1869.10.27
2,605 rows · 22,303 words · 205 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 59
Τῆς 27 Ὀκτωβρίου 1869.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 12.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§3ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§4ΕΤΕΡΟΙ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (θόρυβος).
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§7ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει.
§8ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπάρχει. (θόρυβος μέγας καὶ λογομαχίαι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§9ΔΑΓΡΕΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω........ (θόρυβος).
§10ΤΙΝΕΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον.
§11ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ διακόψω τὸν κ. Δεληγεώργην. (θόρυβος καὶ λογομαχίαι μεταξὺ βουλευτῶν).
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τέλος πάντων παρακαλῶ, κύριοι· κύριε πρόεδρε, ἔχω ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν καὶ ζητῶ τὸν λόγον.
§13ΔΑΓΡΕΣ. Ἀρκεῖ νὰ ὁμιλήσητε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μὲ διδάξῃ κανεὶς κατὰ τίνα τρόπον ὀφείλω νὰ ὁμιλῶ, φυλάττων τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κοινοβουλίου, φυλλάτων τοὺς νόμους καὶ μὴ παραβιάζων τὸν κανονισμόν. Καθήσατε λοιπὸν καὶ ἀκούσατε μεθ’ ὅλης τῆς ὑπομονῆς, τί θὰ εἴπω ἐντὸς τοῦ δικαιώματός μου καὶ ἐντὸς τοῦ νόμου.
§15ΤΙΝΕΣ. Εὖγε, εὖγε.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι, λέγω, ἀδολεσχία τὸ νὰ μοὶ ἀπευθύνητε ἀναβαίνοντι τὸ βῆμα, νὰ μοὶ ἀπευθύνητε «ἐλυσσάξατε διὰ τὴν ἐξουσίαν», τὴν ὁποίαν τὴν παρῃτήσαμεν καὶ τὴν ἐπήρατε!
§17ΤΙΝΕΣ. Εὖγε, εὖγε. (χειροκροτήματα μέρους τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ ποδοκροτήματά τινα· θόρυβος μέγας καὶ λογομαχίαι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν· εἰς δὲ τὸ θεωρεῖον τῶν ὑπαλλήλων διαπληκτισμοί.)
§18ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ ὑπηρέτης τοῦ Λομβάρδου ἐποδοκρότησε, κύριε πρόεδρε.
§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐκάματε πραξικοπήματα σεῖς οἱ τηρηταὶ τοῦ συντάγματος. (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος καὶ αἱ λογομαχίαι.)
§20ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ὑβριζώμεθα μεταξύ μας· εἶναι ἐντροπή, δι’ αὐτὸ δὲν μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ· εἶναι ἄτοπα πράγματα αἱ χειροκροτήσεις καὶ ποδοκροτήσεις· εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὑβριζώμεθα ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος καὶ αἱ λογομαχίαι.)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (κρούει τὸν κώδωνα). Ἡσυχία, κύριοι, ἡσυχία.
§22Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἕνας τραμποῦκος τοῦ Λομβάρδου, κύριε πρόεδρε, εἶναι εἰς τὸ θεωρεῖον καὶ τὰ κάμνει.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω· αὐτὴ δὲν εἶναι συζήτησις· κύριοι, εἰς τὰς ἕδρας σας.
§24Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὰς ἕδρας των νὰ καθήσουν, κύριε πρόεδρε.
§25ΤΙΝΕΣ. Ὁ πρόεδρος ἠξεύρει νὰ κάμνῃ τὸ χρέος του.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἰς τὰς ἕδρας σας· σιωπὴ· σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ν’ ἀκούσωμεν τὸν ῥήτορα· αὐταὶ αἱ συζητήσεις δὲν γίνονται, κύριοι, εἰς τὰ κοινοβούλια· ἂς ἐξαντληθοῦν οἱ λέγοντες εἰς ὅ,τι θέλουν.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν διαθέτουν τὰ δικαιώματα τῆς συμπολιτεύσεως. (θόρυβος μέγας, λογομαχίαι καὶ διαπληκτισμοὶ μεταξὺ διαφόρων βουλευτῶν).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (κρούων τὸν κώδωνα). Λύεται ἡ συνεδρίασις κύριοι.
§29ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι βουλευταὶ ἔνοπλοι.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, κύριοι· διακόπτεται ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν· λύεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν.
§31ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ ἀναβολή.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. (ὥρᾳ 1 παρὰ 25/60).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας παρακαλεῖσθε.
§34Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, κύριε πρόεδρε ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ οἱ ὑπαστυνόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰ θεωρεῖα, κύριε πρόεδρε.
§36Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ὑπαστυνόμος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ θεωρεῖον ἔξω, ἔξω.
§37ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι πολίτης καὶ αὐτός, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθῃ (θόρυβος).
§38ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς εἶναι εὐγενής, ὀχλαγωγίας δὲν κάμνει· ὅλοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰ θεωρεῖα, εἶναι ἄνθρωποι εὐγενεῖς καὶ τίμιοι, καὶ ὀχλαγωγία δὲν γίνεται· καὶ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ συμπολιτευόμενοι εἶναι ἔντιμοι πολῖται καὶ ἀταξίας δὲν κάμνουν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ ὁμιλῆτε περὶ ὀχλαγωγίας, διότι τὸ ἀκροατήριον ἁπλῶς θεωρεῖ. Καθήσατε νὰ ἡσυχάσητε, νὰ ἔλθῃ ὁ ῥήτωρ νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει· ἡ συζήτησις εἶναι ἐκτενὴς· λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ μὴ γινόμεθα θέατρον εἰς τὸν ξένον κόσμον, ἦσαν ἐδῶ ξένοι εἰς τὸ θεωρεῖον καὶ ἔφυγον ὅλοι· ἡσυχάσατε, ἀφήσατε τοὺς διαλόγους· ἦλθε μία στιγμὴ ἠρεθίσθησαν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ τώρα θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀφήσωμεν μὲ ἡσυχίαν τὸν ῥήτορα νὰ ὁμιλήσῃ, διότι δὲν ἀξίζει εἰς ἓν κοινοβούλιον νὰ πίπτῃ εἰς θόρυβον· δὲν λέγω περισσότερον. Ὁρίστε, κ. βουλευτὰ ἐκ Μεσολογγίου· μὴ ταράξητε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ τὴν ἡσυχίαν. (Ὥρα 1 παρὰ 15/60).
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραιτῶ, κύριοι, πᾶσαν ἀπάντησιν εἰς τὴν γενομένην προσβολὴν, τὴν ὁποίαν θελήσας ν’ ἀναιρέσω διεκόπην ὑπὸ τοῦ θορύβου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ, ἔστω καὶ ἀδικούμενος, νὰ συντελέσω εἰς τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως, ἥτις εἶναι τοσοῦτον ἀναγκαία εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ σώματος. Πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, κύριοι, καὶ διὰ νὰ μὴ διερεθίσω τὴν χολὴν οὐδενὸς, θέλω παραλείψει νὰ ἐκθέσω ὁλόκληρον τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην διὰ τὰ χθὲς γεγονότα. Ἔλαβον δὲ μόνον τὸν λόγον διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀνώμαλον, τὴν θεωρῶ ἐναντίον τῶν νόμων· ἀποφεύγω δὲ πάντα ἄλλον χαρακτηρισμὸν αὐτῆς πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον. Τὸ ἐκτελῶ δὲ τοῦτο, κύριοι, ὡς καθῆκον ἱερόν, διότι πειθόμενος καὶ εἰς τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ φρονῶν ὅ,τι φρονῶ περὶ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, αἰσθάνομαι ἀνάγκην νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐξάλειψιν μιᾶς μομφῆς, ἡ ὁποία ἐπεῤῥίφθη εἰς ἡμᾶς αὐτούς. Ἡ χθεσινὴ ἡμέρα, κύριοι, ἦτο Κυριακὴ, καὶ ἡμέρα ἑπομένως ἐξῃρημένη ὑπὸ τοῦ νόμου· ἦτο δὲ καὶ μεγίστη ἑορτὴ, ἐξῃρημένη ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ νόμου. Κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δὲν γίνονται συνεδριάσεις. Ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν κανονισμὸν νὰ ὑπάρχῃ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ῥητὴ, καὶ μόνον μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ ὅ,τι ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ καὶ τῶν νόμων δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, οὕτως ἐγένετο; Τὴν ἑσπέραν τοῦ σαββάτου ἐξεπλάγημεν, ὅταν ἴδωμεν τάσιν τινὰ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ παρά τινος· ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἀντέστη καὶ εἶπε διαφόρους λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἔπεισαν, λόγους ἀνυποστάτους, τῶν ὁποίων τὸ ἀνυπόστατον ἀνεγνώρισαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀντιτείναντες, οἵτινες ἦλθον κατόπιν καὶ εἶπον ὅτι παραδέχονται τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναβολῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἐκφράζων τὴν συγκατάθεσιν ταύτην τῆς κυβερνήσεως εἶπε, «λοιπὸν αὔριον». Ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ αὔριον, λεγόμενον, ἐκφράζει ἁπλῶς τὴν ἀναβολὴν, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀγορεύων νὰ ἔχῃ εἰς τὸν νοῦν του, ὅτι μεσολαβεῖ ἡ κυριακὴ, καὶ λέγων ἀναβολὴν νὰ ἐννοῇ τὴν Δευτέραν, ἐνῷ αὔριον ἦτο Κυριακή. Ἠγέρθημεν ὅλοι, μόλις συγκατετέθη ἡ κυβέρνησις, καὶ ἄλλοι ἐφώναζον αὔριον, ἄλλοι τὴν Δευτέραν. Ἐὰν, κύριοι, ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις εἰς τὴν κυβέρνησιν ἢ εἰς ἄλλον τινὰ νὰ γίνῃ ἡ παραβίασις αὕτη τοῦ ὡρισμένου καὶ τοῦ εἰθισμένου, τί διατάττει ὁ κανονισμός; Ὁ κανονισμὸς διατάττει, ὅτι ὁσάκις ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἐρωτᾶται τὸ σῶμα. Τίς δὲ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι τότε μία γενικὴ φωνὴ ἐξῆλθεν, ὅτι θὰ συνεδριάσωμεν τὴν Κυριακήν; τίς ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐναντία ἰδέα, καὶ ὅτι πάντες συνεφωνήσαμεν νὰ συνεδριάσωμεν τὴν Δευτέραν; καὶ τίς ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη; Ἐὰν λοιπὸν θέμα δὲν ἐτέθη, καὶ ἀπόφασις δὲν ὑπῆρξε, τίς λοιπὸν ἐπέτρεψεν, ἀφοῦ οὔτε δι’ ἀποφάσεως, οὔτε δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ ἐπετρέπετο, νὰ γίνῃ συνεδρίασις χθές; Ἐγένετο μία πρότασις, ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις· ἠρωτήθη τὸ σῶμα διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ, εἴτε δι’ ἀναστάσεως εἴτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως; Θέλετε λοιπὸν, καθ’ ἧς ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐγένετο δεκτὴ καὶ κατέστη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ λοιπὸν, κύριοι, ἠδύνατο νὰ γίνῃ συνεδρίασις χθές. Ἀλλ’ ὅτι, κύριοι, συνεδρίασις δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ χθὲς, ἀπόδειξις εἶναι ἡ διαγωγὴ ὅλων τῶν παρευρεθέντων χθὲς ἐνταῦθα. Αἱ συνεδριάσεις κατὰ τὸν κανονισμὸν ἄρχονται κατὰ τὴν 11, ἐκ συνηθείας δὲ τὴν 12, καὶ ἡ συνεδρίασις ἐνταῦθα χθὲς ἤρξατο τὴν 2 μ. μ. παρὰ ¼. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο, εἰμὴ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις προηγουμένη, ἡ ὁποία νὰ καθιερώσῃ τὴν χθεσινὴν ἡμέραν ὡς ἡμέραν συνεδριάσεως; Πῶς δὲ κατηρτίσθη ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις, κύριοι; κατηρτίσθη ἡ συνεδρίασις διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν ἁμαξῶν τῶν ὑπουργῶν καὶ τῆς ἀστυνομίας, καὶ δι’ ἀποστολῆς κλητήρων καὶ χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ἐξαπλωθέντες καθ’ ἅπασαν τὴν πόλιν, συνελάμβανον τοὺς βουλευτὰς καὶ τοῖς ἐπεδείκνυον τὸ προσκλητήριον. Ἐντρέπομαι, κύριοι, διότι τοιαῦται ἀσχημίαι ἀκούονται παρὰ τῶν ἀκροατῶν, ἐντρέπομαι διότι κατεβιβάσατε εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ κοινοβούλιον, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ εὕρω ἐξομοίωσιν. Ἀνώμαλος λοιπὸν καὶ ἔκνομος καὶ ἐναντίον καὶ τῆς τάξεως καὶ τῶν ἐθίμων καὶ τοῦ νόμου ὑπῆρξεν ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, βεβαίως καμμία ἀνάγκη, ἀφοῦ τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔφερεν ἡ συνεδρίασις, νὰ δηλώσω, νὰ ἐξετάσω λόγους ἄλλους, ἀλλὰ τοὺς ἐξετάζω. Μᾶς εἶπον ὅτι παρετάθησαν πλέον τοῦ δέοντος αἱ γενικαὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ἀφοῦ τοσοῦτον παρετάθησαν, ἐξηντλήθη πλέον ἡ ὑπομονὴ καὶ ἐξηντλήθη μέχρις ἐκείνου τοῦ βαθμοῦ, ὥστε διὰ τῆς βίας καὶ τῆς καταπιέσεως νὰ τελειώσουν. Ἀλλὰ πότε ἤρξαντο, κύριοι, αἱ συζητήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ; τὴν δευτέραν· τὴν τρίτην διεκόπησαν ἀπὸ ἑτέρων νόμων, τὴν τετάρτην καὶ τὴν πέμπτην διεκόπησαν ὁλοτελῶς, ἀσχολουμένων τῶν ὑπουργῶν ἄλλοθι· τὴν παρασκευὴν ἐπανελήφθησαν, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ τῆς συζητήσεως κατηνάλωσαν εἰς ἐπερωτήσεις, μίαν δὲ μόνην ὥραν ἔγινε συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ σαββάτου· δύο ἡμέρας λοιπὸν, κύριοι, ἐσυζητήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν μόνον καὶ μίαν ὥραν. Πῶς ἐξηντλήθη λοιπὸν ἡ ὑπομονή; πῶς ἐγένετο κατάχρησις τοῦ λόγου; πῶς ἐγένετο κατάχρησις τῶν δικαιωμάτων τῶν βουλευτῶν; ἔχετε παραδείγματα νὰ δείξητε παρελθόντα, κατὰ τὰ ὁποῖα αἱ γενικαὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ διήρκεσαν ὀλιγώτερον; ἠμπορεῖτε νὰ εὕρητε ἓν τοὐλάχιστον παράδειγμα μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅπου νὰ μὴ διήρκεσαν τὸ τριπλάσιον; ἀλλ’ εἶναι εὔκολον, κύριοι, νὰ πείθωνται εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ὅσοι περιορίζουν τὸ ἔργον τοῦ βουλευτοῦ εἰς μίαν ξηρὰν διατύπωσιν· ὅσοι ὅμως φρονοῦν, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς πάσχει καὶ ἔχει ἀνάγκας χρηζούσας θεραπείας, ὅσοι φρονοῦν ὅτι εἶναι τόσον ὀλίγαι αἱ δυνάμεις του, ὥστε χρειάζεται μεγάλη μελέτη αὐτῶν, διὰ νὰ γίνῃ μεγάλη οἰκονομία εἰς αὐτὰς, αὐτοὶ δὲν καταδέχονται νὰ προτείνουν τοιούτους τυπικοὺς λόγους, καὶ τὸ παράδειγμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ δίδουν πρῶτον αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι αἰσθάνονται τὴν ἀποστολήν των, αἱ ὁποῖαι συλλογίζονται ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων συνεδριάζουν εἶναι ἀδελφοί, εἶναι ἀντιπρόσωποι, ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύουν, νὰ συσκέπτωνται, καὶ τὰς μὲν κακὰς, κατὰ τὴν κρίσιν των, πράξεις τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταδεικνύουν διὰ νὰ ὠφελῶνται αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἐὰν θὰ εὕρουν τὰς γνώμας των ὀρθὰς, νὰ τὰς λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ τὰς καθιστοῦν πράγματα. Ἐξεπλήρωσεν ὅμως, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῆς ἐπιβάλλονται κατὰ τὰς γενικὰς συζητήσεις; αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἄρα διὰ τῆς διαγωγῆς της δὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν, ὥστε αἱ συζητήσεις νὰ παραταθῶσιν, ὄχι ὅσον παρετάθησαν, ἀλλὰ νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ πλέον; ἐρωτῶ, ὅταν ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποία ἐξήγησις μᾶς ἐγένετο τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους; οὐδεμία· καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ὅταν ἤρχισαν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐλθόντες διαδοχικῶς ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, κανεὶς δὲν ἔφερε κατάστασιν μεθοδικὴν, πλήρη, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν μίαν πλήρη ἰδέαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ δοθῇ γνώμη περὶ τῶν οἰκονομικῶν. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ διαδεχόμενοι ὁ εἷς τὸν ἄλλον, ἔφερον ἀριθμοὺς ἀντιφάσκοντας, καὶ ἡμεῖς πολλάκις ἐρωτήσαντες περὶ διαφόρων ἀριθμῶν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν πληροφορίας, καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐξ οὐδεμιᾶς ἐκθέσεως, ἐξ οὐδεμιᾶς ἀγορεύσεως, ἐξ οὐδεμιᾶς πληροφορίας δὲν γνωρίζομεν πόσα εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1867, πόσα εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1868, διὰ νὰ παραλείψω πολλὰ ἄλλα κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν. Δὲν γνωρίζομεν ἐὰν τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα καταγράφονται ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν, ἠγοράσθησαν καὶ μετεφέρθησαν· δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν τὸ χαλκονόμισμα τὸ νέον, ἦλθεν ὁλόκληρον ἐν Ἀθήναις καὶ ἂν ὁλόκληρον ἐτέθη εἰς κυκλοφορίαν, ἢ ἐὰν ὑπολείπεται ἀκόμη καὶ ἂν θὰ ἔλθῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους, πρᾶγμα ἀναπόφευκτον διὰ νὰ γνωρίσωμεν ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ ἔξοδα τοῦ 1869, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁποῖον τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἑπομένως ἐὰν μεταξὺ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπολογιζομένων ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως ὡς εἰσπραχθέντων ἐσόδων, ἐὰν μεταξὺ τούτων πρέπει νὰ κατατάξωμεν καὶ τοῦτον τὸν πόρον. Καὶ ἂν λοιπὸν ὑπῆρχε μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατ’ οὐδὲν ὑστέρει εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, περὶ ὧν καὶ μόνον ἐπρόκειτο, πάλιν, κύριοι, σεβομένη κατὰ πρῶτον λόγον ἑαυτὴν, σεβομένη τὸ καθῆκόν της, τὸ ὁποῖον περιέγραψα, ἐπιθυμοῦσα καὶ ποθοῦσα νὰ ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλῆς οὐχὶ μίαν ψῆφον ἀθωωτικὴν, ἀλλὰ μίαν γνώμην ὀρθὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ τὴν τακτικὴν, ἣν μετῆλθε, καταπιέζουσα καὶ ἐκβιάζουσα τὴν ψῆφον, ἣν ἔλαβεν. Ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, δίδει φοβερὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἀμφιβάλλω ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, εἶναι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ χθὲς γενόμενα ἐγένοντο· καὶ δὲν πλάττω σκέψεις, ἀναγινώσκω ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Τὰ πρακτικὰ λέγουν ὅτι, ὁ «σκοπὸς τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως» ἦτον ἡ παραδοχὴ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς κ. Ζαΐμης. Τί ἀπεφασίσθη διὰ τοῦ θέματος ἐκείνου; τί ἐζήτει ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ θέματος ἐκείνου; πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, κύριοι, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ δώσωμεν τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα εἰς τὰ ἔκνομα καὶ ἀνώμαλα τῆς χθές. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀδιάφορον. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο ἐζήτει, εἰμὴ νὰ ψηφισθῇ καὶ παρέλθῃ εἷς νόμος περιπλέον, ἕνας νόμος τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας καὶ τῆς τρεχούσης διοικήσεως, ἆ, κύριοι, ὠφείλαμεν, φοβούμενοι τὴν ἐπανάληψιν τοιούτων σκανδαλωδῶν σκηνῶν νὰ κάμωμεν παρατηρήσεις, ἀλλὰ δὲν ἠθέλομεν ἐπιμένει· ἐπρόκειτο ὅμως, κύριοι, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεχειρίσθη δύω χρήσεις, αἵτινες δὲν θ’ ἄφινον πλειότερα τῶν 2,000,000 ἔλλειμμα, ὅτι κυβέρνησις τοιαύτη, εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρεθεῖσα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ 17,000,000 δραχ. καὶ νὰ χρεώσῃ τὸ κράτος μὲ 19,000,000. Ναὶ, κύριοι, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1868 μὲ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς διαχειρίσεως, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1868, δὲν ἀφίνει ἔλλειμμα, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1869 δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅσον καὶ ἂν ἐξογκωθοῦν οἱ ἀριθμοὶ, ν’ ἀφήσῃ πλειότερον τῶν 2,000,000, πλὴν τῶν τόκων μὲ τοὺς ὁποίους ἐπεβάρυναν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 οἱ σήμερον ὑπουργοὶ διὰ τῶν νέων δανείων. Ἐπρόκειτο προσέτι, κύριοι, ν’ ἀθωωθῇ ἡ κυβέρνησις ὅτι κατέστησεν ἀδύνατον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων, κατὰ τῆς ὁποίας τοσοῦτον κατεφέρθη, καὶ ν’ ἀθωωθῇ διὰ τὴν διαιώνισιν αὐτῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐνῷ δὲ δὲν ὀφείλομεν μεταλλικὸν εἰς τὰς Τραπέζας εἰμὴ 1½ ἑκατομμύριον, κατωρθώθη οὕτω πως νὰ γίνῃ ἡ διαχείρισις, ὥστε, διότι ἐστερήσαμεν τὰς Τραπέζας 1½ ἑκατομμυρίου μεταλλικοῦ, νὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη ἡ κοινωνία ν’ ἀνεχθῇ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐζητεῖτο ἀκόμη, κύριοι, ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ κυβέρνησις, διαχειρισθεῖσα τοὺς φόρους τῶν ἐτῶν 1868 καὶ 1869, οἱ ὁποῖοι οἰκονομικῶς εἶναι πλειότεροι ὅλων τῶν παρελθόντων (διότι αἱ αὐξήσεις τῶν φόρων καὶ τὰ πολλὰ δάνεια αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἔφερον), εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσῃ ἀκόμη 1,000,000 καὶ περιπλέον εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους ἀπὸ τόκους νέων δανείων. Δὲν ἦτο λοιπὸν, κύριοι, ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις ἁπλῆ, δὲν ὑπηγόρευσεν αὐτὴν ἁπλοῦν πεῖσμα ἄνευ οὐδενὸς συμφέροντος· ἦτο πολιτικὴ, κύριοι, ἀλλὰ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν οὐδόλως συμμερίζομαι καὶ τὴν ὁποίαν, ὡς σᾶς προεῖπον, διὰ ν’ ἀποφύγω τοὺς ἐρεθισμοὺς, δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω. Ἐπερίμενον, κύριοι, ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ προσέχῃ περισσότερον εἰς τοὺς φίλους, οἵτινες κάμνουν εἰς αὐτὴν τὴν τιμὴν νὰ τὴν ὑποστηρίζουν· διότι εἶναι ἀρχὴ ἀλάνθαστος, ὅτι τὰ κοινοβούλια εἶναι τοιαῦτα, ὁποῖαι εἶναι αἱ κυβερνήσεις τοῦ τόπου· τὸν τύπον ἡ κυβέρνησις μεταδίδει εἰς τὸ κοινοβούλιον. Καὶ ἐγὼ δὲν ηὐχόμην (ἀγνοῶ ἐὰν σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσατε χθὲς τὸ ἐπιθυμεῖτε) δὲν ηὐχόμην, κύριοι, καὶ ἂν ἤμουν εἰς τὴν θέσιν τῆς κυβερνήσεως οὐδέποτε ἤθελον τὸ κάμει, νὰ σᾶς παρασύρω εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, ὥστε περὶ τοσούτων σπουδαίων καὶ οὐσιωδῶν συμφερόντων, περὶ τοιούτων παρεκτροπῶν προκειμένου, νὰ ἠθέλατε τὴν ἀθωώσει εἰς μίαν συνεδρίασιν, γενομένην ὅπως ἔγινεν. Καὶ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον, κύριοι, τὰ ὁποῖα παρεδέχθητε χθές. Παρεδέχθητε ἀκόμη κάτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης φοβερὸν καὶ αὐτό. Παρεδέχθητε, ὅτι ἐσταματήσαμεν καὶ οὐδεμία μεταῤῥύθμισις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ εἰς τὸ κράτος. Σεῖς καὶ ἐγὼ, οἱ ὁποῖοι ὅταν εὑρισκώμεθα ἐν τῷ μέσῳ τῶν συνεπαρχιωτῶν μας, ἢ ὅταν ὁμιλῶμεν μεταξὺ μας εὑρίσκομεν τοσαύτας ἐλλείψεις εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δίδομεν τοσαύτας ὑποσχέσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας, ἀκούοντες τὰ παράπονά των καὶ βλέποντες τὰ βάσανά των, ἡμεῖς οἱ ἀποδίδοντες εἰς αὐτοὺς δίκαιον καὶ ὑποσχόμενοι νὰ φέρωμεν θεραπείαν, ἤλθομεν καὶ εἴπομεν διὰ τῆς χθεσινῆς ψήφου μας, ὅτι δὲν δυνάμεθα εἰς τὸ ἑξῆς εἰμὴ ν’ ἀντιγράψωμεν τὸ παρελθόν· εἴπομεν ὅτι τὸ 1870 δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ᾖναι ἀντίτυπον τοῦ 1869, ὅπως τὸ 1869 ὑπῆρξε ἀντίτυπον τοῦ 1868· ἐκλείσαμεν τὴν πρόοδον καὶ ἐστερήσαμεν τῶν ἐλπίδων, διότι, μὴ λησμονῆτε ὅτι τὸ χθὲς ἀποφασισθὲν δὲν ἀφώρα μόνον τὸ ἐννεάμηνον παρελθὸν διάστημα τῆς διοικήσεως τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀφώρα ὅλον τὸν μέλλοντα χρόνον μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1870. Ἴσα, ἴσα εὑρέθη ἐποχὴ ν’ ἀναπτύξῃ ἡ κυβέρνησις ὅλην τὴν στενοχωρίαν της, εὑρέθη λέγω ἡ ἐποχὴ, προκειμένου περὶ τῶν ὅλων κατ’ αὐτὰς τὰς συζητήσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τίποτε δὲν ἔγινεν οὐσιῶδες, νὰ κλείσῃ τὸ στάδιον διὰ ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπιμονὴν αὐτῆς καὶ τὸ πεῖσμα, καὶ νὰ προβάλῃ τὴν ἐξάντλησιν τῆς ὑπομονῆς της. Αὐτοὶ, κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ, ὅτι ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ὡς συνεδρίασις ἔκνομος καὶ ἀνώμαλος, καὶ ἂν ᾖναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπικαλεσθῶ ἄλλους λόγους οὐσιαστικοὺς, ἐπικαλοῦμαι, ὡς σᾶς προεῖπον, διὰ τὴν ἀκύρωσιν οὐ μόνον τὸ ἀνώμαλον, οὐ μόνον τὸ ἔκνομον, ἀλλὰ καὶ τὸ λίαν οὐσιῶδες διὰ τὴν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς ἡμᾶς. (εὖγε, εὖγε ἐκ δεξιῶν).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§42ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἀπαντήσουν οἱ κύριοι ὑπουργοί;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδική σας δουλειά.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχει τις ἀντίῤῥησιν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου; Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, τότε ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Δεληγεώργη.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλει ν’ ἀπαντήσῃ κανεὶς (θόρυβος)· σιωπὴ οἱ ἄλλοι, ἀφῆστε εἰς ἐμὲ τὴν διεύθυνσιν· ὅστις θέλει τὸν λόγον ἂς ἔλθῃ.
§46ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δύο κτύποι ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου κατὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐλευθεριῶν, ἐναπολείπεται ὁ τρίτος διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο τὴν ἀποστολήν του, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι προωρισμένον. Τὴν 29 Ἰουνίου καὶ τὴν 26 Ὀκτωβρίου, ἡ ἱστορία τοῦ κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος θέλει τὰς ἐγγράψει εἰς τὰς σελίδας της, ὡς ἀξιομνημονεύτους, καθὼς ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ἐνέγραψεν αὐτὰς ὡς ἐκκλησιαστικὰς ἑορτὰς εἰς μνήμην τῶν ἐνδόξων Ἀποστόλων καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι μέχρι τῆς 28 Ἰουνίου ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίαζε, διότι τὰ τμήματα ἐνησχολοῦντο εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐν αὐταῖς ταῖς ἡμέραις ἐδημοσιεύθησαν τὰ Κορομάντσια, ἐδημοσιεύθη ἡ ἀλληλογραφία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκηλίδωσεν ὅλον τὸ ὑπουργεῖον καὶ πρὸ πάντων τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εὑρίσκετο κατετραυματισμένος, ἐφοβεῖτο ὅτι μία ἀνάπτυξις ἐν τῇ Βουλῇ ἤθελε κλονίσει ὄχι μόνον τὰς πεποιθήσεις τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας· διενοήθη λοιπὸν νὰ κλέψῃ τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο τὴν 28 Ἰουνίου, περὶ λύχνων ἁφὰς, διένειμε τὸ φυλλάδιον τῶν ἐκθέσεων τῶν τμημάτων ἄνευ οὐδεμιᾶς προσκλήσεως τοῦ προέδρου· ἕκαστος βουλευτὴς περιέμενεν, ὅτι ὁ πρόεδρος ἤθελε κάμει τὴν τακτικὴν πρόσκλησιν. Ἀλλά, κύριοι, ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, ἐναντίον τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος περιέχει τὰς ἐξῃρημένας ἑορτὰς, μεταξὺ δὲ τῶν ἐξῃρημένων εἶναι καὶ ἡ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τὴν 29 Ἰουνίου πρωΐ, ἐνῷ ἀκόμη ἐκκλησιάζοντο ὅλοι οἱ χριστιανοὶ, πρὶν ἔλθῃ ἀκόμη ἡ 8 ὥρα, διὰ πολλῶν προσπαθειῶν τὸ ὑπουργεῖον συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν καὶ διῆλθε τὰς ἑπτὰ πρώτας ἐκλογὰς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τῆς Γόρτυνος, ἀσυζητητεὶ, μὴ παρούσης τῆς μερίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχε τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ συζητήσῃ τὰς ἐκλογὰς τῆς Γόρτυνος. Ὅταν εἰς τὰς 8 ὥρας καὶ 20 λεπτὰ ἦλθον μετὰ τοῦ φίλου μου κ. Παππαμιχαλοπούλου, βουλευτοῦ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, εὕρομεν ὅτι ἐσυζητεῖτο ἡ ἐκλογὴ Γυθείου. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ἡ πρώτη κλοπὴ τῆς συζητήσεως. Αὐτὸ ἐνεθάῤῥυνε τὸ ὑπουργεῖον νὰ προβῇ καὶ εἰς τὰ χθὲς συμβάντα, διότι εἶδεν ὅτι διὰ τοῦ στρατηγήματος, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν διέφυγε τῳόντι μεγάλον κίνδυνον, διὰ τὸ ὁποῖον ηὐχαρίστησε πολλοὺς φίλους του ἐν Φαλήρῳ συμποσιάσας μετ’ αὐτῶν, εὐθὺς μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως.
§47ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§48ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέρα ἀξιομνημόνευτος ἐποχὴ εἶναι ἡ 26 Ὀκτωβρίου, ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις. Ἐπειδὴ, κύριοι, εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868 συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Σίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ συνέταξα καὶ ὑπεστήριξα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, περὶ ὧν πολὺς ἐγένετο λόγος, ὤφειλον μεταξὺ τῶν πρώτων νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως δὲν ἤμην παρὼν καὶ κατόπιν ῥήτορες τῆς ἄλλης μερίδος ἀλλεπαλλήλως κατέλαβον τὸ βῆμα. Πρὸς τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου, ὅταν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ κηρύξῃ ἀποπερατωμένην τὴν συνεδρίασιν, ἐζήτησα τὸν λόγον μετὰ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὥρα ἦτο περασμένη ἐζητήθη ἡ ἀναβολή. Ὁ προλαλήσας εὔγλωττος ῥήτωρ κύριος Δεληγεώργης, σᾶς ἐξέθεσε τὴν ἱστορίαν ὅλης τῆς ἀναβολῆς. Περιέμενον, κύριοι, σήμερον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας, νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870, καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τὸν κύριον Ζαΐμην, πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα πολὺ γρήγορα ἐλησμόνησε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σιωπὴ, κύριοι, δὲν ἀκούομεν ἡμεῖς οἱ παρακαθήμενοι.
§50ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, καὶ ὡς ἰδιώτης καὶ ὡς δημόσιος ἄνθρωπος εἶμαι ζηλωτὴς τῆς οἰκονομίας καὶ ὀπαδὸς αὐτῆς μετὰ πεποιθήσεως, καὶ ὅταν ἦλθον κατὰ πρῶτον ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μεγάλας οἰκονομίας ἔφερον εἰς τὸν κλάδον ἐκεῖνον, ἐλαττώσας τὸν μικρόν του προϋπολογισμὸν κατὰ 200,000 δραχμῶν. Ὅταν δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 εἰργαζόμην μετὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη, παρώτρυνον, καὶ συνέτρεχον τοῦτον εἰς τὸ νὰ φέρῃ οἰκονομίας, ἀλλὰ μὲ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ, δὲν εἶναι δυνατὸν μία ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ οἰκονομίας, αὐταὶ ἀνήκουν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἐλθὼν ἐγὼ πρὸ αὐτοῦ εἰς τὰ πράγματα ἔφερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, εἰς τὸν ὁποῖον τῳόντι ἔφερον μεγάλας οἰκονομίας, ἀναβαινούσας εἰς 2,100,000. Ὑποστηρίζων κατ’ ἀρχὴν τὴν οἰκονομίαν προέβην μέχρι παραιτήσεως. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο καὶ πρὸ πάντων ὁ πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξε ὅλαις δυνάμεσι τὰς οἰκονομίας, αὐτὸς ὁ πολιτικὸς πεισθεὶς περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομιῶν προέτρεχε πολὺ ἡμῶν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, διότι εἰς τὸν κλάδον του ἔφερε τὰς μεγαλειτέρας οἰκονομίας. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ζαΐμης ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα ἐλησμόνησε ἐντελῶς αὐτὰς τὰς ἰδέας· καὶ ὄχι μόνον ὅλος ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνώτερος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου του προσέθηκε 273,000 δραχμὰς ὑπὲρ τὰ ἐψηφισθέντα τὸ 1869.
§51Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διὰ δημόσια ἔργα.
§52ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν μετεχειρίσθημεν τὴν ἰδέαν τῶν οἰκονομιῶν ὡς μέσον δημοκοπίας, ἀπόδειξις ὅτι καὶ ὡς ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς μέλη τῆς κυβερνήσεως πάντοτε ὑποστηρίζομεν τὰς οἰκονομίας· τοῦτο ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ καὶ ὁ κ. Ζαΐμης. Ἔπρεπε, κύριοι, ν’ ἀναπτυχθῇ εὐρύτερον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἂν καὶ πολὺ καλῶς καὶ εὐκρινῶς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Τριφυλίας καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ὑπεστήριξαν τὸ ἄτοπον τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ἂν καὶ ἀπέδειξαν ὅτι 21,000,000 πλέον τῶν τακτικῶν ἐξόδων διεσκορπίσθησαν εἰς διάστημα ὀλίγων μηνῶν. Εἶναι ὅμως πολλὰ νὰ λεχθῶσιν ἔτι περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν δὲν ἔχουν τὴν θέσιν τους. Ἀλλά, κύριοι, ἡ κυβέρνησις θέλουσα ν’ ἀποφύγῃ αὐτά, θέλουσα νὰ λάβῃ μίαν ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς δι’ ὅσα ἔπραξεν, ἠναγκάσθη χθὲς νὰ ὑποκλέψῃ τὴν συνεδρίασιν, καὶ ν’ ἀποκλείσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τὴν συζήτησιν.
§53ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§54ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σοβαρώτερον δὲ πάντων ἦτο, διὰ νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἀθωωτικὴν ὡς πρὸς μίαν διάταξιν ῥητὴν, τὴν ὁποίαν παρέβη, τοῦ νόμου τῶν 100,000,000.
§55ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§56ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐσυζητεῖτο, κύριοι, ὁ νόμος τῶν 100,000,000, ὁ κ. Πετσάλης τότε μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, ἠθέλησαν νὰ τροποποιήσουν τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ νόμος εἶχεν οὕτως· διὰ τὰς ἐπικειμένας ἐκτάκτους περιστάσεις κτλ. ἐνόμισαν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἔκφρασις δὲν παρεῖχε τὰς ἀποχρώσας ἐγγυήσεις, ὥστε μία κυβέρνησις νὰ μὴ καταχρασθῇ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ἐξοδεύσῃ οὐχὶ μόνον εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐπικειμένας περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας, καὶ ἔφερον τροποποίησιν, ἡ ὁποία ἐνεκρίθη καὶ ἀντὶ εἰς ἐπικειμένας ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐτέθη· διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις. Ῥητῶς λοιπὸν, κατηγορητικῶς ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους περιώριζε τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου ἐκείνου, δι’ ἐκείνας τὰς περιστάσεις· καὶ ὅμως πολλὰ ἐκ τῶν 21,000,000 ἐξωδεύθησαν εἰς τακτικὰς ἀνάγκας.
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§58ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν νὰ συνεδριάσῃ ἐν ἡμέρᾳ, ἡ ὁποία καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἐξῃρημένη ἦτο, καὶ ἡ Βουλὴ ὁριστικῶς δὲν εἶχεν ἀποφασίσει. Οὐδείς, κύριοι, ἐκ τῶν ἀπουσιασάντων βουλευτῶν εἶχε κἄν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐξεφέρθη μία ἀπόφασις ὁριστικὴ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν αὔριον. Ἐν τῷ ἀλλαλαγμῷ τῇ ἀναχωρήσεως τῶν βουλευτῶν οὐδεὶς ἤκουσεν, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος αὐθαιρέτως καὶ ἰδιοῤῥύθμως προσδιώρισεν ἡμέραν τὴν ἐπαύριον, ἤτοι τὴν κυριακὴν, ὡς ἡμέραν συνεδριάσεως· καὶ καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς, ἐδέησε νὰ γίνῃ μεγάλη κίνησις, ἐδέησεν ἐπὶ δύο ὥρας νὰ ἦναι εἰς κίνησιν καὶ οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν διὰ νὰ συγκροτήσουν τὴν συνεδρίασιν.
§59ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔξωθεν τῆς Βουλῆς ἦσαν πολλοὶ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ἐγνώριζον, ὅτι ἦτο συνεδρίασις καὶ δὲν ἤθελον νὰ ἔλθουν.
§60ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ παραχώρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἔκαμε διὰ τὴν ἀναβολὴν, ἦτο δῶρον ἄδωρον, ἦτον ὁ Δούρειος ἵππος τῶν Ἑλλήνων, διότι διενοεῖτο νὰ ἐκδώσῃ τὴν δευτέραν ἔκδοσιν τῆς 29 Ἰουνίου, διενοήθη δηλονότι, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ ἀμφιβολίᾳ εὑρισκόμενοι καὶ διὰ τὸ αἰδέσιμον τῆς ἡμέρας, δὲν ἤθελον συνέλθει οἱ ἀντιπολιτευόμενοι. Ἰδοὺ, εἶπε καθ’ ἑαυτὸν, ἐγὼ ἔρχομαι τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ κλέπτω τὴν συνεδρίασιν καὶ ὑφαρπάζω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τὰ πρακτικὰ λοιπὸν δὲν εἶναι πιστὰ, ὅταν λέγουν ὅτι ἡ βουλὴ πᾶσα ἀπεφάσισε, ὅτι τὴν 26 τοῦ 8βρίου ἡμέραν Κυριακὴν, ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, θέλει συγκροτηθῆ συνεδρίασις καὶ θέλει ἐξακολουθήσει ἡ συνεδρίασις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐγένετο δὲ, ὅπως ὑπηρετήσωσι τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργείου, ἵνα λάβῃ τὴν ἀθωωτικὴν ψῆφον ἐπὶ τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἀθωωθῇ ἀπὸ ῥητὰς παραβάσεις τῶν νόμων.
§61ΔΑΓΡΕΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§62ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπολείπεται καὶ τὸ τρίτον πραξικόπημα, ἵνα καταστρέψῃ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐλευθερίας.
§63ΔΑΓΡΕΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§64ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν συνδυάσωμεν τὰ πρὸ καιροῦ τεκταινόμενα, ἂν συνδυάσωμεν τὰ διαθρυλλούμενα περὶ τῶν συμβαινόντων κατὰ τοῦ πολιτεύματός μας, μὰ τὸν θεὸν, φοβοῦμαι πολὺ περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Πατρίδος, ὅταν τὸ ὑπουργεῖον οὕτως ἀσυστόλως ἔρχεται καὶ καταπατᾷ τοὺς κανονισμοὺς, τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ὑποκλέπτει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη κλοπιμαία συνεδρίασις· ἐνθυμήθην, ὅτι ἐπὶ Ὄθωνος τὴν μεγάλην πέμπτην διὰ μίαν κατεπείγουσαν ἀνάγκην ἤθελε νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ, ἐκάλεσεν ὁ πρόεδρος τῆς Γερουσίας τὸν κ. Χρηστίδην Γερουσιαστὴν νὰ συνέλθῃ· τί ἀπεκρίθη; — δὲν ἔρχομαι· εἴπατε εἰς ὅλους, ὅτι ὡς χριστιανὸς ἄνθρωπος καὶ ὡς νομιμόφρων δὲν δύναμαι νὰ ὑπακούσω εἰς αὐτὴν τὴν πρόσκλησιν, διότι ὡς χριστιανὸς θέλω νὰ ἐκπληρώσω τὰ χριστιανικά μου καθήκοντα, ὡς νομιμόφρων δὲ λέγω, ὅτι ὁ νόμος ἐξαιρεῖ τὴν Μ. Πέμπτην. Αὐτὰ, κύριοι, εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης τότε, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν τὰ ἐτήρησεν ὡς πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἦλθε καὶ παρεβίασεν νόμον κείμενον, ὅστις ἐξαιρεῖ ὅλας τὰς κυριακὰς καὶ τὰς 12 ἐπισήμους ἑορτάς. Τὸ μεγαλεῖτερον δὲ πάντων εἶναι ἡ μεταμόρφωσις τῶν πρακτικῶν, ἐμπεριεχόντων, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν ἐπιοῦσαν ὡς ἡμέραν συνεδριάσεως· τοῦτο οὐ μόνον εἶναι ἐγκληματικὸν, ἀλλὰ ἐναντίον πάσης κοινοβουλευτικῆς ἐθιμοταξίας, καὶ ἐναντίον τῆς ἠθικῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ζήτημα σήμερον δὲν εἶναι οὔτε ζήτημα μερίδων, οὔτε ζήτημα προσώπων, σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Πετσάλη ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τοῦ Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος, πρόκειται, ἂν δύναται ἀσυστόλως ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἂν δύναται μία κυβέρνησις νὰ καταπατᾷ τὰ ἔθιμα τοῦ κοινοβουλίου, νὰ καταπατᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, νὰ καταπατᾷ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τέλος πάντων νὰ παραμορφώνωνται τὰ πρακτικὰ καὶ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς. Ποτὲ, κύριοι, δὲν ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἐπὶ ποδὸς καὶ ἀναχωρούντων τῶν βουλευτῶν, ἐν ὥρᾳ ἀλλαλαγμοῦ, ἐν ὥρᾳ θορύβου. Δὲν ἀκυροῦνται οἱ νόμοι διὰ τοιούτων ἀτελῶν πράξεων. Ἂν ἠθέλετε νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν τοῦ κανονισμοῦ, νὰ τὸν παραβιάσωμεν διὰ μίαν ἡμέραν, ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ῥητῶς. Ἀλλ’ ὅταν ὅλοι ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ ὑποχώρησις τῆς κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀναβολῇ ἦτο τῳόντι διὰ τὴν δευτέραν, τίς ἐπίστευσεν ὅτι ἐν μέσῳ θορύβου καὶ ἀναχωρούντων τῶν βουλευτῶν, ὅτι ὁ πρόεδρος ἤθελε προσδιορίσει τὴν αὔριον ὡς ἡμέραν συνεδριάσεως; Μοὶ εἶπον ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος ἐπισκεφθεὶς τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸν ἠρώτησεν ἂν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, καὶ τῷ εἶπεν ὄχι.
§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Ἠρώτησα τὸν κύριον πρόεδρον ἂν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, καὶ ὁ κύριος πρόεδρος μοὶ εἶπε· νομίζω, ὅτι ναί.
§66ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω μ’ ἐβεβαίωσαν. Ἦτο τοιαύτη ἰδέα ἐσχηματισμένη εἰς τὰς πεποιθήσεις τῶν βουλευτῶν, ὅτι οὐδέποτε ἡ κυβέρνησις ἤθελε καταβάλει αὐτὰς τὰς ἀνηκούστους προσπαθείας διὰ νὰ συγκροτήσῃ συνεδρίασιν εἰς μίαν ἐξηρημένην ἡμέραν. Κύριοι, ἂν πάλιν σήμερον διὰ τῆς ψήφου σας καθιερώσητε καὶ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ, οὐχὶ πλέον νὰ μετανοήσητε σεῖς, ἀλλὰ νὰ κλαύσῃ ὅλον τὸ ἔθνος· διότι δίδετε τὸ δικαίωμα, καθιεροῦτε ἓν προηγούμενον, ὅτι καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ πάσχα καὶ τὸ μεσονύκτιον, ἂν γενῇ μία συνεννόησις μεταξὺ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς διὰ νὰ συγκροτηθῇ μία κλοπιμαία συνεδρίασις. (θόρυβος).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, αἱ διακοπαὶ φέρουν βραδύτητα.
§68ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μυρία ἕπονται· ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ κεκλιμένου ἐπιπέδου εὑρισκόμενος ὀλισθήσῃ ἅπαξ, δυσκόλως δύναται νὰ σταματήσῃ. Θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὅταν ἀσυστόλως κατεπατήθησαν ῥηταὶ διατάξεις τοῦ νόμου τῶν 100,000,000, ὅταν παρεβιάσθησαν ῥητοὶ κανονισμοὶ καὶ κείμενοι νόμοι, ὅταν διεκλάπησαν αἱ συνεδριάσεις, ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ στιγμὴ καθ’ ἣν θὰ μεταχειρισθῶσι καὶ τὸ μαστίγιον, ὡς ἰδιαιτέρως μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός. (θόρυβος).
§69ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. (θόρυβος).
§70ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἄλλοι ἀπειλοῦν τὰς Βουλὰς, καὶ ποῖοι οὗτοι, εἶναι γνωστοὶ, κύριε Βαλασσόπουλε, καὶ τοὺς γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος. (θόρυβος).
§71ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, κύριε Βαλασόπουλε, τὰ περασμένα σας αἴσχη. (θόρυβος).
§72ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸν Κρόμβελ δὲν τὸν ἀνύψωσε κανεὶς παρὰ ἡ διαγωγὴ τοῦ κοινοβουλίου· ὅταν τὸ κοινοβούλιον ἐξηχρειώθη, ὅταν παρεχώρησε παρόμοια πράγματα εἰς τὴν ἐξουσίαν, τότε ἦλθεν ὁ Κρόμβελ μὲ τὸ μαστίγιον εἰς χεῖρας καὶ τοὺς εἶπεν, εἶσθε ἀνάξιοι ν’ ἀντιπροσωπεύσητε τὸ μέγα ἔθνος τῆς Ἀγγλίας, φύγετε ἐντεῦθεν. Οὕτω δίδονται τὰ τοιαῦτα δικαιώματα, δὲν λέγω διὰ τὸν κ. Ζαΐμην, ἴσως εὑρεθῇ τις τολμηρότερος αὐτοῦ. Ἰδοὺ πόσον θὰ βλάψητε τὴν πατρίδα.
§73ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ πάλιν, κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον προκειμένου περὶ Κρόμβελ. Μὴ μὲ λησμονήσητε.
§74ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δὲν πρέπει νὰ νομίζητε, ὅτι εἴμεθα δοῦλοι νὰ ὑποστηρίζωμεν μίαν κυβέρνησιν. Ἤκουσα βουλευτὴν ἔντιμον ὁμιλοῦντα· τί θέλετε νὰ κάμετε; ν’ ἀνατρέψητε ὅλας τὰς κυβερνήσεις; Ἐσυμφώνησε μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰπόντος διὰ νὰ φέρωμεν τὴν εὐνομίαν τοῦ κράτους καὶ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ ζήσωμεν 100 ἔτη, νὰ διαιωνισθῶμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν...... (θόρυβος). Αὐτὰς τὰς ἰδέας ἔχουν· ὁ βουλευτὴς δὲ ἐκεῖνος μοὶ εἶπε· πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν μίαν κυβέρνησιν ὁποιανδήποτε, καὶ αὐτὴ ἡ ὁποία θὰ καταστρέψῃ τὰ καθεστῶτα, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ· βλέπετε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς συντηρήσεως πολλοὺς παρέσυρε, στηρίζεται δὲ εἰς τὸ δημῶδες λόγιον «ἄνδρα θέλω ’γὼ τὸ βράδυ, καὶ ἂς μοῦ λείπῃ καὶ τὸ λάδι.» Δὲν εἶναι, κύριοι, ἡ καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος αἱ συχναὶ μεταλλαγαὶ τῶν κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἡ ἀσέβεια αὐτῶν πρὸς τοὺς νόμους. Ἂν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις, ἔστω καὶ καθ’ ἡμέραν διαδεχόμεναι ἀλλήλας, ἐτήρουν τοὺς νόμους οὐδένα κίνδυνον θὰ ἔτρεχον αἱ πρόοδοι καὶ αἱ ἐλευθερίαι τῆς Ἑλλάδος. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἐμπνέει εἰς πολλοὺς τῶν βουλευτῶν, οἵτινες ἐν καλῇ τῇ πίστει ὑποστηρίζουν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀσυστόλως ἐπερειδομένη εἰς πλειοψηφίαν καταπατᾷ τοὺς νόμους.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐλησμονήσατε φαίνεται τὰ τῆς Ζαρνάτας.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφήσατε τὴν Ζαρνάταν· δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει παντάπασιν.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω περὶ Ζαρνάτας· ἂς μὴ φωνάζουν οἱ κύριοι. (θόρυβος).
§78ΛΕΚΚΑΣ. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι πᾶς ὅστις διακόπτει τὸν ἀγορεύοντα, ἐπὶ 8 ἡμέρας νὰ μὴ τὸν δεχώμεθα εἰς τὴν συνεδρίασιν.
§79ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους καταγγέλλω τὰ πρακτικὰ ὡς παραμορφώσαντα τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς...... ἢ ὀρθότερον εἰπεῖν......
§80ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρακτικὰ παρεμόρφωσαν τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς· τί λέγετε;
§81ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγγέλλω τὸν πρόεδρον, ὡς ἐν τοῖς πρακτικοῖς παραμορφώνοντα τὴν ἀπόφασίν της καὶ συγκατηγορῶ πρὸς τούτοις τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι συνετέλεσεν εἰς μίαν τόσον δολίαν πρᾶξιν.
§82ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν κυβέρνησιν δι’ ὅσα κατ’ αὐτῆς ἐξετοξεύθησαν· ἦλθον νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι συνῆλθε χθές, καὶ ἐμὲ αὐτόν, ὅστις ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν, δι’ ὅτι καθ’ ἡμῶν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐνόμισάν τινες, ὅτι ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐκτοξεύσωσι βέλη των. Τὸ ζήτημα σήμερον εἶναι σπουδαῖον, εἶναι τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ μία μειονοψηφία νὰ κατισχύῃ τῆς πλειονοψηφίας, ἢ ἡ πλειονοψηφία πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὁδηγὸς τῶν πράξεών μας· καὶ ἀπορῶ πῶς ἄνδρες, οἵτινες καυχῶνται διὰ τὰ συνταγματικά των αἰσθήματα, ἤθελον νὰ θέσουν ὡς βάσιν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἥτις καταστρέφει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ὁ τελευταῖος καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς εἶπεν, ὅτι δύο πραξικοπήματα ἐγένοντο μέχρι τοῦδε τὸ τῆς 29 Ἰουνίου καὶ τὸ τῆς 26 Ὀκτωβρίου· τὸν συγχωρῶ δι’ αὐτὸ ποῦ εἶπε, διότι ἔλαβεν λυπηρῶς ἐσχάτως ἀφορμὰς νὰ ἐνθυμηθῇ τὸν θάνατον, καὶ διὰ τοῦτο ἐνθυμεῖται τὰς ἐκκλησίας καὶ τὰς ἑορτάς. Ἀπέδωκε μομφὴν κατὰ τὰς πλειοψηφίας ἢ μᾶλλον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δῆθεν συνετέλεσε καὶ ἡ πλειονοψηφία εἰς τὸ νὰ καταστραφῇ ὁ νόμος τῶν 100,000,000, καὶ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ὑποκλέψῃ χθὲς μίαν συνεδρίασιν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν καὶ τῶν νεωστὶ φίλων του, καὶ ἐτόλμησε, κύριοι, νὰ τὸ εἴπῃ τοῦτο αὐτὸς, ὅστις παρέβη τὸ Σύνταγμα, ὅστις κατεπάτησε τὸ Σύνταγμα καὶ ἐτόλμησε ν’ ἀπατήσῃ τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα, ὑποβαλὼν εἰς αὐτὸν τὴν κύρωσιν νόμου μὴ ἐπιψηφισθέντος, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν κατηγορῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ θέλω εἰσαγάγει τὴν τακτικὴν κατηγορίαν.
§83ΜΠΟΥΤΟΣ. Σὺ ἦλθες ἀπὸ τὴν Τρίπολιν ἐσχάτως, νὰ ὑποστηρίξῃς τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη.
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Ταμπακόπουλε, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§85ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπιτρέπω, ἀλλὰ δὲν σᾶς ὑπόσχομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἂν δὲν εὑρεθῶ ἀμέσως εἰς θέσιν.
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίνος νόμου ὑπέβαλε τὴν κύρωσιν ὁ κ. Βαλασόπουλος;
§87ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ καταργήσεως τῶν ἑξηκονταρχῶν, ὅστις ἐψηφίσθη δὶς μόνον, ἐν τούτοις ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα καὶ ἐδημοσιεύθη.
§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.
§89ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διέκοψα κανένα ἀγορεύοντα· παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτουν. Ἀπαντῶ δὲ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶπεν ὅτι ἦλθον ἀπὸ τὴν Τρίπολιν, ἵνα ὑποστηρίξω τὸ ὑπουργεῖον. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τὸ ὑπουργεῖον μόνον εἰς τὰς νομίμους ἐνεργείας του καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἐκνόμους, καὶ τοῦτο θέλω πράξει πάντοτε, δὲν θὰ ἦμαι τυφλὸν ὄργανον κανενὸς, καὶ ὅστις νομίζει τὸ ἐναντίον σφάλλει ὡς ἀποδεικνύεται ἀπὸ τῶν ἐνεργειῶν μου, ἀπὸ τὸ 53 μέχρι τέλους ποτὲ δὲν ἠκολούθησα κανένα τυφλά. Δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ἐνδόμυχον τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος καὶ νὰ ἐξετάσω τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὸν βαθμὸν αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη διὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔχουσι τὰ πρακτικά, μετὰ μεγίστης δὲ βραχυλογίας θέλω ἐπιληφθῆ καί τινων ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισαν ὅτι δύνανται σήμερον ν’ ἀναφέρουν καὶ νὰ πραγματευθοῦν. Βεβαίως, κύριοι, συναισθάνομαι ὅτι ἐρχόμενος ν’ ἀποκρούσω τὸν ἀγορεύσαντα, ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ μὲ ἀκροασθῆτε ἀταράχως καὶ ἀνεκτικῶς, διότι ὑπολείπομαι πολὺ ὡς πρὸς τὴν τέχνην καὶ τὴν εὐκολίαν τοῦ λέγειν. Διὰ δύο μέσων ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἠθέλησε νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν χθὲς νὰ γίνῃ συνεδρίασις· πρῶτον ἀρνούμενος ὅτι ἐπῆλθεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ δεύτερον ὅτι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὔριον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ Κυριακὴ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς συνεδριάζοντες τὸ Σάββατον νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ἐκλήθημεν διὰ τὴν Κυριακήν. Ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη ἡ ἄλλως τε λίαν πνευματώδης ἀποκαθίσταται ματαία, διότι τότε θέλω τὴν παρεδέχθη, ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν συνεδριάζαμεν ἦτο Σάββατον καὶ ὅτι ἡ ἑπομένη τοῦ Σαββάτου εἶναι Κυριακὴ, καὶ ἂν θέλητε νὰ τὸ ὁμολογήσητε εἶσθε κύριοι, ἐγὼ ὅμως θὰ εἴπω, ὅτι πάντοτε μετὰ τὸ Σάββατον ἔρχεται ἡ Κυριακὴ καὶ οὐχὶ ἡ Δευτέρα. Δεύτερον, εἶπεν, ὅτι ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυριακὴ δὲν ἦτο προωρισμένη διὰ τὴν συνεδρίασιν καὶ ἀπὸ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνήλθομεν, διότι ἦτο εἶπε μία καὶ τρία τέταρτα. Τὰ πρακτικὰ πρῶτον ἀναφέρουν τὴν 1ην ὥραν, ἑπομένως προσέθηκε καὶ ¾ εἰς τὸν χρόνον τῆς συνεδριάσεως. Πολλάκις γνωρίζετε ὅτι συνήλθομεν καὶ ἀργὰ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἑορτὴ, καὶ ἄνευ εἰδοποιήσεως. Ἂν χθὲς δὲν συνήλθομεν ἐνωρὶς, εἶναι διότι εἴχομεν ἐπισκέψεις νὰ κάμωμεν πρὸς συναδέλφους καὶ διὰ τοῦτο ἐβραδύναμεν. Ὁ κύριος Δεληγεώργης εἰς τὴν ὁρμὴν τοῦ λόγου του, ἴσως ἡ ῥύμη τοῦ λόγου του τὸν ἔφερεν ἐκτὸς, εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς χθὲς παρεσύρθημεν, ἡ πλειονοψηφία παρεσύρθη νὰ κάμῃ ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτον εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσῃ, δηλαδὴ μᾶς ἀποδίδει κἄτι τι περισσότερον ἀπὸ βλακίαν, μᾶς ἀπέδωκεν ἠλιθιότητα· καὶ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελεν ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀποφασίσει ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς τοσοῦτον μ’ ὅλην τὴν μεγαλοφυΐαν του καὶ ὀξύνοιάν του, καὶ μὲ ὅλην τὴν κρίσιν του, τοὐλάχιστον θέλει παραδεχθῆ ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸν κοινὸν νοῦν, καὶ ὅτι συνεπείᾳ τοῦ κοινοῦ νοὸς ἤλθομεν καὶ ἀπεφασίσαμεν κατὰ πεποίθησιν, καὶ κατὰ συνείδησιν. Ὅ,τι εἶπεν εἰς ἡμᾶς δύναται ν’ ἀποδοθῇ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὅταν ὡς πρωθυπουργὸς ἤρχετο καὶ ἔφερνε νομοσχέδια καὶ τὰ ἔπερνε διὰ τῆς συμπολιτεύσεως, ἡ ὁποία τὸν ὑπεστήριζε, τὰ ἔφερνε διότι παρέσυρε τὴν συμπολίτευσιν, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ αἰτιᾶται αὐτὸν διὰ τὸν ἴδιόν του λόγον. Κάμνει καὶ μίαν ὑπόθεσιν, ὅτι ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις δὲν εἶχεν αὐτὸν τὸν φαινόμενον σκοπὸν τοῦ νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις ἡ ἀφορῶσα τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὁ κύριος σκοπὸς ἦτο τοῦ νὰ καλυφθῇ πᾶσα ἔκνομος ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὴν διὰ τὴν παράνομον χρῆσιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων καὶ δι’ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε. Βεβαίω, καθ’ ἕνας εἶναι ἐλεύθερος νὰ κάμῃ μίαν ὑπόθεσιν, καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Δεληγεώργης ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ κάμω μίαν ἄλλην· ἑπομένως ἐγὼ κάμνω τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι οἱ ἀπολειφθέντες χθὲς δὲν ἦλθον, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἔλθουν, διότι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ψηφοφορήσουν, ὅπως ἐπεθύμουν· καὶ διὰ τί δὲν ἦλθον νὰ ψηφοφορήσωσι; διότι ψηφοφοροῦντες κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ ἐψηφοφόρουν κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ των, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ὡς εἶναι συντεταγμένος, ἂν ἀφαιρεθῶσιν ἀπ’ αὐτοῦ ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνεται διὰ προηγουμένας ἐνεργείας, ἀποβαίνει μικρότερος καὶ ἐκείνου τῶν 1865, εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι προηγούμεναι ἐνέργειαι παρήγαγον τὴν ἀνάγκην τῶν χρεωλυσίων καὶ τόκων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Δεληγεώργης στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀποχῆς του ἔκαμε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ὑπεκλάπη ἡ συζήτησις, ἡμεῖς δὲ κάμνομεν ἐπίσης τὴν ὑπόθεσιν ὅτι δὲν ἐτόλμων νὰ ψηφοφορήσουν· καὶ ἤθελε μὲν ἀπὸ τῶν ἰσχυρισμῶν του εἰς τὸ νὰ ἐξαγάγῃ ἓν συμπέρασμα νὰ μεμφθοῦν σήμερον τῶν κ. κ. ὑπουργῶν καὶ τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἠδύνατο, εἶπε, νὰ κάμῃ τὸ ὑπουργεῖον χρῆσιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν 100 ἑκατομμυρίων, διότι ἀφώρα τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν σημείωσιν, τῆς ὁποίας ἀντίγραφον ἔλαβε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅλα αὐτὰ θέλουν καταταχθῆ, καλῶς ἐξεταζόμενα, εἰς τρεῖς κατηγορίας. Ἡ πρώτη κατηγορία ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀναβαίνει εἰς 16 ἑκατομμύρια περίπου, ἀφορᾷ κεφάλαιον πληρωμένον, ἀφορᾷ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπήγασαν ἕνεκα αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, καὶ ὧν αἱ πλεῖσται ἦσαν ὑποχρεώσεις ἐπὶ τῶν προκατόχων ὑπουργείων συσταθεῖσαι.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα;
§91ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 16 ἑκατομμύρια περίπου.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, κ. πρόεδρε.
§94ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐθυμεῖσθε καὶ σεῖς αὐτὸ, διότι ἐλέχθη. Πῶς ἠδύναντο λοιπὸν ν’ ἀρνηθοῦν οἱ ὑπουργοὶ τὴν πληρωμὴν αὐτήν; Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ διὰ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὰ καθέκαστα καὶ δὲν ἔχω τὴν σημείωσιν τῶν προηγουμένων συζητήσεων, ν’ ἀναφέρω ὡρισμένως τοὺς ἀριθμούς, διότι οἱ ἀριθμοὶ διαφεύγουν εὐκόλως τὴν μνήμην· σήμερον πρόκειται ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς ἢ ὄχι· δὲν προσεβλήθησαν ὡς πρὸς τὸ ἐμπεριεχόμενον, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἐπιτετραμμένον ἢ μὴ νὰ γίνῃ ἡ συνεδρίασις χθές. Κανεὶς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων, οἵτινες χθὲς δὲν ἦλθον, ἂν δὲν ἦσαν ἔξω εἰς τὸν περίβολον, ἂν δὲν ἐγνώριζον τὴν συνεδρίασιν· τινὲς μάλιστα μοὶ εἶπον ὅτι θέλουν εἰσέλθει, ὅταν καὶ ἐγὼ ἠρχόμην ἐδῶ. Ὥστε ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ὑπεκλάπη ἡ συνεδρίασις εἶναι ἐθελόκακος ἢ τοὐλάχιστον ὅλως ἐσφαλμένος· ἠδύναντο νὰ ἔλθουν, ἠδύναντο νὰ συζητήσουν καὶ ἂν δὲν ἐπήρκει ἡ ἡμέρα ἕνεκα τῶν ἐγγεγραμμένων πρὸς συζήτησιν, ἠδύνατο νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις καὶ διὰ σήμερον καὶ δι’ αὔριον· σήμερον ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ λόγος ἀκυρώσεως τῶν πρακτικῶν, ἀφοῦ δὲν ἦλθον κατὰ τὸν χρόνον νὰ προτείνουν ὅλα αὐτά· χθὲς ἐγένετο ἡ συνεδρίασις οὔτε ἦτο ἄκυρος ἀφοῦ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή. Τὸ διάταγμα διὰ τὰς ἑορτὰς εἶναι διὰ τὰ γραφεῖα· θέλετε νὰ ὑπαγάγητε καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν τάξιν τῶν γραφείων, νὰ τὴν κάμητε εἰρηνοδικεῖον καὶ πρωτοδικεῖον; αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ εἴπῃ παντοῦ, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἐπίστευον νὰ τὸ ἀκούσω αὐτὸ ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§96ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι προτήτερα ὁ κ. Μίλησης.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠξεύρω διὰ τὶ μὲ λησμονεῖτε πάντοτε, κ. πρόεδρε· αὐτὸ εἶναι ἀληθῶς ἓν privilegium onerosum.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§99ΜΙΛΗΣΗΣ. Βαρεῖα κατηγορία, κύριοι, ἀπηυθύνθη ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου κατὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως καὶ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, κατηγορία, ἀφορῶσα οὐ μόνον τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, ὅπερ στηρίζεται ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν ἠθικήν, Ὁ κ. Δεληγεώργης ῥητῶς καὶ σαφῶς, μοὶ φαίνεται, εἶπεν, ὅτι ὁ πρόεδρος παρεμόρφωσε τὰ πρακτικὰ τοῦ Σαββάτου, προκαλέσας, τῇ συναινέσει καὶ τῆς κυβερνήσεως, συνεδρίασιν, εἰς ἡμέραν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν συνέρχεται τακτικῶς, καὶ ἑπομένως διὰ νὰ γίνῃ κατ’ αὐτὴν συνεδρίασις, ἔπρεπε νὰ προϋπάρξῃ ἀπόφασις τοῦ σώματος. Ἐπερίμενα, κύριοι, ν’ ἀκούσω τὴν ἀπολογίαν τῆς κυβερνήσεως, ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. προέδρου, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπολογία ἐφάνη οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν. Σιγὴ βαθεῖα ἑκατέρωθεν.
§100ΔΑΓΡΕΣ. Θ’ ἀκούσῃς τὴν ἀπολογίαν τῆς πλειονοψηφίας.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πλειοψηφία, κ. Δαγρὲ, ὅπως διατυπώνωμεν τὴν κατηγορίαν, εἶναι τὸ θῦμα καὶ ὄχι ὁ ἔνοχος.
§103ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὰ εἶναι διὰ νὰ περνᾷ ὁ καιρός.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε — Ὁρίστε, κ. Βουλευτά· ὕστερον θὰ ὁμιλήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐγώ.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἦλθον, κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τρίτος ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου.
§106ΠΙΠΙΝΟΣ. ... (Θόρυβος).
§107ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Πιπῖνος ἂς ᾖναι βέβαιος ὅτι δὲν συλλογίζομαι διόλου τὰ πρόσωπα. Ἰσχυρίζομαι, κύριοι, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν καλὴν πίστιν ὑμῶν ὅλων πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι τὸ σάββατον ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν, ὅτι θὰ ἔχῃ συνεδρίασιν τὴν Κυριακήν. Τοῦτο εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως. Πόθεν ἔλαβε λοιπὸν τὸ δικαίωμα ὁ κύριος πρόεδρος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ὁποίου συντάσσονται τὰ πρακτικὰ, πόθεν ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ σημειώσῃ εἰς αὐτὰ τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εἰς τὴν θέσιν τοῦ προέδρου κάθηται ἀνὴρ λίαν ἐντριβὴς περὶ τὰ πολιτικὰ, ὅστις ἐγήρασεν εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Πρὶν ἢ καθήσῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ κ. Χρηστίδης, ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ, ἂν δὲν τὸ ἐγνώριζεν ἐκ πείρας, ὁποῖα σεμνὰ καθήκοντα ἐπιβάλλει αὐτὴ ἡ θέσις· καὶ διὰ νὰ τὸν βοηθήσω ἤδη εἰς τὴν μελέτην ταύτην, ἧς ἔχει ἀνάγκην, τοῦ συνιστῶ τὸ τελευταῖον σύγγραμμα τοῦ Prévaust-Paradol. Ἐκεῖ θὰ ἴδῃ ὁποῖα καθήκοντα σοβαρὰ ἅμα καὶ ἀκροσφαλῆ ἐπιτελεῖ ὁ πρόεδρος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ὁ πρόεδρος, κύριοι, δὲν εἶναι ὄργανον τῆς πλειονοψηφίας, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι καθαρὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ σώματος, καὶ ἡ ὑψίστη, ἡ ἱερὰ αὐτοῦ ἀποστολὴ εἶναι νὰ προασπίζηται εὐθαρσῶς τὸ δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας, ἀπέναντι τῶν ἐπιδρομῶν τῆς πλειονοψηφίας.
§108Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ κάμνει.
§109ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶσθε κύριος νὰ τὸ πιστεύσητε, ἂν τὸ πιστεύητε. Νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ κλείεται κατ’ οὐδένα τρόπον ἡ συζήτησις καὶ νὰ ᾖναι ἐν παντὶ τύπος εὐθύτητος καὶ δικαιοσύνης. Τοιουτοτρόπως ἐπιβάλλει ὁ πρόεδρος, γινόμενος ὑπόδειγμα νομιμότητος καὶ εὐθύτητος εἴς τε τὴν μειονοψηφίαν καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ποῦ λοιπὸν εὗρεν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. πρόεδρος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὸ σάββατον, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔχῃ τὴν ἐπαύριον συνεδρίασιν; Δὲν ἐνθυμεῖται ὁ κ. πρόεδρος ὅτι ἐντεῦθεν μὲν ἐφώναζον «αὔριον κυριακὴν», ἐκεῖθεν δὲ ἐφώναζον, «μεθαύριον τὴν δευτέραν», ἢ μήπως μὲ τὸ ἕνα αὐτὶ ἀκούει ὁ κ. Πρόεδρος καὶ μὲ τὸ ἄλλο δὲν ἀκούει; Ἡ κυβέρνησις δὲ, κύριοι, ἀπορῶ πῶς παρέστη εἰς τοιαύτην συνεδρίασιν, ἐνῷ ῥίπτουσα ἓν βλέμμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἔβλεπεν ὅλην μίαν πλευρὰν αὐτῆς ἀποῦσαν; Ποῦ μένει οὕτως ἡ καλὴ πίστις, τὴν ὁποίαν διακωδωνίζουν ἐδῶ μὲ τόσον στόμφον καθ’ ἑκάστην; ποῦ μένει ἡ ἠθικὴ δύναμις τῆς πλειοψηφίας, ὅταν τὴν καταβιβάζουν εἰς τοιαύτας πράξεις; ποῦ μένει ἡ ἠθικὴ δύναμις αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, ὅταν ἔρχηται καὶ ὑφαρπάζει τὸν προϋπολογισμὸν ἄνευ συζητήσεως; ὅταν καί τοι γινώσκουσα, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι τόσοι βουλευταὶ, προκαλῇ μίαν λαθραίαν συνεδρίασιν, καὶ ἀπούσης ἐν σώματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὠθεῖ τὴν πλειοψηφίαν νὰ προβῇ ἄνευ συζητήσεως, καὶ λαμβάνῃ ἀκόμη καιρὸν νὰ ἐγκρίνῃ ἡ ἰδία τὴν πολιτικήν της, τὰς ἐκτάκτους δαπάνας της καὶ τὴν διοίκησίν της; Δὲν μᾶς λέγουν οἱ κύριοι ὑπουργοί, οἱ καυχώμενοι ἐπὶ νομιμοφροσύνῃ, οἱ διασαλπίζοντες ὅτι εἶναι τέκνα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, εἰς ποῖον μέρος εὗρον ὅτι ἐγκρίνουν οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ διὰ τῆς ψήφου των τὴν πολιτείαν, τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διοίκησίν των; εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου, εἰς ποῖον ἔθνος, οἱονδήποτε θέλουν ἂς λάβουν, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐτῷ σκιὰ ἡ ἐλαχίστη κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, ἡ κυβέρνησις διὰ τῶν ψήφων αὐτῆς ἐσχημάτισεν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, ἀπέκλεισεν ὁλόκληρον τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἐπεδοκίμασεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἰδίαν της διαγωγὴν καὶ τὴν ἰδίαν της πολιτικήν; Ἐπιθυμῶ νὰ μὲ φωτίσουν περὶ τούτου οἱ κ.κ. ὑπουργοί, ἰδίως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις συχνὰ πυκνὰ ἐπαναλαμβάνει παραδείγματα ἐκ τῆς Ἀγγλίας. Καὶ πότε, κύριοι, ἐπράττεται τοῦτο; ὅταν δύο μερίδες διόλου δὲν ἀντεπροσωπεύθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν δύο ἀποχρώσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως διόλου δὲν ὡμίλησαν ἐντεῦθεν, καὶ χωρὶς ἀκόμη νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀνάγκη· διότι ἂς μᾶς ἀποδείξουν τέλος πάντων ποία ἡ μεγάλη ἀνάγκη, ἥτις τοὺς ἔκαμε νὰ συνεδριάσουν χθές; διατί ἔσπευσαν νὰ λάβουν λαθραίως μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ἤμεθα παρόντες ἡμεῖς; ἦτον ἆράγε ὁ Χόβαρτ εἰς τὴν Σύρον ἢ εἶχον ἀνάγκην κατεπείγουσαν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἀλλ’ ἀπατῶμαι, ὑπῆρχε μία ἀνάγκη, ἀνάγκη μεγίστη, ἥτις τοὺς ὤθησε νὰ σπεύσουν, τὴν ἀνάγκην δὲ ταύτην σᾶς τὴν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου· ἤθελον νὰ κλείσωσιν ὁπωσδήποτε τὴν συζήτησιν, ἤθελον νὰ κλείσουν τὸ στόμα μας, ἤθελον ν’ ἁρπάσουν μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Εἶχεν ἀρχίσει ἤδη, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἡ ἐξέλεγξις τῆς πολιτικῆς των, ἡ συζήτησις ἐφέρετο ἐπὶ ἐδάφους καυστικοῦ, τὰ γεγονότα ἐπήρχοντο ἀλλεπάλληλα καὶ ἡ σιωπὴ ἀπέναντι τοιούτων γεγονότων καὶ τοιαύτης ἐξελέγξεως δὲν ἦτο πλέον δυνατή· ἀλλὰ καὶ τί ν’ ἀπαντήσουν! Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου παρουσίασεν ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους τὴν ἐπαύριον ἀνῄρεσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ τίποτε περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε τί σκέπτεται ἐν γένει νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ πτωχὸν ἔθνος ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν· ἡ σιωπὴ δὲν ἦτο δυνατή, ἡ ἀπάντησις ἦτο δύσκολος. Ἡ συζήτησις λοιπὸν ἔπρεπε νὰ κλείσῃ ἀντὶ πάσης θυσίας. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔσπευσαν. Τὸ ἔθνος ἂς κρίνῃ. Ὁ κ. Ταμβακόπουλος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ζητοῦμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν· ἀλλ’ ὁ κ. Ταμβακόπουλος ἐπλανήθη. Ὄχι, κύριοι, δὲν ζητοῦμεν, δὲν θέλομεν νὰ σᾶς ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην μας· σεῖς θὰ ἔχετε ἐπὶ παντὸς ζητήματος τὴν τελευταίαν λέξιν, σεῖς θὰ ἐκφέρητε πάντοτε τὴν ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ὅπως καὶ τὸ Σάββατον σᾶς εἶπον, ἡμεῖς ἔχομεν ἐν τούτοις ἓν δικαίωμα ἱερὸν, ἀναπαλλοτρίωτον, ἀναφαίρετον, τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως, τοῦ λόγου. Ἀδιάφορον δὲ ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἤθελεν ἔχει ὁ λόγος ἡμῶν εἰς τὴν συνείδησίν σας· μὴ νομίζετε ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁμιλοῦμεν μόνον πρὸς σᾶς, ὄχι· ὁμιλοῦμεν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὴν ἱστορίαν. Εἴχομεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἰδέας μας, νὰ παραστήσωμεν, ὅτι βαίνοντες, ὅπως βαίνομεν, θὰ φθάσωμεν ταχέως εἰς τὸν ὄλεθρον, καὶ σεῖς εἴχετε τὸ καθῆκον νὰ μᾶς ἀκούσητε, εἴχετε τὸ καθῆκον νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε ν’ ἀναπτύξωμεν εὐρύτατα τὰς ἰδέας μας· οὐδεὶς δὲ φθόνος κατόπιν διὰ τὴν ἀπόφασιν· ἂς ἀνελάμβανεν ἕκαστος τὴν εὐθύνην τῆς ψήφου του. Ἂν δὲ, κύριοι, ἀφίνετο ὁ λόγος ἐλεύθερος, ἂν δὲν ἐκλείετο ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον σκοπὸν νὰ λάβουν τὸν λόγον ἤθελον σᾶς εἴπει σπουδαιότατα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀκούσητε.
§110Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἠμποροῦν νὰ τὰ εἰποῦν καὶ τώρα.
§111ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀνοίξατε τὴν γενικὴν συζήτησιν.
§112Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι, εἰς τὰ καθέκαστα.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸς τοῖς ἄλλοις ἤθελον εἴπει καὶ ἓν πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο καὶ αὐτὸς ὁ διακόψας με ὑπουργὸς σύμφωνος, ὅτι ἡ σημερινὴ κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἄλλην ἀποστολὴν ἢ μόνον νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον τῆς παραδοχῆς τοῦ πρωτοκόλλου τῶν Παρισίων, καὶ νὰ καταθέσῃ τὸ χαρτοφυλάκιον· εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κ. Πετσάλη;
§114Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι.
§115ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω τὸν κ. Πετσάλην ν’ ἀναιρέσῃ τὸν κύριον Πετσάλην.
§116Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μὲ παρεξηγεῖς, κύριε.
§117ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἤθελον, κύριοι, εἴπει ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἔλαβε τῆς Βουλῆς τὴν συγκατάθεσιν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου, δὲν εἶχε πλέον λόγον ὑπάρξεως.
§118ΤΙΝΕΣ. Ἰδέα του εἶναι.
§119ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι μᾶλλον ἰδέα τοῦ ὑπουργείου, διότι μὲ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ πρόγραμμα ἦλθεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων. Ἐπειδὴ δὲ ἐπιμένει νὰ ἐξακολουθήσῃ διοικοῦν τὸν τόπον, ἤθελον τὸ ἐρωτήσει ποία εἶναι ἡ σημαία του; τί ἦλθε φέρον εἰς τὴν πολιτείαν καὶ ποῖος ὁ πολιτικὸς σύνδεσμος, ὁ συνδέων τὰ ἑπτὰ ταῦτα πρόσωπα; ποία εἶναι ἐν γένει ἡ πολιτική του καὶ ποία ἡ ὀργανικὴ, ἡ θεμελιώδης ἰδέα, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν τῇ πολιτείᾳ; Εἴχομεν δὲ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωμεν αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, διότι ἀφοῦ ὑπέστημεν ἤδη οἰκτρότατον ναυάγιον, ἀφοῦ ἐδρέψαμεν τὸν πικρὸν καρπὸν μακροῦ τριακονταετοῦς φαύλου συστήματος, αὐτὴ ἡ καταστροφὴ πρέπει νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὡς σωτήριον μάθημα. Τὸ ἔθνος πρέπει τέλος πάντων νὰ στραφῇ πρὸς ἑαυτό, νὰ ἐξετάσῃ ἐπιμελῶς τὴν θέσιν του, τὴν κατάστασίν του, καὶ νὰ χαράξῃ εἰς ἑαυτὸ ἄλλον δρόμον. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον σήμερον νὰ βαδίζωμεν ψηλαφοῦντες· δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀντιγράφωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἡ ἐποχὴ εἶναι λίαν κρίσιμος καὶ οἱ ἀξιοῦντες νὰ διοικήσουν τὸν τόπον πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ἀρχὰς ὡρισμένας καὶ πολιτικὸν σύστημα ὡρισμένον. Δὲν παρεξενεύθην, ὅτε ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ ὁμιλῇ μετὰ τοσαύτης ἀδιαφορίας καὶ περιφρονήσεως περὶ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν καὶ συστημάτων. Ὅταν τις ἀνατρέφεται εἰς τὴν χαμηλὴν ἀτμοσφαῖραν τῶν γραφείων, καταδαπανᾷ ὁλόκληρον τὸν χρόνον τῆς ζωῆς του εἰς τὸ νὰ γράφῃ μακροσκελεῖς ἐγκυκλίους, ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι οὗτος ποτὲ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κατανοήσῃ οὔτε τὴν ἀξίαν, οὔτε τὴν δύναμιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν (Θόρυβος). Θορυβεῖτε ὅσον θέλετε· ποτὲ δὲν θὰ ἐννοήσῃ, ὄχι μόνον ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀλλὰ πᾶς ὅστις ἀνετράφη ἐντὸς τῶν γραφείων...
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προσωπικὰ, κ. βουλευτά.
§121ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην· τὸ πρόσωπον αὐτὸ μοῦ εἶναι ἀδιάφορον· χαρακτηρίζω ἁπλῶς μίαν τάξιν πολιτευομένων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν γενικῶν ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο φυσικὸν ἦτο νὰ μυκτηρίσῃ ἐντεῦθεν καὶ τὰς πολιτικὰς ἀρετὰς καὶ τὰ πολιτικὰ συστήματα· ἀλλ’ ὅσοι ἐμελέτησαν βαθύτερον καὶ συστηματικώτερον τὸν βίον τῶν ἐθνῶν, ἐκεῖνοι γνωρίζουν, ὅτι τὰ ἔθνη πάντοτε διευθύνονται καὶ κυβερνῶνται ὑπὸ ἀρχῶν καὶ συστημάτων, καὶ ὅτι ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν ἐμφοροῦνται ὑπὸ ἀρχῶν, δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ προΐστανται τῶν δημοσίων, διότι ἐνῷ φαίνονται, ὅτι ἐνεργοῦν καὶ ἐξαντλοῦνται μάλιστα εἰς ἐνεργείας, πράγματι χάνονται εἰς τὰς λεπτομερείας, χωρὶς νὰ γνωρίζουν καὶ αὐτοὶ ποῦ πηγαίνουν. Εἴχομεν λοιπὸν σκοπόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ παρακαλέσωμεν τὴν κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖον εἶναι τὸ πολιτικόν της σύστημα, ὁποίας ἀρχὰς σκοπεύει νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διότι ἂν ἐξακολουθήσωμεν βιοῦντες τὸν βίον, τὸν ὁποῖον βιοῦμεν, ἂν ἐξακολουθήσωμεν διατηροῦντες τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, ἂν δὲν λάβωμεν ἐγκαίρως φροντίδα νὰ λύσωμεν τὰ δεσμὰ τοῦ ἔθνους, νὰ μορφώσωμεν τὸ φρόνημα καὶ ἐξεγείρωμεν τὴν πρωτοβουλίαν αὐτοῦ, καὶ πρὸ πάντων νὰ ὀργανώσωμεν τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τοῦ τόπου, ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι, ὅτι αἰωνίως θὰ ταλαιπωρώμεθα ἐν τῷ μαρασμῷ καὶ τῇ ἀγωνίᾳ, καὶ οὐδέποτε θὰ ἐξέλθῃ ἐξ ἡμῶν τίποτε μέγα, τίποτε γενναῖον, τίποτε ἀνδρικόν. Εἶναι δὲ ὑπέρποτε καιρὸς νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα ῥιζικὰ μέτρα· διότι βλέπετε ὅτι ὅλοι περὶ ἡμᾶς προχωροῦν, τὰ γεγονότα δὲ διαδέχονται τὸ ἓν τὸ ἄλλο μὲ ταχύτητα ἔκτακτον· ὥστε εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν ὁ λαός, ὁ ὁποῖος δὲν προοδεύει, εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ πλακωθῇ ἀπὸ τοὺς ὄπισθεν ἐρχομένους. Ἀνάγκη λοιπόν, κύριοι, ν’ ἀναπτύξῃ ἡ κυβέρνησις τὸ πολιτικόν της σύστημα, ἀνάγκη νὰ ἐκθέσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἰδικάς μας ἰδέας, ὅπως διαγνώσωμεν τὸ καταβιβρῶσκον ἡμᾶς κακὸν καὶ ἐξεύρωμεν τὴν θεραπείαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ μία πρᾶξις, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, μᾶς ἐμπόδισε. Δὲν ἠδυνήθημεν λοιπόν, κύριοι, οὔτε τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως νὰ ἐξελέγξωμεν, οὔτε τὴν διοίκησιν αὐτῆς, τουτέστι τὴν πολιτικήν της ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ ἐξετάσωμεν· δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἴπωμεν τίποτε περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τίποτε περὶ οἰκονομικῶν μέτρων, τίποτε περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, τίποτε περὶ τῶν λοιπῶν κλάδων τῆς διοικήσεως. Εἰς τὰ καθέκαστα δὲ θὰ μᾶς εἴπωσι «περιορισθῆτε εἰς τὸ κονδύλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ συζήτησις». Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, εἶναι αὕτη διαγωγὴ ἁρμόζουσα εἰς κοινοβούλιον σοβαρὸν καὶ εἰς κυβέρνησιν σεβομένην ἑαυτήν; Κύριοι, νομίζω ὅτι ἤθελον σᾶς ἀδικήσει, ἐὰν ἐπέμενον ν’ ἀναπτύξω τὸ προκείμενον θέμα. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις εἶναι πρᾶξις ἀκατονόμαστος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα, ἀναφέρομαι μόνον εἰς τὴν καλήν σας πίστιν, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀκυρώσητε τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν καὶ ν’ ἀνοίξητε τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§123ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι περίεργον, κύριοι, πρᾶγμα πόθεν ἔρχεται σήμερον ἡ ἐπίθεσις· ἔρχεται ἀπὸ τοὺς χθὲς ἀδικήσαντας, διότι ἐκεῖναι αἱ μερίδες, αἵτινες ἀπεχώρησαν χθές, αὐταὶ ἔρχονται σήμερον καὶ παραπονοῦνται. Ὁλόκληρος, κύριοι, ἡ διαγωγὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸ διάστημα τὸ ὀκταήμερον ἀποδεικνύει ὀλιγωρίαν τοῦ κράτους καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὀλιγωρίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν, ὕβριν ὑπερφίαλον εἰς τὴν συμπολίτευσιν (ψιθυρισμοί).
§124ΤΙΝΕΣ. Εἴπομεν νὰ μὴ διακόπτωμεν, κ. πρόεδρε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγορεύων νὰ τὸν ὑπερασπισθῆτε σεῖς.
§126ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Καὶ ταῦτα ἐν μεγίστῃ διαστροφῇ τῆς ἀληθείας· δύναμαι, Κύριοι, νὰ διατυπώσω τὸ σύνολον· ἀρνοῦνται οἱ κύριοι, ὅτι χθὲς ἦτο κυριακὴ καὶ ὅτι ἦτον ἡμέρα ὅτε συνεδριάζομεν. Τὸ κράτος αὐτό, κύριοι, δὲν ἀνήκει εἰς δύο ἢ τρεῖς, καὶ δὲν μᾶς ἔστειλεν ὁ τόπος πρὸς ἄλλον σκοπὸν ἐνταῦθα παρὰ διὰ νὰ βλέπωμεν τί γίνεται καὶ νὰ μεριμνῶμεν περὶ αὐτοῦ. Τί ἐννοῶ, κύριοι, λέγων ὅτι ἔδειξαν ὀλιγωρίαν τῶν συμφερόντων τοῦ κράτους; τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἐπὶ 7 ἡμέρας ἦτο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, ὁ προϋπολογισμός· χείμαῤῥοι λόγων ἐξέῤῥευσαν ἐντεῦθεν· παρέστην εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἐπερίμενον ν’ ἀκούσω σχέδιον οἰκονομικὸν μεταῤῥυθμίσεως διὰ τὸν δυστυχῆ αὐτὸν τόπον, ἀλλ’ οὐδὲν ἤκουσα· 400 ἑκατομμύρια χρέος ἐπιβαρύνει τὸ κράτος αὐτό· εἰς πραγματικήν, εἰς τυπικὴν πτώχευσιν εἶναι ὁ τόπος αὐτὸς καὶ ἐν τούτοις ἐπροχωρήσαμεν τόσον εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν καὶ δὲν ἠκούσαμεν ἢ αἰτιάσεις τινὰς προσωπικὰς μικρὰς καὶ ἀσημάντους· καὶ κατεγίναμεν πῶς νὰ συγχύσωμεν τὴν φύσιν, τὴν οὐσίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ τὴν καχεξίαν τὴν οἰκονομικήν, ἐνῷ τὸ ἓν πρᾶγμα εἶναι ὅλως διόλου διάφορον ἀπὸ τὸ ἄλλο. Φαίνεται, κύριοι, ὅτι ἔχουν τινὲς συμφέρον μέγα εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ συμφέρον καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι κατ’ ἐμὲ μετ’ ὀλιγωρίας ἔγινεν ἡ συζήτησις· τί πράγματα ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσιν; ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις σαφὴς καὶ οἱ κατηγοροῦντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν νὰ ἐκθέσωσι τὸ οἰκονομικόν των σύστημα, ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο. Ἠθέλησαν μόνον νὰ μᾶς ἀποπλανήσωσι, καὶ ὡμίλησαν περὶ τῶν χρεῶν τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς νὰ τὰ ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον αὐτό· τὸ ζήτημα, ἡ πρόθεσις εἶναι τερατώδης, καταντᾷ ἀπίστευτος· καὶ μολαταῦτα εἰς αὐτὸ ἐνησχολήθησαν. Ὁ προϋπολογισμός, κύριοι, εἶναι κατάστασις· ἡ ἔκθεσις τῶν χρεῶν εἶναι ἀναγραφὴ αὐτῶν, δὲν εἶναι αἰτία· ἡ αἰτία εἶναι ὅλως διάφορος καὶ εἶναι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, ἡ πολιτικὴ, ἡ διοίκησις τοῦ κράτους· αὐτὰ εἶναι τὰ αἴτια. Ἀλλὰ περὶ ὅλων αὐτῶν οὐδὲν ἐλέχθη, ἀλλὰ μόνον ἐψιθύθησαν λεπτομέρειαί τινες τῆς διοικήσεως μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ νὰ αἰτιαθῶσί τινας καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὸν σκοπὸν, ὅστις εἶναι πολλάκις φατριαστικός. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν εἶναι μὲν κακὴ, ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι τοιαύτη εἶναι διὰ τὴν σύστασιν τῶν χρεῶν, καὶ οὐχὶ διὰ τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν. Οἱ συνιστῶντες καὶ οὐχὶ οἱ ἀναγράφοντες κάμνουν τὰ χρέη· οἱ ἀναγράφοντες τὰ χρέη καὶ πληρόνοντες αὐτὰ, καὶ μάλιστα ὅταν προκύπτουν ἐκ τῆς διοικήσεως ἄλλων, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κάμνουν ἔργον τιμιωτάτου ἀνδρός, καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἐπαινῶμεν δι’ αὐτὸ καὶ οὐχὶ νὰ τοὺς κατηγορῶμεν. Οὐδὲν, κύριοι, διάφορον σύστημα ἔφερον, διότι εἰς τί κυρίως περιεστράφη ἡ συζήτησις παρὰ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν 15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τῶν συστηθέντων τῷ 1867 καὶ 1868, ἤτοι εἰς τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; εἰς τίποτε περισσότερον· ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, εἴτε οὕτω γινόμενον, εἴτε ἄλλως δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν; δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι μετὰ μεγάλης ὀλιγωρίας διεξήχθη ἡ συζήτησις αὕτη, διότι δὲν ἐξέθεσαν καὶ δὲν ἐκαθάρισαν τὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ ἐπιφέρουν τὴν σύγχυσιν. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν 15 ἑκατομμυρίων δὲν θέλω νὰ τὸ ἀναπτύξω οὐδὲ ν’ ἀναλύσω, θέλω ἁπλῶς νὰ τὸ χαρακτηρίσω· ἰσχυρίζομαι δὲ ὅτι δὲν ἔλαβα μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ὅλως διόλου, ἂν δὲ ἐλάμβανα μέρος θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι τὸ ζήτημα ἀποβαίνει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Δὲν ἔλαβον δὲ μέρος, ὅτι, ἡ διαχείρισις τοῦ 1868 δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύηται μὲ τὴν τοῦ 1869· διότι ἤδη ἐπρόκειτο περὶ προϋπολογισμοῦ καὶ ὄχι περὶ ἀπολογισμοῦ, τὴν θέσιν του δὲ ἔχει τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἠξεύρω τί δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τις, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ καὶ ζητήσῃ τὸν ἀπολογισμὸν ἢ λογαριασμὸν οἱονδήποτε πάντοτε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν γίνεται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δι’ ἐπερωτήσεων. Θέλετε ἤδη νὰ σᾶς εἴπω τί ἔγιναν τὰ 15,000, 000; Διὰ νὰ σᾶς φέρω τὸν κατάλογον καὶ νὰ σᾶς εἴπω τί ἔγιναν αὐτὰ, ἔπρεπε νὰ κατακρίνουν τὸ ὑπουργεῖον καὶ δι’ ἐπερωτήσεων· ἀλλὰ, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τοιαύτη· ποῖον εἶναι τὸ κύριον ζήτημα; εἶναι ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἐθυσίασε τὸ δημόσιον συμφέρον· τί ὑπάρχει δημόσιον συμφέρον; μόνον οἰκονομικῶς ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῶν 15,000,000, ὄχι ὅμως καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ διοικητικήν. Ἡ διοικητικὴ ἴσως εἶναι κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται σήμερον;
§127ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ........
§128ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, πάρετε τοὺς λόγους ὅπως θέλετε καὶ κατόπιν ἂν θέλετε ἀπαντᾶτε.
§130ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θέλεις 21; ἀλλὰ 15 ἑκατομμύρια, 18, αὐτὰ ἀμφισβητήσατε· ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἀλλὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος. Τί ἀπεδείχθη ἐπὶ τέλους καὶ τί εἶναι ἡ κατηγορία; ὅτι ἐπλήρωσαν χρέη τοῦ δημοσίου μὲ τὸ ποσὸν αὐτό, ἐπλήρωσαν χρέη, τῶν ὁποίων ὁ τόκος εἶναι 8, 11, 12% μὲ χρέος τὸ ὁποῖον ἔχει τόκον ὀλιγώτερον. Οἰκονομικῶς ἐξετάζω τὸ ζήτημα κατὰ τοῦ ὑπουργείου· πῶς ἐπέσατε εἰς αὐτὸ τὸ λάθος;
§131ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὲ εἴπετε ποῖα χρέη ἐπληρώθησαν μὲ 8% (θόρυβος).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, μὴ διακόπτετε, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ τοιουτοτρόπως (θόρυβος).
§133ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἠξεύρω ὅτι ἔχει ἀποδειχθῆ καθαρώτατα ὅτι ἐπλήρωσε τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ χρέη, δὲν εἶχε νὰ ἐξοδεύσῃ ἓν ἥμισυ ἢ δύο ἑκατομμύρια διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν τοῦ 1869· δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον καὶ ἐν τούτοις ἔδωκε λόγον ὅτι τὰ ἐξώδευσε προκαταβολικῶς αὐτὰ καὶ διὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου ἡ προκαταβολὴ αὕτη αἴρεται· διότι βέβαια ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία βλάπτει τὴν κοινωνίαν, διότι τὰ γραμμάτια ἠμπορεῖ νὰ ἐκπέσωσι 4%· ἀλλὰ τί εἶναι αὐτό; εἶναι φόρος ἐπιβαλλόμενος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν ᾖναι ἀληθές, διότι ἐγὼ δὲν εἶδον ἐκπεσμὸν τοιοῦτον· ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶχε τὸν τόπον του νὰ ἐξετασθῇ, διότι ἡ οἰκονομικὴ εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, ἡ δὲ διοικητικὴ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Προσθέτω δὲ ὅτι οὐδὲν ἐπιμελητήριον ἐμπορικὸν παρεπονέθη, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβεν αὐτὴν τὴν φροντίδα. Μολαταῦτα ἐνταῦθα ἐζήτησαν τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν συγχύσωσιν, ἠθέλησαν νὰ ῥίψωσι στίγματα ὅτι ἔγινε παρατυπία, δὲν ἐτόλμησεν ὅμως τις νὰ εἴπῃ τι περισσότερον. Λέγω ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν δὲν ἐφάνη ὁ πόνος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἕκαστος ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, διὰ τὸ τόπον καὶ τὸν φορολογούμενον, διότι περιεστράφη ἡ συζήτησις εἰς ἀλλότρια πράγματα, ἀντὶ νὰ περιστραφῇ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν μέσων διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν. Ἀφήσαμεν καὶ παρῆλθεν ὁ χρόνος εἰς λόγους καὶ λέξεις ἄνευ ὠφελείας. Κύριοι, φοβοῦμαι πολὺ διὰ τὸν τόπον ὅτι εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν· ἀλλὰ τὸ κανονικώτατον πάντων εἶναι νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν, καὶ ἂν σταματήσῃ ἐντὸς 5–10 ἐτῶν, ὄχι μόνον θὰ θεραπευθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἤμεθα εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν· ἀλλ’ ἡμεῖς κατατρυχόμεθα εἰς τὸ τίς θὰ γίνῃ ὑπουργός, τίς τὸ ἕν, τίς τὸ ἄλλο. Εἶπον, κύριοι, ὅτι μετ’ ὀλιγωρίας πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου ἐβάδισεν ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι, διότι ἐλέχθη, ὅτι ἡμεῖς οἱ καθήμενοι χθὲς ἐνταῦθα εἴμεθα παράφρονες. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ εἴδατε πόσον καλὰ καὶ φυσικὰ ἐχαρακτήρισε τὸ ζήτημα καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ διοίκησις πάσχει ἕνεκα τοῦ κοινοβουλίου καὶ οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ τὸ πιστεύσῃ. Πρὸς Θεοῦ, κύριοι, ψηφίσατε ὅπως θέλετε, δὲν θέλω νὰ ἔχω τὸ βάρος αὐτό, ἀλλὰ τέλος πάντων διαφέρομεν διὰ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ διοίκησις παραλύει ἐνόσῳ ἡ κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς κρίσεις καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστόν. Οἱ ὀψίγονοι, θιασῶται τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐὰν ἐμελέτων τὸ σύστημα τῆς ἀποσυγκεντρώσεως ἔμελλεν νὰ γνωρίζωσιν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὅπως ἔχουσι τὰ τῆς διοικήσεως, ἡ ἀποσύνθεσις τῆς διοικήσεως, ἐν ὅσῳ διατελεῖ ἡ πάλη αὕτη, ὑφίσταται. Ἔχομεν συγκεντρωτικὸν σύστημα καὶ αὐτὸ ἔχει ἀποτελέσματα, ὅτι ἡ διοίκησις δὲν ὑπάρχει ἄνευ τῆς ἐποπτείας αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως. Ἡ κυβέρνησις εἶναι ἡ μόνη δύναμις διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, διότι οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὰς ἐπαρχίας οὐδεμίαν σχεδὸν ἔχουσι δικαιοδοσίαν. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐρωτῶ, ἐὰν τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἔχῃ καμμίαν ὤθησιν, τί θέλει γίνει;
§134ΜΙΛΗΣΗΣ. Διατί νὰ μὴ γίνῃ ἡ ὤθησις;
§135ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶναι μείζονα τῶν διοικητικῶν· διότι ἀφ’ ἑνὸς τὸ κράτος αὐτὸ, τὸ εἶδος τῆς διοικήσεως δίδει τὸ καθῆκον εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐνασχολῆται εἰς τὰ πολιτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σεῖς οἱ βουλευταὶ θέλετε νὰ ἐξετάσετε· ἐρωτῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε, ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἡ κυβέρνησις δὲν ἐσταμάτησε, καὶ δὲν βλέπομεν ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς ἐδῶ; καὶ μήπως ἡ διοίκησις δὲν χρήζει χρόνου καὶ ὅταν ὁ χρόνος αὐτὸς κατατρύχεται ἐνταῦθα, πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν διοίκησιν; ἀλλ’ ἡ διοίκησις εἶναι λέξις καινὴ, κύριοι, ἡ διοίκησις ἔχει ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τὴν ληστείαν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων· ἡ μὲν ληστεία λυμαίνεται τὸν τόπον, ἡ δὲ στήρευσις τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἀκμάζει· διότι τί ἠξεύρει ὁ εἰσπράκτωρ ὅ,τι θὰ συμβῇ μετ’ ὀλίγον, τί ἠξεύρει ἂν ἐξερχόμενος νὰ κάμῃ εἴσπραξιν, ἐὰν θὰ εἰσπράξῃ καὶ ἐν τῇ ἐπιστροφῇ του θὰ εὕρῃ τὴν παῦσίν του; Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἀποκρούσασα καὶ μὴ πιστεύσασα εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσε περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀποσυγκεντρώσεως, συνετέλεσε πολὺ εἰς τοῦτο, ἀναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω ὅτι τὸ σταματᾷν τὴν Κυβέρνησιν, τὸ σταματᾷν τὴν διοίκησιν εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἶναι ἴσον τοῦ ἀφίνειν τὴν ληστείαν νὰ λυμαίνηται τὸν τόπον καὶ ἀναβάλλειν τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Διετύπωσαν, κύριοι, πρότασιν ἀκυρότητος τῶν πρακτικῶν· ἀφίνω τὸ μέρος τοῦτο, θὰ τὸ ἐξετάσω κατόπιν. Ἀλλὰ λυπηρὸν εἶναι ὅτι ὁ τόπος, ἀφ’ οὗ ἐξηνέχθησαν αἰτιάσεις κατὰ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο, τῆς Βουλῆς αὐτῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν ὤφειλον οἱ λαλήσαντες ὡς ἀντιπροσωπεύουσαν τὴν πατρίδα νὰ ἔχουν σέβας περισσότερον, τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον τίποτε χθὲς δὲν ἔγινεν ἔκνομον. Ὅτι δὲν ὑπῆρχε, κύριοι, ὁ σεβασμὸς, ὅστις ὠφείλετο μεταξὺ ἡμῶν, τοῦτο ἔγινεν ἤδη καταληπτόν· ὁ μὴ σεβασμὸς, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἔγκλημα, διότι εἶναι ἐλάττωσις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ μέγα αὐτὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὴν πατρίδα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχον φράσεις τινὲς, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ τοιοῦτον, μολοντοῦτο, κύριοι, πρῶτον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σέβηταί τις εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ δίκαιον. Ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἀποδεικνύεται αὐτὸ, κύριοι· κατηγόρησαν τὴν πλειονοψηφίαν ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῶν συνεδρίασεν, ὅτι τὰ πρακτικὰ εἶναι πλαστὰ, ἑπομένως ὅτι ἀντεποιήθημεν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν, ὅτι κατεστήσαμεν συνεδρίασιν ἔκνομον, τὸ ὁποῖον, κύριοι, ἔχει τὰ στοιχεῖα τοῦ κακουργήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Τὸ νὰ λάβῃ τις τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικὴν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, τοῦτο εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, ἠδύνατό τις ἐντὸς τοῦ δικαίου του νὰ ἐξενέγκῃ κατηγορίαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω πῶς ἔκλεισεν ἡ συνεδρίασις τὸ Σάββατον τὸ ἑσπέρας; ἐν ὀλίγοις σᾶς λέγω ὅτι ἔφερε πρότασιν εἷς τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀναβολῆς, τὴν ἀπεδέχθη εἷς ὑπουργὸς, ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις· ποῖος δὲν ἐσεβάσθη, κύριοι, τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἰδικήν σας, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία παρεδέχθη; ἀκούσατε, ἐὰν τοῦτο ἦναι σωστὸν, ἀληθινόν· ἤμην παρὼν, κύριοι, εἶχε γίνει λόγος περὶ ἀναβολῆς, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπε τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν συναινεῖ, ὁ δὲ κ. Λομβάρδος εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ὥρισε καὶ εἶπεν αὔριον, καὶ ἐπειδὴ ἦτο Σάββατον, πολὺ εὔκολον ἦτο νὰ ἐννοήσωμεν τότε τὸ αὔριον, ὅτι εἶναι ἡ Κυριακή.
§136ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω κάτι τι;
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούει τὸν κώδωνα). Ἡσυχία, κύριοι.
§138ΜΙΛΗΣΗΣ. Διατί, κ. Πρόεδρε, σᾶς πιάνουν τὰ νεῦρα, ὁσάκις θέλομεν νὰ ἐρωτήσωμέν τι;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ προσέχητε, κ. Μίληση, νὰ μὴ γίνεται ὁ πρόεδρος ἀντικείμενον χλευασμοῦ· διότι ἐγὼ τοιαύτην θέσιν προέδρου δὲν τὴν δέχομαι, τὴν πετῶ κάτω.
§140ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν αὔριον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀναβὰς ἀπεδέχθη· οὐδεὶς ἀντεῖπεν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν ὑποστηρίξας τὴν πρότασιν τὴν προηγηθεῖσαν τοῦ κ. Λομβάρδου, δὲν διετύπωσε νέαν πρότασιν οὐδ’ ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν δευτέραν. Ἐν τῷ συμβιβασμῷ τούτῳ ἐσηκώθη ἡ Βουλὴ καὶ ἀνεχώρησε· οἱ δὲ βουλευταὶ ἐφώναζον, αὔριον, αὔριον, καὶ εἰς τὸ αὔριον ὅλοι ἦσαν σύμφωνοι, διότι ἠννόουν «οὐχὶ ἀπόψε» καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ πλεῖστοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐφώνουν αὔριον. Ὅτε δὲ οἱ βουλευταὶ διεσκορπίζοντο, ἠκούσθησαν φωναί τινες, τὴν δευτέραν, τὴν δευτέραν, φωναὶ ἐλαφραὶ, μὴ σπουδαῖαι δηλαδὴ, διότι δὲν διετυπώθησαν εἰς πρότασιν. Ἡ πλειοψηφία ἡ ἀποδεχθεῖσα τὴν σύμβασιν μεταξὺ ἑνὸς τῶν προεστώτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ἐξεφράσθη τὸ αὔριον. Διὰ νὰ παραπονεῖσθε ὅμως σήμερον, λέγετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ πρότασις, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλά, κύριοι, ὑποστηρίζω, ὅτι ἔχετε ἄδικον ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν. Ἡ ἡμερησία διάταξις προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ προέδρου τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ὁ πρόεδρος ὡς πρὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὁ πρόεδρος ἀποφασίζει, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἀπαγορεύσῃ ἢ διατάξῃ ἄλλως. Σᾶς φέρω δ’ ἓν παράδειγμα, ἂν μίαν ἑσπέραν συνεδριάζοντες διαλυθῶμεν χωρὶς νὰ εἴπωμεν τίποτε, δὲν θὰ συνέλθωμέν ποτε ἐδῶ; Ὁ πρόεδρος λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν, διότι ἡ διοίκησις ἀνήκει εἰς αὐτὸν, ἡ δὲ συγκάλεσις τῆς συνεδριάσεως εἶναι διοίκησις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κανονισμὸς δὲν λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συνεδριάσεως ἀλλ’ ὁ πρόεδρος τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς, ἥτις προκύπτει ὡς τεκμήριον, juris et de jure, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαγόρευσις, καὶ ἀπαγόρευσις σπουδαία ὑπάρχει ἂν διατυπωθῇ πρότασις, ἀλλὰ τοιαύτη δὲν διετυπώθη. Δύνασθε δὲ σεῖς ἤδη νὰ εἴπητε εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν; καὶ πῶς ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἐγνώριζε; Χθὲς ἦτο τόσον ἀκροατήριον ὅσον καὶ σήμερον σχεδόν· καὶ τὸ θεωρεῖον τῶν κυριῶν ἦτο πλῆρες καὶ καθὰ ἤκουσα, ἦσαν καὶ συγγενεῖς σας, τῶν ἀντιπολιτευομένων. Χθὲς, κύριοι, ἡμεῖς συνηντήθημεν πρὸς ἀλλήλους ἕνεκα τῆς ἑορτῆς, καὶ ὅπου συνηντήθημεν εἴπομεν ἔχομεν συνεδρίασιν· πανταχοῦ ἦτο πασίγνωστον τοῦτο. Ἡ συνεδρίασις ἤρξατο τὴν 12 καὶ ὠφείλαμεν νὰ προβῶμεν καὶ προέβημεν, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ χέρι κανενὸς νὰ παραλύῃ τὰς ὑψηλὰς τῆς Βουλῆς λειτουργίας· εἰς τὰς 3 τὴν ἀπόφασίν μας ἐξεδηλώσαμεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καὶ ἐνθυμηθῆτε τί ἐννοῶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἀρχομένης τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως μέχρι τοῦ πέρατος ἠδύναντο νὰ συνέλθουν οἱ ἀπόντες καὶ ἂν ἦσαν καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ οὐχὶ ἐδῶ. Δὲν παίζομεν, κύριοι· ἠθελήσατε ν’ ἀποχωρήσητε, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ παραλύσῃ ἡ Βουλή; πρέπει νὰ παραλύσῃ ἡ διοίκησις, διότι ἐχρειάζοντο νὰ γίνουν μεταξύ σας διαπραγματεύσεις τινές; ἂς μάθῃ ἕκαστος, ὅτι παρῆλθεν ὁ καιρὸς ἐκεῖνος· ὅλοι βλέπομεν ἐδῶ, καὶ ὅλοι ἐννοοῦμεν καὶ ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸν τόπον αὐτόν. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ὀνόματα, δὲν θέλω νὰ τραχύνω τὰ πράγματα, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπῆρχόν τινες ἐνταῦθα καὶ ἀνεχώρησαν. Τώρα, πιστεύετε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔλεγχον συνειδήσεως ἡμεῖς διὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ σᾶς ἴδωμεν ἐδῶ πέριξ μὲ τὰ μάτια μας, ἀφοῦ ἠξεύρατε ὅτι τὸ σάββατον τῇ προτάσει τῇ ἰδικῇ σας ἀπεφασίσθη διὰ τὴν Κυριακὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις; Δύνασθε νὰ μᾶς ὑβρίζετε· ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ἀποδείξητέ ποτε, ὅτι ἔχομεν ἄδικον. Δὲν ἔχομεν ὅμως οὐδεμίαν ἀνάγκην τῆς ἀποφάσεώς σας. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐξενέγκω κατηγορητήριον, ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς κατηγορίας, καὶ δυστυχῶς τὴν φορὰν ταύτην ὑπάρχει κατηγορία οὐχὶ κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ κατὰ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἀφοῦ μᾶς λέγετε, ὅτι ἐπλαστογραφήσαμεν τὰ πρακτικὰ, ἢ ὅτι διεστρέψαμεν τὰ γεγονότα. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι ἀληθῆ· ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡμεῖς ἐκάμαμεν τὸ καθῆκόν μας, σεῖς δὲ οὐχί· ἀπεχωρήσατε, διότι τὸ αὐτό ἐστὶν ἀποχώρησις ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ἐκ προθέσεως μὴ ἔλευσις. Σᾶς προσθέτω, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς συζητήσεις τὰς τελευταίας, τὰς σπουδαίας, δὲν ἐνθυμήθητε, ὅτι τὸ ἔθνος ὀφείλει 400,000,000, ὅτι ἡ ὑπογραφή του δὲν ἔχει πέρασιν, διὰ νὰ σκεφθῆτε καὶ μελετήσετε, πόθεν προέρχεται τὸ κακόν. Περὶ τακτοποιήσεως χρεῶν οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, ἀλλὰ μόνον περὶ διαχειρίσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τρέμωσι τὴν ὀργὴν τοῦ Κυρίου ἐκεῖνοι, ὅσοι ἐσύστησαν τὰ χρέη, ἂν τὰ ἐσύστησαν διὰ προσωπικοὺς λόγους, καὶ οὐχὶ οἱ πληρόνοντες αὐτά. Τὰ πάντα, κύριοι, ἔχουσι κακῶς, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι εὐθεράπευτον, ἅμα λείψῃ ὁ ἄγριος φατριασμός, εἰς τὸν ὁποῖον ἐν συνόλῳ ἐφθάσαμεν. (εὖγε, εὖγε).
§141ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποτὲ, κύριοι, τὰ σοφίσματα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπικαλύψωσι τὴν ἀλήθειαν· ἡ ἀλήθεια, κύριοι, ἔχει τὰς ἀκτῖνάς της λίαν διαπεραστικάς, διὰ τῶν ὁποίων διασχίζει τὸν πέπλον τῶν σοφισμάτων καὶ τὰ παριστάνει ὅπως εἶναι γυμνὰ καὶ τερατώδη εἰς τὰς ὄψεις τῆς κοινωνίας· ἤρχισε, λέγει, ἡ ἐπίθεσις ἀφ’ ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὑπεράσπισις, τοὐτέστι, ἡ ἐπίθεσις ἤρχισεν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν συμπολίτευσιν, ἐνῷ ἔπρεπε σήμερον νὰ ἔχῃ τὴν ἐπίθεσιν ἡ συμπολίτευσις πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Θὰ ἐξετάσω, κύριοι, αὐστηρῶς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος τούτου, καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν πράγματι ὁ κ. Ῥοντήρης εἶχε δίκαιον ν’ ἀντιστρέψῃ οὕτω πως, ὡς ἀντέστρεψε τὰ πράγματα. Κατέκρινε, κύριοι, καὶ κατέκρινεν ὄχι τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους ἠθέλησε νὰ ὑπερασπισθῇ, εἶπεν, ὅτι ἡ ἀδράνεια ἁπάσης τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπερφίαλος· ὑπερφίαλον, εἶπε, τὴν ἀδράνειαν τῆς Βουλῆς, τίς, κύριοι; ὁ κ. Ῥοντήρης. Τὸν κ. Ῥοντήρην κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ δὲν εἶδον παρὰ εἰς μίαν ἐξέλεγξιν ἐκλογῆς, λίαν σπουδαίαν καὶ εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Ῥοντήρης κατέκρινε καὶ ἐπέκρινε πολλὰ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν ἔλαβον τὸν λόγον καὶ δὲν ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ὅπως ἐκεῖνος ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτυχθῇ. Ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριε Ῥοντήρη, φέροντες τὴν καταγγελίαν τῆς ἀδρανείας ἐπὶ ὅλων τῶν συναδέλφων σας, ποῦ εἶσθε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἀνεπτύξατε τὰ σοφὰ, τὰ οἰκονομικὰ ἐπιχειρήματά σας; Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἠθέλησε ν’ ἀναπτύξῃ σήμερον, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις συζητήσασα ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔφερε τὴν σύγχυσιν. Τὴν σύγχυσιν ποσῶς δὲν ἔφερε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Ναυπακτίας, ἡ ἀντιπολίτευσις, τὴν σύγχυσιν τὴν ἐφέρατε σεῖς σήμερον, διότι εἴχετε συμφέρον νὰ συγχύσητε τὰ πράγματα καὶ μὴ ἀφήσητε καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν ὅπως φωτίσῃ τοὺς πάντας. Τὴν σύγχυσιν ἐφέρατε σήμερον, διότι σήμερον δὲν εἴχετε δικαίωμα πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν ἐπρόκειτο σήμερον, ἐπρόκειτο καθαρῶς, ἐὰν ἡ χθὲς γενομένη συνεδρίασις ἐγένετο καλῶς ἢ ὄχι· ἀπόδειξις μάλιστα, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης ἀδρανῶς εἰργάσθη τοὐλάχιστον κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον εἶναι ὅτι οὔτε τὸ ποσὸν δὲν γνωρίζει, ἀλλὰ μᾶς ἔλεγε τὸ δάνειον τῶν 100 καὶ τῶν 15,000,000· καὶ δάνειον τῶν 15,000,000 δὲν ὑπάρχει κἂν, καὶ μήπως ἐπρόκειτο κανεὶς ἀριθμὸς περὶ μικροῦ ποσοῦ διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι διέφυγε τὴν ὀξυδερκῆ προσοχὴν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ναυπακτίας; Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Κομιάτσος, ἀποσυρομένου τοῦ προέδρου κ. Χρηστίδου.
§142ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ δανείου, καὶ δανείου μεγάλου καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ ὁ κατηγορῶν ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἀδρανείᾳ δὲν γνωρίζει πόσον ἦτο. Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον, κύριοι; Πρόκειται καθαρῶς περὶ τούτου. Ὁ κ. Δεληγεώργης βουλευτὴς τοῦ Μεσολογγίου ἔφερε τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ κανονισμοῦ, διότι ἡ ἡμέρα ἡ χθεσινὴ ἦτον ἐξαιρετέα, ἑπομένως ἀπῃτεῖτο ῥητὴ καὶ ὁριστικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διότι ἡ συνεδρίασις ἦτον ἔκτακτος. Τί θὰ ἀποκριθῇ ὁ κ. πρόεδρος, εἴτε ὁ βουλευτὴς ἐκ Ναυπακτίας, εἴτε ὁποιοσδήποτε ἄλλος θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις ἐγένετο νομίμως; τί θὰ εἴπῃ ὅταν τῷ εἴπωμεν ὅτι κατὰ τὴν προχθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπειδὴ βραδέως διελύθη ἡ Βουλή, καὶ ἐπειδὴ συνάδελφοί μάς τινες ἤθελον νὰ ὁμιλήσωσιν; ὁ κύριος Πρόεδρος, διότι ἡ συνεδρίασις ἦτο ἔκτακτος, ὤφειλε νὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ· ἂς μᾶς εἴπῃ ἐὰν τοὺς εἰδοποίησεν; εἰδοποίησε μόνον τὸν κύριον Μουρίκην καὶ ἀπέστειλεν ἅμαξαν καὶ τὸν ἔφερε καθ’ ἣν ὥραν ἦτο συνεδρίασις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Λάππας, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρίσκετο, καὶ ἦτο ἐπίσης ἀσθενής, εἰδοποιήθη διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν; Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀναντίῤῥητοι ἀλήθειαι, αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διασκεδάζουν ὅλα τὰ σοφίσματα ὅσα μετεχειρίσθητε διὰ νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι ἡ τερατώδης συνεδρίασις, ἡ ὁποία ἐγένετο χθές, ἐγένετο νομίμως. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων προκαλεῖται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ παντὸς ἀναφυομένου ζητήματος. Τὸ ἓν μέσον διὰ τοῦ ὁποίου καταρτίζεται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, τὸ ἕτερον εἶναι ἡ δι’ ἀναστάσεως καὶ τὸ τρίτον δι’ ἐπινεύσεως ὅλης τῆς Βουλῆς, ὅταν τουτέστι δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Ἐρωτῶ τὸν βουλευτὴν Ναυπακτίας, ποῖον ἀπὸ τὰ τρία ταῦτα συστήματα μετεχειρίσθη προχθὲς ὁ κ. πρόεδρος διὰ νὰ καταρτίσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχομεν συνεδρίασιν τὴν χθὲς; οὐδὲν, κύριοι· καὶ διότι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἐγένετο, ἕπεται ὅτι καμμία ἀπόφασις δὲν ἐγένετο. Χθὲς, κύριοι, κατὰ τὴν συνεδρίασιν παρευρέθην καὶ ἀντεστάθην ὅσον ἠδυνάμην νὰ μὴ προβῇ οὔτε τὸ ὑπουργεῖον οὔτε τὸ προεδρεῖον εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέσπευδε τὸ ὑπουργεῖον. Εἶπον, κύριοι, καὶ σήμερον δυστυχῶς δὲν τὸ ἤκουσα τοῦτο, οὔτε εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφηθέντα, τὸ λέγω ἐν παρόδῳ.— Εἶπον, ὅτι οὔτε τὰ τελευταῖα δημοτικὰ συμβούλια τῆς Περαχώρας δὲν ἤθελον κάμει ποτὲ τοιαύτην συνεδρίασιν καὶ ἤθελον προκαλέσει τοιαύτην ἀπόφασιν. Τὸ εἶπον λοιπὸν, κύριοι, διότι εἶχον δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω, καθ’ ὅσον νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἓν προηγούμενον τόσον κακὸν, τόσον ὀλέθριον· ἀνέφερον μάλιστα, κύριοι, καὶ ἐπειδὴ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν ἦσθε παρόντες τὸ ἐπαναφέρω καὶ πάλιν, ἀνέφερον ἓν παράδειγμα. Τοιαύτη συνεδρίασις δὲν ἐγένετό ποτε ἐν ταῖς Βουλαῖς ταῖς ἑλληνικαῖς, εἰμὴ μόνον κατὰ τὸ 1856, ὅτε ὁ μὲν μακαρίτης Μοντρχίδης προέδρευε τῆς Γερουσίας, ὁ δὲ Δημήτριος Βουδούρης ὁ ἐκ Σύρου προέδρευε τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τότε ὑπηγορεύετο τοὐλάχιστον ἀπὸ μίαν ἀνάγκην πολλὰ μεγάλην, ἡ ἀνάγκη ἦτο τοῦ ὅτι ἔληγεν ἡ νόμιμος ὕπαρξις τῆς Βουλῆς. Ὁ μακαρίτης Ὄθων τότε προσεκάλεσε τοὺς δύο προέδρους, τοὺς εἶπεν ὅτι ἔχει τὸν προϋπολογισμὸν καὶ 19 ἀκόμη νομοσχέδια καὶ παρεκάλει νὰ συνέλθῃ αὔριον ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν, ὅπως ψηφίσῃ τόν τε προϋπολογισμὸν καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἡ Βουλὴ πραγματικῶς συνῆλθεν καὶ ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων, ἐὰν ὄχι καὶ τὰ 19. Ἀλλά, κύριοι, ἦτο συγχωρημένον εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ γίνῃ τοῦτο, καὶ ἦτο συγχωρημένον δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἀκόμη, διότι τότε, ὡς γνωρίζετε, πᾶσα κυβέρνησις δὲν εἶχε καμμίαν ἀντιπολίτευσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἑπομένως κανὲν μέλος τῆς Βουλῆς δὲν παρουσιάζετο νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν εἰς τὰ νομοσχέδιά της, καὶ κατὰ συνέπειαν ἦτο συγχωρημένον· σήμερον ὅμως δὲν ἦτο καὶ δὲν ἦτο ἀκόμη συγχωρημένον νὰ λαμβάνωμεν τὰ πλέον ἐλεεινὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ τὰ ἐγκαινιάσωμεν καὶ ἐγκαθιδρύσωμεν εἰς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἠπόρησα, κύριοι, μὲ τὸν κ. Ῥοντήρην· ὁ κ. Ῥοντήρης εἶναι δικηγόρος καὶ νομομαθής, εἶναι ἀκόμη τέκνον τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1862, εἶναι ἀκόμη εἰς τὴν ἰδέαν ὑπερασπιστὴς τοῦ νὰ ἑδρεύῃ καὶ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ διαρκῶς καὶ ὄχι ἐπὶ ἓξ μῆνας· καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ῥοντήρης δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκτοξεύσῃ τόσα κατὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς πάλης. Καὶ ὅταν, κ. βουλευτὰ ἐκ Ναυπακτίας, τότε δὲ πληρεξούσιος, ὅπου ἄλλοι ὑπεστήριζον ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ τρεῖς ἕως ἓξ μῆνας, μόνον καὶ μόνον νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρίσκηται εἰς ἄνεσιν καὶ δίδῃ τὴν ἀπαιτουμένην ὤθησιν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, τότε ὑμεῖς, κ. Ῥοντήρη, ἐψηφίσατε ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ ἐψηφίσατε, διότι εἴχετε τὴν ἰδέαν καὶ εἴχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀληθῶς Συνταγματικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Βουλή, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὴ πάλη. Ὁ λόγος δὲ ὅτι αἱ συζητήσεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς παρακωλύουν τὴν διοίκησιν, εἶναι, κύριοι, ἀνάξιος, δὲν εἶναι σπουδαῖος, δὲν πρέπει νὰ συζητῆται. Ἀλλ’ ἀκόμη, κύριοι, νομικὸν ἀξίωμα ἔχω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπω. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ὁσάκις τίθεται ἐνώπιον ἑνὸς Κοινοβουλίου, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία δίκη, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διοικήσεως καὶ πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Ἐρωτῶ τώρα, ἠκούσατε σεῖς ποτε νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀρχὴ, κανενὸς δικαίου ν’ ἀποφαίνωνται οἱ ἴδιοι οἱ δικασταὶ περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διοικήσεως τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας δι’ ἑαυτούς; Ὄχι, κύριοι, ποτέ· ἀλλοίμονον τότε ὅταν ἠθέλομεν δώσει τὸ δικαίωμα εἰς ὁποιονδήποτε ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἐνοχῆς του ἢ μὴ εἰς ὁποιανδήποτε ὑπόθεσιν. Μόνον τὸ δικαίωμα ἔχουν νὰ ὑπερασπίσουν εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη οἱ ὑπουργοὶ τὴν πολιτικήν των μετὰ παῤῥησίας καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν ὅλα τὰ νόμιμα καὶ συνταγματικὰ μέσα διὰ ν’ ἀποδείξουν εἰς τὸ κοινοβούλιον καὶ πείσουν αὐτὸ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῶν καὶ ἡ διοίκησις αὐτῶν εἶναι ἡ καλλιτέρα· οὐδέποτε ὅμως ὅταν ἔλθῃ πλέον εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν τὸ Κοινοβούλιον, οὐδέποτε οἱ ὑπουργοί, τοὐτέστι οἱ δικαζόμενοι, θὰ ψηφοφορήσουν ὑπὲρ ἑαυτῶν. Τίς ποτ’ ἐπίστευε ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ ἄνθρωπος νὰ ψηφοφορήσῃ κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του; ἀλλ’ ὅταν ἀφαιρέσητε αὐτὰς τὰς 7 ψήφους τῶν ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι κακῶς ἐδόθησαν ἐπὶ τῆς χθεσινῆς συζητήσεως, τότε δὲν ἔχετε, κύριοι, οὐδὲ νόμιμον συγκρότησιν τῆς Βουλῆς (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ κάμνετε, ἄ· ἐλᾶτε ν’ ἀντικρούσητε, καὶ ἀπ’ αὐτὰ ἐγὼ δὲν ἀκούω. Ὀφείλω ἀκόμη, κύριοι, ν’ ἀποδείξω καὶ εἰς τὸν κ. Ταμπακόπουλον καὶ εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ, διότι ὡρισμένη ἀπόφασις δὲν ἐξεδόθη τῆς Βουλῆς καὶ ὡρισμένην ἀπόφασιν ὅταν δὲν εἶχεν ὁποιονδήποτε μέλος τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν· καὶ ἐὰν, κύριοι, ἓν μέλος μόλις τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο εἰδοποιημένον, δὲν ἦτο βεβαιωμένον ὅτι ὑπάρχει πράγματι συνεδρίασις κατὰ τὴν χθὲς, ἡ συνεδρίασις ἐγένετο κακῶς, διότι πολλάκις, κύριοι, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ γνώμη καὶ ἡ ψῆφος ἑνὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασιν ὁλοκλήρου τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ἀναφέρω λοιπὸν ἀμέσως ἓν παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Λάππα, καὶ σᾶς ἀναφέρω καὶ τοῦ κ. Ζαλώνη, ὁ ὁποῖος χθὲς ἦλθε, καὶ ὁ ὁποῖος ἐὰν ἦτο ἡμέρα συνεδριάσεως ἤθελεν ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ διότι δὲν ἦτο ἡμέρα συνεδριάσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ προφητεύσῃ ὅτι ἤθελε προσκληθῆ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν χωρὶς τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῆς νὰ ἔχουν εἴδησιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως μόνον αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔχω διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις; δὲν εἶναι τοῦτο, κύριοι· χθὲς ἐγὼ καὶ ὁ κ. Λομβάρδος παρευρέθημεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν, συνεννοήθημεν μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἐπροτείναμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς δώσουν δύο ὡρῶν ἀναβολὴν, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δυνηθῶμεν νὰ εἰδοποιήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη διὰ τῶν κλητήρων, τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ παρευρεθοῦν ἐντὸς δύω ὡρῶν εἰς τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐπιφέρουν τὴν ἀπόφασίν των. Καὶ τοῦτο, κύριοι, μᾶς τὸ ἠρνήθησαν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, κ. βουλευτὰ τῆς Ναυπακτίας, ἐὰν ἤθελε χθὲς ἡ Βουλὴ ἐκδώσει μίαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας διέκοπτεν ἐπὶ δύω ὥρας τὰς ἐργασίας της, καὶ προσεκαλοῦμεν τοὺς βουλευτὰς τοὺς μὴ γνωρίζοντας, τοὺς ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου νὰ ἔλθουν, κατὰ τί ἤθελον διακινδυνεύσει τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ ἡ διοίκησις αὐτῆς; Ἄ, εἶναι ἀπὸ τὴν τρίτην τὸ βράδυ αὐτὴ ἡ δουλειὰ, λέγει ὁ κ. Ῥοντήρης. Κύριοι, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐγένετο συζήτησις παρὰ δύο μόνον ἡμέρας καὶ μίαν ὥραν.
§143ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἐζητήθη λόγος.
§144ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐζητήθη λόγος, καὶ εἶσθε παρόντες. — Ὑποθέτω, κ. Ῥοντήρη, καὶ παραδέχομαι τὰ ἐπιχειρήματά σου, τὰ τῆς τρίτης δηλ. ἢ τετάρτης ὡς ἀληθῆ· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, διατὶ δὲν ἐδέχεσθε τὴν μικρὰν ἀναβολὴν τῆς χθὲς, διὰ ν’ ἀφοπλίσητε σήμερον τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ πᾶν ἐπιχείρημά της; Εἰς τί λοιπὸν πρέπει νὰ πιστεύσωμεν σήμερον, εἰς ὅσα ἰσχυρίζεσθε ὑμεῖς, ἢ εἰς ὅσα ἰσχυριζόμεθα ἡμεῖς; Ἐπεκαλέσθη εἰς ἀπόδειξιν τῶν λόγων του ὁ κ. Ῥοντήρης τὸ ἀκροατήριον. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι πρωτότυπον τοῦ κ. Ῥοντήρη, τὸ ἴδιον ἐπιχείρημα ἐπεκαλέσθη καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν χθές· ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ τοὺς ὠφελήσῃ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἐὰν τὸ χθεσινὸν ἀκροατήριον ἦτον, ὁποῖον εἶναι σήμερον· ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τὸ ἀκροατήριον τῶν κυριῶν, ἐὰν καὶ αὐτὸ τὸ ἀκροατήριον ἦτο χθὲς, ὅπως εἶναι σήμερον· διατί; διότι χθὲς μόνον ἐγνώριζον ἴσως οἱ φίλοι οἱ ἰδικοί σας, ἐγνώριζον τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ ἡ ἀστυνομία ὁλόκληρος, καὶ αὐτὴ ἐπλήρωσε τὰ θεωρεῖα. (θόρυβος). Καὶ ἐγὼ ἤθελον ν’ ἀναχωρήσω χθές· ὁ κ. Λομβάρδος δὲν μὲ ἄφησεν.
§145ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἦτο ἀπ’ ἔξω.
§146ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ Μπούμπουλης ἦτο ἀπ’ ἔξω, διὰ νὰ ἴδῃ ὅλας τὰς ἀσχημίας σας (θόρυβος).
§147ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤθελον ἀναχωρήσει, κύριοι, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ παρευρεθῶ καὶ διὰ τῆς παρουσίας μου καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσω εἰς τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ σώματος κατὰ μίαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἐγίνετο συνεδρίασις. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι, κύριοι, καὶ ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι διὰ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ περάσουν ἔξωθεν· βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθουν, διότι δὲν ἔπρεπε διὰ τῆς παρουσίας των νὰ συντελέσουν εἰς νομιμοποίησιν μιᾶς παρανομίας. Ἔχω ἀκόμη νὰ κάμω μίαν ἄλλην παρατήρησιν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ οἱ συγκροτοῦντες σήμερον τὸ ὑπουργεῖον, ἐκτὸς τοῦ κ. Δηλιγιάννη, πέρυσι ἦσαν ἀντιπολιτευόμενοι καὶ μεθ’ ἡμῶν ἀντεπολιτεύοντο τὸ τότε ὑπουργεῖον. Τὸ τότε ὑπουργεῖον εἰς μίαν συνεδρίασιν ἠκολούθησε τὴν πολιτικὴν σιωπῆς, τὴν ὁποίαν βλέπω καθ’ ἡμέραν ἀναπτυσσομένην ἀπὸ τοῦ παρόντος ὑπουργείου, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ἐξανέστη, καὶ πρῶτος ὁ κ. Ζαΐμης κατέκρινε τὴν πορείαν καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς σιωπῆς τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Σήμερον, κύριοι, τόσαι ἐγένοντο ἀγορεύσεις καὶ ὤφειλε ἓν μέλος τοῦ ὑπουργείου νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσῃ· παραιτεῖται ὅμως τῆς συζητήσεως, δὲν θέλει τὴν συζήτησιν.
§148ΣΑΡΑΒΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶναι ὑπόθεσις οἰκογενειακὴ τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ ὑπουργεῖον ἀπέχει.
§149ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς παιδείας μὲ λέγει αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι δὲν λαμβάνει τὸν λόγον κἀνεὶς ὑπουργὸς, διότι εἶναι ὑπόθεσις τῆς Βουλῆς. Τὸ στρατήγημα εἶναι πραγματικῶς ἀξιοθαύμαστον, ἀλλὰ τὸ στρατήγημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ σᾶς ὠφελήσῃ, κύριοι ὑπουργοὶ, διότι σεῖς ἐψηφοφορήσατε καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς ἰδικῆς σας ἐνομιμοποιήθη ἡ ἀπαρτία, ἐγένετο ἡ ἀπαρτία τοῦ σώματος, ἑπομένως δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ κρύπτεσθε ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ στρατηγήματος, διότι αὐτὰ κατ’ οὐδὲν σᾶς ὠφελοῦν.
§150ΖΑΪΜΗΣ. Ἄλλο ἀπόφασις, καὶ ἄλλο ἀπαρτία.
§151ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καταλήγων τὸν λόγον, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν θέλει ἐγκαινιάσει ἓν τόσον κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θέλει καταστρέψῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ μειοψηφία πάντοτε δύναται νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως, διότι πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ αὐστηρὸς φύλαξ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως. Ἐφοβούμην, κύριοι, μὴ εἴπητε, ὅτι θέλω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἐπίδειξιν πολυμαθείας, ἀλλ’ ἤθελον ἐπικαλεσθῆ καὶ ἐγὼ τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς σοφοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν ἄλλοτε περὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῶν Οὐΐγγων τῆς Ἀγγλίας· ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, δὲν εἶμαι σοφὸς, συνέπεσε νὰ τὸ ἀναγνώσω, τὸ ἐπίστευσα καὶ μοῦ ἐφείλκυσε πολὺ τὴν προσοχήν. Ὁ Μοντέσκιος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς του εἶπεν, ὅτι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα θὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἐγνώριζε πάντοτε, ὅτι ἡ διαφθορὰ ἦτο ὀλιγωτέρα εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἀπὸ τὴν διαφθορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἑπομένως εἶπεν, ὅτι θὰ κατισχύσῃ μίαν ἡμέραν ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἠθικὴ, καὶ κατισχύουσα, θὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της καὶ θὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ εἰσῆλθε· καὶ ἰδοὺ τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος ὅτι εὐδαιμονεῖ. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασίν του πληρέστατα.
§152Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂς ἀρχίσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ φίλου μου κ. Μίληση, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔθεσεν εἰς κηδεμονίαν, διότι μᾶς εἶπε θύματα· εἶχεν ἀνάγκην νὰ μᾶς ἑρμηνεύσῃ πῶς πρέπει νὰ διάγωμεν ἀπὸ τοῦδε ὡς Βουλὴ καὶ ὡς βουλευταί. Οἱ κύριοι προλαλήσαντες μᾶς ἐξύβρισαν, μᾶς εἶπον ἀσυνειδήτους, μᾶς εἶπον δουλόφρονας, ὅτι παρεσύρθημεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον, ὡς βλέπετε, δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀνακατωθῇ. Ἡμεῖς, κύριοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα χθὲς συνεπληρώσωμεν ἕνα περισσότερον τοῦ ἡμίσεως ἀριθμοῦ, ὥστε συνταγματικῶς ἐξεπληρώσαμεν ὅ,τι ἔπρεπεν. Ὁ κ. Ῥοντήρης πολὺ καλὰ σᾶς ἀπέδειξε, καὶ εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος συγκατετέθη νὰ γίνῃ ἀναβολὴ καὶ εἶπεν, ὅτι γίνεται ἡ ἀναβολὴ, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ αὔριον νὰ λάβητε τὸν λόγον ὅσοι ἐζητήσατε νὰ ὁμιλήσητε, ὥστε τὸ αὔριον δὲν ἠννόει τὴν δευτέραν. Μάλιστα πρὸς πληροφορίαν μεγαλειτέραν τοῦ φίλου μου κ. Δεληγεώργη λέγω, ὅτι ἀφοῦ ἤρχισεν ἡ Βουλὴ νὰ διαλύεται ἠκούσθησαν φωναὶ, ἄλλοι ἔλεγον τὴν δευτέραν καὶ ἄλλοι αὔριον, ὥστε ὁ κ. Δεληγεώργης πολὺ καλὰ ἐννόησεν, ὅτι τὸ αὔριον ἠννόει τὴν κυριακὴν καὶ ὄχι τὴν δευτέραν. Θαυμάζω πολλοὺς νὰ λέγουν, ὅτι ἡ κυριακὴ εἶναι ἡμέρα ἐξῃρημένη, οὐδεὶς χρόνος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἐξαιρεῖται. Εἰς τὰς ἐξῃρημένας ἀπὸ τὸν νόμον ἑορτὰς, 4 ὧραι εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, ἤγουν τὸ ἥμισυ τῶν 8· διὰ τὴν Βουλὴν, ἥτις εἶναι σῶμα ἀνεξάρτητον, καμμία ἐξαίρεσις. Καὶ πέρυσι δὶς συνήλθομεν κατὰ κυριακήν. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς, εἶπεν, ἂν θεωρήσητε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ἀποτρόπαιον τὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς ὡς ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος ἐπιεικέστερον ἀπὸ προχθὲς ὁμιλήσας. Κατὰ τὰ 1848 ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς κυριακὴν παρεκάλεσα τὰ δύω σώματα νὰ ψηφίσουν τὴν ἀναβολὴν τῶν συναλλαγμάτων τῆς τραπέζης ἐντὸς δύω ὡρῶν, ἵνα μὴ χρεωκοπήσῃ. Ὅταν λοιπὸν ᾖναι ἀνάγκη αἱ Βουλαὶ καὶ τὴν κυριακὴν συνέρχονται. Τί, κύριοι, σᾶς ἠνώχλησε καὶ μᾶς ὑβρίζετε, διότι ἐξεπληρώσαμεν τὰ καθήκοντά μας; Διότι ἤλθομεν κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, καὶ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ τὸν πρόεδρον, ὁ ὁποῖος εἶπεν αὔριον; Διὰ τί μᾶς ὑβρίζετε, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὰ καθήκοντά μας; διὰ τί δὲν πέρνετε ἐπάνω σας, ὅτι δὲν ἐξεπληρώσατε τὰ ἰδικά σας καὶ ἀνεχωρήσατε; Καὶ καλῶς λοιπὸν σᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Λέκας ῥιψάσπιδας, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος σας. Λοιπὸν διὰ τί μᾶς ὑβρίζετε, λέγω πάλιν ἐνῷ ἐξεπληρώσαμεν τὰ καθήκοντά μας, τὰ χρέη μας ὡς τὸ Σύνταγμα διατάττει; Δὲν ἐννοῶ τὸ σύνταγμα νὰ εἰδοποιῶνται ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν, σήμερον βλέπετε, ὅτι ἦλθον ὅλοι χωρὶς εἰδοποίησιν· προχθὲς ὅλοι οἱ ἀπουσιάσαντες ἐγνώριζον, ὅτι εἶναι συνεδρίασις, ὅμως δὲν ἤθελον νὰ ἔλθουν. Ἂν εἴπουν, ὅτι δὲν ἦλθον δι’ ἄλλους σκοποὺς, δὲν ἀνακατόνομαι· καὶ ὄχι νὰ μέμφωνται ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκάμαμεν, παρὰ τὸ καθῆκόν μας. Τί τόλμη εἶναι νὰ προτείνετε ν’ ἀκυρωθῇ μία ἀπόφασις Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔγινε σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα; Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, διότι ἀνέφερε τὰς ψήφους τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἂν θεωρήσωμεν παρόντας τοὺς ὑπουργοὺς καὶ μὴ ψηφοφορήσαντας, θὰ ἦσαν 88 κατὰ 7 ἀρνηθέντων καὶ δύω εἰπόντων τὸ ὄχι. Νομίζετε, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ οἱ παρόντες δὲν συντελοῦν εἰς τὴν ἀπαρτίαν; Τοῦτο πιστεύω δὲν θὰ καταδεχθῆτε νὰ τὸ εἴπητε, διότι εἶναι ἐναντίον τοῦ συντάγματος, καὶ δὲν σᾶς ὠφελοῦν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα. Αἴ, κύριε Μίληση, εἶσαι νέος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ὀργασμὸν τῆς νεότητός σου ἐπετάχθη ἡ λέξις, «ἂν δὲν εἶσθε ἱκανοί, ἀφήσετε τὴν ἐξουσίαν· τοῦτο ἦτο ὁ προορισμός σας νὰ ὑπογράψητε καὶ φύγητε». Δὲν ἀποτείνεσθε ὅμως εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι προαγόμεθα κατὰ τὸν χρόνον, καὶ ἐννοῶ τὸν ἑαυτόν μου καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται κατόπιν «πέρασεν ὁ καιρὸς ὅπου ἔδεναν μὲ τὰ λουκάνικα τοὺς σκύλους»· ἐφωτίσθηκε ὁ κόσμος καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην, διότι ἡνώθη ὁ δεῖνας μὲ τὸν δεῖνα· καὶ δὲν παρασύρωνται· εὐχαριστοῦνται μὲ τὸ καθεστώς. Φοβούμεθα μὴ ἔλθῃ τὸ 65, ὅτε καθημέραν μετεβάλλετο ὑπουργεῖον, θέλομεν κυβέρνησιν καὶ βασιλείαν ἰσχυράν. Τὸ χρέος μας εἶναι νὰ ὑποστηρίξωμεν μίαν κυβέρνησιν. Λυπεῖσθε, κύριοι, διότι τὸ παρὸν ὑπουργεῖον τὸ ἐθεώρησάν τινες ὡς λίθον ἀποδεδοκιμασμένον· ἀλλὰ «λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες οὗτος ἐγεννήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας». Μὴ πικραίνεσθε, διότι ἐξελέξατο ὁ Βασιλεὺς τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνη (ἱλαρότης). Τί λυπεῖσθε λοιπόν; Ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα ἀποδείξατε ὅτι ἔκλεψαν, ὅτι κατεχράσθησαν οἱ ὑπουργοί, θὰ μᾶς ἔχετε συντρόφους. Τί μᾶς εἴπετε ὅμως, ὅτι δὲν ἔγινεν ὁ δεῖνα τύπος καὶ ὁ ἄλλος; ὅτι ἐξώδευσαν ὅμως ὅπως ἔπρεπε ἵνα σώσωσι τὴν πατρίδα, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀναρχίαν καὶ παρουσιάζεται ὁ κ. Βαλασόπουλος νὰ μᾶς ἐπιπλήξῃ! Δὲν θέλω ν’ ἀναγνώσω τὶ εἶπεν ἐν καιρῷ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§153ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§154ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω εἰς τὸν κ. Μίλησην, ὅστις εἶπεν ὅτι ἀπεκλείσθησαν οἱ ῥήτορες τῶν δύω κομμάτων. Ποίας ἀρχὰς θὰ μᾶς ἐφαρμόσητε; τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἀπεδοκιμάσετε; Ἰδοὺ αἱ ἀρχαί σας. (φύλλον 6 τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν ὁμιλεῖ ὁ κ. Π. Ἀνάργυρος). «Ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη εἶχεν ἀρχὴν, ἥτις ἐκ βάθρων κλονίζει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅτι εἰς μίαν Βουλὴν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μειονοψηφία καὶ διὰ τοῦτο μετέβαλε τὸν κανονισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὰς ἐξελέγξεις ἐν γένει δὲν ἐφάνη δικαία. Λέγει ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος· ἐξελέγχετε τὴν Βουλὴν τοῦ 1868; Ἀπαντᾷ ὁ Πετράκης· τὴν πεποίθησίν μου συμμερίζονται οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν· καὶ ἔθεσαν ζήτημα, ἡ πολιτικὴ τοῦ 1868 ἦτον νόμιμος, ἢ ὄχι; Καὶ οἱ ἄλλοι ὀπαδοὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν, ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Βούλγαρη ὑπέσχετο εἰρήνην καὶ ἐφήρμοσε μισὰ μέτρα, ἔπαιζε δηλαδὴ διπλοῦν πρόσωπον διὰ νὰ περιποιηθῇ καὶ τὰς δύω πολιτικάς. Ὁ κ. Βαλασόπουλος εἶπεν· (φύλλον 20) «Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν βουλευτὴν Οἰτύλου, ὅστις ἤθελεν ἐξουσιάσει τὴν Κρήτην, ἂν ἤρχετο βουλευτὴς καὶ ὑπουργὸς, καὶ ἤθελε λάβει τὸν ἀμάραντον στέφανον. Τελευτῶν δὲ εἶπεν. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, κύριοι, ἀπεμακρύνθη, καὶ κατέλειπεν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης κατὰ τὰ 1866. Εἷς βουλευτής· ψυχοῤῥαγοῦντα εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἀκολουθεῖ ὁ κ. Βαλασόπουλος. Ἦλθεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἔφερε σάπια τουφέκια, δι’ ὧν οὔτε ἓν τάγμα δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὁπλίσωμεν· (φύλ. 23). Παρασκευαζόμενος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς πόλεμον, καὶ ναυπηγῶν πλοῖα, τὰ ὁποῖα μετὰ τρία ἔτη δὲν ἦλθον. Λοιπὸν παρασκευὴ ταχεῖα, καὶ παραγγελία πλοίων ναυπηγηθησομένων εἶναι ἀντίθετα· ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι μίαν πολιτικὴν ἔχει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὴν πολιτικὴν τὴν ἐφήμερον, τὴν πολιτικὴν τῆς ἀκρισίας, τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἄλλως τε ἐὰν ἤθελον κάμει τὴν ἱστορίαν τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου, οὐδ’ ἅπας ὁ καιρὸς ἤθελέ μοι ἐξαρκέσει. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πλέον νὰ μάθωμεν τὰς ἀρχάς σας, τὰς γνωρίζομεν. Στρατιῶται δὲν ἦσαν εἰς τὴν θύραν διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας νὰ ἔλθουν, ὡς ἡμεῖς ἐκάμαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἡ Βουλὴ ἦτον ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἐπροχωρήσαμεν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Λέγετε ὅτι μία τοιαύτη πρᾶξις καταστρέφει τὴν πατρίδα· ἀλλὰ τί θέλει γίνει ἡ πατρίς, ἂν σεῖς φέρεσθε ὅπως χθὲς ἐφέρθητε; Ὅλοι φωνάζομεν, ὅτι ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος βραδύνει, ἀλλ’ ὅταν φέρεσθε οὕτω πῶς, δὲν ἄγετε τὴν κοινωνίαν εἰς τὸν ὄλεθρον; Τὸ κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε καὶ νύκτα νὰ ἐργαζώμεθα καὶ ὄχι νὰ φεύγωμεν τὴν ἡμέραν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν τὸ ἐγνωρίζατε, διότι ἐγὼ εἶδον ἔξω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ καταστήματος πολλοὺς μὲ τὰ μάτιά μου· ὅλοι τὸ ἐγνώριζαν. Κατὰ δυστυχίαν ἐγὼ ὁμοιάζω πάντοτε τῶν Μακεδόνων καὶ θὰ λέγω τὴν σκάφην σκάφην. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι κἄποιαν συμμαχίαν περιεμένατε, ἀλλὰ δὲν σᾶς ὠφελεῖ. Ἡ πλειονοψηφία ἐσχημάτισε πεποίθησιν ὅτι αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακὸν ἀπὸ τὰ προϋπάρξαντα. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα τῶν πολλῶν. Σχετικῶς πρέπει νὰ θεωρῶμεν τὰς πράξεις τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζομεν τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, διότι εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακὸν καὶ τὸ ὠφελιμώτερον εἰς τὴν πατρίδα, διὸ καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα παρουσίασε τὸ κοινὸν τῆς βασιλείας καὶ τοῦ ἔθνους συμφέρον ἔχουν κύριον σκοπὸν καὶ ὄχι τὴν ἰδίαν ὠφέλειαν, ὡς ἄλλοτε.
§155ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, μικρὸς στρατιώτης, βαρυνθεὶς τὴν ἀθλιότητα τῆς στρατιωτικῆς οἰκογενείας, ἡ ὁποία πολλὰ παρέχει καὶ ἐλάχιστα ἀπολαμβάνει ὡς ἐκ τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων ἄνευ σταδίου δόξης, ἀπεφάσισα ν’ ἀλλάξω ζωήν, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἦτο δυνατόν, κάπως ἄλλως νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα μου, ἐπεζήτησα τῶν συμπολιτῶν μου τὴν εὔνοιαν, οὗτοι δὲ εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ μὲ τιμήσωσι. Ἀναλαβὼν τὸ νέον στάδιον ἤλπιζον, πιστεύσατέ με, νὰ εὕρω εἰς τὴν νέαν μου ζωὴν ὁδούς, λεωφόρους ἀγούσας πρὸς τὰ πανεπιστήμια τῆς πολιτικῆς. Δυστυχῶς, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ καρδία μου, δὲν εὗρον οὐδὲ μίαν κἂν ἀτραπόν· ἐδέησε ν’ ἀναλάβω τὴν σκαπάνην, καὶ μετὰ πολλοῦ μόχθου ν’ ἀνοίξω μικρὰν ἀτραπόν, καὶ κατόπιν ν’ ἀναλάβω τὸν πέλεκυν διὰ νὰ καταστρέψω δένδρον εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πολυετία εἶχε δώσει τόσας κακὰς ῥίζας; ὥστε δὲν μὲ ἄφινε οὐδὲν βῆμα νὰ προχωρήσω εἰς τὸ νέον στάδιον. Αἱ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν σκηναί, αἱ σημεριναὶ ἀσχημίαι μαρτυροῦσι, νομίζω, τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων· καὶ ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος πάντων ἡμῶν, ἀπὸ σήμερον λέγω ὅτι δὲν ἔχω νὰ μάθω πολλά· 26 ἐτῶν συνταγματικὴ πολιτεία ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο νὰ μοὶ λέγῃ, στρατιῶτα, θὰ σὲ διδάξω πλεῖστα ὅσα, ἀλλὰ δυστυχῶς βλέπω ὅτι ἠπατήθην εἰς τὰς σκέψεις μου. Δὲν ἐξετάζω ἂν τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον ᾖναι καλὸν ἢ ὄχι, δὲν ἐξετάζω ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχῃ τάσιν πρὸς τὴν ἐξουσίαν, οὐδὲ ἐξετάζω ἂν οἱ συμπολιτευόμενοι φωνάζουν διὰ νὰ εὐχαριστῶνται· εἰς τὸ ὑπουργεῖον θέλω ἀρχάς, θέλω ἡ πατρίς μου νὰ διοικῆται εἰς τὸ μέλλον ἀπὸ ἀρχάς. Προσκαλοῦμαι νὰ εἴπω τί εἶπον χθές· ὅ,τι εἶπον χθὲς θὰ τὸ εἴπω καὶ σήμερον, θὰ τὸ εἴπω καὶ αὔριον· ἠξεύρετε διατὶ ἡ πατρίς μας πάσχει; διότι Ἕλληνες, κύριοι, εἰς μὲν τὸν Ὄθωνα ἔλεγον, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι κακοί, εἰς δὲ τὸ ἔθνος, ὅτι ὁ Ὄθων εἶναι ἄθλιος Ἕλλην· ἐσχάτως εἰς μὲν τὸν Γεώργιον ἔλεγον, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ταραξίαι, εἰς δὲ τοὺς Ἕλληνας ὅτι ὁ Σπόνεκ βλάπτει τὴν Ἑλλάδα· αὐτὴ εἶναι δυστυχῶς ἡ ἱστορία τῆς πατρίδος μου. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν χάριν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν θεὸν νὰ μὴ μοῦ μεταβάλῃ τὴν γλῶσσαν, διότι ὁσάκις ἐτόλμησα ν’ ἀνέλθω τοῦ βήματος τούτου, οὔτε τὸ ἀκροατήριον ἐπεκαλέσθην, διότι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶ· αὐτοὶ εἶναι συμπολῖταί μου, θὰ ἀκούσουν τὸν ἄνθρωπον τῆς ἐκλογῆς των καὶ οὐδὲν ἕτερον, οὔτε ἐνθυμήθην τὸ ἄλλο εὐγενὲς ἀκροατήριον, τὸ τοῦ ὡραίου φύλου, (γέλως)· ἐπεθύμουν τὴν ὥραν ταύτην νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παρευρίσκετο τὸ ὡραῖον φῦλον εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, διότι ἂν αἱ μητέρες ἀναθρέψουν τὰ τέκνα των καθὼς ἡμεῖς ἀνετράφημεν κατὰ τὸν ἀγῶνα, ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα! ἡ πατρὶς ἔχει ἀνάγκην τῆς παρουσίας τῶν εὐγενῶν τούτων ἀλλοῦ παρὰ εἰς τὰς Βουλὰς, ὡς ἀναμένουσα ἀπὸ τὰς μητρικὰς αὐτῶν φροντίδας τοὺς ἄνδρας τοῦ μέλλοντός της. Κύριοι, πρὶν ἔλθω εἰς τὸ κύριον θέμα, δι’ ὃ προεκλήθην, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προτάξω δύο λέξεις, σᾶς παρακαλῶ. Σᾶς ἱκετεύω ἅπαξ διὰ παντὸς φράσεις τινὲς νὰ μὴ ῥίπτωνται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἀπροσέκτως· ὁποιονδήποτε ὑπαινιγμὸν καὶ ἂν ἔχῃ τις νὰ ὑποδείξῃ, ὁποιονδήποτε ἀντικείμενον καὶ ἂν ἔχῃ τις νὰ στηρίξῃ, δὲν πρέπει νὰ λέγεται πλέον αὐτὴ ἡ λέξις Κρόμβελ· κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐθνικὴ ἀσχημία τὸ τοιοῦτον. Ὑπάρχοντος, κύριοι, τοῦ Γεωργίου εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐμπερικλείοντος εἰς τοὺς κόλπους του τὸν φυσικὸν ἡμῶν Βασιλέα τὸν Ἕλληνα, τὸν Ἀθηναῖον Κωνσταντῖνον, ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται λόγος περὶ Κρόμβελ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς νάνους; Νὰ τὸ ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Βότσαρης ἢ Γρίβας, ὁ Κριεζώτης κ. λ. ἴσως ἐπετρέπετο· ἡμεῖς ὅμως οἱ νάνοι νὰ συζητῶμεν, νὰ λέγωμεν ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐδῶ Κρόμβελ, εἶναι αἰσχίστη βλασφημία. Μικροὶ, ἐλάχιστοι, ἄνευ παιδείας, ἔχοντες ἀσήμους περιουσίας καὶ ἀθλίας ἐπιῤῥοὰς νὰ φανταζώμεθα κινδύνους δημοκρατίας ἢ ὅτι τὸ σύνταγμα πίπτει! εἴμεθα μικροί· ποῖα εἶναι τὰ φῶτα μας, τὰ πλούτη μας, ἡ ἱκανότης μας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας νὰ καταστρέψωμεν τοὺς ὑπάρχοντας θεσμοὺς καὶ νὰ διοικήσωμεν κατὰ τὸ δοκοῦν τὸ ἔθνος; εἶναι φαντασμαγορία· ἡμεῖς οἱ μικροὶ τὸ ἀνάστημα, πρέπει νὰ μένωμεν εἰς τὴν θέσιν μας, φροντίζοντες περὶ βελτιώσεως μόνον, καὶ ἂν, τὸ ὁποῖον δὲ πιστεύω, εὑρίσκεται τις, ἔχων ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ ἰδέας τοιαύτας, τοῦ ἀπευθύνω τὴν φιλικὴν συμβουλὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Τῆνον. Ὁ ἔντιμος κ. Κρεστενίτης, ὁ σεβαστὸς γέρων, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἄπειρον καὶ ἐξιδιασμένην ὑπόληψιν, εἶπε, καλὰ σᾶς ἀπεκάλεσεν ὁ Λέκας ῥιψάσπιδας. Λυποῦμαι, διότι βιάζομαι νὰ τὸν παρατηρήσω, ὅτι ἔσφαλε, δὲν εἶναι τὸ τοιοῦτον ἀληθὲς, δὲν εἶπα τοῦτο· κἄπως ἕνα τοιοῦτον εἶπον, ἀλλ’ ἴσως τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τὸ λέγουσιν, οὐχὶ ἐγώ. Κύριοι, χθὲς ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ ἠξεύρετε διατὶ ἦλθον; ὁ γέρων πρόεδρος τὸ μαρτυρεῖ, διότι ποτὲ δὲν ἔλλειψα· τὸ σάββατον λέγουν τὰ πρακτικὰ ὅτι ὅτε τὸ ζήτημα ἐπλησίαζεν εἰς τὸ τέρμα, ἀναστάντες τρεῖς τῶν συναδέλφων ὁ κ. Μίλησης, ὁ κ. Βαλασόπουλος, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἐζήτησαν τὸν λόγον. Ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ κυβέρνησις ἀπὸ ἁβροφροσύνην ἢ διότι εἶχον ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι τὰ φῶτά των, παρεδέχθησαν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον. Λέγουν ἀκόμη τὰ πρακτικὰ, ἐπειδὴ συνήθως ἡ πορεία μας εἶναι ὀλίγον ἄτακτος καὶ ποτὲ δὲν διαλαμβάνει ἕκαστος ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον αὔριον θὰ ἀκροασθῶμεν, τούτου δὲ φέρω μάρτυρα τὸν κ. πρόεδρον, ὅν τινα πολλάκις ἠρώτησα· τί θὰ κάμωμεν αὔριον; διότι ἑλληνικῷ τῷ τρόπῳ πέρνει καθεὶς τὸ καπελάκι του καὶ φεύγει. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ στρατιωτικὴ οἰκογένεια μόνον εἶναι τακτικὴ προκειμένου περὶ ὑπηρεσίας τινὸς, ἐνῷ εἶναι κανονισμένον, μολαταῦτα κοινοποιεῖται τακτικῶς ἡ ἐνέργεια αὐτῆς· ποτὲ δὲν ἐμείναμεν τόσον τακτικοὶ, ὥστε ν’ ἀκούσωμεν ὅτι αὔριον θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας π. χ. ἐξακολουθοῦντες ἕκαστος ν’ ἀναχωρῇ, ἄλλοι ἔλεγον αὔριον, αὔριον, καί τινες ἔλεγον τὴν δευτέραν. Ἦλθεν ἡ πλειοψηφία χθὲς, δύο τῶν ἐντίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν, ἐγὼ εἶπον δὲν δέχομαι τὴν τακτικὴν αὐτὴν καὶ τοὺς κατηγορῶ· ὡς τὰ πρακτικὰ λέγουσι, ἐγὼ εἶπον ὄχι, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ πλειοψηφία πλήρης καὶ ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ προβῶσι καὶ νὰ κάμωσι ὅτι θέλωσι. Καθ’ ὅλου δὲν ἀνέμιξα τὸ ζήτημα ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ἦλθον· καὶ ἀπέληξα ὡς αὐτολεξεὶ εἶναι γραμμένον ἐν τοῖς πρακτικοῖς· παρακαλῶν τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν κυβέρνησιν ἂν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις, μήπως δοθῇ μέμψις εἰς βουλευτὰς ἀπόντας ὅτι εἶναι ῥιψάσπιδες.
§156ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§157ΛΕΚΚΑΣ. Ὄχι, δὲν τὸ δέχομαι, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὡς τὴν λέγω ἐγώ.—Κύριε πρωθυπουργὲ, κύριοι ὑπουργοί! λέγω ἀλήθειαν;
§158ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἔτσι εἶναι.
§159ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζα ὅτι μὲ αὐτὸ τὸ στρατήγημα δύναμαι νὰ ἠλεκτρίσω τὸν πατριωτισμὸν καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦ ὑπουργείου. Ἐνόμιζα, ὅτι καθὼς ἄλλοτε ὁ Θεμιστοκλῆς τὸν δίκαιον Ἀριστείδην ἐξωστράκιζε, διότι δὲν ἠννόει τοῦ πολιτικοῦ νοός του τὰ τεχνάσματα, δὲν ἠννόει ὅτι μόνον διὰ τῶν νηῶν ἠδύνατο νὰ καταναυμαχήσῃ τῶν Περσῶν· αὐτὸ ἠννόουν ἐγώ. Ἀπουσιάζουσα τυχαίως ἡ μειοψηφία ἴσως ἦτο ἐπιλήψιμος, ἀλλ’ ὅταν ὁ κίνδυνος ἐπείγεται πρέπει ὡς ὁ Θεμιστοκλῆς ἀντετάττετο εἰς τὰ τοῦ Εὐρυβιάδου, μὲ τὸ γνωστόν, «πάταξον μὲν ἄκουσον δέ», ἐνόμιζα ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξουν αὐτόθι νομοθέται δημόσιοι ὡς αὐτὸς ὁ Σπαρτιάτης καὶ ἐκεῖνος ὁ Ἀθηναῖος καὶ νὰ συσκεφθῶσι τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς κυβερνήσεως, ἦτο μεγάλη ἡμέρα διὰ τὴν πατρίδα καὶ ἤλπιζον νὰ εὕρω φρόνησιν καὶ δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελε πιστευθῆ ὅτι τρεῖς μερίδες ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ῥιψάσπιδες· αὐτὸ εἶπον καὶ εἰς αὐτὸ ἐπιμένω καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἰδοὺ, κύριοι, ὅτι δυστυχῶς ἐγὼ ὁ μικρὸς ἐπαλήθευσα· ἀλλ’ ἔχει δίκαιον ἡ κυβέρνησις, ἀλλ’ ἔχει δίκαιον ἡ πλειοψηφία, λέγουν πολλοί· ὁ καιρὸς εἶναι πολύτιμος, τὸ ἔθνος πάσχει ἀπὸ τὴν λῃστείαν, οἱ ὑπάλληλοι πάσχουν, τίς πταίει; ἡμεῖς πταίομεν, ὁσάκις ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς λῃστείας λέγομεν, ὅτι τοῦτο εἶναι σοβαρὸν καὶ πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ μὲ τὴν τακτικὴν αὐτὴν ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ζήτημα νὰ μένῃ ἄλυτον μὲ τὸν τεχνικὸν τοῦτον τρόπον. Ἀφ’ ὅτου ἠρχίσαμεν, κύριοι, ἐκ νέου τὰς ἐργασίας, εἶναι εἷς μὴν περίπου, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν τακτικὴν θὰ τὸ ἀναβάλλωμεν ἐπαπείρως, καὶ αἰτία εἶναι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες περὶ πάντων σκέπτονται περισσότερον, παρὰ περὶ τῆς ληστείας. Τελευτῶν ἐπικαλοῦμαι λήθην τῶν παρελθόντων, εἰς δύο ὥρας κλείει ἡ συζήτησις καὶ τελειόνει· ἡ διχόνοια θὰ μᾶς φέρῃ εἰς καταστροφήν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον.
§161ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν θέλῃ ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ, ἐπιφυλάσσομαι. Νομίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐξηντλήθη, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατζικαπῆς.
§163ΚΑΤΖΙΚΑΠΗΣ. Ἡ μέχρι τοῦδε πολιτική μου, κύριοι βουλευταὶ, δὲν δίδει ἀφορμὴν (θόρυβος) νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς φατριαστής. Ὁμολογῶ ὅτι ἀνήκω εἰς ἓν πολιτικὸν κόμμα, ἀρχηγὸν ἔχον τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἀλλὰ πάντοτε ἤκουσα τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς καρδίας μου καὶ τῆς συνειδήσεώς μου. Πρὸ ὀλίγων μάλιστα ἡμερῶν, κύριοι βουλευταὶ, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἀφορῶντα τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, καὶ ἐπέτυχα νὰ λάβω συγχαρητήρια ἀπὸ μέρους μελῶν τοῦ ὑπουργείου καὶ φίλων τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὴν ὁμιλίαν μου αὐτὴν δὲν τὴν ὑπηγόρευσε παρὰ ἡ συνείδησις καὶ τὸ καθῆκον. Βεβαιωθῆτε λοιπὸν, ὅτι καὶ ἤδη δὲν ἔχω παρὰ νὰ ὑπηρετήσω τὸ καθῆκον καὶ ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεώς μου. Οὐχὶ τώρα, κύριοι βουλευταὶ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐῤῥέθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν πολλὰ, ἀλλὰ καὶ χθὲς ἀκόμη ὅτε ἡ Βουλὴ κατηρτίσθη, ἀγνοῶ πῶς, ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἤμην εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον καὶ ἐθλιβόμην, διότι ἀνελογιζόμην ἔκτοτε ὁποίας συνεπείας, ὁποῖα ἀποτελέσματα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη συγκρότησις τῆς Βουλῆς, μία τοιαύτη συζήτησις καὶ μία τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ποσῶς δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κατηγορῶ, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὸ προεδρεῖον, οὔτε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐν γένει δηλαδὴ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, μήτε λυποῦμαι, μήτε παραξενεύομαι, διότι ἤκουσα ἐντεῦθεν παρεξηγηθεῖσαν τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ἑνὸς ἑκάστου· ἄλλως ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ ἴσως, καὶ ἄλλως ἄλλοι. Κατὰ συνέπειαν δὲν μοὶ ἐφάνησαν ποσῶς παράδοξα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅστις ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἡμᾶς, ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ὅτι θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν χθές· ἴσως ὁ κ. Ῥοντήρης, οὕτως ἀντελήφθη, ἴσως οἱ φίλοι του οὕτως ἀντελήφθησαν, ἴσως καὶ τὸ προεδρεῖον οὕτως ἀντελήφθη, ἀλλ’ ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ πιστεύω, καὶ εἰς ὅλην τὴν μειονοψηφίαν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, εἰς τὴν πραγματικὴν πλειονοψηφίαν, ὅπως θέλω ἀποδείξει κατόπιν, νὰ ἐκθέσῃ ἐντεῦθεν, ὅτι ἄλλως ἀντελήφθη τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς· ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁ ὁποῖος ἐκαθήμην ἐκεῖ καὶ ἐπρόσεξα πολὺ, ἀντελήφθην οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, κύριος Θεόδ. Δηλιγιάννης ἀναβὰς τὸ βῆμα εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρχουν θέλοντες νὰ λαλήσουν ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον· οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως πολλοὶ εἶπον μάλιστα· ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις εἶπεν ὄχι· ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναὶ καὶ τοῦ ὄχι, ἐν τῷ μέσῳ τῶν φωνῶν, ἂν ἤρχετο τὴν αὔριον ἢ τὴν Δευτέραν, ἡ Βουλὴ ἀπῆλθεν· οὐδεμία ἀπόφασις προῆλθεν ἐκ τοῦ τρόπου ἐκείνου, ἢ δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν τρόπων ἐκείνων, τὸν ὁποῖον πολὺ καλῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἀλλά, κύριοι, ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι τὸ προεδρεῖον, κατὰ τὰς ἐντυπώσεις του ἐπίστευσεν, ὅτι τῷ ὄντι ἡ Βουλὴ συνεμερίσθη τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ καὶ ἀπεφάσισε συνεδρίασιν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν· τοῦτο τὸ ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὡς μίαν πλάνην, ὡς μίαν ἀπάτην, ἢ ὡς μίαν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι ν’ ἀποδώσω καμμίαν κακὴν πρόθεσιν. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι βουλευταὶ, τὴν ἐπιοῦσαν, ἤτοι χθὲς (ἡμέραν Κυριακὴν), ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀξιότιμα μέλη τινὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ εὐκαταφρόνητα, καὶ ἐβεβαίωσαν τὸ προεδρεῖον, ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις, γνωστὴ τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους δὲν ἔγινεν, ἢ τοὐλάχιστον ἐνόμισαν ὅτι δὲν ἔγινε, ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ προεδρεῖον ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὴν πλάνην μας, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, τὴν πλάνην 80 καὶ ἐπέκεινα βουλευτῶν, τοῦτο δὲ μοὶ δεικνύει νομίζω, ὅτι προφανῶς καὶ ἀδικαιολογήτως παρεγνώρισε τὸ καθῆκόν του καὶ ὅτι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅσα παρετηρήθησαν· διότι ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μύρια ἕπονται, ὡς εἶπεν ἄλλος συνάδελφος ἐντεῦθεν. Δὲν ἔχω, κύριοι, ὅπως εἶπον καὶ προχθὲς, τὴν ἀξίωσιν ὅτι δύναμαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν καὶ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ, Ῥοντήρης καὶ Ταμπακόπουλος, μήτε ἦτο ἀνάγκη νὰ ῥηθοῦν ὅσα ἐῤῥέθησαν σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι, ἐπροκάλεσεν εἷς καὶ μόνος ἰσχυρισμὸς, κατ’ ἐμὲ, τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ· αὐτὸ, ὑποθέτω ἐγὼ, ἔπεισε τοὺς φίλους νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ὅπως δήποτε περαίωσιν τῆς γενικῆς συζητήσεως εἰς μίαν οἱανδήποτε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, ὁ λόγος τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Σαββάτου εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἐπειδὴ κύριοι ἀπό τινος καιροῦ λέγονται καὶ γράφονται πολλὰ περὶ ἐπικειμένης πτώσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὑπηρεσία ἐχαλαρώθη, διότι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ θεωροῦν τὴν θέσιν των ἀμφίβολον, καὶ ἡ κοινωνία κἄπως συνεκινήθη καὶ συνεταράχθη, ὅτι ἑπομένως ἡ παράτασις μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως θέλει εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι μήτε ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἢ ὥραν εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν μὲ ὑποστηρίζει ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς· θέλω ἑπομένως νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἐμπιστεύηται καὶ ὑποστηρίζῃ αὐτὴν, καὶ κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίστασιν θέλω ἐξέλθει ἐντεῦθεν μᾶλλον ἥσυχος, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν ἤθελον λάβει τὴν πρὸς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἤθελον καταθέσει τὴν παραίτησίν μου. Αὐτὸς ὁ λόγος, νομίζω, ἐκίνει τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὸ νὰ θέλῃ τὴν ταχυτέραν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅπως, κύριοι, ἔλαβε χώραν ἡ ψηφοφορία, ἐξῆλθε τῳόντι, ἰσχυρὰ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κοινοβουλίου τούτου, ἡ κοινωνία καθησύχασε τῳόντι; οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ, οἵτινες εἰς τὴν ἀμφίβολον ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως ἔχασαν τὸ θάῤῥος των, ἐνεθαῤῥύνθησαν τῳόντι; τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἤδη. Ἂν κύριοι, μετὰ μίαν συζήτησιν πολυήμερον, 10 ἢ 20 ἡμερῶν ὅπως δήποτε ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται διὰ μιᾶς εἴτε μεγάλης εἴτε μικρᾶς πλειοψηφίας, ὅτι ἀποκρούει ὅσα ἐῤῥέθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἔχει εἰς αὐτὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἐννοῶ πολὺ καλὰ ὅτι τῳόντι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐξέλθει ἐντεῦθεν ἰσχυροτέρα, ὅτι ἡ τάξις ἡ ὁπωσδήποτε κλονισθεῖσα ἐκ τῶν κλονισμῶν τῆς ἀμφιβόλου ὑπάρξεως, τότε ἤθελεν ἐπανέλθει καὶ ὅτι τὸ θάῤῥος ἤθελεν ἐμπνευσθῆ εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργούς· ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, μετὰ τὴν φήμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις κινδυνεύει νὰ χάσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, φθάσει μία φήμη εἰς τὰς ἐπαρχίας ὑποστηριζομένη ἢ βοηθουμένη ἀπὸ 80 καὶ ἐπέκεινα ἀντιπροσώπους, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν τρεῖς ἀρχηγοὶ καὶ πολλὰ σπουδαῖα μέλη, περὶ τοῦ ὅτι διὰ νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις ὁποιαδήποτε τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐκφράζῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐχρειάσθη νὰ γίνῃ λάθρα, θὰ εἴπουν αὐτοὶ, μία συνεδρίασις τῆς Βουλῆς τὴν Κυριακὴν, τὴν ἡμέραν τοῦ ἁγίου Δημητρίου, χωρὶς νὰ προϋπάρξῃ ἀπόφασις καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ μέρος ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ἑπομένως ἡ ἐπελθοῦσα ἀπόφασις δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι παρευρέθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν 95 ὑποστηρίζοντες τὸ ὑπουργεῖον, μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγονται καὶ 7 ὑπουργοὶ, ν’ ἀπουσιάζουν δὲ 92 βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἔλθουν θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν συμμερίζονται τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπουσιάζουν 92 βουλευταί· ἂν ἀπὸ τοὺς 95 τῆς Κυβερνήσεως ἀφαιρεθοῦν οἱ 7 ὑπουργοὶ μένουν 88· ἄρα 88 εἶπον ὅτι ἐμπιστευόμεθα, 92 διὰ τῆς ἀπουσίας των εἶπον ὄχι· ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ πλειοψηφία; ποίαν δύναμιν, ποίαν ἰσχὺν προσέθεσεν εἰς τὸν ἑαυτόν της ἡ Κυβέρνησις; Βλέπετε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ εὐγενὴς σκοπὸς τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, συνέβη τὸ ἐναντίον; ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξέλθῃ ἰσχυρὰ, ἐξῆλθε κατὰ τὴν κρίσιν μου, μᾶλλον ἀδύνατος, καὶ εὔχομαι νὰ μοὶ τὸ συγχωρήσῃ τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, ἐνθυμήθην νὰ σᾶς εἴπω ἓν γεγονὸς ἔχον σχέσιν πολλήν... (θόρυβος.)
§164ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀκούηται ὁ ἀγορεύων, ἂν ἐκουράσθη ἡ Βουλὴ δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θελήσῃ ἡ Βουλὴ, μάλιστα. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§166ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης, ὁ πρῶτος ἀγορεύσας σήμερον, μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπεν, ὅτι δὲν εὑρίσκει εἰς τὰ χρονικὰ παρόμοιον γεγονὸς τοῦ χθὲς συμβάντος. Ἐγὼ, κύριοι, ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντελήφθην, ἰδίου γεγονότος, οὐχὶ ὅμως κοινοβουλευτικοῦ.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καθήσετε, κύριοι; θ’ ἀρχίσω ὀνομαστὶ νὰ σᾶς καλῶ.
§168ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὐχὶ βεβαίως κοινοβουλευτικοῦ, ἀλλὰ πολλὴν σχέσιν ἔχοντος μὲ τὸ τῆς χθὲς, καὶ ἀναγκάζομαι ν’ ἀναφέρω τοῦτο, διότι δὲν ἠξεύρω, τίς τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δύναται ὁ πρόεδρος νὰ εἴπῃ, αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν, μόλον ὅτι εἶναι Κυριακὴ, καὶ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἰς τὴν Λαμίαν ἦτο ποτε εἷς γυμνασιάρχης ἰδιότροπος, ὅστις κατὰ τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπεν εἰς τοὺς μαθητάς του ὅτι αὔριον θὰ ἔχωμεν μάθημα· οἱ μαθηταί του δὲν τὸν ἤκουσαν, διότι δὲν ὤφειλον νὰ τὸν ἀκούσουν, καὶ δὲν ἐπῆγον εἰς τὸ μάθημα, οὐχ ἧττον ὁ γυμνασιάρχης ἐπῆγε καὶ ἔκαμε μάθημα.
§169ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μόνος του;
§170ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μόνος του. Τὴν ἐπιοῦσαν ὅταν ἦτον ἡμέρα τοῦ μαθήματος, ἐπῆγαν οἱ μαθηταὶ, καὶ ὁ γυμνασιάρχης ἀπῄτει νὰ τοῦ εἴπουν τὸ μάθημα τῆς χθές· μὰ δὲν ἤμεθα παρόντες· μὰ εἶπον ἐγὼ ὅτι ὠφείλετε νὰ εἶσθε παρόντες, καὶ ἐπὶ ἕνα μῆνα εἶχε παραλύσει τὸ γυμνάσιον, διὰ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γυμνασιάρχου. (ἱλαρότης).
§171Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ γελοῦν, λέγω, ὅτι μαζὺ μὲ ἐκεῖνο τῆς χθὲς ὅπου τώρα μᾶς ζητοῦν......
§172ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Κρεστενίτη σέβομαι καὶ τὸ γῆρας σας, καὶ τὴν πεῖραν σας, βλέπετε ὅ,τι σᾶς εἶπον, συμπίπτει μὲ τὴν ἀρχὴν, καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε (θόρυβος). Κύριοι, ὅπως ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ φέρωνται καὶ οἱ λοιποὶ ἁβροφρόνως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμνητε καὶ σεῖς τὸ αὐτὸ, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι, ἡ ἁβροφροσύνη δὲν προσβάλλεται ὅταν ἕνεκα τῆς ὀργῆς λέγωνται μερικαὶ λέξεις μὴ κοινοβουλευτικαὶ, ἀλλ’ ὅταν ἀπουσιαζόντων 80 καὶ ἐπέκεινα συναδέλφων, προβαίνητε εἰς ἀποφάσεις, αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι μία ἔλλειψις ἁβρότητος.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δαγρὲς, κατόπιν ὁ κ. Λομβάρδος. Ὁ κ. Λομβάρδος λοιπὸν ἔχει τὸν λόγον.
§174ΜΠΟΥΤΟΣ. Προτήτερα ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Δαγρές.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κύριον Δαγρὲν, ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ τὸν ἀναγκάσωμεν, τώρα εἶναι κατὰ σειρὰν ὁ κ. Πετράκης, Μίλητης καὶ λοιποὶ, ζητοῦν λοιπὸν τὸν λόγον, ἢ παραιτοῦνται;
§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κάμνουν ὅ,τι ἔκαμε καὶ ὁ κ. Δαγρές.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§178ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἕνα κεράκι, κ. πρόεδρε. «Εἶναι ἔκνομος, εἶναι ἀνώμαλος ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς», εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης, «κατηγορῶ τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν ἐμπεριέχουν τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθην καὶ ὅτι δὲν ἐκφράζουν τὴν ἀλήθειαν, κακῶς συνετάχθησαν παρὰ τοῦ προέδρου τῇ συμπράξει, καὶ τῆς Κυβερνήσεως», εἶπεν ὁ βουλευτὴς κ. Βαλασόπουλος, «καλῶς συνετάχθησαν τὰ πρακτικὰ, ἀπεικονίζουν τὴν ἀλήθειαν» εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης· καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο μόνον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ καὶ λέξεις καὶ φράσεις κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ τὴν καλοσύνην ν’ ἀκούσῃ ἀντικρουομένας, καὶ νὰ ὑποφέρῃ ἐπαναλαμβανόμενον ἀπὸ ἐμὲ, τὸ τί ἔτρεξε προχθὲς τὸ ἑσπέρας, διότι πιστεύω ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ κ. Ῥοντήρη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προῆλθεν, κατ’ ἐμὲ, εἰμὴ ἀπὸ διαφορετικὴν ἀντίληψιν· ἀνομιμοτάτη εἶναι ἡ συνεδρίασις τῆς χθές», εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, «καὶ διότι ἐγένετο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ διότι καὶ νομικῶς ἂν ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα, ὁ πρόεδρος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ συνεδρίασιν, τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς, ὅταν εἰς αὐτὸν ἀνετέθη νὰ τὴν προσκαλῇ, ἀπόδειξις ὅτι ἀπεφασίσθη» εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι ἀφοῦ προχθὲς ἐκουράσθη ἡ Βουλὴ καὶ διάφοροι ἤθελον ν’ ἀναβάλωσι τὴν συνεδρίασιν, εἷς τῶν προεστώτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, (καὶ ὠνόμασεν ἐμὲ), ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν εἰς τὴν αὔριον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς συγκατετέθη, καὶ ἡ Βουλὴ συνῄνεσεν». Εὐχαριστῶ διὰ τὸν τίτλον, ὁ ὁποῖος ἐξίσου ἀπενεμήθη καὶ εἰς ἄλλο μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ τοῦ διεγείρῃ τὴν ζηλοτυπίαν καθότι τὸ δίπλωμα τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν ἀπ’ εὐθείας, ἑπομένως, κ. Σωτηρόπουλε, σεῖς εἶσθε ταξιάρχης, ἐγὼ δὲ ἁπλοῦς ἱππότης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅταν προχθὲς τινες εἶπον διὰ τὴν αὔριον, αὐτὸ τὸ παρεδέχθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν ἀπεφάσισε, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι, παραδέχομαι τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ αἱ δύω πτέρυγες ἠγέρθησαν, καὶ ἀνεχώρουν οἱ μὲν ἀπὸ τῆς μιᾶς οἱ δὲ ἀπὸ τῆς ἄλλης θύρας. Πιστεύω ὅτι καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης ἀπὸ τοὺς πρώτους θὰ ἐξῆλθε καὶ δὲν ἦτον ἐδῶ, ὅταν ὁ κ. πρόεδρος κρούων τὸν κώδωνα ἐφώναζε καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ καὶ ὅτι οὐδὲν ἐγένετο δεκτόν. Ἐν τούτοις οἱ μὲν ἐφώναζον, ὅτι ἐγένετο δεκτὸν, οἱ δὲ ὄχι, ὁ δὲ κύριος πρόεδρος ἐπανελάμβανε σταθῆτε, σταθῆτε, κύριοι βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ, πότε θὰ κάμωμεν συνεδρίασιν. Τὸ ἓν μέρος τῆς μιᾶς πτέρυγος ὅσον δηλαδὴ ἔμεινεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔλεγεν αὔριον, οἱ ἄλλοι ἔλεγον τὴν δευτέραν, ὁ πρόεδρος μετὰ ταῦτα διαλύων τὴν συνεδρίασιν κάτι εἶπεν, σᾶς βεβαιῶ ὅμως ὅτι δὲν τὸ ἤκουσα, μονονότι ἤμην εἰς ἐκείνην τὴν στήλην (δεικνύει τὴν παρὰ τῷ προεδρείῳ κειμένην)· ἂς μὲ πιστεύσῃ ὁ κ. Ῥοντήρης ὅτι οὕτως ἦσαν τὰ πράγματα, καθὼς ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης, δὲν θὰ ἦτο παρὼν, διότι θὰ ἦτο ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βουλευτὰς, οἵτινες εἶχον ἐξέλθει, καὶ δὲν ἤκουσε τὰς φωνὰς τοῦ κ. Προέδρου, ἑπομένως λέγω εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην ὅτι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο, διότι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐφώναζεν ὁ κ. πρόεδρος, οἱ βουλευταὶ εἶχον ἀναχωρήσει, καὶ δὲν ἀπατῶμαι ἂν εἴπω ὅτι δὲν ἦτο ἀπαρτία. Ἀλλ’ ὁ κ. Ῥοντήρης λέγει, καὶ ἀπόφασις νὰ μὴ ἦτο, ὁ πρόεδρος δὲν ἠμποροῦσε νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν; ποῖος τὸ ἀρνεῖται; κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ὅταν μάλιστα ἡ κυβέρνησις διακηρύσσῃ ὡς χθὲς ὅτι ἡ ἡσυχία τοῦ κράτους κινδυνεύει, τότε ὁ πρόεδρος οὐ μόνον δύναται ἀλλ’ ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ, ἀλλὰ τὸ τί πρέπει νὰ γίνῃ, ὄχι νὰ ὑποθέτῃ ὅτι ἐγένετο πρόσκλησις· ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ ῥητῶς, ὄχι νὰ λέγῃ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, θὰ εἶναι, δὲν θὰ εἶναι, δὲν ἠξεύρω, δὲν πιστεύω, ὄχι νὰ λέγῃ εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τῷ εἶπεν, ὅτε τὸν ἠρώτησεν· ἐνῷ αἱ εἰς ἐμὲ δοθεῖσαι ἀπαντήσεις ἦταν ὅτι δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν, εἰς ἄλλους ἐξ ἴσου εἶπε θετικῶς ὅτι δὲν γίνεται συνεδρίασις. Ἠμποροῦσε λοιπὸν ὁ πρόεδρος νὰ προσκαλέσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ εἰδοποιηθῶσιν οἱ βουλευταί, καὶ τότε, ὅστις δὲν ἤθελεν ἔλθει ἔλειπεν ἀπὸ τὸ καθῆκόν του. Εἶναι ἀληθὲς ἐπαναλαμβάνω ὅτι τινὲς ἐφωνάζετε προχθὲς τὸ ἑσπέρας «αὔριον, αὔριον,» ἀλλ’ οἱ ἄλλοι εἶχον ἀναχωρήσει, ἐνῷ ἄλλοι ἐφώναζον τὴν δευτέραν· καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμιζον ὅτι οἱ μὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, οἱ δὲ ὄχι. Σᾶς ἠρώτησα καὶ χθὲς τὸ πρωΐ, καὶ δὲν εἴχετε τὴν πεποίθησιν, ἂν θὰ γίνῃ συνεδρίασις, καθότι ἀπαρτία δὲν ἦτο δυνατὸν μοὶ εἴπετε νὰ γίνῃ.
§179ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§180ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν 12 συνερχόμεθα πάντοτε, χθὲς ὅμως μόλις τὴν 1½ συνεπληρώθη τὸ σῶμα, μὲ μόλις 95, ἐνῷ ἔλειπον ἄλλοι 90 βουλευταί, καὶ συνεπληρώθη πῶς; ὅλη ἡ χωροφυλακὴ, ὅλοι οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνομίας, ἦταν εἰς ἐνέργειαν νὰ εἰδοποιήσουν τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας νὰ ἔλθουν, καὶ ὁ ἀσθενὴς ἀκόμη βουλευτὴς Παξῶν ὡδηγήθη ἐδῶ δι’ ἁμάξης.
§181ΤΙΝΕΣ. Καὶ τώρα εἶναι ἐδῶ.
§182ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡδηγήθη δι’ ἁμάξης διὰ νὰ συμπληρώσητε τὸν ἀριθμὸν αὐτόν. Ἡ σπουδὴ, ἡ ὁποία ἔγινε διὰ νὰ συνέλθουν τὰ μέλη τῆς πτέρυγος ταύτης, ἦτο μεγίστη· διατὶ νὰ μὴ εἰδοποιηθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι; ἐπῆγε κανεὶς τῶν κλητήρων εἰς τὸ σπῆτι τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, τοῦ κ. Μπούμπουλη κτλ. εἰς κανὲν ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἐστείλατε.
§183ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶχον ὅλας τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ὑπουργείων εἰς ἐνέργειαν.
§184ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ τέλος πάντων πλειονοψηφία, δηλ. ἀπαρτία συνεκροτήθη· 95 βουλευταὶ εὑρέθησαν παρόντες, καὶ ἡ κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ κράτος, διὰ νὰ μάθῃ ὁ λαὸς, αἱ ἐπαρχίαι, ὅτι ὑπάρχει κυβέρνησις, καὶ ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται· καὶ ἡμεῖς σᾶς λέγομεν ὅτι ἡ ψηφοφορία αὕτη εἶναι ἀνώμαλος, καὶ τοὺς λόγους τοὺς ἀριθμήσαμεν· ὁ δὲ κ. Ῥοντήρης λέγει, «καὶ πῶς τολμᾶτε νὰ ῥίπτετε μίαν τοιαύτην κατηγορίαν; δὲν ἐννοεῖτε ὅτι τοῦτο λέγοντες, μᾶς καθιστᾶτε ἐνόχους ἐσχάτης προδοσίας; διότι τὸ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, τὴν βουλευτικὴν ἐξουσίαν χωρὶς νὰ ἔχωμεν δικαίωμα εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας;» Βεβαίως εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, ἀλλὰ καθὼς πρέπει τις ν’ ἀποφεύγῃ νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς αὐτὸ, οὕτω πρέπει ν’ ἀποφεύγῃ, καὶ τὴν ὑποψίαν ὅτι ὑπέπεσεν εἰς αὐτό. Καὶ ὅταν χθὲς τὰ δύο μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐδῶ, καὶ σᾶς ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν δύο ὡρῶν καὶ σᾶς εἶπον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς πέντε (5) Μ. Μ. θέλετε σᾶς εἶπον νὰ κάμητε συνεδρίασιν σήμερον; ἔστω· ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ μάθουν ὅλοι· αὐτοὶ πιστεύουν ὅτι αὔριον θὰ ἔχετε συνεδρίασιν· θέλετε σήμερον; περιμείνατε μέχρι τῆς 5 ὥρας, ἀναβάλετε ἐπὶ δύο ὥρας ὅπως λάβωμεν καιρὸν, νὰ εἰδοποιήσωμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς συναδέλφους μας, καὶ σεῖς, κ. πρόεδρε, δὲν ἠθελήσατε οὔτε τοῦτο· καὶ ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις αὕτη· διὰ τί νὰ μὴ παραδεχθῆτε τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ δύο ὥρας; καὶ σᾶς εἴπομεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀτόμων, δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς δύο, τριῶν, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, σᾶς εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ μερίδων, αἵτινες ἔχουσιν ὕπαρξιν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, αὗται σύγκεινται παρὰ τῶν φίλων τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ Βούλγαρη· δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, τὸν ἐζήτησαν καὶ ἐνεγράφησαν καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ κ. Βαλασόπουλος, καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν μερίδα τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα νὰ παραπονούμεθα, ναὶ, ἢ ὄχι; Ἐπὶ τούτου καὶ μόνου τοῦ γεγονόνος χθὲς ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς πλειονοψηφίας, ἐπὶ τούτου δὲ τὴν ἐφιστῶ καὶ σήμερον ὅτε βλέπω τὴν βουλὴν συνηγμένην, ἐπὶ τούτου καὶ μόνου τοῦ γεγονότος τοῦ ἀποκλεισμοῦ μερίδων ὁλοκλήρων τοῦ νὰ λάβωσι τὸν λόγον, διότι εἰς αὐτὸ βλέπω τὴν προσβολὴν τῆς βάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, τὴν προσβολὴν αὐτῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως. Καὶ ἓν μόνον ἄτομον ἐὰν ἔμενε ἔξω, τὸ ὁποῖον νὰ ἐζήτει τὸν λόγον, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ διετείνετο νὰ ὁμιλήσῃ, κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορούσατε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, ὅταν δύο πλήρεις μερίδες δὲν ὡμίλησαν, (ἀφίνω δὲ ὅτι ἦσαν καὶ ἄλλοι οἵτινες δὲν ὡμίλησαν ἐκ τῆς μερίδος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς ὁ κ. Σέρβος, ὁ κ. Πολυλᾶς καὶ ἄλλοι) καὶ ἕνας μόνος βουλευτὴς ἐὰν ἤθελεν εἰπῆ, ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν ἠμπορούσατε νὰ κλείσητε τὴν συζήτησιν, διότι ἕνας βουλευτὴς ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα ὥστε νὰ μετατρέψῃ τὴν πεποίθησιν τῆς πλειονοψηφίας. Ἐδῶ ὅμως ἀπεκλείσθησαν ὁλόκληροι μερίδες, αἵτινες εἶχαν τὴν πεποίθησιν ὅτι Κυριακὴ καὶ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου συνεδρίασις δὲν ἤθελε γίνει. Ἔρχεται ἡ μειονοψηφία, καὶ διὰ δύο τῶν μελῶν της ζητεῖ νὰ γίνῃ ἀναβολὴ ἐπὶ δύο ὥρας· δὲν ὠφείλετε νὰ πράξητε τοῦτο, φροντίζοντες οὐχὶ τόσον περὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅσον περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως; Παρακαλῶ τὸν φίλον μου κ. Ῥοντήρην νὰ μὲ φωτίσῃ, διότι ἔχω ἄπειρον πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει, τὸ λέγει μετὰ πεποιθήσεως, τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν τοιαύτη διαγωγὴ, εἶναι διαγωγὴ συνταγματικῆς πολιτείας καὶ ἂν στηρίζεται αὐτὴ εἰς τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐσυλλογιζόμην χθὲς, κύριοι, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὃ παρεστάθην μάρτυς τοῦ λυπηροῦ αὐτοῦ συμβάντος, ἐσυλλογιζόμην χθὲς, ποία τάχα νὰ ᾖναι ἡ ἰδέα τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπιμένει διὰ τοιούτου τρόπου νὰ διαγράψῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ δικαίωμα τοσούτων βουλευτῶν; Ποῖον εἶναι τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον τὴν κάμνει νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι πολὺ ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κατσικαπῆς, δὲν ἠξεύρω ποίαν ἐντύπωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας θὰ κάμῃ, ὅταν μάθωσιν ὅτι συνῆλθεν εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ τὴν κυριακὴν τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μικρὰ ἑορτὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα; Ὅτι δὲν παρευρέθη οὐδεὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰμὴ δύο μόνον· ὅτι μόλις 95 βουλευταὶ ἐν συνόλῳ εὑρέθησαν, καὶ ὅπως σχηματισθῇ ἀπαρτία, ἐψήφισαν καὶ οἱ ὑπουργοὶ, καὶ ἔγινεν αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία κατεσπεύσθη τόσον, διὰ νὰ παύσουν τὰ σχόλια τῶν ἐπαρχιῶν, ὡς εἶπον· ἀλλὰ τώρα αἱ ἐπαρχίαι δὲν θὰ εἴπουν, τί τρέχει; τί γίνεται ἐκεῖ, εἰς τὰς Ἀθήνας; Τί ἐπαπειλεῖται καὶ γίνονται αὐτά; Ἰδοὺ τὴν ἀνησυχίαν τὴν ἐνεσπείρατε περισσότερον, παρὰ ἐὰν ἠθέλετε ἀφήσει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τακτικῶς, ἐὰν ἤθελε συζητηθῆ τὸ ἀντικείμενον μὲ ἐκείνην τὴν εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ, καὶ τὴν ὁποίαν σεῖς οἱ ἴδιοι ἀπῃτήσατε, ὅταν εἶσθε ἀντιπολίτευσις, καὶ ὅταν εἴπετε, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διαρκεῖ ἐπὶ 4 μῆνας;
§185ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύο μῆνας.
§186ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύο μῆνας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ δύο εἰς τὴν Βουλὴν, οὕτως εἴπετε σεῖς οἱ ἴδιοι.
§187ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ 2½ μῆνας.
§188ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητήσατε τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἴδητε, πόσον εἰργάσθη.—Ἐσκεπτόμην λοιπὸν χθὲς, ποία νὰ ᾖναι ἡ αἰτία τῆς ἐπισπεύσεως ταύτης; Τὸ τῆς ἡσυχίας τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἡσυχίας τῶν ἐπαρχιῶν, ὡς μοὶ ἔλεγον, δὲν εἶναι βεβαίως αὐτό. Εἶπον εἰς τὸν ἑαυτόν μου, μήπως καὶ θέλουν ν’ ἀπαλλαχθοῦν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς χρήσεως τῶν δανείων; Καὶ τοῦτο ὄχι, καθότι καὶ ἐὰν ἡ πλειονοψηφία σήμερον εἴπῃ, ὅτι καλῶς μετεχειρίσθησαν τὸ δάνειον, αὔριον καλλίτερον σκεπτομένη αὐτὴ ἡ ἰδία πλειοψηφία καὶ λαμβάνουσα ἴσως καλλιτέρας πληροφορίας, καὶ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἄλλα ἔγγραφα καὶ ἄλλους λογαριασμοὺς, αὐτὴ ἡ ἰδία πλειονοψηφία ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ· κύριοι ὑπουργοὶ, κοπιάσατε εἰς τὸ δικαστήριον νὰ δώσητε λόγον. Οὔτε τοῦτο λοιπὸν μοὶ ἐξηγοῦσε τὸ φαινόμενον. Μία μόνη ἰδέα μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι ἐξηγοῦσε τὸ πρᾶγμα καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως· εἶπον ἐν ἐμαυτῷ, ἡ Βουλὴ εἶναι ἐμπόδιον· ἀλλ’ ὁ διάβολος, τὸ σύνταγμα θέλει, νὰ ἐπικυρωθῇ ὁ προϋπολογισμός· σπεύδοντες τὴν ἐπιψήφισιν σήμερον τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ζητοῦν, θὰ ζητήσουν ἴσως εἶπον μὲ τὸν νοῦν μου, μίαν ψῆφον συλλήβδην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ αὔριον ἤγουν σήμερον, νὰ ἔχωμεν τὴν λῆξιν τῆς συνόδου. Οὗτος ὁ συλλογισμὸς μόνος μοὶ ἐξηγοῦσε τὴν μεγάλην ἐπίσπευσιν τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἐβεβαιώθην κατ’ ἐμὲ εἰς τοῦτο, ὅταν ἀναγνώσας τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἶδον νὰ λέγῃ τὸ δεύτερον θέμα, ὅτι ἡ Βουλὴ πείθεται ἐκ τῶν συζητήσεων, ὅτι ἡ κυβέρνησις καλῶς ὑπελόγισε τὰ πιθανὰ ἔσοδα, καὶ καλῶς ὑπελόγισε — δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν ἦταν αὐταὶ αἱ ἴδιαι λέξεις, ἀλλ’ αἱ ἑπόμεναι ἦσαν αἱ αὐταὶ — τὰ ἀναπόφευκτα ἀναγκαῖα ἔξοδα. Καὶ ὅταν τελειώσωμεν τὴν παροῦσαν συζήτησιν, κύριε πρόεδρε, καὶ ἔλθωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ, ἐὰν ἦναι καλῶς συντεταγμένα, θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ διορθώσητε τὸ μέρος ἐκεῖνο, καθότι ὡς μᾶς τὸ ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου μένει χωρὶς ἔννοιαν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον μετὰ ταῦτα καὶ εἶπον· κύριοι, νομίζετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ καθέκαστα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων; Ἦτο αὐτὴ ἡ φράσις ῥητή· περιώρισε τὰ ἔξοδα εἰς τὰς ἀναγκαίως ἀναποφεύκτους ἀνάγκας, ἑπομένως ἐπικυρωμένος (εἶπον μὲ τὸν νοῦν μου) θεωρεῖται ὁ προϋπολογισμός. Ζητῶ διασαφήσεις περὶ τούτου, καὶ ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ εἶπον ὄχι, δὲν ἐννοοῦμεν τοῦτο· νὰ διορθώσωμεν αὐτὴν τὴν φράσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐσφαλμένη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ἡ φράσις ἐδιορθώθη. Λοιπὸν ἀφοῦ ἡ ἰδέα τῆς συλλήβδην ἐπικυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξέλιπεν, ἔμενε καὶ μένει εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον ἀνεξήγητος ἡ χθεσινὴ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ζητήσῃ δηλαδὴ ἐκείνην τὴν ἐσπευσμένην καὶ βεβιασμένην ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ῥοντήρης ὅμως μᾶς ἔδωκε μίαν ἐξήγησιν, ἡ ὁποία μὲ ἐλύπησε παραπολὺ ἀκούσας ταύτην ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ φίλου μας τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ἡ κοινοβουλευτικὴ πάλη, λέγει, βλάπτει τὴν διοίκησιν καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ παύσῃ. Δὲν θέλω κάμει τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Ῥοντήρην, ἣν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἐν τῇ συνελεύσει εὑρισκόμενος ὁ κ. Ῥοντήρης ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ συνεδριάζῃ διαρκῶς ἡ Βουλή· δὲν θέλω τῷ κάμει παρατηρήσεις τοιαύτας, διότι ἀπὸ τότε ἕως τώρα ἠμπορεῖ ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ ἔλαβε περισσοτέραν πεῖραν, νὰ ἐσκέφθη καλλίτερον καὶ νὰ ἐπείσθη, ὅτι τῳόντι ἡ κοινοβουλευτικὴ πάλη βλάπτει τὴν διοίκησιν. Θέλω ὅμως τὸν παρακαλέσει νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι λίαν ἀπατῶνται, λίαν σφάλλουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι στοχάζονται, ὅτι δύναταί ποτε νὰ διοικηθῇ, δὲν λέγω νὰ διοικηθῇ καλῶς, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ εὐρείας, πλατυτάτης, ἐλευθερωτάτης κοινοβουλευτικῆς πάλης· καὶ ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μεταχειρίζωμαι τὸν λόγον ὁπωσοῦν τραχύτερον ἀφ’ ὅ,τι ἄλλοτε, τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἡ κυβέρνησις τῆς νομιμοφροσύνης, ἐλθοῦσα διὰ τῆς σπάθης της νὰ καταπαύσῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν. Εἶναι παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Λίαν ἀπατῶνται ὅσοι νομίζουν, ὅτι περιορίζοντες, ἀφαιροῦντες (διότι ὁ ῥόβολος φθάνει ν’ ἀρχίσῃ, θὰ ὑπάγῃ τις μέχρι πυθμένος) ἀφαιροῦντες τὴν κοινοβουλευτικὴν πάλην καὶ συζήτησιν θὰ ἠμπορέσουν νὰ κυβερνήσουν καλλίτερον τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ποία ἦτο αὐτὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ πάλη, φίλτατε κύριε Ῥοντήρη, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ παύσῃ; Δύο ἡμερῶν καὶ μιᾶς ὥρας συζήτησις, καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Δεληγεώργης. Δύο ἡμερῶν καὶ μιᾶς ὥρας συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι κοινοβουλευτικὴ πάλη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ πνιγῇ, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ διοίκησις τοῦ κράτους, καὶ νὰ πνιγῇ μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔδωκε καὶ δίδει δικαίωμα μεγάλων παραπόνων. Ἀλλὰ, εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, τί ἐφέρετε, κατὰ πόσον διεφωτίσατε τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν μετὰ τὰς ἀγορεύσεις σας; Ἠθελήσατε νὰ συγχύσητε καὶ νὰ συγχύσητε ἐκ προθέσεως· ὀλίγην ἐδείξατε στοργὴν εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἂν νομίζῃ, ὅτι δίκαιον εἶχε νὰ παραπονεθῇ ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι τραχέως οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τῆς πλειοψηφίας ἐξεφράσθησαν, δὲν ἔχω δίκαιον καὶ ἐγὼ νὰ παραπονεθῶ, ἀφοῦ μᾶς λέγῃ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐσυγχύσαμεν, ἐστρεβλώσαμεν τὴν συζήτησιν, καὶ ὅτι πολὺ ὀλίγην στοργὴν ἐδείξαμεν διὰ τὰς ἐπαρχίας; διατί; διότι ἡμεῖς προσηλώσαμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰ δάνεια, καὶ δὲν εἶναι τοῦτο, λέγει τὸ δυστύχημα, ἡ ἐγγραφὴ τῶν δανείων, ἀλλ’ ἡ γέννησις τῶν δανείων. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπόρεσα νὰ καταλάβω, ποῖον ἤθελεν εἶναι τὸ πρακτικὸν συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε φθάσει ὁ κ. Ῥοντήρης, ἐὰν, ἀντὶ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι χρεωστοῦμεν 400,000,000 ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον δικαίως ὁ κ. Ῥοντήρης ἐξεπλάγη, ἤθελα εἴπει, ὅτι ἐγένοντο τὰ δάνεια ταῦτα τὸ ἓν εἰς τὰ 1824, τὸ ἄλλο εἰς τὰ 1815, κτλ. καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν ἔγιναν. Ἀφοῦ, κ. Ῥοντήρη, εἴχετε τὴν πεποίθησιν ταύτην, ὅτι οὕτως ἠμποροῦσε νὰ φωτισθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἠμποροῦσαν νὰ ὠφεληθοῦν αἱ ἐπαρχίαι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ· ποῦ ἦσο, κ. Ῥοντήρη, σὺ, ὁ ὁποῖος μᾶς κατέκρινες ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ; δὲν σᾶς εἴδομεν πρώτην φορὰν εἰμὴ εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν· σήμερον δὲ μόνον ἤκουσα τὸν εὐφραδῆ λόγον σου· διατί δὲν ἦλθες πρὶν νὰ μᾶς εἴπῃς «δὲν βαίνετε καλῶς· σταματήσατε.» Ἀλλ’ ἦτο πράγματι σύγχυσις εἰς τὴν συζήτησιν; Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κρίνω καὶ δὲν τὸ κρίνω, καθότι σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι λογιστικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶμαι. Ἔστω, ὅτι ἐν τῇ λογιστικῇ ἱκανότητί του ὁ κ. Ῥοντήρης εὗρε σύγχυσιν εἰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο· διατί δὲν ἐξέταζε τὸ αἴτιον τῆς συγχύσεως; Πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, μία Βουλὴ φέρει τὸν τύπον τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὴν ὁδηγεῖ, καὶ μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, ἔρχεται δι’ ἑνὸς τῶν ἐντίμων ὑπουργῶν καὶ μᾶς παρουσιάζει ἀριθμούς τινας, δι’ ἑνὸς δὲ ἄλλου ὑπουργοῦ μᾶς παρουσιάζει ἄλλους ἀριθμοὺς ἀναιροῦντας τοὺς πρώτους, καὶ ὁ εἰδικὸς ὑπουργὸς ὁ τῶν Οἰκονομικῶν σιωπᾷ καὶ δὲν μᾶς λέγει, ποῖοι εἶναι οἱ ἀκριβεῖς ἀριθμοὶ, οἱ παρουσιασθέντες παρὰ τοῦ ἑνὸς συναδέλφου του ἢ οἱ παρὰ τοῦ ἄλλου, καὶ ὁ εἰδικὸς οὗτος ὑπουργὸς δὲν ἔρχεται νὰ διαφωτίσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς τὴν σύγχυσιν. Τί συμπέρασμα θὰ φέρῃ ἡ ἀντιπολίτευσις; Καὶ λοιπὸν ἡ σύγχυσις ἂν ἐγένετο (ὅπερ δὲν τὸ παραδέχομαι), ἡ σύγχυσις αὕτη πόθεν προῆλθεν; Ἀλλ’ ὅτι ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔπαυσε βιαίως καὶ ἔπαυσε πρὶν ὡριμάσῃ δὲν τὸ ἀποδεικνύει αὐτὴ αὕτη ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ῥοντήρη; Περὶ τίνος ἐπρόκειτο νὰ ἀγορεύσῃς σήμερον, φίλε κ. Ῥοντήρη; Περὶ τῶν πρακτικῶν· ἐὰν τὰ πρακτικὰ τὰ χθεσινὰ ἔχουν καλῶς ἢ ὄχι· καὶ διὰ νὰ ἀποδείξῃς, ὅτι εἶχον καλῶς, ἀνέπτυξας τὴν οἰκονομικήν σου θεωρίαν, λησμονῶν, ὅτι τοιουτοτρόπως ἀπεδείκνυες ὅτι σὺ ὁ ἴδιος ᾐσθάνθης, ὅτι σοῦ ἔπνιξαν τὸν λόγον χθὲς, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελε κλείσῃ ἡ συζήτησις χθὲς, ἤθελες εἴπει καὶ σὺ τὴν γνώμην σου. Καὶ περίεργον· τὴν αὐτὴν ἐκείνην στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥοντήρης εἶπεν ἐπανειλημμένως, ὅτι πολλὰ ἐσυζητήσαμεν, ὅτι πολλὰ εἴπομεν, καὶ ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, τὴν αὐτὴν ἐκείνην στιγμὴν μᾶς λέγει· δὲν ἐσυζητήσαμεν τίποτε ἐπισταμένως· ἐὰν καθήσωμεν νὰ συζητήσωμεν, καθὼς πρέπει, θέλετε ἰδεῖ μᾶς εἶπεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ 400,000,000, τὰ ὁποῖα χρεωστοῦμεν, δὲν εἶναι τίποτε· ἐὰν συζητήσωμεν τακτικῶς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἠμποροῦμεν ἐντὸς 10 ἐτῶν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν· καὶ διὰ τί ἄλλο παρεπονέθημεν, φίλε κ. Ῥοντήρη, εἰμὴ ὅτι ἐπνίγη ἡ συζήτησις, καὶ ὅτι ἐπνίγη ἐκνόμως; Ὁ δεύτερος τῶν ἀγορευσάντων ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἠλείας καὶ ἀξιότιμος ἀτομικὸς οὐχὶ πολιτικὸς φίλος μου κ. Λυκοῦργος Κρεστενίτης μᾶς εἶπε· διατί μᾶς ὑβρίζετε, ἐνῷ ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ σεῖς ὄχι; ἡμεῖς ἤλθομεν, σεῖς δὲν ἤλθετε. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἶπε· θὰ κάμω ὅμως μίαν μόνην παρατήρησιν, καθόσον ἀποβλέπει τὰς νουθεσίας, τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ δώσῃ πρὸς τὸν ἔντιμον καὶ ἀτομικὸν καὶ πολιτικόν μου φίλον κ. Μίλησην. Εἶσαι νέος, κ. Μίληση, λέγει ὁ κ. Κρεστενίτης, καὶ ἀκολούθησε τὸ παράδειγμα ἡμῶν τῶν γερόντων, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα συντηρητικοὶ καὶ θέλομεν τὴν ὑποστήρυξιν μιᾶς κυβερνήσεως, καὶ ἔστω, ἐὰν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ᾖναι τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, κ. Κρεστενίτης, νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τῆς γεροντικῆς ἡλικίας αἱ συμβουλαὶ εἶναι πάντοτε σεβασταὶ, ὅταν ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων των δεικνύουν, ὅτι εἶναι τοιαῦται, ὥστε δύνανται νὰ ὁδηγήσουν εἰς ἀσφαλῆ λιμένα· ἀλλ’ ὅταν βλέπω ἐνώπιόν μου ἓν σύστημα ἐπὶ τριακονταετίαν ὑποστηριχθὲν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν τόπον καὶ τὴν ἄλλην δυναστείαν καὶ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Κρεστενίτην εἰς θέσιν, ἥτις δὲν ἦτο βεβαίως θέσις εὐάρεστος· ὅταν βλέπω, ὅτι τὸ αὐτὸ τοῦτο σύστημα μοῦ προτείνει νὰ ὑποστηρίξωμεν, λέγω, ὅ,τι καὶ ὁ φίλος μου ὁ κ. Μίλησης, ἐπειδὴ εἶναι νέος, ἐπειδὴ τώρα εἰσέρχεται, ἐπροώδευσεν ἤδη εἰς τὸ πολιτικόν του στάδιον, ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν εἰς ἐκείνην τὴν στιγμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἄσπρισαν αἱ τρίχες του, ἢ οἱ μύστακές του, ἔχει πλῆρες δικαίωμα, νὰ ζητήσῃ νὰ ἀκολουθήσῃ δρόμον διάφορον. Ἠμπορεῖς νὰ εἴπῃς εἶναι ἀμφίβολος ὁ δρόμος του, ποῦ θὰ τὸν ὁδηγήσῃ· ἀλλ’ ὁ ἰδικός σου εἴδομεν θετικῶς ποῦ μᾶς ὡδήγησεν, εἰς τὴν καταστροφήν.
§189ΛΥΚ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κ. πρόεδρε, εἶναι προσωπικόν· τὸν λόγον!
§190ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητεῖ τὸν λόγον ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ὁ κ. Κρεστενίτης· τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι πρὸς οὐδένα (πολὺ δὲ ὀλιγώτερον πρὸς τὸν κ. Κρεστενίτην, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον προτήτερα, ὅτι τὸν ἐκτιμῶ καὶ τὸν ἀγαπῶ ὡς ἰδιαίτερος αὐτοῦ ἀτομικὸς φίλος, ἐὰν οὐχὶ πολιτικὸς) ἤθελον ἀπευθύνει ἰδέαν προσωπικήν· ἀπηύθυνα τὰς ἰδέας μου ἐναντίον τοῦ συστήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἦτο συνειθισμένον, ἄλλα νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἄλλα νὰ λέγῃ ἰδιαιτέρως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ πράγματά μας ποτὲ δὲν θὰ διορθωθῶσιν, ἑωσοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγομεν καὶ εἰς τὰ θρανία αὐτὰ καθήμενοι, καὶ εἰς τοὺς κοιτῶνας μας, καὶ εἰς τοὺς περιπάτους. Ὁ ἡγεμὼν ποτὲ δὲν θὰ φωτισθῇ, ποτὲ δὲν θὰ μάθῃ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐδῶθεν μόνον πρέπει νὰ γνωρίζῃ, διότι οἱ αὐλικοὶ του τὸν ἠπάτησαν καὶ πάντοτε θὰ τὸν ἀπατήσουν, ὅσον δὲν ἀποφασίσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μας ἔχει ἐντὸς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὸ ἐκφράζωμεν. Ὑποθέσατε ὅτι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἕνα τόπον οἱονδήποτε οἱ βουλευταὶ, καὶ διὰ νὰ μὴ συγχυσθῇ κανεὶς, ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ ἤθελον λέγει περὶ μιᾶς οἱασδήποτε κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, ὅτι ἡ λῃστεία μᾶς ἔπνιξεν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἔρχεται εἰς τὰς πόλεις μας, ἐντὸς ὀλίγου δὲν θὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ κατώφλιον τῶν οἰκιῶν μας, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔρχωμαι ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ νὰ ὑποστηρίζω τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν, λέγων ὅτι εἶναι ἡ ὀλιγώτερον κακὴ, ἠμποροῦσε ποτε αὐτὴ ἡ κυβέρνησις νὰ φωτισθῇ καὶ ὁ ἡγεμὼν νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν; Πρέπει νὰ εἴπωμεν λοιπὸν καθαρὰ, ὅλα τὰ λάθη τῆς παρούσης κυβερνήσεως· πρέπει νὰ τῆς εἴπωμεν, κατὰ τί ἔπταισε, καὶ ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι τὸ χθεσινὸν βῆμα ἦτο βῆμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν καλὴν διοίκησιν, τὴν καλὴν κυβέρνησιν, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ συμμερίζονται, ἂς τῆς εἴπωμεν, ὅτι ἔκαμε καλά· ἐὰν ὅμως νομίζωμεν τὸ ἀντίθετον, ὀφείλομεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν κανένα δισταγμὸν περὶ τοῦ ἐὰν ὁ κ. Ζαΐμης ᾖ καὶ φίλος, τὸν ὁποῖον ἀγαπῶμεν, ἐκτιμῶμεν, σεβόμεθα, ὡς καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί των, νομίζωμεν, ὅτι εἶναι κακόν, ὀφείλομεν νὰ κατηγορήσωμεν. Καὶ δὲν ἔχει ἐδῶ νὰ κάμῃ, δὲν ἐνέχεται ἡ πλειοψηφία. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς χθὲς ἐνόμισε καὶ ὤφειλε νὰ νομίσῃ, ὅτι νομίμως συνῆλθεν· οἱ ἐλθόντες ἐνταῦθα βουλευταὶ εἶχον τὴν συνείδησιν εἰς τὸν ἑαυτόν των, ὅτι εἰδοποιήθησαν, εἶχον ἴσως τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι 80 εἰδοποιήθησαν καὶ δὲν ἤθελον νὰ ἔλθουν. Ἀλλ’ ὅταν σήμερον ἔρχωνται ἐνώπιόν σας 80 ἄνθρωποι....
§191ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). 70 μόνον εἶσθε.
§192ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. 70, 60, 40, 30, 20, 10, ἔρχονται σήμερον ἐνώπιόν σας καὶ σᾶς λέγουν «δὲν τὸ ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἤθελετε κάμει συνεδρίασιν, δὲν τὸ ἐφανταζόμεθα, δὲν τὸ ἐπεριμέναμεν» νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ τοὺς ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι κατηγοροῦν τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν ὡς παράνομον; Καὶ πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Κατσικαπῆς, ἐὰν ἡ κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν χθεσινῶν, καὶ αἱ 95 ψῆφοι αἱ χθεσιναὶ θὰ εἴπουν· ἐμμένομεν· ἀπέναντι ὅμως αὐτῶν τῶν 95 ψήφων, θὰ εὑρεθῶσιν οἱ 80, ἔστω 70, οἱ 70, καὶ μεταξὺ τῶν 70, μὰ τὸ ναί, θὰ εὑρεθῶσιν ἄτομα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑποθέσῃ κανείς, ὅτι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε ὕψωσαν τὴν φωνὴν καὶ ἔδωκαν τὴν ψῆφόν των, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς εἴπουν «δὲν ἐγνωρίζομεν τίποτε, ὅτι πρόκειτο νὰ γίνῃ χθὲς συνεδρίασις, δὲν συνήλθομεν, ἡ ἀπόφασίς σας αὐτὴ εἶναι ἔκνομος, καί, ἂν ἐκτὸς τούτου, εἰς τὰ πρακτικά σας, τὰ ὁποῖα θὰ τυπώσητε, ὑπάρχει ἡ πρότασις, ἡ ὁποία σᾶς ἐγένετο χθές, ν’ ἀναβάλητε διὰ δύο ὥρας, ἵνα εἰδοποιηθῇ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ἐὰν δὲν ἔλθῃ τότε νὰ προβῆτε, νομίζετε, ὅτι ἐνώπιον αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἡ πλειοψηφία θὰ δικαιωθῇ; Ἠμπορεῖς νὰ μὴ ἔχῃς ἔλεγχον συνειδήσεως, φίλε κ. Ῥοντήρη, ἠμπορεῖς νὰ μὴ τὸν εἶχες ἕως χθές· ἀλλ’ ὅταν σήμερον 80 ἢ 70 συνάδελφοι λέγουν· ἄδικος, κακή, ἔκνομος, ἀνώμαλος ἡ ἀπόφασίς σου, δὲν ὀφείλεις νὰ τὴν ἀποσύρῃς; ἀπευθύνομαι εἰς τὴν συνείδησίν σου ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σὺ πρὸ ὀλίγου ἐπικαλέσθης. Ἀλλὰ θ’ ἀποσυρθῇ ἡ ἀπόφασις; Ὄχι κύριοι· ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει καὶ ἀπευθύνω τὸν λόγον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶχον, ἀξιότιμοι κυβερνῆται, πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὑπὸ τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη, ἐὰν ὄχι ἄλλο, ἤθελεν ἰσχύσει ἐπὶ τέλους ὁ νόμος, καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν δικαιωμάτων. Πρὸ πολλοῦ ἔχασα τὴν πεποίθησιν ταύτην· ἀλλὰ μοὶ ἔγινε μία ἄλλη. Ἐνόμισα, ὅτι τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ὑπὸ τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη, τὰ δικαιώματα τῆς μειονότητος ἤθελον σεβασθῆ πληρέστατα, καὶ ἔλαβον τὴν πεποίθησιν ταύτην κυρίως, ἀφ’ ὅτου ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς ἐγερθείς, ἵνα παρατηρήσῃ τινὰ εἰς μίαν πρότασιν τοῦ κ. Δανοπούλου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἶπε καὶ ἐπανέλαβε δευτέραν φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι οἱ νόμοι δὲν μᾶς ὠφελοῦσι τίποτε, ἐὰν δὲν κυτάξωμεν νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν λαὸν, καὶ ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν, νὰ σεβώμεθα ὁ εἷς τοῦ ἑτέρου τὰ δικαιώματα. Ἀλλὰ τὸ χθεσινὸν βῆμα, ὡς ἐγένετο, εἶναι ποδοπάτησις τῶν δικαιωμάτων οὐχὶ δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, μιᾶς μειοψηφίας, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ μηδαμινή, μιᾶς μειοψηφίας, ἥτις περικλείει ἐν ἑαυτῇ τὰς τρεῖς γνωστὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις, εἰς τὰς ὁποίας διαιρεῖται ὁ τόπος σας, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐμπεριέχουν πᾶν, ὅ,τι καλὸν, πᾶν ὅ,τι κακὸν ἐμπεριέχει ὁ τόπος σας. Ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα, κύριοι, τοῦ χθεσινοῦ πραξικοπήματος; Πραξικόπημα ὀφείλω νὰ τὸ ὀνομάσω κυβερνητικόν. Οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας οἱ ἐλθόντες χθὲς ἐδῶ, ἦσαν ἐν τῇ πλήρει πεποιθήσει, ὅτι εἰδοποιήθησαν ἅπαντες· ἡ Κυβέρνησις μόνον ἐγνώριζε τὰ ἰδιαίτερα. Ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ χθεσινοῦ πραξικοπήματος, κύριοι ὑπουργοί; Νομίζετε ὅτι θὰ ἦναι ἄνευ ἀποτελεσμάτων; Ἡ τῆς σημερινῆς πρωΐας σκηνὴ ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ὁποία δὲν προεκλήθη, ἀλλ’ αὐθορμήτως ἐξεῤῥάγη ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ τὸ ἄλλο, σᾶς ἀπεικονίζει τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅταν ἴδωσιν, ὅτι τέλος πάντων ἐντὸς αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ὄχι πλέον τὰ δικαιώματα ἑνὸς βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν, καὶ ὁ ὁποῖος ἀδίκως ἠμπορεῖ ν’ ἀποβληθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὀπίσω, ἢ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του κακῶς ἐκλεχθεὶς καὶ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸς ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα 80 βουλευτῶν ἀφίνονται κατὰ μέρος, τοὺς ἀφαιρεῖται ὁ λόγος, τοὺς ἀφαιρεῖται ἡ ψῆφος. Δὲν εἶναι δύο, δὲν εἶναι τρεῖς ἄνθρωποι, ὡς εἶπόν τινες, εἶναι αἱ τρεῖς πολιτικαὶ μερίδες αἱ μέχρι τοῦδε γνωσταὶ ἐν τῷ τόπῳ, τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα ἀφίνονται κατὰ μέρος ἀπὸ τὴν περίστασιν ἐξ ἑνὸς μὲν 5 ψήφων ἐν συνόλῳ περισσοτέρων, καὶ ἀπὸ τὴν συνταύτισιν μὲ τὰς ψήφους ταύτας τῶν ψήφων τῶν ἰδικῶν σας. Ἐθαύμασα, ὅταν ἤκουσα χθὲς κατὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν νὰ ψηφοφορῶσι καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοί· ἠρώτησα «ψηφίζουν καὶ οἱ ὑπουργοί;» μοὶ ἀπήντησαν, καὶ διατὶ ὄχι.— Ἁπλῶς μόνον ἐρωτῶ εἶπον· καὶ ἠξεύρετε διατὶ ἠρώτησα; ἵνα ἀπευθύνω σήμερον ἄλλην ἐρώτησιν, καὶ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἀποκριθῆτε, εἰς ποῖον κοινοβούλιον, τιθεμένου ζητήματος ἐμπιστοσύνης, παρουσιάζεται ἡ κυβέρνησις καὶ ψηφίζει διὰ τὸν ἑαυτόν της; Καὶ ἂν πρωτόπειροι ἤμεθα, καὶ ἐὰν δὲν ἐγνωρίζομεν τί ἐγίνετο εἰς τὰ κοινοβούλια ἐπὶ παρομοίων ζητημάτων, δὲν μᾶς ἤρκει τὸ παράδειγμα τὸ ἰδικόν σας; Ὁσάκις κατὰ τὰς παρελθούσας Βουλὰς ἐτίθετο ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν ἐγείρετο πρῶτος ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ἐφώναζεν ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ ψηφίσωσιν;
§193Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Δὲν ἐλέχθη ποτέ.
§194Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχουν τὰ πρακτικά.
§195ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ λέγω, τριῶν μερίδων τὰ δικαιώματα ποδοπατοῦνται διὰ τῆς κατὰ τύχην συνενώσεως 5 ψήφων περισσοτέρων, εἰς τὰς ὁποίας συγκαταριθμοῦνται καὶ αἱ τῶν ὑπουργῶν, ὅπως ἠμπορέσουν νὰ συγκροτήσωσιν ἀπαρτίαν.
§196ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπουργοὶ μήπως δὲν εἶναι βουλευταί;
§197ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον νομικῶς· ὁμιλοῦμεν συνταγματικῶς. Ἂν χθὲς οἱ ὑπουργοὶ ἐξῃροῦντο, ὑπῆρχε Βουλή;
§198ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπουργοὶ ὡς βουλευταὶ συντελοῦν εἰς τὴν ἀπαρτίαν.
§199ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλά, κύριε πρωθυπουργὲ, μία ἐσπευσμένη, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἄλλο, μία ἐσπευσμένη σκέψις τῆς χθὲς, ἡ ὁποία σᾶς ἐβίασε, σᾶς παρεκίνησε νὰ ἐπιμείνητε ὅπως λάβετε τὴν χθεσινὴν ψῆφον, ἀνῆψε (εἶμαι δὲ βέβαιος χωρὶς νὰ τὸ θέλετε) τὰ πάθη εἰς βαθμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἔφθασάν ποτε. Τρεῖς μερίδες ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εὑρισκόμεναι καὶ ἀριθμοῦσαι 80 ἢ 70 ψήφους, ἂν θελήσωσι νὰ μιμηθῶσι τὸ πεῖσμα ὑμῶν τῆς χθὲς εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις δὲν σᾶς παραλύωσι; καὶ μετὰ τὴν διαγωγήν σας τὴν χθεσινὴν, ποῖος θὰ τὰς καταδικάσῃ, ἂν δὲν ὑποχωρήσωσιν εἰς τὸ παραμικρὸν, εἰς κανὲν δικαίωμά των; Τὰς πιέζετε, διότι ἔχετε 5 ψήφους περισσοτέρας, δὲν δικαιούμεθα ὅμως νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἑτέρα δύναμις, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν πίεσίν σας δυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν; δὲν τὸ λέγω, ἵνα ἀπειλήσω κανένα, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἂν ἡ κυβέρνησις αἰσθάνεται πραγματικῶς τὴν θέσιν τοῦ τόπου, ἂν ἡ κυβέρνησις, θέλῃ τῳόντι νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ συμπράξῃ ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔκαμε μέγα λάθος μὲ τὴν χθεσινὴν διαγωγήν της. Εἰς τί ἤθελε ζημιωθῇ ἂν παρέτεινε τὰς συζητήσεις μέχρι σήμερον; Ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγὼ, ὅστις ἀγαπῶ νὰ ᾖμαι εἰλικρινὴς πάντοτε, καὶ νὰ μὴ κρύπτω ὅ,τι αἰσθάνομαι, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠξεύρω, ὅτι αἰσθάνονται οἱ ἄλλοι· ἡ χθεσινὴ διαγωγὴ ἤνοιξε χάσμα μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον δυσκόλως κατ’ ἐμὲ δύναται νὰ ἐκλείψῃ. Στέκει εἰς σᾶς νὰ σκεφθῆτε ἂν ἐπιμένοντες εἰς ὅ,τι χθὲς ἐπράξατε ὑπηρετεῖτε πραγματικῶς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, τὰ συμφέροντα τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, ὁ πρόεδρος κ. Δ. Χρηστίδης).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μίλησης ὑπέβαλε μίαν πρότασιν «Ἡ Βουλὴ κηρύττει ἄκυρον τὴν συνεδρίασιν τὴν χθεσινήν.»
§201ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ τὴν ψηφοφορήσωμεν, διότι ἡμεῖς τὴν θεωροῦμεν ἔγκυρον. (θόρυβος).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, πρέπει τέλος πάντων νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα. Ἡ συζήτησις ἔκλεισε καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος κ. Μίληση. Θέλετε δι’ ἀναστάσεως;
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (Ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε. Ἰδοὺ ἡ πρότασις «Ἡ Βουλὴ κηρύττει ἄκυρον τὴν συνεδρίασιν τὴν χθεσινὴν». Οἱ παραδεχόμενοι λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 173, εἶπον ὄχι 95, ναὶ δὲ 78, ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη, καὶ τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν, διὰ τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 παρὰ 10|60).