγνοιαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπερίμενον ἀπὸ τον κύριον Πετσάλην, τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὅστις θὰ κρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν θὰ τὸν κρίνῃ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νόμου, διότι οὗτος κανονίζει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ διάφοροι δαπάναι ψηφίζονται καὶ ἐκτελοῦνται. Αὐτὸς ὁ νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀναλαμβάνουσαν τὴν εὐθύνην τῆς ἐγκρίσεως τῆς ὑπερβάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μένει κυρία νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν ὑπῆρχε περίπτωσις. Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν δύναται νὰ δαπανήσῃ καθ’ ὑπέρβασιν, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, μένει δὲ ἡ Βουλὴ κυρία νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πίστωσιν, ἐξετάζουσα ἂν ἡ πίστωσις ἦτο ἀναγκαία, χρήσιμος, ὠφέλιμος, ἂν ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσῃ κατεπείγουσαν ἀνάγκην. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ξηροχωρίου, εἶναι πρότασις ἥτις ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ὅστις ἐπιτρέπει τὰς ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἐγκριθῶσι ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας τῶν πιστώσεων δύναται ὁ βουλευτὴς Ξηροχωρίου νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τὰς πιστώσεις, ὅτι ἐγένοντο ἄνευ λόγου κτλ., ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι ἐγένετο ὑπέρβασις, νὰ προτείνῃ, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια οἱ ὑπουργοὶ, τοῦτο δὲν τὸ ἐπερίμενα νὰ τὸ ἀκούσω.
§86ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τὸν γνωρίζομεν, ὅλος ὁ νόμος οὗτος ἐπιτρέπει ὑπερβάσεις ἐπὶ κονδυλίων, τὰ ὁποῖα διὰ ῥητῶν ἄρθρων αὐτοῦ διαγράφει· καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν τῶν πιστώσεων εἶναι αἱ ζητούμεναι ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη, π. χ. δι’ ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ὁ λόγος ἐνταῦθα εἶναι περὶ τῆς παραβάσεως, ἡ παράβασις ἀποτελεῖ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καταγεγραμμένον εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὅπου τοιοῦτος νόμος ὑπάρχει. Δὲν πρόκειται περὶ πιστώσεως ἐπιτρεπομένης ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ πνεύματος αὐτοῦ ἐγένετο, διότι κανὲν ἄρθρον αὐτοῦ δὲν λέγει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀγοράζῃ γαιάνθρακας. Πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τῶν ὑπερβάσεων, διότι ἄλλως προϋπολογισμὸς δὲν ὑπάρχει, ὅλα τὰ ἄρθρα εἰμποροῦν νὰ μεταβληθοῦν διὰ προσθηκῶν δαπανῶν, καὶ κατόπιν νὰ ἐπικυροῦνται αἱ παραβάσεις. Κατὰ δυστυχίαν ἀπολογισμὸς δὲν δίδεται εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ἐνῷ λέγομεν, ὅτι εἴμεθα συνταγματικὸν ἔθνος, καμμία ἐγγύησις δὲν ὑπάρχει, τοῦτο δὲ καὶ μόνον δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ἰδέαν συντάγματος. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι πᾶσα ὑπέρβασις τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρὰ τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ δημοσίου τοῦ λογιστικοῦ, καταγγελλομένη δίδει χώραν εἰς ἐξετάσεις ἀνακριτικάς.
§87ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλάκις παρετήρησα ὅτι τὰ ζητήματα ἀντὶ νὰ διαφωτίζωνται ἐρχόμενα ἐντὸς τῆς βουλῆς, περιπλέκονται καὶ συγχίζονται καὶ διὰ τοῦτο εἰς πλείστας περιστάσεις ἡ βουλὴ δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Σήμερον πρόκειται ἡ πίστωσις τῶν 22 χιλιάδων δραχμῶν, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔπρεπε καθαρῶς νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ μὴ τὸ ἐκτείνωμεν εἰς ὅλας τὰς ἄλλας διαφόρους πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ παρουσιασθῶσι, διότι ἐστὶν ἀδύνατον νὰ μὴ παρουσιασθῶσι πιστώσεις ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει εἰς τὴν φυσικὴν ἀτέλειάν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ θεία πρόνοια τὸν ἔπλασε· τίς ἐκ τῶν βουλευτῶν, τίς ἐκ τῶν φιλοσόφων, τίς ἐκ τῶν μάγων τῆς ἀρχαιότητος ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὅτε πέρυσι κατέληξεν ἡ βουλὴ τὰς ἐργασίας της, ὅτι ἤθελε γείνει σεισμὸς ὅστις ἤθελε καταστρέψει μίαν τόσον ἐκτεταμένην περιφέρειαν εἰς τὴν Ἄμφισσαν, διὰ νὰ ὁρίσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν τὸ χρήσιμον πρὸς ἀρωγὴν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπέφερον; οὐδεὶς, καὶ μολαταῦτα ἡ κυβέρνησις οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτον ἔσχε καθῆκον νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπαθον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ πιστώσεις εἰσὶν ἀναγκαῖαι εἴς τινας περιστάσεις. Τί πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη; Ἂν ἡ πίστωσις περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν εἶναι καλὴ ἢ κακή. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ἀγορὰ γαιανθράκων ἡ προκαλέσασα τὴν πίστωσιν παρὰ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου ἐγένετο κακῶς καὶ πρὸς περιφρόνησιν τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ σώματος· διότι ἐὰν ἡ πίστωσις αὐτὴ εἶχεν ἕνα σκοπὸν ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ ἀνάγκης μὴ προβλεφθείσης, τότε ἤθελον τὸν ἐννοήσει, ἀλλ’ ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει δὲν εἶχον κἀμμίαν ἀνάγκην νὰ δαπανήσω τὰς 22 χιλιάδας, αὔριον θὰ συμβῇ καὶ διὰ μεγαλήτερα ποσὰ, δύνανται νὰ δαπανήσουν ἑκατομμύρια. Τί σᾶς εἶπεν, ἠγόρασα τοὺς γαιάνθρακας, διότι τοὺς εὗρον εὐθηνούς! Ἐνόμισεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι ἡ πολιτεία τὸν εἶχεν ὡς ὑπουργὸν οὐχὶ διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ κανένα μπακάλικο κατάστημα· εὗρον εὐθηνὸ πρᾶγμα καὶ τὸ ἠγόρασα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπουργοῦ. Ὑποθέτατε, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι σήμερον εὗρον λούμπινα εὐθηνὰ, καὶ θὰ χρησιμεύσουν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, λοιπὸν ν’ ἀγοράσωμεν λούμπινα! Βλέπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐξετάσῃ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ὑπέρβασις, καὶ ἂν μὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τις, ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἐπαινετέος, διότι ἀνέλαβεν εἰς ἑαυτὸν εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους ἵνα θεραπεύσῃ ἀνάγκην τῆς κοινωνίας, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται μὲ μπακάλικους σκοποὺς δαπανῶν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ῥητῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς, ἵνα ὠφελήσῃ τὸ δημόσιον 400 ἢ 500 δραχμὰς, τότε ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν διαγωγὴν ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος περιφρονεῖ καὶ εἰς οὐδὲν λογίζεται τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία μετὰ τρεῖς ἡμέρας συγκαλεῖται; Λέγω, ὅτι πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὰ ζητήματα, διότι ἡ μία πίστωσις δύναται νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὰ διαγραφόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἡ ἑτέρα ὅμως νὰ μὴ ᾖναι, ὡς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, ὅτι ἡ πολιτεία ὀφείλει εἰς τὸν Ἄγγλον νὰ πληρώσῃ τὰς 22 χιλιάδας καὶ τὸν ναῦλον ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ αὐστηρῶς τὴν διαγωγὴν ἐκείνην τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξῆλθεν, οὔτε καμμίαν πεποίθησιν εἶχεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ μεγάλου αὐτοῦ σώματος. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς εἶναι μέγα καὶ πρέπει νὰ τὸ κρατήσῃ εἰς τὰς χεῖρας, διότι ἅμα ὡς δὲν δυνάμεθα νὰ κρατήσωμεν τὰ δικαιώματά μας εἶναι περιττὸν καὶ νὰ συνερχώμεθα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ζητήσαντος ἑτέρου τὸν λόγον τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις. Οἱ παραδεχόμενοι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον εἰς Βʹ. ἀνάγνωσιν. — Δὲν ἔχομεν σήμερον ἕτερον ἀντικείμενον· παρακαλῶ μόνον, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθουν αἱ ἐπιτροπαὶ ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ διάφορα νομοσχέδια, ὅπως καταρτίσωσι τὰς ἐκθέσεις των.
§91Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ κανονισμοῦ, ὅπερ πραγματεύεται περὶ τῆς συζητήσεως τῶν νόμων ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει). Κατὰ δυστυχίαν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ πέρυσιν πολλὰ νομοσχέδια δὲν ἐψηφίσθησαν, διότι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν εἰργάσθησαν ἐπ’ αὐτῶν· διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν λοιπὸν εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο πάλιν, παρακαλῶ, ἂν αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν παρουσιάσωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐντὸς 6 ἡμερῶν τοὐλάχιστον, ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀρκοῦν 6 ἡμέραι διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας.
§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ὀλίγαι.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἐντὸς 6 ἡμερῶν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληστείας, ἐντὸς δὲ δέκα ἡμερῶν ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§94ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§95ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ κυβέρνησις ἐνεργοῦσα τὰ ὑψηλὰ καθήκοντά της δὲν δύναται νὰ παρευρίσκεται ὁλόκληρος καθεκάστην ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπειδὴ δ’ ἐνδέχεται εἷς τῶν βουλευτῶν νὰ ἔχῃ ν’ ἀποτείνῃ ἐρωτήσεις εἰς ἕνα τῶν ἀξιοτίμων ὑπουργῶν, παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, πῶς ἐπιθυμεῖ, ἀδιαφόρως εἰς πᾶσαν συζήτησιν ἕκαστος βουλευτὴς νὰ δύναται ν’ ἀπευθύνεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἢ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν;
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ζήτημα τὸ τοιοῦτον.
§97ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως δὲν ὑποβάλλεται εἰς περιορισμούς (θόρυβος).
§98ΛΕΚΚΑΣ. Σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶναι παρὼν, ἐγὼ εἶχον ἐπερώτησιν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε θέλει νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλή;
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 2 καὶ 20 μ. μ.)