| 18 | 1) | Νικήτας Βαρβιτζιώτης | λαβὼν ψήφους | 7,177 | |
| 19 | 2) | Ἰω. Βαλασσόπουλος | » » | 6,836 | |
| 20 | 3) | Ν. Θ. Λεώπουλος | » » | 6,784 | |
| 21 | 4) | Ἀναστ. Κορφιωτάκης | » » | 6,543 | |
| 22 | 5) | Σπυρ. Κοπανίτσας | » » | 6,428 |
1869.07.03
3.006 στίχοι · 25.657 λέξεις · 1 πίνακας · 211 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20.
τῆς 3 Ἰουλίου 1869.
(Πέμπτη.)
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ διοικητὴς τῆς τραπέζης διαβιβάζει εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἰσολογισμὸν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας.— Κατετέθη ἀναφορὰ Χριστοδούλου Στεμνιτσιώτη κατὰ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν.— Τώρα ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος.
§4ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεὺς, ἀναγινώσκει τὸ διατακτικὸν τῆς ἐκθέσεως). Τὸ τμῆμα γνωμοδοτεῖ ἵνα ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος καὶ νὰ θεωρηθῶσι νόμιμοι βουλευταὶ αὐτῆς οἱ ἔχοντες τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα· ὁ
| 1) | Νικήτας Βαρβιτζιώτης | λαβὼν ψήφους | 7,177 |
| 2) | Ἰω. Βαλασσόπουλος | » » | 6,836 |
| 3) | Ν. Θ. Λεώπουλος | » » | 6,784 |
| 4) | Ἀναστ. Κορφιωτάκης | » » | 6,543 |
| 5) | Σπυρ. Κοπανίτσας | » » | 6,428 |
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος καὶ νομίμους αὐτῆς βουλευτὰς τοὺς κυρίους Ν. Βαρβιτσιώτην, Ι. Βαλασόπουλον, Ν. Λεώπουλον, Α. Κορφιωτάκην καὶ Σπ. Κοπανίτσαν.
§8ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμματεύς). Ἐκλογὴ Λεβαδείας. Διὰ ταῦτα τὸ τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κυρίους Γ. Λάπαν καὶ Φίλωνα Ἰ. Φίλωνος, κεκτημένους τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
§9Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν εἴπομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν· ν’ ἀναγνωσθῇ.
§10ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§11ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Διενεμήθη ἓν ἀπόσπασμα τῆς ἐκλογῆς Ἀραχώβης· ἐρωτῶ τὸ τμῆμα ἐξέφερε γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ; Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριε πρόεδρε, ἀπέῤῥιψε τὴν ἔνστασιν ταύτην, διότι δὲν εἶχεν ἀποδείξεις, εἰς τὰς ὁποίας νὰ βασισθῇ, καίτοι ἀναγνωρίζουσα ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη εἶναι πολὺ σπουδαία καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογήν· διότι ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῆ, ὅτι ἀδίκως ἀφηρέθησαν τὰ σφαιρίδια ἀπὸ τοῦ ναὶ τῆς κάλπης τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ, τότε βουλευτὴς εἶναι ὁ κ. Γεωργαντᾶς καὶ ὄχι ὁ Φίλων. Ἰδοὺ ἡ σπουδαιότης τῆς ἐνστάσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποῤῥίπτει τὴν ἔνστασιν ταύτην κυρίως διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀποδείξεως, διότι ἔπρεπε λέγει ἀμέσως νὰ καταγγελθῇ ἡ πρᾶξις κτλ. Σήμερον ὅμως μᾶς παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου παραπέμπονται δύο, ὁ μὲν εἷς διότι χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσῃ ἔθεσε τὴν χεῖρά του εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ καὶ τὴν ἐκράτησεν ἀρκετὴν ὥραν, ὁ δὲ δεύτερος ἐνῷ ἐδόθη τὸ σφαιρίδιον εἰς τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐκεῖνος εἰσήγαγε τὴν ἀριστερὰν καὶ ἐξάγων τὴν χεῖρα ἔπεσεν ἓν σφαιρίδιον κάτω ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα. Ἡ παράβασις αὕτη τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶναι ἡ εὐκολωτέρα καὶ ἡ μᾶλλον ἐπικίνδυνος. Δὲν χρῄζει οὐδεμιᾶς προπαρασκευῆς, ὀλίγων λεπτῶν καιρὸς ἀρκεῖ νὰ μεταβάλῃ τὰ σπουδαιότερα καὶ γενικώτερα ἀποτελέσματα. Συμφωνοῦμεν ὅλοι μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν ἔκθεσιν, ὅτι ἀφοῦ εὑρέθησαν πλεονάζοντα σφαιρίδια ἂς ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ναὶ ὅπως λέγει ὁ ἐκλογικὸς νόμος· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι εὔκολον ἐνόσῳ δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα· ἂν ὅμως ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ὡς τώρα, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ περισσοτέρα προσοχή. Πρῶτον παρατηρεῖται εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Ἀραχώβης, ὅτι ἐνῶ εἰς τὰς κάλπας τῶν τριῶν ἄλλων ὑποψηφίων ὑπάρχει συμφωνία μεταξὺ τοῦ πρωτοκόλλου καὶ τῶν σφαιριδίων τῶν καλπῶν, μόνον εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ εὑρίσκεται ἡ διαφορὰ τῶν 75 σφαιριδίων.
§12ΛΑΠΑΣ. Ἑβδομήκοντα πέντε σφαιρίδια χωροῦν εἰς τὴν χεῖρα;
§13ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο φοράς. Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτε περισσότερον, ἀφοῦ δὲν παρουσιάσθη αὐτὸ τὸ βούλευμα. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι εὑρέθησαν πλεονάζοντα σφαιρίδια ἐντὸς τῆς κάλπης· ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἰδιαιτέραν πεῖραν ἑνὸς ἑκάστου, ἢ τὶ πείθεται, ὅταν βλέπῃ πλεονάζοντα σφαιρίδια εἰς μίαν κάλπην; τοὐλάχιστον ἐγὼ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδικήν μου πεῖραν, λέγω ὅτι ἀφοῦ ὁ νόμος διατάττῃ νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὸ ναὶ τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια, καὶ περὶ τούτου ἐπείσθη καὶ ὁ τελευταῖος τῶν πολιτῶν, οὐδεὶς φίλος θὰ θέσῃ ποτὲ σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ φίλου του, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν τὸν ὠφελοῦν, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐγείρουν καὶ δυσπιστίαν. Ἡ πεῖρα λοιπὸν μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι ἡ προσθήκη σφαιριδίων δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ ἀπὸ ἐχθρικὴν χεῖρα· ὅταν ἔχῃ ἕκαστος τοιαύτην πεποίθησιν, ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ἄδικον νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ σφαιρίδια ἀπὸ τὸν ἕνα διὰ νὰ ὠφεληθῇ ὁ ἕτερος. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία ἄλλη ἀπόδειξις, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ διεγείρῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἀμφιβολίαν τὸ περιστατικὸν τοῦτο, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι γνήσιον ἀποτέλεσμα· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ ὁποῖον ἐνισχύει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐξ ἰδίας πείρας ἔχει....
§14ΛΑΠΑΣ. Εἶναι βιασμένον αὐτὸ τὸ βούλευμα.
§15ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ γνωρίζω, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, τὸν δὲ λόγον δὲν γνωρίζω· ἐγὼ τουλάχιστον, ὅστις ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων καὶ τὰ βουλεύματα, δὲν λέγω, ὅ,τι ἄλλοι εἶπον ἢ ἐκ κακῆς προθέσεως ἢ ἐξ ἄλλης αἰτίας, ὅτι συμβαίνει νὰ ἐπηρεάζωνται οἱ δικασταί, ἀλλὰ κατὰ γενικὸν κανόνα ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ δικαστήρια ἐκδίδουν τὰς ἀποφάσεις των καὶ τὰ βουλεύματα, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ κανένα καὶ μάλιστα ὅταν παρουσιάζεται ἓν βούλευμα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν συνείδησιν, ἣν ἔχει ἕκαστος ἡμῶν περὶ τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δισταγμὸς, ὅτι κακῶς ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸν κ. Γεωργαντᾶν.
§16ΤΙΝΕΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος, ὅτι ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ ναὶ τὰ πλεονάζοντα.
§17ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου, ἂν θελήσετε, νὰ κρίνετε μὲ περισσοτέραν ἐπιστασίαν, ἂν θέλετε νὰ τὴν ἐξετάσετε, θὰ ἴδετε, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις μόνον σκοπὸν εἶχε νὰ περιορίσῃ τοὺς φίλους νὰ συντρέχουν τοὺς φίλους, νὰ περιορίσῃ ἐκείνους, οἵτινες θὰ ῥίπτουν εἰς τὸ ναὶ σφαιρίδια, καὶ αὐτὸ τὸ ἐπέτυχε· καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς πείθεται ἕκαστος, ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν πλεονάζοντα σφαιρίδια, ἐχθρικὴ χεὶρ βεβαίως τὰ ἔῤῥιψε, διότι φίλος δὲν ὑπάγει νὰ ῥίψῃ σφαιρίδια εἰς τὸ ναὶ τοῦ φίλου του, διότι, ἐνῷ οὕτω δὲν τὸν ὠφελεῖ, ἐνδεχόμενον ἴσως νὰ τὸν βλάψῃ. Ἀλλὰ πείθεσθε τοὐλάχιστον, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἐνῷ ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὴν φιλικὴν χεῖρα, νὰ μὴ ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ καὶ τὴν ἐχθρικὴν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ὑποβοηθήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὰ σπουδαιότερα ἀποτελέσματα; Τότε δὲν εἶναι νόμος, εἶναι μία παγὶς, ἥτις ἐτέθη ἐναντίον τοῦ δικαίου. Ὅταν τὰ σφαιρίδια πείθεταί τις, ὅτι δὲν ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ χεῖρα φιλικὴν, δὲν πρέπει νὰ καταφεύγῃ εἰς ἄλλας περιστάσεις νὰ σχηματίσῃ τις τὴν πεποίθησίν του; Ὁ νόμος ἀφορᾷ τὴν περίστασιν, ὅταν ῥίπτῃ τὰ σφαιρίδια φίλος εἰς φίλου κάλπην. Ὁ νόμος λέγει, ὅταν εὑρίσκωνται πλεονάζοντα σφαιρίδια ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ ναὶ, ἀλλ’ ἐὰν ἦσθε εἰς καλλιτέραν θέσιν, πῶς νὰ μὴ ἐφαρμόσητε καὶ τὸ ἐναντίον; Δὲν πιστεύω νὰ νομίζετε, ὅτι ἕνας νόμος ἔγεινε διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν δόλον. Ἐὰν παραδεχθῆτε ἄνευ ἐξετάσεως, ἀφοῦ ἐῤῥίφθησαν σφαιρίδια πλεονάζοντα, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὸ ναὶ, δὲν ὑποθάλπετε οὕτω τὸν δόλον, ἑρμηνεύοντες οὕτω τὸν νόμον; Ὑπέθεσεν ὁ νομοθέτης, ὅτι αὐτὸ τὸ περιστατικὸν δύναται νὰ συμβαίνῃ μόνον ἀπὸ φίλους, δὲν ἐπρόβλεψε δὲ τὴν περίστασιν καθ’ ἣν δύναται νὰ συμβῇ τοῦτο ἀπὸ ἐχθροὺς, καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε ἕως σήμερον, ὅτι σχεδὸν κατὰ κανόνα ὁ ἐχθρὸς ῥίπτει σφαιρίδια.
§18ΛΑΠΑΣ. Ἠξεύρετε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν κάλπην τοῦ Κ. Γεωργαντᾶ, συνέβη εἰς τὴν κάλπην τοῦ Φίλωνος καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου.
§19ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα εὑρέθησαν καὶ εἰς ἄλλας κάλπας ἀπὸ 3, 4 σφαιρίδια πλεονάζοντα, ἀλλ’ ἐδῶ εὑρέθησαν 75.
§20ΛΑΠΑΣ. Πέρυσιν εἰς τὴν κάλπην μου ἔῤῥιψαν 180.
§21ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον εἰς τὴν ἀληθῆ του ἔννοιαν, καὶ ὅταν παρουσιάζεται ἀληθὲς ἀποτέλεσμα καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ ἐχθρικὴν χεῖρα τὰ σφαιρίδια, νὰ μὴ ἀφαιρῶνται. Ἐπομένως προτείνω τὰ σφαιρίδια αὐτὰ νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς ὅντινα ἀνήκουν ἢ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή.
§22ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ προκειμένη ἐκλογὴ ἐξητάσθη ἀπὸ τὸ τμῆμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε, καὶ κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς ἐγένοντο διάφοροι συζητήσεις καὶ ἠκούσθησαν αἱ ἐνστάσεις τῶν ἀποτυχόντων καὶ ἐπιτυχόντων. Ὑπάρχουσιν, καθὼς εἴδετε σήμερον ὅλαι αἱ ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ προταθῶσιν, ἀλλ’ οὔτε οἱ ἐνιστάμενοι, οὔτε τὸ τμῆμα ἔδωκε πολλὴν προσοχὴν εἰς τὰς ἄλλας ἐνστάσεις, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἔνστασιν, ὅτι εὑρέθησαν 75 σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ ἀποτυχόντος, τὰ ὁποῖα ἀφαιρεθέντα ἀπὸ τοῦ ναὶ, συνετέλεσαν, ὥστε δι’ ὀλίγων ψήφων νὰ ἀποτύχῃ ὁ κύριος Γεωργαντᾶς. Εἰς τὸ τμῆμα, Κύριοι, ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ, ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅταν εὑρεθοῦν σφαιρίδια πλεονάζοντα εἰς τὴν κάλπην· ἀλλ’ ὅταν τὰ σφαιρίδια ἐπηρεάζουν τὰ ἀποτελέσματα, τότε δέον νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἡ χεὶρ, ἥτις τὰ ἔῤῥιψε, ἦναι ἐχθρικὴ ἢ φιλική. Τοῦτο βεβαίως ἔπρεπε τὸ τμῆμα νὰ τὸ ἐξετάσῃ· δυστυχῶς, ἐνῷ εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν σημειοῦται τίποτε, ἀλλὰ κατόπιν μόνον ἔγεινεν ἡ ἔνστασις, ὁ κύριος Γεωργαντᾶς ἐρωτηθεὶς εἶπεν, ὅτι εἶναι γνωστὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἔῤῥιψε τὰ σφαιρίδια, καὶ συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ· τὸν ἠρώτησα ἐὰν κατηγγέλθη, εἶπε, παραχρῆμα· τοῦ εἴπαμεν νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν περὶ τούτου, ὁποῖος καταγγέλθη καὶ τίς τὸν κατήγγειλε, δὲν ἔφερε· ἀνεβάλομεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως φροντίσῃ καὶ μᾶς ὑποβάλῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲν μᾶς ἔφερε· καὶ ὁ Κ. Γεωργαντᾶς ἀδύνατον νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ τμῆμα ὤφειλε νὰ ζητήσῃ αὐτὰ ἀπὸ τὴν εἰσαγγελίαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο, διότι ἀφέθη εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον νὰ φέρῃ τὰς τοιαύτας πληροφορίας.
§23ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὰ ἄλλα τμήματα ἐζήτησαν πληροφορίας.
§24ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς τὰς ἐκθέσεις δὲν φαίνεται τοῦτο· ἡ ἐκλογὴ ἡ ἰδική μου ἀνῆκεν εἰς ἓν τμῆμα, καὶ εἶπον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ ἄνευ ἐμοῦ δὲν ἔγεινε τίποτε.
§25ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Περιορισθῆτε λοιπὸν εἰς αὐτὰ τὰ τμήματα, διότι ἀπὸ τὰ ἄλλα τμήματα ἐζήτησαν πληροφορίας.
§26ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ὄχι μόνον δι’ ἀναφορᾶς μου ἀπὸ τὸ προεδρεῖον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ τμῆμα μὴ ἔχον οὐδεμίαν ἀπόδειξιν δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς· τώρα ἔχετε καιρὸν νὰ ἐξετάσητε, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν. Ἐγὼ ὅμως θεωρῶ καθῆκον μου, ἐπειδὴ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν βλέπω παρεμβαίνουσαν μίαν ἐξουσίαν μὲ τρόπον σκανδαλώδη, οὐχὶ νὰ τιμωρήσῃ τὰ ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἵνα καταστήσῃ προβληματικὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ τοῦ σώματος· καὶ τοῦτο δυστυχῶς δὲν συνέβη μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁρμωμένη ἀπὸ πρόθεσιν εἰλικρινῆ διὰ νὰ προλάβῃ καὶ βεβαιώσῃ τὰ ἐγκλήματα, ἔστειλεν ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, ὅπου ἦτον ἀνάγκη, ἀλλὰ δυστυχῶς σεῖς γνωρίζετε, ἐὰν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον των ἀμερολήπτως. Κατ’ ἐμὲ, ὅπου ἐζήτησα, δὲν εὗρον εἰλικρινῶς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Τί παρουσιάζεται σήμερον κύριοι; Ἀπόσπασμα ἑνὸς βουλεύματος. (Ἀναγινώσκει τὸ βούλευμα.) Ὑπάρχει δὲ μία ἀναφορὰ τοῦ ἀδικηθέντος, ἔχουσα οὕτως. «Ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὑπάρχουσα εἰς τὴν 124 σελίδα τοῦ φυλλαδίου τῶν ἐκθέσεων, ἀναφέρει ὅτι δὲν ὠνομάσθη οὔτε καταγγέλθη αὐθωρεὶ ὁ ῥίψας ἐν τῇ κάλπῃ τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια........» Σᾶς βεβαιῶ ἐξετάσας μὲ ἀκρίβειαν αὐτὴν, ἐκλονίσθην ὅταν εἶδον τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν, καὶ ἂν μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν μου, διότι ἀναφέρει, ὅτι κατηγγέλθησαν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἐξεδόθη τὸ βούλευμα· πότε ἐδόθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη; τὴν πρώτην Ἰουλίου. Λοιπὸν ἐλήφθησαν πρότερον αἱ πληροφορίαι τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος. Παρίσταται καὶ ὡς προφήτης συνάμα· καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἰς τὸν αἰῶνα τοῦτον ὑπάρχουν προφῆται! διότι πρὸ δύο ἡμερῶν προλέγει τὸ διατακτικὸν τοῦ βουλεύματος, τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Καὶ τὸ βούλευμα αὐτὸ ἐκδίδεται πότε; μετὰ δύο ἡμέρας. Ἐπιθυμῶ νὰ γίνω καταληπτὸς· ὁ κύριος Γεωργαντᾶς ἐνῷ προσεκλήθη εἰς τὸ τμῆμα νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν τίς ὁ ῥίψας τὰ σφαιρίδια, ἐὰν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ ἂν κατηγγέλθη ταυτοχρόνως......
§27Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε ποῖα εἶναι τὰ ὀνόματα αὐτά;
§28ΔΑΓΡΕΣ. Τώρα θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος Γεωργαντᾶς, (τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω) ἐπανειλημμένως ἠρώτησα δὲ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· διότι ὅταν ἦναι βέβαιον ὅτι ἐῤῥίφθησαν διὰ χειρὸς ἐχθρικῆς, τότε βεβαίως δὲν τοῦ ἀφαιροῦνται τὰ σφαιρίδια καὶ τὸν θεωρῶ βουλευτήν· εἰς τὸν κύριον Γεωργαντᾶ φαίνεται ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ σύστασις αὕτη, καὶ δὲν ἠδυνήθη μὲν νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο τότε, ἀλλ’ ἐπέσπευσε τὴν ἔκδοσιν βουλεύματος· καὶ τοσοῦτον ἦτο βέβαιος περὶ τοῦ βουλεύματος, ὥστε δύο ἡμέρας πρὶν ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, καὶ μάλιστα βούλευμα ὀλιγόστιχον, ὄχι ἐκτεταμένον, τὸ ὁποῖον ἓν συμβούλιον ἐξέδωκε. Τὸ βούλευμα αὐτὸ εἶναι μιᾶς ὥρας ἐργασία καὶ τοσοῦτον μᾶλλον ἀπῄτει ὀλίγην ὥραν, καθ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ πολύπλοκον πρᾶγμα ἢ σπουδαῖον καὶ ἐκτεταμένον διὰ διάφορα πρόσωπα καὶ διαφόρους καταθέσεις· ἀφορᾷ ἁπλουστάτην παραβίασιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§29ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναφέρει καὶ τὸν ἀριθμόν.
§30ΔΑΓΡΕΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ βούλευμα αὐτό, τὸ ὁποῖον προφητικῶς προανήγγειλεν ὁ κύριος Γεωργαντᾶς, ἀναφέρει καὶ τὸν ἀριθμόν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τί ἤκουσα περὶ τοῦ βουλεύματος, παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν λύπην μου διὰ τὴν κατάστασιν δικαστηρίων τινῶν καὶ τὴν διαγωγὴν δικαστῶν τινων.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων τῆς πρωτευούσης, φαντασθῆτε ποία θὰ ἦναι τῶν ἐπαρχιῶν!
§32ΔΑΓΡΕΣ. Συλλογισθῆτε πολὺ καλά, ὅτι ὅταν ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς κυβερνήσεως, ὅταν ἑδρευούσης τῆς Βουλῆς ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτῇ, ὅπου ὑποτίθεται ὅτι ἐνεργεῖται ἡ δικαιοσύνη μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς, ἔρχεται ἓν δικαστήριον καὶ ἐκδίδει ἓν βούλευμα, τοῦ ὁποίου προλέγει τὸ διατακτικὸν εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον διὰ νὰ καταστήσῃ προβληματικὴν μίαν ἐκλογήν, λέγω ὅτι ἔχω τὸ θάῤῥος καὶ ἀναλαμβάνω ὑπ’ εὐθύνην μου τὸ βάρος τῆς πεποιθήσεώς μου αὐτῆς, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ αὕτη, διὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ· διότι θέτοντες ὡς βάσιν καὶ ὡς ἀφετηρίαν τῶν σκέψεών σας τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τότε ὑποβάλλετε τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀποῤῥοφᾷ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τὴν Βουλὴν καὶ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνεξάρτητος· καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον προχθὲς ὅτι, ἐπειδὴ πέρυσιν ἡ Βουλὴ διὰ μίαν μόνην ἐπαρχίαν ἔστειλεν ἐπιτροπὴν ἀνακριτικήν, διὰ τὰς πλείστας ἐκλογὰς ζητοῦν οἱ ἐνιστάμενοι ἐφέτος τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς. Ἐὰν τὰ βουλεύματα ἰσχύσουν πρὸς ἀκύρωσιν μιᾶς ἐκλογῆς, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι οὔτε Βουλὴν οὔτε δικαστήρια θὰ ἔχωμεν. Ἐγὼ, κύριοι, πρὸς ὑποστήριξιν θὰ σᾶς φέρω μίαν ἔτι ἀπόδειξιν περὶ τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν, διότι καὶ σεῖς πρέπει ν’ ἀκούσητε καὶ πρέπει νὰ ἐκθέσω μερικὰ πράγματα. Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς Καλαμῶν, εἰς ἕνα δῆμον ἐγένοντο δύο καταγγελίαι κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι αὕτη ἐπλαστογράφησε τὰ πρακτικά, ὅτι ἐνέγραψεν ἀνθρώπους μὴ ψηφοφορήσαντας, καὶ ἐνόθευσεν οὕτω τὸ ἀποτέλεσμα· εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν ἐγένετο ὁμοία καταγγελία διὰ τὰ ἴδια κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ δημαστυνόμου, ὅτι οὗτος συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ ῥίψας 100 τόσα σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην ἐμοῦ. Τί ἔκαμεν ἡ δικαστικὴ ἀρχή; Ἴσως μὲ βλάψει τοῦτο, ὅπως μὲ ἔβλαψεν, ἀλλ’ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον καὶ τῶν παθημάτων μου. Εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς, ἐκεῖ ἀνέπτυξε τὴν μεγαλειτέραν δραστηριότητα· ἐξέδωκεν ἐντάλματα, συνέλαβεν ἀνθρώπους, προέβη εἰς ἀνακρίσεις (θόρυβος), ἐνῷ εἰς τὸν ἄλλον δῆμον οὐδὲν ἔκαμε διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας ἤτοι τὸν δῆμον Καλαμῶν· καὶ ἔδωκα μίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε· εἶναι αὕτη «Κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Καλαμῶν ἐδόθη μήνυσις κτλ. (ἀναγινώσκει). Σᾶς παρακαλῶ κύριοι, ν’ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς τὴν ἀπάντησιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἀφοῦ προσκαλεῖται νὰ ἀπαντήσῃ καθαρὰ καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων· «ἐπιτρέψατε τῷ Κ. νομάρχῃ πληροφορουμένῳ ὅτι κτλ. (ἀναγινώσκει). Ἀφοῦ ἐγὼ αὐτὸς λέγω διὰ τῆς ἐν λόγῳ ἀναφορᾶς μου ὅτι τὰ πρακτικὰ ἐδόθησαν εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν, ὤφειλεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ὄχι ν’ ἀπαντήσῃ ξηρὰ, ἀλλὰ μετὰ ζωηρότητος καὶ πικρίας, ἂν ἦτο εἰλικρινής. Τί ἀπήντησε; ἀπήντησε μόνον ὅ,τι τὴν ἐσύμφερε, ὅτι κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς Ἀμφίας ἐδόθη μήνυσις κτλ. ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ οὔτε ἂν ἐδόθησαν τὰ ἔγγραφα εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, οὔτε ἂν ἐδόθη καταγγελία καὶ διατί δὲν ἐνηργήθη ἀνάκρισις εἰς τὴν ἐκλογὴν Καλαμῶν. Τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ βούλευμα.
§33Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§34ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατέ τον νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.
§35ΔΑΓΡΕΣ. Πρόκειται νὰ δώσῃς ψῆφον, κ. Πετσάλη, καὶ πρέπει ν’ ἀκούσῃς. (ἀναγινώσκει τὸ βούλευμα). Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐὰν παραδεχθῆτε, ὡς τὸ βούλευμα παραδέχεται ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτὸς ὁ δημαστυνόμος Καλαμῶν προσῆλθεν εἰς τὴν κάλπην βιαίως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὡμολόγησεν, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εὑρεθοῦν σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην μου κατὰ τὴν διαλογὴν, βεβαίως τὰ ἔῤῥιψεν αὐτὸς καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρεθοῦν, ὕστερον δὲν ἠθέλησε νὰ σεβασθῇ τὸν λόγον της. Τώρα, κύριοι, αὐτὸ σᾶς τὸ φέρω διὰ νὰ σᾶς ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν μου.....
§36ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τί ἀπεφάσισαν τὰ δικαστήρια;
§37ΔΑΓΡΕΣ. Παύει πρὸς καιρόν. Ἐγὼ τὸ ἔφερα ἁπλῶς πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἰδεῶν μου· βλέπετε ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν τὸν θεωρεῖ ἀθῶον, τὸν ἄφησεν ὑπ’ εὐθύνην. Πῶς δὲ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἑνὸς δήμου καὶ κατὰ τοῦ ἄλλου ὄχι; Ἀλλ’ ὅταν θέλετε νὰ δώσητε πίστιν εἰς ἓν βούλευμα, τὸ ὁποῖον πρὶν ἐκδοθῇ σᾶς προηγγέλθη, ἢ βούλευμα, τὸ ὁποῖον πρὶν τὸ διασκεφθοῦν οἱ δικασταί, τὸ προεῖπον εἰς τὸν διαφερόμενον, καὶ οὗτος τὸ ἀνέφερε λέγων ὅτι μετὰ δύω ἡμέρας ἔχετε τὸ βούλευμα, καὶ ἐνῷ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐδόθη τὴν πρωΐαν τῆς πρώτης Ἰουλίου, τὸ δὲ συμβούλιον διεσκέφθη τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν ἀναφοράν του λέγει ὅτι ἐξεδόθη τὸ βούλευμα;
§39ΔΑΓΡΕΣ. Ὁρίστε τὶ λέγει· ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς διὰ νὰ γίνω καταληπτὸς, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ τὸ μέρος καὶ διότι, νομίζω, ὅτι ἐγὼ προεκάλεσα αὐτό· ἡ ἐπανάληψις τῶν συστάσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα πρὸς τὸν κύριον Γεωργαντᾶν ἐν τῷ τμήματι νὰ φέρῃ ἀποδείξεις περὶ τοῦ ῥίψαντος εἰς τὴν κάλπην του τὰ σφαιρίδια. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε· ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ὅλα ταῦτα, δὲν ἤθελον τολμήσει ν’ ἀμφιβάλλω, ν’ ἀμφισβητήσω τὸ κῦρος τοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος· ἀλλ’ ὅταν ἤμουν αὐτόπτης ἐν τῷ τμήματι καὶ ἐπέστησα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀφοῦ ἐπέρασαν ἱκαναὶ ἡμέραι καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν ἔφερον τὰς ζητουμένας ἀποδείξεις, μόνον τὴν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας λέγουσιν ὅτι ἐξεδόθη τὸ βούλευμα, ἐνῷ ἐξεδόθη μετὰ δύο ἡμέρας. Τὸ τοιοῦτον βούλευμα ὄχι μόνον προσοχῆς ἄξιον δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι ἄξιον μεγάλης περιφρονήσεως· καὶ χαίρω διότι ἦλθον δύο ὑπουργοὶ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν των, ὅτι τοιοῦτοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ τιμωρῶνται, πρέπει νὰ μάθουν νὰ σέβωνται τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ· πῶς ἐμβήκατε χθὲς εἰς ψηλαφητὴν ἔρευναν, εἰς ἀνάλυσιν βιβλίων, νὰ στείλετε ἐπιτροπὰς καὶ τόσα ἄλλα; ἐδῶ ἔρχονται τρεῖς δικασταὶ καὶ ἐκδίδουν ἓν βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθιστοῦν προβληματικὴν τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν γνησιότητα μιᾶς ἐκλογῆς, τὸ δὲ βούλευμα αὐτὸ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ Γεωργαντᾶ τοῦ ἐνδιαφερομένου πρὶν ἐκδοθῇ· οὗτος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸ δύο ἡμερῶν σᾶς λέγει ὅτι θὰ ἐκδοθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν δεῖνα βούλευμα, παραπέμπον τὸν...... καὶ ἐξεδόθη τὴν 2 Ἰουλίου, ἡ δὲ ἀναφορά του ἐδόθη τὸ πρωΐ τῆς πρώτης Ἰουλίου, ὅπου ὑποτίθεται, ὅτι τὴν προηγουμένην ἑσπέραν εἰς συναναστροφὴν καὶ εἰς τὴν οἰκίαν του ἴσως ἔμαθε τὸ διασκεπτικὸν τοῦ βουλεύματος. Ἐπαναλαμβάνω ν’ ἀναγνώσω τὴν ἀναφορὰν διὰ νὰ μὴ σᾶς μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία· ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ κύριος Γεωργαντᾶς. (Ἀναγινώσκει). Τώρα, κύριοι, ἀφοῦ σᾶς ἀπέδειξα δι’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν πιστεύω ν’ ἀποδώσητε προφητικὸν πνεῦμα, ἐν τούτοις ὡς προφήτης προλέγει ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα, μήπω ἐκδοθέν, μοῦ φαίνεται ὅτι ἀρκετὰ καταληπτὸς ἔγινα, διότι ἐδῶ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ τί ἄλλο παρουσιάζεται; ἐκ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ παρετηρήσατε ποῖοι εἶναι μηνυταὶ καὶ αὐτοὺς θέλετε εὕρει ὑπογεγραμμένους μετὰ τῶν ἄλλων εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς, λέγοντας ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο ἐν τάξει καὶ ἡσυχίᾳ καὶ ὅτι τίποτε δὲν συνέβη. Ὅταν ὁ ἐνδιαφερόμενος ἢ ὁ ἀντιπρόσωπός του ἔρχεται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ λέγει, ὅτι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως, τοῦτ’ αὐτὸ ἀναιρεῖ τὸν ἴδιόν του ἰσχυρισμόν· ἐὰν ᾖναι γνωστὸν ὅτι ἐῤῥίφθησαν σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, φρονῶ, ὅτι δύναται ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ὅταν ᾖναι ἀναμφισβήτητον ὅτι γνωστὸς ἐχθρὸς τοῦ ἐνδιαφερομένου ἔῤῥιψε σφαιρίδια πρὸς βλάβην του. Ἄλλως τε, κύριοι, διὰ νὰ προλάβητε ἓν κακὸν περιπίπτετε εἰς ἄλλο, διότι εἶναι εὐκολώτερον ὁ ἀντιπρόσωπος νὰ ῥίπτῃ σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τὴν ἰδικήν του παρὰ τοῦ ἐχθροῦ του καὶ τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, διότι προβλέπει τὴν ἀποτυχίαν του. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητον τίς ἔῤῥιψε τὰ σφαιρίδια. Ἐγὼ δὲ τελευτῶν, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ προσέξητε εἰς τὸ βούλευμα αὐτὸ καὶ νὰ συμφωνήσητε μαζῆ μου, ὅτι οἱ δικασταὶ ὀφείλουν νὰ σέβωνται τὸ δίκαιον, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικοὶ νὰ μὴ κάθωνται εἰς ἰδιαίτερα σαλώνια καὶ συναναστροφὰς νὰ ἐκδίδουν βουλεύματα· εἶναι πικρὰ ἡ ἀλήθεια ἀλλ’ ἐγὼ λέγω μίαν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων μας δὲν εἶναι εὐάρεστος.
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§41ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν τὸ λέγει· ἕπονται λέγει αἱ ὑπογραφαί.
§42ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Μεγάλην ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τὸν κύριον Δαγρὲν, πῶς ἐστάθη δυνατὸν πρὸ δύο ἡμερῶν ὁ κύριος Γεωργαντᾶς νὰ μάθῃ ὅτι ἐξεδόθη ἓν βούλευμα, καὶ τοῦτο τὸ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἓν ἐνδόσιμον καὶ μία ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κύριος Γεωργαντᾶς ἦτο εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν δικαστῶν καὶ οὗτος ὑπηγόρευσεν εἰς τοὺς δικαστὰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος. Δὲν συμμερίζομαι μήτε τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Δαγρὲ, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε κατὰ τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, μήτε τοῦ κυρίου Λομβάρδου, καί τοι χρηματίσαντος ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Πρῶτον εἶναι μία ἀδικία ν’ ἀποφαίνεται εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν δικαστηρίων τοῦ κράτους, ὅτι κατήντησαν εἰς τοιαύτην ἀπελπιστικὴν κατάστασιν· δεύτερον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀκριβές· παραδέχομαι ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ τῶν κυρίων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τόσον ἀκριβεῖς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος.
§43ΛΑΠΑΣ. Εἶναι φατριασταὶ πρώτης τάξεως.
§44ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἤκουον, ὅτι πρόσωπα μεταξὺ τόσων ἄλλων δὲν ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των, δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι ὁλόκληρα τὰ δικαστήρια......
§45ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶπα ὁλόκληρα.
§46ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Καὶ συγχρόνως θεωρῶ ὅτι εἶναι μία βλάβη. Ἔκαμεν ἐντύπωσιν μεγάλην καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι ἀφοῦ οἱ δικασταὶ ἀποφασίζουν καὶ κάνουν τὸ σχέδιον τοῦ βουλεύματος, ὅτι αὐτὸ στέλλεται εἰς τὸ γραφεῖον καὶ τότε ἀντιγράφεται, ὅταν τὸ γραφεῖον τὸ ἐγκρίνῃ καὶ εὐκαιρήσῃ ἀπὸ ἄλλας προγενεστέρας ἐργασίας, καὶ περνοῦν καὶ δύο, τρεῖς καὶ πέντε ἡμέραι ἑωσοῦ ἀντιγραφοῦν εἰς τὸ καθαρόν. Λοιπὸν ἐὰν ἡ ἀναφορὰ ἐδόθη πρὸ τοῦ βουλεύματος ἴσως τὸ ἐπληροφορήθη ἀπὸ κανένα ὑπάλληλον τοῦ γραφείου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν κυρίων, ὅτι συνήθως αὐτὸ συμβαίνει ἀπό τινας ὑπαλλήλους, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ πληροφορηθῆτε τὸ τοιοῦτον, διότι ὁ δικαστὴς, ὅστις συντάσσει τὸ βούλευμα καὶ τὸ στέλλει εἰς τὸ δικαστήριον, δὲν γνωρίζει ἀριθμόν· οἱ ἀριθμοὶ τίθενται ἀπὸ τὸ γραφεῖον. Λοιπὸν ἐννοεῖτε ὅτι αὐτὰς τὰς πληροφορίας τὰς ἔλαβεν ὁ κύριος Γεωργαντᾶς ἀπὸ κανένα ὑπάλληλον. Δὲν εἶναι λοιπὸν λόγος αὐτὸς διὰ νὰ ἐπιτεθῇ κανεὶς τόσον ἀπηνῶς ἐναντίον τῶν δικαστηρίων, δὲν εἶναι καθόλου δίκαιον. Ἔπειτα δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἴσως τὸ ἔχει παράπονον ὁ κύριος Δαγρὲς διατί νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Καλαμῶν, ἐπειδὴ μάλιστα καθὼ παρετηρήσατε ἓν μέγα μέρος τῆς ὁμιλίας του ἀντικείμενον εἶχε τὴν ἐκλογὴν τῶν Καλαμῶν, ἐπειδὴ καθόσον ἐνθυμοῦμαι ἢ ἀπετέλουν μέλος τοῦ τμήματος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε λάχει ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαμῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅταν κατὰ τὴν παράστασιν ἦλθεν ὁ κύριος Δαγρὲς καὶ Πεῤῥωτῆς, ὅτι ἐπεκαλέσθη αὐτὴν τὴν περίστασιν ἥτις εἶναι ἀθῳοτάτη, ὅτι ἐνεργουμένων τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰς Καλάμας εὑρέθησαν σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Δαγρὲ 120 ἢ 150· λοιπὸν ἰσχυρίσθη ὅτι ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις καὶ ὅτι ἐλπίζει νὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα τὸ σχετικὸν μὲ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι κατήγγειλε πρόσωπα ὡρισμένα καὶ θεωρεῖ, ὅτι ἐὰν τοῦτο κατορθωθῇ, ὅτι αὐτὰ τὰ σφαιρίδια πρέπει νὰ τῷ ἀποδοθοῦν, ὅτι ἡ πρᾶξις ἀποδίδεται εἰς ὡρισμένον πρόσωπον.
§47ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ ἀντίθετός μας.
§48ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἀναγνωρίζω ὡς δικαίωμά σας, ὅτι αὐτὰ πρέπει νὰ σᾶς ἀποδοθοῦν.
§49ΔΑΓΡΕΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος.
§50ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι δὲν εἴπατε τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, ἐν τοσούτῳ ἀπῃτήσατε ὅτι αὐτὰ τὰ σφαιρίδια.......
§51ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν τὸ ἀπῄτησα.
§52ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐνησχολήθητε ἐπὶ πολλὴν ὥραν ν’ ἀποδείξητε, ὅτι τὰ βουλεύματα τῶν δικαστηρίων εἶναι προϊόντα μεροληψίας, καὶ ἴσως καὶ ἄλλο τι περισσότερον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι, καὶ τὸ ἀποκρούω μετὰ πεποιθήσεως. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ ἐξαιρέσεις μεταξὺ τῶν δικαστῶν, οὐδέποτε ὅμως θὰ ἀνεχθῶ ν’ ἀποδοθῇ τοιαύτη βαρεῖα μομφή. Ἐὰν ἔλεγον, ὅτι τὸ βούλευμα δὲν εἶναι πλήρης ἀπόδειξις, διότι δὲν εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις, διότι, διότι, τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ οἱ παρουσιάσαντες τὸ βούλευμα αὐτὸ, δὲν τὸ παρουσίασαν ὡς ἀπόδειξιν πλήρη, καὶ ὅτι μόνον αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν περίστασιν αὐτὴν· ἀνέφερον καὶ ἄλλας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συνδυαζόμεναι μετὰ τοῦ βουλεύματος πείθουν ἕκαστον, ὅτι ἀδίκως τὰ σφαιρίδια αὐτὰ ἀφηρέθησαν ἀπὸ τὸν Γεωργαντᾶν.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§54Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι θὰ ὁμιλήσωμεν, διότι αὐτὸ ἀποδεικνύει μάλιστα τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων.
§55ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ αὐτὸς λόγος, κύριοι, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερε χθὲς εἰς τὸ βῆμα, συζητουμένης τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας, μὲ φέρει καὶ σήμερον διὰ τὴν ἐκλογὴν Λεβαδείας, τουτέστι διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ ἐξετάζει τὰς ἐνστάσεις κατὰ τῶν ἐκλογῶν μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν, καὶ δὲν ἀφίνει εἰς τὴν κακοβουλίαν τὸ στάδιον τῶν συκοφαντιῶν κατ’ αὐτῆς. Ἡ ἐκλογὴ τῆς Λεβαδείας, κύριοι, ἐνηργήθη τοσοῦτον νομίμως καὶ ἡσύχως, ὥστε παρουσιάζεται ὡς τὸ παράδειγμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ κράτους. Ἀπόδειξις τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου εἶναι, ὅτι οὐδεμία σχεδὸν ἄλλη ἔνστασις ἐγένετο κατ’ αὐτῆς, παρὰ ἡ περὶ τῆς εὑρέσεως σφαιριδίων περιπλέον εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Γεωργαντᾶ, ἥτις καὶ συνεζητήθη. Συμμερίζομαι σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Λεώπουλος ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου, καὶ δὲν θέλω ὑπερασπιζόμενος τὴν ἐκλογὴν ταύτην νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν αὐτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν προὐτίθετο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν δόλον κατὰ τῶν ἐκλογῶν, οὐδὲ νομίζω ξένον τῆς παρούσης συζητήσεως νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἀκόλουθον, ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν, μέλος τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ, τὸ μὲν διότι δὲν εἶχε τότε ἡ Συνέλευσις τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν καιρὸν, τὸ δὲ διότι τὸ σύστημα τὸ παραδεχθὲν εἰς τὸν τόπον μας παρουσιάζετο πρώτην ἤδη φορὰν, δὲν συνεζητήθη μὲ τὴν ἀκρίβειαν καὶ λεπτομέρειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, κατ’ ἐρώτησιν ἰδικήν μου, περὶ τοῦ τί γενήσεται ἂν εὑρεθῶσι περισσότερα σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην ἑνὸς τῶν ὑποψηφίων, ἀπήντησεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἐνῷ εἶχον προσκαλέσει τοὺς κυρίους Ἑπτανησίους νὰ μᾶς εἴπουν εἶπεν, ὅτι ν’ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὸ Ναὶ, καὶ ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη χωρὶς νὰ κάμῃ συζήτησιν. Συμμερίζομαι λοιπὸν τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Λεωπούλου, ἀλλὰ πρέπει τώρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὁ κ. Λεώπουλος εἶχε δίκαιον νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὰ σφαιρίδια αὐτὰ ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ ἐχθρικὴν χεῖρα εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Γεωργαντᾶ, ὅτι ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸν λογαριασμὸν τῶν ψήφων του, ὅτι τὸ παρουσιασθὲν βούλευμα παραπομπῆς εἶναι ἀπόδειξις τῶν ἰσχυρισμῶν του, καὶ ὅτι δὲν εἶναι οἱ ἐκδόται τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ οἱ κύριοι δικασταὶ ἄξιοι μομφῆς, διότι κύριοι, ἂν δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ βούλευμα αὐτὸ εἶναι ἀπόῤῥοια εἰλικρινῶν πεποιθήσεων καὶ ἐμβριθοῦς μελέτης, ἐὰν ἐπειθόμην, ὅτι τῳόντι ἐχθρικὴ χεὶρ ἔῤῥιψε τὰ σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Γεωργαντᾶ, βεβαίως ἤθελον κηρυχθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Λεωπούλου. Ὄχι μόνον τοιοῦτόν τι δὲν παρουσιάζεται κατὰ τὰ τακτικὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς, κατὰ τὸ βούλευμα καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Γεωργαντᾶ, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας μία ἀπαθεστέρα ἐξέτασις ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Δαγρὲς ἀνέγνωσε δίκαια κατὰ τοῦ δικαστηρίου Καλαμῶν παράπονα, ἀνέγνωσεν ἔγγραφα τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἰδίως ἓν βούλευμα ἀφορῶν ὁμοίας φύσεως ὑπόθεσιν, τὸ ὁποῖον μὲ βοηθεῖ πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ὑποστήριξιν τῶν σκέψεών μου. Κατὰ τὰ πρακτικὰ τοῦ δήμου Ἀραγώβης τῆς ἐπαρχίας Λεβαδίας φαίνεται, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας οὐδεμία ὑπόνοια ἠγέρθη, εἴτε εἰς τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὑποψηφίων, εἴτε εἰς κανένα εὑρισκόμενον εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, ὅτι ὑπῆρχον περισσότερα σφαιρίδια, καὶ ἐῤῥίφθησαν εἴς τινα κάλπην· τὰ πρακτικὰ αὐτὰ διὰ τῆς ὑπογραφῆς ὅλων τῶν λαμβανόντων μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν βεβαιοῦν, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐγένετο νομίμως καὶ ἡσύχως, ἐνῷ, κύριοι, κατὰ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Δαγρὲς, ἤτοι κατὰ τὸ βούλευμα τῶν ἐν Καλάμαις πλημμελειοδικῶν βεβαιοῦται, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο ψηφοφορία, καὶ προσῆλθεν ὁ κ. Μπενάκης νὰ ψηφοφορήσῃ ἠγέρθη ἀμέσως ὑπόνοια ἰσχυρὰ, ἡ ὁποία προὐκάλεσε καὶ ἔριδας καὶ ταραχὴν μάλιστα, ὅτι ὁ κύριος οὗτος ἔῤῥιψε σφαιρίδια εἰς τὸ Ὄχι τῆς κάλπης τοῦ κ. Δαγρὲ, καὶ περὶ τούτου ἐγένοντο καὶ γραπταὶ ἐνστάσεις ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ ὅμως τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Καλάμαις πλημμελειοδικῶν δὲν ἔκρινεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐνδείξεις ἱκανὰς, διὰ νὰ κηρύξῃ ἔνοχον τὸν κ. Μπενάκην· δὲν λέγω ὅτι τὸ δικαστήριον ἔπραξε κακῶς, ἀλλὰ τέλος πάντων ἰδοὺ περιστάσεις, τὰς ὁποίας τὸ συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν δὲν εἶχε ποσῶς ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν προσβάλλω ποσῶς μήτε τὸ δεδικασμένον, μολονότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι δεδικασμένον, μήτε τοὺς κυρίους πλημμελειοδίκας, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος αὑτοῦ, διότι καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν μου καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, δὲν ὀφείλουν λόγον διατί ἐσχημάτισαν τοιαύτην ἢ τοιαύτην πεποίθησιν περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, οὐχ ἧττον μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ἡμεῖς διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς ἐμπνεύσεις ἐκείνων, ἀλλὰ μάλιστα δικαιούμεθα καὶ ὑποχρεούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τοὺς κυρίους πλημμελειοδίκας νὰ ἐνοχοποιήσουν τοὺς κατηγορηθέντας, καὶ ἂν οἱ λόγοι αὐτοὶ ᾖναι ὀρθοὶ κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν, μας τότε νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀληθῆ ὡς εἰλικρινῆ τὴν ἀπόφασίν των, τοὐναντίον ἡ ἀπόφασις ἐκείνων δι’ ἡμᾶς δὲν ἔχει ἐπιῤῥοήν. Ἰδοὺ διατί ἦλθον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων, οἵτινες ἀναφέρονται ἐντὸς τοῦ βουλεύματος, καὶ οἱ λόγοι οἵτινες ἔπεισαν τοὺς κυρίους πλημμελειοδίκας Ἀθηνῶν διὰ νὰ παραπέμψουν τοὺς κατηγορουμένους ἦσαν αὐτοὶ καὶ μόνοι, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι θέσαντες τὰς χεῖρας εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Γεωργαντᾶ, ἐκράτησαν αὐτὰς πλέον τοῦ δέοντος· ἀλλὰ τάχα πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅ,τι ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Δαγρὲς, καὶ ὅ,τι κατόπιν εἶπεν ὁ κ. Λεώπουλος, καὶ ἦτο σωστὸν, ὅτι δῆθεν οἱ κύριοι δικασταὶ εἶχον συνέλθει πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι τὸ βούλευμα δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ, ὅτι δῆθεν γραφεύς τις ἔδωκε πληροφορίας εἰς τὸν κ. Γεωργαντᾶν; Εἴθε νὰ ἦτο τοῦτο ἀληθὲς, πολὺ ἤθελον εὐχαριστηθῆ, ἐὰν ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἦτο ἀληθής· πολὺ δὲ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ποσῶς ἀληθὴς, καὶ διότι αὐτὰ τὰ πράγματα, αὐτὰ τὰ χαρτιὰ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Κολιάτσον, ὁ ὁποῖος προτίθεται νὰ μὲ διαδεχθῇ, ν’ ἀκούσῃ, ἐξελέγχουσιν ὡς μὴ ἀληθῆ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Λεωπούλου, καὶ ὑποστηρίζουν ὡς ἀληθέστατον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Δαγρὲ, εἰπόντος, ὅτι ἐν σαλονίοις ἀποφασίζουν καὶ οἱ δικασταὶ τῶν Ἀθηνῶν. Κύριοι, σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Δαγρὲς, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ, μαρτυρεῖ δέ μου τὸν λόγον ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Γεωργαντᾶ, χρονολογουμένη ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου, ἐδόθη εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 7 ὥραν π. μ. τῆς αὐτῆς ἡμέρας, νομίζω, καὶ διὰ τῆς ὁποίας φαίνεται νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τῶν ἀποφάσεων ἢ νὰ εἴπω κάλλιον τῶν διανοιῶν, διότι τότε, ὅτε συνετάττετο ἡ ἀναφορὰ, ὅτε ἐδίδετο εἰς τὸ προεδρεῖον, ἡ ἀπόφασις τῶν δικαστῶν ἦτον ἀκόμη ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῶν. Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν οὗτος, ὁ ὁποῖος στηρίζεται εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθεσα, ὁμολογεῖται καὶ βεβαιοῦται διὰ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ τῶν κυρίων δικαστῶν.
§56ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§57ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Διογενίδης, Ζήνης καὶ Βαλέτας. «Τὸ συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν συνιστάμενον κτλ. καὶ συνελθὸν κτλ. τῇ 1 Ἰουλίου 1869.» Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Κολιάτσε, πότε συνέρχονται τὰ δικαστήρια εἰς συνδιάσκεψιν; Πιστεύω, ὅτι πρὸ τῆς δεκάτης δὲν συνέρχονται, καὶ ὅμως ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Γεωργαντᾶ ἐδόθη εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν 7 ὥραν, ἤτοι τρεῖς ὥρας πρὶν οἱ κύριοι πλημμελειοδίκαι συνέλθουν εἰς τὸ δωμάτιον διὰ νὰ διασκεφθοῦν, καὶ τρεῖς ὥρας πρὶν συνέλθουν ὁ κ. Γεωργαντᾶς εὑρίσκεται ἐν γνώσει τῶν διανοιῶν των, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ γνωρίζει ἀκόμη καὶ τίνα ἀριθμὸν θὰ φέρῃ τὸ βούλευμα τῆς παραπομπῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ, κ. Κολιάτσε. Καὶ ἔπειτα δὲν λυπεῖσθε καὶ δὲν συγκινεῖσθε διότι ὑπάρχουν τινὲς ἴσως τῶν δικαστῶν, δὲν λέγω ὅλοι, οὕτως ἐκπληροῦντες τὰ καθήκοντά των; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ὅτι ἡ κακοβουλία ἠθέλησε πάντοτε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ πάντα εἰς τὴν Ἑλλάδα κατέστρεψεν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπία, ἡ κακοβουλία ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας πολλάκις ἐλάλησα καὶ θέλω λαλεῖ ἐνόσῳ θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι βουλευτής· ἡ τάξις ἐκείνη τῶν ἀνθρώπων, ἥτις δὲν εὑρίσκει ἢ νομίζει, ὅτι δὲν εὑρίσκει συμφέροντα εἰς τὸ πολίτευμά μας καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ διαβάλῃ καὶ μέχρι τέλους νὰ τὸ καταστρέψῃ, ἡ τάξις αὐτὴ, ἡ ὁποία σᾶς εἶναι ἀρκετὰ καλὰ γνωστὴ, ἠθέλησε νὰ διϊσχυρισθῇ καὶ διϊσχυρίζεται καὶ ἐπαναλαμβάνει διϊσχυριζομένη, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῆς Βουλῆς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως ἔβλαψε πολὺ τὸν τόπον, μετετόπισε τὰ πάντα. Ἠμπορεῖ, κύριοι οἱ βουλευταὶ ἢ τινὲς τῶν βουλευτῶν νὰ ἐσύστησαν ποτὲ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς διορισμοὺς ἢ παύσεις, ἕνα γραφέα, γραμματέα εἰρηνοδικείου, ἴσως εἰρηνοδίκην, ἴσως ἔπαρχον, ἴσως ἔφορον, ἴσως ταμίαν, δὲν πιστεύω ὅμως νὰ εὑρεθῇ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι βουλευτὴς ἐσύστησε ποτὲ διορισμὸν ἢ παῦσιν δικαστοῦ.
§58ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ δικασταὶ εἶναι μάλιστα κατὰ τῶν βουλευτῶν τώρα.
§59ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα δὲν ὑπῆρχον καὶ βουλευταί, ὅταν ἐγένοντο τινὰ δικαστικά. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν ἀποδεικνύει, ὅτι ὅπου δὲν μεσολαβεῖ ἡ σύστασις καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ βουλευτοῦ, τὰ πράγματα εἶναι χειρότερα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι, ὅταν μεσολαβῇ ἡ σύστασις ἢ ἡ παρέμβασις τοῦ βουλευτοῦ. Ἀποδεικνύει, κύριοι, ὅτι ἡ σύστασις ἑνὸς βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ ᾖναι βουλευτὴς θὰ ᾖναι κάτοικος μιᾶς ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ ᾖναι βουλευτὴς θὰ ᾖναι μεταξὺ τῶν καλλιτέρων τοὐλάχιστον τῆς ἐπαρχίας του, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ ᾖναι βουλευτὴς θὰ ἔχῃ τὸ ἰδικόν του ὁπωσδήποτε, ὁ ὁποῖος τέλος πάντων θὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν τῆς θέσεώς του καὶ ἑπομένως τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης τῶν πράξεών του, εἶναι πολὺ καλλιτέρα ἀπὸ τὴν σύστασιν τῶν ἀνθρώπων τῶν σαλονίων, εἶναι πολὺ καλλιτέρα ἀπὸ τὴν σύστασιν τῶν παραμάνων, εἶναι πολὺ καλλιτέρα ἀπὸ τὴν σύστασιν τῶν μαστρωπῶν· κύριοι, συγχωρήσατέ με (εὖγε, εὖγε) συγχωρήσατε τὴν παρέκβασιν, κύριοι (εὖγε). Νομίζω, ὅτι εἰς κανένα ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἔμεινεν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας εἶναι σχεδὸν ἄμωμος, ἢ ἐντελῶς ἄμωμος, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Ἀραγώβης δὲν παραβλάπτει ποσῶς τὸ ἄμωμον τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, ὅτι τὸ βούλευμα τὸ παρουσιασθὲν ἐνώπιόν σας ὄχι μόνον δὲν συντείνει εἰς τὴν προσβολὴν κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ συντείνει δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω πολλάκις, δυστυχῶς, διότι θὰ ἦτο προτιμώτερον ν’ ἀκυρωθῶσι μία, δύο, δέκα, ἄπειροι ἐκλογαὶ παρὰ ν’ ἀποδεικνύεται διὰ πραγμάτων ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν πλέον εἰς τὰ δικαστήριά μας, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν, ἀλλὰ συντείνει νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν τὴν ἀπελπιστικὴν ἰδέαν· καὶ διὰ τοῦτο πιστεύω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς νὰ καταψηφίσῃ κατὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, ὅταν θέλῃ νὰ ψηφίσῃ κατὰ συνείδησιν καὶ ἐλευθέρως.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§61ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εὐτυχεῖς αἱ ἐκλογαὶ, αἵτινες ἀνέδειξαν βουλευτὰς ἀνήκοντας εἰς διαφόρους ἀποχρώσεις. Αἱ τοιαῦται ἐκλογαὶ ἐπικυροῦνται. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λεβαδείας. Ἐκεῖνοι, οἵτινες χθὲς προσεπάθουν ν’ ἀνακαλύψουν ἓν ἔγκλημα εἰς τὴν ἐκλογὴν Κυνουρίας καὶ ἐζήτουν νὰ κάμουν καὶ ἔκαμον τὴν Βουλὴν πραγματογνώμονα, σήμερον τί λέγουν; ἐῤῥίφθησαν σφαιρίδια, τί πειράζει; ὑπάρχει βούλευμα τοῦ δικαστηρίου ἀποδεικνύον τὴν νόθευσιν, τί πειράζει; προσβάλλουν καὶ τὸ δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ δυστυχῶς εἰς τοῦτο σιωπᾷ καὶ ὁ κ. Πετσάλης, ὁ ὁποῖος ἐν ἐλλείψει τοῦ ἀδελφοῦ του, ἔπρεπε νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαστήρια ἀδίκως κατηγορούμενα (θόρυβος). Δὲν λέγω, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει, τὰ πρόσωπα ὅμως τὰ ἐκδόντα τὸ βούλευμα, διακρίνονται ἐπὶ τιμιότητι, ἱκανότητι καὶ εὐθυδικίᾳ.
§62ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δικαστηρίων, κύριε πρόεδρε.
§63ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τί σᾶς λέγουν οἱ κατήγοροι; Βούλευμα ἐκδοθὲν τὴν δευτέραν Ἰουλίου ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Γεωργαντᾶν τὴν πρώτην Ἰουλίου. Τί συμβαίνει, κύριοι, εἰς τὰ βουλεύματα; ἐπεθύμουν νὰ λάβουν τὸν λόγον ὅσοι διετέλεσαν δικηγόροι ἢ δικασταὶ, καὶ τούτων ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν. Συνέρχονται οἱ δικασταὶ, ἐκδίδουν τὸ βούλευμα, τὸ καταχωροῦν, λαμβάνει τὸν ἀριθμὸν, χρονολογία δὲ τίθεται ἡ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἕτοιμον, γεγραμμένον εἰς τὸ καθαρὸν πρακτικόν τε καὶ ἀντίγραφον· καὶ διὰ τίνα λόγον γίνεται αὐτὸ, ἂν θέλετε ἀτόπως; διότι ὑπάρχει δικαίωμα εἰς τὸ εἰσαγγελέα καὶ εἰς τοὺς καταδικασθέντας ν’ ἀνακόψουν· τὸ δικαίωμα τῆς προθεσμίας, ὡς πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τρέχει ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως. Λοιπὸν συμβαίνει τὸ ἄτοπον, κατ’ ἐμὲ, ἐνῷ σήμερον δημοσιεύεται τὸ βούλευμα νὰ μὴ φέρῃ χρονολογίαν δημοσιεύσεως παρὰ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἕτοιμον εἰς τὸ καθαρὸν τὸ πρωτότυπον καὶ τὸ ἀντίγραφον αὐτοῦ, τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀναφορὰ τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ καὶ ἔλεγεν ἁπλῶς, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα, ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω ὑπονοίας τινὰς παραβιάσεως τῆς ἐχεμυθείας, ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Γεωργαντᾶς ἀναφέρῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ βουλεύματος, τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ βούλευμα εἶχε δημοσιευθῆ, διότι τότε ποῦ τὸν εὗρε τὸν ἀριθμὸν ὁ κ. Γεωργαντᾶς; Τὸ ἐννοῶ, ἠδύνατο ἡ ἐχεμύθεια νὰ παραβιασθῇ, ἠδύνατο νὰ μάθῃ παρά τινος δικαστοῦ, ὅτι ἐκδίδεται βούλευμα, ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἂν δὲν ἦτο ἐκδεδομένον τὸ βούλευμα. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν δικαστῶν καὶ δικηγόρων, καὶ ἂν μὲ διαψεύσῃ κανεὶς, τότε ἂς ῥιφθῇ μομφὴ κατὰ τοῦ δικαστηρίου. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω μόνον καὶ μόνον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαστήριον καὶ τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα. Ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν θὰ εἴπω ἀκόμη δύω λέξεις. Βλέπετε, ὅτι εἰς ἕνα δῆμον εὑρέθησαν σφαιρίδια περιπλέον τῶν πραγματικῶς ψηφοφορησάντων, ὁ δῆμος αὐτὸς εἶναι ὁ δῆμος τῆς Ἀραχώβης. Ἐκεῖ ἡ μερὶς τῶν ἐπιτυχόντων λαμβάνει 500 καὶ 600 ψήφους, ἡ ἄλλη μερὶς λαμβάνει 120 καὶ 160, τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ἡ μερὶς τῶν ἐπιτυχόντων εἶναι ἰσχυρὰ εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον· αὐτὸ μόνον τὸ περιστατικὸν μὲ δίδει τὸ ἐνδόσιμον καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἀπόδειξις θὰ παρεδεχόμην, ὅτι ἐὰν ἐγένετο τίποτε, ἐγένετο μᾶλλον παρὰ τῶν ἰσχυόντων, παρὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ καὶ Σπυροπούλου, οἵτινες μειοψηφοῦν σπουδαίως. Ἀλλὰ δὲν στηρίζομαι μόνον εἰς τοῦτο, ἔχω βούλευμα τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον πῶς ἐξεδόθη· τὸ βούλευμα αὐτὸ τί λέγει; ἐχθρικὴ χεὶρ ἔῤῥιψε τὰ σφαιρίδια αὐτὰ εἰς τὴν κάλπην, τί πρέπει νὰ κάμετε; νὰ τὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοῦ ναί; ὄχι, ν’ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου ἐκείνου καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀκυρώσητε, τίποτε δὲν χάνουν οἱ ἐπιτυχόντες, ἐὰν ἦναι τῷ ὄντι ἰσχυροὶ εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἔλθω ἐπὶ τῶν καθέκαστα τῆς ἐκλογῆς Λεβαδείας, δὲν ἐμελέτησα τὰ ἔγγραφα, καθ’ ὅσον ἐκ προοιμίων γνωρίζω τὸ ἀποτέλεσμα τῶν λόγων μου. Ἡ ἐκλογὴ θὰ ἐπικυρωθῇ, διότι ἐνδιαφέρονται διάφοροι ἀποχρώσεις.
§64ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, φυλάττετε σειρὰν εἰς τοὺς ζητοῦντας τὸν λόγον;
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετσάλης ἦτο πρῶτος ἐγγεγραμμένος καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν ὅτε ἐζητήθη, ἔλαβε τώρα τὸν λόγον, κατόπιν ἔρχεσθε ὑμεῖς.
§66Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ θέλω περιορισθῆ εἰς τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ σημερινὴ ἐκλογή· τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· ὁ κύριος Λεώπουλος παραλείπων τὸ γράμμα ἠθέλησε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως συμπεραίνων ἐξήγαγε, ὅτι τὰ εὑρεθέντα εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ πλεονάζοντα σφαιρίδια δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ναί, διότι ὑπῆρξε μία καταμήνυσις ὡρισμένων προσώπων. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην του. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφὲς καὶ ὡρισμένον καὶ δὲν ποιεῖται διακρίσεις, οὔτε ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ ποιῆται τοιαύτας. Ἂν, κύριοι, δὲν περιορισθῶμεν εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τότε δὲν ὑπάρχει ὅριον ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ σταματήσῃ ἡ αὐθαιρεσία. Ἐὰν ἤθελεν ὁ νομοθέτης νὰ κάμῃ διακρίσεις, θὰ τὰς ἔκαμνε· ἂν ἤθελε ν’ ἀφαιρῶνται τὰ σφαιρίδια, εἴτε ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ ὡρισμένους ἀνθρώπους, εἴτε μή, ἤθελε τὸ εἴπει ῥητῶς· ἀλλὰ μὴ ποιήσας οὐδεμίαν διάκρισιν ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ προσεκτικοὺς ὅλους τοὺς πολίτας ἵνα μὴ λαμβάνῃ χώραν καλπονόθευσις. Ἂν εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἦναι πλημμελὴς ὁ νόμος, ἂς διορθωθῇ· ἤδη ὅμως πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρῶς ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ἡ παράβασις εἶναι ἀδικία· καλλίτερον προτιμῶ νὰ περιορίζωμαι ἐντὸς τοῦ νόμου παρὰ νὰ ὑπερβαίνω τὸν νόμον μὲ ἑρμηνείας. Αἱ ἑρμηνεῖαι τοῦ νόμου συγχωροῦνται ὅπου τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ἀσαφές· ὅπου ὅμως εἶναι σαφές, εἶναι αὐθαιρεσία. Πολὺ ὀρθῶς τὸ τμῆμα ἀπεφάνθη, ὅτι τὰ εὑρεθέντα πλεονάζοντα σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ, εἴτε ὀλίγα, εἴτε πολλά, εἴτε εἶναι φανερὸς ὁ ῥίψας, εἴτε μή, πρέπει ν’ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ ναί. Ἂς ἐξετάσωμεν ἂν ὑπάρχουν ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουν τὸν ῥίψαντα αὐτὰ τὰ σφαιρίδια· ὄχι, κύριοι, ἐδῶ ὑπάρχει σύγχυσις γλωσσῶν· ἔλθετε ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο νὰ κατηγορήσητε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· ἀδίκως, κύριοι, ἐῤῥίψαν ἰδέας ἀντισυνταγματικὰς καὶ ἤθελαν νὰ συγχύσουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸς τὴν δικαστικήν. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι τρίτη ἐξουσία καὶ ἀνεξάρτητος καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ τὴν δεσμεύσῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων της εἰμὴ μόνος ὁ νόμος· λοιπὸν διότι ἔπραξε τὸ καθῆκόν της ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ ἠθέλησε νὰ κατηγορήσῃ τὸ ἔγκλημα, διὰ τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀξιοκατάκριτος; ἐγὼ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀξιέπαινος. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν νομοθετικήν, προβαίνει, ἀλλὰ καὶ ἡ νομοθετικὴ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς πράξεις τῆς δικαστικῆς, ἐνεργεῖ ἀδιακρίτως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· ἔπραξε τὸ καθῆκόν της καὶ κανεὶς νόμος δὲν ὑποχρεοῖ αὐτὴν, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἐγκλήματα τῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ σταματᾷ ἕως ὅτου ἐξελεγχθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§67ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κανεὶς δὲν συμμερίζεται αὐτό.
§68Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ εἶπον.
§69ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§70Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐπαρκοῦμαι εἰς τὴν ὀρθότητα τῶν ἰδεῶν μου, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ· οἱ ἔχοντες τὴν ἐναντίαν ἰδέαν σφάλουν.
§71ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κύριος Δαγρὲς εἶπεν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παρενέβη σκανδαλωδῶς.
§72Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἑκάστης ἐξουσίας ἡ ἐνέργεια εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς ἄλλης, καὶ εἶναι συνταγματικὸς σολοικισμὸς νὰ σταματήσῃ ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας μεχρισότου ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαί· τὸ δικαστήριον, προκειμένου νὰ τιμωρήσῃ τὸ ἔγκλημα, ἐκτιμᾷ τὰς ἀποδείξεις, ἡμεῖς ὅμως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ἀποδείξεις, δὲν δεσμευόμεθα ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν ἐκείνου. Ἔρχομαι καὶ εἰς ἕτερον ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἀποδίδουν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τοῦ ν’ ἀναιρέσω, ὅτι ποίαν ἰσχὺν, ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ βούλευμα; καμμίαν. Διὰ νὰ παραπέμψουν τὰ δικαστήρια εἰς εἰδικὰς περιστάσεις δὲν λαμβάνουν παρὰ ὑπονοίας ψιλὰς, ἀρκεῖ νὰ μὴν ἀποδεικνύηται ἡλίου φαεινότερον ἡ ἀθωότης, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν ψιλαὶ ὑπόνοιαι περὶ παραπομπῆς, ἵνα ἓν δικαστήριον ἀποφασίσῃ. Ἡ διὰ τοῦ βουλεύματος παραπομπὴ δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μομφὰς καὶ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσαν κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐγὼ φρονῶ πρῶτον ὅτι ἂν ὑπάρχῃ κλάδος εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ σεμνύνεται εἶναι ὁ δικαστικὸς (θόρυβος).
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατέ τα αὐτά.
§74Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅσοι θέλετε νὰ ἔχητε ὑποχείριον τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καταφέρεσθε κατ’ αὐτῆς. Τὰ ἐν Ἑλλάδι δικαστήρια ἀπέκτησαν ὑπόληψιν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ Γάλλοι, καὶ Ἄγγλοι ἔδωκαν εἰς τὰς ἀποφάσεις των ἀξίαν· ἐγὼ ὑπερασπίσθην τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἄμπελ ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων καὶ ἐν τούτοις ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας οὐδὲν παράπονον ἐξέφερεν, οὐδέποτε πρέσβυς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξέφερε τὸ παραμικρὸν παράπονον κατ’ ἀποφάσεων τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ σεμνυνώμεθα καὶ θέλομεν νὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν λάσπην τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Λέγω δὲ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὁποία καὶ ἂν ᾖναι, εἶναι ἡ καλλιτέρα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους· δὲν λέγω δὲ ὅτι δὲν δεῖται καὶ διορθώσεως, δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἠδύναντο νὰ ᾖναι καὶ φατριασταὶ οἱ δικασταὶ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§76Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ εἴπατε καὶ πρέπει ν’ ἀναιρεθῶσι, διότι τὰ ἤκουσε τὸ ἀκροατήριον καὶ δὲν πρέπει νὰ μείνουν ἐν σιωπῇ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ βούλευμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐθεμελίωσαν ὅλην τὴν κατηγορίαν, τί λέγουν; ὅτι ὁ κ. Γεωργαντᾶς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καλῶς ἀφῄρεσαν τὰ σφαιρίδια, ἀναφέρων τὸ βούλευμα, ἤθελε νὰ δώσῃ σημασίαν τὴν ὁποίαν δὲν δίδει ὁ νόμος, καὶ ἐνόμισεν ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ δώσουν τὴν ἀληθῆ ἀξίαν, καὶ λέγει «εὕρομεν, εὕρομεν». Ἐπειδὴ συνῆλθε τὸ συμβούλιον κατὰ τὴν 1 Ἰουλίου πῶς τὸ ἐγνώριζε ὁ κ. Γεωργαντᾶς. Ἐπειδὴ ὁ νόμος ὑποχρεοῖ τὸν εἰσαγγελέα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βουλεύματος χωρὶς νὰ τοῦ κοινοποιηθῇ νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν, καὶ ἐπειδὴ δὲν τοῦ μένει καιρὸς, διότι αἱ ἐργασίαι τοῦ εἰσαγγελέως εἶναι πολλαὶ, καὶ ἐκδίδει 20 καὶ 30 βουλεύματα τὴν ἡμέραν, ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ τίθεται ἡ χρονολογία εἰς τὸ βούλευμα καθ’ ἣν ἡμέραν εἶναι ἕτοιμον. Ἐπεκράτησε τοιαύτη συνήθεια. Ἂν δὲ δὲν ἦτο ἐκδεδομένον τὸ βούλευμα, δὲν ἤθελε λάβει θέσιν εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πρωτοκόλλου· ὑποτίθεται λοιπὸν, ὅτι εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον γνωστὸν. Γνωρίζετε πῶς γίνονται τὰ συμβούλια εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον· συνέρχεται ὁ ἀνακριτὴς μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν καὶ ἀποφασίζουν, ἂν ὑπάρχῃ ὑπόνοια ἢ μὴ, καὶ ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως εἶναι ἡ ἀποφασίζουσα ἢ μὴ, καὶ δίδουσα τὸ συμπέρασμα. Τὸ δικαστήριον δίδει τὴν γνώμην του καὶ συντάττει τὸ διατακτικὸν καὶ δίδεται κατόπιν εἰς τὸν γραμματέα. Ἐπομένως δὲν ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι προδίδεται ἡ μυστικότης. Μεθ’ ὅλα ταῦτα εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς γνώμης τοῦ τμήματος.
§77ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶχον πρόθεσιν, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς Λεβαδείας· ἀναγκάζομαι ὅμως, ὡς ἄνθρωπος ἐνδιατρίψας εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον εἴκοσιν ὅλα ἔτη, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὰς δικαστικὰς πράξεις· ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, ὑπάρχουν σφάλματα ἐντὸς τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι νὰ φέρουν καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ δικαστοῦ· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ μεταβάλῃ τὸν σεβασμόν μου πρὸς τὰς πράξεις τῶν δικαστῶν καὶ τὰς ἐξαιρέσεις δὲν λαμβάνω ὡς κανόνα. Ὅταν ἤκουσα τὸν Κ. Δαγρὲν λέγοντα, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παρενέβη σκανδαλωδῶς.......
§78ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§79ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου σκανδαλωδῶς ἐκδίδουσα τὸ βούλευμα ταχύτερον ἵνα προκαταλάβῃ τὴν Βουλὴν, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι προδοσία τοῦ καθήκοντός μου νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἔκφρασις εἶναι λίαν τολμηρά. Ἐπεθύμουν, κύριοι, ὅλα τὰ δικαστήρια τοῦ κράτους νὰ ᾖναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀνθίστανται εἰς παρανόμους διαταγὰς ὑπουργῶν καὶ μετὰ θάῤῥους νὰ λέγουν, «Ἰδοὺ τί ἀνεκάλυψα.» Ὀφείλω ἄπειρον σεβασμὸν εἰς ἐκεῖνα τὰ δικαστήρια καὶ ἤθελον ἀναρτήσει τὴν τύχην ὅλου τοῦ ἔθνους εἰς τοιαῦτα δικαστήρια. Εἶναι μομφὴ ἄδικος καὶ παράνομος ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἐνδείξεως νὰ δυσφημῶνται οἱ δικασταὶ, ὅτι ἐχαρίσθησαν πρὸς ἓν ὡρισμένον πρόσωπον. Ἰδοὺ ὁ ἀληθὴς λόγος, ὅστις μὲ φέρει ἐπὶ τοῦ βήματος. Τὸ βούλευμα, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, δὲ ἔχει τῷ ὄντι μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· δὲν εἶναι ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ εἰς πάντα ἄνθρωπον νὰ τὴν σεβασθῇ καὶ νὰ τὴν ὑπακούσῃ· εἶναι ὅμως ἔνδειξις ἡ ὁποία κλονίζει, τοὐλάχιστον τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν ἐκ βάθρων, διότι εἰς τὴν διάσκεψιν ἀναφέρονται λόγοι τινὲς ἰσχυροί. Παρατηρήσατε, κ. Δαγρὲ, ὅτι ἐνταῦθα δὲν εἶναι ἁπλῆ καταγγελία, ἔχετε βούλευμα δικαστικόν· καὶ ὅταν μὲν δὲν ἔχωμεν ἀποδείξεις λέγομεν πρὸς δικαιολόγησίν μας «στερούμεθα ἀποδείξεων,» ὅταν δὲ ἔχωμεν τοιαύτας, πῶς θέλετε νὰ στρεβλώσωμεν αὐτάς; Τὸ βούλευμα εἶναι δι’ ἐμὲ ἀπόδειξις, ὅτι δύο ἄνθρωποι ἔκαμαν μίαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου· εὔχομαι νὰ ἀθωωθῶσιν, ἂν ᾖναι ἀθῷοι, καὶ νὰ καταδικασθῶσιν, ἂν ᾖναι ἔνοχοι. Ἰδοὺ τί ζητεῖ τὸ τμῆμα, ἂν εἶχον τοὐλάχιστον καταγγελίαν τῶν ἐνόχων αὐτῶν ἤθελον σκεφθῆ ὀρθότερα, ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες εἰς τὸ συμπέρασμά των τί λέγουσι; ὅτι εἰς τὴν κάλπην ἔθεσε τὰ σφαιρίδια οὐχὶ ἐχθρικὴ χεὶρ, ἀλλὰ φιλική· ἀλλὰ ποτὲ φιλικὴ χεὶρ δὲν ῥίπτει σφαιρίδια εἰς τὰς κάλπας.
§80ΛΑΠΑΣ. Διατί ὄχι;
§81ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διότι ὁ φίλος δὲν πηγαίνει ν’ ἀσχημίσει τὴν ἐκλογὴν καὶ νὰ σᾶς χαρακτηρίσῃ ἐνόχους ἑνὸς ἐγκλήματος· διότι εἴτε εἰς τὸ ναὶ εἴτε εἰς τὸ ὄχι ῥίψῃ τὰ σφαιρίδια δὲν σᾶς ὠφελεῖ. Λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ἀναντίῤῥητον κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ὅτι τὰ 75 σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν ἐκ προθέσεως, ἵνα βλαφθῇ ὁ ἀποτυχὼν, τὸν ὁποῖον πολλὰ ὀλίγον γνωρίζω καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους ἐνδιαφερομένους· ἀδιαφορῶ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, ὑπερασπίζομαι μόνον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἡ ἐκλογὴ κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἄκυρος καὶ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ διὰ νὰ ἔλθωσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς οἱ γνήσιοι ἀντιπρόσωποι, οὐχὶ δὲ νὰ πιστωθῇ ὁ ἐπιλαχὼν μὲ τὰ σφαιρίδια τὰ ὁποῖα τοῦ ἀφῃρέθησαν· διότι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι τακτικόν. Ἀντικρούω δὲ, κύριοι, καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀποχρώσεις ἔρχονται καὶ ὑποστηρίζουν τὰς ἐκλογάς· ἐγώ, κύριοι, δὲν ἀνήκω εἰμὴ εἰς τὴν ἀπόχρωσιν ἐκείνην, ἥτις ζητεῖ τὴν τελείαν ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας.
§82Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπεθυμοῦσα, κύριοι, νὰ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ προαγορεύσας κύριος Τσιριμῶκος, καὶ νὰ μορφώσω πεποίθησιν στερεὰν ἐπὶ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ. Δὲν θέλω σήμερον ν’ ἀπευθύνω τὸν λόγον περὶ τῆς διαγωγῆς ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Εἰδικῶς θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς περιστάσεως αὐτῆς καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ κανεὶς νὰ διαψεύσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, ὅσα δήποτε ἐπιχειρήματα καὶ ἂν ἤθελεν ἀντλήσει ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, εἴτε ἀπὸ τὴν πεῖραν. Τί ἰσχυρίσθησαν οἱ κύριοι νομομαθεῖς διὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα τῆς χθές; Ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ὑπάρχει ἔθιμον, ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσι βουλεύματα, βραδύνουν ταῦτα εἰς τὸ γραφεῖον, ὅπως δίδεται ὁ ἁρμόδιος καιρὸς εἰς τὸν εἰσαγγελέα, κατόπιν δὲ δημοσιεύονται καὶ ἀποστέλλονται πρὸς αὐτόν· παραδέχομαι, κύριοι δικηγόροι, τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν σεῖς λέγετε· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἢ πρὶν τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀντίγραφον στέλλεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ λάβῃ ἀντίγραφον ἢ ἁπλῶς γνῶσιν τοῦ βουλεύματος. Διότι ἂν παραδεχθῶμεν ὡς ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον οἱ δικηγόροι μᾶς λέγουν, τοὺς λέγω, ὅτι ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἐγὼ σήμερον ἀθωοῦμαι διὰ μίαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν, καὶ ἂν λάβω ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος, τὸ δὲ γραφεῖον ἀκολουθοῦν τὸν συρμὸν τὸν ὁποῖον ἀνέφερον οἱ κύριοι δικηγόροι, εἰδοποιήσει μετὰ 10 ἡμέρας τὸν εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος κάμει ἀνακοπὴν, ἡ ἀνακοπὴ ἔχει δι’ ἐμὲ ἐπιῤῥοήν, ὅταν παρουσιάσω τὸ ἀντίγραφον εἰς τὸ ἐφετεῖον καὶ εἴπω, ὅτι τὸ βούλευμα ἔχω εἰς χεῖρας μου πρὸ 10 ἡμερῶν καὶ ἡ προθεσμία τῆς ἀνακοπῆς παρῆλθε καὶ ἑπομένως, ὅτι εἶσθε ἀναρμόδιοι νὰ δικάσητε; Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὅσα καὶ ἂν ἤθελον νὰ εἴπουν διὰ νὰ καλύψουν τὴν ἀσχημίαν τοῦ παρόντος βουλεύματος, δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι ποσῶς. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὡς σᾶς ἀνεκοίνωσε καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Δωρίδος Κ. Κατσικαπῆς, τί σᾶς λέγει τὸ βούλευμα; «συνελθὸν ἐν τῷ πρὸς διάσκεψιν τόπῳ τὴν 1 Ἰουλίου 1869....» Ἀλλὰ διὰ νὰ συνέλθουν τὴν 1 Ἰουλίου βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ συνέλθουν πρὸ τῆς 10· ἐν τούτοις ἡ ἀναφορὰ ἐδόθη τὴν 7 ὥραν χθὲς π. μ. εἰς τὸ προεδρεῖον ἐδῶ, πρὶν συνέλθουν οἱ κύριοι δικασταὶ διὰ νὰ σκεφθοῦν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· ὁ Κ. Γεωργαντᾶς οὐ μόνον ἐγνώριζε τὸ βούλευμα, ἀλλὰ καὶ τὸ παρουσίασεν ἐνταῦθα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα τῶν κυρίων δικηγόρων δὲν στέκεται, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Τσιριμῶκον πῶς ἠδυνήθη νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν ἐκ τοιούτου βουλεύματος πρωτοφανοῦς, καὶ νὰ δώσῃ κατὰ συνείδησιν ψῆφον; Ὄχι μόνον ὡς ἔνδειξις δὲν δύναται νὰ χρησιμεύῃ, κύριοι, τὸ παρὸν βούλευμα, ἀλλ’ ἀπεναντίας χρησιμεύει ὡς ἀπόδειξις τοῦ φατριασμοῦ μὲ τὸν ὁποῖον ἡ δικαστικὴ ἐκείνη ἐξουσία παρενέβη εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογὴν ἵνα ἀκυρώσῃ αὐτήν. Ἐγὼ, κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς περιστοιχίζουσι. Εἰς τὰ πρακτικὰ ἡμεῖς, κύριοι βουλευταὶ, βλέπομεν, ὅτι ὄχι μόνον ἐδόθη τὸ ἀντίγραφον προώρως, ἀλλὰ καὶ ἐγνώσθη εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον πρὶν συνέλθῃ τὸ συμβούλιον καὶ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ, ὅτι θέλει ἐκδοθῆ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 388 βούλευμα καὶ ὅτι θέλουν παραπεμφθῆ δύω καὶ ἀπαλλαχθῆ δύω ἄλλοι, καὶ ἔρχεσθε ν’ ἀναιρέσητε μίαν τοιαύτην ἀλήθειαν; ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν δὲν μὲ ἐνδιαφέρει· ἀλλὰ δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ διαμφισβητήσητε τοιαύτην ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ διαψεύσῃ καί......
§83Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὡς διευθύνων τὸν κλάδον τὸν δικαστικὸν θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, διότι μὲ δυσαρέσκειάν μου παρετήρησα, ὅτι τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, δὲν ἐφείσθησαν τῆς ὑπολήψεως τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐμέμφθησαν πολὺ ἀδίκως. Δὲν εἶναι τοῦ προκειμένου νὰ εἴπω εἰς ποίαν κατάστασιν παρελάβομεν τὰ δικαστήρια, ὅταν ἐσχάτως ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§84ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν κατηγοροῦμεν τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ τὸ βούλευμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει.
§85Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ποία ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον; ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν διὰ νὰ χειραφετήσωμεν αὐτὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε πληρέστατα, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς; Τὰ δικαστήρια, ὡς ἐσύστησε καὶ ἐπεθύμει ἡ κυβέρνησις, ἐνήργησαν αὐτοβούλως καὶ σύμφωνα μὲ τὸ καθῆκόν των, οὐδεμία δὲ ἐναντία ἀπόδειξις ἰσχυρὰ δύναται νὰ παρουσιασθῇ. Ὅταν ἡ πολιτικὴ ἀνιδρύεται ἐπὶ τῶν δικαστηρίων, βεβαίως οὐδεμία δικαιοσύνη δυνατή. Δυστυχῶς ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς περιῆλθεν εἰς ἀνωμαλίαν, ἡ πολιτικὴ ἠθέλησε νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸ κράτος τῶν δικαστηρίων, καὶ παράπονα δικαιολογημένα κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐξηγέρθησαν κατὰ τῶν δικαστηρίων. Ἀφοῦ ἔπαυσαν νὰ ἦναι ὄργανα τοῦ νόμου καὶ τῆς συνειδήσεως, ἠδύνατο πᾶσα κατ’ αὐτῶν κατηγορία νὰ στηριχθῇ· ἀλλὰ σήμερον φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι περίστασις κατάλληλος, διότι ἀφοῦ ἐχειραφετήθησαν, ἐφιλοτιμήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Τουλάχιστον ἐγὼ ἀμερολήπτως κρίνων λέγω, ὅτι εἶναι κατηρτισμένα τὰ δικαστήρια καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξ ἐντίμων προσώπων, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τοσούτων ἀτόμων νὰ μὴν εἰσέδυσαν καί τινες, εἰς τοὺς ὁποίους αἱ κακαὶ ἕξεις ἦσαν τοσοῦτον ἐῤῥιζωμέναι, ὥστε δὲν ἦτον εὔκολον διὰ μιᾶς νὰ τὰς ἐκριζώσωμεν. Ἀλλὰ τὶ πράττουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦσαν συνειθισμένοι νὰ ἔχωσι τυφλὰ ὄργανα τὰ δικαστήρια, εἴτε πρὸς ἀπόλαυσιν ἰδιωτικῶν, εἴτε πρὸς ἀπόλαυσιν πολιτικῶν συμφερόντων; τὰ διαβάλλουσι μετὰ πάθους, ἐνῶ αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥέθησαν σήμερον, εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν λέγονται τόσον εὐκόλως, διότι πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν κατηγοροῦνται μὲ γενικὰς λέξεις ὅλα τὰ δικαστήρια ἑνὸς κράτους, χάριν πολιτικοῦ συμφέροντος, οὔτε ῥίπτονται μύριαι ὅσαι μομφαὶ κατὰ τῶν δικαστηρίων ἀορίστως. Ὅστις θέλει παρ’ ἡμῖν σπουδαίως νὰ κατηγορήσῃ κανὲν τῶν δικαστηρίων μας, ὀφείλει νὰ ἔχῃ προχείρους τὰς ἀποδείξεις. Δύναμαι μάλιστα νὰ σᾶς φέρω ἓν πρόσφατον παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους καὶ τὰ δικαστήρια, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Εὐρώπη. Πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον δύω ἔγγραφα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας Λόρδου Κλαρενδῶνος περὶ δύω ὑποθέσεων δύω ἀτόμων ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν· ἐπαραπονοῦντο δὲ αὐτοί, ὅτι οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι ἐφηρμόσθησαν κακῶς κατὰ τῶν συμφερόντων αὐτῶν ἐξ ἀντιπαθειῶν κατὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους. Ἀφοῦ ἐξήτασα τὰ πράγματα μετ’ ἐπιμελείας καὶ ἐξέθεσα τὰ δίκαια τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ὁ Λόρδος Κλαρενδὼν ἐξέφρασε τὴν εὐαρέσκειάν του παραδεχθεὶς ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των φρονίμως καὶ μετ’ ἀμεροληψίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράξενον νὰ λέγωνται σήμερον παράπονα ἀόριστα καὶ ἄδικα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, οἱ ἴδιοι δὲ ἡμεῖς νὰ μὴν θέλωμεν νὰ δείξωμεν τὸ ἴδιον σέβας πρὸς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς; Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἀπαντήσεως ἴσως παρουσιασθῇ ἀφορμὴ νὰ κάμω ἐκτενέστερον λόγον· ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀποφεύγω τοῦτο ἀρκούμενος εἰς ὀλίγα, εἰδικῶς καθόσον ἀφορᾷ τὴν γενομένην προσβολήν. Δυστυχῶς ἔχουν τὴν τόλμην τινὲς νὰ διαστρέφωσιν ὅλα τὰ πράγματα· πραγματικῶς ὑπάρχει εἴς τινας ἡ τάσις τοῦ πνεύματος νὰ πλάττωσιν ὁλόκληρον οἰκοδόμημα ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὅπου δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀληθείας βάσις. Τίποτε ἀθωότερον ἀπὸ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται· τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν ἔμπειροι περὶ τὰ δικαστικὰ ἔδωκαν τὰς διασαφήσεις τὰς ἀνηκούσας διὰ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδὲν σκαιὸν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Δὲν γνωρίζετε εἰς ποῖον ἀριθμὸν φθάνει ἡ πληθὺς τῶν δικῶν· ἐὰν σᾶς εἴπω, ὅτι ὑποβάλλει 80 ὑποθέσεις διὰ μιᾶς ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ συμβούλιον, θὰ πεισθῆτε ὅτι ἡ διεξαγωγὴ ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων γίνεται μᾶλλον μὲ καλὴν πίστιν, διότι οὐδεὶς τῶν δικαστῶν ἔχει ἐναντίον συμφέρον, ὅθεν σπανίως συμβαίνει νὰ μὴν γίνωσι δεκταὶ αἱ προτάσεις τοῦ εἰσαγγελέως. Λοιπὸν ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ἐργασίας ἡ ὑπηρεσία αὕτη καταντᾷ πολλάκις τυπικὴ, διότι τὸ πλῆθος τῶν ὑποθέσεων δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ ἐξετάσωσι περισσότερον, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ὅταν πρόκειται περὶ σοβαρῶν ὑποθέσεων ἢ περὶ τοιούτων, περὶ ὧν ἀσχολεῖται ἡ κοινὴ γνώμη. Ἀφοῦ παρουσιάζονται 80 δίκαι, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιγραφῶσιν ἀμέσως ὅλα αὐτὰ τὰ βουλεύματα; Εἶναι ἤδη γνωστὸν, ὅτι παρεδέχθη τὸ συμβούλιον τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως, ἀλλὰ τὸ βούλευμα ὅμως δὲν ἀντεγράφη ὥστε νὰ τεθῇ ἡ ἡμερομηνία. Πολλάκις παρέρχονται 30 ἡμέραι ἀφότου ἐτελείωσε τὸ βούλευμα καὶ εἰσέτι αὐτὸ δὲν ἀντεγράφη διὰ νὰ λάβῃ ἡμερομηνίαν.
§86ΔΑΓΡΕΣ. Γίνεται γνωστόν;
§87Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί σημαίνει αὐτό; ἀφοῦ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, ἐρωτᾷ ὁ ἐνδιαφερόμενος καὶ τῷ λέγουν ὅ,τι ἠξεύρουν οἱ ὑπάλληλοι· τί δύναται νὰ προέλθῃ ἐξ αὐτοῦ; Ὑπάρχουν 10 ὑπάλληλοι ὁ μὲν εἷς ἀνήκει εἰς τὸν ἕνα ὁ δὲ ἕτερος εἰς τὸν ἄλλον. Ὅλοι οἱ κομματάρχαι ἔχουν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν δικαστηρίων τοὺς ἀντιπροσώπους των. Ποῦ ἠξεύρει ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα, ἔχων ὅλην τὴν ἀθωότητα, ὅτι τὸ βούλευμα περὶ οὗ ζητεῖται νὰ δώσῃ πληροφορίας, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὅπως ἀνεγείρουν οἰκοδόμημα κατηγορίας ἐπ’ αὐτοῦ; Οἱ τρεῖς δικασταί, οἱ ὑπογράψαντες τὸ βούλευμα αὐτό, εἶναι ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες περιποιοῦν τιμὴν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαστὰς ἀξίους τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἀγγλίας, διότι παρὰ τὰς νομικὰς γνώσεις των οὐδέποτε κατὰ τῆς ἀκεραιότητός των παρουσιάσθη ὑπόνοια. Ἐκ τῶν τριῶν δικαστῶν τοῦ βουλεύματος ὁ μὲν εἶναι ὁ Διογενίδης, ὅστις διέμεινεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὰς Καλάμας, τὸ δοκιμαστήριον αὐτὸ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· ὡς πρὸς τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ........
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν θέλῃ ἡ κυβέρνησις.
§89Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ κυβέρνησις μορφώσασα τὸ δικαστήριον τῶν Καλαμῶν, ἐφρόντισε νὰ παρέξῃ εἰς ὅλους ἐγγυήσεις, ὁ Διογενίδης δὲν ἤγειρε καθ’ ἑαυτοῦ κανὲν παράπονον· εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι ἄνθρωπος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐναβρύνεται ὁ δικαστικὸς κλάδος· δεύτερος εἶναι ὁ Τσίνης καὶ τρίτος ὁ Βαλλέτας, ὅλα πρόσωπα ἔντιμα, καὶ ἐὰν ἀμφιβάλῃ τις περὶ αὐτῶν, τότε πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν. Λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀσκόπως ἐῤῥίφθη καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν ἐκλογήν.
§90ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ καὶ εἷς ἐκ τῶν προαγορευσάντων Βουλευτῶν παρεξήγησε τὰς ἰδέας καὶ τοὺς λόγους μου, ἐπειδὴ καὶ ὁ ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι κατηγοροῦντες τὰ δικαστήρια, ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ συμφέροντα πολιτικὰ ἢ ἰδιωτικὰ, ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἰσήγαγον κατηγορίαν κατὰ τῶν δικαστηρίων ἀπολύτως. Ἤθελον εἶσθαι λίαν ἀσεβὴς ἂν κατέκρινα τὰ δικαστήρια τῆς πατρίδος μου ἄνευ ἐξαιρέσεως· δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ ὅτι τὸ πλεῖστον αὐτῶν σύγκειται ἀπὸ ἀξιότιμα πρόσωπα, οὐδὲ εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὰ πρόσωπα τοῦ παρόντος συμβουλίου· γνωρίζω τὸν κύριον Διογενίδην, τὸν τιμῶ καὶ τὸν ὑπολήπτομαι· τοὺς ἄλλους δὲν τοὺς γνωρίζω, ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον διὰ τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅστις αἰωνίως πάσχει, διότι οὐδεὶς ὑπουργὸς, οὐδεὶς κυβερνήτης ἐσκέφθη πῶς θὰ διορθωθῇ αὐτὸ τὸ κακὸν, οὐδ’ αὐτὸς ὁ πρώην πρωθυπουργός. Ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἔγραψα ἀπὸ τὴν Μεσσήνην, ἅμα τῇ συγκροτήσει τῆς νέας κυβερνήσεως, ἦτον ὅτι δὲν θέλω ὑποστηρίξει κανένα ὑπάλληλον, ἀλλ’ ὅτι θέλω βελτίωσιν τῶν δικαστηρίων, διότι τὸν τόπον αὐτὸν τὸν κατέλαβον μυρία ἐγκλήματα. Τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς τὸν φατριασμὸν ἀπὸ τοῦ 1865, 1866, 1867, 1868 καὶ καθεξῆς εἶναι τρεῖς αἰῶνες διὰ τὴν Μεσσήνην πικρίας καὶ δακρύων· ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν κατεδιώκοντο οἱ παθόντες, ἐπυροβολήθην ποτὲ ἔξωθεν τῆς θύρας τῆς οἰκίας μου καὶ τίς θὰ πιστεύσῃ ὅτι ἀπηγγέλθη κατ’ ἐμοῦ κατηγορία διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν; καὶ ὅμως ὁ δικαστὴς οὗτος διατηρεῖται· καὶ ἑτέραν πρᾶξιν διαβόητον δικασταί τινες ἐζήτουν νὰ χαρακτηρίσουν, ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε νὰ πιστεύσῃ ἓν συμβούλιον ὅτι ἡ ἐμφάνισις μιᾶς γυναικὸς ἠδύνατο ν’ ἀπειλήσῃ τὴν ζωὴν ἀνδρῶν ἐνόπλων. Τὸ βούλευμα αὐτὸ ἀνακοπὲν ἐνώπιον τοῦ ἐφετείου ἀνετράπη, χαρακτηρισθείσης καταλλήλως τῆς πράξεως· τοῦτο ἀποδεικνύει κατὰ πόσον πράγματι ἦσαν φατριαστικοί· ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ τὴν παῦσιν τῶν τοιούτων δικαστῶν, οἷος ὁ Ἀνδρέας Γκιών· ἠθέλατε νὰ σιωπήσω παρεκτροπὰς τοιαύτας; ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς ἐσύστησα, τί σᾶς ἐπαρεκάλεσα, κύριε ὑπουργὲ, εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου Καλαμῶν. Τίποτε ἄλλο, ἢ νὰ ἀποδώσητε δικαιοσύνην, καὶ ὅμως διετηρήσατε δικαστὰς φατριάζοντας ἀπροκαλύπτως.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι;
§92ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω νὰ τοὺς εἴπω δημοσίᾳ. Βλέπεις λοιπὸν, κύριε, τί σοῦ εἶπον· μὴν ἀποδίδετε εἰς τὴν πολιτικὴν τὰ πάντα· ἕνας Βουλευτὴς ὅταν αἰσθάνεται τὰ καθήκοντά του, τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμῃ εἶναι νὰ συστήσῃ ἀμερολήπτους ὑπαλλήλους.
§93Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἤκουσα κανένα καὶ δι’ αὐτὸ σοῦ κακοφαίνεται, διότι δὲν εἶσθε σύμφωνοι· θέλετε νὰ γίνουν τὰ δικαστήρια ὄργανα.
§94ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα τῶν δικαστῶν, οἵτινες ἀποτελοῦν τὸ προσωπικὸν τοῦ δικαστηρίου τῆς πατρίδος μου. Ὅταν, κύριε ὑπουργὲ, ἕνας πολίτης ἔχῃ τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος δι’ ἀναφορᾶς του νὰ εἴπῃ, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τῆς πατρίδος μου φατριάζει, καὶ ὅταν στέλλεται ἀναφορὰ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, καὶ αὕτη ἀπαντᾷ ἀτελῶς, σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ εἴπητε, ὅτι ζητοῦμεν τὰ δικαστήρια νὰ ἦναι ὄργανά μας καὶ τούτου ἕνεκεν ἐπιτιθέμεθα κατ’ αὐτῶν. Τώρα, κύριοι βουλευταί, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω οὔτε τὸ ποιὸν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων, οὔτε τὴν ἰδιότητά τους· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐν συνειδήσει καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκλογῆς, εἶναι πράξεις εἰλικρινεῖς αὗται, τὰς ὁποίας ἀνέφερον; δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι αἱ πράξεις αὗται ὄζουν συμπαθειῶν ἂν ὄχι φατριασμοῦ καὶ ὅτι τὸ βούλευμα περὶ τῆς ἐκλογῆς Λεβαδείας ἐξεδόθη πρὸς ὑπηρέτησιν πολιτικῶν συμφερόντων; ἐγὼ οὕτω φρονῶ· πῶς δύναται νὰ μὲ πείσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι ἐπειδὴ ὑπάρχει πληθὺς ἐγκληματικῶν πράξεων, δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο τὰ συμβούλια παρὰ νὰ παραδέχωνται τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως; ἐν τούτοις ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον πρὶν ἔλθῃ ὑπὸ σκέψιν, ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον; Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Φθιώτιδος, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἐν τῷ τμήματι ἐζητούσαμεν πληροφορίας, τότε ἠθέλαμεν μορφώσει τὴν πεποίθησιν· τώρα ὅμως δὲν διστάζω καὶ ὑπερασπίζομαι μετὰ θάῤῥους τὴν ἐκλογήν. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν ὅτι ἐζητήσαμεν, ἐὰν κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, καὶ μᾶς εἶπον ὅτι ἐδόθη αὐθωρεὶ ἡ καταγγελία καὶ συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ ὁ ἔνοχος· ὄχι δὲ μόνον δὲν βεβαιοῦται τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον· κατόπιν ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἡ προσοχὴ τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν, ἐγέννησε τὸ τέρας αὐτὸ, καὶ τέρας τὸ ἀποκαλῶ. Ἐὰν ἦναι ὅλα τὰ δικαστήρια τοιαῦτα, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ βλασφημία αὕτη· τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον πρὶν εἰσέλθῃ εἰς διάσκεψιν ἔχει δημοσιεύσει προηγουμένως τὴν σκέψιν καὶ ἀπόφασίν του, ἐῤῥέτω (θόρυβος). Σᾶς φέρω, κύριε βουλευτὰ Φθιώτιδος, καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα λέγει τὸ βούλευμα τοῦτο ὑπάρχουν καὶ εἰς ἄλλας ὁμοίας φύσεως κατηγορίας, καὶ ὅμως ἐκεῖ λέγει δὲν εἶναι ἰσχυρὰ πρὸς ὑποστήριξιν κατηγορίας, καὶ διὰ τοῦτο δικαιοῦμαι νὰ λέγω, ὅτι δὲν ἐφυλάχθη ὁ αὐτὸς πῆχυς εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων. Τελευτῶν λέγω διότι τοιοῦτον βούλευμα ἐξεδόθη, καὶ οὕτω πῶς ἐκδεδομένον μὲ κάμνει νὰ ἐμμένω εἰς τὴν πεποίθησίν μου, ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω· ὁ κύριος Δαγρὲς κατεφέρθη μεγάλως κατὰ τοῦ δικαστηρίου Καλαμῶν καὶ ἀνέφερε ὡς αἰῶνα τοῦ μαρτυρίου του ἀπὸ τὰ 1866–1868, ἐνῷ ἔπασχε μόνον κατὰ τὰ 1868. Διατὶ ὁ κύριος Δαγρὲς ἀνέφερεν ὡς αἰῶνα τοῦ μαρτυρίου του, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἤκουσε τὴν συμβουλήν του καὶ ἔπαυσε τὸν Καραμάνον, διότι ἡ κυβέρνησις ἤξευρε τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ τὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον χώραν εἰς αὐτόν· ἤθελον νὰ παύσουν ἕνα δήμαρχον καὶ ἐξέδωκαν ἓν ἔνταλμα διὰ νὰ γείνῃ φυγόδικος καὶ οὕτω χάσει τὴν θέσιν του, καὶ οὕτως ὅλοι οἱ δήμαρχοι ἠδύναντο νὰ παυθῶσι. Λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ τιμηθῇ, διότι ἀπεμάκρυνεν αὐτὰ τὰ τὰ τέρατα, τὰ ὁποῖα ἔπραττον κακουργήματα μόνον διὰ νὰ διατηροῦν τὴν θέσιν των, δὲν ἔκαμον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἦναι ὄργανα ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἐφοβοῦντο νὰ τοὺς παύσῃ ἢ νὰ τοὺς μεταθέσῃ. Λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ τιμηθῇ διὰ τοῦτο.
§96ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπονοεῖτε ὅτι τοὺς διετήρουν;
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἦσθε σεῖς, τότε ἐννοῶ σᾶς.
§98ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς αὐτό.
§99Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ αἰσθάνομαι τὴν συνήδεισίν μου λίαν ἀθώαν.....
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴπητε ἐὰν ἐζήτησά ποτε νὰ διορίσητε τὸν δεῖνα.
§101Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ἐπειδὴ αἰσθάνομαι τὴν συνείδησίν μου ἀναπαυμένην, ὅτι ἐνήργησα συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκόν τιμίου ὑπουργοῦ, πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ὅπως ἠδυνάμην νὰ πράξω κατὰ τὰς γνώσεις μου καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ πορισθῶ· διὰ τοῦτο ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην εἰς μόνον τὸ ἄτομόν μου ὅλης τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων, διότι κανένα δὲν ἤκουσα, ἀπὸ κανένα δὲν ἐνεπνεύσθην, ἐνήργησα αὐτοβούλως, ἀνεξαρτήτως. Καὶ ἡ πρώτη ἰδέα μου ποία ἦτο; νὰ γίνωσι τὰ δικαστήρια ἀνεξάρτητα καὶ ἠθικά· ὡς ἠξεύρετε δὲ, ὅταν κατάστασίς τις ὑπάρχῃ πρὸ τόσων ἐτῶν, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ δυνηθῇ τις ἀμέσως νὰ τὴν βελτιώσῃ. Θέλων ἄρα νὰ θεραπεύσω τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων ἐνήργησα διὰ τῆς κρίσεώς μου, διὰ τῆς διανοίας μου, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ συμβουλευθῶ κανένα ἄλλον παρὰ τὰ δημόσια ὄργανα, τηρῶν κατὰ τοῦτο τὸν νόμον. Ὁ νόμος θέτει ὄργανά τινα δικαστικὰ εἰς ὑψηλὴν περιωπὴν καὶ τοῖς δίδει δικαίωμα συμβούλου πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι βεβαίως αὐτοῦ μόνον ἠμπορῶ νὰ ἀρυσθῶ τὰς καλλιτέρας πληροφορίας, καὶ ἐκεῖ τὰς ἠρύσθην· ὥστε οὐδεὶς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος περὶ τῶν πράξεών μου, οὐδένα ἤκουσα νὰ τοῦ διορίσω δικαστὴν τὸν δεῖνα, νὰ παύσω τὸν δεῖνα, διότι ἐκ προοιμίων ἠννόουν, ὅτι ὁ ζητῶν νὰ τῷ διορίσω δικαστὴν ἤθελε νὰ τὸν ἔχῃ ὄργανον. Ἅμα ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀμέσως παρουσιάσθη ἀπαίτησις ἐκ Καλαμῶν νὰ μὴ μετακινήσω τοὺς ὑπάρχοντας δικαστάς.
§102ΔΑΓΡΕΣ. Ἄνευ ὅρου;
§103Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ· διότι τοιουτοτρόπως θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔμεινεν ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν παντὸς κομματισμοῦ. Ὅλοι γινώσκετε, κύριοι, τὰ συμβάντα κατὰ τὸν νομὸν ἐκεῖνον τῶν Καλαμῶν.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὰ γινώσκουν ὅλοι.
§105Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶχε σχηματισθῆ γενικὴ πεποίθησις, ὅτι τὸ δικαστήριον τῶν Καλαμῶν, εἶχεν ὑποδουλωθῆ εἰς τὸ πολιτικὸν φρόνημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς τυφλὸν ὄργανον εἰς τὰ πολιτικὰ πάθη τῆς ἐποχῆς. Τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐπίστευσα, ἐνῷ ἀκόμη ἤμην βουλευτὴς, προτοῦ ἔλθω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἅμα ἦλθον, εἶπον, τὸ προσωπικὸν τοῦ δικαστηρίου αὐτὸ πρέπει ὁλόκληρον νὰ φύγῃ ἐκεῖθεν· αὐτὴ ἦτο ἀπαίτησις σχεδὸν γενική. Ἂν ἠξεύρατε διατί τινες ἐζήτησαν τὴν διατήρησιν τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ τοῦ δικαστηρίου! διότι ἤλπισαν διὰ τῆς προστασίας, ἣν ἐχορήγουν, νὰ τὸ μεταχειρισθοῦν εἰς ἴδια συμφέροντα.
§106ΔΑΓΡΕΣ. Ὀφείλετε νὰ ἐξηγηθῆτε.
§107Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων ἐλπίδων ἐξεδόθησαν βουλεύματα πολὺ σκανδαλώδη· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ζητήσω νὰ ἀφαιρέσω τὰ μέσα τοῦ νὰ παραβλάπτεται ἡ πολιτεία Βεβαίως δὲν ἔκαμα παρὰ ἑπτὰ παύσεις ὅλας· ἐδικαιούμην νὰ πράξω περισσοτέρας, ἀλλ’ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἔπαυσα, κατὰ συνείδησιν, ἐθεώρησα ἀδιορθώτους· παρεδέχθην βαθμολογίαν τῆς κακίσεως, καὶ εἶπα, ὅσοι εἶναι ἀδιόρθωτοι κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, πρέπει νὰ παυθῶσιν, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ μετατεθῶσι, διὰ νὰ ἀναπνεύσουν ἀλλοῦ ἀέρα καθαρώτερον, καὶ νὰ εὑρεθῶσι λελυμένοι τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐκ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων ἐβιάσθησαν νὰ ὑποκύψωσιν, τοιουτοτρόπως νὰ ἐπανέλθωσιν οὕτως εἰπεῖν εἰς τὸ φυσικὸν αἴσθημα τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἠθικότητος. Αὐτὰ ἦσαν τὰ δύο μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθην πρὸς μεταῤῥύθμισιν τῶν δικαστηρίων. Λοιπὸν ὁ Κ. Δαγρὲς δὲν ἔχει διόλου δίκαιον, παραπονούμενος, διότι δὲν τὸν ἤκουσα· ἐπίσης δὲν ἠρώτησα καὶ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου, οὔτε ἄλλον τινὰ ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω, οὔτε ἀκούω· ἀλλ’ ἐνήργησα μὲ μόνον τὸν νοῦν μου καὶ τὴν συνείδησίν μου, ὅπως παρέξω ἐγγυήσεις εἰς ἀμφοτέρας τὰς μερίδας. Καὶ μέχρι τινός, καθ’ ὅσον εἶχον καιρὸν ν’ ἀναγινώσκω τὰς ἐφημερίδας τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ἔβλεπον, ὅτι καὶ αἱ δύο μερίδες ἦσαν εὐχαριστημέναι, καὶ δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ ἦναι καὶ αἱ δύο, διότι τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἔστειλα ἐκεῖ, εἶναι τὸ καλλίτερον. Ἐὰν οἱ δικασταὶ τοὺς ὁποίους ἔστειλα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ δικαιοσύνη ποτὲ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἔστειλα τὸν Παππαφράγκου, ὅστις ἦτο παραπεταμένος εἰς τὴν Παρνασσίδα, τὸν ἔστειλα ὡς εἰσαγγελέα, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελεν ἐνεργεῖ μετ’ ἀκεραιότητος καὶ νοημοσύνης· ἔστειλα τὸν Κόκορον, ὡς πρόεδρον, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ὁ καλλίτερος τῶν προέδρων, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ χαρακτῆρος καὶ τὰς δικαστικὰς γνώσεις· καὶ ἑπομένως τὸ προσωπικὸν ὅλου τοῦ δικαστηρίου ἐξελεξάμην μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα· ἄνθρωπος εἶμαι, ἠμπορῶ καὶ νὰ ἔσφαλα. Σᾶς λέγω μόνον τὴν εἰλικρίνειαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ὡδηγήθην.
§108ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε ὑπουργὲ, παρακαλῶ, ἔπρεπε νὰ ἀναφέρητε τὰς προτάσεις μου, τὰς συστάσεις μου· πρόσωπα ὑπεστήριξα ἢ πράγματα;
§109ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, κύριε πρόεδρε, ἀρκετά. Ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι. Οἱ παραδεχόμενοι....
§111Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ κάμωμεν μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κύριος Λεώπουλος κατηγόρησε τὴν ἐκλογὴν, καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἄκυρος, διότι ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ κ. Γεωργαντᾶ εὑρέθησαν σφαιρίδια ἑβδομήκοντα πέντε περιπλέον, ἅτινα τοῦ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ λευκὸν, καὶ ἐὰν δὲν τῷ ἀφῃροῦντο τὸ ἀποτέλεσμα ἤθελεν εἶσθαι ὑπὲρ αὐτοῦ. Αὐτὴ δὲν ἦτο νομίζω, κύριε Λεώπουλε, ἡ κατηγορία;
§112ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§113Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα πῶς θὰ τεθῇ τὸ θέμα; Ἡ ἐκλογὴ αὕτη, ἐὰν ὑποθέτωμεν ὅτι εἶναι ἄκυρος, μολονότι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου, ἡ ἐκλογὴ αὕτη θὰ ἦναι ἄκυρος δι’ ὅλους τοὺς βουλευτὰ, οἱ ὁποῖοι ἐξελέχθησαν ἐφ’ ὅλης τῆς ἐπαρχίας; δηλ. τὰ ἑβδομῆντα πέντε σφαιρίδια, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν κάλπην τοῦ Α. Γεωργαντᾶ, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν ἐπιῤῥοὴν διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἕτερον τῶν βουλευτῶν, τὸν κύριον Λάπαν, καὶ θὰ θεωρηθῇ καὶ δι’ αὐτὸν ἡ ἐκλογὴ ἄκυρος; πρέπει τοῦτο νὰ ἐξηγηθῇ.
§114ΛΑΠΑΣ. Δὲν μὲ μέλει, ἂς ἦναι καὶ δι’ ἐμέ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας.
§116ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τοῦ δήμου Ἀραχώβης.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ὅλης ἐπαρχίας παραδέχονται καὶ τὸν δῆμον ἐκεῖνον ὡς ἔγκυρον.
§118ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ν’ ἀκυρωθῇ ὁ δῆμος Ἀραχώβης.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἔκαμε κανεὶς αὐτὴν τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ. κ. Γ. Λάπαν καὶ Φ. Φίλωνος. «Ἐκλογὴ Λευκάδος· διὰ τοὺς λόγους τούτους τὸ τμῆμα γνωμοδοτεῖ, ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου, δι’ ἔλλειψιν ἀποχρωσῶν ἀποδείξεων, καὶ ἡ κατὰ τοῦ κυρίου Σέρβου καὶ λοιπῶν, ὡς ἀόριστος, ἀφῃρημένη καὶ ἀνυπόστατος, νὰ ἐπικυρωθῇ δὲ ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, καὶ νὰ κηρυχθῶσιν νόμιμοι αὐτῆς βουλευταὶ οἱ κύριοι Γερ. Σέρβος, Σπυρ. Βαλαωρίτης καὶ Ἀλέξ. Σταματόπουλος.» Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας. «Ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς τοῦ ΣΤʹ. τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, ἐπειδὴ δὲν ἐπείσθη ἀρκούντως περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, γνωμοδοτεῖ νὰ σταλῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐπὶ τόπου τὰ παράπονα τῶν ἐνισταμένων, διότι εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς δὲν δύνανται ν’ ἀνευρεθῶσιν βασίμως. Γ. Μ. Ῥοῦφος. Γ. Ἀρώνης.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§121ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε. — Δύο ἐνστάσεις ὑπάρχουσι, κύριοι, κατὰ τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος· ἡ μὲν πρώτη τοῦ ἐπιλαχόντος κυρίου Καλκάνη κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, ἡ δὲ δευτέρα ἔνστασις ἐκλογέως τινὸς Στυγιάννου, διὰ τῆς ὁποίας προσβάλλεται ὅλη ἡ ἐκλογὴ καὶ ζητεῖται ἡ ἀποστολὴ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν διατρεξάντων. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος ἀπέῤῥιψε τὴν ἔνστασιν τοῦ κυρίου Καλκάνη διστάζουσα, διότι εἰς τὴν πρότασιν πρὸς τὴν Βουλὴν εἶπεν ὅτι τὰς ἀποῤῥίπτει δι’ ἔλλειψιν ἀποχρωσῶν ἀποδείξεων· ἀπέῤῥιψε δὲ ὅλως διόλου τὴν ἔνστασιν τοῦ κυρίου Στυγιάννη. Ἡ δὲ μειονοψηφία τρόπον τινὰ τὴν παρεδέχθη, διότι ἐζήτησε τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Ἄλλα μέλη τοῦ τμήματος ἐπεφυλάχθησαν, καὶ αὐτὰ διστάζοντα τρόπον τινὰ, περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Δὲν συμμερίζομαι τὴν πρότασιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, οὔτε τὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας· ἀρχίζω ἀπὸ τὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ διεγείρωνται ὑπόνοιαι ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Ζέρβου καὶ Σταματοπούλου· δὲν ὑπάρχουσι προηγούμενα νὰ διαγείρωσιν εἰς ἡμᾶς τοιαύτας ὑπονοίας, καὶ περὶ τούτου ἀναφέρομαι ὅλως διόλου εἰς τὰς σκέψεις τῆς πλειοψηφίας. Ἠθέλομεν πρὸς τούτοις ἀδικήσει τοὺς κυρίους τούτους, καθ’ ὅσον νομίζω, ὅτι ἡ ἔνστασις ἡ ὑπογραφεῖσα παρὰ τοῦ πολίτου Στυγιάννη, εἶναι συκοφαντία, ὅτι εἶναι σκευωρία ὑπαγορευθεῖσα παρὰ τοῦ κυρίου ἀντιπάλου τοῦ κ. Ζέρβου, τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου. Στηρίζω δὲ τὰς ὑπονοίας μου ταύτας εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κύριος Στυγιάννης υἱὸς πατρὸς Καλαβροῦ τινος ἐκ Λευκάδος εἶναι ὁ πράκτωρ· (κύριε γραμματεῦ, σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειώσητε ἀκριβῶς, διότι πρόκειται περὶ προσώπου ἀπόντος καὶ ἰδιαιτέρου, τοῦ Βαλαωρίτου, ὅστις φαίνεται ὅτι ἐπροτίμησε ν’ ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν·) ὁ κύριος Στυγιάννης εἶναι πράκτωρ τοῦ κυρίου Μπίνι, ταμία Κερκύρας, τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις τοῦ ὁποίου μετὰ τοῦ κ. Βαλαωρίτου δυστυχῶς καλῶς γινώσκει ἅπασα ἡ ὑπαλληλία τοῦ τόπου μου, ἡ ὁποία φορολογεῖται αἰσχροκερδῶς διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς προεξοφλήσεως τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων. Παρατηρήσατε τὴν ἔνστασιν τοῦ κ. Στυγιάννη, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι αὕτη τείνει κυρίως νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Ζέρβου, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους, ἐπιῤῥίπτει γενικὴν μομφὴν δωροδοκίας· διὰ τοῦτο συμπεραίνω, ὅτι δὲν δυνάμεθα καθόλου νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐνστάσεις κατὰ τῶν δύω βουλευτῶν Ζέρβου καὶ Σταματοπούλου, καὶ ἑπομένως ἔρχομαι μόνον ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κύριον Βαλαωρίτην, τὸ πρᾶγμα ἔχει πολὺ διαφορετικά· μία ἐκ τῶν κυριωτέρων ἐνστάσεων εἶναι ἡ δωροδοκία, ἡ κατάχρησις τῆς ᾀδομένης βασιλικῆς εὐνοίας καὶ ἡ ἐπέμβασις τῶν κυβερνητικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ τμῆμα παρεδέχθη ταῦτα πάντα ὡς γεγονότα στηριζόμενα εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν Ἑπτανήσῳ· καὶ ἐγὼ πείθομαι, καὶ ἐγὼ τοιαύτην γνώμην ἔφερα μετ’ ἐμοῦ ἀναχωρῶν ἐκ Κερκύρας. Ὁ κύριος Βαλαωρίτης, τὸ εἶδα καὶ τὸ γνωρίζω, εἰσήγαγεν ἐν Κερκύρᾳ τὰ δύω ταῦτα μέσα πρὸς διαστροφὴν τῶν ἐκλογῶν, τὰ εἰσήγαγεν ὑπὲρ τῶν φίλων του, τὰ εἰσήγαγεν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν του· πείθομαι καὶ ἐκ προηγουμένων γεγονότων, διότι κατὰ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, ὡς γινώσκουσιν ἴσως πολλοὶ τῶν ἐνταῦθα βουλευτῶν, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐδόθησαν καταμηνύσεις δωροδοκίας ἀπὸ ἀξιότιμα πρόσωπα τῆς Λευκάδος, οἷος ὁ κύριος Τσαρλαμπᾶς καὶ ὁ βουλευτὴς Λευκάδος κύριος Σταματόπουλος. Αὐτὴ ἡ ἔνστασις τῆς δωροδοκίας πέρυσιν ἀπεῤῥίφθη, καὶ δὲν εἶναι διόλου παράδοξον, ὅτι πέρυσι παρ’ ἐκείνης τῆς Βουλῆς ἀπεῤῥίφθη ἄνευ ἐξετάσεως. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας εἰς τὰς σκέψεις τοῦ τμήματος, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας εἰς τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ὑπογραφῆς των ἐπικυρόνουν τοιαύτας σκέψεις. Προσέξατε ὅτι τὰ μέλη τοῦ τμήματος τῆς πλειονοψηφίας ἀνήκουν εἰς διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος· εἷς μόνος ἀνήκει εἰς τὴν Ἑπτάνησον· καὶ οὗτοι πάντες παραδέχονται ὡς ὁμολογούμενον, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προεῖπον μετεχειρίσθη ἀείποτε ὁ κύριος Βαλαωρίτης. Ἐρωτῶ τὴν συνείδησίν σας, ἐὰν διὰ τῆς ἐξασκήσεως αὐτῶν τῶν μέσων δὲν μεταβάλλεται τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, μολονότι ὑπάρχει ἰσχυρὰ ἀντίδρασις ἐν Λευκάδι, τῆς ὁποίας ἀρχηγὸς καὶ πρόσωπον κύριον εἶναι ὁ Κ. Σέρβος. Ἐπιλαμβανόμενον τὸ τμῆμα τῆς προσβολῆς τοῦ Κ. Καλκάνη, οὐδὲν τῶν ἐπιχειρημάτων ἀναιρεῖ, ἀλλὰ πάντα τὰ παραδέχεται, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα φαίνεται ὅτι δὲν ἐνόμισε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν πρότασιν τοὐλάχιστον τῆς ἀναστολῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Εἶναι καλὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλας τὰς ἐνστάσεις τοῦ κ. Καλκάνη, καὶ μετὰ ταῦτα τὰς σκέψεις τοῦ τμήματος.
§122ΤΙΝΕΣ. Τὰς ἔχομεν.
§123ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη, παρακαλῶ.
§124ΕΤΕΡΟΙ. Ὁρίστε, ὁρίστε, κύριε Πολυλᾶ, ὅσοι τοὺς κακοφαίνεται, ἂς μὴ ἀκούσουν.
§125ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐνίσταται ὁ ἀξιότιμος Κ. Καλκάνης, ὅστις δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ θέσῃ φανερὰ τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὰς ἐνστάσεις, διότι βεβαίως δὲν ἐφοβεῖτο νὰ ἐξελεγχθῇ ψευδόμενος, ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοῦτο διακρίνονται ἀπὸ τὰς ἄλλας τοῦ Στυγιάννη, ὅστις ὡς σᾶς εἶπον εἶναι ὄργανον, καὶ ἐκάλυψε τὰς σκευωρίας τῶν ἄλλων. 1) «Διότι ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου Βαλαωρίτου, διαδίδοντος ψευδῶς, ὡς εἶναι πασίγνωστον, ὅτι εἶναι ὁ εὐνοούμενος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ ὅτι δῆθεν χάριν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἐπίσκεψίν του, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀπῆλθεν εἰς Λευκάδα ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἔλαβε χώραν Κυβερνητικὴ ἐπέμβασις, ἐνεργούντων τοῦ τε Ἐπάρχου, τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, πρὸς δὲ καὶ τῶν δημάρχων Λευκαδίων καὶ Καρυᾶς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν καὶ τὰς θελήσεις αὐτοῦ πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἐκλογῆς του. 2) «Διότι παρὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου Βαλαωρίτου καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς τῆς ἐπαρχίας ταύτης πρὸς ἀμοιβὴν τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀνεψιοῦ του Θ. Ἀραβανῆ ὡς γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου, ὀφειλομένου εἰς τὸν αὐτὸν Βαλαωρίτην καὶ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τῆς διατηρήσεώς του ἐν τῇ αὐτῇ θέσει· ἕνεκα δὲ τῶν σχέσεων καὶ ὑποχρεώσεων τούτων ὁ μὲν ῥηθεὶς Ἀραβανῆς διορισθεὶς παρὰ τοῦ Ἐπάρχου ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διαλογὴν τῶν ψήφων ἐν τῷ δήμῳ Καρυᾶς, μετέβη ἐκεῖσε καὶ διαμείνας κατὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας τὰς ὑστέρας τῶν ἐκλογῶν, ἐνήργει ἀναφανδὸν, παριστάμενος ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας· ὁ δὲ ἕτερος ἀνεψιὸς τοῦ Ἀρχιερέως Ἰωάννης Κουτρουλιώτης, καθὸ δήμαρχος καὶ πρόεδρος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Καρυᾶς ἐνήργησεν, ὥστε ἡ κάλπη τοῦ ὑποψηφίου Μ. Καλκάνη, ἀντιπάλου τοῦ Βαλαωρίτου, νὰ μὴν ᾖναι ὁμοία, ἀλλὰ μικροτέρα καὶ διάφορος κατὰ τὸ σχῆμα τῶν ἄλλων, πρὸς δὲ προητοιμασμένη, ἵνα μετ’ εὐκολίας φραχθῇ τὸ μέρος τοῦ ΝΑΙ καὶ τὰ σφαιρίδια μεταφέρωνται εἰς τὸ μέρος τοῦ ΟΧΙ, ὅπερ ἀνακαλυφθὲν μετὰ τὴν ψήφισιν πλειόνων τῶν 230 ἐκλογέων, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀλλαγὴν τῆς αὐτῆς κάλπης, ἀντικατασταθείσης δι’ ἄλλης ὁμοίας τῶν λοιπῶν. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ πρώτη κάλπη ἐτέθη ἐπὶ τῇ ψευδεῖ προφάσει ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη, ἐνῷ ὅτε ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς, εὑρέθη ἄλλη κάλπη ὁμοία ταῖς λοιπαῖς. Ὁ αὐτὸς δὲ Κουκουλιώτης καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ἐπιτροπῆς μέλη, μεροληπτοῦντα καὶ αὐτὰ, παρὰ τὸν νόμον ἐπέτρεψαν εἰς τὸν Ἀριστοτέλην Βαλαωρίτην, ἐξάδελφον τοῦ ὑποψηφίου, νὰ ἵσταται ἐπὶ τῆς κάλπης αὐτοῦ χωρὶς νὰ ᾖναι ἀντιπρόσωπός του. 3) «Διότι τέλος ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Σ. Βαλαωρίτου ἀπέναντι τοῦ Μ. Καλκάνη ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διὰ χρημάτων καὶ ὑποσχέσεων διαφθορᾶς, σκανδαλωδῶς καὶ ἀσυστόλως ἐνεργηθείσης ταύτην τὴν φορὰν ἐν τοῖς δήμοις τῆς πόλεως, τῆς Καρυᾶς, τῆς Ἐξανθείας, τῶν Ἀπολλωνίων καὶ τοῦ Ἐλλομένου δι’ ἐπὶ τούτῳ ἐπιτετραμμένων ἀτόμων.» Σᾶς ἀναγινώσκω τώρα τὰς σκέψεις τοῦ τμήματος. «Ἐπειδὴ ἥ τε πρώτη καὶ ἡ τρίτη αἰτίασις τῆς τοῦ κυρίου Καλκάνη ἐνστάσεώς εἰσιν ἀόριστοι,» (ὅπερ δὲν τὸ παραδέχομαι) «διότι μολονότι ἐν Ἑπτανήσῳ, ἡ κοινὴ γνώμη, ὡς λέγεται,» διατὶ, ὡς λέγεται; καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ ἴσως εἶναι λάθος τῆς συντάξεως· «πολλάκις ἐξηγέρθη, ὡς καὶ ὁ ἐνιστάμενος ὑποστηρίζει, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ κύριος Σ. Βαλαωρίτης μεταχειρίζεται συνήθως κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τὴν ἐπιῤῥοὴν, ἣν ἔχει ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἐν τῇ αὐλῇ καὶ τὴν χρηματικὴν διαφθορὰν, πρὸς ἐκφόβισιν καὶ ἐξώνησιν τῶν συνειδήσεων, ὅπως ἐκλεχθῇ βουλευτὴς, πλὴν, οὐδεμία περὶ τούτου ὡρισμένη καὶ θετικὴ ἀπόδειξις προσάγεται, ὥστε νὰ διαβεβαιώσῃ τις μετὰ τῆς δεούσης ἀκριβείας, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ δὲν εἶναι προϊὸν τῆς ἀγάπης τῶν συμπατριωτῶν του». Σᾶς φαίνεται, κύριοι, ὅτι αὐτὴ εἶναι γλῶσσα ἀνθρώπων μὴ δισταζόντων περὶ τῆς γνησιότητος τῆς ἐκλογῆς; Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτας σκέψεις καὶ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοὐλάχιστον ν’ ἀναστείλωμεν τὴν ἀπόφασίν μας, ἵνα ἀνακαλυφθῇ ἐὰν ὁ κ. Καλκάνης εἶναι συκοφάντης καὶ ὕστερον ἀπὸ τόσα προηγούμενα; Ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. «Νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου δι’ ἔλλειψιν ἀποχρωσῶν ἀποδείξεων». Ἠξεύρετε πόθεν εἶναι δανεισμένη αὐτὴ ἡ ἔκφρασις; Ἐκ τῆς παλαιᾶς ἰονικῆς νομοθεσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δικασταὶ ἀπέλυον τοὺς κακούργους δι’ ἔλλειψιν ἀποδείξεων, καὶ μετὰ ταῦτα τοὺς ἔθετον ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἀστυνομίας. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς εἰς μίαν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τοιαύτην ἀπόφασιν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ περισσότερον· μόνον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται ὁ κ. Βαλαωρίτης. Ἐγὼ μολονότι ἀποστρέφομαι οἱοδήποτε μέσον νοθεῦον τὰς ἐκλογὰς, περισσότερον παρὰ κάθε ἄλλο ἀποτροπιάζομαι τὴν δωροδοκίαν καὶ τὴν σκανδαλώδη ἀνάμιξιν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἠξεύρετε τί κάμνει ἐκεῖνος, ὅστις ἀγοράζει τὰς ψήφους τῶν πολιτῶν του; συνειθισμένος εἰς τὰς προεξοφλήσεις, κάμνει προεξόφλησιν τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος· ἠξεύρετε τί κάμνει, ὅταν ἀναμιγνύῃ τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος; προσπαθεῖ νὰ συνειθίσῃ τὸν λαὸν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ θέλησις ἑνὸς μόνου καὶ ὄχι τὸ σύνταγμα θὰ διέπουν τὰ τῆς πολιτείας. Περαίνων τὸν λόγον διαβεβαιῶ ἡμᾶς, ὅτι ἡ φιλτάτη μου πατρὶς μοῦ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν, ἵνα κατὰ πρώτην φορὰν ἐρχόμενος ἐνταῦθα, καταπολεμήσω τὸν κ. Βαλαωρίτην, ὅταν μοὶ παρέχηται εὔλογος καὶ νόμιμος εὐκαιρία (χειροκροτήματα παρά τινων).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τοὺς ἀκροατὰς ὅτι οὔτε νὰ ἐπιδοκιμάζουν, οὔτε νὰ ἀποδοκιμάζουν τοῖς ἐπιτρέπεται.
§127Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Μετὰ μεγάλης μου λύπης, κύριοι, ἤκουσα πρώτην φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐκφερόμενον τὸ ὄνομα τῆς Α. Μεγαλειότητος καὶ ἀναμιγνυόμενον εἰς πάθη τῶν πολιτῶν. Εὐτυχῶς (λέγω τοῦτο μετὰ παῤῥησίας καὶ πεποιθήσεως) ἡ Ἑλλὰς ἀφότου ἔλαβε τὴν σημερινὴν δυναστείαν, δὲν δύναται, δὲν τῆς ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ἡ βασιλικὴ ἀρχὴ ἐπεμβαίνει εἰς τὰς ἐκλογάς.
§128ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτὸ, δὲν τὸ εἶπεν οὐδείς.
§129ΡΩΜΑΙΟΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην τοὐλάχιστον ἔχει ὁ τόπος, ὅτι ὁ Βαλαωρίτης κυβερνᾷ.
§130ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος μάλιστα, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζω τὴν βασιλείαν, διότι γίνεται σκανδαλώδης κατάχρησις τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐξουσιοδοτημένοι νὰ τὸ κάμουν. Ν’ ἀναιρέσητε αὐτὸ, διότι δὲν τὸ εἶπον· ἐὰν ἤμην πεπεισμένος, ἤθελον τὸ εἰπεῖ.
§131Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ, ἡ ὁποία ἐτέθη τόσον ὑψηλὰ ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς τῆς πολιτείας καὶ ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, παρεγνώρισεν ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὰ καθήκοντά της καὶ ἠθέλησε νὰ ἐνεργήσῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην ἐπέμβασιν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ· μάλιστα πρέπει νὰ σεμνυνώμεθα ὅτι ἀπεκτήσαμεν βασιλικὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ἄπειρον, τὸν ἀπεριόριστον σεβασμὸν πρὸς τοὺς θεσμούς μας. Ἑπομένως, κύριοι, κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἰσχύουν καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπου τοσοῦτον ἐπιθυμοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν συνταγματικὰς ἀρχὰς, κατὰ τὰ συνταγματικὰ αὐτὰ, λέγω, ἔθιμα, τὰ ὁποῖα πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐπικρατοῦν εἰς ἄλλα ἔθνη, προηγούμενα ἡμῶν ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ σταδίου, εἷς τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ τῶν μεγάλων τοῦ κράτους ἐξουσιῶν καὶ τοῦ ἰδιαιτέρου σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ἡ πολιτεία πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, διὰ νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ τὸ τοιοῦτον πολίτευμα εἶναι, ὅτι οὐδέποτε εἰς οὐδεμίαν περίστασιν καὶ διὰ κανένα λόγον πρέπει ν’ ἀναφέρηται τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Οὗτος εἶναι εἷς τῶν θεμελιωδεστέρων ὅρων τοῦ Ἀγγλικοῦ κανονισμοῦ τοῦ κοινοβουλίου. Κατ’ αὐτὸν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα καὶ οὐδέποτε ν’ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως καὶ μάλιστα δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ κοινοβούλιον, ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον. Βεβαίως ὁ νῦν πρόεδρος δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι τοιοῦτον αὐστηρὸν καθῆκον τῷ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν κ. Πολυλᾶν ἀπὸ τοῦ νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Μεγαλειότητος. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης καταχρᾶται τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Μεγαλειότητος. Καὶ διότι εἷς πολίτης καταχρᾶται, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῇ τις τὴν ἁρμοδιότητα, τὴν ἐπέμβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ τὸν περιορίσῃ; ποία κατάχρησις δὲν γίνεται εἰς τὰς ἐκλογὰς εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα; ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ κοινὴ συνείδησις, ὑπάρχει ὁ ὀρθὸς νοῦς, ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται διὰ μιᾶς νὰ διαψεύσουν μίαν τοιαύτην βλάσφημον ἰδέαν· καὶ ἂν ἦτο, κύριοι, δυνατὸν τοιαύτη κατάχρησις νὰ ἔλαβε χώραν καὶ νὰ ἐπιστεύθη κἄν διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔχει εὔνοιαν πρὸς ἓν πρόσωπον ἐκλεγόμενον, φρονῶ, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἤθελε καταγάγει τὴν νίκην κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα τί μᾶς ἀποδεικνύουν; Εἰς τὴν Κέρκυραν μᾶς ἀποδεικνύουν, ὅτι οἱ προστατευόμενοι ὑπὸ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου ἀπέτυχον καὶ ἐπέτυχον οἱ τῆς ἐναντίας μερίδος.
§132ΡΩΜΑΙΟΣ. Ποῦ; εἰς τὴν Κέρκυραν;
§133ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν.
§134ΡΩΜΑΙΟΣ. Μὰ ἐκεῖ δὲν ἐπηρεάζει κανεὶς, οὔτε ὁ θεὸς ὁ ἴδιος· ἀλλ’ εἰς τὴν Λευκάδα δὲν εἶναι ἔτσι.
§135ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι τώρα περὶ τῆς Κερκύρας, διὰ ν’ ἀποδείξω ψευδὲς τὸ περὶ Λευκάδος ἐπιχείρημα.
§136ΡΩΜΑΙΟΣ. Περὶ Λευκάδος.
§137ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶπον ὅτι προσεπάθησαν νὰ εἰσαγάγουν αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ἀλλὰ περὶ Λευκάδος εἶναι ὁ λόγος.
§138ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ αὐτὸς λόγος ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν νῆσον τῆς Λευκάδος. Ὁ κ. Βαλαωρίτης δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀναδεικνύεται, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Λευκάδος· νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐν σειρᾷ ἐτῶν πάντοτε ἀντιπροσωπεύει τὴν Λευκάδα, καὶ εἰς τὴν Ἰόνιον πολιτείαν καὶ παρ’ ἡμῖν. Ὁ κ. Βαλαωρίτης εἶναι ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, καὶ διότι ἀνήκει εἰς μίαν οἰκογένειαν πλουσίαν καὶ ἰσχυρὰν καὶ διὰ τινα ἄλλα προτερήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ.
§139ΓΑΪΤΑΣ ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Εἶναι ὁ πανηγυρικὸς αὐτὸς, κύριε ὑπουργέ;
§140ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν συνειθίζω νὰ κάμνω πανηγυρικὸν εἰς κανένα.—Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ θεωρήσῃ σπουδαῖα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος. Εἶναι δὲ ἀνάγκη, νομίζω, νὰ γίνῃ γνωστὸν, ὅτι ἡ μεταβολὴ, ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διὰ τῆς ἑνώσεώς της μετὰ τῆς Ἑλλάδος, παρήγαγε καὶ ἐκεῖ μίαν διαίρεσιν διὰ τὸν λαὸν, δὲν εἶναι ὁμοφωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῶν πολιτικῶν, οὔτε ὁμοφωνία πηγάζουσα ἐκ τοῦ παρελθόντος, οὔτε ἐκ τῶν συμφερόντων τῶν παρόντων, ἑπομένως ὑπάρχουν δύο κόμματα εἰς ὅλας τὰς νήσους, τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὸ ἓν νὰ καταβάλῃ τὸ ἄλλο εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας καὶ ἐκ τούτου πηγάζουν αἱ ἀμοιβαῖαι μομφαί. Ὁ κ. Βαλαωρίτης δὲν πιστεύω νὰ μετεχειρίσθη τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως, διότι εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὸ καθῆκόν του εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν περισσότερον παντὸς ἄλλου, ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας καὶ ἀπὸ τὴν ἠθικήν. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ἐὰν ἡ κατηγορία ἦτο βάσιμος καὶ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὰς ἀκοὰς τῆς Α. Μεγαλειότητος, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης ἤθελεν ἀπολέσει πολὺ ἐκ τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ χαίρῃ παρ’ Αὐτῇ.
§141ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, κύριοι, (καὶ ἀναφέρω τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, διότι γεγονότα τῆς Συνελεύσεως μὲ προκαλεῖ νὰ ὑπομνήσω ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι παρευρέθητε εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην, εἶχε συνήθως ἕνα τύπον προεισαγωγῆς τῶν ὁμιλιῶν του, καὶ μᾶς ἔλεγε «κύριοι, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ κυρίου ζητήματος une question préalable, ἓν ζήτημα προκαταρκτικόν.» Ζήτημα προκαταρκτικὸν θέτω κἀγὼ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, «εἶναι ἐλεύθερος ὁ λόγος;» Τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου τὴν ἐπικαλοῦμαι πολὺ περισσότερον σήμερον παρὰ εἰς κάθε ἄλλην περίστασιν, Ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος εἶναι συζήτησις οὐχὶ κοινῆς ἐκλογῆς· θίγει πολλὰ, μακροχρόνια, μεγάλα ζητήματα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρώτην φορὰν ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνει μέρος ἄμεσον εἰς τὴν συζήτησιν ἐκλογικῶν καὶ προοιμιάζεται, ὅτι ὁ κ. Πολυλᾶς, ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας, κακῶς ἔπραξε ν’ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τῆς Α. Μεγαλειότητος, διότι τὸ ὄνομα τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρηται, διότι, διότι, διότι. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅταν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἀνήκων εἰς τὴν τότε ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία διήρκεσεν ἐπὶ δύο ἔτη, ἐπετίθετο κατὰ τοῦ κόμητος Σπόνεκ, εἶχε σκοπὸν νὰ προσβάλῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν Βασιλέα; ὅτε ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ἔγραφεν, ὡμίλει, ἐδημοσίευεν ἔγγραφα κατὰ τοῦ κόμητος Σπόνεκ, λέγουσα, θέλω τὸν Βασιλέα μου νὰ τὸν ἔχω Βασιλέα, θέλω μεταξὺ τῶν συμβούλων τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Βασιλέως νὰ μὴ ὑπάρχῃ διάμεσον οὐδὲν, ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη εἶχε σκοπὸν νὰ προσβάλῃ τὸν Βασιλέα; ὁ κ. Πολυλᾶς ὁμιλήσας περὶ καταχρήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Βαλαωρίτου ἢ τῶν φίλων του, περὶ καταχρήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Βασιλέως, εἶχε σκοπὸν νὰ θίξῃ οὔτε πόῤῥωθεν τὸν Βασιλέα; Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐάν ὁ Βασιλεὺς μάθῃ, ὅτι κατάχρησις τοῦ ὀνόματός του ἐγένετο εἰς τὰς ἐκλογὰς, θὰ στερήσῃ τῆς εὐνοίας του τὸν κ. Βαλαωρίτην· ἀλλὰ πῶς θὰ τὸ μάθῃ ὁ Βασιλεὺς, ἂν δὲν τὸ ἀκούσῃ ἐδῶθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; διότι ἡμεῖς δὲν πηγαίνομεν νὰ καταγγείλωμεν κρυφὰ εἰς τὰ ὦτα, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης (μὴ μὲ παρεξηγήσετε διὰ τὴν ἀποστροφὴν ταύτην) ὄχι· δὲν πηγαίνομεν νὰ διαβάλωμεν κρυφὰ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, χωρὶς οὗτοι νὰ ἠξεύρωσι τί κατ’ αὐτῶν εἴπομεν· ἀλλ’ ἐδῶ δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται ἡ καρδία μας, ὡς ἁγνοὶ πολῖται, ὡς ἁγνοὶ ὑπήκοοι τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, διὰ νὰ τὸ μάθῃ ὁ Βασιλεὺς καὶ νὰ τ’ ἀκούσωσι καὶ οἱ κατηγορούμενοι. Τὰ εἶπεν ὁ κ. Πολυλᾶς καὶ θέλω καὶ ἐγὼ εἰσέτι ἀναπτύξει τὸν λόγον μου ἐπ’ αὐτῶν, καὶ θέλω ὁμιλήσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν ἐλευθερίᾳ, διότι πρόκειται νὰ ὁμιλήσω κατὰ ἀτόμου ὅπως μὲ ἀκούσῃ ὁ Βασιλεύς. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης γινώσκει, ὅτι ὁσάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἰδιαιτέρως μετ’ Αὐτῆς, οὐδέποτε κακὸν περὶ οὐδενὸς ἀτόμου τῇ εἶπον, οὐδέποτε ὄνομα ἀτόμου ἀνέφερα εἰμὴ μόνον ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἀτόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἠδυνάμην νὰ εἴπω καλὸν, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ συστήσω κατὰ τὰς πεποιθήσεις μου. Προκειμένου νὰ ὁμιλήσωμεν, ἵνα ἀκούσῃ ὁ Βασιλεὺς, κατὰ ἀτόμου, τοῦ ὁποίου τὴν ἐνέργειαν νομίζομεν βλαβερὰν ἐν τῇ πολιτείᾳ, θέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ ν’ ἀκούσῃ νὰ πληροφορηθῇ καὶ τὸ ἄτομον ἐκεῖνο τί περὶ αὐτοῦ εἴπομεν, διότι δὲν θέλομεν νὰ μιμηθῶμεν ἐκείνους.... καὶ κρυφὰ νὰ κατηγορήσωμεν (εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου) ἑπομένως ἐρωτῶ· εἶναι ἐλεύθερος ὁ λόγος;
§142ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐλεύθερος, ἐνόσῳ δὲν προσβάλλει ἀρχὰς θεμελιώδεις.
§143ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος τὴν ὑπεστηρίξαμεν, κ. ὑπουργὲ, ἂν οὐχὶ πρὸ ὑμῶν, ἀλλὰ μεθ’ ὑμῶν· ὑπὲρ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ Συντάγματος ἤμην, εἶμαι καὶ θὰ ᾖμαι· ὑπὲρ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἀρχῆς ταύτης ἔρχομαι σήμερον νὰ ὁμιλήσω προειδοποιῶν τὴν Βουλὴν, ὅτι ἴσως ὁ λόγος μου θὰ παραταθῇ ὀλίγον, ὥστε ἐὰν ἡ Βουλὴ ᾖναι κουρασμένη νὰ διακόψωμεν.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· ἐξακολουθήσατε.
§145ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. Πολυλᾶ, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀμέσως ἀκυρωτέα ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Βαλαωρίτου πρέπει νὰ σταλῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐξετάσῃ· ὡς ἐκ τούτου δὲν συμφωνῶ ἐν μέρει οὔτε μὲ τὸ συμπέρασμα τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, οὔτε μὲ τὸ συμπέρασμα τῆς μειονοψηφίας. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος προτείνουσα τὴν γενικὴν ἔγκρισιν τῆς ἐκλογῆς ἔκαμε κατ’ ἐμὲ ἓν λάθος. Διότι ὡς πρὸς τὸν κ. Σέρβον δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν οὗτος ἐκλέγεται παρὰ τῆς πατρίδος του· ὁ κ. Σέρβος οὐδέποτε ἐξελέχθη τῇ βοηθείᾳ τῆς Κυβερνήσεως· τὸν κ. Σέρβον, διαρκούσης τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας, τὸν ἐπολέμησε πάντοτε κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ ἐξουσία, μεθ’ ὅλης ἐκείνης τῆς ἐπιθέσεως, μὲ τὴν ὁποίαν εἰς κάποιας ἐποχὰς ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπολεμοῦντο οἱ βουλευταί, οἵτινες προηγουμένως ἐκήρυττον ὅτι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ εἰσερχόμενοι θὰ ζητήσωσι τὴν πτῶσιν τῆς προστασίας. Ὁ κ. Σέρβος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὐδέποτε ἀπέτυχε, καὶ ὁ κ. Σέρβος κατὰ τὴν σημερινὴν ἐκλογήν του εἶχεν ἀνάγκην, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Στογιάννου, νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς λῃστὰς τῆς Ἀκαρνανίας, καὶ εἶχε ἀνάγκην νὰ τρέξῃ εἰς μέσα διαφθορᾶς; ἢ ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ περὶ τούτων εἰς ἀνάκρισιν; Ἀποκρούω καὶ ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω πᾶσαν ὑπόνοιαν κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σέρβου. Δὲν παραδέχομαι ἐν συνόλῳ τὸ συμπέρασμα τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος ὑπὲρ τῆς ὅλης ἐκλογῆς, διότι τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἀναιρεῖται, καθὼς σᾶς εἶπε πολὺ καλὰ ὁ κ. Πολυλᾶς, ἀπ’ αὐτὰς τὰς σκέψεις τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος. Παραδέχεται ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος ὅτι, ναὶ μὲν ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Ἑπτανήσῳ ἐξηγέρθη πολλάκις διὰ τὴν κατάχρησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπὲρ τοῦ κ. Βαλαωρίτου, διὰ τὴν ἐπέμβασιν τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, διὰ τὴν δωροδοκίαν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν, λέγει τὸ τμῆμα, ἐναργεῖς ἀποδείξεις! καὶ εἰς δευτέραν ὑπόθεσιν μεταβαίνουσα ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος βαρυτέραν τῆς πρώτης (καὶ θέλω ἐξηγηθῆ μετ’ ὀλίγον διατί) λέγει, ὅτι δύναται ἡ ἐκλογὴ αὕτη νὰ ὀφείληται εἰς τὴν ἀγάπην τῶν συμπολιτῶν τοῦ κ. Βαλαωρίτου· ἀμφιβάλλει λοιπὸν τὸ τμῆμα, ἐὰν ἐτέθησαν ἢ ὄχι εἰς ἐνέργειαν τὰ μέσα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορεῖται ὁ κ. Βαλαωρίτης, ὅτι ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν· ἀμφιβάλλει ἂν ἡ ἐκλογή του εἶναι προϊόν τῆς ἀγάπης τῶν συμπολιτῶν του, καὶ ἕνεκα τῶν δύο τούτων ἀμφιβολιῶν προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν· ἀλλ’ ἂν δύο ἀρνήσεις κάνουν μίαν κατάφασιν, δύο ἀμφιβολίαι δὲν κάμνουν μίαν διαβεβαίωσιν.
§146ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἡ σκέψις εἶναι τοῦ εἰσηγητοῦ, ἡμεῖς μόνον τὸ διατακτικὸν γνωρίζομεν.
§147ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ διατακτικὸν λοιπὸν, κύριε βουλευτὰ, «διὰ τοὺς λόγους τούτους γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σπυρ. Βαλαωρίτου δι’ ἔλλειψιν ἀποχρωσῶν ἀποδείξεων» εἶναι τοῦτο τὸ διατακτικὸν τοῦ ὅλου τμήματος ἢ ὄχι; ἐρωτῶ τὸν διακόψαντά με κύριον βουλευτήν· ὅταν δὲν ἔχῃς ἀποχρώσας ἀποδείξεις περὶ τῆς γνησιότητος μιᾶς ἐκλογῆς, ἠμπορεῖς νὰ τὴν ἐπικυρώσῃς; ἐὰν αἱ ἀμφιβολίαι σου περὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης ᾖναι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι δύνανται διὰ τῆς ἐξετάσεως ν’ ἀρθῶσιν, ὀφείλεις νὰ κάμῃς τὴν ἐξέτασιν, ὅπως φθάσῃς εἰς ἓν θετικὸν ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν αἱ ἀμφιβολίαι σου ᾖναι τοιαῦται, ὁποῖαι δὲν δύνανται δι’ ἐξετάσεως ν’ ἀρθῶσιν, ὀφείλεις ν’ ἀκυρώσῃς. Ἐπειδὴ ὑποθέτεις ὅτι αὐτὸς ὁ βουλευτὴς εἶναι νόμιμος, ἐπειδὴ δὲν ἔχεις ἀποχρώσας ἀποδείξεις, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχεις ἴσως τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικυρώσῃς, ἀλλ’ ὀφείλεις ν’ ἀκυρώσῃς· ἐξηγοῦμαι. Παρουσιάζεται εἷς ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος πλειοψηφεῖ ἐπὶ τοῦ ἀντιπάλου του κατὰ 20 π. χ. ψήφους. Σᾶς παρουσιάζεται ἡ ἔνστασις ὅτι 20 ἢ 25 ἐψηφοφόρησαν χωρὶς νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσωσιν· αὐτοὶ οἱ 25, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσωσιν, ὑπὲρ τίνος ἐψηφοφόρησαν; Δὲν γνωρίζεις· ἠμπορεῖ νὰ ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τοῦ ἀποτυχόντος, ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος, καὶ τότε ἐπηρέασαν τὸ ἀποτέλεσμα. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν τί θὰ κάμῃς; Ἡ ἐξελεγκτικὴ νομολογία ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν σοὶ λέγει ν’ ἀκυρώσῃς, διότι δὲν ἠμπορεῖς νὰ εἴπῃς, ὅτι αὐτὸς ὁ βουλευτὴς ἔχει πλήρη, ἔχει καθαρὰν, ἔχει ἀναμφισβήτητον τὴν πλειονοψηφίαν ὑπὲρ αὐτοῦ. Αἱ ἐνστάσεις αἱ κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Βαλαωρίτου εἶναι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται ν’ ἀνερευνηθῶσιν; εἶναι ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ; οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο· ὀφείλει νὰ τὰς ἐρευνήσῃ, δὲν δύναται νὰ τὰς ὑπερπηδήσῃ. Ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις, διότι ἔῤῥιψεν ὁ κ. Καλκάνης, ὅσον ἀξιότιμος καὶ ἂν εἶναι, μερικὰς ὑπονοίας κατὰ τοῦ κ. Βαλαωρίτου, περὶ καταχρήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ βασιλέως, περὶ δωροδοκίας ἢ ἐπεμβάσεως τῶν ἀρχῶν, διὰ τοῦτο θὰ προβῶμεν εἰς ἀνάκρισιν; ὄχι σᾶς λέγω καὶ ἐγώ· δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ αἰτήσει παντὸς, καὶ διὰ πᾶσαν διεγειρομένην ὑπόνοιαν νὰ προβαίνῃ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις εἰς ἀνακρίσεις. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι κατά τινων ὑπόνοιαί τινες, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ· οὕτω π. χ. ἄν τις σᾶς ἔλεγε περὶ ἐμοῦ, κατηγορῶν τὴν ἐκλογὴν μου, ὅτι τὴν ἐκέρδησα καταχρώμενος τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Μ. μὰ τὸ ναὶ, δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ σταματήσητε, διότι τίποτε δὲν βλέπετε, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγείρῃ ὑπόνοιαν περὶ τούτου· διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων πρὸ 14 μηνῶν δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἴδω τὴν Α. Μ. καὶ τὸ ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων, δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ πορευθῶ εἰς τὰ ἀνάκτορα, εἰμὴ ὅταν ἡ ὑπηρεσία, ἢ τὸ καθῆκον μὲ προσεκάλει. Ἐὰν ἐξ ἐναντίας ἐγνωρίζετε περὶ ἐμοῦ ὅτι ἔχω διακεκριμένην θέσιν ἐν τῇ αὐλῇ, ὅτι καυχῶμαι, καὶ προσπαθῶ νὰ τὸ μάθῃ ὁ κόσμος ὅλος, ὅτι δύναμαι νὰ διορίζω Αὐλάρχας, Ἱπποκόμους καὶ λοιποὺς, καὶ ἂν ἐγνωρίζετε ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὰ αὐλικὰ ἐπεκτείνεται ἡ ὑποτιθεμένη ἐπιῤῥοή μου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ κυβερνητικὰ, καὶ ἂν ἠθέλατε μὲ ἀκούσει καυχώμενον ὅτι ἐν ᾧ ὑπῆρχε μία κυβέρνησις ἡ ὁποία ὑπεστηρίζετο ἀπὸ μίαν μεγάλην πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγὼ ἐπορευόμην νὰ συναντήσω τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως καὶ τὴν κυβέρνησιν κρημνίσω καὶ τὴν Βουλὴν διαλύσω, καὶ ἔπειτα τὰ γεγονότα ἤθελον ἐπέλθει νὰ βεβαιώσωσι τὰ λεγόμενά μου· ἐὰν ἐγνωρίζετε περὶ ἐμοῦ, ὅτι ἐκαυχήθην, ὅτι ἐσύστησα καὶ ἐκρήμνισα καὶ ἄλλας κυβερνήσεις καὶ ἤθελον εἶσθαι τοιαῦτα γεγονότα ἐνώπιον τοῦ κόσμου, τὰ ὁποῖα νὰ τὸν κάμουν νὰ πιστεύῃ εἰς τοῦτο, ἐὰν ἐγνωρίζετε περὶ ἐμοῦ ὅτι μόλις ἐσυστήθη ὁ τηλέγραφος εἰς τὴν πατρίδα μου, τὴν Ζάκυνθον, ἔτρεξα εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, προαναγγέλλων ὅτι πηγαίνω νὰ τηλεγραφήσω πρὸς τὴν Α. Μ. καὶ ὅτι μετ’ ὀλίγον οἱ ἄνθρωποί μου περιέτρεχον τοὺς δρόμους καὶ τὰ καφφενεῖα διαδίδοντες ὅτι ἔλαβα εἰς ἀπάντησιν τηλεγράφημα τοῦ Βασιλέως, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ συγχαίρει, ὁ Βασιλεὺς, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐκλογῆς· ἂν ἐγνωρίζετε πολλὰ ἄλλα ἀκόμη, καί τις σᾶς ἔλεγε «σταθῆτε, ὁ Λομβάρδος δὲν εἶναι γνήσιος βουλευτὴς, διότι κατεχράσθη τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ διὰ τῆς καταχρήσεως αὐτῆς ἔλαβεν τὰς 219 ψήφους, δι’ ὧν ὑπερτερεῖ τὸν ἀντίπαλόν του,» δὲν ἦτο τοῦτο ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον νὰ σᾶς σταματήσῃ καὶ νὰ σᾶς θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν, ἐὰν εἶναι νόμιμος ἢ ὄχι ἡ ἐκλογή μου; Ἐὰν τὰ γεγονότα ταῦτα ἤθελον παρουσιάζονται μαρτυρούμενα ἐνώπιόν σας, ὀφείλετε ν’ ἀκυρώσητε ἀμέσως· ἀλλ’ ἐὰν εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως ἀποδείξεων, εἴτε ὡς ἐκ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι δὲν ἠμπορέσατε νὰ βεβαιωθῆτε ἀμέσως, δὲν ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε, ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ; δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἑπτανησίους τοὺς γινώσκοντας τὸν τόπον μας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀμφιβάλλωμεν εἰς ὅ,τι δήποτε ἀναφέρεται εἰς τὸν τόπον μας· ἔχομεν τὴν πλήρη πεποίθησιν περὶ τῶν ὅσων σᾶς εἶπον, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἠθέλαμεν ἀκυρώσει ἀπ’ εὐθείας τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Βαλαωρίτου, ὡς παράνομον, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι βουλευταὶ ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐξετάσητε καὶ ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε, καθόσον δὲν ἔχετε ἐνωπιόν σας μόνην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Καλκάνη. Τὴν ἔνστασιν ταύτην τὴν ὑποστηρίζουν καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, τὴν ὑποστηρίζουν τὰ μέλη σας, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι, κύριοι, μυστήριον εἰς κανένα οὔτε ἐν Ἑπτανήσῳ οὔτε ἐν τῇ πρώην Ἑλλάδι, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης κατέχει μίαν θέσιν ἐν τῇ αὐλῇ, δὲν εἶναι μυστήριο ὅτι τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ αὐλῇ, θέλει ὁ κύριος Βαλαωρίτης νὰ μεταχειρίζηται οὐ μόνον δι’ αὐλικοὺς ἀλλὰ καὶ διὰ πολιτικοὺς σκοπούς. Δὲν εἶναι, κύριοι, μυστήριον εἰς κανένα, ὅτι ὁ κύριος Βαλαωρίτης ὁσάκις, διαρκούσης τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας, ἐξελέγετο, ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἐκήρυττεν ὅτι ὁ ἁρμοστὴς τὸν θέλει· καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε τὸν καταψηφίσει. Μετὰ τὴν παῦσιν δὲ τῆς προστασίας δὲν εἶναι μυστήριον, (βεβαίως χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρῃ ὁ βασιλεὺς, καὶ εἶμαι βέβαιος καὶ ἐγὼ, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι ἀφοῦ τὸ μάθῃ θὰ δυσαρεστηθῇ) ὅτι καθ’ ὅλας τὰς ἐκλογὰς τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἔφερεν ἐμπρὸς εἰς ὑποστήριξιν τῆς ὑποψηφιότητός του. Δὲν εἶναι μυστήριον ὅτι κατὰ τὸ 1868 ἀπήτησε, σὺν τοῖς ἄλλοις, νὰ τῷ σταλῇ, καὶ τοῦ ἐστάλη, ὁ σταυρὸς τοῦ Σωτῆρος ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς του, ὡς δεῖγμα ἵνα λέγῃ, «ἰδοὺ ἡ θέλησις τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος.» Δὲν εἶναι μυστήριον ὅτι ἐφέτος καὶ αὐτὸ τὸ ταξείδιον, τὸ ὁποῖο ἔκαμεν ἡ Αʹ τοῦ Μεγαλειότης εἰς Λευκάδα διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ληστείας, οἱ ἄνθρωποι τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου μεθηρμήνευσαν, ὅτι ἐγένετο ἐπίτηδες διὰ τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ κυρίου τούτου.
§148ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ὁ Βασιλεὺς ἐπῆγεν εἰς μίαν ἀκτήν.
§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά· ἐγὼ δὲν λέγω τὸ ἐναντίον, ἁπλῶς ἀναφέρω πῶς ἐξηγήθη τὸ ταξείδιον ἐκεῖνο. Τοιαύτη λοιπὸν κατάχρησις τοῦ βασιλικοῦ ὀνόματος δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ ὑπὲρ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου 219 ψήφους; ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἔλυσε τὴν ἀπορίαν ταύτην. Εἶπεν ἐὰν ἦτο γνωστὸν εἴς τινα ἐπαρχίαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐπιθυμεῖ τὸν δεῖνα ἢ τὸν δεῖνα διὰ νὰ ἐκλεχθῇ, οὗτος ἐξ ἀνάγκης ἤθελεν ἐκλεχθῇ. Συγχύσας δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τ’ ἀντικείμενα, ἐνόμισε· ὅτι θὰ πορισθῇ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἰδέας του καὶ ἠρώτησε, πῶς ὁ κ. Κουρκουμέλης δὲν ἐπέτυχεν εἰς Κέρκυραν; Σᾶς ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. Ῥωμαῖος, ἐγὼ δὲ προσθέτω, διότι οἱ Κερκυραῖοι πλησίον ἔχοντες τὸν Βασιλέα ἠδύναντο νὰ πληροφορηθῶσιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐνδιαφέρεται εἰς τὰ τοιαῦτα πράγματα. Ἀλλ’ ὁ ἁπλοῦς χωρικὸς τῆς Λευκάδος, ὁ ὁποῖος βλέπει ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀρχηγοῦ τούτου τῆς αὐλῆς δύναται νὰ διευθύνῃ καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν ἐν Λευκάδι· ὁ ἁπλοῦς χωρικὸς τῆς Λευκάδος δὲν θὰ πτοηθῇ ἀπ’ αὐτὴν τὴν κατάχρησιν τοῦ Βασιλικοῦ ὀνόματος; Ἐπαναλέγω, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐξετάσατε δὲ, ἂν δὲν πιστεύητε εἰς τοὺς λόγους μας, ἐξετάσατε νὰ πληροφορηθῆτε ἂν ἔγινεν ἡ κατάχρησις αὕτη. Ἀμφιβάλλετε; σᾶς τὸ διαβεβαιοῦμεν. Ἐξετάσατε νὰ βεβαιωθῆτε καὶ σεῖς.
§150ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Καὶ ὁ γαμβρὸς ὁ Δεντούρας τὰ διέδιδε.
§151ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἑπτανησίους δὲν εἶναι ζήτημα, εἶναι ἱστορία εἴκοσιν ἐτῶν· οἱ συνάδελφοι μόνον τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἔχουν ἴσως ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωσι.
§152ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Τὸ βασιλικὸν ἀτμόπλοιον τὸ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του.
§153Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν)....
§154ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ, κύριε ὑπουργὲ, δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό Δὲν δύνασθε ὅμως ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι, ὅταν ὁ ἀτμοδρόμων ἐπῆγεν εἰς τὴν Κέρκυραν μὲ τὰ ἔπιπλα τοῦ Βασιλέως, ἐπῆγε καὶ ὁ κ. Βαλαωρίτης μαζὺ μὲ τὰ ἔπιπλα διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ ὅτι καὶ ὁ ἀτμοδρόμων εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν του. Ἀφοῦ ὅμως, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, παραδέχεσθε, καὶ τὸ ὡμολογήσατε, ὅτι ἂν τυχὸν διαδοθῇ ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐπιθυμεῖ τὸν δεῖνα ὡς βουλευτὴν, ὁ βουλευτὴς αὐτὸς θὰ ἐκλεχθῇ, ἰδοὺ ἐνταῦθα ἔχετε τὴν κατάχρησιν ταύτην.
§155ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὴς ἡ συμπάθεια τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει οὔτε συμπαθείας οὔτε ἀντιπαθείας.
§156ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως τὸ συνταγματικὸν εἶναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Ἀλλ’ ἂν ἐγὼ καὶ σεῖς δημοσιεύσωμεν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι εἴμεθα ἀγαπητοὶ τοῦ Βασιλέως καὶ κατορθώσωμεν ὥστε ὁ κόσμος νὰ τὸ πιστεύσῃ, κατὰ δὲ τὴν ἐκλογήν μας θέτομεν ἐμπρὸς τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, τότε τί πρέπει νὰ γίνῃ; Προσπαθῶ νὰ ὁμιλήσω ὅσον τὸ δυνατὸν γενικώτερα, ὅσον τὸ δυνατὸν ἀφῃρημένα· μὴ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ κατέλθω εἰς καθέκαστα διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι καὶ σεῖς τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ, περὶ τῶν ὅσων λέγω, πεποίθησιν ἔχετε. Κανεὶς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ κατάχρησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως ἔσχε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ συγκεντρώσῃ ἀθεμίτως εἰς τὰς κάλπας τοῦ κ. Βαλαωρίτου τοὐλάχιστον 219 ψήφους, ἐγὼ λέγω καὶ πολὺ περισσοτέρας ἀλλὰ λέγω τοὐλάχιστον 219, ὅσαι δηλαδὴ ἤρκουν νὰ μεταλλάξωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Σᾶς ἐρωτῶ, τοῦτο εἶναι ἄλλο τι παρὰ νόθευσις τῆς ἐκλογῆς; ἐγὼ λέγω κἄτι τι περισσότερον, εἶναι ἡ χειρίστη τῶν νοθεύσεων, ἡ χειρίστη τῶν καλπονοθεύσεων, καὶ ἂν προχθὲς ἐπεκαλέσθητε, κ. ὑπουργοὶ, τὴν βοήθειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα σᾶς βοηθήσῃ νὰ σταματήσητε τοὺς καλπονοθευτὰς τῆς Κορινθίας, ἐπικαλοῦμαι σήμερον κἀγὼ τὴν σύμπραξίν σας καὶ τὴν ἐπιῤῥοήν σας ἐν τῇ Βουλῇ (τὰς ἀντιῤῥήσεις σας δὲν ἐπερίμενά ποτε)· ἐπικαλοῦμαι, λέγω, τὴν συνδρομήν σας, ὅπως σταματήσωμεν τὴν χειρίστην τῶν καλπονοθεύσεων, ἡ ὁποία ἔλαβε καὶ λαμβάνει χώραν εἰς τὸ κράτος. Τί εἶναι ἡ καλπονόθευσις τῆς Κορινθίας, κύριοι ὑπουργοί; ὁ χωρικὸς ὁ Α καὶ ὁ Β, ὁ φίλος ὁ Α ἢ ὁ Β, τοῦ ὑποψηφίου Γ τῆς Κορινθίας, θέτει τὴν χεῖρα ἐν τῇ κάλπῃ καὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ Ναὶ ἢ ἀπὸ τὸ Ὄχι τοῦ ὑποψηφίου σφαιρίδια καὶ τὰ ῥίπτει εἰς τὸ Ὄχι ἢ τὸ Ναί. Ἀλλ’ ἡ καλπονόθευσις αὕτη τί διαφέρει ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἐπιτήδειος, καθὼς τινες τοὺς ὠνόμασαν, ὁ καταχθόνιος, καθὼς ἡμεῖς τοὺς ἀποκαλοῦμεν, μεταχειρίζεται τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς φωνῆς του ἐπὶ τοῦ ὠτὸς τοῦ ἐκλογέως καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως προφέρων γαλβανίζει τὴν χεῖρά του καὶ οὕτω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔχει διωρισμένην νὰ ῥίψῃ εἰς τὸ Ναὶ, τὸν ὠθεῖ νὰ τὴν ῥίψῃ εἰς τὸ Ὄχι καὶ ἀντιστρόφως, αὐτὴ δὲν εἶναι καλπονόθευσις; ἡ χειρίστη τῶν καλπονοθεύσεων;
§157Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοιοῦτον φόβον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν.
§158ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς τὸ ἐβεβαιώσατε.
§159Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἀναμιγνύεται.
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ Βασιλέως, ἀλλὰ περὶ ἀνθρώπων καταχρωμένων τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Μὴ ὑποκινῆτε ἄλλας συζητήσεις· ἀφήσατέ με εἰς τὰ πράγματα τὰ γενικὰ, βλέπετε, ὅτι καὶ αὐτὰ ὅσον δύναμαι προσπαθῶ νὰ τὰ μετριάζω· μὴ μὲ ἀναγκάζητε νὰ κατέλθω εἰς τὰ καθέκαστα. Ὀφείλομεν νὰ σταματήσωμεν τὴν καλπονόθευσιν ταύτην, διότι, ἂν ἔχῃ καλπονοθευτικὴν ἱστορίαν, ὡς εἴπατε προχθὲς, ἡ ἐκλογὴ τῆς Κορινθίας, ἔχει ἱστορίαν τοιαύτην καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Λευκάδος. Ὅπως διορθώσωμεν λοιπὸν τὴν καλπονοθευτικὴν ταύτην ἱστορίαν, δὲν ζητοῦμεν μέσα ἴσως οὐχὶ ἐντελῶς νόμιμα καὶ λυσιτελῆ, οἷα τὰ διὰ τὴν Κόρινθον ἀποφασισθέντα, ἀλλὰ τὸ μέσον, ὅπερ ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἔχει πλῆρες δικαίωμα νὰ διατάξῃ, τὸν διορισμὸν δηλονότι ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως βεβαιωθῆτε ἂν ἐγένετο κατάχρησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως καὶ ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ὅτε εἴμεθα χωρισμένοι, ὁ καλπονοθευτὴς τῆς Λευκάδος μετεχειρίζετο διὰ τὴν καλπονόθευσίν του τὸ ὄνομα τοῦ ἁρμοστοῦ, σήμερον δὲ τὸ τοῦ Βασιλέως. Δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομήν σας καὶ τὴν ἐπιῤῥοήν σας ἐν τῇ Βουλῇ· διότι ἐξεδώκατε ἓν πρόγραμμα περὶ ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἐξετάζω τὰ διατρέξαντα εἰς πολλὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι τινὲς τῶν ὑπαλλήλων σας, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν μεταξὺ του, νὰ εἴπω, ὅτι ἰδίως τινὲς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐφήρμοσαν μὲ τόσην ἀκρίβειαν τὸ πρόγραμμά σας, ὥστε ἡ ὑπερτάτη ἀκρίβεια τῆς ἐφαρμογῆς του, ἔφθασεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὸ βλέμμα τοῦ παρατηρητοῦ συγχέεται μὲ τὸ τῆς ὑπερτάτης παραβιάσεως. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἴσως ἄλλοτε, σήμερον δὲν τὸ ἐξετάζω. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ προγράμματος περὶ ἀμεροληψίας κατὰ τὰς ἐκλογὰς, προεκηρύξατε διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως κἄτι τι ὑψηλότερον, κἄτι τι σοβαρώτερον, μᾶς συνεστήσατε ἐδῶ τὴν αὐστηρὰν καὶ ἀμερόληπτον ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ εἶναι αὐστηρὰ καὶ ἀμερόληπτος ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν νὰ παρουσιάζωνται τοιαῦται ἐνστάσεις κατὰ μιᾶς ἐκλογῆς, καὶ ἐνῷ ζητοῦμεν νὰ διαφωτισθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλὴ, νὰ ἔχωμεν ἀντιῤῥήσεις; ἐκεῖνο, κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὰς ἐκλογὰς, τὰς ὁποίας σεῖς διευθύνετε, ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τὰς ὁποίας διεύθυνεν ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις, εἶναι κυρίως καὶ πρὸ πάντων τοῦτο, ὅτι ἐνῷ πέρισυ πανταχοῦ ἠκούετο, ἐγράφετο καὶ διαμαρτυρήσεις ἀπηυθύνοντο, ὅτι οἱ ὑποψήφιοι ἐχαρακτηρίζοντο οἱ μὲν ὡς βασιλικοὶ, οἱ δὲ ὡς ἀντιβασιλικοὶ (καὶ εἰς ἔνστασίν τινα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει τὸ παράπονον τοῦτο).
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος οὐδεμίαν ἔκαμά ποτε.
§162ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνέγνωσα τοιαύτην τινὰ ἔνστασιν ἢ ἔκθεσιν. Κατὰ τὰς ἰδικάς σας ὅμως ἐκλογὰς δὲν παρουσιάζεται ἡ διάκρισις αὕτη. Μόνον δύο ἐπαρχίαι ἔρχονται ν’ ἀναιρέσωσι τὸ ὡραῖον τοῦτο γεγονός· ἡ ἐπαρχία τῆς Κερκύρας καὶ ἡ τῆς Λευκάδος. Ἡ ἐπαρχία τῆς Κερκύρας ὅμως μᾶς ἀπήλλαξε νὰ ἔχωμεν περὶ τούτου συζητήσεις, διότι ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως Κερκύρας δὲν ἐδόθη πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὸν ἀποικισμὸν τῆς πατρίδος του. Ἀλλ’ ἐν Λευκάδι ὁ παρουσιασθείς, ὡς δῆθεν βασιλικός, ὑπερίσχυσε καὶ ζητεῖ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ μέσα. Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ στίγμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκλογὴ αὕτη πρὸς τὰς λοιπὰς παρουσιάζει, πρέπει νὰ τὸ ἐξαλείψητε; Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν. «Ἐπέμβασις τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας.» Ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πολυλᾶς, ὁ κ. Καλκάνης δὲν εἶναι ὁ τυχὼν ἄνθρωπος, ὥστε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ν’ ἀναφέρῃ γεγονότα ψευδῆ. Ἐπεμβῆκαν ἢ ὄχι τὰ ὄργανά σας; ὁ τόπος τὸ φωνάζει καὶ ἂν σεῖς τὸ ἀρνῆσθε· ἐγὼ τὸ πιστεύω· διότι, πιστεύσατέ το, πολὺ περισσότερον τῶν ἰδικῶν σας ἀκούονται ἐν Λευκάδι αἱ διαταγαὶ τοῦ κ. Βαλαωρίτου.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς ὑπουργὸς δὲν τὸ δέχομαι.
§164ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύνασθε νὰ μὴ τὸ δέχησθε....
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅλως τὸ ἐναντίον.
§166ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὔχομαι νὰ τὸ ἀποδείξητε καὶ νὰ καταστρέψητε τοὺς ἰσχυρισμούς μου· θὰ μὲ ἡσυχάσητε καὶ θὰ μοῦ ἀφαιρέσητε μέγα τι βάρος. Ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην ἔνστασιν, «Δωροδοκία». Ἂν σᾶς ἔλεγον δι’ ἐμὲ, προσβάλλοντες τὴν ἐκλογήν μου, ὅτι ἐκέρδησα τὴν ἐκλογὴν διὰ δωροδοκίας καὶ νὰ στείλητε ἐπὶ τόπου ἐπιτροπὴν ἵνα περὶ τούτου ἐξετάσητε, ἠθέλατε γελάσει· διότι οὐδέποτε ἠκούσατε ὅτι ἐδωροδόκησα· ἠξεύρετε δὲ, ὅτι καὶ ἂν εἶχον τὴν διάθεσιν, δὲν ἔχω τὰ μέσα. Ἂν ὅμως ἐγνωρίζετε, ὅτι ἐγὼ ἔχω περιουσίαν, ἣν ἐπηύξησα καὶ ἐπαυξάνω διὰ παντὸς μέσου, χωρὶς νὰ μὲ σταματήσῃ τίποτε· ἂν ἐγνωρίζετε ὅτι εἶμαι φειδωλὸς εἰς τὸ ἔπακρον τῆς περιουσίας μου ταύτης καὶ εἰς πᾶν ὅ,τι ἀποβλέπει δημόσιον τοῦ τόπου συμφέρον, εἴτε τὰ φιλανθρωπικὰ τοῦ τόπου καταστήματα, εἴτε ἀνάγκην τοῦ πλησίον, οὐδέποτε ἔδωκα οὔτε πεντάραν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐκλογῶν τὴν σκορπίζω μὲ τὸ ζερβὶ καὶ τὸ δεξί· καὶ ἂν ἠθέλετε ἔχει γεγονότα τῆς καλπονοθευτικῆς ἱστορίας μου εἴκοσιν ἐτῶν, εἰς τὰ ὁποῖα προστίθενται τὰ σημερινὰ, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς λέγουσιν, ὅτι ἡ ἐφετεινὴ δωροδοκία μου ὑπερέβη πᾶν ὅριον, δὲν ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε; Τὴν πρότασιν ὅθεν περὶ ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐκλογὴν Λευκάδος δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀποκρούσητε· ἔχει συμφέρον πρὸς τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ κοινωνία· ἡ Κυβέρνησις ἥτις διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως ἐζήτησεν αὐστηρὰν καὶ ἀμερόληπτον ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας μου, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω τὴν γενομένην παρὰ τοῦ τμήματος βαρεῖαν κατὰ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου προσβολὴν διὰ τῆς ὑποθέσεως ὅτι ἐξ ἀγάπης κινούμενος ἔδωκε τὰς ψήφους του εἰς τὸν κ. Βαλαωρίτην, κατὰ τοῦ ὁποίου ἰδιαιτέρως ὡς ἀτόμου οὐδεμίαν ἔχω αἰτίαν· οὐδέποτε ὡς ἄτομα θὰ συναντηθῶμεν, ὡς ἀρχηγὸν ὅμως, μετὰ τὴν ἕνωσιν, τοῦ καταχθονίου συστήματος τὸν ἐπολέμησα καὶ θὰ τὸν πολεμῶ. Εἰς λάθος περιέπεσεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Πολυλᾶν, εἶπεν ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐσχηματίσθησαν κόμματα μετὰ τὴν ἕνωσιν. Ὄχι, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν Ἑπτάνησον πολὺ πρὸ τῆς ἑνώσεως ὑπῆρξαν κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐπολέμησαν δι’ ἀδιάκοπον μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ὑπὸ πολιτικὰς σημαίας ἀναπεπταμένας, σημαίας, αἵτινες δὲν ἠδύναντο πρὸς ἀλλήλας νὰ προσεγγίσωσι, δὲν ἠδύναντο μετ’ ἀλλήλων νὰ συνθηκολογήσωσι· τοιαύτη ἦτον ἡ σημαία ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς πλήρους ἀπολαύσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, καὶ ἐξ ἄλλου ἡ τοῦ πολέμου κατὰ πάσης ἐλευθερίας καὶ κατὰ πάσης ἐνεργείας ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον κόμμα ἔφερε τὴν ἐπωνυμίαν ῥιζοσπαστικὸν, τὸ δὲ δεύτερον ἐπεκαλέσθη καταχθόνιον, οὐχὶ τόσον διὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζεν, ὅσον διὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίζετο πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀρχῶν του. Πολλάκις ὁ ξένος δεσπότης ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς παραχωρήσεις φιλελευθέρους· ὅλα τὰ μέσα τὰ πλέον σατανικὰ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν διὰ νὰ τὸν ἐμποδίσωσιν. Ἂν δὲ οἱ ῥιζοσπάσται ζῶσι σήμερον, ζῶσιν ἕνεκα τῶν ἁρμοστῶν, οἵτινες ἀπέκρουσαν τὰς συμβουλὰς τῶν καλῶν τούτων ἀνθρώπων συμβουλευόντων νὰ μᾶς ἀπαγχονίσωσιν ὡς ἐγκληματίας κατὰ τῶν καθεστώτων. Κατὰ τὸ 1848 ὅτε ὁ ἐπαναστατικὸς σάλος συνετάραττε τὴν Εὐρώπην, ἡ Ἀγγλία ἀπεφάσισε νὰ παραχωρήσῃ, εἰς τὸ πεῖσμα τῶν καταχθονίων, ἐλευθερίας τινὰς εἰς τὸν λαόν· κατόπιν δὲ, κατὰ τὸ 1851 νέαι παραχωρήσεις προανηγγέλλοντο. Ὅπως τὸ δεύτερον τοῦτο βῆμα ἐμποδίσωσι, προέβησαν μέχρις ἐπισήμου διαμαρτυρήσεως, ἀπὸ τῆς ἀνωτάτης τοῦ κράτους θέσεως κατὰ τῶν παραχωρηθεισῶν κατὰ τὸ 1848 ἐλευθεριῶν, διακηρύσσαντες τὸν Ἰόνιον λαὸν ἀνάξιον ἐλευθερίας. Ἡ θέσις τοῦ προέδρου τῆς Γερουσίας ἦν ἡ ἀνωτάτη τοῦ Ἰονίου κράτους· ὁ ταύτην κατέχων ἦν ὁ ἀνώτατος ἐν θεωρίᾳ ἄρχων· ὅπως τὴν θέσιν ταύτην καθέξωσιν εἰς πᾶσαν θυσίαν ὑπέκυπτον. Ἰδοὺ τί ἔγραφεν ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς θέσεως ταύτης πρὸς τὸν ἁρμοστὴν κατὰ τὴν 25 Ἀπριλίου 1851 ὁ τότε ἀρχηγὸς τῶν καταχθονίων, παραιτούμενος τῆς προεδρείας τῆς Γερουσίας. (Ἐπίσημος ἐφημερὶς τοῦ Ἡνωμένου κράτους τῶν Ἰονίων νήσων. 5 Ἰανουαρίου 1852). «Μυλόρδ! «Εἰς ἄκρον λυπηρὰ εἶναι ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν Ἰονίων νήσων. Δὲν ἠθέλησεν ἡ τύχη ὥστε αἱ συνταγματικαὶ μεταῤῥυθμίσεις νὰ δοθῶσι βαθμηδὸν διὰ νὰ βάλουν εἰς θέσιν τὸν λαὸν νὰ παραδεχθῇ αὐτὰς πρεπόντως καὶ νὰ τὰς μεταχειρισθῇ μὲ φρόνησιν. Εἰσαχθεῖσαι διὰ μιᾶς καὶ εἰς καιρὸν ἀναρμόδιον, τὸ ἐξαγόμενον ἦτον ὁποῖον ἔπρεπε νὰ περιμένῃ τις. «Διήγειραν αὐταὶ τὰ πλέον παράλογα πάθη, — ἤναψαν τὰ πνεύματα κατὰ διάθεσιν ἔμφυτον, εὐκόλως ἐξαπτόμενα — ἐπρόσφεραν εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον τὰς ἐφιλοδώρησε γενναίως, ἀντὶ εὐγνωμοσύνης, δείγματα τῆς πλέον φανερᾶς ἀχαριστίας, καὶ ἔθεσαν τοὺς τόπους τούτους εἰς τὴν πλέον μεγάλην ἀκαταστασίαν καὶ τὴν μεγαλειτέραν ἀταξίαν. Πρὸς ἀποφυγὴν τόσων κακῶν, δὲν ὠφέλησεν ἡ ἐνδοξότης τοῦ νοὸς καὶ αἱ πατρικαὶ προσπάθειαι τῆς Ὑμετέρας ἐξοχότητος μήτε ὠφέλησεν ἡ καλὴ θέλησις καὶ αἱ παρατηρήσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Τὸ παρὸν σύστημα ἀφαιρεῖ ἀπὸ πάντα ἄνθρωπον, ἂν καὶ εὐδιάθετον τὸ νὰ δύναται νὰ ὠφελήσῃ εἰς κάποιον τρόπον τὰ δημόσια, καὶ ἑπομένως ματαιόνει προσέτι καὶ τὴν σύμπραξιν ἐμοῦ, προέδρου τῆς Γερουσίας. Τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων, Μυλόρδ, βαθέως μὲ λυπεῖ, — βλάπτει μεγάλως τὴν ὑγείαν μου, ἥτις διὰ τὴν ἐπίῤῥοιαν τοῦ κλίματος δὲν ὑπῆρξεν ἡ πλέον εὐτυχὴς καθ’ ὅλην τὴν εἰς Κέρκυραν διαμονήν μου, καὶ μὲ κάμνει νὰ ποθῶ ἐνθέρμως τὴν γεννέθλιον γῆν μου, ὅπου ἐλπίζω νὰ εὕρω εἰρήνην, ἧς ἔχει ἀνάγκην ἡ τεθλιμμένη ψυχή..... κ.τ.λ.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§168ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δημήτριος Σολομὸς, κατὰ δυστυχίαν Ζακύνθιος, τοῦ ὁποίου τοὺς συντρόφους ἀκούετε καὶ σήμερον ἀκόμη τὰ αὐτὰ ὡς τότε νὰ φωνάζωσι καὶ μὲ περισσότερον βέβαια δι’ αὐτοὺς δίκαιον. Διότι ἂν κατὰ τὸ 1851 ἐπίστευσαν ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος περιῆλθεν εἰς τὴν πλέον μεγάλην ἀκαταστασίαν καὶ τὴν μεγαλειτέραν ἀταξίαν, ἕνεκα τῶν τότε παρὰ τῆς Ἀγγλίας παραχωρηθεισῶν μικρῶν ἐλευθεριῶν, πῶς νὰ μὴ θρηνῶσι σήμερον καὶ νὰ μὴ κηρύττωσι τὸν τόπον εἰς πλήρη ἀναστάτωσιν, ἀφοῦ ἤδη βλέπουσιν ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι πλήρεις εἰσήχθησαν; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ποῖαι ἦσαν αἱ μεγάλαι ἐλευθερίαι, αἵτινες κατὰ τὸ 1848 εἰσαχθεῖσαι διὰ μιᾶς εἰς Ἑπτάνησον καὶ εἰς καιρὸν ἀκατάλληλον ἔφερον τὸν τόπον ἐκεῖνον εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, ἣν τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπεικονίζει. Κατὰ πρῶτον ἐν ὀλίγοις, ποῖον σύστημα διεῖπε τὴν Ἑπτάνησον μέχρι τοῦ 1848; Μία Βουλὴ, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ἐξελέγοντο ἐπὶ διπλοῦ καταλόγου συντασσομένου παρὰ τοῦ ἁρμοστοῦ. Ἡ Βουλὴ αὕτη συνεδρίαζε τρεῖς μῆνας ἀνὰ δύο ἔτη. Ἠδύνατο δὲ καὶ αὕτη ἡ ἀνὰ διετίαν τρίμηνος σύνοδος ν’ ἀναβληθῇ, ὡς πολλάκις συνέβη, ἐπὶ ἓξ καὶ περισσοτέρους μῆνας. Τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ταύτης ἦσαν μηδαμινὰ, διότι καὶ ἡ Γερουσία συνεψήφιζε μετ’ αὐτῆς καὶ ὁ ἁρμοστὴς εἶχε τὸ Veto· ὑπῆρχεν ἕτερον δικαίωμα εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκδίδῃ κανονισμοὺς, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, οἵτινες ἠδύναντο νὰ μετατρέψωσι καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους· ὑπῆρχεν ἓν ἄλλο περισσότερον· ὁ ἁρμοστὴς εἶχε τὸ δικαίωμα, νόμον ψηφισθέντα παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ τὸν τροποποιήσῃ, ὁ ἁρμοστὴς ἠδύνατο ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὸν διάταγμα καὶ νὰ τὸν καταργήσῃ. Εἴχομεν μίαν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς ἣν ἐλάμβανε μέρος ἀμέσως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ὁ ἁρμοστὴς καθότι ἡ ἀνωτάτη δικαστικὴ ἀρχὴ, τὸ λεγόμενον ὑπέρτατον συμβούλιον τῆς δικαιοσύνης, παριστάνον συνάμα τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ τὸ Ἐφετεῖον, συνέκειτο ἀπὸ τεσσάρων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, προσελαμβάνοντο ὡς ἐπιπρόσθετα ἔκτακτα μέλη, ὁ πρόεδρος τῆς Γερουσίας καὶ ὁ ἁρμοστής· ἂν δὲ ἰσοψηφία καὶ πάλιν προέκυπτεν, ὑπερίσχυεν ἡ γνώμη τοῦ ἁρμοστοῦ. Εἰς τὸ σύμπλεγμα τοῦτο αἱ ἐπενεχθεῖσαι μεταῤῥυθμίσεις κατὰ τὸ 1848, αἱ παραγαγοῦσαι τὸ σύστημα τὸ ἀφαιροῦν ἀπὸ πάντα ἄνθρωπον, ἂν καὶ εὐδιάθετον, τὸ νὰ δύναται νὰ ὠφελήσῃ εἰς κάποιον τρόπον τὰ δημόσια, ἦσαν δύο· ά.) κατηργήθη ὁ διὰ τὰς ἐκλογὰς διπλοῦς κατάλογος καὶ ἡ ἐκλογὴ ἔμεινε ἐλευθέρα ὑπὸ ἐκλογικὸν σύστημα λίαν περιωρισμένον, βʹ.) παρεχωρήθη ἐλευθεροτυπία, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ὑψηλῆς ἀστυνομίας. Γινώσκετε τὶ ἦτον ὑψηλὴ ἀστυνομία καὶ πῶς ἐνήργει. Αὗται ἦσαν αἱ μεγάλαι ἐλευθερίαι, αἵτινες διὰ μιᾶς εἰσαχθεῖσαι καὶ εἰς καιρὸν (κατὰ τὸ 1848) ἀναρμόδιον, ἀπήλπισαν τοὺς καταχθονίους διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου των. Τώρα βεβαίως ἐννοεῖται τὸ μυστήριον τῆς ὑπάρξεως καὶ διατηρήσεως ἐπιῤῥοῶν τινων ἐν Ἑπτανήσῳ· ἐννοεῖται τὸ μέγα λάθος τινῶν τῶν πολιτευομένων μας, οἵτινες ἤλπισαν διὰ κυβερνητικῶν μέσων καὶ ἐπεμβάσεων νὰ βιάσωσι τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου νὰ δώσῃ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων τούτων τὴν ψῆφόν του· ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις· τόρα ἡ ἕνωσις ἐπῆλθε, νέον σύστημα εἰσήχθη, οἱ ἄνθρωποι μεταλλάγησαν. Καὶ ἡμεῖς τὸ ἠλπίσαμεν. Ἠλπίσαμεν, ὅτι ἀφοῦ ὁ ξένος ἀπῆλθεν, ἀφοῦ ἐν τῇ ἐθνικῇ κολυμβήθρᾳ εἰσήλθομεν, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος νέος θὰ ἐξήρχετο· τὸ ἠλπίσαμεν καὶ τοὺς ἠμνηστεύσαμεν· κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς μεταβολῆς, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ λαοῦ ἐτέθημεν ὅπως ἀπὸ πάσης προσβολῆς τοὺς προφυλάξωμεν. Δὲν ἠρνήθημεν καὶ πολιτικῶς μετ’ αὐτῶν νὰ συμπράξωμεν καὶ συνεπράξαμεν· ἀλλὰ μόλις ἐνόμισαν ὅτι τὸν πόδα ἀσφαλῶς ἐπὶ τοῦ νέου ἐδάφους ἐπάτησαν, οἱ αὐτοὶ καὶ πάλιν ἀνεδείχθησαν· τὰς αὐτὰς βλασφημίας κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς πατρίδος των ἐπανέλαβον. Καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ πολλὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου· θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἓν μόνον νωπὸν ἔγγραφον φέρον ἡμερομηνίαν 12 Μαΐου 1869, εἶναι ἡ προκήρυξις πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Κερκύρας, τοῦ ἑτέρου ἐκ τῶν ὡς βασιλικῶν παρουσιασθέντων ὑποψηφίων κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς κ. Κουρκουμέλη· ἀκούσατέ το. «Πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Κερκύρας! Ἔκαμα ὅ,τι ἠδυνήθην ὅπως μὴ προταθῶ ὑποψήφιος εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Σήμερον μόνον ἔχω θετικὴν ἀπόδειξιν ὅτι πᾶσα προσπάθειά μου ἀπέβη ματαία. Οὐδὲν ἄλλο ὅθεν μένει εἰς ἐμὲ, εἰμὴ νὰ περιμείνω ἡσύχως τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος. «Οὐχ ἧττον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ καθῆκον νὰ δικαιολογήσω ἐν ὀλίγοις, διατί ἐξανέστην κατὰ τῆς νῦν ὑποψηφιότητός μου. «Καὶ κατὰ πρῶτον ὑπάρχουσι λόγοι ἀτομικοί· κτλ.... Ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι σπουδαιότεροι καὶ ἀποφασιττικώτεροι λόγοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων προεξάρχει ἡ γνωστὴ τοῦ κράτους κατάστασις, ἥτις φρονῶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ, ἕως οὗ οἱ ὀφείλοντες νὰ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῆς εὐδαιμονίας του καὶ τοῦ μεγάλου μέλλοντός του, δὲν ἀποφασίζουσι ν’ ἀποκηρύξωσιν ὁριστικῶς τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ὅπερ ὤθησε τὰ πράγματα εἰς ὃ διάκεινται σημεῖον. Τὴν μεταβολὴν δὲ ταύτην, ἣν ἀπὸ καρδίας εὔχομαι, καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀσμένως ἤθελον καταβάλει πᾶσαν θυσίαν, δὲν βλέπω οὐδὲ κἂν πιθανήν. Ὡς ἐκ τούτου φρονῶ ὅτι ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ καθήκοντος ἀφιλοκερδοῦς πατριώτου νὰ γίνεται θεατὴς, μάρτυς καὶ ἐν ταὐτῷ μέρος τοιαύτης ἀξιοθρηνήτου καταστάσεως πραγμάτων. Τοιοῦτοι ἐν συνόψει ὑπῆρξαν οἱ κύριοι λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξανέστην κατὰ τῆς παρούσης ὑποψηφιότητός μου» κτλ. κτλ. κτλ.......
§169ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο λυπούμεθα, διότι ὁ Βασιλεὺς περιστοιχίζεται ἀπὸ τοιαῦτα ὄντα.
§170ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, βλέπετε, ἔχουν ἀρχὰς σταθερὰς, τὰς ὁποίας δὲν κρύπτουσιν, εἶναι ἐν μέρει ἀξιοσέβαστοι διὰ τοῦτο. Ἐπάλαισαν καὶ παλαίουσιν ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν των. Ἐζήτησεν ἐντολὴν, ὡς βλέπετε, ῥητὴν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς ὁ κ. Κουρκουμέλης, ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ ὡς βουλευτὴς ἐδῶ μὲ τὴν σημαίαν του ἀναπεπταμένην. Ὁ λαὸς τῆς Κερκύρας καὶ πάλιν τὴν συνέτριψε. Μεταξὺ τοῦ καταχθονίου τούτου κόμματος, τοῦ ὁποίου τὰς ἀρχὰς καὶ τὸν σκοπὸν σᾶς κατέδειξα, ὁ κ. Βαλαωρίτης κατετάχθη, ἀφ’ ὅτου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπαρουσιάσθη. Δευτερεῦον καὶ τριτεῦον πρόσωπον, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας, μεταξὺ τοῦ κόμματος τούτου παραστήσας, ἀνεδείχθη ἀρχηγὸς αὐτοῦ μετὰ τὴν ἕνωσιν, ὡς ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει ἐν τῇ αὐλῇ.
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν θέσιν κατέχει;
§172ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αἱ θέσεις αἱ πλέον ἐπικίνδυνοι διὰ τὴν πολιτείαν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν φαίνονται, εἶναι ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων παντοῦ βάλλει τις τὸ χέρι, χωρὶς νὰ δύνασαι πουθενὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃς διὰ νὰ τοῦ ζητήσῃς εὐθύνας, εἶναι αἱ θέσεις ἐκεῖναι ...
§173ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὰς εἰπῇς.
§174ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ μὲ βιάζετε.
§175ΖΑΪΜΗΣ. (πρωθυπουργός). Εἴπατε, κύριε Λομβάρδε.
§176ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀφοῦ σᾶς τὸ ζητοῦμεν, μὴ σιωπᾶτε.
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ σεῖς σιωπᾶτε, κύριε Λομβάρδε, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν πολλὰ καὶ μεγάλα καὶ ἐπικίνδυνα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώσατε, κύριε Λομβάρδε.
§179ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχετε, κύριε πρόεδρε, κανὲν δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπητε νὰ τελειώσω. — Εἴπατε, λέγουν. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι πανταχόθεν ἀπὸ τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας ἤρχισε νὰ ἐγείρεται φωνὴ κατὰ τῶν φανερὰ πλέον ἀποκαλυφθεισῶν ἐνεργειῶν τῶν καταχθονίων τῆς Ἑπτανήσου. Ὅλοι τὰ λέγουν καὶ τὰ ἐπαναλαμβάνουν εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας. Καὶ ἡ Ἑπτάνησος; Ἡ ἀτυχὴς Ἑπτάνησος, κύριε πρωθυπουργέ, καὶ, κύριοι ὑπουργοὶ, ἀφοῦ ἐπάλαισεν ἐπὶ τόσα ἔτη, ἀφοῦ εἶδε τὰ τέκνα της φυλακιζόμενα, ἐξοριζόμενα, μαστιγούμενα ὑπὸ τῶν στρατοδικείων καὶ ἀπαγχονιζόμενα ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ ν’ ἀπολαύσῃ πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἐν τῇ ἐθνικῇ ἀποκαταστάσει, ἡ δυστυχὴς Ἑπτάνησος, ἥτις ἤλπιζεν μετὰ τὴν ἕνωσιν νὰ ἴδῃ ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς πιέσεως τοῦ καταχθονίου συστήματος, ἡ δυστυχὴς Ἑπτάνησος, σᾶς τὸ λέγω ἀφοῦ τὸ θέλετε, κύριε πρωθυπουργὲ καὶ κ. ὑπουργοὶ, στενάζει ὑπὸ τὴν τυραννίαν τῶν καταχθονίων πλέον παρ’ ὅσον ἐπὶ ξενοκρατίας ἐστέναζε.
§180ΖΑΪΜΗΣ. (πρωθυπουργός). Νὰ μᾶς εἴπητε καθαρὰ, δὲν πρέπει νὰ συκοφαντῆτε, νὰ μᾶς ἐκθέτητε ὑπὸ τίνα στενάζει, διότι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ συκοφαντῆτε, πρέπει νὰ εἴπητε διὰ ποῖον λόγον στενάζει ἡ Ἑπτάνησος καὶ διὰ ποῖον τρόπον.
§181ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Ἡμεῖς εἴμεθα διαφορετικοὶ ἄνθρωποι καὶ θέλομεν πράγματα θετικὰ νὰ μᾶς εἴπητε.
§182ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλοι ἂν συνειθίζωσι, ἐγὼ δὲν ἐσυνείθισα νὰ συκοφαντῶ· δὲν ἐσυνείθισα νὰ κρύπτωμαι· καὶ θελήσας νὰ ὁμιλήσω κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ὁ Βασιλεὺς μὲ ἀκούσῃ δὲν σᾶς εἶπον προηγουμένως ὅτι ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ μάθωσι καὶ αὐτοὶ τί περὶ αὐτῶν λέγω; Σᾶς εἶπον προηγουμένως ὅτι ὁσάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω μὲ τὴν Α. Μ. οὐδὲν εἶπον κατ’ ἄτομον, ἂν καὶ ὡμίλησα περὶ συστημάτων, καὶ ὅταν τελευταίαν φορὰν πρὸ 14 μηνῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἴδω τὴν Α. Μ. Τῇ εἶπον, ἂς τὸ ἀκούσωσι καὶ τοῦτο «Τὸ λυπηρότερον διὰ τὴν Ἑπτάνησον, Μεγαλειότατε, εἶναι τοῦτο· ἐπολεμούσαμεν τὸν ξένον, ὄχι διότι δὲν μᾶς ἤρεσαν οἱ ὑπουργοί του, οἱ γερουσιασταί του, ὄχι διότι δὲν μᾶς ἔκαμεν ἡμᾶς γερουσιαστὰς ἢ ἐπάρχους, διότι ἔφθανε νὰ γύρωμεν ὀλίγον τὴν σημαίαν μας καὶ εἴχομεν ὅ,τι ἂν ἠθέλαμεν, ἀλλ’ ἐπολεμούσαμεν τὸν ξένον, ὅπως τῷ εἴπωμεν, φύγε. Καὶ ὅμως ὑπὸ τὸν ξένον, ὃν τοιουτοτρόπως ἐπολεμούσαμεν, τὰ τότε ὄργανά του δὲν ἐτόλμησαν καθ’ ἡμῶν, ὅσα σήμερον τολμῶσιν. Εἴχομεν τότε κἂν δικαστήρια, εἴχομεν τὴν παρηγορίαν ὑπὸ τὴν ξενικὴν προστασίαν ὅτι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ δίκαιόν μας· τὰ δικαστήρια πολλάκις ἐπροστάτευσαν ἡμᾶς τοὺς ῥιζοσπάστας ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἁρμοστοῦ, πολλάκις μᾶς ἠθώωσαν, ἐνῷ μᾶς κατήγγελλεν ἐνώπιόν των αὐτὸς ὁ ἁρμοστής· σήμερον ὅμως ὑπὸ κυβέρνησιν ἰδικήν μας, δικαστήρια δὲν ἔχομεν· τὰ δικαστήρια ἐν Ἑπτανήσῳ εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς νεύσεις τῶν πρὶν ὀργάνων τοῦ ξένου· ἀλλοίμονον ἂν ὁ προγεγραμμένος εἰς αὐτὰ παρουσιασθῇ».
§183ΣΑΡΑΒΑΣ. Σήμερον λέγετε αὐτό;
§184ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σήμερον, κ. ὑπουργὲ, δὲν ἔχομεν ἐξησφαλισμένον, οὔτε τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο δικαίωμα τῆς ψήφου, τὸ ὁποῖον ὁ ξένος μᾶς ἐσεβάσθη, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ τὸ μεταχειρισθῶμεν ὅπως τῷ εἴπωμεν νὰ φύγῃ, σήμερον εἴδετε τοὺς νομίμους βουλευτὰς Ζακύνθου ἀποβληθέντας τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου καὶ τὴν Ζάκυνθον μείνασαν ἐπὶ ἓν ἔτος ἄνευ ἀντιπροσωπείας, ὅπως τὰ πρὶν ὄργανα τοῦ ξένου εὐχαριστηθῶσι.....
§185ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡμεῖς πταίομεν; Ἐὰν ἔχητε ὡρισμένην κατηγορίαν, νὰ φέρητε· ἂν ὅμως θέλητε νὰ κάμητε τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, νὰ ὁρίσωμεν ἄλλην ἡμέραν νὰ ἔλθητε νὰ εἴπητε τὴν ἱστορίαν.
§186ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν εἶχα νὰ κάμω κατηγορίαν ἐναντίον τῆς παρούσης κυβερνήσεως, μείνατε βέβαιος, ὅτι ἤθελα τὴν κάμει μὲ ὅλην τὴν παῤῥησίαν....
§187Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διατί τὰ λέγετε;
§188ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι δὲν πρόκειται νὰ δικάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της, ἂν ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν νῦν ἀρχηγὸν τῶν καταχθονίων κινούμενος ὁ λαός....
§189Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ....
§190ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν λέγητε ὅτι σήμερον δὲν ἔχετε ἀσφάλειαν, εἶναι ἡ δεινοτέρα τῶν μομφῶν, τὴν ὁποίαν θέτετε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἔχετε αὐτὴν τὴν πεποίθησιν! δύνασθε νὰ τὴν φέρητε.
§191ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πρὸ 4 ἢ 5 μηνῶν ζητῶ νὰ συστηθῇ δικαστήριον εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ δὲν ἐσυστήθη.
§192Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θέλεις ἰδικόν σου δικαστήριον, δὲν ἀπολαμβάνεις αὐτό· ἰδοὺ αὐτὸ θέλεις, τὸ λέγω παῤῥησίᾳ εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
§193ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης....
§194Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ εὔγαλα δύο δικαστὰς τιμίους πρὸς χάριν σου, ἀλλ’ ἐπλανήθην, τὸ ὁμολογῶ· τὸν Κοντολέοντα καὶ Ἀλεξάκην.
§195ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶναι τρελλός.
§196Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων θέλετε ν’ ἀποπλανήσητε τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλλάδος δὲν σὲ ὠφελοῦν, διότι οἱ Ἕλληνες εἶναι πρακτικοὶ καὶ μὲ αὐτὰ δὲν θὰ τοὺς ἀποπλανήσητε. Σᾶς τὸ λέγω παῤῥησίᾳ. (Θόρυβος).
§197ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν σου καὶ τὴν τῶν ἐντίμων συναδέλφων σου, ἐὰν ἀφ’ ὅτου ἤλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν σᾶς ἐζήτησα τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ διατηρήσητε τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ τόπου μου, οἵτινες ὅλοι διωρίσθησαν τῇ αἰτήσει τῶν ἀντιπάλων μου, διότι, σᾶς εἶπον, ἀντίκειται εἰς τὴν τιμήν μου, εἰς τὴν τιμὴν τῶν φίλων μου, εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τόπου μου, νὰ φανῇ, ἐπικειμένων ἐκλογῶν, ὅτι ζητῶ διὰ διορισμῶν νὰ κερδήσω ψήφους. Εἴπατέ μοι ἓν ὄνομα, τὸ ὁποῖον νὰ σᾶς ἐζήτησα νὰ διορίσητε. Θέλω δικαστήριον ἰδικόν μου ἐν Ζακύνθῳ; κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης! — Πρὸ καλῶ πάντα ὑπάλληλον δικαστικὸν ἢ μὴ ἐν Ζακύνθῳ νὰ εἴπῃ, τὸν ἀπαλλάττω ἀπὸ πάντα δεσμὸν ἐχεμυθίας, τὸν προκαλῶ νὰ εἴπῃ, ἂν τοῦ ἐζήτησα ποτέ τι. — Προκαλῶ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες ἐστάλησαν εἰς Ζάκυνθον ἂν ἦλθον νὰ μὲ ἴδωσιν, ἂν τοὺς εἶπον ἄλλο εἰμὴ ὅτι, δὲν ἀπαιτῶ, εἰμὴ αὐστηρότητα καὶ ἄκραν ἀμεροληψίαν. Τοὺς δικαστὰς, (περὶ ὧν ἄλλοτε) τοὺς ὁποίους δὲν ἐπαύσατε ἀλλὰ τοὺς μετεθέσατε, δὲν τοὺς μετεθέσατε τῇ αἰτήσει ἐμοῦ· καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, διότι αὐτοὶ τὸ διεσάλπισαν, τοὺς μετεθέσατε, διότι ἐζητήσατε, ἀλλὰ δὲν κατωρθώσατε νὰ τοὺς παύσητε· ἑπομένως πολὺ ἄτοπος ἦτον ἡ διακοπή σου, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐγὼ οὐδὲν σᾶς ἐζήτησα· οὔτε τὸ ἔκαμον, οὔτε θὰ τὸ κάμω ποτέ· ἀλλ’ ἐνώπιον τοσούτων διακοπῶν πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ συμπεράνω καὶ συμπεραίνω. Εἰπόντες ὅσα εἴπομεν, ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας ὡς ἀντιπρόσωποι ἐξ Ἑπτανήσου. Θὰ ἐκπληρώσητε καὶ ὑμεῖς βεβαίως τὸ ἰδικόν σας. Ἀποῤῥίπτομεν μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μας, τὸ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν διὰ τὰς ἐνεργείας τῶν καταχθονίων κατὰ τῆς Ἑπτανήσου ἐγειρόμενον παράπονον. Δίκαιον τὸ παράπονον, ἄδικος ἡ διεύθυνσίς του. Οἱ καταχθόνιοι ἂν ἦναι ἐν Ἑπτανήσῳ, δὲν εἶναι ἐξ Ἑπτανήσου. Τὴν ἐν τῇ αὐλῇ θέσιν τῶν καταχθονίων ἡ Ἑπτάνησος δὲν τὴν ἐδημιούργησε, δὲν τὴν ὑπέδειξε, δὲν τὴν ὑπεστήριξε· τὴν ἐπολέμησε καὶ τὴν πολεμεῖ. Ἡ Ἑπτάνησος πρὸ πολλοῦ ἔκλαυσε καὶ κλαίει προγινώσκουσα καλῶς, ποῖα ἔσονται τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα, ἂν ἡ ἐπίβουλος, ἡ καταχθόνιος ἐνέργεια ἐγκαίρως δὲν ἐμποδισθῇ. Ἂν δέ ποτε ἐν οἱᾳδήποτε ἡμέρᾳ τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα φανῶσιν, ἡ Ἑπτάνησος ἔχει νὰ δείξῃ τὴν σημερινήν μας πρότασιν καὶ θέλει ἐνθυμίσει τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πολυλᾶ.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἐάν ποτε τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου φοβεῖται, ἐάν ποτε ἐπαληθεύσωσι καὶ πραγματοποιηθῶσιν ἐν τῇ Ἑλλάδι, τότε θέλετε ἐνθυμηθῆ τὴν συζήτησιν τὴν σημερινήν· τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, δὲν θέλουσιν ὅμως εἶσθαι ἀποτέλεσμα ἐνεργείας μοναδικῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦσι διὰ νὰ προαγάγωσιν αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ ἐνέργεια ἐκείνων, οἵτινες, ἐργαζόμενοι δῆθεν πρὸς πρόληψιν τῶν κακῶν τούτων ἀποτελεσμάτων, συνταράσσουσι τὰς βάσεις τῆς πολιτείας· συνταράσσει δὲ καὶ κλονίζει τὰς βάσεις τῆς πολιτείας ἡ ἔκρυθμος ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, ὅστις ἐκτὸς τοῦ νομίμου κύκλου τῆς ἐνεργείας, μεταβαίνων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο, ἀναιρεῖ τὰς βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Τιμῶ τὸν φίλον μου κ. Λομβάρδον, καὶ ὡς ἔντιμον πολίτην, καὶ ὡς καλὸν πατριώτην· ἐπικρίνω ὅμως καὶ κατακρίνω ἐντελῶς τὴν τακτικὴν αὐτοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ ἔχω πολλὰ νὰ ἐκπληρώσω συγχρόνως καθήκοντα σήμερον· ἔχω ὡς ὑπουργὸς, νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον ἐπὶ τῶν σχέσεών μου μετὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος, ἔχω δὲ νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργείου περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἧς ὡσαύτως ἥψατο ὁ κ. Λομβάρδος. Πρὸ τούτου ὅμως ἔχω τι δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκστασίν μου διὰ τὴν συνάφειαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εὗρε μεταξὺ τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος, μεταξὺ τῶν πρὸς ἀκύρωσιν αὐτῆς προταθέντων λόγων, καὶ τῆς μακρᾶς ἱστορίας, τῆς ὁποίας ἐδέησε νὰ γίνωμεν ἀκροαταί. Δὲν εἶναι μόνη ἡ Ἑπτάνησος, ἡ ὁποία ἔχει μίαν ἰδίαν ἱστορίαν, καὶ ἡ πρῴην Ἑλλὰς, ἥτις συνέδεσε μετὰ τῆς Ἑπτανήσου τὴν τύχην της, ἔχει ὡσαύτως μίαν ἰδίαν ἱστορίαν, καὶ ἐὰν ἐφ’ ἑκάστης ἐκλογῆς ζητῇ ἕκαστος τῶν ἐχόντων συμφέρον ν’ ἀφηγηθῇ τὴν μακρὰν καὶ πολυώδυνον ἱστορίαν τοῦ τόπου τούτου, σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ βουλευτήριον ἤθελε μεταβληθῆ ἀπὸ Βουλῆς εἰς Δικαστήριον ἱστορίας· ἢ νομίζετε ὅτι τὰ προκύπτοντα κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν συμβεβηκότα δὲν ἔχουσι συνάφειάν τινα μὲ τοὺς ἱστορικοὺς λόγους τῆς πατρίδος μας, καὶ δὲν ἠδύναντο οἱ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τούτων λαλοῦντες νὰ ἐκτραπῶσιν εἰς παραπλησίας ἀφηγήσεις; Σέβομαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ ἀνέχομαι νὰ τὴν θεωρῶ ἀπόλυτον, διὰ ν’ ἀποκρούσω αἰτιάσεις καὶ παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ μοῦ ἐκτοξεύσωσι πρόσωπα. Λέγω ὅτι δὲν πείθομαι ἐν τῇ συνειδήτει μου πρὸς τὸ ἀπόλυτον τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἀνέχομαι τὴν ἀρχὴν ταύτην· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀνεχθῶ καὶ τὴν παράβασιν τῶν κανόνων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπαραβάτους ὄχι ἐγώ, οὐδὲ σεῖς, ἀλλ’ ὅλος ὁ κόσμος, ὅστις γνωρίζει τὸν συνταγματικὸν βίον, ἀνεγνώρισεν. Δὲν ἠθέλησα νὰ φέρω τὴν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔφερεν εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ἀλλ’ ἡ ἀντίῤῥησις ἐκείνη εἶναι λογικωτάτη· δὲν ἠθέλησα νὰ τὴν ἐπαναλάβω, ἐσιώπησα ὅταν ἠρώτησεν, ἐὰν ἦναι ἐλεύθερος ὁ λόγος, διὰ ν’ ἀποκρούσω τὴν πρόσαψιν ὅτι, προτιθέμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ περισταλῇ κατά τι ὁ λόγος. Ἐσιώπησα διὰ ν’ ἀποκρούσω, ν’ ἀνασκευάσω καὶ αὐτὴν τὴν μὴ ἀνεκτὴν οὐδὲ συνταγματικῶς ἐπιτετραμμένην βάσιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, καὶ νὰ σᾶς ἀποκαλύψω κατὰ πόσον διαφέρει τῶν πομφολύγων. Ἀλλὰ τίς ἡ αἰτία τῆς ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος γενομένης μακρᾶς ἱστορικῆς ἐκδρομῆς; Τιμῶ καθ’ ὑπερβολὴν τὸν λαὸν τὸν Ἑπτανησιακόν· ἐγὼ ἄλλοτε, ἐντὸς ἑνὸς συντακτικοῦ κοινοβουλίου, πολλάκις ἤγειρα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ πολλάκις ἤγειρα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ πολλάκις ἐξήνεγκα τὴν πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην μου, διὰ τὸν πατριωτισμόν του κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προστασίας, δὲν ἠμπορῶ ὅμως ν’ ἀρνηθῶ ἓν ἰδίωμα τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον πάντες οἱ συνάδελφοι οἱ ἐνταῦθα συνεδρεύοντες δὲν θέλουσιν ἴσως ἀμφισβητήσει, τὸ ἰδίωμα ὅτι ἔχει πολὺ ζωηρὰν φαντασίαν. Ἴσως τὸ ἰδίωμα τοῦτο εἶναι προτέρημα καὶ μάλιστα ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ, διότι καὶ τὴν ποίησιν καθιστᾷ θάλλουσαν καὶ τὸν λόγον κοσμεῖ διὰ καλλιεπείας· ἀλλ’ ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ δὲν εἶναι προτέρημα, εἶναι ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἄγει εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Ὁ κ. Λομβάρδος διῆλθε σειρὰν χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὴν ὁποίαν συνέβησαν πολλὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν αὐτὸν ὅτι παρεβιάσθησαν τὰ δικαιώματά του, ὅτι ἠθετήθησαν αἱ ἐλευθερίαι τῶν συμπολιτῶν του· ἡ ἀνάμνησις τῶν γεγονότων τούτων ἐπάγει τὴν ἐξέγερσιν τῆς φαντασίας του, αὕτη παριστᾷ αὐτῷ κινδύνους μεγάλους ἀπειλοῦντας τὴν πολιτείαν, καὶ τὴν ἐποχὴν ταύτην παριστᾷ αὐτῷ ὡς παραμονὴν μεγάλων συμβεβηκότων. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Λομβάρδος πέρυσι, κατὰ τὸ φρόνημά του καὶ κατὰ τὰς πεποιθήσεις καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μειώσω τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον τὸ δεδικασμένον μοὶ ἐπιβάλλει, ὑπέστη ἀδικήματα καὶ πάθη· ἡ συνείδησις τῆς ἀθετήσεως τῶν δικαιωμάτων του, καθ’ ἧς ὅμως εὗρε πολλοὺς συνηγόρους ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ καὶ ὑπηρετήθη καὶ ἀπὸ τὴν εὔγλωττον ὑποστήριξιν καὶ αὐτῶν τῶν συναδέλφων μου ὑπουργῶν, ἡ συνείδησις λέγω τῆς ἀθετήσεως τῶν δικαιωμάτων του ἐπεκυρώθη ἀπὸ αὐτὸ τὸ δημόσιον φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἐμαρτύρησε τὴν ἐπὶ τούτῳ συμπάθειάν του· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἠξιώθησαν ἕνεκα τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ βασιλέως καὶ ἐκλήθησαν νὰ διοικήσωσι τὸν τόπον, ἐπολιτεύθησαν οὕτω, ὥστε πάντες ἀνεῦρον ἐν τῇ διοικήσει τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων των· καὶ ἐὰν τυχὸν εἶχέ τις ἀφορμὰς νὰ φωνάζῃ κατὰ τῆς διοικήσεως τῆς παρούσης ἐποχῆς, ἐδύνατο νὰ φέρῃ τὸν λόγον κατὰ τῆς διοικήσεως ταύτης, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Λομβάρδος. Ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς ὤφειλε ν’ ἀναμνησθῇ ὅτι δὲν εἶναι μόνος αὐτὸς ὁ παθὼν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἀδικηθεὶς· μετ’ αὐτοῦ πολλοὶ ἄλλοι ἔχουσι τὴν αὐτὴν συνείδησιν τῆς ἀθετήσεως τῶν δικαιωμάτων των, ἀλλ’ οὐδεὶς προέβη εἰς τοσοῦτον, ὥστε νὰ λησμονήσῃ μὲν τὰς συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις, ν’ ἀθετήσῃ δὲ τὸ ὀφειλόμενον σέβας εἰς τὴν ἱερότητα τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς, νὰ ἀναγάγῃ δὲ τὰ παθήματά του εἰς βαθμὸν γενικῶν κινδύνων καὶ φόβων. Οἱ πολιτευόμενοι, κύριοι, καθὼς ἐν τῇ ὅλῃ πολιτείᾳ, οὕτω καὶ ἐν ταῖς μικραῖς περιφερείαις, πολιτεύονται ἀνταγωνιζόμενοι, καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς αὐτῶν προέρχεται, εἴτε ἐκ διαφορᾶς ἰδεῶν, εἴτε ἐκ συγκρούσεως συμφερόντων. Ἕκαστος πρέπει νὰ σταθμίζῃ τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις ἑκάστου τῶν ἀνταγωνισμῶν τούτων, καὶ πρέπει ν’ ἀπέχῃ ἀπὸ τοῦ νὰ μεγεθύνῃ τὰ συμβεβηκότα ἢ νὰ ὑποκρίνηται ὅτι πτοεῖται ἐξ αὐτῶν. Ὁ κ. Λομβάρδος, νομίζω, ὅτι μεγεθύνει καθ’ ὑπερβολὴν τὰ ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἀπαντᾷ κατὰ τὴν πορείαν του, ὅτι δίδει διαστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφίνουσι πλέον αὐτὰ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς Ζακύνθου ἢ τῆς Λευκάδος, ἢ τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας, ὅτι ἐπιτείνει αὐτὰ ἐφ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν καὶ ὑπολαμβάνει ὅτι παρασκευάζουσι κινδύνους κατ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἦσθε ὑπερβολικοὶ, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι αἱ ὑποθέσεις τοῦ κ. Λομβάρδου εἶναι ἀδύνατοι. Εἶπον ὅτι ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ λόγου διατελεῖ καὶ αὕτη ὑπὸ κανόνας, οἵτινες ἀποτελοῦσι περιορισμοὺς αὐτοῦ Ὑπάρχει κανὼν εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ τὰ πάντα, καὶ ὅμως ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει ἄλλος κανὼν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πράττει τὰ πάντα, ἀλλ’ ὅσα πρέπει νὰ πράξῃ. Ὑπάρχει ἐπίσης κανὼν, ὅτι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν δύναται ν’ ἀγορεύσῃ ἐλευθέρως περὶ παντὸς πράγματος καὶ περὶ πάσης ὑποθέσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει ὡσαύτως κανὼν, ὅτι αἱ ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλοῦμεν, καὶ ὁ λόγος περὶ αὐτῶν, δὲν πρέπει ν’ ἀντιτίθεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, οὐδὲ πρέπει νὰ παραμελῆται τὸ σέβας τὸ ὁποῖον ἑκάστη τῶν ἐξουσιῶν ὀφείλει πρὸς τὴν ἑτέραν. Σεβασθῆτε, κύριοι, τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, ἵνα καὶ ἐκεῖνοι σεβασθῶσι τὰ δικαιώματα ὑμῶν· ὅταν δὲ ἀγορεύητε ἐλευθέρως, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν κανόνα τοῦτον, διότι ἄλλως ἀθετεῖτε τὸ πρὸς τὰς ἄλλας ἐξουσίας ὀφειλόμενον σέβας, ὑποσκάπτετε τὰς βάσεις τῆς πολιτείας, προκαλεῖτε τὴν σύγχυσιν, καὶ ἰδοὺ τὰ μεγάλα κακὰ, τὰ ὁποῖα φοβεῖσθε ὅτι θὰ ἐπέλθουν ἐξ ἄλλων αἰτιῶν, δύνανται καὶ θέλουσι ἐκ τῆς ἐνεργείας ὑμῶν αὐτῶν ἐπέλθει. Εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, ἤμην εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι σήμερον, ἤμην ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ μέλος τοῦ συντακτικοῦ σώματος. Ἐμνήσθη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀλλὰ δυστυχῶς σήμερον δὲν διατελεῖ ἐν τῷ αὐτῷ φρονήματι, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσε τότε ἐπὶ παραπλησίου θέματος. Ὑπῆρχον πολιτικαὶ ἀποχρώσεις ἐν τῷ σώματι ἐκείνῳ, καί τινες τούτων ἐφρόνουν πεποιθότως, ὅτι ἐν τῇ ὅλῃ κυβερνητικῇ μηχανῇ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπῆρχέ τι ἔκρυθμον, ἐν τῇ ὑπάρξει ἐν Ἑλλάδι ἐντίμου πολίτου Δανοῦ, ὅστις συνώδευσε τὸν Βασιλέα. Καὶ τότε καὶ νῦν δὲν μὲ ὠθοῦσιν αἱ σκέψεις μου, διὰ νὰ προβῶ οὕτως εἰς τὰς περὶ τῶν ἄλλων πεποιθήσεις μου, ὥστε νὰ ἀδικήσω τοὺς ἄλλους· ἑπομένως μνημονεύω τοῦ φρονήματος ἐκείνου τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων, ἐκφέρων πεποιθότως τὸ φρόνημά μου, ὅτι ἡ πεποίθησίς των ἐκείνη ἦτον εἰλικρινὴς, ὅτι δὲν ἦτον ὅπλον πολιτικὸν πρὸς ἐπίτευξιν σκοποῦ τινος πολιτικοῦ. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις των. Οἱ κίνδυνοι παρεστάθησαν, ἀπειλοῦντες τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτεύματος. Εὐτυχῶς ὁ κ. Λομβάρδος, ἐσκέπτετο σχεδὸν, ὅπως καὶ ἐγὼ, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, δηλ. δὲν ἔβλεπε τότε τοὺς κινδύνους ἐκείνους, ὡς καὶ ἄλλος τις ἀνήκων καὶ σήμερον εἰς τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ κ. Λομβάρδος, ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις διετέλει τότε μέλος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου καὶ μάλιστα μεταξὺ τῶν πρωτευόντων μελῶν αὐτοῦ· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶχε τότε τὸ αὐτὸ φρόνημα, ὅπερ καὶ ἐγώ. Τὸ φρόνημα τοῦτο ὅμως δὲν ἐπέτυχε νὰ ἐνσαρκωθῇ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἐκείνῳ, διότι ἡ πλειονοψηφία δὲν οἰκειοποιήθη αὐτό· ἐπέτυχεν ὅμως νὰ ἐνσαρκωθῇ ἐν τῷ δημοσίῳ φρονήματι, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὰ περισσότερα φύλλα τῆς δημοσιογραφίας, ἦταν δυστυχῶς τοῦ φρονήματος ἐκείνου, καὶ δι’ αὑτῶν κατωρθώθη ἵνα πανταχοῦ ἐπικρατήσῃ τὸ φρόνημα ἐκεῖνο· ἐγὼ εἰλικρινῶς καὶ τώρα φρονῶ ὅτι, ὡς καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἴσως φρονοῦσιν, ὅτι τὸ δημόσιον ἐκεῖνο φρόνημα ἦτο πεπλανημένον· ἐν τούτοις ἀφ’ οὗ ἐπεκράτησεν εἰς ὅλους τοὺς κύκλους καὶ εἰς ὅλα τὰ φύλλα τῆς δημοσιογραφίας, εἵπετο ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐποχὴ, καθ’ ἣν τὸ δημόσιον αὐτὸ φρόνημα, ἤθελε πληρωθῇ. Ὁ ἔντιμος ἐκεῖνος Δανὸς, ἀπεμακρύνθη τῆς Ἑλλάδος καὶ διατελεῖ μακρὰν πρὸ τετραετίας. Ἂς προβῶμεν τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ κρίσιν τῆς ἱστορίας τῶν συμβεβηκότων τούτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂς ἐρωτήσωμεν ὅλους, ὅσοι εἶχον τότε τὸ φρόνημα ἐκεῖνο, ἂν ἦσαν πραγματικοὶ οἱ τότε παρασταθέντες κίνδυνοι· ὑποθέτω ὅτι οἱ πλεῖστοι αὐτῶν θέλουσιν ἀποφανθῇ ὅτι αἱ πεποιθήσεις των κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἦσαν πεπλανημέναι. Τώρα ὅτε παρῆλθεν ὁ καιρὸς, καὶ ἂν μένῃ τυχὸν εἴς τινας ἀμφιβολία, φρονῶ πεποιθότως ὅτι μένει εἰς πολὺ ὀλίγους. Ὅ,τι ἀντέταξα εἰς τὸ δημόσιον ἐκεῖνο φρόνημα καὶ εἰς τὰς κρίσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πεποίθησιν ταύτην, τὸ αὐτὸ ἀντιτάσσω καὶ νῦν. Εἶπον αὐτοῖς μὴ σκανδαλίζεσθε ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Δανοῦ Κόμητος, ἀλλ’ ἂν ἔχητε ἀφορμὰς ἀπευθυνθῆτε πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις ἐπίσημος οἱουδήποτε ὀργάνου τῆς κυβερνήσεως ἔκνομος ἢ ἀναιροῦσα τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ἂν ὑπάρχῃ παράλειψίς τις αὐτῶν, ἐπιτεθῆτε κατὰ τῶν ὑπαιτίων τῆς πράξεως ἢ παραλείψεως ὑπουργῶν· ζητήσατε εὐθύνην ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, ἐὰν θεωρῆτε ὅτι πρᾶξίς τις τοῦ Ἡγεμόνος, δὲν εἶναι προσήκουσα, ζητήσατε λόγον ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, οἵτινες μόνοι εἶναι ὑπεύθυνοι. Τὴν αὑτὴν ἀντίῤῥησιν φέρω καὶ σήμερον. Καὶ ὅμως ὁ Κόμης Σπόνεκ δὲν εἶχε μὲν ἐπίσημον θέσιν, οὐδ’ ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ τῶν καθεστώτων νόμων, εἶχεν ὅμως μίαν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναγνωρίσει ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, τὴν ἰδιότητα τοῦ ἰδιαιτέρου συμβούλου τοῦ Βασιλέως. Ὅταν ἀνηγγέλθη ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Στέμματος ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὄντος τότε πρίγκηπος τῆς Δανιμαρκίας, ἀνηγγέλθη συγχρόνως καὶ ἡ μετ’ αὐτοῦ κάθοδος τοῦ Κόμητος Σπόνεκ, καὶ ἡ τότε συνεδριάζουσα συντακτικὴ συνέλευσις οὐδὲν ἀντεῖπε. Ὁ δὲ κ. Σπ. Βαλαωρίτης, ὅστις εἶναι ἀντικείμενον σήμερον τῆς συζητήσεως, εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὑποκείμενος εἰς τοὺς νόμους, μηδεμίαν ἄλλην ἔχων ἐπίσημον θέσιν, παρὰ τὴν ὁποίαν ἀνέθηκαν εἰς αὐτὸν οἱ ἐκλογεῖς του, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νόμιμον τὴν πρᾶξίν των ταύτην. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, οὔτε ὤφειλον κἂν, νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς Λευκάδος, διότι ἡμεῖς οἱ ὑπουργοὶ δὲν παρακαθήμεθα ἐνταῦθα πρὸς τοῦτο, διὰ ν’ ἀναμιγνύμεθα εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, παρακαθήμεθα διὰ νὰ συμπράττωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τὸ μέρος δὲ τὸ ὁποῖον λαμβάνω σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην πρέπει νὰ κανονισθῇ ὑπὸ τοῦ εἰρημένου σκοποῦ τῆς ἐνταῦθα παρουσίας μας· ἀλλ’ ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ κάμω ἐκδρομήν τινα, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἀναγκάζομαι νὰ πράξω, διότι μὲ ὠθεῖ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ κάμω χρῆσιν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς ἀνέφερε καὶ ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τὸ οἰκοδόμημα τοῦ λόγου του, ἤθελα σᾶς ἀνακοινώσει παρατηρήσεις τινάς· δὲν θέλω ὅμως παρασυρθῆ πολὺ μακρὰν τοῦ σκοποῦ ὃν προεθέμην. Ὁ ἔντιμος βουλευλὴς Ζακύνθου σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐν Λευκάδι ἔγινεν ἐπηρεασμός, διότι ὁ κ. Βαλαωρίτης ἢ οἱ φίλοι αὐτοῦ διέδωκαν ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης ἀπολαμβάνει τῆς εὐνοίας τοῦ βασιλέως. Ἐὰν σᾶς ἔλεγε τοῦτο μόνον, μοὶ ἦτον εὔκολος ἡ ἀπάντησις· ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν περιέγραψε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἰδέαν του ταύτην, ὁ τρόπος τοῦ λέγειν τοῦ κ. Λομβάρδου ἦτο τοιοῦτος, ὥστε δὲν δύναμαι ἢ νὰ κατακρίνω αὐτόν. Ὁ ὑποθετικὸς οὗτος τρόπος τοῦ λέγειν, πολλῷ ἀπέχει τῶν κοινοβουλευτικῶν ὑποχρεώσεων καὶ ἐθίμων· ὁ κ. Λομβάρδος ὑπέθεσεν ἑαυτὸν ὡς κ. Βαλαωρίτην, καὶ θέλων νὰ δείξῃ ὅτι δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ κ. Βαλαωρίτου ἀλλὰ περὶ ἑαυτοῦ ἔκαμε σειρὰν ὑποθέσεων, διὰ τῶν ὁποίων ὅμως ἐσκόπει νὰ πείσῃ τοὺς ἀκούοντας ὅτι ἀφηγεῖται σειρὰν γεγονότων. Ἐθεώρουν ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ παῤῥησίᾳ τὰς πεποιθήσεις του, οὐχὶ δὲ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν ὑποβλητικὸν τοῦτον τρόπον, ὅστις ἐφ’ ὅσον δὲν παρέχει ἀφήγησιν γεγονότων δὲν δύναται ἢ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τρόπος ἀποπλανητικός. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ κυρίου Λομβάρδου δύναται ν’ ἀφήσῃ δισταγμοὺς εἰς ὅλους τοὺς ἀκούοντας περὶ τῆς εἰλικρινείας εἴτε τοῦ ἄρχοντος τῆς πολιτείας, εἴτε τῆς κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι θεωρῶ αὐτόν, εἰ μὲν ἠννόει τὸν ἄρχοντα τῆς πολιτείας, ἐντελῶς ἀντισυνταγματικόν· εἰ δὲ τὴν κυβέρνησιν, ὡς δόλιον. Τί ἄλλο σημαίνουσι ὅσα σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν κατ’ ἐμοῦ τοῦ κυρίου Λομβάρδου λαλοῦντες προτείνωσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐγὼ ὁ κ. Λομβάρδος ἐσχημάτισα τὰ δικαστήρια τῆς Ἑπτανήσου ὑπὲρ ἐμοῦ, ὅτι ἐντεῦθεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐγένετο ὄργανον τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῶν κομμάτων, τότε, κύριοι, τί ἠθέλετε εἰπεῖ περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου; Ἀλλ’ ἀντιτάσσω εἰς τὸν ὑποβλητικὸν ἢ ἀποπλανητικὸν τοῦτον τρόπον ἓν ὄνομα ἀνδρός, ὅστις δὲν συνδέεται δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ σχέσεως ἢ φιλίας μετ’ ἐμοῦ τοιαύτης, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται αἱ πεποιθήσεις μου, τὸ ὁποῖον ὅμως ὄνομα χρησιμεύει ὡς προμαχὼν καθ’ οὗ συντρίβονται πᾶσαι αἱ διὰ τοῦ ὑποβλητικοῦ τρόπου τοῦ κ. Λομβάρδου διαδιδόμεναι ὑπόνοιαι. Τὸ ὄνομα τοῦτο εἶναι τὸ τοῦ προέδρου τῶν ἐφετῶν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐὰν, ἐξηκολούθησεν ὁ κ. Λομβάρδος, σᾶς ἔλεγον ὅτι ἐγὼ, ὁ κ. Λομβάρδος ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀναδειχθεὶς βουλευτὴς, μετεχειρίσθην χρήματα διὰ νὰ διαφθείρω τὴν συνείδησιν τῶν ἐκλογέων τί ἠθέλετε εἰπεῖ; Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐνστάσεις περὶ δωροδοκίας κατ’ ἐκλογῆς, οἵας δήποτε ἐπαρχίας, ἂς λάβωσι τὴν νόμιμον διέξοδον, ἂς βασανισθῶσιν ὡς πρέπει, ἂς δοθῶσιν οἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγοι, ἂς σχηματισθῇ τὸ φρόνημα τῶν κυρίων βουλευτῶν· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ προβάλητε τὰ γεγονότα, νὰ προτείνητε τὰς πράξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζετε τὰς σκέψεις σας.
§199ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξετάσατε νὰ τὰς εὕρητε.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δὲ παντάπασιν οὔτε κοινοβουλευτικὸν, οὔτε ἐπιτετραμμένον διὰ πλαγίων μέσων καὶ εἰσηγήσεων ν’ ἀποφεύγῃ τις τὴν εἰλικρίνειαν, τὴν ὁποίαν τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει.
§201ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Στείλατε ἐπιτροπὴν καὶ ἐγγυώμεθα νὰ τ’ ἀνακαλύψῃ ὅλα. Σᾶς τὸ λέγομεν καθαρά.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα δὶς ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος πρὸ 14 μηνῶν δὲν ἐπεσκέφθη τ’ ἀνάκτορα, ἤκουσα δὶς ἀπὸ τὸν κύριον Λομβάρδον σήμερον ὅτι οὐδέποτε ὡμίλησε περὶ προσώπων ὑπὲρ ἢ κατὰ εἰς τὴν Μεγαλειότητά Του. Εὐγνωμονῶ διὰ τὴν ἐξομολόγησίν του, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἦτον ἀπόλυτος ἀνάγκη εἴς τινα ἡμῶν νὰ μάθῃ τὰς σχέσεις εἴτε τῶν βουλευτῶν εἴτε τῶν πολιτῶν πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ἐκτὸς ἐὰν ἀφηγούμενος τὰς σχέσεις ταύτας ἔχῃ ἄλλον τινὰ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω ὅτι πᾶς ὀφείλει ῥητῶς καὶ γενναίως νὰ ἐξηγήσῃ. Καὶ λέγω, ὀφείλει ῥητῶς καὶ γενναίως νὰ ἀποδείξῃ, διότι ἄλλως, κύριοι, αἱ ὁμιλίαι αἱ ὑποθετικαὶ, αἱ διαδόσεις καὶ αἱ ἀφηγήσεις δύνανται νὰ ἔχωσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Καὶ σεῖς, κύριοι, οἱ ὁποῖοι συνηγορεῖτε ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, σᾶς παρακαλῶ, πτοήθητε ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ, διότι εἰσὶν ἐπικίνδυνα, εἰσὶν ὀλέθρια, ἀναιροῦσι τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἕκαστος ὀφείλει εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα. Διὰ τοιούτων μέσων κλονίζονται, κύριοι, αἱ πεποιθήσεις τοῦ κόσμου καὶ οὐδεὶς τολμᾷ ν’ ἀναλάβῃ τὸ μέγα βάρος τῆς τοιαύτης εὐθύνης· ἂς δειλιᾷ ἀπέναντι αὐτοῦ, ἂς μὴ διαπλανᾷ οὕτω τὰς πεποιθήσεις τοῦ κόσμου ἀναλογιζόμενος τὰς συνεπείας καὶ τρέμων δι’ αὐτάς. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τέλος πάντων τὸ μέγα, τὸ ἀκαταμάχητον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Λομβάρδος προέβαλε διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ θέσις τοῦ κ. Σπ. Βαλαωρίτου δὲν εἶναι θέσις ἁπλοῦ πολίτου, ἀλλὰ θέσις ἀνθρώπου ἐπιδρῶντος ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς; Τὸ ἐπιχείρημα ἦτον ὅτι ἐν Λευκάδι οἱ φίλοι τοῦ κ. Σ. Βαλαωρίτου διέδωκαν ὅτι αὐτὸς ἀπολαμβάνει τῆς εὐνοίας τοῦ Βασιλέως. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ ἑνὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, τὸ ὁποῖον ὅμως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς ἐκάθητο ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἤμην πρὸ δύω μηνῶν εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ μίαν πρωΐαν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἓν πρόγραμμα ἔντυπον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίου Παραμυθιώτου. Τὸν κ. Παραμυθιώτην δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, ἀλλὰ παρηκολούθουν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος αὐτὸν, βουλευτὴν ὄντα, ἐκ τοῦ γραφείου μου καὶ ἐπώπτευον ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, τὸ ὁποῖον ἔληξε διὰ τῆς διαλύσεως τῆς περιόδου τῆς πορείας του. Ἦτον αὕτη καθ’ ὑπερβολὴν φιλικὴ εἰς τὴν τότε κυβέρνησιν. Ὁ κ. Παραμυθιώτης δὲν ἐθεωρεῖτο μόνον ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλ’ ἐθεωρεῖτο ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον ὡς ἓν τῶν εὐγλωττοτέρων καὶ ἑδραιοτέρων στηριγμάτων τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη. Τί ἔγραφεν εἰς τὸ πρόγραμμά του ὁ κ. Παραμυθιώτης; Ἔγραφε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Κερκύρας. «Ἐκλογεῖς Κερκύρας! Ἡ πατρίς μας......
§203ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το......
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ ἔχω κατὰ δυστυχίαν, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε προκύψει ἡ παροῦσα συζήτησις. Ἔγραφε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Κερκύρας· «ἡ Πατρὶς διατρέχει κίνδυνον, διότι μετεφυτεύθησαν ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων τοῦ Ἁρμοστοῦ εἰς τ’ ἀνάκτορα τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐκεῖ». Μήπως ἐκπλήττεσθε διὰ τὴν μετάβασιν αὐτὴν τοῦ κ. Παραμυθιώτου, ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν προοιμιάζει διὰ τοῦ προγράμματός του; ἐγὼ δὲν ἐκπλήττομαι, διότι γνωρίζω τί συμβαίνει εἰς τὴν ἐκλογικὴν πάλην, γνωρίζω, ὅτι ὁ πόθος τῆς ἐπιτυχίας, τὸ πεῖσμα τοῦ ἀγῶνος ἀναγκάζει τοὺς ἀντιπάλους νὰ μεταχειρίζωνται διάφορα μέσα καὶ δὲν ἀπέχουσι καὶ ἀπὸ τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν πεποίθησιν· πολλὰ ἐνδεχόμενον ὁ κ. Παραμυθιώτης.....
§205ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὄχι τοῦ Παραμυθιώτου, τοῦ Κουρκουμέλη, δὲν ἐξετέθη ὁ Παραμυθιώτης.
§206ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξετέθη ἀλλ’ ἐξέδωκε πρόγραμμα· ἀναγνώσατε τὸ πρόγραμμά του. Τί παράδοξον λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Παραμυθιώτης ἐνόμιζε πῶς εἶναι κατάλληλος ἐποχὴ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸ ῥεῦμα τῶν ἐπικρατουσῶν τέως ἰδεῶν καὶ ἐπαρουσιάσθη πρεσβεύων ἀρχὰς, τὰς ὁποίας αὐτὸς, οὐ μόνον δὲν ἐπρέσβευσεν, ἀλλὰ καὶ ἀπέκρουσεν ἐν τῇ Βουλῇ; Ἀλλὰ μήπως προβάλλεται ἐν ἐκλογαῖς ὡς ἐπιχείρημα τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Παραμυθιώτου προταθὲν, μόνον τὸ ἅλμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Παραμυθιώτης ἐφάνη ὅτι ἔκαμε εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν; ὅλοι ἀνήκετε εἰς ἐπαρχίας, παρεστάθητε εἰς ἐκλογὰς καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἐλησμόνησε πόσα ἐπιχειρήματα ἀντετάχθησαν καθ’ ὑμῶν ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων ἢ ὑφ’ ἡμῶν κατ’ ἐκείνων. Ἐνθυμοῦμαι ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο θέλει χρησιμεύσει ὡς ἐνίσχυσις τοῦ λόγου μου, διότι εἶναι πολλὰ παραπλήσιον καὶ πολλὰ συναφὲς μὲ τὴν ἀφορμὴν τοῦ λόγου τοῦ κ. Λομβάρδου, ἡ ὁποία κατεπτόησε καὶ ἐξεφόβισε τὸν ἔντιμον φίλον μου. Ἐν τῇ Συνελεύσει δὲν ηὐτύχησα νὰ ἦμαι ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ τοῦ σώματος ἐκείνου ὡς πρὸς τὰς ἰδέας τὰς ἐπικρατησάσας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ φρόνημα ἦτο πολλὰ εἰλικρινές, καὶ ἐνόμιζον ὅτι εἶχον εὐσυνείδητον καθῆκον νὰ τὸ ἀπαγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ δώσω ὅλα τὰ μέσα εἰς τοὺς συναδέλφους μου νὰ σκεφθῶσιν, ὅπως ἐν γνώσει ἀποφανθῶσιν· ἀλλ’ ἦσαν οἱ ἀντιφρονοῦντες, εἴτε ἐν τῷ κύκλῳ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐν Ἀθήναις, εἴτε ἐν τῷ μικρῷ κύκλῳ τῆς καταγωγῆς μου καὶ ἐξ αὐτῶν τινὲς μ’ ἐκήρυξαν φιλόδουλον, καὶ ὁσάκις ἡ πρόσαψις αὕτη τοῖς ἦτο χρήσιμος, δὲν ἔπαυσαν νὰ μοῦ ἐξακοντίσωσι τὴν πρόσαψιν ταύτην. Καὶ ἐγὼ μὲν ἀντέταξα κατ’ αὐτῶν σιωπὴν περιφρονήσεως· ἀλλ’ οἱ ἀντίπαλοί μου ἐν ᾧ τοιαύτην ἐξηκόντιζον κατ’ ἐμοῦ τότε πρόσαψιν, κατὰ τὸ 1868 ἐλησμόνησαν τοῦτο καὶ μοῦ ἐξηκόντισαν ἄλλην πρόσαψιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι δημοκράτης, καὶ ἐγὼ παρεστάθην ὡς ἐπικίνδυνος εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς, καὶ αἱ κάλπαι μου διετρύπησαν, καὶ οἱ ἀντίπαλοί μου δὲν ἐφείσθησαν οὐδενὸς μέσου νὰ μὲ δυσφημήσωσιν· ἀλλ’ ἐὰν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦ 1868, νομίζετε ὅτι ἤθελον παραστήσει ἕνεκα τούτου κινδύνους ὑπάρχοντας, τὴν πολιτείαν ἀπειλουμένην ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ κ. Νικολοπούλου, οἱ ὁποῖοι τίποτε ἄλλο ὀλιγώτερον δὲν παρίστανον εἰμὴ ὅτι ἐγὼ ἀπετέλουν ἓν πρόσκομμα, εἰς τὸ ὁποῖον προσέκοπτεν ἡ κίνησις τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς; Μοὶ παρεπονεῖτο εἷς ἔντιμος κύριος, ὅστις δὲν συνεδρεύει ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι κατὰ τὸ 1868 ἀπέτυχεν εἰς τὴν βουλευτικὴν ἐκλογήν, διότι τὸν παρέστησαν ὅτι προέβαλε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ζητήσας τὴν αὔξησιν τῶν φόρων· καὶ εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων φίλων μου ἐν Γορτυνίᾳ κατὰ τὸ 1868, μὲ προέτρεπε νὰ ἐπαγγελθῶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων ἵνα προσελκύσω τοὺς ἐκλογεῖς· ἐπειδὴ δὲ μὲ προέτρεπε μετ’ ἐπιμονῆς, ἠναγκάσθην νὰ τὸν ἀποβάλω καὶ νὰ τὸν εἴπω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω ὑποσχέσεις. Ἀλλὰ τὰ ἐκλογικὰ ταῦτα ἢ πολιτικὰ ἐπιχειρήματα, πρέπει νὰ ἔλθουν εἰς τὴν συζήτησιν ἐνταῦθα διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς ἔνδειξις κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦν τὴν ὕπαρξιν τῆς πολιτείας; ἴσως θέλετε ἀποδώσει ὅλα ταῦτα εἰς τὴν ζωηρὰν φαντασίαν τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Λομβάρδου, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ εἴπω, πρέπει ν’ ἀποδώσητε καὶ τὴν εὔροιαν καὶ τὴν καλλιέπειαν τῶν λόγων του. Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὰς ἐκλογὰς μόνον παρουσιάζονται αἱ διαδόσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα; ἐγὼ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, ἀνέγνωσα ἐφημερίδας, διὰ τῶν ὁποίων τὰ μέλλοντα ν’ ἀποδυθῶσιν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐνταῦθα πάλην κόμματα ἐκήρυσσον ἕκαστον ὅτι ἔρχεται πανίσχυρον καὶ προήγγελλεν ἀριθμὸν ψήφων, ἃς διαθέτει ἐν τῷ κοινοβουλίῳ καὶ ἐφαίνετο εἰς τὰ πρόθυρα τῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐγὼ παντάπασι δὲν ἐθορυβήθην οὐδ’ ἐνόμισα, ὅτι ἀπειλεῖται ἡ πολιτεία οὔτε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθω εἰς ἀναίρεσιν αὐτῶν. Ἀφῆκα τὸν ῥοῦν τῶν πραγμάτων νὰ μαρτυρήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν συνεστήθη τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, μετὰ πέντε ἡμέρας ἔλαβον γράμματα ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, δι’ ὧν μοὶ ἀνήγγελλον ὅτι διεδίδετο ἐκεῖ ἐξ ἐπιστολῶν Ἀθηναϊκῶν ὅτι πίπτει τὸ ὑπουργεῖον, μετ’ ὀλίγον ὅτι τοῦ ὑπουργείου δὲν ὑπογράφονται τὰ διατάγματα, ὅτι δὲν θέλει ἐγκριθῆ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Μὰ πρέπει νὰ φοβῆται κανεὶς δι’ ὅλα ταῦτα τὰ τεχνάσματα τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἢ τῶν ἀτόμων; ὑποθέτω ὅτι εἶναι φόβοι ἀνάξιοι τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μελέτης τοῦ κοινοβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡ πορεία καὶ ἡ ἐνέργεια εἶναι ἡ καλλιτέρα ἐγγύησις τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν θεσμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνον τὰ συμβεβηκότα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐτρόμαζαν τὸν ἔντιμον κ. Λομβάρδον· ὑπῆρξε καὶ ἓν ἄλλο συμβεβηκὸς, τοῦ ὁποίου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω μνείαν, διότι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἐτελέσθη τῇ συμβουλῇ ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς φέρομεν τὴν εὐθύνην αὐτοῦ· ὑπῆρξε μάλιστα καὶ ἐτελέσθη καθ’ ὃν χρόνον παρέμενον ἐν Κερκύρᾳ παρὰ τῷ Βασιλεῖ, ἀλλὰ τῇ προηγουμένῃ γνώσει τοῦ ὑπουργείου καὶ τῇ προηγουμένῃ συναινέσει αὐτοῦ. Πρὶν ἢ ἡ Ἀθηναϊκὴ κοινωνία θορυβηθῇ, ὡς προσπαθοῦσι νῦν νὰ θορυβήσωσιν αὐτὴν καὶ διὰ ψευδῶν διαδόσεων καὶ δι’ ἐξεγέρσεως φόβων, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας μᾶς παρίστα τὴν σπουδαίαν ἀνάγκην τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἀπησχόλησε καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ βασιλέως καὶ αὐτὸν τὸν βασιλέα. Δὲν διανοοῦμαι τελείως νὰ εἴπω, ἐὰν ἦναι εὔλογοι ὅλοι οἱ φόβοι τῆς κοινωνίας, ἐὰν ὁ θόρυβος, τὸν ὁποῖον διέκρινον καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐκ τῶν λεγομένων ἐν τοῖς ἰδιαιτέροις κύκλοις, ἐὰν ὁ θόρυβος αὐτὸς ἔχῃ σπουδαίας ἀφορμάς· δὲν εἶμαι τελείως εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τοῦτο οὐδὲ λησμονῶ παντάπασιν, ὅτι πολλάκις καὶ αὐταὶ αἱ μέγισται ἀνάγκαι τῆς ἐπικρατείας, καὶ αὐτὰ τὰ πολύτιμα συμφέροντα αὐτῆς χρησιμεύουν ὡς πεδίον ἐπὶ τοῦ ὁποίου γεωργοὶ ἴσως ἰδιοτελεῖς πολλάκις ἔρχονται ν’ ἀρώσωσιν. Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος καιρὸς ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφράσει τὸ αὐτὸ φρόνημα, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἁρμόδιοι συνάδελφοί μου θέλουσι τῇ κάμει περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ κράτους. Λέγω ὅμως, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα θορυβώδης τῆς κοινωνίας εἴτε πραγματικὴ εἴτε ὑποτιθεμένη, ὅτι ἡ θορυβώδης αὕτη δὲν προεκάλεσε διὰ πρώτην φορὰν τὴν σκέψιν τῆς κυβερνήσεως· ἡ κυβέρνησις πρὸ μηνῶν ἐσκέφθη περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐσκέφθη μὲν αὐτὴ, ἠσχολήθη δὲ καὶ ἡ Α. Μεγαλειότης. Ὑπῆρξε λοιπὸν χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον εἰς ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ν’ ἀποταθῶσιν ὁδηγίαι ἢ παραινέσεις, νὰ γίνωσι παραστάσεις ἢ ἐξηγήσεις, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς περιστολῆς τῆς μάστιγος, ἥτις κατὰ δυστυχίαν μαστίζει ἑκάστοτε τὸν τόπον αὐτόν. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο πρᾶξις, ἥτις ἐγένετο τῇ συμβουλῇ τοῦ ὑπουργείου ὅλου, ἦτο πρᾶξις ἥτις ἐγένετο καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ ὁ ἴδιος παρέμενον παρὰ τῷ βασιλεῖ· λυποῦμαι δὲ διότι εἰς πρᾶξιν τοιαύτην ἀπεδόθη σημασία καὶ ἐδόθη ἐξήγησις συμβεβηκότος ὅλως ἀντίθετος τοῦ σκοποῦ, ὅστις ὑπηγόρευσεν αὐτὴν, ὅστις δὲν στερεῖται παντάπασιν ἱερότητος· καὶ ἂν παραβάλῃ κανεὶς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπικρατείας, ἢ τὸ πολύτιμον τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ εὔλογον καὶ ἀξιέπαινον τοῦ σκοποῦ, θέλει ἀποστραφῆ τὴν παρεξήγησιν καὶ, συγχωρήσατέ μοι, θέλει τὴν θεωρήσει ἥκιστα ἀπέχουσαν τοῦ βλασφήμου. Εἶχον εἰδοποιηθῆ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ὁ κ. Β. Σκαλτσοδῆμος, ὁ κ. Κορωναῖος ἐπιτετραμμένος τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας κατὰ τοὺς δύω Νομοὺς, καὶ ὁ κ. Γρίβας, νὰ εὑρεθῶσιν εἰς μίαν ἄκραν τῆς Λευκάδος. Ἡ Μεγαλειότης του ἀνεχώρησεν ἐκ Κερκύρας τὴν ἑσπέραν, ἀπέβη ἐκεῖ εἰς τὴν ἔρημον, διότι εἰς τὴν Λευκάδα, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ συγκοινωνήσῃ ὑπαρχούσης εὐλογίας· συνηντήθη μετ’ αὐτῶν, ἔλαβε συνέντευξιν καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Κέρκυραν τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶχον τὸ καθῆκον νὰ διαλάβω περὶ τῶν σχέσεων τῆς κυβερνήσεως μετὰ τοῦ Βασιλέως· ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν πράξεών της πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ διαβεβαιώσῃ ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι οὐδὲν γίνεται ἄνευ τῆς συναινέσεως καὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, καὶ προλαλεῖ δι’ ἐμοῦ πάντα τὸν δυνάμενον νὰ παραστήσῃ, ὅτι πρᾶξίς τις ἐγένετο ἄνευ τῆς ἐντολῆς αὐτῆς, ἢ ὅτι ἔλαβε χώραν τι ἄνευ τῆς συμβουλῆς αὐτῆς· ἐλυπήθην δὲ καιρίως, ὅτε εἷς ἄνθρωπος διακεκριμένος, διότι τοιοῦτον ἔχω φρόνημα περὶ τοῦ κ. Λομβάρδου, ἀπηυθύνετο εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διατεινόμενος, ὅτι ἐπρότεινε τὴν παῦσιν δύω δικαστῶν, καὶ αὐτὴ δὲν ἐνεκρίθη, διὸ ἠναγκάσθη νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν μετάθεσίν των. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ κοινωνία ἀποδίδει τὴν προσήκουσαν ὑπόληψιν, δὲν ῥίπτουσι τυχαίως προσάψεις ἀποτεινόμενοι πρὸς ἀνθρώπους ὑπευθύνους, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀποδείξεις καὶ τὰς φέρουσιν ἀμέσως πρὸς ὑποστήριξιν, ἄλλως δὲν δύνανται ἢ νὰ θεωρηθῶσιν ἀπρόσεκτοι, ὁμιλοῦντες περὶ σπουδαίων ζητημάτων καὶ ἐλαφρῶς μνημονεύοντες λόγων καὶ συμβεβηκότων. Ἡ δὲ ἀπροσεξία, κατὰ τῆς ὁποίας παρεπονέθην, νομίζω, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀνοχῆς ἡμῶν, καὶ συγχωρήσατέ μοι, φίλε κύριε Λομβάρδε, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ σᾶς ἀπευθύνω τὴν ἐξήγησιν ταύτην. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ μίαν παραβολὴν τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κυρίου Ζαΐμη ὑπουργείου μὲ προκάτοχόν τινα κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἀποτείνων τὸν λόγον πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τοὺς συναδέλφους του, εἶπεν, ὅτι γνωρίζετε κατὰ τί διαφέρετε σεῖς, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν ὁποίων ἐνηργήθησαν κατὰ τὸ 1869 αἱ ἐκλογαὶ, ἀπὸ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους διεδέχθητε καὶ ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν ὁποίων ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1868; Ὁ κ. Λομβάρδος ἑτοίμως ἀπεφήνατο, ὅτι διαφέρομεν κατὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἡμεῖς δὲν διῃρέσαμεν τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν εἰς βασιλικοὺς καὶ ἀντιβασιλικοὺς, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, ἐπὶ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1868· ἀλλὰ ἐπράχθησαν καὶ κατὰ τὴν ὑπουργείαν ἡμῶν ὅλα τ’ ἄλλα, ὅσα κατὰ τὸ 1868 ἐπράχθησαν;
§207ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Πρὸ πάντων» εἶπον, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι διακρίνεσθε.
§208ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν μαρτυρίαν τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἀπόχρωσίν σας διὰ νὰ ἀναιρέσω τὸν λόγον σας. Ἀλλ’ ἡ ἀμφίβολος ἔκφρασις τοῦ κ. Λομβάρδου, «ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων» εὑρίσκει τὴν διαφορὰν ταύτην μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων, ἠκολουθήθη ἀπὸ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ὡρισμένως ἀπέδωκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἀνέφερεν ὡρισμένας πράξεις, ἢ ὡρισμένας παραλήψεις τῆς κυβερνήσεως, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γενομένης αἰτιάσεως, ὅτι πολλαχοῦ παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι ἐν γνώσει ἢ συνειδήσει τῆς κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν ὀργάνων αὐτῆς; Ὡς μέλος τοῦ ὑπουργείου ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Λομβάρδον, ἐὰν μὲν ἔχῃ νὰ μνημονεύσῃ ὡρισμένην τινὰ πρᾶξιν ὀργάνων τῆς κυβερνήσεως, ἢ ὡρισμένην τινὰ παράλειψιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος νὰ μνημονεύσῃ αὐτῆς, ἵνα δώσωμεν εὐθύνας τῆς πράξεως ταύτης, ἢ ἂν δὲν ἔχῃ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλης ἐκλογῆς, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς παρακαλῶ αὐτὸν ν’ ἀπευθύνῃ ὡρισμένην ἐπερώτησιν. Ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως θέλει φέρει καὶ ἡμᾶς εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀπολογηθῶμεν, ἂν καὶ ἀναγκαζόμενοι νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος, θέλωμεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν θέλομεν ν’ ἀποκρούσωμεν, ν’ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐκλογῶν, οὔτε ἐπιθυμοῦμεν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀνάμιξιν ἐπὶ ἐκλογικῶν ζητημάτων, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν παριστάμεθα ἐνταῦθα.
§209ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤθελον, κύριοι, οὐδόλως ἀναμιχθῆ εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις μᾶς ἐπασχολεῖ πρὸ ὡρῶν· ἤθελον περιορισθῆ μόνον εἰς τὸ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, ἀναγκάζομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἴς τινας ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Διότι ὁ μὲν κ. Λομβάρδος οὐδόλως ἀνεμνήσθη τοῦ παρελθόντος τῶν κομμάτων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἀντηγωνίσθη, ὁ δὲ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀνεμνήσθη αὐτῶν μετ’ εὐλαβείας μὲν ὁμιλῶν περὶ τῶν πεποιθήσεών των, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέτων τὰς ἰδέας ἑαυτοῦ ὑπεράνω τῶν ἰδεῶν ἐκείνων. Καὶ ἐπειδὴ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι αἱ γνῶμαι ἐκείνων τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀτόμων μετεβλήθησαν εἰς γνώμας τοῦ ἔθνους, νομίζω, ὅτι λαμβάνων τὸν λόγον ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ, ὑπερασπίζομαι τὴν ἐθνικὴν γνώμην, τῆς ὁποίας πολλὰ ὄργανα ὑπάρχουσιν ἤδη ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλίου, τινὰ δὲ ἐξ αὐτῶν ἀποτελοῦσι μέρος αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως, πολλὰ δὲ ἄλλα εἶναι ἐκτὸς καὶ μετ’ αὐτῶν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θέλω τὸ καταστήσει ἀντικείμενον μακρᾶς ὁμιλίας, εἶναι ἁπλῶς μία ἐπαλήθευσις εἰς ὁμιλίαν προαπαγγελθεῖσαν· θέλει ὅμως ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν, διότι θέλω ἐξηγήσει τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συζητουμένου. Δὲν βλέπω, κύριοι, οὐδεμίαν ὁμοιότητα τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν ἐν τῇ συνελεύσει, καὶ περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον μᾶς ἐπασχολεῖ. Τί ἐπρόκειτο τότε, κύριοι; Εἰς τί ζήτημα ἐνησχολήθη ἡ συνέλευσις; καὶ πῶς διετυπώθη ἡ πρότασίς μας τότε; Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς κατῆλθεν ἐν Ἑλλάδι φέρων ἕνα αὐλικὸν σύμβουλον, τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος δὲν ἔμενε κεκρυμμένος, τοῦ ὁποίου τὰ ἔργα δὲν ἦσαν ἄγνωστα καὶ ἡ δικαιοδοσία· ἔμεινεν ἐπὶ χρόνον τινὰ διὰ τῆς ἀνοχῆς, καὶ δὲν ἐγένετο περὶ αὐτοῦ λόγος, οὔτε ὑπὸ τῶν κομμάτων αὐτῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὴν φοβερὰν δυσμένειάν του, εἰμὴ τότε μόνον, ὅταν ἐπαρουσιάσθησαν ἔγγραφα, ἀποδείξεις, φέρουσαι τὴν ἰδίαν ὑπογραφήν του. Τότε μόνον ἀπεφάσισαν τὰ κόμματα ἐκεῖνα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀντεπάλαιεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ καταστήσωσιν ἀντικείμενον δημοσίας καὶ ἐπισήμου συζητήσεως τὰ πράγματα. Περὶ τίνος λοιπὸν ἐπρόκειτο, κύριοι; Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ῥᾳδιουργιῶν, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐνεργειῶν κεκρυμμένων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἀπὸ ἄτομα ἄγνωστα, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπεμβάσεώς τινος ἀοράτου εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ βασιλέως, οὐδὲ ἐτίθετο ὁ Βασιλεὺς ὑπὸ ἀνάκρισιν ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως. Κατεκρίνετο εἷς θεσμὸς, θεσμὸς ἔκνομος, ἀλλὰ πάντοτε θεσμὸς, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε διετυπώθη ἡ πρότασις τῶν 89, οἱ ὁποῖοι ὑπερεψήφισαν, πῶς αὕτη διετυπώθη; «εὔχεται ἡ Συνέλευσις, εἶπον οἱ 89 πληρεξούσιοι, νὰ λείψῃ εἰς τὸ ἑξῆς πᾶν ἀντισυνταγματικὸν πρόσκομμα.» Ἰσχυρίσθημεν τότε, ὅτι μεταξὺ Βασιλέως καὶ κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ εἷς, ὁ ὁποῖος νὰ μεσολαβῇ· τὸ τοιοῦτον εἶναι εἴπομεν ἔκρυθμον, εἶναι ἐπικίνδυνον, εἶναι ἀναξιοπρεπές· ὅταν μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς κυβερνήσεως ὑπάρχῃ εἷς σύμβουλος βασιλικὸς ἢ αὐλικὸς, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου ἢ ὅτι ἡ κυβέρνησις θεωρεῖται ἀνίκανος νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά της, ἢ ὅτι ὑπάρχει δυσπιστία πρὸς αὐτήν.» Ἰδοὺ τὸ παράπονον, ἰδοὺ ἡ δικαιολογία, ἰδοὺ ἡ νομικὴ ἀξία τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης, τῆς συζητήσεως ἐκείνης, τῆς προτάσεως ἐκείνης τῶν 89. Ἀλλὰ, κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου θέματος. Σήμερον πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀτόμου, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς μεταχειρίζεται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως καὶ τὸ μεταχειρίζεται ἐπαρκῶς διὰ νὰ κερδήσῃ 200 ψήφους ἢ καὶ πλειοτέρας κατὰ τὴν θέλησιν ἑκάστου τῶν λεγόντων. Ἐνταῦθα τεθέντος τοῦ ζητήματος, ἐρωτῶ ἕκαστον καὶ κατὰ πρῶτον λόγον τὸν ἀξιότιμον κ. Λομβάρδον νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἓν κοινοβούλιον νὰ προβῇ μέχρι τῆς προτάσεώς του! Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Τὸ κοινοβούλιον πρὶν φθάσῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, πρὶν ἔλθῃ νὰ ψηφοφορήσῃ μίαν οὕτω πως διατυπωθεῖσαν πρότασιν, θὰ σκεφθῇ ὡς ἑξῆς.—Τοῦτο εἶναι πολλὰ φυσικὸν καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. — Εἰ μὲν οἱ λόγοι τοῦ ἀτόμου ἐκείνου εἶναι πάντῃ ἀνυπόστατοι, εἶναι ἀνάξιον σοβαροῦ σώματος, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ Βασιλέως, νὰ τὸ καταστήσῃ ἀντικείμενον προτάσεως, ἀντικείμενον ἀποφάσεως. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, τοιούτου ἐπηρεασμοῦ, εἶναι δυνατόν ποτε, εἰρήνης ὑπαρχούσης καὶ τάξεως, νὰ τεθῇ τοιοῦτον ζήτημα εἰς τὸ κοινοβούλιον; Τοιαῦται προτάσεις δὲν φέρονται, εἰμὴ τὴν παραμονὴν μιᾶς ἐπαναστάσεως, καὶ ἀπὸ τοῦ κοινοβουλίου δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τοιαύτη ἀπόφασις, εἰμὴ ὅταν τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖνο ἦναι προωρισμένον νὰ ἐγείρῃ μίαν ἐπαναστατικὴν σημαίαν. Ἔχω δὲ μέγιστον δικαίωμα, κύριοι, ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω ὅπως ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ εἶμαι ἴσως μεταξὺ ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦτο· διότι ἄν ποτε μὲ παρακολουθῇ τοιαύτη καταδίωξις, δὲν μὲ παρακολουθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ αὐλικοῦ καὶ τοῦ αὐλοδούλου, οὔτε ὅτι ἔχω τὴν εὔνοιαν εἴτε τῆς αὐλῆς εἴτε τινὸς εὐνοουμένου· καταδιώκομαι ὅμως μὲ τὰ ἐναντία ἐπιχειρήματα. Οὐδέποτε ὅμως κατεδέχθην νὰ καταστήσω ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου ἀντικείμενον συζητήσεως τὴν τοιαύτην γλῶσσαν τῶν ἀντιπάλων· καὶ ὄχι μόνον προκειμένου περὶ ἐκλογῶν, ἀλλὰ προκειμένου καὶ περὶ προόδου κόμματος, προκειμένου καὶ περὶ κυβερνήσεως, προκειμένου καὶ περὶ προεδρείας, ἐγένοντο πολλάκις τοιαῦται κατ’ ἐμοῦ ἀντιδράσεις. Πάντα ταῦτα εἶναι ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, τὴν αὐτὴν σημαίαν ἔχοντα, τὴν αὐτὴν δύναμιν καὶ πλειοτέραν τῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, καὶ ἀξίαν πολὺ μεγαλειτέραν, ὡς ἐνεργούμενα οὐχὶ ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ, ἀλλ’ ἐν τῷ Κράτει. Ἰδοὺ διατὶ ὑπάρχουσιν ἄπειροι διαφοραὶ μεταξὺ τῶν συζητήσεων τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς συζητήσεως τῆς σημερινῆς· ἀλλ’ ἢ λανθάνεται ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ πλανᾶται σπουδαίως τὴν μνήμην, ἢ βαρέως φέρει τὰ γεγονότα κατὰ τὸ παρελθόν, ὥστε νὰ παραγνωρίζῃ μίαν ἀλήθειαν ἀναμφισβήτητον τὴν σήμερον, ὅτι αἱ γνῶμαι τῶν ἀντιπάλων του καὶ οὐχὶ αἱ γνῶμαι αὐτοῦ ἐπὶ τῶν τοιούτου εἴδους ζητημάτων ὑπερίσχυσαν. — Ὀλίγαι περιστάσεις θέλουν χρησιμεύσει ὡς ἀπόδειξις εἰς τοῦτο πρὸς ἐπαλήθευσιν τῶν λόγων μου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἡ ῥῆξις, ἥτις ἐγεννήθη ἐν τῇ Συνελεύσει, τῆς ὁποίας πηγὴ ὑπῆρξαν τὰ εἰρημένα ἀντισυνταγματικὰ κατὰ τὴν γνώμην μας τότε προσκόμματα καὶ ἡ ἔκρυθμος ἐκείνη κατάστασις, ἐπέφεραν τὴν διάῤῥηξιν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἐκληροδότησεν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν Βουλὴν τὴν φροντίδα τῆς ἄρσεως τῶν μεγάλων ἐκείνων ζητημάτων. Ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη, γνήσιος ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἐκληρονόμησε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ αἴσθημα τῶν κομμάτων, τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματα τῶν κομμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἔδωκεν ὑποδεεστέραν θέσιν, καὶ ἔλυσεν ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν ἀντιπάλων τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ πάντα τὰ ζητήματα. Πολὺ πρὸ τούτου ἕν τινι δωματίῳ τῶν ἀνακτόρων εἷς πρίγκηψ συνήθροισεν ἐξόχους ἄνδρας τῆς πατρίδος μας, μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἦσαν ἐκ τῶν φρονησάντων τὰ ἐναντία πρὸς ἡμᾶς ἐν τῇ Συνελεύσει. Τοῖς ἔθεσε καθαρῶς τὸ ζήτημα, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ κόμητος Σπόνεκ καὶ ὡς προσώπου καὶ ὡς θεσμοῦ, καὶ δὲν εὑρέθη εἷς, ὅστις νὰ ἔχῃ γνώμην ἐναντίαν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἡμεῖς. Οἱ μὲν εἶπον, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νὰ εὑρίσκεται εἷς σύμβουλος μεταξὺ Βασιλέως καὶ κυβερνήσεως καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τοὺς θεσμούς· οἱ δὲ εἶπον, ὅτι ὁ Σπόνεκ φατριάζει. Ἀλλὰ καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη γνώμη ἦσαν ἐναντίαι τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ Συνελεύσει εἶχον ἀναπετάσει σημαίαν ἐναντίον μας καὶ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Μετ’ οὐ πολὺ, καὶ ἰδοὺ ἄλλη τρίτη ἀπόδειξις, τὸ ζήτημα πλέον ἐτέθη ἐν τῇ πολιτείᾳ καθαρῶς. Τὰ κόμματα, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Βασιλέως, ἄνευ οὐδενὸς κλονισμοῦ, διατηρουμένης τῆς εἰρήνης, τῆς τάξεως καὶ τοῦ κράτους τῶν νόμων, ἦλθον εἰς διαμοιβὴν ἰδεῶν μετὰ τοῦ Βασιλέως. Ἡ βασιλεία ἡ ἰδία ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπομακρύνσεως καὶ τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ προσώπου· καὶ οὐ μόνον ἡ βασιλεία ἡ ἰδία ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπομακρύνσεως καὶ τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ προσώπου, καὶ οὐ μόνον ἡ βασιλεία ἐσεβάσθη ὡς ἀληθῆ καὶ εἰλικρινῆ τὴν ἔκφρασιν, ὡς ἔκφρασιν τοῦ ἔθνους, τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐν ἀρχῇ ἐξέφρασαν τὰ εἰρημένα κόμματα, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐχόντων ἐν ἀρχῇ ἐναντίαν ἰδέαν ἄνδρες διακεκριμένοι παρεδέχθησαν, ἐνεκολπώθησαν, καὶ υἱοθέτησαν τὰς ἰδέας ἐκείνας. Διὰ ταῦτα θέλω ψηφίσει κατὰ παντὸς μέτρου, κατὰ πάσης προτάσεως, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὸ νὰ γεννήσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐν ὀλίγοις ἐν ἀρχῇ περιέγραψα προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος.
§210Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος ὅσοι ὡμίλησαν, δὲν εἶπον τίποτε. Ὁ κ. Πολυλᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι διατεταγμένος ἀπὸ τοὺς πατριώτας του νὰ κτυπήσῃ κατὰ τοῦ κ. Βαλαωρίτου. Ὁ δὲ φίλος μου κ. Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος εἶχε πολὺν καιρὸν ποῦ δὲν ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ ἦλθε καὶ μᾶς εἶπεν ὅ,τι ἤθελε μᾶς εἴπει πέρυσι. Τοῦ Βαλαωρίτου ἡ ἐπιῤῥοὴ δὲν ἴσχυσεν εἰς τὴν Κέρκυραν, διότι ἦτον ὁ Βασιλεὺς πλησίον, καὶ ἑπομένως οἱ λαοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξαπατηθοῦν ἀπὸ τοὺς λέγοντας ψεύματα. Εἰς τὴν Ζάκυνθον ὅμως, ἥτις εἶναι μακρύτερα, πῶς δὲν εὑρέθη κανεὶς νὰ πείσῃ τὸν κόσμον ἐκεῖ νὰ μὴ ψηφίσωσι τὸν κ. Λομβάρδον; Αὐτὰ, κύριοι, δὲν εἶναι ἐνστάσεις. Ἐδῶ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἀνέγνωσα, ὅτι ἐγένοντο δωροδοκίαι· τοῦτο εἶναι ἐπιλήψιμον· ἔχει τις περὶ τούτου νὰ εἴπῃ τι; ἂς ἔλθῃ. Κύριοι, γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν Λευκάδα ὑπῆρχον δύο συνδυασμοί· ὁ κ. Βαλαωρίτης ἦτο μ’ ἕνα Φιλίππου ὁ δὲ κ. Σέρβος ἦτο μὲ τὸν Καλκάνην, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖ, διότι ἔχασε, καὶ ὁ κ. Σέρβος ἐπῆρε περισσοτέρας ψήφους ἀπὸ τὸν κ. Βαλαωρίτην· δὲν μοὶ λέγετε δὲ, μὲ τὰ μέσα, ἅτινα παρουσιάζετε ὅτι εἶχεν ὁ κύριος Βαλαωρίτης, πῶς δὲν ἴσχυσε νὰ βγάλῃ καὶ τὸν Φίλιππον τὸν σύντροφόν του; Τώρα, κύριοι, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν παλαιὰς διαγωγάς· ὁ λαὸς θέλει τὸν κ. Βαλαωρίτην, τὸν ἐξέλεξε. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἡ ἐκλογὴ εἶναι νόμιμος ἢ ὄχι; ἡ δωροδοκία ἐνηργήθη ἢ ὄχι;
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ ἔγκυρον, καὶ νομίμους βουλευτὰς τοὺς κυρίους Γερ. Σέρβον, Σπ. Βαλαωρίτην καὶ Α. Σταματόπουλον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρα 3 μ. μ.)