1869.06.16
327 rows · 2,726 words · 46 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
τῆς 16 Ἰουνίου 1869.
(Δευτέρα).
Ὥρα 8½ Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. Εἶναί τινες βουλευταὶ νὰ ὁρκισθῶσιν.
§4Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐναντιοῦμαι εἰς τὸν τύπον τοῦ ὅρκου, ἔχω ἔνστασιν.
§5ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε πρὶν ὁρκισθῆτε.
§6ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι νὰ ὁμιλήσῃ.
§7ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔχω ἔνστασιν κατὰ τοῦ ὅρκου αὐτοῦ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρκισθοῦν οἱ ἄλλοι βουλευταί.
§9ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι· ἔχω ἔνστασιν δι’ ὅλους.
§10ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶσθε βουλευτὴς πρὶν ὁρκισθῆτε.
§11ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, διότι κατὰ τὸ κανονισμόν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ φέρῃ καὶ ἰδιώτας ἁπλοῦς καὶ νὰ τοὺς ζητήσῃ πληροφορίας.
§12ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, καὶ ἀποφασίσατε ὅπως θέλετε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§14ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα· λοιπὸν, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔχω τὸν λόγον;
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Ἰακωβάτον;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡμεῖς εἴμεθα βουλευταὶ καὶ εἶναι δημοσία συνεδρίασις.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§20ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἐξέλθῃ ὁ ἱερεὺς, διότι δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἐν καιρῷ συνεδριάσεως, παρὰ οἱ βουλευταί, οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Προοιμιωδῶς λέγω, ὅτι τοῦτο τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ προδικάζει καὶ τὸ ζήτημα καὶ ἔρχεται εἰς τὴν ἀπόδειξιν. Ἡμεῖς εἴμεθα βουλευταὶ δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὅρκος εἶναι τύπος καὶ αὐτὸς ὁ τύπος ἐκπληροῦται δι’ ἄλλου τύπου. Ὅταν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀνοίγῃ τὴν Βουλὴν ἀκόμη ὅρκος δὲν ἐδόθη καὶ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ ἐνώπιον τῆς ὁποίας νὰ κάμῃ λόγον ἡ Α. Μ. καὶ νὰ εἴπουν ὅτι δὲν ὑπάρχῃ Βουλή, διότι δὲν ὡρκίσθη. Τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι δυνάμεθα καὶ πρὸ τοῦ ὅρκου ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ νὰ ἔχωμεν τὸν λόγον...
§23ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον, δὲν εἶναι σωστὰ αὐτά.
§24ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τὴν σήμερον εἶναι τοῦτο, εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ βουλευταὶ νὰ ὁρκίζωνται καὶ μάλιστα κατὰ τὸν τύπον τὸν εἰσαχθέντα ἐξ ἑνὸς ἐθίμου, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πῶς εἰσήχθη; εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ βουλευταὶ νὰ ὁρκίζωνται ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἱερέως; Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τοῦδε ὡρκίσθην καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, διότι δὲν ἀνεφάνη μέχρι σήμερον τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ συνταγματικὸν, καὶ ζήτημα κανονισμοῦ· δὲν εἶναι λόγος, διότι δὲν ἠξεύραμεν τί ἐκάμναμεν, ἄρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴν ἠξεύρωμεν τί κάνωμεν, ἐνῷ ἤδη ἀναφύεται αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ σοβαρόν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοῦ ἱερέως εἰς τὸν ὅρκον, ἀλλὰ καὶ ὅτι ῥητῶς ἀποκλείεται καὶ ὑπὸ τοῦ συντάγματος καὶ ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ. Ἐὰν τοῦτο οὕτως ἔχει, νομίζω ὅτι δὲν θὰ μείνῃ οὔτε μία ψῆφος ἐναντία τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ἐὰν ἀναγινώσκηται ἁγιασμός, ἐὰν ἐπικαλῆται ἡ ἐκκλησία τὴν θείαν εὐλογίαν, τοῦτο μάλιστα δὲν εἶναι κακόν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἓν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις δὲν εἶναι κακὸν· ἀλλὰ τὴν σήμερον ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὀφείλετε νὰ δικάσητε· καὶ ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ νόμος. «Ἄρθον 61 Οἱ βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν τὸν ἑξῆς ὅρκον». Ὑπάρχει δημοσία Συνεδρίασις; Ὑπάρχει. Ἐγὼ θέλω νὰ ὁρκισθῶ. Λέγει ῥητῶς τὸ σύνταγμα, ὅτι ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἱερέως; Ὄχι· λοιπὸν δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ παρουσία τοῦ ἱερέως. Ὅταν ὁ νόμος ἀπαιτῇ τὴν παρουσίαν τοῦ ἱερέως, τὸ διατάττει. Εἰς τὰ δικαστήρια δίδεται ὅρκος, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἱερέως, διότι δὲν τὸ διατάττει ὁ νόμος· ἐκεῖ ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον ὑπάρχει εἰς τὸ δικαστήριον. Ἐδῶ ἀπαιτεῖ τὸ ἱερὸν βιβλίον; Δὲν τὸ ἀπαιτεῖ. Ἕως ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν τὸν νόμον καὶ μὲ τοιαύτην ἀκρίβειαν. Ἀπεδείχθη, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος δὲν τὸ ἀπαιτεῖ ῥητῶς, καὶ ὅπου ὁ νόμος δὲν τὸ ἀπαιτεῖ, καμμία δύναμις ἀνθρωπίνη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβάλῃ θέλησιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ 2. μέρος, ὅτι ὁ νόμος ἀποκρούει τὴν παρουσίαν τοῦ ἱερέως, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸν κανονισμόν. Τὸ ἄρθρον 65 τοῦ συντάγματος λέγει· «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην σας, ὅτι τὰ ζητήματα περὶ κανονισμοῦ νὰ μὴ τὰ θεωρεῖτε ἀδιάφορα καὶ νὰ μὴ νομίζητε, ὅτι δυνάμεθα καθ’ ἡμέραν νὰ ἀλλάζωμεν δεκάκις τὸν κανονισμόν, καὶ ἄλλα νὰ ἀποφασίζωμεν τὸ πρωΐ, καὶ ἄλλα τὴν μεσημβρίαν, καὶ ἄλλα τὴν ἐπιοῦσαν, ὅπως ἐγίνετο δυστυχῶς εἰς πολλὰς συνεδριάσεις. Ὁ κανονισμὸς αὐτός, ἅμα ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι σεβαστὸς ὡς τὸ σύνταγμα τολμῶ εἰπεῖν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑπάρχει. Ἐὰν τὸ σύνταγμα δὲν ἐμνημόνευε κανονισμόν, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν· ἔστω, εἶναι κανονισμός, δύναται σήμερον νὰ ἀποφασίσῃ τοῦτο, αὔριον τὸ ἄλλο, ἢ καὶ ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ νὰ ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τὸ σύνταγμα μνημονεύει τὸν κανονισμόν· σημεῖον, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὸς ὁ κανονισμός. Τί λέγει ὁ κανονισμὸς αὐτός, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκτελῆτε μέχρις οὗ τὸν μεταβάλητε; Ἄρθρον 19 τοῦ κανονισμοῦ «ἀρξαμένης τῆς συνεδριάσεως» καὶ σήμερον ἔχομεν συνεδρίασιν, «μόνοι οἱ βουλευταὶ καὶ ὑπουργοὶ διαμένουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ». Ἀλλ’ ὡσανεὶ ὁ νόμος προέβλεπε καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἐξαιρεῖ τὸν ἱερέα ῥητῶς καὶ λέγει «οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς» ὁ δὲ ἱερεὺς δὲν εἶναι ὑπάλληλος. «καὶ οἱ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ τεταγμένοι,» ἠδύνασθε νὰ εἴπητε ἕως ἐδῶ, ὅτι καὶ ὁ ἱερεὺς εἶναι τεταγμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· δὲν ἔχει οὕτως τὸ πρᾶγμα, «οἱ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ τεταγμένοι κλητῆρες»· καὶ ὁ ἱερεὺς δὲν εἶναι κλητήρ, καὶ οὐαὶ ἐὰν ἦτο κλητήρ· «δύνανται νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἢ νὰ εἰσέρχωνται εἰς αὐτήν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἀπαιτεῖ». Ἑπομένως ἀληθεύει καὶ τὸ 2. μέρος τῆς θέσεως ἡμῶν, ὅτι ὄχι μόνον ὁ νόμος δὲν τὸ ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ τὸ ἀποκρούει. Ἐν τίνι λόγῳ λοιπὸν θὰ παρουσιασθῇ ἐδῶ ξένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε βουλευτής, οὔτε ὑπάλληλος, οὔτε κλητήρ, καὶ νὰ εἴπῃ δικαιωματικῶς, θέλω νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὴν ὁρκωμοσίαν σου καὶ ἐν τῇ συνεδριάσει; Ἀλλ’ ἰδοὺ καί τι βαρύτερον· ἠξεύρετε τί κάμετε, ἐὰν ψηφίσετε τὸ ἐναντίον; Ἀποφασίζετε νὰ θέσητε εἰς τὴν διάθεσιν ἑνὸς ἱερέως, σεβαστοῦ καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα, τὴν ὁρκωμοσίαν τῶν βουλευτῶν, θέτετε εἰς τὴν διάκρισιν ἑνὸς ἱερέως ἢ ἑνὸς ὑποκινοῦντος τὸν ἱερέα νὰ μὴ γίνῃ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, διότι ὁ ἱερεὺς δύναται νὰ ἀποσυρθῇ, καὶ τὸ προεδρεῖον λέγει, δὲν εἶναι ἱερεὺς καὶ τότε δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις· ἠξεύρετε τί γίνεται; ὅ,τι ἐγένετο ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἐν Ζακύνθῳ. Ὁσάκις ἤθελον νὰ κλείσωσι τὰ δικαστήρια, ἠξεύρετε τί ἐγίνετο; Ὁ νόμος διέταττεν «εἶναι ἑορταὶ αἱ δεῖνα καὶ δεῖνα ἡμέραι τοῦ ἔτους, καὶ προσέτι ὁσάκις τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων προστατῶν τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἐκτεθειμένα». Οὐδεὶς ἀνεβόησεν εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅλοι εἶπον ὀρθῶς, κατὰ τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἐκτεθειμένον τὸ λείψανον νὰ κλείωσιν αἱ θύραι τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλὰ φαντασθῆτε ἕως ποῦ ἔφθασεν ἡ ἀνθρωπίνη πονηρία! Εἷς, θέλων νὰ κλείσῃ τὰ δικαστήρια, εἶπεν εἰς τὸν ἡγούμενον τοῦ ἁγίου Γερασίμου, «ἔκθες τὸ ἅγιον λείψανον τοῦ ἁγίου Γερασίμου,» καὶ τὸ ἐξέθεσεν, ἐν ἄλλῳ καιρῷ, ἐπὶ 8 ἡμέρας, καὶ παρέλυσε τὰ δικαστήρια· δὲν ἐτόλμησαν οἱ δικασταὶ νὰ συνεδριάσουν διότι οἱ διάδικοι εἶπον, εἶναι ἐκτεθειμένον τὸ ἅγιον λείψανον, καὶ παρελύθησαν. Οὕτω θὰ παραλυθῇ καὶ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἀποφασίσητε ὅτι ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἱερέως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ὁρκωμοσία. Ὥστε ἡλίου φαεινότερον ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ νόμος ὄχι μόνον δὲν ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ ἱερέως, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποκρούει. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων· γνωρίζετε, ὅτι ὁ ὅρκος ἐνδιαφέρει καὶ τὴν συνείδησιν τῶν χριστιανῶν· ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, τὴν λέγουσαν, «μὴ ὀμνύετε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου,» καὶ εἶναι τόσοι καὶ τόσοι χριστιανοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ὁρκίζονται, ἢ ἐὰν ὁρκισθοῦν, τὸ θεωροῦν ὡς ἁμαρτίαν καὶ τὴν κρεμῶσιν εἰς τὸν τράχηλον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι αἴτιος, καὶ προσπαθοῦσι νὰ εὕρωσι διαφόρους τρόπους διὰ νὰ ἀποφεύγουν. Πρὸς τίνα σκοπὸν λέγω ταῦτα; μοὶ δίδει τὸ ἐνδόσιμον αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ὅστις θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὁρκωμοσίαν, ὄχι ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ τοῦ ἱερέως ἀλλ’ ἀπολύτως πᾶσαν ὁρκωμοσίαν, δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἀπαιτεῖτε; ἐγὼ εἶμαι ἀλλόθρησκος· δὲν ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος· τί θὰ εἰπῆτε;
§25ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι βουλευτής.
§26ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι σᾶς λέγει, εἶναι ἐλεύθερος νὰ ὁρκισθῇ, ὅπως θέλει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον.
§27ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὸ δόγμα του.
§28ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σὲ λέγω, αὐτὸ εἶναι τὸ δόγμα μου. Προσέξατε λοιπὸν, παρακαλῶ, μὴ δώσητε ἀφορμὴν εἰς ἕνα βουλευτὴν ἵνα ἐμπαίξῃ τὰ θεῖα ὁ ἄπιστος· καὶ ἂν θέλετε, ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν ἱερέων, καὶ θέλετε διώξει ἕνα ἱερέα ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου, ὅστις εἰς μίαν πολιτικὴν μεταβολὴν ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ἐδῶ μέσα, ἠθέλατε τὸν ἀποδιώξει, διότι ἦτο τῶν ἀδυνάτων νὰ ὁρκισθῇ εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος; καὶ οὗτος εἶναι ἄπιστος, ἢ εἶναι ὁ εὐσεβέστατος τῶν ἀνθρώπων; Καὶ λοιπὸν συμπεραίνω ἐν συντόμῳ· ἢ θὰ ὁρκισθῶ καὶ χωρὶς νὰ μοὶ ὑπαγορεύῃ ὁ πρόεδρος, διότι μόνον εἰς τοὺς ἀγραμμάτους δύναται νὰ ὑπαγορεύῃ τὸν ὅρκον καὶ οἱ ἀγράμματοι νὰ τὸν ἐπαναλαμβάνουν, ἢ ἐγὼ θὰ ὁρκισθῶ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἱερέως· (λέγω δὲ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἱερέως, διὰ νὰ μὴ ἀναμιχθῇ τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον εἰς τὰς ἀπάτας, τὰς ψευδορκίας αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν ἐδῶ μέσα), ἢ ἐὰν μὲ ἀναγκάσητε, δύναμαι νὰ προσφύγω καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα, καὶ τότε λόγῳ εὐσεβείας, δὲν ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος. Τί θὰ εἰπῆτε; ἕως τώρα δὲν ἐνομίζαμεν ὅτι αὐτὸς ὁ τύπος περιέχει τόσα ἐντὸς αὑτοῦ· ὅταν τὰ ζητήματα δὲν ψηλαφηθῶσιν, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι ἄφωνα, ἀλλ’ ὅταν ψηλαφηθῶσιν, ἐννοεῖται, ἐξέρχονται ἰδέαι τρομακτικαί. Διὰ τοῦτο ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος, ἐν ὀνόματι τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἐν ὀνόματι πρὸ πάντων τῆς ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας, σᾶς λέγω νὰ καταργήσητε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγίνετο, νὰ ὁρκισθοῦν κατὰ τὸν συνήθη τρόπον· ἄλλως δὲν εἰξεύρω καὶ ἐγὼ τί θὰ κάμω. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ.
§29ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Λυποῦμαι διότι τὸν φίλον μου Κύριον Ἰακωβάτον ἀπ’ ἀρχῆς θ’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν, ἐὰν σέβηται τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα νὰ ἔλθῃ νὰ ὁμιλήσῃ χωρὶς νὰ δώσῃ ὅρκον, διότι δὲν θεωρεῖται βουλευτὴς ἀκόμη καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ γραφοῦν αὐτά εἰς τὰ πρακτικὰ, παρὰ ἀφοῦ ὁρκισθῇ καὶ ὑπογράψῃ τὸ πρωτόκολλον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπογράφει καὶ ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ πρόεδρος. Δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ, χωρὶς προηγουμένως νὰ ὁρκισθῇ. Ἂς κάμῃ ὁ κύριος μίαν πρότασιν, ἀφοῦ ὁρκισθῇ, διότι ἐὰν δὲν ὁρκισθῇ τὸν ὅρκον τῆς πίστεώς του, δὲν εἴμεθα βιασμένοι νὰ τὸν θεωρήσωμεν ὡς συνάδελφον, καὶ διὰ τοῦτο ὅλα εἶναι περιττά. Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι ἓν ἔθιμον τόσων ἐτῶν, τόσων βουλευτικῶν περιόδων. Ὁ κύριος ἦτο πρόεδρος πέρυσι τῆς ἐπιτροπῆς, ὡρκίσθη ἐνώπιον τοῦ εὐαγγελίου καὶ τοῦ ἱερέως. Ἕκαστος δίδει τὸν ὅρκον τῆς πίστεώς του. Εἰμπορεῖ νὰ ἔλθῃ καὶ Ἑβραῖος, καὶ ἂν ἐπετύγχανε ὁ Ἑβραῖος τῆς Κερκύρας, ἤθελεν εἶναι καλὸν, καὶ Τοῦρκος ἀκόμη ἂν ἐπετύγχανε, ἀλλὰ θὰ δώσῃ τὸν ἀνάλογον τῆς πίστεώς του ὅρκον. Ἤθελε νὰ μᾶς προτείνῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα οὔτε νὰ ὑπάρξουν δύνανται.
§30ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν τὰ προτείνω.
§31ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ἰακωβᾶτος, ἀφοῦ ὁρκισθῇ, ἔχει τὸ δικαίωμα ὡς βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ· τότε ἂς κάμῃ πρότασιν καὶ ἂν ἡ Βουλὴ τὸ κρίνῃ συνεπὲς νὰ ὁρκίζηται ἕκαστος χωρὶς τὸ εὐαγγέλιον, χωρὶς τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος εἶναι μάρτυς ἐδῶ τῆς ὁρκωμοσίας, καὶ θαυμάζω καὶ χαίρω διὰ τὴν ὑπομονήν σας, διότι παρῆλθε τόσος χρόνος, ἂν καὶ ἦναι ὠφέλιμος διὰ τὴν προεξέλεγξιν, διὰ τοῦτο μάλιστα παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ μὴ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, διότι εἶναι πολλαὶ ἐκθέσεις ἐκλογῶν καὶ ὁ κ. Ἰακωβᾶτος δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ ὁρκισθῇ, καὶ ἔπειτα εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ νέας προτάσεις. Ἐγὼ τὸν εἰξεύρω μάλιστα ὅτι εἶναι παραπολὺ ὀρθόδοξος καὶ τὸ καυχᾶται καὶ ἔπρεπε νὰ ὁρκισθῇ ἐνώπιον τοῦ ἱερέως.
§32ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος;
§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ λέγει τὸ ἔθνος καὶ ἡ συνήθεια, τὸ ὁποῖον δὲν εἰμπορεῖτε νὰ ἀποῤῥίψητε· ἀφοῦ ὁρκισθῆτε κάμετε μίαν πρότασιν, ἄλλως σᾶς ἐννοοῦμεν ὡς μηδὲν, διότι δὲν εἶσθε βουλευτής.
§34ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος μὲ τὸν προλαλήσαντα ἔντιμον βουλευτὴν Ἠλείας, ὅτι ὁ βουλευτὴς πρίν ἢ ὀμόσῃ, δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, διότι πράγματι τὸ ἄρθρον 64 λέγει «οἱ βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν, τὸν ἑξῆς ὅρκον». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πρὶν ἢ ἀναλάβουν τὰ καθήκοντά των οἱ βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ ὀμόσωσιν. Ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἰακωβάτου, εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μὲ αὐτὸν· καὶ εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος, διότι παρέβαλον τοὺς διαφόρους ὅρκους, τοὺς ὁποίους δίδομεν εἴτε ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἴτε ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ καθεξῆς, καὶ εἶδον ὅτι ἐκεῖ οἱ νόμοι μᾶς ἐπιτρέπουν καθαρῶς, ὁ ὅρκος νὰ δίδηται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐδῶ δὲ οὐδόλως γίνεται λόγος περὶ τούτου. Ὁ ὅρκος μάλιστα αὐτὸς, τὸν ὁποῖον δίδουσιν οἱ βουλευταὶ, εἶναι πολὺ σοβαρώτερος, εἶναι πολὺ ὑψηλότερος, καὶ οὐδόλως ἀπαιτεῖ, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ἰακωβᾶτος, τὴν παρουσίαν τοῦ ἱερέως. Μὴ οἰκειοποιηθοῦν τινες, ὅτι αὐτοὶ καὶ μόνοι εἶναι ὀρθόδοξοι, διότι καὶ ἡμεῖς ἤμεθα ἐπίσης ὀρθόδοξοι, καὶ μάλιστα κατηγορούμεθά τινες ὡς ὑποχονδριακῶς ὀρθόδοξοι, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι ἐνιστάμενοι σήμερον κατὰ τῆς παρουσίας τοῦ ἱερέως προσβάλλομεν τὴν θρησκείαν, ἀπεναντίας ὑποστηρίζομεν τὸ μεγαλεῖόν της, δὲν θέλομεν νὰ συνειθίσωμεν τὸν κόσμον, νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἱερεὺς μετὰ τοῦ εὐαγγελίου, ἐνδεδυμένος, καὶ νὰ δίδηται ἕνας ὅρκος, μετὰ τὸν ὁποῖον, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἰακωβᾶτος, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν ὡς ἄνθρωποι κατώτεροι τῶν παθῶν μας, πολλάκις δὲν ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν συνείδησίν μας, διότι ἡ πολιτικὴ μᾶς παρέσυρε. Συνειθίζομεν λοιπὸν ὄχι μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ τὸν λαὸν τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν, νὰ μὴ δίδῃ τὸν ἀπαιτούμενον σεβασμὸν πρὸς τὸν ὅρκον, νὰ μὴ δίδῃ τὸν ἀπαιτούμενον σεβασμὸν πρὸς τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος παρίσταται ἐδῶ, νὰ μὴ δίδῃ τὸν ἀπαιτούμενον τέλος σεβασμὸν εἰς τὸ ἱερὸν αὐτὸ Εὐαγγέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὄχι μόνον ὁ χριστιανισμὸς, ἀλλὰ καὶ ὁ ὡραιότερος πολιτισμὸς τοῦ κόσμου. Λοιπὸν τί λέγει ὁ ὅρκος, τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν ἡμεῖς; «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου.» Καὶ τί χρειάζεται ὁ ἱερεὺς ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ μεγάλου, τοῦ φοβεροῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον δίδει ὁ βουλευτὴς ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους; καὶ τί χρειάζεται τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον δὲν διατάττει ρητῶς ὁ νόμος, καθὼς τὸ διατάττει εἰς τὸ δικαστήριον; διότι ἐκεῖ λέγει ὁ ὅρκος. «Ὀμνύω ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν.» Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πράγματι ὑπῆρξε μία χρῆσις, ἢ ἓν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ Βουλὴ ἔκτοτε καὶ δίδεται ὁ ὅρκος ἐνώπιον τοῦ ἱερέως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ἀπεναντίας τὸ Σύνταγμα, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Ἰακωβάτος, ἀπαγορεύει τὴν παρουσίαν τοῦ ἱερέως καὶ σᾶς ἀνέφερε τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σχέσιν καὶ μεγάλην συνάφειαν μὲ τὸ Σύνταγμά μας, καὶ λέγει, ποῖοι ἀπαιτοῦνται νὰ ἦναι εἰς τὴν δημοσίαν συνεδρίασιν, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει οἱ ὑπάλληλοι, οἱ κλητῆρες καὶ οἱ ἱερεῖς, ὁσάκις πρόκειται νὰ δώσουν ὅρκον οἱ βουλευταὶ, ὥστε πρὶν ἀποκτήσητε τὸ δικαίωμα, κύριε πρόεδρε, νὰ εἰσαγάγητε τὸν ἱερέα εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν, πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Κρεστενίτην, ὅτι πρὶν ὁρκισθῇ ὁ βουλευτὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ δὲν ὡρκίσθην, δὲν εἶχον καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, συμφωνῶ ὅμως πληρέστατα μὲ τὸν κ. Ἰακωβάτον, ἀλλὰ καταλήγω, ὅτι πρέπει νὰ ὀμόσωμεν καὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα μετὰ ταῦτα.
§35ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ συγχέωμεν τὰ ζητήματα. Δὲν ζητῶ νὰ μεταβάλω τὸν νόμον, ζητῶ νὰ ὁρκισθῶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Μὴ μοὶ λέγετε νὰ προσάξω πρότασιν, διότι δὲν θέλω μεταβολὴν τοῦ νόμου, λοιπὸν μὴ συγχέητε τὰ θεωρητικὰ μὲ τὰ πραγματικὰ ζητήματα.
§36ΔΑΓΡΕΣ. Ὡρκίσθητε πέρυσι καὶ προπέρυσιν.
§37ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ὡμολόγησα ὅτι κακῶς ἔπραξα.
§38ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Λοιπὸν σᾶς ἐνθυμίζω διὰ περιέργειαν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ Βασιλεὺς ὅπου εἶναι ἡ πρώτη ἀρχὴ, καὶ τὸν ἔδωκεν ἐνώπιον τῶν βουλευτῶν τοῦ λαοῦ, ἐνώπιον τῶν ὑπουργῶν, ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ κλήρου, ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Λοιπὸν ὅτι ἔγεινε τότε, αὐτὸ θὰ κάμωμεν καὶ σήμερον, καὶ ὅποιος θέλει ἂς κάμῃ πρότασιν ν’ ἀλλάξῃ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ ἔλθῃ ὁ ἱερεύς. Οἱ μέλλοντες νὰ ὁρκισθῶσι βουλευταὶ προσέρχονται πλὴν τοῦ Ἰακωβάτου.
§40ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅποιος δὲν ὁρκισθῇ, αὔριον ἔχω πρότασιν νὰ ἐξέλθῃ. Γίνεται ἡ ὁρκωμοσία τῶν βουλευτῶν Α. Πετιμεζᾶ, Κ. Γιολδάση, Β. Γουλιμῆ, Γ. Λάππα, Ἰω. Καβαλλιεράτου, Ἰω. Προβελεγίου, Καρύδη.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἡ συνεδρίασις, κύριοι βουλευταί. (Ἐγένετο διακοπὴ μιᾶς περίπου ὥρας.) Λάβετε τὰς ἕδρας σας, κύριοι βουλευταί.
§42ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα.) Θὰ ἀναγνωσθῶσι μερικαὶ ἐκθέσεις, κύριοι βουλευταί.
§43ΤΙΝΕΣ. Οἱ βουλευταὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ τμήματα, ὥστε δὲν ἠμποροῦν νὰ παρευρεθοῦν, καὶ πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ δι’ ἄλλην συνεδρίασιν τὴν ἀνάγνωσιν, τότε ἂς ἀποφασίσῃ τοῦτο. Ἐγὼ κατ’ αἴτησίν τινων βουλευτῶν δὲν διέλυσα τὴν συνεδρίασιν, κατ’ αἴτησιν πάλιν ἄλλων, ἐὰν θέλετε, τὴν διαλύω.
§45ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κύριε πρόεδρε, ἀναγινώσκομεν τὰς ἐκθέσεις, διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 10 20|60 π. μ.)