1869.10.20
2,241 rows · 18,309 words · 132 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54.
Τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1869.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προσέλθωσιν οἱ μὴ ὁρκισθέντες βουλευταί. (Προσέρχεται ὁ κύριος Δελένδας καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον.) Ἀναφορά, κύριοι, τοῦ κ. δημάρχου Πειραιῶς ζητοῦντος ν’ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν συντήρησιν καὶ διατήρησιν τοῦ γυμνασίου Πειραιῶς.
§4ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἐγνωμοδότησεν, ὥστε νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§6ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ κάμνει λόγον, καλὸν εἶναι νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως ἔχῃ γνῶσιν καὶ ἀποφανθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§8ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πρότασις νόμου ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Μεταξᾶ καὶ Καβαλιεράτου πρὸς σύστασιν τελωνοσταθμαρχείου ἐν τῷ λιμένι Κράνης, κειμένῳ ἐν τῷ δήμῳ...........
§11ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἀναφορὰ σχετικὴ, ν’ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ· ἀναφέρονται 600 πολῖται. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά.)
§12ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ πληρέστατα ὑποστηρίζω τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Πραγματικῶς ὁ λιμὴν Κράνης, τῆς ἐπαρχίας μου Κραναίας, εἶναι σπουδαιότατος, καθόσον ἐκ τῶν κατοίκων τῶν γειτνιαζόντων δήμων, ἀναχωροῦν ἐνιαυσίως ἑκατοστύες, ἢ καὶ χιλιάδες ἐργατῶν, καὶ μεταβαίνουν εἰς τὴν ἀπέναντι στερεὰν, ὅπου ἐργαζόμενοι, ὠφελοῦνται καὶ αὐτοὶ, καὶ ὠφελοῦν καὶ βελτιώνουν μεγάλως διὰ τῆς ἐργασίας των τὰς γαίας τῆς στερεᾶς, καὶ καθόσον οἱ δῆμοι οὗτοι ἐξάγουν πολλοὺς καὶ ποικίλους καρπούς. Ὁ λιμὴν οὗτος ἦτον ἠνεῳγμένος καὶ ἐπὶ προστασίας, καὶ εἶναι γνωστὰ καὶ ὁμολογούμενα τὰ καλὰ ἀποτελέσματα. Μάλιστα ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐν Ἀθήναις ἐλεύσεώς μου, καθὸ βουλευτὴς, παρέστησα πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν καὶ προφορικῶς καὶ δι’ ἐπισήμου ὑπομνήματός μου, τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τοῦ προκειμένου λιμένος. Ὁ κύριος ὑπουργὸς, κατόπιν τῶν παραστάσεών μου, ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἐν Κεφαλληνίᾳ τελώνην· οὗτος δὲ ἀπετάνθη εἰς τοὺς διαφόρους γειτνιάζοντας δήμους, καὶ τόσῳ οἱ δῆμοι, ὅσῳ καὶ ὁ τελώνης ἐγνωμάτευσαν ὑπὲρ τῆς συστάσεως. Τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τοῦ λιμένος ἐπανειλημμένως καὶ σχεδὸν καθ’ ἡμέραν ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον ὑπουργόν. Πιστεύω δὲ ἀδιστάκτως ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅστις ἐπείσθη πληρέστατα περὶ τῆς ἀνάγκης, θέλει αὐτὸς ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρὸς ὄφελος τῶν κατοίκων τῶν ῥηθέντων δήμων, τῆς ὁμόρου στερεᾶς καὶ τοῦ δημοσίου. Σήμερον δὲ ἐκ τοῦ βήματος τούτου θερμῶς ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου.
§13ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§14Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ μὲν ἀναφορὰ νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ δὲ νομοσχέδιον νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ τρέξῃ τὸν δρόμον του.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κύριος Δεληγεώργης συνιστᾷ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἀναφορὰν διαφόρων προσφύγων Κρητῶν, ἐξαιτούμενος ν’ ἀναγνωσθῇ.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, πρὸ πολλοῦ καιροῦ μοὶ ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἀναφορά, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ὁπλαρχηγοὺς καὶ πληρεξουσίους τῆς Κρήτης, διαμένοντας ἐνταῦθα, διὰ νὰ τὴν ἐγχειρίσω εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν· ἐγὼ δὲ δὲν τὸ ἔπραξα, διότι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μέλλει νὰ κάμῃ εὐρεῖαν ἐξήγησιν εἰς αὐτήν, ἐξηγῶν τὴν ὑπόθεσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ οἱ πρόσφυγες οὗτοι πεινῶσι καὶ πολλάκις ἐπανειλημένως μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑποβάλω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω σκοπὸν οὔτε πολιτικὴν συζήτησιν νὰ ἐγείρω, οὔτε ἄλλο τι νὰ κάμω. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, καθὼς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἐμφορεῖται ἀπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, θέλει αἰσθανθῆ πόσον δίκαιον καὶ ὀρθὸν καὶ πρέπον εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλουν πολλὰ καὶ μεγάλα καθήκοντα τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο εἰσάγων τὴν ἀναφορὰν παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν εἴτε σήμερον, εἴτε ἄλλην ἡμέραν, ἀλλὰ ταχέως, διότι καθὼς σᾶς προεῖπον εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν;
§19ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, καθὼς εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ χορηγοῦσα τὰ βοηθήματα, ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας. Ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν, μέχρι πρὸ ὀλίγου, ἔχομεν δαπανήσει ὑπὲρ τῶν Κρητῶν 1 ἑκατομμύριον 100 χιλιάδας δραχμῶν· ἤδη, ἐπειδὴ μανθάνω ὅτι ὁπλαρχηγοὶ καὶ ἀρχηγοὶ τῶν Κρητῶν εὑρίσκονται ἐκ νέου εἰς στενοχωρίαν, παρεκάλεσά τινας νὰ σχηματίσωσιν ἕνα κατάλογον περὶ τῶν προσφύγων ἐκείνων, οἵτινες πιέζονται ὑπὸ μεγαλειτέρας ἀνάγκης καὶ νὰ τὸν φέρωσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ χορηγήσω ἐκ νέου βοηθήματα, ἂν καὶ ἐξακολουθῶμεν νὰ πληρώνωμεν βοηθήματα καὶ ἐνοίκια καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως τῶν Κρητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν ν’ ἀπέλθωσι, καὶ τοὺς ναύλους διὰ τοῦ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου. Ἅμα τελειώσῃ αὐτὸς ὁ κατάλογος κατ’ αὐτὰς, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ βεβαιωθῶ περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα μένουν εἰσέτι ἐν Ἀθήναις, ἅμα τελειώσῃ, ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς μάλιστα, ἡ Κυβέρνησις θέλει κάμει τὸ καθῆκόν της.
§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐπληρώθησαν διὰ τοὺς Κρῆτας 1 ἑκατομμύριον περίπου δραχμῶν, ἀπαντῶ ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα, διότι ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸν πληθυσμὸν τῶν Κρητῶν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν ἐδῶ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινὴ, ἕως ὅτου κατορθώσει ν’ ἀναχωρήσουν ὅλαι αὐταὶ αἱ χιλιάδες ἔκαμε δαπάνας· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, αὐτὸ τὸ ὁποῖον τότε ἐγένετο, εἶχε πολιτικὸν σκοπόν· ἑπομένως τὸ 1 ἑκατομμύριον, φερόμενον, ἐνῷ πρόκειται περὶ ὀλίγων προσφύγων, δὲν χρησιμεύει παρὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν τῶν παραπόνων, ἀλλὰ δὲν διαφωτίζει καὶ δὲν παρουσιάζει τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀληθῆ του ἔποψιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ χωρίσωμεν τὸ ἓν ζήτημα μὲ τὸ ἄλλο. Ἐγὼ γνωρίζω παρὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἵτινες εἶναι ὁπλαρχηγοὶ καὶ πληρεξούσιοι, καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ψεύδωνται, διότι ἤξευρον ὅτι θὰ κάμω χρῆσιν αὐτῶν εἰς τὴν δημοσιότητα, μοὶ εἶπον ὅτι ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον μέχρι σήμερον, ἔλαβον βοήθημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερβαίνει τὰς 50 καὶ 60 δραχμάς· τώρα ὅλοι γνωρίζετε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς Ἀθήνας· ἐρωτῶ ἐὰν ἡ περίθαλψις αὐτὴ ἠμπορῇ νὰ τοὺς ἀποστομώσῃ· αὐτοὶ πάσχουν καὶ πάσχουν ὑπὸ τῆς πείνης, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος θὰ φέρῃ ἕνα κατάλογον καὶ νὰ δώσῃ βοηθήματα, αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τίποτε, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. ὑπουργὸν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του νὰ μὴ γίνουν διακρίσεις, διότι ἠξεύρετε ὅτι συμβαίνουν ἀτοπήματα ἐκ τούτου, ὅπως καὶ προηγουμένως συνέβησαν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ταχεῖαν περαίωσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ ἠμπορῇ νὰ ἠξεύρῃ ἕκαστος τί ἠμπορεῖ νὰ πληρώνῃ, καὶ πῶς νὰ οἰκονομήσῃ τὰ ἔξοδά του, νὰ τοῦ φθάνουν ὅπως διατηρηθῇ, νὰ ζήσῃ· διότι νὰ τοῦ δίδωνται σήμερον 30 δραχ. καὶ νὰ ᾖναι ἄγνωστον εἰς αὐτὸν πότε θέλει λάβει ἄλλας, αὐτὸ εἶναι πολὺ λυπηρὸν, μάλιστα δὲ τώρα ὅτε παρετηρήθη ὅτι κάθε ἡμέραν ἀναχωροῦν καὶ ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ δὲν θὰ μείνῃ ἐδῶ οὐδὲ τὸ τέταρτον.
§21ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὅσοι εἶναι ὅλοι θὰ μείνουν.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πιστεύεις, κ. Κολιάτσε, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁπλαρχηγοὶ, θὰ προτιμήσουν διὰ γλισχρότατον βοήθημα τῶν 40 δραχ. νὰ ᾖναι ἐπαῖται!
§23ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θέλουν 150.
§24ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ Κρητικὸς ἀγὼν εἶναι ἐθνικὸς, καὶ ὅ,τι ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν, νὰ τὸ κάμωμεν.
§25ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναγινώσκει ἀναφοράν τινα τοῦ Χρυσοβέργη.
§26ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι ὑπουργοὶ, ἔχετε καμμίαν πρότασιν νὰ εἰσαγάγητε;
§28ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι.
§29ΑΝΑΡΓ. Χ. ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ. Ὑπάρχει ἓν κενὸν εἰς τὸ διάταγμα περὶ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ τοῦ 1836. Τὸ κενὸν αὐτὸ εἶναι τοῦτο· ὅταν ἀγοράζηται ἓν πλοῖον ξένον, ἢ ναυπηγῆται εἰς ξένην ἐπικράτειαν παρὰ ὑπηκόου ἕλληνος, τὸ 9 ἄρθρον τοῦ Βασ. Διατάγματος δὲν ὁρίζει, ἐὰν ἠμπορῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ κάμῃ διάπλουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἑπομένως διὰ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν ὑποχρεοῦνται νὰ ἔλθωσι κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ὑποστῶσι τὸ νόμιμον καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι τὸν πλοῦν· αὐτὴ ἡ ἔλλειψις φέρει μέγα πρόσκομμα, διότι τώρα, καθὼς γνωρίζετε, ἐγένετο προσαύξησις τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ καὶ εἰς ξένην γῆν οἱ ἄνθρωποι ἀγοράζουν καὶ κατασκευάζουν πλοῖα. Διὰ νὰ ἔλθουν λοιπὸν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐγγραφοῦν προσβάλλουν τὰ συμφέροντά των, καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦν καθ’ ἑκάστην ἀδείας νὰ ἐξακολουθήσουν τὸν πλοῦν των καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθουν νὰ ἐγγραφοῦν. Αὐτὸ προβλέπων συνέταξα τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§30ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§31Α. Χ. ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ. Σκεφθέντες τινὲς τῶν συναδέλφων μου καὶ μελετήσαντες τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν κληροδοτημάτων, ἔκαμόν τινας παρατηρήσεις. Ὡς πρὸς τὸ 3 ἄρθρον, ὅπου διανέμονται αἱ μερίδες, ζητοῦμεν τὴν αὔξησιν τῶν μερίδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι τὴν ἐκμάθησιν τῶν μαθηματικῶν μαθημάτων· προσέτι, ἐπειδὴ εἰς τὸ 4 ἄρθρον παρατηροῦμεν ἐλλειπεῖς ἐκφράσεις ἔχομεν καὶ ἐκεῖ τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται. Ἐὰν θέλετε νὰ τὸ ἀναγνώσω.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· νὰ τυπωθῇ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ συζητηθῇ νομίζω τὴν πέμπτην· παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, εἰ δυνατὸν, διὰ νὰ προχωρήσωμεν ταχέως, νὰ λάβῃ τὴν καλοσύνην τὴν τετάρτην, ἐὰν θέλῃ, ἢ αὔριον, νὰ μᾶς σημειώσῃ αὐτοὶ οἱ 3 ἀντιστράτηγοι, 4 ὑποστράτηγοι, 10 Συνταγματάρχαι κτλ. ποίας θέσεις θὰ καθέξουν ἐν τῷ στρατῷ; καὶ παρακαλῶ πρὸς τούτοις (καὶ τοῦτο εἶναι ἰδιαιτέρως δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴμεθα εἰδήμονες εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ) νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ μᾶς σημειώσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι ἐξουσιοδοτοῦν τὸν προσδιορισμὸν αὐτῶν τῶν θέσεων· δὲν εἶναι δύσκολος ὑπόθεσις· οἱ τμηματάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς αὐτὰ, ἠμποροῦν ἀμέσως νὰ τοὺς σημειώσουν.
§37ΣΟΥΤΣΟΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἠμπορῶ ἀμέσως.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀμέσως διὰ νὰ μὴ μένουν τὰ σημερινὰ ὀπίσω. Ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπητε, αὐτοὶ οἱ κκ. ἀξιωματικοὶ τοποθετοῦνται οὕτω δυνάμει τοῦ δεῖνος νόμου. Ἐπειδὴ δὲ τὴν τετάρτην θὰ συζητήσωμεν τὰς ἄλλας ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμομεν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ᾖναι ἕτοιμος νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν εἰς τὰ ἑπόμενα· ἐπαύθη ὁ δικαστὴς Κοντολέων, μετετέθησαν οἱ δικασταὶ Διογενείδης, Γκιὼν καὶ Βαλέτας. Δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ παύῃ καὶ νὰ μεταθέτῃ· ἀλλὰ περὶ τοῦ Κοντολέοντος διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ἐν συνεδριάσει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους δικαστὰς, τοὺς ὁποίους ἔχει, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ Κοντολέοντος τιμᾷ τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι δικαστής. Ἀφοῦ ἐγένετο αὐτὴ ἡ δήλωσις (καὶ χωρὶς νὰ προσκληθῇ ἢ νὰ προκληθῇ εἰς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω διὰ ποῖον λόγον ἐπαύθη αὐτὸς ὁ δικαστὴς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐσύστησε καὶ ἐνεκωμίασεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἕνα τῶν καλλιτέρων δικαστῶν του, ὡς δικαστὴν, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται; Πρὸς τούτοις, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου, ὅταν συνεζητήθη ἡ ἐκλογὴ Λεβαδείας, ἐὰν οὐχὶ περὶ τῶν τριῶν μετατεθέντων δικαστῶν τούτων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον περὶ δύο ἐξ αὐτῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν τιμήσει τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὸ Βέλγιον· τώρα ἐρωτῶ· εἶναι κύριος νὰ μεταθέσῃ, ὅποιον θέλει ὁ κ. ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐρωτῶ, δικαστὰς, τοὺς ὁποίους συσταίνει τοιουτοτρόπως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. ὑπουργὸς, διατί τοὺς μεταθέτει ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν εἰς τὰς ἐπαρχίας; Κάμνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ὅπως θέτω τὸν κ. ὑπουργὸν εἰς θέσιν νὰ ἠμπορέσῃ νὰ δικαιολογήσῃ διὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτὰς τὰς μεταθέσεις, ὅπως φραχθῶσι μερικὰ στόματα, τὰ ὁποῖα διαφοροτρόπως σχολιάζουν τὴν μετάθεσιν ταύτην.
§39ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΟΥΦΟΣ. Λοιπὸν, οἱ καλλίτεροι πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τὴν πρωτεύουσαν;
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂς ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς τοῦτο δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸν κ. Πετσάλην, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι γρήγορα θὰ εὐτυχήσωμεν νὰ ἔχωμεν τὸν κ. Πετσάλην μεταξύ μας.
§41ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι ἤδη ἐδῶ....
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄ, χαίρω πολύ. (ἱλαρότης). Εἶδον δημοσιευόμενον καὶ ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι τώρα κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς, κατὰ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Χαλκίδα, ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσι δύο, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο καὶ ἦσαν ἄνθρωποι τοῦ κ. Κριεζώτου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐηρεστήθη λέγουν, δὲν τὸ πιστεύω, εὐηρεστήθη νὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ συνεδριάζοντος τοῦ δικαστηρίου καὶ νὰ παραμείνῃ ἕως οὗ ἀπηγγέλθη ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τοῦ κ. Κριεζώτου, τοῦ πολιτικοῦ ἀντιπάλου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κ, ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Κάμνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι ἐπεθύμουν νὰ θέσω τὸν κ. ὑπουργὸν εἰς θέσιν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ διαψεύσῃ τοῦτο, καθόσον ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς μίαν συνεδρίασιν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι μία ἀπὸ τὰς πρωτίστας φροντίδας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ μία ἀπὸ τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη ἕως τώρα νὰ διοργανίσῃ ὡς πρέπει τὸν δικαστικὸν κλάδον, εἶναι, ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς πολιτικῆς, ἐπεθύμουν νὰ διαψευσθῇ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἤθελε δείξει, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς, αὐτοπροσώπως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του εὑρισκόμενος, θέλει νὰ μεταχειρισθῇ τὰ δικαστήρια ὡς ὄργανα πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ κἂν νὰ ὀνομασθῇ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πολιτικὴ ἐπαρχιακή. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἔμεινεν ἀφρούρητος ὁ στρατὼν τῆς Τατάρνης ἐν Ἀκαρνανίᾳ, καὶ ὅτι οἱ λῃσταὶ ἐπῆγαν καὶ τὸν ἔκαυσαν· ἐὰν ἔμενεν ἀφρούρητος, τίνος ἦτον ἡ ἔλλειψις καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ φροντίσουν, ἐὰν ὄχι νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν στρατώνων, καὶ νὰ μὴ μᾶς περιπαίζουν οἱ λῃσταὶ ὅτι ἔκαυσαν τοὺς στρατῶνας; Ἐπεθυμοῦσα νὰ μάθω τὴν τετάρτην ὅλα αὐτά· ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι αἱ ἀρχαὶ τῆς Ἀταλάντης προσεκάλεσαν τοὺς πολίτας νὰ ἐξέλθουν εἰς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν, ἐν τῇ στιγμῇ δὲ τῆς συμπλοκῆς ἔμειναν οἱ πολῖται, τοὺς περιεκύκλωσεν ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιταίων συγκειμένη ἀπὸ 40 λῃστὰς, συνέλαβε 10 καί τινος ἔκοψε τὴν μύτην, τινὸς τὰ αὐτιά, ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, ποῖαι ἦσαν αἱ ἀρχαί....
§43ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ λέγω, διότι ἐπιθυμῶ, ἐὰν ᾖναι ψεύδη, νὰ διαψευσθῶσιν ἐπισήμως· ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ποῖαι αἱ ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι παρέλειψαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. Περὶ μισθοῦ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γεν. Προξένου. Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 3220 ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1869. Περὶ πληρωμῆς ἐκπλειστηριάσματος ὑπὸ τῶν ἀγοραστῶν ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ διατάγματος περὶ ὑποχρεωτικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§48ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον καὶ ἐγώ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ τοῦ σημαντικωτέρου ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἤγουν περὶ προϋπολογισμοῦ· ἀνάγκη πάσῃ τῇ προσοχῇ, ὅλοι ν’ ἀκούωσι τοὺς λαλοῦντας ἄνευ θορύβου, ἄνευ διαπληκτισμῶν.
§50ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἰς τὰ δωμάτια νὰ ᾖναι ἡσυχία, διότι δὲν μᾶς ἀφίνουν καὶ ἡμᾶς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐξέλθετε ἀπὸ τὰ δωμάτια καὶ λάβετε τὰς ἕδρας σας.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πέρυσι κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν ἐλάλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν ἐκτάσει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868. Μολονότι δὲ ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη διήρκεσε ὑπὲρ τὴν 1½ ὥραν, ἡ τότε Βουλὴ, εἰς τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἀνήκετε, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ μὲ μεγάλην ὑπομονήν. Λαμβάνων καὶ ἐφέτος, κύριοι, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870, καὶ προτιθέμενος νὰ λαλήσω περί τε τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, θέλω προσπαθήσει νὰ ᾖμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος· ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλετε λάβει τὴν καλοσύνην νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ ἐφέτος μὲ τὴν αὐτὴν ὑπομονὴν, καὶ μὲ τὴν αὐτὴν προσοχὴν, μὲ τὴν ὁποίαν ἠκούσθην καὶ πέρυσι. Τὸ ἀντικείμενον ὄχι μόνον εἶναι σπουδαῖον ἀλλὰ καὶ φύσεως τοιαύτης, ὥστε ἄνευ συντόνου προσοχῆς καὶ ἀθορύβου συζητήσεως ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐννοηθῇ. Ἀναλύων πέρυσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868 ἰσχυρίσθην, ὅτι οἱ συντάξαντες αὐτὸν ὑπουργοὶ, ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐτήρησαν τὰς περὶ οἰκονομιῶν ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλλοντο ὅτε ἦσαν ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, ὅτι ἐξώγκωσαν τὰ ἔσοδα, ὑπολογίσαντες, ὅτι ἔμελλον ν’ ἀναβῶσιν εἰς ποσὰ πολὺ ἀνώτερα τῶν πράγματι μελλόντων νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ ὅτι εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν διαφόρων δαπανῶν, ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φειδοῦς, τὸ ὁποῖον αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Κράτους ἀπῄτουν. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι λαμβάνων καὶ ἐφέτος τὸν λόγον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ εἴπω τὰ αὐτὰ, ὡς ἔγγιστα, καὶ διὰ τοὺς νῦν ὑπουργούς. Καὶ οἱ νῦν ὑπουργοὶ ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐλησμόνησαν ὅσα ἔλεγον, ὅτε ἦσαν ἐκτὸς αὐτῆς· ἄλλα ἔλεγον ἀντιπολιτευόμενοι τοῦ προκατόχου ὑπουργείου καὶ ἄλλα ἔπραξαν ὅτε ἦλθον αὐτοὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Καὶ οἱ νῦν ὑπουργοὶ ἐξώγκωσαν κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον τὰ ἔσοδα, ὑπολογίσαντες αὐτὰ διὰ τὸ 1870, ὅπως οἱ προκάτοχοί των τὰ ὑπελόγισαν διὰ τὸ 1868, καὶ εἶναι τοσοῦτον μᾶλλον ἀσυγχώρητοι διὰ τοῦτο, καθόσον ὅτε συνέταττον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870, εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀποτέλεσμα δύο χρήσεων, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐγένετο ἡ αὔξησις φόρων, τῆς χρήσεως τοῦ 1867, ἡ ὁποία ἔληξε πρὸ πολλοῦ, καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1868, ἡ ὁποία προσεγγίζει εἰς τὴν λῆξίν της. Καὶ οἱ νῦν ὑπουργοὶ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν διαφόρων δαπανῶν οὐδόλως ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φειδοῦς, τὸ ὁποῖον αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις μᾶς ἐπιβάλλουσι, καὶ τὸ ὁποῖον τοσοῦτον θερμῶς ἐσύσταινον πέρυσι εἰς τοὺς προκατόχους των. Ἡ μόνη διαφορὰ, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω μεταξὺ τῶν τότε ὑπουργῶν καὶ τῶν παρόντων, εἶναι ἡ ἑξῆς. Οἱ τότε ὑπουργοὶ συνησθάνοντο τὴν δεινότητα τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, προέβλεπον τὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐντὸς ὀλίγου ἔμελλε νὰ εὑρεθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι εἶσθε εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἐπεκαλοῦντο πολὺ συχνὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ πατρὶς καὶ ἐστήριζον τὰς προσδοκίας των εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὁμογενῶν. Οἱ παρόντες ὅμως ὑπουργοὶ, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους ἐκθέσεις των, φαίνεται, ὅτι δὲν κατανοοῦσιν, ὅσον πρέπει, τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, οὐδὲ ὑποπτεύονται τὴν ἀμηχανίαν, ἡ ὁποία μᾶς περιμένει καὶ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπειλεῖ. Οἱ παρόντες ὑπουργοὶ πιστεύουσιν ἴσως, ὅτι ἤρκεσεν ἡ εἴσοδός των εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἐπήρκεσαν ἀφ’ ἑαυτῶν εἰς ὅλα, ὥστε δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, οὔτε νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὁμογενῶν, ὅπως ἔκαμον οἱ προκάτοχοί των. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ὄχι μόνον προσδιορίζουν τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας ἄνευ τινὸς οἰκονομίας καὶ φειδοῦς, ἀλλὰ καὶ ἀγοράζουν κτίρια καὶ ἐπεκτείνουν τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ὑποθέτουν, ὅτι θὰ ἔχουν ἀρκετὰ περισσεύματα, μὲ τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται νὰ μᾶς προικίσουν μὲ νέα πλοῖα καὶ νέα δημόσια καταστήματα. Ἐὰν ἀνοίξητε τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων ὑπουργείων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ εἷς ἐκ τῶν ὑπουργῶν προτίθεται νὰ κατασκευάσῃ φυλακάς, ὁ ἄλλος δικαστήρια καὶ ὁ ἄλλος ἄλλο δημόσιον κατάστημα. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐννοήσωμεν ὁπωσοῦν τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν, καὶ διὰ νὰ κρίνωμεν συνάμα περὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν κ. ὑπουργῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναδράμω ὀλίγον εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ ὁποῖά τινα ἔλαβον χώραν ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 μέχρι τῆς εἰσόδου τοῦ παρόντος ὑπουργείου εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868, τὸν ὁποῖον παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προεδρευόμενον ἀπὸ τὸν κ. Βούλγαρην ὑπουργεῖον, περιεῖχεν ἔξοδα 33 ἑκατομμύρια 508 χιλιάδας. Ἡ τότε ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον ὅλοι οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ ἐκτὸς τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅστις δὲν ἦτο βουλευτής, ἐθεώρησε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ὡς λίαν ἐξωγκωμένον, καὶ τὸν ἐπολέμησε συστηματικῶς. Μετὰ πολλὰς δὲ καὶ παρατεταμένας συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἀπό τινος χρόνου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τακτικὴν, ἐξητάσθη ἡ πολιτικὴ τοῦ 1867 καὶ τοῦ 1868, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ λησμονηθῇ καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866, ἡ ἀντιπολίτευσις κατέληξεν εἰς τὸ ἑξῆς θέμα, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἔγραψεν ἰδιοχείρως ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς κ. Ζαΐμης. «Ἡ Βουλὴ πεισθεῖσα ἐκ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ ἡ κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ κράτους, προβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων». Τὸ θέμα τοῦτο ψηφισθὲν ἔλαβεν 75 ψήφους ὑπὲρ, καὶ 81 κατὰ, ἀρνηθέντων 2. Ὥστε, ἐὰν προσετίθεντο ἀκόμη εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τρεῖς ἢ τέσσαρες ψῆφοι, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἤθελε πέσει ὑπὸ τὸ βάρος τῆς μεγαλειτέρας κατηγορίας, τῆς κατηγορίας, ὅτι δὲν ἔλαβε παντελῶς ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας τὸ κράτος εὑρίσκετο. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τοῦτο συνεκλήθη ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον σύνοδον καὶ ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869, ὅστις ὁμολογουμένως ἦτον οἰκονομικώτερος ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868, διότι εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαφόρων ὑπουργείων ἐγένοντο οἰκονομίαι ἀναβαίνουσαι εἰς 1,725,000. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος παρεπέμφθη κατὰ τὸ σύνηθες εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀντεπροσωπεύετο ἀπὸ 7 μέλη, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 4 κάθηνται σήμερον εἰς τὰς ἕδρας τῶν ὑπουργῶν, ἤτοι ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Αὐγερινὸς, ὁ κ. Σοῦτσος καὶ ὁ κ. Σαράβας. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ, νὰ εἴπω καλλίτερον, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς οἰκονομίας τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐθεώρησε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 ἐξωγκωμένον καὶ πολυδάπανον, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἀπεφάσισε νὰ προτείνῃ σπουδαίας οἰκονομίας, μεγάλας ἐλαττώσεις, πρὸ πάντων εἰς τὰ δύο ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὶν ἢ προφθάσῃ νὰ διατυπώσῃ εἰς ἔκθεσιν τὴν ἀπόφασίν της, ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι ἦτο μάταιον, μὴ συνετὸν νὰ προτείνουν οἰκονομίας ἀφορώσας τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων δυνάμεων τοῦ κράτους, ἀφοῦ ὑπῆρχε φόβος κηρύξεως πολέμου. Διὰ τοῦτο ἀπέσχε μὲν νὰ προτείνῃ ἐλαττώσεις εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ὅπως μὴ μείνῃ ἀμφιβολία περὶ τῶν προθέσεων αὐτῶν καὶ τῶν λόγων, οἵτινες τὴν ἠνάγκασαν νὰ δεχθῇ τὸν προϋπολογισμόν, ὅπως τὸ ὑπουργεῖον τὸν ὑπέβαλεν, ἐφρόντισε νὰ προστεθῇ εἰς τὰς ἐκθέσεις ἡ ἑξῆς φράσις· «ἡ μειοψηφία, καίτοι σκοπὸν ἔχουσα νὰ προτείνῃ μεγάλας οἰκονομίας, ἀπέχει μ’ ὅλα ταῦτα νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 9βρίου». Ταῦτα σημειώσασα ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον ἡ ἀντιπολίτευσις, εἰς τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν δύο ὑπουργείων, ἀφῆκε νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869, ὅπως ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη. Πρὶν κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς ἐκτάκτου συνόδου, τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, εὑρισκόμενον ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδέας ὅτι ἔμελλε νὰ ἐμβῇ εἰς πόλεμον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, ἐξ ὧν τὸ πρῶτον ἀπέβλεπε τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 25,000 000 φράγκων, τροποποίησιν, δι’ ἧς ἀπῄτει δύο τινά· ά. ν’ αὐξηθῇ ὁ τόκος κατὰ 1%, καὶ δεύτερον νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρεοῦτο ἡ κυβέρνησις νὰ δαπανᾷ τὰ ⅔ εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ, ὥστε νὰ μείνῃ ἐλευθέρα νὰ μεταχειρισθῇ ὅσα χρήματα ἤθελεν εἰσπράξει ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦτο εἰς οἱανδήποτε ἀνάγκην ἤθελεν ἐγκρίνει. Διὰ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου ἐζητεῖτο διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἔκτακτος πίστωσις 100,000,000 δραχμῶν, καὶ ἐδίδετο εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ δάνειον καὶ ἐξεύρῃ ἄλλους πόρους, ὅπως προμηθευθῇ τὴν πίστωσιν ταύτην. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον νομοσχέδιον, ἤτοι τὸ περὶ δανείου, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ συζητήσεως· ἐπίσης παρεδέχθη καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου τὸ ἀποβλέπον τὴν χορήγησιν τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 100,000,000· μὲ μόνην τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «παρούσας» μετὰ τὰς λέξεις «ἐκτάκτους περιστάσεις», διὰ νὰ μὴ μένῃ εἰς κανένα ἡ ἀμφιβολία ὅτι ἡ πίστωσις δίδεται διὰ μόνην τὴν ἀνάγκην τοῦ πολέμου. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ ἐξεύρῃ πόρους, δὲν εὑρέθη σύμφωνος ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ τὴν ἐπολέμησε καὶ ἐζήτησε νὰ ἐξαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «περὶ ἐξευρέσεως πόρων». Ἐγένετο ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπερίσχυσε μὲν ἡ κυβέρνησις, ἀλλὰ 55 ψῆφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐδόθησαν κατά. Τοιουτοτρόπως ἡ κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη ἔλαβε πίστωσιν 100,000,000, καὶ τὴν ἄδειαν, ὄχι μόνον νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξεύρῃ πόρους. Κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ἡ πίστωσις τῶν 100,000,000 ἔπρεπε νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, ἀλλ’ ἀναδιφήσας τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως, δὲν εὑρίσκω ἐκδοθέντα εἰμὴ μόνον τρία τοιαῦτα· πρῶτον τὸ διάταγμα τῆς 22 Δεκεμβρίου, δι’ οὗ ἐδίδετο πίστωσις 727,000 δραχμῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ ὅλας τὰς θέσεις, ὅσαι λόγῳ οἰκονομίας κατηργοῦντο διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869, ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη δὲν ἠδύνατο, ἐννοεῖται, νὰ πραγματοποιηθῇ εἰμὴ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, διότι ἀπέβλεπε μισθοδοσίαν καὶ ἔξοδα προσωπικοῦ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος· δεύτερον τὸ διάταγμα τῆς 11 Ἰανουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται πίστωσις 145,000 δραχμῶν διὰ νὰ δοθῶσιν ὡς δάνειον εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ἑταιρίαν, διότι, φαίνεται, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τὸν πόλεμον ἦτο ἀνάγκη νὰ αὐξήσῃ τοὺς τηλεγράφους. Παρομοίαν πίστωσιν ἐξ 100,000 δραχ. ἔδωκε καὶ ἡ παροῦσα κυβέρνησις διὰ διατάγματος τῆς 8 Φεβρουαρίου ἐκ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 100,000,000. Ἐν τοσούτῳ, κύριοι, τὰ πράγματα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐδεινοῦντο, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὸ ταμεῖον χρήματα δὲν ὑπῆρχον, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, στηριζόμενον εἰς τὴν ψηφισθεῖσαν διάταξιν τὴν χορηγοῦσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξευρέσεως πόρων, ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ χαρτονομίσματα ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου διάταγμα. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ σᾶς ἐκθέσω τί φρονῶ περὶ τῆς πράξεως ταύτης τῆς προκατόχου κυβερνήσεως καὶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω κατὰ πόσον ἤθελε συντελέσει αὕτη εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, ἄλλως τε τὸ θεωρῶ περιττὸν ἀφοῦ εὐτυχῶς δὲν ἐμβῆκεν εἰς ἐνέργειαν. Ἀντὶ τούτου ἐκλείσθη σύμβασις μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι δύο τραπεζῶν, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦντο αὗται νὰ δώσωσι δάνειον ἐκ δρ. 21,000,000, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ κατασταθῇ ἀναγκαστικὴ ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἀναβιβαζομένου τοῦ ποσοῦ αὐτῶν μέχρι 48,000,000. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ ἔργα τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη· ἔλαβεν ἔκτακτον πίστωσιν δρ. 100,000,000, μὲ τὴν ἄδειαν νὰ ἐξεύρῃ πόρους, καὶ συνομολογήσῃ δάνεια, μὴ εὑρίσκον δὲ δάνειον ἐξέδωκε διάταγμα ἐπιτρέπον τὴν ἔκδοσιν χαρτονομισμάτων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀνεκάλεσε καὶ τοῦτο, καὶ κατέληξεν εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου μετὰ τῶν τραπεζῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ λάβωσιν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τὰ τραπεζικὰ αὐτῶν γραμμάτια· ἐκ τοῦ δανείου ὅμως τούτου, ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη δὲν ἐπρόφθασε νὰ λάβῃ εἰμὴ 3,000,000 εἰς μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν εἰς τὴν Εὐρώπην μὲ 500 ἔτι χιλ. δραχμῶν διὰ νὰ ἀγορασθῶσι τὰ ἐν Βορδῷ πλοῖα, καὶ 2,900,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, διότι ἀφοῦ πόλεμος δὲν ἐγένετο, δὲν ἐγεννήθησαν καὶ ἀνάγκαι, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπέβλεπεν ἡ ἔκτακτος πίστωσις τῶν 100,000,000. Ἐν τούτοις ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἔῤῥιψε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη καὶ προσεκλήθη εἰς τὴν κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς κ. Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ τ’ ἄλλα τμήματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπεποιήθησαν νὰ συμπράξωσιν, εὑρέθη εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ διανείμῃ ὅλα σχεδὸν τὰ χαρτοφυλάκια εἰς τοὺς ὀλίγους φίλους, οἵτινες ἀπετέλουν τὸ ἰδιαίτερον αὐτοῦ κόμμα.
§53ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ ἴδωμεν ὕστερον αὐτά. (θόρυβος).
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸν κύριον Ζαΐμην καὶ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, ἐλθόντας εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅλος ὁ κόσμος, κύριοι, περιέμενε νὰ ἴδῃ ἐφαρμοζόμενα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τῶν πραγμάτων εὑρισκόμενοι ἐσυμβούλευον εἰς τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἐδικαιοῦντο νὰ πιστεύωσιν οἱ ἄνθρωποι τοῦτο, καθ’ ὅσον ὁ κ. Ζαΐμης καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ προσχωρήσαντες (διὰ νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ) εἰς τὸ πρωτόκολλον τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὄχι μόνον ἀπεμάκρυναν πᾶσαν περὶ πολέμου ἰδέαν καὶ ἐπανέλαβον τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἐτελείωσαν καὶ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, καὶ ἑπομένως ἀπηλλάγησαν ἀπὸ πολλὰς φροντίδας καὶ ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλ. κυβέρνησις μ’ ὅλην αὐτῆς τὴν οὐδετερότητα, ἦτον ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλλεται κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ οἱ συνάδελφοί του, ἐλησμόνησαν ὅσα ἔλεγον πρὸ τῆς εἰσόδου των εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐσκέφθησαν, φαίνεται, ὅτι ἡ διοίκησις ἀποβαίνει εὐκολωτέρα καὶ μᾶλλον εὐάρεστος, ὅταν ἔχῃ τις νὰ πραγματοποιήσῃ μεγάλον προϋπολογισμὸν, καὶ ὅταν δὲν ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμνῃ οἰκονομίας. Καὶ λοιπὸν, ὄχι μόνον δὲν ἐφήρμοσαν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς, τοὐλάχιστον τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, καμμίαν ἐκ τῶν ἐλαττώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας διελογίζοντο νὰ προτείνωσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη· ἀλλὰ, κύριοι, τίς θέλει τὸ πιστεύσει, ἐπραγματοποίησαν καὶ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βούλγαρης ἔλαβεν, ὡς σᾶς προεῖπον, διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν. Δι’ ἐμὲ, κύριοι, ἡ διαγωγὴ αὕτη τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη ἀποβαίνει ἀνεξήγητος, καὶ δὲν ἠξεύρω τί νὰ ὑποθέσω. Δὲν εἶχον τίποτε εἰς τὸν νοῦν των οἱ κύριοι οὗτοι, ὅταν ἐπεξεργαζόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 ἐπρότειναν, ἢ τοὐλάχιστον ἔλεγον, ὅτι θὰ προτείνουν διαφόρους οἰκονομίας καὶ ἐλαττώσεις, καὶ ἔλεγον ταῦτα πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν ν’ ἀντιπολιτευθῶσι τὴν τότε κυβέρνησιν, ἢ εἶχον πολλὰ πράγματα νὰ προτείνωσιν, ἀλλ’ ὅτε ἦλθον εἰς τὰ πράγματα ἐσκέφθησαν, ὅτι δὲν τοὺς ἐσύμφερε νὰ τὰ ἐφαρμόσωσι; Περὶ τούτου ἀπόκειται εἰς αὐτοὺς νὰ δώσωσι τὴν ἀπαιτουμένην διασάφησιν, ἐγὼ μόνον ἐκθέτων τὰ πράγματα, λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐφήρμοσε καμμίαν ἀπὸ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας συνεβούλευεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Βούλγαρη· Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ πραγματοποιήσουν προϋπολογισμὸν τοσοῦτον πολυτελῆ καὶ πολυδάπανον εἶχον ἀνάγκην χρημάτων καὶ χρήματα, ὡς προεῖπον, εἰς τὸ ταμεῖον δὲν εὑρέθησαν. Διὰ νὰ μὴ ὑποφέρωσι λοιπὸν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ καμμίαν στενοχωρίαν καὶ διὰ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις, τὰς ὁποίας δοκιμάζουσιν αἱ κυβερνήσεις, ὅταν δὲν ὑπάρχουν χρήματα, ἀπεφάσισαν νὰ λαμβάνουν καὶ αὐτοὶ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅσα χρήματα τοῖς ἀναγκαιοῦσαν καὶ νὰ τὰ δαπανῶσιν. Ἐλησμόνησαν ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο συνεδέετο μὲ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν τῶν 100,000,000, καὶ ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἐδόθη εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι ὑπῆρχε φόβος, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν πόλεμον, ἀφοῦ δὲ εὐτυχῶς ἀπεφύγομεν αὐτὸν, ἐξέλιπε πλέον καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τῆς πιστώσεως, ὡς καὶ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βούλγαρης ἐὰν ἔμενεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἠδύνατο, ἀφοῦ ἐξέλιπεν ἡ ἰδέα τοῦ πολέμου, νὰ κάμῃ χρῆσιν μιᾶς πιστώσεως καὶ ἑνὸς δανείου, ἅτινα ἐγένοντο μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν πόλεμον· ἀλλ’ ἴσως μᾶς εἴπωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι ναὶ μὲν δὲν ἔγεινε πόλεμος, ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ, ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, ἀνέλαβε διαφόρους ὑποχρεώσεις, πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ δαπανήσωμεν ἡμεῖς, ἑπομένως ἐσκέφθημεν, ὅτι δὲν παραβαίνομεν τὸν νόμον μεταχειριζόμενοι τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀπαντῶ, κύριοι, εἰς τοῦτο, ὅτι οὐδεμίαν σχεδὸν ἔκτακτον δαπάνην εὗρον ἐκκρεμῆ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν πρώτην αὐτῆς σελίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπαριθμεῖ τὰς ὑποχρεωτικὰς δαπάνας, μὲ τὰς ὁποίας τῷ ἐκληροδότησεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὅλαι σχεδὸν αὗται αἱ δαπάναι πηγάζουσιν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ἢ ἄλλας εἰδικὰς πιστώσεις καὶ δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν ἔκτακτον τῶν 100 ἑκατομ. Αἱ 400,000 π. χ. αἱ ὀφειλόμεναι διὰ τόκον τοῦ ἐθνικοῦ δανείου εἶναι τακτικὴ δαπάνη, ἐμπεριλαμβανομένη ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ 300,000 διὰ περίθαλψιν προσφύγων, ἐψηφίσθησαν δι’ εἰδικῆς πιστώσεως ὅπως ἐψηφίζοντο καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐπίσης καὶ αἱ 1,144,000 δι’ ἔκτακτα μέτρα δημοσίου ἀσφαλείας εἶχον ψηφισθῆ πολὺ πρὸ τῆς πιστώσεως τῶν 100 ἑκατομ., Αἱ 336 χιλιάδες διὰ τὸ ἐν Τεργέστῃ κατασκευαζόμενον θωρακωτὸν δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν, ὡς καὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια δι’ ἀγορὰν ὅπλων, διότι καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα εἶχον ψηφισθῆ δι’ ἰδιαιτέρας πιστώσεως (θόρυβος).
§55ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Πόθεν... (θόρυβος).
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, θέλω, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ ποσὰ αὐτὰ δὲν πηγάζουν ἀπὸ τὴν πίστωσιν τῶν 100,000,000.
§57Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Πολλὰ θὰ λεχθοῦν περὶ αὐτῶν.
§58ΔΑΓΡΕΣ. ........ (θόρυβος).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. — Ἐξακολουθήσατε, κ. Σωτηρόπουλε.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς πληρωμαί, ὅλα τὰ ὀφειλόμενα ὅσα παρέλαβεν ἡ παροῦσα ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πίστωσιν τῶν 100,000,000, διότι ὅλαι σχεδὸν αἱ δαπάναι αὗται ἢ περιλαμβάνονται εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, ἢ εἶχον χορηγηθῆ δι’ εἰδικῶν πιστώσεων. Ἐπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὔτε διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκκρεμῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας παρέλαβεν ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν. Ἀλλ’ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐνδέχεται νὰ μοὶ ἀπευθύνουν μίαν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ μοὶ ἐσημείωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης· «εὑρήκαμεν χρέη ἐκκρεμῆ, εἴχομεν καὶ ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, πόθεν ἠθέλομεν πορισθῆ χρήματα διὰ νὰ πληρώσωμεν;» Καὶ τίς δύναται, κύριοι, ἢ ὀφείλει νὰ σᾶς εἴπῃ τί ἔπρεπε νὰ πράξητε; ποῖος ἐμβαίνει ἐντὸς πλοίου διὰ νὰ τὸ κυβερνήσῃ καὶ ἔπειτα ἐρωτᾷ τοὺς ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἱσταμένους τί νὰ κάμω; (Γέλως).
§61Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς ἐρωτῶμεν.
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Πετσάλης. — Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι καὶ δικαιοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ εἶναι, ὅτι δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ ἐγγίξητε τὸ δάνειον αὐτό, διότι δὲν εἶχε σχέσιν παρὰ μόνον μὲ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν. Ἐντοσούτῳ οἱ κ. ὑπουργοὶ νομίσαντες, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῶσι τὰ χρήματα τοῦ δανείου, ἔλαβον ἀπὸ τὴν τράπεζαν τὸν Ἰανουάριον 320 χιλιάδας, τὸν Φεβρουάριον 2,760,000, τὸν Μάρτιον 1,280,000, τὸν Ἀπρίλιον 1,046,000, τὸν Μάϊον 495 χιλιάδας καὶ τὸν Ἰούνιον 169 χιλιάδας, τὸ ὅλον 6,070,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνα τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἐκτάκτων πόρων παρέλαβον καὶ μετεχειρίσθησαν οἱ κύριοι ὑπουργοί. Ἐπειδὴ ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ηὔξησε τὸν τόκον τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, καὶ ἐπειδὴ ἐκ τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσεν ἡ τράπεζα, ἐπείσθη τὸ κοινὸν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων ὅσαι εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, ἦσαν ἱκαναὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου ὁλοκλήρου τοῦ δανείου, εὑρέθησαν δανεισταί, οἵτινες ἠγόρασαν τὰς 40,000 ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ ἔμενον ἀπραγματοποίητοι, καὶ οὕτως ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἔλαβε καὶ ἐκ τοῦ δανείου τούτου 8,900,000. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη ηὐτύχησεν εἰς διάστημα 5 ἢ 6 μηνῶν, νὰ λάβῃ εἰς χεῖράς της δάνεια ἀναβαίνοντα εἰς 15 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν βλέπω ὅτι δὲν ἀπέδωκε διὰ χρέη τοῦ δημοσίου, μέχρι τέλους τοὐλάχιστον Ἰουνίου, εἰμὴ μόνον 2½ ἢ 3 ἑκατομμύρια εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων· ὥστε μετεχειρίσθη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν της 12 περίπου ἑκατομμύρια ἐκτὸς τῶν εἰσπράξεων ὅσαι ἐγένοντο ἀπὸ τὰ τακτικὰ εἰσοδήματα τοῦ κράτους. Τὸ ποσὸν τοῦτο, κύριοι, εἶναι πολὺ ἀνώτερον τῶν δανείων, ἅτινα περιῆλθον εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου κατὰ τὸ 1867, διότι κατὰ τὰς σχετικὰς καταστάσεις, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔλαβεν ἐν συνόλῳ ἀπὸ δάνεια 10 ἑκατομμύρια, καὶ ἐπειδὴ ἀφῆκε τὰ 3 διαθέσιμα, δὲν ἐδαπάνησεν εἰμὴ 7 ἑκατομμύρια μόνον. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἐδαπάνησε περισσότερα ἀπὸ τὸν κ. Ζαΐμην καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, καὶ ἡ κυβέρνησις αὕτη ἔλαβεν ἐν συνόλῳ ἀπὸ δάνεια 10,887,000, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπέστρεψαν 1,700,000 δὲν μένουν παρὰ 9,000,000. Εἰς αὐτὰ ἠμπορεῖτε νὰ προσθέσητε, ὅσα χρήματα παρέλαβεν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καθὼς καὶ ὅσας δαπάνας ἀφῆκεν ἐκκρεμεῖς εἰς τοὺς διαδόχους της.
§63Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πόσα εἶναι αὐτά, δὲν ἐκάμετε λογαριασμόν;
§64Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (πρωθυπουργός). Ἀφήσατε νὰ προχωρήσῃ.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅπως δικαιολογήσωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τὴν χρῆσιν ὅλων τούτων τῶν δανείων ἀπεφάσισαν νὰ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Λυποῦμαι, κύριοι, πολὺ, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὸν ἀνάγκην νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι συντεταγμένη μὲ τὴν μέθοδον ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν αἱ τοιαύτης φύσεως ἐκθέσεις πρέπει νὰ συντάσσωνται, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ καινοτομήσῃ καὶ δὲν ἔλαβεν ὡς ὑπόδειγμα ἐκθέσεις ἄλλων προηγουμένων ὑπουργῶν.
§66ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀσέβεια!!
§67ΣΑΡΑΒΑΣ. (Ὑπουργὸς παιδείας). Περίεργον· πῶς δὲν σὲ ἠκολούθησε.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι περίεργον. Δὲν ἔκαμα μόνος ἐγὼ τοιαύτην ἔκθεσιν, ἔκαμαν καὶ ἄλλοι ὑπουργοὶ (θόρυβος). Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι λείπει ἡ μέθοδος, καὶ οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους περιέχει ἡ ἔκθεσις, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς καὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐξήχθησαν ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε ἐσημειώθησαν εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ παροῦσα στιγμὴ ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς ἀνάλυσιν μιᾶς τοιαύτης ἐκθέσεως, θέλω μόνον σᾶς εἴπῃ ὀλίγα τινὰ διὰ νὰ ἐννοήσητε τὰς ἐλλείψεις της. Ἐν πρώτοις, εἰς τὴν σελίδα 10 (ἔχετε, πιστεύω, ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν) ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σημειοῖ, ὅτι τὸ προσωρινὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1868 ἀναβαίνει εἰς 7 ἑκατομμύρια 741 χιλιάδες δραχμὰς, θέλων δὲ νὰ δείξῃ πῶς ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο λέγει, ὅτι ἐχρησίμευσεν εἰς ταῦτα καὶ τὸ μετὰ τῶν τραπεζικῶν δάνειον, ἐξ οὗ ἐλήφθησαν μέχρι 31 Δεκεμβρίου εἰς μεταλλικὸν 3 ἑκατομμύρια καὶ εἰς γραμμάτια ἓν ἑκατομμύριον. Τοῦτο δὲ σημαίνει ὅτι γραμμάτια ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐδαπανήθησαν πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἀλλ’ εἰς τὴν σελίδα 12 ἡ αὐτὴ ἔκθεσις διαλαμβάνει, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἐκ δραχ. 2,915,000 δάνειον, ὅπερ ἐλήφθη μέχρι τῆς 25 Ἰανουαρίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διετέθη ἀπὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου μέχρι τῆς 24 Ἰανουαρίου. Δὲν εἶναι τοῦτο προφανὴς ἀντίφασις; ἐὰν τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἐχρησίμευσε πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ προσωρινοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1868, δὲν ἠδύνατο συγχρόνως νὰ διατεθῇ εἰς τὰς μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου γενομένας πληρωμάς. Ἄλλο, κύριοι· ὁ κ. ὑπουργὸς, ἀριθμῶν εἰς τὴν ὑποσημείωσιν τῆς σελ. 10 τοὺς ἐκτάκτους πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1868, ἀναφέρει ὅτι ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἔλαβεν ἐκ τοιούτων πόρων 7 ἑκατομμύρια καὶ 887 χιλιάδας, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ προσωρινὸν ἔλλειμμα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 4 ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου τοῦ τραπεζικοῦ περιορίζεται μόνον εἰς 3,700,000, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ὑπόλοιπον ἀναφέρει ὅτι 600 χιλιάδες ἔμειναν ὡς ὑπόλοιπον τὴν 31 Δεκεμβρίου εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους· ἀλλὰ, ὅταν τις κάμνῃ χρῆσιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του τοῦ μείναντος ὑπολοίπου εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὀφείλει νὰ σημειώνῃ καὶ τὸ ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους εὑρεθὲν ὑπόλοιπον. Ἐπληρώσαμεν, ἀναφέρει προσέτι ἡ ἔκθεσις, ἓν ἑκατομμύριον 845 χιλιάδας εἰς ἀπόδοσιν παρακαταθήκης, ἐξόφλησιν χρηματικῶν γραμματίων κτλ. ἀλλ’ ἀφοῦ σημειώνετε ὅσον ἐχρησίμευσεν εἰς τοιαύτας πληρωμὰς ἔπρεπε νὰ σημειώνετε καὶ ὅσον εἰσεπράχθη ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀπὸ παρακαταθήκας κτλ. ἄλλως οἱ ὑπολογισμοί σας δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἀκριβεῖς. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἔκθεσίς σας δὲν εἶναι μεθοδικῶς συντεταγμένη· δὲν ἐννόησα δὲ, ὅτι ἔπρεπε καὶ ν’ ἀκολουθήσετε τὴν μέθοδον, μὲ τὴν ὁποίαν ἐγὼ συνέταξα ἄλλοτε παρομοίαν ἔκθεσιν, ἀλλ’ ἤθελα ἁπλῶς νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐὰν ἀκολουθούσατε τὴν παραδεδεγμένην μέθοδον, δὲν ἠθέλετε ὑποπέσει εἰς τοιαῦτα σφάλματα.
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ μέλλων ὑπουργὸς ἴσως θέλει ὠφεληθῆ ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις σας αὐτάς.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως. — Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν τὸ παρελθὸν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870, καὶ νὰ φέρω μερικὰς παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ. Τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπολογίζονται ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν εἰς 34,000,000. Πολλὰ, κύριοι, ἠδυνάμην νὰ εἴπω διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἀλλὰ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω πολὺ ἐπὶ τούτου· ἐπιφυλάττομαι δὲ, ἀφοῦ λαλήσω περὶ τῶν ἐξόδων, νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὴν περὶ ἐσόδων κρίσιν μου, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἔλλειμμα καὶ ὄχι περίσσευμα θέλει παρουσιάσει καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος. Ἀρκοῦμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι αὐθαίρετος εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ χαρτοσήμου εἰς 3,200,000, ἀφοῦ οὔτε κατὰ τὸ 1867, οὔτε κατὰ τὸ 1868 αἱ εἰσπράξεις δὲν ἔφθασαν τὰ τρία ἑκατομμύρια. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι ἐσφαλμένος θέλει ἀποβῆ καὶ ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἐσόδου τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν καθὼς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, στηρίζεται εἰς τὸν λόγον, ὅτι τὸ 1870 θέλει εἶσθαι ἐλαιοφόρον, διότι ναὶ μὲν τὸ ἔτος τοῦτο θέλει εἶσθαι ὡς ἐλπίζομεν εὔφορον εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου, ἀλλ’ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ γίνεται κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέρος παντὸς προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς συγκρίνει τὰ ἔξοδα τοῦ 1870 οὐχὶ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἄθροισμα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἔλαβεν, στηριζόμενον εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 100,000,000· ἀφαιρῶν δὲ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 τὴν δαπάνην τῆς νομισματοποιΐας, ὁμολογεῖ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς παρουσιάζει, εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς πιστώσεις τοῦ 1869 κατὰ 1,220,000 δραχμάς· ἀλλ’ ἐὰν, ἐπιφέρει κατόπιν, ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ διάφορα ἔξοδα, ὅσα ἡ παροῦσα κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο κατ’ οὐδένα τρόπον ν’ ἀποφύγῃ ἕνεκα τῶν πράξεων τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, τότε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 καθίσταται κατὰ 1,200,000 δραχμὰς οἰκονομικώτερος ἀπὸ τὸν τοῦ 1869, διὰ τὰς οἰκονομίας δὲ ταύτας ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν διστάζει νὰ ἐπαινέσῃ ὅλους τοὺς συναδέλφους του, λέγων, ὅτι «ὀφείλονται εἰς τὴν αὐστηρὰν προσοχὴν, ἥτις κατεβλήθη περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν δαπανῶν ἑκάστης ὑπηρεσίας,» ἔχομεν λοιπὸν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ 1 ἑκατομμύριον καὶ 200 χιλ. δραχμὰς οἰκονομίας ὀφειλομένας εἰς τὴν αὐστηρὰν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του κατέβαλον! Ἂς ἔλθωμεν, κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον αἱ ἐλαττώσεις αὗται εἶναι πραγματικαί. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ προηγεῖται ὅλων τῶν ἄλλων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὁμολογεῖ ἐν τῇ εἰδικῇ ἐκθέσει, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1870 εἶναι ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1869, ἀλλὰ μετὰ διαφόρους προσθαφαιρέσεις περιστρεφομένας εἰς τὰς προσθέτους δαπάνας, μὲ τὰς ὁποίας τὰ ἐκληροδότησαν οἱ προκάτοχοί του, εὑρίσκει ὅτι ἔκαμε πραγματικὰς οἰκονομίας ἐκ 357,000 δραχμῶν, ὀφειλομένας βεβαίως εἰς τὴν αὐστηρὰν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν κατέβαλε περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν δαπανῶν. Ἡ πρώτη οἰκονομία εἶναι κατὰ 60,000 περίπου δραχμὰς ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου τῶν συντάξεων τῆς Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία καθὼς ἀναφέρει ὁ κ. ὑπουργὸς ἐγένετο, διότι ἀπέθανον ἄγγλοι τινὲς καὶ ἑπτανήσιοι συνταξιοῦχοι. Νομίζω, ὅτι ἡ αὐστηρὰ προσοχὴ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ δὲν συνετέλεσεν εἰς τὸ ν’ ἀποθάνωσι μερικοὶ πτωχοὶ συνταξιοῦχοι, καὶ ὅτι ἡ οἰκονομία αὕτη ἔρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς· ἀπέθανον οἱ ἄνθρωποι, ἑπόμενον εἶναι νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ὡρισμένη διὰ τὰς συντάξεις αὐτῶν πίστωσις. Δευτέρα οἰκονομία εἶναι ἡ κατὰ 5,000 δραχμῶν ἐλάττωσις τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ ταμίαι διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ὡς πρὸς τὴν οἰκονομίαν ταύτην δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ἡ αὐστηρὰ προσοχὴ ἑνὸς ὑπουργοῦ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ πολὺ καλὰ τὸ μέρος της· διότι, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς διὰ τῆς μεγάλης προσοχῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελε καταβάλει περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, κατορθώσῃ νὰ εἰσπράξῃ ὀλιγώτερα ἔσοδα, βεβαίως ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς θὰ κερδήσῃ τὰ ποσοστὰ (γέλως).
§71ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ γελάσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ τότε θὰ λέγουν διὰ τί γελῶμεν.
§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐγέλασα, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὰ γέλοια δὲν ἔρχονται μόνα των.
§73ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Προχθὲς ἐπετίμησαν τὸν πρόεδρον.
§74ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἔξεστιν αὐτοῖς γελᾷν, κ. πρόεδρε.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἰσπραχθῶσιν ὀλιγώτερα ἔσοδα, τότε βεβαίως θέλουν πληρωθῆ καὶ ὀλιγώτερα ποσοστά. Ἀλλ’ ἐγὼ εὔχομαι, νὰ λείψῃ ἡ τοιαύτη οἰκονομία καὶ ἐπιθυμῶ νὰ δαπανηθῶσιν ὄχι μόνον αἱ ἀφαιρούμεναι 5,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ καὶ νὰ διπλασιασθῇ, εἰ δυνατόν, ἡ τῶν ποσοστῶν δαπάνη. Ἐκ τοῦ κεφ. 10 ἀφαιροῦνται δραχμαὶ 20,000 ἀπὸ τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν οἱ δῆμοι τοῦ κράτους ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἀδειῶν τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν· ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς προεῖπον, εὔχομαι νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ καὶ ἡ οἰκονομία αὕτη. Ἐκ τοῦ κεφ. 11 ἐλαττοῦνται κατὰ 100,000 δραχμῶν αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ χαρτοσήμου· ἀλλὰ, κύριοι, καὶ αἱ ἀποδοχαὶ αὗται εἶναι ὁμοίας φύσεως μὲ τὰ ποσοστὰ, καὶ διὰ νὰ ἐλαττωθῶσι πρέπει νὰ ὀλιγοστεύσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ χαρτοσήμου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς ηὔξησεν, ὡς εἴδομεν ἀνωτέρω, κατὰ 200,000 τὰ ἔσοδα ταῦτα, δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἀποδοχάς. Ὅμοιαι μὲ τὰς ἀνωτέρω εἶναι καὶ αἱ λοιπαὶ ἐλαττώσεις· μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἡ κατὰ 100,000 δραχμῶν ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην οὐδεμία προσοχὴ ἦτον ἀναγκαία, καθ’ ὅσον προέρχεται ἀπὸ τὴν ὁλοσχερῆ πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων. Ἴσως ἐὰν, κατεβάλλετο πλειοτέρα προσοχὴ, ἤθελε παρατηρηθῆ, ὅτι ἀφοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πραγματοποιηθέντος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ παρόντος ὑπουργείου δανείου, ἀπαιτεῖται 1 ἑκατομμύριον καὶ 100 χιλιάδες· ἡ ἐλάττωσις ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς 50,000 μόνον. Τοιαῦται εἶναι, κύριοι, αἱ οἰκονομίαι τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν. Βλέπετε ὅτι καμμίαν θέσιν δὲν καταργεῖ, καμμίαν μέθοδον, ἐξ ἧς νὰ προκύπτῃ ἐλάττωσις δαπανῶν, δὲν εἰσάγει, ἀλλὰ τί κάμνει; ἐλαττόνει τὰ ποσοστὰ καὶ τὰς ἀποδοχάς, τουτέστι τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεπίδεκτα ἐλαττώσεως, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπιθυμῶμεν ὅπως αὐξηθῶσιν ὅσον ἔνεστι περισσότερον. Περὶ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὁ ἔντιμος αὐτοῦ συνάδελφος ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὅτι ἔκαμε ἐλαττώσεις κατὰ 25,000 δραχμῶν· ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν παραδέχεται τοῦτο· ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη προκύπτει, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ μὲν ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν συγκρίνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 μόνον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869· ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὸν συγκρίνει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς πιστώσεις. Κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν λοιπὸν ὑπάρχει εἰς τὸν παρουσιασθέντα προϋπολογισμὸν αὔξησις διαφόρων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς 41,000 δραχμῶν, ἀλλὰ ἐξ ἄλλου μέρους ἀφαιρεῖ 16,000 δραχ. αἵτινες ἐδαπανήθησαν πέρυσιν εἰς εἰδικοὺς ἀπεσταλμένους εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ Βιέννην, ἄλλους παρὰ τοὺς πρέσβεις.
§76ΤΙΝΕΣ. Πότε;
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1868.
§78ΤΙΝΕΣ. Καὶ εἰς τὰ 1867.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία λοιπὸν οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν ἐγένετο, μολονότι, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τὰ 1867 ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἐξωγκώθη κατὰ 300,000 καὶ ἐπέκεινα δραχμάς. Ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν λοιπῶν ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦν, δηλ. τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τινὰ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἰδιαιτέρα συζήτησις ἑκάστου αὐτῶν, μεταβαίνω δὲ ἀμέσως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς καυχᾶται εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ἔκαμεν οἰκονομίας ἀναβαινούσας εἰς 821,000 δραχμὰς, τὸ δὲ περίεργον εἶναι ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ παραδεχθεῖσα τοῦτο ἔσπευσε νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστήσεις της εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν διὰ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, εὐχομένη νὰ πράξῃ τοιαύτας καὶ εἰς τὸ μέλλον. Θαυμάζω, κύριοι, πῶς διέφυγον τὴν ὀξυδέρκειαν τῶν ἐντίμων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐχὶ ἐμβριθὴς μελέτη, ἀλλ’ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤρκει ὅπως παρατηρηθῶσιν· λυποῦμαι δὲ διότι ἐξ ὅσων θέλω σᾶς εἴπει θέλει προκύψει τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐπιτροπή σας δὲν ἐξήτασε μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης προσοχῆς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ἡ σύγκρισις τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ἧς προκύπτει ἐλάττωσις 821000, δραχμῶν δὲν γίνεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, ἀλλὰ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἐλήφθη ἐκ τοῦ νόμου τῶν 100 ἑκατομμυρίων, δικαιολογημένην ὑπὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἐκτάκτων περιστάσεων τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἂν δὲ συγκρίνετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870, πρὸς μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐδῶ ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περιορίζονται εἰς 93000 μόνον δραχμῶν καὶ οὐχὶ εἰς 821000. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἡ μικρὰ αὕτη οἰκονομία δὲν εἶναι πραγματικὴ· ἀπ’ ἐναντίας ὁ προϋπολογισμὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐξόδων διὰ τὸ 1870 εἶναι πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν συγκριτικὸν πίνακα τὸν παρατιθέμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ὅπλα καὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, ἐξαιρουμένου μόνου τοῦ κλάδου τῆς χωροφυλακῆς, ἐγένετο αὔξησις. Μελετήσατε εἰς τὰ καθέκαστα καὶ τοὺς δύο προϋπολογισμοὺς καὶ θέλετε βεβαιωθῆ ὅτι μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδειότητα, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθησαν πάντοτε οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, προστίθενται μερικαὶ νέαι θέσεις ἀξιωματικῶν· οὕτω π. χ. ἀντὶ τῶν τεσσάρων λοχαγῶν προεξεργαστῶν, οἵτινες κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 ὑπάρχουσι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 περιέχει ἓξ τοιούτους. Ἀντὶ τῶν 10 λοχαγῶν τοῦ Μηχανικοῦ, 10 ὑπολοχαγῶν καὶ 9 ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ 1869, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 ἔχει 13 λοχαγοὺς, 12 ὑπολοχαγοὺς καὶ 12 ἀνθυπολοχαγούς.
§80ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι ἡ δαπάνη ηὔξησε μόνον κατὰ 142 δραχμάς.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρευνῶντες τὰ ἐξηγητικὰ φύλλα τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, θέλετε παρατηρήσει ὅτι ποῦ μὲν προστίθεται εἷς ὑπολοχαγὸς, ποῦ δὲ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, ἀλλαχοῦ εἷς ἰατρὸς, καὶ εἰς τὴν ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν εἷς ἐπίατρος.
§82ΣΚΑΡ. ΣΟΥΤΣΟΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Διωρίσθη κατὰ τὸ διάταγμα.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λαλῶ περὶ διαταγμάτων ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως δαπανῶν. Λοιπὸν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐξαιρουμένης τῆς χωροφυλακῆς, ἐγένοντο αὐξήσεις. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, τίνι τρόπῳ ἐλαττοῦνται τὰ ἔξοδα κατὰ 93 χιλιάδας;
§84ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ προσθῆκαι εἶναι ἐναντίον τῶν ὀργανικῶν νόμων;
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὀργανικῶν νόμων, πρόκειται περὶ συγκρίσεως. Πόθεν προκύπτει λοιπὸν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 μὲ ὅλας τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, δὲν εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 ἀλλ’ εἶναι κατώτερος κατὰ 93 χιλιάδας; Ἰδοὺ πόθεν· ἐν πρώτοις ἀφαιροῦνται 160 χιλιάδες δραχμαὶ ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῶν τροφῶν. Ὅταν εἶδον τὴν ἐλάττωσιν αὐτὴν, ὑπέθεσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τροφὴν τῶν στρατιωτῶν καὶ νὰ τοὺς συνειθίσῃ νὰ τρώγουν ὀλιγώτερα, (γέλως)· μελετήσας ὅμως τὴν ἔκθεσιν εἶδον ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον διενοήθη· πόθεν προέρχεται λοιπὸν ἡ ἐλάττωσις τῶν 160 χιλιάδων δραχμῶν, ἀφ’ οὗ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν εἶναι ἀνώτερος; διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προβλέπει ὅτι κατὰ τὸ 1870 θέλει ἐπέλθει ὑποτίμησις εἰς τὰ σιτηρά (γέλως). Ἀπὸ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1869, ὅτε συνέταττε τὸν προϋπολογισμὸν, ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει, ὁποῖαι θὰ εἶναι αἱ τιμαὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1870, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω πολλὴν πεποίθησιν εἰς τοιαῦτα προγνωστικὰ καὶ σᾶς συμβουλεύω νὰ μὴ παραδεχθῆτε τὴν προκειμένην ἐλάττωσιν, ἂν θὰ διατηρήσητε ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν, τὸ σημειούμενον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐλαττοῦνται ἐπίσης κατὰ δραχμὰς 345,000 τὰ κεφάλαια τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῶν φαρμάκων, διότι, ὡς διαλαμβάνει ἡ ὑπουργικὴ ἔκθεσις, ἐπερίσσευσαν ἱμάτια καὶ φάρμακα ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προμηθευθῶμεν ὅλα ὅσα ἀναγκαιοῦσιν ἐπίσης. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ συγκρίσεως τῶν δύο προϋπολογισμῶν ἡ ἀξία τῶν περισσευσάντων κατὰ τὸ 1869 καὶ μελλόντων νὰ χρησιμεύσωσι τὸ 1870, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 καὶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870. Ἀφοῦ δὲ κάμητε τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, θέλετε ἔχει τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅπερ σᾶς δεικνύει τὴν ἀληθῆ σχέσιν τῶν δύο προϋπολογισμῶν. Κατὰ τὸ 1869 ὁ προϋπολογισμὸς ἦτον 8 ἑκατομμύρια 77 χιλιάδες, ἀφαιρουμένης τῆς ἀξίας τῶν περισσευσάντων ἱματίων καὶ φαρμάκων, ἥτις ἀναβαίνει εἰς 345 χιλιάδας, ὁ προϋπολογισμὸς περιορίζεται εἰς 7 ἑκατομμύρια 731 χιλιάδας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 περιλαμβάνει 7,983,000 ἂν προσθέσητε εἰς αὐτὰς τὰς 345,000 θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 8,329,000, καὶ ἑπομένως θέλει ἀποβῆ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, κατὰ 598,000. Ἂν προσθέσητε ἀκόμη εἰς αὐτὰς καὶ τὰς 160,000 δρ., αἱ ὁποῖαι, κατ’ ἐμὲ, αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ τινος διδομένου ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὰς τροφὰς, θέλετε ἔχει ὑπέρβασιν 758,000. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς παρουσιάζουν διὰ τὸ ἔτος 1870, εἶναι ἀνώτερος κατὰ 800 περίπου χιλιάδας δραχμὰς ἀπὸ τὸν τοῦ 1869, ἤτοι ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Σοῦτσος καὶ οἱ συνάδελφοί του ἐθεώρησαν πολυτελῆ καὶ πολυδάπανον, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἦσαν ἕτοιμοι πέρυσι ν’ ἀφαιρέσουν διάφορα ποσὰ, ἐμποδίσθησαν δὲ εἰς τοῦτο, διότι ἐπῆλθε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει αὔξησιν καὶ οὐχὶ ἐλάττωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργὸς ὁμολογεῖ ὅτι ὁ προϋπολογισμός του εἶναι ἀνώτερος κατὰ 343 χιλιάδας ἀπὸ τὸν τοῦ ἔτους 1869. Δὲν ἔχει λοιπὸν νὰ καυχηθῇ, ὡς ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνάδελφός του δι’ οἰκονομίας καὶ ἐλαττώσεις. Ἀλλ’ εὑρίσκει καὶ αὐτὸς κἄτι τι, διὰ τὸ ὁποῖον καυχᾶται, εἶναι δὲ τοῦτο· ὅτι ὁ προϋπολογισμός του συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ κανονισμῶν· τὸν δὲ ἰσχυρισμὸν τοῦτον εὑρίσκει πολὺ εὔλογον καὶ θετικὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ σπεύδει νὰ τὸν ἐπαινέσῃ, διότι συνεμορφώθη μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἂν ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὅλοι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐτήρουν αὐτοὺς, ὡς ἐτήρησε τοὺς σχετικοὺς νόμους ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ! Ἀκούσατε καὶ κρίνατε. Κατὰ τὸν καταστατικὸν τῶν ὑπουργείων νόμον, τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν σύγκειται ἀπὸ ἕνα τμηματάρχην, δύο ἀξιωματικοὺς γραμματεῖς, ἕνα φροντιστὴν, ἕνα ὑπασπιστὴν, ἐκτὸς τῶν γραφέων καὶ κλητήρων. Ἐν τούτοις ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει ἕνα ἀρχιφροντιστὴν, δύο φροντιστὰς, ἕνα γενικὸν γραμματέα, καὶ ἕνα ὑπασπιστήν. Ἡ αὐτὴ ὑπέρβασις καὶ ἔτι μεγαλειτέρα ὑπῆρχε καὶ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐσυζητήσαμεν πέρυσιν, ὅσοι δὲ εἶσθε καὶ τότε βουλευταὶ ἐνθυμεῖσθε τίνι τρόπῳ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐδικαιολόγουν τὴν ὑπέρβασιν ταύτην· μᾶς ἔλεγον δηλ. ὅτι ἐξ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ νόμος, ἠκυρώθη ὁ καταστατικὸς νόμος τῶν ὑπουργείων. Ἑπομένως δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ διορίζῃ ὅσους ὑπαλλήλους θέλει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ κάμῃ ἐν συνόλῳ εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ὑπερβάσεις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Αὐτὰ μᾶς ἔλεγον πέρυσι, τὰ ὁποῖα ὅμως οὔτε ἐγὼ εὕρισκον ὀρθὰ, οὔτε οἱ ἔντιμοι νῦν ὑπουργοὶ, οἵτινες εὑρίσκοντο τότε εἰς τὰς αὐτὰς μὲ ἐμὲ τάξεις. Ἀλλὰ καὶ ἰσχυρὸς ἐὰν θεωρηθῇ ὁ λόγος οὗτος δὲν ἀρκεῖ πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ ἐφετεινοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ κ. Τριγγέτας δὲν ἐτήρησεν οὐδὲ τὸν Νόμον περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἀλλ’ ἔκαμεν πολλὰς ὑπερβάσεις καὶ τῶν διὰ τοῦ νόμου τούτου κανονιζομένων ἀριθμῶν· ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν ὁρίζεται π. χ. εἰς δώδεκα, ἐν τούτοις ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Τριγγέτα περιλαμβάνει δεκαεννέα πλωτάρχας, ἤτοι ἑπτὰ πλειοτέρους, ὁ νόμος ὁρίζει εἰκοσιτέσσαρας ὑποπλοιάρχους, εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουν τριάκοντα πέντε· ὁ νόμος διαλαμβάνει τριάκοντα ἀνθυποπλοιάρχους, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τεσσαράκοντα, κατὰ τὸν νόμον κανονίζονται εἷς ἀρχιφροντιστὴς, ἓξ φροντισταὶ, ἓξ ὑποφροντισταὶ, 4 ἀνθυποφροντισταὶ, καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει δύο ἀρχιφροντιστὰς, τρεῖς φροντιστὰς καὶ τρεῖς ἀνθυποφροντιστὰς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Τριγγέτας ἀφοῦ δὲν ἐτήρησε τὸν καταστατικὸν τῶν ὑπουργείων νόμον, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐτήρησε τοὐλάχιστον τὸν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι καὶ τὸν νόμον τοῦτον παρεβίασε. Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ γενῶσιν ὑπερβάσεις, ὅταν κατὰ τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν πρόκειται καὶ οἱ κυβερνῆται τῶν μικρῶν σκαφῶν, οἱ κυβερνῆται τῆς Παράλου καὶ τῆς Σαλαμινίας νὰ ἔχωσι τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου; ὁ βαθμὸς οὗτος ἀντιστοιχεῖ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ capitain de fregate, ἐνῷ τὰ πλοῖα αὐτὰ μόλις εἶναι γολέται. Ὁ κ. Τριγγέτας ἵνα κάμῃ οἰκονομίας ἀφοπλίζει τὸν δρόμονα Μεσολόγγιον, καὶ προτίθεται, ὡς λέγει, νὰ τοποθετήσῃ τοὺς δοκίμους εἰς τὸ ἐκπαιδευτήριον· ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο ἀντίκειται εἰς τοὺς κειμένους νόμους. Ἰδοὺ τί διαλαμβάνουν οἱ σχετικοὶ νόμοι περὶ δοκίμων· ὁ νόμος τοῦ 1861 ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 λέγει· «Πρωτόπλους δόκιμος οὐδεὶς γίνεται, πρὶν ἢ ἀποπερατώσῃ τὰς σπουδὰς αὐτοῦ ἐν πολεμικῷ ναυτικῷ σχολείῳ ἢ ἐπὶ πολεμικοῦ ξένου πλοίου καὶ εἰς ἐξετάσεις ὑποβληθεὶς εὐδοκιμήσῃ·» ὥστε κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, δόκιμοι δὲν γίνονται διὰ νὰ μάθουν γράμματα, διότι πρὶν γίνουν ὀφείλουν νὰ ἔχουν ἀποπερατωμένας τὰς σπουδάς των. Τὸ δὲ ψήφισμα τῆς 13 Ἰουλίου 1863 διαλαμβάνει ῥητῶς· «οἱ δόκιμοι διατελοῦσι πάντοτε ἐν ἐνεργητικῇ ἐν πλοίοις ὑπηρεσίᾳ, μὴ δυνάμενοι νὰ τεθῶσιν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην κατάστασιν.» Καὶ κατὰ τὸ ψήφισμα λοιπὸν τοῦ 1863 οἱ δόκιμοι πρέπει νὰ μένωσιν ἐντὸς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ πλοίων, καὶ οὐχὶ ἐν ἐκπαιδευτηρίοις.
§86ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τοὺς διώρισε;
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κυβέρνησιν ἐρωτήσατε. Παύω τὴν περαιτέρω ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι ὅσα σᾶς ἐξέθεσα διὰ νὰ ἐννοήσητε ὑπὸ ποῖον πνεῦμα συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870, τὸν ὁποῖον καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 ψηφιζόμενος, ὅπως ὑπεβλήθη, θέλει παρουσιάσει μέγα ἔλλειμμα καὶ οὐχὶ, ὡς φρονοῦσιν οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ, περίσσευμα, διότι τὰ μὲν ἔσοδα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβιβασθῶσιν ἐπέκεινα τῶν 31 μέχρι 32 τὸ πολὺ ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ οὔτε ἡ χρῆσις τοῦ 67 οὔτε ἡ τοῦ 68 ἔδωκε περισσότερα, τὰ δὲ ἔξοδα ἀναβιβάζονται εἰς 34 ἑκατομμύρια. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε ἀπὸ αὐτὰ ἓν ἑκατομμύριον διὰ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, μένουσι 33 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσητε 1,000,000 τοὐλάχιστον διὰ τὰ ποσοστὰ, τὰς ἀποδοχὰς τοῦ χαρτοσήμου, τὴν τροφοδοσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα κακῶς κατ’ ἐμὲ ἀφῃρέθησαν ἐκ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν, καὶ τότε τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους θέλουν ἀναβιβασθῇ πράγματι εἰς 34,000,000. Ἐὰν δὲ πραγματοποιηθῇ καὶ τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 φράγκων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε πρὸ πολλοῦ τὸν νόμον, θέλετε ἔχει ἀκόμη προσθήκην δαπάνης ἐκ δραχμῶν 1,200,000. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς διέφυγε τοῦτο τῆς προσοχῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ σημειοῖ εἰς τὸν προϋπολογισμόν του διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προκειμένου δανείου μόνον 720,000 δραχμάς. Τὸ δάνειον τοῦτο σύγκειται ἀπὸ 9 ἑκατομμύρια φράγκων, κατὰ δὲ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ κυβέρνησις ἐν καιρῷ τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔμελλε νὰ συνομολογηθῇ ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ ὁλόκληρον ἐντὸς 4 μηνῶν, ἤτοι ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους· ἑπομένως ἡ πληρωμὴ τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῶν τόκων ἤθελεν ἀρχίσει ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1870 καὶ ἐπειδὴ ἔμελλε νὰ γενῇ ἡ ἐξόφλησις εἰς ἐννέα ἔτη καὶ εἰς ἑξαμηνιαίας δόσεις, ἦτον ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 ἓν ἑκατομμύριον φράγκων διὰ κεφάλαιον, καὶ 900,000 διὰ τοὺς τόκους τοῦ ά. ἔτους, ὥστε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου χρειάζονται δύο ἑκατομμύρια καὶ οὐχὶ 720,000 δραχμῶν. Ἂν λοιπὸν πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο, ὅπερ εὔχομαι νὰ γίνῃ, ἵνα παύσῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τότε πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 καὶ ἓν ἥμισυ ἔτι ἑκατομμύριον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, καὶ τότε τὰ ἔξοδα τοῦ 1870 δὲν δύνανται νὰ ᾖναι ὀλιγώτερα τῶν 35,000,000 ἢ 36 ἑκατομμυρίων, ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔσοδα δὲν ἠμποροῦν νὰ ᾖναι πλειότερα τῶν 32,000,000, θέλει προκύψει ἔλλειμμα 4 περίπου ἑκατομμυρίων καὶ οὐχὶ περίσσευμα, ὡς λογαριάζει ὁ κύριος ὑπουργός. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου περιορίζονται ἕως ἐδῶ· ἔχομεν καὶ ἑτέρας ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι δὲν συμφέρει νὰ παρατείνεται ἡ ἐκκρεμότης αὐτῶν. Μεταξὺ τούτων ἀναφέρω τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς δύο ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα. Μόνον τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν γνωρίζω, ὅτι μέχρι τοῦ 1866 εἶχεν τοιαῦτα ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 1,358,000, ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ὑπάρχει ἀπὸ τῆς μεσοβασιλείας εἰς τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰς 300 χιλιάδας· ἡ μὴ τακτοποίησις τῶν δαπανῶν τούτων ἀναγκάζει, ὡς ὁ κ. ὑπουργὸς ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, τοὺς δικαιουμένους λαμβάνειν νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ οὐ μόνον ὑποχρεοῦται τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους, ἀλλ’ ἀκόμη συμβαίνει τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ καταστρέφηται ἡ οἰκονομία τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὰ χρέη ταῦτα πληρόνονται ἀπὸ τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ οὕτω διαφεύγουν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἐνῶ πᾶσα ὑπέρβασις πρέπει κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον νὰ ψηφίζηται εἰδικῶς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Περὶ ὅλων τούτων εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναπαυώμεθα μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θέλει ἔχει περίσσευμα. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι λίαν δυσχερὴς, ὅτι ἂν δὲν λάβωμεν μέτρα γενναῖα καὶ ἡρωϊκὰ θέλομεν εὑρεθῇ ἐντὸς ὀλίγου εἰς κρίσιν οἰκονομικὴν, ἐξ ἧς δὲν θὰ ᾖναι πολὺ εὔκολον νὰ ἐξέλθωμεν, διότι ἐξηντλήθησαν ὁλοσχερῶς οἱ ἔκτατοι πόροι. Τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος στερεῖται πίστεως, καὶ ἐὰν ἕως τώρα εὑρέθησαν μερικὰ δάνεια, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐνεχυριάσαμεν τὰ τελωνεῖά μας, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων κινδυνεύουν νὰ ἐξαντληθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν, διατεθεῖσαι σχεδὸν ὅλαι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων· πρέπει νὰ λάβωμεν πάντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὔτε πρέπει οὔτε δυνάμεθα νὰ καλύπτωμεν μὲ δάνεια τὰ ἐλλείμματά μας, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως· ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν της, ὀφείλει νὰ σημειώσῃ μὲ περισσοτέραν ἀκρίβειαν τὰ διάφορα ἔξοδα, ἐκτὸς δὲ τούτων πρέπει νὰ προσθέσῃ καὶ τὰς ἄλλας ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ἢ τοὐλάχιστον νὰ προσαγάγῃ ἀκριβῆ αὐτῶν σημείωσιν, διὰ νὰ σκεφθῶμεν κατὰ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλα ταῦτα. Ἐκτὸς τούτου φρονῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἄλλων οἰκονομικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν οὐ μόνον μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων τούτων τάττω πρῶτον τὸ περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἕως πότε, κύριοι, ὁ γεωργὸς τῆς Ἑλλάδος θέλει εἶναι καταδεδικασμένος νὰ δουλεύῃ ὡς δουλοπάροικος, ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἀφῄρεσαν οἱ κατακτηταὶ ἀπὸ τοὺς πατέρας του καὶ τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀνέκτησεν, ἀφοῦ ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων; Δὲν βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ τὸν Μουζῖκον τῆς Ῥωσσίας, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησίς του ἀπεφάσισε νὰ τὸν ἀπελευθερώσῃ, τὸν κατέστησεν ἰδιοκτήτην ὑποχρεώσασα τοὺς εὐγενεῖς νὰ τῷ παραχωρήσωσιν ἓν τεμάχιον ἐκ τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργει; Δὲν βλέπετε, ὅτι καὶ ὁ Τσερβάνος τῶν Ἡγεμονιῶν, ἀφοῦ ἐκρίθη ἄξιος ἐλευθερίας, ἔλαβε καὶ αὐτὸς ἰδιοκτησίαν ἓν τεμάχιον γῆς ἐπαρκοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας του καὶ ἐξασφαλίζον τὴν ἀνεξαρτησίαν του; Ἕως πότε λοιπὸν ὁ γεωργὸς τῆς Ἑλλάδος θέλει παρουσιάζει τὴν οἰκτρὰν καὶ ἀλλόκοτον ταύτην ἐξαίρεσιν; Πρέπει νὰ ληφθῇ ἄνευ ἀναβολῆς πρόνοια περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, διότι τοῦτο οὐ μόνον εἶναι ἔργον δικαιοσύνης διὰ τὴν πολυπληθεστέραν τάξιν τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλὰ θέλει συντελέσει τὰ μέγιστα καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου πλούτου. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐγένετο πολὺς λόγος καὶ εἰς τὰς ἐθνικὰς συνελεύσεις, ἡ δὲ τελευταία Συνέλευσις μὴ προφθάσασα νὰ νομοθετήσῃ περὶ αὐτοῦ ἀνέγραψεν ἐν τῷ συντάγματι ῥητὴν διάταξιν ἐπιβάλλουσαν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην εἰς τὴν κυβέρνησιν. Συνεπῶς μὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς συνελεύσεως ἐγὼ, ὅστις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ συνέλευσις κατέπαυσε τὰς ἐργασίας της, συνέταξα νομοσχέδιον, τὸ διεβίβασα εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μῆνας εἰργάσθη, συνέταξε σπουδαίαν ἔκθεσιν καὶ κατήρτησε νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ὁμολογῶ τὴν ἀξίαν, ἂν καὶ διαφωνῶ εἴς τινας διατάξεις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸ 65 εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μολαταῦτα καμμία φροντὶς δὲν ἐλήφθη περὶ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ μεταξὺ τῶν μελῶν της δύο πρώην Συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησίν του. Δεύτερον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπίσης οὐσιῶδες εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Πρέπει νὰ ἐνοήσωμεν ὅλοι, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ γεωργικῶς ἡ Ἑλλάς. Σύστημα τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν εὐνομούμενον ἔθνος, καὶ πρέπει ἄνευ ἀναβολῆς νὰ λείψῃ καὶ ἀπὸ ἡμᾶς, διότι μᾶς ἀτιμάζει, καὶ μᾶς ζημιόνει. Περὶ τούτου ἔγεινε πολὺς λόγος εἰς τὴν πρώτην Βουλὴν, καὶ ἐπειδὴ κατὰ δυστυχίαν ὑπάρχει εἰς τὰς κεφαλὰς τινων ἡ ἐσφαλμένη ἰδέα, ὅτι ἄνευ κτηματολογίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἡ Βουλὴ ἐσύστησεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ ἐμὲ, ὅστις ἠσχολήθην ἀρκετὰ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅπως σπουδάσω αὐτὸ ἐπιτοπίως. Ἀποσταλεὶς περιῆλθον διάφορα μέρη τῆς Εὐρώπης, συνέλεξα τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ ἐπανελθὼν ἔγραψα τὴν ἔκθεσίν μου ἐφ’ ὅσων εἶδον καὶ ἔμαθον. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀλλὰ τὸ ἀντικείμενον μένει ἀκόμη ἐκκρεμές. Ὅσοι ἔλαβον τὸν κόπον νὰ μελετήσωσι τὴν μικρὰν ἔκθεσίν μου δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐπείσθησαν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος καὶ κατεπείγουσα μεταβολὴ, καὶ ὅτι τὰ λεγόμενα περὶ κτηματολογίου δὲν ἔχουν ὑπόστασιν, διότι εἰς ὅλον τὸν κόσμον κατήργησαν τὴν ἀποδεκάτωσιν ἄνευ κτηματολογίου. Τρίτον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν, κύριοι, εἶναι τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων. Παρατηρήσατε, ὅτι ἀπό τινος καιροῦ μένουσι κατὰ τὴν λῆξιν τῶν χρήσεων περισσότερα καθυστεροῦντα ἀφ’ ὅσα ἔμενον ἄλλοτε. Ὁ ἀπολογισμὸς π. χ. τοῦ 1867 παρουσιάζει 2,903,000 καθυστεροῦντα, καὶ φοβοῦμαι μήπως τοῦ 1868 παρουσιάσῃ περισσότερα.
§88ΖΑΪΜΗΣ. Ὀλιγώτερα.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανόν. Ἐὰν συγκρίνῃ τις τὸ καθυστέρημα τοῦτο τοῦ 1867 πρὸς τὸ καθυστέρημα τῆς χρήσεως τοῦ 1859, τῆς ὁποίας ἔχομεν τυπωμένον τὸν τακτικὸν ἀπολογισμόν, θέλει ἰδεῖ ὅτι κατὰ τὸ 1867 τὸ καθυστέρημα ἀναλογεῖ πρὸς 9%, ἐνῷ κατὰ τὸ 1859 ἦτο μόνον 7%, ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε ἐκ τῶν δύο χρήσεων τοὺς ἐμμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφίνουν καθυστεροῦντα, τότε ἡ ἀναλογία εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, διότι τὸ μὲν 1867 ἀφίνει καθυστεροῦντα 14% τὸ δὲ 1859 ἀφίνει μόνον 11%. Καὶ τί ἄλλο ἀκόμη παρατηρεῖται; κατὰ τὸ 1859 εἰσεπράχθησαν ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις 1,600,000, ἐνῷ εἰς τὸ 1867 εἰσεπράχθησαν 1,000,000 καὶ κατὰ τὸ 1868, 700 χιλιάδες μόνον. Βλέπετε, ὅτι προβαίνομεν εἰς τὸ χειρότερο, διότι τότε καὶ ὀλιγώτερα καθυστεροῦντα ἔμενον καὶ περισσότερα ἔσοδα ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις εἰσεπράττοντο. Τώρα συμβαίνει τὸ ἐναντίον, καὶ περισσότερα καθυστεροῦντα μένουν καὶ ὀλιγώτερα ἔσοδα ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις εἰσπράττομεν. Καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πολὺ, λόγος ἐγένετο εἰς τὴν πρώτην Βουλὴν, ἡ ὁποία ἐσύστησεν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἤρχισε νὰ ἐργάζηται, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπρόφθασε, νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐργασίαν της. Μολαταῦτα οἱ εἰσηγηταί της συνέταξαν νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τοῦ συστήματος τῆς εἰσπράξεως καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εὑρίσκεται νομίζω εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐλήφθη καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ προκειμένου πρόνοια. Τέταρτον ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, εἶναι τὸ λογιστικὸν ἡμῶν, διότι ὄχι μόνον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν πλέον λογαριασμοὺς καὶ ἀπολογισμούς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μᾶς δίδονται, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι ὅτι ὅπως ἔχουν παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ λογιστικοῦ εἶναι λίαν ἀτελῆ, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς δυνατῆς αὐτοῦ βελτιώσεως. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω σχετικῶς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870. Ἐμακρηγόρησα ἴσως ὀλίγον, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ μὴ παραλείψω τίποτε, ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον· εὔχομαι ὥστε οἱ λόγοι μου ν’ ἀκουσθῶσι παρ’ ὑμῶν καὶ ἐπέλθῃ διόρθωσις πολλῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὡς ἠκούσατε κακῶς ἔχουσιν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει κανεὶς τὸν λόγον; — Εἰς τὰς ἕδρας σας, κύριοι.
§91ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα βλέπομεν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτέθη κανὲν θέμα· εἰς τὰ καθέκαστα· ὁρίστε λοιπὸν, κύριοι.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὸ Ὑπουργεῖον παραδέχεται ὅσα εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀφοῦ δὲν θέλει ἢ δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτά;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ καθέκαστα, αὐτὸ εἶπε· θέμα δὲν ἐτέθη, θὰ προβῶμεν ἐμπρός.
§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. πρόεδρε, παρακαλῶ· ὁ προλαλήσας κ. Σωτηρόπουλος δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔκαμε λόγον περὶ μιᾶς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν λέγει ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἦτον 7 περίπου ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι ἡ διάδοχος κυβέρνησις, τοὐτέστι ἡ ἐνεστῶσα, ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 21 ἑκατομμυρίων πολὺ ἀνώτερον ποσόν· βλέπετε, τὸ τοιοῦτον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰς δαπάνας, μὲ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἕν τι χωριστὸν, φρονῶ ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τῆς κυβερνήσεως εἶναι τὸ νὰ δώσῃ μίαν διασάφησιν, νὰ κάμῃ λόγον ἐν γένει περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, διότι εἰς τὰ καθέκαστα τί θὰ ἴδωμεν; προσδιορισμὸς τοῦ ἐγγείου φόρου τόσα ἑκατομμύρια, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα· προσδιορισμὸς τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν τόσα ἑκατομμύρια, βλέπετε ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, ἐὰν ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἦτο ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Ἑπομένως νομίζω ὅτι ἔχει συμφέρον μέγα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναιρέσῃ, ἐὰν ᾖναι ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, καὶ τὰ ὁποῖα δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ἑπομένως συμφέρει εἰς τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀνέχηται τὸ νὰ λέγῃ εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν ὅτι ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἦτο ἀκριβής; νομίζω δὲν ἔχει συμφέρον, δὲν εὑρίσκει τὸ συμφέρον της εἰς τὴν σιωπὴν, πρέπει νὰ τὸ ἀναιρέσῃ, διότι τί παραδέχεται; ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξηπατήθη καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐξαπατᾶται καθὼς ἀκόμη καὶ ἡ Βουλή; Φρονῶ λοιπὸν, νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὰ καθέκαστα, διότι τὰ καθέκαστα δὲν περιέχουν, παρὰ δαπάνας καὶ ἔσοδα. Τοῦτο εἶναι ὅλως διόλου χωριστὸν ἀντικείμενον. Βλέπετε, ὅτι διεμοιράσθησαν 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον διὰ δανείων καὶ ἐπλήρωσαν, καθὼς λέγουν, ὑποχρεώσεις τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὸ συμφέρον της ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ὁ κύριος Σωτηρόπουλος εἶπε περὶ αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου ἀντικειμένου, ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖνα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 21 ἑκατομμυρίων τὰ μετεχειρίσθη διὰ πληρωμὰς τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως καὶ νὰ τὰ ἀποδείξῃ δι’ ἀριθμῶν, διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰς ἀριθμοὺς στηριχθεὶς εἶπε τὸ τοιοῦτον.
§96Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Κεχαγιᾶν, διότι ὑπέμνησεν ἡμῖν ἓν καθῆκον· ὁ κ. Κεχαγιᾶς μᾶς εἶπεν ὅτι ὠφείλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον· ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους νὰ ἐξετάζηται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως. Δὲν ἀπαντῶμεν λοιπὸν εἰς τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, διότι περιμένομεν ἄλλος τις ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀνέλθῃ νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὰς ἄλλας ἐπόψεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Δι’ ἡμᾶς ἦτο λίαν εὔκολον ν’ ἀναιρέσωμεν τὰ ἀριθμητικὰ λάθη τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι τὰ περισσότερα ἐκ τῶν ὅσα εἶπεν περὶ τῶν δανείων δὲν εἶναι ἀληθῆ, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐξετάζουσα τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἐπιφυλασσόμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ζαΐμη, θὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες τὸ οἰκονομικὸν σύστημα.
§98ΖΑΪΜΗΣ. Ὁρίστε, θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν διὰ μιᾶς.
§99Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤθελον ὑπομνήσει τόσον εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν καθὼς καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὅταν πέρυσι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἀντέταξε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον βάλλει καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις σήμερον εἰς ἐνέργειαν, τουτέστι νὰ περαιόνῃ τὰς συζητήσεις διὰ τῆς σιωπῆς, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου κατηγόρησε τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν εἶπεν ἔνοχον δι’ ὅσα τῆς ἀποδίδουν, διότι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἀπήντησεν. Δὲν εἶναι ὁ κ. πρωθυπουργὸς, οὔτε ἡ παροῦσα κυβέρνησις, οὔτε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, οὔτε κἀνὲν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ποία εἶναι ἡ πορεία τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἓν μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνέβη καὶ ἐπέκρινε δι’ ἀριθμῶν καὶ δι’ οἰκονομικῶν λογαριασμῶν καὶ ἐπιχειρημάτων τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ἡ κυβέρνησις ὤφειλε, ἔχει καθῆκον μάλιστα, συνεπῶς πρὸς ὅσα ἄλλοτε ἐπηγγέλλετο ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος, ἵνα ἔλθῃ ν’ ἀπαντήσῃ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξέθεσε, ὄχι νὰ ἔρχηται ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ νὰ μᾶς λέγῃ, ἡμεῖς ἐπιφυλασσόμεθα ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν εἶναι ἀληθεῖς ἀφοῦ ὁμολογήσητε σεῖς ἐπὶ πολιτικῶν ἀντικειμένων, ἀφοῦ ἀναπτύξητε δηλ. τὴν πολιτικὴν ἢ κατακρίνετε τὴν πολιτικὴν τοῦ παρόντος ὑπουργείου. Καμμίαν σχέσιν δὲν ἔχει, δὲν δύναται ποτὲ τὸ ὑπουργεῖον νὰ κανονίσῃ ποία θὰ εἶναι ἡ πολεμικὴ ποία ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου· ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικήν της, νὰ κανονίσῃ τὴν πολεμικήν της ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, ὅπως ἐκείνη κρίνῃ καλλίτερον. Λοιπὸν λέγω, ὅτι τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐξέθηκε διὰ νὰ ᾖναι συνεπὴς μὲ τὸν ἑαυτόν του, διότι, καθ’ ὅσον, ἂς ἐνθυμηθῶμεν ὅτι πέρυσι, εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ Β. λόγου, ὅταν τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον ἀφοῦ ὡμιλήσαμεν τέσσαρες ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν ἀπήντησεν, ὁ κ. Πετσάλης τελευταῖον κατέκρινε τὴν διαγωγήν, τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου κατεκεραυνοβόλησεν αὐτὸ καὶ ἠθέλησε μάλιστα νὰ προβῇ μέχρι τοῦ σημείου, νὰ ἀποκαλέσῃ τὴν διαγωγὴν του προδοτικήν. Ὅ,τι λοιπὸν πέρυσι κατηγοροῦσε τὸ ὑπουργεῖον ὡς ἀντιπολίτευσις, ἐφέτος δὲν πρέπει νὰ ὑπερασπίσῃ, ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω ὅτι οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ ἐὰν ἔχουν ν’ ἀπαντήσουν ὀφείλουν ν’ ἀπαντήσουν πρὸς τὸν ῥήτορα, ὁ ὁποῖος ἠγόρευσε καὶ δὲν δύνανται ποτε νὰ κανονίσουν τὴν πολιτικὴν καὶ πολεμικὴν, τὴν ὁποίαν θὰ μετέλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου.
§100Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργ. ἐξωτερ.). Θέλω ἀξιώσει ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν, τὸν ἐκ Καλαβρύτων, τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἀπευθύνει εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ὡς ἡ ἀντιπολίτευσις ἀξιοῖ ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν αὐτῆς, οὐδὲ τὴν πολεμικὴν αὐτῆς, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ μετέλθῃ, τοιουτοτρόπως παρακαλῶ αὐτὴν νὰ πιστεύσῃ ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις δύναται ν’ ἀξιώσῃ ὅτι δὲν θέλει ἡ ἀντιπολίτευσις διαγράψει τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, κ. πρόεδρε, ἀποτελεῖται ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε διενοήθησαν νὰ περαιώσωσι τὰς συζητήσεις διὰ τῆς σιωπῆς. Ὁ παρελθὼν αὐτῆς δημόσιος βίος καὶ τὸ ἐνεστὼς μαρτυρεῖ, ὅτι ἑτοίμως ἀπεδέχθη πᾶσαν συζήτησιν καὶ ἑτοίμως προβαίνει εἰς παραστάσεις τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν. Δὲν διενοήθημεν νὰ σιωπήσωμεν κατὰ τῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι δὲν ἤμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς ἀποδόσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦδε ἀκόμη λέγω, ὅτι δὲν θεωροῦμεν ὡς σπουδαίας. Ἡ ἀντιπολίτευσις, δύναται ἐξετάζουσα τὸν πολιτικὸν βίον της, ν’ ἀναλύσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἂς ἔλθουν οἱ ῥήτορες αὐτῆς. Ἡ κυβέρνησις, ὅταν νομίσῃ, ὅτι ὀφείλει νὰ κάμῃ ἀπάντησιν, βεβαίως θέλει ἔλθει καὶ αὐτὴ καὶ ὅλοι οἱ ῥήτορες αὐτῆς, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ αἰτιάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεων δὲν εἶναι σπουδαῖαι.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι· Σήμερον βλέπω νέαν τακτικὴν ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως. Ἡ κυβέρνησις ὀφείλει, προσκαλουμένη νὰ δίδῃ πληροφορίας, νὰ τὰς δίδῃ. Συζητεῖται σήμερον κατ’ ἀντιμωλίαν τὸ σπουδαιότερον κυβερνητικὸν ἔργον. Συζητεῖται, ὁ προϋπολογισμὸς, ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς δυνάμεως ἑνὸς ἔθνους· τὸ ὑπουργεῖον κατηγορεῖται, ὅτι παρουσιάζει προϋπολογισμὸν ψευδῆ καὶ ἐναντίον τοῦ Νόμου· προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει ἀθλίαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· προϋπολογισμὸν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου τῷ λέγουσιν ὅτι παρεβίασε ῥητῶς τοὺς Νόμους, καταναλῶσαν χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδύνατο νὰ καταναλώσῃ, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀπαντᾷ, λέγον, «θέλω νὰ ἐξετασθῇ ἡ πολιτική μου». Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται νὰ μάθῃ τὸ Ἔθνος, ποία εἶναι ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ κατάστασίς του· διότι αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Ἐπειδὴ, ἐὰν οἰκονομικῶς εὑρισκόμεθα κακῶς, ὅπως εὑρισκόμεθα, τί μᾶς μέλει περὶ τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐξετασθῇ, σᾶς βεβαιῶ, καὶ θὰ ἐξετασθῇ πολὺ εὐρέως καὶ θὰ ἀποδειχθῇ κακή. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται τόρα, ἀλλὰ περὶ τοῦ τί ἔχομεν, καὶ τίνος στερούμεθα, πῶς θὰ ζήσωμεν, καὶ χρεωστεῖτε νὰ τὸ εἴπητε· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν εἶνε ἡ δύναμις ἢ ἡ ἀδυναμία, ἡ εὐδαιμονία ἢ κακοδαιμονία ἑνὸς Τόπου. Καὶ ὅταν τὴν καλὴν ἢ τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου ἐξετάζωμεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν σήμερον, τὸ ὑπουργεῖον λέγει. «Δὲν ἀπαντῶ· θὰ ἀπαντήσω, ὅταν ἐξετάσητε τὴν πολιτικήν μου.» Ἠξεύρετε δὲ διὰ τί τὸ λέγουν; Διότι πρόκειται περὶ λογαριασμῶν, καὶ οἱ λογαριασμοὶ εἶναι ἀριθμοὶ, καὶ δὲν εἶναι λόγοι ἁπλοῖ, οἱ ὁποῖοι δύνανται δι’ ἄλλων λόγων εὐφραδῶν νὰ κατασοφιστευθῶσιν. Ἀπορῶ λοιπὸν μὲ τὴν νέαν τακτικὴν τοῦ ὑπουργείου, ἥτις εἶναι ἄρνησις τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ συνταγματικῆς κυβερνήσεως, χρεωστούσης νὰ δίδῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς λόγον καὶ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἔθνους καὶ ἰδίως τῆς οἰκονομικῆς, ὅταν ζητῆται καὶ πρὸ πάντων ὅταν κατηγορῆται δι’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Διὰ νὰ μάθωμεν δὲ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν ὡς ὁδηγὸς, καὶ ἀφοῦ ἴδωμεν τοὺς σταθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκάμομεν καὶ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον διηνύσαμεν, θέλομεν ἐννοήσει ποῦ θὰ φθάσωμεν. Κύριοι· συμφωνῶ πρὸ πάντων μὲ τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ὑψῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου κατὰ τῆς καταστάσεως τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Συνεδρίου ἀκόμη. Εἶνε, τῷ ὄντι λυπηρὸν καὶ πρωτοφανὲς, ἐὰν θέλετε, ἐνῷ τοσαῦτα ἐξοδεύονται, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὄχι ἀπολογισμὸν, ἀλλ’ ἁπλοῦς ἀκόμη λο)σμοὺς, καὶ ὅταν ἀξιωθῶμεν νὰ λάβωμεν μίαν μόνον ἔκθεσιν, μίαν σημείωσιν, ἐντὸς αὐτῆς νὰ εὑρίσκωμεν χιλίας ἀντιφάσεις. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ μεμφθῶ τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον. Ὅλοι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου τούτου. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἔχω μᾶλλον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω· διότι, ὅτε ἄλλοτε ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπαρουσίασα ἀπολογισμοὺς, ἀτελεῖς βεβαίως, διότι ἔλειπεν ἡ ἐπεξεργασία τοῦ Συνεδρίου, ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀντὶ λάβρως νὰ ἐπιπέσῃ ἐναντίον μου, καλλίτερον νὰ ὑπεστήριζε τὸ ἔργον καὶ νὰ συνίστα τὴν τελειοποίησίν του· διότι, ἐὰν κατ’ ἔτος ἐδεχόμεθα ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, καὶ ἐζητοῦμεν τὸ καλλίτερον, ἠθέλομεν ἔχει τόρα ἴσως ἀπολογισμούς. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀντιπολίτευσις ἀδίκως ἐπέπεσε κατὰ τοῦ ὑπουργείου τότε, τὰ κατόπιν ὑπουργεῖα δὲν ἔφερον ἀπολογισμοὺς, καὶ οὕτως οὐδὲ σημειώσεις ἁπλὰς ἔχομεν, καὶ οἱ λο)σμοὶ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸ Λογιστήριον καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μένουσιν ἀνεξέλεγκτοι. Κύριοι· ἀρχίζω ἀπὸ τὸ 1866· ὁ σκοπός μου εἶναι ὅλως διόλου ἱστορικός· σκοπὸν δὲν ἔχω νὰ ἐγγίσω, νὰ ἐπαινέσω οὐδένα. Ἀρχίζω δὲ ἀπὸ τοῦ 1866, διότι τὸ ἔτος τοῦτο ἔφερε χαρακτηριστικόν τι, εἶχε μίαν ἰδέαν, εἶχε μίαν πολιτικήν. Ἡ πολιτική του ἦτο ἡ οἰκονομία, καὶ τὴν οἰκονομίαν ἐφήρμοσε, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἐνίοτε μέχρι σκληρότητος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ συγχωρεῖ τὴν ἔκφρασιν. Τὸ 1866 ὅμως εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν μεγάλων ἐλαττώσεων τῶν φόρων, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ὥστε τὸ 1866 ἐνήργει ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ὑπὸ τὴν ἰδέαν τῶν οἰκονομιῶν, ὡς πρὸς ἔσοδα δὲ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἐλαττώσεων. Διὰ τοῦτο, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1866 ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἀνέβη εἰς 24, 779, 095 καὶ τὰ ἔξοδα εἰς 27,270, 637. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν θέλω ἐπαναλάβει τὴν πολυθρύλητον συζήτησιν περὶ τοῦ ποίαν χρῆσιν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσιν αἱ ἐκ 300,000 δραχ. ἀποζημιώσεις, θέλω παραδεχθῆ μάλιστα τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ 1866, ὅτι αἱ δραχμαὶ αὗται ἀδίκως ἐλογαριάσθησαν εἰς βάρος του, ὅτι ἔπρεπε νὰ λογαριασθῶσιν εἰς τὸ ἑπόμενον 1867, καὶ τοῦτο, διότι δὲν βλάπτει τὸν σκοπόν μου. Λοιπὸν τὸ 1866 ἐξώδευσεν 27, 270, 637, καὶ εἰσέπραξεν 24, 779, 095. Ἐδανείσθη δὲ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ 170, 000 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, καὶ ἔμεινε καθυστεροῦν 821,562 δραχμῶν. Κύριοι, διὰ νὰ ἤμεθα δίκαιοι, ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι ἀπὸ τὸ 1866 πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ποσά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπανελήφθησαν, ὡς τὰς 300,000 ὡς εἴρηται, τὰς ἐλαττώσεις τὰς ἐπελθούσας ἀπὸ τὴν κατάργησιν τῶν δικαστηρίων ἐν Ἑπτανήσῳ 95,000, ἔξοδά τινα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, μέχρι 300 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαναλαμβάνονται καὶ τὰ ὁποῖα καταβιβάζουν τὰ ἔξοδα τοῦ 1866 εἰς περίπου 26,700,000. Ἰδού, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1866, τὰ ὁποῖα εὑρίσκετε καὶ εἰς τὴν σημείωσιν τοῦ Λογιστηρίου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1866 ἤρχισεν ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης, ἥτις ἔφερε μαζί της ἔξοδα καὶ βάρη διὰ τὴν Ἑλλάδα· καὶ μ’ ὅλην τὴν οὐδετερότητά μας, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ τροφοδοτῶμεν, νὰ ἐνδύωμεν τοὺς Κρῆτας καὶ νὰ καταβάλλωμεν ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωμεν.— Τὸ 1867 εὑρέθη ὑπὸ τὸ βάρος αὐτῆς τῆς καταστάσεως καὶ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ὁποῖον εἴδετε καὶ εἰς τὸ 1866· καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ἦτο μόνιμον, διότι οὔτε αἱ εἰσπράξεις, οὔτε ἡ συγκομιδὴ τοῦ 1866 ἦσαν κακαί, οὔτε τὰ ἔξοδα ὑπερβολικά, ἵνα ὑποθέσῃ τις, ὅτι αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἦτο τυχαία καὶ διαβατική. Εὑρέθημεν λοιπὸν ἀπέναντι σταθεροῦ ἐλλείμματος. Οὐδὲν χειρότερον εἰς Κράτος ἢ τὸ διαρκὲς ἔλλειμμα· αὐτὸ ταράσσει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον φέρει εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη τὰ Ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ πίστις ὑπάρχει μεγάλη· διότι προστιθεμένων αἰωνίως ἐλλειμμάτων ἐπὶ ἐλλειμμάτων καὶ δανείων ἐπὶ δανείων θὰ φθάσουν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἅμα ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα, δὲν ἀφήκαμεν τὴν διόρθωσιν εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐμφάνισιν εὐτυχῶν τινων περιστάσεων, ἀλλ’ ἐσκέφθημεν πῶς ῥιζικῶς νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν καὶ νὰ φέρωμεν τάξιν καὶ ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, δηλαδὴ νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικά. Ἐντεῦθεν ἡ πρώτη ἰδέα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Μ’ ὅλον τὸ θάῤῥος λοιπὸν ἐπαρουσιάσθημεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν ἐδίστασε νὰ θυσιάσῃ τὴν δημοτικότητά της, νὰ προσφέρῃ θυσίαν συμφέροντα τῶν ἐντολέων της ἀπέναντι τοῦ μεγάλου συμφέροντος, νὰ τακτοποιήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νὰ φέρῃ εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Ὑπεβάλομεν λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη αὔξησιν φόρων, δι’ ἧς τὰ ἔσοδα ἀπὸ 24,779,095, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 31,102,028. Τοιουτοτρόπως οὐχὶ μόνον τὰ ἔξοδα τῶν 27,364,352 ἐκαλύφθησαν, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἔμεινεν εἰς τὸ 1867. Δὲν ἦτο ὅμως μόνον αὕτη ἡ ἰδέα μας· ἀλλ’ εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰς σπουδαίας καὶ μεγάλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ κατάστασις τῆς Κρήτης ἐπαρουσίαζε, καὶ ἔπρεπε καὶ δι’ αὐτὰς νὰ προνοήσωμεν· ἠθέλατε μᾶς κατηγορήσῃ δικαίως, ἐὰν ἀφιέμεθα εἰς τὴν τύχην. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ τὰ τακτικὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκουν, ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ καταφύγωμεν εἰς δάνειον. Καὶ πρῶτον ἀπεπειράθημεν νὰ συνομολογήσωμεν τοιοῦτον εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τοὺς ὁμογενεῖς διὰ τῆς ἀποστολῆς προσώπου ἐκ τῶν λίαν ἀξιοτίμων ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Ῥενιέρης ἀποσταλεὶς εἰς Εὐρώπην, μᾶς ἐπληροφόρησεν ἐπιστρέφων, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ πληροφορία αὕτη διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως, μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν δάνειον ἐν Εὐρώπῃ, ἐν ὅσῳ στερούμεθα πίστεως· διότι αἱ ὁμολογίαι μας καὶ αἱ ὑποχρεώσεις μας δὲν δύνανται νὰ κυκλοφορήσωσιν οὔτε νὰ πωληθῶσιν. Εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν δανείζουσι διὰ νὰ καταστήσωσι πάγια τὰ κεφάλαιά των, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ ἔχωσιν εἰς κυκλοφορίαν καὶ αἱ ὁμολογίαι αἱ ἰδικαί μας εἰς τὴν Εὐρώπην κατὰ δυστυχίαν δὲν ἔχουσιν ἀξίαν ἀνταλλακτικήν. Ἡ κατάστασις τῶν παλαιῶν δανείων μᾶς κλείει τὰ χρηματιστήρια τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὰ χρηματιστήρια τῆς Ἀγγλίας μᾶς κλείουν καὶ τὰ χρηματιστήρια τῆς λοιπῆς Εὐρώπης. Ἀφοῦ ἀπηλπίσθημεν οὕτω, ὑπεβάλομεν τὸν Νόμον τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων. Πρῶτος λοιπὸν σκοπὸς ἡμῶν ἦτον, εἰσελθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, νὰ οἰκονομήσωμεν ποσόν τι ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενοι μεθ’ ἡμῶν καὶ οἱ πιστωταί μας, νὰ μᾶς χορηγήσωσι δάνειον, καὶ δι’ αὐτοῦ ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Κρήτης. Ἐν τούτοις κύριοι, διὰ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, οἵτινες ἐθεράπευον τὰς ἀνωτέρω ἀνάγκας, γινώσκετε πόσα εἶπον ἐναντίον μας, καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην μετεχειρίσθησαν, ἵνα μᾶς πολεμήσωσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ μᾶς συκοφαντήσωσι καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Ἡμεῖς ὅμως ἠδιαφορήσαμεν, διότι εἴχομεν τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἐπράξαμεν ὅ,τι καλλίτερον ἐδύνατο νὰ πράξῃ κυβέρνησις. Ἐσπεύσαμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τῷ 1867 τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰς τῆς Κρήτης. Τὸ 1867 κατηγορήθη ὡς σπάταλον ἔτος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀπὸ τοὺς λο)σμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐδημοσίευσε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ 1867 δὲν ἦτο πολὺ μακρὰν οἰκονομικῶς ἀπὸ τὸ 1866, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη ὡς τὸ οἰκονομικώτερον. Κατὰ τοὺς λο)σμοὺς τοὺς παρουσιασθέντας ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ χρῆσις τοῦ 1867 ἀναβαίνει εἰς 42,491,806. Ἐξ αὐτῶν ὅμως, Κύριοι, ἀνάγκη ν’ ἀφαιρέσητε 3,848,874 διὰ τὸ χρέος τῶν Δυνάμεων, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε ἔσοδον, οὔτε ἔξοδον εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ σημειοῦται ἁπλῶς εἰς τοὺς λο)σμοὺς, πληρόνεται ὅμως ἀπὸ τὰς Δυνάμεις. Ν’ ἀφαιρέσητε 10,359,080 τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ζητηθεισῶν καὶ ἐξοδευθεισῶν διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας· ν’ ἀφαιρέσητε 917,500, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης οὔτε ἔξοδα, οὔτε ἔσοδα εἶναι, ἀλλὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας, εἰσπραττόμενα καὶ ἀποδιδόμενα ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως. Εἰξεύρετε, ὅτι τῷ 1867 ἐπαρουσιάσθη εἷς Νόμος, καθ’ ὃν τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ποσὰ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ὀφείλει νὰ τὰ ἐπιστρέφῃ εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτῆς· ὥστε αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ 1867 ἀναβαίνουσι μόνον εἰς 27,364,352. Τὸ 1867 εἰσέπραξε κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν 45, 475,098· ἀφοῦ δὲ ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὰ 3,848,874 τῶν Δυνάμεων, τὰ 10 ἑκατομμύρια τοῦ δανείου καὶ τὰς 917,500, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ 1867, ἀλλὰ τῆς ὁδοποιΐας, εἰσέπραξεν ἔσοδα 30,708.724· ἐξώδευσε δὲ 27,364,352, ἤτοι ἀφῆκε περίσσευμα 3,346,372. Λοιπὸν τὸ 1867 διὰ τῶν ἐσόδων του ἐκάλυψε τὰ ἔξοδά του καὶ ἀφῆκε καὶ περίσσευμα, καὶ ἐθεράπευσεν ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν ἐδύνατο ν’ ἀποφύγῃ καὶ νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ καὶ ἂν ἤθελεν. Ἀπὸ τὸ 1866 ἀφαιρέσατε πολὺ δικαίως ποσά τινα, τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ δὲν ἐπαναλαμβάνεται, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ 1867 πρέπει νὰ σημειώσητε ποσά τινα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσε, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν, ὡς εἴρηται, καὶ τὰ ὁποῖα τὸ 1866 δὲν ἐπλήρωσε. Τὸ 1866 δὲν περιεῖχε πρῶτον 250 χιλιάδας δραχ. ἐπιχορήγησιν τῆς Α. Μ. Ὁ Βασιλεὺς, καθὼς γινώσκετε, εἶχε δωρήσει 250 χιλιάδας δραχ. ἀλλ’ ἡ δωρεὰ αὕτη ἔπαυσε τὸ 1867. Ἑπομένως ἡ ἐπιχορήγησις ἐδίδετο καὶ δίδεται πλήρης ἀπὸ τὸ 1867. Προσετέθησαν καὶ ἐκ τοῦ Νόμου 347,014 αὔξησις συντάξεων. Προσέτι 150 χιλ. δρ. αἱ ὁποῖαι ὠφείλοντο ἀπὸ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἐπληρώθησαν. Ἑπομένως μετὰ τὰς ἀφαιρέσεις αὐτὰς καὶ ἄλλας, τὰς ὁποίας παρατρέχω θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ 1867 δὲν ἐξώδευσεν οὔτε 27 ἑκατομμύρια μολονότι ἐπρόσθεσε τέσσαρα τάγματα εὐζώνων, τὰ ὁποῖα τότε ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ ἀναγκαιότης καὶ ἡ χρησιμότης καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ὑπάρχει ἀναμφισβήτητος καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων καὶ σήμερον δὲν εἰξεύρω εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ δημόσιος ἀσφάλεια, ἥτις χωλαίνει κατὰ μέγα μέρος, διότι ὁ ἀναγκαῖος στρατὸς δὲν ὑπάρχει. Τὸ 1867 δὲν ἀπεμακρύνθη λοιπὸν τοῦ 1866, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξε καὶ εἶχεν ὡς σημαίαν του τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐφήρμοσε μετὰ σκληρότητός τινος· μολονότι τὸ 1867 κατηγορήθη ὡς τὸ πλέον σπάταλον ὅλων τῶν ἐτῶν. Ταῦτα δὲν εἶναι λόγοι, ἀλλ’ ἀριθμοὶ περιεχόμενοι εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν ἐδημοσίευσεν, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν εἰς τὸν πίνακα τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1866 καὶ 1867. Τὸ 1867 ἐδανείσθη τὰ 10 ἑκατομ. ἵνα ἐξοδεύσῃ κατ’ ἀναλογίαν τὰ ⅔ ὅπως τότε παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη, καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἔθνους, εἰς παρασκευὰς, τὸ δὲ ἄλλο ⅓ εἰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τούτοις ἐξώδευσε 7,700,000 μόνον, τὰ δὲ 2,300,000 ἀφῆκεν ἀνέπαφα εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἐκ τῶν 7,700,000 ἐξώδευσεν τὰ 4,486,783 εἰς τὰς παρασκευὰς καὶ ἀγορὰν ὑλικοῦ, 2,300,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κρήτης, καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ἐπέστρεψεν ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐῤῥέθη. Ἰδοὺ ὁποία ἦτο ἡ ὡς σπάταλος κατηγορηθεῖσα διαχείρισις. Τὸ 1867 ἐδανείσθη, ὡς ἀνωτέρω, 7,700,000, ἐξώδευσεν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας 27,364,352, καὶ ἀφῆκε περίσσευμα 3,344,372, τοῦ ὁποίου ἀφαιρουμένου ἐξ ὅσων ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου, ᾠκονόμησε τὰς ἐκτάκτους καὶ τακτικὰς ἀνάγκας, τὰς τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ τῶν Κρητῶν διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ του πλέον δρ. 4,355,628 τοῦ δανείου. Ἦλθε κύριοι, τὸ 1868. Τὸ 1868 εἶχεν ἐπίσης δυσκολίας οἰκονομικάς, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ὑπῆρχε καὶ ἐξηκολούθει· ἦτο ἠναγκασμένον καὶ αὐτὸ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς περιστάσεις αὐτὰς καὶ τὰς ἀνάγκας. Δυστυχῶς, κύριοι, δὲν ἔχομεν λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ 1868 ἐξώδευσε 41,832,000 κατὰ μίαν ἰδιαιτέραν σημείωσιν τοῦ Λογιστηρίου, 43,964,533 κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ· διότι ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1868 ἦσαν 34,564,533. Εὗρε δ’ ὀφειλόμενα μὲ ὅσα ἐξωφλήθησαν μέχρι 24 Ἰανουαρίου 1869, 9,400,000 ἤτοι τὸ ὅλον 43,964,533.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ ἑνωθοῦν, διότι 34 καὶ 6½ γίνονται 40½.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον λέγει κ. Δεληγεώργη εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι «2,915,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια διετέθησαν εἰς τὰς ἐν γένει πληρωμὰς τοῦ Ταμείου, τὰ ὁποῖα προστιθέμενα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις, ὅσας εὗρεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἐκκρεμεῖς, ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν δραχ. 9,400,000.» Ἀλλὰ ταῦτα εἰσὶν ὑποθέσεις. Ἐν τούτοις τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὰς σημειώσεις τοῦ Λογιστηρίου, τὸ 1868 ἐξώδευσε 41,832,000. Πόσα εἶναι ἔκτακτα;
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μᾶς εἰπῇ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὅλων ἐξόδων.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τί μὲ εἶπον. — Πόσα εἶναι τὰ ἔκτακτα καὶ τὰ τακτικά, ἠρώτησα. Τὰ ἔκτακτα πρέπει νὰ συμφωνῶσι πρὸς τὰς ζητηθείσας πιστώσεις, ἀναβαινούσας εἰς 12 ἑκατομμύρια· ἑπομένως αὐτὰ πρέπει νὰ ἐξωδεύθησαν· ὥστε ἂν ἀφαιρέσητε τὰ 12 ἑκατομμύρια, τὰ 30 ἑκατομμύρια θὰ ἦνε τὰ τακτικὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868. Ἐν τούτοις σημειόνετε ὡς ἔξοδον ἔκτακτον τοῦ 1868 ἀντὶ 12 ἑκατομμυρίων 19· διότι ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν ἔκθεσιν του περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1868 ἀφαιρεῖ 10 ἑκατομμύρια ὡς ἔκτακτα· σημειοῖ δὲ προσέτι 6,517,000 ὡς ὀφειλόμενα· καὶ 2,915,000 ὡς πληρωθέντα ἀπέναντι ὀφειλῶν. Ἠρώτησα λοιπὸν, ἐντὸς τῶν πιστώσεων ἐπληρώσατε ἢ πέραν αὐτῶν; Ἠξεύρετε τί μὲ εἶπον; ὅτι δὲν ἐζητήθησαν πιστώσεις δι’ ὅλα, διότι ἔχουσι τὸν Νόμον τῶν 100 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐξώδευον.
§106ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Διὰ τὸ 1868 ὁμιλεῖτε;
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἀπὸ τὸ 1869 εἶναι αὐταί. Μοὶ εἶπον λοιπὸν ὅτι δὲν ἐμποροῦν νὰ δώσουν λογαριασμοὺς ἀκριβεῖς τῶν ἐξόδων τοῦ 1868. Ἐτελείωσε, κύριοι, τὸ 1868 καὶ ἦλθε τὸ 1869. Τὸ 1869 εὑρέθη ἀπέναντι δύο δυσκολιῶν· ἡ πρώτη ἦτο ἡ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν Τραπεζικῶν Γραμματίων, δυσκολία σοβαρά. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων ταράττει τὰς συναλλαγὰς, γεννᾷ ζημίας, τὰς ὁποίας τότε θὰ ἐννοήσωμεν, ὅταν λάβωμεν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσωμεν σιτηρὰ, ἢ ἄλλου εἴδους ἐξωτερικὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι χρήματα. Ἔπρεπε νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπουργεῖον. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς δυσκολίας τῆς σπουδαίας εὑρέθη ἀπέναντι καὶ μιᾶς ἄλλης, ἑνὸς προσωρινοῦ ἐλλείμματος. Τὸ ὑπουργεῖον ἦλθε τὸν Ἰανουάριον· μετὰ τὸν Ἰανουάριον ἀρχίζουν μῆνες στεῖροι, αἱ εἰσπράξεις δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ ἔξοδα· εἶναι ὀλιγώτεραι. Τὸ δι’ αὐτοὺς τοὺς μῆνας ἀναγκαῖον ποσὸν πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἀλλαχόθεν. Ἄλλοτε ὑπῆρχε περίσσευμα τοῦ προηγουμένου ἔτους καὶ ἐδάνειζε τὸ κατόπιν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο περίσσευμα, οὔτε κατὰ τὸ 1866, οὔτε κατὰ τὸ 1867, καὶ ἐν τούτοις αἱ ἀνάγκαι ἐθεραπεύθησαν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς τὰ 1867 δὲν παρελάβομεν χρήματα, καὶ μ. ὅλα ταῦτα δὲν ἀπηλπίσθημεν. Ἀλλ’ εἰς τὸν δημόσιον βίον ἕκαστος φέρει τὰς ἕξεις τοῦ ἰδιωτικοῦ· ἂς ἦτο ὑπουργὸς ὁ πρόεδρός μας καὶ θὰ ἐβλέπετε ἂν ἐδειλία, διότι αὐτὸς διῆλθε διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος. Οἱ ὑπουργοὶ ὅμως ἀγαπῶσι νὰ τὰ ἔχωσιν ὅλα ἐν τάξει, καὶ μὲ ζημίαν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεὶς κίνδυνος, οὐδεὶς φόβος· ἔζησαν ἐν οἰκονομολογικῇ τάξει, δὲν διῆλθον οἰκονομικὰς τρικυμίας, ἀγαπῶσι τὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν. Ἰδοὺ πῶς ἐσυλλογίσθησαν. Ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον μέχρι τέλους Ἰουλίου θέλομεν ἔξοδον τακτικὸν 16,500,000, ὀφείλομεν καὶ 6,517,000· ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν μέχρι τέλους Ἰουλίου 23,170,000. Αὐτὸς εἶναι ὁ λογαριασμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ κ. ὑπουργοὶ εἰς τὸν βασιλέα. Τί ἠθέλαμεν εἰσπράξει, προσθέτουν· καθ’ ὅλους τοὺς δυνατοὺς ὑπολογισμοὺς 12,000,000· ἄρα θὰ μᾶς λείψουν τόσα, 11,017,000, ἢ τὸ ὀλιγώτερον 10 ἑκατομμύρια· πῶς νὰ τὰ ἀναπληρώσωμεν; Ἔχομεν 9,000,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 28,000,000· αὐτὰ δὲν μᾶς ἀρκοῦσι νὰ ζήσωμεν, διότι δὲν ἐλπίζομεν καὶ ταχέως νὰ τὰ πραγματοποιήσωμεν. Καὶ ὅμως πρέπει νὰ ζήσωμεν πρὸ πάντων καὶ νὰ ζήσωμεν ἀνέτως καὶ ἡσύχως. Λοιπὸν ἂς κάμωμεν χρῆσιν καὶ τοῦ δανείου τῶν 21,000,000, ἢ ὅπως ἠλαττώθη τῶν 12,000,000. Ἰδοὺ ὁ συλλογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμον, συλλογισμὸς, τὸν ὁποῖον κάμνει πᾶς φιλόζωος, ὅστις πρὸ παντὸς ἄλλου θέλει νὰ ζήσῃ ἡσύχως καὶ ὁμαλῶς. Ἦτο, κύριοι, λανθασμένος ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς καὶ θὰ ἔχῃ ὀλεθρίους συνεπείας διὰ τὸν Τόπον. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν, ὡς λέγει, τότε ἔλλειμμα 10,000,000· εἶχεν ὅμως νὰ εἰσπράξῃ 9,000,000 ἀπὸ τὸ δάνειον, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ τὸ ὑπουργεῖον ὅτι, ὅταν ἐξησφαλίσθη ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων καὶ ηὔξησε καὶ ὁ τόκος, τὸ δάνειον τῶν 28,000,000 ἤθελε πραγματοποιηθῆ. Εἶχεν ἀκόμη 600,000 μεταλλικὸν εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν 726 μετοχὰς, τὰς ὁποίας δύναται νὰ διαθέσῃ. Λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον εἶχε 1,224,020 ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, 600,000 εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ 9 ἑκατομμύρια τὸ δάνειον, ἐν ὅλῳ 10,824,020. Τί ὤφειλε τὸ ὑπουργεῖον νὰ πράξῃ, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν Τόπον ἀπὸ τὰ γραμμάτια; — Νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο σῶα εἰς τὴν Εὐρώπην, νὰ ἐξοφλήσῃ μὲ ὁμόλογα τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων τὰ 3,000,000 τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων καὶ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἤθελον δὲ τῷ μείνει 7,824,020 ἤτοι 2,000,000 μεῖον τῶν ὅσα ὑπελόγισεν ὅτι ἤθελε χρειασθῆ. Καὶ ὅτι, κύριοι, αἱ Τράπεζαι ἐλάμβανον ἀπὸ τὰ ὁμόλογα τοῦ Ἐθνικοῦ δανείου ἀπέναντι τῶν γραμματίων των, ἐβεβαιώθη καὶ ἀπὸ τὸ ἐσχάτως συμβάν. Ἐσχάτως ἄνευ σκοποῦ ἔδοσαν εἰς τὴν τράπεζαν 3 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ δανείου πρὸς ἀπόσβεσιν 3,000,000 γραμματίων, καὶ οὕτω χωρὶς νὰ ἄρωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ηὔξησαν μόνον τὸν τόκον ἀπὸ 1½%, ὅπερ πληρόνομεν διὰ τὰ γραμμάτια, εἰς 10% ὅσα πληρόνομεν διὰ τὸ δάνειον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο καταφανὲς τὸ ἄτοπον, ἐγένετο μία ἐπιδιόρθωσις, ἥτις μοὶ ἐφάνη ἀστεία. Ἔλαβον 3,000,000 ἔντοκα γραμμάτια ἀπέναντι τῶν ὅσα ἔδωκαν, διὰ νὰ τὰ φυλάττωσιν, ὡς λέγουσιν, πρὸς πληρωμὴν τῶν γραμματίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶχον ἀνάγκην δηλαδὴ νὰ δανεισθοῦν ἀπὸ τὴν τράπεζαν πρὸς 10%, διὰ νὰ ἐξοφλήσωσι γραμμάτια πληρόνοντα 8%, ὅπως τὰ φυλάττωσιν εἰς τὰ Ταμεῖα πρὸς πληρωμὴν, ὁψέποτε παρουσιασθῇ εὐκολία καὶ θέλουν νὰ πληρώσουν τὸ δάνειον τῶν 12,000,000, καὶ τοιουτοτρόπως πληρόνουν διὰ 3,000,000, 8%, ὥστε ηὔξησεν ὁ προϋπολογισμὸς χωρὶς λόγον κατὰ 250 χιλιάδας δραχ. Λοιπὸν ἐδύνατο ἡ κυβέρνησις, ἂν ἤθελεν, ἂν ἀπεφάσιζε ν’ ἀψηφίσῃ τὰς δυσκολίας, ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἥτις θέλει ἔχει συνεπείας ὀλεθρίας καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως θ’ ἀπαλαγῶμεν εἰς τὸ μέλλον· διότι ἀντὶ 3 ἑκατομμυρίων θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην μετά τινα καιρὸν 12,000,000 διὰ ν’ ἀπαλλαχθῶμεν. Ἄλλως ὡς θέλει ἀποδειχθῆ, ἐὰν δὲν ἐξωφλεῖτο τὸ χρέος τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ ἀντ’ αὐτῶν προετιμᾶτο ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου τῶν 12 ἑκατομμυρίων, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ποσῶς ἔλλειμα.—Διὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐπληρώθησαν 3,200,000 δραχ. Αἱ τακτικαὶ εἰσπράξεις τοῦ 69 μέχρι τοῦδε εἰσὶ 17,400,000 δραχμαί· εἰσεπράχθησαν προσέτι ἐκ τῶν Τραπεζῶν ὀκτὼ ἑκατομμύρια καὶ ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν δάνειον τῶν 28,000,000, 9,000,000, καὶ προσέτι 3 ἑκατομμύρια μεταλλικὸν, τὸ ὅλον 37,400,000. Καὶ εἴμεθα εἰς τὸν Σεπτέμβριον. Τόρα τί ἔκαμαν αὐτὰ τὰ 37,400,000; Κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς, τὸ ὑπουργεῖον ἐπλήρωσε 3,000,000 δι’ ἔντοκα γραμμάτια καὶ 1900,000 διὰ τὸ μεταλλικόν· πρὸς δὲ ἔχει εἰς τὸ Ταμεῖον μέχρι τέλους Αὐγούστου 2 ἑκατομμύρια· ὥστε τὸ ὑπουργεῖον ἐπλήρωσεν ἢ ἔχει 7,000,000 ἐκ τῶν 37,400,000, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε. Μένουν λοιπὸν 30,400 000, ἅτινα ἐδαπάνησε μέχρις Αὐγούστου. Ἔχομεν δὲ 5 μῆνας ἀκόμη. Ἂν ἀκολουθήσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλομεν 12½ ἑκατομμύρια διὰ τοὺς πέντε αὐτοὺς μῆνας, ἤτοι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους· ἑπομένως 12½ καὶ 39,400,000 ἀποτελοῦσι 41, 400,000· καὶ ἐπειδὴ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους μένουν τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια ὀφειλόμενα θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως μέχρι τῶν 45 ἑκατομμυρίων. Δὲν εἰξεύρω ἂν πλανῶμαι εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, ἂν δὲν μᾶς φωτίσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ἐξακολουθῶμεν ἴσως νὰ πλανώμεθα· διότι δύνανται οἱ λογαριασμοί, τοὺς ὁποίους μᾶς ἔδωκε νὰ εἶναι ἀνακριβεῖς. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἂν δύναται νὰ στηριχθῇ τις ἐπ’ αὐτῶν· καὶ ἰδοὺ διὰ τί. Τὸ ὑπουργεῖον λέγει εἰς τὴν πρὸς τὸν βασιλέα ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης ἔλαβεν ἐκ τῆς Τραπέζης δι’ ἐκποίησιν μετοχῶν 855,000 δραχ. Ἐνῷ εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ λέγει, ὅτι διετέθησαν 274 μετοχαὶ, ἤτοι δραχ. 465,801 μόνον. Ἐκ τούτου βλέπετε τὴν μεγάλην ἀντίφασιν, ἥτις ἀποδεικνύει τὴν ἀταξίαν τῶν λογαριασμῶν. Ἐν τούτοις κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε διδόμενα τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1869 θέλουν ἀναβεῖ εἰς 45 ἑκατομμύρια. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1869. Δὲν ἐπιχειρῶ λεπτομερῆ ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870· διότι τί μοι χρειάζεται, ἀφοῦ ἔχω τοιαῦτα διδόμενα. Καὶ ἂν τοιαῦτα διδόμενα μᾶς παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869, ὁποῖα θέλουν εἶσθαι τὰ τοῦ 1870, ὅστις εἶναι δαπανηρότερος; Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὴν ἀνάλυσιν ἔκαμεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ εἴδετε, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις τὰς ὁποίας παρουσιάζουν οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ εἶναι ἰδανικαί. Αἱ αὐξήσεις ἀπ’ ἐναντίας εἰσὶ βέβαιοι, διότι αὔξησις πραγματικὴ εἶναι ἡ προσθήκη καὶ ἡ δημιουργία θέσεων, καὶ τοιαῦται ὑπάρχουν προσθῆκαι εἰς ὅλον τὸν προϋπολογισμόν. Ἐνῷ ἡ ἐλάττωσις ποσοστῶν καὶ ἐξόδων δὲν εἶναι ἀληθεῖς οἰκονομίαι, διότι αὐτὰ τὰ ποσὰ δὲν δύνανται νὰ ὁρισθῶσι, διότι ἡ ἀνάγκη τὰ ἀναβιβάζει καὶ τὰ καταβιβάζει, ὡς ἂν εἴπητε, ὅτι θὰ ἐξοδεύσητε 140,000 δραχμὰς διὰ τροφὰς, ἂν ὑπάρχῃ εὐθηνία θὰ ἐξοδεύσητε ἴσως 80 καὶ τοὐναντίον. Ἡ δημιουργία ὅμως θέσεων εἶναι ἔξοδον ὡρισμένον καὶ ἀπαιτητὸν, ἑπομένως αὐτὸ κανονίζει τὴν οἰκονομίαν ἢ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων. Ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ διορθώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, διότι εἶνε οἰκονομία ἀλλόκοτος, εἶναι ἡ οἰκονομία τῶν 100,000 δραχμῶν τῆς ὁδοποιΐας. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐπρόσεξεν εἰς αὐτὸ, εἶναι ἀρκετὰ εὐφυὴς, καὶ ἂν ἐπρόσεχεν ἤθελεν ἀποφύγει τὸ ἄτοπον. Ἐπειδὴ, λέγει, τὸ χρέος τῶν 28,000,000 ἐπραγματοποιήθη ὅλον, ἡ ὁλικὴ αὕτη πραγματοποίησις συνεπάγεται τὴν ἐλάττωσιν τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας, ὥστε δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσι τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἑπομένως τὰ ἀφαιροῦμεν.
§108ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ μέλλοντα.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀπαλείψητε· διότι κατὰ τὸν Νόμον ὑπέγγυα πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου. Δὲν δικαιοῦται τὸ δημόσιον νὰ πληρώνῃ διὰ τὰ χρέη του ἐκ περιουσίας ξένης. Τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶναι περιουσία τοῦ δημοσίου· εἶναι ἰδιαιτέρα τῆς ὁδοποιΐας, εἶναι ξένα χρήματα; Ποῖος σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι εἰμπορεῖτε νὰ λάβητε τὰ ξένα χρήματα διὰ νὰ πληρώσητε τὸ χρέος σας. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὸν Νόμον δὲν ἐμπορεῖ ὁ Τελώνης νὰ ἐκκόψῃ τὸ ποσὸν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ἀπὸ τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις, ὀφείλετε νὰ τὸ ἐπιστρέψητε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ ἄλλας εἰσπράξεις. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶναι κεχωρισμένον, ἔχει ἰδιαιτέραν περιουσίαν. Ἡ περιουσία αὕτη δέν εἶναι ὑπόχρεως, δὲν εἶναι ὑπέγγυος νὰ πληρόνῃ χρέη τοῦ Δημοσίου· εἶναι ἰδιαιτέρα περιουσία, ὅπως εἶναι αἱ περιουσίαι τῶν σωματείων, ἢ μᾶλλον ἰδιαιτέρα συνεισφορὰ τοῦ Ἔθνους πρὸς κατασκευὴν ἀποκλειστικῶς τῶν ὁδῶν. Εἶμαι βέβαιος, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι, ἂν μελετήσητε αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἔχω δίκαιον.
§110ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ πέρυσι ἀφῃρέθησαν.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῷ ὄντι· ἀλλὰ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἤλθετε ὡς ἄνθρωποι ν’ ἀνορθώσητε τοὺς Νόμους, νὰ βελτιώσητε τὸν τόπον, νὰ διευκολύνητε τὴν συγκοινωνίαν καὶ νὰ ὠθήσητε τὰ δημόσια ἔργα, ἀντὶ νὰ μοὶ λέγητε, ὅτι ἀφῃρέθησαν καὶ πέρισυν, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῆτε καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον τῆς παρούσης κυβερνήσεως ἦτο νὰ πληρώσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα καὶ ἀρχίσῃ ἡ ὁδοποιΐα. Ἐγὼ, κύριοι, γνωρίζω καὶ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὅτι τὰ χρήματα δὲν ἐπληρώθησαν. Τὴν πρώτην ἡμέραν ἔπρεπε νὰ τὰ ἀποδώσητε καὶ ἀρχίσητε τὰ δημόσια ἔργα. Ἔπρεπεν ἀκόμη ν’ ἀρχίσητε καὶ διαπραγμάτευσιν συνθηκῶν μὲ τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα εἰσερχόμενα ἐπιβαρύνονται μὲ τέλος ὑπερβολικόν. Ἔπρεπε νὰ μὴ συγχωρήσητε νὰ σᾶς προλάβῃ ἡ ἰδιωτικὴ ἐνέργεια εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς σταφίδος ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, καὶ ἀντὶ τούτου νὰ ἔλθητε νὰ μᾶς εἴπητε οὐχὶ τὶ ἐπράξατε, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἰμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε τί πράττετε, ὡς νὰ ἦτο μυστήριον διπλωματικὸν ἡ διαπραγμάτευσις ἐμπορικῶν συνθηκῶν.
§112Θ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν) Θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι εἶναι μυστήριον, καὶ ὅτι δὲν μᾶς προέλαβεν ἡ ἰδιωτικὴ ἐνέργεια.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι καὶ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι μυστήριον· διότι οὐχὶ ἡ κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ποῖαι ὑλικαὶ θυσίαι εἶναι προτιμότερον νὰ γείνωσι. Μὴ νομίζουν οἱ κ. ὑπουργοὶ, ὅτι δύνανται νὰ διαθέτωσιν αὐτοὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κοινοῦ ἐν τῷ κρυπτῷ. Ἅμα ὑπεγράψατε τὸ Πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔθετεν εἰς φιλικὰς σχέσεις μὲ τὴν γείτονα δύναμιν, ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας νὰ ἄρητε τὰς δυσκολίας, νὰ ἄρητε τὰ ἐμπόδια, τὰ βαρέα τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουν τὰ προϊόντα καὶ τὴν ναυτιλίαν μας κατὰ τὴν διάβασίν των ἐκ τῆς Ἀνατολῆς. Εἶναι, κύριοι, μετὰ τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὸ πρῶτον χρέος τῆς κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις τοῦ Τόπου ἰδίως πρὸς τὴν Ἀνατολὴν, ὥστε νὰ πέσωσιν οἱ τελωνιακοὶ φραγμοί. Διότι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν, κύριοι, τὸ ἐμπόριόν μας πορίζεται τὸν πλοῦτον. Ἰδοὺ τὶ περιέμενον ν’ ἀκούσω, ὅτι ἐπελήφθη ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον καυχᾶται, ὅτι ἦλθε ν’ ἀνορθώσῃ τοὺς Νόμους, νὰ βελτιώσῃ τὴν συγκοινωνίαν καὶ νὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ὅπως βαδίζομεν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ εὑρεθῶμεν εἰς δυσχερείας, ἀπὸ τὰς ὁποίας δυσκόλως θὰ ἐξέλθωμεν. Μᾶς παρουσιάζετε ἕνα προϋπολογισμὸν, ὅστις δὲν εἶναι ἢ ἀντιγραφὴ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάξωσι· ὅταν τίποτε, κύριοι, νεώτερον δὲν παρουσιάζετε, ὅταν τίποτε δὲν βελτιοῦτε, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖτε τὸ παρελθόν, ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ἰδίας συνεπείας τοῦ παρελθόντος; Εἰς οὐδὲν λοιπὸν σᾶς ἐχρησίμευσε τὸ παρελθόν; Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως ἔχει, δηλαδὴ ἔξοδα μέχρι 35 ἑκατομμυρίων ἐνῷ τὰ ἔσοδα δὲν θέλουν ὑπερβῆ τὰ 31 ἑκατομ. ὅπως ἀπεδείχθη καὶ δὲν τὸ ἐπαναλαμβάνω ὠθεῖ τὸν τόπον εἰς βεβαίαν καὶ ἀναπόφευκτον οἰκονομικὴν κρίσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως θὰ ἐξέλθωμεν, διότι ὅσον παρατείνεται ἡ κακὴ κατάστασις, τόσῳ χειροτερεύει. Ἐρωτῶ πρὸς τούτοις τὸ ὑπουργεῖον· τὸν Ἰανουάριον, ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ ὅλον τὸ δάνειον, ὅταν μεθαύριον ἔλθουν οἱ ἄγονοι μῆνες, πῶς θὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας του; Καὶ ἠξεύρετε τί σημασίαν ἔχει ἔλλειψις χρημάτων καὶ κατάστασις δημοσίας ἀσφαλείας ὁποία ὑπάρχει; Ἄλλοτε τὸ ἔλλειμμα τῶν ἀγόνων μηνῶν προκατεβάλλετο ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος. Τὸ παρελθὸν ἔτος κατὰ τὸν Δεκέμβριον εἶχε πάντοτε εἰς τὸ Ταμεῖόν του χρήματά τινα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν ἀγόνων μηνῶν τοῦ ἐρχομένου ἔτους, τὸ ὁποῖον τὰ ἐδανείζετο ἐπὶ ἐπιστροφῇ. Ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἄφινεν ἔλλειμμα, τὰ χρήματα ἐπιστρέφοντο. Ἐρωτῶ. Ἐξωδεύσατε 10,000,000 δανεισθέντες· θέλετε ἔχει νὰ τὰ ἐπιστρέψητε; Παρουσιάζετε τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια ὅτι ἔχετε εἰς τὸ ταμεῖόν σας· τὰ ὑπόλοιπα λοιπὸν εἶναι ἔλλειμα. Ἐὰν δὲν ἔχητε ν’ ἀναπληρώσητε αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα, ἐρωτῶ, τὸ ἔλλειμμα τῶν ἀγόνων μηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται, μὲ τί θὰ τὸ ἀναπληρώσητε; Δὲν θὰ εὑρεθῆτε τὸν ἐρχόμενον Ἰανουάριον εἰς οἵαν θέσιν εὑρέθητε τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον; Καὶ ὅταν δὲν ἔχητε ν’ ἀναπληρώσητε αὐτὸ, νομίζετε, ὅτι καλῶς θὰ ἐξέλθητε ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας; Ἰδοὺ διὰ τί νομίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως συνετάχθη, μᾶς φέρει ἀναποφεύκτως εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν τὴν πλέον ὀλεθρίαν καὶ ἐπιβλαβῆ. Θέλω ἀναπτύξει τὰ περὶ τούτου ἀκριβέστερον μετὰ τὴν ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως παρουσίασιν λογαριασμῶν τινῶν.
§114Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (πρωθυπουργός). Μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου· λέγω δὲ μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως, διότι θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι οὐχὶ ἀποθαῤῥυνόμενοι ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τῶν οἰκονομικῶν γνώσεων καὶ μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποδείξωμεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ψευδεῖς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Σωτηροπούλου, δὲν ἠθελήσαμεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν λόγον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπεριμένομεν ν’ ἀκούσωμεν καταγγελίαν σπουδαιοτέραν ἐναντίον μας ἢ τὴν καταγγελίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Εὐτυχῶς δι’ ἐμὲ ἢ δυστυχῶς δι’ ἄλλους, κύριοι, ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Κουμουνδούρου δὲν ἦλθε νὰ προσθέσῃ τι εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Σωτηροπούλου παρὰ ἓν μόνον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτο τὸ ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν δύο Τραπεζῶν, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων· τοῦτο μόνον ἐπρόσθεσεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, κατηγόρησε τὸ ὑπουργεῖον διὰ δύο λόγους· διότι τὸ ὑπουργεῖον ἀπεμακρύνθη τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φειδοῦς, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὑπεστήριξεν, ὅτε ἦτο εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως· σᾶς παρουσίασε δὲ καὶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει πέρυσιν, ὅταν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη ἐσυζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠθέλησε, παραβάλλων τὴν πρότασιν ταύτην πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870, ἠθέλησε πρὸ πάντων νὰ μὲ ἀποδείξῃ ἀσυνεπῆ. Κύριοι, προσεπάθησα καθ’ ὅλον τὸν πολιτικὸν βίον μου ν’ ἀποφύγω τὴν ἀσυνέπειαν· ἠθέλησα πάντοτε νὰ ἦμαι συνεπὴς, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἀντιπολίτευσίν μου οὐδέποτε ὑπῆρξα ὑπερβολικός. Δὲν ἤθελον, κύριοι, δημοκοπῶν νὰ προσβάλλω τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη λίαν ἀποτόμως. Ἂν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐλάμβανε τὴν καλοσύνην ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ὁμιλίαν, ἣν ἐξεφώνησα πέρυσιν, ἤθελε παρατηρήσει ὅτι δὲν ἐζήτησα μεγάλας οἰκονομίας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἠξεύρετε ποίας οἰκονομίας ἐζήτησα; εἶπον εἰς τὸν κ. Βούλγαρην, «ἔπρεπε νὰ μείνητε ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867·» καὶ βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 δὲν ἐβασίζετο ἐπὶ βάσεων, ἃς ἤθελε θέσει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1866. Ὁ κ. Χρηστίδης εἶχεν ἄλλο σύστημα οἰκονομικόν· τὸ δὲ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 δὲν ἀπεδέχετο οἰκονομίας τοιαύτας· ἐπαρουσίασεν ἕνα προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἦτο λίαν οἰκονομικὸς, ἀλλὰ δὲν κατηγορήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 ὡς σπάταλος. Κατηγόρησα λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη μόνον, διότι δὲν ἔμεινε ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 67. Ἠξεύρετε δ’ ἀκόμη, εἰς τί καὶ μόνον κατηγόρησα τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο; διότι προσέθηκε 4 αὐθυπάρκτους λόχους. Κύριος, ὅσοι ἐπιθυμοῦσι δύνανται ν’ ἀναγνώσωσι τὴν ὁμιλίαν μου ἐκείνην καὶ θέλουσιν ἰδεῖ, ὅτι περιέχει, ὅ,τι σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγω. Καὶ ἠξεύρετε, καὶ τί ἄλλο εἶπον; «μὴ καταχωρῆτε νέας δαπάνας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἰδίως προσωπικὰς, διότι ἅμα μία δαπάνη ἐγγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι ἂν οὐχὶ ἀδύνατον, ἀλλὰ δύσκολον νὰ ἐκλείψῃ εἰς τὸ μέλλον.» Αὐτὴ ἦτον ἡ σύντομος ὁμιλία μου, ἡ λίαν ἠπία, καὶ οὐχὶ ἀπότομος, ὅταν ἀντεπολιτευόμην τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη. Ὅ,τι πέρυσιν ἔλεγον, τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ ἐφέτος. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 συνετάχθη ἐπὶ βάσεων οὐχὶ σπατάλου πολιτικῆς, ἀλλὰ ἐπὶ βάσεων οἰκονομίας, καὶ συνετάχθη ἐπὶ βάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐπέβαλεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν μας. Αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ πορεία μου πέρυσιν, αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία μου ἡ σημερινή. Δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, καὶ ἂν ἐκ νέου σᾶς ἀναγνώσῃ τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλον μετὰ τοῦ Κ. Δεληγεώργη πέρυσι, νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι ἔπεσα εἰς ἀσυνέπειαν. Εἰς οὐδεμίαν ἀσυνέπειαν ἐνέπεσα. Δευτέρα κατηγορία τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι, ὅτι παρεβιάσαμεν τὸν Νόμον, διότι ἐκάμαμεν χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν 21000000. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἦτον ἀπόῤῥοια τοῦ νόμου περὶ πιστώσεως τῶν 100,000,000 δρ. ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ προκαλέσας τὸ Διάταγμα, ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν ἐδικήν μας ἔννοιαν. Ὁ κ. Βούλγαρης, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσε τὸ Διάταγμα περὶ συνομολογήσεως δανείου 21,000,000, ἔλαβεν ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦτο 2½ ἑκατομμύρια, καὶ τὰ ἐξώδευσεν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τοῦτο λέγω, ἵνα ἀπαλλαχθῶ τῆς εὐθύνης; Ὄχι, κύριοι. Ὅτε ἀνελάβομεν τὴν διοίκησιν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων, βεβαίως δὲν θὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο ὁμαλὴ, ὅτι ἡ κατάστασις ἦτον εὐχερεστάτη· ὄχι· ἂν δὲ θελήσῃ τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον, θέλουν τὸν διαψεύσει αὐτὰ τὰ πράγματα, αὐτὰ τὰ γεγονότα. Δυσχερεστάτη ἦτον ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων· ὅταν ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου, τὸ ταμεῖον ἦτο κενόν· 600,000 μόνον δραχμῶν ὑπῆρχον καθ’ ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους· ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν καὶ ἀνερχόμεναι εἰς τρία καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια· τὸ καθῆκον πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν Κρῆτας καθίστα ἔτι δυσχερεστέραν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Εἴπομεν λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα, ἀναλαμβάνοντες βεβαίως εὐθύνην τινὰ, νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰ χρήματα αὐτὰ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διασώσωμεν τὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἀλλὰ, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ λάβητε χρήματα ἀπὸ τὸ δάνειον αὐτὸ, εἴχετε 600,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ηὕρατε εἰς τὰ ταμεῖα, εἴχατε τὸ δάνειον τῶν 28,000,000 καὶ ἠδύνασθε νὰ οἰκονομηθῆτε. Ἀτυχῶς, κύριοι, ἦτον ἀδύνατον τοῦτο, διότι εὐθὺς τὸν πρῶτον μῆνα ὠφείλαμεν νὰ πληρώσωμεν ἥμισυ ἑκατομμύριον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἐκτὸς τοῦ 1,100,000 διὰ τοὺς πρόσφυγας τῆς Κρήτης. Τὸ παρελθὸν μᾶς ἄφινε πολλὰς ὑποχρεώσεις καὶ, ὡς θέλετε ἰδεῖ, ἐπληρώσαμεν 8,000,000 ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1868. Ἀνελάβομεν λοιπὸν τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἀνελάβομεν, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν τοῦ τόπου. Εἰσπράξεις, κύριοι, δὲν ἐγένοντο τότε, καὶ τὸ γνωρίζετε κάλλιστα· ἡ δημοσία τάξις εἶχε κλονισθῆ, διότι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι εἶχον ἀπογυμνωθῆ ἀπὸ τὸν στρατόν· ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ δὲν θέλω ἀναφέρων Κυβέρνησιν εἴτε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1867, εἴτε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1868, εἴτε ἄλλην, οὔτε νὰ κατηγορήσω, οὔτε νὰ ἐπαινέσω· σᾶς ἀναφέρω γεγονότα. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1868 εἶχεν ἀπογυμνώσει ὅλας τὰς ἐπαρχίας καὶ εἶχε συγκεντρώσει ὅλον τὸν στρατὸν εἰς δύω σημεῖα τῆς Στερεᾶς. Ὄχι μόνον, κύριοι, εἰσπράξεις δὲν ἠδύναντο νὰ γίνωσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ στρατοῦ ἀπὸ πολλὰς ἐπαρχίας ἐκλόνισε τὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν. Διὰ νὰ μετασταθμεύσῃ δὲ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας εἰς τὰς νέας θέσεις του, εἰς τόπον, ὅπου τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι τόσον μικρὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὰ μέσα ἔτι μικρότερα, γνωρίζετε, κύριοι, πόσος καιρὸς παρῆλθεν; Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ὁ στρατὸς ἀκόμη δὲν εἶχε φθάσει εἰς τὰς ἕδρας του· αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὕρομεν. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτῆς τῆς καταστάσεως δὲν ἀπεθαῤῥύνθημεν, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως τοῦ τόπου ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀλλὰ, καὶ οἱ δύο ἔντιμοι ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ προεστὼς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Σωτηρόπουλος (ἱλαρότης) καὶ οἱ δύο ἠθέλησαν νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν ὅτι ἐδαπανήσαμεν πόσα; 35,000,000! Τὸ ἠκούσατε. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν ὅτι μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου ἐδαπανήθησαν τὸ ὅλον 35,000,000, ὁ κ. Σωτηρόπουλος σᾶς εἶπεν ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς συνήθους ὑπηρεσίας 12,000,000· δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, καὶ νομίζω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἔχουν περισσοτέραν εὐγλωττίαν ἀπὸ τοὺς λόγους. Θέλετε νὰ μάθητε καθαρῶς ἐκ δανείων καὶ διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν τί ἐδαπάνησε τὸ ὑπουργεῖον; ἐδαπάνησε, κύριοι, 3,000,000 δραχμὰς, καὶ τὰ τρία αὐτὰ ἑκατομμύρια δὲν ἠμποροῦν νὰ λογισθοῦν ὅτι ἐπήγασαν ἐκ δανείων, διότι αὐτὰ τὰ τρία ἑκατομμύρια θὰ καλυφθοῦν ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου, τὰς ὁποία, ἐντελῶς δὲν γνωρίζομεν. Ἀκούσατε, κύριοι, τὴν καθαρὰν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργείου. Τί, κύριοι, ἐπληρώσαμεν; Ἡ κυβέρνησις ἐπλήρωσε δι’ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1869, 16, 600, 000· ἐπλήρωσε δι’ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1868 5,220,000· ἐπλήρωσε διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ θωρηκτοῦ Ὄλγας, καὶ βεβαίως, κύριοι, αὐτὴ ἦτον ὑποχρέωσις προηγουμένη, 700,000· διὰ τὴν τελευταίαν δόσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου τούτου 350,000· διὰ τὴν ἀποπληρωμὴν τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος» 475,000· διὰ παραγγελίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 500,000· διὰ τόκους τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000, τὸ ὁποῖον δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1868, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, 400,000· διὰ τόκους χρεῶν τῆς Ἑπτανήσου 200,000· διὰ λογαριασμὸν τῶν ληφθέντων ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιΐας 250,000, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἐξοφλήσωμεν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Βούλγαρης ἀπὸ τὴν ὁδοποιΐαν· ἐδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ λογαριασμὸν τοῦ μεταλλικοῦ 1,900,000· εἰς τὸν τραπεζίτην Ἐρλάγγερ 70,000, διὰ τὸ χρέος τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη κατὰ τὸ ἔτος 1868, 1,000,000· εἰς τὸν Ῥοτσχὶλδ ἀπέναντι τῶν 60,000,000 φρ. 60,000 δρ· δι’ ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων, 3,200,000, εἰς χρέη τῆς Ἑπτανήσου 180,000· διὰ στρατιωτικὰς παραγγελίας δρ. 600,000· καὶ τὸ ὅλον, κύριοι, εἶναι 18,175,000 δρ. Ὑπάρχουν δὲ μετρητὰ 2,000,000 εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, εἰς τὰ ἰδιαίτερα ταμεῖα 400,000, καθ’ ὁδὸν 160,000, ἐν Παρισίοις 900,000 ἤτοι τὸ ὅλον 3,460,000. Ὥστε ἂν παρατηρήσητε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων παρὰ τοῦ ὑπουργείου εἶναι 21,615,000, ἀπέναντι 24,500,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἐκ δανείων καὶ ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1868· ὥστε διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ 1869 ἐδαπανήσαμεν ἐκ δανείων 3,000,000 δραχμῶν, τὸ ὅλον δὲ τῆς διαχειρίσεως ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Αὐγούστου 1869 ἀνέρχεται εἰς δρ. 38,378,000. Τώρα θέλετε νὰ σᾶς κάμω τὴν ἀνάλυσιν;
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ καταθέσητε αὐτὴν τὴν σημείωσιν διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν;
§116Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουρ.). Μάλιστα. —Τώρα θέλετε νὰ μάθετε πόσαι εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δαπάναι ἄσχετοι μὲ τὴν ὑπηρεσίαν; Ἀναβαίνουν, κύριοι, εἰς 16,635,000. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἰσέπραξεν ἀπὸ δάνεια καὶ ἀπὸ ἔσοδα τῆς παρελθούσης χρήσεως δρ. 24,500,000, διότι ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει καθαρῶς εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Μαζὺ λοιπὸν μὲ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἐκ τῶν δανείων καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1868, εἰσεπράξαμεν 24.500,000· θὰ ἴδητε δὲ ὅτι ἐπληρώσαμεν ἔξοδα τοῦ 1868 κατασταθέντα ἀπαιτητὰ οὐχὶ 5,000,000, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν, ἀλλ’ ἐπληρώσαμεν 8,095,000· ἐλάβαμεν δὲ ὄχι 8,000,000, ὡς λέγει ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ 24,500,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 28,000,000 καὶ τὸ δάνειον τῶν δύο τραπεζῶν καὶ τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1868, ἡ ὁποία δὲν ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς. Ἐξ αὐτῶν τῶν 24,500,000 ἐδαπανήσαμεν εἰς πληρωμὴν χρεῶν, εἰς ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1868 καὶ εἰς διάφορα ἄλλα ἔκτακτα ἔξοδα, 16,635,000. Ὅ,τι ἐλάβομεν δὲ διὰ νὰ συντηρηθῶμεν, ἀναβαίνει εἰς 3,000,000 καὶ αὐτὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ θεωρήσωμεν ὡς δάνειον, καθότι θὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν εἰσπράξεων τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου, διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Σεπτεμβρίου ἀναβαίνουν εἰς 4,000,000 καὶ ἄλλα τόσα θὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ὥστε διὰ τῶν εἰσπράξεων θὰ δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν ὡς προκαταβολὴν διὰ τὴν συνήθη τακτικὴν διαχείρισιν τοῦ 1869. Τὰ 16,600,000, καθὼς σᾶς εἶπον, ἀπετέλουν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἦτον ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωμεν.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1869 πόσαι ἦσαν;
§118ΖΑΪΜΗΣ. 12,495,000.
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ παραγγείλετε νὰ μᾶς δοθῇ μία σημείωσις πόσα εἶναι ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ 1868 ὡς καὶ τοῦ 1869 μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς;
§120Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον.
§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου;
§122Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι ἐπίσης ἀδύνατον, τὸ γνωρίζετε· διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκεντρωθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τῶν ταμιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὔκολον.
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τέλους Αὐγούστου;
§124Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τέλους Αὐγούστου μάλιστα.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1868.
§126Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Θέλετε νὰ χωρισθοῦν; Μάλιστα· ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ αὐτό. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ κατηγορία, ἥτις ἐῤῥίφθη κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἐδαπάνησε 30, 20, 50 ἑκατομμύρια δραχμὰς, δὲν εἶναι ἀληθής. Ὀλίγας, κύριοι, λέξεις θέλω προσθέσει εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφίνω εἰς τοὺς συναδέλφους μου ν’ ἀπαντήσωσιν εἴς τινας λεπτομερείας, εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω. Μᾶς εἶπον, «συνετάξατε προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον συνετάσσομεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι πάντοτε, τὸν ἴδιον προϋπολογισμὸν μᾶς ἐφέρετε!» Εἶναι, κύριοι, περίεργος ἡ λογικὴ αὕτη. Δὲν ἐκαινοτομήσατε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, παρουσιάσατε τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον παρουσίασα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βούλγαρης.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸν παρουσίασα ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ.
§128Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι καὶ ὁ ἰδικός μας εἶναι εἰς ἰσοῤῥοπίαν. Τί εἴδους προϋπολογισμὸν ἐπερίμενον; Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἄλλοτε κατὰ τὸ 1866, καὶ δὲν ἐγγίζω τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1866, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν μπελλάδες (ἱλαρότης)· γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1866 ἕνας προϋπολογισμὸς συνετάχθη ταχυδακτυλουργικῶς, αὐτὸν ἐγὼ μόνον γνωρίζω, ἐὰν εἶχον τὴν ἀπαίτησιν τοιοῦτον προϋπολογισμὸν νὰ παρουσιάσω, βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ παρουσιάσω τοιοῦτον. Ἦτο δυνατὸν, κύριοι, νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι· ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι κυρίως δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς δύω ὑπουργεῖα, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν· ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, δὲν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐλαττώσωμεν οὐδ’ ἕνα στρατιώτην, διότι αἱ ἐπαρχίαι ζητοῦσι στρατὸν, καὶ ὁ στρατὸς, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ θαυμασίως τὸ καθῆκόν του, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἡσυχίας. Ἠθέλετε λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἐπενέγκωμεν οἰκονομίας, ἐνῷ ἡ δημοσία τάξις ἀπαιτεῖ τὴν αὔξησιν μάλιστα τοῦ στρατοῦ; Δὲν ἠδυνάμεθα, νὰ ἐπιφέρωμεν ἐλάττωσιν εἰς τὸν στρατόν.
§129ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος αὐξήσεως, ἔπρεπε νὰ τὸν αὐξήσητε.
§130Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Λοιπὸν τί μᾶς κατηγορῆτε, ὅταν μᾶς λέγετε ὅτι πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὸν στρατόν; Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν ὑπάρχει αὔξησις 350,000 δραχμῶν· ἀλλὰ τὴν αὔξησιν αὐτὴν δὲν ἠδυνάμεθα ἐπίσης νὰ τὴν ἀποφύγωμεν, διότι ἦτο ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867. Μόλις, μετὰ τρία ἔτη, κατωρθώθη νὰ ἔλθωσι τὰ δύο πλοῖα, τὰ ὁποῖα διέτρεξαν τοσαύτας περιπετείας καὶ τρία ἔτη κατεσκευάζοντο, κατεσκευάζοντο, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ τελειώσωσι. Τί ἠθέλατε νὰ τὰ κάμωμεν ἡμεῖς; νηϊοδοχεῖα δὲν ἔχομεν· ἠθέλατε νὰ τὰ πέμψωμεν εἰς τὸν ναύσταθμον τοῦ Πόρου; ἀλλ’ οἱ εἰδήμονες περὶ τὰ τοιαῦτα μᾶς εἶπον, ὅτι ἂν μόνον τρεῖς μῆνας διαμείνωσιν ἀκίνητα, καταστρέφονται τὰ σίδηρα, ὀξυδοῦνται τὰ καρφία καὶ ὁ ἐξωτερικὸς θώραξ καταστρέφεται. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὰ βάλωμεν εἰς ἐνέργειαν, ἢ ἔπρεπε νὰ τὰ ἐκποιήσωμεν, καὶ γνωρίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον. Καὶ τέλος πάντων, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε νὰ τὰ ἀποκτήσῃ, ἡ κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ στείλῃ εἰς τὸν Πόρον νὰ καταστραφῶσι. Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ φέρωμεν οἰκονομίας, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἴπομεν. Τώρα, κύριοι, ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὰς, διότι οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ εἴτε κατὰ τὴν γενικὴν, εἴτε κατὰ τὴν μερικὴν συζήτησιν, θέλουσιν ἀπαντήσει.
§131ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4½).