1869.10.24
3,162 rows · 26,512 words · 220 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56.
Τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1869.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι τοιχοκολλημένη, σᾶς τὴν ἀναγινώσκω πάλιν πρὸς ὁδηγίαν σας, ά.) εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870 βʹ.) αἱ ἐπερωτήσεις, γʹ.) συζήτησις γʹ. τοῦ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νομοσχεδίου καὶ τελευταῖον ἀ. συζήτησις περὶ τῆς σχολῆς τῶν εὐελπίδων. Μένει τώρα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν θέλῃ τὰς ἐπερωτήσεις ἢ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ προτάξῃ.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅπως θέλει βεβαίως ἡ Βουλὴ, δύναται νὰ κανονήσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξίν της. Λέγω ὅμως, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὡρίσθη νὰ συζητηθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, εἶναι περιττοὶ οἱ λόγοι, ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰς ἐπερωτήσεις.
§4Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἡ πρώτη ἐπερώτησις ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ νομάρχου Λακεδαίμονος κυρίου Παγανέλη. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ, ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Παγανέλης ὡς νομάρχης Ζακύνθου ἔλαβε 400 δραχ. ἀπέναντι πιστώσεως, ἥτις τῷ εἶχε χορηγηθῆ διὰ διαβατήρια καὶ ἂν ἔλαβε διπλοῦν μισθό. Ἰδοὺ τὶ ἔτρεξε ἐν συντόμῳ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Περὶ τὰς ἀρχὰς Αὐγούστου ἐπληροφορήθην ἐξ ἐγγράφου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ κ. Παγανέλης δὲν ἀπέδωκε τὸ ἀντίτιμον τῶν δραχμῶν 400 ἐξωτερικῶν διαβατηρίων, ἃ εἶχον χορηγηθῆ εἰς τὴν νομαρχίαν Ζακύνθου· συνάμα δὲ, ὅτι ἔλαβε παρὰ τοῦ ταμίου Ζακύνθου προκαταβολὴν ἀπέναντι τοῦ μισθοῦ του. Ἅμα ἔλαβον τὴν εἰδοποίησιν αὐτὴν ἔσπευσα νὰ διατάξω τὸν κ. Παγανέλην ν’ ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ὁ κ. Παγανέλης εἰς ἀπάντησιν τῆς διαταγῆς ταύτης εἶπεν, ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ 575 δραχ. δι’ ἔξοδα μεταθέσεως αὑτοῦ ἀπὸ Ζάκυνθον εἰς Τρίπολιν· συνάμα δὲ, ἐπειδὴ εἶχε καὶ ἀρχαίαν τινὰ ἀπαίτησιν, γεννηθεῖσαν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ἐκ 300 δραχμῶν εἶχε νὰ λάβῃ καὶ 56 δραχ. δι’ ἕτερα ἔξοδα, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ συμψηφίσῃ μὲ ὅ,τι ἔχει νὰ δώσῃ. Προσθέσατε, ὅτι ἡ προκαταβολὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Παγανέλης εἶχε λάβει παρὰ τοῦ ταμείου, δὲν ἐδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς πληρωμὴ ἔννομος πρὸς τὸν κ. Παγανέλην, διότι ὁ λογιστικὸς νόμος ἀπαγορεύει τοιαύτην προκαταβολήν· καὶ ἂν ὁ κ. ταμίας Ζακύνθου ἐπλήρωσε εἰς τὸν κ. Παγανέλην οἱονδήποτε ποσὸν, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπληρώθη ὑπ’ εὐθύνην τοῦ ταμίου, ὥστε τὸ ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπε ἰδιωτικὰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ κ. Παγανέλη καὶ τοῦ ταμίου Ζακύνθου. Ὁ κ. Παγανέλης σᾶς εἶπον, ὅτι εἶχεν ἐγείρει ἀξιώσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη ζητῶν 300 δραχ., διότι ἐδαπάνησε ταύτας εἰς περίθαλψιν οἰκογενείας τινὸς ἀνθρώπου φονευθέντος εἰς Ζάκυνθον ὑπό τινος στρατιώτου. Ὁ κ. Βούλγαρης, ὅστις εἶχε διορίσει τὸν κ. Παγανέλην νομάρχην δὲν ἐνέκρινε τὸ ποσὸν τοῦτο, ὁ κ. ὅμως Παγανέλης ἐξηκολούθει ζητῶν τὸ ποσὸν αὐτὸ, κατόπιν δὲ καὶ ὁ διορισθεὶς ἀντ’ αὐτοῦ κ. Λόντος, ὑπεστήριξε τὴν ἀπόδοσιν τῶν 300 δραχμῶν· ἐπειδὴ ὁ κ. Βούλγαρης εἶχεν ἀποῤῥίψει τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν, ἐδυσκολεύθην νὰ τὴν ἀναγνωρίσω καὶ ἐγὼ, ἂν καὶ κατὰ μέγα μέρος εἶχον πεισθῆ, ὅτι τῷ ὄντι ὁ τότε νομάρχης Ζακύνθου ὑπεβλήθη εἰς δαπάνας ἕνεκα τοῦ περιστατικοῦ τούτου. Ἀπάντησεν ὁ κ. Παγανέλης, ὅτι ἠμπορεῖ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ δημοσίου, νὰ συμψηφισθῇ πρὸς τὸ ἀντίτιμον τῶν 400 διαβατηρίων καὶ πρὸς τὴν καταβολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀναμιχθῶ. Ἀφοῦ ἐκκαθαρίσθησαν τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεως τοῦ κ. Παγανέλη ἀπὸ Ζακύνθου εἰς Τρίπολιν, καὶ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Λακωνίαν, τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν ἔπεμψε τὰ ἐντάλματα ἐπὶ τοῦ ταμείου Ζακύνθου, ἵνα συμψηφισθῶσιν· ἔλειψαν δὲ 228 δρ. ἃς τὸν διέταξα διὰ νεωτέρας διαταγῆς νὰ σπεύσῃ νὰ τὰς ἀποδώσῃ· ὁ κ. Παγανέλης ἀπέδωκε καὶ τὰς δραχμὰς αὐτὰς διὰ γραμματίου ἐπὶ τοῦ ταμείου Ζακύνθου, καὶ οὕτως ἐξώφλησε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὤφειλεν. Ἐν τῇ διαταγῇ μου αὐστηρῶς ἐπέκρινα τὸν κ. Παγανέλην καὶ βεβαίως λέγω, ὅτι ὁ κ. Παγανέλης δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἔπραξεν· ὅταν ὅμως ἀναλογισθῆτε τὴν κατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος, ὅταν προσθέσητε, ὅτι ὁ κ. Παγανέλης εἶναι βεβαρυμένος μὲ πολυάριθμον οἰκογένειαν, ὅτι δὲν εἶχε τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεώς του ἀπὸ Ζακύνθου εἰς Τρίπολιν, διότι αὐτὰ δὲν προκαταβάλλονται, βεβαίως θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἔπραξεν ἀταξίαν τινὰ οὐχὶ πρᾶξιν, ἥτις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ αὐστηρὰν τιμωρίαν κατ’ αὐτοῦ, εἴτε τὴν παῦσίν του, καὶ τόσῳ μᾶλλον δὲν ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς τὴν παῦσίν του, καθόσον παρετήρησα ὅτι τὴν ἐπιεικῆ αὐτὴν διαγωγὴν καὶ πρὸς ἄλλους ὑπαλλήλους ἔδειξε πάντοτε τὸ ὑπουργεῖον. Ἐγὼ αὐτὸς τώρα ζητῶ νὰ πληρώσωσι νομάρχαι ὀφείλοντες ἀπὸ τοιαῦτα διαβατήρια πρὸ πολλοῦ, καὶ ἐφρόντισα νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῶν τὰ ὀφειλόμενα καὶ νὰ εἰσαγάγω αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ πραγματικῶς εἰσήχθησαν. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πρόθεσις ἐγκληματικὴ, καθὼς καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ κυρίου Παγανέλη καὶ τὰ προηγούμενα αὐτοῦ, ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. Παγανέλης δὲν εἶναι ἄξιος τιμωρίας τινός. Καταθέτω καὶ τὴν μικρὰν ἀλληλογραφίαν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§5ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Λομβάρδου. Τρεῖς μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερωτήσεις, πρῶτον, ὅτι διώρισα δύο ἐντοπίους, δεύτερον, ὅτι διώρισα ἕνα καταδικασμένον εἰς δεκαπενταετῆ πρόσκαιρα δεσμὰ, καὶ τρίτον, ὅτι διώρισα δύο δασονόμους, εἰς τὸ δασονομεῖον τῆς ἁγίας Ἄννης. Ὡς πρὸς τὸ Αʹ. Δὲν ἔχει καλὰς πληροφορίας ὁ ἀξιότιμος κύριος Λομβάρδος, ὅτι ἐδιωρίσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ὁ ὑποτελώνης Κυλλήνης, οὗτος διωρίσθη κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 68, ὀνομάζεται Ἀθανάσιος Κουτρούλης, εἶναι ἀξιότιμος πολίτης, ἐχρημάτισε δήμαρχος εἰς πολλὰς περιόδους, οὐδεμίαν ἔχω κατ’ αὐτοῦ ἀφορμὴν ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τὸν τιμῶ μάλιστα καὶ τὸν διετήρησα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν εὗρον. Διώρισα εἰς τὸ Κατάκωλον τὸν Κουτσάφτην παύσας ἕτερον, δημότην Λετρίνης τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ Κατάκωλον, τὸν κύριον Σ. Διάκον. Ὁ Κουτσάφτης εἶναι εἷς πολίτης τίμιος, εὐκατάστατος καὶ τιμώμενος παρὰ τῶν συμπολιτῶν του. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν παρέβην τὸ διάταγμα τοῦ 64. Ἀλλὰ πρὶν μὲ καταδικάσητε, ὅτι παρέβην τὸ διάταγμα αὐτὸ νὰ καταδικάσητε τοὺς προκατόχους μου. Ἰδοὺ ὁπόσοι καὶ ποῖοι ὑπάλληλοι ἐχρημάτισαν ἀπὸ τοῦ 68 καὶ ἐντεῦθεν ἐντόπιοι, εἰς διαφόρους οἰκονομικὰς θέσεις προϊστάμενοι. Π. Κρανιᾶς, ἐπιστάτης τῆς διαμετακομίσεως Πατρῶν κατὰ τὸ ἔτος 1866. Φ. Δαλέζιος, ἐπιστάτης τῆς διαμετακομίσεως Σύρου κατὰ τὰ ἔτη 1866–1867. Γεώργιος Κρητικὸς, ἐπιστάτης τῆς διαμετακομίσεως Πατρῶν καὶ ἀ. γραμματεὺς παρὰ τῷ αὐτῷ τελωνείῳ κατὰ τὰ ἔτη 1866–1868. Α. Μανουσουδάκης, ὑποτελώνης Σίφνου κατὰ τὰ ἔτη 1865 –1869. Πλ. Καράπαυλος, ὑποτελώνης Κυλλήνης κατὰ τὸ 1867. Κωνστ. Παλαμᾶς, ὑποτελώνης Αἰτωλικοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1869. Β. Μπαμπινιώτης, ἐλεγκτὴς διευθύνων τὸ τελωνεῖον Βονίτζης κατὰ τὸ 1867. Ἐνταῦθα σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι εἰς πολλὰ τελωνεῖα προϊστάμενοι δὲν ὑπάρχουσι καὶ διευθύνουσι τὰ τελωνεῖα ἐλεγκταὶ τιτλοφορούμενοι «διευθύνοντες τὰ τελωνεῖα». Ἰω. Κατζαράκης, ὑποτελώνης Ζαβέρδας κατὰ τὸ ἔτος 1866. Δῆμος Καρπούζης, ὑποτελών. Ζαβέρδας κατὰ τὸ ἔτος 1867. Πάνος Καρούσης, ὑποτελώνης Μύτικος κατὰ τὸ ἔτος 1867. Π. Παππαγιαννόπουλος, ὑποτελώνης Ἀμφίσσης κατὰ τὸ ἔτος 1867. Δημήτριος Μακρῆς, ἐλεγκτὴς διευθύνων τὸ τελωνεῖον Παξῶν κατὰ τὰ ἔτη 1865, 1866 καὶ 1867. Γ. Ξανθάκης, ἐλεγκτὴς διευθύνων τὸ τελωνεῖον Κυθήρων κατὰ τὸ ἔτος 1868. Σ. Α. Βῶκος, ἐλεγκτὴς διευθύνων τὸ τελωνεῖον Παξῶν κατὰ τὸ ἔτος 1868. Ι. Κ. Βέῤῥης, ὑποτελώνης Μύτικος κατὰ τὸ ἔτος 1868. Κωνστ. Πουλῆς, ὑποτελώνης Καρβασσαρᾶ κατὰ τὸ 1868. Ἀθ. Κουτρούλης, ὑποτελώνης Κυλλήνης κατὰ τὸ ἔτος 1868. Σ. Διάκος, τελώνης Κατακώλου κατὰ τὸ ἔτο; 1868. Λορέντζος Ἀμοιραδάκης, ἐλεγκτὴς, διευθύνων τὸ τελωνεῖον Θήρας κατὰ τὸ ἔτος 1868. Κοσμᾶς Τράκας, Τελώνης Παμίας κατὰ τὸ ἔτος 1668. Θ. Σπανὸς, ὑποτελώνης Νέας Μητζέλης κατὰ τὸ ἔτος 1868. Β. Ταταράκης, ὑποτελώνης Μήλου κατὰ τὸ ἔτος 1868. Ἀντών. Ι. Κώστας, ὑποτελώνης Σίφνου κατὰ τὸ ἔτος 1868. Νικήτας Καμάρης, ὑποτελώνης Κέας κατὰ τὸ ἔτος 1868. Γεράσιμος Τζίγιος, ἐλεγκτὴς διευθύνων τὸ τελωνεῖον Βονίτζης καὶ Ἀστακοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1868. Φρεδερῖκος Ζερβὸς, ἐπιστάτης τῆς ἐκεῖ διαμετακομίσεως Κερκύρας. Ἰωάννης Μέξας Βικέντιος Λάνδος ἐπιστάται, τῆς διαμετακομίσεως Κερκύρας κατὰ τὰ 1865, 1866 καὶ 1867. Εἶναι καὶ ἄλλοι πολλοὶ, ὧν βαρύνομαι ν’ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα, πρὸς τούτοις δὲ, κύριοι, κατὰ τὰ 67 καὶ 68 ὑπῆρχεν ἐν Ἠλείᾳ διωρισμένος οἰκονομικὸς ἔφορος πρώτης τάξεως ὁ κύριος Χρονόπουλος, ἄνθρωπος ἐντόπιος μὲ πολλὰ κτήματα καὶ οὐ μόνον ἦτον ἔφορος, ἀλλὰ καὶ ἐπιθεωρητὴς ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος. Μοὶ λέγεται δὲ, ὅτι ἐγὼ διώρισα ἐντοπίους καὶ διατὶ διώρισα; διότι προφανῶς, κύριοι, τὸ διάταγμα ἦτον εἰς ἀχρηστίαν, τὸ εὗρον εἰς ἀχρηστίαν καὶ ἠκολούθησα καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν πορείαν τῶν προκατόχων μου. Ὁμολογῶ ἴσως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται, ἀλλ’ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὑπάρχει νομοσχέδιον περὶ τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἐκεῖ προσδιορίζεται ἡ θέσις ἑκάστου, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ ἕνας ὑπουργὸς ἀπέναντι νόμου νὰ παρανομήσῃ. Ἔρχομαι εἰς τὸ Βʹ. ὅτι διώρισα τὸν Θεόδωρον Κατσάκον δασονόμον Καρυστίας, ἐνῷ ἦτο καταδεδικασμένος εἰς δεκαπενταετῆ πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ εἶχε ἀπολέσει τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Ὁ ῥηθεὶς τῷ ὄντι κατὰ τὰ 59 εἶχε κατηγορηθῆ ἐπὶ ἀπιστίᾳ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, κατεδικάσθη δὲ εἰς 10 μηνῶν φυλάκισιν καὶ οὐχὶ εἰς 15 ἐτῶν δεσμὰ καὶ διετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ ἐδόθη χάρις καὶ ἀπέκτησε τὰ πολιτικά του δικαιώματα κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1860. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἀφοῦ ἀνέκτησε τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἠδύνατο νὰ διορισθῇ εἰς δημοσίαν θέσιν. Ὁ ἀριθμὸς μάλιστα τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεώς του εἶναι 131 τοῦ ἔτους 1859 ἐν Χαλκίδι. Τρίτη ἐπερώτησις ἦτο, ὅτι διώρισα εἰς τὸ δασονομεῖον τῆς ἁγίας Ἄννης 2 δασονόμους. Γνωρίζετε, κύριοι, τὴν ἱστορίαν τῶν δασονομείων. Ἐν ὀλίγοις θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς τὴν ὑπενθυμίσω. Τὰ δασονομεῖα χωρὶς νὰ τρέξω εἰς παλαιοτέραν ἱστορίαν, ἀνετέθησαν πρό τινων ἐτῶν ὑπὸ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, λόγῳ οἰκονομίας, εἰς δεκάρχας καὶ ἑξηκοντάρχας. Πολλαχοῦ δὲ ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν εἶχε ἀνατεθῆ εἰς τοὺς ἐφόρους, ὅπως καὶ σήμερον εἰς πολλὰ δασονομεῖα ὑπάρχουν, καταργηθεισῶν πολλῶν θέσεων δεκαρχῶν καὶ ἑξηκονταρχῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1869 συμπεριελήφθη πίστωσις 50,000 δραχμῶν, διὰ τὸν διορισμὸν 30 δασονόμων καθ’ ὅλον τὸ κράτος. Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον εὗρον ἀδιαθέτους τοὺς πλείστους ἢ μᾶλλον τὸ ὅλον τῶν θέσεων, 5–6 ἦσαν μόνον διωρισμένοι ὑπὸ τοῦ προκατόχου. Βαθμηδὸν, ἐφ’ ὅσον ἔβλεπον τὴν ἀνάγκην, συνεπλήρουν τὰς θέσεις, καὶ διὰ τῆς βραδείας αὐτῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων, ἔκαμα καὶ μίαν οἰκονομίαν περίπου 8,000 δραχμῶν, διότι βραδέως διώρισα τοὺς δασονόμους. Τὸ δασονομεῖον τῆς Ἁγίας Ἄννης γνωρίζετε, ὅσοι τυχὸν ἐπεσκέφθητε τὴν Εὔβοιαν, εἶναι τὸ σπουδαιότερον ὅλων τῶν δασονομείων τοῦ Κράτους, διά τε τὰ ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια δάση, καὶ διότι ἐκεῖ γίνεται σπουδαία ξύλευσις καὶ καταστροφαὶ δὲ συμβαίνουσι ἕνεκα τῶν πυρκαϊῶν. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν συνήθως διὰ τὴν σπουδαιότητα τοῦ δάσους ἐκείνου, ἐστέλλετο καὶ ἔμενε διαρκῶς εἰς τὸ δασονομεῖον αὐτὸ εἷς ἐπιθεωρητής. Πρὸς δὲ ἡ ἔκτασις τοῦ δάσους εἶναι ἀπέραντος, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου εἶναι ἔκτασις τοῦ δάσους εἶναι ἔκτασις 16 ἕως 18 ὡρῶν σχεδὸν, περιβρεχομένη ἀπὸ θάλασσαν, εἰς πολλὰ μέρη γίνονται ξυλεύσεις καὶ φορτώσεις σπουδαῖαι. Ἐθεώρησα λοιπὸν ἀναγκαῖον, ἐπειδὴ εἷς δασονόμος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προλάβῃ τὰ κακὰ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ προσθέσω ἕτερον ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος εἰς τὸ δασονομεῖον Κύμης, ὅπου δὲν παρουσιάζετο σπουδαία ἀνάγκη· οὕτω δὲ ὑπάρχουν δύο δασονόμοι· ὅτι δὲ ἔφερεν ἀποτέλεσμα, μαρτυρεῖ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ τῶν δύο δασονόμων, δὲν ἐκάη οὔτε ἕνα δένδρον· εἶναι πρωτοφανὲς, κύριοι· δὲν ἔλαβε χώραν οὐδεμία πυρκαϊά· ἐνδεχόμενον τοῦτο νὰ ᾖναι καὶ σύμπτωσις. Δὲν ἔκαμα καμμίαν ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 35 δασονόμων· 35 διαγράφει ὁ προϋπολογισμὸς, 35 διετήρησα, σᾶς εἶπα δὲ, ὅτι ἔκαμα καὶ οἰκονομίαν, διότι δὲν τοὺς διώρισα διὰ μιᾶς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔβλεπον τὴν ἀνάγκην. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε περισσότερον.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἐσυστήσατε δασονομεῖον εἰς τὴν Χαλκίδα;
§7ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) Ἐντὸς τοῦ νόμου.
§8ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργ. ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ ἔντιμος κ. Πολυλᾶς ἐζήτησε νὰ πληροφορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ δύω ἐκπαιδευτήρια τὰ ὑπάρχοντα ἐν Κερκύρᾳ ἐσυστήθησαν τῇ ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως, ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις τούτοις ἐνεργεῖται προσηλυτισμὸς, καὶ τρίτον νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἰδοὺ ὁποίας πληροφορίας ἔρχομαι νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πολυλᾶ. Ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχουσι τῳόντι δύο ἐκπαιδευτήρια τῶν καθολικῶν, τὸ μὲν διατηρούμενον ἀπὸ τὰς ἀδελφὰς τοῦ ἐλέους καὶ συστηθὲν τὸ 1858, εἶναι παρθεναγωγεῖον· τὸ ἕτερον συστηθὲν τὸ 1865 καὶ κατόπιν διαιρεθὲν εἰς δύω τμήματα, διότι προσετέθη καὶ προκαταρκτικὸν, εἶναι σχολεῖον ἀῤῥένων. Τὸ παρθεναγωγεῖον ἐσυστήθη τῇ ἀδείᾳ τῆς Γερουσίας ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐπιτηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ τότε Κυβέρνησις δυνάμει τοῦ νόμου ἐξήσκει ἐφ’ ὅλων τῶν ἐκπαιδευτηρίων, δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν. Τοῦτο ἐπανελήφθη καὶ διὰ τὴν ἄδειαν, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη κατὰ τὸ ἔτος 1865, μοῦ φαίνεται ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λομβάρδου. Ἀφοῦ ἐδόθη ἡ ἄδεια τὸ 1865 εἰς τὸν καθολικὸν ἐφημέριον Ζαφῖνον, ἵνα συστήσῃ τὸ ἐκπαιδευτήριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπεριλαμβάνῃ τὰ ἄῤῥενα, τὰ ὁποῖα ἕως τότε ἐδιδάσκοντο ἐν τῷ σχολείῳ τῷ διατηρουμένῳ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους, παρετηρήθη κατόπιν ἀπ’ αὐτὸν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συστηθῇ καὶ ἓν προκαταρκτικὸν σχολεῖον· ἐζήτησε τὴν ἄδειαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν παρεχώρησεν· ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο προσετέθη, ἂν καὶ ἦτο περιττὸν, ὅτι θέλουν τηρεῖσθαι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν ἐν τῷ ἐκπαιδευτηρίῳ διδασκαλίαν· ὑπόνοιαι ὅμως ἐγεννήθησαν ὅτι τόσον εἰς τὸ ἓν καθὼς καὶ εἰς τὸ ἕτερον ἐκπαιδευτήριον οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, οἵτινες, ὡς γνωρίζετε, ἐφαρμόζονται ἐξίσου εἴς τε τὰ ἰδιωτικὰ καὶ τὰ δημόσια ἐκπαιδευτήρια, δὲν ἐτηροῦντο ἀκριβῶς. Ἀλλεπάλληλα ἔγγραφα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν, ἔχοντος ἐννοεῖται τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ὑπουργείου, καὶ τοῦ ἱερέως Ζαφίνου, ὅστις ἀμέσως μὲν διετήρει τὸ ἐκπαιδευτήριον τῶν ἀῤῥένων, εἶχεν ὅμως καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ παρθεναγωγείου τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους. Διάφορα λοιπὸν ἔγγραφα ἀντηλλάγησαν, ὡς εἶπον, μεταξὺ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν καὶ τοῦ ἱερέως Ζαφίνου, ἀναγόμενα εἰς τὸ ὅτι οἱ κανονισμοὶ οἱ ἀφορῶντες τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν διδασκαλίαν ἐν τοῖς ἰδιωτικοῖς ἐκπαιδευτηρίοις δὲν ἐτηροῦντο ἀκριβῶς, καὶ ἐν τούτοις μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου, οὐδὲν μέτρον ὁριστικὸν ἐλήφθη, ἀλλὰ τὰ πράγματα περιωρίζοντο πάντοτε εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν· εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρὼν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω περισσοτέραν ὤθησιν· ἰδίως μάλιστα, καθὼς εἶπον καὶ εἰς τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν διατριβήν μου ἐν Κερκύρᾳ συνεννοήθην μετὰ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν καὶ ἐφείλκυσα τὴν προσοχήν των, ἵνα ἐξετάσωσιν ἀκριβῶς καὶ μὲ φωτίσωσι δι’ ἐμπεριστατωμένης ἐκθέσεως περὶ τῶν διατρεχόντων, ἵνα προβῶ εἰς ὁριστικόν τι μέτρον. Τῳόντι ὁ κ. Νομάρχης Κερκύρας, ὁ ἀξιότιμος κύριος Μαυροκορδάτος, ὅστις, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῆς προτροπῆς μου, οὔτε τῆς ἰδιαιτέρας παρατηρήσεώς μου διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ κ. Γυμνασιάρχου, μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ὅτι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο, δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀβάσιμα. Ἐξ αὐτῆς θέλει παρατηρήσει ἡ Βουλὴ, ὅτι καὶ εἰς τὰ δύο αὐτὰ ἐκπαιδευτήρια δὲν ἐτηρήθησαν ἀκριβῶς οἱ ὅροι οἱ διαγραφόμενοι εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις περὶ ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, ἅτινα, ὡς εἶπον, ὑπόκεινται εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας, εἰς οὓς καὶ τὰ δημόσια ἐκπαιδευτήρια. Τοιουτοτρόπως διαφωτισθείσης τῆς ὑποθέσεως περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου ἢ περὶ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ παρόντος μηνὸς, καὶ ἐνῷ ἡ ὑπόθεσις ἦτον εἰς θέσιν νὰ λάβῃ μίαν λύσιν, αἴφνης, ὁ διευθύνων, ὡς εἶπον, τὸ ἐκπαιδευτήριον τῶν ἀῤῥένων καὶ ἐμμέσως ἐκεῖνο τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους, ἐξεκάλεσε τὴν ὑπόθεσιν ἐκεῖ, ὅπου πλέον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν μονομερῶς. Ἠξίωσε δηλονότι ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήρια ταῦτα, καὶ ἰδίως ἐκεῖνο τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλέους, στηρίζονται ἐπὶ δικαιωμάτων ἀνεγνωρισμένων αὐτοῖς διὰ συνθηκῶν. Δὲν εἶναι βέβαια ὁ καιρὸς νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, οὔτε νὰ βασανίσωμεν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἱερέως Ζαφίνου, ἂν εὐλόγως δύναται ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήρια ταῦτα δὲν ὑπάγονται εἰς περιορισμοὺς ὡς τὰ παρ’ ἡμῖν ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια, διότι ἀπολαύουσι προνόμια ἐγγυηθέντα αὐτοῖς διὰ τῆς τελευταίας συνθήκης· ἀλλ’ ἐν τούτοις ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ πρὸ τοῦ νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ ἐμπόδιον τοῦτο. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον τὸ τελευταῖον, διὰ νὰ ἴδητε εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδικόν σας;
§10ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὄχι.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ ἱερέως.
§12ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὅταν προσεκλήθη ὁ ἱερεὺς Ζαφῖνος νὰ συμμορφωθῇ ἀκριβῶς μὲ τοὺς κανονισμοὺς περὶ ἐκπαιδευτηρίων, ἰδοὺ τί ἀπήντησεν (ἀναγινώσκει). Εἰς αὐτὴν τὴν φάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω ἑπομένως ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ προχωρήσωμεν εἰς περαιτέρω συζήτησιν, δι’ ὃν λόγον οὐδ’ ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ προχωρήσω εἰς περαιτέρω ἐνέργειαι· ὅτε μοὶ ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ὤφειλον ἴσως νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ἤθελον ἀκούσει ὅτι θέτομεν περιορισμοὺς εἰς τὴν συζήτησιν ἢ ὅτι δὲν ἀγαπῶμεν τὴν δημοσιότητα. Διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ σᾶς εἴπω αὐτὰ τὰ ὀλίγα, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ ἂν ᾖναι καιρὸς νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω (θόρυβος).
§13ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ἀπάντησίς μου νὰ ἴδω νὰ ἔγγραφα.
§14Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μὲ τὴν ἄδειάν σας νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ μὴ ὁρκισθέντες;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Προσέρχονται καὶ ὁρκίζονται οἱ κύριοι Κοσονάκος καὶ Τζανετάκης.
§17ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὀλυμπίας). Κύριε πρόεδρε, ἐπὶ τῶν παρουσιασθέντων ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύω λέξεις χωρὶς νὰ θέλω νὰ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη τώρα, ἐπειδὴ σκοπεύω νὰ συζητήσω τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εὐρύτατα, καὶ καθ’ οὓς τρόπους συμφέρει εἰς τὸ κράτος· ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω διὰ τοῦτο καθόσον εἶναι σπουδαῖον καὶ στέργω, ἂν ὄχι μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ ἢ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπαρουσιάσθησαν καὶ ἄλλοτε· τὸ κατ’ ἀρχὰς κατὰ τὰ 1833, κατὰ τὰ 34, κατὰ τὰ 35, κατὰ τὰ 36, κατὰ τὰ 37, κατὰ τὰ 38, καὶ αἱ τότε κυβερνήσεις τὰ ἔλυσαν ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπεμβάσεως τῶν ξένων. Θέλω φέρει προηγούμενα πολὺ σπουδαῖα διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Ζαφίνου εἶναι μηδέν. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι ἂν μὴ ἐφέρετο τὸ ζήτημα, καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν ἤθελα τὸ φέρει οὔτε ἤθελα συμβουλεύσει τὸν κ. Πολυλᾶν νὰ τὸ φέρῃ· ἀφοῦ ὅμως τὸ ζήτημα ἦλθεν, ἐπειδὴ τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι πολὺ ἀκροσφαλῆ, δὲν πρέπει νὰ μένωσιν, ἀλλὰ νὰ συζητῶνται, ἀφοῦ ἅπαξ ἔπεσαν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἀναγγέλλων τὴν πρόθεσίν μου ταύτην εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, τοὺς παρακαλῶ νὰ συζητήσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ τῶν προηγουμένων· καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστικῶν νὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, νὰ κρίνωμεν ἐν γνώσει καὶ ἐμοῦ καὶ αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§18ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§19ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι, κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου ἀπηυθύνθησαν διάφοροι ἐπερωτήσεις, ἀφορῶσαι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Μιᾶς τούτων τῶν ἐπερωτήσεων ἔλαβον γνῶσιν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ ὑπουργείου, ἀναπληροῦντός με καὶ παρευρεθέντος κατὰ τὴν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν γενομένην ἐπερώτησιν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἐπιστάτου φυλακῶν Ἰωάννου τινὸς Χαντσάρα. Δευτέρα, τῆς ὁποίας ἔλαβον κοινοποίησιν προχθές, ἀφορᾷ ἐπερώτησιν, ἥτις ὑπεβλήθη κατὰ τὴν εἰκοστὴν λήγοντος μηνὸς καὶ αὐτὴ ἀφορᾷ μετάθεσίν τινων δικαστῶν, παῦσιν τινὰ καὶ περιστατικόν τι, ὅλως παραμορφωθέν. Ἄρχομαι λοιπὸν ἀπὸ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως (διάλογοι).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σιωπὴ, κύριοι, διὰ νὰ ἀκούηται ὁ ῥήτωρ, διότι, ὡς βλέπετε, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσῃ δυνατώτερα.
§21Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν καὶ ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ προτείνω τὸ παρὰ τοῖς ἀδελφοῖς ἑπτανησίοις λεγόμενον «ἀπροχώρητον», διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τὸ νὰ γίνωνται ἐπερωτήσεις εἰμὴ, μόνον κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας προτείνεται ἡ παράβασις νόμου τινὸς, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος εἰς τὴν ἐνέργειάν της, μόνον δὲ κατὰ τὰς περιστάσεις τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου δίδουν λόγον οἱ ὑπεύθυνοι ὑπουργοὶ ἐρωτώμενοι ἐν τῇ Βουλῇ· μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἠθικότητος τῆς πράξεως, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀποφεύγω ποτὲ τὴν συζήτησιν ἐν οἱᾳδήποτε περιστάσει, καθ’ ἣν ἀμφισβητεῖται ἡ ἠθικότης πράξεώς μού τινος, διὰ τοῦτο ἀποφασίζω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ὁ Ἰωάννης Χαντζάρας εἶναι ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων, ἅτινα ἐσπρώχθησαν καὶ ἀπετέλεσαν συμμορίας, αἵτινες διευθύνθησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον κατὰ τὸ 1867, διὰ νὰ τὰς ἐλευθερώσωσιν. Τὸ εἶδος, ἡ ποιότης καὶ ὁ χαρακτὴρ πολλῶν ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουσι τοῖς πᾶσι γνωστοί. Μετὰ ταῦτα, ὅταν αἱ συμμορίαι αὗται ἐβιάσθησαν νὰ ἐπανέλθωσιν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ συνεκεντρώθησαν κατὰ τὴν φθιώτιδα, ὅπου πλέον ἡ διάκρισις μεταξὺ λῃστῶν καὶ τοιούτων δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ, ἐν τῷ Νομῷ ἐκείνῳ, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔγινεν εἷς συμβιβασμὸς παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀποσταλέντος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ συνέπειαν τοῦ ὁποίου αὐτοὶ οἱ ἐλευθερωταὶ μετεκομίσθησαν διὰ πλοίων πρὸς ἀπελευθέρωσιν ἢ μᾶλλον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης. Μεταξὺ αὐτῶν λοιπὸν ἦτο καὶ ὁ Ἰωάννης Χαντζάρας· ὅτε ἡ ἀξιολύπητος ἐκείνη ἐπανάστασις ἐξέπνευσε καὶ ἐπανῆλθον πολλοὶ τῶν ἐκεῖ μεταβάντων ἐλευθερωτῶν, συμβάσης καὶ τῆς διαῤῥήξεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, ὁπότε τοῖς ἦτο ἀδύνατον νὰ καταφύγωσιν εἰς μέρος Τουρκικὸν ὑπὸ ἄλλο ὄνομα διὰ νὰ ζητήσωσι πόρον ζωῆς, ἦλθε καὶ ὁ Χαντζάρας εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὁ Χαντζάρας δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀποκεκρυμμένων λῃστῶν· οὔτε κανεὶς ἐγίνωσκεν, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς λῃστρικὰς πράξεις· ὁ Χαντζάρας ἅμα ἔφθασεν ἐνταῦθα συνελήφθη ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἐκρατήθη εἰς τὸν στρατῶνα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ ἐγένετο ἐξέτασις περὶ τῆς διαγωγῆς του· ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἀπὸ διάφορα μέρη καὶ μετὰ ταῦτα ἀπελύθη ὁ ἄνθρωπος· λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἔχει εἰς τὴν ῥάχιν του εἰμὴ τὴν ἐκστρατείαν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας καὶ τὴν εὐθύνην τῶν συμβάντων τότε ἐν Φθιώτιδι, ἅτινα εἰς τοὺς περισσοτέρους ἦσαν ἄγνωστα. Ὁ Χαντζάρας λοιπὸν ὡς ἐκ τοῦ βίου, τὸν ὁποῖον διέτρεξε, καὶ ὢν ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες δύνανται νὰ κερδαίνωσι τὸν ἄρτον ἐργαζόμενοι διὰ τῶν χειρῶν, ἐζήτησε μίαν θέσιν διὰ νὰ ζήσῃ· οὐδεμία ὑποψία ὑπῆρχεν, ὅτι ἐγκλημάτησε. Δὲν ἐδίστασα ἑπομένως νὰ τοῦ δώσω αὐτὴν τὴν θέσιν, καθόσον ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων τῆς ἀστυνομίας ἦτο συμπεπληρωμένος καὶ διότι ὑπωπτεύθην, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ τυχοδιωκτικοῦ χαρακτῆρός του σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἠμποροῦσε νὰ προβῇ εἰς λῃστρικὸν βίον. Γνωστῆς οὔσης λοιπὸν τῆς θέσεώς του, τὸν διώρισα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ὅπου διατελεῖ περὶ τοὺς ἓξ μῆνας· ἅμα δ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐξῆλθε βούλευμα κατ’ αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου παρεπέμπετο ὡς ἔνοχος λῃστείας πραχθείσης κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ἐπράχθη ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων ἢ ἐντὸς τῶν τουρκικῶν, ἀμέσως ἔσπευσα νὰ τὸν ἀπολύσω. Τίνα σκοπὸν λοιπὸν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ἐπερώτησις; Δὲν ἠξεύρει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι πάντες οἱ ἄνθρωποι κέκτηνται τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶνται ἀθῶοι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κατ’ αὐτῶν δικαστικόν τι τεκμήριον; Καὶ πόσοι βιοῦσιν ἐντὸς τῆς κοινωνίας, ἐνῷ διέπραξαν καὶ κακουργήματα, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τοὺς ἀνέχονται, δυνάμει τοῦ πλάσματος τοῦ Νόμου, ἐν ᾧ ἐν συνειδήσει ἠμποροῦν νὰ τοὺς θεωροῦν καὶ ἐνόχους; Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι εὐτυχεῖς σχετικῶς πρὸς τοὺς ἄλλους, οἵτινες καταδιώκονται, εἴτε διότι ὑπῆρξαν ἱκανοὶ νὰ καταστρέψωσι τὰς ἀποδείξεις, εἴτε διότι αὗται ἔρχονται βραδύτερον, εἴτε διότι ἔχουν τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ διαφεύγουν τοὺς νόμους. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι οὐδεμία ἀξία ἀφορμὴ μέμψεως δύναται νὰ ὑπάρχῃ, διότι ἕνας ὑπουργὸς διώρισέ τινα, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ὑφίστατο οὐδὲ μία ἀπόδειξις ἐνοχῆς, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ διορισμοῦ τούτου.
§22ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἔχει καταδικασθῆ ἐπὶ τραύματι εἰς διετῆ φυλάκισιν ἐρήμην.
§23Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ἂν ὑπάρχῃ ἀπόφασις κατ’ ἐρήμην καταδικάζουσα αὐτὸν εἰς διετῆ φυλάκισιν, εἶναι γελοῖον αὐτὸ ἐπιχείρημα· διότι ὑπάρχουν πολλαὶ τοιαῦται ἀποφάσεις, αἵτινες κατεδίκασαν ἀπόντας εἰς πενταετῆ φυλάκισιν καὶ μετὰ ταῦτα ὅταν παρουσιάσθησαν καὶ ἐξέθεσαν τὴν ἀπολογίαν των ἢ ἠθωώθησαν ἢ κατεδικάσθησαν εἰς 10 ἡμερῶν φυλάκισιν. Ἡ ἐρήμην ἀπόφασις καταστρέφεται διὰ μόνης τῆς ἀνακοπῆς· ἅμα ὁ καταδικασθεὶς προσέλθῃ καὶ συντάξῃ τὴν ἀνακοπὴν, αὐτοδικαίως θεωρεῖται τότε ἄκυρος ἡ ἀπόφασις αὕτη καὶ λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Χαλκίδος ἂν καὶ δικηγόρος τὸ ἀγνοεῖ.
§24ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν τὸ ἀγνοῶ, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ βούλευμα κατ’ αὐτοῦ.
§25Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμπορῶ νὰ διακόπτωμαι καὶ ν’ ἀπαντῶ εἰς λόγους πτερόεντας· τώρα ἀπαντῶ εἰς τὴν πρώτην συκοφαντίαν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνες.
§26ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νὰ λέγῃ ὅτι τὸν συκοφαντῶ μὲ προσβάλλει, καὶ πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν.
§27ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν λέγῃ ἕνας ὑπουργὸς τὸν βουλευτὴν συκοφάντην, κ. Πρόεδρε, θὰ σηκωθῇ ἕνας ἄλλος νὰ τοῦ εἴπῃ τόσα, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§28Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κάθισε.
§29Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ μοῦ λὲς κάθησε, σὺ νὰ καθήσῃς καὶ ὅταν ὁμιλῇς πρὸς ἐμὲ νὰ προσέχῃς (θόρυβος).
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Οἰκονόμο, ἀπὸ ποῖον δικαστήριον κατεδικάσθη;
§31ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τῆς Χαλκίδος.
§32Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Λέγω συκοφαντίαν, διότι ἐνῷ πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ ἂν ὑπῆρχε γνωστὴ πρᾶξις ληστείας, ὁ κ. βουλευτὴς Χαλκίδος παρουσιάζεται καὶ μοῦ ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεως ἐρήμην ἐκδοθείσης, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἀνέκοψε· λοιπὸν λέγω ὅτι ἡ πρόθεσίς του εἶναι νὰ συκοφαντήσῃ (θόρυβος).
§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§34Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ὄχι· νὰ τελειώσω πρῶτα. — Ὅποιος γνωρίζει ἄλλα βουλεύματα, ἔκαμε πολὺ κακὰ νὰ μὴ τὰ γνωστοποιήσῃ, νὰ μὴ τὰ καταγγείλῃ διὰ νὰ τὰ γνωρίζῃ ἡ ἐξουσία καὶ τότε ὅταν ἐγνώριζεν αὐτὰ δὲν ἤθελε τὸν διορίσει εἰς θέσιν. Τότε ἠμποροῦσε ἠθικῶς νὰ ἤμην ὑπεύθυνος, ἀλλ’ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν ἠδυνάμην νὰ ἔχω, ἠμποροῦσε δὲ νὰ τὴν χορηγήσῃ ἡ κυβέρνησις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς· ἡ σημερινὴ δὲν εἶχε διδόμενα, ἐξ ὧν νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ὁ Χαντζάρας ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ συνένοχος μιᾶς λῃστρικῆς πράξεως;. Ποῖος ἔπρεπε νὰ τὸ πληροφορήσῃ; Ποῖος ἠμποροῦσε νὰ τὸ γνωρίζῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Τώρα πρώτην φορὰν παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ ἀξίωσις, ὅτι ἄνθρωπός τις εἶναι ὑπεύθυνος, δι’ ὅ,τι γινώσκει καὶ δι’ ὅ,τι δὲν γινώσκει. Ἅμα ἐγνώσθη εἰς ἐμὲ ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα ἐν Λαμίᾳ κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἐνόχου εἰς λῃστρικὴν πρᾶξιν, ἀμέσως τὸν ἀπέλυσα, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν ἠθικήν· αὐθημερὸν, τὴν ἰδίαν στιγμὴν τὸν ἀπέλυσα. Ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλα βουλεύματα, σᾶς εἶπον, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀγνοῶ, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχουν. Ὅταν δὲν κατατίθενται τοὐλάχιστον νὰ τὰ γνωρίζωμεν, ἠμπορεῖ τις δωρεὰν νὰ ἰσχυρίζηται ὅ,τι θέλει καὶ πολὺ περισσότερον, ὅταν ἔχῃ διάθεσιν νὰ προσβάλλῃ ἢ ἐὰν ἔχῃ διάθεσιν νὰ προκαλῇ συζητήσεις ματαίας, ἠξεύρω ὅμως ὅτι σπουδαῖοι ἄνθρωποι, ποτὲ δὲν ἔρχονται νὰ ἰσχυρισθοῦν πράγματα χωρὶς νὰ ἔχουν τὰς ἀποδείξεις. Τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐρήμην τῆς Χαλκίδος τὴν ἤξευρα.
§35ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι συκοφαντία.
§36Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι συκοφαντία ἡ πρόθεσις, τὴν ὁποίαν ἔδειξες, σοῦ εἶπον.
§37ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἔδειξα γεγονότα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα ἔρχεσθε καὶ λέγετε ὅ,τι θέλετε. Ἐπιφυλαχθῆτε διὰ τὸ προσωπικὸν ζήτημα νὰ ζητήσητε τὸν λόγον, ἀλλὰ τώρα μὴ διακόπτετε.
§39Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἄλλοτε ἔγινε σφοδρὰ συζήτησις ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ, διὰ τὸν διορισμὸν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον καταδικασθῆ διὰ κακουργήματα, καὶ μετὰ ταῦτα ἀποτίσαντα τὴν ποινήν των ἢ ἀποκτήσαντα τὰ πολιτικά των δικαιώματα, παρουσιάσθησαν καὶ ἐζήτησαν θέσεις. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ ἑνὸς ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος διωρίσθη, ἂν καὶ πρότερον εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ κακουργήματι· καὶ εἰς Πάτρας ὁ κ. Λομβάρδος ὑπουργὸς ὢν, εἶχε διωρισμένον ἐπιστάτην, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ εἰς θάνατον.
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖον;
§41ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Μάλιστα, εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ ἀναιρέσει.
§42ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς λέγω τὸ ὄνομά του, Βαγιενᾶς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν διώρισα ἄνθρωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἀπόφασις ἐγκληματική, δὲν ὑπῆρχε παρὰ μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία τὸν κατεδίκασεν ἐρήμην, καὶ ἡ ὁποία αὐτοδικαίως ἀνετράπη διὰ τῆς ἀνακοπῆς. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἀρκετὰ εἶναι αὐτά, καθόσον ἀφορᾷ τὸν Χαντζάραν αὐτόν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν· καὶ πρῶτον ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου κ. Λομβάρδον, ἓν μέρος τῶν Ἱπποκρατικῶν του μελετῶν νὰ ἤθελε ἀφιερώσῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων, διότι ταῦτα, ὅσον εὐφυὴς καὶ ἂν ᾖναί τις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ μάθῃ οἴκοθεν, ἄνευ κόπου.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ διδάξητε.
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς διδάξω, καὶ θὰ ἴδῃ καὶ ἡ κοινωνία, ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπετε, εἶναι σωστά Αὐτὰ τὰ πράγματα ὅσον εὐφυής, ὅσον ἔξυπνος καὶ ἂν εἶναί τις, ὅσον καὶ ἂν δύναται νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ ὥρας, πλήττων τὸν ἀέρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἠξεύρῃ, πρέπει νὰ ἐνδιατρίψῃ χρόνον πολὺν διὰ νὰ τὰ ἐκμάθῃ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐχρειάσθησαν 50 ἔτη διὰ νὰ ἐξοικειωθῇ τὸ εὐφυὲς καὶ μέγα ἐκεῖνο ἔθνος εἰς τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς. Μέχρι τοῦ 1830 ἴσως ἴσως, ἐπλανᾶτο εἰς ἐσφαλμένας ἰδέας. Ὁ κ. Λομβάρδος λοιπὸν δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει δικαίωμά τι, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ χωρὶς νὰ δύναται ἡ νομοθετικὴ νὰ ζητῇ ἔλεγχον δι’ αὐτό. Ὅλα τὰ δικαιώματα, ὅσα παρεχωρήθησαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως οἱ ὑπεύθυνοι ὑπουργοί, ὅλα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, λέγω, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ τὰ ἀσκῇ ἐντὸς μιᾶς κυριάρχου θελήσεώς της, δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ διορισμοί, τοιαῦται εἶναι αἱ παύσεις, τοιαῦται αἱ μεταθέσεις. Βεβαίως ἐὰν ἐζήτει τις νὰ παύσῃ ἕνα ἰσόβιον δικαστήν, προσβάλλει νόμον, καὶ τότε, μόνον τότε δύναται βουλευτής τις νὰ ζητήσῃ λόγον, ἀλλ’ οὐχὶ διότι ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ συνειδήσει του ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, μεταθέτει ἕνα δικαστὴν ἢ παύει ἕνα δικαστήν, ἢ ἄλλος τις ὑπουργὸς εἰς τὸν κλάδον του πράττει τι παρόμοιον, ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου, ὁσάκις τοῦ ἔλθῃ ὄρεξις. Μάλιστα, τότε μόνον ἐδικαιοῦτο ν’ ἀπευθύνῃ τοιαύτην ἐρώτησιν, ὅταν συγχρόνως ἠμποροῦσε νὰ παραθέσῃ καὶ τὸ παραβιασθὲν ἄρθρον τοῦ νόμου. Ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα ν’ ἀπολογῆται ὑπὲρ τοῦ νόμου, καὶ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐξασκεῖ, ἵνα μὴ παραβιάζωνται εἰς τὴν ἐφαρμογήν των οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους νομοθετεῖ. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος κάτι τι ᾠκονομήθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, καὶ ἂν δὲν ᾠκονομήθη τόσον χειρότερα δι’ αὐτόν. (ἱλαρότης).
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀνεπίδεκτος μαθήσεως.
§46Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς δικαιοσύνης) Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, λέγει ὁ ἀδελφός μου, ὅτι εἰς ἄλλην περίστασιν ἀνέπτυξεν αὐτὴν τὴν θεωρίαν· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου διὰ νὰ τὸν ἀντικρούσω, πρόκειται περὶ τοῦ κ. Λομβάρδου. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι γνωρίζει τὰς συνταγματικὰς ἀρχὰς καὶ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, καθόσον ἔχει τόσα ἔτη, καθ’ ἃ κατέγινεν εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄλλο τι, παρ’ ἢ ἐφεύρεσις εὐφυῶν ἀλλὰ ψευδῶν ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν νὰ προσβληθοῦν ἕτεροι. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, λέγω, δὲν δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, χωρὶς νὰ μειώσῃ τὰ δικαιώματά της, καὶ βεβαίως εἰς τὰς χεῖρας τὰς ἰδικάς μου, ποτὲ δὲν θέλω ἐπιτρέψει νὰ ἐγγιχθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Μ’ ὅλα ταῦτα διὰ πρώτην φορὰν προαιρετικῶς καὶ ἐθελουσίως θέλω νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου κ. Λομβάρδον. Πρῶτον τὸν λέγω, ὅτι ὁ φίλος του δικαστὴς Κοντολέων ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας κατ’ αἴτησίν του, καὶ ἴσως ὁ βουλευτὴς, ὅστις μὲ παρεκάλεσε κατ’ αἴτησίν του, νὰ τὸν ἀπολύσω τῆς ὑπηρεσίας, κάθηται ἐπ’ αὐτὴν τὴν πλευράν. Μάλιστα, ἐπιφυλάττομαι νὰ τῷ ἐκφράσω καὶ τὴν Β. εὔνοιαν διὰ τὴν ἄχρι τοῦδε διαγωγήν του. Δὲν ἠξεύρω λοιπὸν τί λόγον ὀφείλω νὰ δώσω διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Κοντολέοντος. Ὁ κ. Κοντολέων κέκτηται πλήρη τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς του καὶ κέκτηται καὶ ἀνώτερον μισθὸν τοῦ πρωτοδίκου κατὰ 8 ἢ 10 δραχμὰς. Διεύθυνε λοιπὸν μίαν παράκλησιν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ διορισθῇ εἰς Κεφαλληνίαν, καὶ ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν, μὲ παρεκάλει νὰ τὸν ἀπολύσω, διότι ἐὰν παρῃτεῖτο αὐτὸς, ἤθελε χάσει τὰ δικαιώματα τῆς συντάξεως. Ἓν τῶν ἐντίμων μελῶν λοιπὸν, τὸ ὁποῖον κάθηται ἀπ’ αὐτὴν τὴν πλευρὰν, μὲ παρεκάλεσε νὰ ἐκπληρώσω τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Κοντολέοντος καὶ τοῦτο ἔπραξα. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις, ὁ ἴδιος κ. Λομβάρδος εἰς ἄλλην περίστασιν, ὅταν ἔπαυεν ἕνα Ἐφέτην ἐπεκαλέσθη αὐτὰς τὰς ἰδίας ἀρχὰς, εἶπεν, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον δι’ αὐτὴν τὴν παῦσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὀφείλῃ ὁ ὑπουργὸς νὰ δίδῃ λόγον διὰ τὰς παύσεις, πολὺ ὀλιγώτερον ὀφείλει νὰ δίδῃ λόγον διὰ τὰς μεταθέσεις. Σᾶς λέγω λοιπὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, αἱ μεταθέσεις πηγάζουν ἀπὸ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτιζον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Μετὰ τὰς διακοπὰς διάφορα παράπονα δικαιολογημένα παρουσιάσθησαν ἀπὸ πολλὰ μέρη. Εἰξεύρετε ἡ διαμονὴ τῶν δικαστῶν πολλὰ ἔτη εἰς τὰς ἐπαρχίας συνῆψε σχέσεις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐντοπίων, καὶ μολονότι οἱ δικασταὶ ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώσουν κανονικῶς καὶ αὐστηρῶς τὸ χρέος των, ἀλλ’ εἰσῆλθε τὸ σκάνδαλον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου· οἱ δικασταὶ, ὡς ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετοῦν παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη· αὐτὸ τὸ δικαίωμα, νὰ θέλουν τινὲς νὰ μένωσιν εἰς ὡρισμένον μέρος πάντοτε, οὐδέποτε τὸ ἐχορήγησα οὐδὲ θέλω τὸ χορηγήσει. Μάλιστά τινες μεταθέσεις ἐγένοντο ἀπὸ μεγάλα παράπονα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ μερὶς ἐξέφρασεν ἐντὸς τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἐγὼ ἔσπευσα νὰ τὰ ἱκανοποιήσω, ὄχι διότι τὸ ἐπίστευσα, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ὑπάρχουν παράπονα. Τώρα, ὅταν τις ἐνεργήσῃ μεταθέσεις δύο τριῶν δικαστῶν ἢ καὶ περισσοτέρων, ἠξεύρετε ὅτι αὗται δὲν εἶναι πράξεις μεμονωμέναι, συνεπάγουν ἀλληλουχίαν ἄλλων μεταθέσεων. Λοιπὸν δὲν ὀφείλω καὶ δὲν ἔχω ἄλλον λόγον νὰ δώσω, παρὰ μόνον ὅτι αἱ μεταθέσεις αὗται ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Ἔρχομαι εἰς μίαν τρίτην ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐξυβριστική· τὴν θεωρῶ ἐξυβριστικήν, διότι μοὶ ἀποδίδει μίαν κακοήθειαν, τῆς ὁποίας ποτὲ δὲν ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς κανένα, διὰ νὰ δύναται νὰ μὲ ἀξιώσῃ τοιαύτης. Ἂς ἀφήσωμεν ὅτι φέρει ὄνειδος μέγιστον εἰς τοὺς ἀπευθύνοντας αὐτὴν· ἐγὼ ἐξετάζω τὴν ἐπερώτησιν σχετικῶς πρὸς ἐμέ. Ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ ἠθικῆς, ἠμπορεῖ νὰ διαφέρῃ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ποιήσαντες τὴν ἐπερώτησιν. Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ταξειδεύων εἰς οἱονδήποτε μέρος, νομίζω καθῆκόν μου πρώτιστον νὰ ἐπισκεφθῶ τὰ δικαστήρια. Εἰς τὴν Κέρκυραν μάλιστα, διὰ νὰ πείσω ἐμαυτὸν περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς νομοθεσίας μας, ἐὰν ἐπέτυχε καὶ κατὰ πόσον προώδευσε, περιῆλθον καὶ τὰ χωρία διὰ νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ τὰ εἰρηνοδικεῖα. Εἰς τὴν Κέρκυραν ἐπῆγα εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπου, ἐπειδὴ ἤμην πλέον ἐλεύθερος παρὰ εἰς τὴν Χαλκίδα, διέμεινα ἀρκετὰς ὥρας καὶ παρέστην εἰς πολλὰς δίκας. Εἰς τὴν Ζάκυνθον, τὴν πατρίδα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἔπραξα τὸ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ ἠξεύρῃ ......
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρω.
§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σεῖς ἔχετε ἀπ’ ἐκεῖ ὅλας τὰς πληροφορίας. Λοιπὸν ἐφθάσαμεν τὴν ἕκτην ὥραν· ὁ πλοίαρχος εὐνοϊκῶς μοῦ παρεχώρησε δύω ὥρας· αὐτὰς λοιπὸν μετεχειρίσθην διὰ νὰ ἴδω τὰ καταστήματα τῶν δικαστηρίων. Εἰς τὰς Πάτρας παρέστην εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ τοῦ ἐμποροδικείου καὶ τοῦ ἐφετείου καὶ ἦτο καθῆκον κοινὸν, ὅπερ ὁ τυχὼν ἄνθρωπος, ὁ τυχὼν Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ. Μεταβαίνων λοιπὸν εἰς τὴν Χαλκίδα, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἐπαρχία μου, ἐνόμιζον ὅτι αὐτὸ τὸ καθῆκον μοὶ ἐπεβάλλετο ἀκόμη περισσότερον, ἀλλ’ ἤμην λίαν ἀπησχολημένος, δὲν ἤμην καὶ βέβαιος ἐὰν ἠμποροῦσα νὰ ὑπάγω. Εἶχον ἔλθει οἱ δικασταὶ τὸ πρωῒ διὰ νά μὲ ἴδωσι καὶ μὲ εἶπον, ὅτι ἔχουν δικαστήριον τὴν δεῖνα ὥραν, καὶ ἂν ἠμποροῦσα νὰ ὑπάγω· εἶπον δὲν εἶμαι βέβαιος, ἀλλ’ ἐὰν ἠμπορέσω, θὰ ἔλθω. Ἐν τούτοις πολλὰ βραδέως τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἐξῆλθον διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὸ δικαστήριον, καθόσον δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀναχωρήσω τῆς Χαλκίδος, χωρὶς νὰ ἐπισκεφθῶ τὰ δικαστήρια· ἐκίνησα λοιπὸν τὴν 11, ἐνῷ τὸ δικαστήριον ἄρχεται τῆς συζητήσεως ἀπὸ τῆς 9· εἶχε δὲ ἐκείνην τὴν ἡμέραν 30 δίκας νὰ συζητήσῃ. Ἔφθασα μετὰ τὴν 11, ὅπου εὑρίσκετο μία δικαζομένη δίκη ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας. Ἐνώπιόν μου ἐξητάσθησαν δύο μάρτυρες, καὶ ἀμέσως ἤρχισεν ἡ κατηγορία καὶ ἡ ὑπεράσπισις. Ἔμεινα λοιπὸν, καθὼς ἤθελε μείνει καὶ ὁ τυχὼν ἄνθρωπος, ὁ τὴν ἐλαχίστην περιέργειαν ἔχων ν’ ἀκούσῃ τὰς συζητήσεις· καὶ ἐγὼ ἠμποροῦσα νὰ μείνω καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως διὰ νὰ ἴδω τί ἤθελε ἀποφασίσει τὸ δικαστήριον, διότι ἐπεθύμουν νὰ σχηματίσω ἰδέαν περὶ τῆς ἱκανότητος, τῆς εὐθύτητος, τῆς δικαιοσύνης τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον ἀπεσύρθη ν’ ἀποφασίσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπροχώρησεν ἡ ὥρα, καὶ ἤθελα νὰ μεταβῶ εἰς οἰκίαν φιλικὴν διὰ νὰ γευματίσω, ἀνεχώρησα. Κατόπιν ἐν τῇ οἰκίᾳ μου ἔμαθον, ὅτι κατεδικάσθησαν εἰς ἓν ἢ δύω ἔτη, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀποδείξω ποῖοι ἦσαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων μεριμνᾷ τόσον πολὺ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου! Ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ὁμολογίας αὐτῶν, αὐτοὶ ἐκ συστάσεως ἀπεφάσισαν νὰ κλέψουν 300 δραχμὰς ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον εἶδον ὅτι ἔχει χρήματα καὶ μετεχειρίσθησαν ὡς μέσον τὴν μέθην. Λοιπὸν εἰργάσθησαν ἐπὶ ὥρας ἱκανὰς διὰ νὰ ἐκτελέσωσι τὸν σκοπόν των καὶ τὸν ἐξετέλεσαν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατηγορία, περὶ ἧς ἐδικάζοντο. Ποῖα δὲ ἦσαν τὰ πρόσωπα; Ὅπως ἤκουσα ἐκ τῆς συζητήσεως, ἦσαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐκτὸς ἑνός, ὁ ὁποῖος ἦτο Θηβαῖος, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρω ποίας διαγωγῆς εἶναι, διότι συνέπεσε νὰ ᾖναι καὶ αὐτὸς εἰς τὴν σύστασιν, ἦσαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀπείρους καταδίκας εἰς τὴν ῥάχιν των, ἐπὶ βιασμῷ, ἐπὶ τραύμασι, ἐπὶ κλοπαῖς, ἐπὶ χιλίοις ἐγκλήμασι, καὶ ἦσαν οἱ ἐξώλεις καὶ προώλεις τῆς κοινωνίας, κατὰ τῶν ὁποίων ἐξανίσταται ὁλόκληρος ἡ κοινωνία τῆς Χαλκίδος. Μὴ νομίζητε δὲ ὅτι αὐτοὶ ἀνήκουν εἰς κανένα· εἶναι πολὺ κοῦφος καὶ μωρὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς κακούργους, ἢ ὁ ὁποῖος θεωρήσῃ, ὅτι ἀνήκουν εἰς αὐτόν. Προχθὲς ἦτον ὁ κ. Φλογαΐτης εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος παρεξενεύετο καὶ ἐγέλα, ὅτι τινὲς ἐθεώρουν αὐτὰ τὰ πρόσωπα ὅτι τοῖς ἀνῆκον, μολονότι ἐγὼ ἐκ πάσης καρδίας τοῖς τὰ χαρίζω. Ἀλλὰ μοὶ εἶπεν ὁ κ. Φλογαΐτης, αὐτὰ ἦσαν καὶ ἰδικά μου. Τί δὲ ἄλλο συμβαίνει; ἐκείνην τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ καταδίκη, εἶχον ὑπάγει εἰς μίαν οἰκίαν νὰ ἐπισκεφθῶ τινα καὶ ἐκεῖ εὗρον καὶ δύο ἀνθρώπους, ἐκ τῶν ὁποίων εἷς φίλος τοῦ κ. Ἀβέρωφ μοὶ ἔλεγεν ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς δύω ἔτη, εἶναι ἰδικοί μας. Καὶ πράγματι ἄνθρωποι αὐτῆς τῆς ποιότητος δὲν ἀνήκουν εἰς κανένα, ἀνήκουν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς διαθέσεις των. Ἐγὼ ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ ἐμαυτοῦ, ὥστε ὄχι μόνον περὶ τοιούτων ἀνθρώπων δὲν ἐσκέφθην ποτὲ, ἀλλ’ οὔτε περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑπερασπίζονται· καὶ ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς ἓν κοινοβούλιον νὰ παρίστανται βουλευταὶ νὰ θέλουν νὰ ἀποσπάσουν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης ἀνθρώπους ἀποδεδειγμένους ἐνόχους τοιούτων ἐγκλημάτων. Αὐτὰ καταβιβάζουν πολὺ τὰ κοινοβούλια.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ λέγετε σεῖς.
§50ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἀπόφασις τῶν δικαστηρίων. Πρὸς ποῖον σκοπὸν λοιπὸν σεῖς ἔρχεσθε, καὶ λέγετε ὅτι δῆθεν ἡ παρουσία μου ἐπήνεγκε τὴν καταδίκην; Ἐγώ, κύριοι, ἐσεβάσθην τὰ δικαστήρια, καὶ εἶναι καὶ ἡ συνείδησις τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ αὐτῶν τῶν δικαστηρίων. Ἐγώ, κ. Λομβάρδε, δὲν ἐτηλεγράφησά ποτε εἰς τὰ δικαστήρια τί πρέπει νὰ κάμουν, καὶ προκαλῶ τοὺς πάντας ὅσοι ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τι ἐναντίον μου νὰ τὸ παρουσιάσουν καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὸν τύπον. Ἠδυνάμην μάλιστα νὰ μεταβιβάσω τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν, ἣν ὤφειλον νὰ αἰσθανθῶ, ἀπέναντι τοιούτων τεράτων καὶ νὰ περιμείνω τὴν ἀπόφασιν· ἀλλὰ, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς παρεστάθην εἰς τὴν δίκην, ἐκ περιστάσεως εὑρεθεὶς εἰς αὐτὴν, καὶ μετὰ ταῦτα ἀνεχώρησα. Νομίζω ὅτι ἀρκούντως ἀπήντησα.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, εἴπατε ὅτι δὲν ἐτηλεγραφήσατε τὶ θὰ κάμουν τὰ δικαστήρια.
§52ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί πρέπει νὰ κάμουν.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῆτε· εἶναι κανὲν τοιοῦτον γεγονός;
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος τὰ βγάζει εἰς τὸ φανερόν. Ἕκαστος ἔχει τὴν συνείδησίν του καὶ ἂς κρίνῃ.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, κύριε ὑπουργέ· δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται τὸ τοιοῦτον· ἀλλὰ τώρα θὰ ὁμιλήσω, σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ἐτηλεγραφήσατε εἰς τὴν Κόρινθον ν’ ἀνασταλῶσι τὰ δικαστικὰ ἐντάλματα.
§56ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἓν ἀπὸ τὰ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἠμπορῶ νὰ καυχῶμαι, καὶ τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὸ σέβας μου ὡς πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς νόμους καὶ ἐν γένει τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, εἶναι ἡ πρᾶξις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἐνετειλάμην. Ἐτηλεγράφησα εἰς Κόρινθον καὶ εἰς ὅλους τοὺς εἰσαγγελεῖς κατὰ τὰς 5 ἡμέρας τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν νὰ μὴ φυλακίσωσι τοὺς ἐνταλματίας διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι, ἐὰν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐφυλακίζοντο τοιοῦτοι ἄνθρωποι, ἀναντιῤῥήτως τότε τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς περιωρίζετο· ἤξευρα μάλιστα ὅτι πολλὰ τῶν προσώπων τῶν κατηγορουμένων ἦσαν μέλη τῶν ἐπιτροπῶν, μάλιστα εἰς αὐτὴν τὴν Χαλκίδα ἦσαν ἀντίθετα ἐμοῦ τὰ πρόσωπα ταῦτα, δὲν θέλω νὰ εἴπω τί γράμματα ἔλαβον, διὰ τῶν ὁποίων κατηγόρησαν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὡς ἀκατονόμαστον. Τότε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸ μέτρον τοῦτο πρὸς σωτηρίαν τῶν Νοταραίων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐντάλματα κατ’ αὐτῶν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου μὲ εἰδοποίησεν ὁ εἰσαγγελεὺς Ναυπλίας.
§57Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποτὲ δὲν εἶχον ἐντάλματα οἱ Νοταραῖοι.
§58ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ γνωρίζω πολὺ καλά· ἐγὼ ἔλαβον ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα Καρύκην, ὁ ὁποῖος μοὶ λέγει ὅτι ἐντάλματα ὑπάρχουν εἰς τὴν χωροφυλακὴν πρὸς σύλληψιν τῶν Νοταραίων· εἶδον ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν· ἀμέσως ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψω τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Ἀπήντησα λοιπὸν νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσιν, καὶ συγχρόνως ἔκαμα ἐγκύκλιον εἰς ὅλους τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ τηρήσουν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν καὶ νὰ μὴ φυλακίσουν κανένα μέχρι τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν.
§59ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν εἶχον, κύριοι βουλευταὶ, σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἵνα σᾶς ἀπασχολήσω ἀσκόπως, ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον ἵνα ἀποκρούσω τὴν κατ’ ἐμοῦ ἐξύβρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λαλῶν πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, καὶ δικαιολογούμενος περὶ τοῦ διορισθέντος ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν Σύρου, ἀνέφερεν ὅτι οὐδεμία ἄλλη πρᾶξις, ἐκτὸς τοῦ τελευταίου βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν ἐν Λαμίᾳ πρωτοδικῶν, ὑπῆρχε κατ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ τότε τοῦ ὑπενθύμησα ὅτι ὑπάρχει καταδικαστικὴ ἀπόφασις ἐκκρεμὴς καὶ ἓν βούλευμα· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἀποτόμως ἐξέφερεν ὅτι αὐτὸ εἶναι συκοφαντία, μὲ ἀπεκάλεσεν ἐν ἄλλαις λέξεσι συκοφάντην. Τοῦτο δὲν τὸ ἀνέχομαι. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς κατόπιν λαλῶν, εἶπεν ὅτι ὑπάρχει βούλευμα καὶ τὸ γνωρίζει, καὶ ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις κατ’ ἐρήμην, λέγω ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι ἐξύβρισις τὴν ὁποίαν μόνον ἄνθρωπος ὄχι καλῆς ἀγωγῆς καὶ ἠθικῆς, κάμνει (θόρυβος). Διὰ νὰ μάθητε ὅμως, κύριοι βουλευταὶ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ δικαστήρια σήμερον, ἀκούσατε ὀλίγα τινὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐκθέσω, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἔρχομαι νὰ κατηγορήσω. Ἀκούσατε λοιπὸν τί συνέβησαν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου ὁ Ἰωάννης Μανδαλογεώργης εἶχεν ἀγρόν· ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀγρὸν παρακείμενον. Ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ νὰ καταλάβῃ τὸν ἀγρὸν αὐτὸν ἔβαλε τοὺς κολλήγας του καὶ τὸν ἔσπειραν. Ὁ Μανδαλογεώργης θέλων νὰ διατηρήσῃ τὴν κατοχήν του ἐπῆγε δι’ ἀροτριάσεως καὶ κατέστρεψε τὴν σπορὰν μόνον καὶ μόνον ἵνα διατηρήσῃ τὴν κατοχήν του· μηνύεται κατὰ τὰ 1866 ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, παρίσταται ὁ κ. ὑπουργὸς ὡς πολιτικὸς ἐνάγων, ζητεῖ ἀναβολὴν ὁ κατηγορούμενος, δὲν δίδεται, ἀποσύρεται καὶ δικάζεται ἐρήμην καὶ κηρύττεται ἀθῶος. Ἔρχεται πάλιν ὁ αὐτὸς ὡς κατηγορούμενος εἰς τὸ δικαστήριον κατὰ τὸν παρελθόντα σεπτέμβριον διὰ πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν· μάτην οἱ δικηγόροι ἐπικαλοῦνται τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν περὶ κυριότητος, ἣν ἐκίνησεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ἀναγνωρίσας τὴν κατοχὴν τοῦ ἀγροῦ εἰς τὸν κατηγορούμενον, μάτην λέγουν ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἀντικείμενον πολιτικῆς διαφορᾶς, τὸ δικαστήριον τὸν κηρύττει ἔνοχον ἐπὶ φθορᾷ, τώρα πρὸ ὀλίγων μηνῶν, κατὰ τὸν σεπτέμβριον, καὶ τὸν καταδικάζει εἰς φυλάκισιν καὶ εἰς ἀποζημίωσιν.
§60ΚΟΤΖΙΑΣ. Ἀνεβλήθη.
§61ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὄχι, δὲν ἀνεβλήθη. Ἰδοὺ, ἀκούσατε· ἠθωώθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 366 τῆς 19 8βρίου 1867 ἀποφάσεως τοῦ πλημμελειοδικείου Χαλκίδος· κατεδικάσθη ἐρήμην διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 270 τοῦ 1869 ἀποφάσεως τοῦ αὐτοῦ δικαστηρίου, καὶ κατόπιν πάλιν δι’ ἄλλης ἀποφάσεως κατεδικάσθη κατ’ ἀντιμωλίαν. Ὁ Ἰωάννης Αὐγερινὸς καὶ Εὐστάθ. Βενέτης ἦσαν κολλῆγαι τοῦ συναδέλφου μου κ. Πετσάλη, ἐνοικίασεν εἰς αὐτοὺς τὰ ἐλαιόδενδρα τοῦ κτήματός του, οἱ ἐνοικιασταὶ αὐτοὶ κοντὰ εἰς τὰ ἐλαιόδενδρα τοῦ κ. Πετσάλη, συνέλεξαν καὶ ἄλλα ἐλαιόδενδρα ἑνὸς κατοίκου, τοῦ χωρίου Ἁγίου· αὐτὸς τοὺς κατεμήνυσεν ἐπὶ κλοπῇ, καὶ τί νομίζετε ὅτι συνέβη; κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Χαλκίδι πλημμελειοδικῶν Σπυρόπουλος καλεῖ ὡς μάρτυρας κατηγορίας ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ μηνυτοῦ προταθέντων, καὶ τὸν ἐπιστάτην τοῦ κ. Πετσάλη καὶ ἄλλους μάρτυρας τοὺς ἀγροφύλακάς του, καὶ τοὺς ἐξετάζει ὡς μάρτυρας κατηγορίας, ἐνῷ ἦσαν μάρτυρες ὑπερασπίσεως. Ἐκλητεύθησαν λοιπὸν ὡς μάρτυρες κατηγορίας, ἐξητάσθησαν ὡς μάρτυρες κατηγορίας καὶ ἐπληρώθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου (θόρυβος).
§62ΔΑΓΡΕΣ. Εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, κ. πρόεδρε.
§63ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Παραδέχομαι, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἠμποροῦσε νὰ τοὺς κλητεύσῃ ὡς μάρτυρας ὑπερασπίσεως, οὐδέποτε ὅμως ὡς μάρτυρας κατηγορίας, καὶ νὰ τοὺς ἐξετάσῃ ὡς τοιούτους. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πρώτης αὐγούστου τῶν ἐν Χαλκίδι πλημμελειοδικῶν, εἷς τῶν κατηγορουμένων ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης του, διὰ νὰ φέρῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως· τὸ δικαστήριον παρεδέχθη τὴν ἀναβολὴν, ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος ἀντέτεινεν. Ὁ εἰσαγγελεὺς ὀργισθεὶς ἁρπάζει τὰς δικογραφίας τῶν ἄλλων δικῶν, περὶ τὰς 15, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν εἰσαγγελίαν καὶ ἐματαίωσεν οὕτω τὴν συνεδρίασιν. Ὑπέστη λοιπὸν τὸ ταμεῖον ζημίαν πλέον τῶν 500 δραχμῶν, διότι οἱ μάρτυρες ἦσαν προσκεκλημένοι καὶ ἀνεχώρησαν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§65ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, λαλῶ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ δικαστήρια. Λέγω, κύριοι, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων καὶ ὁ ὑπουργὸς εὐθύνεται διὰ τοῦτο καὶ τὸν ἐρωτῶ μάλιστα νὰ μάθω, ἂν ἐπέβαλε τιμωρίαν εἰς τὸν εἰσαγγελέα. (θόρυβος).
§66ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἄξια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βήματος.
§67ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶχον καὶ ἄλλα πολλὰ νὰ ἐκθέσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν ταράσσονται, ἐπὶ τοῦ παρόντος παύω, καὶ ἂν μοὶ δοθῇ ἀφορμὴ, θέλω εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ ἐκθέσω κατόπιν πλειότερα.
§68Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης) Ὁ κ. προλαλήσας ἀνέφερε πράγματα, τὰ ὁποῖα λέγονται μόνον ἐντὸς τῶν εἰρηνοδικείων. Βεβαίως θὰ ἦμαι μωρὸς καὶ ἀνόητος, ἂν ἀπαντήσω εἰς τὰς προσβολὰς, τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμε.
§69ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἔκαμα καμμίαν προσβολήν.
§70Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ὁ προλαλήσας κατεβίβασε τὴν Βουλὴν εἰς τὴν θέσιν εἰρηνοδικείου, καὶ ὅλως διόλου παρεγνώρισε τὸν προορισμὸν τοῦ θέματος. Δὲν καταδέχομαι οὔτε λέξιν νὰ εἴπω εἰς ὅσα ἀκαιρολογῶν ἀνέφερεν. Εἶναι ἀλλοῦ τὸ στάδιον, ὅπου δύνανται νὰ καταθέτουν τὰ παράπονα. Λέγω ὅτι δὲν καταδέχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς προσβολὰς, τὰς ὁποίας ἔκαμε, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει τὸν βαθμὸν τῆς ἀνατροφῆς....
§71ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τῆς ἰδικῆς σου ἀνατροφῆς.
§72ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διότι ἐγὼ, ὅταν εἶπον συκοφαντοῦν, εἶχον τοὺς λόγους μου· ὁ ὑποβολεὺς τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ κ. Λομβάρδου εἶναι ἡ ἐξοχότης του. (Δεικνύει τὸν βουλ. Οἰκονόμον).
§73ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Λομβάρδου.
§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν μοὶ εἶπε τίποτε. Μόνον ἀφοῦ ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν μοὶ εἶπε, διὰ τί δὲν μὲ ἠρώτησες;
§75Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν τινὲς ἀγορεύοντες νομίζουν, ὅτι εὑρίσκονται ἐνώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου καὶ εἰρηνοδικείου καὶ ῥίπτουν λέξεις καὶ ἐπιχειρήματα χωρὶς νὰ στηρίζωνται εἰς τὰ πράγματα, τὸ τοιοῦτον λέγεται συκοφαντία καὶ γραμματικῶς καὶ νομικῶς. Ἐγὼ δὲν εἶπον τὴν λέξιν συκοφαντία, παρὰ νὰ προσβάλω τοὺς λόγους καὶ τὰς πράξεις.
§76ΣΚΑΡ. ΣΟΥΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος μοὶ ἔκαμε τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις· πρῶτον, ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ἂν ἐκάη ὁ στρατὼν Τατάρκινας, ὅστις ἔμεινεν ἀφρούρητος. Ὁ στρατὼν οὗτος δὲν εἶναι στρατὼν, εἶναι μία καλύβη ἀχυροσκέπαστος χρησιμεύουσα διὰ τὸν χειμῶνα. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖ ὑπάρχει ποταμὸς, ὁ ὁποῖος τὸ καλοκαῖρι εἶναι πανταχοῦ διαβατὸς, οἱ στρατιῶται εἶχον διαβῆ, καὶ φαίνεται ὅτι ἐπέρασαν χωρικοὶ ἐκεῖθεν καὶ τὴν ἔκαυσαν. Εἶναι μία καλύβη, ἥτις γίνεται εἰς μίαν ἡμέραν. Ἡ δευτέρα ἐρώτησις εἶναι ἂν εἰς τὴν Λοκρίδα χωρικοὶ συνελήφθησαν ἀπὸ ληστὰς καὶ ἐκακοποιήθησαν. Τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου ἀνεκαλύφθη ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιταίων εἰς τὸν δῆμον Διπλασιών, εἰς τὸ χωρίον Λεβαντί· εἰδοποιήθησαν τὰ ἀποσπάσματα περὶ τούτου καὶ ἤρχισαν τὴν καταδίωξιν· τότε δὲ ἅμα συναντήθησαν μὲ τοὺς ληστὰς, οἱ λησταὶ ἠπείλησαν τοὺς χωρικοὺς, αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Τρίτον ἐζήτησε σημείωσίν τινα, τὴν ὁποίαν καταθέτω.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναβαίνω τὸ βῆμα, ἵνα ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τοὺς κ. ὑπουργοὺς διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθησαν νὰ δώσωσιν. Ἔκαμα τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, ὡς ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως λάβω πληροφορίας· δὲν διεβεβαίωσα τὰ γεγονότα, ηὐχήθην μάλιστα νὰ διαψευσθῶσι. Προσθέσατε ὅτι ἔκαμα τὴν ἐρώτησιν, ὅπως διαψευσθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ λέγονται. Αἱ ἀπαντήσεις καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκαν οἱ κ. ὑπουργοὶ, θὰ ὁδηγήσωσι καὶ ἐμὲ καὶ πολλοὺς ἀπὸ ὑμᾶς, ὅσοι σκοπεύετε νὰ λάβητε τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ δὲν ἤθελον ἀναβῆ τὸ βῆμα, καὶ ἤθελον κάμει ἁπλῶς τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅτι δηλ. μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκαν οἱ κ. ὑπουργοὶ ἐπιφυλασσόμεθα εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἤθελον, λέγω, ἀναβῆ τὸ βῆμα ἂν δὲν εὐηρεστοῦντο τινες τῶν κ. ὑπουργῶν, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ παρενείρῃ καὶ ἕτερα ζητήματα καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι εἶμαι ὑπόχρεως, καθ’ ὃ ὀπαδὸς τοῦ Ἀσκληπιοῦ, νὰ μὴ τὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως, καθότι ὁ Ἀσκληπιὸς μὲ διδάσκει ὅτι εἶναι μερικαὶ ἀναθυμιάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἂν δὲν προσέξῃ ἑτέρας ἀναθυμιάσεις τις ν’ ἀντιτάξῃ ἠμποροῦν νὰ μολύνουν τὸν ἀέρα. Εἶναι μάθημα οὐχὶ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἀλλὰ τοῦ Ἀσκληπιοῦ. Θέλω ὁμιλήσει, καθὼς εἶπον, ἀργότερα ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ μᾶς δώσῃ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ κ. Παγανέλη, ἀφοῦ μᾶς δώσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης πρὶν ἢ μᾶς ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας τῷ ἀπηύθυνα, ἐνῷ ἄφησε μάλιστα πολλὰς ἄνευ ἀπαντήσεως, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὁ βουλευτὴς τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἐπερωτήσεις. Διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ ἐπερωτήσητε παρὰ ὅταν προσβάλλω νόμον, καὶ ἂν δὲ πάλιν κάμῃ τις ἐπερώτησιν, διατί προσβάλλει νόμον, θὰ εἴπῃ, ὅτι οὕτω πως ἐννοεῖ αὐτὸς τὸν νόμον καὶ δὲν τὸν προσέβαλε. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἀρχή σας, κ. ὑπουργὲ, δὲν εἶναι ἀπόλυτος καὶ ὀφείλετε λόγον ὄχι μόνον, ὅταν παραβιάζετε νόμον......
§78Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι.
§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς μοὶ λέγει ὄχι· σημειώσατέ το στενογράφοι. —Ὄχι μόνον ὅταν παραβιάζετε νόμον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλας τὰς ἄλλας πράξεις σας ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐπερωτήσουν οἱ βουλευταί. Τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, κύριοι, δὲν τὸ ἐσπούδασα, εἶπεν ἀληθῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης· δὲν τὸ γνωρίζω· δὲν ἠξεύρω, δὲν ἐσπούδασα παρὰ τὴν ἰατρικὴν καὶ διὰ τοῦτο πρὶν ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν ἐπῆγα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὸν ἠρώτησα εἰπὼν, ὅτι σκοπὸν ἔχω νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν, εἶναι συνταγματική; Μοὶ εἶπε ναί, καὶ μοὶ ἐνεθύμησεν ὅτι αὐτὸς ἄλλοτε εἶπεν εἰς τὸν κ. Βούλγαρην «τίς εἶσαι σὺ, ὅστις παύεις καὶ μεταθέτεις ὑπαλλήλους, ὅπως ἐπηρεάσῃς τὰς ἐκλογάς;» Προκειμένου δὲ περὶ παύσεων καὶ μεταθέσεων ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης μᾶς τοὺς ἐπήνεσε καὶ μᾶς τοὺς ἐνεκωμίασε, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κάμω ἐπερώτησιν; Ὁμιλῶ περὶ τοῦ Κοντολέοντος, περὶ τοῦ ὁποίου μᾶς εἶπεν ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐζήτησε ν’ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἔχει πλήρη τὴν σύνταξίν του, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἑτοιμάζεται νὰ ἐκφράσῃ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος τὴν εὐαρέσκειάν του. Εἶναι συνεπὴς ὁ κ. ὑπουργὸς, καθότι καὶ ἄλλοτε μᾶς εἶπε ὅτι εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων δικαστῶν ὁ Κοντολέων. Καὶ ὅμως ἔχετε ἔκθεσιν, κ. ὑπουργὲ, ἀπὸ δύο εἰσαγγελεῖς, τοὺς ὁποίους σεῖς ἀναγνωρίζετε ὡς καλοὺς, ἀπὸ τὸν κ. Δουκάκην καὶ Μπένσην, τὸν ὁποῖον διωρίσατε ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, ὁποῦ ἤλθετε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀνίκανος καὶ φατριαστής· εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων του ἦτο φατριαστικώτατος· ἔχει πλήρη τὴν σύνταξίν του καὶ εἰσέτι δὲν ἐξῆλθε τῆς θέσεως τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου τούτου ἔχετε καταγγελίας παρὰ μαρτύρων, τῶν ὁποίων τὴν κατάθεσιν μετέτρεψε καὶ εὑρέθησαν εἰς θέσιν νὰ καταθέσωσι τὰς μαρτυρίας των εἰς χεῖρας συμβολαιογράφου, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον εἴπετε ὅτι θὰ τῷ ἐκφράσητε τὴν Βασιλικὴν εὐαρέσκειαν. Εἴπατε διὰ τοὺς Διογενίδην καὶ Βαλέταν καὶ Γκιὼν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δύνανται νὰ τιμήσωσι καὶ τὸ Βέλγιον, καὶ ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ τιμήσωσι τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπηρετοῦν, καὶ ἐπειδὴ ἡ πρόσκλησις εἰς Ἀθήνας θεωρεῖται ὡς προβιβασμὸς, καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις ὡς ποινὴ, μᾶς εἴπατε ὅτι λόγοι τῆς ὑπηρεσίας ἐπροκάλεσαν τὴν ἐξ Ἀθηνῶν ἀπομάκρυνσίν των· ἐγὼ ὅμως ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ δὲν δύνασθε νὰ μοῦ τὸ ἀρνηθῆτε. Περὶ Χαντζάρα· ἤθελον ἀφήσει, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον νὰ τὸ συζητήσω εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἐὰν ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν ἤθελε συνδέσει αὐτὸ μὲ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν εἰς ἐμὲ, ὅτι δηλ. εἶχε διορισθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1867 εἰς τὰς Πάτρας ἕνας ἐπιστάτης τῶν ἐκεῖ φυλακῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ ἀναιρέσει. Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ γνωρίζω· δὲν ἐνθυμοῦμαι τοῦτο, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ἂς τὸ παρουσιάσῃ· ἐὰν δὲ τυχὸν ᾖναι ἀληθὲς, ἐδῶ ἠμπορεῖ νὰ προταθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς δι’ ἑαυτὸν, ὅτι τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον δὲν τὸν ἐγνώριζον καὶ δὲν ἔχω πληροφορίας περὶ αὐτοῦ, καὶ ἠξεύρετε διατί σᾶς λέγω νὰ φέρητε αὐτὰ τὰ γεγονότα, ἐὰν ὑπάρχουν; διατί σᾶς ἔκαμα ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις τὰς ἀναφερομένας εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; ἐπειδὴ ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὰ 1867, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν διὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φορὰν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐφώναζαν ὅτι κατεστράφησαν τὰ δικαστήρια, ἔφερον τὸν κατάλογον τῶν παυθέντων δικαστῶν καὶ ἐπροκάλεσα ὡς προκαλῶ ὅλους καὶ ὑμᾶς, κύριε ὑπουργὲ, οἵτινες ἔχετε τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἔγινε τότε καμμία παῦσις μὴ προταθεῖσα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων προσώπων, μὴ δικαιολογημένη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§80Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ Τζάτζος Θέου διατί ἐπαύθη;
§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοις διὰ τοῦ τύπου, ὅτι ἡ παῦσις τοῦ Τζάτζου ἐγένετο κατὰ λάθος, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ τὸν ἐπαναφέρω, εἶπον εἰς τὸν διαδεχθέντα με κύριον Μωραϊτίνην, ὅτι ὅλαι αἱ παύσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα, ἐβασίζοντο ἐπὶ τῶν ἁρμοδίων ἐκθέσεων τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν· σᾶς παρατηρῶ δὲ ὅτι μίαν παῦσιν ἔκαμα, ἡ ὁποία ἦτον ἄδικος, τοῦ Τζάτζου Θέου, σᾶς παρακαλῶ καὶ σᾶς συνιστῶ θερμῶς νὰ τὸν ἐπαναφέρητε καὶ διορθώσητε σεῖς αὐτὸ τὸ λάθος· καὶ ὁ κ. Μωραϊτίνης τὸ ἔπραξε.
§82Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Περὶ Τζέγκου καὶ Βαρνακιώτου;
§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ αὐτῶν εἴπατε καὶ τότε καὶ ἔφερον τὰ ἔγγραφα ἐν τῇ Βουλῇ, (δὲν ἠξεύρω ἂν ἦσθε καὶ σεῖς τότε βουλευτὴς) καὶ ἐμείνατε σιωπηλοὶ, διότι δὲν εἶχαν τί ν’ ἀντιτάξωσι.
§84ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐπαύσατε τὸν Πάγκαλον, σᾶς ἔγινεν ἐπερώτησις, καὶ τότε εἴπατε ὅτι εἴχετε δικαίωμα νὰ τὸν παύσητε.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. — Περὶ Χαντζάρα παραδέχομαι ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐγνώριζε τὰ προηγούμενα, ἀφοῦ τὸ διαβεβαιοῖ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ἐν Χαλκίδι κατεδικάσθη ἐπὶ δύο ἔτη· ἀφοῦ τὸ διαβεβαιοῖ. Ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο ὅτι, ὅτε τὸν εἶχε διορίσει ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν Σύρου, ἐξεδόθη βούλευμα ληστείας κατ’ αὐτοῦ· ἐγνώριζεν ὅτι εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ τραύματι.
§86Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς εἶπε κανεὶς, ὅτι κατεδικάσθη ἐπὶ τραύματι; ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατεδικάσθη ἐπὶ δύο ἔτη ἐρήμην, ὅτι ἀνέκοψε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ ἠθωώθη, σεῖς προσθέτετε.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παραδέχεται ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι ἦτο φυγόδικος, καὶ ὅτι συνεννοήθη μὲ τὴν ἑταιρίαν τοῦ Σπανοῦ καὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ἐνῷ ὁ Χαντζάρας ἦτο ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν Σύρου, τὸ ὁποῖον, ὅταν τὸ ἔμαθε, τὸν ἀπέλυσε, βούλευμα ἐξεδόθη κατ’ αὐτοῦ, ὅτι εἶχε συνενωθῆ μὲ λῃστάς· τοῦτο μᾶς εἴπατε πρὸ ὀλίγου, καὶ ὑμεῖς τότε τὸν ἐπαύσατε, ἀντὶ νὰ διατάξητε νὰ συλληφθῇ. Ἔρχομαι εἰς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα περὶ τῆς ἐπισήμου παρευρέσεώς του εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ δικαστηρίου Χαλκίδος· ὁ δὲ ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπερώτησις προτείνεται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διάφορον αὐτοῦ ἰδέαν περὶ ἠθικῆς, παρεπονέθη δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ὡμίλησέ τις εἰς τὴν Βουλὴν ὡς νὰ εὑρίκεται εἰς εἰρηνοδικεῖον· ἀποτεινόμενος πρὸς αὐτὸν τῷ λέγω, ἕνας ὑπουργὸς, ὅστις λαλῶν ἐν τῇ Βουλῇ θέτει εἰς σύγκρισιν τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ καὶ ἑνὸς ἄλλου, λαλεῖ ὡς νὰ εὑρίσκετο ἐν τῇ Βουλῇ; ἀφίνω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· ἂν ἔχωμεν διάφορον ἰδέαν τῆς ἠθικῆς, ἐγὼ δὲν τὸ ἐξετάζω, διότι τότε πᾶν ἄλλο εἶναι τοῦτο, ἢ συζήτησις κοινοβουλευτική. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος λαλῶν ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχομεν διάφορον ἰδέαν τῆς ἠθικῆς, καὶ τοιοῦτον ζήτημα δὲν θέτω οὔτε ἠμπορῶ νὰ τὸ θέσω, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἔχομεν διαφόρους ἰδέας περὶ τοῦ τρόπου ἑνὸς ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἦναι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι ὅπου ἔχει ἀντιπάλους. Ἡ παρουσία του ἐκεῖ εἰς τὰ ἀκροατήρια τῶν δικαστηρίων δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν τὸ ἔκαμε μὲ αὐτὸν τὸν σκοπόν· ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ βέβαια αὐτός; ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε καὶ νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅταν ἕνας ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης παρευρίσκεται ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὑτοῦ πατρίδι, εἰς τὰ δικαστήρια, ὅταν αὐτὰ δικάζωσιν ἀντιπάλους του, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ νομίζω, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ἐπερωτήσω. Δὲν εἴχετε δίκαιον νὰ εἴπητε, ὅτι διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξω τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους οὔτε κἂν τοὺς γνωρίζω, οὔτε τὴν Χαλκίδα ἐπάτησά ποτε. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐστείλατε εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τῆς Κορινθίας, ἂν τοῦτο εἶναι βέβαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖ ν’ ἀμφιβάλλῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, τοῦτο θέλω τὸ ἐξετάσει, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκφράζω δὲ τὴν εὐχαρίστησίν μου διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκε, διὰ νὰ φέρωμεν ὡρισμένην πρότασιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§88Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἀπαντῶν ἀνέφερεν, ὅτι εὑρέθη ἠναγκασμένος νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν ἐνταλμάτων ἐπὶ διαφόρων ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασιν κατηγορουμένων, καὶ ἀνέφερε τὸν Νοταρᾶν· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ ὤφειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς ν’ ἀναφέρῃ ἀποδείξεις, ἵνα μὴ εἴπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε, καὶ ὤφειλε νὰ ἦναι καλῆς πίστεως· κατὰ τοῦ κ. Νοταρᾶ ἐδόθη καταγγελία κατὰ τὸ 1868, ὅτι ἀπέκρυπτε τὴν ληστείαν, ἀλλ’ αὐτὸ ὅμως ἐθεωρήθη ὡς προϊὸν κομματικῶν παθῶν, ἡ ἀνάκρισις προέβη καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, οὔτε κλῆσις δὲν ἔγινεν. Ἐκλεχθέντος βουλευτοῦ, ἡ ἀνάκρισις ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐξεδόθη βούλευμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατηγορία κατ’ αὐτοῦ, καμμία ἄλλη κατηγορία δὲν ἐγένετο, οὔτε ὑφίστατο ἑπομένως· ὑπῆρχεν ὅμως ἔνταλμα ἐναντίον τοῦ Νοταρᾶ, καὶ ἰδίως κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐξετέλεσαν καλπονοθεύσεις, ἀντιστάσεις, πλαστογραφίας καὶ 5 φόνους· κύριοι, ἐπιθυμητὸν εἶναι τὸ ἔθνος νὰ τιμωρήσῃ τὰ λαβόντα χώραν παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, καὶ ὁ χρόνος θὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ· ἐγὼ δὲν εἶχον διάθεσιν νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἀνέφεραν αὐτὸ, λέγομεν, ὅτι δὲν ἔγινεν ὑπὲρ τοῦ νόμου, ἀλλὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀντιθέτων ἡμῶν· διότι ἄνθρωποι, οἵτινες ἔζων διὰ κλοπῶν, ἦλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς μόνον διὰ νὰ μᾶς ἀντιπράξουν, ἦλθον φονεῖς, οἱ ὁποῖοι παρίσταντο ἐναντίον τῶν θυμάτων (θόρυβος).
§89Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀκούωμεν αὐτά.
§90Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι μόνον δὲν ὑπηρέτουν τοὺς σκοποὺς, δὲν συνετέλουν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν νόμων, ἀλλ’ ἦσαν ἐναντίον τῶν νόμων· ὅστις θέλει νὰ τὸ ἀναιρέσῃ, ἂς ἔλθῃ νὰ τὸ ἀναιρέσῃ.
§91Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πιστεύω, κύριοι, οἱ κύριοι Νοταραῖοι νὰ ἔχουν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἔντιμος προαγορεύσας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου ὡς ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅπως ἔκαμον καὶ ἄλλοι ὑπουργοὶ εἰς τὴν πατρίδα των. Μάλιστα συνέλαβον ἐπιστολὰς εἰς τα ταχυδρομεῖα καὶ τὰς ἤνοιξαν, διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἤθελον ἀνακαλύψει ἐγκληματικὴν ἐπέμβασιν καὶ ἀφοῦ ἀνέγνωσαν τὰς ἐπιστολὰς, τὰς παρέδωκαν εἰς τοὺς ἐπιστάτας, διότι εἶδον, ὅτι ἐσυσταίνετο εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἡ μεγαλειτέρα ἀμεροληψία καὶ ἡ μεγαλειτέρα αὐστηρότης. Κύριοι, οἱ Νοταραῖοι, ὡς ἤκουσα ἐγὼ τοὐλάχιστον, κηρύττουν τὴν εὐχαρίστησίν των ἀπέναντί μου διὰ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα, καὶ μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα ἀπὸ τὸν κ. Δημητριάδην νὰ ἐκφρασθῇ τοιουτοτρόπως, ἐνῷ φρονῶ, ὅτι ἀρκούντως ἐπείσθη διὰ τὴν διαγωγήν μου. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἀρχικὸν ζήτημα περὶ τηλεγραφημάτων πρὸς ἀναστολὴν ἐκτελέσεως ἐνταλμάτων ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι κατηγορουμένων, κύριοι, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κ. Δημητριάδης θέλω προσκαλέσει τὸν εἰσαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν νὰ μοὶ παρέξῃ τὰς ἀποδείξεις· διότι ὅ,τι ἀνέφερα ἦτο ἱστορικόν. Παρέλειψα δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἐπέδειξα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ τηλεγράφημα, ὅστις ἐνέκρινε τὸ μέτρον αὐτὸ ὡς συνάδον πρὸς τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπεμβῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς πλήρους ἐλευθερίας τοῦ ἐκλέγειν· τότε ἐγὼ, ἀφοῦ ἔκαμα τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Καρύκην, ἠθέλησα νὰ κάμω εἰδικὴν ἐγκύκλιον πρὸς ὅλους τοὺς εἰσαγγελεῖς πρὸς ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐνταλμάτων τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι κατηγορουμένων. Ἡ ἀρχὴ ὅμως ἐδόθη ἀπὸ τὸ Ναπύλιον, ὅπου ὁ κ. Καρύκης εἶπε ῥητῶς ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι εἰς τὴν χωροφυλακήν· καὶ ἀφοῦ μοὶ εἶπεν αὐτὸ, ἐγὼ εἶπον εἰς αὐτὸν ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ.
§92Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, διὰ τί δὲν ἐκτελοῦνται τὰ ἐντάλματα τώρα;
§93ΔΑΓΡΕΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρουσιάσῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν στατιστικὴν τῶν καταδικασθεισῶν καὶ καταδιωχθεισῶν ὑποθέσεων περὶ πλαστογραφίας καὶ καλπονοθεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τὸ 1865 μέχρι τοῦδε, καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν, ἂν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου ἐγένοντο αἱ μεγαλείτεραι καταδιώξεις, ἢ ἐπὶ τῶν παρελθόντων ὑπουργείων, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ παρόντος ὑπουργείου κατεδιώχθησαν περισσότεροι. Πιθανὸν κατὰ τὴν καταδίωξιν νὰ ἔλαβον χώραν ἀδικήματα, τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῶν αὐστηρῶν μέτρων τοῦ ὑπουργείου, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μάθωμεν πῶς διεχειρίσθη ἡ δικαιοσύνη, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην θέλω φέρει ἱστορικὰς ἀληθείας καὶ θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ τὴν διαχείρισιν ἄλλων ὑπουργῶν καὶ ἴσως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον σπουδαῖον μέρος εἰς τὰς προκειμένας ἐπερωτήσεις, ὅτι διεξήχθη ἡ Δικαιοσύνη μὲ πολὺ δυσάρεστον τρόπον, καὶ μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας.
§94Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ φέρητε τὸν κατάλογον ὅλων τῶν καλπονοθευτῶν τῶν καταδιωχθέντων καὶ φυλακισθέντων καὶ ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων τῶν εὑρισκομένων εἰς ἀνάκρισιν εἰσέτι.
§95ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά.
§96ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα κατηγορήθησαν, θὰ ἐνεργήσουν πάλιν τὰς νέας ἐκλογάς· δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅ,τι λέγομεν. (θόρυβος).
§97Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Κρεστενίτην, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ διαταχθῇ οὔτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν, οὐδὲ ἀπὸ κανένα. Ἡ Βουλὴ μόνον νὰ νομοθετῇ δύναται, τὰ νομοθετήματά της ὅμως ἔχουν ἰσχὺν εἰς τὸ μέλλον ὑποχρεωτικὴν, δὲν ἔχουν δὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ὁ κύριος Κρεστενίτης ὅσα λέγει εἶναι τῆς φαντασίας του. Ὅταν ἐκδοθῇ ἔνταλμα συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀναστείλῃ τὴν πορείαν τὴν διαγραφομένην ὑπὸ τῆς ποινικῆς δικονομίας.
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§100ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰσέτι εἰς τὸ σημεῖον τῶν ἐπερωτήσεων προσθέτω τὰ ἑξῆς. Πρό τινων ἡμερῶν ἔκαμα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν περὶ τοῦ ναυτιλιακοῦ τμήματος ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἐκεῖ λιμενάρχου· ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι περὶ τούτου ἔγραψε καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ὁποίαν ἀπάντησιν ἔλαβε.
§101Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ μὲν τῶν ἀφορώντων τὸ ναυτικὸν τμῆμα, τὸ παρὰ τῇ πρεσβείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐζήτησα πληροφορίας, ὡς ἐβεβαίωσα τὸν κ. βουλευτὴν τῆς Παρνασσίδος, τὰς ὁποίας εἰσέτι δὲν ἔλαβον Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ παραξενισθῇ διὰ τί ἐβράδυνον αἱ πληροφορίαι αὗται· διότι ἐν Κωνσταντινουπόλει πολλὰς εἶχον ἀσχολίας κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Περὶ δὲ τοῦ διορισμοῦ τοῦ λιμενάρχου, οὐδὲν ἔχω νὰ τῷ εἴπω, διότι ἐξακολουθῶ φροντίζων περὶ τῆς ἀνευρέσεως τοῦ καταλληλοτέρου προσώπου.
§102ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ γνωρίζετε, πόσον πάσχει ἡ ναυτιλία μας, ἀνήκων καὶ ἐγὼ εἰς ναυτικὴν πόλιν, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον καὶ πιστεύω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ ναυτικῶν, ὅταν ὑπερασπίζηται πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ αὐτὴν δὲν θέλει ἀκούσει ἐκ νέου, ὅτι ταῦτα λέγονται εἰς τοὺς δρόμους, ἀνάγκη νὰ λέγωνται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, ὅθεν δύναται νὰ πηγάσῃ πᾶσα θεραπεία, ἡ ὁποία δὲν κατορθοῦται ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν διοίκησιν. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀνέφερον, ὅτι ναυτιλιακὸν τμῆμα ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν θέσει ὡρισμένῃ Γαλατᾶ ἐσυστήθη ἀπὸ τὸ 1858 δυνάμει νόμου ἐπὶ τούτῳ ψηφισθέντος καὶ ὅτι τὸ 1866 τὸ τμῆμα τοῦτο μετεφέρθη εἰς Πέρα· τοῦτο δὲν εἶναι ἀδιάφορον διὰ τοὺς ναυτιλλομένους. Οὗτοι δοκιμάζουν πολλὰς ζημίας καὶ ἡ μετάθεσις αὕτη δίδει χώραν εἰς πολλὰς αἰσχροκερδείας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸ πτωχὸν βαλάντιον τῶν ναυτιλλομένων. Ἴσως ἤθελον ἀδιαφορήσει, ἂν δὲν ἐγνώριζον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους μετεφέρθη τὸ ναυτικὸν αὐτὸ τμῆμα ἀπὸ Γαλατᾶ εἰς Πέρα, καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλληνικὴ πρεσβεία τότε ἀνέφερε, ἂν δὲν ἐπρόκειτο σήμερον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπειδὴ κατόπιν δύναται νὰ παρουσιασθῇ τὸ κώλυμα τοῦτο, διὰ τοῦτο εἶχον τὸ θάῤῥος καὶ σήμερον νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ζητήσω συγχρόνως παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἴσως ἐβιάσθην, τὴν ἀπάντησιν. Μάλιστα ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ ἔκτοτε ἅμα μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία ἐκείνη παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐφρόντισα νὰ γράψω εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐκεῖθεν σήμερον ἔμαθα τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς μεταφορᾶς τοῦ τμήματος αὐτοῦ ἀπὸ Γαλατᾶ εἰς Πέρα. Εἶναι περιττὸν νὰ ζητήσω σήμερον ν’ ἀναπτύξω ὅλας τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν εἰς τοὺς ναυτιλλομένους ἀπὸ τὴν μεταφοράν· μὴ τὸ θεωρήσητε μικρὸν, εἶναι ἡ μεγαλειτέρα αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν παραπονοῦνται οἱ ναυτιλλόμενοι, διότι καθὼς εἶπον καὶ προχθὲς, μεγάλα δυστυχήματα δύνανται νὰ συμβῶσι ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην· εἶναι τοιαύτη ἡ διαφορὰ τῶν θέσεων, ὥστε εἶναι δυνατὸν εἷς πλοίαρχος ἐντὸς μιᾶς ὥρας νὰ κερδήσῃ ἓν ταξείδιον ἢ νὰ τὸ χάσῃ. Δύω λόγοι, κύριοι, παρουσιάζονται, οἵτινες ἐπροκάλεσαν τὴν μετάθεσιν τοῦ ναυτιλιακοῦ τμήματος ἀπὸ Γαλατᾶ εἰς Πέρα, λόγοι, τοὺς ὁποίους μανθάνω ἀπὸ ἐπιστολὴν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁποίους ἐγνώριζον ἐντεῦθεν· οἱ λόγοι εἰσὶν οὗτοι· ὁ ἄλλοτε πρέσβυς κ. Πέτρος Δεληγιάννης ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ναυτικὸν τμῆμα ἔπρεπε νὰ μεταφερθῇ εἰς Πέραν οὐχὶ δι’ ἕτερον λόγον παρὰ, διότι ᾠκονομεῖτο τὸ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος τοῦ ἐν Γαλατᾷ, τὸ ὁποῖον ἀνέβαινεν εἰς 5,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Τῳόντι μεγάλη καταστροφὴ τοῦ δημοσίου διὰ τὴν ναυτιλίαν 5,000 δραχμῶν ἔξοδον, ὅπερ ἔρχεται νὰ οἰκονομηθῇ, καὶ νὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα 2 καὶ 3 χιλιάδων πλοίων, διερχομένων τετράκις τοῦ ἔτους ἀπὸ Κωνσταντινούπολιν. Δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουν οἱ σπετιτόρες, εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ τμῆμα εἰς Γαλατᾶν, καὶ νὰ γίνεται κατὰ συνέπειαν ἡ εὐκολία εἰς τοὺς πλοιάρχους· χωρὶς νὰ συλλογισθῇ ὁ πρέσβυς ἐκεῖνος, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν λιμενικὴ ὑπηρεσία νὰ ὑπάρξῃ ἀκριβής, ἢ ἂν ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν, ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας προφανῶς φέρει, διότι ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην ὁ πλοίαρχος μὲ τὸ πλήρωμα νὰ μεταβαίνῃ εἰς Πέρα, καὶ τότε νὰ κάμῃ τὰ ἀποδημητήριά του· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν γίνεται ἐν τάξει, ὅπως ἡ ἀστυνομικὴ λιμενικὴ τάξις ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ δίδονται εἰς σπετιτόρους, οἵτινες μεταβαίνουσιν εἰς Πέρα καὶ κατὰ συνέπειαν κάμνουσι τὰ ἀποδημητήρια ἔγγραφα. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο δὲν φέρει βλάβην εἰς τὰ πλοῖα; μήπως δὲν ἐξοδεύονται αἱ ὧραι, δὲν παρέρχεται ὁ καιρὸς καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀναχωρήσουν μὲ τὸν εὐνοϊκὸν καιρόν· καὶ ὅσοι εἶναι ναυτικοὶ γνωρίζουν ὅτι ἀπὸ μιᾶς ὥρας εἰς ἄλλην μεταβάλλεται ὁ καιρός, ὥστε ἐνίοτε ἀναγκάζονται νὰ μένωσιν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐπὶ ἕνα περίπου μῆνα. Αὐτοὶ εἶναι λοιπὸν οἱ λόγοι, κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ πιστεύω ὅτι ἄλλοι λόγοι δὲν ἀναφέρονται εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν τοῖς ἐπισήμοις ἐγγράφοις θέλετε εὕρει αὐτοὺς καὶ μόνους τοὺς δύο λόγους· τότε σᾶς παρακαλῶ, κ. ὑπουργὲ, μὴ ἀναβάλλετε ἐπὶ πλέον ἀλλ’ ἐπαναφέρετε τὸ τμῆμα αὐτὸ ἐκεῖ, ὅπου καὶ πρὶν ἦτο· μὴ ἀναβάλλετε ἐπὶ πλέον, διότι παραβιάζεται καὶ νόμος ῥητὸς· τοῦτο εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ ναυτιλιακοῦ τμήματος. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τοῦ λιμενάρχου εἶναι πρᾶγμα σκληρὸν νὰ ἐμβαίνῃ τις εἰς ἐξετάσεις κυβερνητικάς, ἀλλ’ ἐπειδὴ μᾶς ἐνδιαφέρει πολὺ ἡ ὕπαρξις τοῦ λιμεναρχείου ἐν Κωσταντινουπόλει καὶ οὐχὶ ἡ ὕπαρξις ἀντιπροσώπων, ὁποῖοι εἶναι σήμερον καὶ διευθύνουν τὰ λιμεναρχεῖα, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἶδον θάλασσαν, καὶ οἱ ὁποῖοι τίποτε δὲν δύνανται νὰ κάμουν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ναυτιλίας, ἐπειδὴ μᾶς εἶναι πολὺ ἀναγκαῖος ὁ λιμενάρχης, ἐπειδὴ παρῆλθεν ἀρκετὸν διάστημα κατὰ τὰς φιλικὰς σχέσεις καὶ δὲν διωρίσθη λιμενάρχης, ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἰδοὺ τί μανθάνω, κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἔγινε πράγματι φροντὶς περὶ διορισμοῦ λιμενάρχου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλ’ ὡς μνηστῆρες παρουσιάσθησαν πολλοί, ὡς μανθάνω. Ἐδέησε ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν νὰ σταλῇ κατάλογος διαφόρων προσώπων εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, ἡ Πρεσβεία ἐσύστησε ἓν πρόσωπον· τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἀπήρεσεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ καθὰ μανθάνω, ἔγινε πρότασις διορισμοῦ ἄλλου προσώπου, ἀλλὰ φαίνεται πάλιν τὸ πρόσωπον τοῦτο ἀπήρεσεν εἰς ἄλλον ἰσχυρὸν θέλοντα νὰ διορίσῃ συγγενῆ του, καὶ βλέπετε ὅτι τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές, ὥστε τὸ ἀτομικὸν συμφέρον θυσιάζει τὰ συμφέροντα μιᾶς κοινωνίας τοῦ Κράτους· ὅτι δὲ τὰ λεγόμενα πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπόστασιν ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλο ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸν Πρέσβυν, τὸ ὁποῖον γράφει κατὰ τὴν 27 Αὐγούστου καὶ βεβαιόνει τὸν Πρέσβυν ὅτι ὁ λιμενάρχης διορίζεται καὶ ἔρχεται, καὶ οὕτω πρὸ ἑνὸς μηνὸς μένει ἐκκρεμὴς αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τοῦ λιμενάρχου. Ἂν λοιπὸν ἔχωνται ταῦτα ἀληθείας, πιστεύω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος παρὰ πολὺ εὐλαβεῖται τὸ δίκαιον, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἀπεριόριστον ὑπόληψιν, ἐξαλείφων ὅλα τὰ προσκόμματα θὰ προκαλέσῃ ὅσον τάχιστα τὸν διορισμὸν τοῦ λιμενάρχου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαιότατος καὶ δὲν δύναται ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ἀπὸ γραφιάδες τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τοῦ συνιστῶ μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι πρόσωπον φέρον ἀξιωματικοῦ ἐπωμίδας, διότι μέλλει νὰ μετέλθῃ τὸν λιμενάρχην ἐκτὸς τοῦ Κράτους, καὶ διότι εἰς τὰ λιμεναρχεῖα τοὐλάχιστον αὐτὸ ἀπαιτεῖται καὶ αὐτὸ ἐπικρατεῖ, νὰ διορίζωνται βαθμοφόροι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου μέρους νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ λιμεναρχικὸν γραφεῖον. Ὁ νόμος παρεβιάσθη κατὰ τὸ 1866. Ὁ κ. Καραλίβανος μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἐπερώτησιν, ἀπήντησα ὅτι θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω ἀνορθώσει τὸν νόμον ὅστις παρεβιάσθη, ἐὰν παρεβιάσθη. Μετὰ τέσταρας ἡμέρας ἔρχεται ὁ κ. Καραλίβανος, ἔρχεται καὶ μ’ ἐρωτᾷ αὖθις, τί ἐκάματε; Νομίζω ὅτι πολὺ ὀρθῶς παρετήρησα αὐτῷ, ὅτι δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν, καὶ ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἔλαβον τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐζήτησα. Ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν λιμενάρχου ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐπιθυμίαν νὰ φανῇ συντελεστικὸς εἰς τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν του, ἀλλ’ ἦτον εὐκταῖον νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὰς διατυπώσεις, αἵτινες διαγράφονται εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς σχέσεις· ἐβεβαίωσα ὅτι πολλὰ περὶ τοῦ παρελθόντος ἤκουσα, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ φροντίσω ἵνα μὴ δώσω ἀφορμὴν νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον διαδόσεις παραπλήσιαι. Τὸ καθῆκόν μου μοὶ ἐπέβαλλε τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν πρὶν ἢ σχηματίσω πεποίθησιν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ πρεσβεία μοὶ ἐπρότεινεν ὡρισμένον πρόσωπον, ὅτι τὸ προταθὲν πρόσωπον δὲν τὸ ἐνέκρινα, ὅτι μοὶ ἐπρότεινεν ἄλλο πρόσωπον, ὅτι ἰσχυρός τις μὲ ἀπέτρεψεν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ συστήσας μοι ἄλλο, καὶ ὅτι ἡ πρεσβεία μὲ ἀπέτρεψε τοῦ νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ. Ἔχω καθῆκον νὰ διαχειρίζωμαι εὐσυνειδότως τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔχω, καὶ ἑπομένως ἔχω καθῆκον νὰ μὴ προβαίνω εἰς πράξεις εἰμὴ ὅταν σχηματίζω πλήρη πεποίθησιν.
§104ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τοῦτο μὲ φέρει εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἀγανάκτησιν, διότι μ’ ὅλον ὅτι ὅλοι γνωρίζετε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς πολὺ περισσότερον ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ ναυτιλία πάσχει καὶ πάσχει θανασίμως μάλιστα, μ’ ὅλα ταῦτα 9 μῆνες παρέρχονται ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς του εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἕνα λιμενάρχην δὲν ἠμπόρεσε νὰ διορίσῃ· ἀλλὰ μᾶς λέγει, ὅτι ἐν διαστήματι 9 μηνῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ διορίσῃ μεταξὺ τόσων ἀξιωματικῶν ἕνα λιμενάρχην. Λοιπὸν 9 μῆνες παρῆλθον καὶ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο δὲν εὑρίσκεται τὸ πρόσωπον. Καὶ ἔπειτα, κύριε πρόεδρε, εἶπον περιστατικὸν, ὅτι τὴν 27 Αὐγούστου εἰδοποιήθη ἡ πρεσβεία ὅτι διορίζεται ὁ λιμενάρχης καὶ ὅμως παρῆλθον 2 μῆνες καὶ ἀκόμη δὲν ὑπῆγε. Λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι δὲν ἔλαβε πληροφορίας. Ἂς φέρῃ τὰ ἔγγραφα τοῦ προλαβόντος ἀκόμη ὑπουργοῦ, ἂς τὰ καταθέσῃ καὶ θὰ ἴδῃ τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα μετεφέρθη τὸ ναυτιλιακὸν τμῆμα ἀπὸ τοῦ Γαλατᾶ εἰς Πέρα. Ἐγὼ ὁ ἰδιώτης ἰδοὺ σήμερον ἔχω ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω ν’ ἀναγνώσω, διότι εἶναι φρικώδη πράγματα (θόρυβος). Ὄχι δὲν στηρίζομαι εἰς ἐπιστολὰς, ἂς ἔλθουν ἐπίσημα ἔγγραφα ὑπάρχοντα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ θέλετε ἰδεῖ, ἂν δὲν ἀναφέρωνται τὰ αὐτὰ λόγια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον πρὸ μικροῦ.
§105ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὁ κ. Καραλίβανος ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἵνα μὲ ἀναγκάσῃ νὰ παραδεχθῶ τας εἰδήσεις, τὰς ὁποίας δίδουσιν αὐτῷ ἰδιῶται ἀνταποκριταί του, καὶ ἀξιοῖ ὅτι ἡ δημοσία ἀρχὴ ἔπρεπε καὶ αὐτὴ νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ὅσας ἐζήτησα παρ’ αὐτῆς πληροφορίας, ἀφ’ οὗ οἱ ἰδιῶται ἀνταποκριταὶ τοῦ κυρίου Καραλιβάνου ἔδωκαν ἤδη αὐτῷ τὰς ζητηθείσας, καὶ δυσανασχετεῖ διατί σήμερον δὲν ἔλαβα τὴν ἐπίσημον εἴδησιν. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὰ εἶναι μία ἀξίωσις ἰδιότροπος. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ λιμενάρχου δὲν ἀφίνει χηρεύουσαν τὴν διαχείρισιν τῆς λιμεναρχικῆς ὑπηρεσίας· ἂν ὑπάρχῃ παράλειψις, ἂν ἐγένετο παράβασίς τις ἕνεκα τῆς χηρείας τῆς θέσεως τοῦ λιμενάρχου, ὁ κ. βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ἐπερώτησιν καὶ ἐγὼ ὑπέχω εὐθύνας διὰ πᾶσαν τοιαύτην παράβασιν ἢ διὰ πᾶσαν τοιαύτην παράλειψιν.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐξηντλήθησαν αἱ ἐπερωτήσεις. Ἐπιθυμεῖτε νὰ προοδεύσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
§108ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίς ἔχει τὸν λόγον;
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε (θόρυβος).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προοδεύσωμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὅπου παρουσιασθῇ ἀντίῤῥησις θὰ σταματήσωμεν.
§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Γενικὴ συζήτησις, κ. πρόεδρε.
§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν.
§115Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λέκας.
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς ἓν προσωπικὸν ζήτημα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Λέκας.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ προσωπικὰ προηγοῦνται, κ. πρόεδρε.
§120ΛΕΚΚΑΣ. Ἡ παρατήρησις ἡ ἰδική μου εἶναι σχετικὴ μὲ τὸν προϋπολογισμόν, κ. πρόεδρε (θόρυβος).
§121ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὡμίλησε καὶ ὡμίλησε λίαν ἐγγικτικῶς κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, κανὲν μέλος δὲν ἀπήντησε· ἑπομένως φρονῶ ὅτι δικαιοῦται ἓν μέλος νὰ ὁμιλήσῃ.
§122ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀπαντήσω εἰς προσωπικὸν ζήτημα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ μαζεύσωσι τὰ προσωπικὰ εἰς ἕνα σάκκον διὰ νὰ τὰ ἀναβάλωμεν, διότι ὅλο προσωπικὰ παρουσιάζονται.
§124ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, μὴ δυνηθεὶς ν’ ἀναιρέσῃ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν ἀτελειῶν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι ἐλαφρύνει τὴν θέσιν του, ἂν κατηγορήσῃ καὶ αὐτὸς ἔργα προηγούμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος οἱ κατηγοροῦντες σήμερον τὸν προϋπολογισμόν του. Ἀνέδραμε λοιπὸν εἰς τὸ ἔτος 1866, ἐχώρισε μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἑξαμηνίαν διὰ νὰ μὴ τὸν εὕρουν, καθὼς εἶπε, νέοι μπελάδες ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν τῆς ἑξαμηνίας ταύτης, καὶ ἰδίως ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἡμῶν προέδρου κ. Χρηστίδου, ὅστις ἦτο ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ κρατήσας τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν σᾶς εἶπε· τί ἠθέλατε νὰ κάμωμεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μας; δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μιμηθῶμεν τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ 1866, οἵτινες συνέταξαν ἕνα προϋπολογισμὸν ταχυδακτυλουργικόν. Ἐννοεῖτε δὲ, τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ὑπαινιχθῇ εἶναι τὸ ἐκ βουλευτῶν συγκροτηθὲν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μακαρίτου Ῥούφου. Κύριοι, πᾶσα κυβέρνησις ἀπὸ οἱαδήποτε πρόσωπα καὶ ἂν σύγκειται δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς λάθη, ἢ νὰ ἔχῃ ἐσφαλμένας πεποιθήσεις, καὶ εἶναι συγχωρημένον εἰς τοὺς ἐναντίους της νὰ τὴν ἐλέγξουν καὶ νὰ τὴν κατηγορήσουν δι’ αὐτά. Εἶναι ὅμως φοβερὸν, νὰ κατηγορῆται μία κυβέρνησις, ὅτι ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ἐζήτησε εἰς μίαν τόσον σπουδαίαν ἐργασίαν, οἵα εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ἠθέλησε νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐργασίαν μὴ σπουδαίαν, ἐργασίαν ταχυδακτυλουργικήν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ καυχώμενος ἐπὶ λεπτότητι συμπεριφορᾶς, δὲν ἐδυσκολεύθη ν’ ἀπευθύνῃ τὴν τρομερὰν αὐτὴν μομφὴν ἐναντίον 7 ὑπουργῶν, ἐξ ὧν οἱ 2 δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν ζωὴν, καὶ οἱ 4 ἄλλοι ἦσαν ἀπόντες, ὅτε ἡ κατηγορία αὕτη ἐξετοξεύθη.
§125ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἄλλος;
§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μακαρίτης ὁ Βουδούρης.—Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν 7 ὑπουργῶν μόνος ἐγὼ εὑρέθην παρὼν εἰς τὸν περίβολον αὐτὸν, ἀναλαμβάνω ν’ ἀποκρούσω τὴν ὕβριν ταύτην ἐν ὀνόματι οὐχὶ μόνον ἰδικοῦ μου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπόντων συναδέλφων μου καὶ τῶν ἀποθανόντων (θόρυβος).
§127ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ὁμιλῇς διὰ τὸν ἑαυτόν σας καὶ αὐτὰ εἶναι περιττά.
§128ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ διακόπτῃς.
§129ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Διακόπτω, μάλιστα.
§130ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Γρηγοριάδης κάνει τὴν δουλειά του (γέλως).
§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω, λέγω, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἀποβιώσαντος πρωθυπουργοῦ.
§132Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμετε αὐτὸ, διότι αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§133ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸν ὑπερασπισθῇς.
§134ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ μακαρίτου Ῥούφου λέγω, τοῦ ὁποίου μὲ λύπην μου βλέπω τοὺς υἱοὺς νὰ ἀκούουν μὲ τόσην ἀδιαφορίαν νὰ ὑβρίζωσι τὸν πατέρα των.
§135Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε πρόεδρε, φέρε τον εἰς τὸ προκείμενον (θόρυβος).
§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο, λέγουν, ὁ προϋπολογισμὸς ἔργον μόνον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν εἶχε καμμίαν εὐθύνην ὁ πρωθυπουργὸς διὰ τὰ κακὰ αὐτά. Ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ λέγοντες ταῦτα νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι ὑβρίζουσιν ἔτι περισσότερον τὸν μακαρίτην πατέρα τους ....
§137ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§138Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ Ῥοῦφος ὑβρίζεται ὑπερασπιζόμενος ἀπ’ αὐτόν.
§139ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν ὁ μακαρίτης Ῥοῦφος νὰ συντάττῃ προϋπολογισμοὺς, ἀλλ’ ὅμως εἶχε ἀρκετὴν νοημοσύνην καὶ πεῖραν διὰ νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τὴν γενομένην ἐργασίαν· καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι ποτὲ δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ ὁ ἀρχαϊκὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ νὰ παραστήσῃ ψευδῆ πράγματα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξ ὅσων δὲ θέλω σᾶς εἴπει θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς, ὅτι καὶ καλῶς κατενόει τὸ ἔργον καὶ κατὰ πάντα ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ὑπουργούς. Ἀκούσατε· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1866 δὲν συνετάχθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου Ῥούφου, ἀλλ’ εἶχε συνταχθῆ πολὺ πρότερον ἀπὸ τὸν τότε πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν κύριον Κουμουνδοῦρον· παρίστανε δὲ ἔλλειμμα 3 ἑκατομμυρίων, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ὁποίου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρουσίασε συγχρόνως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τὰς ἑξῆς προτάσεις· ά) πρότασιν περὶ σχηματισμοῦ πόρων συγκοινωνίας, δι’ ἧς ἐπρόκειτο ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ὅλαι αἱ δαπάναι τῆς ἀτμοπλοΐας καὶ τῆς ὁδοποιΐας, αἵτινες ἀνέβαινον περὶ τὸ 1 ἑκατομμύριον· βʹ) πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, δι’ ἧς ἤλπιζεν, ὡς ἔλεγεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν· γʹ) πρότασις περὶ δικαστικῆς, ἀστυνομικῆς καὶ ἐκπαιδευτικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τῶν ὁποίων πολλαὶ οἰκονομίαι ἔμελλον νὰ ἐπέλθωσι καὶ δʹ) προτάσεις δι’ ὧν μετεῤῥυθμίζοντο διάφοροι ὀργανικοὶ νόμοι, καὶ διὰ τῆς παραδοχῆς τῶν ὁποίων ἔμελλον νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ πολὺ τὰ ἔξοδα. Αὐτὰ ἦταν τὰ μέσα, δι’ ὧν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐσκέφθη νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ἡ Βουλὴ ἡ ἐπιληφθεῖσα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ πόρων συγκοινωνίας τὸ ἀπέῤῥιψε, καὶ οὕτως ἠναγκάσθη τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου νὰ παραιτηθῇ. Ὁ κ. Βούλγαρης, ὅστις τὸν διεδέχθη, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, ἀλλὰ μὴ συγκατατεθέντος εἰς τοῦτο τοῦ Ἡγεμόνος ἀπεσύρθη. Ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις ἦλθε μετὰ ταῦτα ἐζήτησε τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως διακόψῃ ἐπὶ 40 ἡμέρας τὰς ἐργασίας της, ἀλλ’ ἀποτυχὼν καὶ οὗτος ἀπεσύρθη. Τότε προσεκλήθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁ μακαρίτης Ῥοῦφος, ὅστις ἐσχημάτισε τὸ ὑπουργεῖόν του ἀπὸ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ εἰς τὸν κ. Βούλγαρην καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο εἰσῆλθον καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τοῦ μακαρίτου Ῥούφου, τὸν ὁποῖον εἶχον πολλὰς ἀφορμὰς νὰ σέβωμαι καὶ δὲν ἤθελον νὰ τὸν δυσαρεστήσω. Ἐλθόντες, κύριοι, εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ λήξωμεν τὴν σύνοδον, διότι περὶ τούτου εἶχεν ἤδη ἀποφανθῇ ὁ ἡγεμὼν, οὔτε νὰ κάμωμεν διακοπὴν, διότι καὶ περὶ τούτου εἶχεν ἤδη ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ, ἐσκέφθημεν, ἐὰν ἦτο ἐφικτὸν νὰ φέρωμεν ἐκ τοῦ προχείρου ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ν’ ἀποπερατώσωμεν αὐτὸν ἐντὸς τῆς ὑφισταμένης συνόδου. Σκεφθέντες ὡρίμως εἴδομεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ τοῦτο καὶ ἰδοὺ πῶς· τώρα νομίζω, ὅτι θέλουν ἐννοήσει οἱ υἱοὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ μακαρίτης πατήρ των ἐννοοῦσε κάλλιστα τὰ γενόμενα.
§140Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μὴ ἐπαναλαμβάνετε αὐτὰ τὰ πράγματα.
§141ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεφασίσαμεν πρῶτον ν’ ἀπαλείψωμεν ὅλα τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα εἶχε σημειώσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ νὰ εἴπωμεν εἰλικρινῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἀφοῦ ἀπέῤῥιψε τὸ περὶ πόρων συγκοινωνίας νομοσχέδιον, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν οὐδεμίαν δαπάνην διὰ τὰς ὁδούς· δεύτερον νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν περὶ χαρτοσήμου, ἐξ οὗ ἐφρόνει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐπιστεύομεν δὲ καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἤθελον αὐξηθῆ οὐκ ὀλίγον τα ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τρίτον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων τῆς ἀφομοιώσεως, οἵτινες ἤθελον φέρει ἀρκετὰς οἰκονομίας. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, ἐπειδὴ δὲν ἔμενεν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς καιρὸς, ἐλάβομεν τὸ μέτρον νὰ καταργήσωμεν πολλὰς θέσεις, καὶ οὕτω νὰ πραγματοποιήσωμεν μέγα μέρος τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας προετίθετο ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος. Ταῦτα ἀπεφασίσαμεν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, καὶ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς κατηγορήσῃ ὅτι ἐκάμαμεν μίαν ψευδῆ, μίαν ταχυδακτυλουργικὴν ἐργασίαν, διότι ἡ ἐργασία μας ἦτον ἐμβριθὴς καὶ ἐστηρίζετο εἰς τὰ πράγματα. Ἀναθεωρήσαντες λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν, αὐξήσαντες ἔσοδά τινα καὶ ἰδίως τὰ ἔσοδα τοῦ χαρτοσήμου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐπιψηφισθῇ νέος νόμος, ἀφαιρέσαντες τὴν δαπάνην τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν πλεοναζόντων σχολείων καὶ δικαστηρίων τῆς Ἑπτανήσου καὶ καταργήσαντες διαφόρους θέσεις, παρουσιάσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν καθυστερούντων ἀπὸ τὰ ἔσοδα καὶ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἀπὸ τὰ ἔξοδα, τὰ μὲν ἔσοδα ἔμελλον νὰ φθάσουν εἰς 26,500,000 περίπου, τὰ ἔξοδα εἰς 26,350,000. Ὅτι δὲ ἡ ἐργασία αὕτη ἦτο λίαν ἀκριβὴς καὶ σπουδαία ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπουργοὶ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας, μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ μπελάδες ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὑπέβαλον εἰς τὸν Βασιλέα. Ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τὴν συνταχθεῖσαν ἀπὸ τὸ τοῦ κυρίου Βούλγαρη ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτον ὁ κύριος Χρηστίδης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καὶ τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, μ’ ὅλας ὅσας ἐπέφερεν διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ παρατηρήσεις εὑρίσκει, ὅτι τὰ μὲν πραγματοποιηθησόμενα ἔσοδα τοῦ Κράτους ἔμελλον νὰ ἦναι εἴκοσιν ἓξ ἥμισυ ἑκατομμύρια· τὰ δὲ ἔξοδα ἐνόμιζεν ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι δὲν ἤθελον ὑπερβῆ τὴν ποσότητα ταύτην ἑπομένως, ἐὰν ἐπταίσαμεν ἡμεῖς, οἵτινες πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἔτος συνετάξαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἔπταισαν πολὺ περισσότερον οἱ ἐλθόντες ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους ὑπουργοὶ, οἵτινες ἦσαν εἰς κατάστασιν οὐχὶ νὰ προΐδουν, ἀλλὰ νὰ ἴδουν αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ οἵτινες ἐβεβαίωσαν, ὅτι οἱ προϋπολογισμοί μας ἦσαν κατὰ πάντα ἀκριβεῖς. Ἀλλὰ δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ τις, τί σας ὠφελεῖ ἡ κρίσις τῶν μετὰ ταῦτα ὑπουργῶν, ἀφοῦ τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως δὲν ἀπέβη εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ παρουσίασεν ἔλλειμμα ἀρκετὸν σημαντικόν;
§142ΤΙΝΕΣ. Δύω ἥμισυ ἑκατομμύρια...
§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, αὐτὸ τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα παρουσιάζει, τὰ μὲν ἔξοδα κατὰ 900,000 ἀνώτερον ἀφ’ ὅσον ἡμεῖς τὰ ὑπελογίσαμεν, τὰ δὲ ἔσοδα κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακοσίας χιλιάδας ὀλιγώτερον, ὥστε ὑπῆρξεν ἓν ἔλλειμμα 2,600,000 δραχμῶν.
§144ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστώσεις δὲν ἐζητήσατε;
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ αὗται εἰς τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ καὶ δὲν δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ δολίως τοὺς συντάξαντας ἢ τοὺς ἐπεξεργασθέντας τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν, ὅτι δὲν προέβλεψαν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ καθέκαστα τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐπραγματοποιήθησαν ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀδύνατον ἦτο νὰ προβλεφθῶσιν· ἐκ τούτων δὲ καὶ ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω 1) 400,000 ἔξοδα διὰ τοὺς πρόσφυγας κλ. Κρῆτας, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς, νομίζω, εἶχε τὴν ἀπαίτησιν ἀπὸ ἡμᾶς, συντάττοντας τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὰ τέλη τοῦ 1865, νὰ τὰ προβλέψωμεν· 2) 300,000 δι’ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ἰδίαν ἀνάγκην περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προμηθευθῇ· 3) 300,000 διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 ἠθέλησε νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1866, ἐνῷ τοῦτο ἠδύνατο νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1867. Βλέπετε λοιπὸν τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναφέρω, ἀναβαίνουσιν εἰς 1,000,000.
§146ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ........ (θόρυβος).
§147ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1866 περιεῖχε 300,000 διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 ἠθέλησε νὰ πληρώσῃ περισσότερα, διότι αὐτὸ τὸ κονδύλιον εἶναι ἀνεξάντλητον.
§148ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ δὲν γίνεται ὑπέρβασις τοῦ ψηφισθέντος.
§149ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ πληρώσῃ ἄλλας 300,000 ἠδύνατο νὰ τὰς σημειώσῃ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867. Ζητήσασα δὲ πίστωσιν ἐπὶ τῆς χρήσεως 1866 δὲν ἥμαρτεν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κατηγορηθῶμεν ὡς μὴ ὑπολογίσαντες ἀκριβῶς τὴν δαπάνην τῶν ἀποζημιώσεων.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸ 1867 ἐπέρασαν 700,000.
§151ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔσοδα, ὡς σᾶς εἶπον, ἀπέβησαν κατὰ 1,700,000 ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα ἡμεῖς τὰ ὑπελογίσαμεν. Ἀλλὰ 700,000 προέρχονται ἀπὸ τὸ χαρτόσημον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχεν ὑπολογίσει τὰ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδα εἰς 2,600,000, ἤλπιζε δὲ ὅτι διὰ τοῦ νέου νόμου, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν ἐπεμείναμεν ἡμεῖς, τὸ ἔσοδον τοῦτο ἔμελλε ν’ ἀναβιβασθῇ, καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ γενικὴ πεποίθησις, διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἀνεβιβάσαμεν αὐτὸ εἰς 3,000,000, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν εἰσεπράχθησαν 2,300,000· καὶ ἐντεῦθεν προέκυψεν ἐλάττωσις 700,000 δραχμῶν· ἐκτὸς τούτου εἶχον λησμονήσει, ὅτι δὲν εὐθυνόμεθα ἀκόμη δι’ ἓν περίπου ἑκατομμύριον, ἀλλ’ ὁ ἔντιμος κ. πρόεδρος μοὶ τὸ ὑπενθύμισεν αὐτὴν τὴν στιγμήν· ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὀρθὸν ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ 1866 πάντα τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1867 ἀπὸ ἐξαγωγικὸν τέλος τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ 1866 καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ 1867· δὲν ἔπρεπε δὲ, νομίζω, νὰ διαφύγῃ τοῦτο τὴν μνήμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ὅσον αὐτὸ εἶναι τὸ πολυθρύλλητον ἑκατομμύριον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ «Ἐθνοφύλαξ» εἶπε χιλιάκις ὅτι τὸ ἔκλεψεν ὁ Κεχαγιᾶς ἀπὸ τὸν Χρηστίδην (ἱλαρότης) διὰ ν’ ἀποδείξῃ μὴ ἀκριβῆ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866.
§152ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλο προσωπικὸν, κ. πρόεδρε. (Ἱλαρότης).
§153ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, κύριοι, βλέπετε ὅτι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1866 ἐπαρουσίασε, πόῤῥω ἀπέχει τοῦ νὰ ᾖναι ταχυδακτυλουργική· ἦτο ἐργασία σπουδαία, ἐργασία στηριζομένη εἰς τὴν ὀρθὴν καὶ ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ἐφ’ ὅσον δέδοται εἰς τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσεγγίζουν εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε μέγα σφάλμα νὰ ἐκτοξεύσῃ τοιαύτην ὕβριν ἐναντίον 7 ὑπουργῶν. Συμβουλεύω τὸν κ. Ζαΐμην νὰ μὴ κάμνῃ χρῆσιν τοιούτων ἐπιχειρημάτων διὰ νὰ δικαιολογῇ τὰς ἀτελείας τῶν ἰδίων ἔργων, ἢ ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπικαλῆται πρὸς ὑπεράσπισίν του τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων, πρέπει νὰ προσέχῃ νὰ εὑρίσκῃ πραγματικὰς ἐλλείψεις καὶ πραγματικὰ σφάλματα καὶ ὄχι νὰ καταφεύγῃ εἰς ἰδανικὰ καὶ φαντασιώδη.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λέκας.
§155ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔχω παρὰ μίαν ἁπλῆν ἐπερώτησιν. Χαίρω, διότι ἤλθομεν πραγματικῶς εἰς τὸ σχετικὸν σημεῖον, διότι ἡ ἐρώτησις αὕτη σχετίζεται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐμφορούμενος ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἕκαστος μενέτω ὅπου ἐκλήθη, πράγματι δὲν ἤθελον κάμει οὐδένα λόγον περὶ τοῦ συνόλου τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ σχετικὸν μέρος, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν· ἐκεῖ ἐλπίζω νὰ σᾶς καταδείξω τὰς ἐλλείψεις, τὰ πλεονεκτήματα, τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς οἰκονομίας, καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ ἑλκύσω τὴν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ εὔνοιαν ὑμῶν. Καθόσον ἀφορᾶ τοὺς ἐπιλοίπους κλάδους, διότι ὁμολογῶ πράγματι τὴν ἀδυναμίαν μου, ὡς νέου ἀνθρώπου ἐλθόντος ἐσχάτως εἰς τὴν πολιτικὴν τύρβην, δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰμὴ ὀλίγον εἰς τὰ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἰδίως εἰς τὸ τεχνικὸν μέρος· καθόσον ἀφορᾷ τὸ τεχνικὸν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλάχιστον θέλω κάμει, κύριοι, διότι νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἁμαρτίαν μου φοβοῦμαι τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Σωτηροπούλου, τοὺς τρέμω· ἀλλὰ μέρος τι τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἐπιβάλλει καθῆκον ἱερὸν νὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ δυνατόν, πρὶν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τοὐλάχιστον τοῦ καταλόγου τῶν συντάξεων, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς κατάλογον ἐμφαίνοντα ἀκριβῶς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ, τὰ λαμβάνοντα συντάξεις, τὸν ἀριθμὸν τῆς συντάξεως, καὶ τὸ μέσον δι’ οὗ οὗτοι ἔλαβον. Δὲν ὡρμήθην, κύριοι, ἀπὸ αἴσθημα χαιρεκακίας νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν· ὁ φιλότιμος γόνος τοῦ ἐνδόξου Ζαΐμη, ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις, ἐν γένει παρῃτήθη τοῦ μικροῦ ἐπιδόματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἡ οἰκογένεια· ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ὁρμηθεὶς εἶπον, νὰ ἴδωμεν ποῦ εὑρίσκεται ἡ δυστυχὴς πατρίς μας· καθ’ ἑκάστην ἀκούω ὅτι χῆραι καὶ ὀρφανὰ τῶν ἀνδρῶν τοῦ μεγίστου τῶν ἀγώνων λιμώττουσιν· νὰ ἴδωμεν λοιπὸν, οἱ λαμβάνοντες συντάξεις ἐπαξίως τὰς λαμβάνουσι; Μὲ ἐπληροφόρησαν ἔτι λυπηρότερα ἀντικείμενα· ἑκατοντάδες δραχμῶν δίδονται, καὶ ἴσως πλεῖσται καὶ παρ’ ἀξίαν δίδονται, καὶ ἡ χήρα του μεγάλου Ὀδυσσέως σύνταξιν εὐτελεστάτην λαμβάνει· ἡ ἀδελφὴ τοῦ Διάκου μόνον 6, δυστυχὴς τοῦ ἀδελφοῦ του Φλέτσα τοῦ ὁπλαρχηγοῦ, ἡ ἔχουσα καὶ υἱὸν ὁπλαρχηγὸν, 24 μόνον δραχμάς· ἡ οἰκογένεια τοῦ Σαῤῥῆ τοῦ Ἀθηναίου οὐδ’ ὀβολόν. Δὲν προχωρῶ, κύριοι, περισσότερον, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ ἐγωϊσμὸς, οὐδὲ πράσινον φύλλον δὲν ἔλαβον ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἔθνος. Δικαιούμεθα λοιπὸν νὰ ἴδωμεν ποῖοι οἱ λαμβάνοντες, πόσα λαμβάνουν, καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν μέτρον πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ θέσωμεν ἅπαντες συμφώνως τῶν Ἑλλήνων τὰ δικαιώματα εἰς ἴσην μοῖραν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἔχει τὸν λόγον;
§157ΤΙΝΕΣ. Ὁ Κ. Χατζίσκος.
§158ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὅ,τι ἔπαθον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, καθ’ ἣν διεκοπτόμην κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, παρακαλῶ νὰ μὴ τὸ ξαναπάθω, οὐδὲ τὸ δέχομαι. Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὸν κανονισμὸν δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ μὲ διακόψῃ καὶ διὰ ν’ ἀποφύγω τὰς προσωπικότητας λέγω, ὅτι ὅστις μὲ διακόψει στερεῖται κοινοβουλευτικῆς ἁβροφροσύνης. Ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, αὐτὸ τὸ χαρτὶ, αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους εἶχε φωνὴν, ἤθελεν ἀνακράξει μεγαλοφώνω. «δὲν ἀπηυδήσατε; ἕως πότε αὐτὴ ἡ τετριμμένη τακτικὴ τῶν ἀμοιβαίων αἰτιάσεων, τῶν ἀντεγκλήσεων, τῶν διαπληκτισμῶν, οἵτινες πάντοτε ἀπέβησαν πρὸς βλάβην μου!» Καὶ μία μάλιστα τακτικὴ, ἥτις στηρίζεται εἰς λελανθασμένους ἀριθμοὺς, καὶ βεβαίως δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ ἦναι λελανθασμένοι ἀριθμοὶ, ἐνόσῳ δὲν περιβάλλονται μὲ τοὺς νομίμους τύπους, οἵτινες εἰσὶν αἱ μαθηματικαὶ ἀλήθειαι, εἶναι λελανθασμένη ἀναντιῤῥήτως, ἤθελε σᾶς προσθέσει ὁ προϋπολογισμός. «Ἐξωγκώθην, ναὶ, πέραν τῶν πραγματικῶν δυνάμεων τοῦ κράτους, πλὴν τίς ὁ αἴτιος; Σεῖς οἱ διαπληκτιζόμενοι, σεῖς οἱ πολιτευόμενοι, σεῖς μὲ ἐφέρατε εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Εἶμαι τέκνον σας, ἤθελε σᾶς προσθέσει, δὲν ἔπεσα ἀπὸ τὸν οὐρανὸν, οὔτε ἐφύτρωσα ἀπὸ τὴν γῆν· εἶμαι ἔργον τῶν χειρῶν σας, καὶ, κύριοι, ὁσάκις τινὲς ἐξ ὑμῶν μὲ ἔχουν ὑπὸ τὴν μασχάλην των, οἱ ἄλλοι ἐπιπίπτουν νὰ μὲ τσαλαπατήσουν, νὰ μὲ ξεσχίσουν δῆθεν, καὶ ὅταν καὶ αὐτοὶ μὲ λάβουν ὑπὸ τὴν μασχάλην των, μὲ περιποιοῦνται καὶ μὲ θωπεύουν (εὖγε). Ἀλλαχοῦ λοιπὸν, κύριοι, ἐπιζητήσατε τὴν διόρθωσιν, ἀλλαχοῦ φέρετε τὴν συζήτησιν, ἐκεῖ ὅπου σᾶς ὑπέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκεῖ στρέψατε τὴν προσοχήν σας». Αὐτὰ ἤθελε σᾶς εἰπεῖ ὁ προϋπολογισμὸς, ἂν εἶχε ζωὴν καὶ φωνήν. Μᾶς εἶπαν, κύριοι· ἀντεγράφη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869. Παλαιὰ εἴδησις, αὕτη διὰ τὴν ἐπιτροπήν· ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἑτοιμάσει ὁλοκλήρους παραγράφους, πραγματευομένη αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀντικείμενον καὶ τὸ ἐπραγματεύθη λίαν σπουδαίως· ἀλλὰ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν συνεδριάσεών της ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτεθῶμεν καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ διὰ τοῦτο παρελείφθησαν. Ἐὰν ἀντεγράφη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 ἀπὸ τὸν τοῦ 1869, δὲν ἀντεγράφη καὶ ὁ τοῦ 1869 ἀπὸ τὸν τοῦ 1868, καὶ ὁ τοῦ 1868 ἀπὸ τὸν τοῦ 1867, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τουτέστιν καθ’ ἣν ἐξωγκώθη τῳόντι ὁ προϋπολογισμός; Ναὶ, ἐξωγκώσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν τότε, μᾶς παρετήρησαν, ἀλλ’ εἴχομεν καὶ τὸ θάῤῥος νὰ ἐξωγκώσωμεν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους! Κύριοι, τί εὐκολώτερον τῆς μεθόδου ταύτης; Ἐγὼ ὅμως, πιστεύω, ὅτι ἡ σημερινὴ κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τοιαῦτα τολμηρὰ μέτρα, ἔπρεπε νὰ βαδίσῃ μὲ προσοχὴν, μὲ βῆμα ἀργὸν καὶ μὲ φρόνησιν. Ὁ δὲ κ. Σωτηρόπουλος μὲ ἕνα κἄποιον τρόπον διῆλθε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἔῤῥιψεν ὀλίγα ἀκανθώδη ἄνθη τῆς συνήθους δηκτικότητος καὶ εἰρωνείας του. Τί σᾶς εἶπε, κύριοι; «Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιπολαίως πως ἐξήτασε τὸν προϋπολογισμόν.» Ναί, κ. Σωτηρόπουλε, μὲ μίαν διαφορὰν ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ὄχι ὑπὸ πλαγίας σκέψεις καὶ πνεῦμα πολιτικόν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ οἰκοκύρου, νὰ μοῦ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις αὕτη, εἰργάσθη, τὸ ἐπαναλαμβάνω, σπουδαιότατα. Ἀλλὰ τί ἀκόμη συμβαίνει, ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐφάνη ἐξ ἑνός μέρους ἄδικος, καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸν εἴπω, καὶ κἄπως ἀχάριστος διὰ τοὺς κόπους τῆς ἐπιτροπῆς· ἄδικος μέν, κύριοι, διότι τί ἔπραξεν; Ἀπεχώρισε ξηρά, ξηρὰ καὶ ἴσως ὀλίγον τολμηρῶς τὸ μικρὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπου ἐλάχιστοι πλὴν δίκαιοι ἔπαινοι ἐκφράζονται πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τμηματίσας οὕτω τὴν ἰδέαν αὐτῆς, ἥτις εἶναι ἀδιάσπαστος ἀπὸ τῆς πέμπτης παραγράφου τῆς ἐκθέσεως· εὐαρεστήθητε δὲ νὰ ἀκούσητε καὶ τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη μεμονωμένον ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τὸ ἑξῆς. «Ἡ ἐπιτροπὴ εἶδε μὲ εὐχαρίστησίν της τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπενεχθείσας ἐλαττώσεις τῶν δαπανῶν. Συνιστᾷ δὲ στενῶς εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα καὶ εἰς τὸ μέλλον προβῇ εἰς μεγαλειτέρας οἰκονομίας, ὑπαγορευομένας ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, καὶ μεριμνήσῃ ὅπως ἐφαρμοσθῶσι πληρέστερον αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.» καὶ τὴν πέμπτην παράγραφον, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ δὲν χωρίζει τὴν περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἔκφρασίν της, ἔχουσαν οὕτω· «Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἡ Ἐπιτροπὴ προβᾶσα εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐν γένει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐπήνεγκεν ἐπ’ αὐτοῦ ἐλαττώσεις δαπανῶν, ἐπειδὴ κατὰ τὴν πεποίθησιν αὐτῆς, ἀρυομένην ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συμβαινόντων, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ αὐτὴ ἡ Βουλή, οἱαιδήποτε ἐλαττώσεις καὶ ἂν ἐπιφέρῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν θέλουσιν ἔχει αὗται σπουδαίαν πρακτικὴν σημασίαν, οὐδὲ θέλουσιν ἐπαγάγει τὴν πραγματικὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἐὰν δὲν προσπαθήσωμεν διὰ νόμων ὀργανικῶν καταλλήλων ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν.» καὶ κατόπιν, κρίνετε τὸν βαθμὸν τῆς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἀδικίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Σχετίσατε λοιπὸν καὶ ὑμεῖς, κ. Σωτηρόπουλε, αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὴν ἰδιαιτέραν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἠδικήσατε τὴν ἐπιτροπήν. Ἀφίνω, κύριοι, τὰς λεπτομερείας καὶ ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα νὰ ἐκθέσουν τοὺς λόγους των οἱ κύριοι ὑπουργοὶ κατὰ τὰς εἰδικὰς συζητήσεις. Ἔρχομαι μόνον νὰ σᾶς παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐμελέτησε τὸν προϋπολογισμόν, καὶ πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ οἰκονομολογικὸς νοῦς εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ λεγομένη ἱκανότης τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὑπάρχει ὅμως ὁμολογουμένως ἡ δέουσα προσπάθεια, ὁ ἀπαιτούμενος ζῆλος, ἐκεῖνος ὅστις ὑπάρχει εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς. Ἔλαβε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ἐξήτασε, κύριοι, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον καὶ κατὰ παράγραφον. Τί δὲ εὑρῆκε καὶ ποῦ ἐστήριξε τὰς σκέψεις της; Ἀκούσατε. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 ἀνέρχεται εἰς 34 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸν ἐπλησιάσαμεν καὶ τὸν ἐμελετήσαμεν προσηκόντως εὑρήκαμεν, ὅτι ἂν δὲν ᾖναι 14 ἑκατομμύρια δὲν ὑπερβαίνει βεβαίως τὰ 20 ἑκατομμύρια· διότι ἔχομεν ἓν κεφάλαιον ἀπὸ 10 ἑκατομμύρια χρεώλυτρα καὶ τόκους. Εἶναι προϋπολογισμὸς αὐτὸς, κύριοι; Εἶναι μία ὑποχρέωσις ἱερὰ, εἶναι μία ὑποχρέωσις τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐκπληρώσῃ. Καὶ τί εὑρίσκομεν ἀκόμη, τί εὗρεν ἀκόμη ἡ ἐπιτροπή; εὗρεν ὅτι ὑπάρχουν ἄλλα 10 ἑκατομμύρια εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων. Λοιπὸν 10 καὶ 10 κάμνουν 20 ἑκατομμύρια. Τί μένει τώρα ὁ προϋπολογισμός; Δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια. Παρακαλῶ ἤδη τὸν νοημονέστερον, τὸν ἐκλεκτότερον οἰκονομολόγον νὰ μοῦ καταδείξῃ τὴν ἐλάττωσιν ποὺ νὰ τὴν φέρωμεν· ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ 10 ἑκατομμύρια; εἰς αὐτὰ εἴμεθα ὑπόχρεοι καὶ μάλιστα εἴμεθα ὑπόχρεοι οὐχὶ μόνον οὐσιαστικῶς καὶ πραγματικῶς, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπόχρεοι καὶ ἠθικῶς· ὀφείλομεν νὰ δείξωμεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι χάριν τῆς ἱερᾶς ὑποθέσεως τῶν ἀδελφῶν μας Κρητῶν εἴμεθα ἕτοιμοι ὄχι 40, ὄχι 50, ἀλλὰ καὶ 100 ἑκατομμύρια νὰ ἐξοδεύσωμεν καὶ νὰ παραλείψωμεν τὰ ἰδικά μας ἔξοδα μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξ ἐκείνης προελθόντων, καὶ πάντες πεισθῶσιν ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀκριβεῖς τηρηταὶ τῶν ὑποχρεώσεών των, καὶ πολὺ περισσότερον προκειμένου περὶ χρημάτων ἐξοδευθέντων ὑπὲρ ἱεροῦ σκοποῦ, ἔστω καὶ ματαίως (εὖγε). Ἔρχονται ἑπομένως τὰ 10 ἑκατομμύρια τοῦ Στρατοῦ μας· ἂς ἔλθῃ ὁ οἰκονομολόγος κ. Σωτηρόπουλος νὰ φέρῃ τὴν ἐλάττωσιν· καὶ νομίζει ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἂς μὲ συγχωρήσῃ, διότι ἠθέλησε νὰ ἐπιτιμήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, νομίζει καὶ αὐτὸς καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος, ὅτι δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ θάῤῥος, δὲν ἔχομεν τὴν τόλμην νὰ κατακρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖος τολμᾷ νὰ φέρῃ μίαν ἀναρχίαν εἰς τὸ κράτος; ποῖος ἔχει αὐτὴν τὴν τόλμην ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην, ὅπως ἔχει σήμερον ἡ κατάστασίς μας κατόπιν τῶν περιπετειῶν, τὰς ὁποίας ὁ τόπος ὑπέστη; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς, αὐτὸ τὸ τέκνον ὅλων μας κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ὁ οἰκονομικώτερος προϋπολογισμός, οὐχὶ βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, τῶν περιπετειῶν τὰς ὁποίας ὑπέστη, τῶν ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν τὰς ὁποίας αὗται μᾶς ἐπιβάλλουσι. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀνεχώρησεν ἀπὸ λεπτομερείας τινὰς, αἵτινες δὲν ἀξίζουν τὸν κόπον ἀπέναντι τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ὅπως παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπαιρομένη ὅτι δῆθεν ἔφερεν οἰκονομίας, ποῦ μὲν 1000 δραχμῶν καὶ ποῦ 2000. Ὄχι, κύριοι, ἦλθε μὲ τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς σπουδαίως ἐργασθεῖσα καὶ νὰ φέρῃ γνώμην σοβαρὰν, ἐσκεμμένην καὶ ἀνάλογον τῶν περιστάσεων τῆς πατρίδος ἡμῶν. Εἴπομεν, κύριοι, ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἀλλαχοῦ ἔπρεπε νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν, ὅπως ἐν τῇ ἐκθέσει της σᾶς τὸ ὑπέδειξεν ἡ ἐπιτροπή. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, σᾶς λέγει ἐν ἀρχῇ τῆς ἐκθέσεώς της, ὅτι τὴν ἀνωμαλίαν τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ κράτους φέρει πρὸ πάντων τὸ μὴ ἔγκαιρον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου· καὶ, κύριοι, ἐδῶ σᾶς θέλω νὰ σκεφθῶμεν, διότι ἂν δὲν ἔχωμεν ἀπολογισμούς, ἂν δὲν ἔχωμεν θετικοὺς ἀριθμοὺς, ποῦ θὰ στηριχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ σχηματίσωμεν πεποιθήσεις; Ἐδῶ λοιπὸν δύνασθε νὰ εὕρετε τρόπον νὰ ἔχωμεν ἀπολογισμούς κατ’ ἔτος; ἐδῶ σᾶς θέλω, ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι τὰς οἰκονομολογικὰς γνώσεις τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Τὰ μέλη τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου σήμερον εἶναι ἰσόβια· ἀλλ’ ἑπτὰ ἤδη ἔτη ἔχομεν νὰ ἴδωμεν ἀπολογισμόν, ὥστε δὲν ἔχομεν καμμίαν βάσιν θετικῶν, ἀναμφισβητήτων ἀριθμῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενοι νὰ συζητῶμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ προβαίνωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις μας. Τί ἄλλο σᾶς λέγει ἡ ἐπιτροπή, κύριοι; Σᾶς λέγει ὅτι καὶ τὸ γενικὸν λογιστήριον δὲν εἶναι ἐνήμερον, δὲν ἔχομεν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν ἔγκαιρον καὶ ἐμπρόθεσμον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐπ’ αὐτῆς. Καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ πολὺν χρόνον ἐδαπάνησε καὶ δὲν ἔχει ἀφορμὰς νὰ αἰτιαθῇ τὸν διευθυντὴν τοῦ λογιστηρίου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεργάσθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ ἐξετίμησε τὸν ἄνθρωπον, ὅτι ἔχει καὶ ἱκανότητα καὶ τιμιότητα. Ἀλλὰ τί νὰ σᾶς κάμῃ ἕνας, ὅταν δὲν ἔχῃ τὰ μέσα; καὶ ὅμως τὰ μέσα ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ τὰ δώσῃ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδέας τῆς κακῶς ἐννοουμένης οἰκονομίας; Καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο σκεφθῆτε, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπολογισμούς, πρέπει νὰ ἔχωμεν προσωρινὴν κατάστασιν, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν τολμᾷ καὶ οὐδεὶς τολμᾷ νὰ παρουσιάσῃ προσθήκην ἐξόδων, καὶ δὲν τολμᾷ, διότι ἐπικρατεῖ ἰδέα οἰκονομιῶν. Πλὴν ποῦ τὴν κάμνομεν τὴν οἰκονομίαν; Ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν κάμωμεν εἰς τὰ 10,000,000, τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων, οὔτε εἰς τὰ ἄλλα 10,000,000, τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, περιοριζόμεθα ν’ ἀφαιρῶμεν ὑπαλλήλους, νὰ δυσχεραίνωμεν τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὕτω νὰ μένωμεν μὲ ἐσταυρωμένας χεῖρας· νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν ἄρτον καὶ τὴν χρησιμότητα καθηγητῶν, διδασκάλων, εἰρηνοδικῶν, ἐπάρχων καὶ νὰ οἰκονομήσωμεν πόσα, κύριοι; τὸ πολὺ 100,000 δραχμῶν· μὲ τὸ μικροσκοπικὸν αὐτὸ ποσὸν, τίνα τῶν μεγάλων ἡμῶν ἀναγκῶν θέλομεν κατορθώσει νὰ καλύψωμεν; Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ σᾶς φέρω ὡς πρὸς τὴν γενικὴν συζήτησιν· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα θὰ σᾶς ὑποβάλλωσι καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ ἐγὼ, ἐν ἀνάγκῃ τὰς ἐπ’ αὐτῶν σκέψεις μας.
§159ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐπιχειρῶν νὰ ἐξετάσω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἀπαντῶν εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης σκοπὸν ἔχω νὰ μείνω ὅσον μοὶ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα προχθὲς διέγραψα, δηλαδὴ ἐντὸς τῆς οἰκονομικῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ἀπόφασιν δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς ἀνοικείους τινὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ὑπουργικὸς βουλευτὴς ἀπέτεινεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἰς τὰς ἐναντίον μας ὕβρεις, διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις τινὲς εἰς τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ καταδικασθῇ τις μέχρις ἀπαντήσεως. Θέλω ὅθεν μείνει εἰς τὸ πεδίον τὸ ὁποῖον διέγραψα, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον μὲ παρασύρῃ καὶ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ ἀλλάξω πεδίον. Μὲ τὴν ἐπιτροπὴν βεβαίως δὲ ἔχω τίποτε· δὲν θέλω ἀμφισβητήσει τοὺς λογαριασμούς της, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω· τὴν εὐχαριστῶ ἀπ’ ἐναντίας, διότι ὅλα τὰ εὗρε καλὰ καὶ ἅγια· καὶ τί καλλίτερον τούτου; τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς παρὰ νὰ ᾖναι ὅλα καλά.
§160ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε· εἴπατε ἀνοικείους ὕβρεις, δὲν μοὶ λέγετε ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ βουλευτής;
§161ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§162ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ εἶπον, ἐὰν μοὶ τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ ἴδιος.
§163ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐπιτρέπω καὶ ἀπαντῶ. Λέγω ὅτι θεωρῶ ὡς τὴν σκληροτέραν τῶν ὕβρεων καὶ ἐναντίον τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων νὰ ἀποκαλῇ τις μίαν μερίδα εἴτε ἕνα βουλευτὴν κακῆς πίστεως· αὐτὸ δὲ εἶναι καὶ ἀνοίκειον καὶ ὕβρις καὶ ἐναντίον τῆς καλῆς ἀνατροφῆς.
§164ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ἡ ἀνοίκειος ὕβρις;
§165ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§166ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν δέχομαι.
§167ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ἀποτεινόμενος πρός τινα βουλευτὴν). Δὲν πειράζει, ἐνδεχόμενον νὰ δίδῃ πληροφορίας ὁ κ. ὑπουργός. ἰσχυρίσθην προχθὲς, κύριοι, τρία πράγματα. Πρῶτον ὅτι κακῶς ἐξηκολούθησαν τὴν εἴσπραξιν τοῦ δανείου τῶν 12 ἑκατομμυρίων καὶ κακῶς καὶ ἄνευ λόγου μᾶς ἐπέβαλον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων. Δεύτερον ὅτι ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς θὰ ὑπερβῇ τὰ 35 ἑκατομμύρια· καὶ δὲν εἶπον αὐτὸ, καθὼς ὁ κ. Χατζίσκος εἶπεν, διὰ νὰ ἀπευθύνω ἀντεγκλήσει, τὸ εἶπον διὰ νὰ δείξω ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔθνους καὶ ἵνα προκαλέσω θεραπείαν. Ὅταν, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε, ὑποβαλὼν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπον ἐν εἰλικρινείᾳ ὅτι θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα καὶ ἐπρότεινα μέτρα θεραπείας· τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε κατόπιν ὀλίγον ἢ πολὺ μὲ δικαιολογεῖ. Τοιοῦτον λοιπὸν ἔλλειμμα προβλέπων καὶ διὰ τὸ παρὸν ἔτος, χρέος μου νομίζω νὰ τὸ ἀναγγείλω καὶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου· τὸ ἐρχόμενον ἔτος θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα· ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων θέλει ὑπερβῆ τὰ 35 ἑκατομμύρια, ἐνῷ τὰ ἔσοδα δὲν θέλουν φθάσει οὔτε τὰ 32 ἑκατομμύρια. Τρίτος ἰσχυρισμὸς ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρὸν ἐξώδευσε περισσότερα ὅλων τῶν ἄλλων ὑπουργείων τακτικὰ ἔξοδα. Ἐὰν, κύριοι, κατορθώσω νὰ ἀποδείξω τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοὺς διὰ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. πρωθυπουργὸς παρουσίασε, θέλω ἀποδείξει συγχρόνως καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἰσχυρισθεὶς ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μᾶς ἀναιροῦσιν ἄρδην, εἶναι μὲν ἔξοχος διπλωμάτης, κακὸς ὅμως λογιστής.
§168ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω νὰ σᾶς διαδεχθῶ καὶ θὰ ἴδωμεν.
§169ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πρώτου μέρους. Οἱ λογαριασμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσιάσθησαν, ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1869 ἀπὸ 1 Ἰαννουαρίου μέχρι 31 Αὐγούστου εἰσέπραξε μετρητὰ 600 χιλιάδας ὑπάρχοντα ἐν τοῖς ταμείοις εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν· 3,500,000· ἀπὸ εἴσπραξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1869, 12,435,000, ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1868 5,000,000· ἀπὸ νέων χαλκίνων νομισμάτων 250 χιλιάδας, ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 28 ἑκατομ. 8,900,000, καὶ ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 12 ἑκατομυρίων 8 ἑκατομ. Ὁ λογαριασμὸς εἶναι ἀκριβὴς, νομίζω ὅμως ὅτι τὸ δάνειον τῶν 28 ἑκατομυρίων ἤθελε δώσει 9 ἑκατομύρια, ἀλλ’ ἔδωκεν 8,900,000· διότι ὡς ἐπληροφορήθην τὰ λοιπὰ ἐπληρώθησαν εἰς προμήθειαν καὶ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν τρία ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν· ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι, τὰ ἔξοδα εἰσὶ πολλά. Ἰδοὺ τί εἰσέπραξεν, ὡς λέγει τὸ ὑπουργεῖον, μέχρι τέλους Αὐγούστου· ἐξώδευσε δὲ μέχρι 31 Αὐγούστου ἐπίσης 34,918,000. Ἐὰν ἀπὸ τὴν εἴσπραξιν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς εἰσέπραξεν ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 12,000,000 τί θέλει μᾶς μείνει; εἰσέπραξεν ἀπὸ τοῦ δανείου τῶν 12,000,000, 3,000,000 εἰς μετρητὰ, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀνέπαφα εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ 8,000,000 εἰς γραμμάτια ἤτοι ἐν ὅλῳ 11,000,000· ἐὰν ἐξαιρέσετε τὰ 11,000,000 αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὅλα εἰσπραχθέντα, τὸ ὑπουργεῖον εἰσέπραξε καὶ ἀπὸ δάνεια καὶ φόρους τῶν χρήσεων 1869 καὶ 1868, 27,685,000· αὐτὸς εἶναι ὁ λογαριασμὸς τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς· ἀφοῦ ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὰ 11,000,000 τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 12 ἑκατομυρίων, ἤθελον μένει εἰσπράξεις 28,185 000, ἐκ τῶν ἐξόδων τότε θέλομεν ἀφαιρέσει ὅσα ἀπέναντι τῶν 3,000,000 τοῦ μεταλλικοῦ ἐπλήρωσεν, ἤτοι 1,900,000 δραχμῶν, διότι αὐτὸ τὸ ἐπλήρωσε ἀπέναντι τῶν 3,000,000 τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξεν ἀπὸ τὸ δάνειον· λοιπὸν αὐτὸ δὲν ἤθελε τὸ πληρώσει, ἑπομένως ἀπὸ τὰ 34,000,000 πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν 1,900,000 δραχ. Τί πρέπει ἀκόμη ν’ ἀφαιρέσωμεν; Πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 3,200,000 διὰ τὴν ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων, διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον ὤφειλεν εἰς ἔντοκα Γραμμάτια 3,200,000, ἦτον καὶ αὐτὸ χρέος, ὅπως τὸ τῶν 12,000,000· ἠδύνατο τὸ ὑπουργεῖον νὰ μὴ πληρώσῃ αὐτὸ καὶ νὰ προτιμήσῃ τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφαιρουμένου ἑπομένως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τὰ 34,918,000 θέλουν μένει ἔξοδα 28.818,000 ὡς εἴρηται. Λοιπὸν λέγω, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, διότι οἱ λογαριασμοὶ εἶναι ὅλως ξηροί· λοιπὸν λέγω, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὰ 38,685,000, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε δὲν εἰσέπραττεν 11,000,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 12,000,000, ἤθελεν εἰσπράξει 20,188,000 ἀπὸ τὰ ἔξοδα ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 1,900,000 καὶ 3,200,000 διὰ τὰ ἔντοκα κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ μένουσιν ἔξοδα 29,818,000· ἠθέλουεν λοιπὸν ἔχει ἔξοδα πλέον τῶν εἰσπράξεων 2,018,000. Ἤξιζε λοιπὸν τὸν κόπον νὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων; ἐνῷ ἐὰν προσθέσητε εἰς τὰς εἰσπράξεις τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης 720, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του νὰ ἐκποιήσῃ καὶ ἔπρεπε νὰ τὰς ἐκποιήσῃ, αὐτὸ ἦτο προτιμώτερον παρὰ νὰ μᾶς ἐπιβαρύνῃ μὲ τὸ χρέος τῶν 12 ἑκατομ. Ἐὰν προσθέσητε τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν 1,224,000. ἠθέλομεν ἔχει ἔλλειμα 794, 000 δραχμῶν. Τὸ δάνειον λοιπὸν τῶν 12,000,000 ἐναντίον βεβαίως τῆς θελήσεως καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ ὑπουργείου ἐγένετο, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἢ καλῶς δὲν ἐμελέτησεν, ἢ δὲν ἐννόησε τὸ ζήτημα· ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ζήσῃ ἥσυχα καὶ ἄνευ δυσκολιῶν, ἐπροτίμησε νὰ λάβῃ τὸ δάνειον ἀντὶ νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ ἀμέσως, καὶ τοιουτοτρόπως πραγματοποιῆσαν αὐτὸ τὸ δάνειον ἔθεσεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου μας τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων· ἤθελαν χρήματα. Ἀλλὰ ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε, τὶ νὰ κάμω, ἔπρεπε νὰ ἔχω χρήματα, ὁ στρατὸς ἀπὸ τὸ προηγούμενον ὑπουργεῖον εἶχε συγκεντρωθῇ εἰς μέρη τινὰ, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ὅπου ἠδύναντο νὰ ἐνεργηθῶσιν εἰσπράξεις, εἶχα δὲ ἀνάγκην ἐξόδων διὰ τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν. Καὶ αὐτὸ, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές.—Ἐὰν ἔχητε ἀνάγκην νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας, εἶμαι ἕτοιμος, κύριε Πετζάλη.—Ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατὰ τοὺς ἰδίους αὐτοῦ ὑπολογισμοὺς εὗρεν 600,000 μετρητὰς εἰς τὸ ταμεῖον, εἶχεν 720 μετοχὰς τῆς τραπέζης διαθεσίμους, εἶχεν καὶ 3,500,000 εἰς Παρισίους· ἑπομένως ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ καὶ ἀπὸ ἐμμέσους φόρους, τελωνιακὰ ἅλατα κλπ. ὥστε ἤθελεν ἔχει τὸ ὑπουργεῖον πλέον τῶν 6,000,000 ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Δὲν ἤρκουν ταῦτα;
§170Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου.
§171ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς λέγω. Ὠφείλατε νὰ πληρώσητε καὶ διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ πλεῖστα τῶν χρεῶν αὐτῶν ἐδύνασθε νὰ τὰ πληρώσητε διὰ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, τὸ ἐδέχοντο, καθὼς ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, οἱ δανεισταὶ τῆς Σύρου, τὸ ἠξεύρω, καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν τὰς ἐδέχθησαν· εἴχατε εἰς χεῖράς σας 720 μετοχὰς, ὥστε ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου εἴχατε τὸ ἀνωτέρω ποσόν· ἑπομένως κατ’ ἐμὲ δὲν εὑρίσκεσθε εἰς δυσκολίαν. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, τὸ βάρος αὐτὸ τοῦ δανείου τῶν 12 ἑκατομμυρίων τὸ ὑποφέρομεν χάριν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, λυποῦμαι, διότι ἀνελάβομεν τοιοῦτον βάρος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν. Δὲν θέλω σήμερον ἀναπτυχθῆ, ἀλλὰ λέγω ἐν ὀλίγοις, ὅτι περὶ δημοσίου ἀσφαλείας δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν σήμερον, αὕτη εἶναι ἄγνωστος εἰς τὴν Στερεὰν, διότι κακοποιοῦν ὅταν θέλουν καὶ ὅσους θέλουν οἱ ἐγκληματίαι· ὅταν ἐν σώματι περιφέρωνται εἰς τὴν Πελοπόννησον στίφη φυγοδίκων καὶ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κάμωμεν ἐκτάκτους νόμους, ἵνα ἀπαλλαγῶμεν, ὅταν εἰς τὴν Λακωνίαν σήμερον ἀκόμη ἐμφύλιος πόλεμος ἐξακολουθεῖ καὶ ἡ ἐξουσία δὲν λογαριάζεται, δημοσία ἀσφάλεια δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει. Ἠξεύρω τὶ θὰ μὲ εἴπουν καὶ ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀπαντήσω, λέγω μόνον, ὅσον ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὰς αἰτίας μιᾶς κακῆς καταστάσεως, τοσοῦτον περισσότερον ἔχομεν δίκαιον ν’ ἀπαιτῶμεν αὐτὴν βελτιωμένην, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ πᾶσαν κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ, κατὰ τί ἐβελτίωσε τὸν τόπον. Δύναται ἡ παροῦσα κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της ἐβελτιώθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια; καὶ τότε ἀγογγύστως ὑποφέρομεν τὰ βάρη. Ἐῤῥέθη πολλάκις καὶ σήμερον ἔτι ἀπὸ ἕνα ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ σκοποῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι ἄλλοτε συμβιβασμοὶ ἐγένοντο εἰς τὴν Φθιώτιδα μετὰ λῃστῶν, καὶ ὑπουργοὶ, καὶ γενικοὶ γραμματεῖς ἀπέστειλαν εἰς τὴν Κρήτην.........ἐκεῖθεν ἐλευθερωτὰς· ἀληθῶς ὑπῆρχε μία ἐποχὴ καθ’ ἣν οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐπανάστασι τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ Κράτου, καὶ διάκρισις τότε ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ τῶν καλῶν ἀπὸ τοὺς κακοὺς, εἰσῆλθον ἀναμὶξ ἐπαναστάται καὶ λῃσταὶ, ἡ γενικὴ ἀσφάλεια ἐκινδύνευεν, ἔνοπλοι πολλοὶ περιεφέροντο, ἡ κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς καταδιώξῃ, διότι δὲν ἤξευρε ποῖοι εἶναι οἱ καλοὶ καὶ ποῖοι ὄχι, ἦσαν πολλοὶ καὶ ἐπικίνδυνοι, οἱ τοῦρκοι τοὺς περιέθαλπον καὶ τοὺς ὤθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἡ κυβέρνησι ἐσκέφθη τότε ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν δίοδον εἰς αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εὐκόλως δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσι. Ἡ διαγωγὴ τῆς γείτονος δυνάμεως μᾶς ἠνάγκασε νὰ συγχωρήσωμεν νὰ ὑπάγουν εἰς Κρήτην. Καὶ μᾶς κατηγοροῦν διὰ τοῦτο ὑπουργοὶ, οἵτινες ἐν πλήρει ἡσυχία καὶ ἄνευ ἀνάγκης διεπραγματεύθησαν μὲ τοὺς λῃστὰς καὶ ἔστειλαν ἀνθρώπους πρὸς αὐτοὺς, καὶ τὰ ἐντάλματα διὰ τὰς ἀποστολὰς ὑπάρχουν εἰς τὸ ταμεῖον. Ἐὰν εἶναι, κύριοι, κακὸν καὶ ἄτακτον καὶ ἀνώμαλον τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἡ παροῦσα κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ τὸ μέμφηται;
§172Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Θὰ ἴδωμεν.
§173ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φέρετε τὰ ἐντάλματα.
§174ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ τὰ βγάλωμεν ὅλα, θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ ποῦ θ’ ἀνοιχθῶσιν αἱ βίβλοι.
§175ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅστις συζητεῖ δὲν φοβεῖται. Δεύτερος ἰσχυρισμὸς εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 θέλει ὑπερβῆ τὰ 35,000,000· ἰδοὺ πόθεν τὸ ἐξάγω, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπαρουσίασεν, ἐπαναλαμβάνω, λογαριασμὸν ἐξόδων μέχρι 31 Αὐγούστου ἐκ 34,918,000, ἐξ αὐτῶν ἀφαιρουμένων πάντοτε τῶν 3,200,000 τῶν ἐντόκων γραμ. μένουν 31,700,000, ἡ σημείωσις εἶναι μέχρι 31 Αὐγούστου, δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπληρώθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Αὐγούστου.... Λοιπὸν ὅπως τὸ ὑπουργεῖον ὑπολογίζει τὰ ἔξοδα τῶν 5 μηνῶν, ἤτοι μέχρι τῆς 1 Ἰαννουαρίου ἀνὰ 2½ ἑκατομ. εἶναι 12,500,000, 4,000,000 περίπου, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ διαχείρισις ἑκάστου ἔτους ἀφίνει ἔλλειμα ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἕως νὰ κλείσῃ ἡ χρῆσις, προσθέτοντες ἅπαντα θέλομεν ἔχει εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως 48,000,000 κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑπουργείου διὰ τὸ ἔτος αὐτό. Τί ἐδαπανήσαμεν τὸ παρελθὸν ἔτος; καὶ ἠξεύρετε διὰ τὶ συνδέω τὰ δύο ἔτη; διότι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τῶν ἐτῶν αὐτῶν δυνάμεθα νὰ τὰ ἐξάξωμεν συγχωνεύοντες τὰ δύο αὐτὰ ἔτη· ἐξώδευσε τὸ παρελθὸν ἔτος 41,764,000 ὁμοῦ μ’ ὅσας θέλουσι ζητήσει πιστώσεις ἐκ 468,000, τὸ ποσὸν αὐτὸ προστιθέμενον εἰς τὸ ἐκ 48,200,000 ἔξοδον τοῦ 69 ἔτους, θέλομεν ἔχει τὰ δύο ἔτη, ἔξοδον 89 ἑκατομμυρίων. Τίνα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἔκτακτα ἔξοδα, διότι οὕτω θέλομεν ἴδει ποσὰ τακτικὰ θὰ ἐξοδεύσωμεν καὶ ἐφέτος. Βλέπει ὁ κ. Χατζίσκος, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαλέσωμεν ὁ εἷς τὸν ἄλλον παρὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Κατὰ τὸ ὑπουργεῖον τὸ 1868 ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐξώδευσεν εἰς ἔκτακτα 10,000,000, ἰδοὺ τί λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του πρὸς τὸν Βασιλέα, ὁ ὑπουργὸς, δίδων τὸν λογαριασμὸν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1868, τὰ ἔξοδα τοῦ 1868 ἀναβαίνουν, εἰς 34,000,000, ἀφαιροῦνται ἔκτακτα ἔξοδα 10,000,000, μένουσι 24,000,000. Λοιπὸν τὸ 1868 κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς κυβερνήσεως τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἦσαν 10,000,000, θὰ ἴδωμεν δὲ τώρα τί ἐξώδευσε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Τῶν ἐτῶν 1869 καὶ 1868, 5,000,000 ἐν γένει ἔξοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1868, ἀναχωρῶ, ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι πάντοτε ἡ διαχείρισις τοῦ ἔτους ἀφίνει καθυστέρημα τοὐλάχιστον 4 ἑκατ. δέχομαι ὅτι τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀναβαίνουσιν εἰς 4 ἑκατομύρια μόνον καὶ ὅτι εἰς τὰ 5 ἑκατομμύρια ἐμπεριέχονται καὶ 1 ἑκατομμύριον ἔκτακτα, ἐπλήρωσε δὲ ὁ κύριος Ζαΐμης ἔτι διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ θωρακωτοῦ 700,000, τὴν τελευταίαν δόσιν τοῦ «Γεωργίου» 350.000, διὰ τὴν ἀποπληρωμὴν τοῦ «Γεωργίου» 175,000, διὰ παραγγελίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 500,000, διὰ τοὺς τόκους τοῦ ἐθνικοῦ δανείου 400,000 τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἔκτακτον ἀλλ’ ὀφειλὴ τοῦ παρελθόντος. Τέλος δέχομαι καὶ ἔκτακτα τὰ ἐν τῇ σημειώσει μέχρι τοῦ ποσοῦ καθ’ ὃ ἀρχίζουν αἱ καταθέσεις πρὸς τὴν τράπεζαν, ὅλα δὲ τὰ πληρωθέντα ἀναβαίνουσιν εἰς δραχμὰς 8,375,000· ἔχομεν λοιπὸν τὸ 1868 ἐξωδευθέντα ἔκτακτα 10,000,000, ἔχομεν κατὰ τὴν σημείωσιν 8,375,000, ἂς παραδεχθῶμεν 1,000,000 διὰ τοὺς Κρῆτας καὶ ἄλλο 1,000,000 ἐκ τῶν 5,000,000, τὸ ὅλον 20,375,000. Λοιπὸν 20 ἑκατομ. εἰσὶ ἔκτακτα ἔξοδα. Ἐὰν αὐτὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 89 ἑκατομμύρια ἔχομεν 69 ἑκατομ. τακτικὰ ἔξοδα διὰ τὰ δύο ἔτη, ἤτοι 34,500,000 κατ’ ἔτος. Λοιπόν, κύριοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀφοῦ ἤκουσε τοὺς ἀριθμοὺς ἤδη, δὲν θ’ ἀπορήσῃ διατί διϊσχυρίσθημεν ὅτι τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1870 θὰ ὑπερβῶσι τὰ 35 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἔχωμεν 69 ἑκατομ. διὰ τὰ δύο ἔτη, τὸ ἐπαναλαμβάνω ἕκαστον ἔτος ἐξώδευσαν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 34,500,000, καὶ ἐὰν τὸ 1869 εἶχε 34,500,000, τὸ 1870 θὰ ἐξοδεύσῃ περισσότερον, διότι καθὼς ἀπεδείχθη ἡ προσθήκη ὑπάρχει μεγίστη εἰς δαπάνας βεβαίας καὶ ἀναμφισβητήτους. Κύριοι, ὁ τρίτος ἰσχυρισμὸς εἶναι ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐξώδευσε περισσότερα ὅλων τῶν πρὸ αὐτοῦ· καὶ ἰδοὺ πῶς ἀποδεικνύεται· τὰ πληρωθέντα τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1869 εἶναι 16 ἑκατομ. τὰ κατατεθέντα εἰς τὴν τράπεζαν 1,800,000 διὰ τὸ δάνειον τῶν 28 ἑκατομμυρίων, τὰ διὰ λογαριασμὸν τῶν Δυνάμεων πληρωθέντα 600,000 καὶ τὰ λοιπὰ, ὡς φαίνονται εἰς τὴν σημείωσιν 3,750,000 τὸ ὅλον 19,750,000· προσθέτοντας καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοδευθῶσι μέχρι τέλους τοῦ 1869, 12,500,000 θέλομεν ἐξοδεύσει μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τακτικὰ 32,250,000. Ταῦτα ἐξάγω ἀπὸ τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ὁποίους ἐπαρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον. Ὅθεν τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1869 θέλουν ὑπερβῆ τὰ 32 ἑκατομμύρια· ἐνῷ ἐντὸς τοῦ ἔτους τοῦ 1866 ἐξωδεύθησαν 22,470,000, τὸ 1867 καὶ μὲ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα 27,280,000, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 ἐξώδευσεν 24,364,534, τὸ ὑπουργεῖον δὲ τοῦ 1869, 32 ἑκατομμύρια· ὥστε ἐξώδευσε περισσότερα. Ἀλλὰ κατὰ τί ἔπταισε τὸ ὑπουργεῖον μᾶς λέγουν; ἔπρεπε νὰ ἔχω ἀναλελυμένους τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἐξόδων τῶν 16 ἑκατομμυρίων, ἵνα ἴδω κατὰ τί ἔπταισε. Ἐγὼ παρετήρησα ὅτι ἐξώδευσε περισσότερα ἀφ’ ὅ,τι ὅλα τὰ λοιπὰ ὑπουργεῖα ἐντὸς τοῦ ἔτους. Καὶ ὁ ἐξοδεύων περισσότερα πταίει. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης χθὲς μᾶς ἐμέμφθη διὰ τὴν προσθήκην τῶν φόρων. Ἀπὸ Κυβέρνησιν σπουδαίαν πᾶν ἄλλο ἤλπιζον παρὰ μομφὴν τοιαύτην, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἀξίωσιν καὶ ἀναντιῤῥήτως ἔχει δίκαιον, ὅτι εἶναι σπουδαῖος ὑπουργός. Εἴχομεν ἔλλειμμα ἐνώπιόν μας ἀποδειχθὲν καὶ σήμερον· ἔπρεπε νὰ τὸ καλύψωμεν, καὶ πῶς νὰ τὸ καλύψωμεν, ἀφοῦ ἄλλα μέσα δὲν ὑπῆρχον; Ἐκάμαμεν κακὰ προσθέσαντες φόρους, καὶ θὰ ἐκάμαμεν καλλίτερον ἐὰν ἀφίναμεν τὸ ἔλλειμμα νὰ ἐξακολουθῇ; Ἀλλά, λέγουσιν, ἵνα ἔχητε δικαίωμα νὰ μᾶς ζητῆτε τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων, ἔπρεπε νὰ μὴ μᾶς ἐπιβαρύνετε μὲ 40 ἑκατομμύρια, ἡμεῖς; Τὰ 40 ἑκατομμύρια τὰ ἐπέβαλεν ἱερὰ ἀνάγκη, ἡμεῖς εὕρομεν τὴν Κρήτην· σεῖς ὅταν ἤλθατε τὸ ἑπόμενον ἔτος βουλευταὶ δὲν διεμαρτυρήθητε κατὰ τῶν ἐξόδων αὐτῶν. Διεμαρτυρήθητε δι’ ὅσα ἐγίνοντο ὑπὲρ τῆς Κρήτης; διεμαρτυρήθητε κατὰ τῶν φόρων; ὄχι· ὅλα τὰ ἐπεψηφίσατε μὲ χειροκροτήματα; Καὶ τί καλλίτερον σεῖς μᾶς παρουσιάζετε ὥστε νὰ μέμφεσθε τοὺς φόρους; δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε φόρους, διότι τὰ προεκτεθέντα χρέη ἐπιβάλλουν ἔξοδον ἀναπόφευκτον. Πόσα χρέη προσετέθησαν ἀπὸ τὸ 1867, ἂς ἴδωμεν. Τὸ δάνειον τῶν 6 ἑκατομμυρίων δὲν ἦτο τοῦ 1867. Μένει τὸ δάνειον τῶν 28 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον φέρει 2,646,800 δραχ. τόκον καὶ χρεωλύσιον, ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων ἐπραγματοποιήθη 1½ μόνον, τὸ ὁποῖον φέρει 200 χιλιάδας δραχ. ὡς ἔγγιστα. Τὸ πρὸς τὸν πρῴην Βασιλέα Ὄθωνα χρέος δὲν ἔγινε παρ’ ἡμῶν, τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν εἶναι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, τὰ δάνεια ἐπὶ παραχωρήσει δημοσίων τίτλων εἶναι παλαιά· τὸ δάνειον τῶν τραπεζῶν εἶναι ἰδικόν σας· ὥστε τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸ 1867 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπραγματοποιήθη κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑπουργείου φέρει τόκον καὶ χρεωλύσιον καὶ ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ 2,646,800 κατ’ ἔτος· ἀναγνώσατε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866· θέλετε εὕρει, ὅτι δι’ ἐσωτερικὰ δάνεια ἐπληρώθησαν 1,880,970, δι’ ἐξωτερικὰ 1,305,876, εἰς συντάξεις 2,279,692· ὥστε ἀπὸ τὸ 1867 προσετέθησαν χρέη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὰ δάνεια ἔλαττον τῶν 3 ἑκατομμυρίων, λοιπὸν θέλετε νὰ κάμωμεν συμβιβασμόν; ἐλατώσατε τοὺς φόρους κατὰ τὰ ὑπόλοιπα, ἀφήσατε 3 ἑκατομμύρια διὰ τὰ δάνεια καὶ ἐλατώσατε κατὰ τὰ ἄλλα· πῶς ὅμως ἀφοῦ ἀπολαμβάνετε τοὺς καρποὺς τῶν φόρων, καὶ ὅταν δὲν ἔχετε σύστημα καὶ ἰδέαν τινὰ, ἔρχεσθε καὶ κατηγορεῖτε αὐτούς; Ὁποίαν ἰδέαν θὰ συλλάβῃ ἡ κοινωνία, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκούῃ ὑπουργοὺς κατηγοροῦντας ἕνα νόμον, τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνουσι τοὺς καρποὺς, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ παρουσιάσωσι τίποτε; Μίαν παρατήρησιν ἀκόμη πρὸς τὸν ἔντιμον κ. πρωθυπουργὸν, διὰ τὸ παράπονον τὸ ὁποῖον ἔκαμε χθές. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε· διατηροῦμεν τὸν ἴδιον προϋπολογισμὸν, παραπονεῖσθε, τὸν μεταβάλλομεν, παραπονεῖσθε· κατὰ τὸ φαινόμενον ἔχει δίκαιον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ εἴδετε ὅτι ὁ κ. Χατζίσκος ἐπείσθη. Μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν εἴμεθα σύμφωνοι ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, τί εἶπεν αὐτὸς καὶ ἐγὼ; διήλθομεν κρίσιν πολὺ σπουδαίαν, διήλθομεν κινδύνους, αὐτοὶ πρέπει νὰ μᾶς διδάξουν νὰ διορθώσωμεν καὶ θεραπεύσωμεν τὰς ἐλλείψεις μας εἰς τὸ μέλλον καὶ ἀπομακρύνωμεν τὸ κακόν. Ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν βλέπετε καμμίαν τοιαύτην πρόνοιαν; βλέπετε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐσκέφθη νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν; Δὲν ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀποτελειώσῃ διὰ μιᾶς ὅλας τὰς μεταβολὰς καὶ νὰ φέρῃ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὸν τόπον· εἶμαι ἄνθρωπος πρακτικὸς καὶ γνωρίζω πόσην δυσκολίαν ἔχει ἡ πραγματοποίησις τοιούτων ἰδεῶν καὶ πόσος καιρὸς ἀπαιτεῖται, παραπονούμεθα ὅμως διότι ἰδέαν τοιαύτην δὲν βλέπομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ παρελθόντος, καὶ ἠξεύρετε ὁποῖον ἦτο τὸ παρελθὸν· σᾶς συμβουλεύω νὰ τὸ ἀποφεύγητε. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς ἀπαιτήσεις πολιτισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου ἀπαιτήσεις πολιτισμοῦ καὶ ἰσχύος, ἂς ἐναγκαλισθῶμεν ὁριστικῶς μίαν ἰδέαν· εἴμεθα τῳόν τι πρότυπον βασίλειον, διότι δὲν ἔχομεν τίποτε πλῆρες. Ἄλλοι λαοὶ μικρότεροι ἡμῶν ἐνηγκαλίσθησαν μίαν ἰδέαν καὶ ἐτελειοποίησαν αὐτὴν, ὥστε παρουσιάζονται ὡς παράδειγμα. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς προόδους τῆς Εὐρώπης κατηγοροῦν τὴν Ἑλλάδα, διατὶ καὶ αὐτὴ εἰς τόσον ὀλίγον διάστημα δὲν προώδευσεν, ὡς καὶ ἡ Εὐρώπη, καὶ δὲν ἔκαμεν ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰς βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκεῖ ἀπαντῶνται· δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἕνα λαὸν ὁ ὁποῖος μόλις 30 ἔτη ἤδη ἐργάζεται, ἀρχίσας ἀπὸ τοῦ μηδενὸς, λαὸς πτωχὸς εἰς χώραν ἀκατοίκητον καὶ ἔρημον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ τὰ ζητούμενα, εἶναι φαντασιοκοπία νὰ ἔχῃ τις τοιαύτας ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει νὰ δεχθῶμεν μίαν ἰδέαν, ἓν σύστημα, τί προτιμῶμεν; Προτιμῶμεν νὰ ῥιφθῶμεν ἐντελῶς εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως καὶ νὰ ἀφοσιωθῶμεν εἰς αὐτὴν καὶ ἐκεῖ νὰ διευθύνωμεν ὅλας τὰς ἐνεργείας μας, ἢ προτιμῶμεν νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς δημοσίας δυνάμεις μας καὶ νὰ ἀφοσιωθῶμεν εἰς αὐτὰς καὶ ἐκεῖ νὰ διευθύνωμεν τὰς προσπαθείας μας καὶ τὴν προσοχήν μας; οὕτω θὰ δυνηθῶμεν νὰ κατορθώσωμέν τι, νὰ ἔχωμεν κάτι τι. Τί συμβαίνει ἤδη; ἔχομεν πλοῖα, τὰ μετεφέραμεν πρὸ ὀλίγου, ἂν εἴχατε ἰδέαν ὡρισμένην, π. χ. νὰ ἀναπτύξωμεν τὸ ναυτικὸν, ἔπρεπε νὰ πολιτευώμεθα ἄλλως, καὶ θὰ εἴχαμεν ναυτικὸν ὅπως πρέπει.
§176ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ ποῖα μέσα;
§177ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς εἰπῶ, διότι ἂν εἴχομεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὡρισμένην, ἠθέλομεν ἀφοσιωθῆ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ναυτικοῦ μας περιστέλλοντες διαφόρους δαπάνας ἄλλων κλάδων· ἢ ἐὰν ἀσπαζόμεθα τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν οὔτε πλοῖα πολεμικὰ, οὔτε ναύτας, οὔτε ναύσταθμον, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ χρησιμεύουν παρὰ νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν, καθόσον ἐξοδεύομεν χάριν προσώπων καὶ διότι ἔτυχε νὰ τὰ ἔχωμεν· σήμερον δὲν ἔχομεν κανὲν τέλειον, διότι καμμία ἰδέα δὲν ἠναγκαλίσθη ὁ τόπος ὁριστικῶς, ἀλλὰ ζητοῦμεν ὅλα ὁμοῦ καὶ τίποτε δὲν κατορθοῦμεν, διὰ τοῦτο ἐγίναμεν πρότυπον βασίλειον. Νομίζω ὀρθὸν, μετὰ τὰ συμβάντα, τὰ παρελθόντα μάλιστα, ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ πέριξ ἡμῶν κατάστασις τῶν πραγμάτων, καὶ οἱ γείτονες ἡμῶν λαοὶ, ὅτι τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ ἐγκολπωθῇ μίαν πολιτικὴν καὶ εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιμείνῃ· ἰδοὺ διατὶ παραπονούμεθα, ὅτι τοιαύτην τινὰ ἰδέαν δὲν βλέπομεν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξωδεύσατε εἰς ἀνάγκας βεβαίως, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ ποῖον ἔξοδον καὶ ποία ἀνάγκη πρέπει νὰ προτιμηθῇ; βλέπω ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔξοδα καταστημάτων καὶ τὰ τοιαῦτα· ἐπεθύμουν μᾶλλον νὰ ἔβλεπα ποσά τινα πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως. Δι’ οὐτῆς θέλομεν θέσει τὰ θεμέλια ἢ τῆς ἐσωτερικῶς ἀναπτύξεως ἢ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δημοσίων δυνάμεών μας, αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονόν μας. Τὸ παρελθὸν ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάξῃ, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν βλέπομεν ὅτι εἰς τίποτε δὲν μᾶς ἐδίδαξε. Πρὶν τελειώσω, σᾶς λέγω, ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχει ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἐξοδεύσωμεν καὶ ἄλλα· ὅσοι εἶσθε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, ἀπὸ τὴν Στερεὰν πρὸ πάντων, ἡ ὁποία περισσότερον πάσχει ἀπὸ τὸ κακὸν τῆς λῃστείας καὶ τῶν φυγοδίκων γνωρίζετε ὁποῖα εἶναι τὰ παράπονα καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἐπαναλαμβανόμενος λόγος τῆς ἀδυναμίας τῆς καταπαύσεως τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, ἡ ἔλλειψις λέγουν ἀρκούσης στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ὅπου ἠρώτησα κατὰ τὴν περιοδίαν μου ἐν Φθιώτιδι, μοὶ εἶπον τί νὰ κάμωμεν, δὲν ἔχομεν στρατιώτας, καὶ ἂν ᾖναι ἀληθὲς αὐτὸ, ὅπως εἶναι ἀληθὲς, τότε πρέπει νὰ προσθέσητε ποσὰ διὰ νὰ αὐξήσητε τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις· οὕτω λοιπὸν θέλετε προσθέσει ἔξοδα. Ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ καταδείξω κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῷ μίαν βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ οἰκονομικὴν κρίσιν, διότι θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα, ὅπερ εἶναι δυστύχημα διὰ τὸν τόπον, διότι, ἐνῷ τὰ ἔξοδα θὰ ὑπερβῶσι τὰ 35 ἑκατομμύρια, τὰ ἔσοδα, ὡς βεβαιοῦνται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1866–67 καὶ 68, δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰ 31 ἑκατομμύρια. Ὑποβάλλων τὰς παρατηρήσεις ταύτας, παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ μελετήσωσιν ὡριμώτερον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ἐπιφέρωσι θεραπείαν. Δὲν πρέπει νὰ φεισθῶμεν συμφερόντων τινῶν, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ὅλων, δὲν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν θυσίας, ὅταν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικά μας καὶ νὰ θέσωμεν βάσεις ἀσφαλεῖς καὶ βεβαίας, ἄλλως ὁ κίνδυνος εἶναι μέγιστος· ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι οὔτε ἐπιμέλεια, οὔτε προσοχὴ, οὔτε πρόνοια κατεβλήθη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§178Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐξεφράσθητε ποίαν πολιτικὴν ἀσπάζεσθε ἀπὸ τὰς δύο, τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως ἢ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεών μας (Θόρυβος).
§179ΜΗΤΣΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσω ὀλίγα τινὰ εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον, καθότι εἰς τὸν λόγον του, ὅπου εἶπε, ἀνέφερέ τινα· ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπῆγα νὰ συνθηκολογήσω μὲ τοὺς ληστὰς, ἐπῆρα καὶ χιλίας διακοσίας δραχμάς· ὅταν ἤμην εἰς Κρήτην ἡ κυβέρνησις ἐδῶ ἔστελλε ληστὰς ἐκεῖ καὶ ἐξώδευσεν ἀρκετὰ χρήματα, καὶ μάλιστα τινὲς ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν, ἐκαζάντησαν καὶ ἐσπούδασαν.
§180ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἐσπούδασαν.
§181ΜΗΤΣΑΣ. Ἐσπούδασαν, ἐπῆγαν εἰς τὴν Γαλλίαν. Μὴ μὲ διακόπτετε· τότε ἡ κυβέρνησις ἦτον εἰς ἀνάγκην καὶ ἔστειλε τοὺς ληστὰς ἐκεῖ καὶ ἐξ αὐτῶν πολλοὶ ἔκαμον πολὺ καλὰ τὸ χρέος των. Ὁπωσδήποτε τότε ἡ κυβέρνησις εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἂν ἐπιτύχῃ ἡ ἐπανάστασις, ὅτι ὄχι μόνον ἤθελε δώσει εἰς αὐτοὺς ἀμνηστείαν, ἀλλὰ βεβαίως καὶ κάτι τι· κατὰ δυστυχίαν ὅμως δὲν ἐπέτυχε καὶ ἐπανήλθομεν κακὴν κακῶς, ὅλοι τὸ ἠξεύρετε, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ πολυλογῶ· ἦλθον ἀπὸ τὴν Κρήτην ἐνταῦθα καθὼς καὶ αὐτοὶ οἱ λησταὶ 80 τὸν ἀριθμὸν ἀπὸ τὴν Φθιώτιδα, Ἀκαρνανίαν καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη, ἐζήτησαν τὴν ἀμνηστείαν σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσιν· παρουσιάσθην εἰς τὴν κυβέρνησιν, καθότι καὶ ἐγὼ, ὡς μικρὸς στρατιώτης, ἔχω κάμει κάτι τι διὰ τὴν ληστείαν, καὶ παρεκάλεσα ἂν ἦναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται, κάτι τι νὰ λάβουν· καὶ ἐπειδὴ ἀμνηστεία δὲν δύναται νὰ τοῖς δοθῇ, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν, καὶ ὁ νόμος ἐπιεικῶς φερόμενος νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰς πολλὰς ἁμαρτίας· τότε ἡ κυβέρνησις παρεδέχθη. Ἐπειδὴ δὲ ἤξευρε πολὺ καλὰ ὅτι ἤλθομεν ἀπὸ τὴν Κρήτην δὲν ἤλθομεν καζαντισμένοι, (ἐπιτροπὴ ἐδῶ καὶ ἡ ἄλλη εἰς τὴν Σῦρον ἐπλήρωσαν μέχρι λεπτοῦ ὅπου ἐχρεώστουν, εἰς ἡμᾶς ἔδωσαν χαρτιὰ νὰ τὰ λάβωμεν μιὰ φορὰ, ἐξ αὐτῶν τῶν χρημάτων ἔχω νὰ λάβω 11 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ μὲ σύρουν νὰ μὲ βάλουν εἰς τὴν φυλακὴν, καὶ τὰ χρεωστῶ, καὶ γρόσια διὰ κρέατα καὶ σιτηρέσια· διότι ἐπληρώναμεν μετρητὰ,) λοιπὸν ἤμην εἰς ἀθλίαν κατάστασιν καὶ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὸν μισθὸν ὅπου ἔχω νὰ λάβω, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μοὶ δώσῃ κάτι τι, μοὶ ἔδωσε 1,200 δραχμὰς, αὐτὰς ἐπῆρα, ἐνῷ ἕτεροι ἔκαμαν ἕνα ταξείδι ἕως τὴν Λαμίαν καὶ ἐπῆραν «χρήματα» ὡς εἶναι ὁ κ. Τζηνόπουλος, ὁ ὁποῖος σήμερον ταξειδεύει εἰς τὴν Εὐρώπην. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐντάλματα, καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἔχω νὰ λάβω 11 χιλιάδας δραχμὰς, ἐπῆρα μόνον 1,200.
§182ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Δύω ἦσαν αἱ σπουδαιότεραι αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας τὰ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντα ἔντιμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως μέλη ἀπηύθυναν κατὰ τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870. Δύο μόνον ἀνέφερα, διότι πολλαὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ λίαν ἐντριβοῦς περὶ τὰ οἰκονομικὰ βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἦσαν παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὸν οἰκεῖον χῶρον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰς παραλείψω, ἵνα ἔλθω εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ δύω αὗται αἰτιάσεις ἀπηυθύνθησαν ὑπό τε τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Κουμουνδούρου. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς προχθὲς τὴν τρίτην τὸ ἑσπέρας ἀγορεύων ἐξέφερεν· ἦσαν σκέψεις, ἦσαν κρίσεις, ἀποδεικνύουσαι τὴν ἀνάγκην τῆς γενικῆς συζητήσεως, τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαγωγῆς τῆς ὅλης πορείας τῆς κυβερνήσεως· σκέψεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς τῶν ὑπουργῶν ἀντέκρουσεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ φιλύποπτον τοῦ ἐντίμου φίλου μου, τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων, τὸν ἠνάγκασε νὰ ὑπολάβῃ ὅτι ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν νὰ διέλθωμεν τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν διὰ τῆς σιωπῆς, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐτάραξε καὶ τὸν βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ φέρῃ καὶ ἐπεκαλέσθη ὡς παράδειγμα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξῃ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διετρέχομεν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δημοσίων συζητήσεων. Ἂν ᾖναι δικαίωμα ἀναφαίρετον εἰς τὸν κ. Λομβάρδον νὰ ζητῇ τὴν εὔρυνσιν τῆς συζητήσεως ὅσον θέλει, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἐπίσης δικαίωμα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ φροντίζωμεν νὰ μὴ ἀφίνωμέν τινα νὰ ἐπιλαμβάνηται γεγονότων, ὅταν σκοπῇ τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ τὰ ἀποτελέσματα νὰ τὰ συγχίσῃ κατά τι. Ἀληθῶς μετὰ τὴν εὐρύτητα τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναφέρῃ ὡς παράδειγμα τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασ. λόγον, διότι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἔγεινεν εὐρυτάτη, καὶ τὸ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε μάρτυρες τῶν συζητήσεων ἐκείνων. Ἀναφέρουσι, κύριοι, μετὰ 4 μῆνας, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη δὲν ἐγένετο εὐρεῖα, ἐνῷ τὰ πρακτικὰ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν καὶ ἔτρεξαν ὄρη καὶ θαλάσσας καὶ ἔφθασαν εἰς χεῖρας ὅλων τῶν Ἑλλήνων, καὶ πάντες εἶδον μετὰ πόσης λεπτομερείας ἀνεπτύχθησαν ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὴν πολιτικὴν ὑπόθεσιν, τὴν περιεχομένην εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ἡμεῖς οὐδέποτε διενοήθημεν νὰ περιορίσωμεν τὰς συζητήσεις, καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐγὼ, ἀγορεύοντες, ἐκαλέσαμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν ἵνα εἴπῃ πράξεις καὶ καταγγείλῃ γεγονότα, διότι ἐπεθυμοῦμεν τὰς συζητήσεις· τοῦτο ἀπῄτει τὸ συμφέρον μας, οὐχὶ ἵνα πεισθῶμεν ἡμεῖς καὶ ἡ πλειοψηφία ἵνα μᾶς ὑποστηρίξῃ, ἀλλ’ ἵνα πεισθῇ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ἄρωμεν πᾶσαν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ κοινὸν ἠδύνατο νὰ περιπέσῃ ἐκ τῶν ὑπαινιγμῶν καὶ τῶν γενικῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἐντεῦθεν. Αἱ δύω αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπηύθυνεν, εἶναι αἱ ἑξῆς. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, ἐξετάζων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 69, οὐχὶ συζητῶν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870, ὑμεῖς ἐλάβετε ἀπὸ τὰς δύω τραπέζας δάνεια δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων 6,170,000· ἐλάβετε δάνεια δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 28,000,000, 8,800,000 δραχμάς, δηλαδὴ 14,970,000 δραχμάς. Ταῦτα ἐλάβετε τὴν 25 Ἰανουαρίου, σήμερον εἶναι 22 Ὀκτωβρίου. Λοιπὸν ἀπὸ τὴν 25 Ἰανουαρίου μέχρι τοῦδε ἐδαπανήσατε ὅλας τὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἐκάματε τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ ἐδαπανήσατε καὶ 14,970,000. Ἂν παραβάλωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1869 πρὸς τὴν τοῦ 1868 καὶ πρὸς τὴν τοῦ 1867, θὰ εὕρωμεν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κάμουν ἕκαστον νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εἶσθε σπάταλοι· διότι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 68 ἐδαπάνησε τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ τὸ 68 καὶ προσέτι 8 ἑκατομμύρια, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 67 ἐδαπάνησε τὰς εἰσπράξεις, τὰς τακτικὰς τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ κράτους, κατὰ τὸ 67 καὶ προσέτι 7,000,000, σεῖς ἐδαπανήσατε 14,970,000! Ἀλλὰ κατὰ τὰ 67 καὶ 68 ὑπῆρχον ἔκτακτοι περιστάσεις, ἐπειδὴ δὲ αἱ ἔκτακτοι αὗται περιστάσεις δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1869, ὅτε σεῖς ἐκυβερνᾶτε, ἕπεται ὅτι ἡ σπατάλη ὑμῶν ὑπερβαίνει πάντα λόγον». Κατέχομαι ὑπὸ μεγίστης ἀνυπομονησίας διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀναιρέσω τὰς αἰτιάσεις ταύτας, ἵνα μὴ μείνῃ εἴς τινα ἐξ ὑμῶν οὐδὲ εἰς κἀνένα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀκούουν, ἡ ἐλαχίστη πρόληψις περὶ τούτου· διότι τῇ ἀληθείᾳ εἰς κράτος τόσον πτωχὸν καὶ βεβαρυμένον μὲ τοσαύτας ἀνάγκας, εἶναι, νομίζω, μεγάλη κηλὶς εἰς ἕνα πολιτευόμενον ἡ πεποίθησις τοῦ κόσμου, ὅτι σπαταλᾷ τὰ δημόσια χρήματα. Ἐγὼ, ὁμολογῶ, δὲν θέλω νὰ γίνω συνήγορος τοῦ 1867. Ὁμολογῶ δημοσίως ὅτι ἔχω ἰδιάζουσαν ὑπόληψιν εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867, ὅτι εἰλικρινῶς συμπαθῶ πρὸς αὐτόν. Δὲν θέλω νὰ γίνω συνήγορος τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1868, διότι σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε ἀπ’ ἐδῶ, ὅτι ἀντιπαθῶ τὰ μέγιστα πρὸς τοὺς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πολιτευομένους καὶ τὴν πολιτείαν αὐτῶν. Περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1869 διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι δὲν ἐσπατάλησεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις, ἀλλὰ διεχειρίσθη μετὰ τῆς δυνατῆς εὐσυνειδησίας, μετὰ τῆς δυνατῆς φειδοῦς. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι ἀληθῆ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους σᾶς παρέδωκεν εἶναι αὐθεντικοί. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἐλάβομεν ἐκ δανείων 14,970,000, καὶ ἑπομένως ὡς ἔγγιστα 15,000,000. Ἐλάβομεν λοιπὸν 15 ἑκατομμύρια, τὶ τὰ ἐκάμαμεν; νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι. Ἐδαπανήσαμεν 570 χιλιάδας πρὸς ἐξόφλησιν χρέους, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογήσει τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, ἵνα πληρώσωμεν καθυστερούσας δόσεις τοῦ πλοίου Ὄλγας· 180 χιλιάδας πρὸς ἐξόφλησιν χρεωγράφων τῆς πρώην Ἰονίου πολιτείας· 250,000 εἰς λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῶν 600,000, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βούλγαρης ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐπληρώσαμεν 145,000 πρὸς ἐκτέλεσιν μιᾶς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἶχε συνομολογήσει μετὰ τῆς ἑταιρίας Binney πρὸς κατασκευὴν τηλεγραφικῶν γραμμῶν. Ἐδαπανήσαμεν 700,000 πρὸς ἀγορὰν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ πλοίου τῆς Ὄλγας, τὸ ὁποῖον παρηγγέλθη παρ’ ὑμῶν καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ναυτικῶν παραγγελιῶν. Ἐδαπανήσαμεν 350,000 πρὸς πληρωμὴν τῆς τελευταίας δόσεως διὰ τὸ πλοῖον Ὄλγαν. Ἐδαπανήσαμεν 475,000, δηλ. 16 χιλ. λίρας, πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένης δόσεως εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τοῦ πλοίου Γεωργίου. Ἐδαπανήσαμεν 500 χιλιάδας πρὸς ἐξόφλησιν παραγγελιῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αἵτινες εἶχον γίνει ἐπὶ τῶν προκατόχων ὑπουργείων. Ἐδαπανήσαμεν 70 χιλιάδας πρὸς ἐξόφλησιν χρέους τοῦ κ. Ἐρλάγγερ Ἐδαπανήσαμεν 60,000 διὰ τὴν ἐτησίαν κλήρωσιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου Ῥοτσχίλδ. Ἐδαπανήσαμεν 400 χιλιάδας διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ὀφειλομένους διὰ τὸ 1868 καὶ μὴ πληρωθέντας. Ἐδαπανήσαμεν 1 ἑκατομμύριον διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν ἓν δάνειον προσωρινόν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βούλγαρης εἶχε συνομολογήσει. Ἐδαπανήσαμεν 200 χιλ. πρὸς ἐξόφλησιν τόκων τῶν ἐντόκων χρεωγράφων τῆς Ἑπτανήσου ὀφειλομένους διὰ τὸ 1868. Ἐδαπανήσαμεν 5,200,000 δι’ ἔξοδα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας τοῦ 1868, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο, καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν πληρωτέα. Ἐδαπανήσαμεν 1,900,000 διὰ ν’ ἀποδώσωμεν ἀπέναντι τοῦ μεταλλικοῦ εἰς τὰς τραπέζας. Ἐδαπανήσαμεν 3,200,000 πρὸς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων τῶν τραπεζῶν. Ἠξεύρατε πόσον εἶναι τὸ ἄθροισμα αὐτῶν; 15,200,000. Ἀλλὰ προσέτι τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον εἶχε πληρώσει κατὰ τὸ ἀπὸ 1 μέχρι 25 Ἰανουαρίου διάστημα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 600,000 — προσέτι κατεβάλομεν καὶ ἡμεῖς 670 χιλιάδας ὡς προκαταβολὴν πρὸς κατασκευὴν χαλκίνων νομισμάτων, ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν ἀναβαίνει εἰς 18,135,000. Ἠμπορούσαμεν, κύριοι, νὰ μὴ κάμωμεν τὰς πληρωμὰς αὐτάς; ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν εἰς ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις εἶχον κάμει συμφωνίας, «κύριοι, δὲν ἀναγνωρίζομεν τὰς συμφωνίας, δὲν πληρόνομεν τὰ χρέη ἡμῶν ταῦτα;» Τότε οὗτοι ἤθελον προσφύγει εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἠθέλαμεν καταδικασθῆ νὰ πληρώσωμεν καὶ ἀποζημιώσεις εἰς αὐτοὺς, καὶ προσέτι, κύριοι, ἤθελε προστριβῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόληψιν τὸ ὄνειδος, ὅτι τὰς ὑποχρεώσεις μας δὲν ἐκπληροῦμεν, καὶ τὸ ὄνειδος τοῦτο ἔχει βαρείας συνεπείας διὰ τὴν ὑπόληψιν τοῦ κράτους, διότι ἕνεκα τοιαύτης τινὸς προλήψεως διαδοθείσης εἰς τὴν Δύσιν πολλὰ ὀλίγην ἀπολαμβάνει δυστυχῶς ἐκεῖ ἡ Ἑλλὰς πίστιν. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ τὰ πληρώσωμεν καὶ αὐτὸ ἐκάμαμεν. Ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα; ἔπρεπε νὰ τὰ οἰκονομήσητε, λέγουσι, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὰ ᾠκονομήσατε, εἶσθε ἄνθρωποι τῆς τάξεως, τῆς ἡσυχίας, τῆς ἀνέσεως, εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος· ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ πληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας ταύτας χωρὶς νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἐκάμαμεν; τοῦτο θὰ ἀποδείξω κατόπιν. Ἂν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 ἐδαπάνησε τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ 7,000,000 ἐκ δανείων, ἂν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 ἐδαπάνησε τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ 8,000,000, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1869 ἐδαπάνησε τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ μόνον 1,865,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1869· ἂν, κύριοι, εὑρίσκετε τοῦτο σπάταλον, εἰς σᾶς κεῖται νὰ τὸ εἴπητε. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἦλθεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἦσαν ὁμαλαί; ὅτι δὲν εἶχε παρὰ νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς τακτικῆς διοικήσεως, τῆς συνήθους; καὶ ἐλησμονήσατε ὅτι αἱ περιστάσεις ἦσαν λίαν ἀνώμαλοι; Ἀναφέρω τὴν ἐποχὴν αὐτὴν διὰ νὰ ἀναμνήσω εἰς τὸν φίλον μου κύριον Κουμουνδοῦρον μίαν ἄλλην παραπλησίαν ἐποχήν· ἀναμιμνήσκων δὲ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ καταδείξω ποίας συνεπείας ἀφῆκε καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ᾖναι ἐπιεικὴς κρίνων ἐπὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἀφῆκεν ἡ ἀνώμαλος πολιτικὴ τοῦ 1868 εἰς τὸ 1869. Εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, ἐννοῶ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1854, ὑπῆρξαν παραπλήσια γεγονότα ἐν τῇ γενικῇ πολιτικῇ τοῦ τόπου, ἴσως δὲ αἱ ἀφορμαὶ δὲν ἦσαν τοιαῦται ὁποῖαι τοῦ 1866 καὶ 1867 διὰ νὰ προκαλέσωσι τὸ ἐνδιαφέρον ὅλων τῶν Ἑλλήνων ὡς ἐγένετο ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρήτης. Ἴσως αἱ περιστάσεις τοῦ 1854 δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐξάψωσι τὸν ἐθνικὸν ἐνθουσιασμὸν ὅπως ἡ τῆς Κρήτης ὑπόθεσις. Ἠξεύρετε μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ὑποθέσεως τοῦ 1854 εἰς ποίας περιπετείας εὑρέθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος; ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶχεν ἐντελῶς ἐκλείψει· λῃσταὶ συνδιεπορθμεύοντο ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πορθμείου ἐπὶ τοῦ Ἀχελώου μετὰ στρατιωτῶν τῆς δημοσίας δυνάμεως, χωρὶς νὰ ᾖναι δυνατὸν εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ ἐπιθέσωσι τὰς χεῖρας τοῦ νόμου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν· αὐτὴ ἡ πρωτεύουσα τῶν Ἀθηνῶν ἠπειλήθη ὑπὸ λῃστῶν καὶ λῃστρικαὶ πράξεις ἐγένοντο εἰς τὰ πρόθυρα αὐτῆς, εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, εἰς τὸ Ψυχικόν. Τὰ ὀνόματα τῶν λῃσταρχῶν εἶχον γίνει τοσοῦτον γνωστὰ, ὥστε δέος κατελάμβανε αὐτοὺς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἔπρεπε νὰ παρέλθωσι δύω ἔτη, ἔπρεπε νὰ καταβληθῶσι μεγάλα κεφάλαια, ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ μεγάλη προσπάθεια διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Καὶ, κύριοι, παραπονεῖσθε ἐφέτος ὅτι ἐντὸς ὀκτὼ μηνῶν ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἔχει οὕτως εὐαρέστως, ὥστε νὰ διέρχεταί τις καὶ τοὺς μεθορίους νομοὺς ἐν ἀσφαλείᾳ; Κύριοι, τὸ λέγω πρὸς τιμὴν ὅλων ὅτι ἡ κατάστασίς μας ἡ σημερινὴ δὲν εἶναι ὡς ἐκείνη τοῦ 1855, καὶ ἐλπίζω σὺν τῇ βοηθείᾳ τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ ὄνειδος, τὸ ὁποῖον προσάπτουσιν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς, αἰωνίως μνημονεύοντες τῆς ληστείας διὰ νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ἠθικότητα τῆς κοινωνίας μας. Καὶ τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἡ κυβέρνησις αὐτή; Κυβέρνησις ἐλθοῦσα κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν αὐτὴ ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν ἦτον ἀνάστατος; καθ’ ἣν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ κἀνεὶς ὑπ’ εὐθύνην του τὴν ἀσφάλειαν τῆς πόλεως αὐτῆς ταύτης, διότι εἶχε συῤῥεύσει πλῆθος ἀνθρώπων ἕνεκα τῶν διαδόσεων τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως περὶ προσεχοῦς κατὰ τῆς Τουρκίας πολέμου; καθ’ ἣν ἐποχὴν τριάκοντα πέντε χιλιάδες ἀδελφῶν Κρητῶν ἐπρόκειτο νὰ διατραφῶσι; καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχον συῤῥεύσει πάντες οἱ ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἀπελαθέντες ἐκ τῆς χώρας των συμπολῖται ἡμῶν; ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ ἡ κληθεῖσα κυβέρνησις τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ περισσότερον, καὶ ὅμως κατώρθωσε νὰ φέρῃ μικρὸν ἀποτέλεσμα· ἴσως οἱ ἀριθμοὶ εἶναι μικροί, ἀλλ’ αὐτοὶ ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν ἐκοιμήθη ὕπνον νήδυμον ἡ κυβέρνησις αὐτή, ἀλλ’ ἠσχολήθη καὶ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τὸ κατώρθωσε· πεντήκοντα καὶ εἷς εἰσὶν οἱ συλληφθέντες λησταί, τριάκοντα δύω οἱ φονευθέντες. Δὲν ἤθελον νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διότι ἐνδέχεται τις μὲ τὴν συνήθη ἀπάθειαν, ἥτις χαρακτηρίζει τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅταν ὁμιλῇ, ἐνδέχεται ν’ ἀφίσῃ φράσιν τινὰ βεβαμμένην εἰς τὸ δηλητήριον, εἰς τὸ ὁποῖον συνηθίζει νὰ βάφῃ ὁ κ. Σωτηρόπουλος τὰς φράσεις του, καὶ νὰ τὴν ἐκτοξεύσῃ κατ’ ἐμοῦ. Εἶμαι ὅμως, κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι μοὶ ἐπιβάλλει τοῦτο ἡ εἰλικρίνεια, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλω εἰς ἐμαυτὸν καὶ ἡ συνείδησις τῆς ἰδίας μου ὑπερηφανείας μὲ πείθουσι πόσον ἤθελεν εἶσθαι τολμηρὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι εἶμαι Ὑπουργός. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια, κύριοι, ἔχει λόγον τοιοῦτον, ὁποῖον λόγον ἔχει ἡ μονιμότης καὶ ἡ ἰσχὺς τῆς κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον ἔχετε κυβερνήσεις, αἵτινες διαρκοῦσι περισσότερον, ἐφ’ ὅσον αἱ κυβερνήσεις εἶναι μᾶλλον ἰσχυραί, τοσοῦτον θὰ ἔχητε ἀκμαιοτέραν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ πληρεστέραν ἡσυχίαν εἰς τὸ κράτος (θόρυβος). Ἐν ὅσῳ ἔχητε κυβέρνησιν κάθε τρεῖς καὶ πέντε μῆνας μεταβαλλομένην, παριστῶσαν διὰ τοῦτο οὐχὶ κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, ἀλλὰ σκιὰν κυβερνήσεως, ἐν ὅσῳ διὰ τοιούτων σπασμοδικῶν μεταβολῶν ἔχετε ἀνάστατον τὴν διοίκησιν, δὲν θὰ ἔχητέ ποτε δημοσίαν ἀσφάλειαν (θόρυβος). Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἀριθμῶν, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειάν σας τοσοῦτο μᾶλλον, διότι ἐκατηγορήθην ὡς κακὸς λογιστικός, καὶ ἔχω τὸ συμφέρον νὰ πείσω τὸν ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴν, ὅτι δύναμαι νὰ κατανοῶ οὐχὶ λογιστικὰς πράξεις, αἵτινες πρόκειται, ἀλλὰ τὰς στοιχειώδεις γνώσεις τῆς οἰκονομίας. Ἐλάβομεν λοιπὸν δάνειον 15,000,000, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐδαπανήσαμεν ὅμως ἐξ αὐτῶν 1,525,000, διὰ νὰ πληρώσωμεν χρέη τοῦ 1867. Ἐδαπανήσαμεν 8,335,000 διὰ νὰ πληρώσωμεν χρέη τοῦ 1868, χρέη ἀπαιτητὰ, ἀναπόφευκτα, πληρωτέα. Ἐδαπανήσαμεν 240,000 διὰ νὰ πληρώσωμεν χρέη παρελθουσῶν ἐποχῶν.
§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, εὐχαρίστως.
§185ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπληρώσατε, εἴπατε, χρέη τοῦ 1867· νὰ μὲ εἴπητε παρακαλῶ τὰ ποσά.
§186ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἀμέσως. 700,000 πρὸς ἀγορὰν τοῦ ὁπλισμοῦ τῆς Ὄλγας· 350,000 πρὸς ἐξόφλησιν τῆς τελευταίας δόσεως εἰς τοὺς κατασκευαστὰς αὐτῆς· 450,000 διὰ τὸ πλοῖον «Γεώργιος».
§187ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως τὸ 1867 εἶναι ὑπόχρεων;
§188ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὄχι· αἱ ὑποχρεώσεις συνωμολογήθησαν εἰς τὸ 1867, αἱ πληρωμαὶ ἐγένοντο τὸ 1869 καὶ ἐγένοντο νομίμως καὶ ἀναγκαίως. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ τί δὲν σᾶς ἐπήρκεσαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1869 εἴς τε τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, μᾶς λέγουσιν, ἀλλ’ ἐδαπανήσατε ἐκ τῶν δανείων 1,865,000; Πρέπει νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ἀληθῆ αἰτίαν τῶν οἰκονομικῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ κράτους διὰ νὰ γένηται καταληπτὴ ἡ κατάστασις αὐτοῦ.
§189ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν;
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εὐχαρίστως.
§191ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀριθμῶν. Χθὲς ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς κατέληξε τὸν λόγον, ὅτι μόνον 3,000,000 μετεχειρίσθη ἀπὸ δάνεια διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ 1869, τώρα λέγετε ὅτι εἶναι 1,865,000.
§192ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν ἐσπευσμένως παρέλειψε ν’ ἀναφέρῃ ὅλα τὰ ποσὰ, ἅτινα σᾶς ἐσημείωσα, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἀνέφερεν αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν.
§193ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἤθελα νὰ μὲ δώσητε. Λοιπὸν ἔσφαλεν ὁ κ. πρωθυπουργός;
§194ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Δὲν ἔσφαλεν, ἀλλὰ παρέλειψε, πρὸς βλάβην μας ἐννοῶ. Λοιπὸν διὰ τί δὲν σᾶς ἤρκεσαν τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ ἠναγκάσθητε διὰ νὰ θεραπεύσητε τὰς εἰρημένας ἀνάγκας, νὰ ἐξοδεύσητε 1,865,000 ἐκ δανείων; Θέλω σᾶς ἐξηγήσει τὴν αἰτίαν. Τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους δὲν εἰσπράττονται ἀναλόγως καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσι τὴν παραγωγὴν τὴν φυσικήν. Ὡς ἐν τῇ παραγωγῇ ὑπάρχουσιν ἄγονοι μῆνες, οὕτω καὶ διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων ὑπάρχουσιν ἄγονοι καὶ στεῖροι μῆνες, καὶ τὰ ἔσοδα εἶναι μικρά. Μέχρι τοῦ 1856 ἢ 1857 αἱ διοικήσεις τῶν χρόνων ἐκείνων εἶχον ἐν γένει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅσα ἔχομεν τώρα, καὶ εἶχον κατορθώσει νὰ μένῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἓν περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευε διὰ νὰ καλύπτῃ τὰς τακτικὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας καὶ δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωσι δαπάνας διὰ νὰ καλύπτωσι τὴν κατὰ τοὺς μῆνας τούτους ὑπέρβασιν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, οὐδὲ νὰ δαπανῶσιν εἰς βάρος τῆς κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας ὑπεροχῆς τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1857 καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν εἰς τὸν τόπον, τὰ περισσεύματα ἐξέλιπον, αἱ ἀνάγκαι ηὐξήθησαν, ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων δὲν ἐγένετο πλήρης, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὄχι μόνον δὲν εἴχομεν τοιαῦτα περισσεύματα, ἀλλ’ ἀκόμη εἴχομεν καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ δανειζώμεθα διὰ νὰ καλύπτωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους. Ἀντικρύζων ἕνα τῶν κυρίων συναδέλφων μας, ὅστις ὑπῆρξε μέλος τῆς διοικήσεως τῶν χρόνων ἐκείνων, τὸν ἐξ Ὀλυμπίας βουλευτὴν κ. Χριστόπουλον, ἐλπίζω ὅτι θέλει ἐπικυρώσει τοὺς λόγους μου τούτους. Ὅταν δὲ αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἐπετάθησαν ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 1862, τὰ οἰκονομικά μας δὲν ἦσαν παντάπασιν εἰς εὐάρεστον κατάστασιν. Αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι φέρουσι τὰ βάρη των καὶ τὰ οὐσιωδέστερα αὐτῶν εἰσιν, ὅτι πλάττουσι νέας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι νέα κεφάλαια καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καθιστῶσιν ἀμφίβολον καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὑπαρχόντων ἐσόδων· οὕτω συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς ἐπαναστάσεις ὅλων τῶν τόπων. Ἐπῆλθεν ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἥτις ὁμολογουμένως κατέβαλε προσπαθείας πρὸς περιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ καὶ αἱ νέαι ἀνάγκαι ἔπρεπε νὰ θεραπευθῶσιν. Ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ὅμως ἐν τῇ προσπαθείᾳ της ταύτῃ ἐπεθύμησε νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπεβάρυνον τὸν τόπον, ἑπομένως ἀπεφάσισέ τι, τὸ ὁποῖον μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς αὐτὸ τὸ μέγα σῶμα, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν μέρος, χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦτον ἓν λάθος οἰκονομικόν. Ἠλάττωσε, κύριοι, τοὺς φόρους, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἴχομεν ἀνάγκην αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, διότι τὰ ἔξοδά μας εἶχον αὐξήσει, ὡς εἶπον, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅλα τὰ ἔσοδα. Καὶ ἡμεῖς τότε ἠλαττόνομεν τοὺς φόρους. Κατ’ εὐτυχίαν μου καὶ πρὸς πλήρη ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς μου δὲν εἶμαι οὐδ’ ὁ προτείνας τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων οὐδ’ ὁ ἐπιψηφίσας αὐτὴν, μολονότι μοι μένει λυπηρά τις ἀνάμνησις ὅτι μὲ ἐσύριξε τότε τὸ ἀκροατήριον. Οἱ ἀγαθοὶ συμπολῖταί μου ἠγνόουν περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ τί ἔκαμνον! Ἐν τούτοις ἀπεδοκιμάσθην, διότι ἤμην κατὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Οἱ φόροι λοιπὸν ἠλαττώθησαν, αἱ ἀνάγκαι εἶχον αὐξήσει, καὶ ἀγωνία ἐπῆλθεν εἰς τοὺς διαχειριζομένους τότε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους. Τὴν ἀγωνίαν αὐτὴν ᾐσθάνθησαν πάντες, καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἦλθε νὰ κυβερνήσῃ μετὰ τὴν ἐθνικὴν συνέλευσιν ἐπείσθη ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ ἄνευ αὐξήσεως φόρων. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν παρεῖχεν ἀρκοῦντα ἔσοδα, συνομολόγησις δανείων δὲν ἦτο παντάπασιν ἐφικτὴ, δὲν ἔμενε λοιπὸν εἰμὴ μόνη ἡ αὔξησις τῶν φόρων· ἀλλὰ πῶς νὰ προβάλῃ αὐτὴν, ἐνῶ προέβλεπεν ὅτι ὁ λαὸς ἤθελε δυσφορήσει; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι εὐφυέστατος, ἐξεῦρεν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σωτηρόπουλος πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέλυσε μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν· σᾶς εἶπεν ὅτι ἐσκέφθησαν τότε καὶ ἐπρότειναν τὸν νόμον περὶ σχηματισμοῦ πόρων ὁδοποιΐας. Ποῖον σκοπὸν εἶχεν ὁ νόμος αὐτός; Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐπεβάλοντο μὲν νέοι φόροι δῆθεν πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἡ ἐπιβολὴ αὐτῶν εἶχε κύριον ἀποτέλεσμα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἐξόδων τοῦ κράτους ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονε εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, καὶ ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶντο ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς συντήρησιν ὁδῶν. Λοιπὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου εἶχε κατορθώσει νὰ ἐξεύρῃ μίαν παραμυθίαν, μίαν ἀνακούφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δυστυχῶς δὲν ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἥτις ὅμως δὲν ἐψήφισε τὸν νόμον ἐκεῖνον· ἐπῆλθον ἀλλεπάλληλοι μεταβολαὶ, τὰ πράγματα ἔμενον ὡς εἶχον, τὰ δὲ ἐλλείμματα ἐκαλύπτοντο διὰ δανείων μέχρι τοῦ 1867. Τότε ἐπαρουσιάσθη ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία ἔπλασε νέας ἀνάγκας, προήγαγε νέας αὐξήσεις ἐξόδων, καὶ κατέστησεν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ κάπως δικαιολογημένην τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης δὲν ἐπαρουσιάζετο, ἦτον οὐχ ἧττον ἐπικειμένη, ἦτον ἀναπόφευκτος, κύριοι, ἡ ἀνάγκη τῶν νέων φόρων. Ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης συνετέλεσε νὰ καταστήσῃ ἧττον ἀντιδημοτικὸν τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ὠφελήθησαν ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν, ἐπρότεινον αὐτὴν καὶ οἱ φόροι ηὐξήθησαν. Τὰς κρίσεις ταύτας, κύριοι, κρίσεις ἱστορικὰς, ἐκφέρω ὡς ἰδιώτης, ὡς ἄτομον, ἑπομένως αἱ ἰδέαι μου δὲν ἐπηρεάζονται ποσῶς ἀπὸ τὰς τῶν συναδέλφων μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐνδέχεται τινες νὰ μὴ ἐπιδοκιμάζωσι τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Ὡς ἄτομον λοιπὸν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἦτον ἀνάγκη ν’ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης καὶ πρὶν ἢ προβάλῃ τοὺς περὶ ταύτης νόμους τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου· ἀπὸ τὸ 1865, ὅτε ἤμην σύμβουλος τῆς ἐπικρατείας, ὅτε ἐστάλη ἐκεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ σχηματισμοῦ πόρων ὁδοποιΐας, ἐξέφερα ἐκεῖ τὸ φρόνημα τοῦτο. Ὅταν λοιπὸν ἤλθομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου 1869, δὲν εὕρομεν περισσεύματα, αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι ὑπῆρχον. Λοιπὸν πῶς ἠθέλομεν καλύψει τὰς ἀνάγκας τῶν ἀγόνων μηνῶν; πῶς ἠθέλομεν καλύψει τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας διὰ συμφωνιῶν καὶ παραγγελιῶν αἱ προκάτοχοι κυβερνήσεις μᾶς ἐκληροδότησαν; Πῶς ἄλλως ἢ διὰ δανείων; Καὶ τότε διὰ τί μᾶς ἐγκαλεῖτε ὡς σπατάλους; Φυσικώτατον ἦτον νὰ μὴ μᾶς ἐπήρκεσαν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἔρχεται τώρα ἡ δευτέρα αἰτίασις τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, «κύριοι, ὅταν ἤλθετε εὕρετε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ τί εἰσεπράξατε; τόσα ἑκατομμύρια. Τί ἐπήρατε ἀπὸ δάνεια; τόσα· τὸ ὅλον 37,000,000. Λοιπὸν διατὶ δὲν ἐπληρώσατε ἀπὸ αὐτὰ, τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια τῶν τραπεζῶν ὅτε ἤθελον σᾶς μείνει 25,000,000, διὰ τῶν ὁποίων ἐδύνασθε νὰ ζήσητε;» Τὴν αἰτίασιν αὐτὴν θέλω ἀποκρούσει καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει ὡσαύτως, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν.
§195ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον νὰ τυπώσῃ αὐτὴν τὴν σημείωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§196ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ἂς πάρουν ἀντίγραφον ὅσοι θέλουν.
§197Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Ὅταν ἐκλήθημεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους τὴν 25 Ἰανουαρίου, εὕρομεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ἐκκρεμεῖς καὶ ἀναποφεύκτους τὰς ἑξῆς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν. Ὠφείλοντο εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας περιθάλψεις πρὸ τῆς 25 Ἰαννουαρίου ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν κυβέρνησιν 300,000 δραχμῶν εἰς ἔκτακτα μέτρα δημοσίας ἀσφαλείας, ἐπίσης ἀπαιτητὰ, 650,000 δραχ. εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ὁμοίως ἀπαιτητὰ καὶ πληρωτέα, 500,000 δραχμὰς εἰς τὴν προτελευταίαν δόσιν τῆς Ὄλγας ἀπαιτητὰ δραχ. 350,000.
§198ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ μᾶς τὰ ἀνεγνώσατε, δὲν εἶναι οὕτως;
§199Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερ.). Δὲν ἔχετε δίκαιον, καὶ σᾶς κάμνω τὴν ἐξήγησιν. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος μᾶς εἶπον· «κύριοι, εἰσεπράξατε ἐκ δανείων 15,000,000, εἰσεπράξατε ἐκ τῶν ἐσόδων 22 ἑκατομμύρια, γίνονται 37 ἑκατομμύρια. Διατί δὲν ἐπληρώσατε τὰ 12 ἑκατομμύρια τὸ χρέος τῶν Τραπεζῶν τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἐθνικῆς, διὰ ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰ ὑπόλοιπα τὰ 25 ἑκατομμύρια, μὲ τὰ ὁποῖα ἐδύνασθε νὰ διοικήσητε τὸ Κράτος; καὶ ἐὰν ἐκάμνετε αὐτὸ ἠξεύρετε τί ἔλειμμα ἤθελετε ἔχει, εἶπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος; 400,000 δραχμῶν.» Τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω πόσας πληρωμὰς ἐκάμαμεν ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, τὰς ὁποίας δὲν ἐδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν· ὅθεν ἐκ τῶν πληρωμῶν ὅπως ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου προανέφερα ἐπαναλαμβάνω ἐκείνας, ὅσας ἐκάμαμεν ἀπὸ τῆς 25 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου.
§200ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς κατεπειγούσας;
§201ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, ὡς κατεπειγούσας, ὡς ἀναποφεύκτους, ὡς ἀπαιτητάς. — Λοιπὸν ἐδαπανήσαμεν 300,000 δραχ. περιθάλψεις εἰς πρόσφυγας Κρῆτας, αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει πρὸ τῆς 25 Ἰανουαρίου, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν· 650,000 δραχ. ἔκτακτα μέτρα δημοσίας ἀσφαλείας πληρωτέας· 500,000 εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· 350,000 δραχ. εἰς τὴν προτελευταίαν δόσιν τῆς Ὄλγας ἀπαιτητάς· 500,000 εἰς παραγγελίας τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, ἐμπροθέσμους πληρωτέας· 187,000 τὴν πρώτην δόσιν τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶχε ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν καὶ ἐγένετο νόμος, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεχρεώθημεν νὰ πληρώσωμεν 374,000 δραχ. εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν πρεσβείαν διὰ τὰ χωρία τῶν Θηβῶν· ἡ πρώτη δόσις εἶναι 187,000 1,500,000 ὀφειλόμενα εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ διὰ τοὺς δύω μῆνας· εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας 800,000· εἰς τὴν ἐξαργύρωσιν χρεωγράφων τῆς πρώην Ἰονικῆς πολιτείας 180,000· τόκους τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων ὀφειλομένους μέχρι τῆς ά. Ἰανουαρίου 1869 δρ. 400,000· εἰς λογαριασμὸν χρέους πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν 200,000· εἰς χρεωλύσια καὶ τόκους τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν τελωνείων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν 400,000· εἰς χρεωλύσια καὶ τόκους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ Τελωνείου Κεφαλληνίας 45,000· εἰς τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας ὀφειλόμενα ὡς ἀφαιρεθέντα ἀπὸ τοὺς προκατόχους 100,000· πόσον εἶναι τὸ ἄθροισμα ὅλων αὐτῶν; εἶναι, κύριοι, 6,112,000. Λοιπὸν ἀπὸ τὴν 25 Ἰανουαρίου, ὅτε ἐγενόμεθα ὑπουργοὶ, μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν καὶ ἐπληρώσαμεν 6,112,000 δραχμάς.
§202ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦσαν ὅλα κατεπείγοντα;
§203ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. — Κύριοι, εἴχετε 15 ἑκατομμύρια ἀπὸ δάνεια, 22 ἀπὸ εἰσπράξεις, τὸ ὅλον 37 ἑκατομμύρια ἐὰν ἐπληρόνετε 12 εἰς τὰς Τραπέζας, σᾶς ἔμεναν 25 ἑκατομ. Διατὶ δὲν ἐπληρώσατε τὰ 12 ἑκατομμύρια εἰς τὰς Τραπέζας; διατί δὲν ἀφηρέσατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας πάσχουν αἱ συναλλαγαί; Ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ λέγωνται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τὴν 25 Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος Ἰανουαρίου ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν 6,112,000 δραχ. καὶ δὲν εἴχομεν λεπτόν. Τὸ δὲ δάνειον τῶν 28 ἑκ. τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἐπανελήφθη, ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ τέλος Ἰουνίου, καὶ μέχρι τότε πῶς ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἄλλαι ὑποχρεώσεις τοῦ Μαρτίου, τοῦ Ἀπριλίου, αἱ ὁποῖαι δὲν συνίσταντο μόνον εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ κράτους, ἀλλὰ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον συνομολογήσει αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις; Δὲν ἔμενεν ἄλλη διέξοδος, παρὰ νὰ ἀθετήσωμεν τὸν λόγον μας, μὴ ἐκπληροῦντες τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, ἀθετοῦντες τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους.
§204ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν εὑρίσκοντο αὐτὰ τὰ δάνεια;
§205ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἠξεύρετε κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τί εἰσεπράξαμεν; Σᾶς εἶπον, τί ἐξωδεύσαμεν· ἀκούσατε τί εἰσεπράξαμεν. Εἰσεπράξαμεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων κατὰ τὸν Ἰανουάριον 1,720,000, καὶ κατὰ τὸν Φεβρουάριον 1,890,000, τὸ ὅλον 3,610,000· ἑπομένως διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ χρέη τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, εἴχομεν ἀνάγκην 2,502,000, τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως πῶς ἤθελον πληρωθῆ; Τὰ δὲ πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ πῶς ἤθελον οἰκονομηθῆ; Καὶ σᾶς εἶπον, κύριοι, τὰ ἀνωτέρω ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡμεῖς ἔσχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας ὅλας τὰς εἰσπράξεις τῶν δύο μηνῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὐδ’ αὐτὸ ἀκριβές· διότι τὰ ¾ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ἰανουαρίου εἶχον γίνει ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον. Ἡμεῖς ἤλθομεν τὴν 25 Ἰανουαρίου, καὶ αἱ εἰσπράξεις αὗται εἶχον διατεθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου εἰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἔστω, τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, ἐδυνάμεθα νὰ τὰς οἰκονομήσωμεν 2,502,000 δρ. τέλος πάντων εὑρίσκοντο καλῶς. Ἀλλὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Μαρτίου, τοῦ Ἀπριλίου; Ἦσαν τάχα μόναι αἱ τακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ κράτους, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπήρκουν τὰ ἔσοδα τῶν μηνῶν αὐτῶν; Ὄχι· ἦσαν ἀκόμη ὑποχρεώσεις καὶ συμφωνίαι προηγούμεναι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐμπροθέσμως. Λοιπὸν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, αἱ δυσκολίαι τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἦσαν δυσκολίαι προσωριναί· ἠθέλομεν κρούσει τὰς θύρας τῶν τραπεζιτῶν τῶν Ἀθηνῶν νὰ εὕρωμεν τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Ἀλλ’ αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐξεγερθῆ κατὰ τὸν Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον πῶς ἤθελον θεραπευθῆ;
§206ΓΚΙΚΑΣ. Ἐὰν δὲν εὑρίσκετο αὐτὸ τὸ δάνειον, τί θὰ ἐκάμνετε;
§207ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔντιμε φίλε, νὰ σᾶς ἀπαντήσω· ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τὰ δάνεια αὐτὰ, καὶ ἤμην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦμαι, διότι εἶμαι κακὸς λογιστὴς, καθὼς σᾶς εἶπον, ἀλλὰ ἐὰν ἤμην, ἤθελον καταφύγει εἰς ὅλους τοὺς εἰδήμονας περὶ τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ἰδίως εἰς τὸν φίλον μου κύριον Σωτηρόπουλον, νὰ τὸν εἴπω, ἀδελφὲ, βοήθησόν με, νὰ ἐξέλθω αὐτῆς τῆς δυσκολίας, διότι σᾶς βεβαιῶ, εἰς τὰ οἰκονομικὰ εἶμαι ἀνίκανο!
§208ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· καλλίτερα εἰς τὸν Γκίκα.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς λείψουν τὰ προσωπικά.
§210ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκτὸς ὅμως τῶν δύο αὐτῶν αἰτιάσεων, ἐγένετο μία ἄλλη πρόφασις, μία ἄλλη κατηγορία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν μεγάλην σημασίαν καὶ σημαντικότητα, ὅσην εἶχον αἱ δύο ἄλλαι αἰτιάσεις, τὴν ὁποίαν ὅμως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω καὶ αὐτὴν ἄνευ ἀναιρέσεως, τόσῳ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως· διότι ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐξετοξεύθη ἐνταῦθα ὑπὸ ἑνὸς ἀνθρώπου, πρὸς τὸν ὁποῖον σᾶς ὡμολόγησα, ὅτι ἔχω ἰδιάζουσαν ὑπόληψιν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν πρόεδρος κυβερνήσεως καὶ ὁ ὁποῖος θέλει βεβαίως ὑπάρξει πολλάκις ἀκόμη, διακρίνεται δὲ διὰ τὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ εἰδικότητα. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπεν· ἀλλὰ, κύριοι, ἐγένεσθε αἴτιοι μιᾶς ζημίας, διότι ἐδέχθητε ἀπὸ τὴν τράπεζαν νὰ λάβῃ 3,000,000 μετοχὰς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅταν αὐτὰ τὰ 3,000,000 δὲν σᾶς ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διατί τὸ ἐκάματε; Τῳόντι, δύναταί τις ἀμέσως ν’ ἀμφιβάλῃ, ν’ ἀπορήσῃ ἐὰν δὲν κατανοήσῃ ἀκριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν αἱ κυβερνήσεις, ὅταν προκηρύττωσι δάνεια. Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, δι’ ἑνὸς νόμου ἐπροκήρυξεν τὸ δάνειον τῶν 28,000,000 καὶ εἶπεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, «κύριοι, προσέλθετε νὰ λάβητε μετοχὰς ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ»! μεχρισοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμεν ἄλλην προκήρυξιν νὰ εἴπῃ· «ἐπραγματοποίησα μέχρι τοῦδε τόσα ἑκατομμύρια, κλείω τὸ δάνειον» ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ πᾶσαν προσφορὰν, πᾶσαν ἀπαίτησιν, ἡ ὁποία τῇ ἐγένετο. Ἡ ἐθνικὴ τράπεζα εἶναι κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν τὴν αὔξησιν τῶν κεφαλαίων της, ἑπομένως ζητεῖ νόμιμα κέρδη. Ἡ ἐθνικὴ τράπεζα εἶπε, «κύριοι, ἔχετε δάνειον 28 ἑκατομμυρίων ἀνοικτὸν, ἀπαιτῶ νὰ λάβω 3,000,000» Καὶ ποῖος ἐδύνατο νὰ εἴπῃ, «ὄχι, δὲν σοὶ δίδω;» ἤμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐκτὸς, ἐὰν ἠθέλαμεν ν’ ἀθετήσωμεν τὸν λόγον μας, τὸν ὁποῖον διὰ νόμου προεκηρύξαμεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τί ἐδυνάμεθα νὰ κάμωμεν; Μὲ ὅλην τὴν οἰκονομικήν μας ἀμάθειαν βλέπαμεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἤθελεν ἀπολήξει εἰς ζημίαν τοῦ δημοσίου, διότι, εἴπομεν, διὰ τὰ 3,000,000 αὐτὰ θέλομεν πληρώσει τὸν τόκον τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, ἤτοι 11%, τώρα τί νὰ τὰ κάμωμεν τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν λάβει, νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 12,000,000; ἀλλὰ δὲν ἀφαιροῦμεν δι’ αὐτοῦ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι χρεωστοῦμεν 12. Νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ ἐπέναντι αὐτοῦ τοῦ δανείου ἐπιφυλασσόμενοι νὰ δώσωμεν τὰ ὑπόλοιπα κατόπιν; ἀλλὰ τότε ἡ τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς δώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια διὰ τὰ 3,000,000, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλαμεν ἐλαττώσει τὸ χρέος μας· πληρόνομεν δ’ ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους μας τόκον 1,5%. Λοιπὸν ἐνῷ τὸ δάνειον τῶν 3,000,000, ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον μὲ τόκον 11%, ἡ πληρωμὴ αὐτὴ ἤθελεν ἀπαλλάξει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τόκον 1,5%, ἑπομένως ἠθέλομεν ὑποστῆ ζημίαν 9,5%, ἤτοι ἐπὶ τῶν 3,000,000 ἠθέλαμεν ὑποστῆ ζημίαν 285,000 δραχ. τὸ ἔτος. Εὑρέθημεν εἰς ἀμηχανίαν, ἐκάμαμεν ἐπανειλημμένως ἀποπείρας φιλικὰς πρὸς τὴν τράπεζαν, διὰ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ζητοῦσα νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 τὰ τρία ἑκατομμύρια· ἡ τράπεζα εἶχε δικαίωμα καὶ συμφέρον νὰ ζητήσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν μετοχῶν τῶν 3,000,000, ἐσκέφθημεν, ὅτι δὲν ἐδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ζημίαν· ἐπροσπαθήσαμεν λοιπὸν, ἡ ζημία νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρα· ὅθεν ἐσκέφθημεν ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν τράπεζαν ἔντοκα γραμμάτια διὰ τὰ ὁποῖα πληρόνομεν 8% τόκον· ἐπληρώσαμεν τὰ 3,000,000, εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἐλάβομεν ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἡ δὲ ζημία μας περιωρίσθη μόνον εἰς 3%· ἐλάβομεν τὴν ὑπόσχεσιν τῆς τραπέζης ὅτι ὁσάκις θελήσωμεν νὰ ἐπιστρέψωμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἡ τράπεζα νὰ μᾶς ἐπιστρέψῃ τὰ χρήματα, διότι προσεδοκῶμεν καὶ προσεδοκῶμεν ἀκόμη νὰ οἰκονομήσωμεν διά τινος δανείου τὰ 9,000,000, νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὰ τὰ εἰρημένα 3,000,000 καὶ πληρόνοντες τὰ χρέη μας πρὸς τὰς Τραπέζας, νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἔλλειψις προνοίας κυβερνητικῆς ὀφειλομένης, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἦτο αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ παραστήσωσι, καὶ τὸ ὁποῖον οἱ νομικοὶ ὀνομάζουσι culpa lata, ἀλλὰ δὲν ἦτον οὔτε ἁπλῆ culpa· δὲν ἦτο εἰμὴ πλήρης ἡ ὀφειλομένη πρόνοια, ὅπως μὴ ὑποστῶμεν ζημίαν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ζημία ἦτον ἀναπόφευκτος, νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ μὴ παραλείψω σκέψεις τινὰς ἐπὶ γενικῶν τινων παρατηρήσεων τοῦ ἐντίμου φίλου μου, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. «Πρέπει, κύριοι, σᾶς εἶπε, νὰ ἐνθυμῆσθε τὴν κατάστασιν τοῦ κράτους, ὅταν ἔρχησθε νὰ ὁμιλήσητε περὶ δημοσίας ἀσφαλείας καὶ διοικήσεως· πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε τὰ σώματα τῶν ἐν Πελοποννήσῳ περιφερομένων φυγοδίκων, νὰ ἐνθυμῆσθε τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν ἐγκλημάτων». Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἐπεκαλέσθημεν οὐδὲ ἐγὼ θέλω δυνηθῆ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι εἰς τὸ κράτος ὑπάρχει τοιαύτη ἀνθηρὰ καὶ ἁρμονικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία νὰ ἐξεγείρῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν ὅλων ὑμῶν· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ μὴ ἀνθηρὰ κατάστασις, αὐτὴ ἡ μὴ ἁρμονικὴ κατάστασις δὲν εἶναι δίκαιον, κύριοι, νὰ καταγνωσθῇ εἰς ἡμᾶς. Ἤλθομεν καὶ εὕρομεν αὐτήν. Καὶ τὴν εὕρομεν χειροτέραν, πολλῷ χειροτέραν καὶ ἐβελτιώσαμεν αὐτὴν, καὶ ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ πράξωμεν, διὰ νὰ φέρωμεν ἁρμονίαν. Δὲν διανοοῦμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι πρέπει ἡ κατάστασις αὕτη νὰ καταγνωσθῇ εἰς ἄλλους προκατόχους ἡμῶν. Ὄχι· δὲν εἶμαι τόσον ἄδικος, ὅσον εἶναι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρὸς ἡμᾶς. Καὶ τί ἐκάμομεν; Ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ σᾶς ἀναγγείλω, ὅτι κατὰ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις τῶν δικαστικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀρχῶν 1059 φυγόδικοι συνελήφθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας μας ἕως τώρα. Κατὰ τὴν στατιστικὴν τῶν ἐγκλημάτων, τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ὁ εἰσαγγελεὺς Μεσσηνίας ὑπέβαλεν, εἰς ποῖον βαθμὸν νομίζετε, ὅτι ἠλαττώθησαν τὰ ἐγκλήματα τῆς Μεσσηνίας; κατὰ 105 κατὰ μῆνα. Νομίζω, ὅτι ἡ στατιστικὴ αὐτὴ εἶναι λίαν εὐάρεστος. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπῄτησεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὸ γίνεται. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος; ὅσον ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὰς αἰτίας τῶν ἀνωμαλιῶν, τόσον αἱ συνέπειαι τῶν ἀνωμαλιῶν πρέπει νὰ περιστέλλωνται, τόσον ἡ κατάστασις πρέπει νὰ γίνηται κανονικωτέρα. Καὶ δὲν γίνεται αὐτὸ, ὅταν ἐκ τῆς στατιστικῆς αὐτῆς τῶν ἐγκλημάτων βλέπετε, ὅτι εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον αἱ ἕξεις καὶ ἡ ζωηρότης τοῦ χαρακτῆρος τῶν κατοίκων ἦτο ἀφορμὴ ἄλλοτε νὰ προκαλῇ τὴν διάπραξιν ἀφθονίας ἐγκλημάτων, βλέπετε, ὅτι εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον ἠλαττώθησαν κατὰ μῆνα 105 τὰ ἐγκλήματα, δὲν εἶναι μία πρόοδος μεγάλη; Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐπιεικῆ γνώμην τοῦ ἐντίμου φίλου μου· ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐκυβέρνησε τὸν τόπον πολλάκις, καὶ πιθανῶς θέλει κυβερνήσει αὐτὸν ἀκόμη. Ὅθεν γνωρίζει καλῶς τὰς δυσχερείας τὰς μεγάλας, αἱ ὁποῖαι περικυκλοῦσι τὰς κυβερνήσεις, καὶ μάλιστα κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις. Ἠξίουν ἀπὸ αὐτὸν νὰ κρίνῃ δικαιότερον καὶ ἐπιεικέστερον τὴν κυβέρνησιν ταύτην, οὐδέποτε δὲ τόσον ἀδίκως νὰ κατενεχθῇ κατ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, εὗρεν ἡ ἀντιπολίτευσις ὅτι ἔχει ἀφορμὰς νὰ δυσφορῇ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι παρὰ ἀντίγραφον τῶν παρελθόντων προϋπολογισμῶν· τίποτε καινὸν δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ, Κύριοι, δὲν ἐξιππάζομαι τελείως· εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ ἀπάνθισμα τῶν νόμων τῆς ἐπικρατείας. Ἐφ’ ὅσον ἔχετε τοὺς αὐτοὺς νόμους, θέλετε ἔχει αἰωνίως τὸν αὐτὸν προϋπολογισμόν. Τί εἶναι ὁ προϋπολογισμός; Τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους· καὶ τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους κανονίζονται ὑπὸ νόμων· οὐδὲν ἔξοδον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διαρκῶς καὶ νομίμως ἄνευ νόμου, οὐδὲν ἔσοδον νὰ εἰσπραχθῇ ἄνευ νόμου. Μήπως ἡμεῖς ἕως τώρα μετεβάλομεν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἴσχυον μέχρι τῆς ά. Ἰανουαρίου 1869, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870; καὶ ποῦ νὰ στηριχθῶμεν νὰ μεταβάλωμεν αὐτόν; Ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ παρεφρόνουν, καὶ ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συνέτασσον ἕνα προϋπολογισμὸν, ἕνα προϋπολογισμὸν νέον ὅλως, διάφορον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869. Ἠθέλατε μοὶ εἴπει, ὅτι χρήζω ἐλεβόρου, ἠθέλατε λάβει ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, καὶ ἠθέλατε εἴπει «Κύριε, δὲν τηρεῖς τοὺς νόμους· ποῦ στηρίζεσαι καὶ πράττεις αὐτά;» Καινοτομίας βεβαίως πρέπει νὰ εἰσάγῃ τις πρὸς βελτίωσιν τῶν δεομένων βελτιώσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἰσάγῃ καινοτομίας, μεταβάλλων τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ἐν ὅσῳ δὲν μεταβάλητε τοὺς νόμους, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ σέβησθε αὐτοὺς, καὶ ἰδίως ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὅταν συντάσσῃ προϋπολογισμὸν νὰ μὴ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους. Ἠμπορεῖ τις εὐκόλως νὰ καινοτομήσῃ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς. Εἰς τὴν πολιτικὴν, τῆς ὁποίας ἡ βάσις ἀποτελεῖται ἀπὸ σύνολον ἰδεῶν καὶ σκέψεων, ἠμπορεῖ τις νὰ καινοτομῇ διότι εἶναι κύριος τῶν ἰδεῶν του, κύριος τῶν σκέψεών του, καὶ ἐὰν τις ἐξ ὑμῶν ἔχῃ σύνολον ἰδεῶν καὶ σκέψεων, δυνάμει τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι εἶναι πιθανὸν μετὰ τρεῖς μῆνας νὰ συμβῇ τοῦτο, εἷς ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ σύνολον ἄλλων ἰδεῶν καὶ σκέψεων, καὶ νὰ εὑρίσκῃ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ἐκεῖνος, εἶναι ὅλως ἀπίθανον· ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλῃ τις τὸν προϋπολογισμὸν ὁπόταν θέλῃ; Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον, συνταγματικῶς ἀδύνατον. Ἐννοῶ τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Κουμουνδούρου, τὴν ἀξίωσιν νὰ βλέπῃ πολιτικὴν διαγεγραμμένην ὑπὸ τῶν κυβερνώντων τὴν πατρίδα, καὶ μάλιστα μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα αὐτὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον νὰ σᾶς ἀπαγγείλῃ ἓν πρόχειρον σχεδιογράφημα πολιτικῆς τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐσχεδιογράφησε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχω δισταγμοὺς νὰ παραδεχθῶ, καὶ οἱ δισταγμοί μου δὲν εἶναι δισταγμοὶ τῆς ὥρας ταύτης καθ’ ἣν εἶμαι ὑπουργός· εἶναι δισταγμοὶ τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος φίλος μου ἔμαθε καὶ ἐγνώρισεν ὅτι εἶχον πάντοτε, καὶ ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω μετ’ αὐτοῦ, καὶ ὅταν ἐν ἄλλῳ μεγάλῳ σώματι μαζὺ ἐβουλευόμεθα. Καὶ ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ κατανοήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου προγράμματος, τοῦ σχεδιογραφήματος τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως ἔδωκε, λυποῦμαι καιρίως διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ὑποστηρίξω. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂν ἔχομεν πολιτικὰς ἰδέας καὶ προγράμματα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, δὲν πρέπει νὰ διαγράφῃ τις προχείρως πρόγραμμα καὶ νὰ προκηρύσσῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὰς ἐθνικὰς ἐνεργείας πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων τοῦ ἔθνους. Καὶ ἐὰν σπεύδων τις ἤθελε συῤῥάψει προχείρως τοιαύτας ἰδέας, καὶ ἀναγράψει αὐτὰς ὡς πρόγραμμα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἀναπετάσει σημαίαν τοιαύτην, πολλὰ ἐνδεχόμενον νὰ πράξῃ πρᾶξιν μὴ καλῶς μεμελετημένην καὶ ὅταν τόσῳ σημαντικὸν καὶ μέγα σχεδιογράφημα δὲν εἶναι καλῶς μεμελετημένον, αἱ πράξεις, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα, ἔρχονται δυσάρεστα. Καὶ δὲν σᾶς φέρω ἄλλο παράδειγμα, σᾶς φέρω πρόσφατον δυστυχῶς παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε καὶ εἰς τὴν δυστυχῆ Κρήτην καὶ εἰς ἡμᾶς πολλὰς πληγὰς καὶ πολλὰ ἔτη θέλουν παρέλθει διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπουλώσωμεν αὐτάς. Μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, δὲν ἠξεύρω ἂν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ ἀνοχή σας, ἵνα ἀκούσητε καὶ μίαν ἄλλην ἀναίρεσιν μικρᾶς παρατηρήσεως ἀναγομένης εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν κατὰ δυστυχίαν δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖον τῶν ἐντίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεις ἐνόμισεν ἀναγκαῖον κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν νὰ παρεμβάλῃ. Μᾶς εἶπον, κύριοι, «ἐλαττώσατε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ὀφείλετε κατ’ ἔτος νὰ δίδετε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Κύριοι, ἐπράξατε πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ σπουδαῖα συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, πρέπει νὰ ἐνισχύσητε αὐτὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ ὄχι νὰ ἐλαττώσητε τὰ μέσα του.» Ἀληθῶς, κύριοι, προϋπελογίσθησαν εἰς ἑκατομμύριον καὶ 215 χιλιάδας δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν πέρυσι ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐφέτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 δὲν ὑπολογίζεται παρὰ μόνον ἓν ἑκατομμύριον καὶ 115 χιλιάδες. Λοιπὸν ἠλαττώσαμεν κατὰ 100 χιλιάδας δραχμὰς τ’ ἀποδοτέα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας.
§211ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖται μία παρατήρησις;
§212Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§213ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, εἶπον ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς, λέγει, ὅτι ἐπειδὴ ὅλαι αἱ εἰσπράξεις χρησιμεύουσι πρὸς ὠφέλειαν τοῦ τόπου, ἄρα δὲν πρέπει νὰ πέρνωμεν ὅ,τι εἰσπράττομεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἐννοῶ ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ λαμβάνετε τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας διὰ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἶναι ξένη περιουσία.
§214ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως οὐδεὶς διενοήθη νὰ λάβῃ τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς ὀφείλει ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὅ,τι εἰσπράττει διὰ τὴν ὁδοποιΐαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας· κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἀποδίδονται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 5% ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν τράπεζαν, διὰ νὰ ἐξοφλῆται τὸ χρεώλυτρον καὶ οἱ τόκοι τῶν 28,000,000. Εἰς τὰ 1869 δὲν εἶχε πραγματοποιηθῆ ὅλον τὸ δάνειον τῶν 28,000,000, εἰς τὰ 1870 ἐπραγματοποιήθη ὅλον· αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας τὰ τελωνεῖα θέλουν πληρώσει εἰς τὴν Τράπεζαν, θέλουν εἶσθαι περισσότεραι κατὰ τὸ 1870 ἐκείνων, ὅσας ἐπλήρωσε κατὰ τὸ 1869. Διατί; διότι τὰ χρεώλυτρα καὶ οἱ τόκοι, οἵτινες θέλουσιν ἀποδοθῆ διὰ τὸ δάνειον τῶν 28,000,000, θέλουσιν εἶσθαι περισσότεροι ἐκείνων, οἵτινες ἀπεδόθησαν κατὰ τὸ 1869. Ἀφοῦ λοιπὸν αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις αἱ ἀποδοθησόμεναι εἰς τὴν τράπεζαν θέλουν εἶσθαι περισσότεραι, ἕπεται ὅτι αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὁποίων θέλει εἰσπραχθῆ τὸ 5% θέλουν εἶσθαι ὀλιγώτεραι, κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ὑπελογίσθησαν διὰ τὸ 1869 ἓν ἑκατομμύριον καὶ 215 χιλ. ἕπεται ὅτι ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσι διὰ τὸ 1870 ἓν ἑκατομμύριον καὶ 115 χιλιάδες ὡς εἰσπραχθησόμεναι εἰς λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἀποδοθησόμεναι κατὰ συνέπειαν εἰς αὐτό. Ἡ ἐλάττωσις λοιπὸν δὲν ἦτο πρᾶξις αὐθαίρετος, δὲν μαρτυρεῖ ἔλλειψιν τῆς προνοίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ βελτιώσῃ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀτομικὴν ἐνέργειαν καὶ εὐημερίαν, εἶναι ἀποτέλεσμα νόμου τοῦ κράτους, καὶ ἐνόσῳ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν μεταβληθῆ, θέλει ἐξακολουθεῖ τὸ ἴδιον. Ἐὰν νομίσῃ τις ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ δώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας χορηγίαν τινὰ une subvention, τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν ψηφισθῇ νόμος τοιοῦτος, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτηθῇ ἡ χορηγία αὐτή. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω λόγον περί τινος ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁμολογουμένως δὲν θεωρῶ ἀξίαν πολλῆς προσοχῆς· κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὄχι διότι καθυστερῶ κατά τι πρὸς τὸ σέβας καὶ τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας, ἀλλὰ διότι πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἡ αἰτίασις αὕτη δὲν εἶχε καμμίαν σπουδαιότητα. «Καὶ τί ἐκάματε, κύριοι, σᾶς εἶπε, περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς; τί ἐκάματε περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος;»
§215ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§216ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Τί ἐκάματε περὶ βελτιώσεως τῶν τρόπων τῆς φορολογίας; κύριοι, ἀφήκατε τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ ᾖναι χειρότερος ἀπὸ τοὺς Μουζίκους τῆς Ῥωσσίας καὶ τοὺς Τσεράνους τῶν Ἡγεμονιῶν τῆς Βλαχίας.»
§217ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζήτησα λόγον, εἶπον ὅτι ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων.
§218ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἐννοῶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἔχει νὰ δεικνύεται ἄγρυπνος ἐπιμελητὴς τῶν συμφερόντων τῶν ἐντολέων του, τῶν συμπολιτῶν του. Βεβαίως εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὅλοι πρέπει νὰ πραγματοποιήσωμεν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θέλωμεν νὰ γινώμεθα ἀρεστοὶ εἰς τὸν λαὸν πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ γίνωμεν ἀρεστοί, καὶ τοῦτο μόνον ν’ ἀποτελῇ τὴν ἀφορμὴν τῶν λόγων καὶ κρίσεών μας, εἶναι σύστημα ἐλαττωματικὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐλευθερίαν ἑνὸς κοινοβουλίου καὶ νὰ τὸ παρατρέψῃ ἀπὸ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ. Ζητήματα τόσον μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τρεῖς δεκάδας ἐνιαυτῶν, ἐπὶ 30 καὶ πλέον ἔτη δὲν ἐλύθησαν, δὲν δύνανται εὐσυνειδήτως καὶ δικαιολογημένως νὰ προσάγωνται ὡς ἐπιχείρημα πρὸς ἐπίκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1843, ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1862 ἐσύστησαν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν πρόνοιαν περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς· 50 ὑπουργεῖα συνεστήθησαν ἀπὸ τὸ 1843, τόσοι μεγάλοι ἄνδρες ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα ταῦτα· ἐμελέτησαν αὐτά, ἀλλὰ δὲν τὰ ἔλυσαν. Διατί; διότι ὑπάρχουσιν δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ δυστυχίαν δὲν ἦτο εὔκολον νὰ λύωνται μὲ μίαν ὑπογραφήν. Ὅταν τις κατατρίψῃ μακρὸν χρόνον περὶ τὴν μελέτην εἰδικοῦ τινος κλάδου τῆς δημοσίας διοικήσεως, καὶ οἱ συμπολῖται αὐτοῦ ἔχωσι πρὸς αὐτὸν τὴν πρόληψιν ὅτι ἀπέκτησεν εἰδικὰς γνώσεις, ὁ κόσμος θεωρῇ αὐτὸν ὡς μίαν εἰδικότητα περὶ ἕνα κλάδον δημοσίας διοικήσεως, τὴν γνώμην αὐτοῦ θεωρῶσι γνώμην αὐθεντικὴν, καὶ οὗτος διατελεῖ περιβεβλημένος διὰ τοιούτου ὄγκου· τότε πρέπει μετ’ ἄκρας προσοχῆς νὰ φέρῃ τὰς κρίσεις του, πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικὸς, διότι δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι, ἐνθαῤῥυνόμενος ὑπὲρ τὸ δέον ἀπὸ τὰς πεποιθήσεις τοῦ κόσμου περὶ τῆς εἰδικότητός του, καταχρᾶται αὐτῶν καὶ τὰς γνώμας του σχηματίζει ἀποβλέπων πρὸς ἕνα ὡρισμένον σκοπόν. Ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος ἔχει κάμῃ μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1868, ὅταν εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐτῶν ἐκείνων, τοὐλάχιστον ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ αὐτῶν τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῆς πατρίδος, τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐστήριζον εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1869 δὲν ἐπεκαλέσθη οὔτε τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, οὔτε τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὁμογενῶν, διότι ὑπέθεσεν ὅτι ἤρκει ἡ εἴσοδός της εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ἀντιποιεῖται τὴν μεγάλην περὶ τὰ οἰκονομικὰ χρησιμότητα τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὥστε νὰ ὑπολάβῃ ὅτι ἤρκει ἡ εἴσοδος ἡμῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα θεραπεύσῃ τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν. Ἕκαστος ὅμως ἐξ ἡμῶν εἶχε τὴν πλήρη πεποίθησιν, τὴν πλήρη ἐπιθυμίαν νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του μετὰ πατριωτισμοῦ καὶ εὐσυνειδησίας, καὶ οὐχὶ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν ἡ μέχρι τοῦδε πορείαμας ἀπέδειξεν ὅτι ἐδείξαμεν καὶ κατεβάλομεν, εἶχε τέλος τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδῃ προαγομένους καρπούς τινας τῶν ἀγώνων τούτων, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς αὐτοὶ θέλετε ὁμολογήσει. Καὶ ἂν τυχὸν ταῦτα πάντα ἤθελον παραγνωρισθῆ, ἕκαστος ἐξ ὑμῶν θέλει ἔχει ἥσυχον τὴν συνείδησίν του ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, καὶ βεβαίως θέλει ἔχει εἰς τοῦτο βεβαιοῦσαν τὴν γνώμην τῶν συμπολιτῶν του. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§219ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κολιάτσος). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρα 6 παρὰ 10 λεπτά.)