1869.11.14
2.088 στίχοι · 16.805 λέξεις · 207 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74.
Τῆς 14 Νοεμβρίου 1869.
(Παρασκευὴ).
Ὥρα 1 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν γίνεται λόγος περὶ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἰδικῆς μου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πειράζει, αὔριον θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, πλὴν μ’ ὅλα ταῦτα προστίθεται καὶ αὐτὸ (προσετέθη). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πῶς τὸ ἐβάλατε, κ. πρόεδρε, ὅτι θὰ γίνῃ αὔριον;
§6ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§7ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κ. πρόεδρε, νὰ μοὶ δώτητε τὸν λόγον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἀμέσως, λάβετε ὀλίγην ὑπομονὴν νὰ ὑπογράψωμεν τὰ πρακτικά. Κύριοι, μίαν παράκλησιν θὰ κάμω, ὅστις θέλει τὸν λόγον νὰ τὸν ζητῇ, δεύτερον αὐταὶ αἱ θεωρητικαὶ ὁμιλίαι, αἵτινες προτάττονται, νὰ ᾖναι ὅσον ἔνεστι σαφεῖς καὶ σύντομοι. Τώρα ὁ κ. Λέκας ἔχει πρῶτος τὸν λόγον.
§9ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ πρὸ πάντων, κ. πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπιτρέπητε νὰ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λέκας ἐζήτητε πρῶτον τὸν λόγον, ὁ κ. Δαγρὲς κατόπιν.
§11ΛΕΚΚΑΣ. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ᾐσθάνθη τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται· μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν τὸ ἔθνος ἐνόησεν, ὅτι εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἰδέαν τῆς στρατιωτικῆς του ἀναπτύξεως, δηλ. τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐθνικῶν του δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας· εἰς τὴν ἐλεεινοτέραν τῶν καταστάσεων ἐσυζητήσαμεν, κύριοι, τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ κυβέρνησις ἐζήτησεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ, καὶ ὑμεῖς ἀφειδῶς τὸ ἐδώκατε· δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ φορολογούμενος λαὸς νὰ δώσῃ ἄνευ πόνου τι περιπλέον. Τί μέλλει λοιπὸν γενέσθαι; εἶναι ἀνάγκη νὰ περιμένωμεν τὴν ἀτίμωσιν τοῦ Χόβαρτ, διὰ νὰ ἀνεγείρωμεν τὴν πεποίθησιν τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικότητος; ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν. Ἡ ἰδέα τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἰδέα ἱερὰ, σωτήριος, δὲν εἶναι δυνατὸν, καθὼς προεῖπον, ὅπως αὕτη συνεστήθη, νὰ προκόψῃ, θὰ ἀπατῶμεν πάντοτε ἡμᾶς αὐτούς· πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς μέτρα ζωτικὰ, εἰς μέτρα πραγματικὰ, δυνάμενα διὰ τῆς ὅσον ἔνεστι μικρᾶς δαπάνης, νὰ μᾶς ἀναπτύξωσι μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἐθνικῆς δυνάμεως. Σήμερον ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν ψυχικοῦ διὰ τὴν Κρήτην ἄλγους, ἀλλὰ καὶ ἡσυχίας, σήμερον ὅταν δυνάμεθα πλέον νὰ σκεφθῶμεν τί ποιήσομεν ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν οἱ διοικοῦντες τὸ ἔθνος ἔρχωνται καὶ μᾶς λέγουν, θὰ τακτοποιήσωμεν ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως τὸν στρατὸν διὰ νέων ὀργανισμῶν, φρονῶ ὅτι ἕνας ἕκαστος πρέπει νὰ δώσῃ τὸν φόρον τῶν γνώσεων καὶ τῶν σκέψεών του, διὰ νὰ καταρτίσωμεν ἓν ἀπάνθισμα, ἐξ οὗ νὰ συνταχθῇ εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ ἐν τῇ μικρότητί μου σᾶς παρουσιάζω μίαν ἰδέαν, μίαν μικρὰν νύξιν πρὸς σχηματισμὸν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς δυνάμεως. Παρεχωρήσατε, κύριοι, ἢ παρεχώρησε τὸ ἔθνος εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ μὲν τὴν προγύμνασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς 131,500 δραχμάς, εἰς δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 7,983,998 δραχμὰς, τὸ ὅλον 8,115,498 τόσας δραχμάς· ἐὰν προσθέσωμεν καὶ μερικὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν, γίνονται 8,120,000 δραχμαί. Ἐν τῷ μέλλοντι, ἀφοῦ ὡς καλοὶ σύντροφοι συνασπισθῶμεν καὶ καταρτίσωμεν τὴν ἀναγκαίαν βάσιν, φρονῶ ὅτι μὲ τὴν δαπάνην 10,000,000 δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν ἐνεργείᾳ 15 ἕως 20,000 στρατοῦ διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἀδειῶν καί τι περιπλέον· 5, 8 μέχρι 10,000 Ἑλλήνων ἀπογυμναζομένων κατ’ ἔτος. Προσέτι ὡς ἐθνικὸν ἔργον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ σχολαρχεῖα ἡ γύμνασις τοῦ πεζοῦ ἀόπλου στρατιώτου, εἰς τὰς πρώτας δύο τάξεις τοῦ γυμνασίου ἡ γύμνασις τοῦ πεζοῦ ἐνόπλου στρατιώτου, εἰς τὰς δύο τῶν γυμνασίων μεγαλειτέρας τάξεις τὰ γυμνάσια τοῦ οὐλαμοῦ· εἰς δὲ τὸ πανεπιστήμιον νὰ ὁρισθῇ ἕδρα, δι’ ἧς νὰ διδάσκωνται πρακτικῶς τὰ γυμνάσια τοῦ τάγματος, ἡ ἱστορία τῶν ὅπλων, ἡ τακτικὴ κτλ. Τέλος νὰ προσδιορισθῇ διὰ νόμου αὕτη ἡ μικρὰ πρότασις νόμου περὶ προσθήκης ἄρθρου εἰς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον. (Τὴν ἀναγινώσκει).
§12ΤΙΝΕΣ. Δὲν κάμνεις ἐξαίρεσιν;
§13ΛΕΚΚΑΣ. Τοιουτοτρόπως ἐννοῶ τὴν ὕπαρξιν τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, ἐὰν ὑμεῖς ἄλλως σκέπτεσθε, δὲν γνωρίζω, διότι ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐθνοφυλακῆς, ὡς αὕτη ὑπάρχει, εἶναι πέπλος διὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τίποτε περιπλέον· ἐὰν θέλετε, κύριοι, νὰ σχηματίσετε στρατὸν, νὰ γυμνασθῶσιν οἱ Ἕλληνες, ἀνάγκη νὰ πεισθῶμεν ὅτι οὐχὶ μόνον ὁ κτηματίας καὶ ὁ ἐργάτης, ὁ τεχνίτης κτλ. νὰ θυσιάζῃ, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡμεῖς καὶ πάντες εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος ὀφείλομεν τὴν καταβολήν μας.
§14ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις τώρα περὶ αὐτοῦ.
§15ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ τοιουτοτρόπως φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ γυμνασθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε ἄλλως, κάμετε ὅ,τι θέλετε, ὁ καιρὸς δὲ θέλει δείξει τίς ἐξ ἡμῶν ἔχει δίκαιον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρές.
§17ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος κἀνεὶς ἔχει νὰ φέρῃ κἀνὲν χαρτί;
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀτύχημα ἔχω καὶ μὲ λησμονεῖτε, κ. πρόεδρε, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, διότι σᾶς κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. πρόεδρε, νὰ ἐνθυμηθῆτε, καὶ τὸ ἐνθυμεῖσθε βέβαια, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ κανονισμοῦ, κατ’ ἐμὲ μὲν πολὺ ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, καὶ τὸ ὁποῖον παρεβιάσθη, εἶναι τὸ ὁρίζον, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς Βουλῆς γίνεται τὴν ἑσπέραν τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς· τοῦτο δὲν ἔγεινε σχεδὸν οὐδέποτε. Δὲν πταίει ὁ κ. πρόεδρος καὶ εἴδετε μὲ πόσον κόπον κατώρθωσε νὰ σταματήσῃ μερικοὺς βουλευτὰς νὰ προειδοποιήσῃ, ὅτι ἔχομεν σήμερον συνεδρίασιν· ἀλλ’ ἐν τούτοις λέγω, ὅτι ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιμένῃ ὅπως τὰ ἀντικείμενα προσδιορίζωνται τὴν ἑσπέραν, θὰ τὸ κατορθώσῃ διὰ νὰ γνωρίζωμεν εἰς τὶ θὰ καταγίνωμεν. Ἔπειτα ἀπὸ τοῦτο, κ. πρόεδρε, ὑποβάλλω μίαν ἄλλην παρατήρησιν, διότι ἐλπίζω, ὅτι θέλετε δεχθῇ τὴν παρατήρησιν. Αὔριον θὰ ἔχωμεν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πολυλᾶ περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων Κερκύρας· πρὸ πολλοῦ εἶναι καὶ ἄλλη ἐπερώτησις ἡ ἀφορῶσα τὴν σύνταξιν τοῦ κ. Τοπάλη, νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προσδιορισθῇ καὶ αὕτη δι’ αὔριον. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε λόγος περὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πολυλᾶ, καὶ ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ αὔριον. Τώρα ζητεῖ ὁ κ. Λομβάρδος αὔριον νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἐπερώτησις ἡ ἀφορῶσα τὴν σύνταξιν τοῦ κ. Τοπάλη· λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ συζητηθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις αὔριον;
§21ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, αὔριον ἔχομεν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πολυλᾶ καὶ τὴν συνέχειαν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἥτις ἔχει σπουδαιότατα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσθη νὰ προταχθῶσι, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάσωμεν τὴν ἡμέραν αὔριον εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
§23ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αὔριον κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἶναι ἀντικείμεναν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Πολυλᾶ. Ἔχομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διάφορα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα προτάττονται τῶν ἄλλων πολλάκις, ὥστε, ἐὰν δὲν ἦτο ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Πολυλᾶ, ἤθελε προταχθῶσιν αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λοιπὸν ἐννοεῖτε, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τῶν ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐὰν τελειώσῃ τοῦ κ. Πολυλᾶ τὸ ἀντικείμενον. Δὲν ἔχω λοιπὸν νὰ πολεμήσω οὔτε τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὔτε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν ῥητὴν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληστείας. Λοιπὸν, κύριοι, πρέπει νὰ προσδιορισθῇ διὰ νὰ προετοιμασθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ νὰ ἠξεύρουν ὅτι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ τῆς ληστείας· ὅπως αὔριον εἶναι τοῦ κ. Πολυλᾶ, μεθαύριον πρέπει νὰ ἦναι τὸ τῆς ληστείας.
§24ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ σήμερον διὰ πρώτην φοράν·
§25ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι δύο νομοσχέδια, ἕν τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἕτερον τῆς μειονοψηφίας· κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ὀφείλει καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀναπτύξῃ τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὸ νομοσχέδιόν της ἡ μειονοψηφία, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἀναπτύξῃ τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τῆς πλειονοψηφίας, ἡ δὲ Βουλή, ἀφοῦ ἀκούσῃ ἀμφοτέρους, νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ ὡς βάσιν τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις εἶναι ὅλως ματαία.
§26ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν τὴν δευτέραν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη δὲν ἐτελείωσεν ἡ τύπωσις τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀκαρνανίας Κ. Πετιμέζη καὶ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τελειώσῃ ἀπόψε, διότι ὅλα αὐτὰ καὶ τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ ᾖναι μαζὺ διὰ νὰ τα ἔχετε ὅλα ὑπ’ ὄψιν.
§28ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν διεδόθη, καὶ ἐσχάτως καὶ ὁ τύπος ἔκαμε λόγον καὶ ἐκ Κεφαλληνίας μοὶ ἔγραψαν, ὅτι ἐν ταῖς 3 ἐπαρχίαις τῆς Κεφαλληνίας, Σάμης, Πάλης καὶ Κραναίας πρόκειται νὰ γείνῃ συγχώνευσις τῶν δήμων· ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. πρωθυπουργὸν, καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν συγχώνευσιν καὶ ὅτι ἤθελε λάβει καὶ τὴν γνώμην τῶν ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν· τοῦτο δὲν ἔγεινε μέχρι τώρα. Ἤδη μανθάνω, ὅτι ἡ συγχώνευσις ἔγεινε καὶ ἡ ἐπαρχία Πάλης συνεχωνεύθη εἰς δύο δήμους ἐναντίον τῆς ἰδέας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐὰν πραγματικῶς ἀληθεύῃ, ὅτι ἡ ἐπαρχία Πάλης μόνον πρέπει νὰ διαιρεθῇ. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Κραναίας θέλω τὴν συγχώνευσιν, ἀλλὰ συγχώνευσιν οὐχὶ φατριαστικὴν, ἀλλὰ σύμφωνον πρὸς τὰ δημοτικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης.
§29ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ὅταν μοὶ σταλῇ τὸ ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν, θὰ ἀποφανθῶ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα. (ἀναγινώσκει νομοσχέδιον συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§31ΤΙΝΕΣ. Κατεπεῖγον.
§32ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι κατεπεῖγον, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς συνάφειαν μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Ἡ κυβέρνησις προτείνει νόμον, τὸν ὁποῖον ἔχει αὐτὴ ἐν τῷ νῷ της νὰ ἐκτελέσῃ· πρέπει λοιπὸν νὰ εὕρῃ καὶ τοὺς ἑτέρους, μετὰ τῶν ὁποίων θὰ συμφωνήσῃ, καὶ τότε νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Εὑρίσκεται λοιπὸν ἡ κυβέρνησις εἰς διάστασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας· ὥστε δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον· πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ, καὶ κατόπιν, ὅταν εὕρῃ τὴν ἑταιρίαν, μετὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τοιαύτην σύμβασιν, τότε μάλιστα.
§33Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐπιμένω νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό· περιέχει τοῦτο τοὺς ὅρους, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται ν’ ἀνανεώσῃ τὸ προνόμιον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Δὲν τὸ θεωρῶ λοιπὸν οὐδόλως κατεπεῖγον· ἑπομένως ἠμπορεῖ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται ν’ ἀνανεώσῃ τὸ προνόμιον. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον, ἐὰν ἡ ἑταιρία δὲν τοὺς ἐδέχθη.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤγουν δὲν τὸ δέχεται αὐτὸ ἡ ἑταιρία.
§35Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον παρουσιάσθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Οἱ ὅροι οὗτοι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν γενικὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων. Ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, ἂν καὶ πολλάκις παρεκλήθη καὶ προετράπη νὰ συγκαλέσῃ τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ, ἐβράδυνε. Συνεκάλεσε δὲ ἐσχάτως τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων διὰ τὴ 15 ἰαννουαρίου 1870. Τότε Βουλὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ· ἑπομένως ἡ κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ αὐτήν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἔρχονται τὰ νομοσχέδια τῶν διαφόρων πιστώσεων.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει καμμία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δύνανται αὐτὰ τὰ νομοσχέδια νὰ φερθῶσι χωρὶς προεξέλεγξιν διὰ τῶν ἐπιτροπῶν;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί ἔγεινεν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερε 6, 7 νομοσχέδια ἀφορῶντα διαφόρους πιστώσεις. Ὁ πρόεδρος ἠρώτησε τὴν Βουλὴν καὶ ἀπεφασίσθη νὰ τυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν καὶ νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αὐτὸ ἔγεινε· διότι δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Βουλὴ, εἰμὴ ἐὰν θέλῃ, ἐὰν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ στείλῃ τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπάς· τὸ λέγει ῥητῶς τὸ ἄρθρον 36. «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὰς κατὰ τὸ 48 ἄρθρον ἁρμοδίας ἐπιτροπάς, ὁρίζουσα καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἔκθεσίν των». Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι δυνητικόν· ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ, παραπέμπει, ἐὰν δὲν θέλῃ, δὲν παραπέμπει. Χθὲς λοιπὸν ἔκαμον ἐπαναληπτικῶς τὴν παρατήρησιν αὐτήν· διότι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ τυποῦνται, διανέμονται καὶ τίθενται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοῦτο καὶ ἔγεινε.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, οὐδὲν σφάλμα βεβαίως ἐπράξατε, εἰσαγαγόντες σήμερον τὰς πιστώσεις, διὰ νὰ συζητηθοῦν ἐν τῇ Βουλῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τοῦτο· ἀλλ’ ἀφοῦ εἰσάγονται σήμερον διὰ πρώτην φορὰν τὰ νομοσχέδια, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ἢ καὶ δὲν παρεδέχθη, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, τὴν ἀρχὴν αὐτῶν, νομίζω, ὅτι εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ τὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ κανονισμὸς ἐπιτρέπει νὰ γίνηται τοῦτο, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιμένω λοιπὸν, ὥστε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, καθὼς καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι πιστώσεις, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ἐξετασθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἐπιμένω, καθόσον οὐδέποτε, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐσυζήτησεν ἡ Βουλὴ πιστώσεις, περιεχούσας ἄξια λόγου ποσὰ, χωρὶς προηγουμένως νὰ προεξετασθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον δὲ γνωρίζω, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐπεξεργασθῇ πιστώσεις, καταβάλλει περισσοτέραν προσοχὴν καὶ δεικνύει μεγαλειτέραν αὐστηρότητα, παρ’ ὅσην καταβάλλει, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν τακτικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι διαλαμβάνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ οὕτω νὰ γίνηται· διότι ὅταν ἔρχηται ἡ κυβέρνησις καὶ ζητῇ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, εἶναι τοιοῦτον, ὡς νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ ἔξοδον, τὸ ὁποῖον τακτικῶς μοὶ ἐχορηγήθη, δὲν ἤρκεσε διὰ τὰς δαπάνας τοῦ κράτους, καὶ ἀπαιτῶ νὰ μοὶ δοθῶσιν ἀκόμη 50 καὶ 100 καὶ 200 καὶ 500 χιλιάδες δραχμῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι παραδέχομαι τὴν αἴτησίν σας, χωρὶς νὰ κάμῃ ἀκριβεῖς ἐξετάσεις; ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξα πάντοτε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ οὐδέποτε ἐσύστησε τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων πιστώσεων, χωρὶς νὰ μετέλθῃ μίαν λεπτομερῆ ἐξέτασιν ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τῶν τακτικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ψηφισθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ᾖναι πρωτοφανὲς, θὰ ᾖναι παράδοξον καὶ ἄτοπον, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν τοσοῦτο μέγα ποσὸν, χωρὶς νὰ ἐπεξεργασθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πιστεύομεν νὰ ἐπιμένῃ ἡ κυβέρνησις εἰς αὐτό.
§41Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐναντιούμεθα εἰς τὸ νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ πιστώσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν δευτέραν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της· διότι αἱ πιστώσεις αὗται, ὡς θέλετε παρατηρήσει, δὲν εἶναι πιστώσεις δι’ ὑπηρεσίας ὁλωσδιόλου μὴ προβλεπομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· εἶναι πιστώσεις ὅλαι δικαιολογημέναι ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Μία καὶ μόνη πίστωσις εἶναι, ἡ τοῦ ἀτμοδρόμονος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐκ τῶν τακτικῶν δαπανῶν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐναντιούμεθα εἰς τὸ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπή, τὴν προσεχῆ δευτέραν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§42ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νὰ θεωρῆται ὡς πρώτη ἀνάγνωσις ἡ σημερινή.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν ἐρώτησιν ἐν γένει διὰ τὰς πιστώσεις. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω· πρόκειται νὰ πληρωθοῦν τὰ χρήματα τὰ ἐμπεριεχόμενα εἰς τὰς πιστώσεις αὐτὰς, ἢ ἐπληρώθησαν καὶ πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τοὺς λογαριασμούς;
§45Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Καθόσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὸ γνωρίζει, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωτικαὶ τοῦ 1868, τοῦ ὁποίου ἐτελείωσεν ἡ χρῆσις, ὅτι τὰ χρήματα ἐπληρώθησαν, καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ ἁπλῆ τακτοποίησις· τοῦ 1869 εἶναι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι κατά τι ἤρχισαν νὰ πληρώνωνται· διότι ὑπάρχουν πιστώσεις καταδίκων· Σᾶς ἐρωτῶ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσω τὰς φυλακὰς ἀνοικτὰς, καὶ νὰ ἐξέλθουν οἱ κατάδικοι; Καθόσον λοιπὸν ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τοῦ 1869, ἐξακολουθεῖ ἡ πληρωμή· διότι ἄλλως ἤθελεν εἶναι μέγιστον ἄτοπον.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμποροῦμεν ἴσως νὰ ἔχωμεν μίαν σημείωσιν;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθησαν αὐτά.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖαι ἐπληρώθησαν καὶ ποῖαι μένουν ἀπλήρωτοι;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ τὰ ἐξετάσῃ αὐτά.
§50ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ....
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦσο· δὲν εἶσαι πλέον.
§52ΤΙΝΕΣ. Εἶναι.
§53ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μολονότι δὲν ἔχω τὴν συγκατάθεσιν ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, μολοντοῦτο διὰ νὰ εὐκολύνω τὴν διάθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν προαίρεσιν ἐν γένει, παρακαλῶ ἀπὸ σήμερον τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ μᾶς πέμψῃ τὴν ἐλευσομένην κυριακὴν περὶ τὴν 10 π. μ. ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν αἱ πιστώσεις, καθὼς καὶ σημείωσιν πόσα ἐπληρώθησαν καὶ πόσα μένουν ἀπλήρωτα ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1869.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν, ἐπειδὴ πολλαὶ τῶν πιστώσεων ἀφοροῦν τὴν χρῆσιν τοῦ 1869, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν καὶ ἄλλοτε ζητηθεῖσαν πληροφορίαν, εἰ δυνατὸν αὔριον, πόσον χαλκονόμισμα ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν μέχρι τοῦδε, καὶ ποία δαπάνη μέχρι τοῦδε ἔχει γίνει.
§55ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Μάλιστα, μάλιστα!
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ αὔριον.
§57ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ταμείων.
§59ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μὰ δὲν ἦλθεν ἀκόμη.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῆς τελευταίας δεκαημερίας τοῦ Ὀκτωβρίου.
§61ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν ἦλθον ἀκόμη ὅλαι αἱ καταστάσεις, θὰ φέρω ὅσων ἦλθον, καὶ ὅσων δὲν ἦλθον ἠμπορῶ νὰ φέρω τοῦ δευτέρου δεκαπενθημέρου τοῦ Ὀκτωβρίου.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς ᾖναι καὶ αὐτό. (Ἐνταῦθα γίνονται δεκταὶ διὰ πρώτην συζήτησιν αἱ πιστώσεις).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία παρακαλεῖται τὴν δευτέραν ἀφεύκτως νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν· ἄλλως θὰ γίνῃ χρῆσις τῆς ἀδείας τὴν ὁποίαν δίδει τὸ ἄρθρον, ἤγουν θὰ προοδεύσῃ ἡ βουλή.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, κ. πρόεδρε.
§65ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Νομίζω καλὸν ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον διὰ πρώτην φορὰν τὸ περὶ ληστείας νομοσχέδιον.
§66ΛΕΚΚΑΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἶναι ἄλλοι ἐμπρὸς, κ. Λέκα· κ. Ῥοντίρη, τί ἀγαπᾶτε;
§68ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συζητηθῇ σήμερον διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ληστείας νομοσχέδιον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λείπει τοῦ κ. Πετιμέζη, τὸ ὁποῖον ἔχει δέκα ἄρθρα.
§70ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, εἶμαι τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ νὰ ξέωμεν τὰς πληγάς μας δὲν εἶναι συντελεστικόν· κάλλιον νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν πορείαν μας ἐν τῷ μέλλοντι, ὅπως μὴ παρίστανται τοιαῦται πληγαί. Διότι φρονῶ, ὅ,τι ἂν νομοθετήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀξίαν, διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἔλθῃ αὐτὸ τὸ ἔθνος πλέον εἰς μίαν τακτικὴν θέσιν, νὰ μὴ εὑρίσκηται πάντοτε εἰς μίαν ἔκρυθμον κατάστασιν, νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς οὐδεμίαν κυβέρνησιν ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τῶν φυλακισμένων, καὶ τὰ τοιαῦτα, ποτὲ νὰ μὴ δαπανᾷ οὐδὲ μίαν δραχμὴν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§71ΔΑΓΡΕΣ. Μὰ τώρα δὲν εἶναι καιρός.
§72ΛΕΚΚΑΣ. Θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ἐνισχύσω τὴν γενναιότητά της. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς παρούσης κυβερνήσεως. Μὴ ἐνοχλεῖσθε. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ παύσῃ πλέον αὐτὸ τὸ κακόν· τὸ πλοῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπισκευασθῇ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὸ θέλῃ· προηγουμένως πρέπει νὰ τὸ θέλῃ τὸ ἔθνος. Τοιουτοτρόπως ἐννοῶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ δικαιώματα ἑνὸς ἑκάστου, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει εἰς οὐδένα ἐξαιρετικὰς χάριτας.
§73ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ μὴ ἀφήσητε νὰ ἐξέλθουν τοῦ θέματος. Εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος, κ. βουλευτά;
§74ΛΕΚΚΑΣ. Διατί ἀναγινώσκονται αἱ πιστώσεις; Πίστωσιν μᾶς ζητοῦν διὰ χρήματα, ἅτινα ἐπλήρωσαν, χωρὶς νὰ ἐρωτήσουν τὸ ἔθνος, καὶ ἔχετε εἰσέτι τὴν τόλμην νὰ ὑπερασπίζεσθε τοιαύτας παρανόμους πράξεις;
§75ΔΑΓΡΕΣ. Φέρετε κατηγορητήριον.
§76ΛΕΚΚΑΣ. 500,000 δραχ., ὅταν πρόκηται νὰ πληρώσῃ τὸ ἔθνος, ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην, νομίζω ὅτι εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἔκαμε λάθος. Μήπως αὐταὶ αἱ πιστώσεις εἶναι ἐναντίον τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου; Ὁ λογιστικὸς νόμος λέγει ῥητῶς· ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, ἔκτακτοι πιστώσεις καὶ συμπληρωτικαὶ πιστώσεις. Αὐταὶ αἱ πιστώσεις ὅλαι πηγάζουν ἀπὸ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἐπικαλεῖσθε αὐτὸν τὸν νόμον, σᾶς λέγω, ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ εἶναι.
§78ΛΕΚΚΑΣ. Κ. πρόεδρε, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ ὄρεξις αὔριον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ κάμῃ 500,000 δραχ. ἐπισκευὰς τοῦ ἱππικοῦ, εἶναι συγχωρημένον ἀπὸ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἤλθομεν ἐνταῦθα διὰ νὰ παίξωμεν· δὲν εἴμεθα μικρὰ παιδιὰ, νὰ μᾶς γελάσητε. Εἶσθε γέρων, εἶσθε πολύπειρος· ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ἐννοεῖ καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων, ὅστις ἤρχισε ν’ ἀδημονῇ πλέον διὰ τὴν ἀναλγησίαν τῶν ἀρχόντων μας.
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου ἀφορῶσαν τροποποιήσεις τινὰς τῶν περὶ ὑποδίκων διατάξεων τῆς ποινικῆς δικονομίας. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλω φέρει τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ φυγοδίκων νομοσχεδίου, ὅτε θὰ προσπαθήσω ν’ ἀποδείξω τὴν χρησιμότητα τῶν νέων διατάξεων, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀναγκαίας νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ποινικὴν δικονομίαν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος περιορίζομαι ἁπλῶς ν’ ἀναγνώσω τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ ὑποβάλλω. (Τὸ ἀναγινώσκει).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§81ΜΑΓΓΙΝΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἓν σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου προστίθεται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸ 1870 εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑποδιευθυντὴς τοῦ ὁπλοστασίου. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ μόνης φαίνεται ἀμέσως, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ θέσις· δὲν δύναται νὰ λείψῃ. Κατόπιν ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους ἐκτενέστερον. Ἄρθρον μοναδικόν. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 1870 προστίθεται εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὑποδιευθυντὴς τοῦ ὁπλοστασίου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 12 Νοεμβρίου 1869.
Ὁ βουλευτὴς
Α. ΜΑΓΓΙΝΑΣ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ σταλῆ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἔχω, κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν πίστωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἔγινε μεταξὺ τῆς Ἑλλ. κυβερνήσεως καὶ τῆς Τουρκικῆς πρὸς ἀπόδοσιν τοῦ ἀντιτίμου τινῶν χωρίων τῶν Θηβῶν· ἡ σύμβασις ἐγένετο κατὰ τὰ 1867, ἐκυρώθη δὲ διὰ νόμου τὸ 1868, ἤδη ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὴν δευτέραν δόσιν, ἥτις ἔληξε τὴν 12 Νοεμβρίου. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀμφισβητεῖ τὸ κατεπεῖγον τῆς πιστώσεως.
§84ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί θὰ σᾶς εἰπῇ ἡ ἐπιτροπή; αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα τετελεσμένον· ἐπληρώθη ἡ πρώτη δόσις, ὀφείλομεν τὴν δευτέραν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὴν πίστωσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον;
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν διὰ δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος.
§89ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Τὸ ἀναγινώσκει.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ προστίμων καὶ λαθρεμπορικῶν πράξεων, δευτέρα ἀνάγνωσις.
§92ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον πρῶτον......»
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§94ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον δεύτερον. Οἱ ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι....»
§95ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία. «Οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι λόγῳ λαθρεμπορίου ἢ συναφῶν μετ’ αὐτοῦ πράξεων ἐκτελεσθεισῶν ἐν Ἑπτανήσῳ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς αὐτὴν τῆς τελωνιακῆς νομοθεσίας ἀπαλλάσσονται πάσης ποινικῆς καταδιώξεως......»
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶμαι κατ’ οὐσίαν ὑπὲρ τοῦ νόμου, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ τιμωρηθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ’ ἐδῶ βλέπω, ὅτι ὑπάρχει ἓν εἶδος ἀμνηστείας, τὴν ὁποίαν καθιεροῦμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἦναι εἰς θέσιν, κατεδικάσθησαν δι’ αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα ἢ ὄχι;
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν κατεδικάσθησαν, εἶναι προφυλακισμένοι.
§98Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Ἰδοὺ τὶ τρέχει, κύριοι, ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἐπὶ τῆς Ἰονίου πολιτείας ὑπῆρχε νομοθεσία κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ λαθρεμπόρια ἐθεωροῦντο πλημμελήματα καὶ κακουργήματα, ἀναλόγως τῆς ποσότητος, τὴν ὁποίαν τὸ λαθρεμπόριον εἶχε σκοπὸν νὰ σφετερισθῇ. Κατὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς προστασίας καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως τῆς πρώην Ἰονίου πολιτείας μετὰ τῆς Ἑλλάδος φαίνεται, ὅτι τινὲς ὑποθέτοντες, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς προστασίας διεπράχθησαν λαθρεμπόρια, ἐπειδὴ ὁ νόμος τῆς Ἰονίου πολιτείας εἶχε τὰς αὐτὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἡμέτερος, νὰ χαρίζεται ἓν μέρος τοῦ κέρδους τοῦ προστίμου εἰς τὸν καταμηνυτὴν, ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀποδείξεις διὰ νὰ καταδικασθῶσι πρόσωπα οὐχὶ ἓν καὶ δύο, ἀλλὰ περίπου ἑξήκοντα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ πρόσωπα διακεκριμένα εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐμπορίου. Ἠξεύρετε, ὅτι κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἐγκλήματος γίνεται διοικητικῶς· ἐπὶ στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν, στηριζομένη ἐκδίδει τὴν ἀπόφασίν της. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ προϋπαρχουσῶν ἀποδείξεων τακτικῶν, ὥστε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι αὐτοὶ βεβαίως δύνανται νὰ καταδικασθῶσιν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὑποφέρωσι μίαν ποινικὴν καταδίωξιν, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς αὐτὴν τὴν τιμωρίαν. Δὲν παρεβιάσθησαν οἱ διοικητικοὶ νόμοι. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ νόμοι μιᾶς ἐπικρατείας παραβιάζονται, ἀδιάφορον ἂν ἀποτελῶσι τὴν νομοθεσίαν τοῦ προηγουμένου κράτους· ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἡ ἄμεσος προσβολὴ ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν ἀπεφαίνετο ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἐξαιρεῖται τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δικαίωμα νὰ δικασθῶσι κατὰ τοὺς τότε ἰσχύοντας νόμους, ἤθελεν ἰσχύει ἡ ἀφομοίωσις. Ἠξεύρετε, ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι τὸ ὑπέρτατον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἕτερον δικαστήριον ἀνώτερον, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προστρέξωμεν, ἵνα διορθώσωμεν μίαν ἐσφαλμένην γνώμην. Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁριστικὴ καὶ ἀνέκκλητος, καὶ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ὡς ὁριστικῶς ἀποδοθὲν εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοδοσίαν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Ἐὰν, λέγω, ἤθελε θεωρηθῆ ἡ ἀφομοίωσις καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀκόμη ἐφαρμοσθεῖσα, ἦτο πολὺ εὔκολον τὸ πρᾶγμα. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, ἤθελε συμβιβάσει τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἦτο δικαιότερον, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν αὐτοὶ δι’ ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλον, ἐὰν ἦσαν ἀθῶοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὕρομεν τὴν ὑπόθεσιν. Τὰ δικαστήρια ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπέσπευσαν τὴν καταδίωξιν αὐτῶν καὶ πολλοὶ τούτων ἀνεχώρησαν, ἔγειναν φυγόδικοι, ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ἵνα μὴ ὑποστῶσι τὴν προφυλάκισιν, περιμένοντες τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἄλλοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναχωρήσωσι, παρεπονοῦντο εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ τὴν καταδίωξιν. Ὁ κύριος Κωνσταντᾶς ἐπρότεινεν ἕνα νόμον, ἀλλὰ νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσα νὰ παραδεχθῶ, διότι εἶναι πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, διότι δι’ αὐτοῦ μεταβάλλεται ὅλως διόλου ἡ διαδικασία, καταργεῖται ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ καὶ διατηρεῖται ἡ πολιτική. Ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ πολιτικὴ ἀγωγὴ τοῦ δημοσίου νὰ διεξαχθῇ εἰς τὰ δικαστήρια ἐπὶ λαθρεμπορίου; τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι μηδέν. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἡ κυβέρνησις ἐνόμισε, συμβιβάζουσα τὴν θέσιν τῶν κατηγορουμένων καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, νὰ κάμῃ ἓν εἶδος συμβιβασμοῦ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἁπλῶν τελῶν, διότι εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐπὶ τῆς ἀγγλικῆς προστασίας, καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἐπιείκειαν καὶ μὲ τὴν ὀρθῶς ἐννοουμένην πολιτικήν. Ἀλλὰ τώρα προτείνεται νέον ζήτημα ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον περιέχει χάριν καὶ τὸ δεύτερον ἀμνηστείαν.
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκηρύχθη κατεπεῖγον.
§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον δὲν συνετάχθη παρ’ ἡμῶν· ὅπως ὅμως εἶναι συντεταγμένον δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ὁ σκοπὸς ὅμως δὲν εἶναι νὰ καταργήσῃ τὴν ποινὴν, ἀλλὰ νὰ χαρίσῃ τὰ τέλη. Πρόστιμα δὲ ἐπλήρωνον παραπολλὰ οἱ Ἑπτανήσιοι καὶ εἶναι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν περιπεπλεγμένα, ὥστε δὲν δύνανται νὰ καθαρισθῶσιν· ὀφείλονται δὲ καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ὡς φαίνεται μ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν εἰς τὴν Ἰονικὴν κυβέρνησιν, ἀφίνοντο ἐν γένει τὰ πρόστιμα ἀσύνακτα. Ἀπέναντι τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ὅταν δὲν ἠμπορῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν αὐτὰ καὶ προκειμένου νὰ χαρίσωμεν, νὰ κάμωμεν μίαν μικρὰν ὠφέλειαν εἰς τοὺς νέους πολίτας τῆς Ἑλλάδος, τὸ πρᾶγμα δὲν φαίνεται τόσον ἄτοπον. Ἂν ἤθελεν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐν αὐτῷ ἠδυνάμεθα νὰ γράψωμεν, χαρίζονται αἱ ὑποχρεώσεις αὗται αἱ γενόμεναι πρὸς τὰς ἀστυνομικὰς καὶ δικαστικὰς ἀρχὰς, εἶναι μία σεισάχθεια, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ὁποία εἰσάγεται.
§103ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δημοσίου χρέους.
§104ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα ἂν ἠμπορῇ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀμνηστεία. Βεβαίως ἡ ἀμνηστεία ἔχει σκοπὸν νὰ καταργήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν· καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει κατάργησις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠμποροῦσε νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἀμνηστείαν, ἂν καὶ δὲν τὸ ἐκφράζῃ ῥητῶς. Ἐμμέσως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον νὰ βεβαιωθῇ αὐτὸ, νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δίδει ἀμνηστείαν, καὶ δεύτερον ἓν ἄλλο νὰ καθιερωθῇ ἂν αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ θεωροῦνται ὡς χρέος τοῦ δημοσίου καὶ ἑπομένως ἂν διὰ νόμου ἀπαλείφωνται ἢ θεωροῦνται ὡς ποιναὶ καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ διάταγμα χάριτος· αὗται εἶναι αἱ δύο πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω νὰ λάβω, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν εἶμαι σύμφωνος, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι.
§106ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, εἶναι ἀδιάφορον τὸ ἀποτέλεσμα· ἐνταῦθα ὑπάρχει εἰδικὴ περίπτωσις. Διαφέρει τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑμεῖς τὸ ἐξετάζετε. Δὲν πρόκειται περὶ χρημάτων, ἢ προστίμων, τὰ ὁποῖα νὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον, πρόκειται περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπιχώριον διοίκησιν, διότι ἡ διοίκησις ἐκείνη δὲν ἦτον ἡνωμένη, δὲν ἦσαν ἐπαρχίαι ὑπὸ μίαν γενικὴν διοίκησιν· ἐδῶ εἶχον τὴν γενικὴν διοίκησιν ὡς τὴν εἶχον τὰ ὁμοσπονδικὰ κράτη ἡ Ἀμερικὴ, ὅπου ἕκαστον κράτος ἔχει ἰδιαιτέραν νομοθεσίαν. Ἑκάστη νῆσος εἶχεν ἰδιαιτέραν διοίκησιν ἐκτὸς τῆς γενικῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον ὅλαι μαζί. Λοιπὸν τὰ δικαστικὰ ἢ ἀστυνομικὰ πρόστιμα ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπιχώριον διοίκησιν· δὲν δύναται λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ χαρίσῃ μὲ διάταγμα τοῦ ἔθνους τὴν περιουσίαν, μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ τὸ κάμῃ. Δὲν ἠξεύρω ἂν μὲ ἐννοήσατε, κ. Κουμουνδοῦρε. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν λανθάνομαι. Ἴσως ἀπατῶμαι, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ ἀμνηστείαν, δὲν θεωρῶ ὅμως οὐδέποτε αὐτὴν περιωρισμένην εἰς τὴν ἐνέργειάν της, διότι ἄλλως δὲν εἶναι πλήρης. Τὸ Σύνταγμα ἀφῄρεσε τινὰ δικαιώματα ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησε τὸ Σύνταγμα ὡς ἐγγυήσεις, καὶ τὴν διανομὴν τῶν ἐξουσιῶν· ἐκτὸς αὐτῶν τῶν δύω περιστάσεων, εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χωρήσῃ.
§107ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ παρατηρήσω ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρενόησαν τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεώς μου. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα, κύριοι, περὶ δωρεᾶς ἐθνικῶν καθυστερημάτων, οὔτε περὶ δωρεᾶς ἐπιχωρίων, οὔτε περὶ ἀμνηστείας· θέλω ἐξηγήσει περὶ τίνος πρόκειται. Ἐπικαλεῖσθε δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐξ Ἑπταννήσου νομικῶν, ἵνα μὲ διορθώσωσιν, ἐάν που παρεκτραπῶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῶν πραγμάτων, διότι συγχωρήσατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ἡ ἐκεῖ νομοθεσία εἶναι καταληπτὴ εἰς αὐτοὺς μᾶλλον ἢ εἰς ὑμᾶς. Κατὰ τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν ἐν Ἑπταννήσῳ ὑπῆρχον δύω εἰδῶν κυβερνήσεις· πρῶτον ἡ τοπικὴ καὶ δεύτερον ἡ γενική. Ἡ γενικὴ κυβέρνησις εἶχε τοὺς γενικοὺς πόρους τοῦ κράτους ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὑπῆρχον καὶ τὰ γενικὰ ἔξοδα αὐτοῦ, ἡ δὲ τοπικὴ κυβέρνησις εἶχε τὰ τοπικὰ ἔξοδα καὶ τοὺς τοπικοὺς πόρους. Συγχρόνως δὲ ἕκαστος κλάδος τῆς τοπικῆς κυβερνήσεως εἶχε τοὺς εἰδικοὺς πόρους του ἀπέναντι τῶν σχετικῶν εἰδικῶν ὑποχρεώσεων· ὥστε ἑκάστη κυβέρνησις καὶ ἕκαστος κλάδος εἶχεν εἰδικὸν ταμεῖον, τοῦ ὁποίου ὡρισμένοι ἦσαν οἱ πόροι, ὡρισμένα καὶ τὰ ἔξοδα. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἅπαντα τὰ ἀστυνομικὰ πρόστιμα ἐπιβαλλόμενα εἴτε κατ’ εὐθεῖαν ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, εἴτε ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, ἦσαν εἰς ὄφελος τοῦ ἐγχωρίου ἢ τοπικοῦ ταμείου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· τὰ τοπικὰ ταῦτα πρόστιμα ἐπληρόνοντο ἢ ἀμέσως τοῖς μετρητοῖς ἢ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι τοῖς μετρητοῖς· οὗτοι εἰσερχόμενοι εἰς τὴν φυλακὴν μετέβαινον εἰς τὰ ἔργα τῆς τοπικῆς κυβερνήσεως καὶ εἰργάζοντο εἰς τὰς ὁδοὺς διὰ νὰ ἐξοφλήσωσι τὸ χρέος των πρὸς ἓν ἢ δύω σελίνια τὴν ἡμέραν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ὥστε τὰ χρέη ταῦτα κατὰ τὰ 90 ἑκατοστὰ εἶναι ἐξωφλημένα διὰ προσωπικῆς ἐργασίας· ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τῶν λογιστικῶν ἐγγραφῶν εἰς τὰ βιβλία, ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ἐργαζόμενος διὰ προσωπικῆς ἐργασίας πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους του δὲν ἐλάμβανεν ἀπόδειξιν, οἱ δὲ πτωχοὶ χωρικοὶ, οἱ ἀθῶοι ἐργάται τῆς πόλεως, καὶ ἂν ἐλάμβανον, δὲν ἐφύλαττον αὐτὴν ὡς συμβαίνει παρὰ τοῖς ἁπλοῖς ἀνθρώποις, διότι εἰς τὴν Ἑπτάννησον ἡ κυβέρνησις παρεῖχε πίστιν ἀπόλυτον εἰς τοὺς πολίτας, καὶ οὐδέποτε ἐφοβήθησαν ἢ ἠμφισβήτησαν τὴν πίστιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης μὴ πληρώσωσι καὶ πάλιν διὰ προσωπικῆς ἐργασίας ἢ τοῖς μετρητοῖς. Ἀλλ’ ὅτε ἐγένετο ἡ ἕνωσις, ὁ γενικὸς ταμίας, ὁ ὁποῖος ἐκράτει τοὺς γενικοὺς καὶ τοπικοὺς λογαριασμοὺς, διότι ναὶ μὲν εἴχομεν μερικοὺς ταμίας, ἀλλ’ ὑπήγοντο πάντες εἰς τὴν ἐποπτείαν τοῦ γενικοῦ ταμίου καὶ ἐκεῖ συνεκεντροῦντο οἱ λογαριασμοί· ὁ γενικὸς ταμίας, λέγω, παρέδωκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοὺς λογαριασμοὺς ἐκ τῶν γενικῶν καὶ τοπικῶν διαχειρίσεων· αὕτη δὲ μετὰ τὴν ἕνωσιν μὴ γνωρίζουσα τὴν ἱστορίαν τῶν τοιούτων ὑποθέσεων διέταξε τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον νὰ εἰσπράξῃ τοιαύτας φαινομενικὰς ὀφειλάς. Τί δὲ συνέβη; πέρυσι καὶ προπέρυσι, χωρία ὁλόκληρα, κατὰ τὴν μεγάλην παρασκευὴν μάλιστα, ὅτε πάντες οἱ χριστιανοὶ παρεσκευάζοντο διὰ τὸ ἅγιον πάσχα, εἶχον τὰς οἰκίας των ἄνευ κεραμίδων, διότι ἀφῄρεσαν αὐτὰς οἱ εἰσπράκτορες διὰ νὰ τὰς πωλήσουν εἰς τὴν δημοπρασίαν ὅπως εἰσπράξωσι τὰ πρόστιμα ταῦτα· ὅλος ὁ κόσμος ἔλεγεν, ὅτι ἐπλήρωσεν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξωσιν εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦ ταμείου δὲν εἶχον δυστυχῶς τὰς ἀποδείξεις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ δωρεᾶς ἐπιτοπίων καθυστερημάτων, ἀλλὰ περὶ προστίμων καὶ τελῶν ἐξοφληθέντων ἢ παραγραφέντων· ἀλλ’ ὑποτεθείσθω ὅτι πρόκειται καὶ περὶ δωρεᾶς ἐπιτοπίων καθυστερημάτων τῆς τοπικῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἡ πρότασις δικαιοτάτη; Ἡ τοπικὴ κυβέρνησις μετεχειρίζετο πολλάκις τὰ δικαιώματά της τὰ ἀστυνομικὰ, πρὸς ἀστυνομικοὺς σκοποὺς, διότι ἔλεγε πρὸς τοὺς ὀφειλέτας τούτων, δὲν ἀπαιτῶ τὸ χρέος, ἀπαιτῶ ὅμως νὰ καθήσητε ἥσυχοι νὰ μὴ πειράζητε τὴν κοινωνίαν, διότι διατάττω τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Πολλάκις ἢ μᾶλλον εἰπεῖν πάντοτε ἡ τοπικὴ κυβέρνησις μετεχειρίσθη τὰ καθυστεροῦντα ταῦτα ὡς ἀστυνομικὸν μέτρον καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βαλαωρίτου, τοῦ κ. Σέρβου καὶ ἄλλων ἑπτανησίων. Τώρα, ἀφοῦ ἡ νομοθεσία αὕτη κατηργήθη, ἀφοῦ τοιαύτη κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ τέλος ἔπαυσεν ἡ αἰτία, διὰ τί νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀποτέλεσμα; Διὰ τί νὰ ἐξακολουθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ εἰσπράττῃ ἓν ἰδανικὸν χρέος τῶν κατοίκων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἄλλην πηγὴν ἢ ἄλλον προορισμὸν, ἤτοι ἀφορᾷ εἰς ἀστυνομικοὺς σκοπούς· βλέπετε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ὅτι ἤθελον εἶσθαι πληρωτέα, πρέπει νὰ ἐξαλειφθῶσι, διὰ νὰ μὴ τυραννῶνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Κατὰ πάντα λόγον βλέπετε ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ καταδίωξις, ἥτις χαρακτηρίζει μίαν ἐποχὴν ἀντίθετον πρὸς τὴν σημερινὴν καὶ μὴ περιποιοῦσαν μεγάλην τιμὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἀναδέχεται τὰ ἔργα της. Τὸ δεύτερον, κύριοι, ζήτημα τῶν λαθρεμπόρων τινὲς ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀμνηστείαν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἂν δύναται τὸ κοινοβούλιον νὰ δίδῃ ἀμνηστείαν, ἤτοι ἂν πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ δίδῃ ἀμνηστείαν ἢ μόνος ὁ Βασιλεύς· διϊσχυρίζομαι ὅμως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀμνηστείας. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, καὶ φρονῶ, ὅτι συμφωνοῦν πάντες, ἐὰν ἡ νέα ἑλληνικὴ νομοθεσία χαρακτηρίζῃ πράξεις πρώην ποινικὰς ἐν Ἑπτανήσῳ ὡς πολιτικὰς, ὁ ποινικὸς χαρακτὴρ καὶ τὸ καταδιώξιμον τῆς πράξεως ἤδη ἐξηλείφθησαν. Ἡ λαθρεμπορία, κατὰ τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν, ἀπετέλει ἔγκλημα, κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἀποτελεῖ πρᾶξιν πολιτικὴν ἢ ταμιευτικὴν, ἡ ὁποία συνεπιφέρει ἀποζημιώσεις μόνον χρηματικάς· λοιπὸν ἀφοῦ ὁ ποινικὸς χαρακτὴρ ἐξαλείφεται, δὲν πρέπει πλέον νὰ καταδιωχθῇ ἡ ποινικὴ πρᾶξις, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶχε διεξαχθῆ ἐνώπιον τῶν Ἰονίων ποινικῶν ἀρχῶν πρὶν γείνῃ ἡ ἀφομοίωσις, σήμερον ἀνάγκη νὰ διεξαχθῇ τακτικὴ πολιτικὴ διαδικασία ὑπὸ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐξηγηθῶ σαφέστερον περὶ τούτου, ἐκθέτων τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων. Ἦτο, νομίζω, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ ἔτος 1864 πρὸς τὸ 1865, ὅτε αἱ ὑποθέσεις αὗται ἦσα ἐκκρεμεῖς καὶ ἕτοιμοι νὰ συζητηθῶσιν εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον Κερκύρας. Ἀλλὰ διὰ διατάγματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον ἐκηρύξαμεν ὡς νόμον τοῦ κράτους, ἐγένετο ἡ τελωνιακὴ καὶ λογιστικὴ ἀφομοίωσις· ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς Κερκύρας διϊσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ὑποθέσεων τούτων, καθότι δὲν εἶναι ἁρμοδία μετὰ τὴν γενομένην ἀφομοίωσιν. Γενομένης λοιπὸν τῆς ἀφομοιώσεως δυνάμει τῆς ὁποίας ἔμελλε νὰ ἰσχύῃ, καὶ τῷ ὄντι ἰσχύει καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ τελωνιακὸς ὀργανισμὸς, τὸ κακουργιοδικεῖον παρεδέχθη τὰς προτάσεις τοῦ εἰσαγγελέως καὶ παρέπεμψεν ἁπάσας τὰς ὑποθέσεις ταύτας εἰς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια τοῦ κράτους. Τινὲς τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπεβαρύνοντο μὲ ὑπερόγκους ἀποζημιώσεις διὰ τῶν προτάσεων τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐφεσίβαλον τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ κακουργιοδικείου ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου ἐν Ἑπτανήσῳ συμβουλίου τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν εἶχε καταργηθῆ. Ὁ Ἄρειος οὗτος Πάγος τῆς Ἰονίου πολιτείας ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν δύναται τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν δι’ ἑνὸς διατάγματος ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων προκειμένου περὶ πράξεων ἀφορωσῶν ἰδιωτικὰ συμφέροντα, καὶ διὰ τοῦτο ἐκήρυξε τὸ διάταγμα τοῦτο ἄκυρον καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ κακουργιοδικείου ἠκύρωσε καὶ παρέπεμψε τὰς ὑποθέσεις ταύτας νὰ δικασθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Πλὴν ἐπῆλθεν ἡ πλήρης διὰ νόμου ἀφομοίωσις· ἐξέλιπον τὰ Ἰόνια δικαστήρια, ὁ δὲ τελώνης χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου ἐξέδωκεν ἰδίας ἀποφάσεις δι’ ὧν ἐπέβαλε τὸ ὀκταπλοῦν, στηριζόμενος οὐχὶ ἐπὶ βεβαίων γεγονότων, ἀλλ’ ἐπὶ ὑποθέσεων· οὗτοι ὅμως ἐφεσίβαλον τὰς ἀποφάσεις τοῦ τελώνου ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἦτον ὁ ἐνταῦθα καθήμενος κ. Κεχαγιᾶς ἐν ἔτει 1867. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσεκάλεσε τοὺς δικηγόρους τῆς πρωτευούσης, ὅπως γνωμοδοτήσωσι, καὶ οὗτοι ἀπεφήναντο, ὅτι ὑπάρχει σπουδαῖος λόγος ὑπὲρ τῶν ἐφεσιβαλλόντων ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἀπόφασις τῶν τελωνείων, διὸ ὁ ὑπουργὸς ἀπέῤῥιψε λόγῳ ἀναρμοδιότητος τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἐζητήσατο παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸν κανονισμὸν τῆς συγκρουομένης ἁρμοδιότητος τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων ὑποθέσεων, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος παρέπεμψε τὰς ὑποθέσεις ταύτας εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἅτινα ἐξέδοντο βουλεύματα προφυλακίσεως κατὰ τῶν ἀνθρώπων τούτων. Βεβαίως οἱ ἔμποροι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπομένωσι τοιαύτην ἐκτίμησιν πραγμάτων καὶ ἀνεχώρησαν ἄλλοι εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἄλλοι εἰς Ἰωάννινα κτλ. εἷς δὲ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Τελωνείου προεφυλακίσθη καὶ εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς ὡς συνένοχος τῶν πράξεων, ἐφ’ αἷς καταδιώκονται οἱ ἔμποροι. Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται σήμερον; πρόκειται μόνον περὶ ἑρμηνείας τοῦ τελωνιακοῦ νόμου. Ἀφοῦ ἡ ἀφομοίωσις ἐφήρμοσε τὸν τελωνιακὸν νόμον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἀντικατέστησε τὴν διάταξιν τοῦ Ἰονίου ποινικοῦ κώδικος περὶ λαθρεμπορίων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὁ νόμος ἤδη θεωρῇ ποινικὰς τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις· ὅλοι δὲ γνωρίζετε, ὅτι ὁ τελωνιακὸς νόμος θεωρεῖ αὐτὰς ἁπλᾶς καὶ ταμιευτικὰς καὶ ὄχι ποινικάς, ἑπομένως ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἐξαλείφεται ὁ ποινικὸς χαρακτὴρ τῆς ὑποθέσεως. Πρόκειται λοιπὸν περὶ νόμου, ὅστις ἀναθέτει εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς τὰς πράξεις ταύτας, ἐν ᾧ ὑπήγοντο εἰς τὴν δικαστικὴν ἁρμοδιότητα, νὰ μὴ δικασθῶσι κατὰ τοὺς Ἰονίους ποινικοὺς νόμους, ἀλλὰ κατὰ τοὺς πολιτικοὺς ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐπειδὴ καὶ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τῆς δικαιοσύνης οὕτως ἀπεφάνθη, καὶ αἱ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου τούτου εἶναι σεβασταὶ ὡς τοῦ Ἀρείου Πάγου· ὅταν λοιπὸν ἐξέλιπεν ὁ ποινικὸς χαρακτὴρ τῆς πράξεως, πρέπει νὰ δικασθῇ αὕτη ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ σήμερον δι’ ἑνὸς νόμου τοῦτο πρόκειται νὰ εἴπωμεν, ἤτοι πρόκειται νὰ εἴπωμεν αὐτοῖς, πρέπει νὰ δικασθῆτε ἀπὸ τὸν φυσικὸν δικαστὴν, διότι ὁ νέος τελωνιακὸς νόμος ἐπιβάλλει διοικητικῶς τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται, διότι οὗτος ὑποθέτει τὴν πρᾶξιν αὐτόφωρον, καὶ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας συλλαμβάνοντα ἐπ’ αὐτοφώρῳ τοὺς λαθρεμποροῦντας, ἐν ᾧ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν πρόκειται μόνον περὶ ἁπλῶν ὑπονοιῶν. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ὁ λόγος εἶναι περὶ βεβαιώσεως δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, αὕτη ἀνήκει ἢ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ τακτικὰ πολιτικὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ εἰσήγαγον τὸν νόμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προσεκλήθην παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅπως ἐξηγήσω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐγένετο λοιπὸν συζήτησις ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ὅταν αὐτοπροσώπως μετέβην, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ διαδικασία θέλει συνεπιφέρει πολλὰς χρονοτριβὰς καὶ ἔξοδα εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους, συμφερώτερον εἶναι νὰ πληρώσωσι τὸ τέλος καὶ συγχρόνως αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια τὰ ποινικά. Ἀλλὰ πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος κρίνω ἀναγκαῖον, καθὼς εἶπον, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν· ἀδιαφορῶ ἂν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὡς Παρίας αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους διὰ νὰ τοὺς καταδικάσῃ ἀπηνῶς. Προσέτι, κύριοι, ἐγένοντο διάφοροι προδικαστικαὶ πράξεις ἐπὶ τοῦ καταλόγου τῶν λαθρεμπορευσάντων, τὸν ὁποῖον ὁ γενικὸς ἐλεγκτὴς ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν· ἐντεῦθεν δὲ προέκυψεν ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν τῶν κατηγορουμένων δὲν ἐνέχονται εἰς αὐτὰς τὰς πράξεις καὶ ἑπομένως ἐξῃρέθησαν, ἐξαιρεθέντες δὲν ἐνέχονται οὔτε εἰς ἀποζημίωσιν, διότι ἀπηλλάγησαν τῆς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας. Ἐὰν λοιπὸν ἡμεῖς εἴπωμεν, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς πάντες οἱ κατηγορηθέντες, περιλαμβάνομεν καὶ τοὺς ἐξαιρεθέντας, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὄχι μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἀντισυνταγματικόν· διότι καταργεῖ τὸ δεδικασμένον. Ὥστε πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀπαραμείωτα τὰ δικαστήρια ὑπέρ τινων ἐκ τῶν κατηγορουμένων. Προτείνω ἑπομένως νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου ἢ ἡ τροπολογία αὕτη τῶν κυρίων ὑπουργῶν. «Αἱ ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων προανακριτικαὶ ἀποφάσεις δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νόμου».
§108ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριοι, εἶμαι ἐν μέρει ὑπὲρ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ παρόντος νόμου καὶ κατὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Λέγω ἐν μέρει, διότι συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ χαρισθῶσι τὰ πρόστιμα εἰς ἐκείνους, ὅσοι κατεδικάσθησαν δυνάμει ἀστυνομικῶν διαταγῶν ἐπὶ τῆς πρώην Ἑπτανήσου.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νόμου ἢ διατάγματος;
§110ΜΕΤΑΞΑΣ. Θὰ ἔλθω κατόπιν· ἐγὼ πρεσβεύω, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ πράξῃ ἡ κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ προκαλέσῃ διάταγμα βασιλικὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ χαρίσῃ τὰ πρόστιμα τῆς Ἑπτανήσου, καὶ κακῶς φέρεται σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ νομοθετικῶς ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ μάλιστα φρονῶ, ὅτι ἡ πρώτη κυβέρνησις, ἥτις ἦλθε μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἔπρεπε νὰ τὸ πράξῃ ἐκ τῶν πρώτων ἅμα τῇ ἑνώσει· ὡς γνωστόν, ὅσοι κατεδικάζοντο εἰς τοιαῦτα πρόστιμα, ὅλοι εἰργάζοντο διὰ τὸν ἐθνικὸν σκοπόν· ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν τὸ ἔπραξε διὰ Β. Διατάγματος.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μοῦ παρουσιάσθη ποτὲ αὐτό.
§112ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος τὸ ἐγνώριζε πολὺ καλά· κατεδικάσθησαν εἰς τοιαῦτα πρόστιμα ὅσοι εἰργάζοντο διὰ τὸν ἐθνικὸν σκοπόν. Ὅσον δ’ ἀφορᾶ τὰ τέλη, εἶναι ἄτοπον νὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ ζητῶσιν οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετήσῃ, νὰ χαρίσῃ τὰ τέλη τὰ δικαστικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητα· τὸ τέλος δὲν εἶναι ποινὴ, ἀλλὰ περιουσία τοῦ δημοσίου. Ὅπως λοιπὸν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ χαρισθῶσι τὰ πρόστιμα, διότι προέρχονται ἀπὸ ἐθνικὸν σκοπὸν, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ὅλως ἀντισυνταγματικὸν, καθ’ ὅσον καθιεροῖ μίαν ἀμνηστείαν καθαρὰν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ οὔτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων.
§113ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ Κ. Κωνσταντᾶς σᾶς ἔκαμε μίαν παρατήρησιν. Ὑποθέσατε ὅτι σήμερον μία πρᾶξις τιμωρεῖται, καὶ αὔριον ἔρχεται ἄλλος νόμος.
§114ΜΕΤΑΞΑΣ. Μὴ βιάζεσθε, θὰ ἔλθω. Κατὰ τὰς παλαιὰς νομοθεσίας τῆς πρώην Ἑπτανήσου τὰ κακουργήματα τοῦ λαθρεμπορίου καὶ αἱ συναφεῖς πράξεις ἐδικάζοντο ἀπὸ τὰ κακουργιοδικεῖα· κατόπιν ἐπῆλθεν ἡ ἀφομοίωσις ἡ δικαστική· ὁ νόμος ὁ ποινικὸς ὁ ἡμέτερος δὲν καθιεροῖ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην δημοσίαν ποινὴν, ὅπως ὁ ποινικὸς νόμος τῆς Ἑπτανήσου, οὔτε θεωρεῖ ὡς δημοσίας τάξεως ἔγκλημα τὸ λαθρεμπόριον· καὶ ἐπιβάλλει πολιτικὰς ποινὰς, τουτέστι χρηματικὰς ποινὰς, τὸ ὀκταπλοῦν· ἐδύνατο νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Κολιάτσος, ὅταν ὁ ἡμέτερος νόμος τὸ εἶχεν ἀξιόποινον τὸ λαθρεμπόριον, τότε βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀνωτέρω διάταξις, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει, διότι ὁ ποινικὸς νόμος τῆς Ἑλλάδος δὲν περιέχει εἰς τὰς διατάξεις του τὸ τοιοῦτον ἔγκλημα ὡς ἔγκλημα δημοσίας τάξεως. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπὶ τῆς πρώην Ἑπτανήσου τὸ ἔγκλημα τοῦτο ἐτιμωρεῖτο ὡς κακούργημα, δὲν δυνάμεθα πρὸ πάντων νομοθετικῶς νὰ ἀμνηστεύσωμεν τὰ ἐγκλήματα, νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅσοι ἐθεωροῦντο ὡς τοιοῦτοι κακοῦργοι ἐπὶ τῆς πρώην Ἑπτανήσου καὶ ἐτιμωροῦτο διὰ προσκαίρων δεσμῶν, εἶναι ἐλεύθεροι. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν σήμερον ν’ ἀμνηστεύσωμεν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, διότι ἐτιμωρεῖτο ὡς κακούργημα εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἡ ἐπαρχία ἡ ἐδική μου δὲν ὑπέπεσεν. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὑπουργοὶ φέρουσι τοιαῦτα νομοσχέδια. Τούτων ἕνεκα κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ πρώτου ἄρθρου, καὶ κατὰ τοῦ δευτέρου καθ’ ὁλοκληρίαν.
§115ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἔρχομαι νὰ διαδεχθῶ διάσημον συγγραφέα τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀλλ’ ἑκὼν ἄκων ὀφείλω νὰ πράξω τοῦτο. Ὑποτεθείσθω, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Μεταξᾶς, ὅτι οἱ Ἰόνιοι νόμοι ἀναγράφουν ἐν τῷ κώδηκι τῶν ποινῶν μίαν πρᾶξιν ὡς ποινικὴν, ὁ δὲ νεώτερος ὁ Ἑλληνικὸς ποινικὸς κώδηξ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν δὲν περιέχει αὐτὴν ὡς πρᾶξιν ποινικὴν, οὐχ ἧττον ἔπεται ἐντεῦθεν ὅτι ὑφίσταται τὸ ἔγκλημα, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ σήμερον ἡ βαθμολογία τῶν ποινῶν τοῦ Ἰονίου κώδηκος. Ἐγὼ ἀντιτάττω ἑτέραν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κυρίου Μεταξᾶ, ὅπως κάμω αὐτὸν νὰ ἐννοήσῃ τὸν παραλογισμὸν, εἰς ὃν ἔῤῥιψεν αὐτὸν ἡ ἄγνοια τῶν στοιχειωδῶν ἀρχῶν τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ὑποθέσατε ὁ ὀθωμανικὸς κώδηξ θεωρεῖ ὡς ἔνοχον ἀγχόνης τὸν δοῦλον, ὁ ὁποῖος ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ πασσᾶ του· ἐὰν ἐλαμβάνομεν τὴν Κρήτην, ἠθέλαμεν κρεμάσει ὅλους τοὺς δούλους, οἵτινες ἀνεχώρησαν ἐκ τῆς οἰκίας πασσᾶ, καὶ μάλιστα ἔλαβον τὰ ὅπλα κατ’ αὐτοῦ, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ὀθωμανικὸς κώδηξ ἀνεκήρυττεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ποινικήν. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι εἶσθε ἐκ τῶν διασήμων δικηγόρων, νὰ σᾶς κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἀφ’ οὗ τὰς παρεκτροπὰς ὑμῶν κηρύττετε ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ λέγω τὰ δικαστικὰ τέλη τῆς πρώην Ἰονίου πολιτείας εἶναι χρέη; Ἐν Ἑλλάδι εἶναι χρέη, καὶ τὸ ἐννοῶ, διότι εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον τελεῖ εἰς τοὺς δικηγόρους, διὰ χαρτόσημον καὶ τὰ λοιπά, ὑπερασπιζόμενον τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον, κύριε Μεταξᾶ, διότι εἰσαγγελεὺς ἐνήργει καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ δικηγόρου δι’ ἀσήμου χάρτου, ὥστε ὅλων τούτων δὲν εἶναι περιουσία, ἀλλ’ ἁπλῶς δικαίωμα των πρὸς ὄφελος τῆς τακτικῆς διαχειρίσεως. Διὰ ταῦτα ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεταξᾶ ὡς μὴ στηριζομένην εἰς τὸ δίκαιον.
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Κωνσταντᾶν, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, διότι τὸ ζήτημα ὑπάρχει ἀλλοῦ, καὶ ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Πρῶτον κηρύττω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὸν σκοπὸν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ καταδιώκωνται οἱ περὶ ὧν πρόκειται κτλ. Ἀλλὰ ἂν αὐτὸς ὁ νόμος ἔχῃ τὸν τύπον τῆς χάριτος (καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσέχῃ) κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὅλαι αἱ ποιναὶ εἴτε ἀτιμωτικαὶ εἶναι, εἴτε χρηματικαὶ, ἢ ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ζωὴν, ἢ τὴν ἐλευθερίαν πρέπει νὰ ἀκυροῦνται διὰ Β. διατάγματος· τὸ δημόσιον ἐπαρχιακὸν ταμεῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὴν χρηματικὴν ποινὴν δυνάμει τῆς ποινικῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἀκυρωθῇ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, νὰ μὴ δοθῇ χάρις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν ἔδωκε οὐδὲν δικαίωμα εἰς τὴν ἐγχώριον διοίκησιν χρηματικὸν παρὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν θ’ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Ἑπομένως ἂν πρόκειται νὰ δοθῇ χάρις, πρέπει νὰ δοθῇ μόνον ἀπὸ τὸν Βασιλέα, διότι μόνος ὁ Βασιλεὺς ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ χάριν, ὁ νόμος δὲν ἔχει χώραν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται νὰ χαρισθῇ περιουσία ἰδιωτικὴ, εἴτε τοῦ δημοσίου, διότι δὲν ἀποκτᾶται ἀπὸ τὸν ἰδιώτην ἢ ἀπὸ τὸ σωματεῖον ὑπὸ ὅρον. Διὰ τοῦτο ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ δώσῃ χάριν, ἀλλὰ μόνον ὁ Βασιλεύς. Ἄλλως εἶμαι σύμφωνος αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν ὄχι μόνον εἰς τὸ πρόστιμον, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, οὔτε εἰς καμμίαν ζημίαν. Κύριοι, ὅταν ἤμην εἰς τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὰ 1865 καὶ μετέβην εἰς τὴν Κέρκυραν, συνεννοήθην μετὰ τοῦ κ. Φορέστη εἰσαγγελέως τότε, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι ἀναρμόδια, διότι ἐπῆλθεν ἐπιεικέστερος νόμος, τελωνειακὸς· κατὰ δὲ τὸν κανόνα ὁ ἐπιεικέστερος ἐπικρατεῖ· ἑπομένως οἱ τελῶναι εἰσὶν ἁρμόδιοι καὶ ὄχι τὰ δικαστήρια. Ἐν τούτοις, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ οὗτος ἔλυσεν ὁριστικῶς αὐτὸ ὑπὲρ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων. Τώρα ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος ἐλύθη ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐφαρμοστέου νόμου ἐλύθη; Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι τὰ δικαστήρια ἠμποροῦν νὰ λύσουν αὐτὸ, ἀλλὰ κατὰ ποῖον ποινικὸν νόμον; ὑπάρχει νόμος ἤδη ὅστις τοὺς καταδικάζει; ὑπῆρχε ποινικὸς νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅστις ἐτιμώρει τὰ λαθρεμπόρια, ἀλλ’ ἐδῶ καὶ οἱ λαθρέμποροι τιμωροῦνται κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ τελωνιακὸν νόμον; ἂν δὲ δὲν τιμωροῦνται, τότε τὸ δικαστήριον τὸ ποινικὸν τί ἔχει νὰ δικάσῃ; ἑπομένως δὲν ἐννοῶ πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καταδικάζονται, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ποινικὸς νόμος περὶ τούτου. Λοιπὸν ἐγὼ νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔλυσε μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς δικαιοδοσίας, καὶ παρέπεμψεν αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν δὲν ὑπάρχει νόμος τιμωρῶν αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ποινικὴ καταδίωξις διότι δὲν ὑπάρχει νόμος τιμωρῶν. Ὅθεν ἡ κατηγορία καὶ ἡ προφυλάκισις εἶναι ματαία καὶ ἄδικος, καὶ ἑπομένως μάταιος εἶναι καὶ ὁ προτεινόμενος νόμος. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον νομίζω, ὅτι ἓν διάταγμα ἀρκεῖ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν, διότι εἶναι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἁπλῆ ποινὴ, τὴν ὁποίαν μόνος ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἐξαλείψῃ. Ἄλλως κατ’ οὐσίαν εἶμαι συμφωνότατος.
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύω ζητήματα, κύριοι, θέλω ἐξετάσει· τὸ ἓν ζήτημα εἶναι εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται σήμερον ἡ ὑπόθεσις, καὶ τὸ δεύτερον, τί δύναται νὰ γείνῃ. Ὡς ἠκούσατε παρὰ τῶν προαγορευσάντων, κατὰ τὴν Ἰονικὴν νομοθεσίαν ὑπάρχουσι ποιναὶ, καὶ ὡς φαίνεται ποιναὶ ὁπωσοῦν αὐστηραὶ σχετικῶς πρὸς τὰς τῆς ἡμετέρας ἐπὶ λαθρεμπορίων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καὶ ὄχι ὑπὸ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, παρ’ οἷς ἀποφασίζει ὁ τελώνης καὶ τὸ ὑπουργεῖον. Πολλαὶ τοιαῦται πράξεις ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἰσήχθη ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Πρᾶγμα πολλὰ φυσικὸν, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐγκληματικῶν πράξεων· ἠγέρθη δὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ ἐγερθῇ, ἂν αἱ ἐκκρεμεῖς πράξεις, πρῶτον, θέλουν δικασθῆ κατὰ τὴν ἁρμοδιότητα τὴν κανονιζομένην ἀπὸ τὸν Ἰόνιον νόμον, καὶ δεύτερον, ἂν θέλουν τιμωρηθῆ κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ποινικοὺς τῆς Ἰονίου Πολιτείας, ἢ ἂν θὰ συμβῇ τὸ ἀνάπαλιν ἐπ’ ἀμφοτέρων, δηλονότι καὶ ἡ δικαιοδοσία ἡ Ἑλληνικὴ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὁ νόμος ὁ ποινικός. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἠγέρθη εἰς τὸν προκειμένην ὑπόθεσιν ἐπὶ 2, 3, ἢ 5 κατηγορουμένων ἕνεκα λαθρεμπορίου, κατὰ τῶν ὁποίων ὁ ἀνακριτὴς Κερκύρας εἶχεν ἐκδώσει βούλευμα παραπομπῆς ἐνώπιον τοῦ ὑπὸ τῶν Ἰονίων λεγομένου κακουργιοδικείου, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἦτο δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, διὰ νὰ δικασθῶσι διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Τὸ κακουργιοδικεῖον ὅμως ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ εἰσαγγελέως ἐκήρυξεν ἑαυτὸ ἀναρμόδιον· ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν, καὶ ὁ τελώνης ἐδέχθη τὴν παραπομπὴν καὶ ἐδίκασεν. Ἀλλὰ γενομένης ἐφέσεως, τὸ ὑπουργεῖον ἐκήρυξε τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ἀναρμοδίαν· τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἠγέρθη ἄρνησις δικαιοσύνης ἐκ μέρους τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καὶ ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, καὶ προεκλήθη τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἁρμόδιον, ὅπως ἄρῃ τὴν ἄρνησιν αὐτήν. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξήτασε τὸ ζήτημα, καὶ ἀναφέρω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγία, διότι τὸ νομοθετικὸν σῶμα δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐκδώσῃ νόμους μεταῤῥυθμιστικοὺς τῆς νομοθεσίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, τὶ κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἰσχύει· τὸ δὲ ἰσχύον κατὰ τὴν νομοθεσίαν ὑποτίθεται κατὰ πρόληψιν, ὅτι ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου κανονίζεται καλῶς· ἄλλως τε καὶ ἂν ὑπάρχουν οἱ δικάζοντες, ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ὑποχρεωτικὴ ὄχι νὰ ἐμποδίσῃ τὸ νομοθετικὸν σῶμα νὰ ἐκδώσῃ νόμον, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, διότι ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔλυσε τὸ ζήτημα, ἐσταμάτησε τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, καὶ κατέστησεν ἁρμόδια τὰ δικαστήρια πρὸς ἐκδίκασιν τοῦ ζητήματος. Ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν σήμερον εὑρίσκεται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμὴς καὶ εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος παρέπεμψεν εἰς αὐτὸ τὴν ἐκδίκασιν.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶπεν ὁ Ἄρειος Πάγος;
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρέπεμψεν εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, δηλαδὴ τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια οὐχὶ τῆς Ἰονίου πολιτείας, ἀλλὰ τῆς Ἑλλάδος· διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπόφασιν, ἥτις εἶναι μακρὰ, σᾶς λέγω καὶ τὸν λόγον εἰς τὸν ὁποῖον ἐστηρίχθη ὁ Ἄρειος Πάγος· ὁ Ἄρειος Πάγος ἐστηρίχθη εἰς τοῦτο· λέγει ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἂν ἡ ἀφομοίωσις ἤθελεν ἐπέλθει πρὶν ἐπιληφθῇ ἡ Ἰόνιος πολιτεία τῆς καταδιώξεως τοῦ ἐγκλήματος, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν παλαιὰν καὶ ἤθελεν ὑπαχθῆ εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν· ἀλλὰ, λέγει, δὲν συνέβη τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου· διότι ἡ ἀνάκρισις εἶχε περαιωθῆ καὶ τὸ βούλευμα εἶχεν ἐκδοθῆ καὶ τὸ κακουργιοδικεῖον εἶχεν ἐπιληφθῆ τῆς ὑποθέσεως, πρὶν ἀκόμη εἰσαχθῇ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ· ὅταν δὲ ἔγεινεν ἡ ἀφομοίωσις, ὅσαι ὑποθέσεις εὑρέθησαν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια τῆς Ἰονίου πολιτείας κατὰ τὸν νόμον μετεβιβάσθησαν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος. Ὁ συλλογισμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἁπλούστατος καὶ καθαρίζει τὸ ζήτημα εὐκρινῶς. Εἶναι λοιπὸν δυνάμει αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως ἐκκρεμεῖς αἱ ὑποθέσεις αὗται ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος. Παραδέχομαι ἤδη ὅτι ὅλοι οἱ λόγοι τῶν βουλευτῶν Κερκύρας ὑπὲρ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἶναι ἀληθεῖς· παραδέχομαι χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ὅτι πολιτικοὶ λόγοι ἐπήνεγκαν αὐτὴν τὴν τυφλὴν καταδίωξιν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ αὐτὸ πνεῦμα μὲ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· καὶ μολονότι εἶναι δύσκολον νὰ παραδεχθῇ τις τοιοῦτόν τι, προκειμένου περὶ ἐμπορικῶν συναλλαγῶν, μολαταῦτα διὰ μίαν στιγμὴν τὸ παραδέχομαι· πρέπει ἑπομένως νὰ εὑρεθῇ μία θεραπεία, ἀφοῦ τοσοῦτον ἄδικοι κηρύσσονται αἱ ἀποφάσεις ἐκεῖναι. Πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μία θεραπεία, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν ποία θεραπεία πρέπει νὰ ἐπέλθῃ· διότι μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν δὲν πρέπει νὰ θέλῃ τις νὰ παραβιάσωμεν τοὺς γενικοὺς νόμους, διότι πρόκειται περὶ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας προβλέπουσιν τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ παρόντος νόμου, πράξεις τιμωρούμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς ἐγκλήματα; Ἐνταῦθα ἤθελα κάμει μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασεν ἀπορίαν περὶ τοῦ νόμου, ὅστις ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ· ἴσως ἔχει δίκαιον ὁ κ. βουλευτὴς ἀπολύτως σκεπτόμενος, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εἶναι ζήτημα ποῖοι νόμοι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἡ πρᾶξις ἐξετελέσθη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος αὐτὸς, διότι τίποτε δὲν εἶπεν ὁ περὶ ἀφομοιώσεως νόμος περὶ ὀπισθενεργοῦ αὐτοῦ δυνάμεως. Πρόκειται λοιπὸν, κύριοι, περὶ πράξεων τιμωρουμένων ὡς ἐγκλημάτων, πρόκειται περὶ ἐγκληματικῆς ποινῆς καὶ διὰ τοῦτο οὐχὶ ἀτόπως παρετήρησε πρῶτος ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδίας δικαιοδοσίας, ἐὰν δύναται δηλ. νὰ χαρίσῃ ποινὰς, ἐὰν δύναται πράξεις μὴ δικασθείσας νὰ τὰς ἀμνηστεύσῃ ἢ δικασθείσας νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὸ προνόμιον τῆς χάριτος. Μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι τοσοῦτον ἁπλοῦν εἶναι τὸ ζήτημα, ὥστε δὲν ἤθελον, ἐὰν δὲν ἤκουον τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ἐναντίαν ἰδέαν καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι διὰ νόμου δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν ἀμνηστείαν, δὲν ἤθελα, λέγω, εἴπει τίποτε περὶ αὐτοῦ. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἀμνηστεία ὑπῆρχεν εἰς τὴν πολιτείαν μας κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, τὸ δὲ Σύνταγμα τοῦ 1862 περιώρισε τὴν ἀμνηστείαν μόνον εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· ἀλλὰ διὰ τῆς σιωπῆς του τί ἀπεφάσισε καὶ τί ἐννοοῦσε; τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναμφισβήτητον· διότι ἡ ἀμνηστεία εἶναι φύσει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δικαίωμα, καὶ ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Συνέλευσις τὸ ἐσυγχώρησε μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ κατήργησεν εἰς τὰ λοιπά· διότι δὲν γνωρίζω καμμίαν πολιτείαν μοναρχικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀπονέμηται ἡ ἀμνηστεία παρ’ ἄλλου ἢ παρὰ τοῦ Βασιλέως. Ὅταν λοιπὸν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις συνέταξε τὸ πολίτευμα, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ἓν προηγούμενον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας εἰς τὸν Βασιλέα· ἀφοῦ δὲ εἶπεν, ὅτι τὸ περιορίζει καὶ δὲν θέλει νὰ ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, δὲν ἐννοοῦσε νὰ τὸ κρατήσῃ διὰ τὴν Βουλήν. Ἄλλως τε ὅστις ἐξ ἡμῶν ἦτον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐνθυμεῖται τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ δὲν ἀμφιβάλλει. Διατί κατηργήσαμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα; διότι εἴδομεν ὅτι γίνεται μεγίστη κατάχρησις αὐτοῦ, καὶ αὐτὴ ἡ κατάχρησις ὑπῆρξεν ὀλεθρία, καὶ μία γενικὴ φωνὴ ἠγέρθη τότε, ὅτι ἡ κατάχρησις αὕτη πρέπει ἐξάπαντος νὰ λείψῃ, διότι οἱ ἐπιῤῥεπεῖς εἰς τὸ κακουργεῖν ἐῤῥίπτοντο εἰς τὰ ἐγκλήματα ἐλπίζοντες, ὅτι δύνανται πρὸς καιρὸν νὰ θύσουν καὶ ν’ ἀπολέσουν, διότι τυχόντες τῆς ἀμνηστείας, θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ζήσωσι πλησίον τῶν θυμάτων αὐτῶν. Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη εἰς τὴν κατάχρησιν τῆς ἀμνηστείας, ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν κατάργησιν αὐτῆς, δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις ἐννοοῦσεν, ὅτι ἐξαλείφει τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὴν κατάχρησιν μεταφέρουσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα, οὐδὲ δύναται νὰ εἴπῃ τις, προκειμένου περὶ τόσον μεγάλου δικαιώματος, ὅτι ἡ Συνέλευσις, καίτοι ἔχουσα σκοπὸν τοιοῦτον, δὲν εἶπε λέξιν· ὁμολογουμένως ἂν ἤθελε νὰ κάμῃ μετάθεσιν καὶ οὐχὶ κατάργησιν δικαιώματος, ἠμποροῦσε καὶ ὤφειλε νὰ εἴπῃ δύο λέξεις, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔχει εἰς τὸ ἑξῆς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἴσως ἐμακρηγόρησα περὶ τῆς ἀμνηστείας, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πιστεύσητε, ὅτι τὸ ἔκαμα διὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀρχῆς, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ὀλεθρίαν συνέπειαν τὴν ὁποίαν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ. Θὰ ἦναι δὲ πολὺ ὀλέθριον εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ν’ ἀκουσθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀμνηστεύῃ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα· ἴσως δὲ δὲν εἶναι καὶ ὅλως διόλου ἀνυπόστατος ἡ ἰδέα τινῶν, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι πολὺ μέρος τῆς ἐπιμονῆς, τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἐπὶ τὸ κακουργεῖν, ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω πως οἱ ἀποκεκηρυγμένοι συνέλαβον, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τοὺς ἀμνηστεύσῃ. Θέλω ἤδη ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἴδωμεν ἐὰν καλούμεθα δι’ αὐτῶν ν’ ἀπονείμωμεν ἀμνηστείαν εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις· ὅτι ἔχουν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ πραγματεύονται περὶ χάριτος μὲν τὸ πρῶτον, περὶ ἀμνηστείας δὲ τὸ δεύτερον, ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναγνώσεως γίνεται δῆλον (ἀναγινώσκει αὐτὰ). Τὰ πρόστιμα, κύριοι, καὶ τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα εἶναι ποινὴ, εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἂν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐπεβάλλοντο ἐνίοτε ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐνίοτε δὲ ὑπὸ μόνου τοῦ ἀστυνόμου· ἔχουσι πάντοτε τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα τῆς ποινῆς. Ἄρθρ. 2 (τὸ ἀναγινώσκει)· βλέπετε, ὅτι εἶναι τόσον πολὺ καθαρόν. Ὅταν εἴπωμεν, ὅτι οἱ καταδιωκόμενοι ἕνεκα ἐγκληματικῶν πράξεων ἀπαλλάττονται, δὲν θὰ εἴπῃ ἄλλο, παρὰ ὅτι ἀμνηστεύονται· αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουν τὸ πρᾶγμα· μάλιστα δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ βούλευμα (μοὶ στέλλετε παρακαλῶ τὸ βούλευμα, (ἀποτείνεται πρός τινα) κλητὴρ λάβε το ἀπὸ ἐκεῖ) Μάλιστα, κύριοι, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἥτις δίδει ἀφορμὴν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὑπάρχουσι πολλαὶ ἄλλαι συναφεῖς μὲ τὰ λαθρεμπόρια πράξεις· δὲν πρόκειται μόνον περὶ λαθρεμπορίων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι πράξεις, αἵτινες καὶ κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον τιμωροῦνται· ἀκούσατε διότι παραπονοῦνται (ἀναγινώσκει)· καὶ ἴσα, ἴσα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, διαλαμβάνει ὅλα ταῦτα «αἱ συναφεῖς μὲ αὐτὰ πράξεις». Ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καθαρῶς ἀμνηστεύει ἐγκληματικὰς πράξεις, ἤτοι λαθρεμπόρια καὶ ἄλλα κοινὰ ἐγκλήματα καὶ ῥητῶς ἀμνηστεύει πλαστογραφίας, ἀπιστίας, ὑπεξαιρέσεις. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐπρότεινε (ἀναγινώσκει). Βλέπετε, ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπίσης λέγει καὶ αὐτὸ «λαθρεμπόρια καὶ συναφεῖς πράξεις» (τὸ ἀναγινώσκει). Ὥστε βλέπετε ὅτι πάλιν περὶ ἀμνηστείας πρόκειται. Τὸ δὲ δεύτερον μέρος ἀποφαίνεται περὶ τῆς τύχης, τὴν ὁποίαν θὰ λάβουν τὰ τέλη εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελον καταδικασθῆ οἱ δικασθησόμενοι διὰ πολιτικῆς ἀγωγῆς. Πρέπει λοιπὸν, κύριοι, ν’ ἀποφύγωμεν τό τε νομοσχέδιον καὶ τὴν τροπολογίαν ὡς καθιεροῦντα τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις νὰ τὰς ἀμνηστεύσῃ. Δύναται ὅμως, κύριοι, νὰ γίνῃ μία θεραπεία καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν σκέπτομαι ἄλλο παρὰ ταύτην· ἐὰν ἤθελε δοθῇ καιρὸς, ἐὰν ἤθελε παραπεμφθῆ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἤθελε βασανισθῆ, πιθανὸν νὰ εὑρίσκετο καὶ ἄλλη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν τῶν ἀναξιοπαθούντων, δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι δὲν ἔκαμεν ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως· ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως δὲν εἶπεν ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι λαμβάνουσιν ὀπισθενεργὸν δύναμιν· τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξετάσῃ ἕνα νόμον καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς καταδιώξεις ἕνεκα λαθρεμπορίας, καί τοι οἱ αὐτουργοὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὰ ἑπτανησιακὰ δικαστήρια πρὶν εἰσαχθῇ καὶ νέα νομοθεσία, οὐχ ἧττον θέλουν διέπεσθαι ὑπὸ τῆς νέας νομοθεσίας. Οὕτω δὲν ἀμνηστεύομεν, δὲν ἀναιροῦμεν διὰ νόμου τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ὑπερπηδῶμεν τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας μας, καὶ συγχρόνως ἐρχόμεθα εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἀναξιοπαθούντων.
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διϊσχυρίζεσθε, ὅτι αὐτοὶ θὰ τιμωρηθοῦν κατὰ τὸν ἰόνιον νόμον;
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βέβαια. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ γνώμη μου ἤθελεν ὑποτεθῆ σφαλερὰ, ὅτι δηλ. τὰ τακτικὰ δικαστήρια θὰ δικάσουν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐφαρμόσουν τὸν παλαιὸν νόμον, ἀλλὰ τὸν Ἑλληνικὸν, ἐὰν ἡ γνώμη μου ὑποτεθῆ σφαλερὰ καὶ εἶναι ὀρθὸν ὅτι τὰ τακτικὰ δικαστήρια θὰ ἐφαρμόσουν τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, τότε τὸ μέτρον εἶναι περιττὸν, τὸ ὁποῖον προτείνω· ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω· διότι ἀφοῦ ἐκηρύχθησαν ἀναρμόδια τὰ ἡμέτερα δικαστήρια, δὲν πιστεύω νὰ λάβῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν ὁ τῆς ἀφομοιώσεως νόμος, τὸ ὁποῖον οὔτε διὰ τῆς ἑρμηνείας δύναται ν’ ἀποδοθῇ οὔτε σιωπηρῶς· τὸ ὀπισθενεργὸν τοῦ νόμου εἶναι τοσοῦτον ἐξαιρετικὸν, ὥστε καθ’ ὅλας τὰς νομοθεσίας καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀπαιτεῖται ῥητῶς νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένη διάταξις, ἡ ὁποία νὰ διατάττῃ· ἀφοῦ δὲ δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις τοιαύτη εἰς τὸν νόμον περὶ ἀφομοιώσεως, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα....
§122ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀφοῦ ἔγεινεν ἀφομοίωσις δικαστικὴ, ἦσάν τινες δίκαι ἐκκρεμεῖς καὶ αὗται ἐδικάσθησαν κατὰ τοὺς νόμους τῆς Ἑπτανήσου, καί τοι ἡ ἀφομοίωσις εἶχε γίνει.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ἐπικυροῖ τοὺς λόγους μου· τώρα ἀφοῦ ὁ κύριος Μεταξᾶς ἀναφέρει παραδείγματα, ὅτι καί τοι παρεπέμφθησαν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, μόλα ταῦτα ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι τῆς Ἰονίου πολιτείας, εἶναι φανερὸν, ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῇ ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον περὶ ἀφομοιώσεως, καθ’ ἃ προεξέθεσα.
§124ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὡς πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ πρόστιμα, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀποφάσεις δικαστικαὶ, τί ἰδέαν ἔχετε;
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ αὐτό.
§126ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶναι εἰμὴ ἀποφάσεις αὐθαίρετοι.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί δύναται νὰ γίνῃ ὡς πρὸς τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη ἐπιβεβλημένα καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τοὺς δήμους; μοὶ φαίνεται τοῦτο, κύριοι, ὅτι εἶναι δύσκολον ἐπίσης ζήτημα· διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δύσκολον πρᾶγμα νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν περιουσίαν τῶν δήμων· ἐὰν ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον, ἠδύνατο νὰ γίνῃ δωρεὰ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι δύσκολον, ὅταν πρόκειται νὰ ἀναστείλωμεν ἀποφάσεις· ἀλλ’ ἀνήκουν εἰς τοὺς δήμους· κάλιστον δὲ πρᾶγμα νὰ δύναται ὁ νομοθέτης τοσοῦτον προχείρως νὰ στερῇ τοὺς δήμους τῶν πόρων αὐτῶν· δὲν λέγω ὅμως ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ διὰ λόγους πολὺ σπουδαίους δύναται ν’ ἀποφασίσῃ οὕτω. Βλέπω λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ βασανισθῇ περισσότερον, καὶ νομίζω ὅτι ἔκαμαν πολὺ κακὰ οἱ ἐπισπεύσαντες αὐτό. Σεῖς οἱ ἴδιοι ἔπρεπε νὰ θελήσετε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ γίνῃ πλέον ἐκτεταμένη συζήτησις· δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ θυσία χρημάτων, ἀλλὰ βλέπετε ὅτι πρόκειται περὶ ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεται, καὶ δι’ ὧν εὐοδοῦται ἡ πολιτεία.
§128ΔΑΓΡΕΣ. Ἔκαμα, κύριε πρόεδρε, μίαν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς· νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ καλλίτερον ν’ ἀναβληθῇ δι’ ὡρισμένην ἡμέραν διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ μελετήσωμεν. Εἶναι ἓν ζήτημα πολὺ σπουδαῖον.
§129ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐκπληροῦται μὲ βασιλικὸν διάταγμα, διότι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ τὰ πρόστιμα, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ τά δικαστικὰ ἔξοδα. Εἰς τοιαύτην περίστασιν δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς· εἰς μὲν τὴν πρώτην ἔχομεν ἀνάγκην βασιλικοῦ διατάγματος καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἔχομεν ἀνάγκην ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Διὰ νὰ μὴ γίνουν λοιπὸν δύω πράξεις, γίνεται μία, δηλαδὴ ὑπάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν προσβάλλει παντάπασι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ. Δὲν βλάπτεται παντάπασι· τὰ ὅρια μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι ἀκόμη καλῶς ὡρισμένα εἰς τὸν κόσμον, πολλάκις ὑπάρχουν πράγματα, τὰ ὁποῖα αὐστηρῶς ἐξεταζόμενα πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐκτελεστικῆς, ὥστε, ἐὰν ὑπάρχῃ ἕν τι ἀντικείμενον ἀπαιτοῦν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἠμπορεῖ πολὺ καλὰ νὰ ὑποβληθῇ· διὰ ν’ ἀποφύγωμεν λοιπὸν δύω πράξεις ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν μίαν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ προστίμων, περὶ ποινῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι εἰς τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ὁποίαν αἱ ποιναὶ αὐταὶ ἐπεβλήθησαν, εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν αὐτὰ τὰ πρόστιμα ἐπεβάλλοντο διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐπιχωρίου διοικήσεως. Θὰ εἰπῆτε, ὅτι σήμερον συνεχωνεύθη ἡ γενικὴ διοίκησις μὲ τὴν ἐπιχώριον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ὡς πληροφοροῦμαι, εἰς τὴν Κέρκυραν διατηρεῖται ἡ διαίρεσις τῆς περιουσίας μεταξὺ τοῦ κράτους καὶ μεταξὺ τῆς ἐπιχωρίου διοικήσεως, ὑπάρχει ταμεῖον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὰ χρήματα τὰ καθυστερούμενα καὶ ἕτερον τὰ τῆς ἐπιχωρίου διοικήσεως. Ἐὰν ἐγίνετο μία τελεία συγχώνευσις τῶν ταμείων τῆς ἐπιχωρίου διοικήσεως καὶ τῶν ταμείων τῆς γενικῆς διοικήσεως, τότε βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶναι ὁμαλώτερον, εὐκολώτερον, ἀλλὰ σήμερον παρουσιάζεται μία δυσκολία, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμποροῦμεν ἄλλως νὰ ὑπερβῶμεν, ἐκτὸς ἐὰν θελήσωμεν νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ πράγματι εἶναι ἀνωμαλία μεγίστη αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀκόμη εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἔχει ἕνα ἀναχρονισμὸν καὶ ἐνόσῳ δὲν συγχωνευθῇ τὸ σύστημα αὐτό, ὅπως ἀπαιτοῦν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι νὰ γίνῃ μία συγχώνευσις, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσωμεν δυσκολίας. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ λόγος τῆς ἐπιχωρίου διοικήσεως μὲ ἔκαμε νὰ ζητήσω νὰ ἐπιβληθῇ ὁ νόμος αὐτὸς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Δεληγιώργης πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι ὑπάρχει ἄτοπόν τι νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίζῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιχωρίου διοικήσεως, δηλαδὴ τὰ δημοτικὰ δικαιώματα. Βεβαίως προσβάλλει αὐτά, ἀλλ’ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θεωροῦνται πάντοτε ὡς κηδεμόνες, αὐτὰ θεωροῦνται σωματεῖα, ἠθικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς. Καὶ ταῦτα μὲν καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον οὔτε κἂν τὸ εἶχον ἀναγνώσει.
§130ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ πιστεύω, καλλίτερα νὰ τὸ εἴχετε ἀναγνώσει.
§131ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠμποροῦσε νὰ συνταχθῇ μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φαίνεται, ὅτι γίνεται παρὰ μόνον μία δωρεά, ὅτι χαρίζει τὸ δημόσιον, ὅτι χαρίζει τὸ κράτος εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν αὐτὰ τὰ πρόστιμα καὶ αὐτὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ὅτι τοὺς ἀπαλλάττει τῆς ὑποχρεώσεως. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν σπουδαῖον. Ἐγὼ παραδέχομαι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὰ φῶτά του, ἠμπορῶ νὰ ἔχω δισταγμούς τινας περὶ τοῦ ἀλανθάστου αὐτῆς, διότι πράγματι εἰς τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, νομίζω, ὅτι ἐφάνη πολὺ αὐστηρὸν τὸ δικαστήριον αὐτό, ἀποκροῦσαν καὶ παραμελῆσαν ὅλας τὰς γενικωτέρας καὶ ἐπιεικεστέρας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν ἐπὶ νομοθεσίας ποινικῆς· δὲν ἐσκέφθη παντάπασι τοὐλάχιστον τὸ ἄτοπον καὶ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἤθελε γεννᾶσθαι εἰς μίαν κοινωνίαν, νὰ ἐφαρμόζηται μία νομοθεσία τόσον ἀπέχουσα καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ πρὸς τὴν φιλανθρωπίαν ἀπὸ τὴν ἰσχύουσαν εἰς τὸν τόπον νῦν, διότι ὅλαι αἱ ποιναί, ὅσαι ἐφαρμόζονται εἰς ἓν κράτος, τότε ἰσχύουν, τότε φέρουν καλὰ ἀποτελέσματα καὶ εἶναι διδακτικαί, ὅταν ἐπιβάλλωνται κατὰ μέτρον ἴσον. Λέγω λοιπόν, ὅτι χρεωστῶ νὰ κλίνω γόνυ ἐνώπιον τῆς σοφίας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπόφασίς του ἦτο καλή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγιώργης ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔλυσε τὸ ζήτημα, πολὺ καλὰ ἠδύνατο καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως νὰ ἔλθῃ ἄλλο δικαστήριον· καὶ ἐὰν ἤμην ἐγὼ δικαστὴς δικάζων εἰς τὸ ἐφετεῖον τῆς Κερκύρας, βεβαίως ἤθελον σεβασθῆ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ ἤθελον σᾶς εἴπει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ δικάσω ὡς δικαστὴς τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἐνῷ ὑπάρχει ἄλλος δικαστὴς ἁρμόδιος, καὶ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ὀρθοτέρα καὶ συμφωνοτέρα μὲ τὴν δικαιοσύνην λύσις. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μὲ προκατέλαβεν ἐξάπαντος εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, μὲ τὴν ἐρώτησιν, ἐὰν ἡ βάσις αὐτῆς τῆς διατάξεως ἀποτελῇ τὴν ἀμνηστείαν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀμνηστείας καὶ ὅτι ἐὰν εἶχον σκεφθῆ ἀπὸ πρότερον, ἠμποροῦσα νὰ δώσω ἄλλην ὑφὴν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἡ ὁποία δὲν ἤθελε φέρει ὁλωσδιόλου τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἐγεννήθη ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι συνταγματικὸν, καὶ ὀφείλω κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, κατὰ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ἐσχημάτισα, νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου, τὴν γνώμην μου, καὶ αὐτὴ ἡ γνώμη ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καὶ ἀτομικὴ, ἰδική μου, καὶ ἐὰν ᾖναι ἐσφαλμένη, εἶναι ἀτομικόν μου σφάλμα. Ἐγὼ ἐφρόνησα καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας πρέπει νὰ ἑδρεύῃ που· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπουν, ὅτι δὲν ἑδρεύει πούποτε· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐδέθησαν αἱ χεῖρες ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος; Εἶναι ἀκεραία, πλήρης, καὶ οὐδέποτε συνέβη εἰς καμμίαν νομοθετικὴν ἀρχὴν ἔθνους οἱουδήποτε νὰ περιορίζῃ τὰ δικαιώματά της. Ἐννοῶ, ὅτι ὑπάρχουν ἀπολύτως περιορισμοί τινες ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα περιώρισε τὴν βασιλικὴν ἀρχὴν εἰπὸν, ὅτι μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων μένει τὸ δικαίωμα εἰς αὐτήν. Ἄλλοτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἐν γένει ἀμνηστείας εἰς ὅλα τὰ ἐγκλήματα καὶ ἐνταῦθα ἦλθεν αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ ὁποία τὸ περιώρισεν ὡς πρὸς μόνην τὴν περίστασιν αὐτήν· καὶ διατί; διότι, ὡς γνωρίζομεν, ἔγειναν φρικταὶ καταχρήσεις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Ἡ κοινωνία ἠθέλησε ν’ ἀπαλλαχθῇ νέων καταχρήσεων. Ἐνώπιον ὅμως τῆς Βουλῆς νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἅπασα ἡ ἐγγύησις, πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ θυσιάσῃ ὅλα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ οὐδὲν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, οὔτε τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, οὔτε τὰ ἐθνικὰ δίκαια. Ἂν ᾖναι ὁ λόγος περὶ τούτου, τότε δὲν ἠμπορῶ νὰ συζητήσω πλέον. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν παρέχει τοὺς αὐτοὺς λόγους ὡς καὶ ἡ ἐκτελεστική Τὸ ζήτημα λοιπὸν ὑπάρχει πλῆρες, τὸ δικαίωμα ὑπάρχει πλῆρες εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι περὶ τούτου, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀμνηστείας, καὶ ἐπειδὴ ἐξ ἀνάγκης δὲν πηγάζει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὅταν δώσωμεν μίαν ἄλλην ἐξήγησιν εἰς τὸ ἄρθρον, καθὼς π. χ., ὅτι ὁ νεώτερος νόμος, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Δεληγιώργης, ὁ νεώτερος νόμος ὁ ἑλληνικὸς περὶ λαθρεμπορίου ἐφαρμόζεται, λαμβάνει ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον πρὸ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας.
§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἀρκῇ αὐτὴ ἡ σύνταξις διότι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλὰ περὶ ἀφαιρέσεως ἐγγράφων καὶ συναφῶν πράξεων. Ἡ τροπολογία, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μὲ πολλὴν μελέτην καὶ προσοχήν.
§133ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφίνομεν αὐτὰ τὰ ἄλλα, πῶς ἠμποροῦμεν νὰ τὰ συγχωνεύσωμεν αὐτὰ εἰς ἕνα νόμον;
§134Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου λέγει· πρόκειται περὶ συναφῶν ἐγκλημάτων.
§135ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ.
§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ πῶς νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν; ἐγὼ, κ. πρόεδρε, ἂν συμφωνῇ τὸ ὑπουργεῖον, ἤθελον τὸ παρακαλέσει ν’ ἀφήσωμεν ἀπόψε τὴν συζήτησιν νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν αὔριον, ἐν τῷ μεταξὺ θέλομεν μελετήσει ἕκαστος καὶ θέλομεν ἔλθει μὲ ὥριμον ἰδέαν ἂν θέλετε.
§137ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἂν πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἔχω σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον νὰ ἀγορεύσω.
§138ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§139Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὔριον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰσάγει νομοσχέδιον, προσέξατε.
§141Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). (Ἀναγινώσκει).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει λοιπὸν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀναγινώσκεται νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γηπέδου ἐθνικοῦ διὰ τὴν ἀνέγερσιν καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων. «Ἄρθρον 1. Πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων, μετὰ τῶν παραρτημάτων καὶ τῆς περιοχῆς αὐτοῦ, παραχωροῦνται δωρεὰν αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι (μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ εἰς τὸ δημόσιον ἀνήκοντος μέρους τῶν κοινῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἰδιωτῶν γαιῶν) αἱ κείμεναι ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως τῆς ὁριζομένης πρὸς βοῤῥᾶν ἀπὸ τοὺς ἀνακτορικοὺς κήπους, πρὸς ἀνατολὰς ἀπὸ τὴν ὁδὸν τοῦ Ὀρφανοτροφείου τῶν κορασίων, πρὸς μεσημβρίαν ἀπὸ τὸν Ἰλισσὸν καὶ τὰ ἐρείπια τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς καὶ πρὸς δυσμὰς ἀπὸ τὴν λεωφόρον Φαλήρου. Ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως ταύτης τῆς ἀπαρτιζούσης μέρος τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἐφ’ ἧς κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνέγερσις οἱουδήποτε οἰκοδομήματος, ἐπιτρέπεται νὰ ἀνεγερθῶσι μόνον τὸ κατάστημα τῶν Ὀλυμπίων, τὰ παραρτήματα καὶ τὰ περιφράγματα αὐτοῦ.»
§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι οὐδεμία θέλει ὑπάρξει ἀντίῤῥησις περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη καὶ διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ παραχωρηθῇ ἐθνικὸν γήπεδον πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ μεγάρου τῶν Ὀλυμπίων, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι πάντες ὑμεῖς μετὰ χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης θέλετε δώσει τὴν ψῆφόν σας. Οὐδὲν ἧττον, ἐπειδὴ πρώτην φορὰν γίνεται λόγος περὶ Ὀλυμπίων ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ περιβόλῳ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεται μὲν εἰδικῶς ἡ ἀπελευθερωθεῖσα μικρὰ γωνία τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἀλλ’ εἰς τὸν ὁποῖον ἀτενίζει σύμπας ὁ Ἑλληνισμός, φρονῶ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ κάμωμεν λόγον περὶ τοῦ ὑψηλοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ μέγαρον τῶν Ὀλυμπίων, καὶ περὶ τοῦ μεγάλου πατριώτου, εἰς τὴν γενναιοδωρίαν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἵδρυμα. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἁρμόδιος ἦτο νὰ ἐπιτελέσῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σύρου καὶ σεβαστὸς ἡμῶν πρόεδρος κύριος Χρηστίδης, ὁ ὁποῖος τυγχάνει ἀντιπρόεδρος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν πραγματικὸς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Χρηστίδης ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν συμβαίνει νὰ φέρῃ, ἀπεφάσισεν ἐφέτος νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν ὑψηλὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καὶ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἀναλάβω ἐγώ, καθὸ μέλος τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς. Ζητῶ δὲ συγγνώμην καὶ ἀπὸ τὸν κ. Χρηστίδην καὶ ἀπὸ ὅλους ὑμᾶς, ἐὰν αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις δὲν μοὶ ἐπιτρέπουν νὰ τὸ ἐκπληρώσω μὲ τὴν αὐτὴν ἐντέλειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἤθελε βεβαίως τὸ ἐκπληρώσει ὁ εὔγλωττος ῥήτωρ καὶ πολυμαθὴς ἀντιπρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων. Κύριοι, αἱ δημόσιαι ἐκθέσεις καὶ αἱ δημόσιαι συναθροίσεις ἐθεωρήθησαν ἀνέκαθεν ὡς τὰ ἰσχυρότερα ἐλατήρια καὶ ὡς τὰ προσφορώτερα μέσα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῶν ἐθνῶν. Εἰς τὰς δημοσίας ταύτας συναθροίσεις συνερχόμενοι πάντες οἱ βουλόμενοι ἀποδεικνύουσιν ὅ,τι καλὸν ἔχουν ἢ παρήγαγον, καὶ ἱκανοποιοῦνται μὲν αὐτοὶ λαμβάνοντες τὴν ἀνήκουσαν ἠθικὴν ἢ ὑλικὴν ἀμοιβήν, γίνονται δὲ παράδειγμα εἰς τοὺς ἄλλους προσπαθοῦντας νὰ τοὺς μιμηθῶσιν ἢ καὶ νὰ τοὺς ὑπερτερήσωσι διὰ νὰ κατασταθῶσι καὶ αὐτοὶ ἄξιοι τῶν αὐτῶν ἢ καὶ ἀνωτέρων τιμῶν καὶ διακρίσεων. Οἱ ἀθάνατοι ἡμῶν πρόγονοι εἶχον συστήσει ἐπὶ τούτῳ διαφόρους ἀγῶνας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐπρώτευον οἱ Ὀλυμπιακοί, καὶ εἰς τοὺς ἀγῶνας τούτους συνέῤῥεον οὐχὶ μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἀφ’ ὅλον τὸν τότε γνωστὸν κόσμον, Ἥρωες, Ἡγεμόνες καὶ ἄλλοι διακεκριμένοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπεδείκνυον κατὰ τὰς ἐπικρατούσας τότε ἰδέας τὴν προσωπικὴν ἑαυτῶν ἀνδρείαν καὶ ἀρετὴν, καὶ ἠξιοῦντο διακεκριμένων τιμῶν. Ἐκεῖ ἀναγινώσκων ὁ Ἡρόδοτος τὴν ἀφελῆ ἱστορίαν του προεκάλει τὰ δάκρυα τοῦ υἱοῦ του Ὀλόρου καὶ προητοίμαζε τὸν ἀμίμητον ἱστορικὸν τῆς ἀρχαιότητος, καὶ εἰς τοὺς ἀγῶνας τούτους ὀφείλομεν τὰ ἀθάνατα ποιήματα τοῦ ἐξοχωτέρου τῶν λυρικῶν ποιητῶν, τοῦ Πινδάρου. Εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους αἱ δημόσιαι ἐκθέσεις ἔχουν κυρίως ὡς ἀντικείμενον τὴν ἀνάπτυξιν καὶ προαγωγὴν τῆς βιομηχανίας, ἥτις ὑπὸ τὴν πλατυτέραν αὐτῆς σημασίαν λαμβανομένη περιλαμβάνει τὴν γεωργίαν, τὰς τέχνας, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν ναυτιλίαν· διότι ἐν τῷ σημερινῷ αἰῶνι ἡ ἀνάπτυξις καὶ ὁ πολυπλασιασμὸς τῶν ὑλικῶν μέσων κατατάσσονται μεταξὺ τῶν πρωτίστων κοινωνικῶν ζητημάτων καὶ κατὰ τὰς ἐπικρατούσας ἰδέας ἀπὸ τὴν παραγωγὴν τοῦ πλούτου θεωρεῖται πηγάζουσα κατὰ μέγα μέρος ἡ κραταίωσις τῶν ἐθνῶν καὶ ἡ δόξα τῶν ἐργατικῶν καὶ φιλονόμων λαῶν. Μετὰ τὴν πρώτην ἔκθεσιν, ἥτις ἐγένετο ἐν Εὐρώπῃ κατὰ τὸ ἔτος 1798, ὀφειλομένην εἰς τὴν ἔνδοξον Γαλλικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1789, ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν συγκροτηθεῖσαν ἐν Παρισίοις ἔλαβον μέρος 110 μόνον ἐκθέται, ἐγένοντο ἀλληλοδιαδόχως καὶ διάφοροι ἄλλαι ἐκθέσεις οὐ μόνον ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας ἐπικρατείας· ἑκάστη δὲ τῶν ἐκθέσεων τούτων ὑπερέβαινε τὴν προηγουμένην κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκθετῶν, κατὰ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν τελειότητα τῶν ἐκτιθεμένων προϊόντων καὶ κατὰ τὸ ποσὸν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἀπονεμομένων βραβείων. Εἰς τὰς κατὰ καιροὺς ταύτας ἐκθέσεις ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος ἡ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ἐπίδοσις τῶν διαφόρων τεχνῶν καὶ τὰ πλεῖστα τῶν τελειοποιημένων ἐργαλείων καὶ μηχανῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροικίσθη ἡ βιομηχανία. Ἀλλ’ αἱ τοπικαὶ ἢ κατ’ Ἐπικράτειαν ἐκθέσεις οὐδεμίαν ἔχουσι σύγκρισιν, παραβαλλόμεναι μὲ τὰς Παγκοσμίους, ἡ πρώτη τῶν ὁποίων ἐγένετο ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὸ ἔτος 1851, ἡ δὲ τελευταία ἔλαβε χώραν ἐν Παρισίοις κατὰ τὸ 1867. Εἰς τὰς Παγκοσμίους ἐκθέσεις συνέρχονται, κύριοι, τὰ ἔθνη καὶ συναγωνίζονται πρὸς ἄλληλα, οὐχὶ διὰ τῶν καταστρεπτικῶν ὀργάνων τοῦ πολέμου, ἀλλὰ διὰ τῶν κοινωφελῶν προϊόντων τῆς εἰρήνης. Ἕκαστον ἔθνος προσπαθεῖ οὐχὶ νὰ καταβάλῃ καὶ νὰ ἐξοντώσῃ τὰ ἄλλα, ἀλλὰ θέλει νὰ παραστήσῃ τὴν ὑπεροχὴν αὐτοῦ εἰς τὰς τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας, νὰ ἐπιδείξῃ τὰς προόδους του, καὶ διδάσκον εἰς τ’ ἄλλα τὰς ἀνακαλύψεις καὶ τὰς ἐφευρέσεις του, νὰ τὰ καταστήσῃ μέτοχα τῶν πλεονεκτημάτων, τῶν ὁποίων ηὐτύχησε τοῦτο νὰ γίνῃ πρὸ τῶν ἄλλων κάτοχον. Εἰς τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τῶν Παρισίων, τὴν ὁποίαν ηὐτύχησα νὰ ἴδω ἔλαβον μέρος ὑπὲρ τὰς 42 χιλιάδας ἐκθετῶν ἐξ ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου κόσμου. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἔβλεπέ τις συγκεντρωμένα τὰ ἐξαισιώτερα καὶ πολυτιμότερα ἀντικείμενα τῆς ὑδρογείου, τὰς τελειοτέρας μηχανὰς, καὶ τὰ τελειότερα ἐργαλεῖα τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, τὰ φυσικὰ καὶ τεχνικὰ προϊόντα τῶν διαφόρων τόπων τῆς οἰκουμένης, τὰ ἀριστουργήματα τῆς γλυπτικῆς καὶ τῆς ζωγραφικῆς· ἐκεῖ ἠδύνατο ἕκαστος νὰ συγκρίνῃ τὰ ἔργα καὶ τὰ προϊόντα πάσης καταγωγῆς καὶ ποιότητος καὶ ὄχι μόνον νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ παραγωγικὸν πνεῦμα ἑκάστου λαοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν βαθμιαίων προόδων τῆς ἀνθρωπότητος, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπῆρχον ἐκτεθειμέναι καὶ συλλογαὶ ἀντικειμένων ἀναγομένων καὶ ἐν χρήσει ὄντων κατὰ διαφόρους προηγουμένας ἐποχάς. Αἱ παγκόσμιοι ἐκθέσεις ὑπῆρξαν καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ὠφέλιμοι εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, διότι διεφώτισαν τὸ δημόσιον πνεῦμα, κατέστρεψαν πολλὰς προλήψεις, καὶ κατέστησαν ἀναμφισβήτητον τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ὅρος τῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς προόδου τῶν ἐθνῶν. Καὶ παρ’ ἡμῖν, κύριοι, ἐλήφθη ἐγκαίρως πρόνοια περὶ συστάσεως ἐκθέσεως τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων. Τὸ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1837 ἐκδοθὲν Β. Διάταγμα περὶ συστάσεως τῆς ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας ἐπιτροπῆς ἀριθμεῖ μεταξὺ τῶν καθηκόντων αὐτῆς καὶ τὴν συγκρότησιν ἐτησίων ἐκθέσεων. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀναγκαίων μέσων ἢ μᾶλλον εἰπεῖν διὰ τὴν ἀκηδίαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας καταλαμβανόμεθα, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἐφάνημεν καὶ κατὰ τοῦτο ἐλλιπεῖς καὶ ἡ μνησθεῖσα διάταξις τοῦ Β. Διατάγματος ἔμεινε χάρτης ἄγραφος. Ἀλλὰ τὴν ἔλλειψιν ἡμῶν ἦλθε ν’ ἀναπληρώσῃ ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ φιλογένεια γενναίου καὶ φιλοτίμου συμπολίτου, τοῦ ἀοιδίμου Εὐαγγέλη Ζάπα. Ὁ ἀείμνηστος οὗτος ἀνὴρ καταγόμενος ἐκ τῆς εὐάνδρου Ἠπείρου, τῆς χώρας ἐκείνης, ἥτις ἐγέννησε τοὺς Ζωσιμάδας, τοὺς Καπλάνας, τοὺς Ῥιζάρας, τὸν Ἀλέξανδρον Βασιλείου, τὸν Ἀρσάκην, τὸν Χατζῆ Κώσταν, τὸν Στουρνάρην, τὸν Τοσίτσαν καὶ τόσους ἄλλους πατριώτας, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα καὶ εὐηργέτησαν πολλαχῶς καὶ πολυτρόπως τὸν Ἑλληνισμὸν, ὁ ἀείμνηστος, λέγω, Εὐαγγέλης Ζάπας, ἀφοῦ ὑπηρέτησε στρατιωτικῶς τὴν πατρίδα καὶ ἐπολέμησε μεταξὺ τῶν προμάχων αὐτῆς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, καὶ ἀφοῦ διὰ τὰς προσωπικὰς ἐκδουλεύσεις του ἐτιμήθη παρὰ τῆς κυβερνήσεως μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ Ταγματάρχου τῆς φάλαγγος, ἀπῆλθε μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων εἰς τὰς Ἡγεμονίας, ὅπου διὰ τοῦ ἐπιχειρηματικοῦ νοός του καὶ διὰ τῆς φιλοπονίας του, πρὸ πάντων δὲ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Ὑψίστου, κατώρθωσεν ἐν σμικρῷ διαστήματι χρόνου ν’ ἀποκτήσῃ κολοσσιαίαν περιουσίαν. Ἔχων δὲ πάντοτε κατὰ νοῦν τὴν κοινὴν πατρίδα, διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς ὁποίας τοσοῦτον ἐμόχθησε καὶ σκεπτόμενος κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ φανῇ εἰς αὐτὴν μᾶλλον ὠφέλιμος, ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συστάσεως περιοδικῶν ἐκθέσεων ὑπὸ τὸ ὄνομα Ὀλύμπια. Ἐπὶ τούτῳ ὑπέβαλεν ἀπὸ τοῦ 1856 εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις, προσφερόμενος ν’ ἀφιερώσῃ ὑπὲρ τῆς κανονικῆς τελέσεως τῶν Ὀλυμπίων τὸ μέρισμα τῶν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν 400 μετοχῶν του, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἔλαττον τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος· ἔτι δὲ τρισχίλια ὁλλανδικὰ φλωρία διὰ τὰς δαπάνας τῆς πρώτης ἐκθέσεως. Ἡ κυβέρνησις ἀποδεχθεῖσα εὐμενῶς καὶ εὐγνωμόνως τὰς προτάσεις καὶ τὴν γενναίαν προσφορὰν τοῦ ἀνδρὸς, ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1858 Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθη νὰ τελῶνται κατὰ τετραετίαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου γενικοὶ διαγωνισμοὶ ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ὀλύμπια, εἰς τὰ ὁποῖα θέλουν παρίστασθαι πάντα τὰ προϊόντα τῆς Ἑλληνικῆς ἐνεργείας καὶ βραβεύεσθαι ὅσα ἐκ τούτων ἤθελον διακριθῆ. Θέλουσα δὲ νὰ δώσῃ ἑλληνοπρεπέστερον χαρακτῆρα εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς τούτους, διέταξε κατὰ πρότασιν τοῦ ἱδρυτοῦ, νὰ τελῶνται ἱπποδρόμια καὶ ἀγῶνες ἀθλητικοὶ καὶ νὰ βραβεύωνται οἱ ἀριστεύσαντες. Πᾶσα δ’ ἔκθεσις ἐκανόνισε ν’ ἀνοίγηται δι’ Ἀκαδημαϊκῆς ἑορτῆς, ἐν ᾗ θέλει ἀναγινώσκεσθαι περιληπτικὴ ἐξιστόρησις τῆς γενομένης κατὰ τετραετίαν διανοητικῆς προόδου τοῦ ἔθνους καὶ θέλει βραβεύεσθαι ἔξοχόν τι διανοητικὸν ἔργον. Ἡ διεύθυνσις καὶ ἐπιστασία τῶν ἐκθέσεων ἀνετέθη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην ἐργασίαν προσετέθησαν καὶ ἄλλα τέσσαρα μέλη, μετὰ τῶν ὁποίων φέρει τὸ ὄνομα «Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων». Συνεπείᾳ τοῦ διατάγματος τούτου ἐνηργήθη ἡ πρώτη ἔκθεσις κατὰ τὸ 1859· μολονότι δὲ τὸ πρᾶγμα ἦτο πρωτοφανὲς διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ μολονότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της εἰμὴ μόλις 55,000 δραχ., ἐξ ὧν αἱ 32,000 ἐξωδεύθησαν πρὸς ἀνέγερσιν προσωρινοῦ καταστήματος, ἡ ἔκθεσις συνεκροτήθη μὲ πολλὴν ἐπιτυχίαν, χάρις εἰς τὰς προσπαθείας καὶ τοὺς ἀγῶνας τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ταύτην ἔκθεσιν ἔλαβον μέρος 1000 περίπου ἐκθέται καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῆς συνηθροίσθησαν προϊόντα τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας καὶ τῆς βιομηχανίας ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος. Εἰς αὐτὴν ἐφάνη ἡ γενομένη ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς πρόοδος, καὶ ὁ ἀμερόληπτος παρατηρητὴς δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μ’ ὅλην τὴν ἔλλειψιν τῶν μέσων καὶ τὴν μικρὰν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησίς της κατέβαλεν, ἔκαμεν ἱκανὰ βήματα εἰς τὴν ὑλικὴν αὐτῆς ἀνάπτυξιν. Περὶ τὸ τέλος τῆς ἐκθέσεως ἐτελέσθησαν κατὰ τὸ καταστατικὸν ἀθλητικοὶ ἀγῶνες καὶ ἱπποδρόμιον, ἐγένοντο δὲ καὶ δοκιμασίαι γεωργικῶν μηχανῶν καὶ ἐργαλείων εἰς τὸ κτῆμα τῆς βασιλίσσης Ἀμαλίας. Ὁ τότε Βασιλεὺς καὶ ἡ σεβαστὴ αὐτοῦ σύζυγος οὐ μόνον ἐτίμησαν διὰ τῆς παρουσίας των τὴν τελετὴν τῆς ἐνάρξεως τῶν Ὀλυμπίων, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσουν περισσοτέραν ἐμψύχωσιν εἰς τὸ ἔργον παρεστάθησαν εἴς τε τὴν δοκιμασίαν τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ μηχανῶν καὶ εἰς τὸ ἱπποδρόμιον καὶ τοὺς ἀθλητικοὺς ἀγῶνας. Διὰ λαχείου δὲ, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν 4,360 πεντόδραχμα, ἠγοράσθησαν καὶ ἐξεκυβεύθησαν ἰσάριθμα ἀντικείμενα ἀξίας ἀπὸ 600 δραχ. μέχρις 80 λεπτῶν ἕκαστον. Τὰ πάντα λοιπὸν ἐτελείωσαν μὲ κοινὴν εὐχαρίστησιν καὶ ἐν τῷ μέσῳ γενικῆς ἀγαλιάσεως· ἡ δ’ ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων ἐτελείωσε τὴν γενικὴν αὐτῆς ἔκθεσιν μὲ τὸν ἑξῆς ἐπίλογον, τὸν ὁποῖον κρίνω ἄξιον νὰ σᾶς ἀναγνώσω. «Ἡ ἑνετικὴ τυραννία καὶ κατόπιν αὐτῆς ἡ τουρκικὴ, ἠγωνίσθησαν παντοίως, ὅπως τὰ πάντα καταστρέψωσιν, ἥρπασαν τὴν περιουσίαν τοῦ Ἕλληνος, ᾐχμαλώτισαν καὶ ἐδέσμευσαν τὰς παραγωγικάς του δυνάμεις· ἐφυγάδευσαν τὰς Μούσας καὶ τὰς ἐλευθέρας τέχνας, καὶ ὅμως μόλις κατηύγασεν ὁ ἥλιος τῆς ἐλευθερίας τὰς ἀκρωρείας γωνίας τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν, καὶ ἐν τῷ ἅμα ἡ πρὸ αἰώνων καλύπτουσα τὸν Ἑλληνικὸν ὁρίζοντα ἀχλὺς διεσκεδάσθη· ὁ Ἕλλην ἀνέστη γοργὸς καὶ ῥωμαλαῖος, ἀνεκάλεσε τὰς Μούσας εἰς τὴν ἀρχαίαν ἑστίαν των, ἀροτριᾷ θαῤῥαλέως τὰς ὑγρὰς χώρας τοῦ Ποσειδῶνος, ἠκολούθησε τὸν κερδῷον Ἑρμῆν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς ὑδρογείου καὶ ἵδρυσεν αὐτῷ πολυτελεῖς ναοὺς καὶ πανταχοῦ καὶ ἐν πᾶσιν ἐπιτυχῶς ἀγωνίζεται πρὸς κρείττονας. Ὁ ἐπισκεφθεὶς τὰς αἰθούσας τῆς Ὀλυμπιακῆς ἐκθέσεως καὶ γνωρίζων τὴν πρὸ 30 μόλις ἐτῶν κατάστασιν τῆς χώρας ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἑκὼν ἄκων θέλει ὁμολογήσει τὴν ἀγχίνοιαν, τὴν ἐπὶ τοὺς πόνους καρτερίαν καὶ τὴν δραστηριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους». Ἀφοῦ οἱ πάντες εὐχαριστήθησαν ἀπὸ τὴν πρώτην ἐκείνην ἔκθεσιν, ἑπόμενον ἦτο νὰ εὐχαριστηθῇ καὶ νὰ χαρῇ πολὺ περισσότερον ὁ ἀοίδιμος ἱδρυτὴς τῶν Ὀλυμπίων Εὐαγγέλης Ζάπας, βλέπων ἐκ τῶν πραγμάτων εὐοδούμενον τὸ πατριωτικὸν ἔργον, τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν. Ἅμα λοιπὸν περιῆλθον εἰς χεῖράς του τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκθέσεως καὶ εἶδε τὰ εὐάρεστα αὐτῆς ἀποτελέσματα, ἀπεφάσισε νὰ προικίσῃ τὸ ἵδρυμά του μὲ ἀφθονώτερα χρηματικὰ μέσα καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ τελειότερον καὶ ὠφελιμώτερον εἰς τὴν πατρίδα· διὰ τοῦτο, κύριοι, ὀφείλομεν, φρονῶ, νὰ ὁμολογῶμεν χάριτας εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐτέλεσε τὰ πρῶτα Ὀλύμπια, ὡς καὶ εἰς τὴν τότε κυβέρνησιν, δι’ ὅσας κατέβαλον προσπαθείας πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου. Καὶ πρῶτον μὲν ἀπεφάσισεν ὁ ἱδρυτὴς νὰ κτίσῃ ἴδιον κατάστημα, ἐν ᾧ νὰ τελῶνται περιοδικῶς τὰ Ὀλύμπια, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐζήτησε νὰ τῷ ὑποβληθῇ ἐντεῦθεν τὸ ἀνῆκον σχέδιον, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀκολούθως συλλογιζόμενος ὡς εὐσεβὴς χριστιανὸς τὸν θάνατον, τοῦ ὁποίου, ὡς γράφει ἐν τῇ διαθήκῃ του, εἰς οὐδένα θνητὸν ἐδόθη ἐκ τῆς θείας Προνοίας ἡ χάρις νὰ γνωρίζῃ τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμὴν, συνέταξε περὶ τὰ τέλη τοῦ 1860 τὴν διαθήκην του. Αἱ ἐπελθοῦσαι μετὰ ταῦτα παρ’ ἡμῖν ἀνωμαλίαι δὲν ἐπέτρεψαν οὔτε εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ Ὀλύμπια, οὔτε εἰς τὸν ἱδρυτὴν αὐτῶν νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν περὶ ἀνεγέρσεως τοῦ μεγάρου πρόθεσίν του. Κατὰ τὸ 1865 συνέβη τὸ θλιβερὸν γεγονὸς τῆς ἀποβιώσεως τοῦ ἀειμνήστου ἱδρυτοῦ, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον κατελύπησεν, ὡς ἦτον ἑπόμενον, οὐ μόνον ὅλους ὅσοι ἐγνώρισαν τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐξετίμησαν ἐκ τοῦ πλησίον τὰς ἀρετάς του, ἀλλὰ καὶ σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ ὄνομα τοῦ Εὐαγγέλη Ζάπα εἶχε κατασταθῆ προσφιλὲς καὶ δημοτικόν. Μετὰ τὸν θάνατόν του ἠνοίχθη ἡ ἰδιόχειρος αὐτοῦ διαθήκη, τὸ περιεχόμενον τῆς ὁποίας εὑρέθη ἀνώτερον πάσης προσδοκίας. Διὰ τῆς διαθήκης ταύτης ἀφιεροῦται ἅπασα ἡ ἀκίνητος αὐτοῦ περιουσία ὑπὲρ τῶν Ὀλυμπίων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων θέλει διατίθεσθαι ὁλόκληρον τὸ ἐκ 15,000 φλωρίων συνιστάμενον ἐτήσιον εἰσόδημα αὐτῆς, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἄλλων τινων μικρῶν κληροδοτημάτων, συμποσουμένων εἰς τρισχίλια φλωρία κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ φιλογενὴς ἐξάδελφος αὐτοῦ Κ. Κωνστ. Ζάπας εἰργάσθη, ὡς διαλαμβάνει ἡ διαθήκη, πιστῶς μετὰ τοῦ διαθέτου καὶ τῷ χρεωστεῖ διὰ τοῦτο, ἀφίνεται ἐφ’ ὅρου ζωῆς εἰς τὸν Κ. Κωνσταντῖνον Ζάπαν ἡ νομὴ τῶν ἀκινήτων κτημάτων, καὶ χαρίζονται εἰς αὐτὸν τὸ χρηματικὸν καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ κινητὰ τοῦ διαθέτου μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μοιράσῃ ἅπαξ 30,000 γρόσια εἰς ὅλους τοὺς ἔχοντας δικαίωμα κληρονομίας συγγενεῖς του, νὰ δίδῃ τακτικῶς τὰ ῥηθέντα ἐκ τρισχιλίων φλωρίων κληροδοτήματα, ἤτοι 1,000 φλωρία εἰς τὴν ἐν Βουκουρεστίῳ φιλολογικὴν ἐφορείαν τῶν σχολείων, 1700 φλωρία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἐν Ἠπείρῳ Λαμπόβου, ὅπου ἐγεννήθη, πρὸς διατήρησιν σχολείων καὶ περίθαλψιν πτωχῶν, 100 φλωρία εἰς τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον καὶ 100 εἰς τὸ Ἀμαλίειον ὀρφανοτροφεῖον, ἔτι δὲ 1,500 φλωρία κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, τὰ ὁποῖα ἑνούμενα μὲ τὸ μέρισμα τῶν 400 μετοχῶν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, νὰ χρησιμεύωσι διὰ τὴν τακτικὴν τέλεσιν τῆς ἐκθέσεως. Ἐκτὸς τούτου ὑποχρεόνει ἡ διαθήκη τὸν ἐκτελεστὴν Κ. Κωνσταντῖνον Ζάπαν νὰ πέμψῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τοὺς τίτλους τῶν κτημάτων καὶ νὰ κτίσῃ ἰδίοις ἀναλώμασιν ἐν Ἠπείρῳ μὲν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Τρεμπούκου καὶ τὴν σχολὴν τοῦ Λαμπόβου, ἐν Ἀθήναις δὲ τὸ μέγαρον τῶν Ὀλυμπίων κατὰ τὸ ἐγκεκριμένον παρὰ τοῦ διαθέτου σχέδιον. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ Κωνσταντίνου, ἐξακολουθεῖ ἡ διαθήκη, πάντα τὰ ἀκίνητα κτήματα θέλουν περιέλθει εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, τὴν ὁποίαν ὁ διαθέτης μετονομάζει ἐπιτροπὴν τῶν κληροδοτημάτων, ἥτις συνάγουσα κατ’ ἔτος τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, κηρυττομένων ἀναπαλλοτριώτων εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα, παραγγέλλεται νὰ δίδῃ τακτικῶς τὰ κληροδοτήματα τῶν τρισχιλίων φλωρίων, τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερον, τὰ δὲ λοιπὰ μετὰ τοῦ εἰσοδήματος μετοχῶν τῆς ἀτμοπλοΐας νὰ διαθέτῃ ὑπὲρ τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῆς ἐθνικῆς προόδου. Καὶ πρῶτον μὲν διατάττει ὁ ἀοίδιμος διαθέτης νὰ κάμνῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα τῆς κατὰ τετραετίαν ἐκθέσεως, φροντίζουσα νὰ ἐκτελῆται αὕτη ἐν τάξει, καὶ νὰ χορηγῶνται βραβεῖα εἰς ὅλα τὰ προϊόντα, ὅσα ἤθελον κριθῆ ἄξια βραβεύσεως, καὶ εἰς ὅλους, ὅσοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελον φανῆ ἀριστεύσαντες. Δεύτερον παραγγέλλει νὰ χορηγῶνται εἰς βιομηχάνους, οὐχὶ ἀσώτους καὶ κακοήθεις, ἀλλὰ τιμίους καὶ φιλοπόνους, τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεών των καὶ νὰ ἀποστέλλωνται πρὸς τελειοποίησίν των εἰς τὴν Εὐρώπην. Τρίτον ἐπιβάλλει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέχῃ κατὰ πᾶσαν ἔκθεσιν τὸ γινόμενον λαχεῖον διὰ νὰ ἀγοράζωνται ὅλα τὰ ἐξαίσια πράγματα τῶν ἐκθετῶν πρὸς ἐμψύχωσιν αὐτῶν, καὶ νὰ μεταπωλῶνται ἀκολούθως ἐπὶ δημοπρασίας πρὸς ὄφελος τοῦ καταστήματος. Ἐπὶ πᾶσι τούτοις περιλαμβάνει ἡ διαθήκη διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔξοχος πατριωτισμὸς καὶ ὑψηλὴ διάνοια ἠδύναντο μόνον νὰ ὑπαγορεύσωσιν. Ὀψέποτε, λέγει ἡ διαθήκη φανῇ Ἕλλην, ὅστις ἤθελε πράξει ἢ ἐφεύρει μέγα κατόρθωμα ὑπὲρ τῆς κοινῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, νὰ στεφανώνεται ὁ ἥρως οὗτος παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων μὲ χρυσοῦν στέφανον πρὸς τιμὴν αὐτοῦ καὶ πρὸς δόξαν ὅλου τοῦ Ἔθνους, ἔτι δὲ ν’ ἀπονέμηται εἰς αὐτὸν ὅλον τὸ χρηματικόν, ὅπερ ἤθελε περισσεύσει κατὰ τὴν τετραετίαν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῶν Ὀλυμπίων, πρὸς χαρὰν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἀφοσίωσιν τῶν ὁμοίων του ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ μεγαλείου. Φαντασθῆτε, κύριοι, ὁποῖον εὐρὺ στάδιον ἀνοίγεται ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ἐθνικὴν δραστηριότητα, καὶ συλλογισθῆτε ὁποίας συνδρομὰς δύναται νὰ χορηγῇ εἰς τοὺς ἐκθέτας καὶ ὁπόσα βραβεῖα δύναται νὰ διανέμῃ ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα κατὰ πᾶσαν τετραετίαν εἰς τὴν διάθεσίν της ἑπτακοσίας χιλιάδας περίπου δραχ. Τοῦ λοιποῦ οὐδεμία βιομηχανικὴ εὐφυΐα θέλει μένει παρ’ ἡμῖν ἀπροστάτευτος καὶ ἀτελειοποίητος, διότι διὰ πάντα βιομήχανον καὶ τεχνίτην, ὅστις ἤθελε δώσει δείγματα εὐφυΐας καὶ ἱκανότητος, ὁ πατριωτισμὸς τοῦ Εὐαγγέλη ἐχορήγησεν ἐκεῖνα τὰ μέσα ὅπως ἀποστέλληται εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τελειοποιεῖται· τοῦ λοιποῦ οὐδεὶς ἔξοχος τεχνίτης ἢ γεωπόνος θέλει φεισθῆ ἐξόδων καὶ κόπων διὰ νὰ παραγάγῃ ἐξαίσια ἔργα καὶ προϊόντα, ἀφοῦ γνωρίζει, ὅτι ἡ μεγαλοδωρία τοῦ Εὐαγγέλη ἔδωκεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ μέσα νὰ τὰ ἀγοράσῃ εἰς τὴν ἀξίαν των. Οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ τελευταία διάταξις τῆς διαθήκης, ἡ ὑπαγορευθεῖσα ἀπὸ τὸν ἔξοχον πατριωτισμὸν καὶ τὴν ὑψηλὴν διάνοιαν τοῦ Εὐαγγέλη, θέλει χρησιμεύσει εἰς τὸ νὰ διαπραχθῶσι παρ’ ἡμῖν μεγάλα κατορθώματα καὶ νὰ πραγματοποιηθῶσι μεγάλας ἀνακαλύψεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν δοξάσει τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, καὶ ὠφελήσει τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ Ἑλληνικὸς νοῦς διεκρίθη πάντοτε διὰ τὸ γόνιμον καὶ ἐφερευτικὸν αὐτοῦ. Εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς δὲν ἔλειψαν ὁμογενεῖς, οἵτινες, μ’ ὅλην τὴν σμικρότητα τῶν μέσων των, δὲν ἔπαυσαν νὰ ἀσχολῶνται εἰς διαφόρους ἀνακαλύψεις. Πόσοι δὲ τούτων δὲν θέλουν ἀφιερώσει ἤδη ὅλην αὐτῶν τὴν ἐνέργειαν καὶ ὅλον αὑτῶν τὸν βίον διὰ νὰ φθάσουν εἰς ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ εἶναι βέβαιοι πλέον, ὅτι, ἐὰν ἐπιτύχωσι, δὲν τοὺς περιμένει μόνον ἁπλῆ δόξα, ἀλλὰ καὶ μεγάλη χρηματικὴ ἀμοιβὴ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἡ γενναιοδωρία τοῦ ἀειμνήστου ἱδρυτοῦ τῶν Ὀλυμπίων ὥρισεν. Ἐὰν ὀφείλεται εἰς τὸν μέγαν τοῦτον πατριώτην ἐθνικὴ εὐγνωμοσύνη, διότι ἀφιέρωσε τὴν κολοσσιαίαν περιουσίαν του ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ ἔθνους, ὀφείλεται αὐτῷ αἰώνιος ἔπαινος καὶ θαυμασμὸς διὰ τὴν περίνοιαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκανόνισε τὰ καθ’ ἕκαστα τῆς χρήσεως αὐτῆς· μὲ τὴν αὐτὴν δὲ περίνοιαν κανονίζεται καὶ ἡ χρῆσις τῶν κληροδοτημάτων, ἅτινα ἀφιερόνει ὑπὲρ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του, συνισταμένων ἐκ τῶν ῥηθέντων 1700 φλωρίων καὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ κτημάτων τοῦ διαθέτου. Ἀναγινώσκων τις μετὰ προσοχῆς τὴν διαθήκην τοῦ μακαρίτου τούτου ἀνδρὸς καὶ ἀναλογιζόμενος ἀφ’ ἑτέρου τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐν βραχεῖ διαστήματι χρόνου τοσοῦτον κολοσσιαίαν περιουσίαν, φέρεται τῇ ἀληθείᾳ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ηὐλόγησε τὰ ἔργα του καὶ ἐπεδαψίλευσε τοσοῦτον πλοῦτον, ὅπως δώσῃ αὐτῷ ἄφθονα τὰ μέσα πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἀγαθοεργῶν σκοπῶν του, καὶ ὅπως δοξάσῃ αὐτὸν καὶ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ἀναλόγως τῶν φιλανθρωπικῶν προθέσεών του. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλη Ζάπα. Ὁ δὲ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης καὶ ἐξάδελφος αὐτοῦ κ. Κωνσταντῖνος Ζάπας, ἀνὴρ λίαν συνετὸς καὶ φλεγόμενος ἀπὸ αἴσθημα ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ, πρῶτον αὐτοῦ καθῆκον ἐθεώρησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κολοσσιαίαν περιουσίαν τοῦ διαθέτου, διότι κατὰ δυστυχίαν συγγενής τις τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλη, ῥαδιουργουμένη ἀπὸ ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, ἐζήτησε τὴν ἀκύρωσιν τῆς διαθήκης. Διὰ πολλῶν δὲ προσπαθειῶν καὶ ἁδρῶν θυσιῶν κατώρθωσεν ὁ φιλογενὴς ἐκτελεστὴς νὰ οὐδετερώσῃ τὴν δίκην, καὶ οὕτως ἡ μεγάλη περιουσία τοῦ Εὐαγγέλη θεωρεῖται ὁριστικῶς ἐξησφαλισμένη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τὸ κατόρθωμα τοῦτο ὁ κ. Κωνστ. Ζάπας ἐξαπέστειλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων ἀντίγραφα τῶν τίτλων μετὰ μεταφράσεων καὶ ἔπεμψε τὰς δόσεις τοῦ ἐτησίου κληροδοτήματος τῶν 15,000 φλωρίων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1865 καὶ ἐντεῦθεν, διὰ τῆς ἀποστολῆς δὲ ταύτης ἔβαλεν αὐτὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν εἰς θέσιν νὰ προκηρύξουν τὴν δευτέραν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ φιλολάου ἡμῶν Βασιλέως θέλει ἀποβῆ λαμπροτέρα τῆς πρώτης, καθόσον καὶ τὸ ἔθνος λαβὸν μέρος εἰς τὰς Παγκοσμίους ἐκθέσεις, ἀπέκτησεν ἱκανὴν πεῖραν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της διπλάσια χρηματικὰ μέσα, ἀφ’ ὅσα ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1859. Ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Κωνστ. Ζάπας ἐζήτησε σύμφωνα μὲ τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλη Ζάπα ν’ ἀνεγείρῃ τὸ μέγαρον τῶν Ὀλυμπίων, καὶ ἐπὶ τούτῳ παρεδέχθη τὸν προϋπολογισμόν, τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀρχιτέκτονος κ. Βουλανζὲ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου, ὅπερ εἶχεν ἐγκρίνει ὁ διαθέτης· κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον θέλουν ἐξοδευθῆ 700,000 δραχμῶν. Παρεδέχθη πρὸς τούτοις καὶ προσθήκην 10% διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην αὔξησιν καὶ ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἱκανὴν χρηματικὴν ποσότητα, ὥστε δύναται νὰ γίνῃ πάραυτα ἔναρξις τοῦ ἔργου. Ἂν, κύριοι, δὲν ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἤθελον εἴπει ὀλίγα τινά, ἐξ ὧν ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ συνέδραμε καὶ διευκόλυνε τὰς ἀγαθὰς καὶ πατριωτικὰς διαθέσεις τοῦ φιλογενοῦς ἐκτελεστοῦ τῆς διαθήκης, καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος αὐτῆς ἀντιπρόεδρος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν λέγω τίποτε περισσότερον, φοβούμενος μὴ πειράξω τὴν μετριοφροσύνην του, ἀφοῦ συμβαίνει νὰ κάθηται τόσον πλησίον μου. Διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων ἀπαιτεῖται εὐρύχωρον καὶ κατάλληλον γήπεδον. Ἡ κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ ἔτους 1863, ἐνῷ ἔζη ἀκόμη ὁ ἀείμνηστος ἱδρυτὴς, θέλουσα νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐξέδωκε ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέτρεπε ν’ ἀνεγερθῇ τὸ κατάστημα τῶν Ὀλυμπίων ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Λουδοβίκου· ἀλλὰ βραδύτερον ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο οὔτε κατάλληλον ἦτο, οὔτε εἰς τὸ δημόσιον ἐπετρέπετο νὰ τὸ διαθέσῃ. Μετὰ πολλὰς δ’ ἐρεύνας καὶ διασκέψεις ἀπεφασίσθη νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς θελήσεως τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλη, ὅστις ἐπεθύμει νὰ τοποθετήσῃ τὸ κατάστημα ὅσον ἔνεστι πλησιέστερον τοῦ ἀρχαίου σταδίου. Ἐνεκρίθη λοιπὸν ν’ ἀνεγερθῇ τὸ δημόσιον τοῦτο κατάστημα μεταξὺ τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου καὶ τῶν στηλῶν τοῦ Ὀλυμπίου Διός, περιλαμβάνον εἰς τὴν περιοχήν του ὅλον τὸν χῶρον, τὸν ἔχοντα ὅρια ἀφ’ ἑνὸς τοὺς ἀνακτορικοὺς κήπους, ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐπὶ τῶν ὀχθῶν τοῦ Ἰλισσοῦ δημοσίαν ὁδὸν, πρὸς δυσμὰς τὴν λεωφόρον τοῦ Φαλήρου καὶ πρὸς ἀνατολὰς τὴν ὁδὸν τὴν διερχομένην πλησίον τοῦ ἀνακτορικοῦ λαχανοκήπου. Ὁ χῶρος οὗτος ἀποτελεῖ μέρος τῆς ζώνης τῆς πόλεως καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἀνέγερσις ἰδιωτικῶν οἰκοδομῶν ἐπ’ αὐτῆς, οὐδὲν ἧττον εὑρέθησαν ἐν αὐτῷ ἡ οἰκία τοῦ κ. Ὀρφανίδου, τὸ ἀγγλικὸν νεκροταφεῖον καὶ ἑτέρα τις μικρὰ οἰκία μετὰ κήπου περιτειχισμένου. Ὁ ἐλεύθερος τόπος ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, ἐξαιρουμένων 35 ἕως 36 στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὸν κ. Σκουζέν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀνεγέρσεως ἁπλοῦ καταστήματος, ἀλλὰ περὶ καταστήματος περιοδικῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῶν μεγάλων μέσων της πρόκειται νὰ λάβῃ σπουδαίας διαστάσεις, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ διὰ νόμου ὑπὲρ αὐτοῦ ὅλην τὴν ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω ὁρίων περιλαμβανομένην ἀσκεπῆ ἔκτασιν, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς ἰδιώτας γηπέδων, ἀποζημιουμένων, ἐννοεῖται, τῶν κυρίων αὐτῶν, κατὰ τὰς περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διατάξεις, διὰ νομίμου καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις ἀπὸ ἄκραν εὐλάβειαν πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν δὲν ἐνέκρινε νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ πρόκειται σήμερον νὰ ψηφισθῇ, παραχωρεῖται μόνον ἡ ἀνήκουσα εἰς τὸ δημόσιον ἔκτασις.
§144ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παραχωρεῖ ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ μέρος, ὅπερ ἔχει τὸ δημόσιον μετὰ τοῦ κ. Σκουζέ;
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ μόνον τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον μέρος. Μολονότι ἡ ὑπόθεσις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, τὸ κατ’ ἐμὲ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀρκοῦμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὴν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ κυβέρνησις, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἔχοντες ἰδιωτικὰ γήπεδα ἐντὸς τῆς περιοχῆς ταύτης, ἥτις θεωρεῖται ἀπαραίτητος διὰ τὴν Ἔκθεσιν, θέλουν τὰ παραχωρήσει ἑκουσίως, ἀρκούμενοι εἰς νόμιμον καὶ εὔλογον ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ φιλογενὴς κ. Κωνσταντῖνος Ζάπας οὐδόλως θέλει δυσκολευθῆ νὰ καταβάλῃ. Ὅλη ἡ διαληφθεῖσα ἔκτασις εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ τὴν Ἔκθεσιν καὶ πρέπει ὅπως δήποτε νὰ παραχωρηθῇ ὑπὲρ αὐτῆς, καθόσον δὲν θέλομεν περιορισθῆ μόνον εἰς τὸ μέγαρον, ἀλλὰ θέλομεν ἀνεγείρει καὶ διάφορα παραρτήματα καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀναγκαίαν εὐρυχωρίαν διὰ τὸ ἱπποδρόμιον τοὺς ἀγῶνας κτλ. Ἴσως δὲ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ σχηματισθῇ παρὰ τὸ μέγαρον κῆπος πρὸς παραγωγὴν καὶ πολυπλασιασμὸν ξένων φυτῶν καὶ ζώων (jardin d'acclimatation). Ἡ ἡμετέρα Ἔκθεσις, φέρουσα ἑλληνοπρεπῆ χαρακτῆρα καὶ συνδεομένη μὲ ἱπποδρόμιον καὶ ἀθλητικοὺς ἀγῶνας, ἔχει ἀνάγκην μεγάλης εὐρυχωρίας, ἡ δὲ ἀνέγερσις τοῦ μεγάρου καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτοῦ θέλει καθωραΐσει ἔτι μᾶλλον τὸ παρὰ τοὺς ἀνακτορικοὺς κήπους μέρος τῆς πρωτευούσης τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, θέλομεν πανηγυρίσει δημοτελῶς τὴν κατάθεσιν τοῦ θεμελίου λίθου τῶν Ὀλυμπίων, κατὰ δὲ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ φιλογενὴς ἐξάδελφος καὶ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου ἱδρυτοῦ, ἡ οἰκοδομὴ θέλει εἶσθαι ἀποπερατωμένη ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, καθόσον, εἰρήσθω πρὸς τιμήν του, ἐπισπεύδει ὅλαις δυνάμεσι τὸ ἔργον, φοβούμενος ἐν τῷ πατριωτισμῷ του μὴ ἐπέλθῃ θάνατος καὶ ἀπαντηθῶσι μετὰ ταῦτα προσκόμματα ἐξ ἐνδεχομένων κληρονομικῶν περιπετειῶν. Αἱ ἑπόμεναι λοιπὸν ἐκθέσεις θέλουν τελεῖσθαι ἐντελέστερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον εἰς τὸ μέγαρον τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ὁποίου θέλει ἐνταφιασθῆ δημοτελῶς ἡ κεφαλὴ τοῦ ἀειμνήστου ἱδρυτοῦ, κατὰ τὴν τελευταίαν τῆς διαθήκης του διάταξιν. Ἡ δωρεὰ τοῦ Εὐαγγέλη Ζάπα, ἐκτιμωμένη εἰς ἓξ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἄλλης τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, μόνος δὲ ὁ γενναῖος κτήτωρ τῆς Ἀκαδημίας, ὁ φιλογενέστατος κ. Σίνας, φαίνεται διατεθειμένος νὰ τὴν ὑπερτερήσῃ. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἀνέγραψεν ἤδη τὸ ὄνομα τοῦ Εὐαγγέλη Ζάπα μεταξὺ τῶν εὐεργετῶν του καὶ ἡ κυβέρνησις πολλάκις ἐν τοῖς δημοσίοις ἐγγράφοις τῷ ἀπένειμε τὸν τίτλον τοῦτον. Αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ θέλουσιν ἀναφέρει τὸ ὄνομά του μετ’ εὐγνωμοσύνης καὶ σεβασμοῦ καὶ ἡ μνήμη αὐτοῦ θέλει ζήσει μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ Ὀλυμπίων ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ περιβόλῳ, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ προτείνω πρῶτον νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ὥστε τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλη Ζάπα νὰ ἀναγραφῇ ὁμοῦ μὲ τὰ ὀνόματα τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ εὐεργετῶν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ ἑλληνικοῦ βουλευτηρίου.
§146ΟΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§147ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον, νὰ διατάξῃ ἐπίσης ἡ Βουλή, ὥστε καθ’ ἣν ἡμέραν πρόκειται νὰ τεθῇ ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ μεγάρου τῶν Ὀλυμπίων, νὰ τελεσθῇ δημοσίᾳ δαπάνῃ μνημόσυνον ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς μακαρίας ψυχῆς τοῦ ἀοιδίμου τούτου ἀνδρός.
§148ΟΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ταῦτα, κύριοι, προσθέτω, ὅτι ἐπειδὴ ὁ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης κ. Κωνσταντῖνος Ζάπας κατέβαλε μεγάλας προσπαθείας διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλη, καὶ ἐπειδὴ ἔδειξε καὶ δεικνύει μεγάλην προθυμίαν διὰ τὴν ταχίστην καὶ ἀξιοπρεπῆ ἀνέγερσιν τοῦ μεγάρου τῶν Ὀλυμπίων, προτείνω νὰ ἐπιφορτίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν πρόεδρον αὐτῆς νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας τοῦ σώματος πρὸς τὸν κ. Κωνσταντῖνον Ζάπαν διὰ τὰς ἀκαμάτους προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλε, καὶ τὴν ἀξιέπαινον προθυμίαν τὴν ὁποίαν δεικνύει.
§150ΟΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ἄρθρου;
§152ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§154ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὰ πρακτικὰ αὐτῆς τῆς συνεδριάσεως καὶ ἰδίως ὁ λόγος τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅστις ἀνέπτυξε καλῶς τὰ καλὰ τὰ ἐκ τῆς διαθήκης τοῦ Ζάππα, νὰ τυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ κράτους.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ στέλλονται εἰς ὅλους. Ἄρθρον 2. Ἡ ἀνέγερσις τοῦ καταστήματος, ὅπερ κληθήσεται Ζάππειον, γενήσεται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου ἱδρυτοῦ τῶν Ὀλυμπίων Εὐαγγέλη Ζάππα, δαπάνῃ τοῦ ἐκτελεστοῦ αὐτῆς Κωνστ. Ζάππα. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§156ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. Αἱ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον 1 παραχωρούμεναι ἐθνικαὶ γαῖαι, παύουσαι ὁπωσδήποτε νὰ χρησιμεύωσι πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν παραχωροῦνται, ἐπανέρχονται αὐτοδικαίως εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§158ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.—Κύριε Λέκα, ἔχετε νὰ προσθέσητε τίποτε;
§160ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχει.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τὸ σύνολον;
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Κύριε Λέκα, ἔχετε νὰ προσθέσητε τίποτε;
§164ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα, παρακαλῶ· ὄχι εἰς τὸ περὶ σταφίδος, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω σταφίδας, οὐδὲ γνωρίζω τι περὶ αὐτῆς. Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τὴν συγκινητικὴν θέσιν, εἰς ἣν πάντες εὑρέθημεν ἀπὸ τὰς μεγάλας εὐεργεσίας ἑνὸς τῶν ἀρίστων τέκνων τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως οὐδεμία τις προσθήκη δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ τῆς μεγαλουργοῦ ἰδέας τοῦ διαθέτου, διότι τὰ Ὀλύμπια ἐγέννησαν τοὺς Μαραθωνομάχους. Ἐρχόμενοι ὅμως ἐντὸς τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, σᾶς παρακαλῶ νὰ συστήσωμεν εἰς τοὺς ἐκτελεστάς, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως μεταβληθῇ ἡ ὀνομασία τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον κακῶς ἐκάλεσαν κατ’ ἐμὲ μέγαρον, διότι τὰ μέγαρα δὲν ἀνέρχονται τόσον ὑψηλά· οἱ πρόγονοί μας δὲν κατεσκεύαζον μέγαρα παρὰ διὰ τὰ κτήματά των, διὰ τὰς ἀτομικάς των οἰκίας· περὶ κοινῶν λέγοντες ποτὲ δὲν ἔλεγον μέγαρα, ἀλλὰ ναοὺς, ἀφιερώματα, οἰκοδομήματα. Πρὸς δὲ, διότι τὸ σχέδιον δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν, ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, ἐπειδὴ ἡ ἀνέγερσις τοῦ οἰκοδομήματος, ὅπερ θὰ παράκειται τῷ ναῷ τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, καὶ θὰ κεῖται καταντικρὺ τοῦ Παρθενῶνος, εἶναι ἔργον μεγίστης σημασίας, πρέπει νὰ φροντίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ μήπως κανεὶς κακόζηλος ξένος, μὴ ἔχων τὰ προσόντα ὅλα τοῦ δεδοκιμασμένου ἀρχιτέκτονος, καὶ τὸ σχέδιον στρεβλώσῃ καὶ Ἑλληνικὸν τύπον εἰς αὐτὸ δὲν ἐγχαράξῃ. Τοῦτο καὶ μόνον ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεννοηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ μὲ τὸν ἐκτελεστὴν τῆς διαθήκης καὶ εὑρεθῇ ἢ ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἢ ἐκ τῆς Εὐρώπης δόκιμος ἀρχιτέκτων, διότι δυστυχῶς ἐξ ὅσων ἔμαθα, ἤρχισε νὰ ἐμπερδεύηται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὁ καθ’ ὅλα κάλλιστος, ἀλλὰ μὴ πολὺ δόκιμος ἀρχιτέκτων, ὁ ἀρχιτέκτων, ὅστις ἔβαλε τὰ θεμέλια τοῦ παρακειμένου βουλευτηρίου. Διὰ τοῦτο θέλω ὁ μέλλων νὰ ἀναλάβῃ τὴν οἰκοδομὴν τῶν Ὀλυμπίων νὰ ᾖναι ἐγκρατὴς ἀρχιτέκτων. Τοῦτο καὶ οὐδὲν ἄλλο προεθέμην νὰ προσθέσω.
§165ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§166ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω καλὸν πρὸς ἔπαινον τοῦ ἀειμνήστου Ζάπα νὰ δημοσιευθῇ ἡ ὁμιλία ....
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν.
§168ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ ποῦ; διὰ τῶν ἐφημερίδων δαπάνῃ τοῦ δημοσίου.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ εἰς τὰ στενογραφήματα.
§170ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὀλίγοι θὰ τὴν ἀναγνώσουν· ὅταν ὑπάρχῃ καμμία ἀμφιβολία περὶ τοῦ πνεύματος μιᾶς διατάξεως, τότε ἀνατρέχομεν εἰς αὐτά. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν πρότασίν μου;
§171ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, τὴν παραδέχεται.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.—Ἐρχόμεθα εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ περὶ σταφίδος νομοσχεδίου. Ἄρθρον μόνον. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως σύμβασιν, δι’ ἧς νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι δὲν θέλει αὐξηθῆ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰσπραττόμενος ἔγγειος φόρος, ὡς ὁρίζεται διὰ τοῦ νόμου ΤΛʹ τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1869, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἤθελε καταργήσει ἢ ἐλαττώσει τὸ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ εἰσαγωγικὸν τέλος.
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς
Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.
§173ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη, ἕτερον ἄρθρον μοναδικόν. Τὸ ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχον δημόσιον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε μέχρι τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου ὡς βουλευτήριον τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας, παραχωρεῖται δωρεὰν εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ κοινότητα τοῦ Ἀγγλικανικοῦ θρησκεύματος, ἵνα καὶ ἐφ’ ὅσον χρησιμεύῃ ὡς εὐκτήριος οἶκος τοῦ εἰρημένου θρησκεύματος». Εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις. Ὑπάρχει ἐδῶ μία τροπολογία «Νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ πρώτου ἄρθρου τὸ ἑξῆς. Ἐπιφυλαττομένων τῶν κατὰ τοῦ δημοσίου περὶ ἀποζημιώσεως δικαιωμάτων τῆς ἐγχωρίου διαχειρίσεως».
§175ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον αὐτό.
§176ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶναι ἀναγκαῖον.
§177ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δυνάμει τοῦ νόμου.
§178ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂς γείνῃ μνεία εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§179ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη, ὡς ἀνεγνώσθη.—Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ περὶ ἀστυνομικῶν χωροφυλάκων ἐν Ἑπτανήσῳ ἀναγινώσκεται. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§181ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.—Τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν. Ἄρθρον μόνον. Αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1847 νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν εἰς Ἐρέτρειαν τίθενται ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ μίαν ἔτι τριετίαν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.
§183ΚΟΤΖΙΑΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε. Μὴ βιάζεσθε, κύριοι. Ἡ ἔκθεσις ἀντὶ τριῶν ἐτῶν λέγει 5. Αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, νὰ παρατείνῃ τὴν ἰσχὺν τῆς προθεσμίας τοῦ παρόντος νόμου ἀντὶ 3 εἰς 5 ἔτη. Ἐπειδὴ αἱ οἰκογένειαι ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τὰ παλαιὰ Ψαρὰ καὶ ὑποφέρουσι πολλὰ βάρη διὰ τὸν πλοῦν, τὸν ὁποῖον κάμνουν μέχρι τῶν Ν. Ψαρῶν, παρεκάλεσα τὴν κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ χορηγῆται μία βοήθεια αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· ἔχω μίαν τοιαύτην πρότασιν.
§184ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν τὴν φέρῃ ἡ κυβέρνησις, εἴμεθα σύμφωνοι.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὸ νομοσχέδιον;
§186ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἀντὶ τῆς 3ετίας νὰ παραδεχθῇ ἡ πενταετία ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου.
§187ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη μὲ τὴν τροποποίησιν αὐτήν.—Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ περὶ διοργανισμοῦ τῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Εἶναι γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς.
§189ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.
§191ΔΑΓΡΕΣ. Καλὸν εἶναι νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν της πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνιστᾷ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ συγχωνευθῇ τὸ ναυτικὸν σχολεῖον μὲ τὴν στρατιωτικὴν σχολήν. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ὁμιλήσω.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. «Ἄρθρον μοναδικόν.» Ἡ διὰ τοῦ ἐπισυνημμένου συμβολαίου συνομολογηθεῖσα τριακονταετὴς μίσθωσις τοῦ παρὰ τῇ Κύμῃ ἐθνικοῦ μεταλλείου τῶν γαιανθράκων μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς μεταλλευτικῆς ἑταιρίας κυροῦται».
§193ΤΙΝΕΣ. Νὰ καθίσουν, κ. πρόεδρε.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, παρακαλῶ· ἂν ᾖναι κανεὶς παρὰ πολὺ κουρασμένος, δὲν λέγω νὰ ἀναχωρήσῃ, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ ἀποχωρήσῃ· καθήσατε παρακαλῶ.
§195ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὴν σύμβασιν παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰ ὁροθέσια δὲν σημειοῦνται τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ διάγραμμα τὸ ἐπικυρωμένον, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν θὰ συνέβη καμμία ἀνωμαλία καὶ εἰμπορεῖ τὸ δημόσιον νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἀποζημιώσεις. Εἰξεύρετε, εἶχον παραχωρηθῆ γαῖαι καὶ εἰς ἄλλους μετόχους, οἱ ὁποῖοι φιλονεικοῦν σήμερον τὴν θέσιν· παρατηρῶ μίαν διαφορὰν εἰς τὸ ὑπόμνημα καὶ εἰς τὸ σχέδιον, αὐτὰ δὲν συμφωνοῦν μεταξὺ των καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσπαθήσῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ καθαρίσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἑπομένως ν’ ἀναβληθῇ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἕως αὔριον.
§196ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ δύω καὶ ἐπέκεινα μηνῶν ὁ Παπαγεωργίου ἤγειρε δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἀμφισβήτησιν ὡς πρὸς τὰ ὅρια, καὶ ῥητῶς σᾶς εἶπον ὅτι ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ ἐπιθεωρητὴς, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίποτε πρὶν μᾶς φωτίσῃ ὁ κ. Μπουγιούκας. Ὁ κ. Μπουγιούκας λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ διάταγμα καὶ τὸ διάγραμμα τῆς γενομένης παραχωρήσεως εἰς τὸν κύριον Παπαγεωργίου κτλ. μὲ εἶπεν, ὅτι εἶναι τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον, καὶ ἐὰν ὑμεῖς λάβετε τὴν καλωσύνην, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι καθαρόν. Τὸ δημόσιον παρεχώρησε προηγουμένως ἐπὶ τῇ βάσει ὁρίων διαγεγραμμένων ἐντὸς τοῦ διατάγματος γαίας· κατόπιν ἔρχεται καὶ παραχωρεῖ τὸ εἰς τὸ δημόσιον ἀπομένον μέρος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Παπαγεωργίου παραχωρηθὲν, καὶ ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι εἰς μὲν τὴν ἑταιρίαν τοῦ Παπαγεωργίου παραχωροῦνται 10,299 στρέμματα, εἰς δὲ τὴν ἄλλην 3,150· εἶναι σαφηνισμένον τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται διὰ τῆς συμβάσεως· ἑπομένως μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Μπουγιοῦκα δὲν βλέπω, ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἐλαχίστη ἔνστασις. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἰς μάτην κοπιάζομεν.
§197ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἀσυμφωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει, νὰ διορθωθῇ ἵνα σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἐνέχεται εἰς τὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς ἑταιρίας καὶ τῆς ἄλλης· ἐκείνη εἶναι ἡ πρώτη, τώρα θὰ λάβῃ ἡ ἑταιρία αὐτὴ ὅ,τι παραχωρεῖται τώρα.
§198ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ ἑταιρία Παπαγεωργίου ἔχει σύνορα μὲ τὰς ἐθνικὰς γαίας· τώρα πρόκειται νὰ ὁρισθοῦν διακεκριμένως τὰ ὅρια, καὶ ἐτέθησαν ἄλλα κατὰ λάθος.
§199ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἶναι ἀκριβέστατα.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένει ὁ ὑπουργὸς εἰς τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔθετο;
§201ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§202ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δεχθῆτε τὴν διόρθωσιν, καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ σημειωθῇ ὅτι ἐννοεῖται ὡς ὅριον τὸ στοιχεῖον Ν.
§203ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἐπισήμως αὐτὸ εἶναι τὸ μέρος τὸ παραχωρηθὲν· τὰ ὅρια, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἓν διάταγμα, ὅτε ἔγεινεν ἡ παραχώρησις, εἶναι ὡρισμένα.
§204ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσθε πεπεισμένος, ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ ὅρια δὲν θὰ προέλθωσιν ἔριδες; (θόρυβος).
§205ΤΙΝΕΣ. Αὔριον. (ἀπέρχονται).
§206ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πρώτη ἀνάγνωσις, περὶ τοῦ ........
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ φεύγετε, παρακαλῶ. Σήμερον ἔγεινε λόγος καὶ λόγος πολὺς περὶ συντάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως· μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον λύεται ἑκάστοτε ἡ συνεδρίασις, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ὁ κύριος Λομβάρδος· ἑπομένως αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν ἡμερησίαν διάταξιν, μολονότι, κύριε Λομβάρδε, τὴν ἔχω ἑτοίμην· ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἡ ἀταξία καμμίαν φορὰν ἀπ’ ἐδῶ καὶ καμμίαν φορὰν ἀπ’ ἐκεῖ μ’ ἐμποδίζει. — Λοιπὸν λύεται ἡ συνεδρίασις, τὰ δὲ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἐνταῦθα γεγραμμένα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 30/60 μ. μ.)