1868.07.27
2.084 στίχοι · 16.900 λέξεις · 315 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Τῇ 27 Ἰουλίου 1868.
Σάββατον
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Χρίστος Κοσμᾶς Ῥαβίλης, ἀρχαῖος ἀγωνιστὴς, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸ προεδρεῖον ἐπισυνάπτων ὅλα τὰ ἔγγραφά του ὅτι οὐδέποτε ἔλαβεν ἀμοιβὴν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις του.
§4ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ῥωμαίου ἔχουσα οὕτω· «Προτείνω νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον τὸ ἑξῆς, λαμβάνοντος τάξιν τρίτου τοῦ ἄρθρου δευτέρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 2. Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου εἰσάγεται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ τὸ κατὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ἰσχύον φορολογικὸν σύστημα.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§6ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὄχι· θὰ συζητηθῇ σήμερον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κυρίου Πετσάλη· «Οὐδεὶς προβιβασμὸς ἐν τῷ στρατῷ καὶ ναυτικῷ ἐν καιρῷ εἰρήνης γίνεται ἄνω τοῦ ταγματάρχου καὶ πλωτάρχου.» Ἡ πρότασις αὕτη νὰ τυπωθῇ;
§8ΤΙΝΕΣ. Ναί.
§9Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πετσάλην νὰ πάρῃ πίσω αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι εἶναι ἀπραγματοποίητος. Ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ καὶ εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον, ἀλλ’ ἐν τούτοις θὰ τοῦ ὁμιλήσω ἰδιαιτέρως καὶ θὰ τὸν πείσω ὅτι εἶναι ἀπραγματοποίητος. Διατί νὰ φέρωμεν τοιαῦτα σκάνδαλα;
§10Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς συζητηθῇ κἂν πεισθῶ θὰ τὴν ἀποσύρω.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τῶν κ. Παΐζη, Παραμυθιώτου καὶ λοιπῶν. Τροπολογία ἐπὶ τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν πρὸς σύστασιν ὑποτελωνείου εἰς Κιόνιον καὶ τελωνοσταθμαρχείου εἰς Φρίκας. «Ὁ τελωνιακὸς σταθμὸς Φρικῶν καὶ Κιονίου διαιρεῖται καὶ συνιστᾶται ὑποτελωνεῖον εἰς Φρίκας καὶ τελωνοσταθμαρχεῖον εἰς Κιόνιον.» Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δεκαεπτὰ ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν ὑπέβαλον αἴτησιν τριακονθημέρου ἀδείας ἀπουσίας.
§12ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§14ΤΙΝΕΣ. Νὰ μὴ δοθῇ.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ μᾶς δοθῇ ἡ ἄδεια· εἶναι ἀνάγκη.
§16ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη ἂς προσκληθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν προηγουμένως μὲ ἀδείας νὰ ἔλθουν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐμποδισθοῦν ὅσοι ἔχουν ἐργασίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ γίνουν συνεδριάσεις οὐχὶ ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἀτμοσφαίρας, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν γεωργικῶν ἐργασιῶν. Πάντοτε εἰς τοιαύτην ἐποχὴν οὐ μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι ἔχουσι διακοπὰς καὶ μεταβαίνουν ἀλλαχοῦ· οἱ βουλευταὶ δὲν ἔχουν μισθὸν παρὰ μόνον ἓν ἐπιμίσθιον, καὶ δὲν δύνανται νὰ καταστρέψουν τὰ ἰδιαίτερά των συμφέροντα· οἱ περισσότεροι τῶν βουλευτῶν τῆς Πελοποννήσου ἔχουν σταφίδας, ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν Ἑλλάδα ἔχομεν τὰ ἁλώνια. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναχωρήσωμεν, ὥστε πρέπει νὰ μᾶς δώσητε τὰς ἀδείας καὶ ἂς προσκληθοῦν ὅσοι ἔλαβον προηγουμένως ἀδείας καὶ ἀνεχώρησαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατσόπουλος ἔχει ἐπερώτησιν.
§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐξόγκωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν· Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατ’ αὐτὰς ἐγένοντο δύω ἀποστολαί, ἡ μία εἰς Ἀγγλίαν καὶ ἡ ἄλλη εἰς Βιέννην· ἡ πρώτη ἀνατεθεῖσα εἰς τὸν κύριον Δημήτριον Βουδούρην μὲ ἀποδοχάς, ἐάν δὲν ἀπατῶμαι, 8,000 δραχμῶν, καὶ ἡ ἑτέρα εἰς τὸν κ. Ἀδαμάντιον Διαμαντόπουλον μὲ ἀποδοχὰς τριῶν χιλιάδων καὶ καθημερινὴν ἀποζημίωσιν 60 δραχμῶν, δεύτερον ἐὰν τὰς ἀποστολὰς αὐτὰς δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώσωσιν οἱ παρὰ ταῖς αὐλαῖς Λονδίνου καὶ Βιέννης πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν ἠδύναντο, διατὶ δὲν ἀνετέθησαν αἱ ἀποστολαὶ εἰς αὐτούς; Ἐὰν ἀγαπᾷ ὁ κ. ὑπουργός, ν’ ἀπαντήσῃ τώρα.
§19Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ κυβέρνησις ἐνεργεῖ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἴτε διὰ τῶν πρέσβεων τῶν ὁριστικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ἐκεῖ, εἴτε διὰ τῆς ἀλληλογραφίας τῆς τακτικῆς, διὰ τηλεγραφημάτων καὶ πολλάκις διὰ προσώπων εἰδικῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναθέτει ἀντικείμενά τινα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Τοῦτο δὲν εἶναι διόλου νέον πρᾶγμα· πάντοτε ἐγένετο, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν· καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τοιούτου εἴδους ὑπηρεσίαι, οἷαι αἱ ἀναφερόμεναι ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος, ἔλαβον χώραν τρεῖς ἢ τέσσαρες, καὶ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ κυβέρνησις οὔτε ἐμποδίζεται νὰ τὸ κάμῃ, οὔτε εἶναι ὑπόχρεως νὰ κοινοποιῇ τί πράττει καὶ πῶς ἐνεργεῖ εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Δὲν ἔχω δὲ δυσκολίαν νὰ εἴπω κάτι τι περισσότερον, χάριν τῆς περιεργείας τοῦ ἀγορεύσαντος. Ἀληθῶς ἐστάλη εἰς Λονδῖνον εἰδικὸν πρόσωπον, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ συνομολογήσῃ μετ’ αὐτῆς, μετὰ τοῦ διορισθησομένου ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, μίαν σύμβασιν ταχυδρομικὴν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη ἀνεφάνη πρὸ πολλοῦ, καὶ ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ ἡ ἰδία ἐζήτησε τὴν ἀποστολὴν εἰδικοῦ προσώπου, ἡ κυβέρνησις ἡ ἑλληνικὴ δὲν εἶχε λόγους διὰ τὴν μικρὰν δαπάνην, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθῃ ἐκ τῆς περιστάσεως αὐτῆς, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποστολὴν αὐτήν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ὅτι ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἐστάλη ἐκεῖ ἢ ἀλλοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ κάμω κανένα λόγον, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, τὴν ὑπηρεσίαν ἀναθέτει ἡ κυβέρνησις πολλάκις εἰς πολλὰ πρόσωπα, καὶ θὰ παρουσιασθῇ περίστασις, καθ’ ἣν ἤθελε ζητηθῇ λόγος περὶ δαπάνης ἐνεργηθείσης, καὶ ἤθελεν ἐπικριθῇ ἡ δαπάνη, τότε ἠμπορῶ νὰ ἔλθω εἰς δευτέρας λεπτομερείας· τὴν σήμερον δὲν τὸ θεωρῶ διόλου ἀναγκαῖον.
§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω· ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐζήτησεν εἰδικῶς τὸ πρόσωπον τὸ ἀποσταλέν;
§21ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· τὸ πρόσωπον τὸ διώρισα ἐγώ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς.
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. «Ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ λοιπῶν δικαιωμάτων διὰ τὸ ἔτος 1868.»
§25ΖΕΡΒΑΣ. Γοεραὶ φωναὶ ὑψώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατὰ τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος, λέγουσαι ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἐπαχθὴς, εἶναι ἄνισος, ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ ἀναγραφὲν ἀξίωμα ἐν τῷ Συντάγματι, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἕκαστος ἀδιακρίτως συνεισφέρει εἰς τὰ κοινὰ βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας του. Αἱ φωναὶ αὗται ὅσον δίκαιαι, ὅσον νόμιμοι καὶ ἂν ᾖναι, ἐγειρόμεναι ὅμως καθ’ ἑνὸς καὶ μόνου εἴδους, θεωροῦνται οὐχὶ δικαιολογημέναι, διότι μετ’ αὐτῶν ἐγείρω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ἐπίσης καὶ λέγω ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ὑπάρχει ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη, εἶναι ἐπαχθὲς, εἶναι ἄνισον, εἶναι ἀφόρητον, εἶναι σχεδὸν πλαγία ἀπαγόρευσις πάσης καλλιεργείας τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς. Ναὶ, κύριοι, πόθεν ὁρμώμενοι οἱ σταφιδοῦχοι παραπονοῦνται; ὅτι ὁ φόρος τὸν ὁποῖον πληρόνουν ἀπέναντι τῆς καθαρᾶς παραγωγῆς, εἴτε τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς ὑπερβαίνει τὴν ἀποδεκάτωσιν. Λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ φόρος τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀφοῦ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀποδεκάτωσιν διὰ τῶν κοτυλίδων μέτρων, κοιλῶν, μέτρησιν τὴν διὰ ἀδείας ὑποχρέωσιν τῆς συγκομιδῆς, τὴν διὰ χρημάτων ἐκτίμησιν καὶ ἐν γένει τὴν καταμέτρησιν τοῦ φόρου, ὅπου καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, θὰ παρατηρήσητε, κύριοι, καὶ θὰ βεβαιωθῆτε κατὰ πεποίθησιν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τῶν ἀγρῶν ἔχει συνιδιοκτήτην ἐξίσου καὶ τὸ δημόσιον, δηλ. ἐὰν ὁ κτηματίας, ὁ ἔχων ἀγρόν τινα, ἐνοικιάζων, τὸν ἀγρόν του λαμβάνει ἑκατὸν κοιλὰ σίτου, ἑκατὸν κοιλὰ σίτου πέρνει καὶ τὸ δημόσιον. Τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν πολλάκις τὸν ἐκάμαμεν καὶ ἐπὶ τῶν προηγουμένων Βουλῶν πρὸ τῆς μεταβολῆς καὶ ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐλύθη πάντοτε ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι συνιδιοκτήτης κατὰ τὸ ἥμισυ μὲ τὸν ἔχοντα τὸν ἀγρόν.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§27ΖΕΡΒΑΣ. Οἱ δὲ καλλιεργηταὶ καὶ κτηματίαι τῶν σύκων περιβολιῶν, λαχάνων, βαμβακίων, μποστανίων, καπνῶν κτλ. εἶναι εἰς χείρονα θέσιν καὶ ἀπὸ τοὺς τῶν δημητριακῶν καρπῶν· διατί; Βεβαιωθεῖτε, κύριοι, ὅτι γεωργός τις, θέλων νὰ καλλιεργήσῃ ὅπως ἡ τάξις καὶ ἡ συνήθεια τῶν γεωργῶν ἀπαιτεῖ τὸν ἀγρόν του κατὰ τὸ ἔαρ, ἀναγκάζεται νὰ σπείρῃ σποράδην καὶ σπόρους βάμβακος ἢ ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα εἴδη· τί συμβαίνει; ἀμέσως ὁ ἔφορος ὅπου καὶ ἂν ᾖναι μία ῥίζα βάμβακος ἀφοῦ τὸ μάθῃ εὐθὺς στέλλει ἐκτιμητὰς καὶ ἐκτιμᾷ κατὰ στρέμμα, καὶ τὸ στρέμμα δὲν ἔχει παρὰ πέντε ἢ δέκα ῥίζας βάμβακος καὶ τότε ὑποχρεοῦται καὶ πληρόνει χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ. Ἔχουν λοιπὸν δίκαιον νὰ παραπονῶνται αὐτοὶ οἱ παραγωγοί; εἶναι λοιπὸν ἰσότης φορολογίας εἰς τὸ μέρος αὐτό; δὲν εἶναι ἀφόρητος ὁ νόμος, δὲν εἶναι ἀπαγόρευσις; Τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ παρὰ ὡσὰν νὰ τοῦ λέγουν· δὲν θέλω νὰ φυτεύσῃς καπνόν, μποστάνι, βαμβάκια, γιατίδια, διότι καὶ ἂν τὸ ζῶόν σου μόλις ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κριθὴν, καὶ ἐπειδὴ ἔφαγεν ὀλίγας ῥίζας, ἐπέρχεται ὁ ἐκτιμητὴς χωρὶς νὰ σὲ ἐρωτήσῃ· ἰδοὺ λοιπὸν ἄλλο παράπονον ὅμοιον μὲ τῆς σταφίδος, ἴσως καὶ βαρύτερον. Ὑπάρχει ἡ ἀποδεκάτωσις τῶν ἐλαιῶν, κύριοι· αἱ ἐλαῖαι ἐπὶ Τουρκίας ἀπεδεκατίζοντο εἰς καρπόν· ἤδη τί γίνεται; ἔρχεται εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον ὁ δεκατηστὴς καὶ ἀποδεκατίζει τὸ ἔλαιον, ἀφοῦ ἐκθλίψουν τὰς ἐλαίας εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον, τί συμβαίνει; Ὁ ἰδιοκτήτης τῶν ἐλαιῶν ὄχι μόνον ἀποδεκατίζεται καὶ πληρόνει τὸ δέκατον τὸ ὁποῖον λαμβάνει, ἀλλὰ καὶ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον παίρνει ὁ μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἐκθλίβει τὰς ἐλαίας, καὶ ἐὰν κάμητε λογαριασμὸν ὅτι καὶ αὐτὸς εἰς τὰ κίβδηλα σταθμὰ ἔχει συνιδιοκτήτην τὸ δημόσιον κατὰ τὸ ἥμισυ ἴσως καὶ περισσότερον. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν τῶν ἀμπέλων· ὑπάρχουν ἄμπελοι αἱ ὁποῖαι κατὰ στρέμμα δὲν ἀποφέρουν πέντε δραχμῶν εἰσόδημα· μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ πλούσια, τὰ εὔφορα ἀμπέλια· ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι λεπτόγεως καὶ ὀρεινὴ καὶ τὰ πλεῖστα ὑπάρχουν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, πληρόνουν κατὰ στρέμμα, καὶ πληρόνουν πλέον τοῦ ἡμίσεως, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα, τὸ δημόσιον γίνεται εἰς τὰς ἀμπέλους συνιδιοκτήτης κατὰ τὰ τρία τέταρτα, εἰς τὰ λεπτόγεα καὶ ὀρεινὰ μέρη, λέγω. Τὸ ἄνισον ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ αὐτὸ εἶδος, κύριοι, ὁ εἷς πληρόνει εἰς τὸ ἁλώνιον καὶ ἄλλος εἰς τὴν ἐξαγωγήν· ἡ Ἑπτάνησος πληρόνει φόρον εἰς τὴν ἐξαγωγὴν· τὰ σῦκα τῆς Μεσσήνης εἰς τὴν ἐξαγωγὴν, ἡ μέταξα εἰς τὴν ἐξαγωγήν.
§28ΔΑΓΡΕΣ.......
§29ΖΕΡΒΑΣ. Τὰ λέγω αὐτὰ διὰ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ὅτι ἀδικεῖσθε καὶ σεῖς κατὰ τὴν φορολογίαν· οὐχ’ ἧττον ὅμως ἔχετε μίαν εὐκολίαν περισσοτέραν, διότι δὲν ἔχετε δήλωσιν τῶν στρεμμάτων, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μεταφορᾶς, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκτιμήσεως, ἐνῷ ὁ ἄλλος τὰ ὑποφέρει ὅλα αὐτά· ἔχετε τὴν εὐκολίαν αὐτὴν, διότι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ νὰ σᾶς πιέσῃ διὰ τῶν χωροφυλάκων καὶ νὰ σᾶς φάγῃ τὴν κόττα, διότι πληρόνει ὁ ἔμπορος (θόρυβος)· ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ εἴδη τῆς φορολογίας. Κύριοι, αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἄνισον καὶ ἐν μέρει, κύριοι, τὸ κακόηθες σᾶς ἀποδεικνύει ὅτι ὅλοι οἱ φόροι ὑπόκεινται εἰς τὰ αὐτὰ βάρη, ὅλα τὰ εἴδη, ὅτι ὅλοι οἱ φόροι εἰς ὅλα τὰ εἴδη εἶναι ἀνυπόφοροι, εἶναι ἴσοι μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐργασίας ἐπὶ τῶν κτημάτων. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὖσα ὀρεινὴ καὶ λεπτόγεως, εἶναι μᾶλλον ἐπιδεκτικὴ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν δενδροφυτείαν, καὶ μόνη ἡ δενδροφυτεία ἠμπορεῖ νὰ προοδεύσῃ περισσότερον εἰς τὴν Ἑλλάδα παρὰ οἱ καπνοὶ καὶ τὰ λοιπά. Πάρετε μίαν περίστασιν εἰς ἓν εἶδος, τὰ βαμβάκια τὰ σποράδην λεγόμενα, ὅπως τὰ λέγουν οἱ οἰκονομολόγοι, εἶναι ἐλεύθερα παντὸς φόρου, δὲν πληρόνουν κανένα φόρον, ἂν καὶ ἔχουν 20, 30 δραχμὰς δὲν πληρόνουν εἰς τὸ δημόσιον πλέον τῶν 10 δραχμῶν κατὰ στρέμμα· εἶναι λοιπὸν ἰσότης, ποῦ νὰ πληρόνῃ τις φόρον καὶ ποῦ νὰ μὴ πληρόνῃ; Τὰ παράπονα λοιπὸν αὐτὰ τῶν σταφιδούχων ὅλοι τὰ ἔχουν καὶ περισσότερα, καὶ οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ νὰ μὴ συμφωνήσῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσότης φορολογίας. Τὸ μέσον τῆς ἀποδεκατώσεως εἶναι σύστημα βάρβαρον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔχει μίαν βάσιν ὀρθήν· τὸ ἔχουν οἱ Τοῦρκοι, καὶ εἰς τὴν ἔρημον Ζαχάραν τῆς Ἀφρικῆς, κύριοι, ὑπάρχει. Ἀλλὰ τότε τί ἔκαμον οἱ βάρβαροι ἐκεῖνοι; ἔπαιρνον δέκα δι’ ἑνὸς μόνον μέσου, ὑμεῖς ἠθελήσατε νὰ ἐξευγενίσετε τὸν νόμον καὶ τὸν ἐξεβρωμίσατε ὄζει, κύριοι· πᾶσα μεταβολὴ εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα ἀπέβη ἐπὶ τὰ χεῖρον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ εἴδη ὅσα σᾶς ἀναφέρω καὶ θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὅσα μέσα φορολογικὰ εὑρέθησαν εἰς Ἀθήνας εἰς τὰ δωμάτια τῶν τμηματαρχῶν, ὅλα τείνουν εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν κτημάτων. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πούποτε δὲν εὑρίσκει τις τὸ ἴσον τῆς φορολογίας, τὸ δίκαιον, τὸ μὴ ἐπαχθές. Ἀλλὰ πρὸς τί, κύριοι, νὰ πολυλογῶμεν; ἐξετάσατε ὅλα τὰ ἔθνη τῆς ὑφηλίου, καὶ ἐὰν εὕρητε, ἐκτὸς τῆς Τουρκίας, αὐτὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα, τότε καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δίκαιον ἔχετε· ἀλλὰ εἶναι τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἀπεστράφησαν ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου, καὶ μόνον ἡμεῖς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη τὸ βαστοῦμεν μὲ ὅλα μας τὰ δυνατά, καὶ πότε μὲ τὸ ἕν, καὶ πότε μὲ τὸ ἄλλο, καὶ ἀντὶ νὰ τὸ διορθώσωμεν, ἐπαυξάνομεν τὰ ἐλαττώματά του, διότι πάντοτε, κύριοι, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ἐγίναμεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ ἀφορμὴ ὅλης αὐτῆς τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως τῶν κτημάτων, καὶ ἰδίως αὐτῆς τῆς ζωτικῆς χειρὸς τῆς παραγώγου γῆς. Διατί, κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν μέχρι τοῦ 1844; ἠδυνάμεθα νὰ παραπονώμεθα, διότι δὲν εἴχομεν μέρος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, διότι ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ οὐδόλως εἰσηκούετο ἐνώπιον τῆς τότε ἐξουσίας· πᾶς λόγος τῆς ἐξουσίας ἐκείνης ἦτο νόμος, κύριοι, καὶ νόμος ἀμετάβλητος, καὶ νόμος ὁ ὁποῖος ἐκτύπα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, εἰς τὴν διὰ δεματίων φορολογίαν, ὅτε πρῶτον οἱ Βαυαροὶ ἀπεφάσισαν νὰ μᾶς ἀποδεκατώσουν, ἐζύγιζον τὸ δεμάτιον, καὶ ἠξεύρετε τί συνέβη; καταντοῦσαν νὰ πάρουν τὰ τέσσαρα πέμπτα· καὶ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἔκαμεν ἐπανάστασιν τότε ὁ Γκρίτζαλης·
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.............
§31ΖΕΡΒΑΣ. Κυρίως ἡ ἀντίδρασις ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ὑπῆρξεν ἕνεκα τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἀλλά, κύριοι, ἐφέραμεν μίαν μεταβολήν, τὴν μεταβολὴν τῆς τρίτης 7βρίου, ἐφέραμεν τὸ Σύνταγμα, ἠδυνάμεθα μετὰ ταῦτα νὰ φέρωμεν μίαν βελτίωσιν, διότι ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ κ. Δανόπουλος, ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὁ σταφιδοῦχος, ὁ κ. Ζέρβας ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἄλλος ἔμπορος, ἀλλὰ τί ἔκαμαν; ἠδυνήθησαν νὰ μὴ παραδεχθοῦν τὴν διατήρησιν αὐτοῦ τοῦ ἐπαχθοῦς καὶ καταστρεπτικοῦ συστήματος; Διατί νὰ μὴ ζητήσωμεν τὴν ἀνατροπὴν αὐτοῦ; ποῖος λοιπὸν μᾶς ἐμπόδισε, κύριοι; ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν τίποτε ἄλλο παρὰ ἀντὶ νὰ σκεφθῶμεν πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ φέρωμεν ἓν νέον σύστημα φορολογικόν, πάντοτε ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ συμφέρον τὸ μερικόν· ἤρχοντο ὑπουργοὶ ἀγράμματοι, οἱ ὁποῖοι ἔμαθον τὴν πολιτικὴν δικονομίαν μέσα εἰς τὰ δωμάτια τῶν τμηματαρχῶν, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν γῆν νὰ ταφοῦν, ὑπουργοὶ τῶν οἰκονομικῶν, διότι εὑρέθησαν νὰ ἠξεύρουν λογαριασμούς.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ θέμα.
§33ΖΕΡΒΑΣ. Εἰς τὸ θέμα, κύριε πρόεδρε, εἶμαι. Ποῖος ἐξ ἡμῶν ὕψωσε τὴν φωνήν του νὰ εἴπῃ, «κύριοι σεῖς δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ διευθύνητε, φύγετε» καὶ νὰ καλέσῃ ἱκανούς, τιμίους, καὶ εἰδικούς; Τίποτε· ὑπάγομεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τοῦ λέγομεν, μοῦ κάμεις ἕνα δασοφύλακα; μάλιστα, ἐὰν ἐπιψηφίσῃς τὸν τάδε νόμον· μοῦ κάμεις ἕνα τελωνοφύλακα; καὶ μετὰ χαρᾶς ἐπιψηφίζω τὸν νόμον αὐτόν· καὶ τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, περὶ τὰ τοιαῦτα διατρίβομεν μέχρι σήμερον, μὴ ἐξαιρουμένου οὔτε τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, οὔτε ἡμῶν· ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κτυπήσω πρόσωπα, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα αἴτιοι, οἵτινες ἔχομεν συμφέρον, καὶ ἐξελέχθημεν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ φροντίσωμεν.... Πολλοὶ ὀλίγοι ἐξαιροῦνται ἐξ ἡμῶν, οἵτινες νὰ μὴν ἔχουν νὰ πληρώσουν φόρον, ἴσως οἱ ὑπουργοὶ ἐξαιροῦνται καὶ δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν φόρους· λοιπὸν διατί νὰ ὑποφέρωμεν; διατί νὰ μεμφώμεθα σήμερον τὸ ἐπαχθές, τὸ ἀφόρητον τῆς φορολογίας, ἐνῷ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ αἴτιοι, Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν ἦλθε ποτὲ ὑπουργὸς ἱκανὸς διὰ νὰ φέρῃ θεραπείαν τὸν ἀφήσαμεν; ἀμέσως θὰ ἴδητε τὸν κ. Ζαΐμην νὰ κάμῃ ἀντιπολίτευσιν· ἐλέγομεν, κύριοι, προχθὲς περὶ ἑνὸς παρελθόντος ὑπουργείου, ὅτι ἦτο σπάταλον, ἔβαλε φόρους, σήμερον εἶναι μαζὺ ὁ κ. Ζαΐμης.
§34ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν κατεβιβάζατε τοὺς φόρους ὅπως ἐλέγετε. Αὐτὸ ἠμπορεῖτε νὰ τὸ εἰπῆτε διὰ τὸν κ. Βούλγαρην, ὅστις ὅταν ἦτον ἐκτὸς τῆς κυβερνήσεως ἐζήτει τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων, καὶ σήμερον τοὺς ἐπιβάλλει.
§35ΖΕΡΒΑΣ. Λέγω ὅτι σήμερον, ἐνῷ χαλοῦμεν τὸν κόσμον, ἐρχόμεθα κατόπιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἀντὶ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ καλλίτερον, ὑπάγομεν εἰς τὸ χειρότερον· 30 ἑκατομμύρια φόροι, 34,000,000 ἔξοδα. Θὰ μὲ εἴπουν ἀπὸ ποῦ εἶσαι ὁ βουλευτὴς τῆς Ἑρμιονίδος, ὅστις ἔχεις τὴν τόλμην νὰ μᾶς προσβάλῃς τόσους ὑπουργούς; τόσον κόσμον βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν εἰς τὸν περίβολον αὐτὸν καὶ δὲν ἔκαμον τὸ καλὸν, εἰπέ, δύνασαι σὺ νὰ μᾶς παρουσιάσῃς καλλίτερον μέτρον, καλλίτερον σύστημα;
§36ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν φωνάξωμεν ὅλοι, τὸ κατορθόνομεν.
§37ΖΕΡΒΑΣ. Ἐφωνάξαμεν, κύριε Δανόπουλε, καὶ ὅλοι, καὶ μᾶς εἶπον διαλύεσθε, καὶ κατὰ τύχην μᾶς διέλυσεν ὁ φίλος ἤδη Σῖμος καὶ ὑπουργός. Γίνονται λοιπὸν ὅλα αὐτὰ διὰ τῆς μονιμότητος τῆς ἐξουσίας· ἂν εὐτυχήσωμεν νὰ ἔχωμεν ὑπουργοὺς εἰδικοὺς εἰς τὰ τοιαῦτα, ὅλα γίνονται· ἀλλὰ ὅταν πρόκειται ἕνας ὑπουργὸς (καί, κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε ἂν εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, δὲν θὰ ἐξαιρέσω κανένα) ἕνας ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν τὸ πρῶτον μέλημά του εἶναι νὰ διορίσῃ εἰς τὴν θέσιν ὅλους τοὺς οἰκείους καὶ φίλους του, καὶ ἀποπέμψῃ τοὺς ἐναντίους.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἔκαμον αὐτὸ καὶ οἱ σημερινοὶ ὑπουργοί;
§39ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ ἔκαμον, δὲν κάμω κἀμμίαν διάκρισιν. Ἀλλά, κύριοι, ἐπιθυμεῖτε εἰς μίαν στιγμὴν νὰ καθιερώσητε ἓν σύστημα φορολογικόν; ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι καὶ μετὰ δύω ἔτη· καὶ τὸ κάμομεν, κύριοι· ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν φόρους· ἢ μετὰ δύω ἔτη μᾶς φέρουν σύστημα φορολογικὸν, ἢ δὲ μὴ ἔχομεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς λέγει ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τοὺς φόρους σήμερον ὅμως τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ, ἀφοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ φόροι ἐπληρώθησαν, καὶ ὁ φόρος τοῦ σίτου, τῶν ζώων καὶ τὰ λοιπά; Ἔπειτα πῶς συνήχθησαν οἱ φόροι; εἰς αὐτὴν τὴν ἀκαταστασίαν νὰ συνάξωμεν φόρους μὲ διατάγματα, νὰ ἐκτελῶμεν ὑπηρεσίαν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς εἴμεθα καὶ δι’ αὐτὸ αἴτιοι καὶ δὲν πρέπει νὰ αἰτιώμεθα ἄλλους· ἐφάγαμεν τὸν κόσμον, ὑψώσαμεν τὴν φωνήν μας ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν κατὰ τῆς Βουλῆς, ἦτο καταστρεπτική, ἦτο συνεταιρισμὸς καὶ ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τὴν διέλυσε· βέβαια κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἔχουν προϋπολογισμόν. Σήμερον, κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν, πρέπει νὰ κάμωμεν ἓν πρᾶγμα κακὸν μὲν, ἀλλὰ δύω κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον· νὰ παραδεχθῶμεν τοὺς φόρους τοῦ παρελθόντος ἔτους χωρὶς καμμίαν τροποποίησιν οὔτε τοῦ ὑπουργοῦ, οὔτε ἄλλου τινὸς, καὶ νὰ ἀποφανθῶμεν ἐὰν θέλωμεν....
§40ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ τὸν προϋπολογισμόν;
§41ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα· ὅταν εἴπωμεν ὅτι παραδεχόμεθα τὸ παρελθὸν τί θὰ συμβῇ; ὀλίγους μῆνας ἔχομεν ἀκόμη, ὥστε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸν αὐτὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς αὐτοὺς φορολογικοὺς νόμους τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅτι ἐντὸς τόσης προθεσμίας τὸ ἔθνος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήσῃ καλλίτερον φορολογικὸν σύστημα, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὸν λαόν. Ὅλος ὁ λαὸς κραυγάζει διὰ τὴν φορολογίαν· ἡ κυβέρνησις ἡ παρελθοῦσα ἔπεσε, διότι ηὔξησε τοὺς φόρους· τὸ μόνον μέλημα τοῦ λαοῦ εἶναι ἡ φορολογία· οὔτε δικαστὴς θέλει νὰ γίνῃ, οὔτε ἄλλο τι· πολλοὶ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ζητοῦν τοῦτο· ὁ λαὸς θέλει οἰκονομίαν καὶ ἀσφάλειαν· ὁ λαὸς θέλει νὰ πληρώσῃ τὸ ἕνα καὶ νὰ ἔχῃ εἰς ἀσφάλειαν τὰ ἐννέα, ἀλλὰ πληρόνει τὰ ἐννέα καὶ δὲν ἔχει εἰς ἀσφάλειαν οὔτε τὸ ἕν. Τί θέλομεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν; τὰ πράγματα φωνάζουν· ἰδίως μετὰ τὴν μεταβολὴν ἐπέσαμεν εἰς ἀποσύνθεσιν· πληρόνομεν φόρους χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ τοὺς πληρόνομεν. Δὲν ἐπεκτείνομαι περισσότερον, διότι ἐπιφυλάττομαι νὰ κάμω λόγον ἐκτεταμένον ἔπειτα εἰς τὸν προϋπολογισμόν· διότι θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ἔθνος πληρόνει 70,000 ἀνθρώπους ἀργούς. Ναὶ, τὸ λέγω, καὶ ὅτι πληρόνει πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω τοῦτο ἀλγεβρικῶς· αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν πληρόνομεν. Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι σᾶς ἔφερον ἕνα προϋπολογισμὸν 34,000,000, εἶναι 94,000,000 καὶ αὔριον θὰ τὰ ἰδῆτε· ναὶ αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια τρώγονται ἀπὸ 70,000 ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν χρησιμεύουν εἰς τίποτε, καὶ δὲν τὸ λέγω πρὸς κατηγορίαν τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς σωφρονισμὸν, διότι ἡ κατάστασις αὕτη ἀπαιτεῖ Ἡράκλειον χεῖρα διὰ νὰ καθαρίσῃ τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ὁμιλία μου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως καὶ νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος, τὸ πολὺ δύω ἐτῶν, ἐντὸς αὐτῆς τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ φορολογικὸν σύστημα νέον, διότι καθῆκον, κύριοι, ἔχομεν νὰ κατορθώσωμεν νὰ παύσουν οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ νὰ κάνουν προβιβασμοὺς καὶ νὰ φέρουν ἀποθαμμένους ἀπὸ τὸν ᾅδην καὶ νὰ τοὺς φέρουν ἐδὼ καὶ νὰ τοὺς δίδουν ζωήν. Πῶς νὰ ζωογονήσουν τὴν πολιτείαν καὶ νὰ εὐτυχήσουν τὸν λαὸν, καὶ τότε καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἶναι εὐτυχισμένοι· ὅταν ὁ λαὸς δυστυχῇ, τὸ πᾶν δυστυχεῖ· ὅταν ἡ γῆ δὲν παράγει, ὅταν οἱ ἐπαγγελματίαι δὲν ἐργάζωνται, δὲν ἠξεύρω ποῖος ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ εἰς τὰ πόδια του. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου νὰ εἴπω δύω ἢ τρεῖς λέξεις. Εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ φορολογικὸν παρουσιάσθη ἓν ἄλλο ζήτημα περὶ καθυστερούντων (θόρυβος). Κύριοι, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καρυστίας ὕψωσε μίαν φωνὴν εἰς τὸ αὐτὸ βῆμα, τίνες νὰ πληρώσωσι φόρους; τί παραπονοῦνται οἱ σταφιδοῦχοι πῶς πληρόνουν πολλά; νὰ φέρωμεν κατάλογον τῶν καθυστερούντων, 60,000,000 ὀφείλονται εἰς τὸ δημόσιον. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τοῦ κάμω τὴν παρατήρησιν ὅτι βάσιμα πράγματα δὲν εἶπε καθ’ ὅλου. Καὶ θὰ παραστήσω, κύριοι, καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰς ἀφορμὰς καὶ τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες ἔφερον τὴν κατάστασιν αὐτὴν, διὰ νὰ γίνουν τὰ βιβλία ὀφειλέται τοῦ ταμείου (θόρυβος), καὶ νὰ ἔρχωνται ἔπειτα οἱ κύριοι καὶ νὰ τολμοῦν.....
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. (θόρυβος).
§43ΖΕΡΒΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτητε. Ὁ κ. Δημητριάδης δὲν εἶπε τίποτε, αὐτὸς εἶπεν ὅ,τι ἤκουσεν ἀπὸ ἄλλους, ὅπως ὁ μαθητὴς ἀπὸ τὸν διδάσκαλον, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῖος ὀφείλει καὶ τί ὀφείλει. Ἀλλά, κύριοι, ἄνθρωποι νομομαθεῖς, ἄνθρωποι ἔχοντες κάποιαν ἀξίαν, ἄνθρωποι πεπειραμένοι τῶν πραγμάτων αὐτῶν, ἐν γνώσει τῶν περιστάσεων ἦλθον, καὶ ὄχι μόνον εἶπον ὅτι πρέπει νὰ πληρωθοῦν τὰ 60,000,000, ἀλλὰ νὰ κηρύξωμεν καὶ ἀτίμους ὅσοι ὀφείλουν (θόρυβος). Ναὶ τὸ εἶπεν, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρελθοῦσαν εἷς βουλευτής.
§44ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ εἶπεν ὁ κ, Γεώργιος Πετιμεζᾶς.
§45ΤΙΝΕΣ. Ὁ Χατζίσκος τὸ ἐπρότεινε πέρυσι.
§46ΖΕΡΒΑΣ. Λοιπὸν τὸ ἔθνος, κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίσῃ τί πρᾶγμα εἶναι αὐτὰ τὰ καθυστερήματα, ποῖαι κυβερνήσεις ἄφησαν τὰ καθυστερήματα αὐτὰ καὶ δὲν εἰσέπραξαν, ποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι, καὶ νὰ μὴ ἔρχωνται ἐδὼ, ὅποιος τοῦ ἔλθει ἡ ὄρεξις, ὅλοι οἱ μουφλούζιδες ἐν γένει (θόρυβος). Κύριοι, τὰ καθυστερήματα διαιροῦνται εἰς τέσσαρας ἐποχὰς, ἄρχονται ἀπὸ τὰ 1828 μέχρι σήμερον.
§47ΤΙΝΕΣ. Τί τὰ θέλετε αὐτά;
§48ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι· πρέπει νὰ μάθητε νὰ μὴ ἔρχεσθε ἐδὼ νὰ δημοκοπῆτε (θόρυβος). Ἡ πρώτη ἐποχὴ ἄρχεται ἀπὸ τὰ 1828 καὶ λήγει εἰς τὰ 1832, ἡ δευτέρα ἀπὸ τὰ 1832–1842, ἡ τρίτη ἀπὸ τὰ 1842–1862 καὶ ἡ τετάρτη ἀπὸ τὰ 1862 μέχρι σήμερον. Εἰς μὲν τὴν πρώτην ἐποχὴν, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω πῶς εἶναι τὰ καθυστερήματα. Τότε ὑπῆρχεν ἡ ἀνώμαλος κατάστασις, ἡ ὁποία ἐπέφερε καὶ τὸν θάνατον, ὄχι τὸν φυσικόν, ἑνὸς ἡγεμόνος. Αἱ ἐξουσίαι δὲν ἔλειψαν ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὴν μέσην· κατ’ ἔτος ἐνοικίαζον τὰ εἰσοδήματα, ἀλλ’ ὁ ἐνοικιαστὴς τὰ ἐνοικίασε 1000 δραχμάς, ἐπήγαινεν ὁ στρατιώτης καὶ τοῦ τὰ ἔπερνε (θόρυβος). Λοιπὸν αἱ ὀφειλαὶ εἶναι εἰκονικαὶ, κύριοι, δὲν εἶναι πραγματικαὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἀφίνεις αὐτά;
§50ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι, ἐνδιαφέρομαι, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, διότι ἀνήκω εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ οἱ Πελοποννήσιοι φαίνονται εἰς τὰ βιβλία ὅτι ὀφείλουν, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ φιλοτιμίας, ἀφίνω κατὰ μέρος πᾶσαν ἄλλην ἰδέαν. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν δευτέραν ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ 1833–1844.
§51ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. ... (θόρυβος).
§52ΖΕΡΒΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι θέλω νὰ ἐξαγνίσω, κύριοι, τὸν λαὸν τῆς Πελοποννήσου, Κατόπιν, κ. Παπαγεωργίου, ἂν θέλῃς ἔλα καὶ ἀναίρεσέ τα ὅλα ὅσα θὰ εἴπω. Ἠξεύρετε, κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πῶς ἔγιναν τὰ καθυστερήματα; ἡ κακὴ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν ὑπὸ τῆς βασιλείας καὶ τοῦ στρατοῦ ἐπέφερε τὴν ἐλεεινὴν αὐτὴν κατάστασιν. Ὅταν πηγαίνεις καὶ τὸν κάμνεις τὸν χωρικὸν διὰ τῆς βίας ἀντὶ 10 νὰ δώσῃ 110, εἰς ποίαν θέσιν τὸν φέρεις; Διὰ ν’ ἀποφύγουν αἱ κοινότητες τὴν τρομερὰν πίεσιν τῶν ἐνοικιαστῶν, ἠναγκάσθησαν νὰ ὑπάγουν νὰ ἐνοικιάσουν μόναι των τοὺς φόρους. Τὸ ἐπῆραν λοιπὸν ἐπάνω τους διὰ νὰ λάβουν ἀπὸ τὸ μεγαλείτερον ποσόν, ἀλλ’ ἔγινε κατόπιν συμφωνία καὶ ἐσύναζον τὸ δικαίωμα εἰς τὰ ἁλώνια, ἀλλ’ ἡ κοινότης ἔστελεν ἀντιπροσώπους, καὶ αὐτοὶ ἐθεωρήθησαν ὡς ἐνοικιασταὶ, καὶ εἶναι περασμένοι μὲ 10,000 δραχμάς. Αὐταὶ εἶναι αἱ καθυστερήσεις. Ἔρχεται τώρα ἡ ἐποχὴ ἀπὸ τοῦ 1844–1862. Ἠξεύρετε, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν πῶς διεξήχθησαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου; Ἦτον ἕνας ὑπουργὸς τότε, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον, οἱ ὑπάλληλοί σου κλέπτουν. Καὶ τί τοὺς ἀπήντησε; Μὰ οἱ Ἕλληνές μου ἀγαποῦν τὰ χρήματα. Ἂν ἀπὸ ἕναν ὑπουργὸν ἐξῆλθε τέτοιος λόγος, τί φαντάζεσθε νὰ ἔκαμαν οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι; Ἐγὼ ὤφειλα εἰς τὸ δημόσιον 10,000 δραχμάς, ἐπήγαινα καὶ τοῦ ἔλεγα· κύριε ὑπουργέ, νὰ μοὶ δώσῃς προθεσμίαν· πόσον θέλεις; ἕνα μῆνα. Μοῦ ἔδιδε πέντε μῆνας. Ἔπειτα ἐτελείωνεν ἡ προθεσμία, ἔτρωγα ἐγὼ τὰ χρήματα, καὶ ἔπειτα ἤρχετο ὁ ταμίας, κόπιασε εἰς τὴν φυλακὴν, πρέπει νὰ πληρώσῃς. Νὰ, τοῦ ἔλεγα, δέκα τάλληρα, ἄφησέ με μὲ μίαν προθεσμίαν· ἐτελείονε καὶ αὐτὴ, ἤρχετο πάλιν, νὰ εἴκοσι τάλληρα καὶ ἄφησέ με· κατόπιν τὰ ἔτρωγαν ὅλα τὰ χρήματα, μοῦ ἐπωλοῦσαν τὰ κτήματα καὶ ἔμενα χρεωκοπημένος (θόρυβος).
§53ΤΙΝΕΣ. Μὴ τὸν διακόπτητε.
§54ΖΕΡΒΑΣ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν ἐποχὴν τῆς μεταβολῆς· ἠξεύρω, κύριοι, ἐνοικιαστὰς, οἵτινες ἐνοικίασαν ἔλαιον ἀπὸ 1000 δραχμὰς καὶ δὲν εἰσέπραξαν οὔτε ἓν λεπτόν· ἀλλὰ τὸ δημόσιον ἐφρόντισε ποτὲ νὰ καθαρίσῃ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν βεβαίαν, νὰ δείξῃ εἰς τὸ ἔθνος τί ὀφείλονται; Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἔλεγαν, ὅτι ὁ Μιχαλάκης ὁ ἰατρὸς ὤφειλεν 1,000,000 καὶ κατόπιν ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ὤφειλε τίποτε. Καὶ μόνον αὐτὰ, κύριοι, συνέτρεξαν διὰ νὰ καθυστεροῦνται αὐτὰ τὰ ποσά; Τώρα θὰ ἰδῆτε πῶς ἄλλα συνέτρεξαν πολὺ περισσότερον (θόρυβος). Μὴ θορυβῆσθε, κύριοι, αὐτὰ τὰ λέγω πρὸς φωτισμόν σας, διὰ νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησιν ὅταν σᾶς ὑβρίζουν. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα. Πρῶτον εἶναι οἱ εἰκονικοὶ φόροι. Μὲ ἔχουν γραμμένα ὅτι ἔχω τόσα στρέμματα, ἐνῷ δὲν ἔχω τίποτε. Ἔπειτα εἶναι οἱ ἐπαγγελματίαι. Ὁ δήμαρχος θέλει νὰ ἐκδικηθῇ ἕναν πολίτην, τὸν βάζει ὡς ἐπαγγελματίαν. Ὁ πατήρ μου, κύριοι, ἦτον 80 ἐτῶν ἄνθρωπος καὶ τὸν ἔβαλαν ταβερνιάρην, καὶ αὐτὸς εἶχε δέκα χρόνια νὰ ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας του, ἐπληρώσαμεν, διότι δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ δεχθῶμεν νὰ φαινόμεθα δι’ 25 δραχμὰς ὀφειλέται τοῦ δημοσίου (θόρυβος). Τώρα θὰ ἰδῆτε καὶ ἄλλα νὰ τρομάξητε (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι....
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ποῖον ὑπουργὸν τὰ λέγετε αὐτά;
§56ΖΕΡΒΑΣ. Ἔκαμαμε κακὰ ἂν δὲν ᾖναι ὁ ὑπουργὸς ἐδὼ νὰ ἀκούσῃ. Εἶναι, κύριοι, πληρωμένοι οἱ εἰσπράκτορες, τρέχουν καὶ εἰσπράττουν, δίδουν δυπλώτυπα καὶ ἀφίνουν τὸ στέλεχος ἀνοικτὸν, κατόπιν ζητοῦν πάλιν· φωνάζουν οἱ πολῖται, ἀλλὰ ποῦ ἀκοῦν, τοὺς φοβερίζουν ὅτι θὰ τοὺς πάρουν καὶ τὴν κόττα των· ὑπάρχουν πλῆθος τοιούτων καθυστερημάτων, ἀλλὰ πραγματικῶς δὲν εἶναι καθυστερήματα· ὑπάρχουν, κύριοι, τεθνεότες. Εἶδα ἄνθρωπον ἀποθανόντα πρὸ 10 ἐτῶν καὶ ἐγγεγραμμένον ὡς φορολογούμενον, διότι ἠξεύρετε τί κάμνουν οἱ ὑπάλληλοι; ἀφοῦ κλέπτουν τόσα χωρὶς νὰ κάμουν ἐργασίαν νέαν καὶ ἐξέλεγξιν, πέρνουν τὸν παλαιὸν κατάλογον καὶ τὸν ἀντιγράφουν. Σήμερον κἄτι γίνεται, διότι τὸν εἰδοποιοῦν μὲ κλήσεις, ἄλλοτε ὅμως οὔτε ἤξευρον τί τοὺς γίνεται. Εἶναι λοιπὸν καὶ ἡ χρεοκωπία τῶν πολλῶν. Εἶναι πολλοὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐχρεοκώπησαν, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ λάβῃς, οὔτε ἔχει· λοιπὸν τί θὰ τοῦ πάρῃς; Λοιπὸν καὶ αὐτοὶ εἶναι γραμμένοι ὡς καθυστεροῦντες εἰς τὸ χαρτί. Εἶναι ὁ πολυειδὴς τρόπος τῆς φορολογίας καὶ πρὸ πάντων αἱ καταχρήσεις τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων, ὅλων αὐτῶν ἡ διαγωγὴ συνετέλεσε εἰς τὸ νὰ συγκροτηθῇ ἓν μέγα ποσὸν καθυστερημάτων ὅλως ἀνυπάρκτων. Ἔπειτα πρὸ πάντων εἶναι τὸ ἀτελείοτον τῆς ἀπαιτήσεως. Ἐδὼ προσέξατε, κύριοι. Οἱ φόροι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, κύριοι, εἰσπράττονται εἰς ὡρισμένον καιρόν. Ὁ φορολογούμενος τῆς ἀμπέλου ἔχει νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ 1868 τόσας δραχμάς· τοῦ λέγει, νὰ τὸ πληρώσῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους· παρῆλθε τὸ διάστημα αὐτὸ τὸ χρονικὸν, παραγράφεται, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσῃ. Αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι ὁ μόνος, ὅστις δύναται νὰ φέρῃ εἰς τελείαν εἴσπραξιν τοὺς φόρους. Ὅταν ὅμως τοὺς δίδουν προθεσμίαν καὶ εὐκολίας, καὶ τὸ κάμνουν, κύριοι, ἐπὶ τούτου, διότι ὅσον παλιόνουν τόσον ποσοστὰ πέρνει περισσότερα. Ἔπειτα τί γίνεται; Ἔχασε ὁ φορολογούμενος τὸ διπλότυπον, ποῦ νὰ καθήσῃ νὰ κρατήσῃ αὐτὰ τὰ χαρτιὰ ὁ χωρικός. Εἶναι ἀναγνωρισμένοι οἱ πάσης τάξεως φορολογούμενοι νὰ φέρουν σὰν χαράτσια τῆς Τουρκίας ὅλα τὰ διπλότυπα. Διὰ νὰ λείψουν λοιπὸν ὅλα αὐτὰ, ὀφείλει ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον καὶ ν’ ἀναθέσῃ τὴν εἴσπραξιν εἰς ἀνθρώπους τιμίους μὲ προθεσμίαν, καὶ ἂν ἐντὸς αὐτῆς τῆς προθεσμίας δὲν εἰσπράξουν νὰ ᾖναι εἰς λογαριασμόν των (θόρυβος). Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, πόσαι ἐποχαὶ συνέπραξαν διὰ νὰ ἐξογκωθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἂν γίνῃ μία πραγματικὴ ἐξέλεγξις, θὰ φανῇ μηδέν· καὶ παρακαλῶ νὰ παύσῃ πλέον αὐτὸ τὸ σκάνδαλον καὶ νὰ μὴ νομίζουν αὐτοὶ οἱ κύριοι ὅτι δημοκοποῦν ἐνῷ πράγματι εἶναι ἀντιδημοτικοί.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Ἔπαυσε (θόρυβος).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πετσάλης, Σωτηρόπουλος.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα πρόκειται, κ. πρόεδρε, περὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐγὼ θέλω νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ σχετικῶν ἄρθρων.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ ἀρχή;
§61ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Τώρα θ’ ἀναγνωσθῇ κατ’ ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔχον ὡς ἑξῆς. Κυροῦνται τὰ ἑπόμενα διατάγματα. ά. Τὸ ἀπὸ 27 Μαρτίου τ. ε. περὶ προσδιορισμοῦ διὰ τὸ 1868 τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας ἐπί τινων προϊόντων τῆς γῆς, τῆς ἐγγείου φορολογίας ἐν Ἑπτανήσῳ, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ μολύβδου καὶ τῶν σκωριῶν Λαυρίου κλπ. βʹ. Τὰ ἀπὸ 3 καὶ 17 Μαΐου ε.ε. δι’ ὧν παρατείνεται ὁ χρόνος τῆς δηλώσεως τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων. γʹ. Τὸ ἀπὸ 25 Ἰουνίου ε. ε. δι’ οὗ τίθεται εἰς ἰσχὺν ἡ ἐνεργηθεῖσα κατὰ τὸ 1867 ἐκτίμησις τῶν παραχθέντων ἐξ ἰδιοκτήτων συκοδένδρων σύκων κατὰ τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κλπ.
§63ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ ά. ἄρθρον, κ. πρόεδρε, συνιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὡς πρὸς τὸν μόλυβδον· ὅταν ἐσυζητήσαμεν πρόπερσυ καὶ ἀπεφασίσθη νὰ δίδῃ ἡ ἑταιρία εἰς τὸν ἰδιοκτήτην 10% καὶ ἂν ᾖναι ἐθνικοϊδιόκτητα 20% καὶ ἀπεφασίσθη καὶ ἐπεφυλάχθημεν νὰ ζητήσωμεν ὅσα χρήματα θέλομεν διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἢ καὶ νὰ λάβωμεν εἰς εἶδος. (θόρυβος). Κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι ὁ τόνος ἔχει 800 ὀκάδας, νὰ πάρωμεν τὰς 80 εἰς τόνον. (θόρυβος).
§64ΣΙΜΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τῷ ὄντι εἶναι ὡραῖον καὶ ἂν ἠμποροῦμεν νὰ πάρωμεν 80 ὀκάδας μολύβδου πρέπει νὰ τὸν πάρωμεν. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, ἐνταῦθα μία μεγάλη διαφορὰ ἡ ἑξῆς, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀκαθαρίστου, ἀλλὰ περὶ καθαροῦ εἰσοδήματος· ὁ νόμος λέγει ἐπὶ τοῦ καθαροῦ· αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς εἶναι ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κοστίζει ὁ μόλυβδος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐξόδων· εἶναι λοιπὸν ἡ φορολογία 10% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος· διότι τότε εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τῶν τελωνείων ὅστις προσδιορίζει ἕνα ἀνώτατον ὅρον φορολογίας 5%· ἐπειδὴ ὅμως αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου δὲν εἶχον καθαρὸν χαλκὸν, δὲν ἦτον εἰς τὴν παρθενικὴν, οὕτως εἰπεῖν, κατάστασιν τὸ μέταλλον, ἀλλ’ ἦτο τί περίσσευμα πολλῶν καὶ παλαιῶν ἐργασιῶν. Καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἐρωτηθεὶς δὲν ἐδίστατα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐφαρμογὴ ἐνταῦθα τοῦ περὶ μεταλλείων νόμον. Καὶ ἂν καὶ ἐκεῖνος ὁ νόμος ἔχῃ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, οἱ τότε ὑπουργοὶ καλῶς ποιοῦντες δὲν ἐνόμισαν ἑαυτοὺς δεσμευμένους ἀπὸ τὸν νόμον αὐτόν, ἀλλ’ ἐπῆγαν καὶ μέχρι 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἢ καὶ διὰ νὰ μὴ κάθηνται νὰ ἐξετάζουν ἑκάστοτε τὰ βιβλία ἵνα ἴδουν τὸν λογαριασμὸν, ἐλογάριασαν καὶ εἶπον ὅτι, κανονίζομεν τόσον τὸν φόρον. Τώρα αὐτὸς ὁ φόρος ἐπαναλαμβάνεται καὶ διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους εἶπον ἄλλοτε. Ἀλλὰ καθὼς ἠγέρθησαν ἐνστάσεις καὶ ἀπ’ ἄλλα μέρη, ἠγέρθησαν καὶ ἀπ’ αὐτοὺς, ἀλλ’ εἴπωμεν ὅτι....
§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κ. ὑπουργὲ, ἀκούσατε τὸν νόμον (ἀναγινώσκει) «ἄρθρον 1ον ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν σκωριῶν ἢ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ ἐξ αὐτῶν μολύβδου δέκα τοῖς ἑκατὸν κτλ.»
§66ΣΙΜΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου νὰ ἐννοεῖται τοιουτρόπως ὥστε, νὰ πάρωμεν εἰς τὰς 800 ὀγδοήκοντα; Λοιπὸν ὑπῆρχον, λέγω, ἐνστάσεις καὶ ἐκ μέρους αὐτοῦ ὡς ἐγένοντο καὶ ἐκ μέρους ἄλλων, ἄλλα βεβαίως δὲν τὰς ἔλαβα ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸ ἔτος τοῦτο (θόρυβος).
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εὐχαριστοῦμαι, διότι ὁ κ. Σῖμος ἔκρινεν ὀρθὴν τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας προσδιωρίσαμεν τότε τὸν φόρον τοῦ μολύβδου κατὰ 10% ἀντὶ τῶν 5. (θόρυβος). Τὸ λέγω τοῦτο διότι πέρυσι πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες σήμερον εἶναι συμπολιτευόμενοι, ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες τότε, κατέκριναν τὴν κυβέρνησιν, καὶ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου σημείου ὕψωσαν τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ νὰ κατακρίνουν τὴν κυβέρνησιν. Χαίρομαι διότι ἓν μέλος τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης τῆς μερίδος, ἡ ὁποία τώρα εἶναι συμπολιτευομένη τότε ἀντιπολίτευσις, εὑρίσκει δίκαιον τὸν νόμον αὐτὸν, ὅπως θέλει εὕρει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ὅλας τὰς ἄλλας πράξεις. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος, διότι δύω ἀντικείμενα κυρίως περιλαμβάνονται εἰς τὸν νόμον αὐτόν. Πρῶτον ἡ βάσις, τὸ ποσὸν 10% καὶ δεύτερον ὁ προσδιορισμὸς τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ὁ κ. Κρεστενίτης εἶπε 10% νὰ λαμβάνῃ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπήντησε λογικῶς ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐννοεῖ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἀλλ’ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς, καὶ ἐνθυμεῖσθε ἵνα προσδιορισθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος πόσαι ἔρευναι ἔγινον, καὶ πόσαι συγκροτήσεις ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιτοπίως ἐξέτασαν ὅλα τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα γίνονται διὰ τὴν παραγωγὴν ἑνὸς ἑκάστου τόνου, καὶ ἀφοῦ ὑπελογίσθη ἡ τιμὴ τοῦ μολύβδου ἀφῃρέθησαν τὰ ἔξοδα καὶ ἔμεινεν ἡ καθαρὰ πρόσοδος 250 δραχμὰς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐλήφθησαν αἱ 25. Ἤκουσα μάλιστα, ὅτι ἡ ἑταιρία παρεπονεῖται σήμερον, διότι ἡ τιμὴ τοῦ μολύβδου καὶ ἰδίως τοῦ Λαυρίου εἶναι πολὺ κατωτέρα ἢ πρότερον, Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀφήσας τὸν ἴδιον φόρον, νομίζω ὅτι ἔπραξε δικαιοσύνην καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον. Ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ λάβω τὸν λόγον ἵνα καταδείξω τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἔκαμνεν ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις καὶ σήμερον συμπολίτευσις εἰς τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν, λέγουσα ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐχαρίζετο εἰς τὴν ἑταιρίαν.
§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔγινε ὡς βάσις ἀντιπολιτεύσεως ἡ φορολογία τοῦ μολύβδου, καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν εὗρε σημεῖον ἀσφαλὲς ἵνα εἴπῃ ὅτι τότε εἶχε δίκαιον. Συζήτησις ἔγινε, διάφοροι προτάσεις παρουσιάσθησαν, ἡ ἀντιπολίτευσις ὅμως δὲν τὸ ἔλαβε ὡς θέμα ἀντιπολιτεύσεως.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εὐτυχῶς ὑπάρχουν τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς ψηφοφορίας, τὰ ὁποῖα σᾶς διαψεύδουν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων καταφαίνεται ὅτι ἐψηφοφόρησαν ἐναντίον τῆς παραδοχῆς ὅλοι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι. (ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου)
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐτελειώσαμεν ἀκόμη τὸ ά. ἄρθρον.
§72ΣΙΜΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν κύρωσιν τῶν διαταγμάτων, τὸ δεύτερον κανονίζει τὰς διαφόρους φορολογίας οὐ μόνον τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ ἄλλων προϊόντων, ἔχει διαφόρους ὑποδιαιρέσεις. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ γίνουν ὅλαι αἱ ἀναγκαῖαι ἀναπτύξεις (θόρυβος).
§73ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ἐξέθεσε πάντα τὰ ἐλαττώματα....
§74ΔΑΓΡΕΣ. Τὴν πρότασίν σας τὴν ἀποκρούει ὁ ὑπουργός.
§75ΣΙΜΟΣ (ὑπουργ. οἰκονομ.). Τὴν ἀποκρούω, διότι ἡ ἐκτίμησις ἐννοοῦν νὰ γίνῃ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ, ἢ δι’ ἕκαστον δῆμον χωριστά;
§76ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τώρα θ’ ἀναπτύξω καλλίτερον τὰς ἰδέας μου. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ἐξέθεσε πάντα τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀρχαίου τούτου συστήματος περὶ φορολογίας ἐν Ἑλλάδι, ὥστε ἀπαλλάττει τοὺς μετ’ αὐτὸν ἀγορεύοντας νὰ ἐκτανθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐκτενέστερον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ῥηθεὶς βουλευτὴς ἀνεπλήρωσε σχεδὸν πάντας ὅσοι ἠδύναντο νὰ ὁμιλήσωσι κατὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νομίζω ἀρκετὰ ὑπάρχουν ὡς πρὸς τοῦτο φωτισμέναι. Διὰ τοῦτο θέλω ὅσον ἔνεστι περιορίσει τὸν λόγον μου, μάλιστα ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι τόσον κουρασμένος ἀπὸ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, ὥστε ἂν δὲν εἶχον τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα, ἤθελον παραιτηθῆ τοῦ λόγου. Πρῶτον ὀφείλω ν’ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν κ. Λ. Κρεστενίτην ὡς πρὸς τὴν χθεσινὴν συζήτησιν περὶ φόρων τῆς σταφίδος, ὅτι ἐγὼ τῳόντι εὑρεθεὶς εἰς λάθος ἀπέδωκα εἰς αὐτὸν ὅτι ἠδίκησε τὴν Συνέλευσιν. Τῳόντι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἔλαβεν ὡς βάσιν ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν φυτειῶν 7%, ἐπὶ δὲ τῶν δημητριακῶν καρπῶν 5%, παραδεχθεῖσα μίαν τοιαύτην διαφοράν. Ἀλλὰ προῆλθον εἰς αὐτὴν τὴν πλάνην, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὰς σκέψεις καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Συνελεύσεως ἀπεῤῥόφησε τὸ εἰδικὸν ἀντικείμενον τῶν φυτειῶν τῆς σταφίδος καὶ, μᾶλλον εἰπεῖν, ἡ τιμὴ τὴν ὁποίαν εἶχεν τὸ προϊὸν τοῦτο τότε. Ἡ σταφὶς εἶχεν ἀξίαν τότε πρὸς 200 δραχμὰς τὴν χιλιάδα καὶ ἐπέκεινα, ὅθεν ἡ συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἐπὶ τῶν φυτειῶν τῆς σταφίδος φορολογίαν καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν, ἤτοι τὸ 7%. Βεβαίως μετεβλήθησαν ἔκτοτε τὰ πράγματα, διότι ἡ σταφὶς ὑπέστη μεγάλην ἔκπτωσιν. Δὲν εἶναι πλέον τὸ πολύτιμον προϊὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Συνέλευσις κατὰ τὰ 1862, ἀποφέρον ὠφελείας σημαντικὰς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας· σήμερον εἶναι προϊὸν, οὕτως εἰπεῖν, κατεστραμμένον. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ ὥριμον σκέψιν τὰ παράπονα τῶν σταφιδοκτημόνων, ὄντα δίκαια καὶ νόμιμα, διότι στηρίζονται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων, καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἔρχομαι εἰς τὴν πρότασιν τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προτείνουν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπὸ 8 εἰς 6%. Ὅτι, κύριοι, ἡ φορολογία τῶν 8% ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἶναι βαρεῖα, ἀνυπόφορος, δυσβάστακτος, δὲν εἶναι ζήτημα. Εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε δύναται νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, τὸ 5 τοῖς 100 τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις, εἶναι ὅ,τι εἰς Εὐρωπαϊκὰ κράτη προσδιορίζεται ὡς φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος. Οὔτε εἰς τὴν Πρωσσίαν, οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ φόρος ὁ ἀποδιδόμενος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὑπερβαίνει τὸ 5%. Ποία δὲ διαφορὰ μεταξὺ τῶν τόπων αὐτῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος; Ἐνῷ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν λοιπὴν Εὐρώπην ὁ γεωργὸς εὑρίσκει τὰ κεφάλαια εὐθυνὰ, οὐχὶ περισσότερον τῶν 3%, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἠξεύρετε ποῦ φθάνει ἡ τοκογλυφία; ὁ δυστυχὴς χωρικὸς πληρόνει πλέον τῶν 50 καὶ 60%. Ὁ γεωργὸς εἰς τὴν Εὐρώπην ἔχει ἀσφάλειαν, ἔχει διοίκησιν, ἔχει δικαιοσύνην, ὁ γεωργὸς τῆς Ἑλλάδος στερεῖται ὅλων τούτων. Ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον, ὅπου τὰ πράγματα ἔφθασαν, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ὑπάρχων φόρος· τοὐλάχιστον δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον, διότι ἡ κυβέρνησις μέχρι τοῦδε ἐξώδευσεν ἐπὶ τῶν ὀκτὼ μηνῶν τοῦ ἔτους, καὶ ἐπειδὴ ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ μία ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δὲν εἶναι περίστασις ἡ σημερινὴ κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ζητηθῇ ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν ταύτην προσωρινῶς μόνον. Ἀλλ’ οἱ προτείνοντες τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων τῶν δημητριακῶν καρπῶν προτείνουν καὶ ἕτερον τι, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα, τὸ ὁποῖον εἶναι δικαιότατον καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ τὸ παραδεχθῇ. Ὡς σήμερον γίνεται ὁ γεωργὸς πληρόνει τὴν τιμὴν τῶν φόρων οὐχὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀνεδέχθη τὰς ὑποχρεώσεις, ἤτοι καθ’ ἣν ἐξεδόθησαν τὰ διπλότυπα αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁπόταν ζητηθῇ, καὶ ὅπως τότε ἔχει ἡ τιμὴ τοῦ προϊόντος, ὥστε αὐτοὶ γίνωνται ἀντικείμενον ἐμπορίου. Ἡ πρότασις λοιπὸν τῶν κυρίων βουλευτῶν εἶναι δικαία καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς· νὰ μὴν ὑπόκηται ὁ φορολογούμενος, παρὰ εἰς τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ὁ φόρος εἰς εἶδος εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως τῶν διπλοτύπων. Εἶναι τὸ σκληρότερον πρᾶγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἐμπορεύωνται τὸν ἄνθρωπον, νὰ τὸν καθιστῶσι δοῦλον· δὲν ἀρκεῖ ὅτι τὸν πιέζουν διὰ βαρέων φόρων, ἀλλὰ τὸν ὑποβάλλουν εἰς ὅλας τὰς περιπετείας τῆς κερδοσκοπίας καὶ αἰσχροκερδίας τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἔρχομαι εἰς τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου· ὑπέδειξα τὰς καταχρήσεις καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ ταύτας· εἶναι γεγονὸς τοῦτο καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ποῦ ἡ κατάχρησις εἶναι μεγαλειτέρα, ποῦ εἶναι μικροτέρα, ἀλλὰ εἶναι γενική. Καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλουν νὰ λάβωσι τὸ μέτρον περὶ περιστολῆς τῆς καταχρήσεως. Ἑπομένως σκεφθεὶς ἐγὼ περὶ τοῦ τρόπου διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ὑπέβαλα πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα κατάλληλον, τὴν μόνην κατ’ ἐμὲ δυναμένην νὰ φέρῃ αἴσιον ἀποτέλεσμα. Πολλοὶ ἔκαμον ἀντιῤῥήσεις, τὴν θεωροῦν ἀτελῆ, ἀλυσιτελῆ. Ἔρχομαι νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἐλπίζων νὰ διασκεδάσω τὰς ἀμφιβολίας των. Ἡ τιμὴ τῶν γεννημάτων δὲν προσδιορίζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα· ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ κατάστασις τῆς ἐφορείας τῆς Ἑλλάδος δὲν σημένει περισσότερον παρ’ ὅσον κόκκος σινάπεως εἰς μέγαν ποταμόν. Προκειμένου περὶ δημητριακῶν καρπῶν ἡ τιμὴ αὐτῶν προσδιορίζεται εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ προσδιορίζεται ἡ τιμὴ, ὁ δὲ τηλέγραφος ἀναγγέλλει ταύτην παντοῦ, καὶ ἐδὼ προσδιορίζουν μίαν τιμὴν, ἐκτὸς μικρᾶς διαφορᾶς τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς. Σήμερον πολλαπλασιασθεισῶν τῶν σχέσεων, αὐξηθεισῶν τῶν συγκοινωνιῶν δὲν ὑπάρχει τόπος τις ἀποκεκλεισμένος εἰς τοσοῦτον βαθμὸν τοῦ λοιποῦ κόσμου, ὥστε νὰ μὴ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τὴν τιμὴν τῶν ξένων ἀγορῶν· πρὸ πάντων ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, προσδιορίζονται αἱ τιμαὶ ὅλων τῶν προϊόντων τοῦ κόσμου· εἶναι αἱ δύω γενικαὶ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης. Λοιπὸν ἀφοῦ ἡ τιμὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν τιμὴν, ἥτις δίδεται εἰς τὴν Εὐρώπην, δὲν μένει ὡς ἐγχώριον ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ προϊόντος τούτου ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, παρὰ ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Καὶ οὐ μόνον λέγω ὅτι εἰς ἕκαστον νομὸν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ἡ τιμὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἑκάστης ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ εἰς Ἀθήνας δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ τοιαύτη τιμὴ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ κράτους. Ἐγὼ σᾶς λέγω ἐκ πείρας, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας γνωρίζουν ποία εἶναι ἡ τιμὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ὅπου ὑπάρχουν λιμένες. Ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ νομοῦ ἡ ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ εὕρῃ τὴν τιμὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εὐκόλως δύναται νὰ προσδιορίσῃ ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ ἀγωγίου διὰ τὰ λοιπὰ μέρη. Εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐπαναλέγω, γνωρίζουν ποίαν τιμὴν ἔχει ὁ σῖτος εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ τὴν Ἀταλάντην, εἰς τὴν Χαλκίδα, εἰς τὰς Θήβας καὶ παντοῦ. Ἀφοῦ ἐνταῦθα εἶναι γνωστὴ ἡ τιμὴ, πόσον εὐκολώτερον εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ θὰ γνωρίζουν, καὶ εὐκόλως θὰ ἀνευρίσκουν τὴν τιμὴν τῶν γεννημάτων διὰ τὰς ἐπαρχίας αὐτοῦ. Εἶναι μία πλάνη, τὴν ὁποίαν ἔχουν τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὅτι πρέπει ἐπιτοπίως νὰ ἐξευρεθῇ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς, προκύπτουσα, ὡς ἀπέδειξα, ἐκ μόνης τῆς μεταφορᾶς. Ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν τὰ πρωτόκολλα ἄνευ μεγάλων καταχρήσεων· τοῦτο, θὰ μοὶ εἴπητε, προσέρχεται κατὰ μέγιστον μέρος ἀπὸ τὰ ἤθη μας, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ᾖναι ἀληθὲς, δὲν πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, ἀλλὰ πάντοτε ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν θεραπείαν. Πρέπει νὰ δοκιμάσωμεν νέον τινα τρόπον, ὅπως γίνωνται ὀλιγώτεραι καταχρήσεις. Ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν ἐντελῶς νὰ ἐκλείψωσιν. Φρονῶ, ὅτι τὸ πρωτόκολλον συντασσόμενον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ ὅπου ὑπάρχουν πρόσωπα ἀνωτέρας τάξεως, ὅπου ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα δικαστικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων ἠμποροῦμεν νὰ παραλάβωμεν πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπου ὑπάρχουν σιτέμποροι, ὧν τὴν συνδρομὴν ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ ζητήσωμεν, ἀναντιῤῥήτως θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Ἂν ὅμως, κύριοι, δὲν πείθεσθε εἰς ταῦτα, εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ κάμω ἑτέραν πρότασιν φυλάττουσαν τοὺς φορολογουμένους ἐκ τῶν καταχρήσεων, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ φορολογούμενος θεωρεῖ ἑαυτὸν ἠδικημένον ἐκ τῆς τιμῆς τῶν γεννημάτων, τῆς προσδιωρισμένης εἰς τὸ πρωτόκολλον, νὰ δύναται νὰ δίδῃ τὸν φόρον του εἰς εἶδος. Τότε αἱ ἀρχαὶ εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ παραδεχθῶσι τὴν αὐστηρὰν ἀλήθειαν, νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ὁ φορολογούμενος νὰ ἀποδώσῃ τὸν φόρον του εἰς εἶδος. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι, ἐγένετο παραδεκτὸν τὸ ἕτερον σύστημα, ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου εἰς χρήματα· καὶ αὐτὸ τὸ ὑπεστήριξα ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὴν Συνέλευσιν, καθὼς καὶ πάντες οἱ ὁποῖοι κατέκριναν τὴν γενομένην μέχρι τότε πίεσιν ὑπὸ τῶν ἀποθηκαρίων· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐγένετο πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ φορολογουμένου. Τί ἐλέγαμεν τότε ὅταν ὁ φορολογούμενος δίδων εἰς εἶδος τοὺς φόρους του κατεπιέζετο εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας, καὶ προσπαθήσαμεν νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν καταπίεσιν. Τὸ πρᾶγμα ὅμως ἀπέδειξεν ὅτι τὸν ὑπεβάλαμεν εἰς χειροτέραν ζημίαν. Ἤκουσα τοὺς χωρικοὺς νὰ μοὶ λέγουν, ὅτι θέλουν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, παρὰ νὰ πληρώνουν σήμερον εἰς χρήματα διπλοῦς καὶ τριπλοῦς τοὺς φόρους των. Ἐνθυμεῖσθε τὶ σᾶς εἶπον, ὅταν εἰς τὰ 64 ὑπῆγα εἰς Ξεροχώριον· εἶχον τὸν ἀραβόσιτον πρὸς 6 δραχμὰς εἰς τὰ πρωτόκολλα ἐνῷ ἐγὼ ἐπώλησα πρὸς 1 καὶ 90. Εἰς τὸν δῆμον Καρονηλέων τὸν εἶχον πρὸς 6 δραχμὰς ὡσαύτως, ἐνῷ εἶχε φθαρεῖ ἀπὸ τὴν βροχήν· παρατηρήσατε λοιπὸν ὁποῖαι ἀφόρητοι καταχρήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων εἰς χρήματα. Λέγω, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς τῶν δύω συστημάτων δύναται νὰ δώσῃ ἐγγύησιν πρὸς τοὺς φορολογουμένους, διότι ὅταν δύνανται νὰ παραδώσουν τὸν φόρον εἰς εἶδος, δὲν ἔχουν συμφέρον αἱ ἀρχαὶ νὰ τοὺς καταπιέζουν, προσδιορίζουσαι ἀνωτέραν τιμήν. Ἡ πρότασις λοιπὸν τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ὁσάκις ὁ φορολογούμενος θεωρεῖ ἑαυτὸν ἠδικημένον ἐκ τῆς προσδιορισθείσης τιμῆς ἐκ τῶν πρωτοκόλλων, τῶν κατὰ δεκαπενθημερίαν συντασσομένων, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδίδῃ τὸν φόρον του εἰς εἶδος».
§77ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι, ἐκάμαμεν μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου καὶ ζητοῦμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἀντὶ 8 εἰς 6%. Ὅπως καὶ ὁ προλαλήσας καὶ ἡμεῖς συμφωνοῦμεν ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ζητήσωμεν τώρα τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ, διότι καὶ ἐβεβαιώθησαν οἱ φόροι καὶ εἰσεπράχθησαν· ἀλλ’ εἶχεν ἡ τροπολογία μας ἄλλον σκοπὸν, νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ὅταν παρουσιασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν νὰ φέρῃ τὰς φορολογίας ὅλας ἠλαττωμένας· εἴχομεν σκοπὸν νὰ ἀποδείξωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἀπαίτησις τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ἐλαττωθῶσιν ὅλαι αἱ φορολογίαι, ὄχι μόνον ὁ ἔγγειος φόρος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τῶν ζώων. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅταν ἀρχίσομεν τὰς ἐλαττώσεις, εἴχαμεν πάντοτε τὴν εἰδέαν ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελεν ἐλαττώσει ὅλας τὰς δαπάνας, καὶ πιστεύω ὅτι ἤθελεν ἔλθει εἰς ἕνα καλὸν συλλογισμόν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ λοιπὸν αὐτὴν τὴν πορείαν, εἴμεθα πληρέστατα βέβαιοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις θὰ ἔλθῃ εἰς τὸν συλλογισμὸν καὶ θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, ὅπως τὸ Κράτος ἀπαιτεῖ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον δὲν ἐπιμένω, διότι ἐβεβαιώθησαν οἱ φόροι, ἢ εἰσεπράχθησαν. Ἐρχόμεθα τώρα ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν αὐτὴν· ζητοῦμεν νὰ δοθῇ προθεσμίαν δίμηνος εἰς τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους, καὶ διατί; Κατὰ τὸν φορολογικὸν νόμον ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων ὀφείλουν νὰ πληρώσουν εἰς τὸν εἰσπράκτωρα τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσαν. Πότε εἶναι εἰς κατάστασιν οἱ περισσότεροι τῶν χωρικῶν νὰ ἔχωσι χρήματα; Δυστυχῶς ὅλοι οἱ γεωργοὶ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως ἐκποιήσωσι τὸ παραχθὲν ποσόν· ὅταν λοιπὸν χορηγεῖτε μίαν δεκαπενθήμερον προθεσμίαν, ἀμέσως ἐπιβάλλετε μίαν δεινὴν φορολογίαν, διότι αὐτοὶ ἀναγκάζονται νὰ ἐκποιήσωσι τὸ παραγόμενον ποσὸν εἰς εὐτελεστέραν τιμὴν καὶ οὕτω ἀντὶ νὰ πληρώσωσιν ὀκτὼ πληρόνουν δώδεκα καὶ δεκαπέντε τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ πολλάκις οἱ εἰσπράκτωρες πιέζουσι ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς αὐτῆς προθεσμίας τοὺς φορολογουμένους καὶ πληρόνουν ἓν μικρὸν ποσόν· μήπως νομίζητε δίδουν αὐτοὶ δυπλότυπον διὰ τοῦτο; ὄχι, ἀλλὰ μίαν ἀπόδειξιν, διότι δὲν ἐπληρώθησαν τὸ ποσὸν ὁλόκληρον· ἀκολούθως ἢ παύεται ἢ μετατίθεται ὁ εἰσπράκτωρ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ δυστυχὴς φορολογούμενος εἶναι ἐκτεθειμένος νὰ πληρώσῃ ἐκ νέου τὸ ποσὸν αὐτό. Διὰ νὰ ἀποφύγετε λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα δὲν εἶναι καλὸν, καὶ πιστεύω καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὸ δεχθῇ, νὰ δοθῇ μίαν προθεσμίαν δίμηνος;
§78ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἕνα μῆνα βάλλετε.
§79ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Πολλοὶ ἔχουσι δύω ἢ τρία ἁλώνια καὶ δὲν ἠμποροῦν ἀμέσως νὰ τὰ ἁλωνίσουν.
§80ΤΙΝΕΣ. Ἂς ᾖναι σαράντα ἡμέρας.
§81ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Πολὺ καλά. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρωτόκολλα, αὐτὸ ἐναπόκειται εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κυρίου Ἐφόρου. Οἱ ἔφοροι πολλάκις, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἕνας περιορισμὸς, διὰ νὰ δείξωσιν ἱκανότητα ὅτι εἰσπράττωσι περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσέπραξαν οἱ προηγούμενοι ἔφοροι, πάντοτε τὰ πρωτόκολλα τὰ αὐξάνουν κατὰ τὸ τελευταῖον δεκαπενθήμερον· τοῦτο εἶναι μία τετάρτη φορολογία εἰς τὸν δυστυχῆ χωρικὸν, καὶ καθὼς οἱ προλαλήσαντες εἶπον, ὅτι ὁ γεωργὸς πληρόνει ἑξῆντα τοῖς ἑκατὸν, ἂν θέσητε αὐτὴν τὴν νέαν φορολογίαν θέλετε ἰδεῖ ὅτι πληρόνει ἑκατὸν πενῆντα τοῖς ἑκατόν. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀκούσει τὰ παράπονα αὐτῶν τῶν δυστυχῶν γεωργῶν, καὶ θέλει δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ἰδοὺ τί λέγει. «Ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρος πληρόνεται ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν (ἂς δεχθῶμεν λοιπὸν τεσσαράκοντα ἡμέρας) ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν διπλωτύπων, ἡ δὲ πληρωμὴ τοῦ φόρου γίνεται ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ μηνὸς καθ’ ὃν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος.»
§82ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον φέρει μίαν παράγραφον ὡς ἑξῆς, τὸ περισυνὸν δηλ. νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε τὸ βασιλικὸν διάταγμα «Ὅσοι φορολογούμενοι καθυστερήσουσι τοὺς φόρους των μέχρι τῆς λήξεως τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς χρεοῦνται ὡς καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος μετὰ τὴν λῆξιν πρωτοκόλλου τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν, καὶ ὑπόκεινται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης εἰς τὸν τῆς ὑπερημερίας τόκον.» Τὸ δημόσιον, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι δίκαιον μετὰ τινα χρόνον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν δυπλωτύπων νὰ λάβῃ τὸν νόμιμον τόκον. Εἶπον δύω μῆνας, ἄλλοι εἶπον σαράντα ἡμέρας, ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι εἰς ἕνα μῆνα. Ὡς πρὸς τὸν τόκον λοιπὸν ὅστις ἐπέρχεται, δὲν εἶναι μέγα τὸ κακὸν, διότι καὶ τὸ δημόσιον ἔχει βάρη, καὶ ὑποχρεώσεις καὶ δάνεια, καὶ τόκους πληρόνει· τὸ χείριστον πάντων εἶναι τὸ ἑξῆς· ὡς πρὸς τὰ πρωτόκολλα, ὅτι ὁ γεωργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον ἐὰν τὸν καθυστερῇ κατὰ τὸν Ἰούνιον, νὰ τὸν πληρόνῃ κατὰ τὸν Δεκέμβριον μὲ τὴν τιμὴν τῶν πρωτοκόλλων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ καταντᾷ ἐνῶ τὸν Αὔγουστον τὸ κοιλὸν ἔχει τρεῖς δραχμὰς, τὸν Δεκέμβριον ἔχει ἕξ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ῥήτρα κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν· εἶναι παράλογος. Καὶ οἱ ἰδιῶται εἰς τὰς συναλλαγάς των, καὶ ὅλος ὁ κόσμος ὅταν ἔχουν νὰ κάμωσι συναλλαγὰς, προσδιορίζουσι μετὰ τόσους μῆνας ὅτι θὰ πληρώσουν, ἄλλως πληρόνουν δώδεκα τοῖς ἑκατὸν τόκον. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ ποινικὴ ῥήτρα; πρὸς τί ὁ διπλασιασμὸς τοῦ φόρου πρὸς ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου; Ὁσάκις ἐξῆλθα εἰς περιοδείαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, μοὶ ἔκαμε τρομερὰν ἐντύπωσιν τὸ παράπονον αὐτὸ τῶν χωρικῶν. Ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ ὥστε, νὰ καταβάλωσι μόνον τὸν τόκον, ὁσάκις καθυστεροῦσι. Βεβαιωθῆτε ὅτι οἱ ἁπλούστεροι χωρικοὶ δὲν ἔχουσι τὴν προθυμίαν νὰ ὑποστῶσι τὰ βάρη τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῆς προφυλακίσεως καὶ ὅλα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦσι μίαν καθυστέρησιν φόρου. Τὸ γνωρίζετε ὅλοι· ἐὰν προέρχεται ἔλλειψις ποῦ καὶ ποῦ ἀπὸ τὸν δυστυχῆ χωρικὸν, προέρχεται ἐξ ἀνάγκης. Λοιπὸν καθυστερεῖ 20, 30, 40 ἡμέρας, καὶ μάλιστα ὀλίγον μέρος τῆς φορολογίας του. Διατί λοιπὸν νὰ ᾖναι ἡ ποινικὴ αὐτὴ ῥήτρα κατὰ χωρικῶν; Θὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι εἶναι ἕν μέσον ἐκβιάσεως· αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐπικρατεῖ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι θέλει νὰ ἐκβιάσῃ τὸν χωρικὸν διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ πληρώσῃ μίαν ὥραν προτήτερα, νὰ πληρώσῃ ὅμως τὸν νόμιμον τόκον. Σᾶς λέγω ὅτι ἤγειρε φρικώδη παράπονα· δὲν ὑπάρχει ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγίζῃ τοὺς ἁπλουστέρους φορολογουμένους, καὶ ὄχι τοὺς προστατευομένους ἀπὸ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα. Αὐτοὶ λοιπὸν ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν ἦλθον εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ἐνῷ ἐγνώριζαν ὅτι τὸ πρωτόκολλον ἐπροσδιώριζε τρεῖς δραχμὰς τὸ κοιλὸν τὸν ἀραβόσιτον καὶ ἐζητοῦσαν 6, ἐφρύαξαν, δὲν ἐννοῦσαν πόθεν προέρχεται αὐτὴ ἡ ποινικὴ ῥήτρα καὶ ἡ καταδίωξις ἡ τόση σκληρά. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν θὰ ᾖναι σύμφωνος, καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρωτόκολλον, ὁ χωρικὸς νὰ πληρόνῃ, ἐν ὅσῳ καθυστερεῖ, σύμφωνα μὲ τὸ πρωτόκολλον τῆς βεβαιώσεως· ἐὰν μείνῃ 100 κοιλὰ ὁ ἐνοικιαστὴς, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸν αὔγουστον πρὸς 6 δραχ. τὸ κοιλὸν, νὰ πληρόνῃ καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς 12%.
§83ΒΑΛΑΤΣΟΣ. Δὲν θὰ τὸ πληρώσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς, ἀλλ’ ὁ χωρικὸς πρὸς ὠφέλειαν τοῦ ἐνοικιαστοῦ.
§84ΜΑΚΡΗΣ. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ 9 ἄρθρου. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος, διότι αὐτὸ εἶναι μία οἰκογενειακὴ συζήτησις, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν δυστυχῶν φορολογουμένων· ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου τὴν λαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀβέρωφ.
§85ΣΙΜΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει βεβαίως κανεὶς λόγος διαφορετικός· ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ἔγιναν μὲ ἕνα σκοπὸν, τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ καθυστερῆται ἡ δημόσιος ὑπηρεσία, καὶ νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅσον ἔνεστι ἀνελιπῶς τὰ ὀφειλόμενα. Δὲν ἔρχομαι, κύριοι, τώρα νὰ λαλήσω περὶ τῶν ἐλαττωμάτων ἢ τῶν προτερημάτων τοῦ ἐν ἰσχύει φορολογικοῦ συστήματος· ὅλος ὁ κόσμος ἀναγνωρίζει ποῦ ὑπάρχουν ἐλλείψεις, καὶ ἴσως ἴσως ἤθελεν εἶσθαι ἐπιθυμητὸν ἀντὶ νὰ σκέπτωνται περὶ τούτου, νὰ σκεφθοῦν πῶς νὰ φέρουν τὸν καταλληλότερον τρόπον νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν κατάστασιν καλλιτέραν, διότι φρονῶ, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐπελήφθημεν ὡς πρὸς τὸν τρόπον, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν αὐτήν. Τώρα, κύριοι, ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ἀφοῦ εὑρέθημεν εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα, ἐννοῶ νὰ ἔχωμεν αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο, εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συντελεῖ νὰ ἔλθουν οἱ δημόσιοι αὐτοὶ φόροι ἀνελιπῶς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ βεβαίως, κύριοι, σεῖς γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος ἀποτροπῆς· καὶ ἠξεύρετε τί συμβαίνει; ἐὰν ἐντὸς τοῦ ὡρισμένου χρόνου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν δύνανται νὰ ἔμβουν τὰ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, δὲν ἔλθουν, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ νὰ μὴ ἠξεύρωμεν ποῖον νὰ πιάσωμεν. Ἐδὼ δὲν πρόκειται περὶ ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἔχουν τὴν εὐκολίαν καὶ αὔριον ἐπίσης, καὶ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν, καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. Μακρῆς, νὰ πληρώσουν τὸν τόκον. Ἀλλά, κύριοι, τί θὰ μᾶς δώσουν ὅταν δὲν ἔχουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλουν νὰ πληρώσουν εἰς τὸ ταμεῖον;
§86ΜΑΚΡΗΣ. Πρὶν τῆς ποινικῆς ῥήτρας, ἡ εἴσπραξις, νομίζω, ἐγίνετο τακτικὰ, καὶ δὲν ὑπῆρχον παράπονα.
§87ΣΙΜΟΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καθιερώθη τοῦτο πολὺ φρονίμως· ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ εἰς εἶδος φορολογία εἰς χρήματα παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἐλήφθησαν ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα καὶ πολλοὶ ἐφώναζαν, διότι ὅταν δὲν ἔχεις καὶ νὰ πάρῃς τὸ προϊὸν εἰς εἶδος παρὰ εἰς χρήματα, φοβοῦ μὴ τυχὸν καὶ δὲν ἔχεις τὶ νὰ πάρῃς. Πρόκειται λοιπὸν, λέγω, περὶ μεγάλου κινδύνου, τῆς ἀποτροπῆς τῶν δημοσίων χρημάτων, τοῦ σπουδαιοτέρου μέρους, ὅπου νὰ μὴ ἠξεύρωμεν ποῖον νὰ πιάσωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον παρέχει μεγάλας ἀφορμὰς ἐλλείψεων· ἠμποροῦμεν ἀντὶ 15 ἡμερῶν νὰ θέσωμεν καὶ 40, ἀλλὰ τί καλὸν θὰ φέρωμεν; Ἐὰν ἐγγυᾶται ἡ Βουλή· ἐγγυᾶσθε, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ οὐδεμία ἀποτροπὴ τῶν δημοσίων χρημάτων; Πῶς λοιπὸν, ὅταν ἔγινεν αὐτὴ ἡ διαφορὰ, καὶ ὅταν ἀντὶ τῆς εἰς εἶδος εἰσπράξεως ἐγκατέστη ἡ εἰς χρήματα, ἐνομίσθη δίκαιον νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ διάστημα; ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως δὲν θὰ κάμωμεν πλέον λόγον περὶ 15 ἢ περισσοτέρων ἡμερῶν, ἀλλὰ μήπως πάθωμέν τι· φοβοῦμαι μήπως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτὸς καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναλάβω αὐτὴν τὴν εὐθύνην. Μοῦ λέγουν ἐπίσης, διατί δὲν βάζετε νὰ πληρώνουν κατὰ τὸ πρωτόκολλον τῆς βεβαιώσεως; ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν; διὰ τὸν ἴδιον λόγον, διότι δὲν ἐννοῶ τὸν φορολογούμενον ὅτι πρέπει νὰ πληρώσῃ μετὰ μῆνας, διότι ἐγὼ λέγω, ἂς πληρώσῃ σήμερον, καὶ δὲν ἔχει τι νὰ πάθῃ· γίνεται ἡ ἐπιζήτησις σήμερον, θὰ εἰπῇ λοιπὸν ὅτι σήμερον εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς βεβαιώσεως πρέπει ὁ σῖτος νὰ μεταβληθῇ εἰς χρήματα· δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία νὰ πωληθῇ ὁ σῖτος εἰς τὴν τιμὴν τὴν τρέχουσαν τῶν πρωτοκόλλων. Διὰ ποῖον λόγον, διὰ ποίαν αἰτίαν, λέγουν, νὰ τοὺς βάζωμεν καὶ φόρον, νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ἄλλο; ἐνῷ τὸν ὑπεβάλαμεν εἰς τόκον, διατὶ συγχρόνως νὰ πληρώσῃ ὄχι πλέον ἐκεῖνο τὸ εἰς τὸ πρωκόκολλον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο; Βεβαίως δὲν τὸ θεωρῶ τοῦτο, εἰμὴ ὡς μέσον βιαστικόν· νομίζω, ἐὰν θέσωμεν σήμερον καὶ εἴπωμεν, θὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμὴν τὸ ποσὸν τῆς βεβαιώσεως, καὶ ἐὰν ἀφήσωμεν εἰς αὐτὸν τὸ στάδιον καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἔρχεται μία ἐποχὴ, καθ’ ἣν πάντοτε ὑπάρχει λογαριασμὸς τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν, τότε θὰ θελήσωμεν νὰ προκαλέσωμεν αὐτό· διότι, κύριοι, ἠμποροῦν τὰ πράγματα πολλάκις νὰ μὴ ἔλθουν τοιουτοτρόπως, ἀλλὰ σήμερον ἔρχεται μία ἐποχὴ εἰς τὴν κλίμακα τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν σταθερά· ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ πληρώνουν εἰς ὑποτίμησιν· εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία βαδίζει αὐξάνουσα· αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ αἰτία τῶν πραγμάτων· λοιπὸν θέλετε νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὅτι, ἔχε τοῦτο, ἐντὸς δύω μηνῶν, ἔχε αὐτὴν τὴν εὐκολίαν νὰ κρατήσῃς νὰ πληρώσῃς πάντοτε μὲ τὴν τιμὴν τὴν μικροτέραν, τὴν ἐντελεστέραν, τὴν τιμὴν τῆς βεβαιώσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνῃ, ὅτι θέλετε φέρει κίνδυνον καθυστερήσεως περισσότερον ἐκ τούτου, καὶ νομίζω ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καλῶς ἐτέθησαν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐν τῇ Συνελεύσει ἀπεφασίσθη νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῆς εἰς χρήματα εἰσπράξεως, λέγω νὰ μείνουν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§88ΜΑΚΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. ὑπουργὲ, νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; εἶναι τόσον πολὺ εὐάρεστα τὰ ἀποτελέσματα μετὰ τὰ 1867, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπὸ τὰ 1862 ἕως τὰ 1867; εἶναι τόσον πολλὰ τὰ ἐλλείμματα, ὥστε νὰ ἀπελπιζώμεθα νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς γεωργούς......
§89ΣΙΜΟΣ. Διότι θέλομεν......
§90ΜΑΚΡΗΣ. Ὄχι θέλομεν, ἀλλὰ πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω· καὶ ὅταν ὁ ὑπουργὸς τὸ φρονεῖ, δὲν δύναμαι νὰ τὸ πιστεύσω ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην ποινὴν σκληρὰν κατὰ τῶν φορολογουμένων μὴ ἐγκαίρως πληρώσαντας. Εἶναι πολὺ δεινὸν, κ. ὑπουργέ· δὲν εὑρίσκω σκληροτέραν ῥήτραν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας.
§91ΣΙΜΟΣ. Ὅταν πληρώσουν, κύριοι βουλευταὶ, ἐγκαίρως....
§92ΜΑΚΡΗΣ. Εἶναι τόσον δεινὸν αὐτὸ, ὥστε δὲν βλέπω διατί. Λοιπὸν ἐὰν ᾖναι ἀπελπιστικὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῶν φόρων ἀπὸ τὰ 1862 ἕως τὰ 1867, τότε μάλιστα· ἐὰν ὅμως ᾖναι εὐάρεστα καὶ αὐτὰ καθὼς καὶ τοῦ ἔτους 1867, τότε διατί νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς αὐτό;
§93ΣΙΜΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐξάπαντος θὰ προκαλέσητε καθυστερήματα ὅταν γίνῃ αὐτό. Δὲν θέλω νὰ κάμω ζήτημα σπουδαιότατον μὲ τοῦτο, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα εἰς τὸν φορολογούμενον ἐὰν γίνουν, δὲν εἶναι παρὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπωμεν, ὅτι σήμερον θὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέρους νὰ πληρώσουν κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν παλαιάν.
§94ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι, εἶναι ἀναγνωρισμένον καὶ ἀδιαφιλονείκητον ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει εἶναι καταθλιπτικόν. Ἀληθῶς, κύριοι, τοῦτο εἶναι ἀδιαφιλονείκητον, εἶναι ἀξίωμα πλέον, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ καὶ θυσίαν τινὰ, ἐπιτρέψασα εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἵνα δοθῇ χορηγία τις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Σωτηρόπουλον τὸν ἐν τριβῇ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἵνα περιέλθῃ τὴν Εὐρώπην καὶ λάβῃ ἐκεῖθεν φῶτα πληρέστερα περὶ ἑνὸς συστήματος φορολογικοῦ καταλλήλου διὰ τοὺς ἀτυχεῖς φορολογουμένους, καὶ ληφθῇ κατόπιν ὅσον τὸ ταχύτερον πρόνοια περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πιέζει καὶ καταστρέφει τοὺς φορολογουμένους ἐν γένει. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐπανελθὼν συνέταξεν ἓν σχέδιον φορολογικοῦ συστήματος, τὸ διένειμεν εἰς τοὺς βουλευτὰς, διενεμήθη ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τοὺς δήμους, προσεκλήθησαν καὶ συνεκροτήθησαν σύλλογοι ἵνα γνωμοδοτήσωσι, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἔμεινεν ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη, ἕνεκα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ὅλαι λοιπὸν αἱ συζητήσεις αἱ σημεριναὶ, ὅλαι αἱ παρατηρήσεις ὑπό τε τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν διαφόρων βουλευτῶν περὶ φορολογικοῦ συστήματος, βεβαίως σήμερον δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὑποδεικνύουν ὅμως εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, τὸν ἀναγνωρίζοντα αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ὅτι πρέπει νὰ σπουδάσῃ ὅπως σπεύσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ κακὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἁρμοδιώτερος εἶναι ὁ κ. Σωτηρόπουλος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἐὰν ἐγκρίνῃ ὅτι εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς.
§95ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς περὶ τούτου.
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω, τὸ ἔγραψα.
§97ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, καὶ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμω μικράν τινα ἐξήγησιν ὡς πρὸς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας κατὰ τὸ π. ε. καὶ τοῦτο πάλιν διὰ νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐγκαίρως περὶ τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ ἐπιβληθέντος ἐκ προσθήκης βάρους εἰς τοὺς φορολογουμένους. Ὅλοι γνωρίζετε, κύριοι, τοὺς νόμους, διὰ τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ κυβέρνησις ἐβιάσθη νὰ αὐξήσῃ τὴν φορολογίαν· δὲν ἦτον βέβαια ἁπλοῖ ταμιευτικοὶ λόγοι, ἵνα φέρωσιν εἰς ἰσοζύγιον τὰ τακτικὰ ἔξοδα μὲ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους. Ὑπῆρχον λόγοι μεγαλείτεροι, ὑπῆρχον περιστάσεις ἔκτακτοι τῆς πατρίδος, καὶ αὐτὰ, ἐννοεῖται, τὰ αἴτια ἐπενήργησαν εἰς μὲν τὴν Βουλὴν, ἵνα συναινέσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προσθέτων αὐτῶν φόρων, εἰς δὲ τὸ ἔθνος νὰ τοὺς ἀνεχθῇ ἀγογγύστως, μόνον καὶ μόνον ἕνεκα τῶν μεγάλων αὐτῶν τῆς πατρίδος περιστάσεων, νὰ ἀνεχθῇ, λέγω, φόρους λίαν δυσβαστάκτους. Αἱ περιστάσεις, κύριοι, τῆς πατρίδος φαίνεται ὅτι ἐξακολουθοῦσι, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ μὴ ἀντιτείνῃ διὰ τὸ παρὸν ἔτος εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ αὐτοῦ μέτρου τῶν φόρων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ἐπὶ πολὺ νὰ βασταχθῇ· ὅσοι ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ἐπανῆλθον τότε εἰς τὰς ἐπαρχίας των, αὐτοὶ ἐννόησαν, ὡς ἐκ τῆς γενομένης ψυχρᾶς ὑποδοχῆς των, τὸν βαθμὸν τῆς δυσφορίας τῶν φορολογουμένων διὰ τὴν ὑπέρογκον αὔξησιν, διότι πολλοὶ ἴσως ἴσως καὶ ἀπεδοκιμάσθησαν. Σεῖς ὅλοι σήμερον, πιστεύω, ὅτι ἔρχεσθε μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ συντελέσητε ὑπὲρ τῆς ἐλαφρύνσεως τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν βεβαρυμένον αὐτὸν λαόν· ὅλοι αὐτὴν τὴν ἐντολὴν ἔχομεν, καὶ ἑπομένως ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ὄψιν σπουδαίαν, ὥστε εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος νὰ μὴ παρουσιασθῇ πάλιν μὲ τὸ ἴδιον φορολογικὸν μέτρον. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος ὅτι ἐλάττωσις φόρων δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ὅταν λέγω, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐλάττωσις φόρων, ἐννοῶ, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν πάντες, ὅτι τοῦτο τὸ μέτρον πρέπει νὰ ᾖναι γενικὸν, ὅπως γενικὸν μέτρον ὑπῆρξε καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Διάκρισις, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καμμία. Τὸ μέτρον τῆς φορολογίας πρέπει νὰ ᾖναι ἴσον πρὸς πάντας, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ κατὰ πόσον δηλ. τοῖς ἑκατόν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς ἐξακριβώσεως. Θὰ μὲ εἰπῆτε τί μὲ ἀναγκάζει σήμερον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν, διὰ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην τῆς διακρίσεως, καὶ ἴσως πάλιν δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ χολώσωσί τινες, διὰ τὸν φόρον τῆς σταφίδος. Παρακαλῶ, κύριοι, ἀκούσατέ με μὲ ὑπομονήν· ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος ν’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς φορολογουμένους, εἶμαι ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων, διότι πηγάζω ἐκ τοῦ λαοῦ· ἐπιδιώκω μάλιστα τὴν δημοτικότητά του, θέλω νὰ ἀγαπῶμαι ἀπὸ τὸν λαόν, καὶ ἴσα ἴσα, ὅστις συντελεῖ ὑπὲρ τῆς ἐλαφρύνσεως τῶν φόρων, ἀγαπᾶται περισσότερον ἀπὸ τὸν λαόν, ἀποκτᾷ περισσοτέραν δημοτικότητα. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐναντίος τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων· ἀναγνωρίζω τῳόντι μεθ’ ὑμῶν ὅτι ὁ φόρος τῆς σταφίδος, ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ προϊόντος, εἶναι βαρύς, τοὐλάχιστον δὲν ὑπάρχει ἐμφανὴς ἡ ἰσότης εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας· φιλονεικοῦν πολλοὶ ὅτι εἴς τινας ἐπαρχίας τὸ προϊὸν εἶναι κατωτέρας ποιότητος, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι διϊσχυρίζονται, ὅτι τὸ εἰς τὰς ἐπαρχίας των μὲ πλειοτέραν τιμὴν ἀποκτώμενον, ἔχει δαπάνας μεγαλειτέρας, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ὑπάρχει διάκρισις τιμῶν. Μήπως ὅμως ὑπάρχει ἡ διάκρισις τῶν τιμῶν, ἡ διάκρισις τῶν ποιοτήτων εἰς μόνον αὐτὸ τὸ προϊὸν; δὲν ὑπάρχει διάκρισις τῆς τε τιμῆς καὶ τῆς ποιότητος καὶ εἰς ἄλλα προϊόντα; δὲν ὑπάρχει διάκρισις π. χ. εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων; δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν φορολογίαν τῶν κουκουλίων; δὲν ὑπάρχει ἡ διάκρισις τοῦ φόρου τῆς τιμῆς καὶ τῆς ποιότητος εἰς τὴν φορολογίαν τῶν λεμονίων, τῶν πορτοκαλλίων, τῶν ξηρῶν σύκων, τῶν βελανίων καὶ καθεξῆς; Εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ προϊόντα θέλετε εὕρει διάκρισιν καὶ εἰς τὴν ποιότητα καὶ τὴν τιμήν· π. χ. εἰς τὴν Κύμην, κύριοι, ὁ ἀμπελουργὸς θὰ ἐξοδεύσῃ 5½ δραχμὰς δι’ ἑκάστην βαρέλαν οἴνου· καὶ ἐξεύρετε πόσον τὸ πωλεῖ; 4 καὶ 25 λεπτὰ, 4½ τὸ πολύ· εἶναι, κύριοι, ἡ αὐτὴ ἀξία καὶ εἰς τὴν βαρέλαν τοῦ οἴνου τῶν Ἀθηνῶν, τῶν Θηβῶν, τῶν νήσων καὶ πολλῶν ἄλλων μερῶν, ὅπου εἶναι καλλιτέρας ποιότητος; βεβαίως ὄχι, διότι οὗτοι πωλοῦνται εἰς πολὺ ἀνωτέρας τιμὰς, καὶ ὅμως ἡ φορολογία εἶναι ἴση. Τὰ κουκούλια π. χ. τῶν Καλαμῶν πωλοῦνται εἰς διπλασίαν τιμὴν παρὰ τὰ κουκούλια τῆς Ἄνδρου, τῆς Καρύστου, τοῦ Ξηροχωρίου καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, καὶ ὅμως εἶναι ἡ αὐτὴ φορολογία. Τὰ πορτοκάλλια τῶν Καλαμῶν καὶ ἄλλων μερῶν πωλοῦνται εἰς διπλασίαν τιμὴν παρὰ τὰ πορτοκάλλια ἄλλων τόπων. Εἰς τὰ βαλανίδια, τὰ ξηρὰ σῦκα καὶ τόσα ἄλλα προϊόντα, ἀπαντῶμεν τὰς αὐτὰς περίπου διαφορὰς κατά τε τὴν ποιότητα καὶ τὴν τιμήν, ὥστε, ὡς βλέπετε, ἡ διάκρισις δὲν εἶναι μόνον εἰς τὴν σταφίδα, εἶναι εἰς πολλὰ προϊόντα, καὶ ὅμως ἡ φορολογία εἶναι ἴση. Ἐν τούτοις ἠμποροῦν τινὲς νὰ μοὶ παρατηρήσωσιν, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ διάκρισις καὶ εἰς τὰ προϊόντα αὐτὰ, ἐπειδὴ εἶναι δευτέρου λόγου ἄξια, καὶ ἡ παραγωγὴ δὲν εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὡς καὶ ἡ τιμὴ, καὶ ὁ φόρος κατὰ συνέπειαν εἶναι μικρότερα, ἐν ᾧ ὁ σταφιδοκαρπὸς ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι καὶ μεγάλης ποσότητος, καὶ μεγάλης ἀξίας, εἶναι καὶ ὁ φόρος βαρύτερος· ἑπομένως οἱ ἰδιοκτῆται αἰσθάνονται βαθύτερον τὴν ζημίαν τὴν μεγαλειτέραν· συμφωνῶ. Ἀλλ’ εἴπαμεν, κύριοι, ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων τῆς πατρίδος, πρέπει πάντες νὰ συνεισφέρουν, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἡ θυσία τῶν σταφιδοκτημόνων ἴσως εἶναι κατά τι μικροτέρα ἀπὸ ἄλλας τάξεις βιομηχάνων ἀκούσατε, κύριοι, αὐτὴν τὴν μικρὰν παρατήρησιν. Ὁ ποιμὴν, ἀφ’ ἧς ἐσυστήθη τὸ βασίλειον τοῦτο, οὐδέποτε ἐπλήρωσε πλέον τῶν 25 λεπτῶν κατὰ κεφαλήν· καὶ πότε, κύριοι; ἐν ᾧ καιρῷ αἱ καλλιέργειαι δὲν ἦσαν τοσοῦτον προχωρημέναι καὶ αἱ βοσκαὶ ἦσαν μᾶλλον ἐλεύθεραι.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§99ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σήμερον, κύριοι, ὁ ποιμὴν ὑποβάλλεται εἰς πληρωμὴν 35 λεπτῶν, ὡς οὔτε ἐπὶ τουρκοκρατίας, οὔτε ἐπ’ αὐτῆς τῆς λεγομένης ὑπό τινων ἐπικαταράτου βαυαροκρατίας, οὔτε εἰς καμμίαν ἐποχήν· καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, αὐτὸν θέλετε νὰ τὸν ἀφήσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν κατάστασιν, τῆς αὐξήσεως δηλ. τοῦ φόρου.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερον ἐπὶ βαυαροκρατίας ἐπλήρονον.
§101ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, διότι ἀντέστη, καὶ δὲν ὑπέκυψεν εἰς αὐτὴν τὴν πληρωμήν. Ἠξεύρω κάλλιστα ὅτι 50 λεπτῶν φόρος κατὰ κεφαλὴν ἐπεβλήθη, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ ἴσως ἴσως τὰ καθυστερούμενα ἐκ 2,000,000 περίπου, τὰ ὁποῖα φαίνονται μεταξὺ τῶν 6,000,000, προερχόμενα ἀπὸ φορολογίαν τῶν ζώων, θὰ ἦναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐξ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅτε ἐνοικιάζετο τὸ εἶδος τούτου τοῦ φόρου, διότι ὁ φόρος δὲν ἐπληρώθη· ἐθυμεῖσθε ὅτι συνῆλθον ἐπαρχιακοὶ σύλλογοι, ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν τότε κυβέρνησιν, καὶ τέλος πάντων κατώρθωσαν ὥστε νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ πληρωμή, καὶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τοσοῦτος φόρος καὶ οὔτε ἐξηκολούθησεν, ἔπαυσεν εὐθὺς εἰς τὴν γέννησίν του. Ἀλλὰ τώρα ὁ ποιμὴν, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται εἰς ἄπειρα βάρη, ὁ ὁποῖος καταπιέζεται καὶ ἀπὸ λῃστὰς, καὶ ἀπὸ μεταβατικοὺς, ὅπως πολλοὶ διεξετραγῴδησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, διότι εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ δυστυχοῦς ποιμένος πίπτουσι τὰ πάντα· ὁ ποιμὴν λέγω, μένει ὑπὸ τὸ βάρος τῆς αὐξήσεως· διατί αὐτὴ ἡ διάκρισις;
§102ΔΑΓΡΕΣ. Ἐβεβαιώθη ἡ φορολογία αὐτὴ, εἶναι τελειωμένη.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τοὺς διαλόγους.
§104ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν συγχωρῶ διακοπάς.
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ εἶναι ἑβδόμη ἡ ὥρα, κύριε πρόεδρε.
§106ΔΑΓΡΕΣ. Φαίνεται ὅτι ἔχετε σκοπὸν νὰ παρατείνητε τὴν συζήτησιν.
§107ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ φορολογία δὲν δύναται νὰ ᾖναι βάρος μερικὸν, ἀλλὰ γενικόν· ἑπομένως ἀφοῦ ἀφίνομεν εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον τῆς γενομένης αὐξήσεως τὴν φορολογίαν τῶν ποιμένων, ἡ ὁποία εἶναι εἰς πολλὰ βεβαρυμένην κατάστασιν, ἀλλὰ πρέπει τέλος πάντων νὰ συντελέσωσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος τὰς ἐκτάκτους, δίκαιον εἶναι καὶ πρέπει νὰ μείνωσιν οὕτω καὶ αἱ ἄλλαι φορολογίαι. Τοῦ γεωργοῦ, κύριοι, τὸν αὐξήσατε ἀπὸ 5 εἰς 8% τὸν φόρον, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε ἐλαμβάνετο εἰς εἶδος ἡ φορολογία, ἤδη λαμβάνεται εἰς χρήματα. Εἶναι, καθὼς εἶπε ὁ κ. Μακρῆς, διπλασία ἡ πληρωμὴ, ὁ ἁπλοῦς γεωργὸς εἶναι εἰς πολὺ χειροτέραν κατάστασιν ἀπὸ τὸν σταφιδοκτήμονα· ὅπως λοιπὸν αἱ ἄλλαι τάξεις μένουσιν ἐπιβεβαρυμέναι διὰ τῶν ἐκτάκτων φόρων λόγῳ τῶν περιστάσεων τῆς πατρίδος, καὶ δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον νὰ φέρωμεν γενικὰς ἐλαττώσεις, εἶναι ἄδικον νὰ κάμωμεν διακρίσεις, χαρίζοντες εἰς τοὺς μὲν καὶ ἀφίνοντες τοὺς δέ.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐλαττόνομεν.
§109ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, κ. ὑπουργὲ, ἀπευθύναμαι ἤδη εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ἡ προτεινομένη πρὸς δραχ. 10 καὶ 50 λεπτὰ, θὰ ἐλαττώσῃ κατὰ 750 χιλ. δραχ. τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου.
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ, κ. Δημητριάδη, δὲν ἤλθαμεν ἐκεῖ.
§111ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κάμνω γενικὴν ὁμιλίαν, καὶ ἔχω σκοπὸν νὰ προτείνω ἐλάττωσιν φόρου εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς (Θόρυβος)· ἐὰν σεῖς ἐπιμένητε εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς σταφίδος. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τῆς σταφίδος κατὰ τὸ ἥμισυ, τότε δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ χορηγήσωμεν οὐδεμίαν ἐλάττωσιν εἰς τοὺς ἄλλους φόρους, τότε ὁ ὑπουργὸς δὲν εὑρίσκεται εἰς θέσιν παντάπασι νὰ προτείνῃ καμμίαν εὐκολίαν διὰ τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς, δηλ. τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ θὰ ἀφήσωμεν χάριν τῶν σταφιδούχων εἰς ἀπελπισίαν τοὺς ἁπλοῦς γεωργούς. Βλέπετε ἑπομένως ὅτι ἀρχίζοντες νὰ ἐλαττώνωμεν, φερόμενοι εὐνοϊκότεροι πρὸς τοὺς μὲν, θὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὸ ἀτόπημα τοῦ νὰ μὴ δύναται ν’ ἀποδοθῇ ἡ δικαιοσύνη ἐξ ἴσου εἰς ὅλους, καὶ τοῦτο εἶναι κακίστη ἀρχὴ, δυναμένη νὰ γεννήσῃ γογγυσμοὺς ἐκ μέρους τῶν ἄλλων τάξεων καὶ νὰ ἔχῃ κακὰ ἐπακόλουθα. Εἶμαι λοιπὸν ἐκ προοιμίων ἀντίθετος τῶν διακεκριμένων ἐλαττώσεων καὶ ἀφίνω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσωσι κατὰ πόσον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν δυσχέρειαν τῆς δημοσίας οἰκονομίας ἡ ζητουμένη ἐλάττωσις 700 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τῆς σταφίδος. Ὡς πρὸς τὸ προτεινόμενον μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τῶν τιμῶν τῶν γεννημάτων διὰ τῶν πρωτοκόλλων, ἤθελον συμφωνήσει μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ νὰ μὴ δοθῇ προθεσμία μεγαλειτέρα, ὁπόταν ὑπῆρχε τὸ μέτρον τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων καὶ εἰς εἶδος. Πραγματικῶς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐδικαιολογεῖτο τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πετσάλης ἐπρότεινε νὰ δίδεται ὁ φόρος εἰς εἶδος ἢ εἰς χρήματα· ἔστω καὶ ἡ στενόχωρος προθεσμία· σήμερον ὅμως ὁπότε ὁ φόρος ηὔξησεν ἀπὸ 5 εἰς 8%, καὶ ὁ φορολογούμενος ὑποχρεοῦται νὰ δίδῃ εἰς χρήματα τὸν φόρον του, καὶ ἀφοῦ αἱ τιμαὶ τοῦ πρωτοκόλλου, (θέσατε διατάξεις ὅσας θέλετε) πάντοτε θὰ ἦναι ὑψωμέναι, αὐτὸ τοὐλάχιστον εἶναι ἀποδεδειγμένον, διότι ἡ τάσις τῶν οἰκονομ ὑπαλλήλων εἶναι νὰ θέτουν μεγαλειτέρας τιμὰς διὰ νὰ φαίνωνται ταμιευτικώτεροι, καὶ νὰ δεικνύουν περισσότερον ζῆλον, σήμερον λέγω, οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, πρέπει νὰ δοθῇ κἄποια προθεσμία μεγαλειτέρα. Δὲν εἶναι ἐδῶ φόβος καθυστερήσεως, διότι ἂν παραδεχθῶμεν κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι ὁ φορολογούμενος ἐκ δωλίας προαιρέσεως θέλει νὰ ἐξαφανίσῃ τὸν καρπὸν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, τί τὸν κωλύει νὰ τὸ κάμῃ καὶ ἐντὸς τῶν 15 ἡμερῶν;
§112ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§113ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ σᾶς ἀρέσουν, διότι εἶναι γενικὰ, ἐνδιαφέρεσθε πάντες· τὸ τῆς σταφίδος δὲν σᾶς ἀρέσει· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐποχὴν τῆς βεβαιώσεως, διατί, κύριοι, νὰ μεταφέρωμεν τὸν γεωργὸν εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ τῆς φυσικῆς ὑποχρεώσεώς του; Ὁ φόρος τῶν γεννημάτων μου βεβαιοῦται π. χ. ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου, καὶ ὑποχρεοῦμαι ἀμέσως νὰ τὸν φέρω· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τὸν δώσω εἰς εἶδος, ἤθελον εἴπῃ εἰς τὸν ἔφορον ν’ ἀνοίξῃ τὴν ἀποθήκην του διὰ νὰ τὰ μεταφέρω. Αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ ὑποχρέωσις· ὁ φορολογούμενος εἶναι εὐθὺς ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ τὸν φόρον του ἀπὸ τῆς καταμετρήσεως ἐν τῷ ἁλωνίῳ, ὁ ἔφορος ὀφείλει νὰ τὸν παραλάβῃ, ἀλλὰ προκειμένου νὰ δώσῃ χρήματα, ἐννοεῖται, ὅτι χρήματα δὲν ἔχει πρόχειρα· ὁ εἰς χρήματα πληρονόμενος φόρος ὑποθέτει ἄλλο φορολογικὸν σύστημα, ὅταν αὐτὸ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, τότε καθυστερήσεις δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν· ἀλλ’ ὅταν τὸ δημόσιον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παραλάβῃ αὐτούσιον τὸν φόρον, διότι ἕνας νόμος κατήργησεν αὐτὸ τὸ σύστημα, ἐγὼ ὁ φορολογούμενος δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν δώσω εἰς τιμὴν μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, διότι τότε δὲν εἶναι δικαιοσύνη, εἶναι μία καταπίεσις. Ὅταν, κύριοι, ὁ καρπὸς μετρεῖται ἐν τοῖς ἁλωνίοις, ἡ τιμὴ βεβαίως εἶναι μικροτέρα, εἶναι ἡ γνησία τιμὴ ἡ πρέπουσα διὰ τὴν ἀπόδοσιν φόρου, καὶ αὐτὴν τὴν τιμὴν πρέπει νὰ ἀκολουθήσουν οἱ φόροι ἂν δὲν παρέλθῃ ἡ προθεσμία τῆς ἀποδόσεως καὶ μείνωσι καθυστερήματα ἐπὶ δύο ἢ καὶ τρεῖς μῆνας, ἔρχεται ἡ πληρωμὴ τοῦ τόκου· ἀλλ’ ὅταν καὶ τὸν τόκον πληρόνει καὶ εἰς τὴν μεγαλειτέραν τιμὴν τὸν ὑποβάλλομεν, τότε καταντᾷ δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό, εἶναι ποινὴ πολλὰ βαρεῖα καὶ διπλή. Ἑπομένως εὑρίσκω δίκαιον νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ καὶ ἐγώ, τὸ νὰ δοθῇ ἡ προθεσμία 30 ἢ 40 ἡμερῶν ἀδιάφορον, ἀλλὰ τὸ πρωτόκολλον τῆς τιμῆς νὰ γίνεται ὑποχρεωτικῶς διὰ τὸν καιρὸν τῆς βεβαιώσεως, διότι ἄλλως, πρέπει νὰ ἠξεύρετε, ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα καταπίεσις, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ.
§114ΤΙΝΕΣ. Ἔτσι γίνεται.
§115ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, ὁ περισυνὸς νόμος, ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι μία καινοτομία, δὲν ὑπῆρχεν εἰς τοὺς πρώτους νόμους, αὐτὸς λέγει ὅτι, ἅμα παύσῃ τὸ διάστημα τῆς συγκομιδεῖς, οἱ καθυστεροῦντες φορολογούμενοι, πρέπει νὰ πληρώσουν τὰ καθυστερήματά των ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τοῦ τελευταίου πρωτοκόλλου, ὅτε καὶ ἡ ἀγοραία τιμὴ εἶναι διπλασία τῆς ἐποχῆς τῆς βεβαιώσεως· ἡ ὑποχρέωσις γενίσεται ἐπὶ τοῦ καρποῦ τῆς βεβαιώσεως, καὶ φυσικὰ τῆς ἐποχῆς ταύτης τὰς τιμὰς πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου εἰς χρήματα.
§116ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τοὺς προλαλήσαντας νὰ δοθῇ προθεσμία τοὐλάχιστον 30 ἡμερῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων παρὰ τῶν φορολογουμένων. Ἀνέφερον πολλὰς καταχρήσεις ἀπὸ μέρους τῶν ταμιῶν καὶ τῶν ὑποταμιῶν· ἐγὼ μάλιστα λέγω ὅτι εἶναι καταχρήσεις καὶ αὐτῶν τῶν ἐνοικιαστῶν· πολλοὶ ἐνοικιασταὶ πληρόνουν τὰ ἐλλείμματα μὲ τὸ πρωτόκολλον τῆς συγκομιδῆς διὰ νὰ τὰ πληρωθοῦν ὕστερον μὲ τὸ ἄλλο πρωτόκολλον. Λοιπὸν, κύριοι, ἔρχομαι κατὰ πρῶτον νὰ ὁμιλήσω ἐναντίον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Πετσάλη, ὅτι πρέπει ἢ εἰς εἶδος, ἢ εἰς χρήματα, ἓν ἀπὸ τὰ δύω, ἢ εἶδος ἢ χρήματα, δὲν ἠμπορεῖ τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ καὶ ἀποθήκας καὶ χρήματα. Ἡ κατάργησις τῶν ἀποθηκῶν, νομίζω, ἐπήγασεν ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τῶν ἀποθηκαρίων. Λοιπὸν θὰ ἔλθωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν προθεσμίαν· δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὸν κ. ὑπουργόν, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἕνας νὰ τοῦ εἴπῃ· κ. ὑπουργὲ, σὲ παρακαλῶ, καὶ θὰ τοῦ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Δὲν εἶναι ἐντροπή, ἤλθαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐὰν θέλῃ, παρακολουθεῖ ἡμᾶς σήμερον, ἐὰν δὲν θέλῃ ἀντιτείνει καὶ ψηφοφοροῦμεν.
§117ΖΑΛΩΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται, κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ φέρω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν φορολογικοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ ὄζουν δημοκοπίας. Φρονῶ, κύριοι, ἐν πεποιθήσει, χωρὶς κανένα πλάγιον σκοπὸν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡ σημερινὴ πρὸ πάντων Βουλὴ τῶν ἑλλήνων, ἀνάγκη νὰ διακριθῇ κατὰ τοῦτο, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου συμφέροντος ἐθνικοῦ, νὰ θεωρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν φιλοτιμίαν καὶ πᾶν ὅ,τι ἠθικὸν αἴσθημα, δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τὰς δυνάμεις ἐκείνας εἰς τὸν λαὸν, ἐκ τῶν ὁποίων πράγματι προκύπτει ἡ εὐημερία καὶ ὁ πλοῦτος. Ἐξηγοῦμαι, κύριοι. Ποσάκις ὡς Ἱερεμίαι ἐνταῦθα ἅπαντες οἱ προλαλήσαντες ἔκλαυσαν δῆθεν τὴν τύχην τοῦ πτωχοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§118ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τὰ πράγματα.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κύριοι.
§120ΖΑΛΩΝΗΣ. Ἀπηύδησεν, ἂν θέλητε, τὸ Σῶμα τοῦτο ἀκοῦον, ὅτι, ὅστις τολμήσει νὰ ᾖναι ὑπὲρ τῆς μὴ ἐλαττώσεως τῶν φόρων, θέλει δῆθεν χάσει τὴν δημοτικότητά του, καὶ ἴσως, ἴσως δὲν θὰ δυνηθῇ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Δὲν συμμερίζομαι, κύριοι, παντάπασι τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ν’ ἀκούσω παράπονα ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου ἐπὶ τῶν δοξασιῶν μου, ἤθελον προτιμήσει νὰ ἐγκαταλείψω διὰ πάντοτε τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, οὐχὶ ὅμως νὰ θυσιάσω τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐν πεποιθήσει ἔρχομαι ἐν ὀλίγοις νὰ ἐξηγήσω, ἀρχὰς, κύριοι, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται ἀμέσως μὲ τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θ’ ἀπαιτήσῃ ὁ κ. πρόεδρος ἀπὸ ἐμέ. Σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ὡς ὁ προλαλήσας ἔντιμος κ. Δημητριάδης σᾶς εἶπεν, ἐγένετο ἀπὸ σκοπὸν ἀνώτερον, ἀπὸ σκοπὸν ἐθνικόν. Ὁ σκοπὸς, κύριοι, δὲν ἐξεπληρώθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ἐν διαστήματι ὀλίγου χρόνου. Ὁ σκοπὸς αὐτὸς θὰ ἐξακολουθῇ ἐν Ἑλλάδι, ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον θέσιν· ἀλλὰ, κύριοι, οὐχὶ μόνον ὁ ἐθνικὸς σκοπὸς, ἂν θέλετε, δὲν ἐξεπληρώθη, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἀπεκτήσαμεν ὑποχρεώσεις μεγαλειτέρας σήμερον ἀπέναντι πάσχοντος καὶ ἀγωνιζομένου ἀδελφοῦ λαοῦ, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους πέρυσιν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Ἡ σημαία, κύριοι, τῆς παρελθούσης Βουλῆς δὲν ἦτο σημαία τοῦ κοινοβουλίου ἐκείνου μόνον, ἦτο σημαία τοῦ Πανελληνίου.
§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο διελύθη.
§122ΖΑΛΩΝΗΣ. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰ καθέκαστα, ἀλλὰ λέγω ὅτι ὁποιαδήποτε κυβέρνησιν τὴν ἀρχὴν ἐκείνην δὲν ὑποστηρίζει ἐν πεποιθήσει, τοὐτέστι τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δόξης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀδύνατον νὰ ἑδραιωθῇ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἡ κυβέρνησις ἄνευ φόρων, ἄνευ ἐκτάκτων φόρων, ἄνευ δανείων δὲν δύναται νὰ βαδίσῃ τὴν γραμμὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὅλον τὸ ἔθνος, κύριοι, ἀσπάζεται. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ὁμιλία μου περιστρέφεται πάντοτε ἐπὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ψήφου ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐντὸς ὀλίγου πρόκειται νὰ δώσωμεν. Ὅθεν ἐν ὀλίγοις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ ἦμαι ὑπὲρ πάσης αὐξήσεως φόρου, ἐὰν ἦτο δυνατόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπρώξωμεν τὸ πρᾶγμα τοσοῦτον, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, τοὐτέστι νὰ καθίστανται οἱ φόροι πράγματι ἀφόρητοι, φρονῶ, ὅτι τοὺς ὑπάρχοντας φόρους ὀφείλει ἡ σημερινὴ Βουλὴ νὰ διατηρήσῃ ἐὰν συναισθάνηται τὴν θέσιν της, ἐὰν συναισθάνηται τὰ ὑψηλότερα καθήκοντα τοῦ Ἕλληνος, τὰ ὁποῖα ἀνάγκη πρὸ πάντων διὰ τῆς σημερινῆς Βουλῆς νὰ ἐκπληρῶνται καὶ νὰ ἐπιβάλωνται εἰς τὴν κυβέρνησιν· πᾶσαν δὲ αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πᾶσαν σπατάλην νὰ πολεμήσωμεν μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος, καὶ ἐγὼ σᾶς δίδω τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ ἦμαι ἐναντίος πάσης αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὰ ἐν ὀλίγοις, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πεισθῆτε ὅτι προέρχονται ἀπὸ τὴν εἰλικρινεστέραν πεποίθησίν μου. Κατὰ συνέπειαν αὐτῶν τῶν ἀρχῶν δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ζητεῖ διὰ παντὸς μέσου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Μὴν παρεξηγῆτε τὴν ἰδέαν μου ταύτην, καθότι εἶναι συνέπεια τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ εἰσέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον ἀρκετὰ χρήματα, καὶ ἕνεκα τούτου πᾶσαν πρότασιν, ἥτις θὰ ἀποβλέπει εἴτε τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων, εἴτε θὰ παρεμβάλλει ἐμπόδια εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν ἀποκρούω.
§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ἡ τροπολογία ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως νὰ ἀναγνωσθῇ.
§124ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν τοῦ Ζέρβα).
§125ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτη πρότασις.
§126ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ βάσις αὐτῆς δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ, διότι παρῆλθεν τὸ ἔτος καὶ δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ ἐξελέγξωμεν τί πρέπει καὶ τί δὲν πρέπει, δυνάμεθα τοὺς ὀλίγους μῆνας ὅπου ἔμειναν καὶ διὰ νὰ δώσωμεν ἓν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔφερον ἐπειδὴ ἔγιναν καὶ τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα, εἶναι περιτὴ ἡ συζήτησις.
§127ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§128ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἐκτὸς, κύριοι ἐὰν ᾖναι ἓν μέρος ἐκτὸς μὴ τὸ παραδέχεσθε, παραδεχθῆτε τὸ ἐντὸς (θόρυβος). Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ πρότασίς μου καὶ ὁ κύριος Δανόπουλος εἶναι ἀπατημένος καὶ ὁμιλεῖ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος· εἴπομεν ὅτι καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ἔγιναν, φέρω λοιπὸν μίαν πρότασιν ὅπως παύσουν ὅλα, καὶ λέγω «οἱ φορολογικοὶ νόμοι τοῦ παρελθόντος ἔτους 1867 νὰ ἰσχύουν καὶ διὰ τὸ ἔτος 1868» Συγχρόνως ἐπειδὴ τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, λέγω· (θόρυβος). Τί θὰ συζητήσωμεν, κύριοι, τί θὰ προϋπολογίσωμεν; τὰ χρήματα ἐξωδεύθησαν. Λοιπὸν θέλετε κατόπιν ἑορτῆς νὰ κάμωμεν προϋπολογισμόν.
§129ΜΑΚΡΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κ. πρόεδρε, ἐὰν ὑποστηρίζεται αὐτὴ ἡ πρότασις.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ὑποστηρίζει κανείς;
§131ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§132ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἔχω ὀλίγας λέξεις, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τὸ πρωτόκολλον τῶν σιτηρῶν τὸ ὁποῖον συντάσσεται τὴν πρώτην δεκάτην τοῦ μηνὸς, καὶ ἰσχύει δι’ ὁλόκληρον τὸν μῆνα· διὰ τοὺς λόγους οἵτινες ἐῤῥέθησαν καὶ διὰ τὸ ὑπερβολικὸν τῆς ἐκτιμήσεως, τὸ πρωτόκολλον εἶναι καλὸν νὰ μὴν ἰσχύῃ δι’ ὁλόκληρον τὸν μῆνα, ἀλλὰ νὰ ἰσχύῃ κατὰ δεκαπενθημερίαν, διὰ νὰ διορθώνωνται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι.
§133ΜΑΚΡΗΣ. Ὑπῆρξα δήμαρχος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Μεσσολογγίου, ὡς σᾶς εἶναι γνωστὸν, καὶ ἐντούτοις ἂν καὶ κατὰ μῆνα συνέταττα τὸ πρωτόκολλον, ἀπαντοῦσα τόσας δυσκολίας καὶ ὁ νομάρχης ἔτι περισσοτέρας, νὰ προσκαλῇ ὅλους τοὺς δημάρχους· φαντασθῆτε λοιπὸν ποίας δυσκολίας ἀπαντούσαμεν,
§134ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα δήμαρχος ἐπαρχίας, ἐπίσης εἴχομεν δήμους ὀρεινοὺς, καὶ μηδέποτε ἐπαρουσιάσθη τοιαύτη δυσκολία, οὐχ’ ἧττον ὅμως πολλὰ ζητήματα δύνανται νὰ προληφθῶσι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου, διότι τὴν τιμὴν δὲν δύνανται νὰ τὴν προΐδουν ἀπὸ τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς, ἐπιμένω λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, καθόσον καὶ ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐπιμένει.
§135ΣΙΜΟΣ (ὑπουρ. οἰκονομικῶν). Ἐδὼ, κύριοι, δὲν εἶναι οὔτε νὰ σᾶς παρακαλέσω οὔτε νὰ μὲ παρακαλέσητε· ἐννοῶ ἐπερίμενα σοβαρῶς τὸ καθῆκον μας. Βεβαίως καὶ ἐσεῖς γνωρίζετε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὀφείλετε νὰ φέρεσθε πρὸς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡ κυβέρνησις γνωρίζει τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ φέρεται πρὸς τὸ σεβαστὸν τοῦτο Σῶμα. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἀμφότεροι ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ νὰ μὴ θέσωμεν οὐδὲν ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ εἰσέχωνται οἱ φόροι εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους. Φοβοῦμαι δὲ πρὸ πάντων, κύριοι, μήπως αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἀκολουθήσει. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὸ πρωτόκολλον τῆς βεβαιώσεως, διότι δὲν θέλω νὰ φρονῆτε, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἓν πνεῦμα ταμιευτικὸν, ἀλλὰ εἶναι φόβος μήπως ἐκ τῆς ἀναβολῆς προέλθει κίνδυνος· ἀλλ’ ἐπειδὴ λέγω, ὅτι ὑπάρχει καὶ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο ......
§136Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος ἐὰν συντάσσηται οὕτω τὸ πρωτόκολλον.
§137ΣΙΜΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο. Λοιπὸν λέγω καθόσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νὰ πληρώνουν μὲ ἄλλο πρωτόκολλον παρὰ τὸ πρωτόκολλον τῆς βεβαιώσεως, δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο· ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐμφορουμένη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, νὰ συλλογισθῇ μὴ αὐτὸ γίνῃ ἀφορμὴ κακῶν. Φοβοῦμαι μήπως εἶναι πολὺς ὁ μήν.
§138ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι, δὲν εἶναι.
§139ΣΙΜΟΣ. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναλάβω· αὐτὰ βεβαίως εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ τὰ γνωρίζει. Ἐπίσης δὲν ἤθελον ἔχει δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ καὶ τὴν κατὰ δεκαπενθημερίαν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου, ἐὰν τὸ δεχθῇ ἡ Βουλή.
§140ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§141ΣΙΜΟΣ. Ὅσον γίνεται ὀλιγώτερον, τόσον εἶναι καλλίτερον.
§142ΤΙΝΕΣ. Δὲν συμφέρει αὐτό.
§143ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ πληρώνουν τὰ ἐλλείμματά των;
§144ΣΙΜΟΣ. Ναί.
§145ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐνοικιάσεις ἀφίνουν πολλάκις καθυστερήματα εἰς τὸ δημόσιον, ἐλλείμματα προελθόντα ἐξ ἄλλων αἰτίων, καὶ πολλάκις ἀφίνουν καθυστερήματα, διότι δὲν ἐπλήρωσαν οἱ φορολογούμενοι· καὶ τὰ μὲν πρῶτα καθυστερήματα τὰ λογίζει τὸ δημόσιον εἰς βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν, τὰ δὲ εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων, καὶ τότε ὁ μὲν ἐνοικιαστὴς πληρόνει μὲ τὸ τελευταῖον, ὁ δὲ φορολογούμενος.................
§146ΜΑΚΡΗΣ. «Ἄρθρον 1. Οἱ ἐνοικιασταὶ καταδιώκονται διὰ μόνα τὰ καθαρὰ ἐλλείμματά των, ὡς καὶ τὰ καθυστερήματα τῶν φορολογουμένων, ὅσα στηρίζονται εἰς περιβεβλημένα μὲ τὰς νομίμους διατυπώσεις διπλότυπα, ὧν ἡ διοικητικὴ ἐκτέλεσις ἀνεστάλη δικαστικῶς.
§147ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ φορολογούμενος πῶς θὰ πληρώσῃ;....
§148ΜΑΚΡΗΣ. Ἀποφασίζει τὸ δικαστήριον.
§149ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ..........
§150ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Δανόπουλε, εἶναι καθαρόν, ἀφοῦ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ φορολογούμενος πληρόνει μὲ τὸ πρωτόκολλον, ὁ δὲ ἐνοικιαστής..........
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι τοῦ κυρίου Πετσάλη· ὑποστηρίζεται;
§152Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὸν κανονισμὸν νὰ ἐρωτήσητε ἂν ὑποστηρίζεται.
§153ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ Α. ΠΕΤΣΑΛΗ.
«Τὰ περὶ τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν πρωτόκολλα θέλουσι συντάσσεσθαι ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγκη εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς, ὑπὸ ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἑκάστου νομοῦ, τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου τοῦ ἰδίου νομοῦ καὶ τοῦ ἐφόρου, προσέτι ὑπὸ δύω σιτεμπόρων τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, καὶ δύω ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων ἐπὶ δημητριακοῖς καρποῖς κατοίκων τῆς πρωτευούσης τοῦ αὐτοῦ νομοῦ. Εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς ἡ ἐπιτροπὴ θέλει στηρίζεσθαι ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας, καὶ ἐπὶ συνεχοῦς ἀγοροπωλησίας ἣν ὀφείλει ν’ ἀναφέρῃ, ἐκπίπτουσα ἐκ τῆς τιμῆς ταύτης τὸ ἀγώγιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ, ὧν ὀνομαστὶ ὀφείλει νὰ διαλαμβάνῃ τὰς τιμάς. Ἄρθρον 2. Πᾶσα παραποίησις τῆς ἀληθείας πρὸς καταδολίευσιν τῶν νομίμων συμφερόντων τοῦ δημοσίου ἢ τῶν φορολογουμένων θεωρεῖται ὡς ἀπάτη, τιμωρητέα κατὰ τὰ ἄρθρα 396–402 τοῦ ποιν. νόμου, καὶ καταδιώκεται ἐπὶ ἐγκλήσει παντὸς ἔχοντος συμφέρον».
§154Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς παραδέχεται, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν νὰ πληρώνηται ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου κατὰ τὸ πρωτόκολλον τῆς βεβαιώσεως, παραιτοῦμαι.
§155ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἄλλη πρότασις. «Ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρος πληρόνεται ἐντός 30 ἡμερῶν».;
§157ΕΤΕΡΟΙ. Τριάκοντα· ἡ πρώτη νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δέχεται ὁ ὑπουργὸς τὰς 40 ἡμέρας.
§159ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρος πληρόνεται ἐντὸς 30 ἡμερῶν.... Ἡ τελευταία παράγραφος ἀπαλείφεται».
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀπαλείφεται, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς φορολογουμένους.
§161ΣΙΜΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς φορολογουμένους, ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας μόνον....
§162ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§163ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι, ἐπ’ αὐτοῦ εἶμαι ἐναντίος, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§164ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρος πληρόνεται ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν διπλοτύπων, ἡ δὲ πληρωμὴ γίνεται κλπ. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ νόμου ἀκυροῦται».
§165Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν κανονίζουν τίποτε ἄλλο παρὰ τοὺς φόρους διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ φορολογούμενοι. Λοιπὸν δύω περιστάσεις συμβαίνουν διὰ νὰ παρουσιασθοῦν ἐλλείμματα· ἢ εἶναι τὰ ἐλλείμματα ὡς ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐνοικιάζει περισσότερον αὐτὸ τὸ προϊὸν, ἢ ἀπὸ καθυστερήματα τῶν φορολογουμένων. Εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην τὰ ἐλλείμματα προέρχονται ἐκ καθυστερημάτων τῶν φορολογουμένων, ἑπομένως ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν ἐνέχεται, καὶ διὰ τοῦτο πραγματικῶς οἱ φορολογούμενοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ ἐνοικιαστὴς ζημιωθῇ ἢ ἕνεκα θεομηνίας ἢ ἄλλης τινὸς αἰτίας· διατί θὰ τὸν ὑποχρεώσητε νὰ πληρώσῃ μὲ τὸ τελευταῖον πρωτόκολλον; διότι ἐζημιώθη; ποῖοι λόγοι ὑποχρεώνουν αὐτόν;
§166Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸν βιάζει κανεὶς νὰ γίνῃ ἐνοικιαστής.
§167Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅταν κανεὶς δὲν ἐνοικιάζῃ, τί γίνεται;
§168Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρόκειται ἡμεῖς νὰ ἐλευθερώσωμεν τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ καταπιέσεις.
§169Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν τὰ ἐλλείμματα προέρχωνται ἐκ τῆς μὴ ἀποδόσεως τῶν φόρων ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ βάρος πίπτει εἰς αὐτοὺς, οἵτινες εἶναι οἱ αἴτιοι· ἀλλὰ διότι ἐκ θεομηνίας ἢ ἄλλης αἰτίας ἐζημιώθη εἷς ἄνθρωπος, πρέπει νὰ τῷ προσθέσωμεν καὶ ἄλλην ζημίαν;
§170Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ θεομηνία λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ νόμου.
§171Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἐνοικιαστὴς πρέπει νὰ πληρώσῃ μὲ ὅποιον πρωτόκολλον πληρόνει καὶ ὁ φορολογούμενος (θόρυβος).
§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐνοικιαστὴς ὀφείλει νὰ δώσῃ π. χ. 500 κοιλὰ κατὰ τὰ διπλότυπα· ἐὰν λάβῃ 400 κοιλὰ μόνον τὸ δημόσιον, μένει ὀφειλέτης ἑκατὸν, αὐτὰ δὲ καθυστεροῦνται ἐκ τῶν πρωτοκόλλων τοῦ Ἰουνίου, τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Αὐγούστου (διάλογοι). Πεντακόσια κοιλὰ σιτάρι ὀφείλει· 150 κοιλὰ ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου, 150 κοιλὰ ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου καὶ 150 κοιλὰ ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου. Ἐὰν λοιπὸν πληρώσῃ αὐτὰ, μὲ ποῖον θὰ τὰ πληρώσῃ ὁ ἐνοικιαστής;
§173Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ὁ φορολογούμενος.
§174ΤΙΝΕΣ. Μὲ τὸ τελευταῖον.
§175Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, ὅπου παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ περίστασις, ἂς λάβουν τὸν μέσον ὅρον ὅλων τῶν τιμῶν, καὶ ὄχι νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν νὰ πληρώσῃ μὲ τὴν τελευταίαν· ὁ μέσος ὅρος νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν ἐνοικιαστήν.
§176ΖΕΡΒΑΣ. ... (θόρυβος). Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§177ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον 100 φορὲς, κ. πρόεδρε.
§178ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν καταβαίνω ἀπὸ τὸ βῆμα, ἔχω τὸ δικαίωμα αὐτὸ (θόρυβος). Χρεωστῶ νὰ δώσω λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου.
§179ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας.
§180ΖΕΡΒΑΣ....
§181ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον εἶπον διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς δὲν εἶναι, διότι ζημιοῦνται. Νὰ μάθετε τοῦτο· ὁ ἐνοικιαστὴς ἂν πάθῃ ἀπὸ θεομηνίαν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον (θόρυβος).
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ ἔχει.
§183ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα τὸ ἔχει, νὰ πᾷς νὰ τὸ μάθῃς. Ὁ ἐνοικιαστὴς κάμνει τὸν λογαριασμόν του ὅτι θ’ ἀποφέρει 300 κοιλὰ κριθὴν καὶ σῖτον (θόρυβος)· τί κάμνει; προσθέτει 300 κοιλὰ κριθὴν, τί λέγει; ὁ σῖτος θὰ ἔλθῃ εἰς ἔλλειμμα, ἡ δὲ κριθὴ θὰ πλεονάσῃ (θόρυβος)· λοιπὸν κερδοσκοπεῖ καὶ κυττάζει πῶς δύναται νὰ ὠφεληθῇ· ὁ ἄλλος ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει τί λέγει ζημιώνεται, αὐτὸς ὅμως κάμνει τὸν λογαριασμόν του. Λοιπὸν ἐπειδὴ ὑπάρχει κερδοσκοπία εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν (θόρυβος)· κύριε πρόεδρε, τί θόρυβος εἶναι αὐτός; ἐπαναφέρετε τὴν τάξιν (ὁ κ. πρόεδρος κρούει τὸν κώδωνα)· ἀπὸ τὸ ἓν εἶδος κερδίζει καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἔρχεται κάτω. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔρχεται κάτω (θόρυβος).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡσυχία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν....(θόρυβος).
§185ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔκαμα ὑποτροπολογίαν καὶ διετύπωσα αὐτὴν ὡς πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ἀναλογικὸς ὅρος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον συνάζει κατὰ τὸ ἁλώνισμα τῶν καρπῶν.
§186ΣΙΜΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Κύριοι· καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐνοικιαστὰς εἶναι ἄλλο ζήτημα· νομίζω, πὼς πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν αὐτὸ κατὰ μέρος.
§187ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Πετιμεζᾶ, εἰς τὴν πρότασίν σας;
§189ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, ἐπιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἂς πέσῃ.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγοι). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ὅπως ἀνεγνώσθη καὶ τὴν παρεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς, νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον διὰ τὴν τρίτην φορὰν καὶ ἔχει οὕτω. Ἄρθρον 1. Κυροῦνται τὰ ἑπόμενα διατάγματα. αʹ. Τὸ ἀπὸ 27 Μαΐου ε. ε. περὶ προσδιορισμοῦ διὰ τὸ 1868 τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας ἐπί τινων προϊόντων τῆς γῆς, τῆς ἐγγείου φορολογίας ἐν Ἑπτανήσῳ, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ μολύβδου καὶ τῶν σκωριῶν Λαυρίου κλπ. βʹ. Τὰ ἀπὸ 3 καὶ 17 Μαΐου ε. ε. δι’ ὧν παρατείνεται ὁ χρόνος τῆς δηλώσεως τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων. γʹ. Τὸ ἀπὸ 25 Ἰουνίου ε. ε. δι’ οὗ τίθεται εἰς ἰσχὺν ἡ ἐνεργηθεῖσα κατὰ τὸ 1867 ἐκτίμησις τῶν παραχθέντων ἐξ ἰδιοκτήτων συκοδένδρων σύκων κατὰ τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κλπ.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον ἔχον οὕτω. Ἄρθρον 2. Διὰ τὸν ἔγγειον φόρον καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν λοιπῶν προϊόντων, ὅσα δὲν ἀναφέρονται εἰς τὰ ἀνωτέρω διατάγματα, καθὼς καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ μεταλλείων, ἰσχύουσι καὶ διὰ τὸ 1868 αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ ΣΣʹ. νόμου ἀπὸ 11 Ἀπριλίου π. ε. ὑπὸ τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. Αʹ. Ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔγγειος φόρος προσδιορίζεται ὡς ἑξῆς. Διὰ τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας πρὸς δραχ. 20 κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν. Διὰ τὰς ἐπαρχίας Ἠλείας, Ὀλυμπίας, Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης πρὸς δραχ. 12. Δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους πρὸς δραχμὰς 15. Εἰσπράττεται δὲ εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν. Ὁ μεταφέρων σταφιδόκαρπον εἰς μέρη, ἔνθα ὁ ἔγγειος φόρος ἢ ὁ δασμὸς εἶναι ἀνώτερος, ἐὰν τὸ ποσὸν εὑρεθῇ ἔλασσον τοῦ φορολογηθέντος καὶ ἐν τῷ δηλωτικῷ σημειουμένου, ὑπόκειται ἐπὶ μόνης τῆς διαφορᾶς εἰς τὴν ποινὴν τοῦ λαθρεμπορίου. Βʹ. Τὰ βαλανίδια Ἀττικῆς καὶ Ἄνδρου ἐξομοιοῦνται πρὸς τὰ τῆς Κέας, Λακωνίας καὶ Λακεδαίμονος, ὡς πρὸς τὸν ἐπιβλητέον ἐπ’ αὐτῶν ἔγγειον φόρον. Γʹ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, καθόσον ἀφορᾷ τὰς νήσους Θήραν καὶ Θηρασίαν, καταργεῖται· ἀντ’ αὐτοῦ δὲ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τῆς ά. Νοεμβρίου 1868 ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου πρὸς δραχ. 1,80 κατὰ βαρέλαν, συγκειμένην ἐκ 48 ὀκάδων, εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν.
§192ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§193ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂν θὰ γίνῃ ἐκτεταμένη συζήτησις, δὲν πρέπει ἀπόψε, αὔριον.
§194ΤΙΝΕΣ. Ὄχι σήμερον.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§196ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια (θόρυβος).
§197ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι· ὕστερον...
§198ΤΙΝΕΣ. Σύντομα ὅμως, κ. Σωτηρόπουλε.
§199ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὕστερον, λέγω, ἀφ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς φορολογίας τῶν σταφίδων, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἤθελε μείνει εἰς κανένα ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι οἱ πολεμοῦντες τὰς περὶ φορολογίας τῆς σταφίδος διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν ζητοῦν ἐλάττωσιν φόρου οὐδὲ βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι μόνον καὶ μόνον ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν ὅρων ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ φορολογία. Ἐκληρονομήσαμεν κατὰ δυστυχίαν ἀπὸ τὴν Βαυαρικὴν δυναστείαν ἓν φορολογικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου τὰ ἐλαττώματα σᾶς περιέγραψε μὲ πολλὴν εὐγλωττίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὴν μωρίαν νὰ διατηρῶμεν ἀκόμη.
§200ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, αὔριον (θόρυβος).
§201ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα, κύριοι, τοῦτο τὸ διατηροῦμεν ὄχι ὅπως τὸ παρελάβαμεν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐχειροτερεύσαμεν, διότι τότε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐξουσίας, παρακολουθῶν τὴν παραγωγὴν, ἐβεβαίωνε τὸ ποσὸν τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα παρήγοντο, ἐλάμβανε τὸ δεκατημόριον· σήμερον ὅμως ἀντὶ νὰ λαμβάνωμεν ὡς τότε τὸ δέκατον, μετεχειρίσθημεν τὸ σύστημα τῆς εἰς χρήματα φορολογίας· καὶ τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὸ δημόσιον. Μεταξὺ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ, εἶναι καὶ ἡ σταφὶς, ἡ ὁποία δὲν ἐξοδεύεται ἐντὸς τοῦ κράτους. Διὰ τοῦτο ἐσυλλογίσθη ἡ κυβέρνησις ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ ἕκαστον φορολογούμενον τὸ δεκατημόριον τῶν παραγομένων καρπῶν (θόρυβος).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§203ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέκαθεν λοιπὸν ἐσυλλογίσθη ἡ κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ζητῇ καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸ δεκατημόριον τῶν παραγομένων καρπῶν, ἐπειδὴ ὁ καρπὸς αὐτὸς ἐπωλεῖτο καὶ ἀπεστέλλετο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀφίνετο ἐλεύθερος νὰ πωλῇ ὁ φορολογούμενος τὸν καρπὸν εἰς ὅποιον ἤθελε, καὶ ἐνομοθετήθη νὰ πληρόνῃ ὁ ἔμπορος τὸν φόρον εἰς χρήματα· ἡ τιμὴ ἐβεβαιοῦτο πάντοτε διὰ πρωτοκόλλου. Ἐγίνετο ἓν πρωτόκολλον διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίζετο ἡ τρέχουσα τιμὴ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς ἐπλήρωνε τὸν φόρον ὁ φορτώνων ἔμπορος· ὁ καρπὸς τῆς σταφίδος, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος πάντοτε, διαφέρει κατ’ ἐπαρχίας καὶ συμβαίνει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νὰ βρέχεται καὶ νὰ χάνῃ πολὺ μέρος τῆς ἀξίας της, πολλάκις τὸ ἥμισυ, ἄλλοτε τὰ ⅔ καὶ ἄλλοτε τὰ ¾ καὶ πολλάκις καταντᾷ ἄχρηστος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνῷ ἐγίνετο ἓν πρωτόκολλον διὰ τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος ἑκάστης ἐπαρχίας, μετὰ ταῦτα πολλάκις παρουσιάζετο σταφὶς εἰς μίαν ἐπαρχίαν κατωτέρας ποιότητος καὶ ἐγίνετο ἄλλο πρωτόκολλον, δι’ οὗ προσδιωρίζετο κατωτέρα τιμή. Θέλετε εἰδεῖ, ὅτι ἐνῷ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας προσδιωρίζετο ἡ τιμὴ 300 δραχμῶν, ἐγίνετο κατόπιν πρωτόκολλον, δι’ οὗ προσδιωρίζετο πρὸς 150. 100 καὶ πρὸς 60, διότι συνέβαινε πολλὴ ποσότης τοῦ καρποῦ νὰ ἐκπίπτῃ καὶ χάνῃ τὴν ἀξίαν. Τὸ σύστημα τῶν πρωτοκόλλων, κύριοι, δὲν ἐγέννησε παράπονα ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ παρετηρήθη ὅτι εἶχε δύω ἀτοπήματα· τὸ πρῶτον ἦτον, ὅτι ἀπήτει, ὥστε ὁ φόρος νὰ πληρώνεται εἰς τὸν πρῶτον λιμένα τῆς φορτώσεως, ἑπομένως ὅταν ἔπαυσεν ἡ ζήτησις καὶ πολλῶν ἐπαρχιῶν οἱ παραγωγοὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν μεταφέρουν εἰς τὰ καλλίτερα μέρη, ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ προκαταβάλουν τὸν φόρον εἰς τὸ δημόσιον· τοῦτο ἔφερεν ἀτόπημα. Τὸ δεύτερον ἀτόπημα εἶχε δυσκολίαν, ἥτις παρεμβάλετο εἰς τοὺς μεγαλεμπόρους, οἵτινες ἐφόρτωναν τὰς ἀπαρχὰς τοῦ καρποῦ, τὸ πριμαρόλι λεγόμενον· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη ἀγοραπωλησία εἰς τὸν τόπον, αἱ ἀρχαὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ κανονίσουν τὴν τιμήν. Ἄλλοτε δὲ ὑπεχρεοῦντο νὰ δώσουν ἐγγύησιν διὰ νὰ πληρώσουν τὸν φόρον κατὰ τὴν πρώτην τιμήν. Καὶ τοῦτο τὸ εὕρισκον ὄχι κατάλληλον, διότι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ κανονίσουν τὰς τιμὰς εἰς τὰς ὁποίας ἤθελον πωλήσει. Διὰ τοῦτο ἐγένοντο ἐπανειλημμένως παράπονα κατὰ τοῦ συστήματος τῶν πρωτοκόλλων, ὄχι ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ τῶν ἐμπόρων· διότι εἰς τὴν εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου παρενεβάλοντο προσκόμματά τινα. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὸ 1854 ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Ἀργυρόπουλος ἀπεφάσισε νὰ καταργήσῃ τὸ σύστημα αὐτὸ, καὶ ἐπέβαλεν ἐπὶ τοῦ σταφιδοκαρποῦ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ τρέχουσα τιμὴ ἦτο 40 καὶ 50 τάλληρα, διότι, καθὼς ἠξεύρετε, ὑπῆρχεν ἡ νόσος τοῦ μύκητος καὶ ὀλίγος καρπὸς ἔγινεν· ὁ ἄλλος καρπὸς προσβαλλόμενος ἀπὸ τὸν μύκητα ἐθεωρεῖτο πολὺ κατωτέρας ποιότητος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐπωλεῖτο πρὸς 30 ἢ 35 τάλληρα. Ἂν δὲ ἐπήρχετο βροχὴ, ἐννοεῖται, ὅτι ἐχειροτέρευεν ἡ ποιότης· ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐπωλεῖτο καὶ αὐτὴ πρὸς 90, 100 καὶ 120 δραχ. ἐπειδὴ ἦτον ἔλλειψις· ὁ ὑπουργὸς τότε ἀποφασίσας, κύριοι, νὰ προσδιορίσῃ μίαν τιμὴν δι’ ὅλον τὸν σταφιδοκαρπὸν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνωτέρας τιμὰς, ἀλλὰ μᾶλλον τὰς κατωτέρας· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ὅλοι οἱ ἐπιβάλλοντες τοὺς φόρους, ὅταν ἀποφασίζουν νὰ λάβουν γενικοὺς ὅρους. Διότι ἂν προσέλθωμεν εἰς τοὺς κατωτέρους δὲν ἀδικεῖται κανείς, ἀλλὰ ζημιοῦται τὸ δημόσιον· ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ζημίαν τὴν ὠφελεῖται κατ’ ἄλλον τρόπον, διότι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα μένουν εἰς τοὺς παραγωγοὺς τῶν καλλιτέρων ποιοτήτων, αὐξάνουν τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, καὶ τότε ἡ κυβέρνησις εὑρίσκει πολλὰ μέσα διὰ νὰ φορολογήσῃ· ἀλλ’ ὅταν προσέλθωμεν εἰς τοὺς ἀνωτέρους, τότε ἀδικοῦνται οἱ παραγωγοὶ τῶν κατωτέρων ποιοτήτων, καὶ τότε ἀφαιροῦνται καὶ κεφάλαια παραγωγικὰ καὶ ὁ τόπος βλάπτεται. Διὰ τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ἐν ᾧ ἡ σταφὶς ἐπωλεῖτο πρὸς 300 δραχ. ἐκανόνισε νὰ λαμβάνεται ὁ φόρος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 150 καὶ ἐπρόσθεσε 15 δραχμὰς καὶ τὸν παρεδέχθησαν ὅλοι οἱ φορολογούμενοι ἀγογγύστως. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἡ τιμὴ ἀνέβη εἰς 80 καὶ 100 τάλληρα, ἀλλὰ καὶ μολαταῦτα ὁ φόρος ἔμεινεν ὁ αὐτός.
§204ΤΙΝΕΣ. Θὰ φύγουν, κ. Σωτηρόπουλε, οἱ βουλευταὶ καὶ δὲν θὰ προφθάσωμεν, 120 δραχ. ἂς θέσωμεν ὡς βάσιν· 12 δραχμὰς τὴν χιλιάδα δι’ ὅλας (θόρυβος).
§205ΕΤΕΡΟΙ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Σωτηρόπουλε.
§206ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἔκτοτε αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς. Τοῦτο, κύριοι, τὸ γνωρίζετε ὅλοι. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὄχι πληροφορίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται εἰς τὴν Τεργέστην, θέλετε ἰδεῖ ὅτι τιμὴ εἶναι ἀπὸ 5 ἕως 7 φιορίνια καὶ ἂν ἀφαιρέσητε τὰ ἔξοδα ἀποστολῆς, δὲν μένουν παρὰ 60 ἢ 70 δραχμαί· εἶναι λοιπὸν δίκαιον τότε νὰ φορολογῆται ἡ σταφὶς πρὸς 15; (θόρυβος). Ἐπειδὴ, κύριοι, βιάζεσθε, μίαν παρατήρησιν θέλω νὰ κάμω, ὅτι τὸ μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἀνεκούφισε τοὺς σταφιδοκτήμονας αὐτοὺς, εἶναι πρὸς βλάβην αὐτῶν· διότι τί ἔκαμε; διαιρεῖ τὸν σταφιδοκαρπὸν εἰς τρεῖς κατηγορίας, καὶ διὰ μὲν τὸ Αἴγιον ἐπιβάλλει 20 δραχμάς, περὶ τούτου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τίποτε διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι ἐπιβαρύνονται, ἀφοῦ ἕως χθὲς ........ (θόρυβος).
§207ΤΙΝΕΣ. Καλὰ τὰ ἠξεύρομεν αὐτὰ (θόρυβος).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ, κύριοι.
§209ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, κύριοι, ἀφίνει τὸν φόρον τῶν 15 δραχμῶν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ παραγωγοὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων εἶχον τὴν ἄδειαν νὰ μεταφέρουν τὸν καρπὸν εἴτε εἰς τὴν Ζάκυνθον, εἴτε εἰς τὴν Κεφαλληνίαν χωρὶς νὰ προκαταβάλλουν τὸν ἔγγειον φόρον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ ὑποχρεοῦνται νὰ τὸν προκαταβάλουν, ὥστε χειροτερεύει ἡ θέσις αὐτῶν, διότι ὁ παραγωγὸς ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐξόδων, ὑποχρεοῦται νὰ προκαταβάλῃ τὸν ἔγγειον φόρον, ἐνῷ μέχρι τῆς σήμερον δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν· ὥστε ἐνῷ ἐνόμισεν ὅτι κάμνει κάτι τι καλὸν, ἀπεναντίας τοὺς βλάπτει. Διὰ τοῦτο προτείνω ἵνα ἐλαττωθῇ ὁ φόρος καὶ ὁρισθῇ εἰς 11 δραχ. κατὰ χιλιάδα, ἢ ἄλλως νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ πρωτόκολλα, διότι αὐτὰ, μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα, εἶχον καὶ τὸ καλὸν ὅτι ἕκαστος παραγωγὸς ἐπλήρονε φόρον ἀνάλογον μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος του.
§210ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐμπρός.
§211Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωνεύομεν καὶ ἡμεῖς τὴν πρότασίν μας μὲ ἐκείνην τοῦ κ. Σωτηροπούλου, 11 δραχμάς.
§212Α. ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ. Δύω λέξεις καθόσον ἀφορᾷ τὸν σταφιδοκαρπὸν τοῦ Αἰγίου, ἐκτὸς ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἦναι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ἔκθεσιν (θόρυβος).
§213ΤΙΝΕΣ. Ἴσην φορολογίαν θέλομεν.
§214ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ. Κύριοι, ἂς ψηφοφορηθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ κατόπιν δικαιοῦμαι νὰ φέρω τροπολογίαν (θόρυβος).
§215ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὸ λύσωμεν ἀπόψε, διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἰδέας μας. Δι’ αὐτὸ νομίζω, καλὸν εἶναι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν ἀπόψε, καὶ τὸ πρωῒ νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§216ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν ἔχετε τὴν διάθεσιν νὰ ὑπαχθῇ καὶ ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου ὄπισθεν τοῦ Κερκυραϊκοῦ, τὸ ἐννοῶ, ἄλλως ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν, διότι αὔριον θὰ φύγουν πολλοί.
§217ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. (θόρυβος) Κύριε Δαγρὲ, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ὅλον τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον; δὲν εἶναι δυνατόν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριοι;
§219ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὄχι.
§220ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§221ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ συζήτησις, κύριοι, εἶναι ἐξηντλημένη· πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν· πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι ὑπεκφυγὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
§222ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε ἐκαθήσαμεν ἕως εἰς τὰς 10.
§223ΔΑΓΡΕΣ. Αὔριον ἴσως φορτώνεται σταφίς, κύριοι. Προθυμίαν ἔχομεν μόνον εἰς τὸ νὰ θέτωμεν νόμους.
§224Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ψηφισθῇ ἀπόψε, νομίζετε πῶς θὰ γίνῃ νόμος αὔριον;
§225ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν δὲν γίνῃ αὔριον, θὰ γίνῃ μεθαύριον· (θόρυβος).
§226ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς τὴν ἀναβολὴν τὴν θεωροῦμεν ὡς ὑπεκφυγὴν τῆς ψηφοφορίας τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
§227ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν μὲ λέγετε, τίς ἐπρότεινε τὴν ἀναβολήν;
§228ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς.
§229ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κανείς· ἀλλὰ λέγομεν ὅτι ἐργαζόμεθα ἐπὶ ἓξ ὥρας.
§230ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Ἄ! Ἄ! Ἄ!
§231ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς ἀκούωμεν ἀγορεύοντας, ἐκουράσθημεν πλέον, οὔτε εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας ἀπόψε. Τί ζητεῖτε λοιπὸν νὰ μᾶς ἁρπάσητε τὴν ψῆφόν μας; εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε, ἀφοῦ ἔχει τόσον σπουδαῖα ἀντικείμενα; Λοιπὸν τί σᾶς λέγομεν; δὲν ζητοῦμεν ἀναβολὴν, ζητοῦμεν μάλιστα νὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ τελειώσῃ, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλα· δὲν εἶναι ὅμως τῆς ὥρας ἀπόψε νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, διότι παρῆλθον 2 ὧραι ἀπὸ τὴν τακτικὴν λῆξιν τῶν συνεδριάσεων.
§232ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ ἀναχωρήσωμεν καὶ δὲν ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν, (θόρυβος).
§233ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ψηφοφορία, κύριε πρόεδρε.
§234ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι, κύριοι, ἐντελῶς περίεργος ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεσθε· εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, καὶ εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀναχωρήσωσιν, ἐπειγόμενοι ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας των ἐργασίας οἱ βουλευταὶ, διὰ νὰ πιεσθῇ ἡ Βουλὴ καὶ μὴν ἀναπτυχθῇ περισσότερον ὁ λόγος εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλ. λόγου, τότε ἐμένατε μέχρι τῆς 10ης καὶ τώρα ὅτε πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον ἐκουράσθητε. Ἂν θέλετε ν’ ἀναχωρήσητε, διότι γνωρίζετε ὅτι πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν θ’ ἀναχωρήσουν αὔριον διὰ τὰς ἐπαρχίας των, ἵνα μείνουν τὰ πράγματα ὡς εἶχον καὶ νὰ ἐξακολουθῆτε εὑρισκόμενοι ἐκτὸς τῆς συνταγματικῆς τροχιᾶς, εἰπέτε το καθαρά. (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι ἰδέα μου, τὴν προτείνω, δὲν ἔχω κανένα νὰ φοβηθῶ, διαμαρτύρομαι μάλιστα κατὰ τῆς διαγωγῆς σας αὐτῆς.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον εἰς ψηφοφορίαν διότι ἔχομεν πολλὰς τροπολογίας.
§236ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ψηφοφορηθοῦν πρότερον αἱ τροπολογίαι. (θόρυβος). Πᾶσα τροπολογία ψηφοφορεῖται χωριστὰ καὶ πρότερον.
§237ΖΕΡΒΑΣ. Εἰς τὰς τροπολογίας θὰ ὁμιλήσουν πολλοί. Δὲν εἶναι πλέον καιρὸς, ἐνύκτωσε. (θόρυβος).
§238ΔΑΓΡΕΣ. Θέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ἀντωνοπούλου. (θόρυβος). Μὴ ζητεῖτε νὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν.
§239ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν ὁ κ. πρόεδρος θέλῃ νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, ἐρωτᾷ τὸ Σῶμα (θόρυβος). Ἐρωτήσατε, κ. πρόεδρε, τὴν Βουλήν.
§240ΠΟΛΛΟΙ. (ἐκ δεξιῶν ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε πρόεδρε. (θορυβώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§241ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται καλλίτερον ἡ ψηφοφορία τοῦ ἄρθρου;
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθουν δύω ψηφολέκται. Τὸ θέμα εἶναι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§243Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ «τὴν λῆξιν».
§245ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ πρότερον ὁ κατάλογος, διότι δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν. (θόρυβος).
§246ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Θὰ φανῇ ἐκ τῆς ψηφοφορίας ἂν ὑπάρχῃ ἢ μὴ ἀπαρτία (θόρυβος παρατεταμένος).
§247ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τί ὀχλαγωγικὴ συζήτησις εἶναι αὐτὴ, ὅσοι θέλουν ἂς φύγουν, ἄλλως ἂς καθήσουν κάτω.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι. Τὸ θέμα εἶναι· οἱ παραδεχόμενοι τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§249ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§250ΠΟΛΛΟΙ (πρὸς τὸν Ῥούκην). Θὰ φανῇ ἐκ τῆς ψηφοφορίας. Τί πρότασις εἶναι αὐτή;
§251ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, (θόρυβος, καὶ πολλοὶ ὁμιλοῦν καὶ φωνάζουν συγχρόνως.)
§252ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκ τῆς ψηφοφορίας λύεται καὶ ἡ ἔνστασις ἡ ἐδική σου. Δὲν τὸ ἐννοεῖς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου.
§253ΠΟΛΛΟΙ. Τί γίνεται, κύριε πρόεδρε.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε μία πρότασις περὶ ἀπαρτίας.
§255ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρώτην φορὰν δὲν ἤλθομεν εἰς κοινοβούλιον· ὅταν γίνεται ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας μαζὺ μὲ τὴν ψηφοφορίαν λύεται καὶ ἡ ἔνστασις αὕτη. (ὁ θόρυβος ἐξακολουθεῖ).
§256ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πράγματα εἶναι αὐτά, ἐγκατελείφθη τὸ θέμα καὶ ἤρχισεν ἀνάγνωσις ὀνομαστικοῦ καταλόγου;
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε πρότασις, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§258ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν δὲν ἐννοῆτε, κύριε πρόεδρε, ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα, μὴ κάθησθε αὐτοῦ ὡς πρόεδρος. (θόρυβος μέγας· πολλοὶ βουλευταὶ ἐξεγείρονται κατὰ τοῦ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶ· ὁ Ἀρ. Ῥούκης, ὁ Βάσος, ὁ Πετροπουλάκης ἀποτείνονται ἀποκλειστικῶς πρὸς αὐτὸν).
§259Α. ΒΑΣΟΣ. Προτείνω ν’ ἀποδοκιμασθῇ· προσέβαλε τὸ προεδρεῖον. (θόρυβος καὶ σάλος).
§260ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§261ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν δέχομαι τὴν ἀποδοκιμασίαν καὶ πιστεύσατε ὅτι θὰ γευθῶ μὲ καλλιτέραν ὄρεξιν.
§262ΔΑΓΡΕΣ. Σεῖς οἱ στρατιωτικοὶ περιορισθῆτε εἰς τὸ καθῆκον σας, τί σηκώνεσθε πάντοτε πρῶτοι εἰς φιλονεικίας. (θορυβώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ Δαγρὲ ἀφ’ ἑνὸς καὶ Βάσου, Πετροπουλάκη, Ῥούκη καὶ Ἀναστασοπούλου).
§263ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐξακολουθήσατε τὴν ψηφοφορίαν.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς νὰ ἐξακολουθήσω. Ἔρχεται ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ μὲ προσβάλλει. Ἐξακολουθεῖ ἡ διακοπεῖσα ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
§265ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ψηφοφοροῦμεν; (θόρυβος). Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις.
§266ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς φεύγομεν κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§267ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸς ὁ κατάλογος, διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν.
§268ΣΑΡΑΒΑΣ. Οἱ ἐν τοῖς δωματίοις λογίζονται ὡς παρόντες. Ἐξακολουθεῖ καὶ περαιοῦται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 παρὰ ¼.
ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ
Τῆς 30 Ἰουλίου 1868. Τρίτη Ὥρα 2 μ. μ. Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι πλήρης. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§271ΔΟΣΙΟΣ, ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΗΜΩΝ. Κάμνομεν τὴν ἔνστασιν, κ. πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἀνεχώρησαν πολλοί.
§272ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ (Γραμματεύς). Εἶναι 97 παρόντες.
§273ΔΟΣΙΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ τὸ ἀρνηθῆτε.
§274ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς οἱανδήποτε στάσιν καὶ στιγμὴν δύναται νὰ ἐκφωνηθῇ ὁ κατάλογος.
§275ΔΟΣΙΟΣ. Ἀνεχώρησαν πολλοὶ, κ. πρόεδρε, καὶ ἂν θέλετε ὀνομαστὶ, ἔχετε ἀμέσως τὸν Σωτηρόπουλον, ὅστις δὲν εἶναι παρὼν, τὸν ν. Κανελλόπουλον, τὸν κ. Ἴσκον, Ἠλιόπουλον, οἵτινες δὲν εἶναι παρόντες· ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς ἀπαρτίαν.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδὼ δὲν ἦσαν τώρα;
§277ΔΟΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι τώρα ἐδὼ· ἔφυγαν. Ἂς ἀναγνωσθῇ λοιπὸν πάλιν ὁ κατάλογος, διὰ νὰ μὴ κατακρίνουν τὴν Βουλὴν ὅτι ἐργάζεται εἰκονικῶς.
§278ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, κ. πρόεδρε, νὰ προσβάλωμεν τὰ πρακτικὰ, καὶ πάλιν θὰ σᾶς κακοφανῇ Ἐπιμένομεν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· δὲν εἴμεθα πλήρεις. (θόρυβος).
§279ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ἀναγνωρίζων ὅλα τὰ γινόμενα ἐν τῷ ἀγγλικῷ κοινοβουλίῳ, μᾶς ἀρνεῖται τὴν ἔνστασιν· εἰς οἱανδήποτε στάσιν τῆς συζητήσεως ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἔνστασις.
§280ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Ὅταν γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§281ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Τί πράγματα εἶναι αὐτά; ὁπόταν θέλωμεν, κάμνομεν τὴν ἔνστασιν· καὶ ἔπειτα λέγετε πῶς προσβάλλομεν τὸ προεδρεῖον!
§282ΔΟΣΙΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἐπιβάλετε, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἀπαιτήσουν 15.
§284ΔΟΣΙΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ εἷς μόνον. Κυτάξατε τὸν κανονισμόν.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι ὅλοι εἶναι μέσα εἰς τὰ δωμάτια.
§286ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι, ἀλλ’ ἔφυγαν.
§287ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικὰ, κ. πρόεδρε.
§288ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἀναγνώσετε τὸν κατάλογον κ. πρόεδρε, τηρήσατε τὸν κανονισμόν· μὴ παρανομῆτε.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω ὅτι εἶναι παρόντες, καὶ συνεπληρώθη ἡ ἀπαρτία.
§290ΔΟΣΙΟΣ. Εἴπατε ὅτι εἶναι 97 παρόντες, καὶ σᾶς εἴπομέν τινας, οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν. Δὲν πρέπει νὰ ψηφίζωμεν νόμους εἰκονικῶς. Τοιούτους νόμους τὸ ἔθνος σήμερον δὲν τοὺς ἀνέχεται.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ.
§292ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ ΚΑΙ ΔΟΣΙΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε· εἶναι ὁ κανονισμός. Ποίαν Βουλὴν θὰ ἐρωτήσητε; Προχθὲς ὁ κ. Ῥούκης ἦτο μόνος του, ὁποῦ ἔκαμε τὴν ἔνστασιν.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν.
§294ΔΟΣΙΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ τὸ λέγει ὁ κανονισμὸς, ὅτι ὅταν εἷς τὸ ἀπαιτήσῃ, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§295ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ σημειωθοῦν καὶ οἱ τοῦ Πόρου.
§296ΔΟΣΙΟΣ. Ὄχι, ὄχι· ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ψηφοφοροῦν δὲν λογίζονται οὔτε εἰς τὴν ἀπαρτίαν.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι διὰ πράξεως τῆς Βουλῆς ἐθεωρήθη ὅτι μόνον δικαίωμα ψήφου δὲν ἔχουν (ὁ κ. Κορυζῆς βουλευτὴς Πόρου ἀναχωρεῖ).
§298ΔΟΣΙΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Κορυζῆς ἀναχωρεῖ.
§299ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν θὰ εἰπῇ ὅτι ἐκ προθέσεως.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε ἔτσι ἔγινε.
§301ΔΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ἀπαρτία. Λοιπὸν κάμνομεν τὴν ἔνστασιν, καὶ ὀφείλετε νὰ τηρήσητε τὸν κανονισμόν· ἂν θέλετε νὰ παρανομήσητε....
§302ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀφ’ οὗ εἶναι ἀπαρτία, κ. πρόεδρε, ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, τί σᾶς μέλει!
§303Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφ’ οὗ, κ. πρόεδρε, βλέπετε ὅτι τὸ θέλουν, ἂς ἀναγνωσθῇ.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ὁ κατάλογος.
§305ΣΙΜΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Τώρα ὁ κατάλογος νὰ ἀναγνωθῇ, διότι δὲν θέλω νὰ δοθῇ καμμία πλαγία σκέψις εἰς τοὺς λόγους μου· ἀλλὰ λέγω ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι τρόπος καὶ ἰδοὺ διατί· ὑποθέσατε ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς ἀπαρτίαν· ἐννοεῖται ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δύναται ἕνας νὰ τραβιχθῇ· ἐπιτρέπεται εἰς τὸν τυχόντα νὰ ἔρχεται πάντοτε καὶ νὰ λέγῃ, ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον; τί γίνεται τότε; Ἔρχεται περίστασις καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀπαρτίας, καὶ τότε γίνεται. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. πρόεδρον νὰ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον, διὰ νὰ μὴ ἀποδοθῇ καμμία πλαγία σκέψις εἰς τοὺς λόγους μου.
§306Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς καὶ ἔντιμον νὰ ἔρχωνται ἄνθρωποι νὰ παρίστανται ὡς παρόντες καὶ ἑπομένως νὰ φεύγουν. Ἠμποροῦν νὰ μὴ ἔλθουν, τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἔλθουν πρέπει νὰ μείνουν (θόρυβος).
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος. Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. Κατὰ δὲ τὴν ἐκφώνησιν τῶν βουλευτῶν Σύρου ἐλέχθησαν τὰ ἑξῆς.
§308ΔΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἰδοὺ ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα αὐτὰ, κ. πρόεδρε· αὐτοὶ δὲν ὡρκίσθησαν καὶ ἑπομένως δὲν ἠμποροῦν νὰ λογισθοῦν.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔφεραν τὰ εἰσιτήριά των.
§310ΔΟΣΙΟΣ. Τότε ἔτσι κάμνομεν ὅ,τι θέλομεν. Ἐξακολουθεῖ καὶ τελειόνει ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 83 παρόντες, διατί ἀπουσίασαν τόσον πολλοί;
§312Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι λείπουν, νὰ σημειωθοῦν εἰς τὴν ἐφημερίδα.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, ἔχω τὰ ὀνόματά των σημειωμένα. Κύριοι, παρακαλῶ διὰ τελευταίαν φορὰν τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ· ἄλλως διαμαρτύρομαι ὅτι τὸ προεδρεῖον ἐξώδευσε τὸν προϋπολογισμὸν χωρὶς νὰ ἔχῃ μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Αὔριον, κύριοι, θέλομεν ἔχει συνεδρίασιν· ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ αὐτή.
§314ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ νὰ σταλῇ εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς·
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύομεν τὴν συνεδρίασιν (ὥρα 4 καὶ 25 μ. μ.