1869.10.26
1,006 rows · 8,475 words · 140 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58.
Τῆς 26 Ὀκτωβρίου 1869.
(Κυριακὴ)
Ὥρα 1 καὶ 15|60 μ. μ.
Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καταλάβετε τὰς ἕδρας σας· ἡ Βουλὴ εἶναι πλήρης, παρόντες 97. Προτοῦ, κύριοι, ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, ἀναγκάζομαι ν’ ἀποτείνω παραινέσεις εἰς τὸ ἀκροατήριον τὸ γενικὸν, ὅπου ἑδρεύει τὸ ἀκροατήριον τοῦ Λαοῦ. Χθὲς ἐγένοντο ἀσχημίαι, αἱ ὁποῖαι μὲ κατεθορύβησαν ὡς Ἕλληνα, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάξιαι εἰς ἀνθρώπους ἐλευθέρους. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸν κανονισμόν· προσέχετε, διότι θὰ κάμω αὐστηροτάτην χρῆσιν αὐτοῦ. Ἐζήσαμεν, κύριοι, εἰς ἕνα ἀγῶνα μέγιστον καὶ ἤρχοντο οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ στρατιῶται καὶ κανεὶς δὲν ἐβεβήλωσε τὸν τόπον αὐτὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον (εὖγε). Δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω χρῆσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μοὶ δίδει ὁ νόμος τῆς Βουλῆς· εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἦμαι αὐστηρότατος καὶ μένει εἰς σᾶς νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε· ἐναντίον ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸ χρέος του (θόρυβος).... Μὴ μὲ ἀναγκάσετε νὰ φέρω δύω στρατιώτας ἐκεῖ, ἐνῷ δὲν εἶχόν ποτε. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς προτεραίας.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν;
§3ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχει. — Εἰς τὸ τέλος τῶν πρακτικῶν, κ. πρόεδρε, γίνεται λόγος ὅτι μετὰ ταῦτα ἀπεφάνθη ὅτι αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, δηλαδὴ σήμερον. Τοῦτο, κ. πρόεδρε, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἦναι ἀληθὲς, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνθυμοῦμαι ποσῶς νὰ ἐθέσατε θέμα καὶ νὰ προκαλέσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως κατ’ αὐτὸ τὸ μέρος τὰ πρακτικὰ δὲν ἐκφράζουν τὴν ἀλήθειαν.
§4ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὸ ἤξευρεν ὅλος ὁ κόσμος.
§5ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλος ὁ κόσμος λέγει ὁ κ. Κολιάτσος τὸ ἤξευρε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα (θόρυβος). Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ εἶμαι μόνος καὶ ἐπιθυμῶ νὰ προστατεύσητε τὸν λόγον. Ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἠξεύρει, καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν τὸ ἤξευρον, οὔτε ἔφερον τὴν ἔνστασιν, διότι ποῖος ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τόσον ἐσπευσμένως ἠθέλομεν ἔλθει νὰ ἀποφασίσωμεν; Δύω καὶ ἥμισυ ἡμέρας εἴχομεν συζητήσει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§6ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τέσσαρας.
§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω ἥμισυ, διότι ἐσυζητήσαμεν τὴν δευτέραν, τὴν τρίτην δὲν ἔγινε συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν παρασκευὴν κατὰ τὸ ἥμυσι καὶ χθὲς τὸ σάββατον, καὶ ἂν λέγετε τέσσαρας, δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀποκρύπτοντες αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν δὲν ἔχετε καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀποκρύψητε πᾶσαν ἄλλην ἀλήθειαν. Λέγω λοιπὸν πῶς ἐστάθη. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε διάφορα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ μεταξὺ αὐτῶν πρόσωπα λίαν σπουδαῖα, ἐζήτησαν καὶ ἐπεθύμησαν νὰ λάβωσιν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τίς ἡ ἀνάγκη διὰ νὰ θέλῃ σήμερον ἡ κυβερνητικὴ μερίς, τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων πρέπει νὰ σκέπτηται περὶ τῆς τάξεως καὶ νὰ δίδῃ πρῶτον τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν ἠθικὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἦλθε νὰ διεκδικήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, διὰ νὰ ὑποκλεφθῇ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς σπουδαίου ἀντικειμένου;
§8ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ἑκατὸν βουλευταὶ, κ. Πετιμεζᾶ!
§9ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ φωνάζετε, διότι δὲν ἀκούω τίποτε (θόρυβος).
§10ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπω μὲ λύπην μου ὅτι ὑπάρχει φατριασμός· ἐδῶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ δύο λέξεις, διότι ἅπαντες ὁμιλοῦν. Δὲν ἐχύθησαν, κ. Πρόεδρε, ποταμοὶ αἱμάτων διὰ νὰ γίνουν αὐτοὶ οἱ φατριασμοί. Ἐνῷ εἴμεθα ἡσυχώτατοι, μᾶς βιάζετε νὰ γίνωμεν αὐστηροί. Βλάπτετε τοὺς ὑπουργοὺς τοιουτοτρόπως, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ ὑπερασπίσητε (θόρυβος). Οὔτε εἰς τὰ καφφενεῖα δὲν συζητοῦν ἔτζι...
§11ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄ! ἄ!
§12ΛΕΚΚΑΣ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐδῶ, ἂν δὲν σᾶς ἀρέσῃ κ. Ῥηγόπουλε, κ. Κολιάτζε, ἔλθετε ν’ ἀντικρούσητε, ἀλλὰ τὸ ἆ, καὶ ἆ, τί εἶναι αὐτά; Αὗται εἶναι αἱ ἐλευθερίαι μας; (θόρυβος). Ἐγὼ λέγω νὰ ἤμεθα φρόνιμοι, ἥσυχοι ὡς πατέρες τοῦ ἔθνους· σεῖς θέλετε μὲ τὸ ἆ καὶ μὲ τὸ οὖ.
§13ΚΟΡΙΖΗΣ. Τὸ ἆ καὶ τὸ οὖ ἐσεῖς τὸ ἐφέρατε (διάλογοι).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀφήσατε τοὺς διαλόγους· νομίζω ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ πρέπει ν’ ἀφήσουν καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ λαμβάνῃ τὰ μέτρα του διὰ τὴν τάξιν. Εἶπεν ἕνας, δύο, ἆ, οὖ, πρέπει ν’ ἀκούσητε τί θὰ εἴπῃ καὶ ὁ Πρόεδρος. — Σᾶς παρακαλῶ, κ. βουλευταὶ, ἐξακολουθήσατε.
§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἔμεινα ἐντελῶς ἀτάραχος ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου αὐτοῦ, διότι ἐγὼ ἤρχισα τὸ κοινοβουλευτικὸν στάδιον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ μεγαλειτέρου θορύβου τῆς ἐπαναστάσεως, κατὰ συνέπειαν οἱ μικροὶ θόρυβοι, οἱ πέριξ ἐμοῦ γενόμενοι, δὲν μὲ κάμνουν καμμίαν ἐντύπωσιν.
§16ΚΟΡΙΖΗΣ. Περίεργον πρᾶγμα νὰ μᾶς εἴπουν αὐτοὶ ὅτι ἐκάμαμεν ἄ, οὔ!
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον παραλύετε τὴν συζήτησιν. Παρακαλῶ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τάξιν, εὐαρεστηθῆτε νὰ ἐπαναπαυθῆτε εἰς τὴν διεύθυνσίν μου.
§18ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς τόσῳ σπουδαίου ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δικαίως πρέπει πάντοτε νὰ ἐπικαλῆται ἡ πρὸ πάντων προσοχὴ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνωνται συζητήσεις εὐρεῖαι εὐρύταται, καὶ ἕκαστος μετὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς, τὰς ἀνέτους σκέψεις, νὰ ἔρχηται νὰ δίδῃ τὴν ψῆφόν του, διότι, ὡς καὶ χθὲς σᾶς εἶπον, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, διότι αὐτὴ δὲν εἶναι ἐδική μας ἰδέα, ἀλλ’ αὐτῶν τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν ἄλλοτε ὅ,τι καὶ ἡμεῖς τώρα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων, διότι ἄνευ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν φόρων τοῦ λαοῦ, ἔθνος δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ..........
§19ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν εἶναι αὐτά; (θόρυβος).
§20ΛΕΚΚΑΣ. Μὰ εἰς τὸ καφφενεῖον, ἐπαναλαμβάνω, κάμνουν καλλιτέραν συζήτησιν· εἶναι ἐντροπή μας νὰ μᾶς βλέπουν (θόρυβος παρατεταμένος).
§21ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ ἑνὸς λοιπὸν, λέγω, τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου, διὰ ποῖον λόγον, λέγω, κύριοι, ζητεῖτε νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Καὶ ἀκόμη, κύριοι, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν ἤθελεν ἔχει συνεδρίασιν, διότι εἰς ποίαν περίστασιν εἰπέτε μοι ὑμεῖς, Κυριακὴν συνεδριάσαμεν; Ἐπειδὴ ὄχι μόνον εἶναι κυριακὴ, ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἑορτὴ ἐπίσης, ἐξαιρετέα ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ ἀπὸ τὰ Βασιλικὰ διατάγματα; Ἠρωτήσαμεν τὸν κ. πρόεδρον· κατὰ σύμπτωσιν συνέπεσε νὰ τὸν ἐπισκεφθῶμεν μαζὺ μὲ τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ ἀπέτεινε τὸν λόγον ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ χθὲς δὲν ἀπεφάνθη, καὶ ὅτι συνεδρίασιν σήμερον δὲν ἔχομεν, καὶ ἐγὼ δὲν ἔλαβα τὸν λόγον, καὶ ὁ κ. πρόεδρος, (πρὸ δύω ὡρῶν συνέβη τοῦτο) διὰ νευμάτων τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἐδείκνυον ὅτι θὰ ᾖναι καὶ δὲν θὰ ᾖναι συνεδρίασις ἀπεφάνθη.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Θὰ ἔχωμεν εἶπον. (θόρυβος).
§23ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις σᾶς εἶπεν ὅτι μετὰ ἓξ ὡρῶν συνεδρίασιν δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν δύναμαι οὔτε νὰ σκεφθῶ οὔτε νὰ συναρμολογήσω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ ἑνὸς τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ γίνῃ συνεδρίασις, καὶ συνεδρίασις ἥτις πρόκειται νὰ προκαλέσῃ μίαν σπουδαίαν ἀπόφασιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ὅτι ἡ συνεδρίασις αὕτη πρέπει νὰ ᾖναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὄχι μόνον τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν αὐτὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου· καὶ τίς θὰ διστάσῃ ὅτι σήμερον πλεῖστον μέρος τῶν βουλευτῶν δὲν ἐγνώριζε, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι εἶναι δύω παρὰ τέταρτον ἡ ὥρα, καὶ μάλιστα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνεγνώσατε τὰ πρακτικὰ, διότι ὁ ἐνδοιασμὸς καὶ ἡ ἀμφιβολία ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις, ὑπάρχει ἀνεξαιρέτως εἰς ὅλους τοὺς βουλευτὰς, δὲν λέγω ἐγὼ τῆς ἀντιπολιτεύσεως μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς συμπολιτεύσεως, διότι πρὸ μιᾶς ὥρας περιέτρεχον κλητῆρες ὅπως εἰδοποιήσωσι καὶ συλλέξωσι τοὺς βουλευτὰς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ὑπουργικὴν φάλαγγα, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, κύριοι, ἡ ὥρα· ἡ ὥρα ἐκείνη ἀποκρίνεται κάλλιον παντὸς ἄλλου· εἰπέτε μοι σεῖς, εἰς ποίαν ἄλλην συνεδρίασιν συνήλθομεν κατὰ τὰς 2 ὥρας μ. μ.; (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ συμφέρον ἀκόμη καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς κυβερνήσεως εἶναι, πρὶν ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν μιᾶς ἀποφάσεως χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, αὐτὰ ἴσως τὰ πράγματα ἐγίνοντο εἰς δημοτικά τινα συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν ν’ ἁρπάξουν πρᾶξίν τινα διὰ μιᾶς πλειοψηφίας, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς σοβαρὰ σώματα, ὡς ἡ Βουλὴ, νὰ γίνωνται. Ὁ δὲ λόγος, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Βουλὴ, διότι ἔγραψαν εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅτι ἡ κυβέρνησις διὰ τῆς συνενώσεως τῶν κομμάτων θὰ πέσῃ, καὶ ἡ δύναμις τῆς κυβερνήσεως ἐξασθενεῖ, αὐτὴ ἡ πρόφασις, κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαία· δὲν εἶναι σπουδαία, κύριοι, διότι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ γράφῃ καὶ διαβουκολῇ τὸ κοινὸν, ὅτι ἡ ἄλφα ἢ ἡ βῆτα κυβέρνησις δὲν εἶναι ἰσχυρὰ, δὲν ἔπαυσεν ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι ἰσχυρὰ μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία πράγματι εἶναι τοιαύτη. Δὲν ἔχω ἐγὼ καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι πᾶσα κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα εἶναι ἰσχυρὰ, δὲν ἐξασθενεῖ τις τὰς δυνάμεις της ἀπὸ τὰς ἐπιστολὰς ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. πρωθυπουργός· διότι, κύριοι, ἂν ἠθέλομεν ὑποθέσει τὴν πρόφασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερεν ἐν μέσῳ χθὲς ὡς ἔχουσαν κἄποιον κῦρος, κἄποιαν βάσιν, αὔριον ὑποθέσατε ὅτι ἔχει μίαν πλειοψηφίαν ἀπὸ 40 ψήφους· ἀλλὰ δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ μόνον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, καὶ ὑποθέσατε ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι διέδωκαν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι ἔχασε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ βασιλέως καὶ συνεπείᾳ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν ἐξησθένησεν· βέβαια ἂν παραδεχθῶμεν ὡς ἀληθὲς, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δι’ αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν ἤθελον ἐξασθενήσει ἐπίσης, τότε τί ἤθελε γίνει; ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα νὰ κάμῃ μίαν διαβεβαίωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅτι δὲν ἔχασε τὴν ἐμπιστοσύνην Του τὸ ὑπουργεῖον; ὄχι βέβαια. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι σπουδαῖος, σπουδαιότερον μάλιστα νομίζω, κ. πρόεδρε, εἶναι ἡ συζήτησις αὐτὴ, καθὼς σᾶς εἶπον, νὰ γίνῃ ἀνέτως, κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν νὰ παρασταθῶσι καὶ παρευρεθῶσιν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ὅλοι οἱ βουλευταὶ, καὶ νὰ βασανισθῶσι τὰ ἀντικείμενα τὰ σπουδαῖα, ἐκ δὲ τῆς γενικῆς αὐτῆς συζητήσεως νὰ καταντήσωμεν εἰς μίαν ψηφοφορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν, κ. πρόεδρε, πρέπει νὰ λάβουν μέρος ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι· διότι, κ. πρόεδρε, ἀποφάσεις τόσῳ σπουδαῖαι δὲν πρέπει, καθὼς σᾶς εἶπον, νὰ προκαλῶνται καθ’ ἡμέρας, καθ’ ἃς εἶναι ἀμφίβολον ἂν θὰ γίνῃ ἢ ὄχι συνεδρίασις. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν τῆς τελευταίας φράσεως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διότι τοιαύτη ἀπόφασις δὲν προεκλήθη. Χθὲς διελύθη ἡ Βουλὴ ἐν θορύβῳ τῶν μὲν φωναζόντων αὔριον, τῶν δὲ τὴν δευτέραν· διότι ποτὲ τὴν κυριακὴν δὲν ἔγινε συζήτησις.
§24ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, δύνανται ν’ ἀποτελέσουν τὸ πειστικὸν μιᾶς ἀγορεύσεως πρὸς ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως· δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ νὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικὰ, ὅπως προέτεινε, διότι αὐτὰ τὰ πρακτικὰ μαρτυροῦν ἐναντίον τῆς προτάσεώς του. Ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ἐγένετο πρότασις χθὲς εἰς τὸ νὰ τελειώσῃ ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ δὲ διάφοροι ἀξιότιμοι βουλευταὶ εἶπον ὅτι ἔχουν πρόθεσιν νὰ λάβουν μέρος καὶ ἀγορεύσουν, ἐπῆλθεν ἡ ἀγόρευσις ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν, ὅστις εἶπε, δεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν αὔριον· ὁ πρόεδρος ἠρώτησε τὴν βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε διὰ σήμερον. Ἀφοῦ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ, ἂς φέρουν πρότασιν ἀναβολῆς· δὲν δύνανται ὅμως σήμερον νὰ μεταβληθῶσι τὰ πρακτικὰ, καὶ νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ἔχουν κακῶς, καθ’ ὅσον ἔχουν καλῶς καὶ ἀπεικονίζουν πᾶν ὅ,τι ἐγένετο χθές· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ ὅπως ἔχουσιν.
§25ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τῇ ἀληθείᾳ εἶναι ἀκαταλόγιστος ἡ ἐπιμονὴ, ἡ ὁποία δεικνύεται ἀπὸ μέρους τινῶν σήμερον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ περὶ παρατάσεως τῆς συζητήσεως, τὸ δὲ πλέον περίεργον εἶναι ὅτι γίνεται ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας, τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἐδῶ δύναταί τις νὰ ἐκφωνήσῃ ὦ ἁγία ἐλευθερία, πόσα κακὰ διαπράττονται ἐν ὀνόματί σου! Περὶ τίνος πρόκειται; Θεωρία γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέχθησαν τόσα, ὅσα δὲν ἐλέχθησαν πώποτε. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὡς Κυβέρνησις, γινώσκων ὅτι ἡ παράτασις αὐτῆς τῆς κρίσεως τῆς ἐπικρατούσης βλάπτει κυρίως τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος; Δὲν θέλω νὰ διοικῶ τὸν τόπον αὐτὸν διατελοῦντα ὑπὸ ἐνδοιασμοὺς, ὅτι ἔχω ἢ δὲν ἔχω τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ᾖναί τις ἀπὸ ἐπαρχίαν, νὰ διῴκησεν ἐπαρχίαν, νὰ ἔμεινεν εἰς αὐτὰς διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὸ μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται ἀπὸ τὴν παράτασιν τῶν ὑπουργικῶν κρίσεων. Τί σᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις; ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην σας; μὲ ὑποστηρίζετε; συμφωνεῖτε μὲ τὴν πορείαν μου; ἄλλως καταθέτω τὸ χαρτοφυλάκιον. Ὄχι λέγουν οἱ κύριοι, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, διότι εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων· καὶ ποῖος εἶπεν ὄχι; καὶ τί ἦτο νὰ λεχθῇ καὶ δὲν ἐλέχθη; μήπως πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει φόρους, ὁ ὁποῖος τροπολογεῖ τὸ φορολογικὸν σύστημα, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ποινὰς οἱασδήποτε; Ὄχι, λέγουν σταθῆτε τὰ εἴπωμεν ὅλα· ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ παρατείνεται ἐπ’ ἄπειρον. Κύριοι, λέγουν εἶναι ὁ προϋπολογισμός· τώρα δὲν πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ, διότι ὅλοι εἴπομεν ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐξωγκωμένος. Τώρα εἶναι ἕνας ἔλεγχος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν κλείει ποτὲ ἡ θύρα. Εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα ἔχομεν περισσότερον στάδιον διὰ νὰ συζητήσωμεν. Τί σᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις; ἐπαναλαμβάνω· θέλω νὰ ἴδω μὲ ὑποστηρίζετε, ναὶ ἢ ὄχι; Θέλω νὰ εἴπω εἰς τοὺς νομάρχας μου, ἐξακολουθῆτε τὴν ὑπηρεσίαν σας ἐν ὅσῳ ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, λέγουν, κανεὶς δὲν εἶναι ὑπάλληλος χάριν τιμῆς, ἀλλ’ ἕνεκα ἀναγκῶν, καὶ οἱ νομάρχαι, καὶ οἱ πρωτοδίκαι καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς, κανεὶς μάθετέ το ἀπὸ ἐμὲ ὅστις διοίκησα ἐπαρχίαν, δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του μένων εἰς μετέωρον κατάστασιν· καὶ ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε αὐτὰ ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας; Χθὲς ὁ κ. Λομβάρδος προέβη νὰ κατακρίνῃ μὲ τρόπον.... δὲν θέλω νὰ τὸ εἴπω, τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος. Ἡμεῖς ἐγηράσαμεν εἰς ὑποθέσεις τῆς ἐπικρατείας καὶ εἰς ἐπιτροπὰς καὶ δὲν μᾶς τὸ εἶπε κανείς. Ἀλλ’ ἔλειψεν ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Δεληγεώργης· ὅλοι αὐτοὶ εἶναι βουλευταὶ καὶ κανεὶς δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ ἔλθουν. Λοιπὸν ὁ κ. Λομβάρδος ἔφερεν αὐτὸ τὸ ζήτημα χθὲς, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπεν· ἔστω, ἂς παρατείνωμεν ἕως αὔριον· ἠγέρθη πραγματικῶς ἡ Βουλή· ὄχι αὔριον ἐφώναξεν ἡ πτέρυξ αὐτὴ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἀλλὰ δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν ἐδῶ, εἶπον ὅτι αὔριον πρέπει νὰ ἔχωμεν, διότι ἡ κρίσις αὐτὴ ἀφανίζει τὸν τόπον, τὸν γεωργὸν, τὰς σχέσεις μας, τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην· παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπιμείνουν, διότι δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει φράξει τὴν ὁδόν· ἀπὸ τὴν δευτέραν καὶ πέρα θὰ ἔλθουν τὰ καθέκαστα· δὲν ἔκλεισε τὸ στάδιον. Λαλῶ ἐν πλήρει πεποιθήσει, κύριοι, καὶ σᾶς λέγω ὅτι διὰ τὰς στιγμὰς τὰς παρερχομένας γίνεσθε οἱ μεγαλείτεροι αἴτιοι τοῦ μεγαλειτέρου κακοῦ. Ὅταν λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἔνστασις καὶ διότι πράγματι ἡ ὥρα παρῆλθε, καὶ ὅλοι εἶπον· καλὰ, ἐξακολουθοῦμεν λοιπὸν αὔριον· ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἶπε δὲν εἶναι αὔριον· πῶς λοιπὸν ἦλθε, πῶς ἦλθεν ὁ Λομβάρδος, πῶς ἤλθομεν ἡμεῖς; δὲν λέγω ὁ κ. Πετιμεζᾶς, πιθανὸν οὕτω ν’ ἀντελήφθη, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ φιλονεικήσωμεν καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν ἄλλων· ὅλοι ἦλθον σήμερον καὶ ἦλθε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἄλλοι τινές, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν κατάκρισιν· δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσχωρήσῃ ἡ ἰδέα εἰς κανένα ὅτι λελανθασμένως, ὑποκρύφιος συνέρχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ νὰ γίνεται τοιαύτη συζήτησις, καὶ τὸ νοστιμώτερον νὰ γίνεται κατάχρησις τοῦ ὀνόματος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος. Τὸ στάδιον εἶναι ἀνοικτόν, κανεὶς δὲν ἀφαιρεῖ τὸν λόγον, ὅλοι νὰ λαλήσουν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μάθῃ ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ὑποστήριξιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν ἔνστασιν παρακαλῶ. Νὰ διατάξητε τὴν μετάφρασιν ἑνὸς μέρους τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Λομβάρδου, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος εἶπε χθὲς ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὔριον. Λέγω, μοὶ φαίνεται, ἂν καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν μετάφρασιν. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐπροτείναμεν ἡμεῖς τὴν σήμερον, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ ἴδιοι τὴν ἐπρότειναν καὶ τὴν ἐδέχθησαν.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἔχουν καλῶς τὰ πρακτικά, καί, καθὼς εἶπε πολὺ καλὰ ὁ κ. Δανόπουλος, εἶναι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐν πλήρει πεποιθήσει λέγουν ὅτι ἔχει καλῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουν, εἶναι ὅμως καὶ ἄλλοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐν πλήρει πεποιθήσει λέγουν, ὅτι ἔχει ἄλλως· ἐπροχώρησε χθὲς ἡ συζήτησις, τινὲς εἶπον ψηφοφορία, ἄλλοι εἶπον ὄχι, διότι θὰ ὁμιλήσωμεν· ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔθεσε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε· κύριοι, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ ὑπουργεῖον θέτει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ λέγει δὲν φεύγω ἀπ’ ἐδῶ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκφρασθῇ ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην, σεῖς πρέπει νὰ καθήσητε νὰ συζητήσητε καὶ νὰ ψηφίσητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θέτει ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου. Μετὰ διαφόρους ἄλλας παρατηρήσεις εἶπα καὶ ἐγώ, μὴ στενοχωρῆτε τὴν συζήτησιν, θέλετε αὔριον, θέλετε τὴν Δευτέραν; ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο ῥῆσις, τὴν ὁποίαν εἶπον ἐγώ, οὐχὶ ἡ Βουλή. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε μάλιστα, ἂν ἦσθε κεκμηκότες, ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλά· ὅλοι διὰ μιᾶς ἠγέρθησαν καὶ φωναὶ ἠκούοντο ἐδόθεν δι’ αὔριον, ἐκεῖθεν διὰ τὴν Δευτέραν. Εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ὅπου καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα ὅπου εὑρίσκομαι κατὰ δυστυχίαν ἢ κατ’ εὐτυχίαν εἰς τὸ κοινοβούλιον, καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ, συνειθίζω νὰ ἔρχωμαι πάντοτε πρῶτος καὶ φεύγω τελευταῖος. Ἐν μέσῳ ὅλου αὐτοῦ τοῦ θορύβου ἤμην εἰς ἐκείνην τὴν στήλην νὰ ἴδω τὸ ἐξαγόμενον, ὁ πρόεδρος ἐφώναζε σταθῆτε νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἡμέραν, ἄλλοι ἔλεγον τὴν Δευτέραν, αὔριον εἶναι Κυριακή, εἶναι τὸ πανηγῦρι σου, κύριε πρόεδρε, ἔχομεν καὶ ἄλλους Δημητρίους· ἄλλοι ἐφώναζον αὔριον. Ἦτο ἢ δὲν ἦτο Βουλή, ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἀπαρτία, δὲν ἠξεύρει κανείς, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἔφυγον πολλοί. Ἐξακολουθοῦσαν αἱ φωναὶ ἑκατέρωθεν, ὅταν ὁ πρόεδρος ἔλεγε· λοιπὸν διαλύεται ἡ συνεδρίασις· τί ἄλλο εἶπεν, δὲν τὸ ἤκουσα, σᾶς ὀμνύω, τοσοῦτος ἦτον ὁ θόρυβος· ἐὰν δὲν τὸ ἤκουσα ἐγὼ εὑρισκόμενος ἐκεῖ, τοσοῦτον πλησίον τοῦ προέδρου, νομίζετε ὅτι τὸ ἤκουσαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο μακρύτερα;
§29ΤΙΝΕΣ. Πῶς τὸ ἤκουσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐδῶ;
§30ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦλθεν ἐδῶ, διότι ἤκουσεν ὅτι θὰ γίνῃ συνεδρίασις καὶ ἦλθεν εἰς τὴν 11 καὶ ½ καὶ δὲν εἶδε κανένα καὶ ἔφυγε.
§31ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶναι ἔξω, τὸ παιδί του εἶναι ἐδῶ καὶ τοῦ φέρει κάθε ὀλίγον εἰδήσεις ἀπὸ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν.
§32ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Λομβάρδε, εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, διότι πρῶτον παρατείνετε καὶ δεύτερον δίδετε ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸν λαλοῦντα. Ἀφῆστε νὰ τὰ εἴπῃ ὅλα καὶ ἀνέβα καὶ κτύπησέ τον, αὐτὴ εἶναι ἡ τέχνη τοῦ λαλεῖν.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅτι ὄχι μόνον οἱ βουλευταὶ τῆς μερίδος αὐτῆς ἦσαν καὶ εἶναι ἐν καλῇ τῇ πίστει, ὅτι σήμερον δὲν θὰ ᾖναι συνεδρίασις, ἀλλ’ ὅτι καὶ βουλευταὶ ἐξ αὐτῆς τῆς μερίδος εἶχον αὐτὴν τὴν ἰδέαν, σᾶς τὸ ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ· τὸν εἶδον πρὸ ὀλίγου, δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι ἐδῶ· ἄ! ἐδῶ εἶναι. Ἔπειτα ἀφοῦ εἴπομεν τοὺς χαιρετισμοὺς τοῦ κυρίου προέδρου, ἐπῆγα μαζὺ μὲ ἄλλους εἰς τὸν κύριον Καλλιφρονᾶν διὰ νὰ εἴπωμεν τὰ πολλὰ τὰ ἔτη καὶ λέγοντες τοῦ εἶπον· κύριε Καλλιφρονᾶ, θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν; μὲ εἶπεν ἄ! δὲν θὰ ἔχωμεν.
§35ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι.
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, δὲν τὸ εἶπε;
§37ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ εἶπε.
§38ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Βλέπετε, τὸ ἀρνεῖται ὁ κ. Καλλιφρονᾶς.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὁμιλῆτε, δὲν θέλω κουβέντες. Ὁρίστε, κ. Λομβάρδε.
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ δὲν πταίω ἐγώ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἐγὼ σᾶς δίδω δίκαιον.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι μέγα μέρος τῶν κυρίων βουλευτῶν διατείνονται ἐν καλῇ πίστει, ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐλέχθη, ὅτι θὰ ᾖναι συνεδρίασις σήμερον· εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἕνα ἄλλο μέρος τῶν κ. βουλευτῶν διατείνεται ἐν πληρεστάτῃ καλῇ πίστει, ὅτι ἤκουσε, ὅτι σήμερον δὲν θὰ ᾖναι συνεδρίασις, ἀλλ’ αὔριον· καὶ ἀπόδειξις, κ. Ῥοῦφε, ὁ ὁποῖος ἔχεις τὴν καλοσύνην νὰ μὲ διακόπτῃς συχνὰ, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰς τοῦ κ. προέδρου συνηντήθημεν καὶ μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος καθὼς πολὺ καλὰ ἐνθυμεῖσθε χθὲς ἐπέμεινε εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως λέγων, ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ λόγου πεσόντος περὶ συνεδριάσεως σήμερον ὁ κ. Δεληγεώργης.—Κύριε πρόεδρε, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν σας— εἶπε· ἄ! αὐτὸ ἦτο συμβιβασμός· χθὲς, εἶπε, τὸ ἑσπέρας ἐγὼ ἀνεχώρησα ἐν πλήρει ἀγαθῇ πίστει, ὅτι συνεδρίασιν δὲν θὰ ἔχωμεν σήμερον· δὲν εἶναι ἔτσι κ. πρόεδρε;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπε, ἡμεῖς ἐλέγομεν τὴν δευτέραν, σεῖς ἐλέγετε αὔριον, ἤγουν τὴν Κυριακὴν, καὶ ἔγινε οὕτω συμβιβασμός· λέγω, ποῖος συμβιβασμὸς ἔγινε, σεῖς ἐζητήσατε πρῶτον τὴν ἀναβολὴν, καὶ δεύτερον τὴν δευτέραν, συμβιβασμὸς δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ ἐπάνω εἰς τὴν δευτέραν, ἔγινεν εἰς τὴν Κυριακήν· εἶναι συμβιβασμὸς αὐτός;
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι συμβιβασμὸς αὐτὸς, δὲν ἐπερίμενα αὐτὸ ἀπὸ τὸν γέροντα Χρηστίδην.
§45ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, ἀφοῦ ἐζήτησες τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. προέδρου, πρέπει νὰ τὸ δεχθῇς.
§46ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριε, τὸ πρωῒ ἦσαν τρεῖς βουλευταὶ τοῦ κόμματός σας καὶ ἐδίωκαν τοὺς βουλευτάς. Λοιπὸν εἶσθε ἐν καλῇ πίστει;
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, ἐλᾶτε εἰς τὸ βῆμα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον εἰς τοῦτο ὁ κ. Λομβάρδος· μὴ διακόπτετε.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅτι εἶναι ἐν ἀγαθοπιστίᾳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον, ὅτι σήμερον δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις, μὰ τὸ ναί! δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀντικρούσῃ κανείς. Αὐτὰ καθόσον ἀποβλέπει τὸν τύπον, καὶ ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχουν καλῶς ἢ κακῶς. Ἂς ἔλθωμεν τώρα καθόσον ἀποβλέπει τὴν οὐσίαν. Τί πρόκειται, κύριοι; εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς ὥραν προχωρημένην, θέτει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καὶ τὸ ἔθεσε φαρδὺ καὶ πλατὺ, συνέρχεται σήμερον ἡ Βουλὴ, ἐνῷ ἱκανὸν μέρος βουλευτῶν σᾶς λέγουν, εἶναι ἐν καλῇ τῇ πίστει, ὅτι σήμερον δὲν θὰ εἶναι συνεδρίασις, συνέρχεται σήμερον ἡ Βουλὴ διὰ ν’ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ ἐκφρασθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔθεσεν ὁ κ. πρόεδρος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσητε περισσότερον, λέγουν. Καὶ ποῖος θὰ τὰ δικάσῃ ταῦτα; εἴπατε ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Καὶ ποῖος θὰ δικάσῃ τοῦτο; Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι δύο μερίδες τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσαι, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀντιπροσωπευόμεναι δὲν ἔλαβον τὸν λόγον καὶ τὸν ἐζήτησαν, καὶ εἶναι ἐγγεγραμμέναι. Ὁ κ. Δεληγεώργης χθὲς τὸ βράδυ σᾶς εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ ἐνεγράφη, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης σήμερον εἶπε τοῦ προέδρου εἶμαι ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ, ὅτι σήμερον δὲν θὰ γίνῃ συνεδρίασις. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος ἐζήτησε χθὲς τὸν λόγον καὶ ἐνεγράφη· ἐπειδὴ δὲ σήμερον δὲν εἶναι ἐδῶ, ἔχω πλῆρες δικαίωμα νὰ συμπεράνω, ὅτι καὶ αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν ἀγαθὴν πίστιν, εἰς τὴν ὁποίαν, μείνατε βέβαιοι, σᾶς τὸ ὁρκίζομαι ἄλλην μίαν φορὰν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤμην σήμερον καὶ ἐγώ· οἱ τέσσαρες ἄλλοι συνάδελφοί μου ἐκ Ζακύνθου, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες εἶναι ἐν τῇ πλήρει, πληρεστάτῃ ἀγαθοπιστίᾳ, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι συνεδρίασις καὶ ὑποπτεύω μήπως σήμερον δὲν εἶναι καὶ ἐν Ἀθήναις.
§50ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἕνας ἰδικός σου, ὅταν ἤμεθα εἰς τοῦ κ. προέδρου ἦτον ἐκεῖ, ἐκεῖνος μὲ τὰ γιαλιὰ, καὶ εἴπομεν καθαρὰ ὅτι θὰ πᾶμε τώρα εἰς τὴν Βουλήν.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐπὶ τέλους, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας εἶναι τοῦτο· ἐν στιγμῇ καθ’ ἣν τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης παρὰ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως, δύω μερίδες ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσαι, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀντιπροσωπευόμεναι, ἐζήτησαν τὸν λόγον· καὶ δὲν εἶναι παροῦσαι σήμερον διὰ νὰ ὁμιλήσουν, διότι ὅλοι ἐν τῇ καλῇ πίστει εὑρίσκονται, ὅτι συνεδρίασις δὲν ἤθελε γίνει.
§52ΔΑΓΡΕΣ. Ἐνδιαφέρεσθε πολὺ, νὰ ὁμιλήσητε περὶ ὅλων τῶν κομμάτων.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα, διότι εἶμαι κοινοβουλευτικὸς ἄνθρωπος, καὶ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἂν θέλητε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ τὸ θέλητε μὲ ὅλα τὰ καλὰ καὶ μὲ ὅλα τὰ κακά· ἐὰν σᾶς ἐμποδίζῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν αὐτὸ σύστημα, πρέπει ν’ ἀποφύγητε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κάμνετε. Τὸ σύστημα αὐτὸ σᾶς ἐπιβάλλει, ὅτι ἐὰν δύο μερίδες, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τοὺς ἀντιπροσώπους των ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, δὲν εἶναι παροῦσαι, πρέπει ν’ ἀπέχητε τῆς συνεδριάσεως σήμερον.
§54ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Μὰ, μὲ ἔφερες ἕως ἐδῶ. Ἠμποροῦν αὐτοὶ νὰ μὴ ἔλθουν ποτέ· εἴμεθα 100 βουλευταὶ, καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀπ’ ἔξω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνεις, κ. Λομβάρδε, εἶναι κοινοβουλευτικόν; ὁμίλησε, συζήτησε ὅ,τι θέλεις, θὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ τὸ ἄλλο!
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι κατεπεῖγον, λέγει ὁ κ. Δανόπουλος, νὰ συνεδριάσωμεν σήμερον, καὶ κατεπειγόντως. Τὸ ἐννοῶ, ἐὰν ἡ κυβέρνησις, ἐὰν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ συνεδρίασις σήμερον καὶ ἐπὶ ὑποθέσει ὅτι χθὲς ἀπεφασίσθη νὰ μὴ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ, δύναται βεβαίως νὰ προσκαλέσῃ μίαν συνεδρίασιν ἔκτακτον. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, ὅτι πολλοὶ δὲν ἐγίνωσκον ὅτι σήμερον θὰ γίνῃ συνεδρίασις, δὲν ὀφείλετε νὰ εἰδοποιήσητε; Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ὅτι πολλοὶ καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν νὰ λάβουν τὸν λόγον, δὲν ἔπρεπε προηγουμένως νὰ εἰδοποιηθῶσι, κ. πρόεδρε; Ἀλλὰ δὲν ἔρχεσθε καὶ εἰς τὸ πρακτικὸν ἐξαγόμενον; Θέλετε στανικῶς σήμερον νὰ κάμητε συνεδρίασιν καὶ θέλετε νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσουν· δὲν συλλογίζεσθε ὅτι εἶσθε 97;
§56ΡΟΥΦΟΣ. Ἀπόδειξις ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν συνεδρίασιν.
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν συλλογίζεσθε ὅτι αὐτοὶ οἱ 97 ἅμα ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε συνεδρίασιν; ὅταν θέλετε εἰς τὸ πεῖσμα ἐρχόμεθα ἐκεῖ.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὰ καὶ σεῖς νὰ φύγητε ἔχομεν ἀπαρτίαν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μά, κύριοι, θέλετε νὰ κάμετε κουβέντα; ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐλᾶτε ἔπειτα εἰς τὸ βῆμα νὰ τὸν ἀναιρέσητε.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ ᾖναι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις μὲ τοὺς τύπους τοὐλάχιστον τοὺς κοινοβουλευτικοὺς, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Δανόπουλος, ὅτι ἀνάγκη αἱ ἐπαρχίαι νὰ μάθωσι, διὰ νὰ μὴ ἠμπορέσῃ κανεὶς νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔθεσε χθὲς ὁ κ. πρόεδρος, ἔρχεσθε — δὲν λέγω ὅ,τι εἴπατε προτήτερα διὰ νὰ τὸ ὑφαρπάσητε ἢ νὰ τὸ κλέψητε — ἀλλ’ ἔρχεσθε νὰ τὸ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν πρὶν ἀκόμη συζητηθῇ, ἔπρεπε τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν ὅτι δὲν εἶναι σήμερον συνεδρίασις, ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ πρόσκλησις τῶν βουλευτῶν νὰ ἔλθωσι. Ἐὰν νομίζητε ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ψηφίσωμεν σᾶς λέγω διακόψατε τοὐλάχιστον ἐπὶ μίαν ἢ δύω ὥρας· στείλατε τοὺς κλητῆρας, κάμετε εἰδοποιήσεις νὰ ἴδωσιν οἱ βουλευταὶ ὅτι τοὺς προσεκαλέσατε, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ τώρα ἀκόμη εἶναι πολλοὶ ἐν πλήρει πληρεστάτῃ ἀγαθοπιστίᾳ ὅτι συνεδρίασις δὲν θὰ ᾖναι. Ἐὰν θέλετε νὰ ψηφίσητε προχωρήσατε· ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἂν τὸ θέσητε, τί ἐξαγόμενον θὰ ἔχῃ;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς.
§62ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀπορῶ....
§63ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Καλλιφρονᾶ, νὰ βγάλετε τὸ φέσι.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, κύριε Πετιμεζᾶ!
§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ, κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ ὁμιλοῦν ἀσκεπεῖς· αὔριον θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ μὲ τὸ καπέλον.
§66Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς τὸ καπέλον εἶναι τάξις καὶ ἡ ἕξις τὸ νὰ γίνεται ὁ χαιρετισμὸς διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τῆς κεφαλῆς· εἴθισται τοῦτο εἰς τὸ φέσι; ἐὰν ἐγίνετο θὰ ἦτο γελοῖον, τὸ φέσι δὲν βγαίνει.— Ἀπορῶ διὰ τὸν προλαλήσαντα κ. Λομβάρδον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ὑπόληψιν ὅτι καὶ σοβαρῶς σκέπτεται καὶ σοβαρῶς ὁμιλεῖ πῶς σήμερον τὸν εἶδον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εἰς τόσον ἐλαφρὰς σκέψεις. Εἶπεν ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ ἠρώτησε ἂν ἔχωμεν συνεδρίασιν καὶ τὸν ἀπεκρίθην ἢ ἐγὼ ἢ ἄλλος ὅτι δὲν ἔχομεν. Τώρα ἂν καὶ συστέλλομαι νὰ τὸν διαψεύσω κατὰ πρόσωπον, διότι βεβαίως οὕτως εἶναι τῆς ἀνατροφῆς, ἀλλὰ λέγω ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος, ἔστω καὶ ἂν ἐλέγοντο τοιαῦτα πράγματα εἰς ὥραν ἐπισκέψεως, ὅταν πολλοὶ μπαίνουν καὶ βγαίνουν εἰς ἕνα σπῆτι, καὶ μήτε ἐρωτήματα σπουδαῖα μήτε ἀπαντήσεις σπουδαῖαι γίνονται, διότι οὕτως εἴθισται, δὲν ἐλέγοντο σπουδαίως. Τὰ σπουδαῖα, κύριοι, ἔχουν τὴν θέσιν των, ἔχουν τὸν καιρόν των, ἔχουν τὸν τόπον των.
§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχε τὴν σπουδαιότητά του.
§68ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἠμποροῦσες παιδιᾶς χάριν νὰ μὲ ἐρωτήσῃς καὶ νὰ εἴπῃς ὅτι σπουδαίως σοὶ ἀπήντησα. Ἀλλὰ τώρα εἶχεν ἀνάγκην κανεὶς νὰ καταφύγῃ καὶ νὰ ζητῇ εἰς τὰς οἰκίας καὶ ὁμιλίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐπιπολαίως καὶ παιδιᾶς χάριν, εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ ὅ,τι ἀποφασιστικῶς καὶ ἐν τάξει τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ καθήκοντος ἀπεφασίσθη; Γνωστὸν εἶναι ὅτι χθὲς κεκμηκότες ἀπὸ τὴν πολλὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦλθεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Δηλιγιάννης εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν· ἐπειδὴ λέγετε, κύριοι, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα, ὅτι δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσητε, ἂς σᾶς εὐχαριστήσωμεν λοιπὸν νὰ κάμωμεν αὔριον συνεδρίασιν, ἀλλ’ αὔριον. Μετ’ αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν δὲν ἔγινεν ἄλλη ἀγόρευσις σπουδαίως καὶ τακτικῶς καὶ κανονικῶς, αὐτὴ ἦτο ἡ ὁποία ἔληξε τὴν συζήτησιν, διότι εἰς αὐτὸ τὸ θέμα ἐπάνω διελύθη. Τώρα τί εἶπεν ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, τὰ ἐπιπόλαια μὴ τὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν. Ὅ,τι ἐκφράζεται ἀπ’ ἐδῶ, ὅ,τι ἐκφράζεται σπουδαίως καὶ ἀπὸ τῆς ἁρμοδίας θέσεως, αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωτικόν, αὐτὸ ἠκούσαμεν ὅλοι, αὐτὸ γνωρίζει καὶ τὸ κοινὸν καὶ τὸ ἀκροατήριον, καὶ βλέπετε πῶς εἶναι πλῆρες. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπητε τί εἶπεν ὁ ἕνας ἐδῶ καὶ ὁ ἄλλος ἐκεῖ, αὐτὰ δὲν ἔχουν τὸν τόπον των. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν ἔχει ἀμφισβήτησιν ὅτι οὕτω διελύθημεν χθές, ὅτι ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἦτον ὡρισμένη διὰ νὰ ἔλθωμεν νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ τὰ πρακτικὰ εἶναι ἀναμφισβήτητα. Ἤδη ἂν ζητοῦν νέας ἀναβολὰς διὰ ν’ ἀποφύγωμεν καὶ ν’ ἀπομακρύνωμεν, αὐτὸ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐκτὸς τῆς τάξεως, διότι μία ἀναβολὴ, καὶ σήμερον καὶ αὔριον, νομίζετε ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; Λοιπὸν δὲν θὰ ᾖναι παρὰ ἀπώλεια καιροῦ, κατατριβὴ τῆς Βουλῆς, παράλυσις τῶν ἐργασιῶν μας καὶ τῆς τάξεως, ἐκμηδένισις καὶ οὐδὲν ἄλλο. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ ἡμέρα εἶναι σήμερον ὡρισμένη καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προχωρήσωμεν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουν καλῶς νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες).
§70ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§71ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς δὲν εἶναι ἀντίῤῥησις; Δύω ὥρας συζητοῦμεν καὶ δὲν εἶναι ἀντίῤῥησις;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουν καλῶς. Ἐξακολούθησις ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§73Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ὁμιλίας, τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα κατ’ ἐμὲ εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη εἰς ὅσα ἐλέχθησαν. Διὰ τοῦτο προτείνω ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ παρὰ τῶν ὑπουργῶν λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει συνέχεια τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κληθῶσιν οἱ θέλοντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ ἂν τοῦτο δὲν γίνῃ, κατόπιν ἔρχεται τὸ θέμα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους;
§76ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω τὴν ἔνστασιν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀναβολή· (θόρυβος). Μὴ θορυβῆσθε, σεῖς θὰ ἀποφασίσητε· διότι τὸ συμφέρον, λέγω, καὶ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι νὰ ἁρπάσῃ μίαν ἀπόφασιν, κατὰ μίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἔκτακτος συνεδρίασις· ὅσα δὲ καὶ ἂν ἀποφασίσητε σήμερον, ὅσα καὶ ἂν γράψητε εἰς τὰ πρακτικὰ, ὕπερθεν τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας ὑπάρχει ἡ ἀπόφασις τῆς κοινῆς γνώμης, ἂν ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας ᾖναι δικαία καὶ ἂν καὶ εἰς ἕνα μόνον ἄτομον τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἐνδοιασμὸς καὶ ἡ ἀμφιβολία ὅτι σήμερον δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ συνεδρίασις. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν, καθὼς καὶ πρότερον σᾶς εἶπον νὰ μὴ ἀμφιβάλλῃ ὅτι δὲν θὰ εἶναι συνεδρίασις, ἀφοῦ οὐδέποτε τὴν Κυριακὴν καὶ ἡμέραν τοῦ ἁγίου Δημητρίου συνεδριάσαμεν; Ἂς ἀνοίξῃ ὁ φίλος μου κ. Δανόπουλος τὰ πρακτικὰ ὅλων τῶν Βουλῶν ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὸ 1844 μέχρι σήμερον, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι εἰς καμμίαν περίστασιν δὲν ἔγινε συνεδρίασις τὴν Κυριακήν. Μόνον εἰς μίαν περίστασιν ἔγινε, καὶ τὸ λέγω εἰς τὸν κ. Δανόπουλον, ἀλλ’ εἰς μίαν περίστασιν ἡ ὁποία προσάπτει στίγμα καὶ μῶμον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινοβούλιον. Κατὰ τὰ 1856 ἔληγεν ἡ νομικὴ ὕπαρξις τῆς Βουλῆς τὴν δευτέραν καὶ ὁ μακαρίτης Ὄθων τὸ Σάββατον προσεκάλεσε τὸν ποτὲ πρόεδρον τῆς Γερουσίας Μοναρχίδην καὶ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς Βουδούρην καὶ τοὺς εἶπεν ὅτι αὔριον πρέπει νὰ κάμετε συνεδρίασιν διὰ νὰ ἐπιψηφίσητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους καὶ 19 ἄλλα νομοσχέδια. Καὶ πραγματικῶς τὴν ἑπομένην Κυριακὴν συνῆλθον οἱ μακαρῖται ἐκεῖνοι βουλευταὶ καὶ ἐψήφισαν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ οὐχὶ τὰ 19, ἀλλὰ τὰ 18 νομοσχέδια. Βλέπετε λοιπὸν, ὁποῖον προηγούμενον, ὁποῖον παράδειγμα ἔχει ὁ κ. Δανόπουλος ὁ βουλευτὴς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Καὶ αὐτὸ τὸ παράδειγμα, καὶ αὐτὸ τὸ προηγούμενον θέλει νὰ καθιερώσῃ καὶ σήμερον.
§77ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς συνεδρίασε Κυριακήν.
§78ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡσύχασε, μὴ μὲ διακόπτῃς.
§79ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖς ὡς........
§80ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλῶ ὡς πρέπει νὰ ὁμιλῇ εἷς βουλευτὴς ἀνεξάρτητος, ὡς βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δὲν τάσσεται ὑπὸ πᾶσαν κυβερνητικὴν σημαίαν θόρυβος).
§81ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ σοῦ δείξω ὁποῖον εἶναι τὸ βιβλίον τῆς ποιότητός μου, νὰ ἀνοίξωμεν τὰ βιβλία.
§82Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ βιβλία τὰ ἔχω ἕτοιμα (θόρυβος). Αὐτὸ τὸ προηγούμενον θέλουν νὰ ἐπαναφέρουν καὶ θέλουν νὰ καθιερώσουν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν. Δὲν θὰ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς, κ. πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε ὁ διαπρύσιος κήρυξ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1852 μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1862 τῶν ἀληθειῶν, τὰς ὁποίας σήμερον ἐπικαλοῦμαι. Σεῖς καὶ ὡς γερουσιαστὴς καὶ ὡς δημοσιογράφος ἐκηρύξατε τὰς ἀληθείας αὐτὰς καὶ κατεφέρθητε κατὰ μιᾶς τοιαύτης διαγωγῆς. Λέγω, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος, ἐπὶ ἑνὸς τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου, ὁποῖον εἶναι, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, λέγω ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου καὶ αὐτῆς τῆς ὑπουργικῆς μερίδος, μέλη τινὰ τῆς ὁποίας θέλουν νὰ φανοῦν ὑπουργικώτερα τῶν ὑπουργῶν, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς καμμίαν ἀπόφασιν. Προβαίνοντες, κύριοι, σήμερον δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐσυζητήσατε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπεφασίσατε ἐρήμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ ἐνδοιασμὸς καὶ ἡ ἀμφιβολία ὑπῆρχεν, ὅτι σήμερον δὲν ἤθελε γίνει συνεδρίασις.
§83ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ.
§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπρόσβαλα κανένα. Εἶμαι ἕτοιμος εἰς τὸ προσωπικὸν (θόρυβος).
§85ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασαι νὰ συγκριθῇς μαζί μου (θόρυβος).
§86ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν καταδέχομαι. Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας καὶ σήμερον ὑποστηρίζει καὶ τὸ παρόν.
§87ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι στρατιώτης συμμορίας διὰ νὰ ἁρπάζω.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, ἀφήσατε τοὺς διαπληκτισμούς.
§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί νὰ ἁρπάζω; ἂς ἐξηγηθῇ ὁ κ. Δανόπουλος τί ἐννοεῖ; Ἁρπάζουν, κύριοι, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τάσσονται ὑπὸ τὴν σημαίαν πάσης κυβερνήσεως. Ὁ κ. Δανόπουλος ὑπεστήριξε τὴν κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Βούλγαρη μέχρι τέλους, καὶ μόλις ἔπεσε, τὸ πρῶτον τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἦτο τοῦ κυρίου Δανοπούλου· ὁ Πετιμεζᾶς ὅμως εἶναι ἀντιπολιτευόμενος πρὸ τοσούτου καιροῦ· (θόρυβος καὶ θορυβώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ Δανοπούλου καὶ Πετιμεζᾶ).
§90ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν ὅτι πέρυσιν ἤμην ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Βούλγαρη καὶ ἐφέτος ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Ζαΐμη. Θὰ τοῦ ἀποδείξω ὅτι τοῦτο μοῦ κάνει τιμήν, διότι θέλω κυβέρνησιν καὶ κυβέρνησιν ἰσχυράν. Ἔχω πολιτικὸν βίον πολὺ μεγαλείτερον τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ· ὑποστηρίζων τὴν κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Βούλγαρη δὲν ἐπῆρα τίποτε, οὔτε κατεδέχθην νὰ πάρω· μάρτυρες δὲ εἶναι ὅτι δὲν τὸν ἠκολούθουσα τυφλῶς, ἡ ἐκλογὴ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, τοῦ κυρίου Χρηστίδου, μάρτυς ὁ κύριος Σωτηρόπουλος καὶ τελευταῖον ὁ Πόρος. Δὲν θὰ μὲ εὕρητε ὅτι ἐπῆρα γαίας, γραμμάτια ἢ ἄλλας ἀμοιβάς.
§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰς γαίας ἐγὼ τὰς ἐπῆρα μὲ τὸ δικαστήριον.
§92ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅποτε θέλει ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἀνοίγομεν τὰ βιβλία τοῦ ἰδιωτικοῦ μας βίου καὶ τοῦ δημοσίου.
§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῶν γαιῶν, ἔπρεπε νὰ φέρητε κατηγορητήριον κατὰ τῆς κυβερνήσεως.
§94ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι στρατιώτης τῆς τιμῆς, ὄχι συμμορίας· (θόρυβος).
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπιβάλετε σιωπήν, κύριε πρόεδρε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς παύσουν οἱ διαπληκτισμοί.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς τὸν βίον τῶν κοινοβουλίων νὰ ἐργασθῶσι τὴν κυριακήν, ἓν μόνον σᾶς ἀνέφερον παράδειγμα τοῦ 1856. Τότε ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Ὄθων, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία δὲν ἠδύναντο νὰ ἐργασθῶσι τὴν ἐπιοῦσαν, διότι ἔληγεν ἡ νόμιμος διάρκεια τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ἐκάλεσεν ἀφ’ ἑσπέρας τὸν πρόεδρον τῆς γερουσίας καὶ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς εἶπε νὰ συγκαλέσωσι συνεδρίασιν τὴν ἐπιοῦσαν· συνεκάλεσαν συνεδρίασιν, ἐψήφισαν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ 18 νόμους. Διὰ τί ἐνεθυμήθησαν τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο; ἵνα φέρωσι παράλληλον τοῦ ἱστορικοῦ τούτου μὲ τὰ σήμερον συμβαίνοντα. Ἵνα παραστήσωσιν ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σκοπὸν ἕτερον, παρὰ νὰ πιέσωμεν τὴν θέλησίν σας, νὰ πιέσωμεν τὴν γνώμην σας, νὰ ὑποκλέψωμεν τὰς ψήφους σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ εἷς ἕτερος ἔντιμος ῥήτωρ σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐμποδίζει αὐτὸ τὸ κοινοβούλιον νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ ὅπου θέλει νὰ ὑπάγῃ.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ διαστρέφετε τοὺς λόγους μου· τὸ εἶπον εἰς σᾶς.
§99Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουρ. ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀναλογία, κύριοι, τοῦ συμβάντος τοῦ 1856 μὲ τὸ σημερινόν. Ἀλλ’ εὑρίσκω ἀναλογίαν εἰς τὰ συμβάντα ταῦτα πρὸς συμβάντα ἄλλης ἐποχῆς, καὶ εὑρίσκω αὐτὴν εἰς ἑτέραν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω. Κατ’ εὐτυχίαν ὁ συνδυασμὸς τῶν πολιτικῶν συμφερόντων καὶ τὸ ῥεῦμα αὐτῶν δὲν μ’ ἔφεραν εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰς ἄλλην θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν εἶμαι καὶ σήμερον, οὔτε συνέβη νὰ ἦμαι ἀπὼν ἀπὸ τὸ κοινοβούλιον. Ἡ βάσις τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων εἶναι ἡ ὑποταγὴ τῶν ὀλιγωτέρων εἰς τοὺς περισσοτέρους· οἱ ὀλιγώτεροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των, νὰ τὴν ὑποστηρίξωσι, νὰ συζητήσωσι τοὺς ἰσχυρισμούς των, ἵνα πείσωσι τοὺς περισσοτέρους· ἀλλ’ ὅταν βλέπωσιν, ὅτι οἱ περισσότεροι ἔχουσιν ἐναντίαν γνώμην, πρέπει νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς αὐτήν· δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των εἰς τοὺς περισσοτέρους. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ πείσμονος διαγωγῆς δύνανται νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των εἰς τοὺς περισσοτέρους, αὐτοὶ εἶναι μακρὰν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, ἀρνοῦνται τὰς βάσεις αὐτοῦ, οὐδὲ δύνανται, καθ’ ἣν ἐποχὴν σᾶς ἀνέφερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐφημεριδάρια, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται ἐν τῇ πόλει, ἐκπροσωποῦντα τὰς ἰδέας τῶν περιτριμμάτων τῆς κοινωνίας, νὰ ἦναι ἐν δέοντι. Ἀλλ’ ἀνέφερον τὰς ἐφημερίδας ταύτας, ἵνα ἀφήσωσιν ὑπαινιγμοὺς εἰς τὰς συνειδήσεις ὑμῶν καὶ τῆς κοινωνίας, περὶ τῆς πίστεως ὅλων ὑμῶν εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀφίνουσι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς εἰρημένους ὑπαινιγμοὺς περὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὴν πολιτείαν, νὰ φέρωνται διὰ διαγωγῆς πείσμονος καὶ νὰ θέλωσι νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς περισσοτέρους, ἀναιροῦντες οὕτω τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἰσὶ βεβαίως ἐν πλήρει ἀντιφάσει. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπασχολεῖ, σᾶς εἶπον, οἱ ἔντιμοι ῥήτορες; ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου χθὲς ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς νὰ συζητηθῇ· ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου δὲν ἔθεσε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἀλλ’ ὁ πρῶτος ἀγορεύσας κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐντεῦθεν ἅμα λαβὼν τὸν λόγον ἀρξαμένης τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξετόξευσε δύο κατηγορίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως. Ἰσχυρίσθη, ὅτι ἠθέτησε τοὺς νόμους τῆς ἐπικρατείας καὶ ὅτι ἐσπατάλησε τὰ δημόσια χρήματα. Καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ καθῆκον ἐντεῦθεν νὰ ἐρωτήσῃ, ἂν ἐσπατάλησε τὰ δημόσια χρήματα, ἂν ἠθέτησε τοὺς νόμους τῆς πολιτείας; Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον σᾶς ἀπασχολεῖ δὲν εἶναι νὰ ψηφίσητε τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους, οὔτε τὰ ἔξοδα. Αὐτὰ θέλετε ψηφίσει κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν· ἂν εὑρίσκετε τὰ ἔξοδα ἐξωγκωμένα, ὑπερβαίνοντα τοὺς πόρους τοῦ ἔθνους, δύνασθε νὰ τὰ ἐλαττώσητε, ἂν δὲ τὰ ἔσοδα κακῶς προϋπελογίσαμεν, δύνασθε νὰ ἐπιφέρητε πᾶσαν διόρθωσιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλετε κρίνει ἀναγκαίαν. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, σήμερον πρόκειται ἂν ἡ κυβέρνησις ἐπολιτεύθη νομίμως, ἂν ἐφαρμόζουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, ἐτήρησε τοὺς νόμους τοῦ κράτους, ἂν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς διοικήσεως. Καὶ ἦτον ἄγνωστον εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους αὐτό; τὸ προεκηρύξαμεν πρῶτοι, τὸ προηγγείλαμεν πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἐγνώριζαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ φέρωσιν ὅσας ἀναπτύξεις ἤθελον τῶν ἰσχυρισμῶν των, καὶ ἔπρεπε νὰ μείνωσι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς μὴ ζητοῦντες τὸν λόγον, τὴν τελευταίαν δὲ στιγμὴν νὰ δηλώσωσι τὴν ἐπιθυμίαν των νὰ ὁμιλήσωσιν; καὶ τίς ἐμπόδισεν αὐτοὺς νὰ ἔλθωσι νὰ συζητήσωσιν ὅσους ἰσχυρισμοὺς εἶχον, ν’ ἀναλύσωσιν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατὰ τῆς κυβερνήσεως; Ἀλλεπάλληλοι ἀνέβησαν τὸ βῆμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως οἱ ῥήτορες καὶ ἀνέλυσαν τὰ ἐπιχειρήματά των καὶ οἱ ἄλλοι ἔμενον σιγῶντες, καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν εἶχον τὴν προαίρεσιν νὰ λάβωσι τὸν λόγον μετὰ τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας· καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρότερον παρ’ αὐτῶν ἐθεωροῦντο ὀλετῆρες τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι σύμμαχοι αὐτῶν, δὲν ὡμίλησαν, διότι δὲν ἤθελον καὶ οὐχί, διότι δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ τὸ πράξωσι. Καὶ μολαταῦτα ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ παρακλήσει, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὴν χθές, παρεδέχθη καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς καὶ νέαν βραδύτητα, ἀλλ’ εἶπεν εἰς αὐτούς, ἔλθετε αὔριον νὰ λάβητε τὸν λόγον, ν’ ἀναπτύξητε τοὺς ἰσχυρισμούς σας· ἦλθον, κύριοι; δὲν ἦλθε κανείς. Μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν τὸ ἐγνώριζον· ἀλλ’ ἂς ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι εἴχομεν συνεδρίασιν, ἂς ἀπαντήσῃ τὸ ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον τὸ ἐγνώριζε καὶ ἦλθε πολυπληθὲς καὶ παρέστη εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἂς ἀπαντήσουν ὅλαι οἱ τάξεις τῆς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι πληροῦσι τὰ ἀκροατήρια καὶ αὐτὸ τὸ ἕτερον φῦλον, τὸ ὁποῖον παρίσταται. Πῶς ἦτο δυνατὸν ἄνθρωποι τόσοι νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα νὰ παρασταθῶσι μάρτυρες τῶν ἐργασιῶν μας, ἂν καὶ δὲν εἶχον καθῆκον νὰ ἔλθωσι, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ τὸ γνωρίζωσι καὶ νὰ ᾖναι ἀπόντες; πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ ἡ σύμπτωσις μία ὁλόκληρος πτέρυξ νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν ἄγνοιαν, ὅτι ἔχομεν συνεδρίασιν καὶ μία ἑτέρα πτέρυξ νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς αὐτήν;
§100ΛΕΚΚΑΣ. Δέν εἶναι ἀληθές.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Λοιπὸν δὲν παρουσιάσθησαν εἰς τὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀναβολῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀναβολῆς δὲν δύναται νὰ ᾖναι εὔλογος, παρ’ ὅταν ᾖναι δικαιολογημένη. Ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀναβολῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι εὔλογος οὔτε χθές, μολαταῦτα διὰ τῆς ἀνοχῆς σας ἐπεξετάθη μέχρι σήμερον· δὲν ὑπάρχει λοιπὸν εὔλογος αἰτία εἰς τὴν ἀναβολὴν παρὰ πείσμων διαγωγή. Ἂν τὴν πείσμονα διαγωγὴν δικαιολογῶσι πολιτικὰ συμφέροντα, εἶναι ἐντελῶς νομίζω ἀδιάφορον εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἥτις μάλιστα ὡς πείσμονα διαγωγὴν πρέπει νὰ τὴν καταστείλῃ, ἵνα δείξῃ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα ὑφίσταται οὐδὲ δύναται νὰ διαστρέφηται πρὸς ὅλα τὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐπιμονὴ ἰδιότυπος, εἴτε πολιτικὰ συμφέροντα ὑπαγορεύουσιν εἰς τοὺς ὀλιγωτέρους.
§102ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, δεινὴ ἡ θέσις ἑνὸς στρατιώτου διαδεχομένου ῥήτορα ἐγνωσμένον καὶ διπλωμάτην παίζοντα εἰς τὰ δάκτυλά του τὴν Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ ὁ στρατιώτης ἔχει ὡς σύνθημα νὰ προβαίνῃ πάντοτε, ἔστω καὶ μὲ τὴν καταστροφήν του. Δι’ αὐτὸ δὲν ὑποχωρῶ. Κατηγορῶ τοὺς παρόντας κυρίους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες σήμερον ἠγόρευσαν μᾶλλον ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως, αἰτιῶμαι τὸν κύριον προλαλήσαντα ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀπουσιαζόντων εἶπεν ὅτι μία πτέρυξ δὲν ἀπουσίασε.
§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ τὴν πλειοψηφίαν, ἐκτὸς αὐτῆς ὅλαι αἱ ἄλλαι εἶναι ἀποῦσαι.
§104ΛΕΚΚΑΣ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ μόνον μιᾶς ἀπουσιαζούσης μερίδος ἐγένετο λόγος.
§105Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ εἶσθε πτέρυξ ἐσεῖς; (θόρυβος).
§106ΛΕΚΚΑΣ. Ὡς στρατιώτης θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Πρὶν προβῶ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦ λόγου μου, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ χαρίσητε τὴν ὑπομονήν σας ἵνα εἴπω δύο λέξεις. Ἔζησα ὡς γνωρίζετε, ἐν τῇ τάξει τῇ αὐστηρᾷ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ συγχωρήσω τι ἀπὸ τὰ συμβαίνοντα ἀτοπήματα. Παρακαλῶ δὲ πάντας ὑμᾶς νὰ μὲ ἐπιτιμήσητε, ἂν ἴδητε ὅτι, ὁσάκις ὁποιοσδήποτε τῶν συναδέλφων μας ἀγορεύει, φέρω εἰς αὐτὸν πρόσκομμα παραμικρόν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς συμπολίτας μου ὅλους νὰ μὴ δίδουν ἀκροάσεις εἰς τυχὸν ἐσφαλμένας ἐνεργείας εἴτε εἰς χειροκροτήσεις, εἴτε εἰς ποδοκροτήσεις, νὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ ἐργασθῶμεν, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἐκλεκτοί των, ἂν κακῶς πράξωμεν, μετ’ ὀλίγον ἐλεύσεται ἡμέρα, καὶ εἰς τὰς νέας ἐκλογὰς ἂς φέρωσιν καλλιτέρους. Αἱ ἀποδοκιμασίαι ἢ ἐπιδοκιμασίαι καταστρέφουν τὸ ἔθνος, αἱ ἀταξίαι δὲν στηρίζουν τὰς ἐλευθερίας. Ἐρχόμενος εἰς τοὺς ἐντίμους φίλους μου, κύριον Λομβάρδον καὶ κύριον Πετιμεζᾶν, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἔχω ἐναντίαν τακτικὴν ἀπὸ τὴν ἐδικήν των, ὅτι ἡ πλειοψηφία πρέπει ν’ ἀναβάλῃ τὸν σκοπόν της, τὸ ἔργον της. Ἐγὼ λέγω, ἐπειδὴ τρία ἔντιμα μέλη, τρεῖς συνάδελφοί μας, ὁ κύριος Μίλησης, ὁ κ. Βαλασόπουλος καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδέησε χάριν ἀβροφροσύνης, ἢ χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἵνα ἀκούσωμεν καὶ αὐτῶν τὰς γνώμας διὰ νὰ βαδίσωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἀπόφασίν μας. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναβολή, οἱ πάντες, ὡς δυστυχῶς συμβαίνει εἰς τὰς διαλύσεις μας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἐν ὀχλαγωγίᾳ ἐφώναζαν αὔριον· ὁ τελευταῖον λαλήσας κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπε ν’ ἀναβληθῇ δὲ αὔριον, οἱ πάντες ἐφώναζον αὔριον, αὔριον· τοῦτο δὲ ἐγένετο ἐν ὀχλαγωγίᾳ, δὲν ἤκουσα ὁ κ. Πρόεδρος νὰ θέσῃ θέμα, δὲν ὑπῆρξε σιωπή· δὲν ὑπῆρξε Βουλή, δὲν ὑπῆρξε τάξις. Ἀλλ’ ἔστω αὔριον· ἀναγνωρίζω τὴν ἰσχὺν τῆς πλειοψηφίας, καί τοι νεοσύλλεκτος· ἐπιθυμῶ νὰ λάβω μαθήματα ἀπὸ τοὺς προγενεστέρους, μαθήματα πολιτικῆς καὶ συνταγματικοῦ δικαίου, μόνιμα, σαφῆ καὶ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα, θέλω ὅμως νὰ εἴπω ἓν μόνον, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅτι, δύνασαι νὰ προβῇς, δύνασαι νὰ προκαλέσῃς τὴν πλειοψηφίαν εἰς ὅ,τι θέλεις, σὲ παρακαλῶ ὅμως ἐγὼ ὁ τελευταῖος τῶν βουλευτῶν, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος νὰ σκεφθῇς ἂν συμφέρῃ νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος ὁ Δεληγεώργης αἱ μερίδες αὐτῶν, ἡ μερὶς τοῦ κ. Βούλγαρη, ἦσαν ῥιψάσπιδες εἰς μίαν τοιαύτην ἐθνικὴν περίστασιν, διότι εἶναι ἐθνικὴ ἡ ὕπαρξις μιᾶς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα· ἂν ἔχωμεν πολύτιμον εἰς τὴν πολιτείαν μας δῶρον εἶναι αὐτὸ, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ φέρῃ ἕνα ὑπουργὸν, νὰ φέρῃ ἕνα μέλος κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τὸ σέβεται, περιμένει τὸ πᾶν παρ’ αὐτοῦ, νὰ τὸ φέρῃ ἐδῶ νὰ τοῦ ζητῇ λόγον. Τὸ ἀποτέλεσμα τὸ σημερινὸν δὲν εἶναι τυχαῖον, πρόκειται περὶ τῆς τύχης τῆς διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν καὶ τοι ἀναγνωρίζων ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ πλειοψηφία τοῦ νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει· παρακαλῶ μόνον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἴτε διότι εἶναι Κυριακὴ καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ εὑρίσκοντο οἱ ἄνθρωποι εἰς ἐπισκέψεις, παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθοῦν ὅτι οἱ ἀπόντες εἶναι ῥιψάσπιδες, ἂν συμφέρῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἡ τόση δεινὴ κατηγορία, ἂς προβῇ καὶ τὸ μέλλον θὰ δείξῃ ποῖος ἔχει τὸ δίκαιον.
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χωρὶς νὰ εἴπωμεν πολλὰ σᾶς καθυποβάλλομεν μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν δέχεσθε, θέλω τὴν ἀναπτύξει· δὲν στοχάζομαι ὅτι, οὔτε σεῖς, οὔτ’ ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀποῤῥίψω τὴν ἰδέαν ὅτι εἴμεθα ῥιψάσπιδες, ἀλλ’ εἶναι μακρὰν τῶν πραγμάτων ὁ προλαλήσας. Διὰ ν’ ἀπαλλαχθῆτε καὶ διὰ ν’ ἀπαλλάξητε τὸν κ. πρόεδρον..... (θόρυβος).
§108ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἀπέξω εἶναι οἱ συνάδελφοί σας.
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω ἀναβολὴν δι’ αὔριον, ἀλλὰ δι’ ἀπόψε. Νὰ ὑπάγουν, κ. πρόεδρε, οἱ κλητῆρες σας, νὰ εἰδοποιήσουν ὅτι εἶναι συνεδρίασις. Αὔριον θὰ ἰδῆτε νὰ διαμαρτύρωνται ὅτι ἐγένετο συνεδρίασις. Αὔριον θὰ ἴδητε νὰ διαμαρτύρωνται ὅτι ἐγένετο συνεδρίασις χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουν.
§110ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι ἔξω ὅλοι.
§111ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ καλὴ πίστις τοὺς κάμνει πολλοὺς, νὰ διασκεδάζουν εἰς τὴν αὐλήν. Δὲν στέλλετε ἕνα κλητῆρα, κ. πρόεδρε;
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διασκεδάζουν εἰς τὴν αὐλὴν, διότι ἂν ἐπιμένετε νὰ μὴ λαλήσουν ὅσοι δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, θὰ μείνωσιν εἰς τὴν αὐλὴν καὶ θὰ ἀποφασίσητε μόνοι σας. Σκεφθῆτε ὅμως, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ποτὲ νὰ ὑπερασπισθῇ ἡ κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, ὅταν τῆς ἀπευθύνουν τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἀνεγνώρισε πρὸ ὀλίγου διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ κανὲν μέλος τῆς κυβερνήσεως, ὅτι δικαίωμα πληρέστατον ἡ μειονοψηφία ἔχει νὰ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας της, δικαίωμα δὲ ἡ πλειονοψηφία νὰ τὰς δικάσῃ ὅπως θέλει. Δὲν θὰ ἠμπορέσητε ν’ ἀναιρέσητε τὸ πρᾶγμα ὅτι οἱ ῥήτορες, οἱ ἀντιπρόσωποι δύο μερίδων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κύριος δεληγεώργης, καὶ ὁ κύριος Βαλασόπουλος, ἐζήτησαν τὸν λόγον ῥητῶς διὰ νὰ λαλήσουν, καὶ ἔφυγον μὲ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοὐλάχιστον· καὶ ὅταν σᾶς διαβεβαιώσωσιν ὅτι ἐφύγαμεν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ᾖναι συνεδρίασις σήμερον, δὲν θὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ἔγεινε συνεδρίασις χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζωσι (θόρυβος). Τὴν ἀναβολὴν, κύριοι, τῶν πέντε ὡρῶν θὰ τὴν λάβωμεν, ἀλλὰ θὰ μᾶς κουράσητε.—Τοὐλάχιστον, διὰ τὸν κ. Δελιγεώργην σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἔχει εἴδησιν. Λοιπὸν θὰ μᾶς τυραννήσητε νὰ λαλῶμεν ἐδῶ ἐπὶ δύο ὥρας, ἕως οὗ νὰ τὸν εὕρωμεν. Διατί; Καὶ ζητῶ ἀπὸ τοῦδε τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§113ΤΙΝΕΣ. Δι’ ἕνα ἄνθρωπον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν.
§114ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, εἶναι μία μερὶς τοῦ κ. Δεληγεώργη, τοῦ κ. Βούλγαρη. (θόρυβος).
§115ΤΙΝΕΣ. Δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν.
§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε, ἕως ὅτου δὲν τοὺς θέσητε εἰς θέσιν νὰ εἴπουν τὸ γνωρίζωμεν. (θόρυβος). Αὐτοὶ βεβαίως θὰ σᾶς εἴπουν, ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ ὅτι ὁλονὲν περιπατοῦν καὶ κάμνουν ἐπισκέψεις τοῦ ἁγίου Δημητρίου (θόρυβος).
§117ΔΑΓΡΕΣ. Κ. πρόεδρε, ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λομβάρδος; ἂν τὸν ἔχει μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, ἔστω καὶ τὴν ἀπωτέραν, διότι θὰ εἴπῃ, εἶμαι μόνος καὶ μὲ πιέζετε.
§118ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν σᾶς κάμνω τὴν πρότασιν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5 ὥρας νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 5 καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε θεμένον, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἐξέλθωσι τῶν δωματίων (ἐξέρχονται). Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ μιᾶς προτάσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου (θόρυβος). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου προτείνει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ δύο ὥρας.
§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι τρεῖς τώρα, εἰς τὰς πέντε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται δύο)· δὲν παρεδέχθη. — Ἔχει τίς τὸν λόγον; ..............................
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ συζήτησις ἔκλεισε.
§123Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, ὅτι διάφοροι κατηγορίαι ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐξετοξεύθησαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Τὸ ὑπουργεῖον κατηγορήθη πρῶτον ὅτι παρημέλησε ῥητὸν νόμον τοῦ κράτους, διότι ἐδαπάνησεν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ 21,000,000· δευτέρα κατηγορία εἶναι ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦπρουπολ. τοῦ 1870, τὸ ὑπουργεῖον συνέταξε προϋπολογισμὸν ἐσόδων εἰκονικὸν, κατὰ δὲ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομίας καὶ ἐνέγραψεν ἔξοδα περιττά· αὐταὶ αἱ δύω, κύριοι, εἶναι ὡρισμέναι κατηγορίαι καὶ ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ ὅλων τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τρίτη κατηγορία ἦτο καθ’ ὅλης τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, κατηγορήθη, ὅτι ἠκολούθησε πολιτικὴν ἀνίκανον, ὅτι ἐφήρμοσε πολιτικὴν διεφθαρμένην καὶ φαύλην, καὶ οὐχ ἧττον ὅτι διεφθείραμεν καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἀπέναντι, κύριοι, τοιούτων κατηγοριῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὑπουργεῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ ἂν ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ὑπεστήριζε μέχρι τοῦδε τὸ ὑπουργεῖον συμμερίζεται τὰς ἰδέας τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἢ τὰς ἀποκρούει. Διὰ τοῦτο, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον θέτει, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· «ἡ Βουλὴ πεισθεῖσα ἐκ τῶν συζητήσεων ὅτι, τὸ ὑπουργεῖον καλῶς ἐδαπάνησεν ἐκ τοῦ μετὰ τῶν Τραπεζῶν δανείου τῶν 21,000,000, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους χίλια ὀκτακόσια ἑβδομῆντα (1870) ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἀκριβῶς τὰ πιθανώτατα ἔσοδα, καὶ ἀναπόφευκτα ἔξοδα τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἐπιδοκιμάζουσα τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργείου, μεταβαίνει εἰς τὴν εἰδικὴν συζήτησιν τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν». Τὸ θέμα τοῦτο θὰ προκαλέσω νὰ τεθῇ καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως εἰς ψηφοφορίαν.
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε, πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος τὸν λόγον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι καθὼς ἔθεσε τὸ θέμα ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφοφορηθῇ· ὡς πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον, πεισθεῖσα ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν συζητήσεων. Ἐπαναλαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως διαπιστώσω τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ μερὶς τοῦ Βούλγαρη καὶ τοῦ Δεληγεώργη, ζητήσασα χθὲς τὸν λόγον δὲν τὸν ἔλαβεν, ἀπεκλείσθησαν (θόρυβος). Τὸ δεύτερον· νομίζω, ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρατρέχει εἰς αὐτὸ, θέτων αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ θέλει νὰ ἐμποδίσῃ πᾶσαν οἱανδήποτε παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ του· λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πιθανὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἀναπόφευκτα ἔξοδα, ἑπομένως, ψηφιζομένου τοῦ θέματος τούτου, πᾶσα παρατήρησις καὶ εἰς τὰ καθέκαστα ἀκόμη ἀποκλείεται.
§127ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ὄχι.
§128Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἐν ὅλῳ.
§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πῶς ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ αὐτὴ ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ διαπιστώσῃ ὅτι, ἐκ τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἔλαβε τὰ ἀναπόφευκτα ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἐνῷ δὲν ἐμβήκαμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ; ἐννοῶ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος. Ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς τὸ ὑπουργεῖον, ἢ ὄχι; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ νὰ ὑποχρεοῦται νὰ εἴπῃ ἀπὸ τώρα ἡ πλειονοψηφία ὅτι ἐπείσθη ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπάρχουν τὰ ἀναπόφευκτα ἔξοδα τοῦ κράτους, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ) ἐνῷ δὲν ἐξήτασε παρὰ τὰ γενικὰ, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ψηφίσητε αὐτὸ, ἐνῷ ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι παροῦσα, καὶ αὔριον θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι τὴν ἀπεκλείσατε; Τὸ τρίτον θέμα, ἐπιδοκιμάζον τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργείου μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο στέκει εἰς ἐσᾶς νὰ εἴπητε, ἂν ἐξετέθη πολιτικὴ ἐνέργεια, καὶ ποία.
§130ΤΙΝΕΣ. Ὀλίγα ἐλέχθησαν;
§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ θέμα τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφοφορηθῇ, θέλει ἡ πλειονοψηφία νὰ προχωρήσῃ; ἂς προχωρήσῃ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ καλῶς παρά τε τῶν στενογράφων καὶ λοιπῶν πρακτικῶν, ὅτι αἱ δύο μερίδες ἀποκλείονται ἀπὸ τὴν συζήτησιν, τοὺς ἀφαιρεῖται ὁ λόγος, καὶ ὅτι ἐζήτησαν δύο ὡρῶν ἀναβολὴν, καὶ δὲν ἐδόθη.
§132ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ Κουμουνδοῦρος εἶναι εἰς τοῦ Θεοδώρου καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι ἔξω εἰς τὸν περίβολον (θόρυβος).
§133Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθηκα ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν ν’ ἀποκλείσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθηκα λέγει ῥητῶς, ὅτι μεταβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν, τοῦτο ἀποδεικνύει πληρέστατα, ὅτι οὐδὲ κατὰ διάνοιαν μοὶ διῆλθε, ὅτι ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἐν συνόλῳ τὸν προϋπολογισμόν, ἠθέλησα μόνον ν’ ἀποδείξω, ὅτι αἱ αἰτιάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἔφερε προϋπολογισμὸν ἐσόδων εἰκονικὸν, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐφάνη σπάταλον, ὡς τὴν κατηγόρησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τοῦ θέματος. Μόλα ταῦτα πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας δύναμαι νὰ μεταβάλω τὸ θέμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι «κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870 τά τε ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἐστηρίχθησαν ἐπὶ εὐλόγων βάσεων». Ὡς πρὸς τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον τὸ ὑπουργεῖον νὰ παραιτηθῇ τούτου, διότι αἱ μεγαλείτεραι κατηγορίαι ἐξετοξεύθησαν κατ’ αὐτοῦ· καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ ἂν οἱ φίλοι του τὰς συμμερίζωνται ἢ ὄχι· ἂν ὄχι, τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ πρέπει νὰ κληθῇ ὁ κ. Λομβάρδος, ἢ ἄλλος τις εἰς τὰ πράγματα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε ψηφολέκται. Κύριε Λομβάρδε, ὁρίστε.
§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφίνομεν εἰς τὸν κ. πρόεδρον.
§136ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§137ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀντ’ ἐμοῦ ἔρχεται ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Προσέρχονται ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Κανακάρης καὶ Πετιμεζᾶς καὶ ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§138ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ψηφίζουν οἱ Ὑπουργοί;
§139ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα. Ἐξακολουθεῖ καὶ περαιοῦται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 97. 95 ὑπὲρ καὶ 2 κατά. Ἡ βουλὴ παρεδέχθη τὸ θέμα, ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Αὔριον εἶναι συνεδρίασις τακτικὴ ἐπίσης· ἔρχονται τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ ½ Μ. Μ.)