1869.11.13
2,325 rows · 19,960 words · 219 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73.
Τῆς 13 Νοεμβρίου 1869.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 1 παρὰ 10.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἡ τῆς παιδείας εἰσήγαγον τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τοῦ κ. Βακαλοπούλου περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν διδασκάλων καὶ καθηγητῶν καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς παιδείας περὶ συντάξεως πολιτικῶν ὑπαλλήλων μὴ μισθοδοτουμένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου. Θέλετε νὰ τυπωθῇ; δὲν φέρουσιν αἱ ἐπιτροπαὶ καμμίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· ἁπλῶς λέγουν, ὅτι εἶναι σύμφωνοι· ἁπλῶς λοιπὸν δύνανται νὰ ἐγγραφῶσιν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ νομοσχέδια.
§2ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τί γίνεται τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων; (θόρυβος).
§3ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου περὶ τοῦ ἀκατασχέτου τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως τί γίνεται;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔφερεν εἰσέτι τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτῆς.
§5ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ προθεσμία τριῶν ἡμερῶν.
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, καὶ ὡς μέλος τῶν διαχειριστικῶν ἀρχῶν τῶν Ἰονίων νήσων καὶ ὡς βουλευτὴς, ἤθελον θεωρήσει ὡς παράλειψιν ἐκπληρώσεως σπουδαίου καθήκοντος, ἂν δὲν ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους ἐπὶ σπουδαίων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς διοικήσεως τῶν δύω ἐπικρατειῶν καὶ τῶν λοιπῶν νόμων, ὑπέστησαν μεγίστην βλάβην, καὶ ἐπαπειλεῖται μεγάλη καταστροφὴ τοῦ ἐγχωρίου πολιτισμοῦ τῶν Ἰονίων Νήσων. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πρὸ τῆς ἑνώσεως, εἰς ἑκάστην νῆσον ὑπῆρχον ἐγχώριοι διαχειρίσεις. Αἱ διαχειρίσεις αὗται ἦσαν πρόσωπα νομικὰ καὶ συνεκροτοῦντο ἐπίσης ἐκ διαφόρων μικροτέρων νομικῶν προσώπων, ἡ διοίκησις δὲ ὅλων τῶν προσώπων τούτων ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως· κατὰ τὴν δημοσίευσιν ὅμως τῶν ἀφομοιωτικῶν νόμων τοῦ 1866 τῶν ἐπιγραφομένων ΡΝʹ. ἤτοι περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ τοῦ ΣΜΔʹ. ἤτοι περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀκινήτων ἀπὸ τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὰ βαρῶν, ὡς ἐκ τῆς ἀγνοίας τῶν συνταξάντων τοὺς νόμους τούτους σπουδαῖα συμφέροντα καὶ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ παρέλυσαν καὶ ὡς ἐκ τῆς καταλύσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν διαχειρίσεων σπουδαῖον μέρος τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἔπαθε. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια καὶ διὰ μὲν τοῦ πρώτου σκοπῶ τὴν τακτοποίησιν τῆς διαχειρίσεως ταύτης, ὅπως τὰ μέλη τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν ὦσιν ὡρισμένα καὶ ἔχωσιν εὐθύνας μᾶλλον καθαρὰς καὶ ὡρισμένας· διὰ δὲ τοῦ δευτέρου προτείνω τὴν ἐπέκτασιν τῶν διατάξεων τοῦ ΣΜΔʹ. νόμου περὶ τῶν κτημάτων τῆς ἐγχωρίου διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν εἰδικῶν αὐτῆς καθιδρυμάτων, ὅπως μὴ ἀπολεσθῶσι σπουδαῖα δικαιώματα τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων καὶ κληροδοτημάτων. Κατὰ τὸ 1867, ὁπότε ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον νομοσχέδιον περὶ τῶν τοπικῶν τούτων ζητημάτων, ἐπειδὴ ταῦτα ἦσαν ἄγνωστα εἰς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, εἶχον προτείνει μέτρον εἰδικὸν πρὸς ἐξέτασιν αὐτοῦ, ἵνα γίνωσι καταληπτὰ τὰ ἐξ αὐτῶν ζητήματα· εἶχον προτείνει νὰ γίνῃ εἰδικὴ ἐπιτροπή, ὅπως μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀφ’ οὗ ἐκκαθαρίσῃ τὰς ἰδέας της. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1868 ἐδέχθη τὴν πρότασιν καὶ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Χατζίσκου συνέστη εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ἐκεῖνα· ἑπομένως ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν συνισταμένην ἐκ τῶν κυρίων Κουμουνδούρου, Δεληγιώργη, Βαλαωρίτου καὶ Σέρβου, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ τὰ μελετήσῃ καὶ ἔπειτα φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν διὰ νὰ εἴπῃ ἂν ἦναι καλὰ ἢ κακά, δεκτὰ ἢ μὴ δεκτά· διότι, ἂν ἔλθωμεν ἐκ τοῦ βήματος νὰ ἐξηγήσωμεν τὰς ἐν αὐτῷ ἰδέας μας, γινόμεθα ἀκατάληπτοι καὶ πολλάκις αἱ ἁπλούστεραι ἰδέαι συγχέονται μὲ τὰ πολιτικὰ ἐξεγειρουσῶν τὰ πάθη τῶν μερίδων· ἂν δὲ οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι κύριοι ἐπιληφθῶσι τῶν ζητημάτων τούτων, θὰ ἦναι μᾶλλον πιστευτοὶ παρὰ ἡμεῖς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου αὕτη ὅπως συστηθῇ ἡ ἐπιτροπή....
§7ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὸν κύριον Λομβάρδον διατὶ δὲν τὸν συμπεριελάβετε;
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂς ἦναι καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος ἂν θέλετε· τὸν κύριον Λομβάρδον δὲν ἀνέφερον, διότι ἐπρότεινα τὸν κύριον Σέρβον, ὁ ὁποῖος συνήθως καταγίνεται εἰς τὰ τοπικὰ ζητήματα, ἐνῷ ὁ κ. λομβάρδος δὲν ἔχει ἴσως καιρὸν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τοιαῦτα, ὡς ἐνασχολούμενος εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ κράτους. Πρὶν τελειώσω παρατηρῶ προσέτι, ὅτι κατὰ τὸν τότε ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων τὰ ὄργανα διὰ τῶν ὁποίων οἱ πολῖται εἰσάγουν τὰς ὑποθέσεις των ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἦσαν οἱ δικηγόροι καὶ ὑποδικηγόροι. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι οἱ ὑποδικηγόροι ἦσαν σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἄνευ τινὸς ἀξίας ἢ ὅτι δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῶν δημοσίων ὑποθέσεων. Οἱ ὑποδικηγόροι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ παρίστανται ἐνώπιον καὶ τῶν πρωτοδικείων, καὶ δὲν ἐγίνετο δεκτὴ παρὰ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ὑπόθεσίς τις ἢ ἀγωγὴ εἰσαγομένη παρὰ τῶν δικηγόρων, ἐὰν δὲν ὑπεστηρίζετο καὶ παρὰ τῶν ὑποδικηγόρων, ἔπρεπε καὶ οἱ ὑποδικηγόροι νὰ ἔχωσι τὸ μέρος των. Οἱ δὲ συντάξαντες τὸν νόμον περὶ ἀφομοιώσεως τῆς πρώην δικαστικῆς νομοθεσίας δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς λεπτομερείας ταύτας τῆς Ἰονίου νομοθεσίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠδικήθησαν οἱ ἐπιτηδευματίαι οὗτοι. Διὰ τοῦτο προτείνω τὸν ἑξῆς νόμον ἔχοντα ἓν μόνον ἄρθρον, ὅπως αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι λάβωσι τὰ δικαιώματά των διὰ νὰ παρίστανται ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου τῆς οἰκείας νήσου. Δὲν προτείνω νὰ παρίστανται καὶ εἰς τὰ λοιπὰ δικαστήρια, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄωρον, παρακαλῶ δὲ καὶ ἡ πρότασίς μου αὕτη νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα.
§9Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τοῦτο θὰ εἰπῇ νὰ μὴ ἔλθωσι ποτὲ εἰς συζήτησιν. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυβερνήσεως. Κύριοι, ὑπάρχουσι πολλὰ ἀδικήματα ἐν Ἑπτανήσῳ, τῶν ὁποίων ἡ σπουδαιότης εἶναι ἐκεῖ πολὺ ἐπαισθητή· ἡμεῖς οἱ ἐρχόμενοι ἐκεῖθεν γνωρίζομεν τί συμβαίνει, ἡ κοινωνία ἐκεῖ πάσχει, καὶ πολλοὶ ἐχθροὶ λέγουν, ὅτι μετὰ τὴν ἕνωσιν ὀλίγη ἐπιμέλεια καταβάλλεται διὰ τὰ ἐπιτόπια συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου, ὅπερ θέλομεν νὰ διαψεύσωμεν, ἀποδεικνύοντες ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία σκέπτεται περὶ τῶν Ἰονίων συναδέλφων της. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν, ἀλλὰ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§11ΛΕΚΚΑΣ. Τί λέγει ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης; Νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν γνώμην του διὰ νὰ φωτισθῶμεν (θόρυβος).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν, ὁ κανονισμὸς τὸ λέγει ῥητῶς. Τί ζητεῖτε, κύριε, Κωσταντᾶ;
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὰ δύω νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὰς ἐπιτοπίους διαχειρίσεις, εἶπον νὰ σταλῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν συνισταμένην ἀπὸ τοὺς κυρίους Κουμουνδοῦρον, Δεληγιώργην, Ῥοντήρην, Λομβάρδον, Σέρβον, Βαλαωρίτην καὶ Ἰακωβάτον, ὅπως τὰ μελετήσῃ καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της· τὸ δὲ περὶ ὑποδικηγόρων προτείνω νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, ὅπως συζητήσωμεν αὐτὸ ἀμέσως, διότι εἶναι ἓν μόνον ἄρθρον καὶ πολὺ ἁπλοῦν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐγκρίνετε νὰ σταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν;
§15ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν εἰσάγεται ἐξ ἀπροόπτου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ μὲ ἐπαινέσῃ ἐν τῇ συνειδήσει της διὰ τὴν ἐκλογὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
§17ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ εἰσαχθῇ τακτικῶς.
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ πρόεδρος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις διορίζει τὴν ἐπιτροπήν.
§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ὑποψία ἂς διορίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ὁ κύριος πρόεδρος.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ τῶν ὑποδικηγόρων θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, κατόπιν δὲ θὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§22ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι διὰ ταύτης πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων. Ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν δὲν εἶναι κατεπείγουσα.
§23ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐτό τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς πρὸ 4 ἐτῶν. Πρό τινων ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Πετσάλην, ὅπως φέρῃ νομοσχέδιον, ἔδωκα δὲ εἰς αὐτὸν ἀναφορὰν τῶν ὑποδικηγόρων. Παρακαλῶ λοιπὸν πρὶν ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἂν ἦναι κατεπείγουσα ἢ ὄχι, νὰ ἐκφράσῃ καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τὴν γνώμην του.
§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ τὴν ἐκφράσω κατὰ τὴν συζήτησιν.
§25Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1867 ὑπέβαλε νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει νὰ ἐπιτραπῇ διὰ νόμου εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ἀφομοιώσεως εἶχον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδικηγόρου, νὰ παρίστανται εἰς τὰ δικαστήρια ὡς τακτικοὶ δικηγόροι, καὶ σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, βλέπω, ὅτι τὸ φέρουν ἐκ δευτέρου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Λομβάρδου ἐπεψηφίσθη κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, κατὰ δὲ τὴν τρίτην παρουσιάσθησαν ἀντιῤῥήσεις καὶ ἡ Βουλὴ ἐξέδοτο ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της κατὰ πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφίαν, ἡ μὲν πλειοψηφία ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, νὰ τροπολογηθῇ δὲ ὡς ἐφεξῆς: νὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξετάζωνται ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἅμα εὑρεθῶσι δυνάμενοι νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα κατὰ τὰς διατάξεις τῆς νομοθεσίας μας νὰ λαμβάνωσι τὴν ἄδειαν, διότι ἀπαιτοῦνται γνώσεις διὰ νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ νὰ ὑπερασπίζεται ποινικὰς καὶ πολιτικὰς ὑποθέσεις, ἡ δὲ μειονοψηφία ἀπῄτησε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἕως οὗ ὑποβληθῇ κατάλογος ἐμφαίνων τὸν ἀριθμὸν, διότι ἐπρόκειτο εἰς μίαν τάξιν τῆς Ἑπτανήσου νὰ χορηγηθῶσι προσόντα διδακτόρων· ἄλλως καὶ οἱ διδάκτορες τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ἐξετάζωνται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ κατόπιν δύνανται νὰ παρουσιάζωνται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· τοιοῦτον λοιπὸν νομοσχέδιον ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Κωνσταντᾶς καὶ λέγει, σπεύσατε νὰ τὸ συζητήσωμεν, διότι εἶναι τοῦτο ὀρθὸν χάριν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία σήμερον χωλαίνει, νὰ σπεύσωμεν, διότι πρόκειται νὰ δώσωμεν δικαιώματα δικηγόρων εἰς πολίτας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ γίνωσι δικασταὶ καὶ Ἐφέται καὶ Ἀρειοπαγῖται· πρόκειται νὰ χορηγήσωμεν διπλώματα ἐπιστημονικὰ καὶ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν σπουδαίως τὴν προσοχήν μας· προτείνω λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§26ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ μόνον σᾶς λέγω νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι τὶ ἔπταισαν οἱ πέντε ἢ δέκα αὐτοὶ ἄνθρωποι, πολλοὶ τῶν ὁποίων εἶναι οἰκογενειάρχαι, νὰ χάσουν τὰ ἔργα των καὶ νὰ μὴ δύνανται σήμερον νὰ ζῶσιν, ἀλλὰ νὰ πένωνται; ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Κωνσταντᾶν νὰ φέρῃ τὴν πρότασιν καὶ ἐγὼ τὴν ὑπέγραψα καὶ ἐν ὀνόματι τῶν Ἑπτανησίων σήμερον ὁμιλῶ, οὐδὲν κακὸν ἔπραξαν οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ φέρεσθε οὕτω πως πρὸς ἡμᾶς, παρακαλῶ δὲ νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα πρὸς συζήτησιν ὅπως μάθουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τὴν τύχην των (θόρυβος).
§27ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπιμένω νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας, τώρα πρόκειται περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§29ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶναι κατεπεῖγον, διότι ἀφορᾷ τάξιν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εἶναι δυστυχεῖς, προτείνω καὶ ἐγὼ τὸ κατεπεῖγον.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. πρόεδρε, χαίρω ἀκούων σήμερον ὅτι ἔρχονται ὑποστηριζόμενα ὡς ἐξ ὅλης τῆς Ἑπτανήσου τὰ πρώην θέματα καὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα παρίσταντο ὡς ζητήματα διαιρέσεως μεταξύ μας. Χαίρω ὅτι σήμερον ἀναγνωρίζονται ὡς ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἄλλοτε περὶ τοῦ ἀκαταλλήλου τῆς ἐξ ἐφόδου καὶ διὰ μιᾶς ἀφομοιώσεως, καὶ χαίρω ὅτι σήμερον βλέπω, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ὑπεστήριξαν τὴν ἐξ ἐφόδου ἀφομοίωσιν νὰ ἔρχωνται νὰ προτείνουν νόμους πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶν τῶν γενομένων ὡς ἐκ τῆς ἐξ ἐφόδου ἀφομοιώσεως· ἀξιέπαινοι κατὰ τοῦτο· βλέπω ὑποστηριζόμενον τὸ κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑποδικηγόρων, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς πληρεξούσιος ἐν τῇ Συνελεύσει ἄλλοτε τὸ ὑπεστήριξα ἐν ἀρχῇ καὶ ὡς βουλευτὴς ἐν τῇ Βουλῇ τῆς πρώτης περιόδου κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, καὶ ὡς ὑπουργὸς κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον, κατὰ τὸ 1867, καθυπέβαλον ἐπὶ τούτου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπολεμήθη παρ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον τὸ ὑποστηρίζουν ὡς κατεπεῖγον· χαίρω ὅτι αἱ ἰδέαι προώδευσαν.
§31ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐπολέμησα καὶ τὸ πολεμῶ.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶσαι μόνος, μακρὰν τοῦ ν’ ἀντιτείνω κατὰ τοῦ κατεπείγοντος, τὸ ὑποστηρίζω, κάμνω μόνον τὴν παρατήρησιν πρὸς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἰδέαν τοῦ κατεπείγοντος, ὅτι, οὔτε κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν θὰ γίνῃ δεκτόν· ὀφείλομεν ὅμως νὰ ἐκθέσωμεν τοὺς λόγους διὰ νὰ τοὺς ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἴσως πεισθῇ εἰς ἑτέραν σύνοδον, διότι ἐὰν μόνον κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἄνθρωποι ἐξ Ἑπτανήσου ἐπείσθησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ἰδέας αὐτὰς, μὴ σᾶς φανῇ παράξενον ἂν ἄνθρωποι ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν μένουν εἰς τὰς ἰδέας των, πρέπει νὰ ὡριμάσῃ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ ἰδέα.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἐργασθέντων ὅπως ἡ ἀφομοίωσις γίνῃ ἐξ ἐφόδου, ἔλαβον μέρος, ὀφείλω νὰ δώσω τινὰς ἐξηγήσεις, διότι εἶμαι ὑπόλογος (θόρυβος), θέλω ἐκθέσει ἄλλοτε τοὺς λόγους καὶ θέλει τοὺς ἐκτιμήσει καὶ ὁ κ. Λομβάρδος.
§34Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ τότε νὰ ἰδοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐὰν ᾖναι κατεπεῖγον, ἐὰν ἦτο ἁπλοῦν καὶ δὲν ἐγίνετο ἀντίῤῥησις· τότε μάλιστα.
§35ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ κ. βουλευτὴς λίαν ἀτόπως προκαλεῖ τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐξηγηθῇ εἰς ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ, ἐγὼ ποτὲ δὲν θέλω ἐπιτρέψει εἰς ὑπουργὸν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ, δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα.
§36ΤΣΟΚΡΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ τοῦ ζητήσῃ λόγον.
§37ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλὰ αὐτὸ θὰ γείνῃ, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ κατεπείγοντος (θόρυβος)· κύριοι, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν θέλει τυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον, θέλει διανεμηθῆ καὶ τότε ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κατεπείγοντος. Κύριοι, παρακαλῶ σιωπὴ, ἔμεινε χθὲς ἀτελὲς τὸ περὶ κυκλοφορίας τῶν νομισμάτων νομοσχέδιον.
§39ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ὅλοι ὅσοι φέρουν προτάσεις ἔχουν ἐνδιαφέρον νὰ προταχθῶσι, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔφερα μίαν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, παρακαλῶ νὰ προσκληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της ἐπ’ αὐτοῦ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, ὅλαι αἱ ἐπιτροπαὶ πρέπει νὰ συνέλθωσι καὶ ὅ,τι εἶναι ἀτελείωτον νὰ τὸ τελειώσωσι.
§41ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς εἶπον ὡρισμένως νὰ εἴπητε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς;
§43ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ προέδρου αὐτὴν τὴν στιγμὴν προσεκλήθη νὰ συνέλθῃ αὔριον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.—Ἔχετε νὰ εἰσαγάγετε ἄλλο νομοσχέδιον, κύριοι;
§45ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ ἔντιμος κ. Πολυλᾶς ἐζήτησε χθὲς, κύριοι, νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς του· ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ἀρνηθῇ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, πιστεύω, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ εἶναι ἡ καλλιτέρα ἡμέρα, καὶ πιστεύω ὁ κ. Πολυλᾶς νὰ μὴν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν.
§46ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· λοιπὸν ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὸ σάββατον.
§47ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Μεταξᾶς ὑπέβαλε μίαν πρότασιν νόμου διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς βουλευτὰς δικηγόρους νὰ ὑποστηρίζωσιν ὑποθέσεις τοῦ δημοσίου· σᾶς παρακαλῶ τί ἔγεινεν αὐτὴ ἡ πρότασις, ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Ἐὰν ἐστάλη νὰ παραγγείλετε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν τοὐλάχιστον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης νὰ συγκαλέσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ προοδεύσουν αἱ ἐργασίαι τὰς ὁποίας ἔχει.
§49ΜΕΤΑΞΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερα ἐγὼ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· δὲν πρόκειται περὶ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ ἄλλους νόμους, προτείνω λοιπὸν νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν πρέπῃ νὰ συζητηθῇ τώρα ἢ ὄχι.
§50ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον τῆς ἀνικανότητος· ἰδοὺ νομικὸν ζήτημα.
§51ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ μελετηθῇ προηγουμένως.
§52ΜΕΤΑΞΑΣ. Νὰ προκαλέσετε, κ. πρόεδρε, ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐὰν ᾖναι κατεπείγουσα ἢ ὄχι ἡ πρότασίς μου, διότι ὑπεβλήθη πρὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ ἔγεινε παραδεκτὴ εἰς συζήτησιν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀπεφασίσθη καὶ ἑκατὸν ἀποφάσεις δὲν θὰ κάμνῃ ἡ Βουλή.
§54ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἐζητήθη τὸ κατεπεῖγον τότε, κύριε πρόεδρε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε.
§56ΜΕΤΑΞΑΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ζητῶ τριήμερον προθεσμίαν νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασίς μου εἰς συζήτησιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται ἐὰν μία πρότασις νόμου ὑποβληθεῖσα ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν κ. Μεταξᾶν καὶ σταλεῖσα κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν τώρα αὐτὴ ἡ πρότασις πρέπει νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα.
§58ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν κηρυχθῇ κατεπείγουσα, τότε κηρύσσεται ἡ ἡμέρα, ἀναγνώσατε τὸν κανονισμόν.
§60ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς δὲν μᾶς εἶπεν, ὅτι προτείνει τὸ κατεπεῖγον, μᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθοῦν τρεῖς ἡμέραι, ὥστε νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπή.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐντὸς 3 ἡμερῶν εἰς συζήτησιν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὸ ἀφήσῃ ἀσυζήτητον καὶ τοῦ δώσῃ τὴν χροιὰν τοῦ κατεπείγοντος, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται, ἐὰν θέλῃ νὰ προσδιορίσῃ προθεσμίαν 3 ἡμερῶν.
§63ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ κανονισμός.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κανονισμὸς τὸ διατάττει.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, σεῖς ὅπου κάμνετε φωνὰς μεγάλας τὶ λέγει ὁ κανονισμός. Ἄρθρον 30. (τὸ ἀναγινώσκει). Λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς καὶ ἄλλα νομοσχέδια χωρὶς νὰ ταχθῇ ἡ προθεσμία. Τώρα ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἂν δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, θέλοντος νὰ ταχθῇ προθεσμία τριήμερος, διὰ νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της.
§66ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι ἔχει καὶ ἄλλας ἐργασίας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται σήμερον περὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως, ὄχι περὶ τῶν λοιπῶν. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου νὰ ταχθῇ προθεσμία 3 ἡμερῶν;
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὸ χθεσινὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἐκκρεμές.
§71ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει.) Πᾶσα σύμβασις ἢ συναλλαγὴ, γινομένη εἰς δραχμὰς, πρέπει νὰ γίνηται εἰς δραχμὰς λογιζομένας κατὰ τὴν ἐπίσημον διατίμησιν τῆς δραχμῆς. Πᾶσα δὲ ἐναντία προφορικὴ ἢ ἔγγραφος σύμβασις ἢ συναλλαγὴ εἶναι ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα.
§72Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§73ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ταμπακοπούλου (τὴν ἀναγινώσκει).
§74ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, προσέξατε νὰ ἀκούσητε καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ συμφωνήσητε, καὶ τότε ἔχετε δίκαιον νὰ φέρητε γνώμην, ἔχετε δὲ δίκαιον νὰ ταράττεσθε, διότι δὲν γνωρίζετε πῶς εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Κύριοι βουλευταὶ, ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων πρὸ χρόνων παρίσταται ἔκρυθμος, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ἔκνομος νομισματικὴ κατάστασις, καὶ ἤθελεν εἶσθαι.... ἐγὼ κ. πρόεδρε, δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλῶ μὲ αὐτὴν τὴν ταραχήν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὸ βῆμα θὰ μείνῃ βωβὸν ἐν ὅσῳ δὲν κάθησθε νὰ ἡσυχάσητε. Κύριοι, εἰς τὰς ἕδρας σας, ἀφήσατε τοὺς λόγους, κ. Γουλιμῆ.
§76ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔκρυθμος, λέγω, κατάστασις νομισματικὴ, πρὸ χρόνων ἐξακολουθεῖ ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἑρμούπολιν· θέλει πεισθῆ τις μεταβαίνων ἐκεῖθεν, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος ὁ νομὸς ἐκεῖνος, θέλει εὑρεθῆ εἰς τοιαύτην κατάστασιν νὰ ὑποθέσῃ......
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρόεδρον) Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶσθε καὶ ὑμεῖς ὑπογεγραμμένος, ὥστε ἐξαιρεῖσθε.
§78ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ χθὲς ἔγινεν αὐτὴ ἡ παρατήρησις, κ. πρόεδρε. Ὁ πρόεδρος καταβαίνει τὴν ἕδραν καὶ καταλαμβάνει αὐτὴν ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κολιάτσος.
§79ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα, λέγω, ὁ ξένος ὁ μεταβαίνων εἰς τὸν νομὸν Κυκλάδων, ἐντεῦθεν ἢ ἀπὸ ἄλλης πόλεως τῆς Ἑλλάδος, θέλει εὑρεθῆ καὶ εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος διαμένων ἐκεῖ, διότι ἀπαντᾷ ἓν νόμισμα ὅλως διαφορετικὸν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ κράτος παρεδέχθη, καὶ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θέλετε ἀπαντήσει εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου. Συμβαίνει λοιπὸν, ἀνεπαισθήτως, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον........(διάλογοι) Καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λαλῶ. Ἡ νομισματικὴ αὕτη κατάστασις πρὸ χρόνων ἀνεπαισθήτως ἔλαβεν ἀλλοίαν μορφὴν, παρὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος καὶ τὸ κράτος παραδέχεται, τοὐτέστιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔφθασεν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον διάφορον ἀπὸ τὸν παραδεδεγμένον, ὥστε σήμερον καὶ τοκογλυφίαι ἐν τοῖς συναλλάγμασι γίνονται, καὶ ζημίαι σπουδαῖαι προέρχονται. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, (ἐκτὸς τῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν ἐμπόρων, τοὐτέστιν ὅταν θέλῃ τις ν’ ἀγοράσῃ ἓν νόμισμα κατεπειγόντως διὰ νὰ τὸ ἐμβάσῃ εἰς ἄλλο μέρος, καὶ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ δώσῃ μικράν τινὰ ἀμοιβὴν διὰ νὰ τὸ ἀγοράσῃ ὡς κατάλληλον, ὅλοι τὸ ἐννοεῖτε καὶ τὸ πράττετε, ὁσάκις θέλετε νὰ στείλετε λίρας· ἠξεύρετε, ὅτι κατὰ τὴν διατίμησιν ἔχουν 28 καὶ 12· ὅταν δὲν εὑρίσκω εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀγοράσω, τὸ ἀγοράζω ὡς νόμισμα καὶ τὸ στέλλω, θὰ πληρώσω 10 λεπτὰ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς διατιμήσεως ἐξακολουθεῖ χωρὶς νὰ προσβληθῇ ἐκ τῆς ἀγοραπωλησίας αὐτῆς τῆς ἐμπορικῆς). Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ δὲν πρόκειται ὁ λόγος περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας, τῆς παραδεδεγμένης παρὰ τοῦ νόμου τιμῆς τῆς δραχμῆς, ἥτις ἔχει 100 λεπτὰ, σᾶς ἐρωτῶ, εἰς ποίαν ἐπαρχίαν ἀπὸ τὰς ἰδικάς σας ἢ δῆμον ἔχει 118 λεπτά; διότι εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας ἡ δραχμὴ ἔχει 100 λεπτὰ, ἐν δὲ τῇ Σύρῳ 118, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς σήμερον ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ ζητοῦμεν νὰ καταστρέψωμεν, διότι θεωροῦμεν ποινὴν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς διατιμήσεως τῆς δραχμῆς. Τί συμβαίνει, κύριοι, ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως ταύτης, καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς διηνεκοῦς; καὶ ὅπως προηγουμένως σᾶς εἶπον, ὅταν εἷς ἐξ ὑμῶν ἔλθῃ εἰς Σύρον θὰ χάσῃ πραγματικῶς, συγχωρήσατέ μοι τὴν δημοτικὴν φράσιν, τὸ μυαλό του, διότι δὲν θὰ ἠξεύρῃ πῶς θὰ συναλλαγῇ, τοῦ δίδουν τάλληρον ἑλληνικὸν καὶ τοῦ λέγουν πῶς ἔχει 5 καὶ 65, γαλλικὸν 6 καὶ 80 καὶ ὡς ἐκ τούτου συμβαίνουν τόσα καὶ τόσα ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος· τί συμβαίνει ὅμως καὶ προέρχεται ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς; συμβαίνει τὸ ἑξῆς, ὅτι τὰ δικαστήρια ἐκεῖ ἀνεπαισθήτως παρεδέχθησαν τὴν δραχμὴν τὴν λεγομένην Συριανὴν, καὶ ἂν δὲν προλάβητε νὰ εἴπητε εἰς τὸ ἔγγραφόν σας τὴν δραχμὴν τῆς διατιμήσεως, τότε θέλετε πληρώσει μὲ τὴν ἄλλην, ἐνῷ ὅταν σεῖς γράφητε δραχμὴν, ὅλοι ἐννοεῖτε τὸ αὐτὸ καὶ τίποτε περισσότερον· τὸ δικαστήριον εἰς τὴν Σύρον παραδέχεται τὰς δραχμὰς αὐτὰς, καὶ πότε τὸ ἑκατοντάδραχμον ἔχει 115, πότε 116 καὶ πότε 118. Τί συμβαίνει ὅμως ἐκ τούτου σήμερον; (σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε νὰ ἀποφασίσητε ἐν πεποιθήσει περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ), τί συμβαίνει λοιπὸν σήμερον εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν ἐμπόρων; ἐγὼ, π. χ., ἀγοράζω σῖτον ἐπὶ πιστώσει τριμήνῳ, δίδω εἰς τὸν πωλητήν μου ἓν γραμμάτιον, ἀφοῦ δὲ λάβῃ τοῦτο τὸ γραμμάτιον μεταβαίνει εἰς ἓν κατάστημα καὶ προεξοφλεῖ αὐτὸ, καὶ τὸ προεξοφλεῖ ἀντὶ 10,000 δραχ. πρὸς 100 λεπτὰ τὴν δραχμὴν, τοὐτέστι τοῦ δίδουν 10,000 δρ. ταμιακὰς λογιζομένας· εἰς τὸ διάστημα τῶν τριῶν μηνῶν τί συμβαίνει; ἀνεπαισθήτως ἡ δραχμὴ ἀρχίζει σήμερον νὰ ἔχῃ 102, 103, 104 καὶ αὔριον 110, 118 κλ. ὅταν δὲ λήξῃ τὸ γραμμάτιον παρουσιάζομαι πρὸς τὸν προεξοφλητὴν, τοῦ λέγω δόσε μου τὸ γραμμάτιόν μου νὰ σὲ πληρώσω, μοῦ παρουσιάζει ὁ ἄνθρωπος τὸ γραμμάτιόν μου καὶ τοῦ λέγω, ἰδοὺ, κύριε 10,000 δραχ. ἀλλὰ 10,000 δραχ. πρὸς 118 λεπτὰ τὴν δραχμὴν, διότι ἡ ἀγορὰ παρεδέχθη αὐτὴν τὴν συνήθειαν καὶ τὸ δικαστήριον· τί συμβαίνει ὅμως εἰς σὲ, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκες τὰς 10,000 δραχ. τὰς ταμιακὰς; ἀντὶ νὰ πάρετε τὰς 10,000 δρ. ἀντὶ νὰ πάρετε εἰς χεῖράς σας 10,000 δραχμὰς ταμιακὰς διὰ νὰ ἐμβάσητε εἰς Καλάμας, εἰς Πάτρας, λαμβάνετε μόνον 8,000 δραχμὰς πραγματικάς· πῶς σᾶς φαίνεται τοῦτο, κύριοι; (διάλογοι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν). Κύριοι, θὰ σιωπήσητε, παρακαλῶ, ἢ θὰ καταβῶ τοῦ βήματος; ἔχετε τὴν θέλησιν ν’ ἀκούσητε καὶ τὴν ὑπομονὴν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ σπουδαίων ἀντικειμένων; Τί συμβαίνει, λέγω, εἰς τὴν Κεφαλληνίαν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις περιμένει νὰ λάβῃ 10,000 δραχμὰς ταμιακὰς, καὶ νὰ τὰς ἐμβάσῃ εἰς Πάτρας, διὰ νὰ κάμῃ ἀγορὰν σταφίδος; δὲν λαμβάνει 10,000 δραχ. ἀλλ’ 8,000. Εἰς Σύρον ὅμως ἔχουν 10,000 δραχ. ἀλλ’ ἅμα θελήσῃ νὰ τὰς στείλῃ εἰς τὸν Πύργον νὰ ἀγοράσῃ σταφίδα, τοῦ λόγου σας δὲν τὰς δέχεσθε, καὶ δὲν ἔχει παρὰ 8,000 δραχμάς. Τὸ ἐννοήσατε καλῶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Τί συμβαίνει εἰς ἄλλας περιστάσεις, κύριοι, διὰ νὰ τὸ φέρω ἐπὶ τὸ ὑλικώτερον; (θόρυβος). Κύριε πρόεδρε, κάμετε ἡσυχίαν· αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι πολὺ λεπτά.
§80ΔΑΓΡΕΣ. Τί λεπτότητα ἔχουν; αὐξάνει τὸ νόμισμα, αὐξάνει τὸ ἐμπόρευμα.
§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λάθος ἔχετε. Διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Δαγρὲς καλλίτερα, τῷ ἐξηγούμεθα· ὑποθέσετε, κύριοι, τὸν βουλευτὴν κ. Δαγρὲν ἔμπορον, ἐλθόντα εἰς Σύρον νὰ πωλήσῃ φορτίον σίτου, ἢ σῦκα, ἐπειδὴ εἶναι ἀπὸ τὰς Καλάμας· θὰ πωλήσῃ πρᾶγμα, καὶ θὰ ὑπερτιμήσῃ τὸ ἐμπόρευμα, πωλεῖ τὸ φορτίον αὑτοῦ μὲ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ νομίσματος, καθὼς ἔχει· ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν μοὶ ἐπώλησε τὰ σῦκά του ὁ κ. Δαγρὲς, ἡ διατίμησις εἶχε 1, 10, καὶ ἔκαμε τοὺς ὑπολογισμούς του ἐπὶ τῆς δραχμῆς 1, 10· τῷ ἔδωκα λοιπὸν γραμμάτιον διὰ 10,000 δρ. πραγματικάς, πληρωτέας μετὰ 3 μῆνας, αἱ ὁποῖαι ἰσοδυναμοῦν μὲ 200 λίρας· κρατεῖ ὁ κύριος Δαγρὲς τὸ γραμμάτιόν μου καὶ περιμένει ἀπὸ τὸν κ. Μπούμπουλην μετὰ 3 μῆνας νὰ λάβῃ 200 λίρας· εἰς τὴν λῆξιν το γραμματίου μεταβαίνω ἐγὼ εἰς τὸν κ. Δαγρὲν καὶ τοῦ λέγω φέρε τὸ γραμμάτιον νὰ σοῦ τὸ πληρώσω· 200 λίρας ὅπου μοῦ ἔδωσες καὶ ὑπέγραψα τὸ γραμμάτιον κάμνουν 10,000 δραχ. ὅταν ἠγόρασα τὰ σῦκα· ἰδοὺ εἰς λίρας 10,000 δραχ. τῷ δίδω ἀντὶ 200 λιρῶν 175· κύριε Δαγρὲ, τί θὰ ὠφεληθῇς τώρα; θὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ χωριό σου μὲ 175 λίρας.
§82ΤΙΝΕΣ. Εἶχες συμφωνίαν τοιαύτην.
§83ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔγινεν αὐτὸ ποτέ. Ἐννοήσατε λοιπὸν καλῶς, κύριοι, ὅτι, ὅταν ὁ κ. Δαγρὲς μοὶ ἐπώλησε τὰ σῦκα, ἡ δραχμὴ εἶχε 1,10, ἀλλ’ ὅταν ἐγὼ θὰ τῷ μετρήσω τὰ χρήματα κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ γραμματίου θὰ ἔχῃ 1,18, καὶ πρέπει νὰ τὰ πληρωθῇ εἰς 1,18. Ἐὰν ὁ κύριος Δαγρὲς ἔχῃ χρέος εἰς Σύρον νὰ πληρώσῃ, τὰ δίδει εἰς 10,000 δρ. ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ νὰ μεταβῇ εἰς Καλάμας, διὰ ν’ ἀγοράσῃ ἄλλα σῦκα, ἔχει μόνον 8,000 δρ.
§84ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀλλάξητε ὁμιλίαν.
§85ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ φέρω ὡς πρακτικὸν παράδειγμα διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου. Τί συμβαίνει, κύριοι; διὰ νὰ σᾶς φέρω καὶ εἰς μίαν θέσιν νὰ ἐννοήσητε, μὴ τυχὸν σᾶς ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν ἰδέαν σας, ὅτι ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ζημιόνονται οἱ κεφαλαιοῦχοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπισπεύδουσι τοῦτο· ὄχι, ἡ κατωτέρα τάξις θὰ πάθῃ· διότι ὁ κεφαλαιοῦχος, ὅταν θὰ μοῦ δώσῃ τὸ γραμμάτιον νὰ τὸ ὑπογράψω, μοῦ δίδει τὸ νόμισμα, καὶ μοῦ λέγει, τόσας λίρας καὶ τόσα λουΐζια τὰ διετιμήσαμεν καὶ ὅταν κάμω τὸ συνάλλαγμα μετ’ αὐτοῦ, εἶχεν ἡ δραχμὴ 1,10, ὅταν δὲ μετὰ τὴν λῆξιν πρόκειται νὰ τὸ πληρώσῃ, ἔχει 1,18 (θόρυβος).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, παρακαλῶ.
§87ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ὄνομα τοῦ κ. Δαγρὲ, δὲν τὸ ἔφερα ὡς ὄνομα προσβλητικόν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον τί ἤθελε συμβῆ, ἂν ἦτο ὁ κ. Δαγρὲς εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν· ἠδυνάμην νὰ φέρω τοῦ πρωθυπουργοῦ τὸ ὄνομα, χωρὶς νὰ προσβληθῇ, ἐν παραδείγματι (διάλογοι θορυβώδεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν). Κάμετε ἡσυχίαν, παρακαλῶ, κύριοι· δὲν ἠμπορῶ νὰ προχωρήσω, κ. πρόεδρε, διότι εἶναι σχεδὸν ἀριθμοί, καὶ πρέπει νὰ ἔχω τὸν νοῦν μου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ κάμωμεν μίαν διακοπήν, κύριοι· διότι δὲν εἶναι συζήτησις αὐτὴ, ἄλλως ἡσυχάσατε.
§89ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον οἱ ἔχοντες ἐναντίας ἰδέας νὰ ἔλθουν νὰ εἴπουν τοὺς λόγους, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, ἀλλ’ ἔχει δυσκολίας, καὶ ἕκαστος βουλευτὴς θέλει νὰ πείσῃ τὸν ἄλλον.
§91ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ πεισθῆτε. Ὁ βιομήχανος, κύριοι, ἀγοράζει τὴν ὕλην, καὶ ἐργάζεται αὐτήν· ὅταν ἀγοράζῃ τὴν ὕλην, τὴν ἀγοράζει καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ νόμισμα ἔχει τὴν πραγματικὴν του διατίμησιν τῆς δραχμῆς, τουτέστιν 100 λεπτά· ὁ πωλητὴς αὐτῆς τῆς ὕλης κάμνει τοὺς λογαριασμούς του ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δραχμῆς τῆς διατιμήσεως, καὶ πωλεῖ τὴν ὕλην αὐτοῦ περιμένων μετὰ 3 μῆνας νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς ὕλης συνιστάμενον ἐκ δρ. 10,000 τῆς διατιμήσεως· μετὰ τὴν χορήγησιν τῆς ὕλης εἰς τὸ διάστημα τοῦτο τὸ νόμισμα λαμβάνει καθ’ ἑκάστην αὔξησιν, καὶ κατήντησεν ἀπὸ τὰ 100 λεπτὰ νὰ φθάσῃ 118· μετὰ τρεῖς μῆνας ἐγὼ ὁ βιομήχανος μεταβαίνω εἰς τὸν πωλητὴν νὰ τὸν πληρώσω καὶ περιμένει ἀνυπομόνως ὁ πωλητὴς νὰ λάβῃ 10,000 δραχ. τουτέστι 10 χιλ. μὲ 100 τὴν δραχμήν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀντὶ 100 τῷ δίδω 82 δρ. (θόρυβος). Ἰδοὺ νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ὅταν θέλετε πράγματα· ἀπὸ τὸν κύριον Σεβαστόπουλον ἐδανείσθην 100,000 δραχμὰς καὶ μοὶ ἔδωκεν ὁ ἄνθρωπος τὴν δραχμὴν ὅταν εἶχε πρὸς 110 λεπτά· μεθαύριον πρώτην Ἰανουαρίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον· καὶ τί θὰ τῷ δώσω, κύριοι; τὴν δραχμὴν πρὸς 118 λεπτά, καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ ὁ ἄνθρωπος ὕστερον ἀπὸ 18 μῆνας ὅπου μοῦ ἔδωσεν, 100,000 δραχμὰς θὰ λάβῃ μόνον 90,000, καὶ θὰ τὰς λάβῃ. Εἶναι κατάστασις αὐτή; Τί περισσότερον θέλετε, κύριοι, ἀπ’ αὐτὸ τὸ πραγματικόν, τὸ τρανώτατον παράδειγμα. Καὶ δὲν τὸ φέρω ἐν παραδείγματι, ἀλλ’ εἶναι πραγματικὸν τοῦτο· θὰ τὰ πληρώσω μεθαύριον. Λέγω λοιπὸν καὶ διϊσχυρίζομαι, καὶ ἀπαιτοῦμεν ἡμεῖς οἱ νησιῶται τῶν Κυκλάδων, τὰ δικαστήρια νὰ παραδεχθῶσι τὴν δραχμὴν τῆς διατιμήσεως, οὔτε περισσότερον, οὔτε ὀλιγώτερον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς προηγουμένας πράξεις, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἐνέργειαν, αὐτὸ εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὸν ἔσχατον. Διὰ τοῦτο λοιπόν, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τὰ προηγούμενα, ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ μία διάταξις εἰς τὸν νόμον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ αὐτά, νὰ λάβωμεν ὡς ὅρον τὴν τελευταίαν διατίμησιν, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, τουτέστι 18%, οὐδεὶς θὰ πάθῃ ἀπ’ αὐτό. Ζητοῦμεν νὰ ἐγκατασταθῶμεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡμεῖς, νὰ συγχωνευθῶμεν εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τῆς Ἀβυσσινίας· τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Λέκας, μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Ζέγκελης.
§93ΖΕΓΚΕΛΗΣ. Διαφωνῶ, κύριοι, πρὸς τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι ἀντὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν φαινομένην, ὄχι πραγματικὴν ἀνωμαλίαν εἰς Σύρον, ἀπειλεῖ ζημίας πολλὰς εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ χθὲς ὀλίγον λαλήσας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔντιμος βουλευτὴς Χαλκίδος ἔθεσεν αὐτὸ εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν, παρετήρησεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι τὸ νόμισμα πράγματι ἔχει ἐμπορικὴν καὶ πολιτικὴν ἀξίαν. Ἴσως, κύριοι, ἦτο πάντῃ περιττὸν νὰ εἴπῃ τις πρὸς ὑμᾶς, σπουδαίους ἄνδρας, πλειότερα, ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ ἐπέλθῃ ἀποπλάνησίς τις, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν καθιερωμένην ἀρχὴν τοῦ δικαίου, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς νομοθετήματα, ἂν δὲν ὑπάρχῃ σπουδαία ἀνάγκη· καὶ τοῦτο, κύριοι, διότι ἂν παραδεχθῆτε ὅτι ὁ νόμος, ὅστις φέρεται ὑπὸ συζήτησιν, δὲν εἶναι βλαπτικός, εἶναι ὅμως περιττός, καὶ τότε κίνδυνος ἐπέρχεται. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Καὶ πρὶν ἢ ἐξετάσω κατ’ οὐσίαν τὴν πρότασιν, παρατηρῶ ὑμῖν ἁπλῶς καὶ θεωρητικῶς· ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύετε τὴν ὅλην Ἑλλάδα, ποῦ τοῦ τόπου ἡμῶν ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ νομίσματος; ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές, ποῦ ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη νὰ ἔλθητε νὰ νομοθετήσητε; Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει νόμος, ἔχων αὐτὴν ταύτην τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ ψηφοφορήσωμεν σήμερον; ὑπάρχει ὁ νόμος. Ὑπάρχει νόμος τῆς πολιτείας, ὅστις ὁρίζει ποίαν ἀξίαν ἔχει τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ νόμισμα. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἤρκεσε νὰ θεραπεύσῃ αὐτὴν τὴν φαινομένην, ὡς εἶπον, ἀνάγκην. Τῷ ὄντι δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὑπάρχει ἀνωμαλία τις εἰς Σύρον· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ σᾶς εἴπουν καὶ τὰς αἰτίας, τὰς ὁποίας θεωροῦν ὡς παραγαγούσας αὐτὴν τὴν παρεκτροπήν. Διὰ τί ἐπῆλθεν αὕτη; διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου ἐκανόνισεν ἄλλως πως τὰς συναλλαγὰς καὶ σχέσεις τῶν συναλλαττομένων, συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἔδωκαν ἀξίαν μεγαλειτέραν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤρκει ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων νὰ ῥυθμίσῃ ἢ ἀσφαλίσῃ, αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἐν Σύρῳ ἐμπόρων, τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη ὑφίστανται καὶ θέλουσιν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχοντα, οὔτε δύνανται νὰ παρακωλυθῶσι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἶναι καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν περιττός. Ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι καὶ ἐπιβλαβής. Τί εἶναι τὸ νόμισμα; τὸ νόμισμα εἶναι ἁπλοῦν μέτρον τῶν ἀξιῶν παντὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχει τοιαύτην· ὅπως π.χ. τὰ σταθμὰ ἢ τὰ ἄλλα μέτρα σκοπὸν ἔχουσι νὰ ἐπιμετρήσωσι τὸ βάρος, τὴν ἔκτασιν, ἢ τὸ μέγεθος ἑνὸς ἀντικειμένου, τοιουτοτρόπως καὶ τὸ νόμισμα σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιμετρήσῃ τὴν ἀξίαν παντὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχει τοιαύτην. Δύνασθε ἢ ὄχι νὰ φέρητε περιορισμὸν εἰς τὸ ἐμπόριον; ὑπάρχει ἐλευθερία, καὶ οὐδεὶς περιορισμὸς εἶναι ἐφικτός, καὶ οὔτε πρέπει νὰ ἐπέλθῃ. Ὁ κανὼν λοιπόν, ὅστις ἐπικρατεῖ εἰς ὅλα τὰ ἐμπορεύσιμα ἀντικείμενα, καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔχει τὸ νόμισμα, ὁ κανὼν τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως φέρει πολλάκις τὴν ὑπερτίμησιν ἢ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος· ἡ διάκρισις ὑπάρχει ἐν τῇ φύσει τοῦ νομίσματος ὡς π. χ. μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἀργύρου, τοῦ χαλκοῦ· καὶ ἐξηγοῦμαι σαφέστερον· τὸ νόμισμα τὸ χρυσοῦν τὸ εἰκοσάδραχμον ἔχει ἀξίαν ἴσην μὲ 200 δεκάδας λεπτῶν, ἀλλὰ προτιμᾶται τούτων· ἀλλ’ ὅ,τι λέγω διὰ τὸν χρυσόν, λέγω καὶ διὰ τὸν ἄργυρον, ἡ δραχμὴ ἔχει ἀξίαν ἴσην μὲ 10 χάλκινα νομίσματα, πάντοτε ὅμως ὁ ἄργυρος προτιμᾶται τοῦ χαλκοῦ· ἂν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἔμπορος, νὰ προτιμήσῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ νόμισμα, διὰ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀγοράν, ἐννοεῖται, ὅτι εὑρίσκετε ἀμέσως τὸν λόγον τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ τῆς ὑποτιμήσεως. Ἂν οὕτως ἔχῃ, κύριοι, τότε μοὶ φαίνεται, ὅτι ὄχι μόνον ἄσκοπον, ἀλλὰ καὶ ἄδικον εἶναι, νὰ κανονίσητε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καὶ νὰ δεσμεύσητε τὰ συμφέροντα τῶν συναλλαττομένων. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ὑπάρχει καὶ καμμία πραγματικὴ βλάβη εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Κυκλάδων· καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι εὐκολωτάτη· ἂν μάλιστα ἀκολουθήσω αὐτὰ ταῦτα τὰ παραδείγματα τοῦ ἐντίμου κ. βουλευτοῦ Ἑρμουπόλεως, τὸν ὁποῖον καὶ σπουδαίως ὑπολήπτομαι, θέλω σᾶς ἀποδείξει τὸ ἐναντίον· ἂν δεχθῶμεν τὴν αἰτίαν, ὅπως ἐγὼ τὴν ἐννοῶ, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ διαφορὰ τοῦ νομίσματος ἐν Σύρῳ, φαίνεται ὁ λόγος προερχόμενος ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, ἢ ὅτι πνεῦμα ταμιευτικὸν ὑπηγόρευσε νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος τοῦ νὰ συῤῥέουν ἐκεῖ τὰ χρήματα ὅσον δυνατὸν περισσότερον. Καὶ τί ἐπενοήθη, κύριοι; ὁ ἔμπορος ὁ πωλῶν, εἴτε ὁ ἀγοράζων, εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ ἐμπόρευμά του τὸ πωλεῖ εἰς μίαν ἀξίαν μεγαλειτέραν, ἀλλὰ τὸ τίμημα τὸ λαμβάνει εἰς ἀξίαν μεγαλειτέραν· ἐξηγοῦμαι σαφέστατα· εἰς τὴν τσόχαν π. χ. δύναται ὁ ἔμπορος τῆς Πελοποννήσου ἢ τῆς Στερεᾶς νὰ τὴν εὕρῃ ἐν Ἀθήναις πρὸς 10 δραχ. τὸν πῆχυν, ἐκεῖ εἰς τὴν Σύρον τὴν ἀγοράζει πρὸς 10, 50, καὶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορά· ὁ ἔμπορος ὅμως, ὅταν θὰ πληρώσῃ τὸν ἔμπορον τῆς Σύρου, δίδει τὸ νόμισμα εἰς μίαν ἀξίαν μεγαλειτέραν 5%, καὶ τοιουτοτρόπως ἀντὶ νὰ φαίνεται, ὅτι ἀγοράζει εἰς 10, 50 τὴν τσόχαν, τὴν ἀγοράζει εἰς 9, 50· νομίζει λοιπόν, ὅτι εὑρίσκει τὸ συμφέρον νὰ καταφύγῃ ἐκεῖ, καὶ πολλοὶ τῶν ἐμπόρων λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, καὶ εἶναι εὐχαριστημένοι ὅταν κερδίζουν 3 ἢ 5%· προτιμῶσι λοιπὸν τὴν Σύρον διὰ νὰ ἀγοράσουν, διὰ τοῦτον τὸν λόγον, διὰ νὰ δώσουν τὸ νόμισμα ὑπερτιμημένον. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ ἔμπορος ἢ καὶ ὁ τοκιστὴς, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βούδουλης, ὅτι ζημιοῦνται. Καθόλου· ἂν μὲν πρόκηται νὰ πωλήσῃ, γνωρίζων ὅτι τὸ τίμημα θέλει λάβει εἰς νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν ἀξίαν μεγαλειτέραν, ὑπερτιμᾷ τὸ ἐμπόρευμά του, γνωρίζων ὅτι ἀντὶ τῶν 1,18 τῶν Συριανῶν θὰ λάβῃ μίαν ἀξίαν πραγματικὴν 100 λεπτὰ· κατὰ συνέπειαν τὸ ἐμπόρευμα τῆς μιᾶς δραχμῆς τὸ λογαριάζει πρὸς 1, 18· βλέπετε ὅτι καμμία ζημία δὲν συμβαίνει· τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ εἰς τὸν πωλοῦντα, ὅπως ἐκάλεσαν τὸν κ. βουλευτὴν Καλαμῶν· πηγαίνει τὰ σῦκά του ὁ κ. Δαγρὲς, ἐπειδὴ τὸν ἀνέφεραν, νὰ τὰ πωλήσῃ, εὑρίσκει μίαν τιμὴν μεγαλειτέραν, ἀλλ’ ἐννοεῖ, ὅτι ἡ τιμὴ αὐτὴ ἀφαιρουμένης τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος, θέλει εἶσθαι πολὺ κατωτέρα. Λέγει ὅμως ὁ κ. Βούδουλης, ἂν δανείσω τὰ χρήματά μου 10,000 δραχμὰς, μετὰ τὴν λῆξιν θέλω λάβει 8,200, διότι ὑπάρχει ἡ διαφορὰ τῶν 18%· δὲν ζημιοῦμαι λοιπόν; λέγω, ὄχι· διότι ὅταν δανείζῃ τὰ χρήματά του τὰ δίδει μὲ τὴν αὐτὴν ὑπερτίμησιν, ἢ ὅταν δὲν θέλῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὸν τὸν κίνδυνον, δύναται ἀξιολογώτατα νὰ εἴπῃ εἰς τὸ συνάλλαγμά του, σὲ δανείζω 10,000 δραχμὰς, ὀφείλεις νὰ μοὶ τὰς ἀποδώσῃς μετὰ τόσην προθεσμίαν, ἀλλὰ τιμῆς διατετιμημένης. Ποῖος λοιπὸν εἶναι ὁ κίνδυνος; τοῦτ’ αὐτὸ δύναται νὰ πράξῃ καὶ ὁ ἔμπορος· θὰ σοῦ δώσω τὸ ἐμπόρευμά μου εἰς αὐτὴν τὴν τιμὴν, ἀλλ’ ὀφείλεις νὰ μοὶ πληρώσῃς εἰς νομίσματα διατετιμημένα, ταμιακά. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς κίνδυνος, καὶ ὅσα σᾶς λέγουν, δὲν ἔχουν κανένα ἄλλον σκοπὸν, ἢ μάταιόν τινα νόμον νὰ προκαλέσουν ἢ νὰ φέρουν μίαν ζημίαν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἄδικος εἰς ἄλλας τάξεις τῆς κοινωνίας. Καὶ σᾶς τὸ λέγω, κύριοι· ἐμπορεύεται τὸ κράτος ὅλον μὲ τὴν Σύρον· οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν Σύρῳ ἐμπορεύονται ὑπὸ τὸ κράτος, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσωσι τὴν τιμὴν τῶν διαφόρων ἀξιῶν, διὰ τὰς ὁποίας συναλλάττονται, τοιαύτην, ὁποία κυκλοφορεῖ εἰς τὴν ἀγοράν, καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν τὴν ἐμπορικὴν, τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν· ὑπὸ τὸ κράτος λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἰδέας δίδουν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 100 λεπτῶν τῆς δραχμῆς, ἀξίαν λεπτῶν 115. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄδικον ἐν ᾧ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀγοράζει τὸ πρᾶγμά του πρὸς 1, 15, ἐν ᾧ ἔχει διατετιμημένην ἀξίαν, νὰ τοὺς κάμητε αὔριον νὰ δώσουν μεγαλειτέραν ἀξίαν; Βλέπετε, ὅτι οὐδεμίαν ζημίαν ὑφίστανται οἱ ἔμποροι, οἱ τοκισταὶ, καὶ πᾶσα ἄλλη τάξις παντὸς εἴδους συναλλαττομένων ὡς ἐκ τούτου, διότι καὶ μέσα ἔχουν νὰ προφυλαχθῶσι, καὶ εἰς τὸν νόμον δὲν ἀντίκειται τοῦτο. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως, δὲν ὑπάρχει κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ γίνωνται τοιαῦται συναλλαγαί; Ἐδῶ, ἐννοεῖται, ἔχομεν τὸν νόμον, ὅστις ὁρίζει τὴν τιμὴν τῶν νομισμάτων καὶ τῶν ἐγχωρίων καὶ τῶν ξένων· ἀλλ’ ὁ συναλλασσόμενος λέγει, σὲ δανείζω, ἀλλὰ θέλω νὰ μοῦ δώσῃς λίρας, λουΐζια, ἓν ἄλλο οἱονδήποτε νόμισμα· καὶ διὰ τί τὸ λέγει τοῦτο; διότι λαμβάνει πάντοτε ὡς βάσιν τὸ συμφέρον του καὶ κανονίζει ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνου τὰς συναλλαγάς του· ἂν σᾶς δώσῃ νόμισμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε, διότι τὰ ξένα ἔχουν μίαν ὑπερτίμησιν ἀρκετὰ ὑπερβολικὴν, θὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ συνεπῶς θὰ κανονίσητε τὸ συμφέρον σας, καὶ δὲν θὰ ὑποστῆτε καμμίαν ζημίαν. Ἂν τώρα φέρητε αὐτὸν τὸν νόμον τί θὰ συμβῇ; ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται μία τοιαύτη συμφωνία, καὶ λέγω, συμφωνῶ μὲ ὑμᾶς νὰ μοὶ δώσητε 30 ναπολεόνια ἢ λίρας· μετὰ τὴν λῆξιν δὲ ἔρχεται ὁ ὀφειλέτης, πηγαίνει εἰς ὅλα τὰ καταστήματα τῶν ἀρτοπωλῶν καὶ τῶν ἄλλων καὶ λαμβάνει ὅλα τὰ χάλκινα νομίσματα, τὰ φορτώνει καὶ τὰ φέρει εἰς τὸν δανειστήν· δύναται αὐτὸς νὰ ἀρνηθῇ; οὐχὶ βεβαίως. Συμπεραίνω λοιπόν, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς βαρύνω, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος, καὶ τὸ ἐπαναλέγω, διότι ἔχομεν νόμον, ὅστις ὁρίζει τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖται σήμερον, ἀλλ’ ἡ ἐπέκτασις τῶν συναλλαγῶν τοῦ ἐμπορίου ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ σεβασθῇ ὁ νόμος· καὶ βεβαιωθῆτε, ἐὰν, ὅπερ δὲν πιστεύω, ψηφίσητέ ποτε αὐτὸν τὸν νόμον, οὐδόλως θέλουσι μεταβληθῇ τὰ πράγματα καὶ μόνον ζημίαι ἀπειλοῦνται. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι εἶναι ἄσκοπος· ἐν ᾧ δὲ εἶναι ἄσκοπος, δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ καθόλου αὐτὴν τὴν λεγομένην ἀνωμαλίαν δύνανται οἱ συναλλαττόμενοι αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν νὰ τὴν προΐδωσι καὶ ὁρίσωσι τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς· καὶ ἂν θέλετε, λέγω προσέτι εἰς τὸν κύριον Μπούμπουλην ἂν θελήσῃ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν τύχην, καὶ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἐμπορίου· ὁ ἐμπορευόμενος μὲ τὴν Γερμανίαν νομίζων, ὅτι μετὰ 3 μῆνας τὸ νόμισμα, τὸ φιορίνιον, θὰ ἔχῃ ὑποτίμησιν, ὑποβάλλει τὴν συναλλαγὴν εἰς τὴν διατίμησιν.
§94ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ μοῦ εὕρητε εἰς τὴν Σύρον ἓν παράδειγμα εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, ὅτι κατὰ ⅛ τοῦ λεπτοῦ ἀπὸ τὴν ὑπερτίμησιν τὴν ὁποίαν λαμβάνει καθ’ ἑκάστην, ἔλαβεν ὑποτίμησιν, τότε μάλιστα.
§95ΖΕΓΚΕΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὑπερτίμησιν· ὅ,τι ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς ὑπερτιμήσεως, ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῆς ὑποτιμήσεως· αὐτὸ εἶναι ἓν μέτρον ἐμπορικόν, κερδοσκοπικὸν, ἐπιτρεπόμενον εἰς τὸ ἐμπόριον· διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε, καὶ εἰς ἀνωμαλίαν θὰ φέρετε τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, καὶ κίνδυνοι ζημίας ἴσως θὰ προέλθωσι καὶ θεραπείαν μὴ ἀναμένετε.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ὁ προλαλήσας μὲ ἀπαλλάττει τοῦ κόπου, τοῦ νὰ καταδείξω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία ὑπάρχει εἰς μίαν ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους, τουτέστι νὰ ἔχουν εἰς ἕνα νομὸν ἓν διάφορον νομισματικὸν σύστημα· ὁ κ. Ζέγκελης πολὺ καλῶς εἶπε, τί θὰ εἰπῇ μέτρον, τί θὰ εἰπῇ δραχμὴ, τί θὰ εἴπῃ βάρος· οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐδύναντο νὰ ἔχουν καμμίαν ἰδέαν τοῦ βάρους, τῆς ἀξίας, τῆς ἐκτάσεως, ἐὰν κατὰ συνθήκην δὲν προσδιώριζον μίαν μονάδα· τοὐτέστιν, ἦτο δυνατὸν νὰ ἠξεύρωμεν τί ἐστὶ βάρος ἂν δὲν προσδιωρίζαμεν τὸ δράμι, τὴν ὀκὰν, τὸ καντάρι; ἠθέλομεν εἰπεῖ, πολὺ εἶναι ἢ ὀλίγον τὸ βάρος· ἀλλὰ διὰ νὰ προσδιορίζηται ἀκριβῶς, κατὰ συνθήκην ὅλα τὰ ἔθνη προσδιώρισαν μίαν μονάδα καὶ διὰ τὸ βάρος καὶ τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ἀξίαν· λοιπὸν ὅπως εἰς τὸ βάρος, εἰς τὴν ἔκτασιν, εἰς τὴν ἀξίαν ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι μονὰς, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβωμεν μίαν ἰδέαν τῆς ἀξίας τοῦ βάρους, τῆς ἐκτάσεως, τοιουτοτρόπως συμβαίνει καὶ εἰς τὸ νόμισμα. Τὸ νόμισμα μάλιστα εἶναι ἐμπόρευμα, ἀλλ’ εἶναι καὶ μέτρον τῆς ἀξίας, τοῦτο μὴ τὸ λησμονεῖτε· ἡ ὀκὰ εἶναι μονὰς βάρους δὲν εἶναι ἀντάλλαγμα, δὲν ὑπάρχει μία ὀκὰ διὰ νὰ ἀγοράσητε ἓν ἄλλο τὶ, ἀλλ’ ὅταν δίδετε μίαν δραχμὴν, εἶναι μὲν ἑνὸς ὡρισμένου βάρους ἄργυρος 4 γραμμαὶ καὶ τόσον, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι καὶ ἀντάλλαγμα, διότι ὡς ὕλη περιέχει μίαν ἀξίαν. Ἀλλ’ ἀφήσατε κατὰ μέρος τὴν ὕλην καὶ ἔλθετε, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀξίας. Μόνον εἰς τοῦτο ἅμα περιορισθῆτε θὰ ἀναγνωρίσητε πληρέστατα τὴν ἀνωμαλίαν. Ὁ νόμος τοῦ 1833 προσδιώρισεν ὡς μονάδα ἀξίας τὴν δραχμὴν, καὶ ἰδοὺ τὶ λέγει διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶναι καὶ ἔκνομον καὶ παράνομον αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, παράνομον ὅπως ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν τὸν πῆχυν ἠδύναντο μερικοὶ ἔμποροι νὰ τὸν συμφωνήσουν πρὸς 8½ ῥούπια ἢ πρὸς 7½· ἤθελεν εἶναι παράνομον αὐτό; ἠθέλατε καταδικάσει τὸν ἔμπορον αὐτόν; συνομιλίαι ἰδιαίτεραι μεταξὺ τῶν κ. κ. βουλευτῶν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν οἱ διάλογοι.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ· τί βλάπτει, λέγουν ἐὰν ἐπέλθῃ τοιαύτη συμφωνία; βλάπτει, λέγω, τὰ μέγιστα, διότι ἠξεύρετε τί θέλετε μὲ αὐτὴν τὴν ἀρχήν; νὰ ἀνατρέψωμεν πᾶν ἐπινόημα τὸ ὁποῖον ἐγίνετο πρὸς διευκόλυνσιν τῶν συναλλαγῶν μετὰ τῶν πολιτῶν. Ἐὰν μοὶ εἴπητε, ὅτι εἶναι περιττὰ ὅλα αὐτὰ, τότε εἶναι περιττὸν καὶ τὸ νόμισμα, τότε περιττὸν νὰ συμφωνοῦν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν πωλοῦν μίαν οἰκίαν ἀντὶ νὰ συμφωνοῦν 100,000 νὰ συμφωνοῦν τόσα στρέμματα γῆς, τόσον σῖτον, ὅπως ἔκαμον οἱ ἀρχαῖοι πρὸ τοῦ νομίσματος.
§99Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂν θέλουν, τὸ κάμνουν.
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ἐννοεῖτε ὅτι ἔρχεσθε εἰς καταστροφὴν ἐκείνων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖα διὰ νὰ διευκολύνουν τὰς συναλλαγάς, καὶ πρὸ πάντων, κ. Δημητριάδη, νὰ προλαμβάνουν τὰς ἀπάτας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ κάμῃ ἕνας νοήμων κερδοσκόπος κατὰ τοῦ ἁπλοῦ πολίτου, ὅταν λείψῃ τὸ μέτρον, ὁ πῆχυς· ὅταν λείψῃ ἡ μονὰς τοῦ νομίσματος, ὅταν λείψῃ ἡ μονὰς τοῦ βάρους, τότε ἐννοεῖται ὁ νοήμων κερδοσκόπος δύναται νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν ἁπλοῦν πολίτην· καὶ διὰ νὰ μὴ λαμβάνουν χώραν τὰ τοιαῦτα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία γλῶσσα καθ’ ὅλον τὸ κράτος, ὅταν ἀκούσῃς, ὅτι ἡ ζάκχαρις εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀξίζει 1,60 νὰ μὴ παραξενεύεσαι ὅτι εἰς Σύρον ἀξίζει 1,90. 1,90 εἶναι εἰς Σύρον ἐξ αἰτίας τοῦ νομίσματος. Τὶ θὰ εἴπῃ λοιπὸν ἕνας ξένος, ὅταν πωλοῦν ζάκχαριν εἰς Σύρον 1,90 καὶ εἰς Πειραιᾶ 1,60; ἰδοὺ, κύριοι, τί λέγει ὁ νόμος καὶ ἐντὸς τοῦ νόμου πρέπει οἱ πολῖται νὰ συναλλάττωνται. Μάλιστα εἶναι ἐλεύθερος ὁ πολίτης νὰ συναλλάτετται, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ὄχι πέραν τοῦ νόμου λέγοντος. «Ἀντὶ τῶν μέχρι τοῦδε νομισμάτων θέλουσιν εἰσαχθῆ νέα, τῶν ὁποίων τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ ἐμπεριέχουν ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τὴν τιμὴν ἥτις εἶναι ἐπ’ αὐτῶν ἐγχαραγμένη καὶ διὰ τὴν ὁποίαν τὸ ταμεῖον τὴν ἐκδίδει, ἑπομένως δὲν θέλουν ἐμβῇ εἰς λογαριασμὸν παντελῶς τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτυπώσεως. Εἰς τόπον τῆς ἄχρι τοῦδε προσδιωρισμένης μονάδος τοῦ φοίνικος ὅστις εἶναι ἐλαφρύτερος τῆς ληφθείσης βάσεως, θέλει εἰσαχθῆ νέον νόμισμα φέρον τὸ ὄνομα δραχμὴ, καὶ θέλει λογίζεσθαι ὡς μονὰς καὶ βάσις τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἡ δραχμὴ θέλει διαιρεθῆ εἰς 100 μόρια ὀνομαζόμενα λεπτά». Ἔχομεν ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος κατὰ συνθήκην προσδιόρισε ὡς βάσιν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τὴν δραχμὴν τὸ βάρος τῆς ὁποίας προσδιορίσθη ὡς ἑξῆς. «Ἡ δραχμὴ συνίσταται ἀπὸ 9 μόρια ἀργύρου καθαροῦ καὶ ἓν μόριον χαλκοῦ, περιέχει γραμμὰς 4,029 καθαροῦ ἀργύρου καὶ 0,448 χαλκοῦ, συνάμα δὲ γραμμὰς 4,477 μετρικοῦ βάρους». Ἰδοὺ ἡ μονάς· 4.029 γραμμαὶ εἶναι ἡ δραχμή. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ βάρους θὰ γίνωνται αἱ συναλλαγαί. Σᾶς ἐρωτῶ, εἰς τὴν Σύρον γίνονται ἐπὶ αὐτῆς τῆς βάσεως; Ὄχι· λοιπὸν ἡ ἀνωμαλία ὑπάρχει, καὶ ὄχι μόνον ἡ ἀνωμαλία, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔκνομον τῶν συναλλαγῶν ἐκείνων. Διότι τί θὰ εἴπῃ, ἡ δραχμὴ ἐὰν ἔχῃ 118 λεπτά; Θὰ εἴπῃ, ὅτι τὴν ἐσμίκρυναν ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ἀντιστοιχοῦν 118 δραχμαὶ τῆς ἀγορᾶς μὲ 100 τοῦ νόμου. Λοιπὸν 118 δραχμαὶ τῆς ἀγορᾶς ἰδανικαὶ ἰσοδυναμοῦν μὲ 100 τοῦ νόμου. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον αὐτὴν τὴν κατάχρησιν, αὐτὴν τὴν ὕψωσιν, διατί τὴν εἰσήγαγον; Παραδέχομαι τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπες, διὰ νὰ ἐξαπατήσουν· ἴσα, ἴσα, δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπες· λέγουν οἱ ἔμποροι τῆς Σύρου, ὅτι διὰ νὰ προσκαλέσωμεν ἐδῶ τοὺς ἐμπόρους νὰ ἔλθουν ν’ ἀγοράζουν, τί νὰ κάμωμεν; Τὸ τάλληρον, τὸ ὁποῖον δίδουν εἰς Πειραιᾶ πρὸς 6 δραχμὰς τὸ δίστηλον, ἡμεῖς τὸ πέρνομεν πρὸς 6,20· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἐκτιμῶμεν πρὸς 6,20 ν’ αὐξήσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ ἐμπορεύματος. Οἱ ἔμποροι μανθάνοντες, ὅτι εἰς Σύρον τὸ δίστηλον ἔχει 6,20 πηγαίνουν εἰς Σύρον, δὲν πηγαίνουν εἰς Πειραιᾶ, δὲν πηγαίνουν εἰς Πάτρας. Διατί δὲν πηγαίνουν; Διότι ἔβλεπον τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος ὑψωμένην, ἔλεγον ἐκ συμφώνου, ἐκεῖ νὰ ἀγοράσωμεν· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ τιμὴ τοῦ ἐμπορεύματος ἦτο ἀνωτέρα πράγματι· διότι οἱ ἔμποροι τῆς Σύρου βεβαίως δὲν εἶναι διὰ τὸ φρενοκομεῖον, νὰ θέλουν 20% ἐλάττωσιν· ἀλλὰ τὸ ἔκαμον διὰ νὰ ἀπατῶνται οἱ ἁπλούστεροι ἄνθρωποι, καὶ τότε εἶναι περιττὰ ὅλα, ὅσα ἐτέθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μὴ ἐξαπατῶνται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς συναλλαγάς. Συγχύζουν μερικοὶ τὴν ἐπικαταλλαγὴν, τὸ aggio, τὴν συγχύζουν μὲ τὴν ἀνωμαλίαν τὴν ὑπάρχουσαν εἰς Σύρον μόνον. Ὄχι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὄχι εἰς τὴν Σύρον, καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, τὰ ἄλλα νομίσματα εἶναι ἐμπόριον· διότι δὲν χάνει ποτὲ τὸ νόμισμα τὴν ἰδιότητά του, νὰ ᾖναι ἐμπόρευμα. Ὅταν εἰς τὴν Εὐρώπην παρουσιάζεται ζήτησις φράγκων, διότι τὰ τραβίγματα, τὰ συναλλάγματα εἶναι εἰς τοιαύτην σχέσιν, ὥστε προτιμᾶται τὸ φράγκον ἀπὸ πολλὰ ἄλλα νομίσματα, τί γίνεται; Ὑπερτιμᾶται, διότι εἶναι ἐμπόρευμα, καὶ προσφέρει ἕνας ἀντὶ τῶν 22 καὶ 40, ὅσον εἶναι ἡ διατίμησις, 22 καὶ 50, καὶ φθάνει μέχρι τῶν 23. Ἀλλ’ εἶναι ἐμπόρευμα, δὲν εἶναι νόμισμα. Θὰ μοῦ εἴπητε, τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς Σύρον· ἐξηγήσατέ μοι ὅμως τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὄχι τὸ δανικὸν τάλληρον, ὄχι τὸ γερμανικὸν, ὄχι ἡ λίρα, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι ἐμπορεύματα, καὶ ἀντὶ 100 δρ. περνοῦν 118; Δὲν εἶναι λοιπὸν αἰτία τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τοῦ aggio· ὄχι· εἶναι αἰτία ἄλλη, ἐκεῖνοι παρεμόρφωσαν τὸ μέτρον τῆς ἀξίας, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος προσδιώρισεν εἰς 4,029 γραμμάς.
§101ΖΕΓΚΕΛΗΣ. Ἐὰν σήμερον στείλετε ἓν τραπεζικὸν γραμμάτιον εἰς Σύρον καὶ τὸ ἐξαργυρώσωμεν ἀντὶ 118 δραχμῶν ὀνομαστικῶν, πραγματικὰς πόσας θὰ λάβητε;
§102ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 100.
§103ΖΕΓΚΕΛΗΣ. Οὔτε 100, ἴσως 99. Λοιπὸν κἀμμία αὔξησις τῶν νομισμάτων δὲν ὑπάρχει, διότι λαμβάνετε τὴν ἴσην ἀξίαν.
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. Ζέγκελη, ἠξεύρω τί θὰ μὲ εἴπητε. Ἀφοῦ μοὶ λέγεις, ὅτι τὸ 118 σημαίνει 100, εἴτε ὀλιγώτερον, εἴτε περισσότερον κατά τι, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν εἶναι 118, εἶναι ἀπάτη καὶ πρέπει αὐτὴ ἡ ἀπάτη νὰ ἐκλείψῃ, τοὐτέστι νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὸν νόμον πρὸς ὄφελος ἰδίως τῶν ἁπλουστέρων πολιτῶν, διότι νοήμονες δὲν ζημιοῦνται, μᾶλλον πίπτει εἰς βάρος τῶν ἁπλουστέρων πολιτῶν. Ἠδύνασθε νὰ μὲ εἰπῆτε, ὅτι ὁ νόμος, ἡ πρότασις αὕτη καθίσταται περιττὴ ἀπέναντι ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος καθιεροῖ τὴν βάσιν τοῦ νομίσματος τῆς δραχμῆς, καὶ ἑπομένως τὰ δικαστήρια νὰ μὴ ἀναγνωρίζουν τοιαύτας συμφωνίας ἀντιβαινούσας εἰς τὸν νόμον. Αὐτὸ μάλιστα, ἀλλὰ κατέστη συνήθεια, εἶναι τόρα 20, 30 ἔτη καὶ μίαν συνήθειαν δὲν ἠμπορεῖς νὰ τὴν καταστρέψῃς παρὰ διὰ νόμου. Ἑπομένως τὴν βλέπω ἀναγκαίαν τὴν πρότασιν αὐτὴν, χωρὶς νὰ φοβῆσθε ὅτι θὰ ταραχθοῦν, ὅτι θὰ πάθουν τὰ συμφέροντα ὁλοτελῶς· κἀμμίαν συνέπειαν δὲν θὰ ἔχωμεν, φθάνει νὰ ἐξομοιώσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον μὲ τὸ ἐπίλοιπον Κράτος, καὶ τότε, ὅταν ἀκούσῃς δραχμὴν θὰ τὴν ἐννοήσῃς, ἐνῷ τόρα δὲν τὴν ἐννοεῖς εἰς Σύρον· πότε ἔχεις 118 λεπτὰ, πότε 110, ἐνῷ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ δραχμή, σύγκειται ἀπὸ 4,029 γραμμὰς, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξομειόνεται τὸ μέτρον, διότι, κύριε, νομίζεις, ὅτι αἱ συναλλαγαὶ ἤθελον γείνει εὐκολώτερον, ἐὰν πότε τὴν ὀκᾶν τὴν κάμῃς μικροτέραν καὶ πότε μεγαλειτέραν; Ὄχι· θὰ ἐπέλθῃ μία σύγχυσις, ἀπαράλλακτα καὶ εἰς τὴν ἔκπτωσιν. Λοιπὸν μίαν βάσιν ἔθεσεν ὁ νόμος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν νομισματικὴν μονάδα, τὴν δραχμήν. Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν δραχμὴν, ἡ ὁποία διαιρεῖται εἰς 100 λεπτ. θὰ γίνωνται αἱ συναλλαγαί. Αὐτὸ ζητοῦν οἱ ἀναγαγόντες τὴν πρότασιν· τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐναντιώνωνται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· καὶ ἡ ἐφαρμογὴ δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διοικητικῶς, παρὰ δι’ ἑνὸς νόμου. Τώρα καὶ τοῦτο ἐὰν ᾖναι συντελεστικὸν, ἀμφιβάλλω, διότι παραπολὺ ἔχει κορυφωθῆ αὐτὴ ἡ συνήθεια. Ἐγὼ ἤθελον ὑπάγει καὶ μακρύτερον, ἤθελον ὑποβάλει καὶ εἰς πρόστιμον, διότι εἶναι καὶ ἐντὸς τοῦ νόμου. Θέλει νὰ συναλλαχθῇ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ζέγγελης εἰς τόσα φιορίνια, εἰς τόσας λίρας, εἶναι ἐλεύθερος, κανεὶς δὲν τὸν ἐμποδίζει. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐμποδίζει, ὅτι δύναται νὰ συναλλαγῇ ὁ πολίτης ἕλλην ἐπὶ τῇ βάσει ξένων νομισμάτων, ἀλλ’ ὅταν ὀνομάζῃ τὴν μονάδα τοῦ νόμου, τὴν δραχμήν, χρεωστεῖ νὰ σεβασθῇ τὸν νόμον, νὰ ἐννοήσῃ τὴν δραχμὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ ὁ νόμος. Διὰ τοῦτο οἱ προτείναντες προβλέπουν αὐτὸ καὶ λέγουν τὸ ἑξῆς· «Πᾶσα σύμβασις ἢ συναλλαγὴ γενομένη εἰς δραχμὰς» δὲν λέγουν, ἀπαγορεύεται νὰ γίνῃ σύμβασις ἢ συναλλαγὴ εἰς ξένα νομίσματα, διότι τότε ἤθελεν εἶσθαι παραλογισμός· ὅταν ὅμως γίνεται εἰς δραχμὰς, δραχμαὶ ἐννοοῦνται αἱ καθιερωθεῖσαι ἀπὸ τὸν νόμον. Τίποτε ἄλλο δὲν λέγει· καὶ μάλιστα εἶναι περιττὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἶδον εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, διότι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καθ’ ὅλον τὸ κράτος «Πᾶσα σύμβασις ἢ συναλλαγὴ, γενομένη εἰς δραχμὰς, πρέπει νὰ γίνεται εἰς δραχμὰς, λογιζομένας κατὰ τὴν ἐπίσημον διατίμησιν τῆς δραχμῆς.» Περιέχει τι ἄλλο; τίποτε.
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχει, ὅ,τι περιέχει ὁ νόμος, εἶναι λοιπὸν περιττή.
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ τί συμβαίνει; σᾶς εἶπον, ὅτι κατέστη συνήθεια, τὴν ὁποίαν δὲν δύνασαι νὰ ἐκριζώσῃς παρὰ δι’ ἑνὸς νόμου.
§107Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὰ δικαστήρια.
§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται ν’ ἀναγνωρίσουν ἄλλην δραχμὴν παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος περιέχει. Ἐὰν λοιπὸν τὰ δικαστήρια δὲν ἐφήρμοσαν τὸν νόμον μέχρι τοῦδε, νομίζετε διοικητικῶς δύναται νὰ ἐπέλθῃ; Ἂς ἐπιχειρήσῃ ἡ κυβέρνησις, ἀλλ’ εἶναι μία συνήθεια, ἡ ὁποία ἐκορυφώθη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε χρειάζεται νόμος. Τὰ δικαστήρια πρέπει νὰ ἐφαρμόζουν τὸν νόμον, διότι ἐγὼ ὅταν ἐδανείσθην 100 δραχμὰς, χρεωστῶ νὰ τὰς ἐπιστρέψω εἰς τὸν ὀφειλέτην, καὶ τὸ δικαστήριον θὰ μὲ ὑποχρεώσῃ νὰ ἐπιστρέψω 100 δραχμὰς κατὰ τὸν νόμον δηλαδὴ νὰ περιέχῃ κάθε δραχμὴ 4,029 γραμμὰς ἢ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν εἰς ξένα νομίσματα κατὰ τὴν διατίμησιν. Ἐὰν λοιπὸν τὸ δικαστήριον εἴπῃ, ὅτι 100 δραχμὰς ἐδανείσθης, δύνασαι νὰ ἐξοφλήσῃς τὸ χρέος σου μὲ 80, εἶναι νόμιμον;
§109ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς, ὅταν ἔγινεν ἡ συναλλαγή.
§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, καὶ ὁ νόμος εἶναι τοῦ 1833, θὰ μοῦ εἴπῃ νὰ λάβω ἀντὶ 100 δραχ. τῆς ἀγοραίας τιμῆς, 80 τοῦ νόμου. Ἐὰν μὲ ἐρωτήσῃς, αἱ 80 τοῦ νόμου καὶ αἱ 100 τῆς ἀγορᾶς δὲν εἶναι ἴσαι; εἶναι ἴσαι, ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι ἴσαι, διατί νὰ μὴ συμμορφόνωνται μὲ τὸν νόμον; διατί τὰ δικαστήρια νὰ μὴν εἴπουν εἰς τὸν ὀφειλέτην θὰ πληρώσῃς 100 δραχμὰς κατὰ τὸν νόμον; Καὶ ὅταν συμβαίνῃ συμφώνως μὲ τὸν νόμον νὰ ἔχῃς πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι τὸ μέτρον θὰ ᾖναι τὸ αὐτὸ πάντοτε, διότι ἐννοῶ ὁ ἔμπορος νὰ τρέχῃ τὰς περιπετείας τῆς αὐξομειώσεως της τιμῆς τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ νὰ τρέχῃ καὶ τὸν κίνδυνον τῆς αὐξομειώσεως τῶν μέτρων, εἶναι ὅλως διόλου παράδοξον, ὅταν ἀγοράζῃ τόσα καντάρια σίτου νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν δύο τινά· 1) ἐὰν ὁ σῖτος θὰ πωληθῇ ὅσον τὸν ἠγόρασε καὶ 2) ἐὰν ἕκαστον καντάριον θὰ σύγκειται ἀπὸ 43 ὀκάδας, ἢ ἀπὸ 45, ἢ ἀπὸ 40. Τοιοῦτον κίνδυνον τρέχει ὁ συναλλαττόμενος εἰς ἀγοραῖα νομίσματα, διότι ἐνοήσατε καλῶς, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῆς δραχμῆς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀλλοίωσις τῆς νομισματικῆς μονάδος· ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἴδιον, ὡς ἐὰν τὸ καντάριον ἤθελε λογισθῆ πρὸς 43 ἢ 45 ὀκάδας, ἢ ἐὰν ὁ πῆχυς ἤθελε λογισθῆ ἀντὶ 8 ῥουπίων πρὸς 7½ ἢ 9. Λοιπὸν ὁ συναλλαττόμενος νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν μόνον τὸν κίνδυνον ὡς πρὸς τὴν τιμὴν, ὄχι ὅμως τῆς αὐξομειώσεως τοῦ μέτρου. Λοιπὸν καθόσον ἀφορᾷ τὸν νόμον ἰδοὺ τί λέγει. «Πᾶσα δὲ ἐναντία προφορικὴ ἢ ἔγγραφος σύμβασις ἢ συναλλαγὴ εἶναι ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα. Τὰ δικαστήρια ὀφείλουσι νὰ ἐκδίδωσι τὰς ἀποφάσεις αὑτῶν εἰς δραχμὰς λογιζομένας κατὰ τὴν ἐπίσημον διατίμησιν, μηδόλως λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψιν συμφωνίας ἀντιβαινούσας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Ὁ νόμος οὗτος τίθεται εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1870.» Ὑπάρχει μία τροπολογία, τῆς ὁποίας τὴν χρησιμότητα ἀναγνωρίζω, διότι ἐὰν ἐξακολουθήσουν αἱ παλαιαὶ συμφωνίαι, αἱ παλαιαὶ συναλλαγαὶ νὰ ἐκπληρώνωνται εἰς τὸ μέλλον κατὰ τὰς παλαιὰς συμφωνίας, θὰ παρατείνεται τὸ κακὸν καὶ διὰ τοῦτο νὰ τεθῇ ἓν ὅριον ἐντὸς τοῦ ὁποίου αἱ παλαιαὶ συναλλαγαὶ νὰ πληρώνωνται εἰς τὴν λῆξιν τοῦ ὁρίου κατὰ τὴν τρέχουσαν κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν τιμὴν, ὄχι αὐθαιρέτως νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ταμπακόπουλος ὅτι αἱ 118 δραχ. τῆς ἀγορᾶς ἰσοδυναμοῦν μὲ 100 Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι 117, 115.
§111ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζομεν.
§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ γνωρίζετε ὑμεῖς, ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Τοπάλης. Ἤθελον τὴν τιμὴν αὐτὴν νὰ τὴν προσδιορίσῃ μία ἀρχὴ ἐπιτόπιος, τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον τὴν 31 Δεκεμβρίου νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι 100 δραχ. ἀγοραῖαι ἰσοδυναμοῦν μὲ τόσας τῆς διατιμήσεως, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν θὰ προσδιορίσῃ τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον, νὰ ἐξοφληθοῦν αἱ ὑποχρεώσεις αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1869.
§113ΚΑΪΡΗΣ. Τότε θὰ ὑποτιμηθῇ.
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διατὶ θὰ ὑποτιμηθῇ; ἡ αὐτὴ κατάστασις θὰ ὑπάρχῃ. Ποίαν ἐπίσημον πληροφορίαν ἔχεις, ὅτι σήμερον ἐνῷ νομοθετοῦμεν εἶναι 118; Ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ παλαιαὶ συμφωνίαι νὰ ἐξοφληθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομίσματος εἶναι ἀνάγκη, ἀλλὰ νὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον τὴν τιμὴν, τὴν σχέσιν μεταξὺ τῆς ἀγοραίας δραχ. καὶ τῆς νομίμου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς, ἐκτὸς ἂν θελήσῃ νὰ κάμῃ ἀδικήματα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον νὰ προσδιορίσῃ τὴν τιμήν.
§115ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω κἄτι τι;
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα.
§117ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ μὴ προσδιορίσητε ὅρον διόλου, οὔτε τὸ ἐπιμελητήριον, ἀλλὰ νὰ προεξοφληθῶσιν ὅλαι αἱ παλαιαὶ συναλλαγαὶ κατὰ τὴν διατίμησιν τὴν ὑπάρχουσαν σήμερον, ὅτε συζητοῦμεν τὸν νόμον.
§118ΤΙΝΕΣ. Ἔτσι;
§119ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βέβαια, αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία συναλλαγή.
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπάρχει καμμία αὐθεντικὴ ἀπόδειξις, ὅτι σήμερον εἶναι 118; ὁ εἷς λέγει 117, ὁ ἄλλος 118. Πρέπει μία ἀρχὴ νὰ προσδιορίσῃ τὴν τιμήν.
§121Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δύω τινὰ εὑρίσκω, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, πρῶτον εὑρίσκω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῶν νομισμάτων, καὶ δεύτερον εὑρίσκω τὴν συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν οἱ συναλλασσόμενοι συμφωνοῦσι περὶ τῆς ἀξίας, κηρυσσομένην κακοήθη καὶ παράνομον. Ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὑπὸ τὰς δύω αὐτὰς ἐπόψεις εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τῆς ἠθικῆς νὰ νομοθετήσῃ, ἐπιβάλλουσα ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ κατὰ τὸ συμφέρον της εἰς τὰ νομίσματα, διότι, ὅπως γνωρίζετε, δύο εἶναι τὰ εἴδη τῶν νομισμάτων, τὰ μεταλικὰ καὶ συμβολικὰ, διότι δύο εἰδῶν νομίσματα ἀναγνωρίζουν τὰ ἔθνη, τὰ μεταλικὰ νομίσματα καὶ τὰ συμβολικά· τὰ μεταλικὰ συνίστανται εἰς οὐσίας πολυτίμους καὶ ἀχρήστους, τὰ δὲ συμβολικὰ εἶναι τὰ τραπεζικὰ καὶ χρεώγραφα· ἕκαστον νόμισμα ἔχει τρεῖς ἀξίας, ἔχει τὴν ἀξίαν τὴν ὀνοματικὴν, ἔχει τὴν ἀξίαν τὴν ἐσωτερικὴν, ἔχει καὶ τὴν ἀξίαν τὴν κυκλοφοροῦσαν. Εἶναι κυρία ἡ πολιτεία, εἶναι κύριον ἓν νομοθετικὸν σῶμα, νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ὀνοματικὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος. Δύναται τότε νὰ ἔχῃ ἴσην κυβερνητικὴν ἀξίαν, ὅταν ἀντιπροσωπεύῃ ἀξίαν ὁμοίαν ὡς ἐμπόρευμα· ἀλλ’ οὐδέποτε ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγκάσῃ τοὺς πολίτας νὰ παραδεχθοῦν τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν νομίζει ἕκαστος. Ἔχομεν, κύριοι, ἡμεῖς ὡς νομισματικὴν μονάδα τὴν δραχμὴν· ἡ δραχμὴ ἡ ἰδική μας ἔχει ὀνοματικὴν ἀξίαν μιᾶς δραχμῆς· ἀλλὰ παρεδέχθησαν ὅλοι, ὅτι ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία τῆς δραχμῆς μας εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν ἐσωτερικὴν, διότι δὲν ἀφῃρέθησαν τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτυπώσεως. Ἐκρίθη ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία τῆς δραχμῆς εἶναι ἴση μὲ τὴν ὀνοματικήν. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ εἰς πολλὰ μέρη προκειμένου νὰ μεταλλαγῇ ἡ τιμὴ τῆς δραχμῆς πρὸς ἄλλα νομίσματα, εὑρέθη νόμισμα προτιμώτερον ἡ δραχμὴ· διὰ τοῦτο, ὅταν πρόκειται ν’ ἀνταλλάξῃ τις Αὐστριακὰ νομίσματα μὲ τὴν ἰδικήν μας δραχμὴν, ἐννοεῖτε ὅτι ἡ δραχμή μας ὑπερτιμᾶται εἰς τὴν Σύρον ὄχι μόνον μὲ αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλα τ’ ἄλλα νομίσματα. Ἐπεκράτησε μεταξὺ τῶν ἐμπόρων ὅλων ἀγοραζόντων καὶ πωλούντων, κατὰ συνθήκην τὰ νομίσματα νὰ ἔχωσι μείζονα τὴν κυκλοφοροῦσαν ἀξίαν. Ἔρχεται τώρα αὐτὸς ὁ νόμος καὶ λέγει αὐτὴν τὴν συνήθειαν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καὶ ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν συναλλατομένων, τὴν κηρύσσω κακοήθη καὶ ἔκνομον. Τί κακόηθες περιέχει ἡ συμφωνία αὕτη τῶν ἀνθρώπων, τοῦ νὰ θέλουν νὰ δώσουν τοιαύτην ἀξίαν εἰς τὸ νόμισμα; Λέγουν, φέρει ἀνωμαλίαν εἰς τὸ ἄλλο ἐμπόριον, καὶ ἀπατῶνται οἱ ἀγορασταὶ, ἂς παύσωσι νὰ συναλλαγῶσι. Δὲν ἀπατᾶται κἀνεὶς, καὶ ἀπορῶ μάλιστα μὲ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀπαδὸς τῆς ἀποσυγκεντρώσεως πῶς φέρει σήμερον βαρεῖαν καταδίκην κατὰ τῆς ἐμπορίας, λέγων, ὅτι θέλω νὰ ἐπιβάλω τὴν συγκέντρωσιν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἀπομακρυνόμεθα τῆς ἠθικῆς ἰδέας ὑποστηρίζοντες, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν θέλησίν μας εἰς τὰς κατὰ μέρος συμφωνίας, καὶ ἐὰν λέγουν, ὅτι ἡ κυκλοφοροῦσα ἀξία τοῦ νομίσματος ἐν Σύρῳ πρέπει νὰ κανονίζεται κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἐμποδίζουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν, τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν, καὶ τὰς συναλλαγὰς αὐτὰς· ἀλλὰ, κύριοι, θὰ κατορθώσωμεν τίποτε; τίποτε, διότι οἱ νόμοι δὲν κανονίζουν αὐτὰ, τὰ κανονίζουν τὰ συμφέροντα.
§122ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ γίνω ἔμπορος καὶ λογιστικὸς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τῆς Σύρου πολλάκις ἔλαβεν ὡς θέμα τῆς ὁμιλίας του ἐμὲ, ὡς τὸν πλέον δύσπιστον ἄνθρωπον καὶ δύσνουν, καὶ πράγματι βασανίζομαι ἀπὸ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἤρχισεν ἡ συζήτησις, ν’ ἀνεύρω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν πρότασιν καὶ ἀκόμη βασανίζομαι νὰ μάθω ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος. Ἀντιπρόσωπος, κύριοι, Ἐπαρχίας, ἡ ὁποία εἶναι εἰς ἄμεσον σχέσιν ἐμπορικὴν μετὰ τῆς Ἑρμουπόλεως, ὀφείλω νὰ ὑπερασπισθῶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐντολέων μου, ἅτινα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ ὀφείλω νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ πρὶν δώσω τὴν ψῆφόν μου πρέπει νὰ φωτισθῶ. Τῳόντι, κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα κατήντησε δύσκολον καὶ δύσλυτον, καὶ βλέπετε, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ θέλει νὰ τὸ ἐξετάσῃ, πάντες ζητοῦν νὰ εὕρουν λόγον καὶ δὲν εὑρίσκουν. Ἡ πρόσθετος αὐτὴ πρότασις εἰς τὸν νόμον περὶ νομισματικοῦ συστήματος ἔρχεται νὰ δεσμεύσῃ τὰς ἰδιωτικὰς συμφωνίας, τὰ ἰδιαίτερα συναλλάγματα τῶν ἰδιωτῶν· θέλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἐμπορευόμενον, δὲν θέλω νὰ κάμῃς ἰδιαιτέρας συμφωνίας· καὶ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο; θὰ ἦναι μηδέν. Διατάξατε ὅ,τι θέλετε καὶ αὔριον μεταβῆτε εἰς Σύρον, μεταφέρετε ἐκεῖ εἰκοσάφραγκα, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι θὰ ἔχουν ἀξίαν πρὸς 23, πρὸς 25, δραχμὰς, ἐνῷ εἰς τὴν διατίμησιν εἶναι 22 καὶ 52. Ἂν εἰς τὸ συνάλλαγμα γίνῃ λόγος, ὅτι τὸ φράγκον θέλει λογαριασθῆ πρὸς 1 30, ποῖος δικαστὴς θὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ συνάλλαγμα εἶναι κακὸν καὶ ἄκυρον; ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον ὁ νόμος ἔσεται ἐπωφελὴς, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἐν Σύρῳ εἰς τὰ συναλλάγματα ὁρίζεται ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος· καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν κάπου εἶδα συνάλλαγμα, ὅτι μετὰ τόσας ἡμέρας ὑπόσχομαι νὰ πληρώσω εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ δεῖνος τόσας δραχμὰς ταμειακὰς· καὶ ἂν δὲν ἔλεγε ταμειακὰς, θὰ ἔλεγε τελωνειακὰς, ἢ ἀγοραίας. Τὸ ταμειακὰς θὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἡ δραχμὴ 100 λεπτὰ, τὸ ἀγοραίας, ὅτι ἔχει περισσότερον. Ἂν δώσητε 10,000 δραχμὰς μὲ τὸν ὅρον νὰ τὰς λάβητε κατὰ τὴν ἀξίαν, ἣν θέλει ἔχει τὸ νόμισμα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, εἰς τοιοῦτον συνάλλαγμα τί δύναται νὰ κάμῃ ἡ νομοθετικὴ διάταξις; Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι ὅ,τι γίνεται εἰς τὴν Σύρον εἶναι παράνομον· διὰ τί εἶναι παράνομον; διότι ὁ νόμος προσδιώρισε τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος· προσδιώρισεν ὅμως τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ δὲν ἐνόησεν ὁ νόμος νὰ τὴν ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς ἄλλους καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύνανται οἱ πολῖται νὰ δώσωσιν ἑτέραν ἀξίαν. Ἔπειτα ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον νὰ ὑποτιμῶνται τὰ νομίσματα, ἢ νὰ φαίνηται, ὅτι ἔχουν ἀξίαν περισσοτέραν; Τί συμφέρον ἔχομεν νὰ ὑποτιμήσωμεν τὰ νομίσματα; τάχα δὲν εἶναι συμφερώτερον δι’ ἡμᾶς νὰ ἔχῃ ἡ δραχμὴ 150 λεπτὰ καὶ ν’ ἀνταλλάσσεται πρὸς ἀξίαν μεγαλειτέραν, ν’ ἀγοράζωμεν δι’ αὐτῆς προϊόντα μεγαλειτέρας ἀξίας; Ἔπειτα, κύριοι, τρεῖς κεφαλαιοῦχοι ὑπέβαλον τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ κ. Σεβαστόπουλος καὶ ἕτεροι, καὶ ὁ κ, Χρηστίδης οἰκονομολόγος, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔλαβε τὸν λόγον νὰ μᾶς διαφωτίσῃ, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη θὰ ἦναι πιστευτὴ (θόρυβος). Πῶς θέλετε σήμερον νὰ εἴπητε, θέλομεν ὁμοιόμορφον νομισματικὸν σύστημα, θέλομεν ὁμοιόμορφον σύστημα μετρικὸν, καὶ τοῦτο ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, νὰ κηρύξῃ κακοήθη πᾶσαν σύμβασιν ἀντικειμένην εἰς ὅ,τι ψηφίζομεν σήμερον......(συνδιαλέξεις θορυβώδεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν). Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει παρὰ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἄλλως νὰ τὸ ἀναβάλῃ καὶ νὰ προκαλέσῃ γνωμοδότησιν τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου ....... (θόρυβος).
§123Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος κατὰ θεωρίαν, θέλω μόνον σᾶς εἴπει ὀλίγα τινὰ, καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρακτικὸν μέρος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν Σύρον καὶ πολλὰς ἄλλας νήσους ὑπάρχει μία μεγάλη ἀνωμαλία ὡς πρὸς τὸ νομισματικὸν σύστημα, διότι ὑπάρχει ὑπερτίμησις, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἕτεροι. Οἱ προλαλήσαντες εὑρίσκουν ὡς περιττὸν τὸν νόμον· κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον, διότι δὲν γνωρίζουν τὰ πράγματα καὶ κρίνουν κατ’ ἰδίαν γνώμην. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς ἐπιβαλλομένης ποινῆς δύναται νὰ περισταλῇ ἡ ἀνωμαλία αὕτη, ἄλλως ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν κάμετε δὲν θὰ φθάσητε εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ὡς ἐκ τῆς ὑπαρχούσης ἀνωμαλίας, κύριοι, ἐπέρχεται μεγάλη ζημία οὐχὶ εἰς τοὺς μεγαλεμπόρους, ἀλλὰ εἰς τοὺς μικρεμπόρους. Ὁ μεγαλέμπορος γράφει εἰς τὸ γραμμάτιόν του, τόσα λουΐζια, τόση προθεσμία, ὁ δὲ μικρὸς ἔμπορος κατόπιν, ὅταν θὰ πληρώσῃ πάλιν εἰς λουΐζια, εὑρίσκει, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀξίας τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνῆψε τὸ συνάλλαγμα, καὶ ἐκείνης καθ’ ἣν θὰ πληρώσῃ· ὁ μεγαλέμπορος ζητεῖ νὰ πληρωθῇ εἰς λουΐζια, ὁ μικρέμπορος ὀφείλει κατὰ τὴν προθεσμίαν νὰ τὰ ἀγοράσῃ, καὶ τὰ εὑρίσκει εἰς ὑψωμένην ἀξίαν καὶ οὕτω τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον νομίζει, ὅτι ἔκαμε, δὲν ὑπάρχει. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσουν οἱ μὴ γνωρίζοντες τὰς συναλλαγὰς τῆς Σύρου καὶ τῶν νήσων. Ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι λίαν ἀναγκαῖος καὶ θέλει φέρει μίαν τάξιν, μίαν ῥύθμισιν. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὰ προγενέστερα δάνεια. Καὶ δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἡ τακτοποίησις εἰς τὸ ἐπιμελητήριον τῆς Σύρου· διότι ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τὶ δύναται νὰ γίνῃ, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ. (θόρυβος). Ἄλλως τε εἶναι βέβαιον, ὅτι μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν θὰ ὑποτιμηθοῦν τὰ νομίσματα (θόρυβος). Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν προσθήκην τοῦ κανονισμοῦ ἐν τῷ νόμῳ περὶ τῶν προγενεστέρων δανείων. Ἄλλως τε δὲ θαυμάζω μὲ τοὺς κυρίους Κεχαγιᾶν, Σωτηρόπουλον καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν ἀρχὰς ἐλευθερίας πλήρους τοῦ ἐμπορίου, ὅτι τὸ ἄτομον πρέπει νὰ μένῃ ἐλεύθερον εἰς τὰς ἐνεργείας του, σήμερον ἔρχονται νὰ τὸ δεσμεύσουν χωρὶς νὰ τὸ ἐννοοῦν (ἱλαρότης)· μάλιστα χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῆτε γίνεσθε ὄργανα συμφερόντων κερδοσκοπικῶν καὶ ἔχομεν δίκαιον ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῶν συναλλαττομένων μετὰ τῆς Σύρου νὰ καταψηφίσωμεν. Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι ἡ Σύρος ἐμπορεύεται καὶ μὲ πολλὰς πόλεις τῆς Εὐρώπης, αἱ ὁποῖαι δὲν λαμβάνουν τὸ χαρτονόμισμά μας, ἀλλὰ χρυσὸν καὶ ἄργυρον, τὸν ὁποῖον διὰ νὰ προμηθευθοῦν οἱ ἔμποροι τὸν ὑπερτιμοῦν· ἐνόσῳ λοιπὸν ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὴν Σύρον τὸ νόμισμα θὰ ἔχῃ ὑπερτίμησιν. Λοιπὸν, ὅσον θέλετε νομοθετεῖτε, κάμετε ὅσας θέλετε νομοθετικὰς διατάξεις. Προσέξατε ὅμως μὴ διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας προσβάλλετε συμφέροντα πλείστων μερῶν καὶ μόνον περιορίσετε τὰς ὠφελείας εἰς μερικὰ μόνον ἄτομα.
§124ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, διότι παρατηρῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εὐκόλως εἰς συνεννόησιν. Δὲν εἶναι πλέον ζήτημα, ὅτι εἰς ὅλον τὸν κόσμον αἱ συναλλαγαὶ γίνονται διὰ τῶν νομισμάτων· εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη ἔχουν ἴδιον νόμισμα, καὶ ὅτι κόπτουν διάφορα εἴδη νομισμάτων, ἐξ ὧν καὶ ἄλλα μὲν ὀνομάζονται κύρια νομίσματα καὶ εἶναι ὑποχρεωτικὰ εἰς ὅλας τὰς πληρωμὰς, ἄλλα δὲ ὀνομάζονται κερμάτια, ἅτινα κόπτονται μόνον διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν συναλλασσομένων, καὶ δὲν εἶναι δεκτὰ παρὰ μέχρι τινὸς ὅρου. Οἱ Γάλλοι π. χ. ἔχουσι τὰ φράγκα, κύρια δὲ νομίσματα αὐτῶν εἶναι τὸ πεντόφραγγον καὶ ὅλα τὰ χρυσᾶ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἔχουν τὰ σελλίνια, κύριον δὲ νόμισμα εἶναι ἡ χρυσῆ λίρα, διότι πάντα τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα ἐν Ἀγγλίᾳ θεωροῦνται κέρματα· ὅταν γίνωνται συναλλαγαὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ συμφωνοῦν οἱ συναλλαττόμενοι νὰ πληρώσῃ ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον τόσα φράγκα, ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐξόφλησις γίνεται διὰ κυρίων νομισμάτων τόσου ἀριθμοῦ, ὅσος κατὰ τὸν νόμον εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν συμφωνηθεῖσαν ποσότητα. Ἂν πρόκειται, παραδείγματος χάριν, περὶ πληρωμῆς 1000 φράγγων ὀφείλει νὰ δώσῃ ὁ εὑρισκόμενος ἐν Γαλλίᾳ 50 εἰκοσάφραγγα ἢ 200 πεντόφραγγα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐὰν ἔχετε νὰ λάβητε ἢ νὰ δώσητε 500 σελλίνια, ὀφείλετε νὰ δώσητε 25 λίρας. Δὲν ὑπάρχει δὲ παράδειγμα εἰς τὰ μέρη ταῦτα, ὅτι εἰς τὰ κύρια νομίσματα δίδεται ἐπὶ συμπεφωνημένων πληρωμῶν μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα ἀξία, ἀλλὰ πάντοτε καταβάλλονται ταῦτα κατὰ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐκ τοῦ νόμου. Τὰ κύρια λοιπὸν νομίσματα τὰ οὕτως ἐν χρήσει εἰς τὴν Εὐρώπην ἔχουν νόμιμον ἀξίαν καὶ ἡ ἀξία αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ὅλους τοὺς δίδοντας καὶ δι’ ὅλους τοὺς λαμβάνοντας· καὶ κατὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπλανήθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅσοι ἔλαβον τὸν λόγον, συγχύσαντες τὰ νόμιμα νομίσματα μὲ τὰ μὴ νόμιμα· διότι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ὑπάρχουν ἐν κυκλοφορίᾳ καὶ ξένα νομίσματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος δὲν κατέστησεν ὑποχρεωτικά. Ἂν εἰς τὴν Ἀγγλίαν θέλῃ τις νὰ πληρώσῃ 500 σελλίνια οὐχὶ εἰς νόμισμα ἐγχώριον, ἀλλ’ εἰς ἕτερον, εἰς εἰκοσάφραγγα π. χ., εἰς ῥούβλια Ῥωσσικά, ἢ εἰς τάλληρα μεξικανικά, πρέπει νὰ συμφωνήσῃ μὲ ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ συναλλάττεται πόσα πρέπει νὰ τῷ δώσῃ πρὸς ἐξόφλησιν, διότι ταῦτα δὲν ἔχουν νόμιμον ἀξίαν. Παρ’ ἡμῖν τὸ νόμισμα, εἰς τὸ ὁποῖον γίνονται αἱ συναλλαγαὶ, εἶναι ἡ δραχμή, τὰ δὲ κύρια νομίσματα ἄρχονται ἀπὸ τοῦ πενταδράχμου καὶ ἀνωτέρω· ἕνεκα ὅμως τῆς πτωχείας μας δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κόψωμεν ἀρκετὰ ἐγχώρια νομίσματα, ὥστε πᾶσαι αἱ συναλλαγαὶ νὰ γίνωνται ἀπροσκόπτως δι’ ἐγχωρίων νομισμάτων, ὅπως γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν· πρὸς θεραπείαν δὲ τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἔδωκε νόμιμον ὕπαρξιν καὶ ἑπομένως ὑποχρεωτικὴν καὶ εἰς πολλὰ ξένα νομίσματα, διατιμήσασα αὐτὰ, καὶ οὕτω τὰ ἐξωμοίωσε μὲ τὰ ἐγχώρια, καὶ τὰ κατέστησε νόμιμα καὶ ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸν τόπον. Ὁσάκις λοιπὸν ὀφείλει τις ἓν ποσὸν, δύναται οὐ μόνον εἰς ἐγχώρια νομίσματα νὰ ἐξοφλήσῃ, ἀλλὰ καὶ εἰς ξένα διαλαμβανόμενα ἐν τῇ διατιμήσει· καὶ ὁ ἔχων λαμβάνειν ὀφείλει νὰ τὰ παραδεχθῇ μὲ τὴν κανονισμένην τιμήν. Ἀλλ’ ἐναντίον τῆς φυσικῆς ταύτης πορείας τῶν πραγμάτων, παρουσιάζεται μία ἀνωμαλία ὁρατὴ καὶ ψηλαφητὴ εἰς τὴν ἐμπορικωτέραν πόλιν τοῦ κράτους. Εἰς τὴν Σύρον πρὸ πολλοῦ χρόνου βλέπομεν, ὅτι ἡ τιμὴ ὅλων τῶν νομισμάτων ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ αὔξησιν κατ’ ἀρχὰς μικρὰν καὶ ἀνεπαίσθητον πρὸς 1–2%, ἀλλ’ ἥτις προχωρήσασα βαθμηδὸν ἔφθασεν, ὡς ἠκούσατε, εἰς 18%. Ποῖος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τοὺς ἐμπόρους τῆς Σύρου νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο; οὐχὶ δολιότης, κερδοσκοπία, ὡς λέγουσί τινες, ἀλλὰ λόγοι ἁπλῶς ἐμπορικοί. Τὸ ἐμπόριον, κύριοι, δὲν εἶναι ἀπὸ τὰς συνήθεις τέχνας, οὐδ’ ἐξασκεῖται καθ’ ὃν τρόπον καὶ αἱ ἄλλαι τέχναι, εἶναι ἡ λεπτοτέρα τέχνη τοῦ κόσμου, καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον ἐνασχολοῦνται οἱ νοημονέστεροι, οἱ προνοητικώτεροι, καὶ οἱ μᾶλλον διορατικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ κεντοῦν ὅλα τὰ ἐλατήρια τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, καὶ νὰ προκαλοῦν αὔξησιν συναλλαγῶν. Παρατηροῦντες δὲ, ὅτι διὰ τῶν ἁπλῶν συναλλαγῶν δὲν δύνανται νὰ φθάσουν εἰς τὸν σκοπόν των, ἐπενόησαν τὸ λεγόμενον σκόντο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔκπτωσις τῆς συμφωνηθείσης τιμῆς. Ἀγοράζετε π. χ. ἐμπορεύματα 1,000 φράγκων καὶ ἔπειτα ἀφαιρουμένου τοῦ σκόντου πρὸς 3, 4 καὶ 5% πληρόνετε ὀλιγώτερα. Αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅλον τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης, διότι οἱ ἔμποροι εὗρον ἐν τῷ συμφέροντί των ὠφελιμώτερον νὰ λέγουν, ὅτι πωλοῦν τὸ δεῖνα πρᾶγμα δι’ 100 μὲ ἀφαίρεσιν 5, παρὰ νὰ εἴπουν ὅτι πωλοῦν δι’ 95. Οἱ ἔμποροι τῆς Σύρου ὡς ἄνθρωποι ἀνατραφέντες κατὰ πλεῖστον μέρος ἐν Εὐρώπῃ, καὶ γνωρίζοντες, ὅτι ἡ μέθοδος αὕτη εἶναι ἐπικερδής, ἠθέλησαν νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν ἰδίαν γραμμὴν, ἀλλ’ εἶδον, ὅτι τὸ σκόντο εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶχε πέρασιν, ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος εἶχεν ἀναμιχθῆ μὲ τοὺς Τούρκους καὶ οἱ Τοῦρκοι σκόντο δὲν ἐγνώριζον. Παρῄτησαν λοιπὸν τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ὑπερετίμησαν τὰ νομίσματα, οὕτω δὲ εἶπον εἰς τοὺς ἀγοραστὰς, ὅτι τὸ πεντόδραχμον, τὸ ὁποῖον δίδεται ἀλλοῦ ἀντὶ 5 δραχμῶν, ἡμεῖς τὸ λαμβάνομεν ἀντὶ 5.20 ἢ καὶ 6. Ἰσχυρίζονται δὲ πολλοὶ, ὅτι τοῦτο δὲν πειράζει κανένα, καὶ ἑπομένως ἡ πολιτεία δὲν ὑποχρεοῦται νὰ τὸ ἐμποδίσῃ. Πρῶτον, κύριοι, τὸ γενόμενον ἐν Σύρῳ εἶναι ἀνωμαλία, ἥτις οὐδαμοῦ ἀπαντᾶται, καὶ τοῦτο εἶναι ἀρκετὸς λόγος ὅπως πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ καταργήσῃ νομοθετικῶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ ἀνωμαλία αὕτη ἔχει καὶ συνεπείας· ὁ μικρέμπορος ἀγοράζων ἀπὸ τὸν μεγαλέμπορον ποσότητα ἐμπορευμάτων, συμφωνεῖ νὰ πληρώσῃ εἰς νομίσματα κατὰ τὴν διατίμησιν, ἀλλ’ αὐτὸς πωλῶν λιανικῶς καὶ ἐπὶ πιστώσει δὲν δύναται νὰ κάμνῃ καὶ αὐτὸς συμφωνίας· ἑπομένως ἐὰν μέχρι τῆς εἰσπράξεως τῶν χρημάτων τοῦ ἐπέλθῃ αὔξησις εἰς τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος ζημιοῦται καὶ καταστρέφεται. Πωλήσας π. χ. καφφὲν ἀξίας 100 δραχμῶν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ αὔξησις τοῦ νομίσματος ἦτον 10% κάμνει λογαριασμὸν, ὅτι μέλλει νὰ λάβῃ δραχ. 90, ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ὑπερτιμηθῇ τὸ νόμισμα εἰς 20% θέλει ζημιωθῆ σπουδαίως, διότι θὰ εἰσπράξῃ μόνον 80 δραχμὰς. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοὺς μεγάλους ἐμπόρους ἡ ἀνωμαλία αὕτη δὲν βλάπτει καθόλου, διότι αὐτοὶ συναλλάσσονται συνήθως εἰς ξένα σταθερὰ νομίσματα· ὁ μικρὸς ὅμως ἔμπορος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τοιαύτας συμφωνίας, τοιούτους συμβιβασμούς. Ἑπομένως θεωρῶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀναγκαῖον ἢ τοὐλάχιστον ἐντελῶς ἀβλαβὲς, διότι καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ἀληθὲς, ὅτι ὅλοι οἱ ἔμποροι γνωρίζοντες τὰς συνεπείας τῆς ὑπερτιμήσεως συμφωνοῦσι σήμερον μεταξὺ των κατὰ ποῖον τρόπον θὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ, οὐδεὶς βλάπτεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν καὶ τινὲς μὴ ὄντες εἰς θέσιν νὰ κάμουν τοιαύτας συμφωνίας, διατί νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν; Ἄλλως τε, κύριοι, ὁ τόπος εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει ὡρισμένην ἀξίαν τὸ νόμισμα, ὑπόκειται εἰς τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουν καὶ ὅταν τίθεται εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν χαρτονόμισμα. Καὶ ἐξηγοῦμαι· ὅταν ὁ νόμος δίδῃ ὕπαρξιν εἰς τὸ εἰκονικὸν τοῦτο νόμισμα, τὰ μεταλλικὰ νομίσματα, τῶν ὁποίων ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία εἶναι ἴση μὲ τὴν ἐσωτερικὴν ἢ πραγματικὴν, φυγαδεύονται καὶ ὅλαι αἱ συναλλαγαὶ γίνονται εἰς χαρτονόμισμα· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ τὴν αὐτὴν ἀξίαν, ἐπέρχεται σύγχυσις εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ ἀκολουθοῦν ὅλαι αἱ ὀλέθριαι καὶ ἐπιβλαβεῖς συνέπειαι, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν ὅλοι. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ, ὅταν τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐκανόνισεν ὡς μέτρον τῶν ἀξιῶν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκε καὶ σωστὴν καὶ ὡρισμένην ἐσωτερικὴν ἀξίαν, τὸ καθιστῶμεν ἰδανικὸν καὶ αὐξομειοῦμεν κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν τιμήν του; Ἡ δραχμὴ ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἦναι τὸ πέμπτον τοῦ πενταδράχμου, ἀλλ’ ὅταν γίνεται τὸ ἕκτον ἢ τὸ ἕβδομον αὐτοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπακολουθήσωσιν ἀνωμαλίαι; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ἀναγκαῖον τὸν ὑπὸ συζήτησιν νόμον, πρὸς θεραπείαν μιᾶς ἀνωμαλίας, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν Σύρῳ ἐναντίον τῆς κανονικῆς πορείας τῶν πραγμάτων.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, διότι ἐσχημάτισα τινὰς ἰδέας ἐκ τῆς συζητήσεως, ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τὰς ὁποίας ἔλαβον· δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ θελήσω διὰ τῆς γνώμης μου νὰ κανονίσω τὰς συναλλαγὰς καὶ νὰ ἐξετάσω πράγματα μὴ ἀπαντώμενα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς ἕνα Νομόν· βεβαίως πολλὰ συμφέροντα εἰς τὸν Νομὸν ἐκεῖνον ὑπάρχουσι καὶ τὰς περὶ αὐτῶν πληροφορίας θέλουν δώσει οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ ὡς πεῖραν ἔχοντες αὐτῶν. Ἐγὼ μόνον παρατηρήσεις θέλω κάμει, διότι ἡ συζήτησις διαφωτίζει. Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου περιορίζομαι εἰς δύο παρατηρήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν ἀφορᾷ τὸ καθῆκον τῶν δικαστηρίων, ἡ δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐξουσίαν τῶν νομοθετῶν. Εἰς τὴν δευτέραν παρατήρησιν μοὶ δίδει ἀφορμὴν ἰδίως ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος κυρίου Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος, νομίζω, πολὺ καλὰ ἐνόησε τὸ πρᾶγμα εἰπὼν, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νόμου γίνεται ἐπὶ τῶν νομισμάτων ὅ,τι ἐγίνετο διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὰ εἰκονικὰ νομίσματα, δηλ. εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ τὰ χρεώγραφα· διότι ὅπως ταῦτα καταστρέφονται ἀπὸ τὴν ὑποτίμησιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκεινται, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει νόμος νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ὑποτίμησιν ταύτην, οὕτως ἀπαιτεῖται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ εἰς τὸ νὰ προλαμβάνῃ τὴν ἐνδεχομένην ὑποτίμησιν τῶν νομισμάτων τῶν μεταλλικῶν. Καὶ μὴ σᾶς φανῇ παράξενον τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω· διότι, ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν σήμερον τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καθὼς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, τοιουτοτρόπως ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ νόμους, ὁποῖος εἶναι ὁ ὑπὸ συζήτησιν, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι μίαν ἡμέραν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ κατασκευάσῃ νομίσματα μὲ ἀξίαν ὀλιγωτέραν τῆς πραγματικῆς, καὶ διὰ νόμου, ὁποῖος εἶναι ὁ ὑπὸ συζήτησιν, θὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ὑποτίμησιν αὐτοῦ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀφοῦ δύναται ἕνα ἁπλοῦν χάρτην, τυπωμένον μόνον, τὸ χαρτονόμισμα ἢ τὸ τραπεζικὸν, νὰ τὸ θέσῃ εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη· διότι τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀποφασίζεται ὡς ἔκτακτον μέτρον καὶ διαβατικόν. Ὁ νόμος ὅμως ὁ σημερινὸς δὲν παρουσιάζεται τοιοῦτος, δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ἐκτάκτου ἐξουσίας τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, παρουσιάζεται ὡς ὁμαλὸν καὶ κοινὸν δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ ἐπιβάλλειν ἀναγκαστικῶς τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐνῷ ἔχει συγχρόνως τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ· ἑπομένως ἔχει καὶ τὰ δύο δικαιώματα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι τὸ νὰ δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων νὰ ἐπιβάλλῃ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν εἰς νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πολὺ ὑποδεεστέραν ἀξίαν τῆς πραγματικῆς. Ἐννοῶ νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ καταφεύγῃ εἰς τοιαῦτα νομοθετικὰ πραξικοπήματα· δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ ἐπιβάλλωμεν διαρκῶς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ὁρίζομεν. — Παραιτῶν ἤδη τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου μεταβαίνω εἰς τὴν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος κάμνει διάκρισιν τῶν δύο ἰδιοτήτων ἃς ἔχει τὸ νόμισμα, ἤτοι τῆς ἰδιότητος τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐμπορεύματος. Ἀλλὰ ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι τὴν ἐπιβάλλει εἰς ἀμφοτέρας, διότι ἀμφότεραι συνυπάρχουσι καὶ συγχύζονται. Ἐὰν π.χ. ἔχετε μίαν δραχμὴν, ὁ εἷς ἠμπορεῖ νὰ σᾶς προσφέρῃ 90 λεπτὰ ὡς ἀξίαν, καὶ ὁ ἄλλος 90 λεπτὰ ὡς ἐμπόρευμα· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς σφάλλει φρονῶν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κανονισθῇ ἐπὶ τοῦ νομίσματος ὡς νομίσματος, ἐπιτρέπεται νὰ κανονισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ὡς ἀξίας. Διὰ νὰ ἐννοηθῶ καλλίτερα φέρω ἓν παράδειγμα· ὑποθέσατε νομίσματα τῆς Ἑλλάδος ἔχοντα ἀξίαν διπλασίαν ἢ τριπλασίαν τῆς ὀνομαστικῆς (φέρω παράδειγμα ἄτοπον διὰ νὰ ἐννοηθῇ καλλίτερα τὸ παράδειγμα) καὶ ὑποθέσατε, ὅτι ἐπέρχεται ὁ νόμος, ὅστις κανονίζει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, σᾶς φαίνεται, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐμπορεύματος καὶ ἀξίας; Ἡ δραχμὴ αὕτη θὰ ὑπερτιμηθῇ κατὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὑτῆς ἀξίαν, θὰ παύσῃ νὰ ᾖναι νόμισμα, καὶ τότε τί κατωρθώσατε; καὶ ἂν δὲν ᾖναι ἄτοπον νὰ ὑπερτιμηθῇ ὡς ἐμπόρευμα, πῶς ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι ἄτοπος ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὴν ἀξίαν, καὶ ἐπιβάλλων ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν! Διὰ τοῦτο, κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ κοινωνία πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα καὶ μετὰ ταῦτα δίδω τὴν ταπεινήν μου γνώμην εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα νὰ μιμηθῇ τοὺς νομομαθεῖς, οἵτινες πρὸ ἡμῶν ὑπῆρξαν καὶ ἰδίως ἐκείνους, οἵτινες εἰσήγαγον τὸ νομισματικόν μας σύστημα. Ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος εἶπε διὰ τῆς νομισματικῆς διατιμήσεως, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἠθέλησε παρὰ νὰ κανονίσῃ ἓν καὶ μόνον πρᾶγμα: ὅταν δὲν ὑπάρχῃ συμφωνία ἰδιαιτέρα, τί ἰσχύει ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἰδίως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Αὐτὸς ἦτον ὁ ἕνας σκοπὸς, ὁ δὲ δεύτερος σκοπὸς ἦτο νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ δημοσίου· ποτὲ ὅμως δὲν ἐνόησεν ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν νομισματικὴν διατίμησιν ὑποχρεωτικῶς ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὥστε νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ὑποτίμησιν καὶ ὑπερτίμησιν τοῦ νομίσματος· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν σᾶς φέρω τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Αὐτὸ διὰ νὰ κατορθώσῃ τὸν σκοπόν του περιέχει τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ παραλείψῃ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν προηγούμενον νόμον. Τί λέγει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; «Πᾶσα δὲ ἐναντία ἔγγραφος συμφωνία .........εἶναι ἄκυρος». Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἀπαντήσετε εἰς τὸν παλαιὸν νόμον. Ὁ παλαιὸς νόμος ἐννοοῦσεν, ὅτι ὁσάκις δὲν ὑπῆρξεν ἐναντία συμφωνία, τότε ἰσχύει αὐτός· καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ γίνεται τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Κεχαγιᾶς παρετήρησεν, ἤτοι ὅπως μὴ ᾖναι ἀνάγκη ἑκάστοτε νὰ ὁρίζωνται νέα μέτρα. Ἀλλὰ περαιτέρω τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ ἀτοπήματος δὲν προέβη ὁ νομοθέτης τοῦ 1834· καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκετε εἰς τὸν παλαιὸν νόμον τὴν διάταξιν, ὅτι πᾶσα ἐναντία συμφωνία εἶναι ἄκυρος. Φοβοῦμαι δὲ μήπως θέλοντες νὰ φέρωμεν διόρθωσιν, βλάψωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου καὶ τὴν κοινωνίαν, οὐχὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἀλλὰ ῥίπτοντες τὸν σπόρον μιᾶς κοινωνικῆς βλάβης. Ἐὰν, κύριοι, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐκ διαφόρων περιπετειῶν ἤθελον καταντήσει εἰς κατάστασιν, ἥτις νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἠμποροῦμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τοῦτο, ἤτοι νὰ κάμωμεν νόμισμα τέλος πάντων, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ὀλιγωτέραν ἀξίαν τῆς ὀνοματικῆς. Σκεφθῆτε, ὅτι ῥίπτετε τὴν χρεωκοπίαν εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ· διότι τὸ νόμισμα, καθὸ νόμισμα ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ, θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἤθελα νὰ κάμω· ἡ δὲ δευτέρα παρατήρησις εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰ δικαστήρια. Εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ δικαστήρια παρηνόμησαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ παρανομῶσι, παραδεχόμενα ὡς ἀξίαν ἄλλην, παρὰ τὴν ὑπὸ τῆς διατιμήσεως κανονιζομένην. Πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν καλῶς ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τῶν δικαστηρίων εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἐὰν τὰ δικαστήρια παρέβησαν αὐτὸ τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τῶν δικαστηρίων, κύριοι, ὅταν καλῶνται νὰ ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν περί τινος συμφωνίας συνισταμένης εἰς χρήματα; Ὁ δικαστὴς ὀφείλει, εἰ μὲν ἡ συμφωνία εἶναι ἀναμφισβήτητος, νὰ ἀνακηρύξῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ δίκαιον, ἐὰν δὲ ἡ συμφωνία δὲν ᾖναι ἀναμφισβήτητος, τότε χρεωστεῖ νὰ τὴν ἑρμηνεύσῃ. Τί κάμνουν τὰ δικαστήρια τὴν σήμερον ἐν Σύρῳ; δύο διάδικοι παρουσιάζονται ἐνώπιόν των καὶ ὁ εἷς μὲ τὴν συμφωνίαν εἰς χεῖρας ζητεῖ τὴν ἐκτέλεσίν της· ὁ δ’ ἕτερος ἀντιλέγει ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ πληρωμὴ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν· τὸ δικαστήριον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσῃ, διότι δὲν τῷ ἀπαγορεύει κἀνένας νόμος νὰ προστρέξῃ εἰς ἑρμηνείαν, μηδενὸς νόμου ὁρίζοντος, ὅτι ἡ διατίμησις εἶναι ὑποχρεωτική, καὶ δὲν συγχωρεῖται ἀμφισβήτησις ἕνεκα ἐναντίας συναλλαγῆς. Λοιπὸν τὰ δικαστήρια ἐνεργοῦν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἤθελον πράξει παρὰ τὸ καθῆκον αὐτῶν, βλέποντα, ὅτι ἡ Σύρος ἐτήρησεν αὐτὴν τὴν σειράν, ἐὰν ἔλεγον ὅτι ἡ συμφωνία εἰς οὐδὲν χρησιμεύει. Λοιπὸν πᾶσα σύμβασις γενομένη ἐν Σύρῳ καὶ μὴ διαλαμβάνουσα τὴν ῥῆσιν δραχμὰς κατὰ τὴν διατίμησιν, ὑπόκειται εἰς ἑρμηνείαν κατὰ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ ἀγορὰ αὕτη ζῇ, τὰ δὲ δικαστήρια δὲν παρανομοῦν ἑρμηνεύοντα· ἐξ ἐναντίας ἤθελον παρανομήσει, ἐὰν δὲν ἔπραττον ὅπως πράττουσι. Μόνον μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου ἐπιβάλλονται δεσμὰ εἰς τὰ δικαστήρια· διότι τὸ νομοσχέδιον ἐξομοιοῖ τὰς τοιαύτας συμβάσεις μὲ τὰς ἀντιβαινούσας εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη (δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον) καὶ τὰς ἀπαγορεύει. Ἐκτὸς δὲ τῶν δύο αὐτῶν λόγων, παρατηρῶ, ὅτι διὰ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ πραξικόπημα, ἀπῃτεῖτο τοὐλάχιστον νὰ ὑπάρξῃ ζωηρὰ φωνὴ, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, διότι οὔτε οἱ ῥήτορες δὲν μᾶς ἐξέθεσαν....
§126ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχουν ἐκθέσεις.
§127ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐσύστησεν ἐπιτροπὴν μάλιστα.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βέβαια, ἂν ὑπάρχῃ γενικὴ ἐξέγερσις εἰς τὸν τόπον ἐναντίον τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος, τότε τὸ καταλαμβάνω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἐξετασθῇ· ἀλλὰ ἐγὼ τοιαύτην γενικὴν ἐξέγερσιν δὲν ἤκουσα, δὲν τὴν βλέπω μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Δὲν ἐννοῶ ὅμως ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν δικτατορίαν νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸ νόμισμα, ἐκτὸς μερικῶν περιστάσεων, ἐκτάκτων καὶ διαβατικῶν.
§129ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ, κύριοι, τί γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία· πρό τινος καιροῦ ὁ νομάρχης Σύρου ὑπέβαλεν ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην παρὰ πολλῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου· διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ νομάρχου παρίσταται ἡ κατάστασις ἡ νομισματικὴ ἐν Σύρῳ λίαν ἀνώμαλος, καὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ταχίστην πρόνοιαν περὶ τῆς θεραπείας αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Ἐνόμισα καλὸν νὰ μὴ προέλθω εἰς αὐθαίρετον λύσιν καὶ διὰ τοῦτο προεκάλεσα τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐξ ἐμπόρων καὶ τραπεζιτῶν· τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ συνέλθωσιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μελετήσωσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ἔμενεν ἐκκρεμές· αἴφνης παρουσίασαν οἱ κύριοι βουλευταὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ λάβῃ τὴν γνώμην εἰδικῶν περὶ τὰ τοιαῦτα· ἡ Βουλὴ ἤκουσε τὰς γνώμας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ....
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἰδοῦμεν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν;
§131ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Παριστάνουν τὸ κακὸν καὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς θεραπείαν.
§132ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀποκρούω, κύριοι, ὅλαις δυνάμεσι τὰς αἰτιάσεις τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Δημητριάδου, εἰπόντος ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπηγορεύθη δῆθεν ἀπὸ πνεῦμα κερδοσκοπικόν· τοὐλάχιστον ἐγὼ καὶ ὁ κ. Χρηστίδης δυστυχῶς ἐξαιρούμεθα παραπολὺ, διότι δὲν ἔχομεν οὔτε νὰ δώσωμεν, οὔτε νὰ λάβωμεν, καὶ ἀποκρούω τὴν συκοφαντίαν αὐτήν· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἰδέαν, δίδω εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ εὕρῃ ἕνα πολίτην, ἕνα καὶ μόνον, κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος νὰ ἀντιστρατεύηται εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ τοῦ δίδω τὸ δικαίωμα ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ νὰ μὲ ὀνομάσῃ μὲ τὴν λέξιν τοῦ συκοφάντου, ἐὰν ἀπαντήσῃ ὁποιονδήποτε θέλει ἄνθρωπον κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ἐὰν εὕρῃ ἕνα ἀντιστρατευόμενον εἰς τὴν δέαν αὐτήν· τοσοῦτον κατέστη ἡ ἀνάγκη τῆς διορθώσεως, τῆς καταλύσεως αὐτῆς, ἐπιθυμητή.
§133ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Χρηστίδης τί λέγει; Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου ζητήματος;
§134ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἐπιμελητήριον, κύριοι, δὲν εἶναι πρώτην φορὰν καθ’ ἣν ἀνεφέρθη περὶ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως. Εἰς πολλὰς περιστάσεις ἀνεφέρθη, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἔμεινε πρὸς βλάβην τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς τάξεως. Οἱ κεφαλαιοῦχοι καὶ οἱ ἔμποροι κατενόησαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ προλαμβάνουσι τὸ κακὸν, ἡ δὲ μικρὰ τάξις δὲν δύναται νὰ τὸ προλάβῃ. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὑπάρχει ὠφέλεια εἰς τοὺς συμπολίτας του, οἵτινες καταβαίνουν εἰς τὴν Σύρον νὰ ἀγοράσωσι, τοῦ λέγω, ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι καὶ οἱ ἔμποροι κατενόησαν τὴν ζημίαν των, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, τοὺς δένουσιν ἀπὸ τὰ τέσσαρα κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν· ὥστε πάει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠφελοῦσε τοὺς συμπολίτας του, ὥστε δὲν πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτοῦ ὁ κύριος Δαγρές. Ἀλλὰ τὸ κακὸν, κύριοι, ἀφοῦ προελήφθη ἀπὸ τὴν μεγάλην τάξιν, ὑπάρχει δυστυχῶς εἰς τὴν μικρὰν καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ προλάβῃ, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ὁ νόμος αὐτός. Ἐξηγοῦμαι, ἐὰν θέλετε, κύριοι, καὶ θὰ τὸ ἐννοήσητε, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὁμιλῶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντός μου, διότι εἰς ἡμᾶς τοὺς καταστηματάρχας θὰ ἐπέλθῃ βλάβη τις, ἀλλὰ καὶ αὕτη μόνον ἅπαξ καὶ κατόπιν θὰ τὴν κανονίσωμεν. Καὶ πῶς; ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, οἵτινες ἔχομεν βιομηχανικὰ καταστήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐργάζονται 30 καὶ 40 πρόσωπα, τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἐργάζονται εἰς τὰ καταστήματα μὲ μίαν μισθοδοσίαν 60 καὶ 70 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἐνῷ αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἐργάτης ὁ ἐρχόμενος ἔξωθεν, διότι ὁ τόπος δὲν ἔχει τοιούτους, ἔρχεται εἰς τὸ κατάστημα νὰ ἐργασθῇ ἓν ἔτος μὲ τὴν ἰδέαν νὰ πορισθῇ ὀλίγα χρήματα καὶ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον καὶ τακτοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας του, ὥστε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συμβαίνει νὰ πληρώνηται καθ’ ἑξαμηνίαν ἢ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους· ἀλλὰ τί συμβαίνει, κύριοι; ἐνῷ συμφωνεῖς τὸν ἄνθρωπον νὰ ἐργασθῇ, ἡ δραχμὴ εἶναι δραχμὴ, καὶ νομίζει, ὅτι λαμβάνει 70 δρ. μηνιαίως, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἢ τῆς ἑξαμηνίας θὰ τοῦ εἴπῃς 70 δραχμὰς, ἀλλὰ ἡ δραχμὴ πρὸς 1 καὶ 18/00 καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σὲ ἐνάξῃ, καὶ ἐν τούτοις ἀντὶ νὰ ἐργασθῇ διὰ 70 δραχμ. εἰργάσθη μὲ 55· τὸ αὐτὸ συμβαίνει διὰ τοὺς ἐργαζομένους μὲ ἡμερομίσθιον, διότι διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος κατήντησε νὰ ἐργάζηται ὁ ἐργάτης διὰ 4 δραχμὰς, ἐνῷ νομίζει, ὅτι λαμβάνει 6, τὰ δὲ τρόφιμα ὑπερετιμήθησαν ἐπίσης, συνεπείᾳ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος. Ἐν τούτοις αὐτοῦ τὸ ἡμερομίσθιον δὲν αὐξάνει, διότι ἡ αὔξησις τοῦ νομίσματος αὐξάνει ἀνεπαισθήτως, καὶ πῶς; διότι αὐτὴ ἡ ὑπερτίμησις δὲν αὐξάνει εἰς τὸ ἐμπόριον, τότε ἤθελα συμφωνήσει μὲ ὑμᾶς, ἀλλ’ αὐξάνει ἀνεπαισθήτως καὶ καταχρηστικῶς ἀπὸ τοὺς νομισματαλλάκτας, οἱ ὁποῖοι κατεστάθησαν ἡ μάστιξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως· καὶ ἅμα ὁ σαράφης εἴπῃ, ὅτι ἔχει 19%, ἐτελείωσεν· εἶναι δίκαιον ὁ νομισματαλλάκτης ἐκεῖνος νὰ κανονίσῃ τὴν δραχμήν, τὸ νόμισμα, ὅσον θέλει; ἂν προέρχεται ἀπὸ τὴν συναλλαγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον, ὑπομονή, ἀλλὰ προέρχεται ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς νομισματαλλάκτας, καὶ σήμερον τὸ ἔχουν 19 τὸ χαρτί, αὔριον συμφωνοῦν 20· ἐβγῆκεν ἡ λέξις 20, δὲν σταματᾷ, διότι πλέον δὲν καταβαίνει, ἐτελείωσεν. Ἐὰν εἴχαμεν ἓν παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπετιμήθη ἡ δραχμή, μάλιστα, ἀλλ’ αὐξάνει καὶ μένει διαρκῶς. Σᾶς παρακαλῶ τώρα, εἶναι δίκαιον ν’ ἀφήσητε εἰς τὸν αἰσχρὸν ἐκεῖνον νομισματαλλάκτην τοῦ ἐργάτου ἐκείνου τοῦ ἡμερομισθίου τὴν κατάστασιν ὅστις νομίζει ὅτι λαμβάνει τέσσαρας δραχμὰς ἡμερομίσθιον καὶ λαμβάνει πραγματικῶς 3,20; καὶ ἐνῷ λαμβάνει 4 δραχμὰς λογαριάζει τὸ ψωμὶ 40 λεπτὰ καὶ τὸ κρέας 2 δραχμάς; ἰδοὺ ἡ κατάστασις, ἥτις ἐπέρχεται. Μὲ τὰ πράγματα σᾶς ὁμιλῶ. Ἡ ἔκρυθμος αὐτὴ κατάστασις ὑπάρχει εἰς ἕνα νομὸν μόνον· εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ κατάστασις εἰς ἄλλο ἔθνος; Τοιαῦτα παραδείγματα θέλω νὰ μᾶς φέρετε, χωρὶς νὰ μᾶς φέρετε θεωρίας. Ἄλλο πρᾶγμα· τί συμβαίνει, κύριοι, εἰς τοὺς ὑπηρέτας; ὁ ὑπηρέτης, κύριοι, ὁ ἐρχόμενος ἔξωθεν νὰ ὑπηρετήσῃ, ἔρχεται μὲ τὴν ἰδέαν νὰ ὑπηρετήσῃ, νὰ οἰκονομήσῃ ὀλίγα χρήματα καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν οἰκογένειάν του κατοικοῦσαν ἔξω τῆς Σύρου· τὸν συμφωνῶ πρὸς 20 δραχμὰς τὸν μῆνα· ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸς ἐργάζεται εἰς τὴν οἰκίαν μου ἓν, δύο ἔτη· ὅταν αὐτὸς κατετάχθη εἰς τὴν οἰκίαν μου, αἱ 20 δραχμαὶ ἦσαν πραγματικαὶ 20· διὰ τοῦτο καὶ ἐσκέπτετο ὁ δυστυχὴς, ὅτι εἰς διάστημα δύο ἐτῶν θὰ συνάξῃ 500 δραχμὰς, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸν οἶκόν του καὶ θρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του· ἀλλὰ τί συμβαίνει; εἰς τὸ τέλος τῶν δύο ἐτῶν τῷ δίδω 20 δραχμὰς, ἀλλ’ ἰδανικὰς, κατὰ τὴν διατίμησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔκοψεν ὁ κερδοσκόπος ἐκεῖνος ἢ ὁ νομισματαλλάκτης· δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐμπόριον. Τί συμβαίνει λοιπόν, κύριοι; ἀντὶ νὰ λάβῃ 500 δραχμὰς λαμβάνει μόνον 300· εἶναι αὐτὸς ἀναμεμιγμένος εἰς τὸ ἐμπόριον; καὶ τί πταίει ὁ ὑπηρέτης εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξαν ἐνταῦθα; ποῖος πάσχει ἀπ’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν; πάσχει ἡ μικρὰ τάξις· αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια. Ἰδοὺ πράγματα, ἰδοὺ γεγονότα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ μεγάλη τάξις δὲν ἔχει καμμίαν ἀνάγκην ἀπ’ αὐτὸν τὸν νόμον, διότι αὐτὴ εἶναι κυρία ἑαυτῆς καὶ ἀγοράζει τὸ νόμισμα ὅπως θέλει, ἡ μικρὰ, ἡ δυστυχὴς τάξις εἶναι, ἥτις ὑποφέρει, τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων, αὐτὴ εἶναι ἥτις ὑποφέρει ἐκ τῆς ἐκρύθμου αὐτῆς καταστάσεως τοῦ νομίσματος. Ἀφήσατε λοιπὸν τὰς θεωρίας καὶ ἐλᾶτε εἰς ἓν συμπέρασμα θετικόν. Ζητοῦμεν ὅ,τι συμβαίνει εἰς ὅλον τὸ κράτος· τίποτε περισσότερον.
§135Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει μία ἰδέα περὶ ἀναβολῆς.
§136ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς παρατεταμένας ἀγορεύσεις ἤθελεν εἶναι περιττὸν (θόρυβος)· ἂν θέλετε νὰ συζητήσωμεν, καλῶς· ἄλλως νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις.
§137ΤΙΝΕΣ. Νὰ κλείσῃ· εἶπον τόσα καὶ ὑπὲρ καὶ κατά.
§138ΡΟΥΦΟΣ. Ἐσκοτίσθημεν, κ. πρόεδρε.
§139ΤΙΝΕΣ. Ἐρωτήσατε, κ. πρόεδρε, τὴν Βουλὴν, θέλει νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, ναὶ ἢ ὄχι;
§140ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι εἰσέτι ὥριμον· ἴσως ἦτο καλὸν ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§141ΤΙΝΕΣ. Διὰ δύω, τρεῖς ἡμέρας· διὰ τὴν δευτέραν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἢ τὴν ἀναβολήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη.
§143ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω φέρει τὸν λόγον περὶ τοῦ ζητήματος κυρίως, διότι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν· μίαν μόνον παρατήρησιν θέλω κάμει ἀπέναντι τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐνόμισεν, ὅτι αὐτογνωμόνως διὰ τῆς τροπολογίας του ἐρχόμεθα νὰ λύσωμεν ἓν ζήτημα, καὶ πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἰς αὐτήν· ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται ὁ νόμος αὐτὸς νὰ κανονίσῃ τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς (θόρυβος) ἐὰν ἤθελεν εἶναι ἄδικον νὰ ὁρισθῇ ἡ σημερινὴ ἀξία τῆς δραχμῆς διὰ τὰς πληρωμὰς, δὲν ἤθελεν εἶναι ἐπίσης ἄδικον νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἀξία τῆς δραχμῆς ἐκείνη τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει κατὰ τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τῆς τελευταίας ἡμέρας· καὶ ἐνῷ ἤθελεν εἶναι ἐπίσης ἄδικον, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ δὲν φαίνεται δίκαιον· ἐλήφθη δὲ ὡς ἀξία τὰ 18 λεπτὰ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τῶν κατοίκων τῆς Σύρου (διάφοροι συνομιλίαι θορυβώδεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν). Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἀξίας τῶν 18 λεπτῶν εἶναι νόμιμος καὶ πρέπει νὰ γείνῃ νομοθετικῶς, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰς δίκας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγερθῶσι.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.
§146ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριοι. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, κ. Δεληγεώργης, εἶπεν, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ προσβάλλει ἀρχὰς δικαίου, συνάμα δὲ, ὅτι καθίσταται περιττὴ, διότι τὰ δικαστήρια κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην, μέχρι τοῦδε ἐδίκαζον καλῶς. Δὲν συμφωνῶ οὔτε εἰς τὸ ἓν οὔτε, εἰς τὸ ἄλλο. Ἐν πρώτοις, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἂν καλῶς δὲν λάβωμεν γνῶσιν τὶ νομισματικὴ μονὰς, καὶ τὶ ἐστὶ διατίμησις· ἄνευ τῆς γνώσεως αὐτῶν τῶν πραγμάτων εἶναι ἀδύνατον νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Τί ἐστί, κύριοι, νομισματικὴ μονάς; διὰ νὰ τὸ ἐννοήσητε, θὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ σᾶς εἴπω, τὶ ἐγίνετο εἰς τὴν ἀρχαιότητα, πρὶν ἐπέλθῃ ἡ μονὰς αὐτή· ὁ μὲν ἔδιδε τὸ βῶδι του καὶ ἐλάμβανε 3, 4 πρόβατα, ὁ ἄλλος τὸ ἄροτρόν του, τὸ σιτάρι του κτλ. καὶ ἐλάμβανεν ἄλλα εἴδη· δὲν ὑπῆρχε νόμισμα· ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ ἐγίνετο τοιουτοτρόπως· ἀφαιρέσατε τὴν ἰδέαν τοῦ νομίσματος, καὶ θὰ ἴδετε πόσας δυσκολίας θὰ ἀπαντήσητε, ἂν πρόκηται νὰ ἀνταλλάξητε τὴν οἰκίαν σας μὲ ἄλλα πράγματα τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην· αὐταὶ αἱ δυσκολίαι ἐξέλιπον ἅμα ἐξῆλθε τὸ νόμισμα. Τί ἐστὶ νόμισμα; ὑπάρχουν πολλαὶ ἐσφαλμέναι ἰδέαι, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῶν ἀνθρώπων τοῦ νὰ δώσουν ἀξίαν εἰς αὐτὰ τὰ μέταλλα, εἰς τὸν χρυσὸν καὶ ἄργυρον· ὄχι· τὴν ἀξίαν τὴν ἔχουν ἴσην ὅπως ὁ σίδηρος, διότι τὸν μεταχειριζόμεθα νὰ φτιάσωμεν πλοῖα κτλ. τὸν δὲ χρυσὸν τὸν μεταχειριζόμεθα εἰς σκεύη πολυτελῆ, καὶ τὸν ἄργυρον ἐπίσης· ὅθεν ἄνευ τῆς ἰδέας τοῦ νομίσματος ἡ ἀξία ὑπάρχει μέσα εἰς τὸ μέταλλον, καὶ εἶναι τόση ὅση ἀποκτᾶται διὰ τὴν ἀπόκτησίν του, ὅπως ἡ ἀξία τοῦ σίτου προσδιορίζεται διὰ τῶν μέσων τῶν προκαταβαλλομένων διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν καλὸν τὸν σῖτον· τοιουτοτρόπως εἶναι καὶ διὰ τὰ μέταλλα· οἱ καταγινόμενοι εἰς τὴν ἐξόρυξιν τῶν μετάλλων κάμνουν ἔξοδα, καὶ τὸ σύνολον τῶν καταβολῶν καὶ τῶν ἐξόδων ἀποτελεῖ τὴν ἀξίαν τοῦ μετάλλου. Λοιπὸν, ἐν πρώτοις, διὰ νὰ διευκολύνουν τὰς συναλλαγὰς, ἤρχισαν ν’ αὐξάνουν τὸ μέταλλον. Ἀντὶ νὰ ἀλλάσσουν τὸν βοῦν μὲ τόσας αἶγας, τὸν ἀντήλλαττον μὲ τόσας ὀκάδας ἀργύρου, χρυσοῦ· καὶ ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ δραχμὴ εἰς τοὺς ἀρχαίους· χρόνους; δράμι, ὅπως λέγομεν ἡμεῖς. Ἐπωλοῦσεν ἕνας τὸν βοῦν του καὶ ἐλάμβανε τόσα δράμια ἀργύρου ἢ χρυσοῦ· οἰκονομολογικῶς δραχμὴ ἐν τοῖς ἀρχαίοις χρόνοις θὰ εἰπῇ μονὰς βάρους, ὅπως ἡμεῖς λέγομεν τὸ δράμι.
§147ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς τὸ προκείμενον.
§148ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῆτε, ὅτι νομισματικὴ μονὰς δὲν θὰ εἰπῇ παρὰ ποσότης προσδιωρισμένη χρυσοῦ ἢ ἀργύρου, ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νόμος, «ἡ δραχμὴ σύγκειται ἀπὸ 4 γραμμάς·» λοιπὸν, ἀφαιρέσατε κατὰ μέρος τὴν ἰδέαν τῆς ἀξίας καὶ λάβετε τὸ βάρος· αὐτὸ ἀξίζει μίαν δραχμήν· δηλ. 4 γραμμὰς ἀργύρου. Λοιπὸν ἅμα παραδεχθῆτε, ὅτι νομισματικὴ μονὰς δὲν θὰ εἰπῇ τίποτε ἄλλο παρὰ ὡρισμένη ποσότης ἀργύρου, τὸ ζήτημα λύεται ἀμέσως. Ὁ κ. Δεληγιώργης εἶπε, πῶς; θὰ ἔλθωμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν ἀνθρώπων νὰ δίδουν οἱανδήποτε τιμὴν θέλουν εἰς τὰ νομίσματα; ἴδετε· ἂν παραδεχθῆτε ὡς ὀρθὸν τοῦτο, ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ; θὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς ἀνθρώπους τὰς 100 ὀκάδας νὰ μὴ τὰς λάβουν 100, ἀλλ’ 110· ὅταν θέλουν τὰς 110 ὀκάδας νὰ τὰς λάβουν 100, αὐτοὶ παραλογίζονται· κηδεμὼν δὲν ἔγεινα ἐγὼ, ἀλλ’ ἀνώτερος ἐμοῦ καὶ αὐτῶν, ὁ νόμος, ὅστις προσδιώρισε διὰ τὰς συναλλαγὰς τῶν πολιτῶν, ὅτι ἡ δραχμὴ σύγκειται ἀπὸ 4 γραμμὰς καὶ περιέχει 100 λεπτὰ, ὄχι λόγῳ πολυτελείας ἢ ἰδιοτελείας ἢ συμφέροντος, ἀλλὰ λόγῳ εὐκολίας τῆς συναλλαγῆς τῶν ἀνθρώπων· διότι ποία ἀνάγκη ἦτο; εἰς τοὺς πρώτους χρόνους οἱ ἄνθρωποι συνηλλάττοντο, ὡς εἶπον, δίδοντες τὴν λάμπαν καὶ λαμβάνοντες τὴν καρέκλαν, ἦλθεν ἕνας χρόνος καὶ εἶπον, εἰς αὐτὰς τὰς συναλλαγὰς νὰ μεταχειριζώμεθα ὡς πράγματα ἀξίας τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσὸν καὶ τὰ μέταλλα, διότι ἐνῷ δὲν φθείρονται, εἰς μικρὸν ὄγκον περιέχουν καὶ ἀξίαν μεγάλην, διότι μετεχειρίζοντο καὶ τὸν σίδηρον, ἀλλ’ ἐχρειάζετο μέγας ὄγκος· λοιπὸν δὲν ἦτο κηδεμονία τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ῥυθμίσουν τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν διὰ τὰς συναλλαγάς.
§149ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀναγκάζῃς τὸν συναλλαττόμενον, ἐν ᾧ ἐκεῖνος εἶναι ἐλεύθερος νὰ δεχθῇ ὅσον θέλει, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ἐμποδίσητε πόσον θὰ προσδιορίσῃ τὸ καντάρι.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον τὸν λέγω δόλιον, διότι ἐξαπατᾷ τὸν συναλλαττόμενον· ὅπως ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὸ χαρτοπαίγνιον, τοιουτοτρόπως ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὰς συναλλαγὰς αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον· διότι ὅταν τὰς 100 ὀκάδας τὰς πωλεῖ δι’ 110, ἐννοεῖται τοῦτο. — Λοιπὸν νομισματικὴ μονὰς θὰ εἰπῇ ὡρισμένη ποσότης βάρους, καὶ τοῦτο δὲν σύγκειται οὔτε ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἑνὸς, οὔτε ἀπὸ τοῦ ἄλλου, διότι ἄλλως ἡ ὀκὰ εἰς τὴν μίαν περίστασιν θὰ ἔχῃ 410 δράμια, εἰς τὴν ἄλλην 400· ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ δραχμὴ ἀντὶ 100 πρέπει νὰ ἔχῃ 118 λεπτὰ, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ ὀκὰ πρέπει νὰ ἔχῃ 410 δράμια. Αὐτὸ λοιπὸν θὰ εἰπῇ νομισματικὴ μονάς. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄλλο, εἰς τὴν διατίμησιν τῶν νομισμάτων· ἐκεῖ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. δεληγιώργης, καὶ τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπαζαφειρόπουλος, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐμποδίσωμεν νὰ ὑπερτιμηθῇ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα νόμισμα; ὄχι· ἀλλ’ ἄλλο διατίμησις ξένων νομισμάτων καὶ ἄλλο ἐθνικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ γίνωνται αἱ συναλλαγαὶ· νομίζετε ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἀντιβασιλείας προσδιώρισαν τὴν τιμὴν τῶν ξένων νομισμάτων, καὶ εἶπον ὅτι τὸ Γαλλικὸν τάλληρον ἔχει 5,58, τὸ Γερμανικὸν 5,78, τὸ Ἀμερικανικὸν 6 δραχμὰς, ἔτσι αὐθαιρέτως τὸ ἔκαμαν; ὄχι· ἐζύγισαν, καὶ 6 δραχμὰς ἔδωκαν εἰς τὸ δίστηλον τὸ ἀμερικανικὸν, διότι ἦτο τὸ διπλάσιον τῆς δραχμῆς· καὶ ἂν παρατηρήσητε. Θὰ εὕρητε τὸ 6πλάσιον τῆς δραχμῆς εἰς τὸ δίστηλον· δὲν ἔκαμαν τὴν διατίμησιν παρὰ ἀφ’ οὗ ἐζύγισαν τὰ ξένα τὰ μέταλλα, τὰ ξένα νομίσματα καὶ ἀναλόγως τοῦ βάρους καὶ εἰς κάθε πέντε δραχμὰς καὶ τόσα ἑκατοστὰ ἔδιδον αὐτὸ τὸ ὄνομα· λοιπὸν ἤθελε λάβει τὸ Γαλλικὸν 5,58; τὸ ἔλαβε, διότι ἐζυγίσθη καὶ εὑρέθη ὅτι εἶχε 5 δραχμὰς καὶ 58/100. Τώρα τὸ ξένον νόμισμα εἶναι ἐμπόρευμα, διότι ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ζήτησις εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τὰ Γαλλικὰ νομίσματα, εἰς τὴν Ἰταλίαν διὰ τὰ Γερμανικά· τότε οἱ ἔμποροι, οἱ τραπεζῖται δίδουν τὴν λεγομένην ἀγοραίαν ἀξίαν, διότι θέλουν τὸν ἄργυρον τὸν φέροντα τὸν τύπον τοῦ Γαλλικοῦ ἢ τοῦ Γερμανικοῦ, ἐπειδὴ τόν κατασταίνουν ἐμπόριον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτων τῶν νομισμάτων, διότι ἠμποροῦν νὰ ὑπερτιμηθοῦν, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν πρόκειται, καὶ πρέπει νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς· ἠμποροῦν οἱ πολῖται ἐνταῦθα νὰ ὑπερτιμήσουν τὰ ξένα νομίσματα ὅσον θέλουν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομισματικὴν μονάδα δὲν δύνανται, διότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, καὶ διότι ἐπανερχόμεθα εἰς τοὺς πρώτους χρόνους, ὅτε δὲν ὑπῆρχε νομισματικὴ μονάς, ἀλλ’ αἱ ἀλλαγαὶ ἐγίνοντο μὲ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, μὲ σῖτον, μὲ βούτυρον κτλ. Θέλετε νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν; ἐκεῖ καταντῶμεν· διότι ὅταν μοῦ λέγετε, πῶς; ὁ πολίτης εἶναι ἐλεύθερος νὰ κάμῃ οἱανδήποτε συμφωνίαν, λέγω, ναὶ, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ νόμου· ὁ νόμος προσδιώρισεν ὡς μονάδα νομισματικὴν τὴν δραχμὴν τὴν ἔχουσαν τόσον βάρος· ἔχει 100 λεπτὰ· ὅταν τῷ λέγετε, θὰ μοῦ πληρώσῃς 100 δραχμάς, ἀλλὰ θὰ μοῦ δώσῃς τὴν δραχμὴν 118 λεπτά, εἶναι νόμιμος συμφωνία αὐτή; ὄχι.
§151ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν ᾖναι ἰδιαιτέρα συμφωνία;
§152ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου τι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐπρόσεχεν, ἤθελε κηρυχθῇ ὑπὲρ τῆς προτάσεως· σᾶς εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὑπερτίμησις ἤρχισε ν’ αὐξάνῃ καθ’ ἡμέραν, μερικοὶ προβλεπτικοὶ ἄνθρωποι θέλοντες νὰ προλάβουν πᾶσαν ζημίαν, ἤρχισαν νὰ κάμουν τὰ γραμμάτιά των ὅταν δανείζουν καὶ πωλοῦν ἐμπορεύματα ὄχι πλέον μὲ τὸ νόμισμα τὸ ἀγοραῖον, ἀλλὰ τῆς διατιμήσεως, δηλ. τοῦ νόμου, καὶ ἐκεῖνοι ἐξασφαλίζονται, διότι νομίζουν ὅτι ὅταν πωλοῦν τὸ ἐμπόρευμά των ἢ ὅταν δανείζουν 100 Γερμανικὰ τάληρα, ὅτι θὰ πάρουν 578 δραχ. καὶ δὲν τρέχει κανένα κίνδυνον οὔτε ὁ δανειστὴς οὔτε ὁ ὀφειλέτης, καὶ αὐτὴ ἡ συμφωνία στηρίζεται εἰς τὸν νόμον καὶ αὐτοὺς θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ.
§153ΔΑΓΡΕΣ. Ἀπὸ τοὺς κερδοσκόπους.
§154ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ κερδοσκόποι, εἶπες, διὰ νὰ προλάβουν τὴν ζημίαν ἔπαυσαν νὰ κάμουν τὰ γραμμάτιά των εἰς ἀγοραῖον νόμισμα, καὶ ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ τὰ κάμουν εἰς νόμισμα τῆς διατιμήσεως· καὶ τοιουτοτρόπως συναλλάττονται καὶ τὸ δημόσιον, καὶ τὰ τελωνεῖα, καὶ ἀκόμη, τὸ κατάστημα τῆς τραπέζης. Ἀπ’ ἀρχὰς ἡ τράπεζα δὲν γνωρίζει ἀγοραῖον νόμισμα ἀλλὰ ταμιακὸν, καὶ ὅταν δανείζῃ καὶ ὅταν ἐπιστρέφουν οἱ ὀφειλέται, λογαριάζει κατὰ τὴν διατίμησιν· ἀλλὰ μία ἄλλη τάξις ἀνθρώπων συναλλάττονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῆς δραχμῆς· αὐτοὶ θὰ ὑποφέρουν· ἠμποροῦν νὰ ὑποφέρουν οἱ ὀφειλέται ἢ οἱ δανεισταί, κατὰ τὴν τάσιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ πρᾶγμα, θὰ ὑποφέρουν μᾶλλον οἱ δανεισταί, διότι ἐν ᾧ πρότερον· φέρω τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, διὰ νὰ ἐννοήσητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑπερτιμήσεως τῶν ξένων νομισμάτων· πρῶτον ἦτο 110, τὰ 100 ἐδίδοντο ἀντὶ 110, τοὐτέστιν ἕνας ἔμπορος ἀγοράσας ἐμπόρευμα εἰς ἀγοραῖα νομίσματα 110 δραχ. ἔδιδεν ὁ ἀγοραστὴς ἓν γραμμάτιον 100 δραχ. καὶ ἐξωφλοῦσε τὸ χρέος του, ἐν ᾧ ἦτο 110. Τώρα πόσον ἔφθασε; 118· ἑπομένως ἕνας, ὅστις ὀφείλει 118 δραχμὰς, ἐξοφλεῖ τὸ χρέος του μὲ 100 δραχμὰς, ὄχι μὲ νομίσματα, ἀλλὰ μὲ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Αὐτὴ ἡ κατάστασις θέλετε νὰ παραταθῇ; ἐὰν παραταθῇ, μεγαλείτερον κίνδυνον τρέχουν εἴτε οἱ μὲν εἴτε οἱ δὲ· δὲν ἀπαλλάττει αὐτὸ τοὺς πολίτας ἀπὸ τοῦ νὰ τοὺς ὑποχρεοῖ εἰς τὴν γενικὴν ἰδέαν τῶν νομίμων συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ τὰς ὁποίας οἱ κερδοσκόποι κατὰ τὸν κ. Δαγρὲν ἔλαβον τὸ μέτρον εἰς τὴν Σύρον νὰ ἐφαρμόσουν; Ὅσοι ἀντίκεινται εἰς τοῦτο, θὰ παραδεχθοῦν, ὅτι εἰς τὴν Σύρον πρέπει νὰ ὑπάρχουν δύο νομισματικαὶ μονάδες. Κύριοι, σήμερον καταγίνονται ὅλα τὰ ἔθνη, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν ἡ νομισματικὴ μονὰς νὰ ᾖναι μία καὶ ἡ αὐτὴ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ διὰ τοῦτο πέντε ἐπικράτειαι παρεδέχθησαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν μονάδα· ἡ Γαλλία, τὸ Βέλγιον, ἡ Ἑλβετία, ἡ Ἰταλία καὶ ἡμεῖς ἐσχάτως, καὶ δὲν ἠξεύρω, ποῖαι ἄλλαι ἐπικράτειαι παρεδέχθησαν ὡς νομισματικὴν μονάδα τὸ φράγκον, διὰ νὰ διευκολύνουν τὰς συναλλαγὰς, ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν πολιτῶν μιᾶς ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν· καὶ ἡμεῖς, θέλετε, ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας, νὰ ἔχωμεν δύο νομισματικὰς μονάδας, ἡ μία νὰ ἔχῃ 100 λεπτὰ, καὶ ἡ ἄλλη 118; Ἐγὼ ὡς Ἕλλην ἐντρέπομαι, ὅταν βλέπω τοιαύτην κατάστασιν εἰς τὴν Σύρον, ἡ ὁποία ὡμοίαζε καὶ ὁμοιάζει μὲ τὴν Τουρκικήν· μόνον εἰς τὴν Τουρκίαν ἐπεκρατοῦσεν ἐκεῖνο τὸ σύστημα· ἐν τούτοις ἡ Τουρκία ἐκανονίσθη ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ, καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ βλέπωμεν τὴν ἀσχημίαν αὐτήν; Εἶναι ἐντροπή μας, κύριοι.
§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, λέγετε, ὅτι ἐντρέπεσθε, διότι βλέπετε αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν. Σᾶς ἐρωτῶ, τί αἴσθημα ἠθέλατε αἰσθανθῇ, ἐὰν συνέβαινε τὸ ἑξῆς; ὁ χαλκὸς ὑπετιμήθη, ἐὰν ὑποτιμηθῇ καὶ ὁ χρυσὸς διὰ τὴν ἀνακάλυψιν χρυσούχου μεταλλείου θ’ αὐξήσῃ κατὰ συνέπειαν ἡ ἀξία τοῦ ἀργύρου, κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν Σύρον ὑπάρχει μεγάλη ζήτησις τοῦ ἀργύρου καὶ ἡ κοινωνία θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ ὑψώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀργύρου, ἀλλὰ σεῖς διὰ τοῦ νόμου τοὺς ἀναγκάζετε νὰ μὴ ὑψώσουν τὸν ἄργυρον. Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία θὰ αἰσθανθῇ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς; καὶ ἐπειδὴ τὸ ἀπαγορεύετε νὰ βλέπετε τὸν ἄργυρον ὅλον ἐξερχόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι αὐτὸ θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ὁ ἄργυρος θὰ ᾖναι ὑπερτιμημένος, θὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ διατηρηθῇ, διότι τὸ μόνον μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διατηρηθῇ, ἀπαγορεύεται διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπλάσατε· τότε, σᾶς παρακαλῶ, ποῖον αἴσθημα θέλετε αἰσθανθῆ, ἀφ’ οὗ σήμερον σᾶς φαίνεται ἄξιον ἐντροπῆς;
§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. δεληγιώργης, εἶναι ἓν πολὺ σπουδαῖον ζήτημα, σπουδαιότατον, καὶ τὸν εὐχαριστῶ, διότι μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον καὶ εἰς αὐτό. Πολλὰ ἔθνη ἔχουν μικτὸν λεγόμενον νομισματικὸν σύστημα, τοὐτέστιν ἔδωκαν ἀξίαν καὶ εἰς τὸν χρυσὸν καὶ εἰς τὸν ἄργυρον νομιμοποιημένην, ἡ Γαλλία, ἡ Αὐστρία, ἡ Ῥωσσία, ἡ Ἀγγλία. Ἡ Ἀγγλία ἀναχωρήσασα ἀπὸ μίαν ἀρχὴν ὀρθοτάτην ἔδωκε μόνον εἰς τὸν χρυσόν· τὸν ἄργυρον τὸν ἐθεώρησεν ὡς ἐμπόρευμα, διότι, κύριοι, ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ νὰ ὑπάρχουν εἰς μίαν ἐπικράτειαν δύο μέτρα καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσδιορίσητε διὰ νόμου τὴν παντοτεινὴν σχετικὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸν ἄργυρον, πρᾶγμα ἀδύνατον. Δύνασθε διὰ νόμου νὰ κανονίσητε τὴν τιμὴν μεταξὺ τοῦ σίτου καὶ τῆς κριθῆς; Ὅσα ἔθνη παρεδέχθησαν αὐτὸ τὸ μικτὸν σύστημα, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσδιορίσουν διὰ νόμου τὴν σχετικὴν τιμὴν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὰ ἄλλα κράτη τὴν ἀναλογίαν 1 πρὸς 14½, τοὐτέστι μία δραχμὴ χρυσῆ νὰ ἰσοδυναμῇ μὲ 14½ ἀργυρᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ σχετικὴ τιμὴ, διότι, ἐὰν προσδιώριζον τὴν σχετικὴν τιμὴν, δὲν ἠδύναντο νὰ κατασκευάσουν τὰ εἰκοσάφραγκα, διότι πόσον βάρος θὰ δώσητε εἰς τὸ εἰκοσάφραγκον; πρέπει νὰ δώσητε τὸ βάρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ, ὅταν σχετίσετε τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸν ἄργυρον, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον. Τοῦτο ὅμως ὅσα ἔθνη τὸ ἔπραξαν, εὑρέθησαν πολλάκις εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δεληγιώργης, ἄλλοτε νὰ ὑποτιμᾶται ὁ χρυσὸς πρὸς τὸν ἄργυρον καὶ ἄλλοτε τὸ ἀνάπαλιν· τί συμβαίνει; Τὸ ἓν νόμισμα γίνεται τότε ἐμπόρευμα πρὸς τὸ ἄλλο, ἀρχίζει ἡ λεγομένη ἐπικαταλλαγὴ (aggio). Εἰς τὴν Γαλλίαν τώρα ὁ ἄργυρος ἔγεινεν ἀκριβώτερος σχετικῶς πρὸς τὸν χρυσὸν καὶ διὰ τοῦτο ὅλον τὸν ἄργυρον ἀφαιροῦν οἱ κερδοσκόποι καὶ ἡ μεταλλαγὴ ἀπὸ τὸ ἐμπόριον, δίδουν χρυσὸν καὶ πέρνουν ἄργυρον, διότι ἡ προσδιορισθεῖσα διὰ τοῦ νόμου σχετικὴ τιμὴ μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου μετεβλήθη, ὁ ἄργυρος κατέστη ἀκριβώτερος καὶ διὰ τοῦτο φέρουν χρυσὸν καὶ ἀγοράζουν ἄργυρον καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἀργύρου κατήντησε καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μικρότερα νομίσματα τὰ μονόφραγκα καὶ διὰ τοῦτο δυσκολεύονται αἱ συναλλαγαὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως αὐτῶν τῶν μικρῶν νομισμάτων, διὰ τοῦτο τί ἔκαμον; μετέβαλλον τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τοῦ μονοφράγκου, δηλ. τὸ βάρος τὸ ἠλάττωσαν τοῦ μονοφράγκου καὶ τὸ κατέστησαν κερμάτιον, δύναται δηλ. ὁ πωλητὴς νὰ μεταχειρισθῇ καὶ αὐτὸ τὸ νόμισμα, ἀλλὰ μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ, μέχρι 50 φράγκων· ὅστις ὀφείλει 1000 φράγκα δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ 1000 φράγκα ἄργυρον, θὰ δώσῃ χρυσὸν καὶ πρὸς συμπλήρωσιν θὰ δώσῃ 50 μόνον φράγκα, διότι δὲν περιέχουν τὰ 1000 φράγκα τὰ νέα τόσον ἄργυρον ὅσον περιεῖχον τὰ πρῶτα, ἠλάττωσαν τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν καὶ αὐτὸ ἔχουν εἰς τὴν Γαλλίαν· εἰς τὴν Ἀγγλίαν μέχρι 40 σελινίων δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ δώσῃ εἰς τὸν δανειστὴν, τὸ ἄλλο εἰς χρυσόν. Μόνη λοιπὸν ἡ Ἀγγλία ἔχει αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ νομισματικὸν, τοὐτέστι νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τοῦ νομίσματος ἓν πολύτιμον μέταλλον καὶ οὐχὶ δύο. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη δὲν τρέχουν μεγάλην ζημίαν ἔχοντα καὶ τὰ δύο νομίσματα, καὶ διὰ τοῦτο τώρα εἰς τὴν σύνοδον πρὸ δύο ἐτῶν ἔγεινε μεγάλη συζήτησις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων, ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἓν πολύτιμον μέταλλον ἀντὶ δύο καὶ ὑπερίσχυσε τῶν δύο, διότι οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ μικτὸν σύστημα ἔλεγον διατὶ νὰ λείψῃ τόσον πολύτιμον μέταλλον ἀπὸ τὴν συναλλαγήν. Ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα παρεδέχθημεν τὸ μικτὸν σύστημα, δηλ. καὶ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον. Ἡ πρότασις δὲν ἀποκλείει τὸν χρυσόν· εἰς δραχμὰς, λέγει· καὶ εἰς δραχμὰς εἶναι τὰ εἰκοσάδραχμα καὶ τὰ δεκάδραχμα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτυπωθοῦν κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη· ἑπομένως τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον ἔχετε, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἔχητε, διότι ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν παραδέχεται μόνον τὰς ἀργυρᾶς δραχ., παραδέχεται ἐν γένει τὰς δραχμὰς, καὶ δραχμὰ εἶναι καὶ τὸ εἰκοσάδραχμον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτυπωθῇ, ἑπομένως δὲν τρέχει τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι δύναται νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ ἢ νὰ λάβῃ χώραν τὸ ἐναντίον καὶ νὰ πάθουν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, διότι θὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο μέτρα καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος. Ἐὰν ἐπέλθῃ μεταβολὴ τῆς σχετικῆς τιμῆς, θὰ γίνῃ τὸ ἓν ἐμπόρευμα πρὸς τὸ ἄλλο.
§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ νέου νόμου.
§158ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀνάγκη. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον ἐγὼ, παραδέχεται καὶ τὰ δύο πολύτιμα μέταλλα, καὶ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον. Ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν ἀποκλείει τὸν χρυσὸν, ὁ σκοπὸς αὐτῆς εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία, ἡ γινομένη πρὸς βλάβην τῶν ἁπλουστέρων πολιτῶν, ἡ καταδεικνύουσα τὴν Ἑλλάδα πολὺ ὀπισθοδρομικὴν, διότι δύνανται νὰ εἴπουν, καὶ τὰ λέγουν οἱ ἔμποροι ἐν Ἀγγλίᾳ, οἱ ξένοι πρὸ πάντων ὅταν στέλλουν ἓν συνάλλαγμα νὰ πωληθῇ ἐδὼ ἐν Ἀθήναις ἡ λίρα λ. χ. πωλεῖται 28,50 εἰς τὴν Σύρον πωλεῖται 30 δραχμὰς 31 καὶ 32· θὰ εἴπουν, πῶς ἄλλο νόμισμα εἶναι ἐκεῖ; ὑπάρχει κράτος ἐν κράτει; καὶ τὸ λέγουν. Εὑρέθημεν ἡμεῖς εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις πολλάκις, διότι ἐστάλη εἰς Ἀθήνας συνάλλαγμα νὰ πωληθῇ, ἐστάλη καὶ εἰς Σύρον καὶ εἶδον, ὅτι ἐκεῖ ἔχει μεγαλητέραν τιμὴν 10, 15% καὶ εἰς Ἀθήνας ὀλιγωτέραν· εἶπον, τί τρέχει μεταξύ; δὲν ἠμποροῦν νὰ φαντασθοῦν ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνωμαλία, τοιαύτη Τουρκικὴ ἀρχὴ καὶ δὲν εἰμπορῶ νὰ τὸ εἴπω πλέον Τουρκικὴν, διότι ἡ Τουρκία ἐῤῥύθμισε τὸ νομισματικόν της σύστημα.
§159ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά!
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§161ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι, βεβαίως καιρὸς δὲν εἶναι πρὸς ἀνάπτυξιν· διὰ τοῦτο μᾶλλον θὰ εἴπω γνώμην ἢ νὰ θίξω τὸ ζήτημα. Δὲν ἐξετάζω τὰς ἀρχὰς, δὲν ἐξετάζω τὰς συνεπείας, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν νομικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Ἰσχυριζόμεθα, ὅπως ἔχει ἡ Σύρος σήμερον, δὲν ἔχει νόμισμα, καὶ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐκτὸς τοῦ κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ. Διὰ ν’ ἀποδείξω αὐτὸ, ἰσχυρίζομαι μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι νόμισμα εἰς τὸ ἐμπόριον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία εἶναι προσδιωρισμένη διὰ νόμου ἡ αὐτὴ κατὰ πάντα χρόνον καὶ τόπον, νόμισμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία κατὰ μονάδα εἶναι ἡ αὐτὴ κατὰ πάντα χρόνον καὶ τόπον, αὐτὸ εἶναι νόμισμα. Κατὰ τοῦτο διαφέρει τὸ νόμισμα ὡς ἐμπόρευμα ὅλων τῶν ἄλλων ἐμπορευμάτων, διότι τὰ ἄλλα ἐμπορεύματα δὲν ἔχουν ὡρισμένην ἀξίαν. Εἰς τὴν θεωρίαν δὲ ἐὰν συμφέρῃ νὰ ἔχωμεν νόμισμα, ἢ ἐὰν συμφέρῃ νὰ ἤμεθα ἄνευ νομίσματος, δὲν ἐπιμένω, διότι αὐτὸ εἶναι πασίγνωστον· διότι ἓν κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ νόμισμα. Ἀναφέρω μόνον ἓν ἐξωτερικὸν παράδειγμα· ἐν ταῖς ὁμοσπονδίαις συνήθως τίθεται κύριον ἄρθρον εἰς τὸ καταστατικὸν τῆς ὁμοσπονδίας τοῦ νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν νομισματικὴν μονάδα, τὸ αὐτὸ νόμισμα, καὶ οὕτως ἔχει εἰς τὴν Ἀμερικήν. Τὸ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν κανονίζομεν τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς Σύρου, εἶναι ὡς νὰ στερῆται ἡ Σύρος δημοτικοῦ συστήματος, καὶ ζητεῖ αὐτὸ, καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὄχι. Εἶναι τὸ αὐτὸ, εἴτε δημοτικὸν σύστημα εἴπωμεν, εἴτε νομισματικὸν σύστημα εἴπωμεν, εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὴν πηγὴν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Λοιπὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα καὶ ὁμοιότητα τῆς κυκλοφορίας, λέγω, δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀρνηθῶμεν. Τώρα ἔρχονται αἱ νέαι ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι μᾶς φέρουν τὴν σύγχυσιν, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου, ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας κτλ. Αἱ νέαι ἰδέαι αὗται εἰσέτι δὲν κατέστησαν τὴν ἐπιῤῥοήν των, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδέποτε ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου θὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, ὥστε νὰ καταργήσῃ τὸ νόμισμα, καὶ ἀντὶ τοῦ νομίσματος νὰ ὑπάρχῃ μέταλλον ἀπροσδιορίστου ἀξίας, καὶ νὰ ἔχῃ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἡ Σύρος ζητεῖ νόμισμα καὶ ἔχει δίκαιον νὰ τὸ λάβῃ ἀπὸ ἡμᾶς· ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ τὸ δώσωμεν, διότι τὸ κράτος προσδιορίζει τὸ νόμισμα. Ἀλλὰ διατί ἡμεῖς ἔχομεν νόμον περὶ νομίσματος; δι’ αὐτὸ εἶπον, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ ᾖναι ἑρμηνευτικὸς, ὄχι νέος νόμος· ἐννόουν, ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει πᾶσαν ἐναντίαν συμφωνίαν, ἀλλὰ σήμερον ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ 20 καὶ 30 ἔτη ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀχρηστίας ὁ νόμος, ὄχι τὸ ἔθιμον, διότι ἐναντίον ἔθιμον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ εἰς τὸν ἑρμηνευτικὸν νόμον, ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἀχρηστίας, διότι νόμος μὴ ἐφαρμοζόμενος ἐπὶ πολλὰ ἔτη οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι καθίσταται εἰς ἀχρηστίαν· λέγω λοιπὸν τώρα, προσδιορίζων καλλίτερα τὴν διατυπωθεῖσαν χθὲς πρότασίν μου, λέγω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ νόμος καὶ μάλιστα εἶναι ἀνάγκη νὰ θεωρηθῇ νόμος καταστατικὸς καὶ οὐχὶ ἑρμηνευτικός, διότι, λέγω, πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον, οὐχὶ τὸ παρελθόν, διότι ἐν τῷ παρελθόντι ὁ νόμος αὐτὸς διὰ μακρᾶς ἀχρηστίας ἔχασε τὴν ἰσχύν του, ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ ἄλλο ζήτημα, καλῶς ἐπράξαμεν ἢ παρανόμως παραδεχόμενοι τὰς συμφωνίας τὰς κατὰ τοῦ νομίσματος; λέγω παρανόμως. Ὁ κ. Δεληγιώργης εἶπεν, ὅτι ὅλαι αἱ συμφωνίαι ἔχουν τὴν ἰσχύν των καὶ ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, ἐκτὸς ἐὰν προσβάλλουν τὰ χρηστὰ ἤθη. Αὐτὸ ἕως αὐτοῦ εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἔχει μίαν ἔλλειψιν, χρειάζεται καὶ μία προσθήκη, εἶναι ἄκυρος πᾶσα συμφωνία καὶ πᾶσα συνεννόησις, γινομένη κατὰ νόμου τινός, ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς ᾖναι τοῦ δημοσίου δικαίωμα. Τίθεται τώρα τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ νόμισμα αὐτὸ ἀποῤῥέῃ ἀπὸ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου ἢ ἀπὸ τοῦ δημοσίου δικαίου, διότι ἐὰν τῳόντι ἀποῤῥέῃ ἀπὸ τοῦ δημοσίου δικαίου οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐναντία συμφωνία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ· κύριοι, τὸ νομισματικὸν ἡμῶν σύστημα βεβαίως ἀποῤῥέει ἀπὸ τοῦ δημοσίου δικαίου, διότι χωρὶς ν’ ἀνατρέξω εἰς μακρὰς θεωρίας, τὸ νομισματικὸν σύστημα ἀφορᾷ τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ κύριοι, jus publicum est .... δημόσιον δίκαιον εἶναι τὸ ἀφορῶν πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, δηλ. τὴν κυκλοφορίαν, τὰς συναλλαγάς, τὰς ὁποίας μία ἀνάγκη, μία λειτουργία φυσικὴ σχεδὸν πάσης κοινωνίας ἐνυπάρχουσα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καθιστᾷ ἀναγκαίας. Ἀλλά, λέγω, ἐκτὸς αὐτῆς τῆς θεωρίας εἶναι διὰ τοῦ Συντάγματος μάλιστα κανονισμένον τὸ περὶ νομισμάτων· τὸ νόμισμα, μάλιστα ἡ πηγὴ τοῦ νομίσματος δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν θέλησιν, ἀλλ’ ἐκανονίσθη, ἀφέθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦτο τὸ ἀναφέρω μόνον διὰ ν’ ἀποδείξω τὸν χαρακτῆρα τοῦ νομισματικοῦ συστήματος. Τῳόντι τὸ νομισματικὸν σύστημα ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, εἶναι ἐγγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, τοὐτέστιν ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον ὡς πρώτης βάσεως ἀνάγκη. Τώρα, ὅταν ὑπάρχῃ νόμος τοιοῦτος, ἠμπορεῖ νὰ συμφωνηθῇ ἐναντίον τοῦ νόμου αὐτοῦ; λέγω ὄχι, αὐτὸ εἶναι καθιερωμένον, διότι οἱ ἰδιῶται μόνον τὰς ἰδιωτικάς των σχέσεις δύνανται νὰ μεταβάλλωσι διὰ συμφωνιῶν, καὶ μόνον ἐκείνας τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Αἱ σχέσεις μετὰ τῶν ἰδιωτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ τοῦ δημοσίου δικαίου, δηλ. αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σχέσεις τοῦ ἰδιώτου πρὸς τὸ δημόσιον καὶ πρὸς τὸ σύνολον, δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταῤῥυθμισθοῦν διὰ τῆς ἰδιωτικῆς θελήσεως· λέγω λοιπόν, ὅτι κατὰ θεωρίαν ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἄκυρος, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· εἰς τοὺς πανδέκτας ὑπάρχει νόμος, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς τώρα δὲν ἐνθυμοῦμαι, καθ’ ὃν ἐὰν δώσῃς δέκα ἐπὶ τῇ συμφωνίᾳ νὰ λάβῃς εἴκοσι τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ἡ συμφωνία αὕτη εἶναι ἄκυρος. Δὲν φθάνει αὐτὸ ὅπερ εἶναι εἰς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον κανονισμένον, καὶ ἂν ἀμφισβητεῖται θὰ φέρω καὶ τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ἡ διατίμησις ἡ νομοθετικὴ ἡ ἰδική μας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ τοῦτο· διατί; δὲν λέγει ὁ νόμος ῥητῶς, ὅτι πᾶσα ἐναντία συμφωνία ἀκυροῦται, ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νόμου ἐννοοῦμεν, ὅτι ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐναντία συμφωνία, διατί; διότι ἐὰν δὲν ὑποθέσωμεν αὐτό, δὲν ὑπῆρχε λόγος διὰ νὰ προσδιορισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ μετάλλου ἐξαιρετικῶς· ἔπρεπε τότε νὰ γίνῃ νόμος νὰ προσδιορίσῃ τὴν τιμὴν παντὸς ἐμπορεύματος, οὐχὶ μόνον τοῦ μετάλλου. Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο αὐτός, νὰ ᾖναι ἐπιτακτικός, τοὐτέστιν ἀπαγορευτικὸς πάσης ἐναντίας καὶ ἰδιωτικῆς θελήσεως. Καὶ δι’ ἄλλων λόγων ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω αὐτό, ἀλλὰ παρέρχομαι, ἀλλ’ ἀνακεφαλαιῶ καὶ λέγω· μὴ συγχέετε, κύριοι, διότι πολλαὶ συνειδήσεις ταλαντεύονται, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰ καθέκαστα, ἐν τοῖς καθέκαστα ἠμποροῦν πολλὰ πράγματα νὰ διορθωθῶσιν, ἠμποροῦν τινὲς συμφωνίαι νὰ προσβληθῶσι, π. χ. αἱ γεγονυῖαι συμφωνίαι. Περὶ τῶν γεγονυιῶν συμφωνιῶν, περὶ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων θὰ γίνῃ λόγος εἰς τὰ καθέκαστα. Κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας εἶχον ἐγὼ, π. χ. χθὲς ὅλαι αἱ γεγονυῖαι συμφωνίαι εἶναι ἄκυροι, διότι ὁ νόμος ἦτο εἰς ἀχρηστίαν, ἀλλὰ θὰ κανονισθῇ αὐτὸ κατόπιν· πῶς ὁ ὀφειλέτης ὁ ὀφείλων εἰς Σύρον 100 δραχ. πῶς θὰ τὰς πληρώσῃ σήμερον, θὰ τὸ σκεφθῶμεν αὔριον, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ κύριον εἶναι, ἔχει νόμισμα ἡ Σύρος, ναὶ ἢ ὄχι; καὶ ἐγὼ λέγω δὲν ἔχει, διότι τὸ μέταλλον δὲν ἔχει ὡρισμένην ἀξίαν, λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐὰν δυνάμεθα νὰ ῥίψωμεν τὸ δημοτικὸν σύστημα, δυνάμεθα νὰ ῥίψωμεν καὶ τὸ νομισματικόν· ἐὰν ὑπάρχῃ τόπος τις, ὁ ὁποῖος ἔχει ἄλλο νομισματικὸν σύστημα, εἶναι εἶδος ὁμοσπονδίας, ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ οὐδὲν νομισματικὸν σύστημα, εἶναι εἰς κατάστασιν ἡμιαγρίαν. Λοιπὸν ἐὰν ἐπιθυμῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι εἰς βάρος του. Δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰλικρινῶς, ἐὰν ἀναφέρεται εἰς τὸ χωρίον περὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τοῦ Ὁμήρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται πῶς ἀντηλλάσσοντο τότε· ὅλη ἡ σύγχυσις προκύπτει ἐκ τῆς ἀπείρου ἐλευθερίας· ἔχομεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀναμαρτησίας, τῆς ἰδέας αὐτῆς τῆς νέας τῆς ἀπείρου ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἀγορᾶς, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω ἕκαστον πρᾶγμα, εἶναι πεπερασμένον, εὑρίσκεις καὶ τὸ πέρας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θίξω αὐτὴν τὴν θεωρίαν, διότι σήμερον ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν νόμισμα εἰς τὴν Σύραν ἀγοραίας τιμῆς, διότι νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἀδιαφιλονείκητον.
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§163ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύω λέξεις, δὲν θὰ ὁμιλήσω (θόρυβος), σταθῆτε εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθοῦν δύω λέξεις, ἰδοὺ τί θέλω νὰ εἴπω, ἐὰν σᾶς συγχύζῃ τὸ πρᾶγμα νὰ κάμωμεν οὕτω πως πᾶσα σύμβασις ἢ συναλλαγὴ γινομένη ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων εἰς δραχμάς.........
§164ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§165ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καλὰ, ἐδῶ ἐὰν θέλετε νὰ διορθωθῇ τοῦτο· πᾶσα δὲ ἐναντία προφορικὴ ἢ ἔγγραφος σύμβασις ἢ συναλλαγὴ εἶναι ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα ὡς πρὸς τὴν ἀγοραίαν διατίμησιν τῆς δραχμῆς.
§166ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀρχὴν νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη ἡ ἀρχή.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν.
§169ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πᾶσα σύμβασις ἡ συναλλαγὴ γινομένη εἰς δραχμὰς, πρέπει νὰ γίνηται εἰς δραχμὰς λογιζομένας κατὰ τὴν ἐπίσημον διατίμησιν τῆς δραχμῆς. Πᾶσα δ’ ἐναντία προφορικὴ ἢ ἔγγραφος σύμβασις ἢ συναλλαγὴ εἶναι ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα».
§170Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν «πρὸς ἐξόφλησιν πρὸ τῆς ἀ. Ἰανουαρίου 1870.» (θόρυβος).
§171ΔΑΓΡΕΣ. Νομοθετοῦμεν διὰ τὸ μέλλον.
§172ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Εἷς μάλιστα τῶν βουλευτῶν τῆς Σαντορίνης μοὶ εἶπε ταύτην τὴν στιγμὴν, ὅτι εἰς τὴν Σαντορίνην ἡ δραχμὴ δὲν ἔχει ὅσον εἰς τὴν Σύρον, εἰς τὴν Σαντορίνην ἡ δραχμὴ ἔχει 110 λεπτὰ, ἐνῷ εἰς τὴν Σύρον ἔχει 118, πῶς λοιπὸν θὰ προσδιορισθῇ δι’ ὅλας τὰς νήσους πρὸς 118 λεπτὰ καὶ οὕτω θὰ πράξωμεν μίαν ἀδικίαν. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος· νὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν τιμὴν τῆς ἀγοραίας τιμῆς σχετικῶς μὲ τὴν νόμιμον. Ἀφ’ ἑτέρου θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν διάταξιν τοῦ ν’ ἀναθέσῃ ὁ νόμος τὸν προσδιορισμὸν τῆς σχετικῆς τιμῆς κατ’ ἐπαρχίαν εἰς τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον. Τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον, διότι ἂν δὲν κανονισθῇ τὸ μέλλον σχετικῶς μὲ τὰς μέχρι τοῦδε ὑπαρχούσας ληψοδοσίας, τὸ κακὸν θὰ ὑπάρχῃ καὶ μετὰ τὸν νόμον αὐτόν.
§173Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅλη ἡ ἀμφισβήτησις εἶναι περιττή, διότι ὁ νόμος κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν. Δὲν εἴμεθα προσκεκλημένοι νὰ κανονίσωμεν ἡμεῖς τὴν τιμὴν τῶν συναλλαγῶν πρὸ τοῦ νόμου· τὰ δικαστήρια θὰ ἔλθουν νὰ ἐφαρμόσουν ποίαν ἀξίαν εἶχεν ἡ δραχμή, ὅταν ἐγένετο ἡ συναλλαγή. Τί θέλετε, κύριοι, ἡμεῖς σήμερον νὰ περιβληθῶμεν δικαστικὰ καθήκοντα; Νομίζω διὰ τοῦτο περιττὴν πᾶσαν προσθήκην.
§174Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Ὁ κ, Κεχαγιᾶς ἀνέφερεν, ὅτι τὸ νόμισμα δὲν εἶναι εἰς ὅλας τὰς νήσους τὸ αὐτό, ὅσον εἶναι ὑπερτιμημένον εἰς τὴν Ἄνδρον, Σύρον καὶ ἄλλας νήσους. Ἀλλ’ ἂς μάθῃ, ὅτι αἱ μεγαλείτεραι συναλλαγαὶ εἶναι εἰς τὴν Σύρον, καὶ ὅλαι αἱ νῆσοι Ἄνδρος, Νάξος, Πάρος ἔχουν νὰ κάμουν μὲ τὴν Σύρον, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ ὑπερτίμησις 18%. Τί γίνεται; Ἔλαβον π.χ. δάνειον τόσας χιλιάδας δραχμὰς εἰς ἀγοραῖα νομίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσω πάλιν εἰς ἀγοραῖα νομίσματα. Ταῦτα δὲ κανονίζονται εἰς τὸν τόπον τῆς πληρωμῆς εἰς τὴν Σύρον. Τί θὰ γίνῃ; μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὑπερτιμημένα νομίσματα θὰ ὑποτιμηθοῦν, καὶ ἑπομένως θὰ ἐπέλθῃ μία καταστροφὴ διὰ τοὺς χρεώστας, ἡ ὁποία δὲν θὰ κάμῃ ἄλλο παρὰ νὰ ὠφελήσῃ μερικοὺς κεφαλαιούχους τῆς Σύρου· (θόρυβος καὶ διάλογοι θορυβώδεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν.)
§175ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον, ὅτι τίθεται εἰς ἐνέργειαν μετὰ τὸ 1871, ὅτε αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις δύνανται νὰ ἐκπεραιωθῶσι.
§176ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Πετσάλης ἔχει δίκαιον (θόρυβος.) Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, ἑπομένως ἂν οἱ συμβαλλόμενοι δὲν συμφωνήσουν εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου, τὴν ἀμφισβήτησίν των αὐτὴν θὰ λύσουν τὰ δικαστήρια. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν κανονίζει τὸ παρελθόν.
§177Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης σᾶς λέγει, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλοῦ εἶναι τὸ κακόν. Ὑποθέσατε, ὅτι σήμερον ἐδανείσθην 1000 λίρας ἀπὸ τὴν Σύρον, ἡ ὁποία σήμερον ἔχει 34 δραχμάς, μετὰ τὸν νόμον ὅμως δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ 32, 30, ἢ 33......... (θόρυβος, δὲν ἀκούεται ὁ ἀγορεύων). Αὐτὸ θὰ φέρῃ καταστροφὴν, συλλογισθῆτε καλὰ τὶ κάμνετε.
§178Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μία ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ὁ νόμος εἰς τὸν ὀφειλέτην, ἵνα δώσῃ τὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη εἰς τὴν αὐτὴν ἀξίαν καὶ τὴν αὐτὴν ποιότητα, εἶναι νόμος· ὅταν λοιπὸν ἡ συναλλαγὴ ἔγινε πρὸ τοῦ νόμου καὶ ἀμφισβητῆται ἡ ἀξία τῆς δραχμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε παρὰ τοῦ νόμου, τοῦτο θὰ ἐξετάσωσι τὰ δικαστήρια, ὁποίαν δηλονότι ἀξίαν εἶχεν ἡ δραχμὴ, ὅταν ἔλαβε χώραν τὸ δάνειον, αὐτὸ λέγει ὁ νόμος. Ἐνταῦθα λοιπὸν πρόκειται περὶ μιᾶς ἰδανικῆς τιμῆς οὐχὶ πραγματικῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὰ νομίσματα εἰς τὴν Σύρον, αὐτὴ δὲ ἡ τιμὴ θὰ προσδιορισθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἔλαβεν ὕπαρξιν τὸ δάνειον, οὐχὶ ὁ χρόνος τῆς πληρωμῆς.
§179ΔΑΓΡΕΣ. Εἶχον δίκαιον οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς τῆς θορυβώδους προκύπτει, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ προκαλέσῃ πληθὺν δικαστικῶν διενέξεων καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ, ὥστε νὰ θέσῃ μακρὰν προθεσμίαν διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δικαστικὰς διενέξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι ἄπειροι· προτείνω λοιπόν, ὥστε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς 1, Μαΐου 1870.
§180ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι οἱ νόμοι κανονίζουσι τὸ μέλλον καὶ οὐχὶ τὸ παρελθὸν, αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ ἀναντίῤῥητος, ὥστε καὶ τίποτε ἂν δὲν εἴπωμεν, εἶναι ἑπόμενον, ὅτι ὁ νόμος κανονίζει τὸ μέλλον, ἀλλ’ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι καὶ πρὸς τὸ μέλλον συνάπτονται καὶ μὲ τὸ παρελθὸν, πρέπει νὰ κανονίζουν καὶ σχέσεις καὶ τοῦ παρελθόντος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρισκόμεθα. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι κατὰ τὸ 1870 κανονίζεται τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων δυνάμει τοῦ νόμου, ἥτις μεγάλως ἐπηρεάζει καὶ τὸ παρελθὸν, οἱ συμβαλλόμενοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπέβλεψαν εἰς μίαν μέλλουσαν κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία θὰ συμβῇ κατὰ τὸ 1870, παραδείγματος χάριν· ἀφοῦ καταστρέψωμεν ἡμεῖς τὰς βάσεις ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνεβάλλοντο τὰ μέρη, εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονίσωμεν τὸ παρελθὸν, ὅπως μὴ ἐπέλθωσι σημαντικαὶ ζημίαι, αἵτινες θὰ ᾖναι εἰς βάρος τοῦ ὀφειλέτου, διότι, ὡς ἠκούσατε, αἱ συναλλαγαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ δραχμὴ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συναλλαγῆς, ἀλλ’ εἰς τὴν Σύρον ἡ δραχμὴ εἶχεν ἀγοραίαν τιμὴν μεγαλειτέραν τῶν 100 λεπτῶν· κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἢ Φεβρουάριον τὸ νόμισμα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ 10 καὶ 12 περισσότερον, ἀλλὰ σημειώσατε ὅτι δίδοντες εἰς τὴν δραχμὴν τοῦ νόμου τὴν ἀξίαν τῶν 100 λεπτῶν καὶ οὐχὶ περισσοτέραν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης διατάξεως, θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὁ ὀφειλέτης νὰ πληρώσῃ περισσότερα παρ’ ὅσα ὀφείλει· τώρα ἂς ἀφήσωμεν τὰ δικαστήρια οὕτως ἐκκρεμῆ καὶ ἀπηωρημένα ἄνευ κανόνος· θὰ εὑρεθῶσιν εἰς μεγάλην ἀμφιβολίαν καὶ θὰ λύωσι τὰς ἀμφιβολίας κατὰ τῶν ὀφειλετῶν λαμβάνοντες ὡς ὅρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος κανονίζει, ὅτι ἡ δραχμὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν τῇ ἀποδίδει ἡ διατίμησις, καὶ τοῦτο θὰ ᾖναι ἐπιζήμιον κατὰ τοῦ ὀφειλέτου. Πῶς δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν τὰ διεστῶτα καὶ νὰ θέσωμεν ὅρον, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαλλάττῃ καὶ τὸν πιστωτὴν καὶ τὸν ὀφειλέτην ἀπὸ ἔριδας, αἱ ὁποῖαι εἰς ἐκεῖνον τὸν ἐμπορικὸν τόπον δύνανται νὰ συμβοῦν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὡς ὅρον τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ δραχμὴ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συναλλαγῆς, καὶ τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον, διότι ἀποδίδει εἰς τὸν πιστωτὴν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ἔδωκεν, ἢ διὰ τὸ ὁποῖον συνηλλάχθη. Καταλαμβάνετε καλῶς, ὅτι ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει οὔτε ὠφέλεια, οὔτε ζημία. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ διάταξις ἡ κανονίζουσα τὸ παρελθὸν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποδοθῶσι τὰ χρήματα εἰς ἐκείνην τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὑποχρεώσεως (θόρυβος).
§181ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἐπεψηφίσθη, παραδέχεσθε νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ οἱ διαφωνοῦντες νὰ συνέλθωσιν ἀπόψε νὰ συντάξωσιν ἕν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον αὔριον νὰ ψηφίσωμεν;
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ μία πρότασις. Πᾶσα συναλλαγὴ εἰς ἀγοραῖα νομίσματα προγενεστέρα τῆς 12 Ὀκτωβρίου θέλει πληρωθῆ κατὰ τὴν κατὰ τόπους ἀγοραίαν τιμὴν τῆς δραχμῆς τῆς διαληφθείσης ἡμέρας.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι τῆς 12.
§184ΕΤΕΡΟΙ. Τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου.
§185ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἴσως διότι ἐπηρεάσθητε ἀπὸ τὴν γνώμην νὰ διορθώσητε μίαν ἀνωμαλίαν (θόρυβος).
§186ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ἡσυχία· καθήσατε.
§188ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κτυπᾶτε τὸ κουδοῦνι· καλέσατε τοὺς βουλευτὰς κατ’ ὄνομα, κύριε πρόεδρε.
§189ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐνομίζετε, ὅτι ἐν γνώσει θέλετε διορθώσει τὴν λεγομένην αὐτὴν ἀνωμαλίαν εἰς τὸν νομὸν τῶν Κυκλάδων· ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ θεραπεύσητε διὰ τοῦ νόμου τούτου, θέλετε τὴν θεραπεύσει· ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἠγέρθη ἀμέσως, πῶς θέλουσι κανονισθῆ αἱ συναλλακτικαὶ σχέσεις τῶν συναλλαχθέντων καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου, ἡ ἀμφισβήτησις, ἥτις ἠγέρθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, κατέδειξε καὶ καταδεικνύει ὁποίας καὶ ὁπόσας ἀνωμαλίας θέλει παρεμβάλλει τὸ σύστημα τοῦ νόμου τούτου.
§190ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Τίποτε.
§191ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος, εἰς Σύρον ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ νομίσματος εἶναι διαφορετική, εἶναι ὑπερτίμησις 10%, καὶ πιθανὸν σήμερον νὰ ἦναι ἐπίσης διαφορετικαὶ τιμαί. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν πῶς δύνασθε αὐτὴν τὴν διαφορὰν νὰ τὴν κανονίσητε διὰ νόμου; Ἐγώ, κύριοι, τὸ πρᾶγμα τὸ ὑποθέτω ἁπλούστερον· ὑποθέτω ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὅτι συνηλλάχθησαν, ἢ μᾶλλον, ὅτι οἱ συναλλαχθέντες προσδιώρισαν ὅτι θέλουν πληρώσει τὸ τίμημα κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συναλλαγῆς· συνηλλάχθησαν κατ’ ἄλλον τρόπον; τότε θέλουν πληρώσει τὴν τιμὴν αὐτὴν κατὰ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν τὸ νόμισμα θέλει ἔχει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς· πῶς θέλει κανονισθῆ; διὰ τίνος τρόπου; φωτίσατέ με· ἔχει δίκαιον ὁ κ. Καΐρης, ὅστις ἔφερε μίαν πρότασιν, ἥτις δὲν εἶναι νόμιμος, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύει ἓν συμφέρον· διότι ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν; ὁ νόμος νὰ ἔχῃ τὴν ἐφαρμογήν του ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθὸν, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συνηλλάγησαν νὰ πληρώσωσι τὸ ἀγοραῖον τίμημα, σᾶς ἐρωτῶ, πόσον ἐπιζήμιον θέλει εἶσθαι, ἂν παραδεχθῆτε αὐτὸ τὸ νόμιμον καὶ κανονικόν· καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Καΐρης· ἂν σήμερον ψηφίσητε αὐτὸν τὸν νόμον, μὴ ἀμφιβάλλετε, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σπουδαῖα συμφέροντα, θὰ ἐπιδράσουν εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀξίας τῶν νομισμάτων, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ μετὰ 1, 2, 3 μῆνας, τὸ νόμισμα δὲν θὰ ἔχῃ ὑπερτίμησιν 18%, ἀλλὰ 5, δὲν θὰ ἔχῃ ἴσως καμμίαν ὑπερτίμησιν. Δὲν θέλετε λοιπὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ ἀφαιρέσητε τὴν περιουσίαν τῶν συναλλαχθέντων καὶ νὰ τὴν δώσητε εἰς ἄλλους; Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μοι εἴπετε, παραδέχομαι αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ ζημιώσῃ, ἀλλ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐσυμφώνησαν νὰ πληρώσουν τὸ ὀφειλόμενον κατὰ τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νόμισμα αὐτὸ τὴν ἡμέραν τῆς συναλλαγῆς, δύναται νὰ τοὺς ζημιώσῃ; διότι δύναται ὅταν συνηλλάχθη ὁ κάτοικος τῆς Πελοπονήσου ἢ τῆς Στερεᾶς μὲ ἕνα Συριανὸν νὰ ἔχῃ ὑπερτίμησιν 15%· καὶ ἂν ὑμεῖς προσδιορίσητε ὅ,τι προσδιορίσητε θὰ ἦναι σφαλερὸν, διότι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρητε τὴν ἀληθῆ ἀξίαν, καὶ δὲν δύνασθε οὔτε δι’ ἄλλου τρόπου νὰ κανονίσητε αὐτό· βλέπετε ὅτι εἶναι ἀνώμαλον· πιθανὸν νὰ ἀνεύρητε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἐγὼ πολὺ διστάζω, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ φέρετε πολυειδεῖς ζημίας εἰς πολλούς. Διὰ τοῦτο καταλήγων τὸν λόγον, συμπεραίνω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δὲν εἶναι κακόν.
§192ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§193ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπεῤῥίφθη πλέον ἡ ἀναβολή.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία διωρθώθη οὕτω πως ἀπὸ τὸν κ. Βούβουλην· «πᾶσα συναλλαγὴ εἰς τὰ ἀγοραῖα νομίσματα μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου θέλει πληρωθῆ κατὰ τὴν κατὰ τύπους ἀγοραίαν τιμὴν τῆς δραχμῆς τῆς 12 Νοεμβρίου 1869».
§195ΠΟΛΛΟΙ. Καλά, καλά, ἐμπρός, κύριε πρόεδρε, οἱ παραδεχόμενοι.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, καθίσατε νὰ γίνῃ ψηφοφορία· οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Βούβουλη ὡς ἀνεγνώσθη νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παραδέχθη. «Ἄρθρον 2. Τὰ δικαστήρια ὀφείλουσι νὰ ἐκδίδωσι τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν εἰς δραχμὰς λογιζομένας κατὰ τὴν ἐπίσημον διατίμησιν, μηδόλως λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψιν συμφωνίας ἀντιβαινούσας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου· ὁ νόμος οὗτος τίθεται εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1870». Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη.
§197ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ νόμος ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου 1870.
§198ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου.
§199ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ τελευταία διάταξις ὑπάρχει, κ. πρόεδρε;
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου τοῦ 1870».
§201ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ θεωρῶ περιττὴν τὴν διάταξιν αὐτὴν μετὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν, διότι κανονίζομεν ὅλον τὸ παρελθὸν κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τῆς 12 Νοεμβρίου (θόρυβος)· ὥστε εἶναι περιττή.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, διαγράφεται ἡ διάταξις αὐτή. Ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν του ὁ πρόεδρος κύριος Χρηστίδης.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ν’ ἀναγνώσωμεν ἓν ἢ δύο κατεπείγοντα νομοσχέδια. Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ περὶ σταφίδος νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται).
§204ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐρωτῶ ἂν ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν θ’ ἀναλάβωμεν, ᾖναι νὰ μὴ αὐξήσωμεν μόνον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἢ νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν κανένα φόρον; διότι ἐνδέχεται νὰ κάμωμεν κατὰ στρέμμα φορολογίαν· τί ἐννοεῖ τώρα αὐτό;
§205ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὸ ἔχομεν καὶ αὐτὸ, ἐν περιπτώσει ἀλλαγῆς συστήματος.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀντίῤῥησις;
§207ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — Ἔχομεν τὸ περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν τοῦ βουλευτηρίου τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας εἰς τὴν κοινότητα τοῦ ἀγγλικανικοῦ θρησκεύματος. Δευτέρα ἀνάγνωσις. (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία «τηρουμένων τῶν δικαιωμάτων».
§209ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρέπει νὰ εἴπωμεν «τηρουμένων τῶν δικαιωμάτων χάριν τοῦ δημοσίου».
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἔχετε παρατήρησιν, αὔριον τὴν κάμνετε, Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§211ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§213ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Χθές, κύριε πρόεδρε, ὑπεβλήθη καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν πρώην χωροφυλάκων ἐν Ἑπτανήσῳ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐπειδὴ ἔχει σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον, παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον καὶ ἀναγνωσθῇ.
§214ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται λοιπὸν τὸ περὶ συντάξεως τῶν πρώην χωροφυλάκων τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἑπτανήσῳ, εἰς ά. ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§216ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§218ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον ἐξακολουθοῦμεν, κ. πρόεδρε, αὔριον (ἀναχωροῦν).
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ φεύγετε; μὴ λύετε τὴν συνεδρίασιν οὕτω, πρὶν λυθῇ νομίμως· αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 6 παρὰ 10 μ. μ.).