1869.10.25
3.319 στίχοι · 28.090 λέξεις · 279 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
Τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1869.
(Σάββατον).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὰ ἐγκρίνει. — Κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὰς ἕδρας σας. — Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870. Ὁ κ. Κατσικαπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§4ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖσθε κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὰς ἕδρας σας, καὶ οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ δωμάτια νὰ ἐξέλθωσιν. Σιωπὴ, κύριοι· παρακαλεῖσθε ἐπανειλημμένως νὰ καταλάβητε τὰς ἕδρας σας, κύριοι βουλευταί.
§6ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὀνομαστὶ, κ. πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντρέπομαι νὰ τοὺς ὀνομάσω.
§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἀναβαίνω, κύριοι βουλευταὶ, τὸ βῆμα ὡς ὄργανον κόμματος ἢ φατρίας, εἴτε ἐκ τῶν ἐντὸς, εἴτε ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, μήτε ἔρχομαι νὰ πλέξω στεφάνους, ἢ νὰ ψάλλω ἱερεμιάδας κατὰ τῆς παρούσης κυβερνήσεως, προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω δυσκολίαν καμμίαν νὰ ὁμολογήσω πανδήμως, ὅτι σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι ἰδιαζόντως, μήτε ἔρχομαι, κύριοι, μὲ τὴν ἀξίωσιν τοῦ ῥήτορος ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ δρέψω στεφάνους. Δὲν προτίθεμαι λοιπὸν, διὰ τῶν παραστάσεων, ἃς μέλλω νὰ κάμω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν, νὰ ὑπηρετήσω συμφέροντα καμμιᾶς φατρίας, διότι φρονῶ καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο φρονεῖ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν φατριῶν, σήμερον ἰδίως, πόῤῥω ἀπέχουσιν ἀπὸ τ’ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου. Δὲν ἤθελον βεβαίως λάβει μέρος εἰς τὴν γενικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, διότι τοῦτο εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου, καὶ διότι ἐξ ὅσων ἐγὼ γνωρίζω, τὸ ἔθνος ἥκιστα ἐνδιαφέρεται εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀπέναντι τῆς σημερινῆς καταστάσεως, σχετικῶς μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέρχεται εἰς 40,000,000 ἢ κατέρχεται μόνον εἰς 1,000,000, ὅταν καὶ τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ δίδεται εἰς μάτην, καὶ ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον δίδεται δὲν πραγματοποιῆται, οὐδόλως, κύριοι βουλευταί, ἐνδιαφέρεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ, ἂν θὰ πληρώνῃ περισσοτέρους ἢ ὀλιγωτέρους φόρους, σήμερον ἰδίως, ὅτε τίποτε δὲν ἔχει ἐξησφαλισμένον. Καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν ἤθελε νὰ πληρώνῃ περισσοτέρους φόρους, ἂν εἶχεν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς του, τῆς τιμῆς του καὶ τῆς περιουσίας του. Ἠξεύρετε, κύριοι βουλευταί, κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ κοινωνία προέρχεται εἰς ἑκουσίας παραχωρήσεις τῆς περιουσίας καὶ τῶν δικαιωμάτων της, μόνον πρὸς τὸ τέλος τοῦ νὰ ἔχῃ τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ τῆς ἀσφαλείας. Ἂς ἴδωμεν, λοιπόν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἔχῃ τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ, εἴτε χορηγοῦσα 40,000,000, εἴτε 25, εἴτε καὶ ἓν μόνον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν θέλω θίξει τὸ ἀντικείμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ πρὸ πάντων διὰ νὰ μὴ ἐνοχλήσω τὸ προσφιλὲς τέκνον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Φθιώτιδος. Ἠναγκάσθην ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον, διότι ἐν τῇ χθεσινῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεφέρθη τὸ ἀντικείμενον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐῤῥέθη ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐξ ὀνόματος ὅλης τῆς κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, τὸ εἶπεν εἰλικρινῶς, διότι γνωρίζω τὸν κ. Δηλιγιάννην πρὸ πολλοῦ καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα πάντοτε τὰ ἐθεώρησε κατώτερα ἀπὸ τὰ τῆς πολιτείας, καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ πολιτεία του ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ κατόπιν τὸ ἀπέδειξεν· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης, καθὼς καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθεῖς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχουν. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶπεν ὅτι, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἐὰν δὲν ἦναι ἀνθηρὰ, δὲν εἶναι καὶ δυσάρεστος, ὅτι τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν παρέβαλε μὲ τὴν κατὰ τὸ 1854, ἀπέδωκε μάλιστα τὰ αὐτὰ αἴτια τῆς παρούσης καταστάσεως, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ κατὰ τὸ 1854. Ἀναγκάζομαι μὲ λύπην μου νὰ εἴπω, ὅτι διαφωνῶ καθ’ ὅλα ταῦτα· οὔτε ἡ κατάστασις ἡ παροῦσα εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ ἐκείνην, ἥτις ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1854, ἢ μὲ οἱανδήποτε ἄλλης ἐποχῆς, οὔτε τὰ αἴτια εἶναι τὰ αὐτά· τοῦτο θέλω ἀναπτύξει, κύριοι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειάν σας καὶ τὴν ὑπομονήν σας, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ δώσω ὅσον ἔνεστι ἀκριβεστέρας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον νὰ προβῇ εἰς μέτρα κατάλληλα. Ἡ κυβέρνησις ἀρύεται τὰ περὶ δημοσίου ἀσφαλείας πληροφορίας της ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους· ἡ πηγὴ αὕτη, κύριοι, δὲν εἶναι ποσῶς ἀξιόπιστος· διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἡ δημοσία ὑπηρεσία, οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ζαΐμη, ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἤδη διατελεῖ εἰς λίαν ἔκρυθμον κατάστασιν· ἑπομένως ἐὰν ἤθελέ τις τῶν ὑπαλλήλων ν’ ἀναφέρῃ τὴν κακὴν κατάστασιν αὐτῆς, βεβαίως ἤθελε λάβει τὴν ἀπάντησιν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς θεραπείας, καὶ ἡ τοιαύτη θεραπεία εἶναι ἀδύνατος, καὶ διὰ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ἡ τοιαύτη ἀπάντησις δυσάρεστος· ἑπομένως λέγω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις λαμβάνει, δὲν εἶναι ποσῶς ἀληθεῖς. Θέλω λοιπὸν ἀναπτύξει μετὰ θάῤῥους ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, ὡς πρὸς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, θέλω ὑποδείξει τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης, ἅτινα δὲν ἐπιβαρύνουν ποσῶς τὴν σημερινὸν κυβέρνησιν. Ἔρχεται βεβαίως φυσικὴ ἡ ἐρώτησις, ποῖα τὰ μέσα τῆς θεραπείας; Ἐνταῦθα, κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐξεύρεσις τῶν μέσων τῆς θεραπείας, εἶναι ἀνωτέρα τῶν δυνάμεών μου, καὶ οὐχὶ μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ φρονῶ καὶ ἀδιστάκτως διακηρύττω, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἐξεύρει τὰ μέσα νὰ παγιώσῃ τὴν τάξιν καὶ νὰ σώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, ἤθελεν εἶσθαι ὄχι μόνον ὁ μεγαλείτερος πολιτικὸς τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ μεγαλείτερος εὐεργέτης. Ἓν μόνον μέσον κατὰ τὴν ἐδικήν μου κρίσιν, ἤθελον θεωρήσει ὡς συντελεστικὸν, οὐχὶ εἰς τὴν πλήρη παγίωσιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα πιέζουν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, διότι τὸ μέσον αὐτὸ, ἀναπληρόνει τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ ἐποχή· τὸ μέσον δὲ τοῦτο εἶναι, ἡ σύμπραξις ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων κομμάτων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· ἀλλὰ τοῦτο ἄλλοτε θέλω τὸ ἐξετάσει, ἔρχομαι μόνον ἤδη νὰ παραστήσω τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Εἰς ἣν εὑρίσκεται θέσιν, νομίζω, ὅτι οὔτε ἐγὼ, ὅστις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἦλθον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν θὰ δυνηθῶ νὰ παραστήσω ἀκριβῶς. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ κράτους καὶ ἰδίως τῆς Στερεᾶς εἶναι ἀνωτέρα παντὸς λόγου, εἶναι τοιαύτη, τὴν ὁποίαν γλῶσσα ἀνθρώπινος ἀδυνατεῖ νὰ ἐκθέσῃ, εἶναι τοιαύτη, τὴν ὁποίαν μόνον νὰ ἐννοήσῃ τις δύναται, οὐδέποτε νὰ τὴν ἐκθέσῃ, οὐδέποτε νὰ τὴν περιγράψῃ. Ἡ κατάστασις ἡ κακὴ δὲν εἶναι μόνον διὰ τὴν ληστείαν, οἱ λῃσταὶ εἶναι γνωστοὶ, εἶναι οἱ προκεκηρυγμένοι· ὑπάρχει ὅμως κἄτι τι ἄλλο, εἶναι μία οὕτως εἰπεῖν γενικὴ καχεξία, εἶναι μία γενικὴ τάσις πρὸς τὸ κακὸν, εἶναι ἡ κατίσχυσις τοῦ κακοῦ, ἡ ἧττα τοῦ καλοῦ, εἶναι τέλος πάντων ἡ ἐνθάῤῥυνσις τῶν κακοποιῶν, ἡ ἀποθάῤῥυνσις τῶν ἀγαθῶν πολιτῶν, εἶναι μία διηνεκὴς πολιορκία τῶν ἐχόντων, τὰ μέσα τοῦ ζῆν. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν διαιροῦνται εἰς πολιορκοῦντας καὶ πολιορκουμένους· πολιορκοῦντες εἶναι οὐχὶ μόνον οἱ λῃσταὶ, οἱ φυγόδικοι, ἀλλὰ καὶ μέρος τῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον ἐπίστευσεν, ὅτι ἀτιμωρητὶ δύναται νὰ διαπράξῃ τὰ πάντα· πολιορκούμενοι εἶναι ὀλίγοι οἰκοκυραῖοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέμειναν τὰ μέσα τοῦ ζῆν. Θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς στερεᾶς, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ διαψεύσουν, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀληθῆ, ὅσα λέγω ἢ θὰ εἴπω. Ἄρχομαι ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καραλιβάνου καὶ Παππακώστα. Ἐρωτῶ τὸν κ. Καραλίβανον, πρῶτον ἐὰν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως τοῦ Γαλαξειδίου, οἵτινες εἰσάγουν ἑκατομμύρια εἰς τὸν τόπον, ἐὰν δύνανται ν’ ἀναπνεύσουν ἀέρα ἐλεύθερον, ἐὰν δύνανται νὰ ἐξέλθουν τῶν οἰκιῶν των· οἱ κάτοικοι τοῦ Γαλαξειδίου, κύριοι βουλευταὶ, τοὺς ὁποίους βλέπω συχνὰ κατὰ τὴν μετάβασίν μου καὶ ἐπάνοδόν μου ἐνταῦθα, εἶναι ὡς νὰ διατελοῦν ἐν ταῖς εἱρκταῖς.
§9ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Πόσοι εἶναι οἱ κάτοικοι;
§10ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Χίλιαι οἰκογένειαι ναυτικαί, τῶν ὁποίων οἱ ἄνδρες θαλασσοπνίγονται νὰ εἰσάξουν χρήματα εἰς τὸ ἔθνος, καὶ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ τέκνα κινδυνεύουν καθ’ ἑκάστην τὸν ἔσχατον κίνδυνον.
§11ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχουν ἄνδρας τόσαι οἰκογένειαι;
§12ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν δύνανται μήτε νὰ περιπατήσουν, μήτε νὰ φάγωσι, μήτε νὰ κοιμηθῶσιν ἡσύχως, τὰ συμφέροντά των εἶναι εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κακούργων· μάθετε πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ ἐπικαλοῦμαι καὶ αὖθις τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς Καραλιβάνου, ἐὰν ἐπεσκέφθησαν τὰ ἀμπέλια των ἐφέτος καὶ ἂν ἐτρύγησαν, τὰ ὁποῖα ἀπέχουν μάλιστα 3 καὶ 5 λεπτὰ ἀπὸ τὰ σπήτια των· διατί; διότι δὲν ἠδύναντο ἀκινδύνως νὰ τὰ ἐπισκεφθῶσι. Δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι αἱ τὰ θρησκευτικά των καθήκοντα ἄνευ κινδύνου, καὶ ἔχομεν τὸ ἐφετεινὸν παράδειγμα τῆς Δευτέρας τοῦ Πάσχα, ὅτι τετρακόσιοι καὶ πεντακόσιοι ὁμοῦ, οἵτινες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἔπαθον, ἠχμαλωτίσθησαν καὶ περιυβρίσθησαν ἀπὸ τοὺς λῃστάς. Καὶ σιμὰ εἰς τὴν ἀπώλειαν τῶν συμφερόντων των, κύριοι, ἠξεύρετε τί ἄλλο ἔπαθον; ἀπώλεσαν καὶ τὴν ὑγείαν των· τὸ εἶδον αὐτὸ προχθὲς ὅπου ἤμην ἐκεῖ, δὲν βλέπετε παρὰ πτώματα, ἐξελθόντα ἐκ τοῦ τάφου· ὁ φόβος, ὁ τρόμος, ἡ ἀέναος ἀνησυχία κατέστρεψε καὶ τὴν ὑγείαν των αὐτήν. Περὶ δὲ τῆς πόλεως Ἀμφίσσης δὲν ἔχω νὰ εἴπω ὀλιγώτερα· παρακαλῶ τὸν κύριον Παππακώσταν νὰ μὲ εἴπῃ, ἂν ἐπεσκέφθη τὰ κτήματά του καθ’ ὅλην τὴν ἐκεῖ διαμονήν του. Οἱ Ἀμφισσεῖς, κύριοι, κατεστράφησαν σχεδόν, διότι ἠξεύρετε τὸ κύριον εἰσόδημά των εἶναι ὁ ἐλαιοκαρπός· οὐδεὶς αὐτῶν ἠδυνήθη νὰ καλλιεργήσῃ τὰ ἐλαιόδενδρά των, διότι ἐντὸς τῶν ἐλαιώνων κρύπτονται κακοποιοὶ ἄνθρωποι, οἵτινες δύνανται νὰ τοὺς κακοποιήσωσιν ἐλευθέρως. Ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν πόλεων διεκόπη, κύριοι, διότι ὄχι μόνον ἀπαυδήσας ὁ πολίτης δὲν δύναται νὰ μεταβῇ ἀπὸ μίαν πόλιν εἰς ἄλλην, ἀλλὰ ἠξεύρετε καὶ μέχρι τίνος βαθμοῦ ἔφθασε τοῦτο; δὲν εὑρίσκονται καὶ ἀγωγιάται, διότι, ἀφοῦ ἐφορολόγησαν τὰς ἀνωτέρας τάξεις, ἔφθασαν καὶ εἰς αὐτοὺς, καὶ προχθὲς μάλιστα ᾐχμαλώτισαν καὶ δύω ἀγωγιάτας δυστυχεῖς. Δὲ δύνασθε λοιπὸν νὰ μεταβῆτε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, τὸ μὲν διότι κινδυνεύετε, τὸ δὲ διότι δὲν εὑρίσκετε ἀγωγιάτην. Προχθές, ὅταν ἐπρόκειτο εἷς ἔμπορος νὰ μεταβῇ ἀπὸ Ἄμφισσαν εἰς Λαμίαν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀπὸ τὴν Λαμίαν εἰς τὴν Ἄμφισαν ἀπ’ εὐθείας διὰ μίαν ἢ δύω τὸ πολὺ ἡμέρας μὲ δέκα δραχμῶν δαπάνην, ἐδαπάνησε χιλίας πεντακοσίας, διότι ἠναγκάσθη ἀπὸ τὴν Λαμίαν νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, καὶ ἀπ’ ἐδῶ εἰς Ἄμφισσαν.
§13Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα δὲν κάμνουν οὐδὲ διακοσίας δραχμάς· εἰς τὸ Λονδῖνον ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ κανείς.
§14ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι θὰ σᾶς ἀποδώσω τὸ δίκαιον.
§15ΣΑΡΑΒΑΣ. Αἱ ὑπερβολαὶ εἶναι σχήματα ῥητορικά.
§16ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοί, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Παιδείας, εἶπον ὅτι λέγω ὑπερβολὰς, ἐγὼ ὅμως μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν λέγω ὅτι, ὄχι μόνον δὲν κάμνω ὑπερβολὰς, ἀλλὰ ἀδυνατῶ νὰ ἐκθέσω τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου. Μὴ περιμένετε, κύριοι βουλευταὶ, κύριοι ὑπουργοί, ν’ ἀκούητε αἰχμαλωσίας καὶ λῃστοπραξίας διὰ νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀσφαλείας· ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ ἀκούσητε τοῦ λοιποῦ οὐδεμίαν λῃστοπραξίαν, οὐδεμίαν αἰχμαλωσίαν, καὶ μολοντοῦτο δὲν εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι καλλιτέρα. Βλέπετε ἀπὸ τινος καιροῦ πῶς ἐσυστηματοποιήθη ἡ λῃστεία· τὸ πρῶτον ἔκαμε ληστοπραξίας καὶ κάπου αἰχμαλωσίας, κατόπιν μόνον αἰχμαλωσίας, ἤδη δὲ σᾶς λέγω, ὅτι ἐτέθη εἰς χρῆσιν ἓν ἄλλο σύστημα, ἡ λῃστρικὴ φορολογία, οὕτως εἰπεῖν· δηλ. ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν φορολογοῦνται ἀπὸ λῃστὰς καὶ κακοποιοὺς ἀνθρώπους διὰ μπουλετίων· καθ’ ἣν ὥραν νομίζεις ὅτι ἐξησφαλίσθης κλεισμένος ἐντὸς τῆς οἰκίας σου, εὑρίσκεται εἰς τὴν θύραν σου ἓν μπουλέτον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δεῖνος λῃστοῦ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου σᾶς λέγει ἐντὸς τόσων ἡμερῶν ὀφείλετε νὰ καταθέσητε τόσα χρήματα, διότι ἄλλως κινδυνεύει ἡ ζωή σου, ἡ ζωὴ τῆς οἰκογενείας σου καὶ ἡ περιουσία σου· τί δύνασθε νὰ κάμητε παρὰ νὰ πληρώσητε αὐτὸν τὸν φόρον; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδόθη εἰς τὸν δήμαρχον Γαλαξειδίου ἀπὸ τὸν Κωνσταντέλον ἓν τοιοῦτον μπουλέτον καὶ τοῦ ἐζήτουν πολλὰ λύτρα, ἄλλως ἠπειλεῖτο ὅλη ἡ πόλις· καὶ ὅμως δὲν προέρχονται ἐκ μέρους τῶν λῃστῶν αὐτὰ, ἀλλὰ ἀπὸ κακοποιοὺς ἀνθρώπους, διότι σᾶς εἶπον ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος ἐθρασύνθη ἀπὸ τὴν ἀτιμωρησίαν. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν, τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καθ’ ὅλην τὴν στερεάν· δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι καλλιτέρα εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἐπιβαρύνει τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν· ἡ κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε, τὸ ὁμολογῶ πανδήμως, τὸ καθῆκόν της· ἀλλὰ τοῦτο ἀρκεῖ νὰ παγιώσῃ τὴν τάξιν; νομίζω, ὄχι· διότι ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, καὶ οἱαδήποτε ἄλλη, δὲν ἔχει τ’ ἀπαιτούμενα μέσα πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως καὶ δὲν ἔχει, κύριοι, πρὸ πάντων, ὡς οἱ πάντες ὁμολογοῦμεν, στρατόν· σᾶς εἶπον πάσχει ἡ ἐπαρχία Παρνασσίδος, καὶ ὅμως ἐκεῖ εὑρίσκεται ἓν ἀπόσπασμα ὀλίγων στρατιωτῶν, διευθυνόμενον ὑφ’ ἑνὸς Ματαίδου, τιμίου καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα, ἀλλ’ ἱκανοῦ διὰ πᾶν ἄλλο ἢ διὰ καταδίωξιν λῃστείας, διότι εἶναι γέρων· παρετήρησα δὲ, ὅτι τὸν διαδέχεται ἕνας κ. Γρηγοριάδης λίαν ἀξιότιμος, ἀλλὰ διὰ πᾶν ἄλλο κατάλληλος, παρὰ διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας· διατί δὲ συμβαίνει τοῦτο; διότι ὅλοι οἱ ἱκανοὶ ἀξιωματικοὶ θέλουν νὰ μείνουν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ ν’ ἀπομακρυνθοῦν αὐτῆς, καὶ ἂν τοὺς ὑποχρεώσῃ δὲν ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των, διότι νομίζουν ὅτι ἀδικοῦνται. Τοῦτο συμβαίνει καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, ἂν καὶ ἔχῃ τὴν θέλησιν, νὰ πολεμήσῃ τὸ κακόν. Διαφωνῶ, κύριοι, προσέτι ὡς πρὸς τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως αὐτῆς, μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐμνήσθη τῆς ἐποχῆς τοῦ 1854. Καὶ ἐγὼ συνομολογῶ, ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια κατὰ τὸ 1854 δὲν ἦτον ὁμαλὴ, καθὼς καὶ ἡ κατὰ τὸ 1850· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι, ὅτε ἤμην ἐπαρχεύων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος κατὰ τὸ 1850, ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς ὑπῆρχον 100 λησταὶ, ἀκριβῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπῆρχον ὁ λήσταρχος Καλαμάτας μετὰ 50, ὁ Κυριάκος μετὰ 25, ὁ Κοντουκλῆς μετὰ 20, καὶ ὅμως ἡ κοινωνία δὲν ἐπάθαινεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα παθαίνει σήμερον. Διατί; διότι οἱ λῃσταὶ δὲν εἶχον συνάφειαν μὲ τὴν κοινωνίαν, διότι δὲν εὕρισκον ὑπόθαλψιν καὶ συντρόφους, διότι τέλος πάντων ὁ πολίτης ἦτον ἐξησφαλισμένος· ἄλλως, καὶ ἐπρόσεχε μόνον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ τοὺς λῃστάς. Τὸ ἴδιον συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1854, ὅτε ἡ διάλυσις τῶν ἀτάκτων σωμάτων ἐπλημμύρησε τὴν κοινωνίαν ἀπὸ λῃστὰς, ἀλλὰ πόῤῥω ἀπεῖχεν αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς παρούσης, διότι ἤδη τὸ κακὸν εἶναι ἀκαταμάχητον.
§17ΔΑΓΡΕΣ. Πότε ἐγεννήθη;
§18ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θὰ τὸ εἴπω, διότι ἦλθον νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Ἡ λῃστεία, κύριοι, εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὡς ἓν χρόνιον νόσημα εἰς σῶμα ἀνθρώπου· ἑπομένως τὸ νόσημα τοῦτο αὐξομοιοῦται ἀναλόγως τῆς διαίτης ἢ τῆς καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ πάσχων. Ἐπειδὴ τὸ κοινωνικὸν σῶμα τῆς Ἑλλάδος ἔκαμε πολλὰς καὶ μεγάλας καταχρήσεις, καὶ αἱ καταχρήσεις αὗται ἄρχονται ἀπὸ τὸ 1859· διότι κατάχρησις εἶναι τὰ συνωμοτικά, διότι κατάχρησις εἶναι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ναυπλίου, κατάχρησις ἡ μεταπολίτευσις, κατάχρησις ἡ μεσοβασιλεία, διότι καταχρήσεις εἶναι αἱ ἀναγραφεῖσαι μεγάλαι καὶ ἀπεριόριστοι ἐλευθερίαι, διότι, κύριοι, μεγάλη κατάχρησις ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, αἱ συχναὶ ἐκλογαί· (ψιθυρισμοί)· ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ συμφέρον νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς συνταγματικός, ὡς ἀντισυνταγματικός, τὸ συμφέρον μου εἶναι νὰ εἴπω, ὅ,τι αἰσθάνομαι, ὅ,τι γνωρίζω· καθολικὴ ψηφοφορία καὶ συχναὶ ἐκλογαὶ εἶναι κατάχρησις, ἥτις εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ παρὰ ν’ αὐξήσῃ ὅλα τὰ κακά, καὶ ἰδίως τὴν ληστείαν· αὐτά ἦναι τὰ αἴτια τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Ἐγὼ δὲν καταδικάζω τὸ ἔθνος ὡς ἀνάξιον συντάγματος, ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι φύσει συνταγματικός· ἀλλὰ θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὅσον συνταγματικὸς καὶ ἂν ἦναι δύναται νὰ ἐξαχρειωθῇ ἀμέσως μὲ μίαν τοιαύτην ἐλευθερίαν; Ἐγὼ δὲν ἀπήντησα τοιαύτην ἐλευθερίαν εἰς λαοὺς μᾶλλον ἐξηυγενισμένους. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἔχω σκοπὸν ἤδη νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ συντάγματος; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ἀπ’ ἐναντίας ὄπισθεν τῆς καταργήσεως αὐτῆς βλέπω τὴν πλήρη καταστροφὴν· ἂν ἔβλεπον τὴν σωτηρίαν, δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ τὸ προτείνω· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί; νὰ σᾶς εἴπω τὸ διὰ τί· διότι μέσα εἰς αὐτὰς τὰς εὐρείας ἐλευθερίας εὗρεν ὁ πολὺς κόσμος τῆς Ἑλλάδος ὑπηρέτας, δωρεάν νὰ τὸν ὑπηρετήσωσι παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ νὰ τὸν σώσωσι ἀπὸ τὰ κακά. Μετὰ μίαν κατάργησιν, αὐτὸς ὁ πολὺς κόσμος δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κινηθῇ ἀπὸ ἕνα Δημοσθένην ἑκάστης ἐπαρχίας, καὶ ν’ ἀνατρέψῃ τὰ πάντα. Δι’ αὐτὰ λέγω ὅτι εἰς τὴν κατάργησιν, ἐπίκειται καταστροφή, ἐπίκειται ἀνατροπὴ τοῦ παντός.
§19ΔΑΓΡΕΣ. Ληστεία ὑπῆρχεν.
§20ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι· ὄχι ὅμως κακοήθεια.
§21ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε. (θόρυβος).
§22ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰς μίαν συζήτησιν, κύριοι, λαβοῦσαν χώραν κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, εἶδον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἐῤῥέθη ἐνταῦθα ὅτι πρέπει νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαὸν· ἀντεκρούσθη ἐκεῖθεν ὅτι πρέπει νὰ ἠθικοποιήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς. Δὲν ἀντιλέγω, καλὸν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο· ἀλλὰ μέχρις οὗ ἠθικοποιήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, μέχρις οὗ ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαὸν τὸ πᾶν ἀπόλλυται· ἔπειτα ποίους θὰ διοικήσητε, ποῖος θὰ διοικῇ; (θόρυβος). Διὰ τοῦτο εἶπον, κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο μέσον ἐπανόδου τῆς τάξεως ὑπάρχει, ἢ τὸ νὰ συγκροτηθῇ μία Κυβέρνησις ἐκ πολλῶν κομμάτων. Ὁ κ. Ζαΐμης πιστεύω, ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος, ὅστις συνομολογεῖ τὴν ἀλήθειαν ὅτι μία φατρία, ἓν κόμμα, μὲ ὅσας ἀγαθὰς προαιρέσεις ἢ θέλησιν καὶ ἂν ἔλθῃ, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, εἶναι ἀδύνατον νὰ παγιώσῃ τὴν τάξιν.
§23ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ πατρικοῦ μου φίλου μὲ ἔβαλεν εἰς θέσιν, μὲ αὐτὰ τὰ γηρατεῖα, διότι εἶδον πολλὰ καὶ ἐδοκίμασα πολλά, ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐξέλθω, μὲ προοίμιον αὐτῆς τῆς λέξεως τὸ τετέλεσται. Κύριοι, ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀποφεύγω νὰ κάμω ἀντίῤῥησιν εἰς τὸν ἀγορεύσαντα. Εἶπε καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν· ἡ ληστεία ὄχι τώρα, ἡ ληστεία πάντοτε ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει τρομερὰ, ἐν καιρῷ τῆς τυραννίας, ἐν καιρῷ τοῦ Σατράπη τῆς Λαρίσσης, τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ, εἰς πολλὰς περιστάσεις, καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐπαρουσιάσθη ἡ ληστεία.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἦτο ληστεία ἐκείνη.
§25ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§26ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Μετὰ ταῦτα, ἐν καιρῷ τῆς ἐπαναστάσεως, ὅσῳ ὑπῆρχεν ὁ ἀγὼν, ληστεία δὲν ὑπῆρχε. Μετὰ τὸν ἀγῶνα ἐπὶ βασιλείας, ὅτε ἐπαρουσιάσθησαν καὶ 300 καὶ 400 καὶ 500 λησταὶ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξετάθησαν μετὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 53, ἀφίνω τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐφαίνοντό τινα μέρη· ποῦ ἕνας, ποῦ δύο, ποῦ τρεῖς, ποῦ πέντε, ποῦ δέκα λησταὶ εἰς τὴν στερεὰν Ἑλλάδα. Ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη· ἡ ληστεία ὑπῆρχεν καὶ ὑπῆρξεν δυνατωτέρα ἀπὸ τὴν σημερινήν. Ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ φίλου μου κ. Α. Κουμουνδούρου καὶ ὑπῆρχε ἡ ληστεία, συνετέλεσεν ὅμως περισσότερον εἰς τὴν καταδίωξιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Ἦλθον αἱ περιστάσεις καὶ ἔγινεν διάλυσις τῆς Βουλῆς ταχέως· ἐδὼ ἀγρίεψαν τὰ πάθη, καὶ ἤρχισε νὰ προχωρῇ τὸ κακόν. Ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη ἄρχισε ἡ ληστεία νὰ σηκώνῃ τὴν κεφαλήν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ δημοσιότης εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς δικαιοσύνης· πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν. Τί μετεχειρίσθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Ζαΐμη διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας; Ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ἐξουσίας. Νομίζω εἶναι 2 καὶ 3 χιλιάδες.
§27ΣΟΥΤΣΟΣ. (Ὑπουρ. Στρατιωτικῶν.) 2½ χιλιάδες.
§28ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τί, κύριοι, ὑπάρχει ἡ ληστεία; ἐδῶ καθὼς παριστάνει ὁ προαγορεύσας, εἶναι ὅλος ὁ τόπος· εἶπε, πιστεύω καὶ δὲν κάμνει καὶ τιμὴν εἰς τοὺς στερεολλαδίτας τοὺς διακρινομένους ἐπὶ παλληκαρισμῷ καὶ λοιπὰ, νὰ λέγουν, ὅτι πενῆντα λησταὶ ἔκλεισαν ὅλας τὰς πόλεις τῆς στερεᾶς Ἑλλάδος, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι εἰς τὸ Γαλαξείδιον εἶναι καὶ κακοήθεις ἄνθρωποι. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ ληστεία αὐτὴ δὲν εἶναι ληστεία διὰ νὰ τρέχῃ καὶ νὰ ληστεύῃ, εἶναι ληστεία πολιτική· νὰ σᾶς ἀποδείξω πῶς; διότι μοῦ εἶναι περασμένα ἀπὸ τὰ γένεια καὶ τὸ κεφάλι μου. Ὅταν ἠθελήσαμεν νὰ πολεμήσωμεν τὸν μακαρίτην τὸν Καποδίστριαν ἤμουν εἰς τὴν πατρίδα μου· ἐκαθήμην ἐκεῖ καὶ δὲν ἤθελα νὰ ἔλθω εἰς τὸ Ναύπλιον· ἐπροσπάθει ὁ μακαρίτης Καποδίστριας διὰ νὰ ἔλθω, δὲν ἠρχόμην. Ἐπολεμήσαμεν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὅλο δυσκολίαι. Τί γίνεται; Μοῦ ἐπέρασεν ἀπὸ τὸ κεφάλι, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλα πρόσωπα, διότι εἶναι πεθαμμένα, νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ τόπου, ὅτι «Σεβασταὶ δυνάμεις ἔχει δυσαρέσκειαν καὶ ὁ τόπος· τί νὰ γίνῃ· νὰ ἔβγῃ μία πολιτικὴ ληστεία καὶ τὴν ἔβγαλα ἐγὼ ὁ Γρηγοριάδης εἰς 2 μέρη (θόρυβος). Μὴ βιάζεσθε, μὴ σᾶς πειράζει ἡ ἀλήθεια. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐσυμφώνησα μὲ τοὺς ἀνθρώπους, διότι ἔβγαλα 80 τὸν ἀριθμὸν, νὰ μὴ πειράξουν οὔτε νερὸ, ἀλλὰ νὰ γίνῃ μόνον κρότος. Τὸ ἕνα νὰ διπλασιάζηται, τὰ χίλια εἰς 100 χιλιάδες διὰ ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς κυβερνᾷ ὁ Καποδίστριας, ἐπειδὴ καὶ ὁ τόπος ἀρχινᾶ πλέον ν’ ἀνακατόνεται. Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτε ἄλλο, καὶ δὲν ἀκούω, παρὰ ὅτι ἡ ληστεία ἔκλεισε τὰς πόλεις τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ περάσουν ἀπὸ τὸ ἕνα χωρίον εἰς τὸ ἄλλο, ἀπὸ τὸ ἕνα σπῆτι εἰς τὸ ἄλλο. Τίνες εἶναι δὲ λησταί; 50 ξυπόλυτοι, καὶ νὰ πέρνουν ἐμπρὸς 10 χιλιάδας ἀνθρώπους τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος! καὶ νὰ τὰ λέγῃ αὐτὰ ὁ υἱὸς τοῦ Κατσικαπῆ! λέγει καὶ τὴν ἀλήθειαν εἰς πολλὰ πράγματα. Εἶναι ληστεία αὐτή; ὄχι· εἶναι πολιτικὴ ληστεία. Εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ὑπῆρξαν δύο στενοί μου συγγενεῖς ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν ἐκεῖ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος· μὲ ἐβεβαίωσαν, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐγνώριζε τὸ πρόσωπον, μὲ ἐβεβαίωσαν τὸ ἑξῆς πρᾶγμα. Ἐπειδὴ καὶ ἓν πρόσωπον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μέρη ἐζήτησε νὰ τοῦ δώσῃ τὰς ψήφους ἕνας δήμαρχος καὶ ἄλλος ἕνας νοικοκύρης καὶ δὲν τὰς ἔδωκαν, εἰσακούσθη ἀπὸ τοὺς λῃστὰς, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ τοὺς συνέλαβον καὶ ἐπλήρωσαν 20 χιλιάδας καὶ τοὺς ἀπέλυσαν· καταλάβατε; τί νὰ κάμῃ τώρα τὸ ὑπουργεῖον; δύο καὶ ἥμισυ χιλιάδας στρατοῦ! ὅ,τι ἔχει διαθέτει. Ἡ Πελοπόννησος κατοικεῖται ἀπὸ 750,000 ψυχὰς, πῶς δὲν εἶναι ληστεία ἐκεῖ; Μάλιστα, εἶναι φυγόδικοι, εἶναι διότι ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς μεσοβασιλείας καὶ ὁλονὲν προσέρχονται νέοι. Ἐκεῖνοι λοιπὸν ἔκλεισαν καὶ τὴν ἔκλεισαν κλειδὶ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον ἕως τὸ ἄλλο, 50 λησταί! Καὶ ποτὲ τὴν ληστείαν δὲν θὰ τὴν ἐξαλείψῃ μήτε κυβέρνησις, μήτε κανένας, ἐνόσῳ ἡ ληστεία ὑποστηρίζεται ἀπὸ πολιτικούς. Διὰ τοῦτο, διὰ νὰ ἐξηγηθῶμεν πλατύτερα, ἀπαντῶ ὅτι δὲν εἶναι ὥρα, παρὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς ληστείας καὶ τότε βλέπομεν ποῖοι εἶναι καὶ τίνες τοὺς βαστοῦν. Ἐδῶ διὰ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν πρόκειται. Νὰ προχωρήσωμεν λοιπὸν (θόρυβος).
§29ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον μίαν φράσιν τοῦ προαγορεύσαντος. Εἶπεν ὅτι τὸ Γαλαξείδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀπὸ 30 καὶ 50 ληστὰς, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουσι κακοήθεις, οἵτινες ὑποθάλπουσι ληστάς. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Γρηγοριάδην, ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν κατ’ εὐτυχίαν ὅλοι οἱ κάτοικοι περίπου ἀκολουθοῦν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα. Ἑπομένως εἶναι πάντη ἄσχετοι πρὸς τὰ τῆς ξηρᾶς, διὰ τοῦτο καὶ δὲν εὑρίσκονται τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἰς τὴν πόλιν τοῦ Γαλαξειδίου, οὔτε ὑπῆρξάν ποτε λῃσταὶ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς πόλεως αὐτῆς, οὔτε, ἂν θέλετε, γείτονας ἔχομεν τοιούτους· πάντοτε ἔρχονται ἀπὸ ξένας ἐπαρχίας. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν αἰτίασιν ἐκείνην τοῦ κ. Γρηγοριάδου.
§30ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ τὸν Κατσικαπῆν τὸ ἤκουσα καὶ τὸ εἶπα (θόρυβος).
§31ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Εἶπεν ὅτι ἐγενικεύθη αὐτὸ τὸ κακὸν, ὄχι ὅτι ὑπάρχουν λῃσταὶ, ἀλλὰ διότι ἀναμιγνύονται εἰς τὰ τῆς λῃστείας πολλοὶ τῶν λεγομένων φιλησύχων πολιτῶν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ καὶ τοῦτο, διότι οὕτως ἠδίκησε παρὰ πολύ. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω μὲ τὸν βεβαιότερον τρόπον ὅτι, ἂν ὑπάρχουν τοιοῦτοι λῃστοτρόφοι, εἶναι ὀλίγοι καὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν ποιμένων, καὶ ὄχι ἄλλοι (θόρυβος), οἱ ὁποῖοι, καθὼς παρατηρεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἷς συνάδελφος, τὸ κάμνουν οἱ πλεῖστοι ὄχι ἐπὶ αἰσχροκερδείᾳ, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης, διότι ἡ δύναμις τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι παροῦσα, ἐνῷ ἡ δύναμις τῆς λῃστείας εἶναι παροῦσα. Πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Κατσικαπῆς, ὅτι ἡμεῖς οἱ κάτοικοι τοῦ Γαλαξειδίου, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναπνεύσωμεν ἐλεύθερον ἀέρα, καὶ εἶναι βέβαιον διατί; διότι ἡ πόλις αὕτη μένει ἄνευ ἀνδρῶν, εἶναι ὅλοι ναυτιλλόμενοι, δύναμιν στρατοῦ δὲν ἔχομεν καμμίαν, ποτὲ μὲν ἔχομεν δύω χωροφύλακας, ποτὲ δὲ τρεῖς, ποτὲ δὲ τέσσαρας, ὁ εἷς χρησιμεύει διὰ στρατωνοφύλαξ, ὁ ἄλλος ὡς ἀγγελιαφόρος· ἄρα δὲν ἔχομεν κανένα. Ἀπειράκις ἐζητήσαμεν τουλάχιστον τὴν συμπλήρωσιν μιᾶς ἐνωμοτίας διὰ νὰ φυλάξωμεν αὐτὸν τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τοὺς ἄνδρας του πάντοτε ἐκεῖ, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ ὄνομα, ὅτι ἔχει χρήματα· ἀλλὰ δὲν ἐστάθη ποτὲ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀποχρῶσαν φρουρὰν, διὸ καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ συνεισφορῶν νὰ μισθώσωμεν πολιτοφύλακας. Ἀλλ’ ὡς πότε θὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Ἕως πότε νὰ πληρόνωμεν ἐράνους; Καθὼς γνωρίζετε, κύριοι, ὅλα τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, τὰ πλεῖστα εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν λέγω περὶ τῆς πρωτευούσης, διότι ἐνταῦθα ῥίπτονται ἐξωτερικὰ κεφάλαια, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας, δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ κανεὶς, ὅτι ὅλα τὰ καταστήματα τὰ ἀγαθοεργὰ γίνονται δι’ ἐράνων· ἐκκλησίας θέλομεν νὰ ἔχωμεν; θὰ τὰς κάμωμεν διὰ συνεισφορῶν, καὶ πᾶν εὐεργετικὸν κατάστημα τοιοῦτον διὰ συνεισφορῶν τὸ κάμνομεν. Ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ γίνωνται διὰ συνεισφορῶν, ἀφοῦ καὶ τὸν φόρον τοῦ αἵματος δίδωμεν ἀγογγύστως, νὰ πληρόνωμεν καὶ πολιτοφύλακας διὰ νὰ μᾶς φυλάττουν ἀπὸ τοὺς κακούργους! Εἰς ὅλα αὐτὰ λέγω, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἤθελα νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ τοῦτο πρῶτον, διὰ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Γρηγοριάδην ὅτι ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ δὲν κατοικοῦν τοιοῦτοι ἄνθρωποι, ἀλλ’ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν πάντοτε τὸ παράδειγμα τῆς τάξεως, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ ἐγγίξουν τὸ δημόσιον· ὑπηρέτησαν ἐν καιρῷ τῆς ἐπαναστάσεως ὡς πάντες οἱ Ἕλληνες, ἀπηλευθερώθη τὸ ἔθνος χωρὶς νὰ τρέξωσιν εἰς βαθμολογίας εἰς συντάξεις καὶ τοιαῦτα, ἐδόθησαν εἰς τὸ ἴδιόν των ἔργον διὰ νὰ δυνηθοῦν καὶ ἑαυτούς ν’ ἀναπτύξωσι καὶ τὸ δημόσιον ν’ ἀνακουφίσωσιν ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει, καθὼς διατείνομαι, εἶναι ὀλίγοι οἱ περιθάλποντες τοὺς ληστάς, ἢ λῃστοτρόφους, καὶ αὐτοὶ ποιμένες, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἀναγκάζονται νὰ τὸ πράξωσι, διότι διαφορετικὰ δὲν ἔχουν τὴν κεφαλήν των εἰς τοὺς ὤμους των.
§32ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον; ἐδῶ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος κανείς.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἶναι τρίτη, τετάρτη φορά, ὁποῦ ὁμιλεῖς.
§36ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι τρίτη φορὰ, ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμόν.
§37ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§39ΛΕΚΚΑΣ. Ἐδῶ εἶναι περὶ ἀσφαλείας, προϋπολογισμὸς εἶναι αὐτός;
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω.
§41Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τότε δὲν θὰ τελειώσωμέν ποτε, ἂν ὁμιλῇ ἕκαστος ῥήτωρ τρεῖς φοραῖς.
§42Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ λέγετε τρεῖς φοραῖς, διότι ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων λέγει ὁ κανονισμὸς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ· ἑπομένως ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβεν ἅπαξ τὸν λόγον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Σωτηρόπουλε.
§44ΔΑΓΡΕΣ. Ἄν ἐπείσθητε ὅτι δὲν ὡμίλησε δευτέραν φορὰν, κάμνετε πολὺ καλὰ νὰ τὸν ἀφήσητε· ἄλλως ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀποφασίσῃ· πρέπει νὰ φυλαχθῇ ὁ κανονισμός.
§45ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κύριε πρόεδρε.
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠκούσατε περὶ τίνος ὡμίλησα τὴν δευτέραν φοράν; Ἐγὼ ἀναφέρομαι εἰς τὴν κρίσιν σας.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὴν δευτέραν φορὰν ἦτο προσωπικὸν τὸ ζήτημα, τώρα εἶναι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§48ΔΑΓΡΕΣ. Τότε μάλιστα, ἂς ὁμιλήσῃ.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο εὔγλωττοι καὶ δεινοὶ ῥήτορες ἐκ τῶν ἐντίμων μελῶν τοῦ ὑπουργείου, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα ν’ ἀνασκευάσωσιν, ὅσα ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ἐγὼ εἴπομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ὅπως δὲ διευκολύνωσι τὴν ἀνασκευὴν, ἀνεκεφαλαίωσαν τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτῶν ἀπηυθύναμεν. Καὶ ὁ μὲν κύριος πρωθυπουργὸς, εὗρεν ὅτι δύναται νὰ συγκεφαλαιώσῃ πάντα τὰ ῥηθέντα εἰς δύο τινά· ά.) εἰς τὸ ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ τὸν ἀποδείξωμεν ἀνακόλουθον, διότι ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν ἐτήρησεν ὅσα ἔλεγεν, ὅτε ἦτο ἐκτὸς αὐτῆς· καὶ βʹ) εἰς τὸ ὅτι τὸν κατηγορήσαμεν ὡς παραβιάσαντα τὸν νόμον τὸν ἐπιτρέψαντα τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀνεκεφαλαίωσε καὶ αὐτὸς ἐπίσης εἰς δύο ἄρθρα τὰς γενομένας κατηγορίας, ἄρθρα ὅμως ὀλίγον διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κατηγορήθη παρ’ ἡμῶν ά.) ὅτι ἐδαπάνησε περισσότερον, ἀφ’ ὅσα τὰ προκάτοχα· καὶ βʹ.) ὅτι δὲν ἐπλήρωσε τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἄρθρον συμπίπτει μετὰ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐθεώρησεν ὡς κατηγορίαν ἀπευθυνθεῖσαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου. Θέλω προσπαθήσει, κύριοι, ἐν ὀλίγοις ν’ ἀνασκευάσω, ὅσα οἱ κύριοι οὗτοι σᾶς εἶπον. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀνακολουθίας, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν κατεφέρθη δεινῶς πέρυσι κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ἀλλ’ ὅτι τὸ κατηγόρησε μόνον διὰ τοὺς αὐθυπάρκτους λόγους, καὶ διότι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 ὑπερέβη τὰς δαπάνας τοῦ 1867· ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω περισσότερα, ἀναφέρομαι μόνον εἰς ὅσα γνωρίζετε οἴκοθεν, καὶ εἰς ὅσα σᾶς εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου. Μίαν μόνον παρατήρησιν κάμνω εἰς τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν αὐθυπάρκτων λόχων, μεταξὺ τῶν δύο κυβερνήσεων, δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα καθόλου οἰκονομικὸν, διότι ἡ μὲν κυβέρνησις τοῦ κυρίου Βούλγαρη, σχηματίσασα τοὺς λόχους ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ τὴν διοίκησιν αὐτῶν αὐθύπαρκτον ἀπὸ τὰ τάγματα, ἡ δὲ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν κατήργησε τοὺς λόχους, ἀλλὰ τοὺς συνεχώνευσεν εἰς τὰ τάγματα. Τὸ νὰ ᾖναι δὲ οἱ λόχοι αὐθύπαρκτοι ἢ συγκεχωνευμένοι εἰς μεγαλεῖτερα σώματα, εἶναι ζήτημα καθαρῶς στρατιωτικόν· καὶ νομίζω ὅτι πολὺ ἀτόπως τὸ μετεχειρίσθη ὁ κύριος Ζαΐμης διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀνακόλουθος. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀρκετὰ οὐσιῶδες, καὶ τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις παρεβίασε τὸν νόμον ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πρὸς ἀνασκευὴν τῆς κατηγορίας ταύτης, ἀμφότεροι οἱ λαβόντες τὸν λόγον κύριοι ὑπουργοὶ, παρουσίασαν μακρὸν πίνακα περιέχοντα ἀριθμοὺς, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ ἑνὸς δὲν ἦσαν κατὰ πάντα ὅμοιοι μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἑτέρου, διότι κατὰ μὲν τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι 3,000,000 δραχμ. μετεχειρίσθη ἡ παροῦσα κυβέρνησις διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ 1869, κατὰ δὲ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν τὸ ποσὸν τοῦτο περιορίζεται εἰς 1 καὶ ½ ἑκατομμύριον νομίζω.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν καὶ ἐννεακοσίας χιλιάδας.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω καὶ τοῦτο μία περιπλέον ἀπόδειξις τῆς ἀτελείας, μεθ’ ἧς συντάσσονται τὰ παρουσιαζόμενα λογιστικὰ ἔγγραφα καὶ οἱ πίνακες. Οὐδόλως δὲ παράδοξον ἐὰν λάβῃ καὶ τρίτος ὑπουργὸς τὸν λόγον, νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι εἶναι περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα. Ἀκόμη φέρω τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὰς καταστάσεις τῶν ὑπουργῶν δὲν πιστεύω νὰ σημειοῦται ἀκριβῶς τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἀπὸ τὰ νέα χάλκινα νομίσματα, διότι εἶχε παραγγελθῆ ἡ κατασκευὴ 3,000,000, καὶ νομίζω ὅτι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἔφθασαν καὶ ἐτέθησαν εἰς κυκλοφορίαν· ἐν τούτοις δὲν βλέπω νὰ σημειοῦνται εἰς τὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται, εἰμὴ μόνον 250,000 δραχ.
§52ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὰ ἄλλα εἶναι διαθέσιμα, ἐὰν θέλετε.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἴπομεν ἡμεῖς, κύριοι, κατηγοροῦντες τὸ ὑπουργεῖον; εἴπομεν, ὅτι τὸ δάνειον δὲν εἶχε σχέσιν παρὰ μὲ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν τῶν 100,000,000, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη μόνον καὶ μόνον διὰ τὰς ἐπικειμένας ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους παρουσίασαν οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ, διαψεύδουν τὴν κατηγορίαν ταύτην; ὄχι· διότι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν ἀποδεικνύουν, ὅτι τὸ δάνειον δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸν νόμον τῶν 100,000,000. Δεύτερον εἴπομεν, ὅτι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας εὗρον ἐκκρεμεῖς οἱ παρόντες ὑπουργοὶ ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, δὲν εἶχον σχέσιν μὲ τὴν ἔκτατον πίστωσιν τῶν 100,000,000· καὶ ἑπομένως ἰσχυρίσθημεν ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ κάνῃ χρῆσιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον ἐκ μόνης τῆς πιστώσεως ταύτης ἀπέῤῥεεν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους παρουσίασαν οἱ κύριοι ὑπουργοί, διαψεύδουν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον; ἔφεραν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ σημείωσίν τινα δαπανῶν ἀναγομένην εἰς τὴν ἔκτατον πίστωσιν τῶν 100.000.000; ὄχι· ὅλαι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας λέγουν ὅτι ἐπλήρωσαν ἀπὸ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι δαπάναι εἴτε ἀναγόμεναι εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἴτε χορηγηθεῖσαι δι’ ἄλλων εἰδικῶν πιστώσεων καὶ μὴ ἔχουσαι οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν τῶν 100,000,000. Λοιπὸν ὑπάρχει, κύριοι, ἀποδεδειγμένον, καὶ ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔκαμον χρῆσιν τοῦ δανείου τούτου διὰ δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἐδόθη καὶ ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο πράξαντες παρεβίασαν ῥητὸν νόμον. Ἀλλά, λέγουν οἱ κύριοι ὑπουργοί, εὑρήκαμεν δαπάνας ἐκκρεμεῖς, εἴχομεν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν, καὶ δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν διαφορετικά· ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισαμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δανείου τούτου. Καὶ ποῖαι εἶναι, κύριοι, αὐταὶ αἱ δαπάναι, αἱ τοσοῦτον ἐπιτακτικαί, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ἐπιδεκτικαὶ οὐδὲ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς, ὥστε οἱ ὑπουργοὶ ν’ ἀποφασίσωσι νὰ παραβιάσουν ῥητὸν νόμον; ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὰς εὑρίσκω· ὅλαι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σημειόνει εἰς τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσίν του, εἶναι δαπάναι, ἡ πληρωμὴ τῶν ὁποίων, ἐξαιρέσει πολλὰ μικρῶν ποσῶν, ἠδύνατο ν’ ἀναβληθῇ ἢ νὰ ἐνεργηθῇ δι’ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 Π. χ. αἱ 500,000, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, δὲν ἦτον ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ πληρωθοῦν εἰς τὴν στιγμήν (θόρυβος).
§54ΖΑΪΜΗΣ. Ὡραῖον ἐπιχείρημα· νὰ κάμητε νόμους καὶ ὕστερον νὰ λέγητε νὰ μὴ τοὺς ἐκτελῆτε.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς ἐκτελῆτε, χωρὶς νὰ παραβιάζητε ἄλλους.—Αἱ 500,000 τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας δὲν ἦτον ἀνάγκη, λέγω, νὰ πληρωθοῦν εὐθύς, οὔτε ἐπληρώθησαν νομίζω, ἀπὸ τὰ χρήματα τοῦ ἐκτάκτου δανείου, διότι ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἔλαβεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 28.000,000. Ἐπίσης καὶ τῶν δραχ. 1,144,000 τῶν προερχομένων ἀπὸ ἔκτακτα μέτρα ἀσφαλείας, ἠδύνατο ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας ἀκόμη ἡ πληρωμή, πιστεύω δὲ καὶ ὅτι αὗται ἐπληρώθησαν δι’ ὁμολογιῶν τῶν 28,000,000. Ἐκ τῶν ἄλλων πληρωμῶν, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται κατωτέρω καὶ ἀνάγονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἐκ δρ. 3,200,000, αὐτῶν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τοῦδε εἰμὴ ὀλίγαι μόνον, διότι ἀκόμη δὲν ἐπληρώθησαν τὰ 2,000,000 διὰ τὰ ὅπλα.
§56ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἴπομεν 3,000,000.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σημειόνετε 3,200,000 δι’ ὅπλα καὶ ὑλικόν· ὥστε καὶ αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι δὲν ἦσαν τόσῳ κατεπείγουσαι, ὥστε νὰ μὴ ἐπιδέχωνται καμμίαν ἀναβολήν. Ἄλλως τε, κύριοι, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀληθὲς ὅτι ἐστεροῦντο ἐντελῶς χρηματικῶν μέσων καὶ δὲν εἶχον τίποτε εἰς τὴν διάθεσίν των· πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Εὗρον 600,000 δραχμὰς μετρητά.
§58ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὰ τὰ εἶπε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι λέγω ὅλο νέα πράγματα.— 600,000 δραχμὰς εὗρον μετρητὰ, ἠδύναντο νὰ λάβουν ἀκόμη ἀρκετὰ χρήματα ἀπὸ τὰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, ἐὰν ἀπεφάσιζον νὰ τὰς πωλήσουν, καὶ δι’ αὐτῶν ἠδύναντο νὰ θεραπεύσουν κἄπως τὴν ἐπικειμένην ἀνάγκην. Ἐρωτηθεὶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὑπό τινος τῶν συναδέλφων μας, τί ἠθέλατε κάμει, κ. ὑπουργὲ, ἐὰν δὲν εὑρίσκετε τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; ἀπήντησεν, ὅτι ἠθέλομεν καταφύγει εἰς τὰ φῶτα ὅλων τῶν οἰκονομολόγων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ μᾶς εἴπουν τί ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἰς τὴν ἔκτακτον ταύτην περίστασιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσουν καὶ ἕνα, ἤρκει μόνον νὰ ἀνέτρεχον εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ ἐσυλλογίζοντο τί ἔκαμον ἄλλαι κυβερνήσεις εὑρεθεῖσαι εἰς παρομοίας περιστάσεις· ὅλως δὲ περιττὸν ἦτον ν’ ἀναδράμῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν μέχρι τοῦ 1851, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι διεταράχθη ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ ὅτι κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας, τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐνήμερον εἰς τὰς πληρωμάς του, διότι τοῦτο κατήντησεν ἤδη παλαιὰ ἱστορία. Ὅτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἤλθομεν κατὰ τὸ 1864 εἰς τὴν κυβέρνησιν ὑπὸ τὸν ναύαρχον Κανάρην, δὲν εὕρομεν πολλὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμάς; Μήπως ὅταν ἦλθεν ὁ ἔντιμος πρόεδρος κ. Χρηστίδης ὑπὸ τὸν κ. Βούλγαρην κατὰ τὸ 1866, δὲν εὗρεν ἀκόμη πλειοτέρας; Μήπως ἀφῆκε καὶ αὐτὸς ὀλιγωτέρας εἰς τὸν διάδοχόν του; Τί ἐκάμαμεν ὅλοι αὐτοί; ἀνεβάλομεν ὀλίγον τὰς πληρωμὰς, ἐστενοχωρήθημεν, οἰκονομήσαμεν καὶ ἐπροσπαθήσαμεν διὰ παντὸς τρόπου, νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, δὲν ἐπέρασεν δὲ ἀπὸ τὸν νοῦν κανενὸς νὰ παραβιάσῃ ῥητὸν νόμον. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, πᾶσα ἀναβολὴ περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου, προσβάλλει τὴν δημοσίαν πίστιν· παρὰ τὸ νὰ δώσωμεν νέον τραῦμα εἰς τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκούντως τετραυματισμένη, ἐστοχάσθημεν, ὅτι ἠθέλομεν πράξει ἔργον πατριωτικὸν, ἔργον φρονήσεως, νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰ χρήματα τοῦ δανείου. Κύριοι, ἐκ τῆς μικρᾶς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμον περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἐγνώριζον ἕως τώρα, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων χρησιμεύει μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ προσπορίζῃ εἰς τὰς κυβερνήσεις χρήματα· τώρα δὲ μανθάνω διὰ πρώτην φορὰν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτῆς καὶ διὰ νὰ μὴ προσβληθῇ ἡ πίστις τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἁπλῶς ἐῤῥέθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν, χωρὶς ὅμως ν’ ἀποδειχθῇ, ἄς μοι συγχωρηθῇ νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι τοῦδε ἰδέαν, καὶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων, ὄχι μόνον δὲν δημιουργεῖ πίστιν, ἀλλὰ καταστρέφει καὶ τὴν πολλὴν ἢ ὀλίγην, ἥτις ὑπάρχει εἰς ἓν κράτος· μέγα δὲ σφάλμα πράττει ὁ θέτων εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν γραμμάτια, μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ σώσῃ τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου. Ἡ ἱστορία, κύριοι, μᾶς διδάσκει, ὅτι εἰς κανὲν μέρος δὲν ἔβαλον.
§60ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡμεῖς τὰ ἐβάλαμεν;
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα· σᾶς παρακαλῶ. — Εἰς κανὲν μέρος λέγω δὲν ἔβαλον γραμμάτια εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διὰ νὰ ἐπαρκέσουν εἰς πληρωμὰς, ἡ ἀναβολὴ τῶν ὁποίων ἤθελε προσβάλει τὴν πίστιν. Ὁσάκις ἐτέθησαν γραμμάτια εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τοῦτο ἐγένετο μόνον καὶ μόνον πρὸς πορισμὸν χρημάτων, τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἰδίως δὲ εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἢ περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας, οὐδέποτε δὲ ἐγένετο χρῆσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ εἰς τὰς πληρωμὰς καὶ κλονισθῇ ἐκ τούτου ἡ δημοσία πίστις. Οἱ τὸ ἐναντίον φρονοῦντες δὲν ἐννοοῦσι, φαίνεται, ὅσον πρέπει τὴν φύσιν καὶ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης κυκλοφορίας. Ὅταν, κύριοι, τὰ γραμμάτια τίθενται εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐπέρχεται συνήθως ἡ ὑποτίμησις τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας αὐτῶν, ἡ δὲ ὑποτίμησις αὐτὴ ἔχει ὡς συνέπειαν, ὄχι μόνον νὰ φορολογῶνται οἱ πολῖται, ἀλλὰ καὶ νὰ καθίστανται προβληματικαὶ ὅλαι αἱ περιουσίαι. Διὰ τοῦτο πολλοὶ προτιμοῦν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων ἢ τὰ ἀναγκαστικὰ δάνεια, διότι τὰ εὑρίσκουν ὀλιγώτερον ἐπιζήμια ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· οἱ φόροι καὶ τὰ ἀναγκαστικὰ δάνεια ἀφαιροῦσι ἓν γνωστὸν καὶ ὡρισμένον ἀπὸ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου· τὰ γραμμάτια ὅμως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καθιστοῦν προβληματικὴν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθουν περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ φέρουν μεγάλην ὑποτίμησιν εἰς τὰ γραμμάτια, καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται σήμερον εὔποροι, νὰ εὑρεθοῦν αὔριον πτωχοί. Ἀναγνώσατε τὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων ἐθνῶν καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ ἀναγκαστικὰ χαρτονομίσματα ἔφθασαν εἰς τοιαύτην ὑποτίμησιν, ὥστε ἦτο ἀνάγκη νὰ δώσῃ τις ἓν γραμμάτιον 100 φράγκων διὰ νὰ πίῃ ἕνα καφφέ. Καὶ χωρὶς ν’ ἀνατρέχωμεν εἰς ξένας ἱστορίας, παρατηρήσατε τί συνέβη παρ’ ἡμῖν· μολονότι ὁ ἀριθμὸς τῶν γραμματίων ἦτο λίαν περιωρισμένος, καὶ μολονότι ἐμεσολάβησαν αἱ τράπεζαι, αἵτινες ἀπολαύουσι μεγάλης πίστεως, καθὼς ὁμολογεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἔκθεσίν του, τοσοῦτον κλονισμὸν ἔφερεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὥστε ἐπῆλθεν ὑποτίμησις 8–9%. Ἐὰν δὲ, ὃ μὴ γένοιτο, παρουσιασθῇ σιτοδεία ἢ ἄλλη τις δυστυχὴς περίστασις ἡ ὁποία ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει νὰ κάμωμεν ἐξαγωγὴν χρημάτων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τότε θέλομεν αἰσθανθῆ ἔτι μᾶλλον τὸ κακόν. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἔπραξαν σφάλμα μέγα οἱ ὑπουργοὶ, προτιμήσαντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων ἀντὶ μικρᾶς ἀναβολῆς τινων πληρωμῶν. Δὲν ἐβάλαμεν, μοὶ λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἡμεῖς εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτια, τὰ εὕρομεν τεθειμένα ἀπὸ τοὺς προκατόχους μας. Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ᾖναι πολὺ σπουδαῖον τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, οὔτε δικαιοῦταί τις νὰ λέγῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἄλλοι ἔβγαλαν μερικὰ κεραμίδια ἀπὸ τὴν στέγην τῆς οἰκίας, εἶχον καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ βγάλω ὅλην τὴν ξυλείαν αὐτῆς.
§62ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὰ εἶναι σοφίσματα, κύριε! Σεῖς εἴπετε, ὅτι ἡμεῖς τὰ ἐθέσαμεν εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ σᾶς ἐδιόρθωσα.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἔβαλε, συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, στηριζομένη εἰς τὸν νόμον τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 100 ἑκατομ. ἀλλ’ ὁ κ. Βούλγαρης ἐκ τοῦ δανείου τούτου δὲν ἐπρόφθασε νὰ λάβῃ, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω καὶ προχθὲς, εἰμὴ 3,000,000 εἰς μεταλ. καὶ 2,915,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὸ ὅλον 6,000,000 περίπου. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 6 τούτων ἑκατομμυρίων, τὰ 3,500,000 ἔμενον ἀνέπαφα, διότι εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς ἀγορὰν τῶν πλοίων Βορδὼ, ἀγορὰν, ἥτις δὲν ἔφθασε νὰ πραγματοποιηθῇ· ἑπομένως ἐὰν ἡ παροῦσα κυβέρνησις δὲν ἤθελε νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ τὴν εὐκολίαν της τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου τούτου, ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ καὶ εἰς τὰς τραπέζας τὰ 3,500,000 καὶ νὰ περιορίσῃ τὸ χρέος τοῦ δημοσίου εἰς 2,400,000. Ποσὸν δὲ τοσούτῳ μικρὸν εὔκολον ἦτο νομίζω εἰς πάντα καιρὸν καὶ διὰ πᾶσαν κυβέρνησιν ν’ ἀποδοθῇ, διὰ νὰ ἀρθῇ τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπὸ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν εἰς τὰ 2,400,000, τὸ ἀνεβίβασεν εἰς 12,000,000· ἔπειτα λέγουν, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, διότι ἄλλη κυβέρνησις συνωμολόγησε τὸ δάνειον. Καὶ ἐὰν, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἄλλη ἐκείνη κυβέρνησις ἤθελε συνομολογήσει δάνειον μόνον 6,000,000, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον, δάνειον 2,400,000, νομίζετε, ὅτι ἐπειδὴ αὐτὴ ἔκαμε τὴν ἀρχὴν καὶ συνεφώνησε τοιοῦτον δάνειον, ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συμφωνίαν παρομοίου δανείου, ἑωσοῦ φθάσητε εἰς τὰ 100 ἑκατομμύρια; Ἐγὼ δὲν σᾶς κατακρίνω δι’ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, λέγω μόνον, ὅτι σεῖς μὴ ἐκτιμήσαντες δεόντως τὸ πρᾶγμα τοῦτο, ἀφήσατε εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ἔθνους τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀπόλυτος ἀνάγκη· διότι ὄχι μόνον δὲν παρελάβετε ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν πληρωμὰς ἀποῤῥεούσας ἀπὸ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν τῶν 100,000, 000· ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι πληρωμαὶ, τὰς ὁποίας εὕρετε ἐκκρεμεῖς, δὲν ἦσαν ἀνεπίδεκτοι ἀναβολῆς, ὥστε νὰ καταφύγητε εἰς τὸ ἔκτατον τοῦτο μέτρον, τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνηται χρῆσις εἰμὴ μόνον, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας.
§64ΣΑΡΑΒΑΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν;
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα!
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τί ὠφελεῖ;
§67ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν μοὶ δίδῃ τὴν ἄδειαν ὁ ἀγορεύων;
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε, σᾶς ἀκούω.
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε· αἱ παραγγελίαι τῶν ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ γενόμεναι ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, τουτέστι, προμήθειαι ὅπλων 2,750,000, μολύβδου καὶ πυρίτιδος, ἄλλου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου κτλ. τὸ ὅλον 5,880,000...
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν ἐβγάζετε ἐν πρώτοις τὰ 5,880,000;
§71ΣΑΡΑΒΑΣ. 4, 3 ἔστω.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 3,200,000 μόνον εἶναι τὰ στρατιωτικά.
§73ΣΑΡΑΒΑΣ. Μάλιστα!
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὰ ὅπλα δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν τῶν 100,000,000 ὡς χορηγηθεῖσα δι’ εἰδικῆς πιστώσεως εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐρωτήσατε τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνάδελφόν σας διὰ νὰ μάθητε, ὅτι ἡ πληρωμὴ αὐτῆς ἀκόμη δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν τὰ ὅπλα· παρατηρήσατε δὲ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας παρουσίασαν οἱ δύο λαλήσαντες ὑπουργοὶ, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι διὰ τὰς παραγγελίας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε μόνον 600,000. Βλέπετε λοιπὸν, κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν λέγετε μεταξὺ ὅλων, διὰ νὰ παραστήσητε τὴν κατεπείγουσαν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθητε, καὶ νὰ δικαιολογήσητε τὸ ἔκτακτον μέτρον, εἰς ὃ κατεφύγετε, ἀκόμη δὲν ἐπραγματοποιήθη.
§75ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς τὴν στιγμήν, ὅπου χρειασθοῦν, τότε πρέπει νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα;
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἕως τώρα δὲν ἐπληρώθησαν, δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ παραβιάσητε ἔκτοτε τὸν νόμον διὰ νὰ ἔχητε ἕτοιμα τὰ χρήματα.
§77Σ. ΣΟΥΤΣΟΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ὅλως ἀκριβές.
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 600,000 σημειοῦνται εἰς τοὺς παρουσιασθέντας πίνακας.
§79ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ δὲν ἐπεραιώθησαν ἀκόμη.
§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς ὅ,τι βλέπω. Μετὰ τὰ δύο ταῦτα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ὡς ἀποτελοῦντα τὰς κυριωτέρας βάσεις τῶν κατηγοριῶν μας, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐθεώρησε κατάλληλον ν’ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς μίαν ἄλλην αἰτίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπεν ὅτι δὲν δίδει μεγάλην σημασίαν· ἐπειδὴ ὅμως ἐῤῥέθη, ἐστοχάσθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀφήσῃ ἄνευ ἀπαντήσεως. Μᾶς κατηγορεῖτε, εἶπεν, ὅτι συντάττοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 δὲν ἐκαινοτομήσαμεν καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπεβάλομεν, εἶναι ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλὰ, πῶς εἶναι δυνατὸν, νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν διαφέροντα ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ τὸ ἀπάνθισμα τῶν νόμων τοῦ κράτους, καὶ ἀφοῦ εἰς τοὺς νόμους δὲν ἐπῆλθον μεταβολαί; ἠθέλατε θεωρήσει π. χ. τρελλὸν ἐμὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐὰν διατηρῶν τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, ἔφερον προϋπολογισμὸν διάφορον τοῦ παρουσιασθέντος πέρυσι καὶ προπέρυσιν. Λυποῦμαι, κύριοι, ἀκούων τοιαύτην περὶ προϋπολογισμοῦ θεωρίαν ἀπὸ ὑπουργὸν τοσοῦτον νοήμονα καὶ ἐντριβῆ εἰς τὰ δημόσια, οἷος εἶναι ὁ κ. Δηλιγιάννης· θεωρίαν, ἥτις κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ὀρθή. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ περιέχῃ εἰμὴ ἔσοδα καὶ ἔξοδα στηριζόμενα εἰς ὑπάρχοντας νόμους. Δὲν δύνασθε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ κανονίσητε νέους φόρους ἢ νὰ δημιουργήσητε νέα ἔσοδα, καθὼς ἐπίσης δὲν δύνασθε νὰ ἐγγράψητε δαπάνας μὴ κανονιζομένας ὑπὸ εἰδικῶν νόμων· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑνὸς ἔτους πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαράλλακτος μὲ τὸν τοῦ ἄλλου, ἐνόσῳ ὑφίστανται οἱ αὐτοὶ νόμοι· διότι πρῶτον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύνανται νὰ καταργηθῶσι προσωρινὰ πολλαὶ θέσεις καὶ ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτῶν νὰ ἐπέλθῃ σπουδαία ἐλάττωσις· δεύτερον ἐκτὸς τῆς μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει διάφορα ἄλλα ἔξοδα διὰ δημόσια ἔργα, δι’ ὑλικὰ, διὰ τηλεγράφους, διὰ σχολεῖα καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἀπόκειται εἰς ἑκάστην κυβέρνησιν νὰ δαπανᾷ εἴτε μικρότερα, εἴτε μεγαλείτερα ποσὰ ἄνευ οὐδεμιᾶς παραβιάσεως τῶν νόμων· τρίτον κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, ὅλαι αἱ δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, κανονίζονται διὰ μόνου τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὰ δύο ταῦτα ὑπουργεῖα δὲν ἔχουσι νόμους ὀργανικοὺς, ὅπως τὰ λοιπά. Ἑπομένως οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν δύνανται χωρὶς νὰ παραβιάσουν τοὺς νόμους, νὰ παρουσιάσουν προϋπολογισμοὺς κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια μικροτέρους ἢ μεγαλειτέρους.
§81ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Εἰς τὸ ὑλικόν.
§82ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πληρώματα τῶν πλοίων δύνασθε νὰ κάμητε, ὅσας προσθαφαιρέσεις θέλετε, χωρὶς παραβίασιν οὐδενὸς νόμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν διόλου ἀληθὲς ὅ,τι ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι δηλ. ἐνόσῳ μένουν οἱ αὐτοὶ νόμοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ ὁ προϋπολογισμός· ἑπομένως ἡ γενομένη αἰτίασις δὲν εἶναι ὁλωσδιόλου ἀναξία λόγου, ὡς τὴν ἐθεώρησεν ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ πρὸς ἀνασκευὴν αὐτῆς, πᾶν ἄλλο ἠδύνατο νὰ ῥηθῇ παρὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐνόμισε κατάλληλον νὰ φέρῃ. Τελειόνων τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπετίμησα τὸ ὑπουργεῖον, ὡς μὴ λαβὸν μέτρα περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, περὶ φορολογικοῦ συστήματος καὶ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων. Θαυμάζω, κύριοι, διὰ τοῦτο, καὶ δὲν ἠξεύρω, τί νὰ ὑποθέσω. Τόσον σκοτεινὰ ἐκφράζομαι, ὥστε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ ἐννοήσῃ, ἢ ἐνόμισε διπλωματικῇ ἀδείᾳ νὰ βάλῃ εἰς τὸ στόμα μου λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον, διὰ νὰ ἔλθῃ κατόπιν νὰ τὰς ἀναιρέσῃ!
§83ΤΙΝΕΣ. (ἐξ ἀριστερῶν). Τὸ εἴπατε.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα, κύριοι! — Ἐγὼ δὲν ἐπετίμησα διόλου τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν διὰ τὴν παράλειψιν τῶν ἀνωτέρω ἀντικειμένων, ἀλλὰ συμπληρόνων τὴν ὁμιλίαν μου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἐπρόσθεσα, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ αὐτῶν, διότι εἶναι λίαν οὐσιώδη καὶ ἀπαραίτητα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λέγει, ὅτι ἐπετίμησα τὸ ὑπουργεῖον, νομίζετε ἆράγε, ὅτι δὲν εἶχον δίκαιον ἐὰν ἤθελον, καὶ νὰ τοὺς ἐπιτιμήσω; ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐδικαιούμην κάλλιστα νὰ τὸ πράξω· διότι τὸ ἀντικείμενον τῆς διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, δὲν παρουσιάζεται διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῶν μελῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ἀφοῦ ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις τὸ ἐσύστησε στενῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθεσε τὰς ἰδέας του, τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τότε ἐπεξεργασθὲν τὸ ἀντικείμενον, συνέταξε τὸ ἀνῆκον νομοσχέδιον· ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε μέλη τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, δὲν δικαιολογοῦνται λέγοντες σήμερον, ὅτι δὲν ἠδύναντο εἰς τόσον ὀλίγον διάστημα καιροῦ νὰ λύσουν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα, διότι δι’ αὐτοὺς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πρὸ πολλοῦ λελυμένον, ἀφοῦ ὡς μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰργάσθησαν ἐπ’ αὐτοῦ· δὲν εἶναι συγχωρημένον λοιπὸν εἰς αὐτοὺς, καθὼς καὶ εἰς τὸν ἔντιμον ἡμῶν κύριον Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἦτο μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἰς ἐμὲ, ὅστις ἤμην τότε ὑπουργός, νὰ λέγωμεν σήμερον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν διαστήματι ὀλίγου καιροῦ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Μ’ ὅλα ταῦτα ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἔκαμε λόγον καὶ περὶ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐσκιαγράφησεν ἀτελῶς πως ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο δὲν τὸ ἠννόησεν, οὐδὲ πιστεύει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀδιαφορῶ ἂν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἠννόησεν ἢ δὲν ἠννόησε τὸ πρόγραμμα τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκολουθοῦμεν, τὸ ἠννοήσαμεν κάλλιστα, καὶ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν συνίσταται, καθὼς εἶπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν· ἀποκέντρωσιν δὲ λέγοντες ἡμεῖς, ἐννοοῦμεν κυρίως τὴν ἐλάττωσιν τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἐξουσίας εἰς τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν· διότι κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν, ὁ πολίτης εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐνεργειῶν του ἀπαντᾷ τὴν ἐξουσίαν, ἥτις λαμβάνει ἀφορμὴν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ παρακωλύῃ τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειάν του. Τὸ ἄτοπον τοῦτο, νομίζομεν, δύναται νὰ θεραπευθῇ καὶ νὰ δοθῇ περισσοτέρα ἐλευθερία εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ πολίτου. Εἰς τοῦτο δὲ, κύριοι, θέλουν συντελέσει μεγάλως καὶ τὰ οἰκονομικὰ νομοθετήματα, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἐλάλησα, διότι ἐνόσῳ μένει εἰς ἐνέργειαν τὸ ἰσχύον φορολογικὸν σύστημα, ὁ πολίτης δὲν δύναται παρὰ εἰς πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀπαντᾷ πότε τὸν εἰσπράκτορα, πότε τὸν πραγματογνώμονα, πότε τὸν ἐπιστάτην, πότε τὸν ἀποθηκάριον, πότε τοῦτον, πότε ἐκεῖνον. Ἐνόσῳ δὲν διατεθῇ ἡ ἐθνικὴ γῆ, ὁ πολίτης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τρέχῃ καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἀρχὰς διὰ νὰ σώσῃ τὸ μικρὸν τεμάχιον τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖ· ἐνόσῳ δὲν βελτιωθῇ τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων, θέλει συμβαίνει τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ πληρώνουν οἱ μὲν καὶ νὰ μὴ πληρώνουν οἱ δέ. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπιμένω, ὅτι τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα καὶ κατεπείγοντα καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς νομοθετήσεώς των.
§85ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Φέρετε πρότασιν Νόμου.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται εἷς βουλευτὴς νὰ φέρῃ πρότασιν Νόμου ἐπὶ τόσῳ σπουδαίων ἀντικειμένων. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω πρὸς ἀναίρεσιν τῶν λόγων τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καθὼς καὶ τῶν λόγων τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ· νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἀρκετὰ καὶ δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐγώ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν τινες δὲν συμφωνοῦσι μεθ’ ἡμῶν, εἶπε χθὲς τελειόνων τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσίν του ὁ εὔγλωττος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, «ἂν τινες δὲν συμφωνοῦσι μεθ’ ὑμῶν καὶ μᾶς ἐπικρίνουσιν, ἡμεῖς φέρομεν τὴν συναίσθησιν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας μετὰ πατριωτισμοῦ, ὅτι οὐδὲν παρελείψαμεν τῶν ὅσων ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, καὶ ὅτι ἐν τῇ ἡσυχίᾳ ταύτῃ τῆς συνειδήσεώς μας πεπείσμεθα ὅτι καὶ ὁ τόπος καὶ τὸ κοινοβούλιον θὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ». Ἂν ἤμεθα πολῖται μονῆς, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ἐξεπλήρωσαν τὰς κεκανονισμένας νηστείας παρουσιάζονται ἐνώπιον τοῦ ἡγουμένου, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἄδειαν ἵνα κοινωνήσωσι τῶν μυστηρίων, ὠφείλαμεν νὰ ἐκδηλώσωμεν τὰ αἰσθήματά μας τὰ ἰδιαίτερα, ὠφείλαμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἔχομεν π. χ. οὔτε πάθος, οὔτε ἔχθραν, οὔτε μῖσος μετ’ οὐδενὸς, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐπράττομεν δὲν θὰ ἐλαμβάναμεν τὴν ἄδειαν νὰ προχωρήσωμεν· ἀλλὰ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κρίνονται ἀπὸ τὰ ἔργα των καὶ ἀπὸ τὰς πράξεις, δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐκδηλώνουν αἰσθήματα, οὔτε ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων αὐτῶν θὰ τοὺς δικάσωμεν, οὔτε θὰ τὰ ἀμφισβητήσωμεν. Οὐδέποτε ἠμφισβητήσαμεν τὸν πατριωτισμὸν, τὴν εἰλικρίνειαν τῶν πεποιθήσεών σας, τὴν ἀγαθήν σας πίστιν, εἰς ἄλλους ἀφίνομεν τὸ προνόμιον νὰ συζητῶσι περὶ τούτων· ἀναγνωρίζομεν τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν εἰλικρίνειάν σας, ἀλλ’ ὁ λόγος δὲν εἶναι περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῶν πράξεών σας, περὶ τῶν ἔργων σας ὡς κυβερνητῶν· ἐπ’ αὐτῶν ὀφείλετε νὰ δώσητε λόγον, ἐπ’ αὐτῶν προκαλούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν. «Ὀφείλετε εὐγνωμοσύνην εἰς τοὺς ἑπτὰ τούτους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τοῦ ὑπουργείου, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι αὐτοὶ ἔσωσαν τὴν πατρίδα ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὁ ἡγεμὼν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποδημήσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἂν οἱ 7 οὗτοι ἄνδρες δὲν εὑρίσκοντο διὰ νὰ τὸν ἐξαγάγωσιν ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη, συλλογισθῆτε ποῦ ἤθελε καταντήσει ὁ τόπος· ὀφείλετε εὐγνωμοσύνην». Ἀγνώμονες λοιπὸν ἀντιπολιτευόμεθα τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἀπὸ ἀγνωμοσύνην δὲν ἀναγνωρίζομεν ὡς πατριῶται μίαν τοιαύτην ὑψηλὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ 7 ἄνδρες, οἱ ἐν τῷ ὑπουργείῳ καθήμενοι, προσέφερον εἰς τὴν πατρίδα μας. Αὐτὰ μᾶς εἶπεν εἷς τῶν καλλιτέρων καὶ κατ’ ἐμὲ ὁ ἰσχυρότερος, τοὐλάχιστον ὁ νευρωδέστερος κατὰ τὸν λόγον τῶν ῥητόρων τῆς συμπολιτεύσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἄλλος δὲν εὑρέθη νὰ προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πρωτοκόλλου παρὰ τοὺς 7 ἄνδρας τοὺς καθημένους εἰς τὰς ἕδρας τῶν ὑπουργῶν· τοιοῦτον φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ γεγονός. Προσέφερον λοιπὸν οἱ κ. ὑπουργοὶ μίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι δὲν ἤθελον νὰ προσφέρουν. Αἱ ὑπηρεσίαι ὅμως αἱ τοιαύτης φύσεως, αἵτινες δηλαδὴ οὐχὶ εὐκόλως παρὰ πάντων προσφέρονται, τὰς ὁποίας δυσκόλως μάλιστα εὑρίσκονταί τινες, οἱ ὁποῖοι νὰ τὰς προσφέρωσι, εἶναι δύο εἰδῶν. Πρώτου εἴδους εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι, ὅπως προσφερθῶσιν, ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις παρουσιάζεται νὰ τὰς προσφέρῃ, νὰ ᾖναι ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὴν περιουσίαν του, τὴν ζωήν του· τοιούτου εἴδους ὑπηρεσίαι ἦσαν π. χ. ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προσέφερεν ὁ Σαμουὴλ εἰς τὸ Σοῦλι, ὁ Μᾶρκος εἰς τὸ Καρπενῆσι, ὁ Γαβριὴλ εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἀρκαδίου, καὶ οἱ προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, διότι τὰς προσέφερον μὲ τὴν θυσίαν τοῦ ἑαυτοῦ των, θεωροῦνται καὶ εἶναι ἅγιοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, καθὰ μάρτυρες τῆς ἐθνικῆς ἰδέας.
§91ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἁγία Λαύρα προτιμᾶται.
§92ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐνθύμησιν. Τοῦ δευτέρου εἴδους αἱ ὑπηρεσίαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὅπως προσφερθῶσιν οὐ μόνον δὲν ἀπαιτοῦσιν οὐδεμίαν θυσίαν ἐκ μέρους τοῦ προσφέροντος ἀλλὰ συνεπάγουν ὁμοῦ καὶ ἀνταμοιβήν τινα, καὶ οἱ μὴ εὐχαριστούμενοι νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, δὲν ἀρνοῦνται νὰ τὴν προσφέρουν διὰ κίνδυνόν τινα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀμοιβὴν, ἡ ὁποία προτείνεται εἰς αὐτούς. Μὲ ἐννοεῖτε βεβαίως, καὶ δὲν θέλετε, δὲν θέλω καὶ ἐγὼ νὰ φέρω παραδείγματα τοιούτων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. ὑπουργοὶ εἰς τὴν πατρίδα προσέφερον, ἀνάγεται εἰς τὸ πρῶτον εἶδος τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων; εἶναι ὑπηρεσία τοιαύτη, ἡ ὁποία νὰ μᾶς δέσῃ τὸ στόμα ἐνώπιόν των; εἶναι ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἂν τυχὸν ἐπικρίνωμεν τὴν πολιτικὴν διαγωγήν των, θὰ φανῶμεν ἀγνώμονες; τὸ πρωτόκολλον ὑπεγράψατε, καὶ ἰδοὺ τὸ χαρτοφυλάκιον ἰδικόν σας....
§93ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§94ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς, κ. Κατριβάνε, θὰ μᾶς κανονίσητε τὸν λόγον;
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ τὸ χαρτοφυλάκιον δὲν παρελαμβάνετο, ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἐξ ὀνόματος αὑτοῦ καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς μερίδος, ἧς προΐσταται, δὲν ἔδιδε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι οὐ μόνον δὲν θ’ ἀντεπολιτεύετο τὴν συστηθησομένην Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ θὰ τὴν συνέδραμε.
§96ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ τὸ ἀναιρῶ· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μοὶ ἔγραψεν, «ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον». Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον στηριζόμενοι ἐπὶ ψευδῶν γεγονότων νὰ οἰκοδομῆτε λόγους, καὶ ἂν θέλετε φέρω τὸ γράμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅπου οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ ὑποστηρίξεως.
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀναιροῦμεν τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ φίλοι του εἶπον ὅτι δὲν δύνανται νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι εἶναι ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοοῦμεν νὰ προσφέρωμεν (θόρυβος).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§99ΔΑΓΡΕΣ. Εἶσθε παραπολὺ τολμηροὶ εἰς τὰ πραγματικὰ γεγονότα.
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ, ἂν θέλητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐνεθάῤῥυνε διὰ τῆς ὑποσχέσεώς του περὶ μὴ ἀντιπράξεως καὶ περὶ ὑποστηρίξεως εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἶναι ἀληθὲς τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἡ μερίς του ὑπεστήριξαν τὴν Κυβέρνησιν ταύτην.
§101ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶχεν ἀνάγκην.
§102ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶχεν ἀνάγκην.
§103ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σεῖς εἴχετε ἀνάγκην νὰ ὑποστηριχθῆτε παρ’ ἡμῶν· τί εἶναι αὐτά; δὲν ἐντρέπεσθε;
§104ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, τί εἶπεν ὁ κ. Πετσάλης; δὲν ἠκούσαμεν.
§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπεστηρίχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀκούσατε καὶ τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον ἐπρόφερε στόμα ὑπουργοῦ! καὶ εἶναι ὑπουργὸς ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου εὑρισκόμενος, ἀπευθύνων τοιαύτας λέξεις πρὸς βουλευτάς (θόρυβος).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν αἱ διακοπαί.
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ καθῆκόν σας εἶναι, νὰ ὑποστηρίζητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ νὰ ἐπιτιμήσητε ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὴν σέβονται.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔκαμα ἕως τώρα.
§109ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μετὰ πολλῆς ἀνοχῆς χθὲς ἠνέχθημεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἠθέλησε νὰ μᾶς δείξῃ ὅλην τὴν εὐγλωτίαν του· σήμερον καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὸν λόγον τοῦ πολιτικοῦ μας ἀρχηγοῦ· ἀποκρούομεν τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπε κατ’ αὐτοῦ.
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔξεστιν εἰς Πετσάλην νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς Πετσάλην ναί, εἰς ὑπουργὸν ὅμως οὐκ ἔξεστι.
§112ΔΑΓΡΕΣ. Ἀνοίγετε συζήτησιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς.
§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν μᾶς προεκαλέσατε, εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν εἰσερχόμεθα. Καλὸν θὰ ἦτον ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἡ μερίς του ἤθελεν ἐξακολουθήσει ὑποστηρίζουσα ἢ μὴ ψέγουσα τὴν κυβέρνησιν, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς συνόδου ταύτης· τοῦτο θὰ ἦτο προσθήκη καθήκοντος εὐγνωμοσύνης τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ δικαίωμα παραπόνου, ἂν τὸ ἀντίθετον συμβαίνῃ. Ὅταν βλέπωμεν, ὅτι αἱ πράξεις τῆς κυβερνήσεως εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποστηριχθοῦν, κ. Δανόπουλε, ὀφείλομεν νὰ τὰς ἐπικρίνωμεν, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ ὅτι μοὶ ἐνθυμήσατε τὴν Ἁγίαν Λαύραν. Ὑποθέτω, ὅτι ἐδῶ κάθηται τῳόντι ὡς πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ταύτης, ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ τῆς ἀναγεννωμένης Ἑλλάδος, ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης τῆς ἁγίας λαύρας, ὑποθέτω, ὅτι ἔχει εἰς τὰ ἀριστερά του ὡς ὑπουργὸν τοῦ πολέμου, εἴτε τὸν ἀείμνηστον Κολοκοτρώνην, εἴτε τὸν ἀθάνατον Καραϊσκάκην, ὅτι ἔχει εἰς τὰ δεξιά του ὡς ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν Ἀθανάσιον Μιαούλην, ὅτι οἱ 7 οὗτοι ἄνδρες εἶναι πράγματι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήγειραν τὸ ἔθνος καὶ μᾶς ἔδωκαν τὸ δικαίωμα νὰ στεκώμεθα ἐδῶ, μᾶς προσκαλοῦν δὲ νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὅσων ἔπραξαν ὡς κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ὡς ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος· εἶναι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιτετραμμένον νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι εἶσθε ἀγνώμονες ἐξετάζοντες τὰς πράξεις των, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέφερον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλος δὲν ἤθελε νὰ προσφέρῃ!
§114ΖΑΪΜΗΣ. Κανεὶς δὲν εἶπεν αὐτὰ ὅπου λέγετε.
§115ΔΑΓΡΕΣ. Μᾶς ἀποδίδετε λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἴπομεν, καὶ ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἐσυλλογίσθημεν.
§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξεταστέαι αἱ πράξεις τῆς κυβερνήσεως ὡς τοιαῦται, ἐξεταστέος ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ἀτομικότητα ἑκάστου, τὴν ὁποίαν ὅλοι μας καὶ σεβόμεθα καὶ ἀγαπῶμεν, καὶ ἂν ἐρωτήσητε ἐμὲ ὡς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς νῦν κυβερνήσεως, σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω ἰδιαιτέραν προσωπικὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ἀδυναμίαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, ὡς Κυβερνήτην. Πῶς θὰ ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμόν; θὰ τὸν ἐξετάσω, οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον τῶν ἀγαθῶν φίλων μου κ. Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου, καὶ τοῦτο διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι δὲν θέλω νὰ ἔμβω εἰς ἀριθμοὺς φοβούμενος, ὅτι ἂν ὠνόμασαν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν κακὸν λογιστήν, θὰ ὀνομάσουν ἐμὲ κάκιστον· δεύτερον, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσω κατὰ βῆμα τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἔχει δώσει, περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ ἐξετάζωμε τὸν προϋπολογισμὸν, ἓν ἀπὸ τὰ μέλη τῆς παρούσης κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο, διότι δὲν θέλω νὰ ἐγερθῇ πάλιν κανὲν μέλος τῆς κυβερνήσεως, νὰ μοὶ δώσῃ, ὡς μοὶ ἔδωκε μάθημα συνταγματικόν, νὰ μοὶ δώσῃ καὶ μάθημα λογιστικότητος. Πέρνω ὡς ὁδηγόν μου τὸν αὐτὸν ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος χθὲς ἤθελε νὰ μοὶ δώσῃ μάθημα συνταγματικόν, καὶ θὰ τὸν ἀκολουθήσω κατὰ βῆμα· καὶ κατὰ πρῶτον· πῶς ἐξετάζεται ὁ προϋπολογισμός; ἰδοὺ τί μοὶ εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης. (Ἀναγινώσκει ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς). «Βεβαίως, κύριοι, παρ’ ἡμῖν δὲν γίνεται τακτικὴ καὶ αὐστηρὰ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως γίνεται εἰς ἄλλα συνταγματικὰ κράτη. Ὁ προϋπολογισμὸς θεωρεῖται τὸ οὐσιωδέστατον ἔργον παντὸς νομοθετικοῦ σώματος καὶ εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων· εἰς τὴν Αὐτοκρατορουμένην Γαλλίαν, ὅπου ὑπάρχουσιν ἄνδρες μὲ πολλὰς γνώσεις καὶ πεῖραν, οὕτως εἰπεῖν, εἰδικὴν περὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διήρκεσαν ἐπὶ δύο μῆνας αἱ συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλους τόσους σχεδὸν ἐκεῖναι τοῦ σώματος. Ἀδιάφορον ἂν ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ 2 δὶς εκατομμυρίων, διότι, ὡς προεῖπον, ἀναλόγως οἱ ἐνασχολούμενοι ἐκεῖ περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν ἔχουσι πολλὰς γνώσεις καὶ εἰδικότητα, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν μικροτέραν δεξιότητα, διαχειριζόμενοι μικροτέρας ποσότητας· ὁπωσδήποτε μικρὸν μὲν εἶναι τὸ κεφάλαιόν μας ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς εἶναι μέγα καὶ ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν τὴν προσοχήν μας, ἵνα τὸ ἐξασφαλίσωμεν ἐκ τῆς σπατάλης καὶ τῶν καταχρήσεων κτλ.» Ἐπομένως, κύριοι ὑπουργοί, καὶ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἐν ὀνόματι τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης σᾶς λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ βιάζησθε εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ· δὲν ἔπρεπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας καθ’ ἃς ἠρχίσαμεν, νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἐπὶ τόσας ἡμέρας συζητοῦμεν· δὲν πρέπει σεῖς νὰ θεωρῆτε ὅτι πρέπει γρήγορα νὰ τελειώσωμεν, διότι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν ὅτι ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ὁ προϋπολογισμὸς ἀλλοῦ συζητεῖται ὑπὸ τῶν Βουλῶν, δύο μῆνας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ δύο μῆνας ἐν τῷ σώματι. Ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον μᾶς προτείνουσι, μᾶς φέρει ἐξάπαντος εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, καὶ εἶναι μεγαλειτέρα ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν μετ’ ἐπιστασίας τοὺς ἀριθμούς. Πρέπει λοιπόν, κύριοι ὑπουργοί, νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε, καὶ μετὰ ταῦτα, κύριοι βουλευταί, ν’ ἀποφασίσητε, διότι ἀφοῦ ἡ ἐπαρχία μας μᾶς ἔστειλε, ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ μᾶς ἀκούσητε καὶ νὰ μᾶς ἀκούσητε ἡσύχως, ἀταράχως, ὡς ἡμεῖς σᾶς ἠκούσαμεν· μὴ νομίσητε ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ ἀναφέρω τοὺς λόγους τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τέσσαρας μῆνας διαρκεῖ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτι πρέπει τόσον καὶ ἐδῶ νὰ διαρκέσῃ καὶ ὅτι θὰ καθήσω ὁμιλῶν τέσσαρας ἡμέρας; Ὄχι. (ἱλαρότης). (Ἀκολουθεῖ ἀναγινώσκων τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης). «Ὁ λόρδος Ῥῶσελ,» εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, «καὶ ἀρχηγὸς τοῦ Οὐϊγγικοῦ κόμματος, ὅστις ἐδιοίκησεν ὡς πρωθυπουργὸς τὴν Ἀγγλίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὅστις συνειργάσθη μετὰ τοῦ λόρδου Παλμεστρῶνος, λαβὼν μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῆς τελευταίας συνθήκης περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τοῦ πρώτην βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ πρωτόκολλα καὶ συνθήκας, περὶ ἀνεγέρσεως τῆς Ἑλλάδος, μὲ ἄλλας λέξεις, πρόσωπον γνωστὸν καὶ δημοτικὸν οὕτως εἰπεῖν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Ὁ λόρδος λοιπὸν Ῥῶσελ εἶπεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν, La question Greque est une question financière». Ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι συγκεφαλαιοῦται πᾶν ἄλλο ζήτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, συγκεφαλαιοῦται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ, διότι ἓν κράτος ἐὰν δὲν ἔχῃ τακτοποιημένα τὰ οἰκονομικά του, δὲν δύναται ἐσωτερικῶς μὲν νὰ ἔχῃ τάξιν, εὐνομίαν καὶ πρόοδον, ἐξωτερικῶς δὲ ἀσφάλειαν· ἓν κράτος ὀφείλει ν’ ἀναπτύξῃ προηγουμένως τοὺς ἐσωτερικοὺς πόρους του, νὰ ᾖναι οἰκόνομον εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας, ἵνα ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην καὶ δυνάμενον νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του, οὐ μόνον πρὸς ὁμογενεῖς ἕνεκα φιλαυτίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντας τοὺς ξένους ἕνεκα συμφέροντος. Πρὶν λύσῃ ἕκαστον ἔθνος τὸ οἰκονομικόν του ζήτημα, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε παρὸν οὔτε μέλλον.» Συντάσσομαι πληρέστατα μὲ τὰς ἰδέας ταύτας τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ εἶμαι ὀπαδός του καθόσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ μέρος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαισύνης προχωρῶν εἰς τὰ καθέκαστα ἔρχεται εἰς ἓν ἄλλο συμπέρασμα τὸ ἑπόμενον. «Ἀπὸ τοῦ 1854 μέχρι τοῦ 1859, βλέπετε, λέγει, ποῦ ἐφθάσαμεν; Ἐν τούτοις ὤφειλα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκυβέρνησε μὲ ἕνα προϋπολογισμὸν 18,000,000, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου παρουσίασε προϋπολογισμὸν 22,000,000 (εἰς τὸ ὁποῖον ὑπουργεῖον εἶχε μέρος καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἑπομένως θὰ εἶδεν, ὅτι τὸ κράτος ἠμπορεῖ νὰ διοικηθῇ καὶ μὲ 22,000,000). «Μετὰ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο (ἐξακολουθεῖ λαλῶν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης), ὅλα τὰ μετὰ ταῦτα ηὔξησαν τὰς δαπάνας εἰς 28 καὶ 32 καὶ ἤδη εἰς 35 ἑκατομμύρια... Τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἀφόρητος, εἶναι τρομερὰ, ἐὰν δὲν ληφθῶσιν ἐγκαίρως μέτρα. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἰς οὐδὲν ἄλλο κράτος, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἕτερον κράτος εὑρισκόμενον εἰς ὁμοίαν θέσιν μὲ τὸ ἑλληνικὸν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εὑρίσκεται πλησίον τῆς ἀποσυνθέσεώς του, εἰς τὸ τοιοῦτον κράτος εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ τάξις καὶ κυβέρνησις.» Ταῦτα λέγει ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἰδοὺ δὲ διατί ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ φίλοι, εἶπον, ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀκολουθήσω εἰς τὰ ὅσα εἴπατε περὶ προϋπολογισμοῦ, ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ αὐτὸν ἀκολουθῶ.
§117Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν βουλευτὴν δηλ, διότι ὡς ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης εἶμαι τὸ ἕβδομον μέλος τῆς κυβερνήσεως.
§118ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἐκλαμβάνω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος παντοῦ καὶ πάντοτε εἶναι εἷς, ὁ αὐτὸς καὶ ἀδιαίρετος, εἴτε βουλευτὴς ὑπάρχει εἴτε ὑπουργὸς, δὲν τὸν διαιρῶ εἰς ἕβδομα, εἰς ἕκτα, εἰς πέμπτα, εἰς τρίτα· ἀλλὰ εἰς ἕνα καὶ μόνον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχω, ἀξιότιμοι φίλοι καὶ συνάδελφοι, τὸν ὑπουργὸν νῦν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀξιότιμον βουλευτὴν τότε, ὁ ὁποῖος μοὶ λέγει, ὅτι μὲ προϋπολογισμὸν 35,000,000 ἡ Ἑλλὰς βαδίζει εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν, ὅτι μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε τάξις, οὔτε ἡσυχία, οὔτε κυβέρνησις, δικαιοῦμαι νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κ. ὑπουργὲ, πῶς μᾶς παρουσιάζεις τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν τῶν 35,000,000; Καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἡ ἐφετεινὴ, μὰ τὸ ναὶ, κύριοι, εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν κατάστασιν τὴν περυσινήν· καὶ ἂν πρέπῃ νὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ, ὄχι τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ τῆς θέσεως τοῦ ἀτόμου τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ξηροχωρίου Πετσάλη, κατὰ τὸ 1868, καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης Πετσάλη κατὰ τὸ 1869, πρέπει νὰ κάμω μόνην διάκρισιν τὴν ἑπομένην. Πέρυσι, κ. ὑπουργὲ τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἐπετίθεσθε κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν 35,000,000 ὡς καταστρεπτικοῦ καὶ προεμηνύετε τὰς συνεπείας, ὅταν ἐζητεῖτο αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν εἶχον καταναλωθῆ, οὔτε τὰ 15 ἢ 16 ἑκατομμύρια τῶν δανείων, οὔτε εἶχον ψηφισθῆ τὰ 100, 000,000· ὅθεν ἐνώπιόν σας εἴχατε μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδύνασθε νὰ προστρέξητε. Ἐφέτος ὅμως ποῦ βαδίζομεν; ποῦ πηγαίνομεν; τὰ δάνεια κατηναλώθησαν, ἡ πίστις ἐξηντλήθη, ποῦ μᾶς σύρετε; Καὶ ἂν εἶχα τὴν ἰδέαν νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ποῖος σᾶς ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ κάμητε χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων, καὶ τοῦ τῶν 21 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐὰν ἤθελον ἔχει τὴν ἰδέαν, εἴτε καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἔμβω εἰς λεπτομερείας οἰκονομολογικὰς, οἱ προλαλήσαντες ἔντιμοι φίλοι μου καὶ συνάδελφοι Κουμουνδοῦρος καὶ Σωτηρόπουλος ἐξήντλησαν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐρωτήσω πῶς ἐθέσατε τὰς χεῖρας εἰς τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων σεῖς, ἀξιότιμοι κύριοι ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ὡς βουλευταὶ ἐψηφίσατε αὐτό; Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ ἐψηφίζετε, ἂν ἤθελεν ἐγερθῇ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελε κάμει χρῆσιν τοῦ δανείου ἐκείνου δι’ ἐσωτερικὰς ἀνάγκας, τὸ ἐψηφίζατε; εἴπατε ναὶ, καὶ τότε θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκάματε καλά, θέσαντες χεῖρα ἐπὶ τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἦτο, ὅτι τὸ ψηφίζει διὰ τὰς ἐκτάκτους τότε περιστάσεις. Μὲ ποῖον λοιπὸν δικαίωμα τὸ ἐγγίξατε, ὅτε πᾶς φόβος πολέμου εἶχεν ἐξαλειφθῆ, καὶ αἱ ἔκτακτοι ἐκεῖναι περιστάσεις εἶχον παρέλθει; ὅταν δὲν ἀποδεικνύετε σήμερον, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη τις; Ἀλλ’ ἐγὼ τ’ ἀφίνω κατὰ μέρος ὅλα ταῦτα, καὶ ὅσα ἄλλα οἱ ἀριθμοὶ διὰ τὸ παρελθὸν μᾶς δίδουσι, καὶ περιορίζομαι μόνον εἰς τὰ σημερινὰ γεγονότα. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς παρουσιάζεται τῶν 31 μὲν ὡς σημειοῦτε ἀλλὰ θετικῶς 35 ἑκατομμυρίων ἐξόδων, θέλει παρουσιάσει ἔλλειμμα 4,000,000· αὐτὸ δὲν χρήζει νὰ ᾖναι ἕνας οἰκονομολόγος διὰ νὰ τὸ μάθῃ, οὔτε λογιστὴς ἵνα τὸ γνωρίζῃ. Τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα ἀφίνουν πάντοτε ἔλλειμμα 1 ἢ 2 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων προστίθενται πάντοτε οὐ μικραὶ ποσότητες. Σεῖς λέγετε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα μόλις θὰ ᾖναι 300,000 δραχμῶν, τὸ πραγματικὸν ὅμως εἶναι, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἔλλειμμα 4,000,000· καὶ πῶς θ’ ἀναπληρωθῇ; 6 ἑκατομμύρια μᾶς εἴπατε εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσητε ἐπειδὴ ἦσαν ἀπαιτητὰ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, 2 ἑκατομμύρια εἰσεπράξατε, 4 λοιπὸν ἑκατομμύρια σᾶς ἔλειψαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐκάματε ὅ,τι ἐκάματε διὰ νὰ τὰ πληρώσητε· εἴχατε ὅμως τὸ δάνειον τῶν 12 ἑκατομμυρίων, τὸ μετεχειρίσθητε· δὲν σκέπτεσθε ὅμως ποῦ θὰ εὑρεθῇ τὸ ἔθνος εἰς τὰ 1870 μὲ τὸ ἔλλειμμα τῶν 4 ἑκατομμυρίων; πόθεν θὰ τὰ ἀναπληρώσητε; Ἀλλ’ ἀφήσατε, μοὶ λέγουσι, τὰ τοιαῦτα, ἐξετάσατε τὴν πολιτικήν μας. Νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικήν σας· διότι ἂν τῷ ὄντι παρουσιασθῇ ἐνώπιόν μου μία πολιτικὴ τοιαύτη, ἡ ὁποία ν’ ἀνυψοῖ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος, ἥτις ὅμως ν’ ἀπαιτῇ θυσίας καὶ νὰ φέρῃ τὸν κίνδυνον μιᾶς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἀκόμη καὶ τότε εἴχατε τὸ δικαίωμα κἄτι νὰ εἴπητε καὶ νὰ δικαιολογηθῆτε. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ πολιτική σας; Ἡ πολιτικὴ πάσης κυβερνήσεως φαίνεται εἰς τὰ πρόγραμμά της καὶ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπαγγέλλει ὁ βασιλεὺς ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ πρόγραμμά σας, κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ἀφήγησις τῶν τότε συμβάντων, δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ἔκφρασις ἄλγους πατριωτικῆς καρδίας, διὰ τὴν ἐθνικὴν συμφορὰν, καὶ ἡ καρδία σας ᾐσθάνθη τότε ἐξ ἴσου ὅπως ὅλαι αἱ Ἑλληνικαὶ καρδίαι. Ἀλλὰ ἐξεφέρατε καὶ μίαν εὐχὴν τὴν ἑπομένην· «Εἰλικρινεῖς προσερχόμεθα,— λέγετε ἐν τῷ προγράμματί σας— ὦ συμπολῖται, ἀφηγηταὶ τῶν γενομένων, ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ἄχθους, προσδοκῶντες καὶ εὐχόμενοι, ἵνα ἡ περὶ τὴν ἀφήγησιν ταύτην εἰλικρίνεια ἡμῶν ἀναπτύξῃ ἐπὶ τὸ μέλλον τὴν πρόνοιαν καὶ τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν κυβερνωμένων.—Καὶ ἀληθῶς τριάκοντα καὶ ἓξ πλήρη ἔτη μετρῶμεν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς πρώτης δυναστείας καὶ ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν νὰ ὑποστῇ ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων τὴν παραβίασιν τῆς Ἑλληνικῆς χώρας.» Ἰδοὺ, κύριοι, ἂν οὐχὶ μία πολιτικὴ, ἀλλὰ μία ἰδέα πολιτικῆς. Μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ τὰ ἐπισυμβάντα δυστυχήματα καὶ ἀναθεματίζουσα τὰ παρελθὸν, προβάλλει, ὅτι ἡ φροντὶς τῶν κυβερνώντων καὶ κυβερνωμένων πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τὸ ἑξῆς τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ ἐκ νέου εἰς θέσιν, νὰ δεχθῇ ῥάπισμα τοῦ Χόβαρτ καὶ νὰ μὴ δύναται ν’ ἀπαντήσῃ. Ἔλθωμεν νὰ ἴδωμεν διὰ ποίων μέσων ἐσκέφθη νὰ προτείνῃ εἰς τὸ ἔθνος, ὅπως τὴν ἰδέαν ταύτην πραγματοποιήσῃ. Τὸ ἐπεριμέναμεν νὰ τὸ ἴδωμεν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ ἐκεῖ εἴδομεν τὴν ἰδέαν «ῥυθμίζοντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, θέλομεν δυνηθῆ μετά τινα χρόνον, νὰ ἐπαρκέσωμεν καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἄλλων ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἐν αἷς πρώτην κατέχει θέσιν ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ κράτους, ὑπὲρ ἧς ἐλπίζω ὅτι θέλει συντελέσει καὶ ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων.» Ἐδῶ εἶναι μία ἰδέα πολιτικὴ, ἡ ὁποία ναὶ μὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ συμφωνῇ μὲ ἄλλην τινὰ, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ. Ἠνοίχθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ λόγου εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ κυβέρνησις ἦλθε μὲ τὰς ἰδέας της, αἱ ἐν τῇ Βουλῇ μερίδες ἔφερον καὶ αὐταὶ τὰς ἰδικάς των· ἡ μερὶς τοὐλάχιστον ἡ παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀρχηγουμένη δὲν τὰς ἔκρυψε, καὶ τὰς ἀρχάς της καὶ τὸ πρόγραμμά της τὰ ἐξέθεσε σαφῶς. Εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀπήντησεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὅστις κἄτι προσέθεσεν εἰς τὸ στενὸν καὶ συνεπτυγμένον τοῦ βασιλικοῦ λόγου, διεφώνησε δὲ πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον κατὰ τὰ ἑπόμενα. Ὁ μὲν κ. Κουμουνδοῦρος ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν συνεννόησιν μετὰ τῶν Ἀνατολικῶν λαῶν, ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἀντέταξεν ὅτι, ναὶ μὲν ἔχομεν ἀνάγκην συμμάχων ἀλλὰ σοβαρωτέρων. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπεστήριξε τὴν ἄμεσον πολεμικὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἔθνους, ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως προηγουμένως ῥυθμισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, καὶ οὕτω μετά τινα χρόνον θέσωμεν κατὰ μέρος ποσόν τι ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς προπαρασκευῆς· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔφερεν ὡς τρίτον δόγμα τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως δὲν ἔδωκε καμμίαν ἀπάντησιν. Τὴν συγκέντρωσιν ἐθεώρησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν ἐπικρατήσασαν ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ὡς αἰτίαν τῶν ἐπὶ καὶ μετὰ τὸν Ὄθωνα κακῶν, περὶ συγκεντρώσεως ὅμως καὶ ἀποκεντρώσεως ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἔκαμε λόγον. Τὴν ἀπάντησιν ταύτην ὁ κ. Ζαΐμης ἔδωσε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 3 Ἰουλίου, ὅτε προοιμιαζόμενος τὸν λόγον του εἶπε, «θέλω εἶσθε συντομώτατος .... διότι καὶ τὴν συντομίαν ἀγαπῶ, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταχρασθῶ τῆς εὐμενείας, μεθ’ ἧς μὲ ἀκροάζεται ἡ Βουλή· ἄλλως τε νομίζω ὅτι καὶ τριήμερος συζήτησις ἐπὶ μιᾶς παραγράφου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, εἶναι ἀρκετὴ συζήτησις, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν σήμερον τέλος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην». Ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του τὴν χθεσινὴν τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἔκαμον, ὅτι δὲν ἔμεινεν ἐλευθέρα ἡ συζήτησις τότε κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον ἀναφέρων τὸ ὄνομά μου ῥητῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν ὑποστηρίζει τὸν ἰσχυρισμόν μου, καὶ ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐδημοσιεύθησαν, καὶ πῶς ἐγὼ ἦλθα νὰ ὑποστηρίξω ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἀλήθεια δὲν τὸ ὑποστηρίζει. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐθεώρησεν ὡς ὕβριν τὴν λέξιν ἀπερισκεψίαν, δὲν ἐθεώρησεν ὕβριν νὰ εἴπῃ, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν νομίζω, μᾶς ἀνέπτυξε τὰ περὶ περιορισμοῦ τοῦ βουλευτικοῦ λόγου, τὰ περὶ ὑποκειμενικότητος καὶ ἀντικειμενικότητος τῶν ἀγορευόντων. Τὴν ἔκφρασιν ταύτην τὴν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις θεωρεῖ τὴν λέξιν ἀπερισκεψίαν πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνομένην ὡς ὕβριν, τὴν φράσιν δὲ ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν ὑποστηρίζει τοὺς λόγους μας, θεωρεῖ ὡς χαριεντισμὸν, ἀφίνω εἰς τὰς περὶ ὑποκειμενικότητος καὶ ἀντικειμενικότητος θεωρίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὴν τριήμερον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον συζήτησιν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ νῦν ὑπουργείου ἐβαρύνθη, καὶ ἔλεγε νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, νὰ τελειώσωμεν σήμερον, καὶ πότε, κύριοι; ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἡ πολιτική, καὶ τὸ ἔθνος ἔστειλε τοὺς ἀντιπροσώπους του μετὰ μίαν μεγάλην ἐθνικὴν συμφοράν, ὅπως συζητήσωσι καὶ διατυπώσωσι ποίαν πολιτικὴν ἐννόησε τὸ ἔθνος νὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὸ μέλλον! Ἦλθεν ἡ κυβέρνησις μὲ τὸ πρόγραμμά της, ἦλθε καὶ μία μερὶς ἐδῶ μὲ τὸ ἰδικόν της πρόγραμμα, καὶ μόλις ἐσυζητήσαμεν ὅσα ἦτο νὰ συζητηθῶσι περὶ τῶν κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδιοίκησαν τὸν τόπον κατὰ τὸ 1866, 67 καὶ 68, ἐνόμιζον ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν εἶχε, δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ἡ Βουλή, καὶ πρέπει νὰ κλείσωμεν, ἔλεγον, τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ πράγματα βοηθητικὰ ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ σας ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν ὑποστηρίζει τοὺς λόγους μου (ψιθυρισμοί). (Καθὼς καὶ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὰ λογιστικά, ἠμπορεῖ κἄποιος ἄλλος νὰ μὴ ἐννοῇ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω, καὶ κάμνει καλὰ νὰ σιωπᾷ καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ ὁμιλήσωμεν ἐλευθέρως). Τὸ ἑσπέρας, κύριοι, ἐζητοῦσαν καὶ πάλιν νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ψηφίσωμεν· μετὰ κόπου καὶ μόχθου, κύριοι, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἐγὼ τότε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ κατώρθωσα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ τότε τὸ ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ὅτι θέλω νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν· ὁ κ. Ζαΐμης εἶπε τότε τὰ ἀκόλουθα. (ἀναγινώσκει). «Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). «Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν θέλει νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν, ἀπ’ ἐναντίας, καθὼς σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Δαγρὲς, ἄφησε πληρεστάτην ἐλευθερίαν τοῦ λόγου κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἡμέρας. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος, λέγει ὅτι δὲν ἔγινεν ἡ προσήκουσα συζήτησις· καὶ ἂν δὲν ἔγινεν ἡ προσήκουσα συζήτησις, πταίει τὸ ὑπουργεῖον; ἂν ἐνησχολήθημεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς κοσμογονίας, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔγινε συζήτησις; Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδεμία συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ, διότι ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ Τριπτολέμου, περὶ τῆς Δήμητρος καὶ ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταναλώσητε τὰς ὥρας τῆς συνεδριάσεως, αἱ ὁμιλίαι αὗται δὲν ἀποτελοῦν συζήτησιν. Δὲν εἶμαι οὐδόλως ἐναντίος εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἀρκεῖ αὔριον νὰ μὴ ἀρχίσωμεν τὰς αὐτὰς ἱστορίας.» «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ὁ κ. πρωθυπουργός. «Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). «Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν σπεύδει τὸ ὑπουργεῖον νὰ κλεισθῇ ἡ συζήτησις· εἴμεθα σύμφωνοι νὰ συζητήσωμεν, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν καὶ αὔριον εἰς τὴν ἱστορίαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰῶνος. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι αὔριον πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ ἀπάντησις διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ τὴν κυριακὴν θὰ ἀναχωρήσουν καὶ εἶναι πιθανὸν τὴν δευτέραν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἂν ἀποδέχωνται, ὅτι αὔριον ὁριστικῶς πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, δεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν, ἄλλως θὰ ἐπιμείνωμεν νὰ τελειώσῃ ἀπόψε, διότι θὰ μείνῃ ὁ βασιλικὸς λόγος ἄνευ ἀπαντήσεως». Ἰδοὺ τὶ εἶπον ἐγώ. «Ζητοῦμεν, κύριοι, τὴν ἀναβολὴν, διότι δὲν ἐσυζητήθη οὔτε ἡ παράγραφος τῆς πλειοψηφίας, οὔτε ἡ παράγραφος τῆς μειοψηφίας· ἔπειτα δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν πιστεύω νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις. Ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.»
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, μὴ ἀναγινώσκετε τὰ πρακτικά, αὐτὰ ὅλοι τὰ γνωρίζομεν καὶ ἠξεύρετε ὅτι αὐτὸ ὁμοιάζει τὸν γραπτὸν λόγον καὶ αὐτὸ ἀπαγορεύεται.
§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀμφισβητοῦνται τὰ πράγματα, κ. πρόεδρε. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν). «Θέλετε νὰ τελειώσητε ἀπόψε· ἔχετε προηγούμενα· αὐτὸ ἐγένετο καὶ ἄλλοτε· ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι τὸ ἄλλοτε εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ζητήματος τοιούτου, τὸ ὁποῖον ὑπονοοῦν καὶ αἱ δύω παράγραφοι»· ὁ δὲ πρωθυπουργὸς μᾶς ἤλεγξε τότε ὅτι αὐτὰ ἐκάμναμεν, διότι δὲν ἠθέλαμεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Β. λόγον, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσωμεν σήμερον, καὶ τοῦτο δικαιολογεῖται διότι δὲν θὰ ᾖναι ἀπαρτία τὴν δευτέραν, καὶ τὴν δευτέραν ἀπαρτία δὲν ἦτο.
§121ΖΑΪΜΗΣ. Εἴχομεν δίκαιον λοιπὸν (θόρυβος).
§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ κατωρθώσατε. Ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, ἤγουν νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των, εἰς ἣν εὑρέθησαν, κύριοι, ἐκεῖνοι οἵτινες εἶχον νὰ ἀντιτάξουν καὶ ἀντέταξαν ἄλλην πολιτικὴν σημαίαν διαγεγραμμένην, καθαρὰν, ἀντίθετον παρὰ τὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐσκέφθην μίαν στιγμὴν τότε κατὰ τὴν διακοπτομένην συζήτησιν, χωρὶς οὔτε νὰ λάβω καιρὸν νὰ συνεννοηθῶ μὲ τοὺς φίλους μου, καὶ ἐπρότεινα μίαν τροπολογίαν εἰς μίαν τῶν παραγράφων τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειοψηφίας. Ἡ τροπολογία εἶναι αὕτη· (παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε μὲ ὑπομονὴν, διότι ἐδῶ εἶναι ὅλη μας ἡ διαφορά·) «Ἡ Βουλὴ μετὰ μεγίστης χαρᾶς ἤκουσε τὴν Υ. Μ. ἀναγνωρίζουσαν ὅτι πρώτην κατέχει θέσιν μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλὴ ἀνακηρύσσουσα τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην ὡς τὴν πρωτίστην τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ ἔθνους, θέλει ὑποστηρίξει πρόθυμος πάντα τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προταθησόμενα αὐτῇ μέτρα καὶ θέλει παρέξει ἄνευ δισταγμοῦ ὅσα τῇ ζητηθῶσι μέσα· ἐλπίζει δὲ, ὡς καὶ ἡ Υ. Μ. ὅτι ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων θέλει συντελέσει ὑπὲρ τῆς ταχείας ἱκανοποιήσεως τῆς πρώτης ταύτης ἐθνικῆς ἀνάγκης». Ἡ ῥιζικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῆς τῆς παραγράφου καὶ τῆς προτεινομένης παρὰ τῆς πλειοψηφίας ἦτον, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἀκολουθοῦσα τὴν γραμμὴν τῆς κυβερνήσεως ἔλεγε νὰ τακτοποιήσῃ πρῶτον τὰ οἰκονομικὰ καὶ μετά τινα χρόνον νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου· ἡ δὲ τροπολογία μου ἔθετεν ὡς πρώτην ἐθνικὴν ἀπαίτησιν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὑλικῶν δυνάμεων. Ἐνόμισα μὲ τοῦτο νὰ διαγράψω ἁπλῶς τὸ φρόνημά μου, οὐδέποτε ὅμως ἤθελα πιστεύσει ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἤθελε γίνει δεκτὴ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ὅτι ἤθελεν ἔλθει ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν ἐγκολποῦμαι, τὴν παραδέχομαι. Ἰδοὺ ἡ μὴ εὐρεῖα συζήτησις ποῦ σᾶς ἔφερεν· ἦλθεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ εἶπε, παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἡ ὁποία ὅμως περιεῖχε μίαν πλήρη πολιτικὴν ἰδέαν ἀντίθετον τῆς ἰδικῆς σας ἐκ διαμέτρου. Ἐθαύμασα ὅταν εἶδον τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν καὶ εἶπα, δόξα τῷ Θεῷ, διαφωνία δὲν ὑπάρχει. Ἐπερίμενα νὰ ἴδω τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κύριοι· ἐπερίμενα νὰ ἴδω ποῖα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ πρόεδρος καὶ ἡ κυβέρνησίς του εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἰδέαν παρεδέχθη, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἐν ὀνόματι τοῦ ὑπουργείου καὶ τὴν ὑπεστήριξεν. Δὲν εἶδα τίποτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναμιμνῆσκον κἂν τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν χθὲς συνωθούμενος, ἢ διὰ νὰ εἴπω καλλίτερον στενοχωρούμενος ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν παραδέχεται τὴν πολιτικὴν ταύτην. Ποίαν παραδέχεσθε; αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀνεγράψαμεν εἰς τὴν τροπολογίαν; ὄχι, εἴπατε χθές. Καὶ ὅμως τὴν παρεδέχθητε, τὴν ἐνεγράψατε εἰς τὴν ἀπάντησιν (θόρυβος). Τὴν λέξιν ταχυδακτυλουργικὴν μεταχειρίσθητε σεῖς, τὴν μεταχειρίσθητε διὰ νὰ τὴν ῥίψητε ἐναντίον ἄλλου, ἐναντίον βουλευτῶν, ἐναντίον ὑπαρχόντων πρότερον κυβερνητῶν τοῦ τόπου. Ἐπιτρέπετε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἐνόμισεν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τούτου, ὅτι διὰ μιᾶς ταχυδακτυλουργικῆς εἰσάγων ἐν τῇ ἀπαντήσει τὴν τροπολογίαν ἤθελεν ἀποφύγει τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν; ἐγὼ δὲν λέγω περὶ τούτου τίποτε. Παραξενεύομαι ὅμως ὅτι ἐνῷ ἡ πολιτικὴ ἡ ἀντίθετος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, παρεδέχθη ἐν τῇ πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσει, τὴν πολιτικὴν ταύτην, δὲν τὴν βλέπω διατυπουμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ποῖα τὰ κεφάλαια τὰ πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους; ἀλλὰ βλέπω τοὐλάχιστον τὴν ἀντίθετον τὴν τῶν οἰκονομιῶν; ἐκείνην δηλαδὴ, δι’ ἧς θὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, καὶ θὰ θέσωμεν κατὰ μέρος, καθὼς εἶπεν εἰς ἄλλην περίπτωσιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, θὰ θέσωμεν κατὰ μέρος ποσόν τι ὅπως ἀναπτύξωμεν τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους; βλέπω τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ; ὄχι, κύριοι. Ποία εἶναι λοιπὸν ἡ πολιτική σας, ἐπὶ τῆς ὁποίας μᾶς προσκαλεῖτε νὰ συζητήσωμεν; ποία ἡ γραμμὴ, τὴν ὁποίαν θὰ διαχαράξητε εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπειτα ἀπὸ 40 ἐτῶν μαρτύρια, ἔπειτα ἀπὸ 40 ἔτη, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ ἴδιοι ἀναθεματίσατε ὅτι παρῆλθον χωρὶς νὰ προσέξουν περὶ τοῦ μέλλοντός του, περὶ τῆς σωτηρίας του αἱ κυβερνήσεις, ποία ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἐννοεῖτε νὰ χαράξητε σεῖς οἱ ἐλθόντες νὰ ὑπηρετήσητε ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς τὸ ἔθνος μετὰ μίαν ἐθνικὴν συμφοράν; εἴπετέ μας, εἶναι ἀνάγκη τὸ ἔθνος νὰ γνωρίζῃ πῶς σώζεται, πῶς θὰ κυβερνηθῇ. Δὲν εἶχεν ἄδικον νὰ σᾶς εἴπῃ χθὲς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἄλλοι ἐν τῇ Ἀνατολῇ μικρότεροι ἀπὸ ἡμᾶς, μὴ ἔχοντες τὸ γόητρόν μας, ἐπειδὴ μίαν πολιτικὴν ὡρισμένην, σταθερὰν ἠκολούθησαν, κατώρθωσαν νὰ σύρουν τὴν προσοχὴν τῆς Εὐρώπης ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἡμεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδου τοῦ Ἐπαμεινώνδα, ποίαν ὑπόληψιν ἔχομεν σήμερον ἐν Εὐρώπῃ; Οὐδεμίαν, διότι πολιτικὴν σταθερὰν δὲν ἠκολουθήσαμεν, γραμμὴν δὲν ἐθέσαμεν ὅτι θὰ βαδίσωμεν ἐκεῖ. Ἐκφρασθῆτε, κύριοι, παραδέχεσθε τὴν ἰδέαν μας; ὄχι, λέγετε· φέρετε λοιπὸν τὴν ἰδικήν σας. Παραδέχεται τὸ ἔθνος τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ καταγίνῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἐσωτερικά του; Ἐγὼ θὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἀπατᾶται· ἀλλὰ τὴν παραδέχεται; θὰ ὑποκύψω. Νὰ διαγραφῇ ὅμως μία ὁδὸς, ἀλλ’ ἡ γραμμὴ αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν οὐχὶ διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ τόπου ἀλλὰ τὰς ἀπαιτήσεις προσώπων, ἡ πολιτικὴ αὕτη ἔφερε τὸ ἔθνος εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν τὸ ἔφερε. Σεῖς κατηράσθητε τὰ 36 παρελθόντα χρόνια, τὰ ὁποῖα μᾶς ὡδήγησαν νὰ λάβωμεν τὸ ράπισμα τοῦ Χόβαρτ. Καὶ καλῶς ἐπράξατε· ἀλλὰ σεῖς σήμερον ποῦ βαδίζετε; Ποῦ μᾶς σύρετε, σᾶς φωνάζει τὸ ἔθνος; 9 μῆνες παρῆλθον καὶ δὲν εἶδα ἀκόμη ποία εἶναι ἡ πολιτική σας ἰδέα. Δὲν βλέπω καμμίαν. «Δὲν παραδέχομαι τὴν πολιτικὴν ἰδέαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, καὶ τὸ λέγω, προσέθεσεν, ὄχι διότι εἶμαι ὑπουργὸς, ἀλλὰ διότι τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου· ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσα ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ ἐφαρμόσω, εἶπε, τὰς οἰκονομίας· δὲν ἠμποροῦσα νὰ παρουσιάσω ἕνα προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος νὰ φέρῃ εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα καὶ ν’ ἀφήσῃ καὶ περίσσευμα». Καὶ ἐδῶ μᾶς ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἠμποροῦσε νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον· καὶ ἐδῶ ἀνέτρεξεν εἰς τὰ 1854 καὶ 1855, ἀνέτρεξεν εἰς τὸν καιρὸν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅταν ἠλαττώθησαν οἱ φόροι, καὶ μᾶς παρέστησεν, ἐνθυμεῖσθε μὲ πόσην εὐγλωττίαν, τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ κυβέρνησις τοῦ 1865 μὴ ἠμποροῦσα ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας της· μᾶς ἐπρόσθεσεν δὲ ὅτι διὰ τῆς εὐφυΐας του ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εὗρε τὸ μέσον νὰ φέρῃ ἰσοζύγιον παρουσιάσας ἕνα νόμον περὶ ὁδοποιΐας, ὅστις τὸν ἀπήλλαξεν ἀπὸ 700,000 δραχμὰς ἐφαρμόσας καὶ ἄλλα μέτρα, ἅτινα ὅμως ἔπεσαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀπεσύρθη τότε ἡ κυβέρνησις ἐκείνη τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐπανελθόντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου κατὰ τὰ 1867 διὰ τῆς προσθήκης τῶν φόρων ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δύσκολος λοιπὸν ἡ θέσις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου τότε καὶ εἰς τὰ δύω αὐτὰ ἔτη· ἐφεῦρεν ὅμως μέσα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὰ ἐπολέμησαν, τὰ ὑποστηρίζουν. Ὁμοία σήμερον καὶ ἡ θέσις σας; ποῖα μέσα ἔχετε, διὰ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ τὴν θεραπεύσητε; Ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, κύριοι, δὲν δικάζεται μόνον δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράττει, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν πράττει. Λέγοντες ὅτι δὲν ἔχετε τὰ μέσα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κατανοήσητε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ σκεφθῆτε ὅτι οἱ νόμοι σᾶς ἐμπόδισαν νὰ προβῆτε εἰς οἰκονομίας, τῶν ὁποίων ὅμως ἠμπορεῖτε νὰ προτείνετε τὴν μεταῤῥύθμισιν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προβῆτε εἰς τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομικῶν μέτρων· ἀναγνωρίζετε ὅμως ὅτι ἄλλοι εὑρεθέντες εἰς τὴν θέσιν σας, εὗρον θεραπείαν, ἐσυλλογίσθητε ποίαν θέσιν δημιουργεῖτε τοῦ ἑαυτοῦ σας;
§123Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτά· εἶναι πλάσματα ἰδικά σας (θόρυβος). Θὰ σᾶς ἀναιρέσω κατόπιν.
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἠννόησα. Ἠξεύρετε ὅμως, κύριοι ὑπουργοὶ, διατί, μὲ ὅλην τὴν προσωπικὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν πρὸς σᾶς, διατί σᾶς ἀντιπολιτευόμεθα; διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις βλέπομεν, ὅτι ἀφήσατε νὰ παρέλθῃ ἐπὶ ματαίῳ εἷς πολύτιμος χρόνος, ὁ ὁποῖος δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ ὀπίσω. Ὅταν ἀνελάβετε, κύριοι ὑπουργοὶ, τὴν Κυβέρνησιν εἰς χεῖράς σας, καὶ ἓν ὑπουργεῖον δὲν εὑρέθη εἰς τὴν εὐτυχῆ θέσιν σας· ἂν ἠθέλατε νὰ τολμήσητε βήματα ἀποφασιστικὰ πρὸς μεταῤῥύθμισιν τῶν κακῶς ἐχόντων, βήματα ῥιζικά. Ὅταν ἀνελάβατε τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Βούλγαρης καὶ οἱ φίλοι του ἕνεκα τῶν τότε περιστάσεων, ὑπεχρεοῦντο νὰ μένωσιν ἀπαθεῖς θεαταὶ, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ φίλοι του σᾶς ὑπεστηρίξαμεν ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ τῇ δυνάμει καὶ ἀδιάφορον ἂν λέγητε σήμερον, ὅτι δὲν εἴχετε ἀνάγκην. Ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ φίλοι του, μὰ τὸ ναὶ, δὲν σᾶς ἀντεπολιτεύοντο. Ὁ Βασιλεὺς σᾶς εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην του. Σεῖς ἐκηρύξατε ὅτι αἱ εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις σᾶς ἔδειξαν ὅλην τὴν εὐμένειαν. Ὁ τόπος εὑρίσκετο ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὰ παρελθόντα. Χρήματα ἐκ τῶν δανείων εἴχετε. Οὐδεμία ἄλλη κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν τὴν εὐτυχῆ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθητε σεῖς, ἂν ἠθέλατε νὰ λάβητε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ διορθώσητε τὰ κακὰ ῥιζικῶς. Ἰδοὺ, κύριοι, διατί σᾶς ἀντιπολιτευόμεθα, διότι οὐ μόνον τοῦτο δὲν ἐπράξατε, ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ ὁμιλήσω ἐλευθέρως, νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἐσφαλμένη, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι πεποίθησις, ἐχειροτερεύσατε καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὰ δικαστήρια.
§125ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν εὐθύτητα τῶν συλλογισμῶν σας, ἀναγνωρίζω τὸν πατριωτισμόν σας, ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω, μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔρχεται μὲ τὸ πρόγραμμα, μὲ τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἰδέαν, τοὐλάχιστον νὰ ἠθικοποιήσῃ τὴν κοινωνίαν, τὸν λαὸν, ἠθικοποίησις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾷ, καὶ δικαίως, τὴν καλλιτέρευσιν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ ἡ ὁποία ἀπηύθυνε πρὸς ἕνα τῶν ἀνωτέρων (θόρυβος ἐν τοῖς δωματίοις).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι, οἱ ἐν τοῖς δωματίοις πρέπει νὰ ἐξέλθουν· εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἐμποδίζουν πέντε ἄνθρωποι μίαν Βουλὴν ἀπὸ διακοσίους (ἐξέρχονται).
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἡ ὁποία ἀπηύθυνε πρὸς ἕνα τῶν ἀνωτέρων διοικητικῶν ὑπαλλήλων της, πρὸς ἕνα νομάρχην, τὸν Παγανέλην, νῦν νομάρχην Λακωνίας, νομίζω, τὸ ἔγγραφον τοῦτο, δι’ οὗ ἀκούσατε τί τοῦ λέγει, ἐνῷ τὸν ἐπροσκαλοῦσε νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐπῆρε ἀπὸ τὸ ταμεῖον Ζακύνθου, «εἶναι περιττὸν (γράφει ὁ κύριος Ζαΐμης πρὸς τὸν Παγανέλην), εἶναι περιττὸν νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν κατὰ πόσον τοιαῦται πράξεις εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρό τε τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ εἰς ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐνεπιστεύθη τὴν ὑπερτάτην διεύθυνσιν τῆς διοικήσεως ἑνὸς τῶν νομῶν τοῦ κράτους, καὶ ποίαν ἐπιῤῥοὴν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν εἰς τὰ πνεύματα τῶν διοικουμένων καὶ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ὅσον φρονῶ, ὅτι ὅλα ταῦτα καλῶς οἴδατε καὶ ἀναλογίζεσθε». Ἀλλὰ, κύριοι, μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπηύθυνεν ἓν τοιοῦτον ἔγγραφον πρὸς ἕνα τῶν ἀνωτέρων διοικητικῶν ὑπαλλήλων της, καὶ ὅμως τὸν διατηρεῖ ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν του, ἠμπορεῖ νὰ καλλιτερεύσῃ τὴν διοίκησιν; Καὶ ποία εἶναι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Παγανέλη; Ἀναχωρεῖ ἀπὸ Ζάκυνθον καὶ ἀφαιρεῖ τετρακοσίας δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ πληρώσῃ διὰ χαρτόσημον διαβατηρίων· λαμβάνει ἀπὸ τὸ ταμεῖον Ζακύνθου, καὶ τὸν ἔλαβεν ὡς νομάρχης Ἀρκαδίας, καθὼς φαίνεται ἀπὸ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, λαμβάνει τὸν μισθόν του ἀπὸ τῆς ἑνδεκάτης Φεβρουαρίου μέχρι τέλους τοῦ Μαρτίου. Λαμβάνει πρὸς τούτοις τὸ τέταρτον, τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχον κατασχέσει δι’ ὑποθέσεις του, τὸ ὅλον περίπου χιλίας δραχμάς. Πορεύεται δὲ εἰς Τρίπολιν καὶ ἐκεῖ δι’ ἐντάλματος παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Παγανέλη ἐκδοθέντος, λαμβάνει τὸν αὐτὸν μισθὸν Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου, ὃν ἔλαβεν ἐν Ζακύνθῳ. Ἀποκαλύπτεται ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, καὶ ὅμως τὸν διατηρεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φανὸς ἠθικοποιήσεως εἰς τὸν νομὸν, τὸν ὁποῖον διοικεῖ ἀποκαλύπτεται ὅτι ἀφῄρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ζητοῦν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, σοφίσματα, ὅπως καλύψωσι τὰς πράξεις του· εἶχε νὰ λάβῃ, μᾶς λέγουσι, τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοιπορίας, ἅτινα ἔκαμεν ἀπὸ Ζακύνθου εἰς Τρίπολιν καὶ ἐκεῖθεν εἰς λακωνίαν, καὶ ἑπομένως ἐδικαιοῦτο νὰ κρατήσῃ διὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα ὀκτὼ μῆνας πρὶν τὰ ἐξοδεύσῃ, ἐνῷ ἄγνωστον ἦτον, ἂν θὰ τὰ ἐξοδεύσῃ, ἐδικαιοῦτο νὰ κρατήσῃ 400 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐπῆρεν ἀπὸ τὸν ταμίαν Ζακύνθου διὰ διαβατήρια, ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἐν Ζακύνθῳ δύω μηνῶν μισθὸν, καὶ ν’ ἀπέλθῃ ἐκεῖθεν εἰς Τρίπολιν νὰ λάβῃ καὶ ἐκεῖ τὸν αὐτὸν μισθὸν, ἀφίνων ἔνταλμα ἰδιαίτερον ἰδικόν του πρὸς τὸν ταμίαν Τριπόλεως. Μὲ ποῖον δικαίωμα, αὔριον, κύριοι, θὰ ζητήσητε λόγον ἀπὸ ὑποδεέστερον ὑπάλληλον πράττοντα τὰ αὐτὰ ἢ παρόμοια; πῶς θὰ ζητήσητε ἀπὸ τὰ δικαστήρια νὰ τιμωρήσουν ἐκεῖνον τὸν πεινῶντα, ὅστις περνᾷ ἀπὸ ἕνα ἀρτοπωλεῖον καὶ πέρνει ἕνα κομμάτι ψωμὶ διὰ νὰ χορτάσῃ τὴν κοιλιάν του, ὅταν ὁ νομάρχης αὐτὸς, ὅστις ἀποκαλύπτεται πράξας τοιαῦτα διατηρῆται ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν του; καὶ δὲν θέλω διὰ νὰ μὲ εἴπητε ὅτι ὁδηγοῦμαι ἀπὸ ἄλλας αἰτίας νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ νομάρχης οὗτος δὲν εἶναι τώρα πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἔπεσεν εἰς τοιαῦτα· ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰ 1863 ὑπάρχει ἀνοιγμένη μεγάλη ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ τότε ὑπουργοῦ καὶ τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος διὰ μερικὰς χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐχρεωστοῦσε, διότι τὰς εἶχε καταχρασθῆ ἐκ τῆς ἐθνοφυλακῆς ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὅστις τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς νομοῦ διὰ νὰ τὸν ἠθικοποιήσῃ! Ἐζητήθη λόγος ἀπὸ τὸν νομάρχην καὶ ἡ ἀπάντησις ἔρχεται ὅτι ἕνας ὑπάλληλος τοσοῦτον γνωστὸς, ὡς ὁ Παγανέλης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔπεσεν εἰς τοιοῦτον λάθος· καὶ ἠξεύρετε ποῖος τὸ γράφει τοῦτο; ὁ τότε νομαρχεύων, ὁ Παγανέλης. Εἶναι εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ οὐδὲν ἧττον διατηρεῖται εἰς τοιαύτην θέσιν. Εἰς ἄλλα κράτη, κύριοι, ὄχι εἷς νομάρχης, ἀλλ’ ἕνας ἔσχατος τῶν ὑπαλλήλων, οὐχὶ νὰ εὑρεθῇ ἀφαιρῶν χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ ἂν εὑρεθῇ, εἰς τὴν Ἀγγλίαν π. χ. (διότι περὶ αὐτῆς λαλεῖτε πάντοτε), ὅτι ὀλίγα πένια κατεχράσθη, δὲν ἔχει πλέον ἐλπίδα νὰ λάβῃ θέσιν, καὶ ὁ θεὸς ἂς τὸν φυλάξῃ καὶ ἀπὸ τὰ ἐπίλοιπα. Εἶναι ἢ ὄχι τιμωρήσιμος ὁ Παγανέλης ἀπὸ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ τὸν ποινικόν; καὶ ὅμως ἀντὶ νὰ ᾖναι εἰς τὸν εἰσαγγελέα, διευθύνει ἕνα ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους νομοὺς τοῦ κράτους· δύναται οὕτω νὰ καλλιτερεύσῃ ἡ διοίκησις; Ἀσφάλεια. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ προταθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ ληστείας, θέλω ἐκταθῆ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καθ’ ὅσον καὶ ἐγὼ δύναμαι. Σήμερον δὲν θέλω εἴπει πολλὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ μὴ μοὶ εἴπητε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι τὸ ζωτικώτερον ζήτημα, θέλω νὰ τὸ ἐκμεταλευθῶ πρὸς βλάβην τῆς Κυβερνήσεως. Περιορίζομαι μόνον εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἰδίως. «Ἐννέα μῆνας μόνον ἔχομεν τὴν Κυβέρνησιν, μᾶς εἶπε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ μονιμότης καὶ συνεχὴς ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ἡ ληστεία;» Σωστὴ καὶ ὀρθὴ ἡ ἰδέα. Ἠδύνατο ὅμως τότε νὰ τὴν προτείνῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅταν ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ καὶ μᾶς εἴπῃ, ἰδοὺ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀκολουθῶ διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ληστείας, μὲ αὐτὸ ἔλαβα τὰ δεῖνα ἀποτελέσματα· ὑποστηρίξατέ με νὰ ἐξακολουθήσω, νὰ τελειώσω τὸ σχέδιόν μου καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ ὅτι καταστρέφεται ἡ ληστεία. Ἐξ ἐναντίας ὅμως τί βλέπω ἐνώπιόν μου καὶ τί βλέπετε ὅλοι σας; σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ὅπως καταδιώξῃ τὴν ληστείαν, καὶ ἕν ἀπὸ τὰ προσφορώτερα μέσα σᾶς εἶπε πρὶν τῆς διακοπῆς ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι νὰ τὴν καταδιώξῃ διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Δὲν σᾶς ἔγινε καμμία παρατήρησις τότε, σᾶς ἀφήσαμεν νὰ ἐφαρμόσητε τὸ σχέδιόν σας, ὅπως διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καταδιωχθῇ ἡ ληστεία. Σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνεύρῃ τὸν κατάλληλον ἀρχηγὸν ὅπως διευθύνῃ τὸν τακτικὸν στρατόν της καὶ ἐκλέγει μεταξὺ αὐτοῦ τὸν συνταγματάρχην Κορωναῖον. Τὸν ἀποστέλλει ὅπως πραγματοποιήσῃ τὰ σχέδιά της καὶ τὰ σχέδιά του, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τὸν ἀποσύρει· ὁ δὲ ἀρχηγὸς οὗτος δημοσιεύει ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν (δὲν τὸ παραδέχομαι τοῦτο, ἀλλὰ τὸ λέγει αὐτός), ὅτι ἐν γνώσει ἡ Κυβέρνησις ἀντέπραξε κατ’ αὐτοῦ διὰ νὰ μὴ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν καὶ προτείνει ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ ἡ ἰδέα τοῦ νὰ ὑποθέσω ποτὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν γνώσει ἀντέπραξε διὰ νὰ μὴ καταστραφῇ ἡ ληστεία.
§129ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουρ. ἐξωτερικῶν). Ἐνδεχόμενον.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ποσῶς ἐνδεχόμενον τοῦτο· βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἀρχηγός, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐξελέξατε καὶ τοῦ ὁποίου παρεδέχθητε τὰ σχέδια, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κηρύξῃ δημοσίως ὅτι τοῦ ἀντεπράξατε ἐν γνώσει, θὰ εἴπῃ ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβετε εἶναι τοιαῦτα, ὥστε εἰς αὐτὸν ἐνεποίησαν τὴν ἰδέαν ταύτην, τὴν ὁποίαν δὲν τὴν παραδέχομαι ὡς ὀρθήν· Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτας, λέγω, ἐντυπώσεις ἔλαβεν ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ἐὰν αὐτὸς κηρύττεται ἕτοιμος νὰ τ’ ἀποδείξῃ καὶ προκαλεῖ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀνάκρισιν, καὶ ὑποστῇ δίκην, τί θὰ εἴπῃ; ὅτι τοιαῦτα ἦταν τὰ ἀντιφατικά σας μέτρα, τὰ μὴ κατάλληλα, ὥστε εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον τὸν δεδοκιμασμένον στρατιώτην, ἔφερον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀντιπράττετε κατ’ αὐτοῦ. Κατὰ μέρος λοιπὸν τὸ σχέδιον τοῦ νὰ πολεμήσητε τὴν ληστείαν διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἀπέτυχε, καὶ ἀπέτυχεν ὑπ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον Σεῖς οἱ ἴδιοι ἐξελέξατε. Σκέπτεσθε διὰ νομοθετικὰ μέσα, ὅπως τὰ ἐφαρμόσητε πρὸς καταστροφὴν τῆς ληστείας· παρουσιάζετε νομοσχέδια, τὰ εἰσάγετε εἰς τὴν Βουλὴν, ζητεῖτε τὴν ἐπιψήφισίν των κατεπειγόντως καὶ βεβαίως κατεπειγόντως ἔπρεπε νὰ ἐπιψηφισθῶσι τὰ μέτρα κατὰ τῆς ληστείας. Ἐννέα μῆνας περὶ αὐτῶν ἐσκέπτεσθε· εἰς τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ προσεκαλεῖτο νὰ ψηφίσῃ κατεπειγόντως τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τ’ ἀπεσύρατε· εἶναι αὐτὰ σημεῖα ἐνεργείας κυβερνητικῆς δραστηρίου, ἀποφασισμένης, ταχείας, καθὼς πρέπει νὰ ἦναι βεβαίως ἡ κατὰ τῆς ληστείας ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἥσυχον, νὰ μὴ τὴν διαταράξωμεν, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα της; Ὄχι, βεβαίως. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάσατε; δὲν ἔκαμα ἐγὼ τὸν ὑπολογισμὸν, ὃν θὰ σᾶς ἐκθέσω· ἄλλος ἔντιμος βουλευτὴς, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω παρόντα καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τὸ ὄνομά του, μοὶ ἔκαμε τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον. Ἀκούσατε· μοὶ εἶπεν ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, περιέχουν ἐν συνόλῳ 19 διατάξεις· ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν, αἱ 13 εἶναι ἀπὸ τὰ νομοσχέδια τὰ ψηφισθέντα κατὰ τὰ 1867, μένουσι 6, αἱ δύω εἶναι τοῦ κ. Ῥοντήρη, μένουν 4 τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀποσύρει 2 (ἱλαρότης). Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ σχέδια, τὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοντωθῇ αὐτὴ ἡ μάστιξ, ἡ ὁποία κατασταμαστίζει τὰς ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς ἰδίως. Εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀπετύχετε· τὰ Νομοθετικὰ τ’ ἀπεσύρατε· ποῦ εἶναι τὰ σχέδια αὐτὰ, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἡσύχου, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ἐνέργεια ἡ Κυβερνητικὴ, καὶ ἐκηρύχθητε προσβεβλημένοι (μόλον ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν δὲν εἶχον) ἐκηρύξατε ὡς ὕβριν τὴν λέξιν ἀπερισκεψία, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην ἄλλοτε διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὸν ἀποσυρμὸν αὐτῶν τῶν Νομοσχεδίων; Ἀλλὰ χθὲς εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Καραλιβάνου «διὰ τί ἀκόμη δὲν διωρίσατε λιμενάρχην εἰς Κωνσταντινούπολιν» τί μᾶς ἀπηντήσατε; ὅτι ἀκόμη δὲν ἠμπόρεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν μετὰ ἐννέα μῆνας περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Λιμενάρχου· τοῦτο δὲν εἶναι ἀπερισκεψία, κύριοι, ὄχι εἶναι τοὐναντίον μεγάλη σκέψις, ἀλλὰ σκέψις, ἡ ὁποία (συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, διότι δὲν ἔχω ἄλλας νὰ ἐκφρασθῶ) συνταυτίζεται μὲ τὴν ἀσκεψίαν· ὅταν δὲ ἐννέα μῆνας σκέπτεταί τις περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ καταλληλότερος λιμενάρχης, καὶ δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν, πόσον καιρὸν θέλει διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ποῖα τὰ καταλληλότερα μέτρα διὰ νὰ κτυπήσῃ τὴν ληστείαν; (ἱλαρότης). Δικαιοσύνη, δικαστήρια! Ἐκαλλιτέρευσε τοὐλάχιστον ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης, κύριοι; ἀπηύθυνα μερικὰς ἐρωτήσεις εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· εἴς τινας ἀπήντησεν, ἄλλας παρέτρεξεν, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συμπληρώσω ἐγὼ τὰ κενά.
§131Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν παρέτρεξα τίποτε.
§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴκοσι ἑπτὰ Πρωτοδίκαι ἐπαύθησαν εἰς τὸ διάστημα τῶν ἐννέα μηνῶν καὶ 10 ἀντεισαγγελεῖς, μεταξὺ δὲ τῶν 16 γραμματέων τῶν Πρωτοδικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, 10 ἀνενεώθησαν. Μεταξὺ τούτων 5 ἀντεισαγγελεῖς καὶ 5 Πρωτοδίκαι εἶναι ἐκ Χαλκίδος καὶ Ξηροχωρίου, 2 Γραμματεῖς Πρωτοδικῶν πάλιν ἐκεῖθεν. Μετὰ δὲ τῶν Γραμματέων τούτων τῶν Πρωτοδικῶν, μὲ διεβεβαίωσαν ὅτι εἷς ἐλήφθη, ἀπὸ Γραμματεὺς Δημαρχίας εὐσυνείδητος ἄνθρωπος λαβὼν τὸν διορισμόν του δὲν τὸν ἐδέχθη, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς Γραμματεὺς Πρωτοδικῶν. Ἠλιάδης καὶ Ζηλήμων λαβόντες μόλις δίπλωμα προλύτου, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ, διορίζονται Πρωτοδίκαι.
§133Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖον ἄρθρον;
§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἑνδέκατον.
§135ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Δὲν λέγει τίποτε αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις ἐτελείωσαν, δὲν εἶναι καιρός.
§137ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐπερωτῶ, ἀναφέρω γεγονότα.
§138Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἔχομεν τὸν λόγον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δὲν ἀπαντῶμεν ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, περιμένομεν νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἔπειτα ν’ ἀπαντήσωμεν. Τώρα ὁμιλεῖ ὁ κ. Λομβάρδος ἐπὶ τῆς ληστείας καὶ τῶν δικαστηρίων, δὲν ὁμιλεῖ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς.
§139ΖΑΪΜΗΣ. Καλὰ ποῖος τὸν ἐμπόδισεν; ὁμιλεῖ ἤδη τρεῖς ὥρας.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρων συζητήσεων.
§141ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐξηντλήθησαν, εἶπον ὅτι ἐπιφυλάττομαι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§142ΖΑΪΜΗΣ. Καλὰ· ἐξακολουθήσατε.
§143ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σιμιτζής τις ἐπαρουσιάσθη νὰ δώσῃ ἐξετάσεις εἰς τὴν νομικὴν σχολήν μας, καὶ ἀπεῤῥίφθη· ἐννοεῖτε τί θὰ εἴπῃ ἀπόῤῥιψις ἀπὸ τὴν νομικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου μας; Μὴ πρὸς βάρος τῶν κυρίων καθηγητῶν μας τῆς νομικῆς μας Σχολῆς. Ἡ εὐκολία, μὲ τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἐδῶ καὶ κάμποσα ἔτη ἤρχισαν νὰ δίδωσι διπλώματα, ἔγινεν ἤδη παροιμιακή. Ἐὰν λοιπὸν ἀπαντᾶται ἐνώπιόν Σας μαθητὴν, ὅστις παρουσιάζεται νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὴν νομικὴν σχολὴν Ἀθηνῶν καὶ ἀποῤῥίπτεται, τὸ συμπέρασμα τραβήξατέ το Σεῖς. Μόλις καὶ μετὰ βίας μετὰ ἓν ἔτος ἔλαβεν ὁ Σιμιτζὴς οὗτος τὸ δίπλωμα τοῦ προλύτου. Μόλις καὶ μετὰ βίας πέρυσιν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Βαλασσόπουλος τῷ ἔδωσε μίαν θέσιν ὡς γραφέα εἰς τὸ τμῆμα τῶν ἐθνικῶν κτημάτων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἀπ’ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα ὁ γραφεὺς οὗτος ἁρπάζεται καὶ ἀνεγείρεται ὡς δικαστὴς Πρωτοδίκης, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἀφιεροῦται νὰ δικάσῃ περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν (θόρυβος). Καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, ὁ κ. ὑπουργὸς προτείνων τὴν αὔξησιν 10 Πρωτοδικῶν, μᾶς λέγει, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι αὔξησις δαπάνης κατὰ τὸν νόμον· grazie dell’ avviso λέγομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον· διότι, κύριε ὑπουργὲ, ἀφοῦ ἐσάρωσες τοὺς παλαιοὺς δικαστὰς καὶ ἔφερες τοὺς νέους, λέγεις, ἀνάγκη νὰ προσθέσῃς 10 δικαστὰς, ἀλλὰ δὲν κάμνεις προσθήκην δαπάνης, διότι δὲν ἔχεις δικαστὰς εἰς τοὺς ὁποίους νὰ δώσῃς τὸ περίσσευμα τοῦ μισθοῦ, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει ὁ νόμος διὰ τοὺς ἀρχαίους. Ἔχω ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας, καὶ διότι δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας, καὶ διότι δὲν θέλω νὰ τὰς ἀναγνώσω, καθότι εἶναι τοιαῦται διὰ τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ τὰ λεγόμενα, διότι δὲν τὰ εἶδον, δὲν τὰς ἀναγινώσκω· ἀλλ’ ἔχω ἐκθέσεις τοιαύτας εἰς τὰς χεῖράς μου, περὶ τῆς διαγωγῆς τινων δικαστῶν, καί τινων δικαστηρίων, αἱ ὁποῖαι δὲν τοὺς περιποιοῦν τιμήν. Καὶ πῶς, κύριοι, νὰ ᾖναι ἀλλέως, ὅταν ὁ ταλαίπωρος οὗτος δικαστὴς, ὁ πτωχὸς οὗτος νέος, ὅστις ζητεῖ αὐτὴν τὴν θέσιν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς 250 δραχμὰς κατὰ μῆνα, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ κερδήσῃ ὡς δικηγόρος, πῶς θέλετε νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητος εἰς τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἔχει ἄνωθεν αὐτοῦ τὸν πέλεκυν, ὁ ὁποῖος τοῦ λέγει, ἢ οὕτω θὰ πράξῃς ἢ οὕτω τιμωρεῖσαι; ἐδέχθην, καὶ μετὰ χαρᾶς, χθὲς τὰς διασαφήσεις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ἡ μετάθεσις ἐντεῦθεν τῶν δικαστῶν Βαλέτα, Γκιὼν καὶ Διογενίδου ὑπηγορεύθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ἐδέχθην, τὸ πιστεύω, ἀλλ’ ἀδιαφιλονείκητον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ἐν τῇ συνειδήσει τῆς κοινωνίας ὑπάρχει, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι μετετέθησαν διότι δὲν κατεδίκασαν τὸν Κανελίδην. Δὲν τὸ πιστεύω, ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς συνειδήσεις τοῦ κόσμου. Καὶ ὅταν, κύριοι, βλέπω δημοσιευομένην ἐπιστολὴν ἐκ μέρους ἑνὸς δικαστοῦ, ἡ ὁποία γράφει καὶ λέγει. «Φίλτατέ μοι κύριε Μιχαλάκη. «Ἔλαβον τὴν ἐπιστολήν σου καὶ σπεύδω νὰ σοὶ ἐκφράσω τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ ἐνεργείας σου, πάντες οἱ φόβοι καὶ αἱ ὑποψίαι μου διεσκεδάσθησαν κατόπιν τῶν εὐαρέστων πληροφοριῶν, ἃς μοὶ γράφεις. Οὐδέποτε εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῶν εὐγενῶν πρὸς ἐμὲ αἰσθημάτων σου, καὶ θεωρῶ ἐμαυτὸν λίαν εὐτυχῆ διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοιούτου πολυτίμου φίλου· ὁ Βιτζακτσῆς ἀναλαβὼν τὴν ἀνάκρισιν, ἀφοῦ ἐγὼ ἐζήτησα τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας καὶ ὑπερασπίσεως ἐπὶ τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα καὶ νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ συμβούλιον. Μοὶ εἶπεν ὅτι θὰ σᾶς γράψῃ περὶ τούτου καὶ πιστεύω ὅτι ἤδη σᾶς ἔγραψεν. Ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ διαλαμβανομένων μαρτύρων ὑπερασπίσεως, ἐκλήτευσε καὶ ἄλλους ὁ Βιτζακτσῆς οὓς ἐξήτασα ἐγὼ χθὲς, διότι οὗτος ἀνεχώρησε πάλιν διὰ Ξηροχώριον, ὅπου ἀνεφάνη λῃστρική τις συμμορία· αἱ καταθέσεις τῶν μαρτύρων τούτων εἰσὶν λίαν εὐνοϊκαὶ διὰ τοὺς κατηγορουμένους, καὶ ἰδίως διὰ τὸν Θεοδώρου, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἀνακρίσεως εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν, ὥστε ἐρχομένου μάλιστα ἐνταῦθα τοῦ Σπυροπούλου, ὅστις θέλει κάμει τὴν πρότασιν εἰς τὸ συμβούλιον, καὶ ἂν λείπῃ καὶ ὁ Γκιὼν ἀπὸ τὸ συμβούλιον, βεβαίως τὸ βούλευμα θὰ ᾖναι ὑπὲρ αὐτῶν, ὑπὲρ τοῦ Θεοδώρου μάλιστα ἀφεύκτως».
§144ΚΟΤΖΙΑΣ. Καὶ μολαταῦτα παρεπέμφθησαν, κύριε Λομβάρδε, εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον.
§145ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὅταν βλέπω τοιαῦτα ἔγγραφα δημοσιευμένα δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι διατηροῦνται ἀκόμη, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι δύναται νὰ καλλιτερεύσῃ ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης; καὶ ὅταν βλέπω ἐνώπιόν μου, ἀνακαλούμενον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἰσαγγελέα, ὅστις ἐπαύθη συνεπεία ἐκθέσεως τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ ἀνικανότητι, συνεπεία ἐκθέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν ἐπὶ δωροδοκία.....
§146ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§147ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συνεπεία ἐκθέσεως τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου, παρ’ ᾧ ἦτο διαπιστευμένος, ὅτι ἐξεπόρνευσε τὴν δικαιοσύνην, ὅταν τὸν βλέπω ἐπανερχόμενον καὶ διατηρούμενον ἐν ὑπηρεσία.
§148ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ εἰσαγγελεύς;
§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν βλέπω πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω ἓν πρὸς ἓν, δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ταῦτα σημαίνουν καλλιτέρευσιν τῆς δικαιοσύνης, ἢ πρόοδον πρὸς καλλιτέρευσιν τῆς διανομῆς τῆς δικαιοσύνης; Δὲν θέλω νὰ καταγίνω περισσότερον, οὔτε καθόσον ἀποβλέπει τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα· διότι, τῷ ὄντι, κύριοι, ἀρκετὰ ἐξέτεινα τὸν λόγον. Δὲν θέλω νὰ καταγίνω, λέγω, εἰς τ’ ἄλλα ὑπουργεῖα· φθάνει ταῦτα διὰ νὰ ᾖμαι καὶ ἐγὼ δικαιολογημένος ἐνώπιον τῆς συνειδήσεώς μου, διὰ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἐκπληρῶ καθῆκον πατριωτισμοῦ, ἀντιπολιτευόμενος τὴν κυβέρνησιν καὶ καταψηφίζων προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος μοῦ παρουσιάζεται ἀπὸ κυβέρνησιν, ἥτις οὔτε πολιτικὴν οὐδεμίαν μοῦ παρουσιάζει, ἥτις οὔτε οἰκονομίαν μοῦ προτείνει, ἥτις οὔτε καλλιτέρευσιν εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὴν ἀσφάλειαν, εἰς τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης μὲ ἀφίνει νὰ ἐλπίσω, καὶ ἥτις κατηνάλωσε πολύτιμον καιρὸν ἐννέα μηνῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδύναντο νὰ διαπραχθῶσι πολλὰ καὶ μεγάλα, ἕνεκα τῆς εὐτυχοῦς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις αὕτη εὑρέθη. Δύνανται ἄλλοι, λέγω καὶ ἐγὼ, νὰ μὴ συμφωνήσουν μὲ τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν συναίσθησιν ἐν ἑαυτῷ ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἀγάπην καὶ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τ’ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν κυβέρνησιν, ἐκτελῶ καθῆκον πατριωτισμοῦ καταψηφίζων (θόρυβος ἀριστερά).
§150ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἴ! βογκᾶτε ὅσον ἠμπορεῖτε.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ἡσυχάσατε, δὲν εἶσθε πρόεδρος.
§152ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ κάμητε τὴν παρατήρησιν ὅμως, ὅταν κάμνουν τὸ «Μοῦ».
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ μὴ τρέχῃς, θὰ τὸ κάμω· δὲν μὲ ἄφησες, μοῦ ἐπῆρες τὴν θέσιν μου. — Σιωπήσατε, κύριοι, παρακαλῶ καὶ πάλιν καὶ πολλάκις σᾶς παρεκάλεσα· ἔχετε ὑπομονήν.
§154ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πανταχόθεν λοιπὸν, κύριοι, καὶ πολιτικῶς, καὶ οἰκονομικῶς, καὶ διοικητικῶς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς καλὴν θέσιν. Τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος σᾶς ἐπρότεινε τὰς ἰδέας του, καὶ ἄλλοι τὰς ἰδικάς των· ὅλας τὰς σέβομαι· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, τὸ ζήτημα εἶναι, κύριοι, περὶ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς παρουσιάζει ἐνώπιόν μας ἔλλειμα 4,000,000. Ἡ κυβέρνησις σᾶς εἶπε δὲν εἶχε νὰ κάμῃ ἄλλο, δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τί ἔχει νὰ κάμῃ; πρέπει νὰ ἐπαναπαυθῇ εἰς τοῦτο; πρέπει νὰ εἴπῃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε; πρέπει νὰ πάρῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς τὸ καλὸ παιδί της, καθὼς ἔλεγε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κύριος Χατζῖσκος, καὶ ν’ ἀρχίσωμεν νὰ τὸ νανουρίζωμεν διὰ ν’ ἀποκοιμηθῶμεν μαζύ του; δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε; Ἡ κυβέρνησις δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτε, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐξελέξατε δὲν ἠμποροῦσε διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ κυβέρνησις, διότι δὲν ἤξευρε· καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι, συγχωρήσατέ μοι χωρὶς νὰ προσβληθῇ κανείς σας, νὰ εἴπω καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἀπετύχατε. Τί ἐπεριμένατε, συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ ἐμὲ τὸν ἰατρὸν δι’ οἰκονομικὰ, καὶ μ’ ἐσπρώξατε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκεῖ, μαζὺ μὲ τὸν ἀγαθὸν συνάδελφόν μου ἰατρὸν Τζαμόπουλον; καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι, συνάδελφοι τῆς συμπολιτεύσεως, τί ἐπροσμένατε ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους καὶ σεβαστοὺς κυρίους, Δαγρὲν, Χατζῖσκον, Ῥηγόπουλον καὶ τοὺς ἄλλους ὅπου ἐβάλατε ὡς ἐπιτροπὴν οἰκονομικῶν; Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη εἶναι πλατεῖα, ἀπαιτεῖ γνώσεις, ἀπαιτεῖ σπουδὴν, ἀπαιτεῖ ἰδιάζουσαν ἱκανότητα. Τί ἐπεριμένατε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ κάμωμεν; ἔπρεπε νὰ ἔβγῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐβγῆκε· μία ἔκθεσις, οἵα ἡ εἰσαχθεῖσα ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐξ ἄλλου, ἵνα σᾶς εἴπῃ· ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ τέκνον σας, ἀγκαλιάσατέ το! Οὐδεὶς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ εἰδικῶν ἀνθρώπων περὶ τὰ οἰκονομικὰ δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔθνη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ τὴν ὁποίαν πολὺ καλὰ ἀπεικόνισεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ βουλευτὴς Ξηροχωρίου, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, τὴν ἀποσύνθεσιν, τὰ ἔθνη ταῦτα τί ἔκαμαν; ἔκαμαν ὅ,τι μᾶς προτείνουσι νὰ κάμωμεν ἡμεῖς τώρα; ὄχι· προσεκάλεσαν τοὺς δεινοτέρους κατὰ τὰ οἰκονομικὰ, τοὺς ὁποίους εἶχον· ἐὰν δὲν εἶχον, προσεκάλεσαν μὲ ἁδρὰ ἔξοδα ἔξωθεν, καὶ τοὺς εἶπον· λάβετε ἀνὰ χεῖρας τὰ οἰκονομικά μας, προσπαθήσατε νὰ φέρητε μίαν τακτοποίησιν. Σᾶς προτείνω καὶ ἐγὼ μίαν ἰδέαν (δὲν κάμνω θέμα) μεταξὺ τῶν ἄλλων ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥίφθησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα τὴν στιγμὴν ταύτην θέσιν, δὲν εἶναι ζήτημα κομμάτων, δὲν εἶναι ζήτημα φατριῶν, εἶναι ζήτημα τοῦ τόπου, εἶναι ζήτημα τοῦ ἔθνους. Ἐκλέξατε μίαν ἄλλην ἐπιτροπὴν, προσκαλέσατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος διὰ τὸ διάστημα 20, 30 δὲν ἠξεύρω πόσων ἐτῶν, μὲ τὰ οἰκονομικὰ ἔζησεν, αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική του σημαία, καὶ τὸν ὁποῖον ἐθέσατε εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν τὰ οἰκονομικά μας, καὶ τὰ ὁποῖα ἔφθασαν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως οὐδέποτε τὰ εἶδεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος, ὅταν ἐφώναζε πρὸ καιροῦ, ὅτι ἐχάθημεν ἐὰν δὲν διορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ, τὸν ἐθέσατε λέγω, νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις μας καὶ νὰ τηρῇ τὴν ἡσυχίαν του. Καλὴ ἡ θέσις τοῦ προέδρου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀξία αὐτοῦ τώρα· πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς θὰ φέρωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τόσαις φοραῖς ἐφώναξε καὶ φωνάζει, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ περιμείνῃ, ὅταν ἔρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐφαρμόζῃ τὰς ἰδέας του· τὸ βάρος δὲν εἶναι ἑνὸς· 4,000,000 ἔλλειμμα ἔχομεν ἐνώπιόν μας. Νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Χρηστίδην, νὰ γίνῃ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν κ. Κεχαγιᾶν, τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν κ. Δεληγεώργην, ὅλους ὅσους ἔχομεν ἐν τῇ Βουλῇ οἰκονομολόγους, νὰ ἔλθουν νὰ λάβουν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς κυβερνήσεως, καὶ νὰ εἴπουν εἶναι ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν οἰκονομίας. Ἄλλως ἐὰν εἴπωμεν, ἐπειδὴ ἡ κυβέρνησις, ἥτις τὸν προϋπολογισμὸν ἐπαρουσίασεν, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις τὸν ἐξήτασε, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Χατζίσκος, ἡμεῖς ἡ Βουλὴ δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν, παρὰ νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖράς μας, οἱ ἐχθροί μας θὰ ἐξαγάγωσι τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡμεῖς ἡ Βουλὴ δὲν χρησιμεύομεν εἰς τίποτε. Ἄλλοτε ἐλάβομεν τὴν ὕβριν νὰ στείλωσιν ἐδῶ οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, διὰ νὰ ἐξετάσωσι τὰ οἰκονομικά μας, βλέποντες, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ τακτοποιήσωμεν ἡμεῖς. Νὰ τὸ κάμουν καὶ τώρα, πιστεύω νὰ μὴ τοὺς ἔλθῃ ἡ ὄρεξις· πιστεύω ὅμως ὅτι εἶναι ἕτοιμοι ἄλλοι νὰ ὑποστηρίξωσιν ἄλλως τὴν ἰδέαν. Ἠκούσατε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ σᾶς ῥίπτεται ἡ ἰδέα, ὅτι μία ἀπὸ τὰς πληγάς μας εἶναι αἱ μεγάλαι ἐλευθερίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Βλέπετε, ὅτι μὲ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις τῶν κυρίων ὑπουργῶν, ὅτι οὐδὲν γεγονὸς, οὐδεμία ἰδέα κυκλοφορεῖ κατὰ τῶν συνταγματικῶν μας ἐλευθεριῶν, ὅμως ἐξέρχεται μία ἐφημερὶς παλληκαροῦ, (τὴν τιμῶ, διότι ἠξεύρει νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ἀρχάς της φανερὰ), ἡ ὁποία καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν κυβέρνησιν κατὰ μέτωπον πολεμᾷ· σηκόνει σημαίαν καθαρὰν κόμματος, μερίδος, φατρίας, ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ σημαίαν καθαρὰν ἀναπτυσσομένην ἐνώπιον τῆς κοινωνίας· τὴν τιμῶ, εἶπον, δὲν συμμερίζομαι τὰς ἰδέας της· τὰς θεωρῶ καταστρεπτικὰς, ἀλλὰ τὴν τιμῶ, διότι εἶχε τὴν τόλμην νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ. Ἐκείνους τοὺς ἐννοῶ, κύριοι ὑπουργοί· ἐννοῶ τοὺς κρυπτομένους ὄπισθεν τῆς συντάξεως τοῦ «Λύχνου», ἔρχονται καθαρὰ καὶ κηρύττουσιν, ἡ Βουλὴ κατέστρεψε τὸν τόπον, ἡ κοινοβουλευτικὴ κυβέρνησις ἐχάλασε τὴν Ἑλλάδα· πρέπει νὰ πέσῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, τοὺς ἐννοῶ. Ἰδοὺ μία πολιτικὴ, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ συζητήσῃ. Ἀλλά τὴν πολιτικήν σας δὲν τὴν βλέπω ὁποία εἶναι, δὲν ἐννοῶ ποῦ κεῖται. Δὲν φοβοῦμαι τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύονται ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὁμιλῶ· δὲν φοβοῦμαι ὅτι πολλοὶ θὰ ἀκολουθήσωσι τὰς γνώμας τοῦ ἀγαθοῦ καὶ ἀξιαγαπήτου συναδέλφου μας κ. Κατσικαπῆ, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος σήμερον ἐκήρυξε μίαν ἀπὸ τὰς πληγάς μας τὰς μεγάλας ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν· ἀλλὰ φοβοῦμαι τοῦτο, ὅτι ἐνώπιον μιᾶς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἐπαπειλεῖ, ἂν ἐξακολουθῶμεν νὰ βαίνωμεν ὅπως βαίνομεν μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας, ἠμπορεῖ διὰ μίαν στιγμὴν νὰ εὕρῃ ὑποστήριξιν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν χρησιμεύει καὶ ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ κυβέρνησις εἶναι αἰτία τῶν κακῶν μας. Ἂν τῳόντι βαδίζωμεν ἐμπρὸς εἰς μίαν κρίσιν, ἂς ἔλθῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα τὸ τοιοῦτον, διότι τότε αἱ διαιρέσεις ἔπαυσαν, καὶ ὅλοι θὰ συνέλθωμεν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, ὅπως δείξωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι θέλουν μᾶς κυβερνήσει κατὰ τὸ κεφάλι των, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν κυβερνᾶται εἰμὴ διὰ τῆς ἐλευθερίας. Χρέος ὅμως πάντων ἡμῶν εἶναι ν’ ἀπομακρύνωμεν τὴν κρίσιν ταύτην καὶ τὰς συνεπείας της. Μὲ ποῖον πρόσωπον θ’ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν, ἂν εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν μᾶς παρουσιάζονται τοιαῦτα, δὲν λαμβάνωμεν κανὲν μέτρον, μάλιστα, καὶ κάτι τι χειρότερον, καθ’ ἣν στιγμὴν μᾶς ἀναγγέλλεται ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς οὐδένα περιέχουσα οἰκονομολόγον, οὐδὲν ἔπραξεν, ἡμεῖς ἐπίσης ἀπρακτοῦντες μείνωμεν; Καταπαύων τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω τὴν ταπεινὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἐκλέξωμεν νέαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συμπεριλάβωμεν ὅλους τοὺς ἔχοντας εἰδικὰς, οἰκονομικὰς γνώσεις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσωμεν, ν’ ἀφήσωσι πᾶσαν οἱανδήποτε διαίρεσιν πολιτικὴν, καὶ σκεφθῶσι πῶς θὰ οἰκονομηθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ τρέχοντος ἔτους, διότι περὶ τούτου, κύριοι, νῦν πρόκειται.
§155Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ τὸ 66 ἐλέγετε κατὰ τοῦ Βούλγαρη καὶ Χρηστίδη, ὅτι εἶναι μωροὶ μὲ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἔκαμνον, καὶ σήμερον τοὺς ἐπαινεῖτε!
§156ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μοὶ εἶναι, κύριοι, λίαν δύσκολον ν’ ἀκολουθήσω τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα εἰς τὰς ποικίλας καὶ πολυτρόπους ἐκδρομὰς, εἰς τὰς ὁποίας προσέφυγεν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐκκενώσῃ ὅλα τὰ ἐν τῇ φαρέτρᾳ του βέλη, τὰ ὁποῖα εἶχε συναθροίσει ἵνα ἐκτοξεύσῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ εἶναι δύσκολον κυρίως, διότι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας δὲν ἐτήρησε συνέχειαν κατὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν ἰδεῶν του, οὐδὲ ἐτήρησε τὴν ἁρμονίαν αὐτῶν πρὸς ἀλλήλας. Ἄλλως τε ἤθελα τρέξει τὸν κίνδυνον, ἂν ἔφερον τὸν λόγον ἐφ’ ὅλων, ὅσα ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπε, νὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονήν σας, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ σᾶς ἦμαι εὐγνώμων, ἀφοῦ μοὶ ἐμαρτυρήσατε αὐτὴν χθές. Ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Λομβάρδου, μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἰδιόῤῥυθμος. Ὁ κ. Λομβάρδος λαμβάνει τὰς πολιτικὰς γνώμας τῶν φίλων του, ὡς ἀληθείας ἀποδεδειγμένας, σχηματίζει ἐπ’ αὐτῶν σκέψεις, καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηριζόμενος ἐξάγει συμπεράσματα. Καὶ ὅταν αἱ γνῶμαι τῶν φίλων του δὲν ἀρκοῦσι πρὸς τοῦτο, ὁ κ. Λομβάρδος προβάλλει ὡς λεχθείσας παρ’ ἡμῶν γνώμας καὶ σκέψεις, τὰς ὁποίας δὲν εἴπομεν, καὶ ζητεῖ καὶ αὐτῶν τὴν ἐπικουρίαν. Ὁ κ. Κατσικαπῆς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι νομίζει ὅτι αἱ πολλαὶ ἐλευθερίαι διακωλύουσι τὰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀπολήξωσιν εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς λῃστείας· τὴν γνώμην τοῦ κ. Κατσικαπῆ, τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ἴσως ἀντιτιθεμένην εἰς τὸ περὶ ἐσωτερικῆς διοικήσεως πρόγραμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, δὲν ἐθεώρησεν ὁ κ. Λομβάρδος ὡς ἀναίρεσιν τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος ὡς πρόγραμμα ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἀνέγραψε τὴν διοικητικὴν ἀποσυγκέντρωσιν, εἶχεν ἀντίπαλον γνώμην τὴν τοῦ κ. Κατσικαπῆ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἀποσυγκέντρωσις ἐν τῇ διοικήσει ἐλαττόνει τὴν ἰσχὺν τῆς διοικήσεως πρὸς καταστολὴν τῆς λῃστείας· ἐντούτοις εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κατσικαπῆ, καὶ τοῦτο εἶπον χθὲς εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅτι λυποῦμαι ὅτι δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως· ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπον, διέστρεψεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὥστε ἠναγκάσθην ἐκ τῆς θέσεώς μου νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἐκθέτει ἀκριβῶς τοὺς λόγους μου, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν διέγραψεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ὅτι εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δὲν ὡμίλησε περὶ προγράμματος ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ περὶ προγράμματος ἐσωτερικῆς διοικήσεως· ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸ πρόγραμμά του τοῦτο, διότι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ διοικήσει, διότι πρεσβεύω τὸ δόγμα, ὅτι πρέπει νὰ διοικῆται ὁ τόπος ἐκ τοῦ πλησίον, ἐνῷ πιστεύω τὸ δόγμα ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ κυβερνᾶται μακρόθεν· εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποσυγκεντρώσεως ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς συγκεντρώσεως ἐν τῇ διοικήσει, καὶ ἂν μοὶ ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ προσφύγω εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἀνεύρω τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμεύσουν ὡς χαρακτηρισμὸς τῆς πολιτικῆς ἑκάστου, καὶ ὡς ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος ἑκάστου τῶν πολιτικῶν ἐν τῇ πατρίδι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἤθελον ἔχει πολλὰς ἀποδείξεις πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος, τοῦ ὁποίου τὴν σημαίαν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν παρουσιάζει. Ἐσυνειθίσαμεν αἰωνίως νὰ ἀσχολώμεθα μὲ προγράμματα, ἐσυνειθίσαμεν νὰ ἀναπεταννύωμεν σημαίας καὶ νὰ ἀπαγγέλλωμεν ἀρχάς, ἐλησμονήσαμεν ἐντελῶς τὰ πράγματα· φρονῶ δὲ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐγκύψωμεν τέλος εἰς τὰ πράγματα καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ προγράμματα. Εἶναι ἤδη πολλὰ ἔτη, ἀλλὰ δύναμαι ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τὰς τελευταίας πολιτικὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος, καὶ λαμβάνων ἀφετηρίαν αὐτὰς, νὰ εἴπω, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς ἠσχολήθημεν καὶ ἀσχολούμεθα μὲ τὰς ἐπιδείξεις τῶν ἀρχῶν καὶ προγραμμάτων, διότι εὕρομεν ἴσως, ὅτι ἡ ἀνύψωσις εἰς γενικὰς ἰδέας καὶ σκέψεις, ἡ διατύπωσις ἰδανικῶν προγραμμάτων, δύναται νὰ ᾖναι ἀρεστὴ εἰς τοὺς ἀκούοντας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ τόπος χρῄζει πρακτικωτέρας ἐνεργείας καὶ ἐφαρμογῆς. Ἐν τούτοις ἠλέγχθημεν μετὰ γλώσσης δριμείας ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου, διότι βάσεις δὲν ἔχομεν, προγράμματα δὲν ἔχομεν, πολιτικὴν γνωστὴν διὰ σημαιῶν. Λέγουσιν, ὅτι λαμβάνουσιν εἰς χεῖρας τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου ἐδημοσίευσε, λαμβάνουσιν εἰς χεῖρας καὶ τὸν Β. λόγον καὶ δὲν εὑρίσκουσιν ἐν αὐτοῖς ἀρχὰς καὶ προγράμματα, μᾶς εὑρίσκουσι σιωπῶντας, μὴ διαγράφοντας τί πρόκειται νὰ πράξωμεν, τί ἐπαγγελλόμεθα. Ἡ ἀνάγκη δὲ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν προγραμμάτων ἔφθασε μέχρι τῆς ἀνάγκης τῆς προδιαγραφῆς ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. «Ποῖον εἶναι τὸ σύστημά σας; μᾶς εἶπον· καὶ ἐδῶ εἶσθε ἀνακόλουθοι, δὲν ἔχετε σύστημα περιγράφον καμμίαν ἀρχὴν, ἥτις νὰ διέπῃ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας»· ἔπειτα δὲ ὁ κ. Λομβάρδος ἐνθυμηθεὶς τὰς τέσσαρας φράσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας θέλει γίνει διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀνέφερε καὶ ταύτας, διότι συνέβη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ νὰ παραιτηθῇ. Σύστημα, ἀρχὰς καὶ προγράμματα πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας ἔχομεν· αὐταὶ εἶναι νὰ κατορθώσωμεν νὰ συλλάβωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσοτέρους λῃστὰς, ὅπως παραδώσωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἢ νὰ φονεύσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσοτέρους λῃστὰς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν παραδίδονται εἰς τοὺς νόμους. Καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ ἐπιτυχίαν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, μεταχειριζόμεθα ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα, πᾶν ὅ,τι ἤρτηται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν μας. Ἂν δὲ ὁ διορισθεὶς ἀρχηγὸς τοῦ κατὰ τὴν Στερεὰν τακτικοῦ στρατοῦ ἐδημοσίευσεν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνει αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῆς παραβάσεως αὐτοῦ ταύτης ἐνήργησεν ὅ,τι ὁ Νόμος ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν, καὶ ἄν τις τῶν βουλευτῶν ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου ἐπεθύμει νὰ ζητήσῃ περαιτέρω πληροφορίας, ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, εἶχεν ἐν πάσῃ ὥρᾳ καὶ ἡμέρᾳ, τὸ δικαίωμα νὰ ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἤθελε φέρει τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, ὅπως καταδείξῃ, ἂν ἡ αἰτίασις ἦτον ἀληθὴς ἢ ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἀλήθειαν ὁ κύριος Λομβάρδος παραδέχθη ὡς ἀναντίῤῥητον. «Ἔχομεν, λέγει, ἔλλειμμα τέσσαρα ἑκατομμύρια εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸ βάραθρον εἶναι χαῖνον, σπεύσατε νὰ σώσητε τὴν πατρίδα, δὲν ἦτο καλὴ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂς καλέσωμεν τοὺς σοφούς, ἵνα μᾶς βοηθήσωσι, μᾶς συμβουλεύσωσιν, ὅπως σώσωμεν τὴν πατρίδα». Καὶ τίς εἶπεν εἰς ὑμᾶς ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ χίλια ὀκτακόσια ἑβδομήκοντα; καὶ ἂν ὁ βουλευτὴς τῆς Τριφυλίας, τοῦ ὁποίου τὴν μεγάλην πρακτικότητα ἀναγνωρίζω, διϊσχυρίζεται, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ἀναγνωρίζομεν ἡμεῖς ὅτι ὑπάρχει; ἀπεδείξατε, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ἵνα ὁμολογήσωμεν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους μᾶς παριστάνετε; Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 δὲν παρουσιάζει κανὲν ἔλλειμμα· καὶ ὄχι μόνον κατὰ τύπους ἁπλοῦς δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν παρουσιάζει τοιοῦτον οὐδὲ κατ’ οὐσίαν. Ἂν δ’ ὑπάρξωσιν οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1870 ἢ κατὰ τὸ τέλος αὐτοῦ, αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ὑπάρχει πάντοτε ἐν ὅσῳ δὲν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν περίσσευμα καὶ νὰ καλύπτωμεν δι’ αὐτοῦ τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀγόνων μηνῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς μάλιστα τοῦ 1870 δι’ ὅλων τῶν προσπαθειῶν, τὰ ὁποίας ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ κάμῃ, παρουσιάζει πλῆρες ἰσοζύγιον ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ παριστᾷ συγχρόνως ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέσα, ὅπως θεραπευθῶσιν αἱ ἀνάγκαι ὅλαι τῆς ὑπηρεσίας καὶ προσέτι ὅπως εὐκολυνθῇ ἡ ὑπηρεσία ὅλων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε συνωμολογήθησαν, καὶ οὐ μόνον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ, ἵνα κατορθωθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὥστε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870 θέλομεν δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις καὶ προσέτι ἡ κυβέρνησις θέλει ἔχει καὶ τὴν εὐκολίαν νὰ προσπαθήσῃ, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξεύρῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ὅπως συνομολογήσῃ δάνειον καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων. Δὲν ἐπεκαλέσθημεν, κύριοι, πατραγαθίας οὐδὲ ἐπεκαλέσθημεν τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας νομίζομεν ὅτι προσηνέγκαμεν εἰς τὴν πατρίδα, ἵνα καλύψωμεν δι’ αὐτῶν τὰς πράξεις μας καὶ ἵνα ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον αὐτῶν. Ἐγεννήθημεν καὶ ἀνετράφημεν ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ· ἔχομεν πλήρη συνείδησιν τῆς ὀφειλῆς ἡμῶν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὑπέχομεν, καὶ θέλομεν ὑπέχει, ἐνόσῳ διατελῶμεν ὑπουργοὶ, εὐθύνας ἐνώπιον αὐτοῦ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπολάβῃ ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ ἐρχόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἤλθομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεών μας, διότι πολλάκις ἡμεῖς αὐτοὶ προεκαλέσαμεν τὸν ἔλεγχον τούτων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν πολιτικὴν οὐδενὸς ἀτόμου, οὐδὲ οὐδενὸς κόμματος, διὰ τοῦτο παραλείπω πᾶν ὅ,τι ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν, εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Κουμουνδούρου, εἴτε ὑπὲρ τοῦ κόμματος τοῦ πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ὑπ’ αὐτὸν σχετικῶς μὲ τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως· θέλω ὅμως ν’ ἀπωθήσω ἕνα ὑπαινιγμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμε, διότι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σιωπήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Εἶπεν ὅτι ὑπάρχουν ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσφέρει τις εἰς τὴν πατρίδα μετὰ θυσιῶν τῆς ἰδίας του ὑπάρξεως, καὶ ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλαι ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας τις προσφέρει, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὠφελείας καὶ κέρδη, καὶ ἠθέλησε νὰ κατατάξῃ εἰς τὴν δευτέραν τάξιν τῶν ὑπηρεσιῶν τὴν προθυμίαν, μὲ τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Δὲν ἀξιοῦμεν ὅτι εἴμεθα οἱ Σαμουὴλ καὶ Γαβριὴλ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐμιμήθημεν τὸν Ἰφικράτην δικαζόμενον. Δύναμαι προσέτι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι κανένα ἐξ ἡμῶν ὁ πόθος πρὸς τὸ χαρτοφυλάκιον δὲν ὡδήγησεν πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἐν στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐδίστασαν νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των. Ναί· ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ, προθύμως ἐδέχθημεν νὰ προσφέρωμεν τὴν ταπεινὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν συνέβαινε, κύριοι, ἡ προθυμία αὕτη ἡμῶν νὰ παραγνωρισθῇ τότε, καὶ ἡ προσφορὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης νὰ ἐκτιμηθῇ ἄλλως, ἤμεθα, κύριοι, εἰς κατάστασιν νὰ προΐδωμεν τὰς συνεπείας τῆς παραγνωρίσεως ταύτης καὶ τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν καὶ νὰ ὑποστῶμεν τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἡ παραγνώρισις ἤθελε προαγάγει· οὔτε ἐσκέφθημεν τότε ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας, μεριμνῶντες περὶ τῶν δεῖνα ἢ δεῖνα πολιτικῶν συμφερόντων μας. Ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δίδει τὴν εὐκολίαν εἰς ὅλους, νὰ ἐξετάσωσιν ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως καὶ νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των ἐπ’ αὐτῶν καὶ ν’ ἀποφανθῶσιν, ἂν ἡ διοίκησις τοῦ τόπου ἦναι ἡ προσήκουσα, καὶ νὰ ἀφαιρέσωσι μὲν τὴν ἐμπιστοσύνην των, ἂν τὸ νομίζωσιν ἀναγκαῖον, ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς διαχειριζομένους τὰ τῆς πατρίδος· ἀλλὰ ἵνα ᾖναι δικαιολογημένη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, πρέπει νὰ παραστήσωσι τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο ἀπὸ ἡμᾶς ἢ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἐγένετο· ἄλλως αἱ μεταβολαὶ καταντῶσιν ἀδικαιολόγητοι, οὐδὲ δύναταί τις ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου ἢ ἐνώπιον τοῦ κόσμου νὰ ζητήσῃ τὰς μεταβολὰς τῶν κυβερνήσεων, χωρὶς νὰ δικαιολογῇ προσηκόντως αὐτάς. Δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη ἐπιθυμία πρὸς ἐπιτυχίαν μεταβολῆς κυβερνήσεως, ἠμπορεῖ ἡ ἐπιθυμία αὕτη νὰ θεωρῆται ὅτι δικαιολογεῖ ὅλας τὰς ποικίλας τροπάς, τὰς ὁποίας οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν πολιτείαν των ἐγκρίνουσι νὰ δίδωσι, δύναται νὰ θεωρῆταί τις δικαιολογημένος ὁσάκις νομίζει ὅτι τὸ συμφέρον τῷ ἐπιβάλλει νὰ συμπολιτεύηται παραπλεύρως μὲ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλει ὀλετῆρα τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ μὴ νομίσητε ὅτι δύναται νὰ ᾖναι δικαιολογημένος ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἢ τῷ δημοσίῳ φρονήματι (εὖγε, εὖγε). Βεβαίως ἡ πολιτικὴ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον ὅλων καὶ μετὰ τὸν ἔλεγχον τῆς στιγμῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιδρῶσι τὰ συμφέροντα ἢ ἄλλαι ἰδιοτελεῖς σκέψεις, ὑπάρχει ἄλλος ἔλεγχος διαρκὴς καὶ αἰώνιος, ὅστις ἐπέρχεται μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὁ ἔλεγχος τῆς ἱστορίας, ὁ ὁποῖος θέλει κάμει μνείαν ὅλων αὐτῶν τῶν διαφόρων φάσεων. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ μὴ παραλείψω ἄλλην αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐνόμισε ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθύνῃ καθ’ ἡμῶν. Μᾶς εἶπεν ὅτι παρελείψαμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὸ μέγα δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ὅτε εἰσήλθομεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διαπράξωμεν μεγάλα πράγματα καὶ νὰ φέρωμεν μεγάλας βελτιώσεις, τὰς ὁποίας παρελείψαμεν νὰ φέρωμεν. Ὅταν ἤλθομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἀπῄτει πρῶτον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐκείνην ζωὴν, τὴν ὁποίαν αἱ κοινωνίαι πρέπει νὰ ἔχωσι. Δὲν ἦτον ὁ καιρὸς, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὰς ἀναμορφώσεις καὶ τὰς μεταβολὰς οὐδὲ τὰς ἀναγραφὰς συστημάτων, οὐδὲ τὰς μεταβολὰς τῶν κειμένων. Ἤθελεν εἶσθαι ἀτυχὴς ἐπιχείρησις, ἂν ἡ σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις ἐπεχείρει νὰ μεταβάλῃ τὰ καταστατικὰ τοῦ στρατοῦ ἢ νὰ σχηματίσῃ σχέδια περὶ διοργανώσεως τοῦ ναυτικοῦ τοῦ Κράτους. Ἤθελεν εἶσθαι ἀτυχὴς ἐπιχείρησις ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος, ἴσως καὶ μετὰ μεγάλης βλάβης. Ὁ κ. Λομβάρδος πρὸ τοῦ νὰ αἰτιαθῇ ἡμῶν, διότι δὲν ἐπαρουσιάσαμεν εἰς τὸν κόσμον ἓν σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ εὐκολυνομένη ἡ πραγματοποίησις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν πόθων τοῦ ἔθνους· ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αἱ πληγαὶ, τὰς ὁποίας συμβεβηκότα τοσοῦτον μεγάλα, ὁποῖα ἦσαν τὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους, δυσκόλως ἐπουλόνονται καὶ μόνον ὁ χρόνος ἐπουλόνει αὐτάς· ἐν ὅσῳ δὲ αἱ πληγαὶ μένουν ἀνοικταὶ, ἡ πρώτη πρόνοια ἑκάστου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος σκέπτεται πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος εἶναι, νὰ θέση βάλσαμον ἐπὶ τῶν πληγῶν αὐτῶν. Ὅταν τὸ μικρὸν Πεδεμόντιον, τὸ βασίλειον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις καὶ ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ηὐνόησε τόσον πολὺ, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ μεγάλη Ἰταλία, ἐλάμβανε κατὰ τὰ 1848 τὰ καίρια τραύματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, μετὰ ἐννέα μῆνας δὲν ἤλεγχον τὴν κυβέρνησιν τοῦ Πεδεμοντίου, διότι δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐξοπλίσει τὸ ἔθνος καὶ ἀναπτύξει τὰς ναυτικὰς αὑτοῦ δυνάμεις. Εἰς τὸν κ. Λομβάρδον ἐφάνησαν ἁπλούσταται παραβάσεις ὡς ἀποτελοῦσαι προσφόρους περιστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ὠφεληθῇ διὰ νὰ κατατρώσῃ περισσότερον τὸ ὑπουργεῖον. Αἱ πρόσφοροι αὗται περιστάσεις ἦσαν συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀνύψωσεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, εἰς τὰ ὁποῖα ἔδωκε τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε δὲν ἐδίστασεν ἕνεκα αὐτῶν νὰ θεωρήσῃ οἰχομένας ὅλας τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους. Καί τίνα ἦσαν ταῦτα τὰ συμβεβηκότα; Εἷς ὑπάλληλος ἔλαβε τετρακοσίας δραχμὰς ἐκ τοῦ τέλους τῶν ἐξωτερικῶν διαβατηρίων· βλέπετε πῶς ἐκαταντήσαμεν, σᾶς ἔλεγεν, εἶναι ἡ συντελεία τοῦ αἰῶνος! Οὐδέποτε, κύριοι, ἐσιωπήσαμεν πράξεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ῥητῶς δὲν ἐπιτρέπουσι· νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀπηνὲς νὰ ἀξιώσῃ τις τὴν αὐστηροτέραν τιμωρίαν κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἐν ᾧ ὑπηρετοῦσι τὴν πατρίδα, ἐνῷ ἔχουσιν ἀξιώσεις εὐλόγους διὰ νὰ λάβωσι μικρὸν ἀργύριον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἡ πενία, αἱ ἀνάγκαι τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ ἔκτακτοι περιστάσεις ἀναγκάζουσι νὰ λάβωσι τὸ μικρὸν τοῦτο ἀργύριον πρὶν ἢ δοθῇ αὐτοῖς διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ δολία προαίρεσις, νομίζω ὅτι ἡ παράβασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀντικείμενον ποινικῆς καταδιώξεως, οὐδὲ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν νὰ δικαιολογήσῃ τὸν κ. Λομβάρδον ἀναγκάζοντα ἡμᾶς νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τόσον ἁπλῆν παράβασιν τρεῖς ἤδη φορὰς, οὔτε ἦτο πρᾶγμα νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τόσον ὕψος καὶ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως τρὶς ἤδη ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, αἱ τετρακόσιαι δραχμαὶ τοῦ κ. Παγανέλη. Μοὶ μένει ἀκόμη, κύριοι, πρὶν ἢ κατέλθω, μοὶ μένει νὰ φροντίσω διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶ αἰτιάσεως, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμοῦ ὡς ἀτόμου ἤκουσα ἐκτοξευθεῖσαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου· δὲν πρέπει νὰ παρουσιάσω τίτλους τῆς ὑποκειμενικῆς καταστάσεώς μου, δύναμαι ὅμως νὰ πείσω τὸν κ. Λομβάρδον ὅτι ὅταν εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τῆς ἀληθείας νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ παραδείγματος τῆς συζητήσεως εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Β. λόγου, τὸ εἶπον, διότι εἶχον ἀληθῆ καὶ εὔλογον βάσιν νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν ταύτην, οὐδὲ μεταχειρισθεὶς αὐτὴν, ἐξῆλθον τῶν ὁρίων τοῦ καθήκοντος.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη μὲ τὸν καλλίτερον τρόπον· ἐὰν ἔχῃ τις τῶν Βουλευτῶν ἐναντίαν ἰδέαν ἂς τὴν κηρύξῃ.
§158ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα.
§159Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω (ἀνέρχεται τὸ βῆμα.) Κύριοι Βουλευταί.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εὐαρεστηθῆτε νὰ ἡσυχάσητε ἵνα ἀκούσωμεν τὸν ἀγορεύοντα. Κύριοι, διατί εἰσάγετε εἰς τὰ δωμάτια μὴ ὄντας Βουλευτάς; Πρέπει νὰ ἐξέλθουν ὅλοι ὅσοι ἐδῶ δὲν ἔχουν ὑπηρεσίαν· αὐτὴ εἶναι μία κατάστασις, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν ἀνεχθῶμεν.
§161Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἀρχήσω, κύριοι, τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ὑπαινιγμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ τελευταίᾳ του ὁμιλίᾳ σήμερον ἔκαμε. Ἐθαύμασε καὶ ἠπόρησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πῶς σήμερον συμπράττει μία μερὶς μὲ μίαν ἄλλην, τῆς ὁποίας εἴτε τὸν ἀρχηγὸν, εἴτε τὰ μέλη ἄλλοτε ἀπεκάλουν ὀλετῆρας τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ πρὶν ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς τὴν σημερινὴν ἀντιπολίτευσιν, ἤθελα τὸν παρακαλέσει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν ἔντιμον Πρωθυπουργὸν τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου κ. Ζαΐμην, καὶ ὁ κ. Ζαΐμης ἤθελεν ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, ὅτι καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν περυσινὴν ἀντιπολίτευσιν συγκατετάχθη καὶ συνέπραξε μὲ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ἀπεκάλει μὲ τὰς ἰδίας προσωνυμίας. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν εὑρίσκῃ τὴν σύμπραξιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ὀρθὴν, ἔχει τὰς ἰδέας του· ἀλλ’ ὀφείλει νὰ μάθῃ, ὅτι διὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης τῶν τριῶν κομμάτων ἔγινεν ὑπουργός. Ἄλλως τε, κύριοι, τί δύσκολον εἶναι νὰ συναντηθῶσι μερίδες, ὅταν ἀντιπολιτεύωνται μίαν Κυβέρνησιν; εἶναι πρωτοφανὲς αὐτὸ τὸ γεγονὸς, καὶ πρώτην φορὰν λαμβάνει χώραν σήμερον, ὥστε ἤθελεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ ἐπικρίνῃ; ὄχι, κύριοι· σᾶς ἀνέφερα τὸ παράδειγμα τῆς περυσινῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἔχω πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα, ὄχι μόνον τοῦ ἔθνους τοῦ ἰδικοῦ μας, ἀλλὰ τῶν μεγαλειτέρων ἐθνῶν τοῦ κόσμου· πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ μέγας Πήτ καὶ Φὼξ ἦσαν οἱ πλέον ἀδιάλλακτοι πολιτικοὶ ἐχθροὶ μεταξύ των, καὶ ὅταν ὁ Ναπολέων ἔκαμε τὸ μέγα στρατόπεδον τῆς Βουλώνης, τότε αὐτοὶ οἱ μεγάλοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τριάκοντα ἔτη ἐπολέμουν μεταξύ των, συνέπραξαν ὅπως ῥίψουν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ὡς ἀνίκανον ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἐποχὴν καὶ ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος· τί περίεργον λοιπὸν καὶ τί παράξενον εὑρίσκετε εἰς τὴν σύμπραξιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῶν τριῶν κομμάτων; — Εἴμεθα κουρασμένοι, κ. πρόεδρε, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν πειράζει.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὴν ἀναβάλωμεν, κ. πρόεδρε, διὰ τὴν δευτέραν.
§163Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς συγκροτήσεως τῆς παρούσης κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν οἱ ὑπαινιγμοὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ ἂν, ταῦτα λέγων, λέγῃ πράγματα νέα καὶ μὴ ἐφαρμοζόμενα πρῶτον εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν. Μὴ φεύγετε, διότι καὶ διὰ σᾶς θὰ εἴπω τώρα (πρὸς τὸν Ἀθανάσιον Πετσάλην διευθυνόμενον πρὸς τὰ παρακείμενα δωμάτια).
§164Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν φεύγω, ἐδῶ θὰ εἶμαι.
§165Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ περυσινὴ ἀντιπολίτευσις, κύριοι, ἀπηρτίζετο ἀπὸ τρία τμήματα, ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀπὸ τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις ἀντεπροσωπεύετο ἐντὸς τῆς βουλῆς ὑπὸ τῶν φίλων του. Ὅλα τὰ σημερινὰ πρόσωπα τῆς κυβερνήσεως ἐξαιρέσει τοῦ κ. Τριγγέτα, ἀνῆκον πραγματικῶς εἰς τὴν ἀπόχρωσιν, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ κ. Ζαΐμης. Αἱ ὁμιλίαι λοιπὸν καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασαν εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν κυβέρνησιν, πλὴν τοῦ κ. Τριγγέτα, ὅστις δὲν ὡμίλησε τίποτε, ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἰδέας τοῦ κόμματος ἢ τοῦ τμήματος τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως καὶ σήμερον κυβερνήσεως· ἂς ἴδωμεν κατὰ πόσον ἐφάνησαν συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, καὶ κατὰ πόσον ἐτήρησαν καὶ τὸ πρόγραμμα, καὶ τοὺς λόγους, καὶ τὰς ἰδέας, ἃς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἀνέπτυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῆς τότε κυβερνήσεως, καὶ ἂν δυνηθῶμεν, κύριοι, ὄχι μόνον δι’ ἐπιχειρημάτων ἀλλὰ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς καμμίαν ἀμφισβήτησιν, ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἐπρέσβευον καὶ ἐπίστευον ἄλλα ὡς ἀντιπολίτευσις, καὶ ὡς ὑπουργοὶ ἄλλα, βεβαίως, κύριοι, δικαιούμεθα νὰ τοῖς εἴπωμεν, ὅτι σήμερον εἶναι ἀσυνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι ὑπουργός τις εἶπεν, ὅτι ἀσυνέπειαν εἰς τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον δὲν θέλετε ἀπαντήσει. (Κλητὴρ, ἐκεῖ ἔχω ἓν βιβλίον ἀνοικτὸν, φέρε το ἐδῶ.) Πέρυσι, κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. λόγου, ἂν καὶ, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, κύριοι, ἐπιέσθημεν καὶ ἡ συζήτησις ἔκλεισε λίαν ταχέως, οὐχ ἧττον εἷς τῶν σημερινῶν ὑπουργῶν ὁ κ. Πετσάλης λαβὼν τὸν λόγον ὡμίλησε κατακρίνων καθ’ ὅλας τὰς παραγράφους καὶ καθ’ ὅλα τὰ μέρη τὸν Β. λόγον.
§166ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἤμεθα μαζὺ ὅμως.
§167ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος ὅτι ἤμεθα μαζύ· τώρα ἐγὼ αὐτὸ θὰ σοῦ εἴπω πῶς ἤμεθα μαζύ· μὴ στενοχωρῆται.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι· εἰς τὰς θέσεις σας, ἀφήσατε τοὺς περιπάτους, κάμετε αὐτὴν τὴν χάριν εἰς τὸν βουλευτήν.
§169ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ περυσινὸν σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. λόγου, καὶ ὁ Β. λόγος εἶναι πρὸ πάντων τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργείου· τὸ τότε ὑπουργεῖον εἶχε γράψει «Ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης ἐποίησε συνετὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός της διαλύσασα τὴν Βουλήν.» Ὁ κ. Πετσάλης ὁμιλῶν κατὰ τῆς παραγράφου ταύτης, λέγει, «μεταβαίνω εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον...». (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πετσάλη)· τουτέστιν ὁ κ. Πετσάλης εἶπεν ὅτι, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ὁ ἀνώτατος ἄρχων καλῶς ἢ κακῶς διέλυσε τὴν Βουλήν, διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ἐθεώρει ἐντελῶς ἀπόλυτον, κατέκρινε μάλιστα καὶ τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας καὶ τὸ κατέκρινε ὡς ἀντιβασιλικὸν, διότι εἴπομεν ὅτι ἡ διάλυσις ἔπρεπε νὰ γίνῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων. Ἂς ἀναγνώσωμεν ἤδη τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Β. λόγον, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνον οἱ παρόντες ὑπουργοὶ πρὸς τὸν Βασιλέα ἐφέτος, τί λέγουν; «Ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης συνετὴν ἐποίησε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος διαλύσασα τὴν Βουλήν». Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὄχι κατὰ τὴν ἀρχὴν εὑρέθησαν πληρέστατα σύμφωνοι οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ μὲ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν κατέκρινον, ἀλλ’ ὅτι καὶ μὲ τὰς αὐτὰς λέξεις μετέφρασαν τὴν ἀπάντησιν τοῦ 1868, διότι ἡ ἀπάντησις αὕτη εὑρίσκεται συμφωνοτάτη μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ 1869· καὶ μολαταῦτα ὁ κ. Πετσάλης δὲν φαίνεται ν’ ἀπεμακρύνθη τῶν φιλοβασιλικῶν ἀρχῶν, καὶ δὲν ἠννόησε ποσῶς σήμερον ὅτι ἐπαινῶν τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ὡς συνετῶς γενομένην, δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρίσεως, καὶ ἐνήργει ἀντισυνταγματικῶς, καὶ ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἐπρέσβευε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, δεικνύων οὕτως, ὄντως ἀσύνετον καὶ ἀσυνεπῆ διαγωγήν! Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, διὰ τοιούτων ἐπισήμων πράξεων τῶν ἰδίων μελῶν τῆς κυβερνήσεως, εὑρίσκωμεν αὐτὰ ἀσυνεπῆ, δυνάμεθα τῷ ὄντι μὲ καλὴν πίστιν νὰ συζητήσωμεν πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μεταβάλλουν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν, τὰς ἠθικὰς καὶ συνταγματικὰς ἀρχάς των; Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι εὔκολον πλέον νὰ συζητῶμεν πρὸς τὸν κ. Πετσάλην, πρὸς τὰς ἄλλας ἀρχὰς, καὶ πρὸς τὰς ἄλλας ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε χθὲς καὶ προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος; ἔρχομαι ἀκόμη, κύριοι, εἰς μίαν ἄλλην ἀντίφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι μόνον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Πέρυσιν ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι, διότι δὲν ἐψηφίσθησαν ἐγκαίρως οἱ φορολογικοὶ νόμοι, καὶ διότι δὲν ἐψηφίσθησαν, τὰ εἰρηνοδικεῖα δὲν κατεδίκασαν τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των, διότι δὲν ἦσαν ψηφισμένοι νόμοι, τότε εἷς εἰσαγγελεὺς ἐξέδοτο ἐγκύκλιον καὶ εἶπεν εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, ὅτι πρέπει νὰ καταδικάζωσι τοὺς φορολογουμένους, διότι αὕτη εἶναι μία ἐξαιρετικὴ περίστασις, καθόσον τὸ νομοθέτημα περὶ τῶν φόρων τοῦ κράτους δὲν ἀποτελεῖ νόμον σπουδαῖον, εἶναι ἕνας τύπος, ὁ ὁποῖος κατὰ συνήθειαν γίνεται. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ τότε ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο καὶ ἡ σημερινὴ κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πετσάλης ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τοῦ κ. Σαράβα νῦν ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἔκαμεν ἐπερώτησιν πρὸς τὴν τότε κυβέρνησιν.
§170ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τί διαφωνῶ σήμερον;
§171ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐχαρακτήρισε τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν, ὅπως ἔπρεπε νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὁ κ. Σαράβας, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι ὑπηρέτης τῆς Θέμιδος, θεμιστοπόλος. Εἶπε, κύριοι, ὅτι τερατωδέστερον ἔγγραφον, αὐθαδέστερον ἔγγραφον, οὔτε κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς αὐθαιρετωτέρας δεσποτείας δὲν εἶχε παρουσιασθῆ· τότε τόσον κακῶς ἐχαρακτήρισε τὴν διαγωγὴν τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τὴν αὐθάδη διαγωγὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπεμβαινούσης καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἦλθεν ὡς ὑπουργὸς, ἐτιμώρησε τὸν εἰσαγγελέα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐξέδοτο αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον τὴν παράνομον; ὄχι· ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος μετετέθη ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ μόλις πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐπαύθη.
§172ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἐπαύθη, ἐπῆγεν εἰς τὴν Λαμίαν.
§173ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τόσῳ καλλίτερον· ἰδοὺ λοιπὸν ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος εἶναι εἰς τὴν Λαμίαν, καθὰ λέγει ὁ κ. Πετσάλης. Ἐρωτῶ σήμερον τόν τε κ. Πετσάλην καὶ τὸν κ. Σαράβαν, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ μεταβολὴ καὶ ἐπρόφθανε νὰ γίνῃ συζήτησις διὰ τὴν διαγωγὴν τοῦ εἰσαγγελέως κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ἤθελεν ψηφίσει κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τοῦ εἰσαγγελέως ναὶ ἢ ὄχι; Δὲν μένει ἀμφιβολία ὁποία θὰ ἦτο ἡ ψῆφός των, διότι ἦσαν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἀπεκάλεσαν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ὡς τὴν πλέον παράνομον πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πῶς τὰ πράγματα μετεβλήθησαν ἀπὸ πέρυσιν ἕως τώρα, δὲν γνωρίζω· παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ φωτίσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τούτων.
§174Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα, νὰ σᾶς φωτίσω.
§175Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡς καὶ περὶ τῆς συνετῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος καὶ περὶ τῶν ἄλλων.
§176Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§177ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγγράψατε καὶ ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε. Ζητῶ τὸν λόγον.
§178Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐμέ.
§179ΤΙΝΕΣ. Θὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§180Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην, κύριοι, ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοὶ ἔγινεν ἡ παρατήρησις ὅτι θὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ἀσυνεπεῖς. Ὁ κ. Λομβάρδος πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσε τὸν λόγον τοῦ κ. Πετσάλη ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀντεπροσώπευε τότε τὰς ἰδέας τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, καὶ τί σᾶς λέγει; ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἔγινεν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Γαλλίας· καὶ τί εἶναι ἡ Γαλλία; εἶναι ἔθνος Συνταγματικόν; ὄχι, Μοναρχικὸν, διότι ἐκεῖ δὲν εἶναι Σύνταγμα, καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ οἱ ἐγκαυχώμενοι ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου σπεύδουν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε. Καὶ ποία εἶναι ἡ μεγαλειτέρα πρᾶξις τῆς Βουλῆς, ἢ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν, ὁμιλήσας εἶπε, καὶ τί ἐπεριμένατε σεῖς ἀπὸ ἡμᾶς; ἐπεριμένατε εἰς διάστημα 7 μηνῶν νὰ σᾶς ἀναδιοργανώσωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, καὶ αὐξήσωμεν τοὺς στρατοὺς καὶ τὰ πλοῖά μας; Ὄχι, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐπεριμέναμεν τοῦτο, ἐπεριμένομεν νὰ πραγματοποιήσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πέρυσιν ὡς ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐστηρίξατε. Ἄλλως δὲ, κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ εἶπεν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν στρατόν· καὶ τίς τὸ ἐζήτησε ἀπὸ ὑμᾶς, κύριοι; κανεὶς, μόνον ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁμιλῶν περὶ τοῦ στρατοῦ πραγματικῶς ἔφερεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἀπαντῶν εἰς τὴν περυσινὴν ὁμιλίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἀποστροφὴν (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πετσάλη τῆς περυσινῆς τὸ μέρος περὶ στρατοῦ). Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκαμε τὸν λόγον αὐτὸν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ὡμίλησε περὶ ἐλαττώσεως τοῦ στρατοῦ, ἐάν, λέγω, εἰς τὴν ὁμιλίαν αὐτὴν ἀπήντησε, λίαν καλῶς καὶ προσφυῶς ἀπήντησεν· ἐὰν ὅμως ἀπήντησε εἰς λόγους λεχθέντας ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, λέγω εἰς τὸν κ. Πρόεδρο, ὅτι παρήκουσεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ χθεσινῇ ὁμιλίᾳ του εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν μίαν ἑδραίαν καὶ μόνιμον Κυβέρνησιν. Εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος ὅτι, ὅσον μονιμώτεραι ὑπάρχουν αἱ κυβερνήσεις, τοσοῦτον περισσότερον δύνανται νὰ συντελέσουν πρὸ πάντων εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας· ἀλλά, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τοῦτο τὸ πρεσβεύει κατὰ πεποίθησιν, ὅτι αἱ κυβερνήσεις εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη δὲν δύνανται νὰ μετρήσουν ὡρισμένον βίον ὑπάρξεως, διότι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργείου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται, κύριοι, καὶ εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, μὲ εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος κατὰ τοῦ δόγματος τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἀνεφάνη ἢ ἤρχισε ν’ ἀναφαίνηται εἴς τινας ἐφημερίδας, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε κοινὸν μεταξὺ κοινοβουλίου καὶ κυβερνήσεως, τοὐτέστιν τοῦ ὅτι τὸ κοινοβούλιον δύναται νὰ σκέπτηται ὅπως θέλῃ, ἀλλ’ ἡ σκέψις καὶ ἀπόφασίς του δὲν ἐξασκεῖ καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὑπουργείου· τοιαῦτα δόγματα εἶναι ἀνάξια πάσης προσοχῆς, ἂν καὶ στηρίζωνται εἰς τὸ σόφισμα ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ συντάγματι περὶ τούτου. Πᾶν ὑπουργεῖον διὰ τῶν καλῶν πράξεών του δύναται νὰ κρατήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ παρατείνῃ τὴν ζωήν του ἐφ’ ὅσον δυνηθῇ περισσότερον διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος (θόρυβος). Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ, κύριοι, κυβέρνησις, ἥτις δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ ὅτι δὲν ἔμεινε καθ’ ὅλα ἥσυχος, εἶναι αὐτή.
§181ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὰ, κύριε πρόεδρε, προστατεύσατε τὸν λόγον τοῦ ἀγορεύοντος.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταθῆτε, κύριε βουλευτὰ, νὰ ἡσυχάσουν. Κύριοι, θέλετε νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν;
§183ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας, διότι θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ μεταχειρισθῶ ἐκφράσεις ὄχι καταλλήλους. (διάλογοι). Ἀναγκάζεται, κύριοι, ὁ ἀγορεύων νὰ σταματήσῃ καὶ πρέπει νὰ σταματήσῃ, διότι ὀφείλομεν νὰ τοῦ παράσχωμεν ἡσυχίαν. — Ὁρίστε, κύριε βουλευτά.
§185ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρὸ πάντων δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ, ὅτι κατὰ τὴν πορείαν της ἀπήντησε προσκόμματα, ἡ κυβέρνησις αὐτὴ εἶναι ἡ παροῦσα. Τοὺς λόγους τοὺς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Λομβάρδος καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ τοὺς ἐπαναλάβω, διότι κανὲν τμῆμα ἐκ τῶν ὑπαρχόντων σήμερον τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἠθέλησε νὰ παρεμβάλῃ κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν διοίκησιν. Ἂς ἔλθωμεν, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἶχεν ἀκόμη καὶ τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ ἀφθονώτερα πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν του. Λέγω μάλιστα· κακῶς μὲν τὰ εἶχε, διότι καὶ πέρυσιν εἶπον ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη οὔτε πολὺ περισσότερον ἡ παροῦσα, δύναται νὰ θίξῃ ἐκ τῶν χρημάτων τῆς πιστώσεως τῶν 100,000,000, τὸ ἐλάχιστον ποσόν· διότι, κύριοι, τότε ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ὑποπτευθέντες ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἀφοῦ παραχωρήσωμεν τὴν πίστωσιν καὶ ἐξομαλυνθῶσι τὰ πράγματα, νὰ γίνῃ κακὴ χρῆσις, ἡμεῖς ἐφέραμεν ἐνστάσεις καὶ τροπολογίαν καὶ διὰ τοῦτο προσετέθη διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις, διότι ἐννοοῦσεν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ἐννοεῖ πᾶς τις, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἐδίδετο εἰμὴ διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῆς πατρίδος τότε, τουτέστι, κύριοι, διὰ τὸν πόλεμον καθαρά. Εὑρέθη λοιπὸν, κύριοι, εἰς ἄνετον θέσιν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἡ παροῦσα κυβέρνησις, διότι ἅπαξ ἔθεσε τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων τῶν 100,000,000, εἶχε πλέον τὰ μέσα ἄφθονα ὅπως διοικήσῃ ἀνέτως καὶ ἡσύχως. Ἀνέγνωσα, κύριοι, καὶ ἐγὼ, ἂν καὶ δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, ὅτι αἱ συνέπειαι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ἔφερον τὰς μεγαλειτέρας καταστροφὰς κοινωνιῶν ὁλοκλήρων. Πλὴν ὅλα ταῦτα ἤθελον τὰ συγχωρήσει, ἂν πραγματικῶς ἔβλεπον ὅτι βελτίωσι εἰς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, καὶ μὲ τοῦτο ἐννοῶ τὴν Στερεὰν, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ δὲν εἶναι κύριοι οὔτε τῆς ζωῆς, οὔτε τῆς τιμῆς, οὔτε τῆς περιουσίας των. Τὸ ζήτημα τῶν φυγοδίκων εἶναι κἄπως σπουδαῖον, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν ζητημάτων εἶναι πρὸ πάντων τὸ ζήτημα τῆς ληστείας, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ἡ κοινωνία. Ἀφοῦ τέλος πάντων, κύριοι, ἐδαπανήσαμεν τὰ χρήματα αὐτὰ, ἢ ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ ἔθεσαν τὴν χεῖρα ἐναντίον τοῦ συντάγματος ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν 100,000,000, δὲν ἠδύνατο τοὐλάχιστον νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν μέρει τὴν ζωὴν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν κατοίκων τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος; Κύριοι, μὴ πλανᾶσθε οἱ θέλοντες νὰ διαστρέψητε τὰ πράγματα, διότι δυνάμεθα ἀμέσως νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν καὶ νὰ σᾶς εἴπωμεν· μᾶς ἐλέγετε ὅτι ἡ ληστεία περιεστάλη, στείλατε διὰ νὰ πιστεύσωμεν εἷς τῶν ὑπουργῶν τὸν υἱόν σας, τὴν θυγατέρα σας, τὴν σύζυγόν σας νὰ μεταβῇ μέχρι Θηβῶν· δὲν τὴν στέλλετε· ὅσοι ἐμείναμεν κατὰ τὸ θέρος ἐντὸς τῆς πρωτευούσης γνωρίζομεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ταξειδεύσωμεν μέχρις ἐκεῖ, ἀλλ’ οὔτε μέχρι τῆς Καισαριανῆς, ὅπως πίωμεν ὀλίγον νερὸν καθαρώτερον διὰ νὰ μὴ ἀσθενήσωμεν. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, ἐγὼ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Λομβάρδος καὶ πολλοὶ ἄλλοι, τοῦ Κορωναίου, οὔτε θέλω νὰ ἐξάξω συμπεράσματα ἐκ τούτου, ὅπως μοῦ τὰ πολεμήσῃ ὁ ὑπουργός· ἀλλὰ παρακολουθῶν, κύριοι, τὸν τύπον τῆς τε ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ ὑπουργείου, ἔβλεπον νὰ ψάλλωνται διθύραμβοι ὑπὲρ τοῦ Κορωναίου, καὶ δὲν ἔπαυσαν μέχρι τῆς ἐλεύσεώς του ἐσχάτως εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὁ κ. Κορωναῖος ἦλθεν ἐξ Ἀκαρνανίας εἰς Ἀθήνας, καὶ λαβὼν τὸν προϋπολογισμὸν εἶδεν ὅτι ἐλλείπει τὸ ἀρχηγεῖον τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος· ὁ κ. Κορωναῖος παρεπονέθη διὰ τοῦτο καὶ παρεπονέθη πολὺ δικαίως, διότι ὅλος ὁ τύπος τῆς συμπολιτεύσεως, ἔλεγεν ὅτι ἔφερε τὰ πλέον καλὰ ἀποτελέσματα, ὅτι συνωδεύθη μὲ τὰς εὐλογίας ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας· ὁ κ. Κορωναῖος μετὰ τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ἐπληροφορήθην καὶ ἐβεβαιώθην ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσῃ καὶ πραγματικῶς ἀπεχαιρέτησε καὶ ἐμέ· διότι ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν τετάρτην, καὶ τὴν πέμπτην τὸ πρωῒ παρῃτήθη διὰ λόγους ἀνταλλαχθέντας μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ αὐτοῦ. Ἂν ὁ κ. Κορωναῖος ἐπέτυχεν, ὡς ἰσχυρίζοντο, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ὁ ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἂν ὁ κ. Κορωναῖος δὲν ἦτο χρήσιμος, καθὼς ἰσχυρίζονται μετὰ τὴν παραίτησιν, τότε ἔπρεπε νὰ καταργήσῃ τὸ ἀρχηγεῖον ἢ νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Κορωναῖον. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας δὲν ἐγένετο ὅπως ἔπρεπε νὰ γίνῃ σπουδαίως, δὲν ἐγένετο μετὰ τῆς δραστηριότητος ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀπῄτουν αἱ περιστάσεις, καὶ ὁ ἀριθμὸς, καὶ ἡ αὐθάδεια, καὶ ἡ τόλμη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας οἱ λησταί. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι χθὲς ἀπεκόπησαν κεφαλαὶ καὶ ἐσυστήθησαν δικαστήρια ληστῶν, δικάζοντα ὁλοκλήρους φορολογουμένας κοινότητας.
§186ΣΟΥΤΣΟΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἰς ποῖον μέρος συνέβη αὐτό;
§187ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν Λειβαδιά. Ὁ Σπανὸς δὲν ἔκοψε μύταις πρὸ 40 ἡμερῶν;
§188ΔΑΓΡΕΣ. Ἄ! πρὸ 40 ἡμερῶν.
§189ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄ! διότι εἶναι πρὸ τεσσαράκοντα ἡμερῶν, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀναφέρω;
§190ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρεγράφη (γέλως).
§191ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μεθ’ ὅλα, κύριοι, ὅσα εἶπον εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ἡγεμονικοῦ δικαιώματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσον μακρὸν ἔκαμε λόγον κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον ὁ κύριος Πετζάλης, δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κύριον Πετζάλην τὰ συνταγματικὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ μᾶς παραδώσῃ, θὰ ἀκολουθήσουν τὴν πορείαν τῶν σκέψεών του, τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον; Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὁ κύριος Πετζάλης εἶναι νομομαθὴς, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι γνωρίζει τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον, δὲν γνωρίζω ὅμως, ποῖοι οἱ λόγοι ὅπου εἰς τὴν ἐφαρμογὴν εἴτε τῶν Νόμων, εἴτε τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ὁ κύριος Πετζάλης δὲν εὑρίσκεται καθόλου εἰς ἁρμονίαν μὲ τὰς θεωρίας του, δηλαδὴ ὁσάκις θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν θεωρίαν εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν εὑρίσκεται σύμφωνος μὲ τὸν ἑαυτόν του. Χθὲς, κύριοι, ὁ κύριος Πετζάλης, ὁ νομομαθὴς, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς διδάξῃ, ποῖον εἶναι τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον καὶ τὰ καθήκοντα ἑνὸς ἑκάστου τῶν βουλευτῶν, ὁ ἐγγηράσας εἰς τὰ δικαστήρια, ὁ Πετζάλης, ὁ καυχώμενος ἐπὶ πολυμαθείᾳ, μολονότι εὑρίσκεται, κύριοι, ἂν ὄχι εἰς τὸ τελευταῖον, ἀλλ’ εἰς τὸ προτελευταῖον τοῦ βίου του στάδιον, σᾶς ὑπέβαλε χθὲς ἀκόμη ἓν νομοσχέδιον καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἦλθε καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλε δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν βάσανον τὴν νομικὴν τῆς ἐπιστήμης, καὶ ἀφήσατέ με νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς ἄλλους ἐπιστήμονας, ὅπως τὸ βασανίσουν καὶ τὸ ὑποβάλουν εἰς τὴν παραδοχήν σας ἢ μή· δι’ ἄλλου δὲ νομοσχεδίου μετέβαλε τὴν βουλὴν εἰς ἀκυρωτικόν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι μολονότι ἐπαγγέλλεται νὰ μᾶς διδάξῃ τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον, μ’ ὅλα ταῦτα εἰς αὐτὸ τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον δὲν εἶναι τόσον ἐγκρατὴς, ὡς ἀπεδείξαμεν μέχρι τοῦδε· ἐγκρατέστερος ἐφάνη εἰς τὴν γνῶσιν τῶν διαταγμάτων τοῦ 1833. Εἰς αὐτὰ ἀπαντᾶται ὅτι, ὅταν ἕνας ὑπουργὸς μεταβαίνῃ εἰς ἐπαρχίαν, ἐξέρχονται αἱ ἀρχαὶ καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸν ἀπαντᾷ, καὶ πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν οἰκίαν του σκοποὶ πρὸς φύλαξιν τῆς πολυτίμου ζωῆς του· τὸ διάταγμα αὐτὸ τὸ ἐνθυμήθη καὶ τὸ ἔθεσεν εἰς πληρεστάτην ἐνέργειαν, μ’ ὅλον ὅτι εἶχε πέσει εἰς ἐντελῆ ἀχρηστίαν.
§192ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Εἶναι νέα διατάγματα εἰς τὰ 1867–68.
§193ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πειράζει, ἠξεύρω ὅμως ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὁσάκις μεταβαίνουν οἱ ὑπουργοὶ, δὲν μεταβαίνουν μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ ὑπουργοῦ, μεταβαίνουν μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ πολίτου, διότι σεῖς ἐλέγατε πέρυσιν εἰς τὸν Βούλγαρην· καὶ ποῖοι σεῖς, οἵτινες θέλετε νὰ διαθέσητε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐνεπιστεύθη τὸ ἔθνος! Καὶ ὅταν ἐλέγετε εἰς τοὺς περυσινοὺς ὑπουργοὺς πρέπει νὰ μεταχειρισθῆτε τὰ ἰδιωτικά σας μέσα καὶ ὄχι τὰ τῆς ὑπηρεσίας, τί πρέπει νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς σήμερον καὶ μάλιστα εἰς μίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν μετεφέρατε τὰ πολιτικά σας δικαιώματα ἀπὸ Ξηροχωρίου εἰς Χαλκίδα, μεταβαίνετε ἐκεῖ καὶ μὲ ποίαν ἀποστολήν; διὰ νὰ ἴδητε τὰς ἰδιωτικάς σας ὑποθέσεις καὶ καλλιεργήσητε τὴν ἐπιῤῥοήν σας! καὶ ὅταν σεῖς τὸ ἐλέγετε εἰς τὸν Βούλγαρην, ἐγὼ δὲν ἔχω περισσότερον δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω εἰς σᾶς;
§194ΔΑΓΡΕΣ. Πότε τ’ ἀπέκτησε, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν;
§195ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ εἶχε καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι καὶ πρὸ πολλοῦ. — Τὸν Ζαΐμην, ἂν τὸν ἀντιπολιτεύωμαι προσωπικῶς, ὅμως τὸν κατέταξα πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἠμπορεῖ ὁ Πετζάλης νὰ ἔχῃ ἴσα δικαιώματα οὔτε μὲ τὸν Βούλγαρην, οὔτε μὲ τὸν Ζαΐμην, οὔτε μὲ τὸν Κανάρην, οὔτε μὲ τὸν Δεληγεώργην, οὔτε μὲ τοὺς ὁμοίους των.
§196ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δικαιωμάτων· ἠξεύρετε ὅτι ἡ ἐξουσία εἶναι βάρος, δὲν δίδεται πρὸς ἀμοιβὴν δικαιωμάτων (θόρυβος).
§197ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς μίαν μομφὴν, ἥτις ἐῤῥίφθη κατὰ τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐδίστασεν ὁ κύριος Γρηγοριάδης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ληστεία ἡ σημερινὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς. Τίποτε, κύριοι, μὴ ἀληθέστερον δὲν ὑπάρχει ἀπὸ αὐτὸ, διότι, κύριε Γρηγοριάδη, ἂν ἡ πολιτικὴ ᾖναι, ἥτις ἐπροκάλεσε τὴν ληστείαν....
§198ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ὑποστηρίζει κἀνεὶς αὐτό.
§199ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Γρηγοριάδην.
§200ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, τὸ ὑποστηρίζω αὐτὸ καὶ τὸ ἀπέδειξα.
§201ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Γρηγοριάδην νὰ μᾶς εἴπῃ, ἡμεῖς ποῦ ἤμεθα καὶ πέρυσιν ἀντιπολιτευόμενοι μὲ τὸν Ζαΐμην, ὑπεστηρίζαμεν τὴν ληστείαν διὰ νὰ ῥίψωμεν τὸν Βούλγαρην;
§202ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα δὲν τὰ λέγω.
§203ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τίποτε μεγαλείτερον ψεῦδος δὲν ἐξῆλθέ ποτε, παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξέφυγε τοῦ κυρίου Γρηγοριάδου χωρὶς νὰ θέλῃ.
§204ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἠξεύρω πολὺ καλὰ, τίνες ἔφεραν τὸν Λειβαδᾶ ἐδῶ γύρω (θόρυβος).
§205ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Σπανὸς καὶ ὁ Πατζιαβούρας εἶναι λησταὶ, οἵτινες ἦσαν πέρυσι καὶ προπέρυσιν. Λοιπὸν εἶναι λησταὶ, ὄχι διότι συνδέονται μὲ τὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ εἶναι κακοῦργοι καὶ ἐξέρχονται ὅπως ἀτιμάσωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν ἔξω κόσμον. Δὲν δύναμαι ἀκόμη ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἑτέραν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπουργός τις ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι κατὰ τὰ 1867 καὶ 1868 καὶ τότε καὶ ἔκτοτε ἦσαν λησταὶ, διότι αἱ Κυβερνήσεις ἐσυνθηκολόγησαν μὲ τὴν ληστείαν. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅτι καμμία συνθηκολόγησις δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ ἀφοῦ εἰσήλασαν καλοὶ μετὰ κακῶν, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη καὶ κατὰ τὸ 1854 ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀοιδήμου Μαυροκορδάτου, ἥτις εἶχε διατάξει, πρὶν ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα τῆς ἀμνηστείας, τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς κατὰ τὰ μεθόρια, ὅλους εἴτε ληστὰς, εἴτε ἐνταλματίας, νὰ μὴ καταδιώξῃ καμμία ἀρχὴ διὰ νὰ μὴ δοθῇ τάσις τις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ληστείας, καὶ μετ’ ὀλίγον θέλει ἐκδοθῇ διάταγμα ἀμνηστείας, καὶ πραγματικῶς οὕτως ἐγένετο, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ἐκείνων, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν, ἂν ἔχωσι τὰ πράγματα ὡς ἐγὼ λέγω. Ἀλλὰ, κύριοι, βέβαιά τινες ζητοῦμεν νὰ εὑρίσκωμεν ἐπιχειρήματα ὅπως ἀντιπολιτευώμεθα πᾶσαν κυβέρνησιν; ὅταν δὲ ἤμεθα ἡμεῖς, τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα τὰ λέγομεν σοφίσματα. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, σήμερον ἐσεῖς ὁποία ἀντιπολίτευσις ἐγένετο δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εἰς τὸ 1867 καί τοι εὑρισκομένων τῶν πραγμάτων εἰς ἔτι κρισιμωτέραν κατάστασιν, διότι ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης ἦτο εἰς τὸν πλέον μεγαλείτερον ὀργασμόν. Τὸ παράδειγμα λοιπὸν τοῦ 1867 διὰ τὴν ἀποστολὴν ἀνθρώπων καταδιωκομένων εἰς τὴν Κρήτην, δὲν δύναται κανεὶς νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς πρωτότυπον εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἄλλοι πολλοὶ σπουδαιότεροι ἄνδρες, ὡς ὁ Μαυροκορδᾶτος, ὁ Καλλέργης, ὁ Κανάρης, ὁ Ῥήγα Παλαμίδης, οἵτινες μετεχειρίσθησαν τὰ ἴδια μέσα, διότι παρουσιάζονται περιστάσεις, καθ’ ἃς τὸ μέγα συμφέρον ἀπαιτεῖ νὰ γίνωνται θυσίαι, καὶ χάριν αὐτῶν τῶν περιστάσεων, προεῖδον τὰ ἔθνη καὶ καθιέρωσαν τὸ προνόμιον τῆς ἀμνηστείας, τὴν ὁποίαν ὅλως ἀδίκως ἐπολέμησάν τινες καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπέῤῥιψεν, διότι σᾶς λέγω, ὅτι ἂν ὁ Βασιλεὺς εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἡ σημερινὴ κοινωνία δὲν ἤθελεν ἀτιμάζεσθαι ἀπὸ τὴν ληστείαν· ὁ φίλος μου, ὁ κ. Κατσικαπῆς, ὅταν εἰς τὴν ἐθνοσυνέλευσιν τὸν ἔλεγον, πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Γερουσίαν, αὐτὸς μοὶ ἔλεγεν εἷς ὁ Θεός, τώρα ὅμως δὲν τὸ εὑρίσκει ὀρθὸν, ἔπεσεν εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν ἑαυτόν του· δὲν δύναται βέβαια ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ εἰς τὰ 25 καὶ εἰς τὰ 50 καὶ εἰς τὰ 60 τὰς αὐτὰς ἰδέας· ὅσον ζῇ περισσότερον, τόσον διδάσκεται, διότι τὸ σχολεῖον τῆς πείρας εἶναι τὸ μεγαλείτερον σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ διδάσκηται. Ἐὰν ἤθελον ἔχει τὰς ἐφημερίδας τῆς κυβερνήσεως, εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἤθελον εὕρει πολλὰς διατάξεις πολλὰς πράξεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀναπτύσσουν τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκκεντρώσεως διὰ πολιτικοὺς λόγους, ὅτι εἶναι ἀσυνεπεῖς πρὸς τὰ προηγούμενά των. Ἀλλὰ, κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ φίλε, δὲν ἔπρεπε νομίζω νὰ ἀναφέρητε ἀορίστως ἐφημερίδας ὁσάκις ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ γίνεται λόγος περὶ πράξεώς τινος ἀντιφασκούσης πρὸς τὰ προηγούμενα ἢ πρὸς τὰ ἐνεστῶτα ὑπουργεῖα, ἠμπορούσατε νὰ ἀναφέρητε ὡς ἀνέφερον ἐγὼ τὴν παράγραφον τοῦ «συνετὴν ἐποιήσατο χρῆσιν ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν» ὅπου ὁ κ. Πετσάλης πέρυσι κατέκρινε, καὶ ἐφέτος ὡς ὑπουργὸς ὑπέγραψε· μὲ γενικὰς ὅμως ἰδέας νὰ φέρωνται κατηγορίαι, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι δίκαιον, διότι αἱ ἀόριστοι κατηγορίαι δύνανται μὲν νὰ συντελέσουν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ὑπουργοῦ, ἠμποροῦν ὅμως νὰ κατηγορηθοῦν ὡς συκοφαντίαι καὶ ψευδῆ ἐπιχειρήματα, ὅταν δὲν στηρίζωνται εἰς τὰ πράγματα. Νὰ ὁμιλήσω μοὶ λέγει ὁ κ. Κ. Πετσάλης περὶ τῆς συμμαχίας. Θέλω σὲ ἀπαντήσει ἀμέσως, εἶναι ὅμως πραγματικῶς περίεργος ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονται. Ὅταν ἡμεῖς διεφερόμεθα πρὸς τὸ κόμμα τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ πρὸς τὸν κ. Βούλγαρην, μᾶς ἐλέγετε ὅτι ἔρχεσθε νὰ παρεμβῆτε μεταξὺ ἡμῶν, ὅπως μὴ θέσωμεν ἀμοιβαίως τοὺς ὄνυχάς μας εἰς τὰ σπλάγχνα μας· ἤδη δὲ, ὅπου σεῖς κατωρθώσατε τέλος πάντων, διὰ τῆς καλῆς σας διαγωγῆς, διὰ τῆς καλῆς σας πολιτικῆς νὰ φέρητε τὴν εἰρήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν, καὶ βλέπετε τὰ κόμματα κἄπως φιλιωμένα, λέγετε· ἄ, κακόηθες τὸ συνοικέσιον (ἱλαρότης)· δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὁ μῦθος τῆς κουκουβάγιας πληρέστατα;
§206ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν, ἐὰν ἡμεῖς βλέπωμεν κακὸν τὸν προϋπολογισμὸν νὰ τὸν βλέπουν καὶ ἄλλοι, νὰ συμπίπτῃ νὰ ἔχωμέν τινας πεποιθήσεις καὶ ἰδέας κοινάς; περὶ αὐτοῦ πρόκειται, συνέπεσεν νὰ ἔχωμεν κοινὰς πεποιθήσεις καὶ ἰδέας περὶ τῶν πρακτέων.
§207ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἡμεῖς αἰσθανόμεθα τὴν μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν, διότι ἡ κυβέρνησις μὲ τοὺς φίλους της συνετέλεσε νὰ παύσῃ ἡ ἀλληλοσφαγὴ μεταξὺ τῶν κομμάτων αὐτῶν. (ἱλαρότης).
§208Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι, λέγει, ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἐκκεντρώσεως, εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν.
§209Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ διακρίνητε τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὴν διοίκησιν.
§210ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκετὸν τὸ παράδειγμα τῶν 38 ἐτῶν, ὅπου εἴχομεν μίαν κυβέρνησιν τὴν μᾶλλον συγκεντρωτικὴν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον συνεκέντρωσεν ὅλας τὰς μεγάλας δυνάμεις καὶ ἐξουσίας τοῦ Κράτους εἰς χεῖράς της, ἀλλὰ ἀκόμη ἐπενέβαινε καὶ διώριζε καὶ τοὺς τελευταίους παρέδρους τῶν τελευταίων χωρίων; Καὶ ποίαν ἄλλην συγκέντρωσιν μεγαλειτέραν ἠθέλατε νὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν συγκέντρωσιν; Τὸ δικαίωμα, κύριοι, τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων μας ἀκόμη, εἰς τὴν ἐξουσίαν ἔμενεν, εἰς τὸν Βασιλέα· τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημάρχων εἰς τὸν Βασιλέα ἔμενε, τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν παρέδρων εἰς τὸν Βασιλέα ἔμενεν, τὸ δικαίωμα τέλος πάντων τοῦ διορισμοῦ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀρχῶν τῆς τε διοικητικῆς, τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς ἀκόμη καὶ καθεξῆς, ἐξήρτητο ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως. Ποῖα ἦταν λοιπὸν τὰ ἀποτελέσματα τῆς συγκεντρώσεως μετὰ 30 ἔτη; ἰδοὺ, κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν σου ἔχεις τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἄφησε τὸ συγκεντρωτικὸν αὐτὸ σύστημα.
§211ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Σεῖς ὡς νομάρχης διελύσατε τὸν σύλλογον τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§212ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Κολιάτσον, καὶ τὸ γνωρίζει ὅλη ἡ ἐθνοφυλακὴ, ὅτι ἐὰν ὑπῆρξε ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ ἦλθεν εἰς συνάφειαν μὲ αὐτὴν, καὶ ἐνήργησε, καὶ ὥπλισε αὐτὴν, ἤμην ἐγὼ κατὰ τὰ 1863.
§213ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὡς νομάρχης ἐτιμώρησες τὸν Κατσίμπαλην.
§214ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν ἐτιμώρησα, διότι ἴσως ἔκαμε καμμίαν ἀπείθειαν. Νομοθετικὸν ζήτημα εἶναι καὶ αὐτό! (ἱλαρότης). Ἐθνοφυλακή! ῥάβδος ἐν γωνίᾳ ἄρα βρέχει.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι ὑπάλληλοι, φύγετε ἀπὸ τοὺς διαδρόμους.
§216ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀποκέντρωσις εἶναι εἰς τὸ προσωπικόν σας, κ. πρόεδρε. Κανεὶς δὲν σᾶς ἀκούει.
§217ΔΑΓΡΕΣ. Πάντοτε ἐπανερχόμεθα εἰς τὰ ἴδια· ἐξακολουθήσατε, κ. Πετιμεζᾶ.
§218ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι περίεργος ὁ κ. Δαγρὲς, νὰ λέγῃ ἐπανερχόμεθα εἰς τὰ ἴδια. Καὶ πότε ὡμιλήσαμεν ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; πρώτην φορὰν ὅπου ἔλαβον τὸν λόγον εἶναι τώρα. Λοιπὸν νομίζετε, ὅτι θὰ παίξωμεν τὴν παντομίμαν ἐδῶ, νὰ μὴ ὁμιλήσωμεν; Ἄνθρωποι, κ. Δαγρὲ, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ εὐρυτάτη συζήτησις ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου ἀναφυομένου ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν σπεύδουν ποτὲ εἰς ἐπιψήφισιν· ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον, ὅτε ἦσαν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἰς ἓν δεσποτικὸν κράτος συζητεῖται ἐπὶ δύο μῆνας ἐντὸς τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα νὰ ἐπισπεύδουν, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ τελειώσῃ εἰς μίαν καὶ δύο ἡμέρας. Καὶ δὲν ἠξεύρετε, κ. Δαγρὲ, ὅτι ἀποκάμνει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι δὲν δύναται οὔτε νὰ συλλογισθῇ οὔτε νὰ ὁμιλήσῃ, ὅταν καθήσῃ ἐπὶ ἑπτὰ ὥρας καρφωμένος ἐπάνω εἰς ἓν θρανίον; ἐγὼ σοὶ λέγω ἐντίμως, ὅτι οὐδόλως εἶχον διάθεσιν νὰ ὁμιλήσω, κατ’ ἀνάγκην ἔλαβον τὸν λόγον. Λοιπὸν καταλήγων τὸν λόγον λέγω....
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ τοῦ κ. Τριγγέτα δὲν εἴπατε τίποτε.
§220ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὸν κ. Τριγγέταν δὲν εἶπον τίποτε, διότι ὁ κ. Τριγγέτας ὡς ἀντιπολιτευόμενος εἶχεν ἄλλας ἀρχὰς, κατόπιν τὰς ἐτροποποίησε κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς κυβερνήσεως· διὰ τοῦτο δὲν εἶπον τίποτε, διότι ἡ πρόοδος εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι φυσική. Λοιπὸν καταλήγων τὸν λόγον λέγω, ὅτι οὔτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, οὔτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας, οὔτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἐφάνη συνεπὴς πρὸς ὅσα ἐπηγγέλλετο ὡς ἀντιπολίτευσις.
§221ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον.
§222ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι, τώρα, θὰ ἐξακολουθήσωμεν, ὅποιος θέλει ἂς φύγῃ.
§223ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμον ἀκόμη (θόρυβος).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε, ἐγὼ διευθύνω.
§225ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, διατυπόνω πρότασιν ἀναβολῆς.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φέρητε ἐπανάστασιν.
§227ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὔτε σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς παραβιάσητε (θόρυβος).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε, ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλο δικαίωμα ἐδῶ, παρὰ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς ἐκτελεστὴς τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς· μὴ παραβιάζετε λοιπὸν τὴν θέλησιν τῶν πολλῶν. Καθήσατε, παρακαλῶ· ἐὰν ἦσθε περισσότεροι θὰ σᾶς ὑπακούσω. Ὁρίστε, κύριε βουλευτά.
§229ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις, ὡς βλέπετε, παρετάθη σήμερον ἱκανῶς· εἶναι ἤδη ἓξ ὧραι μετὰ μεσημβρίαν, καὶ εἴμεθα ὅλοι κουρασμένοι, ἔχομεν δὲ σκοπὸν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον πολλοὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀναφέρομαι λοιπὸν εἰς τὴν καλὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν διεξεδίκησε προχθὲς ἡ πλειοψηφία καὶ τὴν διεξεδίκησε μάλιστα μετὰ τόσης ἐπιδείξεως, καὶ τὴν παρακαλῶ ν’ ἀναβάλωμεν σήμερον τὴν συζήτησιν διὰ τὴν δευτέραν (θόρυβος ἀριστερά).
§230ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ ἔρχεται ἡ ἐπανάστασις τώρα, κ. Πρόεδρε.
§231ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἡ μειονοψηφία μόνον ἓν δικαίωμα ἔχει, ἀλλ’ ἱερὸν καὶ ἀναφαίρετον, τὸ τῆς συζητήσεως· εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἀφέθησαν τὰ πάντα· αὐτὴ ἀποφασίζει, αὐτὴ θέτει τὸν νόμον, αὐτὴ διοικεῖ διὰ τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴ τέλος πάντων εἶναι ἡ ἀρχή· ἡ δὲ μειονοψηφία δὲν ἔχει παρὰ τὴν συζήτησιν. Ποτὲ λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, δὲν δικαιολογεῖται ἡ πλειοψηφία, ὅταν πιέζῃ τὴν μειονοψηφίαν κατ’ αὐτὸ τὸ πολύτιμόν της δικαίωμα. Τὸ δικαίωμα δὲ τῆς συζητήσεως πιέζεται ὄχι μόνον ἀμέσως, ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως· μᾶς πιέζετε, κύριοι, ὄχι μόνον ὅταν κλείετε ἀποτόμως τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ὅταν μᾶς ἀναγκάζετε νὰ συζητήσωμεν, ἐνῷ εἴμεθα κεκμηκότες καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν. Ἀναφέρομαι λοιπὸν εἰς τὴν καλήν σας πίστιν. Ἔχω σκοπὸν, ἔχω δικαίωμα, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν.
§232ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Λάβε τον.
§233ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶμαι κουρασμένος, (θόρυβος ἀριστερά). Ἀπορῶ, διατὶ θορυβεῖτε. Εἴμεθα ἄνθρωποι· καθήμεθα ἐδῶ ἑπτὰ ὥρας καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ἤμεθα κουρασμένοι· ἐὰν σεῖς ἦσθε ὑπεράνθρωποι, αὐτὸ τὸ προνόμιον εἶναι ξένον δι’ ἡμᾶς· ἡμεῖς ἤμεθα ἄνθρωποι. Πιέζεται λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, τὸ πολυτιμότερον τῶν δικαιωμάτων κτλ. ἐὰν ἡ πλειοψηφία διὰ μόνου τοῦ ἀριθμοῦ της μᾶς εἴπῃ «μείνατε ἕως τὰ μεσάνυκτα ν. Καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ, κύριοι, ὅτι ὑπουργεῖον, καυχώμενον ἐπὶ νομιμοφροσύνῃ, ὑπουργεῖον καυχώμενον ὅτι εἶναι ἁγνὸν τέκνον τῆς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως, θ’ ἀνεχθῇ νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοιαύτη καταπίεσις, τοιαύτη παραβίασις τοῦ πολυτιμοτέρου τῶν κοινοβουλευτικῶν δικαιωμάτων. Ἀναφέρομαι λοιπὸν εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῆς πλειοψηφίας, εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῆς κυβερνήσεως, τοῦ ἀξιοτίμου αὐτῆς Προέδρου, καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθοῦν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν Δευτέραν. Δὲν κρούει τὰς πύλας ὁ Κατιλίνας. Ὄχι. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐὰν θελήσητε νὰ κάμητε κατάχρησιν τοῦ ἀριθμοῦ σας, θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συζητήσεως· θὰ σᾶς κρατήσωμεν ἐδῶ ἕως εἰς τὴν τρίτην συζητοῦντες.
§234ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα.
§235ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν καὶ πάλιν ἀναφερόμενοι εἰς τὴν καλήν σας πίστιν, ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν Δευτέραν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σιωπὴ παρακαλῶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§237Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε τὸ ὑπουργεῖον ἐπιθυμεῖ, οὔτε ἐπεθύμησέ ποτε νὰ πιέσῃ τὴν μειονοψηφίαν· ἀπόδειξις τούτου, κύριοι, εἶναι, αἱ μέχρι τοῦδε συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Τρίτη ἡμέρα εἶναι ἡ σημερινὴ, καθ’ ἣν γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἐξετέθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως· ὅλα τὰ βέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν ἐπιτελῶν αὐτοῦ, ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως· ἡ κυβέρνησις ἀπελογήθη· ποίαν πλέον ἐκτεταμένην συζήτησιν θέλουσιν οἱ κύριοι; τί ἐπιθυμοῦσι; νὰ ἀνέλθῃ ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτολεξεὶ ὅσα εἶπεν ὁ προηγούμενος; Εἶναι, κύριοι, συζήτησις αὐτή; εἶναι ἡ τελευταία κατάχρησις τοῦ λόγου. Ἐὰν δὲν ἦμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἔχω σπουδαιότατον λόγον καὶ θέλω σᾶς τὸν ἐκθέσει ἐν εἰλικρινείᾳ. Πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν διαδίδουν καὶ γράφουν εἰς τὰς ἐπαρχίας «ἡ κυβέρνησις πίπτει»· αἱ δύω μερίδες αἱ ἀντίθετοι, αἱ μερίδες, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου ἦσαν ἕτοιμαι νὰ καταξεσχισθῶσιν, αἱ μερίδες αὗται ἡνώθησαν· ἡ κυβέρνησις πίπτει· ἔχουσι λοιπὸν τὸ κράτος, ἔχουσιν ὅλους τοὺς κατοίκους εἰς συγκίνησιν καὶ εἰς ἀνυπομονησίαν· τοιαύτη δὲ κατάστασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνεται ἐπὶ ἡμέρας. Τὸ ὑπουργεῖον, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, οὐδεμίαν στιγμὴν θέλει νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν (εὖγε!). Ἐὰν οἱ βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ὑπεστήριξαν τὸ ὑπουργεῖον, ἔχασαν τὴν ὑπόληψίν των πρὸς αὐτὸ, θὰ τὸ εἴπωσι, καὶ ἅμα τὸ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ὑποστηρίζουσι τὸ ὑπουργεῖον, θέλομεν ἐξέλθει τοῦ περιβόλου τούτου καὶ λαμβάνοντες τὴν ὁδὸν τὴν φέρουσαν πρὸς τὰ ἀνάκτορα θέλομεν καταθέσει τὴν παραίτησίν μας (εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον). Ἐὰν ὅμως οἱ ἔντιμοι φίλοι τοῦ ὑπουργείου, οἵτινες ὑπεστήριξαν μέχρι τοῦδε τὴν κυβέρνησιν, ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς καὶ τὴν ὑπόληψίν των, πρέπει, κύριοι, νὰ τὸ εἴπωσι, διότι κατ’ οὐδένα λόγον τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ δεχθῇ, ὥστε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ καταῤῥέῃ ἀπὸ τὰς χεῖράς του. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐξακολουθῇ δίδουσα τὴν ὑποστήριξίν της εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, θέλει ἐξέλθει ἰσχυρότερον, καὶ αἱ φῆμαι, αἱ ὁποῖαι καταταράττουσι τὸ κράτος ὁλόκληρον, καὶ αὐταὶ θέλουσι παύσει καὶ ἡ διοίκησις θέλει ἔλθει εἰς ὁμαλωτέραν κατάστασιν. Τί θέλουσι μὲ αὐτὰς τὰς ἀναβολάς; Μεγαλειτέραν ὑπομονὴν δὲν ἠδύνατο νὰ δείξῃ ἡ πλειονοψηφία παρὰ ἀκούουσα ἐπὶ τρεῖς ὥρας τὸν κ. Λομβάρδον ἐπαναλαμβάνοντα ὅ,τι εἶπεν εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ λέγῃ καὶ εἰς τὸ μέσον καὶ εἰς τὸ τέλος, καὶ τὰ ὁποῖα χθὲς εἶπε, προχθὲς εἶπε. Ποίαν ὑπομονὴν μεγαλειτέραν ἠδύνατο νὰ δείξῃ ἡ πλειονοψηφία; ποίαν συζήτησιν, καὶ ποίας ἰδέας νεωτέρας ἐξέφερον σήμερον καὶ αὐτοὶ οἱ ἐμπειρότεροι, οἱ πρακτικώτεροι, οἱ σπουδαιότεροι ἄνδρες τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Τί νέον ἐπιχείρημα, κύριοι, σᾶς ἔφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος; Ἄρα δὲν πρόκειται νὰ ἐκτεθοῦν νέα ἐπιχειρήματα, νὰ ῥιφθῶσι νέαι ἰδέαι· εἶναι μόνον ἡ πρόθεσις τῆς ἀναβολῆς διὰ νὰ παραλύῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Τοιαύτην, κύριοι, ἐξουσίαν τὸ ὑπουργεῖον δὲν δέχεται νὰ διαχειρίζεται· καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν φίλων του, τὴν ὁποίαν εἶχε μέχρι τοῦδε, πρέπει σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ τὸ εἴπῃ καθαρά. (Εὖγε! Εὖγε! Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§239ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, προχωρήσατε· δὲν μὲ πτοοῦν αὐτά.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Κύριοι, ἀσχημίζετε τὸ ἔθνος· δὲν εἶναι σύνταγμα· δὲν ἀναγνωρίζετε ἐλευθερίας, ὅταν φέρεσθε μὲ τρόπον βάναυσον, μὲ τὸν ὁποῖον δὲν φέρονται τὰ ἀγριώτερα ἔθνη, οἱ ἀγριώτεροι λαοὶ τοῦ κόσμου. Σᾶς παρακαλῶ διὰ τελευταίαν φορὰν, ἡσυχάσατε· ἐδῶ εἶναι τὸ ἔθνος· πρέπει μὲ σεβασμὸν ν’ ἀκούετε.
§241ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν τὸ ἔκαμε τὸ ἀκροατήριον, οἱ βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὸ ἔκαμαν, (θόρυβος).
§242ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς ἐχειροκροτήσατε (θόρυβος).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικὰ σᾶς παρακαλῶ· καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἴδῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην σας, καὶ ἔπειτα ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔρχεται αὔριον εἰς τὰ καθέκαστα. Τὸ ὑπουργεῖον λέγει δὲν βγαίνω ἀπ’ ἐδῶ, χωρὶς νὰ μάθω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς· τὸ θέμα τοῦτο τὸ θέτει τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὀφείλετε συνταγματικῶς ν’ ἀπαντήσητε.
§244ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ τακτικὴ εἶναι νέα, καὶ μοὶ φαίνεται ὅλως ἄτοπος. Ὑπῆρξαν περιστάσεις παρελθοῦσαι καὶ ἐσχάτως μάλιστα, καθ’ ἃς 10–15 ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐσυζητοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ πιστώσεις, καὶ οἱ προϋπολογισμοί, ἡ γενικὴ ἰδέα, ἡ γενικὴ συζήτησις αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς παρεπονέθη, διότι ἐνομίζετο τότε, ὅτι πρέπει πλήρης νὰ δοθῇ ἐλευθερία εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, νὰ ἐκθέσουν ὅλας τὰς ἰδέας, καὶ κανεὶς δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος ἔπρεπε νὰ κανονίσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τῶν λόγων ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη, διότι οἱ κ. βουλευταὶ δὲν ἠξεύρουν τὶ λέγουν. Ποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν; διότι αὐτὸς νομίζει, ὅτι οἱ συζητοῦντες δὲν προσθέτουσι νέα ἐπιχειρήματα, δὲν σπουδαιολογοῦν;
§245Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον νὰ κλείσῃ, νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§246ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ, κύριοι, καὶ ἀπὸ χθὲς ἀκόμη ἠδύναντο νὰ τὸ εἴπωσιν· ἐὰν τῳόντι καθιερώσωμεν ὡς ἀνωτάτην λογοκρισίαν τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐκτιμᾷ αὐτὸς τὸ ὠφέλιμον ἢ μὴ τῆς συζητήσεως, τότε ἀλλοίμονον· καθ’ ἡμέραν ἠμποροῦσεν ὁ κ. Ζαΐμης νὰ λέγῃ, δὲν λέγετε τίποτε, ἐπαναλαμβάνετε τὰ ἴδια, εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀνάξια, παύσατε, εἶναι λίαν πρωτοφανὲς αὐτὸ· εἰς κανὲν κοινοβούλιον τοῦ κόσμου δὲν ἠκούσθη ποτὲ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, διότι τὴν νομίζει περιττήν.
§247ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργ. παιδείας). Εἴπομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§248ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας διαδίδεται ὅ,τι διαδίδεται.......
§249Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Τὰ γράφετε.
§250ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐσυνειθίσαμεν οὔτε νὰ γράφωμεν, οὔτε νὰ συκοφαντῶμεν, οὔτε νὰ ζητῶμεν τὴν ὕπαρξίν μας εἰς τοὺς διαπληκτισμοὺς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν διαίρεσιν· ἠκολουθήσαμεν πάντοτε δρόμον εὐθύν, δρόμον τακτικὸν (θόρυβος ἀριστερά). Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προηγούμενα, ὡς ἡμεῖς, δὲν πτοοῦνται· καὶ δὲν εἴδετε, κύριοι, ὁποία συζήτησις γίνεται, ὁποῖαι συκοφαντίαι ἐπανελήφθησαν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, διότι συνέβη νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἰδίας ἰδέας μὲ τοὺς φίλους τοῦ κ. Βούλγαρη κατὰ τῆς παρούσης κυβερνήσεως; (θόρυβος). Καὶ ὡς νὰ μὴ εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ φίλοι τοῦ κ. Βούλγαρη νὰ ἦναι κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διότι ἡμεῖς εἴμεθα, ἢ καὶ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἤμεθα κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διότι οἱ φίλοι τοῦ κ. Βούλγαρη εἶναι κατὰ, «κακοήθεις συνεννοήσεις, κακοήθεις συμβιβασμοὶ,» ἐπαναλαμβάνουν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἀπέφυγον συμβιβασμοὺς, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ συμφερόντων· κακοήθεια, διότι συνέπεσε πολλῶν χρωμάτων ἄνθρωποι νὰ δυσφορῶσι διὰ τὴν κακὴν τοῦ τόπου διοίκησιν; Δὲν εἶναι, κύριοι, ἐπιχείρημα ἰσχυρὸν ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας διαδίδεται ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τὸ ὑπουργεῖον, καὶ πρέπει νὰ σπεύσῃ, διὰ τοῦτο δὲ ἔχουσι ἀνάγκην ὅσον ταχύτερον νὰ δείξουν ἐὰν τὴν ἔχουν· βεβαίως δεχόμεθα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, βεβαίως τὸ ὑπουργεῖον ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην θὰ μείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ θὰ παραιτηθῇ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν βιαζόμεθα ἡμεῖς νὰ μὴ ἐκθέσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλας τὰς πεποιθήσεις μας· διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ ἢ κατὰ πρέπει ν’ ἀκούσῃ ὅλους τοὺς λόγους, διότι ἀπὸ τὴν συζήτησιν καὶ τὰς ἐξηγήσεις θέλει σχηματίσει τὴν ἰδέαν της ἡ Βουλὴ, καὶ θέλει ἀποφανθῆ ἂν πρέπῃ ἡ παροῦσα κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας ἢ ὄχι. Ὅλα λοιπὸν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν διαδόσεων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν ἔχουν ἰσχύν.
§251ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Μίλησην, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι ἡ πλειοψηφία πιέζει τὴν μειονοψηφίαν· τὸ ἀντίστροφον συμβαίνει, ἡ μειοψηφία θέλει νὰ πιέσῃ τὴν πλειοψηφίαν. Εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον λέγω· ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔκοψε τὴν συζήτησιν, παρ’ ὅταν ἐνέκρινεν ἡ πλειοψηφία· νομίζω ὅτι κοινοβουλευτικῶς αἱ πλειοψηφίαι ἄρχουν, ἡ μειοψηφία ὀφείλει νὰ ὑποκύπτῃ· γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος· ὅλοι, κύριοι, ἀναβαίνουν εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγουν τὰ αὐτὰ· αὐτὰ, κύριοι, εἶναι παιγνίδια (θόρυβος). (ποδοκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§252ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα σοβαρὰ κατὰ τῶν ἀποδοκιμασιῶν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀκροατήριον νὰ ἡσυχάσῃ, διότι ἄλλως θέλω βάλει εἰς ἐνέργειαν τὸν κανονισμόν.
§254ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ ποδοκροτήσαντες δὲν εἶναι πολῖται, δὲν συνεισφέρουν εἰς τὰ δημόσια βάρη, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτας τοῦ λαοῦ· πρέπει νὰ τοὺς περιφρονήσητε, ἠμποροῦν νὰ χειροκροτοῦν καὶ ποδοκροτοῦν ὅσον θέλουν· δὲν σέβονται τὸν ἑαυτόν των, δὲν σέβονται τὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων (θόρυβος, ποδοκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον)· εἶσθε τὸ χιλιοστημόριον, σᾶς περιφρονῶ.
§255ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναβολὴν, διότι ὑπάρχουσι τῳόντι τινὲς Βουλευταὶ, οἵτινες εἴτε δι’ ἕνα λόγον, εἴτε δι’ ἄλλον δὲν ἐζήτησαν νὰ ἐκθέσουν τὰς ἰδέας των.
§256ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ μείνωμεν ἐδῶ, θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας· ὅσοι θέλουν, ἂς λάβουν τὸν λόγον.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§258ΜΙΛΗΣΗΣ. Ναὶ· θὰ συζητήσωμεν πρῶτον περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§259ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀλίγον ἐκ τοῦ πλησίον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ γνωρίσω τὸν χαρακτῆρά του, νομίζω, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος πολλάκις εἰς μίαν στιγμὴν ἐξάψεως ἐρεθίζεται, ἀλλ’ ἔπειτα ὅταν λάβῃ καιρὸν ὀλίγον νὰ σκεφθῇ ἐπανέρχεται εἰς τὴν κρύαν καὶ ὀρθὴν σκέψιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι τὸ χαρακτηριστικὸν ἑνὸς ἀρχηγοῦ τῆς κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιμονή του, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ μὲ ἀκροασθῇ, ὅπως ἀπόψε τελειώσῃ τὸ ζήτημα, ὡς εἶπε, ὅπως ἀπόψε ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς κυβερνήσεως, παρακαίρως, δι’ αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς κυβερνήσεως, παρακαίρως, εἰς τὰ παραδεδεγμένα πάντων τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων καὶ εἰς τὰ προηγούμενα τῆς ἑλληνικῆς ταύτης Βουλῆς καὶ τὸν κανονισμόν. Συμφέροντα κατεπείγοντα τοῦ κράτους, μᾶς λέγουν, νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ ἀπόψε ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἡ κυβέρνησις, διότι φῆμαι εἰς τὰς ἐπαρχίας διεδόθησαν ὅτι αἱ ἀλληλομαχοῦσαι μερίδες, αἱ ἀντίθετοι μερίδες ἐν τῇ Βουλῇ συνηνώθησαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις πίπτει, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένον τὸ κράτος· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, νὰ μὴ θεωρήσω ὡς σοβαρῶς προτεινομένην τὴν ἔνστασιν ταύτην ἢ τὴν αἰτιολογίαν ταύτην, καθότι ἂν ἡ ἰσχὺς τῆς κυβερνήσεως ᾖναι πραγματικῶς τοιαύτη ὥστε κλονίζεται, ἂν διαβιβάζωνται φῆμαι εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἡ ἰσχὺς δὲν θὰ ἐπαυξηθῇ ἂν ἀπόψε ἡ Βουλὴ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἂν ἡ ἰσχὺς τῆς κυβερνήσεως ᾖναι, καὶ ὀφείλει νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ φοβῆται ἂν τυχὸν διεδόθησαν φῆμαι εἰς τὰς ἐπαρχίας, κανένα κίνδυνον δὲν τρέχει ἡ ὑπόθεσις ἂν ἀναβληθῇ αὔριον, ἂν θέλετε, ἢ τὴν δευτέραν, ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως. Δὲν εἶναι ὀρθὴ λοιπόν, δὲν εἶναι σοβαρὰ κατ’ ἐμὲ ἡ ἔνστασις ὅτι ἀνάγκαι τοῦ κράτους ἐπιβάλλουσι νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν συμφέρει τὴν κυβέρνησιν ἠθικῶς τουλάχιστον νὰ θέτῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην· ἀντίκειται ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἰς τὰ παραδεδεγμένα ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὅλων τῶν κοινοβουλίων. Ὁ προϋπολογισμὸς μόλις ἐσυζητήθη ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, καὶ δὲν εἶναι τέσσαρες ἡμέραι, εἶναι τὸ πολὺ 10 ἢ 12 ὧραι, ὅτε μάλιστα μᾶς λέγουν ὅτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ἄλλα ἔθνη καὶ εἰς ἄλλα κράτη συζητοῦσι ἐπὶ τέσσαρας μῆνας. Συζήτησιν τοιαύτην νὰ ζητοῦν νὰ κλείσουν ἐπιτακτικῶς διὰ πρόφασιν δῆθεν, ὅτι δὲν λέγεται τίποτε νέον καὶ δὲν προτείνονται νέα ἐπιχειρήματα, ταῦτα ἀντίκεινται ὅλως διόλου εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τοῦτο ἀντίκειται ὅλως διόλου εἰς τὰ παραδεδεγμένα ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν καλλίτερά μας τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον· ὅτι δὲ εἰς τοῦτο ὑπάρχει σύγχυσις ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν λόγων τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε περὶ ἐμοῦ ὅτι μεγαλεῖτερα ἐπιχειρήματα δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἡ μειοψηφία, παρ’ ὅσα ὁ κ. Λομβάρδος δεύτερον ἀγορεύσας ἔφερεν. Ἀλλὰ μόνον ἅπαξ ἔλαβα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ὡμίλησα δίς, ὅπως ἔχω τὸ δικαίωμα, καὶ ζητῶ μάλιστα τὸν λόγον, διότι σκοπεύω νὰ ὁμιλήσω ἐκ νέου. Καθὼς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κύριος Μίλησης, κ. πρωθυπουργέ, ἡ πλειοψηφία ἔχει εἰς τὴν ἐξουσίαν της τὰ πάντα, ἡ μειονοψηφία δὲ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν, ἓν δικαίωμα ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ, ἵνα τὴν ἀκούσῃ ὁ κόσμος καὶ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, καὶ ἂν ἔχωμεν ἄδικον νὰ μᾶς δώσῃ ἄδικον, ἂν δὲ μὴ, νὰ μᾶς δώσῃ δίκαιον. Ὅταν δὲν μᾶς ἀφίνετε νὰ ὁμιλήσωμεν σύμφωνα μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει σεῖς πρὸ πάντων νὰ προσέξητε νὰ τὸν ἐκτελέσητε, διότι ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι οὐδέποτε κλείει μία συζήτησις πρὶν ὁμιλήσουν ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ὑπάρχουν ἕτερα κράτη, ἐν τῇ Γαλλίᾳ π. χ. ὅπου ὁ κανονισμὸς, τὸ σύνταγμα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ κηρύττῃ, ὅταν θέλῃ κεκλεισμένην μίαν συζήτησιν, ἡμεῖς ὅμως δὲν ἔχομεν αὐτὸ, τὸ ἀπαγορεύει ὁ κανονισμός μας.
§260Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησε κανεὶς νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις· ἀποκρούομεν μόνον τὴν ἀναβολήν.
§261ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἔστω· ὅλαι αἱ παρατυπίαι, καὶ κατ’ ἐμὲ παρανομίαι, διότι παρανομία εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ κανονισμοῦ, θὰ ἦτον ἐπιτετραμμέναι, καὶ λέγω, ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν ἂν ἦναι δυνατόν. Ὁ κύριος Μίλησης ἔχει νὰ λάβῃ τὸν λόγον· ὁ κύριος Σέρβος ὡσαύτως, ὁ κύριος Πολυλᾶς, ὁ κ. Βαλασόπουλος, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ δὲν ἠξεύρω πόσοι ἄλλοι. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω καὶ λάβω τὸν λόγον ἐκ δευτέρου, ὕστερον ἀπὸ τόσην παρατεταμένην συζήτησιν, ὕστερον ἀφοῦ ἐλάβομεν τὸν λόγον καὶ ὁ ὀργανισμός μου δὲν εἶναι τόσον καλὸς, βιαζόμενοι νὰ τελειώσητε ἀπόψε, δὲν μοὶ ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον; Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις καθυποβάλλω εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν κρίσιν του ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι ἂν τυχὸν καὶ δευτέραν φορὰν, καθὼς εἶπον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως ὅτι ἐπνίγη ἡ συζήτησις, δύνασθε νὰ τὸ κάμητε, ἀλλὰ θὰ τὸ κάμητε μόνον καὶ μόνον βασιζόμενοι εἰς τὸν ἀριθμόν σας.
§262ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολὴν εἶναι εὔλογος, εἶναι δικαία, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ὑπῆρξαν ἄλλαι περιστάσεις καὶ ἄλλαι ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας ἐτίθεντο τοιαῦτα ζητήματα εἰς ψηφοφορίαν, ἀλλ’ αἱ ἐποχαὶ ἐκεῖναι ἐμυκτηρίσθησαν, κατηράσθησαν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γίνηται πρότασις, ἵνα δεικνύηται ἐπιθυμία τῶν περιστάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι οὕτω πως ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς σᾶς τὸ εἶπον. Ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν συζήτησιν ἀπαγορεύει νὰ τίθηται τὸ ζήτημα τοῦ ἐφωτίσθη. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριε πρόεδρε, εὐσυνειδήτως νὰ μοὶ εἴπητε, καὶ τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπευθύνω πρὸς πάντας, ἂν δὲν ἦναι τὸ αὐτὸ, ὅταν μετὰ ἑξάωρον συνεδρίασιν καὶ ἀδιάκοπον συζήτησιν ἀποτείνεσθε πρὸς τοὺς βουλομένους νὰ λαλήσωσι, καὶ τοὺς λέγετε, δὲν θὰ κηρύξω, τὸ ἐφωτίσθη, ἀλλὰ σᾶς προσκαλῶ νὰ ὁμιλήσητε, νὰ λαλήσητε· εἶναι ἀνάξια σοβαροῦ σώματος τοιαῦτα ἐπιχειρήματα καὶ πολὺ περισσότερον εἶναι ἀνάξιον νὰ γίνῃ ψηφοφορία. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ φόβοι ὑπὲρ τῆς τάξεως, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν καὶ σημασίαν, διότι δὲν δύναταί τις νὰ φοβῆται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν τοσοῦτον φιλόνομον καὶ εὐάγωγον, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς πτώσεως τῆς παρούσης κυβερνήσεως καὶ τῆς διαδοχῆς ἑτέρας δύναται νὰ τὸν κάμῃ νὰ διαταράξῃ τὴν τάξιν, διότι ἂν ἔχῃ τοιούτους φόβους, πρῶτον ἀρνεῖται τὴν μέχρι τοῦδε ἱστορίαν του, καὶ δεύτερον ἀρνεῖται τὰς ἰδιότητας τοῦ φιλονόμου καὶ εὐαγώγου. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι, τὰ ὑπουργεῖα διαδέχονται τὸ ἓν τὸ ἕτερον καὶ ἂν ἐν πάσῃ κρίσει ὑπουργικῇ ἠμποροῦσε νὰ προταθῇ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ βλάβη ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, ἐστὲ βέβαιοι, αὐτὰ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα σήμερον ἀκούονται παρὰ τῶν συζητούντων τὴν ἀναβολὴν, θὰ ἐπανελαμβάνοντο πάντοτε. Καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι οὐδέποτέ μοι συνέβη νὰ συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς χωρὶς νὰ ὁμιλήσω· ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ὁποιανδήποτε ποινὴν καὶ ἂν θελήσητε νὰ μοὶ ἐπιβάλητε θὰ τὴν ἀνεχθῶ, διότι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν, οὔτε ν’ ἀντιληφθῶ, οὔτε νὰ σκεφθῶ, οὔτε νὰ ὁμιλήσω, καὶ ὅ,τι αἰσθάνομαι διὰ τὸν ἑαυτόν μου τὸ πάσχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι· φρονῶ δὲ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ θέλει εἶσθαι ἄδικον, ἐκτὸς ὅτι θέλει εἶσθαι ὄχι ἔμμεσος, ἀλλὰ φανερὰ παραβίασις τοῦ κανονισμοῦ, καὶ πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται τόσον πολὺ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ διατηρεῖ τὸ σῶμα τοῦτο.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, διότι καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶπεν, ὅτι παραβιάζεται ὁ κανονισμὸς καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἑρμιονίδος, καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ....
§264ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐμμέσως παραβιάζεται.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Ἡ τήρησις τοῦ κανονισμοῦ ἀνήκει εἰς ἐμὲ, καὶ ποτὲ δὲν θὰ συγχωρήσω νὰ παραβιασθῇ ὁ κανονισμός. Ὁ κανονισμὸς λέγει «ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, συζήτησις δὲν περατοῦται ἂν δὲν ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ ζητήσαντες τὸν λόγον»· ἀλλ’ ἐδῶ, κύριοι, οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§266ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου· δὲν μὲ ἔχετε γραμμένον;
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ δικαιολογήσω τὸ προεδρεῖον, ὅτι ὁ πρόεδρος φυλάττει τὸν κανονισμὸν, εἷς μόνον νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένος θὰ τὸν ἐρωτήσω ἂν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ.
§268ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μὲ ἔχετε ἐγγεγραμμένον;
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν σᾶς ἤκουσα.
§270ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον.
§271ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀγορεύοντος τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ μετ’ ἐμὲ ὁ κ. Μπούμπουλης. Πῶς σᾶς συμβαίνει νὰ μὴ ἀκούητε, ὅταν ἡμεῖς σᾶς προτείνωμέν τι;
§272ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, τὴν ἐζήτησα διὰ νὰ ἀγορεύσω, ἐννοεῖται· ἑπομένως πιστεύω ὅτι αὐτοδικαίως εἶμαι ἐγγεγραμμένος.
§273ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κινδυνεύει ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους, οὐδὲ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι τόσον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ μὴ διατηρήσῃ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησε μόνον, ὅτι ἐξ Ἀθηνῶν μετεδόθησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας διαδόσεις ἐπηρεάζουσαι ὑπερβολικῶς τὴν διοίκησιν· ἐπηρεάζουσι δ’ αὐτὴν οὕτω πῶς, ὥστε προάγουσι τὴν παραλυσίαν καὶ χαλαρόνουσι τὰς ἐνεργείας αὐτῆς. Δὲν εἶναι δυσεξήγητον τοῦτο, ὅταν γνωρίζετε ὅλοι σας, ὅτι αἱ μεταβολαὶ τῶν Κυβερνήσεων φέρουσιν ἀναστατώσες τοῦ ὅλου προσωπικοῦ, καὶ τὰ ὄργανα τὰ ἔσχατα τῆς διοικήσεως, εἶναι ὄργανα, τὰ ὁποῖα περιμένουσι νὰ ἴδωσιν, ἂν διαμείνῃ ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Νομίζετε δ’ ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν προθυμίαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, ὅταν ἦναι εἰς τὴν ἀβεβαιότητα ταύτην, καὶ ὅταν μάλιστα φρονῶσιν, ὅτι διὰ μιᾶς μεταβολῆς δὲν θέλουν εἶσθαι εἰς τὴν θέσιν των; αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιῤῥοὴ, τὴν ὁποίαν αἱ διαδόσεις αὐταὶ ἔχουσι, καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς ὅλης διοικήσεως, εἶχε τὸ καθῆκον νὰ σᾶς παραστήσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν πραγμάτων, ὅπως μὴ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, λέγουν, διαρκεῖ ἐπὶ τέσσαρας μῆνας εἰς τὴν Γαλλίαν· ἐλησμόνησαν ὅμως, ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐδῶ· ἐκεῖ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ Αὐτοκράτορος, τὸ νομοθετικὸν σῶμα οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἵνα ἐπικρίνῃ αὐτοὺς, καὶ αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλονται εἰς ἔλεγχον καὶ λογοκρισίαν, πρὸ τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν. Εἰς τὴν Γαλλίαν λοιπὸν τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἔχει παρὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐγγίσῃ τὰ διάφορα ζητήματα τῆς διοικήσεως· ἐνταῦθα ὅμως κατὰ πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμὴν δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τίνα σκοπὸν λοιπὸν νὰ παρατείνῃ τις τὰς συζητήσεις, ὅταν ἡ παράτασις τῶν συζητήσεων ἐπιφέρῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου παρέστησεν; ὅθεν εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ μομφὴ, ὅτι περιορίζομεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων. Ἂς ἔλθωμεν αὔριον νὰ συζητήσωμεν καὶ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§274ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§275ΕΤΕΡΟΣ. Τὴν δευτέραν (ἐγείρονται ἀρκετοὶ ν’ ἀναχωρήσωσι).
§276ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἀναβολὴ δὲν ἐπιζητεῖται παρὰ διὰ νὰ τελειώσουν οἱ συμβιβασμοί.
§277ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν βουλευτῶν εἶναι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ ὄνομά των, αὔριον (θόρυβος). Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου των τοὺς κατέφαγε, καὶ ἐκουράσθησαν οἱ ὑπουργοὶ δίδοντες....(θόρυβος).
§278ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀξίζει νὰ σοῦ ἀπαντήσῃ κἀνείς. (θόρυβος).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον. (ὥρᾳ 7 παρὰ 20/60.)