1868.12.08
3.809 στίχοι · 32.017 λέξεις · 355 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1868.
(Κυριακή).
Ὥρα 2 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν τὰ νομοσχέδια περὶ προσόντων τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν ἀρειοπαγιτῶν. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, ἢ νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§4ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι πράγματι σπουδαῖα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια· ἀπαιτεῖται χρόνος ἱκανὸς διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ προσόντα καὶ ποῖα εἶναι χρήσιμα ἐξ αὐτῶν· ἑπομένως νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ νομοσχέδια αὐτά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς. Ἕτερον νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πατρῶν διὰ Καλαβρύτων εἰς Τρίπολιν.
§6ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὐτό.
§7Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ μίαν τοιαύτην πρᾶξιν περὶ δημοσίας συγκοινωνίας, ὀφείλομεν νὰ τὴν παραδεχθῶμεν αὐθωρεί.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φοράν;
§9ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Ἡ ἀπὸ Πατρῶν διὰ Καλαβρύτων εἰς Τρίπολιν ἄγουσα ἐθνικὴ ὁδὸς κατασκευασθήσεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΣΞΓʹ. περὶ ὁδοποιΐας νόμου».
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη διὰ πρώτην φοράν. — Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις περὶ πιστώσεως 10,000 δραχμῶν, καταλογιζομένης εἰς τὸ κεφάλαιον «Ἔξοδα τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων εἰς Σκιάθον».
§14ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοῦτο· ἀπὸ τὰς Ἀθήνας μέχρι τῆς κακῆς Σκάλας ἡ συγκοινωνία ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ· ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ μέχρι Κορίνθου δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν δύναται νὰ γίνῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ἄλλως, ἠμποροῦν πολλαὶ χιλιάδες δραχ. νὰ μείνουν ἐκκρεμεῖς.
§15ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ παραπεμφθῇ ἡ παρατήρησις τοῦ βουλευτοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§16ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπὸ Μεσολογγίου μέχρις Αἰτωλικοῦ καὶ ἐκεῖθεν μέχρις Ἀγρινίου διεχαράχθη ὁδὸς καὶ διάφοροι μηχανικοὶ ἐξέθεσαν τὴν γνώμην των ἐπὶ τοῦ σχεδίου καὶ συνέταξαν προϋπολογισμόν· ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς κατὰ τὰς δύω γενομένας μειοδοτικὰς δημοπρασίας, διότι κἀνεὶς ἐργολάβος δὲν παρουσιάσθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὰς τοπικὰς ἀρχὰς νὰ σχηματίσωσιν ἕνα προϋπολογισμὸν, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς πραγματικῆς δαπάνης, καὶ ἐπὶ τούτῳ νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἓν ἀποτέλεσμα.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.
§19ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πίστωσις 10,000 δραχμῶν, συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων κατοίκων τῆς Σκιάθου· πρώτη ἀνάγνωσις (ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον).
§20ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη κατὰ πρώτην συζήτησιν. Τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν προσόντων τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐδάφ. 2 ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). «Κατ’ ἐξαίρεσιν δύναται κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ διορισθῶσιν ἐλεγκταὶ οἱ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκον τοῦ ἐλεγκτοῦ καὶ ἔχοντες ὑπηρεσίαν διοικητικὴν ἢ οἰκονομικὴν ὀκτὼ ἐτῶν.»
§22ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς ἄλλας πιστώσεις, καὶ πρώτη εἶναι ἡ πίστωσις τῶν 500,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· ἀναγινώσκεται εἰς τρίτην συζήτησιν. «Ἄρθρον μοναδικόν. Χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν πεντακοσίων χιλιάδων, ἀριθ. 500,000, ἐπὶ τοῦ κεφ. 13, ἄρθρ. 1 «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου τῆς ἐνεστώσης χρήσεως πρὸς ἀπόδοσιν χρεῶν, ὀφειλομένων πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν.»
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐπίσης ἔχομεν ἑτέραν πίστωσιν εἰς τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 280,239 δραχμῶν, καταλογιζομένων ὑπὸ τὸ γενικὸν κεφάλαιον καὶ ἄρθρ. 5 «ἀποζημιώσεις καὶ ἔξοδα Βουλῆς».
§26ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη ἡ πίστωσις καὶ κατὰ τὴν τρίτην καὶ τελευταίαν συζήτησιν. — Τρίτη εἶναι ἡ πίστωσις τῶν 6,937 δραχ. «δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» καταλογιζομένη εἰς τὸ εἰδικὸν ἄρθρον τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων κατοίκων. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1868 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν ἓξ χιλιάδων, ἐννεακοσίων τριάκοντα ἑπτὰ, ἀριθ. 6,937, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 13, ἄρθρον 1 «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἐν Ληξουρίῳ ἀδελφοὺς Πέτρον καὶ Ἀντώνιον Φαρακλοὺς διὰ τὴν παραχώρησιν ξυλείας πρὸς χρῆσιν τῶν ἐκ τῶν σεισμῶν παθόντων κατοίκων».
§28ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ἐκ δευτέρου ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§31ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρ. 220. Θεωρεῖται ὡς φυγόστρατος καὶ τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἓξ ἡμερῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους πᾶς ἔφεδρος καὶ πᾶς νεοσύλλεκτος κληροῦχος ἢ ἐθελοντὴς ἢ ἀντικαταστάτης, γενόμενος δεκτὸς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ὅστις λαβὼν διαταγὴν δὲν προσέλθῃ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον του ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ διαταγῇ ὁρισθείσης ἡμέρας, ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως ἀνωτέρας βίας, ἐν καιρῷ δὲ πολέμου τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς μέχρι δύω ἐτῶν.»
§32ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦδε προλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος θὰ ᾖναι φυγόστρατοι.
§33ΣΠ. ΜΗΛΙΟΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐὰν θὰ ᾖναι ἢ δὲν θὰ ᾖναι, περὶ τούτου δὲν πρόκειται· ὁ νόμος ὑπάρχει, δὲν γίνεται σήμερον.—Οἱ ἔφεδροι δὲν ἦσαν εἰς τὸν νόμον, περὶ ἐφέδρων γίνεται λόγος ἐδῶ. Ὁ νόμος ὑπάρχει.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. «Ἄρθρον μόνον. Ὁ ΣΟΒʹ νόμος τῆς 1 Νοεμβρίου ε. ε. περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας τοῦ ἔτους 1868 ἰσχύει καὶ διὰ τὸ ἔτος 1869».
§36ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη καὶ εἰς τρίτην συζήτησιν. Τώρα ἔχομεν τὸ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ ναυτικοῦ. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπιτρέπεται νὰ ἐνεργηθῇ ναυτολογία πεντήκοντα ἀνδρῶν, ἀναγκαιούντων εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν διὰ τὸ ἔτος 1868, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς νόμου τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1867. Πᾶσα διάταξις ἐναντία εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ ἀρχὴ καὶ ἕκαστον τῶν ἄρθρων αὐτοῦ καὶ τὸ σύνολον καὶ κατὰ τρίτην συζήτησιν).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ ἑξῆς· οἱ βουλευταὶ Κατσικαπῆς, Ζέρβας, Δημητρακάκης, Ἠλιόπουλος, Μαλιαρόπουλος, Κατσανδρῆς, Σωτηρόπουλος, Πετιμεζᾶς, Ν. Κανάρης κλπ.
§39Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἴς τινα λεχθέντα κατά τε τὴν συνεδρίασιν τῆς τελευταίας Παρασκευῆς καὶ κατὰ τὴν χθεσινήν, ἂν καὶ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρεθῶ εἰς αὐτὴν καὶ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς, ὁμιλῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, εἶπεν, ὅτι εἶχε παρατηρήσει καὶ καταδείξει πρὸ 2 ἢ 3 μηνῶν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου εἶχεν ἀλλάξει καὶ μεταβληθῆ. Ἀπαντῶ εἰς αὐτόν, ὅτι παντελῶς ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου δὲν ἤλλαξε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τὸ παρελθὸν ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἐσχάτως ἤλλαξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Πύλης, ἡ δὲ διαγωγὴ καὶ ἡ θέσις τοῦ ὑπουργείου δεικνύουν, παρουσιάζουν ὡσαύτως μεταβολὴν, ἥτις ὅμως εἶναι φυσικὴ καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ. Τὸ ὑπουργεῖον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεώς του δὲν ἀπέκρυψε τὰς συμπαθείας αὑτοῦ πρὸς τοὺς πάσχοντας Κρήτας, ἐξηκολούθησεν ὅμως τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος τῶν παρελθόντων ὑπουργείων. Ἐτήρησε δὲ τὴν οὐδετερότητα οὐχὶ μόνον διότι αὐτὴν εἶχε καὶ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐνόμισεν, ὅτι παραβλάπτει τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συμπαθεῖ ὅλος ὁ ἑλληνικὸς κόσμος, καὶ προσεπάθει νὰ συμβιβάσῃ ταῦτα, θέλον ν’ ἀποφύγῃ τὰς ζημίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἀλλ’ ὁπόταν, κύριοι, ὑποβοηθουμένη ἢ μὴ ἡ Πύλη, ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς ἐπ’ ἐσχάτων διετύπωσεν, ὡς καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν μου σᾶς εἶπον, καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ καταβάλῃ οὕτω τὴν κρητικὴν ἐπανάστασιν, ἐννοεῖται ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πορείαν ταύτην τῆς Πύλης, καὶ ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑπουργείου ἔπρεπε νὰ φανῇ· ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι ἡ μεταβολὴ ἐπῆλθεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Πύλης καὶ ὄχι εἰς τὴν τοῦ ὑπουργείου. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγιώργης ἔθεσε διάφορα ζητήματα· ἠρώτησε τὴν κυβέρνησιν ἐὰν θὰ γίνῃ πόλεμος, ἠρώτησεν ἐὰν ἠμπορῇ ἡ Τουρκία καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ κάμῃ πόλεμον καὶ ἐὰν αἱ Δυνάμεις ἐγκατέλειψαν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος· εἶπε τέλος, ὅτι ἡ Τουρκία εἶναι δύναμις ἑτεροκίνητος, καὶ πῶς δύναται αὕτη, ἐὰν δὲν ἐνισχύθη ἀπὸ τὰς ἄλλας δυνάμεις, νὰ προβῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ. Κύριοι βουλευταὶ, κανεὶς δὲν δύναται νὰ προΐδῃ ἐὰν θὰ γίνῃ ἀφεύκτως πόλεμος ἢ ὄχι. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι ὅταν δύω κράτη ἔρχωνται εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία, διαῤῥηγνύουν τὰς σχέσεις των τὰς διπλωματικάς, ἀνακαλοῦν τοὺς πρέσβεις των καὶ τοὺς προξένους των, ὅταν μάλιστα ἓν ἐξ αὐτῶν ἀποπέμπῃ τοὺς ὑπηκόους τοῦ ἄλλου, ἀποκλείῃ τοὺς λιμένας του ἀπὸ τὴν ναυτιλίαν τοῦ ἄλλου, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις τότε ἀπολύτως «δὲν θὰ γίνῃ πόλεμος». Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν προκαλεῖ τὸν πόλεμον, ἀλλὰ προκαλουμένη δὲν δύναται βεβαίως ἐπὶ τέλους νὰ ὑποστῇ ζημίας καὶ νὰ τὰς ἀνεχθῇ· θὰ εὑρεθῇ ἴσως εἰς θέσιν νὰ ἀποδώσῃ τὸ κακὸν ἀντὶ τοῦ κακοῦ. Ἐνδεχόμενον λοιπὸν ὁ πόλεμος νὰ ἐπέλθῃ· ἐνδεχόμενον ὅμως τῇ μεσολαβήσει ἄλλων νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς ζημίας, ἃς ἤθελεν ὑποστῆ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία ἐπειδὴ ἐγγυήθησαν αἱ Δυνάμεις τὴν ἀκεραιότητά των, ἠμποροῦν νὰ κάμουν τὸν πόλεμον ἢ ὄχι. Ἡ ἐρώτησις αὕτη εἶναι παράδοξος. Τί σημαίνει ἐὰν ἐγγυήθησαν αἱ Δυνάμεις τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος; Τοῦτο ἐγένετο ὡς πρὸς τὴν πρώτην, ἐναντίον τῶν ὑποτιθεμένων κατ’ αὐτῆς σκοπῶν τινῶν ἐκ τῶν ἰδίων ἐγγυητριῶν Δυνάμεων· οὐδὲν δὲ ἡ Ἑλλὰς ἔλαβε μέρος εἰς τοιαύτην συνθήκην. Ἡ Τουρκία καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι οὐχ ἧττον κράτη ἀνεξάρτητα, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος φόβος ἐνδεχομένου πολέμου μεταξὺ αὐτῶν, δὲν ἠθέλατε βλέπει τὴν σύγχυσιν αὐτὴν καὶ τὴν ταραχὴν τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· τοῦτο συμβαίνει, διότι εἶναι ἐνδεχόμενος ὁ πόλεμος αὐτός. Ἐὰν ἐγίνετο τοιοῦτος πόλεμος καὶ ἡ Τουρκία συνέπιπτε νὰ ὑποστῇ ζημίας, νὰ χάσῃ χώρας ἢ ἐπαρχίας, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ ἐγγύησις τῆς ἀκεραιότητός της δὲν ἤθελε τῆς χρησιμεύσει εἰς τίποτε· ἤθελε χάσει τὰς ἐπαρχίας της καὶ ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἰδία διπλωματία νὰ κυρώσῃ τὰ γεγονότα αὐτά. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῆς χώρας· πρόκειται περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῆς τιμῆς της καὶ τῶν ἐλευθεριῶν της· ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἠδύνατο νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἐπιτεταγμένους ὅρους. Εἰς πολλὰς περιστάσεις, κύριοι, ἄλλαι ζημίαι εἶναι πολὺ ἀνώτεραι τῆς ἀπωλείας ἑνὸς μέρους τῆς χώρας. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι μετὰ τὴν μάχην τῆς Ναβάρας ὡς πρόστιμον ἐπέβαλεν ἡ Αὐστρία εἰς τὴν Ἰταλίαν τὴν πληρωμὴν 75 ἑκατομμυρίων. Βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀπώλεια τῆς χώρας, καθ’ ἧς πρέπει νὰ προετοιμασθῶμεν, καὶ ὅτι ὁ τόπος, ὅταν εὑρίσκεται ἐνίοτε εἰς περιστάσεις κρισίμους, εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, πρέπει νὰ φροντίζῃ ὥστε νὰ μὴ ὑποστῇ οὐδεμίαν προσβολὴν ἢ ἀτίμωσιν. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐλθὸν ἐνώπιόν σας καὶ ζητῆσαν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν ἔχει ἀνάγκην, νομίζω, νὰ σᾶς δώσῃ περισσοτέρας ἐγγυήσεις. Ὅλοι αἰσθάνεσθε τὴν σπουδαιότητα τῶν περιστάσεων, καὶ ὅλοι βεβαίως θέλετε νὰ τεθῇ ἡ πατρίς μας εἰς θέσιν ν’ ἀποκρούσῃ πᾶσαν προσβολὴν καὶ ζημίαν. Εἶπεν ὁ ἴδιος ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι ἐνδεχόμενον, ὅτι πιθανὸν μάλιστα ἡ Πύλη, ὡς ἑτεροκίνητος κυβέρνησις, νὰ μὴ προέβη εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως ἄλλων Δυνάμεων. Πολὺ πιθανὸν, κύριοι, ἐνδεχόμενον ἴσως καὶ τοῦτο, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀλλάσσει τὴν θέσιν μας. Εἴτε οἴκοθεν ἡ Τουρκία, εἴτε ἐνισχυομένη προβῇ εἰς μέτρον οἱονδήποτε τὸ ὁποῖον μᾶς προσβάλλει, ἢ μᾶς ζημιοῖ ἢ προτίθεται νὰ μᾶς ταπεινώσῃ, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστῶμεν τὴν ταπείνωσιν. Λέγω δὲ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν πρέπει νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν ταπείνωσιν, διότι ἀναγκαίως ἔχει ἡ Ἑλλὰς μεγάλην νὰ ἐκπληρώσῃ ἐντολὴν εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ οὔτε εἰς τὴν Εὐρώπην συμφέρει νὰ ταπεινωθῇ ἡ Ἑλλάς. Πρόκειται τὴν σήμερον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τιμήν μας, νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ καὶ νὰ μὴ ὑποστῶμεν οὐδεμίαν ταπείνωσιν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐφέραμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον. (Χειροκροτήματα πανταχόθεν).
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶν, κύριοι, εἰς τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν φρονῶ, ὅτι ἀπὼν δὲν ἀντελήφθη καθαρῶς τὴν ὁμιλίαν οὔτε τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου, οὔτε τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων· οὔτε ὁ κύριος Δεληγεώργης, οὔτε ὁ κύριος Ζαΐμης ὑπεστήριξαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ὁ πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας· ἐζήτησαν μᾶλλον νὰ μάθουν, ἀφοῦ ἄλλως πως ὑπὸ πλέον περιωρισμένην δημοσιότητα δὲν ἐδυνήθησαν νὰ μάθωσι τοῦτο, τίνα συμβάντα ἔδωκαν ἀφορμὴν, ὥστε νὰ λυθῶσι τῆς Τουρκίας τὰ δεσμὰ, τὰ ὁποῖα ἐπὶ 2½ ἔτη εἶχον τεθῆ, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις καὶ μεταξὺ ἄλλων μερῶν τὴν εἶχον περιορίσει. Αὐτὰ νομίζω, ὅτι εἶπον οἱ δύω προλαλήσαντες χθὲς βουλευταί· δὲν ἠξεύρω ἂν ἀντελήφθην καλῶς. Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶπον· δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ὁ πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας· οὔτε εἶπον ὅτι, διότι εἶναι ἐξησφαλισμένη διὰ πρωτοκόλλου ἡ ἀκεραιότης τῆς Τουρκίας, ἡ Τουρκία ἂν χάσῃ χώρας, θὰ ζητήσῃ νὰ τὰς λάβῃ ὀπίσω· αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἕκτης Ἰουλίου 1826 τὸ ἔλυσεν ἀντιστρόφως. Ἐκτὸς τῶν ἐρωτήσεων αὐτῶν ἀμφότεροι οἱ κύριοι οὗτοι βουλευταὶ ἐξέφρασαν ἐνδοιασμοὺς φέροντες τινὰς ἰσχυρὰς ἐνδείξεις, ἐπιμείναντες ἐὰν ἡ κυβέρνησις ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν φρονῇ ὅτι θὰ ἔχῃ πόλεμον. Οὕτω φρονῶ ὅτι εἶπον· ἐὰν δὲν ἀντελήφθην καλῶς, ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διορθώσητε. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ δύω βουλευταὶ κύριοι Δεληγεώργης καὶ Ζαΐμης. Ἐπὶ τῶν ἐνδοιασμῶν των αὐτῶν ἔρχομαι νὰ φέρω καὶ ἐγὼ τινὰς ἐνδείξεις καὶ νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀμφιβολίαν μου ἐὰν πραγματικῶς τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ σπουδαίας ὑποψίας ὅτι θὰ ἔχῃ πόλεμον· μάλιστα ὁ εἷς τῶν ῥητόρων ἐκείνων εἶπεν, ὅτι εὔχεται νὰ γίνῃ ὁ πόλεμος καὶ νὰ ἐξέλθῃ νικήτρια ἡ Ἑλλὰς πρὸς δόξαν τῆς πατρίδος καὶ πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ διευθύνῃ τὰς περιστάσεις αὐτάς. Τὴν αὐτὴν εὐχὴν ἔχω καὶ ἐγὼ καὶ ἕκαστος τῶν Ἑλλήνων, διότι ἡ εὐχὴ αὕτη εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν διαθήκην, τὴν ὁποίαν ἀφῆκαν οἱ πατέρες μας, καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ πάντων τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἔχω ἐνδοιασμοὺς ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ σπουδαίας ὑπονοίας περὶ πολέμου, διότι βλέπω, ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὑτοῦ τηρεῖ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε καὶ ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν, ἐν ταῖς ὁποίαις δὲν ὑπῆρχον αὗται αἱ ὑπόνοιαι, οὔτε αὐτοὶ οἱ φόβοι. Βλέπω νὰ ἐπιδιώκῃ ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ συντρέξῃ τὴν κυβέρνησιν ἐν καιρῷ μεγάλου κινδύνου, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἠμπορεῖ νὰ αἰσθανθῇ σπουδαίως τὴν ἔλλειψίν του· καὶ τοῦτο θέλω τὸ ἀποδείξει πασιφανῶς ὄχι διὰ κρίσεων ἐμοῦ, ὄχι διὰ φιλοσοφίας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἱστορίας τῆς νεωτέρας ἰδικῆς μας πατρίδος. — Βλέπω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐργάζεται ὅπως μίαν ὥραν ταχύτερον ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς παρουσίας ἡμῶν, ἀπὸ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Θέλω σᾶς φέρει ἱστορικὰ, κύριοι, ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821. Ἡ Ἑλλὰς ἀπεδείχθη, ὅτι τότε εἶχε δυνάμεις καὶ δυνάμεις ἰσχυρὰς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἰσχὺν ἐν τῇ κυβερνήσει της, ὅταν εἶχε παροῦσαν καὶ μίαν ἀντιπροσωπικὴν δύναμιν. Μόλις ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821, καὶ εὐθὺς ἡ Ἑλλὰς ἐσχημάτισεν ἓν μικρὸν κοινοβούλιον, τὴν Γερουσίαν τῶν Καλτεζῶν· αὐτὴ ἡ Γερουσία, τῆς ὁποίας μέλος ἦτο καὶ ὁ ἀείμνηστος πατὴρ τοῦ σημερινοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ Γερουσία ἐκείνη ἑδρεύουσα παρὰ τῷ σπουδαιοτέρῳ στρατοπέδῳ τῆς Ἑλλάδος, πολιορκοῦντι τὴν πρωτεύουσαν τῆς Πελοποννήσου, ἔδωκε μεγάλην ἔντασιν, μεγάλην ἐνίσχυσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἀνδρείων πολεμιστῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἔφθασε τὸν Ἰούνιον ὁ ἀείμνηστος Δ. Ὑψηλάντης ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ πληρεξουσίου τῆς ὑποθετικῆς μεγάλης ἀρχῆς, τοῦτο δ’ ἔφερε τὴν διάλυσιν αὐτοῦ τοῦ μικροῦ συνεδρίου καὶ τὴν ἰδέαν δικτατορίας προτροπῇ τινῶν λογιωτάτων, τοὺς ὁποίους ἔφερε μαζῆ του. Καὶ στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅ ἐστὶν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ ἔθνος τοῦτο, ἀπέκρουσαν τὴν αἴτησιν ταύτην. Ὅτι εἶχον δίκαιον, πέντε ἢ ἓξ μεγάλαι μάχαι ἔν τε τῇ Στερεᾷ καὶ τῇ Πελοποννήσῳ καὶ δύω τρεῖς συνάμα ναυμαχίαι ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ ἐκπορθήσεις πέντε φρουρίων τὸ ἀπέδειξαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ συμβουλὴ τῶν πολλῶν ἐν μεγάλοις κινδύνοις ἐν τῇ Ἑλλάδι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς κανόνας ἔτι τακτικώτερον ἐξηκολούθησεν ὁ πόλεμος κατὰ τὸ 1822 καὶ ἔτι μεγαλείτερα ἀνδραγαθήματα ἐξετέλεσεν ἡ Ἑλλάς. Κατέστρεψεν ἔν τε τῇ Στερεᾷ καὶ τῇ Πελοποννήσῳ μυριοπληθεῖς στρατοὺς τοῦ ἐχθροῦ, κατέστρεψε τοὺς στρατοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐξώντωσαν τὸν φοβερὸν σατράπην τῆς Ἠπείρου. Ἔρχεται ἡ δευτέρα κυβέρνησις τοῦ 1823, ἡ ὁποία μὴ ὑπακούουσα εἰς τὰς διαταγὰς τῆς ἐν Ἄστρει Συνελεύσεως, δὲν συνεκάλεσε τὸ ἔθνος εἰς τὰ τέλη τοῦ 1823 καὶ τοῦτο ἐγέννησε τὴν μεγάλην ἀνταρσίαν τοῦ 1824, τὴν ὁποίαν μόλα ταῦτα ἐνίκησε, διότι εἶχε μίαν ἐθνικὴν δύναμιν παρ’ ἑαυτῇ, εἶχε, λέγω, μίαν Βουλήν. Κατὰ δὲ τὸ 1825, ὅτε τὰ στίφη τῆς Ἀλβανίας ἐπλημμύρησαν τὴν Στερεὰν, αἱ δὲ ὀρδαὶ τῶν Ἀράβων ἐδῄουν τὴν Πελοπόννησον, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὕρῃ ἰσχὺν εἰς ἓν συμβούλιον τῆς Ἑλλάδος καὶ συνεκάλεσε τὴν Βʹ. ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνέλευσιν. Συνεδριαζούσης τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἦλθεν ἡ θλιβερὰ εἴδησις τῆς πτώσεως τοῦ Μεσολογγίου. Πολλοὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἡ εἰς ὀλίγους χορηγουμένη ἐξουσία δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἰσχυροτέραν τὴν Ἑλλάδα· διέλυσαν τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ κυβερνήσουν ἐπίσημοι καὶ μεγάλοι ἄνδρες, ὧν πρόεδρος ἦτον ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, ἀντιπρόεδρος ὁ Πέτρος Μαυρομιχάλης, ὁ ἀείμνηστος πατὴρ τοῦ σήμερον ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Ἀνδρέας Ἴσκος, Ἀνάργυρος καὶ τόσοι ἄλλοι ἄνδρες τῆς Πελοποννήσου, Στερεᾶς καὶ Νήσων, καὶ μόλον τοῦτο αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τόσον ἀσθενὴς ἐφάνη, ὥστε ὁ Στράτος καὶ ὁ Γρίβας τὴν ἐδίωξαν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον, διότι δὲν εἶχεν ἓν συνέδριον ἀντιπροσωπικὸν νὰ τὴν συντρέχῃ καὶ νὰ τὴν παρουσιάζῃ φοβερὰν καὶ σοβαρὰν ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς τοιαύτης δυνάμεως ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς Μπούρτζι, ἀπὸ τὸ Μπούρτζι εἰς τὴν Ἑρμιόνην καὶ κατόπιν ἔφυγεν εἰς τὴν Αἴγιναν διὰ νὰ σωθῇ· μόλις δὲ συνελθοῦσα συνεκάλεσε τὴν ἐν Τροιζῆνι ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία, ἂς ὁμολογήσωμεν, διὰ τῶν σοφῶν πράξεών της ἐπροκάλεσε τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ὁ μακαρίτης Κυβερνήτης εὑρὼν Βουλὴν, καὶ αὐτὸς ἀκόμη, ἂν καὶ μέγας ἄλλως ἀνὴρ, ἀλλὰ προκατειλημμένος ἀπὸ τὰς ἰδέας τὰς ἐναντίας τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων, ἐζήτησε διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ πρῶτος ὅστις ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἦτον ὁ Πέτρος Μαυρομιχάλης. Διὰ τὴν δυστυχίαν ἀμφοτέρων τῶν μεγάλων τούτων ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος....
§41ΖΑΛΩΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύω λέξεις;
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διόλου, δὲν σᾶς ἐπιτρέπω τίποτε.
§43ΖΑΛΩΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι νέα πρότασις, ἂν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ Βουλή.
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω, εἶμαι ἀρχαιότερός Σοῦ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν καὶ ἔχω περισσοτέρας περὶ τούτου γνώσεις. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ἡ ἔλλειψις αὑτοῦ τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ συστήματος ὁποῖα δυστυχήματα ἔφερε. Καὶ νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἓν ἄλλο· αὐτὸς ὁ μέγας ἀνὴρ ἔλαβε καὶ παράδειγμα τῆς ἰσχύος τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ συστήματος, διότι τὸ πρῶτον ἔτος, ἅμα ἦλθεν, εἴτε ἐσωτερικῇ εἴτε ἐξωτερικῇ ἐνεργείᾳ, ἐγεννήθη μεγάλη ἀντιπολίτευσις κατ’ αὐτοῦ, καὶ ποῦ, κύριοι; εἰς τὰ δύω στρατόπεδα τῆς ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ παροῦσα ἡ ἐν Ἄργει Συνέλευσις τὸν συνέτρεξεν οὕτως, ὥστε νὰ μυκτηρίζῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην καὶ νὰ τὴν συντρίψῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος. Δὲν θέλω ἀναφέρει λεπτομερείας, διότι θὰ ἐγγίσω πρόσωπα ἐνδόξων ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ μετ’ οὐ πολὺ, ὅταν εἶδε πάλιν τὸν ἑαυτόν του εἰς στενοχωρίαν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἀντιπροσωπικοῦ συστήματος, ἔσπευσε νὰ συγκαλέσῃ τοιοῦτο καὶ ν’ ἀρυσθῇ νέας δυνάμεις· ἀπεφάσισε, λέγω, νὰ συγκαλέσῃ Βʹ. ἐν Ἄργει Συνέλευσιν, τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἀτυχίαν τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἴδῃ συγκεκλημένην. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς μὴ βασιλευομένης Ἑλλάδος ἡ Ἑλλὰς τότε ἴσχυεν, ὅταν εἶχεν ἀντιπροσωπείαν παροῦσαν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν Βασιλείαν. Ἐπὶ 10 ἔτη ἔκαμεν ἄνευ ἀντιπροσωπείας. Ποία ἡ ἰσχύς της; Ἕνας τελευταῖος ὑπάλληλος τῆς τελευταίας πρεσβείας ἠδύνατο νὰ περιφρονήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον τῆς Ἑλλάδος. Ἔφθασεν εἰς τοιαύτην ταπείνωσιν, ὥστε νὰ τεθῇ ὑπὸ κηδεμονίαν καὶ νὰ συνταχθῇ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους ἀπὸ τοὺς πρέσβεις τῶν τριῶν εὐεργετίδων δυνάμεων. Ἐπῆλθεν ἡ 3 Σεπτεμβρίου καὶ αὕτη ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ἀτιμωτικὴν ταύτην θέσιν. Μὲ τοιαύτην λοιπὸν δύναμιν περιέβαλλε τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους. Ἔρχεται, κύριοι, τὸ 1850· ἕνεκα τῆς ἀγανακτήσεως μιᾶς τῶν εὐεργετίδων δυνάμενων ἐνθυμεῖσθε τί ὑπέφερεν ἡ Ἑλλάς; καὶ μόλα ταῦτα ἀντέσχε καὶ ἐξῆλθεν ἐντίμως ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι εἶχε παροῦσαν μίαν Βουλήν. Ἔρχεται τὸ 1854· ἐνθυμεῖσθε εἰς πόσην πίεσιν εὑρέθη ἡ κυβέρνησις ἡ ἑλληνικὴ ἀπέναντι μιᾶς ξένης ἐπιθέσεως· δάκρυα ῥέουν, ὅταν ἐνθυμῆται πᾶς Ἕλλην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐν τούτοις ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τοσαύτην δύναμιν ἔλαβεν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ ἀπολακτίσῃ καὶ τὴν πίεσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ ἰσχυρὰ ἐκείνη ἐξωτερικὴ ἐπίθεσις. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλας ἐσωτερικὰς περιστάσεις, πόσον ἀνίσχυρος ἐφάνη ἡ Κυβέρνησις διότι ἔλειπεν ἡ Βουλὴ, καὶ πόσον ἰσχυρὰ καὶ νικήτρια ἐξῆλθεν, ὅταν εἶχεν αὐτὴν παροῦσαν. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἱστορίαν ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς βλέπετε, εἰς ταύτας τὰς δυσκόλους περιστάσεις τί ὠφελεῖ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποδώσω εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς ἄγνοιαν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καθ’ ὅσον οἱ μὲν δύω εἶναι ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος καὶ τὰ ἠξεύρουν ἐξ ἀντιλήψεως. Ὁ ἕτερος εἶναι υἱὸς ἑνὸς τῶν νοημονεστέρων ἐπισήμων ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος· ἑπομένως ἤκουσεν ἀπὸ αὐτὸν λεπτομερῶς τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του, καὶ αὐτὸς ἅμα τῇ καθιδρύσει τῆς Βασιλείας ἀνεμίχθη εἰς τὰ τῆς πολιτείας καὶ ἔλαβεν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων τῆς ἐπαναστάσεως. Εἶναι λοιπὸν εἰς κατάστασιν νὰ κρίνουν αὐτὰ τὰ ζητήματα κάλλιον ἐμοῦ τοῦ νεωτέρου, ὅστις ἐκ παραδόσεως τὰ γνωρίζω. Λοιπὸν δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν θεωρίαν, ἐπιζητεῖ τὴν μὴ παρουσίαν τῆς Βουλῆς, πιστεύουσα πιθανὸν τὸν πόλεμον· ἄρα ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ὅπως ἐν τακτικαῖς περιστάσεσιν, ὅτε εἰς ὀλίγας κυβερνήσεις ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς εἶναι εὐχάριστος. Πάντοτε μία ἐξέλεγξις εἶναι δυσάρεστος· ἑπομένως προσπαθοῦν νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὴν παρουσίαν τῶν Βουλῶν. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπωσι, μήπως ἔχουν τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ τύχουν ἀπὸ ἡμᾶς πλήρη συνδρομὴν καὶ δὲν θὰ φέρωμεν προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας των; Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω οὔτε ἕνα τῶν ἑπτὰ ὑπουργῶν, ὅτι ἀποδίδει εἰς ἕνα τῶν 187 βουλευτῶν τόσην ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ὅπως ἐν τακτικαῖς περιστάσεσιν, ὅ ἐστὶ δὲν πιστεύει τὸν πόλεμον. Προχθὲς ἀναβὰς τὸ βῆμα ὁ κύριος βουλευτὴς Κερκύρας ὑπέμνησε μίαν περίστασιν ἑτέρου ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἰς τοιαύτας δεινὰς περιστάσεις ἐχορήγησεν ἀκόμη ἀνωτέραν ἐξουσίαν εἴς τε τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος οὗτος βουλευτὴς, εἰς ἐμὲ, καὶ κατὰ τὴν ἡλικίαν πρεσβύτερον καὶ τὰ τῆς Ἑλλάδος καλλίτερον γνωρίζοντα, διότι εἶναι ἐκ τοῦ τμήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν ἔχει καλὴν γνῶσιν περὶ πολιτικῆς ἱστορίας καὶ περὶ ἑλληνικῶν χαρακτήρων, οὔτε περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους ἐκείνου. Τὸ ἔθνος ἐκεῖνο ἔκαμε μίαν δοκιμὴν κατὰ τὸ 1848 καὶ ἡ παρουσία τῶν Συμβουλίων τῆς Ῥώμης, τῆς Φλωρεντίας καὶ τοῦ Πεδεμοντίου ἤγειρεν ἀξιώσεις δημοκρατικὰς, ἔφερεν ἀντιπερισπασμοὺς εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Πεδεμοντίου καὶ προὐκάλεσε τὴν δυστυχῆ προσβολὴν, ἥτις ἀποτέλεσμα εἶχε τὴν μάχην τῆς Ναβάρας· διότι τὸ ἔθνος ἐκεῖνο δὲν ἦτο μόνον ἑνωτικὸν καὶ ἀνθενωτικὸν, δὲν ἦσαν μόνον ἐλευθερωταὶ καὶ μὴ ἐλευθερωταὶ, ἀλλ’ ἦσαν δημοκρατικοὶ, συνταγματικοὶ, μοναρχικοὶ καὶ καλογηροκράται· καὶ, ἐνῷ ὁ μέγας ἐκεῖνος Βασιλεὺς, ὅστις πρὸς χάριν καὶ συμφέρον τῆς πατρίδος του ἀφῆκεν ἕνα θρόνον καὶ ἀπέθανεν ἐξόριστος εἰς τὴν Ἱσπανίαν, ὁ πατὴρ τοῦ νῦν ἐνδόξως ἡγεμονεύοντος ἐν Ἰταλίᾳ, ἐπολέμησεν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς ἑνώσεως τοῦ ἰταλικοῦ ἔθνους, ὁ Ματσίνης καὶ οἱ ἄλλοι προσεπάθησαν νὰ ἐγείρωσι δημοκρατίαν καὶ νὰ ἐξασθενίσωσι τὰς ἐνεργείας τῆς Βασιλείας. Ἐδῶ, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ποτὲ δὲν ἐπαρουσιάσθη τοιαύτη θλιβερὰ κατάστασις. Ἰδοὺ ὁποία διαφορὰ ἐκείνου τοῦ ἔθνους πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Δευτέρα διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐπολέμησαν ἑτεροεθνεῖς πρὸς ἑτερογενεῖς, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ πολεμήσωμεν Χριστιανοὶ πρὸς Τούρκους καὶ ὁ πόλεμος τοῦ 1821 ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ πόλεμος τῶν ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν δὲν εἶναι πόλεμος ὅπως εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, διότι ἐκτὸς τῆς φυλῆς ὑπάρχει καὶ ἡ διαφορὰ τῆς θρησκείας, καὶ εἰς μεγάλην διάστασιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤλθομεν εἰς ξένα ἔθνη, ἂς προσθέσω ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ ἡ ἀντιπροσωπεία ὠφέλησεν. Ἔπαθεν ἐθνικὸν κολαφισμὸν ἰσχυρὸν δύναμις μεγάλη, ἔχουσα Ἡγεμόνα μὲ ἀπόλυτον ἐξουσίαν, διότι ἐνόμισεν ὅτι εἰς τὸν τόπον τοῦ πολέμου ἔχει ἑκατὸν δέκα χιλιάδας στρατοῦ, ἐνῷ εἶχε μόνον τριάκοντα τέσσαρας, διότι τὴν ἐκ τούτου κατάχρησιν τῶν ναυάρχων καὶ στρατηγῶν καὶ ἄλλων ἀνωτέρων ὑπαλλήλων δὲν ὑπῆρχεν ἀντιπρόσωπος ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων νὰ μηνύσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα, ἐνῷ ἐπὶ δεκαεπτὰ ἔτη ἐρίζοντες συνταγματικῶς ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ μεγάλοι ἄνδρες τοῦ ἔθνους ἐκείνου, Πὴτ καὶ Φῶξ, οὐδόλως παρέβλαψαν τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους· τοὐναντίον παρέσχον ἰσχὺν εἰς τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, καὶ τότε ἐπὶ Μεγάλου Ναπολέοντος, ὡς καὶ κατὰ τὰ κριμαϊκὰ τὸ 1854, συνετέλεσαν ὥστε τὸ ἔθνος αὐτὸ νὰ ἐξέλθῃ τῶν ἀγώνων ἐκείνων νικῶν καὶ ἔνδοξον· διότι οὐδὲν ἔπαθεν ἡ Ἀγγλία συνεδριαζούσης τῆς ἀγγλικῆς Βουλῆς, ἐπειδή, ὁσάκις ἡ ἐθνικὴ δύναμις ἦτο ἀναγκαία, προσεκαλεῖτο νὰ συνέλθῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἐν ἔθνεσιν, ὅπου ἐξ ἀνατροφῆς καὶ παραδόσεως ὑπάρχει πατριωτισμός, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι ἀναγκαία. Λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἀποδιώκοντες μίαν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν μίαν ὥραν προτήτερα ἀπὸ ἐδῶ, τί ζητοῦμεν; Ἐξασθένησιν τῶν δυνάμεων ἐν καιρῷ μεγάλων περιστάσεων. Ἀλλὰ θέλομεν νὰ προδώσωμεν τὰς δυνάμεις μας; Ὄχι, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ συλλογισθῇ κἀνείς· λέγομεν λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν μεγάλας ὑπονοίας περὶ πολέμου. Αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν ἐξέφρασαν, δὲν ἠξεύρω ἂν μὲ αὐτὴν τὴν δικαιολογίαν, ἀλλ’ εἶπον ὅτι καλλιτέρας δικαιολογίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπαναλάβω, διότι καὶ ἡ Βουλὴ βαρύνεται ν’ ἀκούῃ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐλείπετε χθές, ἐξέφρασαν χθὲς οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ Μεσολογγίου καὶ Καλαβρύτων, κ.κ. Δεληγεώργης καὶ Ζαΐμης, ὅτι ἀμφιβάλλουν ἐὰν πραγματικῶς ἡ κυβέρνησις φρονῇ σπουδαίως, ὅτι θὰ ἔχῃ τὸν πόλεμον, καὶ ὄχι ὅτι θεωροῦν ἀδύνατον τὸν πόλεμον, ἢ ὅτι τὸν κατακρίνουν.— Ἐὰν λοιπὸν ἡ κυβέρνησις πιστεύῃ τὸν πόλεμον σπουδαίως καὶ ἀρέσκεται εἰς τὰς πλάνας, τὰς ὁποίας ἐγὼ διέλαβον, εἶναι κακὸν πολὺ καὶ δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν δὲν πιστεύουν τὸν πόλεμον, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον δι’ αὐτὸ τὸ ἔθνος νὰ δοθοῦν περιστάσεις καὶ νὰ γίνεται κερδοσκοπία πολιτική. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶναι κύριοι νὰ ἀναβοῦν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ δώσουν ἐξηγήσεις, ν’ ἀναιρέσουν εἴτε τὴν ἐμὴν πλάνην, ἐὰν τὴν θεωροῦν πλάνην μου, εἴτε τὴν τῶν ἄλλων. Ἄλλως, ἡμεῖς μένομεν ἔχοντες ὅλας αὐτὰς τὰς ἰσχυρὰς ὑπονοίας περὶ τῶν πεποιθήσεών των, ἐὰν θὰ γίνῃ ἢ δὲν θὰ γίνῃ πόλεμος.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μας βουλευταὶ Μεσολογγίου καὶ Καλαβρύτων ἐζήτησαν ἐξηγήσεις παρὰ τῆς κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας σήμερον ἔδωκεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις, ἐκτὸς ἂν δὲν ἐπαρκῶνται εἰς τὰς ἐξηγήσεις αὐτάς· ἐὰν ἐπαρκῶνται, εἶναι καιρὸς, νομίζω, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§46ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἠξεύρω ἐὰν καὶ εἰς ἄλλους, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ ἡ σημερινὴ ὁμιλία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δίδει ἀφορμὴν, καὶ ἑπομένως θὰ λάβω τὸν λόγον.
§47ΤΙΝΕΣ. Μὲ τὴν σειράν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγεγραμμένοι εἶναι μετὰ τὸν κ. Δημητριάδην ὁ κ. Ζέρβας, Ἡλιόπουλος, Μαλιαρόπουλος καὶ ἔπειτα ὁ κ. Κατσικαπῆς.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κ. πρόεδρε, μοὶ φαίνεται περίεργος καὶ ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, καὶ ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία σᾶς ἐδόθη. Ἐὰν ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀπαντήσουν ἢ νὰ μὴ ἀπαντήσουν, τοῦτο εἶναι δικαίωμα εἰς τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ν’ ἀπαντήσουν, οὔτε θὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα συζήτησις δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς σήμερον· αὐτὰ θὰ ἀναπτυχθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, καὶ νὰ σᾶς εἴπω διατί· διότι ὁ καταβὰς τοῦ βήματος ἔκαμε μίαν τοιαύτην παρέκβασιν, ὥστε τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἐξηλείφθη. Ἔκαμε λόγον περὶ διατηρήσεως ἢ μὴ διατηρήσεως τῆς Βουλῆς.
§51ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος εἰς τὴν ὁμιλίαν του.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀφαιρέσω ἀπὸ κἀνένα, ἀλλ’ ἕκαστος πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως καὶ νὰ μὴ κάμνῃ τοιαύτας παρεκβάσεις, ἀποφερούσας ἀπώλειαν χρόνου.
§53ΖΕΡΒΑΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν, ὁ προλαλήσας ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ δίκαιον εἰς ὅσα εἶπεν· ὁ λόγος του ὅμως σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ἀπομακρυνθῇ ἡ Βουλὴ τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημά του.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§55ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει σπουδαία ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, δὲν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως συζητηθῇ ἀμέσως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πρὸς εὐκολίαν τῶν ἀπαιτουμένων εἰς τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις. Ἐπειδὴ ὅμως τινὲς ἀναβάντες τὸ βῆμα παρεξήγησαν τὴν διαγωγὴν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ἕκαστος βουλευτὴς καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς Ἕλλην ὀφείλει νὰ φέρῃ παρατηρήσεις τινὰς πρὸς διασκέδασιν τῶν ὑπονοιῶν. Κύριοι, μετὰ 400 ἐτῶν δουλείαν ἡ Θεία πρόνοια ἔκαμεν, ὥστε ἡ 25 Μαρτίου τοῦ 1821 νὰ γεννήσῃ εἰς τὸ ἔθνος μίαν Βουλὴν, ἥτις συνασπισθεῖσα ἐπέφερε τὸν πρῶτον κτύπον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, κατὰ τοῦ τυράννου, καὶ ἔλυσε τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας. Ἴσως ἡ Θεία πρόνοια ἔκαμεν, ὥστε καὶ ἡ 25 Μαρτίου 1868 νὰ γεννήσῃ μίαν Βουλὴν, ἥτις ἐν τῷ ἁγνῷ πατριωτισμῷ της νὰ συνασπίσῃ καὶ ἔθνος καὶ βασιλείαν καὶ κυβέρνησιν καὶ πάντα Ἕλληνα Χριστιανὸν ἵνα φέρῃ τὸν δεύτερον κτύπον καὶ νὰ διαλύσῃ τὰ δεσμὰ τῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν ἀδελφῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου. Ἱλαρότης). Ἂς μὴ φοβῆται λοιπὸν ὁ προλαλήσας, ὅτι δύναται νὰ μὴ φερθῇ συμφώνως πρὸς τὰς περιστάσεις μία πατριωτικὴ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡ διαγωγὴ καὶ ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα μέχρι σήμερον ἀπεδείχθη καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα. Οὐδόλως λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναμίξωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι οὔτε ἴχνος ἐφάνη ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως διὰ τοιοῦτόν τι, ὅτι δηλ. ἀπεχθάνεται τὴν ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἔγκλημα καὶ κατὰ νοῦν νὰ τὸ φαντασθῇ τις· ἀπ’ ἐναντίας τῇ ἀποδίδει ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ἐζήτησεν ὅλην τὴν συνδρομήν της καὶ τὸν πατριωτισμόν της. Ποῦ ὑφίσταται λοιπὸν ὁ φόβος, ὅτι ἔφερε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἔχει σκοπὸν νὰ ἀποδιώξῃ τὴν Βουλήν; Ταῦτα λοιπὸν ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Λακεδαίμονος.
§56ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶμεν τὴν συντομίαν.
§57ΖΕΡΒΑΣ. Σύντομος θὰ ἦμαι. — Κύριοι βουλευταὶ, ἡ πολιτικὴ ἐξωτερικὴ κατάστασις τοῦ ἔθνους εἶναι σπουδαία, εἶναι ἔκτακτος, εἶναι σοβαρά· ἐπίσης καὶ αἱ ἐνέργειαι περὶ τοῦ πράγματος πρέπει νὰ γίνωνται σπουδαῖαι, ἔκτακτοι καὶ σοβαραί. Δὲν εὑρισκόμεθα ὡς πάντοτε εἰς μίαν ὁμαλὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ καθαρίζωμεν τὸν κώνωπα (ἱλαρότης)· νὰ διαλύωμεν τὸν κώνωπα, τὸ ἴδιον εἶναι. — Σήμερον πρέπει ὅλοι νὰ συντρέξωμεν εἰς ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ μας, διὰ τῆς ἑνώσεως, διὰ τῆς συμπνοίας, νὰ συντρέξωμεν εἰς ὅ,τι ἀπαιτεῖται πρὸς ἀπάντησιν ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκτάκτως μᾶς παρουσιάζονται. Οἱ προλαλήσαντες δι’ ἐπερωτήσεων εἶπον, ὑπάρχει πόλεμος; ἔχει τὰς χεῖρας λελυμένας ἡ Ἑλλάς, ἢ μήπως διατελῇ σιδηροδέσμιος; Εἷς μάλιστα τῶν προλαλησάντων, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, περιῆλθεν ἐν μιᾷ στιγμῇ διὰ τοῦ τηλεγράφου καὶ τὸν βοῤῥᾶν καὶ τὴν δύσιν καὶ τὴν μεσημβρίαν καὶ τὴν ἀνατολὴν, καὶ πούπετα δὲν εὗρε τὸν πόλεμον (ἱλαρότης). Εἰς κἀνὲν ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέρη δὲν εὗρε τὸν πόλεμον· ἀνεδίφησεν ὅλας τὰς συνθήκας ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ αἰῶνος μέχρι σήμερον, καὶ πούπετα δὲν εὗρεν, ὅτι αἱ χεῖρες τῶν Ἑλλήνων εἰσὶ λελυμέναι, παρ’ ὅτι εἶναι δεσμευμέναι δι’ ἁλύσεων. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς τοιοῦτος σπουδαῖος ἄνθρωπος, οἷος ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἐπρόφερεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου τοιαύτην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ μικρότερος ἄνθρωπος δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐκφέρῃ, διότι ὁ πέντε γράμματα γνωρίζων, ἀναδιφῶν τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ κόσμου τούτου, γνωρίζει ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ αἰῶνος τούτου μέχρι σήμερον, ἐντὸς 68 ἐτῶν, ἔλαβον τὰ ἔθνη διαφόρους φάσεις, ἐγένοντο συνθῆκαι, ἐξεσχίσθησαν συνθῆκαι καὶ συνθῆκαι μεγάλαι, καθὼς τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, καὶ χθὲς ἀκόμη δύω μέρη σπουδαῖα τῆς Εὐρώπης, συνιστάμενα ἀπὸ κρατίδια διάφορα, συνηθροίσθησαν εἰς ἓν κράτος μέγα. Πῶς αἱ συνθῆκαι αὗται, κ. ἔντιμε βουλευτὰ τοῦ Μεσολογγίου, δὲν ἴσχυσαν νὰ ἐμποδίσουν τὰς τοιαύτας μεταβολὰς, καὶ ἔρχεσαι νὰ εἴπῃς ἐνώπιον τῶν Ἑλλήνων διὰ ν’ ἀποθαῤῥυνθῶσιν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι δὲν μᾶς ἀφίνει ἡ δύσις, δὲν μᾶς ἀφίνει ὁ βοῤῥᾶς, ἡ μεσημβρία καὶ ἡ ἀνατολή; μᾶς ἔχουν δεδεμένας τὰς χεῖρας, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐπὶ ματαίῳ ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῶν 100,000,000, παρὰ, ὡς ἄλλος εἶπε, μᾶς παίζει μίαν παντομίμαν; Τοιαῦται ἐκφράσεις εἶναι βλάσφημοι, κύριοι, εἰς τοιαύτας ὥρας! (μπράβο!) Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, Ἀθ. Πετιμεζᾶς, ἔλαβεν ὡς ὅπλον μίαν ἔκφρασίν μου ἐπὶ μιᾶς ἀγορεύσεως, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἔκαμα· εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐκήρυξα ὅτι, ἐὰν αἱ σχέσεις αἱ ἐμπορικαὶ διακοπῶσι, καταστρέφεται ἡ Ἑλλάς. Τί ἤθελεν ὅμως νὰ ἐννοήσῃ μὲ τοῦτο ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, δὲν ἐκατάλαβα καλὰ, καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ αὐτὸ, ἄλλως τε τοῦ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ἐπειδὴ τὸν βλέπω σιωπῶντα ....
§58ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, νὰ κουβεντιάσωμεν οἱ δύω θέλετε;
§59ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι, ἔλα κατόπιν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ διακοπὴ τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας εἶναι καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἔφερα μίαν τοιαύτην ἰδέαν, μὲ τοῦτο ἠννόουν νὰ ταπεινωθῇ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπέναντι τῆς Τουρκίας καὶ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰ ἄτιμα αὐτὰ ἀπαιτήματά της; Ἄπαγε! Θὰ ἦτο βλασφημία, ἐὰν ἐγὼ τὸ ἔλεγον. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅταν ἔλεγον μερικοὶ, ποῦ ὑπάρχει πόλεμος καὶ μᾶς ζητοῦν τὰ χρήματα, ὅτι ὁ πόλεμος ὑπάρχει καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ἔθνους εἶναι ἐν πολέμῳ. Καὶ εἶναι, κύριοι, ἐν πολέμῳ, διότι διάλυσις τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων δὲν δύναται παρὰ νὰ ὠθήσῃ τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον. Τί νομίζετε, ὅτι θὰ εἰπῇ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος; Ἄνδρες 45,000, ναῦται μόνον· ἔτι μᾶλλον, κύριοι, ἄνδρες, ἐξαιρουμένων τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἐργασθῶσι· λοιπὸν 45,000 ναῦται θὰ ἐπανακάμψουν εἰς τὴν πατρίδα των μὲ τὰ πλοῖά των, θὰ δέσουν ὅλοι τὰ πλοῖά των καὶ θὰ μείνουν ἄνευ ἄρτου, διότι ὁ ναύτης δὲν ἔχει ἐμπόριον καὶ ἐλαίας καὶ ἄλλα κτήματα, ὥστε νὰ καλλιεργῇ καὶ ἀπολαμβάνῃ τοὺς καρπούς. Ἡ μόνη παραγωγὴ τῆς τροφῆς καὶ τῆς συντηρήσεώς του εἶναι ὁ βραχίων, ὁ ὁποῖος μισθοδοτεῖται μὲ τὸ ἡμεροκάματον. Καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐὰν σταματήσῃ ἡ πληρωμὴ τοῦ ναύτου, τὸ πᾶν ἦλθεν ἄνω κάτω, ἢ πόλεμον θὰ κινήσωμεν ἢ καθ’ ἡμῶν αὐτῶν θὰ ἐγερθῶμεν καὶ θὰ ἀλληλοσφαγῶμεν· λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ προτιμότερον; ὁ πόλεμος. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ὁ πόλεμος κατὰ τὸ ἥμισυ ὑπάρχει. Πῶς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου περιῆλθε τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ διῆλθε τὴν ὑφήλιον καὶ πουθενὰ δὲν τὸν εὗρε; (ἱλαρότης). Ἰδοὺ λοιπόν, ὄχι πρὸ τῶν θυρῶν, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν θυρῶν εἶναι πλέον ὁ πόλεμος. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ λάβωμεν μέτρα καὶ μέτρα συνετά, ν’ ἀφήσωμεν καὶ λόγους καὶ πράγματα παρωχημένα καὶ νὰ συνασπισθῶμεν συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ ἔθνος καὶ κυβέρνησις καὶ τὰ πάντα καὶ ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, εἰς τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος ἐὰν θελήσωμεν διαπληκτισμούς, νὰ τοὺς ἀναβάλωμεν μετὰ ταῦτα εἰς τὸν καιρόν των, ὅπως ἔθαψαν ὑπὸ τὴν πλάκα καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ ὁ Δίκαιος Ἀριστείδης τὰς ἑαυτῶν ἔριδας. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὅσα καὶ ἂν εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν εἶχον τὸν τόπον των, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλον λόγον ἔτι βαρύτερον. Περαίνω τὸν λόγον μου, κύριοι, διότι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐπεκτείνωμαι περισσότερον. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅπως ἔχει, καὶ ὄχι μόνον διότι εἶναι 100 ἑκατομμύρια, καὶ δισεκατομμύρια ἐὰν ἦσαν. Μάθετε, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς μὲ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα πρῶτοι πάσχομεν οἱ ναυτικοί, εἴμεθα οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλομεν τὴν διάλυσιν τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων, εἴμεθα οἱ μόνοι ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλομεν τὸν πόλεμον, διότι ὁ ἔμπορος εἶναι κοσμοπολίτης. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, προκειμένου περὶ τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν μας τῶν διατελούντων ὑπὸ τὰ δεσμά, ὄχι μόνον θ’ ἀνεχθῶμεν τὴν προσγινομένην ἀπὸ τοῦδε ζημίαν εἰς ἡμᾶς, τὴν προσγινομένην καταστροφήν μας, ἀλλὰ καὶ τὰ πάντα θέλομεν προσφέρει θυσίαν εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος· πολὺ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῆτε σύσσωμοι καὶ δι’ ἀναστάσεως (Εὖγε, εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§60ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ κάμητε τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ζέρβαν νὰ μὴ ὁμιλῇ ἄλλοτε μὲ τὰ χειρόκτια ἐπὶ τοῦ βήματος (ἱλαρότης).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§62ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἐμφαντικὰς συζητήσεις καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς σκέψεις πρακτικωτέρας. Ὄχι μόνον διακοπὴ σχέσεων, ἀλλ’ ἀρχὴ ἐχθροπραξιῶν ἔλαβε χώραν. Δυνάμεθα λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν χορήγησιν μέσων εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Βεβαίως ὄχι. Δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν χρεωστοῦν οἱ προκαλέσαντες τὴν παροῦσαν κατάστασιν, ἀλλὰ μόνον νὰ σκεφθῶμεν, τίνι τρόπῳ δυνάμεθα ν’ ἀποτρέψωμεν τὸν κίνδυνον, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ τὴν διατήρησιν τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπεριόριστος εἰς τὰς ἐνεργείας της. Ἐγεννήθη εἰς αὐτὴν ἡ ἰδέα, ὅτι ἠδύνατο ἐπιτυχῶς νὰ ἐνεργήσῃ, ἐὰν ἐνεδύετο μὲ ἀπόλυτον δικτατορικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἰδέα αὕτη ἀπεκρούσθη καὶ ἐγκατελείφθη, ὑποβάλλεται δὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἂν καὶ δὲν χορηγεῖ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐνεργείας ἐκείνης, κατ’ ὀλίγον διαφέρει αὐτῆς· ἀλλὰ δὲν μένει καιρὸς συζητήσεων λεπτομερῶν ἐπὶ ἀντικειμένων ἀπαραιτήτων πρὸς ἄμεσον καταστολὴν τοῦ κινδύνου, καὶ ἀναγνωρίζομεν πάντες ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν. Δυνάμεθα ὅμως νὰ εὕρωμεν μέσον, ὥστε καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ ᾖναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐλευθέρα εἰς τὰς ἐνεργείας της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἔχῃ συμπράττουσαν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Οὕτως ὑπέβαλα τροπολογίαν ἢ προσθήκην εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δύναται δὲ νὰ γίνῃ λόγος περὶ αὐτῆς, οὐ μόνον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ἤδη, ἐξακολουθούσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς· «Οὐδεμία πρᾶξις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου ἔχει κῦρος, ἐὰν δὲν προηγῆται σύσκεψις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ γνωμοδότησις Συμβουλίου, συγκειμένου ὑπὸ ἐννέα μελῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ κανονισμοῦ αὐτῆς.» Ἡ τροπολογία μου συνίσταται εἰς τοῦτο· πρέπει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται, οὐχὶ εἰς τὰς ἄλλας διοικητικὰς ἐνεργείας της, νὰ ἔχῃ συμβούλιον ἐννεαμελές, ἐκλεγόμενον παρὰ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μετέχῃ καὶ ἡ μειονοψηφία κατὰ τὸ ἓν τρίτον.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχῃ ψῆφον;
§64ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· μόνον συμβουλευτικὴν γνώμην. Ποῖαι, κύριοι, ἀντιῤῥήσεις δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς προτάσεώς μου; Δύναται ἴσως νὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι τὸ κηρύττειν τὸν πόλεμον εἶναι προνομία Βασιλικὴ καὶ ὅτι ἐκ τούτου ἕπεται ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ χορηγῇ τὰ ζητούμενα μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πολέμου ἀνεξετάστως· ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸν Βασιλέα ἀπὸ τὸ ἔθνος τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, εἶναι, ὅτι ὡς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις μόνον ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἁρμόδιος ν’ ἀντιπροσωπεύῃ αὐτὸ ὡς ἀνωτάτη ἀρχὴ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἄνευ μέσων πόλεμος δὲν γίνεται, τὴν δὲ χορήγησιν τούτων τὸ Σύνταγμα ἀφῆκεν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Διὰ τοῦτο, ἂν καὶ οὐδέποτε ἡ Βασιλικὴ προνομία ἠμφισβητήθη, τὰ κοινοβούλια καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ λαμβάνουν γνῶσιν τῶν περιστάσεων καὶ αἰτιῶν τοῦ πολέμου, καὶ μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν χορηγοῦν τὰ χρειώδη· οὐ μόνον τοῦτο, κύριοι, ἀλλ’ ἠνάγκασαν Βασιλεῖς ἄκοντας, καὶ πόλεμον ἀρξάμενον νὰ παύσωσι, καθόσον, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι, τὸ ἔθνος κρατεῖ les cordons de la bourse «τὰς κλεῖς τοῦ ταμείου»· δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ ἐγερθῇ περὶ τούτου ἀντίῤῥησις. Ὥστε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, καθὼς ἠρωτήσαμεν, ποῖος ὁ κίνδυνος· ἔχομεν δικαίωμα νὰ συμπράξωμεν καὶ συμβουλεύσωμεν. Ἀπηυθύνθησαν ἐρωτήσεις τινὲς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ἐν μέρει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ηὐχαρίστησεν ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν εἰς τὰς σπουδαιοτέρας. Δὲν ἠμπορῶ νὰ παραλείψω ὅ,τι ἀνέγνωσα χθὲς εἰς μίαν ἐφημερίδα, ὅτι τὸν πρέσβυν κ. Φωτιάδην ἀναχωροῦντα λέμβος γαλλικὴ ἐπιδεικτικῶς μετέφερεν ἀπὸ τῆς προκυμαίας εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, λέμβος δὲ ἀγγλικὴ παρέλαβε τὸν ἀδελφὸν καὶ τὴν λοιπὴν συνοδίαν του.
§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτὰ (Θόρυβος).
§66ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω ὅ,τι ἐπαναλαμβάνει ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος καὶ τὸ τελεσίγραφον περιέχει, ὅτι ἀφορμὴ, ἥτις ἔδωκε χώραν εἰς ψυχρότητα κατὰ πρῶτον καὶ διακοπὴν τῶν σχέσεων ἀκολούθως, εἶναι ἡ ἐπιδεικτικὴ στρατολογία καὶ ἀναχώρησις τοῦ Πετροπουλάκη. Ἔγεινε λοιπὸν ἐπερώτησις πόθεν πνέει ὁ ἄνεμος· ἡ Δύσις ψυχρά· μὴ ἐλπίζεται γλυκεῖά τις αὔρα ἐξ Ἄρκτου; ἢ καὶ ἐκεῖθεν πνοὴ ψυχρὰ θὰ ἐπέλθῃ καὶ παγετώδης; Ἡ ἐπίδειξις τοῦ Πετροπουλάκη εἶναι παραφορὰ ἁπλοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ἢ ἐκτέλεσις προμεμελετημένου τινὸς σχεδίου; ταῦτα μᾶς ἐμβάλλουν εἰς ἀνησυχίαν καὶ σκέψεις. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν θὰ μετρήσωμεν τὸν κίνδυνον καὶ θὰ χορηγήσωμεν ἀνάλογα μέσα· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ καὶ περιπλέον — δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐκφράσω λόγους δυσαρέστους, παραπονοῦμαι ἁπλῶς—οὐδὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεσχέθη διπλωματικὰ ἔγγραφα προσήγαγε.
§67ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι, καθόσον δὲν ἐτυπώθησαν ἀκόμη.
§68ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ λυποῦμαι διότι δὲν τὰ ἔχω· τί τὰ θέλομεν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου! Ἔπρεπε νὰ τὰ παρακαταθέσητε, ὡς πράττουν εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη, καὶ ὕστερον νὰ ὑποβάλητε τὰ μέτρα. Τί κάμνει τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον; Ἐδῶ βλέπω ἄπειρα νομοσχέδια μικροῦ λόγου ἄξια, καὶ ὅμως ἐτυπώθησαν τάχιστα· ἠδύνατο ἀξιόλογα νὰ προτιμηθοῦν τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα καὶ νὰ ἦναι διανεμημένα οὐχὶ ἀπὸ τὸ Σάββατον, ὡς ὑπεσχέθητε, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Παρασκευὴν καὶ ὀλίγον πρότερον. Καὶ αὐτὸ τὸ γεγονός, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἄσκοπος παράλειψις, ἔχει σημασίαν. Πῶς συμβιβάζεται ἡ ἀπραξία, ἡ ἔλλειψις προνοίας μὲ τὰς διαθρυλλουμένας ἐκτάκτους περιστάσεις τοῦ κράτους; Ἡμεῖς ἀπηυθύναμεν τὰς ἐρωτήσεις θέλοντες νὰ ἐννοήσωμεν τὴν θέσιν μας καὶ τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου, ἀποφασισμένοι, ἂν τῳόντι πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ συμφέροντος, οὐ μόνον νὰ θυσιάσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τὴν περιουσίαν, τὰ πάντα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος. Δικαιούμεθα ὅμως ὅ,τι πράξωμεν νὰ τὸ πράξωμεν ἐν ἐπιγνώσει τῶν περιστάσεων. Ὑπάρχει ὁμογνωμοσύνη τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὸ ἀναφυὲν ζήτημα; Κατὰ τὸ 1867 τὸ ἴδιον ζήτημα, ὡς τὸ τῆς Σύρου, εἶχε παρουσιασθῆ καὶ ἐλύθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ὅλαι αἱ δυνάμεις, καὶ ἡ Τουρκία, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι οἱ πράκτορές της παρέβησαν τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν. Διατί τότε αἱ δυνάμεις ὅλαι ἐπεμβῆκαν ὑπὲρ ἡμῶν, σήμερον δὲ, καθὼς πληροφοροῦμαι, ἐνῷ συνήθως εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐκ φόβου μὴ τυχὸν διαῤῥηχθῶσιν αἱ σχέσεις, μὴ δοθῇ ἀφορμὴ ῥήξεως, μὴ ἐπέλθῃ πόλεμος, ἀμέσως τρέχουν τὰ πλοῖα τῶν δυνάμεων, εἰς Σύρον πλοῖον εὐρωπαϊκὸν δὲν ὑπάρχει;
§69ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἔχετε λάθος· οὐ μόνον ὑπάρχουν πλοῖα, ἀλλὰ καὶ ἐμεσολάβησαν καὶ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής.
§70ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἓν γαλλικὸν καὶ ἓν αὐστριακόν, ὄχι ἄλλο. Ἡμεῖς δὲν προκαλοῦμεν συγκρούσεις, θέλομεν ἁπλῶς νὰ μάθωμεν τί τρέχει. Τὰ γεγονότα τῆς Σύρου ὁμοιάζουν τὴν ἐπιδεικτικὴν τοῦ Πειραιῶς διὰ λέμβων ἀγγλογαλλικῶν ἐπιβίβασιν τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας (θόρυβος).
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατε αὐτά, εἶναι ἰδιαίτερα πράγματα.
§72ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Προχωρῶ, κύριοι· ὁ κ. ὑπουργὸς σήμερον εἶπεν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία μας τρέχει κίνδυνον, ἡ τιμὴ, ἡ ἐλευθερία μας, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν Δυνάμεων. Τοῦτο εἶναι ἐκφραστικόν. Δὲν ἔχομεν ἴσως ἀνάγκην περαιτέρω ἐξηγήσεων· ἡ ἐγγύησις τῶν Δυνάμεων τότε μόνον ἠμπορεῖ νὰ ἀρθῇ, ὅταν ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ αὐτῶν· αἱ δυνάμεις ὅμως θεωροῦνται ἡνωμέναι. Μήπως εἶναι ἡνωμέναι καθ’ ἡμῶν; Ἐδῶ ἀνοίγεται νέον χάος ἀμφιβολιῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ μᾶς δώσῃ περαιτέρω ἐξηγήσεις· ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἡμᾶς ἀσυζητητὶ νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὰ πάντα, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Παραμυθιώτης χθὲς εἶπεν, ὅτι ἡ ἰταλικὴ Βουλὴ ἀνεξετάστως ἐχορήγησε τὰ πάντα εἰς τὴν Κυβέρνησίν της. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι, ὅτε ἐχορηγεῖτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πλήρης ἐξουσία, ἡ Ἰταλία εἶχεν εἰς τὸ πλευρόν της τὸν Ναπολέοντα καὶ κατόπιν τὰς γαλλικὰς λεγεῶνας. Ἔχουν νὰ εἴπουν καὶ εἰς ἡμᾶς τοιοῦτόν τι οἱ ὑπουργοί μας; Τότε ἤθελον ἰδῆ τὸν ἐνθουσιασμόν μας, τὴν προθυμίαν μας (θόρυβος)· ἡ διαφορὰ εἶναι σημαντική. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἐπείγουν, ἐσκέφθην δὲ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συμβιβασθῇ τὸ πρᾶγμα· νὰ ἐπιψηφισθῇ μὲν τὸ νομοσχέδιον, νὰ γενῇ δὲ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου. Ἐχαρακτήρισέ τις τὴν πρότασίν μου ὡς ἀντισυνταγματικὴν, δεσμεύουσαν δῆθεν τὴν Κυβέρνησιν· τοῦτο θὰ ἦτον ἀληθές, ἂν τὸ συμβούλιον εἶχε γνώμην ἀποφασιστικὴν, ἀλλ’ ὄχι, κύριοι, θὰ ἔχῃ μόνον συμβουλευτικήν· δυστυχῶς ἄλλα σώματα συμβουλευτικὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουν. Οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ ἐμπνέονται, δὲν ἀμφιβάλλω, ἀπὸ εὐγενῆ αἰσθήματα· ἔχουν πατριωτισμὸν καὶ ἱκανότητα, τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν, μάλιστα ὅλοι, καὶ εὐφυΐαν ἐξιδιασμένην· ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὁ ἄνθρωπος ὑπόκειται εἰς λάθη. Ἀλλαχοῦ ὑπάρχουν, ἐκτὸς τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, συμβούλια ἐπικρατείας καὶ ἰδιαίτερα Βασιλικὰ καὶ ἔξοχοι ἄνδρες, τοὺς ὁποίους συμβουλεύονται καὶ οἱ Βασιλεῖς· παρ’ ἡμῖν τίποτε. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρότασίς μου· μάλιστα ἔπρεπε νὰ ζητήσωσιν οἴκοθεν οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ τοιοῦτον συμβούλιον ἀρωγὸν εἰς τὰς πράξεις των. Οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ λέγουν, ὅτι θέλουν νὰ ἦναι ἐλεύθεροι, ὡς ἔχοντες αὐτοὶ τὴν εὐθύνην. Ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς συνήθεις περιστάσεις, ἤθελον δεχθῆ τὴν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ περιστάσεων σοβαρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ προσοχὴ μεγίστη ἀπαιτεῖται καὶ οἱ ἀσπονδώτεροι πολιτικοὶ ἐχθροὶ τείνουν πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας. Ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν πρότασίν μου, ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἐν τῷ Συμβουλίῳ· τρεῖς δὲ μόνον θὰ ἔχῃ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὧν αἱ γνώσεις, ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἐπιῤῥοὴ θὰ χρησιμεύσουν εἰς πραγματικὴν συνδρομὴν καὶ ἠθικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἤθελον ὑποδείξει ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοὺς κ.κ. Ζαΐμην, Δεληγεώργην, Κρεστενίτην, Κουμουνδοῦρον κλπ. Τοιούτους τέλος πάντων, ἡ σύμπραξις τῶν ὁποίων εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐγγυᾶται τὴν ἐπιτυχῆ καὶ ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐργασιῶν. Καὶ φαίνεται ὅτι τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ἐξουσίας ὑπαγορεύει τὴν τοιαύτην σύμπραξιν. Περὶ εὐθύνης δὲ ἔκαμε λόγον καὶ ὁ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς εἰπὼν χθὲς, ὅτι «δὲν θέλει νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ φέρουν ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι θέλει ὁλόκληρος ἡ εὐθύνη νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ὑπουργεῖον.» Δὲν ἠξεύρω παρ’ ἡμῖν ποίαν ἰδέαν ἔχουν ἄλλοι περὶ εὐθύνης, ὅταν ὅμως ἐγὼ ἀκούω νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτῆς, γελῶ. Περὶ ὑλικῆς εὐθύνης δὲν πρέπει νὰ γίνεται οὐδὲ λόγος, εἶναι πολὺ ἀπὸ ἡμᾶς μεμακρυσμένη· περὶ ἠθικῆς ἐπίσης, καὶ αὐτὴ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη ἐν Ἑλλάδι ἐφάνη μηδαμινή· ἐνθυμεῖσθε πόσα καὶ πόσα γεγονότα παρελθόντα· γνωρίζετε ἄλλα πρόσφατα. Τὸ χθὲς κακόν, σήμερον εἶναι ἄριστον. Ἓν μόνον κακὸν παρατηρεῖται, ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ πάντοτε μένουν καθαροὶ καὶ ἀνεύθυνοι, ἡ δὲ εὐθύνη ἐπιῤῥίπτεται εἰς ἄλλο ἀνώτερον πρόσωπον, ὡς μὴ ὤφελε. Σᾶς ἀναγινώσκω, κύριοι, ἑνὸς συγγραφέως εὐφυεστάτην τινὰ παρατήρησιν περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης· «la chambre veut enléver aux ministres leurs responsabilité; mais cela ne reviendrait-il pas à deshabiller un homme nu?» Ἡ Βουλὴ θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὁμοιάζει ὡς νὰ λέγωμεν, ὅτι θὰ ἐκδύσωμεν ἄνθρωπον γυμνόν; Ποῦ εὐθύνη, κύριοι! δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ ῥίψωμεν ἓν ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἔλθῃ ἕτερον· τοιούτου εἴδους εὐθύνην δὲν τὴν ἐννοῶ, τὴν στιγματίζω. Ἐπιθυμῶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τὸ ὑπουργεῖον ἀλάνθαστον νὰ ἀναδειχθῇ καθ’ ὅλα· ἀλλὰ πάλιν κάμνω τὴν διάκρισιν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου μένει ἡ Κυβέρνησις ἐλευθέρα εἰς τὰς ἐνεργείας της, καὶ οὕτως ἔχει ἀναντιῤῥήτως ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της. Ἡ εὐθύνη της σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄλλη· τῇ δίδεται πίστωσις 100 ἑκατομμυρίων καὶ ἐξουσία νὰ συνομολογήσῃ δάνειον κτλ. Ὡς πρὸς ταῦτα ἔχει βεβαίως ἐπίσης εὐθύνην· καλὸν ὅμως ν’ ἀκούῃ καὶ τὴν ἰδικήν μας γνώμην, μὴ τυχὸν χωρὶς πόλεμον βλαφθῶμεν. Ὡς βουλευταὶ ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν νομοσχέδιον ἐκτεταμένον, δι’ ἐκθέσεως ᾐτιολογημένης, πειθούσης ἡμᾶς περὶ τῆς ἀνάγκης· ἀντὶ τούτου, διὰ τὸ κατεπεῖγον, διατί νὰ μὴ ἐξασκήσωμεν δι’ ἑνὸς συμβουλίου ἐν μέρει τὸ δικαίωμά μας; Αὐτὰ, κύριοι, ἐνόμισα πρέπον νὰ παρατηρήσω. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἀφαιρεῖ τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην· στηρίζεται εἰς δικαίωμα τῆς Βουλῆς, δὲν δεσμεύει τὴν Κυβέρνησιν· ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀτελὴς καὶ μία παρατήρησις τῷ εἶναι πολλάκις σωτήριος. Τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον, ἂν δὲν τροποποιηθῇ· καὶ ἂν μὲν καλῶς ἐκτελεσθῇ ἐν ἀνάγκῃ, πᾶσα θυσία εἶναι ἀνεκτὴ χάριν τῆς πατρίδος· ἀλλ’ ἐὰν κακῶς ἢ φατριαστικῶς, κατ’ οὐδὲν ἤθελε μᾶς ὠφελήσει ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Τὸ συμβούλιον εἶναι ἀναγκαῖον, ἐν γένει δὲ αἱ περιστάσεις εἶναι κρίσιμοι καὶ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη μόνη δὲν ἀρκεῖ. Ἐν ἀτυχεῖ ἐκβάσει οἱ ὑπουργοὶ θὰ καλοῦν παλαιὰς ἱστορίας τὰ λάθη των, εἰς ἡμᾶς δὲ θὰ μείνῃ ἡ ταπείνωσις, ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ ἔνδεια. Ἀρκοῦμαι, κύριοι, εἰς ταῦτα. Ἡ Βουλὴ ἂς ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους μου· δὲν κινοῦμαι ἀπὸ ἄλλο τι, εἰμὴ ἀπὸ τὸ ἴδιον πατριωτικὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ὅλους ὑμᾶς.
§73ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἀπευθυνθείσης ἐκ τοῦ ἑνὸς τῶν τμημάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιείχετο ἔλεγχος καὶ βαρεῖα μομφὴ, διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος, ἀκολουθεῖ τὴν σειρὰν τῆς πολιτικῆς ἕνδεκα προηγουμένων ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, οἵτινες ἔγραψαν πρὸς αὐτὸν ὡς πρέσβυν ἐν Κωνσταντινουπόλει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ὑπεχρεώθη νὰ κρατήσῃ θέσιν οὐδετέραν χωρὶς νὰ ἐμποδίζηται νὰ ἔχῃ καὶ τὰς συμπαθείας της πρὸς τὴν κρητικὴν ἐπανάστασιν. Ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν διεδήλωσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως αὐτὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ῥυθμίζει τὰς σχέσεις τῆς κυβερνήσεως πρὸς τὸ ἔθνος. Ἀπέναντι τῶν ἀπαντήσεων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιείχετο ὑπόσχεσις περὶ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων ἐν καιρῷ, πρὶν ἢ παρουσιασθῶσιν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, ἀπὸ τὴν προσλαλιὰν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὁ μέγας ἀντιπρόσωπος τοῦ κράτους, ὁ βασιλεὺς, πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐμφανισθέντα ἐνώπιόν του, ἐξήγαγον τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Ἦλθε κατόπιν, κύριοι βουλευταί, ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων. Ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅστις ἀνήγγειλε τὴν διακοπὴν, ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ ἤρξατο νὰ τυπόνηται. Ἐκτὸς τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων, κύριοι βουλευταί, ἐκτὸς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο ὑπ’ ὄψιν της, διότι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν κατετέθησαν, οὔτε τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν δὲν διενεμήθησαν τυπωμένα εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Κάμνων λόγον, κύριοι βουλευταὶ, περὶ τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, δὲν προτίθεμαι νὰ προβάλω τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλω νὰ παρεμβάλω προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, ὕστερον ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, συστήσαντος καὶ τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων καὶ τὴν ταχύτητα. Θέλω ὅμως νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ φαίνεται πεπεισμένη ἤδη περὶ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι σύμφωνος μὲ τὰς πεποιθήσεις τῶν κυρίων ὑπουργῶν καὶ ὑμῶν τῶν βουλευτῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀκροατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπικροτοῦν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις. Κἀνείς, κύριοι, καὶ ἂν σᾶς τὸ εἴπῃ, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν του πρὸς μίαν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μετὰ τοσούτου θάῤῥους ἔρχεται καὶ διαβεβαιοῖ τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στέμματος· ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν δύναμαι καὶ νὰ εἴπω, ὅτι «πείθομαι διότι πείθεσθε» διότι διὰ τὴν πεποίθησίν μου φέρω εὐθύνην, καὶ ἂν εἴπω δικαιολογούμενος ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιπροσωπεύομεν, ὅτι ἐπείσθην διότι ἐπείσθησαν οἱ ὑπουργοί, θὰ μοὶ εἴπουν, κακῶς ἐπείσθης, ἀντιπρόσωπε τοῦ κράτους. Καὶ λέγω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἂν αἱ περιστάσεις ἀποβοῦν εὐνοϊκαὶ, οὐδεὶς θέλει ζητήσει λόγον διατί ἐπείσθημεν οὕτω· ἂν ὅμως, ὃ μὴ γένοιτο, συμβοῦν τὰ ἐναντία, καὶ ὑπὸ τοῦ ἔθνους θὰ ἐλεγχθῶμεν καὶ οἱ ὑπουργοὶ θὰ εἴπουν, «διὰ τί νὰ πεισθῆτε διότι ἐπείσθημεν ἡμεῖς;» Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀλληλογραφίαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς κρητικῆς ἐπαναστάσεως μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπείσθην ὅτι ἡ κυβέρνησις προέβη καλῶς ἢ μή. Δὲν δύναμαι βεβαίως ν’ ἀπαιτήσω νὰ μάθω ποῖαι αἱ ἐργασίαι της αἱ μετὰ τὴν διακοπὴν, ποῖαι αἱ συμμαχίαι της, ποία ἡ θέσις της, διότι δύναται νὰ μοὶ τὸ ἀρνηθῇ· ἀλλὰ τὴν πορείαν της ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς μιᾶς ἐποχῆς μέχρι τῆς ἄλλης πρέπει νὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ τὴν ἐκτιμήσω. Καὶ ἂν, κύριοι βουλευταί, πεισθῶμεν πάντες ἡμεῖς, ὅτι ἡ κυβέρνησις (πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει βέβαια) παρεβίασε τοὺς κανόνας τῆς οὐδετερότητος, πρέπει νὰ χορηγήσωμεν τὴν συνδρομήν μας; πῶς τὸ γνωρίζετε, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐτήρησε τὴν οὐδετερότητα, χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως; (Θόρυβος).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι βουλευταί.
§75ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ὁμιλῶ οὔτε ὑπὸ τύπον ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε ὑπὸ τύπον συμπολιτεύσεως, καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζετε ἐκ τῶν προηγουμένων. Κύριοι βουλευταί, χθὲς εἷς τῶν βουλευτῶν τῆς συμπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος μάλιστα φαίνεται ἐκ τῶν πλησιεστέρων πρὸς τὴν κυβέρνησιν, συνέστησε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διὰ χειροκροτημάτων καὶ ζητωκραυγῶν· ἐγὼ ὅμως εἶμαι ἐναντίος, εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς ἰδέας, κύριοι βουλευταί, διότι δὲν πρόκειται σήμερον βεβαίως νὰ πανηγυρήσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου, οὔτε πρόκειται νὰ στεφανώσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἢ τὴν ἐπιτυχίαν ὠφελίμου τινος συνθήκης· ἀλλὰ καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις πάλιν μετὰ προσοχῆς, πάλιν μετὰ τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς προγράμματος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔπρεπε νὰ συνέλθωμεν διὰ νὰ δοξολογήσωμεν· πολὺ δὲ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφίσωμεν διὰ χειροκροτημάτων μίαν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν τύχην ὄχι ἐμοῦ, ὄχι ἐκείνου, ἀλλὰ πάντων ἡμῶν, παντὸς τοῦ ἔθνους. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὅσον σπουδαῖαι, κατὰ τὸν κύριον πρωθυπουργόν, εἶναι αἱ περιστάσεις, τόσον σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή· διότι τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν εἶναι ὑπουργικὸν, δὲν ἀφορᾷ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πτέρυγα, ὁ πόλεμος θὰ ᾖναι κοινὸς δι’ ὅλους· ὅλοι θὰ συνεισφέρωμεν τὸ κατὰ δύναμιν, καθὼς καὶ ἄλλοτε. Ἡ ταχύτης, τὴν ὁποίαν ἐσύστησεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, μοὶ φαίνεται ὅτι ἔπρεπε νὰ στραφῇ εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, ἔπρεπε νὰ ᾖναι δημοσιευμένη ἡ ἀλληλογραφία ἐκείνη εἰς πολλὰς γλώσας, εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ πείσωμεν τὴν ἀνθρωπότητα, ὅτι προσβαλλόμεθα ὑπὸ τῆς Τουρκίας.
§76Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ μέτρον αὐτὸ ἐλήφθη.
§77ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω. Προέβην, κύριοι, εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε διὰ τὴν κρητικὴν ἐπανάστασιν, ὅτι ἐπείσθησαν πάντες, ὅτι στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσαν νὰ τὴν ὑποστηρίξωσι καὶ τὴν ὑποθάλψωσι· ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ παρατήρησις αὕτη, διότι ἡ κοινὴ γνώμη, ὅταν πεισθῇ, θὰ ἀναγκάσῃ καὶ τὰς κυβερνήσεις νὰ μεταβάλωσι τὰς πεποιθήσεις των, ἂν ᾖναι ἐναντίαι πρὸς τὰς ἰδικάς της. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, εἰς τὴν Βουλὴν δὲ ἐναπόκειται ν’ ἀποφανθῇ ὅ,τι θέλει.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικαπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§79ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀναβαίνων τὸ βῆμα, κύριοι βουλευταὶ, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου ὅσον ἀκροσφαλοῦς ἀντικειμένου αἰσθάνομαι τὴν δυσχέρειαν τῆς θέσεώς μου· μὲ ἐνθαῤῥύνει δὲ τὸ μὲν ἡ εἰλικρίνεια, ἥτις θέλει συνοδεύσει τοὺς λόγους μου, τὸ δὲ ἡ ὑμετέρα ἐπιείκεια, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦμαι. Ἰδίως, κύριοι βουλευταὶ, μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἡ σημερινὴ ἀπάντησις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἔλθω εἰς τοῦτο δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατηρήτους τοὺς λόγους τῶν προαγορευσάντων φίλων μου κ. κ. Δημητρακάκη καὶ Ἡλιοπούλου. Ἀποκρούω, κύριοι βουλευταὶ, καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ κηρύττω ἀναξιοπρεπὲς τὸ νὰ ζητήσωμεν παρακλητικῶς ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τὴν χάριν τοῦ νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα κατὰ τὴν διάπραξιν σπουδαίων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπίκεινται καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως μετ’ ὀλίγον ἀρχίσουν, διότι ἂν ταῦτα διεξαχθῶσι κακῶς, ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους δὲν ἀπόλλυσι μήτε τὴν δύναμιν μήτε τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ὑπαιτίους. Δὲν βλέπω, κ. βουλευταὶ, πολὺ δικαίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἡλιοπούλου τοῦ νὰ ἐπιτρέψωμεν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ διεξαγάγῃ ἓν τόσον μέγα ἐπιχείρημα, νὰ θέσωμεν δ’ ἀφ’ ἑτέρου παρ’ αὐτῇ ἓν συμβούλιον γνωμοδοτικὸν, ὅπερ ἐξηγεῖ δυσπιστίαν. Ἡ Βουλὴ, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ εἰμὴ νὰ εἴπῃ διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς της εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἢ ἐμπιστεύομαι ἀπολύτως, ἢ δὲν ἐμπιστεύομαι εἰς σὲ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου· καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν νὰ παραδεχθῇ αὕτη ὅλα τὰ συντελοῦντα πρὸς τοῦτο μέσα. Τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ καθῆκόν μας, τοῦτο ἡ ἐθνικὴ τιμὴ καὶ ἡ ὑπεράσπισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὅτι θέλει προασπίσει διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν πρέπει, νομίζω, ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον τὴν ἐξήγησιν τὴν σημερινὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἀναλαμβάνομεν εἰς ἑαυτοὺς μεγίστην εὐθύνην· ἀφίνοντες αὐτὴν ἀπαρατήρητον, ὑποτίθεται πάντοτε ὅτι τὴν ἐνοήσαμεν καὶ τὴν συνεμερίσθημεν, ἢ ὅτι δὲν τὴν ἐνοήσαμεν καὶ δὲν τὴν ἀπεκρούσαμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργός, κύριοι βουλευταί, εἶπε σήμερον, ὅτι οὐδόλως ἤλλαξεν ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ ἀπὸ τῆς συστάσεώς της μέχρι σήμερον, ὡς δικαιολόγημα δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς σημερινῆς στάσεως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας ἔφερε τὴν ἀλλαγὴν δῆθεν τῆς πολιτικῆς τῆς Πύλης. Δὲν εἶναι, νομίζω, δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πολλὰς πολιτικάς, προκειμένου περὶ τῆς κρητικῆς ἐπαναστάσεως. Ἡ Τουρκία μίαν πολιτικὴν εἶχεν, ἔχει καὶ θέλει ἔχει οὐχὶ μόνον περὶ τῆς Κρήτης, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἄλλων δούλων ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, τοῦ νὰ κρατῇ δηλαδὴ αὐτὰς αἰωνίως ὑπὸ τὸν ἀφόρητον αὐτῆς ζυγόν. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δύω πολιτικὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· ἐξηγοῦμαι. Ἅμα ἐκραγείσης τῆς κρητικῆς ἐπαναστάσεως, ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῶν ἐφεξῆς δύω ζητημάτων, δηλ. πῶς συμφέρει αὐτῇ νὰ φερθῇ ἀπέναντι τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρεώσεις τινὰς ἀπέναντι τῆς Κρήτης ἢ πάσης ἄλλης ἑλληνικῆς ἐπαρχίας διατελούσης ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγόν; τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς ἡ Ἑλλὰς μέχρι ποίου σημείου δύναται νὰ τὰς ἐκπληρώσῃ; Ἰδοὺ ἡ πρώτη τῶν σκέψεων, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ κάμῃ. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐνδιαφέρεται περὶ αὐτῶν καὶ ἑπομένως ἀφίνει καὶ τὴν Κρήτην καὶ πᾶσαν ἄλλην ἑλλην. ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ἤθελε λάβει τὰ ὅπλα διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ τυραννικοῦ ζυγοῦ, εἰς τὴν τύχην της. Ἡ πρώτη τῶν σκέψεων τούτων, κύριοι βουλευταὶ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς φυσικὴν συνέπειαν τὴν ἀκόλουθον· ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης καὶ πάσης ἄλλης δούλης ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, ἦτο βεβαίως ἑπόμενον νὰ ἔλθῃ εἰς ῥῆξιν μετὰ γείτονος φίλης δυνάμεως. Ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ὑποχρέωσίν τινα νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης ἢ ἄλλας ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, ἡ Ἑλλὰς ἔκαμνεν αἰώνιον διαζύγιον μὲ τὸν ἐπίλοιπον Ἑλληνισμόν. Εὑρέθη, κύριοι βουλευταὶ, ἐν Ἑλλάδι ἓν πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐδίστασε νὰ κηρύξῃ καὶ νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν σημαίαν του, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι στενῶς καὶ φυσικῶς συνδεδεμένη μὲ τὴν Κρήτην καὶ πᾶσαν ἄλλην ἑλληνικὴν ἐπαρχίαν, διατελοῦσαν ὑπὸ τὸν τυραννικὸν ζυγὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς πᾶσαν πρόσκλησιν εἴτε τῆς Κρήτης, εἴτε ἄλλης ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, ὀφείλει νὰ τρέξῃ πρὸς ὑπεράσπισιν καὶ σωτηρίαν της, ἔστω καὶ μὲ κίνδυνον τῆς ὑπάρξεώς της, ὅστις ἦτον ὀλιγώτερον ἐπιβλαβὴς ἀπὸ τοῦ νὰ κηρύξῃ τὸ διαζύγιον μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ ἐπιλοίπου Ἑλληνισμοῦ. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἰδέας, κύριοι βουλευταί, δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἡ ἑτέρα, ἡ ὁποία ἦτο τοὐλάχιστον καθαρά. Ἐπί τινα καιρόν, κύριοι βουλευταί, τὸ ἔθνος καὶ διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς μεγάλης ἀντιπροσωπείας τῶν ὁμογενῶν ἠσπάσθη εἰλικρινῶς τὴν πρώτην τῶν ἰδεῶν τούτων καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ἑπομένως ὑπερεμάχησε καὶ ἐθυσίασεν· ἀλλὰ παρεσκευάζετο συνάμα, ὥστε νὰ ἀποκρούσῃ ἀποτελεσματικῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς πᾶσαν ἐπίθεσιν τῆς Τουρκίας, ἥτις ἤθελεν ἔχει ὡς ἀφορμὴν τὴν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ὑποστήριξιν τοῦ κρητικοῦ ἀγῶνος. Παρὰ τὰς προσδοκίας ὅμως ὅλου τοῦ κόσμου τὸ κόμμα αὐτὸ οὐχὶ μόνον ἀπεβλήθη ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ καὶ εἰς μυρίας, ἵνα μὴ εἴπω ἀγρίας, ἐτέθη καταδιώξεις. Βεβαίως ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἤλλαξε, κύριοι· βεβαίως ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία διεδέχθη μίαν κυβέρνησιν ἔχουσαν τόσον καθαράν, ἐκπεφρασμένην καὶ τόσον κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν τότε ἀντιπάλων της παρακεκινδυνευμένην πολιτικήν, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ᾖναι, ὅπως τῷ ὄντι ἦτο πράγματι, ἐναντία. Ἦτον ἐναντία καὶ ζητοῦμεν τὰς ἀποδείξεις ἐν τῇ θεωρίᾳ; ἦτο, κύριοι, ἐναντία ἐν τοῖς πράγμασιν· εἶχε μάλιστα τὴν τόλμην νὰ συστήσῃ τὴν ἐσωτερικὴν εὐημερίαν, ἀπομακρύνουσα τὴν προσοχὴν τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο ζήτημα. Δὲν ἔρχομαι, κύριοι, νὰ αἰτιαθῶ κἀνένα διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτήν· εἶναι ἀποτέλεσμα σκέψεων καὶ πεποιθήσεων, ὅπως ἦτο καὶ ἡ ἐναντία αὐτῆς πολιτική, ἡ καθαρά, ἡ ἐκπεφρασμένη, ἡ παρακεκινδυνευμένη. Ἀλλά, κύριοι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀμφιβόλου, διὰ νὰ μὴ εἴπω ψευδοῦς ταύτης πολιτικῆς ἐπῆλθε σοβαρόν, ἐπῆλθεν...... ἐπῆλθε τέλος πάντων. Τί ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν; οὐδὲν ἄλλο ἢ ἐμμένοντες εἰς τὴν πολιτικήν μας νὰ συντρέξωμεν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ λέγοντες, κύριοι, νὰ παρέξωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντα, τὴν τιμήν, τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ στέμματος, ὀφείλομεν νὰ ἐξηγηθῶμεν τί ἐννοοῦμεν μὲ τοῦτο. Δὲν θεωρῶ κατακριτέαν τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινήν, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν σκέψιν ἄλλων ἰδεῶν δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν προπαρασκευὴν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἐγίνετο, ὄχι μόνον δὲν τὴν συνέδραμεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμυκτήρισεν ὅσον ἠδυνήθη, ἐλθοῦσα δὲ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἂν δὲν τὴν ἐξήντλησεν, ὡς οἱ πολλοὶ φρονοῦσι, τοὐλάχιστον εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν τὴν ἀνέπτυξε (διότι δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω κἀμμίαν αἰτίασιν). Ἐπομένως, κύριοι, ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα καὶ μᾶς εὑρίσκει, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ἀπαρασκευάστους. Εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ ὁμολογήσωμεν συνάμα, ὅτι μᾶς εὑρίσκει καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν πλέον ἀναξίων παθῶν; Ἔ, κύριοι, εἶναι καλὸν νὰ ῥίψωμεν πέπλον ἐπὶ τῶν ἀμέσως παρελθόντων, νὰ μὴ ἐνθυμηθῶμεν μήτε τὸν τρόπον, δι’ οὗ διελύθη ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ, μήτε τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἐνηργήθησαν καὶ ἐξηλέγχθησαν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, μήτε τὴν Ζαρνάταν, ἥτις περιέκλεισε τὴν μεγάλην, τὴν πανελλήνιον ἰδέαν, ἧς ὑποστηρικταὶ παραδόξως παρουσιάζονται οἱ σημερινοὶ ὑπουργοί. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ κίνδυνος μᾶς εὑρίσκει ἀπαρασκευάστους. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε ὅτι καὶ τοῦτο θέλει μᾶς πείσει, ὥστε νὰ ἀρνηθῶμεν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπάθαμεν, κατεδιώχθημεν, ἐπροπηλακίσθημεν καὶ τόσα ἄλλα δεινὰ ὑπέστημεν; Ὄχι, μυριάκις ὄχι. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Κρήτης διὰ τῆς Ἑλλάδος. Νομίζομεν, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν πεποίθησιν ταύτην· ἡ ἐγκατάλειψις τῆς Κρήτης εἰς τὴν τύχην αὑτῆς ἔχει φοβερὰς συνεπείας κατὰ τοῦ ἐν γένει ἑλληνισμοῦ. Οὐδεμία ἄλλη διέξοδος, κύριοι, μένει εἰς ἡμᾶς καὶ πρὸς διάσωσιν τῆς Κρήτης καὶ πρὸς διατήρησιν τῆς καιρίως προσβληθείσης τιμῆς μας, εἰμὴ ὁ πόλεμος, εἶπε καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸν παρεξηγήσω καὶ νὰ δώσω ἄλλην ἔννοιαν εἰς τοὺς λόγους του, διότι δὲν πιστεύω τὸ κοινῶς λεγόμενον, οὔτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ Ἕλλην, ὅστις θέλει προδώσει τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα χάριν μικροῦ, ταπεινοῦ καὶ ποταποῦ συμφέροντος. Κατὰ τὴν ἐδικήν μου κρίσιν, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν κρίσιν πολλῶν ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων μου φίλων, τῶν ὁποίων πιστεύω ὅτι διερμηνεύω ἐνταῦθα καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἰδέας, οὐδεμία ἄλλη διέξοδος ὑπάρχει, εἰμὴ ὁ πόλεμος. Πόλεμον λοιπὸν! καὶ θέλομεν ὑποστηρίξει αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, καθὼς καὶ πᾶσαν ἄλλην, καὶ διὰ τοῦ αἵματός μας εἰς τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ εἰς ποῖον πόλεμον; ἡ ἔλλειψις, κύριοι, τῶν παρασκευῶν μᾶς ἐμποδίζει νὰ στήσωμεν ἕνα πόλεμον ἔθνους πρὸς ἔθνος, κράτους πρὸς κράτος· τοῦτο εἶναι δυστύχημα, ἀναμφισβητήτως ὅμως αἱ ὑποχρεώσεις, ὁ πατριωτισμὸς, τὸ κοινὸν συμφέρον δὲν μᾶς ἐμποδίζει τοῦ νὰ στήσωμεν ἕνα πόλεμον φυλῆς κατὰ φυλῆς, γένους κατὰ γένους. Ὑποστηρίζομεν ὅθεν, κύριοι, ἕνα πόλεμον τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς κατὰ τῆς τουρκικῆς φυλῆς, τοῦ ἑλληνικοῦ γένους κατὰ τοῦ τουρκικοῦ γένους, τοῦ Σταυροῦ τέλος πάντων κατὰ τῆς ἡμισελήνου· ὑποστηρίζομεν ἕνα πόλεμον, ὅστις εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ 1821. Ἐδῶ προκαλῶ, κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπαντήσῃ, ἠμπορεῖ ἢ δὲν ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ διευθύνῃ ἕνα τοιοῦτον πόλεμον; διότι αὐτὸς καὶ μόνος ὁ πόλεμος ὑπόσχεται εἰς ἡμᾶς τὴν διάσωσιν τῆς Κρήτης καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως. Αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῇ τὴν γενναιότητα νὰ εἴπῃ, ἡ Ἑλλὰς ἢ θὰ γίνῃ καὶ δευτέραν φορὰν σωρὸς ἐρειπίων, ἢ ἄλλως δὲν ὑφίσταται ἐν ὅσῳ ὑπάρχει τὸ διαζύγιον αὐτὸ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς; Ἐδῶ πάλιν, ἐπαναλέγω, παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰ μὲν ἔχει τὸ θάῤῥος καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, καλῶς, ἄλλως ἂς παραχωρήσῃ εἰς ἄλλους τὴν θέσιν της, διότι κἀμμία ἄλλη διέξοδος, ἂς τὸ μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ, ὅστις δὲν ἐπιδιώκω κἀμμίαν πολιτικὴν θέσιν καὶ ἐπομένως δὲν φοβοῦμαι μήτε τὰς ἄνωθεν μήτε τὰς κάτωθεν δυσμενείας, δὲν μένει εἰς αὐτήν. Ἂς τὸ μάθῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἀμφίβολος, τὴν ὁποίαν διετήρησε μέχρι τοῦδε, δίδει ἀφορμὴν εἰς σπουδαίας παρεξηγήσεις καὶ ἐπομένως ἂς ἀναλογισθῇ τὰς συνεπείας τῶν ἔργων της, ὅταν αὗται δὲν ἀνταποκριθῶσιν (ὅπερ ἀπεύχομαι) εἰς τοὺς πανελληνίους πόθους.
§80Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην καὶ ἠννόησα, κύριοι, οἱ ἀπ’ ἀρχῆς τὴν συζήτησιν προκαλέσαντες ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), ἐμφορούμενοι ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων ἐκείνων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμπνέεται πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία, δὲν ἠννόησαν νὰ πολεμήσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δισταγμοί τινες ἔφερον αὐτοὺς εἰς τὴν ἀνάγκην, ὡς εἶπον, ἵνα ζητήσωσι διασαφήσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ πεισθῶσιν ἐὰν τῳόντι ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη τῆς χορηγήσεως τῶν ζητουμένων ἐκτάκτων μέσων, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς τὰς παραμονὰς ἐκτάκτων συμβεβηκότων, ἐὰν ταῦτα θὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἐὰν ἐπιτρέπηται ὁ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πόλεμος κλπ. Ὅσῳ δικαιολογημένην εὑρίσκω, κύριοι, τὴν ἀφορμὴν τῆς ἐρωτήσεως ταύτης, ἥτις τῳόντι εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς πάντα βουλευτὴν καὶ ἐπιβάλλεται μάλιστα ἀπὸ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχει, τόσῳ εὑρίσκω δικαιολογημένην καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔδωκεν ὅσας ἔκρινεν ἀβλαβεῖς πρὸς τὸ ἔθνος ἐξηγήσεις. Τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, κύριοι, τὰς ἀφορμὰς ἢ τὴν αἰτίαν, ἥτις ἔφερε τὴν παροῦσαν κατάστασιν εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν; Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Κρῆτες, οἱ διὰ συνδέσμου ἀδελφικοῦ μεθ’ ἡμῶν ἡνωμένοι, οἱ συμμεθέξαντες εἰς τὸν ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως τῆς πατρίδος ἡμῶν ἱερὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, προπηλακιζόμενοι, κακουχούμενοι, ὑβριζόμενοι, πιεζόμενοι, τυραννούμενοι καὶ μυρία ἄλλα πάσχοντες ἀπὸ τὴν τουρκικὴν διοίκησιν, ἥτις κατεπάτησε τὰς διεθνεῖς συνθήκας, τέκνον τῶν ὁποίων ὑπῆρξε τὸ Χατ–χουμαγιοῦν, ἤγειραν τὰ ὅπλα καὶ ἐκήρυξαν τὴν ἕνωσίν των μεθ’ ἡμῶν. Ὅλος ὁ κόσμος, κύριοι, τότε συνεταράχθη εἰς τὸν δίκαιον τοῦτον ἀγῶνα των· εἰς ὅλα τὰ κράτη τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς συνεστήθησαν κομητάτα, ἐνηργήθησαν συνεισφοραὶ καὶ πάντες συνέτρεξαν αὐτούς, ὡς καὶ αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐφάνησαν λίαν εὐνοϊκαί. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ποῖον μέρος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ; Ἔπρεπε νὰ φανῇ ἀπαθής, κατωτέρα τῶν αἰσθημάτων ξένων λαῶν, ἢ ἔπρεπεν, ὡς πρὸς τὰ αἰσθήματα ταῦτα, νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ προπορεύηται; Αὐτό, κύριοι, καὶ ἔπραξε πᾶς Ἕλλην ἐκ τοῦ στερήματός του· ὅ,τι ἐδύνατο νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἐδύνατο νὰ καταθέσῃ, τὸ ἔπραξε, τὸ κατέθεσε καὶ τὸ ἐξακολουθεῖ. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ δεχθῇ εἰς τοὺς κόλπους τῆς πατρίδος ἡμῶν τὰ θύματα τοῦ σκληροῦ τούτου καταδιωγμοῦ τῶν ἀδελφῶν μας, τὰ ὁποῖα ἐκ φιλανθρωπίας μετεκόμισαν εἰς τὴν ἑλλην. γῆν πλοῖα τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων, καὶ νὰ χορηγήσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς αὐτά. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἔπαυσεν ἡ Πύλη νὰ διαμαρτύρηται καὶ νὰ φωνάζῃ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑποθαλπούσης δῆθεν τὴν ἐπανάστασιν τῶν Κρητῶν, καὶ νὰ ζητῇ νὰ πιέσῃ καὶ νὰ καταπνίξῃ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα πηγάζουσιν ἐκ τοῦ καθήκοντος καὶ ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ ἡμῶν καὶ δὲν ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὸ πολίτευμά μας. Ἐζήτει, κύριοι, ν’ ἀπαγορεύσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς πάντα Ἕλληνα τὸ νὰ δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τοὺς πάσχοντας ἀδελφοὺς ἡμῶν καὶ νὰ συντρέξῃ αὐτούς. Ἐζήτει ν’ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν! Τί ἄλλο εἶναι, κύριοι, τοῦτο, εἰμὴ καταπάτησις τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα; Ὅλαι, κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης ἄχρι τοῦδε κατέκριναν αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις τὰς παρανόμους τῆς Τουρκίας, τὰς ἀντικειμένας εἰς τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τότε ἕως τώρα ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ τῶν δύω διαφερομένων Κυβερνήσεων. Ἴσως, κύριοι, εἰς ἄλλην περίστασιν ἡ τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔφερεν εἰς πέρας ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς ἐζήτει, τὴν διακοπὴν δηλ. τῶν σχέσεων· ἴσως ἡ εὐρωπαϊκὴ κατάστασις, τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων τῆς Εὐρώπης, αἱ διάφοροι φάσεις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔσχατον αὑτὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη ἤδη· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο, δύναται νὰ ἀποδοθῇ κᾀνὲν σφάλμα εἰς τὴν Ἑλλάδα; Δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἔσφαλεν ἡ πατρὶς ἡμῶν; ἠδύνατο ἡ Ἑλλάς, ἢ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ποδηγετῇ τὴν πορείαν τῶν Κυβερνήσεων τῶν μεγάλων δυνάμεων, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ αἰσθήματα αὐτῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἢ νὰ διευθύνῃ τὴν πολιτικὴν καὶ τὰ συμφέροντά των; Βεβαίως ὄχι, καὶ ὅμως οὐδεὶς ἀγνοεῖ ἐξ ἡμῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς διαφόρους φάσεις διέτρεξαν πολλὰ καὶ μεγάλα εὐρωπαϊκὰ ζητήματα, ἐπηρεάσαντα, ὡς φαίνεται δυστυχῶς, τὴν τύχην τοῦ δικαίου μὲν ἀλλ’ ἀτυχοῦς ἀγῶνος τῆς ἀναξιοπαθούσης Κρήτης. Ἐν τούτοις ὅ,τι ἡμεῖς ὀφείλομεν, τό γε νῦν ἔχον, νὰ ἐξετάσωμεν, ὅ,τι τὸ καθῆκον αὐτὸ μᾶς ἐπιβάλλει, εἶναι νὰ ἴδωμεν πῶς διεπραγματεύθη ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τῆς ὀθωμανικῆς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Πάντες, κύριοι, ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν, δὲν ἐξαιρῶ κᾀμμίαν, τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ διεπραγματεύθησαν δικαίως καὶ ἑλληνοπρεπῶς. Ἀλλ’ ἦλθε τέλος πάντων τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ διαφορετικά· ὅσον παρετείνετο ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης, τόσον ηὔξανον αἱ δαπάναι καὶ αἱ θυσίαι τῆς Τουρκίας· τόσον ἦτον ἀνάγκη νὰ φθάσῃ εἰς ἓν τέρμα. Ἐζήτει νὰ εὕρῃ μίαν τινὰ κατάλληλον στιγμήν, καὶ φαίνεται ὅτι τὴν εὗρε σήμερον. Διέκοψε τὰς σχέσεις της μὲ τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἔκαμεν ἀπαιτήσεις τὰς πλέον παραλόγους καὶ ἐπιμένει εἰς αὐτάς· ἰδοὺ τὸ σημεῖον εἰς ὃ ἵσταται ἡ διαφορὰ αὕτη. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Πύλης; νὰ ὑποκύψωμεν καὶ νὰ ταπεινωθῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα; νὰ παύσωσι δηλονότι τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια νὰ μετέρχωνται τὸ ἔργον των, νὰ φυγαδεύσωμεν τοὺς πρόσφυγας ἀδελφούς μας, ἐνῷ ἄλλοτε ἐδέχθημεν καὶ περιεθάλψαμεν ἀλλοεθνεῖς πρόσφυγας, Οὕγγρους, Πολωνούς, Ἰταλούς; νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς πάντα Ἕλληνα νὰ δώσῃ τὴν συνδρομήν του, ἐνῷ ἔρχονται ἀπὸ ξένα καὶ μακρυνὰ κράτη καὶ ἐκτελοῦν καθῆκον ὄντως ἀδελφικὸν ξένοι ἄνδρες, καὶ νὰ ὑποστῶμεν ἄλλα παραπλήσια τούτων; Ἐάν, κύριοι, αὐτὰ παραδεχθῶμεν, δὲν ὑπάρχει ἀνεξαρτησία εἰς ἡμᾶς, δὲν ἔχομεν πολίτευμα, οὔτε αὐτονομίαν· τὰ πάντα ὑποτάσσονται εἰς τὴν θέλησιν, εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας! Ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ὑποκύψωμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἰδοὺ, ἐπίκειται ἡ ἀνάγκη τοῦ πολέμου. Ὁ πόλεμος ἐμπεριέχεται εἰς τὰς συνθήκας· ἅμα αὗται παραβιάζονται, ὁ πόλεμος εἶναι ἄφεκτος· κατ’ ἐμὲ δὲ, ἡ παραβίασις διεθνοῦς τινος συνθήκης δὲν ἄρχεται ἀποκλειστικῶς μόνον ὅταν ἡ μία ἐπικράτεια καταπατῇ δέκα π. χ. στρέμματα γῆς τῆς ἄλλης, ἀλλὰ καὶ ὅταν θέλῃ νὰ καταπατήσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν αὐτονομίαν καὶ τὸ πολίτευμά της· αὐτὰ τοὐτέστιν, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ ἐπιβάλῃ καθ’ ἡμῶν ἡ Τουρκία. Ἡ Τουρκία λοιπὸν καταπατεῖ καὶ διαῤῥηγνύει τὰς διεθνεῖς συνθήκας. Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἡ παροῦσα καὶ αἱ προλαβοῦσαι, μετῆλθον τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, τὴν ἐπιβαλλομένην ἀπὸ τὰς διεθνεῖς συνθήκας, μὲ ὅλας τὰς συμπαθείας τοῦ κράτους πρὸς τοὺς πάσχοντας ἀδελφοὺς ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Τουρκία ἔρχεται πρώτη καὶ ζητεῖ τὴν διάῤῥηξιν τῶν συνθηκῶν, καὶ προκαλεῖ τὴν ἑλληνικὴν χώραν εἰς ἐχθροπραξίας, ἠμπορεῖ νὰ διϊσχυρισθῇ οἱοσδήποτε ὅτι σφάλλομεν ἡμεῖς; Καὶ πρέπει ἀκόμη νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ νὰ χορηγήσωμεν ἔκτακτα μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ προτείνεται, κύριοι, τὸ ζήτημα, ἐὰν αἱ μεγάλαι δυνάμεις θὰ ἐπιτρέψωσι τὸν πόλεμον, ἀφοῦ ἐγγυήθησαν τὴν ἀκεραιότητα τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος· καὶ, τούτου δοθέντος, ποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἂν αὐτὰ θὰ ἔχωσι κατόπιν κῦρος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, λέγω ὅτι εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως ἐὰν αἱ εὐεργέτιδες δυνάμεις, ἀναλογιζόμεναι τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Τουρκία εἰς τὰς ἀπαιτήσεις της, θελήσωσι νὰ μεσολαβήσωσι καὶ λύσωσι τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῆς διαφορὰν· εὐελπίζομαι μάλιστα, ὅτι ἐὰν θελήσωσι νὰ πράξωσι τοῦτο, τὸ δίκαιόν μας θέλουσι τὸ ἱκανοποιήσει συμφώνως πρὸς τὰς ὁποίας ἔχουν ἀναγράψει διεθνεῖς ἀρχάς. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, αἱ Δυνάμεις αὗται μείνουν οὐδέτεραι, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ σταματήσωμεν καὶ νὰ δέσωμεν τὰς χεῖράς μας; πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν ποτὲ νὰ ἔλθωμεν εἰς πόλεμον μετὰ τῆς γείτονος ἡμῶν ἐπικρατείας, ὁποιασδήποτε ἀπαιτήσεις καὶ ἂν ἔχῃ καθ’ ἡμῶν; Ἀλλὰ τότε ἀναντιῤῥήτως δὲν εἴμεθα πλέον κράτος ἀνεξάρτητον, οὔτε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν αὐθυπαρξίαν καὶ αὐτονομίαν· θὰ καταντήσωμεν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον μία ἐπαρχία ὑποτελὴς τουρκική. Ἀφοῦ, κύριοι, εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρισκόμεθα, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀνακοινωθεῖσαν ἡμῖν ἀλληλογραφίαν τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, ὕστερον ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε μὲ ὅλην τὴν παῤῥησίαν καὶ εἰλικρίνειαν ὁ σήμερον ἐξηγηθεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ σημεῖον αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ὑπόθεσις σήμερον ἵσταται· ἢ πρέπει νὰ ἐνδώσωμεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τὰς ἀτιμωτικὰς διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν ὑπέκυψε, κύριοι, εἰς ἄλλον καιρὸν, ὅτε δὲν εἶχε πολιτικὴν ὕπαρξιν καὶ ὁ ἐχθρὸς ἦτο πανίσχυρος, ἢ πρέπει νὰ ἀντισταθῶμεν. Ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ, κύριοι, τὴν ἀντίστασιν, καὶ διὰ νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἀντίστασιν, προηγουμένως πρέπει νὰ προπαρασκευασθῶμεν,—ἔστω καὶ ἂν δὲν ἐπέλθῃ ὁ πόλεμος,—διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος· οὐδὲ πρέπει νὰ ἀνεχθῶμεν περαιτέρω νὰ ἔρχωνται νὰ πολιορκοῦν τὰ πλοῖα καὶ τοὺς λιμένας μας. Ὑπάρχουν ἄπειρα παραδείγματα· θὰ προηγηθῶσι ζημίαι καὶ θυσίαι, ἀλλ’ ὅστις θέλει νὰ τηρήσῃ τὴν τιμήν του πρέπει νὰ κάμῃ θυσίας καὶ νὰ ᾖναι ἕτοιμος εἰς ἀντίστασιν. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι εἰς τὸν νοῦν τινὸς τῶν προαγορευσάντων, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀποφασισμένος ὁ πόλεμος ἢ δὲν ἐπιτρέπεται ἴσως οὗτος δι’ οὓς ἀνέπτυξαν λόγους, ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ κάμῃ ἀρχὴν ἐξόδων, ἔστω καὶ ὀλίγων· ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἶναι νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ ἀντιπάλου ἡμῶν στηριζόμενοι εἰς τὰ ἀπαράγραπτα δίκαιά μας· ἰσχυροὶ διά τε τοῦ λόγου καὶ διὰ τοῦ ξίφους, νὰ δείξωμεν καθαρὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτὰ, ἔστω καὶ μὲ πᾶσαν θυσίαν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἀπόφασις θὰ καταστήσῃ ἰσχυρὰς καὶ σεβαστὰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις ἡμῶν. Ἡ δὲ Εὐρώπη, ἥτις καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις μᾶς ἐδικαίωσεν, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι θὰ μᾶς δικαιώσῃ καὶ ἤδη· ἄλλως καὶ ἡμεῖς θὰ ταπεινωθῶμεν καὶ θὰ ἐξευτελισθῶμεν, καὶ τὸ πολυθρύλλητον τῆς Κρήτης ζήτημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὅλοι συγκινούμεθα καὶ πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετοξεύσαμεν μομφὰς ποτὲ μὲν κατὰ τῆς μιᾶς, ποτὲ δὲ κατὰ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως, ἀπώλετο· θὰ ᾖναι ἐφεξῆς φενάκη πλέον τὸ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Κρήτης ἢ περὶ ἀγῶνος τῆς Κρήτης. Δὲν θὰ ἔχωμεν ἄλλο παρὰ ἓν ἐξαγόμενον ἐξόδων ἀπείρων χρημάτων πρὸς περίθαλψιν καὶ συντήρησιν τῶν ἀδελφῶν μας, καὶ θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐπιβεβαρυμένην τὴν γεωργίαν καὶ τὰς ἄλλας βιομηχανικὰς τάξεις, διὰ φόρων τοσοῦτον βαρυτάτων, ἐπὶ ματαίῳ. Ἐὰν, κύριοι, τύχῃ νὰ ᾖναι ἀδιαφιλονείκητοι αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ θεωρίαι, αἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, εἰς ἡμᾶς δὲν μένει ἢ ἓν εἶδος ἀπελπισίας· ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ ἐξοδεύωμεν καὶ νὰ δαπανώμεθα. Ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρὰ, πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς ὅ,τι ἀπαιτεῖ ἡ Τουρκία. Ἀλλ’ ὄχι· ἡ ἱστορία, κύριοι, μᾶς διδάσκει, καὶ ἡ παλαιὰ καὶ ἡ νεωτέρα, ὅτι ὁ ἐπιμένων εἰς τὸ δίκαιόν του ἐπὶ τέλους νικᾷ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ὁποῖαι σκέψεις, ἢ ὁποῖα συμφέροντα ἄγουσι σήμερον τὸ πνεῦμα τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων· ἀλλ’ ἐὰν ἐκ μέρους ἡμῶν ἤθελον παρατηρήσει τὴν ἐλαχίστην ὑποχώρησιν, τόσον τὸ καλλίτερον δι’ αὐτὰς, δὲν θὰ ταραχθῶσι διόλου· ἴσως μάλιστα, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν πολλὰς περιστάσεις, θὰ εὐχαριστηθῶσιν. Ἕκαστος φύσει ἀγαπᾷ νὰ ἀποφεύγῃ τὰς ἀνησυχίας καὶ τὰς φροντίδας. Τοὐναντίον, ἐὰν ἐπιμείνωμεν ἐντὸς τοῦ δικαίου μας, ὑπερασπιζόμενοι τὴν τιμὴν, τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὸ πολίτευμά μας, ἔχω τὴν πεποίθησιν, στηριζόμενος εἰς τὰ φιλελεύθερα καὶ εὐγενῆ αἰσθήματα τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τὸ κράτος τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ τὸ ἐγκαταλείψωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, καὶ ἡ ἐλπίς μας αὕτη μᾶς ἐγκαταλείψῃ, ὀφείλομεν οὐχ ἧττον νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δικαιώματά μας ἀπέναντι τοῦ ἀντιπάλου ἡμῶν, καὶ τοῦτο πράττοντες θὰ ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὰς συμπαθείας ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ θὰ κατισχύσωμεν ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ὡς ἔχοντες ὑπὲρ ἡμῶν τὸ δίκαιον· ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ ἄλλη ἀνωτέρα καταναγκαστικὴ δύναμις, θὰ ἀδικηθῶμεν μὲν, ἀλλὰ θὰ ἐξέλθωμεν τοὐλάχιστον μὲ τὴν τιμήν μας, καὶ ὁ δίκαιος Θεὸς ἡμῶν θὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον ἀργότερα ὅπου ἀνήκει. Περαίνων τὸν λόγον κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ παρακαλῶ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους ἵνα ἀρκεσθῶσιν εἰς τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δώσῃ πλειοτέρας. Ἡ εὐθύνη μένει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὸν τὸν νόμον· ἂς ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν. Ἡ Βουλὴ, ἐὰν λείψῃ τώρα, θὰ ἐπανέλθῃ κατόπιν. Ἂς μὴ γίνῃ λοιπὸν, κύριοι, κᾀμμία ἀντίῤῥησις, διότι ἡ ὁμοφωνία θὰ φέρῃ τοὺς καλλιτέρους καρποὺς, καὶ αὕτη θὰ στεφανώσῃ τὰς δικαίας ἀξιώσεις ἡμῶν ὡς καὶ τὸν δίκαιον ἀγῶνά μας, πρὸς τὸν ὁποῖον σύσσωμον τὸ ἔθνος ὅλον ἀτενίζει. (Συγκίνησις.)
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κατσανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§82ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι, ὁμολογουμένως εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν παρουσιάζεται εἰς τὸ κοινοβούλιον. Ἕκαστος λοιπὸν ἐξ ἡμῶν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως διεξαγάγωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν πατριωτικὴν ἔποψιν, μὴ ἐνθυμούμενοι ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα μερίδα· δὲν εἶναι ζήτημα κυβερνητικὸν, ζήτημα ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν καὶ ὑπὸ αὐτὴν τὴν πατριωτικὴν ἔποψιν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ζητεῖται ποσὸν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ διατηρήσῃ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους ἀπέναντι μιᾶς γενομένης προσβολῆς δυνάμει τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο. Ὅλοι γνωρίζετε καὶ ἠκούσατε, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι λίαν προσβλητικὸν καὶ λίαν ἀξιοπρεπῶς ἡ κυβέρνησις ἀπήντησεν ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου, καὶ πολὺ καλὰ ἀνέτρεψεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμπεριεῖχεν. Ὅλοι τότε, ὅτε ἠκούσαμεν αὐτὴν τὴν τελευταίαν διακοίνωσιν τῆς Ἑλλάδος, ὅλοι ἐχειροκροτήσαμεν καὶ ἐξεφράσθημεν, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις, καὶ ὅλοι ἐπεδοκιμάσαμεν τὴν διαγωγὴν αὐτῆς. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ὅπως τινὲς τῶν προλαλησάντων εἶπον, ὅτι διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, πρέπει προηγουμένως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ κυβέρνησις καὶ ὑπεσχέθη νὰ παρουσιάσῃ· δὲν θέλω, λέγω, ὄχι διότι ἀδιαφορῶ καὶ δὲν θέλω νὰ λάβω γνῶσιν αὐτῶν καὶ νὰ πεισθῶ, ἀλλὰ δὲν θέλω, διότι ἡ κυβέρνησις συνιστᾷ τὸ λίαν κατεπεῖγον καὶ τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. — Πᾶς τις ἐξ ἡμῶν, κύριοι, δύναται εὐκόλως νὰ εἴπῃ, δύνασθε νὰ πεισθῆτε σεῖς εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν παρουσιάζει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη; καὶ εὐλόγως, κύριοι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναμαι καὶ θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ ἔγγραφα, νὰ σκεφθῶ καὶ ἀποφασίσω ἐπ’ αὐτῶν· πολὺ ὀρθῶς. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον εἶναι μέγα, κατεπείγει ἡ περίστασις, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἢ κακῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἤλεγξαν τὴν κυβέρνησιν εἰς διαφόρους πράξεις· δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν κατέκριναν τὴν κυβέρνησιν καθόσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους· εἶμαι ὅμως ἐξ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ῥέει αἷμα ἑλληνικὸν, καὶ οὐδέποτε θέλω νὰ προσβληθῇ ἡ Ἑλλὰς, οὐδέποτε θέλω ἀνεχθῆ νὰ προσβληθῇ τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνηγέρθη διὰ μυρίων αἱμάτων· νὰ προσβληθῇ ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον διεσκόρπισε τὰ ὀστᾶ του εἰς ὅλους τοὺς κάμπους τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ δύναται ἕκαστος νὰ ἐκφράζῃ ἐλευθέρως τὴν ἰδέαν του. Αἴ, κύριοι, ἓν καὶ μόνον ὑλικὸν μέσον μᾶς ζητεῖ σήμερον ἡ κυβέρνησις διὰ νὰ διεξαγάγῃ ἓν τοιοῦτον σπουδαῖον ζήτημα, τοῦ νὰ διατηρήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους, διότι δὲν πρόκειται περὶ καταλήψεως χώρας, πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος. Ἡ τιμὴ εἶναι τὸ μεγαλεῖτερον, τὸ ὑψηλότερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ ἄτομον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὰ ἔθνη· ἐὰν ἄνευ τιμῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄτομον, νὰ ζήσῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἄνευ τιμῆς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔθνος; Τῷ ὄντι ἐναντίος τούτου συλλογισμὸς δὲν δύναται νὰ διέλθῃ ἀπὸ κἀνενὸς τὸν νοῦν· τοιοῦτος συλλογισμὸς δὲν δύναται ποτὲ νὰ διέλθῃ ἀπό τινα, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἵτινες νὰ παίξωσι μὲ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ δυνάμεθα ν’ ἀδικήσωμεν καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἔρχονται σήμερον νὰ ζητήσουν ἐξηγήσεις τινάς; Ὄχι βεβαίως, διότι ὅλοι μας εἰς ἕνα μόνον σκοπὸν τείνομεν, εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος· ἐὰν ἐγνωρίζαμεν, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ποσὸν τῶν 100 ἑκατομμυρίων δύναται ν’ ἀνυψώσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἀνύψωσαν οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι, ἄπειροι καὶ πεινασμένοι Ἕλληνες, οἱ πολεμήσαντες εἰς τὰ 1821, τίς ἐξ ἡμῶν θέλει ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἀντείπῃ εἰς τὰς αἰτήσεις τῆς πατρίδος; καὶ τίς ἐξ ἡμῶν θέλει ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν σοῦ δίδω τὰ μέσα τῆς ζωῆς; Ποτὲ δὲν θέλω διανοηθῆ τοῦτο. Ὅταν λοιπὸν, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, εἰς τὰ καθέκαστα θέλει μᾶς ἐπιτραπῆ νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς κυβερνήσεως ἐξηγήσεις τινάς· δὲν ζητοῦμεν διπλωματικὰς ἐξηγήσεις, διότι πᾶσα ἐξήγησις φανερὰ, ὅπως ὡμολόγησεν αὐτὴ ἡ ἰδία κυβέρνησις, βιαζομένη εἰς τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν, δύναται νὰ βλάψῃ καὶ πρέπει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην αὐτὴ καὶ μόνη· καὶ ἂν μὲν εὐτυχήσῃ ἡ πατρὶς εἰς τὴν πολιτικὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, αὐτοὶ θὰ ἦναι ἥρωες καὶ μάρτυρες τῆς ἐποχῆς μας· ἂν δὲ τοὐναντίον, ἡ ἀρὰ τοῦ ἔθνους θὰ ἦναι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν τέκνων αὐτῶν, καὶ πᾶσα γενεὰ αὐτῶν θέλει εἶσθαι ἐπικατάρατος καὶ ἡ ἱστορία πάντοτε θὰ καταρᾶται αὐτούς. Δὲν δύναμαι λοιπὸν, κύριοι, ἀπ’ αὐτὰς τὰς σκέψεις ὁρμώμενος, εἰμὴ νὰ ᾖμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· θέλω ὅμως ζητήσει ἐξηγήσεις τινὰς παρὰ τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως τί ἐννοεῖ μὲ τὴν φράσιν τὴν προστιθεμένην εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον «καὶ ἐξευρέσεως ἄλλων πόρων;» Θέλω ἀρκεσθῆ μόνον νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἐξήγησις αὐτῶν, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον θέλει ἐξεύρει αὐτοὺς τοὺς ἐκτάκτους πόρους. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, τοὐλάχιστον ἐγὼ ἀνήκων εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐμπόδιον, ἀλλὰ τοὐναντίον εἴμεθα πρόθυμοι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ συντρέξωμεν τὴν κυβέρνησιν, ὅταν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος τὸ ὑπαγορεύσουν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶναι παρών;
§84ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτ. Πετιμεζᾶς.
§86ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.
§89Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐξ ὅλης τῆς ὁμιλίας ὅλων τῶν λαβόντων μέχρι τοῦδε τὸν λόγον παρατηρεῖτε, ὅτι πάντες κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι· νομίζω δὲ ὅτι, ὅταν ἤμεθα σύμφωνοι, εἶναι περιττὸν πλέον νὰ ὁμιλῶμεν, ἀλλὰ νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχήν. Ἐὰν εἰς τὰ καθέκαστα ὑπάρχουν παρατηρήσεις, τότε μάλιστα· ἄλλως, εἶναι περίεργον· εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, λέγουν, δὲν ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν τί! Νομίζω λοιπὸν, ἀφοῦ κατεπείγει καὶ ἡ κυβέρνησις λέγει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐπιψηφίσωμεν καὶ νὰ τελειώσωμεν.
§90ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι σχεδὸν ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονὴ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ὁμιλήσῃ, διότι εἶναι μάταιον νὰ ὁμιλῇ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων.
§91ΤΙΝΕΣ. Ἀκούομεν.
§92ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀλλ’ τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ τὸ ζήτημα τόσον σπουδαῖον, ὥστε οὐδαμῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, χωρὶς νὰ δώσω οὐδεμίαν ἑρμηνείαν τῆς ψήφου μου. Προλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ψῆφός μου θέλει εἶσθαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ διὰ τῆς ψήφου μου αὐτῆς ἀναλαμβάνω, κινδυνεύω νὰ ἀναλάβω μεγάλην εὐθύνην, καὶ ἑπομένως εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἑρμηνεύσω τὴν ψῆφόν μου ὅπως τὴν ἐννοῶ. Σήμερον, κύριοι, πρόκειται περὶ χρημάτων, περὶ πιστώσεως, περὶ δανείων, περὶ στρατολογίας. Ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα εἶναι ὁ ἐπικείμενος πόλεμος, διότι ἄνευ αὐτοῦ εἶναι περιττὸν τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι, ὁ πόλεμος εἶναι ἔννοια τόσον φανερὰ, ὥστε οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν οὐδ’ ὁ παραμικρὸς φατριασμὸς δὲν ἠμπορεῖ, δὲν πρέπει νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ εἰς τὰς σκέψεις μας. Μία ἐκ τῶν ἐπόψεων τοῦ πολέμου εἶναι ἡ σφαγὴ, ὁ ἐμπρησμὸς, ἡ αἰχμαλωσία, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν κατ’ οὐδὲν βῆμα χωρὶς νὰ μετρήσωμεν ὁλόκληρον τὸ βάθος τῆς ἐννοίας αὐτῆς καὶ ὁλόκληρον τὴν ἔκτασιν. Νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ πάντα τὰ ζητήματα καὶ νὰ βασανίσῃ ἀφελῶς καὶ κατὰ βάθος τὰς ἀφορμὰς τοῦ πολέμου, τὰ μέσα τοῦ πολέμου, τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Συχνάκις ἐῤῥίφθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ μία ἀόριστος ἔκφρασις καὶ αἰτίασις ὡς ἀφορμὴ πολέμου· πολλάκις ἐλέχθη, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ τόπου ἀπαιτεῖ τὸν πόλεμον, ὅπερ ἐγὼ δὲ θὰ εἴπω εἶναι λίαν παράδοξον, ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸ ὑποστηρίξω καὶ τὸ ὑποστηρίζω. Ἡ λέξις τιμὴ εἶναι πρόφασις, ἡ ὁποία πολλάκις ἔῤῥιψε τὰ ἔθνη εἰς κινδύνους καὶ καταστροφὰς δωρεάν· εἶναι λέξις γεννηθεῖσα εἰς τὰς νέας διεφθαρμένας κοινωνίας μετὰ τὸν φεουδαλισμόν· τὴν λέξιν αὐτὴν δὲν ἀπαντᾷ τις οὔτε εἰς τὰς δημηγορίας τοῦ Θουκυδίδου, οὔτε εἰς τοὺς Φιλιππικοὺς τοῦ Δημοσθένους, οὔτε εἰς τοὺς Ὀλυνθιακούς· εἶναι un caprice καὶ οὐδὲν πλέον. Ἡ τιμὴ ἀντιβαίνει πολλάκις εἰς τὴν ἠθικὴν, πλειστάκις εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἐὰν ἡ τιμὴ ἀφορᾷ τὰ ἀληθῆ τοῦ τόπου συμφέροντα, ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, μάλιστα, δεχόμεθα τὴν τιμὴν ὡς λόγον πολέμου σπουδαιότατον. Ἀλλ’ ἐὰν κηρυχθῇ ὁ πόλεμος ἐξ ἰδιοτροπίας, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ᾖναι καλὸν, ἴσως θὰ ᾖναι ὀλέθριον. Κύριοι, ἐπὶ τροχάδην θέλω σᾶς εἴπει τὴν γνώμην μου περὶ τῶν ἀφορμῶν τοῦ πολέμου ἄνευ πολλῆς ἐπεκτάσεως, διότι δὲν ἔχω καιρόν. Ἐνδέχεται νὰ πλανῶμαι, ἐνδέχεται ἡ γνώμη μου νὰ ἀντιβαίνῃ εἰς ἄλλων γνώμας, πιθανώτατον εἶναι μάλιστα νὰ ᾖμαι μόνος, ἀλλὰ σέβομαι πολὺ τὸ βῆμα, σέβομαι τὴν ἀντιπροσωπείαν μου, μὲ τὴν ὁποίαν μὲ ἐτίμησε τὸ ἔθνος, ὥστε δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἢ ὅ,τι αἰσθάνομαι ἀληθὲς, δίκαιον καὶ συμφέρον. Ἐὰν, κύριοι, ζητήσωμεν τὰς ἀφορμὰς τοῦ πολέμου εἰς τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἑλλην. φυλὴ, ἡ Ἑλλ. ἐθνικότης, καὶ τὰ ὁποῖα προσεβλήθησαν πρὸ τετρακοσίων ἐτῶν ἀπὸ μιᾶς φυλῆς βαρβάρου, κατακτητικῆς τῷ δικαίῳ τοῦ ἰσχυροτέρου, οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἤθελον διστάσει νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀφορμὴ αὕτη εἶναι δικαία καὶ μεγάλη, ἡ ἀφορμὴ εἶναι διηνεκής. Τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου δὲν καθιεροῖ δικαιώματα, ὁ δὲ χρόνος τῆς ἀδικίας καθιστᾷ αὐτὴν τόσον μείζονα καὶ τόσον μᾶλλον ἀφόρητον, ὅσον μακρύτερος εἶναι. Τὸ δίκαιον τῶν ἐθνικοτήτων εἶναι πάντοτε ἀπαραμείωτον, τὸ δὲ δίκαιον τῆς κατακτήσεως οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ δίκαιον σφαγῆς, δίκαιον θηριῶδες, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὸ ὀνομάσω οὕτως. Ἐὰν ἐπρόκειτο, λέγω, περὶ τούτου, ἤθελον εἴπει, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πολέμου ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας, τόσον καλῶς, ὅσον καὶ περὶ τῆς ἡρωΐδος νήσου Κρήτης. Ἀλλ’ αἱ θρυλλούμεναι ἀφορμαὶ τοῦ πολέμου, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, δὲν εἶναι παρὰ πολὺ σπουδαῖαι· εἶναι ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν Εὐρώπην πολλάκις προελήφθησαν· εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι πολλάκις διελύθησαν ἄνευ πολέμου. Τί ζητεῖ τῳόντι διὰ τοῦ τελεσιγράφου ὁ Φωτιάδης βέης, μεταξὺ τῶν ἄλλων; Ἀπαιτεῖ κυρίως νὰ μείνωσιν ἐλεύθεροι οἱ ἐν Ἑλλάδι πρόσφυγες Κρῆτες ν’ ἀναχωρήσωσι, νὰ μὴ γίνῃ πλέον στρατολογία καὶ νὰ μὴ ταξειδεύσῃ ἡ Ἕνωσις. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, κύριοι, οὐδὲ ἡ κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δικαιόνεται· ἐὰν οἱ Κρῆτες θέλουν ν’ ἀπέλθωσιν, εἶναι ἐλεύθεροι, οὐδεὶς τοὺς ἐμποδίζει· ἐὰν ἡ Τουρκία ὅμως ζητῇ νὰ κάμῃ τὸν χωροφύλακα ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ἂν ζητῇ νὰ βιάσῃ ἡ Ἑλλὰς τοὺς πρόσφυγας ν’ ἀναχωρήσωσι, βεβαίως τὴν ἄτιμον αὐτὴν ἐπιταγὴν δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν. Ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ζητεῖ τοῦτο, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐλευθερίαν τῶν προσφύγων ν’ ἀναχωρήσωσι. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι νομικὸν καθόλου· εἰς τὸ νομικὸν μέρος δὲν ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς ἀμφισβήτησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι πραγματικόν· νομίζω δὲ ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἔδειξεν ὅτι εἶναι καλῆς πίστεως, ὡς πασίγνωστον, εὐκόλως δύναται νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ λυθῇ καὶ ἡ ἀμφισβήτησις διπλωματικῶς. Πιστεύω τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, διότι ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἐξετέλεσε τόσον αὐστηρὰ τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις της ὡς πρὸς τοῦτο, ὥστε ἀπώλεσεν ἐκ τούτου σχεδὸν πᾶσαν ἐν τῷ τόπῳ δημοτικότητα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ, κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς στρατολογίας, θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καθαρὰ, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσουν ὅσοι ἔχουν ἀντίθετον γνώμην· εἶπον, ὅτι θεωρῶ αὐστηρὸν καθῆκόν μου νὰ εἴπω σήμερον μᾶλλον παρὰ πάντα ἄλλον καιρὸν τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ὅπως τὴν αἰσθάνομαι. Ἓν ζήτημα νομικὸν παρουσιάζεται ὡς πρὸς τὴν στρατολογίαν. Ἂν ᾖναι διπλωματικὴ ἀπαίτησις, δὲν πρέπει νὰ τὸ συγχέωμεν, καὶ εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν περίστασιν πρέπει νὰ ἔχωμεν καθαρὰς ἰδέας ἐπί τινων ζητημάτων δεδομένων. Εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος Ἕλλην κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον νὰ ἀπέρχεται εἰς τὴν Κρήτην, νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκον τόσον ἱερὸν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι σύμφωνος πάντῃ ὡς πρὸς τὴν στρατολογίαν. Εἶναι ἄλλο τὸ ἀπελθεῖν καὶ ἄλλο ἡ στρατολογία, πρᾶγμα πάντῃ διάφορον. Φαίνεται, ὅτι ἡ Τουρκία ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ παράπονα ὡς πρὸς τὴν στρατολογίαν, ὄχι ὅμως ποτὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀναχώρησιν τῶν Ἑλλήνων ἐθελοντῶν καὶ τὴν μετάβασιν αὐτῶν εἰς τὴν Κρήτην. Ἂν πηγαίνουν ἐκεῖ νὰ μάχωνται καὶ νὰ βοηθῶσι τοὺς Κρήτας, οὐδὲν παράπονον δύναται ἡ Τουρκία νὰ διατυπώσῃ δι’ αὐτό· ἀλλ’ ἡ στρατολογία καὶ κατὰ τοὺς ἰδικούς μας νόμους εἶναι ἀπηγορευμένη. Ἀλλά, κύριοι, παράδοξον πρᾶγμα! Ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, μολοντοῦτο συμπεραίνω, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ ἡ Τουρκία ἔχει ἄδικον. Ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεχώρει ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν θεωρίαν τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, εἶμαι βέβαιος ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεσκεύασε τὰς αἰτιάσεις τῆς Πύλης, ἤθελε κατατάξει καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, ὅτι ἡ Τουρκία ἔχει ἄδικον νὰ παραπονῆται ἐναντίον τῆς στρατολογίας, διότι ἔχομεν δικαστήρια· ἐάν τις σπουδαίως παραπονῆται δι’ αὐτὸ, ἂν τῷ ὄντι ἐχλευάσθη ἡ αὐτοκρατορία τοῦ Σουλτάνου ἀπό τινας ἐθελοντὰς, οἱ ὁποῖοι κατὰ καιροὺς μεταβαίνουσιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Κρήτην, ἐδύνατο νὰ ζητήσῃ δικαιοσύνην ἐνώπιον τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων. Ἐὰν δὲν εὕρισκε δίκαιον, τότε ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ διπλωματικὸν ζήτημα, ἂν προφανῶς ἠδικεῖτο ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν Ἑλλάδι. Λέγω λοιπὸν, ὅτι λόγῳ μόνον δύναται νὰ ἔχῃ ἀφορμὰς παραπόνων, ἀλλ’ ἔργῳ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, διότι οὐδέποτε παρεπονέθη τακτικῶς, ἡ δ’ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κάμνῃ τὸν καταμηνυτὴν, φόβῳ μὴ φανῇ συκοφάντις ἐπὶ ὑποθέσεως τόσον ἱερᾶς. Καὶ εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα λέγω, ὅτι ἔχει ἄδικον ἡ τουρκικὴ Κυβέρνησις, διότι διατυπόνει παράπονα, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν δὲν ὑφίστανται· διότι ὅλοι πιστεύομεν καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπροστάτευσε τὰς κρητικὰς οἰκογενείας ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τὴν ἀναχώρησίν των, ἀλλὰ δὲν ἀνεχώρησαν ὅλοι· δὲν συνετέλεσεν ἡ Τουρκία εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Τί πταίει ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν οἱ πρόσφυγες Κρῆτες δὲν θέλουν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν δουλείαν, εἰς τὴν ὑποταγὴν τῆς πατρίδος των; Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα λέγω, ὅτι ἡ Τουρκία παρέλειψε τὴν νόμιμον ὁδὸν, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δικαιοσύνην. Καθ’ ὅσον, κύριοι, ἀφορᾷ τὸ τρίτον ζήτημα, ὡς πρὸς τὴν Ἕνωσιν δηλονότι, ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν δίκαιον ἡ Τουρκία, οὐδὲν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ μὴ ἐφοδιάζεσθαι, τὸ μὴ μεταβαίνειν τὴν Ἕνωσιν ἢ οἱονδήποτε ἐθνικὸν πλοῖον. Ὑποθέσατε, ὅτι ὅλα τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα τῆς Ἑλλάδος ἔχουν αὐτὴν τὴν διάθεσιν· δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα, εἶναι ὅλως διόλου ἰδιωτικὴ ἐνέργεια. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ δίκαιον ὅταν τὸ ἐπικαλεσθῶμεν ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, θὰ μᾶς δικαιώσῃ διὰ τὰ ταξείδια τῆς Ἑνώσεως. Τώρα ἐγείρεται τὸ ζήτημα· ἡ Τουρκία κυνηγοῦσα τὴν Ἕνωσιν μέχρι τῶν παραλίων, μέχρι τοῦ λιμένος, παρεβίασε τὸ διεθνὲς δίκαιον; Κατ’ ἐμὲ, ὄχι· θεωρεῖ ὕποπτον τὸ πλοῖον καὶ μέχρι τινὸς βαθμοῦ ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, ἐντὸς ὅμως τοῦ λιμένος ἦτο ἐναντίον τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἂν καὶ δὲν ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι παρεβίασε τὸ πλοῖον ἐντὸς τοῦ λιμένος· διότι ἐν τῷ λιμένι ἡ θάλασσα δὲν εἶναι τοῦ κοινοῦ δικαίου, δικαίωμα δὲ ἔχομεν ἡμεῖς ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Σύρου τρία μίλια μακρὰν τοῦ λιμένος.
§93Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Γράψατέ με, κ. πρόεδρε.
§94ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐντὸς τοῦ λιμένος ἡ ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν καὶ εἶναι ἀφορμὴ παραπόνων πλέον· εἶναι τῳόντι προσβολὴ τῆς σημαίας, ὑπάρχει ἀφορμὴ πολέμου. Οὔτε ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων ἠμπορεῖ νὰ προκύπτῃ αὐτό, οὔτε ἄλλη κατηγορία ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Ταῦτα εἶπον, κύριοι, διότι πρὸ πάντων πᾶσα κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ἐξαντλήσῃ πάντα τὰ μέσα τὰ ἄγοντα εἰς τὴν εἰρήνην· ἀλλ’ ἐὰν προσεβλήθησαν συμφέροντα, ζητῶ νὰ προκαλέσω ἀναποδράστως... (θόρυβος). Ἀλλά, κύριοι, πῶς διεξακτέον τὸν πόλεμον; ἔχομεν τὰ μέσα νὰ πολεμήσωμεν; Εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα, κύριοι, λέγω ὅτι ἔχομεν τὰ μέσα ἄφθονα τοῦ πολέμου, ἐὰν πρέπει νὰ πολεμήσωμεν ἡμεῖς· ἔχει τὰ μέσα καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ πολέμου ἢ πάνυ ὀλίγα; Πάνυ ὀλίγα· ἡ εὐθύνη εἶναι ὁλόκληρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμᾶς ὑπάρχει εὐθύνη νὰ εἴπῃ ἕκαστος τὴν γνώμην του. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς πρόκειται νὰ πολεμήσῃ, πρέπει νὰ μελετήσῃ καλλίτερα τὸν χαρακτῆρα τοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖον θὰ δώσῃ εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν. Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις εἶναι ἀσθενὴς διὰ νὰ κάμῃ πόλεμον κυβέρνησις πρὸς κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ εἶναι πανσθενὴς κατ’ ἐμὲ πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δὲν κατηγορεῖ κἀνένα, κυττάζει μόνον τὰ πράγματα. Δὲν προέβη σπουδαίως ποτὲ εἰς παρασκευὴν τοῦ πολέμου, καὶ σήμερον νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ἰσχυρὰν δύναμιν νὰ τὸν διεξαγάγῃ· ἡ ὀργάνωσις τοῦ κράτους εἶναι αἰτία τῆς παραλύσεως. Ἐὰν ἐνταῦθα εἴχετε τὸ Βέλγιον, ἤθελε διαλύσει τὴν Τουρκίαν ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἂν καὶ εἶναι μικρόν τι μεγαλεῖτερον ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον. Ἐὰν ἐνταῦθα ἦτο τοποθετημένη ἡ Ἑλβετία, ἡ Τουρκία δὲν ἠδύνατο νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας της οὔτε μίαν στιγμὴν, καθόσον 87,000 στρατὸν ἔχει ἡ Ἑλβετία, καὶ στρατὸν ἑλβετικόν, δυνάμενον ὅσον μία δύναμις 200,000 ἢ 300,000 ἄλλου στρατοῦ εὐρωπαϊκοῦ. Ἡ τοιαύτη δύναμις, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐδῶ, ἤθελε σκορπίσει τὴν Τουρκίαν ἐντὸς ἑνὸς μηνός· αὐτὸ πιστεύω καὶ αὐτὸ λέγω. Ἕνεκα κακῆς διοικήσεως τοῦ τόπου (καὶ τὰ γεγονότα τὸ βεβαιοῦν, διότι ἔχω τὴν πίστιν, δὲν ἀρνοῦμαι τὰς περιστάσεις), δὲν ἀνεπτύχθησαν οἱ πόροι, οὔτε τὰ μέσα τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον τολμᾷ ἡ Τουρκία νὰ στέλλῃ τελεσίγραφον. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα νὰ κατακρίνωμεν ὁ εἷς τὸν ἄλλον, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καὶ δίκαιον, διότι ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῆς κυβερνήσεως, τὸ καθῆκον τῆς κυβερνήσεως, τῆς Βουλῆς, τῆς κοινῆς γνώμης, εἶναι αὐτό. Τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐξοδεύονται διὰ τὸν στρατὸν τῆς Ἑλβετίας, καὶ ἐν καιρῷ πολέμου, σᾶς εἶπον, ἔχει 87,000 στρατόν. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν· παρατηρήσατε, ὅτι εἰς τὴν Πρωσσίαν ἀπὸ τὰ 1821 μέχρι τοῦ 1862 ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς ἔχει περίσσευμα διαρκὲς 20,000,000 ἕως 25,000,000 κατ’ ἔτος, καὶ κατ’ ἔτος ἡ Κυβέρνησις ἔκαμνε μίαν μυστικὴν συνθήκην καὶ διετίθεντο αὐτὰ τὰ κεφάλαια. Ἦλθε κατόπιν ὁ Βίσμαρκ καὶ εὗρεν αὐτὸν τὸν θησαυρὸν τὸν ἀπέραντον εἰς χεῖράς του καὶ ἀνύψωσε τὴν Γερμανίαν ὁλόκληρον, καὶ πολλοὶ ἐθαύμασαν τὸν Βίσμαρκ. Ἐγὼ δὲν τὸν ἐθαύμασά ποτε· ἐθαύμασα τοὺς θεμελιωτὰς αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἔθνους, καὶ ἐπαναλαμβάνω εἰς ὑμᾶς, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ σωφρονισθῶμεν τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς· ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐντὸς 5 ἐτῶν δύναται νὰ παρασκευασθῇ ἡ Ἑλλὰς οὕτως, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον· ἔχω πεποίθησιν σήμερον, κύριοι, ἀκόμη, ὅτι εἷς πολίτης Ἕλλην δύναται νὰ ἐμπήξῃ τοὺς σιδηροῦς του ὄνυχας εἰς τὸν λαιμὸν τῆς Τουρκίας καὶ νὰ τὴν καταπνίξῃ εἰς τὸν Ἑλλήσποντον· εἷς μόνον ἀρκεῖ, ἐὰν θέλῃ· ἀλλ’ ἠξεύρω ἐγὼ ἐὰν θέλῃ; Ὁμιλοῦμεν μόνον περὶ τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ πόλεμος αὐτὸς πρέπει νὰ γίνῃ δημοτικὸς πόλεμος καὶ ὄχι κυβερνητικός· τὸ δημοτικὸν στοιχεῖον θ’ ἀναλάβῃ τὸν πόλεμον ἐπάνω του καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀναποφεύκτως θὰ νικήσῃ καὶ εἰς τὴν Κρήτην καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν, ἐκτελοῦν θλιβερὰν παρακαταθήκην, τὴν ἐθνικὴν τῶν πατέρων μας. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος αὐτὸς τί ἐστί; δημοτικὸς πόλεμος τί ἐστί; θὰ πολεμήσῃ ἀνὴρ πρὸς ἄνδρα· ἕκαστος Ἕλλην πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τὸν πόλεμον ἐπάνω του ὡς ἰδίαν ὑπόθεσιν, ὡς προσωπικήν, καὶ εἶμαι βεβαιότατος, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς θέσιν κρείττονα. Ἀλλὰ πρέπει ἕκαστος Ἕλλην νὰ ἐννοήσῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦ πολέμου· σᾶς εἶπον προτήτερα ὅτι εἷς ἄνθρωπος ἠμπορεῖ εἰς τὸν Ἑλλήσποντον νὰ κλείσῃ τὴν Τουρκίαν μὲ 5 πλοῖα, ἐὰν θέλῃ, ἀλλὰ καὶ 10 πλοῖα εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ φέρῃ, καὶ ἂν 10 ἄνθρωποι ἔχουν τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐννοῶ, ἡ Τουρκία πνίγεται· ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζομεν. Γνωρίζομεν μόνον ὅτι, ἐὰν ἀναβληθῇ ὁ πόλεμος, δυνάμεθα καὶ μόνοι μας νὰ ἐκτελέσωμεν τοῦτο· δυνάμεθα νὰ σωφρονισθῶμεν ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ τοῦ κράτους. Κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν ἕνα στρατὸν ὠργανισμένον, τὸν ὁποῖον ἔχουν καὶ μεγάλα ἔθνη, ἀλλὰ τὰ μεγάλα ἔθνη ἔχουν ἄλλα μέσα· εἰς τὰ μικρὰ ἔθνη χρειάζεται πανστρατιᾷ νὰ γίνῃ ὁ πόλεμος, καὶ ἐὰν πολεμήσουν, θὰ πολεμήσουν πανστρατιᾷ, καὶ ἐὰν τὸ ἀποφασίσωμεν, μὴ διστάζετε καθόλου, ὅτι θέλομεν νικήσει· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα, καὶ διὰ τοῦτο τὸ λέγω. Βλέπετε, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι τόσον ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶμαι τόσον δειλός. Παρετήρησα, ὅτι δὲν γνωρίζουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ πολέμου οἱ ἄνθρωποι, τί χρειάζεται, καὶ διὰ τοῦτο τὰ λέγω. Ἂς σχηματισθῇ ἡ γνώμη περὶ τοιούτου πολέμου, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος. Ἔφερε, κύριοι, μίαν πρότασιν ὁ κ. Μακρῆς προχθές, ὅτι τὸ πέμπτον τῆς περιουσίας ἑκάστου πολίτου ἀνήκει εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, καὶ ἐφάνη ὅλως διόλου παράδοξος· αὐτὸ μὲ ἔπεισεν, ὅτι δὲν ὡρίμασε, δὲν αἰσθάνονται οἱ ἄνθρωποι τί πρόκειται νὰ κάμωμεν. Εἰς τοὺς τοιούτους πολέμους, λέγω ἐγὼ, ἡ περιουσία καὶ τὸ σῶμα τῶν πολιτῶν ἀνήκουσιν ὅλα εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς κυβερνήσεως. Ἐὰν ἐννοήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅσοι τὴν αἰσθάνονται καὶ ὅσοι τὴν παραδέχονται ἔχουν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξουν σήμερον τὸν πόλεμον· ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι πάντῃ νέα. Εἶναι καὶ ἕτερον ἀκόμη· τοὐλάχιστον αὐτὸ διαδίδεται, μία τάσις τῆς κυβερνήσεως τοῦ νὰ ξεφορτωθῇ οὕτω τὴν Βουλὴν, τὸ δημοτικὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι παρόν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ ἀποδυθῶμεν χωρὶς ἄλλο εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ πολεμήσωμεν, θὰ πολεμήσωμεν οὕτω καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ πολέμου θὰ ᾖναι δημοτικός. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἐννοεῖ τὸ ζήτημα αὐτό· τὸ Σῶμα τοῦτο θὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μεγάλην ἠθικὴν ἰσχὺν, μεγάλην ἠθικὴν βαρύτητα, καὶ νομίζω μάλιστα, διὰ νὰ τελειώσω αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ Σώματος θὰ γίνῃ στρατολογία πανστρατιᾷ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· δι’ αὐτοῦ τοῦ Σώματος καὶ διὰ τῆς συμφιλιώσεως καὶ τῆς ἑνώσεως ὅλων τῶν κομμάτων καὶ διὰ τῆς ἑνώσεως ὅλων τῶν φατριῶν. Διατί, κύριοι, ἐγὼ προβαίνω μετά τινος δισταγμοῦ καὶ δὲν ἐγκρίνω πάρα πολὺ τὴν ἐπίσπευσιν, καὶ εἶμαι μᾶλλον ἀναβλητικός; διότι, κύριοι, ἐὰν ἐκραγῇ ὁ πόλεμος αὐτὸς, εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνῃ εἰρήνη μέχρις οὗ νικήσῃ ὁ σταυρὸς τὴν ἡμισέληνον (εὖγε, εὖγε)· δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνῃ εἰρήνη, διότι ἡ εἰρήνη εἶναι ὁπωσδήποτε ἐπικίνδυνος. Ἐὰν θὰ παραδεχθῶμεν, λέγω, τὸ μέτρον αὐτὸ, πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν πολὺ καλὰ, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, τὰ μέσα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον τοῦ δημοσίου πλούτου, ἐπαναλαμβάνω· ὁ δημόσιος πλοῦτος ἴσως εἶναι ἀνεπαρκής. Ἡ δύναμις τῶν Ῥωμαίων συνίστατο εἰς τοῦτο· οὐδέποτε ἡ Ῥωμαϊκὴ Σύγκλητος ἐδέχθη νὰ κλείσῃ εἰρήνην, παρὰ μετὰ τὴν νίκην· ὁσάκις ἐνικᾶτο, δὲν ἔκλειε ποτὲ εἰρήνην, καὶ εἶχε τὴν ἔνστασιν αὐτὴν, εἶμαι νενικημένη, δὲν δύναμαι νὰ κάμω εἰρήνην. Γνώμη παράδοξος ὅλως διόλου σήμερον παρὰ τοῖς εὐρωπαϊκοῖς πεπολιτισμένοις ἐκείνοις ἔθνεσι, καὶ οὔτε τὴν αἰσθάνονται. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πάντα αὐτὰ καὶ συνιστῶ εἰς τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου, μὴ τυχὸν σήμερον, κύριοι, διακινδυνεύῃ μόνον ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετὰ τὸν πόλεμον δὲν κινδυνεύει πλέον ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς κυβερνήσεως, οὔτε ἡ τιμὴ μιᾶς κυβερνήσεως· κινδυνεύει τότε ἡ φιλοτιμία καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ τιμὴ ἡ ἐθνική. Ἐὰν ἓν ἔθνος ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἔχει ζωτικὰ στοιχεῖα, προεξοφλεῖ τὸ μέλλον διὰ πολλὰς δεκαετηρίδας, ἴσως καὶ πεντηκονταετηρίδας. Καὶ καταλαμβάνω, ὅτι τὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος, ὡς πρὸς τὸν πόλεμον τὸν δημοτικὸν, δὲν κεῖνται μόνον ἐν Ἑλλάδι· πολλὰ μέσα ἄφθονα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ μέσα δὲν συγκεντροῦνται παρὰ τῇ συμπράξει ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων. Ταῦτα ἐνόμισα, κύριοι, καθῆκον νὰ εἴπω, διότι παραδέχομαι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ προδικάσω κἀνὲν ζήτημα, δὲν θέλω νὰ παρορμήσω τὴν κυβέρνησιν, οὔτε ἐννοῶ νὰ τὴν χαλιναγωγήσω διὰ τῆς ψήφου μου. Οἱ κ. ὑπουργοὶ πρέπει νὰ προβῶσι μετὰ περισκέψεως ἐμπρεπούσης εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ ἔνδοξα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν. (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§95ΝΙΚ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Συναισθάνομαι, κύριοι ἀντιπρόσωποι, τὴν θέσιν τοῦ κοινοβουλίου. Παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ ἀντικειμένου, τοῦ τεθέντος ὑπὸ τὴν σκέψιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ σώματος, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον κατόπιν, ἀφοῦ ἤκουσα τοὺς ῥήτορας καὶ πρὸ πάντων τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντήσαντα εἰς μερικὰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες εἶχον γίνει χθές· ἐνόμισα περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὸ σῶμα καὶ πολὺ περισσότερον εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν εἶναι ἀπηυδημένον ἀπὸ τὴν μακρὰν συζήτησιν. Ἤθελα τηρήσει σιωπὴν, διότι τὸ αἴσθημα εἶναι γενικὸν, τὸ αἴσθημα εἶναι ἐθνικόν. Ἡ Βουλὴ ἀξιοπρεπῶς, νομίζω, καὶ σήμερον ἐδήλωσε τὸ φρόνημά της· ἀλλὰ μερικαὶ θεωρίαι, αἵτινες ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν τοῦ κοινοβουλίου ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα βουλευτὴν, μὲ φέρουν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Κύριοι βουλευταὶ, μετὰ αἱματηρὸν ἀγῶνα πολυετῆ, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς καρτερικῶς ἀντέστη εἰς ὅλας τὰς δυνάμεις τὰς συγκεντρωμένας τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς, ἀφοῦ εἶδεν ὅλας τὰς πόλεις αὑτῆς ἐρημωμένας, ἀπέκτησε τὴν αὐτονομίαν, τὴν ἀνεξαρτησίαν. Μαζῆ μὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτὴν ἀπέκτησε καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα, ὅσα ἔχουν ὅλα τὰ πεπολιτισμένα κράτη. Καὶ τῷ ὄντι, ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀγῶνος ἠσπάσθη τὴν ἐλευθερίαν, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀγῶνος εἰς τὰ πολιτεύματά της ἔθεσε τὰ θεμέλια κράτους, τόπου εὐνομουμένου, καὶ δὲν ἐπῆλθέ ποτε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς διπλωματίας, ὅτι οἱ ὑπήκοοί της εὑρισκόμενοι ἐν Ἑλληνικῇ χώρᾳ ἔχουν ἀνάγκην τῆς προστασίας της. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δικάζει ὡς τὰ ἴδιά της τέκνα καὶ τοὺς ξένους ὑπηκόους, τοὺς ἐν τῷ τόπῳ παρεπιδημοῦντας, καὶ οὐδέποτε ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκοήν μου, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη παρεγνώρισε τὸ καθῆκόν της ἀπέναντι ἀλλοδαποῦ τινός. Κύριοι ἀντιπρόσωποι, ἡ πάλη εἰς τὴν νῆσον Κρήτην ἐξακολουθεῖ πρὸ τριετίας σχεδόν. Ἕλληνες, ὑποκύψαντες ἐκ νέου μετὰ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν, φυγόντες τὸν κίνδυνον, τὸν σίδηρον, τὴν δήωσιν, τὴν ἀτίμωσιν, ἐζήτησαν καὶ εὗρον ἄσυλον εἰς τὴν Ἑλλάδα, μεταφερόμενοι ἀπὸ τὰς σημαίας τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· πᾶσα εὐρωπαϊκὴ σημαία ἀντελήφθη τῶν ἀσθενῶν αὐτῶν καὶ τοὺς παρακατέθεσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Λόγοι ἀνωτέρας φιλανθρωπίας ἐπέταξαν τοῦτο. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ῥοντήρην, φθάντες οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ, φθάντες οἱ ὑπήκοοι οὗτοι τῆς Πύλης εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπήλαυσαν τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων; Οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ. Ἀπὸ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ὁ πρόσφυξ ἐπάτησε τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἀπ’ ἐκείνην τὴν ὥραν οὔτε ἡ ὑψηλὴ Πύλη, οὔτε ἡ ὀθωμανικὴ Πρεσβεία, οὔτε οὐδεὶς ἔχει δικαιοδοσίαν ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω καμμίαν διάταξιν εἰς οὐδὲν κράτος ἀντιβαίνουσαν εἰς αὐτὸ ὁποῦ λέγω. Πρόσφυγες Πολωνοὶ καταφεύγουν εἰς τὴν Γαλλίαν, συνωμοτοῦν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ἥτις τοὺς ἐπίεζεν, ἐν μέσῳ τῆς Γαλλίας καὶ δὲν γνωρίζω ἡ Πρεσβεία ἡ ῥωσσικὴ οὔτε τὸ ῥωσσικὸν ἔθνος ν’ ἀπηύθυνε διακοινώσεις περὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἐνεργειῶν των ἐντὸς τῆς Γαλλίας. Ὅθεν, κύριοι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ὅπως ἀξιοπρεπῶς ἀπήντησεν εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Τουρκίας εἰς τὸ τελεσίγραφον αὐτοῦ καὶ εἰς τὰ προηγούμενα ἔγγραφα, εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόπος εὐνομούμενος, ὅτι ὅστις βούλεται ἔρχεται εἰς αὐτὴν, καὶ ὅστις βούλεται ἀπέρχεται· ἐσυγχώρησε μόνον τὴν ἀναχώρησιν εἰς τοὺς θέλοντας ἑκουσίως ν’ ἀναχωρήσουν, διότι οὕτως ὑπαγορεύουν οἱ νόμοι τῆς χώρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ῥοντήρην ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος τῆς διενέξεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ῥοντήρης νὰ τῷ εἴπω καὶ εἰς τὸ ἔντιμον σῶμα νὰ ὑποβάλω τὴν κρίσιν μου. Ὅλοι γνωρίζομεν τὴν ἱστορίαν τῆς παρούσης ἑκατονταετηρίδος ὡς ἔγγιστα· πόλεμοι διάφοροι ἠκολούθησαν καὶ πολλάκις αἱ ἀτομικαὶ συμπάθειαι τῶν πολιτῶν μιᾶς χώρας τοὺς ἔφεραν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ ὁπλισθοῦν καὶ νὰ δράμουν εἰς βοήθειαν ἐκεῖ, ὅπου αἱ συμπάθειαί των τοὺς ἔσπρωχναν. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, τηροῦσα τὴν οὐδετερότητα, εἰς ἣν εὑρίσκεται, δὲν ἐμπόδιζε τοὺς ἐθελοντὰς νὰ μεταβαίνουν εἰς Κρήτην, τοῦτο ἦτο καθῆκον αὐτῆς· δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντισταθῇ κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν. Καὶ εἰς τὸ τρίτον θέμα ὀλίγας λέξεις θέλω νὰ εἴπω. Ἐννοῶ, ὅτι κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον πᾶσα χώρα εἰς ἀπόστασίν τινα μόνον ἔχει τὴν δικαιοδοσίαν· ἀλλ’ ἐμφάνησις πλοίων ξένων πολεμικῶν, πέριξ τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν τόπων τῶν ἑλληνικῶν, δὲν εἶναι σπουδαία ἀφορμὴ φόβων διὰ τὴν διατάραξιν τοῦ τόπου αὐτοῦ; Μήπως τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἐκ τούτου δὲν πάσχουν; μήπως οἱ φόβοι δὲν ἐμποδίζουν τὰς ἐνεργείας τοῦ ἐμπορίου, τὰς ἐνεργείας τῶν πολιτῶν; Κύριοι βουλευταὶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας. Περιορίζομαι εἰς ταῦτα· ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ ἄλλα, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς μόνον αὐτὰ καὶ εἰς τὴν σύνεσιν καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Βουλῆς μένουν τὰ περαιτέρω.
§96ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀρκετὰ ἐῤῥέθησαν.
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον.
§98ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§99ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§100ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, σήμερον.
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, πόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι;
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ κ. Μακρῆς, ὁ ὁποῖος παρῃτήθη, ὁ κ. Ταμπακόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐπίσης παρῃτήθη· ἔπειτα οἱ κύριοι Ἀθ. Πετσάλης, Κ. Πετσάλης, Δαγρὲς καὶ Μαλιαρόπουλος.
§103ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Λοιπὸν αὔριον.
§104ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἀναγνωρίζει, εἶναι ἐντροπὴ νὰ ζητῶμεν τὴν ἀναβολὴν (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου)· «ἐς αὔριον τὰ σπουδαῖα» ἔλεγον καὶ τοὺς ἔκοψαν τὰ κεφάλια.
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐνόμιζα, κύριοι, ὅτι σήμερον θὰ ἦτο συνεδρίασις, καὶ ἑπομένως δὲν ἤκουσα τὰ σήμερον ῥηθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· οὐχ ἧττον ἐγὼ θὰ εἴπω τὴν πεποίθησίν μου, ἀδιαφορῶν ἐὰν θὰ λάβουν χώραν καὶ ἐπαναλήψεις ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας μου. Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὸ Σύνταγμά μας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύττῃ πόλεμον, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ χορηγῇ τὰ μέσα. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ποιοῦσα χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, διέκοψε τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἐπίκειται πόλεμος. Τὰς αἰτίας ἤκουσεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐπευφήμησεν εἰς τὴν γενναίαν καὶ πατριωτικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις. Κατὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινος· ἡ Βουλὴ ἐπευφημήσασα εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ὑποστηρίζει τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἀρνηθῇ τὴν χορήγησιν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς διεκδίκησιν τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος μας. Βεβαίως ἄρνησιν δὲν ἐπερίμενεν ἡ κυβέρνησις ἀπὸ κἀνένα βουλευτὴν, καὶ λυποῦμαι διατί τινὰ μέλη τῆς συμπολιτεύσεως ἐξέφρασαν δισταγμοὺς, καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Παραμυθιώτης. Λοιπὸν κἀνεὶς τῶν βουλευτῶν δὲν ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν χορήγησιν τῶν ἀπαιτουμένων μέσων, πολὺ δὲ περισσότερον, κύριοι, ἐγὼ ὁ ἀποτελέσας μέρος τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις προβλέπουσα τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ φθάσῃ ἡ πατρίς μας ἕνεκα τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ κρητικοῦ ἀγῶνος, ἠθέλησε νὰ προετοιμάσῃ τὸ ἔθνος εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ θάῤῥους ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ ἔθνος θυσίας, ηὔξησε τοὺς φόρους, καὶ τὸ ἔθνος ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτήν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς ἔλεγε, (καὶ ἀποτείνομαι εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν βουλευταὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον διὰ νὰ τὰ ἀκούσουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀπόντες), σᾶς ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ἡ Τουρκία ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως—αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπανέλαβε πολὺ ὀρθῶς, ἕνεκα, λέγω, τῆς κακῆς διοικήσεώς της δὲν εἶναι παράδοξον, ὅπως ἔσπρωξε τοὺς Κρήτας εἰς ἐπανάστασιν, νὰ σπρώξῃ καὶ ἄλλας ἐπαρχίας χριστιανικὰς ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἡ Τουρκία τί παράδοξον νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ σφάλμα της ὡς πρὸς τὴν κακὴν διοίκησιν καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἐπανάστασιν εἰς ὑποκινήσεις τῆς Ἑλλάδος; ἐπρόσθετε· τί παράδοξον ἡ Τουρκία νὰ παραγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους, καὶ ἰδίως τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἄτομα εἶναι ἐλεύθερα νὰ ἐνεργῶσιν; Αὐτὰ δηλ. τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις πολὺ ὀρθῶς ἐπανέλαβεν εἰς ἀπάντησιν τῆς διακοινώσεως. Ἑπομένως παραγνωρίζουσα ἡ Τουρκία τὰ δικαιώματά μας, παραγνωρίζει τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν τοὺς Κρήτας νὰ ἐπαναστατήσωσιν, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον καὶ ἑτέρους χριστιανοὺς νὰ φέρῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Τί παράδοξον, λέγω, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ μὴ ἠπατήθη καὶ ἑπομένως ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ προετοιμασθῇ, μὴ τυχὸν ἡ Τουρκία ἐκτεθῇ ἐναντίον μας; Δὲν λέγω, ὅτι ἦτο φιλοπόλεμος· ἦτο προνοητικὸς, δὲν ἐπροκάλει ὅμως τὸν πόλεμον. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, καὶ ἦτον ἀδύνατον νὰ μὴ φθάσωμεν ὑποστηρίζοντες τὴν Κρήτην. Ὁ κύριος Βούλγαρης, ὁ τότε ἀντιπολιτευόμενος, ἐχαρακτήριζε τοῦτο ἀγυρτείαν (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, ὅταν λέγω τὴν ἀλήθειαν. Λοιπὸν ἡ προνοητικὴ ἐκείνη κυβέρνησις ἐκρημνίσθη καὶ ἦλθεν ἑτέρα, ἡ ὁποία ἐκήρυξεν ἀλλοίαν πολιτικήν. Τὴν ἠκολούθησε; δὲν τὸ ἐξετάζω, διότι τῳόντι δὲν εἶναι καιρὸς αἰτιάσεων.
§106ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὰς κάμνεις λοιπόν;
§107ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θέλω νὰ δώσω θάῤῥος ἔτι περισσότερον εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ τούτου. Ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις εὑρίσκεται σήμερον εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ πολέμου. Τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ πάλιν φρονοῦν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ πολέμου· ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, καὶ δὲν πιστεύω ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων χθὲς, ὅτι τίποτε ἄλλο εἰς τὸ διάστημα τῆς ζωῆς της, τῆς ὑπάρξεώς της δὲν ἔδειξε παρὰ ἀνακολουθίας, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον, εἶπε, μὴ καὶ πάλιν ἐπέλθῃ ἀνακολουθία. Βλέπετε, ὅτι ἐνθαῤῥύνω τὴν κυβέρνησιν ἵνα μὴ γίνῃ καὶ πάλιν ἀνακόλουθος.
§108Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ «πάλιν» θὰ εἴπῃ ὅτι εἴμεθα καὶ πρότερον· καταδείξατέ το.
§109ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἦτο ἀπὼν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε ὁ κ. Πετιμεζᾶς, βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἔφερεν εἰς πλήρη ἀντίφασιν τοὺς λόγους δύω ὑπουργῶν, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§110Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀντίφασις.
§111ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅλα εἶναι γεγραμμένα. Δὲν πρέπει νὰ παραξενευθῇ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς διὰ τὴν ἀντίφασιν αὐτὴν, διότι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐσχηματίσθη ἡ κυβέρνησις αὐτὴ ἐξ ἑτεροφυῶν στοιχείων, ἔφερεν ὡς συνέπειαν ἄλλως πως νὰ ἐνεργῇ ὁ εἷς καὶ ἄλλως ὁ ἄλλος· τὰ πράγματα ἀπέδειξαν τοῦτο. Ὁ κ. Σῖμος, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ πολέμου· ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἵνα προοδεύσῃ πρέπει νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τῆς εἰρήνης, νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὰ ἐσωτερικά της, εἰς τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τίποτε ἄλλο· καὶ πρὸς τοῦτο συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868 Οὗτος περιεῖχε τακτικὰς ἐσωτερικὰς δαπάνας, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἐσωτερικῆς διοργανώσεως. Ἦτο συνεπὴς ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἠκολούθησε τὸ πρόγραμμά του, ἀλλ’ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἄλλην γλῶσσαν ἐτήρει πρὸς τοὺς ξένους πρέσβεις· ἔλεγεν, ὅτι τὴν πολιτικὴν τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως δὲν τὴν καταδικάζει κἀνεὶς, ἡμεῖς τὴν ἀκολουθοῦμεν. Τοῦτο εἶναι μία πλήρης ἀντίφασις· ὁ εἷς δὲν ἐγνώριζε τὰ διαβήματα τοῦ ἑτέρου. Αὗται εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς οὕτω πως σχηματισθείσης κυβερνήσεως. Κύριοι, ἡ κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς τὸν πόλεμον; ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀμφιβάλλω κατά τι· καὶ διὰ τί ἀμφιβάλλω; ἔρχονται γεγονότα νὰ δώσουν ὑποστήριξιν εἰς τὴν πεποίθησίν μου. Ἡ κυβέρνησις ἀπήντησεν ὑπερηφάνως εἰς τὴν τελευταίαν διακοίνωσιν τῆς ὀθωμανικῆς κυβερνήσεως· εἶπεν, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ στέμματος, ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ δεχθῶμεν αὐτοὺς τοὺς προσβλητικοὺς, τοὺς ταπεινωτικοὺς, τοὺς ἐξευτελιστικοὺς ὅρους τοῦ τελεσιγράφου, καὶ καλῶς εἶπε. Ἀλλὰ, κύριοι, μόνον εἰς τὸ χαρτὶ θὰ τηρηθοῦν αὐταὶ αἱ φράσεις αἱ γενναῖαι, αἱ πατριωτικαί; Βεβαίως ὄχι, διότι τότε ἴσα ἴσα ἐξευτελιζόμεθα· μεταχειριζόμεθα γλῶσσαν ἀνδρικὴν, εἰς δὲ τὰ πράγματα ὀπισθοδρομοῦμεν. Τί ἐζήτησεν ἡ Τουρκία διὰ τῆς τελευταίας διακοινώσεως; Ἐζήτησε νὰ κάμῃ κατακτήσεις τῆς ἑλληνικῆς χώρας; ὄχι· ἐζήτησε νὰ παύσῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὑποστηρίζεται ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης· διότι τί θὰ εἰπῇ νὰ παύσῃ ἡ στρατολογία; τί θὰ εἰπῇ νὰ παύσῃ ὡπλισμένα τὰ ἀτμοκίνητα τῆς ἑταιρίας νὰ ταξειδεύουν; Τελικὸς σκοπὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων εἶναι νὰ παύσῃ ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης, καὶ ἡ κυβέρνησις ἡ ἑλληνικὴ ἠρνήθη, ἀλλ’ ἠρνήθη μόνον εἰς τὸ χαρτὶ, διότι τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δειλιᾷ· ἡ Σύρος εἶναι ἀποκεκλεισμένη, καὶ διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τούτου ἀπέκτησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Τουρκία διὰ τῆς....
§112ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἀπέκτησε τίποτε.
§113Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Δὲν γνωρίζετε τί ἡμεῖς ἐπράξαμεν... (θόρυβος).
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δειλιᾷ. Πῶς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς δὲν νομίζει ὅτι ἠτιμάσθη ἡ σημαία, ὅταν τὸ ἐμπορικὸν ἀτμόπλοιον τῆς ἑταιρίας εἰσήρχετο εἰς τὸν λιμένα καὶ τὸ κατεδίωξαν καὶ τὸ κατεπυροβόλησαν τὰ τουρκικά;
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀντεπυροβόλησε.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰ τῆς κυβερνήσεως πλοῖα τί ἔπραξαν; Ἐστάλησαν ἐκεῖ ἵνα φαίνωνται τεταπεινωμένα ἀπέναντι μιᾶς προσβολῆς, ἀπέναντι μιᾶς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Τοῦρκος αὐθαιρέτως....
§117Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς, θὰ μάθητε τὶ ἔκαμαν.
§118ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰ πράγματα σήμερον τί ὁμολογοῦν;
§119Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Οὕτως ἐλέγετε καὶ ἄλλοτε, «προδίδετε τὸν ἀγῶνα καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν τί ἐγένετο.
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος, ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ στέμματος ἔγκειται μόνον εἰς τὰ χαρτιὰ καὶ οὐχὶ εἰς τὰ πράγματα, μὴ περιμένετε νὰ ἐξέλθῃ τὸ ἔθνος ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Διότι ἡ κυβέρνησις, καί τοι βλέπουσα, ὅτι ἡ σημαία της προσβάλλεται, ὅτι ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια καταδιώκονται εἰς τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας, ὅτι πολιορκεῖται ὁ λιμὴν τῆς Σύρου, τί πράττει ὡς πρὸς τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ἀντικείμενον; Ἐσταύρωσε τὰ χεῖρας!
§121Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λάθος ἔχετε· θὰ τὸ μάθετε μετ’ ὀλίγον, ἔχετε ὑπομονήν. Μὲ κακοφαίνεται, ὅτι δὲν σᾶς ἔχομεν συμπράκτορα, διότι θὰ ἐγνωρίζατε ὅ,τι ἡμεῖς γνωρίζομεν ἤδη.
§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λόγους μᾶς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῷ ἐγὼ τοῦ δεικνύω πράγματα. Οὐδὲν ἀτμόπλοιον ἐξέρχεται τοῦ λιμένος τῆς Σύρου, ἂν δὲν ἐπιθεωρηθῇ ὑπὸ τῶν τουρκικῶν.
§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ψεῦδος!
§124Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ψεῦδος ἀνύπαρκτον!
§125ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅ,τι ἡ Τουρκία ἐζήτησε τὸ κατώρθωσε· τὸ ἀτμόπλοιον τὸ τροφοδοτοῦν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ἀπεκλείσθη εἰς Σύρον, καὶ ἑπομένως μὴ περιμένετε νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης, διότι ἂν μείνῃ ἄνευ τροφῶν καὶ πολεμεφοδίων, θὰ πέσῃ.
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὅταν ἐπολιορκήθη τὸ Ἀρκάδι, τί ἔπραξεν ἡ κυβέρνησίς σας;
§127ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί ἐπράξαμεν, μὲ ἐρωτᾷ εἷς φίλος τῆς κυβερνήσεως· ἀπεστείλαμεν τὸν ἀτμοδρόμονα ἐκεῖ μὲ διαταγὴν νὰ ἐκδικηθῇ τὴν τιμὴν τῆς σημαίας καὶ τὸ τουρκικὸν ἀτμόπλοιον ἀνεχώρησε.
§128Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἴδιον ἔπραξε καὶ ἡ κυβέρνησις σήμερον, ἀλλὰ τότε ἦτο ἓν τουρκικὸν, ἐνῷ σήμερον εἶναι ἑπτὰ (χειροκροτήματα).
§129ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοῦτο μαρτυρεῖ τὴν ἀπρονοησίαν σας.
§130Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὅσα πλοῖα σεῖς παρηγγείλατε δὲν μᾶς ἔφθασαν ἀκόμη (ἱλαρότης ἐξ ἀριστερῶν).
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Τουρκία ἐσεβάσθη τὰ δικαιώματά μας.
§132Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶχε διαῤῥήξει τότε τὰς σχέσεις.
§133ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε ὑπουργέ.
§134ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Σᾶς διορθόνει.
§135ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην διορθώσεως· διορθώσατε τοὺς ἰδικούς σας φίλους. Παρουσιάσθη τότε, κύριοι, μία περιπλοκὴ καὶ ἡ κυβέρνησις ἐξῆλθεν ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ· σήμερον ὅμως ἡ κυβέρνησις εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς αἰσχύνης, τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Τοῦρκος. Ἡ κυβέρνησις τότε ἐξῆλθεν ἐκ τῆς περιπλοκῆς γενναίως, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι εἶχε λάβει τὰ μέτρα της; καὶ γνωρίζετε, κύριοι, τὸ ἰδίωμα τοῦ Τούρκου ποῖον εἶναι· νὰ ἦναι αὐθάδης, νὰ ἐπιτίθεται ἐναντίον ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἶναι δειλός· τὸ ἀντίθετον δὲ συμβαίνει, ὅταν παρουσιάζηταί τις ἀπέναντί του γενναίως. Ἂν σήμερον λοιπὸν ἡ Τουρκία ἔγεινεν αὐθάδης, ἔγεινεν ἐξ αἰτίας τῶν μισῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ κυβέρνησις. Ἂν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δὲν ἔχανε καιρὸν, ἓν ἔτος ἐνασχολουμένη εἰς ἐκλογὰς, ἀλλὰ παρεσκευάζετο, σήμερον δὲν ἠθέλαμεν μένει μὲ ἐσταυρωμένας χεῖρας νὰ βλέπωμεν τὴν προσβολὴν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τοὺς λιμένας μας! Ὅταν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἐπρομηθεύετο τὰ ταχύπλοα αὐτὰ, ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ἔλεγε, τὰ βαμβακοκάραβα μᾶς ἐφέρατε; Ἐν τούτοις διὰ τὰ βαμβακοκάραβα σήμερον γίνεται ἔναρξις πολέμου· αὐτὰ ζητεῖ ἡ Τουρκία, διότι αὐτὰ ἔθρεψαν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης.
§136ΖΕΡΒΑΣ. Τὰ ἐπρόβλεψαν ἄλλοι.
§137Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἓν ἐκάη καὶ τὸ ἄλλο εὑρίσκεται εἰς τὸν Πειραιᾶ.
§138Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σεῖς ἠγοράσατε τὴν Ἕνωσιν καὶ τὸ Ἀρκάδι;
§139ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διέφυγε, φαίνεται, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ὅ,τι εἶπεν ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι τὰ 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια ἐχρησίμευσαν δι’ ἀγορὰν τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα ἀτμοπλοίων, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἦτο καὶ ἡ Ἕνωσις. Αὐτὸ τὸ πλοῖον τὸ ἠγόρασεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐπώλησε κατόπιν εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· ὑπάρχει τὸ πωλητήριον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠδύνατο ν’ ἀναιρέσῃ καὶ αὐτὴν τὴν αἰτίασιν τῆς Τουρκίας διὰ τοῦ ἁπλοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ὑπάρχει πωλητήριον μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας διὰ τὴν πώλησιν τῆς Ἑνώσεως.
§140Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Περιττὸν, ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι εἶναι ἑλληνικά.
§141ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠδύνασθε νὰ εἴπητε μίαν ἀλήθειαν καὶ ἓν πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἦτο ἀξιοκατάκριτος. Λοιπὸν, κύριοι, προτίθεται σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον; Μολονότι ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι ὅπως ἐγὼ, ὅλος ὁ κόσμος θέλει ὑποστηρίξει τὴν κυβέρνησιν, διότι πρόκειται περὶ τῶν ὅλων, περὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, καὶ ἑπομένως ὀφείλει νὰ μὴ ὀπισθοδρομήσῃ, διότι ἂν ἐφενάκισε τὸν λαὸν εἰς ἄλλα πράγματα, μὴ πιστεύετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν φενακίσῃ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἱερὰν ὑπόθεσιν, (εὖγε, εὖγε ἐκ δεξιῶν, θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Τί σᾶς ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις; 100,000,000 ὡς δαπάνην διὰ τὸν πόλεμον. Ἂς ἦναι βεβαία ὅτι καὶ ποσὸν ἂν δὲν ἔβαλλεν, ὅπως εἰς τὰς ἄλλας διατάξεις περὶ στρατολογίας, ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι δὲν ἤθελεν εὕρει τὸ παραμικρὸν πρόσκομμα· ἠθέλαμεν χορηγήσει ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἱερὰν ταύτην ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχει ἀνάγκην μιᾶς δυνάμεως, ἄνευ τῆς ὁποίας βῆμα δὲν δύναται νὰ κάμῃ· ἔχει ἀνάγκην πλοίων καὶ τὰ πλοῖα δὲν προμηθεύονται ὅπως αἱ τσόχαι καὶ τὰ ὅπλα· ἂν καὶ τὰ χρήματα ἔχετε εἰς τὸ κιβώτιον, πλοῖα δὲν δύνασθε νὰ προμηθευθῆτε. Ἡμεῖς εἴχομεν τὰ χρήματα καὶ ἐτρέξαμεν παντοῦ, καὶ ἐννοεῖτε ποῦ· εἰς τὰς Κυβερνήσεις, διότι τὰ πολεμικὰ πλοῖα δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἐμπορίου, αἱ δὲ κυβερνήσεις δὲν χορηγοῦν παρὰ τὰ ἄχρηστα καὶ τὰ σάπια. Ἀφοῦ παντοῦ ἐκρούσαμεν θύρας ἵνα εὕρωμεν πλοῖα καὶ δὲν εὕρομεν, καταφύγαμεν εἰς τὴν κατασκευὴν πλοίων. Εὔχομαι ὅμως....
§142Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ μὴ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος.
§143ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ τὸν θέλω τὸν πόλεμον· σεῖς δὲν τὸν θέλετε καὶ λέγετε ὅτι εἶναι ἀγυρτεία. Εὔχομαι ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ τὰ μέσα μίαν ὥραν προτήτερα, διότι πρόκειται περὶ τῶν ὅλων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐμπιστευόμεθα τὰ τιμαλφέστερα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δι’ αἱμάτων ἀπεκτήσαμεν, εἰς χεῖρας, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀπρονοήτους, ἀλλ’ ἂς ὄψωνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν.
§144Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δόσατέ μοι τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§145Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅπως ὅλοι ὡμιλήσαμεν μὲ μετριοφροσύνην, πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ ὁμιλήσητε.
§146ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐμπιστευόμεθα τὸ πᾶν, τὴν περιουσίαν μας, τὴν ζωήν μας εἰς τὰς χεῖρας αὐτάς, καὶ μίαν ἡμέραν θὰ δώσουν λόγον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνώπιον τῶν σκιῶν τῶν πατέρων μας καὶ τοῦ ἔθνους, ἂν δὲν φανοῦν ἄξιοι τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν σήμερον κατέχουν, διότι πρόκειται περὶ τῶν ὅλων (εὖγε, εὖγε ἐκ δεξιῶν). Ὅπως σᾶς εἶπον, μὴ πιστεύσετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τόσον ἱερὰν ὑπόθεσιν νὰ φενακίσητε τὸ ἔθνος, ὡς εἰς τόσας ἄλλας περιστάσεις.
§147Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι, ἂν καὶ εἶχον πρόθεσιν νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἕνεκα τῶν παρατεταμένων συζητήσεων ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας, μοὶ ἦτο ὅμως, κύριοι, ἐντελῶς ἀδύνατον, οὐχὶ τόσον ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, νὰ μείνω ἀνάλγητος εἰς ἰδέας καὶ ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐῤῥίφθησαν ἐκ μέρους ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους. Τρεῖς τῶν προαγορευσάντων, κύριοι, καθὼς καὶ πάντες ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος πᾶσα αἰτίασις εἶναι βλάβη τοῦ τόπου, καὶ μολαταῦτα, κύριοι, ἡ ἀλγεινὴ ἐντύπωσις, ἥτις δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἐμποιηθῇ καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς πλείστους, μὲ ἠνάγκασε θέλοντα ν’ ἀπαντήσω, νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγμα ἐκείνων. Ἀλλά, κύριοι, δὲν δύναμαι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἰδιότητος τοῦ ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἀναιρέσω ἰδέας, αἵτινες ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὰς ὁποίας θεωρῶ προσωπικάς. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἐπιδείξω πατριωτισμὸν ἐνταῦθα ἀνώτερον τοῦ τελευταίου τῶν Ἑλλήνων· ἐγὼ δὲν εἶμαι οὔτε ὁ μᾶλλον πατριώτης τῶν ἄλλων· εἶμαι, ἂν θέλητε, ὁ ἐλάχιστος. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔρχωνται νὰ ἀποδώσουν ἰδέας δειλίας, ἀνανδρίας, τὰς ὁποίας θεωρῶ βλασφημίας διὰ πάντα Ἕλληνα, κύριοι, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, δυνάμει ἄλλων γεγονότων, νὰ μὴ ἀνεχθῶ τοιαύτην ὕβριν. Κύριοι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν τῶν κυβερνήσεων ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, τὰ τελευταῖα τέλος πάντων ἀποδεικνύουν ποία ἦτον ἡ πολιτικὴ τῆς μιᾶς καὶ ποία ἡ πολιτικὴ τῆς ἑτέρας τῶν κυβερνήσεων. Δὲν ἔρχομαι σήμερον ν’ ἀναιρέσω οὐδένα, κύριοι· ἔρχομαι μόνον ν’ ἀναιρέσω τὰς ἐκφράσεις ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ τῶν διαδραματιζομένων κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποδίδουν δειλίαν, οἵτινες ἀποδίδουν φενάκην. Ἔρχομαι νὰ ἀναιρέσω ταῦτα ἐπισήμως, κύριοι, εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ εἰς τὴν δυσχέρειαν, ἐν ᾗ εὑρίσκομαι ὡς ὑπουργὸς νὰ μὴ δύναμαι νὰ φωτίσω τὸν τόπον καὶ τὴν ἀντιπροσωπείαν ἐπὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐπιτρέπονται νὰ ἀναγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἄπορον πῶς εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους δὲν ἐμιμήθη τοὺς πλείστους τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες, ἂν οὐχὶ ἄλλο, ἀπέδωκαν καὶ εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἴσον πατριωτισμὸν μὲ πάντα πολίτην Ἕλληνα· καὶ δὲν ἤλπιζον, κύριοι, ἀπὸ ἕνα σπουδαῖον ἄνθρωπον τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν σημερινὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν διαδραματιζομένων ὡς διαγωγὴν ἐπιβλαβῆ καὶ μὴ συμβιβαζομένην μὲ τὴν τιμὴν τῆς ἑλληνικῆς σημαίας. Σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ θέσις μου δυστυχῶς ὡς ὑπουργοῦ εἶναι θέσις, ἥτις ἐπιβάλλει σιωπὴν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ ὁ ἔντιμος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ῥήτωρ νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ μίαν λέξιν.
§148ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἠξεύρομεν αὐτό.
§149Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἀναγκασθεὶς ἐκ τούτου νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, εἶναι καθῆκόν μου ὡς ὑπουργοῦ καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις τὸ πλεῖστον, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, αἱ ἐξηγήσεις αὗται ἤθελον, κύριοι, δικαιολογηθῆ, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τῆς τελευταίας ὁμιλίας του δὲν ἀνταπεκρίνετο ὅπως τὸ καθῆκον ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὸν ν’ ἀναφέρῃ διὰ τῆς σημερινῆς ἀγορεύσεώς του, θέλων μόνον τὴν λύσιν ἑνὸς ζητήματος νὰ θίξῃ, ὅταν εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἤλλαξε πολιτικήν, ἀλλὰ ἡ ἀλλαγὴ τῆς πολιτικῆς εἶναι τῆς γείτονος χώρας. Καὶ εἰς τὴν ἀλλαγὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἀπέδωκεν εἰς συμβιβασμοὺς καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐπ’ αὐτῆς καὶ μόνον ἔρχομαι νὰ τῷ ἀπαντήσω. Δὲν ἦτον δυνατόν, κύριοι, ἢ νὰ ἀλλάξῃ πολιτικὴν ἡ Πύλη, καὶ τὴν ἀλλαγὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Πύλης δὲν τὴν ἐπροκάλεσαν τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἦσαν τὰ αὐτὰ ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπεδόθη τὸ τελεσίγραφον. Τὴν ἀλλαγὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Πύλης τὴν ὑπηγόρευσεν ἡ ἀντίστασις ἡ ἡρωϊκὴ τῆς Κρήτης. Ἤλπιζε καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι μετερχομένη τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τριετίαν μετήρχετο, θὰ φέρῃ τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ δράματος· ἀλλ’ ἀπηλπίσθη, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρισκομένη προέβη εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζετε, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τῆς πολιτικῆς δὲν ἐπῆλθε κατόπιν ἄλλων μέτρων, κατόπιν ἀλλαγῆς τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὰ ἄλλα δὲν ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, δὲν πρόκειται νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἄλλην, ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶναι περιττὸν νὰ ὑποδείξῃ τις, διότι νομίζω ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Κατὰ συνέπειαν ὅλων τούτων νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς (χειροκροτήσεις πανταχόθεν).
§150Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§151ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σημειώσατε καὶ ἐμὲ, κύριε πρόεδρε, ἀφοῦ θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς.
§152Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ λαλήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐλάνθασε κανένα ἐξ ὑμῶν, ἀλλὰ δὶς προεκλήθην ἀπό τε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ἐξάδελφόν μου Α. Πετιμεζᾶν, καὶ ἴσως ἴσως σκληρότερα ἀπὸ τὸν πρὸ ὀλίγου καταβάντα τοῦ βήματος κ. Κεχαγιᾶν, ὅστις, κύριοι, λαῦρος ἐπέπεσεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἵνα ὑπερασπισθῇ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τόσον πασιφανῶς ἀπεδοκίμασεν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Ἐπίστευσεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θέλομεν εἴπει κατὰ μέτωπον εἰς αὐτὸν ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἴπομεν. Κύριοι βουλευταί, σᾶς ἐπαναλαμβάνουν ἀδιακόπως, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἦτο κυβέρνησις τῶν προπαρασκευῶν, ὅτι εἶχε διαγεγραμμένον σχέδιον πράγματι. Καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἄλλο θέλω σᾶς ἀπαντήσει διὰ πραγμάτων. Μία μόνη ἐπίσημος πρᾶξις εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἠξεύρετε τί λέγει; ὑπόσχεται εἰς τὰς δυνάμεις, ὅτι δὲν θέλει ἀφήσει οὐδὲν ὅπλον νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων οἵτινες ἀνέγνωσαν τὸ ἔγγραφον. Τί σᾶς λέγουν, κύριοι; ἀνεγνωρίζαμεν τὰ πράγματα αὐτὰ καὶ ἐζητήσαμεν νὰ φέρωμεν πλοῖα. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν· ἀλλὰ τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι τὰ περισσότερα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄχρηστα καὶ δὲν εἶδον εἰσέτι τὸν τόπον.
§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον (θόρυβος).
§154Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ προβῶ περισσότερον εἰς τοιαύτας ἀντεγκλήσεις καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὑπὸ τὴν σκέψιν σας. Κύριοι βουλευταί! πρόκειται σήμερον δι’ ἑνὸς νόμου νὰ χορηγήσωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως προπαρασκευασθῇ αὐτὴ καὶ ἀποκρούσῃ κίνδυνον ἐρχόμενον καὶ ὄχι προκαλούμενον ἀπὸ αὐτήν. Πρόκειται λοιπόν, κύριοι, ν’ ἀποφασίσωμεν σήμερον ἴσως περὶ τῶν μέσων τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης. Ἀλλὰ πάντες γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ πόλεμος ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν βίον τῶν ἐθνῶν καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ σᾶς εἴπω. Πάντες οἱ προαγορεύσαντες, κύριοι, καὶ αὐτὸ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν ὑμῶν ὅλων, ἐσυμφώνησαν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μολαταῦτα, κύριοι, ἐνῷ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν, ἐῤῥίφθησαν ὅμως λέξεις, αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί! ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἠκολούθει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πολιτικήν, τὴν πολιτικὴν τῆς μετριοπαθείας, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἄλλοτε ὡς ἀντιπολίτευσις. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἐγκατέλιπεν ἢ ἤθελεν ἐγκαταλείψει τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ἀντιταχθῆ κατ’ αὐτῆς καὶ ἤθελον τὴν κατακρίνει· ἀπ’ ἐναντίας ὅμως τί ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις; ἐξηκολούθησε τὴν αὐτὴν πορείαν ἀπὸ τῆς συστάσεώς της μέχρι σήμερον. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, δὲν εἶχε κἀμμίαν ἰδέαν πολέμου, δὲν ἤθελε νὰ προκαλέσῃ πόλεμον, διότι οἱ σπουδαῖοι ἄνδρες δὲν προκαλοῦσι ποτὲ κινδύνους, ἐὰν δὲν ᾖναι ἕτοιμοι, ἀλλὰ καὶ δὲν τοὺς ἀποφεύγουν, ὅταν αὐτοὶ ἤθελον προσβάλει τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν. Δὲν ἐπροκάλεσεν ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις τὸν πόλεμον, οὐδὲ τὸν προκαλεῖ· ἤθελεν ὅμως εἶναι ἀναξία τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ἐὰν δὲν τὸν ἐδέχετο. Δὲν ἤλλαξε λοιπὸν πολιτικήν, τὴν αὐτὴν ἠκολούθησεν· ἀλλ’ αἱ περιπέτειαι τῶν πραγμάτων, κύριοι βουλευταί, εἶναι τοιαῦται ἐνίοτε, καθὼς καὶ αἱ ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων, καὶ διὰ τοῦτο ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ἐννοήσωμεν, ἐκπληττόμεθα καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τὰ ἀποδίδομεν εἰς τὴν τύχην. Τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ καθ’ ἑκάστην, διότι ὅταν ἡ πολιτικὴ ἐνεργῇ, δὲν δύναται νὰ ἀποκαλύπτηται καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ ἔθνος. Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἠκολούθησε λοιπὸν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε, καὶ δὲν ἐπροκάλεσε κίνδυνον διὰ τὸ ἔθνος· ἀλλ’ ἐὰν ἄλλοι θέλουν νὰ τὸν προκαλέσωσι, θὰ φανῇ ἀξία τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος.
§155ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§156Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Ῥοντήρη, νὰ ἦσθε σεῖς πρῶτον ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἔπειτα νὰ φέρητε παρατηρήσεις εἰς τοὺς ἄλλους. Κύριοι βουλευταί, ἂν καὶ διακοπτόμενος ἐκ προθέσεως, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ταράσσομαι. Ὅταν, κύριοι, τὰ πράγματα ὁμολογοῦν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἠκολούθησεν ἑλληνοπρεπῶς καὶ ἀκριβῶς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ὡς ἀντιπολίτευσις, ἐν τίνι δικαιώματι λέγετε, ὅτι ἡ συνείδησις τύπτει ἐκείνους οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν κυβέρνησιν; Ἡ συνείδησις τύπτει ἐκείνους οἵτινες κακὰ ἴσως ἔπραξαν διὰ τὴν πατρίδα των. Ἀλλ’ ἀφίνω ταῦτα. Ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τοῦτο. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποίαν τροπὴν δύναται νὰ λάβῃ ἡ πολιτικὴ τοῦ κόσμου· τοιαύτην ἀξίαν δὲν δύναμαι νὰ ἔχω, διότι ἄλλως τε ἔπρεπε νὰ γνωρίζω τὴν πολιτικὴν ὅλων τῶν συμβουλίων τῆς Εὐρώπης. Ἀφίνω εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐρευνήσῃ διὰ τῶν μέσων της, τί δύναται ἡ πολιτικὴ νὰ πράξῃ σήμερον ἢ αὔριον· ἀλλ’ ἐὰν ἐπέλθῃ ὁ πόλεμος, πρέπει νὰ γνωρίσῃ ὁ κόσμος, ὅτι τὸ κράτος τὸ ἑλληνικὸν εἶναι μὲν μικρὸν ὡς κράτος, ἀλλὰ ὡς ἔθνος εἶναι μέγα· ὡς κράτος μὲν ἔχει ὀλιγίστους πόρους, ἀλλὰ ὡς ἔθνος ἔχει πλείστους. Οἱ πατέρες ἡμῶν μὲ πολὺ ὀλιγώτερα μέσα διὰ τῆς συνέσεως καὶ οὐχὶ τῆς τύχης, διὰ τῆς τόλμης καὶ οὐχὶ τῆς δυνάμεως κατώρθωσαν νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν. Ἂς ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα ἐκείνων, καὶ ἀντὶ νὰ προκαλῶμεν ἔριδας τοιαύτας, ὁμοφώνως ὅ,τι ἔχομεν καθῆκον καὶ χρέος ἂς παραδώσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς πατρίδος. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ μὲ τὴν ἰδέαν οὐχὶ νὰ πείσω τινὰ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι πάντες εἶσθε σύμφωνοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ῥίψω αὐτὰ εἰς τὸν λαὸν καὶ τὰ ὀλίγα ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω. Καθῆκόν μου δὲ νομίζω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ βουλευομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ γνώμης καὶ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι· εἰς δὲ τὰ καθέκαστα, ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορά, εἶναι ἰδιαίτερον ζήτημα.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε, ἐῤῥέθησαν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περαιωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§160Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἓν κακὸν προηγούμενον, κύριε πρόεδρε, τὸ νὰ λέγετε «κηρύττω περαιωμένην τὴν συζήτησιν» χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις...
§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§163Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς γίνῃ δι’ ἀναστάσεως μία ψηφοφορία, κύριε πρόεδρε.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη.
§167ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, κύριε πρόεδρε.
§168ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, τώρα νὰ τελειώσωμεν.
§169ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε, εἰς τὰ καθέκαστα.
§170ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω τὰς διαφόρους τροπολογίας, αἵτινες ἐπροτάθησαν εἰς τὰ καθέκαστα.
§172ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ 1 ἄρθρον).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ 1 ἄρθρου.
§174ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§175Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. «Ἡ πίστωσις αὐτὴ θέλει χρησιμεύσει διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις.»
§176ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ. Βέβαια, βέβαια, αὐτὸ ἐννοεῖται.
§177Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ λέγει, «διαμοιράζεται δὲ αὕτη εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα ἀναλόγως τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν». Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δίδεται ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων· λοιπὸν ὡρισμένως ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς μὴ ἔχοντα τι κοινὸν μὲ τὰς παρούσας περιστάσεις, δὲν ἔχουν καμμίαν ἀνάγκην ἐκτάκτων δαπανῶν· ἐννοῶ βέβαια τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ γίνουν εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα, ἀλλ’ οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ λοιποὶ τί θὰ κάμουν;
§178ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ πίστωσις αὐτὴ χορηγεῖται διὰ τὰς ἀνάγκας· πρέπει λοιπὸν αἱ δαπάναι νὰ γίνουν ὅσον ἀπαιτεῖται.
§179ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Βέβαια τοῦτο θὰ γίνῃ.
§180Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι τοῦτο ἐννοεῖτε. Ἡ κυβέρνησις θὰ προβῇ οὕτω πως εἰς τὰς δαπάνας. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι εἰς τὰ τρία ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ κἀνὲν ποσόν.
§181ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ τὰ ὑπουργεῖα, ἐὰν δὲν ἔχουν σχέσιν, δὲν θὰ γίνῃ τίποτε· ἐὰν ἔχουν σχέσιν, τότε θὰ γίνῃ.
§182Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ προστεθοῦν αἱ λέξεις «διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς ἃς τὸ κράτος εὑρίσκεται.»
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἐτροποποιήθη τὸ πρῶτον ἄρθρον· θὰ τὸ ἀναγνώσω μὲ τὴν προσθήκην· «Χορηγεῖται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔκτακτος πίστωσις δραχμῶν 100 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐν αἷς τὸ κράτος εὑρίσκεται, διανεμηθήσονται δὲ ἐκτάκτως διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα ἀναλόγως τῶν ἐκτάκτων ....»
§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα.
§185ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, διότι ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ δαπάνη.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος ηὐχαριστήθη νὰ γίνῃ σημείωσις εἰς τὰ πρακτικά.
§187ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Μὲ λύπην μου, κύριοι, ἀναγκάζομαι πάλιν νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαίου νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, διὰ παρατηρήσεων, αἵτινες δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ αὐτὴν, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν πολλάκις τὰ αὐτὰ, διότι νομίζω ὅτι ἀρχίζομεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἕνεκα τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦνται, νὰ λησμονῶμεν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τοσοῦτον ταχέως τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων, τὸ ὁποῖον ὅλοι παρεδέχθημεν. Ἐπιθυμεῖ ἕκαστος νὰ ἐξακολουθῇ καὶ νὰ σκέπτεται περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου, μολονότι πιστεύω, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἐνασχολούμεθα εἰς τοῦτο καὶ ποτὲ δὲν θὰ ᾖναι κανεὶς εἰς διάθεσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐπαναπαύεται. Ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀπαντῶν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπεν. Ὁ κύριος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς ἠθέλησε νὰ ἐξαιρεθοῦν τὰ ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπεν, δὲν θὰ ἔχουν μέρος, διότι τὰ ὑπουργεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰ θεωρεῖ ὅτι δὲν θὰ ἔχουν μέρος· τῳόντι αὐταὶ αἱ δαπάναι εἶναι προωρισμέναι διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, δὲν ἐννοῶ δὲ πῶς αὐτὰ τὰ χρήματα θὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα ἄνευ λόγου.
§188ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§189ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Τώρα δὲ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἀκόμη σᾶς φέρω μερικὰ παραδείγματα. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πολὺ πιθανὸν ὁ ὑπουργὸς νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διορίσῃ πρόσωπά τινα, ἤτοι λογιστικοὺς ὑπαλλήλους, ἐπαγρυπνοῦντας ἐν ἐκτάκτῳ ὑπηρεσίᾳ τὴν καλὴν διαχείρισιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δὲν ἐνθυμεῖσθε εἰς τὸν ἀγῶνα, ὅτι ἦτον ἀνάγκη ἱεροκηρύκων διὰ νὰ ἐξεγείρουν τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ νὰ ἐμπνέουν τὸ θάῤῥος εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἡσύχαζον; Ἦσαν ἄλλο ἢ τῆς Ἐκκλησίας λειτουργοὶ ἐκεῖνοι οἵτινες μὲ τὴν σημαίαν τοῦ σταυροῦ εἰς τὰς χεῖρας ἐξήγειρον τὸ ἔθνος πρὸς πόλεμον ὡς ἀπόστολοι τῆς ἐλευθερίας; Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ᾖναι ἀνάγκη εἰς τὸ νὰ συμπράξῃ τὰς ἄλλας ἀρχάς, εἰσαγγελεῖς καὶ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἐπιτηροῦντας τὴν τάξιν; Εἰς περιστάσεις ἀνωμάλους δὲν πρέπει νὰ συνοδεύσῃ ἀρχὰς μὲ εἰσαγγελεῖς, μὲ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, νὰ παρακολουθῶσι τὰς διαφόρους αὐτῶν κινήσεις; Ἀνήκει λοιπὸν τοῦτο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἢ ὄχι; Ὡς πρὸς δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαναλέγω, ὅτι ἔχει μεγάλην ἀνάγκην νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἀκριβοῦς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων. Θὰ ᾖναι ἀνάγκη νὰ στείλῃ καὶ πολλοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ λογιστικοὺς ὑπαλλήλους. Θὰ δώσῃ τύπους ἄλλους εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους διὰ νὰ δώσουν ἔλεγχον. — Θέλετε λοιπὸν τὸν ἀρχιερέα καὶ ἱερέα νὰ μὴ ἔχουν δικαίωμα νὰ λέγουν τι, νὰ μὴ κηρύσσουν ὅ,τι πρέπει νὰ κηρύξουν; ἡ Δικαιοσύνη νὰ παύσῃ, νὰ μὴ λάβῃ κἀνὲν μέτρον διὰ τῆς ἀποστολῆς ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶναι ἀναγκαῖοι νὰ συμβουλεύωσι καὶ συμβαδίζωσι καὶ παρακολουθῶσιν; Εἶναι πράγματα αὐτὰ νὰ τὰ εἴπωμεν; Ἰδοὺ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἀντικείμενα τοιαῦτα. Εἴθε νὰ μὴ χρησιμεύσωσιν εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα, νὰ μὴ ἔχουν ἀνάγκην· ἐὰν ὅμως τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα θὰ ἔχουν ἀνάγκην, δὲν θὰ δώσουν τὰ χρήματα εἰς τὰ ἄλλα διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὰς ἀνάγκας των. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι πιστεύω νὰ ἔχω δίκαιον ὅτι τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν καταληπτά, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἀγνοεῖ οὐδεὶς τῶν κ. κ. βουλευτῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται ἐδῶ ὀλίγον ἀπερισκέπτως. Κύριοι, μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ταχύτητος, τὴν ὁποίαν ὅλοι παρεδέχθητε τὴν πρώτην ἡμέραν, διπλασιάζεται τὴν ἄλλην, τριπλασιάζεται καὶ δεκαπλασιάζεται τὴν ἐπιοῦσαν· ὥστε βλέπετε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναλογία τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου ἔρχεται ὁλονὲν προωδευμένη καὶ αὐξανομένη ἀπὸ τὴν πρόοδον τῶν ἡμερῶν. Ἐὰν λοιπὸν τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἴχομεν ἀνάγκην κατὰ ἓν, τὴν δευτέραν εἴχομεν ἀνάγκην κατὰ δέκα, τὴν τρίτην κατὰ ἑκατὸν καὶ αὔριον δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἠμποροῦμεν νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ζημίαν, ἥτις προέρχεται. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποίαν εὐθύνην εὑρισκόμεθα, ἐὰν παραβλέψωμεν τὸ καθῆκόν μας καὶ ἀφήσωμεν νὰ πάθῃ ἡ πατρίς, διότι ὁ εἷς τῶν βουλευτῶν ἔχει μίαν ἰδέαν, ὁ ἄλλος ἄλλην καὶ ὁ ἄλλος θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίκρουσιν, πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν συγχωροῦνται οὔτε εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις τὰς ἐκτάκτους, οὔτε εἰς ἓν σῶμα κοινοβουλευτικόν. Λοιπὸν φρονῶ ἀκόμη, ὅτι ἔγκλημα θέλει εἶσθαι, καὶ μοὶ ἐπιτρέπετε τὸ θάῤῥος καὶ τὴν παῤῥησίαν, ἐὰν εἴπῃ τις, ἐπείνασα καὶ θέλω νὰ ἀναχωρήσω, καὶ λέγῃ, ἂς ἔλθωμεν αὔριον. Πρέπει νὰ μείνωμεν ὅλην τὴν ἡμέραν ἐδῶ· ἐὰν δὲ δὲν ἠμπορῇ ν’ ἀνθέξῃ τις καὶ ἔχῃ ἀνάγκην τροφῆς, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ κατόπιν ὁ ἄλλος εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι διαρκῶς ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ, ἵνα προβῶμεν καὶ τελειώσωμεν ὄχι μόνον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· εἶναι καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν εἰς συζήτησιν. Δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἀπαιτήσει ὡς ἀναγκαῖον. Λοιπὸν ποῦ εὑρισκόμεθα; Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω πῶς θεωροῦμεν τὰ πράγματα· ἐργαζόμεθα ὡς νὰ ἤμεθα εἰς τὴν πλέον ὁμαλὴν κατάστασιν! Θέλετε νὰ μὴ μᾶς δώσητε αὐτὴν τὴν πίστωσιν; Εἴπατε ὄχι, εἶναι γενναιότερον· μὴ μᾶς ἀφήσητε ταλαντευομένους. Καὶ ἐν τοσούτῳ ἂν ὕστερον ἀπὸ 10 ἡμέρας εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀμηχανίαν, δὲν ἠξεύρω τὶ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Ἂν θέλετε, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ εἴπητε ἀμέσως, δὲν σᾶς δίδομεν τὴν πίστωσιν, ἀλλὰ νὰ μὴ μᾶς ἀφήσητε εἰς ἀμφιβολίαν. Ἡ πορεία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνάλογος εἰς σῶμα κοινοβουλευτικὸν, τὸ ὁποῖον σκέπτεται καὶ ἐπροκαλέσθη καὶ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὰς περιστάσεις. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§190ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρῶτος ἐγὼ ἐσυμφώνησα πληρέστατα μὲ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐσυμφώνησε πληρέστατα. Μοὶ φαίνεται λοιπόν, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργός....
§191ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν τὸ λέγω δι’ ὑμᾶς.
§192ΔΑΓΡΕΣ. Ἄς ὁμιλήσῃ, κ. πρόεδρε· εἶναι ἀχαριστία.
§193ΖΑΪΜΗΣ. Ζητῶ καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§194Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε καθόλου δίκαιον νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπιτιμήσῃ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν· τόσῳ δὲ περισσότερον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, διότι τὸ προκείμενον ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρουσιάσθη τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ ταχύτερον ἀφ’ ὅ,τι ἐσυζητήθη, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ταχύτερα. Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ἐφέρατε, χωρὶς νὰ τυπωθῇ τὸ παρεδέχθημεν· τὴν δευτέραν ἡμέραν συνεζητήθη καθὼς καὶ διάφορα νομοσχέδια· ὀφείλομεν ὅμως νὰ κάμωμεν καί τινας παρατηρήσεις, καὶ δὲν πιστεύω μάλιστα ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅστις εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς μεταπολιτεύσεως τῆς 10 Ὀκτωβρίου, ὅτι θέλει νὰ ἔχῃ ἓν κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ εἰς πᾶσαν περίστασιν si signiore· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα, διότι ἦτο εἷς ἀπὸ τοὺς ἐνθέρμους ἀγωνιστὰς τῆς τελευταίας Μεταβολῆς, πρέπει νὰ χαίρῃ διότι μετὰ τὴν Μεταβολὴν αὐτὴν ἐγεννήθη ἓν κοινοβούλιον τὸ ὁποῖον συζητεῖ. Λοιπὸν θὰ κάμω ἀκόμη καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν, ὅτι ἐγὼ εἶπα «εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα.» Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς παπάδες, γνωρίζω, ὅτι ὁ μακαρίτης ..... ἐχρησίμευσε πολλάκις, καθὼς καὶ ὁ Νεόφυτος καὶ πολλοὶ ἄλλοι· ἀλλ’ οἱ καλόγηροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χρησιμεύσουν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, δὲν πληρόνονται ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς εἰσαγγελεῖς, δικαστὰς, εἰρηνοδίκας, ἐφόρους, αὐτοὶ δὲν ἔχουν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις· ὅ,τι δὲ καὶ ἂν κάμουν, θὰ τὸ κάμουν προσωπικῶς καὶ χωρὶς νὰ πληρωθοῦν, διότι λαμβάνουν τὸν μισθόν των καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπηρετήσουν καὶ ἄνευ μισθοῦ. Δὲν ἦτο λοιπὸν σπουδαία ἀφορμὴ διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ πρωθυπουργὸς νὰ κάμῃ ὅλας αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§195ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως μετὰ τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸ ἀξίωμά του σεβασμοῦ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς νὰ ἐπιῤῥίψῃ αἰτιάσεις, παραινέσεις καὶ ἐπιπλήξεις εἰς τὴν Βουλήν· ἀναγκάζομαι, λέγω, εἰς τοῦτο καὶ πάλιν νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην αὐτοῦ τὴν ἡμέραν, ὅτε τοιαύτας καὶ ἔτι χειροτέρας ἐπιπλήξεις ἀπηύθυνεν εἰς κατάστασιν μὴ σπουδαιοτέραν τῆς παρούσης· ἐσυνήθισε νὰ πράττῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἔχει ἄδικον, ὅταν συλλογισθῇ, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, καὶ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις, ἐπηρεαζομένη ἀπὸ τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων, συνεζήτησε σχεδὸν τυφλοῖς ὄμμασιν 6 ὑπουργείων προϋπολογισμοὺς εἰς 3 ὥρας. Κύριε πρόεδρε, μᾶς ἐπιπλήττουν διότι ἐπροκαλέσαμεν συζητήσεις ἐπὶ ἑνὸς λίαν σπουδαίου ζητήματος καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ τὰς ἄλλας. Ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις ἓν σκοτεινὸν νομοσχέδιον καὶ λέγει, δόσατέ μοι τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶ 100,000,000, νὰ κάμω ἔκτακτον στρατολογίαν, νὰ ἐξεύρω πόρους, καὶ ὅλα ταῦτα ἔγειναν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξηγήσεως, εἴτε δημοσίας εἴτε ἰδιαιτέρας....
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται....
§197ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, μὲ συγχωρεῖτε. Λοιπόν, κ. πρόεδρε, ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, καὶ πότε; ἐντὸς τῆς 3ης ἡμέρας, νὰ μάθωμεν πῶς θὰ τὸ δώσωμεν αὐτὸ τὸ δάνειον; ποῦ θὰ χρησιμεύσῃ; εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ἔθνος; Καὶ ἠξεύρετε, κ. πρόεδρε, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι ἐγὼ ὡς βουλευτής, ὅταν ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ τῇ εἶπον, ὑπενθυμίζων τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ σώματατος τούτου καὶ τῆς Βασιλείας, ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ δώσῃς αὐτὰς ἢ ἐκείνας τὰς πληροφορίας, ὅπως σὺ ἐννοεῖς, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἦλθε καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἄλλας παρ’ αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκε καὶ αἵτινες, ὡς γνωρίζετε, εἶναι λίαν ἀσαφεῖς, ἐννοεῖται ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὸν νόμον αὐτόν. Ἀλλὰ δίδουσα τοῦτον ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ καταστήσῃ προσεκτικὴν τὴν Κυβέρνησιν, συνάμα δὲ καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἐγὼ, κ. πρόεδρε, εἶμαι ἐκ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, ὅστις μὲ πολὺν δισταγμὸν ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου· ἀλλ’ ἐὰν ἐπέλθῃ πόλεμος, καὶ τὸ αἷμά μου θὰ χύσω, καὶ τῶν συγγενῶν μου καὶ τῶν φίλων μου, (εὖγε εὖγε). Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ἀκροατήριον εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις νὰ μὴ χειροκροτῇ καὶ ἐξάπτεται, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ ἄκαιρον ἐνθουσιασμόν· ὅλοι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀνάγκη, ὅλοι θὰ ὑπηρετήσωμεν, διότι ὁ ἀγὼν οὗτος εἶναι ἀγὼν, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποφύγῃ ἡ Ἑλλὰς οὔτε σήμερον, οὔτε εἰς τὸ μέλλον· τὴν ἀνάγκην ταύτην αἰσθάνεται καὶ ὁ λαὸς καὶ ἡ κυβέρνησις. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει ἀναφερόμενος εἰς τὸν πατριωτισμὸν ὅλων, λέγω νὰ παύσουν αἱ ἐπιτιμήσεις καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εἶμαι βέβαιος, αὐτὴν τὴν στιγμὴν συλλογίζεται, ὅτι εἶχεν ἄδικον νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς ἔχει, νὰ ἐγερθῶσιν, ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη.
§199ΤΙΝΕΣ. Ποῦ εἶναι, κ. πρόεδρε, αἱ τροπολογίαι;
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσθῆκαι, τώρα θὰ τὰς ἀναγνώσωμεν. Ἡ μία λέγει· «Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος ἔχουσα οὕτως· ἡ πίστωσις αὕτη θέλει χρησιμεύσει εἰς τὰς ἐπικειμένας ἐκτάκτους περιστάσεις.»
§201ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. (πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι περιττόν.
§202ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὸ λέγει μέσα.
§203Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν περιέχεται ἡ ἰδέα τῆς ἀποκλειστικότητος.
§204Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐρωτήσατε, κ. πρόεδρε, τὴν Βουλὴν, ἂν παραδέχηται τὴν τροπολογίαν.
§205ΠΟΛΛΟΙ. Παραιτοῦνται, κ. πρόεδρε, τῆς τροπολογίας.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. Τὸ δεύτερον ἄρθρον ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ ὑπουργείου ὡς ἑξῆς· «Εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προνοοῦσαν περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος κατὰ τὰς ἐνεστώσας ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον δι’ ἐνεχυριάσεως ἢ ὑποθήκης ἐθνικῆς ἐν γένει περιουσίας καὶ νὰ ἐξεύρῃ ἄλλους πόρους». Τώρα σᾶς ἀναγινώσκω καὶ τὴν τροπολογίαν· «ἀπαλείφονται αἱ λέξεις ἐξευρέσεως ἄλλων πόρων.»
§207ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὅταν ὡμίλησα, ἐζήτησα ν’ ἀπαλειφθῇ βεβαίως αὐτὸ καὶ δὲν ἔκαμα κἀμμίαν τροποποίησιν. Νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ἡ κυβέρνησις τί ἐννοεῖ μὲ τὸ «ἄλλους πόρους,» διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀόριστον καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ συλλάβω εἰς τὸν νοῦν μου τί ἐννοεῖ μὲ τοῦτο, καθ’ ὅσον εἶναι παρὰ πολὺ ἀόριστον.
§208ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐκτὸς τῶν φόρων, ἐννοεῖ ὅλα τὰ ἄλλα.
§209ΤΙΝΕΣ. Ποῖα ἄλλα;
§210ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Συνεισφορὰς καὶ λοιπὰ, μόνον οἱ φόροι ἀφαιροῦνται.
§211ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἐννοεῖ καὶ τὸ καταναγκαστικὸν δάνειον;
§212ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Βέβαια, ἐκτὸς τῶν φόρων.
§213ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν φόρων ὅλα τὰ ἄλλα. Καταναγκαστικὸν δάνειον, ἐράνους, δήμευσιν.
§214ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὄχι δήμευσιν, ὄχι.
§215Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε. Κύριοι, εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Βουλὴ ἦτο κουρασμένη, καθὼς καὶ ἐγὼ αὐτός. Τοῦτο μὲ συμβαίνει συνήθως, νὰ ἔρχωμαι κατόπιν πάντων νὰ ὁμιλῶ· ἀλλ’ ἐπειδὴ τώρα παρουσιάζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν εὐμενῆ προσοχήν της ἵνα τῇ ὑποβάλω τινὰς παρατηρήσεις. Αὐτὴ ἡ ἐντὸς τοῦ ἄρθρου 2 διάταξις, ἡ παρέχουσα εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξεύρῃ πόρους οἱουσδήποτε ἄλλους παρὰ τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας, τοὺς κανονισμένους διὰ νόμου, καὶ παρὰ τὸ δάνειον, περὶ τοῦ ὁποίου τῇ ἐπετράπη ἡ ζητηθεῖσα ἄδεια, αὐτὴ ἡ διάταξις, λέγω, ἰσοδυναμεῖ μὲ μεταβίβασιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τῶν δικαιωμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιβάλλει τὸ Σύνταγμα, καὶ τοιαύτην ἐξουσίαν νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἄλλον δὲν τῇ ἐπιτρέπει ὁ συνταγματικὸς νόμος. Οὐδέποτε κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ προσδιορίσῃ φόρους χωρὶς νὰ λάβῃ περὶ τούτου τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους.
§216ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ ἔθνους.
§217Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν δικτατορικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, οὐδέποτε κοινοβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα δύναμις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, ὡς εἶναι ἡ ἀπόλυτος διάθεσις τῆς περιουσίας τῶν ἰδιωτῶν. Παρατηρήσατε, ὅτι ἡ κυβέρνησις σπεύδει ν’ ἀποπέμψῃ τὴν Βουλήν. Ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀπέδειξαν τὸ ἄτοπον τῆς τάσεως ταύτης τῆς κυβερνήσεως· ἐγὼ θέλω μόνον νὰ προσθέσω, ὅτι ἄλλα ἔθνη εὑρεθέντα εἰς τὰς αὐτὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς, περὶ πολλοῦ ποιούμενα τὰς ἐλευθερίας καὶ τοὺς θεσμούς των, οὐδέποτε παρέσχον εἰς κυβέρνησιν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ ἡμετέρα κυβέρνησις. Οὐδὲν ἔθνος περισσότερον ἀπὸ τὸ μέγα ἔθνος τῶν Ἄγγλων εὑρέθη εἰς δεινοτέρους καὶ μεγαλειτέρους πολέμους ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος μέχρι τοῦ 1815, ἀλλὰ δὲν ἐθεωρήθη εἰς αὐτὸ ἐμπόδιον τὸ νὰ συνεδριάζῃ τὸ κοινοβούλιον· ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις προσέτρεχεν εἰς αὐτό, ὁσάκις εἶχεν ἀνάγκην μέσων πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ πολέμου, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ τόπος οὗτος διευθύνετο ὄχι μόνον ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ ἔθνους. Εἰς τὴν Γαλλίαν συνέβησαν τὰ αὐτὰ ἐπίσης· αὕτη κατώρθωσε μεγάλα πράγματα κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν, ἀλλ’ ἂν δὲν εἶχε τὰ ἐθνικά της συμβούλια, οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἤθελε δυνηθῆ νὰ πράξῃ.
§218ΤΙΝΕΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§219Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, τοῦ ὁποίου τὴν παραχώρησιν ζητεῖ ἡ κυβέρνησις παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ βουλευτὴς ὡς τοιοῦτος, εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα, καὶ ἂν ἐνδώσῃ ἡ Βουλή, παραβιάζει τὰς ὑποχρεώσεις της ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ τῶν συνταγματικῶν αὐτοῦ ἐλευθεριῶν. Τί ἠμπορεῖ νὰ δυσκολεύσῃ τὴν κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἢ νὰ τὴν διατηρήσῃ ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας ἀκόμη διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ νέον δάνειον, ἢ ἂν πρέπει ν’ αὐξήσῃ τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, ἢ νὰ ἐπιβάλῃ νέους; ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι συνταγματικόν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ἐπιεικέστερον καὶ δικαιότερον πάντων τῶν μέσων, πλὴν τῶν ἐλευθέρων δανείων, εἶναι ὁ φόρος. Τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξαν οἱ ὑπουργοί, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καταστρέφει ἄρδην πᾶσαν ἰδέαν ἰδιοκτησίας καὶ δικαιοσύνη εἰς πάντα τὸν τόπον. Οἱ ἔρανοι αὐτοὶ θὰ ἦναι ἑκούσιοι ἢ ὑποχρεωτικοί; Ὅταν ἐπίκειται πόλεμος, ποῖος εἶναι ὁ Ἕλλην, ὅστις θὰ ὑποβάλῃ τὴν περιουσίαν του εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἄλλων, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ λογικὸν μέτρον ἑνὸς νόμου ἐλευθέρως ψηφισθέντος ἐπὶ εἰδικῆς περιπτώσεως; Ἐὰν εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸ κοινοβούλιον παρεχώρησεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔκτακτα δικαιώματα, δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα ἐὰν εἶχον ταῦτα τόσην ἔκτασιν, ὁποίαν ἔχουν τὰ ζητούμενα ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ὑπουργῶν σήμερον, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμά των δυνατὸν νὰ τοῖς τὸ ἐπέτρεπεν. Ἐκτὸς τούτου ἡ Ἰταλία ἔχει τὰς παραδόσεις της, τὴν ἱστορίαν της· ἐπὶ ἐπικειμένων κινδύνων τὸ πολίτευμα παρὰ Ῥωμαίοις παρεχώρει δικτατορίαν, ἂν καὶ ἦτο δημοκρατικόν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως αἱ παραδόσεις μας εἶναι ὅλως ἐναντίαι, τόσον αἱ ἀρχαῖαι, ὅσον καὶ αἱ νεώτεραι. Ἐπὶ τῶν ἀρχαίων χρόνων εἰς οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν ἤθελεν εὑρεθῇ ἡ πολιτεία, οὐδέποτε παρεχωρεῖτο δικτατορία, οὐδέποτε ἐθυσιάσθησαν τὰ δικαιώματα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο νόμιμον δικαίωμα. Ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821 πάντοτε ἐξηκολούθουν τὰ ἐθνικὰ συμβούλια νὰ συνεδριάζουν, καὶ αἱ κυβερνήσεις ἐκεῖναι ὄχι μόνον δύναμιν ἠρύοντο ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ μέσα, τῶν ὁποίων εἶχον ἀνάγκην, δι’ αὐτῶν καλλίτερον κατώρθονον. Ποῦ λοιπὸν στηρίζετε τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σώματος, τὸ νὰ σᾶς παραχωρήσῃ καὶ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται εἰδικῶς ἐφ’ ἑκάστου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ λάβῃ ἰσχὺν νόμου, ἰδίως δὲ ἐπὶ φορολογικοῦ, ὡς εἶναι καὶ ὁ ἔρανος;
§220ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὄχι ἔρανον.
§221Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂν θέλετε, κύριοι, νὰ ἐκδώσητε χαρτονόμισμα, εἴπατέ το φανερά· εἶναι ἓν δάνειον καταναγκαστικόν.
§222ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Οὔτε αὐτό.
§223Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλὰ τί λοιπὸν θέλετε ζητοῦντες δικτατορικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ οἰκονομικῶν ἀντικειμένων;
§224ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀφήσατε νὰ τὸ εἴπωμεν.
§225Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Χαρτονόμισμα μετεχειρίσθη ἐπὶ ἐκτάκτων ἀναγκῶν ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ὅλαι αἱ κυβερνήσεις, καὶ δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ τὸ δεχθῶ· ὄχι ὅμως καὶ αὐτὸ νὰ τὸ ἀφήσω εἰς τὴν ἐξουσίαν σας.
§226ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριοι βουλευταὶ....
§227ΣΑΡΑΒΑΣ. Δόσατε μίαν ἐξήγησιν.
§228ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νὰ ἐξηγήσω, μάλιστα, τὸ πρᾶγμα· ἡ ἐξεύρεσις, κύριοι, τῶν πόρων δὲν ἐννοεῖ μήτε τὴν δήμευσιν τῆς περιουσίας, μήτε τὴν ἐπιβολὴν φόρων, ἀλλ’ ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ κάμῃ ἓν δάνειον καὶ δὲν ἠμπορέσῃ, ἠμπορεῖ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ γραμμάτια, τὰ ἔχοντα κυκλοφορίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἄλλων πόρων.
§229ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Καλὰ, εἴμεθα σύμφωνοι· νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§230ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ κυβέρνησις θέλει μεταχειρισθῆ κάθε τρόπον νὰ εὕρῃ δάνειον· ἂν ἀποτύχῃ καὶ δὲν ἠμπορέσῃ νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τῶν δανείων αὐτῶν, θὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν γραμματίων καταναγκαστικῶν. Φόρους δὲν θὰ ἐπιβάλῃ, οὔτε θὰ δημεύσῃ περιουσίαν, οὔτε ἔρανον θὰ κάμῃ.
§231ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν παρουσιασθέντος ἄρθρου ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξεύρῃ πόρους. Τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τῆς κυβερνήσεως ὑπὸ δύω ἐπόψεις ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν· πρῶτον, ἐὰν δυνάμεθα, δηλ. ἐὰν μᾶς ᾖναι ἐπιτετραμμένον ἐκ τοῦ πολιτεύματος, νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν. Περὶ τούτου εἶπεν ἀρκετὰ ὁ κύριος Πετσάλης καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· προκειμένου ὅμως νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα μία Βουλὴ νὰ δίδῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀπὸ οἱαδήποτε πρόσωπα καὶ ἂν σύγκειται, τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους· διότι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, διαλαμβάνουσα ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ ῥητῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν κυβέρνησιν, πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν; Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἐὰν πρέπει νὰ μεταβιβάσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνωμεν κατὰ βάθος τὸ μέγεθος τοῦ πράγματος καὶ νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι τί ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ἡ ἐξουσία. Ἡ ἐξουσία διὰ μιᾶς γενικῆς καὶ ἀορίστου λέξεως ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξεύρῃ πόρους. Κατὰ τὴν γενικὴν σημασίαν ἑρμηνευομένη ἡ λέξις πόροι περιλαμβάνει ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων αἱ κυβερνήσεις εὑρίσκουν χρήματα. Ὁ κυριώτερος πόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ κυβέρνησις εὑρίσκει χρήματα, εἶναι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέρος τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Ἡ κυβέρνησις λέγει, ὅτι δὲν προτίθεται σήμερον νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν αὐτὸ τὸ μέσον, ὅτι δηλ. διὰ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ἡ Βουλὴ, δὲν ἔχει σκοπὸν οὔτε νέους φόρους νὰ ἐπιβάλῃ, οὔτε τοὺς ὑπάρχοντας ν’ αὐξήσῃ. Μετὰ τοὺς φόρους ἄλλο μέσον πρὸς ἐξεύρεσιν χρημάτων εἶναι τὰ δάνεια. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τούτου, καθόσον τὰ δάνεια ῥητῶς περιλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τί λοιπὸν μένει τώρα; ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, διότι κατ’ ἐμὲ μετὰ τοὺς φόρους καὶ τὰ δάνεια δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι πόροι, παρὰ πρῶτον ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς ἐθνικῆς περιουσίας.
§232ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἡ ὑποθήκευσις.
§233ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐθνικὴ περιουσία εἰς ὅλα τὰ κράτη διαιρεῖται εἰς δύω κατηγορίας. Ὑπάρχει περιουσία, ἡ ὁποία χρησιμεύει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καθὼς τὰ φρούρια, τὰ δημόσια καταστήματα, οἱ ναύσταθμοι, τὰ πλοῖα, ἀλλὰ δὲν συμφέρει ν’ ἀποξενῶνται. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν πιστεύω ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν ν’ ἀπαλλοτριώσῃ οὐδὲν τούτων διὰ νὰ εὕρῃ χρήματα.
§234ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὄχι.
§235ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Εἴπατε πλοῖα. Ἓν περιττὸν πλοῖον δύναται.
§236ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, περιττὸν πλοῖον τὸ ἐννοῶ. Μετὰ τοῦτο ὑπάρχει ἄλλη περιουσία ἀκίνητος, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς κτήματα δυνάμενα ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι. Περὶ τῶν κτημάτων τούτων ὑπάρχει νόμος ἴδιος, ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ πωλῇ. Ἐὰν δὲ ἡ κυβέρνησις ἐννοῇ νὰ πωλήσῃ καὶ τὰς ἐθνικὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι κατέχονται ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τῇ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ κάμῃ.
§237ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν εἶναι αὐτό.
§238ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐθνικῆς περιουσίας. Δὲν πρόκειται, εἴπομεν, περὶ φόρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἔρανοι, διότι οἱ ἔρανοι εἶναι φόροι· δὲν πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Ποῖος ἄλλος πόρος λοιπὸν μένει; Ἤκουσα νὰ λέγουν, ὅτι δύω τινὰ μένουν ἀκόμη· πρῶτον, τὸ καταναγκαστικὸν δάνειον, καὶ δεύτερον, τὸ χαρτονόμισμα μὲ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Κύριοι, καὶ αὐτὰ τὰ δύω ἀντικείμενα εἶναι ἀνώτερα ἀπὸ τοὺς φόρους καὶ ἀπὸ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἐθνικῆς περιουσίας· διότι ἐὰν ὁ φόρος ἐγγίζῃ ἓν μέρος τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου καὶ μέρος πολὺ μικρὸν, διὰ τῶν καταναγκαστικῶν δανείων, καθὼς καὶ διὰ τῶν χαρτονομισμάτων ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς κίνδυνον ὁλόκληρος ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν. Ἑπομένως, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους χωρὶς προηγουμένως τοὺς φόρους τούτους νὰ ψηφίσῃ ἡ ἰδία Βουλή, δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν μία Βουλὴ νὰ εἴπῃ ἀορίστως εἰς μίαν κυβέρνησιν, σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβάλῃς καὶ καταναγκαστικὸν δάνειον, ἢ νὰ ἐκδώσῃς χαρτονόμισμα. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο, πρέπει νὰ φέρῃ εἰδικὸν νόμον· ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ εἰδικὸς νόμος, τότε ἡ Βουλὴ θὰ σκεφθῇ ἐὰν τὰ μέσα αὐτὰ ᾖναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δώσουν χρήματα εἰς τὴν κυβέρνησιν· ᾖναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ τόπος δύναται νὰ ὑποφέρῃ. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ὅταν ἔλθῃ ὁ νόμος, θέλομεν σκεφθῆ ὅλοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν τῶν νόμων, θέλομεν θέσει τοιούτους ὅρους εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ὥστε ἕκαστος νὰ ᾖναι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ συμβῇ οὐδὲν ἀδίκημα. Ἄλλως, δύνανται νὰ συμβῶσι μεγάλα ἀδικήματα· ἐὰν π. χ. εἴπητε εἰς μίαν κυβέρνησιν ἀορίστως, σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβάλῃς καταναγκαστικὸν δάνειον, ἡ κυβέρνησις, ἅμα λάβῃ τοιοῦτον νόμον, ἐπιτρέποντα αὐτῇ νὰ τὸ διανείμῃ καθ’ ὃν τρόπον βούλεται, δὲν ᾖναι παράδοξον, καὶ δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰ ὑπάρχοντα πρόσωπα, διότι αὔριον ἠμπορεῖ νὰ ἔλθουν ἄλλοι, δὲν εἶναι, λέγω, παράδοξον νὰ ἐκδώσῃ Β. Διάταγμα, ἐπιβάλλον καταναγκαστικὸν δάνειον 30 π. χ. ἑκατομμυρίων, διανεμηθησομένων εἰς τοὺς πολίτας ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· ἐὰν δὲ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἔχῃ ὀλίγον ἐλαστικὴν τὴν συνείδησιν, δὲν θὰ δυσκολευθῇ διόλου νὰ ἐπιβάλῃ εἰς μὲν τὸν Αʹ. 100,000 δραχ., διότι θέλει νὰ τὸν καταστρέψῃ, εἰς δὲ τὸν Βʹ. ὅστις ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ τὰς 100,000, νὰ εἴπῃ, πλήρωσε μόνον 1,000 δραχ. Βλέπετε λοιπὸν ποῖος μέγας κίνδυνος ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο ὄχι ὅπου ὑπάρχει κοινοβούλιον, ἀλλὰ καὶ ὅπου καὶ ὅταν δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα, οἱ φόροι ποτὲ σχεδὸν δὲν ἐπεβλήθησαν αὐθαιρέτως ἀπὸ τὰς κυβερνήσεις. Καὶ εἰς τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδιοικοῦντο συνταγματικῶς, ἡ ἱστορία ἀναφέρει ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ἢ καταναγκαστικὸν δάνειον, ἐζητεῖτο συνήθως ἡ γνώμη διαφόρων σωματείων ἢ ἄλλων ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Οἱ φόροι καὶ τὰ δάνεια ἐπιβαρύνουν ὅλους τοὺς κατοίκους μιᾶς ἐπικρατείας, καὶ ἑπομένως πρέπει οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν μερῶν τῆς ἐπικρατείας νὰ ἐρωτῶνται καὶ νὰ δίδουν τὴν γνώμην των, ὄχι μόνον περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου ἢ τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ὁ φόρος, ἢ τὸ δάνειον ἢ τὸ χαρτονόμισμα, ὅπως θέλετε, νὰ ἐπιβληθῶσι μὲ δικαιοσύνην, διότι ὅλα καταντοῦν νὰ ᾖναι φόρο.· δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν μέσων τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται, παρὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ βαλάντιον τοῦ πολίτου μέρος τῆς περιουσίας του καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. — Ἐκτὸς τούτου, ὅταν ταῦτα δὲν ψηφίζωνται ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, εἶναι δύσκολον ὕστερον νὰ πείσητε τοὺς λαοὺς, ὅτι ἐφυλάξατε δικαιοσύνην, καὶ ἑπομένως εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ τὰ ἐφαρμόσητε. Λοιπὸν χωρὶς νὰ λέγω ἀπὸ τοῦδε ἐὰν πρέπει νὰ γίνῃ καταναγκαστικὸν δάνειον, ἐὰν συμφέρῃ ἢ δύναται νὰ ἐκδοθῇ χαρτονόμισμα ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, λέγω τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξαλείψῃ τὸν ὅρον αὐτὸν ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἐὰν δὲ ἡ κυβέρνησις προβλέπῃ, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐπικειμένων περιστάσεων τῆς πατρίδος θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο, πρέπει νὰ φέρῃ εἰδικὸν νόμον.
§239ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Αὐτὸ ἀρκεῖ, αὐτὸ ἀρκεῖ.
§240ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ τὸν συζητήσῃ τάχιστα· ἐὰν δὲ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν, θέλει ἔχει τὸ πλεονέκτημα νὰ τὸν περιβάλῃ μὲ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι θὰ καταστήσουν δικαίαν καὶ ὅσον ἔνεστιν ἧττον βαρεῖαν τὴν διανομήν.
§241ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, κύριοι, τὰ ἔθνη ὄχι μόνον ἔδωκαν τὴν περιουσίαν των ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας των, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα ἐθυσίασαν τὴν ἀτομικήν των ἐλευθερίαν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερε παράδειγμα ὁ κ. Πετσάλης, ἐν καιρῷ ὄχι μόνον ἐκτάκτων περιστάσεων, κινδύνων ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐσωτερικὰς στάσεις ἀφαιρεῖται ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ habeas corpus, δὲν ἔχει πλέον κανεὶς πολίτης τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἐξησφαλισμένην τὴν ἀτομικήν του ἐλευθερίαν, πολυτιμότερον δὲ πρᾶγμα ὅλων ἢ εἶναι ἀτομικὴ ἐλευθερία. Διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων ἔγειναν ὅλα αὐτὰ τὰ συντάγματα· περὶ περιουσίας οὐδέποτε ἔκαμαν μέγα ζήτημα. Εἰς τὴν Ἰταλίαν, κύριοι, τὸ κατὰ 1859, ὅτε ἦσαν εἰς τὴν στιγμὴν νὰ κηρύξουν τὸν πόλεμον, περιέβαλον τὸν Βασιλέα μὲ ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖνο εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου εἶπεν· «ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία εἶναι εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὡς καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου.» Καὶ τὰ δύω ἀφορῶσι τὰ τιμαλφέστερα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ εἷς τόπος, διότι εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἔχεις ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπιβάλλῃς φόρους, νὰ δημεύσῃς περιουσίαν, νὰ ἐκποιήσῃς φόρους· ὁ δὲ Βασιλεὺς διὰ διατάγματος ἐξέδωκε χαρτονόμισμα καταναγκαστικὸν καὶ καταναγκαστικὸν δάνειον ἔκαμε. Πῶς θέλετε, κύριοι, πόλεμον, ὅταν περιορίζηται εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἡ κυβέρνησις; πῶς θέλετε ἄνευ φόρων νὰ διεξάξῃ ἕνα πόλεμον μὲ μίαν αὐτοκρατορίαν;
§242ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἴπομεν αὐτό.
§243ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀκόμη, κύριοι, τὸν τακτικὸν φορολογικὸν νόμον δὲν ἐσυζητήσαμεν, καὶ ἐὰν φέρωμεν ἕνα νόμον περὶ νέων πόρων, εἷς μὴν δὲν θὰ μᾶς φθάσῃ.
§244ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν νὰ σᾶς δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσητε περὶ τῆς τύχης μας;
§245ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Θὰ δοκιμάσωμεν τὸ ἑκούσιον δάνειον δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων. Ὅταν ὅμως δὲν πραγματοποιηθῇ, νὰ μὴ ἔχῃ ἡ κυβέρνησις τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ τὸ χαρτονόμισμα;
§246ΤΙΝΕΣ. Διὰ νόμου.
§247ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι περιβάλλουν τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Μόνον αὐτὸ τὸ δικαίωμα ὑπαγορεύει αὐτὸν τὸν νόμον.
§248ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεξέτεινε πολὺ τὸν κύκλον τῶν γνώσεών του· ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ ἰατρικὰ ἐπήδησεν εἰς τὰ νομικά.
§249ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Παρακαλῶ νὰ ἦσθε μετριώτερος, κ. Πετσάλη.
§250ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ habeas corpus δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ἐλευθέρωσις τοῦ κατηγορουμένου ἐκ τῆς φυλακίσεως δι’ ἐγγυήσεως, δικαίωμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὰ κακουργήματα, πλὴν τοῦ φόνου καὶ ἄλλων ὁμοίων· εἰς ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα ὁ πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι ἐλεύθερος μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δίκης του, δίδων μίαν ἐγγύησιν. Τί ἔχει νὰ κάμῃ τώρα τὸ hadeas corpus μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπου πρόκειται διὰ μιᾶς διατάξεως νὰ θέσωμεν τὴν περιουσίαν μας ὁλόκληρον εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἐντίμων μελῶν τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως; Δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξεν ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, δυνάμενος νὰ κάμῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἔχῃ τίποτε νὰ χάσῃ.
§251ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Σὲ ὑπενθυμίζω τὸν νόμον τῆς Ἰταλίας.
§252ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ. Ἡ Ἀγγλία ἔκαμε θυσίας εἰς τὸν πόλεμον, τὸν μέγαν ἐκεῖνον πόλεμον, ὁ ὁποῖος διήρκεσε 18 ἔτη, ἐκτὸς μικρῶν διαλειμμάτων· ἀλλ’ αἱ θυσίαι αὗται ἦσαν διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων. Τότε ἐξευρέθη ὁ φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου (inume taxe), ὅπως τὸν ὠνόμασαν. Ἡ ἀνάγκη τοῦ πολέμου τὸν ἐξεῦρε, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ φόρου ἐφορολογεῖτο καὶ ἡ κινητὴ περιουσία, φόρος ὁ ὁποῖος μετὰ τὸν πόλεμον ἔπαυσεν, ἀνανεωθεὶς πάλιν κατὰ τὰ 1844 πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος. Οὐδέποτε ὅμως εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναδεχθῆ τὸν κατὰ τῆς Γαλλίας καὶ τῶν συμμάχων της πόλεμον, τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ κατὰ τοῦ Ναπολέοντος Αʹ. σύρουσα ὄπισθέν της ὑπομίσθιον ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἐπεβλήθη κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου τοιαύτη νομοθετικὴ ῥήτρα. Καὶ μόλον τοῦτο τίς πλέον τῆς Ἀγγλίας εὑρέθη εἰς μείζονας ἀνάγκας; Ὅστις ἀνέγνωσεν ἱστορίαν ἠξεύρει, ὅτι εἶχε συντεταγμένον τιμολόγιον τῶν μισθῶν, τοὺς ὁποίους ἐπλήρονεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν στρατῶν εἴτε τῆς Αὐστρίας, εἴτε τῆς Ῥωσσίας, εἴτε ἄλλων ἐθνῶν, πλὴν τῶν λοιπῶν βοηθημάτων.—Ἡ Ἀγγλία λοιπὸν, εὑρεθεῖσα εἰς τοιαύτην ἔκτακτον περίστασιν, εἰς τοιαύτην ἔκτακτον ἀνάγκην, οὐδέποτε παρεχώρησεν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου τὸ πολλοστημόριον τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ παροῦσα κυβέρνησις παρ’ ἡμῶν. Εἶπον δὲ προηγουμένως, ὅτι δὲν ἔπαυσε τὸ κοινοβούλιον εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ συνέρχηται τακτικῶς, ὁσάκις ἡ κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην, καὶ ἀντὶ νὰ βλάπτῃ ἡ παρουσία τοῦ κοινοβουλίου ὠφέλει τὴν κυβέρνησιν. Δὲν θέλω νὰ φέρω παραδείγματα πρὸς δικαιολόγησίν μου. Ποία λοιπὸν ἡ ἀνάγκη, κύριοι, ἐνῷ ὑπάρχομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, ἐνῷ ὑπάρχει ἡ Βουλὴ, ἐνῷ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τῇ χορηγήσῃ τὰ μέσα, καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν θὰ σπεύσῃ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν του, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ποῖος, λέγω, ὁ λόγος νὰ ζητῇ ἐκ τῶν προτέρων νὰ τῇ παραχωρήσωμεν δικαιώματα δικτατορικὰ ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τίποτε δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην ἀπαίτησιν. Καὶ προηγουμένως εἶπον ὅτι, ἐὰν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐννοοῦν διὰ τῆς φράσεως τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, ὀφείλουν νὰ τὸ ὁρίσωσι, διότι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς ἃς δύναται νὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς σήμερον, ἔγεινε χρῆσις τοῦ χαρτονομίσματος ὡς ἐμμέσου δανείου καταναγκαστικοῦ, καὶ τότε ὀφείλουσι νὰ παρουσιάσωσι νόμον. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲ, ἐκεῖνο τὸ ἔθνος εἶχε τοσαύτην πεποίθησιν πρὸς τὴν κυβέρνησιν, καί τοι ἀναλαβοῦσαν κυκλώπειον, γιγάντειον ἀγῶνα ἐναντίον τῆς Γαλλίας, ὥστε τὸ χαρτονόμισμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπέστη οὐσιώδη διαφορὰν ἀπὸ τὸ μεταλλικὸν εἰς τὴν ἀγοράν· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία αὐτοῦ διήρκησεν ἀπὸ τὰ 1797 μέχρι τοῦ 1815, ἐνῷ εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπέγγυον τὰ ἐθνικὰ κτήματα, ἔφερε καταστροφὴν, ἐνῷ ἀνήγειρεν ἄλλας περιουσίας. Οὐχ ἧττον ὅμως τὸ χαρτονόμισμα ὑπῆρξεν ἓν τῶν συνήθων μέσων τῶν κυβερνήσεων εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἐγὼ λοιπὸν, μὴ θέλων τὴν ἀπεριόριστον ταύτην ἔκφρασιν ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ἐπιθυμῶν νὰ δώσω ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν κυβέρνησιν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, εἶπον ὅτι, ἐὰν εὐχαριστῆται νὰ ἐξαλείψῃ αὐτὴν τὴν φράσιν καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ δι’ ἑτέρας, τῇ παραχωρεῖται πλήρης ἡ ἄδεια νὰ ἐκδώσῃ, ὅταν ὁ πόλεμος καταστῇ ἀναπόφευκτος, χαρτονόμισμα· ἐγὼ διὰ τὸν ἑαυτόν μου εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοιαύτης προτάσεώς της. Καὶ διατί τοῦτο, κύριοι; διότι θέλω νὰ ᾖμαι συνεπὴς, ἀφοῦ ἐδέχθην τὴν χορήγησιν τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως χάριν τοῦ πολέμου. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ζητήσῃ διὰ δανείου νὰ ἐξεύρῃ τὸ καλύψον ποσὸν τὴν ποσότητα τῶν 100 ἑκατομμυρίων τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀδύνατον νὰ δυνηθῇ τοῦτο. Εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν δύναται νὰ τὸ εὕρῃ, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν πίστιν, τοῦτο εἶναι ὁμολογούμενον· εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δὲν δύναται ἐπίσης νὰ τὸ εὕρῃ, διότι δὲν ὑπάρχουν κεφάλαια. Διὰ νὰ δύναται νὰ κάμῃ ἡ κυβέρνησις ἓν δάνειον 100 ἑκατομμυρίων δρ. εἰς χρήματα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν τόπον ἓν δισεκατομμύριον, ἢ τοὐλάχιστον 500 ἑκατομμύρια κινητοῦ κεφαλαίου, μεταποιουμένου εἰς μέταλλον. Πείθομαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοσοῦτον ποσὸν εἰς τὸν τόπον, διότι οὔτε ἐμπόριον μέγα ἐξωτερικὸν ἔχομεν, οὔτε βιομηχανίαν μεγάλην ἐσωτερικῶς, ἡ δὲ βιομηχανία μας εἰς μόνον τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἰδίας καὶ πρὸς διατροφὴν τῶν εἰς αὐτὴν ἐργαζομένων ἤδη παρέχει. Τέλος τὸ ἐμπόριον ὅπερ ἔχομεν εἶναι τὸ τῆς διαμετακομίσεως, καὶ αὐτὸ τὸ πλεῖστον ἔχει ξένα κεφάλαια. Ὅταν λοιπὸν ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη τοῦ πολέμου, (τὸ ὁποῖον ἐγὼ, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι, δὲν πιστεύω, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι δὲν ἔγκειται εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν ἡ ἀπόφασις νὰ μονομαχήσωμεν, διότι ὑπάρχουν νόμοι ἀνώτεροι, μεγάλα συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ἀπόφασις ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας ὡς πρὸς τὸν πόλεμον), τότε ἂς γίνῃ χρῆσις τοῦ χαρτονομίσματος· ἀλλ’ ἐπειδὴ μεταξὺ 999 πιθανοτήτων κατὰ τοῦ πολέμου ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία πιθανότης ὑπὲρ τοῦ πολέμου, διὰ τὴν ὁποίαν περίστασιν ἡ κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην ἐκτάκτων μέσων χρηματικῶν, ἵνα παρασκευάσῃ τὸ κράτος εἰς θέσιν ἀμύνης κατὰ ἐνδεχομένης εἰσβολῆς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον γνωρίζων, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐξεύρῃ διὰ δανείου τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως τῶν 100 ἑκατομμυρίων δρ., διατίθεμαι νὰ παραχωρήσω εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐὰν ῥητῶς ἀπαιτήσῃ, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο δέχομαι ἀπεριόριστον, διότι αἱ ἀνάγκαι τοῦ πολέμου θὰ προσδιορίσουν τὸ μέτρον. Γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ αὔξησις τῶν φόρων. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν πόλεμον ὅπως τὸν ἐννοοῦν τινές· ἠξεύρω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀποτελοῦσαν κράτος, νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον ἄνευ τῶν ἀναγκαίων μέσων. Ὅθεν συνεπῶς πρὸς τὴν μίαν πιθανότητα τοῦ πολέμου, τὴν ὁποίαν παραδέχομαι, παραχωρῶ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα, ἀλλ’ ὅταν μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον οὕτω, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀπαλλοτριώσω ὑπὲρ αὐτῆς τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους, παραβιάζων τὸ Σύνταγμα καὶ δίδων εἰς τὴν κυβέρνησιν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μου νὰ παραχωρήσω εἰς αὐτήν.
§253ΜΑΚΡΗΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς ἐπρέσβευσα, ὅτι ἡ σημερινὴ περίστασις εἶναι λίαν σοβαρὰ, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν γνωρίζω κἀνὲν ἐκ τῶν μυστηρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα νὰ μὲ ὁδηγήσωσιν, ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθωμεν εἰς εἰρήνην· διδόμενα δὲν ἔχομεν ἀπὸ κἀνὲν μέρος. Ἐπεκαλέσθησαν τὴν εὐρωπαϊκὴν ἐπέμβασιν, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ λύσῃ τὸ ζήτημα εἰρηνικῶς· ἂν πρόκειται ἡ Ἑλλὰς νὰ ζήσῃ ἐκ τῆς ἀνοχῆς τῆς διπλωματίας, νὰ μὴ ζήσῃ ποτὲ (θόρυβος καὶ τινα χειροκροτήματα).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§255ΜΑΚΡΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης ὠνόμασε πολιτικὴν κερδοσκόπον τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον· ἐσυνώμοσεν ἡ ὀθωμανικὴ κυβέρνησις, ἡ διπλωματία ἵνα πλάσωσιν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν συνωμοσίαν (θόρυβος), ἵνα διέλθῃ ἡσύχως ἡ κυβέρνησις τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι, κύριοι, ὡς τινὲς φρονοῦν. Ἡ σοβαρότης τῶν περιστάσεων ὑπάρχει, καὶ ὑπάρχει τόσῳ μᾶλλον, καθόσον παρουσιάζεται ἡ κυβέρνησις διὰ μέτρων σοβαρῶν ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Εἶπεν ὁ κ. Πετσάλης, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς ὅλα τὰ κράτη ἡ κυβέρνησις δανείζεται· ἡ κυβέρνησις ὅμως ἐδῶ δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ, κατὰ τὴν ἰδέαν του, διότι ἡ πίστις ἐξέλειψε. Νὰ ἐπιβάλῃ φόρους; οἱ φόροι εἶναι ἰδανικόν τι, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται μετὰ 9 μῆνας· νὰ ἐπιβάλῃ χαρτονόμισμα; ἀπατᾶσθε ἂν νομίζετε, ὅτι ἐν καιρῷ ταραχῶν δύναται τὸ χαρτονόμισμα νὰ ἔχῃ κυκλοφορίαν. Θέλετε λοιπὸν χαρτονόμισμα, ἀλλ’ ἀντιτάσσεται μία μερὶς, μία ὁμὰς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ κεφάλαιά των εἰς κυκλοφορίαν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποφέρουν καταστροφὰς, καὶ ἐννοῶ τὴν Τράπεζαν. Διὰ τί νὰ ἐπιβληθῇ εἰς μίαν μόνον μερίδα ὁ φόρος ὁ βαρύς; Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ἤμεθα πλέον ἔνθερμοι ζηλωταὶ τῶν ἐλευθεριῶν μας ἀφ’ ὅ,τι ἦταν οἱ γονεῖς μας, ὡς δημοκράται τοῦ ἀγῶνος. Ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος ὑπῆρχε δημοκρατία, καὶ μόλον τοῦτο μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Μεσολογγίου ἀνέθεσαν εἰς τὸν μεγαλοφυέστερον τῶν ἀρχόντων τῆς Πελοποννήσου, τὸν Ἀνδρέαν Ζαΐμην, πλήρη δικτατορίαν.
§256Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἔγεινε διοικητικὴ ἐπιτροπή.
§257ΜΑΚΡΗΣ. Εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη ὅλη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
§258ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί εἶχον νὰ νομοθετήσουν τότε;
§259ΜΑΚΡΗΣ. Κατὰ τὰ 1859 ἐχορηγήθη πληρεστάτη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἰταλικὴν κυβέρνησιν.
§260ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο ὁ Καβοὺρ ἐκεῖ παρών.
§261ΜΑΚΡΗΣ. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἐκεῖ ἦτο ὁ Καβούρ. Εἰς τὸν κίνδυνον ὅλοι θ’ ἀνταποκριθοῦν· πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἡ ἀντιπολίτευσις θεωρεῖται ὡς μία εὐγενὴς ὁμὰς, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της μετὰ πεποιθήσεως. Ὅλας τὰς ἰδέας, αἵτινες ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατ’ αὐτῆς, τὰς ἀποκρούω· ὅ,τι αὕτη ἐπρότεινεν εἶναι τῶν πεποιθήσεών της ὅ,τι συνεζήτησε τὸ συνεζήτησεν ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ θέλει νὰ συνεισφέρῃ· ἄλλη ἀντιπολίτευσις οὔτε ὑφίσταται, οὔτε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ, δόσατέ μοι δικτατορίαν, ποτέ· οὔτε τὸ δέχεται, νομίζω, κάνεις. Ἦλθεν ὅμως νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἑτοίμη, ἂν ὁ ἐχθρὸς τολμήσῃ νὰ προσβάλῃ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ᾖναι παροῦσα, αὕτη δὲ εἶναι μόνον χρήσιμος διὰ τὰς ἀποφάσεις της καὶ οὐχὶ διὰ τῆς παρουσίας της· μόνον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει εἰς τὸ ἔθνος. Ἡ κυβέρνησις τίποτε δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὸ ἔθνος· δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἔθνος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του. Φοβούμεθα νὰ παραχωρήσωμεν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ στηριχθῇ βεβαίως ἐπὶ τῆς ἰσότητος, θὰ ἐνεργηθῇ μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας καὶ ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον ὅτι, ἂν προχωρήσωμεν ὀλίγον περισσότερον εἰς τὰ μέσα τὰ ὑλικὰ, θὰ ἔχωμεν ἔντιμον εἰρήνην. Προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους εἶναι ἡ ὕπαρξις τῆς Τουρκίας καὶ τίποτε περισσότερον. Πρέπει ἡ Εὐρώπη νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἐπήραμεν τὸ ζήτημα κατάκαρδα, καὶ τότε ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ σπεύσῃ ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ πυρκαϊὰ τῆς Ἀνατολῆς εἶναι πολὺ πιθανὸν ν’ ἀνάψῃ ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου, ὡς ἔχει, καὶ ἂς ᾖναι βεβαία, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος θὰ ἐκλάβῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἤνοιξαν τὸ παυγγίον των εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἔθνους.
§262ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἀπορῶ πῶς ὁ ἔντιμος προλαλήσας παρῃτήθη τόσον ταχέως ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἦτο μὲν ὀλίγον αὐστηρὸν, ἀλλ’ ἦτο δίκαιον τοὐλάχιστον.
§263ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν παραιτοῦμαι ποσῶς, σεῖς δὲν τὸ θέλετε.
§264ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖς...καὶ ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει πρότασιν ἑτέραν, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ εὑρεθῇ εἰς στενοχωρίαν νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν, εἴτε τοῦ καταναγκαστικοῦ δανείου, εἴτε τοῦ χαρτονομίσματος. Τὸ βέβαιον, ὅτι, καθὼς καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου εἶπε, δὲν πρέπει τὸ ἔθνος νὰ δώσῃ τόσον μεγάλην ἐξουσίαν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, ἐν περιπτώσει κακῆς ἐφαρμογῆς, τὴν ἐσωτερικὴν ἀναστάτωσιν τοῦ ἔθνους, τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον. Λοιπὸν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν τῶν δύο ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ζητεῖ ἕνεκα τῶν περιστάσεων δι’ ἑνὸς νόμου εἰδικοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλει νὰ κανονισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, δὲν θέλει ἕνα μῆνα, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει τρεῖς ἡμέρας, καὶ τοῖς ὑποσχόμεθα ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ γίνῃ καὶ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις καὶ χωρὶς νὰ τυπωθῇ. Βλέπετε, ὅτι δὲν ζητοῦμεν παρὰ 3 ἡμερῶν σύσκεψιν καὶ σύμφωνον ἀπόφασιν ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους μὲ τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἂν θέλετε, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς κυβερνήσεως. Διότι ἂς γνωρίζῃ, ὅτι ὅσον δικαίως, ὅσον ἀγγελικὰ καὶ ἂν ἐφαρμόσῃ αὐτὸ τὸ καταναγκαστικὸν δάνειον, θὰ γεννήσῃ παράπονα καὶ παράπονα φρικτά· πολὺ δὲ περισσότερον καὶ ἂν ἄλλη διάδοχος κυβέρνησις παρεκκλίνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν δικαίαν διανομήν, τότε κύριος οἶδε πόσα παράπονα θὰ γίνουν, διότι πάντοτε σχεδὸν ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων θίγεται ἡ περιουσία τοῦ ἑνὸς πολὺ περισσότερον, ἢ ἡ τοῦ ἑτέρου. Καὶ ὅταν εἰς τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν εὑρέθη εἰς τοιαύτην ἀνάγκην τὸ ἔθνος, πρὶν λάβῃ πεποίθησιν ὅτι θὰ εὕρῃ ἐξωτερικὸν δάνειον, ἀπεφάσισε κατὰ τὴν ἐν Ἐπιδαύρῳ συνέλευσιν μόνον τὰς μοναστηριακὰς προσόδους νὰ θίξῃ καὶ οὐχὶ τὰς ἰδιαιτέρας περιουσίας καταναγκαστικῶς, ἐνῷ καὶ τότε εὑρίσκετο εἰς τὰς αὐτὰς μεγάλας περιστάσεις. Ἐθεώρησε δὲ τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν περιουσίαν ἐθνικὴν, οὐχὶ ἰδιωτικήν. Ἕνας λόγος εἶναι, δίδομεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ κάμῃ καταναγκαστικὸν δάνειον. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ προσβάλω κἀνένα, ἀλλὰ λέγω ὅτι μέχρι τοῦ 14 βαθμοῦ συγγενείας οὐδεὶς συγγενὴς τῆς κυβερνήσεως θὰ ᾖναι δανειστὴς τοῦ δημοσίου. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὅτι ἵνα δοθῇ ἡ ἄδεια καταναγκαστικοῦ δανείου, εἴτε ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ κανονιστικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον νὰ ἐπιψηφίσῃ. Ἔχομεν ἀκόμη τρεῖς ἡμέρας καὶ ἡ προθεσμία αὐτὴ δὲν εἶναι μεγάλη ἀπώλεια χρόνου.
§265ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀπόφασιν, κύριοι, εἶχον νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἐνόμιζα, ὅτι ἐν κρισίμοις καιροῖς... (θόρυβος).
§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀκούομεν, κ. πρόεδρε, ἐπιβάλετε σιωπήν.
§267ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ σιωπὴ ἐξέφραζε λίαν εὐγλώττως τὴν συγκατάθεσίν μου εἰς πᾶν μέτρον τῆς κυβερνήσεως ἀναγκαῖον ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι τῆς ἰδέας ταύτης, ὑποχρεωμένον θεωρῶ ἐμαυτὸν νὰ ἐναντιωθῶ ὅλαις δυνάμεσιν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἡ ὁποία ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία μᾶς ζητεῖται, μόνον ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν μόνον ἂν κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει μίαν ἀρχὴν μὴ ὑπάρχουσαν εἰς ἄλλα συνταγματικὰ κράτη, τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ Βουλή, ὁ Βασιλεύς, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχουσιν ἄλλα δικαιώματα παρ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ῥητῶς τοῖς ἀπένειμε, δὲν εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ ἐξετάσωμεν μόνον ἂν κατὰ τὸ πολίτευμά μας ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐξουσίαν της, διότι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἐξέλεξε τοὺς ἀντιπροσώπους, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς μόνον τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἀπονέμει τὸ Σύνταγμα· καὶ ἡ ἐντολὴ αὕτη εἶναι καθαρὰ καὶ εὐκρινῶς διαγεγραμμένη, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβιβασθῇ ἡ νομοθετική. Ἐὰν δὲ εἰς ἄλλα συνταγματικὰ κράτη, εὑρεθέντα εἰς παρομοίας κρισίμους περιστάσεις, ἐχορηγήθησαν τοιαῦται ἐξουσίαι, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι ἂν ἐξετάσωμεν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὰ συνταγματικὰ ἐκεῖνα πολιτεύματα ὑπάρχουν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι οἱ ὅροι οὗτοι δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ parlamentum, δηλ. ὁ Βασιλεὺς, ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων καὶ ἡ τῶν Κοινοτήτων, ἔχει τὴν παντοδυναμίαν, δύναται νὰ τροποποιήσῃ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ν’ ἀναστείλῃ τὸ habeas corpus. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἐνόμισεν ὅτι εὗρε δικαιολόγημα ἀναμνησθεὶς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ γενόμενα. Τὸ parlamentum τῆς Ἀγγλίας εἶναι διηνεκὴς συντακτικὴ Συνέλευσις, ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει παρ’ ἡμῖν μία συντακτικὴ Συνέλευσις. Οὔτε τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, διότι ὁ συνταγματικὸς χάρτης τῆς Ἰταλίας εἶναι, καθὼς λέγουν, octroyée, καὶ γνωρίζετε τὴν μεγάλην διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ συντάγματος, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται οἱονεὶ ἐκ γενναιοδωρίας ὑπὸ τοῦ μονάρχου, καὶ συντάγματος, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἐν τῇ κυριαρχίᾳ του συνομολογεῖ μετὰ τοῦ Βασιλέως του. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ὅπου τὸ σύνταγμα διαγράφει ὡρισμένως τὰ δικαιώματα μιᾶς ἑκάστης ἐξουσίας, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μεταβιβάσῃ ἓν τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀφίνοντες ὅμως κατὰ μέρος τὸ ἀντισυνταγματικὸν μιᾶς τοιαύτης ἐξουσιοδοτήσεως, ἂς ἐξετάσωμεν ἂν ἡ Βουλὴ σκεπτομένη περὶ τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κάμῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἑνὸς τοιούτου δικαιώματος, ὑπολογίζουσα τὰς συνεπείας τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προκαλεῖται νὰ καθιερώσῃ, ἂν πρέπει νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν. Καὶ ὅταν, κύριοι, συζητοῦμεν νόμους, πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων τούτων δὲν λαμβάνεται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν ὁ πατριωτισμὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν τοὺς ἐκτελέσει. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ εἰς τὴν παροῦσαν καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην κυβέρνησιν ὅλον τὸν πατριωτισμὸν, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὸν τελευταῖον Ἕλληνα δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑπάρχῃ εἰς περιστάσεις τόσῳ κρισίμους. Οἱ νόμοι ὅμως πάντοτε λαμβάνουν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ἵνα μὴ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν κάμωσιν κακὴν αὐτῶν χρῆσιν. Ἂν οἱ νόμοι δὲν ἀπέβλεπον εἰς τοῦτο, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κάλλιστα, ἀφίνομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Τί ἄλλο εἶναι οἱ νόμοι, ἢ τόσοι περιορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ συνάμα τόσαι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν; Δὲν δυσπιστῶ πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, οὔτε πρὸς τοὺς διαδόχους των· ὀφείλομεν ὅμως κατὰ καθῆκον εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιτετραμμένον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν ᾧ ἐξασφαλίζουσι τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας, συντελοῦσιν ἐν ταὐτῷ εἰς μείζονα ἐπιτυχίαν τοῦ μέτρου. Ἀρνεῖται ἑαυτὸ ἓν κοινοβούλιον, ὅταν παραχωρῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν μίαν τόσῳ ἀόριστον ἐξάσκησιν ἐξουσίας· ἡ ἀοριστία μάλιστα αὐτὴ πρέπει πολὺ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ σκεφθῶμεν. Ἂν ἐπρότεινε τοὐλάχιστον ἡ κυβέρνησις νὰ τῇ χορηγήσωμεν ἓν μέτρον ὡρισμένον, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀνάλογος ὑλικὸς καιρὸς, ν’ ἀφήσωμεν αὐτῇ νὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας, ἠδύνατο ἡ Βουλὴ, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων, νὰ τὸ παραχωρήσῃ. Ἀλλὰ νὰ μᾶς ζητοῦν μίαν τόσῳ ἀόριστον ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν μία κυβέρνησις κακῶς μεταχειριζομένη, δύναται νὰ προσβάλῃ καιρίως δικαιώματα ἀναγεγραμμένα εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων, τοιαύτην ἐξουσίαν δὲν δύναται, ἐπαναλαμβάνω, τὸ κοινοβούλιον νὰ χορηγήσῃ, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ν’ ἀρνηθῇ ἑαυτό. Ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ τοιαύτη ἐξουσία; Τί μᾶς εἶπεν ἡ κυβέρνησις διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀντὶ νὰ τὸ ἐξασκήσῃ σύμφωνα μὲ τὸ πολίτευμά μας συμπραττούσης τῆς Βουλῆς, ἀνάγκη εἶναι νὰ τὸ ἐξασκήσῃ μόνη; Ἡ διαγωγὴ τῆς Βουλῆς, συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἀφ’ ἧς ἀνεφύησαν αἱ προκαλέσασαι τὰ ἔκτακτα ταῦτα μέτρα περιπλοκαί, δὲν ἔπρεπε νὰ πείσῃ τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἀπὸ τὴν Βουλὴν θέλει εὕρει πᾶσαν σύμπραξιν καὶ συνδρομὴν; ὅτι δὲν θέλει εὕρει ἐναντίωσιν ἄλλην ἢ μόνον ἐκείνην, ἡ ὁποία δύναται νὰ προέρχηται ἀπὸ διαφορὰν σκέψεων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν θέλει ν’ ἀναλάβῃ δικαίωμα, ἀνῆκον μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ τὸ λάβῃ μὲ τόσῳ ἀόριστον τρόπον, δυνάμενον νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλας ἀδικίας; Ἡ ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀποδεικνύει καὶ θέλει ἀποδείξει πάντοτε, ὅτι ἡ σύμπραξις τοῦ κοινοβουλίου οὐ μόνον δὲν προσέκοψεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐχρησίμευσεν ὡς μία μεγάλη ἠθικὴ δύναμις, ἐπὶ τὴν ὁποίαν ἐστηρίχθη ἵνα δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ μέτρα, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις. Τί λοιπὸν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νὰ μὴ ζητηθῇ ἡ σύμπραξις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα θέλει λάβει ἡ κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα θέλει παράσχει μετὰ πάσης προθυμίας, ὡς ἔχει μέχρι τοῦδε δώσει ἄπειρα δείγματα; Ἂς μὴ παραβλέψῃ ἡ κυβέρνησις μήτε τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο προτήτερα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θέλουν ἐκτελεσθῆ τοσοῦτον εὐκολώτερον, καθ’ ὅσον θέλουσιν ἔχει τὸ κῦρος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· διότι τότε θέλουν φέρει τὴν σφραγῖδα τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, διότι τότε αἱ ἐπαρχίαι, τὰς ὁποίας θέλουν ἀποβλέπει, δὲν δύνανται ποτε νὰ παραπονεθῶσιν ἐπὶ ἀνισότητι. Βλέπετε λοιπὸν, καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος τὴν ἔποψιν τὴν συνταγματικὴν, ὁ σκοπὸς αὐτὸς τῆς ἐπιτυχοῦς ἐκτελέσεως τοῦ μέτρου τούτου ἐπιτάσσει ὅπως λάβῃ τὴν κύρωσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
§268Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ψηφίσατε, κύριοι, τὸν ἔκτακτον τοῦτον νόμον καὶ εὐχηθῆτε νὰ ἐπαρκέσῃ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τούτου εἶναι στενῶς συνδεδεμένα. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριοι, νὰ εἴπετε, παραδεχόμεθα τὸ ἓν ἄρθρον, χωρὶς νὰ παραδεχθῆτε τὰς ἑτέρας διατάξεις· διότι ἄλλως τὸ πᾶν ἀργεῖ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἄλλοτε συζητοῦντες, εἴπομεν ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἂν ποτε ἔλθῃ ἐποχὴ, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος ὑψωθῇ μὲ τὴν σημαίαν τοῦ 1821 νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματά του, προϋπολογισμὸς αὐτοῦ θὰ ᾖναι ἡ περιουσία ἡ ἐθνικὴ, καὶ στρατόπεδον τὸ ἔθνος. Τί λέγετε, κύριοι, εἰς τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νόμου; «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔκτακτος στρατολογία καὶ ναυτολογία ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς πατρίδος.» Καταλαμβάνετε, κύριοι, τί θέλει τὸ ἄρθρον τοῦτο; Κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος νὰ δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν γενικὸν ἐξοπλισμόν. Ποῖος θὰ θρέψῃ τοὺς στρατοὺς, τοὺς ὁποίους θὰ ἐξοπλίσωμεν, παρ’ ἡμεῖς αὐτοί; Καὶ τί τὴν θέλομεν τὴν περιουσίαν, ὅταν φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ κινδυνεύσῃ ἡ πατρίς μας; καὶ εἰς ποῖον ἄλλον θὰ δώσωμεν τὴν περιουσίαν μας παρ’ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν πατρίδα μας; Κύριοι, ἐπιτρέποντες τὴν γενικὴν στρατολογίαν, δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι πάντες οὗτοι ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὰ ὅπλα; Πόθεν θὰ εὕρητε τοὺς πόρους νὰ συντηρήσετε αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας, παρὰ δι’ ὅλης τῆς ἐθνικῆς περιουσίας; Πρέπει λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἤμεθα συνεπεῖς, ὄχι μόνον νὰ λέγωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ πράττωμεν καὶ νὰ ἀρχίσωμεν πράττοντες, ψηφίζοντες ἀπὸ τοῦδε τὰ δέοντα διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν μίαν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ παραδεχθῆτε καὶ τὴν ἄλλην διάταξιν. Αὐτὸς ἦτον ὁ νόμος τοῦ 1821, τὸν ὁποῖον σᾶς ἔλεγον ἄλλοτε, καὶ τὸ ἐνθυμεῖται ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τὸν ὁποῖον βλέπω ἀντικρύ μου, ἐξηγέρθησαν αἴφνης ἐναντίον μου, διότι εἶπα ὅτι τὰ ἰδιόκτητα βαλάντια θὰ περάσουν ἐν καιρῷ τοιαύτης περιστάσεως εἰς τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον, καὶ πάντες ἐξηγέρθησαν ἐναντίον μου καὶ ἐφοβήθησαν μήπως ἐγὼ ἁρπάσω τὰ βαλάντιά των! Ψηφίσετε λοιπὸν, ἐπαναλέγω, τὸν ἔκτακτον αὐτὸν νόμον καὶ εὐχηθῆτε νὰ ἐπαρκέσῃ.
§269ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, κύριοι, ἐννοῶ τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐχόντων τροπολογίας καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους φέρουν τοὺς θεωρῶ πολὺ σπουδαίους· ἀλλ’ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ μάλιστα εἰς τὴν σημερινὴν, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, δὲν εἶναι καιρός. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠρώτησε, ποῖοι εἶναι οἱ πόροι οἱ πιθανοὶ, τοὺς ὁποίους ἡ κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ μεταχειρισθῇ· καὶ ὁ ἴδιος περιωρίσθη εἰς δύω, εἰς τὰ ἀναγκαστικὰ δάνεια καὶ εἰς τὸ χαρτονόμισμα. Τῷ λέγω, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι εἶναι οἱ πόροι, διότι ἠμποροῦν νὰ παρουσιασθοῦν κατόπιν ἄπειροι πόροι, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ἀπὸ σήμερον, ἀφ’ οὗ οὔτε τοὺς γνωρίζομεν. Τὸ νὰ ἀπαιτήσωμεν λοιπὸν νὰ κανονίσωμεν διὰ νόμου σήμερον περὶ τῆς φύσεως ἑκάστου πόρου εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ 2 ἄρθρου, διότι πολλοὶ πόροι εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστοι, καὶ νὰ ἀναφέρω τινὰς, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐπῆλθον. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις θέλῃ νὰ πωλήσῃ τὰ δάση, ἐὰν θέλῃ νὰ πωλήσῃ τὴν Κωπαΐδα λίμνην, ἐὰν θέλῃ νὰ πωλήσῃ τὸ δικαίωμα τῶν σιδηροδρόμων ἐφ’ ὅλον τὸ κράτος ἐπ’ ἄπειρον χρόνον, ἐὰν παρουσιασθοῦν καὶ ἄλλοι πόροι, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ προνοήσωμεν, τί θὰ γίνῃ; Πρέπει νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας ἡ κυβέρνησις; Ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἄλλοτε, κύριοι, εἰς τὴν Ῥώμην εἰς περιστάσεις τοιαύτας ἔλεγεν ἡ σύγκλητος caveat consules ne quid Republica detrimenti capiat, τοὐτέστι, νὰ φροντίσωσιν οἱ ὕπατοι μὴ πάθῃ τι ἡ πολιτεία, καὶ μετεβίβαζον οὕτως ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς ὑπάτους. Ἡμεῖς δὲν προβαίνομεν ἕως ἐκεῖ, οὔτε ἔπρεπε νὰ προβῶμεν, διότι οὔτε ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀνάλογος· ἀλλὰ τοὐλάχιστον διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν σήμερον νὰ τὰ κανονίσωμεν, διατί νὰ ἐπιμένωμεν νὰ τὰ κανονίσωμεν, ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατον; Ἡ κυβέρνησις θέλει νὰ παραχωρήσῃ τοὺς σιδηροδρόμους ἢ τὰς ἄλλας ὁδοὺς, μὲ ὠφέλειάν τινα, ὅλου τοῦ κράτους εἴς τινα.
§270Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ....
§271ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρξῃ Βουλὴ, ἠμπορεῖ νὰ ἤμεθα ὅλοι εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦναι δυνατόν. Μία ἔνστασις εἶναι σπουδαία, ἂν καὶ κατ’ ἐμὲ περιέχει πολλὴν δυσπιστίαν, ὅτι ἠμποροῦν τὰ βάρη νὰ διανεμηθῶσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος· πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν τοὺς κυβερνῶντας ἢ κυβερνήσοντας στερημένους καὶ τοῦ ἐλαχίστου πατριωτισμοῦ καὶ τῆς ἐλαχίστης φρονήσεως, διότι θέλει πρόκειται οὐχὶ περὶ τῆς τιμῆς αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν· πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ἁπλοῦς ἀνθρώπους τοιούτους διὰ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θὰ θελήσῃ μία κυβέρνησις νὰ φατριάσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἐν τοιαύταις κρισίμοις περιστάσεσι (θόρυβος). Καὶ ἀναχωρούντων ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἐντεῦθεν, οἱ πόροι αὐτοὶ δὲν θὰ κανονισθοῦν ὑπὸ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος ὑπουργοῦ αὐθαιρέτως, ὅπως θέλει, ἀλλὰ διὰ διατάγματος θὰ προσδιορισθοῦν καὶ θὰ ἐκτελεσθοῦν πάλιν διὰ διατάγματος, ἐννοεῖται ἐπὶ τῇ βάσει οὐχὶ φατρίας προσωπικῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἰσότητος καὶ ἀναλογίας. Ἵνα μὴ ἐπέλθῃ τοῦτο, προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον «πόρους προσδιοριζομένους καὶ κανονιζομένους».
§272ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀφοῦ λέγει «εἰς τὴν κυβέρνησιν,» ἐννοεῖται αὐτό.
§273ΡΟΝΤΗΡΗΣ. «Ἐπιτρέπεται νὰ φροντίσῃ»· δὲν τὸ λέγει αὐτό.
§274ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν» τὸ λέγει.
§275ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν τὸ ἀναφέρει τέλος πάντων, ἀλλ’ ἐννοῶ αὐτὸ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων.
§276ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως.
§277ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βέβαια, ἀλλ’ ἐπειδή τινες ἠγέρθησαν δισταγμοί...
§278ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ οὐδεὶς δισταγμὸς ὑπῆρξε.
§279ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω καὶ μοῦ εἶπαν ἄλλοι· ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔφερα ὡς ἐπιχείρημα κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὴν δυσπιστίαν ἕως ἐκεῖ. Αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ λεπτολογήσωμεν περισσότερον περὶ αὐτῶν.
§280ΠΟΛΛΟΙ. Ψηφοφορία, κύριε πρόεδρε.
§281ΔΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. πρόεδρε, (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι).
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω ψηφολέκται.
§283ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμείνουν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§284Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἐναντίον τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων καὶ θέλομεν νὰ φανῇ τὸ ὄνομά μας· δὲν θέλομεν κἀμμίαν εὐθύνην.
§285ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ ψηφοφορία εἴτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως γίνει, εἴτε δι’ ἀναστάσεως, παραδεχόμεθα τὸ ἄρθρον αὐτὸ μὲ τὰς ἐξηγήσεις τῶν κ.κ. ὑπουργῶν, ὅτι δὲν ἐννοοῦν οὔτε φόρους ἐκτάκτους νὰ ἐπιβάλωσιν ἢ νὰ αὐξήσωσι τοὺς ὑπάρχοντας, οὔτε ἐράνους, οὔτε δημεύσεις.
§286Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν σημαίνει τοῦτο, ἡμεῖς ἐπιμένομεν.
§287ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὰ ἐπιψηφίσωμεν διὰ νόμου.
§288ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κ. πρόεδρε, εἰς ψηφοφορίαν.
§289Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι περὶ ἀρχῆς, ἐὰν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάσῃ τὰ συνταγματικὰ δικαιώματά της.
§290ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτό· ποῖος τὸ εἶπε;
§291Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ δοθοῦν μερικαὶ ἐξηγήσεις. — Κύριοι βουλευταί, ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν ἐδώκαμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν πίστωσιν τῶν 100 ἑκατομμυρίων, ἐνοούσαμεν ὅτι θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις· δὲν ἦτο ζήτημα αὐτό. Διάφοροι γνῶμαι ἐξεφράσθησαν· οἱ μὲν εἶπον, ὅτι θέλομεν τὸ χαρτὶ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ ἑκάστη τῶν γνωμῶν αὐτῶν καὶ τῶν προτάσεων εἶχε τοὺς λόγους της· ὅλοι οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἰσχυροί, οὔτε ἐγὼ τὸ ἀρνοῦμαι· ἀλλ’ εἶναι ἰσχυραὶ καὶ αἱ περιστάσεις. Λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μελετήσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, εἶναι, ἐὰν εὑρεθῶμεν ἐντὸς αὐτῶν τῶν περιστάσεων, πῶς πρέπει νὰ ἀποσοβήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς ἐνδεχομένας περιπετείας εἴτε τὰς ἐνδεχομένας περιπλοκάς, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῶμεν. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καθ’ ὁλοκληρίαν· ἐννοῶ ὅμως καλλίτερον κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ φρονιμώτερον τὸ μέτρον τοῦ νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ὡρισμένοι δι’ ὁμολογιῶν τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ χρήμασιν, argent conptant, ὥστε αἱ ἀγοραὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ὑποστῶσι κλονισμούς, παρὰ νὰ ἔλθῃ εἰς κυκλοφορίαν τὸ χαρτονόμισμα· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου. Διότι ἅμα ἔλθῃ τὸ χαρτονόμισμα καὶ τεθῇ εἰς κίνησιν ἐντὸς τῶν ἀγορῶν τῆς Ἑλλάδος, τότε βεβαίως θὰ εὑρεθῇ ὁ τόπος εἰς πολλὰς περιπλοκὰς ἐσωτερικὰς, καὶ ἐν ᾧ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην μεγάλων προμηθειῶν καὶ πίστεως καὶ διὰ τὸ ἐξωτερικόν, διὰ τῆς ἐξαπλώσεως αὐτῆς τοῦ χαρτονομίσματος θὰ ἐξαφανίσωμεν ἐντελῶς τὴν πίστιν καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς μεγαλειτέρας δυσκολίας. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, ἐξ οὗ εὐχαρίστως, ἐὰν ἔχω περιουσίαν 30 χιλιάδων δραχμῶν, εὐχαρίστως ὑποβάλλομαι, ἂν ἡ πατρὶς τὸ ἀπαιτήσῃ, νὰ μετρήσω 10 χιλιάδας δραχμάς.
§292ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν ἔχῃς μετρητάς.
§293Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἔχω, ὅσας ἔχω· καὶ ἐὰν ἔχω ἓν χαρτονόμισμα εἰς τὰς χεῖράς μου χιλίων δραχμῶν, ἅμα ὑπάγω εἰς τὸν φούρναρην νὰ ἀγοράσω ἓν καρβέλι ψωμί, δὲν θὰ μοῦ τὸ δίδῃ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μελετηθῇ. Ἐγὼ ὅμως πρὸ πάντων λέγω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἂς μεταχειρισθῇ οἱαδήποτε ἄλλα μέσα θέλει, οἱουσδήποτε φόρους θέλει, ἐκτὸς τοῦ χαρτονομίσματος· διότι τὸ χαρτονόμισμα αὐτὸ τὸ θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον καὶ λίαν ἀκατάλληλον εἰς τὰς περιστάσεις πρὸ πάντων, εἰς τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῶμεν.
§294ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Θὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Μαλιαρόπουλε.
§296ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔχει δύω ὅρους· ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον καὶ συνάμα νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τῆς ἐξευρέσεως ἄλλων πόρων. Βλέπω ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου θὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμήν, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ ἐπιτρέψω εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δάνειον καὶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἄλλων μέσων. Ἐὰν μὲν θέλω καὶ τὰ δύω, θὰ εἴπω ναὶ, ἐὰν ἀποκρούω καὶ τὰ δύω, θὰ εἴπω ὄχι. Ἐὰν ὅμως παραδέχομαι τὸ ἓν καὶ ἀποκρούω τὸ ἄλλο;
§297ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία περὶ ἀπαλείψεως θὰ ψηφοφορηθῇ.
§298ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ τροπολογία ἀφορᾷ τοὺς πόρους.
§299ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§300Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ δώσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθοῦν αἱ λέξεις «ἐξεύρεσις ἄλλων πόρων,» ὄχι διότι ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ ἄλλων πόρων, ἀλλὰ διότι φρονοῦμεν, ὅτι πᾶς ἄλλος πόρος (πλὴν τοῦ δανείου), τοῦ ὁποίου ἤθελε λάβει ἀνάγκην ἡ κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἑπομένως ζητοῦμεν τὴν ἐξάλειψιν αὐτοῦ, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ ψηφίσωμεν εἰδικὰ νομοσχέδια.
§301ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κ. πρόεδρε, ψηφοφορία.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§303ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ δεύτερον μέρος, τὴν ἐξεύρεσιν τῶν νέων πόρων.
§305Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τροπολογίαν καὶ εἶπα, «ἄλλων πόρων, ἐκτὸς χαρτονομίσματος.»
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται καὶ τὴν ἐξεύρεσιν ἄλλων πόρων θὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι δὲν παραδέχονται ἄλλους πόρους θὰ εἴπωσιν ὄχι.
§307ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι· τὸ ἐναντίον, κ. πρόεδρε.
§308ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν τροπολογίαν λέγουσι ναί.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὅσοι παρεδέχονται τὴν ἀπάλειψιν τῶν λέξεων «ἐξευρέσεως ἄλλων πόρων» λέγουσι ναὶ, ὅσοι δὲν παραδέχονται τὴν ἀπάλειψιν λέγουσιν ὄχι.
§310Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ἀπόλυτον· ἡ κυβέρνησις τὸ ζητεῖ, καὶ ἂν μᾶς τὸ ἀποῤῥίψῃ ἡ Βουλὴ, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε· ὅστις θέλει καὶ τὰ δύω μαζῆ ἂς τὰ ψηφίσῃ, ὅστις δὲν θέλει καὶ τὰ δύω, ἂς τὰ ἀποῤῥίψῃ.
§311ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι, κ. πρόεδρε, τὸν κανονισμόν, καὶ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τὸ λύσητε μόνος ὑμεῖς. Τί συζητοῦμεν; τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ κυβέρνησις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπροτάθη μία τροπολογία περὶ ἀπαλείψεως τριῶν λέξεων. Τῆς τροπολογίας αὐτῆς πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν ψήφισιν, καὶ ἐὰν πέσῃ ἡ τροπολογία, τότε θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται τὴν τροπολογίαν περὶ ἀπαλείψεως τῶν λέξεων «ἐξευρέσεως καὶ ἄλλων πόρων» λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Δηλ. οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν περὶ ἀπαλείψεως τῶν λέξεων «ἐξευρέσεως καὶ ἄλλων πόρων» λέγουσι ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον λέγουσιν ὄχι. Νὰ προσέλθωσι δύω ψηφολέκται (προσέρχονται ὡς τοιοῦτοι οἱ κύριοι Δόσιος καὶ Τ. Ῥούκης). Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§313ΓΕΩΡΓ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ (ἐρωτώμενος εἰς τὴν ψηφοφορίαν). Δὲν ψηφίζω κατάργησιν τοῦ Συντάγματος.
§314Χ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ (ἐπίσης). Ἀρνοῦμαι ψῆφον.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καθήσατε· ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τροπολογίαν δι’ 90 ψήφων πρὸς 56, ἀρνηθέντων 3. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον. «Εἰς τὴν κυβέρνησιν, προνοοῦσαν περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος κατὰ τὰς ἐνεστώσας ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον δι’ ἐνεχυριάσεως ἢ ὑποθήκης ἐθνικῆς ἐν γένει περιουσίας, καὶ νὰ ἐξεύρῃ ἄλλους πόρους.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. «Ἄρθρ. 3. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔκτακτος στρατολογία καὶ ναυτολογία ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς πατρίδος».
§316ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Τὸ σύνολον, κ. πρόεδρε.
§317ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι καὶ τροπολογίαι.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου, ἡ ἑξῆς· «Νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει αἱ λέξεις κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τοῦ Κράτους.»
§319ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται αὐτή.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔκτακτος στρατολογία καὶ ναυτολογία ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς πατρίδος.» Οἱ παραδεχόμενοι το ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι)· παρεδέχθη. Ὑπάρχουσι δύω προσθῆκαι· μία τοῦ κ. Ἡλιοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρον 4. Οὐδεμία πρᾶξις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου ἔχει κῦρος, ἂν δὲν προηγηθῇ συνδιάσκεψις...
§321ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται αὐτή· εἶναι ἀντισυνταγματική.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑποστηρίζεται αὐτὴ ἡ πρότασις;
§323ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Ὄχι, ὄχι.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔρχεται ἡ ἑτέρα τοῦ κ. Δοσίου· «Μέχρι καταργήσεως τοῦ παρόντος νόμου πᾶσα βαθμολογία θεωρεῖται προσωρινὴ καὶ ἁπλῶς τιμητικὴ, δὲν παρέχει δὲ οὐδὲν μόνιμον δικαίωμα κτλ....»
§325ΠΟΛΛΟΙ. Προσβάλλει τὸ σύνταγμα αὐτό.
§326ΔΟΣΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί! ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα εἰς τὴν ἐπιψήφισίν σας καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας λαμβάνω τὸν λόγον, συνίσταται ἐκ δύω ὅλως ἀνεξαρτήτων προτάσεων, καὶ τὴν μὲν δευτέραν ἔχουσαν οὕτω· «Οἱ βουλευταὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λαμβάνοντες ἐνεργητικὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἀπόλλυσι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα», ἀποσύρω, διότι μοὶ γίνεται ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων ἡ ὀρθοτάτη παρατήρησις, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συντάγματος, αἵτινες πρέπει πάντοτε νὰ διαμένωσιν ἄθικτοι καὶ ἱεραὶ καὶ νὰ μὴ παραβαίνωνται οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον οὔτ’ ἐν εἰρήνῃ, οὔτ’ ἐν πολέμῳ. Θὰ μείνωμεν λοιπὸν εἰς τὰς ἕδρας μας, ὅσον κρίσιμοι καὶ ἂν ᾖναι αἱ περιστάσεις, ἐκτὸς ἐὰν ἐκεῖνοι, εἰς οὓς ἐναπόκειται τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, κρίνωσι τὴν παρουσίαν μας ἐπιβλαβῆ.
§327ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, κύριε Δόσιε;
§328ΔΟΣΙΟΣ. Ἐννοῶ, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι ἂν ἡ κυβέρνησις θεωρήσῃ τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς ἐπιβλαβῆ, τὸ σύνταγμα τῇ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου καὶ πᾶσα ἡ εὐθύνη τῆς τοιαύτης πράξεως ἐπιβαρύνει αὐτήν. Ἄλλως πρέπει, ὅπως ἡ μεγάλη γενεὰ τοῦ ἀγῶνος, τῆς ὁποίας αἱ Βουλαὶ συνεδρίαζον καὶ ἐβουλεύοντο καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐσχάτοις κινδύνοις, σώζουσαι πολλάκις τὴν πατρίδα, οὕτω καὶ ἡμεῖς νὰ μείνωμεν, ὁποιαιδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αἱ περιστάσεις, ἀκράδαντοι εἰς τὰς ἕδρας μας καὶ νὰ πράξωμεν ὅ,τι νομίζει ἕκαστος ἡμῶν ὅτι τῷ ὑπαγορεύει ἡ τιμὴ, ὁ πατριωτισμὸς καὶ τὸ καθῆκον, τὰ ὁποῖα, εἴτε εἰς αὐτὴν εἴτε εἰς ἐκείνην τὴν πτέρυγα καθήμεθα, δὲν περιμένομεν νὰ μᾶς τὰ διδάξῃ οὐδεὶς, οὔτε οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος, οἵτινες κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τόσας μᾶς ἐπεδαψίλευσαν διδαχάς, οὔτε, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον, ὡς χθὲς, ἄνθρωποι οἵτινες, ἐνῷ τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, καὶ πολέμου βαρβαρικοῦ ἀπειλοῦν νὰ κατακλύσουν ὄχι τὴν Ἑλλάδα ἀλλ’ ὅλον τὸν Ἑλληνισμὸν, ἔπρεπε μιμούμενοι τὸ ἀξιότιμον παράδειγμα ἄλλων συναδέλφων των, τελευταῖοι πάντων νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἀναλογιζόμενοι ὅτι μόνοι τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλήνων δὲν παρέχουν χώραν προκινδυνεύουσαν, διότι πρόσφατοι συνθῆκαι ἐξασφαλίζουσιν εἰς τὴν Κέρκυραν τὰ ἀγαθὰ τῆς οὐδετερότητος. Τὴν ἄλλην πρότασίν μου, κύριοι, ἔχουσαν οὕτω· «Μέχρι καταργήσεως τοῦ παρόντος νόμου πᾶσα βαθμολογία εἶναι προσωρινὴ καὶ ἁπλῶς τιμητικὴ, δὲν παρέχει δὲ οὐδὲν μόνιμον δικαίωμα», βλέπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὴν ἀποῤῥίψει. Ἴσως αὕτη φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως παράλογος καὶ ἄδικος, ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ προσπαθήσω ὅπως διὰ βραχέων σᾶς πείσω περὶ τοῦ ἐναντίου. Ὁ πόλεμος, εἰς τὸν ὁποῖον (ὅπερ ἀπεύχομαι, δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω μετὰ παῤῥησίας) ἴσως περιπλακῶμεν, δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ μὲ τοὺς συνήθεις πολέμους τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, οἵτινες διεξάγονται διὰ μικρᾶς αὐξήσεως καὶ ἐπιτάσεως τῶν τακτικῶν μέσων· οὕτω π. χ. ἡ Γαλλία, προκειμένου νὰ κάμῃ πόλεμον, ψηφίζει ποσόν τι 300 ἢ 400 ἑκατομμυρίων, τὸ ἕκτον ἢ τὸ πέμπτον τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, (ὡς νὰ ἐλέγομεν ἡμεῖς 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια), τὰ ὁποῖα πάραυτα εὑρίσκει δι’ ἐσωτερικοῦ δανείου πρὸς 4 ἢ 5% καὶ ἀναβιβάζει τὴν νεοσυλλεξίαν ἀπὸ 100 εἰς 140 χιλ. οἱ δὲ λοιποὶ πολῖται ἀκολουθοῦν τὰς εἰρηνικὰς αὑτῶν ἀσχολίας, ἀναγινώσκοντες τὸ πρωΐ, ἐνῷ πέρνουν τὸν καφέν των, τὰς εἰδήσεις τοῦ πολέμου, ὅστις διεξάγεται ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἄνευ σχηματισμοῦ νέων σωμάτων, διὰ μόνης τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῶν ὑπαρχόντων λόχων καὶ ταγμάτων. Τὸ πολὺ οἱ πολῖται πληρόνουσιν ἐλαφρόν τινα πρόσθετον φόρον, ὅστις κάλλιστα χαρακτηρίζεται ἐκ τοῦ ὀνόματός του centimes additionnels, πρόσθετα λεπτὰ, δηλ. εἰς ἕκαστον φράγκον ἀμέσων φόρων προστίθενται καὶ λεπτά τινα 5 ἢ 6. Ἄλλως ἔχουν τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν, ὅπου εἰς τὸ πρῶτον ἄκουσμα τοῦ πολέμου ἐσυζητήθη πίστωσις ὑπερτριπλασία τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπέ τις νὰ ψηφίσητε μὲ τὴν παρηγορητικὴν προσθήκην, «Εὔχεσθε νὰ ἐπαρκέσῃ», πρόκειται δὲ νὰ κληθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα καὶ ὅλοι οἱ πολῖται, καὶ ὅλοι, ἐὰν (ὅπερ δὲν πιστεύω) παραστῇ ἀνάγκη, θὰ δράμωσι προθύμως, καὶ ἐνίοτε (ὡς ἠξεύρετε βέβαια) εἰς τοιαύτας περιστάσεις οἱ πλέον εἰρηνόφιλοι δὲν εἶναι ἔσχατοι πάντων. Θὰ παρασταθῇ λοιπὸν ἐξ ἅπαντος ἀνάγκη σχηματισμοῦ νέων καὶ πολλῶν ταγμάτων, (καθόσον ἡ κυβέρνησις δὲν πιστεύω νὰ σκοπεύῃ νὰ διεξάξῃ τὸν πόλεμον βασιβοζουκικῶς), τὰ ὁποῖα εὐκόλως δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε ὅτι θὰ χρειασθοῦν ὑπερδισχιλίους ἀξιωματικούς. Τὰ ἔθνη, κύριοι, καὶ ὅταν ἀκόμη ψηφίζουν τὸν πόλεμον, ἔχουν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν των τὴν εἰρήνην, ἥτις εἶναι ἡ φυσικὴ αὐτῶν κατάστασις, διότι ὁ πόλεμος, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἔκβασίς του (καὶ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ σήμερον), παρέρχεται καὶ ἐπανέρχεται ἡ εἰρήνη. Δὲν σκέπτεσθε λοιπὸν εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν, ὅταν ἐν εἰρήνῃ θὰ ἔχωμεν ἀνεγνωρισμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοιαύτης πληθύος βαθμοφόρων; Ἴσως μοὶ ἀντιτείνῃ τις τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν πολέμῳ πιπτόντων. Ὅσον ἀφορᾷ αὐτὰ, ἡ μεγαλοδωρία τοῦ ἔθνους δὲν θὰ τὰ ἐγκαταλείψῃ· ἄν τις ὅμως θέλῃ νὰ προτείνῃ ἀπὸ τοῦδε ἐξαίρεσίν τινα δι’ αὐτὰ καὶ μόνα, ἂς τὸ κάμῃ καὶ προθύμως θέλω τὴν ὑποστηρίξει. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ἐπιζήσαντας, ἀφοῦ τόσα ἠκούσαμεν ἀπὸ διαφόρους (καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων κ. Σ. Πετιμεζᾶν) περὶ θυσιῶν καὶ αὐταπαρνήσεως, ἂς δείξωμεν ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα του χάριν βαθμοῦ καὶ μισθαρίου· ἂς μιμηθῶμεν τοὺς προγόνους μας διὰ τοὺς ὁποίους πολλάκις καὶ δικαίως σεμνυνόμεθα. Ὁ Κίμων ἄλλοτε καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς, ἀφοῦ ἔσυραν αἰχμαλώτους εἰς τὸν Πειραιᾶ τόσους στόλους, ὥστε ἀπὸ τοὺς ἱστοὺς τῶν κατεσκευάσθη ἡ στέγη τοῦ ᾨδείου, ὁ δὲ Φωκίων ἐπανέκαμπτεν ἀπὸ τὰς τεσσαράκοντά του στρατηγίας, ἐκρέμων παρὰ τὴν ἑστίαν καὶ τὸ ξίφος καὶ τὴν δάφνην καὶ ἐξήρχοντο πάλιν ὡς ἁπλοῖ πολῖται εἰς τὴν ἀγοράν. Ἀποτεινόμενος ἤδη πρός τινας, οἱ ὁποῖοι ἴσως θεωροῦν τὰ συμφέροντά των προσβαλλόμενα διὰ τῆς προτάσεώς μου, λέγω, πρὸς αὐτοὺς, ὅτι αὕτη εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ ἔθνος θὰ εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις, καὶ γνωρίζομεν ὅλοι (δὲν πρέπει νὰ κρύπτωμεν τὰ ἐλαττώματά μας) τὸ φύσει ζηλότυπον τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος, ὥστε μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι, ἂν τὸ μέτρον ληφθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων, θὰ ᾖναι γενικὸν καὶ θὰ συμπαρασύρῃ τὴν κατάργησιν ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν βαθμῶν. Προσθέτω ἐν τέλει, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν εἶναι καινοφανὴς καὶ ἄνευ προηγουμένων· εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν ὅλα τὰ ἔθνη, ὅταν, εὑρεθέντα εἰς παρομοίας περιστάσεις, ἐπεχείρησαν πολέμους ἐθνικούς... Προσωρινοὶ ἐθεωρήθησαν οἱ βαθμοὶ καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1793 καὶ κατὰ τὴν ἐξέγερσιν τῆς Γερμανίας κατὰ τοῦ Ναπολέοντος ἐν ἔτει 1813 καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ κατὰ τὴν πρώτην κατὰ τῆς Ἀγγλίας ἐπανάστασιν καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον ἐμφύλιον πόλεμον. Προσωρινοὶ καὶ εἰς τὴν γείτονα Ἰταλίαν, κατὰ τοὺς πέντε αὐτῆς ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας πολέμους, ἀπὸ 1848 ἕως προπέρυσι. Μὴ ἀποῤῥίψετε, κύριοι βουλευταὶ, πρότασιν, ἥτις εἶναι καὶ δικαία καὶ οἰκονομικῶς ἀναγκαία, καὶ μεγάλως θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἀνυψώσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους ἐνώπιον τοῦ πολιτισμένου κόσμου, ὑπόληψιν, τῆς ὁποίας τόσην ἔχομεν ἀνάγκην κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις.
§329ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἀποσύρετε;
§330ΔΟΣΙΟΣ. Ὄχι, δὲν τὴν ἀποσύρω, ἂς τὴν ἀποῤῥίψῃ ἡ Βουλὴ (θόρυβος).
§331Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη νὰ μείνῃ διὰ τὴν αὔριον.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν....
§333ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 4. Πᾶσα βαθμολογία μέχρι καταργήσεως τοῦ παρόντος νόμου θεωρεῖται προσωρινὴ καὶ ἁπλῶς τιμητικὴ, δὲν παρέχει δὲ οὐδὲν μόνιμον δικαίωμα.»
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δοσίου, ὅπως ἀνεγνώσθη, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§335ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ ἰδική μου πρότασις νὰ ἀναγνωσθῇ.
§336ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). «Μόνοι οἱ συνεπείᾳ στρατιωτικοῦ ἢ ναυτικοῦ κατορθώματος ἀποδοθησόμενοι βαθμοὶ θὰ ἔχουν τὴν ἀξίαν».
§337ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτοί, μάλιστα.
§338ΜΑΚΡΗΣ. Ἐὰν σπουδαίως ὑποστηρίζεται τοιαύτη πρότασις, τὴν θεωρῶ ὡς κώλυμα εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ὑπάρχοντα στρατιωτικὸν νόμον, ἐν ᾧ ὑπάρχουσι διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα διὰ μιᾶς ἀποφάσεως νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν. Ἐὰν πρόκειται λοιπὸν ὁλόκληρον νομοθεσίαν νὰ ῥίψωμεν διὰ μιᾶς τροπολογίας, τότε διατί νὰ περιέχωνται ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τοῦ νὰ φέρηται ἓν νομοσχέδιον, νὰ συζητῆται τρίς, νὰ τυποῦται καὶ διανέμηται; Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὅλαι αὗται αἱ προτάσεις τοῦ κ. Δοσίου καθὼς καὶ τοῦ κυρίου Μαυρομμάτη εἶναι ὅλως καὶ ἐντελῶς ξέναι πρὸς τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Βεβαίως ἠδύναντο νὰ ἔλθουν αὐτοτελεῖς προτάσεις, νὰ διέλθουν ὅλα τὰ στάδια καὶ ἑπομένως τότε νὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν· ἄλλως τε, κύριοι, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κατάστασιν, καθ’ ἣν πρέπει νὰ γίνῃ ἓν τοιοῦτον.
§339ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§340ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἔθεσαν εἰς ἀμφιβολίαν τὰς προθέσεις τῆς κυβερνήσεως. Τινὲς ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῆς δεξιᾶς πτέρυγος εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν πλάγιαι σκέψεις καὶ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέθεσα. Συμφωνῶ ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι αὐτοτελὴς καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νόμος, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκομαι εἰς θέσιν νὰ προσδιορίσω ἕως ποίαν ἡμέραν θὰ μείνῃ ἡ Βουλή. Τί ζητεῖ ἡ Βουλή; τί ζητεῖ ἡ κυβέρνησις διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας; ζητεῖ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, τὴν πατρίδα. Τί λέγομεν ἡμεῖς; ἀκούσατε. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ τροπολογία· «Μόνον οἱ συνεπείᾳ στρατιωτικοῦ ἢ ναυτικοῦ κατορθώματος ἀποδοθησόμενοι βαθμοὶ, μόνοι αὐτοὶ θὰ ἔχουν τὴν ἀξίαν.» Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ λάβῃ, θὰ διατάξῃ στρατολογίαν (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν στρατολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ, δὲν δύναται νὰ δώσῃ νέους βαθμούς· οἱ βαθμοὶ θὰ δοθοῦν μόνον ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολέμου καὶ ἀναλόγως τῶν κατορθωμάτων ἑκάστου. Δὲν θέλετε, κύριοι; θέλετε νὰ ἀφήσητε ἐλευθέραν οἱανδήποτε κυβέρνησιν νὰ δώσῃ βαθμοὺς χωρὶς νὰ λάβῃ χώραν πόλεμος; Θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα δυστυχέστατα διὰ τὸ ἔθνος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ κυβέρνησις αὐτὴ πρώτη θέλει καὶ, πιστεύω, θὰ παραδεχθῇ ταύτην τὴν τροπολογίαν, διὰ νὰ δώσῃ νέαν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁρμᾶται ἀπὸ ἀκραιφνῆ πρόθεσιν ὑπὲρ τοῦ πολέμου καὶ ὄχι ἀπὸ ἄλλο τι.
§341ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, κύριε πρόεδρε.
§342Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχουν, κύριοι, νόμοι ψηφισμένοι ἀπὸ τὸ ἔθνος, οἱ ὁποῖοι διαγράφουν καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον δίδονται οἱ βαθμοί.
§343ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂς ἐρωτηθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§344ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν διασάφησιν, κύριοι. Ἡμεῖς δὲν ἐμποδίζομεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ βαθμούς· λέγομεν μόνον, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν γίνῃ πόλεμος, νὰ μὴ ἔχουν ἰσχὺν (θόρυβος).
§345ΜΑΚΡΗΣ. Ὁ Βασιλεὺς, κατὰ τὸ σύνταγμα, ἀπονέμει τοὺς βαθμοὺς κατὰ τὸν νόμον· δὲν δυνάμεθα, ἐὰν κάμωμεν τοῦτο, παρὰ νὰ παραβιάσωμεν τὸ κυριώτερον δικαίωμα τοῦ Βασιλέως. Ἰδοὺ ὅτι εἶναι παράβασις τοῦ συντάγματος.
§346ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς περισσοτέρας ἐξηγήσεις, διότι ἐγὼ ἀπεναντίας πλῆρες δίδω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα. Σᾶς ἐρωτῶ μόνον, ἡ Κυβέρνησις σχηματίζουσα τάγματα νέα, θὰ λάβῃ ἀνάγκην βαθμοφόρων· ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέλθῃ εἰρήνη, αὐτοὶ οἱ βαθμοφόροι τί θὰ γίνουν; Πρέπει νὰ μείνουν χωρὶς νὰ πολεμήσουν, χωρὶς νὰ ἐκτεθοῦν εἰς κανένα κίνδυνον; εἶναι φρόνιμον αὐτό; (θόρυβος).
§347Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης νὰ ἀφήσῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν διὰ νὰ τὴν ψηφίσωμεν αὔριον.
§348ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῶσι βαθμοὶ, παρὰ ὅταν γίνῃ πόλεμος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι αὐτὸ ἐννοεῖ ἡ Βουλή.
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς σας, κ. Μαυρομμάτη;
§350Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον· δὲν πρέπει τώρα νὰ ψηφοφορηθῇ, ἀλλὰ νὰ μείνῃ δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§351ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ ὡς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν σημερινήν.
§352ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τελειώσῃ τὸ νομοσχέδιον πρῶτον, κ. πρόεδρε.
§353ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). «Ἄρθρ. 1 Χορηγεῖται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔκτακτος πίστωσις δραχμῶν 100,000,000 διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐν αἷς τὸ Κράτος εὑρίσκεται· διανεμηθήσεται δὲ αὕτη ἑκάστοτε διὰ Β. Διαταγμάτων εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα ἀναλόγως τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Ἄρθρ. 2. Εἰς τὴν κυβέρνησιν, προνοοῦσαν περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος κατὰ τὰς ἐνεστώσας ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον δι’ ἐνεχυριάσεως ἢ ὑποθήκης ἐθνικῆς ἐν γένει περιουσίας καὶ νὰ ἐξεύρῃ ἄλλους πόρους. Ἄρθρ. 3. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔκτακτος στρατολογία καὶ ναυτολογία ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς πατρίδος.»
§354ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9½ Μ. Μ.