1869.07.23
1,886 rows · 15,752 words · 104 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33.
Τῆς 23 Ἰουλίου 1869.
(Τετάρτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, τῆς Βυολῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. — Ὁ νεοελθὼν βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον. (Γίνεται ἡ ὁρκωμοσία τοῦ βουλευτοῦ Ἰωάννου Φλέσσα). —Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ κανονισμοῦ, πᾶσα ἀναφορὰ παρουσιαζομένη εἰς τὴν Βουλὴν διευθύνεται ἀπὸ τὸν πρόεδρον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν καὶ αὕτη κάμνει τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὸ Σῶμα· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὀρθῶς ποιοῦσα κάμνει ἐξαιρέσεις τινὰς εἰς τὸν κανονισμὸν, ὁσάκις ἀναφοραὶ παρουσιάζονται περιέχουσαι συμφέρον ἢ κατεπεῖγον ἢ γενικόν. Αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι, νὰ κάμωμεν καὶ σήμερον, προκειμένου λόγου περὶ ἀναφορᾶς, ἥτις παρουσιάσθη σήμερον διὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Γρηγοριάδου, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπογεγραμμένη μία ἐπιτροπὴ προσφύγων Κρητῶν, πληρεξούσιοι προσφύγων Κρητῶν καὶ ἀρχηγοὶ αὐτῶν. Νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις εἶναι συντομωτάτη· αὕτη δὲ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἢ νὰ ἀποστείλῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν κατὰ τὴν τάξιν ἢ νὰ λάβῃ ἓν ἄλλο μέτρον. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἱερᾶς, περὶ ἧς πᾶσαι αἱ κυβερνήσεις, καὶ ἰδιαζόντως ἡ παροῦσα, ἐμερίμνησαν, καὶ καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ συστηθῇ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά). Πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Κύριε Πρόεδρε! Τῆς ἐθνικῆς ἰδέας ναυάγιον καὶ τὴν φορὰν ταύτην οἱ διὰ περιφρονήσεως εἰς τὴν βίαν καὶ τὰς ὑποσχέσεις τὰ ὕστατα τὴν τιμὴν τῆς ἰδίας πατρίδος διασώσαντες καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐν μέσῳ ἠρεμοῦντος ὁρίζοντος, ἐπανακηρύξαντες, παρουσιάζονται διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ταύτης πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν οἱ εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κρήτης προφυγόντες εὐάριθμοι Κρῆτες. Ἀπολέσαντες οὗτο ὅ,τι ἀπώλεσαν ἐν Κρήτῃ καὶ καταδιωκόμενοι ἀκόμη ὑπὸ τοῦ κατισχύσαντος τῶν δικαίων των, δὲν ἐξαιτοῦνται σήμερον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν ἄλλο παρ’ ὅ,τι καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἀπὸ 24 λήξαντος Ἰουνίου ε. ε. ὑπομνήματός των πρὸς ταύτην, περίθαλψίν τινα κατ’ ἀξίαν καὶ θέσιν ἱκανὴν πρὸς οἰκογενειακὴν συντήρησιν καὶ ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων των, μέχρις ἡμερῶν αἰσιωτέρων διὰ τούτους. Ἡ θέσις καὶ οἱ λόγοι ταύτης καὶ τῆς ἐξαιτήσεως τῶν ἀναφερομένων σαφῶς ἐκτίθενται ἐν τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνωτέρω ὑπομνήματι. Παρακαλοῦμεν τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ πεποίθαμεν ὅτι θέλει ἐνισχύσει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὅσον ταχύτερον φθάσῃ αὕτη ἐπίκουρος ἐν τῇ ἄκρᾳ ἐκ τῆς δυστυχίας ἀμηχανίᾳ τῶν εὐαρίθμων προσφύγων διὰ τῆς ὁριστικῆς πραγματοποιήσεως τῶν δυνατῶν καὶ δικαίων πρὸς ταύτην παρακλήσεων. Διατελοῦμεν μετὰ σεβασμοῦ. Οἱ πρόσφυγες Κρῆτες πληρεξούσιοι καὶ Ἀρχηγοὶ (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί.) Ἡ ἐκ τῶν προσφύγων ἐπιτροπὴ κτλ. (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί.)
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ ὑπόμνημα τὸ ὁποῖον περικλείεται;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν αὐτῷ γίνεται ἀπαρίθμησις τῶν συμφορῶν καὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπιστρέψωσιν ὡς καταδιωκόμενοι, καταπιεζόμενοι καὶ κακουχούμενοι εἰς τὴν πατρίδα των.
§7ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ βραδύνῃ οὐδὲ στιγμὴν ἡ ὑπόθεσις περὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Κρητῶν καὶ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις. Ὄχι μόνον τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ ἐδόθη εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πλεῖσται ἀναφοραὶ εἰσὶν ἤδη δεδομέναι εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, νὰ χορηγῇ ὅλα τὰ δυνατὰ βοηθήματα εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἀδελφοὺς ἡμῶν· ἀλλὰ, γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὰ μέσα τοῦ ταμείου δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ ἀνταποκριθῇ πληρέστατα εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Κρητῶν. Ἰδοὺ δὲ τί ἡ κυβέρνησις ἐσκέφθη καὶ ἐνήργησεν, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐκάλεσεν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ τοὺς ἐνταῦθα Κρῆτας ἀρχηγούς. Οἱ διαμένοντες ἐν Ἀθήναις Κρῆτες ἀναβαίνουσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 1500 σχεδόν, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ κατεῖχον κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ἔξοχον θέσιν· τὰ μέσα τοῦ ταμείου, τὸ ἐννοεῖτε κάλλιστα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς συντάξεις, αἵτινες πρόκειται νὰ χορηγηθῶσιν εἰς 1500 ἄνδρας· ἐκάλεσε λοιπὸν τοὺς ἀρχηγοὺς ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἡ κυβέρνησις, καὶ τοῖς εἶπε τὰ ἑξῆς· ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἐκείνων τῶν Κρητῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἑαυτῶν πατρίδα, πρῶτον· ὀφείλομεν κατὰ δεύτερον λόγον νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐφονεύθησαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, καὶ ἑπομένως αἱ οἰκογένειαί των μένουσιν ἄνευ ἀρχηγοῦ καὶ προστάτου, καὶ εἴτε εἰς Κρήτην ἐπανέλθουν εἴτε ἐδὼ μένουν, εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτὰς νὰ ζήσωσιν ἄνευ συνδρομῆς· ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ἡ κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς μέσα νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ κυβέρνησις καὶ ἔρχεται νὰ ἐκτελέσῃ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, κύριοι, θέλει παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν πιστώσεων ἐκτάκτων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν διὰ τὸ 1869 ὑπὸ τῆς προηγουμένης Βουλῆς· καὶ θὰ πράξω τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι οὔτε αἱ χεῖρες αἱ ἰδικαί μου οὔτε ἄλλου τινὸς δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τόσον ἐλεύθεραι εἰς διαχείρισιν πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ὅταν παρουσιάσω τὴν ἀκύρωσιν τῶν πιστώσεων τούτων, τότε θέλει καθυποβληθῆ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις νομίζει ἐπαρκὲς πρὸς περίθαλψιν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς δύο κατηγορίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν νομίζῃ ἐπαρκὲς τὸ ποσὸν αὐτὸ, τότε δύναται νὰ κάμῃ ὁποιανδήποτε κρίνῃ καλὸν συμπλήρωσιν· ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε κρίνασα αὐτὰς τὰς δύο τάξεις ἀξίας περιθάλψεως καὶ ἔπραξεν ὅ,τι ἦτον δυνατὸν νὰ γείνῃ, καθ’ ὅσον τὰ μέσα τοῦ ταμείου δὲν ἐπέτρεπον συντάξεις 1500 ἀνδρῶν. Ἦτον ἐπιθυμητὸν ἡ οἰκονομικὴ θέσις τοῦ ταμείου νὰ ἦτον εἰς πλέον εὐάρεστον κατάστασιν, νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα ἄφθονα ὄχι μόνον εἰς τοὺς 1500, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους ἀκόμη· ἀλλὰ τοιαύτη δυστυχῶς ἡ κατάστασις ἡμῶν δὲν εἶναι, ὡς ἡ Βουλὴ θέλει τὸ ἰδῆ καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ἤ θέλουσι κατατεθῆ.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν κατάταξιν ταύτην τῶν κατηγοριῶν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκαμε. Βεβαίως δὲν ὀφείλομεν παρὰ νὰ διατηρήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες κατέστρεψαν ὅ,τι εἶχον καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν πατρίδα των. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ εἰς ἀνακούφισιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι γνωρίζετε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτῶν τῶν δύο κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, πάσχουν ἐλεεινῶς, πεινοῦν ἐλεεινῶς. Λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον πρὶν ἀκόμη φέρῃ αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καλὸν εἶναι, καὶ παρακαλῶ μάλιστα τὸ ὑπουργεῖον, νὰ δώσῃ μίαν βοήθειαν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες πραγματικῶς πάσχουν ἐλεεινῶς, ἐκ τῶν βοηθημάτων καὶ λοιπῶν.
§9ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά· χαίρω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἄλλη μία ἀναφορὰ εἶναι ἑνὸς, ὅστις ἔχει κατεστραμμένον τὸν πόδα του· αὐτὸς δὲν ζητεῖ παρὰ τὰ μέσα νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ διὰ ξυλίνου.
§11ΤΙΝΕΣ. Καὶ αὐτὸ ἐκεῖ ὑπάγεται.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνεται;
§13ΖΑΪΜΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως δὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν τίποτε ἄλλο.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπομεν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ὑπουργὸν συστημένη στενῶς.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὴν παρατήρησιν, τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως......
§18ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουν ὁπλαρχηγοὶ μὲ δύο καὶ τρεῖς πληγὰς καὶ ἔχουν τέσσαρας ἡμέρας καὶ νύκτας καὶ δὲν ἔχουν φάγει.
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἔδωκε τὰς πληροφορίας ἐκείνας, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι, ἐπὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ ληφθῶσιν, εἶναι ὀρθὸν ἑπομένως, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ μεταξὺ διάστημα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνεται λοιπόν;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐνεκρίθη νὰ φροντίσῃ περὶ περιθάλψεως ἡ κυβέρνησις, ἕως ὅτου λάβῃ μέτρα διαρκῆ.
§23ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀναγινώσκω ἓν ἄρθρον περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἥτις συνωμολογήθη ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον. Ἄρθρον μόνον. «Ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἡνωμένου βασιλείου τῆς Μεγ. Βρεταννίας καὶ Ἰρλανδίας συνομολογηθεῖσα ἐν Λονδίνῳ τὴν 7 Δεκεμβρίου 1868 (ε. ν.) ταχυδρομικὴ σύμβασις ἐξ ἄρθρων 27 ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.
Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς
Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
Ἡ σύμβασις αὕτη, κύριοι, ἥτις χορηγεῖ μεγάλας εὐκολίας εἰς τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν, εἶναι κατεπείγουσα, διότι πρὸ ἓξ μηνῶν συνήφθη ἡ σύμβασις αὕτη καὶ ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἡ κύρωσις αὐτῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν συζητήσῃ ὡς κατεπείγουσαν. Ἄρθρον μόνον. «Ἡ μεταξὺ τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «ἡ Μικρὰ Ἀσία» συνομολογηθεῖσα ἐν Ἀθήναις σύμβασις ἐξ ἄρθρων 10 ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.
Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.»
Ἄρθρον μόνον. Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως. «Χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους 1869, ἐπὶ μὲν τοῦ κεφαλαίου 2, ἄρθρου 2 δραχ................. 14,930 Ἐπὶ δὲ τοῦ κεφαλαίου 2, ἄρθρου 4 δραχ..... 3,000 Τὸ ὅλον δραχμαὶ δέκα ἑπτὰ χιλιάδες ἐννεακόσιαι τριάκοντα....................... 17,930 Πρὸς πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τοῦ διορισθησομένου εἴς τινας κενὰς θέσεις προσωπικοῦ τῶν ἐπαρχείων καὶ ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν.
Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.»
§24ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν φόρων ἐπὶ τῶν δημητριακῶν ὡς καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ φόρου τῶν ζώων. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ νομοσχέδιον περὶ δανείου.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ δανείου 9 ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἄρθρον 1. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐσωτερικὸν ἢ ἐξωτερικὸν μέχρις ἐννέα ἑκατομμυρίων φράγκων ἄνευ ἐκπτώσεως (au pair), λογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς δραχμὰς 1 12|00. Ἄρθρον 2. «Τὸ ποσὸν τοῦ δανείου θέλει κατατεθῆ εἰς δόσεις εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ἢ εἰς χεῖρας τοῦ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διορισθησομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀντιπροσώπου αὐτῆς, εἰς χρυσᾶ νομίσματα κατὰ τὴν διατίμησιν, καὶ ἐντὸς τεσσάρων τὸ βραδύτερον μηνῶν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Εἰς τοὺς δανειστὰς χορηγεῖται ἐφ’ ἅπαξ λόγῳ προμηθείας ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 3% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Ἄρθρον 3. Ἡ ἀπόδοσις τοῦ δανείου μετὰ τόκου μὴ ὑπερβαίνοντος τὰ 9½% θέλει γείνει εἰς μεταλλικὰ κατὰ τὴν διατίμησιν νομίσματα ἐντὸς ἐννέα ἐτῶν, καθ’ ἑξαμηνιαίας δόσεις, λογιζομένων τῶν ἐννέα ἐτῶν ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας θέλει πληρωθῆ ὁ αὐτὸς συμπεφωνημένος τόκος ἀπὸ τῆς καταθέσεως ἑκάστης δόσεως εἰς λογαριασμὸν τοῦ κεφαλαίου τῶν 9,000,000 μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑξαμηνίας ταύτης. Ἄρθρον 4. Πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανειστῶν διά τε τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τελωνείων τινῶν τοῦ κράτους. Αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων τούτων κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς εἰς ὁρισθησομένας ἐποχὰς ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καὶ ἐπὶ τόκῳ κανονισθησομένῳ μετὰ τῆς τραπέζης. Ἄρθρον 5. Εἰς τὰς γενομένας πληρωμὰς τελῶν, εἰς τὰ ὁρισθησόμενα κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τελωνεῖα δὲν θέλουν εἶσθαι δεκτὰ τὰ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἐκδοθησόμενα τυχὸν ἔντοκα τοῦ δημοσίου γραμμάτια. Ἄρθρον 6. Κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἑξαμηνιαίων δόσεων τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θέλει προσκαλεῖ τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν νὰ θέτῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν ἐκ τῶν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κεφαλαίων τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν ἑξαμηνίαν ποσὸν διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους. Ἀπὸ τῆς προσκλήσεως ταύτης παύει ὁ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τόκος διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ οἱ δανεισταὶ ὀφείλουν νὰ παραλάβωσιν ἀπὸ τὴν τράπεζαν ἢ νὰ διαθέσωσιν ἄλλως ἐπὶ ἰδίοις ἐξόδοις καὶ ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ ἄνευ μεσολαβήσεως τῆς κυβερνήσεως. Ἄρθρον 7. Τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων φράγκων θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 22 Ἰουλίου 1869.
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.»
Κύριοι, ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίζω ὅτι ἀρκοῦν αὐτά. Ἓν μόνον λέγω, ὅτι ἐὰν ἡ κυβέρνησις κατορθώσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς καὶ ἀποκλειστικῶς θὰ χρησιμεύσῃ μαζὺ μὲ ἄλλα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ κυβέρνησις διαθέσιμα, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κυκλοφορίας, λέγω ὅτι τοῦτο θέλει εἶσθαι ἓν εὐεργέτημα διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι τὸ πρᾶγμα κατεπεῖγον, ὅπως καὶ ἡ κυβέρνησις τὸ θεωρεῖ, παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ὡς κατεπεῖγον.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ μᾶς φέρετε τὴν κατάστασιν ὅλων τῶν δανείων ἀπὸ τοῦ 1866.
§27ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ τὰ ἰδῆτε ὅλα.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸν δῆμον τῶν Πατρῶν εἶχε προκηρυχθῆ δημοτικὴ ἐκλογὴ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ δημάρχου κ. Καλαμογδάρτου, ὁ ὁποῖος ηὐτύχησε νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς, καὶ ἐκλεχθεὶς ὡς τοιοῦτος παρῃτήθη ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ δημάρχου. Ἡ ἐκλογὴ ἔμελλε νὰ ἐνεργηθῇ κατὰ τὰς 20 τοῦ παρόντος μηνὸς, ἀλλ’ αἴφνης ἀνωτέρᾳ διαταγῇ ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἀνεβλήθη. Ἡ ἀναβολὴ αὕτη ἐσκανδάλισε πολλοὺς τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Πατρῶν, διότι ἀπεδόθη παρ’ αὐτῶν εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν κυρίων βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσι νὰ ἦναι φίλοι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων προτάσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμισαν νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν ἀποδοκιμασίαν των καὶ τὴν ἀγανάκτησίν των διὰ τὴν ἀναβολὴν ταύτην, ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ὑποβάλουν τὰ παράπονά των δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλαν εἰς ἐμὲ καί τινας ἄλλους τῶν συναδέλφων μου, παρακαλοῦντες ἡμᾶς νὰ τὴν παρουσιάσωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη φέρει 1238 ὑπογραφὰς, καὶ δι’ αὐτῆς οἱ πολῖται οὗτοι παραπονοῦνται κατὰ τῆς κυβερνήσεως λέγοντες, ὅτι μετῆλθε πολλὰ θεμιτὰ καὶ ἀθέμιτα διὰ νὰ πνίξῃ τὸ φρόνημα τῶν πολιτῶν καὶ νὰ κατορθώσῃ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἐνεργηθησομένην ἐκλογὴν ὁ ὑποψήφιος, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ἐθεώρησαν ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης των· ἀφοῦ δὲ διὰ τῶν μέσων τούτων εἶδεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν της, ἔλαβε τὸ μέτρον ν’ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἀόριστον τὴν ἐκλογήν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, μολονότι ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν εἰς ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπογεγραμμένα εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, δὲν δυσκολεύομαι ἐκ τῶν προτέρων νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δυσκολεύομαι κάπως νὰ παραδεχθῶ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἐμπεριεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι δὲν πιστεύω ὅτι ἦτο δυνατὸν μία κυβέρνησις ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως νὰ καταφύγῃ εἰς τοσαύτας ἀθεμίτους ἐνεργείας διὰ νὰ καταπνίξῃ τὸ φρόνημα τῶν κατοίκων μιᾶς πόλεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἔλαβε χώραν ἀναβολὴ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀναβάλῃ ἐκλογὴν προκηρυχθεῖσαν, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη καθὼς σᾶς εἶπον φέρει 1238 ὑπογραφὰς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ δημοτικοῦ ἄρχοντος τῆς πόλεως Πατρῶν, ἡ ὁποία καθὼς γνωρίζετε εἶναι ἡ μεγαλειτέρα πόλις τῆς Πελοποννήσου, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦν πολλοὶ ξένοι καὶ ὑπάρχουν πολλὰ συμφέροντα, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν νὰ διέλθωμεν ἐν σιωπῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν περιορίζομαι ἁπλῶς νὰ τὴν παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διατυπόνω τὸ περιεχόμενον αὐτῆς εἰς ἐπερώτησιν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ, ὥστε ἀμέσως μετὰ τὴν περαίωσιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς. Κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἐλπίζω δὲ καὶ εὔχομαι ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι τὰ παράπονα τῶν κατοίκων, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἀθεμίτους ἐνεργείας τῆς κυβερνήσεως, εἶναι ὅλως ἀβάσιμα......
§33ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὄχι τῶν κατοίκων ὅλων.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν ὑπογεγραμμένων, ἔστω καὶ τοιουτοτρόπως νὰ περιορισθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς καὶ νὰ παύσουν παραπονούμενοι αὐτοί. Καταθέτω λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν συζητήσεως μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν προσθήκην κάμνω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Δὲν εἶναι μόνον αἱ Πάτραι, εἶναι πολλαὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι, ἰδιαιτέρως πρὸ ἑνὸς καὶ περισσοτέρου ἔτους, ἡ Ζάκυνθος. Ὁ Δήμαρχος ἐπαύθη· δημοτικὴ ἐκλογὴ δὲν ἔγεινε. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι παράνομον εἶναι, ἀφοῦ ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι παυομένου ἑνὸς δημάρχου, ἐντὸς 40 ἡμερῶν γίνεται ἐκλογὴ, νὰ ἦναι ἓν ἔτος ἀφ’ οὗ ἐπαύθη ὁ Δήμαρχος καὶ 6 μῆνες ἀφ’ ὅτου ἦλθεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις καὶ νὰ μὴ ἔγινεν ἡ ἐκλογή. Ἐπομένως ζητῶ νὰ μάθω διατί ἡ ἐκλογὴ δὲν ἔγινε.
§36ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μαζὺ μὲ τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ποῖος ἔχει τὸ λόγον;
§40Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἐγώ.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ πρώτη παράγραφος. Ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς. Βασιλεῦ, «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους μετ’ εὐφροσύνης εἶδον ἐν μέσῳ αὐτῶν τὴν Ὑμ. Μεγαλειότητα. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος κληθεῖσα ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης ν’ ἀποφανθῇ ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας, ἂν ἀποδέχηται τὰς ὑπ’ αὐτῶν ὁμοφώνως ἀνακηρυχθείσας ἀρχὰς τοῦ μεταξὺ Ἐθνῶν δικαίου, τὰς ἐγγραφείσας ἐν τῷ ὑπὸ τῶν δυνάμεων τούτων συνταχθέντι ἐν Παρισίοις κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους πρωτοκόλλῳ, ἔπραξε συμφώνως πρὸς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Ἔθνους, παραδεχθεῖσα τὰς ἀρχὰς ταύτας, αἵτινες, εἰ καὶ στενὴν εἶχον συνάφειαν μετὰ καρτερικοῦ ἀγῶνος δεινοπαθούντων ἀδελφῶν, ὑπὲρ ὧν οὐδέποτε παύσεται ἡ Ἑλλὰς ἐνδιαφερομένη καὶ μεριμνῶσα, καὶ ἡ παραγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁποίων ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὰς καρδίας πάντων ἡμῶν, οὐχ ἧττον καθίσταντο σεβασταὶ μετὰ τὴν ὁμόφωνον ἀνακήρυξιν αὐτῶν ὑπὸ τῶν ῥηθεισῶν Δυνάμεων. Πεποίθαμεν δὲ, ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀποδοχὴ τῆς ὁμοψήφου γνώμης τῶν Δυνάμεων τούτων ἐκτιμηθήσεται δεόντως ὑπ’ αὐτῶν καὶ καταστήσει αὐτὰς εἰς τὸ μέλλον εὐμενεῖς πρὸς τὸν ἱερὸν πόθον τῶν Ἑλλήνων.»
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως. Ἐπιθυμεῖτε νὰ τὸ ἀναγνώσωμεν ὅλον;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σταθῶμεν ἐδῶ εἰς τὴν παράγραφον, εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται τροπολογία τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). ................................ «Μετὰ ψυχικοῦ ἄλγους εἶδεν ἡ Ἑλλὰς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Υ. Μ. εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ τὴν ἑαυτῆς συναίνεσιν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς τελευταίας ἐν Παρισίοις συνδιασκέψεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, δι’ οὗ κατεδικάσθη συμπάθεια καὶ συνδρομὴ ἐθνικὴ, ὀφειλομένη πρὸς ἱερὸν καὶ καρτερικὸν ἀγῶνα Ἑλλήνων, ὑπὲρ ὧν ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται φύσει νὰ μὴ μεριμνᾷ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, Μεγαλειότατε, πιστοὶ διερμηνεῖς τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, δὲν δύνανται ἢ νὰ μεμφθῶσι τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ὅπερ δι’ ἀκατανοήτου πολιτικῆς πορείας ἐσωτερικῆς τε καὶ ἐξωτερικῆς περιήγαγε τὴν πατρίδα εἰς τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν νὰ ἴδῃ τὴν μὲν χώραν καὶ τοὺς νόμους αὐτῆς παραβιαζομένους ἐνόπλως ὑπὸ ξένων, ἱερὰ δὲ δίκαια παρορώμενα ἐπισήμως, καὶ ἀδελφὸν λαὸν κύπτοντα ἐκ νέου ὑπὸ σκληρὰν δουλείαν. Ἡ Ἑλλὰς πέποιθεν, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ἐκτιμῶσαι προσηκόντως, τὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ θέσιν τῶν Ἑλλήνων, θέλουσιν ἐν τῷ μέλλοντι εὐμενέστερον κρίνει περὶ τῶν ἀπαραγράπτων αὑτῶν δικαίων.
Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ.»
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετράκης ἔχει τὸν λόγον.
§46Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριοι, ὡς βλέπετε, ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τῆς μειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Ἔρχομαι νὰ προσθέσω λέξεις τινὰς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας ταύτης. Ἡ τροπολογία, ὡς βλέπετε, ἀποβλέπει ζήτημα σπουδαιότατον, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει οὐ μόνον τὴν μικρὰν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ ἀδελφοὺς ὄντας ἐκτὸς αὐτῆς. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, ὅτι τὸ ζήτημα ἴσως ὑπερβαίνει τὰς μικράς μου δυνάμεις, ἐνόμισα ὅμως καθῆκόν μου νὰ εἴπω κἀγὼ ὀλίγας τινὰς λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ. Διήλθομεν, κύριοι, ἡμέρας πενθίμους, ἡμέρας δακρύων, ὅτε ἠκούσαμεν τὸν νεκρικὸν κώδωνα τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης. Τὰς ἡμέρας ταύτας ᾐσθάνθημεν ὄχι μόνον ἐδῶ οἱ ὀλίγοι ἐλεύθεροι Ἕλληνες· τὰς ᾐσθάνθησαν πανταχοῦ, ὅπου Ἑλληνικὴ καρδία πάλλει. Μὴ σᾶς φανοῦν παράδοξοι αἱ λέξεις· δάκρυα ἀληθῶς ἔῤῥεον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἑκάστου Ἕλληνος· εἶναι λέξεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μετεχειρίσθη καὶ δικαίως εἰς τὸ πρόγραμμά της· εἶναι αἱ λέξεις τὰς ὁποίας ὤφειλε πᾶς Ἕλλην τότε νὰ γράψῃ, διότι ὡς σᾶς εἶπον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ μεγαλειτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό ποτε νὰ συγκινήσῃ καρδίαν Ἑλληνικήν. Ἑλληνισμὸς, κύριοι, λέξις γλυκεῖα, ἔχει ἱστορίαν καὶ ἱστορίαν ὡραίαν, ἀρχαιοτάτην, ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν πάντες πάντοτε ἐτίμησαν· ἡ ἱστορία ὅμως ἐκείνη μᾶς παρέδωκε καὶ ὑποχρεώσεις· αἱ ὡραῖαι σελίδες της ἐνεποίησαν βαθεῖαν ἐντύπωσιν, ἄφησαν ἰσχυρὰ αἰσθήματα, αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἔκαμαν τὸν Ἑλληνισμὸν ἐπὶ τόσους αἰῶνας νὰ ἀνθέξῃ καὶ μέχρι τοῦδε νὰ ὑπάρξῃ. Ἕκαστος Ἕλλην ἐνθυμεῖται τὴν ἀρχαίαν του ἱστορίαν· ἕκαστος Ἕλλην ἐνθυμεῖται τὸν ἀρχαῖον πολιτισμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐνθυμεῖται καὶ τὰς ἔπειτα δυστυχίας του. Δὲν ἐμμένω ν’ ἀναπτύξω περισσότερον τὴν ἀρχαίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐποχὴν, ἀλλ’ ἐκείνη μᾶς ἔδωκε τὴν δύναμιν ν’ ἀνθέξωμεν εἰς τεσσάρων αἰώνων σκληρὰν δουλείαν· ἐκεῖ ἀντλοῦντες ὑπεφέραμεν τὰς δυστυχίας ὑπὸ σκληρὸν ξένον ζυγόν. Ἀλλ’ ὁ μέγας Θεὸς, ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐγκατέλιπεν αὐτήν· ἦλθεν ἐποχὴ ὅτε τὰ δεινὰ ὑπερεξεχείλισαν, ἦλθεν ἐποχὴ ὅτε ὅλοι οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες ἐνθυμήθησαν τὸν προορισμόν των καὶ εἶπον, θέλομεν νὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι. Ἦλθεν ἡ μεγάλη ἐκείνη καὶ ὡραία ἐπανάστασις τοῦ 1821, εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς σημαίας τῆς ὁποίας πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία συνεκινήθη· ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη εἶναι πλησίον μας· πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἴσως ἔλαβον μέρος. Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἐνθουσιασμὸν, ἐνθυμεῖσθε τὴν αὐταπάρνησιν τῶν τότε πατέρων μας, ἐνθυμεῖσθε μὲ ποίαν θυσίαν, μὲ ποίαν καταστροφὴν ὅλης τῆς ἑλλ. χώρας ὑπεστήριξαν τὰ ἀρχαῖα δικαιώματά των, τὰ δικαιώματα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἐπὶ ἐννέα ἔτη ἐπολέμησεν ἐνδόξως τότε ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἂν ἀτυχεῖς περιστάσεις δὲν ἐπήρχοντο, ἴσως ἤθελον μᾶλλον στεφθῆ οἱ ἀγῶνές της· ἀλλὰ πρωτόκολλον περιώρισε τότε τὴν Ἑλλάδα εἰς μικρὰν γωνίαν, τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1827 καὶ τοῦ 1832. Τῶν ἀγώνων λοιπὸν ἐκείνων ὅλων τῶν Ἑλλήνων τοὺς καρποὺς γευόμεθα μόνον ὀλίγοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καταγόμεθα ἀπὸ μικρὰν γωνίαν τῆς ὅλης Ἑλλάδος· ἀλλὰ γινόμενοι τῶν καρπῶν, κύριοι, δὲν αἰσθανόμεθα ὅτι ἔχομεν ὑποχρεώσεις; δὲν αἰσθανόμεθα ὅτι ἡμεῖς οἱ ὠφεληθέντες ἐκ τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν καταστροφῶν τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ὅτι ἡμεῖς λέγω οἱ ὠφεληθέντες ὀφείλομεν πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας; Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ οὐχὶ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀλλὰ καὶ ὡς εἶπον καὶ ὡς εἰς τὴν τροπολογίαν ἐκφράζω, ὁ Ἕλλην γεννώμενος, ζῶν, ἀποθνήσκων, ἔχει καθήκοντα, ἔχει ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονῇ. Εἰς τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα σὺν τοῖς ἄλλοις ἀδελφοῖς ἡμῶν ἔλαβε τότε μέρος καὶ γενναῖος ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ λαὸς τῆς Κρήτης. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι πανταχοῦ ὅπου τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα ἐνίκων, πάντοτε καὶ οἱ Κρῆτες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον ἐξεπλήρωσαν γενναίως. Ἀτυχῶς ὅμως, ὡς προεῖπον, ἐπῆλθε πρωτόκολλον καὶ τὸ πρωτόκολλον ἐκεῖνο εἶπεν, ὄχι, Κρῆτες, δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε ἐλεύθεροι, ἐπανέλθετε πάλιν ὑπὸ τὴν ἄτιμον δουλείαν, ὑπὸ τὴν σκληρὰν τυραννίαν! Παρῆλθον ἔτη, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ὁ ἡρωϊκὸς ἐκεῖνος λαὸς ἡσύχασεν; οὐχί. Πάντοτε ἠγέρθη παραπονούμενος, πάντοτε ἀναζητῶν τὰ ἀπαράγραπτα τῆς ἐλευθερίας του δικαιώματα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸ 1840 πάλιν οἱ Κρῆτες ἔλαβον τὰ ὅπλα, πάλιν ἐζήτησαν τὴν ἐλευθερίαν των, ἀλλὰ καὶ πάλιν τότε ἡ σκληρὰ τύχη τοὺς κατεδίκασε νὰ ἐπανέλθουν ὑπὸ τὰ δεσμὰ τῶν ἁλύσεων· ἀλλ’ ὁ ἡρωϊκὸς ἐκεῖνος ἀληθῶς λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ λαὸς τῆς Κρήτης, δὲν ἐλησμόνησε τὰ δικαιώματά του, δὲν ἐδέχθη, δὲν διενοήθη κἂν οὐδὲ στιγμὴν ὅτι αἰωνίως πρόκειται νὰ μείνῃ ὑπὸ σκληρὰν δουλείαν, ὄχι· ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας πρὸ 3 ἀκόμη ἐτῶν ἔλαβεν ἡρωϊκῶς τὰ ὅπλα. Τίς τῶν Ἑλλήνων, κύριοι, δὲν ᾐσθάνθη χαρὰν, ἀκούσας τὴν πρώτην φωνὴν τῆς ἐλευθερίας ἐκ νέου εἰς τὴν νῆσον τῆς Κρήτης: Τίς τῶν Ἑλλήνων, κύριοι, δὲν εἶπεν ὅτι ὀφείλει πάσαις δυνάμεσι νὰ συντρέξῃ τῶν λαὸν ἐκεῖνον; Βεβαίως ὄχι μόνον οἱ τὴν μικρὰν ἐλευθέραν Ἑλλάδα κατοικοῦντες, ἀλλὰ οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες, ὡς εἴδετε πάντες, συνεισέφερον πᾶν ὅ,τι ἠδύναντο· πᾶς τις ᾐσθάνετο τὸ ἱερὸν καθῆκον τῆς βοηθείας πάσχοντος ἀδελφοῦ καὶ ἐξαιτουμένου τὴν ἐλευθερίαν του, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ᾐσθάνθημεν βεβαίως καὶ ἡμεῖς. Τίς κἂν διενοήθη νὰ εἴπῃ τότε ὅτι ἡ παροῦσα μικρὰ Ἑλλὰς δὲν ὀφείλει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ συντρέξῃ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον; Οὐδεὶς· καὶ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τοῦ ἑλληνισμοῦ τὰ δικαιώματα, τοῦ ἑλληνισμοῦ τὰ καθήκοντα εἶναι ἀπαράγραπτα, οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ ἀρνηθῇ. Ἐνθυμεῖσθε, ὁ ἀγὼν ἤρχισεν ὑπὸ κυβέρνησιν, ἥτις βεβαίως δὲν εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ τὸν συντρέξῃ· ἐπῆλθεν ἑτέρα κυβέρνησις περὶ τὸ τέλος τοῦ 1866 καὶ ἐκείνη, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, δι’ ὑπομνήματός της ὑπεστήριξε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Τέλος ἦλθεν ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867, τῆς ὁποίας προΐστατο ἔντιμος φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος· ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὁποῖος ἐνθουσιασμὸς ἐπλήρου τότε ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὁποῖος ἐνθουσιασμὸς ἦτο ἐντὸς τῆς πόλεως αὐτῆς, ὁποῖαι προθυμίαι εἰς συνδρομήν. Βεβαίως καὶ αἱ κυβερνήσεις ἐκεῖναι, μὴ παραβλάπτουσαι τὰ δίκαια ὁμόρου ἐπικρατείας, ἔπραττον ὅ,τι ἠδύναντο χωρὶς νὰ δώσωσι βεβαίως ἀφορμὴν εἰς ὁμόρους νὰ παραπονῶνται. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὰς βοηθείας, αἵτινες πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος ἀπεστέλλοντο· ἐνθυμεῖσθε τὴν προθυμίαν τῶν ἐθελοντῶν, οἵτινες καθεκάστην μετέβαινον εἰς Κρήτην, ὅπως συμπολεμήσωσι μετὰ τῶν ἀδελφῶν των· ἐνθυμεῖσθε πράξεις ἀληθῶς ἡρωϊκάς· ἐνθυμεῖσθε τὸν ἡρωϊσμὸν πλοίων ἀνεξαρτήτως ἐνεργουσῶν ἑταιριῶν. Ἐνθυμεῖσθε προσέτι, ὅτι αὗται αἱ μεγάλαι δυνάμεις, βλέπουσαι, ὅτι γυναικόπαιδα ἀθῶα μὴ μετέχοντα ποσῶς τοῦ ἀγῶνος, γυναικόπαιδα ἃ πᾶν ἔθνος πεπολιτισμένον σέβεται, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευον νὰ γείνωσι θύματα σκληρῶν τυράννων, τὰ ἔσωζον διὰ τῶν πλοίων των, καὶ ἑκάστη τῶν δυνάμεων τούτων ἐπροθυμοποιεῖτο νὰ συντρέξῃ τὰ γυναικόπαιδα ταῦτα, ἵνα τὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν μητρικὴν γῆν, ὅπως τὰ σώσῃ ἐκ τῆς σκληρότητος τῶν τούρκων. Ἤθελον μακρηγορήσει, ἂν ἀνέλυον τὰ διαμειφθέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα καὶ ἐπροσπάθουν νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ διάθεσις τῶν δυνάμεων ἐκείνων ἦτο μᾶλλον εὐνοϊκὴ εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν Κρητῶν, ὅτι ἡ τοιαύτη διάθεσις ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸ ἔτος τοῦ 67, καὶ ὅτι ἡ πεποίθησις πάντων ἦτο, ὅτι πλησιάζουν νὰ στεφθοῦν αἱ θυσίαι καὶ οἱ ἀγῶνες τῶν ἀδελφῶν. Ἐνθυμεῖσθε τότε, ὅτι πλοῖον τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας κατεδίωξε τὸ Ἀρκάδιον μέχρι τῶν Ἑλλην. ὑδάτων, ἀλλ’ εἰς τὰς παραστάσεις τῆς τότε Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐξῆλθεν ἐντίμως ἐκ τῆς περιστάσεως ἐκείνης. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς τοῦ 65 καὶ νὰ ὑποστηρίζω τὴν κυβέρνησιν τοῦ 67, νὰ ὑποστηρίζω τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἣν ἐνόμιζον τότε ὡς μᾶλλον συμφέρουσαν πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ἀντέκρουσε τὴν κυβέρνησιν τοῦ 67, καὶ ἐπολέμησε τὴν ἰδέαν τῶν προπαρασκευῶν ἣν ὑπεστήριζεν ἡ τότε κυβέρνησις, προβλέπουσα ὅτι τάχιον ἢ βράδιον ὁ κρητικὸς ἀγὼν θέλει περιπλέξει καὶ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, καὶ ἀποφασίσασα ἵνα ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς παρασκευάζηται οὐχὶ νὰ ἐπιτεθῇ ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ἀντικρούσῃ ἄδικον ἐπίθεσιν ὁμόρου ἐπικρατείας, ἐπίθεσιν ἥτις τάχιον ἢ βράδιον δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐπέλθῃ. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔλεγε, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην προπαρασκευῶν, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δὲν εἶναι συμφέρουσα, καὶ ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ πολιτικὴν εἰρήνην, πολιτικὴν διπλωματικῆς ἁπλῶς ἐνεργείας. Ἔλεγον τότε· αἱ παρασκευαί σας τὶ θὰ χρησιμεύσουν; αἱ παρασκευαί σας δὲν εἶναι ἀρκοῦσαι εἰς μίαν τοιαύτην ἐνδεχομένην ῥῆξιν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ τῇ παρατηρήσῃ, ὅτι ἡ θέσις ἣν κατέχει ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἰς πᾶσαν περίστασιν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κρατὴρ ἐν τῇ ἀνατολῇ. Ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀρκετὴ, καὶ μόνον ἂν ἔχῃ τὰς ἀναγκαιοτάτας τῶν παρασκευῶν, νὰ γείνῃ σεβαστὴ εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Τίς δύναται νὰ μὴ ὑποστηρίζῃ ὅτι κάλλιον ἀντὶ ἐλλείψεως πάσης παρασκευῆς καλὸν τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν ἔστω καὶ μικρὰν, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ὑποστῶμεν νόμους παρ’ ἄλλων; Τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἄλλοτε ἕτερος πολιτικὸς, πολιτικῆς ἴσως μὴ εὐνοϊκῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν μέγαν ἀγῶνα, ὁ πολιτικὸς Μετερνίχος τὴν ἐξετίμησε, διότι εἶπε· τὴν Ἑλάδα μὴ τὴν κάμετε ἐλευθέραν, θὰ ἔχῃ ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἀδελφούς της καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς κρατὴρ ἐν τῇ Ἀνατολῇ πάντοτε. Τὰς περαιτέρω σκέψεις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀφίνω εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἵτινες εἶχον μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐποχὴν ὅτε ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ 67 ἔγεινε κυβέρνησις τοῦ 68. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπῆλθε διάλυσις τῆς Βουλῆς τοῦ 65· τοῦτο εἶναι ἓν δικαίωμα καὶ τὸ σέβομαι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ ἐξετάσω, ἂν ὑπῆρχον σπουδαῖοι λόγοι διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις ὑπεστήριξεν ἐθνικὸν ζήτημα.
§47ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Καὶ διελύθη διὰ τυμπανοκρουσίας.
§48ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἀφίνω τὸν τρόπον τῆς διαλύσεως ἐκείνης, ἐξετάζω μόνον τὸ ζήτημα, ἂν ὑπῆρχον σπουδαῖοι λόγοι, ὑποστηρίζοντες τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἥτις ὑπεστήριζεν ἐθνικὸν ζήτημα. Ἐγένετο ὅμως. Καὶ ἦλθεν ἡ κυβέρνησις τοῦ 68. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀκολουθήσω πρῶτον τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς πολιτικὴν, διότι καὶ λόγον περὶ τούτου ποιοῦμαι εἰς τὴν τροπολογίαν· ἴσως θὰ ᾖναι σκληρὰ ἡ λέξις, ἀλλὰ, νομίζω, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, εἰς τὴν συγκάλεσιν τῆς τότε Βουλῆς, δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῶν νομίμων δικαιωμάτων, ἃ τῆς ἔδιδεν ὁ νόμος. Τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην τὴν διεύθυνε πνεῦμα ἀποκλειστικότητος καὶ φατριασμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ὡς ἀρχήν της ἀρχὴν ἥτις ἐκ βάθρων κλονίζει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· ὅτι εἰς μίαν Βουλὴν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μειονοψηφία, δὲν πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλαι αἱ ἰδέαι, καὶ ἐνθυμεῖσθε ποῖα μέσα μετεχειρίσθη διὰ νὰ ἀποκλείσῃ πρόσωπα, μὴ μετέχοντα τῶν ἰδεῶν της, ἃ ἠδύναντο νὰ ἔλθωσι καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι πολιτικὴν, ἣν ὑπεστήριξαν εἰς τὰ 67. Ἐνθυμεῖσθε εἰς ποῖα ἔκτακτα μέσα κατέφυγε, μέσα, ἃ εἶμαι πεπεισμένος, ὅλοι ἀποκρούουν. Τὰ ἀπέκρουσεν ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ ἐν γένει ὅλος ὁ ἑλληνικὸς τύπος. Ἅμα συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, πρώτη πρᾶξις ἦτον νὰ μεταβληθῇ ὁ κανονισμὸς, ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπερ ἠδύνατο νὰ δώσῃ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις ὡς πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Μετεβλήθη ὁ κανονισμὸς διὰ νὰ ἔλθῃ μία ἐπιτροπὴ νὰ δικάσῃ, καὶ δέν θὰ φανῇ τολμηρὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἐν γένει ἐκτὸς τινῶν ἐξαιρέσεων εἰς πολλὰς τῶν ἐξελέγξεων δὲν ἐδείχθη δικαία.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξελέγχετε τὴν Βουλὴν τοῦ 68;
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§51ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τὴν πεποίθησιν τὴν ἐμὴν ὡς πρὸς τὰς ἐξελέγξεις τὴν συμμερίζονται οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω τὴν πεποίθησίν μου εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἂν ἀναφέρωνται τὰ γεγονότα, δύναται δὲ κατόπιν, ὅστις θέλει, νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα νὰ μὲ ἀντικρούσῃ, χωρὶς νὰ μὲ διακόπτῃ. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς ἀποκλειστικότητος, πνεῦμα τὸ ὁποῖον ῥιζηδὸν ἀντίκειται εἰς πᾶν συνταγματικὸν πολίτευμα, ἐσωτερικῶς ἐδιοίκησε τὸν τόπον κατὰ τὸ 1868, πάντες δὲ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀποκρούσωμεν, διότι συνταγματικὸν πολίτευμα θὰ εἴπῃ ἡ συζήτησις. Καὶ εἰς τὴν συζήτησιν πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλαι αἱ ἰδέαι ἐφ’ ἑκάστου ζητήματος. Ἐννοῶ τὸν πόλεμον τῶν κομμάτων νὰ ἔχῃ ὡρισμένα ὅρια καὶ νὰ περιορίζηται ἐντὸς τῆς νομιμότητος καὶ οὐχὶ νὰ καταντᾷ εἰς τοιαύτην ἀποκλειστικότητα. Ἡ πολιτικὴ λοιπὸν ἡ ἐσωτερικὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1868 ἦτον, κατὰ τὴν ἔκφρασιν ἣν μετεχειρίσθην εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ἀκατανόητος· καὶ τὴν μετεχειρίσθην, διότι περιλαμβάνε πολλά, ἃ δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω. Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1868. Ἔρχομαι νὰ ἴδω, ἂν αἱ ἀρχαὶ, ἃς ἐξέθηκεν ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ 1867, ἐτηρήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1868, ἂν ὅσα ἔλεγεν ὡς ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσεν ὡς Κυβέρνησις. Καὶ λυποῦμαι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, ὅτι θὰ εἴπω ὄχι. Ἅμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1868 ἐλθούσης, ἤρχισε παρατηρούμενον ὅτι ὁ Κρητικὸς ἀγὼν μαραίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ προθυμία ἐκείνη εἰς τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, ἤρχισε νὰ σχηματίζηται ἡ ἰδέα τῆς πτώσεώς του. Οἱ ἀδελφοὶ Κρῆτες ἐφώναζον ἀεὶ «συνδράμετε», καὶ ὅμως συνδρομὴ δὲν τοῖς ἤρχετο· καθ’ ἑκάστην ηὔξανεν ἡ ἀπελπισία, καὶ ἐσχηματίσθη ἡ ἰδέα, ἀγνοῶ πῶς, ὅτι ἡ Κρήτη θὰ πέσῃ. Ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1868 ἡ πτῶσις τῆς Κρήτης, ναὶ ἢ ὄχι; Ἂν δὲν ἤθελε νὰ ἴδῃ τὸν ἀγῶνα πίπτοντα, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ, φυλάττουσα τοὺς νόμους καὶ τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν εἰς ὅμορον ἐπικράτειαν. Ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ τὸ πᾶν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου. Οὐδὲν ἔπραξεν. Ἐπὶ ἓξ μῆνας, Κύριοι, ὑπῆρχε σιωπὴ καὶ ἀεργία. Κατόπιν ὅμως αἴφνης ἐνέργειαι, γενόμεναι φανερὰ, ἔδειξαν πολιτικὴν ἀντίστροφον ἐκείνης, ἣν κατὰ τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας εἶχεν. Αἱ ἐνέργειαι αὗται ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν νὰ παραπονεθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἰσηκούσθησαν τὰ παράπονά της, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν βίαν. Ἐνθυμεῖσθε τὰς λυπηρὰς ἡμέρας τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς Σύρου. Ἐνθυμεῖσθε εἰς ποίαν κακὴν θέσιν εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὅτι εὑρέθη ἀπαράσκευος, μὴ ἔχουσα οὔτε ἓν σκάφος ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν πλοίων τοῦ Χόβαρ πασᾶ. Ἐνθυμεῖσθε τὸ πένθος τὸ γενικὸν, ὅπερ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐξετάθη. Τότε, καὶ τότε μόνον ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1868 ἐσυλλογίσθη νὰ γείνῃ πολεμική. Τότε μόνον ἐζήτησεν ἔκτακτον πίστωσιν 100, 000, 000, ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη, ὅτι καὶ ἂν εὕρισκε τὰ χρήματα ἐκεῖνα, εἶχε τὸν καιρὸν νὰ προπαρασκευασθῇ; Βεβαίως ὄχι. Δὲν ἐσκέπτετο, ὅτι ἐνεργήσασα ὡς ἐνήργησε, μὴ ἐμφρόνως, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν νὰ παραπονεθῇ. Καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν αὐτὴ ἡ ἰδία, διότι ἐφρόνει καὶ ἔλεγεν· αἱ παρασκευαὶ περιτταί. Δὲν βλέπετε ἀνακολουθίαν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1867 καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἁ. ἑξαμηνίας τοῦ 1868; Ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τί ἐχρησίμευσαν τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια τὰ δοθέντα πέρυσιν ὑπὸ τῆς τότε Βουλῆς; Ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ ἀναγκαῖος ὑλικὸς χρόνος, ὅτι τὰ ἐνεπιστεύετο εἰς Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν εἶχε τὴν πεποίθησιν τῆς πολιτικῆς. Τὰ ἐνεπιστεύθησαν. Καὶ ὅμως οὐδὲν ὄφελος, διότι δὲν ὑπῆρχε χρόνος παρσκευῆς, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς λέξεις τοῦ προγράμματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. «Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀρνήσει ἡμῶν νὰ συναινέσωμεν εἰς τὰ ὑπὸ τῆς Συνόδου ἀποφασισθέντα, οὐδὲν ἄλλο ἔμεινεν, ἢ ὁ πρὸς τὴν Τουρκίαν πόλεμος. Δυστυχῶς ὅμως, ἀφοῦ καὶ κατὰ θάλασσαν διατελοῦμεν ὅλως ἀπαρασκεύαστοι, καὶ κατὰ ξηρὰν εὑρίσκομεν τὸ ἔθνος μὴ παρεσκευασμένον.» Βεβαίως, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ παρασκευὴ εἰς διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν. Ἀνέλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὰς ἡνίας τοῦ κράτους, καὶ ἀληθῶς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπογράψῃ πρωτόκολλον, ὡς ὁμολογεῖ ἡ ἰδία εἰς τὸ πρόγραμμά της, διότι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀπαράσκευος. Ἀλλὰ δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, τίς ὁ πταίων διὰ τὸ ἀπαράσκευον τοῦτο; ποία ἡ ἀφορμὴ δι’ ἣν εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ὀδυνηρὰν ἐκείνην θέσιν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ αἰτήσωμεν καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἀπάντησις νὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὸ πρόγραμμά της. Ἔπρεπε νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ἄνευ ἧς οὐδὲν συνταγμ. πολίτευμα προοδεύει, ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του, ὅτι ἡ ἀμνηστεία, ὡς ἀρχὴ καθιερωμένη, θέλει φέρει, οὐχὶ τὴν διόρθωσιν, ἀλλὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ Συντάγματος. Ἂν παραδεχώμεθα, ὅτι μόνον διότι μία Κυβέρνησις παρῆλθε, δὲν πρέπει νὰ τῆς ζητήσωμεν λόγον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ παρελθόντα εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀλλοίμονον τότε, δὲν θὰ ἔχωμεν εὐθύνην ὑπουργῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἴσως κατὰ τοῦτο εἶναι ἀτελὲς καὶ πολὺ ἀτελὲς τὸ σχέδιον τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ἴσως κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν συνεπλήρωσε τὸ ἔργον της.
§54ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀναμιγνύονται οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως;
§55ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, καὶ κατ’ ἰδιαίτερον λόγον ὡς ἀντιπολιτευόμενοι τοῦ 68, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν ταῦτα περὶ τῆς πολιτικῆς, ἥτις συνδέεται μὲ ἓν ἀτύχημα ἐθνικὸν, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἐπὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις. Ἡ πολιτικὴ τοῦ 68 ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, ναὶ ἢ οὔ; Νομίζετε τοῦτο ὡς ζήτημα μὴ σπουδαῖον, ὡς ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔγκειται εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου; Τοῦτο ἦν ἡ πολιτικὴ τοῦ 68· ἦτον νόμιμος ἢ ὄχι; Νομίζω δὲ ἀκόμη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει μόνον τὸ παρελθόν της νὰ ἐξετάζῃ, ἀλλὰ πρέπει, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθὸν, νὰ ῥυθμίζῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ παρόντος καὶ μέλλοντος· φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς τοὺς ἀδελφούς της· πρέπει νὰ ἐνθυμῆται πάντοτε, ὅτι ὑπάρχει ὡς Κυβέρνησις καὶ δι’ ἐκείνους· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της, πῶς δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ φανῇ ὠφέλιμος εἰς τοὺς ἀδελφούς της, καὶ ὅλη ἡ ἐνέργειά της ἐκτὸς τῆς ἐσωτερικῆς διαῤῥυθμίσεως νὰ ἦναι προσηλωμένη εἰς τὰ καθήκοντα τῆς πατρίδος, ἀφοῦ λέγει τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δεσμευόμεθα ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τὰς καθιερωθείσας ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ· εἴθε, κύριοι, καὶ τὸ εὔχομαι διὰ τὸ μέλλον· ἀλλ’ ὅταν πᾶσα ἐξωτερικὴ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην ἐνέργεια δεσμεύεται, ἀγνοῶ πῶς ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν μου καὶ ὑποστηρίζω αὐτήν. «Μετὰ ψυχικοῦ ἄλγους εἶδεν ἡ Ἑλλὰς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Υ. Μ. εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ τὴν ἑαυτῆς συναίνεσιν εἰς τὸ Πρωτόκολλον τῆς τελευταίας ἐν Παρισίοις συνδιασκέψεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, δι’ οὗ κατεδικάσθη συμπάθεια καὶ συνδρομὴ ἐθνικὴ, ὀφειλομένη πρὸς ἱερὸν καὶ καρτερικὸν ἀγῶνα Ἑλλήνων, ὑπὲρ ὧν ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται φύσει νὰ μὴ μεριμνᾷ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, Μεγαλειότατε, πιστοὶ διερμηνεῖς τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν δύνανται ἢ νὰ μεμφθῶσι τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ὅπερ δι’ ἀκατανοήτου πολιτικῆς πορείας ἐσωτερικῆς τε καὶ ἐξωτερικῆς περιήγαγε τὴν Πατρίδα εἰς τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν νὰ ἴδῃ τὴν μὲν χώραν καὶ τοὺς Νόμους Αὐτῆς παραβιαζομένους ἐνόπλως ὑπὸ ξένων, ἱερὰ δὲ δίκαια παρορώμενα ἐπισήμως, καὶ ἀδελφὸν λαὸν κύπτοντα ἐκ νέου ὑπὸ σκληρὰν δουλείαν. Ἡ Ἑλλὰς πέποιθεν, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐκτιμῶσαι προσηκόντως τὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ θέσιν τῶν Ἑλλήνων, θέλουσιν ἐν τῷ μέλλοντι εὐμενέστερον κρίνει περὶ τῶν ἀπαραγράπτων αὑτῶν δικαίων». Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκούντως ὑπεστήριξα τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ ὅτι ἀπεδείχθη τρανῶς ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 68 καὶ ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἦτον κακή. Κατερχόμενος, κύριοι, τοῦ βήματος, εὔχομαι ὥστε ἡ Πατρίς μας νὰ μὴν εὑρεθῇ ποτὲ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, ἐξ ἧς μόλις ἐξῆλθεν· εὔχομαι οἱ κυβερνῶντες αὐτὴν νὰ σέβωνται τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ μικρὰ αὕτη γωνία πρὸς τὴν μεγάλην Ἑλλάδα· καὶ εὔχομαι ἡ πολιτικὴ ἥ τε ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἐκείνων.
§56ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ συγκινήσεως μεγάλης ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, ἡ συζήτησις τοῦ ὁποίου κεντᾷ τὰς εὐαισθητοτέρας χορδὰς τῆς καρδίας ἡμῶν. Εἰς τὰς καρδίας ἁπάντων ἡμῶν εἶναι ἐγκεχαραγμένη ἡ λύπη, ἣν ᾐσθάνθημεν, μαθόντες τὴν πτῶσιν ἡρωϊκοῦ ἀγῶνος ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι συνεισέφερον τὸ πᾶν· ἀδελφῶν οἱ ὁποῖοι παρέσχον εἰς ἡμᾶς βοήθειαν εἰς ἐποχὴν ἄλλην, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν καθίδρυσιν τῆς γωνίας αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἐπρόκειτο, κύριοι, νὰ ἐκφράσω διὰ λόγων ἐκεῖνο ὅπερ ᾐσθάνθησαν πάντες ἐκ τῆς πτώσεως τοῦ ἀγῶνος, οὐδὲ τὴν δύναμιν εἶχον νὰ καταδείξω ὅλας τὰς πληγὰς, ἃς εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἑλλάδος ἡ πτῶσις τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου ἀφῆκεν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἔκθεσις τῶν πληγῶν ἐκείνων ἔσεται τῆς πραγματικῆς μικροτέρα καὶ ὀφείλω νὰ σιωπήσω, ὅπως ἐσιώπησε καὶ ὁ ποιητὴς ἐκεῖνος, μὴ δυνάμενος νὰ ἐκφράσῃ διὰ ὁποιασδήποτε ἐκφράσεως τὴν λύπην, ἣν ὁ θάνατος τῆς Ἰφιγενείας ἐπροξένησε, καὶ ἁπλῶς ἠρκέσθη νὰ ῥίψῃ πέπλον, ἵνα ἐνδείξῃ τὸ μεγαλεῖον τῆς λύπης· οὕτω φρονῶ καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ζωγραφήσωμεν τὴν βαθεῖαν αἴσθησιν τῆς λύπης, ἣν ἡ πτῶσις τῆς Κρήτης ἐπροξένησεν εἰς ἡμᾶς. Βεβαίως, κύριοι, τίνος Ἕλληνος ἡ καρδία δὲν πάλλει, δὲν σπαράττει, ἀναλογιζομένου ὅτι ἀπεσπάσθη τῆς Ἑλλάδος μία νῆσος, ἡ ὁποία κατεσπαράχθη διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ὁποίαν μία σκληρὰ καὶ ἀπάνθρωπος διπλωματία ἀφήρπασεν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλὰ συγχρόνως, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὅσας ὑπερανθρώπους δυνάμεις καὶ ἂν καταβάλλῃ, δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑπείκῃ εἰς τὸ πεπρωμένον ἢ μᾶλλον εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἰσχυροτέρου. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς παραγράφου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. Λόγου, ἡ ὁποία πρόκειται ὑπὸ συζήτησιν, νὰ εἴπω ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ ὅ,τι αἰσθάνεσθε πάντες σεῖς καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν· ἀλλὰ φρονῶ συγχρόνως ὅτι οὔτε τοῦ παρόντος χρόνου οὔτε τῆς παρούσης ἐποχῆς εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν τίς ὁ πταίσας, τίς ὁ ἐπενεγκὼν τὴν πτῶσιν τῆς Κρήτης. Ἐὰν ἐρωτήσω τὴν πεποίθησίν μου, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ εὐρωπαϊκὴ διπλωματία ἐπέφερε τὴν πτῶσιν τῆς νήσου ἐκείνης· δὲν δύναμαι νὰ κρύψω, ὅτι ὅσους ὑπερανθρώπους ἀγῶνας ὁ λαὸς καὶ ἂν κατέβαλλεν, ἅμα ἡ Εὐρώπη σύμπασα εἶπεν ὅτι ἡ Κρήτη πρέπει νὰ πέσῃ, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ πέσῃ. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν ἀφροσύνην νὰ ἄρῃ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ πάντων, φρονῶ, ὅτι ἤθελε καταστρέψει τὰς ἐλπίδας αἱ ὁποῖαι διὰ τὸ μέλλον μᾶς μένουσιν, ἤθελε καταστρέψει πᾶσαν πηγὴν, ἐξ ἧς ἐδύναντο οἱ λαοὶ οἱ ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν διατελοῦντες, ἀρυόμενοι παρηγορίαν, νὰ εἴπωσι· «μίαν ἡμέραν θέλομεν ἀνακτήσει τὴν ἐλευθερίαν μας»· ἠθέλομεν στερήσει καὶ τῆς τελευταίας ἐλπίδος ἀδελφοὺς ἀναξιοπαθοῦντας καὶ πάσχοντας, ἠθέλομεν θέσει προσκόμματα εἰς τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, Οὕτω λοιπὸν ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. λόγου φρονῶ, ὅτι ἐκφράζομαι τὸ αἴσθημα τῆς πλεινοψηφίας, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἐποχῆς, ἐὰν καὶ ποία τῶν κυβερνήσεων ἥμαρτεν, ἐὰν καὶ ποία ἐπέφερε τὴν πτῶσιν τῆς νήσου. Δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ περιορισθῶμεν ἁπλῶς εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως· δὲν δυνάμεθα εἰμὴ, ἐπειδὴ ὁ Β. Λόγος δὲν περιέχει παρὰ τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ, δὲν δυνάμεθα παρὰ τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν πορείαν αὐτὴν νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ νὰ κατακρίνωμεν, ἐὰν τὴν εὕρωμεν κατακριτέαν. Νὰ τρέξωμεν εἰς παρελθόντα, νὰ κατηγορήσωμεν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν κυβέρνησιν, κυβέρνησιν ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας οὔτε τοῦ παρόντος ζητήματος ἀντικείμενον. Ἔχομεν τὸ στάδιον εὐρύ· κατόπιν, ὅταν ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. Λόγου, διὰ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν ἐὰν ἔχωμεν ἢ μὴ ἐμπιστοσύνην, ἐὰν ἀποδεχώμεθα τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἀνέπτυξεν, τότε ἔχομεν καιρὸν, καὶ ἐάν τις ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐκφέρῃ κατηγορητήριον κατὰ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς κυβερνήσεως, τὸ βῆμα εἶναι ἐδῶ καὶ δύναται νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν, καὶ ἂν δὲν παρακολουθήσωμεν τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀπάντησις τοῦ Β. Λόγου δὲν εἶναι παράφρασις, ἀλλὰ θελήσωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησε, δὲν δυνάμεθα εἰ μὴ μόνον τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσωμεν· νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πορείαν κυβερνήσεων παρελθουσῶν, τοῦτο εἶναι ζήτημα ξένον τοῦ παρόντος ζητήματος. Ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν ἐμπνεομένη ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς σας ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. Λόγου, ἦλθεν ἁπλῶς νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἡ παροῦσα καλῶς ἔπραξε παραδεχθεῖσα τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον αἱ μεγάλαι δυνάμεις ὑπέγραψαν ἐν Παρισίοις, καὶ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων ἔχει τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παραδοχὴ τοῦ πρωτοκόλλου αὐτοῦ τῶν μεγάλων δυνάμεων δὲν συνᾴδει μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Μὴ θέλωμεν νὰ διαβουκολῶμεν τὴν κοινὴν γνώμην, νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ ἀντιπαλαίσωμεν κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀρωγὸν καὶ σύμβουλον ἐχούσης τὴν Εὐρώπην· αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δύναται μέν τις νὰ εἴπῃ διὰ νὰ διαβουκολήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ χειροκροτήματα, ἀλλ’ εἶναι πράγματα ἐπίσης, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταστρέψει τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλὰς, ὅπως ἀτυχῶς περιωρίσθη καὶ ὅπως ἀτυχῶς εὑρίσκεται, δὲν δύναται νὰ ἀντιπαλαίσῃ κατὰ τῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων. Θὰ μοὶ εἴπῃ τις ἴσως, ὅτι αἱ δυνάμεις ἀφῆκαν ἐλεύθερον τὸ στάδιον, ἐλεύθερον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος πάλης· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι οἱ λέγοντες τὸ τοιοῦτον δὲν τὸ πιστεύουσι· γνωρίζουσι κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε συμφέροντα μέγιστα εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὅτι ἡ ἐλαχίστη ἀνατροπὴ, ἡ ἐλαχίστη κίνησις ἐν Ἀνατολῇ συγκινεῖ καὶ συνταράττει ὅλα τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡ Εὐρώπη, ὁμόφωνος οὖσα, ἐὰν μὴ συμφέροντα ἰδιαίτερα τῶν Μεγάλων δυνάμεων τὸ ἐπιτρέπωσι, νὰ ἀφήσῃ νὰ συνταραχθῇ ἡ Ἀνατολή; Μὴ ἐπικαλεσθῇ τις τὴν ἐποχὴν τοῦ 1821· ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἄλλη· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ αἰσθήματα τοῦ ἱπποτισμοῦ βεβαίως ἤκμαζον ἀκόμη· ὁ λαὸς τῆς Εὐρώπης ἐθαύμαζε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀσπαίρων καὶ μετὰ χαρᾶς μεγίστης ἤθελεν ἰδεῖ ἀνυψουμένην τὴν Ἑλλάδα ἐκείνην· τότε αἰσθήματα τῆς εὐγενείας, τοῦ ἐνθουσιασμοῦ κατεκυρίευον τὰς καρδίας αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ ὑλισμὸς ἀντικατέστησε τὰ αἰσθήματα ἐκεῖνα, τὰ συμφέροντα τὰ ὑλικὰ μετέβαλον τὰ αἰσθήματα τὰ ἠθικά. Τότε ἡ κοινὴ γνώμη, ἅμα ἐξεγερθέντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος, σύμπασα ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, τότε ἡ κοινὴ γνώμη ἐναντίον τῶν διαθέσεων τῶν μυστικοσυμβουλίων ἐπέβαλε τὴν θέλησίν της εἰς αὐτά· ἀλλὰ σήμερον πάντες οἱ παρακολουθοῦντες τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης βλέπουσιν ὅτι μόνον τὸ ὑλικὸν συμφέρον διέπει τὰς κυβερνήσεις καὶ τοὺς λαούς. Δὲν εἴχομεν λοιπὸν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐξεγερθῆ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν μυστικοσυμβουλίων διὰ νὰ προσφέρῃ βοήθειαν, ἥτις ὑπόσχεται νὰ ἀπολυτρώσῃ ἑκατομμύρια Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς ἀφορήτου τυραννίας τῶν Τούρκων. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ὅπως εἶπον νὰ παραβάλωμεν τὴν ἐποχὴν τοῦ 1821 καὶ τοῦ 1869: ἤλλαξαν οἱ καιροί, ἤλλαξαν τὰ ἤθη. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν κατάστασιν πραγμάτων, τί ἐδύνατο νὰ κάμῃ ἡ Ἑλλάς, ὅταν εἶδεν ὅτι αἱ διαστάσεις ἢ αἱ διαφωνίαι αἱ ὑπάρχουσαι μεταξὺ τῶν μυστικοσυμβουλίων διελύθησαν, ὅτι σύμπνοια μεγίστη μεταξὺ αὐτῶν ἐπῆλθεν ἀνακηρύττουσα ἢ ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους αὐτὰ ἐνόμισαν ἀναγκαίους; Ἤθελεν εἶσθαι ἔργον ἀφροσύνης μεγίστης, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔλεγε, ῥίπτω τὸν κύβον.
§57ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διατί ἐζητήσατε τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια;
§58ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπεμβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἔργων παρελθουσῶν Βουλῶν, διότι ἐὰν τοῦτο κάμωμεν, κύριοι, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ οἰκοδόμημα· ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξετάζωμεν, νὰ ἐλέγχωμεν καὶ νὰ καταδικάζωμεν πράξεις καὶ ἀποφάσεις Βουλῶν παρελθουσῶν, ἐστὲ βέβαιος, κύριε Μπούμπουλη, ὅτι ἐκεῖ ὅπου κάθεσθε δὲν δύνασθε νὰ καθήσητε. Ἀλλά, κύριοι, διατί νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια; Τὰ ἐψηφίσαμεν, καὶ εἷς ἐκείνων ὁ ὁποῖοι ἔδωκαν τὴν ψῆφον ἤμην καὶ ἐγώ· ἀλλὰ μέχρις ἐσχάτων ἀκόμη ἡ διαφωνία τῶν δυνάμεων ἐθεωρεῖτο βεβαία, ἐν δὲ τῇ διαφωνίᾳ ἐκείνῃ ἠλπίζομεν ἐλπίδας μεγάλας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐδύνατο νὰ δεχθῇ ἀγῶνα κατὰ τῆς Τουρκίας· ἀλλ’ ὅταν εἴδομεν τὴν Εὐρώπην σύμπασαν σύμφωνον, τίς ἐξ ἡμῶν ἤθελεν συμφωνήσει ν’ ἀντιταχθῇ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς κατὰ τῆς ὁμοφώνου ψήφου τῆς Εὐρώπης; Ἰδού, κύριε Μπούμπουλη, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐψήφισα ὑπὲρ τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων.
§59ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὁ Κ. Μπούμπουλης λέγει, ὅτι ἐζήτησε τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια καὶ δὲν εἶχε καμμίαν προετοιμασίαν, καὶ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ Κορυζῆς.
§60ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἐποχῆς νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι καὶ ἄλλαι κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπέθεταν ὅτι θὰ ὑπάγωμεν μὲ τὴν Μπουμπουλίναν εἰς Κωνσταντινούπολιν, δὲν ἔκαμαν τίποτε· ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχω ἀπόφασιν νὰ ἔμβω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς διαγωγῆς κυβερνήσεων παρελθουσῶν κατὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Β. Λόγου· εἶπον ὅτι εἶναι ξένον ἀντικείμενον ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαγωγῆς παρελθουσῶν κυβερνήσεων· δὲν δύνασθε εἰμὴ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τῆς παρούσης κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἰδοῦσα τὴν σύμπτυξιν διὰ νὰ εἴπω οὕτω τῆς θελήσεως τῆς Εὐρώπης, ὤφειλε νὰ παραδεχθῇ, καὶ ἐὰν καλῶς ἔπραξεν ἢ μὴ παραδεχθεῖσα τὸ πρωτόκολλον τῶν δυνάμεων· εἶπον δὲ ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὴν τόλμην νὰ ἀντείπῃ εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Μὴ ἀποδίδωμεν, κύριοι, κατηγορίας εἰς οἱανδήποτε κυβέρνησιν, κατηγορίας σκοπούσας νὰ μετριάσωσι τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τὸ μέγα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του ὁ Ἕλλην ἔχει ἐν τῇ καρδίᾳ του ἱερὸν καὶ ἀπαράγραπτον, τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει, καὶ ὀφείλει διηνεκῶς καὶ ἀνενδότως, νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς ὅλης ἑλληνικῆς φυλῆς· ἠθέλομεν ἀδικήσει τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν εἰς τὸν ἐλάχιστον πολίτην της ἀποδώσωμεν τὴν ἐλαχίστην κατηγορίαν, ὅτι τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο δὲν ἦτο πρωτεῦον· εἰς κανένα τῶν Ἑλλήνων δὲν θέλω ἀρνηθῆ, ὅτι ἅμα γεννηθῇ, ἅμα δυνηθῇ νὰ συλλάβῃ ἰδέας περὶ ἐθνικότητος, ὅτι τὸ πρῶτον αὐτοῦ μέλημα, ἡ πρώτη φροντὶς, τὸ μεγαλεῖτερον γόητρον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του παρίσταται ἡ ἐπίτευξις τῶν ἱερῶν ἡμῶν πόθων. Μὴ θέλωμεν, κύριοι, χάριν προσωπικῶν ἴσων συμφερόντων νὰ κατηγορῶμεν οἱ μὲν τοὺς δὲ, νὰ ἀποδώσωμεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν, τὴν ἀποτυχίαν ἑνὸς ἀγῶνος εἰς τὴν κακὴν πορείαν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης κυβερνήσεως. Ἂς συναισθανθῶμεν ὅλοι τὰ λάθη μας, ἂς συναισθανθῶμεν ὅλοι τὴν ἀδυναμίαν μας, ἂς συναισθανθῶμεν τὰ ἱερὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ πατρὶς μᾶς ἐπιβάλλει, καὶ ἐν ὁμοφωνίᾳ τοὐλάχιστον ἂς ἐργασθῶμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ προπαρασκευάσωμεν τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἄγει εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς κληρονομίας τῶν πατέρων μας.
§61Α. ΜΗΤΣΑΣ. Ὀλίγα, κύριοι, θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Γιάγκον Παπαζαφειρόπουλον, ὅπου εἶπεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη μᾶς ἠνάγκασε καὶ παραδέχθημεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν τοῦ πρωτοκόλλου· ἡ Εὐρώπη μᾶς ἄφησε, νομίζω, τρία ἔτη νὰ παλαίσωμεν. Εἶπεν ὅτι συνέτρεξε καὶ ἡ μία κυβέρνησις καὶ ἡ ἄλλη· ἐγὼ λέγω ὄχι· Δὲν παρακινοῦμαι ἀπὸ οὐδὲν πάθος, οὔτε κατὰ τοῦ κ. Βούλγαρη, οὔτε κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου· μὲ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε. Ὅτε ἦτο ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου 9½ ἕως 10 δραχμαὶ μᾶς ἐστέλλοντο εἰς τοὺς ἐπαναστάτας ὅλους, ὅπου εἴμεθα εἰς τὴν Κρήτην· καὶ αὐτὰς τὰς δραχμὰς ἐμοιραζόμεθα εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἀγῶνος, ὅπου ἤρχοντο τακτικώτατα τὰ ἀτμόπλοια εἰς ὅ,τι ἀνάγκην ἔκτακτον εἴχομεν δηλ. ἀποστολὰς κτλ. τακτικώτατα μᾶς ἤρχοντο, ὡς νὰ ἦσαν διὰ τακτικὸν στρατόν· 29–32 ἡμέρας τὸ βαπόρι ἦτο εἰς τὴν Κρήτην καὶ τὰ χρήματα δὲν καθυστεροῦντο ἀλλὰ τακτικὰ ἐστέλλοντο διὰ τῆς ἐδῶ κεντρικῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε καὶ τῆς κυβερνήσεως, νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρὰ, διότι αἱ κυβερνήσεις τὰ διεύθυναν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§62ΖΑΙΜΗΣ. (πρωθυπουργὸς). Αἱ ἐπιτροπαί.
§63ΜΗΤΣΑΣ. Πολὺ καλὰ —Θὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα ἐδῶ, ἢ θὰ τιμωρηθοῦν οἱ προδόται, εἰ δὲ μὴ ποτὲ δὲν θὰ ὑπάγωμεν ἐμπρός. Ἐγὼ δέχομαι νὰ μὲ σουβλίσουν. Ὄχι, κ. Γιάγκο, νὰ τ’ ἀφήσωμεν, νὰ τ’ ἀφήσωμεν· ἕως πότε νὰ τὰ ἀφήσωμεν; ἐπήραμεν 62,000 ψυχὰς εἰς τὸν λαιμόν μας καὶ δὲν εἰμποροῦμεν οὔτε νὰ τὰς μνημονεύσωμεν. Διαβαίνετε, λέγει, περνᾶτε· ποῦ θὰ πᾶμε; θὰ σηκωθοῦν νὰ μᾶς πνίξουν αὐτὰ τὰ αἵματα. Ἦτο διαταγὴ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μετρούμεθα ἐπὶ παρουσίᾳ δύο μελῶν εἴτε τῆς κυβερνήσεως τῆς Κρήτης, εἴτε τῶν ἐπιτροπῶν, ὅπου εἰς τὰς ἐπαρχίας εἴμεθα διαμοιρασμένοι· ἐπὶ παρουσία λοιπὸν αὐτῶν ἐμαζευόμεθα ὅλοι οἱ παλαιοὶ ἐθελονταὶ, καὶ ἀφ’ οὗ μᾶς ἐμετροῦσαν, τότε τὰ 400 ναπολεώνεια, τὰ ὁποῖα μὲν ἔστελλεν ἡ κυβέρνησις αὐτὴ, ἀφ’ οὗ τὰ ἐκάμναμεν εἰς γρόσια, ἔπερνε καθεὶς ὅσον ἀναλογοῦσεν, εἰς ἕκαστον σῶμα, ὅπου ἔπεφτεν, ἀπὸ 28–32–36 γρόσια· τέλος πάντων ἔπερνε κάθε σωματάρχης τὸ ἀνάλογόν του, τὸ ἀλεῦρι του, τὰ δέρματα καὶ κανὲν ὑποκάμισον καμμιὰν φορὰν, καὶ ἀπὸ 20 δράμια καπνόν. Ἐν τούτοις ὅλα αὐτὰ ἤρχοντο, δυστυχῶς ὅμως καὶ παρ’ ἐλπίδα ἅμα ἦλθεν ὁ κ. Βούλγαρης, ἐπέρασαν 4 μῆνες νὰ ἔλθουν μίαν φοράν· ἔπειτα ὑπομνήματα ἐπὶ ὑπομνημάτων, καὶ παρακαλῶ νὰ ἔλθουν νὰ τὰ ἴδωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα ἐδῶ, καὶ τότε νὰ φρίξητε· εἰς μάτην, δὲν εἰσηκουόμεθα οὔτε οἱ ἐντόπιοι ἀρχηγοὶ ἀπὸ τὴν ἐδῶ κεντρικὴν ἐπιτροπὴν, οὔτε οἱ παλαιοὶ ἐθελονταί, οὔτε ἡ κυβέρνησις τῆς Κρήτης. Ἐπὶ τέλους δὲν ἀντείχαμεν· ἀπὸ τὰς 15 Αὐγούστου μέχρι τῆς 18 Ἰανουαρίου, ὅπου ἤλθαμεν, καὶ πῶς ἤλθαμεν εἰς τὴν Σύρον ὁ Θεὸς τὸ ἠξεύρει, κὺρ Γιάγκο· καὶ περισσότερον ζῆλον εἴχομεν ἡμεῖς παρὰ οἱ τοῦ 1821, διότι ὁ κατώτερός μου ἦτο τοῦ 1821, ἀλλὰ δὲν τὸν κάμνω καλλίτερόν μου, ἔχω καὶ ἐγὼ πατέρα τοῦ 1821, ἀλλὰ δὲν τὸν λογαριάζω οὔτε τὸ ⅛ δι’ ἐμέ· δὲν λέγω διὰ τοὺς ἄλλους. Τέλος ἀπὸ τὰς 15 Αὐγούστου ἕως τὰς 18 Ἰανουαρίου πεντάραν δὲν μᾶς ἔστειλεν ὁ κ. Βούλγαρης, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐνάξωμεν τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὰ δικακαστήρια, διότι ἔχομεν ἀποδείξεις, καὶ ἐλαμβάναμεν τακτικὰ τὰ χρήματα, 400 ναπολεόνια καθ’ ἕκαστον μῆνα· μᾶς ἔζησαν αὐτοὶ οἱ ἀρχηγοὶ, καὶ χρεωστοῦμεν εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Κρήτην, διότι μᾶς διετήρησε μὲ κρέτιτο εἰς κρέας καὶ εἰς μετρητὰ 768 ἄνδρας, καὶ εἰς 14 ἡμέρας ἐχάσαμεν 176 στρατιώτας, οἱ παλαιοὶ ἐθελονταὶ εἰς τὰ «Κούφια», καὶ ἔγεινε διὰ μίαν ἡμέραν, ὅπου διὰ 3 ἔτη δὲν τοὺς ἐχάσαμεν. Ναὶ, κύριε Γιάνκο, ἐπιθυμῶ νὰ δικασθοῦν· αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις τῆς μιᾶς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἄλλης· καὶ δὲν σᾶς τὰ εἶπα καλὰ, διότι δὲν ἐσπούδασα, ἀλλὰ τὰ λέγω πρακτικά.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ, πολὺ καλά.
§65ΜΗΤΣΑΣ. Καὶ ἐπιμένω· διότι ἐὰν σήμερον δὲν δικασθοῦν κατὰ τὰ πράγματα, καὶ δὲν καταδικασθοῦν αὐτοὶ οἱ αὐτουργοὶ, ἂς ἦναι καὶ ὁ πατέρας μου, ἐγὼ πρῶτος τὸν σουβλίζω, καὶ δὲν λέγω τίποτε· τέλος πάντων, ὅταν ἦναι διὰ τὴν πατρίδα μου, ὑπάγω νὰ γίνω θῦμα (χειροκροτήσεις ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι ἀκροαταὶ, μὴ κάμνετε ἀταξίας·—ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι, καὶ τὸ ἐπεθύμουν ζωηρότατα, εἰς τὴν ἀπάντησίν μας πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὸ τρέχον ἔτος, νὰ τηρήσωμεν πλήρη τὸν τύπον τὸν Ἀγγλικόν· ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται. Ὀφείλομεν εἰς μίαν παράγραφον νὰ παραβιάσωμεν τὸν τύπον αὐτὸν, διότι μᾶς ζητεῖται ῥητὴ καὶ ὡρισμένη ἀπάντησις ἀπὸ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Μετὰ μίαν διάλυσιν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ὁ Βασιλεὺς μᾶς ζητεῖ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἰδέαν μας, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον παραδεχθὲν τὴν διακήρυξιν τῶν Δυνάμεων. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ παρατρέξωμεν τοῦτο σήμερον καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἁβρόφρονα ἀπάντησιν, ὅπως συνήθως πράττουσιν ἀπαντῶσαι αἱ Ἀγγλικαὶ Βουλαὶ πρὸς τὴν Βασίλισσαν; Εἶναι, κύριοι, ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσωμεν εἰλικρινῶς καὶ καθαρῶς τὴν γνώμην μας ἐπ’ αὐτῆς τῆς παραγράφου, τῆς ἀφορώσης σπουδαιότατον ζήτημα, νὰ εἴπωμεν τὴν ἱστορίαν μας. Διότι, μὴ λησμονήσητε, ὅτι περὶ μεγίστου πρόκειται συμβεβηκότος, ὁποῖον ἄλλοτε εἰς Ἑλληνικὴν Βουλὴν δὲν ἐπαρουσιάσθη, καὶ τὸ ὁποῖον ἀφῆκε πληγὰς βαθείας, βαθυτάτας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σῶμα. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι τὴν ἐναντίαν γνώμην δύναται νὰ συμβουλεύσῃ τις, σκεπτόμενος ἡσύχως ἐν τῷ γραφείῳ του· ἀλλ’ ὅσοι τῶν συμβεβηκότων αὐτῶν ἐγένοντο μέτοχοι προσωπικῶς καὶ ἠγωνίσθησαν καὶ ἔπαθον καὶ κατεστράφησαν καὶ ὑπέφεραν, ὅπως μία ἁπλοϊκὴ φωνὴ ἀνέκραξε πρὸ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωρήσωσι νὰ παρέλθῃ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἐν σιωπῇ, καὶ ἐπὶ τῶν δυστυχημάτων αὐτῶν τῶν μεγίστων τῶν καταστροφῶν αὐτῶν νὰ διέλθωμεν ἀψοφητὶ ὡς νὰ πρόκηται περὶ τοῦ τελευταίου συμβεβηκότος· καὶ οὐδεμία εὐθύνη νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν αἴτιον, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Καὶ πότε νομίζετε ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς νὰ ἐξασκήσητε τὰ μεγάλα δικαιώματά σας, τοῦ νὰ ζητῆτε εὐθύνην ἀπὸ τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια; Ἐὰν τὰ καθ’ ἡμᾶς δὲν ἔχουσι καλῶς, ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἐπανειλημμένην ἀμνηστείαν, τὴν ὁποίαν εἰς τοὺς πταίστας μέχρις ὑπουργῶν συνειθίζομεν νὰ δίδωμεν. Ἂς ἀφήσωμεν, ἐπαναλαμβάνομεν συνήθως, τὰ παρελθόντα· ὅ,τι ἔγεινεν, ἔγεινεν, καὶ ἂς φροντίσωμεν διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐλπίζετε εὐνομίαν καὶ αἴσιον μέλλον, ἐὰν ἀφήσητε τὴν ἀνομίαν νὰ παρέρχηται ἀκατακρίτως; Τότε ἡ γενικὴ κατάστασίς μας θέλει μένει ἡ αὐτὴ, ὡς μὲ τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους περὶ χρεῶν, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ χρέη τοῦ δημοσίου, τὰ ηὐξήσαμεν· ἐνθυμηθεῖτε ὅτι ὁ παθὼν εἶναι τὸ ἔθνος. Ἀλλά, κύριοι, ποία ἡ ἀξία σας; Ἐξεύρετε εἰς τί συνίσταται ἡ μεγίστη ἀξία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ σώματος; ὄχι εἰς τὸ νὰ νομοθετῇ ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ νὰ ζητῇ εὐθύνας. Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον, τὸ οὐσιωδέστερον τῶν καθηκόντων σας· ἐὰν παραιτηθῆτε τούτου, ὑποσκάπτετε μόνοι σας τὰς βάσεις τῆς συνταγματικῆς ὑπάρξεώς σας καὶ τοῦ μέλλοντός σας. Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθωμεν ἐν σιωπῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει συμφέρον μέγιστον νὰ ζητήσῃ εὐθύνας· καὶ ἡ ἰδία κυβέρνησις τέλος τὸ ἀπαιτεῖ, καὶ ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ φανῶμεν καὶ τῶν ὑπουργῶν ὑπουργικώτεροι, ἐὰν δὲν ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑπογράψῃ· ὀφείλομεν ἀπ’ ἐναντίας νὰ καταψηφίσωμεν, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία δὲν ἀνεγνώρισεν ἱκανὴν τὴν συμβουλὴν μόνην τῶν δυνάμεων· ἡ ἰδία κυβέρνησις ὁμολογεῖ ὅτι ἡ συμβουλὴ μόνη τῶν δυνάμεων δὲν ἐδικαίου τὴν ὑπογραφήν της, καὶ εἴδετε ὅτι ἐκτεταμένως σᾶς ἐξήγησε τοὺς ἄλλους λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν της διὰ τὸ καλὸν βεβαίως τοῦ τόπου, καὶ δὲν μέμφομαι ἐγὼ διὰ τοῦτο τὴν κυβέρνησιν. Εἶναι λοιπὸν ἀναπόφευκτος ἀνάγκη καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὅταν, κύριοι, κατὰ τὸ 1866 ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος, εὕρομεν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἐκκρεμὲς καὶ τὴν ἐπανάστασιν ὑφισταμένην. Ἡ γνώμη μας περὶ τοῦ κινήματος τούτου, ἐὰν ἐζητεῖτο πρὶν ἢ ἐκραγῇ, ἦτο γνωστή, διότι εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν, ὅταν ἐζητήθη, τὴν ἐξεφράσαμεν πανδήμως καὶ καθαρῶς, ὅταν δηλαδὴ ἄλλοτε μᾶς ἠρώτησαν ἂν ᾖναι συμφέρον νὰ ἐγερθῶσιν οἱ Κρῆτες, εἴπομεν ὄχι. Διότι δὲν ἐνομίζομεν οὔτε τὴν ἐποχὴν κατάλληλον, οὔτε τὰ μέσα ἀρκοῦντα. Ἀλλ’ ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, τὸ ζήτημα ὑπῆρχε καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν μας δὲν ἦτο νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Συμβαίνει δυστυχῶς, κύριοι, ἐκτὸς ἡμῶν ἓν λάθος, τοῦ νὰ παρεξηγοῦν τὴν θέσιν ἡμῶν· δὲν ἐννοοῦν ὅτι ὁ ἑλληνισμὸς ὁμοιάζει μὲν ἓν σῶμα ὀργανικὸν τρόπον τινά, τὸ ὁποῖον παθαίνεται ὁλόκληρον ἅμα ἓν μέρος αὐτοῦ προσβληθῇ· καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε ὅτι, ὅταν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἠγέρθη, ἠλεκτρισμὸς κατέλαβε πάντα Ἕλληνα ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκετο, καὶ θυσίαι περιουσιῶν καὶ αἱμάτων προσεφέροντο ἀφειδῶς καὶ εἰς οὐδένα ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὸ ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον ἔσυρε τότε ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ τὸ ῥεῦμα αὐτὸ τῆς ἐθνικῆς ἐξεγέρσεως κατεκυρίευσε τότε τὴν κοινωνίαν· καὶ ἂς μᾶς χρησιμεύσῃ ὡς μάθημα τοῦτο τῆς διαγωγῆς καὶ τῶν σχέσεών μας, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ διατηρῶμεν τοῦ λοιποῦ πρὸς τοὺς ἐκτὸς ἀδελφούς μας. Ἂς ἐννοήσωμεν, ὅτι συνδεόμεθα διὰ δεσμοῦ ἀδιαῤῥήκτου. Ἂς ἐννοήσωμεν ὅτι ἀποτελοῦμεν ἓν ὅλον ἀχώριστον· καὶ ὅταν ἐννοήσωμεν αὐτὴν τὴν θέσιν, θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐτῶν, ὡς σκεπτόμεθα περὶ ἡμῶν, νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς τύχης αὐτῶν, ὅπως καὶ περὶ τῆς ἡμετέρας. Τὸ κίνημα τὸ τελευταῖον, ἂς χρησιμεύσῃ νὰ μᾶς διδάξῃ ποῦ εὑρισκόμεθα. Εὕρομεν τὸ κίνημα τῆς Κρήτης ἐκκρεμές, ἀλλὰ μὲ ποῖα χρυσὰ ὄνειρα ἤρχιζε τὸ κίνημα τοῦτο. Ἐνθυμήθητε τοὺς εὐγενεῖς καὶ πατριωτικοὺς λόγους, οὓς ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν ἀπήγγειλεν ἐν Κερκύρᾳ πρὸς τοὺς Πρέσβεις περὶ τούτου. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς τοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Γαλλίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὸ ὁποῖον μετ’ ἐθνικῆς ὑπερηφανείας ἀνέγνων, ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου πρὸς τὸν ὑπουργόν του, τὸ ἑπόμενον· «Ἡ Πύλη ἔχει διάθεσιν ν’ ἀνακαλέσῃ τοὺς ἐν Ἑλλάδι πράκτορας αὑτῆς, ὅπως διαφύγῃ προσβολὰς, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀπῄτει ἱκανοποίησιν, τοῦθ’ ὅπερ θὰ καθίστα χείρονας καὶ δυσκολωτέρας τὰς περιπλοκάς· κυρίως εἰπεῖν δὲν θὰ διέκοπτε τὰς μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεις της, θὰ ἀπῄτει ὅμως παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν Ἑλλήνων Προξένων Κρήτης, Ἰωαννίνων, Θεσσαλίας καὶ Πρεβέζης, ἔνθα ὑπάρχουσι τοιαῦται ἑστίαι ἐπαναστάσεως. Ὁ Λόρδος Λάϋονς πρὸς ὃν διελέχθην περὶ τῆς ἀνωτέρω διακοινώσεως τῆς Πύλης, μοὶ εἶπεν, ὅτι τὰ αὐτὰ καὶ αὐτὸς ἤκουσε παρὰ τοῦ Ἀαλῆ Πασσᾶ· τῷ παρετήρησα ὅμως ὅτι δὲν ἐνέκρινα τὸ μέτρον, καὶ ἐνδεχόμενον ν’ αὐξήσῃ τοὺς φόβους καὶ νὰ πολλαπλασιάσῃ ἔτι μᾶλλον τοὺς κινδύνους. Οἱ Ἕλληνες θεωροῦντες τὸ ἀτελὲς τοῦτο μέτρον, θὰ ἀπετίθεντο παντελῶς τὸ προσωπεῖον καὶ βεβαίως θὰ παρεκίνουν εἰς ἐπανάστασιν τοὺς ἐν Ἠπείρῳ ὁμοφύλους των».
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίου ἔτους;
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 1866. Τότε οἱ ὑπουργοὶ τῆς Τουρκίας δὲν ἐτόλμων νὰ ἀνακαλέσωσι τοὺς ὑπαλλήλους των, διότι ἐφοβοῦντο μήπως τοῦτο χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ διακοπῆς τῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ πρὸς τοῦτο σύμφωνον εἶχον καὶ τὴν γνώμην τοῦ Λάϋονς πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ἐν Τουρκίᾳ. Ἡ Τουρκία δὲν ἐτόλμησεν, ἐπαναλέγω, τότε νὰ δώσῃ αἰτίαν πρὸς διακοπὴν τῶν σχέσεων, καὶ τὰς σχέσεις ταύτας τῷ 1868 ἀποτόμως διακόπτει καὶ μᾶς ὑποβάλλει εἰς ἀτίμωσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ συμφέροντα προεξάρχοντα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Παπαζαφειρόπουλον, αἱ ἀμφιβολίαι, αἱ δυσπιστίαι, αἱ παρεξηγήσεις ἐμπόδισαν τὸ δημόσιον πνεῦμα καὶ τὸ τῶν Κυβερνήσεων νὰ υἱοθετήσῃ τὸν ἀγῶνα αὐτόν. Οὕτω τὸ ἔτος 1866 ἔκλεισε δυστυχῶς μὲ τὴν περιβόητον ἐκείνην ὁμιλίαν τοῦ Μουτιὲ πρὸς τὸν κ. Βούλγαρην, διὰ τῆς ὁποίας κατεδίκασε τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης καὶ μᾶς ἀπήλπιζεν. Ἰδοὺ τὸ τελευταῖον τῆς διπλωματίας γεγονὸς καθ’ ἡμῶν κατὰ τὸ 1866. Ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εὑρέθημεν ἀπέναντι τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης· φοβερὸν, κύριοι, διὰ δύο λόγους· πρῶτον διότι ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λύσωμεν αἰσίως τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δεύτερον νὰ ἀποσοβήσωμεν παρεκτροπάς τινας τυχὸν καθ’ ἡμῶν τῆς Τουρκίας. Θὰ ὑποχωρήσωμεν, εἴπομεν, ἢ θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀκολουθοῦντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὸ δημόσιον πνεῦμα; ὄχι διότι τοῦτο ὑπηγορεύετο ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο συμφέρῃ εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ὅλοι ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν καὶ νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα καὶ δυσκολίας εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κοινοῦ. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν δὲ τοὺς κινδύνους, ἐνομίσαμεν ὅτι πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ κατορθώσωμεν ὥστε ἡ Τουρκία νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀπέναντί της προκειμένου νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ ἀπαντήσῃ μεμονωμένην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, τὶ περὶ τούτου ἐγράψαμεν· θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ ἀναγνώσω τεμάχιά τινα τῶν ἐγγράφων, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἀνάγκη ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια· ἰδοὺ τὶ ἐγράψαμεν τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1866. «Τὸ ἀποτελεσματικώτερον μέσον, ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτῆς (τῆς Τουρκίας) ἐφεκτικωτέραν, εἶνε ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ πρὸς τὴν Ἑλλάδα πόλεμος συνεπάγεται ἀφεύκτως πόλεμον γενικώτερον.... καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς πρὸς τὴν ἐπίθεσιν καὶ τὴν ἄμυναν δὲν εἶνε μόνη».
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Πότε καὶ πρὸς ποῖον;
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῇ 31 Δεκεμβρίου. Κατὰ χρέος πρὸς τὸν βασιλέα, διότι ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἴς τι χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ Βασιλεύς· ἐνηργήσαμεν ὡς συνταγματικοὶ ὑπουργοί. Καὶ ἔχομεν, κύριοι, αὐτὴν τὴν ἰδέαν, αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, διότι ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων δὲν ἠλπίζομεν πολὺ εἰς τὴν διπλωματικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅταν δὲ κατὰ τὸν Μάϊον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γράψω καὶ πάλιν, ἐπειδὴ πρότερον δὲν μοὶ ἐπαρουσιάσθη εὐκαιρία τοιαύτη, ἰδοὺ τί ἔγραψα. 6 Μαΐου 1867. — Ἐπείσθην ὅτι Εὐρωπαϊκῶς ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης θέλει ἀργήσει, καὶ ἴσως μέχρις οὗ ἡ Κρήτη καταστραφῇ, καὶ ἡμεῖς ἐντελῶς ἐξαντληθῶμεν». Ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ λύσῃ αἰσίως τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀποφύγῃ τοὺς κινδύνους, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα ἐναντίον τοῦ ἀποτελέσματος εἰς ὃ ἔφθασεν, ἔπρεπεν οὐχὶ ἡ Κρήτη μόνη, ὄχι ἡ Ἑλλὰς μόνη, ἀλλὰ ἡ Κρήτη καὶ ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῶν ἄλλων ὁμοῦ νὰ συμπράξωσι. Θέλετε, κ. ἐννοήσει, ἀφοῦ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω ἔτι τινὰς ἀποκαλύψεις, διότι ἄλλως δὲν εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια, τί ἐσήμαινον αἱ προπαρασκευαὶ καὶ διατὶ ἐπεμένομεν ἐκτάκτως καὶ ταχέως νὰ γείνωσι. Μᾶς ἐσυκοφάντησαν διὰ τὰ ὅπλα καὶ τὰ πλοῖα τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύομεν, λέγοντες, θέλετε νὰ ὑπάγετε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν διὰ τοιούτων προπαρασκευῶν μηδαμινῶν· οὕτω δὲν μᾶς θέτετε εἰς προφανῆ κίνδυνον; δὲν καταστρέφετε τὸν δημόσιον πλοῦτον ἔχοντες τὴν ἰδέαν ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν ὅπλων καὶ δι’ αὐτῶν τῶν πλοίων θέλετε κατορθώσει τὸ ποθούμενον; Φενακίζετε τὸ κοινόν. Ἀλλ’ ὄχι, αὐταὶ αἱ προπαρασκευαὶ δὲν ἦσαν τὰ μόνα μέσα μας, ἀλλὰ ἡ συνεισφορά, τὴν ὁποίαν ὑπεχρεούμεθα νὰ συνεισφέρωμεν πρὸς γενικωτέραν σύμπραξιν. Ἀκούσατε· Ἰδού, κύριοι, ὁποίας σκέψεις εἴχομεν ἡμεῖς διὰ τὰς παρασκευὰς, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς περιεγέλων, καὶ εἰς τί ἐνομίζομεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι καὶ διατὶ ἐπροβλέφθησαν. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ παρασιωπήσω τινὰ, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀποκαλύψω τὰ πάντα.... «Ἀλλὰ ἀπαρτίζομεν ἆρα δύναμιν, ἐφ’ ἧς μόνης στηριζόμενοι νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν καταποντήσει ἡμεῖς μόνοι τὰς ὀθωμανικὰς δυνάμεις; βεβαίως ὄχι. Στρατὸς 30,000, καὶ ἂν ἦτον κατὰ πάντα κατηρτισμένος, ὅπως οἱ στρατοὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ ἂν εἶχε τὸν ἄριστον ὁπλισμὸν, καὶ ἂν διὰ συνεχοῦς ἐν στρατοπέδοις γυμνάσεως εἶχε παρασκευασθῆ, ὅπως οἱ τῆς Γαλλίας καὶ Πρωσσίας, ἀνεπαρκὴς ἤθελεν εἶσθαι πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ἔργου. ............... «Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὸ ναυτικόν. Διὰ τῆς προμηθείας τῶν προμηθευθέντων πλοίων πληροῦμεν τὸν ὅρον..... Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι διὰ τοιούτου στόλου θέλομεν δυνηθῆ νὰ καταναυμαχήσωμεν τὸν ὀθωμανικόν; Στόλον δυνάμενον ν’ ἀποκλείσῃ τὸν ὀθωμανικὸν ἐν τῇ Προποντίδι οὔτε ἤδη οὔτε ἐπὶ πολλὰ ἔτη δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Ἑλλάς..........» «Οὐδέποτε ἐν τοῖς καιροῖς ἡμῶν τοὐλάχιστον τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ παρατάξῃ κατέναντι τῶν ὀθωμανικῶν δυνάμεων στρατοὺς καὶ στόλους δυναμένους νὰ καταστρέψωσιν ἐκείνους. Ὅστις διὰ τῶν μέσων τούτων κυρίως ἐλπίζει τὴν πλήρωσιν τῶν πόθων τῆς Ἑλλάδος, πλανᾶται. Ἡ ἰσχὺς τῆς Ἑλλάδος ἔγκειται ἀλλαχοῦ· τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ θέλει ἐκπληρωθῆ διὰ τῆς........ Εἰς τὴν δύναμιν ταύτην πρέπει νὰ στηρίζεται καὶ ἐξ αὐτῆς πρέπει νὰ ὁδηγῆται εἰς τὴν πορείαν του. Ὅταν αἱ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς ἦναι πρόσφοροι....... Τὰς περιστάσεις δὲν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν· πρέπει νὰ ὠφελώμεθα αὐτῶν, ὅταν παρίστανται· ἂν προβαίνωμεν εἰς τὰς προπαρασκευὰς ἀσχέτως πρὸς τὰς περιστάσεις, ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν, ὅπως αὐταὶ παρασταθῶσιν εὐνοϊκαὶ, κινδυνεύομεν νὰ θυσιάσωμεν πολύτιμα συμφέροντα.» «Τὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῇ νὰ διάγῃ ἐν εἰρήνῃ πολεμικῶς παρασκευαζομένῃ. Ἡ Ἑλλὰς τότε μόνον πρέπει νὰ παρασκευασθῇ ὅταν τῆς παρασκευῆς θέλει γίνει ἄμεσος χρῆσις. Διὰ τοῦτο ἡ στιγμὴ τῆς παρασκευῆς πρέπει νὰ κανονισθῇ ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Αἱ σημεριναὶ περιστάσεις εἶναι ἄρα τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσιν ὑποχρεώσεις ἀμέσου ἐνεργείας καὶ παρασκευῆς; Τὰ πάντα κατ’ ἐμὴν γνώμην δεικνύουσιν ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ παροῦσα εὐκαιρία ἄνευ ἐνεργείας, θέλει πάθῃ μέγα πάθημα ὁ ἑλληνισμός..... Ὅσον καὶ ἂν ἀναβληθῇ τὸ τέρμα τῆς παρασκευῆς, αὐτὴ δὲν θέλει εἶσθαι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἱκανὴ μόνη πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, τὰ δὲ μέσα τῆς Ἑλλάδος δὲν δύνανται νὰ ἐπιτρέψωσι παρασκευὴν, εἰμὴ μόνον ὡς ἔκτακτον καὶ πρόσκαιρον μέτρον, ὥστε πᾶσα περὶ τούτου μέριμνα πρέπει νὰ τεθῇ πρὸς τὸ παρὸν κατὰ μέρος, ἵνα μὴ καταναλίσκωνται ἐπὶ ματαίῳ οἱ φόροι τοῦ λαοῦ. Ἐπίσης ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ κίνημα γενικώτερον, μεγάλην εὐθύνην ἀναδέχεται ἡ Ἑλλὰς, ἐνισχύουσα ὁπωσδήποτε τοὺς Κρῆτας εἰς συντήρησιν ἀγῶνος, ὅστις μόνον διὰ τῆς γενικεύσεως δύναται νὰ ἐπιτύχῃ. Πρέπει ἑπομένως καὶ ὡς πρὸς τὴν Κρήτην νὰ ληφθῶσι μέτρα ὅλως ἀντίθετα τῶν παρὰ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως λαμβανομένων. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἡ ἄλλη ὁδὸς εἶναι ὀρθή. Ἀλλὰ μὴ γενομένης ἐκείνης δεκτῆς, διὰ παντὸς μέσου πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ μισὰ μέτρα καὶ νὰ τραπῶμεν τῆς πλήρους ἐγκαταλείψεως τῆς μεγάλης ἰδέας, τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων συνεπείᾳ τῆς καταρτίσεως πάσης πολεμικῆς δαπάνης καὶ τῆς ἀφοσιώσεως εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης». «Τὴν ὁδὸν ταύτην δὲν θεωροῦμεν ἀσφαλῆ. Φοβούμεθα ὅτι διακυβεύει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ εἶναι τοὐλάχιστον συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν, βεβαία ὅμως εἶναι ἡ ἀποτυχία καὶ ἡ καταστροφὴ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἀναβολῆς. Ἐὰν θὰ παρασκευασθῶμεν, πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν ὅσον ἔνεστι ταχύτερον, διότι ἄλλως ἡ συντήρησις τῆς παρασκευῆς καὶ τοῦ κρητικοῦ ἀγῶνος καταναλίσκει τὰ μέσα μας. Ἀναβάλλοντες τὴν προθεσμίαν τῆς παρασκευῆς εἰς ἐποχὴν βραδυτέραν, τὴν μὲν παρασκευὴν θὰ ἔχωμεν πάντοτε ἀτελῆ, ἑκατομμύρια δέ τινα θὰ καταναλίσκωμεν ἐπὶ ματαίῳ εἰς συντήρησιν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀναβολῆς τῆς Κρήτης, καὶ τοῦ ἐν παρασκευῇ ἀλλ’ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ...
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ᾖναι συγχωρημένον, εἰς ποῖον ἀπευθύνεται καὶ ἂν ᾖναι ἐπίσημον;
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ μὲ ἠρώτησαν καὶ ἀπήντησα, εἶναι ἐπισημότατον, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Βασιλέα. Λοιπὸν, κύριοι, ἐκ τούτου βλέπετε ὅτι αἱ προπαρασκευαὶ, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἑτοιμάζομεν ἦσαν ὄχι προπαρασκευαὶ διὰ νὰ ἀγωνισθῶμεν μόνοι κατὰ τῆς δυνάμεως τῆς Ὀθωμανικῆς, οὔτε δι’ αὐτῶν ἠλπίζομεν νὰ κατισχύσωμεν αὐτῆς καὶ βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῆς Κρήτης, καὶ ἤθελεν εἶσθαι μωρία ἀληθῶς ἂν ἐπιστεύομεν τοῦτο. Εὑρέθημεν, κύριοι, εἰς τὴν θέσιν τοῦ Πεδεμοντίου· προκειμένου νὰ ἀντισταθῇ κατὰ τῆς Αὐστρίας παρεσκευάζετο καὶ ὑπεβάλλετο εἰς θυσίας καὶ ἀνήγειρεν ὀχυρώματα, ἀλλὰ μόνον του ἦτο γελοῖον νὰ ἤλπιζεν ὅτι ἤθελε νικήσει τὴν Αὐστρίαν· ἠτοιμάζετο νὰ συνεισφέρῃ συμπράττον πρὸς ἄλλας δυνάμεις· ἐὰν δὲν ἐπήρχετο τὸ Σουλφερῖνον καὶ ἡ Μαγέντα, τὸ Πεδεμόντιον ἤθελεν ἀποβῆ καταγέλαστον, θεωρούμενον ὅτι ὑπέβαλεν ἑαυτὸ εἰς χρέη καὶ βάρη μεγάλα δι’ ἀκατόρθωτον ἔργον· διότι βεβαίως ἦτο ἀτυχὴς ἡ ἰδέα νὰ πολεμήσῃ τὸ Πεδεμόντιον μόνον κατὰ τῆς Αὐστρίας. Παρεσκευαζόμεθα, κύριοι, διὰ νὰ συμπράξωμεν, καὶ ἐὰν ἡ ἰδέα αὕτη δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς ὀρθὴ, ἢ δὲν ὑπεστηρίζετο, ἤμεθα ὑπὲρ τῆς ἰδέας νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν Κρήτην. Εἰς τοιαύτην περίστασιν ὠφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Κρῆτας. Ἀδελφοὶ Κρῆτες, ἡ Εὐρώπη δὲν μᾶς εὐνοεῖ, ἡμεῖς ἀδυνατοῦμεν νὰ σᾶς συνδράμωμεν μόνοι, ἐγκαταλείψατε ἀγῶνα, ὅστις καταστρέφει καὶ ὑμᾶς καὶ ἡμᾶς, ἄλλως πράττοντες, ἀγωνιζόμεθα ἀγῶνα μάταιον καὶ ἐπιβλαβῆ. Καὶ δὲν ἐθέλομεν ἀκολουθήσει ἀμφίβολον πολιτικὴν καὶ μισὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀφεύκτως ἤθελον φέρει τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Κρήτην ὅπου τὴν ἔφεραν. Ἐπιθυμῶ δὲ διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω σκέψεις μου ἔτι τινὰς περὶ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ διαφόρων σχέσεων. «Οἱ Τοῦρκοι ὁσημέραι συνδέονται διὰ τῆς Δύσεως ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον, χορηγοῦντες στάδιον ὁποῖον ἡ μικρὰ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις τῶν Εὐρωπαίων. Οἱ Σλάβοι στηριζόμενοι ἐπὶ κραταιᾶς αὐτοκρατορίας ἀναπτύσσονται, συνενοῦνται καὶ ἐπεκτείνουσι τὴν ἐπιῤῥοήν των. Ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης ἄχρι ὥρας θυσίας ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὠφελείας δὲ πολλὰς παρέσχεν εἰς τοὺς Σλάβους. Ἡ δὲ παράτασις τοῦ ἀγῶνος δι’ ἡμᾶς ἔσεται καταστρεπτικὴ, τοὺς δὲ Σλάβους δὲν ζημιοῖ». «Εἶναι πιστευτὸν ὅτι ἡ διπλωματία θέλει ἐπέμβῃ διπλωματικῶς. Ἡ πεῖρα τῆς διπλωματικῆς ἐνεργείας ἑνὸς ἔτους δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης μόνης δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ προκαλέσῃ τὴν χρῆσιν τῆς βίας παρὰ τῶν Δυνάμεων». Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολουθοῦμεν ὡς πρὸς τὰς παρασκευάς. Ἐνομίζαμεν ἀκόμη ὅτι ἀπὸ τὴν Κρήτην οὐδὲ ἔπρεπε νὰ λείψῃ, διὰ τοῦτο οὐδὲν παρενεβάλλομεν πρόσκομμα ὥστε ἡ Κρήτη νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα ἄφθονα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης ὑπῆρξεν ἀκμαία κατὰ τὸ 1867, μολονότι ἡμεῖς τὴν παρελάβομεν ἀπὸ τὸ 1866 ψυχοῤῥαγοῦσαν· καὶ ἂν παρουσιασθῶσι τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, θέλει ἀποδειχθῆ ἡ ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Καθ’ ὅλην λοιπὸν τὴν ἐποχὴν τοῦ 1867 ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης ἤνθει· ἡ Εὐρώπη διέκειτο εὐνοϊκῶς πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὰ γεγονότα; Ἓν μόνον σᾶς ἀναφέρω, διασαφίζον τὰς ἰδέας τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὴν Κρήτην καὶ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1867. Ὁ Φουὰτ Πασᾶς τὸ ἔτος τοῦτο τὴν 4 Ἀπριλίου ἀπηύθυνεν ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους του, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεκοίνου καὶ ἐξήγει πρὸς αὐτοὺς τὴν μετὰ τοῦ Κ. Βουρὲ ὁμιλίαν του· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐννοήσητε καλῶς, ἐνθυμίζω εἰς ὑμᾶς ὅτι ἡ Γαλλία ἐθεώρει τὴν ἐκλογὴν τῶν πληρεξουσίων, ἥτις ἐγένετο εἰς Κρήτην, ὡς ἐνθυμεῖσθε, νόθον, καὶ μὴ ἐκφράζουσαν τὴν ἀληθῆ καὶ γνησίαν θέλησιν τῶν ἐκλογέων· συνεβούλευε λοιπὸν νὰ ἀκυρωθῇ αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ καὶ νὰ γίνῃ ἄλλη ἀληθὴς καὶ γνησία. Ἐγκύκλιος, 4 Ἰουλίου 1867, τοῦ Φουὰτ Πασσᾶ. «Ὁ κ. Βουρὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ Αὐτοκράτορος ἐπεθύμει νὰ γνωρίσῃ τὰς ἀληθεῖς εὐχὰς τῶν Κρητῶν, ἐὰν δηλαδὴ οὗτοι ἤθελον νὰ συστήσωσιν ἡγεμονίαν παρομοίαν πρὸς τὴν τῆς Σάμου ἢ φόρου ὑποτελῆ ὡς τὴν Μολδοβλαχίαν καὶ τὴν Σερβίαν, ἢ νὰ ἑνωθῶσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Βουρὲ προσέθηκεν ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ ἐθεώρει τὴν ψηφοφορίαν ταύτην ὡς πρῶτον ἤδη ἐφαρμοζομένην, ὅτι ἡ Αὐστρία τοιουτοτρόπως παρεχώρησε τὴν βαρύνουσαν αὐτὴν Βενετίαν, ἴσως δὲ καὶ μετανοεῖ, διότι δὲν παρεχώρησε τὴν ἐπαρχίαν ταύτην ἐγκαίρως. Εἶνε ἀδύνατον, εἶπεν ὁ κ. Βουρέ, ἀντιστρατεύεσθε σήμερον ἐναντίον τῶν εὐχῶν τῶν κατοίκων. Πᾶσαι δὲ αἱ κυβερνήσεις εἶνε ἠναγκασμέναι νὰ συμμορφῶνται πρὸς τὰς εὐχὰς ταύτας. Τὸ ἀνακτοβούλιον τοῦ Κεραμεικοῦ φρονεῖ, ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις λαμβάνουσα ὡς βάσιν τῆς πολιτικῆς του τὰς εὐχὰς τῶν κατοίκων, θὰ διαφυλάξῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν της, θὰ ποιήσῃ διὰ παντὸς ἐκποδὼν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης· τοιούτῳ τρόπῳ δὲ θὰ δύναται νὰ ἐνεργῇ μετὰ πλείονος δραστηριότητος, ὅπου ἄλλοθι τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας ἤθελον συμβῆ ταραχαί. Ὁ κ. Βουρὲ ἐπέρανε τὸν λόγον εἰπὼν, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἐπιθυμοῦσι πρὸ πάντων τὴν διατήρησιν τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους καὶ ὅτι συνέπεια τῆς ἐπιθυμίας ταύτης εἶνε ἡ περὶ παραχωρήσεως τῆς Κρήτης συμβουλή των». Ὁ κύριος Βουρὲ διαδεχθεὶς τὸν κύριον Μουτιὲ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τοῦ Κ. Μουτιὲ μεταβάντος ὡς ὑπουργοῦ εἰς Παρισίους, ἀντὶ τῶν συμβουλῶν καὶ ἀπελπιστικῶν ἐκφράσεων τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος Μουτιὲ διὰ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, συνεβούλευε τὴν Τουρκίαν νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα! Ἰδοὺ, κύριοι, ὁποία μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1867, ἥτις κατέληξεν εἰς μίαν διακήρυξιν τῶν 4 Δυνάμεων, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Τουρκία ἀφίνετο εἰς τὴν τύχην της. Ἰδοὺ ἡ διακήρυξις. 29 8βρίου 1867. — Διακήρυξις τῶν Δυνάμεων. «Ἐν τῇ πορείᾳ, ἣν ἐξελέξατο καὶ εἰς ἣν ἐμμένει ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις, δὲν ἐδύνατο βεβαίως νὰ ἐλπίσῃ ὑλικήν τινα συνδρομὴν παρὰ τῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων. Ἀλλ’ αἱ κυβερνήσεις αὐτῶν, ἀφοῦ μάτην ἐπειράθησαν νὰ τὴν διαφωτίσωσι, πιστεύουσιν ὡς καθῆκον ἑαυτῶν, νὰ τῇ διακηρύξωσιν, ὅτι τοῦ λοιποῦ μάτην ἤθελεν ἐπικαλεσθῆ τὴν ὑλικὴν αὐτῶν ὑποστήριξιν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀμηχανιῶν, ἃς ἤθελε προπαρασκευάσει τῇ Τουρκίᾳ ἡ πρὸς τὰς συμβουλὰς αὐτῶν ὀλιγωρία της». Τὸ 1867 λοιπὸν ἔκλεισεν ἀντιθέτως τοῦ 1866, ἔχον ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν διακήρυξιν τῆς Εὐρώπης κατὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἐν τῷ μέσῳ τὰς συμβουλὰς ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Τὸ 1867 ἔληξεν ἀφῆσαν ἐν πλήρει ζωῇ τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης καὶ μεγάλας ἐλπίδας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὴν Κρήτην περὶ τῆς αἰσίας λύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τὸ 1867 ἔληξε καὶ ἐντὸς αὐτοῦ πᾶν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας, ἐλύθη ὑπὲρ ἡμῶν καὶ κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ εἰς τοὺς Τούρκους ἀπηγορεύθη νὰ ἐνοχλῶσι τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μολύνουν τὰ ὕδατά της. Τὸ 1867 ἔληξε, καὶ ἐνῷ ἐν αὐτῷ ἡ Ἑλλὰς ἐσυγκινεῖτο καὶ ἀπέστελλε πολεμοφόδια καὶ τροφὰς εἰς τοὺς ἀγωνιζομένους, καὶ ἀπέστελλε στρατιώτας καὶ συνδρομὰς οὐχὶ λαθραίως, οὐχὶ μυστικῶς, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἐσιώπων καὶ δὲν τοῖς ἐπετρέπετο οὔτε φωνὴν νὰ ὑψώσωσιν, ἡ Ἑλλὰς τότε ἐδικαιώθη καὶ ἡ Εὐρώπη ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἐφ’ ὅλων τῶν ἐγερθέντων ζητημάτων! Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖον ὑπῆρξε τὸ 1867. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἀντετάχθη ἄλλη πολιτική, πολιτικὴ τῆς εἰρήνης, καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν ἀντεπροσώπευεν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἰδίως ὁ κύριος Βούλγαρης. Εἴθε οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐτήρουν τὸν κανόνα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπόσχωνται εἰμὴ ὅ,τι δύνανται νὰ πράξωσι, καὶ νὰ μὴ πράττωσιν εἰμὴ ὅ,τι ὑπόσχονται· διότι οὕτω καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν καὶ ἡ καταστροφὴ δὲν θὰ ἐπήρχετο καὶ ἡ τύχη τῆς Κρήτης ἤθελεν εἶσθαι ἄλλη· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ὁ κ. Βούλγαρης ὑπεσχέθη πολιτικὴν εἰρήνης καὶ ἐφήρμοσε μέτρα μισά· ἔπαιξε διπλοῦν πρόσωπον διὰ νὰ περιποιηθῇ καὶ τὰς δύο πολιτικάς. Ὁ Κύριος Βούλγαρης, ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὸ θάρος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα γενναίως καὶ τολμηρῶς, ὅπως ἐπηγγέλλετο, ἀλλ’ ἐσκόπει νὰ τὸ μαράνῃ, ἐφρόντισε πρῶτον νὰ μαράνῃ τὸ αἴσθημα ἐσωτερικῶς, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀθλίαν ἐκείνην διοίκησιν, ἡ ὁποία κατέστρεψε τὰ πάντα· ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὰ δικαστήρια κατήντησαν τότε ἐργαστήρια ἐγκλημάτων, ὅτι οἱ δικασταὶ ἔθετον τὸν τύπον μόνον ἐπὶ τῶν ποταπῶν καὶ φαύλων καταδιώξεων τῶν φατριῶν καὶ τῶν εὐτελῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παυθῇ δημοτικός τις ἄρχων, ἐγίνετο καταμήνυσις, ἔνταλμα ἐξεδίδετο ἀμέσως, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζομένη πρότασις παύσεως ὑπεβάλλετο εἰς Ἀθήνας. Καὶ συνέβη νὰ φθάσῃ παῦσις δημάρχου εἰς τὴν Μεσσηνίαν μετὰ τὴν ἄφιξιν βουλευμάτων ἐφετῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐκηρύττοντο ἀθῶοι οἱ κατηγορούμενοι, καὶ ἐν τούτοις οἱ κατηγορούμενοι οὗτοι ἐπαύοντο ὡς ἔνοχοι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἐνθυμεῖσθε ἔτι ὅτι ἐπλάσθη εἷς τύπος ἐγκλήματος, τὸ ἔγκλημα τῆς στάσεως, καὶ οὗτος ἐφηρμόζετο ἐν γένει εἰς πᾶσαν πρᾶξιν. Ἤθελες νὰ ἐξασκήσῃς τὰ πολιτικὰ δικαιώματά σου ἀντιθέτως πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως; κατεδιώκεσο ὡς στασιαστής. Ὅταν πολὺς κόσμος ἐν Ἀθήναις ἐκραύγαζεν ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τῶν βουλευτῶν αὐτῆς, 10 ἄνθρωποι ἠθέλησαν νὰ κραυγάσουν ὑπὲρ ἐμοῦ, καὶ οὗτοι ἐστάλησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐτιμωρήθησαν ὡς στασιασταί. Ἐξετέλεσες τὸ χρέος σου, ἀπέκρουσες βίαν τινα, ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ νοθεύσῃ τὰ δικαιώματά σου, ὡς τοῦτο συνέβη ἐν Μεσσηνίᾳ; ἐστέλλεσο εἰς τὰς φυλακὰς ὡς στασιαστής, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ στασιαστοῦ ἀπεδίδετο κατὰ παντὸς, τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ καταδιώξουν. Μοὶ συνέβη νὰ μάθω, ὅταν ἤμην ἐν Μεσσηνίᾳ, ὅτι διὰ πολλοὺς ἀνθρώπους ἔνταλμα δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ τύχη αὐτῶν ἐκρέματο ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν κομματαρχῶν τοῦ τόπου· τὸν συνελάμβανεν ὁ κομματάρχης μεταβαίνοντα εἰς Καλάμας, τὸν παρουσίαζεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν καὶ οὗτος ἐφήρμοζε κατ’ αὐτοῦ τὸν γενικὸν τύπον τοῦ στασιαστοῦ. Καὶ ἀληθῶς ἐχρειάσθη πολὺς κόπος χάριν τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα, ὥστε νὰ μὴ μεταβληθῇ τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος εἰς στασιαστάς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ διοίκησις εἶχε καταντήσει ὄργανον τῶν φατριῶν, ὅτι ὑπηγόρευε τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰς παραβιάσεις, ὅτι ἦτο ἡ πηγὴ παντὸς κακοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὰ δημόσια χρήματα ἐχρησίμευον πρὸς πληρωμὴν τῶν κατασκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐπλημμύρουν καὶ τὰς οἰκίας καὶ τὰ δημόσια μέρη διὰ νὰ συκοφαντοῦν καὶ διαβάλλουν τοὺς ἀντιπάλους.
§74ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀποδείξεις τοιαύτας; (θόρυβος).
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ἀπόδειξιν. Σᾶς ἀναμιμνήσκω τὸ δημοσιευθὲν Δελτίον τοῦ Χλαμίδα.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχομεν ἀπόδειξιν καὶ θὰ τὴν φέρωμεν ἐν πρωτοτύπῳ.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, καὶ δὲν θέλετέ ποτε τὸ λησμονήσει, ὅτι πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτο ἡ νόθευσις τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἐπισήμως σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει ἐνεργήσει τὰς ἐκλογὰς ἐπεμβαίνουσα· θέλω παραχωρήσει, εἶπε, τὰ ἔννομα μέσα εἰς τοὺς φίλους μου, καὶ τὰ ἔννομα μέσα, ἐννοεῖτε ποῖα ἦσαν. Ὅπου δὲ ἡ διαφθορὰ δὲν ἤρκεσεν, ἡ λόγχη τὴν ἀνεπλήρου καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἀπεμάκρυνε διὰ τῆς βίας ἀπὸ τοὺς ἐκλογικοὺς τόπους τοὺς πολίτας ὅσους δὲν ἠδύνατο νὰ διαφθείρῃ· καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι τοὺς ἔστειλεν εἰς τὰς φυλακάς· καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι οὕτω κατώρθωσε ν’ ἀποκλείσῃ ἐπαρχίας ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Καὶ ὅσα δὲν ἠδυνήθησαν διὰ τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν, τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς βίας, νὰ κατορθώσουν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὰ ἐπεχείρησαν καὶ τὰ κατώρθωσαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπου μετὰ παράνομον ἀποπομπὴν νομίμων βουλευτῶν καὶ παραδοχὴν νόθων εἰσήγαγον ἐπιμόνως τὴν βίαν καὶ τὸν τρόμον, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον κρατεῖ ὑπὸ τοὺς ὄνυχάς των δέσμιον τὴν Βουλὴν, τῆς ὁποίας ἀφῄρεσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν. Ἐνθυμεῖσθε τὰ σκανδαλώδη ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ διεπράχθησαν κατὰ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμων νὰ ἐκφράσουν τὰς προθέσεις των. Οὔτε εἰς τὰ παντοπωλεῖα λαμβάνουν χώραν συνήθως τοιαῦται σκηναί, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐξήρχοντο αἱματόφυρτοι τοῦ περιβόλου τούτου πολλοὶ τῶν Κ. βουλευτῶν.
§78ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, ὁ Μαλιαρόπουλος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλὰ ὁμιλεῖ ὁ ἀγορεύων, δὲν χρειάζεται νὰ προσθέσητε.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιοῦτο, κύριοι, ἦτο τὸ Κυβερνητικὸν σύστημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σύστημα βίας καὶ παρανομίας, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐπιστεγάσῃ διὰ τῆς ἐκμηδενίσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, διὰ νὰ ἑδραιώσῃ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δι’ αὐτῆς πλήρη ὑπουργικὸν ἀπολυτισμόν. Καὶ ἀπολυτισμὸς ἔπρεπε νὰ ᾖναι εἰς ἕνα τόπον διὰ νὰ τελῶνται ὅσα ἐτελοῦντο, καὶ ὁ ἀπολυτισμὸς ἠδύνατο νὰ τολμήσῃ καθ’ ἑνὸς καταστήματος, τὸ ὁποῖον εὐεργετεῖ καὶ τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα, τὴν βανδαλικὴν ἐκείνην ἐκστρατείαν πρὸς καταστροφήν του. Ἐζήτουν χρήματα ὄχι διὰ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον παρουσίασαν, διότι σκοπὸς τοιοῦτος δὲν ὑπῆρχεν, ὡς θέλω κατόπιν σᾶς ἐξηγήσει. Ἠξεύρετε διὰ τὶ ἐγὼ, κύριοι, εὐχαριστῶ τὸν Κύριον Ζαΐμην· ἠξεύρετε διὰ τὶ τὸν ὑποστήριξα, διότι ἡ πρώτη πρᾶξις του ἦτο πρᾶξις, ἡ ὁποία πρέπει τὰς συμπαθείας μας ὅλων νὰ ἐγείρῃ, ἦτο νὰ καταστρέψῃ τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ, ἐφ’ οὗ προσεπάθει ὁ ὑπουργικὸς ἀπολυτισμὸς νὰ ἑδραιωθῇ, καὶ ν’ ἀνακηρύξῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰς λεπτομερείας, προσέχω εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ζαΐμης ἐπανέλαβε ν’ ἀνακηρύξῃ καὶ τὸν εὐχαριστῶ· κατέστρεψε μίαν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἠτίμασε τὸν τόπον αὐτὸν, διότι κακῶς ἐγεννήθη καὶ κακῶς ἐβίωσε. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου), καὶ διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀπεφάσισε δημοσίᾳ νὰ κηρύξῃ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πρέπει νὰ ἐνεργῶνται ἐν Ἑλλάδι ἐκτὸς κυβερνητικῆς διαφθορᾶς καὶ βίας, καθὼς πρέπει νὰ ἐνεργῶνται καὶ ἐκτὸς ἰδιωτικῆς διαφθορᾶς καὶ βίας. Κύριοι, κυβερνητικὸν σύστημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον διῄρει τὴν Ἑλλάδα εἰς καταδιωκομένους καὶ καταδιώκοντας, εἰς στασιαστὰς καὶ φιλοβασιλικοὺς, ἐννοεῖται ὅτι πᾶν αἴσθημα ἤθελε ψυχράνει καὶ πᾶσαν προσπάθειαν ὑπὲρ τοῦ εὐγενοῦς καὶ μεγάλου αὐτοῦ ἀγῶνος ἤθελε νεκρώσει. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Βούλγαρη. Θέλω τώρα σᾶς εἴπει ποῖον τὸ δεύτερον στάδιον, ὡς πρὸς τὴν Κρήτην, διὰ νὰ ἰδῆτε πῶς κατώρθωσεν, ὥστε νὰ περιέλθῃ ἡ Κρήτη, ὅπου περιῆλθεν. Ἤθελον, κύριοι, ἐπαινέσει καὶ θαυμάσει τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἐὰν ἤρχετο θαῤῥαλέως, ὡς ὑπεσχέθη, νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς πεποιθήσεις ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων πλανῆσαν τὸ κοινὸν, ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὄχι· τί ἔπραξε λοιπὸν ἐξ ὧν ὑπέσχετο; ἔπραξε δημοσίᾳ πᾶν ὅ,τι συνέτεινε νὰ σβέσῃ τὴν ἐπανάστασιν. Πρῶτον ἀπεμάκρυνε καὶ ἐφυλάκισε τοὺς Κρῆτας, τοὺς κατεδίωξε, τοὺς ἐμπόδισε νὰ κινῶνται καὶ τοὺς ἐστέρησεν, ὅπως ἠκούσατε ἀπὸ ἓν θῦμα τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτόπτης μάρτυς, καὶ γενναῖος πολεμιστὴς, τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως· ἀλλὰ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ ἀποθνήσκουν εὐθὺς, ἀλλὰ νὰ φθείρωνται ὑπὸ ἀτροφίας. Συνέβη, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι ἓν παράδειγμα, ὅ,τι συνέβη εἰς ἕνα φίλον μου, Λάκωνα, τὸν ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ διαθρέψουν μὲ ἀραροῦτι εἰς μικρὸν ποσὸν διὰ νὰ μὴ βλάψουν τὸν στόμαχον, ἀλλ’ ὁ στόμαχος ἔπαθεν ἀπὸ ἀτροφίαν καὶ ὁ φίλος μου ἀπέθανεν. Αὐτὸ συνέβη εἰς Κρήτην· ἠθέλησαν νὰ τὴν θρέψωσι μὲ ἀραροῦτι καὶ τὴν ἀπέθανον ἀπὸ ἀτροφίαν. Ἡ Κρήτη λοιπὸν ἔπεσεν, ἀφ’ οὗ ἐνεπλήσθη ἀπελπισίας καὶ ἀποθαῤῥύνσεως, καὶ ἀφοῦ πραγματικῶς τῆς ἠρνήθησαν τὰ μέσα, ἐν ᾧ κατ’ ἐπιφάνειαν μᾶς ἐξηπάτων ὑποκρινόμενοι τὸ ἐναντίον. Ἡ διαγωγὴ αὕτη ἡ διπρόσωπος ἐψύχρανε κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν ἐν μέρει, (διότι δὲν ἀρνοῦμαι καὶ τοὺς ἄλλους πολιτικοὺς λόγους) τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία ἤλπισεν ἀπὸ τὴν νέαν πολιτικὴν ἀναλαβοῦσαν ν’ ἀνακηρύξῃ ὡς πολιτικήν της τὴν εἰρήνην, ὅτι ἡ εἰρήνη ἤθελεν ἐπέλθει· εἶδεν ὅμως ὅτι ἠπατᾶτο. Εἰς τοιαύτην πολιτικὴν δὲν ἐδύνατο ἡ Εὐρώπη νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐπιστοσύνην, καὶ ἀπὸ τότε ἤρχισε κατὰ μικρὸν ἡ ἐλάττωσις τῆς συμπαθείας αὐτῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν κατήντησαν τὰ πράγματα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὅταν ἡ Κρήτη ἐψυχοῤῥάγει, ὅταν ἀπελπισία εἶχε καταλάβει τὸν κόσμον, τότε εἴδαμεν αἴφνης μίαν τερατώδη ἐκστρατείαν, ὅταν ἡ ἐκστρατεία αὕτη δὲν ἐζητεῖτο, ἀλλ’ ἀπωθεῖτο· ἐσκόπουν ὅμως νὰ κάμωσιν ἐπίδειξιν καὶ κατώρθωσαν νὰ ἐρεθίσουν τὴν ἀγανάκτησιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἡ ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεία ἐξυβρίζετο καὶ κατεφρονεῖτο ἀπὸ τὴν σκανδαλωδῶς ἐπιδεικτικὴν ταύτην ἐκστρατείαν, ἥτις ἐναυάγησε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀφίξεώς της εἰς Κρήτην, καὶ ναυαγήσασα ἔκαμε νὰ ναυαγήσῃ ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις, διότι ὁ τελευταῖος κτύπος τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως ἦτο ἡ ἐκστρατεία ἐκείνη. Ὅταν λοιπὸν ἡ Κρήτη ἐζήτει ὄχι στρατιώτας ἀλλὰ τροφὰς, ἔστειλαν στρατιώτας, εἰς τρόπον τοιοῦτον καὶ ἐν καιρῷ τοιούτῳ καθ’ ὃν οἱ στρατιῶται αὐτοὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ διατηρηθῶσιν καὶ ἠρνήθησαν τὰς τροφάς. Οἱ στρατιῶται λοιπὸν αὐτοὶ ὑπέκυψαν.
§81ΜΗΤΣΑΣ. Τοὺς ἔστειλαν νὰ τοὺς ζήσωμεν ἡμεῖς οἱ παλαιοί.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἡ Κρήτη ἔπεσε. Τὰ κατόπιν γελοῖα τὰ ἐνθυμεῖσθε, καὶ ταῦτα καταισχύνουν καὶ τοὺς ἐνεργήσαντας καὶ τοὺς ἀνεχθέντας αὐτά. Εἰς τὰ ὕδατά μας εἷς ξένος, εἷς ναύαρχος τῆς Τουρκίας μᾶς ὑπέβαλε νόμον, κατέσχε τοὺς λιμένας μας καὶ ἐνταφίασεν ἐκεῖ τὴν Κρήτην, — ἡ Κρήτη ἐντεφιάσθη εἰς τὰ ὕδατα τῆς Σύρου διότι ὁ ναύαρχος αὐτὸς μᾶς ἀπηγόρευε νὰ κινηθῶμεν, μᾶς ἠνάγκαζε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς ἀδελφούς μας καὶ μᾶς ἐξύβριζε, καὶ ἡμεῖς τὶ ἐκάμαμεν; ἐστείλαμεν τὸν ἀτμοδρόμονα νὰ καταδιώξῃ τὸν Χόβαρτ καὶ ὁ ἀτμοδρόμων εὑρέθη ἄνευ πυρίτιδος.
§83ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἄνευ πυρίτιδος καὶ φουσεκίων, ἠγόρασαν φανέλαν εἰς τὴν Σύρον διὰ νὰ κάμουν φουσέκια.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπειλοῦντες ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁμίλουν αἷμα ἴσως ῥέει, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπιβαρύνει τοὺς αἰτίους, καὶ ὁ ἀτμοδρόμων εἰς Σύρον ἐζήτει ἀπὸ τὸ ἐμπόριον νὰ ἀγοράσῃ πυρίτιδα!! Εἶναι γελοῖον αὐτὸ, εἶναι πλέον ἢ γελοῖον, εἶναι ἄξιον νὰ ἐπισύρῃ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν ἀπελπισίαν ἑνὸς ἔθνους, ὅταν ἡ τιμή του καὶ τὰ σπουδαιότερα συμφέροντά του τοιουτοτρόπως θυσιάζωνται. Ἡ Κρήτη λοιπὸν ἐνεταφιάσθη εἰς τὰ ὕδατα τῆς Σύρου καὶ αὐτοὶ ἐδῶ, τὶ ἔκαμνον; γελοῖα, γελοιωδέστατα· ἀπέστειλαν νὰ ὀχυρώσουν τοὺς λιμένας, καὶ πλοίων πανιὰ ἐχρησίμευσαν ἐν Πόρῳ διὰ σάκκους, τοὺς ὁποίους ἐπλήρωσαν χώματος διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς προχώματα καὶ πολλαὶ δέσμαι σχοίνων συνηθροίσθησαν διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς ἐπάλξεις ἄνευ ὅπλων, ἄνευ πυροβόλων, ἄνευ πυρίτιδος καὶ ἄνευ πυροβολιστῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ζήτημα ἐχάνετο καὶ ἡ τιμή μας ἐποδοπατεῖτο εἰς Σύρον. Καὶ τὶ ἀκόμη ἔκαμνον; ἐπαρουσιάζοντο ἐδῶ καὶ ἐζήτουν δάνεια. Ἡ Κρήτη ἐχάθη, ἡ ἀτιμία ἐπῆλθε πλήρης, καὶ αὐτοὶ ἔφερον νόμον περὶ δανείου, καὶ ἤθελον δυνάμει αὐτοῦ νὰ εὕρωσι χρήματα καὶ δι’ αὐτῶν νὰ ἑτοιμάσωσι τὴν Ἑλλάδα, νὰ διεκδικήσωσι τὴν τιμήν της, νὰ ἐπιβάλωσι συνθήκας εἰς τὰ Δαρδανέλια καὶ νὰ μᾶς ἱκανοποιήσωσι οὐ μόνον μὲ τὴν Κρήτην, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν. Οὕτω διεβουκόλουν τὸν κόσμον, καὶ ἐν τούτοις τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς πατρίδος κατεστρέφοντο, αἱ θυσίαι τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἑλλάδος εἰς μάτην ἀπέβαινον καὶ αἱ ἐλπίδες αὐτῆς καὶ τὰ ὄνειρα τὰ χρυσᾶ, ὡς καπνὸς διελύοντο ἐνώπιον τῆς αἰσχύνης καὶ τῆς ἀτιμώσεως, τὴν ὁποίαν οὕτως ἐνεκόλαψαν εἰς τὸ μέτωπον τῆς Ἑλλάδος, διότι αἰσχύνη μεγαλητέρα δὲν ὑπῆρξεν! Ἦλθον, ἐνθυμεῖσθε, ἐδῶ καὶ ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ λάβουν 100,000,000 διὰ τὸν πόλεμον. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ὑποθέτομεν ὅτι ἐξηκολούθουν τὸ σχέδιον καὶ οἱ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρεθέντες ἐτείναμεν τὴν χεῖρα, ἐλησμονήσαμεν τὸ παρελθὸν καὶ εἴπομεν· Κύριοι, θέλετε τῷ ὄντι εἰς τὰ ἔσχατα ἀκόμη νὰ ὑπερασπίσητε διὰ θυσιῶν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, μᾶς ἔχετε συνεργάτας, λησμονοῦμεν τὸ παρελθόν. Ἄλλοι οἱ ὁποῖοι εἶχον φιλειρηνικὰς πεποιθήσεις μᾶλλον, ἐνόμισαν ὅτι καὶ αὐτοὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρνηθοῦν τὴν συνδρομήν των, μολονότι ἔβλεπον ὅτι ὅλα ἐκεῖνα ἦσαν κωμῳδία παιζομένη πρὸς βλάβην τοῦ τόπου. Ἂς μὲ συγχωρήσουν ὅμως, (ἐγὼ δὲν συνεφώνουν μὲ τὴν πορείαν των ἐκείνην, νομίζων, ὅτι ὅλαι αἱ πεποιθήσεις εἰλικρινῶς καὶ θαῤῥαλέως πρέπει νὰ φανερώνωνται καὶ νὰ ὑποστηρίζωνται). Καὶ ἐν ᾧ μία φωνὴ πεπειραμένου διὰ τοῦ Ἐθνοφύλακος ψάλλουσα τὸν θούριον ἐζήτει δειλοὺς διὰ τοὺς Παξοὺς, οὐδεὶς εὑρίσκετο δειλὸς, ὅλοι εἴχομεν γίνει, ὡς ἐκ θαύματος φιλοπόλεμοι καὶ ἠκολουθοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπηγγέλλετο νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμήν μας, καὶ ὁ Ἐθνοφύλαξ εἰς μάτην περιέτρεχε καὶ ἐζήτει ταξειδιώτας διὰ τοὺς Παξούς.
§85ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Ἐὰν ἀγαπᾶτε, νὰ σας κάμω μίαν ἐρώτησιν Ἤλθετε λόγον ποιήσαντες περὶ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τὸ ἔτος 1867. Ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἰπῆτε; ἐὰν συνέβη κάτι ἄλλο συμβὰν, πόθεν ἡ αἰτία αὐτοῦ, ποῦ ἔλειξεν; Ἐννοῶ τὴν Ἠπειροθεσσαλικὴν ἐπανάστασιν.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα εἶμαι ἕτοιμος. Πρὸ ἡμῶν ἐξεῤῥάγη ἐπίσης καὶ ἡ ἐπανάστασις αὕτη. Νομίζω (λέγω νομίζω διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐμβατεύσω εἰς τὴν διάνοιαν ἄλλων, οὔτε τὴν εὐθύνην ν’ ἀναλάβω,) ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς αὐτῆς δὲν ἐθεώρησεν αὐτὴν τὴν ἐπανάστασιν ὡς κατάλληλον καὶ χρίσιμον πρὸς τὸν κύριον σκοπὸν, ἤτοι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, καὶ διὰ τοῦτο ἦτο μᾶλλον κατ’ αὐτῆς. Ὅτε ἤλθομεν ἡμεῖς, εὕρομεν τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν, ἀφήσαμεν νὰ τρέξῃ τὸν δρόμον της, ἀπεφύγαμεν νὰ τῃ παρεμβάλωμεν κανὲν πρόσκομμα, καὶ ὅμως μετὰ ἓξ μηνῶν προσπαθείας ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἐντελῶς ἀπέτυχε, καὶ ἀντὶ ἐπαναστάσεως εἰσῆλθεν ὡς ἀταξία ἐντὸς τῶν ὁρίων καὶ ἔμελλε τότε ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς τῆς λεγομένης ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐπανάστασις ἀλλὰ ἀναρχία· καὶ συνέβη τότε εἰς τὰ ὅρια ἔντιμοι μετ’ ἀτίμων, λῃσταὶ μετὰ οἰκοκυραίων, ἥσυχοι μετὰ ταραξιῶν νὰ συναγελάζωνται. Ἡ ἐπανάστασις λοιπὸν ἔχασε τὸν χαρακτῆρα της, εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀταξία καὶ τὴν ἀταξίαν αὐτὴν, ὄχι τὴν ἐπανάστασιν, ἡμεῖς κατεπαύσαμεν, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχομεν χρέος ἱερὸν καὶ ἀπαραίτητον νὰ πολεμήσωμεν τὴν ἀταξίαν, ἡ ὁποία ἤθελε βλάψει τὴν Ἑλλάδα ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὴν Κρήτην. Ἐπικαλοῦμαι δὲ μάρτυρας τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μέρους ἐκείνου διὰ νὰ ὁμολογήσουν, ἂν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἀνωμαλία αὐτὴ διελύθη, εἶχε χαρακτῆρα ἐπαναστάσεως, ἢ ἐὰν δὲν εἶχε μεταμορφωθῇ εἰς ἀταξίαν, ἡ ὁποία ἐλυμαίνετο τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος.
§87ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Κουμουνδοῦρε... (Θόρυβος).
§88ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Μπράτσικα, ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἔλθω εἰς πᾶσαν ἐξήγησιν, δὲν τὸ ἐπιθυμῶ ὅμως, διότι δὲν συμφέρει, νομίζω, οὔτε εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τόπου ἐκείνου, οὔτε εἰς τὴν τιμὴν τῶν προσώπων· μὴ μὲ βιάζετε νὰ ἔλθω εἰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐμὲ δὲν βλάπτουν, βλάπτουν συμφέροντα, τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς θέλετε νὰ προστατεύσητε καὶ ἐγώ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς Κρήτης, ἐπαναλαμβάνω, πράγματι εἶχε λυθῆ, ὅταν ἡ Εὐρώπη συνελθοῦσα ἐσκέπτετο ἐπὶ τοῦ τελεσιγράφου τῆς Πύλης καὶ ἔλυε τὰ ἴδια ζητήματα καθ’ ἡμῶν, τὰ ὁποῖα τὸ προηγούμενον ἔτος ἔλυσεν ὑπὲρ ἡμῶν. Καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι τὰ ζητήματα ταῦτα λύονται σχετικῶς πρὸς τὴν ἰσχὺν τοῦ δικαζομένου. Εὑρέθημεν ὅλως διόλου ἀπαράσκευοι, ὅλως διόλου ἀδύνατοι, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πλάστιγξ ἔκλινε καθ’ ἡμῶν. Ἤθελε κλίνει, κύριοι, ὑπὲρ ἡμῶν, ἐὰν εἴμεθα ἰσχυροί, ὅπως δὲν ἔκλινε κατὰ τῶν Τούρκων, ὅταν οἱ Τοῦρκοι ἠρνοῦντο νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία ἐπανελάμβανε πρὸς τὴν Τουρκίαν νὰ φερθῇ ἄλλως ἢ ὅπως ἐφέρετο εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ οὕτω καθ’ ἡμῶν ἐλύθη ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὁ ἀοίδιμος Πάλμεστρων ἔλυσεν ὑπὲρ ἡμῶν. Καὶ ἄλλοτε ἡ Τουρκία κατὰ τὸ 1832 ἐζήτησεν ὥστε ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τῆς Ἑλλάδος τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας Ἕλληνας νὰ συνδράμωσιν ἔθνη ἢ λαοὺς, πολεμοῦντας κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ὁ Πάλμεστρων, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει μέρος τοῦ συμβουλίου τοῦ κανονίζοντος τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ἀπάντησιν κατεδέχθη νὰ δώσῃ, ἀνεκήρυξε τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος ὡς Κράτους ἀνεξαρτήτου νὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ συμφέρον του καὶ τὰ αἰσθήματά του τῷ ὑπηγόρευον «Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀρνηθῶμεν τὰ δικαιώματα αὐτὰ,» εἶπε, «τὰ ὁποῖα συνταυτίζονται μὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν ἑκάστου κράτους. Ἡ Ἑλλὰς ἐκηρύχθη κράτος ἀνεξάρτητον, ἑπομένως ἡ αἴτησις τῆς Τουρκίας ἀπεῤῥίφθη»· Τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εὑρέθη ἀπέναντι ἑνὸς λελυμένου πράγματι ζητήματος καὶ μιᾶς ἀπειλῆς, ὅτι τοὐλάχιστον ἡ ἄρνησίς του ἤθελε φέρει πλήρη διακοπὴν τῶν ἐμπορικῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ ἤθελε κλείσει τοὺς λιμένας αὐτῆς πρὸς τὰ πλοῖά μας. Αὐτὴν τὴν ἀπειλὴν μεγάλης βλάβης ὑλικῶν συμφερόντων ἐκφράζει διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς του ὁ κ. Δαβαλὲτ πρὸς τὸν κύριον Βουρέ. «Ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐλπὶς δὲν πραγματοποιηθῇ, ἡ Πύλη ἀναλαμβάνει, ἐννοεῖτε καλῶς, τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειάν της καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τῇ φιλονεικήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὰ ἀναγκαστικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσεν».» Εὑρίσκετο λοιπὸν, ὡς εἴρηται, τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ τὸ ὀλιγώτερον ἀπέναντι τῆς ἀπειλῆς καταστροφῶν ὑλικῶν τοῦ τόπου ἐὰν δὲν ὑπέγραφεν εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποῖα ἠρνεῖτο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ ἠνάγκαζε τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀρνηθῇ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς φυσικὰς συμπαθείας της. Τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, ἀφοῦ μάλιστα τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο πραγματικῶς ἀπωλέσθη· ὤφειλε νὰ ὑπογράψῃ καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς συνεπείας τῆς ἀδυναμίας μας καὶ τῆς ὁμοφώνου ἐκφράσεως τῆς Εὐρώπης. Τόρα σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ὅταν τὸ δρᾶμα ἐλύθη οὕτως, ὅταν ἡ λύσις αὕτη ἐματαίωσεν ὅλας τὰς θυσίας καὶ ὅλας τὰς ἐλπίδας μας, κατέστρεψε τὴν Κρήτην, ἐταπείνωσεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἄφησεν ἀπροστατεύτους ὅλους τοὺς δυστυχεῖς ἀδελφούς μας, δὲν πρέπει τὸν αἴτιον, τὸ ἐνεργὸν τοῦ δράματος τούτου νὰ τὸν ἀναζητήσωμεν καὶ νὰ τὸν τιμωρήσωμεν;
§90ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὄχι, τετέλεσται· τότε μὴ ἐλπίζετε εὐνομίαν, μὴ ἐλπίζετε ὕπαρξιν συνταγματικὴν καὶ ἰσχὺν, ἀφοῦ παραβλέπετε ἀτιμωρητὶ νὰ διέρχωνται ἐνώπιόν σας παραπτώματα τοσοῦτον μεγάλα, τοσοῦτον καταστρεπτικά· μὴ ἐλπίζετε ν’ ἀπολαύσητε τὸ σέβας, ἐὰν σεῖς δὲν σεβασθῆτε οὔτε τὸ κοινὸν αἴσθημα, οὔτε τὴν κοινὴν γνώμην. Ἰδοὺ τί εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ παρελθόν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ προσθέσω τινὰ ὡς πρὸς τὸ μέλλον, διότι νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν πρέπει μόνον νὰ κατηγοροῦμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ προτείνωμεν τὰ μέσα τῆς θεραπείας. Τὸ παρελθὸν δύναται νὰ μᾶς διδάξῃ ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πολιτικὴ διαγωγὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἑξῆς, πῶς δυνάμεθα νὰ μὴ ὑποπέσωμεν τοῦ λοιποῦ εἰς ὅμοια λάθη, εἰς ὅμοια δυστυχήματα. Κατὰ τετελεσμένων δὲν δυνάμεθα ἤδη ν’ ἀντιταχθῶμεν, ἀνάγκη νὰ ὑποκύψωμεν καὶ νὰ τὰ δεχθῶμεν εἰλικρινῶς. Ἂς μὴ λησμονῶμεν εἰς τὸ ἐφεξῆς ὅτι ἡ ἀνατολὴ ἀνήκει εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ ἡ ἰσχύουσα φυλὴ θέλει εἶσθαι ἐκείνη, ἥτις θὰ προάξῃ τὸν πολιτισμόν. Καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἑλληνικὴ ὡς μᾶλλον ἀληθὴς καὶ γνησία ἀντιπρόσωπος τοῦ πολιτισμοῦ. Ἂς προαγώμεθα λοιπόν, καὶ ἂς ὑποστηρίζωμεν τὴν προαγωγὴν τῆς φυλῆς αὐτῆς, χωρὶς ἡ προαγωγή της νὰ φέρῃ δυσκολίαν εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἄλλων φυλῶν, ἀλλ’ ἂς ἀναπτυσσώμεθα ἐν ἀδελφότητι καὶ ὁμονοίᾳ καὶ οὐχὶ διαπληκτιζόμενοι. Τὸ ἐνεργὸν κέντρον τῶν ἐργασιῶν ὅμως εἶναι ἡ Ἑλλάς· ἐντεῦθεν δὲ θέλει δίδοσθαι ἡ συνδρομὴ καὶ ἡ ὤθησις. Ἂς φροντίσωμεν ἡμεῖς πρῶτον νὰ προαχθῶμεν ἐσωτερικῶς ἵνα δυνάμεθα νὰ ἐπαρκῶμεν· 30 χρόνους μᾶς ἐκώφαναν μὲ τὰς συμβουλὰς, νὰ μὴ καταναλισκώμεθα εἰς προπαρασκευὰς καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς ἀμύνης· ὅταν δὲ ἔληξαν τὰ 30 ἔτη καὶ παρουσιάσθη ἀνάγκη, μᾶς εἶπον ἡσυχάσατε, εἶσθε ἀνέτοιμοι, ἔχετε διὰ τοῦτο ἄδικον, τί νὰ σᾶς κάμωμεν; 30 ἔτη παρῆλθον καὶ ἰδοὺ ἡμεῖς γυμνοὶ καὶ ἀνέτοιμοι, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ὑψώσωμεν ἰσχυρὰν τὴν φωνὴν καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν· πρέπει ἕνεκα τούτου νὰ ὑπογράψω μᾶς εἶπε ἡ κυβέρνησις. Ἂς χρησιμεύσῃ λοιπὸν τὸ πάθημα αὐτὸ ὡς μάθημα, καὶ ἂς φροντίσωμεν διὰ τὸ μέλλον οὐχὶ περιοριζόμενοι εἰς τὸν μικρὸν προϋπολογισμόν μας, ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ περιέχῃ οἰκονομίας ἀλλὰ νὰ κανονίζει τὰς ἀνάγκας τὰς ἀληθεῖς τοῦ τόπου, καὶ νὰ προβλέπῃ αὐτὰς, νὰ οἰκονομῇ δὲ περιττά, καὶ ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τοῦ λοιποῦ μίαν πολιτικὴν, μίαν ἰδέαν. Ἂς μὴ περιοριζώμεθα νὰ τροφοδοτῶμεν ἁπλῶς καὶ νὰ θεραπεύωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἂς ἀνεύρωμεν τὰς ἀληθεῖς ἐλλείψεις, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἂς φροντίσωμεν νὰ διοργανώσωμεν οἰκονομικῶς τὸν τόπον, ἂς λύσωμεν τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα κρατοῦν δέσμιον τὴν ἐνέργειαν τοῦ πολίτου μεταβάλλοντες τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ διορθοῦντες τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς ἐθνικῆς περιουσίας· ἂς ἀπαλείψωμεν τὸν κυκεῶνα καὶ τὴν σύγχισιν ἥτις δεσπόζει τὴν ἀκίνητον κτῆσιν. Ἄνευ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν πίστιν μας διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἔχωμεν ἐν καιρῷ τὰ ἀναγκαῖα μέσα καὶ τὰ ἐφόδια καὶ ἵνα μὴ μᾶς συμβῇ ὅ,τι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, νὰ τρέχωμεν δηλαδὴ δίκην ἐπαίτου διὰ 10 ἑκατομμύρια τὰς πόλεις τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ νὰ διακινδυνεύωμεν τὴν ὕπαρξιν τῆς Τραπέζης. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐγένετο ἐκστρατεία κατὰ τῆς τραπέζης καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων, χάριν τῶν προπαρασκευῶν καὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῆς χώρας; Μὴ τοὺς ὑποθέτωμεν ἐπὶ τοσούτῳ ἁπλοῦς· ἐννόουν ὅτι τότε δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ γείνουν προπαρασκευαὶ μὲ 10 ἑκατομμύρια· τὸ ζήτημα εἶχε τελειώσει καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἑτοιμασθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐντὸς μηνῶν καὶ νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον; Ἡ ἐκστρατεία κατὰ τῆς Τραπέζης ἐγένετο διὰ νὰ γεμίσῃ τὰ ταμεῖα της ἡ κυβέρνησις καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν τῇ ὑπέσχετο μέσα ὑπάρξεως, διότι κατέστρεφε τὰς δημοσίους προσόδους· ἦτο σύστημα κηταστροφῆς τῶν συμφερόντων, ἀθετήσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ βίας, ἐλαττῶνον τὰ ὑλικὰ μέσα. Ἂς φροτίσωμεν λοιπὸν διὰ πάσης θυσίας ἑδραιοῦντες τὴν δημοσίαν πίστιν νὰ ὀργανίσωμεν οἰκονομικῶς καὶ ἐπὶ βάσεων ἀληθῶν τὸν τόπον. Ἀσφάλεια δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ διοικήσεως, καὶ βλέπετε, ποῦ ἐφθάσαμεν! Ἡ ἀσφάλεια εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τοῦ πολίτου, ἄνευ αὐτῆς τὸ ἔθνος δὲν δύναται οὐχὶ νὰ προοδεύσῃ, ἀλλ’ οὔτε νὰ ὑπάρξῃ· καὶ ἀσφάλειαν δὲν θὰ ἔχωμεν, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν διοίκησιν, καὶ διοίκησιν δὲν θὰ ἔχωμεν ἐνόσῳ ἡ διοίκησις ὑπηρετεῖ τὴν πολιτικήν. Παραπονούμεθα καὶ ὑβριζόμεθα· κηρύττομεν εἷς τὸν ἄλλον αἴτιον τῆς κακῆς καταστάσεως. Ὅλοι ἐδιοικήσαμεν καὶ τὰ παράπονα δὲν ἔπαυσαν. Ἀνετρέψαμεν μίαν μοναρχίαν ἐπὶ τέλους, καὶ ὅμως ἡ κατάστασίς μας δὲν ἐβελτιώθη.
§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Χειρότερα.
§93Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι χειρότερα.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν διακρίνω ἐποχὰς, λέγω μόνον, ἡ κατάστασις δὲν εἶναι καλὴ, διατί, διότι δὲν ἐλύσαμεν τὸ κύριον ζήτημα. Ἀνετρέψαμεν μίαν μοναρχίαν, ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἐνέκειτο εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ εἰς τὸ σύστημα, εἰς τὴν συγκέντρωσιν Ἀνατρέψαμεν μίαν μοναρχίαν ἥτις συνεκέντρωσεν εἰς χεῖρας της ὅλην τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐμάρανε τὸ ἔθνος. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· πολλοὶ ἐκ τῶν μὴ ἐχόντων ὕπαρξιν καὶ δύναμιν ἐν τῷ τόπῳ προέτρεπον τὸν μονάρχην ἐκείνην, ν’ ἀναλάβῃ τὰ πάντα, νὰ συγκεντρώσῃ τὴν ἐξουσίαν. Τὸ ἔπραξεν· ὁ τόπος ἔπαθεν ἐκ τούτου καὶ ἡ μοναρχία ἔπεσεν. Ὅτε δὲ ὁ μονάρχης ἐκεῖνος ἐξεδιώχθη ὡς ὑπεύθυνος, αὐτοὶ ἐπαρουσιάσθησαν πρῶτοι μὲ ταινίας ἐρυθρᾶς, τὰς μεγαλειτέρας, αὐτοὶ πρῶτοι τὸν ἐκακολόγουν. Ἡ συγκέντρωσις μετετέθη ἤδη· ὁ πόλεμος δὲν γίνεται κατὰ τῆς συγκεντρώσεως ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἐκ τῆς συγκεντρώσεως ἰσχύος. Μονάρχης εὐτυχῶς, πιστὸς φύλαξ τοῦ συντάγματος, ὁ Γεώργιος καὶ ἐμμένων εἰς τὸν ὅρκον του, ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν ἐνέργειαν καὶ ἀπόλυτον τὴν κίνησιν τῆς μηχανῆς τὸ κατ’ αὐτὸν, ὅπως εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ συνταγματικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἡ ἰσχὺς τῆς συγκεντρώσεως θέλει μένει εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργείου ἢ τῆς Βουλῆς; Ἰδοὺ τὸ αἰώνιον ζήτημα, ὁ ἀδιάκοπος ἀγών. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διὰ τῆς συγκεντρώσεως ἥτις, ἐν Ἑλλάδι ἔχει μεγίστην ἰσχὺν, διαφθείρει καὶ νοθεύει τὰς ἐκλογάς. Οἱ βουλευταὶ, κύριοι τῆς ἰσχύος τῆς δυνάμεως τῆς συγκεντρώσεως, τὴν ὑποβάλλουσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτικῆς, καὶ ἡ διοίκησις φατριάζει. Εἶμαι φίλος, ὡς ὅλοι ἡμεῖς, τῆς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως· αὕτη ὅμως στηρίζεται εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ ἀνόθευτον τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐνόσῳ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει εἰς τὰς χεῖράς της ὅλην τὴν δύναμιν τῆς συγκεντρώσεως καὶ ἐνόσῳ ἡ διοίκησις ὑπηρετεῖ τὴν πολιτικήν. Πῶς θέλετε νὰ ὑπάρξῃ ἀνεξαρτησία κοινοβουλευτικὴ, ὅταν τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων ἡ ὕπαρξις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ ἐξακολουθῇ ἡ πάλη ὅταν οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα; Ὑποθέσατε ἤδη τὴν διοίκησιν περιπίπτουσαν εἰς κακὰς χεῖρας, ὡς τὸ 1868, καὶ θέλετε νοήσει τὰς συνεπείας. Κανονίσατε λοιπὸν τὸ μέλλον σας πρὸς ἀρχὰς πρακτικὰς καὶ ἀληθεῖς, θέσατε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀληθῆ θέσιν· συγκέντρωσις καὶ ἐλευθερίαι συνταγματικαὶ δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσιν· ἂς ὑποκύψῃ τὸ πρῶτον, διότι δὲν εἶναι φυτὸν ἑλληνικόν. Ἀποκεντρώσατε τὴν ἐξουσίαν, διότι ἡ συγκέντρωσις ἀπεδείχθη ἐπιβλαβὴς, καὶ κατακερματίσατέ την ἵνα μὴ δύνανται νὰ πράξωσι τὸ κακόν. Ἐὰν δὲν πράξητε τοῦτο, φοβοῦμαι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ἀπειλοῦνται αἱ ἐλευθερίαι μας, ὅτι θὰ ἔχωμεν νέαν κρίσιν, ὄχι ἄνωθεν, ἀλλὰ κάτωθεν ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, ἥτις εἶναι ὁ σπουδαιότερος καὶ ὁ μέγιστος ἐχθρὸς τῶν κακῶν κυβερνήσεων, τῶν λανθασμένων συστημάτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν καλῶς ἀπὸ τοῦδε καθιερώνοντες πραγματικῶς καὶ ἀληθῶς τὴν εὐθύνην· ἐὰν αὐτὴν δὲν θέσητε τὴν βάσιν, τὰ πάντα εἰς μάτην, καὶ τίποτε μὴ ἐλπίσητε νὰ κατορθώσητε. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν.
§95ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἐρώτησις τὴν ὁποίαν ἀπέτεινα εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον περὶ τοῦ συμβάντος ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του εἰς Ἠπειροθεσσαλίαν, δὲν εἶχε σκοπὸν ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν οὐδεμίαν μομφήν· ἄπαγε. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτον ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς τῆς μικρᾶς ἐπαναστάσεως, ἐζήτησα νὰ φέρῃ εἰς φῶς ὅλα τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· βιάζομαι δὲ εἰς τοῦτο, διότι ἀτυχῶς ἢ εὐτυχῶς ἔλαβον μέρος καὶ εἶμαι ἐκ τῶν ἐνόχων· δὲν ἐννοῶ ὅτι φέρω ἐπ’ ὤμων τὸ πᾶν, ἤμην ἁπλῶς συνεργάτης, ὡς ἦσαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι φίλοι μας. Ἐνῷ τὸ κίνημα τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐθεωρήθη ὡς κάλλιστος ἀντιπερισπασμὸς τῆς ὑπαρχούσης Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, ἐνῷ τόσαι κατεβλήθησαν προσπάθειαι ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ κινήματος ἐκείνου, αἴφνης καὶ παρ’ ἐλπίδα περιωρίσθη διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Κουμουνδοῦρος γνωρίζει· ἐπεθύμουν δὲ ν’ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους περιωρίσθη, καὶ οὐχὶ τὰς συνεπείας τῆς ἐπαναστάσεως, αἱ ὁποῖαι πάντοτε γίνονται, ὅπως τύχει. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ ἴδιος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, φίλε Μπράτσικα, θέλω σοὶ δείξει καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἐπειδὴ δὲν ἔλαβον αὐτὴν τὴν τιμὴν, ἐπιθυμοῦσα νὰ μᾶς εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ τὶ ἐσβέσθη ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω ἐν ὀλίγοις διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ ἐν σιγῇ μία ἐπανάστασις, ἡ ὁποία μένει εἰσέτι ἐν τῷ κρυπτῷ.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§97ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, νὰ ἐργασθῶμεν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις. Ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§99ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπιθυμοῦσα νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ διάθεσιν ν’ ἀκούσῃ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι δικαίωμά της.
§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ἀπὸ τὰς 8 ἐδῶ, ἡ ὥρα παρῆλθεν.
§102ΑΣ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ μία μερὶς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντίθετοι, ζητοῦν δι’ αὔριον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἐπειδὴ ἡ παροῦσα Βουλὴ, δὲν θέλει νὰ κάμῃ ὅ,τι ἡ πέρυσιν πλειονοψηφία κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, κρατήσασα ἡμᾶς ἐνταῦθα μέχρι τῆς 11 μ. μ. ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα ἔχωσιν ὅλην τὴν ἄνεσιν νὰ παρουσιασθῶσιν.
§103ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργὸς). Τὸ ὑπουργεῖον ἐπιθυμεῖ ἡ συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως νὰ γίνῃ μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν· δὲν ἐπιθυμεῖ κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐπαναφέρῃ λυπηρὰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς ἐκλείσθημεν ἐντὸς τοῦ περιβόλου μέχρι τῆς 11, ὅτε δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν οὐδόλως κατὰ τῆς ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν προτείνουν βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐπολεμήθη, καὶ ἡ ἀναβολὴ ἴσως εἶναι χρήσιμος εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς διὰ ν’ ἀντικρούσωσι τὰς μομφὰς, αἵτινες ἐπεῤῥίφθησαν κατὰ τοῦ συστήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον. Διὰ τοῦτο συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ὑπογραμμὸς εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν, διότι αὔριον δύναται ἕτερος νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ζητεῖ ἀναβολήν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι σήμερον δὲν εἰργάσθημεν παρὰ δύω ὥρας, μὲ δύω ὅμως ὡρῶν ἐργασίαν καὶ μὲ αἰτήσεις ἀναβολῶν δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς πέρας. Σήμερον μόνον τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ κατ’ ἐξαίρεσιν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρα 12).