Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Γ · Session Α› Sitting 55

1869.10.21

2,815 rows · 22,974 words · 3 tables · 325 turns

Date
1869.10.21
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
Period
Γ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1869)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55

Τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1869.

(Τρίτη).

Ὥρᾳ 12.

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν ἐπρόσεξε. — Ὁ κ. Κοτζιᾶς ἔχει νὰ φέρῃ μίαν ἀναφοράν.

§4ΚΟΤΖΙΑΣ. Κύριοι, πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μου μοὶ ἔστειλαν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία πράγματι εἶναι σχετικὴ πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς συσταθησομένης ναυτικῆς τραπέζης, ἔχει διαφόρους ἰδέας, αἱ ὁποῖαι θὰ συντελέσουν πολὺ εἰς τὴν κατάστρωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποβάλλω αὐτὴν, καὶ ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ἂς διατάξῃ τὴν παραπομπήν της εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ὅπως τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.

§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει κανεὶς ἀντίῤῥησιν. Πρότασις νόμου ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Σάμης κ. Καβαλιεράτου περὶ προβιβασμοῦ τοῦ τελωνοσταθμαρχείου Φισινάρδου Κεφαλληνίας εἰς ὑποτελωνεῖον γʹ. τάξεως.

§7ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καθυπέβαλα ἤδη τὰς σκέψεις μου πρὸς τὴν σεβαστὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἐλπίζομεν, ὅτι ὅσον οὔπω θέλει εἰσάξει τὸ κατάλληλον νομοσχέδιον.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Κεφαλληνίας ὑπέβαλον σχέδιον νόμου. Ἄρθρον μόνον. «Προσδιορίζεται ἕδρα τῶν ἐμπορικῶν μαθημάτων ἐν τῷ γυμνασίῳ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας.» Κύριοι, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως;

§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητῶ τὸν λόγον. Ἐπιτρέπετε ἀπὸ τὴν θέσιν μου;

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ αὔριον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ βεβαίως αὔριον εἶναι ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, ἐὰν ᾖναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας του διώρισε καὶ ἑπομένως ἔπαυσε 27 Πρωτοδίκας, 10 Ἀντεισαγγελεῖς, καὶ ἐκ τῶν 16 γραμματέων τῶν πρωτοδικῶν διώρισε καὶ ἑπομένως ἔπαυσε 10· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι μεταξὺ τούτων, 5 ἀντεισαγγελεῖς, 5 πρωτοδίκαι καὶ 2 γραμματεῖς πρωτοδικῶν εἶναι ἐκ Ξηροχωρίου καὶ Χαλκίδος· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι, ὁ ἀντεισαγγελεὺς Λαμίας Ἰωαννίδης ἦτο Δικολάβος Ξηροχωρίου· ἐὰν οἱ διορισθέντες ἀντεισαγγελεῖς Πατρῶν καὶ Καλαμῶν Ἠλιάδης καὶ Ζηλήμων διωρίσθησαν μόλις τελειώσαντες τὰς ἐξετάσεις των κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ὀργανισμοῦ· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι, οἱ Ναοὺμ καὶ Παππαναστασίου, ὁ μὲν διορισθεὶς Πρωτοδίκης Καλαμῶν, ὁ δὲ Ἀντεισαγγελεὺς Ἀμφίσσης εἶναι ἄνευ διπλώματος· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ᾖναι ἀληθές, ἐὰν ὁ διορισθεὶς ὡς ἀντεισαγγελεὺς Σύρου Νάνος ἦτο πρὸ δύω ἐτῶν ἁπλοῦς ὑπογραμματεὺς νομαρχίας, ὅταν διωρίσθη πρῶτος γραμματεὺς πρωτοδικείου, καὶ μετὰ τέσσαρας μῆνας ἀντεισαγγελεὺς Σύρου· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ᾖναι ἀληθές, ὁ Γκορτζῆς καὶ Παλαιολόγος ἐκ Χαλκίδος διορισθέντες γραμματεῖς πρωτοδικῶν ἦσαν ἁπλοῖ γραμματεῖς, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ᾖναι ἀληθές, ὅτι διὰ τηλεγραφήματος διωρίσθησαν· ἂν διετάχθησαν αἱ ἀρχαὶ Κορινθίας νὰ μὴ ἐνεργήσουν ἐντάλματα ἐκδοθέντα κατὰ τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν διαρκούσῃ τῆς τελευταίας ἐκλογῆς Κορινθίας.

§14ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν μελετήσασα τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ πίστωσιν πρὸς ἀγορὰν οἰκήματος ἐν Πάτραις διὰ νὰ χρησιμεύσῃ κατάστημα δημοσίου γραφείου, ἐβασάνισε αὐτὸ καὶ συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχήν του μὲ μίαν προσθήκην, τὴν ὁποίαν θὰ ἴδητε.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· προσέχετε· ἔχομεν σήμερον τρία ἢ τέσσαρα νομοσχέδια εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐνταῦθα γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑξῆς δύω νομοσχέδια. Ἄρθρον μόνον. Ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γενικοῦ Προξένου, ὅταν φέρῃ καὶ τὸν βαθμὸν διπλωματικοῦ πράκτορος, ὁρίζεται εἰς δραχμὰς χιλίας πεντακοσίας κατὰ μῆνα. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν τριῶν χιλιάδων διακοσίων εἴκοσι (3220), καταλογιστέα εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ κεφ. ΙΙΙ «Προξενικὴ ὑπηρεσία».

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἄρθρον1.Προσωπικὸν τῶν Προξενείωνδραχ.2520
Ἄρθρον2.Γραφικὰ ἔξοδα αὐτῶν » 700
Τὸ ὅλον » 3220

Νομοσχέδιον περὶ ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων. Ἄρθρον 1. Οἱ ἀγορασταὶ ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων δυνάμει τοῦ νόμου ΙΖʹ, θέλουσι πληρόνει τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐκπλειστηριάσματος κατὰ πᾶσαν πρώτην Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΙΖʹ. Νόμου. Εἶναι μία προσθήκη ἐδῶ ἀνὰ προστεθοῦν μετὰ τὰς λέξεις οἱ ἀγορασταὶ ἐθνικῶν «αἱ λέξεις, ἐκκλησιαστικῶν ἢ μοναστηριακῶν.»

§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§17ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν καμμία ἀντίῤῥησις;

§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἑπόμενα δύω ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἄρθρον 2. Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε ἀγοραστὰς ἐλαιοδένδρων διὰ τὰς μελλούσας δόσεις. Ἄρθρον 3. Εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχει Διοικητικὴ ἀρχὴ ἢ κωλύεται, ἀναπληροῖ αὐτὴν ὁ εἰρηνοδίκης εἰς τὰς δημοπρασίας. Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μοὶ ἔκαμε ὄχι καλὴν ἐντύπωσιν, διότι παρετήρησα ὅτι δὲν ἔδωκεν ὅσην ἔπρεπε σπουδαιότητα εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ὅσοι τὴν ἀνεγνώσατε παρατηρήσατε ὅτι δὲν ἐπιφέρει καμμίαν παρατήρησιν, ἀλλὰ λέγει, διὰ τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ λόγους, γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς. Ἴσως, κύριοι, τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Οἰκονομικῶν, ὅστις τῳόντι δὲν δίδει σπουδαιότητα εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ λέγει, ὅτι μόνος λόγος τῆς τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου εἶναι ἡ ἁπλοποίησις τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δι’ αὑτὸν τὸν λόγον, νομίζω, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεπλανήθησαν καὶ δὲν ἔδωκαν τὴν δέουσαν προσοχὴν, διότι ἐὰν ἔδιδον τὴν προσοχήν των εἰς τὰς συνεπείας τοῦ ἁπλοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τὸ ὀνομάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελον παρατηρήσει ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμον ἀλλ’ ἀπεναντίας λίαν βλαβερὸν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἀκούσῃ τὰς συνεπείας αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι βέβαιος λέγω, ὅτι μιμούμενος τὸν προκάτοχόν του κ. Σῖμον, ὅστις εἶναι γνωστὸς διὰ τὴν ἐπιμονήν του, διὰ τὸ ἐπίμονον τοῦ χαρακτῆρός του καὶ ἠναγκάσθη εὐσχήμως νὰ τὸ ἀποσύρει μὴ ἐπιμείνας νὰ συζητηθῇ, θέλει καὶ αὐτὸς, νομίζω, τὸ ἀποσύρει. Ἀκούσατε καὶ θέλετε πεισθῆ τόσον οἱ κ.κ. βουλευταὶ καθὼς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ποίας συνεπείας θέλει ἔχει ἡ παραδοχὴ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς παρατηρεῖτε τρεῖς καινοτομίας εἰσάγει εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Κατὰ τὴν πρώτην, περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν κλάσεων τοῦ χαρτοσήμου χάριν ἁπλοποιήσεως, ὅπως λέγει. Κατὰ τὴν δευτέραν, ἐπιβάλλεται χαρτόσημον εἰς τὰ τελωνειακὰ ἔγγραφα διασαφήσεως καὶ λοιπά. Τρίτον, ἐλαττοῦται τὸ χαρτόσημον τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον κατὰ τὴν κρίσιν του. Θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι καὶ τὰ τρία εἶναι ἐπιβλαβῆ. Ἔρχομαι ὡς πρὸς τὴν πρώτην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν κλάσεων ἀπὸ 117 εἰς 42 νομίζω. Ὡς λόγον τῆς ἁπλοποιήσεως δὲν ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἄλλον παρ’ ὅτι ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία καθίσταται λίαν δυσχερὴς· διότι τόσον ὁ κεντρικὸς ταμίας, ὁ ἐπιφορτισμένος τὴν διαχείρισιν τοῦ χαρτοσήμου, καθὼς καὶ οἱ ταμίαι, ἀναγκάζονται νὰ κρατοῦν ἰδίαν μερίδα δι’ ἑκάστην κλάσιν χαρτοσήμου, καὶ ὡς ἐκ τούτων, ὀρθῶς σκεπτόμενος, λέγει, πρὸς τί νὰ κρατῶνται 117 μερίδες ἀπὸ τόσους ταμίας καὶ ἀπὸ τὸν κεντρικὸν ταμίαν; ἀλλὰ νομίζω, ἡ διόρθωσις αὕτη ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὄχι νομοθετικῶς, παρὰ δι’ ἁπλῆς διαταγῆς τοῦ ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τοὺς ταμίας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ κανένα νόμον δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κρατοῦν δι’ ἑκάστην κλάσιν ἰδίαν μερίδα, οἱ ταμίαι λαμβάνοντες χαρτόσημον ἀπὸ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον εἶναι ὀφειλέται δι’ ἀντίτιμον ὡρισμένου ποσοῦ, ἤτοι δι’ 100 δραχμὰς διὰ 500 καὶ 1000, δὲν εἶναι ἀνάγκη οἱ ταμίαι νὰ ἔχουν χωριστὴν μερίδα δι’ ἑκάστην κλάσιν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν μοῦ τὴν ἔκαμεν εἷς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ προέτρεπε νὰ ζητήσω τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, καὶ τὸν εἶπον, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ κακόν, δύναται νὰ διορθωθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, διότι ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου εἴτε ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, δὲν ὑποβάλλει εἰς ὑποχρέωσιν τοὺς ταμίας νὰ κρατοῦν δι’ ἑκάστην κλάσιν ἰδίαν μερίδα, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ δεικνύουν τὰ βιβλία των διὰ πόσον ποσὸν εἶναι ὀφειλέται πρὸς τὸ ταμεῖον, καὶ μετὰ τὴν πώλησιν νὰ βλέπουν ποῖον εἶναι τὸ ἀντίτιμον, καὶ ἑπομένως ὅταν γίνεται ἡ καταμέτρησις τοῦ ταμείου, νὰ παρουσιάζουν ἐν γένει τὸ ἀντίτιμον ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη αὐτῆς τῆς πολυγραφίας, ἑπομένως δὲν ἦτον ἀνάγκη διὰ νόμου νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλάσεων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, τί βλάπτει τὸ νομοσχέδιον; περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν κλάσεων· βλάπτει, κύριοι, κατὰ τοῦτο ὁ περιορισμὸς τῶν κλάσεων· ἀναγκάζεται ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον νὰ κάμῃ πηδήματα ἀρκετὰ μεγάλα τῶν ποσοτήτων, τοὐτέστι ἐν παραδείγματι, ἀπὸ 20 χιλ. δραχ. ἀξίας μέχρι 30 χιλ. κάμνει μίαν κλάσιν, ἐνῷ πρότερον ὑπῆρχον 10 κλάσεις, διότι κατὰ χιλιάδας ηὔξανε ἡ κλάσις καὶ ἑπομένως καὶ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Ἠξεύρετε ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ τοιοῦτον; ἐπὶ τῶν 30 χιλ. δραχ. θὰ πληρώσῃ τὸ τέλος ὁ καταναλίσκων τὸ χαρτόσημον, τουτέστιν ἀντὶ διὰ τοῦ πρώτου νόμου νὰ πληρώσῃ ἐπὶ 20,001 δραχμῶν 52 δραχμὰς καὶ 50 λεπτὰ, θὰ πληρώσῃ διὰ τοῦ ἁπλοποιητικοῦ αὐτοῦ ἀπὸ 20,001 μέχρι 30 χιλιάδας δραχμὰς 75. Εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, διότι αὐξάνει κατὰ 30% τὸ ποσὸν τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ποσοτήτων τῶν 21, τῶν 22, τῶν 23 χιλιάδων. Μὴ νομίσητε ὅτι κάμνων τὴν παρατήρησιν αὐτὴν δὲν θέλω τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, αὐτὸ τὸ εἶπον παῤῥησίᾳ διότι παρετήρησα μάλιστα ὅτι πάντοτε ἐλλείμματα ὑπῆρχον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ ἑπομένως ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, ἀλλὰ νὰ τοὺς αὐξήσωμεν μετὰ δικαιοσύνης, διότι ἐὰν ὑπάρχουν παράπονα ἀπὸ τοὺς πολίτας κατὰ τῆς φορολογίας, τὰ παράπονα αὐτὰ περιστρέφονται κυρίως οὐχὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλὰ διὰ τὸ ἄδικον καὶ διὰ τὸν κακὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον εἰσπράττονται οἱ φόροι. Λοιπὸν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῆται μὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν ὁ κάμνων μίαν συναλλαγὴν 21,000 δραχ. μὲ ὅσον πρέπει νὰ φορολογῆται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κάμνει ἓν συνάλλαγμα 30,000 δραχμῶν; ἀδικώτατον, κύριοι· ἀπομακρύνεται μάλιστα ἀπὸ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ πολίτευμά μας ὅτι ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας, ἀναλόγως τῶν ὠφελειῶν, πρέπει νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ δημόσια βάρη. Βλέπετε ἀπὸ 52 δραχμάς, ὅσας ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ ὡς συνάψας ἓν συμβόλαιον 21,000 δραχμῶν κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τώρα πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ 75. Εἶναι ἄδικον ὄχι διὰ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ διατί νὰ ἔρχηται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ὁ συνάπτων ἓν συμβόλαιον 21,000 δραχμῶν μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνάπτει συμβόλαιον 30,000. Εἶναι ἄδικον κατὰ τὴν βάσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, θέλετε παρατηρήσει καὶ ἓν ἄλλο· ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ὅπως λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐγὼ νομίζω ὅτι ματαιοῦται, διότι ἡ κλῖμαξ μένει ἡ αὐτὴ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 10,000 δραχμῶν, δὲν μεταβάλλεται, καὶ ἑπομένως ἡ δυσκολία τῆς ὑπηρεσίας πάλιν θὰ ὑφίσταται, διότι συνήθως ἡ μεγαλειτέρα χρῆσις ἢ κατανάλωσις τοῦ χαρτοσήμου γίνεται μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὰ ἄλλα εἶναι σπανιώτερα· ἡ πολυγραφία κατὰ τῆς ὁποίας πάντοτε εἶμαι ἐναντίος, πάλιν θὰ ὑφίσταται, διότι οἱ ταμίαι, ἐὰν διατηρήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα ὁ κ. ὑπουργὸς, νὰ κρατοῦν οἱ ταμίαι δι’ ἑκάστην κλάσιν χαρτοσήμου ἰδίαν μερίδα, πάλιν αἱ δυσκολίαι θὰ ὑπάρχουν· ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτυγχάνει τὸν σκοπὸν κυρίως, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ἐπειδὴ γεννᾶται τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον σᾶς κατέδειξα προηγουμένως, καθίσταται κατ’ ἐμὲ ἡ πρώτη διάταξις πάντη περιττὴ, διότι ἐὰν θέλῃ τῳόντι νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἀρκεῖ ἓν ἔγγραφον πρὸς τοὺς ταμίας νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦ λοιποῦ μὴ κρατῆτε δι’ ἑκάστην κλάσιν ἰδίαν μερίδα παρὰ ἐν γένει τὸ ἀντίτιμον τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται, μόνον εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἔχῃ τόσας θυρίδας, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ καταθέτῃ τὸ χαρτόσημον μιᾶς ἑκάστης κλάσεως διὰ νὰ γνωρίζῃ τὸ δημόσιον πόσον χαρτόσημον, ὄχι πόσης ἀξίας, ἀλλὰ ποίων κλάσεων κατηναλώθη χαρτόσημον. Ἐὰν, κύριοι, ὑποθέσητε ὅτι γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, συλλογισθῆτε μίαν ἄλλην περιπλοκὴν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον καὶ οἱ ταμίαι. Ἐννοεῖται ὅτι ἐκ τοῦ χαρτοσήμου τῶν καταργουμένων σήμερον 40 περίπου κλάσεων, ὑπάρχει ἐκτετυπωμένον καὶ εἶναι διεσκορπισμένον εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα καθὼς καὶ εἰς τὸ κεντρικόν· αὐτὸ τὸ χαρτόσημον τί θὰ γίνῃ; θὰ ἐπιστραφῇ καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἐξαφανισθῇ. Βλέπετε ὅτι αὐτὴ μόνη ἡ ἐργασία εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀπομακρύνῃ καθένα ἀπὸ τὸν σκοπὸν τῆς τροποποιήσεως, διότι καὶ καταχρήσεις δύνανται νὰ λάβουν χώραν. Ἑπομένως τὴν πρώτην διάταξιν, κύριοι, τὴν θεωρῶ πάντη περιττὴν, διότι διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς ταμίας, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει, τουτέστι τὴν ἁπλοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γεννηθῇ, τουτέστι νὰ βαρυνθῇ ἕκαστος ἀναλόγως τῆς ὠφελείας ἀναλόγως τῶν ἐργασιῶν. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην διάταξιν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς δύω ἑπομένας, τουτέστι εἰς τὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται τοῦ λοιποῦ χαρτόσημον εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τελωνείων, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὰ κατονομάζει, τοὐτέστι εἰς τὰς διασαφήσεις, τὰ δηλωτικὰ, αἰτήσεις ἀποταμιεύσεως, ἀναγνωρίσεως, ναυλώσεως καὶ ἀποστολῆς, τὰ διαβατήρια ἐμπορευμάτων καὶ μετακομίσεων. Βλέπετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ὅλως νέα διάταξις καὶ ἀπὸ τὴν καινοτομίαν αὐτὴν, ἀπὸ τὴν τροποποίησιν αὐτὴν τοῦ νόμου, προσδοκᾷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν μίαν πρόσοδον ἀναξίαν λόγου 6,000 δραχ. ὅπως λέγει ὁ ἴδιος. Ἐὰν ἐλάμβανε πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαντηθοῦν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτὴν τῆς διατάξεως, ἤθελεν ἀπομακρύνει ὄχι μόνον τὰς 6 χιλιάδας δραχμὰς ἀλλὰ καὶ 600 ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κύριοι, ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ διασαφήσεις, δηλωτικὰ, καὶ ἀπὸ ποίους συντάττονται; Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐμπορικῶν πόλεων, διότι ἐκεῖνοι βεβαίως καλλίτερον τῶν ἄλλων εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν σπουδαιότητα τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ ἰδίως ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐμπορικωτέραν πόλιν τῆς Ἑλλάδος τουτέστι τὴν Σῦρον.

§25ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ λαλῆτε δυνατώτερα περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον.

§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καλά· χαίρω διότι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἷς ἄλλος γνωρίζων καλλίτερον ἐμοῦ.—Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι οἱ ἔμποροι ἐν γένει δὲν εἶναι πολὺ γραμματισμένοι καὶ ἑπομένως διὰ τὴν σύνταξιν αὐτῶν τῶν ἐγγράφων πολλὴν δυσκολίαν ἀπαντοῦν καὶ ἀναγκάζονται, ὅπως τὸ εἶδον ἰδίοις ὄμμασι, νὰ καταστρέφουν τρία τέσσαρα ἀντίτυπα διὰ νὰ καταρτίσουν ἓν ὅπως τὸ ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ἔχει τὸ δικαίωμα μάλιστα ὁ τελώνης κατὰ τὸν νόμον περὶ Τελωνείων νὰ ξεσχίζῃ τὰ παρουσιαζόμενα ἔγγραφα ὅταν ταῦτα δὲν ᾖναι συντεταγμένα συμφώνως μὲ τὸν νόμον· αὐτὸ εἶναι συνηθέστατον· ἐκτὸς τούτου οἱ ἔμποροι δὲν γνωρίζουν πῶς κατονομάζονται τὰ ἐμπορεύματα ἐν τῷ δασμολογίῳ, ἐνῷ ὁ τελώνης θέλει νὰ ὀνομάζωνται ὅπως τὰ ἀναφέρει τὸ δασμολόγιον καὶ κατὰ τὰ μέτρα καὶ τὸ βάρος καὶ ὅλα. Πολλοὶ τῶν ἐμπόρων δὲν γνωρίζουν καὶ τὸ συντάττουν ὅπως δύνανται· αὐτὰ ἐξαφανίζονται καὶ συντάττονται νέα, λοιπὸν τὰ χαρτόσημα θὰ ξανασχίζωνται καὶ θ’ ἀναγκάζωνται νὰ κάμουν νέας δηλώσεις ἐπὶ χαρτοσήμου, διότι τὸ χαρτόσημον δὲν εἶναι κινητὸν, ὅπως εἰς πολλὰς ἐπικρατείας εἰσήγαγον αὐτὸ, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν τὰ γραμματόσημα, τὰ ὁποῖα ἐπιθέτομεν εἰς τὴν ἐπιστολὴν, ἀφοῦ τελειώσει αὕτη. Ὑποθέσατε ἐὰν ἦσαν τὰ γραμματόσημα ἐπάνω εἰς τὸ χαρτὶ πόσα ἤθελον ἐξαφανίζεσθαι, διότι ἡ ἐπιστολὴ δὲν εἶναι ὅπως τὴν ἤθελον; αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ εἰς τὰ τελωνειακὰ ἔγγραφα. Καὶ ἠξεύρετε εἰς ποῖα μέρη θὰ γίνεται χρῆσις αὐτῶν τῶν τελωνειακῶν ἐγγράφων; μόνον εἰς τὰ ὑποτελωνεῖα; ὄχι, καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη καὶ εἰς τὰ σταθμαρχεῖα. δηλ. ἠξεύρετε εἰς πόσας ἀρχάς; εἰς 120 ἀρχάς.

§27ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπου πηγαίνουν καὶ σήμερον.

§28ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς 120 ἀρχὰς θ’ ἀναγκασθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως στέλλει τὰ ἔντυπα, νὰ στέλλῃ καὶ τὸ χαρτόσημον. Ποῖος κόπος, ποία λογιστικὴ ἐργασία θὰ γείνῃ διὰ νὰ χρεώνωνται, διότι ἐπὶ πιστώσει βεβαίως θὰ τὰ δώσῃ, διὰ νὰ χρεώνεται ἕκαστος τελωνοσταθμάρχης διὰ τόσα φύλλα, ὅπως σήμερον γίνεται διὰ τὸ χαρτόσημον· καὶ ἐὰν ὁ τελωνοσταθμάρχης ἢ ὁ ὑποτελώνης ἔχει τὴν πρόνοιαν, ὅταν βλέπῃ ὅτι τὰ φύλλα κινδυνεύουν νὰ ἐξαντληθοῦν, νὰ γράψῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν ἐφοδιάσῃ, καλὰ, διότι ἐὰν δὲν ἔχῃ τί θὰ γίνῃ; θὰ σταυρώσῃ τὰ χέρια του καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἔμπορος· αὐτὸ δὲν τὸ βλέπομεν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ χαρτοσήμου, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὰ κεντρικὰ μέρη, εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, διότι ἐκεῖ εἶναι τὰ ταμεῖα. Καὶ ἠξεύρετε εἰς τὰ τελωνοσταθμαρχεῖα, εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη, ὅπου δὲν κατοικεῖ κανεὶς παρὰ ὑπάρχει ἐκεῖ μία ἀρχὴ, οὐχὶ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν παρὰ ἁπλῶς νὰ φυλάττῃ, ἐν τούτοις αὐτὸς εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ᾖναι ἐφωδιασμένος μὲ χαρτόσημα, αὐτὸς ἐὰν τὰ ὑπεξαιρέσῃ; Ἠξεύρετε τὰ διαβατήρια κατὰ μίαν διάταξιν γίνονται ἐπὶ χαρτοσήμου καὶ ἡ πρώτη διάταξις τοῦ νόμου περὶ τῶν διαβατηρίων ἦτο, οἱ ἀστυνόμοι νὰ προκαταβάλλουν τὸ ἀντίτιμον, νὰ ἀγοράσουν, ἀλλὰ πολλοὶ ἔλεγον, δὲν ἔχομεν, δόσατέ τα ἐπὶ πιστώσει καὶ ὅταν εἰσπράξωμεν δίδομεν τὸ ἀντίτιμον. Πόσοι φαίνονται εἰς τὰ δημόσια κατάστιχα ὀφειλέται πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι δὲν ἐπέστρεψαν τὸ ἀντίτιμον τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαβατηρίων, καὶ ἐν τούτοις τὰ ἀντίτιμα ἐσφετερίσθησαν; Ἀμφιβάλλετε τόρα ὅτι δὲν θὰ πολλαπλασιασθῇ περισσότερον αὐτὴ ἡ κατάχρησις; Ποῦ ὁ πρῶτος λόγος, κ. ὑπουργὲ, τὸν ὁποῖον ἔφερες τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας; ἐσυλλογίσθης πόσην ἐργασίαν θὰ δώσῃς εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ συνάμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους; Βεβαίως ὄχι, διότι ἐὰν τὸ ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ἠθέλετε φασκελώσει τὰς 6,000 δραχ. ὄχι 6 χιλιάδας ἀλλὰ 600, διότι κύριοι, μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἡ ἐλευθέρα κίνησις τοῦ πολίτου εἶναι τὸ σημαντικώτερον, νὰ τὸν ὑποβάλλετε εἰς ὅσους θέλετε βαρεῖς φόρους, ἀλλὰ νὰ τοῦ ἀφήσητε ἐλευθέραν ἐνέργειαν. Ὅταν πηγαίνῃ εἰς τὸν τελώνην καὶ ὁ τελώνης τοῦ λέγῃ, ἐξήντλησα τὸ χαρτόσημον, δὲν ἔχω· τί θὰ κάμῃ ὁ ἔμπορος; θὰ εὕρῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τὸν ταμίαν νὰ ζητήσῃ τὸ χαρτόσημον τῶν 25 λεπτῶν. Ἀρκεῖ ὅτι δὲν δύναται ὁ πολίτης δυστυχῶς, ὄχι ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἦμαι δίκαιος, νὰ κινεῖται ἐλευθέρως ἐκτὸς τῆς πόλεως, θέλετε καὶ ἐντὸς νὰ μὴ δύναται νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως; ἐπιβάλετε ὅσους θέλετε φόρους, ἀλλὰ μετὰ δικαιοσύνης καὶ χωρὶς νὰ ἐμποδίσητε τὴν ἐλευθέραν του κίνησιν. Λοιπὸν ἀξίζει τὸν κόπον διὰ 6,000 δραχ. νὰ ὑποβάλητε τὸ δημόσιον εἰς τόσας δαπάνας καὶ κόπους καὶ εἰς τόσα προσκόμματα τοὺς πολίτας; Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς διέφυγε τὴν προσοχήν σας, καθὼς καὶ τῶν ἐντίμων μελῶν τῆς Βουλῆς, αὐτὸ τὸ σπουδαῖον κατ’ ἐμὲ ἀντικείμενον. Πόση ἐργασία θὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ σφραγιστήριον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀρκεῖ νὰ τυπόνῃ γραμματόσημα καὶ χαρτόσημα, καὶ, καθὼς λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, αὐτὰ τὰ ἔγγραφα εἶναι ἀναρίθμητα, δὲν κρατεῖται λογαριασμὸς, χάνονται· καὶ διὰ νὰ μὴ χάνωνται καὶ διὰ νὰ εἰσαχθῇ τάξις, πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸ τὸ χαρτόσημον; Μήπως τὸ χαρτόσημον θὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξαίρεσιν; Ὄχι, ἔτι περισσότερον, διότι θὰ γεννήσῃ συμφέρον εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπεξαίρεσις τοῦ χαρτοσήμου, ἐνῷ τώρα δὲν ἔχουν νὰ ὑπεξαιρέσουν παρ’ ἁπλᾶ ἔντυπα· οἱ ταμίαι δὲν θ’ ἀναγκασθοῦν νὰ κρατήσουν μερίδας δι’ αὐτὸ τὸ εἶδος, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ οἱ τελῶναι καὶ οἱ τελωνοσταθμάρχαι. Κύριοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφάνη γενναῖος εἰς αἰτήσεις ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων, ἰδίως τῆς Σύρου, ἐλαττώσας δικαιώματα ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν κρίσιν καὶ τοῦ ἐπιμελητηρίου καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν ἐδίστασε διὰ Β. διατάγματος νὰ ἐλαττώσῃ τὰ δικαιώματα, στερήσας ἐννοεῖται, καὶ μέρος προσόδων τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τώρα ἀξίζει τὸν κόπον δι’ ἓξ χιλιάδας δραχ. νὰ ὑποβάλῃς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους σου καὶ τοὺς πολίτας εἰς τόσους κόπους ἐπὶ μιᾶς προσόδου 10 ἑκατομμυρίων; Βλέπετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τὰ ἔσοδα, ὑπερέβησαν τὰ 10 ἑκατομμύρια, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου ὑπερβαίνει τὰ 150 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ἀφοῦ τὸ δημόσιον ἔχει τόσον σπουδαίαν πρόσοδον, μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου ἀξίζει ὁ κόπος δι’ 6,000 δραχμὰς νὰ τροποποιήσωμεν τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου; Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, ἔπρεπε μάλιστα μετ’ ἀγανακτήσεως ν’ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπόν του ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοῦ τὸ προέτρεπον. Τὸ λέγω εἰς ἐκεῖνον, διότι καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς, οἱ ὑπάλληλοι θέλοντες νὰ δείξουν ζῆλον..............

§29ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Κεχαγιᾶ· ἐγὼ δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν οἰκονομολόγον, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας λαμβάνω τὰς πληροφορίας.

§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βλέπετε ὅτι θέτω καὶ ἐμαυτὸν, μὴ σᾶς κακοφαίνετε.

§31ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὄχι· θὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους ὕστερον, ἐξακολουθήσαται.

§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν τρίτην διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπιβαλλομένου χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν καταστίχων, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, διότι φοβοῦμαι καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν, πάλιν ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ ἐπιβολῆς χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν καταστίχων, πάλιν θὰ ᾖναι ἐλλειπὴς, διότι ὡς εἶπον δὲν εἶναι τὸ πολὺ τοῦ φόρου τὸ ὁποῖον κάμνει τοὺς πολίτας νὰ ὑποφέρωσιν, ὅσον αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀπαντοῦν διὰ νὰ πληρώσουν τὸ δικαίωμα. Ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἔκθεσίν του ἀποδίδει τὴν νέκρωσιν αὐτὴν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου εἰς τὸ ὑπερβολικὸν τοῦ φόρου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἐλαττόνει. Ἐγὼ λέγω ὄχι, δὲν εἶναι αὐτὸ, εἶναι αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀπαντοῦν νὰ προσθέσουν τὸ χαρτόσημον καὶ νὰ τὸ μονογραφήσουν μετὰ ταῦτα αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ, ὁ Πρόεδρος, ὁ Εἰρηνοδίκης ἢ ὁ πάρεδρος. Αὐταὶ αἱ δυσκολίαι κάμνουν κάθε ἔμπορον ν’ ἀποφεύγῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ ἔμποροι, ἐκτὸς ἐξαιρέσεών τινων, δὲν ὑποβάλλουν τὰ κατάστιχά των εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ πολὺ τοῦ χαρτοσήμου, παρὰ αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀπαντοῦν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀποφεύγουν, καὶ θὰ ἀποφεύγουν, καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν, διότι, σᾶς λέγω, ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ δυσκολίαι, καὶ πολὺ ὀρθῶς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἔκθεσιν του, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ καταργηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ νὰ ὑποβάλλωνται τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα εἰς τὸ χαρτόσημον παρὰ νὰ ὑπάρχῃ, καὶ νὰ ᾖναι ἀνάγκη μάλιστα, ὅπως τώρα γίνεται, τοῦ νὰ παρουσιάζουν εἰς τὰ δικαστήρια τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ καταστίχου τὸ ὁποῖον τοὺς ἐνδιαφέρει, διὰ νὰ ἀποδείξουν τὸν ἰσχυρισμόν των ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τοῦ ἀντιδίκου. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος, κύριοι, ἰδοὺ τί λέγει. Ἄρθρ. 8. Πᾶς ἔμπορος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων βιβλίων, τὰ ὁποῖα εἶναι μὲν ἐν χρήσει εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἓν βιβλίον ὀνομαζόμενον ἡμερολόγιον, παριστάνον ἀφ’ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν περιουσίαν καὶ τὰ χρέη του, τὰς ἐμπορικάς του ἐργασίας, τὰς συναλλαγματικάς του, τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ἀποδοχὰς ἢ ὀπισθογραφήσεις, καὶ ἐν γένει πᾶν ὅ,τι λαμβάνει ἢ πληρόνει ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ, καὶ φανερώνει κατὰ μῆνα τὸ ποσὸν τῆς οἰκιακῆς του δαπάνης κτλ. Ἄρθρ. 10. Τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ τῶν ἀπογραφῶν βιβλίον πρέπει νὰ μονογραφῶνται, καὶ νὰ θεωρῶνται ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαία διάταξις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προλαμβάνεται ἡ δολία πρόθεσις μερικῶν αἰσχροκερδῶν κατὰ τῶν ἁπλουστέρων πολιτῶν. Ὅταν τὸ ἡμερολόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγγράφει ὁ ἔμπορος καθ’ ἑκάστην τὰς πράξεις του, ὅταν λέγω, αὐτὸ τὸ βιβλίον ᾖναι μονογεγραμμένον ἀπὸ τὸν πρόεδρον, δὲν δύναται ὁ αἰσχροκερδής, ὁ θέλων νὰ ἀδικήσῃ τὸν ἀντίδικόν του, νὰ μεταβάλῃ τὸ κατάστιχόν του κατὰ τὰς θελήσεις του· πότε; ὅταν ᾖναι μονογεγραμμένον ἀπὸ τὸν πρόεδρον. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ τόσον σωτηρία διὰ τοὺς ἁπλοῦς πολίτας καὶ κατὰ τῶν αἰσχροκερδῶν, ἐτέθη, ὡς βλέπετε, εἰς ἀχρηστίαν ἐξ αἰτίας τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ ὅτι διὰ νὰ μονογραφηθῇ τὸ βιβλίον αὐτὸ πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ χαρτόσημον. Καὶ τί συμβαίνει ὡς ἐκ τούτου; νομίζετε ὅτι τὰ μεγάλα ἐμπορικὰ καταστήματα ἔχουν ἀνάγκην ν’ ἀποδείξουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ τῶν βιβλίων των τὸν ἰσχυρισμόν των; ὄχι· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ μπακάλιδες, οἱ παπουτζίδες, διότι αὐτοὶ οἱ μεγάλοι δὲν κάμουν ἑνὸς λεπτοῦ συναλλαγήν, ἐὰν δὲν κάμουν ἢ συμβόλαιον ἢ δὲν λάβουν ἐμπορικὸν γραμμάτιον, διὰ τοῦτο σπανιώτατα οἱ μεγάλοι ἔμποροι παρουσιάζουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰ βιβλία των, διὰ ν’ ἀποδείξουν τὸν ἰσχυρισμόν των, ἀλλ’ οἱ μικροὶ ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικείων· εἶναι δικηγόροι ἐδῶ καὶ δύνανται νὰ τὸ ὁμολογήσουν. Ἐγὼ 25, 26 ἔτη εἶμαι εἰς τὴν τράπεζαν· μόλις δὶς εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ ὑποβάλῃ τὰ βιβλία της εἰς τὰ δικαστήρια ἡ τράπεζα, ἡ διαχειριζομένη ἑκατομμύρια. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλά, πρὸ ἐτῶν αὐτὴ ἡ διάταξις περὶ ἐπιβολῆς χαρτοσήμου τῶν καταστίχων κατηργήθη, καὶ κατηργήθη λογικῶς, διότι ὅλαι αἱ πράξεις τῶν ἐμπόρων ὑποβάλλονται εἰς φόρον, διότι γίνονται συναλλάγματα ἢ γίνονται συμβόλαια. Ἐνῷ εἶναι λοιπὸν δυσκολία εἰς τοὺς πολίτας διὰ τὴν ταχυτέραν ἐνέργειάν των, παρουσιάζεται καὶ ἀδίκημα· γίνεται διπλῆ φορολογία. Ἀφοῦ ὁ ἔμπορος ὑποβάλλεται εἰς πληρωμὴν χαρτοσήμου διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, τοῦ συναλλάγματος, ποία ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ κατάστιχον πάλιν νὰ ὑποβληθῇ εἰς χαρτόσημον; καὶ διὰ τοῦτο λογικῶς σκεπτόμενοι τὸ κατήργησαν. Ἡμεῖς πρέπει νὰ τὸ διατηρήσωμεν, καὶ μάλιστα μὲ μίαν ποινὴν πολλὰ σπουδαίαν! «δὲν δύναται τὸ βιβλίον αὐτὸ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόδειξιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ χαρτόσημον,» διότι ὅπως λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν εὗρεν ἄλλον τρόπον τοῦ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἐμπόρους νὰ ὑποβάλλουν τὰ κατάστιχά των εἰς τὸ χαρτόσημον, καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του λέγει, εἶναι προτιμότερον νὰ καταργηθῇ παρὰ νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ διάταξις. Νομίζετε δὲ εὔκολον εἰς μικρέμπορον, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, οἱ μικρέμποροι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλουν τὰ κατάστιχά των εἰς χαρτόσημον διὰ νὰ δυνηθοῦν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἀπαίτησίν των, νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τὰ χωρία, ἀπὸ τοὺς δήμους εἰς τὸν ταμίαν, ὁ ὁποῖος θὰ προσθέσῃ τὸ χαρτόσημον, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν νὰ τὸ μονογραφήσῃ; Τὸ θεωρῶ δυσκολώτατον. Γνωρίζετε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, γνωρίζετε τὰς ἀποστάσεις, καὶ ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι ὁ λόγος τοῦ τέλους τῶν χαρτοσήμων, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τοὺς ἐμπόρους μέχρι τοῦδε νὰ μὴ χαρτοσημάνουν τὰ κατάστιχά των, εἶναι αἱ δυσκολίαι. Πρῶτον, κύριοι, ὅπως παρετηρήσατε εἶμαι ἐν γένει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀποσύρῃ, εἰς τοῦτο τὸν προτρέπω, διότι δὲν βλέπω κανὲν ὄφελος, οὐδεμίαν ὠφέλειαν, ἀπεναντίας περιπλοκάς· ἐὰν, λέγω, δὲν παραδεχθῇ ἡ ἀπόῤῥιψις, τότε θὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοὐτέστι τὴν κατάργησιν ἐν γένει τῆς ἐπιβολῆς τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, τὰ περὶ τελωνειακῶν ἐγγράφων, ἐννοεῖται, ὅτι καὶ ἐκεῖ θὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν. Εἰς τὸ δεύτερον προτείνω τὴν τροποποίησιν, τοὐτέστι τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν χαρτοσήμου εἰς τὰ ἐμπορικά· βιβλία. Περιμένω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν κ. ὑπουργὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ θὰ κρίνω ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὴν ὁμιλίαν μου.

§33ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν) Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας σᾶς παρέστησε κατακλυσμὸν διὰ τὴν τύπωσιν τῶν τελωνειακῶν ἐγγράφων καὶ ἀνωμαλίαν μεγίστην διὰ τὴν μείωσιν τῆς κλασικολογίας τοῦ χαρτοσήμου, τουτέστι ὁ ἀριθμὸς 40, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸν κ. προλαλήσαντα, εἶναι τίποτε ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν 117· καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα νόμον περὶ χαρτοσήμου αἱ τάξεις τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἀξίας ἀναβαίνουν εἰς 117, τόρα ἐννοεῖτε ὅλοι σας, καὶ ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἴδετε ἰδίοις ὄμμασι τὸ κατάστημα ὅπου ὑπάρχει τὸ χαρτόσημον, εἴδετε λοιπὸν ὅτι ἔχει 117 θυρίδας καὶ ἄλλας 114 διὰ τὸ χαρτόσημον τῆς τάξεως. Ἀφοῦ εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὅπου ὁπωσδήποτε ὑπάρχει χῶρος ἀρκετὸς, εὐρυχωρία, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ κλασικολογία, καὶ αἱ θυρίδες αἱ ἀπαιτούμεναι· ἠμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε τί γίνεται εἰς τὰ ταμεῖα τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἠξεύρετε τί οἰκίας ἔχουν τὰ ταμεῖα· ποῦ θέλετε λοιπὸν νὰ φτιάσῃ διακοσίας τόσας θυρίδας, διὰ νὰ θέτῃ τὸ χαρτόσημον; Ἑπομένως εἰς τὴν πραγματικότητά του τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκατόρθωτον, εἶναι ἀδύνατον, ἄλλως τε, κύριοι, ὁ κεντρικὸς ταμίας, ὁ ὑποταμίας σᾶς λέγει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ χωρέσῃ, οἱ ἔξω ταμίαι λέγουν ὅτι εἶναι ἀδύνατον. Τί θέλετε λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πραγματικότητος νὰ κάμωμεν; περιωρίσαμεν τὸν ἀριθμὸν, ἐπροχωρήσαμεν δὲ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιβαρύνεται ἡ μικρὰ τάξις, διότι φυσικῷ τῷ λόγῳ εὔχομαι νὰ ἤμεθα ὅλοι κεφαλαιοῦχοι καὶ νὰ κάμωμεν συναλλαγὰς 50 καὶ 100,000, δραχμάς· ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι ἡ συνήθης τάξις νὰ περιορίζεται εἰς 10 ἕως 20 χιλιάδων δραχμῶν. Ἕως ἐκεῖ λοιπὸν δὲν γίνεται αὔξησις, ἀπὸ 20 καὶ ἐπάνω γίνεται αὔξησις, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει τὴν μεγάλην τάξιν μόνον, ἐνῷ δὲ διὰ τὰς 20,000 δραχμὰς πληρόνετε 50, κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον θὰ πληρώσητε 75, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι διὰ τὰς 29,999 θὰ πληρώτητε 75 δραχμάς. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς γίνεται αὔξησις εἰς τὴν μεγάλην τάξιν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐλάττωσις εἰς τὴν μικρὰν, δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ εὑρίσκει τὸ κακὸν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς. Ἔρχομαι ὡς πρὸς τὴν δευτέραν διάταξιν τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων. Κύριοι, μὴ ἐξιππασθῆτε· ὁ κ. Κεχαγιᾶς, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα ὡρμήθημεν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ὄχι· βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον νὰ σᾶς φέρω διάταξιν ἀποταμιευτικῶν σκοπῶν δι’ 6,000 δραχμάς. Ἰδοὺ τί συμβαίνει· εἶναι ἔντυπα τετσάρων, πέντε εἰδῶν, ὡς βλέπεπε, Αὐτὰ συνήθως ἀποστέλλονται εἰς τὰ διάφορα τελωνεῖα, ἐκεῖ συνήθως γίνεται μεγάλη κατάχρησις, αἴφνης τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς ἔχει ἀνάγκην ἐτησίως 3 χιλ. ἐντύπων, ὅσα παρουσιάζονται πράγματι. Τί νομίζετε; αἴφνης στέλλονται 8 χιλιάδες, 10 χιλιάδες καὶ εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία εἰς ἀένναον κίνησιν διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐντύπων. Ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται σήμερον τῶν 5 λεπτῶν, δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ ἔμπορος, καὶ μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν εἶναι ἔμποροι, δὲν πιστεύω κἀνεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι φέρει τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὸ ἐμπόριον χάριν τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ὅτι τώρα ὁ ἔμπορος χαλᾷ τρία, πέντε ἔντυπα, ἐνῷ, ὅταν θὰ ᾖναι εἰς χαρτόσημον, ἔστω καὶ 5 λεπτῶν, δὲν θὰ ᾖναι εὔκολον. Δὲν βλέπω κἀμμίαν δυσκολίαν καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἐπιβαρύνεται τὸ ἐμπόριον μὲ τὰ 5 λεπτά.

§34ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶπεν ὅτι ἐπιβαρύνεται.

§35ΣΕΒΑΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιβαρύνεται, ἀλλ’ εἶναι δυσκολία.

§36ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶπον διὰ τὰ ἔξοδα.

§37ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἴπατε διὰ 6,000 δραχ. ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν τὸ κάμνω ἀπὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα.

§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε αὐτὸ, κ. ὑπουργέ.

§39ΤΙΝΕΣ. Ἀναβάλετέ το.

§40ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος, λέγει, ὅτι εἶναι δυσκολία· δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κατακλυσμός.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρει δυσκολίας.

§42ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τέλος πάντων δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀποσύρω αὐτὴν τὴν διάταξιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα σᾶς λέγω, ὅτι εἶχε καταντήσει ἀηδία αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μέχρι σήμερον, νόμος εἰς ἐνέργειαν καὶ ὁ νόμος νὰ μὴ ἐφαρμόζεται. Ὁ νόμος δὲν ἐφαρμόζεται, διότι κατὰ τὰς παρατηρήσεις, φαίνεται ὅτι ὁ φόρος ἦτο βαρὺς· ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι μετριάζοντες τὸν φόρον αὐτὸν θέλομεν εἰσέλθει εἰς μίαν τάξιν. Δὲν μοὶ φαίνεται ἀξιοπρεπὲς, ὅταν ἕνας ἔμπορος θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαιά του ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ ἔχῃ τὸ βιβλίον του καὶ ν’ ἀποσπᾷ τὸ φυλλάδιον, τὴν σελίδα, ἥτις θὰ τοῦ χρησιμεύσῃ ὡς παραστατικὸν ἔγγραφον, καὶ νὰ παρουσιάζηται εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν, νὰ λέγῃ, σφράγισε τὴν σελίδα αὐτήν. Μοὶ ἐφάνη, κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, ὀλίγον ἀπρεπὲς αὐτό. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι ἂν καταβιβάσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον αὐτὸν τὸν φόρον δηλ. κατὰ τὰ 9/10 σχεδὸν, τὸ ἐμπόριον θὰ εὑρεθῇ εἰς μεγάλην εὐκολίαν νὰ τρέχῃ καὶ νὰ σφραγίζῃ τὰ ἐμπορικά του βιβλία, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν μίαν παραστατικὴν ἀξίαν νόμιμον. Φρονῶ λοιπὸν, ἐπειδὴ ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἐλαφρότατος, ἐπιφέρει εὐκολίαν μεγάλην εἰς τὰς συναλλαγὰς, ὅτι θὰ γίνῃ παραδεκτός.

§43ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι παράξενα πράγματα βλέπει κανεὶς· νὰ παρουσιάζηται ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ἀληθῶς ταμιευτικώτατος, νὰ παρουσιάζῃ ἐλάττωσιν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπλανήθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ δὲν ἐπείσθη. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐπείσθη καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὥστε βλέπετε, ὅτι ἕως τὰς 20,000 δραχμῶν εἶναι πολὺ ἔλαττον ποσὸν παρὰ προτήτερα. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔκαμε προλαβόντως ἀπὸ 10,000 ἔχει ἀνὰ πᾶσαν χιλιάδα αὔξησιν 2½ δραχμῶν, τὸ νομοσχέδιον λέγει ἀπὸ 10 μέχρι 15. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἐφύλαξε τὴν μικρὰν τάξιν τῶν πτωχῶν. Ἐὰν εἴπουν τινὲς, ὅτι δὲν ἐσπούδασα φραντζέζικα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐρωτῶ καὶ μανθάνω, ὑπῆρξεν ἕνας οἰκονομολόγος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅποιος ἔχει μεγάλην κατάστασιν νὰ πληρώνῃ καὶ μεγάλους φόρους. Πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ ὑπουργὸς ὁ ἔχων παραπάνω ἀπὸ 20,000 περιουσίαν, νὰ πληρώνῃ καὶ μεγάλους φόρους.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ά. ἄρθρου;

§45ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἐπιμένει;

§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρῶτον, κύριε πρόεδρε, προτείνω τὴν ἐν γένει ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν (θόρυβος) καὶ μετὰ ταῦτα ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν ἐν γένει, τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς ἕκαστον ἄρθρον ἔχω ἀντιῤῥήσεις (θόρυβος).

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος προτείνει τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος....

§49ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν ἀρχὴν, κύριε πρόεδρε.

§50ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Βέβαια τὴν ἀρχὴν (θόρυβος).

§51Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι τὴν ἀπόῤῥιψιν θὰ ψηφοφορήσωμεν.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν λέγω καὶ ἐγώ (θόρυβος). Τί ἀγαπᾶτε, κύριε Κεχαγιᾶ, νὰ κάμωμεν;

§53ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια τοῦ νὰ ζητῆται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς καὶ αὐτὸ νομίζω πρέπει νὰ κάμετε.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν......

§55Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν δὲν ἐπρότεινεν ἀντίῤῥησιν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ἔπρεπε νὰ φέρετε οὕτω τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἔφερε πρότασιν περὶ ἀποῤῥίψεως καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ θέσετε εἰς ψηφοφορίαν.

§56ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια, κύριε πρόεδρε, ἀφοῦ ἐγένετο μία πρότασις ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, αὐτὴ εἶναι τὸ θέμα τῆς ψηφοφορίας.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλει ὁ κύριος Κεχαγιᾶς (θόρυβος).

§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅπως τὸ θέσετε τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· εἴτε οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασίν μου εἴτε οἱ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· ὅ,τι θέλετε κάμετε, τὸ ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν σας.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, νὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ θέμα οὕτω, οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν· εἶναι τὸ καλλίτερον.

§60ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μᾶς ἐγένετο μία πρότασις· ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε περὶ τούτου τὴν Βουλήν.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν προτείνει ἔτσι.

§62ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε εἶναι πρότασις καὶ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ.

§63Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν ἀποῤῥιφθῇ τὸ περὶ ἀποῤῥίψεως, τότε θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς ἀρχῆς.

§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι τῳόντι ἀδιάφορον, ἂν τεθῇ ὡς θέμα ἡ ἀρχὴ ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς ἓν σῶμα μέγα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ Βουλή, νὰ θέτῃ θέματα ἅτινα δὲν ἁρμόζουν, καὶ θαυμάζω, ἀφοῦ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὁποίου ἀνετέθη ὁ προσδιορισμὸς τοῦ θέματος, θέτῃ ὡς θέμα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, θαυμάζω, λέγω, πῶς εὑρίσκονται βουλευταί, οἵτινες λέγουν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς θέμα ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ νομοσχεδίου (θόρυβος. Ποῖα εἶναι, κ. πρόεδρε, ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις; εἶναι βέβαια ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· ἂν οὐδεμία ἄλλη πρότασις ἐγένετο τί ἠθέλατε κάμει; ἠθέλατε θέσει τὴν ἀρχὴν εἰς ψηφοφορίαν (θόρυβος). Παρακαλῶ· καὶ οἱ μὲν ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ, οἱ δὲ κατά. Τώρα κατὰ τί μετεβλήθη ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, ἂν εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες σκοπεύουν νὰ πολεμήσουν τὸ νομοσχέδιον, εἶπεν, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς· τί ἄλλο ἔκαμε παρὰ νὰ προείπῃ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ψηφίσῃ; Δὲν εἶναι λοιπὸν μία πρότασις ἀλλ’ ἄρνησις μιᾶς προτάσεως. Ἑπομένως νομίζω ὅτι θέλει παραβιασθῇ ὁ κανονισμός, ἂν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τῆς ἀποῤῥίψεως, ἥτις δὲν εἶναι πρότασις, δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλ’ ἄρνησις κατὰ τῆς προταθείσης προτάσεως. Ἐπιμένω λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ σώματος νὰ μὴ ἐπιτρέψητε νὰ τεθῇ ἄλλο θέμα παρὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ψηφοφορίαν.

§65Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Συζητεῖται μία ἐκλογὴ καὶ ἡ μειοψηφία λέγει εἶναι ἄκυρος, ποῖον θέμα θὰ τεθῇ; Ἡμεῖς, κύριε πρόεδρε, θέλομεν νὰ τοὺς εὐχαριστήσωμεν καὶ διὰ τοῦτο τοὺς προτιμῶμεν νὰ τεθῇ ἡ ἐδική των πρότασις εἰς ψηφοφορίαν. Ἂν τὴν ἀποσύρῃ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς τὴν πρότασίν του, ἄλλος λόγος.

§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ποία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ; Ὁσάκις ἐπολεμήθη ἓν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν τί ἐγένετο καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις; ἐτίθετο τὸ θέμα οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι· αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦν οἱ κύριοι σήμερον εἶναι μία καινοτομία, ἥτις δὲν στέκει καὶ δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, καμμίαν ἰδέαν.

§67ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, θαυμάζω περισσότερον ἀφ’ ὅσον ἐθαύμασεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος μὲ τὴν λογικήν του. Κατέκρινεν ἐμὲ ὡς μὴ ἐννοήσαντα περί τινος πρόκειται, καὶ ἔπεσεν εἰς τὸν λάκκον ὁ ἴδιος. Ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, ἐλάλησεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ τελευτῶν εἶπεν, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ζητῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή· ἐπρότεινε λοιπὸν ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν. Ὅταν τοῦτο γίνεται ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε ὡς θέμα τὴν ἀρχήν; Θὰ θέσετε λοιπὸν ὡς θέμα τὴν πρότασιν περὶ ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν. Τώρα ποῦ παραλογιζόμεθα ἡμεῖς καὶ αὐτοὶ ὀρθοφρονοῦν; ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν ὅτι τὸ ἴδιον ἐπεκράτησεν ἢ ἔγινε πάντοτε· καὶ ποῖος λέγει ὄχι; τώρα ὅμως διαφέρει, διότι ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὸ ἀποκρούει τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν.

§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ζητεῖ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀρχῆς.

§69ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτηθῇ περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, τοῦ προτείναντος τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν.

§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα ἐπολεμήθησαν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ τὴν Βουλὴν πάντοτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ἐτίθετο ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ ἡ ἀπόῤῥιψις αὐτῆς ὡς θέμα. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς ἐδῶ νὰ θέλουν νὰ τεθῇ ἡ ἀπόῤῥιψις καὶ οὐχὶ ἡ ἀρχὴ, ἄλλως κάμετε ὅπως θέλετε.

§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι περιττὴ καὶ ἄσκοπος, ὅταν θελήσῃ τις νὰ συμβουλευθῇ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ· διότι μὴ λησμονήσητε ὅτι ἔχομεν ἕνα κανονισμὸν, ὅστις διέπει τὸν τρόπον τῆς τε συζητήσεως καὶ τῆς ψηφοφορίας. Ἐν τῷ κανονισμῷ δὲ ἀναγινώσκω, κύριε πρόεδρε, τὸ ἑξῆς ἄρθρον· ἀκούσατέ το, κ. Κρεστενίτη· εἶναι τὸ 41 (ἀναγινώσκει αὐτὸ). Παρακαλῶ τοὺς ἀντιλέγοντας νὰ μοῦ εἴπουν, ἂν διετύπωσέ τις τροπολογίαν ἢ ὑποτροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ὁποίαν; Ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον, ὅτι οὐδεμία τροπολογία προετάθη παρ’ οὐδενός. Ἡ τροπολογία ἀναφέρεται εἰς μεταῤῥυθμίσεις μερικὰς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου· ἡμεῖς ὅμως δὲν προτείνομεν μεταῤῥύθμισίν τινα, ἀλλ’ ἀρνούμεθα τὸ ὀρθὸν τοῦ νομοσχεδίου ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Ποία τῳόντι εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία συζητεῖται; τὸ νομοσχέδιον, ἤτοι ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ. Ἄλλη πρότασις ὑπάρχει; ὄχι. Δὲν εἶναι δὲ, κύριοι, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ φράσις, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ λέγουν ὅτι πολεμοῦντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διατυποῦμεν τροπολογίαν. Παντάπασιν πολεμοῦμεν μόνον τὸ νομοσχέδιον· λέγομεν ὅτι εἶναι κακὸς νόμος, ἐπιβλαβὴς, οὐδὲν πλέον. Ποία λοιπὸν λογικῶς πρότασις πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ; Προδήλως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.

§72Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Τὴν ἀρχὴν, κύριε, πρόεδρε.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν ὅτι κάμνομεν παραχώρησιν καμμίαν. Τὸ ἄρθρον 35 λέγει....

§74Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὰ εἶναι περιττὰ τώρα.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι περιττά. Τὸ ἄρθρον 35 λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει αὐτό). Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν ἂν ἡ ἀρχὴ ἦναι δεκτὴ ἢ ὄχι.

§76ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ά. ἄρθρον· ἔχον ὡς ἑξῆς, Ἄρθρον 1. Τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἀξίας εἶναι τεσσαράκοντα κλάσεων, ὡς ἑξῆς

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀπὸ δραχ. ἕωςδραχ.λεπ.
11 100 25
101 200 50
201 300 75
301 400 1
401 500 1 25
501 600 1 50
601 700 1 75
701 800 2
801 900 2 25
901 1000 2 50
1001 1200 3
1201 1400 3 50
1401 1600 4
1601 1800 4 50
1801 2000 5
2001 2200 5 50
2201 2400 6
2401 2600 6 50
2601 2800 7
2801 3000 7 50
3001 4000 10
4001 5000 12 50
5001 6000 15
6001 7000 17 50
7001 8000 20
8001 9000 22 50
9001 10000 25
10001 12000 30
12001 14000 35
14001 16000 40
16001 18000 45
18001 20000 50
20001 30000 75
30001 40000 100
40001 50000 125
50001 60000 150
60001 70000 175
70001 80000 200
80001 90000 225
90001καὶ πλέον 250

Αἱ μικρότεραι ποσότητες τῶν 11 δραχμῶν εἰς οὐδὲν ὑπόκεινται τέλος, αἱ δὲ ὑπερβαίνουσαι τὰς δραχμὰς 90001 δὲν ὑπόκεινται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 250 δραχμῶν.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὁμιλήσετε, κύριε Κεχαγιᾶ;

§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βέβαια. — Κύριοι, καὶ κατὰ τὸν πρῶτον νόμον καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον παρατηρεῖτε, ὅτι ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν χαρτοσήμου αἱ πράξεις μέχρις 100 χιλιάδων δραχμῶν, πέραν τῶν 100 χιλιάδων μένουν ἀφορολόγητοι αἱ πράξεις καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Κρεστενίτου, ὅστις λέγει, ὅτι θέλω νὰ φορολογῶνται αἱ μεγάλαι τάξεις. Δὲν μὲ ἐννοήσατε ὁλοτελῶς (θόρυβος). Κατὰ τὸν νόμον τὸν ὑφιστάμενον καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον γίνεται ἓν ἀδίκημα ὑπὲρ τῶν πλουσίων, ὑπὲρ τῶν μεγάλων κεφαλαιούχων, τοὐτέστι νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον παρὰ μέχρι τῶν 100 χιλιάδων (θόρυβος).

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.

§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπολέμησα τὰς ἀδίκους διατάξεις τοῦ ά. ἄρθρου, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὑποβάλλετε εἰς τὸν αὐτὸν φόρον ἕνα, ὅστις συνάπτει συμβόλαιον 21 χιλιάδων δραχμῶν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ καὶ ὁ συνάπτων ἓν συμβόλαιον μέχρι 30 χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀδίκημα, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη, δὲν ἔχω ν’ ἀντείπω τίποτε. Θεωρῶ ἀδίκημα τὸ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον αἱ πράξεις ἄνω τῶν 100 χιλιάδων, καὶ αὐτὰς ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνουν ἔτι περισσότερον. Προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν, ἡ ὁποία θ’ ἀρέσῃ εἰς τὸν κ. Κρεστενίτην. Αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰς δραχμὰς 90,000 δὲν ὑπάγονται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 250 δραχμῶν, τίθενται δὲ τὰ ἑξῆς διὰ τὸ ὑπερβαῖνον τὸ ποσὸν τῶν 90,000 δραχμῶν ἐν ἄρθρῳ τρίτῳ. «Αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰς 100 χιλιάδ. ποσότητες δὲν ὑπόκεινται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 50 δραχμῶν. Διὰ τὸ ὑπερβαῖνον τὸ ποσὸν τῶν 100 χιλιάδων προστίθεται χαρτόσημον ἀνώτερον κατὰ τὴν ἀνωτέρω διατίμησιν». Τοὐτέστι πρόκειται νὰ συνταχθῇ συμβόλαιον 150 χιλιάδων δραχμῶν, μέχρι τῶν 100 χιλιάδων ὑπάρχει ἡ κλίμαξ, ἄνω αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως δύναται νὰ προστεθῇ χαρτόσημον ἄλλο διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰς 50 χιλιάδας· διότι θὰ ἦναι ἄδικον νὰ μὴ ὑποβάλλωνται αἱ 50 χιλιάδες εἰς χαρτόσημον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατάξωμεν τόσας κλάσεις, ὅσαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τὰ συμβόλαια. Τὸ αὐτὸ προτείνω καὶ διὰ τὸ χαρτόσημον τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων· ἄνω τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν προστίθεται τὸ ἀναλογοῦν χαρτόσημον.

§82ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουρ. οἰκονομικῶν). Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τῶν 100 χιλιάδων καὶ πάρωμεν ἀπὸ χαρτόσημον 250 δραχμάς, τότε δὲν θὰ εὕρωμεν ἄκραν· τί θὰ γίνῃ διὰ 2,000,000; σπανιώτατα παρουσιάζεται πρᾶξις ἄνω τῶν 100,000 δραχμῶν.

§83ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, θὰ γίνω καὶ ἐγὼ λογιστικός. Οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἰσχυρίσθησαν πρῶτον ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ ἁπλοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν· πρῶτος λόγος. Οἱ ὑποστηρίζοντες δὲ αὐτὸ λέγουν ὅτι ὁ βαρὺς φόρος, ὅστις τίθεται καὶ ὑπάγει εἰς τὰ αὐτὰ βάρη καὶ τὸν συναλλαττόμενον διὰ τὸ ποσὸν τῶν 21 χιλιάδος πρὸς τὸν συναλλαττόμενον πρὸς τὰς 30,000 δραχμάς, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ συναλλάγματα γίνονται μεταξὺ πλουσίων, ἐπιβαρύνουσι τοὺς πλουσίους καὶ ὡς τοιαῦτα πρέπει ἡμεῖς νὰ τὰ παραδεχθῶμεν. Μοὶ φαίνεται καὶ ἡ πρώτη παρατήρησις τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὁ δεύτερος λόγος τὸν ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ κύριοι δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι καὶ τὸ σύνταγμά μας λέγει, ὅτι οἱ φόροι ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας ἀναλόγως τῆς περιουσίας αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανείς, κ. πρόεδρε, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Α. ὅστις κάμνει συνάλλαγμα διὰ 21 χιλ., ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ φόρον ἴσον μὲ ἐκεῖνον, ὅστις κάμνει συνάλλαγμα διὰ 30,000· διότι, κ. πρόεδρε, εἶναι μία διάταξις αὐτὴ, ἴση μὲ μίαν διάταξιν, ἥτις ἤθελε προτείνει αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ὁ γεωργὸς τοῦ ὁποίου οἱ ἀγροὶ ἀποφέρουσι καρπὸν 50 χιλιάδας κοιλά, πρέπει νὰ πληρώσῃ φόρον ἴσον μὲ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου οἱ ἀγροὶ ἀποφέρουν καρπὸν ἴσον μὲ 100,000· τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε γίνει δι’ ἑνὸς τοιούτου νόμου, τοιοῦτον ἀδίκημα φαίνεται προφανῶς ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ὁ λόγος λέγουν εἶναι ἡ ἁπλοποίησις τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι ὅμως ἰσχυρὸν αὐτὸ, διὰ μόνον αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους καὶ βάρη ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ φόρους ἀδίκους, καὶ τόσον μᾶλλον, ὥστε ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν δικαίαν τῆς τοιαύτης προτάσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ προταθῇ. Εἶναι τώρα δίκαιον χάριν μιᾶς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρον ἄδικον; Καὶ τότε διατὶ νὰ μὴ τὴν ἁπλοποιήσωμεν ἔτι περισσότερον; νὰ μὴ ἔχωμεν ἐφόρους, ταμίας, ἐπάρχους, νομάρχας, ἀλλὰ νὰ κηρύξωμεν μίαν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ τῆς εἴπωμεν πρὸς ἀπόκου, βάλε μίαν ἐπαρχίαν νὰ πληρώσῃ τόσους φόρους διὰ ν’ ἁπλοποιήσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ κ. Κρεστενίτης, ὁ κ. Χρηστίδης ἐπειδὴ ἐκ τῆς καταστάσεώς των δύνανται νὰ πληρώσουν ἕνα φόρον 800,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, πρέπει νὰ τὸν πληρώσουν καὶ ἂς μὴ ὑπολογίσωμεν τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ τοῦ πολίτου, καὶ τοῦτο διὰ ν’ ἁπλοποιήσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ μὴ ᾖναι ὑποχρεωμένος ὁ ταμίας νὰ ἔχῃ τόσας ξυλίνας θυρίδας ἐντὸς τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐφάνησαν συνεπείς μὲ ἑαυτοὺς οἱ κύριοι καὶ ὁ κ. Κρεστενίτης, οἵτινες ὑπεστήριξαν, ὅτι θέλομεν ἡμεῖς νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πλουσίαν τάξιν; ὄχι. Ὅταν θὰ κάμωμεν ἓν συνάλλαγμα διὰ δύο ἑκατομμύρια, θὰ δώτωμεν 25,000 δραχ. δι’ 175 χιλιάδας, 150 καὶ καθεξῆς τὸ ἀνάλογον χαρτόσημον. Π. χ. δι’ 91 χιλιάδα δραχμὰς ἕως 100 χιλιάδας ἀπαιτεῖται χαρτόσημον 250 δραχμῶν· ὑποθέσατε, ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν συνάλλαγμα δι’ 130 χιλιάδας, λαμβάνομεν τὰς 100 χιλιάδας δραχμὰς καὶ βλέπομεν, ὅτι ἀπαιτοῦνται 250 δραχμαί, λαμβάνομεν καὶ τὰ 30,000 καὶ βλέπομεν, ὅτι ἀπαιτεῖται χαρτόσημον 75 δραχμῶν, καὶ λέγομεν 325 δραχμὰς καὶ δι’ αὐτῶν ἐπιβαρύνομεν οὐχὶ τὴν πλουσίαν τάξιν, ἀλλὰ τὴν πλουσιωτάτην, διότι κυρίως τὰ συναλλάγματα τὰ μεγάλα γίνονται μεταξὺ ἑταιριῶν ἢ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶναι πλουσιώτατα. Ἢ λοιπὸν πρέπει νὰ ᾖναι συνεπὴς, ἐὰν θέλῃ νὰ φορολογήσῃ τὴν πλουσιωτάτην τάξιν, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν πρώτην ἀρχὴν, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας τοῦ ἀτόμου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ.

§84ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, ἴσως πιστεύετε τινὲς ἐξ ὑμῶν, ὅτι εἶμαι πλούσιος, ἀλλ’ ἀπατᾶσθε καὶ ἀπατᾶσθε σᾶς λέγω, διότι δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἀπὸ ἔντιμα πρόσωπα, ὅσοι δύνασθε, νὰ βεβαιωθῆτε δὲ καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς κάμω. Ἐπαγγέλεσθε, κύριοι, τὴν ἐλευθερίαν καὶ πάντοτε ζητεῖτε τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεσθε διὰ τῶν πραγμάτων νὰ δείξητε, ὅτι ἀποστρέφεσθε τὴν ἐλευθερίαν, καὶ πρὸ πάντων ἡ κυβέρνησις αὐτὴ, ἥτις ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλευθερίαν ἐν τῇ ἰσότητι· σήμερον δὲ θὰ καταδείξω εἰς τὸν φίλον μου κ. Κρεστενίτην, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς δὲν φορολογεῖται ὁ πτωχὸς, ἀλλὰ κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, ὅτι εἰς τὴν ῥάχην του θὰ πέσῃ ἡ φορολογία αὕτη. Διατί, κύριοι, ἡ ἀνισότης αὕτη τῆς φορολογίας τοῦ χαρτοσήμου; πῶς θέλετε τὰς διακρίσεις μεταξὺ πολιτῶν καὶ πολιτῶν; ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω αὐτὴν τὴν διάκρισιν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὀρθὴν, κ. Κρεστενίτη.

§85Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἀναφέρει πάντοτε τὸ ὄνομά μου, κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.

§86ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ σᾶς προσβάλω. — Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐὰν πράγματι ἦσθε θιασῶται τῆς ἐλευθερίας, ὀφείλετε διὰ τῶν πραγμάτων ν’ ἀποδείξετε, ὅτι ἀγαπᾶτε τὴν ἐλευθερίαν. Ἡ αὐτὴ ἐλευθερία εἶναι καὶ εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς τὸν πένητα, αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία, καὶ δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ προφέρητε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον γίνεται ἴσα ἴσα διὰ νὰ ἐλευθερώσητε μίαν τάξιν, καὶ νὰ δημοκοπήσητε διὰ τῆς τῆς φορολογίας, ὅτι δὲν φορολογεῖτε τὴν μικρὰν τάξιν ἀλλὰ τὴν μεγάλην· ἡ φορολογία αὐτὴ, λέγω, ἀπ’ ἐναντίας δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν μεγάλην τάξιν, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν μικρὰν, τὴν ἀδύνατον. Ὅταν, κύριοι, ἐγὼ, ὁ πλούσιος, ὁ κεφαλαιοῦχος θὰ ἔχω νὰ κάμω μὲ ἕνα δυστυχῆ συνάλλαγμά τι καὶ πρόκειται νὰ πληρώσω τὸ χαρτόσημον τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰς 20 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ χαρτόσημον εἶναι ἰσότιμον μιᾶς βαρείας φορολογίας, ἐγὼ ὁ δανειστὴς, ὁ τοκογλύφος, ὁ πλούσιος, ὁ κτηματίας θὰ τὸ καταῤῥίψω εἰς τὸν δυστυχῆ· θὰ μὲ συγχωρήσῃ δὲ καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐὰν πικράνω ὀλίγον καὶ αὐτὸν, ἐρχόμενος ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ὅπερ ἐφαρμόζεται εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν ἐμπόρων. Ἠξεύρετε τί γίνεται, κύριοι, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην; αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ χαρτοσήμου, ἠξεύρετε ποῖον ἐπιβαρύνουν; τὸν πτωχὸν, τὸν δυστυχῆ· ἐγὼ ὅστις θὰ ζητήσω ἀπὸ δανειστὴν νὰ μοῦ δανείσῃ 300, 500 λίρας, θὰ πληρώσω αὐτὴν τὴν φορολογίαν· διότι κατόπιν θὰ μοῦ ἔλθῃ εἷς λογαριασμὸς ἰδιαίτερος ἐξ 9–10 δραχμῶν διὰ τὸ χαρτόσημον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δὲν ἐπιβαρύνει τὴν ἀνωτέραν τάξιν, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει τὴν μικρὰν, τὴν ἀδύνατον. Ἔλθετε λοιπὸν εἰς μίαν συνετὴν φορολογίαν, δικαίαν, ἀπαιτουμένην παρὰ τῆς ἰσότητος· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ νόμιμος φορολογία, ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ πλάγια μέσα εἶναι πρὸς βάρος τοῦ φορολογουμένου λαοῦ τοῦ μικροῦ· ἡμεῖς θὰ τὰ πληρώσωμεν ὅλα, κ. Κρεστενίτη, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν, καὶ μὴ ἔχῃς τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ τὰ πληρώσῃ ὁ πλούσιος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει οὐδεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγῃ κατὰ τῶν πλουσίων, διότι εἶναι ἀπαίσια κατὰ τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας! Ἡ ἐλευθερία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ παντοῦ καὶ πάντοτε. Λοιπὸν ἔλθετε νὰ ἐξετάσωμεν τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ἂν ᾖναι δικαία καὶ πρέπουσα· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς συζήτησις τοῦ πράγματος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους λοιπὸν εἶμαι ὅλως ἐναντίος εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην μὴ στηριζομένην εἰς τὴν ἀληθῆ ἰσότητα καὶ ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου.

§87ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διατί νὰ πληρώνῃ 25 λεπτὰ καὶ ὅστις κάμνει 100 δραχμῶν συνάλλαγμα, τὸ ἴδιον δὲ νὰ πληρώνῃ καὶ ἕνας ἄλλος; ἂν θέλετε εἴπατε νὰ πληρώνῃ 1% καὶ τότε νὰ τὸ παραδεχθῶμεν ὅλοι.

§88ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὤφειλε προηγουμένως νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ κατόπιν νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Πιστεύω δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶχε τὴν πρέπουσαν περίνοιαν ἑνὸς λειτουργοῦ, ὅστις ὀφείλει νὰ διαχειρίζεται καὶ διανέμῃ τὴν φορολογίαν ἐν ἰσονομίᾳ καὶ περινοίᾳ· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐπιπολαίως, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἶναι διότι δὲν εἶχε πεποίθησιν ὁ κ. ὑπουργός· διότι, ἂν εἶχε πεποίθησιν, δὲν ὤφειλε ν’ ἀποσύρῃ τὸ πρὸ ὀλίγου ἀποσυρθὲν ἄρθρον.

§89ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τί εἴπατε;

§90ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λέγω, κ. ὑπουργὲ, ὅτι, ἐὰν εἶχες πεποίθησιν ἔπρεπε νὰ ἐμμείνῃς εἰς τὴν ἀπόφασίν σου, ὅτε ἔφερες αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πιστεύεις, ὅτι εἶναι, ἀπόῤῥοια τῆς συνέσεως καὶ περινοίας σου· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀντὶ νὰ ὠφελήσετε τὸ ἐμπόριον, θὰ τὸ καταστρέψετε, ἀντὶ νὰ ὠφελήσητε τὸ δημόσιον, τὸ βλάπτετε.

§91ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. οἰκονομικῶν). Κύριοι, περιττὸν κρίνω ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ προαγορεύσας· εἰς ἓν καὶ μόνον κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ἐπεθύμουν νὰ ἐλάμβανε περισσότερον κοινοβουλευτικὸν βίον, τοὐτέστι νὰ διήνυε τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖόν τινες τῶν συναδέλφων του διήνυσαν ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἂν δὲν ἠθέλησε νὰ μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἔχει τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις νομίζω εἶναι καὶ ἀρχηγός του.

§92ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἀρχηγός μου μάλιστα, καὶ φίλος μου.

§93ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἠθέλατε νὰ μελετήσητε τὴν ἱστορίαν, λάβετε ἓν μαθηματάκι ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι ὁσάκις ἔρχεται ἓν νομοσχέδιον καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως μεταπείθεται ὁ ὑπουργὸς, τὸ ἀποσύρει. Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρο, καὶ ἄλλοι. Λοιπὸν πάρετε, ἂν θέλετε ἕνα μαθηματάκι ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.

§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν ἀνάκλησιν διατάξεών τινων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει, εἴτε ἐν μέρει, εἴτε καὶ ἐντελῶς ν’ ἀνακαλέσῃ· αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐξεταζόμενον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν κοινοβουλευτικήν· δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἂν δὲν δικαιοῦται τις ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν μὴ προσήκουσαν σκέψιν περὶ τὴν κατάρτισιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ὅταν ἀμέσως ἐκ τῆς πρώτης συζητήσεως τὸ ἀνακαλῇ εἴτε ἐν μέρει, εἴτε ἐν γένει. Περὶ τούτου, κύριοι, θὰ ὁμιλήσω κατόπιν, ὡς ἐλπίζω· ἀφίνω ἑπομένως τὸ μέρος τοῦτο τῆς συζητήσεως, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπέδειξε τρανῶς, ἀναμφιλέκτως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παραβιάζεται ἡ ἐπιεικὴς διανομὴ τοῦ φόρου, τοὐτέστι ἀκριβῶς ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὰ εὐνομούμενα ἔθνη ἀπὸ τὰ μὴ τοιαῦτα. Καὶ τῳόντι, ἐὰν ἐξετάσητε καὶ παραλληλίσητε τοὺς φόρους τῶν διαφόρων κρατῶν, θέλετε παρατηρήσει ὅτι εἰς τὰ ἐλεύθερα κράτη δὲν πληρόνουσιν οἱ πολῖται ὀλιγωτέρους φόρους, τοὐναντίον μάλιστα πληρόνουσι πολὺ περισσοτέρους· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὰ ἐλεύθερα κράτη ἀπὸ τὰ μὴ τοιαῦτα, εἶναι ἡ ἐπιεικὴς διανομὴ τῶν φόρων. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲ νομοσχεδίου, κύριοι, προσβάλλεται ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιεικοῦς διανομῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω; Τοῦτο εἶναι προφανές· ὅταν ὁ συνομολογῶν συνάλλαγμα 20 χιλιάδων καὶ 1 δραχμῆς πληρόνῃ 75 δραχμῶν τέλος χαρτοσήμου, τὸ αὐτὸ δὲ τέλος πληρόνῃ καὶ ὁ συνομολογῶν συνάλλαγμα 30,000 δραχμῶν, εἶναι φανερὸν, ὅτι ὁ φόρος δὲν διανέμεται ἐξ ἴσου καὶ ἐπιεικῶς. Τώρα, κύριοι, ποῖος ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον μᾶς ζητοῦν αὐτὴν τὴν ἐκτροπὴν ἀπὸ τῶν ὑγειῶν ἀρχῶν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος; Εἶναι τοὐλάχιστον καμμία μεγάλη ὠφέλεια ἔστω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; ὄχι· ὁ κ. ὑπουργὸς τί σᾶς λέγει; Θέλω νὰ διευκολύνω τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμιῶν. Καὶ λοιπὸν, κύριοι, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμιῶν, ἐξέρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος; Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, παρατήρησιν προσφυεστάτην, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ νόμου τούτου δύναται ἄριστα ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῶν ταμιῶν, οἵτινες κόπτονται οἱ δυστυχεῖς μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν 117 θυρίδας! Τί σᾶς εἶπε; δύνασθε ἀξιόλογα νὰ τὸ πράξητε διοικητικῶς· διότι οἱ ταμίαι τῶν ἐπαρχιῶν ἀπέναντι τοῦ κεντρικοῦ ταμείου οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἀνάγκη νὰ πράττουν εἰμὴ νὰ σημειῶσι τὸ ὑλικὸν ποσὸν τοῦ χαρτοσήμου οὐχὶ καὶ τὰς διαφόρους αὐτὰς κλάσεις. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πρῶτον ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος δὲν εἶναι τόσον ἀναγκαῖος, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ ἐκτροπὴν ἀπὸ τῶν ὑγειῶν ἀρχῶν τῆς φορολογίας, καὶ δεύτερον ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ δι’ ἄλλου τρόπου. Ἰδοὺ ἀκριβῶς ἡ ἔννοια τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Κεχαγιᾶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς βλέπετε, δὲν προσέθηκα τίποτε εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· ἠθέλησα μόνον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸ σπουδαιότερον μέρος τῶν παρατηρήσεων τούτων· τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρῶς, δύναται ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπιτευχθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Κεχαγιᾶς; καὶ ἂν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, διατί ἀνατρέπει ἀσκόπως τὴν οἰκονομίαν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου; διατί ζητεῖ ν’ ἀλλάξωμεν αὐτὸν τὸν νόμον καὶ νὰ ἀλλάξωμεν αὐτὸν τὸν νόμον καὶ νὰ πράξωμεν μίαν φανερὰν ἀδικίαν ἐπιβάλλοντες εἰς δύω ἀξίας ἐντελῶς ἀνίσους τὸν αὐτὸν φόρον; Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ· καὶ ὅταν μὲ πείσῃ ὅτι δὲν δύναται ἄλλως νὰ σώσῃ τοὺς ταμίας ἀπὸ τὴν διατήρησιν 117 θυρίδων, μὴ ἐπιβάλλων ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον εἰς δύω ἄνισα ποσὰ, τότε ἴσως πεισθῶ καὶ ἐγὼ, χαριζόμενος εἰς τοὺς κυρίους ταμίας, νὰ παραδεχθῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.

§95ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐπροσέχετε, μοὶ φαίνεται, ὅταν ἐλάλησα.

§96Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν πρέπει, κ. πρόεδρε, νὰ γίνῃ λόγος εἰς τὰ στενογραφήματα χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀπάντησιν· διὰ νὰ ἴδετε ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ κύριος Μπούμπουλης τί λέγει; θὰ πληρόνουν οἱ πτωχοὶ διὰ τοὺς πλουσίους. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ὁ τεχνίτης, ὅστις θέλει 30,000 δραχμὰς, κάμνει τρία συμβόλαια καὶ δὲν σκοτίζεται, καὶ μὴ παραπονεῖσθε.

§97ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες ἐπιμένουν ζητοῦντες τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ δὲν ἀπήντησε.

§98ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν τὸ θεωρῶ ἄξιον ἀπαντήσεως.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπήντησεν ὁ ὑπουργός. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν μου εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε.

§102ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τροπολογῶ τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον, προσθήκην κάμνω.

§103ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ δὲ τὸ ὑπερβάλλον τῶν 100,000 δραχμῶν, προστίθεται χαρτόσημον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνωτέρω διατιμήσεως».

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἐπισφράγισις τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι πρέπει νὰ φορολογῶνται καὶ τὰ ἐπέκεινα τῶν 100,000. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην αὐτὴν (θόρυβος). Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον θέλει νὰ σταθῇ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν 100,000 δραχμῶν, ὁ κ. Κεχαγιᾶς θέλει καὶ παραπάνω. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, ἡ προσθήκη. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§105ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 2. Τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων τῶν διαλαμβανομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 29, ἀριθ. 8, 9 καὶ 10 περὶ χαρτοσήμου Νόμου τοῦ 1836 θέλουν εἶσθαι εἰς τὸ ἑξῆς ταῦτα.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀπὸ δραχ. ἕωςδραχ.λεπ.
500 25
501 1000 — 50
1001 2000 1
2001 3000 1 50
3001 4000 2
4001 5000 2 50
5001 6000 3
6001 7000 3 50
7001 8000 4
8001 9000 4 50
9001 10000 5
10001 15000 7 50
15001 20000 10
20001 25000 12 50
25001 30000 15
30001 40000 20
40001 50000 25
50001 60000 30
60001 70000 35
70001 80000 40
80001100000 50

Αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰς 100000 δραχ. ποσότητες δὲν ὑπόκεινται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 50 δραχμῶν.

§106ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§108ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 3. Τὰ κατάστιχα τὰ ἀναφερόμενα ἐν ταῖς §. §. 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 22 καὶ ἐν τῇ §3 τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ἀπὸ 14|26 Αὐγούστου 1836 νόμου περὶ χαρτοσήμου ὑπόκεινται εἰς τέλος λεπτῶν 5 κατὰ πᾶν ἀκέραιον φύλλον ἐκ τεσσάρων σελίδων, ἐὰν ἕκαστον φύλλον δὲν ὑπερβαίνῃ τὸ διπλάσιον τοῦ μεγέθους τοῦ χαρτοσήμου. Ὑπερβαίνοντα δὲ τὰ φύλλα τὸ μέγεθος τοῦτο, ὑπόκεινται εἰς τέλος λεπτῶν 10 ἕκαστον. Τὸ τέλος πληρόνεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μετὰ τὴν ἀρίθμησιν καὶ μονογράφησιν ὅλου τοῦ καταστίχου, γενομένην ἐν μὲν τῇ ἕδρᾳ πρωτοδικείου παρὰ τοῦ προέδρου αὐτοῦ, ἀλλαχοῦ δὲ, παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου. Τὰ εἰρημένα κατάστιχα οὐδεμίαν ἕξουσιν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν, οὐδὲ δύναται νὰ γίνῃ οἱαδήποτε χρῆσις αὐτῶν ἐπὶ δικαστηρίου, ἐὰν, οἱ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεούμενοι εἰς τὴν κράτησιν αὐτῶν πρὸ πάσης ἐν αὐτοῖς ἐγγραφῆς δὲν τὰ προσαγάγωσιν εἰς τὸ ἁρμόδιον ταμεῖον, καὶ δὲν καταβάλωσι τὸ νόμιμον τέλος ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου προέδρου τῶν πρωτοδικῶν ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου ἀριθμήσεως καὶ μονογραφήσεως τῶν σελίδων.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα κ. Πρόεδρε, θ’ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου. Σᾶς εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἂν τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ διάταξις ἔμεινεν εἰς ἀχρηστίαν, δὲν ἔμεινε διὰ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ἔμεινε καὶ θὰ μένῃ (ἐπιθυμῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδωμεν μετὰ ταῦτα, ἂν ἐγὼ ἢ οἱ κκ. ὑπουργοὶ ἔχουν δίκαιον) διὰ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἀπαντοῦν οἱ ἔμποροι εἰς τὸ νὰ προσθέσουν τὸ χαρτόσημον εἰς τὰ κατάστιχά των καὶ μονογραφηθοῦν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον. Τί εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός; εἶναι γελοῖον, λέγει, τὸ νὰ παρουσιάζωνται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μέρος τῶν καταστίχων ἐπὶ χαρτοσήμου καὶ νὰ ὑποστηρίζουν τὰς ἀπαιτήσεις των ἀπέναντι τῶν ἀντιδίκων. Νομίζω δὲν ἀνέγνωσε τὸν ἐμπορικὸν νόμον, διότι ἄλλως ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἐκεῖνα τὰ κατάστιχα ἠμποροῦν ν’ ἀποτελέσουν πλήρη ἀπόδειξιν, τὰ ὁποῖα εἶναι μονογραφημένα.

§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος.

§112ΤΙΝΕΣ. Τὸ λέγει.

§113Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἰδὲ τὸν νόμον ἀπὸ τὸ 5–12 ἄρθρον.

§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος, ἀφ’ οὗ λέγει ἀπὸ τὸ 8–11 ἄρθρον, ποῖα βιβλία πρέπει νὰ μονογραφῶνται καὶ πῶς νὰ μονογραφῶνται, τί λέγει εἰς τὸ 12 ἄρθρον; «Τὰ τακτικῶς συντεταγμένα ἐμπορικὰ βιβλία δύναται νὰ παραδεχθῇ ὁ δικαστὴς ὡς ἀπόδειξιν εἰς τὰς μεταξὺ ἐμπόρων περὶ ἐμπορικῶν ὑποθέσεων διαφορὰς». Δύναται ὁ δικαστὴς, λέγει, νὰ παραδεχθῇ ὡς ἀπόδειξιν μεταξὺ ἐμπόρων.

§115ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀφοῦ φέρουν τὸν τύπον τοῦ χαρτοσήμου.

§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ συγχύζητε τὴν διάταξιν τοῦ χαρτοσήμου, καθ’ ἣν δὲν δύνανται οἱ ἔμποροι νὰ παρουσιάσουν τὰ βιβλία νὰ μονογραφηθῶσι, διότι ὁ πρόεδρος τοὺς λέγει, βάλτε τὸ χαρτόσημον καὶ τότε· ἂν δὲν ἦναι μονογραφημένα καὶ παρουσιασθῶσιν, ἔστω καὶ ἐπὶ χαρτοσήμου, δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀπόδειξιν· διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου νὰ ὑποβάλλῃ τὸν ἔμπορον νὰ μονογραφῇ τὸ ἡμερολόγιόν του; διὰ νὰ μὴ δύναται ὑπὸ κακῆς πίστεως νὰ τὰ μεταβάλλῃ ὅπως θέλει. Ὅταν ἦναι μονογραφημένα, δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ οὔτε ν’ ἀφαιρέσῃ φύλλον. Δὲν ἠξεύρετε τί γίνεται διὰ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους; διὰ τί ὑπογράφει ὁ ἔπαρχος τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας; διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ προστεθῶσιν ἢ ἀφαιρεθῶσι κατόπιν φύλλα. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπογράφηται τὸ ἡμερολόγιον, ὄχι διὰ τὸ χαρτόσημον. Ἦλθεν ὁ νόμος καὶ εἶπεν ὅτι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα βιβλία πρέπει νὰ χαρτοσημαίνωνται· ἠκύρωσε τὴν διάταξιν αὐτήν; τότε ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ὅταν δύναται νὰ πεισθῇ τὸ δικαστήριον ὅτι πρὸ 10 ἐτῶν εἶχεν ἐγγράψει αὐτὸ εἰς τὰ βιβλία του, διότι σήμερον ὠφελοῦνται οἱ κακῆς πίστεως καὶ ἀδικοῦνται οἱ ἁπλοῖ, οἱ ἀθῶοι. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι οὐσιωδεστάτη καὶ θὰ μείνῃ πάλιν εἰς ἀχρηστίαν, ἂν ἐπιβάλητε τὸν ὅρον νὰ ἐπιβληθῇ τὸ χαρτόσημον.

§117ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Κεχαγιᾶ.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀφοῦ, κ. Πρόεδρε, τὸ ἐπιτρέπει ὁ ῥήτωρ; Διὰ νὰ διευκρινήσωμεν τὸ ἀντικείμενον, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἐλάττωμα· πρὸ πάντων δὲ παρατηρῶ ὅτι, ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν τέλους καὶ διὰ ν’ ἀποδείξουν τὰ κατάστιχά των, πρέπει νὰ προσθέσωσι τὸ τέλος. Ὁ πρῶτος ὅρος εἶναι νὰ μονογραφηθῶσιν, ἀλλὰ θὰ τὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν ταμίαν διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος. Δὲν ἐννόησα, ποῦ εὑρίσκεται αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα.

§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἴσως δὲν ἐπροσέξατε, διότι ὡμιλεῖτε.

§121ΣΑΡΑΒΑΣ. Πολὺ πιθανόν.

§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν τὰ βιβλία δὲν ἦναι χαρτοσημασμένα, δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀπόδειξιν, καὶ ἔχει ῥήτραν ὅτι, δὲν δύναται νὰ τὰ μεταχειρισθῇ ὁ ἐνάγων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἂν δὲν ἔχουν χαρτόσημον· καὶ ἐγὼ τὸν εἶπον ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰ μεταχειρισθῇ καὶ ἂν δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὸν πρόεδρον. Λοιπὸν ὁ πρόεδρος δὲν μονογραφεῖ τὰ βιβλία, ἂν δὲν ἴδῃ τὸ χαρτόσημον. Λοιπὸν τί τὸν λέγω; Ὅτι ἂν μέχρι τοῦδε ἔμεινεν εἰς ἀχρηστίαν αὐτὴ ἡ διάταξις, ἔμεινεν ὄχι διὰ τὸ βάρος τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ διὰ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ ἔμπορος νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ ταμεῖον νὰ προσθέτῃ τὸ χαρτόσημον καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πρόεδρον· ἐνῷ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐπιβολὴ τοῦ χαρτοσήμου ἦτο εὐκολώτατον νὰ ὑπάγῃ νὰ τὰ μονογραφήσῃ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἐμπορικὸς νόμος γίνεται δωρεάν. Λοιπὸν, ἐπιβάλλοντες αὐτὴν τὴν ποινὴν, νομίζετε ὅτι θὰ ἐπιτύχητε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε; Ὄχι· διότι αἱ ἀνησυχίαι ἐμποδίζουν τὸν πολίτην καὶ ὄχι ἡ πληρωμὴ τοῦ χαρτοσήμου. Σᾶς ἐπρόσθεσα ὅτι τὰ βιβλία αὐτὰ χρησιμεύουν διὰ τὰς ἐμπορικὰς ληψοδοσίας καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ καλῆς πίστεως δὲν δύνανται νὰ ἀδικήσουν ἕνα ἄλλον. Οἱ μεγάλοι τραπεζῖται δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἀποδείξουν τοὺς ἰσχυρισμούς των διὰ τῶν βιβλίων, διότι ἔχουν συμβόλαια, συναλλάγματα. Λοιπὸν ποῦ θὰ μείνῃ ἡ δυσκολία; εἰς τὴν τάξιν τῶν μικρῶν ἐμπόρων· ἐκεῖνοι ἐπικαλοῦνται τὰ βιβλία των διὰ νὰ ἀποδείξουν τοὺς ἰσχυρισμούς των.

§123ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μεταξὺ ἐμπόρων.

§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔστω· ἐσώσατε τὴν πολιτείαν μ’ αὐτό; Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἐπιβολὴν τοῦ χαρτοσήμου διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὴν ζωήν. Λοιπὸν προτείνω τὴν ἀκύρωσιν τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν βιβλίων αὐτῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν εἰς Γαλλίαν, διότι ἐκεῖ ὑπεβάλλοντο εἰς χαρτόσημα τὰ βιβλία καθὼς καὶ τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα. Λοιπὸν εἶπον, τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ χαρτόσημον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου.

§125Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸν νόμον ὅπου ἐκάματε, πῶς δὲν ἦτο αὐτό;

§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Κρεστενίτη, ὅταν ἦσο πρόεδρος καὶ ἐγὼ ὑπουργὸς, παρεδέχεσθε ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ ἦσθε σύμφωνος, ἀλλὰ κατόπιν, ἐπειδὴ δὲν ἐξετελέσθη μία λίστα σας.....

§127Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰξεύρετε ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπεράσπιζα τὰ ἄδικα· δὲν ἔφυγα ἐγὼ, διότι δὲν ἤμην ὑπουργός· ἀλλ’ αὐτὰ θὰ τὰ εὕρωμεν μεθαύριον (θόρυβος).

§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδοὺ πῶς διατυπόνω τὴν τροπολογίαν μου.

§129Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι νέον· ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ διατάγματος τῆς Γαλλίας περὶ τῶν ἐμπόρων ἐσυζητήθη εἰς μίαν μεγάλην κοινωνίαν, ἀλλ’ ὅλα τὰ ἐφετεῖα εἶπον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρέξωμεν ἐγγυήσεις εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι τὸ ἐμπόριον δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν ἰδιώτην, ἀλλὰ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον. Ἡ τάξις λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία· τὴν κατήργησαν, λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἰς τὴν Γαλλίαν· δὲν εἶναι ἀληθές.

§130ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὔριον σᾶς φέρω τὸν νόμον.

§131Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠξεύρω τοῦτο ὅτι ἐπιμένουν τὰ δικαστήρια νὰ μὴ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν κατάστιχα μὴ μονογραφημένα καὶ μὲ τὸ ἀνάλογον χαρτόσημον· καὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις μένει ἰσχυρὰ μεταξὺ ἐμπόρων. Ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ ῥητὴ μνεία, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν. Πρέπει νὰ εἴπῃ ῥητῶς κατὰ τὰς διατάξεις τῆς πολ. Δικονομίας καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου.

§132ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Περιττὸν. (θόρυβος).

§133Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν εἶναι ἀναγκαία αὐτὴ ἡ διάταξις, διότι ἀσφαλίζει τὰ δικαιώματα ὅλων τῶν ἐμπόρων καὶ προλαμβάνει τὰς ἀπάτας. Δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις διὰ τοὺς μικρεμπόρους, διότι ποῦ θὰ φθάσωμεν τότε; ἑπομένως φρονῶ ὅτι αἱ διακρίσεις, τὰς ὁποίας ὑποκινεῖ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἶναι ὅλως μάταιαι, καθὼς καὶ αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἀπέναντι τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἔμπορος, ἡ δυσκολία εἶναι μικρά. Κάμνω τὸν δικηγόρον τόσα ἔτη καὶ ἠξεύρω πόσον ἀναγκαία εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις.

§134ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, λέγω, ἴσια ἴσια διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐμπόρων καὶ τῆς κοινωνίας φροντίζομεν καὶ δι’ αὐτὸ λέγομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου εἰς τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, διότι γνωρίζομεν ὅτι οὐδέποτε ἡ διάταξις αὕτη ἐφηρμόσθη. Ποία ἡ δυσκολία εἰς τὸν ἔμπορον μέχρι τοῦδε νὰ κρατῇ βιβλία μονογραφημένα; ἡ δυσκολία ἦτο τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπεβάλλετο. Δὲν δύναται βέβαια ὁ ἔμπορος ἔχων μικρὸν κεφάλαιον νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ πληρόνῃ ἀρκετὸν ποσὸν εἰς τὸ Ταμεῖον. Δὲν ἦτο, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, δὲν ἦτο ἡ δυσκολία τῆς μονογραφῆς, διότι, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι αἱ ἐπιτετραμμέναι ἀρχαὶ τὴν μονογράφησιν ἠδύναντο νὰ φέρουν δυσκολίας, αἱ δυσκολίαι αὗται δὲν δύνανται νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν. Οἱ ἔμποροι ἀπέφευγον καὶ ἀποφεύγουσι τὴν μονογράφησιν, διότι τοὺς ἐπιβάλλεται ἓν τέλος, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν. Τοῦτο τὸ ἀνεγνώρισε συζήτησις τριακονταετοῦς ἡλικίας, ἐρχόμεθα τώρα νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν· ἀλλ’ ἂν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ᾖναι ἀληθὴς, πρέπει τὴν δυσκολίαν αὐτὴν νὰ τὴν ἄρωμεν ἐκ μέσου. Ὥστε ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πετσάλης ὅτι θέλομεν νὰ καταργήσωμεν τὴν μονογράφησιν δὲν εἶναι ἀληθῆ, καὶ φαίνεται ὅτι δὲν μᾶς ἐννόησεν. Ἡμεῖς λέγομεν νὰ λείψῃ τὸ τέλος. Ἐρχόμεθα δὲ καὶ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἡ ὁποία εἶναι δρακόντειος. Κύριοι, πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τοιαύτην διάταξιν, ὅταν δὲν δίδωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὸν νόμον; Μοῦ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις ἐξ ἀρχῆς δεικνύει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ· πρέπει τοὐλάχιστον νὰ δοθῇ ἑνὸς ἔτους προθεσμία ἢ ἑξάμηνος, διὰ νὰ ἔχουν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ μονογραφοῦν τὰ βιβλία. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον νὰ προστεθῇ προθεσμία.

§135ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, κύριοι, ὁσάκις μία διάταξις τίθεται εἰς ἀχρηστίαν, τοῦτο δεικνύει ὅτι δὲν τὴν δέχεται ὁ λαὸς, ὅτι δὲν τὴν δέχονται τὰ ἤθη τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ περίσκεψιν πρέπει νὰ τὴν εἰσαγάγωμεν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὑπάρξῃ περίσκεψις, μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπιβάλλομεν δρακοντείους ποινάς, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιφέρουν κακὸν ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δύναται νὰ φορολογηθῇ αὐτὴ ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων, ἀλλὰ πρέπει νὰ φορολογηθῇ καταλλήλως καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν φορολογίαν. Διότι ὅλαι αἱ ἐμπορικαὶ συναλλαγαὶ ὑπόκεινται εἰς φόρον, εἶναι ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ προσθέτου φόρου; ὄχι, νομίζω ἐγὼ, ἀφοῦ ἐπιβαρύνει μάλιστα τοὺς μικρεμπόρους· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κύριον θέμα. Μέχρι τοῦδε αἱ διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ ποινικοῦ κώδικος, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν τὴν μονογράφησιν καὶ τὸ τέλος, ἀποβλέπουν εἰς τὸ νὰ θέσουν μίαν μικρὰν ποινήν· λέγουν, ἂν δὲν συμμορφωθῇς μὲ τὰς διατάξεις αὐτὰς, ἤξευρε καλὰ ὅτι τὰ βιβλία σου δὲν ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν κατὰ τοῦ ἄλλου ἐμπόρου, ἐν ἄλλαις λέξεσι, δὲν ὠφελεῖσαι τῆς ἀποδείξεως πρὸς ἀπαίτησιν τῶν δικαιωμάτων σου. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι φύσεως ποινικῆς καὶ ποινικωτάτης, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα. Ὁσάκις ἕνας ἔμπορος χρεωκοπήσῃ, τὰ βιβλία του προσάγονται ἐνώπιον τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν δικαστηρίων καὶ αὐτὰ μάλιστα ποινικῶς ἀποτελοῦσι μίαν δικαιολόγησιν, ἂν κατεχράσθη ἢ ἕνεκα ἀπερισκεψίας ἢ ἀθώας προαιρέσεως τῶν πραγμάτων ἐχρεωκόπησεν. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι, δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, θεωρεῖται ὡς δόλιος χρεωκόπος, ἂν δὲν ἐτήρησε βιβλία· ἐδῶ τὸν θέτετε εἰς τὴν ἀνάγκην, ὄχι νὰ μὴ ἀποδείξῃ πολιτικῶς τὴν ἀξίωσίν του, ἀλλὰ νὰ καταδικασθῇ ὡς δόλιος χρεωκόπος. Τοῦτο εἶναι δίκαιον; ὄχι βέβαια. Τί λέγετε ἐδῶ; «τὰ εἰρημένα κατάστιχα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν οὐδὲ δύναται νὰ γίνῃ οἱαδήποτε χρῆσις αὐτῶν ἐπὶ δικαστηρίου». Οἱαδήποτε χρῆσις. Ἂν τοῦτο ἀπαγγείλητε, ποία ἡ συνέπεια; ἕκαστος ἔμπορος δύναται νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ δολίᾳ χρεωκοπίᾳ, ἂν δὲν ἐτήρησε βιβλία. Προσέξατε ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως, καὶ παρακαλῶ, ἕνεκα αὐτῶν τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν δισταγμῶν, ἐγὼ νομίζω πῶς ἤθελεν εἶσθαι καταλληλότερον νὰ ἐξετασθῇ καλλίτερα αὐτὴ ἡ διάταξις διὰ τὰ ἀποτελέσματά της. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ μίαν ἄλλην ἡμέραν ὅπως ἐξελεγχθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ εὕρωμεν μίαν τοιαύτην, ἥτις ν’ ἀνταποκρίνεται καὶ μὲ τὰς διαθέσεις τοῦ ὑπουργοῦ ἄνευ κακῶν ἀποτελεσμάτων.

§136ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§137ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Κύριοι, ἂν καὶ πάσχω ὀλίγον, ἐπειδὴ ἤκουσα πολλὰ παράδοξα λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἠμπόρεσα νὰ κρατηθῶ καὶ νὰ μὴ ἔλθω ἀπ’ ἐδῶ ν’ ἀντικρούσω ἔνια αὐτῶν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ὁμιλῶν περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων γενομένης τελευταίως εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀπέδωκε τὴν κατάργησιν ταύτην εἰς λόγον ὅλως ψευδῆ.

§138ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ κατάργησις ὅμως ἔγινε καὶ διορθώσατε τὸν ἀδελφόν σας.

§139ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπέθεσεν ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις, περὶ ὧν διαλαμβάνουν τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, ὑποκύπτουν εἰς ἀπόδειξιν, ἂν ἐπλήρωσε τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Αἱ περισσότεραι τῶν πράξεων καὶ αἱ μεγαλεῖτεραι μεταξὺ μεγάλων ἐμπορικῶν οἴκων δὲν στηρίζονται ἐπ’ οὐδενὸς συναλλάγματος ἢ χαρτοσήμου. Ἐμπορικοὶ οἶκοι εὑρισκόμενοι εἰς ἀλληλογραφίαν, ἀποστέλλουν καὶ παραλαμβάνουσιν ἐμπορεύματα, συναλλάττονται ἐπὶ ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπληρώθη οὐδὲν τέλος χαρτοσήμου. Ἡ ἀπόδειξις τῆς δοσοληψίας ταύτης ἀποδεικνύεται ἐκ δύο εἴδους ἐγγράφων, ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας καὶ τῶν ἀνοικτῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλει ἡ μία οἰκία πρὸς τὴν ἄλλην. Λοιπὸν παρατηρεῖτε ὅτι ὁ λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξε τὴν κατήργησιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου εἰς Γαλλίαν, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκε. Δὲν πρόκειται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ζητήσωμεν διατί εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ὑπάρχουν ὑπερβολικοὶ φόροι καθὼς καὶ οἱ φόροι τοῦ χαρτοσήμου, διατί ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐκείνη ἐνόμισε λυσιτελὲς νὰ τὸν καταργήσῃ· ἐκεῖ ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι, ἄλλαι περιστάσεις, αἵτινες νὰ ὑπηγόρευσαν αὐτὸ τὸ μέτρον. Σήμερον πρόκειται νὰ ζητήσωμεν σχετικῶς μὲ τὰς περιστάσεις μας καὶ τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξ ἑνὸς ἐσύγχυσε τὰς δυσχερείας καὶ διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπῄτει ὁ νόμος, εἰς τὴν διατήρησιν τῶν βιβλίων τῶν ἐμπορικῶν καὶ εἰς τὸ χαρτόσημον, ἐπὶ τέλους ἐκαθάρισε τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὅτι αἱ δυσχέρειαι ἅπασαι συγκεντροῦνται εἰς μόνην τὴν πληρωμὴν πέντε λεπτῶν φύλλων.

§140ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διόλου· δὲν τὸ εἶπον αὐτό.

§141ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Πετράκης τὸ εἶπεν.

§142Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) Εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, καὶ ἂν τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα ἠμποροῦν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μεταγλωττισθῶσι θ’ ἀναφέρωσιν αὐτὰς τὰς λέξεις, ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ εὑρισκόμενος μακρὰν τοῦ ταμείου καὶ τοῦ προέδρου εἰς ἓν χωρίον δυσκολεύεται νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν μονογραφὴν τοῦ βιβλίου του, διότι ὁ πρόεδρος θὰ τοῦ εἴπῃ, δὲν μονογραφῶ τὸ βιβλίον σου ἂν δὲν τὸ φέρῃς εἰς τὸ ταμεῖον νὰ τὸ χαρτοσημάνῃς. Ὥστε ἴσως θεωρεῖτε ὅλην τὴν δυσκολίαν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, καὶ ὄχι εἰς ἄλλας διατυπώσεις. Μ’ ὅλον τοῦτο ἠξεύρετε ἡ δυσχέρεια ποῦ ὑπάρχει; οὔτε ἡ μία δυσχέρεια εἶναι μεγάλη, οὔτε ἡ ἄλλη, διότι, ἀφοῦ εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ ἕνα αἰῶνα, καθὼς καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, ἐξακολουθοῦν νὰ διατηρῶσι αὐτὰς τὰς διατυπώσεις τῆς πληρωμῆς καὶ μονογραφῆς τοῦ χαρτοσήμου, νομίζετε, ὅτι εἶναι τοῦτο δύσκολον εἰς τὴν Ἑλλάδα; καὶ ποῦ στηρίζεται αὐτὴ ἡ ἱστορία, ἢ τὴν μὴ ἀνάπτυξιν τῶν ἀνθρώπων; εἰς τὶ συνίσταται; ἠξεύρετε τίνες εἶναι αἱ δυσκολίαι; τὰς ἀποκαλύπτω· εἶναι, διότι εἴμεθα παραπολὺ ἀνεπτυγμένοι, καὶ διότι θέλομεν νὰ ἤμεθα κύριοι τῶν πράξεών μας, νὰ τὰς παρουσιάζωμεν ὁποῖαι μᾶς συμφέρουν. Εἰς τοῦτο χρεωστεῖται ἡ κακὴ πίστις, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τοῦτο χρεωστοῦνται αἱ δόλιαι χρεωκοπίαι. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τεθῇ ἓν τέρμα· αἱ διατυπώσεις ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ μία ποινικὴ ῥήτρα. Δὲν ἠξεύρω πῶς τὰ δικαστήρια κακῶς ἑρμηνεύοντα τὸν νόμον, ἐδέχοντο μέχρι σήμερον φύλλα χάρτου συντεταγμένα ἀφ’ ἑσπέρας καὶ περιβεβλημένα τὴν ἐπιοῦσαν διὰ χαρτοσήμου, τὰ ἐδέχοντο ὡς μέσα ἀποδείξεως, ὡς ἐξηγμένα ἐκ βιβλίου, τὸ ὁποῖον νὰ ἦτο μονογραφημένον. Ἦτο ἀναγκαία λοιπὸν αὐτὴ ἡ διάταξις, ἥτις ὠνομάσθη δρακοντία, ἀναγκαιοτάτη διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κακὴν πίστιν, ἥτις εἶναι ἡ ἀφορμὴ νὰ διατηρῶνται τὰ βιβλία ἄνευ τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διεῖδεν ἔτι περισσότερον αὐτὰς τὰς δυσκολίας, διευκολύνει ἔτι τὴν ὑποτιθεμένην δυσχέρειαν, τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν νὰ μεταχειρισθοῦν, ὡς προεῖπον, οἱ ἔμποροι οἱ κακῆς πίστεως. Λοιπὸν, ὡς βλέπετε, ὁ νόμος αὐτὸς στηρίζεται καὶ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου· τιμωρία δὲν εἶναι, διότι τὸ ἐπιβαλλόμενον τέλος τῶν πέντε λεπτῶν εἶναι μηδαμινὸν καὶ δὲν ἤξιζε νὰ γίνῃ συζήτησις τόσον ἐκτεταμένη καὶ παρὰ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ μάλιστα, ὅστις ηὔξησε τοὺς φόρους τῆς Ἑλλάδος κατὰ 8,000,000.

§143ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐν τούτοις δι’ αὐτῶν διατηρεῖσθε καὶ ὑπάρχετε· διατί δὲν προτείνετε τὴν κατάργησιν;

§144ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ δὲν σᾶς ἔφθασαν, ἀλλὰ μετεχειρίσθητε καὶ 15 ἄλλα ἑκατομμύρια ἀκόμη ἐκ δανείων.

§145Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νόστιμον πρᾶγμα, ἀφοῦ ἐθέσατε 40,000 000 εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ἔθνους; λέγετε, ἀπὸ αὐτὰ διατηρεῖσθε.

§146ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καταργήσατέ τους λοιπόν.

§147ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὄχι μόνον δὲν τοὺς κατηργήσατε, ἀλλ’ εὑρέθητε καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμετε δάνεια.

§148Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τοὺς καταργήσωμεν, ἀλλ’ ὅταν σεῖς ἐῤῥίψατε εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ἔθνους 40,000,000 καὶ ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν κατ’ ἔτος 8,000,000 εἰς χρυσίον διὰ τόκους τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐβάλατε, τὶ νὰ κάμωμεν; Λοιπὸν πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ὡς δόλιος χρεωκόπος ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος, ὅστις φειδόμενος 5 λεπτῶν κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ δὲν περιβάλλει τὰ βιβλία του, ὅπως ὁ νόμος οὗτος ὁρίζει· καὶ εἶναι πράγματι δόλιος. Λοιπὸν ὁ νόμος εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν ἠθικὴν καὶ μὲ τὸ δίκαιον.

§149ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠπόρησα, κύριοι, ἐγὼ, μὲ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν καυχώμενον ἐπὶ βουλευτικῇ ἱκανότητι ν’ ἀποδώσῃ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων εἰς ἓν πρόσωπον ἐξ ἡμῶν, λησμονῶν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ μίαν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀξίωσιν, ὅτι γνωρίζει τὰ κοινοβουλευτικά.

§150ΤΙΝΕΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!

§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἴπῃ κατὰ πρόσωπον, ὅτι σὺ, κύριε Κεχαγιᾶ, αὔξησες τοὺς φόρους.

§152Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε.

§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄρα ἡ Βουλὴ ἔπραξε τοῦτο. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐψήφισε τοὺς φόρους θέλω νὰ κρύψω τὴν εὐθύνην τὴν ἐδικήν μου; ὄχι· καὶ ἐγὼ βεβαίως ἀναδέχομαι αὐτὴν τὴν εὐθύνην καὶ καθὼς τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν ὅτι, ἂν ἔκαμε καλὴν πρᾶξιν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εἶναι ἡ αὔξησις τῶν φόρων· διότι ἄλλως τὸ φάσμα τῆς χρεωκοπίας μᾶς ἐπερίμενε.

§154ΤΙΝΕΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!

§155ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, γνωρίζων νὰ μὴ ἀναιρῇ τοὺς λόγους του, βλέπετε σιωπᾷ καὶ ἡ σιωπή του εἶναι παραδοχή. Ὅταν ἐπὶ τόσα συνεχῆ ἔτη, φαίνεται ὅτι μὲ ἐλλείμματα ἐκαλύπτοντο οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ ἠναγκάζοντο νὰ τείνωσι χεῖρας ἐπαίτου εἰς τὸν ἕνα τραπεζίτην καὶ τὸν ἄλλον ζητοῦντες δάνεια, διότι διὰ δανείων ὑπῆρχον ἐπὶ πολλὰ ἔτη αἱ κυβερνήσεις, ὅταν οἱ ἀπολογισμοὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ὅτι ἔκλειον μὲ ἐλλείμματα, τουτέστι τὰ ἔσοδα δὲν ἤρκουν νὰ καλύψουν τὰς δαπάνας, τὶ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν; νὰ δημοκοπῶμεν; νὰ λέγωμεν δὲν θέλομεν φόρους; ὄχι· ἐπροτιμήσαμεν τὴν θυσίαν τῆς δημοτικότητός μας, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰσοῤῥοπία· καὶ ἤθελεν ἐπέλθῃ, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δυστυχὴς ὑπόθεσις τῆς Κρήτης τὴν ὁποίαν εὕρομεν. Καὶ ὅταν τὴν εὕρομεν ἡμεῖς, ἔπρεπε νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας; ὅταν οἱ δυστυχεῖς ἀδελφοὶ Κρῆτες ἔτεινον τὰς χεῖρας, ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ εἰσοδήματά μας δὲν ἐπαρκοῦν, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς χορηγήσωμεν ἄρτον; αὐτὴν τὴν γλῶσσαν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶμεν, ἢ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ ἔθνος ὅτι, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Κρῆτες ἀδικοῦνται, καθ’ ὃ συναγωνισθέντες καὶ ὑποστάντες τὰς αὐτὰς θυσίας, ἑπομένως εἶναι ἄδικον νὰ πάσχωσι καὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πρέπει νὰ κατατάξῃ αὐτοὺς εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν; Βαρυθυμεῖς, κ. ὑπουργὲ, διὰ τὰ 40,000,000, ἀλλὰ πῶς ἤθελε διατηρηθῆ ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης; καὶ πῶς, νομίζεις εἶναι μέγα αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἔστω τῶν 40,000,000 ἀπέναντι τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Κρήτην, ἥτις δὲν ηὐτύχησε νὰ ἐλευθερωθῇ; μόνον οἱ μικροὶ δύνανται νὰ καταλογίζουν τὰ 30 καὶ 40 ἑκατομμύρια ἀπέναντι τοῦ προορισμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν ἐκάμαμεν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐνῷ μᾶς κατηγόρησαν, ὅτι δὲν διεχειρίσθημεν καλῶς, ἦλθε κατόπιν μία Κυβέρνησις καὶ ἀφοῦ εἶχεν εἰς τὰς χεῖράς της τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου, πρέπει νὰ ἀκούσητε, κύριοι βουλευταὶ, διότι δὲν εἶσθε ὅλοι ἐδῶ τότε, τὶ ἔκαμεν; ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπε, κύριοι βουλευταὶ, ἡ παραγγελία τοῦ ἀτμοπλοίου ἀφίνει ὑποψίας, ἐξετάσατε σεῖς οἱ βουλευταὶ ἂν ἔγινε κατάχρησις, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὰ ἔγγραφα εἰς τὰς χεῖράς της· ἔλεγον ὅτι σπαταλεῖται ὁ δημόσιος πλοῦτος, διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867· διατὶ δὲν πέρνετε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1867; τὶ ἀποδεικνύει; ἀποδεικνύει ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1867 εἶναι ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1868, ἀπὸ 24 ἕως 25 ἑκατομμύρια, εἶχον φθάσει εἰς 27 ἑκατομμύρια κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον μέχρι 31,000,000. Πόσαι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1869; κατώτεραι, κύριοι. Καὶ πῶς συνέβη τοῦτο; ἐνῷ οἱ φόροι, ἡ τροπολογία τοῦ δασμολογίου ἠξεύρετε ὅτι ἐφηρμόσθη τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1867 καὶ τὸ χαρτόσημον ἀπὸ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, καὶ ὅμως αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1867, τοῦ σπατάλου ἐκείνου ὑπουργείου εἶναι ἀνώτεραι τοῦ 1868, καὶ σᾶς περιμένομεν καὶ σᾶς νὰ σᾶς ἴδωμεν.

§156Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶσθε ἐπιτήδειος.

§157ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε εἰς τὸν συνυπουργόν σας. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἶναι παντάπασι δίκαιον ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ Κεχαγιᾶς ηὔξησε τοὺς φόρους, διότι τοὺς ηὔξησεν ἡ Βουλὴ καὶ τοὺς ἐπεκύρωσεν ὁ Βασιλεύς.

§158Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἠπορήσαμεν, διότι ὑμεῖς, οἵτινες εἶσθε ὑπὲρ τῶν φόρων, τώρα εἶσθε κατά.

§159ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλον μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐπολέμησε καὶ ἡ Κυβέρνησις· κατ’ αὐτὴν ἐπρότεινον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος χαρτοσήμου καὶ ἐπὶ τῶν συναλλαγμάτων ἄνω τῶν 100,000 δραχμῶν, καὶ τί εἴπετε; πάλιν ὁ Κεχαγιᾶς ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅσοι θέλουν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων νὰ ἐγερθῶσι, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἐγὼ ἐζήτουν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Τώρα τὶ μὲ λέγετε; εἶσθε εἰς ἀντίφασιν, διότι σεῖς πρότερον ἐζητήσατε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἑπομένως δὲν εἶσθε συνεπής. Ἀλλὰ δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐγὼ θέλω τὴν ἀνάλογον διανομὴν τῶν φόρων. Διατί, διότι ἐξετάζω ἂν ᾖναι δίκαιοι οἱ φόροι καὶ διανέμωνται ἀναλόγως· διότι πάλιν τὸ λέγω ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν βαρυθυμεῖ διὰ τὸ πολὺ τῶν φόρων, ἀλλὰ διὰ τὸ κακὸν τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν, καὶ διότι τὸ μέγα μέρος δὲν πηγάζει παρὰ ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Λοιπὸν πάντα ἄδικον φόρον βεβαίως θὰ τὸν πολεμῶ, τοῦτο ὅμως δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι εἶμαι κατὰ τῶν φόρων. Τί σᾶς εἶπον ἐπὶ τοῦ προκειμένου; ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ κατὰ τὸ ⅒ δὲν θὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. ὑπουργός, τοὐτέστι νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἐμπόρους, τοὺς βιομηχάνους νὰ παρουσιάσωσι τὰ κατάστιχα πρῶτον εἰς τὸν ταμίαν καὶ κατόπιν....

§160Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρῶτον εἰς τὸ δικαστήριον.

§161ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· εἰς τὸ ταμεῖον, διότι δὲν ἠμπορεῖ ὁ πρόεδρος νὰ μονογραφήσῃ κατάστιχα μὴ ὄντα εἰς χαρτόσημον.

§162Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ τὸ μονογραφήσῃ τὴν τρίτην ἡμέραν ὑπάγει εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐπιδιορθόνεται.

§163ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα ἀφορᾷ τοὺς κακῆς πίστεως, καὶ ἐγὼ, κύριοι, δι’ αὐτὸ ἐπιμένω, διότι θέλω νὰ προλάβω τὴν κακὴν πίστιν ἀπὸ τὸν ἔμπορον, ἀπὸ τὸν βιομήχανον, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸν ὑποχρεώσω νὰ ὑποβάλῃ τὰ κατάστιχά του εἰς χαρτόσημον, καὶ οὔτε οἱ ἄνθρωποι οἱ κακῆς πίστεως νὰ μὴν ἠμποροῦν νὰ μεταχειρισθῶσι τὰ κατάστιχά των εἰς τὰ δικαστήρια· ἐνῷ λοιπὸν μάλιστα θέλετε νὰ προλάβητε τὴν ἀδικίαν δίδετε περισσοτέραν ζωὴν εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Πετσάλης εἶπεν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἂν κατηργήθη, διότι φαίνεται ὅτι ἀμφιβάλλει ὅτι κατηργήθη, κατηργήθη δι’ ἄλλους λόγους, ἔπρεπεν ὅμως νὰ τοὺς εἴπῃ. Ἐγὼ ὅμως λέγω δὲν εἶναι ἄλλος λόγος παρὰ ἐκεῖνος μόνον, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσι τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἐμπορίου, δηλ. ὅπου εὑρίσκουν προσκόμματα νὰ τὰ ἄρουν· αὐτὸ ἐπεδίωκεν ἡ κατάργησις, καὶ ἠξεύρετε ὅτι σήμερον εἰς πολλὰς ἐπαρχίας, ὅπου εἶναι δυνατόν, καὶ τὰ τελωνειακὰ δικαιώματα νὰ λείψουν, ὄχι διότι πληρώνουν φόρον, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ἀπαντοῦν οἱ ἔμποροι. Ὁ λόγος λοιπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὅτι ἐγένετο διὰ νὰ ἄρουν τὰ προσκόμματα ἀπὸ τὸ ἐμπόριον. Λοιπὸν εἰς τὴν Γαλλίαν κατηργήθη ὁ φόρος οὗτος οὔτε διὰ τὸν ἕνα, οὔτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ κ. Πετσάλης προσέθεσεν, ὅτι αἱ μεγαλείτεραι δοσοληψίαι τῶν τραπεζιτῶν στηρίζονται εἰς τὴν δοσοληψίαν· ἐλησμόνησεν ὅτι ὁ νόμος ὁ ἐμπορικὸς καὶ ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, τὴν ἀλληλογραφίαν, τὰς ἐπιστολὰς, δὲν τὰς ὑποβάλλει εἰς χαρτόσημον, τὰς ἀφίνει ἐλευθέρας· ὁ ἐμπορικὸς νόμος δὲν ὑποβάλλει εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν τὰς ἐπιστολὰς, καὶ ἠξεύρετε ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὰς ἐπιστολὰς στηρίζεται ἡ μεγαλειτέρα δοσοληψία τῶν ἐμπόρων, καὶ ὅτι ἂν κατηργήθη ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου διὰ τὰ κατάστιχα, κατηργήθη ὄχι δι’ ἄλλον λόγον παρὰ διὰ νὰ καταστήσωσι τὸν ἔμπορον ἔτι δραστηριώτερον, καὶ ἐὰν εἰς τὴν Γαλλίαν ἔγινε τοῦτο, ἔγινε διὰ ν’ ἀφαιρέσωσι πᾶν πρόσκομμα ἀπὸ τὸ ἐμπόριον. Ἔτι δὲ περισσότερον πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο ἐνταῦθα, διότι λείπουσιν ὅλαι αἱ εὐκολίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ. Λοιπὸν ἀφοῦ ὁ ἔμπορος, ὁ βιομήχανος, αὐτὰς τὰς δυσκολίας ἔχων σήμερον δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ, πρέπει νὰ τοῦ παρεμβάλωμεν καὶ ἄλλα προσκόμματα; ὄχι λέγω, καὶ ἂν ἐπρόκειτο τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πάρῃ ἑκατομμύρια· καὶ πάλιν σᾶς λέγω, ἐὰν καθιερώσητε τοῦτο θὰ μείνῃ εἰς ἀργίαν καὶ θὰ τὸ ἴδετε· τὰ πράγματα θὰ τὸ ἀποδείξουν εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐφαρμογήν.

§164ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πολὺ περισσότερον θαυμάζω τὴν βίαν τοῦ κ. προέδρου θέλοντος διὰ πάσης θυσίας τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πολὺ δὲ περισσότερον θαυμάζω λέγω, τὴν βίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αὐτὸς ὁ ἴδιος ὤφειλε κατὰ τὸ καθῆκον, ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐμπορικωτάτην πόλιν τῆς Ἑλλάδος, ἀντιπροσωπεύων τὴν πόλιν ἐκείνην, παρὰ τῆς ὁποίας λαμβάνει τὰς προμηθείας σχεδὸν τὸ κράτος ὁλόκληρον. Ἐνόμιζον, καὶ περιέμενον ἀπὸ στιγμὴν εἰς στιγμὴν νὰ εἴπῃ καὶ αὐτὸς δύω λέξεις περὶ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ἐμπόρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων σήμερον ζητοῦν νὰ ἐπιβάλουν δρακοντίους νόμους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητοῦν νὰ ἐπιβάλουν τόσας καὶ τόσας δυσκολίας. Ἡ ἐλευθέρα κίνησις τοῦ ἐμπορίου, κύριοι, εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ ὕπαρξις ἑνὸς ἔθνους, εἶναι ὁ πλοῦτος ὁ ἀνεξάντλητος. Προσέξατε, κύριοι, σήμερον εἰς τοὺς νόμους ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ θέλετε ἰδεῖ καλῶς ὁποῖα μέσα δίδονται εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἰδιώτης ὠφελεῖται καὶ αὐτὸ τὸ ἔθνος ὠφελεῖται. Ἐπίστευον λοιπόν, κύριοι, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἡ ὁποία τοσοῦτον προθύμως προσέτρεξεν αὐτὸν καὶ συνέτρεξεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ τοσοῦτον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους τὸν ἐτίμησαν ὡς Πρόεδρον, ἐπίστευον, λέγω, ὅτι δὲν ἤθελε δυστάσει, καὶ δὲν ἤθελε νομίσει ὅτι ἡ ἕδρα τοῦ Προέδρου εἶναι μεγαλειτέρα τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει εἰς τοὺς συμπολίτας του, οἵτινες τὸν ἐξέλεξαν· ὤφειλε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος, νὰ προφέρῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας του καὶ δύω παρηγορητικοὺς λόγους καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους καθ’ ἑκάστην βάρη θέλουν νὰ προσθέτουν. Πρέπει νὰ ἔλθετε εἰς τὴν πραγματικότητα, κύριοι, καὶ τότε νὰ ἔχετε δίκαιον νὰ ὁμιλῆτε· πρέπει νὰ κατέλθητε εἰς αὐτὴν διὰ νὰ κατανοήσητε καλῶς, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ καλῶς ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, τὰ ἐκ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου προερχόμενα κακά. Καὶ ἐγὼ ἤμην τοιοῦτος, ἔπρεπε ὅμως νὰ ἔλθω κάτω εἰς τὸ ἐμπόριον, νὰ συναναστραφῶ ὅλας τὰς τάξεις καὶ οὕτω νὰ αἰσθανθῶ ὁποῖαι εἶναι ὅλαι αἱ ἐλλείψεις αἵτινες προέρχονται ἐκ τῶν ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου. Τί ζητοῦν σήμερον, κύριοι; ζητοῦν τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου, τὴν περιστολὴν αὐτοῦ. Καὶ νομίζουν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ περιστείλουν τὰς καταχρήσεις; Σᾶς ἀπέδειξεν ὁ ὑπουργὸς, καθὼς νομίζει, ὁ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ περισταλῶσιν αἱ καταχρήσεις· ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἀποδείξω διὰ παραδειγμάτων εἰς αὐτὸν, ὅτι θὰ αὐξήσωσιν ἡ δυσπιστία καὶ αἱ καταχρήσεις, διότι, κύριοι, ἐν γένει εἰς ὅλας τὰς πολιτικάς μας δίκας ὁ νόμος μᾶς δίδει ὅλα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, ὥστε νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν τὸ δικαστήριον περὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου. Θέλετε λοιπὸν, κύριοι, καί τοι ἐν γνώσει τοῦ δικαστοῦ, ὅτι ὁ ἀθῶος αὐτὸς μικρὸς ἐμπορευόμενος, ὁ μὴ δυνηθεὶς εἴτε ἐξ ἀγνοίας εἴτε ἐξ ἄλλων περιστατικῶν νὰ γράψῃ μίαν δοσοληψίαν εἰς ἓν φύλλον, τὸ ὁποῖον φύλλον πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ 5 λεπτὰ, θέλετε αὐτὸν τὸν μικρὸν ἔμπορον, τὸν βιομήχανον δι’ αὐτὸ τοῦτο νὰ τὸν καταστρέψετε; καὶ ἠξεύρετε τί θὰ κάμητε; θὰ δώσητε λαβὴν εἰς τοὺς κακῆς πίστεως ἀνθρώπους νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν. Καὶ ἔρχομαι εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι μυλωνᾶς, κατασκευαστὴς ἀλεύρων· ἔρχονται μικροὶ ἄνθρωποι καὶ ἀγοράζουν ἀπὸ δύω σάκκους ἀλεύρου καὶ κατόπιν τὰ ἄλευρα ταῦτα, ἀφοῦ τὰ μεταποιήσουν εἰς ἄρτους, τοὺς δίδουν εἴς τινας πάλιν ἄλλους, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὴν πώλησιν τοῦ ἄρτου, διότι οἱ ἴδιοι ἀπ’ εὐθείας δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸν πωλήσουν. Κάμνει λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τὴν ἡμέραν 200–300 ἄρτους, καὶ σημειώσατε ὅτι αὐτοὶ οἱ κατασκευάζοντες τοὺς ἄρτους εἶναι ὅλοι ἁπλοῖ, οὔτε γνωρίζουσιν ἂν ὑπάρχῃ κονδύλιον ἢ καλαμάριον· αὐτοὶ λοιπὸν δίδουν εἰς διαφόρους τὸν ἄρτον πρὸς πώλησιν· τί κάμνουν αὐτοί; ἔχουν ἓν παλιόχαρτον καὶ τοῦ τὸ δίδουν τὴν στιγμὴν, ὅταν πέρνῃ αὐτὸν τὸν ἄρτον· πωλεῖ τοὺς 50 καὶ πέρνει ἓν χαρτὶ, ὅπερ ὑπάγει εἰς ἄτομόν τι καὶ τὸ σημειώνει. Αὐτὸς εἶναι ὁ πωλῶν τὸν ἄρτον· ὁ δὲ πέρνων αὐτὸν ὅταν μάθῃ ὅτι ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος θὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀρτοποιὸν δὲν σοῦ χρεωστῶ τίποτε· φέρε τὰ νενομισμένα κατάστιχα· τότε ὁ ψωμᾶς ἔχασε τὰ χρήματά του· πηγαίνει τὴν ἐπιοῦσαν ὁ Μπούμπουλης, λέγει εἰς τὸν ψωμᾶν δός μου τὰ χρήματά μου· ποῦ νὰ τὰ εὕρῃ ἐκεῖνος; τοῦ τὰ ἔφαγεν ὁ δεῖνα καὶ ὁ ἄλλος. Ἀκολουθήσατε λοιπόν, κύριοι, τὸν πραγματικὸν βίον καὶ τότε θὰ ἴδητε πόσα κακὰ προέρχονται. Θὰ περισταλῇ τὸ ἐμπόριον καὶ θὰ προέλθουν ἄπειροι χρεωκοπίαι (θόρυβος). Ἐγὼ δὲν θὰ τελειώσω, ἂν δὲν σιωπήσουν τινές.

§165ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, φέρετε τὴν τάξιν.

§166ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοιουτοτρόπως, κ. πρόεδρε,......

§167ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προστατεύσητε τὸν ἀγορεύοντα.

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ κάμνω, κύριοι βουλευταί, κενώσατε τὸν διάδρομον, ἢ πηγαίνετε εἰς τὰ δωμάτια καὶ καθήσατε, διότι ἄλλως ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καταστρέφεται.

§169ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν οὕτως ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑπόθεσις, μετ’ ὀλίγον θέλουν συνεπιπέσει ὅλαι αἱ ζημίαι εἰς τοὺς ἀνωτέρας τάξεως κεφαλαιούχους, βιομηχάνους καὶ ἐμπόρους· ὅταν αὐτὸ ἐξακολουθήσῃ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ συνεπείᾳ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, θὰ ἐπέλθουν χρεωκοπίαι, δυσπιστίαι καὶ καταχρήσεις. Ἠξεύρετε ποῦ θὰ φθάσητε, κύριοι; θὰ φθάσητε εἰς ἓν σημεῖον, ὥστε δὲν θὰ ἠξεύρῃ τις πότε πρέπει νὰ προΐδῃ τὸ κακόν, ἐπειδὴ ἂν θελήσῃ τις νὰ κάμῃ οὕτως τὸ ἐμπόριον, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ τὸ ἐμπόριόν του νὰ διαρκέσῃ ὀλίγας ἡμέρας· οὕτω λοιπὸν ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι μία τάξις ἀνθρώπων θὰ πάθῃ ἐκ τῶν δολίων. Μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ περιστείλητε τὸ ἐμπόριον, διότι θᾶττον ἢ βράδιον μὲ τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα θέτετε, θὰ τὸ καταστρέψητε, διότι ἐὰν αὔριον ἐφαρμόσητε αὐτὸν τὸν νόμον, θὰ περιορίσητε τὸ ἐμπόριον εἰς ὀλίγας χεῖρας, καὶ ἐντεῦθεν θὰ παύσῃ καὶ ὁ συναγωνισμός, τότε δὲ θέλετε ἐννοήσει ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ αἰσχροκέρδεια καὶ τὰ παρακολουθήματα αὐτῆς. Διότι ἐὰν ἀγαπᾶτε εἰλικρινῶς ἐν τῇ καρδίᾳ σας, ἐὰν πράγματι ἦσθε οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς ἐλευθερίας, ὀφείλετε εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ δώσητε ἐλευθέραν κίνησιν, ὀφείλετε ν’ ἀποσύρητε ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται ὄχι νὰ ὠφελήσουν παρὰ νὰ καταστρέψουν, καὶ διαβεβαιῶ μὲ τὸν θετικώτερον τρόπον τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τούτου, ὅστις ἴσως ἀπὸ πεποίθησιν ἐσφαλμένην ὡμίλησεν ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦ λέγω ὅτι ὄχι μόνον τὸ ἐμπόριον θέλει καταστραφῇ, ἀλλὰ καὶ ἄλλα κακὰ θὰ προέλθουν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ παραδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι βλέπω ὅτι θὰ γίνῃ τοῦτο, καὶ εἶναι μάλιστα ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ κάμουν παραδεκτὸν καὶ τοῦτο ἐπειδὴ κατόπιν ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα ὅτε θέλετε ἰδεῖ τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ περιπέσητε. Εἶμαι λοιπὸν ἐναντίος τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου· θέλω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, διότι σᾶς λέγω ἐν πεποιθήσει ὅτι διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ νόμου θέλετε περιορίσει τὸ ἐμπόριον εἰς πολλὰ ὀλίγας χεῖρας, καὶ θὰ παύσουν πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ πορίζωνται ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῆς τὰ ἀναγκαῖα τῆς ζωῆς. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ σας θὰ καταργηθῇ, καὶ πολὺ περισσότερον ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συνειδήσει του θὰ λυπηθῇ, διότι δὲν εἶπε καὶ αὐτὸς ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τοῦ ἀτυχοῦς ἐμπορίου, ὡς ὤφειλε τοῦτο νὰ πράξῃ.

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, κ. Μπούμπουλη.

§171ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ζητῶ τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλίσεως.

§172Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν πέσῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχὺν τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι διπλάσιον (θόρυβος). Δὲν ἐννοῶ τί λέγουν, εἰμὴ τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ποιμένας ἂς τοὺς ἀφήσωμεν. Λοιπὸν ἐλευθέραν κίνησιν νὰ μὴ πληρόνῃ κανεὶς τίποτε.

§173ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐζήτησαν, κ. πρόεδρε, τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· τὴν παραδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ τὴν ζητοῦν.

§174Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διότι πραγματικῶς ἠθέλησε νὰ μᾶς διαφωτίσῃ· μᾶς διεφώτισε δὲ, διότι ἀνῄρεσε τὸν κ. Κ. Πετσάλην, διότι εἶπεν ὅτι κατηργήθη αὐτὸς ὁ νόμος ἐν Γαλλίᾳ, καὶ αὐτὸς διὰ νὰ μὴ καταργήσῃ τὸν νόμον αὐτὸν καταβιβάζει τὸ τέλος, διὰ νὰ μὴ καταργήσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὡς μὴ ἐφαρμοζομένην· ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπαριθμήσεως, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὁ λόγος τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ δι’ αὐτὸ λέγομεν ὅτι, διὰ νὰ γίνῃ πλήρης ἐφαρμογὴ πρέπει νὰ καταργηθῇ πᾶν τέλος, διότι καὶ δύω λεπτὰ ἂν βάλητε τὸ χαρτόσημον, τίποτε δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ πλειονοψηφία, θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, ἀλλ’ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι καθὼς εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐφηρμόσθη διὰ τὰ 50 λεπτὰ, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ οὐδὲ διὰ 5 εἰς τὸ ἐνεστώς. Εἶναι, κύριοι, ἴσως κακὸν νὰ ψηφίζωμεν νόμους χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑπάρχοντας, ἐὰν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν· ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, ὡς πᾶς νόμος ὁποιοσδήποτε ἐὰν δὲν ᾖναι δίκαιος. Ἐπιμένω λοιπὸν διὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ τρίτου ἄρθρου, καὶ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι ἀντ’ αὐτῆς νὰ καταργηθῇ πᾶς φόρος εἰς τὰ κατάστιχα τῶν ἐμπόρων, τοιουτρόπως θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ὠφελήσωμεν τοὺς ἐμπόρους καὶ νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς νόμους· διότι σᾶς λέγω ὅτι ὅλοι οἱ ἔμποροι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τρίτον· δυστυχῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς παραγράφου αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, λέγω ὅτι ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν μετὰ 20 ἡμέρας νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, νὰ θέσωμεν μίαν προθεσμίαν.

§175ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ἀναγινώσκει). «Ὁ παρὼν νόμος ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν......» Εἶναι ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νόμου.

§176ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω δὲν εἶναι περιττόν· διότι, πότε θὰ τὸν δημοσιεύσητε;

§177ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐντὸς 24 ὡρῶν.

§178ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ὅλοι οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ πρόεδροι τῶν πρωτοδικῶν θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μονογραφήσουν ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος· ἂς μὴ θέλωμεν λοιπὸν ἀδύνατα νὰ ζητῶμεν, διότι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἀφήσουν τὴν τακτικὴν ἐργασίαν διὰ τοῦτο. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι ἂν ψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, νὰ θέσωμεν τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους προθεσμίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἑκάστη παράγραφος.

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε σύμφωνος, κ. βουλευτὰ, μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ;

§180ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§181Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις εἰς τὰ πρακτικὰ, κ. πρόεδρε.

§182ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ 3 ἄρθρον). (Ἀναγινώσκει καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ).

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν συγχωνεύει καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.

§184ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει ἐκ νέου τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ.)

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε δὲν εἶναι λόγος περὶ τοῦ παρόντος νόμου, ἀλλὰ περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1866. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος βουλευτοῦ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη, κύριοι. Τὸ ἄρθρον τέταρτον ἀπηλείφθη κατ’ αἴτησίν μου, κύριοι.

§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατ’ αἴτησιν τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς λογιστικῆς.

§187Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον δὲν ἐψηφίσθη.

§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρ. τρίτον, ὅπως ἔχει...

§189ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν ἐγὼ, νὰ ᾖναι ἓν ἔτος ἡ προθεσμία.

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσυγχωνεύθητε μὲ τὴν τοῦ κ. Κεχαγιᾶν.

§191ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂς τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἡ τροπολογία αὕτη.

§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία εἶναι ἡ τροπολογία, δὲν εἴπατε.

§193ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἀπέβλεπε τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου, ἐγὼ ἔφερα καὶ ἄλλην καὶ πρὸς τὴν τρίτην παράγραφον, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ προθεσμία τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι σύντομος. Λοιπὸν λέγω, ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἡ προθεσμία ἑνὸς ἔτους, τοὐλάχιστον ἓξ μηνῶν.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προθεσμία λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον.

§195ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ εὕρωμεν ἄκρην. Ἡ συζήτησις ἔκλεισε, λοιπὸν δὲν ἔχει κανένας τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον, εἰμὴ ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.

§196ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Δαγρὲν, ὅτι ἂν συζητήσωμεν θὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐπὶ ματαίῳ. Λέγω, ὅτι τὸ τελευταῖον ἄρθρον ἀναφέρεται εἰς τὸ ὅλον τοῦ νόμου. Θέλω ἐξαίρεσιν μόνον ὡς πρὸς αὐτό.

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ προσθέσητε; Ἡ παροῦσα διάταξις δὲν ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πετράκη νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη.—Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 5 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει θέσιν 4.

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§199ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ μερικὰς παρατηρήσεις (θόρυβος)· διότι εἶναι ἄλλη διάταξις νέα ὅλως διόλου. Διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον γίνεται τώρα 4, προτίθεται. (θόρυβος).

§200ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν, κ. πρόεδρε. Ἂν δὲν θέλουν αὐτοὶ ν’ ἀκούσουν, ἂς φύγουν.

§201ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προτίθεται, λέγω, νὰ θεραπεύσῃ ἀδικίαν ἥτις ἕνεκα τοῦ τελευταίου νόμου περὶ χαρτοσήμου γίνεται εἰς τὴν τάξιν τῶν συμβολαιογράφων, ἀδικίαν, ἥτις ἀποῤῥέει μόνον ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, δὲν ὑπῆρχεν ὅμως εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου. Ἰδοὺ εἰς τί συνίσταται ἡ ἀδικία αὕτη, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ ὁ κ. ὑπουργός. Κατὰ τὸν παλαιὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον, οἱ συμβολαιογράφοι λαμβάνουσι τὸ ἥμισυ τοῦ καταναλισκομένου ἐνσήμου χάρτου· κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ἡ ἀνωτέρα κλάσις ἦτο 60 δραχμῶν καὶ ἑπομένως οὐδέποτε ἐλάμβανε πλέον τῶν 30. Ὅταν ἔγινεν ὁ νέος νόμος, περιέλαβε καὶ πολλὰς ἄλλας κλάσεις καὶ ἔφθασεν ἡ ἀνωτέρα κλάσις μέχρι τῶν 250. Οἱ συντάξαντες τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐθεώρησαν, ὅτι ἤθελε ζημιωθῆ τὸ δημόσιον, ἂν ἐδίδετο τὸ δικαίμα νὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ καὶ ὅταν ὑπερέβαινε τὴν ποσότητα τῶν 50 ἢ τῶν 60 δραχμῶν. Καὶ λοιπὸν περιέλαβε διάταξιν, καθ’ ἣν διὰ τὸ χαρτόσημον τὸ ὁποῖον κατηναλίσκετο διὰ ποσότητας ὑπὲρ τὰς 20 χιλιάδας, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο χαρτόσημον τῶν 50 ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ μόνον τὸ πεμπτημόριον καὶ οὐχὶ τὸ ἥμισυ. Ἀλλὰ τί συνέβη; οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ ὁποῖοι ἐξώδευαν 50, ἐδικαιοῦντο εἰς 25, ὁ συμβολαιογράφος ὅστις ἐδαπάνα χαρτόσημον 100 δραχμῶν ἐλάμβανε 20. Τοῦτο λοιπὸν ἦτο μία ἀδικία· ἐκτὸς τούτου ἀπέβαινε καὶ πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου· διότι ὁ συμβολαιογράφος ὅστις ἤθελε νὰ γράψῃ ἓν συμβόλαιον εἰς 100 δραχμῶν δὲν ἐδυσκολεύετο νὰ τὸ γράψῃ εἰς 50 διὰ νὰ λάβῃ 25. Λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ κ. ὑπουργοῦ προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, διότι, ναὶ μὲν διαλαμβάνει ἡ τροπολογία του ὅτι, ὅταν δαπανᾶται χαρτόσημον διὰ ποσότητας ἀνωτέρας τῶν 20 χιλιάδων θὰ λαμβάνῃ τὸ πέμπτον, ἀλλ’ ἐπιφέρει, ὅτι, ἂν τὸ πέμπτον τοῦτο ᾖναι μικρότερον τοῦ ἀνήκοντος αὐτῷ δικαιώματος ἐπὶ ποσότητος 20 χιλιάδων, λαμβάνει τὸ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 20 χιλιάδων ἀνῆκον δικαίωμα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ συμβολαιογράφος ὅστις ἐδαπάνησε χαρτόσημον 80 ἕως 100 θὰ λαμβάνῃ τὸ αὐτὸ καὶ ἂν κατηνάλωσε 25 δραχμῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐξηγηθῶμεν μὲ τοιοῦτον τρόπον· ἐδώκαμεν τὸ ἥμισυ, ὅταν φθάνῃ τὰς 50, ὅταν δὲ ὑπερβαίνῃ τὰς 50, νὰ τοὺς δίδωμεν καὶ τὸ ⅕ διὰ τὴν ἐπέκεινα ποσότητα τῶν 50 κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ τροπολογήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς, «ἐκ τοῦ καταναλισκομένου ἐνσήμου χάρτου διὰ ποσότητας ὑπερβαινούσας τὰς 20 χιλιάδας, οἱ συμβολαιογράφοι λαμβάνουν ἐκτὸς τῶν 25 καὶ τὸ πεμπτημόριον τῆς ἐπέκεινα τῶν 50 δραχμῶν ἀξίας τοῦ καταναλωθέντος χαρτοσήμου».

§202ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μάλιστα, τὸ δεχόμεθα.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν αὐτήν;

§204ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουσι διὰ τρίτην φορὰν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα, 6, ὅπερ λαμβάνει θέσιν 5, καὶ 7 ὅπερ λαμβάνει θέσιν 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ τρίτην φορὰν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων νομοσχέδιον, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ (θόρυβος δεξιά).

§206ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι· αὔριον!

§207ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι· νὰ ἐργασθῶμεν.

§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σταθῆτε, κύριοι, μὴ ἀποφασίζετε οἱ δέκα, οἱ δεκαπέντε· ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Παρακαλῶ, κύριοι, μὴ φύγετε.

§209ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι σοβαρά, εἶναι σπουδαία, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν κουρασμένοι.

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἤμεθα συνεπείς· ἐρχόμεθα εἰς τὴν μίαν, εἰς τὰς δύω, εἰργάσθημεν δύο μόνον ὥρας. Ἡ συνεδρίασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ σαλεύσῃ, ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ὁρίστε, κύριε Σωτηρόπουλε.

§211ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, μάλιστα.

§212ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἡμεῖς δὲν ἐναντιούμεθα· παρατηρῶ ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀρχίζομεν εἰς τὴν μίαν, αὐτὸ εἶναι σωστόν, ἀλλὰ συνήθως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὸν λόγον, ἔρχονται προτήτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ εὑρισκόμεθα ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἑνδεκάτην. Ὅσοι δὲν θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον ἠμποροῦν νὰ ἐργασθοῦν, ἀλλ’ ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν εἶναι κουρασμένοι. Εἴπατε σεῖς ὁ ἴδιος χθὲς, κύριε πρόεδρε, καὶ εἶναι σωστόν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι πάρα πολὺ σοβαρὸν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ ἐξακολουθοῦμεν, ἀλλ’ εἴμεθα πολὺ κουρασμένοι. Ἂν θέλετε αὔριον, ἀρχίζομεν ἀπὸ τὸ πρωΐ, καὶ ἐξακολουθοῦμεν ὅσον θέλετε, ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ μίαν συζήτησιν σπουδαίαν δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν.

§213ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, τοῦ κυρίου Λομβάρδου διέφυγε μία φράσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐννόησα· μοὶ φαίνεται, ὅτι κἄπως ἠθέλησε νὰ μεμφθῇ τὴν πλειονοψηφίαν, εἰπὼν ὅτι ἂν θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἤδη ἡ τακτικὴ, ἡ ὁποία ἠκολούθησε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασ. Λόγου, δὲν ἠξεύρω τί ἐννοεῖ μὲ τοῦτο· ἐγὼ γνωρίζω, διότι εἶμαι μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ἀνήκω εἰς τὴν συμπολίτευσιν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξεν εὐρυτάτη, οὐδὲν κώλυμα παρενέβαλεν οὐδὲ τὸ προεδρεῖον, οὐδὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· ἀλλὰ, κύριε πρόεδρε, ν’ ἀρχίζωμεν τὰς ἐργασίας μας ἀπὸ τὴν μίαν, ἀπὸ τὰς δύω καὶ νὰ τελειώνωμεν εἰς τὰς τέσσαρας, μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν μας δὲν εἴμεθα συνεπεῖς καὶ τὸ καθῆκόν μας δὲν ἐκπληροῦμεν ἀκριβῶς. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν γένει ἤρξατο χθὲς, καὶ τὴν κατέστησαν οἱ πρῶτοι λαλήσαντες ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως σπουδαίαν, ἔδωκαν ἀρκετὰς διαστάσεις εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀπὸ χθὲς λοιπὸν, ἢ προχθὲς, ὅστις ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ ἦτον ἕτοιμος. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὰ σπουδαῖα ἔργα μας, τὰ κύρια, νὰ τὰ τελειώσωμεν ταχέως χωρὶς νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου· ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἴμεθα ὀπαδοὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ποτὲ δὲν ἐννοήσαμεν τὴν κατάχρησιν τοῦ λόγου, καὶ κατάχρησις εἶναι ὅταν ἐξοδεύωμεν τὸν καιρὸν εἰς ἐπουσιώδη ζητήματα, ὅταν ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ λόγου ἰσχυροῦ λαμβάνομεν τὸν λόγον καὶ παρέρχεται ὁ καιρὸς ἐπὶ ματαίῳ. Τελειόνων λοιπὸν, λέγω, ὅτι δυνάμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ μέχρι τῶν 5 καὶ 6. Ἂς ᾖναι βεβαία ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν θὰ μιμηθῶμεν μίαν ἄλλην ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξηκολούθουν αἱ συζητήσεις μέχρι τῆς ἑνδεκάτης καὶ δωδεκάτης· ἀλλὰ δὲν θέλομεν ἡμεῖς μιμηθῇ καὶ μίαν τακτικὴν νὰ σιωπῶμεν, ὁσάκις ἐπιφέρονται καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις, ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν θέλομεν μείνει ἀπαθεῖς θεαταὶ εἰς τὸ νὰ γίνεται κατάχρησις τοῦ λόγου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐρχώμεθα διὰ μίαν ἢ δύω ὥρας. Εἴμεθα λοιπὸν ἀποφασισμένοι νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας, καὶ ὅποιος θέλει ἂς καθήσῃ.

§214ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. πρόεδρε, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀναντιῤῥήτως· ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὅμως νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Χθὲς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἦτον ὑπέρογκος, καὶ τὸν ἰσχυρισμόν μας ὑποστηρίζομεν μὲ λογαριασμούς τινας, τοὺς ὁποίους ἐλάβομεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ἠθέλαμεν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι τὸ 1869 θὰ ἐξοδεύσῃ μέχρι 50,000,000. Τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς ἀντέκρουσεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἄλλους λογαριασμούς. Παρεκάλεσα τὸν κ. πρωθυπουργὸν ν’ ἀφήσῃ τὴν σημείωσιν. Ἀτυχῶς ἡ σημείωσις δὲν ἔμεινε, καὶ ὅταν τὸ πρωΐ τὴν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον, ὁ κ. πρόεδρος μὲ εἶπεν, ὅτι εἶναι εἰς ἀντιγραφήν. Ἀντεγράφη τῳόντι αὐτὴ ἡ σημείωσις καὶ μᾶς ἐδόθη, ὅταν ἡ συζήτησις ἤρχισεν. Ἡ σημείωσις αὐτὴ ἐμπεριέχει ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ἔτους. Ἐννοεῖτε, ὅτι θέλοντες νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς, πρέπει νὰ ἔχωμεν καιρὸν, ἐὰν θέλετε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία νὰ μάθουν τὴν ἀλήθειαν. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέρον ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια, ἢ νὰ φαίνεται τοὐλάχιστον, ὅτι ἔχει, πρέπει νὰ μᾶς δώσῃ καιρὸν διὰ νὰ μελετήσωμεν τοὺς λογαριασμούς. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐπιμένῃ καὶ θέλῃ νὰ τοὺς ἐξετάσωμεν σήμερον, θέλομεν τὸ πράξει βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σιωπήσωμεν, ὅτι τὸ πράττομεν κατεσπευσμένως, καὶ ὅτι μᾶς ἀφαιρεῖται ὁ ἀνάλογος καιρὸς νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασε σήμερον τὸ μεσημέρι τὸ ὑπουργεῖον.

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν· τὸ προεδρεῖον ἦτο πεπεισμένον, ὅτι ἔχετε εἰς χεῖράς σας τὴν σημείωσιν ὁλόκληρον, καθόσον χθὲς τὸ ἑσπέρας μόλις ἐτελείωσεν ἡ Βουλή, ἦλθεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἐξ ἄλλου ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ τοὺς ἔδωκα τὰς σημειώσεις, καὶ τοὺς ἔφερα καὶ φῶτα, καὶ ἔδωκα ὅλα τὰ ἀναγκαῖα καὶ ἐκάθησαν ἐδῶ καὶ ἀντέγραψαν.

§216ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἔλαβον τώρα ὅπου μοῦ τὸ ἐδώκατε ὁ ἴδιος.

§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης τὸ εἶχον ἀπὸ χθές.

§218ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔλαβε τῳόντι ἓν ἀντίγραφον. ἐγὼ δὲν ἔλαβα, ἐγὼ ὑπαγόρευα καὶ ἐκεῖνος ἔγραφε.

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμποροῦσε νὰ σοὶ τὸ δανείσῃ ἀξιόλογα.

§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Ἐκτὸς τῆς ἀντιῤῥήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερε τὸ προεδρεῖον εἰς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς ὑπέβαλε διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, νομίζω κατ’ οὐσίαν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εἶναι βάσιμον. Δὲν ζητοῦμεν νὰ φαινώμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, οὐδὲ ἀποφεύγομεν τὸν ἐλάχιστον ἔλεγχον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰσερχόμενοι εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἰσχυρίσθησαν νὰ ἐπικρίνωσιν οὐχὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, ἀλλὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 καὶ ἠθέλησαν νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1869 τὸ ὑφεστὼς ἐδαπάνησε πολὺ πλείονα ἢ ὅσα ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τῶν προκατόχων κυβερνήσεων τοῦ 1867 καὶ 1868. Πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των ἔφερον λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ πόθεν ἠρύσθησαν, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἥκιστα στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἀνέγνωσε καὶ παρέστησεν, ὅτι τὰ δαπανηθέντα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τούτου εἶναι ἐλάσσονα τῶν δαπανηθέντων ὑπὸ τῶν ἄλλων καὶ ἔφερε τὴν σημείωσιν. Ἐὰν αὔριον προταθῇ ἄλλος ἰσχυρισμὸς καθ’ ἡμῶν καὶ ἀντιτάξομεν πάλιν ἄλλο ἐπιχείρημα, καὶ ζητηθῇ πάλιν ἀναβολὴ ἐκ νέου διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ ἐπιχείρημα καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀντετάξαμεν πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἀντιταχθέντος καθ’ ἡμῶν, τότε βεβαίως οὐδέποτε θὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὔλογος ἡ ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀναβολὴν, ἐπεθύμουν δὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.

§221ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ ποτὲ, οὔτε ἐζήτησε ἀναβολὴν διὰ νὰ ἀντικρούσῃ ἰσχυρισμοὺς καὶ λόγους. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπε λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργείου ἀναιροῦν ἄρδην τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους παρουσιάσαμεν. Λοιπὸν αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ παρουσιάσουν προτήτερα, νὰ τοὺς δημοσιεύσουν διὰ νὰ ᾖναι ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς Βουλῆς.

§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προοδεύσωμεν ὀλίγον.

§223ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ· μᾶς ἔφερον τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀνέγνωσαν καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν γνῶσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν ἐν ἀγνοίᾳ; τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς τοὺς γνωρίζει ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἄλλος τις, ἐάν τοὺς ἔλαβε· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ.

§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, πιστεύω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι παντάπασιν οἱ λογαριασμοί· ἐδῶ ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν, περὶ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν.

§225ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, διατί ἐν γνώσει δὲν θέλετε νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ στηριχθῶ εἰς τὸ ὀρθὸν; διότι σεῖς ὁ πεπειραμένος ἄνθρωπος θὰ συμφωνήσητε μαζύ μου, ὅτι διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ ἔχωμεν τοὺς λογαριασμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Τόρα μοὶ λέγετε σεῖς, ὁ κ. Χρηστίδης, ὁ ἐνασχοληθεὶς τόσον εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ!

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε εἰς τὸν πεπειραμένον κ. Χρηστίδην, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν παρελθόντων λογαριασμῶν. Ὄχι, κύριοι· ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐδημοσιεύθη ὁ προϋπολογισμὸς, συνέπεια ἦτο πᾶς βουλευτὴς, νὰ ζητήσῃ τὰ προηγούμενα, ὄχι ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν ὁ καὶ πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὰ δημόσια βιβλία.

§227ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ νὰ τὰ εὕρωμεν;

§228ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν) Κύριε πρόεδρε, γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μᾶς ἐζήτησε ὅσας ἤθελε πληροφορίας, καὶ ὅσας ἠθέλησε καὶ ἠδυνήθημεν νὰ δώσωμεν τὰς ἐδώκαμεν μὲ πλατύτητα καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως, καὶ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι ἦλθον. Τώρα δὲν ἐννοῶ, ζητοῦν καὶ ἄλλας ἀκόμη; ἰδοὺ ὅτι ἐδόθησαν χθές.

§229ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Νὰ τυπωθοῦν.

§230ΖΑΪΜΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ; νὰ τυπωθοῦν οἱ λόγοι μας, καὶ ἔπειτα;

§231ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, θαυμάζω τῳόντι, πῶς περιπίπτομεν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν καὶ πῶς αἰτιᾶσθε ἡμῶν ὅτι θέλομεν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ, κύριε πρόεδρε, δυνάμεθα ὄχι νὰ τὸ ἀποδείξωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ βεβαιώσωμεν, διότι αὐτὸ εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον, ἔλαβε χώραν ἐνώπιον ὅλων ἡμῶν τῶν παρακαθημένων, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠρνήθημεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, σεῖς προετάξατε τὰ νομοσχέδια, καὶ προετάξατε νομοσχέδια ἐναντίον ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι θὰ ἀρχήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν δευτέραν, ἡ Βουλὴ εἶχεν εἰπεῖ ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ χθὲς καὶ σήμερον προετάξατε τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νομοσχέδια. Τί μᾶς ἐλέγετε δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου; Ἆ! ἐπιθυμεῖτε νὰ παρεμβάλητε προσκόμματα, ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναβάλητε εἰς αὔριον αὐτὴν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τί ἠθέλατε, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶμεν; ἠθέλατε νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια χωρὶς νὰ τὰ συζητήσωμεν; Ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη σήμερον, δὲν ἦτο ἄξιον τῆς συζητήσεως; καὶ ἀφοῦ δὲν ἦτο ἄξιον συζητήσεως, διατί δύο μέρη αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὰ ἐτροποποίησε καὶ παρεδέχθη τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Λοιπὸν ποῦ εὗρεν ὁ φίλος μου ὁ βουλευτὴς τῆς Μεσσήνης ὁ κ. Δαγρές....

§232ΔΑΓΡΕΣ. Καλαμῶν.

§233Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλαμῶν, ἐκ Καλαμῶν, ἂς ᾖναι· ποῦ εὗρε τὴν πρόθεσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀναβάλλῃ τὴν συζήτησιν; Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα τῶν λογαριασμῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀνασκευάζων τὰς ὁμιλίας τοῦ τε κ. Σωτηροπούλου καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, παρουσίασε λογαριασμὸν καὶ εἶπεν ὅτι ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς, οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ὁμιλοῦν εὐγλωττότερον παντὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος καὶ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ ὅστις θέλει, ἂς λάβῃ γνῶσιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τῆς θέσεώς του παρεκάλεσε τὸν κ. πρωθυπουργὸν ν’ ἀφήσῃ αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς καὶ πράγματι ὁ κ. πρωθυπουργὸς τοὺς ἄφησεν. Οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ μόλις σήμερον περιῆλθον εἰς γνῶσιν δι’ ἀντιγραφῆς, μολονότι ἀπὸ χθὲς ἦτο δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι ἀριθμοὶ νὰ τυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν εἰς ὅλους ἡμᾶς, δὲν ἦτον, οὔτε μεγάλον ἔξοδον οὔτε μεγάλη δυσκολία· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο εὐκολώτερον νὰ τυπωθοῦν παρὰ ν’ ἀντιγραφοῦν δὶς, τρὶς καὶ τετράκις. Τώρα σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ εἴπητε, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθεν δι’ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως, τῆς ὑποβληθείσης ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Βασιλέα, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν στηριζόμενος ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἦλθε ν’ ἀναιρέσῃ τὰ λεχθέντα· θέλετε τώρα αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς νὰ μὴ τοὺς ἴδωμεν, νὰ μὴ τοὺς μελετήσωμεν; Ἐὰν λοιπὸν ἴδωμεν αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ πεισθῶμεν ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερε, καὶ οἱ ἀριθμοὶ πάντοτε εἶναι οἱ εὐγλωττότεροι συνήγοροι, καὶ, ἂν θέλετε, εἶναι ἀξιώματα, κατὰ τῶν ὁποίων καμμία ἰδέα δὲν δύναται ν’ ἀντιστρατευθῇ, ὅταν ἴδωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ πεισθῶμεν ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε δίκαιον, ἰδοὺ ὅτι ἡ συζήτησις ἔκλεισε. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχετε διόλου δίκαιον νὰ αἰτιᾶσθε τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅτι παρενέβαλε, διότι οὐδέποτε παρενέβαλε τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, οὔτε παρεμβάλλει σήμερον πρόσκομμα εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἐφέρατε τὰ νομοσχέδια καὶ τὰ ἐῤῥίψατε πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ἐφέρατε σεῖς ἐναντίον μάλιστα ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἔρχεσθε σήμερον καὶ αἰτιᾶσθε ἡμῶν καὶ λέγετε· θέλετε νὰ κάμητε κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Καὶ ποίαν κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἐκάμαμεν, κ. βουλευτὰ Καλαμῶν; Καμμίαν· ὡμιλήσαμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, διότι καλούμεθα νὰ φέρωμεν τὴν ψῆφόν μας καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν φέρωμεν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τώρα, ἔπειτα ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν τὴν σήμερον, καὶ καθὼς γνωρίζετε, κύριε πρόεδρε, εἶπε καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἔρχονται πάντοτε, δὲν ἔχετε παράδειγμα νὰ ἀναγνωσθῇ οὔτε μίαν ἡμέραν ὁ κατάλογος χωρὶς νὰ ἤμεθα παρόντες, ἀφοῦ, λέγω, ἤλθομεν ἀπὸ τὴν ἑνδεκάτην καὶ παρεμείναμεν μέχρι τῆς 4½, ἐπὶ 5½ ὥρας ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἐσυζητήσαμεν ἐκτεταμένως ἐπὶ διαφόρων νομοσχεδίων, ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ὁ λόγος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ μελετηθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ὑπουργὸς, σᾶς ἐρωτῶ· τί μᾶς διώκει, τί σπεύδει τόσον πολὺ, ὥστε πρέπει νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις; καὶ παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτι ὁ νόμος τῶν νόμων καὶ πρὸ πάντων ἡ κυρία ἀποστολὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς. Εὔχομαι δὲ πάντοτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ δίδηται μία εὐρεῖα συζήτησις, ἔστω καὶ ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας ἀκόμη, εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, διότι τὸ κύριον ἔργον πρὸ πάντων, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἡ Βουλὴ, ὑπάρχει τὸ σύνταγμα, εἶναι ὁ προϋπολογισμός· καὶ πότε ἀρχίσαμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; χθὲς εἰς τὰς 12. Λοιπὸν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὴν δουλειά μας!

§234ΤΙΝΕΣ. Ὄχι νὰ τελειώσωμεν, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§235ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐνθυμηθῆτε, κύριε πρόεδρε, σεῖς, ὅτι ἄλλοτε ὡς δημοσιογράφος καὶ ὡς γερουσιαστὴς, ὁσάκις ἐβλέπετε ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους ἐπισπεύδεται καὶ διὰ τοῦ καλάμου σας καὶ διὰ τῆς φωνῆς σας, καὶ ἐνθυμοῦμαι, διότι ἤμην ὀπαδός σας τότε, πάντοτε κατεκρίνατε τὸ σύστημα αὐτό. Τί μᾶς ἀναγκάζει λοιπὸν, τί μᾶς βιάζει, κύριε πρόεδρε, νὰ σπεύσωμεν καὶ νὰ περαιώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τροχάδην, οὕτως εἰπεῖν;

§236ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τελειώσῃ ἀπόψε, ἀλλὰ νὰ ἐργασθῶμεν ἀκόμη μίαν ὥραν.

§237ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καμμία βία, καὶ καμμία ἀνάγκη διὰ νὰ ἀρχίσῃ μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Βουλὴ, εἰς μίαν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, καὶ ὑπάρχει καὶ εἷς λόγος λίαν σπουδαῖος, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐπρότεινεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐῤῥέθη, καί πιστεύω ὅτι θὰ παραδεχθῇ καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἀκόμη, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον. Θέλετε δὲ νὰ συζητήσωμεν περισσότερον; ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς 8.

§238ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις· οὐδεὶς ἐννόησεν ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ σήμερον ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀληθῶς θαυμάζω πῶς ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἐδημιούργησεν ἓν οἰκοδόμημα ψευδὲς καὶ πράγματι κατηναλώσαμεν 20 λεπτὰ διὰ νὰ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους του κατὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν, ὅτι πρόκειται νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ οὐδεὶς εἶπεν οὐδὲν, οὔτε ἡ κυβέρνησις, οὔτε τις τῶν φίλων τῆς κυβερνήσεως βουλευτῶν· ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὅσον θέλουν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ παρατείνωνται ἀναβολαί, καὶ ἐπειδὴ σήμερον δὲν εἰργάσθημεν παρὰ 3 ὥρας, λέγομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τίποτε ἄλλο λογικώτερον παρὰ τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον καὶ νὰ παραταθῇ αὔριον.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον;

§240ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§241ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ εἰς τὸν κύριον πρωθυπουργὸν (θόρυβος). Μὴ φωνάζετε, διότι δὲν ἀκούω ἀπὸ φωνὰς ἐγὼ, τὸ ἠξεύρετε....

§242ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.

§243ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Ἂς συζητήσωμεν ἕως τὸ πρωΐ, ἀφοῦ τὸ θέλουν.

§244ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν ἐμπνέονται ἀπὸ πνεῦμα καλῆς πίστεως· τὸ λέγω δὲ κατὰ τοσοῦτον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ἄλλα μέλη ἐζητήσαμεν ἐπανειλημμένως πληροφορίας· ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐζήτησε σημειώσεις σχετικὰς καὶ τοῦ ἦλθον ἐπ’ ἀκριβῶς, τὰς ἐσυζητήσαμεν· ὅταν προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν διαφόρων κεφαλαίων, διαφόρων ἄρθρων, καὶ εὑρέθημεν εἰς πολλὰ σύμφωνοι μὲ αὐτὸν, παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τὴν μειοψηφίαν καὶ τοὺς εἴπομεν, ἔλθετε νὰ συνεργασθῶμεν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ μᾶς εὕρητε συμφώνους εἰς πολλὰ κεφάλαια, καὶ ὅμως δὲν ἠθέλησαν οὔτε τὴν γνώμην των νὰ ἐκθέσουν, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἦσαν ὑποχρεωμένοι, διότι ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἡ μειοψηφία ἀντιπροσωπεύεται εἰς πᾶσαν ἐπιτροπὴν κατὰ τὸ ⅓. Ὁ κανονισμὸς εἶχεν ἐν τῷ νῷ, ἵνα ἡ μειονοψηφία ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της ἐκ τῶν προτέρων· δὲν τὸ ἔκαμε· ἡ παράλειψις λοιπὸν αὐτὴ βεβαίως εἶχε σκοπὸν νὰ ἐγείρῃ τοιαύτας συζητήσεις. Ἠδύνασθε λοιπὸν νὰ προσκαλέσητε ὅσας ἠθέλετε συζητήσεις προκαταρκτικάς· ἡμεῖς διεκηρύξαμεν, ὅτι δὲν ἀποκρούομεν τὴν λογικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ γνῶσις τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν ἐννοήσαμεν, ὅτι θὰ γίνωμεν θεαταὶ ψυχροὶ τῆς καταχρήσεως τοῦ λόγου, καί τοι οἱ καταχρώμενοι τοῦ λόγου περισσότερον εἶναι κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν σύντονον συζήτησιν.

§245ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι παραπολὺ τολμηρὸν μετὰ 3 ὡρῶν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου, νὰ ἔρχεται ἕνας βουλευτὴς νὰ λέγῃ ὅτι γίνεται κατάχρησις τοῦ λόγου. Καὶ ποίαν ἐννοεῖ χρῆσιν τοῦ λόγου ὁ κ. Δαγρές; ἐννοεῖ χρῆσιν τοῦ λόγου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χθὲς ἤθελον νὰ κάμουν, ὅταν μετὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν τοῦ Σωτηροπούλου ἐζητεῖτε νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις;

§246ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.

§247ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Δαγρὲς οὐδένα σκοπὸν εἶχον καὶ πρὸς οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔφερον. Ὅ,τι τῷ ὄντι ἔχει σκοπὸν καὶ φέρει καὶ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ νὰ μάθωμεν ποῖαι ἦσαν αἱ τακτικαὶ καὶ ποῖαι αἱ ἔκτακτοι εἰσπράξεις κατὰ τὸ παρελθόν, ποῖα ἦσαν τὰ τακτικὰ καὶ ποῖα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, διότι τοιουτοτρόπως μόνον, κύριοι, ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν· καὶ ὅσοι ἐπρόσεξαν εἰς τὰς συζητήσεις τῶν προϋπολογισμῶν, οἱ ὁποῖαι γίνονται καὶ εἰς ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν καλλίτερα ἀπὸ ἡμᾶς, θέλουν ἰδεῖ τὴν αὐτὴν τακτικήν. Ὅταν μάθωμεν ποῖα τὰ τακτικὰ ἔξοδά μας καὶ ποῖα τὰ τακτικὰ ἔσοδα, τότε ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν καὶ προϋπολογισμόν. Ἐρωτῶ τώρα, μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἠδυνήθη τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς φέρῃ τοὺς λογαριασμούς; Καὶ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ τὸν ἐξαγάγω ἀπὸ τὰς δυσκολίας τοῦ ζητήματος. Ἄλλως, κύριοι, δὲν ἐζητήσαμεν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα τὰ ἔξοδα τα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα; πῶς θέλετε τώρα νὰ συζητήσωμεν περὶ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ δὲν ἠξεύρομεν τί ἔγεινε πέρυσι καὶ προπέρυσι; Λοιπὸν δὲν μᾶς ἔδωκεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ μᾶς δώσῃ μέχρι σήμερον, καὶ ὅταν ἐζητήσαμεν, μᾶς εἶπεν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσωμεν, διότι δὲν ἐτηρήσαμεν λογαριασμὸν κεχωρισμένον· μετεχειρίσθημεν τὴν πίστωσιν τῶν 100,000,000 καὶ ἐξωδεύσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα. Λοιπόν, κύριοι, δὲν ἔχομεν πληροφορίας, πρόκειται νὰ τὰς ἐξαγάγωμεν ἀφ’ ὅσα μᾶς ἔδωκαν ἐμμέσως. Ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος ὅτι μᾶς ἀφαιροῦν τὰ μέσα. (Φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν) ὤ! ὤ! ὤ! (θόρυβος μέγας).

§248ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θὰ ὁμιλήσητε;

§250ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν (θόρυβος). Περὶ καλῆς πίστεως ὡμίλησεν ὁ κ. Δαγρὲς πρὸ ὀλίγου, κύριοι, φράσις, τὴν ὁποίαν συχνὰ τὴν μεταχειρίζεται. Φαίνεται ὅτι ἀντίθετον ἰδέαν ἔχομεν ἀμφότεροι περὶ τῆς φράσεως ταύτης. Τὴν φράσιν ταύτην τὴν μετεχειρίσθη καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε ν’ ἀποχωρήσω ἀπ’ αὐτήν. Λέγω περὶ αὐτῆς, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἤγγισεν ὁ κ. Δαγρὲς καὶ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τί ἔτρεξε. Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας· ἐπικαλοῦμαι τὴν καλὴν πίστιν τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς νὰ εἴπῃ ἂν δὲν εἶπα ὅτι δὲν εἶμαι κατάλληλος νὰ λάβω μέρος, διότι δὲν γνωρίζω τὰ οἰκονομικά· ὁ κ. Δαγρὲς τὰ γνωρίζει, ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ μέρος. (Γέλως εἰς τὸ ἀκροατήριον).

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνοχή μας εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ ἔχει ὅρια. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σεβασθῆτε τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκεσθε.

§252ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ εἶπον, κύριοι, ὅτι λάθος ἔκαμεν, ὅστις μὲ ἔθεσεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν. Ἴσως ἦτο καλὴ πίστις τὸ τοιοῦτον, σᾶς τὸ εἶπον· μοὶ παρετηρήσατε ὅτι δὲν ἔχετε ἀριθμὸν νὰ συνεδριάζετε, καὶ σᾶς εἶπον, ὅταν πρόκηται περὶ τούτου, διὰ νὰ μὴ φαντασθῆτε, ὅτι θέλω νὰ παραλύσω τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἔρχομαι. Ἦλθον καὶ σᾶς εἶπα, διαφωνῶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ καθέκαστα· κάθημαι μόνον ὅπως σᾶς κάμω ἀριθμὸν καὶ διὰ νὰ μὴ μοῦ εἴπητε, ὅτι θέλω νὰ σᾶς παραλύσω· τὴν καλὴν πίστιν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δαγρὲς, τὴν καλὴν πίστιν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκαθήσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἠξεύρετε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι φιλότιμος, καὶ ἀφοῦ ἐκαθήσαμεν, δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω τὸ πρόσωπον τοῦ ξυλίνου ἀνθρώπου. Τοὺς εἶπα διαφωνῶ καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα. Σεῖς παρεδέχθητε ἤδη μίαν ἔκθεσιν. Τὴν καλὴν πίστιν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δαγρὲς, τὴν καλὴν πίστιν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ, ἂν τὴν πρώτην φορὰν δὲν εἶχον ἔκθεσιν ἑτοίμην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπον, ναὶ μὲν τὰ οἰκονομικά μας εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν οἰκονομίας. Τοὺς παρετήρησα ὅτι χωρὶς ν’ ἀλλάξω τὰς βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς ἔχει, ἐγὼ δὲν συμφωνῶ, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται. Τοὺς ἔλεγον πάντοτε, ὅτι ἐπιφυλάττομαι ἐν τῇ Βουλῇ. Μερικὰ, ἠρκέσθησαν εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ ἀπεῤῥίφθησαν, μερικὰ ἐκρατήθησαν. Εἰσήλθομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἐκεῖ τοὺς παρετήρησα ὅτι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸν σημερινὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τοὺς παρελθόντας προϋπολογισμοὺς (διότι σᾶς εἶπον ὅτι ποτὲ δὲν καταγίνομαι εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἠθέλησαν νὰ λάβω μέρος, δὲν ἠμποροῦσα νὰ καθήσω ὡς ξύλον)· ἑπομένως ἐξήτασα καὶ ἀνεκάλυψα, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουν ἔξοδα οὐδόλως πληρονόμενα καὶ προτεινόμενα νὰ πληρωθῶσιν ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων νόμου· ὑπάρχουν ἄλλα ἔξοδα πληρονόμενα χωρὶς νὰ τὰ ἐξουσιοδοτῇ κανένας νόμος. Σᾶς ἀπηρίθμησα τὰ ἄρθρα ταῦτα· σᾶς εἶπον κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν μου, ὅστις δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἴσως, διότι δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, ἀνέρχονται εἰς 2,000,000 περίπου· σᾶς παρετήρησα ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ οἰκονομία χωρὶς νὰ ταραχθῶσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ. Σᾶς παρετήρησα ὅτι ἠμπορεῖ ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ νὰ γίνῃ ἀνώτερος, ὅσον τὸν νομίζῃ ἀναγκαῖον ὁ ὑπουργὸς καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ προτείνετε νὰ μονιμοποιηθῶσι, νὰ ἔλθωσι νόμοι, οἱ ὁποῖοι νὰ τὰ καθιερώσωσι καὶ νὰ παύσῃ τὸ αὐθαίρετον τῶν διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων σκορπίζονται τὰ ἑκατομμύρια. Τὴν καλὴν πίστιν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δαγρὲς, τὴν καλὴν πίστιν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι παρεδέχθητε καὶ εἴπετε ὅτι εἶναι καλά. Ἀλλὰ λαμβάνων τὸν λόγον ὁ κ. Δαγρὲς εἶπεν ὅτι εἶναι καλὰ αὐτὰ, ἀλλὰ προτείνονται διὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα. Δευτέραν φορὰν εἶπον τότε, δὲν ἠμπορῶ νὰ κάθημαι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ μὴ νομίζετε ὅτι ζητῶ αὐτὰς τὰς πληροφορίας διὰ νὰ χρονοτριβήσωμεν· σᾶς εἶπον, ἂς εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰς πληροφορίας διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἀπεχώρησα λοιπὸν, ἀφοῦ μοῦ εἶπον ὅτι αὐτὰ τὰ ἔλεγον διὰ νὰ περάσῃ ὁ καιρὸς (θόρυβος). Μανθάνω κατόπιν ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ἐπιοῦσαν ὅτι ἦλθεν ἕνας ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· μὲ ἤλεγξε τὸ ἀξιότιμον αὐτὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν παρευρέθην νὰ ἀκούσω ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ μάθω τί εἶπεν ὁ ὑπάλληλος· ἀδελφὲ, μοῦ εἶπε, μᾶς εἶπεν ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπες εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ διαταγμάτων ἐκανόνισε τὰ ἔξοδά του, διὰ διαταγμάτων θὰ τὰ κανονίζῃ.

§253ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός; (θόρυβος).

§254ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν ᾖναι παρὼν, ἂς τὸ εἴπῃ.

§255ΜΑΓΓΙΝΑΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον (θόρυβος).

§256ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχον δικαίωμα νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, διότι περὶ καλῆς πίστεως πρόκειται.

§257Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Μαγγίνας τὸ εἶπε;

§258ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε.

§259ΜΑΓΓΙΝΑΣ. Ναὶ, ἐγὼ τὸ εἶπον· ἂν ἀγαπᾶτε σᾶς δίδω καὶ σᾶς μίαν ἐξήγησιν (θόρυβος).

§260ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ποῦ ἔφερε τοὐλάχιστον ἐμὲ ἡ ἐξέτασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὰς ὀλίγας ἡμέρας, ὅπου ἔλαβον μέρος, καὶ εἰς τὰς ὁποίας παρευρέθην διὰ νὰ κάμω κατορθωτὴν τὴν ἐργασίαν σας, καθὼς σεῖς οἱ ἴδιοι μοῦ ἐλέγετε· ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύω ἑκατομμύρια περίπου παράνομα εἶναι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μᾶς εἴπουν πῶς κανονίζονται· καὶ τοῦτο μοῦ εἶπεν ἕν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.

§261ΔΑΓΡΕΣ. Εἷς σᾶς τὸ εἶπεν;

§262ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἷς.

§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§264ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοεῖται. (γέλως)

§265Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Βέβαια.

§266ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰσάγεται ἐπὶ τέλους ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀφοῦ εἶχον τοιαῦτα προηγούμενα ἐνώπιόν μου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι νομίζω ὅτι δὲν θὰ τηρηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ τακτικὴ, ἥτις ἐτηρήθη κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον. Καὶ πάλιν ζήτημα καλῆς πίστεως. Ὁ κ. Δαγρὲς εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐστάθη ἐλευθέρα, πλατεῖα. Ἂν δὲν σᾶς ἀπατᾷ ἡ μνήμη θὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἀντιλήψεις μας εἶναι διάφοροι. Πλατυτάτη ὑπῆρχεν ἡ συζήτησις ἐν τῇ ἀπαντήσει, καθόσον ἀπέβλεπε τὴν ἐξέτασιν, τὴν ἔφοδον, ὅπως τὴν ὠνόμασεν ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς, τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων μεταξύ των, ὅπως μᾶς εἶπεν μὴ βάζετε τὰ νύχιασας νὰ ξεσχισθῆτε (γέλως).

§267Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργὸς) Βέβαια, καὶ ἐπέτυχα ὅ,τι ἤθελον, νὰ δώσητε μεταξὺ σας τὸν ἀδελφικὸν ἀσπασμόν.

§268ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πλατυτάτη ἐστάθη ἡ συζήτησις, καθόσον ἀπέβλεπε τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τοῦ 1866, 1867, 1868, ἐκείνας βέβαια ἐσυζητήσαμεν· ἀλλὰ πλατυτάτη ἐστάθη ἡ συζήτησις καθόσον ἀπέβλεπε τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἤρχετο νὰ ἐγκαθιδρυθῇ, καθόσον ἀπέβλεπε τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἤρχετο ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ φιλήματος, διὰ νὰ καθήσῃ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ μᾶς νομίσῃ ὡς μίαν σχολάζουσαν κληρονομίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ κληρονομήσῃ; (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§269Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἐκάθησαν (γέλως).

§270ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπατᾶσθε παραπολὺ, καθὼς ἀπατᾶται κάθε ἕνας, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἄλλος ἔχει (διάλογοι). Πλατυτάτη ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν τοῦ 1866, 67, 68, ἀλλὰ ποία συζήτησις ἐγένετο καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθήσατε καὶ ἀκολουθεῖτε, καθόσον ἀποβλέπει τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου, ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς; οὐδεμία. Ἐκουράσθητε φωνάζοντες ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ κάμῃ ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ σάββατον, διότι δὲν ἔχομεν τὴν δευτέραν Βουλὴν, καὶ τὴν δευτέραν Βουλὴ δὲν ἦτο.

§271ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὰ εἶναι ψεύδη!

§272ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Τί εἶναι αὐτά;

§273ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν πρόκειται νὰ μᾶς φοβερίσουν οὔτε μίαν στιγμὴν δὲν τοὺς συλλογιζόμεθα (φωναὶ ἑκατέρωθεν).

§274ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὀφείλετε νὰ ἔχητε ὑπομονὴν νὰ μᾶς ἀκούσητε.

§275ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὤ· ὤ.

§276ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐδῶ θὰ συζητήσωμεν ὅσον θέλομεν (θόρυβος μέγας).

§277ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸς τιμὴν τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν, διότι φρονῶ εἶναι ἐντροπὴ ἓν Κοινοβούλιον νὰ συζητῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

§278ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Νὰ σημειωθοῦν ὅσοι φωνάζουν, διότι ἔχουν πλεονεκτήματα νὰ ὁμιλήσουν......

§279ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὅταν, κύριοι, προχωρήσωμεν, θέλομεν ἐπαναλάβει τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτικῆς τοῦ 1869 καὶ κάτω δὲν ἐγένετο ἐλευθέρα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, καὶ σᾶς τὸ προλέγω ἀπὸ τοῦδε.

§280ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς ἐμπόδισε;

§281ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ συμφωνήσῃ μαζύ μου ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὅταν γνωρίσῃ τὰ περιστατικά.

§282ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ γνωρίζω πολὺ καλά.

§283Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὰ λέγητε αὐτά. Ἂν εἴχετε τὴν γενναιότητα ἠμπορούσατε νὰ τὰ εἴπητε τότε αὐτά.

§284ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὰ λάφυρα τῆς ἐξουσίας σᾶς δίδουν αὐτὴν τὴν γενναιότητα.

§285Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξέρχεσθε τῆς τροχιᾶς τοῦ Κοινοβουλίου· βλάπτετε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὸ ἔθνος. (Θόρυβος).

§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, διότι καταντῶμεν γελοῖοι.

§287Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τοὺς κράξητε ὀνομαστὶ, καὶ μὴ ἀποτείνεσθε ἀπὸ ἐδῶ, κύριε πρόεδρε.

§288ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐκφράσεις καὶ σχήματα, δὲν ἀπαντῶ. Ἔχω ἴσως τὸ ἐλάττωμα νὰ ἀπαντῶ εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς διακοπὰς, εἰς τὰ ἄλλα ὅμως δὲν ἀπαντῶ. Ἀλλὰ διατί νὰ θυμόνητε; ἐὰν ἠθέλητε μείνει ἥσυχοι, ἤθελον ἔχει τελειωμένην τὴν σειρὰν τοῦ λόγου. Ὑποφέρετε καὶ θέλετε ἰδεῖ ποῦ θὰ καταντήσω. Ὅταν προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καὶ σεῖς θὰ τὰ παραδεχθῆτε, θὰ τὸ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς σημερινῆς πολιτικῆς δὲν ἔμεινεν ἐλευθέρα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως· αὔριον, μὴ βιάζησθε, θὰ τὸ ἴδητε. Ἦλθον ἀπὸ τόσους διαδρόμους, διότι μὲ ὑποχρεώσατε. Ἤθελα λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καθὼς δὲν ἔμεινεν ἐλευθέρα κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐν τῷ λόγῳ τῆς ἀπαντήσεως, δὲν νομίζω καλὸν νὰ μὴ μείνῃ ἐλευθέρα καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Β. λόγον ἐκτίθενται ἡ σημαία, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ σημαία τῆς πλειοψηφίας, ἡ σημαία τῆς μειοψηφίας. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκτίθεται ἡ σημαία αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ μειοψηφία δὲν ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ προϋπολογισμόν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκτίθεται ἡ σημαία αὐτὴ ἐν τῇ πρακτικῇ αὐτῆς ἐφαρμογῇ, καὶ πολὺ σωστὰ χθὲς, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος τῶν ὑπουργῶν ἐφώναζε· κύριοι, τὴν πολιτικήν μας σωστὰ νὰ τὴν ἐξετάσωμεν καὶ τὰ πρακτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν· ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικήν σας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; κατ’ ἐμὲ δὲν βλέπω καμμίαν πολιτικὴν ἐκεῖ μέσα. Πρέπει νὰ τὴν ἐξετάσωμεν ὅμως διὰ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς παρουσιάζετε. Χθὲς σᾶς ἐγένοντο παρατηρήσεις ἀριθμῶν, εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ἀντετάξατε ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν εἶδα, καὶ παρακαλῶ, ἂν τοὺς εἶδεν ἄλλος κανεὶς ἐκτὸς τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἐκτὸς τοῦ Κουμουνδούρου περὶ τὴν μεσημβρίαν, ἂς τὸ εἴπῃ. Τούτους τοὺς ἀριθμοὺς νὰ τοὺς ἴδωμεν, πρέπει νὰ τοὺς ἐξετάσωμεν. Καὶ ἀξιότιμε κ. πρόεδρε, σὺ ὁ ὁποῖος ἐπὶ δέκα ἔτη ἐφώναζες ἐν τῇ Γερουσίᾳ μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὑπὲρ τόσων καὶ τόσων ἄλλων πραγμάτων, σὲ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃς, ποῖον εἶναι σοβαρὸν νὰ γνωρίζῃ μία Βουλὴ, ἁπλῆν πρότασιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ἢ λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ τοὺς ἀντιτάξῃ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἂν μίαν ἁπλῆν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νόμου, δὲν τὴν φέρῃ εἰς συζήτησιν, ἂν δὲν τὴν τυπώσῃ, τὸ ἔγγραφον τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπισημότατον διάβημα, ὅπερ κάμνει μία Κυβέρνησις ἐρχομένη νὰ καταθέσῃ λογαριασμοὺς, τὸ ἔγγραφον τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τί δὲν τὸ ἐτύπωνες, ὅπως τοὐλάχιστον δικαιολογηθῇς ὅτι ζητεῖς τὴν συζήτησίν του τώρα; Ἀλλ’ ἀφοῦ εἷς μόνον τὸ εἶδεν, ἀφοῦ τὰ 99% δὲν ἔχουν γνῶσιν αὐτοῦ, πῶς τὸ φέρετε ὑπὸ συζήτησιν; Ἀλλὰ μᾶς λέγει εἷς τῶν ὑπουργῶν, τοῦτο ζητεῖτε; τοῦτο καὶ αὔριον ἀπὸ τοὺς λόγους θὰ τὸ μάθετε. Αἴ, κύριοι, μείνατε βέβαιοι, ὅτι καθόσον ἀποβλέπει λόγους, μὰ τὸν θεὸν, καὶ ἡμεῖς δὲν πᾶμε πίσω.

§289ΤΙΝΕΣ. Μᾶς περνᾶτε.

§290ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς περνοῦμεν. Μὴ μᾶς ὑποχρεώνετε στανικῶς, διότι ἔχομεν χίλια μέσα ν’ ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλομεν (θόρυβος). Σᾶς τὸ ἀπεδείξαμεν ἐν τῇ διαγωγῇ μας εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, θέλομεν σᾶς τὸ ἀποδείξει καὶ ἐδῶ· δὲν θέλομεν νὰ φαίνεσθε, ὅτι ἔρχεσθε νὰ ἐπιβληθῆτε, διότι ἔχετε τὸ προτέρημα τοῦ ἀριθμοῦ. Ἤδη πρὸ ὀλίγου ἀξιότιμός τις κύριος, εἶπεν, διὰ τί δὲν ὡμιλήσαμεν, εἴμεθα ῥιψάσπιδες. Εἰς τὴν συζήτησιν, εἰς τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἐκάματε πρὸ ὀλίγου, ποῖος ἦτο ἱκανὸς νὰ συζητήσῃ; Ταῦτα ἂς μένουν κατὰ μέρος. Σᾶς ἐζητήσαμεν ἀναβολὴν ἐπὶ ἀριθμῶν, σᾶς ἐζητήσαμεν ὅπως ἴδωμεν καὶ σκεφθῶμεν τὴν γενικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς χθές. Καὶ ἠξεύρετε, κύριε βουλευτὰ Καλαμῶν, τί εἶναι; Δὲν τὸ ἠξεύρετε ὅπως καὶ ἐγώ. Ἀναβάλετε λοιπὸν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τὴν αὔριον.

§291ΔΑΓΡΕΣ. Τὴν εἶδον καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ, καὶ ὅστις ἤθελεν.

§292ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔχω κάμει πρότασιν νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ σημείωσις, κ. πρόεδρε.

§293ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἑπομένως ἡ διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κεῖται εἰς τὰς χεῖράς σας. Ἀλλ’ ὅμως στοχάζεσθε, ὅτι θὰ μᾶς ἐπιβάλητέ ποτε καὶ πόσον θὰ ὁμιλήσωμεν, πότε καὶ πῶς θὰ ψηφίσωμεν; ἡ πρὸ ὀλίγου συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἰμπορεῖτε νὰ τὸ κάμητε, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπεριόριστος. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν τώρα; σᾶς λέγομεν ὅτι δὲν ἔχομεν τοὺς λογαριασμούς. Θέλετε νὰ ἐπιμείνητε; ἐπιμείνατε· θέλομεν ἐπαναλάβει καὶ πάλιν τὸν λόγον.

§294Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος ὅτι τὸν ἐμποδίζουν νὰ λαλῇ, καὶ ὅτι εἰς τὰ λόγια ὑπερέχει. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Λομβάρδος εἶπε πολλὰ, ἀλλὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀντίκειται. Κηρύττει ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ κρίνῃ τὸ λογιστικὸν καὶ ἔπειτα λέγει ὅτι χωρὶς αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητήσῃ. Εἶπεν ὅτι ἐβιάσθη εἰς τὴν ὁμιλίαν· τὸ ἔχετε εἰς τὰ στενογραφήματα, ὅτι ἐζήτησαν ἀναβολὴν καὶ τοὺς εἶπεν ὁ πρωθυπουργός, «σᾶς δίδομεν τὴν ἀναβολήν». Ἦλθεν ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἐζήτησαν ἄλλα χαρτιά. Λοιπὸν τώρα μᾶς ἐπρότειναν, ὅτι δὲν ὡμίλησαν περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ἡμεῖς τοὺς λέγομεν ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι καὶ θέλομεν τοὺς ἀποδείξει ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον. Καὶ τὰ παράξενα δὲν μοῦ ἀρέσκουν, ὅταν τὰ λέγητε καὶ σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ἀκολουθῶ μίαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν κατηγορήσατε, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ τὰ ἔργα της, ἐνῷ 180 ἄνθρωποι ἠμποροῦν νὰ κρίνουν τὰ ἔργα της. Ἡ Κυβέρνησις μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ὁποιονδήποτε κονδύλιον ἔχει γνῶσιν νὰ τὸ τροπολογήσῃ ἕνας βουλευτὴς θέλει τὸ παραδεχθῆ, ἀλλ’ ὄχι ὅτι τὸ ἔκαμε κάθε ζήτημα ὑπουργικόν. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ὡς ὑπερασπιστὴς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως ὁμιλεῖτε καὶ σεῖς. Ὁμιλεῖτε, κ. Πετιμεζᾶ, καὶ σεῖς ὅτι ἤμεθα ἀπὸ τὰς 11, εἶσθε τρεῖς ἢ τέσσαρες, οἱ σύντροφοί σας δὲν ἦλθον.

§295ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ σεῖς ἄλλοι τρεῖς εἶσθε.

§296ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι ἡμεῖς, ἐγὼ, νὰ λέγῃ καθένας, ὥστε τὸ στάδιον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐλεύθερον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος θὰ ἐνθυμηθῇ καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὴν διαίρεσιν τῆς ἐπαρχίας του, ὅτι τὴν συνοικίαν τοῦ Μακρυγιάννης καὶ Κόκκαλη, ἤθελε τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον νὰ συνενώσῃ μὲ τὴν ἄλλην συνοικίαν.

§297ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς τὸ ὑπεστηρίξατε ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον.

§298ΔΑΓΡΕΣ. Σεῖς, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο σᾶς εὐηργέτησε, δεικνύετε ἀχαριστίαν (χειροκροτήματα).

§299ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν μου καὶ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Λομβάρδον εἰς μερικὰ συμπληρώματα τῆς ὁμιλίας του. Ἀληθῶς, κ. πρόεδρε, ὁ κ. Λομβάρδος ἔλαβε μέρος εἰς διαφόρους συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ πλειοψηφία ἔδωκεν ὅλας τὰς εὐκολίας εἰς τὸν κ. Λομβάρδον καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ἠκούετο περισσότερον παρὰ τ’ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν, ὅτι «δὲν ἔχω γνώσεις λογιστικὰς δι’ ὃ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, μολαταῦτα θέλω νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς συζητήσεις»· λέγει καὶ ἡ γνώμη του ἠκούετο πάντοτε μετὰ προσοχῆς καὶ πολλάκις καὶ παρεδέχθη. Ἤλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅτε ὁ κ. βουλευτὴς μᾶς ἔφερε μίαν σημείωσιν καὶ ἐζήτησε πληροφορίας, ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη παμψηφεὶ νὰ ζητηθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ στείλῃ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἦλθε, εἰδοποιήθη, καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος, εἰδοποιήθη καὶ δὲν ἦλθεν.

§300ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀληθῶς ἦλθον δύω κλητῆρες καὶ μὲ ἐζήτησαν, ἀλλὰ δὲν ἤμουν εἰς κατάστασιν.

§301ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ δὲ κ. Μαγγίνας ἀντεπροσώπευσε τὰς ἰδέας του, καὶ ἂν θέλετε, ἀνεδέχθη ὁ ἴδιος ν’ ἀπευθύνῃ τὰς ἐρωτήσεις εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἐν τῇ βουλῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπεφύλαξε καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ τοῦ τὸ ἀρνηθῇ. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ παράπονα ὁ κ. Λομβάρδος ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἥτις, ἐχορήγησε εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ μέσα καὶ τὸν περιεποιήθη ἀρκούντως. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ἐν τῇ βουλῇ συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ λάβουν καὶ αὐτὰ τὸν λόγον, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἔλαβον τὸν λόγον, διότι προεκλήθην ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ ἐπιφυλάττομαι διὰ τ’ ἀφορῶντα τὸν προϋπολογισμόν.

§302ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω· κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, διότι ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ ἐπαναλάβῃ δεκάκις ἴσως ἔκφρασίν μου, ἡ ὁποία εἶναι ἀξίωμά μου, εἶναι πολιτικὴ ἀρχή μου, εἶναι πολιτικὸν δόγμα, ὅπερ ἀείποτε ἐπρέσβευσα καὶ εἰς δυσχερεῖς καὶ εἰς ἐπικινδύνους περιστάσεις ἐφήρμοσα εἰς ἐμαυτόν. Ὁ πολιτευόμενος πρέπει νὰ πολιτεύηται εἰλικρινῶς· διότι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς δυσαρέστου καταστάσεως, εἰς ἣν διατελεῖ, ἐὰν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὸ βουλεύεσθαι, δὲν ἐμφοροῦνται ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς καλῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλὰς ἐῤῥίφθη εἰς τὸ ἀπελπιστικὸν αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον προηγούμενοι ἡμῶν τὴν ἔφερον, καὶ ἐκλήθημεν νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχονται νὰ μᾶς ἐλέγχουν, διότι ἐξεφράσθην μετὰ πολλῆς ἐπιφυλάξεως, μετὰ πολλοῦ σεβασμοῦ, ἐὰν θέλητε, τὴν λέξιν καλὴ πίστις! Δὲν θέλω δυσαρεστηθῆ οὐχὶ μόνον σεῖς, κύριοι βουλευταί, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκροατήριον ὁλόκληρον οὐχὶ νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ ἀλλὰ καὶ νὰ μὲ ποδοκροτήσῃ, ὅταν παρεκτραπῶ, ἢ φωραθῶ παραβιάζων ἐν γνώσει τὸ καθῆκόν μου· καὶ τότε μόνον θὰ διορθωθῶμεν, ὅταν συνειθίσωμεν νὰ ἐλεγχώμεθα ἀμέσως κατὰ πρόσωπον, καὶ τοῦτο θὰ γίνῃ, ὅταν εἰς τὰς ἐργασίας μας πρωτεύῃ ἡ καλὴ πίστις. Σεῖς μᾶς ἐφέρατε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τὸ ἀπελπιστικόν, σεῖς ἐφέρατε τὴν κατάστασιν ταύτην ἀφ’ ἑνός, ἄλλοι τὴν συνεπλήρωσαν ἀφ’ ἑτέρου, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα σᾶς λέγομεν, ἔλθετε νὰ συμπράξωμεν, προσφέρατε τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖράν σας, καὶ συμπράττοντες νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς δυσαρέστου θέσεως, εἰς ἣν μᾶς ἐφέρατε (θόρυβος δεξιά). Οἱ γελῶντες αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔπρεπεν, ἐὰν ᾐσθάνοντο, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσουν, νὰ κλαίουν παρὰ νὰ γελοῦν. Ναί, τὸ λέγω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅταν προεκλήθην ν’ ἀποφανθῶ ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων ὑμᾶς, ἀφορώντων τὸ κόμμα ὑμῶν, δὲν ἐδίστασα νὰ λησμονήσω πληγάς, τὰς ὁποίας εἶχον ἐδῶ, (δεικνύει τὴν καρδίαν) καὶ τὰς ὁποίας κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλω εἰς ὑμᾶς· διότι ἐσυνείθισα νὰ διακρίνω τὸ καθῆκόν μου ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα. Ἐν τούτοις ὁ κ. Λομβάρδος ἦλθε νὰ ἐπαναλάβῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συχνὰ πυκνὰ τὸ «καλῆς πίστεως· δὲν μᾶς διέπει καλὴ πίστις, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δαγρές». Τὸ βῆμα τοῦτο ποτὲ δὲν τὸ καθιστοῦν γελωτοποιεῖον (εὖγε), ὁμιλοῦν ἀξιοπρεπῶς διὰ νὰ ἐπιστήσουν τὴν προσοχὴν καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀκροατηρίου. Ναί, κύριε βουλευτὰ Ζακύνθου, ὀφείλομεν νὰ βουλευώμεθα καλῇ τῇ πίστει· ναί, κύριοι, οἱ διευθύνοντες τὸ σκάφος τῆς πολιτείας πρέπει, καὶ ὅταν ᾖναι ἐντὸς καὶ ὅταν ᾖναι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, νὰ φρονοῦν τὰ αὐτά καὶ ἡ καλὴ πίστις νὰ τοὺς διέπῃ· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν διέπει ἡ καλὴ πίστις μὴ νομίσητε, ὅτι θὰ ἐξαγάγητε τὸ ἔθνος ἀπ’ αὐτὴν τὴν θέσιν τὴν δυσάρεστον, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἐφέραμεν, ἂς εἴπω καὶ ἐγὼ ὁ κατὰ 9/10 καταδιωκόμενος πάντοτε ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, διότι καὶ ἡ σιωπὴ ἀκόμη τοῦ πολιτευομένου ἢ καὶ τοῦ πολίτου τὸν καθιστᾷ ἔνοχον. Ἔρχεται μία συμπολίτευσις καί, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, λέγει πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν· θέλω φιλικῶς νὰ συζητήσω, δὲν σὲ προκαλῶ ἐχθρικῶς. Καὶ πῶς ἔρχεσθε, κ. βουλευτὰ Ζακύνθου, εἰρωνικῶς νὰ ἐπαναλάβετε τὸ «καλὴ πίστις!» Ἐγώ, καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ εἶπον καὶ ἐδῶ τὸ λέγω, καὶ πάντοτε θὰ τὸ εἴπω, ἐργαζόμενος ἐν καλῇ τῇ πίστει ποτὲ δὲν θέλω νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη χθὲς εἷς τῆς μερίδος σας ῥήτωρ, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη καὶ ἔδειξεν ὅτι θέλει νὰ προκαλέσῃ τὸν γέλωτα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀκροατηρίου. «Ἡ κυβέρνησις, λέγει, ἐχάθη, δὲν ἠξεύρει τίποτε, ἠξεύρετε πῶς ὁμοιάζει; ὁμοιάζει ἕνα διευθυντὴν πλοίου, ὁ ὁποῖος παρέλαβεν ἓν πλοῖον νὰ διευθύνῃ, δὲν ἠξεύρει, καὶ ἐρωτᾷ τοὺς ἔξω πῶς νὰ τὸ διευθύνῃ.» Καὶ ἐγὼ λέγω, κ. Σωτηρόπουλε· τῳόντι, αὐτὴν τὴν πτωχὴν κυβέρνησιν, τὰ ἑπτὰ αὐτὰ πρόσωπα, τῳόντι πρέπει νὰ τὰ οἰκτείρωμεν, τῳόντι νὰ τὰ ἐλεεινολογήσωμεν, διότι ἐῤῥίψατε σεῖς, κύριοι, τὴν σημαίαν τῆς ἐξουσίας, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ τῆς κυβερνήσεως εἰς τὰς ὁδοὺς, οἱ μὲν διὰ τὴν ἀρχολιπαρίαν σας, καὶ οἱ δὲ διὰ τὴν φιλαρχίαν των· (εὖγε· εὖγε. Χειροκροτήματα). Θέλετε νὰ συζητήσητε; ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ συζητήσωμεν, διότι ἔχομεν τὸ πρόσωπον καθαρὸν, διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἠθελήσατε νὰ προκαλέσητε τὸν γέλωτα, διότι ἐμβήκαμεν εἰς πλοῖον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν νὰ διευθύνωμεν. Σὲ ἐρωτῶ, κ. βουλευτὰ Τριφυλίας· πῶς νὰ διευθύνουν τὸ πλοῖον, ἀφ’ οὗ οἱ πρὶν διοικήσαντες αὐτὸ τὸ ἀφῆκαν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνέμων καὶ εἰσῆλθον πειραταὶ καὶ ἐπῆραν, οἱ μὲν τὸ πηδάλιον, οἱ δὲ τοὺς ἱστούς, ἄλλοι τὰ κουπιὰ καὶ ἄλλοι τὰ πανιά; (εὖγε· εὖγε· χειροκροτήματα), μᾶς ἄφησαν ἓν σκάφος χωρὶς πηδάλιον, χωρὶς ἱστούς, χωρὶς πανιὰ καὶ μᾶς λέγουν, διευθύνατέ το! Αἴ, διευθύνεται; σᾶς ἐρωτῶ ἐν συνειδήσει. Καὶ ὅμως, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ὀφείλεται χάρις εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὸ ἐπικίνδυνον τοῦτο ἔργον· μὲ γνωρίζετε, ἐὰν ᾖμαι ἄνθρωπος νὰ κολακεύω· δὲν εἶμαι δυστυχῶς· καὶ μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν, μὲ διαιροῦν ἀφορμαὶ προσωπικαὶ ἴσως καὶ ἄλλαι· ἀλλ’ ὀφείλεται χάρις εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοὺς κατέχοντας ἤδη τὴν ἐξουσίαν, διότι αὐτοί, ἐπαναλαμβάνω, εὗρον τὸ ἀξίωμα τῆς ἐξουσίας ἕρμαιον εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκόμενον, (τὸ λέγω ὑπ’ εὐθύνην μου, διότι εἶναι ἀληθὲς) λέγοντα «τί νὰ κάμω, ποῦ νὰ ὑπάγω, πῶς νὰ σώσω τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνέθεσε τὴν τύχην του; Πρέπει νὰ τὸ σώσω διὰ πάσης θυσίας, ἔστω καὶ προσωπικῶς νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Εὐρώπην, διότι οἱ κατέχοντες καὶ διαχειρισθέντες τὴν ἐξουσίαν Μου δὲν θέλουν νὰ μὲ συντρέξουν, ἀλλὰ μὲ ἐγκατέλιπον· ἄλλος κανεὶς δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ μὲ συντρέξῃ;» καὶ ἐντούτοις εὑρέθη εἷς ἄνθρωπος νὰ ἄρῃ τὴν σημαίαν, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ, τὸ ἐπὶ τῶν ὁδῶν συρόμενον· καὶ πότε, κύριοι; εἰς ἐποχὴν, ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω, καθ’ ἣν ὀγδοήκοντα ἐπιστολαὶ ἐῤῥίφθησαν ἐν τῷ κιβωτίῳ τοῦ ταχυδρομείου, ἀνώνυμοι μὲν, ἀλλὰ λίαν ἀπειλητικαὶ κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου τούτου, τοῦ κ. Ζαΐμη, θέλοντος νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν. Καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ λέγεις, κ. βουλευτὰ τῆς Ζακύνθου, ὅτι σὲ ἐμποδίσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. Λόγου! Καὶ τί εἶχες νὰ εἴπῃς; καὶ νομίζεις ὅτι δὲν ἠθέλομεν καὶ δὲν θέλομεν καὶ τώρα ἀκόμη συζήτησιν; δὲν προκαλοῦμεν ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀποκρούομεν συζητήσεις, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐπιῤῥίψητε τὴν ἐλαχίστην μομφὴν καθ’ ἡμῶν ἢ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὰς ἰδέας μας, οὐδέποτε θέλομεν κάμει οὐδὲ σπιθαμὴν ὀπίσω. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναλαμβάνητε συχνὰ κατ’ ἐμοῦ δῆθεν τὸ καλῆς πίστεως. Καὶ εἶχον δίκαιον νὰ τὸ εἴπω, διότι ὁ κ. Λομβάρδος εἰργάσθη μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ. Δὲν δικαιολογεῖται λέγων ὅτι ἦλθεν ἀργὰ, ἔπρεπε νὰ μείνῃ. Ἦλθεν ὁ κ. Λομβάρδος, εἰργάσθη· καὶ ἠξεύρετε, νὰ εἴπω μίαν μαύρην ἀλήθειαν, ποῦ ἔδωκε προσοχήν; Ἐπέμεινε νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἐπίδομα τοῦ ἐπισκόπου Κυθήρων. Καὶ ἐσυμφωνήσαμεν εἰς πολλὰ διὰ νὰ μὴ χάσωμεν ἐπὶ ματαίῳ καιρόν. Ὅταν δὲ ἐζητήσατε πληροφορίας, σᾶς ἠρνήθημεν; καὶ δὲν ἦλθεν ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μᾶς ἔδωκεν ὅσας ἠθελήσαμεν πληροφορίας; καὶ δὲν ἦλθεν ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὡσαύτως; καὶ δὲν ἔχετε ἐγγράφους σημειώσεις σεῖς; καὶ νομίζετε, κύριε βουλευτὰ, ὑμεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύσαντες τὴν μειονοψηφίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι δὲν εἶναι παράλειψις σπουδαία καθήκοντος, νὰ μὴ ὑποβάλητε ἔκθεσιν καὶ νὰ ἐκφράσητε τὰς ἰδέας σας, τὰς πεποιθήσεις σας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ; Καὶ ἔρχεσθε καὶ λέγετε, δὲν ἐμελετήσατε τὰς σημειώσεις! Ποίας σημειώσεις; τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸ προεδρεῖον πρὸ 30 ὡρῶν, χθὲς, καὶ τὰς σημειώσεις αὐτὰς νομίζετε ὁ θέλων νὰ μελετήσῃ, δὲν εἶχε τὸν ὑλικὸν καιρὸν, ὅσον ἤθελε νὰ ἐξετάσῃ; Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἶπον εἰς τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς ὅτι, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ διὰ νὰ ἐργασθῶμεν ἀποτελεσματικῶς καὶ νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας πρέπει νὰ διέπῃ τὰς ἐργασίας μας καλὴ πίστις, καὶ ὅταν καλὴ πίστις μᾶς διέπῃ, βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδέποτε θέλομεν ζητήσει νὰ ἀποκλείσωμεν οἱονδήποτε ζήτημα ἀπ’ τὴν Βουλήν. Ἡ πλειοψηφία θέλει τὴν συζήτησιν, ἀγαπᾷ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἀποκρούει καὶ εὔχεται νὰ μὴ γίνηται κατάχρησις αὐτοῦ· δὲν ἔχει βεβαίως ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ ἀποκλείσῃ τὴν κατάχρησιν, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἶναι ἄντικρυς ὑπηρέτης τοῦ δεσποτισμοῦ.

§303Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ εἶναι δύσκολον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κύριον Δαγρὲν καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσω· διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἐννόησα τί ἤθελε νὰ εἴπῃ· εἰς ὅ,τι ὅμως ἐννόησα θέλω ἀπαντήσει πρὸς αὐτὸν ἐν ὀλίγοις, τοσοῦτον περισσότερον, κύριε πρόεδρε, καθόσον μᾶς ἀναμένει μία εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκεῖ ἔχομεν στάδιον εὐρύτατον ν’ ἀποδείξῃ ἕκαστος καὶ τὰ δικαιώματά του, καὶ τοὺς ἀγῶνας, καὶ τὰ τρόπαια, τὰ ὁποῖα ἔστησεν ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος· πρόκειται, κύριοι, μόνον καὶ μόνον περὶ καλῆς πίστεως, καὶ φαίνεται ὅτι τὴν καλὴν πίστιν τὴν ἐνόμισεν ὁ κύριος Δαγρὲς ὡς ταλαγάνιον ἢ φλοκάταν καὶ τὴν ἐπῆρε καὶ τὴν ἔθεσεν εἰς τὸν ὦμόν του καὶ δὲν θέλει νὰ τὴν ἔχῃ καὶ ἄλλος. Ἡ καλὴ πίστις, λέγει ὁ κύριος Δαγρὲς, πρέπει νὰ μᾶς διευθύνῃ πάντοτε, καὶ δὲν ἀφίνει εἰς κανένα ἄλλον καλὴν πίστιν· ὁ κύριος Δαγρὲς τὴν ἐπῆρεν ὅλην καὶ κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ εὕρῃ οὔτε τσαροῦχι καλῆς πίστεως, ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Δαγρὲν τὸν βουλευτὴν τῶν Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος τόσον σήμερον ἐξύμνησε τὰ ἑπτὰ αὐτὰ πρόσωπα τῆς παρούσης κυβερνήσεως καὶ ἐσυμφώνησε μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς παιδείας, μὲ τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀντήλλαξε λόγους, καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν ἀπήντησαν ὅτι ἤθελε τὴν διοίκησιν καὶ τὰ δικαστήρια εὐπειθῆ ὄργανα τῶν ὀρέξεών του, καὶ διότι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ ἠρνήθησαν ἐν μέρει ταῦτα τοὺς ἐξύβρισεν· ἐμέμφθη ὁ κύριος Δαγρὲς ὅλας τὰς μερίδας, κύριοι· ἐγὼ δὲν ὑπῆρξά ποτε φίλος παρὰ μιᾶς μόνης μερίδος, ἀλλὰ τὰ κόμματα, κύριε Δαγρὲ, σοῦ λέγω, εἶναι ἀναγκαιότατα εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματός σου αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, νὰ καταφερθῇς σὺ κατὰ τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα, κύριε Δαγρὲ, ἐπὶ σειρὰν ὁλόκληρον ὑπηρέτησας, τόσον αὐτὰ ὅσον καὶ τοὺς διευθύνοντας ταῦτα, τοὺς ἀνεγνωρισμένους ὡς πολιτικοὺς ἀρχηγούς· δὲν εἶχες, κύριε Δαγρὲ, τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς μεμφθῇς. Ἤθελον ἐννοήσει τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες ἐκ πεποιθήσεως καταφέρονται κατὰ τῶν βουλευτικῶν κομμάτων, ἀλλὰ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὅλα τὰ κόμματα, εἰς τόσον ὀλιγοχρόνιον διάστημα δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ μέμφωνται (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συγχωρεῖται, κύριοι.

§305ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ποῦ εἶσθε ὅταν ἐχειροκρότησαν τὸν κύριον Δαγρέν;

§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πρότερον, κύριε, τὸ αὐτὸ ἔκαμον, καὶ ἔπρεπε νὰ προσέξητε.

§307ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.

§308Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλυπήθην, κύριε πρόεδρε, καὶ ἐλυπήθην πολὺ διότι ὁ κύριος Δαγρὲς ἐπετέθη τόσον ἀτόπως κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου (θόρυβος εἰς τὰ ἀκροατήρια).

§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Κύριοι, ἂν ἐπαναλάβητε τοῦτο, θέλω διατάξει τὴν κένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου. Ὄχι· δὲν δέχομαι, κύριοι, νὰ ἔχωμεν ἀλληλογραφίαν μὲ τὰ θεωρεῖα· καὶ πρότερον τὰ ἴδια ἔκαμα· ἂν θέλωμεν συμμαχίας τοιαύτας, καταβιβάζεται ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους.

§310ΤΙΝΕΣ. Καμμία συμμαχία δὲν ὑπάρχει.

§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω τὸ χρέος μου, κύριοι.

§312ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἴμεθα καλλίτεροι ἀπὸ ἐσᾶς, τί συμμαχίαν λέγεις ὅτι ἔχομεν; δὲν ἔχομεν καμμίαν συμμαχίαν.

§313Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε πρόεδρε, νὰ ὑπερασπισθῶ ἐγὼ τὸν κύριον Λομβάρδον. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔχει ἱστορίαν ὁλόκληρον, ὁ κύριος Λομβάρδος εὐτυχῶς καὶ γράμματα περισσότερα γνωρίζει, καὶ ἐπιστήμην γνωρίζει, καὶ τὸν λόγον δύναται νὰ τὸν μεταχειρισθῇ πολὺ καλλίτερα καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ κυρίου Δαγρέ· ἀλλὰ νὰ ἔρχεται ὁ κύριος Δαγρὲς τόσον ἀπροκαλύπτως νὰ πικραίνῃ ἄνδρας ὑπηρετήσαντας ἀδιαφθόρως καὶ κατὰ τὴν προστασίαν καὶ σήμερον, αὐτὸ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σωστόν· καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι εὑρέθη ὁ φίλος μου κύριος Δαγρὲς νὰ ἐκφέρῃ αὐτὴν τὴν ὕβριν, ἥτις δὲν δύναται νὰ προσαφθῇ εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον. Ἡ ὕβρις αὕτη ἠξεύρετε εἰς ποίους δύναται νὰ προσαφθῇ; εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες τάσσονται ὑπὸ πᾶσαν ὑπηρετοῦσαν σημαίαν, εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄλλαι ἀλώπεκες συλλαμβάνονται εἰς τὰ δῶρα καὶ τὸ τάλληρον τῆς ἐξουσίας (θόρυβος).

§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.

§315Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ παύσητε, κύριε πρόεδρε, νὰ μὲ διακόπτετε.

§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέχετε, κύριε βουλευτά.

§317Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δυνατὸν λοιπὸν, λέγω, αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν νὰ τὴν δεχθῶμεν μόνον δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, δι’ ἀνθρώπους ὅμως πολιτικοὺς, ὡς τὸν κ. Λομβάρδον, ὑπηρετήσαντας ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὁλόκληρον διὰ μίαν ἰδέαν πατριωτικὴν, δι’ ἀνθρώπους ὡς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅστις ἐτέθη ὑπὸ τὴν σημαίαν καὶ τὸ πρόγραμμα ἑνὸς κόμματος καὶ ἔμεινεν ἑδραῖος χωρὶς νὰ περιέλθῃ σήμερον εἰς τὴν μίαν καὶ αὔριον εἰς τὴν ἄλλην μερίδα, ἡ φράσις «κακῆς πίστεως» δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸν κ. Λομβάρδον. Ἴσως δύναται νὰ λεχθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες ὅταν ἦναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας κρούουν διὰ νὰ τοὺς ἀνοίξωσι τὴν θύραν νὰ εἰσέλθωσι, καὶ ὅταν, κύριοι, εἰσέλθουν ἐντὸς τῆς ἐξουσίας, καταφέρονται κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες τοὺς ἔφερον εἰς τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἀφάνειαν· καὶ ὄχι καταφέρονται, ἀλλ’ ἐνεδρεύουσι διὰ νὰ μετέλθουν τὸ ἔντιμον ἐπάγγελμα τοῦ πολιτικοῦ δολοφόνου.

§318ΔΑΓΡΕΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§319Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐγκαρδίως ἐλυπήθην, διότι ὁ φίλος μου κ. Δαγρὲς, μοὶ φαίνεται, ὅτι παρεξετράπη ἀπρεπῶς ἀποκαλέσας τὸν κ. Λομβάρδον κακῆς πίστεως.

§320ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν μὲ πειράζει, κ. Πετιμεζᾶ.

§321Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην συζήτησιν καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι ἐπεβάρυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, ἡ συζήτησις εἶναι εὐρεῖα, τὸ στάδιον εἶναι ἀνοικτὸν, ἔχουν ὅλοι αὐτοὶ τὸν λόγον, θὰ τὸν λάβωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἑπομένως θὰ εὑρεθῇ ποῖοι εἶναι οἱ αἴτιοι.

§322ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐζητήσαμεν, κύριοι, τὴν ἀναβολὴν κατὰ τὴν τετάρτην ὥραν, φρονοῦντες ὅτι μέχρι τῆς πέμπτης καὶ ἡμισείας ὥρας ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκουσθῶσιν ἴσως δύο καὶ τρεῖς ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἤδη δὲ ἐπειδὴ ἔφθασεν εἰς τὰς 5 καὶ ½ ἡ ὥρα, καὶ καιρὸς δὲν ὑπάρχει εἰς συζήτησιν, διὰ τοῦτο φυσικὰ θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κκ. βουλευτὰς νὰ μὴ παρευρεθῶσιν εἰς συζήτησιν αὔριον, διότι δὲν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ παρευρεθῶμεν.

§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν.

§324ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ ἡ σημείωσις, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ.

§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, πάρετε ἀντίγραφα, ἂν θέλετε. — Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 παρὰ 25/60 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
2Τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1869.
3(Τρίτη).
4Ὥρᾳ 12.
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
6σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς συντάξεως τῶν
9πρακτικῶν;
10§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
11§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν ἐπρόσεξε. — Ὁ κ. Κοτζιᾶς ἔχει νὰ
12φέρῃ μίαν ἀναφοράν.
13§4ΚΟΤΖΙΑΣ. Κύριοι, πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μου μοὶ ἔστει-
14λαν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία πράγματι εἶναι σχετικὴ πρὸς τὸ νομο-
15σχέδιον τῆς συσταθησομένης ναυτικῆς τραπέζης, ἔχει διαφόρους
16ἰδέας, αἱ ὁποῖαι θὰ συντελέσουν πολὺ εἰς τὴν κατάστρωσιν τοῦ
17νομοσχεδίου. Ὑποβάλλω αὐτὴν, καὶ ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ἂς δια-
18τάξῃ τὴν παραπομπήν της εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ὅπως
19τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
20§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
21§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει κανεὶς ἀντίῤῥησιν.
22Πρότασις νόμου ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Σάμης κ. Καβαλιεράτου
23περὶ προβιβασμοῦ τοῦ τελωνοσταθμαρχείου Φισινάρδου Κεφαλ-
24ληνίας εἰς ὑποτελωνεῖον γʹ. τάξεως.
25§7ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καθυπέβαλα
26ἤδη τὰς σκέψεις μου πρὸς τὴν σεβαστὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἐλπί-
27ζομεν, ὅτι ὅσον οὔπω θέλει εἰσάξει τὸ κατάλληλον νομοσχέ-
28διον.
29§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Κεφαλληνίας ὑπέβαλον σχέδιον νό-
30μου. Ἄρθρον μόνον.
31«Προσδιορίζεται ἕδρα τῶν ἐμπορικῶν μαθημάτων ἐν τῷ
32γυμνασίῳ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας.»
33Κύριοι, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἐκπαι-
34δεύσεως;
35§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
36§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
37§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξε-
38ως ζητῶ τὸν λόγον. Ἐπιτρέπετε ἀπὸ τὴν θέσιν μου;
39§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
40§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ αὔριον ὁ κ. ὑπουρ-
41γὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ βεβαίως αὔριον εἶναι ἡ συζήτησις
42τῶν ἐπερωτήσεων, ἐὰν ᾖναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῆς
43ὑπουργείας του διώρισε καὶ ἑπομένως ἔπαυσε 27 Πρωτοδίκας,
4410 Ἀντεισαγγελεῖς, καὶ ἐκ τῶν 16 γραμματέων τῶν πρωτο-
45δικῶν διώρισε καὶ ἑπομένως ἔπαυσε 10· νὰ μὲ πληροφορήσῃ
46ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι μεταξὺ τούτων, 5 ἀντεισαγγελεῖς, 5 πρω-
47τοδίκαι καὶ 2 γραμματεῖς πρωτοδικῶν εἶναι ἐκ Ξηροχωρίου
48καὶ Χαλκίδος· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι, ὁ ἀν-
49τεισαγγελεὺς Λαμίας Ἰωαννίδης ἦτο Δικολάβος Ξηροχωρίου· ἐὰν
50οἱ διορισθέντες ἀντεισαγγελεῖς Πατρῶν καὶ Καλαμῶν Ἠλιάδης
51καὶ Ζηλήμων διωρίσθησαν μόλις τελειώσαντες τὰς ἐξετάσεις
52των κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ὀργανισμοῦ· νὰ μὲ
53πληροφορήσῃ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι, οἱ Ναοὺμ καὶ Παππαναστα-
54σίου, ὁ μὲν διορισθεὶς Πρωτοδίκης Καλαμῶν, ὁ δὲ Ἀντεισαγγε-
55λεὺς Ἀμφίσσης εἶναι ἄνευ διπλώματος· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν
56ᾖναι ἀληθές, ἐὰν ὁ διορισθεὶς ὡς ἀντεισαγγελεὺς Σύρου Νάνος
57ἦτο πρὸ δύω ἐτῶν ἁπλοῦς ὑπογραμματεὺς νομαρχίας, ὅταν
58διωρίσθη πρῶτος γραμματεὺς πρωτοδικείου, καὶ μετὰ τέσσαρας
59μῆνας ἀντεισαγγελεὺς Σύρου· νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ᾖναι ἀλη-
60θές, ὁ Γκορτζῆς καὶ Παλαιολόγος ἐκ Χαλκίδος διορισθέντες
61γραμματεῖς πρωτοδικῶν ἦσαν ἁπλοῖ γραμματεῖς, νὰ μὲ πλη-
62ροφορήσῃ, ἂν ᾖναι ἀληθές, ὅτι διὰ τηλεγραφήματος διωρίσθησαν·
63ἂν διετάχθησαν αἱ ἀρχαὶ Κορινθίας νὰ μὴ ἐνεργήσουν ἐντάλ-
64ματα ἐκδοθέντα κατὰ τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν διαρκούσῃ
65τῆς τελευταίας ἐκλογῆς Κορινθίας.
66§14ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν μελετήσασα τὸ
67νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου
68ζητεῖ πίστωσιν πρὸς ἀγορὰν οἰκήματος ἐν Πάτραις διὰ νὰ χρη-
69σιμεύσῃ κατάστημα δημοσίου γραφείου, ἐβασάνισε αὐτὸ καὶ
70συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχήν του μὲ μίαν προσθή-
71κην, τὴν ὁποίαν θὰ ἴδητε.
72§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· προσέ-
73χετε· ἔχομεν σήμερον τρία ἢ τέσσαρα νομοσχέδια εἰς τρίτην
74ἀνάγνωσιν.
75Ἐνταῦθα γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤ-
76ῥήσεως τὰ ἑξῆς δύω νομοσχέδια.
77Ἄρθρον μόνον.
78Ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γενικοῦ Προξένου, ὅταν φέρῃ
79καὶ τὸν βαθμὸν διπλωματικοῦ πράκτορος, ὁρίζεται εἰς δραχ-
80μὰς χιλίας πεντακοσίας κατὰ μῆνα.
81Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν
82ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πί-
83στωσις ἐκ δραχμῶν τριῶν χιλιάδων διακοσίων εἴκοσι (3220),
84καταλογιστέα εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ κεφ. ΙΙΙ «Προξενικὴ
85ὑπηρεσία».
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
86Ἄρθρον1.Προσωπικὸν τῶν Προξενείωνδραχ.2520
87Ἄρθρον2.Γραφικὰ ἔξοδα αὐτῶν » 700
88 Τὸ ὅλον » 3220
89Νομοσχέδιον περὶ ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων.
90Ἄρθρον 1.
91Οἱ ἀγορασταὶ ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων δυνάμει τοῦ νόμου ΙΖʹ,
92θέλουσι πληρόνει τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐκπλειστηριάσματος κατὰ
93πᾶσαν πρώτην Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους συμφώνως μὲ τὸ ἄρ-
94θρον 2 τοῦ ΙΖʹ. Νόμου.
95Εἶναι μία προσθήκη ἐδῶ ἀνὰ προστεθοῦν μετὰ τὰς λέξεις
96οἱ ἀγορασταὶ ἐθνικῶν «αἱ λέξεις, ἐκκλησιαστικῶν ἢ μοναστη-
97ριακῶν.»
98§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
99§17ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν.
100§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν καμμία ἀντίῤῥησις;
101§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
102§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
103Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἑπόμενα δύω ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον
104ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
105Ἄρθρον 2.
106Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε
107ἀγοραστὰς ἐλαιοδένδρων διὰ τὰς μελλούσας δόσεις.
108Ἄρθρον 3.
109Εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχει Διοικητικὴ ἀρχὴ ἢ κω-
110λύεται, ἀναπληροῖ αὐτὴν ὁ εἰρηνοδίκης εἰς τὰς δημοπρασίας.
111Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νό-
112μου. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον.
113§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
114§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
115§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
116§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγη-
117τικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μοὶ ἔκα-
118με ὄχι καλὴν ἐντύπωσιν, διότι παρετήρησα ὅτι δὲν ἔδωκεν ὅσην
119ἔπρεπε σπουδαιότητα εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ὅσοι τὴν
120ἀνεγνώσατε παρατηρήσατε ὅτι δὲν ἐπιφέρει καμμίαν παρατή-
121ρησιν, ἀλλὰ λέγει, διὰ τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
122μικῶν ὑπουργοῦ λόγους, γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς.
123Ἴσως, κύριοι, τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπεπλανήθη-
124σαν ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Οἰκονομικῶν, ὅστις
125τῳόντι δὲν δίδει σπουδαιότητα εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο
126καὶ λέγει, ὅτι μόνος λόγος τῆς τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου
127περὶ χαρτοσήμου εἶναι ἡ ἁπλοποίησις τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δι’ αὑ-
128τὸν τὸν λόγον, νομίζω, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεπλανήθησαν
129καὶ δὲν ἔδωκαν τὴν δέουσαν προσοχὴν, διότι ἐὰν ἔδιδον τὴν
130προσοχήν των εἰς τὰς συνεπείας τοῦ ἁπλοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου,
131ὅπως τὸ ὀνομάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελον πα-
132ρατηρήσει ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμον ἀλλ’ ἀπεναντίας λίαν βλα-
133βερὸν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἴδιος
134ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἀκούσῃ τὰς συνεπείας αὐτοῦ
135τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι βέβαιος λέγω, ὅτι μιμούμενος τὸν προ-
136κάτοχόν του κ. Σῖμον, ὅστις εἶναι γνωστὸς διὰ τὴν ἐπιμονήν
137του, διὰ τὸ ἐπίμονον τοῦ χαρακτῆρός του καὶ ἠναγκάσθη εὐσχή-
138μως νὰ τὸ ἀποσύρει μὴ ἐπιμείνας νὰ συζητηθῇ, θέλει καὶ αὐτὸς,
139νομίζω, τὸ ἀποσύρει. Ἀκούσατε καὶ θέλετε πεισθῆ τόσον οἱ κ.κ.
140βουλευταὶ καθὼς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ποίας
141συνεπείας θέλει ἔχει ἡ παραδοχὴ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
142Ὡς παρατηρεῖτε τρεῖς καινοτομίας εἰσάγει εἰς τὸν νόμον περὶ
143χαρτοσήμου. Κατὰ τὴν πρώτην, περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν
144κλάσεων τοῦ χαρτοσήμου χάριν ἁπλοποιήσεως, ὅπως λέγει.
145Κατὰ τὴν δευτέραν, ἐπιβάλλεται χαρτόσημον εἰς τὰ τελωνειακὰ
146ἔγγραφα διασαφήσεως καὶ λοιπά. Τρίτον, ἐλαττοῦται τὸ χαρτό-
147σημον τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα ἐπὶ τῷ
148σκοπῷ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον κατὰ τὴν κρίσιν του. Θέλω
149σᾶς ἀποδείξει ὅτι καὶ τὰ τρία εἶναι ἐπιβλαβῆ.
150Ἔρχομαι ὡς πρὸς τὴν πρώτην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας πε-
151ριορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν κλάσεων ἀπὸ 117 εἰς 42 νομίζω.
152Ὡς λόγον τῆς ἁπλοποιήσεως δὲν ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν του
153ἄλλον παρ’ ὅτι ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία καθίσταται λίαν δυσχερὴς·
154διότι τόσον ὁ κεντρικὸς ταμίας, ὁ ἐπιφορτισμένος τὴν διαχείρι-
155σιν τοῦ χαρτοσήμου, καθὼς καὶ οἱ ταμίαι, ἀναγκάζονται νὰ
156κρατοῦν ἰδίαν μερίδα δι’ ἑκάστην κλάσιν χαρτοσήμου, καὶ ὡς ἐκ
157τούτων, ὀρθῶς σκεπτόμενος, λέγει, πρὸς τί νὰ κρατῶνται 117
158μερίδες ἀπὸ τόσους ταμίας καὶ ἀπὸ τὸν κεντρικὸν ταμίαν; ἀλ-
159λὰ νομίζω, ἡ διόρθωσις αὕτη ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὄχι νομοθετι-
160κῶς, παρὰ δι’ ἁπλῆς διαταγῆς τοῦ ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν
161πρὸς τοὺς ταμίας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ κανένα νόμον δὲν εἶναι ὑπο-
162χρεωμένοι νὰ κρατοῦν δι’ ἑκάστην κλάσιν ἰδίαν μερίδα, οἱ τα-
163μίαι λαμβάνοντες χαρτόσημον ἀπὸ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον εἶναι
164ὀφειλέται δι’ ἀντίτιμον ὡρισμένου ποσοῦ, ἤτοι δι’ 100 δραχ-
165μὰς διὰ 500 καὶ 1000, δὲν εἶναι ἀνάγκη οἱ ταμίαι νὰ ἔχουν
166χωριστὴν μερίδα δι’ ἑκάστην κλάσιν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν
167μοῦ τὴν ἔκαμεν εἷς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰ-
168κονομικῶν, ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ
169προέτρεπε νὰ ζητήσω τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, καὶ τὸν εἶπον,
170ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ κακόν, δύναται νὰ διορθωθῇ δι’ αὐτοῦ
171τοῦ τρόπου, διότι ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου εἴτε ὁ νόμος περὶ
172δημοσίου λογιστικοῦ, δὲν ὑποβάλλει εἰς ὑποχρέωσιν τοὺς ταμίας
173νὰ κρατοῦν δι’ ἑκάστην κλάσιν ἰδίαν μερίδα, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ
174δεικνύουν τὰ βιβλία των διὰ πόσον ποσὸν εἶναι ὀφειλέται πρὸς
175τὸ ταμεῖον, καὶ μετὰ τὴν πώλησιν νὰ βλέπουν ποῖον εἶναι τὸ
176ἀντίτιμον, καὶ ἑπομένως ὅταν γίνεται ἡ καταμέτρησις τοῦ τα-
177μείου, νὰ παρουσιάζουν ἐν γένει τὸ ἀντίτιμον ὁλοκλήρου τοῦ
178ποσοῦ, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη αὐτῆς τῆς πολυγραφίας, ἑπομέ-
179νως δὲν ἦτον ἀνάγκη διὰ νόμου νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν
180κλάσεων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, τί βλάπτει τὸ νομοσχέδιον; πε-
181ριωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν κλάσεων· βλάπτει, κύριοι, κατὰ τοῦτο
182ὁ περιορισμὸς τῶν κλάσεων· ἀναγκάζεται ὁ συντάξας τὸ
183νομοσχέδιον νὰ κάμῃ πηδήματα ἀρκετὰ μεγάλα τῶν ποσοτή-
184των, τοὐτέστι ἐν παραδείγματι, ἀπὸ 20 χιλ. δραχ. ἀξίας μέχρι
18530 χιλ. κάμνει μίαν κλάσιν, ἐνῷ πρότερον ὑπῆρχον 10 κλάσεις,
186διότι κατὰ χιλιάδας ηὔξανε ἡ κλάσις καὶ ἑπομένως καὶ τὸ τέ-
187λος τοῦ χαρτοσήμου. Ἠξεύρετε ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ τοιοῦτον;
188ἐπὶ τῶν 30 χιλ. δραχ. θὰ πληρώσῃ τὸ τέλος ὁ καταναλίσκων
189τὸ χαρτόσημον, τουτέστιν ἀντὶ διὰ τοῦ πρώτου νόμου νὰ πλη-
190ρώσῃ ἐπὶ 20,001 δραχμῶν 52 δραχμὰς καὶ 50 λεπτὰ, θὰ πλη-
191ρώσῃ διὰ τοῦ ἁπλοποιητικοῦ αὐτοῦ ἀπὸ 20,001 μέχρι 30
192χιλιάδας δραχμὰς 75. Εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, διότι αὐ-
193ξάνει κατὰ 30% τὸ ποσὸν τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ
194τῶν ποσοτήτων τῶν 21, τῶν 22, τῶν 23 χιλιάδων.
195Μὴ νομίσητε ὅτι κάμνων τὴν παρατήρησιν αὐτὴν δὲν θέλω
196τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, αὐτὸ τὸ εἶπον παῤῥησίᾳ διότι παρετή-
197ρησα μάλιστα ὅτι πάντοτε ἐλλείμματα ὑπῆρχον, καὶ διὰ τοῦτο
198ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ
199μέρος, εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ
200κατάστασις καὶ ἑπομένως ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, ἀλλὰ
201νὰ τοὺς αὐξήσωμεν μετὰ δικαιοσύνης, διότι ἐὰν ὑπάρχουν πα-
202ράπονα ἀπὸ τοὺς πολίτας κατὰ τῆς φορολογίας, τὰ παράπονα
203αὐτὰ περιστρέφονται κυρίως οὐχὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλὰ
204διὰ τὸ ἄδικον καὶ διὰ τὸν κακὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον εἰσ-
205πράττονται οἱ φόροι. Λοιπὸν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῆται μὲ
206τὸ αὐτὸ ποσὸν ὁ κάμνων μίαν συναλλαγὴν 21,000 δραχ. μὲ
207ὅσον πρέπει νὰ φορολογῆται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κάμνει ἓν συνάλ-
208λαγμα 30,000 δραχμῶν; ἀδικώτατον, κύριοι· ἀπομακρύνεται
209μάλιστα ἀπὸ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ πολίτευμά μας
210ὅτι ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας, ἀναλόγως τῶν ὠφελειῶν,
211πρέπει νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ δημόσια βάρη. Βλέπετε ἀπὸ 52
212δραχμάς, ὅσας ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ ὡς συνάψας ἓν συμβόλαιον
21321,000 δραχμῶν κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τώρα πρέπει
214νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ 75. Εἶναι ἄδικον ὄχι διὰ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ
215διατί νὰ ἔρχηται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ὁ συνάπτων ἓν συμβό-
216λαιον 21,000 δραχμῶν μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνάπτει συμβό-
217λαιον 30,000. Εἶναι ἄδικον κατὰ τὴν βάσιν. Ἀλλὰ, κύριοι,
218θέλετε παρατηρήσει καὶ ἓν ἄλλο· ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν
219Οἰκονομικῶν, ὅστις, ὅπως λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, δὲν εἶναι
220ἄλλος παρὰ νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐγὼ νομίζω ὅτι
221ματαιοῦται, διότι ἡ κλῖμαξ μένει ἡ αὐτὴ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν
22210,000 δραχμῶν, δὲν μεταβάλλεται, καὶ ἑπομένως ἡ δυσκο-
223λία τῆς ὑπηρεσίας πάλιν θὰ ὑφίσταται, διότι συνήθως ἡ με-
224γαλειτέρα χρῆσις ἢ κατανάλωσις τοῦ χαρτοσήμου γίνεται μέ-
225χρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὰ ἄλλα εἶναι σπανιώτερα· ἡ πολυγρα-
226φία κατὰ τῆς ὁποίας πάντοτε εἶμαι ἐναντίος, πάλιν θὰ ὑφίστα-
227ται, διότι οἱ ταμίαι, ἐὰν διατηρήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα ὁ κ.
228ὑπουργὸς, νὰ κρατοῦν οἱ ταμίαι δι’ ἑκάστην κλάσιν χαρτοσήμου
229ἰδίαν μερίδα, πάλιν αἱ δυσκολίαι θὰ ὑπάρχουν· ἑπομένως φρονῶ
230ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτυγχάνει τὸν σκοπὸν κυ-
231ρίως, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ἐπειδὴ γεν-
232νᾶται τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον σᾶς κατέδειξα προηγουμένως,
233καθίσταται κατ’ ἐμὲ ἡ πρώτη διάταξις πάντη περιττὴ, διότι
234ἐὰν θέλῃ τῳόντι νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἀρκεῖ ἓν ἔγγρα-
235φον πρὸς τοὺς ταμίας νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦ λοιποῦ μὴ κρατῆτε
236δι’ ἑκάστην κλάσιν ἰδίαν μερίδα παρὰ ἐν γένει τὸ ἀντίτιμον
237τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται, μόνον εἰς τὸ Κεντρικὸν
238ταμεῖον εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἔχῃ τόσας θυρίδας, ἐντὸς τῶν
239ὁποίων θὰ καταθέτῃ τὸ χαρτόσημον μιᾶς ἑκάστης κλάσεως
240διὰ νὰ γνωρίζῃ τὸ δημόσιον πόσον χαρτόσημον, ὄχι πόσης ἀ-
241ξίας, ἀλλὰ ποίων κλάσεων κατηναλώθη χαρτόσημον. Ἐὰν, κύ-
242ριοι, ὑποθέσητε ὅτι γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, συλλογι-
243σθῆτε μίαν ἄλλην περιπλοκὴν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ
244κεντρικὸν ταμεῖον καὶ οἱ ταμίαι. Ἐννοεῖται ὅτι ἐκ τοῦ χαρτο-
245σήμου τῶν καταργουμένων σήμερον 40 περίπου κλάσεων, ὑπάρ-
246χει ἐκτετυπωμένον καὶ εἶναι διεσκορπισμένον εἰς τὰ διάφορα
247ταμεῖα καθὼς καὶ εἰς τὸ κεντρικόν· αὐτὸ τὸ χαρτόσημον τί
248θὰ γίνῃ; θὰ ἐπιστραφῇ καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἐξαφανισθῇ. Βλέ-
249πετε ὅτι αὐτὴ μόνη ἡ ἐργασία εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀπομακρύνῃ
250καθένα ἀπὸ τὸν σκοπὸν τῆς τροποποιήσεως, διότι καὶ καταχρή-
251σεις δύνανται νὰ λάβουν χώραν. Ἑπομένως τὴν πρώτην διάτα-
252ξιν, κύριοι, τὴν θεωρῶ πάντη περιττὴν, διότι διὰ μιᾶς ἐγκυ-
253κλίου πρὸς τοὺς ταμίας, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
254Οἰκονομικῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει, τουτέστι τὴν ἁπλο-
255ποίησιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ν’ ἀποφύγω-
256μεν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γεννηθῇ, τουτέστι νὰ
257βαρυνθῇ ἕκαστος ἀναλόγως τῆς ὠφελείας ἀναλόγως τῶν ἐρ-
258γασιῶν. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
259πρώτην διάταξιν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς δύω ἑπομένας, τουτέστι
260εἰς τὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται τοῦ λοιποῦ χαρτόσημον
261εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τελω-
262νείων, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὰ κατονομάζει, τοὐ-
263τέστι εἰς τὰς διασαφήσεις, τὰ δηλωτικὰ, αἰτήσεις ἀποταμιεύ-
264σεως, ἀναγνωρίσεως, ναυλώσεως καὶ ἀποστολῆς, τὰ διαβατήρια
265ἐμπορευμάτων καὶ μετακομίσεων. Βλέπετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ὅλως
266νέα διάταξις καὶ ἀπὸ τὴν καινοτομίαν αὐτὴν, ἀπὸ τὴν τροπο-
267ποίησιν αὐτὴν τοῦ νόμου, προσδοκᾷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονο-
268μικῶν μίαν πρόσοδον ἀναξίαν λόγου 6,000 δραχ. ὅπως λέγει ὁ
269ἴδιος. Ἐὰν ἐλάμβανε πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα
270θ’ ἀπαντηθοῦν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτὴν τῆς διατάξεως, ἤθελεν
271ἀπομακρύνει ὄχι μόνον τὰς 6 χιλιάδας δραχμὰς ἀλλὰ καὶ 600
272ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κύριοι, ἠξεύ-
273ρετε τί θὰ εἴπῃ διασαφήσεις, δηλωτικὰ, καὶ ἀπὸ ποίους συν-
274τάττονται; Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν
275ἐμπορικῶν πόλεων, διότι ἐκεῖνοι βεβαίως καλλίτερον τῶν ἄλ-
276λων εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν σπουδαιότητα τῆς δια-
277τάξεως αὐτῆς καὶ ἰδίως ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀντιπροσω-
278πεύων τὴν ἐμπορικωτέραν πόλιν τῆς Ἑλλάδος τουτέστι τὴν
279Σῦρον.
280§25ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ λαλῆτε δυνατώτερα περὶ αὐτοῦ τοῦ
281ἀντικειμένου, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον.
282§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καλά· χαίρω διότι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἷς ἄλλος
283γνωρίζων καλλίτερον ἐμοῦ.—Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι οἱ ἔμποροι
284ἐν γένει δὲν εἶναι πολὺ γραμματισμένοι καὶ ἑπομένως διὰ τὴν
285σύνταξιν αὐτῶν τῶν ἐγγράφων πολλὴν δυσκολίαν ἀπαντοῦν
286καὶ ἀναγκάζονται, ὅπως τὸ εἶδον ἰδίοις ὄμμασι, νὰ καταστρέ-
287φουν τρία τέσσαρα ἀντίτυπα διὰ νὰ καταρτίσουν ἓν ὅπως τὸ
288ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ἔχει τὸ δικαίωμα μάλιστα ὁ τελώνης κατὰ
289τὸν νόμον περὶ Τελωνείων νὰ ξεσχίζῃ τὰ παρουσιαζόμενα ἔγ-
290γραφα ὅταν ταῦτα δὲν ᾖναι συντεταγμένα συμφώνως μὲ τὸν
291νόμον· αὐτὸ εἶναι συνηθέστατον· ἐκτὸς τούτου οἱ ἔμποροι δὲν
292γνωρίζουν πῶς κατονομάζονται τὰ ἐμπορεύματα ἐν τῷ δασμο-
293λογίῳ, ἐνῷ ὁ τελώνης θέλει νὰ ὀνομάζωνται ὅπως τὰ ἀναφέρει
294τὸ δασμολόγιον καὶ κατὰ τὰ μέτρα καὶ τὸ βάρος καὶ ὅλα.
295Πολλοὶ τῶν ἐμπόρων δὲν γνωρίζουν καὶ τὸ συντάττουν ὅπως
296δύνανται· αὐτὰ ἐξαφανίζονται καὶ συντάττονται νέα, λοιπὸν
297τὰ χαρτόσημα θὰ ξανασχίζωνται καὶ θ’ ἀναγκάζωνται νὰ κά-
298μουν νέας δηλώσεις ἐπὶ χαρτοσήμου, διότι τὸ χαρτόσημον δὲν
299εἶναι κινητὸν, ὅπως εἰς πολλὰς ἐπικρατείας εἰσήγαγον αὐτὸ,
300ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν τὰ γραμματόσημα, τὰ ὁποῖα ἐπιθέτομεν
301εἰς τὴν ἐπιστολὴν, ἀφοῦ τελειώσει αὕτη. Ὑποθέσατε ἐὰν ἦσαν
302τὰ γραμματόσημα ἐπάνω εἰς τὸ χαρτὶ πόσα ἤθελον ἐξαφανί-
303ζεσθαι, διότι ἡ ἐπιστολὴ δὲν εἶναι ὅπως τὴν ἤθελον; αὐτὸ θὰ
304συμβαίνῃ εἰς τὰ τελωνειακὰ ἔγγραφα. Καὶ ἠξεύρετε εἰς ποῖα
305μέρη θὰ γίνεται χρῆσις αὐτῶν τῶν τελωνειακῶν ἐγγράφων;
306μόνον εἰς τὰ ὑποτελωνεῖα; ὄχι, καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη καὶ
307εἰς τὰ σταθμαρχεῖα. δηλ. ἠξεύρετε εἰς πόσας ἀρχάς; εἰς 120
308ἀρχάς.
309§27ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπου πηγαίνουν καὶ
310σήμερον.
311§28ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς 120 ἀρχὰς θ’ ἀναγκασθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς
312τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως στέλλει τὰ ἔντυπα, νὰ στέλλῃ καὶ τὸ
313χαρτόσημον. Ποῖος κόπος, ποία λογιστικὴ ἐργασία θὰ γείνῃ διὰ
314νὰ χρεώνωνται, διότι ἐπὶ πιστώσει βεβαίως θὰ τὰ δώσῃ, διὰ
315νὰ χρεώνεται ἕκαστος τελωνοσταθμάρχης διὰ τόσα φύλλα,
316ὅπως σήμερον γίνεται διὰ τὸ χαρτόσημον· καὶ ἐὰν ὁ τελωνο-
317σταθμάρχης ἢ ὁ ὑποτελώνης ἔχει τὴν πρόνοιαν, ὅταν βλέπῃ ὅτι
318τὰ φύλλα κινδυνεύουν νὰ ἐξαντληθοῦν, νὰ γράψῃ εἰς τὸ ὑπουρ-
319γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν ἐφοδιάσῃ, καλὰ, διότι ἐὰν δὲν
320ἔχῃ τί θὰ γίνῃ; θὰ σταυρώσῃ τὰ χέρια του καὶ αὐτὸς καὶ ὁ
321ἔμπορος· αὐτὸ δὲν τὸ βλέπομεν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ χαρτοσήμου,
322ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὰ κεντρικὰ μέρη, εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν
323ἐπαρχιῶν, διότι ἐκεῖ εἶναι τὰ ταμεῖα. Καὶ ἠξεύρετε εἰς τὰ τε-
324λωνοσταθμαρχεῖα, εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη, ὅπου δὲν κατοικεῖ
325κανεὶς παρὰ ὑπάρχει ἐκεῖ μία ἀρχὴ, οὐχὶ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν
326καὶ ἐξαγωγὴν παρὰ ἁπλῶς νὰ φυλάττῃ, ἐν τούτοις αὐτὸς εἶ-
327ναι ἠναγκασμένος νὰ ᾖναι ἐφωδιασμένος μὲ χαρτόσημα, αὐτὸς
328ἐὰν τὰ ὑπεξαιρέσῃ; Ἠξεύρετε τὰ διαβατήρια κατὰ μίαν διάτα-
329ξιν γίνονται ἐπὶ χαρτοσήμου καὶ ἡ πρώτη διάταξις τοῦ νόμου
330περὶ τῶν διαβατηρίων ἦτο, οἱ ἀστυνόμοι νὰ προκαταβάλλουν
331τὸ ἀντίτιμον, νὰ ἀγοράσουν, ἀλλὰ πολλοὶ ἔλεγον, δὲν ἔχομεν,
332δόσατέ τα ἐπὶ πιστώσει καὶ ὅταν εἰσπράξωμεν δίδομεν τὸ ἀν-
333τίτιμον. Πόσοι φαίνονται εἰς τὰ δημόσια κατάστιχα ὀφειλέ-
334ται πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι δὲν ἐπέστρεψαν τὸ ἀντί-
335τιμον τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν διὰ τὴν ἔκ-
336δοσιν τῶν διαβατηρίων, καὶ ἐν τούτοις τὰ ἀντίτιμα ἐσφετερί-
337σθησαν; Ἀμφιβάλλετε τόρα ὅτι δὲν θὰ πολλαπλασιασθῇ περισ-
338σότερον αὐτὴ ἡ κατάχρησις;
339Ποῦ ὁ πρῶτος λόγος, κ. ὑπουργὲ, τὸν ὁποῖον ἔφερες τῆς ἁπλο-
340ποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας; ἐσυλλογίσθης πόσην ἐργασίαν θὰ δώ-
341σῃς εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ συνάμα εἰς τοὺς ὑπαλλή-
342λους; Βεβαίως ὄχι, διότι ἐὰν τὸ ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ἠθέλετε
343φασκελώσει τὰς 6,000 δραχ. ὄχι 6 χιλιάδας ἀλλὰ 600, διότι
344κύριοι, μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἡ ἐλευθέρα κίνησις τοῦ πολίτου εἶ-
345ναι τὸ σημαντικώτερον, νὰ τὸν ὑποβάλλετε εἰς ὅσους θέλετε
346βαρεῖς φόρους, ἀλλὰ νὰ τοῦ ἀφήσητε ἐλευθέραν ἐνέργειαν. Ὅταν
347πηγαίνῃ εἰς τὸν τελώνην καὶ ὁ τελώνης τοῦ λέγῃ, ἐξήντλησα
348τὸ χαρτόσημον, δὲν ἔχω· τί θὰ κάμῃ ὁ ἔμπορος; θὰ εὕρῃ εἰς
349τὴν πρωτεύουσαν τὸν ταμίαν νὰ ζητήσῃ τὸ χαρτόσημον τῶν
35025 λεπτῶν. Ἀρκεῖ ὅτι δὲν δύναται ὁ πολίτης δυστυχῶς, ὄχι
351ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἦ-
352μαι δίκαιος, νὰ κινεῖται ἐλευθέρως ἐκτὸς τῆς πόλεως, θέλετε
353καὶ ἐντὸς νὰ μὴ δύναται νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως; ἐπιβάλετε ὅ-
354σους θέλετε φόρους, ἀλλὰ μετὰ δικαιοσύνης καὶ χωρὶς νὰ ἐμπο-
355δίσητε τὴν ἐλευθέραν του κίνησιν. Λοιπὸν ἀξίζει τὸν κόπον διὰ
3566,000 δραχ. νὰ ὑποβάλητε τὸ δημόσιον εἰς τόσας δαπάνας
357καὶ κόπους καὶ εἰς τόσα προσκόμματα τοὺς πολίτας; Ἀπορῶ
358τῇ ἀληθείᾳ πῶς διέφυγε τὴν προσοχήν σας, καθὼς καὶ τῶν ἐν-
359τίμων μελῶν τῆς Βουλῆς, αὐτὸ τὸ σπουδαῖον κατ’ ἐμὲ ἀντι-
360κείμενον. Πόση ἐργασία θὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ σφραγιστήριον,
361τὸ ὁποῖον δὲν ἀρκεῖ νὰ τυπόνῃ γραμματόσημα καὶ χαρτόσημα,
362καὶ, καθὼς λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, αὐτὰ τὰ ἔγγραφα εἶναι
363ἀναρίθμητα, δὲν κρατεῖται λογαριασμὸς, χάνονται· καὶ διὰ νὰ
364μὴ χάνωνται καὶ διὰ νὰ εἰσαχθῇ τάξις, πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν
365αὐτὸ τὸ χαρτόσημον; Μήπως τὸ χαρτόσημον θὰ ἐμποδίσῃ τὴν
366ἐξαίρεσιν; Ὄχι, ἔτι περισσότερον, διότι θὰ γεννήσῃ συμφέρον
367εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπεξαίρεσις τοῦ χαρτοσήμου, ἐνῷ τώρα δὲν ἔχουν νὰ
368ὑπεξαιρέσουν παρ’ ἁπλᾶ ἔντυπα· οἱ ταμίαι δὲν θ’ ἀναγκασθοῦν
369νὰ κρατήσουν μερίδας δι’ αὐτὸ τὸ εἶδος, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐ-
370τὸ τὸ σύστημα καὶ οἱ τελῶναι καὶ οἱ τελωνοσταθμάρχαι.
371Κύριοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφάνη γενναῖος εἰς
372αἰτήσεις ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων, ἰδίως τῆς Σύρου, ἐλαττώ-
373σας δικαιώματα ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν κρίσιν
374καὶ τοῦ ἐπιμελητηρίου καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν ἐδίστασε διὰ
375Β. διατάγματος νὰ ἐλαττώσῃ τὰ δικαιώματα, στερήσας ἐννο-
376εῖται, καὶ μέρος προσόδων τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τώρα ἀξίζει
377τὸν κόπον δι’ ἓξ χιλιάδας δραχ. νὰ ὑποβάλῃς καὶ τοὺς ὑπαλ-
378λήλους σου καὶ τοὺς πολίτας εἰς τόσους κόπους ἐπὶ μιᾶς προ-
379σόδου 10 ἑκατομμυρίων; Βλέπετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς
380τὰ ἔσοδα, ὑπερέβησαν τὰ 10 ἑκατομμύρια, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς
381τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου ὑπερβαίνει
382τὰ 150 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ἀφοῦ τὸ δημόσιον ἔχει τόσον
383σπουδαίαν πρόσοδον, μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου
384ἀξίζει ὁ κόπος δι’ 6,000 δραχμὰς νὰ τροποποιήσωμεν τὸν νό-
385μον περὶ χαρτοσήμου; Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, ἔπρε-
386πε μάλιστα μετ’ ἀγανακτήσεως ν’ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπόν
387του ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοῦ τὸ προέτρεπον. Τὸ λέγω εἰς
388ἐκεῖνον, διότι καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς, οἱ ὑπάλληλοι θέλοντες νὰ
389δείξουν ζῆλον..............
390§29ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Κεχαγιᾶ· ἐγὼ δὲν ἐπαγ-
391γέλλομαι τὸν οἰκονομολόγον, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας λαμβάνω τὰς
392πληροφορίας.
393§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βλέπετε ὅτι θέτω καὶ ἐμαυτὸν, μὴ σᾶς κα-
394κοφαίνετε.
395§31ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὄχι· θὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους ὕστερον, ἐξα-
396κολουθήσαται.
397§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν τρίτην διάταξιν τὴν ἀ-
398φορῶσαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπιβαλλομένου χαρτοσήμου ἐπὶ
399τῶν ἐμπορικῶν καταστίχων, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν
400προσοχήν σας, διότι φοβοῦμαι καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν, πάλιν
401ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ ἐπιβολῆς χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν
402καταστίχων, πάλιν θὰ ᾖναι ἐλλειπὴς, διότι ὡς εἶπον δὲν εἶναι
403τὸ πολὺ τοῦ φόρου τὸ ὁποῖον κάμνει τοὺς πολίτας νὰ ὑποφέρω-
404σιν, ὅσον αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀπαντοῦν διὰ νὰ πληρώσουν
405τὸ δικαίωμα. Ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἔκθεσίν του ἀποδίδει
406τὴν νέκρωσιν αὐτὴν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου
407εἰς τὸ ὑπερβολικὸν τοῦ φόρου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἐλαττόνει.
408Ἐγὼ λέγω ὄχι, δὲν εἶναι αὐτὸ, εἶναι αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀ-
409παντοῦν νὰ προσθέσουν τὸ χαρτόσημον καὶ νὰ τὸ μονογραφή-
410σουν μετὰ ταῦτα αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ, ὁ Πρόεδρος, ὁ Εἰρηνοδί-
411κης ἢ ὁ πάρεδρος. Αὐταὶ αἱ δυσκολίαι κάμνουν κάθε ἔμπορον ν’
412ἀποφεύγῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ χαρ-
413τοσήμου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ ἔμποροι,
414ἐκτὸς ἐξαιρέσεών τινων, δὲν ὑποβάλλουν τὰ κατάστιχά των εἰς
415αὐτὴν τὴν διάταξιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ πολὺ τοῦ χαρτο-
416σήμου, παρὰ αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀπαντοῦν εἰς τὴν
417ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀποφεύ-
418γουν, καὶ θὰ ἀποφεύγουν, καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν, διότι,
419σᾶς λέγω, ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ δυσκολίαι, καὶ πολὺ ὀρθῶς λέγει
420ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἔκθεσιν του, ὅτι καλ-
421λίτερον εἶναι νὰ καταργηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ νὰ ὑποβάλ-
422λωνται τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα εἰς τὸ χαρτόσημον παρὰ νὰ
423ὑπάρχῃ, καὶ νὰ ᾖναι ἀνάγκη μάλιστα, ὅπως τώρα γίνεται, τοῦ
424νὰ παρουσιάζουν εἰς τὰ δικαστήρια τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ κατα-
425στίχου τὸ ὁποῖον τοὺς ἐνδιαφέρει, διὰ νὰ ἀποδείξουν τὸν ἰσχυ-
426ρισμόν των ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τοῦ ἀντιδίκου. Ὁ ἐμ-
427πορικὸς νόμος, κύριοι, ἰδοὺ τί λέγει.
428Ἄρθρ. 8. Πᾶς ἔμπορος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων βιβλίων, τὰ ὁ-
429ποῖα εἶναι μὲν ἐν χρήσει εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀπαραιτή-
430τως ἀναγκαῖα, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἓν βιβλίον ὀνομαζόμενον ἡμερο-
431λόγιον, παριστάνον ἀφ’ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν περιουσίαν καὶ τὰ
432χρέη του, τὰς ἐμπορικάς του ἐργασίας, τὰς συναλλαγματικάς του,
433τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ἀποδοχὰς ἢ ὀπισθογραφήσεις, καὶ ἐν
434γένει πᾶν ὅ,τι λαμβάνει ἢ πληρόνει ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ, καὶ
435φανερώνει κατὰ μῆνα τὸ ποσὸν τῆς οἰκιακῆς του δαπάνης κτλ.
436Ἄρθρ. 10. Τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ τῶν ἀπογραφῶν βιβλίον
437πρέπει νὰ μονογραφῶνται, καὶ νὰ θεωρῶνται ἅπαξ τοῦ
438ἐνιαυτοῦ.
439Αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαία διάταξις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, διὰ
440τῆς ὁποίας προλαμβάνεται ἡ δολία πρόθεσις μερικῶν αἰσχρο-
441κερδῶν κατὰ τῶν ἁπλουστέρων πολιτῶν. Ὅταν τὸ ἡμερολόγιον,
442εἰς τὸ ὁποῖον ἐγγράφει ὁ ἔμπορος καθ’ ἑκάστην τὰς πράξεις
443του, ὅταν λέγω, αὐτὸ τὸ βιβλίον ᾖναι μονογεγραμμένον ἀπὸ
444τὸν πρόεδρον, δὲν δύναται ὁ αἰσχροκερδής, ὁ θέλων νὰ ἀδικήσῃ
445τὸν ἀντίδικόν του, νὰ μεταβάλῃ τὸ κατάστιχόν του κατὰ τὰς
446θελήσεις του· πότε; ὅταν ᾖναι μονογεγραμμένον ἀπὸ τὸν πρόε-
447δρον. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ τόσον σωτηρία διὰ τοὺς ἁπλοῦς πολί-
448τας καὶ κατὰ τῶν αἰσχροκερδῶν, ἐτέθη, ὡς βλέπετε, εἰς ἀχρη-
449στίαν ἐξ αἰτίας τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ
450ὅτι διὰ νὰ μονογραφηθῇ τὸ βιβλίον αὐτὸ πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ
451χαρτόσημον. Καὶ τί συμβαίνει ὡς ἐκ τούτου; νομίζετε ὅτι τὰ
452μεγάλα ἐμπορικὰ καταστήματα ἔχουν ἀνάγκην ν’ ἀποδείξουν
453ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ τῶν βιβλίων των τὸν ἰσχυρι-
454σμόν των; ὄχι· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ μπακάλιδες, οἱ παπου-
455τζίδες, διότι αὐτοὶ οἱ μεγάλοι δὲν κάμουν ἑνὸς λεπτοῦ συναλλα-
456γήν, ἐὰν δὲν κάμουν ἢ συμβόλαιον ἢ δὲν λάβουν ἐμπορικὸν
457γραμμάτιον, διὰ τοῦτο σπανιώτατα οἱ μεγάλοι ἔμποροι παρου-
458σιάζουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰ βιβλία των, διὰ ν’ ἀπο-
459δείξουν τὸν ἰσχυρισμόν των, ἀλλ’ οἱ μικροὶ ἐνώπιον τῶν εἰρη-
460νοδικείων· εἶναι δικηγόροι ἐδῶ καὶ δύνανται νὰ τὸ ὁμολογήσουν.
461Ἐγὼ 25, 26 ἔτη εἶμαι εἰς τὴν τράπεζαν· μόλις δὶς εἰς αὐτὸ
462τὸ διάστημα παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ ὑποβάλῃ τὰ βιβλία της
463εἰς τὰ δικαστήρια ἡ τράπεζα, ἡ διαχειριζομένη ἑκατομμύρια.
464Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλά, πρὸ ἐτῶν αὐτὴ
465ἡ διάταξις περὶ ἐπιβολῆς χαρτοσήμου τῶν καταστίχων κατηρ-
466γήθη, καὶ κατηργήθη λογικῶς, διότι ὅλαι αἱ πράξεις τῶν ἐμπό-
467ρων ὑποβάλλονται εἰς φόρον, διότι γίνονται συναλλάγματα ἢ
468γίνονται συμβόλαια. Ἐνῷ εἶναι λοιπὸν δυσκολία εἰς τοὺς πολί-
469τας διὰ τὴν ταχυτέραν ἐνέργειάν των, παρουσιάζεται καὶ ἀδί-
470κημα· γίνεται διπλῆ φορολογία. Ἀφοῦ ὁ ἔμπορος ὑποβάλλε-
471ται εἰς πληρωμὴν χαρτοσήμου διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβο-
472λαίου, τοῦ συναλλάγματος, ποία ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ κατάστιχον
473πάλιν νὰ ὑποβληθῇ εἰς χαρτόσημον; καὶ διὰ τοῦτο λογικῶς
474σκεπτόμενοι τὸ κατήργησαν. Ἡμεῖς πρέπει νὰ τὸ διατηρήσω-
475μεν, καὶ μάλιστα μὲ μίαν ποινὴν πολλὰ σπουδαίαν! «δὲν δύνα-
476ται τὸ βιβλίον αὐτὸ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόδειξιν, ἐὰν δὲν ἔ-
477χῃ τὸ χαρτόσημον,» διότι ὅπως λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ κ.
478ὑπουργὸς δὲν εὗρεν ἄλλον τρόπον τοῦ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἐμ-
479πόρους νὰ ὑποβάλλουν τὰ κατάστιχά των εἰς τὸ χαρτόσημον,
480καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του λέγει, εἶναι προτιμότερον νὰ καταρ-
481γηθῇ παρὰ νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ διάταξις. Νομίζετε δὲ εὔκολον
482εἰς μικρέμπορον, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, οἱ μικρέμποροι ὡς ἐπὶ τὸ
483πλεῖστον εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλουν τὰ κατάστιχά των εἰς
484χαρτόσημον διὰ νὰ δυνηθοῦν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ ὑπο-
485στηρίξουν τὴν ἀπαίτησίν των, νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ
486μεταβαίνῃ ἀπὸ τὰ χωρία, ἀπὸ τοὺς δήμους εἰς τὸν ταμίαν, ὁ
487ὁποῖος θὰ προσθέσῃ τὸ χαρτόσημον, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ τὸ δώσῃ
488εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν νὰ τὸ μονογραφήσῃ; Τὸ θεωρῶ δυσκο-
489λώτατον. Γνωρίζετε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, γνωρίζετε τὰς
490ἀποστάσεις, καὶ ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι ὁ λόγος τοῦ τέλους
491τῶν χαρτοσήμων, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τοὺς ἐμπόρους μέχρι τοῦδε
492νὰ μὴ χαρτοσημάνουν τὰ κατάστιχά των, εἶναι αἱ δυσκολίαι.
493Πρῶτον, κύριοι, ὅπως παρετηρήσατε εἶμαι ἐν γένει κατὰ τοῦ
494νομοσχεδίου, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν πρότα-
495σίν μου νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀπο-
496σύρῃ, εἰς τοῦτο τὸν προτρέπω, διότι δὲν βλέπω κανὲν ὄφελος,
497οὐδεμίαν ὠφέλειαν, ἀπεναντίας περιπλοκάς· ἐὰν, λέγω, δὲν πα-
498ραδεχθῇ ἡ ἀπόῤῥιψις, τότε θὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοὐτέ-
499στι τὴν κατάργησιν ἐν γένει τῆς ἐπιβολῆς τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ
500τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, τὰ περὶ
501τελωνειακῶν ἐγγράφων, ἐννοεῖται, ὅτι καὶ ἐκεῖ θὰ προτείνω τὴν
502ἀπάλειψιν. Εἰς τὸ δεύτερον προτείνω τὴν τροποποίησιν, τοὐτέστι
503τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου,
504καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν χαρτοσήμου εἰς τὰ ἐμπορικά·
505βιβλία. Περιμένω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν κ. ὑ-
506πουργὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ θὰ κρίνω
507ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὴν ὁμιλίαν μου.
508§33ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν) Κύριοι, ὁ ἀξιό-
509τιμος προλαλήσας σᾶς παρέστησε κατακλυσμὸν διὰ τὴν τύπω-
510σιν τῶν τελωνειακῶν ἐγγράφων καὶ ἀνωμαλίαν μεγίστην διὰ
511τὴν μείωσιν τῆς κλασικολογίας τοῦ χαρτοσήμου, τουτέστι ὁ
512ἀριθμὸς 40, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸν κ.
513προλαλήσαντα, εἶναι τίποτε ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν 117· καὶ ἐξη-
514γοῦμαι. Κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα νόμον περὶ χαρτοσήμου
515αἱ τάξεις τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἀξίας ἀναβαίνουν εἰς 117, τόρα
516ἐννοεῖτε ὅλοι σας, καὶ ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἴδετε ἰδίοις ὄμμασι
517τὸ κατάστημα ὅπου ὑπάρχει τὸ χαρτόσημον, εἴδετε λοιπὸν ὅτι ἔ-
518χει 117 θυρίδας καὶ ἄλλας 114 διὰ τὸ χαρτόσημον τῆς τάξεως.
519Ἀφοῦ εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὅπου ὁπωσδήποτε ὑπάρχει χῶρος
520ἀρκετὸς, εὐρυχωρία, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ κλασι-
521κολογία, καὶ αἱ θυρίδες αἱ ἀπαιτούμεναι· ἠμπορεῖτε νὰ φαντα-
522σθῆτε τί γίνεται εἰς τὰ ταμεῖα τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἠξεύρετε
523τί οἰκίας ἔχουν τὰ ταμεῖα· ποῦ θέλετε λοιπὸν νὰ φτιάσῃ δια-
524κοσίας τόσας θυρίδας, διὰ νὰ θέτῃ τὸ χαρτόσημον; Ἑπομένως
525εἰς τὴν πραγματικότητά του τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκατόρθωτον,
526εἶναι ἀδύνατον, ἄλλως τε, κύριοι, ὁ κεντρικὸς ταμίας, ὁ ὑπο-
527ταμίας σᾶς λέγει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ χωρέσῃ, οἱ ἔξω ταμίαι
528λέγουν ὅτι εἶναι ἀδύνατον. Τί θέλετε λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῆς
529τῆς πραγματικότητος νὰ κάμωμεν; περιωρίσαμεν τὸν ἀριθμὸν,
530ἐπροχωρήσαμεν δὲ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον
531δὲν ἐπιβαρύνεται ἡ μικρὰ τάξις, διότι φυσικῷ τῷ λόγῳ εὔχο-
532μαι νὰ ἤμεθα ὅλοι κεφαλαιοῦχοι καὶ νὰ κάμωμεν συναλλαγὰς
53350 καὶ 100,000, δραχμάς· ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι ἡ συνήθης τάξις
534νὰ περιορίζεται εἰς 10 ἕως 20 χιλιάδων δραχμῶν. Ἕως ἐκεῖ
535λοιπὸν δὲν γίνεται αὔξησις, ἀπὸ 20 καὶ ἐπάνω γίνεται αὔξησις,
536ἀλλ’ ἐπιβαρύνει τὴν μεγάλην τάξιν μόνον, ἐνῷ δὲ διὰ τὰς
53720,000 δραχμὰς πληρόνετε 50, κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον θὰ
538πληρώσητε 75, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι διὰ τὰς 29,999 θὰ πλη-
539ρώτητε 75 δραχμάς. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς γίνεται
540αὔξησις εἰς τὴν μεγάλην τάξιν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐλάττωσις εἰς
541τὴν μικρὰν, δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ εὑρίσκει τὸ κακὸν ὁ κύριος
542Κεχαγιᾶς.
543Ἔρχομαι ὡς πρὸς τὴν δευτέραν διάταξιν τῶν ἐμπορικῶν ἐγ-
544γράφων. Κύριοι, μὴ ἐξιππασθῆτε· ὁ κ. Κεχαγιᾶς, σᾶς εἶπεν,
545ὅτι ἀπὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα ὡρμήθημεν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὴν
546τὴν διάταξιν. Ὄχι· βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον νὰ σᾶς φέρω
547διάταξιν ἀποταμιευτικῶν σκοπῶν δι’ 6,000 δραχμάς. Ἰδοὺ τί
548συμβαίνει· εἶναι ἔντυπα τετσάρων, πέντε εἰδῶν, ὡς βλέπεπε,
549Αὐτὰ συνήθως ἀποστέλλονται εἰς τὰ διάφορα τελωνεῖα, ἐκεῖ
550συνήθως γίνεται μεγάλη κατάχρησις, αἴφνης τὸ τελωνεῖον Πει-
551ραιῶς ἔχει ἀνάγκην ἐτησίως 3 χιλ. ἐντύπων, ὅσα παρουσιάζονται
552πράγματι. Τί νομίζετε; αἴφνης στέλλονται 8 χιλιάδες, 10 χι-
553λιάδες καὶ εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία εἰς ἀένναον κίνησιν διὰ τὴν
554ἀποστολὴν τῶν ἐντύπων. Ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται σή-
555μερον τῶν 5 λεπτῶν, δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ ἔμπορος, καὶ με-
556ταξὺ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν εἶναι ἔμποροι, δὲν πιστεύω
557κἀνεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι φέρει τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὸ ἐμ-
558πόριον χάριν τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας. Παρατηρῶ εἰς τὸν
559κ. Κεχαγιᾶν, ὅτι τώρα ὁ ἔμπορος χαλᾷ τρία, πέντε ἔντυπα,
560ἐνῷ, ὅταν θὰ ᾖναι εἰς χαρτόσημον, ἔστω καὶ 5 λεπτῶν, δὲν θὰ
561ᾖναι εὔκολον. Δὲν βλέπω κἀμμίαν δυσκολίαν καὶ δὲν νομίζω
562ὅτι ἐπιβαρύνεται τὸ ἐμπόριον μὲ τὰ 5 λεπτά.
563§34ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶπεν ὅτι ἐπιβαρύνεται.
564§35ΣΕΒΑΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιβαρύνεται, ἀλλ’ εἶναι δυσκολία.
565§36ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶπον διὰ τὰ ἔξοδα.
566§37ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἴπατε διὰ 6,000 δραχ. ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν
567τὸ κάμνω ἀπὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα.
568§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε αὐτὸ, κ. ὑπουργέ.
569§39ΤΙΝΕΣ. Ἀναβάλετέ το.
570§40ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος, λέγει, ὅτι εἶναι
571δυσκολία· δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι
572κατακλυσμός.
573§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρει δυσκολίας.
574§42ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τέλος πάντων δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ν’
575ἀποσύρω αὐτὴν τὴν διάταξιν.
576Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα σᾶς λέγω, ὅτι εἶχε
577καταντήσει ἀηδία αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μέχρι σήμερον, νόμος εἰς ἐ-
578νέργειαν καὶ ὁ νόμος νὰ μὴ ἐφαρμόζεται. Ὁ νόμος δὲν ἐφαρ-
579μόζεται, διότι κατὰ τὰς παρατηρήσεις, φαίνεται ὅτι ὁ φόρος
580ἦτο βαρὺς· ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι μετριάζοντες τὸν φόρον αὐτὸν θέ-
581λομεν εἰσέλθει εἰς μίαν τάξιν. Δὲν μοὶ φαίνεται ἀξιοπρεπὲς,
582ὅταν ἕνας ἔμπορος θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαιά του ἐνώπιον
583τοῦ δικαστηρίου νὰ ἔχῃ τὸ βιβλίον του καὶ ν’ ἀποσπᾷ τὸ φυλ-
584λάδιον, τὴν σελίδα, ἥτις θὰ τοῦ χρησιμεύσῃ ὡς παραστατικὸν
585ἔγγραφον, καὶ νὰ παρουσιάζηται εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν, νὰ
586λέγῃ, σφράγισε τὴν σελίδα αὐτήν. Μοὶ ἐφάνη, κύριοι, μὲ συγ-
587χωρεῖτε, ὀλίγον ἀπρεπὲς αὐτό. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι ἂν κατα-
588βιβάσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον αὐτὸν τὸν φόρον δηλ. κατὰ τὰ 9/10
589σχεδὸν, τὸ ἐμπόριον θὰ εὑρεθῇ εἰς μεγάλην εὐκολίαν νὰ τρέχῃ
590καὶ νὰ σφραγίζῃ τὰ ἐμπορικά του βιβλία, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν
591μίαν παραστατικὴν ἀξίαν νόμιμον. Φρονῶ λοιπὸν, ἐπειδὴ ὁ φό-
592ρος αὐτὸς εἶναι ἐλαφρότατος, ἐπιφέρει εὐκολίαν μεγάλην εἰς τὰς
593συναλλαγὰς, ὅτι θὰ γίνῃ παραδεκτός.
594§43ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς ἐ-
595πιτροπῆς, θὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι παράξενα πράγ-
596ματα βλέπει κανεὶς· νὰ παρουσιάζηται ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ἀληθῶς
597ταμιευτικώτατος, νὰ παρουσιάζῃ ἐλάττωσιν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι
598ἐπλανήθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ δὲν ἐπείσθη. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐπεί-
599σθη καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὥστε βλέπετε, ὅτι ἕως τὰς 20,000
600δραχμῶν εἶναι πολὺ ἔλαττον ποσὸν παρὰ προτήτερα. Ὁ κ. Κε-
601χαγιᾶς εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔκαμε προλαβόντως ἀπὸ
60210,000 ἔχει ἀνὰ πᾶσαν χιλιάδα αὔξησιν 2½ δραχμῶν, τὸ
603νομοσχέδιον λέγει ἀπὸ 10 μέχρι 15. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἐφύλαξε
604τὴν μικρὰν τάξιν τῶν πτωχῶν. Ἐὰν εἴπουν τινὲς, ὅτι δὲν ἐσπού-
605δασα φραντζέζικα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐρωτῶ καὶ μανθάνω, ὑ-
606πῆρξεν ἕνας οἰκονομολόγος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅποιος ἔχει μεγάλην
607κατάστασιν νὰ πληρώνῃ καὶ μεγάλους φόρους. Πολὺ καλὰ εἶπεν
608ὁ ὑπουργὸς ὁ ἔχων παραπάνω ἀπὸ 20,000 περιουσίαν, νὰ πληρώνῃ
609καὶ μεγάλους φόρους.
610§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ά. ἄρθρου;
611§45ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
612§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἐπιμένει;
613§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρῶτον, κύριε πρόεδρε, προτείνω τὴν ἐν γένει
614ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν (θόρυβος) καὶ μετὰ ταῦ-
615τα ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν ἐν γένει, τότε φυσικῷ τῷ
616λόγῳ εἰς ἕκαστον ἄρθρον ἔχω ἀντιῤῥήσεις (θόρυβος).
617§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
618Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος προτείνει τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς
619ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Οἱ παραδεχόμε-
620νοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος....
621§49ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν ἀρχὴν, κύριε πρόεδρε.
622§50ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Βέβαια τὴν ἀρχὴν (θόρυβος).
623§51Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι τὴν ἀπόῤῥιψιν θὰ ψηφοφορήσωμεν.
624§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν λέγω καὶ ἐγώ (θόρυβος). Τί
625ἀγαπᾶτε, κύριε Κεχαγιᾶ, νὰ κάμωμεν;
626§53ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια τοῦ νὰ
627ζητῆται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς ἀρ-
628χῆς καὶ αὐτὸ νομίζω πρέπει νὰ κάμετε.
629§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν......
630§55Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν δὲν ἐπρότεινεν ἀντίῤῥησιν ὁ κύριος
631Κεχαγιᾶς, ἔπρεπε νὰ φέρετε οὕτω τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἔφερε πρό-
632τασιν περὶ ἀποῤῥίψεως καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ θέσετε εἰς ψηφο-
633φορίαν.
634§56ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια, κύριε πρόεδρε, ἀφοῦ ἐγένετο μία
635πρότασις ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, αὐτὴ εἶναι τὸ
636θέμα τῆς ψηφοφορίας.
637§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλει ὁ κύριος Κεχαγιᾶς (θόρυβος).
638§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅπως τὸ θέσετε τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ
639αὐτό· εἴτε οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασίν μου εἴτε οἱ τὴν ἀρ-
640χὴν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι ἓν καὶ τὸ αὐτό·
641ὅ,τι θέλετε κάμετε, τὸ ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν σας.
642§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ
643κυρίου Κεχαγιᾶ, νὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ θέμα οὕτω, οἱ παραδε-
644χόμενοι τὴν ἀρχὴν· εἶναι τὸ καλλίτερον.
645§60ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μᾶς ἐγένετο μία πρότασις·
646ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε περὶ τούτου τὴν Βουλήν.
647§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν προτείνει ἔτσι.
648§62ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε εἶναι πρότασις καὶ πρέπει νὰ
649ψηφοφορηθῇ.
650§63Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν ἀποῤῥιφθῇ τὸ περὶ ἀποῤῥίψεως, τότε
651θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς ἀρχῆς.
652§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι τῳόντι ἀδιάφορον,
653ἂν τεθῇ ὡς θέμα ἡ ἀρχὴ ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν
654ἀνήκει εἰς ἓν σῶμα μέγα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ Βουλή, νὰ θέτῃ
655θέματα ἅτινα δὲν ἁρμόζουν, καὶ θαυμάζω, ἀφοῦ ὁ πρόεδρος τῆς
656Βουλῆς, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὁποίου ἀνετέθη ὁ προσδιορισμὸς τοῦ
657θέματος, θέτῃ ὡς θέμα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, θαυμάζω,
658λέγω, πῶς εὑρίσκονται βουλευταί, οἵτινες λέγουν ὅτι πρέπει νὰ
659τεθῇ ὡς θέμα ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ νομοσχεδίου (θόρυβος. Ποῖα εἶ-
660ναι, κ. πρόεδρε, ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις; εἶναι βέβαια ἡ
661ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· ἂν οὐδεμία ἄλλη πρότασις ἐγένετο τί
662ἠθέλατε κάμει; ἠθέλατε θέσει τὴν ἀρχὴν εἰς ψηφοφορίαν (θόρυ-
663βος). Παρακαλῶ· καὶ οἱ μὲν ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ, οἱ δὲ κατά.
664Τώρα κατὰ τί μετεβλήθη ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, ἂν εἷς ἐκ τῶν
665βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες σκοπεύουν νὰ πολεμήσουν τὸ νομο-
666σχέδιον, εἶπεν, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς· τί ἄλλο ἔκαμε παρὰ
667νὰ προείπῃ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ψηφίσῃ; Δὲν εἶναι λοιπὸν μία
668πρότασις ἀλλ’ ἄρνησις μιᾶς προτάσεως. Ἑπομένως νομίζω ὅτι
669θέλει παραβιασθῇ ὁ κανονισμός, ἂν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρό-
670τασις τῆς ἀποῤῥίψεως, ἥτις δὲν εἶναι πρότασις, δὲν εἶναι τρο-
671πολογία, ἀλλ’ ἄρνησις κατὰ τῆς προταθείσης προτάσεως. Ἐπι-
672μένω λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ
673σώματος νὰ μὴ ἐπιτρέψητε νὰ τεθῇ ἄλλο θέμα παρὰ τὴν ἀρ-
674χὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ψηφοφορίαν.
675§65Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Συζητεῖται μία ἐκλογὴ καὶ ἡ μειοψη-
676φία λέγει εἶναι ἄκυρος, ποῖον θέμα θὰ τεθῇ; Ἡμεῖς, κύριε πρό-
677εδρε, θέλομεν νὰ τοὺς εὐχαριστήσωμεν καὶ διὰ τοῦτο τοὺς προ-
678τιμῶμεν νὰ τεθῇ ἡ ἐδική των πρότασις εἰς ψηφοφορίαν. Ἂν τὴν
679ἀποσύρῃ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς τὴν πρότασίν του, ἄλλος λόγος.
680§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ποία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ
681κυρίου Κεχαγιᾶ; Ὁσάκις ἐπολεμήθη ἓν νομοσχέδιον κατ’ ἀρ-
682χὴν τί ἐγένετο καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις; ἐτίθετο τὸ θέμα οἱ
683παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
684λέγουν ὄχι· αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦν οἱ κύριοι σήμερον εἶναι μία
685καινοτομία, ἥτις δὲν στέκει καὶ δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, καμ-
686μίαν ἰδέαν.
687§67ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, θαυμάζω περισσότερον ἀφ’
688ὅσον ἐθαύμασεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος μὲ τὴν λογικήν του. Κατέ-
689κρινεν ἐμὲ ὡς μὴ ἐννοήσαντα περί τινος πρόκειται, καὶ ἔπεσεν
690εἰς τὸν λάκκον ὁ ἴδιος. Ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, ἐλάλησεν ὁ
691κ. Κεχαγιᾶς καὶ τελευτῶν εἶπεν, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ
692ζητῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή· ἐπρότεινε λοιπὸν ὁ κ. Κεχαγιᾶς
693τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν. Ὅταν τοῦτο γίνε-
694ται ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε ὡς θέμα τὴν ἀρχήν; Θὰ θέσετε λοι-
695πὸν ὡς θέμα τὴν πρότασιν περὶ ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου
696κατ’ ἀρχήν. Τώρα ποῦ παραλογιζόμεθα ἡμεῖς καὶ αὐτοὶ ὀρθο-
697φρονοῦν; ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν ὅτι τὸ ἴδιον ἐπεκράτησεν ἢ ἔ-
698γινε πάντοτε· καὶ ποῖος λέγει ὄχι; τώρα ὅμως διαφέρει, διότι
699ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὸ ἀποκρούει τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν.
700§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ζητεῖ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς
701ἀρχῆς.
702§69ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτηθῇ περὶ τῆς προτάσεως
703τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, τοῦ προτείναντος τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχε-
704δίου κατ’ ἀρχήν.
705§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὁ-
706ποῖα ἐπολεμήθησαν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ τὴν Βουλὴν πάντοτε,
707ὡς ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ἐτίθετο ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ
708ἡ ἀπόῤῥιψις αὐτῆς ὡς θέμα. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς ἐδῶ νὰ
709θέλουν νὰ τεθῇ ἡ ἀπόῤῥιψις καὶ οὐχὶ ἡ ἀρχὴ, ἄλλως κάμετε
710ὅπως θέλετε.
711§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συ-
712ζήτησις εἶναι περιττὴ καὶ ἄσκοπος, ὅταν θελήσῃ τις νὰ συμ-
713βουλευθῇ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ· διότι μὴ λησμονήση-
714τε ὅτι ἔχομεν ἕνα κανονισμὸν, ὅστις διέπει τὸν τρόπον τῆς
715τε συζητήσεως καὶ τῆς ψηφοφορίας. Ἐν τῷ κανονισμῷ δὲ
716ἀναγινώσκω, κύριε πρόεδρε, τὸ ἑξῆς ἄρθρον· ἀκούσατέ το, κ.
717Κρεστενίτη· εἶναι τὸ 41 (ἀναγινώσκει αὐτὸ). Παρακαλῶ τοὺς
718ἀντιλέγοντας νὰ μοῦ εἴπουν, ἂν διετύπωσέ τις τροπολογίαν ἢ
719ὑποτροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ὁποί-
720αν; Ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον, ὅτι οὐδεμία τροπολογία προετάθη
721παρ’ οὐδενός. Ἡ τροπολογία ἀναφέρεται εἰς μεταῤῥυθμίσεις με-
722ρικὰς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου· ἡμεῖς ὅμως δὲν προτεί-
723νομεν μεταῤῥύθμισίν τινα, ἀλλ’ ἀρνούμεθα τὸ ὀρθὸν τοῦ νομο-
724σχεδίου ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἶναι ἐπιβλα-
725βὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Ποία τῳόντι
726εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία συζητεῖται; τὸ νομοσχέδιον, ἤτοι ἡ
727ἀρχὴ αὐτοῦ. Ἄλλη πρότασις ὑπάρχει; ὄχι. Δὲν εἶναι δὲ, κύ-
728ριοι, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ φράσις, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ λέγουν
729ὅτι πολεμοῦντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διατυποῦμεν τρο-
730πολογίαν. Παντάπασιν πολεμοῦμεν μόνον τὸ νομοσχέδιον· λέ-
731γομεν ὅτι εἶναι κακὸς νόμος, ἐπιβλαβὴς, οὐδὲν πλέον. Ποία λοι-
732πὸν λογικῶς πρότασις πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ; Προδήλως ἡ ἀρ-
733χὴ τοῦ νομοσχεδίου.
734§72Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Τὴν ἀρχὴν, κύριε, πρόεδρε.
735§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν ὅτι κάμνομεν παραχώ-
736ρησιν καμμίαν. Τὸ ἄρθρον 35 λέγει....
737§74Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὰ εἶναι περιττὰ τώρα.
738§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι περιττά. Τὸ ἄρθρον 35 λέγει ῥη-
739τῶς (ἀναγινώσκει αὐτό). Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν ἂν ἡ ἀρχὴ ἦναι
740δεκτὴ ἢ ὄχι.
741§76ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα.
742§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας. Οἱ παρα-
743δεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται
744οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
745Ἀναγινώσκεται τὸ ά. ἄρθρον· ἔχον ὡς ἑξῆς,
746Ἄρθρον 1.
747Τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἀξίας εἶναι τεσσαράκοντα
748κλάσεων, ὡς ἑξῆς
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
749Ἀπὸ δραχ. ἕωςδραχ.λεπ.
750
751 11 100 25
752 101 200 50
753 201 300 75
754 301 400 1
755 401 500 1 25
756 501 600 1 50
757 601 700 1 75
758 701 800 2
759 801 900 2 25
760 901 1000 2 50
761 1001 1200 3
762 1201 1400 3 50
763 1401 1600 4
764 1601 1800 4 50
765 1801 2000 5
766 2001 2200 5 50
767 2201 2400 6
768 2401 2600 6 50
769 2601 2800 7
770 2801 3000 7 50
771 3001 4000 10
772 4001 5000 12 50
773 5001 6000 15
774 6001 7000 17 50
775 7001 8000 20
776 8001 9000 22 50
777 9001 10000 25
778 10001 12000 30
779 12001 14000 35
780 14001 16000 40
781 16001 18000 45
782 18001 20000 50
783 20001 30000 75
784 30001 40000 100
785 40001 50000 125
786 50001 60000 150
787 60001 70000 175
788 70001 80000 200
789 80001 90000 225
790 90001καὶ πλέον 250
791Αἱ μικρότεραι ποσότητες τῶν 11 δραχμῶν εἰς οὐδὲν ὑπό-
792κεινται τέλος, αἱ δὲ ὑπερβαίνουσαι τὰς δραχμὰς 90001 δὲν
793ὑπόκεινται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 250 δραχμῶν.
794§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὁμιλήσετε, κύριε Κεχαγιᾶ;
795§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βέβαια. — Κύριοι, καὶ κατὰ τὸν πρῶτον νό-
796μον καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον παρατηρεῖτε, ὅτι ὑποβάλλονται
797εἰς πληρωμὴν χαρτοσήμου αἱ πράξεις μέχρις 100 χιλιάδων
798δραχμῶν, πέραν τῶν 100 χιλιάδων μένουν ἀφορολόγητοι αἱ
799πράξεις καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Κρε-
800στενίτου, ὅστις λέγει, ὅτι θέλω νὰ φορολογῶνται αἱ μεγάλαι
801τάξεις. Δὲν μὲ ἐννοήσατε ὁλοτελῶς (θόρυβος). Κατὰ τὸν νόμον
802τὸν ὑφιστάμενον καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον γίνεται ἓν ἀδίκημα
803ὑπὲρ τῶν πλουσίων, ὑπὲρ τῶν μεγάλων κεφαλαιούχων, τοὐτέ-
804στι νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον παρὰ μέχρι τῶν 100 χι-
805λιάδων (θόρυβος).
806§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
807§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπολέμησα τὰς ἀδίκους διατάξεις τοῦ ά. ἄρ-
808θρου, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὑποβάλλετε εἰς τὸν αὐτὸν φόρον
809ἕνα, ὅστις συνάπτει συμβόλαιον 21 χιλιάδων δραχμῶν, εἰς τὸν
810ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ καὶ ὁ συνάπτων ἓν συμβόλαιον μέχρι 30
811χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀδίκημα, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ
812τὸ παρεδέχθη, δὲν ἔχω ν’ ἀντείπω τίποτε. Θεωρῶ ἀδίκημα
813τὸ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον αἱ πράξεις ἄνω τῶν 100
814χιλιάδων, καὶ αὐτὰς ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνουν ἔτι περισσότερον.
815Προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν, ἡ ὁποία θ’ ἀρέσῃ εἰς τὸν κ. Κρε-
816στενίτην. Αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰς δραχμὰς 90,000 δὲν ὑπάγον-
817ται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 250 δραχμῶν, τίθενται δὲ τὰ ἑξῆς
818διὰ τὸ ὑπερβαῖνον τὸ ποσὸν τῶν 90,000 δραχμῶν ἐν ἄρθρῳ
819τρίτῳ. «Αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰς 100 χιλιάδ. ποσότητες δὲν ὑπό-
820κεινται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 50 δραχμῶν. Διὰ τὸ ὑπερβαῖ-
821νον τὸ ποσὸν τῶν 100 χιλιάδων προστίθεται χαρτόσημον ἀ-
822νώτερον κατὰ τὴν ἀνωτέρω διατίμησιν». Τοὐτέστι πρόκειται
823νὰ συνταχθῇ συμβόλαιον 150 χιλιάδων δραχμῶν, μέχρι τῶν
824100 χιλιάδων ὑπάρχει ἡ κλίμαξ, ἄνω αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει, ἑ-
825πομένως δύναται νὰ προστεθῇ χαρτόσημον ἄλλο διὰ νὰ συμπλη-
826ρώσῃ τὰς 50 χιλιάδας· διότι θὰ ἦναι ἄδικον νὰ μὴ ὑποβάλ-
827λωνται αἱ 50 χιλιάδες εἰς χαρτόσημον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
828κατατάξωμεν τόσας κλάσεις, ὅσαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τὰ
829συμβόλαια. Τὸ αὐτὸ προτείνω καὶ διὰ τὸ χαρτόσημον τῶν ἐμ-
830πορικῶν γραμματίων· ἄνω τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν προστί-
831θεται τὸ ἀναλογοῦν χαρτόσημον.
832§82ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουρ. οἰκονομικῶν). Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι
833ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τῶν 100 χιλιάδων καὶ πάρωμεν
834ἀπὸ χαρτόσημον 250 δραχμάς, τότε δὲν θὰ εὕρωμεν ἄκραν· τί
835θὰ γίνῃ διὰ 2,000,000; σπανιώτατα παρουσιάζεται πρᾶξις
836ἄνω τῶν 100,000 δραχμῶν.
837§83ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ κάμω μίαν
838παρατήρησιν, θὰ γίνω καὶ ἐγὼ λογιστικός. Οἱ ὑποστηρίξαντες
839τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἰσχυρίσθησαν πρῶτον ὅτι
840ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου γίνεται πρὸς τὸν σκο-
841πὸν ν’ ἁπλοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν· πρῶτος λόγος. Οἱ ὑποστη-
842ρίζοντες δὲ αὐτὸ λέγουν ὅτι ὁ βαρὺς φόρος, ὅστις τίθεται καὶ
843ὑπάγει εἰς τὰ αὐτὰ βάρη καὶ τὸν συναλλαττόμενον διὰ τὸ
844ποσὸν τῶν 21 χιλιάδος πρὸς τὸν συναλλαττόμενον πρὸς τὰς
84530,000 δραχμάς, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ συναλλάγματα γίνονται με-
846ταξὺ πλουσίων, ἐπιβαρύνουσι τοὺς πλουσίους καὶ ὡς τοιαῦτα
847πρέπει ἡμεῖς νὰ τὰ παραδεχθῶμεν. Μοὶ φαίνεται καὶ ἡ πρώτη
848παρατήρησις τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὁ δεύτερος
849λόγος τὸν ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ κύριοι δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι καὶ
850τὸ σύνταγμά μας λέγει, ὅτι οἱ φόροι ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς πολί-
851τας Ἕλληνας ἀναλόγως τῆς περιουσίας αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν ἔχει
852τὸ δικαίωμα κανείς, κ. πρόεδρε, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Α. ὅστις κάμνει
853συνάλλαγμα διὰ 21 χιλ., ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ φόρον ἴσον μὲ
854ἐκεῖνον, ὅστις κάμνει συνάλλαγμα διὰ 30,000· διότι, κ. πρό-
855εδρε, εἶναι μία διάταξις αὐτὴ, ἴση μὲ μίαν διάταξιν, ἥτις ἤθελε
856προτείνει αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ὁ γεωργὸς τοῦ ὁποίου οἱ
857ἀγροὶ ἀποφέρουσι καρπὸν 50 χιλιάδας κοιλά, πρέπει νὰ πλη-
858ρώσῃ φόρον ἴσον μὲ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου οἱ ἀγροὶ ἀποφέρουν καρ-
859πὸν ἴσον μὲ 100,000· τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε γίνει
860δι’ ἑνὸς τοιούτου νόμου, τοιοῦτον ἀδίκημα φαίνεται προφανῶς
861ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ὁ λόγος λέγουν εἶναι ἡ
862ἁπλοποίησις τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι ὅμως ἰσχυρὸν αὐτὸ, διὰ μό-
863νον αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους καὶ βάρη ἐναν-
864τίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ φόρους ἀδίκους, καὶ
865τόσον μᾶλλον, ὥστε ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν δικαίαν τῆς
866τοιαύτης προτάσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ προταθῇ.
867Εἶναι τώρα δίκαιον χάριν μιᾶς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας νὰ
868ἐπιβάλλωμεν φόρον ἄδικον; Καὶ τότε διατὶ νὰ μὴ τὴν ἁπλο-
869ποιήσωμεν ἔτι περισσότερον; νὰ μὴ ἔχωμεν ἐφόρους, ταμίας,
870ἐπάρχους, νομάρχας, ἀλλὰ νὰ κηρύξωμεν μίαν ἐπιτροπὴν καὶ
871νὰ τῆς εἴπωμεν πρὸς ἀπόκου, βάλε μίαν ἐπαρχίαν νὰ πληρώσῃ
872τόσους φόρους διὰ ν’ ἁπλοποιήσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ αὐτὴ
873ἡ ἐπιτροπὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ κ. Κρεστενίτης, ὁ κ. Χρηστίδης
874ἐπειδὴ ἐκ τῆς καταστάσεώς των δύνανται νὰ πληρώσουν ἕνα
875φόρον 800,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, πρέπει νὰ τὸν πληρώσουν
876καὶ ἂς μὴ ὑπολογίσωμεν τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ τοῦ πολίτου,
877καὶ τοῦτο διὰ ν’ ἁπλοποιήσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ μὴ
878ᾖναι ὑποχρεωμένος ὁ ταμίας νὰ ἔχῃ τόσας ξυλίνας θυρίδας ἐν-
879τὸς τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐφάνησαν συνεπείς μὲ
880ἑαυτοὺς οἱ κύριοι καὶ ὁ κ. Κρεστενίτης, οἵτινες ὑπεστήριξαν, ὅτι
881θέλομεν ἡμεῖς νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πλουσίαν τάξιν; ὄχι.
882Ὅταν θὰ κάμωμεν ἓν συνάλλαγμα διὰ δύο ἑκατομμύρια, θὰ
883δώτωμεν 25,000 δραχ. δι’ 175 χιλιάδας, 150 καὶ καθεξῆς
884τὸ ἀνάλογον χαρτόσημον. Π. χ. δι’ 91 χιλιάδα δραχμὰς ἕως
885100 χιλιάδας ἀπαιτεῖται χαρτόσημον 250 δραχμῶν· ὑποθέ-
886σατε, ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν συνάλλαγμα δι’ 130 χιλιάδας,
887λαμβάνομεν τὰς 100 χιλιάδας δραχμὰς καὶ βλέπομεν, ὅτι
888ἀπαιτοῦνται 250 δραχμαί, λαμβάνομεν καὶ τὰ 30,000 καὶ
889βλέπομεν, ὅτι ἀπαιτεῖται χαρτόσημον 75 δραχμῶν, καὶ λέγο-
890μεν 325 δραχμὰς καὶ δι’ αὐτῶν ἐπιβαρύνομεν οὐχὶ τὴν πλου-
891σίαν τάξιν, ἀλλὰ τὴν πλουσιωτάτην, διότι κυρίως τὰ συναλ-
892λάγματα τὰ μεγάλα γίνονται μεταξὺ ἑταιριῶν ἢ ἀτόμων, τὰ
893ὁποῖα εἶναι πλουσιώτατα. Ἢ λοιπὸν πρέπει νὰ ᾖναι συνεπὴς,
894ἐὰν θέλῃ νὰ φορολογήσῃ τὴν πλουσιωτάτην τάξιν, ἢ πρέπει
895νὰ παραδεχθῇ τὴν πρώτην ἀρχὴν, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰσό-
896τητος τῆς φορολογίας τοῦ ἀτόμου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑπο-
897στηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ.
898§84ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, ἴσως πιστεύετε τινὲς ἐξ ὑμῶν,
899ὅτι εἶμαι πλούσιος, ἀλλ’ ἀπατᾶσθε καὶ ἀπατᾶσθε σᾶς λέγω,
900διότι δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἀπὸ ἔντιμα πρόσωπα, ὅσοι
901δύνασθε, νὰ βεβαιωθῆτε δὲ καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς
902κάμω. Ἐπαγγέλεσθε, κύριοι, τὴν ἐλευθερίαν καὶ πάντοτε ζητεῖ-
903τε τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεσθε διὰ τῶν πραγμάτων
904νὰ δείξητε, ὅτι ἀποστρέφεσθε τὴν ἐλευθερίαν, καὶ πρὸ πάντων
905ἡ κυβέρνησις αὐτὴ, ἥτις ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλευθερίαν
906ἐν τῇ ἰσότητι· σήμερον δὲ θὰ καταδείξω εἰς τὸν φίλον μου κ.
907Κρεστενίτην, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς δὲν φορολογεῖται ὁ
908πτωχὸς, ἀλλὰ κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, ὅτι εἰς τὴν ῥάχην του θὰ
909πέσῃ ἡ φορολογία αὕτη. Διατί, κύριοι, ἡ ἀνισότης αὕτη τῆς
910φορολογίας τοῦ χαρτοσήμου; πῶς θέλετε τὰς διακρίσεις μετα-
911ξὺ πολιτῶν καὶ πολιτῶν; ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω αὐτὴν
912τὴν διάκρισιν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὀρθὴν, κ. Κρεστενίτη.
913§85Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἀναφέρει πάντοτε τὸ ὄνομά μου,
914κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.
915§86ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ σᾶς προσβάλω. — Διὰ
916τοῦτο, κύριοι, ἐὰν πράγματι ἦσθε θιασῶται τῆς ἐλευθερίας,
917ὀφείλετε διὰ τῶν πραγμάτων ν’ ἀποδείξετε, ὅτι ἀγαπᾶτε τὴν
918ἐλευθερίαν. Ἡ αὐτὴ ἐλευθερία εἶναι καὶ εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς
919τὸν πένητα, αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία, καὶ δὲν ἔπρε-
920πε ποτὲ νὰ προφέρητε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον γίνεται ἴσα ἴσα διὰ
921νὰ ἐλευθερώσητε μίαν τάξιν, καὶ νὰ δημοκοπήσητε διὰ τῆς
922τῆς φορολογίας, ὅτι δὲν φορολογεῖτε τὴν μικρὰν τάξιν ἀλλὰ
923τὴν μεγάλην· ἡ φορολογία αὐτὴ, λέγω, ἀπ’ ἐναντίας δὲν θὰ
924ἐπιβαρύνῃ τὴν μεγάλην τάξιν, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν μικρὰν,
925τὴν ἀδύνατον. Ὅταν, κύριοι, ἐγὼ, ὁ πλούσιος, ὁ κεφαλαιοῦχος
926θὰ ἔχω νὰ κάμω μὲ ἕνα δυστυχῆ συνάλλαγμά τι καὶ πρόκει-
927ται νὰ πληρώσω τὸ χαρτόσημον τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ὑ-
928περβαίνει τὰς 20 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ χαρ-
929τόσημον εἶναι ἰσότιμον μιᾶς βαρείας φορολογίας, ἐγὼ ὁ δανει-
930στὴς, ὁ τοκογλύφος, ὁ πλούσιος, ὁ κτηματίας θὰ τὸ καταῤ-
931ῥίψω εἰς τὸν δυστυχῆ· θὰ μὲ συγχωρήσῃ δὲ καὶ ὁ κ. Κεχα-
932γιᾶς ἐὰν πικράνω ὀλίγον καὶ αὐτὸν, ἐρχόμενος ἐπὶ τοῦ χαρ-
933τοσήμου, ὅπερ ἐφαρμόζεται εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν ἐμπόρων.
934Ἠξεύρετε τί γίνεται, κύριοι, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην; αἱ πρά-
935ξεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ χαρτοσή-
936μου, ἠξεύρετε ποῖον ἐπιβαρύνουν; τὸν πτωχὸν, τὸν δυστυχῆ·
937ἐγὼ ὅστις θὰ ζητήσω ἀπὸ δανειστὴν νὰ μοῦ δανείσῃ 300, 500
938λίρας, θὰ πληρώσω αὐτὴν τὴν φορολογίαν· διότι κατόπιν θὰ
939μοῦ ἔλθῃ εἷς λογαριασμὸς ἰδιαίτερος ἐξ 9–10 δραχμῶν διὰ τὸ
940χαρτόσημον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δὲν ἐπι-
941βαρύνει τὴν ἀνωτέραν τάξιν, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει τὴν μικρὰν, τὴν
942ἀδύνατον. Ἔλθετε λοιπὸν εἰς μίαν συνετὴν φορολογίαν, δικαίαν,
943ἀπαιτουμένην παρὰ τῆς ἰσότητος· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς
944καὶ νόμιμος φορολογία, ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ πλάγια μέσα εἶναι
945πρὸς βάρος τοῦ φορολογουμένου λαοῦ τοῦ μικροῦ· ἡμεῖς θὰ τὰ
946πληρώσωμεν ὅλα, κ. Κρεστενίτη, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν, καὶ μὴ
947ἔχῃς τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ τὰ πληρώσῃ ὁ πλούσιος, καὶ διὰ τοῦτο
948δὲν πρέπει οὐδεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγῃ κατὰ τῶν
949πλουσίων, διότι εἶναι ἀπαίσια κατὰ τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας!
950Ἡ ἐλευθερία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ παντοῦ καὶ πάντοτε. Λοιπὸν
951ἔλθετε νὰ ἐξετάσωμεν τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ἂν ᾖναι δικαία
952καὶ πρέπουσα· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς συζήτησις τοῦ πράγματος.
953Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους λοιπὸν εἶμαι ὅλως ἐναντίος εἰς τὴν φο-
954ρολογίαν ταύτην μὴ στηριζομένην εἰς τὴν ἀληθῆ ἰσότητα καὶ
955ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου.
956§87ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διατί νὰ πληρώνῃ 25 λεπτὰ καὶ ὅστις κά-
957μνει 100 δραχμῶν συνάλλαγμα, τὸ ἴδιον δὲ νὰ πληρώνῃ καὶ
958ἕνας ἄλλος; ἂν θέλετε εἴπατε νὰ πληρώνῃ 1% καὶ τότε νὰ
959τὸ παραδεχθῶμεν ὅλοι.
960§88ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον
961ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὤφειλε προηγουμένως νὰ τὸ
962ἐξετάσῃ καὶ κατόπιν νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Πι-
963στεύω δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου
964δὲν εἶχε τὴν πρέπουσαν περίνοιαν ἑνὸς λειτουργοῦ, ὅστις ὀφεί-
965λει νὰ διαχειρίζεται καὶ διανέμῃ τὴν φορολογίαν ἐν ἰσονομίᾳ
966καὶ περινοίᾳ· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐπιπολαίως, κατ’ ἐμὴν κρίσιν,
967συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἶναι διότι δὲν εἶχε πεποίθη-
968σιν ὁ κ. ὑπουργός· διότι, ἂν εἶχε πεποίθησιν, δὲν ὤφειλε ν’ ἀ-
969ποσύρῃ τὸ πρὸ ὀλίγου ἀποσυρθὲν ἄρθρον.
970§89ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τί εἴπατε;
971§90ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λέγω, κ. ὑπουργὲ, ὅτι, ἐὰν εἶχες πεποί-
972θησιν ἔπρεπε νὰ ἐμμείνῃς εἰς τὴν ἀπόφασίν σου, ὅτε ἔφερες αὐ-
973τὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πιστεύεις, ὅτι εἶναι, ἀπόῤῥοια τῆς
974συνέσεως καὶ περινοίας σου· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα,
975θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀντὶ νὰ ὠφε-
976λήσετε τὸ ἐμπόριον, θὰ τὸ καταστρέψετε, ἀντὶ νὰ ὠφελήσητε
977τὸ δημόσιον, τὸ βλάπτετε.
978§91ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. οἰκονομικῶν). Κύριοι, περιττὸν κρίνω
979ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ προαγορεύσας·
980εἰς ἓν καὶ μόνον κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ἐπεθύμουν νὰ
981ἐλάμβανε περισσότερον κοινοβουλευτικὸν βίον, τοὐτέστι νὰ διή-
982νυε τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖόν τινες τῶν συναδέλφων του διήνυσαν
983ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἂν δὲν ἠθέλησε νὰ μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν
984τῆς Ἑλλάδος, ἔχει τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις νο-
985μίζω εἶναι καὶ ἀρχηγός του.
986§92ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἀρχηγός μου μάλιστα, καὶ φίλος μου.
987§93ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἠθέλατε νὰ μελετήσητε τὴν ἱστορίαν,
988λάβετε ἓν μαθηματάκι ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι ὁσάκις
989ἔρχεται ἓν νομοσχέδιον καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως μεταπείθεται
990ὁ ὑπουργὸς, τὸ ἀποσύρει. Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρο,
991καὶ ἄλλοι. Λοιπὸν πάρετε, ἂν θέλετε ἕνα μαθηματάκι ἀπὸ τὸν
992κ. Κουμουνδοῦρον.
993§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν ἀνάκλησιν δια-
994τάξεών τινων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ
995ἁρμοδίου ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς
996ἔχει τὸ δικαίωμα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει, εἴτε ἐν
997μέρει, εἴτε καὶ ἐντελῶς ν’ ἀνακαλέσῃ· αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβή-
998τητον ἐξεταζόμενον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν κοινοβουλευτικήν· δὲν
999ἠξεύρω ὅμως, ἂν δὲν δικαιοῦται τις ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἁρμό-
1000διον ὑπουργὸν μὴ προσήκουσαν σκέψιν περὶ τὴν κατάρτισιν ἑνὸς
1001νομοσχεδίου, ὅταν ἀμέσως ἐκ τῆς πρώτης συζητήσεως τὸ ἀνα-
1002καλῇ εἴτε ἐν μέρει, εἴτε ἐν γένει. Περὶ τούτου, κύριοι, θὰ ὁμι-
1003λήσω κατόπιν, ὡς ἐλπίζω· ἀφίνω ἑπομένως τὸ μέρος τοῦτο
1004τῆς συζητήσεως, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
1005νομοσχεδίου.
1006Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπέδειξε τρανῶς, ἀναμφι-
1007λέκτως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παραβιάζεται
1008ἡ ἐπιεικὴς διανομὴ τοῦ φόρου, τοὐτέστι ἀκριβῶς ἡ ἀρχὴ ἐκείνη
1009ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὰ εὐνομούμενα ἔθνη ἀπὸ τὰ μὴ τοι-
1010αῦτα. Καὶ τῳόντι, ἐὰν ἐξετάσητε καὶ παραλληλίσητε τοὺς
1011φόρους τῶν διαφόρων κρατῶν, θέλετε παρατηρήσει ὅτι εἰς τὰ
1012ἐλεύθερα κράτη δὲν πληρόνουσιν οἱ πολῖται ὀλιγωτέρους φόρους,
1013τοὐναντίον μάλιστα πληρόνουσι πολὺ περισσοτέρους· ἐκεῖνο ὅ-
1014μως, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὰ ἐλεύθερα κράτη ἀπὸ τὰ μὴ
1015τοιαῦτα, εἶναι ἡ ἐπιεικὴς διανομὴ τῶν φόρων. Διὰ τοῦ ὑπὸ
1016συζήτησιν δὲ νομοσχεδίου, κύριοι, προσβάλλεται ἀκριβῶς αὐτὴ
1017ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιεικοῦς διανομῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ ἀπο-
1018δείξω; Τοῦτο εἶναι προφανές· ὅταν ὁ συνομολογῶν συνάλλαγ-
1019μα 20 χιλιάδων καὶ 1 δραχμῆς πληρόνῃ 75 δραχμῶν τέλος
1020χαρτοσήμου, τὸ αὐτὸ δὲ τέλος πληρόνῃ καὶ ὁ συνομολογῶν
1021συνάλλαγμα 30,000 δραχμῶν, εἶναι φανερὸν, ὅτι ὁ φόρος δὲν
1022διανέμεται ἐξ ἴσου καὶ ἐπιεικῶς.
1023Τώρα, κύριοι, ποῖος ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον μᾶς ζητοῦν
1024αὐτὴν τὴν ἐκτροπὴν ἀπὸ τῶν ὑγειῶν ἀρχῶν τοῦ φορολογικοῦ
1025συστήματος; Εἶναι τοὐλάχιστον καμμία μεγάλη ὠφέλεια ἔστω
1026εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; ὄχι· ὁ κ. ὑπουργὸς τί σᾶς λέγει; Θέλω
1027νὰ διευκολύνω τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμιῶν. Καὶ λοιπὸν, κύριοι,
1028ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμιῶν,
1029ἐξέρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ φορολογικοῦ
1030συστήματος; Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν πα-
1031ρατήρησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, παρατήρησιν προσφυεστάτην, ὅτι
1032καὶ ἄνευ τοῦ νόμου τούτου δύναται ἄριστα ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ
1033ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῶν ταμιῶν, οἵτινες κόπτονται οἱ δυστυχεῖς
1034μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν 117 θυρίδας! Τί σᾶς εἶπε; δύνασθε
1035ἀξιόλογα νὰ τὸ πράξητε διοικητικῶς· διότι οἱ ταμίαι τῶν
1036ἐπαρχιῶν ἀπέναντι τοῦ κεντρικοῦ ταμείου οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἀ-
1037νάγκη νὰ πράττουν εἰμὴ νὰ σημειῶσι τὸ ὑλικὸν ποσὸν τοῦ
1038χαρτοσήμου οὐχὶ καὶ τὰς διαφόρους αὐτὰς κλάσεις. Βλέπετε
1039λοιπὸν ὅτι πρῶτον ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος δὲν εἶναι τόσον
1040ἀναγκαῖος, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ ἐκτροπὴν ἀπὸ τῶν ὑγειῶν
1041ἀρχῶν τῆς φορολογίας, καὶ δεύτερον ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ
1042καὶ δι’ ἄλλου τρόπου. Ἰδοὺ ἀκριβῶς ἡ ἔννοια τῶν παρατηρή-
1043σεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Κεχαγιᾶς ἐπὶ
1044τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς βλέπετε, δὲν προσέθηκα τίποτε εἰς τὰς
1045παρατηρήσεις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· ἠθέλησα μόνον νὰ εἴπω εἰς τὴν
1046Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπήντησεν
1047εἰς τὸ σπουδαιότερον μέρος τῶν παρατηρήσεων τούτων· τὸν
1048παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρῶς, δύναται ὁ σκοπὸς, τὸν
1049ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπιτευχθῇ καθ’ ὃν τρόπον
1050ἰσχυρίσθη ὁ κ. Κεχαγιᾶς; καὶ ἂν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, διατί
1051ἀνατρέπει ἀσκόπως τὴν οἰκονομίαν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου;
1052διατί ζητεῖ ν’ ἀλλάξωμεν αὐτὸν τὸν νόμον καὶ νὰ ἀλλάξωμεν
1053αὐτὸν τὸν νόμον καὶ νὰ πράξωμεν μίαν φανερὰν ἀδι-
1054κίαν ἐπιβάλλοντες εἰς δύω ἀξίας ἐντελῶς ἀνίσους τὸν
1055αὐτὸν φόρον; Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουρ-
1056γὸν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ· καὶ ὅταν μὲ πείσῃ ὅτι δὲν δύνα-
1057ται ἄλλως νὰ σώσῃ τοὺς ταμίας ἀπὸ τὴν διατήρησιν 117
1058θυρίδων, μὴ ἐπιβάλλων ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον εἰς δύω ἄνισα
1059ποσὰ, τότε ἴσως πεισθῶ καὶ ἐγὼ, χαριζόμενος εἰς τοὺς κυρίους
1060ταμίας, νὰ παραδεχθῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
1061§95ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐπροσέχετε, μοὶ
1062φαίνεται, ὅταν ἐλάλησα.
1063§96Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν πρέπει, κ. πρόεδρε, νὰ γίνῃ λόγος
1064εἰς τὰ στενογραφήματα χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀπάντησιν· διὰ νὰ
1065ἴδετε ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ κύριος
1066Μπούμπουλης τί λέγει; θὰ πληρόνουν οἱ πτωχοὶ διὰ τοὺς
1067πλουσίους. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ὁ τεχνίτης, ὅστις θέλει
106830,000 δραχμὰς, κάμνει τρία συμβόλαια καὶ δὲν σκοτίζεται,
1069καὶ μὴ παραπονεῖσθε.
1070§97ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες ἐπιμένουν ζητοῦντες
1071τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου δύνα-
1072ται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ δὲν ἀπήντησε.
1073§98ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν τὸ θεωρῶ ἄξιον ἀπαντήσεως.
1074§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπήντησεν ὁ ὑπουργός. Λοιπὸν οἱ παραδεχό-
1075μενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι).
1076Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1077§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν
1078μου εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό.
1079§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε.
1080§102ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τροπολογῶ τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον, προσθήκην
1081κάμνω.
1082§103ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ δὲ τὸ ὑπερβάλλον τῶν
1083100,000 δραχμῶν, προστίθεται χαρτόσημον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
1084ἀνωτέρω διατιμήσεως».
1085§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἐπισφράγισις τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Κε-
1086χαγιᾶ, ὅτι πρέπει νὰ φορολογῶνται καὶ τὰ ἐπέκεινα τῶν
1087100,000. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην αὐτὴν
1088(θόρυβος). Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον θέλει νὰ σταθῇ εἰς τὴν φορο-
1089λογίαν τῶν 100,000 δραχμῶν, ὁ κ. Κεχαγιᾶς θέλει καὶ παρα-
1090πάνω. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, ἡ προσθήκη. Λοιπὸν
1091οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ νὰ ἐγερθῶσιν
1092(ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1093§105ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
1094Ἄρθρον 2.
1095Τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων τῶν
1096διαλαμβανομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 29, ἀριθ. 8, 9 καὶ 10 περὶ
1097χαρτοσήμου Νόμου τοῦ 1836 θέλουν εἶσθαι εἰς τὸ ἑξῆς ταῦτα.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1098Ἀπὸ δραχ. ἕωςδραχ.λεπ.
1099
1100 500 25
1101 501 1000 — 50
1102 1001 2000 1
1103 2001 3000 1 50
1104 3001 4000 2
1105 4001 5000 2 50
1106 5001 6000 3
1107 6001 7000 3 50
1108 7001 8000 4
1109 8001 9000 4 50
1110 9001 10000 5
1111 10001 15000 7 50
1112 15001 20000 10
1113 20001 25000 12 50
1114 25001 30000 15
1115 30001 40000 20
1116 40001 50000 25
1117 50001 60000 30
1118 60001 70000 35
1119 70001 80000 40
1120 80001100000 50
1121Αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰς 100000 δραχ. ποσότητες δὲν ὑπό-
1122κεινται εἰς τέλος ἀνώτερον τῶν 50 δραχμῶν.
1123§106ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1124§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγεί-
1125ρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1126§108ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
1127Ἄρθρον 3.
1128Τὰ κατάστιχα τὰ ἀναφερόμενα ἐν ταῖς §. §. 2 καὶ 3 τοῦ
1129ἄρθρου 22 καὶ ἐν τῇ §3 τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ἀπὸ 14|26 Αὐ-
1130γούστου 1836 νόμου περὶ χαρτοσήμου ὑπόκεινται εἰς τέλος
1131λεπτῶν 5 κατὰ πᾶν ἀκέραιον φύλλον ἐκ τεσσάρων σελίδων, ἐὰν
1132ἕκαστον φύλλον δὲν ὑπερβαίνῃ τὸ διπλάσιον τοῦ μεγέθους τοῦ
1133χαρτοσήμου. Ὑπερβαίνοντα δὲ τὰ φύλλα τὸ μέγεθος τοῦτο,
1134ὑπόκεινται εἰς τέλος λεπτῶν 10 ἕκαστον.
1135Τὸ τέλος πληρόνεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μετὰ τὴν ἀ-
1136ρίθμησιν καὶ μονογράφησιν ὅλου τοῦ καταστίχου, γενομένην ἐν
1137μὲν τῇ ἕδρᾳ πρωτοδικείου παρὰ τοῦ προέδρου αὐτοῦ, ἀλλαχοῦ
1138δὲ, παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου.
1139Τὰ εἰρημένα κατάστιχα οὐδεμίαν ἕξουσιν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν,
1140οὐδὲ δύναται νὰ γίνῃ οἱαδήποτε χρῆσις αὐτῶν ἐπὶ δικαστηρίου,
1141ἐὰν, οἱ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεούμενοι εἰς τὴν κράτησιν αὐτῶν
1142πρὸ πάσης ἐν αὐτοῖς ἐγγραφῆς δὲν τὰ προσαγάγωσιν εἰς τὸ
1143ἁρμόδιον ταμεῖον, καὶ δὲν καταβάλωσι τὸ νόμιμον τέλος ἐντὸς
1144τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου προέδρου τῶν πρω-
1145τοδικῶν ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου ἀριθμήσεως καὶ μονογραφήσεως
1146τῶν σελίδων.
1147§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
1148§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα κ. Πρόεδρε, θ’ ἀναπτύξω τὴν τρο-
1149πολογίαν μου. Σᾶς εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἂν τοῦ νόμου ἐκεί-
1150νου ἡ διάταξις ἔμεινεν εἰς ἀχρηστίαν, δὲν ἔμεινε διὰ τὸ ὑπερ-
1151βάλλον τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ἔμεινε καὶ θὰ μένῃ (ἐπιθυμῶ νὰ
1152σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδωμεν μετὰ ταῦτα, ἂν ἐγὼ
1153ἢ οἱ κκ. ὑπουργοὶ ἔχουν δίκαιον) διὰ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας
1154ἀπαντοῦν οἱ ἔμποροι εἰς τὸ νὰ προσθέσουν τὸ χαρτόσημον εἰς
1155τὰ κατάστιχά των καὶ μονογραφηθοῦν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον. Τί
1156εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός; εἶναι γελοῖον, λέγει, τὸ νὰ παρουσιάζωνται
1157ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μέρος τῶν καταστίχων ἐπὶ χαρτο-
1158σήμου καὶ νὰ ὑποστηρίζουν τὰς ἀπαιτήσεις των ἀπέναντι τῶν
1159ἀντιδίκων. Νομίζω δὲν ἀνέγνωσε τὸν ἐμπορικὸν νόμον, διότι
1160ἄλλως ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἐκεῖνα τὰ κατάστιχα ἠμποροῦν ν’ ἀ-
1161ποτελέσουν πλήρη ἀπόδειξιν, τὰ ὁποῖα εἶναι μονογραφημένα.
1162§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος.
1163§112ΤΙΝΕΣ. Τὸ λέγει.
1164§113Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἰδὲ τὸν νόμον ἀπὸ τὸ 5–12 ἄρθρον.
1165§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος, ἀφ’ οὗ λέγει ἀπὸ τὸ 8–11
1166ἄρθρον, ποῖα βιβλία πρέπει νὰ μονογραφῶνται καὶ πῶς νὰ μο-
1167νογραφῶνται, τί λέγει εἰς τὸ 12 ἄρθρον; «Τὰ τακτικῶς συντε-
1168ταγμένα ἐμπορικὰ βιβλία δύναται νὰ παραδεχθῇ ὁ δικαστὴς
1169ὡς ἀπόδειξιν εἰς τὰς μεταξὺ ἐμπόρων περὶ ἐμπορικῶν ὑποθέ-
1170σεων διαφορὰς». Δύναται ὁ δικαστὴς, λέγει, νὰ παραδεχθῇ ὡς
1171ἀπόδειξιν μεταξὺ ἐμπόρων.
1172§115ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀφοῦ φέρουν τὸν τύπον τοῦ
1173χαρτοσήμου.
1174§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ συγχύζητε τὴν διάταξιν τοῦ χαρτοσήμου,
1175καθ’ ἣν δὲν δύνανται οἱ ἔμποροι νὰ παρουσιάσουν τὰ βιβλία νὰ
1176μονογραφηθῶσι, διότι ὁ πρόεδρος τοὺς λέγει, βάλτε τὸ χαρ-
1177τόσημον καὶ τότε· ἂν δὲν ἦναι μονογραφημένα καὶ παρου-
1178σιασθῶσιν, ἔστω καὶ ἐπὶ χαρτοσήμου, δὲν δύνανται ν’ ἀποτε-
1179λέσωσιν ἀπόδειξιν· διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου νὰ
1180ὑποβάλλῃ τὸν ἔμπορον νὰ μονογραφῇ τὸ ἡμερολόγιόν του; διὰ
1181νὰ μὴ δύναται ὑπὸ κακῆς πίστεως νὰ τὰ μεταβάλλῃ ὅπως
1182θέλει. Ὅταν ἦναι μονογραφημένα, δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ
1183οὔτε ν’ ἀφαιρέσῃ φύλλον. Δὲν ἠξεύρετε τί γίνεται διὰ τοὺς
1184ἐκλογικοὺς καταλόγους; διὰ τί ὑπογράφει ὁ ἔπαρχος τὸ πρω-
1185τόκολλον τῆς ψηφοφορίας; διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ προστεθῶ-
1186σιν ἢ ἀφαιρεθῶσι κατόπιν φύλλα. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, διὰ
1187τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπογράφηται τὸ ἡμερολόγιον, ὄχι διὰ τὸ
1188χαρτόσημον. Ἦλθεν ὁ νόμος καὶ εἶπεν ὅτι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα
1189βιβλία πρέπει νὰ χαρτοσημαίνωνται· ἠκύρωσε τὴν διάταξιν αὐ-
1190τήν; τότε ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ὅταν δύναται νὰ πεισθῇ τὸ δι-
1191καστήριον ὅτι πρὸ 10 ἐτῶν εἶχεν ἐγγράψει αὐτὸ εἰς τὰ βι-
1192βλία του, διότι σήμερον ὠφελοῦνται οἱ κακῆς πίστεως καὶ ἀδι-
1193κοῦνται οἱ ἁπλοῖ, οἱ ἀθῶοι. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι
1194οὐσιωδεστάτη καὶ θὰ μείνῃ πάλιν εἰς ἀχρηστίαν, ἂν ἐπιβάλητε
1195τὸν ὅρον νὰ ἐπιβληθῇ τὸ χαρτόσημον.
1196§117ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Κεχαγιᾶ.
1197§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1198§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀφοῦ, κ. Πρόεδρε, τὸ ἐπιτρέπει ὁ ῥήτωρ; Διὰ νὰ δι-
1199ευκρινήσωμεν τὸ ἀντικείμενον, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ποῦ εὑρίσκεται
1200τὸ ἐλάττωμα· πρὸ πάντων δὲ παρατηρῶ ὅτι, ὑποβάλλονται εἰς
1201πληρωμὴν τέλους καὶ διὰ ν’ ἀποδείξουν τὰ κατάστιχά των,
1202πρέπει νὰ προσθέσωσι τὸ τέλος. Ὁ πρῶτος ὅρος εἶναι νὰ μο-
1203νογραφηθῶσιν, ἀλλὰ θὰ τὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν ταμίαν διὰ νὰ
1204πληρώσῃ τὸ τέλος. Δὲν ἐννόησα, ποῦ εὑρίσκεται αὐτὸ τὸ ἐλάτ-
1205τωμα.
1206§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἴσως δὲν ἐπροσέξατε, διότι ὡμιλεῖτε.
1207§121ΣΑΡΑΒΑΣ. Πολὺ πιθανόν.
1208§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν τὰ βι-
1209βλία δὲν ἦναι χαρτοσημασμένα, δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν
1210ἀπόδειξιν, καὶ ἔχει ῥήτραν ὅτι, δὲν δύναται νὰ τὰ μεταχει-
1211ρισθῇ ὁ ἐνάγων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἂν δὲν ἔχουν χαρ-
1212τόσημον· καὶ ἐγὼ τὸν εἶπον ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰ μεταχει-
1213ρισθῇ καὶ ἂν δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὸν πρόεδρον. Λοι-
1214πὸν ὁ πρόεδρος δὲν μονογραφεῖ τὰ βιβλία, ἂν δὲν ἴδῃ τὸ χαρ-
1215τόσημον. Λοιπὸν τί τὸν λέγω; Ὅτι ἂν μέχρι τοῦδε ἔμεινεν
1216εἰς ἀχρηστίαν αὐτὴ ἡ διάταξις, ἔμεινεν ὄχι διὰ τὸ βάρος τοῦ
1217χαρτοσήμου, ἀλλὰ διὰ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ
1218ἔμπορος νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ ταμεῖον νὰ προσθέτῃ τὸ χαρτόση-
1219μον καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πρόεδρον· ἐνῷ ἂν δὲν
1220ὑπῆρχεν ἡ ἐπιβολὴ τοῦ χαρτοσήμου ἦτο εὐκολώτατον νὰ ὑπά-
1221γῃ νὰ τὰ μονογραφήσῃ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἐμπορικὸς νόμος γί-
1222νεται δωρεάν. Λοιπὸν, ἐπιβάλλοντες αὐτὴν τὴν ποινὴν, νομί-
1223ζετε ὅτι θὰ ἐπιτύχητε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε; Ὄχι· διότι αἱ ἀνησυ-
1224χίαι ἐμποδίζουν τὸν πολίτην καὶ ὄχι ἡ πληρωμὴ τοῦ χαρτο-
1225σήμου. Σᾶς ἐπρόσθεσα ὅτι τὰ βιβλία αὐτὰ χρησιμεύουν διὰ τὰς
1226ἐμπορικὰς ληψοδοσίας καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ καλῆς πίστεως δὲν
1227δύνανται νὰ ἀδικήσουν ἕνα ἄλλον. Οἱ μεγάλοι τραπεζῖται δὲν
1228ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἀποδείξουν τοὺς ἰσχυρισμούς των διὰ τῶν βι-
1229βλίων, διότι ἔχουν συμβόλαια, συναλλάγματα. Λοιπὸν ποῦ θὰ
1230μείνῃ ἡ δυσκολία; εἰς τὴν τάξιν τῶν μικρῶν ἐμπόρων· ἐκεῖ-
1231νοι ἐπικαλοῦνται τὰ βιβλία των διὰ νὰ ἀποδείξουν τοὺς ἰσχυ-
1232ρισμούς των.
1233§123ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μεταξὺ ἐμπόρων.
1234§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔστω· ἐσώσατε τὴν πολιτείαν μ’ αὐτό; Λοι-
1235πὸν δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἐπιβολὴν τοῦ χαρτοσήμου διὰ
1236νὰ ἔλθῃ ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὴν ζωήν. Λοιπὸν προτείνω τὴν
1237ἀκύρωσιν τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν βιβλίων αὐτῶν, πρᾶγμα, τὸ
1238ὁποῖον ἔγεινεν εἰς Γαλλίαν, διότι ἐκεῖ ὑπεβάλλοντο εἰς χαρτό-
1239σημα τὰ βιβλία καθὼς καὶ τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα. Λοιπὸν
1240εἶπον, τὰ ἐμπορικὰ κατάστιχα νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ
1241χαρτόσημον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου.
1242§125Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸν νόμον ὅπου ἐκάματε, πῶς δὲν
1243ἦτο αὐτό;
1244§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Κρεστενίτη, ὅταν ἦσο πρόεδρος καὶ ἐγὼ
1245ὑπουργὸς, παρεδέχεσθε ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ ἦσθε σύμφωνος,
1246ἀλλὰ κατόπιν, ἐπειδὴ δὲν ἐξετελέσθη μία λίστα σας.....
1247§127Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰξεύρετε ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπεράσπιζα τὰ
1248ἄδικα· δὲν ἔφυγα ἐγὼ, διότι δὲν ἤμην ὑπουργός· ἀλλ’ αὐτὰ
1249θὰ τὰ εὕρωμεν μεθαύριον (θόρυβος).
1250§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδοὺ πῶς διατυπόνω τὴν τροπολογίαν μου.
1251§129Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι νέον· ἀπὸ τὸν
1252καιρὸν τοῦ διατάγματος τῆς Γαλλίας περὶ τῶν ἐμπόρων ἐσυ-
1253ζητήθη εἰς μίαν μεγάλην κοινωνίαν, ἀλλ’ ὅλα τὰ ἐφετεῖα εἶ-
1254πον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρέξωμεν ἐγγυήσεις εἰς τὴν κοινω-
1255νίαν, διότι τὸ ἐμπόριον δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν ἰδιώτην, ἀλλὰ
1256τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον. Ἡ τάξις λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἀναγ-
1257καία· τὴν κατήργησαν, λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἰς τὴν Γαλλίαν· δὲν
1258εἶναι ἀληθές.
1259§130ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὔριον σᾶς φέρω τὸν νόμον.
1260§131Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠξεύρω τοῦτο ὅτι ἐπιμένουν τὰ δικαστή-
1261ρια νὰ μὴ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν κατάστιχα μὴ μονογραφη-
1262μένα καὶ μὲ τὸ ἀνάλογον χαρτόσημον· καὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις
1263μένει ἰσχυρὰ μεταξὺ ἐμπόρων. Ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ ῥητὴ μνεία,
1264ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ
1265μεταξὺ ἰδιωτῶν. Πρέπει νὰ εἴπῃ ῥητῶς κατὰ τὰς διατά-
1266ξεις τῆς πολ. Δικονομίας καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου.
1267§132ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Περιττὸν. (θόρυβος).
1268§133Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν εἶναι ἀναγκαία αὐτὴ ἡ διάταξις,
1269διότι ἀσφαλίζει τὰ δικαιώματα ὅλων τῶν ἐμπόρων καὶ προλαμ-
1270βάνει τὰς ἀπάτας. Δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις διὰ τοὺς
1271μικρεμπόρους, διότι ποῦ θὰ φθάσωμεν τότε; ἑπομένως φρονῶ
1272ὅτι αἱ διακρίσεις, τὰς ὁποίας ὑποκινεῖ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἶναι ὅλως
1273μάταιαι, καθὼς καὶ αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἀπέναν-
1274τι τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἔμπορος, ἡ δυσκολία
1275εἶναι μικρά. Κάμνω τὸν δικηγόρον τόσα ἔτη καὶ ἠξεύρω
1276πόσον ἀναγκαία εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις.
1277§134ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, λέγω, ἴσια ἴσια διὰ τὴν ἀσ-
1278φάλειαν τῶν ἐμπόρων καὶ τῆς κοινωνίας φροντίζομεν καὶ δι’
1279αὐτὸ λέγομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου
1280εἰς τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, διότι γνωρίζομεν ὅτι οὐδέποτε ἡ διά-
1281ταξις αὕτη ἐφηρμόσθη. Ποία ἡ δυσκολία εἰς τὸν ἔμπορον μέχρι
1282τοῦδε νὰ κρατῇ βιβλία μονογραφημένα; ἡ δυσκολία ἦτο τὸ
1283τέλος, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπεβάλλετο. Δὲν δύναται βέβαια ὁ ἔμπο-
1284ρος ἔχων μικρὸν κεφάλαιον νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ
1285πληρόνῃ ἀρκετὸν ποσὸν εἰς τὸ Ταμεῖον. Δὲν ἦτο, καὶ ἐπιμένω
1286εἰς τοῦτο, δὲν ἦτο ἡ δυσκολία τῆς μονογραφῆς, διότι, ἐπὶ τῇ
1287ὑποθέσει ὅτι αἱ ἐπιτετραμμέναι ἀρχαὶ τὴν μονογράφησιν ἠδύ-
1288ναντο νὰ φέρουν δυσκολίας, αἱ δυσκολίαι αὗται δὲν δύνανται
1289νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν. Οἱ ἔμποροι ἀπέφευγον καὶ ἀποφεύγουσι
1290τὴν μονογράφησιν, διότι τοὺς ἐπιβάλλεται ἓν τέλος, τὸ ὁποῖον
1291δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν. Τοῦτο τὸ ἀνεγνώρισε συζήτησις
1292τριακονταετοῦς ἡλικίας, ἐρχόμεθα τώρα νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν·
1293ἀλλ’ ἂν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ᾖναι ἀληθὴς, πρέπει τὴν δυσκολίαν αὐτὴν
1294νὰ τὴν ἄρωμεν ἐκ μέσου. Ὥστε ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πετσάλης ὅτι
1295θέλομεν νὰ καταργήσωμεν τὴν μονογράφησιν δὲν εἶναι ἀληθῆ,
1296καὶ φαίνεται ὅτι δὲν μᾶς ἐννόησεν. Ἡμεῖς λέγομεν νὰ λείψῃ
1297τὸ τέλος.
1298Ἐρχόμεθα δὲ καὶ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἡ ὁποία εἶναι
1299δρακόντειος. Κύριοι, πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τοιαύτην
1300διάταξιν, ὅταν δὲν δίδωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ συμ-
1301μορφωθῶσι μὲ τὸν νόμον; Μοῦ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις
1302ἐξ ἀρχῆς δεικνύει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ· πρέπει τοὐλάχι-
1303στον νὰ δοθῇ ἑνὸς ἔτους προθεσμία ἢ ἑξάμηνος, διὰ νὰ ἔχουν
1304τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ μονογραφοῦν τὰ βιβλία. Λέγω
1305λοιπὸν ὅτι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ, ὡς
1306πρὸς τὸ δεύτερον νὰ προστεθῇ προθεσμία.
1307§135ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, κύριοι, ὁσάκις μία διάταξις
1308τίθεται εἰς ἀχρηστίαν, τοῦτο δεικνύει ὅτι δὲν τὴν δέχεται ὁ
1309λαὸς, ὅτι δὲν τὴν δέχονται τὰ ἤθη τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως
1310μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ περίσκεψιν πρέπει νὰ τὴν εἰσαγάγω-
1311μεν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὑπάρξῃ περίσκεψις, μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπι-
1312βάλλομεν δρακοντείους ποινάς, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιφέρουν
1313κακὸν ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δύναται νὰ φορολογηθῇ
1314αὐτὴ ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων, ἀλλὰ πρέπει νὰ φορολογηθῇ κα-
1315ταλλήλως καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν φορολογίαν.
1316Διότι ὅλαι αἱ ἐμπορικαὶ συναλλαγαὶ ὑπόκεινται εἰς φόρον,
1317εἶναι ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ προσθέτου φόρου; ὄχι, νομίζω ἐγὼ, ἀφοῦ
1318ἐπιβαρύνει μάλιστα τοὺς μικρεμπόρους· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο
1319τὸ κύριον θέμα. Μέχρι τοῦδε αἱ διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ
1320ποινικοῦ κώδικος, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν τὴν μονογράφησιν
1321καὶ τὸ τέλος, ἀποβλέπουν εἰς τὸ νὰ θέσουν μίαν μικρὰν ποινήν·
1322λέγουν, ἂν δὲν συμμορφωθῇς μὲ τὰς διατάξεις αὐτὰς, ἤξευ-
1323ρε καλὰ ὅτι τὰ βιβλία σου δὲν ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν κατὰ
1324τοῦ ἄλλου ἐμπόρου, ἐν ἄλλαις λέξεσι, δὲν ὠφελεῖσαι τῆς ἀπο-
1325δείξεως πρὸς ἀπαίτησιν τῶν δικαιωμάτων σου. Ἀλλ’ ἡ διά-
1326ταξις αὕτη εἶναι φύσεως ποινικῆς καὶ ποινικωτάτης, ἥτις
1327δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα. Ὁσάκις
1328ἕνας ἔμπορος χρεωκοπήσῃ, τὰ βιβλία του προσάγονται ἐνώπιον
1329τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν δικαστηρίων καὶ αὐτὰ μάλιστα
1330ποινικῶς ἀποτελοῦσι μίαν δικαιολόγησιν, ἂν κατεχράσθη ἢ
1331ἕνεκα ἀπερισκεψίας ἢ ἀθώας προαιρέσεως τῶν πραγμάτων ἐχρεω-
1332κόπησεν. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι, δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἐμ-
1333πορικοῦ νόμου, θεωρεῖται ὡς δόλιος χρεωκόπος, ἂν δὲν ἐτήρησε
1334βιβλία· ἐδῶ τὸν θέτετε εἰς τὴν ἀνάγκην, ὄχι νὰ μὴ ἀποδείξῃ
1335πολιτικῶς τὴν ἀξίωσίν του, ἀλλὰ νὰ καταδικασθῇ ὡς δόλιος
1336χρεωκόπος. Τοῦτο εἶναι δίκαιον; ὄχι βέβαια. Τί λέγετε ἐδῶ;
1337«τὰ εἰρημένα κατάστιχα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν
1338οὐδὲ δύναται νὰ γίνῃ οἱαδήποτε χρῆσις αὐτῶν ἐπὶ δικαστηρίου».
1339Οἱαδήποτε χρῆσις. Ἂν τοῦτο ἀπαγγείλητε, ποία ἡ συνέπεια;
1340ἕκαστος ἔμπορος δύναται νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ δολίᾳ χρεωκοπίᾳ,
1341ἂν δὲν ἐτήρησε βιβλία. Προσέξατε ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως,
1342καὶ παρακαλῶ, ἕνεκα αὐτῶν τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν δισταγ-
1343μῶν, ἐγὼ νομίζω πῶς ἤθελεν εἶσθαι καταλληλότερον νὰ
1344ἐξετασθῇ καλλίτερα αὐτὴ ἡ διάταξις διὰ τὰ ἀποτελέσματά
1345της. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ
1346μίαν ἄλλην ἡμέραν ὅπως ἐξελεγχθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ εὕρω-
1347μεν μίαν τοιαύτην, ἥτις ν’ ἀνταποκρίνεται καὶ μὲ τὰς διαθέ-
1348σεις τοῦ ὑπουργοῦ ἄνευ κακῶν ἀποτελεσμάτων.
1349§136ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
1350§137ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Κύριοι, ἂν καὶ πάσχω ὀλίγον,
1351ἐπειδὴ ἤκουσα πολλὰ παράδοξα λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος
1352τούτου, δὲν ἠμπόρεσα νὰ κρατηθῶ καὶ νὰ μὴ ἔλθω ἀπ’ ἐδῶ ν’
1353ἀντικρούσω ἔνια αὐτῶν.
1354Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ὁμιλῶν περὶ τῆς καταργή-
1355σεως τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων
1356γενομένης τελευταίως εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀπέδωκε τὴν κατάργη-
1357σιν ταύτην εἰς λόγον ὅλως ψευδῆ.
1358§138ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ κατάργησις ὅμως ἔγινε καὶ διορθώσατε τὸν
1359ἀδελφόν σας.
1360§139ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπέθεσεν ὅτι ὅλαι αἱ
1361πράξεις, περὶ ὧν διαλαμβάνουν τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, ὑποκύ-
1362πτουν εἰς ἀπόδειξιν, ἂν ἐπλήρωσε τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου.
1363Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Αἱ περισσότεραι τῶν πράξεων καὶ
1364αἱ μεγαλεῖτεραι μεταξὺ μεγάλων ἐμπορικῶν οἴκων δὲν στη-
1365ρίζονται ἐπ’ οὐδενὸς συναλλάγματος ἢ χαρτοσήμου. Ἐμπο-
1366ρικοὶ οἶκοι εὑρισκόμενοι εἰς ἀλληλογραφίαν, ἀποστέλλουν καὶ πα-
1367ραλαμβάνουσιν ἐμπορεύματα, συναλλάττονται ἐπὶ ἑκατομμυρίων,
1368ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπληρώθη οὐδὲν τέλος χαρτοσήμου. Ἡ ἀ-
1369πόδειξις τῆς δοσοληψίας ταύτης ἀποδεικνύεται ἐκ δύο εἴδους
1370ἐγγράφων, ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας καὶ τῶν ἀνοικτῶν λογαρια-
1371σμῶν, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλει ἡ μία οἰκία πρὸς τὴν ἄλλην.
1372Λοιπὸν παρατηρεῖτε ὅτι ὁ λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξε τὴν
1373κατήργησιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου εἰς Γαλλίαν, δὲν εἶναι
1374ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκε. Δὲν πρόκειται ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1375νὰ ζητήσωμεν διατί εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ὑπάρχουν ὑπερβο-
1376λικοὶ φόροι καθὼς καὶ οἱ φόροι τοῦ χαρτοσήμου, διατί ἡ νο-
1377μοθετικὴ ἐξουσία ἐκείνη ἐνόμισε λυσιτελὲς νὰ τὸν καταργήσῃ·
1378ἐκεῖ ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι, ἄλλαι περιστάσεις, αἵτινες νὰ ὑ-
1379πηγόρευσαν αὐτὸ τὸ μέτρον. Σήμερον πρόκειται νὰ ζητήσωμεν
1380σχετικῶς μὲ τὰς περιστάσεις μας καὶ τὴν οἰκονομικήν μας κα-
1381τάστασιν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁ-
1382ποῖος ἐξ ἑνὸς ἐσύγχυσε τὰς δυσχερείας καὶ διατυπώσεις, τὰς
1383ὁποίας ἀπῄτει ὁ νόμος, εἰς τὴν διατήρησιν τῶν βιβλίων τῶν
1384ἐμπορικῶν καὶ εἰς τὸ χαρτόσημον, ἐπὶ τέλους ἐκαθάρισε τὸ ζή-
1385τημα αὐτὸ, ὅτι αἱ δυσχέρειαι ἅπασαι συγκεντροῦνται εἰς μό-
1386νην τὴν πληρωμὴν πέντε λεπτῶν φύλλων.
1387§140ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διόλου· δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
1388§141ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Πετράκης τὸ εἶπεν.
1389§142Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) Εἶπεν ὁ κ. Κε-
1390χαγιᾶς, καὶ ἂν τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα ἠμποροῦν αὐ-
1391τὴν τὴν στιγμὴν νὰ μεταγλωττισθῶσι θ’ ἀναφέρωσιν αὐτὰς
1392τὰς λέξεις, ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ εὑρισκόμενος μακρὰν τοῦ ταμείου
1393καὶ τοῦ προέδρου εἰς ἓν χωρίον δυσκολεύεται νὰ προσέλθῃ εἰς
1394τὴν μονογραφὴν τοῦ βιβλίου του, διότι ὁ πρόεδρος θὰ τοῦ εἴπῃ,
1395δὲν μονογραφῶ τὸ βιβλίον σου ἂν δὲν τὸ φέρῃς εἰς τὸ τα-
1396μεῖον νὰ τὸ χαρτοσημάνῃς. Ὥστε ἴσως θεωρεῖτε ὅλην τὴν δυσ-
1397κολίαν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, καὶ ὄχι εἰς ἄλλας δια-
1398τυπώσεις. Μ’ ὅλον τοῦτο ἠξεύρετε ἡ δυσχέρεια ποῦ ὑπάρχει;
1399οὔτε ἡ μία δυσχέρεια εἶναι μεγάλη, οὔτε ἡ ἄλλη, διότι, ἀφοῦ
1400εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ ἕνα αἰῶνα, καθὼς καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, ἐξα-
1401κολουθοῦν νὰ διατηρῶσι αὐτὰς τὰς διατυπώσεις τῆς πληρωμῆς
1402καὶ μονογραφῆς τοῦ χαρτοσήμου, νομίζετε, ὅτι εἶναι τοῦτο δύσ-
1403κολον εἰς τὴν Ἑλλάδα; καὶ ποῦ στηρίζεται αὐτὴ ἡ ἱστορία, ἢ
1404τὴν μὴ ἀνάπτυξιν τῶν ἀνθρώπων; εἰς τὶ συνίσταται; ἠξεύ-
1405ρετε τίνες εἶναι αἱ δυσκολίαι; τὰς ἀποκαλύπτω· εἶναι, διότι
1406εἴμεθα παραπολὺ ἀνεπτυγμένοι, καὶ διότι θέλομεν νὰ ἤμεθα
1407κύριοι τῶν πράξεών μας, νὰ τὰς παρουσιάζωμεν ὁποῖαι μᾶς
1408συμφέρουν. Εἰς τοῦτο χρεωστεῖται ἡ κακὴ πίστις, ἥτις ὑπάρ-
1409χει εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τοῦτο χρεωστοῦνται αἱ δόλιαι χρεω-
1410κοπίαι. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τεθῇ ἓν τέρμα· αἱ διατυπώσεις
1411ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ μία ποινικὴ ῥήτρα. Δὲν
1412ἠξεύρω πῶς τὰ δικαστήρια κακῶς ἑρμηνεύοντα τὸν νόμον, ἐδέ-
1413χοντο μέχρι σήμερον φύλλα χάρτου συντεταγμένα ἀφ’ ἑσπέρας
1414καὶ περιβεβλημένα τὴν ἐπιοῦσαν διὰ χαρτοσήμου, τὰ ἐδέ-
1415χοντο ὡς μέσα ἀποδείξεως, ὡς ἐξηγμένα ἐκ βιβλίου, τὸ ὁποῖον
1416νὰ ἦτο μονογραφημένον. Ἦτο ἀναγκαία λοιπὸν αὐτὴ ἡ διά-
1417ταξις, ἥτις ὠνομάσθη δρακοντία, ἀναγκαιοτάτη διὰ νὰ ἐμπο-
1418δίσῃ τὴν κακὴν πίστιν, ἥτις εἶναι ἡ ἀφορμὴ νὰ διατηρῶνται
1419τὰ βιβλία ἄνευ τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ὁ νόμος.
1420Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διεῖδεν ἔτι περισσότερον αὐ-
1421τὰς τὰς δυσκολίας, διευκολύνει ἔτι τὴν ὑποτιθεμένην δυσχέρειαν,
1422τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν νὰ μεταχειρισθοῦν, ὡς προεῖπον, οἱ ἔμποροι
1423οἱ κακῆς πίστεως. Λοιπὸν, ὡς βλέπετε, ὁ νόμος αὐτὸς στηρίζεται
1424καὶ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου· τιμωρία δὲν εἶναι, διότι
1425τὸ ἐπιβαλλόμενον τέλος τῶν πέντε λεπτῶν εἶναι μηδαμινὸν
1426καὶ δὲν ἤξιζε νὰ γίνῃ συζήτησις τόσον ἐκτεταμένη καὶ παρὰ
1427τοῦ κ. Κεχαγιᾶ μάλιστα, ὅστις ηὔξησε τοὺς φόρους τῆς Ἑλ-
1428λάδος κατὰ 8,000,000.
1429§143ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐν τούτοις δι’ αὐτῶν διατηρεῖσθε καὶ ὑπάρ-
1430χετε· διατί δὲν προτείνετε τὴν κατάργησιν;
1431§144ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ δὲν σᾶς ἔφθασαν, ἀλλὰ μετεχειρίσθητε καὶ
143215 ἄλλα ἑκατομμύρια ἀκόμη ἐκ δανείων.
1433§145Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νόστιμον πρᾶγμα, ἀφοῦ ἐθέσατε 40,000
1434000 εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ἔθνους; λέγετε, ἀπὸ αὐτὰ διατη-
1435ρεῖσθε.
1436§146ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καταργήσατέ τους λοιπόν.
1437§147ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὄχι μόνον δὲν τοὺς
1438κατηργήσατε, ἀλλ’ εὑρέθητε καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμετε
1439δάνεια.
1440§148Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τοὺς καταργήσωμεν,
1441ἀλλ’ ὅταν σεῖς ἐῤῥίψατε εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ἔθνους 40,000,000
1442καὶ ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν κατ’ ἔτος 8,000,000 εἰς χρυ-
1443σίον διὰ τόκους τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐβάλατε, τὶ νὰ κά-
1444μωμεν;
1445Λοιπὸν πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ὡς δόλιος χρεωκόπος ὁ ἔμπο-
1446ρος ἐκεῖνος, ὅστις φειδόμενος 5 λεπτῶν κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ
1447κ. Κεχαγιᾶ δὲν περιβάλλει τὰ βιβλία του, ὅπως ὁ νόμος οὗτος
1448ὁρίζει· καὶ εἶναι πράγματι δόλιος. Λοιπὸν ὁ νόμος εἶναι σύμ-
1449φωνος καὶ μὲ τὴν ἠθικὴν καὶ μὲ τὸ δίκαιον.
1450§149ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠπόρησα, κύριοι, ἐγὼ, μὲ τὸν ἀξιότιμον ὑπουρ-
1451γὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν καυχώμενον ἐπὶ βουλευτικῇ ἱκανότητι
1452ν’ ἀποδώσῃ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων εἰς ἓν πρόσωπον ἐξ ἡμῶν,
1453λησμονῶν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ μίαν Βουλὴν,
1454τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀξίωσιν,
1455ὅτι γνωρίζει τὰ κοινοβουλευτικά.
1456§150ΤΙΝΕΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!
1457§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἴπῃ κατὰ πρόσωπον, ὅτι
1458σὺ, κύριε Κεχαγιᾶ, αὔξησες τοὺς φόρους.
1459§152Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε.
1460§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄρα ἡ Βουλὴ ἔπραξε τοῦτο. Καὶ νομίζετε, ὅτι
1461ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐψήφισε τοὺς φόρους θέλω νὰ κρύψω τὴν
1462εὐθύνην τὴν ἐδικήν μου; ὄχι· καὶ ἐγὼ βεβαίως ἀναδέχομαι αὐ-
1463τὴν τὴν εὐθύνην καὶ καθὼς τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν
1464ὅτι, ἂν ἔκαμε καλὴν πρᾶξιν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εἶναι ἡ αὔξησις
1465τῶν φόρων· διότι ἄλλως τὸ φάσμα τῆς χρεωκοπίας μᾶς ἐπε-
1466ρίμενε.
1467§154ΤΙΝΕΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!
1468§155ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, γνωρίζων
1469νὰ μὴ ἀναιρῇ τοὺς λόγους του, βλέπετε σιωπᾷ καὶ ἡ σιωπή
1470του εἶναι παραδοχή. Ὅταν ἐπὶ τόσα συνεχῆ ἔτη, φαίνεται ὅτι
1471μὲ ἐλλείμματα ἐκαλύπτοντο οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ ἠναγκάζοντο
1472νὰ τείνωσι χεῖρας ἐπαίτου εἰς τὸν ἕνα τραπεζίτην καὶ τὸν ἄλ-
1473λον ζητοῦντες δάνεια, διότι διὰ δανείων ὑπῆρχον ἐπὶ πολλὰ
1474ἔτη αἱ κυβερνήσεις, ὅταν οἱ ἀπολογισμοὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγρά-
1475φων ἀποδεικνύεται ὅτι ἔκλειον μὲ ἐλλείμματα, τουτέστι τὰ
1476ἔσοδα δὲν ἤρκουν νὰ καλύψουν τὰς δαπάνας, τὶ ἔπρεπε νὰ κά-
1477μωμεν; νὰ δημοκοπῶμεν; νὰ λέγωμεν δὲν θέλομεν φόρους;
1478ὄχι· ἐπροτιμήσαμεν τὴν θυσίαν τῆς δημοτικότητός μας, διὰ νὰ
1479ἐπέλθῃ ἡ ἰσοῤῥοπία· καὶ ἤθελεν ἐπέλθῃ, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δυστυ-
1480χὴς ὑπόθεσις τῆς Κρήτης τὴν ὁποίαν εὕρομεν. Καὶ ὅταν τὴν
1481εὕρομεν ἡμεῖς, ἔπρεπε νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας; ὅταν οἱ δυσ-
1482τυχεῖς ἀδελφοὶ Κρῆτες ἔτεινον τὰς χεῖρας, ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν,
1483ὅτι τὰ εἰσοδήματά μας δὲν ἐπαρκοῦν, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα
1484νὰ σᾶς χορηγήσωμεν ἄρτον; αὐτὴν τὴν γλῶσσαν ἔπρεπε νὰ
1485μεταχειρισθῶμεν, ἢ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ ἔθνος ὅτι, ἐὰν νομίζῃ,
1486ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Κρῆτες ἀδικοῦνται, καθ’ ὃ συναγωνισθέντες καὶ
1487ὑποστάντες τὰς αὐτὰς θυσίας, ἑπομένως εἶναι ἄδικον νὰ πά-
1488σχωσι καὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πρέπει
1489νὰ κατατάξῃ αὐτοὺς εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν; Βαρυθυμεῖς,
1490κ. ὑπουργὲ, διὰ τὰ 40,000,000, ἀλλὰ πῶς ἤθελε διατηρηθῆ ἡ
1491ὑπόθεσις τῆς Κρήτης; καὶ πῶς, νομίζεις εἶναι μέγα αὐτὸ τὸ
1492ποσὸν, ἔστω τῶν 40,000,000 ἀπέναντι τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον
1493ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Κρήτην, ἥτις δὲν ηὐτύχη-
1494σε νὰ ἐλευθερωθῇ; μόνον οἱ μικροὶ δύνανται νὰ καταλογίζουν
1495τὰ 30 καὶ 40 ἑκατομμύρια ἀπέναντι τοῦ προορισμοῦ τῆς
1496Ἑλλάδος. Λοιπὸν ἐκάμαμεν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων δι’ αὐτὸν
1497τὸν λόγον, ἐνῷ μᾶς κατηγόρησαν, ὅτι δὲν διεχειρίσθημεν κα-
1498λῶς, ἦλθε κατόπιν μία Κυβέρνησις καὶ ἀφοῦ εἶχεν εἰς τὰς χεῖ-
1499ράς της τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου, πρέπει νὰ ἀκούσητε, κύριοι
1500βουλευταὶ, διότι δὲν εἶσθε ὅλοι ἐδῶ τότε, τὶ ἔκαμεν; ἦλθεν εἰς
1501τὴν Βουλὴν καὶ εἶπε, κύριοι βουλευταὶ, ἡ παραγγελία τοῦ ἀτ-
1502μοπλοίου ἀφίνει ὑποψίας, ἐξετάσατε σεῖς οἱ βουλευταὶ ἂν ἔ-
1503γινε κατάχρησις, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὰ ἔγγραφα εἰς τὰς
1504χεῖράς της· ἔλεγον ὅτι σπαταλεῖται ὁ δημόσιος πλοῦτος, διὰ
1505νὰ διατηρηθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867· διατὶ δὲν πέρνετε τὸν
1506ἀπολογισμὸν τοῦ 1867; τὶ ἀποδεικνύει; ἀποδεικνύει ὅτι κατὰ
1507τὸ ἔτος ἐκεῖνο αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1867 εἶναι ἀνώτεραι τῶν
1508εἰσπράξεων τοῦ 1868, ἀπὸ 24 ἕως 25 ἑκατομμύρια, εἶχον
1509φθάσει εἰς 27 ἑκατομμύρια κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, καὶ κατὰ τὸ
1510ἑπόμενον μέχρι 31,000,000. Πόσαι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1869;
1511κατώτεραι, κύριοι. Καὶ πῶς συνέβη τοῦτο; ἐνῷ οἱ φόροι, ἡ
1512τροπολογία τοῦ δασμολογίου ἠξεύρετε ὅτι ἐφηρμόσθη τὴν δευ-
1513τέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1867 καὶ τὸ χαρτόσημον ἀπὸ τὴν δευτέ-
1514ραν ἑξαμηνίαν, καὶ ὅμως αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1867, τοῦ σπατά-
1515λου ἐκείνου ὑπουργείου εἶναι ἀνώτεραι τοῦ 1868, καὶ σᾶς περι-
1516μένομεν καὶ σᾶς νὰ σᾶς ἴδωμεν.
1517§156Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶσθε ἐπιτήδειος.
1518§157ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε εἰς τὸν συνυπουργόν σας.
1519Λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἶναι παντάπασι δίκαιον ὁ ὑπουργὸς τῆς
1520Δικαιοσύνης νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ Κεχαγιᾶς ηὔξησε τοὺς φόρους, διότι
1521τοὺς ηὔξησεν ἡ Βουλὴ καὶ τοὺς ἐπεκύρωσεν ὁ Βασιλεύς.
1522§158Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἠπορήσαμεν, διότι ὑμεῖς, οἵτινες εἶσθε
1523ὑπὲρ τῶν φόρων, τώρα εἶσθε κατά.
1524§159ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλον
1525μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐπολέμησε καὶ ἡ Κυβέρνησις· κατ’ αὐ-
1526τὴν ἐπρότεινον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος χαρτοσήμου καὶ ἐπὶ τῶν
1527συναλλαγμάτων ἄνω τῶν 100,000 δραχμῶν, καὶ τί εἴπετε;
1528πάλιν ὁ Κεχαγιᾶς ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, καὶ ὁ κύ-
1529ριος Πρόεδρος ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅσοι θέλουν τὴν αὔξησιν τῶν
1530φόρων νὰ ἐγερθῶσι, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἐγὼ ἐζή-
1531τουν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Τώρα τὶ μὲ λέγετε; εἶσθε
1532εἰς ἀντίφασιν, διότι σεῖς πρότερον ἐζητήσατε τὴν αὔξησιν
1533τῶν φόρων, ἑπομένως δὲν εἶσθε συνεπής. Ἀλλὰ δὲν λέγουν τὴν
1534ἀλήθειαν, διότι ἐγὼ θέλω τὴν ἀνάλογον διανομὴν τῶν φόρων.
1535Διατί, διότι ἐξετάζω ἂν ᾖναι δίκαιοι οἱ φόροι καὶ διανέμων-
1536ται ἀναλόγως· διότι πάλιν τὸ λέγω ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν βα-
1537ρυθυμεῖ διὰ τὸ πολὺ τῶν φόρων, ἀλλὰ διὰ τὸ κακὸν τῆς εἰσ-
1538πράξεως αὐτῶν, καὶ διότι τὸ μέγα μέρος δὲν πηγάζει παρὰ ἀπὸ
1539τὴν θέλησιν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Λοιπὸν πάντα ἄδικον φό-
1540ρον βεβαίως θὰ τὸν πολεμῶ, τοῦτο ὅμως δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι εἶμαι
1541κατὰ τῶν φόρων. Τί σᾶς εἶπον ἐπὶ τοῦ προκειμένου; ὅτι ἡ ἐλάτ-
1542τωσις τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ κατὰ τὸ ⅒ δὲν θὰ
1543ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. ὑπουργός, τοὐτέστι νὰ
1544ὑποχρεώσῃ τοὺς ἐμπόρους, τοὺς βιομηχάνους νὰ παρουσιάσωσι
1545τὰ κατάστιχα πρῶτον εἰς τὸν ταμίαν καὶ κατόπιν....
1546§160Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρῶτον εἰς τὸ δικαστήριον.
1547§161ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· εἰς τὸ ταμεῖον, διότι δὲν ἠμπορεῖ ὁ πρόε-
1548δρος νὰ μονογραφήσῃ κατάστιχα μὴ ὄντα εἰς χαρτόσημον.
1549§162Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ τὸ μονογραφήσῃ τὴν τρίτην ἡμέ-
1550ραν ὑπάγει εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐπιδιορθόνεται.
1551§163ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα ἀφορᾷ τοὺς κακῆς πίστεως, καὶ ἐγὼ,
1552κύριοι, δι’ αὐτὸ ἐπιμένω, διότι θέλω νὰ προλάβω τὴν κακὴν πί-
1553στιν ἀπὸ τὸν ἔμπορον, ἀπὸ τὸν βιομήχανον, καὶ δὲν θέλω νὰ
1554τὸν ὑποχρεώσω νὰ ὑποβάλῃ τὰ κατάστιχά του εἰς χαρτόσημον,
1555καὶ οὔτε οἱ ἄνθρωποι οἱ κακῆς πίστεως νὰ μὴν ἠμποροῦν νὰ
1556μεταχειρισθῶσι τὰ κατάστιχά των εἰς τὰ δικαστήρια· ἐνῷ λοι-
1557πὸν μάλιστα θέλετε νὰ προλάβητε τὴν ἀδικίαν δίδετε περισσο-
1558τέραν ζωὴν εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Πετσάλης εἶπεν εἰς τὴν Γαλλίαν,
1559ἂν κατηργήθη, διότι φαίνεται ὅτι ἀμφιβάλλει ὅτι κατηργήθη,
1560κατηργήθη δι’ ἄλλους λόγους, ἔπρεπεν ὅμως νὰ τοὺς εἴπῃ. Ἐγὼ
1561ὅμως λέγω δὲν εἶναι ἄλλος λόγος παρὰ ἐκεῖνος μόνον, τὸν ὁποῖον
1562ἐπιδιώκουσι τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἐμ-
1563πορίου, δηλ. ὅπου εὑρίσκουν προσκόμματα νὰ τὰ ἄρουν· αὐτὸ
1564ἐπεδίωκεν ἡ κατάργησις, καὶ ἠξεύρετε ὅτι σήμερον εἰς πολλὰς
1565ἐπαρχίας, ὅπου εἶναι δυνατόν, καὶ τὰ τελωνειακὰ δικαιώματα
1566νὰ λείψουν, ὄχι διότι πληρώνουν φόρον, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐμπόδια,
1567τὰ ὁποῖα ἀπαντοῦν οἱ ἔμποροι. Ὁ λόγος λοιπὸν διὰ τὸν ὁποῖον
1568ἐγένετο τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὅτι ἐγένετο διὰ νὰ ἄρουν
1569τὰ προσκόμματα ἀπὸ τὸ ἐμπόριον. Λοιπὸν εἰς τὴν Γαλλίαν
1570κατηργήθη ὁ φόρος οὗτος οὔτε διὰ τὸν ἕνα, οὔτε διὰ τὸν ἄλλον
1571λόγον. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ κ. Πετσάλης προσέθεσεν, ὅτι αἱ
1572μεγαλείτεραι δοσοληψίαι τῶν τραπεζιτῶν στηρίζονται εἰς τὴν
1573δοσοληψίαν· ἐλησμόνησεν ὅτι ὁ νόμος ὁ ἐμπορικὸς καὶ ὁ νόμος
1574περὶ χαρτοσήμου, τὴν ἀλληλογραφίαν, τὰς ἐπιστολὰς, δὲν τὰς
1575ὑποβάλλει εἰς χαρτόσημον, τὰς ἀφίνει ἐλευθέρας· ὁ ἐμπορικὸς
1576νόμος δὲν ὑποβάλλει εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν τὰς ἐπιστολὰς,
1577καὶ ἠξεύρετε ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν. Δὲν εἶναι
1578ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὰς ἐπιστολὰς στηρίζεται ἡ μεγαλειτέρα
1579δοσοληψία τῶν ἐμπόρων, καὶ ὅτι ἂν κατηργήθη ὁ νόμος περὶ
1580χαρτοσήμου διὰ τὰ κατάστιχα, κατηργήθη ὄχι δι’ ἄλλον λόγον
1581παρὰ διὰ νὰ καταστήσωσι τὸν ἔμπορον ἔτι δραστηριώτερον,
1582καὶ ἐὰν εἰς τὴν Γαλλίαν ἔγινε τοῦτο, ἔγινε διὰ ν’ ἀφαιρέσω-
1583σι πᾶν πρόσκομμα ἀπὸ τὸ ἐμπόριον. Ἔτι δὲ περισσότερον πρέ-
1584πει νὰ γίνῃ τοῦτο ἐνταῦθα, διότι λείπουσιν ὅλαι αἱ εὐκολίαι, αἱ
1585ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ. Λοιπὸν ἀφοῦ ὁ ἔμπορος, ὁ βιομήχανος,
1586αὐτὰς τὰς δυσκολίας ἔχων σήμερον δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ,
1587πρέπει νὰ τοῦ παρεμβάλωμεν καὶ ἄλλα προσκόμματα; ὄχι
1588λέγω, καὶ ἂν ἐπρόκειτο τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πάρῃ ἑκατομ-
1589μύρια· καὶ πάλιν σᾶς λέγω, ἐὰν καθιερώσητε τοῦτο θὰ μείνῃ εἰς
1590ἀργίαν καὶ θὰ τὸ ἴδετε· τὰ πράγματα θὰ τὸ ἀποδείξουν εἰς
1591τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐφαρμογήν.
1592§164ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πολὺ περισσότερον θαυμάζω τὴν βίαν τοῦ
1593κ. προέδρου θέλοντος διὰ πάσης θυσίας τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν
1594τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πολὺ δὲ περισσότερον θαυμάζω λέγω, τὴν
1595βίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αὐτὸς ὁ ἴδιος ὤφει-
1596λε κατὰ τὸ καθῆκον, ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐμπορικωτάτην πόλιν
1597τῆς Ἑλλάδος, ἀντιπροσωπεύων τὴν πόλιν ἐκείνην, παρὰ τῆς ὁποίας
1598λαμβάνει τὰς προμηθείας σχεδὸν τὸ κράτος ὁλόκληρον. Ἐνόμιζον,
1599καὶ περιέμενον ἀπὸ στιγμὴν εἰς στιγμὴν νὰ εἴπῃ καὶ αὐτὸς
1600δύω λέξεις περὶ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ἐμπόρων, ἐπὶ τῶν ὁ-
1601ποίων σήμερον ζητοῦν νὰ ἐπιβάλουν δρακοντίους νόμους, ἐπὶ
1602τῶν ὁποίων ζητοῦν νὰ ἐπιβάλουν τόσας καὶ τόσας δυσκολίας.
1603Ἡ ἐλευθέρα κίνησις τοῦ ἐμπορίου, κύριοι, εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ
1604ὕπαρξις ἑνὸς ἔθνους, εἶναι ὁ πλοῦτος ὁ ἀνεξάντλητος. Προσέ-
1605ξατε, κύριοι, σήμερον εἰς τοὺς νόμους ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ θέ-
1606λετε ἰδεῖ καλῶς ὁποῖα μέσα δίδονται εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν
1607ἐλευθέραν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἰδιώτης
1608ὠφελεῖται καὶ αὐτὸ τὸ ἔθνος ὠφελεῖται. Ἐπίστευον λοιπόν,
1609κύριοι, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἡ ὁποία το-
1610σοῦτον προθύμως προσέτρεξεν αὐτὸν καὶ συνέτρεξεν εἰς τὰς ἐκ-
1611λογὰς, καὶ τοσοῦτον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους τὸν ἐτίμη-
1612σαν ὡς Πρόεδρον, ἐπίστευον, λέγω, ὅτι δὲν ἤθελε δυστάσει, καὶ
1613δὲν ἤθελε νομίσει ὅτι ἡ ἕδρα τοῦ Προέδρου εἶναι μεγαλειτέρα
1614τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει εἰς τοὺς συμπολίτας του, οἵ-
1615τινες τὸν ἐξέλεξαν· ὤφειλε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος, νὰ
1616προφέρῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας του καὶ δύω παρηγορητικοὺς λόγους
1617καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους καθ’ ἑκάστην
1618βάρη θέλουν νὰ προσθέτουν. Πρέπει νὰ ἔλθετε εἰς τὴν πραγμα-
1619τικότητα, κύριοι, καὶ τότε νὰ ἔχετε δίκαιον νὰ ὁμιλῆτε· πρέ-
1620πει νὰ κατέλθητε εἰς αὐτὴν διὰ νὰ κατανοήσητε καλῶς, διότι
1621δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ καλῶς ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι ἐκτὸς τῶν
1622πραγμάτων, τὰ ἐκ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου προερχόμενα
1623κακά. Καὶ ἐγὼ ἤμην τοιοῦτος, ἔπρεπε ὅμως νὰ ἔλθω κάτω εἰς
1624τὸ ἐμπόριον, νὰ συναναστραφῶ ὅλας τὰς τάξεις καὶ οὕτω νὰ
1625αἰσθανθῶ ὁποῖαι εἶναι ὅλαι αἱ ἐλλείψεις αἵτινες προέρχονται
1626ἐκ τῶν ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὴν ἐλευθέραν
1627κίνησιν τοῦ ἐμπορίου. Τί ζητοῦν σήμερον, κύριοι; ζητοῦν τὴν
1628καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου, τὴν περιστολὴν αὐτοῦ. Καὶ νομί-
1629ζουν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ περιστείλουν τὰς κα-
1630ταχρήσεις; Σᾶς ἀπέδειξεν ὁ ὑπουργὸς, καθὼς νομίζει, ὁ τῆς
1631Δικαιοσύνης ὅτι θὰ περισταλῶσιν αἱ καταχρήσεις· ἀλλ’ ἐγὼ θὰ
1632ἀποδείξω διὰ παραδειγμάτων εἰς αὐτὸν, ὅτι θὰ αὐξήσωσιν ἡ
1633δυσπιστία καὶ αἱ καταχρήσεις, διότι, κύριοι, ἐν γένει εἰς ὅλας
1634τὰς πολιτικάς μας δίκας ὁ νόμος μᾶς δίδει ὅλα τὰ μέσα τῆς
1635ἀποδείξεως, ὥστε νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν τὸ δικαστήριον
1636περὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου. Θέλετε λοιπὸν, κύριοι, καί τοι
1637ἐν γνώσει τοῦ δικαστοῦ, ὅτι ὁ ἀθῶος αὐτὸς μικρὸς ἐμπορευό-
1638μενος, ὁ μὴ δυνηθεὶς εἴτε ἐξ ἀγνοίας εἴτε ἐξ ἄλλων περιστα-
1639τικῶν νὰ γράψῃ μίαν δοσοληψίαν εἰς ἓν φύλλον, τὸ ὁποῖον φύλ-
1640λον πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ 5 λεπτὰ, θέλετε αὐτὸν τὸν μικρὸν ἔμ-
1641πορον, τὸν βιομήχανον δι’ αὐτὸ τοῦτο νὰ τὸν καταστρέψετε; καὶ
1642ἠξεύρετε τί θὰ κάμητε; θὰ δώσητε λαβὴν εἰς τοὺς κακῆς πί-
1643στεως ἀνθρώπους νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν. Καὶ ἔρχομαι εἰς αὐτὰ
1644τὰ πράγματα. Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι μυλωνᾶς, κατασκευαστὴς ἀ-
1645λεύρων· ἔρχονται μικροὶ ἄνθρωποι καὶ ἀγοράζουν ἀπὸ δύω σάκ-
1646κους ἀλεύρου καὶ κατόπιν τὰ ἄλευρα ταῦτα, ἀφοῦ τὰ μετα-
1647ποιήσουν εἰς ἄρτους, τοὺς δίδουν εἴς τινας πάλιν ἄλλους, οἱ ὁποῖοι
1648κάμνουν τὴν πώλησιν τοῦ ἄρτου, διότι οἱ ἴδιοι ἀπ’ εὐθείας δὲν
1649ἠμποροῦν νὰ τὸν πωλήσουν. Κάμνει λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τὴν
1650ἡμέραν 200–300 ἄρτους, καὶ σημειώσατε ὅτι αὐτοὶ οἱ κατα-
1651σκευάζοντες τοὺς ἄρτους εἶναι ὅλοι ἁπλοῖ, οὔτε γνωρίζουσιν ἂν
1652ὑπάρχῃ κονδύλιον ἢ καλαμάριον· αὐτοὶ λοιπὸν δίδουν εἰς διαφόρους
1653τὸν ἄρτον πρὸς πώλησιν· τί κάμνουν αὐτοί; ἔχουν ἓν παλιό-
1654χαρτον καὶ τοῦ τὸ δίδουν τὴν στιγμὴν, ὅταν πέρνῃ αὐτὸν τὸν
1655ἄρτον· πωλεῖ τοὺς 50 καὶ πέρνει ἓν χαρτὶ, ὅπερ ὑπάγει εἰς
1656ἄτομόν τι καὶ τὸ σημειώνει. Αὐτὸς εἶναι ὁ πωλῶν τὸν ἄρτον·
1657ὁ δὲ πέρνων αὐτὸν ὅταν μάθῃ ὅτι ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος θὰ
1658εἴπῃ εἰς τὸν ἀρτοποιὸν δὲν σοῦ χρεωστῶ τίποτε· φέρε τὰ νενο-
1659μισμένα κατάστιχα· τότε ὁ ψωμᾶς ἔχασε τὰ χρήματά του·
1660πηγαίνει τὴν ἐπιοῦσαν ὁ Μπούμπουλης, λέγει εἰς τὸν ψωμᾶν
1661δός μου τὰ χρήματά μου· ποῦ νὰ τὰ εὕρῃ ἐκεῖνος; τοῦ τὰ
1662ἔφαγεν ὁ δεῖνα καὶ ὁ ἄλλος. Ἀκολουθήσατε λοιπόν, κύριοι, τὸν
1663πραγματικὸν βίον καὶ τότε θὰ ἴδητε πόσα κακὰ προέρχονται.
1664Θὰ περισταλῇ τὸ ἐμπόριον καὶ θὰ προέλθουν ἄπειροι χρεωκο-
1665πίαι (θόρυβος). Ἐγὼ δὲν θὰ τελειώσω, ἂν δὲν σιωπήσουν τινές.
1666§165ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, φέρετε τὴν τάξιν.
1667§166ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοιουτοτρόπως, κ. πρόεδρε,......
1668§167ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προστατεύσητε τὸν
1669ἀγορεύοντα.
1670§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ κάμνω, κύριοι βουλευταί, κενώσατε τὸν
1671διάδρομον, ἢ πηγαίνετε εἰς τὰ δωμάτια καὶ καθήσατε, διότι
1672ἄλλως ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καταστρέφεται.
1673§169ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν οὕτως ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑπόθεσις,
1674μετ’ ὀλίγον θέλουν συνεπιπέσει ὅλαι αἱ ζημίαι εἰς τοὺς ἀνωτέ-
1675ρας τάξεως κεφαλαιούχους, βιομηχάνους καὶ ἐμπόρους· ὅταν
1676αὐτὸ ἐξακολουθήσῃ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ συνεπείᾳ τοῦ νόμου,
1677τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, θὰ ἐπέλθουν χρεωκοπίαι, δυσπιστίαι
1678καὶ καταχρήσεις. Ἠξεύρετε ποῦ θὰ φθάσητε, κύριοι; θὰ φθάσητε
1679εἰς ἓν σημεῖον, ὥστε δὲν θὰ ἠξεύρῃ τις πότε πρέπει νὰ προΐδῃ
1680τὸ κακόν, ἐπειδὴ ἂν θελήσῃ τις νὰ κάμῃ οὕτως τὸ ἐμπόριον,
1681δὲν ἠμπορεῖ παρὰ τὸ ἐμπόριόν του νὰ διαρκέσῃ ὀλίγας ἡμέρας·
1682οὕτω λοιπὸν ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἐστὲ
1683βέβαιοι ὅτι μία τάξις ἀνθρώπων θὰ πάθῃ ἐκ τῶν δολίων. Μὴ
1684θέλετε λοιπὸν νὰ περιστείλητε τὸ ἐμπόριον, διότι θᾶττον ἢ
1685βράδιον μὲ τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα θέτετε, θὰ τὸ καταστρέψητε,
1686διότι ἐὰν αὔριον ἐφαρμόσητε αὐτὸν τὸν νόμον, θὰ περιορίσητε
1687τὸ ἐμπόριον εἰς ὀλίγας χεῖρας, καὶ ἐντεῦθεν θὰ παύσῃ καὶ ὁ
1688συναγωνισμός, τότε δὲ θέλετε ἐννοήσει ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ αἰσχρο-
1689κέρδεια καὶ τὰ παρακολουθήματα αὐτῆς. Διότι ἐὰν ἀγαπᾶτε
1690εἰλικρινῶς ἐν τῇ καρδίᾳ σας, ἐὰν πράγματι ἦσθε οἱ ὑποστηρι-
1691κταὶ τῆς ἐλευθερίας, ὀφείλετε εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ δώσητε ἐλευ-
1692θέραν κίνησιν, ὀφείλετε ν’ ἀποσύρητε ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα, τὰ
1693ὁποῖα δύνανται ὄχι νὰ ὠφελήσουν παρὰ νὰ καταστρέψουν, καὶ
1694διαβεβαιῶ μὲ τὸν θετικώτερον τρόπον τὸν ὑπουργὸν τῆς Δι-
1695καιοσύνης περὶ τούτου, ὅστις ἴσως ἀπὸ πεποίθησιν ἐσφαλμένην
1696ὡμίλησεν ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦ λέγω ὅτι ὄχι μόνον
1697τὸ ἐμπόριον θέλει καταστραφῇ, ἀλλὰ καὶ ἄλλα κακὰ θὰ προ-
1698έλθουν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ παραδεκτὸν τὸ νο-
1699μοσχέδιον αὐτὸ, διότι βλέπω ὅτι θὰ γίνῃ τοῦτο, καὶ εἶναι μά-
1700λιστα ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ κάμουν παραδεκτὸν καὶ
1701τοῦτο ἐπειδὴ κατόπιν ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα ὅτε θέ-
1702λετε ἰδεῖ τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ περιπέσητε. Εἶμαι λοι-
1703πὸν ἐναντίος τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου· θέλω τὴν ἐ-
1704λευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, διότι σᾶς λέγω ἐν πεποιθήσει ὅτι διὰ
1705τῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ νόμου θέλετε περιορίσει τὸ ἐμ-
1706πόριον εἰς πολλὰ ὀλίγας χεῖρας, καὶ θὰ παύσουν πολλοὶ ἄν-
1707θρωποι νὰ πορίζωνται ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῆς τὰ ἀναγκαῖα τῆς
1708ζωῆς. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ
1709θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ σας θὰ καταργηθῇ, καὶ πολὺ πε-
1710ρισσότερον ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συνειδήσει του θὰ
1711λυπηθῇ, διότι δὲν εἶπε καὶ αὐτὸς ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τοῦ ἀτυ-
1712χοῦς ἐμπορίου, ὡς ὤφειλε τοῦτο νὰ πράξῃ.
1713§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, κ. Μπούμπουλη.
1714§171ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ζητῶ τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομα-
1715στικῆς κλίσεως.
1716§172Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν πέσῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ ἔχῃ
1717ἰσχὺν τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι διπλάσιον (θόρυβος).
1718Δὲν ἐννοῶ τί λέγουν, εἰμὴ τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ποιμένας ἂς
1719τοὺς ἀφήσωμεν. Λοιπὸν ἐλευθέραν κίνησιν νὰ μὴ πληρόνῃ κα-
1720νεὶς τίποτε.
1721§173ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐζήτησαν, κ. πρόεδρε, τὴν ὀνομα-
1722στικὴν κλῆσιν· τὴν παραδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ τὴν ζη-
1723τοῦν.
1724§174Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
1725διότι πραγματικῶς ἠθέλησε νὰ μᾶς διαφωτίσῃ· μᾶς διεφώτισε
1726δὲ, διότι ἀνῄρεσε τὸν κ. Κ. Πετσάλην, διότι εἶπεν ὅτι κατηρ-
1727γήθη αὐτὸς ὁ νόμος ἐν Γαλλίᾳ, καὶ αὐτὸς διὰ νὰ μὴ καταρ-
1728γήσῃ τὸν νόμον αὐτὸν καταβιβάζει τὸ τέλος, διὰ νὰ μὴ καταρ-
1729γήσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὡς μὴ ἐφαρμοζομένην· ἐγὼ λέγω
1730ὅτι δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπαριθμήσεως, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὁ λό-
1731γος τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ δι’ αὐτὸ λέγομεν ὅτι,
1732διὰ νὰ γίνῃ πλήρης ἐφαρμογὴ πρέπει νὰ καταργηθῇ πᾶν τέλος,
1733διότι καὶ δύω λεπτὰ ἂν βάλητε τὸ χαρτόσημον, τίποτε δὲν θὰ
1734ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ πλειονοψηφία, θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος
1735αὐτὸς, ἀλλ’ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι καθὼς εἰς τὸ παρελθὸν δὲν
1736ἐφηρμόσθη διὰ τὰ 50 λεπτὰ, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ οὐδὲ διὰ 5 εἰς
1737τὸ ἐνεστώς. Εἶναι, κύριοι, ἴσως κακὸν νὰ ψηφίζωμεν νόμους
1738χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑπάρχοντας, ἐὰν δύνανται νὰ
1739ἐφαρμοσθῶσιν· ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος
1740αὐτὸς, ὡς πᾶς νόμος ὁποιοσδήποτε ἐὰν δὲν ᾖναι δίκαιος. Ἐπι-
1741μένω λοιπὸν διὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ τρίτου ἄρθρου,
1742καὶ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι ἀντ’ αὐτῆς
1743νὰ καταργηθῇ πᾶς φόρος εἰς τὰ κατάστιχα τῶν ἐμπόρων, τοι-
1744ουτρόπως θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ὠφελήσωμεν τοὺς ἐμπόρους καὶ
1745νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς νό-
1746μους· διότι σᾶς λέγω ὅτι ὅλοι οἱ ἔμποροι δὲν δύνανται νὰ
1747πληρώσωσι. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τρίτον· δυστυχῶς ὁ κ.
1748ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς παραγράφου
1749αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον,
1750κύριοι, λέγω ὅτι ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν μετὰ 20 ἡμέρας νὰ δη-
1751μοσιευθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, νὰ θέσωμεν μίαν προθεσμίαν.
1752§175ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ἀναγινώσκει). «Ὁ παρὼν νόμος ἐμβαίνει εἰς
1753ἐνέργειαν......» Εἶναι ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νόμου.
1754§176ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω δὲν εἶναι περιττόν· διότι,
1755πότε θὰ τὸν δημοσιεύσητε;
1756§177ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐντὸς 24 ὡρῶν.
1757§178ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ὅλοι οἱ εἰρηνο-
1758δίκαι καὶ πρόεδροι τῶν πρωτοδικῶν θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μο-
1759νογραφήσουν ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος· ἂς μὴ θέλω-
1760μεν λοιπὸν ἀδύνατα νὰ ζητῶμεν, διότι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ
1761ἀφήσουν τὴν τακτικὴν ἐργασίαν διὰ τοῦτο. Σᾶς λέγω λοιπὸν
1762ὅτι ἂν ψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, νὰ θέσωμεν τοὐλάχιστον
1763ἑνὸς ἔτους προθεσμίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν
1764ἑκάστη παράγραφος.
1765§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε σύμφωνος, κ. βουλευτὰ, μὲ τὴν τροπολο-
1766γίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ;
1767§180ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
1768§181Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις εἰς τὰ πρακτικὰ,
1769κ. πρόεδρε.
1770§182ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ 3 ἄρθρον).
1771(Ἀναγινώσκει καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ).
1772§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου ἐκ
1773Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν συγχωνεύει καὶ ὁ ἔν-
1774τιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
1775§184ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει ἐκ νέου τὴν τροπολογίαν τοῦ
1776κ. Κεχαγιᾶ.)
1777§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε δὲν εἶναι λόγος περὶ τοῦ παρόντος
1778νόμου, ἀλλὰ περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1866. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν
1779τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος βουλευτοῦ νὰ ἐγερθῶ-
1780σιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη, κύριοι.
1781Τὸ ἄρθρον τέταρτον ἀπηλείφθη κατ’ αἴτησίν μου, κύριοι.
1782§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατ’ αἴτησιν τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς λογι-
1783στικῆς.
1784§187Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον
1785δὲν ἐψηφίσθη.
1786§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρ. τρίτον, ὅπως ἔχει...
1787§189ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν ἐγὼ, νὰ ᾖναι ἓν ἔτος ἡ προ-
1788θεσμία.
1789§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσυγχωνεύθητε μὲ τὴν τοῦ κ. Κεχαγιᾶν.
1790§191ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂς τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἡ
1791τροπολογία αὕτη.
1792§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία εἶναι ἡ τροπολογία, δὲν εἴπατε.
1793§193ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἀπέβλεπε τὴν
1794πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου, ἐγὼ ἔφερα καὶ ἄλλην καὶ πρὸς
1795τὴν τρίτην παράγραφον, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ προθεσμία τοῦ ὑπουρ-
1796γοῦ εἶναι σύντομος. Λοιπὸν λέγω, ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ
1797ᾖναι ἡ προθεσμία ἑνὸς ἔτους, τοὐλάχιστον ἓξ μηνῶν.
1798§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προθεσμία λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ τελευ-
1799ταῖον ἄρθρον.
1800§195ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ εὕρωμεν ἄκρην. Ἡ συζήτησις ἔκλεισε, λοιπὸν
1801δὲν ἔχει κανένας τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον, εἰμὴ ἐπὶ
1802τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
1803§196ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Δαγρὲν, ὅτι ἂν συζη-
1804τήσωμεν θὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐπὶ ματαίῳ. Λέγω, ὅτι τὸ
1805τελευταῖον ἄρθρον ἀναφέρεται εἰς τὸ ὅλον τοῦ νόμου. Θέλω ἐ-
1806ξαίρεσιν μόνον ὡς πρὸς αὐτό.
1807§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ προσθέσητε; Ἡ παροῦσα διάταξις
1808δὲν ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Οἱ
1809παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πετράκη νὰ ἐγερθῶσιν.
1810(ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη.—Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρ-
1811θρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πε-
1812ρισσότεροι). Παρεδέχθη.
1813Ἀναγινώσκεται τὸ 5 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει θέσιν 4.
1814§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
1815§199ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ μερικὰς πα-
1816ρατηρήσεις (θόρυβος)· διότι εἶναι ἄλλη διάταξις νέα ὅλως διό-
1817λου. Διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ
1818τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον γίνεται τώρα 4, προτίθεται. (θόρυβος).
1819§200ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν, κ. πρόεδρε.
1820Ἂν δὲν θέλουν αὐτοὶ ν’ ἀκούσουν, ἂς φύγουν.
1821§201ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προτίθεται, λέγω, νὰ θεραπεύσῃ ἀδικίαν
1822ἥτις ἕνεκα τοῦ τελευταίου νόμου περὶ χαρτοσήμου γίνεται εἰς
1823τὴν τάξιν τῶν συμβολαιογράφων, ἀδικίαν, ἥτις ἀποῤῥέει μόνον
1824ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, δὲν ὑπῆρχεν ὅμως εἰς τὴν διάνοιαν
1825τοῦ νομοθέτου. Ἰδοὺ εἰς τί συνίσταται ἡ ἀδικία αὕτη, τὴν
1826ὁποίαν ζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ ὁ κ. ὑπουργός. Κατὰ τὸν παλαιὸν
1827περὶ χαρτοσήμου νόμον, οἱ συμβολαιογράφοι λαμβάνουσι τὸ
1828ἥμισυ τοῦ καταναλισκομένου ἐνσήμου χάρτου· κατὰ τὸν πα-
1829λαιὸν νόμον ἡ ἀνωτέρα κλάσις ἦτο 60 δραχμῶν καὶ ἑπομένως
1830οὐδέποτε ἐλάμβανε πλέον τῶν 30. Ὅταν ἔγινεν ὁ νέος νόμος,
1831περιέλαβε καὶ πολλὰς ἄλλας κλάσεις καὶ ἔφθασεν ἡ ἀνωτέρα
1832κλάσις μέχρι τῶν 250. Οἱ συντάξαντες τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐθεώ-
1833ρησαν, ὅτι ἤθελε ζημιωθῆ τὸ δημόσιον, ἂν ἐδίδετο τὸ δικαί-
1834μα νὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ καὶ ὅταν ὑπερέβαινε τὴν ποσότητα
1835τῶν 50 ἢ τῶν 60 δραχμῶν. Καὶ λοιπὸν περιέλαβε διάταξιν,
1836καθ’ ἣν διὰ τὸ χαρτόσημον τὸ ὁποῖον κατηναλίσκετο διὰ πο-
1837σότητας ὑπὲρ τὰς 20 χιλιάδας, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο χαρτόσημον
1838τῶν 50 ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ μόνον τὸ πεμπτημόριον καὶ
1839οὐχὶ τὸ ἥμισυ. Ἀλλὰ τί συνέβη; οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ ὁποῖοι
1840ἐξώδευαν 50, ἐδικαιοῦντο εἰς 25, ὁ συμβολαιογράφος ὅστις ἐ-
1841δαπάνα χαρτόσημον 100 δραχμῶν ἐλάμβανε 20. Τοῦτο λοιπὸν
1842ἦτο μία ἀδικία· ἐκτὸς τούτου ἀπέβαινε καὶ πρὸς ζημίαν τοῦ
1843δημοσίου· διότι ὁ συμβολαιογράφος ὅστις ἤθελε νὰ γράψῃ ἓν
1844συμβόλαιον εἰς 100 δραχμῶν δὲν ἐδυσκολεύετο νὰ τὸ γράψῃ εἰς
184550 διὰ νὰ λάβῃ 25. Λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ κ. ὑπουργοῦ προτί-
1846θεται νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, διότι, ναὶ μὲν διαλαμβάνει
1847ἡ τροπολογία του ὅτι, ὅταν δαπανᾶται χαρτόσημον διὰ ποσότη-
1848τας ἀνωτέρας τῶν 20 χιλιάδων θὰ λαμβάνῃ τὸ πέμπτον, ἀλλ’
1849ἐπιφέρει, ὅτι, ἂν τὸ πέμπτον τοῦτο ᾖναι μικρότερον τοῦ ἀνή-
1850κοντος αὐτῷ δικαιώματος ἐπὶ ποσότητος 20 χιλιάδων, λαμβά-
1851νει τὸ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 20 χιλιάδων ἀνῆκον δι-
1852καίωμα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ συμβολαιογράφος ὅστις
1853ἐδαπάνησε χαρτόσημον 80 ἕως 100 θὰ λαμβάνῃ τὸ αὐτὸ καὶ
1854ἂν κατηνάλωσε 25 δραχμῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν
1855νὰ ἐξηγηθῶμεν μὲ τοιοῦτον τρόπον· ἐδώκαμεν τὸ ἥμισυ, ὅταν
1856φθάνῃ τὰς 50, ὅταν δὲ ὑπερβαίνῃ τὰς 50, νὰ τοὺς δίδωμεν
1857καὶ τὸ ⅕ διὰ τὴν ἐπέκεινα ποσότητα τῶν 50 κατ’ αὐτὸν
1858τὸν τρόπον νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ τροπολογήσωμεν τὸ
1859ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς, «ἐκ τοῦ καταναλισκομένου ἐνσήμου χάρ-
1860του διὰ ποσότητας ὑπερβαινούσας τὰς 20 χιλιάδας, οἱ συμβο-
1861λαιογράφοι λαμβάνουν ἐκτὸς τῶν 25 καὶ τὸ πεμπτημόριον τῆς
1862ἐπέκεινα τῶν 50 δραχμῶν ἀξίας τοῦ καταναλωθέντος χαρτο-
1863σήμου».
1864§202ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μάλιστα, τὸ δεχόμεθα.
1865§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν αὐτήν;
1866§204ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1867Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουσι διὰ τρίτην
1868φορὰν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα, 6, ὅπερ λαμβάνει θέσιν
18695, καὶ 7 ὅπερ λαμβάνει θέσιν 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον.
1870Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ
1871τρίτην φορὰν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ περὶ τῆς ἀναγ-
1872καστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων νομοσχέ-
1873διον, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ.
1874§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ προϋπολο-
1875γισμοῦ (θόρυβος δεξιά).
1876§206ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι· αὔριον!
1877§207ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι· νὰ ἐργασθῶμεν.
1878§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σταθῆτε, κύριοι, μὴ ἀποφασίζετε οἱ δέκα, οἱ
1879δεκαπέντε· ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Παρακαλῶ, κύριοι, μὴ
1880φύγετε.
1881§209ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ
1882εἶναι σοβαρά, εἶναι σπουδαία, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐπαναλά-
1883βωμεν κουρασμένοι.
1884§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἤμεθα συνεπείς·
1885ἐρχόμεθα εἰς τὴν μίαν, εἰς τὰς δύω, εἰργάσθημεν δύο μόνον
1886ὥρας. Ἡ συνεδρίασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ σαλεύσῃ, ἄνευ τῆς ἀπο-
1887φάσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον.
1888Ὁρίστε, κύριε Σωτηρόπουλε.
1889§211ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις,
1890μάλιστα.
1891§212ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐξακο-
1892λουθήσῃ, ἡμεῖς δὲν ἐναντιούμεθα· παρατηρῶ ὅμως εἰς τὴν Βου-
1893λὴν, ὅτι ἀρχίζομεν εἰς τὴν μίαν, αὐτὸ εἶναι σωστόν, ἀλλὰ
1894συνήθως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὸν λόγον, ἔρχονται προ-
1895τήτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ εὑρισκόμεθα ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἑνδεκά-
1896την. Ὅσοι δὲν θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον ἠμποροῦν νὰ ἐργα-
1897σθοῦν, ἀλλ’ ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν εἶναι κουρασμένοι. Εἴπατε
1898σεῖς ὁ ἴδιος χθὲς, κύριε πρόεδρε, καὶ εἶναι σωστόν, ὅτι τὸ
1899ἀντικείμενον εἶναι πάρα πολὺ σοβαρὸν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐπι-
1900κρατήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε εἰς τὴν ἀπάντησιν
1901τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ ἐξακολουθοῦμεν, ἀλλ’
1902εἴμεθα πολὺ κουρασμένοι. Ἂν θέλετε αὔριον, ἀρχίζομεν ἀπὸ
1903τὸ πρωΐ, καὶ ἐξακολουθοῦμεν ὅσον θέλετε, ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ
1904μίαν συζήτησιν σπουδαίαν δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν.
1905§213ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, τοῦ κυρίου Λομβάρδου διέφυγε μία
1906φράσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐννόησα· μοὶ φαίνεται, ὅτι κἄπως
1907ἠθέλησε νὰ μεμφθῇ τὴν πλειονοψηφίαν, εἰπὼν ὅτι ἂν θὰ ἐπι-
1908κρατήσῃ καὶ ἤδη ἡ τακτικὴ, ἡ ὁποία ἠκολούθησε κατὰ τὴν
1909συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασ. Λόγου, δὲν ἠξεύρω τί
1910ἐννοεῖ μὲ τοῦτο· ἐγὼ γνωρίζω, διότι εἶμαι μέλος τῆς Βουλῆς
1911καὶ ἀνήκω εἰς τὴν συμπολίτευσιν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαν-
1912τήσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξεν εὐρυτάτη, οὐδὲν κώλυμα
1913παρενέβαλεν οὐδὲ τὸ προεδρεῖον, οὐδὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βου-
1914λῆς, εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· ἀλλὰ, κύριε
1915πρόεδρε, ν’ ἀρχίζωμεν τὰς ἐργασίας μας ἀπὸ τὴν μίαν, ἀπὸ
1916τὰς δύω καὶ νὰ τελειώνωμεν εἰς τὰς τέσσαρας, μοὶ φαίνεται,
1917ὅτι καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν μας δὲν εἴμεθα συνεπεῖς καὶ τὸ καθῆκόν
1918μας δὲν ἐκπληροῦμεν ἀκριβῶς. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
1919γισμοῦ ἐν γένει ἤρξατο χθὲς, καὶ τὴν κατέστησαν οἱ πρῶτοι
1920λαλήσαντες ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως σπουδαίαν, ἔδωκαν
1921ἀρκετὰς διαστάσεις εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀπὸ χθὲς λοιπὸν, ἢ
1922προχθὲς, ὅστις ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ ἦτον ἕτοιμος. Ἡμεῖς ἐννοοῦ-
1923μεν τὰ σπουδαῖα ἔργα μας, τὰ κύρια, νὰ τὰ τελειώσωμεν
1924ταχέως χωρὶς νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου·
1925ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἴμεθα ὀπαδοὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ
1926λόγου, ποτὲ δὲν ἐννοήσαμεν τὴν κατάχρησιν τοῦ λόγου, καὶ
1927κατάχρησις εἶναι ὅταν ἐξοδεύωμεν τὸν καιρὸν εἰς ἐπουσιώδη
1928ζητήματα, ὅταν ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ λόγου ἰσχυροῦ λαμβάνομεν
1929τὸν λόγον καὶ παρέρχεται ὁ καιρὸς ἐπὶ ματαίῳ.
1930Τελειόνων λοιπὸν, λέγω, ὅτι δυνάμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ
1931ἐξακολουθήσωμεν καὶ μέχρι τῶν 5 καὶ 6. Ἂς ᾖναι βεβαία
1932ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν θὰ μιμηθῶμεν μίαν ἄλλην ἐποχὴν,
1933καθ’ ἣν ἐξηκολούθουν αἱ συζητήσεις μέχρι τῆς ἑνδεκάτης καὶ
1934δωδεκάτης· ἀλλὰ δὲν θέλομεν ἡμεῖς μιμηθῇ καὶ μίαν τακτικὴν
1935νὰ σιωπῶμεν, ὁσάκις ἐπιφέρονται καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις, ἀλλὰ
1936καὶ ποτὲ δὲν θέλομεν μείνει ἀπαθεῖς θεαταὶ εἰς τὸ νὰ γίνεται
1937κατάχρησις τοῦ λόγου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐρχώμεθα
1938διὰ μίαν ἢ δύω ὥρας. Εἴμεθα λοιπὸν ἀποφασισμένοι νὰ ἐξα-
1939κολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας, καὶ ὅποιος θέλει ἂς καθήσῃ.
1940§214ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. πρόεδρε, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ,
1941θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀναντιῤῥήτως· ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὅμως νὰ
1942ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Χθὲς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ὁ προϋ-
1943πολογισμὸς ἦτον ὑπέρογκος, καὶ τὸν ἰσχυρισμόν μας ὑποστη-
1944ρίζομεν μὲ λογαριασμούς τινας, τοὺς ὁποίους ἐλάβομεν ἀπὸ τὸ
1945ὑπουργεῖον, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ἠθέλαμεν ν’ ἀποδείξωμεν
1946ὅτι τὸ 1869 θὰ ἐξοδεύσῃ μέχρι 50,000,000. Τοὺς λογαρι-
1947ασμοὺς αὐτοὺς ἀντέκρουσεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἀνέγνωσεν
1948ἀπὸ τοῦ βήματος ἄλλους λογαριασμούς. Παρεκάλεσα τὸν κ.
1949πρωθυπουργὸν ν’ ἀφήσῃ τὴν σημείωσιν. Ἀτυχῶς ἡ σημείωσις
1950δὲν ἔμεινε, καὶ ὅταν τὸ πρωΐ τὴν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον,
1951ὁ κ. πρόεδρος μὲ εἶπεν, ὅτι εἶναι εἰς ἀντιγραφήν. Ἀντεγράφη
1952τῳόντι αὐτὴ ἡ σημείωσις καὶ μᾶς ἐδόθη, ὅταν ἡ συζήτησις ἤρ-
1953χισεν. Ἡ σημείωσις αὐτὴ ἐμπεριέχει ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ
1954ἔτους. Ἐννοεῖτε, ὅτι θέλοντες νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολο-
1955γισμὸν, νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς, πρέπει νὰ ἔχωμεν
1956καιρὸν, ἐὰν θέλετε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία νὰ μάθουν τὴν ἀ-
1957λήθειαν. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον
1958ἔχει συμφέρον ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια, ἢ νὰ φαίνεται τοὐλάχι-
1959στον, ὅτι ἔχει, πρέπει νὰ μᾶς δώσῃ καιρὸν διὰ νὰ μελετήσωμεν
1960τοὺς λογαριασμούς. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐπι-
1961μένῃ καὶ θέλῃ νὰ τοὺς ἐξετάσωμεν σήμερον, θέλομεν τὸ πρά-
1962ξει βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σιωπήσωμεν, ὅτι τὸ πράτ-
1963τομεν κατεσπευσμένως, καὶ ὅτι μᾶς ἀφαιρεῖται ὁ ἀνάλογος και-
1964ρὸς νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσί-
1965ασε σήμερον τὸ μεσημέρι τὸ ὑπουργεῖον.
1966§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν· τὸ προεδρεῖον ἦτο
1967πεπεισμένον, ὅτι ἔχετε εἰς χεῖράς σας τὴν σημείωσιν ὁλόκλη-
1968ρον, καθόσον χθὲς τὸ ἑσπέρας μόλις ἐτελείωσεν ἡ Βουλή, ἦλθεν
1969ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἐξ ἄλλου ὁ κ. Δεληγεώργης
1970καὶ τοὺς ἔδωκα τὰς σημειώσεις, καὶ τοὺς ἔφερα καὶ φῶτα, καὶ
1971ἔδωκα ὅλα τὰ ἀναγκαῖα καὶ ἐκάθησαν ἐδῶ καὶ ἀντέγραψαν.
1972§216ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἔλαβον τώρα
1973ὅπου μοῦ τὸ ἐδώκατε ὁ ἴδιος.
1974§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης τὸ εἶχον
1975ἀπὸ χθές.
1976§218ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔλαβε τῳόντι ἓν ἀντίγραφον.
1977ἐγὼ δὲν ἔλαβα, ἐγὼ ὑπαγόρευα καὶ ἐκεῖνος ἔγραφε.
1978§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμποροῦσε νὰ σοὶ τὸ δανείσῃ ἀξιόλογα.
1979§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Ἐκτὸς τῆς
1980ἀντιῤῥήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερε τὸ προεδρεῖον εἰς τὸ ἐπιχείρημα,
1981τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς ὑπέβαλε διὰ νὰ δι-
1982καιολογήσῃ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε ν’ ἀναβληθῇ ἡ
1983συζήτησις, νομίζω κατ’ οὐσίαν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εἶναι
1984βάσιμον.
1985Δὲν ζητοῦμεν νὰ φαινώμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἐπιθυμοῦμεν νὰ
1986ἤμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, οὐδὲ ἀποφεύγομεν τὸν ἐλάχιστον ἔλεγχον.
1987Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰσερχόμενοι εἰς
1988τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἰσχυρίσθησαν νὰ
1989ἐπικρίνωσιν οὐχὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 κατὰ τὸ μέ-
1990ρος τοῦτο, ἀλλὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869
1991καὶ ἠθέλησαν νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1869
1992τὸ ὑφεστὼς ἐδαπάνησε πολὺ πλείονα ἢ ὅσα ἐδαπανήθησαν ὑπὸ
1993τῶν προκατόχων κυβερνήσεων τοῦ 1867 καὶ 1868. Πρὸς ὑ-
1994ποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των ἔφερον λογαριασμοὺς, τοὺς ὁ-
1995ποίους ἀγνοῶ πόθεν ἠρύσθησαν, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἥκιστα στηρί-
1996ζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἀνέ-
1997γνωσε καὶ παρέστησεν, ὅτι τὰ δαπανηθέντα ὑπὸ τοῦ ὑπουρ-
1998γείου τούτου εἶναι ἐλάσσονα τῶν δαπανηθέντων ὑπὸ τῶν ἄλλων
1999καὶ ἔφερε τὴν σημείωσιν. Ἐὰν αὔριον προταθῇ ἄλλος ἰσχυρισμὸς
2000καθ’ ἡμῶν καὶ ἀντιτάξομεν πάλιν ἄλλο ἐπιχείρημα, καὶ ζητηθῇ
2001πάλιν ἀναβολὴ ἐκ νέου διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ ἐπιχείρημα καὶ
2002οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀντετάξαμεν πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυ-
2003ρισμῶν τοῦ ἀντιταχθέντος καθ’ ἡμῶν, τότε βεβαίως οὐδέποτε
2004θὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὔλογος
2005ἡ ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀναβολὴν, ἐπεθύμουν δὲ νὰ προ-
2006βῶμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
2007§221ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ ποτὲ, οὔτε
2008ἐζήτησε ἀναβολὴν διὰ νὰ ἀντικρούσῃ ἰσχυρισμοὺς καὶ λόγους.
2009Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπε λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ
2010ὑπουργείου ἀναιροῦν ἄρδην τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους
2011παρουσιάσαμεν. Λοιπὸν αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ παρουσιάσουν προτήτερα,
2012νὰ τοὺς δημοσιεύσουν διὰ νὰ ᾖναι ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς Βουλῆς.
2013§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προοδεύσωμεν ὀλίγον.
2014§223ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ· μᾶς ἔφερον
2015τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀνέγνωσαν καὶ ἡ Βουλὴ δὲν
2016ἔχει καμμίαν γνῶσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Θέλετε νὰ συζη-
2017τήσωμεν ἐν ἀγνοίᾳ; τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς τοὺς γνωρίζει ὁ
2018κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἄλλος τις,
2019ἐάν τοὺς ἔλαβε· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ.
2020§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, πιστεύω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν
2021εἶναι παντάπασιν οἱ λογαριασμοί· ἐδῶ ἔχομεν τὸν προϋπολογι-
2022σμὸν, περὶ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν.
2023§225ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, διατί ἐν γνώσει δὲν θέ-
2024λετε νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ στηριχθῶ εἰς τὸ ὀρθὸν; διότι σεῖς ὁ πεπει-
2025ραμένος ἄνθρωπος θὰ συμφωνήσητε μαζύ μου, ὅτι διὰ νὰ συζη-
2026τήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ ἔχω-
2027μεν τοὺς λογαριασμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ περὶ αὐτοῦ
2028πρόκειται. Τόρα μοὶ λέγετε σεῖς, ὁ κ. Χρηστίδης, ὁ ἐνασχολη-
2029θεὶς τόσον εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτὰ τὰ
2030πράγματα, διότι πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ!
2031§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε εἰς τὸν πε-
2032πειραμένον κ. Χρηστίδην, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι δὲν πρόκειται αὐτὴν
2033τὴν στιγμὴν νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν παρελθόντων λογαριασμῶν.
2034Ὄχι, κύριοι· ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐδημοσιεύθη ὁ προϋπολογισμὸς, συ-
2035νέπεια ἦτο πᾶς βουλευτὴς, νὰ ζητήσῃ τὰ προηγούμενα,
2036ὄχι ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ φέρει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερι-
2037κῶν ὁ καὶ πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν
2038εἰς τὰ δημόσια βιβλία.
2039§227ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ νὰ τὰ εὕρωμεν;
2040§228ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν) Κύριε πρόεδρε, γνω-
2041ρίζετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ πολλοῦ
2042χρόνου εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μᾶς ἐζήτησε ὅσας ἤ-
2043θελε πληροφορίας, καὶ ὅσας ἠθέλησε καὶ ἠδυνήθημεν νὰ δώσωμεν
2044τὰς ἐδώκαμεν μὲ πλατύτητα καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως, καὶ
2045οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι ἦλθον. Τώρα δὲν ἐννοῶ, ζητοῦν καὶ ἄλ-
2046λας ἀκόμη; ἰδοὺ ὅτι ἐδόθησαν χθές.
2047§229ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Νὰ τυπωθοῦν.
2048§230ΖΑΪΜΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ; νὰ τυπωθοῦν οἱ λόγοι μας, καὶ ἔπειτα;
2049§231ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, θαυμάζω τῳόντι, πῶς πε-
2050ριπίπτομεν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν καὶ πῶς αἰτιᾶσθε ἡμῶν
2051ὅτι θέλομεν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογι-
2052σμοῦ, ἐνῷ, κύριε πρόεδρε, δυνάμεθα ὄχι νὰ τὸ ἀποδείξωμεν,
2053ἀλλὰ νὰ τὸ βεβαιώσωμεν, διότι αὐτὸ εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον,
2054ἔλαβε χώραν ἐνώπιον ὅλων ἡμῶν τῶν παρακαθημένων, ὅτι ἡ-
2055μεῖς δὲν ἠρνήθημεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, σεῖς
2056προετάξατε τὰ νομοσχέδια, καὶ προετάξατε νομοσχέδια ἐναν-
2057τίον ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι
2058θὰ ἀρχήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν δευτέραν, ἡ
2059Βουλὴ εἶχεν εἰπεῖ ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋ-
2060πολογισμοῦ· καὶ χθὲς καὶ σήμερον προετάξατε τῆς συζητήσεως
2061τοῦ προϋπολογισμοῦ νομοσχέδια. Τί μᾶς ἐλέγετε δὲ κατὰ τὴν
2062συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου; Ἆ! ἐπιθυμεῖτε νὰ παρεμβάλητε
2063προσκόμματα, ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναβάλητε εἰς αὔριον αὐτὴν τὴν
2064συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τί ἠθέλατε, κύριοι, σᾶς ἐ-
2065ρωτῶμεν; ἠθέλατε νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια χωρὶς νὰ τὰ
2066συζητήσωμεν; Ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη σή-
2067μερον, δὲν ἦτο ἄξιον τῆς συζητήσεως; καὶ ἀφοῦ δὲν ἦτο ἄξιον
2068συζητήσεως, διατί δύο μέρη αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. ὑπουρ-
2069γὸς τῶν οἰκονομικῶν τὰ ἐτροποποίησε καὶ παρεδέχθη τὴν γνώ-
2070μην τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Λοιπὸν ποῦ εὗρεν ὁ φίλος μου ὁ βου-
2071λευτὴς τῆς Μεσσήνης ὁ κ. Δαγρές....
2072§232ΔΑΓΡΕΣ. Καλαμῶν.
2073§233Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλαμῶν, ἐκ Καλαμῶν, ἂς ᾖναι· ποῦ εὗρε
2074τὴν πρόθεσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀναβάλλῃ τὴν συζήτησιν;
2075Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα τῶν
2076λογαριασμῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
2077Χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀνασκευάζων τὰς ὁμιλίας τοῦ τε κ.
2078Σωτηροπούλου καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, παρουσίασε λογαρια-
2079σμὸν καὶ εἶπεν ὅτι ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς, οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ὁ-
2080μιλοῦν εὐγλωττότερον παντὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος καὶ τοὺς
2081λογαριασμοὺς αὐτοὺς καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ ὅστις
2082θέλει, ἂς λάβῃ γνῶσιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τῆς θέσεώς του
2083παρεκάλεσε τὸν κ. πρωθυπουργὸν ν’ ἀφήσῃ αὐτοὺς τοὺς λογα-
2084ριασμοὺς καὶ πράγματι ὁ κ. πρωθυπουργὸς τοὺς ἄφησεν. Οἱ λο-
2085γαριασμοὶ αὐτοὶ μόλις σήμερον περιῆλθον εἰς γνῶσιν δι’ ἀντι-
2086γραφῆς, μολονότι ἀπὸ χθὲς ἦτο δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι ἀριθμοὶ
2087νὰ τυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν εἰς ὅλους ἡμᾶς, δὲν ἦτον, οὔτε
2088μεγάλον ἔξοδον οὔτε μεγάλη δυσκολία· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο
2089εὐκολώτερον νὰ τυπωθοῦν παρὰ ν’ ἀντιγραφοῦν δὶς, τρὶς καὶ
2090τετράκις. Τώρα σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ εἴπητε, ὅταν ὁ κ. Πρωθυ-
2091πουργὸς ἦλθεν δι’ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐντὸς τοῦ
2092προϋπολογισμοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως τοῦ
2093ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς
2094ἐκθέσεως, τῆς ὑποβληθείσης ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομι-
2095κῶν πρὸς τὸν Βασιλέα, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν ἐπὶ τέλους
2096εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐπιτρο-
2097πὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν
2098στηριζόμενος ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἦλθε ν’ ἀναιρέσῃ τὰ λε-
2099χθέντα· θέλετε τώρα αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς νὰ μὴ τοὺς
2100ἴδωμεν, νὰ μὴ τοὺς μελετήσωμεν; Ἐὰν λοιπὸν ἴδωμεν αὐτοὺς
2101τοὺς λογαριασμοὺς ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ πεισθῶμεν ὅτι ὅλα
2102αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερε, καὶ οἱ ἀριθμοὶ πάν-
2103τοτε εἶναι οἱ εὐγλωττότεροι συνήγοροι, καὶ, ἂν θέλετε, εἶναι ἀ-
2104ξιώματα, κατὰ τῶν ὁποίων καμμία ἰδέα δὲν δύναται ν’ ἀντιστρα-
2105τευθῇ, ὅταν ἴδωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ πεισθῶμεν ὅτι ὁ
2106κ. πρωθυπουργὸς εἶχε δίκαιον, ἰδοὺ ὅτι ἡ συζήτησις ἔκλεισε.
2107Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχετε διόλου δίκαιον νὰ αἰτιᾶ-
2108σθε τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅτι παρενέβαλε, διότι οὐδέποτε πα-
2109ρενέβαλε τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν πορείαν τῆς κυβερ-
2110νήσεως, οὔτε παρεμβάλλει σήμερον πρόσκομμα εἰς τὴν συζήτη-
2111σιν. Ἐὰν ἐφέρατε τὰ νομοσχέδια καὶ τὰ ἐῤῥίψατε πρὸ τοῦ προϋ-
2112πολογισμοῦ, τὰ ἐφέρατε σεῖς ἐναντίον μάλιστα ῥητῆς ἀποφά-
2113σεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἔρχεσθε σήμερον καὶ αἰτιᾶσθε ἡμῶν καὶ
2114λέγετε· θέλετε νὰ κάμητε κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
2115Καὶ ποίαν κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἐκάμαμεν, κ.
2116βουλευτὰ Καλαμῶν; Καμμίαν· ὡμιλήσαμεν ἐπὶ τῶν νομοσχε-
2117δίων, διότι καλούμεθα νὰ φέρωμεν τὴν ψῆφόν μας καὶ ἔπρεπε νὰ
2118τὴν φέρωμεν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τώρα, ἔπειτα
2119ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν τὴν σήμερον,
2120καὶ καθὼς γνωρίζετε, κύριε πρόεδρε, εἶπε καὶ ὁ κύριος Λομ-
2121βάρδος, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι
2122ἔρχονται πάντοτε, δὲν ἔχετε παράδειγμα νὰ ἀναγνωσθῇ οὔτε
2123μίαν ἡμέραν ὁ κατάλογος χωρὶς νὰ ἤμεθα παρόντες, ἀφοῦ, λέ-
2124γω, ἤλθομεν ἀπὸ τὴν ἑνδεκάτην καὶ παρεμείναμεν μέχρι τῆς
21254½, ἐπὶ 5½ ὥρας ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἐσυζητήσαμεν
2126ἐκτεταμένως ἐπὶ διαφόρων νομοσχεδίων, ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ὁ
2127λόγος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος τῆς
2128ἀνάγκης τοῦ νὰ μελετηθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπέ-
2129βαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ὑπουργὸς, σᾶς ἐρωτῶ· τί μᾶς διώκει, τί
2130σπεύδει τόσον πολὺ, ὥστε πρέπει νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ἡ συζή-
2131τησις; καὶ παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν
2132ὅτι ὁ νόμος τῶν νόμων καὶ πρὸ πάντων ἡ κυρία ἀποστολὴ τοῦ
2133συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς. Εὔχο-
2134μαι δὲ πάντοτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ δίδηται μία εὐρεῖα
2135συζήτησις, ἔστω καὶ ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας ἀκόμη, εἰς ὅλας τὰς
2136περιστάσεις, διότι τὸ κύριον ἔργον πρὸ πάντων, διὰ τὸ ὁποῖον
2137ὑπάρχει ἡ Βουλὴ, ὑπάρχει τὸ σύνταγμα, εἶναι ὁ προϋπολογι-
2138σμός· καὶ πότε ἀρχίσαμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολο-
2139γισμοῦ; χθὲς εἰς τὰς 12. Λοιπὸν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε καὶ νὰ
2140πᾶμε εἰς τὴν δουλειά μας!
2141§234ΤΙΝΕΣ. Ὄχι νὰ τελειώσωμεν, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
2142§235ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐνθυμηθῆτε, κύριε πρόεδρε, σεῖς, ὅτι ἄλλοτε
2143ὡς δημοσιογράφος καὶ ὡς γερουσιαστὴς, ὁσάκις ἐβλέπετε ὅτι ὁ
2144προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους ἐπισπεύδεται καὶ διὰ τοῦ καλάμου
2145σας καὶ διὰ τῆς φωνῆς σας, καὶ ἐνθυμοῦμαι, διότι ἤμην ὀπα-
2146δός σας τότε, πάντοτε κατεκρίνατε τὸ σύστημα αὐτό. Τί μᾶς
2147ἀναγκάζει λοιπὸν, τί μᾶς βιάζει, κύριε πρόεδρε, νὰ σπεύσωμεν
2148καὶ νὰ περαιώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τροχάδην, οὕτως
2149εἰπεῖν;
2150§236ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τελειώσῃ ἀπό-
2151ψε, ἀλλὰ νὰ ἐργασθῶμεν ἀκόμη μίαν ὥραν.
2152§237ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καμμία βία, καὶ
2153καμμία ἀνάγκη διὰ νὰ ἀρχίσῃ μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας συ-
2154ζητήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Βουλὴ, εἰς μίαν ὥραν κατὰ τὴν ὁ-
2155ποίαν ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, καὶ ὑπάρχει καὶ εἷς λόγος λίαν
2156σπουδαῖος, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐπρότεινεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος,
2157καὶ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐῤῥέθη, καί πιστεύω ὅτι θὰ παραδεχθῇ καὶ
2158τὸ ὑπουργεῖον ἀκόμη, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔ-
2159ριον. Θέλετε δὲ νὰ συζητήσωμεν περισσότερον; ἂς ἔλθωμεν εἰς
2160τὰς 8.
2161§238ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις· οὐδεὶς
2162ἐννόησεν ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ σήμερον ἡ συζήτησις τοῦ προϋ-
2163πολογισμοῦ, καὶ ἀληθῶς θαυμάζω πῶς ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἐ-
2164δημιούργησεν ἓν οἰκοδόμημα ψευδὲς καὶ πράγματι κατηναλώ-
2165σαμεν 20 λεπτὰ διὰ νὰ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους του κατὰ τῆς
2166προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν, ὅτι πρόκειται νὰ τελειώσῃ
2167ἀπόψε ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ οὐδεὶς
2168εἶπεν οὐδὲν, οὔτε ἡ κυβέρνησις, οὔτε τις τῶν φίλων τῆς
2169κυβερνήσεως βουλευτῶν· ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζή-
2170τησις ὅσον θέλουν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ παρατείνωνται ἀ-
2171ναβολαί, καὶ ἐπειδὴ σήμερον δὲν εἰργάσθημεν παρὰ 3 ὥρας, λέ-
2172γομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογι-
2173σμοῦ. Τίποτε ἄλλο λογικώτερον παρὰ τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ
2174ἐξακολουθήσῃ σήμερον καὶ νὰ παραταθῇ αὔριον.
2175§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ σή-
2176μερον;
2177§240ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
2178§241ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ
2179εἰς τὸν κύριον πρωθυπουργὸν (θόρυβος). Μὴ φωνάζετε, διότι δὲν
2180ἀκούω ἀπὸ φωνὰς ἐγὼ, τὸ ἠξεύρετε....
2181§242ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
2182§243ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Ἂς συζητήσωμεν ἕως τὸ
2183πρωΐ, ἀφοῦ τὸ θέλουν.
2184§244ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν
2185δὲν ἐμπνέονται ἀπὸ πνεῦμα καλῆς πίστεως· τὸ λέγω δὲ κατὰ
2186τοσοῦτον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν μελῶν τῆς ἐπι-
2187τροπῆς, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ἄλλα μέλη ἐζη-
2188τήσαμεν ἐπανειλημμένως πληροφορίας· ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐζή-
2189τησε σημειώσεις σχετικὰς καὶ τοῦ ἦλθον ἐπ’ ἀκριβῶς, τὰς ἐσυ-
2190ζητήσαμεν· ὅταν προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν διαφόρων κεφα-
2191λαίων, διαφόρων ἄρθρων, καὶ εὑρέθημεν εἰς πολλὰ σύμφωνοι μὲ
2192αὐτὸν, παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τὴν μειοψηφίαν
2193καὶ τοὺς εἴπομεν, ἔλθετε νὰ συνεργασθῶμεν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι
2194θὰ μᾶς εὕρητε συμφώνους εἰς πολλὰ κεφάλαια, καὶ ὅμως δὲν
2195ἠθέλησαν οὔτε τὴν γνώμην των νὰ ἐκθέσουν, πρᾶγμα διὰ τὸ
2196ὁποῖον ἦσαν ὑποχρεωμένοι, διότι ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἡ
2197μειοψηφία ἀντιπροσωπεύεται εἰς πᾶσαν ἐπιτροπὴν κατὰ τὸ
2198⅓. Ὁ κανονισμὸς εἶχεν ἐν τῷ νῷ, ἵνα ἡ μειονοψηφία ἐκ-
2199θέσῃ τὰς ἰδέας της ἐκ τῶν προτέρων· δὲν τὸ ἔκαμε· ἡ παρά-
2200λειψις λοιπὸν αὐτὴ βεβαίως εἶχε σκοπὸν νὰ ἐγείρῃ τοιαύτας συ-
2201ζητήσεις. Ἠδύνασθε λοιπὸν νὰ προσκαλέσητε ὅσας ἠθέλετε συ-
2202ζητήσεις προκαταρκτικάς· ἡμεῖς διεκηρύξαμεν, ὅτι δὲν ἀπο-
2203κρούομεν τὴν λογικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ γνῶσις
2204τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν ἐννοήσαμεν, ὅτι θὰ γί-
2205νωμεν θεαταὶ ψυχροὶ τῆς καταχρήσεως τοῦ λόγου, καί τοι οἱ κα-
2206ταχρώμενοι τοῦ λόγου περισσότερον εἶναι κατὰ τῆς ἐλευθερίας
2207τοῦ λόγου, παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν σύντονον συζή-
2208τησιν.
2209§245ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι παραπολὺ τολ-
2210μηρὸν μετὰ 3 ὡρῶν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ
2211σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου, νὰ ἔρχεται ἕνας βουλευτὴς νὰ
2212λέγῃ ὅτι γίνεται κατάχρησις τοῦ λόγου. Καὶ ποίαν ἐννοεῖ χρῆ-
2213σιν τοῦ λόγου ὁ κ. Δαγρές; ἐννοεῖ χρῆσιν τοῦ λόγου ἐκεῖνο, τὸ
2214ὁποῖον χθὲς ἤθελον νὰ κάμουν, ὅταν μετὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν
2215τοῦ Σωτηροπούλου ἐζητεῖτε νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις;
2216§246ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
2217§247ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι αἱ
2218πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Δαγρὲς οὐδένα σκοπὸν εἶ-
2219χον καὶ πρὸς οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔφερον. Ὅ,τι τῷ ὄντι ἔχει
2220σκοπὸν καὶ φέρει καὶ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ νὰ μάθωμεν ποῖαι
2221ἦσαν αἱ τακτικαὶ καὶ ποῖαι αἱ ἔκτακτοι εἰσπράξεις κατὰ τὸ
2222παρελθόν, ποῖα ἦσαν τὰ τακτικὰ καὶ ποῖα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα,
2223διότι τοιουτοτρόπως μόνον, κύριοι, ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσω-
2224μεν τὸν προϋπολογισμόν· καὶ ὅσοι ἐπρόσεξαν εἰς τὰς συζητή-
2225σεις τῶν προϋπολογισμῶν, οἱ ὁποῖαι γίνονται καὶ εἰς ἄλλα μέρη,
2226τὰ ὁποῖα γνωρίζουν καλλίτερα ἀπὸ ἡμᾶς, θέλουν ἰδεῖ τὴν αὐ-
2227τὴν τακτικήν. Ὅταν μάθωμεν ποῖα τὰ τακτικὰ ἔξοδά μας καὶ
2228ποῖα τὰ τακτικὰ ἔσοδα, τότε ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν καὶ
2229προϋπολογισμόν. Ἐρωτῶ τώρα, μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἠδυ-
2230νήθη τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς φέρῃ τοὺς λογαριασμούς;
2231Καὶ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ τὸν ἐξαγάγω ἀπὸ τὰς δυσκολίας τοῦ
2232ζητήματος. Ἄλλως, κύριοι, δὲν ἐζητήσαμεν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀ-
2233ξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα τὰ ἔξοδα
2234τα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα; πῶς θέλετε τώρα νὰ συζητήσωμεν
2235περὶ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ δὲν ἠξεύρομεν τί ἔγεινε πέρυσι καὶ
2236προπέρυσι; Λοιπὸν δὲν μᾶς ἔδωκεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ μᾶς δώσῃ
2237μέχρι σήμερον, καὶ ὅταν ἐζητήσαμεν, μᾶς εἶπεν δὲν εἶναι δυ-
2238νατὸν νὰ σᾶς δώσωμεν, διότι δὲν ἐτηρήσαμεν λογαριασμὸν κε-
2239χωρισμένον· μετεχειρίσθημεν τὴν πίστωσιν τῶν 100,000,000
2240καὶ ἐξωδεύσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα. Λοιπόν, κύριοι, δὲν ἔχομεν
2241πληροφορίας, πρόκειται νὰ τὰς ἐξαγάγωμεν ἀφ’ ὅσα μᾶς ἔδωκαν
2242ἐμμέσως. Ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπιθυ-
2243μοῦμεν νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος ὅτι μᾶς ἀφαιροῦν τὰ μέσα.
2244(Φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν) ὤ! ὤ! ὤ! (θόρυβος μέγας).
2245§248ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
2246§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θὰ ὁμιλήσητε;
2247§250ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν
2248(θόρυβος). Περὶ καλῆς πίστεως ὡμίλησεν ὁ κ. Δαγρὲς πρὸ ὀ-
2249λίγου, κύριοι, φράσις, τὴν ὁποίαν συχνὰ τὴν μεταχειρίζεται.
2250Φαίνεται ὅτι ἀντίθετον ἰδέαν ἔχομεν ἀμφότεροι περὶ τῆς φρά-
2251σεως ταύτης. Τὴν φράσιν ταύτην τὴν μετεχειρίσθη καὶ ἐν τῇ
2252ἐπιτροπῇ, καὶ ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε ν’ ἀποχωρήσω ἀπ’ αὐτήν.
2253Λέγω περὶ αὐτῆς, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἤγγισεν ὁ κ. Δα-
2254γρὲς καὶ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τί ἔτρεξε. Καὶ ἐν τῇ ἐπι-
2255τροπῇ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας· ἐπικαλοῦ-
2256μαι τὴν καλὴν πίστιν τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς νὰ εἴπῃ ἂν
2257δὲν εἶπα ὅτι δὲν εἶμαι κατάλληλος νὰ λάβω μέρος, διότι δὲν
2258γνωρίζω τὰ οἰκονομικά· ὁ κ. Δαγρὲς τὰ γνωρίζει, ἠμπορεῖ νὰ
2259λάβῃ μέρος. (Γέλως εἰς τὸ ἀκροατήριον).
2260§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνοχή μας εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ ἔχει ὅρια. Σᾶς
2261παρακαλῶ νὰ σεβασθῆτε τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκεσθε.
2262§252ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ εἶπον, κύριοι, ὅτι λάθος ἔκαμεν, ὅστις μὲ
2263ἔθεσεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν. Ἴσως ἦτο καλὴ πίστις τὸ τοι-
2264οῦτον, σᾶς τὸ εἶπον· μοὶ παρετηρήσατε ὅτι δὲν ἔχετε ἀριθμὸν
2265νὰ συνεδριάζετε, καὶ σᾶς εἶπον, ὅταν πρόκηται περὶ τούτου,
2266διὰ νὰ μὴ φαντασθῆτε, ὅτι θέλω νὰ παραλύσω τὰς ἐργασίας
2267τῆς ἐπιτροπῆς, ἔρχομαι. Ἦλθον καὶ σᾶς εἶπα, διαφωνῶ εἰς τὸν
2268προϋπολογισμὸν τοῦτον, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ καθέκαστα·
2269κάθημαι μόνον ὅπως σᾶς κάμω ἀριθμὸν καὶ διὰ νὰ μὴ μοῦ
2270εἴπητε, ὅτι θέλω νὰ σᾶς παραλύσω· τὴν καλὴν πίστιν ἐπεκα-
2271λέσθη ὁ κ. Δαγρὲς, τὴν καλὴν πίστιν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ τοῦ
2272προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκαθήσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ
2273προϋπολογισμοῦ· ἠξεύρετε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι φι-
2274λότιμος, καὶ ἀφοῦ ἐκαθήσαμεν, δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω τὸ πρό-
2275σωπον τοῦ ξυλίνου ἀνθρώπου. Τοὺς εἶπα διαφωνῶ καὶ εἰς τὴν
2276ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα. Σεῖς παρεδέχθητε ἤδη μίαν ἔκ-
2277θεσιν. Τὴν καλὴν πίστιν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δαγρὲς, τὴν καλὴν
2278πίστιν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ, ἂν τὴν πρώτην φορὰν δὲν εἶχον
2279ἔκθεσιν ἑτοίμην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπον, ναὶ μὲν τὰ οἰκονομικά μας
2280εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμω-
2281μεν οἰκονομίας. Τοὺς παρετήρησα ὅτι χωρὶς ν’ ἀλλάξω τὰς βά-
2282σεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς ἔχει, ἐγὼ
2283δὲν συμφωνῶ, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα
2284παρουσιάζονται. Τοὺς ἔλεγον πάντοτε, ὅτι ἐπιφυλάττομαι ἐν τῇ
2285Βουλῇ. Μερικὰ, ἠρκέσθησαν εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ ἀ-
2286πεῤῥίφθησαν, μερικὰ ἐκρατήθησαν. Εἰσήλθομεν εἰς τὸν προϋπο-
2287λογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἐκεῖ τοὺς παρε-
2288τήρησα ὅτι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸν ση-
2289μερινὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τοὺς παρελθόντας προϋπολο-
2290γισμοὺς (διότι σᾶς εἶπον ὅτι ποτὲ δὲν καταγίνομαι εἰς τὰ οἰ-
2291κονομικὰ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἠθέλησαν νὰ λάβω μέρος, δὲν ἠμποροῦσα
2292νὰ καθήσω ὡς ξύλον)· ἑπομένως ἐξήτασα καὶ ἀνεκάλυψα, ὅτι
2293εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑ-
2294πάρχουν ἔξοδα οὐδόλως πληρονόμενα καὶ προτεινόμενα νὰ πλη-
2295ρωθῶσιν ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων νόμου· ὑπάρχουν ἄλλα ἔξοδα
2296πληρονόμενα χωρὶς νὰ τὰ ἐξουσιοδοτῇ κανένας νόμος. Σᾶς ἀ-
2297πηρίθμησα τὰ ἄρθρα ταῦτα· σᾶς εἶπον κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν
2298μου, ὅστις δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἴσως, διότι δὲν εἶμαι οἰκονομολό-
2299γος, ἀνέρχονται εἰς 2,000,000 περίπου· σᾶς παρετήρησα ὅτι
2300ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ οἰκονομία χωρὶς νὰ ταραχθῶσιν αἱ τάξεις τοῦ
2301στρατοῦ. Σᾶς παρετήρησα ὅτι ἠμπορεῖ ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ
2302νὰ γίνῃ ἀνώτερος, ὅσον τὸν νομίζῃ ἀναγκαῖον ὁ ὑπουργὸς καὶ
2303διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ προ-
2304τείνετε νὰ μονιμοποιηθῶσι, νὰ ἔλθωσι νόμοι, οἱ ὁποῖοι νὰ τὰ
2305καθιερώσωσι καὶ νὰ παύσῃ τὸ αὐθαίρετον τῶν διαταγμάτων, διὰ
2306τῶν ὁποίων σκορπίζονται τὰ ἑκατομμύρια. Τὴν καλὴν πίστιν
2307ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δαγρὲς, τὴν καλὴν πίστιν ἐπικαλοῦμαι καὶ
2308ἐγὼ, ὅτι παρεδέχθητε καὶ εἴπετε ὅτι εἶναι καλά. Ἀλλὰ λαμ-
2309βάνων τὸν λόγον ὁ κ. Δαγρὲς εἶπεν ὅτι εἶναι καλὰ αὐτὰ, ἀλλὰ
2310προτείνονται διὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα. Δευτέραν φορὰν εἶπον τότε,
2311δὲν ἠμπορῶ νὰ κάθημαι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ μὴ νομίζετε
2312ὅτι ζητῶ αὐτὰς τὰς πληροφορίας διὰ νὰ χρονοτριβήσωμεν· σᾶς
2313εἶπον, ἂς εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ ἐ-
2314πιφυλασσόμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰς πληροφορίας διὰ νὰ ἴδωμεν
2315ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἀπεχώρησα λοιπὸν, ἀφοῦ μοῦ εἶπον ὅτι αὐτὰ
2316τὰ ἔλεγον διὰ νὰ περάσῃ ὁ καιρὸς (θόρυβος). Μανθάνω κατό-
2317πιν ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ἐπιοῦσαν
2318ὅτι ἦλθεν ἕνας ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν·
2319μὲ ἤλεγξε τὸ ἀξιότιμον αὐτὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν
2320παρευρέθην νὰ ἀκούσω ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ μάθω
2321τί εἶπεν ὁ ὑπάλληλος· ἀδελφὲ, μοῦ εἶπε, μᾶς εἶπεν ὅτι ὅλα
2322αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπες εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον
2323τῶν Στρατιωτικῶν διὰ διαταγμάτων ἐκανόνισε τὰ ἔξοδά του,
2324διὰ διαταγμάτων θὰ τὰ κανονίζῃ.
2325§253ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός; (θόρυβος).
2326§254ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν ᾖναι παρὼν, ἂς τὸ εἴπῃ.
2327§255ΜΑΓΓΙΝΑΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον (θόρυβος).
2328§256ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχον δικαίωμα νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἐρώτη-
2329σιν, διότι περὶ καλῆς πίστεως πρόκειται.
2330§257Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Μαγγίνας τὸ εἶπε;
2331§258ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε.
2332§259ΜΑΓΓΙΝΑΣ. Ναὶ, ἐγὼ τὸ εἶπον· ἂν ἀγαπᾶτε σᾶς δίδω καὶ
2333σᾶς μίαν ἐξήγησιν (θόρυβος).
2334§260ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ποῦ ἔφερε τοὐλάχιστον ἐμὲ ἡ ἐξέτασις τῆς
2335ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὰς ὀλίγας ἡμέρας, ὅπου ἔ-
2336λαβον μέρος, καὶ εἰς τὰς ὁποίας παρευρέθην διὰ νὰ κάμω κα-
2337τορθωτὴν τὴν ἐργασίαν σας, καθὼς σεῖς οἱ ἴδιοι μοῦ ἐλέγετε·
2338ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύω ἑκατομμύρια περίπου πα-
2339ράνομα εἶναι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μᾶς
2340εἴπουν πῶς κανονίζονται· καὶ τοῦτο μοῦ εἶπεν ἕν μέλος τῆς ἐ-
2341πιτροπῆς.
2342§261ΔΑΓΡΕΣ. Εἷς σᾶς τὸ εἶπεν;
2343§262ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἷς.
2344§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ θὰ εὑ-
2345ρεθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2346§264ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοεῖται. (γέλως)
2347§265Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Βέβαια.
2348§266ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰσάγεται ἐπὶ τέλους ὁ προϋπολογισμὸς ἐν
2349τῇ Βουλῇ, καὶ ἀφοῦ εἶχον τοιαῦτα προηγούμενα ἐνώπιόν μου
2350περὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι νομίζω ὅτι
2351δὲν θὰ τηρηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ
2352Βουλῇ ἡ τακτικὴ, ἥτις ἐτηρήθη κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαν-
2353τήσεως εἰς τὸν Β. λόγον. Καὶ πάλιν ζήτημα καλῆς πίστεως.
2354Ὁ κ. Δαγρὲς εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐστάθη ἐλευθέρα, πλατεῖα.
2355Ἂν δὲν σᾶς ἀπατᾷ ἡ μνήμη θὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἀντιλήψεις μας εἶ-
2356ναι διάφοροι. Πλατυτάτη ὑπῆρχεν ἡ συζήτησις ἐν τῇ ἀπαντή-
2357σει, καθόσον ἀπέβλεπε τὴν ἐξέτασιν, τὴν ἔφοδον, ὅπως τὴν ὠ-
2358νόμασεν ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς, τῶν παρελθουσῶν κυβερ-
2359νήσεων μεταξύ των, ὅπως μᾶς εἶπεν μὴ βάζετε τὰ νύχιασας
2360νὰ ξεσχισθῆτε (γέλως).
2361§267Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργὸς) Βέβαια, καὶ ἐπέτυχα ὅ,τι
2362ἤθελον, νὰ δώσητε μεταξὺ σας τὸν ἀδελφικὸν ἀσπασμόν.
2363§268ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πλατυτάτη ἐστάθη ἡ συζήτησις, καθόσον
2364ἀπέβλεπε τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τοῦ 1866, 1867, 1868,
2365ἐκείνας βέβαια ἐσυζητήσαμεν· ἀλλὰ πλατυτάτη ἐστάθη ἡ συ-
2366ζήτησις καθόσον ἀπέβλεπε τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἤρχετο νὰ ἐγ-
2367καθιδρυθῇ, καθόσον ἀπέβλεπε τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἤρχετο ὑπὸ
2368τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ φιλήματος, διὰ
2369νὰ καθήσῃ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ μᾶς νομίσῃ ὡς μίαν σχολάζουσαν κλη-
2370ρονομίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ κληρονομήσῃ; (χειροκροτήματα
2371ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
2372§269Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἐκάθησαν (γέλως).
2373§270ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπατᾶσθε παραπολὺ, καθὼς ἀπατᾶται κάθε
2374ἕνας, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐκεῖνο
2375τὸ ὁποῖον ὁ ἄλλος ἔχει (διάλογοι). Πλατυτάτη ὑπῆρξεν ἡ συ-
2376ζήτησις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν τοῦ 1866, 67, 68, ἀλλὰ ποία
2377συζήτησις ἐγένετο καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁ-
2378ποίαν ἀκολουθήσατε καὶ ἀκολουθεῖτε, καθόσον ἀποβλέπει τὴν
2379πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου,
2380ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς; οὐδεμία. Ἐκουράσθητε φω-
2381νάζοντες ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ κάμῃ ἀπάντησιν
2382εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ σάββατον,
2383διότι δὲν ἔχομεν τὴν δευτέραν Βουλὴν, καὶ τὴν δευτέραν Βου-
2384λὴ δὲν ἦτο.
2385§271ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὰ εἶναι ψεύδη!
2386§272ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Τί εἶναι αὐτά;
2387§273ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν πρόκειται νὰ μᾶς φοβερίσουν οὔτε
2388μίαν στιγμὴν δὲν τοὺς συλλογιζόμεθα (φωναὶ ἑκατέρωθεν).
2389§274ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὀφείλετε νὰ ἔχητε ὑπομονὴν νὰ μᾶς ἀ-
2390κούσητε.
2391§275ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὤ· ὤ.
2392§276ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐδῶ θὰ συζητήσωμεν ὅσον θέλομεν (θό-
2393ρυβος μέγας).
2394§277ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸς τιμὴν τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ
2395διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν, διότι φρονῶ εἶναι ἐντροπὴ ἓν Κοι-
2396νοβούλιον νὰ συζητῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
2397§278ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Νὰ σημειωθοῦν ὅσοι φωνάζουν, διότι ἔχουν πλεο-
2398νεκτήματα νὰ ὁμιλήσουν......
2399§279ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὅταν, κύριοι, προχωρήσωμεν, θέλομεν ἐ-
2400παναλάβει τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτικῆς τοῦ 1869
2401καὶ κάτω δὲν ἐγένετο ἐλευθέρα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαν-
2402τήσεως, καὶ σᾶς τὸ προλέγω ἀπὸ τοῦδε.
2403§280ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς ἐμπόδισε;
2404§281ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ συμφωνήσῃ μαζύ μου ὁ πρόεδρος τῆς κυ-
2405βερνήσεως, ὅταν γνωρίσῃ τὰ περιστατικά.
2406§282ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ γνωρίζω πολὺ καλά.
2407§283Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὰ λέγητε αὐτά. Ἂν εἴ-
2408χετε τὴν γενναιότητα ἠμπορούσατε νὰ τὰ εἴπητε τότε αὐτά.
2409§284ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὰ λάφυρα τῆς ἐξουσίας σᾶς δίδουν αὐ-
2410τὴν τὴν γενναιότητα.
2411§285Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξέρχεσθε τῆς τροχιᾶς τοῦ
2412Κοινοβουλίου· βλάπτετε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὸ ἔθνος. (Θό-
2413ρυβος).
2414§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, διότι καταντῶμεν γελοῖοι.
2415§287Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τοὺς κράξητε ὀνομαστὶ, καὶ μὴ ἀπο-
2416τείνεσθε ἀπὸ ἐδῶ, κύριε πρόεδρε.
2417§288ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐκφρά-
2418σεις καὶ σχήματα, δὲν ἀπαντῶ. Ἔχω ἴσως τὸ ἐλάττωμα νὰ
2419ἀπαντῶ εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς διακοπὰς, εἰς τὰ ἄλλα ὅμως
2420δὲν ἀπαντῶ. Ἀλλὰ διατί νὰ θυμόνητε; ἐὰν ἠθέλητε μείνει ἥσυ-
2421χοι, ἤθελον ἔχει τελειωμένην τὴν σειρὰν τοῦ λόγου. Ὑποφέρετε
2422καὶ θέλετε ἰδεῖ ποῦ θὰ καταντήσω. Ὅταν προχωρήσωμεν εἰς
2423τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. πρόε-
2424δρος τῆς κυβερνήσεως καὶ σεῖς θὰ τὰ παραδεχθῆτε, θὰ τὸ ὁμο-
2425λογήσητε, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς σημερινῆς πολιτικῆς δὲν ἔ-
2426μεινεν ἐλευθέρα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως· αὔριον, μὴ
2427βιάζησθε, θὰ τὸ ἴδητε. Ἦλθον ἀπὸ τόσους διαδρόμους, διότι μὲ
2428ὑποχρεώσατε.
2429Ἤθελα λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καθὼς δὲν ἔμεινεν ἐλευθέρα κατὰ
2430τὴν γνώμην μου, ἐν τῷ λόγῳ τῆς ἀπαντήσεως, δὲν νομίζω καλὸν
2431νὰ μὴ μείνῃ ἐλευθέρα καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐν τῇ ἀπαντήσει
2432πρὸς τὸν Β. λόγον ἐκτίθενται ἡ σημαία, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερ-
2433νήσεως, ἡ σημαία τῆς πλειοψηφίας, ἡ σημαία τῆς μειοψηφίας.
2434Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκτίθεται ἡ σημαία αὐτῆς τῆς Κυβερ-
2435νήσεως, ἡ μειοψηφία δὲν ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ προϋπολογισμόν. Ἐν
2436τῷ προϋπολογισμῷ ἐκτίθεται ἡ σημαία αὐτὴ ἐν τῇ πρακτικῇ
2437αὐτῆς ἐφαρμογῇ, καὶ πολὺ σωστὰ χθὲς, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος
2438τῶν ὑπουργῶν ἐφώναζε· κύριοι, τὴν πολιτικήν μας σωστὰ νὰ
2439τὴν ἐξετάσωμεν καὶ τὰ πρακτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν·
2440ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικήν σας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ;
2441κατ’ ἐμὲ δὲν βλέπω καμμίαν πολιτικὴν ἐκεῖ μέσα. Πρέπει νὰ
2442τὴν ἐξετάσωμεν ὅμως διὰ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς πα-
2443ρουσιάζετε. Χθὲς σᾶς ἐγένοντο παρατηρήσεις ἀριθμῶν, εἰς τοὺς
2444ἀριθμοὺς ἀντετάξατε ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν εἶδα, καὶ
2445παρακαλῶ, ἂν τοὺς εἶδεν ἄλλος κανεὶς ἐκτὸς τοῦ κ. Δελη-
2446γεώργη καὶ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἐκτὸς τοῦ Κουμουνδούρου περὶ τὴν
2447μεσημβρίαν, ἂς τὸ εἴπῃ. Τούτους τοὺς ἀριθμοὺς νὰ τοὺς ἴδω-
2448μεν, πρέπει νὰ τοὺς ἐξετάσωμεν. Καὶ ἀξιότιμε κ. πρόεδρε,
2449σὺ ὁ ὁποῖος ἐπὶ δέκα ἔτη ἐφώναζες ἐν τῇ Γερουσίᾳ μὲ ὅλας
2450τὰς δυνάμεις ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων, ὑπὲρ τῆς
2451ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὑπὲρ τόσων καὶ τόσων ἄλλων πραγμά-
2452των, σὲ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃς, ποῖον εἶναι σοβαρὸν νὰ γνω-
2453ρίζῃ μία Βουλὴ, ἁπλῆν πρότασιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ἢ λογαρια-
2454σμοὺς, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ τοὺς ἀντι-
2455τάξῃ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἂν μίαν ἁπλῆν
2456πρότασιν περὶ τροποποιήσεως ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νόμου, δὲν τὴν
2457φέρῃ εἰς συζήτησιν, ἂν δὲν τὴν τυπώσῃ, τὸ ἔγγραφον τοῦ
2458προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπισημότατον
2459διάβημα, ὅπερ κάμνει μία Κυβέρνησις ἐρχομένη νὰ καταθέσῃ
2460λογαριασμοὺς, τὸ ἔγγραφον τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ
2461τί δὲν τὸ ἐτύπωνες, ὅπως τοὐλάχιστον δικαιολογηθῇς ὅτι ζη-
2462τεῖς τὴν συζήτησίν του τώρα; Ἀλλ’ ἀφοῦ εἷς μόνον τὸ εἶδεν,
2463ἀφοῦ τὰ 99% δὲν ἔχουν γνῶσιν αὐτοῦ, πῶς τὸ φέρετε ὑπὸ
2464συζήτησιν; Ἀλλὰ μᾶς λέγει εἷς τῶν ὑπουργῶν, τοῦτο ζητεῖτε;
2465τοῦτο καὶ αὔριον ἀπὸ τοὺς λόγους θὰ τὸ μάθετε. Αἴ, κύριοι,
2466μείνατε βέβαιοι, ὅτι καθόσον ἀποβλέπει λόγους, μὰ τὸν θεὸν,
2467καὶ ἡμεῖς δὲν πᾶμε πίσω.
2468§289ΤΙΝΕΣ. Μᾶς περνᾶτε.
2469§290ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς περνοῦμεν. Μὴ μᾶς ὑποχρεώνετε στανι-
2470κῶς, διότι ἔχομεν χίλια μέσα ν’ ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ θέ-
2471λομεν (θόρυβος). Σᾶς τὸ ἀπεδείξαμεν ἐν τῇ διαγωγῇ μας εἰς
2472τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, θέλομεν σᾶς τὸ ἀποδείξει καὶ
2473ἐδῶ· δὲν θέλομεν νὰ φαίνεσθε, ὅτι ἔρχεσθε νὰ ἐπιβληθῆτε,
2474διότι ἔχετε τὸ προτέρημα τοῦ ἀριθμοῦ. Ἤδη πρὸ ὀλίγου ἀξιό-
2475τιμός τις κύριος, εἶπεν, διὰ τί δὲν ὡμιλήσαμεν, εἴμεθα ῥιψά-
2476σπιδες. Εἰς τὴν συζήτησιν, εἰς τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἐκάματε
2477πρὸ ὀλίγου, ποῖος ἦτο ἱκανὸς νὰ συζητήσῃ; Ταῦτα ἂς μένουν
2478κατὰ μέρος. Σᾶς ἐζητήσαμεν ἀναβολὴν ἐπὶ ἀριθμῶν, σᾶς ἐζη-
2479τήσαμεν ὅπως ἴδωμεν καὶ σκεφθῶμεν τὴν γενικὴν κατάστασιν
2480τοῦ τόπου, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς χθές. Καὶ
2481ἠξεύρετε, κύριε βουλευτὰ Καλαμῶν, τί εἶναι; Δὲν τὸ ἠξεύρετε
2482ὅπως καὶ ἐγώ. Ἀναβάλετε λοιπὸν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τὴν αὔριον.
2483§291ΔΑΓΡΕΣ. Τὴν εἶδον καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ, καὶ ὅστις ἤθελεν.
2484§292ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔχω κάμει πρότασιν νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ση-
2485μείωσις, κ. πρόεδρε.
2486§293ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἑπομένως ἡ διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν τῆς
2487Βουλῆς κεῖται εἰς τὰς χεῖράς σας. Ἀλλ’ ὅμως στοχάζεσθε, ὅτι
2488θὰ μᾶς ἐπιβάλητέ ποτε καὶ πόσον θὰ ὁμιλήσωμεν, πότε καὶ
2489πῶς θὰ ψηφίσωμεν; ἡ πρὸ ὀλίγου συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν
2490εἰμπορεῖτε νὰ τὸ κάμητε, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι
2491ἀπεριόριστος. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν τώρα; σᾶς λέγομεν ὅτι
2492δὲν ἔχομεν τοὺς λογαριασμούς. Θέλετε νὰ ἐπιμείνητε; ἐπιμεί-
2493νατε· θέλομεν ἐπαναλάβει καὶ πάλιν τὸν λόγον.
2494§294Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος ὅτι τὸν ἐμποδί-
2495ζουν νὰ λαλῇ, καὶ ὅτι εἰς τὰ λόγια ὑπερέχει. Λυποῦμαι, διότι
2496ὁ κ. Λομβάρδος εἶπε πολλὰ, ἀλλὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀντί-
2497κειται. Κηρύττει ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ κρίνῃ τὸ λογιστικὸν
2498καὶ ἔπειτα λέγει ὅτι χωρὶς αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητήσῃ.
2499Εἶπεν ὅτι ἐβιάσθη εἰς τὴν ὁμιλίαν· τὸ ἔχετε εἰς τὰ στενογρα-
2500φήματα, ὅτι ἐζήτησαν ἀναβολὴν καὶ τοὺς εἶπεν ὁ πρωθυπουργός,
2501«σᾶς δίδομεν τὴν ἀναβολήν». Ἦλθεν ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἐζή-
2502τησαν ἄλλα χαρτιά. Λοιπὸν τώρα μᾶς ἐπρότειναν, ὅτι δὲν
2503ὡμίλησαν περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ἡμεῖς
2504τοὺς λέγομεν ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι καὶ θέλομεν τοὺς ἀποδείξει
2505ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον. Καὶ τὰ παράξενα δὲν μοῦ ἀρέσκουν,
2506ὅταν τὰ λέγητε καὶ σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ἀκολουθῶ μίαν
2507Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν κατηγορήσατε, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ τὰ
2508ἔργα της, ἐνῷ 180 ἄνθρωποι ἠμποροῦν νὰ κρίνουν τὰ ἔργα της.
2509Ἡ Κυβέρνησις μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ὁποιονδήποτε κονδύλιον ἔχει
2510γνῶσιν νὰ τὸ τροπολογήσῃ ἕνας βουλευτὴς θέλει τὸ παραδεχθῆ,
2511ἀλλ’ ὄχι ὅτι τὸ ἔκαμε κάθε ζήτημα ὑπουργικόν. Ἐγὼ δὲν ὁμι-
2512λῶ ὡς ὑπερασπιστὴς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως ὁμιλεῖτε καὶ
2513σεῖς.
2514Ὁμιλεῖτε, κ. Πετιμεζᾶ, καὶ σεῖς ὅτι ἤμεθα ἀπὸ τὰς 11,
2515εἶσθε τρεῖς ἢ τέσσαρες, οἱ σύντροφοί σας δὲν ἦλθον.
2516§295ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ σεῖς ἄλλοι τρεῖς εἶσθε.
2517§296ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι ἡμεῖς, ἐγὼ, νὰ λέγῃ καθένας, ὥστε τὸ
2518στάδιον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐλεύθερον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ.
2519Λομβάρδος θὰ ἐνθυμηθῇ καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὴν διαίρεσιν
2520τῆς ἐπαρχίας του, ὅτι τὴν συνοικίαν τοῦ Μακρυγιάννης καὶ
2521Κόκκαλη, ἤθελε τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον νὰ συνενώσῃ μὲ τὴν
2522ἄλλην συνοικίαν.
2523§297ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς τὸ ὑπεστηρίξατε ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον.
2524§298ΔΑΓΡΕΣ. Σεῖς, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο σᾶς εὐηργέτησε, δει-
2525κνύετε ἀχαριστίαν (χειροκροτήματα).
2526§299ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐπεκαλέσθη τὴν μαρ-
2527τυρίαν μου καὶ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν
2528κ. Λομβάρδον εἰς μερικὰ συμπληρώματα τῆς ὁμιλίας του.
2529Ἀληθῶς, κ. πρόεδρε, ὁ κ. Λομβάρδος ἔλαβε μέρος εἰς διαφόρους
2530συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ πλειοψηφία ἔδωκεν ὅλας τὰς
2531εὐκολίας εἰς τὸν κ. Λομβάρδον καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Λομβά-
2532ρδος, ὅτι ἠκούετο περισσότερον παρὰ τ’ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτρο-
2533πῆς. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν, ὅτι «δὲν ἔχω γνώσεις λογιστικὰς
2534δι’ ὃ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, μολαταῦτα
2535θέλω νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς συζητήσεις»· λέγει καὶ ἡ γνώμη του
2536ἠκούετο πάντοτε μετὰ προσοχῆς καὶ πολλάκις καὶ παρεδέχθη.
2537Ἤλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅτε ὁ κ. βου-
2538λευτὴς μᾶς ἔφερε μίαν σημείωσιν καὶ ἐζήτησε πληροφορίας, ἡ
2539ἐπιτροπὴ παρεδέχθη παμψηφεὶ νὰ ζητηθῶσιν αἱ πληροφορίαι
2540αὗται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε
2541νὰ στείλῃ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος δὲν
2542ἦλθε, εἰδοποιήθη, καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἁρμο-
2543δίου κλητῆρος, εἰδοποιήθη καὶ δὲν ἦλθεν.
2544§300ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀληθῶς ἦλθον δύω κλητῆρες καὶ μὲ ἐζήτησαν,
2545ἀλλὰ δὲν ἤμουν εἰς κατάστασιν.
2546§301ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ δὲ κ. Μαγγίνας ἀντεπροσώπευσε τὰς ἰδέας
2547του, καὶ ἂν θέλετε, ἀνεδέχθη ὁ ἴδιος ν’ ἀπευθύνῃ τὰς ἐρωτή-
2548σεις εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
2549τικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἐν τῇ
2550βουλῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπε-
2551φύλαξε καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ τοῦ τὸ
2552ἀρνηθῇ. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ παράπονα ὁ κ.
2553Λομβάρδος ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἥτις, ἐχορήγησε εἰς αὐτὸν ὅλα
2554τὰ μέσα καὶ τὸν περιεποιήθη ἀρκούντως. Τὰ μέλη τῆς ἐπι-
2555τροπῆς κατὰ τὴν ἐν τῇ βουλῇ συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
2556θὰ λάβουν καὶ αὐτὰ τὸν λόγον, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται
2557περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἔλαβον τὸν λόγον, διότι προεκλήθην
2558ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ ἐπιφυλάττομαι διὰ τ’ ἀφορῶντα
2559τὸν προϋπολογισμόν.
2560§302ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω· κατὰ τοσοῦ-
2561τον μᾶλλον ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, διότι ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου
2562κ. Λομβάρδος εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ ἐπαναλάβῃ δεκάκις ἴσως
2563ἔκφρασίν μου, ἡ ὁποία εἶναι ἀξίωμά μου, εἶναι πολιτικὴ ἀρχή
2564μου, εἶναι πολιτικὸν δόγμα, ὅπερ ἀείποτε ἐπρέσβευσα καὶ εἰς
2565δυσχερεῖς καὶ εἰς ἐπικινδύνους περιστάσεις ἐφήρμοσα εἰς ἐμαυ-
2566τόν. Ὁ πολιτευόμενος πρέπει νὰ πολιτεύηται εἰλικρινῶς· διότι
2567ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς δυσαρέστου καταστάσεως,
2568εἰς ἣν διατελεῖ, ἐὰν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου,
2569οἱ ἐπιτετραμμένοι τὸ βουλεύεσθαι, δὲν ἐμφοροῦνται ἐκ τοῦ πνεύ-
2570ματος τῆς καλῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλὰς ἐῤῥίφθη εἰς τὸ ἀπελπιστι-
2571κὸν αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον προηγούμενοι ἡμῶν τὴν ἔφερον,
2572καὶ ἐκλήθημεν νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, καὶ
2573διὰ τοῦτο ἔρχονται νὰ μᾶς ἐλέγχουν, διότι ἐξεφράσθην μετὰ
2574πολλῆς ἐπιφυλάξεως, μετὰ πολλοῦ σεβασμοῦ, ἐὰν θέλητε, τὴν
2575λέξιν καλὴ πίστις! Δὲν θέλω δυσαρεστηθῆ οὐχὶ μόνον σεῖς, κύ-
2576ριοι βουλευταί, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκροατήριον ὁλόκληρον οὐχὶ νὰ
2577μὲ ἀποδοκιμάσῃ ἀλλὰ καὶ νὰ μὲ ποδοκροτήσῃ, ὅταν παρεκ-
2578τραπῶ, ἢ φωραθῶ παραβιάζων ἐν γνώσει τὸ καθῆκόν μου· καὶ
2579τότε μόνον θὰ διορθωθῶμεν, ὅταν συνειθίσωμεν νὰ ἐλεγχώμεθα
2580ἀμέσως κατὰ πρόσωπον, καὶ τοῦτο θὰ γίνῃ, ὅταν εἰς τὰς ἐρ-
2581γασίας μας πρωτεύῃ ἡ καλὴ πίστις. Σεῖς μᾶς ἐφέρατε εἰς αὐτὸ
2582τὸ σημεῖον τὸ ἀπελπιστικόν, σεῖς ἐφέρατε τὴν κατάστασιν
2583ταύτην ἀφ’ ἑνός, ἄλλοι τὴν συνεπλήρωσαν ἀφ’ ἑτέρου, καὶ μ’
2584ὅλα ταῦτα σᾶς λέγομεν, ἔλθετε νὰ συμπράξωμεν, προσφέρατε
2585τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖράν σας, καὶ συμπράττοντες νὰ δυνη-
2586θῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς δυσαρέστου θέσεως, εἰς ἣν μᾶς
2587ἐφέρατε (θόρυβος δεξιά). Οἱ γελῶντες αὐτὴν τὴν στιγμὴν
2588ἔπρεπεν, ἐὰν ᾐσθάνοντο, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσουν, νὰ κλαί-
2589ουν παρὰ νὰ γελοῦν. Ναί, τὸ λέγω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος, γνωρίζετε
2590πολὺ καλά, ὅταν προεκλήθην ν’ ἀποφανθῶ ἐπὶ ζητημάτων
2591ἀφορώντων ὑμᾶς, ἀφορώντων τὸ κόμμα ὑμῶν, δὲν ἐδίστασα
2592νὰ λησμονήσω πληγάς, τὰς ὁποίας εἶχον ἐδῶ, (δεικνύει τὴν
2593καρδίαν) καὶ τὰς ὁποίας κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλω εἰς ὑμᾶς·
2594διότι ἐσυνείθισα νὰ διακρίνω τὸ καθῆκόν μου ἀπὸ τὰ πάθη καὶ
2595τὰ συμφέροντα. Ἐν τούτοις ὁ κ. Λομβάρδος ἦλθε νὰ ἐπαναλά-
2596βῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συχνὰ πυκνὰ τὸ «καλῆς πίστεως·
2597δὲν μᾶς διέπει καλὴ πίστις, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δαγρές». Τὸ βῆ-
2598μα τοῦτο ποτὲ δὲν τὸ καθιστοῦν γελωτοποιεῖον (εὖγε), ὁμιλοῦν
2599ἀξιοπρεπῶς διὰ νὰ ἐπιστήσουν τὴν προσοχὴν καὶ τῶν βουλευ-
2600τῶν καὶ τοῦ ἀκροατηρίου. Ναί, κύριε βουλευτὰ Ζακύνθου, ὀφεί-
2601λομεν νὰ βουλευώμεθα καλῇ τῇ πίστει· ναί, κύριοι, οἱ διευθύ-
2602νοντες τὸ σκάφος τῆς πολιτείας πρέπει, καὶ ὅταν ᾖναι ἐντὸς
2603καὶ ὅταν ᾖναι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, νὰ φρονοῦν τὰ αὐτά
2604καὶ ἡ καλὴ πίστις νὰ τοὺς διέπῃ· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν διέπει ἡ
2605καλὴ πίστις μὴ νομίσητε, ὅτι θὰ ἐξαγάγητε τὸ ἔθνος ἀπ’ αὐ-
2606τὴν τὴν θέσιν τὴν δυσάρεστον, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἐφέραμεν,
2607ἂς εἴπω καὶ ἐγὼ ὁ κατὰ 9/10 καταδιωκόμενος πάντοτε ἀπὸ
2608τὴν ἐξουσίαν, διότι καὶ ἡ σιωπὴ ἀκόμη τοῦ πολιτευομένου ἢ
2609καὶ τοῦ πολίτου τὸν καθιστᾷ ἔνοχον.
2610Ἔρχεται μία συμπολίτευσις καί, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ
2611Βουλῇ, λέγει πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν· θέλω φιλικῶς νὰ συζη-
2612τήσω, δὲν σὲ προκαλῶ ἐχθρικῶς. Καὶ πῶς ἔρχεσθε, κ. βου-
2613λευτὰ Ζακύνθου, εἰρωνικῶς νὰ ἐπαναλάβετε τὸ «καλὴ
2614πίστις!» Ἐγώ, καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ εἶπον καὶ ἐδῶ τὸ λέ-
2615γω, καὶ πάντοτε θὰ τὸ εἴπω, ἐργαζόμενος ἐν καλῇ τῇ πίστει
2616ποτὲ δὲν θέλω νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη
2617χθὲς εἷς τῆς μερίδος σας ῥήτωρ, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη καὶ ἔδει-
2618ξεν ὅτι θέλει νὰ προκαλέσῃ τὸν γέλωτα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ
2619ἀκροατηρίου. «Ἡ κυβέρνησις, λέγει, ἐχάθη, δὲν ἠξεύρει τίπο-
2620τε, ἠξεύρετε πῶς ὁμοιάζει; ὁμοιάζει ἕνα διευθυντὴν πλοίου,
2621ὁ ὁποῖος παρέλαβεν ἓν πλοῖον νὰ διευθύνῃ, δὲν ἠξεύρει, καὶ
2622ἐρωτᾷ τοὺς ἔξω πῶς νὰ τὸ διευθύνῃ.» Καὶ ἐγὼ λέγω, κ.
2623Σωτηρόπουλε· τῳόντι, αὐτὴν τὴν πτωχὴν κυβέρνησιν, τὰ ἑπτὰ
2624αὐτὰ πρόσωπα, τῳόντι πρέπει νὰ τὰ οἰκτείρωμεν, τῳόντι νὰ
2625τὰ ἐλεεινολογήσωμεν, διότι ἐῤῥίψατε σεῖς, κύριοι, τὴν σημαίαν
2626τῆς ἐξουσίας, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ τῆς κυβερνήσεως εἰς τὰς ὁδοὺς, οἱ
2627μὲν διὰ τὴν ἀρχολιπαρίαν σας, καὶ οἱ δὲ διὰ τὴν φιλαρχίαν των·
2628(εὖγε· εὖγε. Χειροκροτήματα). Θέλετε νὰ συζητήσητε; ἔχομεν
2629τὸ θάῤῥος νὰ συζητήσωμεν, διότι ἔχομεν τὸ πρόσωπον καθαρὸν,
2630διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω,
2631ἠθελήσατε νὰ προκαλέσητε τὸν γέλωτα, διότι ἐμβήκαμεν εἰς
2632πλοῖον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν νὰ διευθύνωμεν. Σὲ ἐρωτῶ, κ.
2633βουλευτὰ Τριφυλίας· πῶς νὰ διευθύνουν τὸ πλοῖον, ἀφ’ οὗ οἱ
2634πρὶν διοικήσαντες αὐτὸ τὸ ἀφῆκαν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνέ-
2635μων καὶ εἰσῆλθον πειραταὶ καὶ ἐπῆραν, οἱ μὲν τὸ πηδάλιον,
2636οἱ δὲ τοὺς ἱστούς, ἄλλοι τὰ κουπιὰ καὶ ἄλλοι τὰ πανιά;
2637(εὖγε· εὖγε· χειροκροτήματα), μᾶς ἄφησαν ἓν σκάφος χωρὶς
2638πηδάλιον, χωρὶς ἱστούς, χωρὶς πανιὰ καὶ μᾶς λέγουν, δι-
2639ευθύνατέ το! Αἴ, διευθύνεται; σᾶς ἐρωτῶ ἐν συνειδήσει. Καὶ
2640ὅμως, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ὀφείλεται χάρις εἰς
2641τοὺς ἀναλαβόντας τὸ ἐπικίνδυνον τοῦτο ἔργον· μὲ γνωρί-
2642ζετε, ἐὰν ᾖμαι ἄνθρωπος νὰ κολακεύω· δὲν εἶμαι δυστυ-
2643χῶς· καὶ μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν σημερι-
2644νὴν κυβέρνησιν, μὲ διαιροῦν ἀφορμαὶ προσωπικαὶ ἴσως καὶ
2645ἄλλαι· ἀλλ’ ὀφείλεται χάρις εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοὺς
2646κατέχοντας ἤδη τὴν ἐξουσίαν, διότι αὐτοί, ἐπαναλαμβάνω, εὗ-
2647ρον τὸ ἀξίωμα τῆς ἐξουσίας ἕρμαιον εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ αὐτὸν
2648τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκόμενον, (τὸ λέγω
2649ὑπ’ εὐθύνην μου, διότι εἶναι ἀληθὲς) λέγοντα «τί νὰ κάμω, ποῦ
2650νὰ ὑπάγω, πῶς νὰ σώσω τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνέθεσε τὴν
2651τύχην του; Πρέπει νὰ τὸ σώσω διὰ πάσης θυσίας, ἔστω καὶ
2652προσωπικῶς νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Εὐρώπην, διότι οἱ κατέχοντες
2653καὶ διαχειρισθέντες τὴν ἐξουσίαν Μου δὲν θέλουν νὰ μὲ συντρέ-
2654ξουν, ἀλλὰ μὲ ἐγκατέλιπον· ἄλλος κανεὶς δὲν ἔχει τὴν τόλμην
2655νὰ μὲ συντρέξῃ;» καὶ ἐντούτοις εὑρέθη εἷς ἄνθρωπος νὰ ἄρῃ
2656τὴν σημαίαν, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ, τὸ ἐπὶ τῶν ὁδῶν συρόμενον·
2657καὶ πότε, κύριοι; εἰς ἐποχὴν, ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω, καθ’ ἣν
2658ὀγδοήκοντα ἐπιστολαὶ ἐῤῥίφθησαν ἐν τῷ κιβωτίῳ τοῦ ταχυ-
2659δρομείου, ἀνώνυμοι μὲν, ἀλλὰ λίαν ἀπειλητικαὶ κατὰ τῆς ζωῆς
2660τοῦ ἀνθρώπου τούτου, τοῦ κ. Ζαΐμη, θέλοντος νὰ σχηματίσῃ
2661κυβέρνησιν. Καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ λέγεις, κ. βουλευτὰ
2662τῆς Ζακύνθου, ὅτι σὲ ἐμποδίσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς
2663ἀπαντήσεως τοῦ Β. Λόγου! Καὶ τί εἶχες νὰ εἴπῃς; καὶ νο-
2664μίζεις ὅτι δὲν ἠθέλομεν καὶ δὲν θέλομεν καὶ τώρα ἀκόμη συ-
2665ζήτησιν; δὲν προκαλοῦμεν ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀποκρούομεν συζη-
2666τήσεις, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐπιῤῥίψητε
2667τὴν ἐλαχίστην μομφὴν καθ’ ἡμῶν ἢ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως,
2668ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὰς ἰδέας μας, οὐδέποτε θέλομεν κάμει οὐδὲ
2669σπιθαμὴν ὀπίσω. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔπρεπε
2670νὰ ἐπαναλαμβάνητε συχνὰ κατ’ ἐμοῦ δῆθεν τὸ καλῆς πίστεως.
2671Καὶ εἶχον δίκαιον νὰ τὸ εἴπω, διότι ὁ κ. Λομβάρδος εἰργάσθη
2672μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ. Δὲν δι-
2673καιολογεῖται λέγων ὅτι ἦλθεν ἀργὰ, ἔπρεπε νὰ μείνῃ. Ἦλθεν ὁ
2674κ. Λομβάρδος, εἰργάσθη· καὶ ἠξεύρετε, νὰ εἴπω μίαν μαύρην ἀ-
2675λήθειαν, ποῦ ἔδωκε προσοχήν; Ἐπέμεινε νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἐ-
2676πίδομα τοῦ ἐπισκόπου Κυθήρων. Καὶ ἐσυμφωνήσαμεν εἰς πολλὰ
2677διὰ νὰ μὴ χάσωμεν ἐπὶ ματαίῳ καιρόν. Ὅταν δὲ ἐζητήσατε
2678πληροφορίας, σᾶς ἠρνήθημεν; καὶ δὲν ἦλθεν ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ
2679ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μᾶς ἔδωκεν ὅσας ἠθελήσαμεν
2680πληροφορίας; καὶ δὲν ἦλθεν ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰ-
2681κονομικῶν ὡσαύτως; καὶ δὲν ἔχετε ἐγγράφους σημειώσεις σεῖς;
2682καὶ νομίζετε, κύριε βουλευτὰ, ὑμεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύσαντες τὴν
2683μειονοψηφίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι δὲν εἶναι παράλειψις σπουδαία
2684καθήκοντος, νὰ μὴ ὑποβάλητε ἔκθεσιν καὶ νὰ ἐκφράσητε τὰς ἰ-
2685δέας σας, τὰς πεποιθήσεις σας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ; Καὶ ἔρχεσθε
2686καὶ λέγετε, δὲν ἐμελετήσατε τὰς σημειώσεις! Ποίας σημειώ-
2687σεις; τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸ προεδρεῖον πρὸ 30 ὡρῶν, χθὲς,
2688καὶ τὰς σημειώσεις αὐτὰς νομίζετε ὁ θέλων νὰ μελετήσῃ, δὲν
2689εἶχε τὸν ὑλικὸν καιρὸν, ὅσον ἤθελε νὰ ἐξετάσῃ; Διὰ τοῦτο, κύ-
2690ριοι, εἶπον εἰς τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν
2691ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς ὅτι, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ διὰ
2692νὰ ἐργασθῶμεν ἀποτελεσματικῶς καὶ νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν
2693πατρίδα ὑπηρεσίας πρέπει νὰ διέπῃ τὰς ἐργασίας μας καλὴ πί-
2694στις, καὶ ὅταν καλὴ πίστις μᾶς διέπῃ, βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδέ-
2695ποτε θέλομεν ζητήσει νὰ ἀποκλείσωμεν οἱονδήποτε ζήτημα ἀπ’
2696τὴν Βουλήν. Ἡ πλειοψηφία θέλει τὴν συζήτησιν, ἀγαπᾷ τὴν ἐ-
2697λευθερίαν τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἀποκρούει καὶ εὔχεται νὰ μὴ γίνηται
2698κατάχρησις αὐτοῦ· δὲν ἔχει βεβαίως ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ
2699ἀποκλείσῃ τὴν κατάχρησιν, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ κατάχρησις
2700τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἶναι ἄντικρυς ὑπηρέτης τοῦ δεσπο-
2701τισμοῦ.
2702§303Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ εἶναι δύσκολον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν
2703κύριον Δαγρὲν καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσω· διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν,
2704δὲν ἐννόησα τί ἤθελε νὰ εἴπῃ· εἰς ὅ,τι ὅμως ἐννόησα θέλω ἀπαν-
2705τήσει πρὸς αὐτὸν ἐν ὀλίγοις, τοσοῦτον περισσότερον, κύριε πρό-
2706εδρε, καθόσον μᾶς ἀναμένει μία εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋ-
2707πολογισμοῦ καὶ ἐκεῖ ἔχομεν στάδιον εὐρύτατον ν’ ἀποδείξῃ ἕ-
2708καστος καὶ τὰ δικαιώματά του, καὶ τοὺς ἀγῶνας, καὶ τὰ τρό-
2709παια, τὰ ὁποῖα ἔστησεν ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος· πρόκει-
2710ται, κύριοι, μόνον καὶ μόνον περὶ καλῆς πίστεως, καὶ φαίνεται
2711ὅτι τὴν καλὴν πίστιν τὴν ἐνόμισεν ὁ κύριος Δαγρὲς ὡς ταλα-
2712γάνιον ἢ φλοκάταν καὶ τὴν ἐπῆρε καὶ τὴν ἔθεσεν εἰς τὸν ὦμόν
2713του καὶ δὲν θέλει νὰ τὴν ἔχῃ καὶ ἄλλος. Ἡ καλὴ πίστις, λέγει
2714ὁ κύριος Δαγρὲς, πρέπει νὰ μᾶς διευθύνῃ πάντοτε, καὶ δὲν ἀφί-
2715νει εἰς κανένα ἄλλον καλὴν πίστιν· ὁ κύριος Δαγρὲς τὴν ἐπῆ-
2716ρεν ὅλην καὶ κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ εὕρῃ οὔτε τσαροῦχι καλῆς
2717πίστεως, ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Δαγρὲν τὸν βουλευτὴν
2718τῶν Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος τόσον σήμερον ἐξύμνησε τὰ ἑπτὰ αὐτὰ
2719πρόσωπα τῆς παρούσης κυβερνήσεως καὶ ἐσυμφώνησε μὲ τὸν
2720ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς παιδείας,
2721μὲ τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀντήλλαξε
2722λόγους, καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν ἀπήντησαν ὅτι ἤθελε τὴν διοίκησιν
2723καὶ τὰ δικαστήρια εὐπειθῆ ὄργανα τῶν ὀρέξεών του, καὶ διότι
2724οἱ ὑπουργοὶ τοῦ ἠρνήθησαν ἐν μέρει ταῦτα τοὺς ἐξύβρισεν· ἐ-
2725μέμφθη ὁ κύριος Δαγρὲς ὅλας τὰς μερίδας, κύριοι· ἐγὼ δὲν ὑ-
2726πῆρξά ποτε φίλος παρὰ μιᾶς μόνης μερίδος, ἀλλὰ τὰ κόμματα,
2727κύριε Δαγρὲ, σοῦ λέγω, εἶναι ἀναγκαιότατα εἰς τὰ συνταγματι-
2728κὰ πολιτεύματα, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἤκουσα ἀπὸ
2729τοῦ στόματός σου αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, νὰ καταφερθῇς σὺ κατὰ
2730τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα, κύριε Δαγρὲ, ἐπὶ σειρὰν ὁλόκληρον ὑ-
2731πηρέτησας, τόσον αὐτὰ ὅσον καὶ τοὺς διευθύνοντας ταῦτα, τοὺς
2732ἀνεγνωρισμένους ὡς πολιτικοὺς ἀρχηγούς· δὲν εἶχες, κύριε Δα-
2733γρὲ, τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς μεμφθῇς. Ἤθελον ἐννοήσει τοὺς ἀνθρώ-
2734πους ἐκείνους, οἵτινες ἐκ πεποιθήσεως καταφέρονται κατὰ τῶν
2735βουλευτικῶν κομμάτων, ἀλλὰ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν
2736ὅλα τὰ κόμματα, εἰς τόσον ὀλιγοχρόνιον διάστημα δὲν ἔχουν
2737τὸ δικαίωμα νὰ τὰ μέμφωνται (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροα-
2738τηρίου).
2739§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συγχωρεῖται, κύριοι.
2740§305ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ποῦ εἶσθε ὅταν ἐχειροκρότησαν
2741τὸν κύριον Δαγρέν;
2742§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πρότερον, κύριε, τὸ αὐτὸ ἔκαμον, καὶ ἔπρε-
2743πε νὰ προσέξητε.
2744§307ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν
2745λόγον.
2746§308Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλυπήθην, κύριε πρόεδρε, καὶ ἐλυπήθην
2747πολὺ διότι ὁ κύριος Δαγρὲς ἐπετέθη τόσον ἀτόπως κατὰ τοῦ κ.
2748Λομβάρδου (θόρυβος εἰς τὰ ἀκροατήρια).
2749§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Κύριοι, ἂν ἐπαναλάβητε
2750τοῦτο, θέλω διατάξει τὴν κένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου. Ὄχι· δὲν
2751δέχομαι, κύριοι, νὰ ἔχωμεν ἀλληλογραφίαν μὲ τὰ θεωρεῖα· καὶ
2752πρότερον τὰ ἴδια ἔκαμα· ἂν θέλωμεν συμμαχίας τοιαύτας,
2753καταβιβάζεται ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους.
2754§310ΤΙΝΕΣ. Καμμία συμμαχία δὲν ὑπάρχει.
2755§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω τὸ χρέος μου, κύριοι.
2756§312ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἴμεθα καλλίτεροι ἀπὸ ἐσᾶς, τί συμμα-
2757χίαν λέγεις ὅτι ἔχομεν; δὲν ἔχομεν καμμίαν συμμαχίαν.
2758§313Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε πρόεδρε, νὰ ὑπερα-
2759σπισθῶ ἐγὼ τὸν κύριον Λομβάρδον. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔχει
2760ἱστορίαν ὁλόκληρον, ὁ κύριος Λομβάρδος εὐτυχῶς καὶ γράμμα-
2761τα περισσότερα γνωρίζει, καὶ ἐπιστήμην γνωρίζει, καὶ τὸν λό-
2762γον δύναται νὰ τὸν μεταχειρισθῇ πολὺ καλλίτερα καὶ ἐμοῦ καὶ
2763τοῦ κυρίου Δαγρέ· ἀλλὰ νὰ ἔρχεται ὁ κύριος Δαγρὲς τόσον ἀ-
2764προκαλύπτως νὰ πικραίνῃ ἄνδρας ὑπηρετήσαντας ἀδιαφθόρως
2765καὶ κατὰ τὴν προστασίαν καὶ σήμερον, αὐτὸ μοὶ φαίνεται ὅτι
2766δὲν εἶναι πολὺ σωστόν· καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι εὑρέθη
2767ὁ φίλος μου κύριος Δαγρὲς νὰ ἐκφέρῃ αὐτὴν τὴν ὕβριν, ἥτις δὲν
2768δύναται νὰ προσαφθῇ εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον. Ἡ ὕβρις αὕτη
2769ἠξεύρετε εἰς ποίους δύναται νὰ προσαφθῇ; εἰς τοὺς ἀνθρώπους,
2770οἵτινες τάσσονται ὑπὸ πᾶσαν ὑπηρετοῦσαν σημαίαν, εἰς τοὺς
2771ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄλλαι ἀλώπεκες συλλαμβάνον-
2772ται εἰς τὰ δῶρα καὶ τὸ τάλληρον τῆς ἐξουσίας (θόρυβος).
2773§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.
2774§315Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ παύσητε, κύριε πρόεδρε, νὰ μὲ διακό-
2775πτετε.
2776§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέχετε, κύριε βουλευτά.
2777§317Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δυνατὸν λοιπὸν, λέγω, αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν
2778νὰ τὴν δεχθῶμεν μόνον δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, δι’ ἀνθρώπους
2779ὅμως πολιτικοὺς, ὡς τὸν κ. Λομβάρδον, ὑπηρετήσαντας ἐπὶ
2780δεκαπενταετίαν ὁλόκληρον διὰ μίαν ἰδέαν πατριωτικὴν, δι’ ἀν-
2781θρώπους ὡς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅστις ἐτέθη ὑπὸ τὴν σημαίαν
2782καὶ τὸ πρόγραμμα ἑνὸς κόμματος καὶ ἔμεινεν ἑδραῖος χωρὶς νὰ
2783περιέλθῃ σήμερον εἰς τὴν μίαν καὶ αὔριον εἰς τὴν ἄλλην μερί-
2784δα, ἡ φράσις «κακῆς πίστεως» δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸν κ.
2785Λομβάρδον. Ἴσως δύναται νὰ λεχθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους,
2786οἵτινες ὅταν ἦναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας κρούουν διὰ νὰ τοὺς ἀνοί-
2787ξωσι τὴν θύραν νὰ εἰσέλθωσι, καὶ ὅταν, κύριοι, εἰσέλθουν ἐν-
2788τὸς τῆς ἐξουσίας, καταφέρονται κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἵ-
2789τινες τοὺς ἔφερον εἰς τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἀφάνειαν· καὶ ὄχι κα-
2790ταφέρονται, ἀλλ’ ἐνεδρεύουσι διὰ νὰ μετέλθουν τὸ ἔντιμον ἐ-
2791πάγγελμα τοῦ πολιτικοῦ δολοφόνου.
2792§318ΔΑΓΡΕΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2793§319Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐγκαρδίως ἐλυπήθην,
2794διότι ὁ φίλος μου κ. Δαγρὲς, μοὶ φαίνεται, ὅτι παρεξετράπη ἀ-
2795πρεπῶς ἀποκαλέσας τὸν κ. Λομβάρδον κακῆς πίστεως.
2796§320ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν μὲ πειράζει, κ. Πετιμεζᾶ.
2797§321Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην συζήτησιν καὶ
2798τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι ἐπεβάρυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κρά-
2799τους, ἡ συζήτησις εἶναι εὐρεῖα, τὸ στάδιον εἶναι ἀνοικτὸν, ἔ-
2800χουν ὅλοι αὐτοὶ τὸν λόγον, θὰ τὸν λάβωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἑ-
2801πομένως θὰ εὑρεθῇ ποῖοι εἶναι οἱ αἴτιοι.
2802§322ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐζητήσαμεν, κύριοι, τὴν ἀναβο-
2803λὴν κατὰ τὴν τετάρτην ὥραν, φρονοῦντες ὅτι μέχρι τῆς πέμ-
2804πτης καὶ ἡμισείας ὥρας ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκουσθῶσιν ἴσως δύο
2805καὶ τρεῖς ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι
2806τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἤδη δὲ ἐπειδὴ ἔφθασεν εἰς
2807τὰς 5 καὶ ½ ἡ ὥρα, καὶ καιρὸς δὲν ὑπάρχει εἰς συζήτησιν,
2808διὰ τοῦτο φυσικὰ θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ δὲ τοὺς
2809κκ. βουλευτὰς νὰ μὴ παρευρεθῶσιν εἰς συζήτησιν αὔριον, διότι
2810δὲν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ παρευρεθῶμεν.
2811§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν.
2812§324ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ ἡ σημείωσις, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ.
2813§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, πάρετε ἀντίγραφα,
2814ἂν θέλετε. — Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2815(Ὥρα 6 παρὰ 25/60 μ. μ.)