1868.10.09
1.892 στίχοι · 16.276 λέξεις · 151 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70
Τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1868.
(Τετάρτη)
(Ὥρᾳ 1 Μ. Μ.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνονται — Δύω ἀναφοραὶ ἐδόθησαν εἰς τὸ προεδρεῖον, διὰ τῆς μιᾶς οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Ἀλουποχῶρι καὶ Ναζηρίου τοῦ δήμου Εὔας παραπονοῦνται διὰ τὴν παραχώρησιν ἐθνικοϊδιοκτήτων κτημάτων των εἰς τοὺς Ἰωάννην καὶ Π. Παππατζωναίους. Διὰ τῆς ἄλλης οἱ ἐργοστασιάρχαι τῶν ἐν Πειραιεῖ Σαπωνοποιείων παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβληθῇ αὔξησις ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ἐξ Ἑπτανήσου σάπωνος. Ὁ Κύριος Σέρβος ἔχει τὸν λόγον.
§4Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. Κύριοι βουλευταί· λαμβάνω τὸν λόγον, ἐπειγόμενος ἀπὸ τὸ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων ν’ ἀποταθῶ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχήν της εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι κατεπείγουσι καὶ εἶναι ἀναπόφευκτοι, διότι εἶναι ἤδη ἀτελεῖς, καί τοι τοῦ πέρατος τῆς συνόδου ὄντος προσεχοῦς. Καταρίβομεν ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον εἴτε ἐκ περιστάσεων, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, εἰς ἀντικείμενα ἴσως ξένα τῆς συνδρομῆς τῶν κυβερνητικῶν ἀναγκῶν. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς τακτικὰς ἐργασίας, ὥστε νὰ παρέξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναγκαίαν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖ. Διάφοροι περιπέτειαι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐξήγαγον ἡμᾶς τῶν ἀπαιτουμένων ὁρίων, καὶ ἀπεμάκρυναν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἰς τρόπον ὥστε δύναται νὰ τὰς θεωρήσῃ τις ὅτι παρεπέμφθησαν εἰς λήθην. Τὸν ὀλίγον χρόνον ὅστις μένει ὑμῖν, κύριοι, πρέπει νὰ τὸν χρησιμοποιήσωμεν, εἶναι καθῆκον ἡμῶν καὶ ὑμῶν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν πέρας τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν διὰ νὰ ἐκλείψῃ πλέον πᾶσα ἐνδεχομένη μομφὴ, ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τῆς συνόδου καὶ ἐνθυμηθῶμεν τότε ὅτι οὐδὲν ἐπράξαμεν. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ ἀναγνωρίζετε τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἀλλ’ ἦτο καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ λόγον περὶ τούτου καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσῃ, ὥστε μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν καὶ τὸν ζῆλον νὰ ἀποπερατώσωμεν εἰς αὐτὰς τὰς ὀλίγας ἡμέρας ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔργα, πρῶτον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδόθησαν ἀφορμαὶ εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὥστε νὰ λάβωσι χώραν ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις. Ὅλα ταῦτα, κύριοι, πρέπει νὰ ᾖναι ξένα τῶν κυρίων ἐργασιῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἰδίως νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους. Πιθανὸν ἐλπίδες ἢ διαθέσεις προσωπικαὶ νὰ παρέσυραν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ· (ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν μομφὴν εἰς ὡρισμένα ἄτομα). Μέμφομαι τὴν παρεκτροπὴν, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον τῆς μιᾶς ἐξουσίας, ἤτοι τῆς νομοθετικῆς, εἶναι νὰ ἀπομακρύνῃ ὅλα ταῦτα καὶ μόνον νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ· ἀφ’ ἑτέρου ἐπίσης καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἑτέρας ἐξουσίας, ἤτοι τῆς ἐκτελεστικῆς, εἶναι νὰ τείνῃ εἰς τοῦτο. Ἂς μὴ θελήσωμεν λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ τοιαῦτα πλέον, ἀλλὰ μόνον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν μας, τοὐτέστι τοῦ προϋπολογισμοῦ πρῶτον καὶ τῶν λοιπῶν ἀναγκαίων νομοθετημάτων ὕστερον.
§5Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§6Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἔχει δικαιώματα ἡ Βουλὴ μεγάλα, ἀλλ’ ἐπίσης ἔχει δικαιώματα καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Τὰ δικαιώματα, κύριοι, συμβαδίζουν μὲ τὰς ὑποχρεώσεις· οὐδὲν εἶναι ἀπόλυτον καὶ πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων του ἕκαστον σῶμα πρέπει νά ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του. Καὶ δύναται μὲν ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων της κατὰ τὸ δοκοῦν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται ἐπίσης νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἰδίων αὐτῆς δικαιωμάτων ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος, ὅταν παραγνωρίζωνται αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Βουλῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, παρακαλῶ.
§8ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε· τὸν λόγον.
§9Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω τοῦτο καθαρά. Φρονῶ, ὅτι ἅπαντες θὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀναγκαῖον καὶ ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον μάλιστα νὰ ἀπομακρύνωμεν, ὡς προεῖπον, ὅλας ἐκείνας τὰς περιπετείας, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους, ἕνεκα τῆς ὀλίγης προσοχῆς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν φρόνησιν ὑμῶν καὶ τὸν πατριωτισμόν σας εἰς τὸ νὰ παρέξητε εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν συνδρομὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία νὰ δοθῇ ἐκ μέρους τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος· ἐπικαλοῦμαι ὅλων τὴν προσοχὴν, ὅλων ἐν γένει καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν· ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι πανταχόθεν μᾶς περιστοιχίζουν, ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύουσιν οἱαδήποτε ἄτομα ἢ ἐπιθυμίαι. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται νὰ κατορθώσωμεν ὥστε, ὅ,τι ἂν πράξωμεν νὰ τὸ πράξωμεν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους καὶ νὰ ἀποδειχθῶμεν ἄξιοι τῆς ἐντολῆς ἣν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡμεῖς βουλευταὶ εἴμεθα, καὶ τῆς ἀποστολῆς μας συναίσθησιν ἔχομεν, καὶ ποθοῦμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς προσδοκίας τῶν ἐντολέων μας, τοῦ λαοῦ δηλαδή. Ἐκ τῶν πρωτίστων εἶναι πολὺ νὰ προσέξωμεν, ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν πᾶσαν ἀνωμαλίαν, νὰ ἀποφύγωμεν δοκιμασίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τὸ ἔθνος δεινὰ καὶ δυσκολίας. Ὅλα ταῦτα μόνον εἰς τὴν φρόνησιν καὶ εἰς τὸν πατριωτισμόν σας τὰ ἀφιερῶ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἀπὸ σήμερον πρέπει νὰ ἀρχίσητε τὰς ἐργασίας, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει προθύμως καὶ μετὰ ζήλου ἀσχοληθῇ νὰ ἀποπερατώσῃ τὰς ἐργασίας τὰς ἀναγκαίας, τοὐτέστι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ λοιπὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα, διότι ἄλλως, ἐὰν ἀνεπαισθήτως πως φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τῆς Συνόδου, θέλομεν εἰπεῖ, ὅτι οὐδὲν ἐπράξαμεν, ὅτι παρελείψαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ποῖον λόγον τότε θὰ δώσωμεν εἰς τὸ ἔθνος; Ὁμιλῶ μὲ τόσην παῤῥησίαν ἐνώπιον τούτου τοῦ Σώματος, διότι συμμετέχω τῆς εὐθύνης τῶν πράξεων αὐτοῦ ὡς βουλευτὴς καὶ φέρω σοβαρὰν ἐπίσης εὐθύνην ὡς κυβέρνησις. Ὁμιλῶ λοιπὸν καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς κυβέρνησις. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα πολὺ καλῶς ἐνόησεν ἡ Βουλὴ τί ζητῶ, τὴν συνδρομὴν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο παύω τὸν λόγον καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ καταναλώσω ἀκόμη καὶ αὐτὰς τὰς ὀλίγας στιγμὰς τῶν ὁποίων ἠδυνάμην νὰ κάμω χρῆσιν πρὸς ἐκτενεστέραν ἀνάπτυξιν τῆς ὁμιλίας μου. Παύω λοιπὸν τὸν λόγον πεποιθὼς, ὅτι καὶ ὑμεῖς θέλετε νὰ χρησιμοποιήσητε εἰς τὰς κατεπειγούσας ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ τὰς στιγμὰς ταύτας, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ μὲ μιμηθῇ εἰς τοῦτο.
§10Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἦτον ἀδύνατον εἰς μίαν τοὐλάχιστον μερίδα τῆς Βουλῆς νὰ μὴ λαλήσῃ ἀπέναντι τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἤκουσε παρὰ τοῦ κυρίου προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ὁ λόγος τοῦ κυρίου Βούλγαρη περιεστράφη ὡς καλῶς ἐνοήσατε εἰς δύω τινὰ λίαν διακεκριμένα· 1) εἰς μίαν μομφὴν, 2) εἰς μίαν ἀπειλήν. Εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἀνεχθῇ, χωρὶς ν’ ἀπαντήσῃ, οὔτε τὰς μομφὰς, οὔτε τὰς ἀπειλάς.
§11Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Οὐδεμίαν μομφὴν εἶπα.
§12Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Μία μομφὴ ἐῤῥίφθη, καὶ βεβαίως ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου δὲν ἠδύνατο τὴν μομφὴν αὐτὴν νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ τῶν φίλων του, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἡ μομφὴ αὕτη ἦτο, τὴν ἠκούσατε καθαρὰ, ὅτι ἐχάσαμεν τὸν καιρόν μας, ὅτι ἐξήλθομεν τῆς πορείας μας καὶ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν τὸ καθῆκον μᾶς ὑπηγόρευε νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ὁ λόγος τοῦ πρωθυπουργοῦ ἦτο σκοτεινός· διάφοροι μεταφυσικαὶ φράσεις, τὰς ὁποίας ἴσως ἐδανείσθη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κύριον Μαυρομιχάλην, ἐκάλυψαν τὴν διάνοιαν τοῦ κυρίου Βούλγαρη. Περιπέτειαι, εἶπεν ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, μᾶς ἔκαμαν νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ καθήκοντός μας καὶ τῆς πορείας μας. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ περιπέτειαι αὐταί; πῶς δύνανται αἱ περιπέτειαι αὗται καὶ ἡ μομφὴ αὐτὴ νὰ ῥιφθῶσι κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; πρέπει, κύριοι, ἐν ὀλίγοις νὰ ἀναμνησθῆτε τῆς ἱστορίας τῆς συνόδου αὐτῆς, διὰ νὰ πεισθῆτε, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξῆλθε τῆς τροχιᾶς της, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔφερε προσκόμματα εἰς τὴν κυβέρνησιν. Συνήλθομεν κατὰ τὰς 25 Ἀπριλίου· ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπροτάθη τροπολογία τοῦ κανονισμοῦ· δέκα ἡμέρας κατηνάλωσεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς νέας αὐτῆς τροπολογίας· τὴν τροπολογίαν ταύτην ἔφερεν ἡ ἀντιπολίτευσις; ὄχι, κύριοι, αἱ τροπολογίαι αὗται ἦλθον ἐξ ὑπουργικῆς πηγῆς. Κατηνάλωσε λοιπὸν δέκα ἡμέρας ἡ Βουλὴ· παρῆλθεν ἡ συζήτησις τῶν τροπολογιῶν καὶ ἡ κυβέρνησις ἐσχημάτισεν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν σπλάγχνων της πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Δύω μῆνες καὶ πλέον παρῆλθον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτὴν τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ ἄλλοτε, ὅταν ὑπῆρχεν ὁ παλαιὸς κανονισμὸς, ἐντὸς 30 τὸ πολὺ ἡμερῶν κατηρτίζετο ἡ Βουλὴ. Πταίει λοιπὸν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐὰν 70 ὅλας ἡμέρας ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἔκαμε νὰ καταναλώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν; Κατηρτίσθη τέλος ἡ Βουλὴ· τὸ δὲ ὑπουργεῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ προετοιμάσῃ ἕνα προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προπαρασκευάσῃ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν εἰσῆλθεν εἰς τὰ πράγματα· καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἰσήχθη πότε; κατὰ τὴν 10 Ἰουλίου. Ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀντεπροσωπεύετο καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, εἰργάσθη μετὰ τῆς μεγαλειτέρας δραστηριότητος, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Πρὸ τῶν διακοπῶν ἦτο δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ ἡ κυβέρνησις, ὅτι κατὰ τὸν Αὔγουστον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ Βουλή; ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν κατηγόρησα καὶ ἐγὼ, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦσι νὰ κατηγορῶσι, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1865 εἶχε τὴν φρόνησιν καὶ τὴν πρόνοιαν νὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ τὸν Αὔγουστον καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς διὰ νὰ μὴ ἀπολεσθῇ ἐπὶ ματαίῳ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν οἱ βουλευταὶ ἕνεκα τῶν ἐργασιῶν των ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ᾖναι μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπανελάβομεν τὰς ἐργασίας μας καὶ πρὶν ἐπαναλάβωμεν αὐτὰς δὲν συνεζητήσαμεν ἐδῶ δὶς καὶ τρὶς περὶ τῆς προτάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; ἡ κυβέρνησις ἦλθε νὰ ζητήσῃ νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις; εἶναι τόσον νωπὰ τὰ πράγματα, ὥστε δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην σας. Δύω ἡμέρας συνεζητήσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς, ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῶσιν οἱ φορολογικοὶ νόμοι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὰ Κερκυραϊκὰ ζητήματα, διότι τὰ Κερκυραϊκὰ ζητήματα τὰ ἐθεωρήσαμεν ζητήματα τοπικοῦ συμφέροντος, ἐθεωρήσαμεν δὲ τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον· μετὰ τὴν ἐπανάληψιν δὲ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς αὖθις ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ τῆς προτάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ τίς ἀντέταξε κατὰ τῆς προτάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; ἡ ἀντιπολίτευσις ἢ τὸ ὑπουργεῖον; προχθὲς, κύριοι, εἴχετε ψηφοφορίαν περὶ τούτου, εἰς ἣν ἡττήθημεν, διότι ἀντετάχθη τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πῶς λοιπὸν ἔρχονται σήμερον νὰ ἐπιῤῥίψουν ἐφ’ ἡμῶν τὴν εὐθύνην; καὶ ἂν ἀπωλέσαμεν δύω ἡμέρας προχθὲς εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ἐκείνης περὶ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867, τίς ἐπροκάλεσεν ἀντεγκλήσεις; ἡμεῖς ἢ τὸ ὑπουργεῖον; ἡ κυβέρνησις ἔῤῥιψε τὸ χειρόκτιον εἰς μίαν μερίδα, καὶ ἡ μερὶς αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ σιωπήσῃ, καὶ τὸ συμφέρον τῆς μερίδος ἠναγκάσθη ὁλόκληρος ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ τὸ ὑπερασπισθῇ, διότι ἔβλεπεν ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ ἀδικίαν καὶ φατριασμόν· ἐχάσαμεν λοιπὸν δύω ἡμέρας μὲ τὰς ἀντεγκλήσεις αὐτὰς, τὰς ὁποίας δὲν ἐπροκαλέσαμεν ἡμεῖς. Ἡ μομφὴ λοιπὸν εἶναι ἄδικος, καὶ ἐὰν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἠθέλησεν ἐπίτηδες νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφὴν αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶχε καὶ ἔχει μέγιστον ἄδικον. Ὅταν τὰ πράγματα λαλῶσι, μεγάλη εὐγλωττία εἶναι περιττὴ, διότι τὰ πράγματα εἶναι ἡ εὐγλωττοτέρα ἀπόδειξις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔρχεται ἡ ἀπειλή. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, σᾶς εἶπε, ἔχει τὰ δικαιώματά της καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τὰς ὑποχρεώσεις της.
§13ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα εἶπον ἔχει καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη· ἡ Βουλὴ εἶπον πρῶτον.
§14ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ ἐξουσία ἡ ἐκτελεστικὴ, εἶπεν ὁ κύριος πρόεδρος, προκαλεῖ τὴν φρόνησιν ὑμῶν, καὶ παρετηρήσατε ὅτι ἔκαμεν ἔκκλησιν ῥητῶς εἰς τὴν φρόνησίν μας καὶ οὐχὶ τὴν τῆς κυβερνήσεως· ἴσως εἶναι ἀπηλπισμένος ὁ κύριος πρόεδρος ἀπὸ τὴν φρόνησιν τῆς κυβερνήσεως καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμε, κύριοι, ἔκκλησιν εἰς τὴν φρόνησιν ἡμῶν, καὶ ἡ ἔκκλησις συνωδεύθη μὲ μίαν ἀπειλήν· ποίαν ἀπειλήν; Τῆς διαλύσεως. Σᾶς τὸ εἶπε, κύριοι, καθαρά. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κύριος πρόεδρος, ὅτι ἡμεῖς θὰ πτοηθῶμεν ἀπέναντι τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός μας, ὅταν ἀκούσωμεν τὴν διάλυσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν!
§15ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Οὐδεὶς, οὐδείς.
§16ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ φέρῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ὡς τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους κρεμαμένην ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ὄχι, κύριοι! ὑπέστημεν καὶ ἄλλοτε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς! εἶχον δὲ τὴν τιμὴν νὰ γίνω αἴτιος τῆς διαλύσεως· ὅταν ὁ κύριος Σίμος διέλυε τὴν Βουλὴν τοῦ 1860, ἤμην πρόεδρος αὐτῆς. Δὲν φοβοῦμαι, κύριοι, τὰς διαλύσεις· ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διάλυσιν, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως δύναται νὰ πτοηθῇ ἀπέναντι τῆς διαλύσεως.
§17ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΖΑΪΜΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ συλλογισθοῦν καλῶς καὶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προκαλέσουν τὴν διάλυσιν· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα αἴτιοι· θέλετε νὰ τὴν προκαλέσητε; Προκαλέσατέ την σήμερον· μᾶς εἶναι ἀδιάφορον.
§19ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπειλὰς δὲν δεχόμεθα ἀπὸ κανένα· καὶ τὸ ἠξεύρετε πολὺ καλά, ὅτι δὲν ἐδέχθημεν τοιαύτας οὔτε ἀπὸ τὸν βασιλέα Ὄθωνα.
§21ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Οὐδεὶς ἠπείλησεν.
§22ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ βασιλεὺς Ὄθων, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκλεχθῶ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐκάλεσεν ἑξήκοντα περίπου βουλευτάς, διὰ νὰ τοὺς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῆς ὑπὲρ ἐμοῦ ψηφοφορίας των, καὶ μάρτυρες εἶναι οἱ κύριοι Κεχαγιᾶς καὶ Κοπανίτσας· ὁ βασιλεὺς Ὄθων τοὺς ἠπείλησε μὲ τὴν διάλυσιν, καὶ ὅμως ἀπέναντι βασιλικῆς ἀπειλῆς οἱ χαρακτῆρες οὗτοι δὲν ἠλλοιώθησαν. (Εὖγε, εὖγε). Τί ἔρχεσθε λοιπὸν καὶ μᾶς παρουσιάζετε τὴν διάλυσιν; Μὴ ἔρχεσθε· διότι ἐὰν νομίζετε, ὅτι θὰ μᾶς πτοήσῃ, εἶσθε ἠπατημένοι. Θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας ἐν ὅσῳ εἴμεθα ἐδῶ, καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῆτε διαλύσεις δύνασθε νὰ κάμετε χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ βασιλικοῦ, ἀλλά, καθὼς σᾶς εἶπον, ἡ ἀπειλὴ τῆς διαλύσεως δὲν δύναται νὰ ῥιφθῇ ὡς φόβητρον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Αὕτη θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκόν της καὶ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὴν βασιλείαν· οἱονδήποτε δὲ μέτρον καὶ ἂν λάβητε, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει ἔχει οὐδεμίαν εὐθύνην· τὰ μέτρα ταῦτα θὰ ἐπιβαρύνουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τὰ προκαλέσουν. (Εὖγε, εὖγε· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§23ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἤθελον, κύριοι, νὰ ἀρχίσω ἄλλως τὸν λόγον μου, ἀλλ’ ἀρχίζω ἀπὸ τὰ χειροκροτήματα. (α) Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ γίνωσιν οἱ λόγοι πράγματα. Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω τὸ ἀκροατήριον νὰ μὴ χειροκροτῇ εἰς λόγους.
§24Σ. ΜΗΛΙΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ παρακαλέσῃς τὸ ἀκροατήριον;
§25ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Πάντοτε ἐγὼ παρακαλῶ, δὲν ἀπειλῶ.
§26ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ ἄλλοι ἠπείλησαν ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐγκατέλειπον τὴν θέσιν των.
§27ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ ἄλλοι ἠπείλησαν, ἀλλὰ....
§28ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἀπειλῶ τὸ ἀκροατήριον ὡς ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐσυνείθισε νὰ ἀπειλῇ καὶ ἔβαλε τοὺς τραμπούκους κατὰ τὸ 1859 καὶ ἐκτύπησαν τοὺς πολίτας εἰς τὴν ὡραίαν Ἑλλάδα. Ἐνθυμεῖται ὅμως, ὅτι ἔμεινε δώδεκα μόνον ἡμέρας ὑπουργός. Ἐξακολουθῶ. Ἀλλά, παρακαλῶν τὰ ἀκροατήρια νὰ μὴ χειροκροτῶσι, θὰ παρακαλέσω συγχρόνως καὶ τοὺς κκ. βουλευτὰς νὰ μὴ μὲ διακόπτουν. Σήμερον εὑρίσκεται ἡ πατρίς μας εἰς κακὴν κατάστασιν, καὶ ἡμεῖς εἰς ἀναβρασμὸν δυστυχῶς· συνεπῶς ὀφείλει ἕκαστος νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμάς· διότι ὁ λαβὼν ἀφορμὰς, ἐρεθιζόμενος, ἀφαρπάζεται· καὶ ἔχομεν αἰτίας, ὅπως καὶ τὸ ἁπλούστερον μᾶς ἐρεθίζῃ. Ἀφήσατε νὰ εἴπῃ ἕκαστος ἀπαθῶς τὴν ἰδέαν του. Θὰ κάμω μίαν γενικὴν ὁμιλίαν, καθόσον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔκαμε τοιαύτην, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, θὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν φράσιν ἀπειλητικὴν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν. Ἂς μάθῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἂς μάθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅποιος θέλει, ὅτι εἴμεθα περισσότερον ὑπερήφανοι ὡς ἄτομα, ἀφ’ ὅ,τι ὡς βουλευταὶ, (εὖγε εὖγε), καὶ ὅτι ὡς ἄτομα ὑπηρετοῦμεν τὸν τόπον, ἀδιαφοροῦντες ἂν γινώμεθα βουλευταί, ἢ ἂν εἴμεθα ἀκόμη λοχαγοί, ἐνῷ παρῃτήθημεν· οὐδέποτε θὰ παρακαλέσωμεν. Ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν θάῤῥος εἰς τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ, ἀντὶ νὰ παρακαλῶμεν, ἀπαιτοῦμεν νὰ μᾶς παρακαλέσωσι. Δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τρέχουν τὰ μεσάνυκτα εἰς τὰ ὑπουργεῖα καὶ λέγουν «μὴ διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Κάμε μου αὐτὸ τὸ ῥουσφέτι, διὰ νὰ μὴ χάσω τὴν δημοτικότητά μου εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου».
§29ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων.
§30ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§31ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἄλλοι;
§32ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἀφήσατε τὰς διακοπάς. Ἡμεῖς θὰ προκαλέσωμεν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ εἶπον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Διελύθη ἡ πρώτη Βουλή, εἶπον, καὶ θὰ εὕρουν μίαν εὐκαιρίαν καὶ θὰ διαλύσωσι καὶ ταύτην. Ἡμεῖς ἀπ’ ἐναντίας θὰ προκαλέσωμεν τὴν διάλυσιν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ μέσον τῆς ἐνεργείας μας. Τὴν θέλω καὶ ἐγὼ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἐντὸς τοῦ σχεδίου. Ἢ πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ διοικηθῇ, ἢ δὲν διοικεῖται κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διοικούμεθα. Θὰ χαθῶμεν, καὶ πρὶν χαθῶμεν θὰ δείξωμεν, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ χαθῶμεν, δυνάμεθα νὰ πέσωμεν ὡς ἄνδρες. Ἔρχομαι τώρα εἰς μίαν ἐξήγησιν, ἐπειδὴ θὰ ἀποδώσω εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἓν ὄνομα. Τὸ ὑπουργεῖον εἶναι χολερικὸν, προσβεβλημένον ἀπὸ χολέραν. Ἔρχομαι διὰ τῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ προσβάλω τὰ ἀπαρτίζοντα τὸ ὑπουργεῖον πρόσωπα, νὰ ἀποδείξω πράγματι, ὅτι εἶναι χολερικὸν καὶ ὅτι ἀδύνατον ἦτον οἱ ὑπουργοὶ νὰ μὴ προσβληθῶσιν ἀπὸ χολέραν. (Ἱλαρότης). Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ποτὲ δὲν εἶχε πολίτευμα, ποτὲ δὲν ἐδιοικήθη, ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρξε τοιοῦτον πολίτευμα, καθὼς διοικούμεθα σήμερον, εἰς τὸν καιρὸν τῶν Πελασγῶν. Καὶ ἰδού. Ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1843 νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀπόλυτον μοναρχίαν; Ὄχι· εἰς τὴν γεωγραφίαν τοῦ Κοκώνη ἦτο γεγραμμένον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικεῖτο μοναρχικῶς, ἀλλὰ πράγματι ἦτο ἕνας ξενικὸς στρατὸς, ἐπιβληθεὶς, ὅστις εἶχε μερικοὺς ἀθλίους συμπολίτας μας συντρόφους, καὶ ὅστις μᾶς ἔφαγεν 60 ἑκατομμύρια. Ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1843 ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν, ὡς βλέπετε, μοναρχικὸν πολίτευμα, εἶχε πίεσιν ξενικὴν, συντρεχομένην ἀπό τινας ἀθλίους ἐκ τῶν συμπολιτῶν μας. Ἀπὸ τοῦ 1843 ἕως τοῦ 1862 ἡ Ἑλλὰς εἶχε, σᾶς ἐρωτῶ, συνταγματικὴν πολιτείαν; Σεῖς τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά. Δὲν εἶχε Σύνταγμα· διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐφηρμόζετο. Κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχε πολίτευμα. Ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἡγεμόνος ἡ Ἑλλὰς εἶχεν εἶδος δημοκρατίας· διότι διῳκεῖτο δι’ ἑνὸς προέδρου καὶ ἑνὸς ὑπουργείου. Καὶ ἐκείνη ἡ κατάστασις ἦτο ἠπιωτέρα, ἦτο καλλιτέρα, κατ’ ἐμὲ, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον κατόπιν. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, ἦτο δημοκρατία, ὅταν ἕκαστος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει; Διατὶ ἐκάμαμεν δύω ἐμφυλίους ῥήξεις, παρὰ διὰ προσωπικὰ συμφέροντα; Κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο δημοκρατία. Ἐν τῇ δημοκρατίᾳ διοικεῖ ὁ νόμος ἀπολύτως, καὶ ὅσον τὸ πολίτευμα εἶναι εὐρύτερον, κατὰ τοσοῦτον ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἀτόμου εἶναι ἔτι εὐρυτέρα, καὶ οἱ νόμοι ἰσχυρότεροι. Εἶπον, ὅτι σχετικῶς ἡ ἐποχὴ τοῦ 1862 μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἡγεμόνος ἦτο καλλιτέρα· διότι ἔλλειπον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες αἰωνίως ἐπλήρωσαν τὰς ἀνταμοιβὰς τῆς πατρίδος μας, καθόσον ἀπήλαυσαν πολὺ, ἀντὶ τοῦ μάννα μὲ χολήν. Καὶ σήμερον τὸ ἴδιον μᾶς πληρόνουν οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, καὶ προμηνύονται τὰ ἴδια ἀποτελέσματα. (Εὖγε, εὖγε). Ἡ ἀσθένεια λοιπὸν τῆς χολέρας αὐτῆς εἶναι ἀρχαία, καὶ ὅποιον ὑπουργεῖον ἤρχετο εἰς τὰ πράγματα, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο προσεβάλλετο ἀπὸ χολέραν. Κατὰ συνέπειαν καὶ τὸ σημερινὸν, ἐπειδὴ εἶναι συνέχεια τῆς ὁμάδος τῆς διοικήσεως ἀπὸ τοῦ 1333, εἶναι προσβεβλημένον ἀπὸ χολέραν. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἄν γίνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπουργὸς τὸ βράδυ θά ἔχω χολέραν. Ὅθεν, κύριοι, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα, καθὼς σᾶς εἶπον προχθὲς ἐν παραδείγματι, μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος, ἂς ἔλθωμεν ἀπαθῶς νὰ εἴπῃ καθεὶς τὰς ἰδέας του καὶ νὰ ἐκφράσῃ μίαν γνώμην. Καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ κάμω καὶ ἐγὼ, μολονότι εἶμαι πολὺ ἄπειρος, καὶ ἂν θέλετε μάλιστα, καὶ ὡς πρὸς τὸν πολιτικὸν βίον δὲν ἠξεύρω αὐτὰ τὰ μαραφέτια τὰ λεγόμενα τῆς πολιτικῆς. Ὑπάρχει, κύριοι, γνωμικὸν «Μὴ κίνει κακὸν εὖ κείμενον». Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ἡ συμπολίτευσις, θὰ παρακαλέσω τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον ἔπεσε, πρὶν ἢ παραλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ κάμῃ ἓν σχέδιον. Τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ δυστυχῶς, εἴτε ἀπὸ τὸ βάρος τῶν περιστάσεων, εἴτε ἀπὸ τὸ ἀψίκορον τοῦ ἔθνους, εἴτε διότι βαρυνόμεθα νὰ τὸ βλέπωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καθόσον θέλω ν’ ἀποφύγω ἄλλας λεπτομερείας, τό ὑπουργεῖον αὐτὸ ἔπεσεν, ἴσως ὄχι διότι παρηνόμησεν· ἀλλ’ ἔστω ἔπεσεν, ἕνεκεν τοῦ βάρους τῶν περιστάσεων καὶ διὰ τὸ ἀψίκορον ἡμῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ μὴ κινῇ τὸ κακὸν καλῶς κείμενον, ἀλλὰ νὰ προετοιμασθῇ, διότι ἀναλαμβάνει μίαν μεγάλην εὐθύνην. Δὲν θέλει πλέον ἡ κοινωνία ν’ ἀκούῃ λόγια ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐρχομένη εἰς τὰ πράγματα νὰ τὴν ἀπατᾷ, θέλει πράγματα ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἑτοιμάσθητε λοιπὸν, κάμετε ἓν σχέδιον, καὶ μὴ κινῆτε, πρὶν τούτου, τὸ κακὸν καλῶς κείμενον· διότι ἄλλως ἐρχόμενοι θὰ προσβληθῆτε καὶ σεῖς ἀπὸ χολέραν. Εἰς μίαν ἄλλην φράσιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ θὰ ἀπαντήσω. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις συμβουλεύει, παροτρύνει τὴν Βουλὴν. Θὰ ἀπαντήσω, κύριοι, διὰ φράσεως, φαινομένης μὲν ἀσχέτου, ἀλλὰ λίαν σχετιζομένης πρὸς τὰς περιστάσεις. Εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωμεν πλέον, ὅτι ἀπὸ τὴν Βουλὴν πρέπει ν’ ἀποῤῥέῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τοῦτο, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ ταῖς εἴπωμεν· δὲν θέλομεν οὐδεὶς ὑπάλληλος νὰ ἀνακατωθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ ὅστις λάβῃ τὴν πλειοψηφίαν νὰ ὑπάγῃ νὰ μᾶς ἀντιπροσωπεύσῃ, διότι τότε, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποῤῥέῃ ἀπὸ τὸν λαόν. Ἂν ἴδωμεν, ὅτι οἱ συμπολῖταί μας κλίνουν τὸν αὐχένα καὶ παραδέχονται νὰ πιεσθοῦν, ὅπως ἐπιέσθησαν οὐχὶ εἰς τὰ 1847 τόσον, ὅσον εἰς τὰ 1850, τότε θὰ τοὺς εἴπωμεν· εἶσθε ἄξιοι τῆς τύχης σας, εἶσθε ἄξιοι τῆς τύχης σας, εἶσθε ἄξιοι τῆς τύχης σας!
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σαράβας.
§34ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι περιττὸν πλέον νὰ συζητήσωμεν, Κ. πρόεδρε.
§35ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι, προχθὲς τὴν δευτέραν ἔλαβα μίαν ἐπιστολὴν παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κ. Γρίβα, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀποστέλλει διάφορα ἔγγραφα καὶ μὲ προτρέπει νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπὸν πρὸς τῇ ἐντολῇ, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ ἀναγνώσω καὶ τὴν ἐπιστολήν του. (Τὴν ἀναγινώσκει). Ὁ κατάλογος τῶν ἐγγράφων εἶναι ἐνταῦθα.
§36ΖΕΡΒΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Καταθέσατέ τα εἰς τὸ προεδρεῖον, εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσητε.
§37ΣΕΡΒΟΣ. Μετὰ τοῦτο ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ μίαν πρότασίν μου· ἐπειδὴ σχετίζεται μὲ σοβαρὰ ἀντικείμενα καθὼς μὲ τὸ θωρακωτὸν ὁ Γεώργιος· ἐπειδὴ εἰπώθη ὅτι δὲν συνωμολογήθησαν ὅροι ἐπαρκεῖς ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἐμπεριέχει ὅρους οὐ μόνον ἐπαρκεῖς, ἀλλ’ ἐπαρκεσάτους, καὶ ἐπειδὴ διὰ τὸ δυστύχημα αὐτὸ τῆς Βουβουλίνας εἰπώθη ὅτι ἐζημιώθημεν μεγάλως, ἐνῷ πράγματι ὠφελήθημεν, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουν καὶ δύο ἐπιστολαὶ τοῦ Κ. Μπαλάσκα ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς κυβερνήσεως, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν ὅλων αὐτῶν.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Καταθέτει τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ προεδρεῖον.
§39ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κατόπιν τὰ παραδίδετε διὰ νὰ λάβητε καὶ ἀπόδειξιν. Τὰ λαμβάνει ὀπίσω.
§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Προχθὲς, κύριε πρόεδρε, ἐπροκάλεσα τὴν κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ Σπάρταλη καὶ τοῦ Κουμελᾶ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν ταύτην. Πιστεύω ἡ κυβέρνησις νὰ μὴν ἔχῃ τὴν δυσκολίαν, καθ’ ὅσον ἐῤῥέθησαν πολλὰ, καὶ ἐπιθυμοῦμεν ὅ,τι ἔχει ἡ κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ νὰ τυπωθοῦν, διότι δὲν εἶναι μυστήρια. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει μία ἔκθεσις μιᾶς ἐπιτροπῆς συγκροτηθείσης ἀπὸ τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ἀμφιτρίτης καὶ τῆς ἀξίας της. Παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, διότι ὅπως ἔμαθα ἡ ἔκθεσις αὐτὴ εἶναι ὑπὲρ τοῦ πλοίου καὶ ἐν τούτοις πόσα ἐῤῥέθησαν. Καὶ πάλιν λέγω δὲν εἶναι μυστήρια, πρέπει νὰ κατατεθῶσιν. Ἔχει ἀντίῤῥησιν ἡ κυβέρνησις;
§41Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ) ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν πιστεύω αὔριον νὰ ᾖναι κατατεθειμένα.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν Σύρου.
§45ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Κύριε πρόεδρε, ἔχω νὰ ἀναγνώσω τινὰς πιστώσεις. (Ἀναγινώσκει). Πίστωσιν περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 89,610 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1867. 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων· α) δραχ. 130,000, β) δραχ. 2,000,000, γ) δραχ. 4,200,000, δ) δραχ. 1,500,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1868.
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔχετε ἄλλας πιστώσεις;
§47ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§48ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει, Κ. πρόεδρε, νὰ μάθωμεν ἂν πρέπει νὰ πωληθοῦμεν ἀνεξετάστως. Νὰ προκαλέσητε τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ συζητήσῃ αὐτὰ καὶ ἐξετάσῃ ὅσον τάχιον, διότι καιρὸς δὲν μένει πλέον, καὶ ἐννοοῦμεν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δίδει τὸ ἐλεεινὸν αὐτὸ ἔθνος, ἐξοδεύονται ὅπου δὲν πρέπει (θόρυβος). Αὔριον λοιπὸν νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπή.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθοῦν.
§50ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, εἰς τρεῖς γνώμας διῃρέθη ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐνεργηθείσης ἐσχάτως δι’ ἀντικατάστασιν τοῦ Ἰω. Μαυρομιχάλη. Ἡ πρώτη προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς ἀπέχουσα νὰ φέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὰ προσόντα (θόρυβος). Ἡ πρώτη ἔκθεσις λέγει, κύριοι, ὅτι «ἡ λύσις τοῦ περὶ προσόντων ζητήματος τοῦ ὑποψηφίου Ξανθοῦ Πικουλάκη ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν» δηλ. τὰ μέλη τὰ προτείνοντα τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν προσόντων ὄχι μόνον τοῦ Κ. Πικουλάκη, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν προσόντων τοῦ Ἀλεξ. Κουμουνδούρου διὰ τὰ ὁποῖα τόσος ἐγένετο λόγος, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς. Ἡ δευτέρα γνώμη ἡ ὁποία προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τινὸς δήμου, τοῦ δήμου Καρδαμύλης, ἐπίσης δὲν ἀποφαίνεται ὁριστικῶς ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὰ προσόντα τόσον τοῦ Πικουλάκη ὅσον τοῦ Α. Κουμουνδούρου. Τρίτη γνώμη ἔρχεται τῶν κυρίων Γ. Ἰακωβάτου προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, Ῥοντήρη καὶ Χατζοπούλου, οἱ ὁποῖοι ῥητῶς ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, διότι θεωροῦν ὡς ἰσχυρὸν τὸν λόγον τῆς μὴ χορηγήσεως κάλπης εἰς τὸν Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρον. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τῶν τριῶν αὐτῶν ἐντίμων μελῶν καὶ ἔρχομαι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ὑποστηρίξω ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ὅλης ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Πρῶτον, κύριοι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ μετὰ παρέλευσιν 2 μηνῶν καὶ ὄχι 20 ἡμερῶν· καὶ λέγω 2 μηνῶν, διότι ὑπάγεται εἰς τὴν ῥητὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀναφέρει. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, κύριοι, ἡ ἐκλογὴ τῆς Οἰτύλου δὲν ἐκυρώθη, ἀλλὰ κατέστη ἀνίκανος ὁ Ἰω. Γ. Μαυρομιχάλης, διότι δὲν ἔφερε τὰ προσόντα, τουτέστι δὲν εἶχε συμπληρώσει τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἑπομένως ὤφειλε νὰ ἐκδοθῇ νέον Βασιλικὸν Διάταγμα, νέον πρόγραμμα καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή, διότι οὕτω διατάττει τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου (θόρυβος). Κύριοι, ἐπιθυμεῖτε νὰ συζητήσωμεν ἐδῶ, ἢ ἄλλως νὰ καταβῶ.
§51ΤΙΝΕΣ. Ἀποταθῆτε εἰς τὸν πρόεδρον.
§52Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προκαλέσατε ἡσυχίαν, Κύριε πρόεδρε. Ὁ πρόεδρος κρούει τὸν κώδωνα.
§53Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι, κύριοι, ὑποθέσατε εἰς μίαν ἐπαρχίαν, καθὼς συνέβη κατὰ τὰ 1865 εἰς τὴν Ζάκυνθον, ὅτι 5 εἶχον ἀνακηρυχθῆ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν εὕρει, ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν δὲν εἶχε τὰ προσόντα, τί ἤθελε γίνει; Νέον διάταγμα ἤθελεν ἐκδοθῆ, νέα ἀνακήρυξις ἤθελε γείνει· ἡ περίπτωσις αὐτὴ ὑπάγεται εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς ὁ νόμος λέγει ὅτι, καταστάντος ἀνικάνου ἢ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ τινος κλπ. Πρέπει νὰ ἐνεργηθοῦν ὅλαι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας διαλαμβάνουν αἱ διάφοροι διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου πρὸς ἐνέργειαν νέας ἐκλογῆς. Πρῶτος λοιπὸν λόγος, κύριοι, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ τῆς Οἰτύλου εἶναι ἄκυρος, εἶναι τὸ ἄρθρον 68 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον παρεβιάσθη καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου προέδρου τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ὡς καὶ τῶν μελῶν Ῥοντήρη καὶ Χατζοπούλου. Οἱ λόγοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ συμφωνήσω πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τῶν ἐντίμων αὐτῶν μελῶν εἰσὶν οἱ ἀκόλουθοι. Ἡ ἐκλογή, κύριοι, τῶν βουλευτῶν δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ, ἀτόμου τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται βουλευτὴς, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας ἡ ὁποία τὸν ἀποστέλλει. Τὸ ἄρθρον 27 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, κύριοι, λέγει, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς προτείνουν οἷον ἤθελον ἐγκρίνει εἰς τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἑπομένως καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου καὶ ἐκ τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 27 ἐξάγεται, κύριοι, ὅτι ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ δὲν εἶναι μία θέσις ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ ἄτομον τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται, ἀλλ’ εἶναι μία ὑποχρέωσις εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ὑποβάλλει ὁ νόμος, εἶναι μία ὑποχρέωσις εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ὑποβάλλει ἡ ἐπαρχία του. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, κύριοι, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἀναχωροῦντες πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ κάλλιστα εἰς οἷον δήποτε προτεινόμενον ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἀνακηρυττόμενον ἀπὸ τὸ δικαστήριον. Ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμος, κύριοι, ὁ τελευταῖος, ὁ ἐπιψηφισθεὶς ἀπὸ τὴν ἐθνοσυνέλευσιν, καθιέρωσε τὸ σύστημα τῶν σφαιριδίων, τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας διὰ τῶν σφαιριδίων. Καὶ ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, καὶ ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἐπροτάθη τὸ σύστημα αὐτὸ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν ἑπτανησίων μόνον καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προλαμβάνωνται αἱ καταχρήσεις ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· διότι δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς παρελθούσης δυναστείας αἱ ἐκλογαὶ δὲν εἶναι παρὰ μία εἰκονικότης· αὐτὸς, λέγω, ἔπεισε τὴν τελευταίαν ἐθνοσυνέλευσιν νὰ παραδεχθῇ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὴν μυστικὴν διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίαν. Καὶ ὁ νόμος αὐτὸς, κύριοι, τὸν ὁποῖον παρεδέχθημεν ἀπὸ τὴν ἀδελφὴν Ἑπτάνησον καὶ ἡ παρελθοῦσα κακὴ διαγωγὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μᾶς ἔκαμαν νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον καὶ νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὰς τοιαύτας διὰ τῶν ὁποίων ἀπεκλείσαμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιδρᾷ εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ βουλευτικοῦ συστήματος. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν βλέπετε ἐντὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα παραχωρημένον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Τόσον δυσπιστεῖ πρὸς αὐτὴν ὁ νόμος, ὥστε δὲν ἠθέλησε νὰ ἐμφανισθῇ εἰς κανὲν μέρος τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν. Ὁ νόμος ἐνεπιστεύθη περισσότερον τὴν παρουσίαν καὶ αὐτῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἀπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐνεμφορεῖτο ἡ τελευταία ἐθνοσυνέλευσις, ὅταν ἐψήφιζε τὸν νόμον αὐτόν. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς μὲν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ἐσυγχώρησεν εἰς περιστάσεις ὡρισμένας νὰ παρουσιάζεται κατὰ πρόσκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς δὲ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, τὸν Ἔπαρχον, τὸν Νομάρχην, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς καμμίαν περίστασιν νὰ παρουσιάζηται· δὲν τὴν ἠθέλησε τὴν παρουσίαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς διὰ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα ἑνὸς ἁπλοῦ κλητῆρος, ἑνὸς ἁπλοῦ κήρυκος. Καὶ ὅταν ὁ νόμος, κύριοι, ἐφάνη τόσον δυσπιστῶν πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἤθελεν ἐμπιστευθῆ ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα, ὡς τὸ νὰ ἀποφαίνηται ὁ ἔπαρχος τίς ἔχει καὶ τίς δὲν ἔχει τὰ προσόντα; ἤθελεν ἐμπιστευθῆ νὰ ἔχῃ μίαν τοιαύτην ἐξουσίαν, ὥστε νὰ συντελῇ εἰς τὴν σύνθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ κοινοβουλίου ἀποσπῶν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τῆς κρίσεως καὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; καὶ πῶς ἤθελε παραχωρήσει ὁ νόμος ἓν τόσον μέγα δικαίωμα εἰς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον δὲν ἐπέτρεψεν νὰ ἀποφαίνηται οὔτε περὶ μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, καὶ ἡ ὁποία δὲν χρησιμεύει παρὰ ὡς μία γέφυρα μεταβιβάζουσα μόνον ἔγγραφα; ἤθελε λοιπὸν ὁ νόμος νὰ θέσῃ εἰς ἕνα ἔπαρχον τόσον μέγα καθῆκον ὥστε νὰ συντελῇ ἡ ἀπόφασίς του εἰς τὴν σύνθεσιν ὁλοκλήρου κοινοβουλίου; Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ Ἔπαρχος δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ κάλπην εἰς πάντα, ὅστις ἤθελεν ἀνακηρυχθῆ ἀπὸ τὸ δικαστήριον ὡς ὑποψήφιος διὰ τὴν θέσιν βουλευτοῦ. Ἂς ἔλθωμεν τώρα, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ποῖα εἶναι τὰ προσόντα διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτής. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, 70 τοῦ Συντάγματος λέγει «διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης ἕλλην ἐκ τῆς ἐπαρχίας, παρ’ ἧς ἐκλέγεται, ἢ πρὸ δύο ἐτῶν τοὐλάχιστον ἐγκαταστημένος ἐν αὐτῇ, ἀπολαμβάνων πρὸ διετίας τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα.» Δὲν ἠξεύρω ἂν τὰ ἔντιμα μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς συμφωνοῦν μὲ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μου, ἢ συμφωνοῦν μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ κατ’ οὐδένα λόγον ἔχει δίκαιον ν’ ἀρνηθῇ κάλπην εἰς ἀνακηρυχθέντα ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ὑποψήφιον· ἔρχομαι τώρα νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς περιστάσεως αὐτῆς συγκεκριμένως. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, κύριοι, ὡς γνωρίζετε κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, καὶ εἶναι ἀποκαταστημένος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης· κατὰ τὰς διατάξεις, κύριοι, τοῦ Συντάγματος, εἶχε τὸ δικαίωμα συγχρόνως νὰ ἐκθέσῃ κάλπας καὶ εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας, διότι τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 7 ὡρισμένως λέγει, δύναται νὰ ἐκλεχθῇ ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐξ ἧς κατάγεται, ἢ ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ εἶναι ἐγκατεστημένος, καὶ ὅτι, κύριοι, τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἶναι τοιοῦτον, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν πάλιν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν ἐκλέγεται δυνάμει ἰδίου δικαιώματος, ἀλλὰ δυνάμει δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν· ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ βουλευτοῦ ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄτομον. Ἡ ἐπαρχία τοῦ Οἰτύλου δυνάμει τῆς διατάξεως 70 τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸ δικαίωμα, κύριοι, νὰ ἐκθέσῃ κάλπην ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Κουμουνδούρου· διατί; διότι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος λέγει ἴσα, ἴσα, ὅταν τις κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ ὡς βουλευτής. Ἡ ἐπαρχία τῆς Μεσσήνης ἐπίσης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, διότι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει ἐκεῖ τὴν ἀποκατάστασιν καὶ ὅλα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Καὶ ὅταν, κύριοι, καὶ αἱ δύο ἐπαρχίαι εὑρίσκωνται ἐν τῷ δικαιώματί των νὰ κάμωσι πρότασιν ὑπὲρ τῆς ὑποψηφιότητος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, πῶς δύναται ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, εἴτε εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν, εἴτε εἰς τὴν ἄλλην, ν’ ἀρνηθῇ νὰ χορηγήσῃ κάλπην εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον; Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, κύριοι, καὶ ὄχι νὰ ὑποθέσωμεν, ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μία κακὴ πατριωτικὴ ἐξουσία, ἓν ὑπουργεῖον κακόηθες καὶ φατριαστικὸν (θόρυβος). Κύριε πρόεδρε, μὴ μὲ διακόπτῃς σὲ παρακαλῶ.
§54ΤΙΝΕΣ. Ὑπόθεσιν ἔκαμε.
§55Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅταν ἓν κακόηθες καὶ φατριαστικὸν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον βλέπει ὅτι ὁ Α. ὁ ὁποῖος εἶναι γεννημένος π. χ. εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν, καὶ ἐγκατεστημένος εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς, εἶναι πλέον βέβαιον ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ὡς βουλευτὴς εἰς τὴν μίαν ἐκ τῶν δύο ἐπαρχιῶν καὶ εἶναι ἐπικύνδυνος εἰς τὰς διαθέσεις καὶ τὰ σχέδια τοῦ φατριαστικοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου, ἐὰν ἐπιτρέψητε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ ἐκτιμήσῃ εἰς ποίαν τῶν ἐπαρχιῶν πρέπει νὰ δοθῇ κάλπη, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέλετε νὰ τὸν ἀποκλείσητε, ἀφοῦ οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως τοῦ χορηγῆτε, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν κρατεῖ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ κοινοβουλίου; Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἦτον ἀδύνατον ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσοῦτον ἐδυσπίστησε εἰς πᾶσαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἤθελε χορηγήσει εἰς τὰς χεῖρας Ἐπάρχου, καὶ ὁσίου ἐπάρχου, τοῦ Σπηλιαρᾶ, αὐτὸ τὸ δικαίωμα· ἐξεφωνήθησαν, κύριοι, διάφοροι λόγοι, ἐγράφησαν πολλὰ ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκτεταμένον φυλλάδιον καὶ ἐκτεταμένος λόγος ἔγεινε περὶ αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐξετυλίχθη αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων γνωμῶν, αἵτινες ἐξεφράσθησαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, παρουσιάσθη καὶ μία γνώμη, ἡ ἀκόλουθος, ὅτι καθὼς διὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ὑπάρχουν δύο βαθμοὶ, δύο δικαστήρια, τὸ πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ, ἐνώπιον τῆς ὁποίας γίνονται αἱ ἐνστάσεις, εἶναι τὸ δεύτερον τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκδίδει τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις, τοιουτοτρόπως λέγουν καὶ διὰ τοὺς ἐκλεξίμους, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν κατάλογον ἐκλεξίμων, δύο βαθμοὶ πάλιν ὑπάρχουσιν καὶ ὁ πρῶτος εἶναι τὸ δικαστήριον καὶ ὁ δεύτερος ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἐξασκεῖ ἕκαστον· ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθὸς, εἶναι ἐξηγμένος δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖα δουλάπια, ἁρμάρια σοφιστίας. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἰς τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων ἔχει δύω πραγματικῶς δικαστήρια, τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ δεύτερον τὸ πρωτοδικεῖον, ἀλλὰ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὥρισεν, ἀπεφάσισεν, ὅτι οὕτω πως πρέπει νὰ γίνεται· ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀνακήρυξις τοῦ πρωτοδικείου ὑπέκειτο εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀναντιῤῥήτως ὁ νόμος ἤθελε δώσει δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς νὰ κάμωσιν ἔφεσιν καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἀνακήρυξις, τὴν ὁποίαν τὸ δικαστήριον ἔκαμε, κύριε ἔπαρχε, εἶναι κακὴ, διότι δὲν ἔχει τὰ προσόντα ὁ ἀνακηρυχθείς. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς ἐξήχθη ἀπὸ σκουριασμένα δουλάπια τῆς σοφιστίας, διότι, ἂν βεβαίως ἦτο τοιοῦτον τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἀλλὰ, κύριοι, τί δικάζομεν σήμερον, ἐὰν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ δώσῃ ἢ νὰ μὴ δώσῃ κάλπην· πλὴν ἂν εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν ἐκτίμησιν, ἐὰν ὁ Α. ἢ Β. ἢ Γ. ἔχουν τὰ προσόντα, διὰ ποῖον τότε λόγον ἠκυρώσαμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Οἰτύλου εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰω. Μαυρομιχάλη, ὅταν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔδωκε κάλπην εἰς τὸν Ἰω. Μαυρομιχάλην, διότι, ὅταν ἔχῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτιμήσεως, δὲν ἔχετε σεῖς δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι ἦτον ἀνῆλιξ, καθ’ ὅσον τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ προεδίκασεν ὁ ἔπαρχος, ὅστις ἔδωκε κάλπην. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται κάλπην εἰς ἀνακηρυχθέντα ὑποψήφιον· ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἐπίσης σοφιστικὸς, διότι, ὅταν δώσητε δικαίωμα εἰς μίαν ἀρχὴν ν’ ἀρνῆται, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσητε ποῖα εἶναι τὰ προσόντα ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ναὶ ἢ ὄχι, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ κοινοβουλίου, καὶ τὸ ὁρίζει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα.
§56ΦΛΕΣΣΑΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι λελυμένον, ἐλύθη πρόπερσι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Μεγαλοπόλεως, ὅπου τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔδωκε κάλπην εἰς ἕνα ἀνακηρυχθέντα.
§57Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι λελυμένον καθ’ ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰς πλέον ἐκτεταμένας γνώσεις, ἀλλὰ εἶναι ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν τὰ ἠξεύρουν αὐτά. Παρουσιάζεται, κύριοι, ἀκόμη ἔνστασις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ δικάσῃ περὶ τῶν προσόντων, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀναφύεται καθ’ ἣν ἐποχὴν Βουλὴ δὲν ὑπάρχει· ἀλλὰ ἐπίσης σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον· ὅτι προχθὲς, κύριοι, ἀκυρώσαμεν τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι εἶχον θεωρηθῆ ἀπὸ τὰς νομίμους ἀρχὰς καὶ ἐθεωρήθησαν ἔγκυροι, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο τότε ἡ Βουλὴ ἀκύρωσε τοὺς καταλόγους καὶ τὴν ἐκλογήν. Ἐὰν ἀπεφάσισε καλῶς ἢ κακῶς, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὸ προσὸν, κύριοι, τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς κατάγεται, εἶναι τόσον ἀναντίῤῥητον ὅσον ἀναντίῤῥητος εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται μὲ τὸ εἰσιτήριον εἰς τὰς χεῖρας, ἀφοῦ ἐπέτυχεν αὐτὸ τὸ προσὸν τῆς καταγωγῆς τῆς γεννήσεως. Κύριοι, δὲν ἐτέθη ποτὲ εἰς κἀμμίαν ἀμφισβήτησιν, τὸ καθιέρωσε ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι ὅτι, ἂν θελήσητε σήμερον διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, ν’ ἀναγνωρίσητε ἓν δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, τὸ δικαίωμα ἐκτιμήσεως τῶν προσόντων τῶν ὑποψηφίων, βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι δὲν θέλετε ἔχει ἐκλογὰς, ἀφοῦ ἔχητε καὶ ἐπάρχους Σπηλιαράδες καὶ θέλει ὑπάρξει ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ κύριος Καροῦσος, θὰ εἴπῃ ἔπαρχός τις, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν, διότι τοιοῦτοι βεβαίως εἶναι οἱ ἔπαρχοι ἐκεῖνοι, οἵτινες στέλλονται νὰ ἐνεργήσουν τὰς ἐκλογάς. Καὶ ἐὰν, κύριοι, π. χ. μεθαύριον ὑπάρξῃ μία κακοήθης κυβέρνησις, ἡ ὁποία θελήσει νὰ πράξῃ τὰ ἴδια, νὰ στείλῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ὕδρας ἕνα τοιοῦτον ἔπαρχον καὶ ὁ κύριος οὗτος νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ κύριος Βούλγαρης εἶναι 20 ἐτῶν καὶ ἑπομένως ἀνῆλιξ καὶ τοῦ ἀρνηθῇ κάλπην, σεῖς δὲν θὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ κύριος Βούλγαρης εἶναι 70 ἐτῶν, καὶ ἰδοὺ ἓν σπουδαῖον πρόσωπον θέλει λείψει ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὡς ἐκ τῆς κακοηθείας ἑνὸς ἐπάρχου. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν πρέπει νὰ σκεφθῆτε σπουδαίως, διότι δίδετε τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν κρατεῖτε ὑμεῖς εἰς τὰς χεῖράς σας, τὴν δίδετε εἰς τὰς χεῖρας πολλάκις τοῦ τελευταίου γραμματέως τοῦ ἐπάρχου, διὰ νὰ ἀποφαίνεται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Κύριοι, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ ἐξουσία ἐνήργησε φατριαστικῶς καὶ ἐνήργησε φατριαστικῶς, διότι εἶχε τὸ συμφέρον νὰ ἀποκλείσῃ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον τοῦ περιβόλου αὐτοῦ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ 1862, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος σήμερον ὁ πρωθυπουργὸς εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς ἀπειλήσῃ, ὅτι θὰ διαλυθῆτε, καὶ δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862 τὸν εἶχε ἀρχηγὸν, καὶ ὅτι ἐγέννησε τέκνα, τὰ ὁποῖα περιφρονοῦν καὶ τὰς ἀπειλὰς αὐτὰς καὶ τοὺς ἐκφέροντας αὐτάς. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ εἶχεν ὁ ἔπαρχος τοῦ Οἰτύλου, διὰ τί τὸ εἶχε μόνον διὰ τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ ὄχι διὰ τὸν Πικουλάκην, ὅστις εἶναι δημαρχικὸς πάρεδρος Καλαμῶν; Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ φατριαστικὴ ἐπέμβασις τῆς κυβερνήσεως, ὁλοκλήρου τῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο ἀτμόπλοια, στρατός, χρήματα, ἀπεστάλησαν. Διὰ τοῦτο ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἐγκλήματα τὰ τιμαλφέστερα δικαιώματα τοῦ πολίτου. Ὁ κύριος Πικουλάκης διετέλει δημαρχικὸς πάρεδρος τοῦ δήμου Καλαμῶν, καὶ ὁ κύριος Πικουλάκης ἀπεδύθη εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ πολὺ δικαίως, διότι ἐγεννήθη καὶ κατάγεται ἐκεῖθεν.
§58ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ δημότης.
§59ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀδιάφορον τοῦτο. Καὶ σὺ, κύριε Ῥούκη, πρὸ ἓξ μηνῶν εἶχες γείνει δημότης, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παρεδέχθημεν, ὅτι τὸ δικαίωμά σου ἦτο πλῆρες.
§60ΖΕΡΒΑΣ. Διατί δὲν ἔκαμες ἀντίῤῥησιν;
§61Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἤμην σύμφωνος. Καὶ ἴσα ἴσα, κύριε Ῥούκη, διακόψας με μοὶ ἐπενθύμησες τὴν περίπτωσιν ὅτι, ὅ,τι συνέβη διὰ σὲ, συνέβησαν καὶ διὰ τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ οὔτε διενοήθη τις νὰ σὲ προσβάλῃ, ὅτι δὲν εἶχες τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇς.
§62Α. ΡΟΥΚΗΣ. Ἀλλὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἤμην ἓξ ἐτῶν, ἀφοῦ ἔφυγα ἐκ τῆς Ἀταλάντης, καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἐπανέφερα τὰ δικαιώματα.
§63ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἡ φατριαστικὴ ἐνέργεια τῆς ἐξουσίας τῆς σημερινῆς, ἡ ὁποία κατηνάλωσε καὶ πλούτη καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀποκλείσῃ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Προχθὲς ὁ κύριος Ῥοντήρης σᾶς ἐξέθεσε πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ ἀρνηθῇ. Καὶ λοιπὸν, κύριοι, ἐὰν ἦτο δικαίωμα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς νὰ ἀρνῆται κάλπην, πῶς δὲν ἠρνήθη καὶ εἰς τὸν Πικουλάκην, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸν Κουμουνδοῦρον; Δὲν πρόκειται σήμερον, κύριοι, περὶ προσόντων, τὰ πράγματα σᾶς ἔπεισαν καὶ ἔπεισαν καὶ τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ὅσον καὶ ἂν φροντίζῃ εἰς τὸν ὑπονοούμενον σκοπὸν ποτὲ δὲν θὰ φθάσῃ, «καὶ ἂν μὲ φάγῃς εἰς τὴν ῥίζαν, ἐγὼ πάλιν θὰ βλαστήσω». Τὴν ἔπεισαν πολὺ καλὰ, ὅτι δὲν τὴν ὠφελοῦν οἱ ἀποκλεισμοὶ προσώπων, ἴσως οἱ ἀποκλεισμοὶ προσώπων συνετέλεσαν πλέον ταχέως νὰ ἴδῃ τὴν ἀδυναμίαν καὶ τὴν γυμνότητά του ὁ κ. Βούλγαρης. Ἀλλά, κύριοι βουλευταὶ, μὴ ἀφίνετε ἀπὸ τὰς χεῖράς σας τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐχορήγησε τὸ Σύνταγμα, ὁ ἐκλογικὸς νόμος· μὴ τὴν ἀποσπᾶτε ἀπὸ τὰς χεῖράς σας καὶ τὴν δίδετε εἰς τὰς χεῖρας τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπηρετήσωσι πᾶσαν κυβέρνησιν καὶ πᾶσαν παρανομίαν. Κτυπήσατε αὐτὴν τὴν παρανομίαν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ μὴ θέσετε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐὰν ἀποφασίσωμεν τὸ ἐναντίον, θέλομεν κλαύσει σπουδαίως. Τί εἶναι ἡ γνώμη μου; ἀπολύτως ὑπάρχει ἡ γνώμη μου, ὅτι δύναταί τις νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς καὶ εἰς τὰς δύω ἐπαρχίας, καὶ εἶμαι αὐτῆς τῆς γνώμης, διότι ἐθεώρησα ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄτομον, καὶ ὅτι τὸ ἄτομον ἐκλεγόμενον πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραιτηθῇ ὁ βουλευτὴς, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν δεχθῇ τὴν παραίτησίν του. Λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, δύναται νὰ ἐκλεχθῇ συγχρόνως καὶ εἰς τὰς δύω ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἐναντία γνώμη εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, τοὐτέστιν ὅτι δύναται νὰ ἐκλεχθῇ καὶ εἰς τὰς δύω ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὄχι συγχρόνως· αἱ ἐκλογαὶ εἶχον τελειώσει καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ αὕτη εἶναι ὅλως διόλου νέα καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν αὐτῆς τῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦν αὐτοὶ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὰς δύω ἐπαρχίας. Δὲν ἐπεμβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ λοιποῦ μέρους τῆς ἐκλογῆς. Ἤκουσα καὶ ἐγὼ μὲ ἀπορίαν, ὅτι ὑπάρχουσι πρωτόκολλά τινα ψηφοφορίας πλαστογραφημένα. Τοῦτο, κύριοι, δὲν περιποιεῖ ποσῶς τιμὴν εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποδίδεται ἢ τοὐλάχιστον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὰς πλαστογραφίας. Δὲν ἐξετάζω, λέγω, τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ἐκλογῆς, ἐὰν ᾖναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, ἐὰν ᾖναι πλαστογραφημένα ἢ ὄχι τὰ πρωτόκολλα, καθ’ ὅσον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπῆρξεν ἐκλογὴ καθόλου. Ἀλλ’ ἔχω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω δύω ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαῖα καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι παρὰ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἓν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, κύριοι, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· ἀφοῦ τέλος πάντων ἐδόθη ἢ δὲν ἐδόθη κάλπη, καὶ ἐκλογὴ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου ἐγένετο, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ βουλευτής; τίς ἔχει τὸ εἰσιτήριον ἢ τὸ τεκμήριον τῆς ἐπιτυχίας, τὸ εἰδοποιητήριον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς; ἀποκριθῆτε, κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶσθε μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδεὶς ἔχει τὸ εἰδοποιητήριον. Τόσον μεροληπτικαὶ, κύριοι, εἶναι αἱ σημεριναὶ ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐνήργησαν τὰς ἐκλογάς.
§64Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ προδικάσῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ νὰ δώσῃ τὸ εἰσιτήριον.
§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἅμα περαιωθείσης.... Συγχωρεῖται τοῦτο; Ὅλοι, καθὼς ἠξεύρετε, κάμνουν πρωτόκολλα καὶ ὁ κ. ἔπαρχος μόνον ἀγνοεῖ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου· καὶ μὴ παραξενεύεσθε εἰς τοῦτο, διότι τοιοῦτος ἦτο ὁ ἔπαρχος καὶ τοιοῦτος ἔπρεπε, κύριοι, νὰ ἐκλεχθῇ, τοιοῦτον φαῦλον καὶ αἰσχρὸν ἀγγεῖον. Πρωτοφανεῖς, κύριοι, εἶναι αἱ ἐκλογαὶ αἱ ἐνεργηθεῖσαι μέχρι τοῦδε, καὶ ἐὰν δὲν σώσετε, κύριοι, ὑμᾶς αὐτοὺς διὰ τῆς ψήφου σας, πρέπει νὰ ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ σᾶς διαμφισβητήσωσιν ὄχι τὸ δικαίωμα πλέον τοῦ ἐκλεξίμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐκλογέως. Ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς ὁρμώμενος, κύριοι, προτείνω τὴν παντελῆ ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν αὐτῆς.
§66ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου εἶμαι καὶ ἐγὼ, καὶ ἔρχομαι νὰ δικαιολογήσω διατὶ κατετάχθην εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, συμφωνῶν μὲ τὸν προαγορεύσαντα, δὲν παραδέχομαι ὅτι, ὅταν τὸ κώλυμα δὲν ᾖναι φυσικὸν ἀλλὰ νομικὸν, ὅτι δύναται ἡ ἐξουσία νὰ ἀρνηθῇ κάλπην· ὅταν π. χ. τὸ δικαστήριον ἀνακηρύξῃ μίαν γυναῖκα ἢ ἕνα κληρικὸν, τὸ ἐννοῶ, τότε δύναται νὰ ἀρνηθῇ κάλπην, ἀλλ’ ὅταν ὅμως τὸ κώλυμα ᾖναι νομικὸν, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, δὲν εἶναι τακτικὸν τοῦτο. Εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλης ἐκλογῆς εἶπον, ὅτι ἑκάστη ἐκλογὴ ἔχει τὰ στάδιά της, ἑκάστη ἔνστασις συζητεῖται ἐν καιρῷ. Πρῶτον ἐρχόμενος εἰς τὸ ζήτημα, καὶ ἐδὼ θὰ διαφωνήσω μὲ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, λέγω ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐξωσθέντος ὡς ἀνηλίκου δὲν εἶναι ὁλοσχερὴς ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς. Ἐὰν εἷς ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων ἀπέθνησκεν ἢ ἔχανε τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ ἕνεκα ποινικῆς ἀποφάσεως ἢ ἄλλης τινὸς αἰτίας, τότε βεβαίως ὑπήγετο ἡ ἐκλογὴ εἰς τὰς διατυπώσεις τῆς νέας καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκλογῆς καὶ τῆς διαδικασίας, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ τὴν ὑποβάλητε. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἡ ἐπαναληφθεῖσα εἰς τὸ Οἴτυλον δὲν ἦτο εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὴν πρώτην διαχείρισίν των, τὸ νὰ θέσῃ κάλπην, ἐὰν ἦτο παράνομον, διὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἢ ὄχι, ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ φερθῇ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς πρώτης ἐκλογῆς Οἰτύλου· ὄχι μόνον εἰς αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης, οὔτε εἰς τὴν Σύρον, ὅπου ἦτο τὸ ζήτημα τοῦ Βαφιαδάκη εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, δὲν ἐφέρθη αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ τὸ συνεζητήσαμεν ὅπως ἔπρεπε. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ἀφήσαμεν εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν, ὅπου ἦτο ἡ ἁρμοδία νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον τῳόντι εἶναι σπουδαῖον, εἰς τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Οἰτύλου δὲν ἔχει θέσιν κατ’ ἐμέ· καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ τὰς ἰδέας εὑρίσκετο ἡ μειοψηφία ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου. Ἐλέχθη, ὅτι τοῦτο ἔγεινεν εἰς τὰ 1865, καὶ τότε κακῶς ἔγεινεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀφήσαμεν τὴν ἁρμοδίαν περίστασιν ὁπότε ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, καὶ ἐρχόμεθα σήμερον, ὁπότε δὲν εἶναι καιρός. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ πέντε μέλη διεφώνησαν καὶ δὲν ἐθεώρησαν ἰσχυρὰν τὴν ἔνστασιν τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἄλλα ἐλαττώματα, ἔρχομαι εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς ἐκλογῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ καὶ ποικίλα. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ἀφοῦ εἶναι πολλὰ καὶ ποικίλα, πῶς σὺ γνωμοδοτεῖς ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως; Τὸ ἔκαμα, διότι ἔλαβα ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἐπάρχου τοῦ νὰ μὴ τεθῇ κάλπη τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τρεῖς δήμους ἀπέσχον ἄνευ ἀντιστάσεως περὶ τοποθετήσεως τοιαύτης κάλπης, εἰς δύω ὅμως δήμους κατετέθη καὶ ἀφῃρέθη. Εἰς τοὺς τρεῖς πρώτους δήμους ἔγεινε ψηφοφορία τακτικὴ, εἰς τοὺς δύω συνέβησαν ἀταξίαι τινές· εἶναι ὁ δῆμος Καρδαμύλης καὶ ὁ δῆμος Ἀβίας. Εἰς τὸν δῆμον Ἀβίας πρὸς τοῖς ἄλλοις εἶναι καὶ μία ἔνστασις, ὅτι ἔγεινε καὶ καλπονόθευσις· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καλπονοθεύσεως δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ πλειονοψηφήσαντος κατὰ τὴν ἐκλογὴν, διὰ τοῦτο τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ὅλης ἐκλογῆς, δὲν ἔδωκαν πολλὴν προσοχὴν. Ἔρχεται τὸ ζήτημα εἰς τὸν δῆμον Καρδαμύλης, ὅπου συνέβησαν ἀταξίαι· ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας, παρουσιάζεται ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐπάρχου καὶ ἀποβάλλει τὴν κάλπην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς ἐκ τούτου διακόπτεται ἡ ψηφοφορία. Ὅταν λοιπὸν ἦλθεν ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐπάρχου, ἀφῄρεσε τὴν κάλπην καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔκαμε καὶ ἓν ἄτοπον αὐτογνωμόνως καὶ διὰ τοῦτο εἶναι τιμωρητέος, ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ ἀορίστῳ, καὶ διὰ τοῦτο ἦλθε καὶ εἰς φιλονεικίαν καὶ μὲ τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπήν. Ἕνεκα τῆς φιλονεικίας ταύτης ἀνεβλήθη ἡ ἐκλογὴ, τὴν δὲ ἐπαύριον ἤνοιξεν ἡ κάλπη, ἀλλὰ ἀργά· οὐχ ἧττον ὅμως τὴν ά. καὶ βʹ. ἡμέραν ἔγεινε ψηφοφορία. Τὴν γʹ. καὶ δʹ. ἐγένετο τακτικὴ ψηφοφορία ἡ τρίτη μάλιστα ἡμέρα ἦτο νομίζω κυριακή. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἀταξία αὕτη καθιστᾷ τὴν ἐκλογὴν πλημμελῆ τοῦ δήμου τούτου, ἀλλὰ καὶ οἱ θεωρήσαντες, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου αὐτοῦ, ὡδηγήθησαν ἀπὸ τὰς σκέψεις αὐτὰς, ὅτι ἡ τάξις τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς δὲν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, ὅτι θὰ κινήσωμεν πάλιν τὰ πάθη καὶ θὰ φέρωμεν ἀλληλομαχίας. Τὸ βʹ. εἶναι, ὅτι εἰς τὰς δύω ἡμέρας, καθ’ ἃς δὲν ἐψηφοφόρησαν τακτικὰ, μόλις ἐψηφοφόρησαν 150, καὶ γνωρίζομεν, ὅτι οἱ ψηφοφόροι ἔρχονται τὴν πρωίαν μέχρι τῆς 11, ὅτε διεκόπη τὴν πρώτην ἡμέραν ἡ ἐκλογὴ (θόρυβος) τῆς τρίτης ἡμέρας ἡ ψηφοφορία εἶναι ἐξηντλημένη· ἄρχεται ἡ ψηφοφορία τῆς τετάρτης ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφοφόρησαν 92, θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχον συγκεντρωμένοι ψηφοφόροι, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὸ πρόγραμμα περὶ ἀναβολῆς δὲν ἐδημοσιεύθη (θόρυβος).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχάσατε παρακαλῶ, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§68ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχουν ἐπιῤῥοὴν αἱ 150 ψῆφοι, ὅταν ἤθελον ψηφοφορήσει τὰς δύω πρώτας ἡμέρας, ἐὰν δὲν διεκόπτετο ἡ ἐκλογὴ; Ὄχι· ἐπικυρωμένης τῆς ὅλης ἐκλογῆς, καθὼς θὰ γίνῃ ἡ ἐξήγησις κατόπιν, ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι ὁ ἀποτυχὼν ἔχει περισσοτέρας τοῦ ἐπιλαχόντος ὑπὲρ τὰς 150 ψήφους. Ἂν εἴπητε, διατὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μὴ ἐξηγήσῃ σαφῶς τὰ πράγματα ταῦτα καὶ δὲν προσδιορίζει τὸν ἐπιτυχόντα, διότι κατὰ δυστυχίαν ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μυρία ἕπονται, καὶ ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐξελέγχθη μὲ πολλὴν ζῆλον· δὶς καὶ τρὶς συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τελευταῖον ἔπρεπε νὰ δώσῃ μίαν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἔλθῃ αὕτη εἰς μίαν ἀπόφασιν, καθόσον ἐπαρουσιάσθησαν ζητήματα σπουδαῖα, ἰδίως ἓν ζήτημα πλαστογραφίας· εἰς ἕνα δῆμον εἶναι πλαστογεγραμμένοι 200 ψηφοφόροι, τὸ πρωτόκολλον ἐν τῇ ἐπιγραφῇ φέρει 200 εἰς τὸ ναὶ, καὶ ὕστερον λέγει 400 ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Ἓν ἄλλο πρωτόκολλον ἔχει 60, τὸ δὲ ἐπίσημον ἀντίγραφον αὐτοῦ λέγει 30. Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ καθιστοῦν τὴν ὑπεροχὴν τοῦ ἑνὸς ἐπιτυχόντος ἀπὸ τὸν ἄλλον κατὰ 260 ψήφους. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι αἱ 150 ψῆφοι δὲν ἔχουν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Ἔρχομαι λοιπὸν κύριοι, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ποῖος πρέπει νὰ γίνῃ βουλευτής. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὁ Πικουλάκης, διότι ἐπλειονοψήφησεν· ἡ πλαστογραφία τὴν ὁποίαν ἔφεραν αἱ 200 τόσαι ψῆφοι, αἱ πλαστογεγραμέναι πρέπει ν’ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸν ἐπιλαχόντα. Ἄρα ὁ Πικουλάκης ἐπέτυχεν· ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν εἶχεν ἢ ὄχι τὰ προσόντα. Ὁ Πικουλάκης ἐγεννήθη, ἀνεπτύχθη, ἀνετράφη εἰς τὸν δῆμον Οἰτύλου, τὴν δημοτικότητα ἀπὸ τὸν δῆμον Οἰτύλου. Κατὰ τὸ 1866 ἐξελέχθη δημαρχικὸς πάρεδρος ἐν Καλάμαις, ὡρκίσθη, ἐδέχθη τὴν θέσιν του, διὰ τοῦ ὅρκου του ἀπώλεσε τὸ δικαίωμά του ἐν τῷ δήμῳ Οἰτύλου. Ἐν τούτοις ἔρχεται εἰς τὰ 1868, εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν βουλευτικὸν κατάλογον τοῦ Οἰτύλου, προτείνεται, ἀνακηρύττεται, καταθέτει κάλπην εἰς τὴν ἀκυρωθεῖσαν ἐκλογὴν καὶ ψηφοφορεῖται· οὐδεμία τότε ἔνστασις ἐγένετο, ὅτι εἶναι ἑτεροδημότης· ἔχω δὲ ἰδέαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι αὐτὰ τὰ ζητήματα τὰ ἔλυσεν ἡ παρελθοῦσα Βουλή· καὶ ἐγὼ τὴν νομοθεσίαν τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἀποῤῥίπτουσιν. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη παρεδέχθη τὸν κ. Ι. Ζαΐμην, δημοτικὸν σύμβουλον Πατρῶν, ὡς βουλευτὴν Καλαβρύτων· αὐτὴ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸν κ. Σωτηρόπουλον, δημότην Πατρῶν, ὡς βουλευτὴν Τριφυλίας. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἡ διαλυθεῖσα ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ καταγωγὴ διατηρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Κατὰ συνέπειαν λοιπὸν τῆς ἰδέας ταύτης προσθέτω, ὅτι ὁ Πικουλάκης ἐξελέχθη καλῶς καὶ ὡς τοιοῦτον συνιστῶ νὰ τὸν παραδεχθῇ ἡ Βουλή.
§69ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, κ. πρόεδρε.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναγνώσωμεν τὴν ἔκθεσιν.
§71Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§72ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, δύω λέξεις. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀκυρότητος τοῦ ἑνὸς δήμου. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω, ὅπως ἀνασκευάσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος, ὅστις ὑπεστήριξεν ἰδίαν ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Οἰτύλου εἶναι ἄκυρος καθότι δὲν ἐδόθη κάλπη, ἢ μάλιστα δὲν ἐπετράπη νὰ δοθῇ κάλπη τοῦ ὑποψηφίου κ. Κουμουνδούρου. Πραγματικῶς μία ἐκ τῶν ἐνστάσεων, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, εἶναι καὶ αὕτη· ἡ ἔνστασις ὅμως αὕτη δὲν εἶναι, εἰμὴ μία ἐπανάληψις τῆς ἐνστάσεως, ἥτις ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογήν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσεν· ἑπομένως λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ δὲν τὸ ἔλυσεν ἅπαξ, κύριοι, ἀλλὰ δίς· ἐγένετο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπερώτησις εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ὅστις ἀπήντησε καὶ παραπλησίως ὑπέθεσεν ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ κατὰ τὴν γνώμην του δικαιοῦται νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ κάλπην εἰς ἀνακηρυχθέντα ὑποψήφιον, ὅταν δὲν ἔχῃ τὰ προσόντα. Ἐν ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει διάφορα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, συνεφώνησε καὶ αὐτὸς, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχει πράγματι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, καὶ ὅταν ἐφέρθη τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδεὶς εὑρέθη ὁ ἀντιλέγων· ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἠκυρώθη δὲ μόνον, καθόσον ἀπέβλεπε τὸν βουλευτὴν Μαυρομιχάλην, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ προσεβλήθη, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν εἶχε τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένην ἡλικίαν. Ἐν ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει ἐν τῇ ἐκθέσει ἀνεφέραμεν τὴν ἔνστασιν, ἥτις ἐγένετο, διὰ τί δὲν ἐπετράπη κάλπη εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Εἴπομεν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην καλῶς ἔπραξεν ἡ ἀρχὴ, οὐδεὶς δὲ, ἐπαναλαμβάνω, εὑρέθη ἐξ ὅλων ἡμῶν, οὐδεὶς ἐξ ὅλων ἡμῶν ἀντεῖπεν εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε πρὸς δικαιολόγησιν τῆς γνώμης της ἐνταῦθα. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα λελυμένον ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δίς. Ἑπομένως ἀδίκως ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἔψεξε σήμερον τὴν κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπέτρεψε νὰ τεθῇ ἡ κάλπη τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἡ κυβέρνησις ἐξέφερε καὶ ἄλλοτε τὴν γνώμην της, εἶπε δὲ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι ἄλλως πως πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ βουλευτικὸς νόμος, ὅτι δύναται νὰ φέρῃ πρότασιν πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην θέλει σεβασθῆ. Δὲν ἐδικαιοῦτο λοιπὸν νὰ τεθῇ ἡ κάλπη τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καθόσον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐξασκήσας τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἅπαξ, καὶ ἔπειτα ταυτοχρόνως ἦτο καὶ ὑποψήφιος, τὸ δὲ ἡμέτερον πολίτευμα δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων εἰς δύω συγχρόνως ἐπαρχίας, ἀρχὴν τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν ὅλα τὰ πολιτεύματα. Ἄλλως τε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβλέπωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ νὰ βοηθῶμεν τοὺς πολίτας εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων των· προσβάλλεται δὲ βεβαίως ἡ ἐξάσκησις τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ὅταν εἰς μίαν ἐκλογὴν προτείνωνται ὑποψήφιοι μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα· διὰ τῆς ὑποψηφιότητος ταύτης οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι προσβάλλονται τὰ συμφέροντα καὶ δικαιώματα τῶν ἄλλων ὑποψηφίων. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν λόγων τούτων ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ κάλπην εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, καλῶς ἔπραξε νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο, καθόσον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχε τὰ παρὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα. Ὅταν ἤρχισα τὸν λόγον μου, ἤκουσα μίαν φωνὴν ἐκ τῆς δεξιᾶς νὰ λέγῃ, ὅτι ἀλλάσσει σήμερον τὸ ζήτημα, ὅτι τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο συγχρόνως ὑποψήφιος βουλευτὴς εἰς δύω ἐπαρχίας, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐδικαιολογεῖτο ἡ κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ἐπέτρεπε νὰ τεθῇ ἡ κάλπη αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτήν. Ἀπαντῶ ἀμέσως, κύριοι, εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ πρώτην ὄψιν θεωρεῖται σπουδαῖον. Δὲν ἤλλαξαν σήμερον τὰ πράγματα, καὶ δὲν ἤλλαξαν ἕνεκα τῆς νομολογίας, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀκυρώσεως ἐκλογῆς. Ὅταν πρόκηται περὶ ἀκυρώσεως ἐκλογῆς, αὕτη ἐπαναλαμβάνεται ἐντὸς 20 ἡμερῶν μεταξὺ τῶν πρώτων συναγωνισθέντων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε ἐπικρατήσασα νομολογία, ἥτις συμφωνεῖ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου παραγράφου τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ βουλευτικοῦ νόμου. Πρόκειται δὲ περὶ ἐκλογῆς ἀκυρωθείσης βεβαίως, καὶ δὲν πρόκειται περὶ βουλευτοῦ καταστάντος ἀνικάνου, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρῶτος ἀγορεύσας. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 68 λέγει, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐπαναλαμβάνεται ἐντὸς 2 μηνῶν, καὶ ἐννοεῖται ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ γίνονται δύο προτάσεις καὶ ἀνακηρύξεις, ὅταν κατασταθῇ ἀνίκανος βουλευτής τις ἢ δεχθῇ μισθὸν ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταστῇ ἀνίκανος πρέπει νὰ ᾖναι βουλευτής, καὶ πρέπει νὰ ἐξέλθῃ βουλευτής, νὰ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον. Ὅταν ὅμως, πρὶν ἢ ἐκλεχθῇ καὶ δώσῃ τὸν ὅρκον, ἡ Βουλὴ λέγῃ, ἀκυρῶ τὴν ἐκλογὴν, διότι δὲν ἔχει τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, δὲν ἕπεται ὅτι ἡ ἀκύρωσις αὕτη ὑπάγεται εἰς τὴν ἀ. παράγραφον τοῦ ἄρθρου 68, καθὼς ἀνέφερεν ὁ πρώην ἀγορεύσας, ἀλλ’ εἰς τὴν βʹ. παράγραφον, ἥτις λέγει, ὅτι ἀκυρωθείσης ἐκλογῆς τινος, διατάσεται ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς ἐντὸς 20 ἡμερῶν.»
§73Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀκυρώθη λοιπὸν ἡ ἐκλογή.
§74ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἀκυρώθη, καθόσον ἀφορᾷ τὸν Μαυρομιχάλην.
§75Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἦτον ἀνίκανος.
§76ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀνικανότης, ἀλλὰ κάθε ἄλλο τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ νόμος· ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ καὶ ἐπανελήφθη ἡ βάσις τῆς βʹ. παραγράφου (ἄρθρον 68) ἕπεται ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων διαγωνισθέντων, καὶ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ἦτο βεβαίως, τοῦτο δὲ λέγω ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς ἀπέκτησεν τὰ ἀπὸ τὸν νόμον ἀπαιτούμενα προσόντα ὅπως συναγωνισθῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Οἰτύλου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἐξακριβόνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν μετέφερε τὰ δικαιώματά του εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, καὶ ὅτι παρῃτήθη.
§77Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὰ μεταφέρῃ.
§78ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἄλλως τε ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ θεωρία τοῦ πρώην ἀγορεύσαντος, ὅστις ἰσχυρίζεται ὅτι δύναταί τις νὰ συναγωνισθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν εἰς ἣν δὲν εἶναι ἐγκατεστημένος καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς κατάγεται, καθότι ὑπάρχει ὁ διαζευκτικὸς σύνδεσμος εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἥτις λύει τὸ ζήτημα ὑπὲρ ἡμῶν.
§79Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἤθελεν ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ ἀνακηρυχθέντες εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἦσαν τὸ ὅλον 5 εἰς τὴν ἀρχικὴν ἐκλογὴν, καὶ 4 ἐπιτυχόντες, ἤθελε διαταχθῆ ἐκλογὴ τότε... (θόρυβος)
§80ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τότε θὰ ἐγεννᾶτο ἡ ἀνάγκη μιᾶς νέας ἀνακηρύξεως. Ἡμεῖς εἴχομεν ἄλλην διάταξιν εἰς τὸν νόμον, ἡ ὁποία ἀφῃρέθη καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου κακῶς, διότι εἴχομεν μίαν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐξήλεγχε τὰ προσόντα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶναι ζήτημα λελυμένον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσε δὶς ἡ Βουλὴ, καὶ ὅτι δὲν θέλει ἐπαναλάβει σήμερον· ὅτι ἑπομένως ἔχει δίκαιον ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ὑποστηρίξας τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, καθὼς δὲν εἶχε δίκαιον οὔτε ὁ δεύτερος, ὅστις σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔπρεπε νὰ φέρωμεν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἐφέραμεν τότε δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ φέρωμεν σήμερον. Ἐγὼ λέγω ἀπεναντίας, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐφέρθη τὸ ζήτημα, ὅτε οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίῤῥησιν, ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, διότι ἦτο ἡ ἔνστασις περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἦτο ἄκυρος λόγῳ ὅτι δὲν ἐπετράπη κάλπη εἰς τὸν ἀνακηρυχθέντα ὡς ὑποψήφιον κύριον Κουμουνδοῦρον. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι, ὅταν συνῆλθε νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἐκλογὴν διῃρέθη εἰς 3· εἴδομεν ὅτι ὑπάρχουσι δύω εἰδῶν ἐνστάσεις, εἰδικὴ καὶ γενική, ἀφορῶσαι δύω δήμους, Ἀβίας καὶ Καρδαμύλης. Ἡ πλειοψηφία εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἐνστάσεων περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ὅλης ἐκλογῆς· ἀφοῦ δὲν ἦτο ἡ ἐκλογὴ συμπληρωμένη ἐνόμισεν ὅτι ἦτο καλὸν νὰ συμπληρωθῇ καὶ τότε νὰ ἔλθῃ εἰς ἀπόφασιν, ἐγνωμοδότησε δὲ νὰ συμπληρώσῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Ἀβίας. Ὁ προλαλήσας ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κηρυχθῇ ὡς πράγματι πλειοψηφήσας ὁ κ. Πικουλάκης· κατ’ αὐτοῦ ὑπάρχουσιν ἐνστάσεις, ὅτι εἶναι καὶ δημοτικὸς πάρεδρος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδυθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Παρατηρῶ τοῦτο ὅτι, ἐπειδὴ ὁ πρῶτος ἀγορεύσας τὸ ἔφερεν ὡς ἐπιχείρημα διατί τάχα ἐπέτρεψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τεθῇ ἡ κάλπη αὐτή, παρατηρῶ τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγίνωσκεν ὅτι ἦτο συγχρόνως καὶ δημοτικὸς πάρεδρος, ἐνῷ ὅτι ἦτο ὑποψήφιος Μεσσήνης ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὸ γνωρίζομεν ἅπαντες.
§81Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ἐγνώριζε.
§82ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως ἀντελήφθη αὐτό· τὰ πράγματα εἶναι τὰ ἑξῆς· ὁ κ. Πικουλάκης ὑπάρχει πράγματι ὁλονὲν δημαρχικὸς πάρεδρος.
§83ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρητήθη· φέρω τὴν παραίτησίν του.
§84ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Πικουλάκης ἦτο δημαρχικὸς πάρεδρος εἰς τὰς Καλάμας καὶ ἐξήσκει τὰ καθήκοντα αὐτὰ, ὅταν ἀπεδύθη τὸ πρῶτον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα εἰς τὸ Οἴτυλον· ἀκολούθως οὗτος προσήγαγεν ἔγγραφον εἰς τὸν ἔπαρχον Οἰτύλου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγεν, ὅτι μετέφερεν ἐκεῖθεν τὰ δικαιώματά του. Πιστεύω ὅτι ἂν συγχρόνως ὁ κ. Πικουλάκης ἤθελε παραιτηθῆ ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ δημαρχικοῦ παρέδρου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ζήτημα, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδυθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα. Οἱ ἀντιφρονοῦντες λέγουν, ὅτι δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, διότι ἐξηκολούθησε δι’ αὐτῆς τῆς ἰδιότητος νὰ ἐξασκῇ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν.
§85ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Πικουλάκης προϋπάρχων πάρεδρος ἂν ἐξετίθετο εἰς τὰς Καλάμας ἐμποδίζετο;
§86ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξασκῇ τὰ πολιτικά του δικαιώματα εἰς δύω συγχρόνως ἐπαρχίας.
§87ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐξετέθη βουλευτὴς εἰς τὴν Καλαμάταν.
§88ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Πικουλάκης δὲν εἶναι ὁ νομίμως ἐκλεχθεὶς λέγουν, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπεται συγχρόνως νὰ ἐξασκῇ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα εἰς δύω ἐπαρχίας, λέγουν ὅτι ὁ κ. Πικουλάκης καίτοι μεταθέσας ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν τὰ δικαιώματά του, δὲν παρῃτήθη νὰ τὰ ἐξασκῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν (θόρυβος).
§89ΔΑΓΡΕΣ. Τί φρονεῖτε σεῖς;
§90ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν φέρω οὐδεμίαν γνώμην· λέγω μόνον τί ἔτρεξε, τί λέγουν ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ κ. Πικουλάκης δὲν δύναται νὰ ᾖναι βουλευτής.
§91ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν δύναταί τις νὰ ἐξασκῇ δικαιώματα πολιτικὰ εἰς δύω ἐπαρχίας· ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐξήσκει τὰ πολιτικά του δικαιώματα καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν, ἕπεται ὅτι εἶναι ὁ νομίμως ἐκλεχθεὶς βουλευτής· ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Πικουλάκης διωρίσθη (θόρυβος) τότε πταίει ἡ κυβέρνησις.
§92ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τί τὴν ἀνακατεύετε, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι καὶ παροῦσα; Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, κύριοι, ἐγὼ λέγω, ὅτι ὀρθοτέρα γνώμη εἶναι τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ὁ δῆμος τῆς Καρδαμύλης, καθότι πραγματικῶς εἰς αὐτὸν τὸν δῆμον διεκόπη ἡ ἐκλογὴ καὶ ὄχι μόνον διεκόπη, ἀλλὰ δὲν ἐψήφισαν τόσοι ἐκλογεῖς .... (θόρυβος). Τὸ ζήτημα λοιπὸν σήμερον εἶναι, ά) ἂν πρέπῃ νὰ ἀκυρωθῇ ὁ δῆμος τῆς Καρδαμύλης, βʹ) ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ κ. Πικουλάκης ἔχῃ τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων δὲν δύναται οὔτε κἂν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, καθότι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἀπεφάνθη ἡ Βουλή· πρόκειται περὶ ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς, ἐπανελήφθη ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ τῶν πρότερον ἐκτεθέντων.
§93ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἔχων, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθὸν, τρομάζω διὰ τὸ μέλλον. Βλέπω τινὰ τῶν συμπτωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶδον καὶ δὲν ἐτρόμαξα ἄλλοτε, ἀλλὰ μὲ ἐτρόμαξαν αἱ συνέπειαι αὐτῶν, τρομάζω ἐπίσης. Δύω ἤδη μεγάλα συμπτώματα παρατηρῶ ἐξ αὐτῶν σήμερον· πρῶτον ὅτι δὲν ἐδόθη εἰσιτήριον εἰς ἐκλεχθέντα καὶ δεύτερον ὅτι δὲν ἐδόθη κάλπη εἰς ἀνακηρυχθέντα. Ἐννοεῖτε τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου, δηλ. ἐάν τις εἰς τὰς ἐπελευσομένας ἐκλογὰς ᾖναι ἀντιπολιτευόμενος καὶ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ κάλπην, νὰ δύναται μία κακὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ τῷ δίδῃ εἰσιτήριον καὶ νὰ κρατῇ ἔξω τοῦ βουλευτηρίου, καὶ μόνον ἐὰν κλίνῃ καὶ γίνῃ συμπολιτευόμενος, τότε μόνον νὰ εἰσάγηται, ἄλλως διὰ τῆς ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου σχετικῆς τότε πλειοψηφίας νὰ κάμνουν εἴτε ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, εἴτε ἀκυρώσεις. Τί εἶναι αὐτά;!! Εἰς τὸ παρελθὸν ἀντὶ Συντάγματος εἴχομεν τὸ μουγγὸν, νέον εἶδος πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως τοῦ τόπου.— Γνωρίζετε τὴν μουσικὴν μηχανὴν, ἡ ὁποία σύγκειται ἀπὸ ἕνα κύλινδρον ἔχοντα ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἄπειρα σιδεράκια ὁριζοντείως θεμένα. Κουρδιζομένης τῆς μηχανῆς ταύτης, ὁ κύλινδρος στρέφεται καὶ τὰ σιδεράκια ἐγγίζοντα τὰς ἴνας τοῦ κτενίου σχηματίζουν μίαν μουσικὴν ἁρμονίαν. Ὁπόσον καλὴ ἡ ἁρμονία εἶναι, ὅταν ἔχητε τὰ σιδεράκια πλήρη, ἂν ἀφαιρεθῶσιν αὐτὰ, δὲν θ’ ἀκούσητε τίποτε καὶ θὰ ᾖναι ἡ μηχανὴ μουγγόν τι. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· ἡ μουσικὴ μὲ πλήρη τὰ σιδεράκια εἶναι τὸ καλῶς ἐφαρμοζόμενον Σύνταγμα· ὅταν ἐλλείπουν εἶναι τὸ μουγγὸν ἢ τὸ κακῶς ἐφαρμοζόμενον Σύνταγμα καὶ αὐτὸ παρατηρῶ, ὅτι θέλουν νὰ ἐφαρμόσουν σήμερον καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ μακαρίτικα. Δὲν ἐδόθη κάλπη εἰς ἀνακηρυχθέντα, τοῦ ὁποίου βλέπετε δὲν λέγω τὸ ὄνομα, διότι τρομάζω, εἶναι ἀντάρτης (γέλως), εἶναι ἀντάρτης ὁ Κουμουνδοῦρος, ὅπως ἦτο ἀντάρτης ὁ νῦν πρωθυπουργὸς Βούλγαρης πρὸ τριῶν ἐτῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦλθον ἐδῶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς ἑπτανήσου, διότι τότε τὸ ἴδιον ἐλέγετο διὰ τὸν κ. Βούλγαρην. Χθὲς ἀντάρτης ὁ Βούλγαρης, σήμερον ἀντάρτης ὁ Κουμουνδοῦρος. Λοιπὸν οἱ ἀντάρται ἂς φύγουν, ἂς τοὺς σκοτώσουν καὶ ἂς μείνωμεν ἡμεῖς οἱ καλλίτεροι, οἱ συνταγματικώτεροι, οἱ ἀκριβεῖς.— Καθόσον ἀφορᾷ τὴν μὴ ἔγκρισιν τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς νὰ μὴ βάλῃ κάλπην ὁ ἀνακηρυχθεὶς ἀντάρτης, σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Σύρου μετὰ τὴν τότε ἀκύρωσιν τῆς παρελθούσης ἐκλογῆς, ὅταν ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἢ ἄλλος τις ἠρώτησε· διατὶ δὲν δίδεται κάλπη εἰς τὸν κ. Βαφιαδάκην νομίζω· ἐὰν εἶχον τὰ πρακτικὰ ἤθελον σᾶς τὰ ἀναγνώσει, ἀλλὰ δὲν τὰ ἔχω, διότι ἐνῷ πρέπει νὰ ᾖναι ἕτοιμα τὴν ἑπομένην ἡμέραν παρῆλθε τόσος καιρὸς καὶ δὲν ἡτοιμάσθησαν ἀκόμη. Μόλα ταῦτα θὰ σᾶς εἴπω τὴν ὁμιλίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμα τότε, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι. Εἶπον τότε, ὅτι τὸ Σύνταγμα διέκρινε τὰς ἐξουσίας καὶ εἰς μὲν τὴν Βουλὴν ἔδωκεν αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν ἔδωκεν ἐπίσης· ἓν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν. Ἐπρόσθεσα, ὅτι ἅμα τις ἀνακηρυχθῇ ὑποψήφιος παρὰ τοῦ δικαστηρίου δὲν δύνανται νὰ τοῦ ἀρνηθοῦν κάλπην. (Ἐδῶ ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς τὸν δίδει τὰ πρακτικά.) Εἶπον δὲ κατόπιν, ὅτι, (σιωπᾷ ἐπ’ ὀλίγον) σταθῆτε, κύριοι, διότι ἔχασα τὴν σειράν, Ἄ. τότε ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ βουλευτήριον περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐξελέχθη, διότι μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως· (ἀποτεινόμενος εἰς τὸν κ. Σ. Πετιμεζᾶν) μὲ πολλὴν εὐφυΐαν μὲ ἐκάματε νὰ χάσω τὴν σειράν.
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα, σᾶς ἔδωκα τὰ πρακτικά.
§95ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ὅπως δήποτε ἦτο ἐξυπνότατον, πνευματωδέστατον, κ. Πετιμεζᾶ· λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησε καὶ δὲν μὲ μέλλει τόσον διὰ τὸ σήμερον, ἀλλὰ διότι τοῦτο εἶναι ἓν κακὸν προηγούμενον. Ἔρχομαι τώρα ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα τῆς μὴ ἐκδόσεως εἰσιτηρίου, καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ αὐτὸ συμβαίνει. Σᾶς εἶπον εἴς τινα προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτι ἡ μὴ ἔκδοσις εἰσιτηρίου εἶναι ἓν κακὸν προηγούμενον, καὶ διὰ τοῦτο καὶ σᾶς ἐπρόσθεσα τότε ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς μὴ ἐκλογῆς Οἰτύλου ὡς μὴ ἐμφανιζομένου ἐκλεχθέντος. Σᾶς εἶπον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐξυπνάδα, ἂν δὲν ἔχωμεν ἔξυπνον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατηγορίαν ἐπὶ συκοφαντίᾳ, ἂν δὲν ἔχωμεν συκοφάντην κατηγορούμενον καὶ ἐκλογὴν ἄνευ ἐκλεχθέντος. Κατὰ συνέπειαν τελειώνων λέγω, ὅτι διὰ τοὺς δύω εἰρημένους λόγους εἶναι ἡ ἐκλογὴ ὅλως διόλου ἄκυρος καὶ συμφωνῶ μὲ τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς τὰ προτείναντα τὴν ἐν γένει ἀκύρωσιν, οὐχὶ μόνον διότι δὲν ἐδόθη κάλπη εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐδόθη εἰσιτήριον εἰς οὐδένα καὶ δὲν ἔχομεν ἐκλογήν. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκυρωθῇ τοῦτο τὸ προηγούμενον ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ ῥητὸν τοῦ Τούρκου, ὁ ὁποῖος ἅμα διῆλθε ποντικὸς ἀπὸ τὰ γένια του τὸν ἐσκότωσε. Τὸν εἶπον διατί; καὶ ἀπήντησε διὰ νὰ μὴ γίνῃ δρόμος. Εἶμαι λοιπὸν ἐν γένει ἀκυρωτικὸς διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἓν κακὸν προηγούμενον καὶ ἐν περιπτώσει ἐπικυρώσεως διαμαρτύρομαι.
§96ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα ἐτέθη εἰς ἄλλο στάδιον· πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου, ἂν ᾖναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα· καὶ ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν ἕκαστος εἰς τὰς χεῖράς του. Ἐγὼ εἶμαι μέλος καὶ δὲν ὑπέγραψα εἰς καμμίαν ἔκθεσιν, διότι ἐνόησα τὸν ἑαυτόν μου μὲ ὄχι πλήρη ἐσχηματισμένην πεποίθησιν περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου καὶ περιμένω νὰ φωτισθῶ ἀπὸ τὴν συζήτησιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα τοῦ ἂν δύναται ἡ διοικητικὴ ἐξουσία νὰ δώσῃ ἢ μὴ κάλπην, εἶναι ξένον τοῦ προκειμένου ζητήματος καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔλθῃ κατ’ ἰδίαν. Σήμερον, τὸ κατ’ ἐμὲ, λέγω ὅτι ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν ὑπ’ ὄψιν· εἰς αὐτὴν ἐμπεριέχονται ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐνστάσεις. Ὑπάρχει ἔνστασις, ἂν ὁ ἔπαρχος ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ ἢ ὄχι τὴν κάλπην· ὑπάρχει ἄλλη, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ οὐσιωδεστάτη εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογὴν, ἂν ὁ ἔπαρχος δὲν δώσῃ κάλπην εἰς ἔχοντα δικαίωμα, πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ἢ ὄχι; ἂν δώσῃ εἰς μὴ ἔχοντα δικαίωμα πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἢ ὄχι; Βλέπετε ὅσα εἶναι ἄσχετα πρὸς ἄλληλα καὶ ἐμπεριλαμβάνονται εἰς αὐτὴν τὴν ἐκλογήν. Ἕκαστος λοιπὸν, ὅστις θὰ φέρῃ ψῆφον εἰς αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν, ἐννοεῖται ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ περιστατικὰ, ὅλας τὰς ἐνστάσεις καὶ τότε ἢ ἐπικυροῦται ἡ ἐκλογὴ ἢ ἀκυροῦται. Ὅποιος θέλει νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῶν ἄλλων αὐτῶν δικαιωμάτων δύναται, ἂν καὶ ἐδικάσθησαν, κατ’ ἐμὲ, δύναται ὅμως νὰ τὰ ἐπαναφέρῃ ὁσάκις θέλει. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐνησχολήθημεν εἰς αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς.
§97ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἔχω διάθεσιν, κύριοι, νὰ εἴπω πολλὰ, μάλιστα νομίζω, ὅτι ἦτο καιρὸς σιωπῆς· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπειδὴ συγχέεται ἡ παροῦσα ἐκλογὴ, ἡ ἐπαναληπτικὴ, μὲ τὴν ἄλλην, δι’ αὐτὸ λαμβάνω τὸν λόγον. Μὲ εἶπόν τινες, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι δεδικασμένον· ἦλθον νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ὄχι. Εἰς τὴν νέαν ἐκλογὴν παρουσιάζεται ἓν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν πρώτην· εἰς τὴν πρώτην ἐκλογὴν ὁ ὑποψήφιος, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη τὴν κάλπην, εἶχεν ἕνα μόνον λόγον ὑπὲρ αὐτοῦ, τὴν γέννησίν του εἰς τὸ Οἴτυλον, ὁ ὁποῖος συνεχέετο μὲ ἄλλον λόγον, τὴν ἀποκατάστασίν του εἰς μίαν ἄλλην ἐπαρχίαν. Εἰς τὴν δευτέραν ἐκλογὴν ἡ ἐγκατάστασις εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν δὲν ὑφίσταται, τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀποκτήσει εἰς τὴν Μεσήνην, ἔπαυσαν νὰ ᾖναι, διότι ὁ κ. Πικουλάκης παρῄτησε τὰ πολιτικά του δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε κεκτημένα δι’ ἐγκαταστάσεως εἰς τὴν Μεσήνην καὶ τὰ μετέφερεν εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του, τὸ Οἴτυλον. Διὰ τοῦτο λέγω δὲν ἔχομεν δεδικασμένον, διότι δὲν εἶχε μεταφέρει τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, καὶ ἐγείρεται τὸ ζήτημα· δύναται εἷς πολίτης νὰ ἐξασκήσῃ συγχρόνως εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τὸ πολιτικόν του δικαίωμα; Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὄχι· τώρα ὅμως δὲν ἔχει οὕτω· τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἕκαστος πολίτης δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἔχῃ παρὰ εἰς ἓν μέρος. Εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἄφησε τὰ πολιτικά του δικαιώματα καὶ τὰ μετέφερεν εἰς τὸ Οἴτυλον. Βλέπετε ὅτι δεδικασμένον δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Ποίαν γνώμην εἶχεν εἰς τὴν πρώτην ἐκλογήν; ὅτι εἶχεν ἄδικον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ ζητήσῃ κάλπην, ἀλλὰ ἄδικον ἐπίσης εἶχε καὶ ὁ Κ. Βούλγαρης νὰ τὴν ἀρνηθῇ. Ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ καὶ εἰς Μεσσήνην καὶ εἰς Οἴτυλον. Ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ κάλπην, διότι τοῦτο ἀντέβαινεν εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐκλέγεσθαι εἰς μίαν ἐπαρχίαν· ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ὤφειλε νὰ δώσῃ κάλπην εἰς ἀνακηρυχθέντα. Αὐτὸς ἐννοῶ, ὅτι εἶναι ὁ λόγος, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἢ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνῆται κάλπην, ἅμα τις ἀνακηρυχθῇ ὡς ὑποψήφιος ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰ προσόντα. Ἐννοῶ, ὅτι εἶχε δίκαιον τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαιοδοσίαν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ τῷ ἀρνηθῇ κάλπην. Δικαιοδοσίαν λοιπὸν δὲν εἶχε τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀρνηθῇ κάλπην οὔτε τότε, οὔτε πρότερον, ἀλλὰ τότε εἶχε δίκαιον κατ’ οὐσίαν, τώρα ὅμως οὔτε κατ’ οὐσίαν. Τότε εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως, διότι τότε ἔλεγον, καὶ κακὰ ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον νὰ μὴ δώσῃ κάλπην, ἀλλὰ πραγματικῶς ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐκ τοῦ νόμου προέκυπτεν, ὅτι δὲν εἶχε τὰ προσόντα, ὥστε ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου ἑπόμενον ἦτο νὰ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς. Τώρα δὲ ἐπειδὴ δὲν εἶχε δικαιοδοσίαν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ἀρνηθῇ κάλπην, τοῦτο δὲ ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐνασχοληθῶ εἰς τοῦτο, δύω λέξεις θὰ ὑπενθυμήσω μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδαμοῦ ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἡ κυβέρνησις δίδει κάλπην· ὁ βουλευτικὸς νόμος ἔχει ἴδιον κεφάλαιον συγκείμενον ἀπὸ πολλὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται εἰς τοῦτο καὶ μόνον νὰ προσδιορίσωσι τίς ἐστὶν ὁ ὑποψήφιος. Τώρα, διατὶ ἠσχολήθη ὁ ἐκλογικὸς νόμος τόσον πολύ; διατὶ προσδιώρισεν ἴδιον παράγραφον εἰς τὸ νὰ προσδιορισθῇ ὁ ὑποψήφιος; Μόνον καὶ μόνον, κύριοι, διὰ νὰ λάβῃ κάλπην ὁ ὑποψήφιος, κατεχωρήθη ἴδιον κεφάλαιον εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον περὶ τούτου· δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν τοῦτο, εἰμὴ νὰ διακριθῇ εἰς τίνα πρέπει νὰ δοθῇ κάλπη, διότι ἄλλως ἤθελεν ὑποπέσει εἰς ἓν ἄτοπον, ἔπρεπε νὰ τεθῶσι τόσαι κάλπαι, ὅσοι εἶναι αἱ ἐκλογεῖς· ἐὰν ἔμενεν εἰς αὐτὸ τὰ σύστημα, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τόσας κάλπας, ὅσοι εἶναι οἱ ἐκλογεῖς· καὶ εἰς τὴν Γορτυνίαν π. χ. θὰ εἴχαμεν 12,000 κάλπας, εἰς τὰ Καλάβρυτα τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Ἠλείαν ἄλλας τόσας· αὐτὸ τὸ ἄτοπον ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ ὁ νόμος καὶ ἀπεφάσισε καὶ ἔθεσεν ἰδιαίτερα κεφάλαια· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ εἴπῃ, δὲν ὑπέγραψα τὸ κεφάλαιον περὶ τοῦ τίς πρέπει νὰ ἔχῃ κάλπην, τὸ ὑπέγραψα οὕτω, τίς δύναται νὰ ἔλθῃ ὑποψήφιος ἢ περὶ ὑποψηφίων. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ κεφάλαιον τῶν ὑποψηφίων εἶναι ὡς νὰ ὑπογράφηται κεφάλαιον περὶ τοῦ τίς δύναται νὰ λάβῃ κάλπην καὶ ποῖος δικαιοῦται. Τώρα αὐτὸ τί λέγει; εἶναι ὑποψήφιος δηλ. πολίτης δυνάμενος νὰ λάβῃ κάλπην πᾶς ὅστις προταθῇ ὑπὸ τοῦ τριακοστοῦ τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας· χρειάζεται λοιπὸν διὰ νὰ ᾖναί τις ὑποψήφιος καὶ νὰ ἔχῃ κάλπην τὸ τριακοστὸν τῶν ἐκλογέων· ἀλλὰ τὶς θὰ ἐξελέγξῃ ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς μίαν ἀναφορὰν τὸ 30 τῶν ἐκλογέων; Ἡ διοικητικὴ ἀρχή; Ἀλλὰ ἡ Συνέλευσις δὲν ἠθέλησε νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν τοῦτο καὶ ἀνέθηκε τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· καὶ τὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἔλεγχος; Μία ἁπλῆ ἀρίθμησις 100 ἢ 200, τίποτε ἄλλο παρὰ μία παραβολὴ μὲ τὸν κατάλογον τὸν ἐκλογικόν, μηχανική· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ Συνέλευσις εἶχε τόσην δυσπιστίαν ὥστε ἁπλῆν ἀρίθμησιν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ἓν ζήτημα τόσον σπουδαῖον τῆς ἀποφάσεως τῶν ὑποψηφίων; Ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶχε δυσπιστίαν, ὅλοι τὸ γνωρίζομεν, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, τὰς ἐπεμβάσεις τὰς γινομένας ὑπὸ τῆς διοικητικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τοῦ 1844 μέχρι τοῦ 1862, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τῳόντι αὐτὸ ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως· αὐτὴ δὲν ἤθελε νὰ ἐμπιστευθῇ τίποτε εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐνεπιστεύθη οὔτε τὴν ἀρίθμησιν, τὴν μηχανικὴν αὐτὴν ἐργασίαν 1, 2, 3, 4. Ἐκτὸς τούτου αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ἄλλην παρατήρησιν· ἂν ἴδητε τὸν βουλευτικὸν νόμον, θέλετε ἴδει ὅτι οὐδαμοῦ ὑπάρχει περὶ ἐξελέγξεων προσόντων· καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι εἰς τὴν Συνέλευσιν ἔγεινε λόγος περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ὅτι τὰ προσόντα τῶν βουλευτῶν δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὰ προδικάσῃ καὶ ἐξελέγξῃ παρὰ μόνη ἡ Βουλή· καὶ βεβαίως οὕτως ἔχει, διότι ἄλλως ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ σύστημά τι ἐξελέγξεως τῶν προσόντων· δὲν ὑπάρχει διάταξις τοιαύτη περὶ ἐκλεξίμων ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει περὶ ἀνακρίσεως αὐτῶν. Ἐτέθησαν καὶ ἐπροσδιωρίσθησαν τὰ προσόντα ἐν τῷ νόμῳ καὶ οὐδεμία ἀνάκρισις τῶν προσόντων· οὐδεμία διάταξις εὑρίσκεται περὶ ἀνακρίσεως, ἀλλὰ μόνον ἓν ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι περὶ ἐξελέγξεως τῶν προσόντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς· καὶ τοῦτο πάλιν διότι ἡ Συνέλευσις εἶχε δυσπιστίαν εἰς πᾶσαν ἀρχὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς πολλὰ προνόμια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς τὰ ἀνέθεσεν εἰς τὴν δικαστικὴν, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ ἄφησεν οὔτε εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, τὸ ἐπεφύλαξεν εἰς τὴν Βουλὴν· διατί; διότι ἠδύναντο πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ ἀποβληθῶσι δι’ αὐτοῦ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κύριοι, τὰς ἐπεμβάσεις τὰς ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἐὰν αὐτὸ τὸ σύστημα ἐπεκράτει τότε, τὸ νὰ ἀρνῆται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κάλπην, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ κάμῃ οὐδεμίαν ἐπέμβασιν καὶ θὰ εἶχε τὰ ἀποτελέσματα, ἠδύνατο νὰ ἀρνῆται εἰς 50 ἀνθρώπους κάλπην καὶ νὰ εἶχε Βουλὴν ὑποχείριον. Λέγω λοιπὸν, ἔχοντες τώρα τὸ σύστημα τοῦτο, ἐὰν καθιερώσωμεν ἓν προηγούμενον καὶ εἴπωμεν ὅτι δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἀρνῆται κάλπην, θὰ ἔχωμεν ἐπεμβάσεις ἄνευ εὐθύνης, διότι θὰ ἔχωμεν νομολογίαν. Δὲν πιστεύω τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς νὰ ᾖναι τοιοῦτον, δὲν πιστεύω νὰ ἐπιδιώκῃ τοῦτο ἡ ἐποχή, ἀφοῦ ἕνεκα τοιούτων λόγων ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις· διότι τότε δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἔχωμεν καθιερωμένην τὴν ἀντιπροσωπείαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι, ὑπάρχουσι προηγούμενά τινα· τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἔλυσέ ποτε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀρνηθῇ κάλπην· ἀλλὰ τοῦτο τί σημαίνει; μᾶς δεσμεύει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου; ὄχι· ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθητε καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ οὐδέποτε ἐφηρμόσθη· ὁ ὑπουργὸς κατόπιν, ὅτε ἦλθε τοιαύτη περίστασις, ἐὰν εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα πρέπῃ νὰ δοθῇ κάλπη, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ, εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ. Συνέβη νὰ δοθῇ κάλπη εἰς ὑποψήφιον καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ὁ ἴδιος ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ, καὶ μετὰ ταῦτα, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίσῃ, εἶπεν ὅτι εἶναι ἄκυρος· διότι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἔκρινεν ὡς διοικητικὴ ἀρχὴ, εἰς τὴν δευτέραν ὡς δικαστικὴ, εἰς τὴν πρώτην δὲν ἠρνήθη τὴν κάλπην, εἰς τὴν δευτέραν ἀπεφάνθη ὅτι κακῶς εἶχον τὴν κάλπην. Τώρα θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται, ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ· ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πρέπει νὰ μένῃ καὶ ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸν λαὸν δὲν πρέπει νὰ μὴ μένῃ; εἰς τὸν λαὸν ἀνήκει ἡ πρότασις τῶν ὑποψηφίων, ἡ δὲ δικαστικὴ ἐξουσία μόνον τοὺς ἀναγνωρίζει· τὸ τριακοστὸν τῶν ψηφοφόρων μιᾶς ἐπαρχίας πρέπει νὰ ἔχῃ μείζονα ἐμπιστοσύνην ἀπὸ ἕνα ἔπαρχον, καὶ τοιοῦτον νοῦν εἶχεν ἡ Συνέλευσις. Πολλοὶ φοβοῦνται φόβους τινὰς ὑποθετικοὺς, ὅτι ἐμποροῦν ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἐκλέξουν ὑπαλλήλους τούρκους κ. τ. λ. ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ νομοθέτης καλεῖται νὰ κανονίσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν, ὄχι πράγματα φανταστὰ, ὁ νομοθέτης δὲν εἶναι ἠναγκασμένος νὰ νομοθετῇ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν. Λοιπὸν τούρκους κτλ. δὲν ἐξῄρεσε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἐκλέξουν ὑπαλλήλους καὶ νὰ συγκροτηθῇ ἡ Βουλὴ ὅπως τινὲς ἰσχυρίσθησαν. Περαίνων, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν δίδει δικαιοδοσίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῶν προσόντων· διατί; διότι τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὅπου λέγει περὶ ὑποψηφίων, εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ περὶ κάλπης· τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἐν κεφαλαίῳ τῷ ἐπιγραφομένῳ περὶ ὑποψηφίων ῥητῶς κελεύει, ὅτι οἱ ὑποψήφιοι ἀποφασίζονται ἐκ τοῦ τριακοστοῦ τῶν ἐκλογέων· βεβαιοῦνται δὲ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας. Τὸ γράμμα δὲ τοῦ νόμου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀποδεικνύει μεγίστην δυσπιστίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν ἐπιτρέπει οὔτε τὴν ἁπλῆν ἀρίθμησιν, τὸ δὲ περὶ ἀνακρίσεως τῶν προσόντων τῶν ἐκλεξίμων κτλ. δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Νόμῳ, δὲν ἐνεπιστεύθη τοῦτο οὔτε εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, οὔτε εἰς τὴν δικαστικὴν, πολὺ μᾶλλον εἰς ἕνα ἔπαρχον· σᾶς ὑπενθυμίζω δὲ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων, διότι μία Κυβέρνησις θέλουσα νὰ κάμῃ ἐπεμβάσεις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἐπεμβάσεις, δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς ἀντιπάλους της κάλπην, καὶ τότε ἔχει ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους ἰδικούς της. Σᾶς ἐξήγησα ὅτι δεδικασμένον δὲν ὑπάρχει, διότι ὑπάρχει νέον στοιχεῖον· εἰς τὴν πρώτην ἐκλογὴν τῷ ὄντι ἦτον ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ, διότι τότε ἐσυγκρούετο τὸ δικαίωμα τῆς συγκρούσεως μὲ τὸ τῆς ἀποκαταστάσεως. Τώρα ἐξέλιπεν ἡ σύγκρουσις διὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἔχομεν τὸ τῆς γεννήσεως, τὸ ὁποῖον, ἐὰν τὸ ἀφαιρέσωμεν, ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἐντελῶς ἄπολις καὶ ἄπατρις.
§98ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ὀλίγας μόνον λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, καὶ ταύτας ὡς πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Παραμυθιώτης. Ὁ κύριος Παραμυθιώτης ὑπεστήριξε δύο ἰδέας, πρῶτον μὲν ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Καρδαμύλης εἶναι ἄκυρος, καὶ δεύτερον ὅτι ὁ πλειονοψηφήσας δὲν ἔχει τὰ προσόντα κατὰ τὴν ὁμόφωνον μαρτυρίαν....
§99ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον, ὅτι οἱ ἀντιφρονοῦντες εἶπον....
§100ΣΑΡΑΒΑΣ. Θέλω ἐξετάσει τὰ δύο ταῦτα ζητήματα· ὑπάρχει λόγος ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Καρδαμύλης; ὁ πλειοψηφήσας ἔχει τὰ προσόντα; Θαυμάζω πολὺ, κύριοι, νὰ ἔρχωνται νὰ ὑποστηρίζωσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς προκειμένης ἐκλογῆς εἰς ἕνα δῆμον, διότι ἡ ψηφοφορία κατὰ τὴν πρώτην ἡμέρας δὲν παρουσιάζει τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν ψηφοφόρων, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει κατὰ τὰς τελευταίας, διότι κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἡμέραν ἐψηφοφόρησαν 4, κατὰ τὴν δευτέραν μόνον 6, καὶ τὴν τρίτην καὶ τετάρτην 170. Εἶναι τοῦτο λόγος ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ κατὰ τὸν δῆμον τοῦτον διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκ νέου; ἐὰν ἀναγνώσωμεν μετὰ προσοχῆς καὶ ἐπισταμένως τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας κατὰ τὸν δῆμον ἐκεῖνον, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἡμέραν δὲν ἐψήφισαν τόσοι ὅσοι κατὰ τὰς δύο ἑπομένας, τοσοῦτον εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἀνεβλήθη. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἐγένετο κατὰ τὸν δῆμον Καρδαμύλης. Ἐτέθη ἡ κάλπη τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου· ὁ ἐν περιοδείᾳ εὑρισκόμενος γραμματεὺς τοῦ ἐπάρχου προσῆλθεν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, καὶ τότε ἤρχισε διάλογος μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κύριος αὐτὸς ζητεῖ ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ κάλπη τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ὁ πρόεδρος ἀρνεῖται, λέγων, ὅτι, ἀφοῦ ἀπεκηρύχθη ἀπὸ τὰ δικαστήρια, μόνον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, λέγει τότε ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, ἀναβάλλω τὴν ἐκλογήν· ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεμακρύνθη, παρέλαβε τὰς κάλπας αὐτὸς καὶ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, ἀφαιρεῖ τὴν κάλπην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐξακολουθεῖ τὴν ἐκλογὴν, χωρὶς ν’ ἀναγγείλῃ οὔτε διακοπὴν τῆς ψηφοφορίας, οὔτε τὴν ἐξακολούθησιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι διακοπὴ δὲν ἐγένετο τῆς ψηφοφορίας, ἀλλ’ ἓν τέχνασμα, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, ἵνα ἀποχωρήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἀφαιρέσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν κάλπην τοῦ κ. Κουμουνδούρου· τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν ἐξηκολούθησεν ἐν τάξει ἡ ψηφοφορία, ὥστε, ὅταν τὴν πρωΐαν ἦλθεν ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀργὰ, διότι κατέλαβε τὸν τόπον αὐτοῦ ἄλλος, αὐτὸς οὗτος ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐπαρχείου· λοιπὸν ὑπῆρξεν ἀταξία, ἀλλὰ ἐκ μέρους τῆς ἀρχῆς· ἄλλη ἀταξία, ὥστε νὰ διακοπῇ ἡ ψηφοφορία καὶ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ, δὲν φαίνεται νὰ ἔλαβε χώραν. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι 2 ἐψηφοφόρησαν τὴν πρώτην ἡμέραν, καὶ 6 τὴν δευτέραν· αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τόσον φυσικὸν, ὅσον πολλὰ ὀλίγοι ἐψηφοφόρησαν εἰς ὅλους τοὺς δήμους κατὰ τὰς δύω πρώτας ἡμέρας. Ὅταν, κύριοι, ὑπάρχῃ μία παραβίασις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἡ Βουλὴ δὲν σκέπτεται ὅπως τὰ δικαστήρια, διότι ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν ὥρισεν εἰς κανὲν μέρος ποῖοι τῶν τύπων θεωροῦνται οὐσιώδεις ἢ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, ἀλλ’ ἄφησεν εἰς τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάζῃ ἑκάστοτε κατὰ πόσον ἡ παραβίασις τῶν τύπων δύναται νὰ βλάψῃ τὴν οὐσίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ν’ ἀκολουθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐξελέγξεις. Τώρα ὑποθέσατε, ὅτι ἀνεβλήθη κατὰ τὰς δύω ἡμέρας ἡ ψηφοφορία, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν μὴ, συμπεσούσης τῆς ἀναβολῆς, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτον ἀλλοῖον, καὶ διὰ νὰ φθάσωμεν κατὰ προσέγγισιν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἔχομεν διδόμενα θετικὰ τὰ τῆς προηγουμένης ἐκλογῆς, μεταξὺ τῶν ἰδίων ψηφοφορηθέντων· ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ σχετικὴ μεταξὺ αὐτῶν πλειοψηφία ἦτον ἐλαχίστη, μόλις 10–20 ψήφων. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Καρδαμύλης. Ὡς πρὸς δὲ τὰ προσόντα τοῦ Πικουλάκη ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Κύριοι, ὁ κύριος Ξανθὸς Πικουλάκης ἀποδεικνύει δι’ ἑνὸς πιστοποιητικοῦ τοῦ δημάρχου Οἰτύλου, ὅτι εἶναι δημότης εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, γεγραμμένος ἀπὸ τὰ 1852, καὶ ὅτι τὸ ὄνομά του ἀναφαίνεται εἰς ὅλους τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. (Ἀναγινώσκει τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ κ. δημάρχου). Λοιπὸν φέρω ἓν πιστοποιητικὸν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ὅτι εἶναι δημότης Οἰτύλου καὶ ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς τοῦ αὑτοῦ δήμου καταλόγους· φέρω πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸν δήμαρχον Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς του καὶ λέγει «ἐπιστρέφεται πρὸς τὸν ἴδιον Κ. Ξανθὸν Πικουλάκην κλπ. (ἀναγινώσκει). Λοιπὸν ἐπισήμως βεβαιοῦται, ὅτι ὁ Ξανθὸς Πικουλάκης δὲν ἐζήτησε νὰ μεταφέρῃ τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἐκ τοῦ δήμου Οἰτύλου εἰς τὸν δῆμον Καλαμῶν, καὶ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἐπίσης βεβαιοῦται, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου Οἰτύλου. Εἶναι ἀρκετὰ ταῦτα, κύριοι, ὅπως πιστοποιήσωσιν, ὅτι ὁ Ξανθὸς Πικουλάκης εἶναι δημότης εἰς ἕνα δῆμον τῆς ἐπαρχίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξελέχθη; Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐξελέχθη, λέγουν, δημαρχικὸς πάρεδρος τοῦ δήμου Καλαμῶν, ὡρκίσθη· ἄρα ἔπαυσε νὰ ᾖναι δημότης τοῦ δήμου ἐκείνου. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ πρότασις πρὸς ἐκλογὴν δὲν γίνεται ἀπὸ τὸν ὑποψήφιον, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων πολιτῶν καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ τινὸς ὡς δημοτικοῦ ὑπαλλήλου εἰς ἄλλον παρὰ τὸν οἰκεῖον δῆμον δὲν σημαίνει παραίτησιν τῆς ὁποίας κέκτηται ἰδιότητος τοῦ δημότου εἰς ὡρισμένον δῆμον. Ἀλλ’ ὡρκίσθη μοὶ λέγουν, καὶ ἡ ὅρκισις ἐμφαίνει ἀποδοχὴν τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἐξελέχθη· ἂν θέλετε νὰ μάθητε τὸν ἱστορικὸν λόγον τῆς ὁρκίσεως, σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸς κατ’ οὐδένα τρόπον ἤθελε τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειθαναγκάσθη ἀπὸ τὸν δήμαρχον· ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποδείξωμεν· παραδέχομαι ὅλα ταῦτα, ὅτι ἐξελέχθη δημαρχικὸς πάρεδρος, ὅτι ὡρκίσθη καὶ οὐδὲν ἧττον ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἀπώλεσε τὴν ἰδιότητα τοῦ δημότου Οἰτύλου.
§101ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ περὶ δήμων νόμος δίδει τὸ δικαίωμα, ἐὰν ὁ δήμαρχος τὸ ἀνέχηται νὰ ᾖναι εἰς δύο δήμους.
§102ΣΑΡΑΒΑΣ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἰθαγενείας, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ᾖναι πολίτης εἰς δύο διαφόρους ἐπικρατείας, λαμβάνων τις ὑπηρεσίαν εἰς ἓν Κράτος, ἀπόλλυσι τὴν ἰθαγένειαν τὴν προτέραν· ἐνταῦθα ὅμως δὲν ἔχομέν τι τοιοῦτον, ἀλλὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ περὶ δήμων νόμου κατὰ τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ᾖναι δημότης εἰς δύο δήμους, ἀρκεῖ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ τὸ θέλῃ, διότι κατὰ τὸ ἄρθρ. ἐκεῖνο ὁ ἀποκτήσας νέον δημοτικὸν δικαίωμα δύναται νὰ διατηρήσῃ καὶ τὸ ἀρχαιότερον δημοτικὸν δικαίωμά του, ἐὰν λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς μέχρι τοῦδε δημοτικῆς ἀρχῆς του. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἰσχύον δίκαιον, ἡ ἀπόκτησις δημοτικοῦ δικαιώματος εἰς ἄλλον δῆμον δὲν φέρει ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ ἄλλου. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐκφραστικωτέρα συναίνεσις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, παρ’ ὅταν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐξακολουθῇ νὰ τὸν ἔχῃ ἐγγεγραμμένον εἰς τὸ δημοτολόγιον καὶ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους; Βλέπετε ἐξ ὅλων τούτων, ὅτι ὁ Ξανθὸς Πικουλάκης εἶναι δημότης τοῦ δήμου Οἰτύλου καὶ δὲν ἀπώλεσε τὴν ἰδιότητά του ταύτην. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν προσόντων βουλευτοῦ, ὅστις ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγεται ἤδη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖναι ἐγκατεστημένος εἰς αὐτήν, ἤγουν νὰ ᾖναι δημότης· ἄλλως θὰ ἦτο περιττὸν νὰ μεταχειρισθῇ ὁ νομοθέτης τὸν σύνδεσμον ἢ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ καὶ (ἄρθρ. 70 Συντ.)
§103ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Σαράβα. Ἀρκετὰ πλέον, κ. πρόεδρε.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι δὰ, κύριοι, πῶς;—Κύριοι, ὀλίγας λέξεις θέλω εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐκλογῆς του Οἰτύλου, ἀφοῦ ἔτυχε νὰ ᾖμαι μέλος τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία διῃρέθη εἰς τρεῖς γνώμας ἐνώπιον ὑμῶν. Τοῦτο ἐνόμισα καθῆκόν μου, καὶ πιστεύω ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φωτισθῇ καλῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρὶν φέρῃ τὴν ψῆφόν της. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι, γνωμοδοτεῖ, ά) νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογή, β) ν’ ἀκυρωθῇ ὅλη ἡ ἐκλογή, γ) ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Καρδαμύλης. Αἱ γνῶμαι αὗται βασίζονται εἰς κάποια πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μὴ παρουσιασθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· α) ὡς πρὸς τὸν δῆμον Καρδαμύλης, διότι ἐγὼ συνετάχθην μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν ν’ ἀκυρωθῇ ὁ δῆμος Καρδαμύλης. Ἀκούσατε, κύριοι, τί συνέβη ἐκεῖ, καὶ θέλω σᾶς τὰ εἴπει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἰς τὸν δῆμον τῆς Καρδαμύλης δὲν συνέβη πράγματι ἐκλογὴ, διότι κατὰ τὴν ά. ἡμέραν παρουσιάσθη κατὰ τὰς 10 ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐπαρχείου δι’ ἑνὸς ἐγγράφου πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ προσεκάλεσε νὰ διακόψῃ τὴν ψηφοφορίαν· ἡ ἐπιτροπὴ πραγματικῶς διέκοψε τὴν ψηφοφορίαν καὶ ἐπανέλαβεν αὐτὴν τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὥστε ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐψηφοφόρησαν μόνον ἓξ ἄνθρωποι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ γραμματέως τοῦ ἐπάρχου ἡ ἐπιτροπὴ ἀφήρεσε τὰ ἐκλογικὰ σκεύη· οἱ δὲ ψηφοφόροι ἰδόντες τοῦτο ἀνεχώρησαν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, ὅτι μόλις εἶχον ψηφοφορήσει ἓξ ἄνθρωποι, καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἀνεχώρησε, καὶ ψηφοφορία δὲν ἐγένετο· ἐπανελήφθη τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἑσπέρας, καὶ χωρὶς νὰ προκηρυχθῇ ὅτι ἀρχίζει ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτο τὴν βʹ. ἡμέραν, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπανῆλθε νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν, μόλις εὑρέθησαν 2 ἄνθρωποι· οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν. Τὴν τρίτην ἡμέραν, καθὼς ἐγνώσθη, ὅτι ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία ἐκ νέου παρουσιάσθησαν ἕως 180. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ 1800 ψηφοφόρους, ποῦ ἔχει ὁ δῆμος, καὶ ἔπρεπε νὰ ψηφοφορήσῃ τὸ ἥμισυ, μόλις ἐψηφοφόρησαν 180.
§105ΣΑΡΑΒΑΣ. Μήτε χιλίους δὲν ἔχει.
§106Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπως σᾶς πληροφορήσω περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία λέγει «οἱ ὑποφαινόμενοι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Καρδαμύλης κλπ.» (ἀναγινώσκει). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὴν τρίτην ἡμέραν ἐψηφοφόρησαν 180.
§107ΣΑΡΑΒΑΣ. Πιστοποιητικὸν εἶναι αὐτό;
§108Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὑπογεγραμμένον ἀπὸ 3 μέλη.
§109ΣΑΡΑΒΑΣ. Πότε ἔγεινεν;
§110Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι μεταγενέστερον. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς, ὡς σᾶς παρετήρησεν ὁ κ. Σαράβας, φαίνεται μὲν μία σύγχυσις, καὶ οὐδεμία λεπτομέρεια, διὰ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ τὸ ὁμολογοῦν καὶ τὰ πρακτικὰ, καὶ ἐννοῶ ὅτι ἡ πιστοποίησις αὐτὴ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἀνῆκον κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῶν πρακτικῶν, ἔρχεται ὅμως πρὸς συμπλήρωσιν καὶ διαφώτισιν· ἑπομένως εἶναι ἀληθὲς καθ’ ὅσον ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα τοῦ ἐπάρχου, ὅστις διέκοψε τὴν ἐκλογήν. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἴπομεν, ὅτι ἐκλογὴ εἰς τὸν δῆμον Καρδαμύλης δὲν ὑπάρχει, διότι οἱ ἄνθρωποι ἀπεμακρύνθησαν οὐχὶ ἑκουσίως, ὅπως ἐννοεῖ ὁ νόμος, ἀλλ’ ὅτι ἐπῆλθον ἐκ τῆς ἀρχῆς ἡ διακοπὴ τῆς ἐκλογῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐκλογὴ πραγματικῶς εἰς τὸν δῆμον Καρδαμύλης δὲν ὑπάρχει. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δήμου τούτου ἤθελεν ἀποφασίσει ὅλως διόλου τὴν τύχην τῆς ἐκλογῆς, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμιζε νὰ σταματήσῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία διὰ νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων. Οἱ παραδεχθέντες τὴν κύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καθ’ ὁλοκληρίαν εἶχον λόγους διαφόρους· οὗτοι, ὡς παρετηρήσατε, ἐβασίσθησαν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἐδόθη κάλπη εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συγχωρήσατέ μοι νὰ διατρίψω δι’ ὀλίγων λέξεων· ἡ ἐξήγησις τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ῥοντήρης, νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ λανθασμένη· ὁ νόμος ἅμα ψηφισθῇ ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καὶ κυρωθῇ ἀπὸ τὸν Βασιλέα μένει νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ μέχρι τῆς ἐκλογῆς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα στάδια, καὶ νομίζω ἀδιστάκτως ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ φροντίζῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐὰν οἱ ἀνακηρυχθέντες οὗτοι ἔχουν τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Δύναται σήμερον ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε γνώμην θέλῃ, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι σπουδαῖοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πολιτικοὶ φίλοι μου καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν μερίδα τὴν ἄλλην, ἔλυσαν τὸ ζήτημα διὰ τῆς ὑπογραφῆς των καὶ διὰ πράξεως ὑπουργικοῦ συμβουλίου, δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τὰς ἀρχὰς, καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι οὗτοι ἀποφασίζουν πολὺ ὀρθότερον. Ἀκούσατε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος πῶς ἀπεφάσισε τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ὁλόκληρον.
§111ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§112Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα διὰ τῶν ὑπογραφῶν σας. Κύριοι, ὑποθέσετε κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τῶν διατεινομένων, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν κάλπην εἰς τὸν μὴ ἔχοντα προσόντα, ὅτι πολλοὶ ἐκλογεῖς ἀποφασίζουν νὰ προτείνουν τόσους ὑπαλλήλους ἢ ἀνθρώπους ξένους διὰ νὰ κηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι, καὶ ὅτι τοῦτο ἐγένετο. Παρετήρησεν ὁ Κ. Ῥοντήρης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιῶνται, καὶ μόλα ταῦτα θέλω εἰπεῖ ὅτι ὁ τρόπος οὗτος ἂν δὲν ἐμποδίζεται, τὸ ἄτοπον τοῦτο ἂν δὲν ἐμποδίζετο ἐξ ὑπαρχῆς ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, εἰς τὰς Ἀθήνας ἤθελε λάβει διαστάσεις μεγίστας. Ἰδοὺ περιστατικὸν τὸ ὁποῖον συνέβη ἐδῶ· ὁ συνταγματάρχης Κ. Κορωναῖος νῦν συνάδελφός μας τότε διετέλει ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς καὶ ἐζήτησε νὰ ἐξέλθῃ βουλευτής· τὸ ζήτημα ἐφέρθη ἐνώπιον τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἡ κυβέρνησις ἰδοὺ πῶς ἔλυσε τὸ ζήτημα «ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὴν 27 Ἀπριλίου συνεδριάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου κτλ.» (Ἀναγινώσκει). Ἀκούσατε, κύριοι, καὶ ἄλλην γνώμην «διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 214 τῆς 29 Ἀπριλίου 1865 πρακτικοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου κτλ. (Ἀναγινώσκει). Αὐτὸ εἴπετε, καὶ ἐγὼ ἀντιτάσσομαι διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ ἄλλον περιορισμὸν, ἀποφαίνεται περὶ μὴ χορηγήσεως κάλπης εἰς τὸν Κύριον κτλ. (Ἀναγινώσκει)».
§113Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐξηγηθῶ.
§114Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον λοιπὸν τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου βλέπετε πῶς ἔλυσε τὰ ζητήματα αὐτά. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλην ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν ἐπειδὴ εἶναι σύντομος ἠμπορεῖτε νὰ ἀκούσητε «τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν κλπ. (Ἀναγινώσκει). Παρατηρεῖτε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐνόμισε καθῆκόν της νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας τὰ προσόντα νὰ θέσωσι κάλπην καὶ κατὰ τοῦτο ἔπραξε φρονίμως. Διότι, κύριοι, ὑποθέσατε τὸ ἐναντίον· ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ῥοντήρη, ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται. Ὑποθέσατε λοιπὸν νὰ θέσωμεν αὐτὴν τὴν νομολογίαν· ἐντὸς ὀλίγου δύναται αὐτὸ νὰ λάβῃ τὴν μεγαλειτέραν ἔκτασιν εἰς μίαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν, νὰ ἴδωμεν τὸ βουλευτήριον πληρούμενον καὶ κατεχόμενον ἀπὸ δημάρχους, δημοσίους ὑπαλλήλους ἢ καὶ ἱερεῖς. Πιστεύω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ σταματᾷ, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους, καὶ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καθὼς καὶ διὰ τὴν κακὴν ἐκτέλεσιν. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, εἶχε τὸ ζήτημα ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἐκλογὴν Σύρου ἐπὶ τοῦ κυρίου Βαφιαδάκη, καὶ ἐνθυμοῦμαι τότε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισεν ὡς καλῶς ἔχον τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως νὰ μὴ δώσῃ τότε κάλπην εἰς τὸν κύριον Βαφιαδάκην μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα. Ὁ κ. Ζαΐμης ἀγορεύων τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε τὰ ἑξῆς· «ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Βαφιαδάκη .... φρονῶ ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἡ χορήγησις τῆς κάλπης». Κατὰ τὰ περιστατικὰ ταῦτα ἀποκρούω τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, καὶ ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὴ τὸν νόμον· ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς ἐπισήμου ἑρμηνείας, ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὴ θὰ θέσῃ ἓν ζήτημα καθαρὸν, θὰ κάμῃ μίαν πρότασιν, θὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς νόμον, καὶ τότε ἡ ἰδέα τῆς Βουλῆς εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁσάκις ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἰδέαν ἐναντίαν πρὸς τὴν κυβέρνησιν, δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδέαν της, αὕτη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόφασις ὡς κανὼν διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι ἡ Βουλὴ σταθμίζει τὰ περιστατικὰ τῆς μιᾶς ἐξουσίας, ὅπως νομίζει αὐτὴ, καὶ δίδει τὴν γνώμην της ἐπίσης καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκτελεῖ τοὺς νόμους, κρίνουσα κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτῆς, καὶ κατὰ τὸ καθῆκον της ἀποφασίζει περὶ τούτου. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος, καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὰς διασαφήσεις του, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην ἐκείνην. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς...
§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης.
§116Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἡ Βουλὴ, καθὼς γνωρίζετε, ἀπεφάνθη ἄλλοτε διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου, ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ, καὶ οὐδεμία ἄλλη παρατήρησις τότε ἔγεινε. Σήμερον ὁ κύριος Ῥοντήρης ἔκαμε μίαν παρατήρησιν, ὅτι ὁ λόγος, ὅστις ὑπῆρχε τότε καὶ εἶχε φέρει τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον εἰς τὴν θέσιν νὰ ἔχῃ ἀπαίτησιν ἄδικον, δὲν ὑπάρχει πλέον, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἐξασκήσας πληρέστατα τὸ δικαίωμά του κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐκλογὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματός του ταὐτοχρόνως καὶ εἰς ἄλλο μέρος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ νόμος, καθὼς παρατηρεῖτε, οὐδόλως κάμνει λόγον· ὥρισε μόνον τὰ προσόντα, ἀλλ’ εἰς κανὲν μέρος δὲν εἶπεν, ὅτι ὁ πολίτης δύναται νὰ ἔχῃ διπλᾶ δικαιώματα. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λελυμένον ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὅστις καμμίαν διάκρισιν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως δὲν φέρει, διότι ὁ νομοθέτης ὑπέθεσεν, ὅτι τοῦτο οὔτε πρέπει κανεὶς κἂν νὰ τὸ σκεφθῇ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ ἐκεῖ καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξήσκησεν ἄλλως, ἐὰν ὑποθέσητε τοῦτο ὡς ἀληθὲς, ἠθέλετε βλέπει ἕνα ἕκαστον νὰ ἐγγράφητε εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀποκτήσῃ τοιουτοτρόπως μίαν ἐγκατάστασιν βουλευτοῦ εἰς ὅλα τὰ μέρη καὶ νὰ περιέρχηται καὶ ζητῇ νὰ ἐκλέγηται βουλευτὴς, ἐνῷ ἐξήσκησε πλέον τὸ δικαίωμά του εἰς μίαν ἐπαρχίαν, νὰ τὸ ἐξασκήσῃ μετὰ ταῦτα καὶ εἰς μίαν ἄλλην. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τοῦ Κ. Πικουλάκη, μένουν τινὰ ζητήματα ἄλυτα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ, διότι ἀληθῶς ὑπάρχουσι παραμορφώσεις τινὲς εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ τὰς ὀνομάσω ἄλλως πῶς, ἐκ τῶν ὁποίων φαίνεται πλειονοψηφῶν ὁ Κ. Λεουτζάκος, ἐνῷ ἄνευ τούτων φαίνεται πλειονοψηφῶν ὁ Κ. Πικουλάκης. Κατὰ πρῶτον λόγον φρονῶ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ κατὰ τὸ 58 ἄρθρον τοῦ νόμου ὤφειλον νὰ φωτίσουν περὶ τούτου περισσότερον τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλὴν· ὁ λόγος περὶ τῆς ἐλλείψεως τοῦ εἰδοποιητηρίου δὲν εἶναι ἰσχυρὸς, διότι ἡ ἔλλειψις δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσουν, διότι βεβαίως μόνον τὰ ζητήματα ὅσα ὑπόκεινται εἰς ἀμφισβήτησιν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐκλογῶν, ταῦτα μόνον λύονται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν ἡμάρτησε σπουδαίως, καὶ δὲν ἄφησε συνεπείας τόσον φοβερὰς, ὅσον ἠθέλησαν νὰ εἴπουν, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις λύει ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα· ὡς πρὸς τὸν Κ. Πικουλάκην, ὡς πρὸς τὰ προσόντα αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ὅπως ἡ πεποίθησίς μου ὑπαγορεύει· φρονῶ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ᾖναι δημοτικὸς ἀντιπρόσωπος εἰς ἕνα δῆμον καὶ νὰ ἐκλέγηται βουλευτὴς εἰς μίαν ἄλλην ἐπαρχίαν. Βεβαίως τὸ κεφάλι μου δὲν τὸ φέρω ἐπὶ τῶν ὤμων μου ὡς ἄχραντον μυστήριον, διὰ νὰ νομίζητε ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἀλάνθαστος, ἀλλ’ ὁ Κ. Πικουλάκης ἐκτελεῖ χρέη δημοτικὰ εἰς τὸν δῆμον Καλαμῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς εἰς τὸ Οἴτυλον. Ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ κρίνῃ ὅπως ἤθελε κρίνει ἀσφαλέστερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§117ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κ. πρόεδρε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Κρεστενίτης.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§120ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τρία θέματα εἶναι, Κ. Πρόεδρε....
§121ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. ....... (θόρυβος). Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ παρουσιάζεται μία ἀπορία τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ· ἀκόμη πρέπει νὰ λύσωμεν καὶ τὴν ἔνστασιν τοῦ Πικουλάκη διὰ νὰ ἠξεύρῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἂν ἔχῃ τὰ προσόντα. Ὁ περὶ δήμων νόμος ῥητῶς λέγει, εἰμπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ δήμου του καὶ ἂν μεταβῇ εἰς ἄλλον, ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ ἀποκρούει, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνήκῃ καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον.
§122ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε. (Θόρυβος).
§123ΔΑΓΡΕΣ. Προηγοῦμαι ἐγώ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον.
§125ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς καθολοκληρίαν.
§126ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ φέρω δύω παρατηρήσεις, μάλιστα θὰ ᾖμαι πολὺ σύντομος. — Λέγω ὅτι θὰ εἴπω δύω λέξεις, καθόσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τοῦ Κ. Πικουλάκη, φρονῶ ὅτι καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν νόμον διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις πρέπει νὰ ᾖναι.... τοῦτο κανεὶς δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ. Ἔφερε δὲ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδιότητος αὐτῆς δύω πιστοποιητικὰ, τὸ μὲν τοῦ δημάρχου Οἰτύλου βεβαιοῦν, ὅτι ἀπὸ τὰ 1852 εἶναι γεγραμμένος, τὸ δὲ τοῦ δημάρχου Καλαμῶν, ὅτι δὲν εὑρέθη αἴτησις διὰ νὰ μεταθέσῃ τὰ δικαιώματά του. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ δύω πιστοποιητικὰ δὲν δύνανται νὰ πιστοποιήσουν, ὅτι ὁ Κ. Πικουλάκης εἶναι δημότης τοῦ δήμου Οἰτύλου, διότι κατὰ μὲν τὸ τοῦ δημάρχου Καλαμῶν δὲν πιστοποιεῖται παρὰ ὅτι δὲν εὗρεν ἀναφοράν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ἀρκετὸς νὰ βεβαιοῖ ἂν δὲν ὑπῆρξέ ποτε, διότι δὲν φέρονται τὰ ἔγγραφα, ὅπως πρέπει. Μένει τὸ δεύτερον τοῦ δημάρχου Οἰτύλου. Φρονῶ ὅτι καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν, διότι τί βεβαιοῖ; ὅτι κατὰ τὸ 1852 καὶ ἐντεῦθεν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχων ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς καταλόγους. Ὅταν ἔχητε τὸ ἀναντίῤῥητον γεγονὸς ὅτι ἐξελέχθη δημαρχικὸς πάρεδρος τοῦ δήμου Καλαμῶν, ὅτι ἔδωκε τὸν ὅρκον καὶ ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά του, βέβαια δὲν δύνασθε νὰ μὴ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐδήλωσε τὴν θέλησιν διὰ τῶν πράξεων αὐτῶν νὰ ᾖναι δημότης Καλαμῶν. — Ἔφεραν ὅμως τὸ ἄρθρον 10 τοῦ περὶ δήμων νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι δύναταί τις νὰ ᾖναι εἰς δύω δήμους δημότης· ἁπλῆ ἀνάγνωσις θέλει δείξει, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν τοῦ δίδουν, εἶναι ἐντελῶς σαθρά. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 10; (τὸ ἀναγινώσκει).
§127ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ πιστοποιητικὸν δὲν μαρτυρεῖ περὶ τούτου.
§128ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος λέγει, θέλετε νὰ μεταθέσητε τὸ δικαίωμα καὶ νὰ τὸ μεταφέρητε εἰς τὸν μέχρι τοῦδε δῆμόν σας; πρέπει νὰ φέρητε αἴτησιν καὶ νὰ παραδεχθῇ ὁ δῆμος νὰ σᾶς θεωρῇ ὡς δημότην. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ δημαρχ. παρέδρου, ὁ ὅρκος του, τί ἄλλο ἀποδεικνύουν παρ’ ὅτι ἐβεβαίωσεν ὅτι θέλει νὰ ᾖναι δημότης ἐκεῖ;
§129ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶναι ἄκυρα.
§130ΔΑΓΡΕΣ. (θόρυβος).
§131ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρία εἶναι τὰ θέματα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς· πρῶτον, εἶναι ἄκυρος ὁλόκληρος ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου; δεύτερον, εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Καρδαμύλης;
§133ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον εἶναι αὐτό.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτον, ἔχει τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου ὁ ὑποψήφιος Πικουλάκης;
§135ΤΙΝΕΣ. (ὑπὲρ τοὺς 15 ἐγειρόμενοι). Τὸ πρῶτον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὡς ἑξῆς· εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου;
§137Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τίνι σκοπῷ, παρακαλῶ;
§138ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κ. πρόεδρε.
§139Α. Θ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἠρνήθη ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ κάλπην, κ. Κρεστενίτη.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε ψηφολέκται· (προσέρχονται οἱ κύριοι Κατσικαπῆς καὶ Θωμᾶς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται καὶ περατοῦται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κατὰ τὸν κανονισμὸν ψηφοφορία.
§141ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ κ. Λένωσης, κ. γραμματεῦ, εἶπε ναὶ (θόρυβος).
§142ΤΙΝΕΣ. (ἐκ δεξιῶν). Βέβαια, βέβαια θὰ λογισθῇ καὶ ἡ ψῆφος τοῦ κ. Λένωση (θόρυβος).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὅταν ἐτελείωσεν ὁ κατάλογος, ἐρωτῶ ἂν ὑπάρχῃ κανεὶς καὶ δὲν ἀπεκρίθη καὶ ἤρχισεν ἡ διαλογή. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἀπεκλείσθη τὸ δικαίωμα τῆς ψηφοφορίας εἰς κανένα.
§144Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὅταν ἐλέγετε αὐτὸ, ὁ κ. Λένωσης ἐφώναζε ναὶ.
§145ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ πλαστογραφήσω, οὔτε ἔδωκα τοιαύτην ἀφορμὴν μέχρι τοῦδε. Ὅταν ὁ κ. πρόεδρος εἶπεν, ἔχει κανεὶς νὰ ψηφίσῃ, καὶ δὲν ἀπεκρίθη κανεὶς, ὁ πρόεδρος, εἶπεν, ἄρχεται ἡ διαλογή· τότε ὁ κ. Κατσικαπῆς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Λένωσης, εἶμαι ἐδῶ, καὶ λέγω ναὶ (θόρυβος).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς διὰ ψήφων 71 κατὰ 67.
§147ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 110 τοῦ Συντάγματος διαμαρτύρομαι καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ ὡς πολίτης.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ δεύτερον· εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Καρδαμύλης;
§149ΤΙΝΕΣ. Δι’ ἀναστάσεως.
§150ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν διακρίνεται ἡ δι’ ἀναστάσεως καὶ δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι αὐτό. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Καρδαμύλης νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τώρα ἔχομεν τὸ τρίτον· ἔχει τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου ὁ ὑποψήφιος Πικουλάκης; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη ὡς νόμιμος βουλευτὴς Οἰτύλου ὁ κ. Πικουλάκης. Αὔριον ἔχομεν προϋπολογισμόν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 παρὰ ¼.