1868.09.17
1.804 στίχοι · 14.982 λέξεις · 180 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53.
Τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1868.
(Τρίτη)
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά)· ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§2ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναφέρουν τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Ἐπερώτησα τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, δυνάμει τίνος νόμου ἔκαμε τὰς βαθμολογίας· διετύπωσα καθαρὰν ἐπερώτησιν· δὲν ἐπιμένω νὰ συζητηθῇ· ἂς προσδιορισθῇ ἄλλη ἡμέρα.
§3ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐκάματε ἐπερώτησιν.
§4ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν κάμνομεν τώρα (ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§6ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἰς τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικὰ, κύριοι, γίνεται λόγος περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Κρητῶν, ὅτι αὕτη ἀπεφασίσθη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον· ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, νομίζω ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς· δὲν θέλω σήμερον νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ καθέκαστα, κάμνω μόνον τὴν πρότασιν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ μὲ σύστασιν.
§7ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ σύστασις; ὅ,τι ἦτο νὰ γίνῃ, ἔγεινεν.
§8ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἀνθίστασθε τόσον!
§9ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν.
§10ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον τὰ πράγματα μᾶς λέγουν, ὅτι γίνονται ἀποθαῤῥύνσεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου αἱ οἰκογένειαι ἀναγκάζονται νὰ ἐπιστρέφουν.
§11ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλους.
§12ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δὲν βλάπτει ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι συσταίνεται εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§13ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀπέδειξα χθὲς ὅτι, ὅλα ὅσα λέγονται δὲν ἔχονται πραγματικότητος, π. χ. λέγουν νὰ βάλωμεν Κρῆτας εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ὅταν βάλωμεν, πάλιν λέγουν τὸ ἐναντίον.
§14ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐὰν ἔμβω εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων δύναμαι ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἔχει τι τὸ πραγματικὸν, τὸ ὀρθὸν, διότι πολλάκις ἔλαβον δικαίας ἀφορμὰς παραπόνων οἱ Κρῆτες, ὄχι μόνον ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας πολλὰ παράπονα ἐγένοντο, ὅτι δὲν ἔλαβον τὰ σιτηρέσια καὶ τὰ λοιπά· ὕστερα λοιπὸν ἀπ’ ὅλα αὐτὰ, ἐὰν ἡ Βουλὴ κάμῃ σύστασιν ἁπλῆν εἰς το ὑπουργεῖον, νομίζω ὅτι δὲν σφάλλει. Προκαλῶ λοιπὸν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά.
§15ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ βουλὴ νομίζω, ὅτι ἤκουσε τὴν ἀναφορὰν, ἐπιφυλαχθεῖσα μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ κρίνῃ καὶ ἐπ’ αὐτῆς φέρῃ τὰς κρίσεις της. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν νομίζω ὅτι ἔχει καὶ ἡ σημερινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε δὲ παρεδέχθη ἡ βουλὴ ὅτι τὰ ἐμπεριεχόμενα δὲν ἦσαν ἀληθῆ, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ βουλὴ τὸ περιεχόμενον, ἀλλ’ ἄφησε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§16ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνόησεν ὅτι ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ.
§17ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Παρακαλῶ ἀπόφασιν τῆς βουλῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς, καὶ τὰ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν λεχθέντα, εἶπεν ὅτι θὰ στείλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, συνάμα δὲ ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν· νομίζω, ὅτι ἐκπληροῦται οὕτω καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ σώματος καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ὁ Κ. Φιλήμων ἔχει τὸν λόγον.
§19ΦΙΛΗΜΩΝ. Χθὲς ἐδημοσιεύθη εἰς μίαν τῶν ἐφημερίδων τῶν Ἀθηνῶν, ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν πρὸς τοὺς Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας κηρύττει ὅτι, δυνάμει Βασιλ. διατάγματος, ἀπονέμεται εἰς τὸν διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου Κωνσταντῖνον, ἡ προσεπωνυμία «Δοὺξ τῆς Σπάρτης». Ἔλαβον τὸν λόγον, νὰ ἐρωτήσω πρῶτον τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος εἶναι ἀκριβής.
§20ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Μάλιστα, εἶμαι ὑπογεγραμμένος.
§21ΦΙΛΗΜΩΝ. Δεύτερον νὰ τὸν παρακαλέσω, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ μᾶς κοινοποιήσῃ ἓν ἀντίγραφον τοῦ διατάγματος αὐτοῦ διὰ νὰ ἴδωμεν μὴ τυχὸν παρεισέφρυσε κανὲν λάθος.
§22ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐδημοσιεύθη ἀκριβῶς.
§23ΦΙΛΗΜΩΝ. Σκοπεύω ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν περὶ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀντικείμενον εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος, προσέτι βλάπτει τὴν Μεγαλειότητα τοῦ θρόνου καὶ κηλιδόνει τὴν ἰδέαν, ἥτις ἐσύστησε τὸν θρόνον τῶν Ἑλλήνων. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ προλάβω οὔτε τὴν βουλὴν, οὔτε τὸ ὑπουργεῖον ἀπαράσκευον, οὐδὲ νὰ δυσκολεύσω τὰς ἐργασίας αὐτῶν, διὰ τοῦτο προλαμβάνω νὰ εἴπω, ἐὰν θέλῃ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ Σάββατον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἀκούσω τὴν μομφὴν, ὅτι δι’ ἐπερωτήσεως, ἥτις δύναται νὰ ἐπασχολήσῃ ἱκανὸν καιρὸν τῆς βουλῆς, θέλω νὰ παρεμβάλλω προσκόμματα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συγχρόνως δὲ κάμνω ἐπερώτησιν καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας διαλύεται ὁ σύλλογος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς τῆς Πρωτευούσης.
§24ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν διελύθη, διότι δὲν ὑπῆρχε, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ὑπῆρχε.
§25ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὑπῆρχε, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόεδρος τοῦ συλλόγου, ἦλθον εἰς σχέσεις μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀντηλλάγησαν καὶ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν, ὅτι ἦτο ἀνεγνωρισμένος.
§26ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἀντηλλάγησαν;......!
§27ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔπειτα εἶναι ἄλλη ἐρώτησις· μία ἐφημερὶς φέρουσα ἡμιεπίσημον χαρακτῆρα, ἐκδιδομένη δὲ Γαλλιστὶ, ῥητῶς ἔγραψεν, ὅτι τὰ μέλη καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως· οἱ πρῶτοι δὲ, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνδίδει εἰς τὰς παραλόγους ἀπαιτήσεις των· βεβαίως δύναται τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐπερώτησιν λέγον, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ δὲν εἶχεν οὔτε ἐπίσημον, οὔτε ἡμιεπίσημον χαρακτῆρα, οὔτε ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς προσβάλλεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἀλλ’ ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ, γραφομένη Γαλλιστὶ, καὶ παρουσιαζομένη τὸ ὡς ἡμιεπίσημον χαρακτῆρα ἔχον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς δώσω νὰ τὸ ἐννοήσητε, φέρει πολὺ βαρύτερον χαρακτῆρα ἢ ὅσον θὰ ἔφερεν ἂν ἐγράφετο Ἑλληνιστί· διότι καὶ ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες ἔγραψαν περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν· ἐὰν ἐπιθυμῇ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ περὶ αὐτοῦ ἂς ἀπαντήσῃ τὸ Σάββατον.
§28ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δι’ οὐδεμίαν ἐπερώτησιν θέλω φέρει προσκόμματα εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἤκουσα τὸν ἐπερωτήσαντα ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς, καὶ ἀφ’ οὗ τὸν ἤκουσα, τὸν ἔκαμα μερικὰς παρατηρήσεις ἀπὸ τῆς ἕδρας μου διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξω ἀπὸ τὸν κόπον νὰ προχωρήσῃ· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξασκῶν τὸ δικαίωμα, ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὴν ἐπερώτησιν, δὲν τὸν ἐμπόδισα. Ὅταν ἦλθεν εἰς τὸ μέσον τῆς ὁμιλίας του ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ τὸν εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσω τὸ Σάββατον, διότι δὲν θέλω νὰ φέρω ἓν πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας θεωρῶ σπουδαίας, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰς διακόψωμεν, καὶ διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐπερώτησε περὶ πραγμάτων, ἅτινα ἐτελείωσαν, καὶ ὁπότε καὶ ἂν γίνῃ ἡ συζήτησις, δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἰς αὐτὰ καταγινομένη ἀμελήσῃ τὰ ἔργα της, νὰ ψηφίσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τοιουτοτρόπως ἔλθῃ τὸ πέρας τῆς συνόδου, τότε δὲν ἠξεύρω τί γινόμεθα. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἕκαστος θὰ συλλογισθῇ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπίκειται, ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ μὴ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι οὐδέποτε ἀποκλειστικῶς καὶ ἀτιμωρητεὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ πέρας τῆς συνόδου ἡ Βουλὴ, χωρὶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§29ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι ὅλως διόλου περιτταὶ, διότι ἐγὼ τοὐναντίον ἠθέλησα πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα κατόπιν, τὸ σάββατον· ἐπανέλαβε δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπὶ τετελεσμένων πραγμάτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, τοὐτέστιν ἐπὶ πραγμάτων ὅπου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀναστολή· ἀλλ’ ἀναστολὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ πράξεως ἐχούσης νόμιμον ὕπαρξιν καὶ κῦρος· ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι ἔγκυρος, τότε δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀναστολή. Θεωρῶ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο λίαν σπουδαῖον, διότι καταστρέφει ἄρδην τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ ἐλευθερίαι στηρίζονται, καὶ αἵτινες ἀποτελοῦν τὴν ὕπαρξιν καὶ ὑπόστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, διότι δὲν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι ὅλος ὁ κόσμος κατεδίκασε, διότι διὰ νὰ ᾖναι Ἑλλὰς πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἐξαίρεσιν, οὐδὲ διάκρισιν ὁ εἷς πολίτης ἀπὸ τὸν ἄλλον· διότι τὸ νὰ ὑφίσταται διάκρισις εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν συνᾴδει οὔτε μὲ τὴν ἱστορίαν, οὔτε μὲ τὰ ἔθιμα τῶν κατοίκων, οὔτε μὲ τὰς παραδόσεις τοῦ ἔθνους. Οὕτω βλέπετε ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον.
§30ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ, κύριοι, μίαν ἐπερώτησιν, ἥτις εἶναι σπουδαία, παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ προσδιορισθῇ........
§31ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐτελείωσεν αὐτὸ ἀκόμη (θόρυβος).
§32ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ σάββατον.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§34ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§36ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὅλως διόλου, κύριοι, νέαι καὶ πρωτότυποι ἰδέαι καὶ ἐξηγήσεις δίδονται ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων, τὰ ὁποῖα εἶναι κοινότατα, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ ἔσχατος ἄνθρωπος, ὁ ζῶν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, γνωρίζει. Καὶ εἶναι λυπηρὸν, κύριοι, πολὺ περισσότερον, διότι διὰ τοῦ προέδρου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἰδέαι αὗται ἔρχονται νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ ἀποδειχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου.
§37ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐνώπιον τῆς δυστροπίας.
§38ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ ἡ ἰδέα, κύριοι, λέγω, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ὡς μὴ συνᾴδουσα οὔτε μὲ τὸ Σύνταγμα, οὔτε μὲ τοὺς νόμους, οὔτε μὲ τὰ ἔθιμα τὰ συνταγματικά. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ σᾶς εἶπεν, τί ζητεῖτε; ζητεῖτε νὰ διορθώσητε ἤδη πράγματα τετελεσμένα, πράγματα τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσθησαν.
§39ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.
§40Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπεν, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι τετελεσμένα, ἀπεφασίσθησαν, δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις.
§41ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶπεν, ὅτι δὲν κατεπείγει ἡ συζήτησις.
§42ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν κατεπείγει, καὶ ὅτι ἡ δικαιολόγησις θὰ ἔλθῃ, ἀλλὰ κατόπιν, διότι δὲν εἶναι καμμία βία.
§43ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μᾶς ἐξηγήσητε, κύριε ὑπουργὲ, ποῖα τὰ κατεπείγοντα, καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ κατεπεῖγον περισσότερον, ζήτημα ἄλλο, παρ’ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον παραβιάζεται ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§44ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχῃ τὸ τοιοῦτον.
§45Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν γνωρίζει τὸ Σύνταγμα.
§46ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ γνωρίζω πολὺ καλά.
§47Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἔφερε καὶ μίαν ἐπερώτησιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι τὸ 3 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος παρεβιάσθη, διότι εἰς τὸν διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου ἀπεδόθη τὸ ἐπίθετον νὰ διαγινώσκεται, νὰ γνωρίζεται, ὑπὸ τὸ ἐπίθετον Δοὺξ τῆς Σπάρτης. Ἐὰν, κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη, καὶ δὲν δίδω καμμίαν ἀξίαν, διότι ὅπως σήμερον μία Κυβέρνησις, ἀντισυνταγματικῶς κρίνουσα, παρεβίασε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὀνομάσασα τὸν διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου Δοῦκα τῆς Σπάρτης, οὕτω κατόπιν θέλει ἔλθει ἄλλη Κυβέρνησις, καὶ συνταγματικῶς σκεπτομένη θέλει ξεσχίσει αὐτὸ τὸ διάταγμα. Τέλος πάντων ἡ πεποίθησίς μας εἶναι, ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι προσβάλλει τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ τὰς ἐλευθερίας ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὁ ἴδιος Κ. Βούλγαρης συνηγωνίσθη εἰς τὴν Συνέλευσιν. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι, κύριοι, ὁ λόγος, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἡ ἐπελθοῦσα ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς εἶναι μᾶλλον κατεπείγουσα ὅλων τῶν λοιπῶν ζητημάτων. Ἐπίσης εἶναι, κύριοι, κατεπείγουσα καὶ ἡ ἄλλη ἐρώτησις, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐθνοφυλακήν· ἐπίσης κατεπείγουσα, κύριοι, διότι ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιοτέρους λόγους, οἵτινες ἐπροξένησαν τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως ἠναγκάσθη ἡ κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ ἓν διάταγμα, καὶ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν ἐθνοφυλακήν.
§48ΤΙΝΕΣ. Τοῦτο ἐγένετο διὰ νόμου, ὁ νόμος παρεχώρησεν αὐτήν.
§49Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλὰ, νόμος, τόσῳ τὸ καλλίτερον· δηλ. λέγω, ὅτι καὶ τότε μία ἐπανάστασις τέλος πάντων προὐκάλεσε τὸν νόμον περὶ ἐθνοφυλακῆς. Αὐτὸ δὲν σᾶς ὠφέλησε τότε........
§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ.......
§51Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤκουσα, κύριοι, μίαν φωνὴν ἐρχομένην ἐκ τῶν πέριξ τοῦ κ. ὑπουργοῦ βουλευτῶν· ἀπόδειξόν μας λέγει τὸ κατεπεῖγον· καὶ ποίαν ἀνάγκην ἔχετε, ὅταν βλέπετε παραβαινόμενον τὸ Σύνταγμα; ἔχετε ἀνάγκην ἄλλης ἀποδείξεως;
§52ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ βλέπω.
§53ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑμεῖς δὲν θὰ τὸ ἴδητε ποτέ.
§54ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος· εἶναι...
§55ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπειτα καὶ χθὲς, κύριοι, τὸ ζήτημα ἐσυζητήθη καὶ ἐξετάσαμεν πολὺ ἐπισταμένως καὶ ἐπίσης σπουδαίως καὶ εἴπομεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἀντιπρόσωπος· εἶναι τὸ πλεονέκτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῦ δίδει ὁ νόμος εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ μὴν ἀκολουθῇ κανένα κανονισμὸν διὰ νὰ φέρῃ πᾶσαν κυβέρνησιν εἰς τὸ βῆμα ν’ ἀπολογῆται ἐπὶ πάσης κατηγορίας, ἥτις ἤθελε ἀπευθυνθῆ κατ’ αὐτῆς. Πᾶσα λοιπὸν Κυβέρνησις, ὅταν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν παρεβιάσθη ὁ νόμος ἢ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ ὁρίσῃ ῥητὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δώσῃ τὰς ἐξηγήσεις, αἵτινες τῇ ζητοῦνται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ· ἀλλὰ καθὼς προσηνέχθη χθὲς, οὕτω καὶ σήμερον ἐπὶ τόσον σπουδαίας ἐπερωτήσεως, ἐνῷ θὰ ἔλθουν καὶ ἄλλαι ἐπερωτήσεις τόσον σπουδαῖαι· λόγου χάριν, περὶ βαθμολογίας τῶν Ναυτικῶν καὶ λοιπαί. Βέβαια, κύριε πρωθυπουργὲ, δὲν πρέπει νὰ γελᾶτε, διότι ὄχι μόνον ἐβαθμολογήθησαν ἄλλοι, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωποι, οἵτινες φέρουν καταδικαστικὰς ἀποφάσεις τῶν κακουργοδικείων.
§56ΤΙΝΕΣ. Τώρα ἔγειναν αὐτό.
§57ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Φέρουν δάφνας εἰς τὴν κεφαλήν.
§58ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὄνομα ἐκείνων ἠξεύρω νὰ τὸ σέβωμαι, καὶ ὅταν προφέρω τὸ ὄνομα αὐτῶν ἠξεύρω ν’ ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν μου· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν μόνον. Λοιπὸν ἡ κυβέρνησις, κύριοι, ὤφειλε νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ συζητηθοῦν οἱ ἐπερωτήσεις· μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν λέγει· καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔρχεται μία ἐπερώτησις, καὶ ἡ ἀπάντησις δοθῇ μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τότε τί ὄφελος; καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐσχάτου κινδύνου, πότε ἤθελε δώσει λόγον; πρέπει νὰ περιμένωμεν μετὰ τὸν προϋπολογισμόν; Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ τὸ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν, πρέπει νὰ δοθῇ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ὅταν ἐσεῖς νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ πιέσητε μὲ τὴν πλειονοψηφίαν, δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ὅτι αἱ συνέπειαι θὰ ᾖναι κακαὶ, διότι αὐτὸ θὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ ὑμᾶς μίαν ἡμέραν, καὶ ἐνθυμηθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπέ τις, ὅτι ὁ νόμος ὁ ἄδικος τότε γίνεται δίκαιος, ὅταν τιμωρηθῶσι δι’ αὐτοῦ ἐκεῖνοι, οἵτινες τὸν ἐδημιούργησαν.
§59ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι, ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου κ. Φιλήμονος μία ἐπερώτησις, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ὄχι μόνον δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, διότι εἶναι σπουδαιοτάτη... Κατόπιν ἐγένετο δευτέρα ἐπερώτησις, ἥτις κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ νὰ συντηρήσῃ τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερε μίαν μεταβολήν. Ἡ πρώτη εἶναι περὶ τῆς τιτλοφορίας. Ὅταν, κύριοι, παραβιάζεται ἓν ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ὅπερ εἶναι ὁ θεμελιώδης Νόμος τοῦ Κράτους, ὅταν παραβιάζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος, καὶ καθιδρύεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ ἤθη μας, ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἔχει ἀξίαν; (θόρυβος.) Μὴ σκανδαλίζεσθε, κύριοι· διὰ νὰ μὴ σκανδαλίζωνται οἱ ἔντιμοι κύριοι βουλευταὶ, θὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν κατεπατήθη τὸ 3 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἦτο πολὺ μακρὰν νὰ ἀρχίσητε ἀπ’ ἀρχῆς καὶ θέλετε προσκόψει ἀμέσως εἰς αὐτό. (Ἀναγινώσκει τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Τὴν ἰσότητα αὐτὴν πόσον τὴν ἐφήρμοσαν, ἢ πόσον ἐφηρμόσθη ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη, σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ κρίνετε. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κατεπατήθη, καὶ ἡ Κυβέρνησις λέγει δὲν εἶναι κατεπείγουσα ἡ περίστασις. Ἐρωτῶ λοιπόν... ...... (θόρυβος).
§60ΖΕΡΒΑΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα. (θόρυβος).
§61ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε κ. Ζέρβα. (θόρυβος).
§62ΖΕΡΒΑΣ. Πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα· ὅλοι ἀγαπῶμεν τὸ Σύνταγμα.
§63ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Δὲν τὸ ἀγαπᾶτε, διότι τὸ καταπατεῖτε. (θόρυβος).
§64Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἔχει ἀνάγκην ὁ υἱὸς τοῦ βασιλέως τίτλου εὐγενείας καὶ διακρίσεως;
§65ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς τὸν κατεβιβάσατε ἕως ἐκεῖ· ἂν ἐκ γενετῆς εἶχε τὸν τίτλον, δὲν εἶχε ἀνάγκην νὰ τοῦ τὸν δώσητε σεῖς. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὸν ἀφήσητε εἰς τὴν ὑψηλὴν του θέσιν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἐσφάλατε καὶ παρενομήσατε μεγάλως Ἐξετάζω λοιπόν..........
§66ΖΕΡΒΑΣ. Κανεὶς βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀνώτερος τῆς Βουλῆς· ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. (θόρυβος).
§67ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὁ σκοπός μου αὐτὸς εἶναι.
§68ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ συζητηθῇ. (θόρυβος).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν, φρονῶ, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις δὲν εἶναι τῆς ὥρας.
§70ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἔγεινε· δὲν πειράζει, ἂν θὰ συζητηθῇ καὶ μετὰ ἕνα μῆνα καὶ μετὰ δύω καὶ ὁποτεδήποτε.
§71Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον, σήμερον· τώρα.
§72ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Τώρα· μάλιστα (θόρυβος.).
§73Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Κύριοι βουλευταί! Διὰ νὰ διαλύσω πᾶσαν ἀνησυχίαν καὶ ἀπομακρύνω τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ὑπεκφύγῃ δῆθεν τὴν συζήτησιν καὶ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι πᾶν ὅ,τι πράττει, τὸ πράττει ἐκ πεποιθήσεως ὅτι εἶναι συνταγματικὸν, καὶ ὅτι οὐδόλως ἐπιθυμεῖ νὰ παραβιάζεται οὔτε ὁ νόμος οὔτε τὸ σύνταγμα, σᾶς εἶπον ὅτι μόνος λόγος ἦτο νὰ μὴ ἐπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἐπερωτήσεις ἐπουσιώδεις· μεταξὺ τῶν ἐπερωτήσεων πιθανὸν νὰ ᾖναι καί τινες οὐσιώδεις, ἀλλ’ ὄχι ἡ παροῦσα. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποπερατώσωμεν τὰς ἐργασίας μας τὰς ἀναποφεύκτους ὀφείλομεν ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ ῥαγδαιότητος μετέρχεσθε. Ἐπὶ δύω ἤδη ἡμέρας δὲν ἐκάμαμεν τίποτε, καὶ ἂν οὕτως ἐξακολουθήσωμεν, θέλομεν ἐπασχοληθῆ εἰς ζητήματα οὐχὶ ἐκ τῶν κατεπειγόντων· ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς καθησυχάσω μόνον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὑψηλὸν καὶ ἱερὸν, καὶ ὅπερ δὲν ἐπεθύμουν τόσον εὐκόλως ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ τὸ ῥίψῃ ἐν τῷ μέσῳ καὶ νὰ προξενήσῃ σκάνδαλον, δὲν θ’ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ οὔτε στιγμὴ ἄνευ ἀπαντήσεως. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη περὶ τῆς ἐπωνυμίας τοῦ Βασιλικοῦ πρίγκηπος, τοῦ διαδόχου τοῦ βασιλικοῦ θρόνου, τῆς ἐπωνυμίας τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης, δὲν εἴχετε δίκαιον νὰ νομίσητε, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς οὐδένα νόμον ἢ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡ ἁβροφροσύνη ἀπῄτει νὰ τὸ ἐξετάσητε ὀλίγον ἀκριβέστερον. Μόλις τὸ εἶδε δημοσιευμένον ὁ κ. βουλευτὴς, ἐπροθυμοποιήθη ν’ ἀποφανθῇ, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ πράγματος τυχαίου. Οὐδαμῶς τὸ σύνταγμα προσεβλήθη καὶ οὐδὲν δικαίωμα τοῦ ἔθνους ἀφῃρέθη. Εἶναι μία προσεπωνυμία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ βασιλεὺς καὶ εἰς τὸν διάδοχον καὶ εἰς τοὺς βασιλόπαιδας, καὶ τοῦτο οὐδὲν ἀφαιρεῖ πραγματικὸν ἀπὸ τὸ ἔθνος. Ἠθέλησε νὰ τὸν ὀνομάσῃ δοῦκα τῆς Σπάρτης, τῶν Ἀθηνῶν καὶ οἱασδήποτε ἄλλης χώρας· εἶναι μία διάκρισις, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν πολιτῶν. Νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει διάκρισις; θέλετε νὰ καταβιβάσωμεν τὰ ὑψηλὰ καὶ θέλετε νὰ φέρωμεν σκάνδαλον; Τὶ λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος; λέγει οὐδεὶς τίτλος δίδεται εἰς πολίτην Ἕλληνα, δὲν λέγει ὅμως ἀνεξαιρέτως οὔτε εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλ. οἰκογενείας, ἔπρεπε νὰ τὸ λέγῃ ῥητῶς· διότι ἐκφραζομένου οὕτω, δὲν πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τοὺς βασιλόπαιδας, καὶ μὴ λέγον αὐτὸ ῥητῶς δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ ἡ ἔννοια ἕως ἐκεῖ, διότι οἱ τίτλοι οὗτοι εἶναι ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης. Καὶ εἶχε πολὺ ἄδικον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ θέλῃ νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον. Τὸ ἔθνος δὲν τὸ ἀπεφάσισε, δὲν εἶπε ῥητῶς, καταργῶ αὐτὴν τὴν διάκρισιν· αὐτὴ ἡ ἰδέα ἔκαμε τὴν κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τοῦτο. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρωνται τοιαῦτα ζητήματα σκανδαλώδη· διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο μία παρερμηνεία τοῦ συντάγματος, ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ τοῦτο εὐσχήμως· ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔσφαλεν, ἔπρεπε χάριν τοῦ ζητήματος νὰ σκεφθῇ αὐτὸς ὁ βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν νὰ γίνῃ ἡ συνεδρίασις (φωναὶ δεξιόθεν α! α! θόρυβος). Τοιαῦτα ζητήματα ἀκροσφαλῆ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ῥίπτονται εἰς τὸ μέσον ὅπως τύχει. Λοιπὸν τὸ κατ’ ἐμὲ τὸ διάταγμα ἔγεινε συμφώνως πρὸς τὸ σύνταγμα· Μὴ καταβιβάζετε τὴν θέσιν τῆς Βασιλείας, καὶ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ διαστρέψῃ οὕτω τολμηρῶς τὸ σύνταγμα. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἐδική μου ἰδέα, ἂν ἔχετε σεῖς ἄλλας ἰδέας νὰ τὰς εἴπητε· ἐπιθυμῶ δὲ ἡ συζήτησις νὰ μὴ ἀναβληθῇ οὔτε ἐπὶ στιγμήν.
§74ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν) Τώρα τώρα.
§75Τ. ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριοι, τὸ διάταγμα τῆς 22 Αὐγούστου, ὅπερ ἐπὶ πολλὰς ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ἡμέρας ἔμεινε κεκρυμμένον, ὅπως μόλις μετὰ δεκαπενθήμερον παραδοθῇ εἰς τὴν δημοσιότητα, εἶναι διάταγμα μὴ δυνάμενον νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν νόμιμον, καθὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὰ διατάγματα, προωρισμένα ἢ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν νόμων ἢ εἰς τὴν ἐνάσκησιν προνομιῶν, ὑπὸ τοῦ νόμου πάλιν ἀπονεμομένων εἰς ὡρισμένην ἐξουσίαν τῆς ἐπικρατείας, ὅπως ὦσι κύρια, πρέπει νὰ ἐκπληρῶσι τοὺς οὐσιώδεις ὅρους τούτους. Ἑτέρωθεν δὲ καὶ οἱ νόμοι αὐτοί, ὅπως ἔχωσι κῦρος καὶ ἰσχὺν πρέπει νὰ στηρίζωνται πάλιν ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους. Νόμος ἐν παραδείγματι, ἀναιρῶν τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἀντικείμενος εἰς τὰς ἐγγυήσεις, ἃς τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ αὐτῆς ἐθεσμοθέτησε, δὲν δύναται νὰ ἰσχύῃ. Ἐπίσης οὐχὶ πλέον διάταγμα, ἀλλὰ καὶ νόμος, ἐγκαθιστῶν τίτλους εὐγενείας καὶ ἐπιτρέπων τὴν ἀπονομὴν αὐτῶν εἰς πολίτας Ἕλληνας, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, καθὸ ἀντικείμενος εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ διάταγμα τῆς 22 Αὐγούστου, οὔτε ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἐπὶ νόμου τινὸς στηριζόμενον, εἶναι ἐκ βάσεως ἀνυπόστατον καὶ ἄκυρον παντελῶς. Περιττὸν νομίζω νὰ ἀναγνώσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸ 3 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡμῶν τοῦ νεωτάτου. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι «εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως, οὔτε ἀπονέμονται, οὔτε ἀναγνωρίζονται». Διάταξιν τοιαύτην δὲν περιέχει μόνον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, δὲν περιεῖχε μόνον τὸ προηγούμενον Σύνταγμα τοῦ 1844, ἀλλὰ ῥητῶς ἀνέγραψαν καὶ ἀνεκήρυξαν πάντα τὰ συντάγματα, ἅτινα τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος συνέταξε, καθ’ ἣν ἔτι ἐποχὴν ἐδίωκε τὸν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας πόλεμον.
§76Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τότε ἦτο Δημοκρατία.
§77ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπορῶ μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ. Πρὶν ἢ ἀναφέρω τὰ Συντάγματα, τὰ ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀνέφερον τὰ δύο ἐπὶ βασιλείας γενόμενα, ἤτοι τὰ τοῦ 1844 καὶ 1864. Ἡ διακοπὴ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ εἶναι ὅλως ἄστοχος. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι μόνα τὰ Συντάγματα τὰ ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως τοιαύτην περιεῖχον διάταξιν, πῶς λησμονεῖ ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅτι τὰ Συντάγματα ταῦτα δὲν ἦσαν δημοκρατικῆς πολιτείας, ἀλλὰ μιᾶς προσωρινῆς καταστάσεως, καὶ πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ἔχοντα τὴν ἐγκαθίδρυσιν βασιλικοῦ πολιτεύματος, συνταχθέντα δὲ ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς ἐλεύσεως Βασιλέως; Καὶ μήπως, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔδραξε τὰ ὅπλα τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, δὲν ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν του τοῦ νὰ βασιλευθῇ; Τὰ Συντάγματα ταῦτα, Κ. ὑπουργὲ, δὲν εἶναι δημοκρατικά· διότι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος τοιαύτας ἰδέας καὶ τοιαύτας τάσεις δὲν ἐξέφρασε τότε· τοὐναντίον τὰ αἰσθήματά του ὑπῆρξαν μοναρχικὰ, ὡς τρανῶς ἀπέδειξε τοῦτο καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία ἐπανάστασις. Ἐὰν δὲ καὶ ἐκεῖνα ἀνέγραψαν εἰς τὰ ἄρθρα αὑτῶν τὴν πλήρη ἰσότητα τῶν πολιτῶν καὶ ἀφώρισαν τοὺς τίτλους τῆς εὐγενείας, τὸ ἔπραξαν, διότι τοιοῦτον ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν τὸ πνεῦμα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοιαύτη ἡ παράδοσίς του, τοιοῦτον τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνετάσσοντο ταῦτα. Τόσῳ δὲ πολυτιμότερα, Κ. ὑπουργὲ, ὑπάρχουσι τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα καὶ τόσῳ μᾶλλον σπουδαῖαι αἱ διατάξεις αὑτῶν, ἐπὶ τῇ μὴ ἀναγνωρίσει τίτλων εὐγενείας, ὅσῳ οἱ συντάκται αὐτῶν, τὰ μέλη τῶν ἀθανάτων ἐθνικῶν συνελεύσεων τοῦ ἀγῶνος, αὐτοὶ ἤδη εἶχον ὁπωσδήποτε τίτλους καὶ ἀρχὴν, διακρίσεις τινὰς πραγματικάς. Ἐν ταῖς συνελεύσεσιν ἐκείναις παρεκάθητο εἷς Μαυρομιχάλης, Μπέης τῆς Μάνης πράγματι, εἷς Ὑψηλάντης, πρίγκηπος τίτλον φέρων, ἀνεγνωρισμένον παρὰ μεγάλῳ Κράτει καὶ παρ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης, εἷς Μαυροκορδάτος, ἐπίσης τίτλον ἡγεμονικῆς οἰκογενείας δυνάμενος νὰ φέρῃ, τόσοι δὲ ἀρχηγοὶ, καπεταναῖοι καὶ προὔχοντες, τόσοι ἄρχοντες πράγματι. Καὶ ὅμως αὐτοὶ, αὐτοὶ οἱ τιτλοῦχοι ἄρχοντες, ἐθέσπισαν, ἀποτιθέμενοι προνόμια, ἅτινα κατεῖχον, ὅτι τίτλοι δὲν ἀναγνωρίζονται, καὶ ἂν ὑπάρχωσι καταργοῦνται. Πάντα δὲ τὰ ἑλληνικὰ Συντάγματα, ἀναγράφοντα τὴν τελείαν ἰσότητα καὶ τὴν μὴ ἀναγνώρισιν τίτλων εὐγενείας, οὐδὲν νέον ἐθέσπιζον, οὐδὲν κοινὸν ἔφερον θεσμοθέτημα, ἀλλ’ ἐπανελάμβανον, ἐβεβαίουν τι, ὑπάρχον ἐν τῷ ἑλληνικῷ ἔθνει, ἤτοι τὴν μὴ ὕπαρξιν εὐγενείας. Καὶ ἡ εὐγένεια μετὰ τῶν τίτλων αὐτῆς δὲν δημιουργεῖται διὰ διαταγμάτων, ἔστω καὶ διὰ νόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἱστορίας ἑκάστου τόπου· τότε δὲ μόνον εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ζῶσα καὶ ἱκανὴ δύναμις ν’ ἀνθέξῃ κατ’ αὐτῶν ἔτι τῶν φιλελευθερωτάτων πολιτευμάτων, κατ’ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῆς ἰσότητος, τόσῳ προσφιλοῦς εἰς πάντα λαόν. Οὕτω βλέπομεν Κράτη, διεπόμενα ὑπὸ Συνταγμάτων φιλελευθερωτάτων, καὶ ὅμως τὰ Συντάγματα αὐτῶν ἀναγνωρίζοντα τὴν εὐγένειαν, διότι αὕτη συνδέεται μετὰ τῆς ὑποστάσεως τῶν κοινωνιῶν ἐκείνων. Τίς ἀγνοεῖ ἢ τίς φιλονεικεῖ, ὅτι τὸ Βέλγιον εἶναι ἓν ἐκ τῶν συνταγματικωτέρων καὶ φιλελευθέρων Κρατῶν; Καὶ ὅμως τὸ Σύνταγμα τῶν Βέλγων ἀναγνωρίζει τῷ Βασιλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν τίτλους εὐγενείας εἰς πολίτας Βέλγους. Ὅτε δὲ, ἐν τῇ ἐθνικῇ συνελεύσει τοῦ Βελγίου, τῇ συνταξάσῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους τούτου, ἐγένετο ἡ πρότασις νὰ μὴν ἀπονεμηθῇ τῷ Βασιλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ δίδειν τίτλους εὐγενείας, ἀντιπαρετηρήθη, ὅτι ἀπαιτεῖται προηγουμένως νὰ καταργηθῇ ἡ εὐγένεια αὐτὴ, ἥτις ὅμως ὑφίστατο καὶ ἦν θεσμὸς ζῶν, δὲν ἀντεδημιουργεῖτο τότε. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη, διότι δὲν συνῄνεσαν οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι εἰς τὴν κατάργησιν θεσμοῦ, συνδεομένου ὁπωσδήποτε μετὰ τῆς παραδόσεως τοῦ ἔθνους καὶ ζῶντος ἤδη. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν τῇ Γαλλίᾳ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830 ὑπῆρξεν ἓν τῶν φιλελευθερωτάτων· ἀλλ’ ὅμως καὶ τοῦτο ἀνεγνώρισε τῷ Βασιλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν τίτλους εὐγενείας, καί τοι ἀφαιρέσαν ἀπ’ αὐτῶν τὴν ἀπολαυὴν παντὸς προνομίου· διότι ἡ εὐγένεια ὑφίστατο πράγματι ἐν τῇ Γαλλίᾳ. Ἡ Ἀγγλία θεωρεῖται δικαίως ὡς ἡ κοιτὶς τῶν δημοσίων ἐλευθεριῶν τῶν νεωτέρων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, τὸ δὲ Σύνταγμα αὐτῆς πλησιάζει αὐτὴν τὴν δημοκρατίαν εἰς πολλά. Καὶ ὅμως τὴν εὐγένειαν ἀναγνωρίζει, καὶ ἀπειρίαν τίτλων εὐγενείας κέκτηται· διότι ἡ ὅλη ἱστορία τοῦ ἀγγλικοῦ Κράτους συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς εὐγενείας, ἤτοι μετὰ τῆς ἀριστοκρατίας. Ἀληθῶς ἐκεῖ ὑπάρχουσι πλεῖστα ὅσα δουκάτα, κομητεῖαι, βαρωνεῖαι καὶ μαρκιονίαι· πλὴν πάντα ταῦτα ὑφίστανται καὶ ὑπάρχουσιν, οὐχὶ διότι διὰ διαταγμάτων, ἐδημιουργήθησαν αἴφνης καὶ αὐθαιρέτως μίαν τινὰ πρωΐαν, ἀλλὰ διότι ἐδημιουργήθησαν ὑπὸ τῆς ἱστορίας αὐτῆς τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους, παρ’ ᾧ οὐ μόνον δὲν εἶναι ἄγνωστα, ἕνεκα τούτου ἀλλὰ καὶ σεβαστά. Οὕτω, κύριοι, ἐὰν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν δὲν ἀναγνωρίζωνται τίτλοι εὐγενείας, ἐὰν τὰ Συντάγματα ἡμῶν μὴ ἀπονέμωσι τῷ Βασιλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ δίδειν τίτλους εὐγενείας, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ ἀριστοκρατία, καὶ μάλιστα ἡ φεουδαλικὴ εὐγένεια, καὶ οἱ μετ’ αὐτῆς συνδεόμενοι τίτλοι οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι μετὰ τῆς ἱστορίας τῶν Ἑλλήνων, μετὰ τῆς παραδόσεως καὶ τοῦ πνεύματος αὐτῶν. (εὖγε!)
§78ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .... (διακοπή τις).
§79ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐννοῶ, τὶ θέλετε νὰ μὲ ἐρωτήσητε, Κ. Παπαμιχαλόπουλε. Πῶς ζητεῖς, θὰ μοὶ εἴπητε, νὰ ἐφαρμόσῃς τὸ ἀδιαφιλονείκητον τοῦτο γεγονὸς, ὅτι Ἕλλην πολίτης δὲν δύναται νὰ περιβληθῇ τίτλον, ἐπὶ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας; Πῶς συγχύζεις αὐτὰ πρὸς τοὺς πολίτας; Οὐδεμίαν φέρω, Κ. Παπαμιχαλόπουλε, σύγχυσιν. Τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, εἰς οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν πολιτικὴν κατάστασιν ὑπαγόμενα, οὔτε τάξιν ἰδίαν ἀποτελοῦντα, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, εἰσὶ πολῖται Ἕλληνες.
§80ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅταν θὰ περιηγῆται ὁ Διάδοχος, πῶς θὰ ὀνομασθῇ λοιπόν;
§81ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπορῶ καὶ πάλιν, ἤδη δὲ πλειότερον ἢ πρότερον, τοιαύτην ἀκούων ἐρώτησιν ἐκ μέρους τοῦ Κ. ὑπουργοῦ. Ἐὰν πᾶς τις ἄλλος ἀγνοῇ, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον κατ’ οὐδένα λόγον νὰ μὴν εἰξεύρῃ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ Διάδοχοι τῶν ἄλλων Ἐπικρατειῶν, ὅτε ταξειδεύουσι, δὲν ταξειδεύουσι φέροντες τὸν τίτλον, ὃν ἔχουσιν ὡς Διάδοχοι, ἀλλὰ δανειζόμενοι πλαστόν τινα ἰδανικὸν τίτλον, συνήθως κόμητος. Ὁ Διάδοχος τῆς Ἀγγλίας, καί τοι τὸν τίτλον τοῦ πρίγκηπος τῆς Οὐαλλίας φέρων, δὲν ταξειδεύει ὡς πρίγκηψ τῆς Οὐαλλίας, ἀλλ’ ὡς ἰδανικός τις κόμης. Πράττουσι δὲ τὸ τοιοῦτον οἱ ἡγεμόνες καὶ αἱ ἡγεμονίδες ὅπως ἀπαλλάσσωνται τῶν ἐνοχλήσεων καὶ τῶν διατυπώσεων, εἰς ἃς ἤθελον ὑποβληθῆ, εἴποτε ἐταξείδευον ὑπὸ τὸν ἐπίσημον τίτλον αὐτῶν. Μὴ ἆρά γε αὐτοὶ οἱ βασιλεῖς, καί τοι φέροντες τὸν μέγιστον τῶν τίτλων, δὲν πράττουσι τὸ αὐτὸ, ὅταν ταξειδεύωσι, λαμβάνοντες κατ’ ἔθος πλαστόν τι ὄνομα; Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, παραδεδεγμένον διὰ τοὺς ἡγεμόνας, ταξειδεύοντας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅλως εἰδικὸν ὂν, οὐδεμίαν ἔχον συνέπειαν καὶ προσωρινόν τι ἐφεύρημα ὑπάρχον, διαρκοῦν ὅσῳ καὶ τὸ ταξείδιον, οὐδὲν κοινὸν ἔχει μετὰ τοῦ προκειμένου. Τὸ διάταγμα τῆς 22 Αὐγούστου ἀφορᾷ ἕτερον, ὅλως διάφορον ἀντικείμενον, τὴν ἀναγνώρισιν τίτλου ἐντὸς τοῦ Βασιλείου, οὐδόλως δὲ προνοεῖ περὶ τοῦ τίτλου, ὃν θὰ ἔχῃ ὁ Διάδοχος, ὅταν ταξειδεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἄλλως τε καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, εἶνε μικρὸς ἆρά γε ὁ τίτλος τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου τῶν Ἑλλήνων, Heritier du trone des Hellènes, ὅπως γίνῃ χρεία νὰ προστεθῇ τῷ Κωνσταντίνῳ καὶ τίτλος ἕτερος;
§82ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Τὸ διάταγμα λέγει πᾶς Διάδοχος...........(θόρυβος).
§83ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἀπὸ τοῦ βήματος, κ. ὑπουργέ!
§84ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν δύναμαι, κ. ὑπουργὲ, νὰ ἐννοήσω τὸ σύστημά σας τοῦ νὰ διακόπτητε, καὶ μάλιστα δι’ ἐρωτήσεων ἀσχέτων πρὸς τὸ θέμα. Πιστεύω, ὅτι θὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀναιρέσητε κατόπιν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Οἱ βασιλόπαιδές εἰσι πολῖται Ἕλληνες· διότι οὔτε ἀνώτεροι οὔτε κατώτεροι τῶν πολιτῶν εἶναι. Τὸ Σύνταγμα τὸ ὁρίζον τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῶν ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας προσώπων, δὲν ὥρισεν, ὅτι ἀνήκουσιν οὗτοι εἰς κατάστασιν ἄλλην. Ἐὰν ἤθελε νὰ ἀποτελέσωσιν οἱ βασιλόπαιδες κατάστασιν πολιτικὴν διάφορον, νὰ ἐξέλθωσι τῆς τάξεως τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ κηρυχθῶσιν ἀνώτεροι αὐτῶν, ἤθελε ῥητῶς ὁρίσει τοῦτο, διότι αἱ ἐξαιρέσεις εἰσὶν ὅλως τοῦ αὐστηροῦ δικαίου, καὶ ὑφίστανται πάντοτε, ὅταν ὡρισμένως ὁ νόμος τὰς καθιεροῖ, οὐδέποτε δὲ δι’ ἑρμηνείας. Μόνος ὁ ἀγνοῶν τὰς κοινοτέρας βάσεις τῆς νομικῆς ἐπιστήμης ἐδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει τοῖς βασιλόπαισι τὴν ἀπονομὴν τίτλων, δυνάμεθα νὰ ἀπονέμωμεν αὐτοῖς τοιούτους. Τὸ Σύνταγμα, διότι ἠθέλησε τὸν Βασιλέα ἀνώτερον, ὥρισε καὶ τὰς προνομίας αὐτοῦ, τὸ ἀπαραβίαστον, τὸ ἀνεύθυνον αὐτοῦ καὶ τόσας ἄλλας διακρίσεις ἀπένειμεν αὐτῷ. Κατὰ τὸ δημόσιον δίκαιον ἡμῶν, ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ἔχομεν δύο τάξεις, τὴν τοῦ Βασιλέως, ὅστις αὐτὸς καὶ μόνος ἀποτελεῖ μίαν τάξιν προνομιοῦχον, καὶ τὴν τῶν πολιτῶν. Ἐκτὸς τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, πάντες οἱ ἄλλοι εἰσὶ πολῖται, ἢ, ὡς ἀλλαχοῦ λέγουσιν, ὑπήκοοι αὐτοῦ. Τὴν ἀρχὴν δ’ αὐτὴν ἀπεδέχθησαν, ὑπὲρ τῆς ἑνότητος τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς, αὐτὰ τὰ βασιλικώτερα καὶ τὰ ἀριστοκρατικώτερα τῶν Κρατῶν. Ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ἡ βασίλισσα, ἤτοι ἡ σύζυγος τοῦ βασιλεύοντος, εἶναι ὑπήκοος τοῦ Βασιλέως, ἀπολαύουσα μόνον τῶν προνομιῶν, ἃς ἀπένειμεν αὐτῇ τὸ Κοινοβούλιον, ἤτοι ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῶν Βουλῶν. Μία τῶν προνομιῶν της εἶναι, ὅτι δικάζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, εἴ ποτε ἤθελε περιπέσει εἰς ἔγκλημα κατὰ τοῦ συζύγου της ἢ κατὰ τοῦ Κράτους· ἀλλὰ τὸ προνόμιον τοῦτο κέκτηται κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν μὴ Λόρδων πολιτῶν, διότι ἡ συντακτικὴ ἐξουσία ἀπένειμεν αὐτῇ τὸ τοιοῦτον· καὶ τὸ ἀπένειμε, διότι δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἀγγλίας. Ἐπίσης ὁ διάδοχος τοῦ ἀγγλικοῦ θρόνου εἶναι καὶ καλεῖται ὁ πρῶτος ὑπήκοος τοῦ Βασιλέως, δικαζόμενος καὶ καταδικαζόμενος, ὡς πᾶς πολίτης ἄγγλος. Δικάζεται δὲ καὶ οὗτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων· ἤτοι ὑπάγεται εἰς ἐξαιρετικήν τινα δικαιοδοσίαν, οὐχὶ διότι εἶναι βασιλόπαις, ἀλλὰ διότι εἶναι μέλος τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων· καὶ εἶναι μέλος πάλιν τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, οὐχὶ διότι ἐγεννήθη βασιλόπαις, ἀλλὰ διότι· ὡς πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Βασιλέως, δυνάμει τῶν ἀγγλικῶν νόμων εἰσέρχεται εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ δουκάτου τοῦ Cornousilles, διότι εἶναι ἐπίσης σκῶτος Δοὺξ τοῦ Rotnsay, κόμης τοῦ Chester καὶ κόμης τοῦ Flinth, ἐπὶ πᾶσι δὲ καὶ πρίγκιψ τῆς Οὐαλλίας δυνάμει ἱστορικῶν λόγων ἀναμφισβητήτων καὶ πραγματικῶν, λόγων συνδεομένων πρὸς ἀναμνήσεις ἐνδόξους, πρὸς γεγονότα ἐπίζηλα, ὁποῖον ὑπῆρξε διὰ τὸ ἀγγλικὸν στέμμα ἡ κατάκτησις τῆς χώρας τῆς Οὐαλλίας ὑπὸ τοῦ Ἐδουάρδου Αʹ. Οἱ τίτλοι, οὓς φέρει, δίδουσιν αὐτῷ θέσιν ἀνωτέραν ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ τῆς ἀριστοκρατείας, ἀλλὰ οὐδὲν πλειότερον δικαίωμα ἀπολαύει τῶν ἄλλων λόρδων, ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν. Καὶ κατὰ τὸ γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1830 οἱ υἱοὶ τοῦ βασιλέως τῶν Γάλλων εἶχον μὲν τίτλους δουκὸς ἢ κόμητος, ἀλλ’ ὅμως ἐλάμβανον αὐτοὺς, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ἀνεγνώριζε τῷ Βασιλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν τίτλους εἰς πολίτας Γάλλους. Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμων τοῖς υἱοῖς αὑτοῦ ἤ τινι ἄλλῳ Γάλλῳ πολίτῃ τίτλον εὐγενείας, ἐνήσκει συνταγματικὸν δικαίωμα. Καὶ ὅμως ἐγένετο πάλιν χρεία νόμου, ὅπως εἰς τὸν διάδοχον τοῦ γαλλικοῦ θρόνου ἀπονεμηθῇ ἐν ἔτει 1832 ὁ τίτλος τοῦ βασιλικοῦ πρίγκηπος. Ὡς πρὸς πάντα τὰ ἄλλα, ἐκτὸς τῆς ἐν τῇ Γερουσίᾳ αὐτοδικαίου ἑδράσεως, οἱ υἱοὶ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου ἀφωμοιοῦντο πρὸς τοὺς Γάλλους πολίτας. Τὰ αὐτὰ ὑφίστανται καὶ ἐν Βελγίῳ. Αὐτόθι δὲ οὔτε κἂν τοῦ προνομίου τῆς ἐν τῇ Γερουσίᾳ αὐτοδικαίου ἑδράσεως ἀπολαύουσι· προνόμιον τοιοῦτον κέκτηται μόνος ὁ Διάδοχος. Ὑπάγονται δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Βασιλέως τῶν Βέλγων εἰς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐν τῷ στρατῷ ἢ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ εἰσαγωγὴν καὶ προαγωγήν των. Οὕτω, καὶ ἐὰν μόνον ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν ταῖς βασιλευομέναις ἐπικρατείαις τῆς Εὐρώπης ἐπικρατοῦντα, ἠθέλομεν ὁμολογήσει, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν οἱ βασιλόπαιδές εἰσι πολῖται, μὴ ἀπολαύοντες προνομιῶν ἄλλων, παρὰ τὰς ῥητῶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμομένας αὐτοῖς. Ἀλλὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἔτι μᾶλλον κυροῖ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ βασιλόπαιδές εἰσι πολῖται δι’ ἄρθρου λίαν ἐκφραστικοῦ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, «οὐδεὶς ἐκ τῆς «βασιλικῆς οἰκογενείας δύναται νὰ διορισθῇ ὑπουργός.» Ὁ νομοθέτης ἕνεκα λόγων, ἀφορώντων τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἔθηκε τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην, ἤτοι ἐκήρυξεν, ὅτι οἱ βασιλόπαιδες δὲν ἀπολαύουσι τοῦ προνομίου τοῦ νὰ διορίζωνται ὑπουργοί, ὅπερ κέκτηνται πάντες οἱ πολῖται. Ἀλλὰ ἀπαγορεύων τοῖς βασιλόπαισι τὸ ν’ ἀναβαίνωσι τὴν ὑπουργικὴν ἕδραν μόνην, παραδέχεται, ὅτι δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς οἱανδήποτε ἄλλην θέσιν δημοσίαν. Τίνες ὅμως διορίζονται εἰς θέσιν δημοσίαν ἐν Ἑλλάδι; «Μόνοι οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς «ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας,» ὁρίζει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠθέλομεν περιπέσει οὕτω εἰς φανερὰν ἀντίφασιν, δὲν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν ἐκμηδένισιν βάσεως οὐσιώδους τοῦ δημοσίου δικαίου ἡμῶν, εἴ ποτε παραδεχόμεθα, ὅτι οἱ βασιλόπαιδες δὲν εἶναι πολῖται; Ἀλλὰ τότε οὔτε νὰ διορισθῶσιν εἰς δημοσίαν θέσιν θὰ ἦτο δυνατόν. Οἱ ἀρνούμενοι τοῖς βασιλόπαισι τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου, καταβιβάζουσιν αὐτούς, τοῖς ἀρνοῦνται τὸ προνόμιον τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα των, ὡς ἀξιωματικοί, ὡς πρέσβεις, ὡς βουλευταί. Ὄχι. Τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας εἶναι πολῖται. Ὡς τοιοῦτοι ἀπολαύουσι πάντων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλ’ ἂν ἀπολαύωσι πάντων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἕπεται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀπολαύσωσι καὶ προνομιῶν, ἀπαγορευομένων εἰς πολίτας Ἕλληνας, ἑπομένως τίτλον εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὐδένα δύνανται νὰ λάβωσι. Τόσῳ δὲ εὐλαβὴς ὑπῆρξεν ὁ Ἕλλην νομοθέτης ἐπὶ τούτου ἄχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὥστε πέρυσιν, ὅτε ἐγένετο χρεία νὰ κληθῇ ἐπὶ τὴν ἀντιβασιλείαν εἷς τῶν θείων τοῦ Βασιλέως, ἐν τῷ νόμῳ, τῷ κηρύξαντι αὐτὸν ἀντιβασιλέα, τῷ ἀφηρέθη ὁ τίτλος τοῦ πρίγκηπος καὶ ἐκλήθη ἁπλῶς Ἰωάννης τοῦ Γλυξβούργου, καί τοι θεῖος τοῦ Βασιλέως ὢν καὶ πράγματι πρίγκηψ ἐν τῇ γῇ τῆς γεννήσεώς του· διότι, ὅπως γίνῃ τις ἀντιβασιλεὺς, ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην· καὶ εἰς πολίτην Ἕλληνα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀποδοχὴ διακριτικῶν τίτλων. Καθὼς πᾶς δοῦλος, πατήσας τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἀμέσως ἐλεύθερος οὕτω καὶ πᾶς ἀλλοδαπὸς, πολίτης γενόμενος Ἕλλην, ἀποβάλλει ἀμέσως πᾶσαν διάκρισιν, πάντα τίτλον, ὃν ἤθελε φέρει τυχόν, προσβάλλοντα δὲ τὴν καθιερωμένην ὡς βάσιν τοῦ δημοσίου δικαίου ἡμῶν ἀπόλυτον ἰσότητα πάντων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων.
§85ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Σᾶς παρακαλῶ ......
§86ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μὴ διακόπτετε, κύριε ὑπουργέ! ...... (θόρυβος).
§87ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, οἱονεὶ ἐκπλησσόμενος, εἶπε· καὶ πῶς θὰ περιφρονήσωμεν τοὺς βασιλόπαιδας ἐπὶ τοσοῦτον, ὅπως μὴ περιβάλωμεν αὐτοὺς διά τινος διακρίσεως; Καὶ ὁ τίτλος τοῦ Διαδόχου ἢ τοῦ βασιλόπαιδος εἶναι ἆρά γε τόσῳ μικρὸς, ὅπως γίνῃ χρεία τῆς προσθήκης καὶ ἑτέρας διακρίσεως; Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτὴν μελετῶν τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, τὴν θεωρῶ ὕβριν πρὸς τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα· λυποῦμαι δὲ, ὅτι διὰ λέξεως, τόσῳ βαρείας, ἐπείγομαι νὰ χαρακτηρήσω τὴν ἀπορίαν του. Δὲν εἶναι ἐξευτελιστικόν, ἀλλὰ τιμὴν μάλιστα περιβάλλει τοῖς υἱοῖς τοῦ Βασιλέως, ἐὰν καλῶνται πολῖται Ἕλληνες. Εἶναι λυπηρὸν νὰ κηρύσσηται, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ πολίτου εἶναι ταπεινωτικόν τι, παρ’ Ἕλληνος πρωθυπουργοῦ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ ἐγειρομένου ἐν τῇ πόλει ταύτῃ τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις πρώτη ἐν τῇ ὑφηλίῳ ἐθεμελίωσε καὶ ἐδημιούργησε τὴν ἰδέαν τοῦ πολίτου καὶ τῆς πατρίδος, τὰς δύω ταύτας ὑψίστας ἐννοίας, αἵτινές εἰσιν ἡ βάσις τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ καὶ αἵτινες, ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη, ἐφυλάχθησαν καὶ φυλάσσονται παντοῦ τῆς γῆς ὅπου ἂν ὁ πολιτισμὸς θάλλῃ. Εἶναι λοιπὸν μικρὸς καὶ ταπείνωσιν φέρων ὁ τίτλος τοῦ πολίτου, ὁ τίτλος τῶν περιφανεστέρων ἀνδρῶν οὐ μόνον τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ τῆς ὑφηλίου ἁπάσης, ὁ τίτλος, ὃν ἔφερεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης, ὁ Μιλτιάδης, ὁ Περικλῆς, ὁ Φωκίων; Εἶναι ταπεινωτικός, κ. πρωθυπουργὲ, ὁ τίτλος, ὅστις ἐκόσμει τοὺς ἀθανάτους μαχητὰς τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας;.... (Εὖγε! Εὖγε!)
§88ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. ..... (θόρυβος).
§89ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μὴν ἀπαντᾶτε, κ. Φιλήμων......
§90ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἤκουσα ὑποτονθοριζομένην τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βασιλεία ἐν τῇ Ἑλλάδι δὲν πρέπει νὰ ἀπογυμνωθῇ τῶν προνομιῶν καὶ τῆς πανοπλίας, αἵτινες περιβάλλουσι τὰς ἄλλας βασιλείας. Οἱ τὰ τοιαῦτα ψιθυρίζοντες συγχύζουσιν ἀτόπως τὴν Ἑλληνικὴν βασιλείαν πρὸς τὰς ἄλλας βασιλείας. Τῆς Ἑλληνικῆς βασιλείας ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ βάσις εἶναι διάφορος τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς βάσεως τῶν ἄλλων μοναρχιῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐκεῖ, ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἡ βασιλεία προϋπῆρξε τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἐδημιούργησεν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτὰς τὰς ἐθνότητας, καὶ, εἴτε διὰ τῆς κατακτήσεως, εἴτε διὰ τῆς ἁρπαγῆς, ἱδρύθη ἐν μέσῳ τῶν Λαῶν. Τοιαύτην ἔχουσα καταγωγὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ βασιλεία ἐν τῇ Εὐρώπῃ νὰ μὴ περιβάληται δι’ ὅλων τῶν ἐξωτερικῶν τύπων, τῶν ἀναμιμνησκόντων τὴν φύσιν καὶ τὴν καταγωγὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν οὕτως ἔχουσιν ἆρά γε; Οὐδόλως· παρ’ ἡμῖν ἡ Βασιλεία εἶναι δημιούργημα μεταγενέστερον, δὲν προϋπῆρξεν αὕτη τοῦ ἔθνους, οὔτε κατήρτισεν αὕτη τὴν ἐθνότητα τὴν ἑλληνικὴν καὶ τὸ ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ ἑλληνικὴ ἐθνότης καὶ τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον ἐγένοντο ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων, αὐτοὶ δ’ ὕστερον, συντάσσοντες τὴν πολιτείαν, συνέστησαν τὴν βασιλείαν καὶ ἐκάλεσαν βασιλέα τῇ ἐλευθέρᾳ ψήφῳ αὐτῶν. Ἡ βασιλεία ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἄλλην ἔχουσα καταγωγὴν, ἄλλοθεν πηγάζουσα, ἄλλην ἔχει φύσιν, ἄλλην ἔννοιαν καὶ ἄλλην ὑπόστασιν· ἑπομένως οὐδὲν κοινὸν αὐτῇ πρὸς τὰς διακρίσεις, αἵτινες περιβάλλουσι βασιλείας, κατακτητικὰς καὶ φεουδικάς. Λέγων δὲ τὴν ἱστορικὴν ταύτην ἀλήθειαν, ὅτι ἡ βασιλεία παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ ἔθνους, ὅτι ἀρχὴν καὶ πηγὴν ἔχει τὴν ψῆφον τῶν Ἑλλήνων, ἀναγνωρίζω αὐτῇ βάσιν τιμιωτέραν, εὐρυτέραν, ἀληθεστέραν καὶ εὐγενεστέραν, ἢ ἐὰν ὡμολόγουν ταύτην, ὡς ὁμοιάζουσαν πρὸς ἄλλας βασιλείας, ὧν ἡ καταγωγὴ, ἡ ὑπόστασις καὶ ἡ οὐσία εἶναι ἢ ἡ φεουδικὴ κατάκτησις, ἢ ἡ ἁρπαγὴ, ἢ ζοφερόν τι καὶ ἕωλον Θεῖον δίκαιον. Ἵνα ὑπάρξῃ καὶ ἑδραιωθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ βασιλεία, οὐδέποτε πρέπει νὰ ἀπολέσῃ τὸν καθαρῶς ἑλληνικὸν χαρακτῆρα της· πρέπει νὰ ἀποβάλῃ μάλιστα ὅ,τι ἂν συγχύζῃ αὐτὴν πρὸς βασιλείας φεουδικὰς ἢ τοῦ Θείου δικαίου. Πᾶς δὲ ὁ ἐξομοιῶν τὴν ἑλληνικὴν βασιλείαν πρὸς τὰς φεουδικὰς βασιλείας τῆς Δύσεως καὶ πειρώμενος νὰ διατυπώσῃ αὐτὴν κατ’ εἰκόνα ἐκείνων, δηλητηριάζει τὴν ὑπέροχον ἰσχὺν αὐτῆς καὶ τὴν ἁγνὴν φύσιν της. (Εὖγε! Εὖγε!)
§91Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι λόγος νὰ προσβληθοῦν ἄλλα στέμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν εὐγενῆ καταγωγήν. (Θόρυβος).
§92ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀποδίδοντες λοιπὸν καὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ στηριχθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων εἰσὶ καθαροὶ καὶ τέλειοι Ἕλληνες, πολῖται τῆς Ἑλλάδος, οὐ μόνον δὲν καταβιβάζομεν αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνυψοῦμεν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἥτις προώρισται νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἀγαπητοὺς, προσφιλεῖς καὶ σεβαστοὺς παρὰ τοῖς τῆς ἰσότητος θερμοῖς θιασώταις Ἕλλησι. Ὡς πολῖται, οἱ βασιλόπαιδες τῆς Ἑλλάδος δικαιοῦνται νὰ ἀπολαύωσι πάσης προνομίας, ὁποίαν δυστυχῶς ἐπείγονται νὰ τοῖς ἀρνηθῶσιν οἱ ἀρνούμενοι αὐτοῖς καὶ τὴν ἰσότητα τοῦ πολίτου· ἀλλὰ συγχρόνως οὐδέποτε ἐπιτρέπεται καὶ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς, ὅ,τι ἂν τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύῃ νὰ δέχωνται πολῖται Ἕλληνες, ἑπομένως καὶ τίτλους διακριτικοὺς εὐγενείας. Οἱ τίτλοι, καὶ αἰωνίως οἱ τίτλοι! Ἀλλ’ αἱ διὰ τίτλων διακρίσεις εἰσὶν ἆρά γε αἱ προσεταιριζόμεναι τῷ Βασιλεῖ τῶν Ἑλλήνων καὶ τοῖς υἱοῖς Αὐτοῦ τὸν σεβασμὸν τοῦ ἔθνους; Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐπέπρωτο διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ λογίζηται ὁ βαθμὸς τοῦ πρὸς τὸν ἡγεμόνα σεβασμοῦ καὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος φέρει τὸν ἁπλοῦν αὐτὸν τίτλον: Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Οὔτε παδισὰχ, οὔτε αὐτοκράτωρ, οὔτε υἱὸς τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης προσεπικαλεῖται· οὔτε κἂν Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ὀνομάζεται, οὔτε ἐλέῳ Θεοῦ γράφεται, ὡς ὁ βασιλεὺς Ὄθων. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἶναι ἧττον ἰσχυρὸς, ἧττον σεβαστὸς τῶν ἄλλων τοὺς ὀγκώδεις τίτλους φερόντων ἡγεμόνων, ἀσθενέστερος τοῦ βασιλέως Ὄθωνος, Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ οὐχὶ τῆς Ἑλλάδος καλούμενος, καὶ τὸ ἐλέῳ Θεοῦ μὴ φέρων προστεθειμένον τῷ τίτλῳ Αὐτοῦ; Ναὶ, οἱ πομπώδεις τίτλοι, οἱ τὸν τρόμον ἢ τὴν δύναμιν ὑπεμφαίνοντες ἔχουσι σημασίαν καὶ ἔννοιαν παρὰ λαοῖς βαρβάροις καὶ μὴ ἀνεπτυγμένοις, παρὰ λαοῖς, μὴ ἔχουσι τὴν ἰδέαν τῆς Πατρίδος ἀκμαίαν καὶ τελείαν· εἰσὶν ὅμως μηδαμινοὶ, περιττοὶ καὶ ζημιώδεις μάλιστα παρὰ λαοῖς ἀνεπτυγμένοις καὶ εὐγενέσι. (Εὖγε!)
§93ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Λοιπὸν πᾶς μὴ Ἕλλην βάρβαρος;
§94ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοῦ Κ. ὑπουργοῦ ἡ διακοπὴ δὲν εἶναι εὐφυής. Πῶς λησμονεῖτε, Κ. ὑπουργὲ, ὅτι αἱ πομπώδεις προσεπωνυμίαι, προσληφθεῖσαι παρὰ τῶν ἡγεμόνων, ἐν ἐποχῇ βαρβαρότητος, ἐὰν σήμερον ὑφίστανταί που, εἰσὶν ἁπλαῖ τινες ἀναμνήσεις, οὐδεμίαν σημασίαν φέρουσαι; Συνδέοντες τὸν βαθμὸν τοῦ πρὸς τὴν βασιλείαν σεβασμοῦ τῶν Ἑλλήνων μετὰ τῆς πληθύος καὶ τῆς ποιότητος τῶν τίτλων, οὓς δέον νὰ φέρῃ ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια, ὑβρίζετε τὴν πνευματικότητα τοῦ ἔθνους, τὴν ἀρετήν του καὶ συμφωνεῖτε πληρέστατα πρὸς τὰ ἀξιώματα καὶ πρὸς τὰς ἰδέας διπλωμάτου τινὸς Βαυαροῦ. Ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξελέχθη ὁ Ὄθων βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐν Λονδίνῳ πρέσβυς τῆς Βαυαρίας, ὁ βαρὼν Cetto, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, ἔγραψεν ὑπόμνημά τι, ἐν ᾧ ἀνέπτυσσε τὰς ἰδέας του περὶ τῆς νέας τῆς Ἑλλάδος βασιλείας καὶ διετύπου, ὅ,τι κατ’ αὐτὸν συντελεστικὸν πρὸς ἑδραίωσιν αὐτῆς. Ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ λέγεται, ὅτι ὅπως ἡ νέα βασιλεία ἑδραιωθῇ ἐν τῇ Ἑλλάδι, πρέπει νὰ περιβληθῇ δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου, δι’ ὅλης τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιδείξεως, ἥτις δύναται νὰ καταπλήξῃ τὰ πλήθη· διότι οἱ Ἕλληνές εἰσι λαὸς ἀνατολικὸς, ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας συνειθίσας νὰ προσκυνῇ τὸν κατακτητήν. Ὁ βασιλεὺς πρέπει ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν Σουλτάνον ἐν Ἑλλάδι, καὶ οἱ διοικηταί του νὰ ὦσιν οἱ διάδοχοι τῶν πασάδων· διότι ἄλλως οἱ Ἕλληνες δὲν ἐννοοῦσι τὴν ἐξουσίαν, ἄλλως δὲν τὴν ἐγνώρισαν· Αἱ συμβουλαὶ αὗται, δοθεῖσαι παρ’ ἀνθρώπων, οὐδὲν ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ ἔθνους γινωσκόντων, ὁποῖον ἔφερον θλιβερὸν ἀποτέλεσμα, ἡ ἱστορία ἐμαρτύρησεν. Δηλητηριάσασαι τὴν βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος ἐν τῇ γεννήσι αὐτῆς, τὴν ὡδήγησαν εἰς τὴν ἐξορίαν, ὁ δὲ τόσος ὄγκος, ὃν ἀνέπτυξεν ἡ δυναστεία ἐκείνη, ὁ τρόμος καὶ οἱ ξενικοὶ στρατοὶ καὶ αἱ χρυσάργυροι στολαὶ, δι’ ὧν ἐνέδυσε καὶ τοὺς τελευταίους ὑπαλλήλους, εἰς οὐδὲν τὴν ὠφέλησαν. Οἱ Ἕλληνες, λαὸς φύσει πνευματικὸς, ὡς πρὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν ἐμαρτύρησε τοῦτο, παλαίσας πεισματωδῶς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του, ἀκριβῶς ὑπὲρ τῆς ἀποσείσεως τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ, ἔτι πνευματικώτερος γενόμενος ἔκτοτε, διότι ἐπλούτησε καὶ ἀνεπτύχθη διανοητικῶς, καὶ ἐξεπαιδεύθη ἔτι μᾶλλον, ὅπως κανονίζῃ τὸ σέβας του πρὸς τοὺς ἄρχοντάς του, δὲν στηρίζεται εἰς κενοὺς καὶ γελοίους τίτλους ἢ εἰς τὰς ἐπιδείξεις, ἀλλ’ εἰς τὰ πράγματα. Ἔσεται σεβαστὸς παρ’ Ἕλλησιν οὐχὶ ὁ τίτλους φέρων, ἀλλ’ ὁ ἐργαζόμενος πράγματι ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Εὖγε! Ναί! Ναί!) Πολλοὶ ἐκ τῶν συμπατριωτῶν μας Ἑλλήνων ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσωσιν ἑαυτοῖς τίτλους τινάς· ἀλλ’ ὅμως, διότι ὤφειλον αὐτοὺς οἱ μὲν εἰς τὴν τουρκικὴν κατάκτησιν, οἱ δὲ εἰς τὴν ἑνετικὴν δεσποτείαν, οὐδεὶς δ’ εἴς τινα ἑλληνικὴν ἐξουσίαν, παρῃτήθησαν τούτων. Ὁ Δημήτριος Ὑψηλάντης, ἐλθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀγωνισθῇ, ἀπέβαλε μακρὰν τὸν τίτλον τοῦ πρίγκιπος, ὃν ἐν τῇ Ῥωσσίᾳ τῷ ἀπέδιδον, λαβὼν τὸν τοῦ πατριώτου· καὶ οὕτως ὑπεγράφετο. Ὁ Μαυροκορδᾶτος, εἰς οἶκον ἀνήκων, ὅστις ἔδωκεν ἡγεμόνας ἐν τῇ Μολδοβλαχίᾳ, ἐδύνατο, εἰ ὑπῆρχε κοῦφος, νὰ διεκδικήσῃ τὸν τίτλον αὐτόν· καί τινες, κολακεύοντες, ἤρξαντο νὰ τῷ ἀποδίδωσι τοῦτον· ἀλλ’ αὐτὸς, γνώστης τέλειος τοῦ τόπου ἐν ᾧ ἐμάχετο, καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἔθνους, εἰς ὃ ἀνῆκεν, ὡς ὁ Ὑψηλάντης, τὸν ἀπέκρουσεν· ἔμεινε πολίτης. Ὁ Καποδίστριας διετήρησεν, ὃν ἐκέκτητο τίτλον τοῦ κόμητος; Καὶ ὅμως, ἀφαιρεθέντες τοὺς τίτλους ἐκείνους, τοὺς ξένους οἱ μεγάλοι πατριῶται αὐτοὶ, οὐ μόνον δὲν ἐκλονίσθησαν, ἀλλ’ ἐστερεώθησαν εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους· διότι ἔπραξαν ἔργα ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Οὐδεὶς δ’ ἐκ τῶν ἀκροωμένων με ἀγνοεῖ, ὁπόσον γελοῖοι ἐγένοντο ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ διατηρήσωσιν ἢ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἀναγνώρισιν τίτλων εἰς τοὺς συμπολίτας των. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν πτοοῦσιν οἱ τίτλοι, οὔτε δι’ αὐτῶν ῥυθμίζει τοῦτο τὴν πρὸς τοὺς ἄρχοντάς του ὑπόληψιν. Ἀλλὰ, διότι ἀξιῶ τοὺς βασιλόπαιδας πολίτας, ἐπιμένω ἆρά γε νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεμίαν φέρουσιν ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ διάκρισιν, οὔτε ἀπολαύουσι προνομίου τινὸς ἐξαιρετικοῦ; Ἐν πρώτοις, μόνον διότι εἰσὶν υἱοὶ τοῦ Βασιλέως, μετέχουσι τοῦ ἀπονεμομένου τῷ βασιλεῖ ἐξαιρετικοῦ σεβασμοῦ· ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπολαύουσιν αὐτοὶ μόνοι, διὰ τοῦ μόνου γεγονότος τῆς γεννήσεώς των, δικαιώματος, πολλῷ ἀνωτέρου παντὸς τίτλου καὶ πάσης προσεπωνυμίας, τοῦ δικαιώματος τοῦ ν’ ἀναβαίνωσι τὸν θρόνον, αὐτοὶ μόνοι ἐκ πάντων τῶν Ἑλλήνων, καὶ νὰ ἐνασκῶσι μερίδα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, οὐχὶ εὐκαταφρόνητον. Καὶ ἄνευ τίτλου τινὸς, εἰσὶν οὕτω ἀνώτεροι τῶν ἄλλων πολιτῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἐὰν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶ τὴν ἄτοπον ἀρχὴν, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις τοῦ γενικοῦ κανόνος ὑπὲρ τῶν βασιλοπαίδων, ἤτοι, ὅτι δύναται νὰ ἀποδοθῇ αὐτοῖς τίτλος, ὁ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 22 Αὐγούστου ἀπονεμηθεὶς τῷ Διαδόχῳ τίτλος, ὁ τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης, εἶναι τίτλος, περιποιῶν ὑπόληψιν; Λυποῦμαι ἀπὸ καρδίας, ὅτι οἱ ὑπογράψαντες τὸ διάταγμα ὑπουργοὶ καὶ ὑποχρεώσαντες τὸν Βασιλέα νὰ θέσῃ ὑπ’ αὐτὸ τὴν ὑπογραφήν του, αὐτοὶ μόνοι γενόμενοι ὑπεύθυνοι πάσης παρανομίας, δὲν ἀνέπτυξαν εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὁποία προσβολὴ γίνεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στέμμα διὰ τῆς ἀπονομῆς τίτλου τοιούτου. Πάντες οἱ διδόμενοι τίτλοι εἰς ἡγεμονόπαιδας εἰσὶ τίτλοι, συνδεόμενοι μετὰ ἐπιζήλων ἱστορικῶν ἀναμνήσεων, ἐνθυμίζοντες ἐνδόξους καὶ εὐτυχεῖς ἡμέρας. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, κύριοι ὑπουργοὶ, ὁποῖος Ἕλλην, ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ παλαίσας ἢ ἐργασθεὶς, ὑπῆρξε φέρων τὸν τίτλον τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης, ὅπως διὰ τῆς ἀπονομῆς τῷ Διαδόχῳ τῶν Ἑλλήνων τοῦ τίτλου τούτου ἀναπολήσητε εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἐνεστῶτος εὐαρέστους καὶ φιλοτίμους ἀναμνήσεις; Ἐπιτρέψατέ μοι ἐν συντόμῳ νὰ σᾶς εἴπω, ὁποῖαί τινες εἰσὶν αἱ ἀναμνήσεις, αἱ συνδεόμεναι ἐν Ἑλλάδι μετὰ τῶν φεουδικῶν τίτλων τοῦ δουκός, τοῦ πρίγκιπος, τοῦ κόμητος καὶ τοῦ βαρώνου. Ὅτε οἱ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου, θύματα τοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ των ἐλεεινοῦ μίγματος τοῦ ἀσιανοῦ καὶ τοῦ ῥωμαϊκοῦ ἀπολυτισμοῦ, παρήγαγον εἰς τὴν ἐσχάτην ἐξασθένισιν τὴν ἀνατολικὴν αὐτοκρατορίαν, μὴ δυνάμενοι αὐτοὶ διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων ν’ ἀποκρούσωσι τῶν Σαρακηνῶν τὴν αὔξουσαν δύναμιν, ἥτις ἤδη ἦν κυρία τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐχώρει πρὸς τὴν βασιλεύουσαν, ὑπεχρεώθησαν νὰ προσκαλέσωσιν ἐπικουρίας ἐκ τῆς δύσεως, ὅπως πολεμήσωσι τὸν ἀπειλοῦντα αὐτοὺς ἐχθρόν. Τὸ πνεῦμα τῶν πολεμικῶν τυχημάτων καὶ ἡ ὁρμὴ πρὸς τὰς κατακτήσεις, ἥτις τόσῳ ἤκμαζεν ἐν τοῖς λαοῖς τῆς δύσεως, δὲν ἐδύνατο νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν κρείττονα καὶ λείαν λαμπροτέραν. Παντὸς γένους καὶ πάσης φυλῆς τυχοδιῶκται, συναχθέντες ὑπὸ ἀρχηγοὺς, μὴ δυναμένους πλέον νὰ ζήσωσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ χώρᾳ, ἐξετέλεσαν τὰς σταυροφορίας. Αἱ σταυροφορίαι ἐκεῖναι σημαίαν ἀνεπέτασαν τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἁγίου Τάφου. Τί ὅμως συνέβη; Τὸ πνεῦμα, τὸ κυρίως ὁδηγῆσαν αὐτὰς, δὲν ἐβράδυνε ν’ ἀναπτυχθῇ. Τὰ ὅπλα, ἅτινα ὤφειλον νὰ στρέψωσι κατὰ τῶν Σαρακηνῶν, ἔστρεψαν κατὰ τῶν προσκαλεσάντων αὐτοὺς αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου, κατὰ τῶν χριστιανῶν. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἔπεσε μετ’ ὀλίγον εἰς χεῖράς των, αὐτοὶ δὲ, οἵτινες ἦλθον, ὅπως σώσωσι τὴν αὐτοκρατορίαν, κατέκτησαν αὐτὴν προδοτικῶς καὶ ἐπιβούλως, ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς, καὶ ὅπου ἂν ἠδυνήθη ἕκαστος αὐτῶν, ἐνεκατέστησε καὶ ἡγεμονίαν ἰδίαν. Οἱ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου, πιστεύσαντες, ὅτι δι’ ἐπικούρων τοιούτων ἐσώθησαν ἀπὸ τῶν Σαρακηνῶν, ἐνέπεσαν εἰς ἐνέδραν χείρονα, ἐγκαταστήσαντες ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῖς τοῦ κράτους των ἐχθροὺς, ἑτέρωθεν δεινοτέρους. Τότε καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἐπαρχίας βυζαντινὰς ἀποτελοῦσα, ἀπεσπάσθη τῆς ἐξουσίας τῶν αὐτοκρατόρων, ἥτις, ἐὰν μὴ ἦτον ἐντελῶς ἑλληνικὴ, ἦν ὅμως ἐθνικὴ, μᾶλλον ἑλληνικὴ τῶν ἐκ Δύσεως στρατῶν, τάσιν δὲ προφανῆ δεικνύουσα πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν αὑτῆς τῷ ἑλληνισμῷ. Ἡ γλῶσσα καὶ ἡ θρησκεία, καὶ μετ’ αὐτῶν αἱ ἀναμνήσεις τοῦ Ἕλληνος, ἐσώζοντο καὶ ἐκρατύνοντο δι’ αὐτῆς. Τότε ἀνηγέρθησαν τὰ πριγκιπάτα, καὶ τὰ δουκάτα καὶ αἱ κομητεῖαι ἐν τῇ Ἑλλάδι, παρὰ τῶν ἀπολιτεύτων στρατῶν τῶν σταυροφόρων, παρὰ τῶν ἐπιδραμόντων εἰς τὴν Ἑλλάδα τυχοδιωκτῶν, οὐδέποτε δὲ παρὰ τῆς νομίμου βυζαντινῆς ἐξουσίας, ἢ παρά τινος ἑλληνικῆς ἀρχῆς. Καὶ δὲν φοβοῦμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς στίφη τυχοδιωκτῶν, τὰ τὴν Ἀνατολὴν πλημμυρήσαντα στίφη ἐκεῖνα, ἀφοῦ αὐτοὶ οἱ τῆς Δύσεως πρωτεύοντες συγγραφεῖς οὕτω τὰ ἐχαρακτήρισαν. Τὸ δουκάτον τῶν Ἀθηνῶν, τὸ πριγκιπάτον τῆς Ἀχαΐας, τῶν Πατρῶν, τοῦ Μισθρᾶ, τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου τὰ δουκάτα καὶ αἱ κομητεῖαι, εἰσὶ δημιουργήματα οὐχὶ τῆς τότε ἑλληνικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ τῶν κατακτητῶν τῆς Ἑλλάδος Σταυροφόρων, οὐδεὶς δ’ Ἕλλην, ἀλλ’ ἀρχηγοὶ Φράγκοι περιεβλήθησαν τοὺς φεουδικοὺς τίτλους τούτους. Ἡ κατάστασις δ’ αὕτη, δι’ ἧς ἐπολεμήθη ἡ θρησκεία καὶ ἡ γλῶσσα τῶν Ἑλλήνων, ἔφερε τὸν πρώτιστον πέλεκυν κατὰ τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας· καὶ ἔκτοτε χρονολογεῖται κυρίως ἡ πτῶσις αὐτῆς, ἀπὸ τοῦ ιά. αἰῶνος. Ὑπόχρεως ἐφεξῆς ἡ ἐν Βυζαντίῳ ἀρχὴ νὰ πολεμήσῃ τοὺς ἐχθροὺς, ἐντὸς τῶν σπλάγχνων αὐτῆς ἐγκαταστάντας, δὲν ἐδύνατο πλέον νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως ἀποκρούσῃ τὰς ἐπιδρομὰς τῶν Τούρκων, ἕως ὅτου ἔπεσεν ἐπὶ τέλους. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁποῖαι ἀναμνήσεις συνδέονται μετὰ τῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπάρξεως τίτλων φεουδικῶν· ἀναμνήσεις ταπεινώσεως, ξενικαὶ, ἀπαίσιοι ἀναμνήσεις δουλείας, οὐδεμία δὲ ἀνάμνησις ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ἀξία τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος. Οὐδεὶς Ἕλλην ἔφερε τίτλον Δουκὸς, Πρίγκιπος, Κόμητος, ἀλλὰ ξένοι τυχοδιῶκται Φράγκοι, ἐγκαταστάντες ἐν μέσῳ ἡμῶν διὰ προδοσίας. Συνδέοντες, κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ ὄνομα τῆς Σπάρτης μὲ τὸν τίτλον τοῦ Δουκὸς, βεβηλοῦτε τὰς προσφιλεστάτας ἐθνικὰς ἀναμνήσεις, κηλιδοῦτε τὸ ἔνδοξον ὄνομα τῆς Σπάρτης, διὰ τίτλου ταπεινώσεως. Τί κοινὸν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πατρὶς τοῦ Λεωνίδα, τοῦ Ἀγησιλάου, τοῦ Ἄγιδος, τοῦ Βρασίδα, τοῦ Λυκούργου καὶ Κλεομένους, μετὰ τοῦ πριγκιπάτου Βελαρδουίνου τοῦ Καμπανίτου, τῆς Ἰσαβέλλας, τοῦ Ὄθωνος καὶ τῶν ἐκ Σικελίας πειρατῶν, οἵτινες οὐ μόνον οὐδὲν ἑλληνικὸν ἀντεπροσώπευον, ἀλλὰ καὶ κύριον ἔσχον ἔργον νὰ πολεμήσωσι τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν θρησκείαν τῶν Ἑλλήνων, διὰ τῆς τυραννικῆς καὶ ληστρικῆς πρὸς τοὺς κατοίκους διαγωγῆς των, περιαγαγόντες αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσχάτην ἀπόγνωσιν, ὅπως καὶ αὐτῶν τῶν Τούρκων αἰτήσωνται τὴν ἀρωγὴν καὶ καλέσωσιν αὐτοὺς ἐν τῇ χώρᾳ των, διὰ ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐπὶ τέλους πειρατικῆς διοικήσεως; Ἀληθῶς τὸν τίτλον τοῦ Δεσπότου, τίτλον τοὐλάχιστον ἑλληνόφωνον, ἐὰν μὴ ἑλληνικὸν, ἔφερον οἱ δύο ἀδελφοὶ Κωνσταντίνου τοῦ Δραγάτση, οἱ Δημήτριος καὶ Θωμᾶς, οἱ μεριζόμενοι ἔτη τινὰ πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ Βυζαντίου τὴν Πελοπόννησον, καὶ τὸν βίον αὑτῶν διελθόντες εἰς ἐμφύλιον πόλεμον, εἰς ἀμοιβαίας προδοσίας, ἀντὶ νὰ βοηθήσωσι τὴν βασιλεύουσαν. Ἀλλ’ ὅμως, ὅτε ὁ Μεχμέτης ἐγένετο κύριος τοῦ Μωρέως, ὁ μὲν τούτων, φυγὼν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἤλλαξε τὴν θρησκείαν του, ὁ δὲ Δημήτριος ἔδωκε τὴν θυγατέρα του τῷ κατακτητῇ, ἐτούρκισεν ἐπὶ τέλους καὶ κατέλυσεν ἐλεεινῶς τὸν βίον· αὐτοὶ δὲ εἶναι, οἵτινες, ἀντὶ νὰ πολεμήσωσι, προσεκάλεσαν τὸν κατακτητὴν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, φέροντα ἐβρεγμένας ἔτι τὰς χεῖρας ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ των, καὶ προσεκάλεσαν αὐτὸν, ὅπως ὁ εἷς τὸν μεταχειρισθῇ κατὰ τοῦ ἑτέρου πρὸς διαιώνισιν τῆς ἐπὶ τῶν χωρῶν τούτων τυραννίας των. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁποῖαι ἀναμνήσεις ταπεινώσεως, ἐξευτελισμοῦ, προδοσιῶν, ἐμφυλίων ῥήξεων, προσκλήσεως ξενικῶν στρατευμάτων, τυραννίας ἀνηκούστου συνδέονται μετὰ τῆς ὑπάρξεως τίτλων φεουδικῶν ἢ δεσποτικῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι. (Εὖγε!) Ἀλλὰ καὶ ἑτέρωθεν, πῶς τολμᾶτε, κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ βεβηλώσητε οὕτω τολμηρῶς τὴν ἱστορίαν; Πῶς τὸ βασίλειον τοῦ Λεωνίδου, τὴν πατρίδα τοῦ Λυκούργου τολμᾶτε νὰ καταβιβάσητε εἰς δουκάτον καὶ νὰ περιβάλητε διὰ τίτλου ταπεινῶν ἀναμνήσεων;........
§95ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Θόρυβος).
§96ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε!
§97ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τηρήσητε τὴν τάξιν. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν αὑτὴν νὰ ἀποφανθῇ, ἐάν τινα προσβλητικὴν ἔκφρασιν μετεχειρίσθην.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι! ἐξακολουθήσατε.
§99ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ τίτλος, καὶ μάλιστα ὡς ὁ τίτλος τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης, ἐξευτελίζουσι καὶ ταπεινοῦσιν, ἀλλὰ δὲν ἀνυψοῦσι τὸ ὄνομα τῆς Σπάρτης, δηλητηριάζουσι τὰς ἐνδόξους ἀναμνήσεις αὐτῆς, διότι ἡ Σπάρτη ἔζησε καὶ ἐδοξάσθη, ὡς ἡ πολιτεία τῶν Ἐφόρων, τῆς Γερουσίας, τῶν Βασιλέων αὑτῆς, ὡς βασίλειον τοῦ Λεωνίδου, τοῦ Ἄγιδος, τοῦ Ἀγησιλάου, οὐχὶ δὲ ὡς ἡγεμονία τοῦ Βιλαρδουίνου ἤ τινος ἄλλου φεουδάρχου, τύχην διώκοντος. Φεουδικὸς τίτλος συνδεόμενος μετὰ τοῦ ὀνόματος τῆς Σπάρτης, ἀναμιμνήσκει ἡμέρας ταπεινώσεως καὶ πιέσεως, τὰς ζοφερωτέρας τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς ὥρας (Εὖγε!).
§100ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κάμνετε λάθος, κ. Φιλήμων, διότι ὁ Βιλαρδουίνος ἦτο πρίγκιψ τοῦ Μισθρᾶ καὶ οὐχὶ τῆς Σπάρτης.
§101ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. ὑπουργέ.
§102ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν βλάπτει, κύριοι, ἡ διακοπή. Εὐχαρίστως ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν, τῷ ὑπομιμνήσκω, ὅτι ἡ Σπάρτη ἦν ἡ πρωτεύουσα τῶν δεσποτῶν Παλαιολόγων, ὧν αἱ ἀναμνήσεις εἰσὶν ἐπίσης ἐξευτελιστικαὶ, ὡς σᾶς προεῖπον. Ἄλλως τε ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ τῶν φεουδικῶν τίτλων, οἵτινες συνεδέθησαν μετὰ τῶν ἑλληνικῶν πόλεων, ἐν αἷς καὶ ἡ Σπάρτη περιελαμβάνετο, ὡς ὑποτελὴς ἢ ἄλλῳ λόγῳ. Ὁ τίτλος τοῦ Δουκὸς, ἐπαναλαμβάνων τοῦτο ἐπιμένω, δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ μεγαλεῖον τῶν βασιλέων τῆς Σπάρτης, τὴν ἀρχαίαν καὶ ἑλληνικῆς καταγωγῆς εὐγένειαν, ἀλλὰ ἀριστοκρατίαν βάρβαρον καὶ ἀλλόφυλον, ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν. Ναί! ὑπάρχει μία ἑλληνικὴ εὐγένεια· ἀλλ’ ἡ εὐγένεια αὕτη εἶναι οὐχὶ ἡ ψευδέσι τίτλοις περιβληθεῖσα, ἀλλ’ ἡ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, φλεγόμενοι τὰ στήθη ὑπὸ τοῦ πυρὸς τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἐλευθερίας, κατέφυγον εἰς τὰ ὄρη, καὶ ἐκεῖ, ἀρματωλοὶ ἀδούλωτοι, ἔσωσαν τὸν ἑλληνισμὸν, διαμαρτυρόμενοι κατὰ τῆς κατακτήσεως. Ναί! ὑφίσταται μία εὐγένεια ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ ἡ εὐγένεια αὕτη εἶναι ἡ τῶν μαχητῶν τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας πολέμου, τέκνων τοῦ λαοῦ, οἵτινες ἀντὶ παρασήμων καὶ ἐπιδειγμάτων, ἐντὸς τοῦ στήθους ἑαυτῶν ἔκρυπτον ἄδολον καὶ ἀκμαῖον τὸν πρὸς τὴν Πατρίδα ἔρωτα, τίτλον δ’ εἶχον, ὃν οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἀπένειμον αὐτοῖς ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι δὲν εἶχον τοὺς τίτλους, δι’ ὧν, ἐν χώρᾳ ἀδελφῇ καὶ σήμερον ἐπ’ αἰσίοις ἓν σῶμα πολιτικὸν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἀποτελούσῃ, ἡ Βενετικὴ δεσποτεία περιέβαλε τοὺς κατοίκους της, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἴδια συμφέροντα καὶ ἀνετώτερον συντηρήσῃ τὴν ἐπ’ αὐτῆς κυριαρχίαν της.
§103ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Θέλετε λοιπὸν νὰ λάβῃ τὸν τίτλον «Καπετᾶν Κωνσταντῆς»;
§104ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς μ’ ἐρωτᾷ, ἀπορῶν ἂν πρέπῃ νὰ ἀποκαλέσωμεν τὸν Διάδοχον «Καπετᾶν Κωνσταντῖνον,» θεωρῶν, ὡς φαίνεται, μικρὸν καὶ ἐξευτελίζοντα τὸν τίτλον τοῦτον, εἴ ποτε τὸν φέρῃ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου τῶν Ἑλλήνων. Ἂς ᾖναι βέβαιος ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἐὰν εὐτυχήσῃ ὁ Κωνσταντῖνος νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς Ἕλληνας εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐν τοῖς πεδίοις αὐτῶν κερδίσῃ νίκας καὶ στρατηγήσῃ τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων πρὸς τὴν δόξαν, ὡς εὔχεται καὶ ἀπαιτεῖ τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἡγεμόνος του σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, οἱ νικηταὶ στρατιῶταί του καὶ ὁ λαὸς σύμπας θὰ τῷ ἀποδώσωσι τὸν τίτλον αὐτὸν τοῦ «Καπετὰν Κωνσταντίνου» καὶ οὐδένα ἄλλον· ὡς ἄλλοτε πρὸ ἐτῶν τεσσαράκοντα, τὸν τίμιον καὶ ἐπίζηλον τίτλον τοῦ Καπετὰν Θεοδωράκη ἀπένειμον εἰς τὸν Κολοκοτρώνην, τοῦ καπετὰν Ἠλία εἰς τὸν Μαυρομιχάλην, τοῦ καπετὰν Φλέσσα εἰς τὸν ἀρχιμανδρίτην Φλέσσαν καὶ εἰς τόσους ἄλλους, ἐκ τῶν ὁδηγησάντων τοὺς Ἕλληνας εἰς τὴν νίκην. Λησμονεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι μόνοι αἰώνιοι, τίμιοι καὶ ἀκράδαντοι εἰσὶν οἱ παρὰ τῶν ἐθνῶν ἀναγνωριζόμενοι καὶ αὐτοδικαίως, συνεπείᾳ ἀναμφισβητήτων κατορθωμάτων, ἀποκτώμενοι τίτλοι καὶ προσεπωνυμίαι, ὅτι δὲ οἱ διὰ διαταγμάτων, καὶ τούτων παρατύπων καὶ παρανόμων, διδόμενοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν, οὔτε δύνανται νὰ στηριχθῶσι (Συγκίνησις. Εὖγε! Εὖγε!). Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι οἱ διὰ διπλωμάτων καὶ διαταγμάτων ἀπονεμόμενοι τίτλοι πτοοῦσιν ἡμᾶς παρὰ πολὺ, κ. ὑπουργὲ, καὶ ἑπομένως φοβεῖσθε μὴ ἐκπέσῃ ἡ Βασιλεία ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἐὰν μὴ ἀπονεμηθῶσιν εἰς τὰ μέλη τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τίτλοι ἀκατανόητοι διὰ διαταγμάτων. Μὴ ταράττεσθε. Ἐάν ποτε πέπρωται διὰ τίτλων νὰ συστηθῇ ἡ Βασιλεία ἐν τῇ Ἑλλάδι, πιστεύσατε, ὅτι οὐχὶ οἱ διὰ ψευδῶν καὶ ἀνυποστάτων διαταγμάτων ἀπονεμηθησόμενοι τίτλοι εἰς τὰ τέκνα τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ οἱ διὰ τῆς πιστῆς ἐκπληρώσεως τῆς εἰς τὴν ἑλληνικὴν βασιλείαν ἐπιβαλλομένης ἐντολῆς ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς κατακτηθησόμενοι παρ’ αὐτῶν καὶ ὑπὸ τοῦ σύμπαντος λαοῦ ἀπονεμηθησόμενοι τίτλοι κέκληνται νὰ ἑδραιώσωσιν αὐτήν (Εὖγε! Εὖγε!). Λυποῦμαι, ὅτι χωρὶς νὰ ἀναιρέσητε τοὺς λόγους, οὓς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνέπτυξα, θὰ ἐμμείνητε εἰς τὴν ἰδέαν σας· πιθανὸν δὲ καὶ ἡ Βουλὴ αὐτή, διὰ τῆς πλειονοψηφίας της, νὰ συναινέσῃ εἰς τὰς θελήσεις σας καὶ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι καλῶς ἐπράξατε. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν μὲ πτοεῖ, οὔτε ὑμᾶς θὰ ὠφελήσῃ. Οὐδεμία πρᾶξις δύναται νὰ σταθῇ ὀρθία, ἐὰν ἀντίκηται εἰς τὴν φιλοτιμίαν καὶ εἰς τὰς παραδόσεις ἑνὸς λαοῦ, καὶ εἰς τὰς ἰδέας, ἃς ἀνέκαθεν καὶ ἀπ’ αἰώνων ἀντιπροσωπεύει οὗτος ἐν τῇ ἀνθρωπότητι. Ἐντολήν, κύριοι, προορισμὸν δὲν ἔχει ἡ ἑλληνικὴ Βασιλεία τὴν δημιουργίαν ψευδῶν τίτλων καὶ τὴν περιβολὴν αὐτῆς διὰ κούφων ἐπιδείξεων. Προορισμός, κύριοι, αὐτῆς, ἀποστολὴ αὐτῆς μία εἶναι, νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἑνότητα τοῦ ἑλληνικοῦ Γένους· μία δὲ σκέψις πρέπει νὰ τὴν κατέχῃ, πῶς νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦτο (Εὖγε! Εὖγε!). Ἡ ἑνότης δ’ αὕτη θὰ κατορθωθῇ πάλιν διὰ τῶν Ἑλλήνων, ἐχόντων ἡγούμενον τὸν Βασιλέα των, τὸν Καπετάνον των, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον. Καὶ εὔχομαι τοῦτο ἀπὸ καρδίας ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς βασιλείας, καὶ προσδοκῶ, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα βασιλεία θὰ τὸ κατορθώσῃ, προστιθεμένη οὕτω τίτλους πραγματικοὺς εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ ἔθνους. Διότι, ἐὰν στρέψωμεν τὸ βλέμμα πρὸς τὸ παρελθόν, θὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πολλὰ δὲν ὀφείλουσιν οἱ Ἕλληνες εἰς τοὺς Βασιλεῖς των, οὔτε αἱ πρὸς τὴν ἐθνικὴν δόξαν καὶ τὴν ἑλληνικὴν ὀντότητα ὑπηρεσίαι αὐτῶν ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὅπως συνδέσωσιν ἀῤῥήκτως μετ’ αὐτῶν τὴν ἰδέαν τῆς Βασιλείας. Ἐκτὸς τοῦ μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὅστις ἀληθῶς ὑπηρέτησε τὸν ἑλληνισμόν, καὶ τοῦ τελευταίου Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, ὅστις διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ θανάτου αὐτοῦ ἔσωσε τὸν ἐθνισμόν, ἐξαγοράζων, διὰ τοῦ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας χυθέντος αἵματός του, τὰς παρεκτροπὰς καὶ ἐξαλείφων τὰ ἐγκλήματα τῶν προκατόχων αὐτοῦ βασιλέων τοῦ Βυζαντίου, ἐκτὸς τῶν δύο τούτων ὀνομάτων, ποῦ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας φαίνεται ἡ βασιλεία, ἀντιπροσωπεύουσα ἢ καταρτίζουσα τὸν ἑλληνισμόν; Ὅ,τι ἂν ἐγένετο ἔργον ἑλληνικόν, εἶναι ἔργον τῶν πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος· ὅ,τι δὲ μέγα κατωρθώθη ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἶναι ἔργον τοῦ Λαοῦ τῶν Ἑλλήνων, οὐχὶ δὲ βασιλέων αὐτοῦ. Τῆς ἱστορίας τῶν παρελθόντων αἰώνων ἡ ἐπίσημος φωνὴ διατρανοῖ τὴν ἀλήθειαν ταύτην· ὁ δ’ ὑπὲρ τῆς παλιγγενεσίας ἀγὼν τοῦ 1821 ἐπεκύρωσεν αὐτὴν ἀνεπιφυλάκτως. Δὲν εἶναι ἡ Βασιλεία ἡ ἀνεγείρασα τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον καὶ ἐλευθερώσασα τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὁ λαὸς καὶ οἱ πολῖται ἡγήτορες αὐτοῦ. Ἡ βασιλεία ἐκλήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ τὰ πάντα ἦσαν τετελεσμένα ἤδη, καὶ ἡ αὐτονομία, διὰ τοῦ αἵματος καὶ τῶν ἀγώνων τῶν πολιτῶν της, γεγονὸς ἀναμφισβήτητον καὶ ἀνεγνωρισμένον. Μή τις νομίσῃ δέ, ὅτι τοιαύτην ὁμολογῶν τὴν Βασιλείαν, ἤτοι προϊὸν τῆς ἐλευθέρας γνώμης τοῦ ἔθνους, καὶ ὡρισμένην ἀποδίδων αὐτῇ ἀρχήν, ἤτοι ἐπιμένων νὰ λέγω, ὅτι ὑφίσταται, διότι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος τὴν θέλει, μή τις νομίσῃ, λέγω, ὅτι τὴν ἐξασθενῶ. Τοὐναντίον ὁμολογῶ ὑπὲρ αὐτῆς βάσιν, πολλῷ τιμιωτέραν, πολλῷ ἀσφαλεστέραν καὶ ἐξόχως πραγματικωτέραν, ἢ ἐὰν ἔθετον ὡς κρηπῖδα αὐτῆς τὴν κατάκτησιν, τὴν ἁρπαγὴν ἢ αὐτοκαλούμενον τι καὶ νεφελῶδες θεῖον δίκαιον (εὖγε!). Πιστεύω, ὅτι θέλετε παραδεχθῆ καὶ ἐπικυρώσει τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργείου.....
§105ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ εἰξεύρετε.
§106ΦΙΛΗΜΩΝ. Εὔχομαι νὰ μὴν ἀληθεύσω· οὐδεὶς ὅμως προσβάλλεται, ἐὰν ἐκφράσω τὴν ἐπὶ τούτου πιθανότητα. Ἐν πάσῃ δ’ εἰλικρινείᾳ σᾶς λέγω, ὅτι μηδεμία ψηφοφορία κῦρος ἀληθὲς δύναται νὰ περιβάλῃ εἰς πρᾶξιν, ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἀντικειμένην εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ Ἕλληνος. Οὐ μόνον ὡς βουλευτὴς ἀποκρούω καὶ κηρύσσω ἀντισυνταγματικὴν τὴν ἀπονομὴν τοῦ τίτλου τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης εἰς τὸν προσφιλῆ καὶ λατρευόμενον παρὰ τῶν Ἑλλήνων Διάδοχον τοῦ θρόνου Κωνσταντῖνον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἁπλοῦς πολίτης, καὶ ἂν ἡ ἐξουσία μετέλθῃ τὸν ὄγκον της σύμπαντα, ὅπως μὲ ὑποχρεώσῃ νὰ καλέσω τὸν Διάδοχον Δοῦκα, δὲν θὰ τὸ πράξω. Ἕνα θεωρῶν τίτλον ἑλληνικὸν καὶ τίμιον, τὸν τίτλον τοῦ πολίτου Ἕλληνος, δὲν θὰ παύσω θεωρῶν τὸν μέλλοντα βασιλέα μου πολίτην Ἕλληνα, μεθ’ ὅσα ἂν ἐκδώσητε διατάγματα. Ὁ τίτλος, ὃν ἀπεπειράθητε ν’ ἀποδώσητε τῷ διαδόχῳ εἶναι τίτλος, πεσὼν ἤδη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ἀποδοκιμασθείς, νεκρός. Πιθανὸν νὰ μείνῃ ἐπί τινα χρόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου. Ἀλλὰ καὶ νόμῳ θὰ πέσῃ, πρὸς τιμὴν καὶ πρὸς δόξαν τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλείας, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἀπέδειξεν, ὅτι ἱδρύματα, πολλῷ τούτου σπουδαιότερα, ἔπεσαν, μὴ ἀνταποκριθέντα πρὸς τὴν συνείδησιν καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος. (χειροκροτήματα ἐκ μέρους βουλευτῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§107Ε. Α. ΣΙΜΟΣ. Δυστυχὲς ζήτημα, κύριοι, καὶ δυστυχὴς συζήτησις! Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ σπουδαίου τινὸς ζητήματος κατὰ τὴν ἐν Ἀθήναις πρώτην Συνέλευσιν, ἐτελείωσα μὲ αὐτὰς τὰς λέξεις· «Στόλος σᾶς χρειάζεται, καὶ ὄχι κάλαμος σαλευόμενος κατὰ ἀνέμου.» Λυποῦμαι διότι ἦλθεν αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ ἐπειδὴ ἦλθε πρέπει νὰ τελειώσῃ σήμερον διὰ νὰ μὴ παρατείνηται αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, διότι εἶναι ὄχι μόνον ἁβρὰ καὶ λεπτή, ἀλλὰ καὶ σκανδαλώδης ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Καὶ λυποῦμαι πολὺ περισσότερον διὰ τοὺς τελευταίους λόγους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ φίλος μου ἠθέλησε νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.— Καὶ βεβαίως, κύριοι, ἀνίσως αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔφεραν ἐνώπιόν σας πρὸς κατάκρισιν ἦτον ὁποῖον παρεστάθη, ἂν ἦτο πρᾶγμα ἀντισυνταγματικόν, κλονίσαν τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, καὶ προσέτι ἐὰν οἱ φέροντες αὐτὸ τὸ ἔπραττον μὲ σκοπὸν καὶ μὲ πεποίθησιν νὰ φέρωσι τὴν διόρθωσιν, τότε λέγω, καλῶς ἔπραξαν ὅ,τι ἔπραξαν· ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπουν· τὸ εἶπον, καὶ ὅλοι ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὰ κακῶς γενόμενα νὰ διορθώσωμεν· ἀλλ’ ἐὰν ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι μὲ τοιοῦτον σκοπόν, ὄχι μὲ τοιαύτην πεποίθησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ νὰ φέρῃ σκάνδαλα, περιπλοκάς......
§108ΦΙΛΗΜΩΝ. Διαμαρτύρομαι δι’ αὐτό, Κ. πρόεδρε.
§109ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§110ΣΙΜΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα μίαν μνείαν ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, περὶ τοῦ τί εἶπα περὶ τῆς βασιλείας ἐπὶ τῆς παλαιᾶς Συνελεύσεως. Λέγω λοιπόν, ἐὰν αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔρχεται μὲ σκοπὸν νὰ φέρῃ διόρθωσιν, λέγω ὅτι ὑπάγει καλά· ἀλλ’ ἂν ἔρχεται ὡς μέσον σκανδάλων καὶ περιπλοκῶν, τότε ἤθελα ἐπιθυμήσει ὥστε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, χωρὶς νὰ θέλω ποσῶς νὰ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν θέλησιν τοιαύτην, νὰ λυπηθῇ, διότι ἔγεινεν αἰτία νὰ ἔλθῃ τὸ τοιοῦτον ζήτημα εἰς τὸ μέσον. Εἶναι λοιπὸν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος; ὑπῆρξε τῳόντι παράβασις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει νὰ δίδωνται τίτλοι εὐγενείας εἰς τοὺς Ἕλληνας; Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη σύγχυσις ἰδεῶν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ καλῶς πράττοντες, ἀπέκρουον τὰς διακρίσεις, ἦσαν ὅμως καὶ πολὺ περισσότερον ἐμπεφορημένοι ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως τῆς βασιλείας ἥτις ἦτον ἡ μεγάλη ἐγγύησις τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ φέρουν εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἔθνους, ἦτον ἡ ἄγκυρα εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ στηριχθῶσι τότε. Ἐννοοῦσαν λοιπὸν τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην καὶ διὰ τοὺς βασιλόπαιδας; Νομίζω ὅτι εἷς τῶν ἄλλων συναδέλφων μου ἔκαμε πολὺ καλὰ, καὶ τὸν εὐχαριστῶ, διότι κατὰ πρῶτον ὡμίλησε περὶ τοῦ 3 ἄρθρ. τοῦ Συντάγματος, καὶ ἠθέλησε νὰ φέρῃ ὡς πόρισμα τοῦ 3 ἄρθρου τὴν ἄλλην διάταξιν. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου· ὡς πόρισμα ἔρχεται τὸ ἄρθρον τὸ ἄλλο, ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ εὐγένειαι καὶ οἱ τίτλοι.
§111ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τὸ αὐτὸ ἄρθρον.
§112ΣΙΜΟΣ. Ἀκόμη καλήτερα. — Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ σκοπός; καταργοῦνται τίτλοι εὐγενείας καὶ διακρίσεως. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι συνεπὲς καὶ λέγω, ὅτι τῳόντι θεωρεῖται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης ἀρχῆς. Λοιπὸν ἀφαιρεῖ διακρίσεις μεταξὺ τῶν πολιτῶν ἑλλήνων, ἐπειδὴ ἰσότης πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ λέγω καὶ ἀποτείνομαι εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστου, φέρει κἀμμίαν διάκρισιν ὁ τίτλος τοῦ Δουκὸς, ἢ τοῦ Κόμητος, ἢ τοῦ Πρίγκηπος εἰς τὸν βασιλόπαιδα; Πῶς τοῦτο, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ μέγιστος τίτλος τῆς Βασιλείας; Τί θὰ προσθέσετε λοιπὸν ἐὰν τὸν ὀνομάσετε δοῦκα; Θέλω νὰ εὕρω ποῦ εἶναι ὁ λόγος τοῦ νόμου (ratio legis); Νὰ μὴ ὑπάρξῃ διάκρισις. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις ἀπὸ τὸν τίτλον τοῦτον θὰ ὑπάρξῃ; ὅστις ἔχει τὸ πολὺ ἔχει καὶ τὸ ὀλίγον· τὸ πολὺ λοιπὸν εἶναι ἡ Βασιλεία. Καὶ μήπως, ὅταν ἐθεσπίσθη νὰ λείψουν αἱ διακρίσεις μεταξὺ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ καὶ ἡ Βασιλεία εἰς αὐτὴν τὴν ἰσοπέδωσιν; Ὄχι· διεμαρτυρήθησαν, ναὶ, ἐναντίον τῆς ἀνισότητος· ἀλλὰ συγχρόνως ἡ Βασιλεία ἐθεωρήθη ὡς μία θεσμοθεσία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ περιστοιχισμένη ὑφ’ ὅλου τοῦ γοητεύματος τῆς ὑπεροχῆς. Καὶ τί εἶναι, λέγω πάλιν, οἱ τίτλοι τῶν Βασιλοπαίδων ἀπέναντι τοῦ μεγάλου, τοῦ ὑπερόγκου τίτλου, τὸν ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἠθέλησαν εἰς τὴν Βασιλείαν ν’ ἀπονείμουν, ἀπέναντι τοῦ τίτλου, τὸν ὁποῖον ἔτρεξαν νὰ δανεισθῶσιν ἀπὸ τὸν ὕψιστον Θεὸν, ἀπέναντι τοῦ τίτλου τῆς Μεγαλειότητος; Ἀλλὰ θέλομεν νὰ ὑπάρξῃ μία τόσον ἀπόλυτος καὶ γενικὴ ἰσότης, ὥστε καμμία διάκρισις, οὐδὲ τίτλος, οὔτε ὄνομα τοιοῦτον διακριτικὸν μεταξὺ ἡμῶν νὰ ὑπάρξῃ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ νομοθέτης, ὅτι καὶ ἡ Βασιλεία νὰ καταβῇ μίαν ἡμέραν....
§113ΦΙΛΗΜΩΝ. Λοιπὸν καταβαίνει ὅστις εἶναι πολίτης;
§114ΣΙΜΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ εἶπεν ἢ ἐνόησεν ὁ νομοθέτης, ὅτι τὴν τοιαύτην διάκρισιν δὲν τὴν θέλει οὔτε διὰ τὴν βασιλείαν; Θὰ εὐχαριστήσω τὸν συνάδελφόν μου καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον μοὶ χορηγεῖ τώρα ὡς ἐπιχείρημα. Λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιέχεται ῥητῶς ἡ ἐξαίρεσις. Ἐγὼ λέγω τὸ ἐναντίον· λέγω, ὅτι ἐὰν ἤθελον νὰ τὸ ἐφαρμόσουν αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς Βασιλόπαιδας, ἔπρεπε νὰ τὸ εἰποῦν, καὶ φέρω τὸ παράδειγμα, ὅπερ λέγει ὁ συνάδελφός μου, ὅτι δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ὑπουργοί· ἀλλ’ ὁ κύριος Φιλήμων (καὶ ἐδῶ θὰ εὐχαριστήσω ἰδίως τὸν κύριον Φιλήμονα διὰ τὸ νέον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μ’ ἐνθυμίζει) δὲν ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἐν ἰσχύϊ μόνον, ἀλλ’ ἀνέτρεξε καὶ εἰς τὰ παλαιὰ Συντάγματα. Ἀφίνω ἕκαστον βουλευτὴν εἰς τὴν συνείδησίν του νὰ δώσῃ μίαν λύσιν λογικὴν ἐντὸς ἑαυτοῦ καὶ νὰ πεισθῇ. Ἐκεῖνοι λοιπὸν οἱ ὁποῖοι, καθὼς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ κ. Φιλήμων, ἂν καὶ ἦσαν δημοκρατικὰ τὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα συνέταττον, δὲν εἶχον διαρκῆ τοιοῦτον σκοπὸν, ἀλλὰ πάντοτε ἀπέβλεπον πρὸς μίαν Βασιλείαν, διότι πάντοτε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀφ’ ἧς ἔλαβε τὰ ὅπλα πάντοτε εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν Βασιλείαν, ἐκεῖνοι λοιπὸν λέγω, οἱ ὁποῖοι ἤξευραν, ὅτι ἤθελαν καταλήξει εἰς βασιλείαν, τὴν ἤθελαν οὕτως ἰσοπεδωμένην, ὡς λέγετε, δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσι καὶ ἀνάλογα προφυλακτικὰ μέτρα; Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἦτο πολλὰ φυσικόν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οὔτε τῶν μετὰ ταῦτα, τοιαύτη σύγχυσις ἰδεῶν, ἄλλα διάκρισις καὶ σαφήνεια· ἰσότης διὰ τοὺς Ἕλληνας, ὑπεροχὴ διὰ τὴν Βασιλείαν. Πιστεύω ἑπομένως, ὅτι δὲν ὑπάρχει παραβίασις τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν νοῦν τῶν δημιουργῶν τῶν ἑλληνικῶν συνταγμάτων νὰ μὴ διακρίνουν τὴν βασιλείαν, ἀλλ’ ὅτι ἤθελον τὴν βασιλείαν περιστοιχισμένην ὑφ’ ὅλων τῶν γοήτρων, καὶ τεθειμένην εἰς ὑψηλὴν καὶ διακεκριμένην περιωπήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν βουλὴν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ προσέτι νὰ μὴ θελήσῃ νὰ παραταθῇ τὸ σκάνδαλον τῶν τοιούτων ἀσκόπων συζητήσεων.
§115Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Παύει ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις (θόρυβος).
§116Τ. ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου εἶπεν, ὅτι ἡ βασιλεία πρέπει νὰ περιβληθῇ διὰ διακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ν’ ἀνυψώνουν αὐτὴν ἐνώπιον τοῦ κόσμου· παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει διάκρισις, τὸν ἐρωτῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ ἴδιος τί τίτλος εἶναι ὁ τοῦ Δουκός; εἶναι τίτλος μιᾶς εὐγενείας, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὸν ὁποῖον φέρομεν; εἶναι τίτλος ξένος μιᾶς τάξεως καὶ ἑνὸς δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν· διατὶ δὲν τὸν ὠνομάζετε πολίτην τῆς Σπάρτης, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδοξότερον, καθόσον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου τὸ ἀπονέμουν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἡ Ἑλλὰς ὠνόμασε τὸν Βασιλέα τῆς Δανίας πολίτην τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ἔδωκε αὐτὸν τὸν τίτλον, διότι μεγαλείτερον δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ. Ἀπονέμομεν ἄλλους τίτλους τὰ παράσημα, καὶ κάμνομεν ἱππότας καὶ ταξιάρχας, ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος. Ποῖος εἶναι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζετε καὶ δίδετε τὸν τίτλον τοῦ Δουκός; ποῦ ὑπάρχει ἱεραρχία διὰ νὰ ὀνομάσωμεν κόμητας, μαρκησίους καὶ βαρώνους; ἔπειτα τὰ θήλεα πῶς θὰ τὰ ὀνομάσωμεν; πριγκηπέσας, δουκέσας· πολὺ ἐνδοξότερον, ἐντιμότερον καὶ ἑλληνικώτερον θὰ ἦτο, ἂν τὸν ὠνομάζομεν πολίτην τῆς Σπάρτης, καὶ οὐχὶ διὰ διατάγματος ἀλλὰ διὰ νόμου.
§117Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἐγὼ κάμνω τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἡ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου περαιτέρω συζήτησις παύει».
§118ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον.
§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις.
§120ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω· ὁ Κ. Φιλήμων ὑπέδειξε μόνον κατὰ τὴν γνώμην του ἓν ἄτοπον, ἔφερε δὲ καὶ πρότασιν, πιστεύω ὅμως ὅτι ὁ σκοπός του ἦτο τὸ διάταγμα ἐκεῖνο νὰ καταργηθῇ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο καὶ ἂν διατηρηθῇ, θὰ θεωρῆται πράγματι ὡς μὴ ὑπάρχον, διότι δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι τοιοῦτοι τίτλοι δὲν δύνανται νὰ δοθῶσιν εἰς οὐδένα. Τὰ προηγούμενα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, αἱ παραδόσεις αὐτοῦ, τὰ παλαιὰ Συντάγματα αὐτοῦ, ἡ νομοθεσία αὐτοῦ ἐν γένει οὐδέποτε ἀνεγνώρισε τίτλους· καὶ τὰ τελευταῖα Συντάγματα μετὰ ἐπανειλημμένας ἐπαναστάσεις ῥητῶς ἀπηγόρευσαν τούτους· τὸ τελευταῖον ἰδίως Σύνταγμα μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος καταρτισθὲν, περιέλαβε καὶ τὴν διάταξιν 44, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπονται ἄλλαι ἐξουσίαι τῷ Βασιλεῖ, εἰμὴ ὅσαι ῥητῶς τῷ ἀπονέμουσι τὸ σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι. Ὅταν λοιπὸν εἰς τὰ κείμενα αὐτὰ δὲν ὑπάρχῃ διάταξις, ἐπιτρέπουσα τὴν ἀπονομὴν τίτλων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τοιοῦτος εἴς τινα; Δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Α. Μ. δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτετραμμένον νὰ δοθῇ τίτλος τις πλὴν τοῦ τίτλου, τὸν ὁποῖον τὸ ἴδιον Σύνταγμα τῷ ἀποδίδει τοῦ Βασιλέως. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ διατάγματος, ἀρκεῖ, ὅτι τὸ πνεῦμα πάντων κατ’ αὐτοῦ ἐξηγέρθη. Καὶ ἡ ἁπλῆ ὑποψία τῆς ἐκδόσεώς του διήγειρε τὴν κοινὴν κατακραυγὴν καὶ ἀποδοκιμασίαν· ἡ δὲ σημερινὴ κατ’ αὐτοῦ πρότασις ἐπήνεγκε τὴν τελείαν πτῶσιν αὐτοῦ. Τὸ διάταγμα ἔπεσεν, ἀρκεῖ ὅτι τόσος κατ’ αὐτοῦ ἔγεινε λόγος.
§121ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Καὶ ἂν γείνῃ λόγος κατὰ τοῦ Συντάγματος πίπτει καὶ αὐτό;
§122ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα ἔχει ἑτέραν βάσιν ἢ τὰ διατάγματα, ἅτινα ἐκδίδονται ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν δύνανται νὰ παραβληθοῦν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἐκτὸς ἂν ἔχητε τὴν ἰδέαν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ διατάγματά σας πρέπει νὰ ἔχουν ἴσην ἰσχὺν μὲ τὸ Σύνταγμα. Πιστεύω, ὅτι καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι συναισθάνεσθε, ὅτι ὁ τίτλος εἶναι ἄτοπος καὶ ἀπενεμήθη παρὰ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς μας· καὶ λέγω τοῦτο, Κύριοι Βουλευταὶ, διότι ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως παρετήρησε· τί ἀφαιρεῖ ὁ τίτλος αὐτὸς ἀπὸ τὸ Ἔθνος. Ἀφαιρεῖ πολὺ, διότι ὁ τίτλος εἶναι παρ’ ἡμῖν καὶ καθ’ ἑαυτὸν γελοῖος· ὁ διάδοχος δὲν ἔχει ἀνάγκην τίτλων ὅπως κατασταθῇ ἀγαπητός· ἀλλὰ ποῖος Ἕλλην θ’ ἀκούσῃ ποτὲ τὸ ἀκατάληπτον καὶ ξενικὸν ὄνομα Δοὺξ τῆς Σπάρτης, καὶ δὲν θὰ χλευάσῃ αὐτό; εἶναι ἀδύνατον ἑλληνικὸν στόμα νὰ ἀποκαλέσῃ ποτὲ μετὰ σπουδαιότητος τὸν διάδοχον Δοῦκα. Τὸ ὄνομα Δοὺξ ὡρισμένου τόπου ἀναμιμνήσκει ἐποχὰς ἀποτροπαίους· μήπως τοὐλάχιστον ἐδόθη τίτλος τις συνδεόμενος μὲ ἐθνικήν τινα ἔνδοξον ἀνάμνησιν; Ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπονέμωμεν τίτλους τιμαριωτικοὺς τοῦ Δουκὸς, τοῦ Βαρώνου, τοῦ Κόμητος, τῆς Σπάρτης καὶ ἄλλων μερῶν, δὲν ἠξεύρω, διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν βραδύτερον εἰς τοὺς ἄλλους βασιλόπαιδας καὶ τίτλους Τουρκικούς· ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ λέξις Δοὺξ, ποίαν τιμὴν περιποιεῖ ὁ τίτλος οὗτος; τί συστατικὸν ἔχει, τί ἔντιμον; Τίτλος ὅστις κακῶς εἰς τὰ ὦτά μας ἠχεῖ, τῶν σταυροφόρων, οἵτινες καὶ τὴν θρησκείαν μας περισσότερον ἀπὸ τοὺς Τούρκους προσέβαλον· δὲν εἶναι παράδοξον, κύριοι, διὰ τοῦτο νὰ θεωρηθῇ καὶ ὀλιγώτερον κακὸν τὸ ὄνομα Μπέης τῆς Ὕδρας ἢ Πασσᾶς. Ἰδοὺ τὶ ἀφαιρεῖ ὁ τίτλος ἀπὸ τὸ ἔθνος, προσβάλλει ὅ,τι πολυτιμότερον καὶ ἀγαπητότερον ἔχομεν.
§123Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κἄτι τι ἄλλο σᾶς ἀνησυχεῖ.
§124ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς συνερίζομαι, σᾶς τιμῶ μὲν ὡς Πετιμεζᾶν, ἀλλὰ σᾶς ἤκουσα φρονοῦντα, ὅτι ὁ βουλευτὴς εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφίνει ἔξω εἰς τὴν θύραν καὶ τιμὴν καὶ συνείδησιν (θόρυβος)· διὸ δὲν σᾶς συνερίζομαι.
§125Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Μετ’ ἀγανακτήσεως). Πρέπει νὰ προσέξῃς, ὅταν ὁμιλῇς περὶ τιμῆς, διότι ὅταν καταβῇς κάτω, θὰ δώσῃς τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανοποίησιν (θόρυβος). Κύριε πρόεδρε, νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ. (θόρυβος καὶ συνδιαλέξεις θορυβώδεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§126ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀνακαλῶ, ἀλλὰ χθὲς μὲ εἴπατε ἀνήθικον· (ἐξακολούθησις τοῦ θορύβου).
§127Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν τιμὴν ἐγὼ τὴν ἀπέκτησα πρὸ διακοσίων χρόνων, εἶσαι εἰς κατάστασιν νὰ τὴν ὑβρίσῃς; λάβε ἓν πιστόλι καὶ ἔβγα ἔξω. (θορυβώδεις συνδιαλέξεις καὶ διαπληκτισμοὶ μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§128ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν ὁ κ. Ἡλιόπουλος εἶπε μίαν λέξιν κακὴν, ἐγὼ δὲν τὴν ἐπιδοκιμάζω, δὲν εἶναι ὅμως συγχωρημένον εἰς κανένα νὰ ἀπειλῇ.
§129Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπερασπισθῇ κανένας τὴν τιμήν μου, τὴν ὑπερασπίζομαι ἐγὼ (θόρυβος).
§130ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν ἡ τιμή τινὸς βουλευτοῦ προσβληθῇ, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διεκδικήσῃ, οὐχὶ ὅμως μὲ ἀπειλάς.
§131ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἕνας ἔκαμε ἕνα λάθος καὶ ἡμεῖς ἐκάμαμεν χίλια.
§132ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔκαμε ἓν λάθος νὰ μὲ εἴπῃ ἀνήθικον, σήμερον πάλιν μὲ προσέβαλε, μολαταῦτα ἀνακαλῶ ὅ,τι εἶπον, καὶ ἂν ἡ ἔκφρασίς μου περιέχῃ τι προσβλητικόν, ζητῶ καὶ συγχώρησιν.
§133ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά, ἐτελείωσε.
§134Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω τρεῖς χρόνους ποῦ ἀναβαίνω αὐτὸ τὸ βῆμα, ἂς ὁμολογήσῃ ὅλη ἡ Βουλὴ ἂν προσέβαλα ποτὲ κανένα (θόρυβος).
§135ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὴν ἀνησυχίαν, πῶς θὰ ταξειδεύῃ ὁ διάδοχος ἄνευ τίτλου! Τὸν λέγω, ὅτι δύναται ἑκάστοτε νὰ λαμβάνῃ μόνος ἕνα τίτλον. Ἀλλὰ πῶς δὲν τὸν ἀρκεῖ ὁ τίτλος τοῦ διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου; Οἱ ἔνδοξοι τῆς Ἀμερικῆς ἄνδρες ἔχουν ἀνάγκην τίτλων, ὅταν ταξειδεύουν εἰς τὴν Εὐρώπην; ὀλίγαι εἶναι αἱ τιμαὶ αἱ ἀπονεμηθεῖσαι ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν Ἑλλάδι καὶ πανταχοῦ, οὐχὶ εἰς ἀρχηγὸν ἢ μέλλοντα ἀρχηγὸν ἑνὸς ἔθνους, ἀλλ’ εἰς ἕνα πολίτην τῆς Ἀμερικῆς ἄνευ τίτλων, τὸν ναύαρχον Φαραγγοὺτ; ὥστε ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀπονεμηθεὶς τίτλος ἔπεσεν ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ δὲν πρέπει περισσότερον νὰ ἐνασχολώμεθα· ἂς εὐχηθῶμεν νὰ κατασταθῇ τὸ διάταγμα ἄχρηστον καὶ λησμονηθῇ καὶ παρὰ τῶν δημιουργῶν αὐτοῦ. Λυπηρὸν, ὅτι δὲν ἤλθομεν πρὶν εἰς συνεννόησιν, ὥστε νὰ μὴ γείνῃ ποσῶς περὶ αὐτοῦ λόγος, καὶ νὰ λησμονηθῇ. Τίς εἶναι ἆράγε ὁ συλλαβὼν τὴν περὶ αὐτοῦ ἰδέαν; δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω, δὲν θέλω νὰ τὸ χαρακτηρίσω, ἁπλῶς λέγω, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος διάδοχος, ὅταν σὺν Θεῷ ἔλθῃ εἰς τὴν ἡλικίαν ἐκείνην, καθ’ ἣν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς θέσεώς του καὶ περὶ τοῦ προορισμοῦ του, δὲν θὰ ἀπομιμηθῇ τὰς μεσαιωνικὰς συνηθείας, ἀλλὰ θέλει ἐγκύψει εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν ἑλληνικὴν, καὶ ἐξετάσει ποῖαι αἱ παραδόσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ποῖον τὸ πνεῦμα, ποῖα τὰ ἤθη αὐτοῦ, καὶ συμφώνως πρὸς ταῦτα θὰ εἴπῃ, «περιφρονῶ καὶ ἀποπτύω τοὺς τίτλους, οὓς μοὶ παρεχώρησαν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἠδυνάμην νὰ κρίνω περὶ αὐτῶν». Ἀληθῆ τίτλον θὰ ἔχω τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ, καὶ τίτλους δόξης θὰ ἐπιζητήσω ἀλλαχοῦ καὶ εἰς τὰ πεδία πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος, πραγματοποίησιν δὲ καὶ στερέωσιν τοῦ μεγαλείου αὐτῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ περιέλθωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ λεχθέντα καὶ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§136Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἓν τῶν πρώτων μελημάτων ἑκάστου ἀντιπροσώπου, εἶναι ἡ ἀκριβὴς τήρησις τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ εἶναι σύμφωνοι. Ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν τὸ διάταγμα, ὅπερ ἀπέδωκε τὸν τίτλον τοῦ δουκὸς τῆς Σπάρτης εἰς τὸν διάδοχον, ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ἀφαιρῇ ἢ καταστρέφῃ κανὲν ἐθνικὸν δικαίωμα, ἢ εἶναι ἁπλῆ προσεπωνυμία, ἣν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπηγόρευσε διὰ τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας. Ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τοῦ διατάγματος ἐστηρίχθησαν εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐγὼ θέλω στηριχθῆ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ πάντες, διότι τὸ 3 ἄρθρον διατάσσει τὰ περὶ τῶν τίτλων διακρίσεως ἢ εὐγενείας. Τὸ 3 ἄρθρον ἐν ἀρχῇ λέγει ῥητῶς, «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου» εἰς δὲ τὸ τέλος «εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλος εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμεται, οὔτε ἀναγνωρίζεται». Οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ διάταγμα ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἰσχυρίζονται, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ 3 ἄρθρου ὁ νομοθέτης συμπεριέλαβεν ὄχι μόνον τοὺς λοιποὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ τοὺς βασιλόπαιδας. Πλὴν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὸ ἐναντίον, διότι ἐὰν ἤθελεν οὕτω νὰ διατάξῃ ὁ νομοθέτης, ἔπρεπε νομίζομεν νὰ κάμῃ ῥητὴν μνείαν περὶ τούτου· ἤθελεν εἰπεῖ φρονοῦμεν, ὅτι τίτλοι οὔτε εἰς τοὺς βασιλόπαιδας ἀναγνωρίζονται, διότι ἄλλως ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως γεννᾶται μετὰ τοῦ μεγάλου τῶν τίτλων, δηλ. τὸν τοῦ βασιλόπαιδος.
§137ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ βασιλόπαις δὲν εἶναι τίτλος εὐγενείας.
§138Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκ τῶν προεκτεθέντων, παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα λύεται ἀμέσως, ἐὰν ἀσφαλῶς ἐννοήσωμεν καλῶς τὸ πνεῦμα τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου, δύναται νὰ ῥίψῃ εἰς ἀμφιβολίαν τοὺς ἁπλουστέρους, συνετάχθησαν ἀμέσως οἱ πολεμοῦντες τὸ διάταγμα ὄπισθεν τοῦ προμαχῶνος τῆς ἑρμηνείας ταύτης τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ ὅμως, συντάσσομαι ἀδιστάκτως μετὰ τῶν παραδεχομένων, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ συνέλευσις δὲν ἠννόει ποσῶς τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας. Παραδεχόμενος τὸν λόγον, ὃν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Σῖμος εἶπεν, ὅτι ὅπου ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ κάμῃ διάκρισιν περὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἐκεῖ ῥητῶς ἐξεφράσθη, διότι καθὼς τὸ Σύνταγμα διατάσσει, ὅτι ὑπουργοὶ ἀπὸ μέλη Βασιλικῆς οἰκογενείας δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν, ἠδύνατο καὶ ἐδῶ σαφῶς νὰ διατάξῃ, ὅτι οὐδὲ εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας οὐδὲ εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας ἀπονέμεται τίτλος διακρίσεως· ἀφοῦ δὲ τοιαύτη ῥητὴ διάταξις δὲν ἀνεγράφη, ἄδικον ἔχουν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἐναντίον καὶ ἀποβαίνει ματαία ἡ ἔντεχνος προσπάθεια τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτῶν, ὅτι δῆθεν τὸ διάταγμα ἐνταῦθα παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, διότι ἀντὶ θετικῆς ἐξέλεξαν ὑποθετικὴν βάσιν, ἥτις ἑπόμενον ἦτο νὰ τοὺς παρασύρῃ εἰς τὴν πλάνην. Ἡ Εὐρώπη σήμερον, κύριοι, ἀποτελεῖ μίαν οἰκογένειαν ἐθνῶν, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἵστανται οἱ Ἡγεμόνες, οἵτινες ὡς ἐκ τῶν κοινωνικῶν καὶ ἐθνικῶν σχέσεων ἔχουν κἄποιαν τάξιν εἰς τὰς ἐπισκέψεις των, εἰς τὰς ὁδοιπορίας των καὶ ἐν γένει εἰς τὴν ἰδιωτικὴν καὶ πολιτικὴν αὑτῶν συμπεριφοράν· ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν αὑτὴν δὲν δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ βασιλικὸς ἑλληνικὸς οἶκος· ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπόλυτον ἐνέργειαν τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῆς ὁ διάδοχος τοῦ θρόνου ἔχει ἀνάγκην, ὁσάκις ταξειδεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἑνὸς τίτλου, ὁ δὲ τίτλος αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος ἂν καὶ πολὺ ὑποδεέστερος τοῦ τίτλου τοῦ βασιλόπαιδος. Θέλετε λοιπὸν ὁ τίτλος οὗτος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν φέρει κᾀμμίαν ἐθνικὴν βλάβην, θέλετε νὰ ὑστερήσετε τὴν ἑλληνικὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν ἀπὸ μίαν ἀναπόφευκτον εὐκολίαν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει δυνηθῆ ἀξιοπρεπῶς νὰ κρατήσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς σχέσεις μὲ τὰς λοιπὰς βασιλικὰς οἰκογενείας τῆς λοιπῆς Εὐρώπης καὶ μάλιστα, ὅταν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποκρούῃ τοῦτο; ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδὲ συζήτησις ἔπρεπε νὰ γείνῃ περὶ τούτου καὶ νὰ ταράσσῃ ἡμᾶς ἡ ἰδέα, διότι ὁ διάδοχος τοῦ ἑλληνικοῦ θρόνου ἔλαβε τὴν προσεπωνυμίαν Δοὺξ τῆς Σπάρτης, διότι ἡ προσεπωνυμία αὕτη δὲν συνεπάγει οὐδὲν δικαίωμα δυνάμενον νὰ παραβλάψῃ οὐδὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους. Ὁ κύριος Τιμολέων Φιλήμων, βουλευτὴς Ἀττικῆς, θέλων νὰ προξενήσῃ ὀδυνηρὰς εἰς ἡμᾶς ἐντυπώσεις, σᾶς ἐλάλησε περὶ ὅλης σχεδὸν τῆς ἱστορίας τοῦ Μεσαιῶνος, ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα μοὶ ἐφάνη ἐγκρατὴς τῆς ἱστορίας αὐτῆς. Προσθέσας ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης γεννᾷ λυπηρὰς διὰ τὸ ἔθνος ἀναμνήσεις, ἐν ᾧ ἀντὶ τῶν θλιβερῶν ἐκείνων ἀναμνήσεων ἠδυνάμεθα νὰ προσλάβωμεν τὰς ἐνδόξους ἀναμνήσεις τῆς ἱστορίας τῶν τίτλων τοῦ Καπετάνου τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι ἡ συμβουλὴ ν’ ἀποβάλωμεν ἀπὸ τὴν μνήμην μας τὰ πραγματικὰ ἢ ἱστορικὰ συμβάντα εἶναι ἄτοπος, διότι ἡ ἱστορία εἶναι κοινὴ καὶ τοῦ κόσμου ἰδιοκτησία, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συλλογισθῇ κἂν ὅτι δύναται νὰ τὴν διαψεύσῃ· ἐὰν εἰς τὴν πόλιν τῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν εἰς τὴν πόλιν τῆς ἐξόχου φρονήσεως καὶ πολεμικῆς ἀρετῆς τῆς Σπάρτης ἔτυχε νὰ ἔλθουν οἱ φράγκοι ὡς κατακτηταὶ καὶ ν’ ἀποκτήσωσι τίτλους ἐπ’ αὐτῶν, εἶναι μὲν λυπηρὸν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀληθὲς δυστυχῶς, καθὼς εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἔκτοτε ἔμειναν οἱ τίτλοι καὶ διὰ τὴν Τουρκικὴν αὐτοκρατορίαν.
§139ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἄφησαν, τοὺς ἀφῄρεσε τὸ ἔθνος.
§140Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄφησαν, κύριοι, καὶ τοὺς ἄφησαν δι’ αἰῶνας· τίς δὲν γνωρίζει, ὅτι ὁ τελευταῖος Νοταρᾶς ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν ἔφερε τὸν τίτλον; ἔφεραν τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους κατέστρεψεν ἀκολούθως ἡ κατάκτησις τῶν Τούρκων ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐσώθημεν ἀπὸ τὴν ἔνδοξον ἡμῶν ἐπανάστασιν, ἥτις ἐτιτλοφόρησε τοὺς ἥρωας αὐτῆς μὲ τὸν ἀνώτατον τίτλον τοῦ Καπετάνου.
§141ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἦσαν εὐγενεῖς τίτλοι.
§142Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἐὰν ἦλθον καὶ ἄφησαν τίτλους οἱ φράγκοι, οὓς ἐξήλειψεν ἡ δουλεία, ἐὰν ἐπέφερε ἄλλους τίτλους εὐγενεστάτους ἡ ἐπανάστασις, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ ἢ νὰ τὸ ἐμποδίσῃ, διότι τὸ τετελεσμένον ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρωπίνην δύναμιν καὶ ἐξουσίαν. Σᾶς ἐρωτῶ ἤδη, πῶς θέλετε νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἦλθον οἱ Σταυροφόροι εἰς τὴν Πελοπόννησον; Πῶς νὰ ἐξαλείψωμεν ἀπὸ τὴν μνήμην ἡμῶν τοὺς τίτλους αὐτῶν οἵτινες ὑπὸ τῶν κατακτητῶν ἐδόθησαν εἰς διαφόρους οἰκογενείας; ἢ κατὰ τί οἱ τίτλοι ἐκεῖνοι παραβλάπτουσι σήμερον τὴν δόξαν τοῦ ἔθνους; Ἡ προσεπωνυμία τοῦ δουκὸς Σπάρτης μὲ τὴν ὁποίαν ζητεῖται νὰ συμπεριφέρηται ὁ διάδοχος τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλείας μὲ τὰς Βασιλικὰς οἰκογενείας τῆς Εὐρώπης, δὲν εἶναι παρὰ μία τυπικὴ εὐκολία, καὶ πιστεύω, ὅτι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν εὐκολίαν αὐτὴν ἀπὸ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας τῆς Ἑλλάδος, εὐκολίαν μὴ παραβλάπτουσαν τὰ τοῦ ἔθνους δικαιώματα· ἄλλως τε ὁ Κ. Φιλήμων εἶπεν, καὶ πῶς ἀντὶ τοῦ τίτλου τοῦ δουκὸς Σπάρτης, δὲν δίδετε τὸν τίτλον τοῦ πολίτου Σπάρτης. Ἐδῶ, κύριοι, ἀνακαλῶ τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς εἰς τὴν τάξιν, διότι θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ἐναντίον τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τὰς διακρίσεις μάλιστα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, διότι κατ’ ἐξαίρεσιν θεωρεῖ τὸν πολίτην Σπάρτης ὡς τίτλον διακρίσεως, ἀλλ’ εἰς τοιαύτην περίστασιν προτείνω ὁ διάδοχος νὰ λάβῃ τὸν τίτλον τοῦ πολίτου τῶν Καλαβρύτων, καὶ οὐχὶ τῆς Σπάρτης. Ἰδοὺ οἱ φαντασιώδεις καὶ ἄτοποι ἰσχυρισμοί σας ποῦ σᾶς ἄγουσι, διότι θέλετε σοφιστικῶς νὰ ἑρμηνεύσητε τὴν διάνοιαν τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ θέσητε εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῆς, ὅ,τι δὲν ὑπῆρχε δηλ. τοὺς ἰσχυρισμούς σας. Ἀλλ’ ὅμως, κύριοι, ποσῶς μὴ ἀμφιβάλετε, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν ἐννόησε νὰ συμπαραλάβῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἐμβάλλει προσκόμματα ἐναντίον εἰς τὰς ἀθώας καὶ ἀβλαβεῖς ἐθιμοτυπίας δυνάμει τῶν ὁποίων νὰ συναναστρέφωνται εὐκόλως τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν Βασιλέων τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε βουλευτὰ, ὅτι ἡ βασιλεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι προϊὸν τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ὁ κ. Φιλήμων ἀγνοεῖ τὴν νεωτάτην ἱστορίαν ἰσχυριζόμενος, ὅτι οὐδεμία ἄλλη Βασιλεία ὑπάρχει ὁμοία τῆς ἡμετέρας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἄλλος Βασιλεὺς εἶναι προϊὸν τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ του· ἡ Γαλλικὴ δυναστεία διαψεύδει τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς, εἶναι αὕτη τέκνον τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας τῶν Γάλλων, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ὁ Αʹ. Ναπολέων κατ’ ἀρχὰς ἐκλήθη αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλικῆς δημοκρατίας.
§143ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν νῦν Βασιλέων.
§144Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὅλα ὅσα μετὰ τόσης ἐπιδείξεως σᾶς ἐξέθεσαν εἶναι ἄτοπα, μὴ ἀκριβῆ, ἁρμόζοντα μᾶλλον εἰς τὴν φαντασίαν παρὰ εἰς τὰ πράγματα. Καὶ διὰ τοῦτο συμβουλεύω τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς ἵνα μὴ χρονοτριβῇ καὶ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν περισσότερον μὲ μίαν ὑπόθεσιν, ἥτις ὅσον εἶναι ἀφελὴς τόσον εἶναι καὶ μακρὰν τοῦ νὰ βλάψῃ ἐθνικόν τι δικαίωμα, διότι ἐνῷ εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν χορηγοῦμεν εὐκολίαν τινὰ τυπικὴν ὅπως συμπεριφέρεται μετὰ τῶν λοιπῶν Βασιλικῶν οἰκογενειῶν τοῦ κόσμου, ἡ Σπάρτη δὲν φοβεῖται οὐδὲ σταφυλὴν νὰ ζημιωθῇ.
§145ΤΙΝΕΣ. Σεῖς τὸ εἴπατε αὐτό.
§146Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τούτου ἕνεκεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψα καὶ παρέδωκα εἰς τὸ προεδρεῖον.
§147ΦΙΛΗΜΩΝ. Μίαν ἐρώτησιν θὰ σᾶς κάμω, οἱ Βασιλόπαιδες εἶναι πολῖται Ἕλληνες;
§148Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὁ Βασιλεὺς εἶναι πολίτης ἕλλην.
§149ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι.
§150Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ πρῶτος μάλιστα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν εἶναι ὁ Βασιλεύς.
§151ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι, εἶναι ἀνώτερος.
§152Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀνώτατος μάλιστα· ἀλλὰ πάντοτε ὁ πρῶτος πολίτης τῆς Ἑλλάδος.
§153Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν πρότασίν του). «Τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ἐνεστῶτος ἔτους διάταγμα περὶ προσεπωνυμίας τοῦ βασιλόπαιδος ὡς Δουκὸς τῆς Σπάρτης ἔχει καλῶς».
§154Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐκ τῶν προτέρων, κύριοι, ἀποφαίνομαι, ὅτι ἡ ἐπιδαψίλευσις ἑνὸς ἐπιθέτου εἰς τὸν βασιλόπαιδα δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν ὁ νόμος ὁ ληξιαρχικὸς περὶ τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, ἐγὼ ὁ ἴδιος προέλαβον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν εἰς τὸ νὰ δώσῃ εἰς τὸν διάδοχον ἕνα χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος νὰ τοῦ δίδῃ μίαν θέσιν εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ εἶχον κανονίσει· εἶχον λάβει ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα τὰ Συντάγματα καὶ ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν αὐτὴν τὴν ὕλην· δὲν εἶδον λοιπὸν εἰς οὐδὲν Σύνταγμα ἔθνους νὰ ὑπάρχῃ ὁ διϊσχυρισμός, οὐδὲ εἷς λόγος, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἐξαιρετικήν τινα θέσιν, καὶ ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν καθιερωθεῖσαν διάταξιν τῆς μὴ διακρίσεως τῶν πολιτῶν· καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετήσῃ τοῦτο· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπεσπεύδετο τότε ἡ γέννησις τοῦ διαδόχου, ἡ πρότασίς μου ἔμεινεν ἀναποφάσιστος. Λοιπόν, κύριοι, ἔρχομαι ἀκόμη νὰ ὑποστηρίξω καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ νόμοι συγχωροῦν, καὶ κατ’ ἐμὲ καὶ ὁ τύπος καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος δὲν ἀπαγορεύει τοῦτο. Οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ διάταγμα αὐτό, τὸ ἀποδίδον ἢ ἐπιδαψιλεῦον ἐπώνυμα εἰς τὸν διάδοχον, ἐπικαλοῦνται τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι περὶ δὲν τοὺς βοηθεῖ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος γενικῶς ὁμιλεῖ τῶν πολιτῶν καὶ ὄχι περὶ βασιλικῆς οἰκογενείας.
§155ΦΙΛΗΜΩΝ. Οἱ Βασιλόπαιδες εἶναι Ἕλληνες, εἶναι πολῖται;
§156Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι σόφισμα· ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ ἐν τούτοις ποτὲ, λέγω, δὲν ὑπέθεσα, ὅτι ἡ βασιλεία νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ θέτῃ ἐπώνυμα, καὶ λέγων τοῦτο, ἐπικαλοῦμαι ὅλων ἡμῶν τὰς μαρτυρίας, οἵτινες ὑπήρξατε μέλη τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν εἰς τὸν νοῦν τινος ἐπῆλθε τοιαύτη ἰδέα. Καὶ ὅταν εἰς τὴν συνείδησίν μου δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν, μὲ λέγει σὺ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἔχω; Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος διόλου δὲν ἀποκλείει τοῦτο, λέγει ὅμως εἶναι πολίτης Ἕλλην· ναὶ, ἀλλὰ καὶ ὁ βασιλόπαις καὶ ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια ἔχει θέσιν ἄλλην ἐν τῇ βασιλικῇ οἰκογενείᾳ.
§157ΦΙΛΗΜΩΝ. Δικάζεται;
§158Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἀπὸ ἐξαιρετικὸν δικαστήριον, ἀπὸ τὸ ἐφετεῖον.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ τρώγῃ προσέτι.
§160Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἡ νομοθεσία αὐτὴ ἀποδεικνύει αὐτὴν τὴν ἰδέαν, διότι τὰ ἐγκλήματα κατὰ τοῦ διαδόχου τιμωροῦνται μὲ μεγαλειτέρας ποινάς· καθ’ ὑμᾶς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιβάλλωνται εἰς τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ μεγαλείτεραι ποιναί. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῆς γενικῆς φράσεως «πολῖται Ἕλληνες» δὲν πρέπει νὰ συμπεράνετε, ὅτι ὑπάγονται εἰς αὐτοὺς οἱ βασιλόπαιδες. Πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν ἐν τῇ συνειδήσει των ἐνόησαν ὅτι ὑπάγονται, καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι οὐδεὶς ἐννόησε νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ὀφειλομένην θέσιν εἰς τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν. Λοιπὸν τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν τὸ ἀποκλείει, τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, εἶναι λοιπὸν σκανδαλώδη ὅσα σᾶς εἶπον περὶ Συντάγματος. Μόνον τὸ διάταγμα αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ πολεμηθῇ μὴ στηριζόμενον εἰς ἕνα νόμον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀποφασίσῃ διὰ νόμου, ἀλλὰ ἀντισυνταγματικὸν δὲν εἶναι.
§161ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Διάταγμα, τὸ χορηγοῦν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου τὸν τίτλον «Δουκὸς τῆς Σπάρτης,» εἶπεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ συζήτησις νὰ γείνῃ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, ἔχει ὡρισμένας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ συζητήσεις γίνονται κεκλεισμένων τῶν θυρῶν· δὲν ἐννοῶ οὕτω, πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερεν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν τὴν πρότασιν, ὅτι ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα δὲν προσβάλλει τὰ χρηστὰ ἤθη, ὅπως γίνῃ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Ἴσως ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε κατὰ νοῦν, ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ προσβάλλει τὰ ἑλληνικὰ ἤθη, διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Μετὰ τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἐλάλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Σῖμος καὶ ἤρχισε τὸν λόγον αὐτοῦ ἀπὸ μίαν τελευταίαν ὁμιλίαν, ἣν ὡμίλησεν, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843. Εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν βασιλείαν νὰ ᾖναι στύλος στερεὸς ἐν τῷ κράτει, καὶ οὐχὶ κάλαμος ὑπὸ ἀνέμων σαλευόμενος, ὡσανεὶ τὸ τιτλοφόρον διάταγμα Δουκὸς τῆς Σπάρτης εἶναι ἓν μέσον, δύναμις τόσον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ καθιστᾷ τὴν βασιλείαν ἐν τῇ Ἑλλάδι στύλον, καὶ οὐχὶ κάλαμον ὑπὸ τῶν ἀνέμων σαλευόμενον. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν τῆς Ἀττικῆς, ὅτι στύλος στερεὸς ἐν παντὶ τόπῳ εἶναι αἱ ἐξουσίαι, ὁσάκις σέβονται τοὺς νόμους τῆς πολιτείας θρησκευτικῶς. Οὕτω, ὅπως καταστῇ πᾶσα ἐξουσία ἀκράδαντος καὶ στερεὰ ἔν τινι Κράτει, ὀφείλει κατὰ πρῶτον λόγον νὰ σέβηται τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ἐν ᾗ ἵσταται. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν, κύριοι, περὶ τοῦ διατάγματος τοῦ ἀπονέμοντος τῷ Διαδόχῳ τὴν προσεπωνυμίαν τοῦ Δουκὸς, ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Φιλήμονα. Περὶ τούτου ἔρχομαι καὶ ἐγὼ, καὶ ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως, ἥτις συνέταξε τὸ Σύνταγμα, ὅπερ δυστυχῶς σήμερον δικάζομεν, νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἠθέλησε τοῦτο τὴν διάκρισιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως ἦτο ἀπολύτως ἐναντίον. Ὡς πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπονομῆς τίτλων εὐγενείας καὶ διακρίσεων οὐδεμίαν ἔφερεν ἐξαίρεσιν, οὔτε διὰ τοὺς βασιλόπαιδας οὔτε δι’ ἄλλον. Πολὺ κακῶς, κύριοι, ὑπεστήριξάν τινες, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἦτον εἰς τὸ πνεῦμα, εἰς τὸν νοῦν τῆς Συνελεύσεως, ὅτε συνέταττε τὸ Σύνταγμα· πολὺ κακῶς λέγω, διότι, τούτου δεκτοῦ γενομένου, αὔριον θὰ ἔλθουν ἄλλοι, καὶ ἐξηγοῦντες τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος αὐθαιρέτως, θὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι καὶ ἄλλοι τινὲς ἐξαιροῦνται π. χ. καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρουν ἐξωτερικούς τινας τύπους τῆς λεπτῆς λεγομένης συμπεριφορᾶς; καὶ ὅτι πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ λάβωσι τὸν τίτλον τοῦ Βαρώνου ἢ τοῦ Κόντε. Ἀλλ’ ἐξεδόθη τὸ διάταγμα. Ποῦ στηρίζεται, ἀφοῦ, ὡς γνωρίζετε, πᾶν διάταγμα πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἴς τινα νόμον; Λέγει τοὐλάχιστον, ὅτι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον δεῖνα τοῦ Συντάγματος, κανονίζομεν, ἵνα τοῦ λοιποῦ ὁ Διάδοχος ὀνομάζηται «δοὺξ τῆς Σπάρτης»; Ὄχι! ἄρα διάταγμα τοιοῦτον οὔτε καὶ κατὰ τύπον ἔχει κῦρος. Ἠγωνίσθησαν, κύριοι, καὶ ἠγωνίσθησαν πολὺ, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι διὰ τοὺς υἱοὺς τοῦ Βασιλέως καὶ τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου ὑπάρχει ἐξαίρεσις, καὶ ἡ ἐξαίρεσις δὲν ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος· τουτέστιν ἠθέλησαν νὰ διαστρέψωσι τοὺς κοινοὺς κανόνας, τοὺς παραδεδεγμένους παρ’ ὅλων τῶν νομοδιδασκάλων ὅλων τῶν ἐθνῶν τῶν εὐνομουμένων. Αἱ ἐξαιρέσεις ἀκριβῶς εἰσὶν ἐκεῖναι, αἵτινες ἐγγράφονται ἐντὸς τοῦ νόμου. Καὶ ἐὰν τὸ ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες δύνανται νὰ ἔχωσι τίτλους, αὕτη ἡ ἐξαίρεσις βεβαίως ἤθελεν ἀναγραφῆ, ἐντὸς τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, καὶ σήμερον δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν θέμα τοιοῦτον. Ἀφ’ οὗ ἡ ἐξαίρεσις δὲν ὑπάρχῃ, οὐδεὶς αὐθαιρέτως δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Συνελεύσεως. Θέλω δὲ ἀποδείξει, ὅτι εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Συνελεύσεως δὲν ἦτο ν’ ἀποδώσῃ τῷ Διαδόχῳ Ἕλληνι τίτλον παρὰ μόνον τὸν τίτλον τὸν φυσικὸν, ὃν ἔχει ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει· καθ’ ὅσον εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ αὐτὴν ἀκόμη, καθ’ ἣν ὁ Διάδοχος δὲν συνεπλήρωσε δύω μῆνας τῆς ἡλικίας, ἐὰν ἤθελεν, ὃ μὴ γένοιτο, ἐλλείψει ὁ Βασιλεὺς, αὐτὸς ἤθελεν εἶσθαι ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος. Τί λέγει, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος; Ἀναγνώσατε καὶ θέλετε ἰδεῖ «... Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν, εἴτε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως εἴτε μετ’ αὑτήν. Ἐπιτρέπεται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κτλ.» Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὴν ἐξαίρεσιν, ὅπου τὴν ἠθέλησε, τὴν ἐκανόνισε ῥητῶς ὁ νομοθέτης. Καὶ ἐὰν σήμερον ἐκδοθῇ μία ἐφημερὶς, ἥτις νὰ προσβάλῃ τὸ ὄνομα τοῦ Διαδόχου, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν κατάσχῃ· διότι μόνον εἰς τὰς δύω ἀνωτέρω περιστάσεις διατάσσει τὴν κατάσχεσιν τῶν ἐφημερίδων. Παραδόξως δὲ αὐτὸς ὁ κ. Πετσάλης, ὁ ὑποστηρίξας ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τίτλοι δύνανται ν’ ἀπονεμηθῶσιν εἰς τοὺς βασιλόπαιδας, ἦτον ἐναντίος καὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως, ὅτι, ὅταν προσβάληται τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπηται καὶ κατάσχεσις. Καὶ ὁ νῦν πρωθυπουργὸς Βούλγαρης μετὰ τῶν πλείστων σημερινῶν φίλων του βουλευτῶν ἦσαν ἀντίθετοι ἐπίσης, ἀξιοῦντες, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν περίπτωσιν δὲν πρέπει νὰ κατάσχηται ἡ ἐφημερίς. Ἐπὶ τοσοῦτον ἦτον ἀνεπτυγμένον τὸ αἴσθημα τὸ φιλελεύθερον εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες δυστυχῶς ἀνερυθριάστως σήμερον ὑποστηρίζουν τὰ ἐναντία. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ αἱ ἐξαιρέσεις ἐκανονίσθησαν καὶ δι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ὅστις εἶναι ὁ ὑπέρτατος τῆς πολιτείας ἄρχων, πολὺ περισσότερον ἤθελον κανονισθῆ αἱ ἐξαιρέσεις ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου, ὅστις, ἐνόσῳ εἶναι Διάδοχος, εἶναι ὑπήκοος τοῦ Βασιλέως, ἔχει δὲ μόνον αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ᾖναι Βασιλεύς· ἀλλ’ ὅμως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἶναι ὑπήκοος πάντοτε τοῦ Βασιλέως. Αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ ἑρμηνεία, ἣν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸν Νόμον· πᾶσα ἄλλη εἶναι αὐθαίρετος. Ἀλλὰ, λέγουν, δυνάμεθα νὰ ἐκδώσωμεν ἓν διάταγμα, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον τιτλοφοροῦντα τὸν Διάδοχον. Ὄχι, κύριοι· καὶ πολὺ ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φιλήμων, ὅτι οὐδὲν διάταγμα καὶ οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ καταργήσῃ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι πληρέστατα ἀπεδείχθη σήμερον, ὅτι δυνάμει τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ τίτλος εὐγενείας εἴς τινα βασιλόπαιδα ἢ τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου. Ἂς ἐξετάσωμεν τοὐλάχιστον, ἂν ὁ τίτλος αὐτὸς, ἂν ἡ λέξις αὐτὴ, ἡ ὁποία ἀπεδόθη ὡς τίτλος εἰς τὸν βασιλόπαιδα εἶναι τοὐλάχιστον ἑλληνική. Ναί, κύριοι, ἡ πλουσιωτάτη, ἡ βασιλὶς καὶ κορωνὶς ὅλων τῶν γλωσσῶν, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, δὲν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ μίαν λέξιν ἐν τοῖς λεξικοῖς διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν διάδοχον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς ξένας γλώσσας διὰ νὰ τιτλοφορήσωμεν τὸν Διάδοχον; Ἀνοίξατε ὅλα τὰ λεξικὰ τὰ Ἑλληνικὰ καὶ εἰπέτε μοι, ποῦ εὑρίσκεται ἡ λέξις Δοὺξ, καὶ τίνα ἔννοιαν ἀντιπροσωπεύει εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν; Ἔγεινε κατάχρησις προηγουμένως καὶ εἰς τὰ προγράμματα τὰ ἐκδοθέντα ὠνόμασαν τὸν διάδοχον Πρίγκηπα. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν λέξιν Πρίτζιπας ἢ Πρίγκηψ, ἢ Prince; Ὑπάρχει, κύριοι, λέξις εἰς τὰ ἑλληνικὰ λεξικὰ τοιαύτη; Φέρετε τὰ λεξικὰ τοῦ Γαζῆ καὶ εἰπέτε μας, ὅτι ἰδοὺ αὐτὴ ἡ λέξις prince πρίγκηψ εἶναι ἑλληνική.
§162ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ προτήτερα ἀκόμη.
§163ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦλθον ὅμως κατόπιν καὶ μᾶς ἀνέφερον διάφορα δικαιώματα ξένων ἀνδρῶν, καθὼς καὶ ὁ ἐξάδελφός μου βουλευτὴς Καλαβρύτων διὰ τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι ὁ δεῖνα ὀνομάζεται Δοὺξ, ὁ δεῖνα ἔτζι καὶ ὁ ἄλλος ἄλλως, καὶ ὅτι πρέπει νὰ δανεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ αὐτοὺς αὐτὰ τὰ ὀνόματα. Ὄχι, κύριοι, ὑπάρχουν ἤθη, ἔθιμα, ἱστορία ἡ ὁποία ἔδωκε τὰ ὀνόματα εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Κοινοβουλίου π. χ. ἔχει ἰδιαίτερα ἐνδύματα, φέρει μπεροῦκαν· βάλλετε τώρα μίαν μπεροῦκαν εἰς τὸν ἰδικόν μας Πρόεδρον, καθήσατέ τον εἰς τὴν ἕδραν του, δὲν θὰ ἔχητε ἔμπροσθέν σας ἕνα καραγκιώζην; (γέλως). Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπητε εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ πολίτευμα εἶναι φιλελεύθερον. Μάλιστα, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν Ἀγγλίαν μόνον εἰς ἐκεῖνα τὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἶναι ἀστεῖα διὰ τὸν τόπον μας. Ἔχει ἡ Ἀγγλία παραδείγματα ἄλλα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, ἴσως ἐπικρατήσει ἡ ἰδέα σας καὶ θὰ ὀνομάσητε μὲ τὸ τοιοῦτον εἰδεχθὲς ὄνομα τὸν Βασιλόπαιδα· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ κάμῃ νόμον, διότι πᾶς νόμος ἢ διάταγμα, ἀντικείμενος εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, δὲν δύναται νὰ σταθῇ. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν διάφοροι βουλευταὶ καὶ ἐγὼ τελευταῖος καὶ ἀσθενέστερος ἴσως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, νομίζω δὲν μένει δισταγμὸς, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ὄχι μόνον δὲν στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἶναι ἄντικρυς ἀντισυνταγματικὸν καὶ εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν ἀπὸ τὰ πολλὰ ῥήγματα, τὰ ὁποῖα γίνονται καθ’ ἑκάστην ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐνθυμήθητε, κύριοι, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς ἔχομεν μίαν εὐθύνην μεγάλην, καὶ ἂν δὲν δώσωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας λόγον τῶν πράξεών μας, συλλογισθῆτε, ὅτι ἔχομεν νὰ δώσωμεν μίαν ἡμέραν λόγον εἰς τὴν ἱστορίαν διὰ τὰς πράξεις μας.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Φιλήμονος, τῶν Κ. Κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ Σ. Πετιμεζᾶ. Τοῦ Κ. Φιλήμονος. «Ἡ Βουλὴ θεωροῦσα τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου διάταγμα περὶ ἀπονομῆς τοῦ τίτλου τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης εἰς τὸν διάδοχον τοῦ θρόνου τῶν Ἑλλήνων, Κωνσταντῖνον, ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἴς τινα νόμον, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ Πετιμεζᾶ. «Τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ε. ε. Β. διάταγμα περὶ τῆς προσεπωνυμίας τοῦ βασιλικοῦ διαδόχου ὡς Δουκὸς τῆς Σπάρτης ἔχει καλῶ...»
§165ΔΟΣΙΟΣ. Ἡ ἁπλῆ ἡμερησία διάταξις εἶναι πάντοτε ἀπωτέρα.....
§166ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδική μου πρότασις εἶναι. «Ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε γραπτὴν πρότασιν.
§168ΔΟΣΙΟΣ. ..... (θόρυβος)... Πῶς δὲν ἔχει.... (θόρυβος).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σωφρονισθῆτε εἰς τὰς ὁμιλίας σας, διότι ἠξεύρω νὰ σᾶς φέρω εἰς τὸ καθῆκον, ὅταν παρεκτρέπεσθε.
§170ΔΟΣΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν παρεξετράπην καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι παρεξετράπην. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἂν παρεξετράπην ἢ ὄχι.
§171ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἠλιόπουλος δὲν ἔφερε τοιαύτην πρότασιν· λοιπὸν ὅταν ὁ πρόεδρος λέγῃ ἕνα πρᾶγμα, τὸ λέγει ὀρθῶς. Ἀπωτέρα εἶναι τοῦ Σ. Πετιμεζᾶ καὶ Παπαμιχαλοπούλου. Δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν ὑπεκφυγὰς, διότι δύο προτάσεις ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ προεδρεῖον, καὶ ἀφοῦ ἀπήγγειλα, τὴν ἀπωτέραν φέρετε ἄλλην καὶ πάλιν ἄλλην ἄλλοι βουλευταὶ, καὶ τότε δὲν τελειόνομεν ποτέ. Ἀπωτέρα εἶναι λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ Πετιμεζᾶ καὶ Παππαμιχαλοπούλου.
§173ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τὴν πρότασίν μου τὴν ἀποῤῥίπτετε;
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ γραφεῖον, ὅταν ἀπήγγειλα ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§175ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμετε ὅπως θέλετε (θόρυβος).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Παππαμιχαλοπούλου καὶ Πετιμεζᾶ λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§177ΤΙΝΕΣ. Ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Θ. Κολοκοτρώνη οὕτως ἀπήντησε· δὲν εἶμαι ἰατρός· δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχῃ καλῶς ἢ ὄχι.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ε. ε. Β. διάταγμα περὶ ἀπονομῆς προσεπωνυμίας τοῦ Βασ. διαδόχου Δουκὸς τῆς Σπάρτης ἐγένετο παραδεκτὸν διὰ ψήφων 78 κατὰ 26, ἀρνηθέντων 2. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§179ΠΟΛΛΟΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐργασίαι μένουν πίσω· παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς αὔριον νὰ ἦναι ἀκριβῶς εἰς τὴν πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων προσδιωρισμένην ὥραν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 παρὰ 20/60.