1868.10.01
1,595 rows · 12,300 words · 247 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
Τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1868
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 3 παρὰ 25.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις. Τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ὁποῖα τρέχουν εἰς τὸν αἰθέρα, ἔχουσι καὶ αὐτὰ τὴν οὐρὰν, διὰ τῆς ὁποίας κανονίζουν τοὺς ἑλιγμοὺς καὶ τὰς στροφὰς, τὰς ὁποίας κάμνουν· ὅταν τοῖς ἀφαιρέσωμεν τὴν οὐρὰν βλέπετε, ὅτι ὅλαι αἱ κινήσεις εἶναι ἄτακτοι. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς ἓν σκάφος, ὅταν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχει τὸν ἄνεμον οὔριον καὶ στρέψῃ τὰ νῶτα, τὰ ῥεύματα δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ τὸ κάμουν νὰ παρεκκλίνῃ. Αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἔχει ἕνα κανονισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνθυμίζει τὴν κυβερνητικὴν πορείαν· ὅλαι αἱ ἀρχαὶ ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἑκάστη ἔχει τὸν κανονισμόν της, τὸν ὁποῖον ἔχουσι πάντοτε ὑπ’ ὄψιν· καὶ αὐτὴ ἡ μεγαλειτέρα ἀρχὴ τοῦ ἔθνους, τὸ σύνολον αὐτὸ τοῦ λαοῦ, δὲν θέλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κανονισμόν μας καὶ τηρήσωμεν τὴν τάξιν. Σημειώσατε, κύριοι, ὅτι συμβαίνουν πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λαμβάνουν χώραν διὰ νὰ μὴ ἀπαντῶμεν τὰς περιπλοκὰς καὶ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἀπηντήσαμεν πολλάκις. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἴμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 6 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκαρποῦ τῆς Κερκύρας, ἐν ᾧ εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ Κ. Ζερβὸς καὶ ἄλλοι.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ τὸν λόγον.
§5ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποῦσα.
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Φαίνεται θὰ ἐσυμβιβάσθησαν τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη, κ. πρόεδρε, εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔκαμε μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δέχεται ὁ κ. Κουρκουμέλης.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν δύω τροπολογίας.
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐρωτήσατε τοὺς κυρίους, ἂν ἐσυμβιβάσθησαν, νὰ τελειώσωμεν.
§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ποιὸς ἐσυμβιβάσθηκε μὲ ποίους, ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τίποτε. Ἐπικρατοῦν διάλογοι μεταξὺ τῶν κυρίων Κουρκουμέλη, Σωτηροπούλου, Κεχαγιᾶ καὶ ἑτέρων βουλευτῶν.
§10ΔΑΓΡΕΣ. Τί γίνεται, κ. πρόεδρε;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμένει τὸ προεδρεῖον τὴν ἀπάντησίν των, διότι μοῦ ἐπῆραν τὴν πρότασιν νὰ τὴν συγχωνεύσουν... (θόρυβος).
§12ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Η ἐκτίμησις γίνεται ὑπὸ δύω πραγματογνωμόνων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸν μὲν διορίζει ὁ ἀγροδότης, τὸν δὲ ὁ ἀγρολήπτης· ἂν ὁ ἀγρολήπτης προσκαλούμενος διὰ τῆς κλήσεως δὲν παρουσιασθῇ πρὸς ἐκτίμησιν ἢ δὲν πέμψῃ τὸν πραγματογνώμονά του, διορίζει αὐτὸν ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται τὸ κτῆμα.» Εἶναι τοῦ κ. Κατσανδρῆ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι, ἀγαπᾷ ἡ Βουλὴ νὰ τὰς ἀναγνώσωμεν ὅλας;
§14ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν καλεῖτε τοὺς ὑποβαλόντας προτάσεις νὰ μεταβῶσιν εἰς ἓν δωμάτιον καὶ τὰς συγχωνεύσωσιν;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ κανονισμοῦ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ πρὸς τοῦτο ἡ Βουλή.
§16ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ λύει τὸ ζήτημα· ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν προνόμια. Εἴπομεν εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν παρευρεθῇ ὁ ἀγρολήπτης, τὴν ἐκτίμησιν θὰ τὴν κάμῃ ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἀγροδότου· τὸ εἴπαμεν τοῦτο, διότι ἐφοβήθημεν μήπως ἀπὸ σκοποῦ δὲν παρευρεθῇ ὁ ἀγρολήπτης, διότι ἔχει συμφέρον νὰ παρατείνῃ τὸν χρόνον τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ καρποῦ. Διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι θέλομεν προνόμια, ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ μία πρότασιν, ἡ ὁποία συμβιβάζει τὰ πράγματα (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον). Κύριοι, τὸ ἴδιον δικαίωμα, ὅπερ λαμβάνομεν ἡμεῖς, δίδομεν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Παραμυθιώτου ἔχουσα οὕτω.) «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀναβληθῇ ἡ ἐκτίμησις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 καὶ ὁ ἀγροδότης ἢ ἐκμισθωτὴς δὲν ἐμφανισθῇ μέχρι τῆς 4ης μ. μ. ὥρας τῆς προσδιορισθείσης διὰ τὴν ἐκτίμησιν ἡμέρας ἢ δὲν πέμψῃ τὸν πραγματογνώμονά του, ἐκτελεῖ τὴν ἐκτίμησιν μόνος ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ, ἡ δὲ ἐκτίμησις αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ἀγροδότην ἢ ἐκμισθωτήν. Ἡ βεβαίωσις τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ, εἴτε τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ, ἀποδεικνύεται διὰ τῆς ἐν τῇ ἐκθέσει προσυπογραφῆς δύο μαρτύρων.»
§17ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οἱ κύριοι ἐδῶ δὲν παραδέχονται αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§20ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι προσθήκη εἰς τὸ 6 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον γίνεται 7.
§21ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἤθελα νὰ κάμω, κύριοι· ὁ ἀγρολήπτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν ἐκτίμησίν του, ἔχει καὶ ὁ ἀγροδότης τὸ αὐτὸ δικαίωμα. Ὑποθέσατε, ὅτι εἰς μίαν διαφορετικὴν ὥραν ἕκαστος κάμνει μίαν διαφορετικὴν ἔκθεσιν.
§22ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἂς τὸ λύσουν αὐτὸ τὰ δικαστήρια .... (θόρυβος).
§23Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ αὐτὸ ὡς μίαν ἐγγύησιν, διότι φοβούμενος ὁ εἷς τὸν ἄλλον θὰ σπεύσουν καὶ οἱ δύω.
§24ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Πρέπει νὰ προσδιορισθῇ καὶ ἡ ὥρα (θόρυβος). Ὁ ἀγροδότης θ’ ἀρχίζῃ τὴν ἐκτίμησιν ἀπὸ τὰς 8 τὸ πρωΐ. Νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὴν ὥραν, διότι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ καὶ εἰς τὰς 5.
§25ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοεῖται, ὅταν ἔχητε τὴν ἡμέραν, ὅτι εἶναι ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς μέχρι τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου.
§26ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἡ νομικὴ ἡμέρα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὸ 7 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον γίνεται 8. Ἀναγινώσκεται· ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἐὰν οἱ πραγματογνώμονες δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ τρίτου, διορίζουσι τὸν τρίτον οἱ πραγματογνώμονες, καὶ ἂν καὶ οὗτοι δὲν συμφωνήσωσι, τὸν διορίζει ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας ἔνθα κεῖνται τὰ κτήματα, διὰ μονομεροῦς προφορικῆς καὶ ἐγγράφου αἰτήσεως ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων ἐντὸς τριημέρου, τὴν δὲ ἐπιοῦσαν τοῦ διορισμοῦ, ὅστις θέλει κοινοποιεῖται πρὸς τὸν πραγματογνώμονα καὶ τὸν ἐνδιαφερόμενον, τὸν μὴ αἰτήσαντα τὸν διορισμὸν διὰ παραγγελίας αὐτοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου, γίνεται ἡ ἐκτίμησις παρὰ τοῦ τρίτου, ὅστις ἔχει ψῆφον ἀποφασιστικὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δύω γνωμῶν τῶν πραγματογνωμόνων· ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ πραγματογνώμονος ἢ μὴ ἐκτελέσεως ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας τῆς πραγματογνωμοσύνης, τιμωρεῖται οὗτος μὲ πρόστιμον 10–100 δραχμῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ εἰρηνοδίκου κατόπιν αἰτήσεως ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, διοριζομένου ἑτέρου παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου πραγματογνώμονος. Τὸ αὐτὸ πρόστιμον καὶ κράτησις μέχρι 10 ἡμερῶν ἐπιβάλλεται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου εἰς τὸν ὁπωσδήποτε παραβαίνοντα ἢ παραλείποντα τὰ καθήκοντά του πραγματογνώμονα, ἐπιφυλαττομένης πάσης κατ’ αὐτοῦ ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως».
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δεχόμεθα τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§30Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα, ὅταν πρόκηται περὶ νόμου ὑπαγομένου εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον, οὗτος ἐπεξεργάζεται ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν ἐξ ἀνδρῶν ἐπιστημόνων οἱ ὁποῖοι ἐπιμελοῦνται καὶ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου καὶ τὸ ὕφος αὐτοῦ, καὶ γινώσκοντες τὰς ἰσχυούσας ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς νομοθεσίας, προσπαθοῦσι νὰ τηρῶσι τὴν ἑνότητα. Λυποῦμαι, διότι ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἄκων ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καθ’ ὅσον παρατηρῶ, ὅτι ἐνταῦθα παραβιάζεται μία ἀρχὴ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, καθιερωμένη ἐν γένει εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας. Καθ’ ἡμᾶς αὐτὴ ἡ ἀρχὴ συσχετίζεται μὲ μίαν ἄλλην ἀρχὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία εἶναι πολλοῦ λόγου ἀξία. Τὸ ἄρθρον 294 τῆς Πολ. Δικονομίας δὲν ἐπιβάλλει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, οὔτε θεωρεῖ ὑπόλογον ἢ ὑπεύθυνον τὸν πραγματογνώμονα διὰ τὴν μὴ ἐμφάνισίν του, ἢ τὴν μὴ ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του, εἰμὴ εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν, δηλ. ἀφ’ ἧς ὁρκισθῇ, τότε ἔρχεται ἡ ὑποχρέωσις. Παρατηρῶ λοιπὸν μὲ ἀπορίαν μου εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὅτι εἰσάγεται καὶ νέα ἀρχὴ, ἐπιβάλλεται δηλ. ἀκατανόητος καὶ ἀκατονόμαστος ὑποχρέωσις εἰς τὸν διοριζόμενον πραγματογνώμονα. Εἷς ἀγρολήπτης ἢ ἀγροδότης διορίζει ....
§31ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε τὸ δεχόμεθα.
§32Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διορίζει πραγματογνώμονα, καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται δεσμευμένος· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπόκειται καὶ εἰς τιμωρίαν, ἂν δὲν ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του, τὰ ὁποῖα εἷς ἕτερος τῷ ἐπιβάλλει. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθώσωμεν τὸ ἄρθρον οὕτω· μετὰ τὴν φράσιν «ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ πραγματογνώμονος ἢ μὴ ἐκτελέσεως ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας τῆς πραγματογνωμοσύνης», νὰ τεθῇ «μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς πραγματογνωμοσύνης».
§33ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γείνῃ πρὸς τούτοις καθαρώτερον τὸ λεκτικὸν, κύριοι. Ἀντὶ τῆς περιόδου αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πετσάλης, ἤθελον τὸ εἰπεῖ οὕτω· «ὁ πραγματογνώμων ἀρνούμενος τὴν πραγματογνωμοσύνην, ἢ μὴ ἐκτελῶν αὐτὴν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, τιμωρεῖται κλπ».
§34ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, προτείνω τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐντελῶς ἄσκοπον, καὶ διότι ἀντὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τοῦ πραγματογνώμονος, μέλλει νὰ τὴν χαλαρώσῃ· τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐπιβάλλει ποινὴν εἰς τὸν πραγματογνώμονα τὸν ἀρνούμενον τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἑαυτοῦ καθήκοντος μετὰ τὴν ἀποδοχὴν, ἐννοεῖται. Ὁ πραγματογνώμων ὡς μάρτυς δύναται νὰ πράξῃ ἓν ἔγκλημα, λ. χ. μίαν ἐν γνώσει ψευδῆ ἐκτίμησιν, καὶ ἑπομένως εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν τιμωρεῖται καθὼς ὁ ψευδομάρτυς· ὁ πραγματογνώμων δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου τὰ καθήκοντα εἶναι διαγεγραμμένα, ὥστε νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ πραγματογνώμονος ὅ,τι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦ ὁπωσδήποτε παραβιάζοντος τὰ καθήκοντά του, εἴτε εἶναι ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ, εἴτε πηγάζουν ἐκ τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων του. Βλέπετε, ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἔχει διττὴν ἔλλειψιν· 1) τὴν ἀοριστίαν· ὅταν ἐπιβάλλεται ποινὴ, πρέπει νὰ ὁρίζεται ἡ πρᾶξις ἢ ἡ ἔλλειψις, ἥτις ἐπάγεται κακὰς συνεπείας. Τί θὰ εἰπῇ, εἷς πραγματογνώμων νὰ τιμωρηθῇ μὲ κράτησιν καὶ πρόστιμον, ὅταν ὁπωσδήποτε ἀρνῆται τὴν ἐκτέλεσιν; ἡ ἄρνησις εἶναι μία καὶ μόνη, ἂν ὁ πραγματογνώμων, καί τοι ἀποδεχθεὶς, παραλείψῃ νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ· λοιπὸν ποίας ἄλλας ἐλλείψεις ἐννοεῖ νὰ συμπεριλάβῃ τὸ δεύτερον ἐδάφιον;
§35ΖΕΡΒΑΣ. Πηγαίνει, κάμνει τὴν ἔκθεσιν καὶ δὲν τὴν ὑπογράφει.
§36ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἄρνησις εἶναι καὶ αὐτή· λοιπὸν δὲν δέχομαι ποτὲ νὰ ἐπιβάλεται ποινὴ, χωρὶς νὰ ᾖναι ὡρισμένη ἡ ἔλλειψις ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται. Καὶ ὄχι μόνον ἔχει τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀοριστίας ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιβάλλεται πρόστιμον εἰς τὸν πραγματογνώμονα εἰς περίστασιν καθ’ ἣν κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ μεγαλειτέρα ποινή.
§37ΖΕΡΒΑΣ......
§38ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς ὅλα ἀνακατεύεσθε, χωρὶς νὰ ἐννοῆτε.
§39ΖΕΡΒΑΣ. Τὰ περιπλέκετε περισσότερον σεῖς οἱ δικηγόροι· ἀφ’ οὗ σεῖς οἱ δικηγόροι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συμφωνήσετε, τί θὰ κάμωμεν ἡμεῖς οἱ μὴ δικηγόροι;
§40ΣΑΡΑΒΑΣ. Εὑρίσκω εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τὸ ἐλάττωμα πρῶτον ὅτι δὲν προβλέπει τίποτε, καὶ βʹ) τὴν ἀοριστίαν.
§41ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι παρέλκει.
§42ΣΕΡΒΟΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται εἶναι ὀρθαί, διότι ἀφοῦ ἐπιβληθῇ τὸ πρόστιμον δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος νὰ προσθέσωμεν ἄλλας αἰτίας, τὰς ὁποίας δὲν προνοεῖ ὁ νόμος, πολὺ περισσότερον ἀφοῦ, ὑπάρχουσαι αὐταὶ αἱ περιπτώσεις, δὲν εἶναι συμφερώτεραι παρ’ ὅσας προβλέπει ὁ ποινικὸς κώδηξ. Τὸ τελευταῖον ὅμως ἐδάφιον αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ διατηρηθῇ, διότι δύναται νὰ λάβῃ χώραν βία πρὸς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ φυλάττεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως· καὶ αὐτὸ φέρει ἡ τελευταία παράγραφος «ἐπιφυλαττομένης πάσης κατ’ αὐτοῦ ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως».
§43ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον λοιπὸν καταρτίζεται ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν οἱ πραγματογνώμονες δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκτιμήσεως, καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ τρίτου, διορίζουσι τὸν τρίτον οἱ πραγματογνώμονες, καὶ ἂν καὶ οὗτοι δὲν συμφωνήσωσι, τὸν διορίζει ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας, ἔνθα κεῖνται τὰ κτήματα, διὰ μονομεροῦς προφορικῆς ἢ ἐγγράφου αἰτήσεως ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων ἐντὸς τριημέρου, τὴν δὲ ἐπιοῦσαν τοῦ διορισμοῦ, ὅστις θέλει κοινοποιεῖται εἰς τὸν πραγματογνώμονα καὶ τὸν ἐνδιαφερόμενον τὸν μὴ αἰτήσαντα τὸν διορισμὸν διὰ παραγγελίας αὐτοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου, γίνεται ἡ ἐκτίμησις παρὰ τοῦ τρίτου, ὅστις ἔχει ψῆφον ἀποφασιστικὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δύο γνωμῶν τῶν πραγματογνωμόνων. Ὁ πραγματογνώμων μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν του, ἐὰν ἀρνηθῇ ἢ δὲν ἐκτελέσῃ τὴν ἐκτίμησιν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας τῆς πραγματογνωμοσύνης, τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον 10 ἕως 100 δραχμῶν ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ εἰρηνοδίκου τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, διοριζομένου ἑτέρου παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου πραγματογνώμονος· ἐπιφυλάσσεται δὲ τοῖς ἐνδιαφερομένοις πᾶσα κατ’ αὐτοῦ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως».
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἄρθρον τὸ ἠκούσατε· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ ὡς ἀνεγνώσθη νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. — Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὄγδοον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον γίνεται ἔννατον.
§45ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Σὲ παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, ἐδῶ πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον ἔννατον τὸ ὄγδοον ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τιμωρίαν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν. «Ἄρθρον 9. Ἐὰν ἕνεκα τῆς περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἀμελείας τοῦ εἰρηνοδίκου ἐπισυμβῇ βλάβη εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, καθίσταται ὑπόλογος εἰς τὸν ζημιωθέντα ἐπὶ ἀνορθώσει πάσης ζημίας καὶ προστίμου δραχ. 50–100, ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τοῦ πρωτοδικείου». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§47ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον γίνεται 10. Ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρον 10. Οἱ πραγματογνώμονες συντάττουσι μίαν καὶ μόνην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως ὅλων τῶν ἀγροληπτικῶν ἢ ἐκμισθωμένων ἐλαιοδένδρων, κατὰ δὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 προνοουμένην περίπτωσιν ἡ ἐκτίμησις συντάσσεται παρὰ πόδας τῆς ἀνωτέρω ἐκθέσεως, ἥτις προσυπογράφεται καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς πραγματογνώμονας. Ἐάν τις τῶν πραγματογνωμόνων δὲν γινώσκῃ γράμματα, ὑπογράφεται ἡ ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ γινώσκοντος, καὶ τότε γίνεται μνεία περὶ τούτου, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἔκθεσις προσυπογράφεται καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος. Ἐὰν ἅπαντες δὲν γινώσκωσι γράμματα, τότε ἡ ἔκθεσις συντάσσεται ὑπὸ τρίτου τινὸς καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ πραγματογνώμονος ἢ τῶν πραγματογνωμόνων, καὶ ὑπογράφεται ὑπό τε τοῦ γράψαντος καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος». Ἰδοὺ καὶ τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς· «Οἱ πραγματογνώμονες συντάττουσι μίαν καὶ μόνην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως ὅλων τῶν ἀγροληπτικῶν ἢ ἐκμισθωμένων ἐλαιοδένδρων, κατὰ δὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 προνοουμένην περίπτωσιν, ἡ ἐκτίμησις συντάσσεται παρὰ πόδας τῆς ἀνωτέρω ἐκθέσεως, ἥτις προσυπογράφεται καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς πραγματογνώμονας. Ἐάν τις τῶν πραγματογνωμόνων δὲν γινώσκῃ γράμματα, ὑπογράφεται ἡ ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ γινώσκοντος καὶ γίνεται μνεία περὶ τούτου· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἔκθεσις προσυπογράφεται καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος. Ἐὰν ἅπαντες δὲν γινώσκωσι γράμματα, τότε ἡ ἔκθεσις συντάσσεται ὑπὸ τρίτου τινὸς καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ πραγματογνώμονος ἢ τῶν πραγματογνωμόνων, καὶ ὑπογράφεται ὑπό τε τοῦ γράψαντος καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος. Ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ ἀναφέρῃ ἰδιαιτέρως τὴν ἐκτίμησιν ἑκάστης μερίδος, τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως».
§49ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Οἱ πραγματογνώμονες συντάττουσι μίαν καὶ μόνην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως ὅλων τῶν ἀγροληπτικῶν ἢ ἐκμισθωμένων ἐλαιοδένδρων. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ «μίαν καὶ μόνην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ». Λοιπὸν, κύριοι, τὸ πρῶτον μέρος τοῦ δεκάτου ἄρθρου οὕτω· «οἱ πραγματογνώμονες συντάττουσι μίαν καὶ μόνην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ ἐλαιοδένδρων ἑκάστου ἀγρολήπτου ἢ ἐκμισθωτοῦ· κατὰ δὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 8 προνοουμένην περίστασιν ἡ ἐκτίμησις συντάσσεται παρὰ πόδας τῆς ἀνωτέρω ἐκθέσεως, ἥτις προσυπογράφεται καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς πραγματογνώμονας».
§50ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκτιμήσεως.
§51ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἐννοεῖται αὐτό.
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ σημειωθῇ καὶ διασαφηνισθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐννοεῖται.
§53Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἐάν τις τῶν πραγματογνωμόνων δὲν γινώσκῃ γράμματα, ὑπογράφεται ἡ ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ γινώσκοντος καὶ γίνεται μνεία περὶ τούτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἔκθεσις προσυπογράφεται καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος».
§54ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ἀγράμματος νὰ μὴ γείνῃ δεκτὸς ὡς ἐκτιμητής.
§55ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἐὰν ἅπαντες δὲν γινώσκωσι γράμματα, τότε ἡ ἔκθεσις συντάσσεται ὑπὸ τρίτου τινὸς καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ πραγματογνώμονος ἢ τῶν πραγματογνωμόνων, καὶ ὑπογράφεται ὑπό τε τοῦ γράψαντο, καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος». Ἡ ἐπιτροπὴ προσθέτει εἰς τὸ τέλος τὰ ἑξῆς· «Ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ ἀναφέρῃ ἰδιαιτέρως τὴν ἐκτίμησιν ἑκάστης μερίδος, τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον πλῆρες.
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ διαφορά μας εἶναι αὐτή· ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι δικαστικοὶ κλητῆρες, τότε καλά· εἰ δὲ ἐὰν ᾖναι νομαρχιακοὶ κλητῆρες, αὐτοὶ εἶναι καὶ κακοήθεις κλητῆρες καὶ δὲν ἠξεύρουν καὶ γράμματα.
§57ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει πραγματογνώμων, ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ γράμματα.
§58ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καλά, ὑπόθες, ὅτι τοὺς γνωρίζοντας γράμματα τοὺς πέρνεις ἡ αὐθεντιά σου, ποῦ νὰ τοὺς εὕρω ἐγὼ μὲ γράμματα;
§59ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὅπως κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τὸ ἄρθρον 10, ἔχει καλῶς καθ’ ὅλα, εἶναι δὲ ἐλλειπὲς κατὰ τοῦτο, ὅτι τοὺς κλητῆρας αὐτοὺς θὰ διορίζῃ ὁ νομάρχης.
§60Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὁ νομάρχης.
§61ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παραδέχεται εἰς ἄλλην διάταξιν, ὅτι ὁ νομάρχης θὰ διορίσῃ κλητῆρας πολλοὺς διοικητικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύουν διὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν διανεμομένων ἐγγράφων.
§62ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι διὰ τὰς ἐπιδόσεις.
§63ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νὰ προστεθῇ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος νὰ ὑπογράφεται ἡ ἔκθεσις.
§64ΖΕΡΒΑΣ. Ποῦ νὰ εὑρεθῇ ὁ δικαστικὸς κλητήρ;
§65ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τότε συμφέρον εἶναι νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἔκθεσιν εἷς κλητὴρ καὶ δύο μάρτυρες. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον αὐτὸ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ συζητήσητε.
§66ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κ. πρόεδρε, εἶναι πολὺ καλὰ γεγραμμένον τὸ ἄρθρον περὶ κλητήρων.
§67ΖΕΡΒΟΣ. Εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτιμήσεως πρέπει νὰ ᾖναι εἷς δικαστικὸς κλητήρ.
§68ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οἱ κλητῆρες διορίζονται ἀπὸ τὸν νομάρχην ἀπὸ ἕνα κατάλογον, τὸν ὁποῖον σχηματίζουν οἱ δήμαρχοι· εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροπολογήθη, νὰ ἐγερθῶσι.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§72ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ, κ. πρόεδρε, τί λέγει τὸ ἄρθρον;
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη.
§74ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ δὲν τὸ ἠκούσαμεν.
§75ΤΙΝΕΣ. Ἐτελείωσεν. Ἀναγινώσκεται τὸ 11 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. «Ἄρθρον 11. Ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐκτιμήσεως ἡ ἔκθεσις ἐγχειρίζεται παρὰ τοῦ πραγματογνώμονος τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην Κερκύρας, ὅστις μονογραφεῖ αὐτὴν καὶ τὴν φυλάττει ἀσφαλῶς καὶ ὑπ’ εὐθύνην του, δίδων ἀντίγραφον εἰς τὸν αἰτοῦντα τοῦτο εἰς χαρτόσημον 25 λεπτῶν. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν μέχρις οὗ δὲν προσβάλλονται ὡς πλασταί».
§76ΠΟΛΛΟΙ. Τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀναγινώσκεται τὸ 11 ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς. «Ἄρθρον 11. Ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐκτιμήσεως ἡ ἔκθεσις ἐγχειρίζεται ἢ παρὰ τοῦ πραγματογνώμονος ἢ παρὰ τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται τὰ κτήματα, ὅστις μονογραφεῖ αὐτὴν καὶ τὴν φυλάττει ἀσφαλῶς καὶ ὑπὸ εὐθύνην του δίδων ἀντίγραφον ἢ ἀπόσπασμα εἰς τὸν αἰτοῦντα τοῦτο εἰς χαρτόσημον 25 λεπτῶν. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν μέχρις οὗ ἀποδειχθῶσι πλασταί· καὶ δὲν προδικάζουσι τὸ τῆς διακατοχῆς καὶ κυριότητος ζήτημα, ἐκτὸς ἂν ἐπέλθῃ πληρωμή».
§77Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς παραδεχόμεθα τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§78ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν. Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σκανδαλῶδες· συνέβησαν πολλαὶ ἀδικίαι ἐν Κερκύρᾳ ὡς ἐκ τοῦ συστήματος τῆς προδικασίας τοῦ ζητήματος τῆς διακατοχῆς. Συγχωρήσατέ μοι, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὸν καιρὸν τῆς Βουλῆς εἰς ματαίας λέξεις, νὰ σᾶς ἀναγνώσω μικράν τινα ἱστορίαν, ἡ ὁποία συνέβη περὶ τούτου εἰς τὸν κ. Ῥωμαῖον, βουλευτὴν Κερκύρας.
§79Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προτείνετε;
§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὴν ἀπάλειψιν τοῦ «ἐκτὸς ἐὰν ἐπέλθῃ πληρωμή».
§81ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. «Ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐκτιμήσεως ἡ ἔκθεσις ἐγχειρίζεται ἢ παρὰ τοῦ πραγματογνώμονος ἢ παρὰ τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται τὰ κτήματα, κτλ.» Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήσαμεν χθές· ἔδωσεν ἴσα δικαιώματα τόσον εἰς τὸν ἀγροδότην, καθὼς καὶ εἰς τὸν ἀγρολήπτην· ἑπομένως ἡ ἔκθεσις γίνεται ἀπὸ κοινοῦ, εἴτε ἀπὸ τὸν ἀγροδότην, εἴτε ἀπὸ τὸν ἀγρολήπτην. Ἐδῶ τὸ ἄρθρον 8 ἀναφέρει ῥητῶς τὸν πραγματογνώμονα τοῦ ἀγροδότου ἢ τὸν ἀγροδότην αὐτόν, χωρὶς νὰ κάμῃ λόγον περὶ τοῦ ἀγρολήπτου. Προτείνω λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς. «Ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐκτιμήσεως ἡ ἔκθεσις ἐγχειρίζεται παρὰ τῶν πραγματογνωμόνων ἢ παρ’ ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν κτλ.» Ἀκόμη νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη διὰ νὰ λείψῃ καὶ ἡ ἀμφισβήτησις, τὴν ὁποίαν εἴχομεν εἰς τὸ πρότερον ἄρθρον, εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζουν οἱ πραγματογνώμονες γράμματα, ὅπου θὰ ὑπογράφῃ ὁ κλητὴρ, καὶ διεγερθῇ μία ἀμφισβήτησις, εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, καὶ δὲν ἠξεύρω ἀκόμη τί ἐψηφίσθη, διότι ἐγίνετο θόρυβος, νομίζω καλὸν, ὅταν οἱ πραγματογνώμονες ἀπὸ κοινοῦ ἐγχειρίζουν τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, καὶ τυγχάνουν ἀγράμματοι, ἡ ἔκθεσις ν’ ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην εἰς τοὺς πραγματογνώμονας καὶ νὰ συντάσσεται ἔκθεσις κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ἀληθής· διότι τότε θὰ ὑπάρχῃ ἡ δικαστικὴ ὁμολογία, ὅτι εἶναι γνησία, ὅτι εἶναι ἀληθής. Αὐτὰς τὰς δύο τροπολογίας φέρω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§82ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Κωνσταντᾶ «ἐκτὸς ἐὰν ἐπέλθῃ πληρωμὴ», τοῦτο τὸ ἐθέσαμεν μόνον καὶ μόνον, ὅτι αἱ ἐκθέσεις δὲν προδικάζουν τὸ περὶ τῆς κυριότητος καὶ διακατοχῆς ζήτημα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν ἐθέτομεν, βεβαίως ἤθελεν ἐπέλθει ἀμφισβήτησις. Τοῦτο δὲ εἶναι φυσικώτατον, διότι ὅταν ἀποδέχεσαι μίαν ἔκθεσιν καὶ ἐξοφλῇς, ἀναγνωρίζεις, ὅτι ἄλλος ἔχει τὴν κατοχὴν καὶ τὴν κυριότητα. Σὺ τότε παραδέχεσαι, ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι ἄλλου καὶ δὲν πληρόνεις μίσθωμα, ὥστε ἡ ἀπάλειψις τοῦ μέρους αὐτοῦ, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ὀρθή. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, πιστεύω, ὅτι ὁ κ. προαγορεύσας δὲν ἐπρόσεξε, διότι τὸ ἄρθρον δὲν λέγει τοῦ πραγματογνώμονος ἀδιαφόρως.
§83ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ ἐπρόσεξες σύ· λέγει ῥητῶς, ἢ παρὰ τοῦ πραγματογνώμονος ἢ παρὰ τοῦ ἀγροδότου, καὶ λέγον τοῦτο ἐννοεῖ τὸν πραγματογνώμονα πάλιν τοῦ ἀγροδότου.
§84ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἄλλως τε δὲν βλάπτει καὶ νὰ προστεθῇ· ἀδιάφορον εἶναι, ἢ ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἢ ὁ ἀγροδότης ἢ ὁ ἀγρολήπτης.
§85ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχει λάθος ὁ κύριος· ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχει συμφέρον ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἔχει τὸ ὁμόλογον· ἔχει συμφέρον μόνον ὁ ἀγροδότης.
§86ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀφεθῶμεν πάλιν εἰς τὸν ἔχοντα συμφέρον νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν.
§87ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐκτιμήσεως ἡ ἔκθεσις ἐγχειρίζεται ἢ παρ’ ἑνὸς τῶν πραγματογνωμόνων ἢ παρ’ ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων κτλ.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§89ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δὲ ἄλλο ζήτημα, τὸ περὶ τῆς κατοχῆς καὶ κυριότητος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προδικασθῇ, καὶ ἐὰν ἐπέλθῃ πληρωμή, εἶναι ἀναγνώρισις.
§90ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ἀνωτέρω, παρ’ ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων, διότι δὲν θὰ συμφωνήσουν ποῖος νὰ τὴν ὑπάγῃ.
§91ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν συμφωνήσουν, θὰ ὑπάγουν καὶ οἱ δύο μαζὺ νὰ τὴν δώσουν.
§92Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι σολοικισμός· ὅταν διορίζῃ τὸ δικαστήριον πραγματογνώμονας, καταθέτουν τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ δικαστήριον.
§93ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν νομολογίαν μας εἷς τῶν πραγματογνωμόνων καταθέτει.
§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν πρώην Ἰόνιον νομοθεσίαν αἱ ἐκτιμήσεις καὶ αἱ εἰσπράξεις......
§95Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὴ ἀπὸ τοῦ κατὰ Λουκᾶν σύντομα εἰς τὸ ζήτημα.
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σύντομα θὰ ἔλθω. — Κατὰ τὴν πρώην Ἰόνιον νομοθεσίαν αἱ ἐκτιμήσεις καὶ εἰσπράξεις, καί τοι προερχόμεναι ἐξ ἀποφάσεων τῶν εἰρηνοδικείων, δὲν προδικάζουν οὔτε τὸ ζήτημα τῆς διακατοχῆς, οὔτε τὸ τῆς κυριότητος. Δυνάμει τοῦ 8 ἐδαφίου τοῦ 23 ἄρθρου τοῦ Ἰονίου διοργανισμοῦ καί τινων διατάξεων τῆς Ἰονίας πολιτικῆς δικονομίας ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐκτιμήσαντα ἐλαιόδενδρα θεωρούμενον ὡς ἀγροδότην νὰ ἐνάξῃ τὸν θεωρούμενον ὡς ἀγρολήπτην ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου ἐπὶ πληρωμῇ τῆς βεβαιωθείσης ποσότητος τοῦ ἐλαίου, ἀλλ’ ὁ δικαστὴς τότε παρεδέχετο μόνον τὴν αἴτησιν τοῦ ἀγροδότου, ἀλλ’ ἐπεφύλασσε πάντοτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγρολήπτου, ὅπως ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου διεκδικήσῃ καὶ τὴν κατοχὴν καὶ τὴν κυριότητα τοῦ κτήματος, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ὁ λόγος, κύριοι, προέρχεται ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τοῦ ἀντικειμένου. Αἱ ἐκτιμήσεις γίνονται ὑπὸ τοῦ ἀγροδότου πολλάκις ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀγρολήπτου· ὁ ἀγροδότης παραλαμβάνει καὶ κλητῆρα καὶ ἐκτιμητὴν ξένον, μὴ γνωρίζοντα τὰ κτήματα τοῦ ἀγρολήπτου. Ἐνῷ λοιπὸν ὤφειλε νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ πράγματι ἀγροληπτικὰ ἐλαιόδενδρα, ἐννοεῖτε, μεταβαίνει εἰς ἕτερα ἐλεύθερα δένδρα τοῦ ἀγρολήπτου. Ἀλλὰ τώρα δὲν δύναται· δύναται ὅμως νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ δένδρα τὰ ἐλεύθερα τοῦ ἀγρολήπτου ἀντὶ τῆς μερίδος, ἡ ὁποία εἶναι πράγματι ἀγροληπτική, καὶ μετὰ ταῦτα καταδικάζεται ὁ ἀγρολήπτης εἰς τὴν πληρωμήν. Ἡ ἔκθεσις λοιπόν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ, εἶναι ψευδής, διότι, ἐὰν ᾖναι ἀληθής, καθόσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐλαίου, δὲν εἶναι βεβαίως ἀληθής, καθόσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος ἐπὶ τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀμφισβητήσιμον ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου. Τὸ πάλαι συνέβη τοῦτο εἰς τὸν παρόντα βουλευτὴν Κ. Ῥωμαῖον, καὶ ἰδοὺ τὰ ἔγγραφα. Ὁ πατὴρ τοῦ Κ. Ῥωμαίου ἠγόρασεν 24 ἐλαιόδενδρα πληρόνοντα μερίδιον εἰς μίαν ἐκκλησίαν ἑνὸς χωρίου, τὰ ἐλαιόδενδρα ταῦτα τὰ ἠγόρασεν ἀπὸ τινα συγγενῆ τοῦ Κ. Παραμυθιώτου. Οἱ ἐπίτροποι τῆς ἐκκλησίας ὠφεληθέντες ἐκ τοῦ ἐπικειμένου θανάτου τοῦ Κ. Ῥωμαίου, μεταβάντες εἰς τὸ ἀγροληπτικὸν κτῆμα ἐξετίμησαν ὄχι μόνον τὸ πράγματι ἀγροληπτικὸν κτῆμα τοῦ Κ. Ῥωμαίου, ἀλλὰ παρέλαβον εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἕτερα 50 ἐλαιόδενδρα τῆς ἐλευθέρας κυριότητος τοῦ πατρὸς τοῦ Κ. Ῥωμαίου, τὰ ὁποῖα ἠγόρασε διὰ τοῦ αὐτοῦ συμβολαίου ἀπὸ τὸν Κ. Καλογερᾶν. Τὸ ἐπιὸν ἔτος παρουσιάσθη ὁ ἀγροδότης μὲ τὴν ἀπαίτησιν νὰ πληρώσῃ ὁ Κ. Ῥωμαῖος αὐτὸ τὸ μερίδιον, ἀλλ’ ὁ Κ. Ῥωμαῖος, γνωρίζων τὰ κτήματά του ἐλεύθερα, ἀντέστη· ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πληρωμὴν, ἀφήσας τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ ἐνώπιον τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων καὶ διεκδικήσῃ τὴν κυριότητα τῶν κτημάτων. Ἐπὶ 8 δὲ ὁλόκληρα ἔτη ἐπλήρονε τὸ μερίδιον ὁ Κ. Ῥωμαῖος· μετὰ 8 δὲ ἔτη ἐξῆλθεν ἀπόφασις καὶ κατήργησε τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν ἐπιτρόπων τῆς ἐκκλησίας. Λοιπὸν ἐπειδὴ ὁ Κ. Ῥωμαῖος ὑπεχρεώθη νὰ πληρόνῃ αὐτὸ τὸ μερίδιον τοῦ ἐλαίου πρὸς τὸν ἀγροδότην, ἦτο δίκαιον νὰ προδικάσῃ αὐτὴ ἡ πληρωμὴ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος, τὸ ὁποῖον μετὰ ταῦτα τὰ ἀνώτερα δικαστήρια τοῦ τόπου ἀπέδωκαν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Κ. Ῥωμαῖον; Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ἄδικον.
§97ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν τὸν ἀπεζημίωσαν;
§98ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸν ἀπεζημίωσαν. — Σημειώσατε, ὅτι τοῦτο συνέβη πρὸς τὸν Κ. Ῥωμαῖον, ἀλλ’ οἱ ἀγρολῆπται δὲν εἶναι ὅλοι κύριοι Ῥωμαῖοι· οἱ ἀγρολῆπται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἄνθρωποι πτωχοί, ὑποκείμενοι εἰς βαρείας ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἀγροδότας. Ἐὰν ἐτόλμων νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Κ. Ῥωμαῖος, νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν πληρωμὴν ἐνώπιον τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, ἤθελον ἐκτεθῆ εἰς παντοίας καταδιώξεις καὶ εἰς ἀγωγὰς ἀγεωργησίας, καὶ ἤθελον καταστραφῆ. Πολλοὶ λοιπὸν ἐξ αὐτῶν πληρόνουν ἀγωνιῶντες διὰ τὴν καταναγκαστικὴν ταύτην πληρωμὴν, ἀλλὰ μὴ ἀναγνωρίζοντες τὴν κατοχήν των ἐνώπιον τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐὰν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ τελευταία παράγραφος, πᾶσαι αἱ καταχρήσεις αὗται θέλουν ἀποῤῥοφήσει τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν ἐλευθέραν τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκλαμβάνονται καταχρηστικῶς παρὰ τῶν ἀγροδοτῶν ὡς ἀγρολῆπται. Δεύτερον, κύριοι, ζήτημα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ καταδολιευθῶ τὰ δικαιώματα ἑνὸς τρίτου πιστωτοῦ μου, καὶ πρὸς τοῦτο συνενοῦμαι μέ τινα, μὲ κλητεύει ὡς ἀγρολήπτην καὶ ἐγὼ σιωπῶ καὶ γίνεται ὁριστικὴ ἡ πραγματογνωμοσύνη του, ἡ δὲ αἴτησίς του προδικάζει τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἀνήκει εἰς ἐμέ. Νομίζω, ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν αὐτὸ θὰ πραγματοποιήσῃ ὅλα του τὰ δικαιώματα. Νομίζω λοιπὸν, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους αὐτὴ ἡ τελευταία παράγραφος πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, τουτέστιν αἱ ἐκθέσεις, καί τοι γενομένης τῆς πληρωμῆς, νὰ μὴ προδικάζωσι τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς.
§99ΚΩΝ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ εἶδος τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ψηφισθῇ· ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει ἀντικείμενον τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου, πᾶν ἄλλο ἀντικείμενον εἶναι ξένον εἰς τὸν νόμον. Δὲν δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ καταχωρίσωμεν ἑτερογενεῖς διατάξεις μὴ ἐχούσας ποσῶς σχέσιν πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦ νόμου, ὃν ψηφίζομεν.
§100ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ.
§101Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχουν πολλὰ δικαιώματα ἐκκρεμῆ...
§103ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον τροπολογημένον Ἄρθρ. 11. «Ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐκτιμήσεως ἡ ἔκθεσις ἐγχειρίζεται ἢ παρ’ ἑνὸς πραγματογνώμονος, ἢ παρ’ ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται τὰ κτήματα, ὅστις μονογραφεῖ αὐτὴν καὶ τὴν φυλάττει ἀσφαλῶς καὶ ὑπὸ εὐθύνην του, δίδων ἀντίγραφον ἢ ἀπόσπασμα εἰς τὸν αἰτοῦντα τοῦτο εἰς χαρτόσημον 25 λεπτῶν Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν μέχρι οὗ ἀποδειχθῶσι πλασταί.»
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρ. 12 ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. «Ἅπασαι οἱ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐπιδόσεις γίνονται ἢ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἢ δι’ ἄλλων κλητήρων ἐπὶ τούτῳ διοριζομένων ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἐν ἑκάστῃ εἰρηνοδικειακῇ περιφερείᾳ ἐκ καταλόγου πεμπομένου αὐτῷ ἐκ τῶν διαφόρων δημάρχων καὶ τὰ ὀνόματα γνωστοποιοῦνται εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας τῆς περιφερείας. Ὁ κλητὴρ λαμβάνει 15 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἐπίδοσιν καὶ ἐὰν προσκληθῇ νὰ παρευρίσκεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν δραχμὰς τρεῖς τὴν ἡμέραν. Οἱ κλητῆρες παραγγελλόμενοι τὴν ἐπίδοσιν καὶ ἀμελοῦντες τὴν ταχεῖαν καὶ ἐμπρόθεσμον κοινοποίησιν ἢ ἀποποιούμενοι ἄνευ νομίμου λόγου τιμωροῦνται ἀνεκκλήτως κατόπιν μηνύσεως τοῦ παραγγέλλοντος ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου Κερκύρας μὲ χρηματικὴν ποινὴν 20 μέχρις 100 καὶ κράτησιν μέχρι ἑνὸς μηνὸς, ἐπιφυλαττομένης πάσης ἄλλης κατ’ αὐτοῦ ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως.»
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἅπασαι αἱ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐπιδόσεις γίνονται ἢ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἢ δι’ ἄλλων κλητήρων, ἐπὶ τούτῳ διοριζομένων ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἐν ἑκάστῃ εἰρηνοδικειακῇ περιφερείᾳ ἐκ καταλόγου πεμπομένου αὐτῷ ἐκ τῶν διαφόρων δημάρχων, τὰ δὲ ὀνόματα αὐτῶν γνωστοποιοῦνται εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας τῆς περιφερείας ἐντὸς δέκα τοὐλάχιστον ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκτιμήσεων. Δίδουσι δὲ τὸν ὅρκον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδικείου. Ὁ κλητὴρ λαμβάνει 15 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἐπίδοσιν, καὶ ἐὰν προσκληθῇ νὰ παρευρίσκεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν, δραχμὰς 3 τὴν ἡμέραν. Οἱ κλητῆρες παραγγελλόμενοι τὴν ἐπίδοσιν καὶ ἀμελοῦντες τὴν ταχεῖαν καὶ ἐμπρόθεσμον κοινοποίησιν, ἢ ἀποποιούμενοι ἄνευ νομίμου λόγου, τιμωροῦνται ἀνεκκλήτως κατόπιν μηνύσεως τοῦ παραγγέλλοντος ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 20 μέχρις 100, καὶ κράτησιν μέχρις ἑνὸς μηνός, ἐπιφυλατομένης πάσης ἄλλης κατ’ αὐτῶν ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη λοιπὸν τὸ 12 ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 13. «Ἐὰν ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἢ μισθωτὴς συνέλεξε τὸν κρεμάμενον καρπὸν μετὰ τὴν 20 8βρίου.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ 18 9βρίου.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τῆς ἐκτιμήσεως, ἐκτὸς τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἐπὶ κλοπῇ, ἰσχύει ἡ ὑπὸ τοῦ πραγματογνώμονος τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ γενομένη ἐκτίμησις διὰ τὴν ὀφειλομένην παρ’ αὐτοῦ ἀποζημίωσιν.»
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει ὁ γραμματεύς). «Ἐὰν ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἢ ἐκμισθωτὴς συνέλεξεν ἠρτημένον καρπὸν πρὸ τῆς ἐκτιμήσεως».........
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. «Πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἐκτιμήσεως» νὰ τεθῇ· (ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις) «ἐκτὸς τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἐπὶ κλοπῇ ἰσχύει ἡ ὑπὸ τοῦ πραγματογνώμονος τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ γενομένη ἐκτίμησις διὰ τὴν ὀφειλομένην παρ’ αὐτοῦ ἀποζημίωσιν, ἐφ’ ἧς ἐρειδόμενον τὸ δικαστήριον ἀποφασίζει ἀμέσως περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ ἄνευ περαιτέρω διαδικασίας, ἐπιβάλλον ἐν ἀνάγκῃ ἐκτιμητικὸν ὅρκον τῷ ἀγροδότη. Ἡ κλοπὴ αὕτη ὑπερβαίνουσα τὰς δραχ. 20 θεωρεῖται πάντοτε καὶ τιμωρεῖται ὡς πλημμέλημα, ἀλλ’ ἐὰν ὑπερβαίνῃ τὰς δραχ. 400, ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ποινῆς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν 3 ἐτῶν.
§114ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ τελευταία παράγραφος περιέχουσα «ἡ κλοπὴ αὕτη ὑπερβαίνουσα τὰς δραχμὰς 20 κ.τ.λ.» εἶναι νομίζω περιττή, διότι ἀφοῦ λέγομεν ἀνωτέρω, ὅτι καταδιώκεται ποινικῶς ἐπὶ κλοπῇ, ὁ ποινικὸς νόμος χαρακτηρίζει τὴν κλοπήν· ἂν τὸ ποσὸν ᾖναι ἀνώτερον τῶν 20 δραχμῶν εἶναι πλημμέλημα, ἂν δὲ ἄνω τῶν 400, εἶναι κακούργημα.
§115Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὁ νόμος χαρακτηρίζει ὡς κλοπὴν τὴν ἀφαίρεσιν ξένου πράγματος, ἐνταῦθα ὅμως προκειμένου περὶ κοινοῦ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὑπεξαίρεσιν, ἵνα ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τοὺς γενικοὺς ὅρους τοῦ νόμου, ἄλλως θὰ ἤμεθα εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν ὅλην νομοθεσίαν.
§116ΖΕΡΒΑΣ. Κλοπὴ εἶναι.
§117Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅστις κατέχει ξένον πρᾶγμα καὶ ἀφαιρεῖ αὐτὸ εἶναι ἔνοχος ὑπεξαιρέσεως, καὶ σφάλλει ὁ κύριος Ζέρβας, διότι θέλει νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ εἰς τὰ νομικά. Βλέπετε, ὅτι ἔχω δίκαιον ὡς πρὸς τὸ λεκτικὸν μέρος τοῦ νόμου. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν λέγω, εἶναι περιττὸν ἡμεῖς νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν περίστασιν αὐτήν, διότι ὑπάρχει ὁ γενικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τὴν προβλέπει.
§118ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Ἀναγινώσκει πρὸς τὸν ἀγορεύοντα ἀποτεινόμενος τὸ ἄρθρον 372 τοῦ Ποιν. Ν. «Ὡς κλοπὴ θεωρεῖται....... ἐὰν συνιδιοκτήμων τις ἢ συνεταῖρος ὑφαιρέσῃ τι ἐκ τοῦ κοινοῦ πράγματος........»
§119Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ μὲ συλλάβῃ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ὡς ἁμαρτάνοντα, ὁ ὑπουργὸς ἁμαρτάνει. Ὁ νόμος δὲν τὴν χαρακτηρίζει κλοπήν, ἀλλ’ «ὡς κλοπὴν» τὴν ὀνομάζει. Ἡ ἐξαίρεσις τοῦ κοινοῦ πράγματος δὲν εἶναι κλοπή.
§120Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ποιναὶ δὲν εἶναι αἱ αὐταί.
§121ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν δύω λέξεις εἰς τὸ ἄρθρον σύμφωνα πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε ἀποφασισθέντα. «Ἂν ἀποδειχθῇ δικαστικῶς ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἢ ἐκμισθωτὴς συνέλεξεν ἠρτημένον καρπὸν πρὸ τῆς ἐκτιμήσεως» νὰ τεθῇ ἐνταῦθα «πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἐκτιμήσεως.»
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Πρὸς δὲ προτείνω νὰ προσθέσωμεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ συλλέξῃ τὸν πεσόντα καρπὸν μετὰ τὴν 8 9βρίου καὶ μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐκτιμήσεως.
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§125ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σᾶς ἐπρότεινεν ὁ κύριος Παραμυθιώτης νὰ μὴ ἐπιτραπῇ τῷ ἀγρολήπτῃ νὰ συλλέξῃ τὸν πεσόντα καρπὸν, μετὰ τὴν 8 Νοεμβρίου καὶ μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐκτιμήσεως. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ διαγνώσῃ πόσος καρπὸς κατέπεσεν ἀπὸ τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου καὶ πόσος ἀπὸ τῆς 8 Νοεμβρίου; (θόρυβος). Οὕτω πως θέλετε ἀφαιρέσει ὅ,τι ἐχορηγήσατε εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν εὐχαρίστησιν νὰ πράξῃ δικαιοσύνην, πρέπει νὰ μᾶς ἀκούσῃ ἵνα μὴ κάμῃ ἀδικίαν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τί ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 2 ἄρθρου· εἴπομεν, ὅτι πᾶσα σύμβασις περὶ θεομηνίας μετὰ τὴν 8 Νοεμβρίου δὲν ἰσχύει, καὶ τὰ ἀποτελέσματα θέλει εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἀγρολήπτου, ἐθεωρήσαμεν δὲ εἰς ἀμοιβὴν τὸν καρπὸν, ὁ ὁποῖος πίπτει ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς καταπτώσεως μέχρι τῆς 8 Νοεμβρίου. Μετὰ τὴν 8 Νοεμβρίου ἄρχονται αἱ ἐκτιμήσεις, γεννῶνται διάφοροι φιλονεικίαι καὶ διενέξεις μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου καὶ παρατείνεται ἡ ἐκτίμησις ἐπ’ ἄπειρον, ἕως ὅτου θέλουν οἱ κύριοι οὗτοι νὰ περατώσωσι τὴν ἐργασίαν ταύτην· ὁ καρπὸς ὁ πεσὼν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως μέχρι τῆς ὀγδόης Νοεμβρίου εἶναι ἀναμεμιγμένος μὲ τὸν πεπτωκότα ἀπὸ τῆς ὀγδόης νοεμβρίου μέχρι τῆς ἐκτιμήσεως. Τί θὰ κάμῃ ὁ ἀγρολήπτης, ἐρωτῶ, θὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ σαπῇ; (θόρυβος). Ἔξεστι τοῖς καταχθονίοις ταῦτα, ἂς πράξῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι ὁρίζει. Βλέπω, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὴν Κέρκυραν εἶδόν ποτε, καὶ νομίζουν, ὅτι δύνανται νὰ ψηφίζουν ἐν ἀγνοίᾳ των, ἀρκεῖ νὰ τοὺς διατάξῃ ὁ Βαλαωρίτης ἢ ὁ Κουρκουμέλης, ἢ μᾶλλον ἡ Αὐλὴ, διὰ τοῦ Βούλγαρη.... (θόρυβος).
§126ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κύριος Κωνσταντᾶς περιεπλανήθη εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὁ νόμος εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς τὸν θέλει κατ’ αὐτοῦ· ἐγὼ ἀπορῶ μάλιστα· φαίνεται ὅτι ἐκ τῆς συγχύσεως τῆς μεγάλης, ἡ ὁποία ἔγεινε, ὁ ἄνθρωπος εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ὁ νόμος τί λέγει; ὅτι δὲν δύναται ἄνευ ἐγκληματικῆς πράξεως νὰ συλλέξῃ ᾐρτημένον καρπόν.
§127ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἠννόησα αὐτό.
§128ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἴπομεν πολλάκις, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς προθεσμίας καὶ ὁ ἴδιος ὁ κύριος ὁ Κουρκουμέλης εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσι 80,000 ἐκτιμήσεις, καὶ αὐταὶ δὲν δύνανται νὰ τελειώσουν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας ἢ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, θὰ παραταθῶσιν τοὐλάχιστον ἐπὶ ἕνα μῆνα ἢ καὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας, καὶ μ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα θὰ συλλέγῃ ὁ ἀγρολήπτης καὶ ἀποζημιοῦται ἀρκετά. Ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ἡ Βουλὴ γνωρίζει ποῦ συνίσταται τὸ ζήτημα, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κύριος Κωνσταντᾶς ἦλθε νὰ ἀντιλέξῃ.
§129ΡΩΜΑΙΟΣ. Παραδεχόμεθα τῆς ἐπιτροπῆς.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. «Ἐὰν ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἢ ἐκμισθωτὴς συνέλεξεν ᾐρτημένον καρπὸν πρὸ τῆς ἐκτιμήσεως, ἐκτὸς τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἐπὶ κλοπῇ, ἡ ὑπὸ τοῦ πραγματογνώμονος τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ γενομένη ἐκτίμησις διὰ τὴν ὀφειλομένην παρ’ αὐτοῦ ἀποζημίωσιν, ἐφ’ ἧς ἐρειδόμενον τὸ δικαστήριον ἀποφασίζει ἀμέσως περὶ τοῦ ποσοῦ ἄνευ περαιτέρω διαδικασίας, ἐπιβάλλει ἐν ἀνάγκῃ ἐκτιμητικὸν ὅρκον τῷ ἀγροδότῃ. Ἡ κλοπὴ αὕτη ὑπερβαίνουσα τὰς δραχμὰς 20, θεωρεῖται πάντοτε καὶ τιμωρεῖται ὡς πλημμέλημα, ἀλλ’ ἐὰν ὑπερβαίνῃ τὰς δραχ. 400, ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ποινῆς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν τριῶν ἐτῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 14. «Ἄρθρ. 14. Αἱ κλήσεις, τὰ ἐπιδοτήρια, αἱ αἰτήσεις, αἱ ἐκθέσεις τῆς ὁρκωμοσίας καὶ αἱ τῶν πραγματογνωμόνων, τὰ διδόμενα ἀντίγραφα ἐκτὸς τοῦ τῆς πραγματογνωμοσύνης κατὰ τὸ ἄρθρον 11 καὶ ἐν γένει πᾶσα ἄλλη πρᾶξις, ἀφορῶσα τὰς ἐκτιμήσεις, γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου».
§131ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἀντὶ «ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου» νὰ τεθῇ «ἐπὶ χαρτοσήμου» διότι ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ χαρτόσημον καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ προνόμιον.
§132Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂν ἔχῃ 10 ἐκτιμήσεις, τότε θὰ θέλῃ τόσα χαρτόσημα.
§133Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, βεβαίως, ἐὰν θεωρήσῃ τις ἀπολύτως τὸ ζήτημα, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Κατσανδρῆς, τοὐτέστι νὰ ὑποβάλωνται καὶ αὐτὰ εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Κύριοι, ἐδῶ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, δὲν εἶναι παρὰ ἀντιγραφὴ τοῦ παρελθόντος νόμου, εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὐτὴ, διότι ἐθεώρησαν, ὅτι τοιαῦται ἐκτιμήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, ἐὰν τὰς ὑποβάλωμεν εἰς χαρτόσημον, πολλάκις τὰ χαρτόσημα θὰ ᾖναι πολὺ περισσότερα, παρ’ ὅ,τι θὰ λάβουν οἱ ἀγροδόται καὶ οἱ ἀγρολῆπται· ἔπειτα ἐὰν ἔχῃ νὰ κάμῃ τις 100 ἢ 200 ἐκτιμήσεις....., ἐνῷ ἐδῶ δὲν ὑπάρχει τὸ τοιοῦτον, διότι τοιαύτας ἐκτιμήσεις δὲν ἔχομεν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ παρελθόντος νόμου, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ δὲν εἶχε ταμιευτικὸν πνεῦμα.
§134ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι, ἔγεινε μία παρατήρησις πολλὰ ἐσφαλμένη. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐπειδὴ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὸν παλαιὸν νόμον, τὴν μεταφέρομεν καὶ εἰς τὸν παρόντα, ἄρα ἐσφαλμένως ὁ κ. ὑπουργὸς, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι εἶπον, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἦτο καλὸς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη, διότι τώρα τί λέγει· παραδέχεται τήν τελευταίαν διάταξιν, ἐνῷ προηγουμένως εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι καλὸς καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ ἄλλο· ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι φόρος ἔμμεσος ἢ οὔ; τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ· ὅταν λοιπόν τις ἀνήκῃ εἰς μίαν πολιτείαν καὶ ἀπολαμβάνῃ ὅλων τῶν δικαιωμάτων, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνεισφέρῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὰ βάρη τῆς πολιτείας; ὄχι λέγουν. Κύριοι, προχθὲς ἐψηφίσατε, καὶ εἴπατε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν πρέπει νὰ δώσῃ φόρον τοῦ ἅλατος κτλ. τώρα λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ οὔτε χαρτόσημον, καὶ ἔπειτα λέγουν, ὅτι δὲν θέλουν προνόμια. Προσέξατε κύριοι, καλὰ, ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου εἶναι ἀμετάτρεπτος, καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ θέλετε νὰ τὸν καταστρέψητε. Δὲν εἶναι ἐδῶ κανὲν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος· εἶναι πράξεις λαμβάνουσαι χώραν μεταξὺ τῶν ἀτόμων, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε οἱ μὲν λέγουν, ὅτι θέλουν νὰ ἐφαρμοσθῇ, οἱ δὲ ὄχι. Πιστεύω, ὅτι θέλετε νὰ μὴ καταστραφῇ ὁ ἐν ἰσχύϊ ὑπάρχων νόμος περὶ χαρτοσήμου.
§135ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἡ φορολογία ὅταν ᾖναι μεγάλη, καὶ ἡ χαρτοσήμανσις θὰ ᾖναι μεγάλη· διότι ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ πληρόνῃ ἀναλόγως τῶν ἐσόδων· ἀλλὰ εἰς τὰς ἐκτιμήσεις δὲν γίνεται τοῦτο· διατί; διότι ἐὰν λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ πληρώσῃ χαρτόσημον, διὰ πᾶν πρωτόκολλον ἐκτιμήσεως ἴσως ἤθελε καταντήσει ὁ φόρος αὐτὸς ἀνώτερος τῆς φορολογίας.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πληρόνουν 25 λεπτὰ;
§137ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ὑπερβαίνουν τὰς 11 δραχμὰς, εἶναι χαρτόσημον τῆς ἐξοφλήσεως. Ἐπειδὴ δὲ λέγουν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ γίνουν 80,000 ἐκτιμήσεις, ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι 20,000 ἐὰν ᾖναι, συλλογισθῆτε, ὅτι ἐπιβάλλετε εἰς αὐτοὺς τοὺς χωρικοὺς μίαν πολὺ μεγάλην καὶ βαρεῖαν ὑποχρέωσιν.
§138ΤΙΝΕΣ. 25 λεπτὰ ἂς βάλωμεν.
§139ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅταν θέλετε ἀφομοίωσιν, πρέπει νὰ θέσητε μίαν δραχμὴν, ἄλλως δὲν πρέπει νὰ θέσητε διόλου· (θόρυβος.) Διὰ τοῦτο ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις πρέπει νὰ γίνωνται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§140ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, εἴτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἴτε ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, καθιεροῦμεν ἓν προνόμιον, τὸ ὁποῖον χορηγοῦμεν εἰς πρόσωπα ὡρισμένα· καὶ τὸ προνόμιον αὐτὸ, κύριοι, τὸ ὁποῖον καθιεροῦμεν, εἶναι καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἀντισυνταγματικὸν, καθόσον ὅλοι ὀφείλομεν νὰ ὑποφέρωμεν καὶ συνεισφέρωμεν εἰς τὰ βάρη τῆς πολιτείας ἐξίσου. Εἰς ὅλας τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν, καθ’ ὅλον τὸ κράτος, εἶναι νόμοι ἐπικρατοῦντες, κύριοι, μεταξὺ αὐτῶν τῶν νόμων, εἶναι καὶ ὁ νόμος περὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Τί ἄλλο κανονίζει ὁ φόρος αὐτὸς παρὰ τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις; καὶ διὰ ποῖον λόγον αὐτὰς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις νὰ τὰς κηρύξωμεν καὶ νὰ τὰς ὑπαγάγωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν; ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπαγορεύουσι τὸ προνόμιον αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ χορηγήσωμεν εἰς αὐτούς; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν αὐστηρῶς τὸ πρᾶγμα, τὸ δίκαιον εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὰ διαμειφθησόμενα μεταξὺ ἀγροδοτῶν καὶ ἀγροληπτῶν, νὰ τὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου· ἀλλά, λέγει, πολλάκις συμβαίνει ὥστε τὰ ἔξοδα τοῦ χαρτοσήμου νὰ ᾖναι ἀνώτερα ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ ὁ ἀγροδότης ἢ ὁ κύριος, ἢ ὁ μισθωτής· ἀλλὰ τοῦτο κύριοι, εἶναι ἕνας λόγος σπουδαῖος, ἰσχυρὸς διὰ νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἥτις καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ἠθέλομεν ὑποθέσει, ὅτι ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς μίαν διαφορὰν πρὸς ἕνα κοινὸν ἄνθρωπον, τουτέστιν ὁ Δ. ἄνθρωπος ὤφειλεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης 3 ὀκάδες σίτου, καὶ δὲν ἤθελε νὰ τῷ τὰς ἀποδώσῃ, τί ἤθελε κάμει; ἤθελε τὸν ἐνάξει εἰς τὸ εἰρηνοδικεῖον, καὶ ἤθελε πληρώσει εἰκοσαπλάσια περισσότερον ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ ζητουμένου σίτου; καὶ μολαταῦτα ὁ νόμος δὲν ὑπάγει, κύριοι, καθόλου εἰς καμμίαν ἐξαίρεσιν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν· καὶ δὲν ἔχετε ἀρκετὰ παραδείγματα, ὅτι πολλάκις οἱ ἄνθρωποι διὰ νὰ λάβουν 30 καὶ ὀλιγωτέρας, ἂν θέλετε, δραχμάς, εἴτε ἐκ πείσματος, εἴτε διότι ἤθελον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ δικαιοσύνη, κατέφευγον εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἐπλήρωσαν 30 καὶ 50 δραχμάς, πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματός των; Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι ἀνίσχυρος, καὶ δι’ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ῥήτραν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν ἀνισότητα. Ἀλλά, κύριοι, ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ φέρω πρότασιν νὰ καταργήσωμεν τὸ χαρτόσημον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ θελήσητε νὰ χορηγήσητε εἰς μίαν τάξιν ἓν προνόμιον, καὶ τοῦτο τὸ λέγω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ᾖναι συμφέρον νὰ ἔλθῃ μία πρότασις νὰ καταργηθῇ τὸ χαρτόσημον. Λοιπὸν ἢ ὀφείλομεν νὰ καταργήσωμεν τὸ χαρτόσημον ἐντελῶς, ἢ ὀφείλομεν νὰ ὑπαγάγωμεν ἐπίσης καὶ τοὺς κατοίκους τῆς Κερκύρας εἰς τοὺς νόμους αὐτούς, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπάγεται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Κύριοι, χθὲς εἴχατε ὑπ’ ὄψιν σας ἓν νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται καὶ διασαφήσεις κλπ. ἐπὶ χαρτοσήμου 10 λεπτῶν. Καὶ ἀφοῦ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερεν ἓν Νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου σᾶς ἔλεγεν, ὅτι καὶ τὰς διασαφήσεις αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς ὑπαγάγητε εἰς τὸν φόρον αὐτὸν τοῦ χαρτοσήμου, θέλετε τώρα καὶ αὐτὰς τὰς μεγάλας σχέσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουν μεγάλα συμφέροντα, καὶ ἐξασφαλίζονται διὰ τοῦ Νόμου αὐτοῦ, θέλετε, λέγω, νὰ τὰς ἀφήσητε ἀσιδώτους; καὶ ἐν τίνι δικαιώματι; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κατζανδρῆ, τὴν ὁποίαν τὴν θεωρῶ δικαίαν, καὶ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κατζανδρῆ, καὶ ἤθελε παραδεχθῆ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, μάθετε, ὅτι καθιεροῦτε μίαν ἀρχὴν ἀντισυνταγματικὴν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου.
§141ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ὁ νόμος, ὅστις ἔγεινε ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν παλαιὸν, περιέχει τὴν διάταξιν τοῦ νὰ μὴ ὑπαγάγωνται εἰς τὸν Νόμον τοῦ χαρτοσήμου αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα γίνονται διὰ τὰς ἐκτιμήσεις. Ἀπετέλουν μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐνόμισε δίκαιον νὰ ὑποβάλλῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Τί εἶπον οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ χαρτόσημον; Τίποτε ἄλλο δὲν εἶπον, παρὰ ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν μόνον εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἀλλὰ δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία ἐξαίρεσις; Πρόκειται νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἓν τέλος χαρτοσήμου καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν θὰ τὸ ὑπαγάγωμεν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐξαίρεσις τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἐξαίρεσις. Περὶ τίνος, κύριοι, πρόκειται; Εἰς τὴν Κέρκυραν δυστυχῶς ἡ ἀκίνητος περιουσία εὑρίσκεται περιπεπλεγμένη μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, καὶ νόμος ἐψηφίσθη διὰ τοῦ ὁποίου ἐν τῷ μέλλοντι εἶναι ἐλπὶς νὰ λείψῃ πᾶσα ἀφορμὴ παραπόνων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν· δὲν εἶναι παρὰ ἓν προσωρινὸν μέτρον μέχρις οὗ τὰ ἀκίνητα αὐτὰ ἀπαλλαγῶσι. Εἶναι, κύριοι, ἓν μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου θέλετε ἀπαλλάξει αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἀπὸ αὐτὰς τὰς δυσκολίας. Καὶ δὲν εἶναι δίκαιον, ὅπως ὠφεληθῇ τὸ Κράτος, νὰ ἐπιβάλωμεν χαρτόσημον εἰς μίαν ὑπόθεσιν, ἥτις καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι παρὰ ἐξαίρεσις. Δὲν πρόκειται, κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπόν τινες, νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἓν ἐξαιρετικὸν δικαίωμα, διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς εἶναι ἐξαίρεσις. Πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου, τὸν ὁποῖον, κύριοι, θὰ τὸν φορολογήσωμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρίσκεται ἡ ἰδιοκτησία εἰς περιπλοκὴν ἕνεκα τῶν ἀρχαίων συμφωνιῶν, πρέπει χάριν τοῦ δημοσίου νὰ ὑποβάλωμεν εἰς φόρον καὶ αὐτὰς τὰς συναλλαγάς; ὄχι, εἶναι ἄδικον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν πλέον δυσχερῆ θέσιν, ἀλλὰ οὐδέποτε, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ αὐτὴν θέσιν, δὲν εἶναι πρέπον νὰ παραδεχθῇ μίαν εἰδεχθῆ φορολογίαν.
§142ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσω ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἰδέας, διότι μία τάξις, μία ἐπαρχία τίθεται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν, καὶ προφανῆ διάκρισιν. Κύριοι, ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐξαίρεσις ἡ κατάργησις, καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλ’ εἶναι ἐξαίρεσις αὐτὸς ὁ Νόμος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ἠξεύρετε, ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη νὰ συμπράξῃ καὶ καθαρίσῃ τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν. Δυστυχῶς ὁ Νόμος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ἐπῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ νέον Νόμον ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία. Ὅταν λοιπὸν φέρῃ τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τὸν τρόπον τῆς διαλύσεως τῶν σχέσεων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἰδιωτικῶν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ προτείνουν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς χαρτόσημον τὰ μεταξὺ τῶν διαμειβομένων μερῶν ἀνταλλασσόμενα ἔγγραφα, ὃ ἐστὶ νὰ κανονίσωμεν μίαν ἀσιδοσίαν, διότι ἡμεῖς εἰς ὁμοίας περιστάσεις πληρόνομεν 3, 5, 6 δραχμάς, ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι 3 δραχμάς (θόρυβος). Ὅταν, κύριοι, ἤθελον νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς χαρτόσημον καὶ νὰ μὴ συνεισφέρωσιν εἰς συντήρησιν τῆς κοινωνίας, διὰ τὰς μεταξὺ των συμφωνίας, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν σύμπραξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας· ὅταν ἐπικαλοῦνται τὴν σύμπραξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὀφείλουν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς ὑποχρεώσεις τινάς. Ἡμεῖς, κύριοι, ὅταν κοινοποιοῦμεν ἔγγραφον, ὅταν συνάπτωμεν συμβόλαιον, πληρώνομεν χαρτόσημον, καὶ χαρτόσημον ἀξίας μεγαλητέρας. Ἐν τούτοις, κύριοι, παραδεχόμεθα ἡ ἐκτίμησις τοῦ πραγματογνώμονος νὰ ᾖναι ἐκτελεστὴ, καὶ ἐκτελεῖται ἄνευ ἄλλης διαδικασίας, ἐνῷ τὸ συμβόλαιον τὸ ἰδικόν μας δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἰδού, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τὰ ἰδικά μας, εἶναι τελεσίδικα. Λοιπὸν διατὶ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς πληρωμὴν χαρτοσήμου; Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω ὡς δικαίους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον οἱ προαγορεύσαντες καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ καθιερώσωμεν μίαν διαίρεσιν, καὶ μάλιστα νὰ γίνεται τοῦτο εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν σκέπτεται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς συντηρήσεως· εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θέλωμεν ἡμεῖς διάκρισιν ὑπὲρ μιᾶς ὁλοκλήρου τάξεως. Κύριοι, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Α. Πετιμεζᾶς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ὑπέβαλε μίαν διάταξιν Νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς χαρτόσημον 10 λεπτῶν......
§143Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω, ὅτι οὔτε εἰς τὸν πένητα δὲν ἔκαμεν ἐξαίρεσιν.
§144ΔΑΓΡΕΣ. Πολὺ καλὰ, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ γεννήσῃ σκάνδαλον, ἐὰν καθιερώσητε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, καὶ μὴ ἔρχεσθε μὲ σκανδαλώδεις προτάσεις, καὶ θέλετε νὰ ἀναγκάσητε καὶ Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν νὰ ὑποκύψῃ εἰς σᾶς.
§145ΣΕΡΒΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν νῆσον Κέρκυραν· ἑπομένως δύνασθε νὰ εἰκάσητε, ὅτι δὲν ἔχουσι χώραν λόγοι κομματικοὶ συμπολιτεύσεως ἢ ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι δίδουν ἐνδιαφέρον εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Λυποῦμαι ὅμως, ἀκούων ἀπὸ στόματος συναδέλφων, τοὺς ὁποίους πολὺ τιμῶ, νὰ λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρέσεων, περὶ προνομίων, τὰ ὁποῖα θέλομεν δι’ ἡμᾶς αὐτούς· οὐχὶ, κύριοι. Ὅταν καθιέρωσεν ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ νόμον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς ἐν Κερκύρᾳ ἰδιοκτησίας, καὶ ἐκανόνισε τὰς μέχρι τοῦδε ὑπαρχούσας διηνεκεῖς σχέσεις μεταξὺ ἀγρολήπτου καὶ ἀγροδότου, ἕκαστος εἶπεν, ὅτι ἔκαμεν ἓν μέγα κατόρθωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμεν ἡ προστασία ἐπὶ τόσα ἔτη. Ὡς ἐκ τούτου ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἀπαλλαττομένη τῶν δεσμῶν θὰ καλλιεργηθῇ, θὰ προαχθῇ, θὰ δώσῃ μεγάλας προσόδους ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ δημοσίου. Δὲν ἤκουσα ποτὲ, ὅτι ἐχάρισε προνόμια εἰς αὐτὴν τὴν νῆσον· καὶ μολαταῦτα ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία σήμερον ὑφίσταται τόσον τρομερὸν πόλεμον ὑπό τινος συναδέλφου. Αὕτη λοιπὸν ἡ διάταξις δὲν εἶναι τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἑνὸς προηγουμένου νόμου· ὅταν δὲ πρόκηται νὰ καταδικάσωμεν ἕνα νόμον, πρέπει νὰ εὕρωμεν τὰ αἴτια τὰ ὑποστηρίζοντα αὐτήν. Πρὸς τί ἡ προστασία ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀκολούθως διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου καθιέρωσαν τὴν ἀρχὴν νὰ τελοῦνται αἱ ἐκτιμήσεις εἰς ἄσημον χάρτην; Τὸ ἔκαμε διὰ λόγους ἀκαταμαχήτους. Αἱ γινόμεναι κατὰ διετίαν 80,000 ἐκτιμήσεις, ὑποβαλλόμεναι εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, ἔπρεπε νὰ φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα νὰ πληρώσουν οἱ ἰδιοκτῆται ἴσα ἢ διπλάσια τῆς προσόδου. Ἠκούσατέ ποτε ὁ φόρος νὰ ᾖναι διπλάσιος τοῦ εἰσπρατομένου; τοῦτο εἶναι προνόμιον ἢ εὐεργέτημα; Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρῶτον ἡ Ἑνετικὴ κυβέρνησις, δεύτερον ἡ προστασία, τρίτον ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔκαμε διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας εἶπε ῥητῶς· δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβάλλω φόρον ἴσον ἢ διπλάσιον τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι χορηγεῖται εὐεργέτημα εἰς τοὺς ἀγροδότας ἢ ἀγρολήπτας; τὸ ἀρνοῦμαι. Ὁ νόμος δὲν εἶναι παρὰ προσωρινὸς, καθιστᾷ παράρτημα τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν κτημάτων Κερκύρας. Θέλω ν’ ἀπαλλάξω τὴν ἰδιοκτησίαν Κερκύρας, εἶπεν ἡ Βουλὴ, καὶ ὑπό τινας ὅρους ἐπέβαλε τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλαγὴν, διατάξασα ὅτι ἐν ὡρισμένῳ διαστήματι πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ, ἢ διανεμομένη, ἢ λαμβάνει αὐτὴν ὁ ἀγρολήπτης καὶ νὰ πληρώνῃ εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις τὸ τίμημα, ἕως ὅτου δὲ ἀπαλλαχθῇ ἡ ἰδιοκτησία, νὰ γίνωνται αἱ ἐκτιμήσεις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπαλλαγὴ τί λέγει ὁ νόμος; πρέπει νὰ κάμητε δίκας καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάγητε εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα ὅπου εἶναι ἐκκρεμεῖς τώρα 2,000 δίκαι καὶ ἐν τῷ διαστήματι δέκα ἐτῶν θὰ ᾖναι 20,000 δίκαι· δι’ αὐτὰς τὰς 20,000 δίκας θὰ ἐξοδεύουν οἱ πολῖται καὶ οἱ ἀγρολῆπται 10,000 ταλλήρων. Βλέπετε ὁ νόμος ἐπέφερε ἕνα φόρον ἀναγκαστικὸν, τὸν ὁποῖον εἰσπράττει καὶ τὸν εἰσπράττει δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου· ἂν εἰς τοῦτον προσθέσητε καὶ ἕνα ἄλλον φόρον, εἶναι ὡς νὰ ἐξαλείψητε καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Ἀπέναντι λοιπὸν τοιούτων γεγονότων ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ ἄλλου φόρου ὄχι μόνον ἤθελεν εἶσθαι ἀδικαιολόγητος, ἀλλὰ καὶ ἀσυγχώρητον σφάλμα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἄλλως ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ εἴπῃ ἐτελείωσα ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μοὶ περιποιεῖ τιμὴν, διότι κατέπαυσα τὰς ἔριδας καὶ παρέδωκα τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγήν.
§146ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§147ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15 (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).— Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§149ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ χαρτόσημον λέγουσιν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§150ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν τροπολογίαν θὰ θέσετε εἰς ψηφοφορίαν.
§151ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς 25 λεπτῶν δὲν θέλετε;
§152ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα τὸ παραδεχόμεθα 25 λεπτῶν (θόρυβος).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δανοπούλου περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 ἀναφερομένων πράξεων λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§154ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Δι’ ἀναστάσεως.
§155ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§156ΔΑΓΡΕΣ. Ἡμεῖς παραιτούμεθα τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως. ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΥΠΕΡ ΤΟΥΣ 15. Τὸ θέλομεν ἡμεῖς.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁρίστε ψηφολέκται (προσέρχονται οἱ κ. κ. Κατσικαπῆς καὶ Θωμᾶς). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν περὶ χαρτοσήμου 25 λεπτῶν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ἡ ψηφοφορία καὶ περαιοῦται).
§158ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὶν λύσετε τὴν συνεδρίασιν νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, κ. πρόεδρε, διότι θὰ ἐπιφέρω τινὰς παρατηρήσεις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία, κύριοι, ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 93 κατὰ 37 καὶ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. «Πᾶσα περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρᾳ προγενεστέρα τοῦ παρόντος νόμου διάταξις καταργεῖται.»
§160ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αἱ ἀντιβαίνουσαι διατάξεις εἰς τὸν παρόντα νόμον, διότι περὶ πραγματογνωμόνων λέγομεν, πῶς θὰ ἐκπληρόνωνται κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον.
§161ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§163ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι τὸ σύνολον σήμερον, αὔριον.
§164ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ κανονισμὸς, θὰ συναρμολογηθῇ καὶ αὔριον θὰ ψηφισθῇ.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ, μάλιστα. Μὴ ἔχετε τόσην δυσκολίαν ὡς πρὸς τὸ προεδρεῖον· ἂν δὲν τὸ εἶχα συναρμολογημένον εἰς τὸ καθαρὸν, δὲν ἤθελον προκαλέσει ἀπόφασιν· ἢ εἶμαι κακῆς πίστεως.....
§166ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶσθε κακῆς πίστεως.
§167ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κανονισμός (ἀναγινώσκει τὸ 42 ἄρθρον).
§168ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τὴν ἄνευ τυπώσεως συζήτησιν.
§169ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶσαι σὺ ὅλη ἡ Βουλή.
§170ΖΕΡΒΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§171ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγὼ ἔχω ἄλλην ἰδέαν, ὀφείλετε νὰ τὴν ἀκούσητε καὶ ἔπειτα ἐκθέτετε τὴν ἰδικήν σας, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. — Ἐδῶ, κύριοι, ἐσυζητήσαμεν ἕνα νόμον, ὅστις, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας καὶ εἶναι πολύπλοκος· εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὴν συναρμολόγησιν νὰ παρεισέφρυσε λάθος. Τί εἶναι ἡ ἐπιψήφισις ὅλου τοῦ νομοσχεδίου; μισοῦ λεπτοῦ δουλειά. Διατί νὰ ὑποπέσωμεν εἰς κανὲν ἄτοπον; εἶναι ἐν δεχόμενον νὰ παραδεχθῶμεν καμμίαν διάταξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς ἄλλην.
§172ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπὶ 5 ἡμέρας εἰργάσθημεν εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅλοι τὸ ἔχομεν εἰς τὸν νοῦν μας, δὲν μᾶς φεύγει οὔτε γράμμα. Λοιπὸν νὰ τελειώσῃ ἀπόψε.
§173Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί. Διατί αἰωνίως νὰ ἔχωμεν τὸ δυστύχημα νὰ τὸ κάμνωμεν συμπολιτευόμενον καὶ ἀντιπολιτευόμενον. Αὐτὸ εἶναι λογικόν, τὸ προέβλεψε καὶ ὁ κανονισμός· τί σημαίνει σήμερον ἤ αὔριον; Μολαταῦτα κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§174ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κ. πρόεδρε.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§176ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ σύνολον ἔχον ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 1. Καθ’ ἕκαστον ἔτος πρὸ τῆς συγκομιδῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου, πᾶς ἀγροδότης ἢ ἐκμισθωτὴς δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενον μερίδιον ἐλαίου κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 2. Αἱ ἐκτιμήσεις ἄρχονται μετὰ τὴν 8 Νοεμβρίου, ἀποκλειομένου παντὸς δικαιώματος ἀπαλλαγῆς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἕνεκα θεομηνίας. Ἄρθρον 3. Ἕκαστος ἀγροδότης ἢ ἐκμισθωτὴς τρεῖς ἡμέρας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐκτιμήσεως, ἐπιδίδωσι διὰ κλητῆρος τῷ ἑαυτοῦ ἀγρολήπτῃ ἢ μισθωτῇ κλῆσιν περιέχουσαν· ά. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὸ τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ. βʹ. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀρχίζει ὁ ἀγροδότης ἢ ἐκμισθωτὴς τὰς ἐκτιμήσεις του ἐν γένει. γʹ. Τὴν ἡμέραν τῆς γενησομένης ἐκτιμήσεως εἰς τὸ κτῆμα τοῦ πρὸς ὃν ἡ κοινοποίησις ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ. δʹ. Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐλαιοδένδρων, τὴν θέσιν, ἐν ᾗ κεῖνται, καὶ τὸ πληρωνόμενον μερίδιον. έ. Τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ, ἵνα παρευρεθῇ ἐν τῇ ὁρισθείσῃ ἡμέρᾳ μετὰ τοῦ ἰδίου πραγματογνώμονος. Ἄρθρον 4. Οἱ παρὰ τῶν ἀγροδοτῶν ἢ ἐκμισθωτῶν ἐκλεγόμενοι πραγματογνώμονες ὑπάγονται εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ ἄρθρου 324 τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Ἡ δὲ περὶ ἐξαιρέσεως αἴτησις θέλει γίνεσθαι ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκτιμήσεως ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται τὸ ἐκτιμηθὲν κτῆμα, κατὰ τὰς περὶ διαδικασίας παρὰ τοῖς εἰρηνοδίκαις διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Ἐὰν ἡ περὶ ἐξαιρέσεως αἴτησις γίνῃ δεκτή, ἡ ἐκτίμησις ἀκυροῦται καὶ ὁ ἀγρολήπτης ἢ μισθωτής, ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ὅσον ποσὸν διὰ τοῦ ὅρκου του ἤθελε βεβαιώσει ὡς παραχθέν. Ἄρθρον 5. Οἱ πραγματογνώμονες πρὶν ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντά των δίδουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἐνώπιον ἑνὸς δημάρχου ἢ εἰρηνοδίκου τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀρκίζομαι, ὅτι τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως θέλω ἐκπληρώσει τὸ ἔργον τοῦ πραγματογνώμονος κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου». Ἐπίσημον ἀποδεικτικὸν τῆς ὁρκωμοσίας ταύτης ἐγχειρίζεται εἰς τὸν ὀμνύοντα πραγματογνώμονα. Ἄρθρον 6. Κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἐν τῇ κλήσει ἡμέραν, οἱ πραγματογνώμονες, ἐπιδεικνυομένων αὐτοῖς τῶν ἐλαιοδένδρων, ἐνεργοῦσι τῶν καρπῶν αὐτῶν τὴν ἐκτίμησιν, ἥτις εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς ἀμφοτέρους τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἕνεκα κακοκαιρίας, κωλυούσης τὴν ἔναρξιν ἢ πρόοδον τῆς ἐκτιμήσεως, αὕτη ἀναβάλλεται εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην καλοκαιρίας ἡμέραν. Ἑκάστη κακοκαιρίας ἡμέρα, ἀφ’ ἧς ὁ ἀγροδότης ἢ ἐκμισθωτὴς ἤρχισε τὰς ἐκτιμήσεις του ἐν γένει, ἀναβάλλει ἔτι μίαν ἡμέραν μετὰ τὴν προσδιορισθεῖσαν ἁπάσας τὰς ἐκτιμήσεις, περὶ ὧν εἶχον εἰδοποιηθῆ οἱ ἀγρολῆπται ἢ μισθωταί. Ἄρθρον 7. Ἐὰν ὁ ἀγρολήπτης ἢ μισθωτὴς δὲν ἐμφανισθῇ μετὰ τοῦ ἰδίου πραγματογνώμονος πρὸς ἐκτίμησιν, ἢ ἂν δὲν πέμψῃ τὸν πραγματογνώμονά του, ἐνεργεῖ ταύτην μόνος ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ, ἡ δὲ ἐκτίμησις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ἀγρολήπτην ἢ μισθωτήν. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἀναβληθῇ ἡ ἐκτίμησις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6, καὶ ὁ ἀγροδότης ἢ ὁ ἐκμισθωτὴς δὲν ἐμφανισθῇ μέχρι τῆς 4 μ. μ. ὥρας τῆς προσδιορισθείσης διὰ τὴν ἐκτίμησιν ἡμέρας, ἢ δὲν πέμψει τὸν πραγματογνώμονά του, ἐκτελεῖ τὴν ἐκτίμησιν μόνος ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ, ἡ δὲ ἐκτίμησις αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ἀγροδότην ἢ ἐκμισθωτήν. Ἡ βεβαίωσις τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ, ἢ τοῦ ἀγρολήπτου μισθωτοῦ ἀποδεικνύεται διὰ τῆς ἐν τῇ ἐκθέσει προσυπογραφῆς δύω μαρτύρων. Ἄρθρον 8. Ἐὰν οἱ πραγματογνώμονες δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ τρόπου, διορίζουσι τὸν τρίτον οἱ πραγματογνώμονες, καὶ ἂν καὶ οὗτοι δὲν συμφωνήσωσι, διορίζει αὐτὸν ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας, ἔνθα κεῖνται τὰ κτήματα, διὰ μονομεροῦς προφορικῆς ἢ ἐγγράφου αἰτήσεως ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐντὸς τριημέρου, τὴν δὲ ἐπιοῦσαν τοῦ διορισμοῦ, ὅστις θέλει κοινοποιεῖται πρὸς τὸν πραγματογνώμονα καὶ τὸν ἐνδιαφερόμενον, τὸν μὴ αἰτήσαντα τὸν διορισμόν, διὰ παραγγελίας αὐτοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου, γίνεται ἡ ἐκτίμησις παρὰ τοῦ τρίτου, ὅστις ἔχει ψῆφον ἀποφασιστικὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δύω γνωμῶν τῶν πραγματογνωμόνων. Ὁ πραγματογνώμων μετὰ τὴν ὁρκοδοσίαν του, ἐὰν ἀρνηθῇ ἢ δὲν ἐκτελέσῃ τὴν ἐκτίμησιν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας τῆς πραγματογνωμοσύνης, τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον 10 ἕως 100 δραχ. ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ εἰρηνοδίκου, τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, διοριζομένου ἑτέρου παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου πραγματογνώμονος· ἐπιφυλάττεται δὲ τοῖς ἐνδιαφερομένοις πᾶσα κατ’ αὐτοῦ ἀγωγὴ ἀποζημιώσεως. Ἄρθρον 9. Ἐὰν ἕνεκα τῆς περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἀμελείας τοῦ εἰρηνοδίκου ἐπισυμβῇ βλάβη εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, καθίσταται ὑπόλογος εἰς τὸν ζημιωθέντα ἐπὶ ἀνορθώσει πάσης ζημίας καὶ προστίμου δραχ. 50 ἕως 100, ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ πρωτοδικείου. Ἄρθρον 10 Οἱ πραγματογνώμονες συντάττουσι μίαν καὶ μόνην ἔκθεσιν τῶν ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ τῶν ἐλαιοδένδρων ἑκάστου ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ, κατὰ δὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 8 προνοουμένην περίπτωσιν, ἡ ἐκτίμησις συντάσσεται παρὰ πόδας τῆς ἀνωτέρω ἐκθέσεως, ἥτις προσυπογράφεται καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς πραγματογνώμονας. Ἐάν τις τῶν πραγματογνωμόνων δὲν γινώσκῃ γράμματα, ὑπογράφεται ἡ ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ γινώσκοντος, καὶ γίνεται μνεία περὶ τούτου· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἔκθεσις προσυπογράφεται καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος. Ἐὰν ἅπαντες δὲν γινώσκωσι γράμματα, τότε ἡ ἔκθεσις συντάσσεται ὑπὸ τρίτου τινὸς, καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ πραγματογνώμονος ἢ τῶν πραγματογνωμόνων, καὶ ὑπογράφεται ὑπό τε τοῦ γράψαντος καὶ ὑφ’ ἑνὸς κλητῆρος. Ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ ἀναφέρῃ ἰδιαιτέρως τὴν ἐκτίμησιν ἑκάστης μερίδος, τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως. Ἄρθρον 11. Ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελευταίας ἐκτιμήσεως, ἡ ἔκθεσις ἐγχειρίζεται ἢ παρ’ ἑνὸς πραγματογνώμονος ἢ παρ’ ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται τὰ κτήματα, ὅστις μονογραφεῖ αὐτὴν καὶ τὴν φυλάττει ἀσφαλῶς καὶ ὑπὸ εὐθύνην του, δίδων ἀντίγραφον ἢ ἀπόσπασμα εἰς τὸν αἰτοῦντα τοῦτο εἰς χαρτόσημον 25 λεπτῶν. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν μέχρις οὗ ἀποδειχθῶσι πλασταί. Ἄρθρον 12. Ἅπασαι αἱ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐπιδόσεις γίνονται ἢ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἢ δι’ ἄλλων κλητήρων, ἐπὶ τούτῳ διοριζομένων ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἐν ἑκάστῃ εἰρηνοδικειακῇ περιφερείᾳ, ἐκ καταλόγου πεμπομένου αὐτῷ ἐκ τῶν διαφόρων δημάρχων, τὰ δὲ ὀνόματα αὐτῶν γνωστοποιοῦνται εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας τῆς περιφερείας ἐντὸς δέκα τοὐλάχιστον ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκτιμήσεων. Δίδουσι δὲ τὸν ὅρκον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου. Ὁ κλητὴρ λαμβάνει 15 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἐπίδοσιν, καὶ ἐὰν προσκληθῇ νὰ παρευρίσκηται εἰς τὴν ἐκτίμησιν δραχμὰς 3 τὴν ἡμέραν. Οἱ κλητῆρες παραγγελλόμενοι τὴν ἐπίδοσιν καὶ ἀμελοῦντες τὴν ταχεῖαν καὶ ἐμπρόθεσμον κοινοποίησιν, ἢ ἀποποιούμενοι ἄνευ νομίμου λόγου, τιμωροῦνται ἀνεκκλήτως κατόπιν μηνύσεως τοῦ παραγγέλλοντος ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου εἰς χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 20 μέχρις ἑκατὸν, καὶ κράτησιν μέχρις ἑνὸς μηνός, ἐπιφυλαττομένης πάσης ἄλλης κατ’ αὐτῶν ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως. Ἄρθρον 12. Ἐὰν ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἢ ἐκμισθωτὴς συνέλεξεν ἠρτημένον καρπὸν πρὸ τῆς ἐκτιμήσεως, ἐκτὸς τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἐπὶ κλοπῇ, ἰσχύει ἡ ὑπὸ τοῦ πραγματογνώμονος τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ γενομένη ἐκτίμησις διὰ τὴν ὀφειλομένην παρ’ αὐτοῦ ἀποζημίωσιν, ἐφ’ ἧς ἐρειδόμενον τὸ δικαστήριον ἀποφασίζει ἀμέσως περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ ἄνευ περαιτέρω διαδικασίας, ἐπιβάλλον ἐν ἀνάγκῃ ἐκτιμητικὸν ὅρκον τῷ ἀγροδότη. Ἡ κλοπὴ αὕτη ὑπερβαίνουσα τὰς δραχ. 20 θεωρεῖται πάντοτε καὶ τιμωρεῖται ὡς πλημμέλημα, ἀλλ’ ἐὰν ὑπερβαίνῃ τὰς δραχμ. 400, ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ποινῆς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν 3 ἐτῶν. Ἄρθρον 14. Αἱ κλήσεις, τὰ ἐπιδοτήρια, αἱ αἰτήσεις, αἱ ἐκθέσεις τῆς ὁρκωμοσίας καὶ αἱ τῶν πραγματογνωμόνων, τὰ διδόμενα ἀντίγραφα ἐκτὸς τοῦ τῆς πραγματογνωμοσύνης κατὰ τὸ ἄρθρον 11 καὶ ἐν γένει πᾶσα ἄλλη πρᾶξις, ἀφορῶσα τὰς ἐκτιμήσεις, γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἄρθρον 15. Πᾶσα περὶ ἐκτιμήσεως τῶν ἐλαιοκάρπων ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρᾳ προγενεστέρα τοῦ παρόντος νόμου διάταξις καταργεῖται.»
§177Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον παρεδέχθη; Ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ (θόρυβος). Ἐγένετο ψηφοφορία ἐπὶ τῆς τελευταίας τροπολογίας τοῦ κ. Κρεστενίτου;
§178ΤΙΝΕΣ. Ἔγεινε.
§179ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἔγεινε ψηφοφορία.
§180ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικά, ὅτι ἐψηφοφορήθη· τί πράγματα εἶναι αὐτά!
§181ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Λυκοῦργος (θόρυβος)......
§182ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπα, ἐπειδὴ οἱ πραγματογνώμονες θὰ τιμωροῦνται ἀπὸ τὸν νόμον, ἄλλην ἀμοιβὴν δὲν ἔχουν· ὁ παρελθὼν νόμος ἔδιδε τὴν ἀμοιβήν· διὰ τοῦτο λέγω, αἱ διατάξεις, ὅσαι ἀντιβαίνουν εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργοῦνται (θόρυβος).
§183ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λοιπὸν θ’ ἀρχίσωμεν συζήτησιν πάλιν, Κ. πρόεδρε; Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου, τοῦ δευτέρου, ἐπὶ ὅλων τῶν ἄρθρων.
§184ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ὁ νέος νόμος ἀντέγραψεν ἀπὸ τὸν παλαιὸν ἓν ἄρθρον ἴσον, ὅμοιον (θόρυβος)... Αὐτὸς λοιπὸν ἀποτελεῖ αὐτοτελῆ νόμον (θόρυβος).
§185ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀναγνώσατε τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ἴδητε «Νόμος πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ δεῖνος νόμου».
§186ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις, Κ. πρόεδρε, καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει (θόρυβος).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι βουλευταὶ, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§188ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τελευταίου ἄρθρου......
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν, κύριε Κωνσταντᾶ, νὰ καθήσουν καὶ νὰ ἡσυχάσουν οἱ κύριοι βουλευταί. Καθήσατε, κύριοι, νὰ γείνῃ τακτικὴ συζήτησις.
§190ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ὁποίαν συνδρομὴν πρόκειται νὰ κάμετε· ἠξεύρετε, ὅτι παρὰ τῇ Κερκύρᾳ πρὸς βοῤῥᾶν ὑπάρχουσι τρεῖς νῆσοι, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι εἶναι δύω χιλιάδες· εἶναι ἐλαιόφυται, ὑπάγονται δὲ εἰς διαφόρους ἀγροληψίας, καὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ εἰρηνοδικείου τῆς πόλεως Κερκύρας· δύνανται λοιπὸν αἱ διατάξεις τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ προθεσμιῶν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τῶν κατοίκων αὐτῶν; δύνανται οἱ κάτοικοι οὗτοι νὰ ἐξασκήσουν τὰ καθήκοντά των ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν; Ὁ παλαιὸς νόμος ἐπρονόησε περὶ τούτου διὰ τῆς ἑπομένης διατάξεως. «Αἱ ἐν τῷ παρόντι νόμῳ παρεχόμεναι προθεσμίαι διπλασιάζονται ὡς πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν παρακειμένων νήσων, ὅσοι ὑπάγονται εἰς τὸ εἰρηνοδικεῖον Ὄρους». Ἐὰν μετεῤῥυθμίσθη ὁ νόμος, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καταστρέψετε τὰ συμφέροντα 2,000 κατοίκων.
§191ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀναγκαία ἡ διάταξις αὕτη, ἂς τὴν κάμουν.
§192ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρὸ τοῦ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ αὐτὴν τὴν τελευταίαν διάταξιν, εἶχον πρότασιν ὅπως συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ προσόντων καὶ ἐκλογῆς τῶν διατιμητῶν κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον. Ἔπρεπε, Κ. ὑπουργέ, νὰ προσέξετε καλλίτερα.
§193ΥΠΟΥΡ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ.
§194Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ φυλάξωμεν νὰ ᾖναι ἐδῶ.
§195ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὅταν ἤκουσα τὸν Κ. Κρεστενίτην καὶ εἶπε, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι πᾶσα διάταξις τοῦ παρόντος νόμου μὴ ἀντικειμένη εἰς τοὺς προηγουμένους νόμους καταργεῖται, ἔκρινα καλὸν νὰ ἀναστείλω τὴν τροπολογίαν μου, διότι ἦτο περιττὴ, καὶ τὴν ἀπέσυρα. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, θέλετε νὰ ἐπαναφέρετε τὴν συζήτησιν τῆς τελευταίας διατάξεως, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ φέρω εἰς συζήτησιν τὴν τροπολογίαν μου.
§196ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νέος νόμος νὰ ἀναφερθῇ εἰς καμμίαν διάταξιν παλαιὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου· ὁ νέος νόμος, ὅστις ταύτην τὴν στιγμὴν ἐψηφίσθη, καταργεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν παλαιὸν νόμον, καὶ ἑπομένως νόμος μὴ ἰσχύων δὲν δύναται νὰ ἀναφέρηται εἰς τὸν νέον νόμον. Ἀλλ’ ὅτε, κύριε πρόεδρε, ὁ κύριος Κρεστενίτης ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτὴν, καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παρεδέχθη, ὅτε ἐπειδὴ ἐν τῷ νέῳ νόμῳ δὲν ἀνεφέρετο τὸ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκτιμητῶν καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸν Κ. Κρεστενίτην ὁ παλαιὸς νόμος προέβλεπεν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἠθέλησε ν’ ἀναπληρώσῃ αὐτὸ τὸ κενὸν μόνον, τὸ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν πραγματογνωμόνων, καλῇ τῇ πίστει ἡ Βουλὴ ἄνευ συζητήσεως τὴν παρεδέχθη, ἀλλὰ τώρα παρουσιάζεται, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις καταστρέφει ὅ,τι ἐπλάσαμεν.
§197ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Συμπληρόνει τὰ κενὰ τοῦ νόμου.
§198ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἰμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν χωρὶς νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον τὸν νέον νόμον. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται ὡς πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν νησιδίων, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νέον νόμον.
§199ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐδῶ συζητοῦμεν, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, καὶ ὄχι αὐθαιρέτως.
§200ΣΙΜΟΣ. Ἔπειτα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπῆρξέ τι ἀναγκαῖον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ· τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ ἀπεφάσισεν ἐν γνώσει, ἢ ἐκ παραδρομῆς· δὲν εἶναι καμμία προσβολή· ὁμολογῶ ἐγὼ πρῶτος, ὅτι δὲν ἐννόησα περὶ τίνος πρόκειται· ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο ἕνας ἁπλοῦς τύπος. Ὅταν βλέπω λοιπὸν, ὅτι ὁ τύπος αὐτὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ καταργήσῃ ἕνα προϋπάρξαντα, πῶς θέλετε μίαν τοιαύτην ἀπάτην......
§201ΤΙΝΕΣ. Ἀπάτην!
§202ΣΙΜΟΣ. Μάλιστα, ἀπάτην γενομένην εἰς ὅλους, πλάνην μάλιστα· ἡ Βουλὴ ἐπλανήθη· ὅταν ἡ Βουλὴ ὁμολογῇ, ὅτι δὲν ἐννόησε τοῦτο, θέλετε νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν, καὶ μάλιστα ὅτε εἴμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ συνόλου;
§203ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί φρονεῖτε ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ;
§204ΣΙΜΟΣ. Νὰ τὴν βάλωμεν.
§205ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§206ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ κάτοικοι τῶν 3 νήσων ἀπέχουν τόσον πολὺ ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν ἐντὸς τοῦ χρόνου αὐτοῦ, τότε νὰ προστεθῇ τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τοὺς κατοίκους τῶν νησιδίων αὐτῶν αἱ προθεσμίαι παρατείνονται.
§207ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§208ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπανέλθῃ, νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἰδέαν της καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14, ὅπως ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. Δανόπουλος, ὅτι ἡ προθεσμία παρατείνεται ἐπὶ δύω ἡμέρας ἀκόμη.
§209ΔΑΓΡΕΣ. Ἐρωτῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, πῶς θεωρεῖ τὸν νόμον τὸν περυσινὸν, ὡς ὑπάρχοντα ἢ ὄχι; Διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου καταργεῖται ὁλόκληρος ὁ νόμος ἐκεῖνος;
§210ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Καταργεῖται καὶ δὲν ὑπάρχει.
§211ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ λέγετε ὡς ὑπουργός;
§212ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Μάλιστα.
§213ΔΑΓΡΕΣ. Διαβάσατε τὴν ἔκθεσίν σας, ἥτις λέγει τροποποίησις.
§214Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑπεστήριξε μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου· ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ νέος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καταργεῖ ὅλας τὰς προηγουμένας διατάξεις (θόρυβος). Ἀντικατάστασιν λέγει ὁ νέος νόμος, ἀλλὰ δὲν τὰ ἀντικαθιστᾷ ὅλα. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν καταργεῖ ἄλλας διατάξεις τοῦ προϋπάρχοντος νόμου, ἐκεῖνος θεωρεῖται ἐν ἰσχύϊ. Πρέπει λοιπὸν ὁ νέος νόμος νὰ καταργῇ τὴν προηγηθεῖσαν διάταξιν καὶ τότε παύει ὁ παλαιὸς νόμος (θόρυβος). Ἐδῶ ὁ τελευταῖος οὗτος νόμος τροποποιεῖ τὸν παλαιὸν καὶ διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κρεστενίτου ἡ Βουλὴ εἶπε νὰ καταργήσῃ αὐτόν.
§215ΤΙΝΕΣ. Κατὰ πλάνην τὸ ἔκαμε.
§216Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν θεωροῦνται κατηργημέναι καὶ δὲν ἀντιφάσκουν.........
§217ΣΙΜΟΣ. Ἐπλανήθημεν.
§218Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι πλάνη τοῦτο.
§219ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι ἓν λάθος· δὲν συζητοῦμεν τὸ σύνολον; δυνάμεθα νὰ τὸ διορθώσωμεν.
§220ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κύριε πρόεδρε, πῶς ἐννοεῖ τὸν παλαιὸν νόμον κατηργημένον ἢ ὄχι;
§221ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον τὸ τελευταῖον ἐσυζητήθη χωρὶς προσοχὴν καὶ τὸ παρεδέχθησαν, νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀσυζήτητον καὶ νὰ συζητηθῇ.
§222Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τὸ ἀποτέλεσμα· 1) ἡ τροποποίησις τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κύριος Κρεστενίτης πραγματικῶς παρεδέχθη· καὶ ὅτι ἐγένετο παραδεκτὴ τὸ ὁμολογεῖ ὁ πρόεδρος, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ἔχω συναρμολογήσει ἐν τάξει, τὸ ἔχω ἕτοιμον διὰ νὰ τὸ ψηφίσετε ἐν συνόλῳ. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν τοῦ συνόλου ἐπίτηδες διὰ νὰ μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιψηφίσωμεν ἐν γνώσει τὸ σύνολον, διότι ἐνδεχόμενον νὰ πλανηθῶμεν καὶ ὑποπέσωμεν εἰς ἓν λάθος. Θὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶχον κατὰ νοῦν τὴν ἐντελῆ κατάργησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παλαιοῦ, ἀλλὰ τὴν τροποποίησιν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τῶν ὑπουργῶν· «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου δὲν ἔχομεν ἢ νὰ προτάξωμεν τινὰς παρατηρήσεις. Συνετάχθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πρὸς τροποποίησιν τοῦ ἀπὸ 3 9βρίου 1867 ΣΜΕʹ. νόμου.». Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ πεισθῶ ἀπὸ τὴν λέξιν τροποποίησις καὶ νὰ σᾶς παρουσιάσω δυστροπίαν. Λέγω καὶ παραδέχομαι, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἶναι πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κωνσταντᾶς σᾶς εἶπεν, ἐγὼ εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Κρεστενίτης, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ δὲν ἔφερα τὴν ἔνστασιν, ἡ ὁποία ἦτο ἀναγκαία διὰ τὰς προθεσμίας τῶν κατοίκων τῶν Νησιδίων. Λοιπὸν δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀμφισβήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο, κύριε Ζέρβα, δὲν ἔπρεπε νὰ τρέχητε καὶ νὰ λέγητε, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τώρα τὸ σύνολον.
§223ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις νὰ παραδεχθῇ.
§224Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ τὸ ἴδωμεν αὔριον μήπως ὑπάρξῃ καὶ κανὲν ἄλλο λάθος ἢ ἀντίφασις, ἵνα τὸ διορθώσωμεν.
§225ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου καὶ δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε αὐτόν. Ἀφοῦ εἴμεθα ἴσα, ἴσα, κύριε, προτείνομεν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις καθὼς ἐπροτάθη ἀπὸ τὸν κύριον Κρεστενίτην καὶ παρεδέχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§226ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κωνσταντᾶ ........
§227ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν σᾶς δίδω κἀμμίαν ἀκρόασιν, διότι εἴς τινας λεγομένους βουλευτὰς δὲν πρέπει ν’ ἀπαντῶ. (θόρυβος). Δὲν ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου ὄχι, ὄχι. Πρόκειται, κύριοι, οὓς ἀνθρώπους τῶν τριόδων νὰ κάμητε ἐκτιμητάς· πρόκειται περὶ προσόντων τῶν ἐκτιμητῶν, καὶ εἶχον πρότασιν περὶ αὐτῶν .......
§228ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Παρεδέχθημεν τὰς ἀρχὰς τῆς Δικονομίας καὶ κατὰ τοῦτο.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, νὰ διατυπώσωμεν τὴν πρότασιν.
§230ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Νὰ προστεθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κωνσταντᾶς περὶ τῶν Νησιδίων καὶ νὰ μείνῃ τὸ τελευταῖον ἄρθρον, ὅπως ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§231ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂν ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα, κ. πρόεδρε, νὰ κάμετε πρότασιν νέαν, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσω περὶ προσόντων τῶν ἐκτιμητῶν. Σέβας πρὸς τὸ Σύνταγμα πρὸς τὸν κανονισμὸν, ............ (θόρυβος). εἰς τοιαύτας δὲ περιπτώσεις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβοῦν πολλὰ, διότι θὰ ᾖναι ἀνάγκη ἐνίοτε ὁ ἀγρολήπτης νὰ ὑπάγῃ 24 ὥρας μακρὰν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, καὶ τότε δύναται ὁ ἀγροδότης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ τὸν βλάψῃ, ἢ ἐὰν ὁ ἀγρολήπτης περιμένῃ τὴν ἡμέραν νὰ ἔλθῃ ὁ ἀγροδότης τὴν ἑσπέραν, καὶ ἑπομένως ὁ ἀγρολήπτης νὰ κάμῃ ἀποκλειστικὴν ἐκτίμησιν. Λοιπὸν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ ἀγρολήπτης ὑποχρεοῦται εἰς μερίδιον εἰς πολλοὺς ἀγροδότας, καὶ εἰς πολλὰς θέσεις, δὲν εἶναι εὔκολον εἰς αὐτὸν νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ παρευρεθῇ ταυτοχρόνως εἰς πολλὰ μέρη .....
§232ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ποτὲ δὲν συμβαίνει.
§233ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶναι ψεῦδος αὐτό.
§234ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Παραμυθιώτην) Ἐξετίμησες σὺ ποτὲ διὰ νὰ ἠξεύρῃς;
§235ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ὅταν βλέπω τὴν πατρίδα μου πάσχουσαν πρέπει νὰ φωνάξω καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει· δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μᾶς κόψῃ τὸ κεφάλι, ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἡμεῖς ἀπερχόμεθα.
§236ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον.
§237ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Δύο λέξεις σᾶς παρακαλῶ. Ἠξεύρετε διατὶ ἔγεινε τόση συζήτησις; διότι ἔχομεν τὴν δυστυχίαν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐξοχῆς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πόλεως νὰ ὁμιλοῦν ἐνώπιον Βουλῆς, ἥτις δὲν ἐννοεῖ καλῶς τὰ πράγματα καὶ δὲν γνωρίζει τὰς διαφόρους συνηθείας, αἵτινες εἶναι καθιερωμέναι εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη. Ἠξεύρετε, κύριοι, τί συμβαίνει; (θόρυβος.) Κύριοι, δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε· σᾶς ὁμιλῶ περὶ τῶν τιμαρίων, διότι ἐγένετο τοιαύτη συζήτησις καὶ σύγχυσις μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν εἰς τὸ βουλευτήριον τοῦτο, οὔτε εἶναι ὥρα νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Τί εἶναι τὰ τιμάρια τῆς Κερκύρας; μήπως εἶναι τὰ τιμάρια τῆς δύσεως; (θόρυβος).
§238ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§239ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Μήπως εἶναι τὰ τιμάρια τῆς δύσεως, τὰ τιμάρια τῶν προνομίων, κτλ. τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, καὶ ἀναφέρει καὶ ἡ ἱστορία; Ἠξεύρετε τί εἶναι τὰ τιμάρια, κύριοι; ἰδοὺ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν εἰμὴ τὸ ὄνομα, τὸ πρᾶγμα δὲν ὑπάρχει· καὶ ἠξεύρετε τίνες ἔχουν τὰ τιμάρια; οἱ ἄνθρωποι, Τὰ Ἑπτανησιακὰ τιμάρια ὁμοιάζουν μὲ τὰς προικοδοτήσεις ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν, αἵτινες ἔκαμαν θυσίας, καὶ ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα κατὰ τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα (θόρυβος) εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθησαν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα των ὑπηρεσίας καὶ ἐκδουλεύσεις (θόρυβος)....
§240ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε, περὶ τιμαρίων διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ἀξίζουν αἱ ἀγυρτίαι αὗται τῶν αὐλικῶν ἀπέναντι τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 21.
§241ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἀφίνω λοιπὸν τὸ περὶ τιμαρίων καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἔχει σπουδαιότητα, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Οἱ κάτοικοι τῆς Κερκύρας οὐδὲν ἄλλο παράπονον ἔχουν, εἰμὴ μόνον ἕν· διατὶ νὰ μὴ μᾶς εἰδοποιῆτε ποίαν ἡμέραν θὰ γείνῃ ἡ ἐκτίμησις, διὰ νὰ παρευρεθῶμεν (θόρυβος). Λοιπὸν ἔγεινεν αὐτὸ τὸ παράπονον· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχον δίκαιον νὰ παραπονεθοῦν, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἔλθουν νὰ λάβουν μέρος ὅπως γείνῃ ἡ ἐκτίμησις, ποίαν ἄλλην ἐγγύησιν θέλουν, ἀφοῦ τοὺς προσκαλοῦμεν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἐκτίμησιν; ἀλλὰ λέγουν ὄχι, δύναται νὰ λάβῃ χώραν πλαστογραφία· ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ πλαστογραφίας, εἶναι ὁ νόμος ὁ ποινικός. Ἄλλος εἶναι ὁ λόγος, ὅτι δύναται ἕνας γεωργὸς νὰ ἔχῃ πολλοὺς ἀγροδότας καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ᾖναι συγχρόνως εἰς ὅλα τὰ μέρη, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, αὐτὸς βεβαίως χρῄζει συζητήσεως. Τώρα ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι, ἀγρολήπτην ὅστις ἔχει τὴν αὐτὴν ἡμέραν διαφόρους προσκλήσεις· τί θὰ κάμῃ; ἀφοῦ ὑποχρεόνητε τὸν ἀγροδότην νὰ τὸν προσκαλέσῃ, αὐτὸς ἂς εὕρῃ τὸν τρόπον νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματά του· εἰμπορεῖ νὰ στείλῃ εἰς τὸ ἓν μέρος τὴν γυναῖκα, ἢ τὸν υἱόν του, ἢ ἕνα φίλον του, ἢ νὰ παραγείλῃ εἰς τὸν γείτονά του, καὶ οὕτω νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματά του, ἄλλως ἐὰν λέγητε, ὅτι ἀφ’ οὗ εἷς ἔχει 2, 3, 10 ὑποθέσεις, ἐὰν προσκληθῇ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, δὲ εἰμπορεῖ νὰ παρευρεθῇ εἰς ὅλας αὐτοπροσώπως, καὶ διὰ τοῦτο νὰ μὴν ᾖναι ὁριστικὴ ἡ ἐκτίμησις, βλάπτετε τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροδοτῶν. Μοὶ φαίνεται λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι δίκαιον· σὲ ἐπροσκάλεσα, σὲ εἰδοποίησα, δὲν ἦλθες, εἶναι ὁριστικὴ ἡ ἐκτίμησις.
§242ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὗται λοιπὸν αἱ προφυλάξεις ὠφελοῦν τοὺς ἀγρολήπτας.
§243ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ναὶ καὶ σᾶς προσθέτω νὰ μὴ μᾶς περιπλέξετε περισσότερον, διότι ἡ παράτασις τῶν ἐκτιμήσεων ὠφελεῖ ἀρκούντως τοὺς γεωργούς, καὶ μὴ θελήσητε νὰ βλάψητε περισσότερον τοὺς ἰδιοκτήτας, περιπλέκοντες τὸ ἀντικείμενον καὶ παρατείνοντες περισσότερον τὰς ἐκτιμήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαιοῦσιν 20, 30 ἡμέραι δι’ αὐτὰς ὅπως ἐκτελεσθῶσιν.
§244ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρόκειται, κύριοι, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροδοτῶν, ἢ καὶ τῶν ἀγροληπτῶν· καθόσον ἀφορᾷ τοῦτο, νομίζω ὅτι δὲν εἰμποροῦν νὰ ὑπάρχουν διάφοροι γνῶμαι, εἰς τοῦτο ὅλως συμφωνοῦμεν. Παρουσιάζεται μία διάταξις, ἡ ὁποία εἰς χεῖρας ἀγροδότου κακῆς πίστεως ἐμπιστευομένη, εἰμπορεῖ νὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ ἀγρολήπτου· περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει νομίζω διαφωνία. Ἐννοεῖται καλῶς, ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν νομοθετοῦμεν ἔχοντες τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κουρκουμέλης, ὅτι οἱ ἀγροδόται θέλουν δεχθῆ μὲ ὅλην τὴν καλὴν πίστιν τὰ δίκαια τῶν ἀγροληπτῶν. Ἐὰν τοῦτο οὕτως εἶχεν, ἦτο περιττὸν νὰ γίνῃ καὶ νόμος. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κουρκουμέλης, ὅτι προκειμένου περὶ ἐκτιμήσεως τὰ πάντα γίνονται μεταξύ των, κτλ. τότε ἦτο περιττὸν νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας ἐπὶ ματαίῳ (θόρυβος). Σημειωτέον ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχετε τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, ἀλλ’ ἔχετε εἰδικοὺς κλητῆρας, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέχουν τὴν ἀπαιτουμένην ἐγγύησιν· σᾶς ἐρωτῶ, ἔχετε πάντοτε τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπίδοσις, ὅτι τῷ ὄντι ἐκεῖνος ὑπὲρ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ πρόσκλησις συνήθως δύναται νὰ παρουσιασθῇ· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβῃ μέρος. Ἂν, κύριοι, τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, ἐκτὸς τῆς ἄλλης αἰτίας, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, ὅταν προσκληθεὶς ὁ ἀγρολήπτης, ἠναγκάσθη νὰ μὴ παρευρεθῇ, διότι δὲν ἔλαβε μέρος, θέλετε νὰ τὸν παραδώσητε δέσμιον εἰς τὸν ἄδικον ἰδιοκτήτην καὶ νὰ ῥίψητε αὐτὸν εἰς τὰς ἀγυιάς; Παραξενεύομαι πολὺ, κύριοι, νὰ βλέπω νὰ ἐξέρχηται ὁ νόμος οὗτος ἐκ τῶν χειρῶν τῆς κυβερνήσεως, καὶ νὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν δύω ὑπουργῶν· νὰ βλέπω ἕνα λαὸν νὰ ἐξαιρῆται τοῦ κοινοῦ δικαίου καὶ τῶν διατυπώσεων ἐκείνων, αἵτινες ἐτέθησαν χάριν τοῦ δικαίου. Ποῦ, κύριοι, εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν ἀρχήν; Οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖναι δικαστὴς περὶ τοῦ ἰδίου δικαίου, καὶ μολαταῦτα ὑμεῖς ἀφίνετε εἰς τὸν ἀγροδότην νὰ ὁρίσῃ τὸ δίκαιόν του· διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ πρόσωπον τοῦ πραγματογνώμονος, ἀφοῦ ὁ ἴδιος τὸ προσδιορίζει, συνταυτίζεται μὲ αὐτόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν δὲν πρόκειται τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐνῷ ἀφίνετε εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀγροδότου νὰ προσδιορίσῃ τὸ δίκαιόν του, ἀπέναντι τοῦ ἀγρολήπτου, νὰ παραχωρήσῃ δὲ καὶ εἰς τὸν ἀγρολήπτην τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς ἄνθρωπος ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, φέρετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ σεῖς οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζετε τὴν ἰδέαν, ὅτι προσκληθεὶς ὁ ἀγρολήπτης πρέπει νὰ ὑπογράψῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἰδίου ἀντιδίκου του, φέρετε μίαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον. Ὅταν πρόκηται νὰ προσκαλέσῃς ἕνα διάδικον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ δὲν ἐμφανίζεται ὁ διάδικος, ὑπάρχουν μέσα διὰ τῶν ὁποίων δύνασαι νὰ βεβαιώσῃς ἂν προσεκλήθη προσηκόντως. Καὶ θέλετε, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ στηριζόμενον εἰς ἓν ἀξίωμα, νὰ μὴ τὸ ἔχῃ καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν ἀπόφασιν, ὅταν ὁ δικαστὴς ᾖναι τὸ ἐνδιαφερόμενον πρόσωπον· εἶναι ἑπόμενον νὰ παρουσιάζωνται τινὲς μὲ τοιαύτας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι καταστρέφουσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαίου τῶν πολιτῶν. Καὶ τέλος πάντων, κύριοι, αὐτὴ ἡ δρακόντειος διάταξις, εἰς χεῖρας κακῆς πίστεως, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον στρεψοδικίας· ἀλλὰ διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, δύναται νὰ προληφθῇ ἡ στρεψοδικία ἐκ μέρους τοῦ ἀγρολήπτου, καὶ ἐξασφαλισθοῦν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Τί σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος· τίθεται εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν ἤθελε διορισθῆ ἀπὸ τὸν πραγματογνώμονα, καὶ ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἄλλου διαφωνήσας, θέλει ὁ πραγματογνώμων ὁ διορισθησόμενος νὰ προσδιορισθῇ κατὰ τὸ δίκαιον, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι δὲν ἐνεφανίσθη ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἀγρολήπτου· καὶ ἐὰν παρουσιάσθη δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαφωνήσῃ, καὶ τότε δὲν θὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσκαλέσῃ τὸν τρίτον πραγματογνώμονα. Λοιπὸν τίθεται εἰς τὴν θέσιν, ὅπως οὕτως ἐξασφαλισθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγρολήπτου, μήπως καταχρασθῇ ὁ ἀγροδότης καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγροδότου διὰ ν’ ἀποφύγῃ διὰ τῶν μέσων τούτων τὴν βλάβην εἰς τὰ δικαιώματά του. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ ἀγρολήπτης δύναται νὰ διορίσῃ τὸν πραγματογνώμονα αὐτοῦ, ἐὰν διαφωνήσῃ ὁ ἕτερος πραγματογνώμων, νὰ μὴ προχωρήσῃ εἰς ὁριστικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαίου, παρὰ ἀφοῦ ἤθελε διορισθῆ ὁ τρίτος πραγματογνώμων· διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δύναται νὰ γίνῃ τὸ αὐτὸ ὅταν δὲν ἐμφανισθῇ, διότι καὶ τοῦτο δὲν βλάπτει. Οὕτω θέλετε ἀποφύγει τὰς συνεπείας τὰς προερχομένας ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῆς διατάξεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἔκθεσις τοῦ πραγματογνώμονος ἀποτελεῖ ἐντελῆ ἀπόδειξιν, καὶ δὲν δύναται διόλου νὰ προσβληθῇ, καὶ μάλιστα τὸ περιεργότερον πάντων, ὅτι αὕτη προδικάζῃ καὶ τὸ περὶ κυριότητος. Ἐννοεῖται ποίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ μία ὑποκλεφθεῖσα ἐκτίμησις, δὲν ἔχει ν’ ἀποφασίσῃ μόνον περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀγροδότου, ἀλλὰ κινδυνεύει μὲ μίαν τοιαύτην ἐκτίμησιν ν’ ἀπολέσῃ καὶ τὴν περιουσίαν του ὁ ἀγρολήπτης. Λοιπὸν ὑπάρχουν συγχρόνως καὶ αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι, οἵτινες διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἥτις ὑπεβλήθη, ἀποφεύγονται, τὰ δὲ δικαιώματα ἐξασφαλίζονται. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῶμεν.
§245ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ προαγορεύσας, καθὼς καὶ ὁ Κ. Κωσταντᾶς καὶ ὁ Κ. Κουρκουμέλης, τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ περιπεπλεγμένον, καὶ πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον, καὶ νὰ συνέλθωσι τὰ δύο μέρη καὶ νὰ σκεφθῶσι, καὶ νὰ μᾶς φέρωσι μίαν τελείαν ἀπόφασιν.
§246ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ).