1868.11.15
197 rows · 1,696 words · 9 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3
Τῆς 15 Νοεμβρίου 1868.
(Παρασκευή).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου. Κύριοι, μολονότι ἔχω τρομερὰν κεφαλαλγίαν, μολαταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου παρουσιάζεται πρώτην φορὰν καὶ ὡς πρωτοφανὴς εἶναι καὶ ὅλως παράξενος, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ὡς θέλω τὸ ἀποδείξει, εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα τοῦ κοινοβουλίου ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου αὐτοῦ, διότι εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωμεν πλέον, ὅτι αἱ θέσεις ζητοῦν τοὺς ἀνθρώπους των καὶ οὐχὶ οἱ ἄνθρωποι τὰς θέσεις, ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε. Ἡ θέσις τοῦ προέδρου εἶναι θέσις, ἥτις ἔρχεται μετὰ τὴν τοῦ Βασιλέως. Ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἵσταται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ ὁ πρωθυπουργὸς ἵσταται εἰς τὰ ἀριστερά. Καὶ εἶναι ἐπίσης καιρὸς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν πρέπει ν’ ἀποῤῥέῃ ἡ κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ἡ ἀντιπροσωπεία ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Μερικὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν προσβολὴν ἔμμεσον εἰς τὴν Βουλὴν, μὲ ἀναγκάζουν νὰ προτάξω τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος τοῦ προέδρου· τὰ ἀποσιωπῶ, ἐπειδὴ θέλω ν’ ἀποφύγω τὰ σκάνδαλα, καὶ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὸ πρόγραμμα, ὅπερ ἐξεδόθη κατὰ τὴν τελετὴν τῆς βαπτίσεως τοῦ διαδόχου, τὸ ὄνομα τοῦ προέδρου δὲν ἐμπεριείχετο. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περισσότερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καθόσον ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πνίξῃ ἡ λήθη. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐν πρώτοις νὰ εἴπω ποῖα εἶναι κυρίως τὰ καθήκοντα κατ’ ἐμὲ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς. Πρῶτον καθῆκον αὐτοῦ εἶναι νὰ προστατεύῃ τὴν μειοψηφίαν, διότι ἡ μειοψηφία εἶναι ὀλιγαριθμοτέρα καὶ συγκειμένη ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουν καὶ αὐτοὶ αἷμα ὅπως καὶ οἱ τῆς πλειοψηφίας· εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ ἐρεθίζηται εὐκολώτερον ὅταν πιέζεται, καὶ ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς δύναται νὰ ἀπευθύνῃ πικράν τινα ἔκφρασιν. Ὅταν ὅμως ὁ πρόεδρος ἐκ προκαταβολῆς εἶναι γνωστὸν ὅτι τὴν προστατεύει, τότε δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἐξαφθέντα καὶ νὰ ᾖναι σεβαστὴ ἡ γνώμη του· ἐγὼ σὲ προστατεύω καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ σὲ ἱκανοποιήσω· εἰς δὲ τοὺς τῆς πλειοψηφίας παρεκτρεπομένους ἐπίσης ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του νὰ κάμῃ εὐκόλως τὰς ἁρμοδίας παρατηρήσεις. Ὥστε ἐξ ὑπαρχῆς πίπτει πᾶσα διαμάχη μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας καὶ κατευνάζεται εὐκολώτερον ὁ ἐρεθισμός. Κατὰ συνέπειαν τούτου νομίζω ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου δὲν δύναται νὰ ᾖναι ζήτημα ὑπουργικὸν ἢ φατριαστικὸν, διότι ὁ πρόεδρος πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν γένει καὶ οὐχὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἑτέραν μερίδα. Ὑπάρχει καὶ ἕτερος σπουδαιότερος λόγος, δι’ ὃν ὁ πρόεδρος πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὰ πρόσωπα τῆς κοινῆς ἐμπιστοσύνης καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν ἑτέραν μερίδα, καὶ εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ὅταν τὸ ὑπουργεῖον χάσῃ τὴν πλειοψηφίαν, (καὶ τὸ συνταγματικὸν τοῦτο ἔθιμον δὲν ὑπῆρχεν ἐπὶ τοῦ πρώην ἡγεμόνος ἀλλ’ εἰσήχθη ἀπὸ τὸν παρόντα τὸν ἀγαθὸν καὶ εἰλικρινῆ ἡγεμόνα), τότε προσκαλεῖται ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ ἐρωτᾶται ποῖα πρόσωπα τῆς Βουλῆς ἑλκύουν τὴν ἐμπιστοσύνην της καὶ συγκεντροῦσι τὴν πλειοψηφίαν. Τώρα, ἐὰν ὑποθέσητε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι εἶναι πρόεδρός τις ἔχων ἀπόλυτον συμπάθειαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἀπολέσαν τὴν πλειοψηφίαν, προσκαλούμενος καὶ ἐρωτώμενος ὁ τοιοῦτος πρόεδρος νὰ εἴπῃ ποῖος ἔχει τὴν πλειοψηφίαν, δὲν θὰ εὑρεθῇ τάχα μεταξὺ συμπαθείας καὶ καθήκοντος; Ἐκτὸς τούτου, ὡς βλέπετε, μᾶλλον ὁ σχηματισμὸς τοῦ ὑπουργείου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς πληροφορίας τοῦ προέδρου· ὅθεν δὲν δύναται ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ νὰ ὁρίζεται μονομερῶς, κατὰ συνέπειαν νὰ ᾖναι ζήτημα εἰδικὸν τῶν προσκαίρως κρατούντων τὸ χαρτοφυλάκιον. Τοῦτο κυρίως ἀποδεικνύει πασιφανῶς ὅτι ὁ πρόεδρος πρέπει νὰ ᾖναι ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα χαίρουν τὴν γενικὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ τῆς ἐμπιστοσύνης εἰδικῶς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας μερίδος. Δεύτερον καθῆκον τοῦ προέδρου εἶναι νὰ κρατῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ὑπερηφάνειαν τοῦ σώματος ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πολὺ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἔρχεται ἐδῶ, ἔρχεται πάντοτε ὡς ὑπόδικος· δὲν θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰδικῶς εἰς τὰ πρόσωπα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι, ἂν μ’ ἐρωτήσητε, σᾶς λέγω, ὅτι ὁ σημερινὸς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ πρῶτος πολίτης τῆς Ἑλλάδος (ψιθυρισμοί). Ἀλλὰ γενικῶς λέγω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ὅταν ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἔρχεται πάντοτε ἕτοιμον νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, ἂν ἐρωτηθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνωτέρα. Ὁ πρόεδρος πρέπει νὰ κρατῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ σώματος, καὶ ὅταν ἔρχεται εἷς ὑπουργὸς καὶ παρεκτρέπεται, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ λέξις, τότε ὀφείλει ὁ κ. πρόεδρος νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκόν του, οὐχὶ ὡς ἐπαναφέρει τὸν συνάδελφόν του βουλευτὴν, καθόσον ἡ ἀντιπροσωπεία εἶναι οἰκογένεια, ἀλλ’ αὐστηρῶς, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς ἐπιμένει, τότε κλείει τὴν συνεδρίασιν, τὴν καθιστᾷ οἰκογενειακὴν καὶ παρακαλεῖ τὸν ὑπουργόν ν’ ἀπέλθῃ. Τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει ν’ ἀπέλθῃ, διότι τὸ θέλει ἡ ἀντιπροσωπεία· τότε δύναται ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπουργόν. Τρίτον καθῆκον τοῦ προέδρου εἶναι νὰ ᾖναι ἐνήμερος, νὰ τηρῇ τὸν κανονισμὸν καὶ νὰ ᾖναι ἐνήμερος κυρίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρακτικά· διότι τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δεικνύουν εἰς ὅλους τοὺς συμπολίτας ποίαν πορείαν ἔχει ἡ Βουλή. Ἐνθυμηθῆτε ποίας δυσφημίας ἔκαμον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ἀκόμη· ἐὰν ὅμως τὰ πρακτικὰ ἦσαν τυπωμένα, ἤθελεν ἕκαστος εἶσθαι ἐν γνώσει τῆς ἀληθοῦς πορείας τῆς Βουλῆς καὶ κρίνει. Τὸ τρίτον ἑπομένως καθῆκον τοῦ προέδρου εἶναι νὰ ᾖναι ἐνήμερος εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ τυποῦνται καὶ διανέμωνται τὰ πρακτικὰ, ὥστε νὰ δημοσιεύωνται ἐγκαίρως καὶ πρὸ ἀνυποστάτων καὶ αἴφνης ἐκ κακοβούλου προθέσεως διαδόσεων αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὅσων σᾶς εἶπον, καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, κύριοι, θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου εἶναι σπουδαῖον, πλὴν συγχωρήσατέ μοι νὰ προχωρήσω ὡς κάμνουν οἱ ναυτικοὶ, ἐπειδὴ ὁ ἀέρας δὲν μὲ πέρνει διὰ τὸν λιμένα, νὰ κάμω μιὰ βόλτα. Δὲν εἶναι, κύριοι, τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν εὐτυχίαν ἢ δυστυχίαν εἰς τοὺς λαοὺς, ἀλλ’ ἡ πιστὴ ἢ μὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων. Ἂν ὑποθέσητε π. χ. μίαν μοναρχίαν πατρικὴν, φροντίζουσαν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν, εὐημερίαν καὶ πρόοδον τῶν πολιτῶν, τότε ἡ μοναρχία αὐτὴ ἀναλόγως τῆς ἐπὶ ὑποθέσει ὀπισθοδρομημένης διανοητικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἔθνους εἶναι καλή· διότι τὰ πολιτεύματα δὲν ἁρπάζονται, δὲν τίθενται ἐκ συνθήκης ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἔθνους. Ὅταν ἓν ἔθνος εἶναι ἄξιον τῆς δημοκρατίας, θὰ δημοκρατηθῇ, ὅταν δὲν εἶναι ἄξιον δημοκρατίας, πρέπει νὰ διοικῆται συνταγματικῶς· ὅταν δὲν εἶναι ἄξιον καὶ τούτου, θὰ μείνῃ εἰς τὴν μοναρχίαν ἕως οὗ ἀναπτυχθῇ. Καὶ ὅταν ἡ μοναρχία ἐκείνη εἶναι πατρικὴ, τότε θὰ εἰπῇ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ἔθνος εὐδαιμονεῖ, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν Ῥωσσίαν. Ἐκεῖ, κύριοι, ἡ ἀριστοκρατία εἶναι ἀληθὴς ἀριστοκρατία, δηλ. οἱ ἄριστοι πολῖται εἶναι ἀριστοκρατία μορφωμένη· ἓν μόνον δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ τῶν ἀριστοκρατῶν τῆς Ῥωσσίας, ὅτι καὶ ἐν αὐτοῖς ὑπάρχει ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ ἐπιτηδειότης, ἥτις κωλύει ὅσον δύναται τῶν ἑτέρων τάξεων τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν παιδείαν. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ὑποθέσετε, ὅτι ἀντὶ τοιαύτης πατρικῆς μοναρχίας ἔχετε αὐθαιρεσίαν πλήρη, ὅτι ἡ διοίκησις ἁρπάζει ἕνα τίμιον οἰκοδεσπότην καὶ τὸν ῥίπτει εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, τότε τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο θὰ ναυαγήσῃ. Ὅταν ἀντὶ τῆς μοναρχίας, ἡ ὁποία εἶναι, ὑποτεθείσθω, τὸ κατάλληλον πολίτευμα δι’ ἕνα τόπον, ἔχετε τὴν αὐθαιρεσίαν, τότε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πολίτευμα μοναρχικὸν εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι ἐκεῖ βασιλεύει ἡ αὐθαιρεσία. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ μὲ συγχωρεῖτε ὅτι κάμνω θεωρίαν τοῦ συνταγματικοῦ Δικαίου, ἐνῷ ἔρχομαι ἀπὸ τὸ φέρτε ἄρμ, ὅπου παρανόμως κρατοῦμαι εἰσέτι. Ὅταν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀντὶ νὰ ὁδεύῃ ἐντὸς τῶν ὅρων αὑτοῦ, ἀντὶ κυβέρνησις καὶ λαὸς νὰ σέβωνται τὰ δικαιώματα ἑαυτῶν εἰς τὰ τῶν ἄλλων, ἀντὶ νὰ ὑπάρχουν πολιτικαὶ ἀποχρώσεις ἔχουσαι διαφόρους μὲν ἀρχὰς, ἀλλ’ ἁπάσας τεινούσας εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον, εἰς τὴν κοινὴν εὐημερίαν, ἔρχονται καὶ διαπληκτίζονται αἱ φατρίαι, τότε εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ συνταγματικὸν πολίτευμα· εἶναι φατριασμός. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Ὅταν ἀντὶ δημοκρατίας, δηλ. ἀντὶ νὰ ᾖναι ἐλεύθερος ἕκαστος ἀλλ’ ἐντὸς τῆς τάξεως, ἀντὶ ἕκαστος νὰ σέβεται τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἄλλου, ἀντὶ νὰ τηρῇ θρησκευτικῶς τοὺς νόμους τραμπουκίζῃ, ἂς μὲ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, τότε δὲν ὑπάρχει δημοκρατία ἀλλ’ εἶναι τραμπουκισμός. Συγχωρήσατέ μου ἤδη μετὰ τὴν βόλταν ἣν ἔκαμα νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν Ἑλλάδα σχετικῶς μὲ τὰ ἐκτεθέντα καὶ τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, δὲν ἔχομεν οὔτε μοναρχικὸν, οὔτε συνταγματικὸν, οὐδὲ δημοκρατικὸν πολίτευμα· ἔχομεν ἓν κρᾶμα τῶν ἐλαττωμάτων καὶ τῶν τριῶν πολιτευμάτων, ἔχομεν κουλουβάχατα.
§4ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι τὰ κουλουβάχατα; (θόρυβος).
§5Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Τώρα θ’ ἀκούσητε· δηλ. ἔχομεν ἀντὶ πολιτεύματος ἓν κρᾶμα ἐμπεριέχον τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς μοναρχίας, τὸν φατριασμὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ τὸν τραμπουκισμὸν τῆς δημοκρατίας. Ὅθεν ἐξαρτᾶται πολὺ ἐκ τῆς ἀντιπροσωπείας, ἥτις εἶναι καὶ ἡ μόνη ὑπεύθυνος νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα, ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς ἐξαρτᾶται πολὺ, καὶ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν. Πολὺ ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται, καὶ ἐκ τοῦ θάῤῥους μας, οὐχὶ ἐκ τοῦ θάῤῥους, ὅπερ δίδει ἡ αὐθαιρεσία, ὁ φατριασμὸς καὶ ὁ τραμπουκισμὸς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δίκαιον, ὅπως ἐξέλθωμεν τῶν δυσχερειῶν· διότι σήμερον δὲν ἔχομεν οὐδένα πολιτικὸν οὐσιώδη σκοπόν· τρέχομεν σ’ τὰ χαμένα, ἐντὸς σωρείας ξηρῶν διατυπώσεων καὶ νόμων ἐν γένει στρεβλουμένων. Ἔχομεν π. χ. εἰς τὴν ἐκκλησίαν τύπους· ἀλλ’ ἐὰν ἐνδύσητε ἕνα οἱονδήποτε ἀκατάλληλον παπαδίστικα καὶ τὸν ὀνομάσητε δεσπότην, νομίζετε ὅτι εἶναι δεσπότης; Οὕτω, κύριοι, διὰ νὰ λήξω, συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ὅθεν ἐξαρτᾶται πολὺ ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, διότι ὁ πρόεδρος εἶναι ἡ πρώτη θέσις μετὰ τὸν Βασιλέα, ὡς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἐκλέγηται οὐχὶ μόνον μεταξὺ τῶν πρώτων βουλευτῶν ἀλλὰ καὶ νὰ ᾖναι καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν πλειοτέραν ἐμπιστοσύνην, διὰ νὰ ᾖνε καὶ ὁ ἀληθὴς πρόεδρος· διότι, ἐπαναλέγω, εἰς τὰς πολιτισμένας καὶ ἀνεπτυγμένας κοινωνίας αἱ θέσεις ζητοῦν τοὺς ἀνθρώπους των καὶ οὐχὶ οἱ ἄνθρωποι τὰς θέσεις. (Εὖγε, εὖγε).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἐνταῦθα ἄρχεται ἡ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία τοῦ ὁριστικοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Θ. Κανακάρη, Ἀριστ. Ῥούκη καὶ Ἀνδ. Δανοπούλου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα· ὁ μὲν κ. Δρόσος ἔλαβε ψήφους 67, ὁ κ. Κρεστενίτης 39 καὶ ὁ κ. Λεώπουλος 33· ἑπομένως ἐπειδὴ οὐδεὶς ἔλαβε τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ἡ ἐκλογὴ θέλει ἐπαναληφθῆ αὔριον.
§8ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Σήμερον, σήμερον (θόρυβος).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις· ὥρα 3½ Μ.Μ.