| 26 | 1. | Ξανθὸς Πικουλάκης | εἰς τὸ ναὶ ἔλαβε | ψήφους | 1588 | |
| 27 | 2. | Πέτρος Λεουτσάκος | » | » | 1407 | |
| 28 | 3. | Βενετζάνος Καπετανάκης | » | » | 1359 | |
| 29 | 4. | Ἀλέξανδρος Κουμουνδουράκης | » | » | 949 | |
| 30 | 5. | Νικόλαος Πιεράκος | » | » | 724 | |
| 31 | 6. | Δημήτριος Σκαρπαλέζος | » | » | 671 | |
| 32 | 7. | Κωνσταντῖνος Κυβέλος | » | » | 611 | |
| 33 | 8. | Μιχαὴλ Καλαποθάκης | » | » | 528 | |
| 34 | 9. | Χριστόδουλος Χριστέας | » | » | 381 | |
| 35 | 10. | Γρηγόριος Πατριαρχέας | » | » | 296 |
1868.10.03
1,241 rows · 10,112 words · 1 table · 147 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66
Τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1868.
(Πέμπτη)
Ὥρα 3 παρὰ ¼.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ σύνολον τοῦ χθὲς ἀποπερατωθέντος νομοσχεδίου;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Περιττὸν, ἀφοῦ ἀνεγνώσθη χθές. Ὁ Κ. Παραμυθιώτης ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου
ἔχουσαν ὡς ἑξῆς·
ΕΚΘΕΣΙΣ
Περὶ τῆς ἐπαναληφθείσης ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Ἡ ἐκλογὴ Οἰτύλου πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, ὅπερ ἀφῆκεν ἡ ἀκυρωθεῖσα ἐκλογὴ τοῦ Ἰωάννου Γ. Μαυρομιχάλη, ἐπανελήφθη τὴν 10, 11, 12 καὶ 13 παρελθόντος Αὐγούστου εἰς πέντε ἐκλογικὰ τμήματα, δηλαδὴ εἰς τοὺς δήμους Οἰτύλου, Μέσης, Λεύκτρων, Ἀβίας καὶ Καρδαμύλης, ἐξ ὧν σύγκειται ἡ ῥηθεῖσα ἐπαρχία. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλογῆς τῶν ψήφων ὑπῆρξε τὸ ἑξῆς ἐπὶ 2990 ψηφοφορησάντων ἐκλογέων.
| 1. | Ξανθὸς Πικουλάκης | εἰς τὸ ναὶ ἔλαβε | ψήφους | 1588 |
| 2. | Πέτρος Λεουτσάκος | » | » | 1407 |
| 3. | Βενετζάνος Καπετανάκης | » | » | 1359 |
| 4. | Ἀλέξανδρος Κουμουνδουράκης | » | » | 949 |
| 5. | Νικόλαος Πιεράκος | » | » | 724 |
| 6. | Δημήτριος Σκαρπαλέζος | » | » | 671 |
| 7. | Κωνσταντῖνος Κυβέλος | » | » | 611 |
| 8. | Μιχαὴλ Καλαποθάκης | » | » | 528 |
| 9. | Χριστόδουλος Χριστέας | » | » | 381 |
| 10. | Γρηγόριος Πατριαρχέας | » | » | 296 |
Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν προσήχθησαν ἑπτὰ ἐνστάσεις παρὰ διαφόρων κατοίκων τῆς ἐπαρχίας ὑπογεγραμμέναι, καὶ αἵτινες περιέχουσι τοὺς αὐτοὺς ὡς ἔγγιστα λόγους. Οἱ λόγοι οὗτοι διαιροῦνται εἰς γενικοὺς, οἵτινες ἀφορῶσι τὴν ὅλην ἐκλογὴν, καὶ εἰδικοὺς, οἵτινες ἀφορῶσι τὴν ἐκλογὴν τῶν δήμων Ἀβίας καὶ Καρδαμύλης· ὡς γενικοὶ λόγοι φέρονται ά. ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων συναγωνισθέντων, ἀλλ’ ἔπρεπε νά γίνωσι νέαι προτάσεις καὶ νέαι ἀνακηρύξεις· βʹ. ὅτι παρανόμως ἡ ἐκλογὴ ἀνεβλήθη μετὰ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἀκυρώσεώς της· γʹ. ὅτι παρανόμως δὲν ἐπετράπη παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς νὰ τεθῇ ἡ κάλπη τοῦ ἀνακηρυχθέντος ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ὡς ὑποψηφίου κ. Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου· δʹ. ὅτι ὁ πλειονοψηφήσας Ξανθὸς Πικουλάκης δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ συναγωνισθῇ, διότι τυγχάνει Γʹ. δημαρχικὸς πάρεδρος ἐν τῷ δήμῳ Καλαμῶν τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας, καὶ ἐκεῖσε ἐξασκεῖ πρὸ ἐτῶν τὰ πολιτικά του δικαιώματα· ἑ. ὅτι ἐπενέβη ἡ ἀρχὴ διὰ τῆς ἀποστολῆς μεγάλης στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ διὰ τῆς ἀναμίξεως ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων.— Ὡς εἰδικοὶ λόγοι φέρονται οἱ ἑξῆς· ά. ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ἀβίας δὲν προέβη τακτικῶς ἡ ἐκλογὴ, διότι ἐτέθη καὶ ἡ κάλπη τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι διεκόπη ἡ ἐκλογὴ, καὶ ὅτι ἐγένετο καλπονόθευσις πρὸς βλάβην τοῦ Λεουτσάκου ὑπὸ τοῦ δημαστυνόμου, πρὸς ὃν ἐνεπιστεύθη ἡ ἐπιτροπὴ τὴν νύκτα τὰς κάλπας· βʹ. ὅτι εἰς τὸν δῆμον Καρδαμύλης ἐτέθη ἐπίσης ἡ κάλπη τοῦ Κουμουνδούρου καὶ διαταγῇ τοῦ γραμματέως τοῦ ἐπάρχου Οἰτύλου διεκόπη ἡ ἐκλογὴ. Ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι πρὶν ἢ λύσῃ τὰ τὴν ὅλην ἐκλογὴν ἀφορῶντα ζητήματα, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τοὺς εἰδικοὺς λόγους, τοὺς ἀφορῶντας τοὺς δήμους Ἀβίας καὶ Καρδαμύλης, ὅπως συμπληρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ μὴ προδικάζῃ εἰς μάτην ζητήματα ἐκλογῆς, ἥτις δὲν εἶναι συμπεπληρωμένη. Τούτου ἕνεκα, ἐπειδὴ δὲν ἀποδεικνύεται ἡ ἐν τῷ δήμῳ Ἀβίας γενομένη κατὰ τοὺς ἐνισταμένους καλπονόθευσις, οὔτε ἡ διακοπὴ τῆς ἐκλογῆς, ἡ δὲ τεθεῖσα κάλπη τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἀκολούθως ἀφαιρεθεῖσα, δὲν ἐμπόδιζε τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ψηφίσουν, καὶ πράγματι πλεῖστοι ὅσοι τακτικῶς ἐψήφισαν καὶ κατὰ τὰς τέσσαρας ἡμέρας. Ἐπειδὴ ἐν τῷ δήμῳ Καρδαμύλης διαταγῇ τοῦ γραμματέως τοῦ ἐπάρχου πράγματι διεκόπη ἡ ἐκλογὴ, καθὰ ἐκ τῶν πρακτικῶν προκύπτει, καὶ δὲν παρετάθη αὕτη πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων τεσσάρων ἡμερῶν, εἶναι δὲ ἀξιοσημείωτον, ὅτι τὴν πρώτην ἡμέραν μόλις ἓξ ἐψήφισαν καὶ δύο τὴν δευτέραν, ἐν συνόλῳ δὲ μόλις 170, ἐνῷ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ κατὰ τὴν ἀκυρωθεῖσαν ἐκλογὴν ἐψήφισαν 800 περίπου· Ἐπειδὴ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ἡ τοῦ δήμου Καρδαμύλης ἐκλογή· Ἐπειδὴ μέχρις οὗ ἀνανεωθῇ ἡ ἐκλογὴ ἐν τῷ δήμῳ Καρδαμύλης δὲν εἶναι συμπεπληρωμένη ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου· ἑπομένως εἶναι, ὡς ἐῤῥέθη, περιττὸν ν’ ἐνασχοληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰς γενικὰς ἐνστάσεις, τὰς ἀφορώσας τὴν ὅλην ἐκλογὴν, διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Καρδαμύλης τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ βουλευτικοῦ νόμου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 27 Σεπτεμβρίου 1868. Ὁ πρόεδρος ΓΕΩΡ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ διαφωνῶν Τὰ μέλη Σ. Πετιμεζᾶς, Α. Βάσος, Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Ν. Κ. Χατζόπουλος, Α. Ῥοντήρης, Γεώργιος Τυπάλδος Ἰακωβάτος διαφωνοῦμεν, θεωροῦντες ἄκυρον ὁλόκληρον τὴν ἐκλογὴν οὐχὶ τόσον διὰ παρατυπίας περὶ τὴν ψηφοφορίαν, ὅσον διότι δὲν ἐδόθη κάλπη εἰς ἕνα ἐκ τῶν ὑποψηφίων. Ὁ εἰσηγητὴς Ἀθ. Παραμυθιώτης. Ὁ δὲ κ. Δημητράκης τὴν τῆς μειονοψηφίας ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. Πρὸς τὴν Βουλήν. Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐπαναληπτικῶς ἐνεργηθεῖσαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου· λαβόντες ὡσαύτως ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπιδοθείσας κατ’ αὐτῆς ἐνστάσεις, ἀκούσαντες δὲ καὶ τοὺς διαφερομένους ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκλογῇ κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς γενομένην ἀκροαματικὴν ἐξέτασιν, τὰ ὑπογεγραμμένα μέλη, γνωμοδοτοῦμεν ά. ὅτι ἡ ἐκλογὴ Οἰτύλου γενομένη ἐν μέσῳ σπουδαίων ἀμφισβητήσεων, ὡς ἐκ τοῦ ζητήματος ἐὰν πρέπῃ νὰ τεθῇ ἢ ὄχι κάλπη διὰ τὸν ὑποψήφιον κ. Ἀλ. Κουμουνδοῦρον, διεξήχθη οὐχ ἧττον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν εἶναι ἔγκυρος· βʹ. ὅτι ἡ λύσις τοῦ περὶ προσόντων ζητήματος τοῦ ὑποψηφίου Ξανθοῦ Πικουλάκη ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 27 Σεπτεμβρίου 1868. Τὰ γνωμοδοτοῦντα μέλη Θ. Θερμογιάννης, Δ. Τριγγέτας, Δ. Δημητρακάκης, Ἰω. Καραγιαννόπουλος, μὲ τὴν ἰδέαν τῆς παρατυπίας. Α. Σ. Δανόπουλος
§5Γ. Τ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑπογεγραμμένα καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τότε ν’ ἀναγνωσθῇ.
§6ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι σήμερον ἀνετέθη εἰς τὸν Κ. Ῥοντήρην νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ τῆς ἑτέρας μειονοψηφίας. Λοιπὸν νὰ μὴ τυπωθοῦν, ἂν δὲν ἔλθῃ καὶ ἡ ἄλλη.
§7ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀναμείνωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρχε πλειοψηφία, εἴπομεν, νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ κατόπιν νὰ ἔλθουν καὶ αἱ ἄλλαι. Δὲν ἔχομεν ὅμως δυσκολίαν νὰ περιμείνωμεν· ὁ σκοπός μας ἦτο ἐπειδὴ ἐγένετο καὶ ἐπερώτησις, ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ τὴν φέρωμεν καὶ ὁγρηγορώτερα.
§8ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ περιμείνωμεν δὲν τὸ ἐννοῶ. Σήμερον συνήλθομεν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς 13· ὁ Κ. Χατζόπουλος ἤξευρε πῶς ἦτο προσδιωρισμένη ἡ ἡμέρα διὰ σήμερον, καὶ ποῖος τὸν ἐμποδίζει νὰ φέρῃ μίαν ἄλλην ἔκθεσιν.
§9ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ πραγματικῶς ἤμην ἀπὼν, ἀλλ’ ἔμαθον ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τί ἔτρεξε.
§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐνῷ προσεκλήθημεν εἰς τὰς 9 μόλις κατωρθώσαμεν νὰ συνέλθωμεν εἰς τὰς 10 παρὰ ¼· ἄλλοι ἦλθον εἰς τὰς 11, ἄλλοι 12 παρὰ ¼. Λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ διαλυθῇ ἡ ἐπιτροπὴ χωρὶς νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Τελευταῖον ἀπεφασίσαμεν, ἐπειδὴ καὶ ἡ ἐπαρχία εἶναι εἰς μίαν ἐκκρεμότητα ὄχι εὐάρεστον, νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἀφοῦ ἐλύσαμεν ἓν ζήτημα ἤλθομεν εἰς τὸ φιλονεικούμενον τοῦ δήμου Καρδαμύλης .... (θόρυβος).
§11Γ. Τ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐσυζητήθησαν ἄλλα ζητήματα· ὁ λόγος εἶναι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι διάφοροι ἐνστάσεις, ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης, διότι δὲν εἶναι καλὸν, ἐνῷ ὑπάρχει ἔνστασις, νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀπόφασις· ὑπάρχει μία ἔνστασις περὶ ἀκυρώσεως τῆς ὅλης ἐκλογῆς, ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ γενικωτέρα εἶναι ἡ ἔνστασις κατὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ νὰ δώσῃ κάλπην εἰς ἕνα τῶν ὑποψηφίων, πρῶτον ἐπ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἀποφανθῇ· ἔγεινε παρατήρησις, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη εἰς ἄλλην περίπτωσιν· λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ περίπτωσις δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ ἂν τοῦτο οὕτως εἶχεν, ὤφειλε ν’ ἀποφανθῇ τὰ αὐτὰ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐνστάσεως (θόρυβος). Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ὑπῆρχε πλειοψηφία, διότι ἦτο 6 καὶ 6, ἀκολούθως ἔμαθον, ὅτι εἷς μὴ παρουσιασθεὶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προσετέθη εἰς τὴν ἅ. γνώμην καὶ ἔγεινε πλειοψηφία· ἔπρεπε νὰ προταχθῶσιν αἱ δύω ἐκθέσεις; ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἐγὼ δὲν ὑπέγραψα εἰς καμμίαν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπογράψω εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ὡς διαφωνῶν ἔπρεπε νὰ ᾖμαι εἰς τὴν τῆς μειοψηφίας, καὶ ἐκεῖ δὲν εἶμαι. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τινὲς εἶπον νὰ ἐπικυρωθῇ μόνον ὡς πρὸς τὸν δῆμον Καρδαμύλης, ἕτεροι ὅλως διόλου διὰ τὴν παρατυπίαν τῆς ἀρνήσεως τῆς κάλπης εἰς τὸν Κουμουνδοῦρον. Τὴν τελευταίαν ἐγὼ τὴν ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀρνηθῇ κάλπην καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα· ἄλλοι λέγουν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη οὕτως ἢ ἄλλως, ἀδιάφορον ἂς ἀποφασίσῃ ὅπως θέλῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν (ψιθυρισμοὶ καὶ θόρυβος).
§12ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι ἀτελεῖς αἱ ἐκθέσεις, κ. πρόεδρε.
§13ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἠμπορεῖ ν’ ἀναβληθῇ ἡ τύπωσις ἕως αὔριον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ τύπωσις ἕως οὗ ἔλθουν καὶ αἱ ἄλλαι.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν διαφόρους ἀναφορὰς ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἐν διαθεσιμότητι διατελεσάντων, ζητούντων ὁ χρόνος τῆς διαθεσιμότητος νὰ λογισθῇ ὡς χρόνος τῆς ὑπηρεσίας.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1867 ΣΜΔʹ. νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀκινήτων ἀπὸ τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὰ βαρῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§21ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί! Τὸ νομοσχέδιον ὅπερ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν εἶναι πολὺ σπουδαῖον, διότι ἀφορᾷ οὐ μόνον γενικὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἰδιωτικὴν τάξιν, ἥτις ᾖναι ἡ ὕπαρξις τῆς κοινωνίας. Καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους μάλιστα τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωνται ὄχι μόνον εἰς ἐπιτροπὰς βουλευτικὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς συμβούλια ἰδιωτῶν νομομαθῶν προτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαχθῶσιν. Ἦτο ἀνάγκη, λέγω, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δυνάμενον νὰ προσβάλῃ τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, καὶ νὰ περιπλέξῃ τὸ κράτος μὲ ξένους ὑπηκόους, νὰ μελετηθῇ ἐμβριθῶς ὑπὸ ἀνδρῶν εἰδικὰς γνώσεις ἐχόντων ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου (θόρυβος καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον καλεῖσθε νὰ μεταβάλητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἔργον ἐμβριθῶν μελετῶν, καὶ ἐψηφίσθη μετὰ μεγάλας καὶ πολλὰς ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Κερκύρᾳ γενομένας ἐπεξεργασίας. Ἀλλὰ κρίμασιν, οἷς οἶδε Κύριος, οὐδεμία φροντὶς περὶ τούτου κατεβλήθη ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως καὶ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ, ὡς ἐπεβλήθη εἰς τὴν κυβέρνησιν ὑπὸ τοῦ φατριασμοῦ. Καὶ μολονότι χθὲς τὸ ἑσπέρας συνεννοήθημεν μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐσυσκέφθημεν ὅσον ἠδυνάμεθα ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς νὰ συσκεφθῶμεν περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, διεφωνήσαμεν καθ’ ὅλου καὶ ἰδίως εἴς τινα μέρη σπουδαιότατα (διάλογοι). Κύριοι, τέλος πάντων σᾶς παρακαλῶ νὰ τελειόνωμεν. Ὑπάρχουσιν ἄρθρα τινὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην ἐμβριθοῦς μελέτης ὅπως ῥιζικῶς μεταβληθῶσιν ἢ συμπληρωθῶσι· πρέπει ἀφ’ ἑτέρου νά ἑρμηνευθῶσι, τροποποιηθῶσι καὶ συμπληρωθῶσι διατάξεις τινὲς τοῦ ἰσχύοντος ΣΜΔʹ. νόμου, ὅπως ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ καταστῇ πραγματική. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔχω ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου· ἑπομένως ἢ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ὅπως μελετήσῃ ὅλας τὰς προτάσεις, ἢ ἐὰν δὲν ἐπιτρέπῃ τοῦτο τὸ στενὸν τοῦ χρόνου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ἡ ἀντίθετος μερὶς βλέπω ὅτι δὲν ἀφίνει νὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ ἐδικόν μας νομοσχέδιον, παρακαλῶ λέγω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ ῥητῶς ὅτι θέλει συζητηθῆ τοῦτο κατὰ τὴν προσεχῆ τακτικὴν σύνοδον αὐτῆς. (Τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λοιπὸν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25Γ. Τ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω περὶ τῆς καταλλήλου μορφῆς ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι νομοσχέδιον· τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ᾖναι αὐτοτελές. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τροποποιεῖ ἕνα ἄλλον νόμον, ἢ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ᾖναι ἄρθρον ά. βʹ. γʹ. ί. καὶ τὸ ἄρθρον ά. βʹ. γʹ. ί. νὰ τροποποιῇ τὸ ἀ. βʹ. ί. τοῦ ἄλλου, ἢ ἔπρεπε νὰ ἀντιγραφῇ ὅλος ὁ νόμος μὲ τὰς τροπολογίας. Τοῦτο ἔπραττον οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι ὁσάκις ἤθελον νὰ εἰσαγάγωσι νέον νόμον, ὅλας τοῦ πρώτου νόμου τὰς διατάξεις τὰς συνόψιζον εἰς ἕνα νόμον. Ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸ ἄρθρον καὶ τροπολογῇ τὸ ἄρθρον γʹ. ἄλλου νομοσχεδίου, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ πολῖται νὰ τοὺς ἐννοήσωσι, πῶς θέλουν τοὺς συναρμολογοῦν οἱ δικασταὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους; Τώρα πρέπει νὰ προβῇ ἡ συζήτησις· ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον εὔχομαι ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τοιαύτην τακτικὴν, καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ μὴ εἰσάγῃ νομοσχέδια μὲ τοιαύτην τακτικήν.
§26ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πάλης, εἶναι ὀρθὴ καὶ ἴσως τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἔλαβε μίαν τάξιν, ἠθέλησαν νὰ φέρουν νέον καὶ τρόπον τινὰ, ἐπειδὴ λέγουν εἶναι τροποποίησις, νὰ καταλάβουν τὰ νέα ἄρθρα τὴν θέσιν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν παλαιῶν. Δὲν πιστεύω αὐτὴ ἡ τάξις νὰ ᾖναι τόσον ἀκριβὴς ὅσον ἡ ἄλλη, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶχεν ἐπικρατήσει κατὰ τὴν σύνταξιν, τοῦ νὰ καταλάβουν αἱ νέαι διατάξεις τὴν θέσιν τῶν παλαιῶν.
§27ΖΑΪΜΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ καὶ τώρα, ἀντὶ ἄρθρον γʹ. νὰ προστεθῇ ἄρθρον δʹ.
§28ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται εἶναι ὀρθὸν· ἡ τάξις ἤθελεν εἶσθαι, ἄρθρον 1, 2, 3, 4, 5, 6, καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ εἴπωμεν, τὰ ἄρθρα δεῖνα καὶ δεῖνα τοῦ προηγουμένου νόμου καταργοῦνται· ἀλλ’ ὅταν....(θόρυβος).
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ καλλίτερον θὰ ᾖναι νὰ εἴπωμεν οὕτω· Ἄρθρον 1, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ δεῖνα νόμου τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς· ἄρθρον 2, τὸ ἄρθρον 4 τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς κλπ.
§30ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἂν θέλετε νὰ ᾖναι τῷ ὄντι τακτικὸν τὸ νομοσχέδιον, καθὼς τὸ ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι, πρέπει νὰ ἰδῆτε ποῖα ἄρθρα τροπολογοῦνται, ἄρθρον 1, 2, 3, 4, κλπ. μετὰ ταῦτα θὰ ἰδῆτε ποῖα ἄρθρα τοῦ παλαιοῦ νόμου τροποποιοῦνται, διότι ἐκ προοιμίων δὲν δύνασθε νὰ εἰπῆτε ποῖα ἄρθρα τροποποιεῖτε, διότι ἠμπορεῖ......(θόρυβος).
§31ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐδῶ ἔχομεν ἄρθρον 3, ὁ κ. βουλευτὴς Πάλλης ἐννοεῖ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ ἄρθρ. 3, ἀλλὰ ἀπὸ ἄρθρον 1. Λοιπὸν ἔχομεν ἄρθρον 1, ἄρθρον 2. κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὸ τρίτον καὶ συζητοῦμεν, ἂν πρέπῃ νὰ τροποποιηθῇ.
§32ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐννοώμεθα, κύριοι. Νὰ εἴπωμεν ἄρθρον 1, 2, 3, 4, ἕως 15· κατόπιν θὰ εἴπωμεν τροποποιοῦνται τὰ ἄρθρα δεῖνα, δεῖνα.
§33ΖΑΙΜΗΣ. Κύριοι, ἔχει πολὺ δίκαιον ὁ κ. Ἰακωβάτος· αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀλλόκοτος τρόπος, αὐτὸς δὲν εἶναι τρόπος τοῦ νομοθετεῖν. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 16 καὶ αἱ ἐν αὐτῷ διατάξεις συνοψίζονται ὡς ἑξῆς.» Τί θὰ εἰπῇ συνοψίζονται, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν τακτικήν. Λοιπὸν θὰ εἴπωμεν ἐν ἄρθρῳ 1 τὰ ἄρθρα δεῖνα καὶ δεῖνα ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑξῆς.
§34ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ ἐν ἀρχῇ τροποποιοῦνται τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ἄρθρα, καὶ κατόπιν ἠμπορεῖ νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν τροποποίησιν αὐτῶν ὅλων.
§35ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀδιάφορον ἡ διάνοια τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι αὐτή.
§36ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ψηφίσωμεν τέλος τὸν νόμον, ἂς μὴ χανώμεθα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις. «Ἄρθρον 3. Ἡ εἰς χρήματα ἀναγωγὴ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένης διηνεκοῦς προσόδου ἐπὶ ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομιῶν, ὅταν αὕτη ᾖναι ὡρισμένη εἰς καρποὺς, γίνεται ὡς ἑξῆς, αἰτήσει οἱουδήποτε τῶν ἐνδιαφερομένων· Ὁρίζεται ἡ ἐν τῷ καιρῷ τῆς συστάσεως τῆς ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς ἀξία τῆς εἰς καρποὺς προσόδου· ὁ προσδιορισμὸς δὲ οὗτος γίνεται κατὰ τὴν ἐν τοῖς ἀρχικοῖς συμβολαίοις ὁριζομένην ἀξίαν τοῦ πρὸς τὴν πρόσοδον ἀναλογοῦντος κεφαλαίου, ἢ ἐν ἐλλείψει τοιούτου προσδιορισμοῦ, δυνάμει ἄλλων συγχρόνων συμβολαίων τοῦ αὐτοῦ εἴδους, ἢ δυνάμει τῶν παλαιῶν ἀναγραφῶν, ἂν αὗται κριθῶσιν ἰσχυραὶ παρὰ τῶν δικαστηρίων, ἢ δυνάμει ἀποδείξεων παραλαβῆς τῶν παλαιῶν κυρίων τοῦ τιμαρίου, ἢ δι’ ἄλλων μέσων πειθόντων τὸ δικαστήριον περὶ τῆς εἰρημένης ἀξίας. Ἀφοῦ ὁρισθῇ οὕτως ἡ τῆς προσόδου ἀξία, τὸ προκύπτον ἐξ αὐτῆς κεφάλαιον, ἐὰν τοῦτο δὲν ὁρίζεται ἐν τοῖς ἀρχικοῖς συμβολαίοις, εὑρίσκεται λογιζομένης τῆς διαληφθείσης ἀξίας ὡς τόκου κατὰ λόγον 4%. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀφαιρεῖται ά. τὸ τέταρτον αὐτοῦ καὶ βʹ. τὸ κεφάλαιον τὸ προκύπτον ἐκ τῶν ⅔ τοῦ φόρου, ὃν ὁ πρῴην τιμαριοῦχος ἐπλήρονεν εἰς τὴν ἐγχώριον κυβέρνησιν, λογιζομένου τοῦ φόρου τούτου ὡς τόκου κατὰ λόγον 4%. Ὁ πρὸς 4% τόκος ἐπὶ τοῦ μετὰ τὰς ἀφαιρέσεις ταύτας ὑπολοίπου ἀποτελεῖ τὴν ἐτησίαν ἢ τὴν κατὰ διετίαν χρηματικὴν πρόσοδον, τὴν ἀντικαθιστῶσαν τὴν εἰς καρποὺς συνισταμένην καὶ κατηργημένην διηνεκῆ πρόσοδον.»
§38ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σαφέστερον ἐκφραζόμεθα οὕτως· «Ἄρθρον 1.» Ἔπειτα ἀπὸ κάτω «Ἄρθρον 3 τοῦ δεῖνος νόμου».
§39ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ εἴπωμεν· τὸ ἄρθρον 1 μένει τὸ αὐτὸ, τὸ ἄρθρον 3 μεταβάλλεται οὕτως.
§40ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι συμφωνοῦν εἰς τὴν οὐσίαν, διαφέρουν μόνον εἰς τὰς λέξεις· ἡμεῖς προτείνομεν τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου. Τὴν παραδέχεσθε ἢ ὄχι; Εἰς τὴν συναρμολογίαν κάμετε ὅ,τι θέλετε· εἶναι ἀδιάφορον.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει ἀπὸ ἄρθρον 3, καὶ ἔπειτα 10, καὶ ἔπειτα 34· διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ μετατυπωθῇ ὁ νόμος ὁλόκληρος μὲ τὰς τροποποιήσεις.
§42ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἂς σπεύσωμεν· ἔπειτα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητοῦν οἱ κύριοι, γίνεται· εἰς τὴν οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, θὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον, τοῦ ὁποίου τὸ 1 καὶ 2 ἄρθρον ἐψηφίσθη πέρυσι καὶ τὸ 3 ἐφέτος· θὰ ἔχωμεν νόμον, τοῦ ὁποίου τὸ 4 ἄρθρον ἐψηφίσθη ἐφέτος καὶ τὰ ἄλλα πέρυσιν. Μὰ εἶναι ἄτοπον, νὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον ψηφισθέντα εἰς δύω περιόδους καὶ ἀπὸ δύω Βουλάς. Τὸ ὀρθότερον εἶναι. «Τὰ ἄρθρα τάδε καὶ τάδε τοῦ δεῖνος νόμου τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς». Αὐτὸ τὸ ἐννοῶ· εἰ δὲ τὸ ἄλλο εἶναι κάτι τι φρικῶδες.
§44ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ καθήμεθα δύω χρόνια νὰ φιλονεικῶμεν περὶ οὐρᾶς.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν πρόκειται περὶ οὐρᾶς, πρόκειται περὶ νόμου. Ὁ Βασιλεὺς θὰ εἴπῃ· «Ψηφισάμενοι συμφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς». Μὰ μετὰ ποίας Βουλῆς, τῆς περυσινῆς ἢ τῆς ἐφετεινῆς; Τὸ ὀρθότερον λοιπὸν εἶναι νὰ γείνῃ εἷς νόμος εἰδικὸς, ὁ ὁποῖος τροποποιεῖ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ 3 ἄρθρου;
§48ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4. «Ἄρθρον 4. Ἐπὶ ἀγροληψιῶν ἡ εἰς χρήματα ἀναγωγὴ τοῦ μεριδίου τῶν πρῴην τιμαριωτικῶν κτημάτων γίνεται ὡς ἑξῆς, αἰτήσει οἱουδήποτε τῶν ἐνδιαφερομένων· Ἐκτιμᾶται τὸ ὅλον κτῆμα κατὰ τὴν ἐν τῷ καιρῷ τῆς γενησομένης ἐκτιμήσεως ἀξίαν αὐτοῦ, ὁρίζεται τὸ κατὰ τὰ ἐγχώρια ἔθιμα εἰς τὸν ἀγροδότην ἀνῆκον μέρος τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἐπιφυλασσομένων ἀκεραίων τῶν δικαιωμάτων τῶν μερῶν, ὡς πρὸς τὴν ὀφειλομένην τιμαριωτικὴν ἀγροληπτικὴν μερίδα, ἐξ αὐτοῦ γίνονται αἱ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερόμεναι δύω ἐκπτώσεις, ὁ δὲ πρὸς 4% ἐτήσιος τόκος τοῦ ὑπολοίπου ἀποτελεῖ τὴν κατ’ ἔτος ἢ κατὰ διετίαν πληρωτέαν χρηματικὴν πρόσοδον. Τὸ ἄρθρον 9 καταργεῖται.»
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§50ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ πρῶτον μέρος, κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀποβλέπει ἰδίως τὰ τιμάρια. Τώρα λοιπόν, ὅπου θὰ καταρτίσωμεν τὸ 4 ἄρθρον, ἐνασχολούμεθα ἰδίως περὶ τιμαρίων. Τὰ τιμάρια δὲν ἔχουν ἀγροληψίαν· ἄλλο εἶναι αἱ ἀγροληψίαι καὶ ἄλλα τὰ μερίδια τῶν τιμαρίων. Τὸ ἄρθρον 4 λοιπὸν λέγει περὶ ἀγροληψιῶν· ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ τιμαρίων. Ἰδού· «Ἅπαντα τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμάρια», λέγει ὁ νόμος. Λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ 4 ἄρθρου, ὅπου λέγει ἐπὶ ἀγροληψιῶν, πρέπει νὰ διασαφισθῇ ἐπὶ μεριδίων τιμαριωτικῶν. Δὲν ἀναγνωρίζομεν, κύριοι, ἀγροληψίας τιμαριωτικὰς ἐπὶ μεριδίων τιμαριωτικῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἄλλαι διατάξεις εἶναι εἰς τὰ τιμάρια, καὶ ἄλλαι εἰς τὰς ἀγροληψίας· τῶν μὲν τιμαρίων ἔχουν 25% ἔκπτωσιν, αἱ δὲ ἀγροληψίαι δὲν ἔχουν ἔκπτωσιν. Βλέπετε, ὅτι εἶναι διαφορὰ μεταξὺ ἀγροληψίας καὶ μεταξὺ μερίδος τιμαριωτικῆς. Τὸ καταλάβατε, κύριοι βουλευταί; Τὰ τιμάρια δὲν ἔχουν ἀγροληψίας, ἔχουσι μερίδας τιμαριωτικάς.
§51ΤΙΝΕΣ. Τί διαφέρει τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο;
§52ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν ἀκούσατε; Ἡ μὲν μερὶς ἡ τιμαριωτικὴ ἔχει ἔκπτωσιν 25%, ἡ δὲ ἀγροληψία δὲν ἔχει κἀμμίαν ἔκπτωσιν. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ «ἐπὶ τιμαριωτικῶν μερίδων» θ’ ἀπαλειφθῇ.
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, κύριοι βουλευταὶ, ἀντιτείνω· νὰ γείνῃ, ὅπως εἶναι, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀποκλείονται τὰ φορολογικὰ βάρη, ὁ δὲ κύριος Ζερβὸς δὲν ἐννοεῖ, φαίνεται.
§54ΖΕΡΒΟΣ. Τὰ τιμάρια δὲν ἔχουν ἀγροληψίαν, ἀλλὰ μερίδα.
§55ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Ἐγὼ τὸ παραδέχομαι αὐτό.
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εὖγέ σου, ἀνδρεῖε........
§57ΖΕΡΒΟΣ. Μάλιστα, νὰ τὸ παραδεχθῇς.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁμιλεῖς ἐναντίον τοῦ συμφέροντός σου, κύριε Ζερβέ.
§59ΖΕΡΒΟΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτό.
§60ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, ὄχι! δι’ ὃν λόγον εἶπον.
§61ΖΕΡΒΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πρέπει τὰ τιμαριωτικὰ κτήματα εἰς 10 ἐτησίας δόσεις νὰ ἐξαγοράσωμεν. Ὅποιος ἔχει ὀλίγην ποσότητα τὸ ἐξαγοράζει, ἀλλ’ ὅποιος ἔχει 1000, 2000 ἐλαιόδενδρα; Ὁ νομοθέτης δὲν καθιέρωσε τόκον, διότι ἅμα παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τόκον ἐπὶ τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων....
§62ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μὰ, κ. Ζερβὲ, εὑρίσκεσαι εἰς ἀπάτην. Σὲ παρακαλῶ, μὴ ἐκτείνῃς τὴν χεῖρα ὅπου δὲν φθάνεις.....
§64ΖΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν παραδέχομαι ἀγροληψίας ἐπὶ τιμαρίων.
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πολὺ καλὰ, οὔτε κανεὶς σοὶ προτείνει τοῦτο. Κύριε πρόεδρε, νὰ προκαλέσητε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον 4. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον «Τὸ ἄρθρον 9 καταργεῖται» ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κυρίου Κωνσταντᾶ;
§67ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον ἄνευ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου.
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Διὰ τοῦ 4 ἄρθρου οἱ προτείναντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συγχρόνως μεταῤῥυθμίζουν τὸ 4 ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος, καὶ καταργοῦν τὸ 9 ἄρθρον τοῦ ἰδίου νόμου. Τώρα βεβαίως πρέπει οἱ κύριοι βουλευταὶ ν’ ἀκούσουν ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καταργεῖται· διότι δὲν πρέπει ν’ ἀποκεφαλίζωμεν ἓν ἄρθρον, χωρὶς ν’ ἀκούσωμεν πρῶτον τὸ κείμενον.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ λύσις τοῦ Κερκυραϊκοῦ ζητήματος προεκλήθη ὑπὸ λόγων κοινωνικῶν. Ἅπασα ἡ ἰδιοκτησία Κερκύρας, καθὼς καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, καὶ ὑμεῖς κάλλιστα γνωρίζετε καὶ ἐκ τῶν πολυαρίθμων φυλλαδίων καὶ τῶν πολλῶν συζητήσεων, αἵτινες περὶ αὐτῆς ἐγένοντο, ἐπιβαρύνεται ὑπὸ βαρῶν διαφόρου καταγωγῆς καὶ φύσεως. Δὲν εἶναι σήμερον ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συζητήσω τὴν ἱστορικὴν καταγωγὴν διὰ νὰ συμπεράνωμεν τὴν νόμιμον ὕπαρξιν αὐτῶν· ἀλλ’ ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω ὀλίγα μόνον περὶ τούτων θεωρουμένων ὡς λυπηρὰ πραγματικότης. Αἱ διάφοροι τῆς Ἑπτανήσου κυβερνήσεις ἐπησχολήθησαν ἀείποτε, ὅπως αὐτὰ τὰ βάρη δι’ οἱουδήποτε μέσου ἐξαλείψωσιν, ἵνα κατασταθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἐμπορεύσιμος καὶ ἱκανὴ νὰ τίθεται εἰς κυκλοφορίαν πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν κεφαλαίων ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται ἡ ὑλικὴ εὐημερία παντὸς τόπου. Μεταξὺ τῶν διαφόρων βαρῶν εἶναι καὶ τὰ τιμάρια, τὰ ὁποῖα καλύπτουν σχεδὸν τὰ ⅔ τῆς νήσου. Κατὰ τὸ ἔτος 1825 τὸ δημόσιον ἐδώρησεν ἅπασαν τὴν εἰς τιμάρια μεταβληθεῖσαν περιουσίαν πρὸς τοὺς τιμαριούχους καὶ τοὺς γαιοκατόχους ἐπὶ ῥητῷ ὅρῳ, ὅπως οἱ τιμαριοῦχοι, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸ δημόσιον, οὐχὶ ὡς κύριοι, ἀλλ’ ὡς ἐπικαρπωταὶ, συντελέσωσιν εἰς τὴν ὅσον τάχιον μετατροπὴν καὶ ἀπόσβεσιν τῶν τιμαριωτικῶν βαρῶν. Εἴτε ὅμως λόγῳ ἰδιαιτέρου συμφέροντος, ἢ ἰδιοτελείας τῶν τιμαριούχων, εἴτε διότι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν εἶχον τὰ μέσα ὡς ἐκ τῶν πολλῶν καὶ πολλαπλῶν τύπων, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων ὁ νόμος ἔκρινεν ἀναγκαίαν διὰ τὴν χρηματικὴν ἐνθάῤῥυνσιν καὶ ἀπόσβεσιν τῶν βαρῶν τούτων τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ τιμαριοῦχοι ἐσφετερίζοντο τὰ εἰσοδήματα ταῦτα, ἄνευ τῆς προσδοκωμένης τῶν γεωργῶν ὠφελείας καὶ διὰ τοῦτο παρενέβαλον μύρια προσκόμματα, μεταβαλλόμενα πολλάκις εἰς μέσα τυραννίας, ὡς καὶ ὁ κύριος Κουρκουμέλης μαρτυρεῖ τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1864. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ ΡΝʹ Νόμου τοῦ 1866, ὁπότε τὰ πάντα κατηργήθησαν ἐν Ἑπτανήσῳ, μὴ ἐξαιρεθέντος οὔτε τοῦ περὶ τιμαρίων κοινοῦ νόμου. Τοιοῦτος ὅμως κοινωνικὸς νόμος ὤφειλε βεβαίως νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωὴν, καὶ ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ, ἀφοῦ πολὺ ἐμόχθησε περὶ τούτου, ἐξέδωσε τὸν ΣΜΔʹ Νόμον, ὃν μόλις δημοσιευθέντα προσκαλεῖσθε νὰ τροπολογήσητε. Καὶ ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ συντάξασα τὸν ΣΜΔʹ Νόμον ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ 40 ἡμέρας περὶ τούτου, ἀλλὰ καὶ ἡ προγενεστέρα ταύτης, συνισταμένη ὑπὸ τῶν κυρίων Καλλιγᾶ, Μωραϊτίνη, Σκαλτσούνη καὶ κυρίου Μεταξᾶ, ἐμβριθῶς ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ ὁμοθυμαδὸν παρεδέχθη ὅτι οἱ κύριοι τιμαριοῦχοι ἔπρεπε ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ συντελέσωσιν, ὅπως μεταβληθῶσιν εἰς ὡρισμένας χρηματικὰς χορηγίας τὰ δικαιώματα τῶν τιμαρίων ἀντὶ τῆς ἀμοιβῆς, ἣν ἐλάμβανον ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν τιμαρίων. Ἤδη τὴν ὑποχρέωσιν αἰτοῦσι νὰ μεταβάλωσιν εἰς δικαίωμα καὶ ἀπαιτοῦσι τὴν ἀόριστον ἐξακολούθησιν τῆς καταστάσεως ταύτης διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ 9 ἄρθρου τοῦ ΣΜΔʹ Νόμου. Ἀλλὰ διατὶ θὰ ἐξακολουθήσουν οἱ κύριοι οὗτοι νὰ νέμωνται τὰ κτήματα τοῦ δημοσίου μὲ βλάβην τῆς κοινωνίας, ἐνῷ μόνον πρὸς ὄφελος αὐτῆς τὸ δημόσιον τότε ἐδώρησεν μέρος αὐτῶν εἰς τοὺς τιμαριούχους, ὅπως ἐπιταχύνωσι τὴν πράγματι κατάργησιν αὐτῶν; Ἡ μὲν πρώτη λοιπὸν ἐπιτροπὴ ὥρισε τριῶν ἐτῶν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλον οἱ τιμαριοῦχοι νὰ μεταβάλωσι ὅλα αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα ἀπὸ εἴδη εἰς χρήματα, ἵνα εὐκολώτερον μετὰ ταῦτα ἐξαγορασθῶσιν ὑπὸ τῶν ὑποτελῶν ἰδιοκτητῶν. Ἡ δευτέρα δὲ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ ὁριστικὸν νομοσχέδιον, τὸν ΣΜΔʹ νόμον, ἐθεώρησε τὴν προθεσμίαν ταύτην ἀρκετὰ μεγάλην καὶ περιώρισεν αὐτὴν εἰς δύο ἔτη. Λοιπὸν διὰ τοῦ 9 ἄρθρου ὁ Νόμος ὥρισεν, ὅτι ἐντὸς δύο ἐτῶν οἱ κύριοι τιμαριοῦχοι ὑποχρεοῦνται νὰ μεταβάλωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς εἰς εἴδη εἰσπράξεις εἰς χρηματικὰς χορηγίας ἐπὶ ποινῇ παύσεως τῆς εἰσπράξεως μέχρι τῆς μετατροπῆς καὶ οὐχὶ τῆς ἀπωλείας τοῦ δικαιώματος, ἤτοι ἅμα παρέλθῃ ἡ διετὴς αὕτη προθεσμία, οἱ δὲ τιμαριοῦχοι δὲν φροντίσουν περὶ τῆς μετατροπῆς ταύτης, παύει πλέον οὐχὶ τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως, καὶ στεροῦνται τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, μεχρισοῦ ἐπιμεληθῶσι νὰ μεταβάλωσιν ὅλα τὰ πρώην εἰσοδήματα εἰς χρήματα χορηγίας, καὶ τοῦτο ἐγένετο ὅπως ἐκπληρωθῇ ὁ ἀρχαῖος σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις παρεχώρησε τὰ δικαιώματά της, ὅπως τὴν κοινωνίαν κυρίως ὠφελήσῃ. Ἤδη οἱ τιμαριοῦχοι λέγουσι, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς ἐντὸς δύο ἐτῶν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν μεταλλαγὴν τοσούτων εἰσφορῶν, πληρονομένων ποῦ μὲν ὑπὸ 2000 ἀτόμων, ποῦ δὲ ὑπὸ 1000, καὶ ποῦ ὑπὸ 500 κτλ. Ἀπαιτοῦνται, λέγουσι, πολλὰ ἔξοδα δικαστικὰ πρὸς τοῦτο. Ἤθελον ἔχει δίκαιον, ἐὰν ἤθελον θεωρηθῆ καὶ καθαροὶ ἰδιοκτῆται τῆς τιμαριωτικῆς ἰδιοκτησίας, διότι τότε ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς ἄδικον τὸ νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἐξοδεύσῃ, ὅπως ἀπαλλάξῃ ἄλλον βαρυνόμενον ὑπὸ ὑποχρεώσεων, προερχομένων ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἰδιοκτησίας του, ἐν ᾧ ὁ ὠφελούμενος ὀφειλέτης ὤφειλε νὰ τιμωρηθῇ διὰ τὴν ἀμέλειάν του. Ἐὰν λάβωμεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον οἱ τιμαριοῦχοι ἐγένοντο κύριοι τῶν τιμαρίων, δηλαδὴ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συντελέσουν εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν εἰσοδημάτων εἰς χρήματα, βεβαίως οὐδὲν ἔχουσι δίκαιον νὰ μετατρέπωσι τοὺς ὅρους τῆς ὑποχρεώσεως, διότι δὲν ἐγένοντο κύριοι τῶν τιμαρίων ἀπολύτως, ἀλλ’ ἐγένοντο τοιοῦτοι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Ναὶ μὲν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶπε, σοὶ δωρῶ ἓν μέρος τῶν δικαιωμάτων μου, ὅπως νέμεσαι αὐτὸ ὡς κύριος, ἀλλ’ εἶπε συγχρόνως ἀπαιτῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ σὺ συντελέσῃς εἰς τὴν μετατροπὴν εἰς χρήματα τῶν δικαιωμάτων τούτων τῶν βαρυνόντων τὴν ἰδιοκτησίαν.
§72ΕΥΣΤ. ΣΙΜΟΣ. Πότε ἔγεινεν αὐτὸς ὁ νόμος;
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἔγεινε κατὰ τὸ 1827. Ἐὰν θέλετε, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἤτοι τὸ προοίμιον τοῦ Νόμου, ἐξ οὗ προκύπτει καθαρῶς ὁ σκοπὸς αὐτοῦ.
§74ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ τὴν ἀκούσωμεν· αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον.
§75ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἰδοὺ πρῶτον ὁ Νόμος ὁ ὑπ’ ἀριθμὸν 36 τοῦ ἔτους 1825, τοῦ ὁποίου ἦτο συνέπεια ὁ 67 τοῦ ἔτους 1827. Ὁ ὑπ’ ἀριθμὸν 36 Νόμος, ὁ ὁποῖος ἀκυροῖ ὅλους τοὺς καταπιστωματικοὺς δεσμοὺς, τοὺς μεταξὺ τιμαριούχων καὶ διαδόχων αὐτῶν, καὶ τοὺς δεσμοὺς τῆς ὑποτελείας, τοὺς μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ τιμαριούχων, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον συστηθῆ δυνάμει τοῦ τιμαριωτικοῦ δικαίου τοῦ μεσαιῶνος καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ ἀποῤῥεουσῶν συμβάσεων μεταξὺ τιμαριούχου καὶ δημοσίου, λέγει ἐν τῷ προοιμίῳ του. «Ἐπειδὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτίστους σκοποὺς τῆς διοικήσεως εἶναι τὸ νὰ ἐμψυχώσῃ τὴν γεωργικὴν, καὶ ἐπειδὴ ἀπεδείχθη διὰ τῆς πείρας, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλεῖτερα ἐμπόδια εἰς τὴν προχώρησίν της εἶναι τὸ ὅτι σώζονται ἰδιοκτησίαι ἀναποξένωτοι μὲ τοὺς δεσμοὺς τῶν φεούδων, διὰ τοῦτο, μὲ σκοπὸν τοῦ νὰ δοθῇ ἕνα τέλος τοῦ κακοῦ τούτου, καὶ νὰ αὐξηθῇ ἐν ταυτῷ ἡ εὐτυχία τοῦ Κράτους καὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐγκατοίκων........νομοθετοῦνται καὶ διορίζονται τὰ ἀκόλουθα» κτλ. Ἐκ τοῦ προοιμίου τούτου ἀποδεικνύεται καθαρώτατα, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἦν νὰ ἀπελευθερώσῃ τὴν γεωργικὴν τάξιν ἐκ τοῦ τιμαριωτικοῦ ζυγοῦ, ἵνα δὲ ἀποφύγῃ τὴν ἐξέγερσιν τῶν σφοδρῶν παραπόνων τῶν τιμαριούχων, κατέστησε τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου εὐεργετικὰς καὶ ὡς πρὸς τοὺς τιμαριούχους. Συμφώνως μὲ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐξεδόθη καὶ ὁ 67, ὅστις ἦτο συνέπεια διατάξεων τοῦ 36 Νόμου. Ἰδοὺ τί λέγει. «Ἐπειδὴ μὲ τὴν 36 πρᾶξιν τῆς δευτέρας συναθροίσεως τῆς δευτέρας Γερουσίας, ἡ ὁποία ἀποβλέπει νὰ ἐξαλείψῃ βαθμηδὸν τὰ φέουδα, ἐδόθη εἰς τὴν τελεσιουργὸν ἐξουσίαν τὸ νὰ ἠμπορῇ νὰ κάμῃ τὰς χρειαζομένας προβλέψεις διὰ νὰ καταστήσῃ τὰ εἰσοδήματα τῶν φέουδων, ὅπου πληρόνονται τόσον εἰς εἴδη, ὡσὰν καὶ εἰς ἄσπρα, νὰ ἐξαγοράζωνται ἀπὸ τοὺς πληρωτὰς μὲ μέτρα δίκαια καὶ ἐπιεικῆ, καὶ ἐπειδὴ εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα τὰ καλὰ ὅπου ἀπήλαυσαν οἱ φεουδοῦχοι ἀπὸ τὰς διατάξεις τῆς προῤῥηθείσης πράξεως, ἡ ὁποία ἔγεινε μὲ τὸν μόνον σκοπὸν νὰ ἐμψυχώσῃ καὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν γεωργικὴν ὁποῦ εἶναι ἡ πρώτη πηγὴ τῆς οἰκονομικῆς εὐτυχίας τοῦ Κράτους τούτου, καὶ ὄντως δίκαιον, ὅτι τὰ μέτρα ὁποῦ πρέπει νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, νὰ ἦναι προσδιωρισμένα εἰς τρόπον, ὥστε τὸ ὄφελος τοῦ γεωργοῦ νὰ ἀνταποκρίνεται μὲ τὰ καλὰ ὁποῦ ἀπήλαυσαν οἱ φεουδοῦχοι ἀπὸ τὴν ἐξάλειψιν τοῦ φεουδουχικοῦ δοσίματος διὰ τοῦτο... .......................νομοθετοῦνται καὶ διορίζονται τὰ ἀκόλουθα» κτλ. Ἐκ τῆς συγκριτικῆς μελέτης ἀμφοτέρων τῶν νόμων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέλυσε τοὺς τιμαριωτικοὺς δεσμοὺς πρὸς ὄφελος τῶν γεωργῶν, καὶ ὅτι μέρος τῶν φορολογικῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἅτινα ἐλάμβανεν ἐκ τῶν χωρικῶν διὰ τῶν τιμαριούχων, ἀφῆκεν εἰς τοὺς τιμαριούχους ὅπως ἐξαγοράσωσιν αὐτὰ οἱ χωρικοὶ πρὸς ὄφελος τῶν τιμαριωτῶν, ἐπὶ τῷ ὅρῳ ὅμως τῆς μετατροπῆς τῶν ἀρχαίων εἰσοδημάτων εἰς χρηματικὰς χορηγίας. Ὥστε μόνη ἡ μετατροπὴ τῶν εἰδῶν εἰς χρηματικὰς χορηγίας καθιστᾷ ἀπόλυτον ἰδιοκτησίαν τῶν τιμαριωτῶν τὸ ἓν τρίτον τοῦ φόρου, ὃν ἐπλήρονον οὗτοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ναὶ μὲν κατ’ ἀρχὰς ἡ κυβέρνησις δὲν ὥρισε προθεσμίαν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ σκοπὸς αὐτῆς ἦτο νὰ ἐξαλειφθοῦν αἱ σχέσεις αὗται. Τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου τοῦ 1830, ὃν τὸ τρίτον κοινοβούλιον ἐξέδωκεν ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 26. Τῷ ὄντι, κύριοι, κατὰ τὸ 1830 ἰδοῦσα ἡ κυβέρνησις ὅτι βραδέως βαίνει αὐτὸς ὁ νόμος εἰς τὸν προορισμόν του, κατήργησε τοὺς δύο πρώτους νόμους καὶ ἐξέδωκεν ἕτερον δι’ οὗ καθίστα τοὺς ὑποτελεῖς κοινοὺς ἀγρολήπτας δι’ ὅσα τιμάρια οἱ τιμαριοῦχοι ἤθελον πληρώσει πρὸς τὴν κυβέρνησιν τὸ κεφάλαιον, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ εἰς τοὺς φόρους πρὸς 6%, διὰ τοῦ ὁποίου κεφαλαίου ἐσχηματίζετο εἰδικὸν ταμεῖον δι’ οὗ ἀνελάμβανεν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις τὴν προαγωγὴν τῶν γεωργῶν. Ὥστε καὶ ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν τιμαρίων δικαιώματα τῶν τιμαριωτῶν ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ταχείας ἀπαλλαγῆς τῆς γεωργίας ἐκ τοῦ τιμαριωτικοῦ ζυγοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸν νόμον τοῦτον κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ἑρμήνευσαν κακῶς αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ, αἵτινες συνετάττοντο, ὡς καὶ σήμερον συμβαίνει, μᾶλλον ὑπὲρ τῶν τιμαριωτῶν ἢ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ἡ κυβέρνησις κατήργησε διὰ τοῦ 9 νόμου τοῦ Ζʹ. κοινοβουλίου, ἀνακαλέσασα εἰς τὴν ζωὴν τοὺς δύο ἀρχικοὺς νόμους 36 καὶ 67 τοῦ Βʹ κοινοβουλίου ὡς μᾶλλον εὐεργετικούς. Ἡλίου φαεινότερον λοιπὸν προκύπτει, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐχορήγησε δικαιώματα εἰς τοὺς τιμαριούχους ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς μετατροπῆς τῶν εἰσοδημάτων εἰς χρήματα. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι προκειμένου νὰ κανονισθῶσιν συμφέροντα ἀρχαῖα, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπελάμβανον τὰς ὠφελείας συνείθισαν τὰ συμφέροντα ταῦτα πάντων δημόσια νὰ θεωροῦν ὡς ἰδικά των, ἀείποτε παρενέβαλον προσκόμματα εἰς τοὺς εὐεργετικοὺς σκοποὺς τῆς κυβερνήσεως. Ὁ κ. Κουρκουμέλης, ὅστις ἦτο ἀρχηγὸς τῆς ἐπιχωρίου κυβερνήσεως κατὰ τὰ τελευταῖα τῆς Ἰονίου Πολιτείας ἔτη, ὁπότε ἡ Ἑπτάνησος παρεδίδετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, ὑποδεικνύων τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν τῆς νήσου λέγει περὶ τῆς αἰτίας, ἥτις συνετέλεσεν εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῶν εὐεργετικῶν τούτων νόμων. «Οἱ φεουδοῦχοι ἐν γένει βαρέως φέροντες τὸ περὶ ἐξαγορᾶς μέτρον, οὐ μόνον οὐδεμίαν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδηλοῦσι προθυμίαν, καὶ οὔτε τὰς περὶ τούτου πρωτοβουλίας λαμβάνουσιν, ἀλλὰ καὶ παντὶ σθένει ἀποκρούουσι καὶ διαφιλονεικοῦσι τὰς περὶ ἐξαγορῶν αἰτήσεις τῶν συνεισφορέων». Βλέπετε λοιπὸν τίνες συνέτρεξαν καὶ διὰ ποίους λόγους ὥστε ἡ κοινωνία νὰ μὴ ὠφεληθῇ ἀπὸ τοὺς εὐεργετικοὺς τούτους νόμους; Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ θέλουσα νὰ εὐεργετήσῃ τὸν τόπον, εἶπεν ὅτι ὀφείλουσιν οἱ τιμαριοῦχοι ἐντὸς δύο ἐτῶν νὰ μετατρέψωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰδῶν εἰς εἰσπράξεις χρημάτων. Λοιπὸν ὁ ΣΜΔʹ νόμος δὲν ἠκύρωσε τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἀπαγορεύει τὴν εἴσπραξιν εἰς εἴδη· ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ εἰς εἶδος γενομένη εἴσπραξις καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ εἰς χρήματα εἴσπραξις, χάριν τῆς ὁποίας τὸ δημόσιον ἀπώλεσε τὰ δικαιώματά του δωρῆσαν αὐτὰ εἰς τοὺς τιμαριούχους. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν δὲν δύνανται οἱ τιμαριοῦχοι νὰ ὑποστῶσι τὴν δαπάνην τῆς μετατροπῆς δύο χιλιάδων ἀγροληπτικῶν καὶ ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰσπράττει ἕκαστος. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καταῤῥέει, κύριοι, ἀφ’ ἑαυτοῦ, καθότι ἀντὶ τῆς δαπάνης ταύτης ἐχορηγήθησαν αὐτοῖς τόσα δικαιώματα ἀνήκοντα ἄλλοτε εἰς τὸ δημόσιον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἀλλὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν ἄλλα μέσα πρὸς διευκόλυνσιν καὶ αὐτῶν τῶν τιμαριούχων, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας καὶ τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ μέσα αὐτά;
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρῶτον μέσον νὰ χορηγήσωμεν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι εἰς τὰς ἐκτιμήσεις, ἤτοι τὴν χρῆσιν ἀσήμου χάρτου· δεύτερον τὸ τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας, διότι ἐὰν δὲν ἀρκοῦν δύο ἔτη, ἂς ᾖναι τρία, καὶ τρίτον ἓν ἄλλο μέσον, τὸ ὁποῖον καὶ χθὲς εἶπον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν σύσκεψιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν οἱ βουλευταὶ Κερκύρας ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, τουτέστιν ὁ εἰδικὸς πάρεδρος τοῦ χωρίου νὰ θεωρῆται ὡς πληρεξούσιος τῶν ὑποτελῶν κατοίκων ἑκάστου χωρίου καθ’ οὗ νὰ ἀπευθύνωνται ὅλαι αἱ δικαστικαὶ πράξεις· ἀλλὰ παρετηρήθη τοῦτο ὡς λίαν ἐπιβλαβὲς μέτρον, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ τὸ ἐγκατέλειψα. Ἴσως μᾶς εἴπωσιν, ὅτι, ἀφ’ οὗ δὲν ἐχορηγήσαμεν τὴν χρῆσιν τοῦ ἀσήμου χάρτου εἰς τὴν καταναγκαστικὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων διὰ τὰ παλαιὰ ἐν Ἑπτανήσῳ χρέη, εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ χορηγήσῃ ἡ Βουλὴ ἄσημον χάρτην πρὸς τοὺς τιμαριούχους; Αὐτὸ τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι οἷον τὸ χθεσινόν· εἶναι πάντῃ μεταβατικὴ ἡ διάταξις αὕτη, διότι θὰ γείνῃ ἅπαξ καὶ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου αὐτὴ ἡ ἐργασία. Ἐγὼ ὑποβάλλω αὐτὰ τὰ μέσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν συμβουλεύω τὴν κατάργησιν τοῦ περὶ οὗ λόγος 9 ἄρθρου, διότι οὕτω θὰ ἐγείρωμεν πάλιν τὰ δίκαια παράπονα τοῦ λαοῦ, καὶ θὰ καταγίνεται αἰωνίως ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ζήτημα τῶν τιμαρίων· ἂν θέλωμεν, κύριοι, νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ κακὸν, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§78ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ἄρθρον 3 καὶ 4 ὁρίζει ὅτι αἱ πρόσοδοι, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο εἰς εἴδη, νὰ μετατραπῶσιν εἰς χρήματα. Οὐδεὶς κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἔχει νὰ εἴπῃ τι, ἀλλὰ τὰς διατάξεις ταύτας τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 ἂν συνδυάσετε μετὰ τοῦ ἄρθρου 9, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ ἀναγωγὴ εἰς χρήματα ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀγροδότας οὐχὶ δὲ εἰς τοὺς ἀγρολήπτας· τουτέστι ἡ φροντὶς τῆς ἀναγωγῆς ἀνατίθεται εἰς τοὺς ἀγροδότας.
§79ΖΕΡΒΟΣ. Ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, κύριε ὑπουργὲ, μὴ λέγετε τοὺς ἀγροδότας, ἀλλὰ τοὺς τιμαριούχους.
§80ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καλά· μόνον τοὺς τιμαριούχους ὑποχρεοῖ νὰ κάμουν τὴν ἀναγωγὴν αὐτήν. Ἐὰν δὲν ζητήσουν νὰ κάμουν τὴν ἀναγωγὴν αὐτὴν εἰς χρήματα, τοὺς ἐπιβάλλει, ἐὰν θέλετε, τὴν ποινὴν τοῦ νὰ χάνῃ τὸ εἰσόδημα, ἐφ’ ὅσον καιρὸν δὲν ἤθελε κινήσει τὴν ἀγωγὴν τῆς ἀναγωγῆς τοῦ εἴδους εἰς χρήματα. Τοιαύτη ἀρχὴ, κύριοι, ἐννοεῖται ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἰσότητα· διότι, ὅταν ὑπάρχουν δύο μέρη, πρέπει καὶ τὰ δύο μέρη νὰ ἔχουν τὰς αὐτὰς περιστάσεις ἐπὶ τῶν αὐτῶν περιστάσεων καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα, καὶ ὅταν ἐπιβάλλεται μία ὑποχρέωσις εἰς τὸ ἓν ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὸ ἕτερον, καθὼς καὶ ὅταν παραχωρῆται ἓν δικαίωμα εἰς τὸ ἓν μέρος, τὸ αὐτὸ δικαίωμα πρέπει νὰ παραχωρῆται καὶ εἰς τὸ ἕτερον, οὐχὶ ὅμως τὰς μὲν ὑποχρεώσεις εἰς τὸ ἓν μέρος, τὰς δὲ ὠφελείας εἰς τὸ ἄλλο. Ἐν τούτοις τοῦτο τὸ ἄρθρον 3 καὶ 4 περιέχει μίαν προσθήκην νεωτέραν τοῦ νόμου, καὶ λέγει νὰ γείνῃ ἡ ἀναγωγὴ αὕτη ἐπ’ ὠφελείᾳ οἱουδήποτε τῶν ἐνδιαφερομένων.
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἦτο καὶ εἰς τὸν προηγούμενον νόμον.
§82ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶχε. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἴδιον νομοσχέδιον προσθέττει τὴν φράσιν, ὅτι ἡ ἀναγωγὴ θέλει γείνει ἐπιμελείᾳ οἱουδήποτε τῶν ἐνδιαφερομένων· ἑπομένως λέγει, ἐὰν ἀγροδότα ἔχῃς συμφέρον νὰ πληρωθῇς εἰς εἶδος, ὁ δὲ ἀγρολήπτης ἔχῃ συμφέρον νὰ ἀποδώσῃ τὸ ὀφειλόμενον εἰς χρήματα, τότε κινεῖ τὴν ἀγωγὴν ὁ ἀγρολήπτης καὶ ὁ τιμαριοῦχος ὑποχρεοῦται νὰ πληρωθῇ εἰς χρήματα· τοὐναντίον, ἐὰν ὁ ἀγρολήπτης ἔχῃ συμφέρον νὰ δίδῃ εἰς εἴδη καὶ ἂν ὁ ἀγροδότης ἔχῃ συμφέρον νὰ λάβῃ εἰς χρήματα, τί λέγει; ἔχεις δικαίωμα ἀγροδότα νὰ κινήσῃς τὴν ἀγωγήν σου καὶ νὰ ζητήσῃς, ὥστε τὸ εἶδος νὰ μεταβληθῇ εἰς χρήματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρουσιάσθη, ἠθέλησε νὰ δώσῃ καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον τὰ ἴδια δικαιώματα, ἄλλως βεβαίως ἠδύνατο νὰ φανῇ αὐστηρότερον εἰς τοὺς τιμαριούχους, καθ’ ὅσον ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματά των. Ἀλλὰ ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ μία δυσκολία μεγίστη· διότι περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ τιμαριούχου εἰς 2, 3, 4 ἔτη ἐπὶ ποινῇ ἀπωλείας τῶν δικαιωμάτων τῆς προσόδου, ἐφ’ ὅσον δὲν κινεῖται ἡ αἴτησις· ἀλλὰ ὁ τιμαριοῦχος, ὅστις ἔχει πολλάκις 500, 800, 1000, 2000 τιμάρια, δύναται νὰ δαπανήσῃ εἰς τὰ δικαστήρια μέγα ποσὸν καὶ ζητήσῃ τὴν μετατροπὴν εἰς χρήματα τῶν δικαιωμάτων τῆς προσόδου. — Σημειώσατε ὅτι θέλει δαπανήσει 2000, 3000 τάληρα —καὶ νὰ τοῦ λέγετε, ὅτι ἢ δαπανᾷς 3000 τάληρα ἢ ἄλλως χάνεις τὸ δικαίωμά σου, ἐφ’ ὅσον καιρὸν δὲν ἤθελες κινήσει τὴν ἀγωγήν σου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον· τώρα δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί δικαίωμα ἔχει, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι· ἔχουν αὐτοὶ, ναί, δικαίωμα ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἢ ὄχι; εἴδατε ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὑπάρχει, καθ’ ὅσον καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις τὸ ἀνεγνώρισε καὶ ὑμεῖς. Δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις, ὑπάρχουν; ὀφείλουν νὰ πληρώτουν αὐτάς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν συμφέρον ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ τιμάρια αὐτὰ νὰ καταπαύσουν, καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ τὸ ἔχει ὅλη ἡ κοινωνία, νὰ παύσουν αἱ διενέξεις αἱ ὑπάρχουσαι· ἀλλὰ διὰ νὰ καταπαύσουν τὰ τιμάρια, ἔχουν συμφέρον ὄχι μόνον οἱ τιμαριοῦχοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀγρολῆπται νὰ ἐκβιάσωσι τοὺς ἀγροδότας, καὶ μάλιστα αὐτοὶ ἔτι περισσότερον, καθ’ ὅσον αὐτοὶ ἔχουν ἕνα τιμαριοῦχον ὑπ’ ὄψιν καὶ ἠμποροῦν εὐκόλως νὰ κινήσουν τὴν ἀγωγήν των καὶ νὰ εἴπουν, ὅτι θέλουν νὰ γείνῃ ἡ ἀναγωγὴ τῆς προσόδου εἰς χρήματα. Ἄλλως, κύριοι, ἐὰν δὲν ἦτο τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος ἠμποροῦσαν νὰ μὴ εἶχον δίκαιον· διότι, ὅταν ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχῃ τὸ αὐτὸ συμφέρον ὡς ἐκ τῆς ἀπολέσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγρολήπτου, θὰ ἀναβάλῃ νὰ κινήσῃ τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀναγωγῆς εἰς χρήματα· διότι καθὼς ἦτο ὁ πρῶτος νόμος, ὁ ὁποῖος ὑπεχρέωνε τὸν ἀγροδότην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια· διότι ὁ ἀγροδότης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑπάγῃ ποτὲ, διότι τότε αὐτὸς ὠφελεῖται· ἐναντίον τῆς ἰσότητος, ἥτις καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, καὶ πιστεύω ὅτι ποτὲ δὲν ἠθέλαμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ ἑνὸς καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς ἄλλον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον 9, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο πολὺς λόγος, εἶναι δίκαιον νὰ καταργηθῇ.
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οἱ περὶ Κερκύρας ψηφιζόμενοι νόμοι, κύριοι, ἔχουσι εὐεργετικὸν κοινωνικὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον βεβαίως πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προσπαθήσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν καὶ δικαίων μέσων, ἄλλως καταντῶσιν οὗτοι χάρτης ἄγραφος, καθ’ ὅτι ὅταν παραγνωρίζετε τὸ δίκαιον δὲν ἐξαλείφονται τοιουτοτρόπως αἱ σχέσεις μεταξὺ τιμαριούχων καὶ ὑποτελῶν, ἀλλὰ θέτετε τοὺς ὑποτελεῖς εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν τιμαριωτικῶν βαρῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀξίζει τὸν κόπον ὁ νόμος οὗτος; τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν καλλίτερον εἶναι νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ ΣΜΔʹ. νόμος καταργεῖται. Πᾶσα κυβέρνησις πρέπει, κύριοι, νὰ σκέπτεται καὶ νὰ φροντίζῃ ὅπως οὐδεμία μερὶς τῆς κοινωνίας ζημιωθῇ πρὸς ὠφέλειαν τῆς ἄλλης διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου. Πρέπει τοὐναντίον νὰ σταθμίζῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ νὰ ἐνεργοποιῇ τοιαῦτα μέσα πρακτικὰ ὅπως ἀρθῇ ἡ μεσαιωνικὴ αὕτη κατάστασις ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Ἐὰν δὲ διὰ τὰς ἐκτιμήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐργασίαι διηνεκεῖς πρὸς εἴσπραξιν εἰσοδημάτων, καθιέρωσε τὸν ἄσημον χάρτην ἡ κυβέρνησις πρὸς ὠφέλειαν τῶν πλουσίων, διὰ ποῖον λόγον ἤδη δὲν θέλει νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν μετατροπῶν τῶν τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων; Τοιουτοτρόπως ἠδυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας προτείνουσιν οἱ τιμαριοῦχοι ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν κατάργησιν τοῦ 9 ἄρθρου τοῦ ΣΜΔʹ. νόμου. Ἐὰν λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ μὴ μείνῃ ὁ νόμος οὗτος χάρτης ἄγραφος, πρέπει νὰ χορηγήσῃ τοιαῦτα μέσα ὅπως αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἱκανοποιηθῶσι. Ἐγὼ λοιπὸν προτείνω τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ τὴν χορήγησιν τοῦ ἀσήμου χάρτου εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων πρὸς διευκόλυνσιν τῶν τιμαριωτῶν. Δὲν προβαίνω, κύριοι, περαιτέρω, ἐπειδὴ βλέπω δυστυχῶς τὰς διαθέσεις τῆς πλειοψηφίας......
§84ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά......
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ ἐῤῥέθησαν καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ· λοιπὸν τὸ ζήτημα ὡρίμασε, κύριοι βουλευταί· οἱ παραδεχόμενοι τὸ 4 ἄρθρον, ὅπως ἀνεγνώσθη μὲ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 9......
§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔκαμα δύο προτάσεις, τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου, καὶ ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως αὐτῆς τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας.
§87ΖΕΡΒΟΣ. Ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ! διατὶ θέλετε νὰ καταστρέψητε......
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου νὰ ἐγερθῶσι (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Τώρα θέτομεν τὸ ζήτημα ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 9 ἄρθρου νὰ ἐγερθῶσι.
§89Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπεβάλαμεν μίαν τροπολογίαν, ἀντὶ 2 ἐτῶν, 3 ἔτη.
§90ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον, τότε νὰ γείνῃ ἡ τροπολογία.
§91Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἐναντίον ἡμεῖς λέγομεν. Ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν τροπολογίαν.
§92ΖΕΡΒΟΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται κἀμμία ἀνάγκη, κἀμμία ζημία.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 9 νὰ ἐγερθῶσι (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§94ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. πρόεδρε.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 9 λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§96ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, κατὰ τὸ νομοσχέδιον καταργεῖται τὸ ἄρθρον 9, οἱ ἄλλοι λέγουν νὰ διατηρηθῇ· λοιπὸν ὅσοι θέλουν νὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 9 λέγουν ναὶ, ὅσοι δὲν θέλουν νὰ καταργηθῇ λέγουν ὄχι. (Ἐνταῦθα γίνεται ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κωνσταντᾶ καὶ Παπαδάτου).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου διὰ ψήφων 69 κατὰ 43. «Ἄρθρον 12. Τὸ πρὸς ἐξαγορὰν κεφάλαιον δύναται νὰ πληρωθῇ ὑπὸ τοῦ κατόχου ἢ τῆς ἐγχωρίου διοικήσεως, κατὰ τὴν σχετικὴν ἑκάστου ὑποχρέωσιν, εἰς δέκα ἐτησίας ἴσας δόσεις ἐντόκως πρὸς ἓξ τοῖς ἑκατόν. Ἑκάστη δὲ δόσις δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν 20 δραχμῶν· ἐν περιπτώσει μὴ πληρωμῆς τριῶν δόσεων καθίσταται αὐτοδικαίως ἀπαιτητὸν τὸ ὅλον ποσόν».
§98ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μὲ τὸ «δόσεις ἐντόκους» τί ἐννοοῦν, κάθε δόσις θὰ πληρόνῃ καὶ τόκον, καὶ ἅμα τις πληρόνῃ μίαν δόσιν δὲν θὰ ἐκπίπτεται ὁ τόκος;
§99ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἔχῃ νὰ πληρώσῃ 100 δραχμὰς διὰ τὴν πρώτην δόσιν καὶ τόκον 1,000 δραχμῶν, εἰς τὴν πρώτην δόσιν ἐκτὸς τοῦ δεκάτου τοῦ κεφαλαίου θὰ πληρώσῃ καὶ τὸν τόκον τῶν 1,000 δραχμῶν. Εἰς τὴν δευτέραν δόσιν αἱ 1,000 δραχμαὶ θὰ ᾖναι 900 θὰ πληρώσῃ 100 δραχμὰς, τὸ δέκατον τοῦ κεφαλαίου καὶ τόκον 900 δραχμῶν.
§100ΔΑΥΗΣ. Ἐγὼ ἀντίκειμαι εἰς τὸ ποσὸν τοῦ τόκου· αὐτὸς ὁ τόκος πηγάζει ἀπὸ κεκτημένα δικαιώματα ἀκινήτων, τὰ ὁποῖα δὲν δίδουν καθαρὸν ποσὸν πάντοτε. Λογαριάζεται τὸ καθαρὸν, ὅταν πηγάζῃ ἀπὸ γαίας καὶ τὰ τοιαῦτα πρὸς 4 τοῖς ἑκατόν· διὰ τί ἐδῶ ἐτέθη πρὸς 6 τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ ὑπάρχει καὶ τόση ἀσφάλεια, διότι εἶναι τὰ ἴδια κτήματα ὑποθηκευμένα (θόρυβος).
§101ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἔγεινε δεκτόν.
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔγεινε.
§103ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγεινε δεκτὸν ἢ ὄχι, κ. πρόεδρε;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε παραδεκτόν.
§105ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔγεινε, δὲν ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, ἐλησμονήσατε (θόρυβος).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι μέμφονται ἀδιακόπως τὸν πρόεδρον.
§107ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κἀνεὶς δὲν σᾶς ἀπέδωκε μομφὴν καὶ δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀποδώσῃ, διότι ὅστις ἵσταται τόσον ὑψηλὰ πρέπει νὰ ᾖναι ξένος τῶν παθῶν. Λέγω μόνον, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Κρεστενίτης ἐζήτει διασαφήσεις, ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὡς λογιστικὸς ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ἐξηγήσῃ, τί νομίζει περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου τῶν δόσεων, ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐπροκαλέσατε ψηφοφορίαν. Κἀνεὶς δὲν θέλει νὰ σᾶς ἀποδώσῃ πρόθεσιν κἀμμίαν καὶ πλάγιον σκοπόν.
§108ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἂν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἐπαναλάβετε τὴν ψηφοφορίαν.
§109ΔΑΥΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ἀντὶ 6%, 4%.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἀντελήφθη καλῶς ἐπανερχόμεθα. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ κ. Δαυῆ, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ἀντὶ τῶν 6%, τὸ 4%. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§111ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καὶ ἐγὼ, ὅταν ἀνέγνωσα κατ’ ἀρχὰς τὸ νομοσχέδιον, εἶπον ὅτι ὁ τόκος ὑπάρχει ἀκριβῶς 6%, ἐνῷ τὰ κτήματα πληρόνουν τὸ 4%. Παρατηρήσατε ὅμως ὅτι εἰς τὴν ἐκτίμησιν, ἡ ὁποία γίνεται, ἀφαιρεῖται ὑπὲρ τῶν ἀγροληπτῶν τὸ ¼ τῆς ἀξίας.
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως.
§113Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως παρεδέχθημεν τὸ 6% ἀφ’ οὗ ὑπάρχει μία τοιαύτη ὠφέλεια ὑπὲρ τῶν ἀγροληπτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν τὰ κτήματα· καὶ δὲν εἰμποροῦμεν νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ εἰσόδημα ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, καθόσον ἂν τὸ κτῆμα ἔχῃ 100 δραχμὰς, δὲν λογίζεται ἐπὶ 101 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐπὶ 75 δραχμῶν, ὥστε χαρίζομεν 25%.
§114ΔΑΥΗΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι χάρισμα, αὐτὰ ἦσαν κτήματα τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέλλομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§115ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§116ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ μετατροπῆς τοῦ εἰσοδήματος ἀπὸ καρποῦ εἰς χρήματα, πῶς θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ μετατροπή; μ’ ἐπλήρωνον, ἔλαιον μ’ ἐπλήρωνον σῖτον, ἤδη ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν μεταλλαγὴν θὰ μὲ πληρόνῃς εἰσόδημα εἰς χρήματα. Μετὰ ταῦτα ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγοράσεως αὐτοῦ τοῦ χρηματικοῦ εἰσοδήματος. Ἡ μετατροπὴ αὕτη καὶ ἡ ἐξαγορὰ πῶς γίνεται; Ὁ νόμος λύει τὸ ζήτημα· ἄν τινες ἐξ ὑμῶν δὲν ἠθέλετε νὰ σπεύσητε, ἀλλὰ ν’ ἀκούσητε τὸν νόμον ἐβλέπετε περὶ τίνος πρόκειται. Ἐκτιμᾶται τὸ κτῆμα· ὑποθέσατε ὅτι τὸ κτῆμα τοῦ τιμαριούχου ἀξίζει 100 δραχ. θ’ ἀφαιρεθῇ πρῶτον ¼ τῆς ἀξίας μένουν 75 δραχ. ἀφαιρῶ προσέτι τὰ ⅔ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ τιμαριοῦχος ἐπλήρονεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὸ ¼ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος καὶ τὰ ⅔, τὸ χρηματικὸν εἰσόδημα θὰ συστηθῇ ἐκ τῆς ὑπολοίπου ἀξίας τοῦ κτήματος, τῆς ἀξίας τοῦ φόρου πρὸς 4%. Μετὰ ταῦτα ὁ βουλόμενος νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ εἰσόδημα δύναται νὰ τὸ κάμῃ πληρόνων τὸ κεφάλαιον εἰς 10 ἐτησίας δόσεις. Εἶναι τώρα δίκαιον τοιαύτας δόσεις νὰ πληρώσῃς ἄνευ τόκου, τὸ τόσον ἐλαττωθὲν κεφάλαιον τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματός μου;
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγει κανεὶς ἄνευ τόκου, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ πρὸς 4%.
§118ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Διατί μὲ 4%;
§119ΔΑΥΗΣ. Διότι πηγάζει ἀπὸ κτήματα.
§120ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι εἶναι κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπωλήθη μὲ τὸ τέταρτον ὀλιγώτερον τῆς ἀξίας του, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖτε τὰ ⅔ τῆς ἀξίας τοῦ φόρου πρὸς τὸ δημόσιον. Ἡ ἀξία τοῦ κτήματος εἶναι δάνειον χρηματικὸν, τὸ ὁποῖον ὤφειλες νὰ μοὶ δώσῃς· ἂν μοὶ τὸ δώσῃς ἀμέσως, δύναμαι νὰ τὸ μεταχειρισθῶ εἰς τὴν ἀγορὰν, σεῖς μὲ τὸ βαστᾶτε, καὶ θέλετε νὰ μοῦ πληρόνετε 4%; Κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα πλέον σήμερον δὲν εἶναι ζήτημα.
§121ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Λάβετε ἕνα ὅρον, 100, καὶ εἰπέτε, ἀπὸ αὐτὰς ἀφαιρεῖτε τί;
§122ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἀφαιροῦμεν τὸ ¼, μένουν 75, ἐξ αὐτῶν ἀφαιροῦμεν τὰ ⅔ τοῦ φόρου, ἂν ὑποθέσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ φόρου 25, μένουν 50. «Ἡ εἰς χρήματα τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένης διηνεκοῦς προσόδου ἐπὶ ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομῶν, ὅταν αὕτη ᾖναι ὡρισμένη εἰς καρποὺς, γίνεται ὡς ἑξῆς, αἰτήσει οἱουδήποτε τῶν ἐνδιαφερομένων, ὁρίζεται ἡ ἐν τῷ καιρῷ τῆς συστάσεως τῆς ἐμφυτεύσεως» κτλ. Πρόκειται περὶ ἐλαίου· ἐγένετο ἡ συμφωνία πρὸ 100 ἐτῶν· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί ἀξίαν εἶχε τὸ ἔλαιον εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, καὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀφαιρεῖται ά. τὸ τέταρτον αὐτὸ, καὶ βʹ. τὸ κεφάλαιον τὸ προκύπτον ἐκ τῶν ⅔ τοῦ φόρου, ὃν ὁ πρῴην τιμαριοῦχος ἐπλήρονεν εἰς τὴν ἐγχώριον κυβέρνησιν, λογιζομένου τοῦ φόρου τούτου ὡς τόκου κατὰ λόγον 4 ἐπὶ τοῖς 100. Τὰ ⅔ εἶναι τῆς κυβερνήσεως, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ τὰ δωρήσῃ ὅλα εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Τὸ μένον κεφάλαιον εἶναι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον θὰ μὲ πληρώσῃς εἰς 10 δόσεις, καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ μοὶ δώσῃς καὶ τόκον 6%. Ἔπειτα, κύριοι, τί ματαιοπονοῦμεν καὶ χάνομεν τὸν καιρὸν μας; εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔλυσεν ἡ Βουλὴ, ὅταν ἐψήφισε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τροπολογοῦμεν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐξάγεται, ὅτι τὸ ἀρχαῖον νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον ἔγεινε δεκτὸν οἷον τὸ εἶχε προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ, δηλ. νὰ πληρώνωνται αἱ δόσεις μὲ τόκον 6%. Διατί δὲ ἄλλο ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἄλλην διάταξιν ἐμπεριέχει ὁ δημοσιευθεὶς νόμος, ἀδιάφορον κατὰ τὸ παρὸν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἀποφασισμένον.
§123Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ὠφέλειαν τοῦ τόκου δὲν φιλονεικοῦμεν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ποσόν.
§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἴχετε παραδεχθῆ τὸ 4% χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§125ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κουρκουμέλης περὶ τῶν διαφόρων ἐκπτώσεων δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι αἱ ἐκπτώσεις ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γενῇ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρόνηται ἐτησίως ἀπὸ τὸν ἀγρολήπτην. Ἐνταῦθα δὲ πρόκειται νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος καθ’ ὃν πρέπει ν’ ἀποδίδεται τὸ τίμημα, ὁσάκις ὁ ἀγρολήπτης θέλῃ νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ κτῆμα. Ἐὰν τὸ τίμημα ὡρίζετο συνεπείᾳ μιᾶς ἐκτιμήσεως στηριζομένης εἰς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, βεβαίως ὁ ἀγρολήπτης ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτὴν, εἴτε εἰς μετρητὰ ἐπὶ χεῖρας, εἴτε εἰς δόσεις μετὰ τοῦ νομίμου τόκου· ἀλλ’ ἐνταῦθα βλέπετε, ὅτι ἡ ἀξία τῶν κτημάτων δὲν ὡρίσθη νὰ προσδιορίζηται κατ’ ἐκτίμησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ὑποθέσεως, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οἱ στηριχθέντες εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἔμελλε νὰ γενῇ ἀτόκως εἰς δέκα δόσεις. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος περὶ αὐτοῦ· λαμβάνεται ἡ ἐτησία πρόσοδος, θεωρεῖται ὡς τόκος πρὸς 6%, καὶ οὕτως εὑρίσκεται ἡ ἀξία· ἀλλὰ καθὼς εἶπε πρὸς 6%, ἠδύνατο νὰ εἰπῇ πρὸς 8 καὶ πρὸς 10· εἶπε δὲ 6, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔμελλε νὰ γείνῃ εἰς 10 δόσεις ἡ πληρωμή. Ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε νὰ μεταβάλητε τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς, δὲν εἰμπορεῖτε νὰ ἀφήσητε ἀμετάβλητον τὸν τρόπον τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀξίας. Κατὰ τὸν περυσινὸν νόμον ὁ ἀγρολήπτης ἦτο ὑποχρεωμένος ἀντὶ τῶν 6 δραχμῶν νὰ πληρώσῃ ἐτησίως 10, ἤτοι νὰ ἐξοφλήσῃ εἰς 10 ἐτησίας δόσεις ἀτόκως· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐγίνετο δι’ ἐκτιμήσεως ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, ἀλλὰ δυνάμει ἑνὸς πλάσματος προσδιωρίσθη αὕτη εἰς 100 δραχμὰς καὶ παρεδέχθη τοῦτο ὁ ἀγρολήπτης διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ μετ’ ὀλίγα ἔτη πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ τώρα τί κάμνετε σεῖς, ὑποχρεόνετε τὸν ἀγρολήπτην τοῦτον, ὅστις, ὡς ἐῤῥέθη, δὲν πληρόνει σήμερον εἰμὴ μόνον 6 δραχμὰς, ὑποχρεόνετε, λέγω, αὐτὸν ἀντὶ τῶν 10 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐκανόνισεν ὁ περυσινὸς νόμος, νὰ πληρώσῃ τὸν μὲν πρῶτον χρόνον 10 δραχμὰς, τὸν δὲ δεύτερον 10:60, τὸν τρίτον 11:20 καὶ οὕτω καθεξῆς.
§126ΤΙΝΕΣ. Λάθος ἐκάματε.
§127ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ, ἐὰν δὲν ἀκολουθήσητε αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ ἀπαιτῆτε παρ’ αὐτοῦ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου διὰ τὰς ὀφειλομένας δόσεις, τότε τὸν πρῶτον χρόνον θὰ πληρώσῃ 15:40, τὸν δεύτερον 14:80, τὸν τρίτον 14:20 κτλ. ὥστε βλέπετε, ὅτι δόσεις τινὲς θέλουν εἶσθαι διπλάσιαι καὶ ἄλλαι σχεδὸν τριπλάσιαι τοῦ ἐτησίου κανόνος.
§128Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξοφλεῖ τὸ χρέος του (θόρυβος).
§129ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον αὐτό.
§130ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἐνόμισεν, ὅτι ἡ προεξόφλησις θὰ λάβῃ τὴν τάξιν τῶν δεκαετῶν πιστώσεων τοῦ δημοσίου, δὲν ἔχει οὕτως, κύριοι, ἀπ’ ἐναντίας τὸν μὲν ἕνα χρόνον θὰ πληρώσῃ τόσα, τὸν ἄλλον τὰ 9/10 κτλ. καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ λέγω 6%, ἄλλος δὲ ὀλιγώτερον, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν μίαν μέσην ὁδὸν, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ 5%. Ἐγὼ λοιπὸν προτείνω νὰ παραδεχθῶμεν τὸ 5%, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ μέσος ὅρος, καὶ οὕτω νὰ τελειώσωμεν.
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγώ, κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν 4% διὰ τὸν ἑξῆς σπουδαῖον λόγον. Τὸ τίμημα τῶν κτημάτων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, δὲν θὰ ἐξευρεθῇ διὰ μιᾶς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, ἀλλὰ τῆς προσόδου θὰ ὁρισθῇ τὸ τίμημα τῶν ἀκινήτων. Ἰδοὺ πῶς λογαριάζομεν τὸν τόκον πρὸς 4%, δηλ. ἐὰν ἕνας ἀγρολήπτης πληρόνῃ 4 δραχμὰς κατ’ ἔτος, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὀφειλέτης 100 δραχμῶν κεφαλαίου· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος· ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐτησίαν πρόσοδον διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ κεφάλαιον λογαριάζοντες 4%, ἠξεύρετε τί διαφορὰ ὑπάρχει ἂν ἦναι 6%; ἐὰν ἓν κτῆμα δίδῃ 6 δραχμὰς, εἶναι ἡ ἀξία του 150, ὅταν πρόκηται νὰ προσδιορίσητε τὴν ἀξίαν, λογαριάζετε τὸν τόκον πρὸς 4% καὶ οὕτω ἀναβιβάζετε τὸ κεφάλαιον εἰς 150· ὅταν δὲ πρόκηται νὰ πληρωθῇ τὸ κεφάλαιον καὶ τόκος, τότε δὲν παραδέχεσθε τὸ 4 ἀλλὰ τὸ 6% καὶ οὕτω αὐξάνετε τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος κατὰ 50%. Ἑπομένως ἢ πρὸς 6% θὰ λογισθῇ ὁ τόκος, ὅταν εὑρίσκηται ἡ ἀξία, ἢ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ 4%, τὸ αὐτὸ νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἔπειτα, ἄλλως βλάπτομεν τοὺς ὀφειλέτας κατὰ 50%.
§132ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Σφάλλετε.
§133ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν προσέξητε καλῶς, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὅσον ἐλαττόνετε τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, τόσον αὐξάνει τὸ κεφάλαιον. Ὑποθέσατε ὅτι ἀντὶ τοῦ 4% ὑπολογίζεται 1%, ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ; θὰ εἴπῃ ὅτι ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον δίδει πρόσοδον 4% ἀξίζει 400 δραχμὰς, τετραγωνίζεται τὸ κεφάλαιον.
§134ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Κατέκριναν τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως, καὶ εἶναι ὁ μόνος τρόπος, τὸν ὁποῖον διδάσκουσιν οἱ καλοὶ κανόνες τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, διότι τῇ ἀληθείᾳ ἠξεύρετε ὅτι διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν ἑνὸς πράγματος πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν παράγει, καὶ οὕτως εὑρίσκομεν τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος· αὐτὸν τὸν κανόνα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πραγματογνώμων, ὁσάκις ἐπιφορτίζεται νὰ ἐκτιμήσῃ. Περὶ τούτου τώρα πρόκειται· ἔχομεν δύο ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαίωμά τι ἐπὶ κοινοῦ πράγματος, καὶ θὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος τούτου· διὰ νὰ εὕρωμεν τί ἀξίζει, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια, ἡ ὁποία παράγεται ἀπὸ αὐτό. Ἐξετάζεται προηγουμένως ποία ἡ πρόσοδος, διὰ τῆς τιμῆς αὐτῆς προσδιορίζεται ἡ ἀξία τοῦ κτήματος λαμβανομένου ὡς βάσεως τοῦ 4% ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου κατόπιν προσδιορίζομεν τὸ χρηματικὸν εἰσόδημα, τὸ ἀντικατασταθὲν εἰς τὸ εἰς καρποὺς τούτου. Τὸ δὲ χρηματικὸν εἰσόδημα, καθὼς προεῖπον, ἐξαγοράζεται ἡ ἐξαγορὰ αὕτη εἶναι ὅλως διόλου ὑπὲρ τοῦ κατόχου τοῦ κτήματος, διότι ἐκ τοῦ κεφαλαίου πρὸς 4% ἀφαιρεῖται τὸ ¼ τῆς ἀξίας, ἀφαιροῦνται τὰ ⅔ τῆς ἀξίας τοῦ φόρου, ἤτοι δηλαδὴ τὰ 100 γίνονται πρῶτον 75, μετὰ ταῦτα ἐλαττοῦνται ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ κεφαλαίου τοῦ φόρου. Τέλος ἐξαγοράζει πρὸς 4%, δηλ. ἔχει νέαν ὠφέλειαν, ἐπειδὴ τὰ 100, ἀφ’ οὗ ἔγειναν 75, πληρόνει τὰ 75 μὲ ὠφέλειαν τοῦ 3ου τῆς τιμῆς· δηλ. ἐπάνω κάτω καταντᾷ ὁ τιμαριοῦχος νὰ λάβῃ ἐκ τῶν 100, 50 καί αὐτὰ εἰς δέκα δόσεις καὶ θέλετε καὶ ἕνα τόκον μὲ 4 τοῖς 100!
§135Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον προεκλήθη αὐτὸς ὁ νόμος πέρυσι, καὶ τὸν σκοπὸν ἐπίσης διὰ τὸν ὁποῖον προεκλήθησαν αἱ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐφέτος. Τὸν σκοπὸν αὐτὸν, κύριοι, τὸν εὑρίσκετε ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει «περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀκινήτων ἀπὸ τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὰ βαρῶν κτλ.» Λέγετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἀπαλλαγῶσιν αὐτὰ τὰ κτήματα ἀπὸ τῶν διαφόρων βαρῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται καὶ ἀπὸ τὰς διαφόρους περιπλοκὰς, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται τόσον οἱ τιμαριοῦχοι, καθὼς καὶ οἱ ἀγρολῆπται. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ σκοπὸς ὁ ἀρχικὸς, διὰ τὸν ὁποῖον προεκλήθη αὐτὸς ὁ νόμος. Τί ἠθέλησε λοιπὸν αὐτὸς ὁ νόμος νὰ κάμῃ; Νὰ γείνῃ μία ἐκτίμησις τῶν διαφόρων αὐτῶν κτημάτων, καὶ νὰ πληρόνωσιν οἱ χωρικοὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν πρὸς τοὺς κυρίους ἢ κατόχους. Τώρα πῶς προσδιορίζεται ἡ τιμὴ αὐτῶν τῶν κτημάτων; Ὁ κ. Κουρκουμέλης πολὺ ὀρθῶς μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς ὅρον τὴν πρόσοδον τοῦ κτήματος πρὸς 4%. Λοιπὸν ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον δίδει τόκον δραχμὰς τεσσαράκοντα, ἔχει ἀξίαν δραχμ. χιλίων· τώρα προσδιώρισαν τὸ ἀντίτιμον τῶν κτημάτων, ὅτι ἔχει ἀξίαν δρ. 1000 λαμβάνοντες τὴν πρόσοδον πρὸς 4%. Ἐπροσδιωρίσθη, κύριοι, ἡ ἀξία τῶν κτημάτων κατὰ τὴν πρόσοδον αὐτῶν· τί σᾶς λέγει ὁ κ. Κουρκουμέλης; ἀλλὰ, κύριε χωρικὲ, νὰ μὲ πληρώσῃς εἰς δέκα ἴσας δόσεις πρὸς 6%· ἀλλ’ ὁ χωρικὸς αὐτὸς εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ, κύριοι, ἐὰν τὸν ἀποξενώσῃ ὁ κύριος, διότι ἀφοῦ τὸ κτῆμα ἔχει 4 καὶ τοῦ ἐπιβάλλει νὰ πληρώσῃ 6%, τότε αὐτὸς δὲν θὰ πληρώσῃ, καὶ ἑπομένως τὸ κτῆμα μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη θὰ περιέλθῃ ὁριστικῶς εἰς τὸν κύριον· καὶ τοῦτο, διότι εἰς τὴν ἐκποίησιν λαμβάνεται τὸ 4%, εἰς δὲ τὴν ἀπόδοσιν λαμβάνεται τὸ 6%. Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι, σᾶς εἶπον, νὰ ἀπαλλαγῶσι τὰ κτήματα ἀπὸ τὰς περιπλοκὰς, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουρκουμέλης σᾶς ἔφερεν ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶδον, ὅτι ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις πολλῶν βουλευτῶν, ὅτι ἀπ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀφαιροῦνται 25% καὶ τὰ ⅔, τὰ ὁποῖα ἔχει χαρίσει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς χωρικούς· ἀλλ’ εἰς αὐτὰ μὴ προσέξετε, διότι δὲν ἦσαν δικαιώματα τιμαριούχων νὰ τὰ ἀφήσουν, ἦτο ξένον δικαίωμα, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχε δικαίωμα καὶ ὁ τιμαριοῦχος νὰ ζητήσῃ τόκον καὶ δι’ αὐτά. Πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν εἶναι παρὰ νὰ εἰπῇ τις ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἀφαιρεῖται πᾶσα ἰδιοκτησία καὶ δικαίωμα ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθησαν νὰ ἔχουν οἱ χωρικοὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων· καὶ λέγω τοῦτο, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν αὐτοὶ νὰ πληρώσωσιν 6% πρὸς τοὺς τιμαριούχους. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀβέρωφ.
§136ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὁ φίλος μου κ. Δαυῆς, κύριοι, δὲν ἤθελε φέρει τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ἐὰν ἤθελε μελετήσει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν κατάργησιν ἡμεῖς σᾶς προτείνομεν. Ὅταν ἔφερε τὴν πρότασιν ὁ κ. Δαυῆς, ἐγὼ ἀπέτεινον εἰς αὐτὸν μίαν παρατήρησιν, τῷ εἶπον, ὅτι ἐκπίπτει τὸ κεφάλαιον κατὰ ¼, καὶ ὅτι δὲν ἀπομένει εἰμὴ διὰ 75%· μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τοῦτο ἔγεινε, διότι αὐτὸ ἦτο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἔχει οὕτως· ἐκάμαμεν μίαν ἔκπτωσιν, τὴν ἔκπτωσιν τοῦ ¼, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δωρεὰ, ἦτον ἰδιοκτησία τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ἐκπίπτει, διότι ὁ νόμος τὸ θέλει νὰ ἐκπέσῃ, διότι ὁ νόμος θέλει ἐκπίπτει τὸ ¼ καὶ ἀκολούθως τὰ δύω τρίτα τοῦ φόρου· ἐκπίπτει δηλ. τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὁ κ. Δαυῆς, ὅτι συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸ ¼· ἡ ἀξία λοιπόν.....
§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ἀφαιρεῖται τὸ ¼;
§138ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Διότι ὁ νόμος ἤθελε νὰ ἀφαιρεθῇ, διότι ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ εὐκολύνῃ αὐτὴν τὴν μεταλλαγὴν, ἑπομένως ἐκτὸς τῆς ἐκπτώσεως τῆς δωρεᾶς τῆς Κυβερνήσεως, ἔκαμεν ἔκπτωσιν ἀπὸ τὴν ἀξίαν του ¼· ἑπομένως τὸ 6% δὲν εἶναι ἐπὶ κεφαλαίου 100, ἀλλὰ ἐπὶ 75, ἄρα 4% εἶναι ὁ τόκος, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐὰν ἐσκεμμένως ἤθελε μελετήσει τὸν νόμον, δὲν ἤθελε κάμει τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, διότι ὁ τόκος εἶναι 4%· οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ἐὰν τὰ κτήματα πληρόνωσι 4% ἢ 6. Τὸ ζήτημα εἶναι τὶ θὰ πληρώσῃ τὸ κεφάλαιον, διότι ὁ καρπὸς μετατρέπεται εἰς κεφάλαιον. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Α. Πετιμεζᾶς, ὅτι τοῦτο ἔγεινε πρὸς εὐκολίαν τῶν χωρικῶν· συμφωνῶ ὅτι τοῦτο ἔγεινε πρὸς εὐκολίαν τῶν χωρικῶν· συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν βαρῶν αὐταὶ αἱ ἰδιοκτησίαι· ἀλλὰ πρέπει καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ἀποζημιωθῶσι, καὶ ἡ ἀποζημίωσις αὐτὴ δὲν ἀναλογεῖ πρὸς τὸ κτῆμα. Ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ὑποστηρίζομεν τοῦτο, ἡμεῖς ἐμείναμεν εἰς τὴν ἔκπτωσιν, ὄχι μόνον εἰς τὴν δωρεὰν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ¼. Ἤδη λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ 6% ἀλλὰ 4%, ἀφοῦ ἐκπίπτει τὸ ¼.
§139ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶχον ὄρεξιν νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἀνεβοκατεβαίνουσιν ἀμφίβια τινὰ ὄντα, δίδοντα πληροφορίας μὴ στηριζομένας ἐπὶ τῆς ἀληθείας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως μὲ ἀφήσητε ἵνα εἴπω ὀλίγα καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ θέματος τούτου. Σᾶς λέγουν τὰ κτήματά μας θὰ δώσωμεν, διὰ τὶ λοιπὸν νὰ μὴ πάρωμεν τὴν ἀξίαν των; Βεβαίως ὅλαι αἱ ἀξιώσεις ἔχουν μίαν βάσιν, ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν ποῦ στηρίζουσιν αὐτὴν οἱ ἀμφίβιοι οὗτοι κύριοι. Ὁ φόρος τὸν ὁποῖον ἐπλήροναν οἱ τιμαριοῦχοι εἰς τὴν κυβέρνησιν ὡρίσθη ἐπὶ τοῦ ἔτους 1804 συνεπείᾳ τοῦ ἐννάτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τῆς πολιτείας, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ φόρος αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει εἰσόδημα, ἀλλ’ ἀποζημίωσιν τοῦ δημοσίου διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφεραν οἱ τιμαριοῦχοι μετὰ ὑποτελῶν χωρικῶν πρὸς τὴν κυβέρνησιν· ὥστε οἱ φόροι αὐτοὶ δὲν ἦσαν φόροι ἀντιπροσωπεύοντες ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ φόροι ἀντιπροσωπεύοντες ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ τιμαριοῦχοι ὤφειλον ἐν ἀνάγκῃ νὰ προσφέρωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὸν τότε στρατιωτικὸν διοργανισμὸν τοῦ τόπου· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς καταγωγὴ τοῦ φόρου τούτου, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία, ἀποδεικνυομένη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1803 καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τούτῳ ψηφισθέντας νόμους τοῦ ἔτους 1804. Ἡ κυβέρνησις λαβοῦσα τὸ μέτρον νὰ ἐξαλείψῃ τὰ προσωπικὰ βάρη, μετέβαλεν αὐτὰ εἰς πραγματικὰ πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ὅπερ ἐστερεῖτο τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἣν οἱ τιμαριοῦχοι εἰσέπραττον πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων. Ἐν ἔτει 1827 ἡ κυβέρνησις διένειμε τὰς φορολογικὰς ταύτας ὠφελείας μεταξὺ τιμαριούχου καὶ ὑποτελοῦς οὕτως ὥστε τὰ ⅔ τοῦ εἰσοδήματος ἀφῆκεν ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου καὶ τὸ ⅓ ὑπὲρ τοῦ τιμαριώτου. Ὥστε τὸ μέρος τοῦτο τῆς τιμαριωτικῆς εὐεργεσίας δὲν εἶναι παραχώρησις ὑπὲρ τῶν χωρικῶν ἀλλὰ θυσία φορολογικὴ, ὑποβληθεῖσα εἰς αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας των. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν ἔκπτωσιν τοῦ τετάρτου. Τὸ τέταρτον ἀφαιρεῖται διὰ δύω λόγους· πρῶτον πρὸς ὄφελος τῶν χωρικῶν, διότι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἦτο τοῦ τιμαριούχου.....
§140ΣΙΜΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν τί ἀντιπροσώπευον τὰ ⅔ τοῦ φόρου......
§141ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ὡς πρὸς τὸν τιμαριώτην καὶ ἔγγειον φορολογίαν ὡς πρὸς τὸν χωρικόν. Τὸ ¼ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ νόμου δωρεῖται φαίνεται ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, εἶναι τὸ ¼ τῆς ὅλης ἀξίας τῶν ἐγγείων δικαιωμάτων μεταβαλλομένων εἰς χρήματα· κατὰ τὰ ἔθιμα ὁσάκις ἡ ἰδιοκτησία μετεβάλετο εἰς χρήματα ἀφαιρεῖτο τὸ ¼ τῆς ἀξίας αὐτῆς, διότι τὰ χρήματα, παριστῶντα βέβαιον εἰσόδημα, παραβαλλόμενα πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἥτις παρέχει εἰσόδημα ἀβέβαιον καὶ τυχηρὸν, ἔχουσι τὸν λόγον τῶν ἀριθμῶν 3 πρὸς 4· ἤτοι 3 δραχμαὶ εἰς χρήματα ἰσοδυναμοῦσι πρὸς 4 εἰς ἰδιοκτησίαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν φόρων καὶ τὸ ζήτημα τοῦ τετάρτου ὀλιγωτέρου ἐλήφθησαν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐκκαθάρισιν κεφαλαίου φορολογικοῦ. Τί ζητοῦμεν σήμερον; ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον πρέπει ὁ ὀφειλέτης νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸν κεφαλαιοῦχον, συνεπείᾳ κεφαλαίου παριστῶντος ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν. Πόθεν τώρα προέρχεται τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι ἀνεξάρτητον, διότι κατὰ τὸ δίκαιον ἔπρεπεν ἡ ἀποζημίωσις αὕτη νὰ καταργηθῇ ῥητῶς. Ἀλλ’ ἔστω· συζητοῦμεν τώρα περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου· ὁ τόκος τοῦ κεφαλαίου πρέπει βεβαίως ν’ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν καθαρὰν παραγωγὴν τῆς γῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Οἱονδήποτε κτῆμα, ὅσον ἀρίστης ποιότητος καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ἂν ἀφαιρέσωμεν ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας δὲν δύναται νὰ δώσῃ περισσήτερα τῶν 4%. Ὁ τόκος λοιπὸν τοῦ κεφαλαίου τοῦ παριστῶντος ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν πρέπει νὰ ἦναι πρὸς 4%. Δεύτερος λόγος εἶναι οὗτος· πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ χρήματα ἐν Ἑπτανήσῳ, ὁσάκις ἐξασφαλίζονται διὰ τῶν ἀσφαλεστέρων ἐγγυήσεων, πρὸς πόσον τοκίζονται. Ἔχομεν περὶ τούτου ἀποδείξεις αἰρούσας πᾶσαν ἀμφιβολίαν. Ἂν θέσωμεν χρήματα εἰς τὴν Γράπεζαν ἢ εἰς τὸ ἐνέχυρον δὲν δίδουν εἰμὴ 4%· ἐπειδὴ δὲ ἡ μεγαλειτέρα ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ ὁ ὀφειλέτης πρὸς τὸν πιστωτὴν εἶναι ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ἐπὶ προνομιούχῳ εἰδικῇ ὑποθήκῃ, ἕπεται, ὅτι ὁ τόκος δὲν πρέπει νὰ ἦναι πρὸς 6%, ἀλλὰ πρὸς 4%. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἔποψιν ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου πρὸς 4% συνᾴδει καὶ μὲ τὰς χρηματικὰς συναλλαγὰς τῆς νήσου. Δὲν ἐκτείνομαι πλειότερον, ἐπειδὴ ὃ γέγραπται, γέγραπται, καὶ ἂς κάμῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι θέλει.
§142ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Κουρκουμέλης δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμα, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἁπλουστάτη. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζουν οἱ κύριοι βουλευταὶ τί θ’ ἀποφασίσωσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Κύριοι, ἂν ἐπρόκειτο ἡ ἐξεύρεσις τοῦ τιμήματος τοῦ κτήματος νὰ γείνῃ διὰ μιᾶς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, τίποτε δικαιώτερον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον. Τουτέστιν ἕνας ἀγρολήπτης ἔχει συμφωνίαν μὲ ἕνα ἀγροδότην συνισταμένην εἰς 100 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀπαλλαχθῇ ὁ ἀγρολήπτης ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν τοῦ ἀγροδότου, ἀπεφάσισαν νὰ διαλύσουν τὴν συμφωνίαν καὶ νὰ πληρώσῃ ὁ ἀγρολήπτης τὸ δικαίωμά του εἰς τὸν ἀγροδότην καὶ διορίζει ἐκτιμητὰς, οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν, ὅτι αὐτὸ τὸ κτῆμα ἀξίζει πέντε χιλιάδας δραχμῶν. Ἂν ἡ ἐξεύρεσις τοῦ τιμήματος τοῦ κτήματος ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τίποτε δικαιότερον. Τί λέγει ὅμως; Διὰ νὰ ἐξευρεθῇ τὸ τίμημα θὰ λάβητε πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν πρόσοδον τοῦ κτήματος, τὴν ὁποίαν θὰ λογαριάσητε σχετικῶς μὲ κεφάλαιον πρὸς 4%. Ἑπομένως 4 δραχμαὶ πρόσοδος θὰ εἰπῇ 100 δραχ. κεφάλαιον. Νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς· καὶ ἕτερον παράδειγμα. Ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἀντὶ 4 δραχμῶν πρόσοδον, τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου ἀνέφερον ἔλεγε 6%, τότε ἀντὶ 4% διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἠξεύρετε ποία διαφορὰ θὰ ὑπάρχῃ; Ἕνα κτῆμα ἀντὶ 100 δραχμῶν θὰ εἶχεν 66· ἑπομένως ὅσον ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τόσον αὐξάνει τὸ τίμημα τοῦ κτήματος. Ὅταν λοιπὸν διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀξίας τοῦ τιμήματος τοῦ κτήματος λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ 4%, δὲν ἐννοῶ διατί διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήματος προσδιορίζεται 6%. Ἡ θέσις τοῦ ἀγρολήπτου πρὸς τὸν ἀγροδότην πολὺ μεταβάλλεται· προτήτερα ἐπλήρωνε 4%, μετὰ ταῦτα θὰ πληρώνῃ 6% ἅμα μετεβλήθη ἡ συμφωνία καὶ μόνον διὰ τὴν ἐξώφλησιν. Μεταξὺ τοῦ 6% καὶ τοῦ 4% διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ τιμήματος ὑπάρχει μία μεγάλη διαφορὰ ὡς 1 ἀπὸ τὰ 2.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δαυῆ ἀντὶ 6% παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα)· τὸ ἐναντίον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δαυῆ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Δαυῆ (θόρυβος).
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν ἀπεῤῥίφθη· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δαυῆ λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Δαυῆ, διὰ ψήφων 68 κατὰ 59 ἀρνηθέντος ἑνός. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· (ὥρᾳ 6 μ. μ.).