| 2478 | Πρόεδρος | ἀνὰ | 400. | δραχ. | 400. | |
| 2479 | Εἰσαγγελεὺς | » | » | » | 400. | |
| 2480 | 4. Πρωτοδίκαι | » | 275. | » | 1,100. | |
| 2481 | Γραμματεὺς | » | 170. | » | 170. | |
| 2482 | 2. Ὑπογραμ. | » | 90. | » | 180. | |
| 2483 | 4. Γραφεῖς | » | 60. | » | 240. |
1869.11.04
2,566 rows · 21,797 words · 1 table · 168 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65.
Τῆς 4 Νοεμβρίου 1869.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 1 παρὰ 25|60 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν. (Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Κρεστενίτης.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ χθὲς ψηφισθὲν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπετρέπετο εἰς τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀγοράσῃ τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Καλαμογδάρτου ἐν Πάτραις, παρεισέφρυσεν ἓν λογιστικὸν λάθος. Εἰς τὸ ἄρθρον τρίτον τοῦ νομοσχεδίου ἔνθα λέγει. «Διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλύτρου τοῦ δανείου τούτου, ἥτις θέλει πραγματοποιηθῆ ἐν διαστήματι εἴκοσιν ἑνὸς ἐτῶν....» τὸ εἴκοσιν ἑνὸς ἐτῶν νὰ γίνῃ εἰκοσιπέντε.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§3ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Κύριε πρόεδρε, πολλαὶ ἀναφοραὶ ἀπηυθύνθησαν ἀπὸ πολίτας εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ διαφόρων ἀντικειμένων· αἱ ἀναφοραὶ αὗται παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ αὕτη μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἔκθεσιν ὑπέβαλε περὶ οὐδεμιᾶς εἰς τὸ Σῶμα. Σᾶς παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ συστήσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, καὶ μᾶς φέρῃ τέλος πάντων μίαν ἔκθεσιν ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἄλλως, ἂν οἱ πολῖται ἀπευθύνωνται πρὸς τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορῶν καὶ αὕτη δὲν πράττῃ τίποτε, ἐμμέσως καταργεῖται τὸ πολύτιμον δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον θὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται νομοσχέδιον παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ κάμω ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐνισχύσητε τὸν κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, ἵνα μὴ ἀφήσῃ ν’ ἀδικηθοῦν πολλοὶ πτωχοὶ ἄνθρωποι, περὶ τῶν ὁποίων θὰ σᾶς κάμω λόγον· διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἔχει μὲν πλήρη τὴν διάθεσιν, ἵνα μὴ συμβῇ ἀδικία εἰς τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους, διστάζει ὅμως φοβούμενος μήπως ἐὰν ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησίν των παρεκκλίνει κάπως ἀπὸ τὰ κεκανονισμένα. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Γνωρίζετε, ὅτι ἀπὸ τὰ 1834 διελύθησαν πολλαὶ μοναὶ εἰς τὸ κράτος, καὶ τὰ μὲν φθαρτὰ κτήματα αὐτῶν παρέλαβεν ἡ κυβέρνησις, τὰ διέθεσε πολυετῶς καὶ ἀκολούθως τὰ ἐξεποίησε, τὰς δὲ ἀσκεπεῖς γαίας, εἴτε καλλιεργημέναι ἦσαν, εἴτε ἀκαλλιέργητοι τὰς κατέλαβον οἱ χωρικοὶ τῶν παρακειμένων χωρίων, οἱ ὁποῖοι τὰς καλλιεργοῦν ἕως σήμερον, ἀποδίδοντες εἰς τὸ δημόσιον ἢ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον τὸ νενομισμένον δικαίωμα ἐπικαρπίας. Οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι οὐδέποτε διενοήθησαν ν’ ἀντιποιηθῶσι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τὰ δικαιώματα, αὐτοὶ ἐπλήρονον τακτικῶς τὰ νόμιμα δικαιώματα καὶ ἦσαν πρόθυμοι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἤθελε λάβει. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁσάκις ἔγινε λόγος περὶ τῶν κατόχων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ οἱ κάτοχοι τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον συνετάχθη καὶ ἐπεξειργάσθη ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δίδοται τὸ δικαίωμα εἰς πάντα κάτοχον νὰ λάβῃ τὴν μερίδα τῆς ἐθνικῆς γῆς, τὴν ὁποίαν καλλιεργεῖ, περιελήφθη ἡ αὐτὴ διάταξις καὶ διὰ τοὺς κατόχους τῶν ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν. Ἐν τούτοις, κύριοι, μοὶ ἔστειλαν ἀναφορὰν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω· ἡ ἀναφορὰ αὕτη φέρει τὰς ὑπογραφὰς πολλῶν πτωχῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι κατὰ συνέπειαν νεωτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ λάβῃ, γαῖαι τοιαύτης κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κατείχοντο καὶ ἐκαλλιεργοῦντο παρ’ αὐτῶν, πρόκειται νὰ ἐνοικιασθῶσιν. Ἐννοεῖτε, κύριοι, πολὺ καλὰ, ὅτι ἂν τοῦτο κατορθωθῇ, καὶ αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος γαῖαι περιέλθωσιν εἰς ἐνοικιαστὴν, ὁ ἐνοικιαστὴς θέλει κατασταθῇ τιμαριοῦχος, καὶ θέλει ἔχει ὑποτελεῖς τοὺς πτωχοὺς καλλιεργητάς· ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη οἱ πτωχοὶ οὗτοι γεωργοὶ κατεῖχον τὰς γαίας καὶ ἐπλήρονον εἰς τὸ δημόσιον τὰ νενομισμένα δικαιώματα, δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς καινοτομίας ταύτης, καὶ μάλιστα ἀφοῦ εὑρισκώμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ νὰ λάβωμεν ὁριστικὸν μέτρον περὶ τῶν κατόχων τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀφήσουν τὰ πράγματα ὡς ἦσαν ἕως τώρα, καὶ νὰ μὴ ἐνοικιασθῶσιν αἱ ἀσκεπεῖς γαῖαι, ἀλλὰ νὰ μείνωσιν εἰς τοὺς κατόχους αὐτῶν, οἵτινες νὰ τὰς καλλιεργῶσι καὶ ν’ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ δημόσιον τὸ νόμιμον δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας.
§7ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Δυστυχῶς, κ. πρόεδρε, καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρυστίας, ὅπου ὑπάρχουν διαλελυμέναι μοναί, ἐφηρμόσθη πρὸ 5 ἐτῶν αὐτό, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας· οἱ κάτοχοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ κτήματα αὐτά, δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου ὑπέφερον τὰ μεγαλείτερα δυστυχήματα καὶ ὑποφέρουσι, διότι τὰ κτήματα αὐτὰ κεῖνται σποράδην μεταξὺ τῶν ἰδιωτικῶν, καὶ ἄν τις θελήσῃ μὲ τὸ ζῶον του νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ κτῆμα του εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαβῇ ἀπὸ ἓν τοιοῦτον κτῆμα, ἀλλ’ ἀμέσως ὁ ἐνοικιαστὴς τὸν καταγγέλλει ὅτι τοῦ ἐπροξένησε ζημίαν. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, εἰ δυνατόν, νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὥστε νὰ μὴ ὑποφέρουν, διότι εἰς τὰ μέρη τὰ ἰδικά μας γίνονται μεγάλα δυστυχήματα.
§8ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (ὑπουρ. οἰκονομ.) Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος περὶ τῶν συμβάντων ἐν τῇ Τριφυλίᾳ. Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει τὸ ὑπουργεῖον εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἀπ’ ἀρχῆς· σήμερον κατὰ πρῶτον ἐφαρμόζεται εἰς τὴν κοινότητα, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Τῳόντι, ἐφ’ ὅσον ἀνακαλύπτωνται τὰ λεγόμενα αὐτὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα τῶν διαλελυμένων μονῶν, κατὰ τοσοῦτον καὶ διατίθενται, ποῦ μὲν δι’ ἐνοικιάσεως μονοετοῦς, ποῦ δὲ δι’ ἐνοικιάσεως πολυετοῦς καὶ ποῦ δι’ ἐνοικιάσεως κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον. Ἤδη κατὰ πρῶτον ἀνακαλύπτεται ὅτι εἰς ἓν χωρίον Καρβούνια ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικαὶ γαῖαι ἀποκλειστικῶς ἀνήκουσαι εἰς διαλελυμένας μονάς. Τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶχον λάβει ὅλαι αἱ προκάτοχοι κυβερνήσεις διὰ τὰς τοιαύτης φύσεως ἐκκλησιαστικὰς γαίας ὅπως καὶ εἰς τὴν Καρυστίαν συνέβη· καὶ εἰς μὲν τὴν περίπτωσιν, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἴσως ἠμπορῶ νὰ μὴ προβῶ διοικητικῶς, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν Καρυστίαν, δὲν δύναμαι νὰ καταστρέψω πᾶν ὅ,τι ἐγένετο διὰ πολυετοῦς ἐνοικιάσεως· αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον. Πῶς ἠμπορῶ σήμερον, κτήματα διατεθέντα δυνάμει τοῦ νόμου νὰ ἀκυρώσω τὰς ἐνοικιάσεις; ποίας ἀξιώσεις θὰ ἔχουν οἱ ἐνοικιασταί;
§9ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Εἰς τὰς ἐνοικιάσεις ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, διότι ἐτέθη ὁ ὅρος, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν κωλύεται ἀπὸ τὰς ἐνοικιάσεις νὰ διαθέσῃ ἄλλως πως τὰς ἐνοικιάσεις.
§10ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὸ νὰ διαθέσῃ ἄλλως πως, σημαίνει δι’ ἐνοικιάσεως. Αἱ ἀσκεπεῖς γαῖαι εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον νὰ ἐνοικιάζωνται· δὲν ἐννοῶ σήμερον τί δύναται νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσαι δὲ διετέθησαν ἕως τώρα, αὐταὶ δύνανται νὰ μείνουν καὶ ἡ κυβέρνησις θέλει σκεφθῆ περὶ αὐτῶν ὅταν λήξῃ ἡ ἐνοικίασις. (Ἐνταῦθα ὁρκίζεται ὁ Βουλευτὴς Κορινθίας Ἰωάννης Δεληγιάννης).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χρωματισταί τινες τῆς Μητροπόλεως ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὴν βουλὴν καὶ ζητοῦν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸ δημόσιον δι’ ὅσα δὲν ἐπληρώθησαν.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Ὀφείλω νὰ λάβω τὸν λόγον, κύριοι, διότι εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διότι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξέφερον γνώμην καὶ ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν ψῆφόν μου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι τὰς διαφόρους δαπάνας τὰς σημειουμένας ἐν τοῖς διαφόροις κονδυλίοις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλει ὁ βουλευόμενος, ὀφείλει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους νὰ τὰς ἐξετάζῃ ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς σκέψεως, καὶ ἀνεξαρτήτως παντὸς πολιτικοῦ συμφέροντος· οὕτω δὲ ἐξετάζοντες, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, καὶ νὰ δώσωμεν ψῆφον κατὰ συνείδησιν. Ἂν ὅμως θέλωμεν, νὰ ταὐτίζωμεν τὴν ἐγγραφὴν ἢ τὴν διαγραφὴν μιᾶς δαπάνης μὲ τὴν πολιτικὴν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν ψῆφον κατὰ συνείδησιν, οὔτε θὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἀποστολήν μας. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐνόμισα χρέος μου ν’ ἀπευθύνω εἴς τινας τῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ ἰδίως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες ὅλα τὰ ζητήματα θέλουν νὰ τὰ ταὐτίσουν μὲ τὴν πολιτικὴν, ἂν ὑπάρχουν τοιοῦτοι. Ταὐτίζοντες τὰ ζητήματα καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν διαφόρων δαπανῶν μὲ τὴν πολιτικὴν, δὲν ἐκπληροῦμεν τὸν σκοπόν μας, διότι ἅμα δώσῃς εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς δαπάνης ἢ τὴν ἐγγραφὴν τῶν 4 ἐφετῶν, χαρακτῆρα πολιτικὸν, θὰ μ’ ἀναγκάσῃς ἴσως νὰ τὸ δεχθῶ· ἂν ὅμως τὸ ἐξετάσητε ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς, θὰ ἔχω διάφορον γνώμην. Ἡ πλειοψηφία, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, ἠθέλησε καὶ εἰς αὐτὰς τὰς συζητήσεις τοῦ παρόντος κοινοβουλίου νὰ διακριθῇ, ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ τὰς συζητήσεις γαληνιαίας, λογικὰς καὶ πράγματι κοινοβουλευτικάς. Καὶ τί ὡραιότερον, κύριοι, ἀπὸ τοῦτο; τί εὐχαριστότερον καὶ τί ἀποτελεσματικώτερον; Ἡ κατάστασις αὐτὴ διαφέρει ἀπὸ ὅλας τὰς προηγουμένας, ὡς μοὶ φαίνεται, καὶ ἦτον ἑπόμενον, διότι ὀφείλει νὰ ᾖναι συνεπὴς ἡ πλειοψηφία, ἥτις ἠθέλησε πάντοτε καὶ διαχειριζομένη ἤδη τὴν ἐξουσίαν νὰ ῥίψῃ ὕδωρ εἰς τὴν πυρὰν καὶ οὐχὶ ἔλαιον, ὡς ἄλλα πολιτικὰ κόμματα, ἠθέλησε νὰ κατευνάσῃ τὰ κοχλάζοντα πάθη καὶ τοὺς ἐρεθισμοὺς καὶ τοῦτ’ αὐτὸ κάμνει καὶ σήμερον. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἀξιοτίμους ῥήτορας τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ προκαλοῦν τοὺς ἐρεθισμοὺς, καθὼς καὶ πάντα τῆς συμπολιτεύσεως, ἂν ὑπάρχουν τοιοῦτοι, καὶ νὰ μὴ περιβάλλουν ὅλα τὰ ζητήματα μὲ τὴν χροιὰν τῆς πολιτικῆς, καὶ οὕτω προβαίνοντες θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον οὐ μόνον, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ, διότι ἔγινε λόγος περὶ δικαιοσύνης καὶ μάλιστα περὶ τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Ἐῤῥέθη, καὶ τὸ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Μεσσηνίας ἐβελτιώθη καὶ ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς· καὶ ὅτι ἡ βελτίωσις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν αὐστηρὰν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Μεσσηνίας ἐβελτιώθη, εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι ἔπαυσαν νὰ φονεύωνται οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἐφονεύοντο πρὸ ὀλίγου καιροῦ, καὶ ὅτι τὸ κράτος τῶν νόμων ἀνέλαβε κάποιαν ἰσχὺν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ λέγω λόγους μὴ συμφωνοῦντας ἀκριβῶς μὲ τὰ πράγματα· διότι εἶμαι ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας, καὶ θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ διαφωνήσω, ὅτι ἡ ἀνύψωσις τοῦ κράτους τῶν νόμων εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας, δὲν ὀφείλεται ὅλως εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· συνετέλεσε μὲν καὶ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἔδειξε καλὴν διάθεσιν, ἠμπορεῖ μὲν νὰ ἀπέτυχεν εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη καὶ εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διώρισε, διότι ἓν πνεῦμα τοπικὸν, ἐπαρχιακὸν, ἀποκλειστικὸν πρὸς τοὺς φίλους τὸν ἔκαμε νὰ μὴ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, οὐχ ἧττον ὅμως τὴν πρόθεσιν τὴν ἐδήλωσε καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἠθέλησε διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῶν δικαστηρίων νὰ κατορθώσῃ, ὥστε ἡ δικαιοσύνη ν’ ἀπονέμηται ἀνεπηρεάστως· ἀλλὰ λέγων τοῦτο θὰ μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ἡ δικαιοσύνη ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας δὲν ἀπενεμήθη ἀρκετὰ ἀνεπηρεάστως, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἔλαβον χώραν ἀδικήματα, παρεπέμφθησαν ἀθῶοι ἄνθρωποι καὶ ἀπηλλάγησαν ἔνοχοι, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἰς τοῦτο δὲν πταίει ὁ κ. ὑπουργὸς, παρὰ μόνον διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων. Ἐν τούτοις δὲν ἠκούσθησαν μεγάλα παράπονα ἐκ Μεσσηνίας, δὲν ἐξεθίσθησαν τὰ πάθη, δὲν ἀνεζωπυρήθησαν, διότι ἡ μερὶς, ἡ ἀνήκουσα εἰς τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἄλλοτε πολλὰ ὑπέφερε μαρτύρια, ὑποφέρει καὶ σήμερον, καὶ τὰ μαρτύρια ταῦτα ὑπέστη ἀγογγύστως καὶ δὲν διεμαρτυρήθη ἀποφασισμένη νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν θυσίαν χάριν τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τοῦ τόπου. Κύριοι, θὰ ἐκφέρω μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία εἶναι τολμηρὰ, ἀλλ’ εἶναι ἀληθής· ἐσυνείθισαν οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ἐποτίσθησαν μὲ τὰ νάματα τοῦ φατριασμοῦ, καὶ ὅσον καὶ ἂν προσπαθήσῃ μία κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ ἀνεπηρέαστον τὴν διοίκησιν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ· δὲν λέγω ἀκατόρθωτον. Κύριοι, βλέπετε, ὅτι ἡ κυβέρνησις καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἰδέας, δὲν ἠθέλησε νὰ παραδώσῃ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸ κόμμα, ὅ ἐστὶν εἰς τὰ ἐπιτόπια πάθη, ὡς ἄλλοτε ἐγίνετο. Ἐν τούτοις καὶ ἤδη ἐκεῖ ἡ δικαιοσύνη φατριάζει ἀλλ’ ὑπὲρ προσώπων, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ κόμματος, διότι καλλιεργοῦν σχέσεις οἱ ὑπάλληλοι διὰ τὸ μέλλον μὴ πιεζόμενοι κομματικῶς, καὶ προετοιμάζουν ὁδὸν διὰ νὰ βαδίσουν εἰς τὸ μέλλον ἀσφαλῶς. Ὅθεν ἕκαστος τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐκεῖ φατριάζει, κατὰ τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας του. Ὤφειλον νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας διὰ νὰ δικαιωθῶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου καὶ ἀπέναντι τῶν φίλων μου ἀδικηθέντων ἤδη· συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι μοὶ ἀπηύθυναν διαφόρους ἐπιστολὰς ἐκ Μεσσηνίας οἱ φίλοι μου παραπονούμενοι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑποφέρουν τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται κατ’ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τοὺς συντρέξω εἰς τὰ δίκαιά των· πολλάκις καὶ ἰδιαιτέρως ἔκαμα παρατηρήσεις εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης σχετικῶς μὲ τὴν ἀνεπηρέαστον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ νὰ περιστείλῃ παρεκτροπὰς τινων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκπληροῖ καθῆκον ἂν θελήσῃ νὰ προλάβῃ ἓν ἔγκλημα. Εἷς ἀπερίσκεπτος δικαστὴς ἔγινε δυστυχῶς αἰτία φόνου ἑνὸς νέου, ἀνήκοντος εἰς σπουδαίαν οἰκογένειαν, καὶ ἐπέφερε τὸν θάνατον μιᾶς γυναικός· αὐτὸς ὁ δικαστὴς ἐπηρεάσθη παρά τινος καὶ μὴ εὑρίσκων ποσῶς κυβερνητικὴν πίεσιν καὶ μὴ συλλογιζόμενος ὅτι δύναται νὰ τιμωρηθῇ, ἐδημιούργησεν ἰδικήν του πολιτικὴν καὶ πιέζει τὴν κοινωνίαν.
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§17ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἀναφέρω πρόσωπα καὶ ὀνόματα. Καὶ σήμερον ἡ Μεσσηνία, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου κατεκυλίετο εἰς τὰ αἵματα, πάσχει ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀπονέμεται εἰς ὅλας τὰς τάξεις ἀμερολήπτως ὡς ἔδει, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, νὰ ἐξετάσωσι μὴ ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον πιέζει τοὺς δικαστάς. Καὶ ἄλλοτε ἐφατρίαζον οἱ δικασταὶ ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ὁμολογῶ ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν κυβερνώντων, διότι οἱ οἰκεῖοι καὶ συγγενεῖς αὐτῶν ἐν ὀνόματί των ἐπίεζον· μὴ τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ σήμερον; μὴ καὶ σήμερον συγγενεῖς καὶ οἰκεῖοι ὑπουργῶν ἢ ὑπουργοῦ τινος πιέζουν; ἂς ἐξετάσουν καὶ θὰ μάθουν καὶ ἂς ἐπιβάλουν εἰς τοὺς οἰκείους των τὸ πρέπον. Μὲ κατηγόρησαν, κύριοι, φύλλα τινὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς πλέον τοῦ δέοντος ὑπουργικόν· καὶ εἶμαι ὑπουργικός, εἶμαι διὰ τὰς πεποιθήσεις μου καὶ διὰ τὰς ἰδέας μου, καὶ διότι φρονῶ, ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις διοικεῖ καλλίτερα τὸν τόπον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει ν’ ἀπευθύνω καὶ ἰδιαιτέρως καὶ δημοσίως κρίσεις καὶ παρατηρήσεις εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες ἠθέλησαν νὰ στηρίξωσι τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὁ εἷς ἐπρότεινεν αὔξησιν προσώπων, ὁ ἄλλος αὔξησιν μισθοδοσίας, ὁ ἕτερος ἐξασφάλισιν αὐτῶν καὶ ἄλλος ἄλλα. Εἰς ἐμὲ ὅμως θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω ὅλως διάφορον ἰδέαν, ἐγὼ λέγω ὅτι μορφώσατε διοίκησιν ἀμερόληπτον, ἠθικὴν, δικαίαν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἐπιτυγχάνετε τοῦ σκοποῦ σας, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην ὅλων τῶν προταθέντων. Ἐὰν κατορθώσητε νὰ μορφώσητε διοίκησιν, ὁποία πρέπει εἰς λαὸν ἐλεύθερον, διοίκησιν δικαίαν, ἠθικὴν, εἰλικρινῆ, διοίκησιν ἡ ὁποία νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν, καὶ τὸν σεβασμὸν εἰς τὴν κοινωνίαν, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς αὐστηρότητος τῶν δικαστηρίων. Ἡ ἰδέα τῆς δικαστικῆς τιμωρίας, τοὐτέστι τῆς δικαιοσύνης, ἐγεννήθη μετὰ τὴν ἰδέαν τῆς διοικήσεως, διότι ἡ τελευταία ἐγεννήθη καὶ ἀνεπτύχθη συγχρόνως μὲ τὸν ἄνθρωπον, ἡ δὲ πρώτη μετὰ τὴν γένεσιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ ἐγκλήματος, ἡ ἀποστολὴ τῆς διοικήσεως εἶναι νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα, ἡ δ’ ἀποστολὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι νὰ τὰ τιμωρῇ· ἀλλοίμονον εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἥτις ἀξιοῖ τὴν διὰ τῆς τιμωρίας περιστολὴν τῶν ἐγκλημάτων. Ἡ κατάστασις τῆς Μεσσήνης ἐβελτιώθη ἐκ τῆς καλλιτερεύσεως τῆς διοικήσεως, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς δικαίας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, μ’ ὅλον ὅπου ἔκαμε τὸ μέρος της καὶ αὕτη· ἐστὲ βέβαιοι ὅτι, ἐὰν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας βελτιωθῇ ἡ διοίκησις, δὲν θὰ ἔχητε ἀνάγκην νὰ καταφεύγητε ἑκάστοτε καὶ ἀπαιτήσητε τὴν αὐστηρὰν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Μεταξὺ ἄλλων, κύριοι, χθὲς σᾶς εἶπον ἄλλοι ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων· ἄλλος σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ποινικὴ δικονομία εἶναι τοιαύτη, ὥστε αὐξάνει τὰς ἐργασίας τῶν δικαστηρίων, καὶ τὸ εἶπον μάλιστα πολλοὶ νομικοὶ καὶ πολλοὶ διευθύναντες τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν· ἄλλος εἶπεν ὅτι, τὸ σύστημα τῶν ἀνακρίσεων, ὁ κ. Λομβάρδος μοὶ φαίνεται, τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως εἶναι καὶ αὐτὸ ἐπιβλαβὲς· σᾶς εἶπον ἐκ τοῦ προχείρου ὅτι μία διάταξις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἔφεσιν κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων εἶναι ὀλεθρία, καὶ πράγματι ὁμολογῶ ὅτι εἶναι τοιαύτη, διότι πολλαπλασιάζει τὰς ἐργασίας τῶν δικαστῶν, καὶ ὑποβάλλει εἰς βάσανα τοὺς διαδίκους, καὶ πολλοὶ ὡμολόγησαν ὅτι μία ἔφεσις κατὰ προδικαστικῆς ἀποφάσεως δὲν φέρει ἀποτέλεσμα, διότι γίνονται στρεψοδικίαι, διὰ ν’ ἀποθαῤῥύνουν τὸν διάδικον· ἐν τούτοις οὐδεὶς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τόσοι νομικοί, οἱ ὁποῖοι διεύθυνον τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο οὐδεμίαν διόρθωσιν ἔφερον, (θόρυβος)· ἡ διάταξις αὕτη παρέχει τροφὴν εἰς τοὺς δικηγόρους. Καὶ θέλετε νὰ καταργήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία παρέχει συμφέροντα εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον, εἰς ὃν ἀνήκει καὶ συνεργάζεται μετ’ αὐτοῦ; αὐτὴ ἦτον ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔῤῥιψα, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω οὔτε τὸν καιρὸν, οὔτε θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ νὰ τὴν ἀναπτύξω πληρέστατα. Ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐξεφέρθησαν ἐκφράσεις πικραὶ κατὰ προσώπων, καθ’ ὑπαλλήλων ἀπόντων καὶ μὴ δυναμένων νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτούς· ἐπαύθησαν δικασταί τινες.......
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.
§19ΔΑΓΡΕΣ. Ἔπρεπε χθὲς νὰ εἴπητε ἐπὶ τοῦ θέματος, κανενὸς ἰδιοκτησία δὲν εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο. Κύριοι, ἐγένετο λόγος περὶ τῆς παύσεως τῶν δικαστῶν, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἤθελον παραβῆ τὸ καθῆκόν μου ἐὰν δὲν ἔλεγον μίαν λέξιν ὑπὲρ αὐτῶν, τοὺς ὁποίους θέλουν νὰ εἴπουν ὅτι δικαίως τοὺς ἔπαυσαν. Εἰς Μεσσήνην ἐπαύθη εἷς δικαστὴς Καραμάνος, καὶ εἷς ἀντεισαγγελεὺς Ῥηγόπουλος, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπαύθησαν ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ πέρυσι, κύριοι, εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ἐπαύθησαν τρεῖς ἐφέται, ὠνόμασα κακοήθη ἐγχείρισιν τὴν ἄδικον ταύτην παῦσιν. Σήμερον δικαιοῦμαι τὴν παῦσιν τῶν εἰρημένων πρωτοδικῶν νὰ ὀνομάσω ἄδικον κατὰ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξετάζουν, ὅταν πρόκειται νὰ παύσουν ἕνα ὑπάλληλον, διότι ἡ ἄδικος αὕτη παῦσις, ἐπήνεγκε τραῦμα τῆς Δικαιοσύνης· ἐπίσης ὀφείλουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ ἐξετάζουν, ὅταν τοὺς γίνωνται παράπονα κατὰ ὑπαλλήλων, ἐὰν ταῦτα ὦσι βάσιμα νὰ ἐπιφέρουν τὴν δέουσαν θεραπείαν, ἄλλως τε διατηροῦντες φατριαστὰς καὶ ἀνικάνους δικαστὰς τραυματίζουν καὶ πάλιν τὴν Δικαιοσύνην. Ἔρχομαι εἰς τὸν συμπολίτην μου Ψάλτην ὅστις ἐπαύθη, διότι εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Καλαμῶν, καὶ δὲν εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῆς Χαλκίδος. Καὶ ἠξεύρετε ἀκόμη διατὶ ἐπαύθη; διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς θελήσεις τῶν προϊσταμένων του· μετὰ τὴν παῦσίν του δὲ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν ἀνέφερε καὶ ἐπρότεινε τὴν ἐπάνοδόν του, καὶ ὅμως δὲν ἐπανῆλθε· φίλος μου δὲν εἶναι ὁ Ψάλτης ἀλλὰ συμπολίτης μου, καὶ συνεπαρχιώτης μου, καὶ ὤφειλον νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὀλίγα, διότι θεωρῶ αὐτὸν ἀδικηθέντα, καὶ διότι πρέπει νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία, καὶ ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου ὅτι καμμίαν πίεσιν δὲν ἐξασκοῦν οἱ βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι οὔτε ἀπήτησά ποτε ἀπὸ κανένα ὑπουργὸν νὰ στείλῃ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ὑπάλληλον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, καὶ τοῦτο συνεπῶς πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρεσβεύω περὶ πολιτικῆς καὶ διοικήσεως, συνέστησα πάντοτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἀποστολὴν ἀμερολήπτων ὑπαλλήλων. Ἐπαύθη καὶ ἕτερος Μεσσήνιος, ἀλλ’ ἐπανῆλθεν ὑπουργικῇ συστάσει, καὶ ὄχι τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει πράξει ἔργον δικαιοσύνης, νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ πληροφορηθῇ, καὶ μετὰ τὰς πληροφορίας νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀδίκως παυθέντας. Τῷ ἀπευθύνω ἐντεῦθεν διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἰδιαιτέρως συνιστῶ τοιαῦτα πράγματα· βλέπετε ὅτι, οὔτε μὲ τὸν μὲν, οὔτε μὲ τὸν δὲ συμφωνῶ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα. Τώρα, κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μοῦ ζητήσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς αὔξησιν δαπάνης, καθὼς διὰ προσθήκην πρωτοδικῶν, δὲν εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ τῷ τὴν χορηγήσω· ἀλλ’ αὔξησιν δαπάνης ἐφετῶν, δηλ. ὑπαλλήλων ἰσοβίων, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εὑρέθην εἰς δύσκολον θέσιν καὶ ἐδῶ εὑρίσκομαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἐγγραφὴν τοιαύτης δαπάνης, διότι ἡ προσθήκη τεσσάρων ἐφετῶν, ἀφοῦ παρεδέχθημεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύω, εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντες νὰ παραδεχθῶμεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς, διότι εἶναι ἰσόβιοι, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, ἡ ὁποία εἶναι τολμηρὰ, καὶ ἠξεύρω τί ἠμπορῶ νὰ πάθω δι’ ὅσα λέγω αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι καὶ πρὸ ὀλίγου ἐγὼ ἠξεύρω πόσον ἀκριβὰ ἐπλήρωσα τὴν τόλμην αὐτῶν τῶν ἐκφράσεών μου, ὅτε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν δικαστήρια, ἄλλως ἐξηγοῦντα τὸν νόμον ἀλλοῦ, καὶ ἄλλως ἐδῶ· καὶ ἐτιμωρήθην πολὺ καλὰ δι’ αὐτὸ, καὶ δὲν ἦτο τίποτε ἐὰν ἐτιμωρούμην ἐγὼ, ἀλλ’ ἐτιμωρήθησαν οἱ συγγενεῖς ἐκεῖνοι. Λέγω λοιπὸν ὅτι φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἰσοβιότης ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ ἐπιτύχῃ πληρέστατα εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπλάσθη παρὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐφηρμόσθη, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δυστυχῶς οὐδεμία Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ φέρῃ νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπήχθησαν εἰς τὴν ἰσοβιότητα, καὶ πρόκειται καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ὑπαχθῶσι. Καὶ ἐπειδὴ βλέπω καὶ ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐπιτυχίας καὶ ἐκπληρώσεως τῆς ἀποστολῆς τῶν ἰσοβίων ἐφετῶν, διὰ τοῦτο κηρύττομαι κατὰ τῆς δαπάνης τῶν τεσσάρων ἐφετῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μίλησης.
§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀποροῦσί τινες ἐν ἡμῖν καὶ στενοχωροῦνται διὰ τὴν γενικότητα, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις, προκειμένης ἁπλῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν, ἀλλ’ ἡ ἀπορία καὶ στενοχωρία τῶν ἐντίμων συναδέλφων δὲν εἶναι δικαιολογημένη. Λησμονοῦσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ, προσκαλουμένη ν’ αὐξήσῃ δαπάνην τινὰ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, παραλείπει τὸ καθῆκόν της, μὴ ἐξετάζουσα τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κλάδος τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ δαπάνη. Ἐν Ἀγγλίᾳ, κύριοι, ἐν τῷ πρακτικῷ ἐκείνῳ τόπῳ, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κυρίως γίνεται ἡ συζήτησις περὶ τῆς πολιτικῆς ἐν γένει τοῦ ὑπουργείου καὶ περὶ τῆς καταστάσεως ἰδίᾳ ἑκάστου κλάδου τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἐπιδιώκομεν δὲ πλάγιόν τινα σκοπὸν, ζητοῦντες νὰ εὐρυνθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἔχομεν λόγον σπουδαιότατον. Ἡ ὁσημέραι αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων εἶναι κατὰ τὴν ἡμετέραν κρίσιν σύμπτωμα δεινῆς καχεξίας, φοβερᾶς νόσου, καταβιβρωσκούσης ὄχι μόνον τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν σῶμα εἰς τὸ τρυφερώτερον καὶ εὐγενέστερον αὐτῆς μέρος, εἰς τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης. Φρονοῦμεν, κύριοι, καὶ μεθ’ ἡμῶν φρονεῖ ὁλόκληρος ἡ ἀμερόληπτος κοινὴ γνώμη, ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία κατῆλθε δυστυχῶς ἀπὸ τῆς ἐμπρεπούσης αὐτῇ ὑψηλῆς περιωπῆς, καὶ κατέρχεται ὁσημέραι χαμηλότερον, παραλλήλως δὲ μὲ τὴν κατάπτωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐξασθενεῖ, καταστρέφεται καὶ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης ἐν αὐτῇ τῇ κοινωνίᾳ. Ἀπέναντι δὲ τοιούτου θλιβεροῦ θεάματος ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ μετ’ ἐπιστασίας, μετ’ ἐνδιαφέροντος, τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ ταχέως τὴν δέουσαν θεραπείαν· διότι μὴ λησμονήσητε, ὅτι ὁ κύριος, ὁ οὐσιώδης σκοπὸς τῆς πολιτείας εἶναι ἡ τῆς δικαιοσύνης θεμελίωσις· ἢ μᾶλλον, προβαίνω περαιτέρω· ἡ πολιτεία εἶναι ἡ ἀνωτάτη μορφὴ, ἡ πληρεστάτη ἐμφάνισις αὐτῆς τῆς ἰδέας τοῦ δικαίου· εἶναι αὐτὸ τὸ δίκαιον, ἐγκατεστημένον κυριαρχικῶς ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὡς τελεία ὀργανικὴ δύναμις· ἡ δὲ ὑλικὴ ἀνάπτυξις τῆς κοινωνίας εἶναι δευτερεύων ἁπλῶς σκοπὸς τῆς πολιτείας. Ὅταν λοιπὸν ἔν τινι πολιτείᾳ βλέπητε τὴν δικαιοσύνην παραλελυμένην καὶ ἐξησθενημένην, δὲν πρέπει νὰ διστάσητε διόλου νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ πολιτεία ἐκείνη δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν της. Ἀναφέρομαι λοιπὸν, κύριοι, εἰς τὸν πατριωτισμόν σας, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκολουθήσητε μετὰ προσοχῆς, μετ’ εὐμενείας εἰς τὰς ὀλίγας σκέψεις μου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀναμιγνύεται καθόλου τὸ πνεῦμα τοῦ κομματισμοῦ· διότι τὸ θέμα εἶναι πολὺ ἀνώτερον τῶν ἐφημέρων κομματικῶν συμφερόντων, εἶναι ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου· ἐπὶ τοιούτων δὲ θεμάτων ὅσοι ἐμφοροῦνται ὑπὸ ἰδεῶν στενῶν καὶ συμφερόντων κομματικῶν, ἀποδεικνύουν, ὅτι οὔτε τὴν σοβαρότητα τοῦ πράγματος κατανοοῦν, οὔτε ἄξιοι εἶναι νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἱερὰν ἀποστολὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους. Δύω, κύριοι, εἶναι τὰ αἴτια τῆς θλιβερᾶς ταύτης καταστάσεως, τοὐτέστι τῆς ἐκπτώσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ τῆς ἐξασθενήσεως τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἡ φύσις τῆς νομοθεσίας μας πρῶτον καὶ ἡ ἐξαρτησία τῶν δικαστῶν δεύτερον. Θέλω ἐξετάσει διὰ βραχέων ἀμφότερα τὰ αἴτια ταῦτα, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ πρώτου. Γινώσκετε, κύριοι, ὅτι ἡ διέπουσα ἡμᾶς νομοθεσία, πολιτικὴ τε καὶ ποινικὴ, δὲν εἶναι προϊὸν τοῦ ἡμετέρου πολιτισμοῦ, οὔτε ἀπόῤῥοια τῆς περὶ τοῦ δικαίου ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἀλλ’ εἶναι καρπὸς ξένου πολιτισμοῦ, εἶναί τι ὀθνεῖον καὶ ἐπείσακτον, ἐκτὸς τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔθνους κείμενον.
§22ΤΙΝΕΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, κ. πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν· τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως εἶναι σπουδαῖον.
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν ὑπάρχουσί τινες, θεωροῦντες τὴν ὁμιλίαν μου περιττὴν, θὰ τοὺς παρακαλέσω πολὺ ν’ ἀποχωρήσουν εἰς ἰδιαίτερόν τι δωμάτιον. Ἐκεῖ δύνανται νὰ συνομιλήσουν περὶ ἄλλων σπουδαιοτέρων ἀντικειμένων, χωρὶς νὰ ἐμποδίσουν καὶ τὴν ἰδικήν μας συζήτησιν.—Ἡ θετική, κύριοι, νομοθεσία παντὸς ἔθνους διὰ νὰ τελεσφορήσῃ, τοὐτέστι διὰ νὰ συντηρήσῃ καὶ προαγάγῃ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, ἀνάγκη νὰ ἀποῤῥέῃ ἐκ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ νὰ ᾖναι πιστὴ καὶ ἀκριβὴς αὐτῆς εἰκών· ὄχι ὅτι τὸ δίκαιον χάνει τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἀπόλυτον αὐτοῦ ἀξίαν, ἀλλὰ τὰ ἔθνη συλλαμβάνουν ἰδίαν ἕκαστον ἰδέαν περὶ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐφαρμόζουν εἰς τὰς ποικίλας κοινωνικάς των σχέσεις. Τὸ δίκαιον μένει κατ’ οὐσίαν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ καθ’ ὅλους τοὺς χρόνους καὶ καθ’ ὅλους τοὺς τόπους, ἀλλ’ ὅμως εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστου ἔθνους ἐμφανίζεται ποικίλον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀναλόγως τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν παραδόσεων αὐτοῦ, καὶ ἄν μοι ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῶ μίαν παραβολὴν, τὸ δίκαιον εἶναι ἡ γενικὴ πηγὴ, ἐξ ἧς ἀντλοῦσι πάντα τὰ ἔθνη τῆς δικαιοσύνης τὰ νάματα, ἀναλόγως ὅμως ἕκαστον τοῦ δοχείου, ὅπερ φέρει, καὶ τῶν ἀναγκῶν, ἃς ἔχει. Οὕτως ἔχομεν καὶ εἰς τὴν χώραν τοῦ δικαίου, ὅπως καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ φυσικοῦ καὶ ἠθικοῦ κόσμου, τὸ σχετικὸν ἐν τῷ ἀπολύτῳ, τὴν ποικιλίαν ἐν τῇ ἑνότητι, τὴν κίνησιν καὶ τὴν ζωὴν ἐν τῇ τάξει. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἡ νομοθεσία δὲν ἐγεννήθη, δὲν ἐμορφώθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὁ νομοθέτης, κύριοι, ὅστις μᾶς τὴν ἐφιλοδώρησεν, οὔτε ἐγνώριζεν οὔτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἰδιαίτερον βίον, τὸν ἰδιαίτερον χαρακτῆρα καὶ τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις τοῦ πτωχοῦ τούτου ἔθνους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνομοθέτει, ὄχι· ἀλλ’ ἐκάθησεν εἰς τὸ γραφεῖόν του, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους νομοθεσίας τῆς Εὐρώπης, ἐξήτασε καὶ παρελλήλισεν αὐτὰς ἐπιστημονικῶς, καὶ οὕτω κατεσκεύασε καὶ διέπλασεν ἓν θεωρητικὸν σύστημα νομοθεσίας, πλῆρες ἀτελευτήτων τύπων, δι’ ὧν προλαμβάνονται μὲν ἐνίοτε, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ διδάσκονται πάντοτε εἰς τοὺς ἁπλουστέρους αἱ λεπτότεραι ὑπαγορεύσεις τῆς κακῆς πίστεως καὶ τῆς στρεψοδικίας. Τὸ ἔθνος γοητευθὲν, ἐστάθη ἐπὶ μίαν στιγμὴν καὶ ἐθαύμασε τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο θέαμα, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσεν ὅμως ποτὲ νὰ τὸ ἐννοήσῃ, οὔτε νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ἄλλως, εἰμὴ ὡς τεχνικὸν κατασκεύασμα, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς χεῖρας ἐπιτηδείας, οὐχὶ δέ ποτε ὡς σύστημα δικαιοσύνης ζώσης καὶ ἐνεργοῦ. Καὶ τὸ δυστύχημα, κύριοι, εἶναι ὅτι ἐνῷ τὸ ἔθνος εἰς δύο συνελεύσεις ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, χωρὶς ἴσως νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸ καθαρὰν ἐπίγνωσιν τοῦ πράγματος, τοῦ νὰ ἁπλοποιηθῇ ἡ νομοθεσία τοῦ τόπου, οὐδεὶς ποτὲ τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτευομένων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ἢ κἄν ἐθεώρησε σπουδαίαν τὴν τοιαύτην ἐθνικὴν εὐχήν. Τοὐναντίον ἐφιλοτιμήθησαν μάλιστα ἅπαντες νὰ περιπλέξωσιν ἔτι μᾶλλον τὴν νομοθεσίαν μας, προσθέτοντες τύπους ἐπὶ τύπων καὶ καθιστῶντες αὐτὴν ἀληθῆ κυκεῶνα, δυσεξερεύνητον οὐ μόνον εἰς τοὺς ἁπλοῦς πολίτας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς εἰδικῶς ἀσχολουμένους περὶ τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου. Ἡ νομοθεσία λοιπὸν, ὡς βλέπετε, δὲν ζῇ παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει, δὲν συνδέεται μετ’ αὐτῆς διὰ δεσμοῦ τινος οἱουδήποτε· ἄλλως δὲ καὶ καθ’ ἑαυτὴν ἐξεταζομένη, εἶναι ἀτελεύτητος σωρεία τύπων, ἐντὸς τῶν ὁποίων πάντοτε μὲν παρέλκεται ἐπ’ ἄπειρον ἡ δίκη, πολλάκις δὲ χάνεται καὶ τὸ πραγματικὸν δίκαιον, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ ὁ πτωχὸς διάδικος νὰ ἐννοήσῃ διὰ τίνος μαγείας συνέβη τὸ παράδοξον τοῦτο φαινόμενον· ἓν μόνον ἐννοεῖ, διότι ὁ Θεὸς ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῇ συνειδήσει του, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι ἄδικος, καὶ ἓν μόνον αἰσθάνεται, ὅτι ἐκ τῆς μακρᾶς καὶ πολυπλόκου δίκης, τὴν ὁποίαν διεξήγαγεν, ἐξηντλήθη οἰκονομικῶς. Τοιαύτη, κύριοι, τυπικὴ καὶ πολύπλοκος νομοθεσία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ φέρῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοὺς ἀναγκαίους αὐτῆς καρποὺς· διότι μὴ λησμονήσητε ὅτι ἡ θετικὴ νομοθεσία ἀποῤῥέει μὲν ἐκ τῆς περὶ τοῦ δικαίου συνειδήσεως τοῦ ἔθνους, συντελεῖ ὅμως καὶ αὕτη ἐξ ὑπαμοιβῆς εἰς τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ θεμελίωσιν καὶ προαγωγὴν τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαιοσύνης. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ξένη ἐντελῶς καὶ μηδεμίαν ἀναλογίαν ἔχουσα πρὸς τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ διατηρήσῃ οὔτε νὰ κρατύνῃ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ κοινωνίᾳ· τοὐναντίον μάλιστα συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐξασθενήσῃ καὶ παραλύσῃ αὐτό· διότι ἔνθεν μὲν ἐστείρευσε τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς ἠδύνατο νὰ προέλθῃ κανονικῶς καὶ φυσικῶς μία ἐθνικὴ νομοθεσία, ἔνθεν δὲ τὸ ἔθνος, μὴ αἰσθανόμενον ἑαυτὸ ζῶν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ του, ἀπώλεσε βαθμηδὸν τὴν πίστιν του πρὸς τὴν δικαιοσύνην καθόλου, καὶ τὸ σέβας καὶ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πρώτη, ἀλλὰ καιρία πληγὴ, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ ἔθνος ἐν τῇ περὶ τοῦ δικαίου συνειδήσει του. Ἀλλ’ ἔμενεν ἀκόμη μέχρι τινὸς μία τις ἐγγύησις, αὕτη δὲ ἠδύνατο νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν, μέχρις οὗ ληφθῇ ῥιζικόν τι περὶ θεραπείας αὐτοῦ μέτρον· ἔμενε τὸ γόητρον τῆς ἠθικῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι ἐπέβαλλον ἐπὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐχρησίμευον, οὕτως εἰπεῖν, ὡς σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς νομοθεσίας του. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, κύριοι, ὅτι τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν ἐσεβάσθη πράγματι ἡ προκάτοχος βασιλεία καὶ κατ’ αὐτὴν ἔτι τὴν πρὸ τοῦ συντάγματος περίοδον, ἀλλὰ καὶ νομικῶς ἔτι τὰ σπέρματα αὐτῆς εἶχεν ἤδη ῥίψει αὐτὸς ὁ νομοθέτης τοῦ 1833, ὅστις ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν δικαστηρίων δὲν ἄφησεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δικαστικῶν ἀρχόντων, ἀλλ’ ὑπέβαλεν αὐτὸ εἴς τινας περιορισμούς. Κατόπιν διὰ δύω συντακτικῶν συνελεύσεων τὸ ἔθνος, ἀνακηρύξαν τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀνεβίβασε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τρίτην δύναμιν τοῦ κράτους, ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῶν λοιπῶν δύω καὶ ἰσήγορον μὲ αὐτάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἀνεξαρτησία αὕτη κατήντησε παρ’ ἡμῖν καθαρὰ κενολογία, διότι οὐδέποτε ἐφροντίσαμεν διὰ προσηκόντων ὀργανικῶν νόμων νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν πραγματικὴν καὶ ἀληθῆ. Τρίτην ἐξουσίαν τῆς πολιτείας ὀνομάζει τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τὸ Σύνταγμα· τρίτην ἐξουσίαν προσαγορεύομεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἰς τὰς ἰδιαιτέρας συζητήσεις, πανταχοῦ· καὶ ὅμως ἡ τρίτη αὕτη ἐξουσία τοῦ κράτους, ἡ ἀνεξάρτητος, ἡ ἰσήγορος, διατελεῖ πράγματι ὑποχείριος καὶ ὑποτελὴς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Οὕτω, κύριοι, πληρωνόμεθα πάντοτε μὲ κενὰς λέξεις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθά ποτε νὰ φέρωμεν πραγματικὴν θεραπείαν εἰς τὰ κακῶς κείμενα. Πότε ἆρά γε θὰ ἐννοήσωμεν τοῦτο; Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ τελευταία συντακτικὴ Συνέλευσις καθιέρωσε τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, καὶ ὅτι αὕτη ἐπραγματοποιήθη ἤδη ὡς πρὸς τοὺς Ἀρειοπαγίτας καὶ τοὺς Ἐφέτας, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἥτις δὲν ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως ἔπραξεν ἡ πρώτη. Ἀλλὰ νομίζετε τάχα, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἰσοβιότητος ἐξησφαλίσθη ἐντελῶς ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστῶν; Καὶ δὲν ἀναλογίζεσθε, ὅτι ἡ μετάθεσις καὶ πρὸ πάντων ἡ προαγωγὴ τοῦ δικαστοῦ μένει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ; Σημειώσατε δὲ, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστοῦ ἡ ἐπιθυμία τῆς προαγωγῆς ἐπιδρᾷ ἰσχυρότερον, παρὰ ἡ ἐπιθυμία τῆς διατηρήσεως· ἄλλως σπάνιον εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ παυθῇ ἄνευ λόγου ὁ δικαστὴς, διότι ἡ κοινὴ γνώμη καταδικάζει πικρῶς πάντοτε τοιαύτας παύσεις. Ἐν τούτῳ δὲ ὁ μὲν ὑπουργὸς εὑρίσκει ἠθικόν τινα χαλινὸν, ὁ δὲ δικαστὴς ὄχι εὐκαταφρόνητον ἐγγύησιν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἴτε ἐξ ἐλλείψεως προνοίας, εἴτε ἐκ λελογισμένης προθέσεως, οἱ λειτουργοὶ τῆς τρίτης ἐξουσίας τοῦ κράτους διατελοῦσιν εἰς τὴν αὐθαίρετον διάκρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς ὅλας τὰς ἐπιδρομὰς αὐτῆς, σχεδὸν ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι. Ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἔχει παρ’ ἡμῖν ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν· διότι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ μικροὶ περιορισμοὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἐλησμονήθησαν καὶ ἀφέθησαν εἰς ἀχρηστίαν, χάρις εἰς τὴν ἀκατάσχετον μανίαν τῆς ἀποῤῥοφήσεως, ἥτις κατέλαβεν ἀνέκαθεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Προσθέσατε ἐπὶ τέλους εἰς ταῦτα τὸ εὐτελὲς τῆς μισθοδοσίας, ἥτις ἀναγκάζει τοὺς δικαστὰς νὰ ζῶσι πενιχρῶς καὶ γλίσχρως, καθόσον μάλιστα αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι αὐξάνουν ὁσημέραι, καὶ ἔχετε πιστὴν εἰκόνα τῆς οἰκτρᾶς ἐξαρτησίας καὶ ὑποτελείας, εἰς ἣν διατελοῦσι παρ’ ἡμῖν οἱ λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος. Καὶ ἔπειτα ἀπορεῖτε, κύριοι, ὅτι ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τῶν δικαστικῶν θέσεων πάντες οἱ ἱκανοὶ καὶ ἀνεξάρτητοι ἄνδρες, οἵτινες ἤθελον κοσμήσει τὰ δικαστήριά μας; ἀπορεῖτε, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ κατέπεσε παρ’ ἡμῖν καὶ ἐξεφαυλίσθη; Ἀλλὰ τὸ ἐναντίον μάλιστα θὰ ἦτο ἄξιον ἀπορίας καὶ ἐκπλήξεως. Τὴν ἐλεεινὴν ταύτην κατάπτωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπηύξησαν, κύριοι, ἔτι μᾶλλον αἱ ὑπαγορεύσεις καὶ τὰ συμφέροντα τυφλοῦ κομματισμοῦ, ὅστις ἐπ’ ἐσχάτων εἰσήλασε λάθρᾳ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος. Οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ καὶ βουλευταὶ οὐδέποτε ἐσκέφθημεν, οὐδέποτε ἠννοήσαμεν, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι ἁπλοῖ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ λειτουργοὶ ἀνεξαρτήτου καὶ ἰσηγόρου ἐξουσίας ἐν τῇ πολιτείᾳ. Εἰς τὸ ὀλέθριον δὲ τοῦτο σύστημα ἐσυνειθίσαμεν σήμερον τόσον πολύ, ὥστε εἷς νομομαθὴς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Πετσάλης, κατήντησε πρὸ μικροῦ, τὸ ἐνθυμεῖσθε, νὰ μᾶς εἴπῃ, καὶ ἡμεῖς ν’ ἀκούσωμεν ἀπαθῶς καὶ ἀταράχως, ὅτι εἶναι δικαίωμά του ἀπόλυτον, ἀνεξέλεγκτον τὸ διορίζειν, μεταθέτειν καὶ παύειν τοὺς δικαστάς, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπαντήσῃ διόλου εἰς τὴν περὶ τῶν δικαστικῶν μεταβολῶν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἀλλ’ ὅτι τὸ πράττει μόνον αὐθορμήτως καὶ ἐξ οἰκείας προαιρέσεως! Ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν, προβιβάζειν, μεταθέτειν καὶ παύειν τοὺς δικαστικοὺς ἄρχοντας; ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ μὴ ὑποκείμενον οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγεις, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ποῦ εὗρες τέλος πάντων αὐτὸ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τόσον τολμηρῶς ἀντιποιεῖσαι; Δὲν μοὶ λέγεις πρὸ πάντων, σὺ ὁ συνταγματικώτατος ὑπουργός, ὁ καυχώμενος πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐσπούδασες τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ ἔθιμα τῆς Ἀγγλίας, πῶς συμβιβάζονται τὰ ἀπόλυτα δικαιώματα, πῶς συμβιβάζεται ἡ ἀπόλυτος ἐξουσία μὲ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα; Δὲν γνωρίζεις, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καμμία, μὴ ὑποκειμένη εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς; Ὅτι μάλιστα δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνθρωπίνη πρᾶξις, μὴ συνεπαγομένη τὴν εὐθύνην; καὶ ὅτι ὅπου ὑπάρχει εὐθύνη, ὑπάρχει καὶ μία ἀρχὴ, ἥτις τὴν ἐλέγχει καὶ τὴν κυρώνει; Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐλησμόνησες, κ. Πετσάλη, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι ἁπλοῖ ὑπάλληλοι, δυνάμενοι νὰ μετατοπίζωνται, νὰ προβιβάζωνται καὶ ἀπολύωνται κατὰ τὰς ἑκάστοτε ὀρέξεις τοῦ ὑπουργοῦ; ᾤκτειρα ἀληθῶς, κύριοι, ᾤκτειρα τὴν κατάστασίν μας, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Πετσάλην, λέγοντα ἀφελῶς ἢ ἐμπαικτικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τινὲς τῶν δικαστῶν εἶχον ἀνάγκην ν’ ἀλλάξουν ἀέρα, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς μετέθεσεν. Ἰδοὺ, κύριοι, εἰς ποίαν ἐντελῆ ἐξαρτησίαν, εἰς ποίαν ταπείνωσιν κατήντησαν παρ’ ἡμῖν οἱ λειτουργοὶ τῆς τρίτης ἐξουσίας τοῦ Κράτους! Ὅτε, κύριοι, ἐσχηματίσθη ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις καὶ ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Πετσάλης, ὁμολογῶ ὅτι ᾐσθάνθην ζωηρὰν εὐχαρίστησιν· διότι συνέλαβον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Πετσάλης, ὅστις ὁμολογουμένως καὶ ἱκανότητα καὶ πεῖραν δικαστικὴν ἔχει καὶ τόλμης καὶ δραστηριότητος δὲν στερεῖται, ἤθελε φροντίσει καὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν νὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις καὶ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ ἀνυψώσῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπήν. Ἐπερίμενα εὐλόγως ἀπὸ τὸν κ. Πετσάλην νὰ λάβῃ τὸν πέλεκυν ἀνὰ χεῖρας καὶ κόψῃ τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου τὰ δεσμά, τὰ συγκρατοῦντα δεσμίαν καὶ ὑποχείριον τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πρὸς τὴν ἐκτελεστικήν, δηλ. νὰ ἐγκαινιάσῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον τὴν σωτήριον ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, εἰσάγων νόμους, ἐξασφαλίζοντας τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν, ὅπως ἔπραξαν ὅλα τὰ ἀληθῶς ἐλεύθερα κράτη τῆς Εὐρώπης. Ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Πετσάλην νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως, ἥτις εἶναι λείψανον τῆς ἐξεταστικῆς διαδικασίας τοῦ Μεσαιῶνος, νὰ ὁρίσῃ νομοθετικῶς τὸ ἀνώτατον χρονικὸν διάστημα τῆς παρατάσεως τῆς ἀνακρίσεως καὶ νὰ καθιερώσῃ τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν τοῦ κατηγορουμένου, ὅπου τοῦτο εἶναι ἐφικτόν. Ἡ μεταῤῥύθμισις αὕτη εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ συμβιβασθοῦν κατά τινα τρόπον εὔλογον καὶ ἐπιεικῆ τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας μὲ τὴν ἀτομικὴν τοῦ πολίτου ἐλευθερίαν, ἥτις μὲ τὴν σημερινὴν νομοθεσίαν μας εἶναι καθαρὸν παίγνιον εἰς χεῖρας τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν εἰσαγγελέων.
§24ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Οὐδεὶς τῶν συναδέλφων σας δικηγόρων συμμερίζεται τὰς ἰδέας σας.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξετάζω ἐνταῦθα, κ. Κολιάτσε, τί φρονοῦν οἱ δικηγόροι· ἐξετάζω τί φρονεῖ καὶ τί αἰσθάνεται ἡ πάσχουσα κοινωνία. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπικρατοῦσαν νομοθεσίαν μας ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, τὴν ὁποίαν πομπωδῶς ἔχομεν ἀναγεγραμμένην εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι λέξις κενὴ καὶ ἄνευ σημασίας. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὑπὸ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἡ πολιτεία κρατεῖ τυραννικῶς ὑπὸ τὴν σιδηρᾶν της ἐξουσίαν τὸν κατηγορούμενον καὶ μήπω κηρυχθέντα ἔνοχον, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη τυραννικὴ ἐξουσία τῆς πολιτείας εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ. Ἔχω ἄδικον; Καὶ ἀνελογίσθητέ ποτε, κύριοι, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται, ποίαν ἰδέαν συλλαμβάνει περὶ τῆς δικαιοσύνης σας ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος πολίτης, ὅστις κρατεῖται προφυλακισμένος ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐπὶ ἕν, ἐπὶ δύω πολλάκις ἔτη, ὑποβάλλεται εἰς ἐξέτασιν μυστικήν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν παρίσταται πάντοτε, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὴν ἀθωότητά του, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἰσδύει τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ κοινωνία τί τρέχει, καὶ ἐπὶ τέλους ἀπολύεται ἐλεύθερος, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ κᾀνένα λόγον διὰ τὰ τόσα παθήματά του; Ἐσυλλογίσθητέ ποτε πόσοι μεταξὺ τῶν μυριάδων φυγοδίκων, οἵτινες ἀπασχολοῦσι τόσον πολὺ καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν διοίκησιν, εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀθῶοι, καὶ ὅτι μόνον ὁ φόβος τῆς προφυλακίσεως, μόνη ἡ ὑποψία τῆς ὑπερμέτρου παρατάσεως αὐτῆς, μόνη ἐν γένει ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν δικαιοσύνην σας τοὺς ἀναγκάζει νὰ προτιμῶσιν ἀπὸ τὴν φυλακὴν τὰ ὄρη μᾶλλον καὶ τὸν πλάνητα βίον; Τρανὸν τούτου παράδειγμα δὲν σᾶς παρέχει ὁ ἐπίσημος φυγόδικος τῆς Ζαρνάτας;
§26ΔΑΓΡΕΣ. Δικαίως ἢ ἀδίκως κατεδιώχθη;
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξετάζω, κ. Δαγρὲ, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως κατεδιώχθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἀνέφερα μόνον τὸ παράδειγμα τοῦτο, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ κοινωνία, καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀνώτατα στρώμματά της, δὲν ἔχει πίστιν εἰς τὴν δικαιοσύνην σας. — Ἐπερίμενα, κύριοι, ἀπὸ τὸν κ. Πετσάλην νὰ σκεφθῇ καὶ εἰσαγάγῃ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μᾶς ὑποσχεθῇ, ὅτι μέλλει νὰ εἰσαγάγῃ ἓν νέον σύστημα φυλακῶν, ἄξιον ἔθνους πολιτισμένου, ὁποῖον ἀξιοῦμεν ὅτι εἴμεθα· διότι εἶναι ἀληθῶς ἐντροπὴ νὰ ἐξακολουθῶμεν διατηροῦντες τὸ ὑπάρχον σύστημα τῶν φυλακῶν, ἐν αἷς φύρδην μίγδην συναγελάζονται καὶ ὑπόδικοι καὶ κατάδικοι, καὶ ἐλαφρόποινοι καὶ κακοῦργοι, καὶ νέοι καὶ γέροντες, καὶ ἐν γένει πάσης ἀνατροφῆς, παντὸς χαρακτῆρος, πάσης ἡλικίας καὶ παντὸς βαθμοῦ ἐνοχῆς ἄνθρωποι. Οὕτω δὲ αἱ φυλακαί, αἵτινες ἔπρεπε νὰ χρησιμεύουν πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακισμένων καὶ πρὸς περιστολὴν τῶν ἐγκλημάτων, κατήντησαν, κύριοι, παρ’ ἡμῖν κέντρα διαφθορᾶς καὶ ἐξαχρειώσεως καὶ φυτώρια τῶν ἐγκλημάτων καὶ κακουργημάτων! Ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Πετσάλην νὰ φέρῃ μεταῤῥυθμίσεις τινὰς εἰς τὴν ἰσχύουσαν πολιτικὴν δικονομίαν, συντελούσας εἰς τὴν ἁπλοποίησιν αὐτῆς· νὰ σκεφθῇ π. χ. σοβαρῶς περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν δύω βαθμῶν, τὴν ὁποίαν ἰσχυρῶς ἤδη ἠμφισβήτησαν ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς θεωρίας πολλοὶ διάσημοι δικονομολόγοι, καὶ πρὸ πάντων ὁ περιώνυμος Boncenne, καθηγητὴς τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἐν τῇ τοῦ δικαίου σχολῇ τῶν Παρισίων· ἢ ἂν τοῦτο ἐθεώρει λίαν τολμηρὸν δι’ ἕνα τόπον, ὅπου κατὰ δυστυχίαν δεσπόζει τυραννικῶς ἡ συνήθεια, ἐπερίμενα νὰ περιορίσῃ τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως εἰς μόνας τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ κλείσῃ οὕτω τὴν πηγὴν εἰς πλῆθος στρεψοδίκων δικῶν, αἵτινες ἀποῤῥοφοῦν μέγα μέρος τοῦ χρόνου τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐξαντλοῦν συγχρόνως τοὺς διαδίκους. Ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Πετσάλην νὰ ἁπλοποιήσῃ προσέτι τὸ περὶ ἐκτελέσεως μέρος τῆς πολιτικῆς δικονομίας, τὸ ὁποῖον, ὅπως ἔχει νῦν, γεννᾷ δίκας μακροτέρας πολλάκις ἀπὸ τὰς δίκας τῆς οὐσίας. Τέλος πάντων ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Πετσάλην ν’ ἀνυψώσῃ τὸ ἀξίωμα τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ νὰ ἐκτείνῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν· διὰ τοῦ μέσου τούτου ἤθελε προλάβει πλείστας δίκας, αἵτινες γεννῶνται ἐκ τῆς σημερινῆς καταπτώσεως καὶ ἀχρηστίας τῶν εἰρηνοδικῶν. Ὁ κ. Πετσάλης δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι οἱ χρησιμώτεροι ἴσως τῶν δικαστικῶν ὀργάνων, διότι ἔρχονται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τοῦ λαοῦ, καὶ συντελοῦσι τὰ μάλιστα εἰς τὸ νὰ συμβιβάζωσι τὰς ἔριδας, μόλις ἀναφυομένας, καὶ νὰ ἐμπεδῶσι καὶ κρατύνωσι παρὰ τῷ λαῷ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν πολιτείαν. Ταῦτα πάντα, κύριοι, καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα μακρὸν καὶ ἄσκοπον θὰ ἦτο ν’ ἀπαριθμήσω ἐνταῦθα, ἐπερίμενα εὐλόγως ἀπὸ τὸν κ. Πετσάλην. Ἀλλὰ φροῦδοι ἐλπίδες! Ὁ κ. Πετσάλης ὅλην του τὴν τόλμην, ὅλην του τὴν πρωτοβουλίαν, ὅλην του τὴν δραστηριότητα, ἀνέπτυξεν εἰς τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς τῶν δικαστηρίων· ἐξηντλήθη ὁ ἄνθρωπος, μετατοπίζων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς δικαστηρίου εἰς τὸ ἕτερον τοὺς δυστυχεῖς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, φέρων εἰς γενικὴν ἀναστάτωσιν τὸ προσωπικὸν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, καὶ μεριμνῶν ὥστε οἱ δικασταὶ ν’ ἀλλάζουν συνεχῶς ἀέρα. Περὶ δὲ τῆς νομοθεσίας ἐν γένει καὶ περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστῶν ἰδίᾳ οὔτε ὑπέβαλέ τι εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε ἐμελέτησε ἢ ἐσκέφθη τι περὶ αὐτῶν· ἀλλ’ ἀπαντήσας εἰς τὴν πορείαν του ἓν δυσάρεστον φαινόμενον, τὴν ὁσημέραι αὔξησιν τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, δὲν διστάζει νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν συναλλαγῶν, καὶ ἰδίως τῆς βαμβακοφυτείας, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ ἁπλῶς προσθήκην ἐφετῶν, ἵνα θεραπεύσῃ τὴν μικρὰν ταύτην ἔλλειψιν! Τοιαύτη ἐκτίμησις τῶν ἀναγκῶν τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι, κύριοι, οὔτε ὀρθὴ οὔτε σπουδαία. Ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ δὲν ἔγκειται ὅπου ὁ κ. Πετσάλης νομίζει· ὄχι, ἀλλ’ ἔχει δυστυχῶς πολὺ βαθυτέρας ῥίζας. Ἂν δὲ μείνητε εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἂν περιορισθῆτε εἰς τὸ φάρμακον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑποδεικνύει ὁ κ. ὑπουργός, τὸ κακὸν δὲν θὰ θεραπευθῇ, ἔστε βέβαιοι· θὰ ἐκλείψῃ ἴσως πρὸς ὥραν, ἀλλὰ θὰ ἀναφανῇ μετ’ ὀλίγον μὲ μείζονα ἐπίτασιν, ὅπως ἀναδίδῃ ζωηρότερον τὸ δένδρον, τοῦ ὁποίου ἐκκόπτονται ἁπλῶς οἱ κλάδοι. Μετὰ ἓν ἔτος, ἢ μετὰ δύω, θὰ σᾶς ζητήσουν καὶ πάλιν προσθήκην ἄλλων δικαστῶν, καὶ ἔπειτα ἄλλων καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐνόσῳ, κύριοι, ἔχομεν, τὴν πλημμελῆ νομοθεσίαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐνόσῳ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ καταβαίνει εἰς μείζονα ὁσημέραι κατάπτωσιν, ἐνόσῳ ἡ πίστις τῆς κοινωνίας πρὸς τὴν νομοθεσίαν ἐκλείπει, τὸ δὲ σέβας πρὸς τοὺς νόμους μαραίνεται καὶ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, ἐξασθενεῖται ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, μὴ ἀπατᾶσθε, αἱ πολιτικαὶ διαφοραὶ θὰ αὐξάνουν ἀεννάως, γεννώμεναι ὑπὸ τῆς πάντοτε ἀναπτυσσομένης κακῆς πίστεως, καὶ αἱ ποινικαὶ δίκαι θὰ πληθύνωνται ἀδιακόπως, ἐκπορευόμεναι ἐκ τῆς θολωμένης πηγῆς τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν. Συμβουλευθῆτε, κύριοι, τὴν ἱστορίαν· αὕτη σᾶς διδάσκει, ὅτι ἡ ἐξασθένησις τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαιοσύνης παρὰ τῷ λαῷ, συμβαδίζουσα ἀείποτε μὲ τὴν ἔκλυσιν τῶν δημοσίων ἠθῶν, ὑπῆρξε πανταχοῦ καὶ πάντοτε ἡ βορβορώδης πηγὴ, ἐξ ἧς ἀπέῤῥευσαν τά τε ἐγκλήματα καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀστικῶν διαφορῶν καὶ μάλιστα τῶν στρεψοδίκων. Ἀντὶ δὲ νὰ φροντίσωμεν, κύριοι, πῶς νὰ στειρεύσωμεν τὴν πηγὴν ταύτην τοῦ κακοῦ, ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν ν’ ἀνυψώσωμεν τὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστοῦ, καὶ νὰ συνδέσωμεν τὴν νομοθεσίαν μας πρὸς τὰ ἤθη τοῦ τόπου, πρὸς τὴν κοινωνικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἐν γένει συνείδησιν, ἡμεῖς βαίνομεν, τυφλοὶ τυφλοὺς ὁδηγοῦντες, ἐπὶ τῆς πεπατημένης ἤδη ὁδοῦ, καὶ περιοριζόμεθα ἑκάστοτε εἰς μέτρα ἀτελῆ, οἷα ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων, μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀποκρύπτουν μὲν προσωρινῶς τὸ κακὸν, ἀλλὰ τὸ ἐπαναφέρουν μετ’ ὀλίγον ἰσχυρότερον καὶ φοβερώτερον· ἠξεύρετε δὲ ποῦ ἐφθάσαμεν ἤδη μὲ τὴν ἀκατανόητον ταύτην ἀκηδίαν; Ἀκούσατε δύω παραδείγματα, καὶ κρίνατε. Ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Παρνασίδος ἔτυχεν ἐσχάτως ν’ ἀπουσιάσουν ὅτε εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀντεισαγγελεύς. Ἐντεῦθεν δὲ δεινὴ ἠγέρθη ἔρις μεταξὺ τῶν κυρίων δικαστῶν περὶ τοῦ ζητήματος, τίς εἶναι ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ ἀντεισαγγελέως· καὶ ἐπειδὴ δὲν κατώρθωσαν νὰ λύσουν τὸ μέγα τοῦτο πρόβλημα, ἐζήτησαν καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κ. ὑπουργέ;
§28Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ δὲ ἔρις αὕτη τῶν δικαστῶν πρὸς ἀλλήλους ἔλαβε τόσην ζωηρότητα, ὥστε ἐχρειάσθη νὰ παρέμβῃ ὁ ἀστυνόμος τοῦ τόπου, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὰ ἀρχεῖα τῆς εἰσαγγελίας, τὰ ὁποῖα διεξεδίκει ἕκαστος τῶν δικαστῶν δι’ ἑαυτόν (γέλως).
§30Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ψεῦδος αὐτό· διαστρέφετε τὸ γεγονὸς εἰς κωμικόν.
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχω θετικὰς περὶ τούτου πληροφορίας, κ. ὑπουργέ· ἀλλὰ καὶ ἀληθὴς ἂν δὲν ᾖναι ἡ τοῦ ἀστυνόμου παρέμβασις, δὲν σᾶς ἀρκεῖ τάχα, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν ἐγίνωσκον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον γινώσκουν σήμερον καὶ οἱ κοινότεροι ἄνθρωποι, ὅτι τὸν ἀντεισαγγελέα ἀπόντα ἀναπληροῖ ὁ νεώτερος δικαστής;
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλόκληρον τὸ δικαστήριον δὲν τὸ ἐγνώριζε;
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁλόκληρον βεβαίως· καὶ διὰ τοῦτο ἔγραψαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ τοὺς φωτίσῃ (γέλως). Ἄλλο· ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Καλαμῶν ἐν σώματι κατηγόρησε τοὺς δικαστὰς τοῦ ὁμωνύμου δικαστηρίου ὡς ἀγραμμάτους καὶ ἀπείρους, ὑπέβαλε δὲ μάλιστα καὶ ἀποφάσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης πρὸς βεβαίωσιν τῆς κατηγορίας του.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατηροῦνται αὐτοί;
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Διατηροῦνται· δὲν ἠξεύρω μόνον ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τοὺς μετέθεσε πρὸς ἀλλαγὴν ἀέρος (γέλως). Πλεῖστα ἄλλα παρόμοια καὶ χείρονα ἔτι παραδείγματα ἠδυνάμην νὰ φέρω, ἀλλὰ καὶ τὰ δύω ταῦτα ἀρκοῦν κατὰ δυστυχίαν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων μας εἶναι οἰκτρὰ καὶ ἀξιοθρήνητος. Πρὸς θεραπείαν δὲ αὐτῆς τί μᾶς προτείνουν; Τίποτε, ἀπολύτως τίποτε· μᾶς ζητοῦν μόνον αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι ὑπουργοί, δὲν ἠξεύρετε, ἢ δὲν θέλετε νὰ λάβητε μέτρα ῥιζικὰ πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ὀφείλετε καὶ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς ἑαυτοὺς νὰ παραιτήσητε τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ἐξουδετερόνετε, διὰ νὰ ἔλθουν ἄλλοι, ἔχοντες καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν θέλησιν νὰ πράξουν τοῦτο. (θόρυβος). Θορυβεῖτε ὅσον θέλετε· ὁ θόρυβος δὲν εἶναι ἀπάντησις —. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσῃ παρομοία κατάστασις πραγμάτων, χωρὶς νὰ φέρῃ τὸ ἔθνος εἰς ἀπόγνωσιν. Ἓν σύστημα συγκεντρώσεως καὶ ἀποῤῥοφήσεως τῶν πάντων, ἐφαρμοσθὲν ἐπὶ τριάκοντα πέντε ἔτη, ποῦ ἔφερε τὸν τόπον τοῦτον; Τὸ γνωρίζετε· εἰς ἓν οἰκτρὸν ναυάγιον. Ἀλλὰ τὸ ναυάγιον τοῦτο πρέπει νὰ παρέλθῃ, χωρὶς νὰ μᾶς διδάξῃ τίποτε; Λέξεις λοιπὸν κενὰς ἔγραφεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὸ πρόγραμμά της, δι’ οὗ ἐκήρυττεν, ὅτι ἡ τελευταία ἐθνικὴ συμφορὰ ἔπρεπε νὰ διδάξῃ καὶ ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθημεν μέχρι τοῦδε; Ὄχι, κύριοι· μὴ κλείωμεν τοὺς ὀφθαλμούς, διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν τὰ πράγματα. Εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη κατεπείγουσα, νὰ ληφθῶσι ῥιζικὰ μέτρα πρὸς θεραπείαν τῆς νόσου, ἥτις καταβιβρώσκει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν κοινωνίαν· εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιχειρήσωμεν γενναίας, τολμηρὰς μεταῤῥυθμίσεις, οὐχὶ μόνον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Τὰς μεταῤῥυθμίσεις δὲ ταύτας πρέπει νὰ ἐμπνεύσῃ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἡ ζωογόνος καὶ μεγαλουργὸς αὕτη ἀρχή, ἥτις συγκινεῖ βαθέως σήμερον ἓν μέγα ἔθνος τῆς Εὐρώπης, τὴν Γαλλίαν, μαραινομένην καὶ ταύτην ὑπὸ τὸ ὀλέθριον σύστημα τῆς ἀπολύτου συγκεντρώσεως. Ἂς σπεύσωμεν, κύριοι, νὰ χειραφετήσωμεν τὴν δικαιοσύνην, νὰ χειραφετήσωμεν τοὺς δήμους, νὰ χειραφετήσωμεν τὸ ἄτομον, διὰ νὰ ἐξυπνίσωμεν τέλος πάντων τὸ κοιμώμενον αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ διαπλάσωμεν τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν πρωτοβουλίαν τῶν ἀτόμων καὶ τοῦ ἔθνους. Τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως δὲν ἠδύνατο νὰ μορφώσῃ εἰμὴ νάνους καὶ ὑπηκόους· ἂς φροντίσωμεν διὰ τοῦ ἀντιθέτου συστήματος νὰ μορφώσωμεν ἄνδρας καὶ πολίτας. Ἂν δὲ, κύριοι ὑπουργοί, αἰσθάνεσθε, ὅτι τὸ ἀνάστημά σας δὲν εἶναι διὰ τοιαῦτα μεγάλα ἔργα, ὀφείλετε, ἐπαναλαμβάνω, ν’ ἀποσυρθῆτε τῆς ἐξουσίας· διότι αἱ θέσεις αὗται δὲν ἐπλάσθησαν πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν φιλοτιμιῶν, ἀλλὰ πρὸς ἐκπλήρωσιν καθηκόντων ἱερῶν καὶ σπουδαίων πρὸς τὴν πατρίδα. (Ἐπιδοκιμασία ἀριστερά). Σᾶς ἐξέθηκα, κύριοι, συντόμως καί, οὕτως εἰπεῖν, μὲ γενικοὺς χαρακτῆρας τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα παρ’ ἡμῖν ἐξέπεσεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ καὶ ἐμαράνθη καὶ ἐξησθένησε τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης. Σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ἐντεῦθεν καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλης αἰτίας προκύπτει τὸ πλῆθος τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικῶν, αἵτινες μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ ὅτι ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ αἰτία αὕτη, αἱ δίκαι ἀείποτε θὰ συσσωρεύωνται, ὁσονδήποτε καὶ ἂν αὐξήσητε τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστῶν. Τὰς σκέψεις μου ταύτας δὲν ὑπηγόρευσε πνεῦμα κομματισμοῦ, ἀλλ’ ἁγνὴ καὶ καθαρὰ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα. Ὑποστηρίζω λοιπόν, κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, καὶ παρακαλῶ, ἱκετεύω τὴν βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν προσθήκην τῶν ζητουμένων δικαστῶν, ἀλλὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν θλίψιν της διὰ τὴν κατάπτωσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ εὐχηθῇ τὴν διὰ προσηκόντων μέτρων ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἀπόφασις, ἥτις ἐμπρέπει εἰς ἀντιπροσώπους, μεριμνῶντας περὶ τοῦ ἔθνους καὶ σεβομένους τὴν ἀποστολήν των. (Εὖγε ἀριστερά).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης.
§37ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Φαίνεται, κύριοι, πολὺ λυπηρὸν πρᾶγμα τὸ νὰ κατασταθῶσιν ὅλα τὰ σπουδαιότερα ζητήματα πολιτικὰ, κατὰ τὴν στενωτέραν σημασίαν τῆς λέξεως δηλ. προσωπικά. Πρό τινων ἡμερῶν εἴχομεν ὑπὸ συζήτησιν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ ἐνῷ ὅλοι ὡμολογοῦμεν ὅτι κακῶς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ, ἐνῷ εὔκολον ἦτο νὰ ἐννοηθῇ ὁποία συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἐπίγνωσιν, τὸ ζήτημα ἔγινε πολιτικὸν καὶ παρῆλθε χωρὶς νὰ διατυπώσωμεν τίποτε, χωρὶς νὰ εὕρωμεν τὰς ῥίζας τοῦ κακοῦ, χωρὶς νὰ διατυπώσωμεν κἂν ἓν σχέδιον χαρακτῆρος. Κύριοι, εἶπον τότε ἰδιαιτέρως ὅτι ἂν ἐπονούσαμεν τῳόντι διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἂν ᾐσθανόμεθα στοργὴν πρὸς αὐτὸν καὶ ἠθέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακὸν, ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἔπρεπε νὰ καταβῇ ὁ πρόεδρος νὰ καθήσῃ μεταξὺ ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀναβῇ κανεὶς ἐδῶ ἐπάνω, καὶ εἰς κύκλος, ὡς μία οἰκογένεια νὰ ἔχωμεν τμῆμα καὶ ἰδιαιτέρως ἕκαστος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του πρὸς τὸν πλησίον του, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, δηλ. ἐννοῶν ὅτι πρέπει νὰ κλεισθῶσιν αἱ θύραι, νὰ καταβῇ ὁ πρόεδρος, νὰ λείψῃ τὸ βῆμα καὶ καθὼς ἕκαστος οἰκογενειάρχης συνέρχεται μετὰ τῶν τέκνων καὶ τῆς συζύγου του καὶ ὑπολογίζει τί τοῦ χρειάζεται διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἔτσι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ ἡ διάσκεψις· αὐτὸ φαίνεται παράδοξον καὶ ὅμως κατά τινα τοιοῦτον τρόπον γίνεται ἀλλοῦ, καταβαίνει ὁ πρόεδρος εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ κάθηται, ὁ πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ μοὶ φαίνεται δὲν γίνεται χρῆσις τοῦ βήματος, καὶ κάθηνται ὡς οἰκοκυραῖοι καὶ συσκέπτονται, ποῦ εὑρισκόμεθα, τί μᾶς χρειάζεται. Ἐν τούτοις αὐτὸ παρῆλθε, ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης καὶ παρατηρῶ ὅτι τὰς αὐτὰς διαστάσεις πρόκειται νὰ λάβῃ, τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα· ἑπομένως ποῖον θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα; τὸ νὰ μὴ σκεφθῶμεν περὶ δικαιοσύνης. Παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα τρώγει τὸ κύριον· ἐνῷ τὸ ζήτημα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἐξετάζεται ἡ πολιτικὴ, τὰ πρόσωπα· ἐνῷ τὸ ζήτημα εἶναι πόσα χρειάζονται ἐφέτος διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης καλὴν καὶ εὔκολον, ὅλως διόλου ξένα πράγματα συζητοῦνται. Παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ κύριον, ν’ ἀφήσῃ τὸ πολιτικὸν, καὶ ὅστις θέλει νὰ συζητήσῃ τὰ πολιτικὰ, εἶναι καιρὸς, διότι δι’ ἐπερωτήσεων ἠμπορεῖ εἰς μίαν ἡμέραν ὡρισμένην μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ὅταν συζητῆται ὁ προϋπολογισμὸς, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχει παντάπασιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ τὸ μέλλον· τὸ παρελθὸν ἐξετάζεται, ὅταν γίνεται ἔλεγχος, ὅταν συζητῆται ὁ ἀπολογισμὸς καὶ τότε διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ ῥίζα τοῦ κακοῦ οὐχὶ σχετικῶς πρὸς τὰ πρόσωπα, πρὸς πολιτικόν τινα σκοπόν. Ἠμπορεῖ νὰ ἐξετάσῃ διὰ τὸ παρελθὸν π. χ. εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν, π. χ. ὅτι ἔγινε (θόρυβος), ἀλλὰ πάλιν ὡς παρεμπῖπτον, οὐχὶ ὡς κύριον ζήτημα. Καὶ, κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον, διότι ὡς δικηγόρος δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἡ συνεδρίασις αὕτη χωρὶς νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ μὲν δικαστήρια ἔχουν κάλλιστα, ἡ δὲ δικαιοσύνη κάκιστα· αὐτὰ τὰ πράγματα φαίνονται ἀλληλέγγυα, καὶ ἐν τούτοις εἶναι κεχωρισμένα. Διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν πρότασίν μου σᾶς λέγω, ὅτι, ὑποθέσατε ἓν δικαστήριον πρωτοδικῶν εἰς ὅλην τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ἀπὸ τρεῖς δικαστὰς συγκείμενον, καὶ ὑποθέσατε, ὅτι εἰς αὐτὸ προεδρεύει ὁ μακαρίτης Σαβιννὺ, ὁ ἀείμνηστος, καὶ ἔχει ἐκ δεξιῶν τὸν Βάγκεροβ καὶ ἐξ εὐωνύμων τὸν Σύλλερ, τοὺς τρεῖς αὐτοὺς μεγίστους φωστῆρας τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι ἓν δικαστήριον μόνον. Ἤθελεν εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον τώρα, ὅτι τὰ μὲν δικαστήρια ἔχουν κάλλιστα, ἡ δὲ δικαιοσύνη κάκιστα, δηλ. ὅτι ἓν δικαστήριον βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται, διότι ἤθελεν εἶσθαι πηγὴ καθαρὰ, ἀλλὰ διψῶντες εἶναι πολλοὶ καὶ πάντες ἤθελον στερεῖσθαι. Ὁ διάδικος τί ἐνδιαφέρον ἔχει, ἐὰν ᾖναι καλὸν τὸ δικαστήριον, ἀφοῦ δὲν δικαιοῦται αὐτὸς ἐπὶ τέλους; Ὅσον καλὰ λέγω, καὶ ἂν ᾖναι τὰ δικαστήρια, τὸ μὴ ἐνήμερον τῶν δικαστηρίων εἶναι ἄρνησις τῆς δικαιοσύνης, καὶ δυστυχῶς αὐτὴ εἶναι ἡ κοινωνική μας κατάστασις· δὲν ἔχομεν ἐνημερότητα, διότι αἱ ὑποθέσεις εἶναι πολλαὶ, διότι τὰ δικαστήρια εἶναι ὀλίγα. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐμελέτησάν τινες τὴν πολιτικὴν δικονομίαν μόνην ἢ μετ’ ἄλλων διοικητικῶν ὀργανισμῶν. Σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν ἡμῶν ἐντὸς 83 ἡμερῶν, ἐντὸς τριῶν μηνῶν διέρχεται μία ὑπόθεσις πρωτοδικεῖον, ἐφετεῖον καὶ Ἄρειον Πάγον· τί ὡραιότερον τῆς νομοθεσίας αὐτῆς; ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης νὰ τάξῃ βραχύτερον χρόνον ἀπὸ τοῦτον; ὄχι βεβαίως. Ἐὰν κινηθῇ μία ἀγωγὴ συνοπτικὴ ἐνώπιον ἑνὸς δικαστηρίου, ἐὰν ᾖναι ἐνήμερον τὸ δικαστήριον δικάζεται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν καὶ δύναται νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν ἢ τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀπόφασις ἐντὸς 30 ἡμερῶν δύναται ἕκαστος νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τῶν ἐφετῶν, ἔχομεν 33 ἡμέρας· ἔχομεν 43· ἐντὸς 43, κύριοι, ἠμπορεῖ μία ὑπόθεσις νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἐφετεῖον καὶ ἂν ᾖναι ἐνήμερον τὸ ἐφετεῖον ἐντὸς 15 ἡμερῶν δικάζεται· προσθέσατε τὰς 15 καὶ τὰς 43 γίνονται 58, καὶ ἀφοῦ ἐκδοθῇ ἐκείνη ἡ ἀπόφασις, δὲν ἔχεις κώλυμα ἄλλο παρὰ τὰς 30 ἡμέρας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἀντίδικός σου νὰ κάμῃ τὴν ἀναίρεσιν, καὶ ἐὰν ᾖναι ἐνήμερος ὁ Ἄρειος Πάγος, δικάζεται ἡ ὑπόθεσις ἀμέσως. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ δικονομία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις τινὰς, ἀλλ’ ἡ κυρία ἔλλειψις τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης εἶναι τὸ μὴ ἐνήμερον. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐνήμερα τὰ δικαστήρια, δι’ αὐτὸ χωλαίνει καὶ ἡ δικαιοσύνη πάντοτε. Ἡ πολιτικὴ δικονομία, νομίζουσί τινες, ὅτι ἔχει πολλὰς διατυπώσεις· αὐταὶ εἶναι ὅλαι ἀναγκαῖαι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλλείψῃ καμμία· ἡ μόνη ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει κατὰ τῶν παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι λίαν αὐστηραί. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη διανέμεται κάκιστα οὐχὶ ὡς πρὸς τοὺς διανέμοντας ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς αἰτοῦντας δικαιοσύνην, διότι δὲν διανέμεται. Κύριοι, τὰ δικαστήρια ἐτάχθησαν διὰ νὰ λάβῃ ἕκαστος ὅ,τι τῷ ἀνήκει, καὶ νὰ λάβῃ ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ’ ὅσον θέλει ἡ πολιτεία ἀντιπροσωπευομένη διὰ τῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ τί συμβαίνει σήμερον; οὐδεὶς λαμβάνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λαμβάνῃ διὰ τῆς χειρὸς, ὅ,τι δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, καὶ νὰ τὸ λαμβάνῃ ἀμέσως, διότι ἄλλως δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἀποκατάστασις. Ἀλλὰ συμβαίνει συχνότατα νὰ ἀποθάνῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνήργησε τὴν ἀγωγὴν, νὰ ἀποθάνῃ ὁ υἱός του καὶ πάλιν δικαιοσύνη νὰ μὴ διανέμηται καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἐξέλθῃ μία ἀπόφασις σοφωτάτη, καὶ ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθῃ μία ἀπόφασις σοφωτάτη, ὁ ἀδικηθεὶς μένει ἠδικημένος, δὲν ἱκανοποιεῖται, αὐτὸς ἀπῆλθε τοῦ κόσμου τούτου φέρων τὸ τραῦμα. Καὶ συμβαίνει, ὅτι παρεμβᾶσα ἡ πολιτεία ἀντὶ νὰ τὸν δικαιώσῃ τὸν ἠδίκησε, διότι τὸν ἐγκατέλειψε ἐστερημένον ἱκανοποιήσεως. Τὸ ἐνήμερον λοιπὸν τῶν δικαστηρίων, λέγω, ὅταν ἐλλείπῃ, λείπει ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἂν οἱ δικασταὶ ἀκόμη ᾖναι πολλοί. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ δικασταὶ ἐργάζωνται πολύ, λέγουν, τότε τὰ δικαστήρια θὰ γίνουν ἐνήμερα. Ἐγὼ πάλιν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαστὴς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐργάζηται πλειότερον ἀφ’ ὅ,τι ὀφείλει, καὶ ἠξεύρω ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἠξεύρουν ὅλοι. Ὁ δικαστὴς καὶ πᾶς ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ ἐργάζηται ἀπὸ τὰς 8 ἕως τὰς 4 τὴν ἡμέραν, καὶ συχνότατα οἱ δικασταὶ ἐργάζονται ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὴν νύκτα· καὶ ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει δικαστὴς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐργάζηται 2, 3, 5 ὥρας τὴν νύκτα, δηλ. ὁ δικαστὴς παρέχει ἐργασίαν εἰς τὸ κράτος, τὴν ὁποίαν δὲν ὀφείλει, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἐνήμερος ἡ δικαιοσύνη. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἑκάστη ἐπαρχία ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἓν πρωτοδικεῖον διὰ τὸ πλῆθος τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται, καὶ διότι πρεσβεύω ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, ἄπειρον πλῆθος δικῶν καὶ διότι ἡ συγκοινωνία ἡμῶν εἶναι κακή. Εἰς τὸ Βέλγιον, κύριοι, εἶναι 29 πρωτοδικεῖα εἰς περιφέρειαν μικροτέραν τῆς Πελοποννήσου καὶ οὐδεὶς ἀπέχει ἀπὸ τὸ δικαστήριον πλέον τῶν δύω ὡρῶν, καὶ τὸ Βέλγιον ἠμπορεῖ καὶ νὰ διατρέξῃ τις εἰς 8 ὥρας ὅλον, ἐνῷ ἀπὸ τὸν Πλάτανον εἰς τὸ Μεσολόγγι εἶναι δύω ἡμέραι.
§38ΛΑΠΑΣ. Δὲν λέγεις ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν εἰς τὴν Καρύταιναν;
§39ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Λέγω ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι κακοὶ, καὶ οἱ νόμοι μας εἶναι καλοί· ἀλλὰ λείπει ἀριθμὸς δικαστηρίων, λείπει ἀριθμὸς προσώπων· ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὰ ἐφετεῖα, εἰς τὸ ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, εἰς τὰ ἄλλα ἐφετεῖα. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, τὰ χθὲς λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς παράδοξα. Εἶναι πρότασις, ἐπειδὴ οἱ ὑπάρχοντες δικασταὶ ἐργάζονται ὀλίγον, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἄλλοι. Οἱ πολεμοῦντες τὴν προσθήκην τῶν ἐφετῶν αὐτὸ ἔλεγον καὶ εἰς τοῦτο δύναται νὰ διατυπωθῇ ὁ ἰσχυρισμός των. Παραδέχομαι μίαν στιγμὴν ὅτι δὲν ἐργάζονται, καὶ λέγω, ἐπειδὴ δὲν ἐργάζονται αὐτοὶ θὰ βάλῃ ἄλλους καλλιτέρους. Ἡ συνήθεια τοῦ νὰ πολεμῶνται οἱ ὑπάλληλοι ἀπέμεινεν ἐκ παλαιοῦ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς παρελθούσης, ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ μετὰ τὸ 1862 εἶναι ὅλως διαφορετικὴ καὶ ὁ τόνος αὐτὸς, ἡ γλῶσσα αὐτὴ δὲν στέκει διόλου. Πρὸ τοῦ 1862 ὁ ἀντιπολιτευόμενος διὰ νὰ προσβάλῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ τὸν ἐλέγξῃ ἐφόρτωνε τὸν δυστυχῆ ὑπάλληλον, καὶ ἰδίως τοὺς δικαστὰς, μὲ χίλια κακὰ, καὶ ἐθυσίαζε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἢ δικαστήριον ὁλόκληρον διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸν ὑπουργόν. Ὁ ὑπουργὸς ἔλεγε μάτην ὅτι αὐτὸ εἶναι δικαστικὴ ὑπόθεσις, τί ἔχω ἐγὼ νὰ κάμω; τοῦ ἀπήντων, σὺ τοὺς διώρισες, ἐὰν δὲν ᾖναι καλοί, παῦσέ τους, ἐὰν τοὺς διατηρῇς τὸ κάμνεις ἀπὸ φατριασμόν. Ἀλλὰ, κύριοι, τώρα πλέον δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ· ὑποθέσατε ὅτι ἔχομεν τοὺς χειρίστους ἐφέτας ἐν Ἀθήναις. Τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὁ ὑπουργός; ἠμπορεῖ νὰ παύσῃ; εἶναι ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ αὐτὸ τὸ νὰ μὴ παύωνται; εἶναι ἔργον τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, διὰ τὸ ὁποῖον εἴμεθα ὅλοι ὑπόχρεοι νὰ σκεφθῶμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὸ ἀτελὲς τοῦ ἀνθρώπου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτὸς ὁ ἔλεγχος δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τώρα· ὁ ὑπουργὸς ἔχει νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο σήμερον· αὐτὴ εἶναι ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας· δὲν εὐθύνεται διόλου ἐὰν εἶναι ἐνήμερα τὰ δικαστήρια ἢ ἐὰν δὲν εἶναι, διότι καὶ ἐπιτήρησιν ἐὰν θέλῃ αὐστηροτέραν ν’ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῶν δικαστῶν χρειάζεται νέος νόμος, καὶ οὐδεὶς ἔφερε σύστημα ἐπιτηρήσεως, σύστημα πειθαρχίας αὐστηρότερον. Τὸ δὲ περιεργότερον εἶναι, κύριοι, ὅτι ἐξελέχθη τὸ ζήτημα ἀδικώτατα. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οἱ ἐνταῦθα ἐφέται, τοὺς ὁποίους ἐν μέρει ἐπιβαρύνει ἡ συζήτησις, οἱ ὁποῖοι ἐν μέρει θεωροῦνται αἴτιοι τῆς μὴ ἐνημέρου καταστάσεως, ἐὰν ἦσαν ἐν τῷ δικηγορικῷ συλλόγῳ ἤθελον διαπρέψει μεταξὺ τῶν πρωτίστων, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ λέγω ἐν ὅλῃ μου τῇ εὐσυνειδησίᾳ· διεκρίθησαν ὅπου καὶ ἂν ἦσαν καὶ ὡς πρωτοδίκαι καὶ ὡς πρόεδροι. Οἱ ἐνταῦθα ἐφέται ὑπῆρξαν πρόεδροι, καὶ ὅπου ἐπῆγαν εἰς διάστημα ὀλίγου χρόνου κατέστησαν ἐνήμερα τὰ δικαστήρια ὡς πρόεδροι. Τὰ πράγματα, κύριοι, πρέπει νὰ κρίνωνται σχετικῶς. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι πρόκειται αὐτοὶ νὰ παυθῶσι καὶ νὰ διορισθῶσιν ἄλλοι· δὲν θὰ διορισθῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς; ἐκτὸς ἐὰν φέρωμεν ἀπὸ ἄλλον κόσμον· ἐὰν θὰ διορισθοῦν ἀπὸ ἡμᾶς, θὰ διορισθοῦν μεταξὺ τοῦ κύκλου ὅπου ἤμεθα γνωστοὶ πάντες. Ἂς συγκριθῶμεν ἡμεῖς μὲ αὐτοὺς νὰ ἴδωμεν εἰς τὴν ἐπιστήμην, ποῖος εἶναι ἰσχυρότερος, εἰς τὸ φιλόπονον, εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Εἴδατε, κύριοι, κανένα ἐφέτην νὰ παίζῃ τὰ χαρτιὰ πουθενά, νὰ γυρίζῃ τὰς ἀγυιὰς καὶ νὰ κάθηται ἀργός; ἐγὼ δὲν ἀπήντησα· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πάντοτε ἀφανεῖς, κατακεχωσμένοι εἰς τὴν ἐργασίαν, εἰς τὰς δικογραφίας, εἰς τὰ γραφεῖα. Διατί νὰ μὴ φαίνωνται τὰ δικαστήρια ἐνήμερα; καὶ ἂν κόψητε τοὺς μισθοὺς ἀκόμη θὰ μείνουν περισσότερον ὀπίσω. Πιστεύω, ὅτι θὰ ἴδετε πολλοὶ τυπωμένας προτάσεις μιᾶς μόνης ὑποθέσεως· μοὶ φαίνεται, ὅτι διενεμήθη εἰς πολλούς. Ἐγὼ ἐρωτῶ ἐὰν ἠμπορῇ εἷς ὁ καλλίτερος, ὅπως εἶναι τυπωμένον ἐκεῖ, νὰ τὰ ἀναγνώσῃ ἐπὶ δύω ἑβδομάδας καὶ νὰ τὰ συναρμολογήσῃ καὶ νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν.
§40ΤΙΝΕΣ. Ποία ὑπόθεσις;
§41ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μία ὑπόθεσις μεταξὺ Ἰωαννίδου καὶ Παναγιωτοπούλου· νὰ σοῦ δώσουν μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν καὶ νὰ σοῦ εἴπουν φέρ’ την τὴν ἄλλην ἑβδομάδα, ἢ μετὰ 15 ἡμέρας. Εἶναι πολλαὶ τοιαῦται ὑποθέσεις. Φθάνει μόνον, ὅτι δὲν τοὺς βλέπομεν εἰς τὸν δρόμον, δὲν τοὺς βλέπομεν ἀργούς· οὔτε εἰς τὰ καφφενεῖα ἀπαντῶνται, οὔτε εἰς τὰς λέσχας, οὔτε εἰς τὰς ἀγυιάς· καὶ εἶναι ἡ μόνη ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἔχει δικαιώματα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκ τῆς ἐργασίας. Μόνον ἐφέται εἶναι ἀποθαμένοι ἐκ τῆς ἐργασίας, καὶ ἠδυνάμην ν’ ἀναφέρω ὀνόματα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἔλεγε κανεὶς καθὼς ἀπέθανον ἐκεῖνοι ἐπὶ τῶν δικογράφων, ἂς ἀποθάνουν καὶ ἄλλοι. Τοῦτο δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω. Δεύτερον δὲν βλέπω καὶ αὐτοὺς νὰ ἦναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ὑγείας· πολλοὶ ἀπέθανον καὶ πολλοὶ φθισικοὶ ἐξῆλθον ἐκεῖθεν καὶ πολλοὶ ἀπώλεσαν τὴν ὅρασιν. Ἀλλὰ τὰς οἰκονομίας ὅλας τὰς θέλομεν, ποῦ; Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις εἰς τὰς δημοτικὰς, οὕτως εἰπεῖν δαπάνας· διότι, κατ’ ἐμὲ, ἡ δαπάνη ἡ γινομένη εἰς τὴν δικαιοσύνην δύναται νὰ ὀνομασθῇ δημοτικὴ δαπάνη, ἐνῷ ὅλαι αἱ ἄλλαι δαπάναι, δύνανται νὰ ὀνομασθοῦν δαπάναι τῆς τάξεως τῆς ἐξουσίας. Μόνον τῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ δαπάνη εἶναι διὰ τὸν λαὸν, καὶ μόνον ἡ τῆς δικαιοσύνης. Ἐννοῶ τώρα ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως νὰ ὑπάρχῃ τάσις νὰ γίνῃ οἰκονομία ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ τάσις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, εἰς ἀκρωτηρίασιν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης, αὐτὸ, σᾶς βεβαιῶ, δὲν τὸ ἐννοῶ. Ὁ λαὸς δὲν ἔχει ἄλλο ἐνδιαφέρον παρὰ αὐτὸ, ζητεῖ δικαιοσύνην καὶ ἀσφάλειαν, καὶ ἰδίως δικαιοσύνην· καὶ ἐν τούτοις οἰκονομίαν ζητοῦν νὰ κάμουν εἰς αὐτὸν τὸν κλάδον. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ εἶναι βεβαιωμένον τὸ γεγονὸς, ὅτε καὶ ἠρώτησα καὶ ἐγὼ σήμερον, διότι μοὶ ἐφάνη ὑπερβολικὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ, τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων 5,000 καὶ ἐν τούτοις εἶναι τόσαι, ποτὲ δὲν θὰ γίνουν ἐνήμεροι, οὔτε μετὰ 30 ἔτη, διότι προστίθενται ὁλονὲν, καὶ λέγω, ὅτι τὸ μὴ ἐνήμερον τῶν δικαστηρίων, εἶναι ἄρνησις τῆς δικαιοσύνης καὶ πρέπει νὰ σκεφθῆτε καλῶς. Κύριοι, ἐὰν ἦτο καιρὸς, ἤθελον φέρει πρότασιν νόμου περὶ προσθήκης 10 ἐφετῶν, ἤθελον φέρει πρότασιν νόμου, περὶ τοῦ νὰ χωρισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ὅλου τοῦ κράτους, καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἴδιος προϋπολογισμὸς ἐσόδων, καὶ ἴδιος προϋπολογισμὸς ἐξόδων διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης, καὶ θέλετε ἰδεῖ ἐκεῖ, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα παράγει ἡ δικαιοσύνη ὡς μεταλλεῖον, ὡς κτῆμά της, εἶναι ἀνώτερα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων· ναί! τί σᾶς ζητεῖ ὁ ὑπουργός; νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς δικαιοσύνης ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης· καὶ ἐν τούτοις ἀποκρούεται καὶ ἀποκρούεται ἀπὸ τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν τάσιν, τάσιν ὑπὲρ τοῦ καλοῦ ἰδιαζόντως, καθὼς ἡ κυβέρνησις ἔχει τὴν τάσιν ἰδιαζόντως ὑπὲρ τῆς τάξεως. Κύριοι, πολλοὶ νομίζουν, ὅτι δαπανῶμεν διὰ τὴν δικαιοσύνην, καὶ δὲν δαπανῶμεν καθόλου. Ἐλογάριασά ποτε εἰς τὸ πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου, ὅτι θέλομεν ἔξοδα 28 ἕως 35,000 δραχμῶν καὶ τὰ εἰσοδήματα εἶναι 55,000, τί γίνονται τὰ ἄλλα; τὰ ἀντιποιεῖται τὸ κράτος, καὶ κατ’ ἐμὲ αὐτὸ εἶναι μία ἱεροσυλία, διότι τὴν δικαιοσύνην δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἐκμεταλλεύσῃ, δὲν εἶναι κτῆμά τι· ἀρκεῖ τῇ δικαιοσύνῃ νὰ καταναλίσκῃ αὐτὴ ἑαυτὴν, οὐχὶ δὲ νὰ δίδῃ καὶ εἰς τὰς ἄλλας χρήσεις. Αὐτὰ τὰ εἶπον σχετικῶς μὲ τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐστήθη κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης περὶ προσθήκης 4 μόνον δικαστῶν. Ἐγὼ ἐὰν ἤμην, ἤθελον φέρει πρότασιν περὶ προσθήκης 10 καὶ πάλιν νὰ μὲ τύπτῃ ἡ συνείδησις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ εἴπω εἶναι 20, ἀλλὰ δὲν τὸ λέγω, διότι ἤθελε κάμει κακὴν ἐντύπωσιν. Οἱ δικηγόροι ἐπῆγαν νὰ μὲ πνίξουν· ἔλεγον τί εἶναι αὐτά; δὲν ἤμεθα ἄνθρωποι ἡμεῖς; δὲν ἤμεθα χριστιανοί, δὲν συλλογίζεσθε τοὺς πολίτας; εἶναι ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀπὸ τὸ 1837 καὶ ἐσυζητήθη ἀπὸ πέρυσι τρεῖς φοραίς, κἄποτε ἀπέθανε ὁ εἷς, ἐπαύθη ὁ ἄλλος καὶ ἐσυζητήθη ἐκ νέου. Ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ ᾖναι φειδωλὴ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἐν γένει, ἀλλ’ ἡμεῖς ἰδίως ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ἀπαιτητικώτεροι εἰς τὴν δικαιοσύνην· διότι, καθὼς εἶπον, τὸ μόνον παράπονον, τὸ ὁποῖον βλέπετε σήμερον, εἶναι τὸ μὴ ἐνήμερον τῶν δικαστηρίων, καὶ τὸ μὴ ἐνήμερον τῶν δικαστηρίων δὲν προέρχεται κυρίως ἀπὸ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν, μολονότι συντελεῖ καὶ αὐτὴ κατὰ μέγα μέρος, προέρχεται ἐκ τῆς ὀλιγότητος. Σᾶς ἔφερον τὸ παράδειγμα, ὅτι εἰς τὸ Βέλγιον εἶναι 29 δικαστήρια πρωτοδικῶν εἰς μίαν περιφέρειαν ἴσην μὲ τὴν Πελοπόννησον, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι δίκαι περὶ εὐθυδικίας οὔτε περὶ ἀποζημιώσεως δὲν ὑπάρχουν· πιστεύω, συμπεραίνω, φαντάζομαι τὴν τάξιν ἐμπεδωμένην· ἀγωγαὶ ἀποζημιώσεως ἕνεκα τραύματος, καὶ ἀγωγαὶ actiones injuria ἴσως δὲν ὑπάρχουν διόλου· ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι ἄλλο, καὶ ἠξεύρετε διατί; Διότι ἡ τάξις ἐδῶ εἶναι ἀταξία· διότι κανεὶς δὲν πηγαίνει εἰς τὸ δικαστήριον, ὅταν τοῦ ἀφαιρῆται ὁ ἀγρός· πηγαίνει καὶ τὸν ἀφαιρεῖ μὲ τὰς χεῖράς του, καὶ προηγεῖται ἡ ποινικὴ δίκη καὶ ὕστερον ἔρχεται ἡ πολιτική. Παρακαλῶ τὴν βουλὴν, τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τὸ χωρίσῃ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, νὰ τὸ λάβῃ αὐτὸ μεμονωμένον καὶ νὰ τὸ θέσῃ ὡς κύριον ζήτημα, καὶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ διανέμοντα τὴν δικαιοσύνην κατὰ 80% εἶναι καλά· ἰδίως δὲ τὰ πρόσωπα τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, καὶ ἰδίως τῶν ἐφετείων, ὄχι μόνον εἶναι καλά, ἀλλ’ ἤθελον διαπρέπει ἐν τοῖς πρώτοις, ἐὰν μεταβιβασθῶσιν εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον· νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐκ τῆς ὀλιγότητος τῶν χειρῶν προέρχεται τὸ μὴ ἐνήμερον καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ καλῶς, ὅτι τὸ μὴ ἐνήμερον εἶναι ἄρνησις τῆς δικαιοσύνης, ἡ δὲ ἄρνησις τῆς δικαιοσύνης παράγει τὴν αὐτοδικίαν, ἡ δὲ αὐτοδικία παράγει τὰ ἐγκλήματα. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον κατ’ ἐμὴν θεωρίαν τὴν καχεξίαν εἰς τὴν σημερινὴν δημοσίαν τάξιν τὴν ἀποδίδω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόχειρος δικαιοσύνη· μάλιστα διὰ τὴν ζωοκλοπήν. Δι’ ὅλα τὰ πράγματα ἠμπορῶ νὰ ἔχω ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει θεραπεία, ἀλλὰ διὰ τὴν ζωοκλοπὴν οὐδεμία ὑπάρχει θεραπεία ἄνευ τῆς ἐνημερότητος τῶν δικαστηρίων. Ἰδίως εἰς τὸ δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν πρέπει νὰ προσθέσητε 5 ἐφέτας ἀκόμη, ἐὰν θέλετε νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτήν. Εἶναι ἤδη 5,000 ὑποθέσεις νὰ δικασθῶσιν.
§42ΛΕΚΚΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν εἶναι δυνατὸν μὲ 400 δρ. ἕνας ἐφέτης νὰ ζήσῃ εἰς Ἀθήνας;
§43ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς αὐξήσεως. Ὁ φιλότιμος ὑπάλληλος δὲν ἐκτιμᾷ μὲ τὴν πληρωμὴν τὴν ἐργασίαν του· μάλιστα, ἠμποροῦν νὰ ᾖναι ἄνθρωποι ἔχοντες ἀξίαν νὰ λάβουν περισσότερον, ἀλλ’ οἱ μισθοὶ ἔχουν σχέσιν πάντοτε μὲ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους κατάστασιν, καὶ ἀκόμη περισσότερον πρὸς τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τῆς ἐργασίας· ἕκαστος αὐτῶν θὰ ὑπολογίσῃ παρατεταμένως, τί θὰ λάβῃ ὡς δικηγόρος· ὅσην ἱκανότητα καὶ ἂν ἔχῃ εἶναι πολλά· τόσοι ἔχουν ἱκανότητα, ἀλλ’ εὐκόλως πελάτας δὲν εὑρίσκουν.
§44ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§45Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Κύριοι πρῶτον θέλω ἀπαντήσει εἰς τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ἐξέθεσεν ἐνώπιόν σας περὶ νομοθεσίας, θέλων διὰ τῆς ἐπιδείξεως τοιούτων γνώσεων νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἀξιώσεις, ἃς τελειόνων τὸν λόγον του ἐσύστησεν, ἀξιώσεις δηλαδὴ περὶ ἑαυτοῦ, διότι ἐπροκάλεσεν ἐμὲ νὰ δώσω τὴν παραίτησίν μου, διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν αὐτὸς ἐκεῖνος, προσεκάλεσε δὲ καὶ τὸ ὑπουργεῖον.
§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, ἐπειδὴ εἶναι προσωπικόν, μὴ παρεξηγῆτε· εἶπον ἁπλῶς, ὅτι σήμερον δὲν πρέπει κανεὶς νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν ἢ δὲν ἠξεύρῃ, ἢ δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ κἄτι τι πρακτικώτερον.
§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐζήτησε λοιπὸν τὴν παραίτησιν ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀξιώσεων αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων του, νὰ ἔλθωσι καὶ καταλάβωσι τὴν ἀρχήν· σκοπός, τὸν ὁποῖον προέθεντο οὗτοι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐρχόμενοι ἀλλεπάλληλοι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἐκθέτοντες τερατολογίας, ἐπιχειρήματα ὅλως σκαιὰ, οὐδὲν πραγματικὸν, οὐδὲν ἐπὶ τῆς ἀληθείας στηριζόμενον. Ὁ λόγος τοῦ κυρίου Μίληση ἦτον ἐκ τῶν παρεσκευασμένων λόγων, καὶ ἀπόδειξις πρόχειρος, ὅτι πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ἀναγγείλει ἑαυτὸν ὡς μέλλοντα νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ εἴδατε, ὅτι ἀπήντα εἰς τὰς ἐμπνεύσεις του δῆθεν, ἐνῷ ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε προμελετήσει, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν· καὶ πότε τοῦτο; ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο σήμερον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς νομοθεσίας, καὶ ἐνῷ ὁ κ. Μίλησης παρέστη ἄλλοτε ὡς μέλος τῶν βουλευτικῶν σωμάτων, καὶ ἂν εἶχε πράγματι δίκαιον εἰς τὰς ἰδέας αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐξέθεσεν, ἐδύνατο τότε ἀκόμη νὰ φέρῃ αὐτὰς τὰς ἰδέας καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς νομοθεσίας. Ἀλλὰ σκοπός του ἦτο νὰ καταστήσῃ ὑπεύθυνον τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν καὶ τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὴν νομοθεσίαν. Ἀφοῦ τοσαῦτα ὑπουργεῖα φιλικὰ πρὸς αὐτὸν καὶ συμμαχικὰ προηγήθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐὰν πράγματι ἦτον ἀνάγκη τῶν τοιούτων, ὡς σᾶς παρέστησεν ὁ κύριος Μίλησης, μεταῤῥυθμίσεων τῆς νομοθεσίας, ἔπρεπε τὰ ὑπουργεῖα αὐτὰ νὰ φέρουν τοὺς ἀναγκαίου πρὸς τοῦτο νόμους. Ἄλλως τε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον δὲν ἔλαβε καὶ καιρὸν νὰ ἐνασχοληθῇ ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων. Πρὸ ὀλίγου εἴχομεν τὰς ἐκλογὰς καὶ πολλὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν σπουδαῖα, καὶ ἅτινα, μοὶ φαίνεται, ἡ εὐσυνειδησία τῶν κυρίων βουλευτῶν δύναται νὰ κατανοήσῃ. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς βουλῆς, καὶ βλέπετε πόσον ἐνασχολούμεθα. Ἐκυβέρνησε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ εἰς διάστημα τόσου χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι κατηνάλωσεν ἐπὶ ματαίῳ τὸν χρόνον; Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Μίληση ἦτο, κατόπιν τῶν μεγάλων αὐτῶν θεωριῶν περὶ νομοθεσίας, νὰ ἐπιτεθῇ προσωπικῶς κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, καὶ μεταξὺ τῶν πραγμάτων δῆθεν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, ἀνέφερε καὶ πράγματα κωμικά, διὰ νὰ ἀποδείξῃ πραγματικῶς τὸ κωμικὸν ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων. Ἐνθυμεῖσθε, τί σᾶς εἶπε περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων, φέρων ὡς παράδειγμα δῆθεν μίαν ἔριδα ἀσήμαντον ὅλως διόλου, καὶ ἐκ τῶν ἐρίδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουν καὶ εἰς τὰ μεγαλείτερα δικαστήρια· καὶ ὅταν ὁ κύριος Μίλησης ἀνοίξῃ οἱονδήποτε εὑρετήριον δικαστικόν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὁποιαδήποτε ζητήματα δύνανται νὰ ἐγερθῶσι μεταξὺ δικαστῶν καὶ δικαστηρίων, διότι τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα εἶναι φύσει ἀνεξάρτητον, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ δουλικῶς εἰς ἕνα κανόνα. Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ πρώτη ἐλευθερία τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ κάθε ἄνθρωπος. Ὁ κύριος Μίλησης λοιπὸν σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς Παρνασσίδα δύο δικασταὶ ὑβρίσθησαν μεταξὺ των, ἦλθον εἰς ἔριδα, ποῖος τῶν δύο πρέπει νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τὴν εἰσαγγελικὴν ἀπόντος τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ πρὶν λεχθῶσιν αὐτὰ τὰ ἄτοπα πράγματα, καὶ ἀμφισβητήσουν οἱ δύο δικασταὶ, ποῖος ὁ ἱκανώτερος, ἀφοῦ δὲν εἶχον ἴσως τὰ διπλώματα, τοὺς διορισμούς των, διὰ νὰ ἐξελέγξουν τὴν ἀλήθειαν...... καὶ εἶναι τόσον μέγα ἔγκλημα, ὥστε ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν μάστιγα; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, ἂν ἐπαύοντο ἐκεῖνοι οἱ δύω δικασταὶ ἤθελον ἔχει ἄλλα παράπονα ἐκ μέρους αὐτῆς τῆς μερίδος, διότι ὁ ἕνας ἀνῆκεν εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Βούλγαρη, ὁ ἄλλος εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ὁ ἕνας εἶναι ὁ κ. Δρόσος, ὁ ἄλλος εἶναι ὁ κ. Παρασκευαΐδης. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, ἐπὶ τοῦ δικαστηρίου τῶν Καλαμῶν· δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε, κύριοι, πρὸς ἀντίκρουσιν τοιούτων ἀσθενῶν καὶ ὅλως ἀναξίων παρατηρήσεως ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κ. Μίλησης διὰ νὰ ἀδυνατίσῃ μίαν ἀλήθειαν, ἐνῷ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἄνθρωπος φιλαλήθης εἶπεν, ὅτι δὲν λέγει τίποτε περὶ αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὑπὸ τίνων παρακινηθέντες ἔφερον μίαν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ δικαστηρίου τούτου παραπονούμενοι περὶ τῆς ἀργοπορίας τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων· εὐθὺς διέταξα τὸν εἰσαγγελέα νὰ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν καὶ τοὺς ἐξετάσῃ ποῖα εἶναι τὰ παράπονα καὶ εἰς τί ἀναφέρονται διὰ νὰ ἐκτελέσω κατὰ γράμμα τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων· διότι οἱ δικασταὶ δὲν ἔχουν δικαίωμα ὁμοῦ νὰ ὑπογράψουν παράπονα οἱ πολῖται ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦτο, οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐξασκοῦσιν οἱ πολῖται· ἔχουν δικαίωμα ἀλλ’ ὑποκείμενον εἰς διατυπώσεις, ὁσάκις δὲ παραβαίνωσι τὰς διατυπώσεις αὐτὰς, θεωροῦνται ὡς παραβαίνοντες τὸ καθῆκόν των· θέλω λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω τὸν νόμον καὶ θέλω νὰ ἴδω ἐὰν ὑπάρχῃ παρανομία. Ἔχω ἔγγραφον ἐπίσημον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει ὅτι δὲν ἔχουν κἀνὲν παράπονον ὡρισμένον. Λοιπὸν αὗται εἶναι αἱ δύω μεγάλαι κατηγορίαι, τὰ θανάσιμα ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ὁ κ. Μίλησης ἐν τῇ ῥητορείᾳ αὑτοῦ, ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ παρουσίασε ὡς ἄρθρα κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Περιττὸν νομίζω νὰ προσθέσω τίποτε περισσότερον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποστήριξιν τῆς αὐξήσεως ἐν γένει τῶν δικαστῶν· ἐγὼ ἐζήτησα τὴν προσθήκην τεσσάρων δικαστῶν, ὄχι καθὼς ὁ κ. Ῥοντήρης παρετήρησε διὰ τὸ ἐνταῦθα ἐφετεῖον· ἐζήτησα 4 δικαστὰς νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὰ κακουργιοδικεῖα, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶνται οἱ ἄλλοι δικασταὶ, διότι τὰ κακουργιοδικεῖα κατεστάθησαν διαρκῆ καὶ δὲν εὑρίσκει τις τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων ἱκανὸν, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν δύο ἐφέτας ἐνταῦθα διὰ νὰ σχηματισθῶσι τρία τμήματα, διότι καθὼς σᾶς ἀπέδειξα ὑπάρχει διπλάσιος ἀριθμὸς ἐκκρεμῶν δικῶν· εἶπον ὅμως, ὅτι καὶ εἰς τὸ Ναύπλιον πρέπει νὰ προστεθῶσι τρία τμήματα διὰ νὰ γίνῃ ἐνήμερον· καὶ τῳόντι, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ μὲ 3,000 δίκας, τὰς ὁποίας ἔχει, ὅπως ἀπέδειξα χθὲς ὅτι γίνονται 15,000 ἐκ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀποφάσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ ἐνήμερον· ἠθέλησα ὅμως νὰ θεραπεύσω τοὐλάχιστον τὴν ἀνάγκην ἐδῶ ὅπου ὑπάρχουσι διπλάσιαι ὑποθέσεις. Θέλω τώρα, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς περιστάσεως ἥτις μοὶ ἐδόθη νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Μίλησην, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Λομβάρδος χθὲς ἀγορεύων ἐστηρίχθη, διὰ νὰ μὲ ἐπιβαρύνῃ ἀδίκως κατὰ τὸ γενικὸν σύστημα. Εἶναι ὁ λόγος περὶ τοῦ Ταβολάρη, τοῦ γραμματέως τοῦ δικαστηρίου Ζακύνθου. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν ὅτι ἐγὼ αὐξάνων τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τῆς διοικήσεως, παρεχώρησα δίπλωμα εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, καὶ παράδειγμα ἔφερε τὸν Ταβουλάρην. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κἄποια ἀπάτη ἠμπορεῖ νὰ εὑρίσκεται, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Λομβάρδος· καὶ σήμερον εὗρον ὅτι ἀπὸ τὸ 1864 ὁ κ. Λόντος ὅτε ἦτο καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπὶ Κανάρη, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν Βασιλέα διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε τὸν διορισμὸν τοῦ Ταβολάρη ὡς δικηγόρου εἰς Ζάκυνθον. Ὁ Ταβουλάρης ἔπαυσε νὰ ᾖναι δικηγόρος καὶ μετὰ ταῦτα ἐζήτησε ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὸν κύριον Βάρβογλην, τὸν διορισμόν του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρώτου διορισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τὸ πρῶτον τοῦ κ. Λόντου· ἐδιορίσθη λοιπὸν καὶ δευτέραν φοράν. Μετὰ ταῦτα ἔγινε γραμματεὺς πρωτοδικείου, καὶ ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ ᾖναι γραμματεὺς πρωτοδικείου, ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ διορισθῇ δικηγόρος στηριζόμενος ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε παρουσιάσει καὶ τὸ δίπλωμα τοῦ κ. Βάρβογλη, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐν καλῇ τῇ πίστει ἐσύστησε τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ὑπεγράφη. Ποία εἶναι ἡ ἔλλειψις τὴν ὁποίαν εἴπατε ὅτι ἔκαμα ἐγώ; Αὐτὸ τὸ ἄρθρον τῆς κατηγορίας εἶναι, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παρατείνω τὸν λόγον μου περισσότερον, διότι καθὼς εἶπον χθὲς, ὅ,τι γίνῃ ἐδῶ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἐὰν ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω τὴν προσθήκην τὸ ἔπραξα τοῦτο, διότι αἰσθάνομαι κατὰ συνείδησιν τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου ὑπεύθυνον· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ, ἂς περιορίσῃ τὸ ποσὸν, καὶ ἂς μὲ ὑποχρεώσῃ καὶ μὲ ἓξ ἐφέτας νὰ δικάζῃ τὸ Ἐφετεῖον· καὶ μὲ 50 δικαστάς· ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ τότε σεῖς ἔχετε τὴν εὐθύνην. Μία ἰδέα σφαλερὰ ἐῤῥίφθη ἐδῶ ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὅτι βαδίζομεν ζητοῦντες πάντοτε αὔξησιν τῶν δικαστηρίων· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ κράτη, καθ’ ὅσον αὐξάνει ἡ ἀνάπτυξις τοῦ πληθυσμοῦ, τῶν σχέσεων, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου· τοῦτο λοιπὸν συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα· θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν ἔχῃ ὑπόστασιν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα· πιστεύετε ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος τὸ πρῶτον ἔτος δὲν ἐξέδωκε παρὰ 15 μόνον ἀποφάσεις; σήμερον ὅμως ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκδίδῃ 300 καὶ 400. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ζητεῖ αὔξησιν προσωπικοῦ, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως, παρὰ νὰ γίνῃ καὶ ἐκεῖ αὔξησις ἀναλόγως· ἐπειδὴ ὅμως ἤξευρον ὅτι ἤθελε χρησιμεύσει αὐτὸ ὡς ἐπιχείρημα νὰ παραιτήσωμεν τὰς συζητήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπέφυγα αὐτὸ καὶ περιωρίσθην εἰς τὰ μᾶλλον ἀναγκαῖα.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄρχομαι ἀπὸ τὸ τελευταῖον τοῦ κ. ὑπουργοῦ διὰ νὰ ξεμπερδεύσω μὲ αὐτὸν, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικόν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἠθέλησε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Ταβουλάρη. Δὲν ἀρνοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον χθὲς, ὅτι διωρίσθη κατ’ ἐξαίρεσιν δικηγόρος τῷ 1864. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης, κ. ὑπουργὲ, τὸν διώρισε δικηγόρον, χωρὶς νὰ ἔχῃ δίπλωμα καὶ δικαίωμα. Τὸ ἀνώτατον ὅμως συμβούλιον τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον ἦτον ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν δικηγόρων, λαβὸν τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι ὁ διορισμὸς ἐκεῖνος δὲν εἶναι τακτικὸς καὶ νόμιμος· καὶ ὅταν τὸ ὑπέρτατον συμβούλιον ἀπηύθυνεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὸν κατάλογον τῶν δικηγόρων δὲν συμπεριέλαβε τὸν Ταβουλάρην.
§49ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. «12 Ἰουνίου 1868. Πρὸς τὸν κ. Ταβουλάρην. Διορίζεσαι δικηγόρος...»
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχετε ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ διορισμὸς τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1864, ὁ κ. Λόντος, πρὸς τὸν κ. Ταβουλάρην δὲν ἐξετελέσθη, διότι τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τὸν ἀπέκρουσεν; Ὁ κ. Ταβουλάρης τῷ 1864 μέχρι προχθὲς, ὅτε ἐπαύθη τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως πρωτοδικείου, δὲν παρεστάθη παρὰ εἰς πταισματοδικεῖα καὶ εἰρηνοδικεῖα. Κατὰ τὸ 1868 διωρίσθη γραμματεὺς τοῦ πρωτοδικείου, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν μῆνα, ἀλλὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1868 ὑπῆρχε γραμματεὺς τοῦ πρωτοδικείου· παυθεὶς ἀπὸ γραμματεὺς τοῦ πρωτοδικείου ὡς ἀνίκανος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προέδρου, καθὼς μᾶς εἴπατε, κ. ὑπουργὲ, καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, (καὶ εἴχατε πρότασιν παύσεως ἐνώπιόν σας ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ διαχειρίζηται τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραμματέως τοῦ πρωτοδικείου), ἀντηλλάξατε τὸν διορισμόν του, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐκεῖ, μὲ ἓν νέον διάταγμα διορισμοῦ αὐτοῦ ὡς δικηγόρου· ἐὰν ὅμως ἠθέλατε ἐξετάσει τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ, δὲν ἠθέλετε κάμει αὐτὸν τὸν διορισμὸν, καθὼς τώρα ἀφοῦ μανθάνετε, ὅτι ἐκάματε ἕναν διορισμὸν παράνομον. Τὸ γεγονὸς ὅμως τὸ ὁποῖον ἀνέφερα εἶναι σωστὸν, δὲν ἐπιβαρύνει ἴσως ὑμᾶς, διότι ἦτο διωρισμένος...
§51ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἐξήσκει ἡ Γερουσία καὶ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἔδωκε τὴν χάριν τοῦ προβιβασμοῦ ὄχι μόνον εἰς τὸν Ταβουλάρην, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους, εἰς ἕνα Κεφαλλῆνα καὶ ἰδίως Ζακύνθιον, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ὑπουργεῖον δυνάμει αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν πράγματι τότε εἶχε τὸ ἀνώτατον συμβούλιον καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ μόλις ἔγινεν ἡ ἀφομοίωσις τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Λοιπὸν λέγω τοῦτο, ἐπειδὴ ἀποβλέπει καὶ ἄλλους, ὅτι ἡ Γερουσία ἔδωκε καὶ εἰς ἄλλους αὐτὰς τὰς χάριτας.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχετε λάθος εἰς αὐτὸ, καθότι τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τῆς δικαιοσύνης τῆς Ἑπτανήσου ἀνῄρεσεν αὐτὸν τὸν διορισμὸν καὶ εἶπεν ὅτι δὲν τὸν ἀναγνωρίζει· ἑπομένως εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τότε δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ὁ νόμος καὶ τὸ καθῆκόν τοῦ ἐπέβαλε καὶ ὅτι ἔγινε μία παρανομία κατὰ τὸ 1868 καὶ αὐτὴν ἐπανελάβατε κατὰ τὸ 1869, ἣν πιστεύω θὰ διορθώσητε. Πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸ συζητούμενον ζήτημα ἀπὸ τὰ πολιτικὰ, εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης· πρέπει νὰ μὴ ἀνακατεύωμεν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ μὲ τὰ πολιτικὰ, καὶ ἐξεπλάγην μὲ τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅταν μᾶς ἐνθύμησε τοὺς καλοὺς οἰκοκυραίους· ἀλλὰ, κύριε Ῥοντήρη, τὴν Κυριακὴν τοῦ ἁγίου Δημητρίου διατί δὲν ἐλέγετε νὰ καταβῇ ὁ πρόεδρος ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἀλλὰ σήμερον λέγετε, ὅτι εἶναι ἡ περίστασις νὰ φέρητε αὐτὸ τὸ παράδειγμα; σᾶς κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι πιστεύω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε, τὸ λέγετε ἐν καλῇ τῇ πίστει· ἐὰν δὲν τὸ ἐνθυμήθητε τότε αὐτὸ τὸ παράδειγμα, παρακαίρως τὸ φέρετε τώρα· ἔπρεπε τότε νὰ τὸ φέρητε καὶ τότε εἴχετε δικαίωμα νὰ μᾶς κάμητε παρατήρησιν. Ἀλλὰ τότε ἐγὼ εἰς μάτην ἐφώναζα καὶ ἐζήτουν δύω ὡρῶν ἀναβολὴν, καθὼς ἐπίσης δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀφήσω χωρὶς ἀπάντησιν τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ῥοντήρης ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν παρελθόντα, ἀλλὰ μόνον τὰ παρόντα καὶ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως. Πῶς θὰ ἴδῃς τί σοῦ χρειάζεται ἐφέτος, ἐὰν δὲν ἴδῃς τί ἐξώδευσες πέρυσι; «Δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμεν τὴν πολιτικὴν μὲ τὴν δικαιοσύνην». Καὶ ὅταν ὁ κ. Ῥοντήρης εἶπεν, ὅτι ἤθελε φέρει νόμον, ὅπως χωρισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοὺς ἄλλους προϋπολογισμοὺς ἐνόμισα, καὶ ἤμην ἕτοιμος νὰ τὸν ὑποστηρίξω· ἐνόμισα, ὅτι ἤθελε φέρει νόμον ὁρίζοντα, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔχει νὰ κάμῃ καθόλου μὲ τὴν πολιτικήν. Ἐὰν τοῦτο ἐλέγετε, ἐγὼ πρῶτος ἤθελα σᾶς ὑποστηρίξει καὶ ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι μαζῆ σου εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταδικάσω πᾶσαν κυβέρνησιν, ἥτις μετεχειρίσθη ἢ ἤθελε μεταχειρισθῆ τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης πρὸς πολιτικὸν σκοπόν. Ἂν σήμερον γίνωνται παρατηρήσεις, ἔσο βέβαιος, ὅτι εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὴν πολιτικήν, οὐδὲ τίθεται ὡς ζήτημα πολιτικὸν ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν λέγω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, παύσας τοὺς Α, Β καὶ Ζ, καὶ ἀντικαταστήσας αὐτοὺς μὲ ἄλλους δὲν ἠθέλησε νὰ καλλιτερεύσῃ τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἐξήγειρε παράπονα, αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ἕκαστος νὰ ἀναφέρῃ. Ἐάν, π. χ., ὁ κύριος Δαγρὲς ἀνέφερε τὸ γεγονὸς τῆς παύσεως τοῦ κ. Ψάλτη, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν πατρίδα μου, ἐγὼ δύναμαι νὰ μὴ εἴπω κάτι τι περισσότερον; Ὁ κ. Δαγρὲς, εἶπεν ὅτι ἡ παῦσις τοῦ Ψάλτη, ἐγένετο, ὅπως καλυφθῇ κάποια κατάχρησις· Ὀφείλω ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω περὶ ποίου εἴδους καταχρήσεως ἐπρόκειτο! ἐκλάπησαν ἀπὸ τὸ ταμεῖον Ζακύνθου 36,000 δραχμὰς, δὲν ἠξεύρω δὲ πῶς αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τῶν 36,000 δραχμῶν τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὅτε ὁ νομάρχης Παγανέλης ἐπεθεώρησε τὸ ταμεῖον, δὲν τὸ ἀνεκάλυψεν, ἀλλ’ ἐπιστοποίησεν, ὅτι εὗρε τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἐν καλῇ τάξει.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν 31 Ἰανουαρίου.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς· 15 ἡμέρας ἔπειτα παρουσιάσθη εἷς ἐπιθεωρητὴς καὶ ἀνακαλύπτει αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν τῶν 36,000 δραχμῶν· ἀνακριτὴς ἐν Ζακύνθῳ εὑρίσκετο ὁ Ψάλτης, ὁ ὁποῖος ἐστάλη εἰς τὴν Ζάκυνθον παρὰ τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου. Δὲν πιστεύω νὰ στοχασθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅτι, εἴτε κατὰ τὴν ἀρχὴν, εἴτε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1868 νὰ ὑπῆρχον συμπάθειαι ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου πρὸς ἐμέ. Ἐστάλη λοιπὸν ὁ Ψάλτης ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης τοῦ 1868, ὅστις δὲν τοῦ ἔδωκε βεβαίως διαταγὴν νὰ ὑπηρετήσῃ ἐμὲ, ἐπελήφθη λοιπὸν τῆς ἀνακρίσεως ταύτης ὁ κ. Ψάλτης καὶ ἐπελήφθη καθὼς τὸ καθῆκόν του ἀπαιτοῦσε ἐνώπιον μιᾶς κλοπῆς τοῦ ταμείου 36,000 δραχμῶν. Ὁ ταμίας ὁ ὑπόλογος ἐπροστατεύετο εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἀνακριτὴς, ὅστις διὰ τῆς ἀνακρίσεώς του ἐπῆγε νὰ τὴν ἀνακαλύψῃ, ἔπρεπε νὰ παυθῇ καὶ ἐγένετο τὸ διάταγμα τῆς παύσεώς του· παρεπονέθη τις εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅστις κατώρθωσε νὰ σταματήσῃ τὴν παῦσιν καὶ νὰ μὴ κοινοποιηθῇ.
§55ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Τὸ εἶπον διατί ἐσταμάτησε, διὰ τὴν ἀνάκρισιν τοῦ χαρτοσήμου καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μανθάνει ὁ ἀνακριτὴς οὗτος, ὅτι ἰσχυροὶ προστάται τὸν προστατεύουν καὶ δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, ἐὰν ἐκπληρώσῃ εὐσυνειδήτως τὸ χρέος του. Ζητεῖ νὰ τοῦ στείλωσι παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν σημειώσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως· ἀλλ’ αἱ σημειώσεις αὗται ἐβράδυνον νὰ σταλῶσι καὶ τὰς ἐζήτησε εἰς δευτέραν καὶ εἰς τρίτην καὶ ἐπὶ τέλους στέλλονται αἱ πληροφορίαι, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ εἴδησις τῆς παύσεως τοῦ ἀνακριτοῦ διαδίδεται καὶ ἴσως τότε συνέβη ἐκεῖνο ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Δαγρὲς, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν ἔγραψεν ὑπὲρ τοῦ κ. Ψάλτου, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ αὐτὸς ὁ νῦν νομάρχης Ζακύνθου, κατὰ τῆς παύσεως ταύτης ἔγραψε, διαμαρτυρόμενος, ὅτι ἔγεινε παῦσις ἄδικος· οὐδὲν ἧττον ἐξηκολούθει ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἀτμοπλοίου διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεστέλλετο εἰς Κέρκυραν τὸ ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ταμίου, διὰ τοῦ αὐτοῦ ἀτμοπλοίου ἐπιστρέφοντος ἐστάλη ἡ παῦσις τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς Ζάκυνθον. Πρὶν ἢ τῷ κοινοποιηθῇ ὅμως ἡ παῦσίς του, ἀνεχώρησεν ὁ ἀνακριτής, καὶ ἀνεχώρησε χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ κανεὶς τίποτε, διότι ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν τοῦ δικαστηρίου, καὶ οὕτω δὲν ἐπρόφθασαν νὰ τοῦ κοινοποιήσουν τὴν παῦσιν, ἔρχεται δὲ εἰς Ἀθήνας καὶ τῇ μεσολαβήσει τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀναστέλλεται ἐκ νέου ἡ παῦσίς του. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν ἐφέρθη πάντοτε μὲ τὴν αὐτὴν ἀνεξαρτησίαν, ἔπραξε δὲ τοῦτο ἴσως διὰ νὰ σταματήσῃ τὸν χείμαῤῥον τὸν ὁποῖον ἔβλεπε κατ’ αὐτοῦ. Εἰς ὑποθέσεις καθ’ ἃς ἐνδιαφέρονται φίλοι μου, (ὡς λέγω τὸ ἓν θὰ εἴπω καὶ τὸ ἄλλο) δὲν ἐφέρθη μὲ τὴν πλήρη ἀμεροληψίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ἡ θέσις ἑνὸς δικαστοῦ. Οὐχ ἧττον παράδειγμα ἔπρεπε νὰ δοθῇ, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν κάτι τι ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι χαίρουσι προστασίας τινὸς, τιμωροῦνται καὶ ἂν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοὺς προστατεύῃ καὶ ἡ παῦσις τοῦ Ψάλτη τῷ ἐκοινοποιήθη, τὸ διάταγμα δὲ ἐχρονολογεῖτο ἀφ’ ὅτου ἤρχισε τὴν ἀνάκρισιν τῆς κλοπῆς τοῦ ταμείου.
§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἔγινε λόγος χθὲς καὶ διὰ τοῦτο ὡμίλησα.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπα τίποτε.
§59ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ Ψάλτης ἐπαύθη συνεπείᾳ κακῆς διαβεβαιώσεως τοῦ εἰσαγγελέως (θόρυβος).
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἂν ὁ κ. Ῥοντήρης δύναται νὰ ὑποπτευθῇ ὅτι ὁ κ. Δαγρὲς διὰ λόγους ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου, διὰ λόγους προσωπικοὺς ἢ ἄλλους οἱουσδήποτε ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης ζήτημα πολιτικὸν, δύναται τότε νὰ τὸ εἴπῃ καὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ὑπόθεσιν δὲν δύναται νὰ κάμῃ διὰ τὸν κ. Δαγρὲν, πολὺ ὀλιγώτερον δύναται νὰ τὴν κάμῃ δι’ ἡμᾶς. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς πολιτικῆς παρουσιάζεται εἰς ἡμᾶς τὸ ζήτημα τῶν δικαστηρίων, τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην πλήρη ἀπόδειξιν περὶ τούτου, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα χθὲς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ, τὸ ἀναβάλλω μετὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καθότι πρέπει νὰ διαφωτισθῇ περαιτέρω ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προσθήκης τῶν πρωτοδικείων καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μένουν ἐκκρεμῆ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε πεισθῇ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων εἶναι καλὴ νὰ τὴν ψηφίσῃ ὅτι εἶναι καλὴ, καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἀνεξαρτήτως τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, ἂν δὲ ἡ Βουλὴ πεισθῇ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων καὶ ἡ διανομὴ τῆς δικαιοσύνης, εἴτε διά τε τοὺς λόγους τοῦ κ. Ῥοντήρη ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι δικασταὶ, εἴτε διὰ τοὺς λόγους ἄλλων βουλευτῶν, εἴτε δι’ ὅσα εἶπεν αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ καλλιτερεύσῃ, ἂς ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Ἀναβάλλω λοιπὸν τὴν ψήφισιν τοῦ θέματος εἰς τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀποκρούω τὴν πρότασιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προτείνουν τὴν προσθήκην τοῦ προσωπικοῦ· καὶ δὲν ἐννοῶ πῶς, ἀφοῦ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης τὸ παράδειγμα τοῦ καλοῦ οἰκοκύρη, καὶ τῆς καλῆς οἰκοκυρᾶς, ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν 20 ἐφέται, καὶ δὲν ἠξεύρω πόσοι πρωτοδίκαι. Ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον, καταβαίνω.
§61ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως, διότι ἄλλως θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Εὔχομαι νὰ μὴ ὑποληφθῶ ὅτι σκοπὸν ἔχω νὰ ἐπιζητήσω τὸ πέρας τῶν συζητήσεων, διότι θέλω γίνει πάλιν ἀντικείμενον ἐπικρίσεων, ὁποίας καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἤκουσα. Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, καὶ σᾶς λέγω εἰλικρινῶς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται μοὶ ἀναμιμνήσκουν ἑτέραν ἐποχήν. Εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν ἡ Κυβέρνησις ἀνέγραψεν ἓν πρόγραμμα, καὶ τὸ κοινοβούλιον τὸ ὑπεστήριξε. Τὸ πρόγραμμα ἦτο, ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξηθῶσιν αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ δυνάμεις τοῦ κράτους. Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της, ἀλλ’ ἐγένετο τὸ ἀντικείμενον ὅλων τῶν ἐπικρίσεων· διατί; διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πρόσκτησιν παντὸς ὅ,τι ἐπεθύμει, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν βραχεῖ διαστήματι χρόνου, ν’ ἀναπτύξῃ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις εἰς τὸν ὕπατον βαθμόν. Ἤμην μακρὰν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνεγίνωσκον τὰς συζητήσεις τὰς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, καὶ τὰς συζητήσεις τὰς ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ἐνθυμοῦμαι μίαν εὐφυᾶ παραβολὴν, τὴν ὁποίαν φύλλον τῆς ἐν Ἀθήναις δημοσιογραφίας ἔγραφεν εἰκονίζον τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο δὲν ὑφίσταταί που, παρελθουσῶν τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἐδικαιολόγουν ἐκτάκτως τὸ κυβερνητικὸν ἐκεῖνο πρόγραμμα· πολλοὶ ἐπιθυμοῦσιν ἤδη τὴν διοργάνωσιν τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων, τὴν βελτίωσιν ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει· ἀλλ’ ἀμέσως ἔρχεται ἡ ἀνυπομονησία. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὴν πλήρη διοργάνωσιν τοῦ κράτους, φωνάζουσιν ἐντεῦθεν· δὲν ἐξωντώθησαν ὅλοι οἱ λῃσταὶ, οἱ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, μεμψιμοιροῦσιν ἐκεῖθεν· δὲν συνελήφθησαν ὅλοι οἱ φυγόδικοι, παραπονοῦνται ἀλλαχόθεν· ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀπονέμεται, αἰτιῶνται ἄλλοι, δὲν ἔγινε τοῦτο, δὲν ἔγινεν ἐκεῖνο κραυγάζουσιν ἀλλαχοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ τιμῶ τὸν σκοπὸν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁρμῶνται οἱ τὴν ἀνυπομονησίαν ταύτην ἐπιμαρτυροῦντες, καὶ εἰς τὰς ἐπικρίσεις προβαίνοντες· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι ὑμῶν, πολιώτεροι τὰς τρίχας ἀπὸ ἐμὲ, καὶ ὑπὸ μεγαλειτέρας πείρας πεφωτισμένοι, δὲν θέλετε ἀντικρούσει, ὅτι αἱ βελτιώσεις δὲν ἔρχονται ἀμέσως εἰς τὸ ἄκρον τέλειον, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἓν δὲ μόνον ἂς ἀρκεσθῶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐὰν ἐν τῇ διοικήσει, ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης, παρατηρῆται βελτίωσίς τις σχετικῶς πρὸς τὸ παρελθὸν, τῇ ἀληθείᾳ διατελοῦμεν ἐν τῇ ὁδῷ τῶν βελτιώσεων, καὶ δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ κοινοῦ τούτου πόθου. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου πλήρης εὐφυΐας καὶ λίαν εὔγλωττος, διετύπωσε χθὲς ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἀπαγγελλόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἂν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω τὴν ἀνάλυσιν τοῦ θέματος τούτου, νὰ σᾶς παραστήσω ποία εἶναι ἡ σημασία αὐτοῦ, ποῖον τὸ βάρος αὐτοῦ καὶ αἱ συνέπειαι, θέλω προβῆ ἄνευ δισταγμοῦ. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐπιζητήσῃ ταχέως τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, ὅπερ ἐστὶν ἡ Κυβέρνησις ὠλιγώρησε τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης καὶ πρέπει τὸ κοινοβούλιον νὰ ἔλθῃ νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὀλιγωρούσης τοῦ κλάδου τούτου. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἓν εἶδος ἐμμέσου κατηγορίας κατὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν τὸ κοινοβούλιον θέλῃ νὰ ἐκφράσῃ τοιοῦτό τι φρόνημα, ἂν ἔχῃ τοιαύτην τινὰ πεποίθησιν, τότε πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ θέμα τοῦτο· ἂν ὅμως δὲν ἔχῃ τοιαύτην τινὰ πεποίθησιν, ἂν δὲν ἀναγνωρίζῃ τοιαύτην ἀνάγκην νὰ ἐκφράσῃ τοιοῦτον φρόνημα, ἡ ψήφισις τοιούτων θεμάτων δὲν πραγματοποιεῖ τὴν προαίρεσιν καὶ τὸν σκοπὸν, ἐξ ἐναντίας παριστᾷ τὸ κοινοβούλιον ἐκφραζόμενον ἕτερα φρονήματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει. Καὶ ἀφοῦ νομίζω ἐγένετο γνωστὸν καὶ βέβαιον ἐντεῦθεν, καὶ ἐπαρουσιάσθησαν καὶ στατιστικοὶ πίνακες, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης βελτίωσίς τις, παραβαλλομένης τῆς καταστάσεως τοῦ 1869 πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος, πέποιθα ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι τοῦτο τὸ φρόνημα τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἐν τῇ προαιρέσει αὑτοῦ νὰ ψηφίσῃ τὸ θέμα τοῦτο· καὶ ἴσως ἐγένετο κάπως καταληπτὸν τὸ φρόνημα τοῦτο τοῦ κοινοβουλίου καὶ σήμερον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶπε, δὲν ἐπιμένω νὰ ψηφισθῇ τὸ θέμα, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ζητήσω τὴν ψήφισιν αὐτοῦ μετὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦσαν ἀρκετὰ εὐρεῖαι, ἀρκετὰ ἐκτεταμέναι διὰ νὰ φωτισθῇ ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου, ἐὰν ὑπῆρχον ἐν τῷ σώματι τούτῳ ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν ἐφωτίσθησαν, δὲν ἐσχημάτισαν ἔτι πεποιθήσεις, βεβαίως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς μετὰ τὸ πέρας τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὑπέβαλεν, ἤθελεν εὕρει ὑποστήριξιν. Ἀλλὰ μετὰ διήμερον συζήτησιν δὲν γνωρίζω ἂν τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶσιν, ἂν δὲν ἐσχημάτισαν πεποιθήσεις· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναβολῆς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ θέματος μετὰ τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἤθελον εἶσθαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ἐὰν δὲν ἐπέμενεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὡς πόρισμα τῶν ἀγορεύσεών του προέβαλε· ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλ’ ἐζήτησεν ἀναβολήν τινων ἡμερῶν ἐπὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ· ἡ ἀναβολὴ ὅμως ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα περιέχουσι μίαν πολιτικὴν ἔκφρασιν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μίαν δήλωσιν τοῦ φρονήματος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὰ ὁποῖα προτείνονται ἵνα προκαλέσωσι τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας ἐπιζητοῦσι, δὲν δύνανται νὰ ᾖναι δικαιολογημένα παρὰ μόνον ὅταν τὸ Κοινοβούλιον ἀποφασίσῃ. Ἑπομένως δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπόφασις τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου σήμερον, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἐπιμένῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ἵνα ψηφίσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ Βουλή.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τολμηρὰ ἡ πίεσις νομίζω ἐκ μέρους τοῦ εὐφυοῦς καὶ εὐγλώττου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν νὰ χαρακτηρίζῃ τὸ πρόγραμμα τὸ ἰδικόν μας. Τὸ πρόγραμμά μας εἶναι πάντοτε τὸ αὐτό· ἀλλ’ ἐναντίον τῶν παρεκτροπῶν καὶ τῶν ἀνομημάτων ὅπου καὶ ἂν ἤθελον φανῆ θὰ καταφερώμεθα, καὶ πάντοτε θέλομεν ζητεῖ τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ὅπου καὶ ἂν ἀπαντῶνται. Τοῦτο ὅμως δὲν δεικνύει ὅτι ἠλλάξαμεν πρόγραμμα. Καὶ, κύριοι, πρόγραμμα παντὸς πολιτικοῦ εἶναι νὰ πολεμᾷ τὰ κακὰ, ὅπου καὶ ἂν ἀπαντῶνται· αὐτὸ κάμνομεν. Βλέπομεν τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἐκλελυμένην, ἀθλίαν καὶ ζητοῦμεν τὴν διόρθωσίν της· βλέπομεν τὴν δικαιοσύνην χωλαίνουσαν καὶ παραπονούμεθα διὰ τοῦτο· βλέπομεν τὴν χρεωκοπίαν κρούουσαν τὰς θύρας τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἀναγγέλλομεν καὶ λέγομεν, ὅτι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον βαδίζομεν, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς καταστροφήν. Δὲν ἠλλάξαμεν πρόγραμμα. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης τίθενται καλῇ τῇ πίστει καὶ προκαλοῦνται ἐν καιρῷ· τί κέρδος εἶναι ἂν ἐξ ἀπροόπτου ληφθῇ ἓν ζήτημα, ἂν αὔριον δύναται νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ἴδιον; Ἐνθυμεῖσθε χθὲς, ὅτι εἴπομεν μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν δικαστηρίων τὸ χωρίζομεν ὅλως διόλου ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ὁ κ. πρόεδρος ἀξιεπαίνως, καὶ τὸν τιμῶ διὰ τοῦτο, ἐχώρισεν εὐλόγως τὸ ζήτημα· διότι ἂν τὸ ζήτημα τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς τὸ ἑνώσωμεν μὲ τὴν πολιτικὴν, ἡ δικαιοσύνη ἀπωλέσθη. Ἤλθομεν λοιπὸν σήμερον νὰ συζητήσωμεν οὕτω. Πολεμοῦντες, κύριοι, ἓν μέτρον τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ τὸ πολεμήσωμεν παρὰ ἀποδεικνύοντες αὐτὸ ἀνεπαρκὲς καὶ ἄσκοπον, καὶ ἵνα ἀποδείξωμεν τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀποδείξωμεν ποῦ ἀλλοῦ προσκρούουν τὰ δικαστήρια καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ἐσυζητήσαμεν λοιπὸν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶμεν τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ καὶ σήμερον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, διότι δὲν τὸ συνεζητήσαμεν ὡς ζήτημα πολιτικόν.
§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ συζητοῦμεν τώρα, ὡς πολιτικόν.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν πολιτικὰ ζητήματα· ἂν ὅμως ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπιμένῃ, βεβαίως θὰ ψηφίσωμεν, καὶ θέλομεν τὸν ἀκολουθήσει· τοῦ λέγω ὅμως ὅτι δὲν κερδίζει τίποτε, ἀλλὰ κάμνει καὶ ἡμᾶς ν’ ἀμφιβάλλωμεν διὰ τὰς δημοσίᾳ γενομένας συμφωνίας. Ὅταν συνεφωνήσαμεν μὲ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, χρεωστεῖ νὰ στέκῃ εἰς τὸν λόγον του. Καμμίαν δυσκολίαν δὲν ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν καὶ πολιτικῶς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἂς ᾖναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοὶ διὰ τὴν βλάβην, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Τί θὰ κερδήσουν σήμερον διὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης; ἂν σήμερον ἡ Βουλὴ εἴπῃ ναὶ, αὔριον ἡ ἰδία Βουλὴ δύναται ν’ ἀρνηθῇ ἐμπιστοσύνην. Οὕτω δὲ συμβαίνει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευώμεθα ἀμοιβαίως, καὶ νὰ πειθώμεθα ὅτι εἰς ὅ,τι λέγουν ἀπὸ τοῦ βήματος, τὴν ἑπομένην θέλουσι τὸ ἀκολουθήσει.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερ.). Ἂν ὑπῆρξε συνεννόησις μεταξὺ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀγνοῶ, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ μεταβάλλοντες τὰς συνεννοήσεις ταύτας. Τίς ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς διημέρου συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης; ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ ζητουμένη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης προσθήκη δύω ἐφετῶν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν μέχρι τοῦδε ὑπαρχόντων μελῶν τοῦ ἐν Ἀθήναις ἐφετείου ἦτον ἢ δὲν ἦτο ἀναγκαία. Ποῖος ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀντέλεξεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν; σκοπὸς ἦτο νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐπείσθη αὐτὸς, ὡς ἄτομον, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν δύο ἐφετῶν ἦτο ἀναγκαία, ἵνα καταστήσῃ ἐνήμερον τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν καὶ ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ τὴν προσθήκην ταύτην· ἄφινε δὲ πάντα ἐλεύθερον νὰ σχηματίσῃ οἱανδήποτε πεποίθησιν, δὲν ἐσκόπει δὲ νὰ ἐπιμείνῃ· αὐτὸ ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις περιωρίσθη ἕως ἐδῶ; Ὄχι κύριοι· ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας ὑμᾶς. Ἡ συζήτησις ἔλαβε πολιτικὰς διαστάσεις οὐχὶ ἀπὸ ἡμᾶς, ἀλλὰ ἀπὸ ἓν ἔντιμον μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἠρκέσθη νὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς εἴπῃ νὰ παραδεχθῆτε ἢ νὰ μὴ παραδεχθῆτε τὴν προτεινομένην ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης προσθήκην, ἀλλὰ διετύπωσεν ἓν θέμα ὡς προϊὸν τῆς συζητήσεως καὶ εἶπεν, εἴτε ἀποῤῥίψητε τὴν προσθήκην τῶν ἐφετῶν, εἴτε παραδεχθῆτε, οὐδὲν πράττετε· δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατυπώσητε ἀπόφασιν πολιτικὴν, καὶ αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐξενέγκητε. Ποῖος λοιπὸν διέγραψε τὴν τακτικὴν τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ἡμεῖς ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις; Ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθελήσαμεν νὰ διαγράψωμεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε, καὶ ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν πολιτικὰς διαστάσεις καὶ νὰ θέσωμεν ἓν πολιτικὸν ζήτημα ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία διέγραψε τὸ θέμα; Ὁ ἔντιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὑποθέτω, ὅτι ἐπλανήθη· βεβαίως, κύριοι, αἱ ἐπανειλημμέναι ψηφοφορίαι δὲν ἀπολήγουσιν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ ἂν σήμερον πρόκειται νὰ ψηφίσῃ καὶ αὖθις τὸ κοινοβούλιον, ἀφοῦ ἐψήφισε τετράκις καὶ πεντάκις, δὲν πρόκειται νὰ ἀποκλεισθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ θέσῃ κατὰ πᾶσαν ὥραν, καὶ κατὰ πᾶσαν ὥραν, καὶ αὖθις ἄλλο ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ ὁ φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος πρέπει νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις μᾶς ἀναγκάζει νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ κοινοβουλίου διὰ ψηφοφορίας. Ὅταν ἡ τακτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως προκαλῇ καθ’ ἑκάστην ἐπανειλημμένας ψηφοφορίας, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ προκαλούμενοι οὐχὶ οἱ προκαλοῦντες· ἐν τῷ δικαιώματί της ἡ ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ θέτῃ ἑκάστοτε ζητήματα ἐμπιστοσύνης καὶ τὸ κοινοβούλιον θέλει ἀποφαίνεσθαι ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει εἶσθαι δεδικαιολογημένη ἂν, ὅταν θέτῃ τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅταν τὰ συζητῇ, ὅταν προσάγῃ ἐνώπιόν σας ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσι διὰ νὰ σχηματίσωσι τὰς πεποιθήσεις σας, οὐδὲ θέλει ἐκπλαγῆ, ἂν βλέπῃ καὶ ἡμᾶς ἐπιθυμοῦντας νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἄλλως ἠθέλαμεν μείνει ὑπὸ τὴν ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ εἰς τὸ δημόσιον φρόνημα, ὅτι συνειδότες ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ὑποστήριξιν δὲν προεκαλέσαμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ κοινοβουλίου, ὅτι εἶναι ἄγνωστον ἂν ὑποστηριζώμεθα. Τὴν ψηφοφορίαν δὲ ταύτην δὲν προκαλοῦμεν ἡμεῖς, ὡς βλέπετε, ἀλλὰ μᾶς τὴν ἐπιβάλλουν.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι νέον ζήτημα. «Σημαία τῶν ἐσωτερικῶν βελτιώσεων ἀνεπετάχθη, ὅπως οὕτω φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα· ἀπαιτεῖται καιρὸς καὶ μόλις τὰ πρῶτα βήματα κάμνομεν, ἔρχεσθε νὰ συζητήσητε τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας σκοπεύομεν νὰ φέρωμεν.» Δόξα τῷ Θεῷ· βλέπομεν ἐπὶ τέλους μίαν σημαίαν πολιτικήν· πρώτην φορὰν καθ’ ἣν οἱ ἀξιότιμοι κυβερνῆταί μας μὲ ὅσας προκλήσεις καὶ ἂν ἔλαβον ἕως τώρα, τοῦ νὰ ἐκθέσωσιν ἐπὶ τέλους τὴν πολιτικὴν σημαίαν των, πρώτην φορὰν μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἡ σημαία των ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ διοργάνωσις. Καλῶς ἤλθατε. Ἀλλ’ εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως; Ζητεῖτε τὴν ψῆφον σήμερον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν πολιτικήν σας, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀποδεικνύετε, τὸ ἐννοῶ, νὰ ζητήσητε τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς σημαίας σας ταύτης, ἀλλ’ εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλή; Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κολιάτσος. Ἀφοῦ σᾶς ἐπροσκαλέσαμεν νὰ μᾶς εἴπητε τί πρεσβεύετε, νὰ μᾶς εἴπητε ποῦ ὠθεῖτε τὸν τόπον, καὶ δὲν μᾶς εἴπατε τίποτε καὶ ὅταν ἐπίκειται ἡ ἀληθὴς στιγμὴ τῆς συζητήσεως τῆς πολιτικῆς σας, ζητεῖτε τὸ κλείσιμον τῆς συζητήσεως, ὅπως καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅταν τοιαύτη τις συζήτησις ἐπρόκειτο ν’ ἀναπτυχθῇ, ἐπεμείνετε τὴν κυριακὴν τοῦ ἁγίου Δημητρίου νὰ κλείσῃ. Σήμερον, ἔπειτα ἀπὸ ῥητὴν συνεννόησιν ζητεῖτε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, τώρα τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐπὶ τῆς σημαίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μόλις μᾶς ἀναπεταννύετε! καὶ ὁ κ. πρόεδρος ὄπισθέν μου μοὶ λέγει νὰ ἐνθυμηθῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσω ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, ναὶ ἢ ὄχι. Νὰ γίνῃ, κ. πρόεδρε, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θέτει ἡ κυβέρνησις, νὰ γίνῃ ἐπὶ μιᾶς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἀκολουθήσῃ· καὶ ἡ ψηφοφορία εἰς προσθήκας ἢ μὴ 4 ἐφετῶν, εἶναι ἡ ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἐπικυροῖ τὴν πολιτικήν σας, καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον παρουσιάζετε καὶ τὸν ὁποῖον καταδικάζετε... ἐπὶ τῆς προσθήκης ἠθέλατε νὰ ἑλκύσητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σας σημαίας; Ἐλάλησα χθὲς καὶ ἐλάλησα ἴσως ἐκτεταμένα, τηρήσας ὅμως τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθημεν, καὶ δὲν ὑπερέβην τὴν 1½ ὥραν, τὴν ὁποίαν κατηνάλωσεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης. Καὶ κατὰ τὴν ἐκτεταμένην αὐτὴν ἀγόρευσίν μου, ἔθεσα ἓν θέμα. Καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ταύτην καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ τὸ θέμα ἀνεκοινώθη, ἔγινεν ἡ παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν τὸ θεωρεῖ πολιτικόν, ἀφοῦ πρόκειται μόνον καὶ μόνον περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν, ἀνεξαρτήτως πάσης σκέψεως πολιτικῆς, εἶναι ἀνάγκη συνεννοήσεως, καὶ συνεννοήθη ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνεννοήσει, εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἠμπορεῖ νὰ τὴν παραστήσῃ ἔπειτα ὅπως θέλει, ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως μᾶς εἶπε ἐδῶ δημοσίᾳ, δίκαιον ἔχει, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν λέξιν ἂν εἶπεν ἡ ἀντιπολίτευσις ἢ ἡ Βουλὴ, δίκαιον ἔχει εἴτε ἀντιπολίτευσις εἴτε ἡ Βουλὴ νὰ συσκεφθῇ, νὰ συνεννοηθῇ, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τούτου διὰ τὴν αὔριον. Καὶ σήμερον ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐξ ὑμῶν, ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, ὁ ῥήτωρ κατ’ ἐμὲ ὁ ἰσχυρότερος, ὁ νευρωδέστερος καθόσον ἀφορᾷ τὸ βῆμα εἶπε, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν δὲν συγχύζεται καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ συγχύσωμεν μὲ τὴν πολιτικὴν, καὶ ἡμεῖς τὸ παρεδέχθημεν καὶ τὸ παρεδέχθημεν καθόσον ὁ κ. Δαγρὲς εἶπεν, ἀλλοίμονον, ἂν καταστήσωμεν τὰ δικαστήρια, νὰ τὰ συνδέσωμεν μὲ τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ θέλωμεν νὰ τὰ παραστήσωμεν ὡς ζήτημα πολιτικόν· σεῖς τὸ εἴπατε καὶ ἡμεῖς τὸ ἐδέχθημεν· θέλετε νὰ κάμωμεν σήμερον τὸ συμφέρον τῶν δικαστηρίων ζήτημα πολιτικόν; Ἂν ἡ τακτικὴ αὕτη ἔχῃ ἐκεῖνα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα σεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τοῦ κ. Ῥοντήρη πρὸ ὀλίγου ἀνεκαλύψατε, καὶ ἂν τὰ ἐλαττώματα ταῦτα ἔχουν συνεπείας, τότε καὶ αἱ συνέπειαι θέλουν βαρύνει σᾶς. Δὲν εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς, δὲν εἶναι τὰ δικαστήρια ἡ πρώτη βάσις μιᾶς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἡ καλὴ διοίκησις· δόσατε εἰς τὸν τόπον καλὴν διοίκησιν καὶ θέλετε ἔχει καλὴν δικαιοσύνην. Καὶ ἐγὼ λέγω εἰς τὸν κ. Δαγρὲν, οὐδέποτε θέλετε ἔχει καλὴν διοίκησιν, ἂν δὲν ἔχητε καλὰ δικαστήρια. Ἕως ὅτου ὁ πολιτευόμενος, κ. Δαγρὲ, δὲν ἔχει ἐνώπιόν του τὴν ἐγγύησιν μιᾶς ἐξουσίας ἀνωτέρας τῶν πολιτικῶν παθῶν, ἡ ὁποία νὰ παρίσταται ὡς φραγμὸς, ἕως ὅτου δὲν ἔχει ὁ πολίτης τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔχει ἐξησφαλισμένην τὴν περιουσίαν του καὶ θὰ εὕρῃ δικαιοσύνην, ποτὲ καλὴν διοίκησιν δὲν θὰ ἔχητε, μὴ ἐλπίζετε. Ἂν λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς δικαιοσύνης εἶναι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, ἕως ὅτου δὲν ἔχομεν καλὰ δικαστήρια δὲν θέλομεν ἔχει καὶ καλὴν διοίκησιν, καὶ δὲν θέλομεν ἔχει δικαστήρια, ἂν συγχύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὴν διοίκησιν. Τὸ εἶπον καὶ πρότερον, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἡ ἀγόρευσίς μου εἶναι ἀκόμη..... εἰς τὰ ὦτά μου. Θέλετε ψηφοφορίαν; ἠμπορεῖ νὰ προβῶμεν σήμερον.
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. Πολὺ καλά.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξηπλώσατε τὴν πολιτικήν σας, θὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν, ἀλλὰ θὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν θέλωμεν ἡμεῖς, καθὼς καὶ ἐσεῖς· ἐφέρατε σήμερον τὴν πολιτικήν σας καὶ τὴν ἐξηπλώσατε, ὅσον ἠθέλατε σεῖς. Σήμερον ἐξηπλώσατε τὴν σημαίαν σας πρῶτον.
§71Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Σήμερον οὔτε σημαία ἐξετέθη, οὔτε πρόγραμμα· σᾶς ἐφέραμεν ὡς παράδειγμα τὸ 1867 καὶ σᾶς εἴπομεν, ὅτι ὅπως τότε τὸ ὑπουργεῖον ἐξέδωκε πρόγραμμα, καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἤθελε νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέλος καὶ ἐπέμενεν, οὕτω καὶ σήμερον ὅλος ὁ κόσμος ζητεῖ τὴν βελτίωσιν. Οὔτε περὶ προγράμματος τῆς κυβερνήσεως ἐπρόκειτο οὔτε περὶ πολιτικῆς αὐτῆς ἐξηγήσεως· ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑποθέσεις.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν πιστεύω νὰ θέλῃ νὰ μὲ ὑποθέσῃ τόσον δύσνουν, ὥστε νὰ ὑποθέσω ἐγὼ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τοσοῦτον δυσνόητον, ὥστε νὰ στοχάζηται ὅτι δὲν ἠννόησα αὐτὸν, ὅταν εἶπεν, ὅτι ἰδοὺ σήμερον ὅτι ὑπάρχει κυβέρνησις ἥτις ζητεῖ τὸν ὀργανισμόν.
§73ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς εἴπωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τώρα σεῖς λέγετε; Λοιπὸν λέγω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, ἔπειτα ἀπὸ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, κανεὶς δὲν ἤθελε τὸ θέσει ὡς ζήτημα πολιτικόν· ἔπειτα ἀφοῦ καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι ἠθελήσατε διὰ τοῦ κ. Ῥοντήρη νὰ δείξητε τὰς κακὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται, ὅταν συνδέσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν πολιτικὴν, δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα κυβερνητικὸν, πολιτικὸν, τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων· τὸ πράττετε, δὲν τὸ ἀποφεύγετε. Σᾶς ὠφελεῖ σᾶς αὐτὴ ἡ τακτικὴ, ἀλλὰ ζημιοῖ τὸν τόπον· ὅταν βλέπετε ὅτι μία κυβέρνησις καθημερινῶς παρουσιάζει ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦτο θὰ εἴπῃ ὅτι εὑρίσκεται εἰς τρόμον καὶ φόβον ὅτι ἴσως ἔχασε τὴν ἐμπιστοσύνην (θόρυβος).
§75ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὴν ἔχασεν, ὄχι.
§76Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔχει μίαν προσθήκην αὐξήσεως σήμερον μάλιστα ἀπὸ ἕνα.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλει βλάψει δὲ τὸν τόπον τὸ τοιοῦτον, καθότι θέλει τεθῇ ἓν προηγούμενον ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει τὴν σημαίαν τῆς νομιμοφροσύνης· θέλει τεθῇ ἓν προηγούμενον, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι καὶ θεωροῦνται ὄργανα πολιτικῆς. Ἐπεθύμουν πρὶν ἢ προχωρήσω, διότι ἴσως σταματήσω ἀμέσως μετὰ μίαν νέαν διασάφησιν, ἣν παρακαλῶ νὰ μοὶ κάμῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν. Ἡ σημερινὴ δήλωσις τῆς κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἔχω τὴν ἀδυναμίαν νὰ πιστεύω ὅτι μία κυβέρνησις λαμβάνουσα τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου δὲν τὸν λαμβάνει ἀσκόπως, ἡ σημερινὴ λέγω δήλωσις τῆς κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐρχομένης νὰ φέρῃ προγράμματα παρελθόντα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν ἄλλα νέα, δὲν τὰ λέγει διὰ νὰ ἐπέλθῃ κατόπιν μία ψηφοφορία; λέγοντες δὲ ὅ,τι εἴπετε ἐπροτείνατε τὴν σημαίαν τῆς ἐσωτερικῆς ὀργανώσεως, τὴν ὁποίαν σήμερον εἴπατε ὅτι ἀκολουθεῖτε καὶ θὰ θέσητε αὐτὴν εἰς ἐφαρμογήν· αὐτὴν δὲ τὴν ἀναπεταννύετε ὡς σημαίαν ἰδικήν σας, τῆς τωρινῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔρχεται ν’ ἀντιπαραταχθῇ εἰς τὰς ἄλλας, καὶ ἐπὶ τούτου ζητεῖτε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐκφράσῃ ὡρισμένως τὸ πρόγραμμά της εἶναι τοῦτο ναὶ ἢ ὄχι, καὶ τὴν προκαλῶ νὰ ἐκφρασθῇ, διότι δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω ὅτι ἐν τῇ συζητήσει πρὸς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασ. λόγον, παρεδέχθητε ἄλλα, ὡς βουλευταὶ πρότερον ἄλλα, καὶ ὡς κυβέρνησις σήμερον πάλιν ἄλλα.
§78Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εὑρίσκω, κύριοι, λίαν παράδοξον τὴν τακτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· θέτει ζητήματα αὐτὴ ἡ ἰδία, τὰ ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θέλει νὰ θέσῃ νέον ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Εἶναι, κύριοι, περιττὸν νὰ διαβεβαιώσωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἀφοῦ τρὶς διὰ ψηφοφοριῶν, τὰς ὁποίας ὡμολόγησεν ὁ εὐφυέστατος βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος, εἶναι περιττὸν λέγω, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ αὕτη ἐδήλωσε τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, δι’ ἡμᾶς, κύριοι, εἶναι ἀντιῤῥήτως περιττὸν νὰ ζητήσωμεν ἐκ νέου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὸ νὰ προκαλέσῃ ἐκ νέου ἓν ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἶναι πληρέστατον· οὐδεὶς τὸ διεφιλονείκησεν· εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι κυρία νὰ θέσῃ ἓν ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ νὰ μετρήσῃ τὰς δυνάμεις αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ ὑπουργείου· οὐδεὶς διεφιλονείκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ σήμερον, ἐνῷ ὁ κ. Λομβάρδος ἀπὸ τῆς προχθὲς ἔθεσεν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς τῆς Ἑρμιονίδος κ. Μίλησης, ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν, θέλετε νὰ θέσετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ νέου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι παρὰ νὰ λάβῃ τὸ γάντι, τὸ ὁποῖον ἔῤῥιψεν ὁ κ. Λομβάρδος· δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις· εἶπε, τὸ ἐθέσατε, ἀφοῦ τὸ ἐθέσατε, πρέπει νὰ τὸ ψηφίσετε, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ τὸ ἀναβάλετε ἀορίστως. Ἀλλὰ παρεβιάσαμεν, σᾶς εἶπον, τὴν συνεννόησιν, τὴν ὁποίαν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔκαμεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως μετ’ ἐμοῦ· δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, τὴν δημοσίᾳ γενομένην συνεννόησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν ἐξηγήσω ἢ νὰ τὴν ἐπαναλάβω, ἐπὶ τίνος ζητήματος ἔγινεν ἡ συνεννόησις αὕτη. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέστειλε πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ ἧς ἐζήτει τὴν προσθήκην 4 ἐφετῶν, τὴν προσθήκην ἑνὸς πρωτοδικείου καὶ τὴν προσθήκην 4 εἰσαγγελέων. Ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέθεσεν ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τουτέστιν ἠθέλησε διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν δικαστηρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπέμενον εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ· ἠθέλησε μὲν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀξίωσιν, ἄφινεν ὅμως εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τῆς προσθήκης ταύτης. Τότε μετὰ τὴν ὁμιλίαν ταύτην ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀφίνει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν λέξιν αὐτὴν, ἀφίνει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα περὶ προσθήκης τῶν δικαστῶν τούτων, ἔχομεν ἀνάγκην καιροῦ διὰ νὰ σκεφθῶμεν καλλίτερον καὶ τότε συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ ἀναβολή· ἐστέρξαμεν, κύριοι, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις· ἐπὶ τίνος ὅμως ζητήματος, κύριοι; ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προσθήκης. Αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ συνεννόησις ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ τῆς μειοψηφίας καὶ τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ χθὲς τὸ ἑσπέρας, κύριοι, οὐδεὶς ἔγινε λόγος περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Λομβάρδος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζήτησε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος ἔθηκε θέμα τὸ ὁποῖον, ὡς εὐκρινῶς σᾶς ἐξήγησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔθιγε τὴν ὑπόληψιν τοῦ συντάξαντος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· διότι κατὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν τὸ κοινοβούλιον ἐκαλεῖτο νὰ ἔλθῃ εἰς προτροπὴν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς βελτίωσιν τῶν δικαστηρίων, ἐνῷ κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς ἐπῆλθε βελτίωσίς τις καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠρνήθη, ὅτι θέλει προσπαθήσει νὰ ἐπιφέρῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὰς δυνατὰς βελτιώσεις. Ἰδοὺ, κύριοι, τί εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδὲν ἕτερον· ἐὰν δὲ σᾶς ἀνέφερε τὸ πρόγραμμα τοῦ 1867, τὸ ἀνέφερε, κύριοι, μόνον ὡς ἓν ἐπιχείρημα· ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι καθὼς οἱ κατήγοροι τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867, τὸ ὁποῖον εἶχε μίαν πολιτικὴν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν πρόκειται σήμερον, καθὼς οἱ κατήγοροι ἐκείνου ἦσαν ἀνυπόμονοι καὶ πρὶν ἰδοῦν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἠθέλησαν νὰ τὸ κατηγορήσωσιν, οὕτω σήμερον, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ πρός τινας· θὰ ἦσθε ἄδικοι, διότι μίαν πολιτικὴν ἐσωτερικῆς διοργανώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη ἡ κυβέρνησις αὕτη, τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν θέλετε ἀμέσως ἠλεκτρικῶς νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ ἐπρόκειτο ἁπλῶς καὶ ταῦτα πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος. Δὲν ἐπρόκειτο, περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ παντάπασι δι’ αὐτὸ λόγος, διότι δὶς ἢ τρὶς ἐξετέθη ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἔλαβε τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δύναται ἡ κυβέρνησις καθ’ ἑκάστην νὰ συζητῇ ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Γνωρίζει δὲ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι εἶναι καὶ ἄχθος εἰς συνταγματικὸν πολίτευμα καθ’ ἑκάστην νὰ τίθενται ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ἑπομένως δὲν πρόκειται σήμερον νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὔτε ἔθεσεν ἡ κυβέρνησις· ὁ κ. Λομβάρδος ὑποστηριχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Μίληση ἔθεσε ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε μομφὴν καὶ κατὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ κυβέρνησις δέχεται νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ, πῶς δύναται μία κυβέρνησις νὰ ψηφοφορήσῃ καὶ προτρέψῃ τοὺς φίλους της νὰ ψηφοφορήσουν ἐπὶ προτάσεως, ἥτις θίγει τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Τί ἠθέλατε, κύριοι, νὰ κάμῃ, ὅταν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς; ἔπρεπε φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ καταψηφίσῃ· ἀλλὰ ἡμεῖς τὴν ἐπροκαλέσαμεν; βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ ψηφοφορήσῃ; ἡμεῖς δὲν τὴν ψηφοφοροῦμεν· βεβαίως ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν μᾶς λέγουν οὐδὲν περὶ τούτων· μᾶς λέγουν, ὅτι συνεννοήθημεν· συνεννοήθημεν, κύριοι, ἀλλὰ περὶ τῆς πιστώσεως, καὶ ὅ,τι εἴπομεν χθὲς τὸ ἑσπέρας, τὸ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ σήμερον. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπιμένει διὰ τὴν προσθήκην τῆς δηλώσεως· ἀπόκειται εἰς τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς. Ἡ κυβέρνησις ἐπιμένει μόνον δι’ ὅ,τι ἀναφέρεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἰδοὺ ἡ συνεννόησις· δὲν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπηρεάσῃ οὐδένα, ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ τὸν προσήκοντα χρόνον διὰ νὰ σκεφθοῦν καὶ οἱ φίλοι τῆς κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐὰν κρίνουν ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην ἢ ὄχι. Τελειόνων, κύριοι, λέγω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπιμένει εἰς οὐδεμίαν ψηφοφορίαν· ἐὰν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν τὴν ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς, πρόκειται ἁπλῶς νὰ δώσωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τοῦ κ. Λομβάρδου, ἐὰν ὁ κ. Λομβάρδος τὸ ἐγκρίνῃ· ἐὰν δὲ τὸ ἀναβάλλῃ ἀορίστως, ἡ κυβέρνησις δὲν ἐναντιοῦται.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι εἴπομεν ἐξ ἀρχῆς εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν θέτομεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν, εἰς τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι δὲν μὲ ἐννοεῖτε· ἐγὼ εἶπον, ὅτι κανονίζονται τὰ ζητήματα αὐτὰ ἀπὸ τὴν πολιτικήν· τὸ δὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα, τὸ ἀναβάλλω μέχρι τέλους τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§82Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κύριοι, τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπεμάκρυνεν ἡ κυβέρνησις τὴν προσθήκην καὶ τῶν ἓξ ἐφετῶν, ἐπιμένει δὲ εἰς τοὺς δύο, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ τὸ πᾶν· ὅσοι θέλουν ν’ ἀποῤῥιφθῶσι καὶ οἱ ἓξ εἶναι μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡμεῖς δὲ ἐπιμένομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις δὲν ἔχει εἰμὴ τοὺς δύο, τοὺς τέσσαρας τοὺς ἀποκρούει.
§83ΔΑΓΡΕΣ. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν τοὺς ἀποκρούομεν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιμένομεν.
§84ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ ἀναδέχομαι τὴν πρότασιν τῶν τεσσάρων καὶ παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§85Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα πῶς θὰ ψηφίσωμεν, μόνον περὶ τῶν ἐφετῶν, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. «Ἄρθον 3 προσωπικὸν Ἐφετείου 222,192.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη......
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν τροπολογίαν πρῶτον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα γίνεται ἡ προσθήκη.
§89ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν θέσητε τὴν προσθήκην, δηλ. τὴν τροπολογίαν καὶ ἀποῤῥιφθῇ μένει ὁ προϋπολογισμός.
§90Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης προτείνει τὴν προσθήκην τεσσάρων ἐφετῶν......
§92ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ χωριστὰ ἡ ἰδιαιτέρα δήλωσις, καὶ ἀποῤῥιφθείσης ταύτης, ἔρχεται ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§93Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Καλά· θέσατέ το οὕτως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν δήλωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις προτείνει ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερομένων καὶ τὴν προσθήκην τεσσάρων ἐφετῶν. (θόρυβος μέγας).
§95Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, ὅπως καὶ ἂν γίνῃ ἡ ψηφοφορία θὰ ἐμφιλοχωρήσῃ δευτέρα ψηφοφορία· λοιπὸν ἡ ἐπιμονὴ, νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἡ δήλωσις καὶ ἔπειτα ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ματαία· τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ γίνουν δύο, μία διὰ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ μία ἰδιαιτέρα διὰ τὴν δήλωσιν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ὅσοι εἶναι ἐναντίοι καὶ τῶν ἐφετῶν θὰ ψηφοφορήσουν κατὰ τοῦ ἄρθρου, καὶ μετὰ ταῦτα ἰδιαιτέρα ψηφοφορία θὰ γίνῃ διὰ τὴν δήλωσιν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προσέξατε· θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε.... (θόρυβος μέγας).
§98ΤΙΝΕΣ. Ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε.
§99ΣΕΡΒΟΣ. Θέσατε τὸ θέμα σύμφωνα μὲ τὴν σκέψιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ· τὸ θέμα εἶναι τοῦτο, διότι ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἡ ἀντίῤῥησις περιστρέφεται εἰς τοῦτο· πρῶτον παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν αὔξησιν δύο ἐφετῶν, καθ’ ἃ φαίνεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δεύτερον ζήτημα, παραδέχεται τοὺς 4 ἐφέτας τοὺς ἐν τῇ δηλώσει; Οὕτω πρέπει νὰ τεθῇ τὸ θέμα.
§100ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην δύο ἐφετῶν νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι·) παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὴν προσθήκην 4 ἐφετῶν......
§102ΤΙΝΕΣ. Τίνος εἶναι αὐτή;
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Ῥοντήρη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην 4 ἐφετῶν νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἀμφίβολον. Τώρα θὰ θέσω τὸ ἀνάπαλιν.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§105Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἂς γίνῃ ἡ ἀντίθετος ψηφοφορία, καὶ τότε ἂν δὲν διακριθῇ, γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§106ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὸ ἀνάπαλιν, κύριε πρόεδρε.
§107ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα· ἀμέσως.— Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ῥοντήρη νὰ προστεθῶσι 4 ἔτι ἐφέται λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι· (διάλογοι). Σύμφωνα μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§109ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ θὰ ψηφοφορήσωμεν; (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 173· 92 ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ῥοντήρη καὶ 80 κατ’ αὐτῆς· εἷς ἠρνήθη, ὥστε ἡ πρότασις παρεδέχθη.— Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολισμοῦ ὡς ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§111Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς παρεδέχθη τὴν προσθήκην 6 ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ (θόρυβος).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, εἰς τὰς ἕδρας σας.
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, κύριε πρόεδρε.
§114Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Ἥτις ἔμελλε νὰ ἱκανοποιήσῃ μίαν ἀνάγκην εἰς τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν ἐφετῶν, νομίζω ὅτι δύναμαι ν’ ἀποσύρω τὴν εἰς τὴν δήλωσιν προτεινομένην πίστωσιν περὶ συστάσεως ἑνὸς πρωτοδικείου καὶ περὶ προσθήκης 4 ἀντεισαγγελέων. Ἡ προσθήκη 4 ἀντεισαγγελέων ἦτο ἀναγκαία διὰ νὰ μὴ προσκόπτῃ οὔτε κατ’ ὀλίγον οὔτε προσωρινῶς ἡ διανομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἰς τὰ δικαστήρια ὅπου συσταίνονται κακουργιοδικεῖα καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἤδη διωρισμένος. Ἀλλὰ συμμορφούμενος μὲ τὴν μεγάλην οἰκονομίαν, ἥτις ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐπηρεαζόμενος κατά τι ὑπ’ αὐτῆς, δέχομαι νὰ παραιτηθῶ καὶ τῆς πιστώσεως τῶν 4 ἀντεισαγγελέων.
§115ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν προσθήκην 4 κλητήρων τῶν ἐφετείων· νὰ ψηφοφορηθῇ αὐτὴ ἡ πίστωσις.
§116Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Κύριε πρόεδρε· περὶ τῶν κλητήρων δύω λέξεις. Χάριν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις εἶχε παραδεχθῆ, κατηργήθησαν οἱ κλητῆρες οἱ ὑπάρχοντες εἰς τὰ ἐφετεῖα καὶ εἰσαγγελίας, τοιουτοτρόπως δὲν εὑρίσκεται ὁ ἄνθρωπος νὰ κάμῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν· ἀνετέθη τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς τοὺς συνήθεις κλητῆρας, οἵτινες εἶναι ἄμισθοι, ἀλλὰ κανεὶς ἐξ αὐτῶν μὴ πληρονόμενος δὲν ἐνεργεῖ μετὰ ζήλου καὶ εὐχαρίστως· πολλάκις εὑρέθησαν οἱ εἰσαγγελεῖς ἠναγκασμένοι νὰ στέλλουν τοὺς γραμματεῖς των εἰς τὰ ταχυδρομεῖα διὰ τὰ ἔγγραφα· ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ εὐθύνη εἰς αὐτοὺς ἠμποροῦν νὰ χαθοῦν τὰ ἔγγραφα.
§117ΤΙΝΕΣ. Ὅρισε τὸν ἀριθμόν.
§118ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ὀκτώ.
§119ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ προστεθοῦν τέσσαρες.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τεσσάρων κλητήρων εἰς τὰ ἐφετεῖα....
§121ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ μηνιαία μισθοδοσία 80 δραχμῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ κάμουν ἄλλην ἐργασίαν (θόρυβος μέγας).
§122Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡσυχία ν’ ἀκούωμεν, κύριε πρόεδρε!
§123ΤΙΝΕΣ. Ἑξῆντα, κύριε πρόεδρε.
§124ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἂς γίνῃ ἀπὸ 60· οἱ κλητῆρες, κύριοι, παρ’ ἐφέταις ἕνεκα τῶν πολλῶν ἐργασιῶν των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶσιν εἰς κοινοποίησιν οὐδενὸς δικογράφου· σπανιώτατα κοινοποιοῦν τοιαῦτα. Τουλάχιστον νὰ τοὺς δοθῶσι 60 δραχμαί.
§125ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολὺ δικαίως.
§126ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τέσσαρας· οἱ ὀκτὼ ἤθελον χρησιμεύσει καὶ διὰ τὰς εἰσαγγελίας καὶ διὰ τὰ δικαστήρια. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὅτι νὰ παραδεχθῶμεν μόνον τοὺς 4 τῶν ἐφετείων, διότι εἰς αὐτοὺς δὲν μένει καιρὸς νὰ κοινοποιοῦν ἔγγραφα καὶ δικόγραφα, ἀλλὰ στέκουν εἰς τ’ ἀκροατήριον καὶ μεταφέρουν τὰς δικογραφίας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἐφέτου τὴν οἰκίαν εἰς τοῦ ἄλλου. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς εἰσαγγελίας δὲν παρεδέχθη τοιούτους, διότι αὐτοὶ μένοντες εἰς τὰ γραφεῖα ὠφελοῦνται ἐκ τῆς κοινοποιήσεως τῶν δικογράφων, ὅπερ δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβές.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὴν θέσιν ἡμεῖς.
§128ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ προσθήκης 4 κλητήρων νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§130ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μὲ 60 δραχμάς.
§131ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 4, προσωπικὸν πρωτοδικείων 643, 489.»
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ἡ ὥρα εἶναι περασμένη· ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει καὶ ἂν δὲν ἔχετε διάθεσιν, ἂς ἀναβάλωμεν διὰ διὰ τὴν αὔριον· (θόρυβος).
§133ΤΙΝΕΣ. (Ἐξ ἀριστερῶν). Ὁμιλήσατε, κύριε Σωτηρόπουλε!
§134ΕΤΕΡΟΙ. (Ἐκ δεξιῶν). Αὔριον! (Ἐγείρονταί τινες ἑκατέρωθεν).
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, ἴσως θὰ λάβουν καὶ ἄλλοι τὸν λόγον· (θόρυβος).
§136ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν θέλουν ἂς καθήσουν, κύριε πρόεδρε· ἄλλως ἀναβάλετέ το διὰ τὴν αὔριον.
§137ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, γίνεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς διὰ τὴν αὔριον· (διάλογοι).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Σωτηρόπουλε! — Ἡσυχίαν παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί!
§140ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κακὴ εἶναι, κύριοι, ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων, σᾶς εἶπον ὅλοι ὅσοι ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· τὸν δὲ ἰσχυρισμὸν τοῦτον δὲν ἠρνήθη καὶ αὐτὸς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀρκεσθεὶς μόνον νὰ προσθέσῃ ὅτι πρὶν ἔλθῃ αὐτὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ κατάστασις ἦτον ἀκόμη χειροτέρα· (διάλογοι καὶ θόρυβος). Τὸ βλέπω καὶ ἐγὼ ὅτι οὕτω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γενῇ συζήτησις, κύριε πρόεδρε.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι Βουλευταί! Ἐξακολουθήσατε, κ. Σωτηρόπουλε.
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀκούεται τὸ παράπονον τοῦτο, διότι ἀνέκαθεν ἐνθυμοῦμαι λεγόμενον παρὰ πάντων ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων εἶναι κακή. Καὶ τῳόντι μόλις παρῆλθον ὀλίγα ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεώς των καὶ τὰ δικαστήρια ἤρχισαν νὰ μὴ ἦναι ἐνήμερα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων. Καὶ ἄλλοι μὲν παρεπονοῦντο ὅτι κινήσαντες ἀγωγὰς καὶ ἐγγράψαντες τὰς ὑποθέσεις των εἰς τὸ πινάκιον ἠναγκάσθησαν νὰ περιμείνωσι 2 καὶ 3 ἔτη διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως· ἄλλοι δὲ, ὅτι ἀφοῦ ἔδωκαν μήνυσιν εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν παρῆλθον μῆνες ὁλόκληροι ἑωσότου λάβῃ καιρὸν ἡ ἀρχὴ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν μήνυσίν των, ἢ ὅτι τὴν ἀφῆκε νὰ παραγραφῇ· ἄλλοι ὅτι γενομένης ἀνακρίσεως κατ’ αὐτῶν προεφυλακίσθησαν καὶ ἀφοῦ ἔμειναν ὑπόδικοι ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον ἡ ἀνάκρισις τοὺς ἀπέλυσε, διότι τοὺς εὗρεν ἀθώους. Εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι ὀπισθοδρομημένα, καὶ τοῦτο τὸ λέγω χωρὶς νὰ θέλω νὰ κατηγορήσω καμμίαν κυβέρνησιν, κανὲν ὑπουργεῖον. Πρὸς θεραπείαν αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἓν μόνον μέσον ἐθέσαμεν ἀνέκαθεν εἰς ἐνέργειαν, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ. Ἂν ἀνοίξητε τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1835 καὶ 1836, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐδαπανῶντο τότε διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν πρωτοδικείων 170,000 κατ’ ἔτος· ὕστερον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ ἡ δαπάνη ἀνεβιβάσθη εἰς 200,000, κατόπιν εἰς 300,000, μετὰ ταῦτα εἰς 500,000, καὶ σήμερον πλησιάζομεν νὰ φθάσωμεν τὰς 700,000· καὶ ὅμως πάλιν μᾶς λέγουν ὅτι εἶναι κακὴ ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἰς μυριάδας ἀριθμοῦνται αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι· εἰς μόνον τὸ πρωτοδικεῖον Καλαμῶν ὑπάρχουν 5,000 πολιτικαὶ ὑποθέσεις καὶ ὑπὲρ τὰς 11 ἢ 12,000 ποινικαί, ἐξ ὧν αἱ 5,000 ἀποβλέπουν κακουργήματα. Φαντασθῆτε ὁποία κατάστασις δικαιοσύνης εἶναι αὐτή· εἰς ἓν μόνον δικαστήρια ὑπάρχουσι 11 περίπου χιλιάδες ποινικῶν ὑποθέσεων ἐκκρεμῶν, περιλαμβάνουσαι 30,000 ἴσως κατηγορουμένων, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι μὲν ἠδίκησαν πράγματι τὴν κοινωνίαν καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν ταχέως πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῆς καὶ παραδειγματισμὸν τῶν ἄλλων, ἄλλοι δὲ εἶναι ἀθῷοι καὶ πρέπει νὰ λάβουν μίαν ὥραν ἀρχήτερα τὴν ἄφεσίν των. Πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀθλίας τῳόντι καταστάσεως ταύτης αὔξησις προσωπικοῦ προτείνεται καὶ ἐφέτος, ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι διὰ τῶν αὐξήσεων τοῦ προσωπικοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσωμεν ἐνήμερον τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ τὴν βελτιώσωμεν, συντάσσομαι δὲ μετ’ ἐκείνων (διάλογοι καὶ θόρυβος).
§143Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή, κ. πρόεδρε· πρῶτον τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης......
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ ἐπανειλημμένως τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ.
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συντάσσομαι, κύριοι, μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι οὐχὶ ὁ μικρὸς ἀριθμὸς τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλ’ ὁ κακὸς σχηματισμὸς τῶν πρωτοδικείων εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων· εἶναι δὲ κακὸς ὁ σχηματισμὸς οὗτος, διότι αἱ δικαστικαὶ περιφέρειαι, ὅπως ἐν ἀρχῇ ἐσχηματίσθησαν, εἶναι πλέον τοῦ δέοντος μεγάλαι· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅσον μεγαλείτεραι εἶναι αἱ περιφέρειαι τόσον χειρότερον καὶ βραδύτερον ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη. Τὴν πεποίθησίν μου ταύτην στηρίζω εἰς τὸ ὅτι τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ὁμολογίαν ὅλων εὑρίσκεται εἰς τὴν χειροτέραν κατάστασιν, εἶναι τὸ ἔχον ἐξαιρετικῶς τὴν μεγαλειτέραν περιφέρειαν ἀφ’ ὅλα τ’ ἄλλα, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τῶν Καλαμῶν· γνωρίζετε, ὅτι ὅλα τὰ λοιπὰ δικαστήρια περιορίζονται ἐντὸς τῶν ὁρίων ἑνὸς νομοῦ, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον Καλαμῶν, ἐκτὸς τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, περιέλαβε καὶ μίαν ἐπαρχίαν τοῦ νομοῦ Λακωνίας, τὸ Οἴτυλον· αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ δικαστήριον τοῦτο εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν τῳόντι κατάστασιν, καὶ οὐχὶ ὁ λόγος προσωπικοῦ, διότι πᾶσαι αἱ κυβερνήσεις ἐφρόντισαν νὰ τοποθετήσωσιν εἰς Καλάμας μέγαν ἀριθμὸν πρωτοδικῶν, καὶ ποτὲ δὲν ἦσαν ἐκεῖ ὀλιγώτεροι τῶν 8–10, σήμερον δὲ εἶναι 14 καὶ δύο ἀντεισαγγελεῖς, ἐκτὸς τοῦ εἰσαγγελέως. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ἂν καὶ ἡ κυβέρνησις ἐξαιρετικῶς εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο ἐφρόντισε διὰ τὴν πληθὺν τῶν ἐργασιῶν του νὰ τοποθετήσῃ πάντοτε μέγαν ἀριθμὸν προσωπικοῦ, μόλα ταῦτα οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα. Ἡ κατάστασις ἀπὸ χρόνον εἰς χρόνον χειροτερεύει, τὰ δὲ λεγόμενα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν περὶ συλλήψεως φυγοδίκων καὶ ἐλαττώσεως τῶν ὑποθέσεων εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν τὰ πιστεύω. Ἐγὼ ἐπληροφορήθην ἀπὸ πρόσωπα λίαν ἀξιόπιστα, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν συλληφθέντων φυγοδίκων δὲν ἦσαν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔπραξαν βαρέα ἐγκλήματα καὶ ὑπεκρύπτοντο, ἀποφεύγοντες τὴν καταδίωξιν τῆς ἐξουσίας (διάλογοι καὶ θόρυβος).
§146Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀκούομεν, κ. πρόεδρε.
§147ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν ἀκούουν, κ. πρόεδρε, θὰ ἀναβάλω τὴν ἀγόρευσίν μου δι’ αὔριον. Οἱ συλλαμβανόμενοι φυγόδικοι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἁπλοῖ κατηγορούμενοι οὐ μόνον μὴ ὑποκρυπτόμενοι, ἀλλὰ καὶ ἀποροῦντες ὅτι καταδιώκονται· μάλιστα γνωρίζετε, ὅτι ἐξεδόθη ποτὲ ἔνταλμα συλλήψεως καὶ κατετάχθη εἰς τὸν κατάλογον τῶν φυγοδίκων, ἑπομένως δὲ, καὶ εἰς τὴν σημείωσιν τῶν συλληφθέντων φυγοδίκων, εἷς ἐν ἐνεργείᾳ εἰρηνοδίκης· γνωρίζω, ὅτι μίαν ἄλλην φορὰν ἐσημείωσαν εἰς τὸν κατάλογον τῶν συλληφθέντων φυγοδίκων τὸν κ. Δαγρὲν, διότι ἔτυχε νὰ καταζητῆται ὡς λειπομάρτυς, νομίζω.
§148ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὰ 1868 θὰ ἔγινεν!
§149ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον, πάντοτε γίνονται τὰ αὐτά. Λοιπὸν ἐπαισθητὴ καὶ μεγάλη βελτίωσις, κύριοι, δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ δικαστηρίου Καλαμῶν μὲ ὅλας τὰς προσθήκας τοῦ προσωπικοῦ, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ κάμῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ, κύριοι, πῶς θέλετε νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως καὶ εὐκόλως ἡ δικαιοσύνη, ὅταν οἱ μάρτυρες, ὅταν οἱ κατηγορούμενοι, ὅταν οἱ διάδικοι κατοικοῦν 15, 20, 25, 30 ὥρα; μακρὰν ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου; Δὲν γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἕκαστος, ὅταν πρόκειται νὰ διανύσῃ ἓν τοιοῦτον μακρύτατον διάστημα, καὶ μάλιστα ἐν καιρῷ χειμῶνος, ὅτε οἱ ποταμοὶ πλημμυροῦσι καὶ οἱ τόποι εἶναι γεμάτοι ἀπὸ λάσπην, θὰ προσπαθήσῃ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ τὸ ἀποφύγῃ; Διὰ τοῦτο οἱ μάρτυρες δὲν προσέρχονται, οἱ κατηγορούμενοι δικάζονται ἐρήμην, καὶ τοιουτοτρόπως διαιωνίζονται αἱ ὑποθέσεις. Διὰ τοῦτο εἶχον πάντοτε ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ μεγάλαι δικαστικαὶ περιφέρειαι εἶναι ὁ μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον χωλαίνει παρ’ ἡμῖν ἡ δικαιοσύνη. Ἡ πεποίθησίς μου δὲ αὕτη ἐνισχύθη ἔτι μᾶλλον, ὅταν περιῆλθον διάφορα τῆς Εὐρώπης μέρη, καὶ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω πῶς κατορθόνουν ἐκεῖ ν’ ἀπονέμηται ταχέως καὶ ὁμαλῶς ἡ δικαιοσύνη. Ἀφίνων δὲ κατὰ μέρος τὴν Ἀγγλίαν, τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τῆς νομοθεσίας μας κωλυόμεθα δυστυχῶς νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο, ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω τί παρετήρησα εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὸ Βέλγιον, εἰς τὰς ἐπικρατείας δηλ. ἐκείνας, τῶν ὁποίων ἡ δικαστικὴ νομοθεσία εἶναι σχεδὸν ἀπαράλλακτος μὲ τὴν ἐδικήν μας. Ἀκούσατε παρακαλῶ· ἡ Γαλλία ἔχει, καθὼς γνωρίζετε 89 νομοὺς, departements. Ἡ ὁλικὴ ἔκτασις τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ 500,000 τετραγωνικὰ στάδια, περιέχει δὲ 370 πρωτοδικεῖα, καὶ ἀναλογεῖ ἓν πρωτοδικεῖον εἰς ἔκτασιν 1400 περίπου τετραγωνικῶν σταδίων. Τὸ Βέλγιον, κύριοι, ἔχει ἔκτασιν 37 χιλιάδας τετραγωνικῶν σταδίων, εἶναι δηλ. ὀλίγον μεγαλείτερον ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, ὑπάρχουν δὲ καὶ ἐκεῖ 26 πρωτοδικεῖα, ὥστε καὶ εἰς τὸ Βέλγιον ἡ ἀναλογία εἶναι ὡς ἔγγιστα ἡ αὐτή· 1400 ἢ 1450 τετραγωνικὰ στάδια ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον πρωτοδικεῖον. Εἰς τὴν Ἑλλάδα τί συμβαίνει, κύριοι; ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν Ἑπτάνησον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτοποθετήθησαν ἀρκετὰ πρωτοδικεῖα, καὶ ἐξετάζω τί γίνεται εἰς τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς ἐπικρατείας· εὑρίσκω, ὅτι ἐνῷ ἔχομεν ἔκτασιν 50 περίπου χιλιάδων τετραγωνικῶν σταδίων, εἴχομεν μέχρι πρὸ ὀλίγου 10 μόνον πρωτοδικεῖα καὶ σήμερον ἔχομεν 13, ἀναλογοῦν δὲ 4000 τετραγωνικὰ στάδια εἰς ἕκαστον πρωτοδικεῖον. Δηλ. εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι εὐκολώτατα καὶ δύναταί τις ἐν διαστήματι ὡρῶν νὰ ὑπάγῃ ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον τῆς ἐπικρατείας εἰς τὸ ἄλλο ἄνευ κινδύνων καὶ μὲ μικρὰν δαπάνην, ὑπάρχει εἰς κάθε 1400 τετραγωνικὰ στάδια ἓν πρωτοδικεῖον· εἰς τὸ Βέλγιον, κύριοι, τοῦ ὁποίου ὅλη ἡ ἔκτασις, καθὼς σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Ῥοντήρης, εἶναι κἄτι τι μεγαλειτέρα ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, ὅπου τὸ ἔδαφος εἶναι ὁμαλώτατον, καὶ ὅπου δύναταί τις μὲ δαπάνην τριῶν ἕως τεσσάρων φράγκων καὶ ἐν διαστήματι δύω ἢ τριῶν ὡρῶν νὰ ὑπάγῃ ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄκρον τῆς ἐπικρατείας θέλει εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου, ἔχουν 26 πρωτοδικεῖα, εἰς δὲ τὴν Ἑλλάδα ὅπου κινδυνεύει τις διὰ νὰ μεταβῇ ἀπὸ ἓν χωρίον εἰς ἄλλο χωρίον τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, μόλις ἔχομεν ἓν πρωτοδικεῖον εἰς πᾶσαν 4000 τετραγωνικῶν σταδίων ἔκτασιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως ἡ Ἑλλὰς ἔχει τρὶς σχεδὸν ὀλιγώτερα δικαστήρια ἀφ’ ὅσα ἔχουν ἡ Γαλλία καὶ τὸ Βέλγιον. Θέλω ἐξετάσει ἤδη τὸ ζήτημα καὶ ὡς πρὸς τὸν πληθυσμὸν, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι ναὶ μὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὰ κράτη ταῦτα πολλὰ δικαστήρια, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐπιβάλλει ὁ μέγας αὐτῶν πληθυσμός. Ἰδοὺ τί εὑρίσκω καὶ ὡς πρὸς τὸν πληθυσμόν. Ἡ Γαλλία ἡ ὁποία ἔχει 370 δικαστήρια, ἔχει πληθυσμὸν 38,000,000 κατοίκων, ἑπομένως ἀναλογοῦν 103,000 κατοίκων εἰς ἕκαστον δικαστήριον, ἀλλ’ ἐὰν ἀφαιρέσητε 10 δικαστήρια τῶν μεγάλων πόλεων, ἤτοι τῶν μεγάλων κέντρων τοῦ πληθυσμοῦ τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουν 6–7,000,000 πληθυσμὸν, (τὸ δικαστήριον τῶν Παρισίων ἓν ὂν ἔχει 2,000,000 εἰς τὴν περιφέρειάν του,) ὁ μέσος ὅρος τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου τῶν λοιπῶν 360 δικαστηρίων περιορίζεται εἰς 80,000. Ὑπάρχουσι δὲ πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μόνον 25–30,000 κατοίκων. Ὁ νομὸς π. χ. τῶν κάτω λεγομένων Ἄλπεων Alpes basses ἔχει 145 μόνον χιλιάδας κατοίκων καὶ μολαταῦτα εἶναι διῃρημένος εἰς 5 πρωτοδικεῖα. Εἰς τὸ Βέλγιον, ἐὰν λάβητε ἐν συνόλῳ τὸν πληθυσμὸν εὑρίσκετε ὅτι ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον πρωτοδικεῖον 180,000 κατοίκων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Βέλγιον ὑπάρχουν πρωτοδικεῖα, ὡς π. χ. τὸ τοῦ Neuf-Chateaux καὶ τὸ τοῦ Marche, τὰ ὁποῖα ἔχουν μόνον 65,000 κατοίκων. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν ἐλήφθη ἐκεῖ ὑπ’ ὄψιν παντάπασιν ὁ πληθυσμὸς, ἀλλὰ μόνον αἱ ἀποστάσεις καὶ ἡ εὐκολία τῶν κατοίκων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ τόποι καλῶς κατοικημένοι καὶ ὅτι τὰ πρωτοδικεῖα τούτων περιλαμβάνουσι μέγαν πληθυσμὸν, ἀλλὰ καὶ ὅπου δὲν ἦτο μέγας ὁ πληθυσμὸς, ἡ κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ μὴ ἀφήσῃ ἄνευ δικαστηρίων τοὺς κατοίκους, διότι ἐσυλλογίσθη ὅτι τὰ πρωτοδικεῖα εἶναι οἱ ἐπιούσιοι ἄρτοι, οὕτως εἰπεῖν, τῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ εὑρίσκῃ τὸν δικαστήν του πολλὰ πλησίον διὰ νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸ δίκαιόν του, διὰ νὰ δύναται, ἐὰν ἠδικήθη, νὰ ζητῇ ἱκανοποίησιν καὶ ἂν κατηγορῆται ἀδίκως νὰ ἰδῇ μίαν ὥραν προτήτερα βεβαιωμένην τὴν ἀθωότητά του. Εἰς τὴν Γαλλίαν λοιπὸν καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, ὅπου ἡ δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν τῳόντι κατάστασιν, ὑπάρχουν πολλὰ δικαστήρια τριπλάσια καὶ τετραπλάσια ἀφ’ ὅ,τι εἶναι παρ’ ἡμῖν ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως· ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς προσθήκης τοῦ προσωπικοῦ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τῶν ἐθνῶν τούτων, διότι δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκεται μεταξὺ ἡμῶν κανεὶς, ὅστις ἐπιθυμεῖ τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἴδῃ εἰς τὸν τόπον μας καλλιτέραν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσαν εἰς Γαλλίαν καὶ Βέλγιον· ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ μείνω πολὺ εὐχαριστημένος ἐὰν καὶ εἰς τὸ ἥμισυ μόνον ἐκείνων κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν. Εἰς τὰ κράτη ταῦτα ἠκολούθησαν μέθοδον ὅλως διάφορον τῆς ἰδικῆς μας· ἀντὶ νὰ συστήσουν ὀλίγα δικαστήρια καὶ νὰ προσθέτουν εἰς αὐτὰ προσωπικὸν καθ’ ἑκάστην, ἔκαμον πολλὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὰ δικαστήρια αὐτὰ ἐτοποθέτησαν ὀλίγον προσωπικόν. Θ’ ἀπορήσητε ἐὰν μάθητε, ὅτι 204 δικαστήρια τῆς Γαλλίας ἐκ τῶν 370, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον ὅτι ὑπάρχουν, ἔχουν μόνον 445 δικαστάς δηλαδὴ ὀλίγα μὲν ἀνὰ τρεῖς, τὰ περισσότερα δὲ ἀνὰ δύω μόνον· ἐγέμισαν τὸν τόπον, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα διώρισαν ἀνὰ ἕνα πρόεδρον καὶ δύω δικαστάς.
§150Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ συστηθῇ δικαστήριον μὲ δύω δικαστάς.
§151ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδία νομοθεσία ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ.
§152Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν γίνεται.
§153ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ πρόεδρος καὶ δύο δικασταί. Μὲ τρία πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν συγκρότησιν δικαστηρίου, ὑπάρχουν ἐν Γαλλίᾳ 200 περίπου πρωτοδικεῖα. Ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865 ἐξήγαγον τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν κρατῶ ἀνὰ χεῖρας καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν 204 πρωτοδικεῖα ἕκτης κλάσεως περιέχουν 445 δικαστὰς, 204 προέδρους καὶ 4 ἀντιπροέδρους.
§154Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχετε λανθασμένην ἰδέαν, διότι σύγκεινται ἀπὸ πέντε δικαστάς. Ἐὰν παραδέχησθε μόνον τρεῖς, τότε ἅμα λείψῃ ὁ εἷς δὲν ὑπάρχει συγκρότησις.
§155ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§156ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδύνατα πράγματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω, λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Χαλκίδος. Διαβεβαιῶ τὸν κ. βουλευτὴν Χαλκίδος, ὅτι αἱ σημειώσεις τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, εἶναι αὐθεντικαὶ, εἶναι ἐξηγμέναι ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Γαλλίας τοῦ 1865, τὸν ὁποῖον ἔλαβον ὅτε ἤμην εἰς Παρισίους. Σᾶς διαβεβαιῶ λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον 204 δικαστήρια χαρακτηριζόμενα ὡς δικαστήρια ἕκτης κλάσεως, διότι ἐκεῖ τὰ δικαστήρια διαιροῦνται εἰς κλάσεις, ἔχουν 204 προέδρους, δηλ. ἀνὰ ἕνα πρόεδρον ἕκαστον, ἔχουν 4 μόνον ἀντιπροέδρους, διότι ἐκ τῶν 204 εἰς 4 μόνον φαίνεται ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ᾖναι καὶ ἀντιπρόεδροι, καὶ 445 δικαστάς· ἑπομένως διὰ νὰ ὑπάρχουν 445 δικασταὶ καὶ 204 δικαστήρια εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὰ περισσότερα τούτων ἔχουν ἀνὰ δύο μόνον δικαστὰς ἐκτὸς τοῦ προέδρου. Τώρα πῶς συγκροτεῖται ποινικὸν δικαστήριον; νομίζω, ὅτι προχείρως ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀπαντήσω, μολονότι δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀναμιχθῶ εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς σφαίρας μου.
§157Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὰ, ἅμα ἀσθενήσῃ εἷς, δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν.
§158ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐγὼ σᾶς λέγω τὸ πρᾶγμα. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πρωτοδικείων ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀθλία καὶ ἐλεεινὴ, ὅπως πάντες ὁμολογοῦμεν, τὸ γεγονὸς, ὅτι μ’ ὅλην τὴν γενομένην ἑκάστοτε προσθήκην προσωπικοῦ ἀθλιεστέρα εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ δικαστηρίου τῶν Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν μεγαλειτέραν περιφέρειαν πάντων τῶν ἄλλων, καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον περὶ τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν μὲ πείθουν, κύριοι, ὅτι ἐὰν θέλωμεν εἰλικρινῶς καὶ σπουδαίως νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν πρωτοδικείων μας πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὰς δικαστικὰς περιφερείας καὶ νὰ σχηματίσωμεν περισσότερα πρωτοδικεῖα. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, δὲν ἔρχεται πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ἐζήτησεν ἐν ἀρχῇ ἀπὸ τὴν τότε Βουλὴν πίστωσιν διὰ νὰ συστήσῃ τρία πρωτοδικεῖα. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔδωκε τὴν πίστωσιν, διότι κατὰ τὴν κρίσιν της ἐθεώρησεν ὀλίγα τὰ τρία καὶ ἀπῄτησε νὰ γίνουν περισσότερα. Ἡ κυβέρνησις ἔφερεν ἀκολούθως πρότασιν Νόμου δι’ ἓξ Πρωτοδικεῖα, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε καὶ τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατέληξε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναβιβάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Πρωτοδικείων ὅλης τῆς Ἐπικρατείας εἰς 24 συμφώνως δηλ. μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1865 ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας κ. Κρεστενίτης, ὑπουργὸς ὢν τότε τῆς Δικαιοσύνης, εἶχεν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν· ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς ἐγένετο Νόμος τοῦ Κράτους κυρωθεὶς καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν, περιωρίσθη εἰς τὴν σύστασιν τριῶν μόνον Πρωτοδικείων, τὰ δὲ ὀκτὼ τ’ ἀφῆκεν ἐκκρεμῆ. Ἔρχομαι σήμερον, κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω πρότασιν, περὶ συστάσεως καὶ τῶν ὀκτὼ ἄλλων δικαστηρίων, καὶ διὰ νὰ μὴ γενῇ ἡ ἔνστασις ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν συνάδει μὲ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, συνέταξα λογαριασμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς συστάσεως 24 Πρωτοδικείων εἰς τὸ Κράτος δὲν θὰ ἦναι πολὺ μεγαλειτέρα ἀπὸ τὴν δαπάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβαλλόμεθα σήμερον διὰ τὴν διατήρησιν τῶν 16· μολονότι καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ὅλοι οἱ ἔντιμοι ῥήτορες, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται πολὺ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν πρόκειται περὶ δικαιοσύνης, καὶ δὲν πρέπει νὰ φειδώμεθα ὀλίγων δραχμῶν, ἐὰν πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ καλλιτερεύσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων. Λοιπὸν κατὰ τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον συνέταξα, ἰδοὺ τί ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συγκρότησιν 24 Πρωτοδικείων, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκροασθῆτε μέχρι τέλους. Λογαριάζω τὰ ἔξοδα ἑκάστου Πρωτοδικείου· πρῶτον.
| Πρόεδρος | ἀνὰ | 400. | δραχ. | 400. |
| Εἰσαγγελεὺς | » | » | » | 400. |
| 4. Πρωτοδίκαι | » | 275. | » | 1,100. |
| Γραμματεὺς | » | 170. | » | 170. |
| 2. Ὑπογραμ. | » | 90. | » | 180. |
| 4. Γραφεῖς | » | 60. | » | 240. |
Ἑκάστου Πρωτοδ. μηνιαία δαπάνη 2,490. Ἐτησία Δρ. 29,880. Δαπάνη ἐτησία τῶν 24 αὐτῶν Πρωτοδικείων 717,120 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν 24 Πρωτοδικείων, μερικὰ Πρωτοδικεῖα θὰ μείνουν ἐπιφορτισμένα μὲ πολλὰς ὑποθέσεις, καὶ ἴσως παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ εἰς αὐτὰ περισσότερον προσωπικὸν, τοιαῦτα δὲ ὑποθέτω, ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσι πέντε Πρωτοδικεῖα, τῶν Ἀθηνῶν, Σύρου, Καλαμῶν, Πατρῶν καὶ Κερκύρας, προσθέτω εἰς αὐτὰ ἀνὰ ἕνα ἀντεισαγγελέα, δύο Πρωτοδίκας, δύο ὑπογραμματεῖς καὶ δύο γραφεῖς. Ἡ δὲ προσθήκη αὐτὴ ἀπαιτεῖ μηνιαίαν δαπάνην 5,625 δραχμῶν, ἐτησία δὲ 67,500, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὴν δαπάνην τῶν 24 δικαστηρίων ἀποτελοῦν τὸ ποσὸν 784,000 δραχμῶν· ἀφαιρουμένων 72,000 δραχμῶν περίπου, διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, προκύπτει, ὅτι διὰ τὴν ἐτησίαν δαπάνην τοῦ προσωπικοῦ 24 δικαστηρίων, ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ περιέχουν πέντε δικαστὰς μὲ τὸν πρόεδρον, τινὰ δὲ 7, χρειάζονται 714,000 δραχμῶν καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν προτείνω νὰ ψηφισθῇ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον φέρει ὁ προϋπολογισμός.
§159ΛΑΠΑΣ. Πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὑπάρχον;
§160ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 640,000 νομίζω, ἐκτὸς τῆς ζητουμένης προσθήκης διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν εἶναι ἀσήμαντος καὶ μικρὰ μόνον προσθήκη εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει ἀρκέσει διὰ νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν 24 πρωτοδικεῖα, καὶ νὰ δοκιμάσωμεν καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ, ἀφ’ οὗ ἀκολουθοῦντες ἐπὶ 30 ἔτη τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐβελτιώσαμεν τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐχειροτερεύσαμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ προσωπικοῦ ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα τινὰ ἔξοδα διὰ τὴν σύστασιν νέων πρωτοδικείων. Χωρὶς νὰ κάμωμεν οὐδεμίαν ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν ὑπαρχόντων πρωτοδικείων, ὑπελόγισα τὴν δαπάνην τῶν ὀκτὼ δικαστηρίων, καὶ εὑρίσκω ὅτι δι’ ἕκαστον δικαστήριον ἀπαιτοῦνται τὰ ἑξῆς· «διὰ τὸ πρωτοδικεῖον ἐνοίκιον δραχ. 100, γραφικὰ δραχ. 40, διὰ τὴν εἰσαγγελίαν ἐνοίκιον δρ. 20, γραφικὰ 30, βοηθητικὸν προσωπικὸν δρ. 150, φυλακαὶ, ἐνοίκιον δρ. 60, ἐπιστάτης δραχ. 50». Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι ἡ μηνιαία δαπάνη ἑκάστου πρωτοδικείου εἶναι 450 δραχμαὶ ἢ 5,400 δραχ. κατ’ ἔτος, ὥστε διὰ τὰ 8 πρωτοδικεῖα δὲν χρειάζονται εἰμὴ 43,000 δραχμαί. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὡς προεῖπον, ὅτι δὲν θέλει οἰκονομηθῇ μέρος τῆς δαπάνης ταύτης ἔκ τινος ἐλαττώσεως τῶν ἐνοικίων καὶ τῶν γραφικῶν τῶν ὑπαρχόντων δικαστηρίων, καὶ ὅτι ὁλόκληρος θέλει πέσει εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἀξίζει, νομίζω, τὸν κόπον νὰ τὸ συλλογίζηταί τις πολὺ, ἀφοῦ πρόκειται περὶ κοινωνικῆς ἀνάγκης καὶ οὕτω μεγάλης. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τοῦτο καὶ εὑρίσκωνταί τινες φειδόμενοι τῆς δαπάνης ταύτης, θέλω τοῖς ὑποβάλει τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἔλαβον τὴν ὑπομονὴν νὰ διεξέλθω τὰς μαρτυρικὰς κλήσεις ἑνὸς ἔτους τὰς ἐκδοθείσας ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα καὶ ἀνακριτὴν ὁλοκλήρου πρωτοδικείου τῶν Καλαμῶν, ἐχώρισα τὰς κλήσεις τὰς ἀφορώσας μάρτυρας κατοικοῦντας εἰς τὰς ἐπαρχίας Τριφυλλίας καὶ Ὀλυμπίας, αἱ ὁποῖαι, ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, θέλουν βεβαίως ἀπαρτήσει ἰδιαίτερον δικαστήριον, ἐσημείωσα τὸ πληρωθὲν διὰ τὰς κλήσεις ταύτας παρὰ τοῦ δημοσίου ποσὸν, ὑπελόγισα τί ἤθελε πληρωθῇ, ἐὰν ἡ ἕδρα τοῦ πρωτοδικείου ἦτο ἐν Κυπαρισίᾳ, καὶ εὗρον ὅτι ἤθελον οἰκονομήσει 7,000 δραχμάς. Διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην συνέταξα πίνακα ὅστις ἀποτελεῖ ὀγκῶδες τετράδιον, καὶ τὸν παρέδωκα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τὸν ἔχει εἰς τὸ γραφεῖόν του, καὶ ὅστις θέλει ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἴδῃ. Λοιπὸν μόνον ἀπὸ τὰ μαρτυρικὰ δικαιώματα οἰκονομοῦνται περισσότερα τῶν ὅσα πρόκειται νὰ ἐξοδευθοῦν διὰ γραφικὰ καὶ ἐνοίκια, παραλείπω δὲ τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὰς ἄλλας ὠφελείας, τὰς ὁποίας θέλει ἔχει τὸ δημόσιον ἐκ τῆς ταχείας ἀποπερατώσεως τῶν δικῶν. Συμπεραίνω λοιπὸν καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον, διότι καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε, καταθέτω τὴν ἑξῆς πρότασιν συνωδευμένην μετὰ τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέγνωσα· «ἡ Βουλή, θεωροῦσα ἀναγκαίαν τὴν ἄνευ ἀναβολῆς αὔξησιν τῶν πρωτοδικείων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1867, χορηγεῖ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις διὰ 24 πρωτοδικεῖα».
§161ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖα εἶναι; δὲν ἠμπορεῖς νὰ μᾶς τὰ εἴπῃς;
§162ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὴν ἕδραν καὶ τὴν περιφέρειαν ἑκάστου αὐτῶν.
§163ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλην πρότασιν ἐναντίαν.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεδόθη, κύριοι, καὶ ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζαρειφοπούλου «εἰς πᾶσαν περιφέρειαν ἐπαρχείου συνιστᾶται ἓν πρωτοδικεῖον».
§165ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, μίαν παρατήρησιν.
§166ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ζήτημα, κύριε πρόεδρε, εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ μείνῃ δι’ αὔριον.
§167ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 παρὰ 25/60).