1869.10.15
1.116 στίχοι · 9.217 λέξεις · 137 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1869.
(Τετάρτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν. (Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τοπάλης.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσήχθη ἀναφορὰ εἰς τὸ προεδρεῖον ἑνὸς Βασιλείου Βουδούρη, ἐκθέτοντος τὰς πρὸς τὴν πατρίδα κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκδουλεύσεις του, καὶ ἐξαιτουμένου παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ χορηγηθῇ ἀνάλογον χρηματικὸν ποσὸν, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς προὶξ τῆς ἐν ὥρᾳ γάμου θυγατρός του.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεβιβάσθη εἰς τὸ προεδρεῖον ἡ ἀπάντησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Κεχαγιᾶ. (Ἀναγινώσκεται) Κύριε Πρόεδρε! Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 375 ἐγγράφου τοῦ προεδρείου τῆς Βουλῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, κύριε πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραίτησίν μου δικαιολογήσας αὐτὴν διὰ τῶν ἑξῆς λόγων, οἵτινες εὑρίσκονται αὐτολεξεὶ ἐκτεθειμένοι καὶ ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς· ἤτοι, «Σέβομαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι ὑπαγορεύθη ἀπὸ πνεῦμα εὐθυδικίας· δὲν δύναμαι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐκπληρώσω τὰ βουλευτικά μου καθήκοντα ἀπέναντι μιᾶς διαμαρτυρήσεως τῶν συμπολιτῶν μου, οἵτινες ἐπὶ 18 ἔτη μὲ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέγωσιν ἀντιπρόσωπόν των, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν παραίτησίν μου.» Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, παρῃτήθην, καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἀναφερομένους. Δέχθητε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξόχου ὑπολήψεώς μου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 15 8βρίου 1869.
Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.
§4ΤΙΝΕΣ. Ἐπιμένει λοιπὸν εἰς τὴν παραίτησίν του.
§5ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα ὅμως, εἶναι πλέον ἰσχυρά· διότι ἐκεῖ στηρίζονται ὅλοι οἱ νόμοι, ἄλλως ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν ὅτι αὐτὰ ἔχουσι κῦρος, ἀνατρέπομεν ὅλους τοὺς νόμους.
§6Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τί δηλοῖ; ἐπιμένει νὰ ἦναι παρῃτημένος;
§7Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, λέγει ὅτι παρῃτήθη, νὰ ἐρωτηθῇ, ἀνακαλεῖ τὴν παραίτησίν του ἢ ὄχι;
§8ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἐὰν τὸν ἠννόησα, διὰ τοῦ ἐγγράφου του λέγει ὅτι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δὲν τὰ ἀναγνωρίζει τόσον γνήσια. Τοῦτο ἴσως δι’ ἡμᾶς ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἄτακτον, οὐχὶ δὲ καὶ ἀξιόποινον, διότι πᾶς Ἕλλην δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ διὰ τὰ πρακτικὰ, δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει νόμος, δι’ οὗ νὰ τὸν τιμωρήσωμεν· θέλει νὰ ἀμφιβάλλῃ; ἂς ἀμφιβάλλῃ, ὡς καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἂν ἦναι σύμφωνα ἢ ὀρθά· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀναφερόμενος ἐμμένει εἰς τοὺς λόγους τοὺς ῥηθέντας παρ’ αὐτοῦ, εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἄλλα, τὰ στενογραφημένα, λέγων, ὅτι εἶναι βιασμένος νὰ ἐμμένῃ, διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ μάλιστα τοὺς συμπολίτας του, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τὸν ἐτίμησαν, φρονῶ ὅτι πᾶσα ἐπιμονὴ ἐδική μας εἰς τὸ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ τοῦ δώσωμεν τὴν παραίτησιν, δὲν εἶναι τόσον τακτικὸν, διότι διὰ τῆς παραιτήσεως αὐτῆς ὄχι μόνον θὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ἀλλὰ θὰ εὐχαριστήσωμεν τοὺς πολίτας τῆς Ἀμφίσσης, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλείτερον· ἔπειτα φρονῶ ἐγὼ, ἂν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἀτομικῶς νὰ φέρω γνώμην, ὅτι εἶναι ἕνας ἀρκετὰ εὐγενὴς τρόπος ὑπεκφυγῆς τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ κ. Κεχαγιᾶς· ἄνθρωποι εἴμεθα, κύριοι, ὅλοι ἐρεθιζόμεθα, ἴσως ἤλθομεν εἰς χειροτέραν πολλάκις θέσιν ἀπὸ τὸν κ. Κεχαγιᾶ, ὅστις ἐμμένει εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, πιστεύω ὅτι εἶναι ὀλίγον τραχὺ δι’ ἓν σῶμα, ὁποῖον εἶναι τὸ ἰδικόν μας, ν’ ἀπαιτήσωμεν, νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι, ἐβασίσθη ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ ἀναγνωρίζει αὐτὰ, τοῦτο εἶναι δύσκολον· ἡ σιωπὴ πάντοτε εἶναι παραδοχή· μοῦ ἔρχεται μία περίστασις δεινὴ, δὲν ἠξεύρω τί κάμνω, δὲν ἠξεύρω τί λέγω, νὰ βιασθῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω; θὰ ἦναι πικρόν· ἐγὼ εὑρίσκω τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εὐγενέστατον· ἂς εὐχαριστήσωμεν ὅθεν καὶ τὸν κ. Κεχαγιᾶν καὶ τοὺς συμπολίτας του διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προκειμένης αἰτήσεως, καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀμφίσσης ἂς φροντίσῃ νὰ στείλῃ ἄλλον διὰ ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ συμφέροντά της.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διόλου τί λέγει, καὶ ποῦ εὑρίσκει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει. Τί ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ; ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἐπιμένει εἰς τὴν παραίτησίν του διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἐν τοῖς πρακτικοῖς; διότι ποῖον ἦτο τὸ ζήτημα; ὅτι ἡ παραίτησις πρέπει νὰ παραδεχθῇ διὰ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς· ἄλλοι ἔλεγον, καὶ ἔφερον τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ εἶπον ὅτι δὲν παρῃτήθη δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐμπεριέχονται εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἐὰν παρῃτήθη διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους φέρουν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ τότε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησίς του, ἢ ἐὰν παρῃτήθη διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς· ἡ Βουλὴ ἠρώτησε τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ὁ δὲ κ. Κεχαγιᾶς ἀπήντησε σχετικῶς πρὸς τὴν ἐρώτησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ προτείναντος τὴν πρότασιν, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν ἡ παραίτησις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ εἶναι ἀποῤῥιπτέα· τώρα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν, δὲν ἠξεύρω ποῦ τὰ εὑρίσκουν· βεβαίως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὰ ἐπίσημα καὶ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ δὲν τὰ εὑρίσκουν.
§10Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καλὰ λοιπὸν εἶπον, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἂν θέλῃ νὰ ᾖναι βουλευτὴς ἢ ὄχι.
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε· κάμετέ μοι τὴν χάριν ν’ ἀναγνώσητε αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐστείλατε εἰς τὸν κ. Κεχαγιᾶν συνεπεία τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὴν ΜΖʹ. συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, τῆς 11 τρέχοντος, συζητουμένου του περὶ παραιτήσεως ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος ζητήματος, ἡ Βουλὴ κατέληξεν εἰς τὸ ἑξῆς θέμα, ὅπερ ψηφοφορηθὲν ἐγένετο δεκτόν· ἔχει δὲ οὕτω· νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, διὰ τοῦ Προέδρου ἐὰν παρῃτήθη διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λόγους· ὀφείλων ν’ ἀπαντήσῃ ἐντὸς 5 ἡμερῶν. Ταῦτα κοινοποιοῦντες ὑμῖν παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς ἀπαντήσητε ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω ταχθείσης προθεσμίας. Ὁ Πρόεδρος κτλ.»
§13ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει ἐκ νέου τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ)
§14ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν παρῃτήθη καὶ ἐμμένει εἰς τὴν παραίτησίν του.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, ὅτε κατὰ μίαν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐσυζητήθη τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ πιστεύω νὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι προεῖπον πᾶν ὅ,τι συμβαίνει ἤδη. Εἶπον τότε ὅτε ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης παραιτήσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ μὲ ἓν ναὶ, ἢ ὄχι· ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ μεταβληθῇ εἰς πρωτότυπον δικαστήριον καὶ ἐκδώσῃ προδικαστικὴν ἀπόφασιν. Δυστυχῶς ἐπὶ τῆς προδικαστικῆς ἀποφάσεως ὁ διάδικος, ὁ ἀντιμετώπως, οὕτως εἰπεῖν, ταχθεὶς ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, σᾶς λέγει· δὲν παρητήθην διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λόγους, τὰ ὁποῖα σεῖς γράφετε καὶ ἀναγνωρίζετε, ἀλλὰ παρῃτήθην διὰ τοὺς ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς. Ἐγὼ, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω ὅτι, δὲν ἐμόρφωσα πεποίθησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τοὺς προτείναντας τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, καὶ ἐφ’ ἧς ἀπαντᾷ ὁ παραιτηθεὶς κ. Κεχαγιᾶς, διὰ νὰ μὲ φωτίσουν τί ἐννοοῦν μὲ τοῦτο, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐκ τούτων μόνων, εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ παραιτηθεὶς βουλευτὴς, νὰ εἴπουν, δὲν παρῃτήθη· καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτήσω, τί ἠννόουν οἱ προτείναντες τὴν πρότασιν, ὅταν τὴν ὑπέβαλον. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀπαντήσει ὅπως ἀπήντησεν, ἐννοοῦν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπάντησις καθιστᾷ περιττὴν πᾶσαν συζήτησιν, καὶ ὅτι ἡ παραίτησις γίνεται δεκτὴ, ἢ ἐννοοῦν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπάντησις ἥτις, προεβλέπετο, ὅτι δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ αὐθεντικοῦ κύρους τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἢ ἐξασθενεῖ τὸ κῦρος τὸ ἀλάνθαστον, μὲ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχουν περιβεβλημένα τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα συντάσσονται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ προεδρείου, καὶ ὕστερον τίθενται ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις δι’ ἀποφάσεώς της τὰ κυρώνει; Ἐὰν ἡ τοιαύτη ἔκφρασις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἐνισχύῃ τὴν ἰδέαν τῆς κοινωνίας τοῦ νὰ πιστεύῃ ὅτι τὰ πρακτικὰ ἦσαν ἀληθῆ, ἀκριβῆ, ἢ ῥίπτῃ ἰδέαν ἐν αὐτῇ τῇ κοινωνίᾳ ὅτι, εἷς βουλευτὴς, ὅστις παρῃτήθη διότι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἀπαντᾷ εἰς ἐρώτησιν τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν παραιτεῖται διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λόγους, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς. Κύριοι, θὰ εἴπω ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ συγχωρήσητε, τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τὰ διορθόνομεν ὅλοι, ἐνῷ τὰ ἐπίσημα δὲν διορθόνονται· συντάσσονται, ἀναγινώσκονται καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, καὶ ἅμα ἐπικυρωθῶσιν εἶναι ἀλήθεια. Τὰ δὲ στενογραφημένα πρακτικὰ πολλοὶ πηγαίνομεν καὶ τὰ διορθόνομεν, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον τοιοῦτόν τι νὰ συνέβη καὶ ἐνταῦθα, ἐνδεχόμενον ἵνα διωρθώθη αὐτὸ τὸ μέρος ἢ ὁ στενογράφος νὰ ἤκουσε κακῶς μίαν ἰδέαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς προτείναντας νὰ ἐξηγήσωσι τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ τί ἐννοοῦν μὲ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ἐννοοῦν ὅτι ἀνακαλεῖ καὶ ἐμμένει εἰς τὴν παραίτησίν του, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε καὶ, ὑποβάλλων τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν προσβάλλει ἢ ὄχι τὴν ἀξιοπιστίαν τῆς Βουλῆς;
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν, κύριοι, ἔκαμον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, εἶχον τὰς ἑξῆς ἰδέας. Συνεζητήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποποιῆται τὰς παραιτήσεις καὶ τὰς ἀποῤῥίπτῃ, ἢ ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ παραιτεῖσθαι εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Ὑπεστήριξα μετ’ ἄλλων τὸ πρῶτον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως δὲν εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλ’ ὅτι ὑπόκειται εἰς τὴν βάσανον τοῦ βουλευτικοῦ σώματος, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, (καὶ πιστεύω ὅτι δὲν ἀπατῶμαι, διότι τοῦτο σημαίνει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς) αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε παραδεχθῆ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, βεβαίως δὲν ἤθελε σταματήσει εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Ἡ παραίτησις δὲν ἦτον αὐτοδικαίως δεκτὴ, ὁ κύριος πρόεδρος ἤθελεν ἀνακοινώσει εἰς τὸ Σῶμα ὅτι παρητήθη ὁ κύριος Κεχαγιᾶς καὶ αὐτοδικαίως ἡ παραίτησις θὰ ἦτο δεκτή. Προέταξα αὐτὴν τὴν ἰδέαν, διότι αὕτη ἀποφασίζει περὶ ὅλων τῶν δυσκολιῶν. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βασανίζῃ τὰς παραιτήσεις, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἔγγραφος παραίτησις συνοδευομένη μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ· ὑπάρχει δὲ διαφωνία μεταξὺ πρακτικῶν καὶ πρακτικῶν, ἐννοεῖται, ὅτι διὰ νὰ ἐξασκήσωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, τῆς βασάνου τῆς παραιτήσεως, ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ· διότι τί ἄλλο ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της εἰς τὴν βάσανον μιᾶς παραιτήσεως, παρὰ τοὺς λόγους τοὺς ὑπαγορεύσαντας αὐτήν; δὲν λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ καὶ ἄλλα περιστατικά· ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα συντείνουν εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ βάσανος ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ, ποῖοι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ; τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἔπρεπε ν’ ἀποφανθῇ, ἂν συμφέρῃ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις, διότι ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς βασάνου, δύναται νὰ εἴπῃ καὶ τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι, ἡ δὲ θέλησις τοῦ βουλευτοῦ εἶναι μηδέν. Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς δικαιολογεῖται τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Βουλὴ τοῦ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κύριον Κεχαγιᾶν περὶ τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως, ἀφοῦ ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ πρακτικῶν καὶ πρακτικῶν. Ἤδη ἡ Βουλὴ γνωρίζει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Κεχαγιᾶς παρῃτήθη καὶ θέλει τοὺς ἐκτιμήσει. Πρὶν δὲ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου περὶ τούτου κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαμῶν, ὅτι ἀρκετὰ ἐσυζητήθη προχθὲς τὸ ζήτημα περὶ στενογραφημένων πρακτικῶν καὶ ἐπισήμων πρακτικῶν, διότι ἐὰν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ διορθόνωνται, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν ὑπόκεινται εἰς καμμίαν βάσανον· διότι εἰς τὰ πρακτικά, ὅπως γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, οὐδεμία προσοχὴ δίδοται κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν, καὶ σπανίως μόνον προσέχει ὁ ἐνδιαφερόμενος ἢ ἄλλος τις εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται χωρὶς βάσανον. Ὅταν μάλιστα ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ φανερὰ ἀντίφασις μεταξὺ τῶν δύο πρακτικῶν, ἡ δύναμις τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἔτι περισσότερον ἐξασθενεῖται. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἀφοῦ ἤδη γνωρίζωμεν αὐτούς. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, κύριοι, προτείνει ὡς λόγον τῆς παραιτήσεώς του, τὸ ὅτι ἐπίσημοι συμπολῖταί του, τὴν γνώμην τῶν ὁποίων διὰ διαφόρους λόγους ὤφειλε νὰ σεβασθῇ, τοῦ ἐπέβαλον αὐτὸ τὸ καθῆκον. Καὶ εἰς τί συνίσταται, κύριοι, ἡ πρότασις τῶν συμπολιτῶν του, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον εἰς τὸν κ. Κεχαγιᾶν τὴν παραίτησιν καὶ εἰς ὧν τὴν γνώμην ἐπείσθη; εἶναι ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας ἠνοίχθησαν αἱ κάλπαι παρόντων ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων ὑποψηφίων καὶ ἀντιπροσώπων, καὶ τῇ συναινέσει ὅλων ἠνοίχθησαν αἱ κάλπαι διὰ νὰ παρατηρηθῇ ἡ κατάστασις τῶν σακκιδίων· οἱ δὲ ἀξιότιμοι αὐτοὶ συμπολῖται οἱ βαρύνοντες τόσον πολὺ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἐθεώρησαν ὅτι ἦτο μεγίστη προσβολὴ εἰς τὴν ἐπαρχίαν νὰ ἐπικυρωθῇ μία τοιαύτη ἐκλογή, διότι παρεβιάσθη εἷς οὐσιώδης νόμος, ὁ νόμος περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας· καθότι ὅταν αἱ κάλπαι ἠνεῴχθησαν εἶχον ῥιφθῆ 3 ἢ 4 σφαιρίδια, καὶ τούτου γενομένου, ἡ Βουλὴ προσέκρουσεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς μυστικότητος καὶ ἔκαμε μέγα ἔγκλημα δεχθεῖσα τὴν παράνομον ταύτην ἐκλογήν. Εἶναι λίαν ἀξιοκατάκριτος ὁ κ. Κεχαγιᾶς, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὅτι τὸ λέγω ἐν ἀπουσίᾳ του, εἶναι λίαν ἀξιοκατάκριτος ὅτι διὰ τοιοῦτον λόγον ἔθεσε τὸ βουλευτικὸν βῆμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σέβεται, εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθεσε. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀνώτερόν τι συμφέρον, κύριοι, ἤθελον γίνει εἰσαγγελεὺς κατὰ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησίς του καὶ μὴ γίνῃ δεκτὸς ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλά, κύριοι, ὑπάρχει συμφέρον ἀνώτερον τῆς σκέψεως εἴτε τοῦ ψηφοφόρου εἴτε τοῦ ἐκλεγομένου. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος, κύριοι, τοὺς νόμους ἐπηρεάζων, ἢ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, τοῦ κράτους, τῆς ἐπαρχίας δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἡμεῖς εἰς μίαν παραίτησιν προσοχὴν, τῆς ὁποίας τὸ ἐλάχιστον κακὸν θέλει εἶσθαι τὸ νὰ φέρῃ εἰς νέαν ἐκλογικὴν πάλην μίαν ἐπαρχίαν, πρᾶγμα ἀρκετὰ μέγα καὶ ἀρκετὰ σπουδαῖον· καὶ ἐὰν αἱ παρεκτροπαὶ, τὰς ὁποίας τινὲς φίλοι τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἔπραξαν ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτὸν νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄξιον σεβασμοῦ, καὶ ὑπεχρέωσαν αὐτὸν νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν παραίτησιν, ἡμεῖς πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ἄλλο ἀνώτερον συμφέρον, καὶ νὰ σκεφθῶμεν ἂν διὰ τὴν παρεκτροπὴν αὐτὴν, διὰ τὴν παρεξήγησιν, διὰ τὸ λάθος αὐτὸ τοῦ ἀτόμου, πρέπῃ νὰ προσκαλέσωμεν μίαν ἐπαρχίαν ὁλόκληρον, διότι ἡ ἀναφορὰ φέρει 400 μόνον ὑπογραφὰς, καὶ νὰ ἐκθέσωμεν τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν εἰς νέαν ἐκλογήν. Λοιπόν, κύριοι, πληροφορία ἦτον ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ, ἀφοῦ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὰς παραιτήσεις καὶ βασανίζῃ αὐτάς. Κατὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, καὶ κατὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα ν’ ἀντιταχθῶμεν, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὸ πολὺ ἀνώτερον συμφέρον, τὸ συμφέρον τῆς ἐπαρχίας, τὸ συμφέρον τῆς κοινῆς εὐταξίας, ὅτι πρέπει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν τοιαύτην παραίτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο λίαν ἐπιπολαίως καὶ διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν καμμίαν σημασίαν ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων. Ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ εἷς βουλευτὴς καὶ εἰπεῖ, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ συνεργάζωμαι μὲ ὑμᾶς καὶ ἐκπληρῶ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνέθεσεν ἡ ἐπαρχία, δὲν δύναμαι νὰ τὸ πράξω, διότι πάσχω, ἢ διότι μεγάλα συμφέροντα μὲ προσκαλοῦν νὰ λείψω ἓν ἢ δύο ἔτη μακρὰν τῆς πρωτευούσης καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν θέλω ἡ ἐπαρχία νὰ μείνῃ ἄνευ ἀντιπροσώπων, τοῦτο, λέγω, ὅταν προταθῇ, ἡ Βουλὴ βλέπουσα τὴν ἀνάγκην θέλει ἠμπορεῖ νὰ προσκαλέσῃ τὴν ἐπαρχίαν εἰς νέαν ἐκλογὴν, ἀφοῦ βλέπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ γίνῃ. Διὰ τούτους λοιπὸν τοὺς λόγους δὲν εἶναι ἄξιον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις οὐχὶ δι’ ἕτερον λόγον, ἀλλ’ ἵνα μὴ προκαλέσωμεν ἑτέραν ἐκλογήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν· ά. ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Διαμαντόπουλος περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων· βʹ. ἑτέρα ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποβιβάσεως τῆς ἐφορίας Ναυπλίου· γʹ. ἑτέρα ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου έ. τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1868 διατάγματος περὶ ὑποχρεωτικῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κυκλοφορίας· δʹ. ἑτέρα ἔκθεσις περὶ τῶν ἐτησίων δόσεων ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐλαιοδένδρων.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσιν.
§19ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει κακὴ συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο ἐπιτροπῶν, τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης διὰ τὸ ἀντικείμενον περὶ τῆς ληστείας. Ἡ Βουλὴ, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, ἀπεφάσισεν, αἱ δύο ἐπιτροπαὶ νὰ συνέλθωσιν εἰς ἓν νὰ συζητήσωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὴν ληστείαν. Ἐπειδὴ λοιπὸν παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ συνεννόησις, παρακαλῶ τὸν πρόεδρον νὰ εἰδοποιήσῃ τοὺς προέδρους ἀμφοτέρων τῶν ἐπιτροπῶν νὰ συνέλθωσι διὰ νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἀμφοτέρων τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων.
§20ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κακὴ συνεννόησις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν δὲν προσεκλήθη ἀπὸ τὸν πρόεδρον νὰ ἐργασθῇ· τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης. Πῶς γίνεται λοιπὸν τοιαύτη κακὴ σύστασις διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ ἀποδίδεται μία τοσαύτη ἀμέλεια; αὐτὴ εἰργάσθη τοσαύτας ἡμέρας· πῶς ἔρχεσθε καὶ κακίζετε μίαν ἐπιτροπὴν δημοσίᾳ, συνεδριάζοντος τοῦ σώματος; (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον, αὐτὸ δεικνύει τὸν ζῆλον.
§22ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν ἀμέλειαν τοῦ........
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔχει τί νὰ πράξῃ πλέον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληστείας· διότι σεῖς αὐτὸς, κ. πρόεδρε, μᾶς ἀνηγγείλατε, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ τὸ ἐθεώρησε τέλειον καὶ τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, κατόπιν ἐνθυμήθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ καὶ τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς, καὶ σᾶς παρεκάλεσε ν’ ἀνασταλῇ πᾶσα συζήτησις εἰς τὴν προεξεργασίαν αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μόνον ὡς πρὸς τὰ δύο ἄρθρα.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξετάζω, ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη αὐτοῦ, νὰ δημιουργήσῃ ἕτερον συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὰς ἀνωτέρας δικαστικὰς ἀρχὰς, καὶ ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ταῦτα, ἀφοῦ μὲ τόσον πάταγον καὶ ἐπίδειξιν μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι ἡ παραμικρὰ ἀναβολὴ ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ κρίνῃ· λέγω μόνον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔχει τί νὰ πράξῃ πλέον μετὰ τῆς ἄλλης ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν. Διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Χατζίσκου δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν προχθεσινὴν ἐρώτησιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ ὑπουργὸς ὁ ἔχων δικαίωμα εἰς πᾶσαν κατάστασιν τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ν’ ἀνακαλῇ ἓν νομοσχέδιον ἐν μέρει ἢ ἐν γένει, ὁ ὑπουργὸς οὗτος ἐζήτησεν, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ν’ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα, περὶ τῶν ὁποίων σκέπτεται νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι κρίνῃ εὔλογον καὶ νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργείου, δύνανται νὰ σχηματίσουν νόμον αὐτοτελῆ· καθὼς καὶ τὰ δύο ἄρθρα, ἄν ποτε ἀποφασίσῃ νὰ τὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δύνανται νὰ σχηματίσουν αὐτοτελῆ ἄλλον νόμον. Ἂν ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ δὲν ᾖναι ἀκριβὴς, ἡ ἐπιτροπὴ θὰ κατίδῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν της θ’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί πρέπει νὰ γίνῃ· διὰ τοῦτο ἂς περιορισθῶμεν κατὰ τὸ παρὸν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης νὰ συνέλθῃ μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἄλλην, καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ῥίπτετε καὶ δευτέραν φορὰν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. πρόεδρος εἰς μίαν ἀπὸ τὰς προλαβοῦσας συνεδριάσεις καθυπέβαλεν οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὰ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο δὲ τότε τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, ἐπανέρχεται δὲ τὸ ζήτημα σήμερον.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν ὁ πρόεδρος εἰς τὴν Βουλὴν, ἕνας βουλευτὴς ἔκαμε τὴν ἐρώτησιν, καὶ ὁ πρόεδρος εἶπεν τὴν κατάστασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης· σήμερον γίνεται πάλιν λόγος περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, πάλιν ὁ ἴδιος βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ὁ πρόεδρος ἀπήντησεν εἰς τὴν Βουλήν.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐῤῥέθη εἰς τὴν Βουλὴν, καθόσον καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ὑπάρχει γεγραμμένον μεγάλοις γράμμασιν· ἂν τὸ ἐλέγατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν θὰ ἦτο γεγραμμένον εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ τὸ γνωρίζει καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποκριθῇ, ὅτι τὸ ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον, (καὶ λέγω τὸ ὑπουργεῖον, καὶ οὐχὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης· διότι ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τρεῖς ὑπουργούς)· τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον συνέταξε καὶ ἐσύστησεν εἰς την ἐπιτροπὴν ὡς λίαν κατεπεῖγον, καὶ ὡς μέλλον νὰ διορθώσῃ τὰ τῆς λῃστείας, κόπτεται εἰς δύο, καὶ ἀπὸ τὰ ἄρθρα του ἀποσύρονταί τινα καὶ ἄλλα δὲν ἀποσύρονται· διότι παραδέχομαι πληρέστατα, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ οἱοσδήποτε βουλευτὴς ἐν πάσῃ περιπτώσει ν’ ἀποσύρῃ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποῦ βασίζονται διὰ νὰ ζητήσουν νὰ σταματήσωσι τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἤδη ὑπὸ συζήτησιν, ὁποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον τὸ τῆς λῃστείας. Ἐπεθύμουν νὰ ἐκτανθῶ, καὶ θέλω ἐκτανθῆ εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, ἀφοῦ ὅμως προηγηθῇ ἀπάντησις τῆς κυβερνήσεως. Ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μᾶς εἴπῃ ὁριστικῶς, ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν τὸ ἀποσύρῃ, ἵνα μὴ τεθῇ ὑπὸ σκέψιν τῆς Βουλῆς.... Κύριε πρόεδρε, μὴ γελᾶτε, ὅταν ὁμιλῶμεν, διότι δυνάμεθα νὰ γελάσωμεν καὶ ἡμεῖς (θόρυβος).
§30Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ὑποχρεώσουν, κύριε πρόεδρε, καὶ πῶς πρέπει νὰ κάθησθε;!!
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς κάθεται ὁ πρόεδρος, καὶ πῶς φέρεται εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ἔρχεται εἰς συζήτησιν (θόρυβος).
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐνόμιζα, ὅτι ἐκυττάζατε ἐμὲ, ὅταν ἐγελᾶτε (θόρυβος). Ζητῶ νὰ μάθω, κύριε πρόεδρε, ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἡ κυβέρνησις, ναὶ ἢ ὄχι; Νομίζω δὲ, ὅτι μεταξὺ τοῦ θορύβου ἤκουσα· ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἀπαντᾷ, ἂν ἤκουσα καλὰ, ἂς τὴν ἐκτιμήσῃ ἡ ἰδία τὴν ἔκφρασίν της. Ἂν ἀποσύρεται τὸ νομοσχέδιον, συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Μίληση· ἂν δὲν ἀποσύρεται, διανοεῖται δὲ νὰ ζητήσῃ οἱασδήποτε πληροφορίας θέλει, ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦτο δὲν μᾶς ἀφορᾷ, ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὴν κυβέρνησιν, ἥτις διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δεικνύει ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν εἶχε σχηματίσει πεποίθησιν μετὰ ἐννέα μῆνας σκέψεως. Δὲν ἠξεύρω ποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ περὶ ληστείας, εἰς ἣν ἔχει ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῇ καὶ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἐνόσῳ ἔχουν ἐνώπιόν των νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις δὲν διαδηλοῖ ῥητῶς, ὅτι ἀποσύρει, δὲν δύνανται νὰ σταματήσωσι, πρέπει νὰ ἐπιληφθῶσιν, ἐκτὸς ἂν ἡ κυβέρνησις εἴπῃ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπρότεινα ὡς κατεπεῖγον, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ὡς λίαν συντελεστικὸν κατὰ τῆς ληστείας, σᾶς λέγω σήμερον, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε. Ἐνόσῳ ἡ κυβέρνησις δὲν τὸ ἀποσύρῃ, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ τὸ ἐξετάσῃ, ἕνεκα τῆς ἀποκαλυπτομένης ἀπερισκεψίας τῆς κυβερνήσεως. Ἂς περιμένῃ ἂν θέλῃ ἡ κυβέρνησις τὰ ἐφετεῖα τοῦ κράτους νὰ σκεφθῶσιν ἀντ’ αὐτῆς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ληστείας, ἡμεῖς ὅμως δὲν γνωρίζομεν τὸν τόπον μας; δὲν γνωρίζομεν τί τρέχει ὁλονὲν εἰς τὸ κράτος; καὶ, κύριοι, δὲν εἴμεθα πάντες ὑποχρεωμένοι νὰ καταθέσωμεν τὰς ἰδέας μας, τὰς πεποιθήσεις μας, τὰς γνώμας μας περὶ τῆς μάστιγος ταύτης, ἥτις δὲν μαστίζει τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ὑποφέρουσιν ὅμως τὰ 8|10 τῆς Ἑλλάδος; Δὲν ὀφείλομεν καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῶν ἐφετῶν, καὶ τοῦ ἀποσυρμοῦ ἢ μὴ ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἂν ἡ κυβέρνησις ἀποσύρῃ τὴν γνώμην της, δὲν ὀφείλομεν νὰ καταθέσωμεν ἡμεῖς τὰς ἰδικάς μας; Προτείνω λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ τακτικὴ προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως φέρει τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν προτάσεων καὶ νομοσχεδίων περὶ ληστείας καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§33ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ λόγου τίθενται περιορισμοὶ καὶ ὑποχρεώσεις, αἵτινες καθιστῶσι τὴν ἐξάσκησιν τοῦ μεγάλου τούτου δικαιώματος λυσιτελῆ καὶ χρήσιμον εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Τοὺς περιορισμοὺς καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοὺς προσδιορίζουν, ἐπὶ μὲν τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἄλλου κόσμου, οἱ νόμοι τῆς ἐπικρατείας, ἐπὶ δὲ τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους ἡ σοβαρότης καὶ ἡ ἐμβρίθεια τῶν ἐργασιῶν τοῦ μεγάλου σώματος διαγράφει εἰς ἕκαστον, καὶ οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κοινὸν λόγον μὲ τὴν ὑποκειμένην κατάστασιν τῶν ἀγορευόντων.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πολὺ εὔκολον, κύριοι, ἀγορεύων τις ἐνταῦθα νὰ ἐκτοξεύσῃ αἰτιάσεις, νὰ μᾶς ἀποκαλέσῃ ἀπερισκέπτους, νὰ καταστήσῃ ἄλλους γελοίους, νὰ σκώψῃ ἢ νὰ σαρκάσῃ ἕκαστον· ἀλλὰ μὴ νομίσητε ὅτι ταῦτα πράττων εἶναι ἐν δέοντι. Ἐν δέοντι θέλει εἶσθαι, ὅταν ἔρχηται καὶ συζητῇ πράξεις, ὧν ἀποδεικνύει τὸ χρήσιμον ἢ μὴ, καὶ μετὰ ταῦτα χαρακτηρίζῃ τὰς πράξεις ταύτας· εἰ δὲ μὴ εἰς ὁμιλίας ἐν γένει, ὅταν εἰσάγῃ καὶ συζητῇ παρεκτρεπόμενος καὶ χαρακτηρίζῃ πράξεις, ὅπως θέλει, μὴ βασανισθείσας ποσῶς, εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ οἱ ἀκούοντες δὲν θέλουσι δώσει τὸ οὖς των εἰς τοὺς χαρακτηρισμοὺς αὐτοὺς, ἀλλὰ θέλουσιν ἐπιφυλαχθῆ νὰ δώσωσι τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν, ὅταν γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας· μέχρι τῆς ἐποχῆς δ’ ἐκείνης θέλουσι μεμφθῆ ἐκείνους, οἵτινες ἰδιοτρόπως καὶ ἀβασανίστως χαρακτηρίζουσι τὰς πράξεις. Ζητοῦν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ κυβέρνησις περὶ τίνος πράγματος; Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ δύο ἄλλων ὑπουργῶν εἰσήγαγε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἁρμοδίαν· ἐν τῷ μεταξὺ δ’ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἔκαμεν ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ὁ πρόεδρος ἀνήγγειλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἁρμοδίαν. Ἦλθεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ σᾶς εἴπῃ, μοὶ ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἀνάκλησις ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ προέδρου, ἀλλ’ ἐγὼ ἀμφισβητῶ, ἂν εἶχεν ὁ ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τοῦτο, προσβάλλω τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐξασκήσῃ, ἢ διατείνομαι ὅτι ἐξήσκησε δικαίωμα εὐρύτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε, καὶ οὕτω προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ νὰ συζητήσῃ κατ’ οὐσίαν; Οὐχὶ, οὐδὲν τοιοῦτον· ἀλλὰ πρὸ παντὸς τοιούτου λόγου ἔρχονται νὰ ἐκτοξεύσωσιν ὕβρεις, ὀνομάζουσι τὴν κυβέρνησιν ἀπερίσκεπτον, λέγουν ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι γελοῖος. Νομίζω, ὅτι ταῦτα ἥκιστα συμβιβάζονται μὲ τὴν ἐμβρίθειαν τοῦ σώματος τούτου. Μᾶς ζητεῖτε ἐξήγησιν τῆς γενομένης ἀνακοινώσεως; Ποίαν ἐξήγησιν νὰ σᾶς δώσωμεν; Οὐδεμίαν ἄλλην ἔχομεν, εἰμὴ ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμεν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ κ. πρόεδρος διεβίβασεν αὐτὴν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν· ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη περιέχει τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον. Ἂς ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ σᾶς ὑποβάλῃ γνώμην, ἂν ἔχῃ ἀμφιβολίαν ἢ δισταγμόν τινα ἐπὶ τῶν ἐννοιῶν τούτων ἢ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ τότε προθύμως θέλομεν συζητήσει αὐτήν· σήμερον δὲν ἔχομεν νὰ σᾶς κάμωμεν καμμίαν ἄλλην ἐξήγησιν, παρὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμε πρὸς τὴν Βουλήν.
§36ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι περιττοὶ οἱ λόγοι.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου! καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ ὅπου ἀκούομεν τὴν ἔκφρασιν ταύτην· περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου τιθέμενος εἰς τὸ κοινοβούλιον ἀπὸ τὴν σοβαρότητα, ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν ὑποκειμενικῶν ἢ ἀντικειμενικῶν. Ἐλεγχόμεθα ὅτι ἐξερχόμεθα ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς τούτους τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ περιορισμοὺς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, διότι πίπτομεν εἰς θεωρίας ἄνευ τῶν ἀντικειμένων. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ὅλα ὅσα ἀνέφερον τώρα ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, εἶναι ἢ ὄχι θεωρία ἐκτὸς τοῦ ἀντικειμένου; εἶναι ἀνάγκη, μᾶς εἶπε, νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου διὰ νὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν συζητουμένων ἀντικειμένων καὶ νὰ μὴ παρεκτρεπώμεθα εἰς πράγματα ἐκτὸς τῶν συζητουμένων τῶν ὑποκειμενικῶν ἢ ἀντικειμενικῶν. Καὶ ἂν βιάζωμαι ν’ ἀντικρούσω τὰς θεωρίας ταύτας, εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγώ; Κατὰ τί παρεξετράπην εἰς θεωρίας, κύριοι, ὅταν εἶπον, ὅτι εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον διαπονηθὲν εἰς τὸ διάστημα 8–9 μηνῶν παρὰ τῆς κυβερνήσεως, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ θεωρήσω ὡς νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ τῆς κυβερνήσεως, διότι φέρει τὰς ὑπογραφὰς τριῶν ὑπουργῶν; εἰπὼν ταῦτα παρεξετράπην ἀπὸ τὸ ἀντικείμενον; εἰπὼν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μᾶς ἐσυστήθη ὡς κατεπεῖγον, ὡς συντελεστικὸν πρὸς καταστροφὴν τῆς λῃστείας, κατόπιν δὲ μᾶς εἶπον σταματήσατε, μὴ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, τὸ ἐστείλαμεν εἰς τὸ ἐφετεῖον, κατὰ τί παρεξετράπην; Εἶπον, ὅτι ἂν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τὸ ἀποσύρουν, καὶ εἴπουν τὸ ναί, συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Μίληση, ὅτι δὲν ἔχει τὶ νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή· ἂν δὲν τὸ ἀποσύρουν, καὶ θέλουσι νὰ λάβουν γνώμην ἀπὸ τὸ ἐφετεῖον διὰ νὰ φωτισθῶσι, τότε δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Μίληση. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἂς φωτισθῇ, ἡ Βουλὴ ὅμως πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· καὶ εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἂν εἶπον ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα ὅπου ἐπανερχόμεθα οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο, οὐδεμία σκέψις ἐλήφθη παρὰ τῆς Βουλῆς περὶ ληστείας; καὶ εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἢ παντελὴς ἐγκατάλειψις αὐτοῦ, ἂν ἀπὸ τόσα καὶ τόσα, τὰ ὁποῖα καθημερινῶς συμβαίνουν εἰς τὰς ἐπαρχίας, δὲν ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος περὶ ληστείας; Συμφωνοῦν ταῦτα μὲ τὴν σοβαρότητα καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυβερνήσεως; Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ἀποσύρετε, κύριοι ὑπουργοὶ, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐγένετο μία ἀνακοίνωσις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἂς ἔλθῃ νὰ ὁμιλήσῃ, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, ἂν ἔχῃ ἀπορίας, ἀλλὰ σεῖς κάμνετε κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου νὰ ζητῆτε πληροφορίας· εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ καθήκοντα ἡ ἀπάντησις αὐτή; καὶ εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου νὰ προτείνωμεν τὴν ἐρώτησιν ταύτην; Ἐκλεγόμενοι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, καθήμενοι ἐπὶ τοῦ περιβόλου τούτου δὲν δὲν ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ συζητῶμεν, εἰμὴ περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν συνενωμένοι, ἐὰν ὄχι συνεννοημένοι, καὶ περὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνον καταγίνονται οἱ ὑπουργοὶ, ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οἱ πρόεδροι τῶν ἐπιτροπῶν· καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι τί εἶσθε; Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὁποία νομολογία καθιεροῦται σήμερον; Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ· σὺ ὁ ὁποῖος ὡμίλησες δὲν εἶχες δικαίωμα πρὸς τοῦτο, κατεχράσθης τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον τοῦτο.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἤκουσα, τοῦτο ἠννόησα, τοῦτο ἤκουσεν ὅλη ἡ Βουλὴ Εἴπατε τοῦτο, κύριε ὑπουργέ;
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὅταν τελειώσητε θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν· ἐξακολουθήσατε; μὴ διακόπτεσθε.
§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μοῦ ἀπαντήσητε.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω τώρα;
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὅταν ἔρχησθε καὶ θέλετε νὰ ῥίψητε τὴν εἰρωνείαν κατὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα τὸ κοινοβούλιον ἔθεσε διὰ νὰ διευθύνωσι τὰς ἐργασίας του· εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὅταν ἔρχησθε νὰ ἐκτοξεύσητε κατὰ τῆς κυβερνήσεως τὴν ὕβριν, ὅτι εἶναι ἀπερίσκεπτος πρὸ τοῦ νὰ καταδείξητε τὴν ἀπερισκεψίαν· ὡς βουλευταὶ, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθητε νὰ φέρητε μίαν πρότασιν οἱανδήποτε κατὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ νὰ κατηγορήσητε αὐτὴν ἐφ’ οἷα δήποτε ἂν θέλετε πράξει, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τότε τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ τοῦτο, καὶ ν’ ἀποφανθῇ· ἀλλὰ πρὸ τούτου, δὲν ἠδύνασθε, κ. βουλευτὰ, νὰ ἐκτοξεύητε ὕβρεις. Τὸ πράττετε, ἀλλὰ δὲν εἶσθε ἐν δέοντι οὐδὲ σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκτοξεύητε ὕβρεις καὶ νὰ καθιστᾶτε γελοίας τὰς πράξεις τῶν διευθυνόντων τὰς ἐργασίας τοῦ κοινοβουλίου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ποτὲ δὲν ἐσκέφθην περὶ τοιαύτης εἰρωνείας οὔτε ὡς ἄτομον οὔτε ὡς πρόεδρος.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλουν νὰ μᾶς βάλουν νὰ μαλώσωμεν, κ. πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ βλέπω καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦσθε προσεκτικός.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶπον ὅτι εἶναι ἀπερισκεψία τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐκάματε; τὸ εἶπον ἁπλῶς· καὶ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κατηγορήσω ὡς ἀπερισκέπτους; Ἤθελεν εἶναι ὕβρις ἐὰν τὸ ἔκαμνον; ἐὰν ἤθελον φέρῃ πρότασιν καὶ νὰ εἴπω, προτείνω ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ὅτι ἀπερίσκεπτος εἶναι ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσήγαγεν ἓν νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μετὰ ταῦτα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς σκέπτεται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἔρχεται καὶ τὸ ἀποσύρει κατὰ τὰ δύω του ἄρθρα ὅπως ἀκούσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἐφετείου, καὶ προτείνω ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή; Δὲν ἤμην ἐν τῷ δικαιώματί μου; καὶ εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου τοῦτο; κύριε ὑπουργὲ, νὰ συνεννοηθῶμεν διὰ νὰ μὴ πίπτωμεν εἰς λογομαχίας· ἕως ποῦ θέλετε νὰ ἐπεκτείνητε τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἕως ποῦ ὑμεῖς ὡς συνταγματικοὶ καὶ κοινοβουλευτικοὶ ἄνθρωποι ἐννοεῖτε, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν χωρὶς νὰ ἐννοῆτε ὅτι σᾶς προσβάλλομεν καὶ σᾶς συκοφαντοῦμεν; διότι μακρὸς βίος δεικνύει, ὅτι δὲν σκοποῦμεν νὰ σᾶς προσβάλωμεν. Ἐλᾶτε λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, νὰ θέσωμεν τὰ ὅρια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ὅρου! Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κατηγορήσω ὡς ἀπερισκέπτους, καὶ ἁπλῶς εἶπον ὅτι εἶναι ἀπερισκεψία αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον.....
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι κατάχρησις, κ. βουλευτὰ, νὰ ἐπαναλαμβάνητε τὸ ἀπερίσκεπτος (θόρυβος).
§50Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα, κ. πρόεδρε....
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω δικαίωμα, κύριε, καθήσατε κάτω.
§52Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Φέρετε πρότασιν, κύριε Λομβάρδε, ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ὑβρίζητε.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε πρότασιν νὰ μᾶς ἀποκαλέσητε ἀπερισκέπτους, νὰ μᾶς δώσητε ὅλα τὰ ἐπίθετα, ὅσα νομίζετε, ἀλλὰ τότε θὰ συζητηθῇ καὶ ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ· ἀλλὰ τὸ νὰ ῥίπτητε τοιαύτας λέξεις χωρὶς νὰ φέρητε πρότασιν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρίνεια. Φέρετε πρότασιν οἱανδήποτε ἀλλὰ θὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προχωροῦσιν ἀκόμη περισσότερον· καὶ περὶ εἰλικρινείας· ὄχι πλέον ὅρια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ λόγου ἀλλὰ καὶ θέμα περὶ εἰλικρινείας.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο πάλιν· δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖς νὰ διακόψῃς τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σὲ ἐπαναφέρω εἰς τὴν τάξιν.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ σοὶ λέγω ὅτι εἶμαι ἐντὸς τῆς τάξεως (θόρυβος).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σημερινὴ πρᾶξις εἶναι πρωτότυπος.
§60ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ εἶναι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι προχθὲς ἔδιδον τόσην σημασίαν εἰς τὴν προσβαλλομένην ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς!
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε, τελειώσατε.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ παράδειγμα τῆς τάξεως εἰς τὴν συζήτησιν — (νὰ μὴ προσβληθῆτε, δὲν ἔχω καμμίαν ἰδέαν νὰ προσβάλω κανένα) — τὸ παράδειγμα τῆς τάξεως εἰς τὴν συζήτησιν, ἠξεύρω ὅτι εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸ δίδει πρώτη, (διότι αὑτὴ κυρίως ἐνδιαφέρεται εἰς τοῦτο) ἡ Κυβέρνησις, καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία τὴν ὑποστηρίζει. Τὴν σήμερον γίνεται ἡ συζήτησις, ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος..... (θόρυβος).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνητε αὐτὴν τὴν κατάχρησιν τῆς συζητήσεως.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τὴν θέσιν μου, διότι θέλω νὰ εἴπω ὀλίγα. Σεῖς μ’ ἐπροσκαλέσατε εἰς τὸ βῆμα. Ἐὰν δὲν μὲ διεκόπτετε θὰ εἶχον τελειώσει πρὸ πολλοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκφράζωνται τοιαῦται ἰδίαι, ἀφοῦ ἐκφράζωνται τοιαῦται ἀρχαὶ περὶ περιορισμοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ λόγου..... (θόρυβος.)
§65Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἠννοήσατε, κ. βουλευτὰ, τὸν ὑπουργόν.
§66ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Λομβάρδε, σᾶς παρακαλῶ. Ἀναγνωρίζετε ὅτι ὁμιλεῖτε πρὸς κοινοβούλιον; τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλίου διευθύνει εἷς Πρόεδρος. Μοὶ φαίνεται ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος προσκαλῇ τὸν λαλοῦντα ἢ τὸν ἀτακτοῦντα, ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν πρόσκλησιν. Ὁ Πρόεδρος ἐπανειλημμένως σᾶς παρεκάλεσε καὶ σᾶς προσεκάλεσεν ἐπὶ τέλους νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὴν τάξιν.
§67Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐξῆλθε ἀπὸ τὴν τάξιν;
§68ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶσθαι σεῖς, κ. βουλευτὰ Καλαβρύτων, νὰ εἴπητε ὅτι ἐξῆλθε, οὔτε ἐγώ. Ὁ Πρόεδρος διευθύνει, καὶ ὅταν ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου νομίζετε ὅτι εἶναι φατριαστικὴ, δύνασθε νὰ κάμετε ἔκκλησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν, λέγω, ὅταν ὁ Πρόεδρος ἐπαναφέρῃ τὸν λαλοῦντα εἰς τὴν τάξιν, ἔστω καὶ ἀδίκως, ὀφείλει νὰ τὸν σεβασθῇ, ἄλλως δὲν εἶναι συζήτησις κοινοβουλευτική.
§69ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐξῆλθε τῆς τάξεως.
§70ΔΑΓΡΕΣ. Ὅταν ὁ Πρόεδρος ἐκφέρῃ μίαν γνώμην ὀφείλει ὁ βουλευτὴς νὰ τὴν σεβασθῇ.
§71ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ φέρω τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδητε ἂν ἐξῆλθεν. Ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἐξέρχεται ποτέ.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, εἰς τὰ διατρέξαντα. Ὅταν ἡσυχάσωσιν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμον, τότε θὰ ἴδωσιν ὅτι ὄχι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλὰ λίαν μετριοπαθὴς χρῆσις αὐτῆς ἐγένετο ἐκ μέρους μου. Ἐνθυμηθῆτε τίς προεκάλεσε ὅλον αὐτὸν τὸν θόρυβον· ἦτον ἡ ἐρώτησις τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ἀποσύρει ἢ ὄχι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔχω τὸ δικαίωμα, κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν; σᾶς προσβάλλω μὲ τοῦτο; ἀπεσύρατε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγετε ἢ δὲν τὸ ἀπεσύρατε; διότι, λέγω, ἐὰν μᾶς εἴπητε ὅτι τὸ ἀπεσύρατε, τότε ἔχει τὸν τόπον της ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Μίληση ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτοῦ· ἐὰν εἴπητε ὅτι δὲν τὸ ἀπεσύρατε, ἀλλὰ περιμένετε πληροφορίας, τοῦτο ἀξίζει διὰ τὸν ἑαυτόν σας. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ βουλὴ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀνάγκην νὰ λάβῃ πληροφορίας ἄλλας εἰμὴ μόνον νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας τῇ καθυπεβάλετε, τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξατε καὶ ἐσυστήσατε ὡς κατεπειγούσας. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην φορὰν τὴν πρότασίν μου νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα, ἀποσύρει, ἀπέσυρε δηλ. ἢ ὄχι τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας;
§73ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ. Κύριε πρόεδρε, κάμνω τὴν παρατήρησιν τὴν ἀκόλουθον, ὅτι, ἐὰν προσείχομεν περισσότερον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, βεβαίως δὲν ἠθέλαμεν ἔχει σήμερον αὐτὴν τὴν περιττὴν συζήτησιν καὶ δὲν ἠθέλαμεν φθάσει εἰς ὅ,τι ἐφθάσαμεν. Τί λέγει ὁ κανονισμὸς, κ. πρόεδρε; ὅτι ἡ Βουλὴ ἀφοῦ συνέλθῃ ἐκλέγει τὰς διαφόρους ἐπιτροπάς. Ποῖος εὑρίσκεται εἰς συνάφειαν μὲ τὰς ἐπιτροπὰς, κ. πρόεδρε; κἀνεὶς ἄλλος παρὰ μόνον καὶ μόνον ἡ Βουλὴ, διότι αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι μέρος τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Πρόεδρος ἀκόμη ὁσάκις ἐπισήμως πρόκειται νὰ συνεννοηθοῦν μὲ τὰς ἐπιτροπὰς, δὲν ἠμποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν παρὰ τῇ ἰδιαιτέρᾳ προσκλήσει τῶν ἐπιτροπῶν· ὁσάκις δὲ πρόκειται ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐπισήμως ὅ,τι δήποτε δὲν ἔχουν δικαίωμα παρὰ ν’ ἀνακοινώσουν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς ποῖον μέρος, εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ εὑρίσκετε τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι κανονίζουν τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἔρχηται εἰς συνεννόησιν μὲ τὰς ἐπιτροπάς; Εἰς κανὲν μέρος, κ. πρόεδρε, τοῦ κανονισμοῦ δὲν ἀπαντᾶται καμμία διάταξις· διότι, κ. πρόεδρε, ἐὰν ἤθελεν ὁ κανονισμὸς ἔχει αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε πρὶν ὑμεῖς ὡς πρόεδρος, τότε τί ἀνάγκη, σᾶς ἐρωτῶ, ἦτον οἱ κ. ὑπουργοὶ νὰ εἰσάγουν τὰ νομοσχέδιά των ἐντὸς τῶν Βουλῶν, καὶ νὰ μὴ τὰ εἰσαγάγουν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, καὶ νὰ συνεννοοῦνται μὲ ἐκείνας, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ φέρουν τὰς ἐκθέσεις διὰ νὰ συζητηθῇ ἔπειτα τὸ ἀποτέλεσμα; Πῶς λοιπὸν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπὸ τὸν κανονισμὸν νὰ εἰσάγουν τὰ νομοσχέδια ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Κατ’ αὐτὸν τὸν λόγον, λέγω, κ. πρόεδρε, ὅτι ὁσάκις ἤθελον καὶ ἔχουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακαλέσουν ἓν νομοσχέδιον, δὲν δύνανταί ποτε νὰ συνεννοηθοῦν ἰδιαιτέρως μὲ τὰς ἐπιτροπὰς, ἀλλ’ ὀφείλουν νὰ ἔλθουν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπουν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ἀποσύρομεν διὰ τὸν ά, διὰ τὸν βʹ, ἢ διὰ γʹ λόγον. Βλέπετε λοιπὸν, ὦ κ. πρόεδρε, ὅτι ἀντὶ νὰ αἰτιᾶσθε καὶ ἀντὶ νὰ παραπονῆσθε καὶ νὰ κατηγορῆτε τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ κανονισμοῦ, δὲν ἔπρεπε ὑμεῖς νὰ ἐνεργῆτε ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, διότι δὲν ἔπρεπέ ποτε νὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν ὑμεῖς εἰμὴ ἐπισήμως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Λέγω λοιπὸν καὶ ὑποστηρίζω ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι αἱ ἁρμόδιαι ἐπιτροπαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ἀπεστάλη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ μελετήσωσι καὶ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των εἶναι ὑποχρεωμέναι ἀπὸ τὸν κανονισμὸν ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύνανται νὰ σταματήσωσι ἐν τῷ μέσῳ τῆς πορείας των· ὀφείλουν νὰ συντάξουν τὰς ἐκθέσεις των καὶ νὰ τὰς ὑποβάλουν εἰς τὴν Βουλήν· δὲν δύνανται ν’ ἀκούσουν οὔτε τὰς παραγγελίας τοῦ προέδρου, οὔτε τὰς παραγγελίας τοῦ ὑπουργείου, παρὰ μόνον καὶ μόνον εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἐντὸς τοῦ σώματος ἀποφανθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀπεσύρθη καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ πρέπει νὰ παύσουν νὰ ἐργάζωνται, μόνον τοιαύτη ἀπόφασις δύναται νὰ κωλύσῃ τὴν πορείαν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἑπομένως ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ λέγω, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ὀφείλουν ἐντὸς τεταγμένης προθεσμίας νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσίν των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§74Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλω μερικὰς λέξεις καὶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν διασαφήσεις. Χθὲς ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς βουλευτὴς κύριος Πατσάλης μᾶς εἰδοποίησεν, ὅτι πρόκειται σήμερον τὴν 3ην ὥραν νὰ συνέλθωμεν. Ἠρώτησα ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον, ἐὰν πρόκηται νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληστείας. Μὲ λέγει, μάλιστα, ἐπί τινων αὐτοῦ διατάξεων. Τὸν εἶπον τότε, πῶς δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν ἓν νομοσχέδιον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ 4 ἢ 5 ἄρθρου, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ 1 ἢ 2; μὲ λέγει αὐτὸς, ὡς πρόεδρος, ὅτι ἐπὶ τῶν πρώτων ἄρθρων, ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἀπέχει ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ συζητήσῃ μέχρις ὅτου ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Ἔρχομαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἐννοεῖ διὰ τῆς ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. πρόεδρον; ἐννοεῖ δι’ αὐτῆς ὅτι ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον; ἐὰν τὸ ἀποσύρῃ, τότε βεβαίως οὐδεμία ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ ὑπάρξῃ· ἐὰν δὲν τὸ ἀποσύρῃ ὅμως ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν συνᾴδει μὲ τὰ κοινοβουλευτικῶς παραδεδεγμένα· ὅταν εἷς ὑπουργὸς ὑποβάλλῃ νομοσχέδιον, τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ ἀπεδέχθη, ὅτι τὸ ἐσκέφθη καὶ ἔρχεται νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· δὲν ἐννοῶ εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν τυχὸν τὰ ἀνώτερα δικαστήρια ἀποφανθοῦν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν συνᾴδει μὲ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διοικούμεθα, δὲν ἐννοῶ τὴν θέσιν της τότε, θὰ εἴπῃ ὅτι κακῶς τὸ εἰσήγαγε; δὲν ἐννοῶ ἀκόμη ὅτι δύναται μία νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀναμείνῃ μίαν γνωμοδότησιν ἑνὸς δικαστηρίου ἢ καὶ ἀνωτέρας δικαστικῆς ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη ἀντίκειται προφανῶς εἰς ὅ,τι συνταγματικῶς εἶναι καθιερωμένον. Ἐὰν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, θὰ εἴπῃ ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ὀρθότητα αὐτοῦ, ποτὲ δὲν θ’ ἀναμείνῃ μετὰ ταῦτα νὰ δεχθῇ γνώμην ἄλλου, τοῦτο δὲν συνᾴδει, οὔτε μὲ τὴν τακτικὴν, οὔτε μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ συζητήσῃ. Ἐὰν τὸ ἔπραττε προτήτερα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ παραδέχομαι ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ εἰσήγαγε, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναμένω νὰ λάβω τὰς πληροφορίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ διασαφηνίσῃ τοῦτο, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις βεβαιώσῃ ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν διανοεῖται, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον, τότε νὰ δώσῃ τὴν πληρεξουσιότητα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ τὴν γνωμοδότησίν της ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἐπὶ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι δὲν ἔγειναν. Ἀναγνώσατε! (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ). «Ἀνακοινώσας δὲ εἶτα δήλωσιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ.»
§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον «Ἀνακοινώσας δ’ εἶτα δήλωσιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ δι’ ἧς οὗτος αἰτεῖται νὰ μὴ συζητήσῃ ἡ οἰκεία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς τὰ ἄρθρα 1. καὶ 2. τοῦ περὶ ληστείας νομοσχεδίου, διότι παρέπεμψε ταῦτα ὑπὸ τὴν βάσανον τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν».
§78ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὰ σεῖς ἐπεμένετε ὅτι δὲν εἴχετε ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ δὲ σᾶς ἔγινεν ἡ παρατήρησις ὅτι τοῦτο ἦτο ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, ζητεῖτε νὰ μᾶς ἀποδείξητε τὸ ἐναντίον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ποσῶς ἐὰν ἔγινε ἡ ἀνακοίνωσις ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, τὸ ζήτημα ἦτο ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς εἶπε δὲν θέλω νὰ συζητηθῇ ὅλον, θέλω νὰ συζητηθοῦν τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, διότι περὶ τῶν δύω σκέπτομαι καὶ ἀκολούθως θὰ τὰ εἰσαγάγω, ἀλλὰ δὲν ἦτο τὸ ζήτημα ἐὰν αὐτὴ ἡ διακοίνωσις ἐγένετο εἰς τὴν Βουλὴν· ἔγινε ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ διακοίνωσις καὶ ὅλοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐῤῥέθησαν, ἦσαν περιττοί.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε λοιπὸν ἀφοῦ τακτικῶς ἔγινεν ἡ ἀνακοίνωσις δὲν ἐννοῶ τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀντέταξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§81Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ῥητῶς εἶπεν, «ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἰδία νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι τοῦτο ἀνεκοίνωσεν ὁ ὑπουργὸς καὶ ὄχι ν’ ἀνοίξητε τὴν συζήτησιν,» καὶ μᾶς ἐπέπληξε λίαν κοινοβουλευτικῶς ὅτι ἐφέραμεν τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, ὅτι ἐκάμαμεν κατάχρησιν τοῦ λόγου ἐξ ὑποκειμένου, ἐξ ἀντικειμένου, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐκ τίνος ἄλλου κειμένου. Εἶναι λοιπὸν γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, καὶ ἑπομένως ζητῶ νὰ μάθω ἂν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἀνεκάλεσεν ἢ ὄχι τὸ περὶ ληστείας νομοσχέδιον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμάθατε ἐγκαίρως ὅτι ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ δὲν ἐκάματε ἀντίῤῥησιν. Ἀπέναντι τῶν πρακτικῶν δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀντιτάξητε....
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐλύσατε ἀμέσως τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐσεμνύνεσθε μάλιστα διὰ τοῦτο.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐπαύριον λοιπὸν, ὅταν ἠκούσατε τὰ πρακτικά.
§86Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, εἰς πᾶσαν συνταγματικὴν πολιτείαν εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι ἓν ὑπουργεῖον δύναται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ τὰ τροποποιῇ, καὶ νὰ ζητῇ τὴν ἀναβολὴν αὐτῶν, καὶ νὰ τὰ ἀποσύρῃ· καὶ ἓν συνταγματικὸν ὑπουργεῖον, κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου οἱουδήποτε, νὰ προτείνῃ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπόκειται τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, δι’ ἀναφορᾶς του ᾐτιολογημένης νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ἡγεμόνα· «φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ.» Αὐτὰ εἶναι δικαιώματα ἀναμφισβήτητα εἰς πᾶσαν συνταγματικὴν πολιτείαν. Τί ἔρχονται σήμερον νὰ σᾶς εἴπουν; Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον παρουσίασε, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ν’ ἀναβληθῇ. Αὐτὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Πετράκης· εἶναι, λέγει, ἀντισυνταγματικὸν νὰ ζητῆται ἡ ἀναβολὴ ἑνὸς νομοσχεδίου ἢ τινων διατάξεων αὐτοῦ. Ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω πλεῖστα παραδείγματα· εἰς αὐτὸ τὸ Ἀγγλικὸν κοινοβούλιον πολλάκις ἀνεβλήθησαν νομοσχέδια οὐσιωδέστατα διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη νομομαθῶν ἀνδρῶν. Τί ἄλλο ἔπραξεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἢ ἡ κυβέρνησις; ἐζήτησε διὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ συζήτησις δύο ἄρθρων τοῦ περὶ ληστείας νομοσχεδίου, καὶ διατί ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν; ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Ἐν αὐτῇ τῇ κοινωνίᾳ ἐγεννήθησαν δισταγμοὶ περὶ τῶν δύω πρώτων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου· ἡ κυβέρνησις ἀπὸ μεγάλην εὐλάβειαν πρὸς τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη, ἀπεφάσισε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων. Καὶ θὰ κατακριθῇ, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἐὰν ἀποτείνηται πρὸς τὰ ἰσόβια δικαστήρια καὶ εἴπῃ εἰς τὰ δικαστήρια, «εἰπέτε μοι καθαρῶς τὴν γνώμην σας· οἱ γεννηθέντες δισταγμοὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἰσὶν ἀληθεῖς ἢ ὄχι; εἰσὶ βάσιμοι ἢ ὄχι; Δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶσθε σήμερον ἰσόβιοι καὶ ἀνεξάρτητοι, ἔχετε τὸ τεκμήριον ὅτι εἶσθε νομομαθεῖς ἄνδρες, εἰπέτε λοιπὸν τὴν γνώμην σας, φωτίσατέ μας. Ἐάν, κύριοι, τὰ δικαστήρια, ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὰ τέσσαρα ἐφετεῖα εἴπωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι οἱ δισταγμοὶ τῆς κοινωνίας εἶναι βάσιμοι, ἡ κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν τότε ἀπέναντι τῆς γνώμης τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως τὰ ἀνώτατα δικαστήρια εἴπουν ὄχι, οἱ δισταγμοὶ αὐτοὶ τῆς κοινωνίας δὲν εἶναι βάσιμοι, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ὅ,τι μέλη τινὰ τῆς κοινωνίας νομίζουν ὅτι περιέχει, ἡ κυβέρνησις, κύριοι, θὰ τὸ ἐπαναφέρῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ποῖον εἶναι τὸ ἀντισυνταγματικόν; βλέπετε ἀντισυνταγματικήν τινα πορείαν τῆς κυβερνήσεως; Ποία εἶναι ἡ ἀπερισκεψία, τὴν ὁποίαν εὑρίσκουσιν, εἰς τὴν πορείαν αὐτὴν τῆς κυβερνήσεως; Ἀντὶ ἀπερισκεψίας, κύριοι, φαίνεται τὸ σέβας τῆς κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἀναφανέντας τελευταῖον δισταγμοὺς ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰ δύω πρῶτα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου· περιέχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον τὴν κύρωσιν ἄλλου νομοθετικοῦ σώματος καὶ πρὸ δέκα μηνῶν ἀπετέλουν νομοθέτημα τοῦ Κράτους· αἱ διατάξεις αὗται, ἀποβλέπουν τροπολογίαν τινῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐνῷ τὰ δύω πρῶτα ἄρθρα ἀποβλέπουν διαδικασίαν. Τί εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης; Ἡ ἐπιτροπὴ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῶν διατάξεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται κατεπείγουσαι. Αἱ διατάξεις αὗται, ἐννοεῖτε καλῶς ἐκ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπεν, αἱ διατάξεις αὗται πρόκειται νὰ τροποποιήσωσιν ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐνῷ αἱ διατάξεις τῶν δύω πρώτων ἄρθρων εἶναι διαδικαστικαὶ, δύνανται δὲ τὰ δύω πρῶτα ἄρθρα ν’ ἀποτελέσωσιν ἰδιαίτερον νομοσχέδιον, ἐνῷ αἱ λοιπαὶ διατάξεις δύνανται ἐπίσης ν’ ἀποτελέσουν ἰδιαίτερον νομοσχέδιον. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ἡ γνώμη τῆς κυβερνήσεως ᾖναι ὀρθὴ ἢ ὄχι, ἂν ᾖναι ἀπερίσκεπτος καὶ ἕωλος.
§87Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδέποτε ἐννόησα ν’ ἀμφισβητήσω τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ κυβέρνησις νὰ τροποποιῇ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγει, νὰ τὰ ἀποσύρῃ, εἴτε ἐπιψηφιζόμενα νὰ τὰ ἀκυροῖ· ἐννόησα ὅτι συνήθως ἡ τακτικὴ εἶναι ὅτι πρότερον σκέπτεται ὡρίμως καὶ βασίμως ἐπ’ αὐτῶν, ὅταν ὑποβάλλῃ νομοσχέδια.
§88ΦΩΝΑΙ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ. Αἴ, αἴ!
§89ΤΙΝΕΣ ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ. Τί φωνάζετε αἴ αἴ (θόρυβος.)
§90ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Αἱ ἀμφιβολίαι, κύριε πρόεδρε, ἦσαν καὶ πρότερον γνωσταί.
§91Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἂς φέρουν ζήτημα ἐμπιστοσύνης (θόρυβος).
§92ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Διημφισβητεῖτο πρὸ δύο καὶ τριῶν μηνῶν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ τὰς λέξεις ἀπερισκεψίας νὰ τὰς ῥίψετε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου.
§94ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμὲ, διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὅστις ἔῤῥιψα αὐτὰς τὰς λέξεις. Καὶ λυποῦμαι πολὺ, διότι ἕνας γέρων ἄνθρωπος ὡς ὁ κ. πρόεδρος.....
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (κρούων τὸν κώδωνα). Ἡσυχάσατε, σᾶς παρακαλῶ. (Μέγας θόρυβος.)
§96ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἦτο προτιμότερον, λέγω, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα προσοχὴ, νὰ κληθοῦν ὅλοι ὅσοι δύνανται νὰ δώσουν γνώμην καὶ γνώμην βαρεῖαν, καὶ τότε νὰ ἔλθῃ; δὲν ἦτο ἴσως καλλίτερον, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθον, νὰ εἴπουν ὅτι τὸ ἀποσύρομεν καὶ περιμένομεν τὴν γνώμην τῶν ἄλλων; Δὲν ἠρνήθην τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ κυβέρνησις νὰ τροποποιήσῃ, ν’ ἀποσύρῃ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἢ νὰ ἀκυρώσῃ ἐπιψηφισθέν.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν, παρακαλῶ, τὸ συμπέρασμα. Ἡ κυβέρνησις ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀναβάλλει, τί τὸ κάμνει; (θόρυβος).
§98Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, εἶπον καθαρὰ καὶ ἀπορῶ πῶς βουλευτὴς τόσον εὐφυὴς, ὡς ὁ κ. Μίλησης, δὲν ἐννόησε τί εἶπον. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναβάλλει τὸ νομοσχέδιον. Ἂν νομίζετε ὅτι ἔχει πλάγιόν τινα σκοπὸν, ἀπατᾶσθε· ἂν νομίζετε, ὅτι ἠθέλετε εὕρει ἐδῶ πεδίον ἐφ’ οὗ ἠδύνασθε νὰ πολεμήσετε τὴν κυβέρνησιν, εἶσθε πολὺ ἠπατημένοι. Ἂν νομίζετε, ὅτι εἶναι κακὴ ἡ πολιτικὴ ἡ σημερινὴ, φέρετε ὁποιονδήποτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης θέλετε· τὸ ἀποδεχόμεθα καὶ τὸ ἀποδεχόμεθα πληρέστατα. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ καθήμεθα εἰς αὐτὰς τὰς ἕδρας τῆς ἀδημονίας χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐφάνη ἤδη· ἀλλ’ ἂν θέλετε, φέρετε ὁποιονδήποτε ζήτημα, ἀλλὰ μὴ καταφεύγετε εἰς τοιαῦτα μέσα.
§99Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, καταδικάζεται μία εἰλικρίνεια τῆς κυβερνήσεως. Πολλάκις νομοσχέδια μεταβάλλονται ἀπὸ μίαν σύνοδον εἰς τὴν ἄλλην. Νὰ τεθῇ λοιπὸν ζήτημα τοιοῦτον· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§100ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Μάλιστα, μάλιστα.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐνόμισα, ὅτι ἤθελε κλείσει ἡ συζήτησις, μεταβαινούσης τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἄνευ ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο δὲν ἀπήντησα εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως. Ἡ ἀντιπολίτευσις βεβαιοῖ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, ὅτι οὔτε τὸν ἕνα πλάγιον σκοπὸν ἐπεδίωξε διὰ τῆς συζητήσεως οὔτε τὸν ἄλλον. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἁπλῶς ἠρώτησε διὰ νὰ μάθῃ, ἂν ἀναβάλλῃ ἢ ἀνακαλῇ ἡ κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τώρα τίν πρότασιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Κρεστενίτης ζητεῖ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἂς ἔχῃ ὄρεξιν, καὶ ὅταν παρουσιασθῇ ἐξ ἡμῶν κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου, τότε ἂς δείξῃ τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀφοσίωσίν του εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἡμεῖς κατὰ τοῦ ὑπουργείου πρότασιν κατηγορίας δὲν φέρομεν (θόρυβος). Καὶ, κύριε πρόεδρε, προσθέτω ἀκόμη, ὅτι ἂν εἴχομεν σκοπὸν νὰ φέρωμεν, ἂς ᾖναι βέβαιος ὅστις δήποτε, ὅτι δὲν θὰ ἐδιστάζομεν νὰ τὴν ἐπιδιώξωμεν, φανερὰ καὶ ἀπροκαλύπτως.
§102ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τοῦ κυρίου Κρεστενίτου, κύριε πρόεδρε, δὲν ἐμπεριέχει οὔτε κατηγορίαν οὔτε τίποτε, ἀλλὰ μᾶς φέρει εἰς τὴν λύσιν τῆς συζητήσεως. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ ἓν θέμα.
§103ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοιοῦτον θέμα τίθεται, ὅταν ἐπερωτᾶται ἢ ἐλέγχεται τὸ ὑπουργεῖον. Ἂν θέλουν νὰ δείξουν μίαν φορὰν περιπλέον ὅτι ἔχουν πλειοψηφίαν, ἂς τὸ κάμουν.
§104Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν εὐχαριστούμεθα ἀπὸ τὴν διαγωγὴν τῶν ὑπουργῶν, πάντοτε εἰς αὐτὸ ἀπολήγομεν (θόρυβος).
§105ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε, ψηφοφορία.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας. Ὑπάρχει πρότασις......
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ δωμάτια οἱ ἐν τοῖς δωματίοις κ.κ. βουλευταί. (Ἐξέρχονται καὶ καταλαμβάνουν τὰς ἕδρας).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι· ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§109ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ προξένου, ἡ ὁποία παρεπέμφθη εἰς τύπωσιν, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς· Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιτροπή· Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑποβληθὲν αὐτῇ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ὁρίζεται ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γενικοῦ Προξένου, ὅταν οὗτος φέρῃ τὸν βαθμὸν διπλωματικοῦ πράκτορος, εἰς δραχμὰς χιλίας πεντακοσίας κατὰ μῆνα, καὶ ἐκτιμήσασα τοὺς ἐν τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκθέσει λόγους τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ· Γνωμοδοτεῖ Νὰ γίνῃ δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 15 Ὀκτωβρίου 1869.
Ὁ Πρόεδρος
ΕΠ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Τὰ Μέλη Σπ. Λεονταράκης, Γ. Ῥοῦφος, Κ. Λομβάρδος. Ὁ Εἰσηγητὴς Α. Κ. Μεταξᾶς. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ δευτέραν φορὰν τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΡΙΗʹ. νόμου περὶ ἐξορύξεως τῶν ἐν τῇ Μήλῳ μυλοπετρῶν, καὶ γύψου νομοσχέδιον. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις διὰ δευτέραν φορὰν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπικυρώσεως τοῦ περὶ μισθώσεως τοῦ παρὰ τῇ Κύμῃ ἐθνικοῦ μεταλλείου γαιανθράκων συμβολαίου.
§111ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριοι, πολίτης τις ἀνηνέχθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον παραπονούμενος ὅτι εἰς τὰ ὅρια τὰ σημειούμενα ἐν τῇ συμβάσει ἔλαβε χώραν λάθος τι, τουτέστιν ὅτι μέρος τῶν γαιῶν τῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τὴν μεταλλευτικὴν ἑταιρίαν συμπεριλαμβάνεται ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τῆς προκειμένης. Ἐπειδὴ ὁ ἐπιθεωρητὴς κύριος Βουγιούκας, ὅστις συνέταξε τὸ πρακτικὸν μέρος εἶναι ἀπὼν, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις ἕως οὗ ἔλθῃ.
§112ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν παρατήρησιν παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ. Καθιεροῦτε ἀτέλειάν τινα ἐπὶ τῶν δασμῶν καὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους δι’ αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν· δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἐπεκτανθῇ εἰς ὅλας τὰς τοιούτου εἴδους ἑταιρίας αὐτὴ ἡ ἀτέλεια; Παρακαλῶ νὰ τὸ σκεφθῆτε.
§114ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Γίνεται τοιαύτη παρατήρησις καὶ ἀπ’ αὐτὸν τὸν πολίτην καὶ θὰ γίνῃ σκέψις καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§115ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ ἀνανεχθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μοῦ ἐνεχείρισε μίαν ἀναφορὰν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτει τοὺς λόγους καὶ ἀναφέρεται καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅπως τὴν λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλοι οἱ κ.κ. Βουλευταὶ, ὅσοι θέλουν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂς σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§117ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχει καὶ ὁ ὑπουργὸς εἰς χεῖράς του ὁμοίαν ἀναφορὰν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ᾖναι ἐδῶ καὶ ὅστις τῶν κ. βουλευτῶν θέλει δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ πρώτην φορὰν τὸ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νομοσχέδιον.
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μᾶς στείλετε ἂν ᾖναι δυνατὸν τὴν σημείωσιν πόσοι εἶναι τώρα εἰς ἐνέργειαν;
§121ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Πολὺ καλά.
§122ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἄρθρ. νομίζω, πῶς ὁ παλαιὸς νόμος διακρίνει πόσοι εἶναι λοχαγοὶ, ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπασπισταί. Νομίζω ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ σημειωθῇ καὶ ἐδῶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἑκάστου βαθμοῦ, καὶ ὄχι ἐν συνόλῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν.
§123ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Αὐτὴ ἡ διάκρισις μέχρι τοῦδε δὲν ἔγινε διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς· ἂν φέρετε τροπολογίαν ἄλλος ὁ λόγος. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ διὰ πρώτην φορὰν τὰ νομοσχέδια περὶ στρατολογίας διὰ τὸ ἔτος 1870 καὶ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ αἱ ἐπιτροπαὶ ὅσαι ἔχουν ἀνὰ χεῖρας νομοσχέδια νὰ τὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλήν· πρὸ πάντων παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§125Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ν’ ἀναγγείλητε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν διὰ πρώτην καὶ δευτέραν φορὰν σήμερον.
§127Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι καὶ ἐκλογαὶ αἱ ὁποῖαι προτιμῶνται.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαιωματικῶς βέβαια, θὰ τὰς γράψωμεν.
§129Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ μόνη ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία δὲν εἰργάσθη εἶναι ἡ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐνώπιον δὲ αὐτῆς εἶναι δύο σπαιδαιότατα νομοσχέδια τὸ περὶ διαθέσεως τῶν κληροδοτημάτων καὶ τὸ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ πανεπιστημίου. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι πρὸ δεκαετίας πρόκειται νὰ λάβῃ τὸ πανεπιστήμιον τὸν ὁριστικὸν κανονισμόν του. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε μὲ ὅλας τὰς ἀποπείρας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, τὸ πανεπιστήμιον διατελεῖ ὑπὸ ὀργανισμὸν προσωρινὸν τοῦ 1837. Φοβοῦμαι λοιπόν, ὅτι εἶναι πολὺ πιθανὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ μὴ προφθάσῃ νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, διότι εἶναι σπουδαῖον, περιέχει πολλὰς διατάξεις· καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προτρέψῃ τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς καὶ τοῦ περὶ κληροδοτημάτων καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλεῖται νὰ προσκαλέσῃ τὰ μέλη.
§131ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἅμα ἔλαβε τὰ νομοσχέδια συνῆλθεν, ἀλλὰ δὲν ἔχει παρὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὁποῦ τὰ ἔλαβε· συνῆλθεν, ἔθεσε τὰς βάσεις της πῶς θὰ ἐργασθῇ καὶ αὔριον συνέρχεται τὴν δεκάτην ὥραν διὰ νὰ προχωρήσῃ. Ἀλλὰ τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια εἶναι πολὺ σπουδαῖα, ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι εἰς βραχύτατον χρόνον ἠμποροῦν νὰ ἐξετασθῶσι· διότι νομίζω ὅτι ἡ ταχύτης δὲν θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα καλόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζεται καὶ θὰ κάμῃ τὸ χρέος της ὅπως εἶναι δυνατόν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται νὰ ἐπιταχύνῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, κ. πρωθυπουργέ;
§134Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης ἐρωτᾷ, ἂν θὰ παρουσιασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν· ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς, Τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν εἶναι, κύριοι, σπουδαιότατον· εἶναι κατηρτισμένον ἤδη, ἀλλ’ ἡμεῖς πρωτόπειροι περὶ τὴν νομοθέτησιν τοιούτων νομοθετημάτων, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα νομοθετήματα ἢ ἄλλα σχέδια τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς ἄλλα ἔθνη πλέον προωδευμένα ἀπὸ ἡμᾶς. Ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς Μεσολογγίου θὰ ἀνέγνωσεν, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ της βίου, μολονότι τρεῖς ἢ τέσσαρες, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐγένοντο σπουδαῖαι συζητήσεις περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐξέπνευσε χωρὶς νὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τοιοῦτον νόμον. Ἡ βραδύτης λοιπὸν πηγάζει, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ἐπληροφορήθη ἐσχάτως, ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν παρουσιάσθη ὑπὸ πολιτικοῦ ἀνδρὸς σπουδαιότατον τοιοῦτον σχέδιον καὶ ἐζήτησε νὰ τὸ λάβῃ διὰ νὰ μελετήσῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Κατὰ δυστυχίαν μέχρι τοῦδε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν μᾶς ἦλθε· νομίζω ὅμως, ὅτι προσεχῶς θέλει ἔλθει· ἡ δὲ κυβέρνησις θέλει ἐπισπεύσει ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν παρουσίασιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι, νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον ὄχι τέλειον, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον, διότι τὸ τοιοῦτον, ὡς δὲν ἀγνοεῖ πρὸ παντὸς ἄλλου ὁ κ. Δεληγεώργης, εἶναι λίαν δύσκολον, λίαν δυσχερές. Ἔχει συμφέρον λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον. Ἐλπίζω δὲ ὅτι, καὶ ἂν ἔχῃ ἀτελείας, αὗται θέλουν καταδειχθῆ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὅτι τὰ φῶτα τῶν κ. βουλευτῶν θέλουν συντελέσει νὰ τὸ καταστήσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§136ΤΙΝΕΣ. Τί λόγον;
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐργασίαν, κύριοι, δὲν ἔχομεν ἄλλην. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 μ. μ.)