1869.11.15
2,296 rows · 18,242 words · 243 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75
τῆς 15 Νοεμβρίου 1869.
(Σάββατον).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν, κύριοι;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§4ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1. Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 3 Ὀκτωβρίου 1864 ΟΠʹ. νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρων πρὸς καθάρισιν, βελτίωσιν κλπ. τοῦ λιμένος Σπετσῶν παρατείνεται διὰ μίαν ἄλλην ἑξαετίαν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ὁριζομένης προθεσμίας. Ἄρθρον 2. Ἡ τὰ ἔργα τοῦ λιμένος Σπετσῶν ἐφορεύουσα ἐπιτροπὴ θέλει καταρτίζεσθαι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ γενικοῦ περὶ βελτιώσεως τῶν λιμένων τοῦ Κράτους νόμου τῆς 29 Δεκεμβρίου 1865, ὑπὸ στοιχ. ΡΚΘʹ.
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ, νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἢ νὰ γραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι κατεπεῖγον πολὺ, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§8ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). (Ἀναγινώσκει).
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 250,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869. Πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἔργων τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἐπιτρέπεται νὰ χορηγηθῶσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχ. διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες, ἀριθ. 250,000, προσπορισθησόμεναι ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀναλόγου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ μετοχῶν τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον 2. Διὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης χρήσεως ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 250,000, καταλογιζομένη ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «Συνδρομὴ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας». Ἐν Ἀθήναις, τὴν 15 Νοεμβρίου 1869. Οἱ ὑπουργοὶ
τῶν Ἐσωτερικῶν
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
τῶν Οἰκονομικῶν
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.
Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ κυβέρνησις προτίθεται νὰ καλύψῃ τὴν προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ὅ,τι κατὰ τὴν περὶ τούτου συζήτησιν ἐπανέλαβον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ προκαταβολὴ αὕτη δὲν ὑπερβαίνει τὰς 300 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ ὅτι θὰ καλυφθῇ διὰ τῶν ἐσόδων τοῦ 1870 καὶ 1871, εἶναι ἀληθέστατον.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρόκειται περὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε ὑμεῖς.
§10ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι ἡμεῖς μόνον.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Διακοσίας χιλιάδας ἔλαβε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον καὶ 80 ἢ 100 ἡμεῖς.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ὅλα ἐπιστρέφονται.
§13ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι ἐπιστρέφονται. Ζητοῦμεν μίαν πίστωσιν ἐκ 250,000 δραχμῶν πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἀρξαμένων ὁδῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζετε; νὰ τυπωθῇ καὶ ἔπειτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους. Ἐν μέρει ἡ κατάστασις αὕτη στηρίζεται εἰς τ’ ἀποτελέσματα μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου ε. ε. ἐκτὸς ὀλίγων ταμείων 10–12, ὧν ἡ κατάστασις ἀνέρχεται μέχρις 20 Ὀκτωβρίου, καθόσον αἱ ἀπὸ 20– 31 Ὀκτωβρίου καταστάσεις αὐτῶν δὲν ἐστάλησαν ἔτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§17ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ταμεῖα καθυστεροῦν;
§18ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Καμμία δεκαπενταριά. — Κατὰ τὴν αἴτησιν διαφόρων βουλευτῶν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῶν χαλκίνων νομισμάτων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὐτὰ κατατίθενται ἐπὶ τῆς τραπέζης τοῦ προεδρείου διὰ νὰ λάβωσιν ὅσοι θέλουσιν ἀκριβεστάτην γνῶσιν.
§20Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ δικαστικῆς ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας εἰς Ἠλείαν. Ὅταν τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλω ἀναπτύξει αὐτό.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὀλίγην μελέτην, ἀλλὰ παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς συντόμου προθεσμίας νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§22ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Κύριοι, γνωρίζετε βεβαίως τὸ δυστυχὲς συμβάν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν πρό τινος εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον. Τὸ ταμεῖον ἐκεῖ ὅπου ἦτο τοποθετημένον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ πλέον, διότι οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἐφευρεταὶ κατέστρεψαν πᾶσαν ἀσφάλειαν, ἥτις ὑπῆρχεν ἕως τότε. Ἐνόμισα λοιπὸν καλόν, ἀκούσας τὴν γνώμην διαφόρων μηχανικῶν νὰ μετατεθῇ τὸ ταμεῖον εἰς τὴν ἀνατολικομεσημβρινὴν πλευρὰν τοῦ καταστήματος τοῦ ὑπουργείου καὶ νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ ἀνθρωπίνως προφυλακτικὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ κανεὶς φόβος· ὡσαύτως νὰ προμηθευθῶμεν δύω κιβώτια νεωτέρας κατασκευῆς, τὸ ἓν τῶν ὁποίων ἠγοράσθη πρὸ ὀλίγου καὶ τὸ ὁποῖον τῳόντι, ὅπως λέγουν οἱ εἰδότες, εἶναι ἀσφαλέστατον. Ἀπαιτεῖται καὶ ἓν ἕτερον πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου καὶ τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται, ὅτι θὰ κοστίζῃ περίπου 2½ χιλιάδας δραχμῶν. Διὰ τὴν δαπάνην λοιπὸν τῆς ἐπισκευῆς τῶν δωματίων ἐκείνων καὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν κιβωτίων καὶ τῆς κατασκευῆς θυρῶν ἀσφαλῶν, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 9 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ ἐργασία ἐξακολουθεῖ· ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ κηρύξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατεπεῖγον καὶ νὰ χορηγήσῃ τὴν πίστωσιν διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία. Ἐὰν εὐαρεστῆται δέ, θὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἀναγινωσκομένου τοῦ νομοσχεδίου, νὰ κάμω τινὰς οἰκονομικὰς προσθήκας, ἐπισκευὴν καταστημάτων ἐν Ἀθήναις, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτην.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαμόπουλος.
§25ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἤμην μειράκιον, ὅτε ἐσχεδιαγραφήθη ἡ ὑπὸ τοῦ δήμου Νέας Πέλλης μέχρι τῆς Ἀταλάντης ὁδὸς καὶ ὅμως ἕως τώρα δὲν κατωρθώθη νὰ κατασκευασθῇ αὕτη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι παρὰ 7 σταδίων. Τόσον εἶναι ἀπομεμακρυσμένη ἡ ἐποχὴ τῆς σχεδιαγραφήσεως, ὥστε καὶ τὰ σχέδια τῶν διαφόρων γεωμετρῶν ἀπωλέσθησαν. Κατὰ τὸ ἔτος 1867 ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ διατάξῃ νέαν σχεδιαγράφησιν, ἀλλ’ ἔμεινε πάλιν τὸ σχέδιον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας ΣΞΓʹ. ἀπαιτεῖται νὰ ἀποφασισθῇ τοῦτο διὰ νόμου. Ἐπειδὴ ἕως τώρα δὲν ὑπεβλήθη τοιοῦτος νόμος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγὼ μίαν πρότασιν τοιούτην νόμου δι’ ἑνὸς ἄρθρου μοναδικοῦ, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς κατεπείγουσαν, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου καὶ νὰ δεχθῇ αὐτὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§27ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις. (Ἀναγινώσκει τὴν πρότασίν του περὶ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἀπὸ Νέας Πέλλης εἰς Ἀταλάντην ὁδοῦ ὡς ἐθνικῆς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§29ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπήν· δὲν θὰ ἐξοδευθοῦν, οὔτε χρήματα, οὔτε τίποτε, ἡ ἐπαρχία ἔχει 120,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, νόμος ὑπάρχει περὶ ὁδοποιΐας καὶ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἶναι περιττή.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀποφασίζεται νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ τί ἄλλο;
§31ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φοράν.
§32Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ὅμως τυπωθῇ (θόρυβος).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ δοὺς αὐτὴν τὴν πρότασιν ἐξαιτεῖται νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. (θόρυβος).
§34ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§35ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Εὐθυμιόπουλε, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν τοῦτο ποῦ λέγετε, διὰ τοῦτο μὲ βλέπετε, ὅτι θέλω νὰ λάβω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§37ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, νόμος περὶ ὁδοποιΐας ὑπάρχει· τὰ χρήματα ὑπάρχουν, 120,000 δραχμὰς ἔχει ἡ ἐπαρχία Λοκρίδος, ἐδημοσιεύθη ὁ ἀπολογισμός, τὸν ὁποῖον εἶδεν ἡ Βουλή· λοιπὸν τί χρειάζεται ἐπιτροπή; Πρόκειται μόνον νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ὁδὸς κατὰ τὸ ἄρθρον 292 τοῦ ΣΞΓʹ. νόμου περὶ ὁδοποιΐας.
§38ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Τσαμόπουλος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τυποῦται, διανέμεται καὶ ἔπειτα τίθεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§40ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φοράν. Διατί μερικά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σπουδαῖα, τὰ παραδεχόμεθα ὡς κατεπείγοντα; (θόρυβος)· τότε ἂν δὲν θέλετε νὰ παραδεχθῆτε τὴν τόσον δικαίαν πρότασίν μου, διαγράψετε ἀπὸ τὸν χάρτην τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος, θεωρήσατέ την ὡς φόρου ὑποτελῆ· τί θὰ εἴπω, κύριοι, εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου; Σᾶς ἐψήφισα φόρους· τίποτε ἄλλο ἐπαρχιακὸν δὲν κατώρθωσα νὰ κάμω, διότι δὲν ὑπεστηρίχθην.
§41ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ἐπιμένει ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς Αʹ. ἀνάγνωσιν.
§42ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, εἶναι μία πρότασις κοινωφελὴς, ἑπομένως ἠμπορεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖται πρώτη ἀνάγνωσις.
§44ΖΑΛΩΝΗΣ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός.........
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ζαλώνη, ἔχομεν νὰ εἰσαγάγωμεν πρῶτον ἔγγραφα, ἔπειτα λαμβάνετε τὸν λόγον.
§46ΖΑΛΩΝΗΣ. Δύο λέξεις μόνον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἠμπορεῖ νὰ ἀρχίσῃ συζήτησις, πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα καὶ ἔπειτα.
§48ΖΑΛΩΝΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι συζήτησις· δύο λέξεις, μία πρότασις ἁπλῆ. — Κύριοι, χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μεταξὺ τοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς κυβερνήσεως ἔλαβε χώραν μία ἐκτενεστάτη ἀλληλογραφία. Ἐπειδὴ πρόκειται, κύριοι, περὶ σπουδαίου ἀντικειμένου, εἶναι ὠφέλιμον νὰ παρακαλέσωμεν τὴν κυβέρνησιν, ὅπως καταθέσῃ ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα ὅλα, ἵνα τυπωθῶσι καὶ ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ σχηματίσῃ καθαρὰν ἰδέαν τοῦ πράγματος. Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι μεταξὺ τοῦ συμβουλίου καὶ τῆς κυβερνήσεως ὑπῆρξε μία μικρὰ, εἴτε μεγάλη διαφορά. Ἀνάγκη λοιπὸν ἡ Βουλὴ, ὅπως φωτισθῇ, νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν, ἵνα ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν μετ’ ἐμοῦ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ καταθέσῃ καὶ νὰ δημοσιεύσῃ, ὅπως, ἐπαναλαμβάνω, ἀποφασίσωμεν ὁριστικῶς καὶ μετὰ περισκέψεως.
§49ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχω δυσκολίαν τινὰ εἰς τὸ νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα αὐτά. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι εἶναι ὅλως ἄηθες νὰ κατατίθενται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διαμείβονται περὶ ὁμοίας ὑποθέσεως, ἢ οἱασδήποτε ὑποθέσεως, μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως ἢ τῶν ὑπαλλήλων ἀρχῶν καὶ ἑταιρίας τινός. Ἐκτὸς τούτου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ τύπωσις αὐτῶν τῶν ἐγγράφων θὰ ἐπιφέρῃ καὶ μίαν δαπάνην πολὺ μεγάλην καὶ ἄχρηστον, ἑπομένως ἠμπορῶ νὰ φέρω αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἡ τύπωσις θὰ ᾖναι μία ματαία δαπάνη.
§50ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον· πρόκειται περὶ ζητήματος, ἀφορῶντος τὴν συγκοινωνίαν τοῦ κράτους. Μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ ἑταιρίας ἔλαβε χώραν μία ἀλληλογραφία λίαν σπουδαία. Ἐν τῇ ἀλληλογραφίᾳ ἐκείνῃ ἡ ἑταιρία ἐκθέτει τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ὅπως σήμερον τὸ προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ ὑστερήσῃ ἀπὸ τὸ ἔθνος τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἑταιρία στηρίζεται εἰς τὴν ὕπαρξίν της. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ παρακαταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ τυπώσῃ διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν καὶ νὰ ἐπιφέρωμεν ἐσκεμμένην ψῆφον.
§51ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὅσον νὰ γείνουν ὅλα αὐτὰ, θὰ γείνῃ ἡ λῆξις (ἱλαρότης).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀρνεῖται τὴν κατάθεσιν εἰς τὸ γραφεῖον ὅλων τῶν ἐγγράφων. Ἄλλο τι ζητεῖτε;
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε. Μολονότι, σᾶς λέγει τὸ ὑπουργεῖον, δὲν χρεωστῶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διαμείβονται μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἑταιρίας, μολαταῦτα τὰ φέρω.
§55ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀφοῦ, κύριε πρόεδρε, ὁ κ. πρωθυπουργὸς συγκατετέθη εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θέλῃ ἢ μὴ, τὴν τύπωσιν.
§56Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἑταιρία ἐπλήρωσεν ὅλας τὰς ἐφημερίδας διὰ νὰ τυπωθοῦν αὐτά.
§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἀνθίσταμαι εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, δὲν τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν καλεῖται σήμερον νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν διενέξεων ἢ ἀπαντήσεων τῆς ἑταιρίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν. Ἡ Βουλὴ καλεῖται σήμερον συνεπείᾳ προτάσεως τῆς κυβερνήσεως νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της, ἵνα ἡ κυβέρνησις ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς δυνηθῇ νὰ συνάψῃ σύμβασίν τινα μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρίας καὶ αὐτῆς, ὅπως παραχωρηθῇ προνόμιον ἐπὶ 40 ἔτη κτλ. Λοιπὸν τί σχέσιν, ἐρωτῶ, ἔχουν τὰ ἔγγραφα;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τὸ ὑπουργεῖον καταθέτῃ, ἐτελείωσε.
§59ΔΑΓΡΕΣ. Παρακαλῶ, τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε. — κύριε Ἰακωβάτε, ὁρίστε.
§61ΤΙΝΕΣ. Τί ἀπεφασίσθη;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κατατεθοῦν εἰς τὸ γραφεῖον.
§63ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς εἰς τὴν ἀρνησιδικίαν, ἥτις συμβαίνει τὴν σήμερον ὡς ἐκ τῆς μὴ ἀναπτύξεως ἑνὸς ἄρθρου τῆς πολιτικῆς δικονομίας· δὲν ζητῶ τροποποίησιν τοῦ νόμου, δὲν ζητῶ ἀντικατάστασιν νέου νόμου εἰς τὸν παλαιὸν, ἄλλο δὲν ζητῶ εἰμὴ μίαν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ὅλη παραδέχεται, διότι ὡμίλησα κατ’ ἰδίαν μὲ πλείστους ὅσους τῶν βουλευτῶν, δὲν πρόκειται εἰμὴ νὰ ὠφεληθῇ ἓν ἑκατομμύριον Ἑλλήνων πολιτῶν μὲ μίαν μικρὰν ἀνάπτυξιν, μὲ μίαν προσθήκην λέξεων τινῶν εἰς ἓν ἄρθρον τῆς πολιτικῆς δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπολαύουν δικαιοσύνην καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς ἔχει τὴν σήμερον οὐδόλως ἀπολαύουν δικαιοσύνην τὸ ἄρθρον, τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν ἀνάπτυξιν, εἶναι τὸ 885 ἄρθρον τῆς πολιτικῆς δικονομίας, περὶ κατασχέσεων· τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ὀρθότατον, δὲν πταίει εἰς τίποτε, εἰμὴ εἰς τὸ ὅτι ἀπαριθμοῦν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὴν κατάσχεσιν, δὲν ἀνεπτύχθη διὰ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Οἱ γεωργοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὴν ἀρνησιδικίαν τοῦ νόμου χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, καὶ ἰδοὺ πῶς ὅλοι καὶ πεπαιδευμένοι καὶ ἀπαίδευτοι καὶ δικηγόροι καὶ ἰδιῶται, οὐδεὶς ἐκ τῶν βουλευτῶν ἀγνοεῖ αὐτό. Ἕκαστος δανειστὴς δύναται νὰ πληρωθῇ ἐκ τῶν κτημάτων, τῶν κινητῶν, τοῦ ὀφειλέτου του διὰ κατασχέσεως, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τῆς γεωργίας, τῶν τεχνῶν, τῶν γραμμάτων, ἐδέησε πάντως, ἵνα ὁ νόμος ἐξαιρέσῃ ἀντικείμενά τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκατάσχετα καὶ εἰς τὸ ἕβδομον ἐδάφιον αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐξαιρεῖ ἐπὶ γεωργῶν ἕνα βοῦν, μίαν δάμαλιν, 3 πρόβατα, 3 αἶγας, καὶ ἐκεῖ σταματᾷ. Ἐρωτῶ ἐγώ, οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος, τῶν πεδινῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὄνον ὅστις καὶ αὐτὸς ἐξαιρεῖται δυνάμει αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου· ἀλλ’ ἐξεναντίας ἐργάζονται τὴν γεωργικὴν δι’ ἑνὸς ἵππου ἢ δι’ ἑνὸς ἡμιόνου, ἀπολαύουσιν αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀπονέμει ὁ νόμος; Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἐξαιρῆται καὶ αὐτὸς, ἀλλὰ δι’ αὐτὰ ταῦτα πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ὁ ἵππος, πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ὁ ἡμίονος διὰ νὰ ᾖναι οἱ πολῖται οἱ Ἕλληνες ἴσοι εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι μικρᾶς σημασίας, εἶναι μεγίστης σημασίας· οἱ ἐξαιρούμενοι ὄνοι εἶναι ὀλιγοπληθέστατοι κατὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ οἱ ἡμίονοι καὶ οἱ ἵπποι ὡς ἐκ τῶν ὀρεινῶν μερῶν καὶ τῶν πεδινῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι οἱ πολυπληθέστεροι καὶ ἐντοσούτῳ αὐτοὶ δὲν ἐξαιροῦνται· καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν κατασχομένων τῶν ἵππων καὶ τῶν ἡμιόνων τὴν γεωργίαν εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν· δὲν πρόκειται τώρα νὰ ὠφελήσωμεν τὸν ὀφειλέτην, ὄχι ὅσα ἔχει ὁ ὀφειλέτης πρέπει νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸν δανειστήν, ἀλλὰ πρὸς τὸ ὄφελος τῶν ἀνθρώπων τῆς γεωργίας καὶ τοῦ ἔθνους· ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δυνάμει ὑπάρχοντος νόμου, ἀλλὰ λεκτικῶς δὲν ὑπάγονται. Καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ αὐτὴν κατεπειγόντως νὰ ἀποφασίσῃ, διότι ἑκάστη ἡμέρα παρερχομένη ἀρνεῖται τὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἵππων καὶ τοὺς κατόχους τῶν ἡμιόνων· δὲν εἶναι ἀδιάφορον, εἶναι ἡ δυστυχία τῆς πολυπληθεστέρας τάξεως τῶν Ἑλλήνων. Ἐκτὸς τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «ἡμιόνων καὶ ἵππων» ἀνάγκη πᾶσα νὰ προσθέσωμεν καὶ ταύτας «αἱ κλῖναι», διότι ὑπάρχει παράδειγμα, ὅτι πιστωτής τις ἔῤῥιψε κατὰ γῆς τὰ στρώματα τοῦ ὀφειλέτου καὶ ἀφήρεσε τὴν κλίνην· τοῦτο εἶναι καὶ ἀπάνθρωπον καὶ οὐδόλως ὠφέλιμον εἰς τὸν πιστωτήν, μόνον κακῆς ψυχῆς πιστωτὴς καὶ δανειστὴς δύναται νὰ ἐνεργήσῃ οὕτω, ποτὲ δὲν τὸ κάμνει διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ δάνειόν του, ἀλλὰ τὸ κάμνει διὰ πεῖσμα καὶ τιμωρίαν, πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ὅπλον αὐτὸ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ· ἄλλως τε εἶναι ἀνάπτυξις ἁπλῆ καὶ καθαρὰ τοῦ κειμένου νόμου καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 885 τῆς πολιτικῆς δικονομίας τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς 1, ἐξαιροῦνται τὰ ἀναγκαῖα ἱμάτια, στρώματα καὶ κλῖναι τοῦ ὀφειλέτου ὡς καὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ καὶ τῶν τέκνων του, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ κείμενον· ἄρθρον 2, τὸ ἐδάφιον 7 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς «ἐπὶ γεωργίας εἷς βοῦς καὶ μία δάμαλις» τοῦτο εἶναι εἰς τὸ κείμενον, προσθέτομεν «εἷς ἵππος ἢ εἷς ἡμίονος» καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ νέα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐνυπάρχουν εἰς τὸν νόμον, καὶ ἔπειτα ἐρχόμεθα εἰς τὸ κείμενον αὐτοῦ «εἷς ὄνος κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὀφειλέτου», προσθέτομεν δὲ εἰς τοῦτο «μετὰ τῆς ἀναγκαίας φορβῆς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἔτους» διότι συνέβη πάλιν ἀπὸ ἄπιστον δανειστὴν νὰ κατασχεθῇ ἡ φορβὴ τοῦ ζώου καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ψοφήσῃ τὸ ζῶον, διότι δὲν εὑρίσκει ὁ τάλας ἄχυρον πρὸς ἱπποφορβὴν διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἔτους. Ἐγὼ ἐξαιρῶ 8 ἡμερῶν ζωοτροφίαν τοῦ ὀφειλέτου, διότι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ τροφὴ τοῦ ἵππου καὶ τοῦ ἡμιόνου· αὐτὰ πρὸς τὴν γεωργίαν χρήσιμα ἐργαλεῖα καὶ σκεύη» τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Ἐπὶ γεωργῶν δὲν ἐξαιρεῖται τὸ ἄροτρον, δὲν ἐξαιρεῖται ἡ ἀξίνη, δὲν ἐξαιρεῖται ἡ τράπεζα. Ἑπομένως νὰ καταχωρισθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ καὶ αὗται αἱ λέξεις. Ἔρχομαι ἤδη εἰς ἑτέραν προσθήκην, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει σᾶς εὐφράνει, καὶ τὸ ῥητὸν λέγει «καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου». Ἐπικαλοῦμαι εἰς τοῦτο τὴν προσοχήν σας, διότι εἶναι ἀναγκαιότατον καὶ ἀνώτερον ὅλων τῶν προηγουμένων, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ὁ οἶνος ἑνὸς πίθου· ἂν θέλετε ὀλιγώτερον, τὸ προσδιορίζομεν εἰς τὰ καθέκαστα, τώρα πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς· ὁ λόγος αὐτὸς ἐνυπάρχει εἰς τὸν νόμον, δὲν εἶναι ὅμως ἀνεπτυγμένος. Ὅταν ὁ νόμος λέγῃ ἐξαιρῶ 2 πρόβατα ἢ δύω αἶγας, διὰ τίνα λόγον τὰς ἐξαιρεῖ; παρὰ διὰ τὴν τροφὴν τοῦ γεωργοῦ; καὶ πόθεν παρεκινήθη; ἀπὸ τὴν ξένην νομοθεσίαν, διότι εἰς τὰ κρύα κλίματα ἡ συνήθης τροφὴ τῶν χωρικῶν εἶναι τὸ γάλα, ἐδῶ ὅμως εἰς τὴν ὀρεινὴν Ἑλλάδα ὀλίγοι πίνουν γάλα, ἐκτὸς τῶν ὀρεινοτάτων. Τὸ γάλα τοῦ Ἕλληνος εἶναι τὸ κρασί· ὁ χωρικὸς Ἕλλην δὲν πηγαίνει ν’ ἀροτριάσῃ, νὰ σκάψῃ χωρὶς νὰ πίῃ δύο δάκτυλα κρασί, αὐτὸ εἶναι τὸ γάλα του καὶ αὐτὸ εὐφραίνει (ἱλαρότης). Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ τὸ ποσόν· οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγον, ὅτι τὸ πρῶτον ποτήριον εἶναι τῆς ὑγείας, τὸ δεύτερον τῆς ἡδονῆς καὶ τὸ τρίτον τῆς μέθης, ἐγὼ σᾶς ζητῶ διὰ τὸν πτωχὸν γεωργὸν τὸ πρῶτον ποτήριον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ θεωρηθῇ σήμερον ἡ πρότασίς μου αὕτη ὡς πρῶτον ἀναγνωσθεῖσα. Δὲν ἀπαιτεῖται νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, καθόσον δὲν προτείνονται νέα πράγματα, ἀλλ’ ἀναπτύσσεται ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Λαμβάνω πρὸς τούτοις τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὑπέβαλον, ἂν δὲν ἐφρόνουν, ὅτι διὰ μικρᾶς τροποποιήσεως δὲν ἐπήρχετο μεγάλη ὠφέλεια. Πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε καλλίτερά μου, ὅτι ἡ πολυδικία κατεπλημμύρησε τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι δυνατὸν νὰ φράξωμεν μόνον τὸ κακὸν ἐξ οὗ προέρχονται αἱ ἄσκοποι δίκαι καὶ ἀνωφελεῖς, αἱ περιτταί, αἱ δίκαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι μόνον περιτταί, ἀλλὰ καὶ ὀλέθριαι; Τοῦτο δὲ συμβαίνει, διότι οἱ πολλοὶ τύποι περιπλέκουν τὴν οὐσίαν, καὶ δι’ ἔλλειψιν τύπων ἀπόλλυται ἡ οὐσία πολλάκις. Ἡ θεραπεία θέλει γίνει καταληπτή, ἅμα ὑποβάλω εἰς τὴν βουλὴν τὴν πρότασίν μου, ἥτις εἶναι, νὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἡ ἀπόπειρα τοῦ συμβιβασμοῦ.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (θόρυβος).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σταλῶσιν αἱ προτάσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.
§67ΤΙΝΕΣ. Νὰ θεωρηθῇ ἡ σημερινὴ ὡς πρώτη ἀνάγνωσις.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· ὁσάκις παρουσιάζονται νομοσχέδια, κ. πρόεδρε, τὰ ὁποῖα τείνουν εἰς τὸ νὰ μεταβάλουν τοὺς δικονομικοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἓν πλῆρες σύστημα, πρέπει νὰ βασανίζωνται ἀκριβῶς καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν· ὁ κ. Ἰακωβάτος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἓν μόνον μέρος τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὰς διατάξεις τῆς δικονομίας, τὰς ὁποίας ἔρχεται διὰ τῆς προτάσεώς του νὰ μεταβάλῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ μεταβάλῃ τὸ δικονομικὸν σύστημά μας, πρέπει νὰ βασανίζεται ἀκριβῶς. Διὰ τοῦτο προτείνω τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§69ΤΙΝΕΣ. Ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὲν λέγουν νὰ σταλοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἄλλοι δὲ λέγουν νὰ μὴ σταλοῦν. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, 31 τοῦ κανονισμοῦ λέγει, ὅτι τὰ νομοσχέδια τυποῦνται καὶ διανέμονται καὶ λαμβάνουν τὴν τάξιν τῆς εἰσαγωγῆς των, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ τὰ κηρύξῃ κατεπείγοντα. Τὸ νὰ σταλῶσι λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι ποσῶς ὑποχρεωτικὸν, εἶναι μόνον δυνητικόν.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν· ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας μας μὲ τὴν ὁποίαν ἐζήσαμεν 30 χρόνους καὶ δὲν ὑπάρχει κατεπείγουσα περίστασις διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν παραδοχὴν τῆς ἀποφάσεως. Προτείνω νὰ σταλῶσι λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις νὰ φέρῃ ἔκθεσιν.
§72Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τί κατεπεῖγον ἦτο εἰς τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Λοκρίδος διὰ τὸν δρόμον τῆς Ἀταλάντης; Ἐκεῖ ἦτο κατεπεῖγον, ἐδῶ δὲν εἶναι; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ πείσματα;
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θεωρεῖται σήμερον πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου;
§74ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐναντίον λοιπὸν τοῦ κανονισμοῦ· πᾶσα πρότασις τυποῦται καὶ διανέμεται, καὶ μόνον, ὅταν ἦναι ἀποδεδειγμένης ἀνάγκης, θεωρεῖται ὡς κατεπείγουσα. Εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν σας ἀναθέτομεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ.
§76ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ταμπακοπούλου, ἥτις μόλις ὑπεβλήθη, ἐθεωρήθη ἡ ὑποβολή της ὡς πρώτη ἀνάγνωσις.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κακῶς ἔγεινε καὶ ἐκεῖνο. Καθήσατε νὰ ψηφοφορήσωμεν· οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν κ. Βουλευτῶν καταθέτει τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὸν Ἀτμοδρόμωνα, οἱ βουλόμενοι δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν.
§78ΚΟΤΖΙΑΣ. Ἔχω νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ νόμου τοῦ Κ. Νικοδήμου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§80ΚΟΤΖΙΑΣ. Ἔχω, κύριοι, νὰ σᾶς καθυποβάλω καὶ πρότασιν νόμου ὑπογεγραμμένην παρὰ πολλῶν βουλευτῶν καὶ παρ’ ἐμοῦ. Κατὰ τὸ 1836 διὰ Β. διατάγματος διωρίσθη μία ἐπιτροπὴ, ἥτις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ βαθμολογήσῃ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα τοῦ 1836, τὰ ὁποῖα κατέγραψε μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία εἶχε διορισθῆ ἐν Ναυπλίῳ, ὅταν ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἥτις συνέκειτο ἐκ τῶν καλλιτέρων ναυτικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐβαθμολόγησεν αὐτοὺς, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα καὶ μόνον ὅρον, νὰ μείνουν ὅλοι διαθέσιμοι. Κατὰ τὸ 1856 ὅμως ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν κ. Μιαούλης ἐξέδωκε νόμον διὰ τοῦ ὁποίου διῄρεσε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς δύο σώματα τὸ μὲν ἐν ἐνεργείᾳ, τὸ δὲ εἰς ἀποστρατίαν· τοὺς ἀποστράτους οὐδόλως ἐπροβίβασεν· ἔρχεται λοιπὸν ἡ πρότασίς μου νὰ θεραπεύσῃ αὐτὸ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς ἀγωνιστάς.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖτε τὴν πρότασίν σας κατεπείγουσαν;
§82ΚΟΤΖΙΑΣ. Ὄχι.
§83Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰσάγω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ νόμου, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις εἶναι ἀκατάσχετος· ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς δύο μέρη, οἱ μὲν ἤθελον νὰ παραδεχθῶσι τὴν πρότασιν, οἱ δὲ ἔλεγον ὅτι καὶ οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τοὺς νόμους τοῦ κράτους· διότι οἱ θέλοντες νὰ ἐπιβάλωσι νόμον εἰς τοὺς ἄλλους πρέπει νὰ δείξωσιν, ὅτι καὶ αὐτοὶ ὑπείκουσιν εἰς τοὺς νόμους.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§85ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, πρότασιν νόμου· «Ἄρθρον 1. Οἱ βαθμοὶ ἀντιστρατήγων, ὑποστρατήγων, ἀντιναυάρχων καὶ ὑποναυάρχων καταργοῦνται. Ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως ταύτης οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος. Ἀθῆναι, τῇ 15 Νοεμβρίου 1869.»
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὰς πιστώσεις.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; (θόρυβος).
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ τὸ ὑπουργεῖον θὰ ᾖναι σύμφωνον νὰ ἀναβληθῇ σήμερον ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις καὶ νὰ γίνῃ ἀφοῦ ἔλθῃ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλομεν κάμει τὴν συζήτησιν, ὅπως λύσωμεν πολλὰς ἀμφιβολίας.
§89Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐπιμένομεν νὰ γίνῃ σήμερον ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις, ἂς γίνῃ τὴν δευτέραν, ὅτε θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ μόνον νὰ ἀναγνωσθῇ ἤδη τὸ περὶ ἀντιβασιλείας. Ἀναγινώσκεται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ἀντιβασιλείας νομοσχέδιον καὶ ἐπικυροῦται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀνεγνώσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ ἐπεψηφίσθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταδεικνύεται πόσα χάλκινα παλαιὰ νομίσματα μέχρι τοῦδε ἀνεκλήθησαν καὶ πόσα ὑπάρχουν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· διότι ὁ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἐτέθησαν εἰς κυκλοφορίαν τὰ νέα, ἔλεγε ῥητῶς ὅτι τὰ νέα τίθενται εἰς κυκλοφορίαν καθ’ ὅσον τὰ παλαιὰ ἀποσύρονται. Ἐπεθυμοῦσα λοιπὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐπειδὴ ἡ κυκλοφορία ἤρχισε πρὸ τόσων μηνῶν, πόσα παλαιὰ ὑπάρχουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· διότι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω παρατηρήσεις.
§91ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω τώρα;
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις τώρα.— Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ περὶ φυγοδίκων.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὸ θὰ ἔχῃ συζήτησιν· ὥστε μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πολυλᾶ.
§94ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις, καὶ ἂς γίνῃ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις.
§96ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἂς ᾖναι τώρα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ διότι εἶναι ἡ ὑπόθεσις τοῦ κυρίου Πολυλᾶ. — Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ πιστώσεως δραχ. 9,000 διὰ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον. (ἀναγινώσκεται)...
§98ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Πολυλᾶ;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σταθῆτε, σᾶς παρακαλῶ· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§100ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐσχάτως ἔλαβον χώραν ἐπιδιορθώσεις τινὲς τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐπεσκευάσθη, περιετοιχίσθησαν οἰκόπεδά τινα ἐθνικά, τὰ ὁποῖα ὑπέκειντο εἰς διαρπαγὴν, ἐπεσκευάσθη ἕνας ναὸς ἐθνικὸς, ἀνήκων εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἓν μέρος τῶν ἀνακτόρων εἰς Ναύπλιον, τελωνιακά τινα καταστήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία εἶχε διαταχθῆ πρὸ πολλοῦ, καὶ ἐνόμισα καλὸν νὰ μὴ τὴν σταματήσω· ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι ἐγένοντο καὶ ἀναβαίνουν εἰς 7,000 δραχμάς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσθέσῃ καὶ αὐτὰς εἰς τὴν πίστωσιν αὐτῶν τῶν 9,000 δραχμῶν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε γίνονται τὸ ὅλον 16 χιλιάδες, προστιθεμένων 7,000, δι’ ἐπισκευὰς καταστημάτων· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — Πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ περὶ ἀριθμοῦ κλητήρων τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς (ἀναγινώσκεται).
§104ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — Πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων μὴ μισθοδοτουμένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου (ἀναγινώσκεται).
§106ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς παιδείας, ἕως τώρα ἐγένοντο κρατήσεις;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ὅταν θὰ ἀρχίσῃ τὸ δικαίωμα, θὰ ἀρχίσῃ καὶ ἡ κράτησις.
§108ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Θὰ γίνουν καὶ κρατήσεις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. — Ἡ ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως περὶ ὑπολογισμοῦ τῶν ἀπὸ 28 Μαΐου 1859 μέχρι τῆς 1 Μαρτίου 1863 ἐτῶν πρὸς ἀπόλαυσιν τῆς συντάξεως τῶν Ἑλληνοδιδασκάλων, καθηγητῶν κτλ. (ἀναγινώσκεται).
§110ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — Δευτέρα συζήτησις, περὶ προσθήκης ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραμματέως ά. τάξεως παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῆς δικαιοσύνης (ἀναγινώσκεται).
§112ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — Δευτέρα ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως περὶ προσθήκης ἄρθρου εἰς τὸ περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας Β. Διάταγμα τοῦ 1836. (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§114ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — Τώρα, κύριοι, ὑπάρχει μία ἀπαίτησις ἐκ μέρους τινῶν βουλευτῶν· πρόκειται τὸ νομοσχέδιον περὶ φυγοδίκων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησε νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν· ἐξ ἄλλου μέρους πρόκειται τώρα ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πολυλᾶ.
§116ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προηγηθῇ τὸ περὶ φυγοδίκων, διότι εἶναι σπουδαιότερον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένεις, κύριε Κατσικαπῆ;
§118ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ θὰ προηγηθῇ ἡ ἐπερώτησις.
§120ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπερώτησιν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Πολυλᾶ, ἔχετε τὸν λόγον. — Κύριε ὑπουργὲ, τὰ χαρτιὰ τὰ ἔχετε;
§122ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Μάλιστα· ἰδοὺ· (τὰ λαμβάνει ὁ κ. Πολυλᾶς).
§123ΠΟΛΥΛΑΣ. — Κύριοι, εὐγνωμονῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐσχάτως ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, ὅπως ἀνοιχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐμῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῶν Λατινικῶν σχολείων τῶν καταχρηστικῶς καὶ παρανόμως ὑπαρχόντων ἐν Κερκύρᾳ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ διαδηλώσω, ὅτι εἰσαγαγὼν τοιοῦτον θέμα εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐκινήθην παντάπασιν ὑπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως· ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, δὲν ἔχω λόγον νὰ μεμφθῶ τὴν κυβέρνησιν μέχρι τοῦδε, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐνεργείας της πρὸς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς Κερκύρας. Νομίζω ἀναγκαῖον πρὸς τούτοις νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐμφοροῦμαι ὑπὸ πνεύματος μισαλλοθρησκείας, διότι συμπαθῶ, καθὼς πάντες οἱ συμπολῖταί μου, πρὸς τοὺς συμπολίτας μας Λατίνους, διότι δὲν πρόκειται οὔτε νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ δικαιώματα, ἔστω καὶ τὰ προνόμια καὶ τὰ πλεονεκτήματα, τοῦ Λατινικοῦ κλήρου ἐν Κερκύρᾳ, οὔτε νὰ διαταραχθῇ ἡ συνείδησις τῶν ἐκεῖ ἀδελφῶν μας λατίνων· τὸ πνεῦμα τῆς ἀνεξιθρησκείας ἀείποτε διέκρινε τοὺς Κερκυραίους· νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι ἓν ἐκ τῶν γνωρισμάτων τῆς ἑλληνικῆς καταγωγῆς μας, καθότι φρονῶ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀνεξίθρησκον. Τοσοῦτον δὲ μᾶλλον οἱ Κερκυραῖοι διεκρίθησαν εἰς τοῦτο, καθόσον κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας, ἕνεκα τῆς ἑνετοκρατίας, πολλοὺς λόγους εἶχον νὰ μνησικακῶσι πρὸς τὸν Λατινικὸν κλῆρον, —οὐχὶ πρὸς τοὺς λατίνους συμπολίτας μας. Καὶ ἄλλοτε ἐν ἄλλῳ ἑλληνικῷ βουλευτηρίῳ ἐξιστορήθησαν τὰ δεινοπαθήματα τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου ἕνεκα τοῦ διωγμοῦ τοῦ προελθόντος ἐκ μέρους τοῦ λατινικοῦ. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἡ Γερουσία πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν ἐγγράφῳ δι’ οὗ ἐξετίθεντο τὰ διατρέξαντα περὶ τῆς λεγομένης λατινικῆς ἐπισκοπῆς ἐν Κερκύρᾳ· «ἡ ἡμετέρα ἐκκλησία» (ἡ ὀρθόδοξος)....
§124ΤΙΝΕΣ. Κ. πρόεδρε, καλέσατε ὀνομαστὶ τοὺς βουλευτὰς νὰ καθήσουν, διότι δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε, παρακαλῶ, εἰς τὰς θέσεις σας· κάμετε ἡσυχίαν.
§126ΠΟΛΥΛΑΣ. «Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία ἀπὸ τῆς πρώτης ἑκατονταετηρίδος τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐπὶ δεκατρεῖς ἑκατονταετηρίδας διετήρησε παρ’ ἡμῖν τὴν πρότυπον αὑτῆς ἁγνότητα ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ὀρθοδόξου δόγματος στηριζομένην. Πλὴν ἀτυχῶς, ἕνεκα τῆς εἰς τὰς χώρας ταύτας εἰσβολῆς Καρόλου τοῦ Ἀνδηγαβηνοῦ, οἱ Λατῖνοι, τῇ βοηθείᾳ τούτου, ἠθέλησαν νὰ ὑποσκελίσωσι καὶ ἐξευτελίσωσι τὴν Ἐκκλησίαν, θέσαντες ὑπεράνω αὐτῆς τὴν Λατινικὴν, ἥτις, καίτοι εἰς Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἐσφετερίσθη ὑπὲρ τοὺς τέσσαρας αἰῶνας τὴν κυριότητα· διότι μετὰ τὸν Κάρολον τὸν Ἀνδηγαβηνὸν ἔλαβε τὴν κυριαρχίαν τῶν ἡμετέρων νήσων ἡ Ἑνετικὴ Δημοκρατία, ὀπαδὸς καὶ αὕτη τοῦ Λατινικοῦ δόγματος. Ἔκτοτε ἡ βία τοῦ ἰσχυροῦ καθεῖλεν ἀπὸ τοῦ θρόνου τοὺς ἡμετέρους Ἐπισκόπους, ἄφησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν μόλις τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ ἕνα ἀρχιπρεσβύτερον (ἤτοι πρωτοπαπᾶν), ἐνῷ ἡ λατινικὴ Ἐκκλησία ἐκοσμήθη μὲ Ἀρχιεπισκοπεῖα καὶ Ἐπισκοπεῖα. Ἐσφετερίσθησαν τὰς ἰδιοκτησίας ἡμῶν, ἵνα καταστήσωσιν αὐτὰς κληροδότημα πομπώδους Λατινικοῦ Κλήρου· κατέσχον τὰς κυριωτέρας ἡμῶν Ἐκκλησίας μεταβαλόντες αὐτὰς εἰς Λατινικοὺς ναούς· ἥρπασαν τὰ ἱερὰ ἡμῶν λείψανα ἵνα δώσωσιν αὐτὰ εἰς τὴν Λατινικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ καθυπέβαλον τὴν ἐξάσκησιν τῆς λατρείας ἡμῶν εἰς πᾶν εἶδος ἐπηρείας.» Ἰδοὺ τί ἐῤῥέθη ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ· Κύριε πρόεδρε, κάμετε ἡσυχίαν, ἄλλως καταβαίνω τοῦ βήματος.
§127ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Βλέπετε ὅτι εἶσθε ἄθρησκοι ὅσοι δὲν ἡσυχάζετε καὶ δὲν κάθησθε ν’ ἀκούσητε.
§128ΣΑΡΑΒΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας). Τὸ ζήτημα, Κ. πρόεδρε, εἶναι σπουδαῖον καὶ ἐπιστήσατε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, καθήσατε σᾶς παρακαλῶ.
§130ΠΟΛΥΛΑΣ. «Ἀπὸ τῆς πρώτης ἑκατονταετηρίδος τοῦ χριστιανισμοῦ ἡ ἡμετέρα ἐκκλησία ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος· κατὰ τὴν 11 ἑκατονταετηρίδα ἡ εἰσβολὴ λατίνου κυριάρχου κατέστρεψεν αὐτὴν, καθυποβάλλουσα αὐτὴν εἰς τὰς κακώσεις καὶ καταχρήσεις τῆς Λατινικῆς ἐκκλησίας· τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς ὀρθοδοξίας κατήντησε τότε τὸ ὄργανον τῶν λωποδυσιῶν, τῆς αἰσχροκερδείας καὶ τοῦ σφετερισμοῦ τῆς μισαλλοθρήσκου λατινικῆς κυριαρχίας.... τὰ δεινὰ καὶ ἡ ἐξευτέλισις τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν ἐκκλησίας ἔπαυσαν μὲ τὴν παῦσιν τῆς λατινικῆς κυριαρχίας, καὶ ὑπὸ τὴν γαλλικὴν δημοκρατίαν ἀνέτειλεν εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα ὁ ἀστὴρ ὁ προμηνύων τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῆς. Ἐδημεύθησαν τότε τὰ αὐθαιρέτως σφετερισθέντα παρὰ τῆς λατινικῆς ἐκκλησίας ἀκίνητα κτήματα, προσδιωρίσθη κατάλληλος μισθοδοσία εἰς ὄφελος τῶν λατίνων ἱερέων, ἐκηρύχθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ἡ ὀρθόδοξος θρησκεία ὡς ἐπικρατοῦσα· τότε διὰ πρώτην φορὰν οἱ ὀρθόδοξοι Ἕλληνες τῆς Κερκύρας εἶδον ἀντικαταστημένην εἰς τὴν ταπεινὴν βακτηρίαν τοῦ πρωτοπαπᾶ τὴν μίτραν καὶ τὴν ποιμαντικὴν ῥάβδον τοῦ ἱεράρχου.» «Φρίττει ὁ νοῦς ἑκάστου σκεπτόμενος ὅσα ὁ ὀρθόδοξος λαὸς καὶ ὁ κλῆρος τῆς Κερκύρας ὑπέφερον ὑπὸ τῶν δυτικῶν κατὰ τοὺς παρελθόντας καιρούς ..... Ἀπερίγραπτα ἤθελον εἶσθαι καθ’ ἕκαστον τὰ ὅσα κακὰ ἔπραξαν οἱ ἀληθῶς μισαλλόδοξοι ἐκεῖνοι καθ’ ἡμῶν· δὲν ἠρκέσθησαν νὰ σφετερισθῶσι τὸν ἀρχιεπισκοπικὸν θρόνον καὶ νὰ συγχωρήσωσι μόνον ἕνα ἁπλοῦν πρωτοπαπᾶν τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοὺς ὑπεχρέωσαν νὰ συνοδεύωσι τὰς λιτανείας των ὡς δεῖγμα τῆς ὑποτελείας των πρὸς τοὺς δυτικούς.» Ταῦτα πάντα ἔπραξαν ἕως οὗ ἠδύναντο. Ἠθέλησα νὰ σᾶς ἀναφέρω τοῦτο διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πόσον ἀνεξίθρησκος εἶναι ὁ λαὸς τῆς πατρίδος μου, διότι μόλις ἔπαυσεν ἡ καταπίεσις παρὰ τοῦ λατινικοῦ κλήρου ἐπανῆλθεν ἐκείνη ἡ ὁμόνοια, ἡ ὁποία ἐκεῖ φυσικῶς ὑπάρχει μεταξὺ λατίνων καὶ ὀρθοδόξων, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὴν δυσαρέσκειαν δὲν πρέπει νὰ τὴν ἀποδώσωμεν, οὔτε τότε, οὔτε τώρα, εἰς τοὺς συμπολίτας μας λατίνους, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐνέργειαν ξένης ἐπηρείας· εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιμείνω παραπολὺ, διότι θέλω νὰ ἄρω πᾶν πνεῦμα μισαλλοδοξίας. Ἡ σύμπνοια αὕτη ἐπεκράτησεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη μέχρις οὗ ἐν Ῥώμῃ ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνακαινίσουν τρόπον τινὰ τὰ μισαλλόδοξα αἰσθήματα μεταξὺ λατίνων καὶ ὀρθοδόξων, καὶ ἐστάλη ξένος ἐπίσκοπος, ὀνομαζόμενος Νίχολσον, καὶ ἕτερος τοποτηρητὴς αὐτοῦ ὀνόματι Σκανδέλλας, ὅστις ἔφερε τὸ σκάνδαλον, διότι ἤθελε νὰ ἀντιποιηθῇ τὸν τίτλον λατινεπισκόπου Κερκύρας, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς σφοδρὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑπτανήσου. Ἰδοὺ τί λέγει περὶ τοῦ κ. Σκανδέλλα ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐκείνης. «Διὰ ποίαν αἰτίαν, ἠδύνατό τις δικαίως νὰ ἐρωτήσῃ, ἡ Γερουσία ἐν ᾧ ἀνεγνώρισε τὸν προσωρινὸν τοποτηρητὴν (Σκανδέλλαν) ἐπαρατήρησε τὸν παράδοξον διορισμόν του καὶ ἐξέφρασεν εὐχὰς ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν πορείαν του; Οἱ λόγοι εἶναι πολλοὶ καὶ διάφοροι, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξοικονομοῦσα τὸν πολύτιμον καιρὸν τῆς Βουλῆς, περιορίζεται μόνον μετὰ λύπης νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι, ἀφ’ οὗ τὸ ἐξωτικὸν τοῦτο φυτὸν ἐφάνη εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ὀρθοδοξίας, τὸ σκάνδαλον ἀνεφύη πανταχόθεν καὶ ἡ ἀπέχθεια μεταξὺ ἐκκλησίας, μεταξὺ λατίνου καὶ ὀρθοδόξου ἐκορυφώθη τὰ μέγιστα· καὶ δικαίως ἐπειδὴ ὁ Ἰησουϊτισμὸς καὶ ἡ προπαγάνδα διεκήρυξαν ἀποτόλμως καὶ ἀναιδῶς τὰ γνήσια τέκνα τῆς ὀρθοδοξίας ἄπιστα καὶ αἱρετικὰ, infedeli e scismatici. Ἔκτοτε λοιπὸν ἤρχισεν ἡ ἐνέργεια τῆς προπαγάνδας, κατὰ τὸ 1852, καὶ διήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ἥτις καὶ ἤρχισε νὰ ἐκδηλοῦται. Ἐπεκράτει ἀρχαῖον ἔθιμον νὰ λιτανεύωσιν οἱ λατῖνοι κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς μεγάλης Παρασκευῆς· ἐξήρχετο ἡ λιτανεία, ἥτις ἐλέγετο τῶν ἀγγέλων, διότι συνωδεύετο παρὰ παίδων καὶ κορασίων φερόντων πτέρυγας· πορευομένης τῆς λιτανείας συνήρχετο καὶ ὁ ὀρθόδοξος λαὸς παριστάμενος μετὰ μεγάλης ἀνοχῆς· ἀλλὰ μετὰ τὰ σκάνδαλα τοῦ τοποτηρητοῦ ἐκείνου ὁ λαὸς ἤρχισε νὰ ἀγανακτῇ καὶ νὰ μὴ προσφέρηται μὲ τὸν αὐτὸν σεβασμὸν, καὶ ἐν ᾧ διήρχετο ἡ λιτανεία διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν παντοπωλείων ἔκρουον τὰς μαχαίρας ἐπὶ τῶν τραπεζῶν. Ἐπομένως ἡ Προστασία πολὺ συνετῶς φερομένη ἔλαβε τὸ ἀστυνομικὸν μέτρον ἀπὸ τότε νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς λατίνους τὰς λιτανείας καὶ ἔκτοτε αἱ λιτανεῖαι τῶν λατίνων μόνον μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐπανελήφθησαν. Σᾶς λέγω ὅτι τὸ σκάνδαλον εἶχε κορυφωθῆ, ἡ δὲ κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἀείποτε πολὺ συνετῶς ἐπολιτεύθη καθόσον ἀφορᾷ τὰ θρησκεύματα, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον νὰ τὰς διακωλύσῃ· ἄλλως δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη οὔτε ὑπὸ τοῦ συντάγματος οὔτε ὑπὸ τῶν νόμων νὰ ἀνέχηται τὰς ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις ἢ ἐπιδείξεις οἱασδήποτε θρησκείας. Ἔκτοτε ἔπαυσαν ὁπωσοῦν τὰ σκάνδαλα, μέχρις οὗ, κατὰ τὸ 1858, πάλιν τρεῖς ἄγγελοι παρουσιάσθησαν ἐν Κερκύρᾳ· ἦταν τρεῖς ἀδελφαὶ τῆς Συμπαθείας, αἱ ὁποῖαι ἦλθον εἰς τὴν Κέρκυραν διὰ νὰ συστήσουν παρθεναγωγεῖον· παρουσιάζονται μὲ ἐκείνην τὴν ἁπλότητα, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὰ τέκνα τῶν Ἰησουϊτῶν, διότι, ὡς ἠξεύρετε, αἱ ἀδελφαὶ τῆς Συμπαθείας ἢ τῆς Ἱερᾶς Καρδίας τοῦ Ἰησοῦ εἶναι τὸ θῆλυ τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν καὶ ὑπάγονται εἰς τοὺς αὐτοὺς κανονισμούς· αὐτὸ εἶναι γνωστόν.
§131ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Πῶς ὀνομάζεται;
§132ΠΟΛΥΛΑΣ. Soeurs de Charité ἢ Soeurs du sacré coeur de Jésus. Παρουσιάσθησαν λοιπὸν διὰ νὰ συστήσουν παρθεναγωγεῖον. Ἡ ἐξουσία δὲν ἐδίστασε νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ τὴν ἔδωκεν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τοὺς νόμους τοῦ κράτους, οἱ ὁποῖοι ὀλίγον διέφερον ἀπὸ τοὺς νῦν ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντας. Ἐνταῦθα θὰ ἀναγνωρίσητε τὸν δημιουργικὸν νοῦν τῶν Ἰησουϊτῶν. Αἱ τρεῖς ἀδελφαὶ τοῦ ἐλέους ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἐπέτυχον νὰ σχηματίσωσιν ὁλόκληρον, πλῆρες, Ἰησουϊτικὸν σύστημα, καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἐξακριβώσῃ τὶ ἐγίνετο ἐν αὐτῷ, διότι δὲν ἦτο καὶ δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἐξουσίας, παρθεναγωγεῖον, ὀρφανοτροφεῖον, νοθοτροφεῖον, ἐκπαιδευτήριον τῶν ἀῤῥένων καὶ ἑταιρίαν τοῦ Ἁγ. Βικεντίου, σκοπὸν ἔχουσαν τὴν περίθαλψιν τῶν ἐνδεῶν· ἓν πλῆρες κατάστημα διὰ τοῦ ὁποίου σκοπὸν εἶχον οἱ Ἰησουῖται νὰ ἀποκαταστήσωσι κεχωρισμένην κοινότητα, δῆμον, οὕτως εἰπεῖν, ἰδιαίτερον, διότι, ὡς βλέπετε, ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα. Ἡ σύστασις ὅμως τοῦ παρθεναγωγείου ἐπέσυρε τὴν προσοχὴν τοῦ φιλογενεστάτου μητροπολίτου Κερκύρας εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἔγγραφον τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον πάντων, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τοῦ ἀνεξιθρήσκου πνεύματος τοῦ μητροπολίτου Ἀθανασίου, ἐκείνου, ὅστις πρῶτος ἐκήρυξεν, ὅτι οἱ ἐν Κερκύρᾳ Ἰσραηλῖται εἶναι πολῖται Ἕλληνες. Ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἠθέλησε νὰ καταδιώξῃ τοὺς λατίνους, ἀλλὰ πρέπει τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἠθέλησε νὰ προφυλάξῃ τὸ ποίμνιόν του ἀπὸ τὴν Ἰησουϊτικὴν προπαγάνδαν· ἰδοὺ τὶ ἔγραφεν ὁ μητροπολίτης Κερκύρας κατὰ τὸ 1860 πρὸς τὴν Ἰόνιον Βουλήν, (ἥτις ὅμως δὲν ἠδυνήθη τότε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου.)
§133Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τί τὰ θέλεις τὰ παλαιά; Τώρα νὰ ἰδῶμεν τὶ γίνεται.
§134ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀλλὰ τὰ νέα, κ. Κρεστενίτη, ἔχουν τὴν ῥίζαν των εἰς τὰ παλαιά. Ἀπό τινος ἤδη χρόνου ἦλθον εἰς τὴν νῆσον ταύτην γυναῖκές τινες κληρικαὶ τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, ἀδελφαὶ τοῦ ἐλέους καλούμεναι, ἱδρύσασαι ἅμα τῇ ἑαυτῶν ἀφίξει σχολεῖον κορασίων. Τοῦτο δὲ τὸ σχολεῖον, εἰς ὃ φοιτῶσιν οὐ μόνον αἱ τῶν ἐνταῦθα διατελούντων λατίνων θυγατέρες, ἀλλὰ δυστυχῶς καί τινες τῶν ὀρθοδόξων, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, εἴτε ἐξ ἀσυγγνώστου ἀδιαφορίας τῶν γονέων πρὸς τὴν θρησκευτικὴν ἀνατροφὴν τῶν ἑαυτῶν θυγατέρων, τοῦτο, λέγω τὸ σχολεῖον, συντηρεῖται καὶ διευθύνεται ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, ὑφ’ ὧν καὶ διδάσκονται τὰ εἰς αὐτὸ ἔξωθεν φοιτῶντα ἢ καὶ ἐνδιαιτώμενα κοράσια. Ἐπειδὴ δὲ τούτων τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους τῶν παρὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς Προπαγάνδας ἁπανταχοῦ τῆς Ἀνατολῆς ἀποστελλομένων, σκοπιμώτατον τέλος ἐστίν, ὡς περιᾴδεται, παρενείρειν ἐκ προσαγωγῆς ἅμα τῇ διδασκαλίᾳ τὰς ἀρχὰς τῆς δυτικῆς θρησκείας εἰς τὰς ἁπαλὰς καρδίας τῶν ὀρθοδόξων κορασίων, ἀπόκειται ὑμῖν συνδιασκέψασθαι περὶ τούτου καὶ νομοθετῆσαι μέτρον τι συνετὸν καὶ κατάλληλον πρὸς ἀποτροπὴν ταύτης τῆς ἐπαπειλουμένης ἡμῖν θρησκευτικῆς λύμης». Εἴδετε πῶς ἐχαιρετήθη παρὰ τοῦ ποιμενάρχου Κερκύρας ἡ ἄφιξις τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους. Περὶ τοῦ ὀρφανοτροφείου μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι ὑπάρχει· τοῦτο ἴσως ἀγνοεῖ ἡ κυβέρνησις, καὶ δὲν τὴν μέμφομαι διότι τὸ ἀγνοεῖ, καθότι εἶναι καθῆκον τῶν τοπικῶν ἀρχῶν νὰ τὴν πληροφορήσωσιν. Ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχει τὸ ὀρφανοτροφεῖον εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτε ἐγὼ ἔγραφον τὴν Ἀναγέννησιν καὶ ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν νὰ κτυπήσω τὰ τοιαῦτα καταστήματα, ὁ ἐφημέριος Ζαφῖνος ἐν τῇ ἀπαντήσει του ὡμολόγησεν ὅτι. «Αἱ Ἀδελφαὶ τοῦ Ἐλέους προσλαμβάνουσιν ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ των μικρὰς νεάνιδας στερηθείσας τῶν γονέων των». Ὁμολογεῖται λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ἑταιρία διατηροῦσα ὀρφανοτροφεῖον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται, καθότι μόνον τὸ Κράτος ἢ ὁ δῆμος δύνανται νὰ ἔχωσι τοιαῦτα καταστήματα. Σᾶς λέγω ὅτι ἡ δημιουργικὴ περίνοια τῆς προπαγάνδας εἶναι μοναδική· ἔχουσι δὲ καὶ ἄφθονα χρήματα καὶ μέσα πολλά. Ἵνα δὲ πεισθῆτε, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτῶν δὲν εἶναι ἐκπαιδευτικὸς, μάθετε ὅτι ἀπέκτησαν κτήματα τῆς ἀξίας 120,000 δραχμῶν, καὶ δὲν ἠρκέσθησαν μόνον εἰς τὰ ἐν τῇ πόλει, ἀλλ’ ἠγόρασαν κτήματα καὶ ἐν τῇ ἐξοχῇ διὰ νὰ διασκεδάζωσιν οἱ ἐκπαιδευόμενοι. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐξοχῇ ἐναυάγησαν, διότι οἱ χωρικοὶ γνωρίζουσι δρόμον συντομώτερον διὰ νὰ λύσωσι τοιαῦτα ζητήματα, ὥστε ἠναγκάσθησαν οἱ Ἰησουῖται νὰ μεταπωλήσωσιν εἰς πολὺ μετρίαν τιμὴν κτῆμα τὸ ὁποῖον ἠγόρασαν ἀντὶ 40,000 δραχμῶν, διότι εἶδον ὅτι ὁ ἀὴρ τῆς ἐξοχῆς δὲν τοῖς ἐσύμφερε. Μέθοδον παραπλησίαν πρὸς ἐκείνην τῶν χωρικῶν μᾶς ἐσυμβούλευσε νὰ ἀκολουθήσωμεν ὁ κ. Κρεστενίτης ἔν τινι προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν συμβουλὴν ταύτην.
§135ΡΩΜΑΙΟΣ. Τί συνέβη εἰς τὴν ἐξοχήν;
§136ΠΟΛΥΛΑΣ. Τοὺς ἐβίασαν νὰ φύγουν.
§137ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε ποιοὺς ἐφράγκευσαν εἰς τὴν ἐξοχήν;
§138ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε περὶ τούτου.
§139ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἢ ποιὸς ἐφράγκευσεν εἰς τὴν πόλιν;
§140ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἔφθασα ἀκόμη ἐκεῖ, μὴ ἦσθε ἀνυπόμονος.
§141ΡΩΜΑΙΟΣ. Οὔτε μᾶς ἔκαμαν, οὔτε θὰ μᾶς κάμουν ποτὲ φράγκους.
§142ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ ἄλλα μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, μολονότι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δὲν ἀγνοεῖτε, ἀλλ’ εἶναι καλὸν νὰ σᾶς τὸ ὑπενθυμίσω, τί εἶναι τὰ ἐκπαιδευτήρια τῶν Ἰησουϊτῶν. Ἰδοὺ τί λέγει σύγγραμμα ἐπιγραφόμενον La Constitution des jésuites σελ. 433. «Ἑπομένως τὰ ἐκπαιδευτήρια τῆς Ἑταιρίας ἄλλο δὲν εἶναι ἀκριβῶς εἰπεῖν ἢ φυτώριον Ἰησουϊτῶν,— ὁ εἰς αὐτὰ εἰσερχόμενος παῖς οὐδέποτε θέλει εἶναι βέβαιος νὰ μὴ ἐξέλθῃ μέλος τῆς Ἑταιρίας—διότι εἰς τὰς εἰσηγήσεις τοῦ καθηγητοῦ θέλουσι προστίθεσθαι αἱ παραινέσεις τοῦ πνευματικοῦ ἐμφορουμένου ὑπὸ ζήλου τοσούτου, ὥστε ἡ Ἑταιρία αὐτὴ φοβουμένη μήπως δὲν δυνηθῇ νὰ τὸν μετριάσῃ προσπαθεῖ νὰ τὸν περιορίσῃ.» Αὕτη εἶναι ἡ γενικὴ εἰκών. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὰ καθέκαστα. Ἰδοὺ ὁποῖα βιβλία εἶναι ἐν χρήσει εἰς τὰ καταστήματα ταῦτα· λ. χ. Abrégé en forme de catéchisme κτλ. par l’ abbé Marotte. Ὁ ἀββᾶς Marotte μᾶς διδάσκει «ὅτι ὑπάρχουσι πολλῶν εἰδῶν συνειδήσεις, ὡς ἐκ τούτου δὲ καὶ πολλῶν εἰδῶν ἠθικαὶ, ὅτι ἡ κλοπὴ ἐπιτρέπεται, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ὀφειλομένων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ αὐτοδικία, ὅτι οἱ συκοφάνται δὲν ὑποχρεοῦνται ν’ ἀναιρέσωσι τὰς παρ’ αὐτῶν διαδοθείσας συκοφαντίας, ὅτι δύναταί τις νὰ ἐπιορκήσῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ λάβῃ τις γνῶσιν τοῦ ἐμπεριεχομένου τῶν εἰς τρίτους ἀπευθυνομένων ἐπιστολῶν, καὶ τέλος ὅτι τὰ πάντα ἐπιτρέπονται, ἀρκεῖ μόνον νὰ διατελῇ τις ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν καλοῦ πνευματικοῦ καὶ νὰ ἀκολουθῇ ἔθιμά τινα δεισιδαιμονίας». Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀρχαί των. Τέλος πάντων ἔχομεν καὶ τὰ γενόμενα ἐν τῇ συνόδῳ τῆς Σμύρνης, ὅπου δὲν ἠξεύρω ἐὰν προήδρευεν, ἀλλὰ βεβαίως διεκρίθη ἐπὶ φανατισμῷ, ὁ νῦν προϊστάμενος τῆς ἐν Κερκύρᾳ λατινικῆς ἐκκλησίας κ. Σπυρίδων Μαδδαλένας, καί τοι Κερκυραῖος γεννηθεὶς ἐκ μητρὸς ὀρθοδόξου. Οὗτος ἐν τῇ συνόδῳ μετὰ πολλῆς ζωηρότητος ὑπεστήριξε τὰς ἰδέας τῆς προπαγάνδας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀποφάσεων τῆς συνόδου ἐκείνης, ἀπηγορεύθη ἀπολύτως τοῖς καθολικορωμαίοις νὰ συνάπτωσι γάμους μετ’ ὀρθοδόξων, νὰ λαμβάνωσιν ὑπηρέτας τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος, νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν οἰκίαις μὴ καθολικορωμαίαις ἢ νὰ πέμπωσι τὰ τέκνα των εἰς ἐκπαιδευτήρια ἑτεροθρήσκων.» Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀρχαί των.
§143Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Εἶναι φυλλάδιον αὐτὸ ἢ λόγος;
§144ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι φυλλάδιον ἐκδοθὲν ἐν Κερκύρᾳ ἐπιγραφόμενον. Δύω λέξεις ἐπὶ τῆς ἐν Σμύρνῃ καθολικορωμαϊκῆς συνόδου· σᾶς τὸ δίδω, ἐὰν θέλετε. Ὀλίγα θὰ προσθέσω διὰ νὰ μάθετε τί φρονοῦν οἱ Ἰησουῖται περὶ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων. Ἡ ἐνταῦθα ἐκδιδομένη ἐφημερὶς ὁ Αἰὼν κατεχώρισε δύο ἐπιστολὰς Ἰησουίτου τινὸς περὶ τούτου. Εἰς ἓν προηγούμενον ἄρθρον λέγεται, ὅτι ὅλοι οἱ ἀγωνισταὶ ὅσοι ἔκαμον τὴν Ἑλλάδα ἦσαν λῃσταί. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω, τουτέστιν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰησουίτου. «Θέλει σοὶ φανῆ παράδοξον, σεβάσμιε πάτερ μου, ἐὰν προτείνω τὸν ἐνταφιασμὸν τῆς ἐκκλησίας τῶν Γραικῶν· ἔχω περὶ τῆς ἀρχαίας ταύτης καὶ ἐνδόξου ἐκκλησίας τὴν πρέπουσαν σεβασμοσύνην· ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ἐὰν ὁ τοσοῦτον ὑπ’ αὐτῆς ἐφυβρισθεὶς Θεὸς θελήσῃ ποτὲ νὰ ἀποκαταστήσῃ αὐτήν. Εἰς τὰς περὶ ἐκλησίας τῶν Γραικῶν ἀποκαλύψεις τῆς ἁγίας Βριγίτης δύο τινὰ προλέγονται· α) ὅτι τῶν Γραικῶν ἡ χώρα καὶ τὸ βασίλειον οὐδέποτε θέλουσιν ἀποκατασταθῆ, εἰ μὴ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐκκλησίαν· βʹ) ὅτι, εἰ μὴ ἁρμοσθῶσιν ἐπὶ πᾶσι πρὸς τοὺς ἱεροὺς θεσμοὺς τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐκκλησίας, ἡ ἐκκλησία των θέλει ἐνταφιασθῆ.» Μικρὰ εἶναι τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας τῆς προπαγάνδας ἐν Κερκύρᾳ· οὐχ ἧττον εἶναι ἀξιοσημείωτα, ὅταν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ μέλλον. Πρόκειται περὶ γεγονότων περιελθόντων εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ἔπρεπε νὰ τὰ ἀναιρέσῃ ἡ προπαγάνδα· εἶναι γεγονότα πρόσφατα. Ἰδοὺ τί γράφει ἡ Ἑνότης τῆς Κερκύρας τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1869. «Αἱ ἐξετάσεις τοῦ παρθεναγωγείου τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους προβαίνουσι, καὶ ἐν αὐταῖς οὐδεμία ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ παρευρίσκεται. Καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ κεντρικὴ κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσι, φαίνεται, ὅτι τὸ Ἰησουϊτικὸν τοῦτο κατάστημα εἶναι προνομιοῦχον, καὶ διὰ τοῦτο ἐναντίον τῶν νόμων τοῦ κράτους ἐπιτρέπεται εἰς τὰς καθολικὰς καλογραίας νὰ μὴ δίδωσι λόγον τῶν πράξεών των εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἡ παροῦσα κυβέρνησις, ἰδίως ἡ ἀντιπροσωπεύουσα αὐτὴν νομαρχία, ἀπεφάσισε πλέον νὰ σκεπάσωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὰ ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν Ἰησουϊτῶν γενόμενα. Δὲν δικαιούμεθα ὅμως νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ αὐτὸ, καὶ ἕνεκα τούτου δίδομεν σήμερον εἰς τὴν δημοσιότητα δύο γεγονότα τῶν ὁποίων τὴν ἀλήθειαν ἐγγυώμεθα.» «Ἡ θυγάτηρ τοῦ Λ.....
§145ΡΩΜΑΙΟΣ. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ θυγάτηρ; τίνος Λ;....
§146ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν λέγει.
§147ΡΩΜΑΙΟΣ. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ θυγάτηρ; Εἶμαι Κερκυραῖος καὶ ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον ὡς τώρα δὲν ἠμπορῶ νὰ μάθω ποίου εἶναι αὐτὴ ἡ θυγάτηρ.
§148ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει ἐκτιμήσει τοὺς λόγους μου· κ. πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτωσι.
§149ΡΩΜΑΙΟΣ. Κ. πρόεδρε, εἶμαι Κερκυραῖος καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μάθω ποία εἶναι αὐτὴ ἡ θυγάτηρ. Αὐτὸς εἶχε γυναῖκα φράγκα ὡς προχθές, ὁ πατήρ του ἦτο καθολικός, καὶ εἶναι νέος, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη εἰς Κέρκυραν καὶ θέλει νὰ σπείρῃ τὴν διχόνοιαν.
§150ΠΟΛΥΛΑΣ. Κ. Ῥωμαῖε, δυστυχῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ λάβω παρ’ ὑμῶν μαθήματα εἰρηνοποιήσεως.
§151ΡΩΜΑΙΟΣ. Γνωριζόμεθα· ἀπὸ τὴν ὄψιν φαίνεσαι τί εἶσαι.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει ὁ λαλῶν ν’ ἀπαντᾷ εἰς κανένα.
§153ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀνακριτικὴ ἀρχὴ, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποδείξεων ἀνακριτικῶν, Ἡ θυγάτηρ τοῦ κ. Λ.... ἤδη, εἰμὴ κατὰ τύπον, οὐσιωδῶς ὅμως ἐξώμωσε τὸ ὀρθόδοξον αὑτῆς θρήσκευμα καὶ ἠσπάσθη τὸν καθολικισμόν. Ἡ θυγάτηρ τοῦ κ. Δ.... κινδυνεύει νὰ ἐξομώσῃ τὸ ἴδιον θρήσκευμα ἀπατηθεῖσα οὕτω πως ὑπὸ τῶν καλογραιῶν. Αἱ καλογραῖαι ἀφοῦ ἔδωκαν αὐτῇ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι καθ’ ὕπνους αὕτη ἔκαμνε σημεῖα καὶ νεύματα δαιμονιζομένης, καὶ ἀφοῦ τὴν ἔπεισαν, ὅτι ὑπνοβατοῦσα τὴν νύκτα ἐκινδύνευσε πολλάκις ν’ αὐτοκτονηθῇ, ἐὰν μὴ τὴν ἔσωζον αἱ δεήσεις τῶν καλογραιῶν εἰς τὴν ἰδίαν αὑτῶν Θεοτόκον, καὶ ἀφοῦ ἐνέπνευσαν αὐτῇ τοιοῦτον τρόμον, εἶπον αὐτῇ, ὅτι ὁ μόνος τρόπος ἵνα σωθῇ ἐκ τοιαύτης μάστιγος δὲν ἦτον εἰμὴ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Παναγίαν τῶν καλογραιῶν ἵνα τὴν θεραπεύσῃ. Τοῦτο ἡ τρυφερὰ νεᾶνις ἔπραττε πολλάκις τῆς ἡμέρας, καί, ὦ τοῦ θαύματος, ἐθεραπεύθη ἐκ τῆς ἀσθενείας της, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἦτο εἰμὴ μῦθος ὑπὸ τῶν καλογραιῶν δημιουργηθεὶς ἵνα ταράξωσι τὸ νευρικὸν αὐτῆς σύστημα, καὶ δυνηθῶσιν οὕτω νὰ πείσωσιν αὐτὴν, ὅτι ἡ Παναγία τῶν καλογραιῶν ἐθεράπευσεν αὐτήν. Ἡ Ἰησουϊτικὴ αὕτη ἐπινόησις ἐτρόμαξε κατ’ ἀρχὰς τὴν ἀθώαν ταύτην νεάνιδα, ἐκ τούτου δὲ ἐπέφερεν αὐτῇ νευρικοὺς σπασμούς, οἵτινες ὁσημέραι ἐκλείπουσι, καθόσον καθησυχάζουσιν αὐτὴν αἱ καλογραῖαι ἐπὶ τῆς καταπαύσεως τῆς ἀπαισίας αὑτῆς ὑπνοβασίας.»
§154ΡΩΜΑΙΟΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
§155ΠΟΛΥΛΑΣ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, ἐπὶ τέλους ἓν ὄνομα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς κάμῃ νὰ φρίξητε. Ἄθλιός τις ὀνομαζόμενος Φραγκούλης, ἄλλοτε ὑπάλληλος τοῦ ἐνταῦθα Σωφρονιστηρίου, ὀρθόδοξος, ἔχων σύζυγον καθολικήν, ἐξαπατηθεὶς ὑπὸ τῶν ἐνταῦθα Ἰησουϊτῶν καὶ ὑπὸ τῆς φανατικῆς αὑτοῦ συζύγου, παρέδωκεν αὐτοῖς τὸν υἱὸν καὶ τὰς θυγατέρας αὑτοῦ· ἐλεγχόμενος δὲ ὑπὸ τοῦ συνειδότος ἕνεκεν τοῦ διαπραχθέντος ἐγκλήματος, περιπλανᾶται νῦν μακρὰν τῆς πατρίδος του εἰς τὴν Τουρκικὴν ἐπικράτειαν, αἰσχυνόμενος νὰ πατήσῃ τὸν πόδα του ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ταύτης χώρας, ἔνθα λαβὼν πολλὰς ὑποσχέσεις ἱκανοποιούσας τὰς ἀμέσους αὑτοῦ ἀνάγκας, συνῆψε τὸ συμβόλαιον τῆς παραδόσεως τῶν τέκνων του μετὰ τῶν Ἰησουϊτῶν, οὗ δυνάμει ὁ ἄῤῥην αὐτοῦ υἱὸς εὑρίσκεται νῦν κεκλεισμένος εἰς Κολέγγιον Ἰησουϊτικὸν ἐν Ῥώμῃ ἐξομώσας τὸ ἴδιον αὑτοῦ θρήσκευμα, ὅθεν μετ’ ὀλίγον θέλει ἐξέλθει ἴσως φρικτὸς διώκτης τῆς ὀρθοδοξίας.» Εἶναι λοιπὸν ὁμολογούμενον, κύριοι, καὶ ἡ δημοσιογραφία τῆς Κερκύρας καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπάρχει τὸ σκάνδαλον, ὅτι ἡ αὐθάδεια τῶν Ἰησουϊτῶν καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ προϊσταμένου τῆς λατινικῆς ἐκκλησίας εἶναι ἀπερίγραπτος· διότι ὡς ἀνέφερα ἔν τινι προηγουμένῃ ἐπερωτήσει πρὸς τὴν κυβέρνησιν, οὗτος ἐτόλμησε νὰ κάμῃ δέησιν ὑπὲρ ξένου ἡγεμόνος ἐνώπιον ξένων πλοίων, ἐν τῇ λιτανείᾳ τοῦ Corpus domini, καὶ δὲν ἔκαμε δέησιν ὑπὲρ τοῦ βασιλέως Γεωργίου. Τοῦτο ἠδύνατο νὰ διαταράξῃ τὴν τάξιν, ἂν ὁ λαὸς ἤθελεν ἀμέσως τὸ ἐννοήσει, καὶ ὁ κ. Ῥωμαῖος θέλει λάβει τὰς ἀποδείξεις ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν γεγονότων.
§156ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἐζήσαμεν πενῆντα χρόνους μαζῆ καὶ δὲν γνωρίζομεν τίποτε, καὶ σεῖς ἔχετε γυναῖκα φράγκα καὶ δὲν ἐφραγκεύσατε.
§157ΠΟΛΥΛΑΣ. Κ. πρόεδρε (θόρυβος)...... Καὶ τοῦτο εἶναι ψεῦδος· ἡ σύζυγός μου ἦτο ὀρθόδοξος.
§158ΡΩΜΑΙΟΣ. Τοὺς ἔχει γινάτι διατὶ δὲν τοῦ δίδουν ψήφους οἱ φράγκοι.
§159ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, κύριοι, πῶς ὑπάρχουσι τὰ καταστήματα ταῦτα καὶ ποῖαι αἱ συνέπειαι τῆς παρανόμου ταύτης ὑπάρξεως. Καθὰ προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὸ κατάστημα τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, ὡς σᾶς προεῖπον, ἐγκαθιδρύθη ἐν Κερκύρᾳ τὸ 1858 τῇ ἀδείᾳ τῆς Γερουσίας, ἥτις ὑπέβαλε καὶ τὸ κατάστημα τοῦτο εἰς τὸν κοινὸν κανόνα ὅλων τῶν ἄλλων ἰδιωτικῶν καταστημάτων, τοὐτέστιν εἰς τοὺς νόμους τοῦ κράτους. Τὸ κατάστημα τῶν ἀῤῥένων, δηλαδὴ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ἐγκαθιδρύθη τῷ 1865 ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῆς παιδείας τοῦ κ. Λομβάρδου. Τότε ἐζήτησαν, ἐπειδὴ ὑπῆρχε τὸ κατάστημα τῶν θηλέων καὶ ἤθελον νὰ χωρίσωσι τὰ ἄῤῥενα, ν’ ἀνοίξωσι δημοτικὸν σχολεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νόμου. Κατόπιν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὸ 1867, ὁ κ. Ζαφῖνος ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ κατάστημα τῶν ἀῤῥένων καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ ἀνώτερον ἐκπαιδευτήριον, ἤθελε δὲ νὰ ἐξαιρεθῇ τῶν νόμων τοῦ κράτους καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐγένετο σπουδαία ἀλληλογραφία μετὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς παιδείας κ. Χριστοπούλου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πεισθεὶς ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ζαφῖνος, ἐδήλωσε ῥητῶς, ὅτι συμμορφοῦται μὲ τοὺς νόμους τοῦ κράτους, καὶ πραγματικῶς ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον τῷ ἐπετράπη ν’ ἀνοίξῃ τὸ κατάστημα ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὡς ἀποδεικνύουσι τὰ ἔγγραφα καὶ ὁμολογεῖ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι οὐδεμίαν τῶν ὑποχρεώσεών του ἐξετέλεσε, διότι οὔτε βιβλία ἀνεγνωρισμένα μεταχειρίζεται, οὔτε διδασκάλους ἀνεγνωρισμένους, οὔτε διδάσκονται εἰς τὸ κατάστημα ἐκεῖνο τὰ ἱερὰ μαθήματα. Ἐγεννήθησαν πολλὰ παράπονα, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐξηγέρθη εἰς σημεῖον σπουδαῖον. Τώρα θέλω σᾶς ἀναγνώσει τινὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶναι καλὸν νὰ περιέλθουν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἀκούσατε πῶς ἐχορηγήθη ἡ ἄδεια παρὰ τοῦ Νομάρχου. «Κέρκυρα 25 Ἰουνίου 1868. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ δόκτωρ Ἰωσὴφ Ζαφῖνος ἱερεὺς τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας ἐδήλωσε δι’ ἀναφορᾶς του, ὅτι ἀποδέχεται πάσας τὰς κατὰ τὰ κείμενα ὑποχρεώσεις περὶ συστάσεως καὶ διατηρήσεως ἰδιωτικοῦ σχολείου, αἵτινες καὶ ἐγνωστοποιήθησαν αὐτῷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3750 ἀπὸ 21 Μαΐου ε. ε. ἐγγράφου τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίου ἐκπαιδεύσεως ὑπουργείου. «Δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4767 ἀπὸ 22 ἱσταμένου μηνὸς διαταγῆς τοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου ἐπιτρέπομεν εἰς τὸν εἰρημένον αἰδέσιμον ἱερέα τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας κύριον Ἰωσὴφ Ζαφῖνον νὰ συστήσῃ ἐνταῦθα ἰδιωτικὸν ἐκπαιδευτήριον, ὑπὸ τοὺς ὅρους ἵνα κατὰ τὴν μνησθεῖσαν διαταγὴν καθυποβάλῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ἐνταῦθα κυρίου γυμνασιάρχου, εἰς οὗ τὴν ἐπιτήρησιν θὰ ὑπάγεται τὸ εἰρημένον ἰδιωτικὸν σχολεῖον, τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων, τὰ ὀνόματα τῶν μελλόντων νὰ διδάξωσιν ἓν ἕκαστον μάθημα, μὲ σημείωσιν τῆς τοῦ διδασκάλου ἀδείας ἢ ἀναγνωρίσεως ἣν κέκτηται ἕκαστος αὐτῶν, καὶ τῶν εἰς χρῆσιν τῆς διδασκαλίας τῶν μαθημάτων ἑκάστου βιβλίων, ἅτινα πρέπει πάντα νὰ ὦσιν ἐκ τῶν ἐγκεκριμένων καὶ κατὰ τὰς περὶ τούτου εἰδικὰς σημειώσεις ἐν τῷ περὶ ἑλληνικῶν σχολείων καὶ γυμνασίων ὀργανικῷ Διατάγματι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836. «Πᾶσα τῶν ὅρων τούτων παράβασις καθιστᾷ ἄκυρον τὴν παροῦσαν ἄδειαν.» Ἔχομεν καὶ ἕτερον ἔγγραφον τοῦ νομάρχου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περί τινος τοιχοκολλήσεως εὑρεθείσης ἐν Κερκύρᾳ κατὰ τῆς προπαγάνδας. «Κέρκυρα 21 Αὐγούστου 1869. «Ὑπὸ τὰς στοὰς τῆς πλατείας ἐνταῦθα εὑρέθη ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας ἀγγελία ἔντυπος, ἰταλιστὶ γεγραμμένη, κατὰ τῶν ἐνταῦθα Ἰησουϊτῶν, ἧς ἀντίγραφον ἐσωκλείεται, τῆς πρωτοτύπου σταλείσης εἰς τὸν εἰσαγγελέα ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου.» Δὲν μὲ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ τοιχοκόλλησις ὅσον αἱ σκέψεις τοῦ νομάρχου. «Ἡ ἐνταῦθα σύστασις καὶ διατήρησις τῶν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων τοῦ τε ἱερέως τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας Ἰωσὴφ Ζαφίνου καὶ τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους ἐγέννησεν ἀληθῶς σκάνδαλον εἰς τὸν τόπον· ἀπὸ δὲ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐν Σμύρνῃ συγκροτηθείσης συνόδου τῶν δυτικῶν ἀρχιερέων, τὰ πνεύματα ἤρξαντο ἔτι μᾶλλον ἐρεθιζόμενα, φυλλάδια ἐπὶ τούτου ἐξεδόθησαν, καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο σχετιζόμενον πρὸς τὰ μνησθέντα διδακτήρια, καὶ ἱδρύματα τῆς προπαγάνδας, κατέστη ἀντικείμενον τῆς ἡμέρας ὑπὸ τὰς ἐπικρίσεις τοῦ κοινοῦ, πραγματευόμενον καὶ ὑπὸ τῶν ἐνταῦθα ἑλληνικῶν ἐφημερίδων. «Τοῦ διδακτηρίου τούτου ἐνεργήθησαν κατ’ αὐτὰς αἱ ἐξετάσεις εἰς ἃς παρέστη ὁ κ. γυμνασιάρχης μετὰ καθηγητοῦ καὶ ὁ νομαρχιακὸς δημοδιδάσκαλος, ὧν τὰς ἐκθέσεις διαβιβάζω ἤδη εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτλ. ὑπουργεῖον· ἐκ τῶν ἐξετάσεων ἐγνώσθη, ὅτι ὁ Ζαφῖνος δὲν ἐτήρησε τὸ ὑποβληθὲν πρόγραμμα τῶν μαθημάτων τῆς χειμερινῆς ἑξαμηνίας, κυρίως δὲ δὲν ἐδιδάχθησαν εἰς τοὺς ὀρθοδόξους μαθητὰς τὰ ἱερὰ μαθήματα, ἐνῷ καὶ τοιαῦτα, καὶ διδάσκαλον ἱερέα ὀρθόδοξον ἐσημείου εἰς τὸ πρόγραμμά του· ἤδη ἔκαμε δήλωσιν, ὅτι τοῦ λοιποῦ οὐ μόνον νέους μαθητὰς ὀρθοδόξους δὲν θέλει παραδεχθῆ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπάρχοντας θ’ ἀπολύσῃ. «Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑποβάλλεται ἤδη ἡ δήλωσις αὕτη, ὅπως ἢ ἀναγνωρίσῃ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ προκειμένου διδακτηρίου, ἢ ἀκυρώσῃ τὴν δοθεῖσαν ἄδειαν τῆς συστάσεώς του ὡς παραβιασθέντων τῶν ὅρων αὐτῆς. «Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ διδακτήριον τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους ἐν τούτῳ μὴ ὑπαχθέντι ὡσαύτως εἰς τὰ κανονισμένα, οὐδ’ ἐξετάσεις ἐγένοντο, καὶ περὶ αὐτῶν ὁ γυμνασιάρχης πρόκειται νὰ ζητήσῃ ἤδη ἐγγράφως τὸν λόγον.»
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖος γράφει;
§161ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὁ νομάρχης. Ἀκούσατε καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ γυμνασιάρχου. «Κέρκυρα 18 Σεπτεμβρίου 1869. «λαβόντες τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20088 γράμμα τῆς νομαρχίας, δι’ οὗ ζητοῦνται παρ’ ἡμῶν πληροφορίαι περὶ τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων τοῦ Δυτικοῦ Παρθεναγωγείου τοῦ τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους ἐπιγεγραμμένου, λυπούμεθα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ καταστήματος λανθάνοντος καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν συντηρουμένου. Γινώσκομεν μόνον, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ παρθεναγωγεῖον οὔτε ἀναγνώρισίν τινα ἐζήτησεν, οὔτε πρόγραμμα πώποτε ὑπέβαλεν, οὔτε καθηγητὰς τῶν ἱερῶν μαθημάτων ὑπέδειξεν, οὔτε τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις ἐνήργησε κατὰ τὰ περὶ τούτου νενομισμένα, ἀλλ’ ἰδιόῤῥυθμόν τινα καὶ αὐτόβουλον διδασκαλίαν μετέρχεται ἐντελῶς πρὸς τὰ λοιπὰ τοῦ κράτους παρθεναγωγεῖα παραλλάσσουσαν. Οἱ δὲ γονεῖς ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ὑπάγεται, ὡς πάντα ἀνεξαιρέτως τὰ ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια, εἰς τοὺς νόμους τοῦ κράτους καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς πολιτείας, ἐμπιστεύονται τὰ τέκνα των. Ἡ νομαρχία γινώσκει ὡσαύτως, ὅτι τοσούτων ἑλληνίδων τέκνα ὀρθοδόξων στεροῦνται σπουδαιοτάτου μαθήματος τῆς ἱερᾶς Κατηχήσεως καὶ τῶν λοιπῶν ἱερῶν μαθημάτων κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως. Δυοῖν θάτερον, κ. Νομάρχα, ἢ ὑποχρεοῦνται αἱ ὁμόθρησκοι ἡμῶν Ἑλληνίδες νὰ ἀκροάζωνται τῶν ἱερῶν μαθημάτων ὑπὸ δυτικοῦ ἱερέως διδασκομένων καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, ἢ στεροῦνται ἐντελῶς διδασκαλίας θείας, χρήματος σπουδαιοτάτου διὰ τὴν ἀγωγὴν καὶ ἐκπαίδευσιν· καὶ εἰς τὰς δύο περιστάσεις τὰ τρυφερὰ κοράσια λάθρα καὶ ἀνεπαισθήτως προσκτῶνται ἤθη, καὶ ἤθη οὐ μόνον διὰ τὴν οἰκογένειαν ἐπιβλαβῆ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πολιτείαν. Πρὸς ταῦτα ἔχει καθῆκον ἡ πολιτεία νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν διευθυνόντων νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· καὶ αὐτοὶ οἱ διευθύνοντες συμφέρον ἔχουσι διὰ τὴν πρόοδον τοῦ καταστήματος, διὰ τὸν χριστιανικὸν σκοπὸν ὃν διώκουσι, νὰ ὑποβάλωσι τὸ κατάστημα εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀποφεύγοντες οὕτω τὰς ὑπονοίας τοῦ πλήθους καὶ ἰδίᾳ τῶν γονέων παρ’ ὧν πολλάκις ἠρωτήθημεν ἂν τηρῆται ἀκριβῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως τὸ πρόγραμμα τοῦ ὑπουργείου.» «Μετὰ τοσαύτας παρατηρήσεις γενομένας εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ ἐκπαιδευτηρίου τῶν ἀῤῥένων κ. Ι. Ζαφῖνον ἠλπίζομεν, ὅτι ἐφέτος τοὐλάχιστον θὰ προσκαλέσωσι τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς εἰς τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις τοῦ παρθεναγωγείου καὶ ὅμως αἱ ἐξετάσεις ἔληξαν καὶ ἡ νομαρχία οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει.» «Ταῦτα κατὰ τὸ παρὸν κ. Νομάρχα, ὑμῖν δ’ ἔγκειται νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι ὁ νόμος ἐπιτάσσει.» Ἰδοὺ ἑτέρα ἔκθεσις τοῦ κ. Νομάρχου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐκκλησιαστικῶν. «Κατόπιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 5208 καὶ 5081 ἀναφορῶν τῆς Νομαρχίας, πληροφορῶ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος μηνὸς ἤρξαντο εἰς τὸ παρθεναγωγεῖον τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους αἱ ἐνιαύσιοι ἐξετάσεις, ἢ μᾶλλον αἱ διετεῖς τοιαῦται, καθότι οὐδόλως ἐγένοντο ἐξετάσεις κατὰ παρελθὸν ἔτος, θεωρουμένου ἴσως περιττοῦ τοῦ τύπου τούτου. Τὸ ἐνεστὼς ἔτος αἱ ἐξετάσεις ἐγένοντο χωρὶς νὰ εἰδοποιηθῶσιν αἱ ἁρμόδιοι ἀρχαὶ, οὔτε ἡ ἐφορευτικὴ ἀρχὴ τῶν σχολείων. Καθὰ δ’ ἐπληροφορήθην θετικῶς, οὐδεμία ἐξέτασις ἐγένετο οὔτε εἰς τὴν ἱερὰν ἡμῶν Κατήχησιν, οὔτε εἰς τὴν ἱερὰν Ἱστορίαν, αἱ δὲ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἐξετάσεις ὑπῆρξαν ἀσθενέσταται. Συνεπείᾳ τούτου ἀπηύθυνα εἰς τὸν δήμαρχον Κερκυραίων καὶ τὸν γυμνασιάρχην Κερκύρας τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 40139 καὶ 10088 ἔγγραφα. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ τελευταίου θέλει πληροφορηθῆ τὸ ὑπουργεῖον ὅτι καὶ ὁ κύριος Γυμνασιάρχης θεωρεῖ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, νὰ ληφθῇ μέτρον τι περὶ τοῦ προκειμένου Σχολείου, ἐν ᾧ ὀρθόδοξοι νεάνιδες λαμβάνουσιν ἀνατροφὴν ἀντικειμένην πρὸς τὸ ἱερὸν ἡμῶν θρήσκευμα καὶ τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ἰδέας. Ἑλληνίδες δὲ νεάνιδες οἱουδήποτε θρησκεύματος ἐκπαιδεύονται ἀλλοτρίως πρὸς τὰ ἡμέτερα ἤθη καὶ ἔθιμα, μόλις διδασκόμεναι τὴν ὡραίαν ἡμῶν γλῶσσαν καὶ οὐδόλως ἴσως τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν Ἱστορίαν. «Συνεπείᾳ τούτου προσεκλήθη ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος διὰ τοῦ Δημάρχου Κερκυραίων νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰ περὶ ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων κεκανονισμένα, τῷ ἐδόθη δὲ προθεσμία πεντεκαίδεκα ἡμερῶν ὅπως ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀπάντων τῶν ἐγγράφων τούτων ἐσωκλείονται ἀντίγραφα πρὸς γνῶσιν τοῦ ὑπουργείου. «Καὶ ἀγνοῶ μὲν τί θέλει ἀπαντήσει ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος, προβλέπω ὅμως ἢ ὅτι θέλει καταφύγει εἰς προφάσεις καὶ δικαιολογήσεις ἐξαγοράζων τὸν καιρόν, ἢ ὅτι θέλει ἐπικαλεσθῆ ξένας μεσιτείας, καθότι δυστυχῶς οἱ ἐνταῦθα δυτικοὶ ἢ ὀρθότερον εἰπεῖν οἱ Ἰησουΐται ἐκ τῶν δυτικῶν, φρονοῦσιν ὅτι τὸ ἄρθρ. 4ον τῆς συνθήκης περὶ ἑνώσεως τῶν Ἰονίων νήσων μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπιτρέπει αὐτοῖς νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ πολλάκις νὰ ἀντιστρατεύωνται κατ’ αὐτῶν. Ἡ ἰδέα αὕτη ἐνισχύεται ἐπὶ μᾶλλον παρ’ αὐτοῖς, βλέπουσιν ὅτι οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἐξήσκησε τὴν δέουσαν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν δυτικῶν καταστημάτων, ἰδιοῤῥύθμως διοικουμένων καὶ ἐν τῷ σκότει προβαινόντων εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν. «Ἐλπίζω τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα νὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἱερέως Ζαφίνου· παρακαλῶ δὲ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς περιστάσεως ταύτης ὅπως φανῇ αὐστηρὸν καὶ μὴ ἐπιτρέψῃ ἐπὶ πλέον τὸν ἐμπαιγμὸν ὃν παρὰ τοῦ τάγματος τῶν Ἰησουϊτῶν ὑφιστάμεθα. Καὶ γνωρίζω μὲν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει τὰς δυσκολίας του, πλὴν διαβεβαιῶ τὸ ὑπουργεῖον ὅτι θέλει ἔχει τὴν ζωηρὰν καὶ ἔνθερμον ὑποστήριξιν τῆς ἐνταῦθα κοινῆς γνώμης, ἥτις θέλει ἐπικροτήσει εἰς πᾶν τοιοῦτον γενναῖον βῆμα. Ὀφείλων δὲ ἐκ καθήκοντος νὰ κρατῶ τὴν κυβέρνησιν ἐνήμερον τῶν ἐπικρατουσῶν ἰδεῶν καὶ τῆς ὑποδεξιώσεως ἢ ψυχρότητος μεθ’ ἧς γίνονται ἀποδεκταὶ αἱ διάφοροι τῶν ἀρχῶν ἐνέργειαι, ἰδίως ἐν χώρᾳ νεωστὶ προσαρτηθείσῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, προστίθημι ὅτι πᾶσα ὑποχώρησις, πᾶσα ἐνέργεια δυναμένη νὰ παρεξηγηθῇ ὡς τεκμήριον δειλίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἤθελε θρασύνει ὑπὲρ τὸ δέον ἐκείνους ἐκ τῶν δυτικῶν ὅσοι διάκεινται δυσμενῶς πρὸς ἡμᾶς, ἤθελεν ἐπιφέρει καὶ μεγίστην δυσαρέσκειαν εἰς ὅλους τοὺς καλοὺς πατριώτας καὶ γνησίους ἕλληνας ἀποτελοῦντας εὐτυχῶς τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν καὶ ἤθελεν ἴσως ὠθήσει εἰς πράξεις βιαίας, ἃς ἀπεύχομαι, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν δυτικῶν, τὰς ὁποίας δὲ προνοοῦντες ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας, θέλομεν βεβαίως ἀποκρούσει χωρὶς ἴσως νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐμποδίσωμεν». Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω ἐγὼ τὰς ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ περιεχομένας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐπισφραγίζουσιν ὅσα εἶπον περὶ προπαγάνδας καὶ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ νομάρχου ἀναφερομένη εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ τόπου. Τί ἔπραξεν ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος ἐπὶ τέλους; Ἠρκέσθη καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐκπαιδευτήριον τῶν ἀῤῥένων νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θέλει δεχθῆ πλέον ὀρθόδοξα τέκνα, καὶ ὡς πρὸς τὸ παρθεναγωγεῖον ἔγραψε πρὸς τὸν δήμαρχον, ὅτι διεβίβασε τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας. Τοσαύτη εἶναι ἡ αὐθάδεια τοῦ ἱερέως Ζαφίνου. Τώρα θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἔχουσιν ὑπόστασιν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἱερέως. Κατὰ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι ἐὰν εἶχεν ἀξιώσεις ὁ κ. Ζαφῖνος, ἔπρεπεν, ἐπειδὴ εἶναι πολίτης Ἕλλην, πρὶν ἢ ἀποταθῇ εἰς ξένην Δύναμιν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι περιέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα τὸ προβλεπόμενον παρὰ τοῦ ποινικοῦ Νόμου εἰς τὰς ἑξῆς διατάξεις του· Ἄρθρον 134 τοῦ Ποιν. Ν. «Εἰς μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ ὀκτὼ ἔτη, 1. ὅστις δι’ ἀξιώσεις δικαιωμάτων, ἢ διὰ φαινόμενα παράπονα κατὰ τῆς ἐπικρατείας, τοῦ ἡγεμόνος ἢ τῶν συμπολιτῶν προκαλεῖ ξένην τινὰ δύναμιν εἰς μεσολάβησιν ἐπικίνδυνον εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 526. Ὅστις ἄνευ ἀδείας τῆς δημοσίας ἀρχῆς ἐμβαίνει εἰς ἀνταπόκρισιν μὲ ξένας δημοσίας ἀρχὰς ἢ ἄλλους πράκτορας διὰ νὰ κάμῃ ἀνακοινώσεις περὶ σχέσεων τοῦ Κράτους μὴ δημοσίως ἐγνωσμένων ἢ διὰ νὰ ἐπενεργήσῃ εἰς ὁποιανδήποτε δημοσίαν σχέσιν· ὅστις δέχεται μὲ τοιοῦτον σκοπὸν παραγγελίας ξένων ἀρχῶν πρακτόρων, ἐὰν διὰ τῆς πράξεως ταύτης δὲν ἔγεινε παράβασις κἀνενὸς ἄλλου ποινικοῦ νόμου, τιμωρεῖται μὲ κράτησιν δύο ἑβδομάδων μέχρι δύο μηνῶν». Ἐλπίζω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει φροντίσει περὶ τούτου· αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν διοικητικήν σας ἐνέργειαν. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ παρθεναγωγεῖον ἐπικαλοῦνται, ὡς φαίνεται, τὸ ἄρθρον 4 τῆς περὶ ἑνώσεως συνθήκης. Σημειώσατε ὅτι ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1815, διὰ τῆς ὁποίας ἐτέθη ἡ Ἑπτάνησος ὑπὸ τὴν ἀγγλικὴν προστασίαν, οὐδὲν ἐῤῥέθη περὶ θρησκείας, ἀλλ’ ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1817 ἐκανονίσθησαν καὶ τὰ περὶ θρησκείας, καὶ ἡ ῥωμαϊκὴ ἐκκλησία ἐθεωρήθη εἰδικῶς προστατευομένη, μὴ ἔχουσα τὴν ἐξωτερικὴν λατρείαν. Διὰ τῆς συνθήκης περὶ ἑνώσεως νομίζουν τινὲς, ὅτι ἡ Ῥωμαϊκὴ ἐκκλησία κἄτι ἀπήλαυσεν, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐάν τι ἀπήλαυσε, τοῦτο δὲν ἀνάγεται βεβαίως εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐλευθέραν λατρείαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἡμεῖς δὲν φθονοῦμεν, ἀλλὰ τὴν παραδεχόμεθα πλήρη ὑπὲρ τῶν λατίνων συμπολιτῶν μας. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον 4 τῆς συνθήκης· «Ἡ μετὰ τοῦ βασιλέως τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας ἢ τῆς ἀνεξιθρησκείας· ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ Αʹ καὶ Εʹ κεφαλαίου τοῦ Συνταγματικοῦ χάρτου τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου ἑλληνικῆς ἐκκλησίας ὡς ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς λατρείας ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ κράτους τῆς προστάτιδος δυνάμεως, καὶ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία ἡ πρὸς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς κοινότητας ὑποσχεθεῖσα, διατηρηθήσονται, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἰσχύϊ. Ἡ εἰδικὴ προστασία, ἡ ἐγγυηθεῖσα πρὸς τὴν καθολικὴν Ῥωμαϊκὴν ἐκκλησίαν, ὡς πρὸς τὰ πλεονεκτήματα ὧν αὕτη ἤδη ἀπολαύει, διατηρηθήσεται ἐπίσης καὶ οἱ εἰς τὸ δόγμα τοῦτο ἀνήκοντες ὑπήκοοι θ’ ἀπολαύωσιν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις τῆς αὐτῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τῆς ἀναγνωρισθείσης, ὡς πρὸς αὐτοὺς, ἐν Ἑλλάδι, διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 22 Ἰανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830.» Τὸ πρωτόκολλον δὲ τί λέγει; «Ἡ Α. Μ. ὁ βασιλεὺς τῆς Γαλλίας, ὅστις εἶχεν ἐξαιρέτως ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ ὑπεράσπισίν του τοὺς χριστιανοὺς τούτου τοῦ δόγματος, ἐν ὅσῳ ὑπέκειντο εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης, κρίνει δίκαιον νὰ παραιτήσῃ σήμερον τὸ προνόμιον τοῦτο ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ νέον κράτος, νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ εἰς τὸν ὀνομασθέντα τῆς Ἑλλάδος Ἡγεμόνα. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ Α. Μ. ἀπῄτησεν ἐγγυήσεις ἀποχρώσας ὑπὲρ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν καθολικῶν τούτων, τὴν ὁποίαν εἶχον ἄχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τὴν δύναμιν τῆς Γαλλίας. Ἐπειδὴ ἡ ἀξίωσις αὕτη ἀνεγνωρίσθη δικαία, συνωμολογήθη, ὅτι ἡ καθολικὴ θρησκεία νὰ ἐκτελῇ ἀκωλύτως εἰς τὸ νέον κράτος τὰς τελετὰς τῆς λατρείας της, καὶ αἱ εἰς αὐτὴν ἀνήκουσαι ἰδιοκτησίαι νὰ ἦναι ἀνεπηρέαστοι· οἱ δὲ ἐπίσκοποι αὐτῆς νὰ διατηρῶσιν ἀπαραμειώτως τὰ ὑπουργήματα, τὰ δικαιώματα, καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἔχαιρον ὑπὸ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ βασιλέως τῆς Γαλλίας· καὶ τελευταῖον κατὰ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ὅλαι αἱ ἀνήκουσαι ἰδιοκτησίαι εἰς τὰς ἀνέκαθεν ἐκκλησιαστικὰς ἀποστολὰς τῆς Γαλλίας ἢ εἰς καταστήματα γαλλικὰ, νὰ ἀναγνωρίζωνται ὡς τοιαῦται καὶ νὰ διαμένωσιν ἀνεπηρέαστοι.» Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν βλέπω τίνι τρόπῳ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰ ἐκπαιδευτήρια ταῦτα τὸ ἄρθρον τοῦτο τῆς συνθήκης. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας εὑρίσκω ἐν τῇ συνθήκῃ ἓν ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς· «ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολύτου ἀστικῆς καὶ πολιτικῆς ἰσότητος μεταξὺ τῶν ὑπηκόων τῶν διαφόρων δογμάτων, καθιερωμένη ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1830, θέλει ἐπίσης ἰσχύει ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις.» Ἐνταῦθα ἐπαναλαμβάνεται ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἂν ἤθελεν ἐπιτρέπεσθαι ὑπὸ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1830 νὰ ἔχῃ ὁ Λατινικὸς κλῆρος ἐκπαιδευτήρια προνομιακὰ, μὴ ὑπαγόμενα εἰς τοὺς νόμους τῆς ἐπικρατείας, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ἐφ’ ἧς στηρίζονται, ἤθελεν ἀναιρέσει τὴν περὶ ἰσότητος διάταξιν, τὴν ὁποίαν τώρα σᾶς ἀνέγνωσα, διότι ἓν μέρος πολιτῶν, οἱ Λατῖνοι, ἤθελον ἔχει προνόμια ἀπέναντι ἡμῶν τῶν πρεσβευόντων τὸ ἀνατολικὸν δόγμα· ἄρα δὲν ἤθελεν ὑπάρχει ἡ ἀπόλυτος ἀστικὴ καὶ πολιτικὴ ἰσότης, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει ἡ συνθήκη. Καὶ περὶ ταῦ παρθεναγωγείου τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο· νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετά. Περὶ δὲ τοῦ ἐκπαιδευτηρίου τῶν ἀῤῥένων, ἐν ᾧ ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος ἔκαμεν ἐπίσημον δήλωσιν, ὅτι ὑποβάλλεται εἰς τοὺς νόμους τοῦ κράτους, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑπεκφύγῃ τὸν ὅρον τοῦτον, διαδηλῶν τώρα, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θέλει δεχθῆ ὀρθόδοξα τέκνα. Αὕτη εἶναι πρόφασις διὰ νὰ σώσῃ τὸ ἐκπαιδευτήριον· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ὑπάρχωσιν ἐκπαιδευτήρια, ἔστω καὶ ὅτι δὲν φοιτῶσιν εἰς αὐτὰ παντάπασι παῖδες τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος, νὰ ἐπιτρέψωμεν ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια διεπόμενα ὅπως θέλουν οἱ διευθύνοντες. Ὡς πρὸς τὸ ὀρφανοτροφεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ὡς ὁμολογεῖται καὶ ὑπὸ τοῦ ἱερέως Ζαφφίνου, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει παρανόμως, διότι τοιαῦτα καθιδρύματα πρέπει νὰ ὑπάγωνται καὶ ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καθότι ἀγνοῶ ἂν ἡ πολιτεία δύναταί ποτε νὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε οἱοσδήποτε, ἀνεξετάστως, νὰ διατηρῇ ὀρφανοτροφεῖα ἢ ἄλλα τοιαῦτα καταστήματα. Νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ηὐτύχησα νὰ ἦμαι εὐφραδὴς, ἴσως δὲν θέλγεσθε ὑπὸ τῆς ὁμιλίας μου, καὶ ἑπομένως συντέμνω τὸν λόγον μου ὅσον τὸ δυνατόν. Ἄλλον σκοπὸν δὲν εἶχον ἢ νὰ ἀνοίξω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, νὰ προσκαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ σοβαρῶς τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῆς ἀνωμάλου καὶ παρανόμου καταστάσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ κληρικῶν ἐκπαιδευτηρίων. Τὰ μέλη τῆς κυβερνήσεως, καὶ πολλὰ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, γινώσκουσι πῶς ἄλλοτε οἱ Ἰησουῖται ἐδιώχθησαν ἀπὸ καθολικὰς χώρας, καὶ πῶς ὁλονὲν διώκονται, καὶ εἶναι πολὺ παράδοξον, ἔστω καὶ ἂν θέλουν νὰ μᾶς τὸ ἐπιβάλωσιν, ἡμεῖς δὲν ἀνεχόμεθα Ἰησουίτας, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ οἱ καθολικοὶ διώκουν ἀπὸ τὰ κράτη των. Εἶναι καλὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο περικοπὰς μόνον, τὴν μὲν τοῦ εἰσαγγελέως τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ ἔτος 1763 περὶ τοῦ τάγματος τῶν Ἰησουϊτῶν,—διότι μὴ νομίσατε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι παλαιὰ αὐτὰ τὰ πράγματα περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀκούσητε τώρα, δὲν ὑφίστανται εἰσέτι· ἡ ἑταιρία αὕτη ἀριθμεῖ ἴσως 30,000 μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι διεσκορπισμένα πανταχοῦ τῆς ὑφηλίου. Περὶ τῶν τοιούτων ἐκπαιδευτηρίων ἰδοὺ τὶ ἔλεγεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ripert de Monclar, ἐκθέτων πρὸς τοὺς δικαστὰς τῆς Προβιγκίας τὸν κανονισμὸν τῆς ἑταιρίας (1763). «Εἶναι ἀνάγκη νὰ λαλήσω περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς νεολαίας. Θέλετε ἐπὶ στιγμὴν διστάσει νὰ ἀφαιρέσητε αὐτὴν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοιούτων διδασκάλων; Ὁ στρατηγὸς (Général) ἔχει ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτηρίων καὶ ἐπὶ τῆς ἐν αὐτῷ γινομένης διδασκαλίας. Αὐτὸς διορίζει τοὺς διδασκάλους εἰς τὰ ἐπαγγέλματα ἱεροκήρυκος, πνευματικοῦ, διευθυντοῦ ἐκπαιδευτηρίου· μόνον παρὰ τοῦ στρατηγοῦ δίδεται ἡ ἐντολὴ τοῦ διδάσκειν κατά τε τὰ πνευματικὰ καὶ κοσμικὰ πράγματα. Τὰ γυμνάσματα τῶν μαθητῶν εἰς τὴν φιλολογίαν, φιλοσοφίαν καὶ θεολογίαν πρέπει νὰ στέλλωνται εἰς τὸν στρατηγόν. — Πρέπει νὰ τὸν πληροφορήσωσι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, περὶ τῆς προόδου αὐτῶν, καὶ περὶ τῆς νοητικῆς ἐπιδεκτικότητος, καὶ νὰ τῷ ἀναφέρωσι πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν διδασκαλικὴν μέθοδον. Νομίζω — προσθέτει ὁ εἰσαγγελεὺς — ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπινοηθῇ τι μᾶλλον ἀντιφάσκον πρὸς τοὺς νόμους μας, ἢ ἡ διεύθυνσις τῆς ἡμετέρας παιδείας καὶ ἡ ἀγωγὴ τῶν παίδων μας παραδεδομένη εἰς χεῖρας ἑνὸς στρατηγοῦ ξένου.» Ἰδοὺ ἐπὶ τέλους πῶς ἀπεφάνθη τὸ Parlement de Paris περὶ τῶν Ἰησουϊτῶν· «L'arrêt déclare l'institut des jésuites inadmissible par sa nature dans tout état policé comme contraire au droit naturel, attentoire à toute autorité spirituelle et temporelle, tendant à introduire dans l'Eglise dans tous les états, sous le voile d'un institut religieux, un corps politique ec».
§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐννοήσαμεν.
§163ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν πειράζει—Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἔλθῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς κυβερνήσεως καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ ἡ κυβέρνησις, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῶσι καθ’ ὅλα οἱ νόμοι ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτηρίων τούτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου.
§164ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν εἶναι βεβαίως κύριοι, ἀνάγκη νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα εἰς τὴν μακρὰν καὶ διεξοδικὴν ἐκδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ Ἰησουϊτῶν, καὶ τῶν δικαστηρίων των, περὶ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐργάζονται νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, οὐδὲ νὰ ἐξετάσω τὴν ἱστορίαν τῶν σχέσεων τοῦ καθολικοῦ κλήρου πρὸς τὴν ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν. Τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν παρακολουθῶ τὸν προλαλήσαντα εἰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε. Τὸ ἀντικείμενον, ὅπερ ὑποβάλλεται εἰς τὰς ὑμετέρας σκέψεις, εἶναι ἁπλούστατον. Ὑπάρχουσιν ἐκπαιδευτήρια δυτικῶν ἐν Κερκύρᾳ· εἰς τὰ ἐκπαιδευτήρια ταῦτα ἐξασκεῖται ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι μᾶς χορηγοῦσιν; ἰδοὺ τὸ ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔρχομαι νὰ εἴπω τινά. Τὰ ἐκπαιδευτήρια περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας συνεστήθησαν τῇ προηγουμένῃ ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως, ὥστε δὲν ἔχει νὰ παραπονεθῇ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι ἡ πολιτεία δὲν ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι τῇ χορηγοῦσι, νὰ μὴ ἀφίνῃ δηλονότι εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἠθικὴν μόρφωσιν τῶν πολιτῶν χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξετάσῃ ἂν οἱ ζητοῦντες ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο παρέχωσι τὰς δεούσας ἐγγυήσεις. Ἡ ἄδεια ἐδόθη καὶ διὰ τὸ παρθεναγωγεῖον τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους τὸ ἔτος 1858, καὶ διὰ τὸ ἐκπαιδευτήριον τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ ἱερέως Ζαφίνου κατὰ τὸ 1865. Μένει τὸ δεύτερον ζήτημα, διότι ἡ πολιτεία διττὰ δικαιώματα ἐξασκεῖ ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, πρῶτον νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ συστήσωσι τοιαῦτα, καὶ δεύτερον νὰ ἐπιτηρῇ, ὅπως ὦσιν ὠργανισμένα καθ’ ὃν τρόπον οἱ νόμοι τοῦ κράτους διατάσσουσι, ἐφαρμόζωνται οἱ κανονισμοί, καὶ ὅπως περὶ τὴν τάξιν τῆς διδασκαλίας τηρῶνται οἱ κανόνες ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀκολουθοῦσι καὶ τὰ δημόσια ἐκπαιδευτήρια. Περὶ τοῦ δευτέρου τούτου ἐνήργησεν ἡ κυβέρνησις ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ. Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου του καὶ καταλήγων, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει νὰ μεμφθῇ τὴν κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειάν της ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτηρίων τούτων, σκοπὸν μόνον εἶχε νὰ ἐνισχύσῃ αὐτὴν, προκαλῶν μίαν ἔκφρασιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξασκήσῃ αὐστηρότερον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ νόμου. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ἐκπαιδευτήριον τοῦ ἱερέως Ζαφίνου, τὸ ὁποῖον συνέστη, ὡς ἠκούσατε, τὸ ἔτος 1865 παρετηρήθησαν ἐλλείψεις τινὲς ὑπὸ τοῦ γυμνασιάρχου, τὸν ὁποῖον, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, παρήγγειλα καθ’ ὃν χρόνον ἤμην εἰς τὴν Κέρκυραν, νὰ παρευρεθῇ εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὰς ἐλλείψεις περὶ τὴν τήρησιν τοῦ κανονισμοῦ. Ὁ γυμνασιάρχης ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, βεβαιοῖ ὅτι εἰς τὸ ἐκπαιδευτήριον τὸ διατηρούμενον ὑπὸ τοῦ ἱερέως Ζαφίνου ἀληθῶς δὲν ἐτηρήθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν οἱ κανονισμοὶ οἱ περὶ τῶν δημοσίων σχολείων, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζονται ἐξ ἴσου εἴς τε τὰ ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια ἐκπαιδευτήρια, αἱ δὲ ἐλλείψεις αὗται συνίσταντο εἰς τοῦτο, εἰς τὸ ὅτι ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ περὶ σχολείων ὀργανικοῦ διατάγματος, ἡ ἱερὰ κατήχησις καὶ ἡ ἱερὰ ἱστορία παντάπασι δὲν ἐδιδάχθησαν, μολονότι εἰς τὸ ἐκπαιδευτήριον ὑπῆρχον καὶ ὀρθόδοξοι παῖδες· ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἦτο μικρὸς, ὁπωσδήποτε ὅμως ἦτο μία παράλειψις οὐσιώδης, ἡ ὁποία δικαίως ἔπρεπε νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως· μία ἄλλη παράλειψις ἐγένετο εἰς τὸ ἐκπαιδευτήριον τοῦ ἱερέως Ζαφίνου καὶ αὕτη ἦτο, ὅτι ἄλλοι ἐσημειοῦντο εἰς τὸ πρόγραμμα ὡς διδάσκαλοι τῆς γεωγραφίας καὶ ἀριθμητικῆς, διδάσκαλοι ἀνεγνωρισμένοι, καὶ ἄλλοι ἐδίδασκον αὐτήν. Αὗται εἶναι αἱ παραβάσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐσημείωσεν ὁ γυμνασιάρχης. Αἱ παραβάσεις ὅμως, αἱ ὁποῖαι παρετηρήθησαν εἰς τὸ παρθεναγωγεῖον τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἦσαν πολὺ μεγαλείτεραι. Ἐκεῖ δὲν γνωρίζει τις τῇ ἀληθείᾳ τί συμβαίνει, διότι ὡς ἐξάγεται ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸν φάκελλον τῆς δικογραφίας, εἰς τὸ ἐκπαιδευτήριον ἐκεῖνο ποτὲ καμμία ἀρχὴ δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ἐπιτήρησιν ἣν ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὁποίας ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς τὰς ἀδελφὰς τοῦ ἐλέους. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐξακολουθεῖ ἀπὸ τοῦ 58 καὶ ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἀτυχῶς παντοῦ ὅπου ὑπάρχουσιν ἀδελφαὶ τοῦ ἐλέους. Εἰς τὸ παρθεναγωγεῖον λοιπὸν τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους οὐδέποτε ἡ ἐξουσία ἐξήσκησε τὴν ἐπιτήρησιν, τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει, καὶ τῆς ὁποίας μάλιστα, καὶ ὅταν ἔδωκαν τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἐφημέριον Μαδαλέναν, ῥητῶς ἐμνημόνευσαν. Ῥητῶς ἐν τῷ τῆς ἀδείας ἐγγράφῳ ἀναφέρεται, ὅτι ἡ πολιτεία ἐπιφυλάσσεται τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτηρήσεως· καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1858 μέχρι σήμερον οὐδέποτε τοῦ δικαιώματος τούτου ἐγένετο χρῆσις· μάλιστα, ὡς θέλετε ἰδεῖ, ὁμοία ἔκθεσις ἐκείνης, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Πολυλᾶς, διεβιβάσθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ κυρίου Χριστοπούλου.
§165ΠΟΛΥΛΑΣ. Καμμία τοιαύτη.
§166ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κατακρίνω κανένα, ἀλλὰ μόνον νὰ θέσω τὸ ζήτημα εἰς τὴν οἰκείαν του θέσιν, ἵνα μάθῃ ἡ Βουλὴ τὶ δύναται μία κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἠκούσατε τί λέγει ὁ νομάρχης, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει τὰς δυσκολίας του, καὶ ἠξεύρετε ποῖαι εἶναι αἱ δυσκολίαι; Δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐπολέμησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι δῆθεν ἡ συνθήκη, εἴτε τὸ πρωτόκολλον τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1830 δὲν χορηγεῖ ἐξαιρετικὰ τοιαῦτα προνόμια εἰς τοὺς καθολικοὺς, ἀλλὰ διότι ἀξιοῦσιν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐκπαιδευτήριον εἶναι ἓν εἶδος μοναστηρίου ἐφ’ οὗ δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν διόλου ἡ πολιτεία, καὶ ὅτι ὅλη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιτήρησις ἀνήκει εἰς τὸν κατὰ τόπον ἐπίσκοπον· τοῦτο ἀναφέρει ὁ νομάρχης εἰς ἓν ἔγγραφον τοῦ 1868 καὶ περὶ τούτου εἶχε κάμει λόγον ὁ ἐκεῖ πρόξενος τῆς Γαλλίας. Ἐκθέτων τὰς ἀξιώσεις ταύτας, δὲν ἐννοῶ, οὔτε νὰ τὰς ὑποστηρίξω, οὔτε νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ἔχουσι βασιμότητά τινα· ὁπωσδήποτε ὅμως εἴτε διὰ τὸν ἕνα, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω. Ἡ κυβέρνησις ἐνήργησε πάνθ’ ὅσα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ μία κυβέρνησις ἀσκοῦσα τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐκπαιδευτηρίων, καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησα νὰ εἴπω εἰς μίαν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Λομβάρδον, ὅτι εἶχον περισσότερον θάῤῥος ἀπὸ τοὺς προκατόχους μου, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ κατακρίνω κανένα, καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος ἐθεώρησε τοῦτο ἀντικοινοβουλευτικόν. Ὅταν μετέβην εἰς Κέρκυραν συνεννοήθην μετὰ τοῦ κ. νομάρχου καὶ τοῦ ἐκεῖ γυμνασιάρχου, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ἓν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω, ἔπρεπε ν’ ἀνοίξωμεν τὸ ἐκπαιδευτήριον καὶ νὰ ἴδωμεν τὶ ἐντὸς αὐτοῦ γίνεται. Αἴφνης ὅμως μανθάνει ὁ κ. νομάρχης, ὅτι ἔγειναν ἐξετάσεις χωρὶς οὔτε ἡ ἐπιτόπιος ἀρχὴ νὰ εἰδοποιηθῇ, οὔτε νὰ μεταβῇ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή· τότε συμφώνως πρὸς τὰς παραγγελίας, τὰς ὁποίας εἶχα δώσει, προσεκάλεσε τὸν ἱερέα Ζαφῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πράγματι διευθυντὴς αὐτοῦ τοῦ ἐκπαιδευτηρίου, ἵνα ἐντὸς 15 ἡμερῶν γνωστοποιήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων προέβη εἰς ἐξετάσεις χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ προηγουμένως τὴν ἐπιτόπιον ἀρχὴν, προσέθετε δὲ, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελε συμμορφωθῆ μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ἡ κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς αὐστηρὰ μέτρα. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πολυλᾶς, ὅστις ἠσχολήθη ν’ ἀναγνώσῃ σειρὰν ἐγγράφων, καὶ ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὤφειλε συμπληρῶν τὰ γενόμενα νὰ μὴ παραλείψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου. Τὸ ἔγγραφον χρονολογεῖται τὴν 6 Σεπτεμβρίου 1869. Ἀναγινώσκει. Συνεπεία τοῦ ἐγγράφου τούτου ὁ δήμαρχος προσεκάλεσε τὸν ἱερέα Ζαφῖνον ὡς ἀκολούθως. «Συνεπεία τῆς διαταγῆς τοῦ νομάρχου........ ἀναγινώσκει. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι τῆς 11 Σεπτεμβρίου. Ἐντὸς τῆς προθεσμίας ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος ἀπήντησεν ὡς ἀκολούθως. «Ἀπαντῶν εἰς τὸ ὑμέτερον ἔγγραφον....» Ἀναγινώσκει. Κατόπιν δὲ ἔπεμψεν ἕτερον ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγγέλλει, ὅτι ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὰς ἀδείας τῶν ἐκπαιδευτηρίων τούτων ἔγγραφα διεβίβασεν εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας. Εἰς αὐτὴν τὴν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον· ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς κυβερνήσεως, εἰ καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, δὲν εἶναι πλήρης, μένει κἄτι τι, διότι ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι νόμιμος, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήρια ταῦτα, καὶ ἰδίως τὸ τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους, διότι δὲν ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, καθόσον ἠρκέσθημεν εἰς τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος, ὅτι δὲν θέλει δεχθῇ τέκνα τῶν ὀρθοδόξων, καὶ δὲν εἶναι ἑπομένως ὑπόχρεως νὰ διδάσκῃ οὔτε τὴν ἱερὰν Κατήχησιν, οὔτε τὴν ἱερὰν ἱστορίαν, ἐπαρουσιάσθη, λέγω, ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήρια τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους στηρίζονται ἐπὶ δικαιωμάτων διὰ συνθηκῶν ἀνεγνωρισμένων καὶ ἡ ἀξίωσις αὐτῶν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τοὺς δυναμένους νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὰς συνθήκας ταύτας. Εἰς τοιαύτην στάσιν εὑρισκομένου τοῦ πράγματος, σᾶς ἐρωτῶ, δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐνέργειάν της ἢ νὰ περιμείνῃ, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αἱ ἰδέαι της ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίῤῥησιν, ἡ ὁποία γίνεται ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπιτηρήσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδιωτικοῦ διδακτηρίου, ἐνῷ τοῦ δικαιώματος τούτου οὐδέποτε δύναται ν’ ἀπαλλοτριωθῇ, οὔτε περιέχει ἐξαίρεσιν ἡ συνθήκη ὡς πρὸς τοῦτο. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν ἤδη ἐνεργεῖ νὰ ἄρῃ αὐτὸ τὸ διπλωματικὸν ἐμπόδιον, ἂς ᾖναι δὲ βεβαία ἡ Βουλή, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ἀπόφασιν σταθερὰν καὶ ἀμετάθετον νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι τοῦ Κράτους τῇ χορηγοῦσι, καὶ νὰ τὰ ἐξασκήσῃ κατὰ παντός. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω περισσοτέρας διασαφήσεις.
§167ΧΑΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κύριος Πολυλᾶς ἔφερεν ἐνώπιόν σας παράπονα περὶ τῶν καθολικῶν σχολείων ἐν Κερκύρᾳ, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν. Τούτου ἕνεκα λαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως φέρω καὶ ἐγὼ ἐνώπιόν σας τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς πληροφορίας μου ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Ὁ ἔντιμος κύριος Πολυλᾶς κατὰ τὴν μακρὰν αὐτοῦ ἀγόρευσιν ἐξέθηκε γεγονότα τινά, ἀνέφερε περιστατικά τινα περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐκπαιδευτηρίων ἐν Κερκύρᾳ καὶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν καθολικῶν, αἵτινες, κύριοι, ἐὰν ὦσιν ἀληθεῖς πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν σπουδαίαν μέριμναν τῆς κυβερνήσεως. Ἐνόσῳ αἱ ἐνέργειαι αὗται μένωσιν ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς συνειδήσεως, ὡς βούλησις δηλονότι ἐσωτερικὴ, ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ κανονίσωμεν ἀπὸ ποίαν θύραν ἕκαστος ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν παράδεισον, ἀλλ’ αἱ ἐνέργειαι ἐξῆλθον τοῦ χώρου τῆς συνειδήσεως, ἤτοι ἐξεδηλώθησαν δι’ ἐξωτερικῶν πράξεων, ἐννοεῖται, ὅτι ἀπαραίτητος καθίσταται ἡ ἐπέμβασις καὶ τῆς πολιτείας καὶ τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ἔχω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὰς ἐνεργείας περὶ προσηλυτισμοῦ περὶ ὧν ἠγόρευσεν ὁ κύριος Πολυλᾶς, ἔχω μόνον μίαν παράκλησιν νὰ κάμω εἰς τὴν κυβέρνησιν, νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς γνῶσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅπως αὕτη διὰ τῆς ἱερᾶς διδασκαλίας, διὰ τῆς ἐξηγήσεως τῶν ἱερῶν δογμάτων τῆς ὀρθοδοξίας στηρίξῃ τοὺς εὐσεβεῖς εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων των, αὕτη δὲ ἡ κυβέρνησις, ἂν πραγματικῶς ἐξεδηλώθησαν ἐξωτερικῶς αἱ ἐργασίαι αὗται, νὰ λάβῃ ἐκεῖνα τὰ μέτρα διὰ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι καὶ τὸ σύνταγμα ὑπαγορεύουσι. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τῶν σχολείων καὶ τῶν λεγομένων προνομίων τῶν καθολικῶν, ἀλλὰ πρὸ τούτου παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω ὑπὸ διοικητικήν τινα ἔποψιν περὶ τοῦ τὶς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐθνικῆς ἀνατροφῆς καὶ ἐκπαιδεύσεως, διότι οὕτω θέλομεν ἐκταθῆ εἰς τὴν κατάληψιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς ἐκπαιδεύσεως συνετάραξε καὶ συνταράσσει πρὸ αἰώνων ἐν γένει τὴν εὐρωπαϊκὴν κοινωνίαν. Ἡ εὐρωπαϊκὴ κοινωνία διῃρέθη, καὶ μέρος ὑπεστήριξε τὴν παράδοσιν τῆς ἐθνικῆς διδασκαλίας εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκκλησίας, ἤτοι τῶν κληρικῶν, μέρος δὲ ὑπεστήριξε τὴν ἐκλαϊκήν. Εὐτυχῶς, κύριοι, ἡ νεαρὰ ἡμῶν κοινωνία δὲν ὑπέστη τοιούτου εἴδους διενέξεις, οὔτε οἱ νόμοι οἱ καθιερωθέντες ἀπὸ τὰ 1821 φαίνονταί που, ὅτι ἐγέννησαν διένεξίν τινα μεταξὺ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς πολιτείας. Ἡ πολιτεία ἐτήρησεν εἰς ἑαυτὴν τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ γένους, ἡ πολιτεία ἐτήρησεν εἰς ἑαυτὴν ὄχι μόνον τὴν διδασκαλίαν τῆς θύραθεν παιδείας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἔσω, ἤτοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καὶ ἐκπαιδεύσεως. Γνωρίζετε δὲ, κύριοι, διατὶ ἐν τῇ ἀνατολικῇ ἐκκλησίᾳ δὲν ὑπάρχουν αἱ πρὸς τὴν πολιτείαν διενέξεις καὶ διαιρέσεις ἐκεῖναι, αἵτινες κατετάραξαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὸν καθολικισμόν, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ τὸν ταράσσωσιν. Ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία παρηκολούθησε πάντοτε τὰς περιπετείας τὰς ἐθνικάς, παρηκολούθησε καὶ ἐπαρηγόρησε τὸ ἔθνος ἐν τῇ σκληρᾷ δουλείᾳ αὐτοῦ, ἐπαρηγόρησε τὸν ἀγωνιζόμενον πολίτην ἐν τῷ στρατοπέδῳ. Δὲν ἐζήτησε ποτὲ ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία ἐξαιρετικὰ προνόμια ἀπὸ τὴν πολιτείαν περὶ τῆς ἀνατροφῆς, τῆς διδασκαλίας τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἀνατολικὸς κόσμος δὲν ταρασσόμεθα ἕνεκα τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνοχλοῦν τὴν Εὐρώπην. Μόλις, κύριοι, διὰ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1789, τῆς μετ’ αὐτὴν ἐπιγενομένης ἐν Ἰταλίᾳ μεταβολῆς, καὶ τῆς τελευταίας ἐν τῇ Ἱσπανίᾳ μεταπολιτεύσεως κατώρθωσε νὰ προσκτήσῃ ἡ πολιτεία ἐν τῇ καθολικῇ Εὐρώπῃ τὴν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἔθνους ἐπιῤῥοήν της. Δὲν εἶναι δὲ πολὺς καιρός, ἀφοῦ ἐν Γαλλίᾳ ἐτόλμησαν ν’ ἀφαιρέσωσιν ἐν μέρει ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν κληρικῶν τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν παρθένων. Κατηγορήθη δὲ ὁ πέρυσιν ὑπουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς Γαλλίας ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ διὰ τῆς ἀμφιβόλου φράσεως, ὅτι ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὰ γόνατα τῶν ἀρχιερέων τὰς παρθένους καὶ τὰς παρέδωκεν εἰς τὰς ἀγκάλας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἡ πεφωτισμένη κυβέρνησις ὅμως τῆς Γαλλίας δὲν ἐπτοήθη, ἀλλ’ ἐπέμεινε καὶ ἀπεχώρισεν, ὡς εἶπον ἐν μέρει τὰ παρθεναγωγεῖα ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ κλήρου. Ἦτο ἀντίφασις μεταξὺ τῆς διδασκαλίας τῆς ἐθνικῆς, ἥτις ἐδίδετο εἰς τὸ ἄῤῥεν γένος, μὲ τὴν διδασκαλίαν, ἥτις ἐγίνετο εἰς τὸ θῆλυ, καὶ τὴν ἀντίφασιν ταύτην ὄχι μόνον ἐθεώρησαν οἱ Γάλλοι ὡς οἰκογενειακὸν δυστύχημα, ἀλλὰ καὶ ὡς κοινωνικόν. Γνωρίζετε, κύριοι, τί εἶπεν ὁ Μοντέσκιος περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν κοινωνιῶν· «οἱ νόμοι οἱ περὶ ἀγωγῆς εἶναι οἱ πρῶτοι, οἵτινες μᾶς παραλαμβάνουν ἐρχομένους ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἐπειδὴ δὲ οἱ νόμοι οὗτοι μᾶς προπαρασκευάζουσιν, ὅπως γείνωμεν πολῖται, ἕπεται, ὅτι ἡ διδασκαλία καὶ ἡ ἀνατροφὴ ἡμῶν πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τοὺς γενικοὺς νόμους τοὺς διέποντας τὴν κοινωνίαν.» Ἐνταῦθα, κύριοι, δύνασθε νὰ συμπεράνητε, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ διδασκαλία ἑνὸς ἔθνους ἀνήκει εἰς τὸ κράτος. Ὁσάκις τὸ ἔθνος δὲν ἔχει αὐτονομίαν, δὲν ἔχει ἀναντιῤῥήτως οὔτε γενικὴν ἐκπαίδευσιν, τότε ὅλα τὰ στίφη τῶν ἐπαγγελλομένων τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν λαῶν χάριν φιλανθρωπίας, ἐμβάλλουσιν εἰς τὰς κοινωνίας τὰς ἀνοργάνους, παραλαμβάνουσι μέρος παίδων καὶ ἀνατρέφουσιν αὐτὰ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἀλλ’ εἰς κράτη ὠργανισμένα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἕνα ἐθνικὸν σκοπὸν, ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ διδασκαλία πρέπει νὰ ᾖναι, καὶ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ταύτας ὁρμώμενοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνομοθέτησαν πρῶτον ἐν Ἑλλάδι, ἀνέθεσαν τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ κράτος. Ὅτι τοῦτο, κύριοι, εἶναι ὀρθὸν, καὶ ὅτι ἐπὶ βάθρων τῶν μᾶλλον ἀσφαλῶν, ἡ περὶ ἐκπαιδεύσεως νομοθεσία τῆς Ἑλλάδος ἵσταται, ἐπιβεβαιοῦται καὶ ἐκ τῶν τελευταίων ἐρευνῶν, αἵτινες ἐν Ἀγγλίᾳ ἐγένοντο περὶ τοῦ ἐν αὐτῇ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῇ εὐδαίμονι ἐκείνῃ χώρᾳ, ἂν γνωρίζετε, ἡ ἐκπαίδευσις ἀφίεται εἰς χεῖρας ἑταιριῶν, εἰς χεῖρας τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν αἱρέσεων. Ὅτε δὲ οἱ ἄκρατοι οὗτοι τῆς ἀτομικῆς αὐτενεργείας θιασῶται διὰ τῶν νεωτέρων τῆς συγκοινωνίας μέσων τοῦ πολιτισμοῦ ἦλθον εἰς συνάφειαν μετὰ τῆς ἠπείρου, τότε ἐνόησαν κατὰ πόσον τὰ ἄλλα ἔθνη προώδευσαν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅταν δὲ τὸ Παρλαμέντον δι’ ἀποστολῆς πεπαιδευμένων ἀνδρῶν ἐζήτησε τὴν κατάστασιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Πρωσσίᾳ, τότε εἶδε κατὰ πόσον μειονεκτεῖ εἰς τὴν πρόοδον τῶν γραμμάτων· ἔκτοτε, κύριοι, ἄνδρες ἔξοχοι, οἷοι οἱ Ῥῶσσελ, Βρούχαμ καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ συστήματος τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ αἱ προσπάθειαί των δὲν ἀπέβησαν ὁλοτελῶς μάταιαι. Ἐν Πρωσσία, κύριοι, αἱ σπουδαὶ κανονίζονται δι’ ἀποφάσεων συντασσομένων παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς ἐκπαιδεύσεως. Συντάσσονται δὲ τὰ προγράμματα ἐπὶ βάσεως εὐρείας καὶ ἀναλόγως τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπιστήμης, ἥτις καθ’ ἑκάστην προβαίνει, τῶν ἐθνικῶν γνώσεων, καὶ τῶν φώτων· ἐπειδὴ γνωρίζετε, ὅτι ἡ διανοητικὴ ἀνάπτυξις δὲν εἶναι στάσιμόν τι, δὲν εἶναι τὰ ἀμετακίνητα προπύλαια τοῦ Παρθενῶνος, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς προάγεται καθ’ ἑκάστην, αἱ ἀνάγκαι πολλαπλασιάζονται, νέαι σχέσεις ἐθνικαὶ γεννῶνται, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τὰς ἐθνικάς. Ἡμεῖς δὲν ἠξιώθημεν νὰ παρακολουθήσωμεν τοὺς κανόνας τούτους τῆς προόδου· ἡ πεῖρα ἡμῶν δὲν εἶναι μακρὰ, αἱ γνώσεις ἡμῶν δὲν εἶναι μεγάλαι, ἡ ἔκτασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐνεργοῦμεν, δὲν εἶναι εἰμὴ μέχρι Λαμίας, καὶ σήμερον μέχρι Κερκύρας· καὶ ἓν μικρὸν κράτος, ὡς τὸ ἡμέτερον, περιστοιχούμενον ὑπὸ ἀπείρων δυσκολιῶν, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ εὑρίσκωνται ἐν αὐτῷ οἱ προϊστάμενοι ἐκείνων τῶν μεγάλων γνώσεων, αἵτινες προάγουν τὰς κοινωνίας καὶ ἐκπληροῦν τὴν μεγάλην αὐτῶν ἀποστολήν. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ, ὅτι σᾶς συνεβούλευσα νὰ ἀπελπισθῶμεν· τοὐναντίον αἱ πρόοδοι ἡμῶν ἀναλόγως τοῦ καιροῦ εἶναι μεγάλαι, πλὴν τὰς προόδους ταύτας δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ τὰς παραλύσῃ καὶ νὰ τὰς νοθεύσῃ ξένον τι πνεῦμα, δυνάμενον νὰ παρεισδύσῃ ἀνεπαισθήτως εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡμῶν. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἡ ἐθνικὴ διευθύνεται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν· καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ γείνῃ, διότι ἡ ἐξουσία (καὶ ὅταν λέγω ἐξουσία, ἐννοῶ τὴν ἐθνικὴν ἐξουσίαν ἀναντιῤῥήτως)· διότι ἡ ἐξουσία, λέγω, εἶναι ἐπιφορτισμένη νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ ἔθνος εἰς τὸν προορισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἐκλήθη, καὶ νὰ προπαρασκευάσῃ τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ ὦσιν οἱ ἐθνικοὶ ὁδηγοί. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν, κύριοι, εἰς τὸν καθένα νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ ἐξουσία δὲν ἐπενόησε, δὲν ἐπιτρέπεται, λέγω, νὰ εἰσάγῃ ἀνατροφὴν, ἥτις δὲν δίδεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐθνικὴ ἀνατροφὴ γίνεται. Ἕπεται ἄρα ἐκ τούτου, ὅτι πᾶς, ὅστις θέλει νὰ ἀναδεχθῇ νὰ ἐκπαιδεύσῃ Ἕλληνας ἐντὸς τοῦ Κράτου, ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐξουσία ἐπιτηρεῖ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἕπεται, ὅτι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀνήκει νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν σύστασιν σχολείων, καὶ εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ καταργῇ τὰ σχολεῖα, ἂν οἱ νόμοι καὶ αἱ διατάξεις αὐτῶν δὲν τηρῶνται. Ἐμβαίνω ἤδη, κύριοι, εἰς τὴν εἰδικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας Πολυλᾶς ἔφερε. Συνεστήθησαν, εἶπεν, ἢ εὑρέθησαν συστημένα ἐν Κερκύρᾳ ἓν παρθεναγωγεῖον τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους καὶ ἓν ἐκπαιδευτήριον Ἑλληνικόν. Θέλω ἐξετάσει πρῶτον τὰ περὶ παρθεναγωγείου, διότι ἀπὸ τῆς κατωτέρας εἰς τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν πρέπει νὰ προχωρῶμεν. Τὸ παρθεναγωγεῖον τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους τὶ εἶναι; ἁπλοῦν κορασίων δημοτικὸν σχολεῖον. Ὡς τοιοῦτον, κύριοι, ὑπάγεται εἰς τοὺς κανονισμοὺς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διϊσχυρίσθησαν αἱ ἀδελφαὶ, ὅτι τὸ ἐκπαιδευτήριον αὐτὸ τηρεῖ τὰς προνομίας, τὰς ὁποίας εἶχεν, ὅτε ἡ ἕνωσις ἐγένετο. Αἱ δὲ προνομίαι αὗται ποῖαι ἦσαν; ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ἔλαβον διὰ τὴν σύστασίν του τὴν ἄδειαν τῆς ἀρχῆς καὶ ἡ ἀρχὴ ἐπέβαλε τὴν κατὰ νόμον ἐπιτήρησιν. Ὥστε, κύριοι, ἡ ἐπίκλησις τῆς λέξεως προνόμιον εἶναι ματαία καὶ ἄνευ σημασίας. Ἐκτὸς ἂν τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως καὶ τῆς ἐπιτηρήσεως τὴν θεωροῦν προνόμιον, ἣν ἡμεῖς δὲν ταῖς ἀρνούμεθα. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν τοπικὴν ἀρχὴν ἄδειαν ἐπὶ τῆς προστασίας, ἔχει νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ διδασκάλισσαι αὗται δὲν εἶχον κανὲν προνόμιον, ὅπερ νὰ τηρήσωσιν ἤδη, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ σχολείου ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ἀρχὴν τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ ἂν τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶχεν οὕτω, δὲν ἠδύναντο παντάπασι νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν προνόμιόν τι, διότι ἅμα ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου μετεβλήθη, συνεχωνεύθη ἡ νομοθεσία της μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ προχθὲς, ὅτι ἐκεῖνα τὰ δίκαια ὑποχρεοῦται νὰ τηρήσῃ ἡ πολιτεία, ὅσα κατὰ τοὺς ἀστυκοὺς νόμους δύνανται νὰ κατασταθῶσιν ἀντικείμενα συμβολαίου μεταξὺ ἰδιωτῶν, πᾶν δὲ ἄλλο προνόμιον ἢ δίκαιον πολιτειακὸν ἢ πολιτικὸν καταστρέφεται, καὶ ἡ νέα νομοθεσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ κανονίζῃ ἐφ’ ὅσον συνθῆκαι δὲν ἠλάττωσαν ῥητῶς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ συνθήκη τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος παρέδωκεν ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων πλήρη εἰς τὸν ἡγεμόνα τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ λέγω ἡγεμόνα ἀπέναντι τῶν ξένων, ἐννοῶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, νὰ ἠλαττώθησαν τὰ ἐπαρχιακὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, εἰμὴ μόνον ἐπὶ τῶν φρουρίων τῶν Παξῶν καὶ τῆς Κερκύρας· πάντα τὰ ἄλλα λεγόμενα κυριαρχικὰ δικαιώματα ἀπεδόθησαν πλήρη. Κύριοι, ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ ἀδελφαὶ αὗται τοῦ Ἐλέους διϊσχυρίζονται, ὅτι τὸ σχολεῖον αὐτῶν εἶναι μοναστήριον. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι μοναστήρια ἄνευ ἀδείας τῆς κυβερνήσεως δὲν συνιστῶνται· ἂν δὲ συστηθῶσι διαλύονται, ὁσάκις ὑπάρχουσι λόγοι ἀποχρῶντες. Ἂν δὲ δεχθῶ τὸν ἰσχυρισμὸν τῶν ἀδελφῶν, τότε ταῖς ἀπαγορεύεται νὰ δέχωνται ἐν τῇ μονῇ κοράσια εἰς διδασκαλίαν. Ὅπως ἴδητε, κύριοι, τὴν ἀξίαν τῶν ἀξιώσεων τούτων ἀκούσατε· ἐπεχείρησαν νὰ ἐγείρωσί ποτε κληρικοί τινες τοῦ καθολικοῦ δόγματος ἐν Τήνῳ μοναστήριον, (ἐδιοίκει τότε ἐκεῖ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ μακαρίτης Θεοτόκης ἐκ Κερκύρας), ἰσχυριζόμενοι, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάσωσι τοιοῦτον, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ ἀντεστάθη καὶ τὸ μοναστήριον δὲν ἔγεινε.
§168Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§169Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως κατὰ τὰ 1838 ἢ 1839, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς· ἀλλὰ πρὸ τοῦ 1843. Ἀπηγορεύθη λοιπὸν τότε, καὶ οὐδεμία ἔνστασις ἢ παρέμβασις ἐγένετο λόγῳ συνθήκης. Ἐπειδὴ, κύριοι, περὶ συνθήκης καὶ περὶ προνομίων ὁ λόγος, ἀναγκαῖον κρίνω νὰ ἐξετάσω ἂν ἐν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις τῆς Ἑλλάδος ἀνεγνωρίσθησάν ποτε προνόμια εἰς τοὺς καθολικοὺς, ὅπως σήμερον διϊσχυρίζονται οἱ ἐν Κερκύρᾳ. Οὐδὲν προνόμιον δὲν ἀνεγνωρίσθη ἐν Ἑλλάδι· ἐπὶ Τουρκοκρατίας οἱ ἐπίσκοποι τῶν καθολικῶν εἶχον τὸ δικαίωμα διοριζόμενοι νὰ ἐγκαθίστανται ἄνευ εἰδοποιήσεως τῆς ἀρχῆς εἰς τὴν ἐπαρχίαν των· μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ὅμως τῆς Βασιλείας, οὐδεὶς ἐπίσκοπος ἐγκαθίσταται ἄνευ διατάγματος, ἀναγνωρίζοντος αὐτόν. Ἐπεκαλέσθησαν, κύριοι, τὴν συνθήκην μοναχοί τινες μοναστηρίου τινὸς ἐν Τήνῳ, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τηρῶσι προσηρτημένα εἰς τὰς θύρας τῶν μονῶν των τὰ βασιλικὰ παράσημα τῆς ἐπικρατείας τῆς Αὐστρίας. Τὸ τοιοῦτον ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος τὸ ἠρνήθη, καὶ τὰ παράσημα κατεβιβάσθησαν, καὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐμνημονεύθη ὁ ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος.
§170ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πότε;
§171Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα τὸ μανθάνετε. Θέλω, κύριοι, σᾶς ἀναγνώσει ἓν περὶ τούτου ἔγγραφον, διὰ νὰ ἴδητε πῶς ἐνήργουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὅτι οὐδεμία ἐπίσημος παράστασις ἔγεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἐκτελέσεως τῆς συνθήκης, καθότι ἡ Κυβέρνησις τῶν ἐποχῶν ἐκείνων ἐνήργει ἀνεξαρτήτως πάσης ξένης ἰδέας. ΟΘΩΝ κτλ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἀπὸ 6|18 Σεπτεμβρίου τ. ε. καὶ ὑπ’ ἀριθ-7367 ἀναφορὰν τῆς Ἡμετέρας ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ. Γραμματείας, καὶ ἀπὸ τὰ εἰς αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν ἐπισυνημμένα ἔγγραφα περὶ τῆς κάτωθι σημειουμένης ὑποθέσεως ἐξάγεται. ά.) Ὅτι τὰ πρὸ τῶν θυρῶν τῶν ἐν Τήνῳ Δυτικῶν μονιδρίων τῶν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου καὶ τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου τιμωμένων ἀπηρτημένα Αὐστριακὰ παράσημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν δεῖγμα τιμῆς καὶ σεβασμοῦ, ἀναπολοῦν τὴν καταγωγὴν των καὶ μαρτυροῦν τὴν ἀρχαιότητά των, διότι ὑπάρχουν ἄλλα ἐπὶ τῶν τοίχων παράσημα τῆς οἰκογενείας τῶν κτητόρων αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι σημεῖα ἐπίτηδες τεθέντα ἐπὶ τῆς Ὀθωμανικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπιδεικνύοντα προστασίαν ἰδιάζουσαν τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως κατὰ μίμησιν τῶν ἐν τῇ Τουρκίᾳ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τὴν αὐτὴν προστασίαν κειμένων Καθολικῶν Μονῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν τῆς Ἁγίας Μαρίας εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ εἰς Σμύρνην. βʹ.) Ὅτι οἱ πατέρες τῶν εἰρημένων δύω μονιδρίων, μνημονεύοντες ἐπ’ ἐκκλησίας τὸ ὄνομα ἑτέρου Κυριάρχου, ἐννοοῦσιν ἴσως ἑαυτούς τε καὶ τὰ καταστήματα ταῦτα εἰς κατάστασιν ἀνεξαρτησίας, ἢ ὡς χαίροντες δικαίωμα ἑτεροδικίας, τὴν ὁποίαν δὲν χαίρουν ἐντὸς ἑνὸς ἔθνους, εἰμὴ μόνον διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι ἄλλου ἔθνους. Ἀπαντῶμεν ὅτι, μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν Βασιλικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Ἑλλάδι, παράσημα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀπηωροῦντο χάριν ξένης προστασίας, δὲν δύνανται πλέον νὰ μείνωσιν εὐλόγως εἰς δημόσια καταστήματα θρησκευτικά. Οἱ προϊστάμενοι δὲ αὐτῶν καὶ ὡς ἐν τῇ Ἑλλάδι διαμένοντες καὶ ὡς ἀπολαμβάνοντες διηνεκῶς τοὺς καρποὺς τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ὑπόκεινται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν εἴτε ὑπηκόων τοῦ Κράτους, εἴτε ἄλλων διαμενόντων εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου. Ἡ Ἡμετέρα ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ. Γραμματεία θέλει ἐνεργήσει τὰ περαιτέρω. Ἐπιστρέφονται τὰ ἐγκλειόμενα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10|22 Σεπτεμβρίου 1836. Ἐν ὀνόματι καὶ κατ’ ἰδιαιτέραν διαταγὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ARMASBERG, Ι. ΡΙΖΟΣ, SMALTS, Δ. ΜΑΝΣΩΛΑΣ, Α. Γ.
ΚΡΙΕΖΗΣ, Γ. ΛΑΣΣΑΝΗΣ.
Δέον, κύριοι, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν, διατὶ ἐξεδίδοντο τότε διατάγματα ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων. Κατὰ τὸν περὶ ὑπουργικῶν συμβουλίων ὀργανισμὸν οἱ ὑπουργοὶ ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἐξηγήσεως συνθήκης, ἐπροκάλουν Β. Διατάγματα. Παρεξηγοῦντες, κύριοι, τὴν λέξιν προνόμια, περιλαμβανομένην εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830, ἀντέστησαν πολλάκις οἱ καθολικοὶ ἀρχιερεῖς εἰς τὴν ἐνέργειαν πολλῶν ὑποχρεώσεων ἐπιβαλλομένην ἀπὸ τοὺς νόμους. Κατὰ τὰ 1837 π. χ. ἠγέρθη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐπισκοπῆς τῆς καθολικῆς τῆς ἄνω Σύρου καὶ τῆς κοινότητος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Ἑρμουπόλεως περὶ χρήσεως ὕδατος ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐπισκοπήν· ὁ σεβασμιώτατος ἐπίσκοπος τῶν καθολικῶν τῆς Σύρου ἐπεφόρτισε τότε τὸν ζῶντα δικηγόρον Πάλμαν νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς Σύρου καὶ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἐπισκοπῆς. Τὸ δικαστήριον τῆς Σύρου ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγωγὴν, διότι κατὰ τὸ περὶ παραστάσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῶν σωματείων καὶ τῶν δήμων διάταγμα, δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἄδεια τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ δικηγόρος παρεπονέθη ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐπροκάλεσε τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω· ΟΘΩΝ κτλ. Εἰς τὴν ἀπὸ 4/16 Μαρτίου ἀναφορὰν τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ. Γραμματείας ἀπαντῶντες, παραγγέλλομεν αὐτῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὸν συνήγορον τοῦ ἐν Σύρῳ Ἐπισκόπου τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας Κύριον Α. Πάλμαν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν τὴν ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1836 περὶ ἐλευθέρας χρήσεως τοῦ κατὰ τὸ Ἐπισκοπεῖον ὕδατος ἀπόφασιν τῶν ἐν Σύρῳ πρωτοδικῶν, οὔτε τὸ ἀπὸ 12|24 Μαΐου 1835 Διάταγμα περὶ τῆς ἐν δικαστηρίῳ παραστάσεως τοῦ δημοσίου κτλ. ἀντιβαίνοντα εἰς τοὺς περὶ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι κτημάτων αὐτῆς ὅρους τῶν ἀπὸ 3 Φεβρουαρίου καὶ 1 Ἰουλίου 1830 πρωτοκόλλων τῶν τριῶν Συμμάχων δυνάμεων· διότι ταῦτα μὲν σκοπὸν ἔχουσι νὰ ἀσφαλίσωσι τὰ κτήματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ τὰ ἐξαιρέσωσιν ἀπὸ τοὺς ἐν γένει περὶ προσώπων καὶ ἰδιωτικῶν κτημάτων νόμους τοῦ Βασιλείου· καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Σύρῳ πρωτοδικῶν, ἀπαιτήσασα τὴν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἐφαρμογὴν Νόμου ἀφορῶντος τὴν ἐπὶ τῶν σωματείων ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἀπένειμε κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν πρωτοκόλλων τὰ ἴσα εἰς τὴν Δυτικὴν Ἐπισκοπὴν, δὲν προσέβαλε δὲ παντελῶς τὰ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῆς δίκαια. Διὰ ταῦτα δὲν εὑρίσκομεν εὔλογα τὰ παράπονα τοῦ εἰρημένου δικηγόρου, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως ἀπόκειται πάντοτε νὰ μεταχειρισθῇ ὅσα ὁ Νόμος τῷ χορηγεῖ ἔνδικα μέσα κατὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀποφάσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9/21 Ἰουλίου 1837.
ΟΘΩΝ.
Α. ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ.
§172ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἠκούσαμεν· νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχάσατε· κενώσατε τὸν διάδρομον.
§174ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Τί εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, κ. Χριστόπουλε;
§175Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διάταγμα.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχάσατε.
§177ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὑποφέρωμεν, κ. πρόεδρε.
§178ΤΙΝΕΣ. Ἀποχωρήσατε....
§179ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕτερον παράδειγμα, κύριοι, ἀκούσατε, μὴ ἀναγνωρίσεως προνομίου εἰς τοὺς καθολικοὺς ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχουσιν ἐν Θήρᾳ, καὶ ἐν Νάξῳ, νομίζω, κτήματα καθολικῶν ὄχι ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἀλλὰ καθολικῶν Λατίνων, ὑπηκόων Γάλλων, τὰ ὁποῖα κτήματα ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830 ἀναφέρονται κάπως εἰδικώτερον, διότι λέγεται ῥητῶς «Ἀναγνωρίζονται καὶ μένουν ἀνεπηρέαστα τὰ κτήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὰς ἀρχαίας γαλλικὰς ἀποστολὰς ἢ γαλλικὰ καταστήματα,» Οἱ διευθύνοντες ταῦτα μοναχοὶ ἀντέτειναν ἀπ’ ἀρχῆς κατὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τοῦ τε δημοσίου καὶ τοῦ δημοτικοῦ ὑποστηρίζοντες, ὅτι εἶχον ἀσιδοσίαν ἐπὶ Τουρκίας καὶ ὅτι ταύτην καθιεροῖ τὸ πρωτόκολλον. Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ὅμως ἐνέμεινεν εἰς τὴν δικαίαν ἀξίωσίν της, καὶ ἂν καὶ βραδέως, κατώρθωσεν ὅμως κατὰ τὰ 1860, νομίζω, νὰ ὑποβάλῃ τὰ κτήματα ταῦτα εἰς τὴν φορολογίαν. Τὸ μόνον δὲ ὅπερ ἔκαμαν ἦτο νὰ τοὺς χαρίσουν ὅσα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐπλήρωσεν, καθόσον ἡ κυβέρνησις δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὸν φόρον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀρχήν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι προνομίαι τοιαῦται, ὁποίας ἐπικαλοῦνται σήμερον οἱ νέοι συμπολῖται ἡμῶν καθολικοὶ τῆς Κερκύρας, δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ποτὲ ἐν τῷ παλαιῷ βασιλείῳ. Ἀφοῦ, κύριοι, προνόμια ἴδια εἰς τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν δὲν ἀνεγνωρίσθησαν δυνάμει τῶν πρωτοκόλλων, ἀφοῦ προνόμια ἰδίας τινὸς τάξεως (orde) ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ εἰδικῶν τινων δικαιωμάτων δὲν καθιερώθησαν διὰ νόμου τινὸς, ποῖα εἶναι τὰ προνόμια καὶ τὰ δίκαια ἅτινα ἐπικαλοῦνται; Τὰ κτήματα τῶν ἱερῶν αὐτῶν καταστημάτων δὲν ἐξαιροῦνται τῶν βάρεων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὰ λοιπὰ κτήματα. Οἱ διαχειρισταὶ τῶν κτημάτων τούτων δὲν δύνανται νὰ παρασταθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς, ποῖα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὰ προνόμια ἅπερ ἐπικαλοῦνται, ὅταν τοιαῦτα δὲν ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλλὰς, οὐδ’ αὗται αἱ δυνάμεις; Πλανῶνται λοιπὸν οἱ ἐν Κερκύρᾳ συμπολῖται ἡμῶν καθολικοί· καὶ διὰ τοῦτο εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω προχθὲς ὅτι, ἀφήσατε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ὅταν ἐξηγηθῶσιν, ὡς ἔχουσι, τὰ πράγματα ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, καὶ γνωσθῶσιν εἰς Κέρκυραν, οἱ καθολικοὶ θέλουν ἐννοήσει τὴν πλάνην των καὶ ἡ ταραχθεῖσα συνείδησις τῶν ὀρθοδόξων κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐντίμου νομάρχου Κ. Μαυροκορδάτου ἤθελε καθησυχάσει, διότι ἤθελον μάθει οἱ πάντες ὅτι δὲν κινδυνεύει οὔτε τὸ θρήσκευμα, οὔτε ἡ τάξις, ἅμα γνωσθῇ ἡ νόμιμος θέσις ἑνὸς ἑκάστου. Οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν καθολικοὶ τῆς Κερκύρας εἶναι ἐπίσης τῆς αὐτῆς καταγωγῆς μὲ ἡμᾶς. Καὶ οὗτοι ἔδειξαν τὸν αὐτὸν πόθον διὰ τὴν ἕνωσιν· καὶ οὗτοι πρὶν γίνῃ ἡ ἕνωσις ηὐχήθησαν ὅπως εἷς Βασιλεὺς ὑπάρχῃ καὶ τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἡ λοιπὸν παρεξήγησις τοῦ νόμου ἢ ξέναι εἰσηγήσεις ἴσως ἔκαμαν αὐτοὺς νὰ προβῶσιν εἰς τὰ διαβήματα εἰς ἃ προέβησαν. Ἤδη εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλουσι συμμορφωθῆ πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος των. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, κύριοι, εἶπεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἀφήσει νὰ καταπατηθῶσιν οἱ νόμοι, οὐδὲ θέλομεν παραχωρήσει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι καὶ αἱ συνθῆκαι δὲν ἀνεγνώρισαν. Τὸ πιστεύω· διότι οἱ πάντες εἶδον καὶ ἔμαθον ἤδη ἐκ τῶν προηγουμένων καὶ ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων, ὅτι κανὲν προνόμιον εἰς τοὺς καθολικοὺς δὲν ἀπεδόθη. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας παρεμπιπτόντως παρατήρησίν τινα. Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ καθολικὸς κλῆρος παρουσιάζεται ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν καθολικῶν πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος; Οἱ καθολικοὶ συμπολῖταί μας ἔχουσι τὰ αὐτὰ μὲ τοὺς μὴ καθολικοὺς Ἕλληνας δικαιώματα, δύνανται ν’ ἀναφέρωνται καὶ νὰ παραπονῶνται ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν, ἐὰν ἔπαθόν τι εἰς τὰ συμφέροντά των, ὁ κλῆρος ὅμως δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα νὰ παραπονῆται εἰμὴ μόνον διὰ τὰς εἰς τὴν τάξιν αὐτοῦ γενομένας τυχὸν ἀδικίας καὶ τίποτε περισσότερον. Ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἐννοηθῆ ἡ διάκρισις αὕτη εἰς τὸ μέλλον. Χρεωστῶ, κύριοι, προσέτι νὰ μὴ ἀφήσω ἀνεξέλεγκτον μίαν φράσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἀφοῦ αἱ ἀδελφαὶ τοῦ Ἐλέους ἀπεμάκρυναν, εἶπεν, ἀπὸ τὸ σχολεῖόν των τὰ τέκνα τῶν ὀρθοδόξων, δὲν ὑπάρχει πλέον κίνδυνός τις ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν. Δὲν συμφωνῶ, κύριοι· εἴτε καθολικοὶ εἴτε ὀρθόδοξοι εἶναι οἱ ἐκπαιδευόμενοι, ἡ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὸ σχολεῖον ἔνθα διδάσκονται ἑλληνόπαιδες. Παραιτουμένη τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν καθολικῶν πράττει χείριστα, διότι, κύριοι, ἡ ἀνατροφὴ ὅλων τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν εἶναι μία. Οἱουδήποτε λοιπὸν θρησκεύματος καὶ ἂν ὦσιν, ἡ ἑλληνικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιτηρήσῃ τήν τε διαγωγὴν τοῦ διδασκάλου καὶ τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, κύριοι, διηγηθεὶς ὅσα ἔπραξαν οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ τὴν πορείαν ἣν οὗτος ἠκολούθησεν, ἔφθασαν, εἶπεν, εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος ἐπεκαλέσθη τὰ πρωτόκολλα. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ζητήσω τὴν τιμωρίαν τοῦ πολίτου τούτου ἕλληνος ὡς ἠξίωσεν ὁ κ. Πολυλᾶς, διότι ἀπετάθη εἰς ξένην ἀρχὴν, καθότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κληρικὸς οὗτος οὔτε τὸν νόμον ἐγνώριζεν, οὔτε ἐπίστευεν, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ὡς ἔπραξεν. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐξουσία ἀπέναντι τῆς ἐνστάσεως τοῦ Ζαφίνου δὲν ἔπρεπε νὰ διστάσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Αἱ συνθῆκαι δὲν ἐξηγοῦνται τυχαίως· οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῆται ἐξήγησις ἐπὶ φανερῶν ἀντικειμένων· ὡς δὲ νόμοι διεθνεῖς ἐνδιαφέρουν ἁπάσας τὰς ὑπογραψάσας αὐτὰς δυνάμεις τὰ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν. Ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπικράτεια ἣν ἀφορᾷ ὀφείλει νὰ κανονίζῃ ἐγκαίρως τὴν ἔννοιαν τῆς συνθήκης. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ εἶναι ἀναμφίλεκτον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρὸ πολλοῦ ἐκανόνισε τὴν ἔννοιαν τῶν περὶ συστάσεώς της συνθηκῶν καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὰ φανερὰ δὲν ἐπιδέχονται ἐξήγησιν. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως ὅπως δείξῃ εἰς τὸν Ζαφῖνον πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς συνθήκας. Μὴ νομίζετε δὲ, κύριοι, ὅτι τὴν περὶ βραδύτητος ἁβρότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ ὑπουργείου τὴν κατηγορῶ ὡς ἐγνωσμένην παράλειψιν καθήκοντος. Αἱ κυβερνήσεις πολλάκις εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ βραδύνωσιν εἰς τὴν λύσιν ζητημάτων τινῶν· ἀλλ’ ἤδη, κύριοι, πιστεύω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ προβῇ χωρὶς νὰ περιμένῃ τὴν διπλωματικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· διότι ἂν περιμείνῃ, ἀρνούμεθα τὴν αὐτενέργειαν ἡμῶν, ἣν εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἀπεκτήσαμεν καὶ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἄτοπόν τι ὅπερ ἀπεύχομαι. Βλέπετε ἑπομένως, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προβῇ ταχέως εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν νόμων, διότι ἀρκετὰ ὑπέμεινεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐμπαιζομένη ἀπὸ τοὺς ἀναδεχθέντας νὰ συστήσωσι τὰ ἐκπαιδευτήρια ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἤρχισεν ἡ περὶ σχολείων συζήτησις, κύριοι, ἐν μὲν Κερκύρᾳ ἀπὸ τὰ 1865, ἐν δὲ τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἀπὸ παλαιοτέρας ἐποχῆς· ἔκτοτε ἕως τώρα παρῆλθον πολλὰ ἔτη· νομίζω ὅτι ἡ ἀνοχὴ τῆς κυβερνήσεως εἶναι μεγάλη καὶ δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ περιπλέον, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν καταγγελίαν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὅλων ἐκείνων, οἵτινες διευθύνουν σχολεῖα καὶ ἐπιμένουσι νὰ παραβαίνωσι τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους. Τοιουτοτρόπως θέλει κανονίσει τὴν θέσιν της καὶ θέλει ἐκβάλει ἀπὸ μίαν ἀπάτην καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἐπεκαλέσθησαν ἐξαιρετικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ἀνατροφῆς. Ἔφθασα, κύριοι, εἰς τὸ τέλος, ἀλλὰ δὲν θέλω καταβῆ τοῦ βήματος πρὶν ἐξελέγξω πλάνην τινὰ ἄτοπον. Εἰς τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, ὃν κατέθεσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, εἶδον σημείωσίν τινα γαλλιστὶ, ξένης χειρὸς, ἐπὶ παρατηρήσεων ἡμιεπισήμως γενομένων ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ ἐπιτηρῇ καὶ κανονίζῃ τὴν διδασκαλίαν τῶν παίδων ἐν Ἑλλάδι. Ἡ σημείωσις αὕτη λέγει, ὅτι ὡς φαίνεται ἀπὸ τὰς πληροφορίας ταύτας ἐλλείπει ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλληνικῆς L'instruction catholique, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ γράψας τὴν σημείωσιν ταύτην.
§180ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὴ ἡ σημείωσις εἶναι προγενεστέρας ἐποχῆς.
§181ΧΑΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω· δὲν πειράζει, εἰς ἐκείνην ἀπαντῶ· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος οὗτος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐκπαίδευσις καθολικὴ, οὔτε ἐκπαίδευσις ὀρθόδοξος· ὑπάρχει ἐκπαίδευσις ἐθνική. Συγχέει δὲ, νομίζω, ἡ ξένη αὕτη παρατήρησις δύω διαφορετικὰ ἀντικείμενα, ἤτοι τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἀνατροφὴν τὴν θρησκευτικήν. Ἕκαστος δύναται νὰ δώσῃ οἵαν δήποτε θρησκευτικὴν ἀνατροφὴν εἰς τὰ τέκνα του. Εἶναι κύριος νὰ διαθέσῃ ὅπως θέλει τὴν ἀνατροφὴν αὐτῶν. Οὐδεὶς νόμος τὸ ἀπαγορεύει, οὐδὲ ἠξίωσε μέχρι τοῦδε ἡ πολιτεία νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν· ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ὅμως, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν οἱ συμπολῖταί μας οἱ καθολικοὶ θέλωσι νὰ διδάσκωσι τὰ τέκνα των, ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι εἶναι προωρισμένοι διὰ τὸ πῦρ τῆς γεέννης, εἶναι κύριοι νὰ τὸ πράξωσιν· ἐὰν οἱ καθολικοὶ θέλωσι νὰ διδάξωσι τὰ τέκνα των, ὅ,τι αὐτὸς ὁ πεφωτισμένος καθολικὸς κόσμος δὲν παραδέχεται, ὅτι δηλ. ὁ ἄκρος ἀρχιερεὺς τῆς Ῥώμης εἶναι ἀλάνθαστος, εἶναι κύριοι καὶ τοῦτο νὰ πράξωσι, δὲν ἔχουσιν ὅμως κανὲν δικαίωμα νὰ κανονίσουν οἱ κληρικοὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους, οὔτε νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν ἁπαλὴν Ἑλληνικὴν νεολαίαν τὰς ἰδέας ἐκείνας, αἵτινες μίαν ἡμέραν δύνανται νὰ ὠθήσωσι τὴν κοινωνίαν εἰς ἀνατροπάς. Εἶμαι πεπεισμένος, κύριοι, ὅτι ἡ καθεστῶσα κυβέρνησις, ἥτις εἶναι ἐνώπιόν μου, φρονεῖ καὶ σκέπτεται ὅπως φρονῶ καὶ σκέπτομαι ἐγὼ, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ φρόνημα τὸ Ἑλληνικόν. Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία δὲν φοβεῖται προσηλυτισμὸν, ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία, κύριοι, κατεδιώχθη, ἐκολαφίσθη, ἐξυβρίσθη καὶ ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Πελοποννήσῳ δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ εἷς ἱερεὺς ὀρθόδοξος· ἀρχιερεῖς δὲ καθολικοὶ διένειμαν εἰς τοὺς ἱππότας κατὰ περιόδους τὰ τιμάρια ἐν Πελοποννήσῳ, καὶ ὅμως, κύριοι, καὶ τὸ θρήσκευμα καὶ τὸ φρόνημα τὸ ἑλληνικὸν ἔζησεν, ἤνθησεν, ηὔξησε, καὶ κατὰ τὸν μάρτιον τοῦ 1821 ἐξηγέρθη ἀθρόον. Δὲν φοβούμεθα λοιπὸν τὸν προσηλυτισμὸν, φοβούμεθα μόνον τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ ἐνδεχόμενον νὰ γίνωσιν εἴς τινας ἐπαρχίας τοῦ κράτους καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κέρκυραν, ἂν ὁ νόμος δὲν ἐπικρατήσῃ. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅτι ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὥστε νὰ ἐννοήσωσι καὶ οἱ συμπολῖται ἡμῶν καθολικοὶ κληρικοὶ τῆς Κερκύρας, ὅτι δὲν ἔχουσι μεῖζον δικαίωμα τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν ὀρθοδόξων. Ἐπειδὴ δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διαγωγὴν, τὰ ἤθη, τὰς τάσεις τὸν μελλόντων νὰ διδάξωσι τὴν ἑλλην. νεολαίαν, ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀρνῆται τὸ δικαίωμα τῆς διδασκαλίας εἰς πάντα τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγὴ δὲν παρέχει ἐγγυήσεις, ὀφείλει ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν διδασκαλίας ἑλληνοπαίδων εἰς τοὺς Ἰησουΐτας συμφώνως πρὸς ὅσα ἔπραξεν ὁ πεφωτισμένος καθολικὸς κόσμος πρὸ πολλοῦ ἐν Εὐρώπῃ. Καταλήγων τὸν λόγον, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν δραστηρίαν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως, ἵνα μὴ διὰ τῆς παραβάσεως τῶν νόμων τὰ σκάνδαλα ἐξογκωθῶσιν.
§182ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.
§183ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σοβαρώτερον παρ’ ὅσον νομίζετε, κύριοι. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, δὲν ἤθελον ἀναβῆ τὸ βῆμα, κύριοι....
§184Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ἤκουσα καὶ προχθὲς ὅπου τὸ εἶπεν ὁ Κ. Λομβάρδος, ὅτι ὅπου ὁ λαὸς δὲν θέλει δὲν γίνεται τίποτε. Ἡ Ἀγγλία ἦτον τόσον καιρὸν καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔκαμε τίποτε· λοιπὸν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ λαός. Κύριοι, τί εἶπεν ὁ κ. Πολυλᾶς; ἐσύστησεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὥστε σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους καὶ τὸ συμφέρον τοῦ κράτους νὰ γίνῃ, ὥστε περιττὰ τὰ ἄλλα.
§185ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἴδετε ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι· εἶναι σπουδαιότερον, κύριε Κρεστενίτη, παρ’ ὅτι τὸ νομίζετε.
§186Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐδῶ εἶναι αἱ ἀδελφαὶ τοῦ ἐλέους, καὶ ἐν τούτοις ζοῦμεν πολὺ καλά.
§187ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν Ἑπτάννησον πρὸ 400 ἐτῶν ἐζούσαμεν ὡς ἀδελφοὶ ἐν πληρεστάτῃ ἀγάπῃ μὲ τοὺς καθολικοὺς μέχρι τοῦδε καὶ ὑπὸ τοὺς Βενετοὺς καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Ἄγγλων. Θέλετε νὰ σᾶς δείξω ἕως ποῦ ἔφθασεν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀνεξιθρησκεία μεταξύ μας; ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὅσον καὶ ἂν ἀναδιφήσητε τὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων ἐθνῶν δὲν θὰ τὸ εὕρητε. Ὅταν ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις τῶν 1821, ἔφθασεν εἰς Ζάκυνθον ψευδὴς εἴδησις, ὅτι οἱ ἐπαναστάται ἐκυρίευσαν τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅλος ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου ἐπῆγεν εἰς τὸν ἐπίσκοπον νὰ τὸν κατεβάσῃ νὰ κάμῃ δέησιν. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος τότε, ὅστις δὲν ἠθέλησε νὰ προσκρούσῃ εἰς τὸν ἁρμοστὴν, δὲν κατέβη· διὰ μιᾶς ἐγείρεται μία φωνὴ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸν φλαρεπίσκοπον, ὑπῆγαν, κατέβασαν αὐτὸν καὶ ἔγεινεν ἡ δέησις εἰς τὸν λατινικὸν ναόν· τοιοῦτον παράδειγμα, ὅσον καὶ ἂν ἀναδαφίσητε τὴν ἱστορίαν ἄλλων ἐθνῶν, δὲν θὰ τὸ εὕρετε. Λοιπὸν μισαλλοδοξία δὲν ὑπάρχει, μεταξὺ μας ὑπῆρξεν ἡ μεγαλειτέρα ἁρμονία· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἁρμονία διεταράχθη, διότι ἀπεστάλησαν ἀπόστολοι ἔχοντες ἰδιαιτέρους σκοποὺς, τοὺς ὁποίους πολὺ καλὰ σᾶς ἀπέδειξεν ὁ κύριος Πολυλᾶς καὶ ὁ κύριος Χριστόπουλος. Ἰδοὺ διὰ τί φοβούμεθα, κύριε Κρεστενίτη. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Κερκύρας· ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὅστις εἶναι τόσον ἀνεξίθρησκος, αὐτὸς δὲν ἀνέχεται νὰ ἴδῃ νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ καθὼς δὲν πειράζει ἄλλον, οὕτω δὲν θέλει καὶ νὰ τὸν πειράζουν· καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβούμεθα, δὲν εἶναι, ὅτι οἱ ἀπόστολοι αὐτοὶ θὰ προσηλυτίσουν Κερκυραίους, ἀλλὰ φοβούμεθα, μήπως ἡ διαγωγή των φέρῃ ἓν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς περιπλέξουν μὲ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους δὲν θέλομεν νὰ μᾶς περιπλέξουν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἐξημμένος, ὅπως μὲ ὀνομάζουν, ὁ ὁποῖος τὸ λέγω, εἶναι ὁ πρᾶος, ὁ ἥσυχος, ὁ ἀπαθὴς νομάρχης Κερκύρας κ. Μαυροκορδᾶτος, ὁ ὁποῖος σᾶς παρακαλεῖ καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἐὰν δὲν ληφθῶσιν ὀγρήγορα μέτρα, φοβεῖται διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, καὶ εἶναι, ἐπαναλέγω, ὁ κ. Μαυροκορδᾶτος, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἐπὶ τρία ἔτη εἰς Κέρκυραν καὶ ἐγνώρισε πολὺ καλὰ τὴν κατάστασιν τῶν πνευμάτων ἐκεῖ. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ἓν παράδειγμα ἕως ποῦ ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ τὸ εὐερέθιστον τοῦ ἐν Κερκύρᾳ λαοῦ; Ἐπὶ τῆς προστασίας τῆς Ἀγγλικῆς ἕνας ἱεραπόστολος ἔρχεται νὰ μοιράσῃ ἐντὸς τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος φυλλάδια ἐναντίον τοῦ λειψάνου τοῦ προστάτου τῆς Κερκύρας. Διὰ μιᾶς ὅλος ὁ πληθυσμὸς καὶ τῆς πόλεως καὶ τῆς ἐξοχῆς εὑρέθη εἰς τὸ ποδάρι, ἐπληγώθησαν πάμπολλοι, καὶ ἐπληγώθησαν καὶ ἐφονεύθησαν πολλοὶ στρατιῶται Ἄγγλοι, καὶ ἂν ἔλειπεν ἡ φρόνησις τοῦ τότε Ἁρμοστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντὶ νὰ θελήσῃ ν’ ἀντιτάξῃ εἰς τὴν ἐξέγερσιν αὐτὴν, τὴν βίαν, ἔκλεισε τοὺς στρατιώτας ὅλους εἰς τὰ φρούρια, τὸ αἷμα ἤθελε ῥεύσει πολὺ εἰς τὴν Κέρκυραν, κ. Κρεστενίτη, διότι μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅσον καὶ ἂν ἤθελον κάμει οἱ Κερκυραῖοι, δὲν ἤθελον ἠμπορέσῃ νὰ ἐναντιωθοῦν εἰς τὴν λόγχην τῆς Ἀγγλίας. Ἰδοὺ ποῖα ἀποτελέσματα σᾶς προαναγγέλλομεν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν εἰς Κέρκυραν, ἢ ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐξακολουθήσουν αἱ ἐνέργειαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται παρὰ τῶν Ἰησουϊτῶν ἀπὸ ἐδὼ καὶ τρία ἔτη ἤδη. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ὅτι φοβούμεθα, ὅτι θὰ μᾶς βλάψουν οἱ ἀπόστολοι τῶν Ἰησουϊτῶν. Ὄχι, ἀλλ’ αἱ ἐνέργειαι, αἵτινες ἀπό τινος καιροῦ ἤρχισαν νὰ γίνωνται ἐν Κερκύρᾳ, ἔφθασαν εἰς ἐκεῖνον τὸν βαθμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λέγῃ ὅσα εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι οὐδέποτε ἐξησκήθη ἐπιστασία εἰς αὐτὸ τὸ κατάστημα τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους, καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι κυβερνήσεις αὐτὸ ἔκαμον, τὸ ὁποῖον κάμνουν τώρα, καὶ ὅτι καὶ ἄλλοτε τοιαῦτα ἔγγραφα ἐστάλησαν εἰς τὰς κυβερνήσεις καὶ τοὺς ὑπουργούς. Ὄχι, κύριοι, κανὲν ἔγγραφον τοιοῦτον ὡς σᾶς ἔστειλεν ὁ νομάρχης Κερκύρας κ. Μαυροκορδᾶτος, κανὲν ἔγγραφον τοιοῦτον δὲν θέλετε εὕρει ὅσον καὶ ἂν ἀναδιφήσητε εἰς τὰ ἔγγραφα τῶν ὑπουργείων σας. Ἐὰν ἔμενεν ἀπαθὴς ὁ ὑπουργὸς τῆς παιδείας εἰς τὰ 1865, ἐὰν ἔμενεν ἀπαθὴς εἰς τὰ 1866, 1867, 1868, καὶ ἂν εἰς τὰ 1869 ἔχῃς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔχεις, τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ μὴ σοῦ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ δικαιολογηθῇς μὲ τοῦτο, καὶ νὰ σοῦ δείξῃ τὸ χρέος, ὅπερ ἔχεις, νὰ μὴ σταθῇ πλέον ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ἀλλὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὸν νόμον, καὶ νὰ μὴ περιμείνῃ τὴν διπλωματικὴν ἐνέργειαν, διότι πολὺ καλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Χριστόπουλος, μὴ φέρετε τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν διπλωματικὴν, διότι ἐὰν ᾖμαι ἔθνος ὡς εἶμαι, τὰ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα ἀνήκουν εἰς ἐμὲ, καὶ ἂν ᾖμαι Κράτος καὶ εἶμαι, ἐὰν ᾖμαι ἐλεύθερος καὶ εἶμαι, ἐὰν ᾖμαι ἀνεξάρτητος καὶ εἶμαι, ἐγὼ θὰ ἐξετάσω τὰ ἐκπαιδευτικά μου καταστήματα. Τί λέγει ὁ ἱερεὺς Ζαρίνος; ὅτι ἔστειλε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Γαλλίας. Δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο μὲ τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος ἐντίμου συναδέλφου μου κ. Χρηστοπούλου· δὲν λέγω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἴσως δὲν ἐγνώρισε τοὺς νόμους, ὅτι σφάλλει, δὲν λέγω, ὅτι ἐκάματε καλὰ νὰ τὸν ἀφήσητε ἀνενόχλητον, λέγω μάλιστα, χωρὶς διόλου νὰ σᾶς ἐπιτιμήσω, χωρὶς διόλου νὰ θέλω νὰ σᾶς ἐλέγξω, διότι φαντάζομαι, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ἐπράξατε ἢ γρήγορα θὰ τὸ κάμητε, ὅτι ἔπρεπε νὰ στείλετε ἀμέσως τὸν εἰσαγγελέα. Αὐτὸς εἶναι πολίτης Ἕλλην Κερκυραῖος, κάθηται ἐκεῖ ἐν Κερκύρᾳ, εἶναι ἐκεῖ γεννημένος, καὶ πῶς ἀποτείνεται εἰς ἕνα ξένον Πρέσβυν, ζητῶν τὴν προστασίαν του περὶ ἑνὸς καθιδρύματος, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος ἀπετάνθη εἰς τὴν Κυβέρνησίν του ζητῶν τὴν ἄδειαν νὰ τὸ συστήσῃ, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησίς του τοῦ λέγῃ, κύριε, θέλω νὰ ἠξεύρω τὶ γίνεται ἐκεῖ μέσα, ἀπαντᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἔστειλα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Γαλλίας, καὶ ἐκεῖ σταματᾷ· καὶ ἐὰν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας θελήσῃ ν’ ἀναμιχθῇ; (τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι θὰ θελήσῃ ἡ Γαλλία ν’ ἀναμίξῃ ἑαυτὴν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό). Ἀφήσατε τὸν ὑπήκοόν σας νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν τόλμην ἐνώπιον ὑμῶν τῆς Κυβερνήσεώς του· ἐὰν ἦλθε τοῦτο σήμερον, θὰ ἔλθῃ αὔριον μεγαλύτερον. Ἑπομένως διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι θέλω νὰ παρατείνω, μολονότι εἰμποροῦσε κανεὶς νὰ εἴπῃ πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον δὲν εἶναι τόσον ἐλαφρὸν, ὅσον τὸ νομίζουν τινὲς, δὲν εἶναι οἷον τὸ ἐξέλαβεν ὁ κ. Κρεστενίτης, ἐὰν δὲν ληφθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νὰ δείξουν εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅτι πράγματι οἱ νόμοι θὰ συμβιβασθῶσι, θὰ εὑρεθῇ ἀργότερα ἡ Ἑλλὰς, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἐμπερδευσῖαις πολὺ μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας στοχάζεται, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπεκφύγῃ τώρα δι’ ἑνὸς μέσου ἢ δι’ ἄλλου.
§188ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις καθίσταται περιττή. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρέθη εἰς ἄλλο ζήτημα σύμφωνος, ὡς πρὸς τοῦτο ὅμως εἶναι πληρέστατα σύμφωνος. Τὸ ὑπουργεῖον ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ, τὸ ὑπουργεῖον θέλει ἐξακολουθήσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, διότι ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν παρὰ μόνον τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τοῦ Κράτους θὰ ἐπιδιώξῃ.
§189ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, πολὺ καλά.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ συντάξεων τῶν πρώην ἀστυνομικῶν χωροφυλάκων Ἑπτανήσου. Ἄρθρον 1. Εἰς τοὺς κατὰ τὸν ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1859 νόμον τοῦ ἑνδεκάτου Κοινοβουλίου τῆς πρώην ἰονίου Πολιτείας ἔχοντας κεκτημένον δικαίωμα συντάξεως καὶ ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελοῦνται, κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταργήσεως τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκτελεστικῆς ἀστυνομίας χωροφύλακας, ἀπονέμεται κατὰ τὰς βάσεις τοῦ αὐτοῦ νόμου, σύνταξις εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1870. Εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τοῦ παρέχοντος δικαίωμα πρὸς σύνταξιν κατὰ τὸν μνησθέντα νόμον, δὲν ὑπολογίζονται ὑπηρεσίαι μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀστυνομίας.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου;
§192ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον. Ἄρθρον 2. Οἱ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον τῆς καταργήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἀστυνομίας ἐν ὑπηρεσίᾳ χωροφύλακες, ὅσοι δὲν εἶχον συμπεπληρωμένον χρόνον παρέχοντα, κατὰ τὸν μνησθέντα νόμον, δικαίωμα πρὸς ἀπόλαυσιν συντάξεως, δικαιοῦνται νὰ ἐπανακτήσωσι τὰς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ γενομένας ἐκ τῶν μισθῶν των κρατήσεις κατὰ τὴν ἐπὶ τούτῳ ἐνεργηθησομένην ἐκκαθάρισιν ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§195ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον. Ἄρθρον 3. Εἰς τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμόζονται αἱ περὶ συντάξεων διατάξεις τοῦ ἄρθρου 119 καὶ ἑπ. τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.»
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§197ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Κατὰ τοῦ συνόλου ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§199ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη ἀνάγνωσις περὶ τριακονταετοῦς παραχωρήσεως τοῦ ἀνθρακωρυχείου Κύμης.
§201ΤΙΝΕΣ. Τὶ εἶναι αὐτό;
§202ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀνεβλήθη χθὲς ὡρισμένως διὰ σήμερον. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ διὰ τοῦ ἐπισυνημμένου συμβολαίου συνομολογηθεῖσα τριακονταετὴς μίσθωσις τοῦ παρὰ τῇ Κύμῃ ἐθνικοῦ μεταλλείου τῶν γαιανθράκων μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς μεταλλευτικῆς ἑταιρίας κυροῦται.»
§203ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς τὴν σύμβασιν, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διαγράφονται ἐντὸς τῆς πράξεως τοῦ ἐκμεταλλευτικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ νομίζω καλὸν νὰ προστεθῇ δεύτερον ἄρθρον. «Διὰ πᾶσαν τυχὸν διαφορὰν περὶ ὁρίων ἐγερθησομένην μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς ἐκμεταλλευτικῆς ἑταιρίας καὶ τῶν συνεταίρων Γ. Παπαγεωργίου καὶ Κιοπούλου ἐπὶ τῶν παραχωρηθεισῶν αὐτῇ ἐκτάσεων τὸ δημόσιον εἰς οὐδεμίαν εὐθύνεται ἀποζημίωσιν.»
§204ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συγκατάθεσις τῆς ἑταιρίας πρὸς τοῦτο.
§205ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ θέλει ἡ Βουλὴ, ἂν τὸ δεχθῇ ἐκείνη ἀδιάφορον.
§206ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς.
§207ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν ἐκείνην δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ἀντὶ τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ δέχομαι.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν;
§209ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§211ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἔπειτα μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς, οἰκονομεῖται ἡ ὑπόθεσις (θόρυβος)· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἑταιρίαν, ἔχομεν σκοπὸν νὰ τὴν ἐνθαῤῥύνωμεν (θόρυβος).
§212Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχεις κανένα σύντροφον, κατέβα κάτω.
§213ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἔχω τὸν ἑαυτόν μου, ἔχω τὴν συνείδησίν μου. Παρακαλῶ, νομίζω ὅτι διορθώνεται ἡ ὑπόθεσις ἐὰν τεθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ συμβούλιον.
§214ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶμαι διόλου σύμφωνος, ἐγὼ λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ σύμβασις συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς πράξεως τοῦ μεταλλευτικοῦ συμβουλίου, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ὁρίων, ἐννοῶ νὰ γίνῃ ἡ παραχώρησις.
§215ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νὰ τεθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων τοῦ γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου.
§216ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Καὶ πάλιν σᾶς λέγω, ὅτι τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐντὸς τῆς συμβάσεως εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαγράφονται ἐντὸς τῆς πράξεως τοῦ μεταλλευτικοῦ συμβουλίου. Αὐτὸ ἐννοῶ· ἐὰν δὲ ὑπάρχουν ἐδῶ εἴτε ν, εἴτε ξ, εἴτε ι, εἴτε κ, δὲν τ’ ἀναγνωρίζω αὐτὰ παρ’ ὅ,τι ὑπάρχει ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα σημειώνονται εἰς τὴν σύμβασιν.
§217ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καλὰ, συμφωνοῦμεν, κ. ὑπουργέ.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κατσικαπῆ;
§219ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§220ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν ὑπάρχει ἰδιοκτησία· πρέπει ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ σημειώσῃ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι «ἐπιφυλαττομένων τῶν δικαιωμάτων».
§221ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται, εἶναι καὶ σπουδαῖα τὰ μεταλλεῖα.
§222ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μήπως ἐννοεῖ, ὅτι παραχωροῦν τὰ δικαιώματα ἐκεῖνοι;
§223ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὄχι.
§224ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν μικρὰν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Φρονῶ ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ ἢ τροποποίησις δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὴν σύμβασιν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν συναλλασσομένων μερῶν, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν ἐκμεταλλευτικὴν ἑταιρίαν.
§225ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλῃ, τὸ δέχεται.
§226ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, κ. πρόεδρε, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τροποποίησίν τινα εἰς τὴν σύμβασιν, ἐὰν ἑπομένως πρόκειται νὰ παραδεχθῇ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ πρόεδρος τῶν πρωτοδικῶν διὰ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 12, ἐπειδὴ εἶναι καὶ ἄλλη περίπτωσις εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναγκαία ἡ μεσολάβησις τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν ἐν ἄρθρῳ 3ῳ τῆς συμβάσεως, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν διὰ τὸ ὁμοιόμορφον ν’ ἀντικατασταθῇ καὶ ἐκεῖ διὰ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§227ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἐνόησα καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου;
§229ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον. «Διὰ πᾶσαν τυχὸν διαφορὰν περὶ ὁρίων ἐγερθησομένην μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς ἐκμεταλευτικῆς ἑταιρίας καὶ τῶν συνεταίρων Γ. Παπαγεωργίου καὶ Κιοπούλου ἐπὶ τῶν παραχωρηθεισῶν αὐτῇ ἐκτάσεων τὸ δημόσιον εἰς οὐδεμίαν εὐθύνεται ἀποζημίωσιν».
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§232ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Περὶ φυγοδίκων.
§234ΤΙΝΕΣ. Τὶ ἀνάγνωσις εἶναι;
§235ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμματεύς). Δευτέρα.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, ἀκόμη, ἐχάσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, αὔριον εἶναι Κυριακὴ καὶ δὲν θὰ ἐργασθῶμεν, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§237ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγράψατε καὶ ἐμὲ, κ. πρόεδρε;
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα συζήτησις, καθήσατε, κύριοι.
§239ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν, ἐκουράσθημεν.
§240ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ συμφωνοῦν, νομίζω πῶς πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, ἰδοὺ διατί· διότι κατ’ ἐμὲ ἡ συζήτησις αὐτὴ θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ σχηματισθῇ μία ἰδέα ὥριμος πρὸς καταρτισμὸν αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἑπομένως πρέπει νὰ γίνῃ πλήρης ἡ συζήτησις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, οὔτε δυσκολίας πλέον, οὔτε συζήτησιν. Τώρα νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ἢ δύω, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα καὶ θὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν τὴν δευτέραν· ἐὰν ὅμως ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀρχίσω, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ εἶναι μάταιον.
§241ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐναντιοῦται εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε, ὥστε πρὸ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πιστώσεων, τοῦ νόμου περὶ ἀντιβασιλείας, περὶ ἐθνικῆς ὁδοποιΐας καὶ περὶ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων.
§242ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 15 λεπτὰ.